Γι’ αυτούς τους σούπερ ήρωες να ψάχνεις

  [5 Σχόλια]

Και τι κάνουν οι σούπερ ήρωες όταν γεράσουν, με ρώτησε ο μικρός, με ένα βλέμμα γεμάτο απορία, όταν του έδειξα μερικά παλιά κόμικ, της Marvel, από την συλλογή μου. Ξέρω και εγώ, του απάντησα. Λογικά ζουν και αυτοί μια φυσιολογική ζωή όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Βγάζουν τη στολή του σούπερ ήρωα, την χώνουν σε κάποια σκονισμένη αποθήκη, και μπορούν, επιτέλους, να ξεκουραστούν. Ο μικρός συνέχισε να με κοιτά με απορία. Αλήθεια τώρα, βγάζουν τη στολή του σούπερ ήρωα – για πάντα; Και ζουν μια απλή και βαρετή ζωή; Κι όμως, αυτό κάνουν, του είπα. Πριν την φορέσουν, για πρώτη φορά, και αυτοί ήταν άνθρωποι απλοί και καθημερινοί και αρκετοί δεν είχαν ζήσει μια εύκολη και καλή ζωή. Όπως πολλοί από εμάς. Έτσι, φορώντας τη στολή τους, μπορούσαν να κρύψουν τα όποια προβλήματα είχαν και να λειτουργήσουν ως «κάποιος άλλος». Ως κάποιος δυνατός και, πολλές φορές, ανίκητος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ποδοσφαιριστές, συνέχισα. Ο μικρός πάγωσε. Πως είναι ένας ποδοσφαιριστής όταν δεν φοράει την στολή του, με ρώτησε. Όπως όλοι μας. Με πάθη και λάθη. Απλά αυτή η στολή, όταν τη φοράει, τον μεταμορφώνει σε σούπερ ήρωα μόνο εντός των τεσσάρων γραμμών. Έχεις ακούσει το όνομα του Βραζιλιάνου Πελέ;

Άρχισα να του λέω για πολλούς, «αρχαίους», παίκτες από την Βραζιλία. Παίκτες «μαέστρους» που έφτιαξαν, εν πλήρη αγνοία τους, τη θέση του οργανωτή, τη θέση για το ντελικάτο νούμερο 10. Μια θέση που, δυστυχώς, ολοένα και την βλέπουμε λιγότερο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Πως δηλαδή ο Ζαίρ Ντα Ρόζα Πίντο, γνωστός στον κόσμο ως Ζαζά, πρωτοφόρεσε τη στολή του σούπερ ήρωα της Σελεσάο, και πως με το 10 στην πλάτη, μεταμορφώθηκε από ένας, σχεδόν, καχεκτικός άνθρωπος, στον απόλυτο οργανωτή του Μουντιάλ του ’50. Ο Οσβάλντο, ή Μπαλτάζαρ, λόγω των μαγικών που έκανε με τη μπάλα την ίδια πάνω κάτω περίοδο, ο άνθρωπος που ήταν ο δημιουργός του 90% των γκολ της Βραζιλίας στους αγώνες κατάταξης του Μουντιάλ του ’50. Ο Ρομπέρτο «ο Δυναμίτης» στα 70s. Ο αρτίστας Ζαϊρζίνιο και ο σπουδαίος Κανοτίνια στα 60s: o «εγκέφαλος» όπως τον αποκαλούσε ο διεθνής Τύπος. Ο σπουδαίος Ζίκο και, πολύ αργότερα, οι δικοί μας Ριβάλντο και Ροναλντίνιο που μας απογοήτευσαν, στην πορεία, στηρίζοντας τον ακροδεξιό Μπολσονάρο. Οι μάγοι μιας σύγχρονης για εμάς εποχής αλλά αρχαίας για τα παιδιά που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Πλέον δεν βγάζει σούπερ ήρωες το ποδόσφαιρο ή καλύτερα: δεν βγάζει όσους έβγαζε παλιότερα.  Τα τελευταία χρόνια η στολή του σούπερ ήρωα της Σελεσάο έχει βρεθεί στο συρτάρι του Νεϊμάρ. Ευτυχώς,  για την ομάδα – δυστυχώς για τον ίδιο, δεν χρειάστηκε να τη φορέσει στο τελευταίο Κόπα Αμέρικα και η Βραζιλία έφτασε, εύκολα, στην κατάκτηση του τροπαίου, μετά από ένα σωρό μεγάλες αποτυχίες.

