Λούκα Μόντριτς: Ο τελευταίος Γιουγκοσλάβος καλλιτέχνης

  [Καθόλου σχόλια]

Όπως κι οι περισσότεροι, έμαθα τον Λούκα Μόντριτς λίγο πριν πάει στην Τότεναμ το καλοκαίρι του 2008. Οι Σπερς αποφάσισαν να δώσουν ένα τεράστιο ποσό για να τον φέρουν από το Ζάγκρεμπ στο Λονδίνο. Το τεράστιο βέβαια είναι κάτι σχετικό, αν σκεφτούμε ότι πριν ένα χρόνο είχαν δώσει το ίδιο ποσό για τον… Ντάρεν Μπεντ. Με τον Μόντριτς να έχει υπογράψει στην Τότεναμ, οι πρώτες μας εικόνες του ήταν στο Euro 2008 με την Κροατία. Ένα από τα πολλά μου ελαττώματα είναι ότι είμαι φυσιογνωμιστής, κάτι που ειδικά στο ποδόσφαιρο σε οδηγεί σε βιαστικά και συχνά λανθασμένα συμπεράσματα. Όταν βλέπεις τον Μόντριτς αναρωτιέσαι πώς μπορεί να παίζει μπάλα σε τέτοιο επίπεδο. Ύψος δεν έχει, παρά την έλλειψή του δεν είναι και τόσο δαίμονας στο τρέξιμο, εκτόπισμα δεν έχει και εμφανίζεται με αυτό το μαλλί λες και παίζει μπάσο σε καταθλιπτική εφηβική μπάντα. Αλλά αν ξεπεράσεις αυτά τα χαζά και τελικά αδιάφορα, θα τον δεις να κάνει όλα όσα λατρεύουν προπονητές, συμπαίκτες και οπαδοί. Να κάνει αυτά που πρέπει να κάνει, με τεχνική και μυαλό και τον θαυμάζεις σαν έναν αρτίστα της παλιάς Γιουγκοσλαβίας που έβγαλε παίκτες όπως ο Στόικοβιτς και ο Προσινέτσκι.

Ο Λούκα γεννήθηκε στην ενωμένη Γιουγκοσλαβία, αλλά μεγάλωσε στη Γιουγκοσλαβία του εμφυλίου. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, περνούσε τις μέρες του παίζοντας μπάλα μαζί με τον αγαπημένο παππού του από τον οποίο πήρε και το όνομά του, στο Μόντριτσι περίπου 60 χιλιόμετρα μακριά από το Ζαντάρ. Δεν είχε την πιο εύκολη και άνετη ζωή, αλλά ήταν χαρούμενος. Μέχρι που ο πόλεμος ξέσπασε, μέχρι που ο παππούς του έπεσε στα χέρια των Σέρβων που είχαν καταλάβει την περιοχή και εκτελέστηκε μαζί με άλλους συγχωριανούς του. Η περιοχή ακόμα φέρει τα τραύματα του πολέμου, ακόμα υπάρχουν πινακίδες που προειδοποιούν για νάρκες. Χύθηκε πολύ αίμα μεταξύ ανθρώπων που ζούσαν στις ίδιες γειτονιές. Η οικογένεια Μόντριτς έφυγε για να γλιτώσει, ο πατέρας κατατάχθηκε στον κροατικό στρατό και για εφτά χρόνια οι Μόντριτς μετατράπηκαν σε πρόσφυγες σε ένα ξενοδοχείο του Ζαντάρ. Εκεί μεγάλωσε ο Λούκα, με μια μπάλα και υπό τους ήχους των βομβαρδισμών από την πολιορκία του Ζαντάρ που κράτησε για δύο ολόκληρα χρόνια.

