Ο ποδοσφαιριστής που αντιστάθηκε σ’έναν δικτάτορα

  [7 Σχόλια]

Η αίθουσα δεξιώσεων του Κέντρου Πολιτισμού ‘Γκαμπριέλα Μιστράλ’ στο Σαντιάγκο είναι γεμάτη. Στη μια πλευρά της είναι παρατεταγμένοι οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδας της Χιλής, που τις επόμενες ημέρες θα πετάξουν για τη Γερμανία, όπου θα λάβουν μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει και στην αίθουσα εισέρχεται, συνοδευόμενους από αρκετούς παρατρεχάμενους, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Στη θέα του δικτάτορα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκόμενων σχηματίζεται στιγμιαία ένα ψεύτικο χαμόγελο. Κανένας, άλλωστε, δεν θέλει να ρισκάρει τη ζωή του.

(Ο Αουγκούστο Πινοσέτ έχει καταλάβει την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα από τις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Από την επόμενη κιόλας ημέρα χιλιάδες Χιλιανοί «αντιφρονούντες» συλλαμβάνονται ή εξορίζονται. Οι περισσότεροι εξ αυτών βασανίζονται για μεγάλο διάστημα. Πολλοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα κρατητήρια ή στα κέντρα κράτησης. Με τις φυλακές ασφυκτικά γεμάτες, η Χούντα μετατρέπει σε χώρο κράτησης και βασανιστηρίων αρκετά από τα γήπεδα της χώρας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν για πάντα, χωρίς να μάθουν ποτέ οι συγγενείς τους τι απέγιναν. Αρκετά χρόνια μετά οι εξεταστικές επιτροπές αποκάλυψαν πως ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων ξεπερνάει τις 40.000! Ανάμεσα σ’αυτούς που υποφέρουν βρίσκονται συγγενείς ποδοσφαιριστών της εθνικής ομάδας, πρώην παίκτες που είχαν αριστερές πεποιθήσεις και ο γιατρός της εθνικής, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε για περισσότερους από 11 μήνες.)

Ο Πινοσέτ κατευθύνεται αμέσως προς την πλευρά των μεγάλων πρωταγωνιστών της βραδιάς, δηλαδή των παικτών που έχουν οδηγήσει τη χώρα στο Μουντιάλ (έστω και μετά από έναν κωμικοτραγικό αγώνα μπαράζ που κανένας τους δεν θέλει να θυμάται). Ο δικτάτορας στέκεται για λίγο μπροστά από κάθε παίκτη, ανταλλάσσει μαζί του μια χειραψία και του εύχεται καλή επιτυχία στη διοργάνωση. Αφού έχει προχωρήσει αρκετά στη σειρά, βρίσκεται μπροστά σ’έναν βραχύσωμο, σγουρομάλλη, μελαχρινό τύπο με πυκνό μουστάκι. Ο Πινοσέτ χαμογελάει και ετοιμάζεται να σηκώσει ασυναίσθητα το χέρι του για την καθιερωμένη χειραψία. Τότε με έκπληξη συνειδητοποιεί ότι ο παίκτης που βρίσκεται μπροστά του δεν φαίνεται διατεθειμένος να μιμηθεί την κίνηση του.

Ο 24χρονος Κάρλος Καζέλι νιώθει το φόβο να κυριεύει το σώμα του. Τον νιώθει από την πρώτη στιγμή που είδε τον δικτάτορα να μπαίνει στην αίθουσα. Παρ’όλα αυτά, καταφέρνει να βρει τρόπο να παραμείνει ψύχραιμος και απαθής. Όταν τελικά ο στρατηγός στέκεται μπροστά του, ο Καζέλι είναι πλέον αποφασισμένος. Δεν γίνεται να παίξει το παιχνίδι της Χούντας. Δεν γίνεται να παίξει θέατρο έχοντας μπροστά του τον άνθρωπο που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δεν γίνεται να το κάνει αυτό, όταν οι απόψεις, η κοσμοθεωρία και τα ιδανικά του είναι τελείως διαφορετικά από αυτά του στρατηγού.

