Μπίλι Μπρέμνερ: Ο σπουδαιότερος παίκτης στην ιστορία της Λιντς

  [15 Σχόλια]

Αγγλία δεκαετία του 1960. Ο βρετανικός συντηρητισμός βρίσκεται στο απόγειό του. Η εθνική Αγγλίας ζει στιγμές δόξας μιας και υπάρχει μια σπουδαία φουρνιά ποδοσφαιριστών που, εν τέλει, θα οδηγήσει τα «τρία λιοντάρια» στην κορυφή του κόσμου το ’66, και φυσικά υπάρχουν ένα σωρό δυνατές ομάδες που σιγά-σιγά αρχίζουν να πρωταγωνιστούν και στην Ευρώπη. Ο Έρικ Κλάπτοπ θεωρείται (καθόλου άδικα) Θεός, οι Beatles γεμίζουν στάδια και πουλούν εκατομμύρια δίσκους και  το άθλημα του ποδοσφαίρου είναι σκληρό -πολλές φορές- στα όρια του αντιαθλητικού. Στο τελευταίο -που είναι και το θέμα μας- βρίσκει χώρο ένας κοντούλης, κοκκινοτρίχης, σκοτσέζος κεντρικός χαφ, πάντα έτοιμος να τσακωθεί με όλους (συμπαίκτες, προπονητές και κυρίως αντιπάλους), ακόμα και για την πιο αστεία αιτία. Το όνομά του είναι Μπίλι Μπρέμνερ και θεωρείται ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που έχει φορέσει τιμήσει την φανέλα της πάλαι ποτέ σπουδαίας ομάδας του Δυτικού Γιορκσάιρ. Αυτή -πάνω κάτω- είναι η δική του ιστορία.

Ο Μπρέμνερ γεννήθηκε το ’42 στο μικρό Στίρλινγκ, 70 χιλιόμετρα έξω από το Εδιμβούργο, από οικογένεια Προτεσταντών και αυτός ήταν ουσιαστικά και ο λόγος που -σε νεαρή ηλικία- αν και τον ήθελε η μεγάλη Σέλτικ, ο πατέρας του τού απαγόρευσε τη μεταγραφή λόγω της κόντρας που υπήρχε (υπάρχει και θα υπάρχει) ανάμεσα στις δύο ομάδες – η Σέλτικ για όσους δεν το γνωρίζουν είναι ομάδα των Καθολικών και ανάμεσα σε αυτή και την Ρέιντζερς υπάρχει σχέση μίσους (και όχι μόνο). Το ίδιο διάστημα, και ενώ ο Μπρέμνερ θεωρείται ένας κορυφαίος παίκτης στα σχολικά πρωταθλήματα της Σκωτίας, θα κοπεί τόσο από την Άρσεναλ όσο και απ’ την Τσέλσι λόγω του ύψους του, μιας και μετά βίας άγγιζε το 1.65 (στις μύτες των ποδιών). Τελικά, στα 17 του χρόνια, το τμήμα σκάουτινγκ της Λιντς θα τον φέρει στο Έλαντ Ρόουντ όπου θα υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο.

Προπονητής σε εκείνη τη Λιντς ήταν ο Τζακ Τέιλορ και συμπαίκτης του Μπρέμνερ ο άνθρωπος που τα επόμενα χρόνια θα οδηγούσε την ομάδα στις ενδοξότερες μέρες της, δημιουργώντας φυσικά τον σπουδαίο αγωνιστικό χαρακτήρα του παίκτη και μετατρέποντάς τον στον μεγαλύτερο ηγέτη που είχε ποτέ η ομάδα. Φυσικά και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντον Ρέβι. Τον μεγαλύτερο εχθρό δηλαδή που είχε ένας άλλος σπουδαίος εκείνων των ετών, ο Μπράιαν Κλαφ.

Ο Ρέβι υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μεσοεπιθετικούς στην Αγγλία και όταν ανέλαβε τα ηνία της Λιντς (το 1961) τα «παγώνια» δεν είχαν κερδίσει κανένα σπουδαίο τρόπαιο. Ποτέ. Με αυτόν στον πάγκο και τον Μπίλι Μπρέμνερ ηγέτη στη μεσαία γραμμή η Λιντς ανέβηκε στην μεγάλη κατηγορία και κατέκτησε τα πρωταθλήματα Αγγλίας του ’69 και του ’74. Επίσης κέρδισε το κύπελλο του ’72 και το Λιγκ Καπ του ’68 συμπληρώνοντας όλους τους εγχώριους τίτλους και βρέθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1973, όπου και ηττήθηκε απ’ την σπουδαία Μίλαν. Η «βρώμικη Λιντς» -όπως την αποκαλούσαν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι στο Νησί- ήταν το σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια στο αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά μετρούσε πολλούς περισσότερους εχθρούς από φίλους. Το παράδοξο βέβαια με εκείνη την ομάδα ήταν πως έπαιζε βρώμικα αν και είχε στις τάξεις της μερικούς εκ των σπουδαιότερων και ποιοτικότερων βρετανών παικτών της εποχής. Το αντιαθλητικό παιχνίδι της, όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, δεν ήταν λοιπόν από ανάγκη αλλά από καθαρή επιλογή του προπονητή και των παικτών της.

