Αποτελέσματα αναζήτησης για: Μάρλει

Απ’τον Μάρλεϊ στον Κρόιφ: Ιστορίες καπνού, μουσικής (και μπάλας)

  [Καθόλου σχόλια]

«Kινήθηκα προς το καμαρίνι και έφτασα πολύ γρήγορα στην πόρτα που θα με οδηγούσε στους μουσικούς. Το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να μιλήσω μαζί τους και να τους συγχαρώ για την παράσταση που μόλις μας είχαν προσφέρει. Αυτή ήταν μάλιστα η πρώτη μου επαφή με τη ρέγκε μουσική, τον Μπομπ Μάρλεϊ και την μπάντα του, τούς Wailers. Τελικά όταν άνοιξα την πόρτα, το μόνο που θυμάμαι ήταν ένα πυκνό σύννεφο «εξωτικού» καπνού που κάλυπτε κυριολεκτικά τα πάντα. Με τη μπάντα -τελικά- τα είπαμε την επόμενη μέρα».  (Έρικ Κλάπτον)

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Βρετανό θρύλο της ροκ που είχε την τύχη να ζήσει ζωντανά την πρώτη συναυλία του Μάρλεϊ και της μπάντας του, στο Λονδίνο, το μακρινό 1972. Μάλιστα ο Κλαπ (αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα) ενθουσιάστηκε τόσο πολύ από τη μουσική των Τζαμαϊκανών που τελικά αγόρασε τα δικαιώματα του κομματιού «I Shot The Sheriff» και το συμπεριέλαβε, δύο χρόνια αργότερα, στον δίσκο του 461 Ocean Boulevard (μαζί με το country/reggae αριστούργημα «Willie and the Hand Jive» του Τζόνι Ότις), προκαλώντας πάταγο στα charts της Βρετανικής μουσικής σκηνής και όχι μόνο. Ο Κλάπτον είχε βάλει την ρέγκε στα σπίτια των Βρετανών για τα καλά, λίγο πριν σκάσει μύτη ο Τζο Στράμερ και μπολιάσει την Τζαμαϊκανή μουσική με το πανκ (στα τέλη των 70s) με τη δική του μπάντα, τους The Clash. Ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο δεν έχουν όλα αυτά και ελπίζω να καταλάβετε στη συνέχεια το λόγο που ξεκίνησα κάπως έτσι αυτό το κείμενο. Ίσως και όχι.

«Στη ζωή μου υπήρξα εθισμένος σε δύο πράγματα: To ποδόσφαιρο και το τσιγάρο. Το πρώτο μου έδωσε τα πάντα. Το δεύτερο μου τα πήρε όλα» (Γιόχαν Κρόιφ)

Την ίδια περίοδο που ο Κλάπτον ανακάλυπτε τη ρέγκε και τα σύννεφα καπνού των Wailers, σε ολόκληρο τον κόσμο, μεσουρανούσε το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των Ολλανδών του Ρίνους Μίχελς και του κορυφαίου Ευρωπαίου ποδοσφαιριστή που υπήρξε (και θα υπάρξει), του Γιόχαν Κρόιφ. Επίσης, ο σπoυδαιότερος Αμερικανός κινηματογραφιστής, κατ εμέ πάντα, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, έβγαζε σε κυκλοφορία το αριστούργημά του «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι», επηρρεάζοντας -άθελά του πάντα- και το ποδοσφαιρικό στυλ των Ολλανδών (εντός και εκτός των τεσσάρων γραμμών) αλλά και την οπαδική κουλτούρα, δεκάδες χρόνια αργότερα. Η ψυχεδέλεια βρίσκονταν στο απόγειό της και τίποτα -μα τίποτα- δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο, είτε αυτό ήταν στο σινεμά, στη μουσική ή ακόμα και στο ποδόσφαιρο. Λίγο αργότερα μας βγήκε από αριστερά και το φουτουριστικό σοβιετικό ποδόσφαιρο του Λομπανόφσκι και οι «ψαγμένοι ποδοσφαιρόφιλοι της εποχής» βρέθηκαν σε δύο διαφορετικά «στρατόπεδα». Το πρώτο ήταν της ψυχεδέλειας των Ολλανδών, με φανερές «επιρροές» από Κιούμπρικ, και το δεύτερο η ποιητική αρτιότητα των Σοβιετικών, με φανερές «επιρροές» από Ταρκόφσκι. Εσείς τι προτιμάτε; Οδύσσεια του Διαστήματος ή Σολάρις; Aς επιστρέψουμε όμως στο ποδόσφαιρο στους πυκνούς καπνούς.