Τα μαγικά που έκανε με την μπάλα τον έκαναν ατραξιόν και σύντομα οι άνθρωποι της τοπικής Ζαντάρ τον είδαν στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου και τον πήραν στις ακαδημίες. Παρά το μικρό του μπόι και μια σωματοδομή που τον έκανε να φαίνεται μικροσκοπικός ανάμεσα στα παιδιά της ηλικίας του, ήξερε πολλαπλάσια μπάλα από αυτά. Αν κι ο πόλεμος τελείωσε, οι γονείς του έμειναν εκεί, βρίσκοντας καταφύγιο σε διαφορετικό ξενοδοχείο που είχε μετατραπεί σπίτι για πρόσφυγες, ώστε ο Λούκα να ακολουθήσει το όνειρό του. Στα 12 του δοκιμάστηκε στην αγαπημένη του Χάιντουκ και απορρίφθηκε, στα 15 του πήγε στη Διναμό Ζάγκρεμπ. Μετά από δανεισμούς και το αγροτικό του στη Βοσνία όπου σκληραγωγήθηκε αρκετά και βγήκε καλύτερος παίκτης το 2003, ο Μόντριτς άρχισε από τα 19 του να βρίσκει θέση στη Διναμό και να γίνεται πρωταγωνιστής. Τρία σερί πρωταθλήματα (τα δύο με παράλληλο νταμπλ), βραβεία, κλήση στην εθνική, συμμετοχή στο Μουντιάλ του 2006  (έστω και σχεδόν τυπική) και το όνομά του ξεπέρασε τα σύνορα των Βαλκανίων.

Το όνομά του ακούστηκε για πολλές ομάδες, αλλά ήταν η Τότεναμ αυτή που τον έκλεισε. Έχοντας πάρει Μπέιλ και Μπερμπάτοφ, οι Σπερς ήθελα να φτιάξουν κι άλλο την μεσοεπιθετική τους γραμμή και το σκάουτινγκ έβαλε σαν κορυφαίο στόχο τον μικροσκοπικό Κροάτη. Με τις φήμες ότι ομάδες όπως η Σίτι ενδιαφέρονταν, ο Ντάνιελ Λίβι πήρε ένα τζετ, τα βρήκε με τον ισχυρό άντρα της Ντιναμό Ζντράβκο Μάμιτς και ο Μόντριτς μετακόμισε στην Αγγλία. Το ξεκίνημα δεν ήταν τόσο καλό, οι βιαστικοί τον διέγραψαν γρήγορα. Μόλις τρεις μήνες μετά την μεταγραφή του σε άρθρο στον Γκάρντιαν γραφόταν ότι δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην Πρέμιερ, ενώ κι ο Βενγκέρ πίστευε ότι δεν είχε τη σωματοδομή για να τα βγάλει πέρα. Το γεγονός ότι είναι παίκτης χωρίς θέση (γιατί μπορεί να κάνει με την ίδια ευκολία πολλά πράγματα) μπορεί να είναι ευλογία, αλλά στην αρχή της θητείας του στις ομάδες ήταν κατάρα. Παίζοντας κυρίως στα αριστερά δεν μπορούσε να προσφέρει. Όταν ήρθε κεντρικά επί Χάρι Ρέντναπ στην Τότεναμ άρχισε να λάμπει. Παρά τα διάφορα μελοδράματα κατά καιρούς για μεταγραφές (όπως τον εκβιασμό για να πάει στην Τσέλσι), ο Μόντριτς έφυγε από το Λονδίνο προσφέροντας πολλά στον σύλλογο και κυρίως φέρνοντας διπλάσια περίπου χρήματα από όσα ξοδεύτηκαν γι’ αυτόν.

Στη Μαδρίτη η πορεία ήταν παρόμοια με του Λονδίνου. Πίσω από Οζίλ, Κεντίρα και Τσάμπι Αλόνσο, με κάποια προβλήματα τραυματισμών, δεν έλαμψε αρχικά και, όπως και στην Αγγλία, τα δημοσιεύματα για «αποτυχημένη μεταγραφή» άρχισαν να εμφανίζονται. Από τη 2η σεζόν όμως και ειδικά με την έλευση του Κάρλο Αντσελότι, ο Μόντριτς έκανε σπουδαία παιχνίδια και όπως και τώρα με τον Ζιντάν, κάνει απλά πράγματα που συχνά στο ποδόσφαιρο είναι και τα πιο όμορφα. Βρίσκεται εκεί, πάντα κοντά ως στήριγμα για κάποιον συμπαίκτη του, μοχθεί, δεν βεντετίζει, βάζει τα πόδια στη φωτιά (και ας μην είναι τα πιο γυμνασμένα) και όταν έχει την μπάλα τη χάνει πολύ δύσκολα και συνήθως την μεταβιβάζει και σωστά. Ένας άρχοντας της απλότητας με λατρεμένο εξωτερικό. Ένα ολοκληρωμένο χαφ που ντροπιάζει όποιον σταθεί στο μαλλί του, το ύψος του, τα κιλά του και δεν δει την ποιότητά του. Παρά τα τρία Τσάμπιονς Λιγκ, τη φήμη, τα χρήματα δεν έχει αλλάξει και στην ερώτηση γιατί δεν έχτισε μεγαλύτερο σπίτι για την οικογένειά του, απαντά: «είναι 4 άτομα, ποιος ο λόγος να υπάρχουν παραπάνω δωμάτια και να μένουν άδεια;»