Μα γιατί μου τα λες όλα αυτά, συνέχισε ο μικρός. Για τον απλό λόγο πως πολλές φορές οι, κοινωνικά και οικονομικά, δυνατοί όταν φορούν αυτή τη στολή, του σούπερ ήρωα δηλαδή, το σώμα τους δεν μπορεί να την αφομοιώσει και, συνήθως, το όλο εγχείρημα καταλήγει σε αποτυχία. Δες τον Μέσσι. Πως αντιδρά το σώμα του όταν φοράει τη στολή του Ντιέγκο; Τις περισσότερες φορές χάλια. Σωστά. Το ίδιο συμβαίνει με τον Νεϊμάρ. «Ο ενθουσιασμός στο ποδόσφαιρο είναι το παν», έλεγε ο Πελέ, «Πρέπει να είναι τεταμένος και να πάλλεται όπως η χορδή μιας κιθάρας. Μόνο έτσι θα βγει μια άρτια μελωδία». Αυτός ο ενθουσιασμός δεν μπορεί να δημιουργηθεί, ή να βγει στην επιφάνεια με πίεση αλλά μόνο φυσικά. Πρέπει να είναι αυθόρμητος. Μόνο τότε μπορεί να λειτουργήσει θετικά, φέρνοντας επιτυχίες.

Ο Πελέ είχε δεχθεί σωματική βία όταν ήταν μικρός από συγγενικό του πρόσωπο, κάτι που το κουβαλούσε πάντα μέσα του, και που λογικά το κουβαλά ακόμα. Είχε βιώσει τον σκληρό φυλετικό ρατσισμό, όταν στα 15 του είδε τον πατέρα της λευκής, πρώτης κοπέλας του, να τον βρίζει δημοσίως, λέγοντάς τον αράπη, μπροστά της, με αποτέλεσμα η σχέση να τελειώσει με πολύ σκληρό τρόπο για ένα μικρό παιδί. Είδε τον εαυτό του να παίζει με σκισμένα παπούτσια ή ακόμα και ξυπόλητος στα πρώτα τουρνουά που ο κόσμος ήρθε σε επαφή με το σπάνιο ταλέντο του και είδε αρκετά πλούσια παιδιά να τον χλευάζουν γι’ αυτό. Είδε τον εαυτό του να χάνει το κρίσιμο πέναλτι, ως πρωτοετής στις ακαδημίες της Σάντος, με την ομάδα του να χάνει και το τουρνουά. Αν δεν υπήρχε μάλιστα ο φροντιστής της ομάδας, κάποιος Σαμπουζίνιο, να του πει πως απαγορεύεται να βγει κάποιος ανήλικος από τα κτίρια της ομάδας, δίχως γραπτή δήλωση από κηδεμόνα, ο νεαρός Πελέ θα είχε πηδήσει τη μάντρα και θα είχε γυρίσει στο ταπεινό του σπίτι. Ίσως να είχε σταματήσει και το ποδόσφαιρο.

Δέχθηκε αμέτρητο, βρώμικο και αντιαθλητικό ξύλο τόσο στο Μουντιάλ του ’62, όσο και σε αυτό του ’66, και κατάφερε να επιστρέψει πιο δυνατός και να φτάσει και πάλι στην κορυφή. Έμαθε να παίζει τόσο με τραυματισμένα πόδια όσο και με πληγωμένη ψυχή, όπως τόσοι και τόσοι ποδοσφαιριστές εκείνων των ετών, και να νικάει. Ο λόγος απλός. Η μετάλλαξη από απλό άνθρωπο σε σούπερ ήρωα όταν φορούσε τη φανέλα της εθνικής. Την ιδρωμένη, ματωμένη και γεμάτη από προβλήματα φανέλα μιας χώρας που είχε επιβιώσει από μεγάλες τραγωδίες. Όπως φυσικά και ο ίδιος. Όπως κάθε απλός και ταπεινός άνθρωπος από αυτούς που συναντάμε κάθε μέρα δίπλα μας και που πολλές φορές προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σκέφτονται ή τι είναι αυτό που τους βασανίζει, όταν δείχνουν χαμένοι σε σκέψεις και προβλήματα.