Όχι δεν είναι οι Pink Floyd

Ο Κρόιφ συνήθιζε να καπνίζει πάνω από δύο πακέτα τη μέρα ακόμα και τα χρόνια που έπαιζε ποδόσφαιρο. Κάπνιζε ενώ ο προπονητής έδινε εντολές στα αποδυτήρια, κάπνιζε ενώ ήταν στη φυσούνα και έμπαινε στον αγωνιστικό χώρο, κάπνιζε πριν και μετά το ντους, κάπνιζε όταν κάπνιζε και λογικά κάπνιζε επίσης ακόμα και στον ύπνο του (αν και γι’ αυτό δεν έχουμε επίσημες μαρτυρίες). Το ίδιο πάνω-κάτω έκαναν και οι περισσότεροι αστέρες του Άγιαξ της εποχής, όπως φυσικά και της εθνικής Ολλανδίας. Δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πως τα αποδυτήρια τόσο του Αίαντα όσο και των Οράνιε θύμιζαν -και μύριζαν- τεκέ της τρούμπας την περίοδο του μεσοπολέμου. Γνωστός αθλητικός φωτορεπόρτερ της χώρας μας είχε βρεθεί σε κάποιο αγώνα -που δεν μπορώ να θυμηθώ- των Οράνιε για τα προκριματικά του Μουντιάλ του 1974 και μου είχε αφηγηθεί (πριν χρόνια, όταν τα λέγαμε συχνά) πως όταν κατέβηκε -με χίλια δυο παρακάλια- στα αποδυτήρια των Ολλανδών μετά το παιχνίδι για μια φωτογραφία και άνοιξε την πόρτα, το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει ήταν ένα πελώριο και πυκνό σύννεφο καπνού ανάμεσα σε ιδρωμένες πορτοκαλί φανέλες και πεταμένα ποδοσφαιρικά παπούτσια δεξιά και αριστερά. Ο Κρόιφ βρίσκονταν στη μέση, ατάραχος στα όρια του νωχελικού και άναβε το ένα τσιγάρο από τη γόπα του άλλου. «Πρέπει να είχε καπνίσει 3-4 τσιγάρα όσο έμεινα στα αποδυτήρια για φωτογραφίες» τον θυμάμαι να μου λέει και δεν είχα κανένα λόγο να μη τον πιστέψω, γνωρίζοντας πολύ καλά το ιστορικό του «Ιπτάμενου Ολλανδού» με το τσιγάρο.

Τελικά αμφότεροι –όσο και αν οι Dead Prezz έχουν διαφορετική άποψη γι’ αυτό– πλήρωσαν το πάθος τους για τον καπνό με το ακριβότερο τίμημα. Την ίδια τους τη ζωή. Ο Κρόιφ τα τελευταία χρόνια της ζωής του (έχοντας παραδεχτεί το μεγάλο του λάθος) είχε γίνει πολέμιος του καπνίσματος. Για τον Μάρλεϊ δεν μάθαμε ποτέ και ούτε πρόκειται. Όπως και να έχει οι ιστορίες για το κάπνισμα στα αποδυτήρια των Ολλανδών θα λέγονται πάντα (με τις απαραίτητες σάλτσες) από γενιά σε γενιά και θα μας θυμίζουν μια περίοδο που το ποδόσφαιρο ήταν τόσο διαφορετικό, ρομαντικό, αληθινό και εντελώς «ροκ». Πάρα πολύ διαφορετικό από το αποστειρωμένο και άκρως επαγγελματικό των ημερών μας. Και όσο κι αν αντιπαθώ πλέον το κάπνισμα, προτιμώ εκείνο το ποδόσφαιρο από αυτό των ημερών μας, όπως και προτιμώ τον Κλάπτον από τον Μάρλεϊ, κι ας έπαιζε ο Τζαμαϊκανός καλό ποδόσφαιρο.

