Ο Μπόμπι Χάαρμς, ο Άγιαξ κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης

  [5 Σχόλια]

Ο Γιόχαν Κρόιφ και ο βοηθός του Μπόμπι Χάαρμς*, σε μια φωτογραφία της περιόδου 1986-88′ κατά την οποία συνεργάστηκαν στον πάγκο του Άγιαξ.

* Ο Μπόμπι Χάαρμς ήταν ένας εκ των αφανών ηρώων του «μεγάλου Άγιαξ της δεκαετίας του 70** αλλά και του νεότερου πετυχημένου Άγιαξ της περιόδου 1987-1995. Πέρασε από τα περισσότερα πόστα του συλλόγου – ποδοσφαιριστής μεγαλωμένος στις ακαδημίες της ομάδας, βοηθός προπονητή, προσωρινός προπονητής, προπονητής ακαδημιών, προπονητής αποκατάστασης παικτών και σκάουτερ – ευρισκόμενος πάντα στο παρασκήνιο, φτάνοντας στα φώτα της δημοσιότητας μόνο όταν οι διάφοροι ποδοσφαιριστές-σταρ της ομάδας ή οι εκάστοτε προπονητές εκθείαζαν την δουλειά του δημόσια στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Ήταν παρών σε κάθε Ευρωπαϊκό τρόπαιο που έχει σηκώσει ως τώρα ο ‘Αίαντας’. Εδώ μπορείς να διαβάσεις στα Αγγλικά ένα πολύ ωραίο κείμενο με αρκετές άγνωστες πληροφορίες για την καριέρα του, όπως αυτή την εξομολόγηση του Κόβατς:

After the first European Cup in 1971, Michels would leave for Barcelona. Stefan Kovacs was his replacement. Haarms had a good relationship with Kovacs and the two would remain close friends. In Kovacs biography “Le Football Total”, Kovacs said he’d develop his football vision on the basis of his long talks with Haarms. When Kovacs died, he left Haarms a large portion of his estate, which brought the tough Haarms to tears.

** Στην ‘Αυγή’ της 28ης Οκτωβρίου 1984, δημοσιεύτηκε ένα κείμενο-ωδή στην μεγάλη ομάδα του Άγιαξ που επηρέασε όσο ελάχιστες την εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Ο τίτλος του είναι «Άγιαξ, για πάντα Άγιαξ». Το κείμενο υπέγραφε κάποιος Α. Καμής, ψευδώνυμο που αρκετά χρόνια μετά αποδείχτηκε ότι ανήκε στον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, που όπως και ο φιλόσοφος-συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ (που έχοντας αγωνιστεί σαν τερματοφύλακας σε παιδικές ομάδες είχε δηλώσει «έχοντας δοκιμάσει αμέτρητες εμπειρίες, μπορώ να πω με σιγουριά ότι όσα ξέρω για την ηθική και τις ανθρώπινες υποχρεώσεις, τα οφείλω στο ποδόσφαιρο», ενώ δεν είχε διστάσει να παραδεχτεί ότι θα διάλεγε χωρίς δεύτερη σκέψη το ποδόσφαιρο από το θέατρο) απ’ τον οποίο εμπνεύστηκε το ψεύτικο όνομα, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιρόφιλους του λογοτεχνικού χώρου.