(Ο Κάρλος Καζέλι είναι παιδί μιας οικογένειας εργατών, που μεγάλωσε σε ένα πολιτικοποιημένο περιβάλλον και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, έχει ξεκάθαρη πολιτική άποψη και θέση, στηρίζοντας την αριστερά, και έχει εκφραστεί δημόσια τα προηγούμενα χρόνια υπέρ της παράταξης του Αλιέντε. Ταυτόχρονα η επιθυμία του να συνεισφέρει στα κοινά επεκτείνεται και στο ποδόσφαιρο, εκεί όπου παλεύει για περισσότερα δικαιώματα στους παίκτες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής φτάνει ακόμα και στο σημείο να ακυρώσει μια συμφωνία 130.000 δολαρίων για τη μεταγραφή του στη Σάντος, επειδή η ομάδα του, η Κόλο-Κόλο, συμφώνησε χωρίς να τον ρωτήσει πρώτα.)

Τα χέρια του μένουν ‘δεμένα’ πίσω από την πλάτη του. Για λίγα δευτερόλεπτα οι δυο τους στέκονται ακίνητοι με μέτωπο ο ένας στον άλλον. Ο Πινοσέτ καταλαβαίνει τι συμβαίνει και αμέσως προχωράει στον επόμενο παίκτη, για να μην δώσει αξία και προβολή σ’αυτό το πρωτοφανές γεγονός που μόλις έχει διαδραματιστεί. Δυστυχώς γι’αυτόν, ένας αφελής δημοσιογράφος της ‘La Segunda’ καταγράφει στην ανταπόκριση του την πράξη του Καζέλι, θέλοντας να τον στιγματίσει στα μάτια του λαού και να κερδίσει έτσι την εύνοια του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά το ακριβώς αντίθετο. Ο δημοσιογράφος απολύεται άμεσα και η κίνηση του Καζέλι να μην χαιρετήσει τον δικτάτορα μένει στο μυαλό των Χιλιανών ως μια από τις πρώτες μορφές αντίδρασης και αντίστασης κατά του δικτάτορα.

Ο Αουγκούστο Πινοσέτ δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται εύκολα τις διαφορετικές απόψεις. Ο Καζέλι μπορεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο λόγω της φήμης του (πρόκειται άλλωστε για έναν από τους καλύτερους επιθετικούς της χώρας, που έχει οδηγήσει την Κόλο-Κόλο σε δυο πρωταθλήματα και στον τελικό του Λιμπερταδόρες – η πρώτη ομάδα από τη Χιλή που το κατάφερνε αυτό – λίγους μήνες πριν) και του γεγονότος ότι εκείνη την εποχή αγωνίζεται στην Ισπανία, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τους δικούς του ανθρώπους. Το διάστημα που βρίσκεται στη Γερμανία για το Μουντιάλ, ένα αμάξι σταματάει μπροστά στο σπίτι των γονιών του. Λίγες ώρες μετά οι γείτονες ανακαλύπτουν ότι η μητέρα του έχει εξαφανιστεί. Όταν επιστρέφει στο σπίτι της δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της και το σώμα της είναι γεμάτο πληγές, εγκαύματα και μελανιές. Για αρκετό καιρό η ίδια αρνείται να περιγράψει όλα όσα πέρασε, ενώ ο γιος της μαθαίνει για την απαγωγή πολλές ημέρες μετά και αφού έχει ολοκληρωθεί το Μουντιάλ.

Η εκδίκηση του Πινοσέτ δεν σταματάει εκεί. Με εντολή του δικτάτορα ο Καζέλι μένει εκτός εθνικής στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, μια σοκαριστική απόφαση που ο επιθετικός της Χιλής την μαθαίνει τελευταία στιγμή κι ενώ βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, έτοιμος να πάρει το αεροπλάνο για να ενσωματωθεί στην εθνική ομάδα. Χωρίς τον μεγάλο της σκόρερ η ‘La Roja’ μένει εκτός Μουντιάλ αλλά κανένας στην ομοσπονδία δεν τολμάει να εκφράσει την δυσαρέσκεια του για την επιλογή των ανώτερων.