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Όταν σου λείπει η μπάλα στο εξωτερικό

  [1 Σχόλιο]

Η ξενιτιά είναι δύσκολη. Είτε πας για να σπουδάσεις και σου λείπουν τα φασολάκια με τη φέτα, είτε πας για να δουλέψεις και έχεις χρήματα που πλέον δεν μπορείς να τα σκορπίσεις όπως θέλεις. Και μπορεί πολλές φορές τα πράγματα εκεί στο εξωτερικό να είναι καλύτερα, να μην κοιτάζεις πίσω, αλλά πάντα υπάρχει κάτι που θα σου λείπει. Ακόμα κι αν είσαι ένας Βρετανός διάσημος με πολλά χρήματα στην όμορφη δυτική ακτή των ΗΠΑ, μπορεί να μην σου λείπουν τα φασόλια για πρωινό ή το φις-εν-τσιπς, η μπαλίτσα όμως θα σου λείπει. Δεν θα ψάχνεις εστιατόριο της Αστόρια με κίονες και το μενού να γράφει με αρχαιοελληνική γραμματοσειρά «μουζάκα», αλλά ψάχνεις τις παραδόσεις του νησιού. Κάπως έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, πολλοί Βρετανοί «μετανάστες» σύχναζαν στο Cat & Fiddle μια παμπ στη Sunset Boulevard της Δυτικής Ακτής για να πιουν τις μπύρες τους και να συζητήσουν για μπαλίτσα.

Και φυσικά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η μια κουβέντα έφερε την άλλη και αποφάσισαν να παίξουν μπαλίτσα. Μεταξύ τους οι Πολ Κουκ και Στιβ Τζόουνς των Sex Pistols, ο Ίαν Άστμπουρι από τους Cult κι ο Βίβιαν Κάμπελ των Def Leppard. Μαζί με άλλους ανθρώπους της show-biz έφτιαξαν τη δική τους ομάδα, τη Hollywood United FC μέσα σε έναν κόσμο που δεν τους καταλάβαινε. «Δεν αντέχω να ακούω τους Αμερικάνους και το σόκερ. Εμείς παίζουμε το πραγματικό ποδόσφαιρο, χωρίς κράνη και στεροειδή» έλεγε βλέποντας ένα Τότεναμ-Άρσεναλ στην παμπ, ο Χίλτον, ένας Λονδρέζος κάμεραμάν που ήταν αρχηγός στη Hollywood μέχρι που χτύπησε το γόνατό του. Η ομάδα δεν ήταν αποκλειστικά για διάσημους ή πλούσιους. Αλλά αυτοί όσο μπορούσαν έπαιζαν και βοηθούσαν. Το νούμερο 4 π.χ. ήταν κρατημένο για τον Βίνι Τζόουνς όποτε είχε χρόνο, ενώ ο Στιβ Τζόουνς (που μαζί με τον Ρέι Γουίνστοον είναι από τους ιδρυτές) με τις γνωριμίες του μπόρεσε και βρήκε εμφανίσεις για την ομάδα από την Puma.

Όπως περιγράφει ο Σεμπάστιαν Ντόγκαρντ (παραγωγός και σκηνοθέτης), όποιος μπορούσε ερχόταν. Ο Ρόμπι Γουίλιαμς π.χ. ήταν ένα δυναμικό εξτρέμ με πολύ καλή ντρίμπλα, ενώ ο Μάικ Μάιερς άκουγε κοροϊδευτικά «oh behave» όποτε έκανε κάτι εξεζητημένο. Η ομάδα γρήγορα έγινε κάτι παραπάνω από αμιγώς βρετανική. Κι άλλοι Ευρωπαίοι, αλλά και λατινοαμερικάνοι προστέθηκαν, αλλά όπως γράφει ο Ντόγκαρντ σε ένα άρθρο του, οι Γερμανοί και οι Αργεντίνοι γενικά δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Είπαμε, είμαστε Βρετανοί στο κάτω κάτω. Η επιτυχία της ομάδας ήταν μεγάλη και γρήγορα έγινε κανονικός σύλλογος που με την πορεία του χρόνου απέκτησε τρεις ομάδες. Την «κανονική» με το όνομα Hollywood United Hitmen που αγωνίζεται πλέον στο NPSL, την… πάνω από 30 και αυτή των πάνω από 40 που παίζουν οι παλιοσειρές που ίδρυσαν τη Hollywood.