Ο Μπρέμνερ φυσικά και δεν ήταν ο ποιοτικότερος σε εκείνη την Λιντς μιας και υπήρχαν παίκτες όπως ο Τζακ Τσάρλτον, ο Έντι Γκρέι, ο Τζό Τζόρνταν και ο Πήτερ Λόριμερ. Ήταν όμως ο αρχηγός. Ο ηγέτης. Μια τεράστια σωματική και ψυχική δύναμη εγκλωβισμένη σε ένα τόσο δα μικρό σώμα. Το μεγαλύτερο σκατόπαιδο που μπορούσες να βρεις στο γήπεδο. Ο τραμπούκος που όταν κοιτάζει οι άλλοι χαμηλώνουν το κεφάλι. Ο αγροίκος θείος που έρχεται στο γιορτινό τραπέζι απ’ το χωριό και τρώει και το τραπεζομάντηλο. Ο παίκτης που δεν τολμούσες να περάσεις με μια περίτεχνη ντρίμπλα και φυσικά αυτός που δεν ήθελες με τίποτα να βρεθεί στο δρόμο σου όταν πας για γκολ, με τις ακονισμένες του τάπες να σε τρυπούν -όχι στα πόδια- αλλά σε ολόκληρο το σώμα. Ένα λυσσασμένο πίτμπουλ -ανεξέλεγκτο εντός των τεσσάρων γραμμών- να «γαβγίζει», να «δαγκώνει» και ενίοτε να χρησιμοποιεί και τις γροθιές του στα πρόσωπα των αντιπάλων, μέσα στα λασπωμένα γήπεδα της εποχής.

Ο Ρέβι απ’ την άλλη, ένιωθε περήφανος για το «δημιούργημά» του και την δική του Λιντς. «Σημασία έχει η νίκη και οι τίτλοι» έλεγε, μεγαλώνοντας κι άλλο την κόντρα με τον λάτρη του «όμορφου παιχνιδιού» Μπράιαν Κλαφ. Μια κόντρα που συνεχίστηκε ακόμα και όταν ο Κλαφ ανέλαβε την Λιντς, την ομάδα που τον μισούσε και την ομάδα που αυτός μισούσε, ίσως στον πιο περίεργο ποδοσφαιρικό «γάμο» που έχει γίνει ποτέ στα χρονικά του αθλήματος.

Αν πρέπει να βρούμε τρεις στιγμές (ανάμεσα σε τόσες πολλές) που να μπορούν να χαρακτηρίσουν -όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο- τον Μπίλι Μπρέμνερ και την φιλοσοφία εκείνης της Λιντς, αυτές δεν είναι άλλες από αυτές που θα διαβάσετε παρακάτω: Tο περιβόητο τάκλιν στον σπουδαίο Ντέιβ Μακάι της Τότεναμ το 1966 στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος. Το δολοφονικό μαρκάρισμα -από πίσω εννοείται- στον κορυφαίο επιθετικό της Τσέλσι Πήτερ Όσγκουντ (γνωστός και ως Μάγος του Ος), το 1970 στον επαναληπτικό του κυπέλλου Αγγλίας. Και φυσικά οι μπουνιές με τον Κέβιν Κίγκαν στο Γουέμπλεϊ στο Charity Shield του 1974, στις 9 Αυγούστου, κόντρα φυσικά στην Λίβερπουλ, με τον Κλαφ στον πάγκο της Λιντς, στο τελευταίο παιχνίδι του Σάνκλι στον πάγκο των «κόκκινων». Ένα ματς-γιορτή που οι Άγγλοι ήθελαν να παρουσιάσουν ως τέτοιο και κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο.