Το 1978 τελικά, και μετά από ένα επιτυχημένο πέρασμα από την Λεβάντε και την Εσπανιόλ (σε μια εποχή που ελάχιστοι Λατινοαμερικάνοι δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ευρώπη), o Καζέλι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της αγαπημένης του Κόλο-Κόλο, που έχει μείνει άτιτλη από τότε που τον έχασε, και επιστρέφει στην πατρίδα του για να τη βοηθήσει. Με τον «βασιλιά του τετραγωνικού μέτρου», όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω της τρομερής ικανότητας του να ξεμαρκάρεται και να εκτελεί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη σύνθεση της, η Κόλο-Κόλο επιστρέφει άμεσα στην κορυφή της Χιλής και τα επόμενα χρόνια κερδίζει 3 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα!

Οι επιτυχίες του με την Κόλο-Κόλο αναγκάζουν το καθεστώς να υποχωρήσει στο θέμα της κλήσης του και με τον Καζέλι σε τρομερή φόρμα (αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης) η Χιλή φτάνει ως τον τελικό του Κόπα Αμέρικα το 1979 και προκρίνεται για το Μουντιάλ του 1982. Στα 32 του είναι πλέον θρύλος στη χώρα και αυτό του επιτρέπει να μένει πιστός στις ιδέες και τις θέσεις του, μπροστά στον Πινοσέτ.

Σε μια νέα συνάντηση τους, το 1985, ο δικτάτορας σχολιάζει το ντύσιμο του Καζέλι λέγοντας: «Βλέπω ότι δεν αποχωρίζεσαι ποτέ την κόκκινη γραβάτα σου». Ο Καζέλι χωρίς ίχνος φόβου του απαντάει «Τη φοράω πάντα και την έχω κοντά στην καρδιά». Ο Πινοσέτ κλείνει την κουβέντα με την προειδοποίηση πως μια μέρα θα του την κόψει αυτή τη γραβάτα. (Ο μύθος λέει ότι ο Καζέλι απάντησε ξανά, λέγοντας «Ακόμα κι αν το κάνεις, η καρδιά μου θα παραμείνει κόκκινη», αλλά αυτό ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε.)

Λίγους μήνες μετά ο Καζέλι θα προσθέσει στο ενεργητικό του άλλη μια άτυπη νίκη κατά της δικτατορίας. Στις 12 Οκτωβρίου 1985 η Κόλο-Κόλο θα τιμήσει τον μεγάλο σκόρερ της, που αποχωρεί από την ομάδα έχοντας παίξει περισσότερα από 350 παιχνίδια και έχοντας σκοράρει πάνω από 200 φορές, με ένα φιλικό απέναντι σε επίλεκτους από όλη τη Ν. Αμερική. Το φιλικό διεξάγεται στο Εθνικό Στάδιο, οι κερκίδες είναι κατάμεστες και ο αγώνας περνάει σε δεύτερη μοίρα αφού αποκτάει γρήγορα μια πολιτική διάσταση. Το καθεστώς βέβαια απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση, με αποτέλεσμα να μη δει ποτέ η χώρα τα πανό κατά της δικτατορίας που σηκώνονται στις κερκίδες, ούτε το ξύλο που πέφτει μεταξύ της αστυνομίας και των φιλάθλων που τα κρατάνε. Ένας ραδιοφωνικός σταθμός όμως τολμάει να καλύψει ραδιοφωνικά τον αγώνα και έτσι στα σπίτια των Χιλιανών μπαίνει για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια σκληρής δικτατορίας η κραυγή χιλιάδων ανθρώπων που φωνάζουν με πάθος: «Ναι, θα πέσει! Ναι, θα πέσει!»