Τουλάχιστον πρέπει να τρώνε καλά

Όλο και περισσότεροι διάσημοι άρχισαν να παίζουν κατά καιρούς. Ιδιοκτήτης-πρόεδρος και τερματοφύλακας έγινε ο Άντονι Λα Πάλια που εξαφάνιζε τα αντίπαλα σουτ «Χωρίς Ίχνος» (ναι το ξέρω, πολύ κακό…). Τη φανέλα του συλλόγου έχουν φορέσει κατά καιρούς ο λοχίας Μπρόντι (που όπως ξέρουμε αγαπάει την μπάλα), ο Τζέισον Στέιθαμ που είναι αρκετά αναλώσιμος (το πιάσατε ε;), ο Μπράντον Ρουθ (να κρατηθώ να μην πω κάτι για τον Σούπερμαν), ο Ζίγκι Μάρλεϊ, ο Ντόναλ Λογκ (γνωστός ως βασιλιάς Χόρικ στους Βίκινγκς) αλλά και πολλοί ποδοσφαιριστές όπως ο Άλεξ Λάλας, ο Φρανκ Λεμπέφ, ο Γιούρι Τζορκαέφ, ο Χόρχε Κάμπος που πέρασαν για μια γκεστ εμφάνιση.

Ο Λα Πάλια (Αυστραλός με ιταλο-ολλανδική καταγωγή) από τα χρόνια που έπαιζε μπάλα στην Αυστραλία

Μέσα σε όλα τα περίεργα της ομάδας είναι κι ένα γράμμα που έλαβε ο Λα Πάλια από έναν τύπο που το 2006 έκλεψε μια από τις μπάλες Μπραζούκα της ομάδας όταν αυτή έφυγε στο δρόμο. Ο τύπος τη βρήκε να κυλάει και αντί να την επιστρέψει, την πήρε κι έφυγε. Οκτώ χρόνια αργότερα, στο πλαίσιο των 12-βημάτων για τα άτομα που κάνουν απεξάρτηση, ο… κλέφτης έστειλε μια επιστολή στον πρόεδρο Λα Πάλια ζητώντας συγγνώμη. Η μπάλα δεν επιστράφηκε βέβαια, αλλά ήταν ένα καλό βήμα για να σωθεί ένας άνθρωπος.

Στιβ Τζόουνς σε φιλανθρωπική εκδήλωση

Πέρα από την πλάκα όμως (και την όχι και τόσο πλάκα, γιατί αρκετοί όπως ο Τζόουνς παίρνουν πολύ στα σοβαρά το παιχνίδι και αρνούνται να χάσουν ή να μην παίζουν βασικοί), η Χόλιγουντ έχει όπως είναι αναμενόμενο και φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Διοργανώνει συχνά φιλικά παιχνίδια για διάφορους σκοπούς και τα ποσά που μαζεύονται δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα. Όχι και άσχημα για μια ομάδα ξενιτεμένων που τους έλειπε η μπαλίτσα.

Μαλάουι: To δικαίωμα στη ζωή μέσα απ’ το ποδόσφαιρο

  [3 Σχόλια]

Το Μαλάουι είναι μία απ’ τις πιο φτωχές χώρες στον κόσμο με πληθυσμό γύρω στους 19.000.000 κατοίκους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ζουν -όπως είναι λογικό- σε συνθήκες πλήρης ανέχειας. Το μορφωτικό επίπεδο είναι απ’ τα πιο χαμηλά που μπορείς να συναντήσεις και οι υπερβολικές εξάρσεις βίας είναι καθημερινό φαινόμενο. Σε μια τέτοια κοινωνία -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν ιδανικές συνθήκες για να αθληθεί κάποιος και κατ’επέκταση να παίξει ποδόσφαιρο. Όσο και αν το αγαπά. Οι Aφρικανοί άλλωστε έχουν μεγάλη τρέλα με την μπάλα. Ακόμα και στις φυλακές Μάουλα -τις σκληρότερες φυλακές που υπάρχουν στην πρωτεύουσα της χώρας- στη Λιλόνγκουε, όταν οι κρατούμενοι βγαίνουν στον προαύλιο χώρο (κι ας μην έχουν καθόλου δυνάμεις μιας και η έλλειψη τροφής είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερά τους προβλήματα) επιδίδονται με τις αυτοσχέδιες μπάλες τους στο άθλημα του ποδοσφαίρου.