Ο Μακάι προέρχονταν από σοβαρό τραυματισμό με τον Μπρέμνερ να του κάνει ένα δυνατό τάκλιν στο πόδι που είχε σπάσει -όχι μία- αλλά δύο φορές. Η αντίδραση του παίκτη της Τότεναμ εννοείται δεν ήταν κόσμια. Η φωτογραφία με τον εκτός εαυτού αμυντικό να έχει πιάσει απ’ την μπλούζα τον Σκοτσέζο, έτοιμος να του κάνει ό,τι κακό μπορεί κάποιος να φανταστεί, θεωρείται στις κλασικότερες εκείνης της περιόδου και όχι μόνο για το αγγλικό ποδόσφαιρο. «Ήθελα να τον σκοτώσω» θα δηλώσει χρόνια αργότερα ο Μακάι «Με χτύπησε επίτηδες στο πόδι που είχα σπάσει δύο φορές. Είναι σίγουρα ο πιο βρώμικος παίκτης που έχω συναντήσει ποτέ στην καριέρα μου». Για πολλά χρόνια μάλιστα ο σπουδαίος αμυντικός υπέγραφε τα αυτόγραφά του πάνω σε αυτή την φωτογραφία, κάτι που όπως είχε δηλώσει, είχε μετανιώσει κατά πολύ στα γεράματά του μιας και θεωρούσε πως με αυτό τον τρόπο έδινε περισσότερη αξία στον Μπρέμνερ. Τον άνθρωπο δηλαδή που είχε μισήσει (και αυτός).

Ο επαναληπτικός του τελικού κυπέλλου του ’70 θεωρείται -καθόλου άδικα- ως ένα απ’ τα βιαιότερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ και παράλληλα απ’ τα καλύτερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ. Μάλιστα σε έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στην Αγγλία το 1997 για το εν λόγω παιχνίδι ο διαιτητής Ντέιβ Έλερεϊ είχε δηλώσει πως έπρεπε να έχουν βγει συνολικά 12 κίτρινες και 6 κόκκινες κάρτες -σύμφωνα πάντα με το παιχνίδι των ημερών μας.  Πάντως το μαρκάρισμα του Μπρέμνερ συζητιέται ακόμα από τους φίλους και των δύο ομάδων μιας και η λέξη «δολοφονικό» είναι υπερβολικά φτωχή για να το χαρακτηρίσει. Μάλιστα ήταν τέτοια η ένταση εκείνου του αγώνα (που είχε βρει τροπαιούχους τους «μπλε») και τόσο μεγάλη η απογοήτευση για τους παίκτες της Λιντς που ο Τζέφρι Γκριν των The Times είχε γράψει πως: «H Λιντς μοιάζει με την ιστορία του Σίσυφου, που ενώ έχει σπρώξει ένα μεγάλο βράχο -σχεδόν- στην κορυφή ενός ψηλού βουνού, λίγο πριν τον δει να αγγίζει το ψηλότερο σημείο και να στέκεται εκεί, αυτός πέφτει προς την κοιλάδα και πάλι απ’ την αρχή». Όλα αυτά ενώ ο Μπίλι Μπρέμνερ κάπνιζε βουρκωμένος και αμίλητος στην γωνία των αποδυτηρίων. Το ίδιο φυσικά έκαναν και οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή που έβρισκες καπνίζοντες ακόμα και  σε αίθουσες χειρουργείων, πόσο μάλλον αποδυτηρίων.

Το παιχνίδι του ΄74 ανήκει στις 44 μέρες του Κλαφ στην Λιντς και είναι η στιγμή που απέδειξε περίτρανα πως αυτό το πάντρεμα δεν έπρεπε να έχει γίνει ποτέ και για κανένα λόγο. Ο Κλαφ έχοντας αντίπαλο την ομάδα που σέβονταν όσο καμία του ανθρώπου που λάτρευε ως προπονητή, την Λίβερπουλ δηλαδή του Σάνκλι, είχε πει στους παίκτες του πως δεν θέλει να παίξουν βρώμικα και αντιαθλητικά ως δείγμα σεβασμού στον σπουδαίο Σκοτσέζο προπονητή και την ομάδα του. Φυσικά ο Μπρέμνερ και η παρέα του βρήκαν την κατάλληλη στιγμή για να δείξουν στον προπονητή τους πως ούτε τον σέβονται αλλά και ούτε και τον δέχονται ως προπονητή τους, επιλέγοντας αντί για ποδόσφαιρο να παρουσιάσουν την αγαπημένη τους κλωτσοπατινάδα εις διπλούν (και βάλε), ρεζιλεύοντας έτσι τον Κλαφ μπροστά στο ίνδαλμά του και σε ολόκληρο το κοινό της Αγγλίας που περίμενε μια σπουδαία ποδοσφαιρική παράσταση. Ο παίκτης που κυρίως στόχευαν ήταν ο αστέρας της Λίβερπουλ, Κέβιν Κίγκαν και σκοπός τους ήταν να τον νευριάσουν πριν φυσικά τον αποτελειώσουν με κάποιο fatality δυνατό μαρκάρισμα. Όπερ και εγένετο στο 60′ με το παιχνίδι να διακόπτεται και να μετατρέπεται σε ρινγκ.