Στις μέρες μας ακούμε ολοένα και συχνότερα την φράση «Παλιά οι παίκτες έπαιζαν για τη φανέλα». Προσωπικά ενστερνίζομαι απόλυτα αυτή τη φράση για ένα απλό λόγο. Εκείνη η φανέλα, η στολή, σου έδινε όντως πράγματα που δεν υπάρχουν στις μέρες μας και ακόμα και αν ήταν λιτή και απέριττη, μακριά από το βάρος αθλητικών εταιριών και χορηγών αξίας δισεκατομμυρίων, λερωμένη και μπαλωμένη, ζύγιζε πολλά κιλά παραπάνω γιατί μπορούσε να δώσει στον παίκτη ένα όραμα και να τον μετατρέψει σε κάτι άλλο. Σε κάτι δυνατό, εξωπραγματικό, πάνω από τις ανθρώπινες δυνάμεις. Ο Μέσσι, πλησιάζει τα 32, είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη όταν φοράει τη φανέλα της Μπάρσα, και ήδη απ’ τα 27 του είχε δηλώσει πως αποσύρεται από την εθνική μη μπορώντας να διαχειριστεί το βάρος μιας (και παραπάνω) αποτυχίας.

Το 1971 ο Πελέ έβγαλε για τελευταία φορά την φανέλα της Σελεσάο, ή αν προτιμάτε τη στολή του σούπερ ήρωα με το νούμερο 10 στην πλάτη. Λίγα χρόνια αργότερα, έβγαλε και τη φανέλα της θρυλικής Σάντος και την έκανε για τη Νέα Υόρκη, σε μια περίοδο που οι Αμερικάνοι είχαν κάνει ένα νέο, και μεγάλο άνοιγμα, στο Soccer. O Πελέ έχει κατηγορηθεί ως φιλοχρήματος, ως άνθρωπος του συστήματος, ως κάποιος που ξέχασε από που ξεκίνησε και είδε την δόξα και το χρήμα να αλλοιώνουν κατά πολύ τον χαρακτήρα του λες και ήταν πολιτικός με αριστερές καταβολές που μπήκε στο ΠΑΣΟΚ στα 80s στη χώρα μας. Πολλά ισχύουν, αυτή είναι δυστυχώς η αλήθεια, για κάποιον που απέχει υπερβολικά από το προφίλ του «επαναστάτη» Ντιέγκο. Του ανθρώπου δηλαδή που θα βλέπει πάντα απέναντί του στην αιώνια κόντρα για τον «καλύτερο του κόσμου». Το σκάνδαλο που βγήκε στην επιφάνεια όταν ήταν Υπουργός Αθλητισμού της χώρας και ο ιστορικός συμβιβασμός του με τον Πρόεδρο της ΠΟΒ Ρικάρντο Τεϊσέιρα, υπό το βλέμμα του Ζοάο Χαβελάνζε, θα τον ακολουθεί για πάντα. και θα ρίχνει πολλές σκιές στην γεμάτη από φως ποδοσφαιρική του καριέρα. Σκιές καλές και κακές, σκιές ανθρώπινες, όπως οι παρακάτω.

Το μεγαλείο της ανωτερότητας. Πόσο δύσκολο είναι να βλέπεις τους συνεχιστές σου να εκφράζονται με τα καλύτερά τους λόγια για τον άσπονδο εχθρό σου; Σίγουρα πολύ δύσκολο. Κι όμως ο Πελέ δεν κράτησε καμία κακία σε παίκτες όπως ο Ροναλντίνιο και ο Ριβάλντο όταν αυτοί τάχθηκαν υπέρ του Ντιέγκο Μαραντόνα στην κόντρα -και στο αιώνιο ερώτημα- για το ποιος είναι ο καλύτερος εκ των δύο. Ο Πελέ δεν είχε κρύψει, εννοείται, την λύπη του όταν στην ψηφοφορία, στις αρχές του 2000, ο Αργεντινός είχε πάρει 4.000 ψήφους περισσότερες από τον ίδιο, με πολλές εξ αυτών να είναι από συμπατριώτες του.

