Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [6 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».

6 Σχόλια μέχρι τώρα

  • 1 Ανώνυμος // 28 Δεκέμβριος, 2017 στις 12:16

    Με συγχωρείς αρθρογράφε, αλλά για κάποιους από μας το ποδόσφαιρο και η μαγεία του είναι και το μισό-μηδέν. Δεν μπορώ προσωπικά να βλέπω παίκτες να μη μαρκάρουν και να περιμένουν πότε θα χάσει ο αντίπαλος την μπάλα (ως διά μαγείας ???) για να κάνουν τα δικά τους. Δεν μπορώ να μη βλέπω αλληλοκαλύψεις. Δεν μπορώ να βλέπω τις γραμμές (άμυνα – κέντρο – επίθεση) να παίζουν στα 40 με 50 μέτρα μεταξύ τους. Δεν μπορώ να βλέπω τους παίκτες (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) σε ελεύθερο ρόλο και απείθαρχους.

    Χαίρομαι που το ποδόσφαιρο έχει πάει εκεί που έχει πάει, στη δύναμη και στην ταχύτητα, διότι αυτή είναι κι η εξέλιξη του ανθρώπου, της γυμναστικής και του αθλητισμού. Κάποιοι λοιπόν θέλουμε το αποτέλεσμα, τον τίτλο και την κούπα, με όποιο σκορ κι αν έρθει αυτό. Όχι όμως και με κάθε τρόπο, φυσικά είμαι αντίθετος στη χρήση αντιαθλητικών/αντιδεοντολογικών μεθόδων, όπως αντιαθλητικού παιχνιδιού, καθυστερήσεων, αναβολικών, στημένων αγώνων κτλ.

    Θέλω τιμιότητα.
    Θέλω αποτέλεσμα.
    Δεν είμαι φανατικός, απλώς αγαπώ τις ομάδες μου (Παναθηναϊκός, Μίλαν και Εθνική Ελλάδος)

  • 2 Ross // 28 Δεκέμβριος, 2017 στις 14:15

    Ακριβώς αυτοί είναι η διαφορά φίλε. Κάποιοι »θέλουν το αποτέλεσμα, τον τίτλο, την κούπα» και για κάποιους άλλους υπάρχουν τα πιστεύω τους.
    ΥΓ.Συμφωνώ στο ότι πολλές φορές το επιθετικό ποδόσφαιρο συνδυάζεται με την παντελή απουσία άμυνας και αυτό δεν είναι καλό.

  • 3 Μπρούνο Κόντι // 28 Δεκέμβριος, 2017 στις 14:55

    Από την άλλη όμως, Ανώνυμε, γι’ αυτό ακριβώς θυμόμαστε τη Βραζιλία του 1982 και τον Σαντάνα. Επειδή δεν σκέφτονταν όπως (σχεδόν) όλοι οι υπόλοιποι.

    Αναρωτιέμαι τί θα λέγαμε σήμερα αν εκείνη η ομαδάρα είχε κατεβεί στα γήπεδα της Ισπανίας με σέντερ φορ έναν από τους Καρέκα και Ρεϊνάλντο, που είχαν τραυματιστεί σοβαρά και οι δύο πριν από το Μουντιάλ.

    Ίσως να μην είχαμε φάει στη μάπα όλο το αντιποδόσφαιρο της δεκαετίας του ’80, με το νεκραναστημένο κατενάτσιο (zona mista – σύνθετη ζώνη), με αμυντικούς-καρμανιόλες (Τζεντίλε), με τερματοφύλακες-καρατέκα (Σουμάχερ), με τερματοφύλακες-«χασομέρηδες» (Τζοφ), με συμφωνίες κάτω από το τραπέζι (Γερμανία-Αυστρία) και άλλα πρόσωπα και στρατηγικές που «δικαιώθηκαν» σ’ εκείνη τη διοργάνωση και βρήκαν μιμητές στη συνέχεια.

    Ίσως η Βραζιλία να μην είχε ποινικοποιήσει το ζόγκο μπονίτο και να μην έφτανε στο σημείο να τρώει εφτάρες εντός έδρας. Ίσως κι εμείς οι ίδιοι να είχαμε σήμερα διαφορετική αντίληψη περί «ποδοσφαιρικού ρεαλισμού».

  • 4 Brazilakis // 30 Δεκέμβριος, 2017 στις 00:40

    Ανώνυμε, κάπου σε χάνω. Αυτό το «θέλω τιμιότητα, θέλω αποτέλεσμα», ακούγεται σαν προεκλογικό σύνθημα. Η ζωή, αυτή που είναι, σε υποχρεώνει να κάνεις ιεράρχηση. Όταν θέλεις αποτέλεσμα πάση θησεία, θα δώσεις και χτύπημα κάτω από τη μέση, όσο αθώο και να δείχνει αυτό. Όταν θέλεις τιμιότητα, θα χάσεις αρνούμενος να προδώσεις τις αρχές σου μπροστά στο φάσμα της ήττας. Επίσης το να υμνείς δύναμη και ταχύτητα, και μετά να κατηγορείς τα αναβολικά είναι οξύμωρο. Εκτός αν πιστεύεις ότι ο ανθρώπινος οργανισμός εξελίχθηκε τα τελευταία 30 χρόνια όσο δεν το έκανε τα προηγούμενα 2.000. Όσο για το μισό μηδέν, συνήθως είναι αποτέλεσμα αντιαθλητικών κι αντιδεοντολογικών μεθόδων. Κι αυτοί, οι δυο θρύλοι, δεν έπαιζαν για να χάσουν. Για τη νίκη έπαιζαν. Απλά νικούσαν κι έχαναν με τον τρόπο τους. Λειτουργούσαν μέσα από αρχές και αξίες που δεν τις άλλαζαν για τίποτα. Επίσης, φοβάμαι ότι δεν έχεις δει τις συγκεκριμένες ομάδες, για να διαφωνείς με το άρθρο, εξυμνώντας παράλληλα το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Γιατί αυτό είναι δημιούργημά τους (σε συνάρτηση με τις αλλαγές κανονισμών). Η Βραζιλία είχε από τα 50ς τα φουλ μπακ, τον κόφτη να δημιουργεί παιγνίδι, τα στόπερ να ξεκινούν την οργάνωση, τον επιθετικό ενδιάμεσο κλπ. Όσο για τους πορτοκαλί του Κρόιφ και το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο, νομίζω, είναι όλα γνωστά.

  • 5 berberos // 19 Ιανουάριος, 2018 στις 17:55

    μου αρεσει που ο καθενας σας στο σαιτ εχει το δικο του στυλ και- κυριως- τις «δικες του» πηγες εμπνευσης.
    μου φαινεται πως με τα χρονια εχετε δημιουργησει αντιστοιχα και οπαδους σας… δηλωνω επισημως λοιπον πιστος αναγνωστης του νανου…

  • 6 duendes // 20 Ιανουάριος, 2018 στις 02:22

    Έτσι, να μαζευόμαστε σιγά-σιγά, να οργανώσουμε κάποια στιγμή ‘πέσιμο’ στους οπαδούς των υπολοίπων, να γίνει τζέρτζελο, να τιμήσουμε τα έθιμα και τις παραδόσεις του ποδοσφαίρου της πατρίδας μας.

    Το duende(s) πάντως έχει αρκετές μεταφράσεις και αυτή με τον «νάνο» δεν βρίσκεται ψηλά στη λίστα με τις αγαπημένες. 🙂

Σχολιάστε:

XHTML: Μπορείτε να κάνετε χρήση των εξής tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>