O Τζόνι Τζάιλς της Λιντς θα κάνει πρώτος ένα αντιαθλητικό μαρκάρισμα στον Κίγκαν (και θα ανάψει την σπίθα) με τον επιθετικό των «κόκκινων» να χτυπά κι αυτός αντιαθλητικά τον Ιρλανδό στην αμέσως επόμενη φάση. Ο Τζάιλς ως σωστός Ιρλανδός θα αντιδράσει σαν να βρίσκεται μεθυσμένος σε μπαρ και όχι στο Γουέμπλεϊ και θα γρονθοκοπήσει τον Κίγκαν στο πρόσωπο. Δευτερόλεπτα αργότερα και ενώ η κάμερα δεν είναι πάνω τους, ο Μπρέμνερ και ο Κίγκαν θα την δουν «ΜακΓκρέγκορ-Μέιγουέδερ» και θα αρχίσουν τις μπουνιές. Εννοείται θα αποβληθούν και οι δύο πετώντας τις φανέλες τους στο χόρτο του γηπέδου γεμάτοι απορία (;). Αξίζει να σημειωθεί πως ο Τζάιλς δεν είχε τιμωρηθεί για την μπουνιά στον Κίγκαν (Ιρλανδός γαρ). O Κλαφ θα τιμωρήσει πολλούς από τους βασικούς του μετά το παιχνίδι (που είχε βρει νικήτρια τη Λίβερπουλ) και ουσιαστικά θα «υπογράψει» την απόλυσή του από την ομάδα λίγες μέρες αργότερα.

Στην επικότερη ζωντανή συνέντευξη που έχει γίνει ποτέ -αυτή ανάμεσα στον Ρέβι και τον Κλαφ με «διαιτητή» τον παρουσιαστή Όστιν Μίτσελ- όταν ο Ρέβι θα ρωτήσει τον Κλαφ «Γιατί πήγες στη Λιντς αφού σε μισούν και τους μισείς» ο Κλαφ θα απαντήσει -σε μια στιγμή σύγχυσης αλλά και πλήρης ειλικρίνειας- πως «Πήγα στη Λιντς επειδή μισώ εσένα και ήθελα να κατακτήσω με την ομάδα σου αυτό που εσύ δεν κατάφερες. Το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης». Διαφημίσεις!

Ο Μπρέμνερ το 1985 θα αναλάβει τον πάγκο της Λιντς και θα μείνει στο Έλαντ Ρόουντ μέχρι το ’88 πριν απολυθεί και επιστρέψει στην ομάδα που έφτιαξε το προπονητικό του όνομα, την Ντόνκαστερ. Στη Λιντς θα τον θυμούνται -ως κόουτς- να καλεί κάθε πρωί στο γραφείο του τον Ντέιβ Μπάτι και να τον αναγκάζει να πιει λίγο κρασί με κρόκους αυγών για να δυναμώσει, και να γίνει ο νέος Μπίλι Μπρέμνερ της ομάδας. Περίεργος τύπος ο Μπίλι. To 1997, έχοντας αποσυρθεί απ’ το ποδόσφαιρο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή μετά από πνευμονία. Για την Λιντς θα είναι πάντα ο σπουδαιότερος αρχηγός που είχε ποτέ και για την Σκωτία ο άνθρωπος που ηγήθηκε στο Μουντιάλ του 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας. Για εμάς τους υπόλοιπους θα είναι πάντα ένας απ’ τους σκληρότερους ποδοσφαιριστές που έβγαλε ποτέ το άθλημα, σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο -και δη το αγγλικό- ήταν γεμάτο από δυνατά μαρκαρίσματα και παίκτες που μάτωναν -κυριολεκτικά- τη φανέλα. Τη δική τους φανέλα, αλλά και του αντιπάλου.

15 Σχόλια μέχρι τώρα

  • 1 thanosleeds // 21 Σεπτέμβριος, 2017 στις 11:58

    Ωραίο άρθρο φίλε Γαργαντούα. Είναι κρίμα πάντως που στη συνείδηση πολλών αυτή η ομάδα έχει συνδυαστεί με τις 2 σφαγιαστικές διαιτησίες στους τελικούς Πρωταθλητριών και Κυπελλούχων με Μπάγιερν και Μίλαν αντίστοιχα. Με τη Μίλαν μάλιστα ο τελικός του 1973 έγινε στο Καυταντζόγλειο με τον Έλληνα «διαιτητή» Χρήστο Μίχα να περνάει χειρουργείο τη Λιντς και να χαρίζει το τρόπαιο στους Ιταλούς.