Υπάρχουν άνθρωποι μ‘ έναν και μοναδικό έρωτα στη ζωή τους. Έχουν γνωρίσει πολλές γυναίκες, τις αγάπησαν, η γυναίκα δεν έπαψε ποτέ να τους συγκινεί, αλλά κάποτε γνώρισαν το μεγάλο, το μοναδικό έρωτα – ύστερα, όλες οι άλλες τους φαίνονται… απλές οδοντόκρεμες.
«Όμορφη ‘σαι και καλή ‘σαι μα Πεντάμορφη δεν είσαι…»
Γιατί η σύγκριση γίνεται με την Πεντάμορφη, τη Μοναδική!
Φίλοι του ποδοσφαίρου, όσοι τρέχετε ακόμα κάθε Κυριακή στα γήπεδα, ή καθισμένοι στην αναπαυτική σας πολυθρόνα μπουχτίσατε να βλέπετε στη μικρή οθόνη τα διεθνή «μεγαθήρια» που πληθωρικά γνωρίσαμε τον τελευταίο καιρό – βάλτε μια στιγμή το χέρι στην καρδιά, όσοι έχετε ξεπεράσει το φράγμα του φανατισμένου και τυφλού οπαδού ή του άκριτου φιλοθεάμονα και αναρωτηθείτε: μα είναι ποδόσφαιρο αυτό που βλέπω; Καλές ομάδες, δε λέω, μαχητικοί οι Βέλγοι, σταθερή η Λίβερπουλ, τεχνίτρα η Γιουβέντους, σκληροτράχηλη η Μπάγερν – αλλά, αλλά, αλλά, ποιό το διαφορετικό; (Θυμάμαι την πικρόχολη κουβέντα ενός φίλου, έμπειρου γερόλυκου των γηπέδων: «Καλή η Άρσεναλ. Ένα διεθνές φορμαρισμένο Αιγάλεω»).
Γιατί αυτές οι αναπόφευκτες συγκρίσεις; Γιατί αυτή η αίσθηση μιας μονοτονίας, μιας επανάληψης, κάθε φορά που βλέπουμε έναν πολυδιαφημισμένο αγώνα με τις επίχρυσες βεντέτες; Γιατί αυτή η πικρή γεύση της στασιμότητας, της έλλειψης του πρωτόγνωρου, η αυθόρμητη αντίδραση: «πάμε να φύγουμε, σε αυτό το σημείο είχαμε έρθει και στο προηγούμενο έργο»;
Γιατί, φίλοι που ζήσαμε και γεράσαμε στα γήπεδα, ψάχνοντας όχι μόνο τη νίκη, όχι μόνο τους πανηγυρισμούς, όχι μόνο τη δύναμη, την τεχνική ή τον εντυπωσιασμό, αλλά πάντα το κάτι άλλο, την πνοή που μεταβάλλει ένα «ομαδικό παιχνίδι» σε έργο τέχνης, ανεπανάληπτο όπως όλα τα γνήσια έργα τέχνης – γιατί, φίλοι, το βρήκαμε κάποτε αυτό το όνειρο και τώρα μας καταδιώκει και θέλουμε να το ξαναζήσουμε και δε βολεί να το ξαναζήσουμε.
Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε. Περνά η Μεγάλη Κυρία των γηπέδων (αυτή η πραγματική Κυρία κι όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών) περνά, ο μεγάλος Άγιαξ!
Όσοι αγαπήσαμε με τη φλόγα του έφηβου ερωτευμένου αυτή την υπεργήινη Bella Dona δεν μπορούμε πια να την ξεχάσουμε.
Δεν κράτησε πολύ η αστραποβολή της. Γιατί όλα τα καταυγαστικά όνειρα δεν κρατούν πολύ. Γιατί όλες οι πρωτοπορίες, που ανατρέπουν όλα τα γερασμένα κατεστημένα και τις χρυσές μετριότητες, περνούν σαν αστραπή, αλλά όσοι δουν τη λάμψη τους δεν την ξεχνούν ποτέ. Γιατί μια επανάσταση δεν έχει κατά κανόνα αντάξιους επιγόνους.
Δεν απέκτησε -λένε- «τίτλους» και διεθνείς διακρίσεις, όσοι μετρούν τις αξίες με τα συσσωρευμένα μετάλλια και τις μπακάλικες προδιαγραφές. Δεν είχε -λένε- συνεχιστές. Μα, μήπως κληρονομιέται η ιδιοφυΐα;
Ο,τι υπήρξε πριν από τον Άγιαξ -το συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά- υπήρξε η προϊστορία του ποδοσφαίρου. Μετά τον Άγιαξ φάνηκε πως υποχρεωτικά πια άνοιγε η ιστορία.
Δεν άνοιξε. Άνοιξε το αλισβερίσι των συστημάτων της κυριαρχίας του κόουτς-σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωνάριων. Το θέαμα συνεχίζεται, συναρπαστικό -πάντα η πάλη για τη νίκη είναι συναρπαστική-, εντυπωσιακό, αλλά χωρίς το νακ. Αυτό το νακ που άστραψε πριν δέκα χρόνια σαν μετέωρο κι έσβησε πρόωρα, αφού διέγραψε την εκτυφλωτική τροχιά του. Έσβησε. Γιατί τα παιδιά του έκαναν φύλλα φτερά. Το διεθνές ποδοσφαιρικό δουλεμπόριο μοίρασε το δεμάτι σε χωριστά καλάμια. Ένα εδώ, ένα εκεί. Και τα καλάμια, μόνα τους στους αφιλόξενους κάμπους, λύγισαν κι έσπασαν. Γιατί μόνο το δεμάτι ήταν η ποίηση. Και αυτή χάθηκε για πάντα από τα γήπεδα.
«Χορταίνουμε» μπάλα τώρα κάθε Κυριακή και Τετάρτες. Συγκινούμαστε, ενθουσιαζόμαστε πάλι, παρασυρόμαστε πού και πού, θαυμάζουμε τους καινούριους γκολτζήδες. Αλλά η υπέροχη γοητεία πια δεν υπάρχει. Την πήραν μαζί τους κι έφυγε, όπως φεύγουν όλα τα μοναδικά και ανεπανάληπτα, οι εκθαμβωτικοί Ολλανδοί.
Τώρα βασιλεύει η δυναστεία των συστημάτων, τα γκολ που μετρούν εντός και εκτός, οι υπολογισμοί και τα τεφτέρια.
Θα μας ξαναθυμίσει άραγε κάποιος καμιά πάλι φορά πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πια απλώς τεχνική, δεν είναι πια απλώς δύναμη, δεν είναι άθροισμα από εξωνημένες βεντέτες;
Θα μας θυμίσει πάλι κανείς την έμπνευση, τη γοητεία του απρόοπτου, τον αυθορμητισμό που γίνεται σοφία και τη σοφία που φαντάζει σαν αυθορμητισμός, το ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο Τέχνης, όπως μας απέδειξαν και μας το δίδαξαν οι νέοι Νιζίνσκι της δεκαετίας του 70;
Βίβα για πάντα, Άγιαξ.