Βέβαια, ο Λούκα μπορεί να είναι μια από τις πιο συμπαθητικές φιγούρες στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο και ένας εξαιρετικός παίκτης, στην πατρίδα του όμως εδώ και λίγο καιρό δεν είναι και τόσο αγαπητός. Κάτι που οφείλεται στη σχέση του με τον Μάμιτς, έναν άνθρωπο που παίζει τον ρόλο του κακού στο ποδόσφαιρο της Κροατίας. Ο ισχυρός άντρας όχι μόνο της Διναμό αλλά γενικά του ποδοσφαίρου της χώρας είναι μπλεγμένος σε ένα σωρό περίεργες υποθέσεις, παίρνοντας ποσοστά από πολλούς παίκτες που μοσχοπουλήθηκαν. Ανάμεσά τους και από τον Λούκα, τον οποίο είχε βοηθήσει οικονομικά με αντάλλαγμα να παίρνει τεράστια ποσοστά στις μεταγραφές του. Πέρα από όλα αυτά όμως, ο Μάμιτς κατηγορείται ότι πήρε και χρήματα από τα ταμεία του συλλόγου (συνολικά υπεξαίρεση 15 εκατομμυρίων) και οι αρχικές μαρτυρίες του Μόντριτς επιβεβαίωναν ότι κάποια χρήματα ήταν της Διναμό. Στο δικαστήριο όμως, ο Λούκα έπεσε σε αντιφάσεις, άλλαξε αυτά που έλεγε και προσπάθησε να υπερασπιστεί τον Μάμιτς, γεμίζοντας με οργή πολλούς φιλάθλους στην Κροατία. Τόσο ώστε κάποιοι να κρεμάσουν ένα πανό στο ξενοδοχείο που μεγάλωσε στο Ζαντάρ. Ο ίδιος παρ’ ότι κατηγορήθηκε για ψευδορκία, δηλώνει ότι έχει καθαρή τη συνείδησή του.

Πίσω στην Μαδρίτη όμως κανείς δεν είναι φειδωλός για την προσφορά του. Ο Σέρχιο Ράμος τον χαρακτήρισε «ραχοκοκαλιά της Ρεάλ» και έναν σημαντικότατο παίκτη που δεν παίρνει όλα τα εύσημα που του αξίζουν, ο Κριστιάνο λέει ότι είναι από τους παίκτες κλειδιά της ομάδας και ένας πολύ ταπεινός και καλός χαρακτήρας, ο Μιγιάτοβιτς ότι όλοι θα κλαίνε την μέρα που θα αποσυρθεί κι ο Ζιντάν, με τον οποίο ο Μόντριτς λατρεύει να μιλάει για μπάλα και τα… «παλιά χρόνια», λέει ότι όχι απλά είναι σημαντικότατος, αλλά ότι είναι υποδειγματικός επαγγελματίας και οι συμπαίκτες του τον αγαπούν όλοι. Και σε κάθε ζόρικο ματς ο Λούκα θα αναλαμβάνει και πάλι να κάνει μεγάλο μέρος της δουλειάς. Το προσφυγόπουλο που έτρεχε να κρυφτεί όταν βομβάρδιζαν το γήπεδο της Ζαντάρ και τώρα το απολαμβάνουν χιλιάδες άνθρωποι στα καλύτερα γήπεδα του κόσμου.

Καθόλου σχόλια μέχρι τώρα

  • Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια...
    Συμπληρώστε την παρακατω φόρμα για να αποστείλετε ένα.

Σχολιάστε:

XHTML: Μπορείτε να κάνετε χρήση των εξής tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>