  • 2 gargaduaaas // 21 Σεπτέμβριος, 2017 στις 12:13

    @thanosleeds
    Να είσαι καλά φίλε. Επίσης να μην ξεχνάμε εμείς οι νεότεροι την ομάδαρα στις αρχές του 2000. Θα μπορούσε με λίγη τύχη να είχε πάρει ακόμα και το Τσάμπιονς Λιγκ.
    Περιμένω πως και πως τη στιγμή που θα ανέβει και πάλι στην Πρέμιερ Λιγκ, ειλικρινά!

  • 3 Ανώνυμος // 21 Σεπτέμβριος, 2017 στις 15:15

    Μεγάλη Μιλανάρα και μεγάλος Μίχας στο Καυτανζόγλειο. Ο πατέρας μου (65 ετών πλέον) φανατικός της Λιντς, εγώ (33) φανατικός Μιλανέζος και αντι-Λιντς. Τρελές κόντρες στο σπίτι. Έχω να πω πως σας το ξεπληρώσαμε το 2000-2001, καθαρίζοντας την Μπαρτσελόνα και δίνοντάς σας το απαραίτητο x στο τελευταίο ματς των ομίλων για να προκριθείτε μαζί μας (για να μην πω και για τα τσαλιμάκια του Ντίντα στο 1-0 του πρώτου αγώνα στο 89′).

  • 4 alekhine // 21 Σεπτέμβριος, 2017 στις 15:53

    ρε παιδια καποιος να αλλαξει αυτο το «κλαπτοπ» στο αρχικο λινκ…..

  • 5 gargaduaaas // 21 Σεπτέμβριος, 2017 στις 16:47

    @alekhine
    χαχα έχεις δίκιο φίλε. Μιλάμε για υποχθόνιο λάθος που ξέφυγε απ’ όλους. Και είμαι και φανατικός του Clapton.
    Πάντως να ξέρεις, λογικά τα λάθη αυτά τα βάζει επίτηδες ο Elaith, δεν υπάρχουν στο αρχικό κείμενο!

  • 6 Stefanos // 22 Σεπτέμβριος, 2017 στις 17:58

    Πάντως βλέποντας πρόσφατα την ταίνια «The Damned United» και μη ξέροντας τίποτα, μπήκα στη Wikipedia να ψάξω αν ο Μπίλι Μπρέμερ υπήρξε, ή μήπως ήταν τίποτα φανταστικός χαρακτήρας για την ταινία. Δηλαδή τον παρουσίαζε ώς ένα τόσο κακό αρχίδι στην ταινία που λες δεν παίζει, υπερβάλουν (αν και είχα καταλάβει ότι οι σκηνές από το Τσάριτυ Σιλντ στο Γουέμπλεϊ ήταν αληθινές). Η σκηνή που σακατεύουν τη μισή Ντέρμπι και μετά εύχεται στον Κλαφ «καλή τύχη στην Ευρώπη» (εντάξει σίγουρα θα έγινε κάπως έτσι, αλλά πάλι ήταν κινηματογραφική σκηνή) με έκανε να θέλω να τον πλακώσω. Πάντως τόσο το επίπεδο του ποδοσφαίρου, όσο και όλο αυτό το βρετανικό κλίμα, με την ατελείωτη βροχή και τη λάσπη και τον συντηρητισμό, το οποίο είναι φυσικά απεικόνιση της πραγματικότητας, με κάνουν να θέλω να κάνω εμετό. Όχι να αγαπήσω και εκείνη την εποχή και εκείνο το ποδόσφαιρο.

  • 7 Stefanos // 22 Σεπτέμβριος, 2017 στις 17:59

    Πάντως βλέποντας πρόσφατα την ταίνια «The Damned United» και μη ξέροντας τίποτα, μπήκα στη Wikipedia να ψάξω αν ο Μπίλι Μπρέμερ υπήρξε, ή μήπως ήταν τίποτα φανταστικός χαρακτήρας για την ταινία. Δηλαδή τον παρουσίαζε ώς ένα τόσο κακό αρχ*δ* στην ταινία που λες δεν παίζει, υπερβάλουν (αν και είχα καταλάβει ότι οι σκηνές από το Τσάριτυ Σιλντ στο Γουέμπλεϊ ήταν αληθινές). Η σκηνή που σακατεύουν τη μισή Ντέρμπι και μετά εύχεται στον Κλαφ «καλή τύχη στην Ευρώπη» (εντάξει σίγουρα θα έγινε κάπως έτσι, αλλά πάλι ήταν κινηματογραφική σκηνή) με έκανε να θέλω να τον πλακώσω. Πάντως τόσο το επίπεδο του ποδοσφαίρου, όσο και όλο αυτό το βρετανικό κλίμα, με την ατελείωτη βροχή και τη λάσπη και τον συντηρητισμό, το οποίο είναι φυσικά απεικόνιση της πραγματικότητας, με κάνουν να θέλω να κάνω εμετό. Όχι να αγαπήσω και εκείνη την εποχή και εκείνο το ποδόσφαιρο.