Η ειρωνεία της τύχης. Ο Πελέ δεν σταμάτησε να κάνει ποτέ δριμεία κριτική στον Μαραντόνα για την εξωγηπεδική του ζωή και τη σχέση που είχε (και έχει) με διάφορες ουσίες και κυρίως με την κοκαΐνη. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο δύσκολο ήταν να διαχειριστεί ο ίδιος μια τέτοια κατάσταση με άμεσα εμπλεκόμενο τον γιο του, το 2005. Ο πρώην τερματοφύλακας, Εντίνιο Ντονασιμέντο, εγκατέλειψε την ενεργό δράση το ’99 και λίγα χρόνια αργότερα, το 2005, βρέθηκε μπλεγμένος, μαζί με ακόμα 50 άτομα, σε σπείρα διακίνησης ναρκωτικών, έχοντας σχέσεις με το οργανωμένο έγκλημα του Σάο Πάολο και του Ρίο Ντε Τζανέιρο. «Νιώθω αποτυχημένος» είχε δηλώσει εμφανώς απογοητευμένος ο Πελέ, μιας και γνώριζε πως αυτό που τόσα χρόνια ο ίδιος πολεμούσε τώρα του χτυπούσε βιαίως την πόρτα. Ο Εντίνιο ήταν παράλληλα και χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Το 2013 οδηγήθηκε στη φυλακή, έχοντας απαλλαγεί από τις κατηγορίες για εμπορία ναρκωτικών χωρίς όμως να γλιτώσει αυτές για ξέπλυμα χρήματος.

Η κόρη εκτός γάμου. Το 1978 εν μέσω του Μουντιάλ της Αργεντινής η γυναίκα του Βασιλιά, η Ροσέ, έφερνε στον κόσμο το τρίτο τους παιδί, το όνομά του, Τζένιφερ. Λίγες μέρες αργότερα, και ενώ ο Πελέ δεν βρίσκεται στην Βραζιλία αλλά στην Αργεντινή ως σχολιαστής, ανακοινώθηκε το διαζύγιο. Αυτό όμως που εξόργισε περισσότερο τον ίδιο, δεν ήταν το διαζύγιο μιας σχέσης που είχε βαλτώσει αλλά το γεγονός πως λίγα χρόνια αργότερα η Ροσέ κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για τα χρόνια της δίπλα στον Πελέ, μνημονεύοντας το κρυφό του πάθος για την υπηρέτρια Ανίσια Μασάδο, τον καιρό που έβγαινε ήδη με την ίδια, καρπός μάλιστα του παράνομου αυτού δεσμού ήταν ένα κοριτσάκι. Η Σάντρα. Ο Πελέ δεν αναγνώρισε το παιδί και ουσιαστικά το έκανε μετά την ετυμηγορία σε βάρος του όταν η Ανίσια Μασάδο τον οδήγησε στα δικαστήρια. Ο Πελέ δεν συγχώρησε ποτέ την πρώην γυναίκα του γι’ αυτή την κακοήθεια, μιας και δεν ήθελε να γίνει γνωστή αυτή η ιστορία, στο ευρύ κοινό, λερώνοντας την, λαμπερή, εξωτερική του εικόνα.

Ο μικρός έδειξε να καταλαβαίνει. Τελικά υπάρχουν σούπερ ήρωες, με ρώτησε, ναι ή όχι; Εντός του γηπέδου μπορείς να βρεις πολλούς. Μοναδικούς, δυνατούς, μάγους, ζογκλέρ. Ανθρώπους που ξεφεύγουν απ΄το γήινο και μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο. Σε κάτι Θεϊκό. Θα κερδίσουν την καρδιά σου και θα γίνεις θαυμαστής τους. Θα ξυπνάς και θα κοιμάσαι με τη σκέψη τους. Πολλούς θα τους αγαπήσεις και θα αγοράσεις την ακριβή φανέλα τους. Τη στολή τους. Θα την φοράς γεμάτος περηφάνια. Θα ταξιδέψεις σε διάφορα γήπεδα και θα σπαταλήσεις χρήματα, που πολλές φορές ίσως να μη σου περισσεύουν, για να τους δεις από κοντά και θα εύχεσαι να μη σε απογοητεύσουν. Θα φωνάζεις στην κερκίδα γι’ αυτούς. Εντός του γηπέδου βέβαια, όσο καλοί και να είναι, δεν πρόκειται να κερδίζουν συνέχεια και σίγουρα η χαρά θα εναλλάσσεται με τη λύπη όταν θα τους παρακολουθείς. Εκτός του γηπέδου όμως δεν θα φορούν τη στολή τους και θα στέκονται δίπλα σου ως ίσοι. Εκεί θα φανεί καλύτερα και ποιος απ’ όλους αυτούς σημαίνει πραγματικά κάτι για σένα. Γι’ αυτούς τους σούπερ ήρωες να ψάχνεις.

5 Σχόλια μέχρι τώρα

  • 1 Ross // 24 Ιούλιος, 2019 στις 17:08

    «Είσαι ένας κανονικός άνθρωπος, απλά τις Κυριακές παίζεις 90 λεπτά ποδόσφαιρο».