5 Σχόλια μέχρι τώρα

  • 1 masha nevalyashka // 5 Μάιος, 2011 στις 23:22

    A ρε αλάνια, μου σουφρώσατε το θέμα ;). Εντός ημερών θα ανέβαζα το κείμενο του Αναγνωστάκη, μαζί με ένα άλλο του. Και οι άλανοι στο humba! δημοσίευσαν ένα στο τελευταίο τεύχος. Κοίτα λοιπόν κοντινές διαδρομές…

  • 2 balkou // 7 Μάιος, 2011 στις 09:46

    O Αναγνωστάκης του Μέγκα?

  • 3 duendes // 7 Μάιος, 2011 στις 10:02

    🙁
    Kick, ban από το sombrero για 24 μέρες, μετακίνηση πάνω σε ράγα τρένου με πίσσα και πούπουλα, δέσιμο στο Γκραν Κάνιον κάτω από τον καυτό ήλιο, άλειμμα με μέλι και μυρμήγκια. Πολλά μυρμήγκια.

  • 4 ashton // 8 Μάιος, 2011 στις 20:35

    @ balkou
    ο @@ του Μέγκα, συστηνόταν παλιότερα ως «Μανώλης Αναγνωστάκης, όχι ο ποιητής» και πιστεύω πως ο ποιητής έφυγε μια ώρα νωρίτερα μη μπορώντας να αποδεχτεί πως ήταν συνονόματος με έναν τέτοιο μεγάλο γκιόζη ..

  • 5 balkou // 9 Μάιος, 2011 στις 09:17

    Αμάν ρε που και να μην έβαζα το :Ρ, αμέσως να μου την πέσετε. Επειδή έλεγε αυτή τη βλακεία γι’αυτό και το πείραγμα 🙂

Σχολιάστε:

XHTML: Μπορείτε να κάνετε χρήση των εξής tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>