Φωτογραφία του Luca Sola, πηγή: the Guardian

Η αίσθηση της ελευθερίας άλλωστε που μπορεί να χαρίσει το ποδόσφαιρο είναι κάτι το μοναδικά υπέροχο. Κάτι το αδύνατο να περιγραφεί με λόγια. «Βγαίνουμε στον ήλιο για να μαζέψουμε λίγη βιταμίνη D» συνηθίζουν να λένε αστειεύομενοι οι κρατούμενοι  (οι περισσότεροι εξ αυτών μετανάστες απ’ την Αιθιοπία), «Ας σπαταλήσουμε και λίγη δύναμη απ’ αυτή που μαζεύουμε για την τρέλα μας». Πολλοί απ’ αυτούς θα πεθάνουν στη φυλακή. Απ’ τους υπόλοιπους, που θα καταφέρουν να βγουν, οι περισσότεροι δεν θα ξαναδούν τα συγγενικά τους πρόσωπα και δεν θα μάθουμε ποτέ που «χάθηκαν» και πως. Για την ιστορία, η σημαία του Μαλάουι είναι μία απ’ τις συνολικά 49 που υπάρχουν στο εξώφυλλο του δίσκου-σταθμός, Survival του Μπομπ Μάρλεϊ. Ένας δίσκος που κυκλοφόρησε το 1979 και μιλάει με μοναδικό τρόπο για μια ενωμένη και δυνατή Αφρική. 40 χρόνια μετά -δυστυχώς- όλο αυτό παραμένει μια άπιαστη Ουτοπία.

Στο Μαλάουι η επίσημη γλώσσα είναι τα Αγγλικά αλλά στη διάλεκτο Τουμπούκα η λέξη Lughano σημαίνει Αγάπη. Αυτό (Lughano) είναι και το όνομα της πιο ταλαντούχας πιτσιρίκας που έχει βγάλει η χώρα τα τελευταία χρόνια. Μια παίκτρια που βγήκε απ’ την Ακαδημία Chichewa. Chichewa στη γλώσσα του Μαλάουι σημαίνει η λέξη που όταν τη λέμε -οι περισσότεροι από εμάς τουλάχιστον- ανεβάζουμε σφυγμούς, χοροπηδάμε σαν παιδάκια και αγκαλιάζουμε όποιον βρούμε μπροστά μας. Η λέξη αυτή, όπως θα καταλάβατε, είναι η λέξη Γκολ. Σε μια χώρα που μόνο το 12% των παιδιών πηγαίνουν σχολείο μετά το Δημοτικό και ένα στα έξι θα δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση πριν καν ενηλικιωθεί είναι πολύ δύσκολο να τολμήσει κάποιος να φτιάξει μια ποδοσφαιρική Ακαδημία. Κι όμως, οι Άγγλοι Τζώρτζ Μαγκουάιρ και Άλεξ Σκοτ -ευτυχώς- το τόλμησαν. Και πέτυχαν. Ο Σκοτ είχε φτάσει στο Μαλάουι πρώτη φορά το 2008, απεσταλμένος της Πρέμιερ Λιγκ ώστε να δημιουργήσει ένα ποδοσφαιρικό πρόγραμμα για παιδιά κάτω των 14 ώστε να προωθήσει το άθλημα του ποδοσφαίρου. Αυτό που έζησε εκεί ήταν κάτι το μοναδικό και όπως είπε ο ίδιος στον Βρετανικό Τύπο είχε μείνει έκθαμβος απ’ το ταλέντο -το ακατέργαστο ταλέντο- που υπήρχε στα παιδιά στο Μαλάουι. Η επιστροφή στο Νησί τον βρήκε να έχει στο μυαλό του ένα και μόνο πράγμα. Να δημιουργήσει μια κανονική Ακαδημία στη Λιλόνγκουε. Ευτυχώς το κατάφερε μερικά χρόνια αργότερα με τη βοήθεια του καλού του φίλου, Άλεξ Σκοτ.

