64 χρόνια μετά: To πιο κουλ χατ-τρικ

  [4 Σχόλια]

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ διέθετε πάντα στο ρόστερ της κορυφαίους Βρετανούς ποδοσφαιριστές. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέχρι και σήμερα τη φανέλα της φορούσαν πάντα παίκτες γεννημένοι στο Νησί που είχαν το χάρισμα να εξελίσσονται και σε ηγέτες. Aπό τον αμυντικό Τσάρλι Ρότζερς -στα πρώτα χρόνια της ομάδας- στον Φρανκ Μπάρσον και από εκεί στον σπουδαίο Σκοτσέζο Μπιλ ΜακΚέι και τον Μπίλι Φουλκς. Ακολούθησε ο Ντένις Λόου, ο Τζωρτζ Μπεστ, ο Μπόμπι Τσάρλτον, ο Μαρκ Χιουζ, ο Μπράιαν Ρόμπσον και φυσικά η «τάξη του ’92», πριν φτάσουμε στο σήμερα. Στον Γουέιν Ρούνεϊ δηλαδή και στα ρεκόρ του. Όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό άφησα εκτός πολλούς -πάρα πολλούς για την ακρίβεια- γιατί θα έπρεπε να γράφω ονόματα για καμιά ώρα και -εννοείται πως- έγραψα τους πρώτους που μου ήρθαν στο μυαλό. Τίμια πράγματα που λένε και στο χωριό μου. Ένας από δαύτους είναι και ο κύριος της φωτογραφίας. Ένας εκ των σπουδαιότερων σκόρερ στην ιστορία της ομάδας που όμως -δυστυχώς- δεν έχει κερδίσει τη δόξα που του αναλογούσε στις νεότερες γενιές ποδοσφαιρόφιλων. Το όνομά του, Σταν Πίρσον. Το ταλέντο του απερίγραπτο και -σχεδόν- απίθανο να γίνει κατανοητό με μερικές λέξεις. Οι λέξεις άλλωστε ωχριούν πάντα μπροστά σε μια ωραία εικόνα. Γνωστή και παλιά αυτή η ιστορία και όχι μόνο για αθλητικά (και ποδοσφαιρικά) θέματα.

Για να μπείτε καλύτερα στο νόημα αυτών που θα διαβάσετε παρακάτω, ακούστε κι αυτό:

Το κείμενο αυτό, για λόγους που γνωρίζει μόνο ο συντάκτης (εγώ δηλαδή) και δεν θα τους αναλύσουμε, δεν γίνεται να μείνει μόνο στο ποδοσφαιρικό κομμάτι. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή όπου η Γιουνάιτεντ δεν είχε γίνει ακόμα μεγαθήριο. Στον πάγκο της υπήρχε ο σπουδαίος Ματ Μπάσμπι (πριν γίνει Σερ), στον παγκόσμιο κινηματογράφο δέσποζαν ταινίες όπως ο «Ερίκος ο 8ος» και το «Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας» του Γουίλιαμ Γουάιλερ και φυσικά το ανδρικό στυλ χαρακτηρίζονταν από αρρενωπότητα στα όρια του σούπερ-κουλ, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στα γήπεδα από παίκτες και απλούς φιλάθλους. Μια τέτοια, χαρακτηριστική περίπτωση ήταν και ο Πίρσον. Γεννήθηκε στο Σάλφορντ το 1919 και υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο με τους «κόκκινους διαβόλους» στα 17 του, τιμώντας τη φανέλα της ομάδας για 19 ολόκληρα χρόνια. Αν έβλεπες τον Σταν Πίρσον εκτός γηπέδου δεν μπορούσες να καταλάβεις πολλά για την προσωπικότητά του και με τι ακριβώς ασχολείται. Με παρουσιαστικό που παρέπεμπε σε σταρ του σινεμά δεν ήταν εύκολο να πιστέψει ο οποιoσδήποτε πως αυτός ο άνδρας απλά κλωτσάει ένα τόπι. Μια παρουσία που είχε κάτι το αινιγματικό, το περίεργο, το εντελώς διαφορετικό όσο και εκείνο το μελαγχολικό βλέμμα του «Επαναστάτη χωρίς αιτία». Του θρυλικού Τζέιμς Ντιν. Ο Πίρσον από την άλλη και επαναστατικός ήταν στον τρόπο που έβλεπε το παιχνίδι και αιτία είχε που ακολούθησε το επάγγελμα του ποδοσφαιριστή. Με -σχεδόν- 150 γκολ σε 350 εμφανίσεις με τη φανέλα της μεγάλης ομάδας του Μάντσεστερ δεν μπορείς να πει κανένας πως δεν έκανε καλά τη δουλειά του.