  • 2 Τζοντζο // 25 Ιούλιος, 2019 στις 01:35

    Γι αυτό και ο Ayrton Senna θα είναι για πάντα ο νούμερο 1 αθλητής και αυτό σύμβολο της Βραζιλίας.
    Γιατι νοιάστηκε περισσότερο από όλους για την φτώχεια της πατρίδας του, γιατί 25 χρόνια μετσ τον θάνατο του το ίδρυμα του βοηθάει πάνω από 10 εκατομμύρια παιδιά στη Βραζιλία.

    Ayrton Senna sempre

  • 3 To Madeira // 25 Ιούλιος, 2019 στις 19:46

    Είχαμε κι εμείς τα παλιά τα χρόνια στην Ελλάδα κάποιους παίκτες που στεκόντουσαν αντάξιοι της σουπερ-στολής τους κι εκτός γηπέδου. Κάποιοι μάλιστα πέθαναν σαν σούπερ ήρωες, φορώντας την στολή τους, γιατί εξέφραζε κάτι παραπάνω από μια ομάδα: Μια κοινωνική τάξη και μια ιδεολογία. Και δεν έχει τόσο σημασία τι χρώμα ηταν η εκάστοτε φανελα-στολή σούπερ ήρωα, αλλά τι σήμαινε για τους απλούς ανθρώπους που στέκονταν καθημερινά δίπλα στον ήρωα, όταν αυτός «αόρατος» ανάμεσά τους αντιμετώπιζε τα ίδια προβλήματα επιβίωσης.
    Μεγαλο ενδιαφέρον έχει για εμένα, πως μια «αναβίωση» αυτού του συναισθήματος σήμερα, γίνεται και πάλι από παιδιά που δεν μπορείς να πεις οτι προέρχονται από ή που κερδίζουν τα πολλά λεφτά, αλλά που παλεύουν για τα δεδουλευμένα τους και καταλήγουν πολλές φορές με λιγότερα από έναν μετρίως αμειβόμενο εργαζόμενο.

  • 4 Θωμάς Ραβέλλης // 25 Ιούλιος, 2019 στις 22:31

    Στην εφηβεία (όλοι μας) είτε από ανάγκη είτε από επιλογή, ερωτευτήκαμε, αγαπήσαμε, λατρέψαμε, θεοποιήσαμε αθλητές, καλλιτέχνες, πολιτικούς κτλ.
    Αργότερα για κάθε έναν από αυτούς βιώσαμε και μια απογοήτευση. Άλλοτε ψύχραιμα και άλλοτε σαν μπουνιά στο στομάχι.
    Όλοι συμφωνούμε οτι και τα σύμβολα-είδωλα είναι άνθρωποι σαν κι εμάς, με πάθη, με εμμονές, με φόβους.
    Κοιτάζοντας τώρα πίσω όμως, έχω πάψει να τους κατηγορώ. Δεν φταίνε αυτοί. Ποτέ δεν έφταιγαν. Στο δικό μου μυαλό είχαν μία άλλη υπόσταση. Στην πραγματικότητα ήταν πάντα ίδιοι. Την απογοήτευση την ένοιωθα για μένα τελικά, όχι γι αυτούς. Εγώ ομως ένοιωσα τις ενοχές. Γιατί όμως;;
    Γιατί χάρηκα για τον Άρμστρονγκ;; Γιατί αγάπησα τον Ντιέγκο;; Γιατί γέλασα με τον Louis CK ;; Γιατί πίστεψα τον che;;
    Γιατί τελικά οι επιλογές σου αυτές είσαι εσύ. Και γιατι απλά απομυθοποιεις ενα κομμάτι σου.

  • 5 Brazilakis // 31 Ιούλιος, 2019 στις 00:44

    Ένα από τα καλύτερα άρθρα που έχω διαβάσει εδώ. Και δε μένω στην υπέροχη πλατφόρμα με τον πιτσιρίκο, αλλά στον σεβασμό και την αντικειμενικότητα που αντιμετωπίζει έναν θρύλο.