  • 8 Μπρούνο Κόντι - Μέρος 1 από 4 // 22 Σεπτέμβριος, 2017 στις 21:49

    Γαργαντούα, καλή χρονιά σε σένα και σε ολόκληρο το Sombrero.

    Αγαπώ πολύ το παλιό αγγλικό ποδόσφαιρο και δεν χάνω ευκαιρία να βλέπω εκπομπές του Match of the Day και του The Big Match από τη δεκαετία του 1970. Σε μία εποχή που τα αγγλικά γήπεδα θύμιζαν ρωμαϊκές αρένες, η Λιντς ήταν Η ΠΙΟ ΒΡΩΜΙΚΗ ομάδα όλων των βρετανικών νησιών.

    Μιλώντας για τη Λιντς στην εκπομπή Best and Marsh – The Perfect Match του Τόνι Γουίλσον, ο Ρόντνεϊ Μαρς είχε πει ότι «Ήταν μία πάρα πολύ βρώμικη ομάδα. Έμπαιναν με δύναμη και σημάδευαν ψηλά (σ.σ. στο ψαχνό), όταν σου έκαναν τάκλινγκ». Ο Τζορτζ Μπεστ είχε συμπληρώσει ότι «Μπορούσαν να παίξουν λιγάκι ποδόσφαιρο, αλλά ήξερες ότι θα σε κλωτσούσαν. Δεν εννοώ απλώς ότι θα σου έκαναν τάκλινγκ. Εννοώ ότι θα σε κλωτσούσαν».

  • 9 Μπρούνο Κόντι - Μέρος 2 από 4 // 22 Σεπτέμβριος, 2017 στις 21:54

    Παραθέτω μερικά ενδεικτικά στιγμιότυπα από τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1975 ανάμεσα στη Λιντς και την Μπάγερν.

    Ο Τέρι Γιόραθ σακατεύει με «σκαριά» τον Μπγιορν Άντερσον:
    https://www.youtube.com/watch?v=gJ6YOhJhiCk

    Ο Πίτερ Λόριμερ προσπαθεί να σακατέψει με «ψαλίδι» τον Μπερντ Ντιρνμπέργκερ:
    https://www.youtube.com/watch?v=RvPTT7bQZu0

    Δεν κατάφερα να βρω πλάνο με το εξίσου δολοφονικό τάκλινγκ του (ατάλαντου αδελφού του Έντι) Φρανκ Γκρέι στον Ούλι Χένες.

    Άντερσον και Χένες αντικαταστάθηκαν επειδή τραυματίστηκαν στις παραπάνω φάσεις.

  • 10 Μπρούνο Κόντι - Μέρος 3 από 4 // 22 Σεπτέμβριος, 2017 στις 21:56

    Συμφωνώ με τον Θάνο (thanosleeds) ότι ο απαράδεκτος διαιτητής Μισέλ Κιταμπτζιάν δεν έδωσε πέναλτι υπέρ της Λιντς στην ανατροπή του Άλαν Κλαρκ από τον Φραντς Μπεκενμπάουερ. Αναρωτιέμαι, όμως, αν άξιζε να κατακτήσει τον τίτλο της πρωταθλήτριας Ευρώπης μία ομάδα τόσο κυνική όσο η Λιντς.

    Και, ανεξάρτητα απ’ όσα είπε χρόνια μετά ο Ράινερ Τσόμπελ της Μπάγερν, δεν είμαι σίγουρος ότι το γκολ του Πίτερ Λόριμερ έπρεπε να είχε μετρήσει. Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι ο Μπίλι Μπρέμνερ και άλλος ένας παίχτης της Λιντς είναι σε θέση οφσάιντ και επηρεάζουν τη φάση (κάνουν «σκριν» στους αμυντικούς) όταν επιχειρεί το σουτ ο Λόριμερ;
    Ρίξτε μια ματιά στο παρακάτω βίντεο και βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα:

  • 11 Μπρούνο Κόντι - Μέρος 4 από 4 // 22 Σεπτέμβριος, 2017 στις 21:59

    Όταν αποχώρησε από τη Λιντς, ο Ντον Ρίβι εισηγήθηκε στη διοίκηση της ομάδας να τον αντικαταστήσει με τον 34χρονο μέσο Τζόνι Τζάιλς, σε διπλό ρόλο παίχτη-προπονητή. Αρχικά η διοίκηση φάνηκε να συμφωνεί, αφού άλλωστε ο Τζάιλς διατελούσε ήδη παίχτης-προπονητής στην εθνική ομάδα της Ιρλανδίας. Το αρχικό αυτό πλάνο «χάλασε», όταν εκδήλωσε ενδιαφέρον για το ίδιο πόστο ο έτερος εμβληματικός βετεράνος της ομάδας, ο Μπίλι Μπρέμνερ.