Οι κορυφαίες στιγμές της καριέρας του Πίρσον ήταν το κύπελλο του ’48  και φυσικά το πρωτάθλημα του ’52 αν και πάντα θα μνημονεύεται για ένα σπουδαίο προσωπικό επίτευγμα, κόντρα μάλιστα όχι σε κάποια τυχαία ομάδα αλλά στη μεγαλύτερη αντίπαλο της Γιουνάιτεντ. Την Λίβερπουλ. Το ημερολόγιο έγραφε 11 Σεπτεμβρίου του 1946 και η Γιουνάιτεντ υποδέχονταν τους «κόκκινους» στο Όλντ Τράφορντ σε μια αναμέτρηση που περίμενε όλος ο φίλαθλος κόσμος του νησιού και μόνο, μιας και δεν υπήρχαν τηλεοράσεις και live streaming. Η Λίβερπουλ μπορεί στο τέλος της χρονιάς να πανηγύρισε το πρωτάθλημα αφήνοντας οριακά 2η τη Γιουνάιτεντ με -1 (κατακτώντας το 5ο πρωτάθλημα της τεράστιας ιστορίας της) μα εκείνη τη μέρα έμελλε να γνωρίσει μια από τις μεγαλύτερες της ήττες σε παρόμοιο «ντέρμπι». Το τελικό 5-0 είχε αφήσει πολλά χαμόγελα αισιοδοξίας στην ομάδα του Μπάμπσι, και όχι μόνο για το σκορ. Ο επιθετικός της ομάδας Σταν Πίρσον είχε σκοράρει χατ-τρικ γράφοντας ένα ρεκόρ που ολόκληρος ο ποδοσφαιρικός πλανήτης περίμενε 64 ολόκληρα χρόνια για να το ζήσει ξανά. Και όχι από κάποιον Βρετανό, ούτε από κάποιον Γάλλο, με το όνομα Ερίκ Καντονά, ούτε από τη φονική Ολλανδική μηχανή που άκουγε στο όνομα Ρουντ Φαν Νίστελροϋ. Αυτός ο κάποιος δεν ήταν άλλος από τον Βούλγαρο Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ. Ένα ποδοσφαιριστή που άγγιζε (και ξεπερνούσε) σε επίπεδα στυλ, αρρενωπότητας και κουλ ύφους ακόμα και τον Πίρσον. Γιατί ο Ντίμιταρ ο Μπερμπάτοφ ήταν, είναι και θα είναι η επιτομή του κουλ και μόνο αυτός θα μπορούσε να έχει ισοφαρίσει το ρεκόρ του παλιού άσσου της Γιουνάιτεντ με τόσο τέλειο τρόπο.