    Υπάρχουν πολλοί που αμφισβητούν τον Πελέ ως GOAT, κι όσο περνούν τα χρόνια ο αριθμός θ’ αυξάνεται. Εκείνο όμως που ένας αντικειμενικός κριτής δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει, είναι το γεγονός ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη προσωπικότητα του παγκόσμιου αθλητισμού, που δεν μπορεί πλέον να ξεπεραστεί. Κι αυτό γιατί ο «Βασιλιάς» πέτυχε κάτι που δεν κατάφεραν τεράστιες μορφές όπως ο Μ.Λ. Κινγκ ή ο Ν. Μαντέλα· έγινε ο πρώτος μαύρος που θεοποιήθηκε από τους λευκούς σε όλο τον πλανήτη (μια ακόμα απόδειξη ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι άθλημα αλλά κοινωνικό φαινόμενο). Κι αν σήμερα ένα παιδί κρεμάει στο δωμάτιό του αφίσες της Μπιγιονσέ και του Λεμπρόν, στην εποχή του Πελέ δεν ήταν τόσο απλά τα πράγματα. Μιλάμε για μόλις 20 χρόνια μετά την εποχή που η στρατευμένη επιστήμη διατύπωνε θεωρίες τύπου «ο νέγρος μπορεί να διασταυρωθεί με γορίλες». Ακόμα και σε πιο αθώες κοινωνίες, ο μαύρος είχε τον ρόλο του «αν δεν είσαι καλό παιδί, θα ‘ρθεί ο αράπης να σε φάει». Κι όμως, αυτό που δεν κατάφερε κανένας πολιτικός και καμιά ιδεολογία, το κατάφερε ένα παιδί από το Τρες Κορακόες, που κλωτσούσε ένα φουσκωμένο πετσί, που ‘λεγε κι ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Γιατί κάθε φορά που ένας μπόμπιρας, εκεί στα 50-60ς, έβαζε την αφίσα του στον τοίχο, δίπλα στα εικονίσματα και τους προγόνους της οικογένειας, η μαύρη φυλή έκανε ένα ακόμα βήμα προς την αποδοχή.

    Πολλοί τον κατηγορούν για το χρήμα, τους συμβιβασμούς, τις πολιτικές φιλίες κλπ, ξεχνούν όμως κάτι βασικό. Ο Πελέ ποτέ δε διεκδίκησε τον ρόλο του Γκάντι, του Τσε ή της μητέρας Τερέζας. Δεν είπε ότι θα σώσει τον κόσμο και η διαλεκτική του ξεκίναγε και τέλειωνε στο «it was a tough game». Μπάλα έπαιζε, και μ’ αυτό πέτυχε πολλά περισσότερα από κάποιους «σωτήρες». Δίδαξε τον τρόπο για να φτάσεις από τον πάτο στην κορυφή και να μείνεις εκεί, χωρίς να κάνει κακό σε κανέναν. Ναι, δε μοίρασε τα λεφτά του στους φτωχούς, αλλά, έστω και ακούσια, δίδαξε το «αν πεινάσω, μη μου δώσεις ψάρι, μάθε με να ψαρεύω». Έδειξε στους ομόφυλους του, πώς να μπουν στο παιγνίδι του λευκού αφέντη και να τον κερδίσουν· και δεν εννοώ μόνο στο γρασίδι. Κι έθεσε τις βάσεις για να γίνει ο ποδοσφαιριστής επαγγελματίας, από ένα ανασφάλιστο σκλαβάκι που ήταν, με το δελτίο καρφωμένο στον τοίχο ενός κάποιου προέδρου.

    Και κάτι τελευταίο. Όταν κρίνουμε άτομα σαν τον Πελέ, καλά θα κάνουμε να ψάξουμε μέσα μας γι’ αυτόν τον ακούσιο αλλά βρώμικο, υπόγειο ρατσισμό. Αυτόν που μας κάνει να συμπαθούμε τους μαύρους όσο είναι απόκληροι και να τους μισούμε όταν μπουν στο σύστημα κι αποδειχθούν απείρως ανώτεροί μας· που αποδεχόμαστε το φτωχαδάκι που πέτυχε μόνο όταν καταλήξει ένας ακόμα Ευριπιδικός ήρωας. Όπως έλεγε στο εκπληκτικό «Ο Μισισιπής καίγεται» ο Φελίπε Σκολάρι Τζιν Χάκμαν, στην ιστορία του πατέρα του, που σκότωσε το μουλάρι του μαύρου γείτονα, «Αν δεν είσαι καλύτερος από έναν νέγρο, γιέ μου, από ποιον μπορείς να είσαι;»

Σχολιάστε:

XHTML: Μπορείτε να κάνετε χρήση των εξής tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>