Ο Καζέλι όμως ξέρει ότι δεν αρκεί αυτό για να επιστρέψει η δημοκρατία στη χώρα. Τρία χρόνια αργότερα, και μετά από έντονες διεθνές πιέσεις, ο Πινοσέτ δέχεται να γίνει δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 1988 δίνει στους Χιλιανούς τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στον τερματισμό ή την ανανέωση της διακυβέρνησης από τον δικτάτορα για άλλη μία οκταετία. Οι δυο πλευρές (το «ΝΑΙ» και το «ΟΧΙ») έχουν στη διάθεση τους κάθε μέρα 15 λεπτά για να προβάλουν τα τηλεοπτικά τους σποτ που στηρίζουν τη θέση τους (αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να δει την πολύ καλή ταινία του Πάμπλο Λαρέν ‘No’). Το καθεστώς θεωρεί σίγουρη τη νίκη του και τα πρώτα γκάλοπ επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Μέχρι που ένα βράδυ στο τηλεοπτικό σποτ του «ΟΧΙ» εμφανίζεται μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο πουκάμισο, η οποία δηλώνει: «Μια μέρα έπεσα θύμα απαγωγής έξω από το σπίτι μου. Μου έδεσαν τα μάτια και με πήγαν σ’ένα άγνωστο μέρος, όπου βασανίστηκα για ώρες. Δέχτηκα τόσα χτυπήματα που δεν θέλω να τα θυμάμαι, από σεβασμό στα παιδιά μου, στην οικογένεια μου αλλά και στον εαυτό μου. Μπορώ να ξεχάσω τον σωματικό πόνο που ένιωσα αλλά υπάρχουν άλλες πληγές που δεν θα ξεχαστούν ποτέ». Όσο μιλάει, από κάτω αναγράφεται το όνομα της: Όλγα Γαρίδο.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά το τηλεοπτικό κάδρο ανοίγει και αποκαλύπτεται ότι δίπλα της κάθεται ένας μεσήλικας σγουρομάλλης με μουστάκι, μια γνωστή φιγούρα που όλοι οι Χιλιανοί αναγνωρίζουν. Ο Καζέλι κοιτάει την κάμερα και κρατώντας το χέρι της κυρίας δηλώνει: «Γι’αυτό ακριβώς ψηφίζω ΟΧΙ. Γιατί η χαρά σου, είναι και δικιά μου χαρά. Γιατί τα συναισθήματα σου, είναι και δικά μου συναισθήματα. Γιατί αύριο μπορούμε να ζήσουμε σε μια δημοκρατία που θα μας παρέχει ελευθερία, υγεία και στήριξη. Γιατί αυτή η υπέροχη κυρία είναι η μητέρα μου».

Δεκαπέντε χρόνια μετά από την απαγωγή, οι Χιλιανοί μαθαίνουν ότι η μητέρα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ήρωα της χώρας ήταν ανάμεσα στα θύματα της δικτατορίας. Το συγκεκριμένο σποτ αποδεικνύεται ένα από τα πιο πετυχημένα της καμπάνιας. H εξομολόγηση της κυρίας Γαρίδο δίπλα στον διάσημο γιο της δίνουν στο κίνημα του «ΟΧΙ» την ώθηση που χρειαζόταν για να κάνει την ανατροπή. Το «ΟΧΙ» παίρνει 56% και το αποτέλεσμα αυτό σηματοδοτεί το τέλος της δικτατορίας.

Ο Κάρλος Καζέλι είναι για τους στατιστικολόγους ο 5ος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Χιλής και ο 1ος σκόρερ στην ιστορία της Κόλο-Κόλο αλλά για τους περισσότερους Χιλιανούς που έζησαν εκείνη τη σκληρή εποχή του φόβου και της ανελευθερίας θα είναι για πάντα ο παίκτης που αρνήθηκε να δώσει το χέρι του σε έναν δικτάτορα και αυτός που συνέβαλλε με όποιο τρόπο μπορούσε στην πτώση του. Κι αυτή η συλλογική ανάμνηση είναι ένα επίτευγμα πολύ πιο μεγάλο και σημαντικό από οποιαδήποτε επιτυχία εντός των τεσσάρων γραμμών.