Ο Μπερμπάτοφ θα μπορούσε να είναι ο ανιψιός του Μάικλ Κορλεόνε στο τρίτο μέρος του Νονού ή εκείνος ο σπάνιος χαρακτήρας άνδρα στο εξαιρετικό «Όταν ένας άνδρας αγαπάει μια γυναίκα» ή ακόμα και ο Σεμπάστιαν στο αξεπέραστο La la land, για να ξεφύγουμε λιγάκι κι από τις παρομοιώσεις με τον σπουδαίο Άντι Γκαρσία (στις μέρες μας άλλωστε υπάρχει και ο Ράιαν ο Γκόσλινγκ). ‘Ηταν 20 Σεπτεμβρίου του 2010 όταν η Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είχε υποδεχτεί την Λίβερπουλ για την 5η αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ και είχε επικρατήσει με 3-2 χάρις στο μυθικό χατ-τρικ του Μπερμπάτοφ, βυθίζοντας τους «κόκκινους» στην 16η θέση της βαθμολογίας με μόλις 5 βαθμούς. Είχαν περάσει 64 ολόκληρα χρόνια για να δει το κοινό της Γιουνάιτεντ κάποιον παίκτη να σκοράρει τρία τέρματα κόντρα στην Λίβερπουλ και αυτός ο κάποιος δεν ήταν κανένας τυχαίος παίκτης.

Το κολλημένο μαλλί αλά Άντι Γκάρσια παρέπεμπε στον Πίρσον όσο και εκείνος ο χαλαρός τρόπος που ο Μπέρμπα υποδέχονταν τη μπάλα με εκείνο το μαγικό του κοντρόλ. Οι πολύ παλιοί είχαν αρχίσει να θυμούνται ιστορίες και να συγκρίνουν ακόμα και το ύψος που είχε σηκωμένο ο Πίρσον το γιακά του (κάτι που έκανε και ο Μπερμπάτοφ αρκετές φορές) ή ακόμα και το πόσο έμοιαζαν οι δύο αστέρες στον τρόπο που κινούνταν -νωχελικά είναι η αλήθεια- αρκετές φορές στο χώρο ψάχνοντας εκείνη την μαγική στιγμή για να το παστελώσουν, που λέμε και στα μέρη μου. Τελικά σε αυτή τη ζωή ίσως να μην είναι τίποτα τυχαίο και όλα απλά να έρχονται και να φεύγουν με ένα τρόπο μυστήριο και καρμικό. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι δύο μοναδικοί παίκτες της Γιουνάιτεντ που έχουν σκοράρει χατ-τρικ όλα αυτά τα χρόνια κόντρα στην μεγάλη ομάδα του Μερσεϊσάιντ ήταν δύο πολύ κουλ τύποι που έμοιαζαν τόσο εμφανισιακά όσο και παικτικά. Μένει να δούμε ποιος θα είναι ο επόμενος που θα τα καταφέρει, αν τα καταφέρει ποτέ, ελπίζοντας (οι φίλοι της ομάδας) πως δεν θα περιμένουν ακόμα 64 χρόνια.

4 Σχόλια μέχρι τώρα

  • 1 Μπρούνο Κόντι // 14 Μάρτιος, 2017 στις 16:25

    Ομολογώ πως δεν γνώριζα τίποτα για τον Σταν Πίρσον, πέρα απ’ το ρεκόρ των τριών γκολ του στον ίδιο αγώνα εναντίον της Λίβερπουλ.

    Αντιγράφω απ’ την εφημερίδα Ιντιπέντεντ:
    «Μπορεί ο Πίρσον να έβαζε πολλά γκολ αλλά το μεγαλύτερο προσόν του ήταν να δημιουργεί ευκαιρίες για τους συμπαίχτες του, μέσα από την ενστικτώδη ικανότητά του να προβλέπει τις κινήσεις τους και το ταλέντο του να τους βρίσκει δίνοντάς τους την μπάλα με τη μία.

    Σήμα κατατεθέν του ήταν η ακρίβεια στις μεταβιβάσεις, κοντινές και μακρινές. Αν και δεν υπήρχε το παραμικρό ίχνος επιδειξιομανίας στο παιχνίδι του, οι οπαδοί τον αγαπούσαν για την επιδεξιότητά του.

    Μπορεί να μην ήταν ο ταχύτερος παίχτης και να μην είχε το δυνατότερο σουτ, όμως ήξερε να αναπληρώνει τα παραπάνω μειονεκτήματα με την ευφυΐα του, με τον αριστοτεχνικό χειρισμό της μπάλας και με την τεράστια αντοχή του.