    Για να μην αναγκαστεί να διαλέξει ανάμεσα στους δύο παίχτες-σύμβολα της ομάδας, η διοίκηση αποφάσισε να δυσαρεστήσει και τους δύο, προσλαμβάνοντας έναν προπονητή που στο παρελθόν είχε κατ’ επανάληψη μιλήσει απαξιωτικά για την ομάδα, τους παίχτες και τον επί 15ετία πρώην προπονητή, με τον οποίο οι παίχτες εξακολουθούσαν να είναι σε επαφή και να τον θεωρούν ως το πραγματικό τους «αφεντικό». Πώς ήταν δυνατόν αυτή η κατάσταση να μην οδηγήσει σε σύγκρουση;

  • 12 gargaduaaas // 23 Σεπτέμβριος, 2017 στις 10:17

    @Στέφανος
    Γούστα είναι αυτά και εννοείται δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας.

    @Μπρούνο-Κόντι
    Πολλές οι πληροφορίες, οι περισσότερες γνωστές και αρκετές ήθελα να τις βάλω και στο κείμενο απλά θα έβγαινε τεράστιο και θα κούραζε. Θα τσεκάρω τα πάντα που έγραψες και πιο αναλυτικά. Να είσαι καλά!

  • 13 Μπρούνο Κόντι // 24 Σεπτέμβριος, 2017 στις 20:14

    Ο Μπρέμνερ ήταν deep lying playmaker. Ήταν λιγότερο φινετσάτος και διέθετε λιγότερη φαντασία από παίχτες σαν τον Πίρλο ή τον Τσάβι. Ωστόσο, είχε πολύ καλή κοντινή και μακρινή πάσα, που του επέτρεπε να ξεκινά επιθέσεις από ελαφρώς οπισθοχωρημένη θέση. Διέθετε δυνατό ευθύβολο μακρινό σουτ, που αποτελούσε πονοκέφαλο για κάθε αντίπαλη άμυνα. Ήταν γρήγορος, είχε μεγάλη αντοχή και ήταν πολύ μαχητικός, χωρίς να είναι ο καθαρόαιμος αμυντικός χαφ τύπου Μακελελέ. Ήταν χαρακτηριστικός εκπρόσωπος μίας ολόκληρης σχολής δυναμικών Βρετανών box-to-box μέσων, όπως οι Σούνες, Ρόμπσον, Μακμάν, Ινς, Κιν, Σκόουλς.

    Ήταν γεννημένος αρχηγός και η προσωποποίηση της αγωνιστικής φιλοσοφίας της Λιντς του Ντον Ρίβι. Του άρεσε να προκαλεί τους αντιπάλους του, αλλά ήταν βαθιά αφοσιωμένος στην ομάδα του (διόρθωση: στη συμμορία του), την οποία έβλεπε σαν δεύτερη οικογένεια. Ήταν ο τύπος του ανθρώπου που οι φίλοι του θα έπιναν νερό στο όνομά του και οι εχθροί του θα ήθελαν να τον δουν κρεμασμένο ανάποδα. Μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, ήταν ο Διάβολος της Τασμανίας σε μορφή ανθρώπου.

    Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να βρω βίντεο-αφιέρωμα στον Μπρέμνερ με καλή ποιότητα εικόνας. Γι’ αυτό παραθέτω καλής ποιότητας στιγμιότυπα από δύο αγώνες εκείνης της Λιντς που έμειναν στην ιστορία.

    Leeds Manchester United 1971-72:

  • 14 Μπρούνο Κόντι // 24 Σεπτέμβριος, 2017 στις 20:19

    Καλής ποιότητας στιγμιότυπα από τον δεύτερο αγώνα που σας υποσχέθηκα.

    Derby County Leeds 1975-76:
    https://www.youtube.com/watch?v=8_oOEa6Iefc

    Η εν ενεργεία πρωταθλήτρια Αγγλίας Ντέρμπι Κάουντι (με τα άσπρα) υποδέχεται τη Λιντς (με τα κίτρινα).

    Ατραξιόν της αναμέτρησης ο αλησμόνητος αγώνας μποξ ανάμεσα στον (ψηλό) Νόρμαν Χάντερ της Λιντς και τον (κοντό) Φράνσις Λι της Ντέρμπι, με αφορμή το πέναλτι που έκανε ο πρώτος στον δεύτερο.