7 Σχόλια μέχρι τώρα

  • 1 linuslost // 15 Νοέμβριος, 2018 στις 13:11

    Συγχαρητήρια παιδιά! Εκπληκτική δουλειά σε κάθε σας άρθρο!

  • 2 Κώστας // 15 Νοέμβριος, 2018 στις 14:02

    Απίστευτο άρθρο. Συγχαρητήρια παιδιά

  • 3 berberos // 16 Νοέμβριος, 2018 στις 17:57

    ειχες λειψει φιλε…
    και συ και οι ιστοριες σου…

  • 4 Brazilakis // 18 Νοέμβριος, 2018 στις 13:18

    Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να διαβάσεις αυτήν την καταπληκτική ιστορία. Για μένα ο πιο σημαντικός είναι αυτός που επιτρέπει σε όποιον δεν έζησε αυτές τις εποχές, ν’ αντιληφθεί τι έχει αλλάξει στο ποδόσφαιρο όλα αυτά τα χρόνια. Δεν είναι η ταχύτητα, η τεχνική ή τα συστήματα. Η αλλαγή έχει να κάνει με τις προσωπικότητες των πρωταγωνιστών. Κάποτε ο κόσμος είχε ινδάλματα τον Κρόιφ και τον Σώκρατες. Σήμερα έχει τον Κριστιάνο και τον Μπέκαμπ. Κάποτε οι παίχτες σήκωναν τη φανέλα για να δείξουν αλληλεγγύη σε λαούς και χώρες. Σήμερα τη σηκώνουν για να δείξουν κοιλιακούς και τατουάζ σε άβουλα ανθρωπάκια. Ο Σώκρατες το 86 έμπαινε με κορδέλα στο κεφάλι για τον λαό του Μεξικού. Σήμερα ο Νειμάρ αλλάζει κουπ ελέω ίνσταγκραμ. Ο ποδοσφαιριστής, από τη φύση του, λόγω προσωπολατρίας, πάντα θα έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει πρόσωπα και καταστάσεις. Κάποτε, όταν διέθετε την ανάλογη προσωπικότητα, το έκανε για κοινωνικοπολιτικούς λόγους. Σήμερα, τα πλαστικά αγόρια που είναι σα να βγήκαν από ρομποτικό εργοστάσιο του Χόλυγουντ, το κάνουν για τους πολυεθνικούς χορηγούς. Και κάπως έτσι το ποδόσφαιρο από κοινωνικό φαινόμενο, που κάποτε ξεκινούσε ή σταμάταγε πολέμους, έγινε ένα ακριβό θέαμα των γκόλντεν μπόις. Αν σήμερα εμφανιστεί κάποια προσωπικότητα επιπέδου Καζέλι, όχι μόνο δε θα μπορεί να μπει στο χορτάρι αλλά ούτε να κάτσει στην κερκίδα.

  • 5 Θωμάς Ραβέλλης // 18 Νοέμβριος, 2018 στις 22:01

    duendes σε ευχαριστώ, σομπρέρο σε αγαπώ..