    Ο Πίρσον και οι συμπαραστάτες του στην επίθεση της Γιουνάιτεντ μπορούσαν να κόψουν την ανάσα με το γοητευτικό τους ποδόσφαιρο. Ωστόσο η ομάδα τους ήταν γραφτό να γνωρίσει έναν εφιάλτη από συνεχείς απογοητεύσεις στο πρωτάθλημα. Σε τέσσερις από τις πέντε πρώτες μεταπολεμικές σεζόν κατέλαβαν τη δεύτερη θέση και κατάφεραν να κατακτήσουν τον πολυπόθητο τίτλο μόλις το 1952.

    Πάντως το 1948 κατέκτησαν το Κύπελλο Αγγλίας, νικώντας την Μπλάκπουλ σ’ έναν τελικό που χαρακτηρίστηκε ως ο πιο συναρπαστικός μέχρι εκείνη τη στιγμή στην ιστορία της διοργάνωσης. Με πρωταγωνιστή τον Στάνλεϊ Μάθιους, η Μπλάκπουλ βρισκόταν μπροστά 1-2 στο τέλος του πρώτου ημιχρόνου. Ωστόσο η Γιουνάιτεντ αντεπιτέθηκε και τελικά κατάφερε να επικρατήσει 4-2, με τον Πίρσον να πετυχαίνει το καθοριστικό τρίτο γκολ δέκα λεπτά πριν το τελικό σφύριγμα»

    Πηγή:
    http://www.independent.co.uk/news/people/obituary-stan-pearson-1279764.html

  • 2 gargaduaaas // 14 Μάρτιος, 2017 στις 18:13

    @Μπρούνο Κόντι είσαι ωραίος!!!!

  • 3 Μπρούνο Κόντι // 14 Μάρτιος, 2017 στις 19:00

    @gargaduaaas:
    Σ’ ευχαριστώ πολύ, φίλε μου.

  • 4 Μπρούνο Κόντι // 14 Μάρτιος, 2017 στις 21:00

    Διάφορες πηγές στο διαδίκτυο προσδιορίζουν τη θέση του Σταν Πίρσον ως «μέσα αριστερά» (inside left).

    Ο ρόλος του «μέσα αριστερά» ήταν να υποστηρίζει τον σέντερ φορ, ανοίγοντας χώρους γι’ αυτόν με την κίνησή του και τροφοδοτώντας τον με πάσες. Ο ρόλος του «μέσα αριστερά» ήταν παρόμοιος μ’ αυτόν ενός σύγχρονου κρυφού ή δεύτερου κυνηγού, αν και στο σύστημα 2-3-5 εκείνης της εποχής (χονδρικά μέχρι και τη δεκαετία του 1920) υπήρχαν δύο τέτοιοι παίχτες, ο «μέσα αριστερά» και ο «μέσα δεξιά».

    Το σύστημα 2-3-5 σταδιακά παραχώρησε τη θέση του στο σύστημα WM (3-2-2-3 ή 3-4-3), που εισηγήθηκε πρώτος στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ο καινοτόμος προπονητής Χέρμπερτ Τσάπμαν της Άρσεναλ. Με την καθολική επικράτηση του συστήματος WM (το αργότερο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930), ο «μέσα αριστερά» και ο «μέσα δεξιά» οπισθοχώρησαν και μετατράπηκαν σε επιθετικούς μέσους, τροφοδοτώντας με πάσες τον σέντερ φορ και τους δύο εξτρέμ, τον «έξω αριστερά» και τον «έξω δεξιά».

    Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Inside_forward
    Άρθρο αναφοράς: «’Οταν η Άρσεναλ άλλαξε το ποδόσφαιρο» (http://www.sombrero.gr/2017/01/otan-h-arsenal-allakse-to-podosfairo/)

Σχολιάστε:

XHTML: Μπορείτε να κάνετε χρήση των εξής tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>