  • 15 Μπρούνο Κόντι // 24 Σεπτέμβριος, 2017 στις 20:29

    Με αφορμή το σχόλιο που έκανε για το ρετρό αγγλικό ποδόσφαιρο ο Στέφανος:

    Στέφανε, τα πράγματα και τότε ήταν σκατά, αλλά οι άνθρωποι δεν ήξεραν πόσο χειρότερα μπορούσαν να γίνουν. Πίστευαν σε ένα καλύτερο μέλλον, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα.

    Πάντως, όσον αφορά το αγγλικό ποδόσφαιρο, τα πράγματα ήταν καλύτερα πριν από το Χέιζελ απ’ ό,τι σήμερα. Σχεδόν όλοι οι ποδοσφαιριστές ήταν Βρετανοί και αυτό δεν εμπόδιζε τις αγγλικές ομάδες να κυριαρχούν στην Ευρώπη. Η Νότινγχαμ Φόρεστ και η Άστον Βίλα κατακτούσαν το Κύπελλο Πρωταθλητριών.

    Έβγαιναν συνεχώς σπουδαία νέα ταλέντα (Ρόντνεϊ Μαρς, Πίτερ Όζγκουντ, Φρανκ Γουόρθινγκτον, Σταν Μπόουλς, Τόνι Κάρι, Τσάρλι Τζορτζ, Άλαν Χάντσον, Τζέρι Φράνσις), τα οποία θα μπορούσαν να είχαν πετύχει άθλους παρόμοιους με του 1966. Οι προπονητές της εθνικής Αγγλίας (Αλφ Ράμζι, Ντον Ρίβι, Ρον Γκρίνγουντ) ήταν «κολλημένοι» στο αμυντικογενές ποδόσφαιρο του 1960 και στο μοντέλο του πειθαρχημένου ποδοσφαιριστή που εκτελεί εντολές. Αντιπαθούσαν τους ποδοσφαιριστές που έπαιρναν πρωτοβουλίες και ξέφευγαν από το «πλάνο», γι’ αυτό δεν τους έδιναν ευκαιρίες. Προπονητές με μοντέρνες ιδέες η αγγλική ομοσπονδία είτε τους σνομπάριζε (Μπράιαν Κλαφ) είτε τους «έθαβε» στις ομάδες νέων (Ντέιβ Σέξτον). Αυτός είναι ο λόγος που η εθνική Αγγλίας δεν κατάφερνε να προκριθεί σε μεγάλες διοργανώσεις τη δεκαετία του 1970.

    Την ατμόσφαιρα που υπήρχε σε ένα αγγλικό γήπεδο του 1970 ή του 1980, οι γενιές που έχουν γνωρίσει μόνο τα άψυχα θεματικά πάρκα της Πρέμιερ Λιγκ δεν μπορούν καν να τη φανταστούν. Χουλιγκανισμός υπήρχε, αλλά μεγεθύνθηκε ως πρόβλημα γιατί κάποιοι χρειάζονταν ένα πρόσχημα για να προωθήσουν την Πρέμιερ Λιγκ και ένα άλλοθι για να συγκαλύψουν τις δικές τους ευθύνες (Χίλσμπορο). Το Χέιζελ δεν θα είχε συμβεί, αν η Ουέφα και η βελγική αστυνομία είχαν κάνει σωστά τη δουλειά τους. Ακόμα και αν έβλεπες έναν αγώνα από την τηλεόραση, τα αγγλικά που άκουγες στις περιγραφές του Μπάρι Ντέιβις ή του Μπράιαν Μουρ ήταν καλύτερα από αυτά που ακούς σήμερα στα δελτία ειδήσεων του BBC.

    Οι ποδοσφαιριστές ακόμα δεν είχαν μεγαλοπιαστεί και δεν συμπεριφέρονταν σαν ξιπασμένοι αρχοντοχωριάτες. Οι αμοιβές τους δεν είχαν εκτιναχτεί στη στρατόσφαιρα. Ζούσαν άνετα, αλλά ο τρόπος ζωής τους δεν ήταν πολύ διαφορετικός από αυτόν του μέσου οπαδού. Μπορούσες να πιείς την μπύρα σου σε μία λονδρέζικη παμπ, κουβεντιάζοντας με τον σπουδαίο Σταν Μπόουλς για τον αγώνα της ΚΠΡ που μόλις είχε λήξει. Δες παρακάτω εικόνες από την οικογενειακή ζωή φημισμένων Βρετανών ποδοσφαιριστών της δεκαετίας του 1970. Βολεμένοι μικροαστοί πιθανόν. Ψευτοαριστοκράτες σαν τους Μπέκαμ όχι.

    https://www.theguardian.com/football/gallery/2014/aug/21/memory-lane-1970s-footballers-at-home-in-pictures

Σχολιάστε:

XHTML: Μπορείτε να κάνετε χρήση των εξής tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>