  • 6 Ανώνυμος // 19 Νοέμβριος, 2018 στις 12:40

    Brazilakis έχεις απόλυτο δίκιο. Αυτό είναι όμως μέσα στο γενικότερο πνεύμα της «αποπολιτικοποίησης» θες να την πείς, αδιαφορία ίσως, του δυτικού πολιτισμού. Σε αυτό το πράγμα συμβάλλει καθοριστικά και η προσπάθεια να απογυμνωθεί ο αθλητισμός γενικότερα από το κοινωνικό του περιεχόμενο για να γίνει ένα εμπορικό προϊόν με περιεχόμενο ουδέτερο και άρα με μεγαλύτερο αγοραστικό κοινό. Σήμερα πχ ο Φουλερ αν σήκωνε την φανέλα με απο κάτω το μήνυμα «οι λιμενεργάτες έχουν δίκιο» θα έτρωγε αποβολή. Σήμερα ο Μαραθώνιος Ειρήνης «Γρηγόρης Λαμπράκης» είναι απλά Athens Marathon (Sponsor) και ένα σημαντικό κομμάτι της ΄συγχρονης ιστορίας μας διαγράφηκε μονοκοντυλιά. Το ίδιο (για να μην πούμε οτι είμαστε μονόπλευροι) έγινε και με το σταυρό στο τέμμα της Ρεάλ για να μπορέσει να πουλήσει στη Σαουδική Αραβία φανέλες (που προσωπικά δεν με χάλασε αλλά δείχνει την τάση). Σήμερα αν οι παίκτες της Corinthians τολμούσαν να μπουν στο γήπεδο με μπλουζάκια Democracia Corinthiana θα αποβάλλονταν (και στην Βραζιλία ειδικά, με τις πρόσφατες εξελίξεις μπορεί να έμπαιναν και φυλακή). Είναι η υποτιθέμενη κοινωνία χωρίς πρόσημο, που στην πραγματικότητα έχει ένα ενιαίο πρόσημο, το θέαμα ως εμπόρευμα, όπως έλεγε ο Γκυ Ντεμπόρ σαράντα χρόνια πριν στην «κοινωνία του θεάματος»

  • 7 Brazilakis // 22 Νοέμβριος, 2018 στις 01:00

    Ακριβώς, φίλε ανώνυμε. Κάνεις πολύ καλά που το επεκτείνεις κοινωνικά· και τα παραδείγματά σου είναι εξαιρετικά. Η κρίση μου, βέβαια, είναι υποκειμενική. Αν κάποιος το δει αντικειμενικά, η πολιτικοποίηση του ποδοσφαίρου είχε δυο πλευρές. Για κάθε Καζέλι υπήρχαν δεκάδες άλλοι που συναγελάζονταν με τους δικτάτορες και λειτουργούσαν ως «πρεσβευτές» τους (είχα διαβάσει ότι ο Σάλας είχε αρνηθεί να πάει Ισπανία, επειδή αυτή είχε ζητήσει την έκδοση Πινοσέτ, όταν νοσηλευόταν στην Αγγλία, αλλά δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια ή φτηνή προπαγάνδα ενός «καθεστώτος που αρνούνταν να πεθάνει). Για κάθε Σταρτ σε μια κατεχόμενη χώρα, που αρνούμενη να χάσει αποτελούσε σύμβολο αντίστασης στους ναζί, δημιουργούνταν και μια Ρεάλ, σε μια φτωχή χώρα που η πολιομυελίτιδα θέριζε τα παιδιά της, για να παίξει ρόλο, όπως έλεγε ο Φράνκο, ως «σύγχρονο εκστρατευτικό σώμα της Φλάνδρας». Και ουκ έστιν αριθμός… Αν δούμε, μάλιστα, τη μετεξέλιξη όλων, καταλαβαίνουμε ποιος βγήκε κερδισμένος τελικά. Απλά αυτό που μ’ ενοχλεί, είναι να βλέπω μια γενιά, πιο έξυπνη και μορφωμένη από τη δική μου, να έχει ως πρότυπα κενά, γλυκανάλατα παιδάκια. Δε μιλάω για θαυμασμό αλλά για πρότυπα. Και σίγουρα φταίει ότι ο ποδοσφαιριστής έχει, πλέον, μετατραπεί από πρόσωπο σε εταιρεία. Χαρακτηριστική περίπτωση ο Ντάνι Άλβες-ένας από τους πιο φιλοσοφημένους παίχτες σήμερα- που μίλησε για τη γενοκτονία των Αρμενίων και 24 ώρες μετά ζήτησε συγνώμη από την Τουρκία. Λογικό με τον σπόνσορα που είχε η τότε ομάδα του…

Σχολιάστε:

XHTML: Μπορείτε να κάνετε χρήση των εξής tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>