Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».

2 Σχόλια μέχρι τώρα

  • 1 Γιώργης // 28 Μάρτιος, 2018 στις 10:39

    πολυ μέγάλος. Θυμάμαι που είχε γίνει της πουτ. στην αργεντινή όταν είχε πει οτι οι αργεντίνοι είναι ρατσιστές και οτι έχουν τους παραγουανούς μόνο για καθαρίστριες και υπηρέτες για χαμαλοδουλειές.
    Επίσης θυμάμαι οτι κουβάλαγε μαζί του ένα περίεργο τεράστιο νόμισμα το οποίο άφηνε δίπλα στο τέρμα.
    ήταν από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες εκείνου του μουντιάλ

  • 2 Λάζαρος // 7 Απρίλιος, 2018 στις 15:27

    Sombrero ομορφαίνεις το ποδόσφαιρο και τη ζωή μας με τα άρθρα σου… Παιδιά γράφετε υπέροχα,μην αλλάξετε ποτέ…

Σχολιάστε:

XHTML: Μπορείτε να κάνετε χρήση των εξής tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>