Ο Μαγκουάιρ και ο Σκοτ γνωρίζονταν πολύ καλά απ’ τα χρόνια που έπαιζαν ποδόσφαιρο. Ο πρώτος με την φανέλα της Μπρίστολ Σίτι και ο δεύτερος με αυτή της Νιουκάστλ, με τις ιδέες τους να ταιριάζουν άψογα εντός και εκτός ποδοσφαιρικών θεμάτων. «Συνηθίζαμε να παρακολουθούμε παρέα ένα σωρό παιχνίδια της Πρέμιερ Λιγκ, πίνοντας τις μπύρες μας, αλλά κάτι μας έτρωγε μιας και οι δύο είχαμε αυτό το υπέροχο όραμα για το ποδόσφαιρο» θα πει ο Σκοτ στην Αγγλική τηλεόραση λίγο πριν το 2014. Λίγο καιρό δηλαδή πριν μπει σε κανονική λειτουργία η ποδοσφαιρική Ακαδημία Chigoli. «Πως είναι δυνατόν να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις ένα τόσο μεγάλο καλό σε παιδιά, σε μια χώρα τόσο φτωχή, και να μην το κάνεις;» θα συμπληρώσει ο Μαγκουάιρ, και αυτό είναι ολόκληρο το νόημα του σκεπτικού τους κατά την δική μου γνώμη. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν κάναμε όλοι κάτι, που μπορούμε, για να βοηθήσουμε κάποιον ή κάποιους; Eίναι τόσο απλό. Η Ακαδημία προσφέρει σε αγόρια και κορίτσια την γνώση στο ποδόσφαιρο, προσπαθώντας να βρει νέα μεγάλα ταλέντα και παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα της φοίτησης στο σχολείο και μετά το Δημοτικό. Μάλιστα ακόμα και αν κάποιο παιδί κοπεί απ’ το ποδοσφαιρικό πρόγραμμα (δεν θα γίνουν όλοι ποδοσφαιριστές άλλωστε) η Ακαδημία του δίνει το δικαίωμα να συνεχίσει να πηγαίνει σχολείο, με πληρωμένα τα δίδακτρα απ’ την ίδια. Και αυτό είναι το σημαντικότερο.

Ο 13χρόνος Μισέκ, ένας απ’ τους καλύτερους μαθητές που υπάρχουν στην Ακαδημία και ένας απ’ τους πιο ταλαντούχους παίκτες, θα πει: «To ποδόσφαιρο χωρίς την μόρφωση δεν είναι κάτι σημαντικό. Ο πατέρας μου είναι οδηγός ενός ποδηλάτου-Ταξί και η μητέρα μου πουλάει φρούτα για να ζήσουμε εγώ και τα εφτά αδέρφια μου. Θέλω να σπουδάσω, αν και το μεγάλο μου όνειρο είναι να γίνω ποδοσφαιριστής και να οδηγήσω το Μαλάουι στο Μουντιάλ». Τα ίδια θα σου πουν και η Ιρέν με την Μέρσι, δύο 14χρόνια κορίτσια που μαθαίνουν ποδόσφαιρο στην Ακαδημία, έχοντας ως στόχο και όνειρο να φτάσουν την Ταμπίθα Τσαγούινκα που παίζει ποδόσφαιρο στην Σουηδία και σκοράρει περισσότερα γκολ απ’ τις συμμετοχές της. Η 21χρόνη Ταμπίθα γεννήθηκε στο Μαλάουι και έφυγε για την Σουηδία το 2014, όταν δηλαδή μπήκε σε κανονική λειτουργία το πρόγραμμα Chigoli. Θεωρείται -και λογικά είναι- η κορυφαία παίκτρια της χώρας.

H εκμάθηση αρχίζει με τα βασικά. Πολύ δουλειά στο κοντρόλ και την πάσα με την μία. Πολύ δουλειά στο αδύναμο πόδι κάθε παιδιού. Πολύ δουλειά στην κίνηση, αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα, πολύ δουλειά στην κατανόηση του αθλήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλα αυτά τα παιδιά δεν έχουν δουλέψει ποτέ πριν με προπονητές και δεν είναι εύκολο να μπουν σε καλούπια. Σε μια κανονική ομάδα. Μάλιστα την ώρα των προπονήσεων δεν είναι λίγοι αυτοί που μαζεύονται και παρακολουθούν αυτό το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα. Κάποιος να δίνει οδηγίες και να προσπαθεί να τιθασεύσει ένα παιδί. Επίσης τα παιδιά της Ακαδημίας μαθαίνουν τις θέσεις με τον παλιό βρετανικό τρόπο. Αυτός που φορά το νούμερο 2 -παίζει στο 2- είναι δηλαδή ο δεξιός πλάγιος αμυντικός. Ο πιτσιρίκος με το 6 είναι ο αμυντικός μέσος και αυτός με το 7, αυτός που τους βασανίζει όλους με την ταχύτητά του και την δεξιοτεχνία του στο δεξί άκρο της επίθεσης. Τα πάντα, ακόμα και αυτά που μοιάζουν να μην έχουν τόσο μεγάλη σημασία, είναι μελετημένα μέχρι και στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια ώστε να γίνει η δουλειά όπως πρέπει να γίνεται. Σωστά. Ο βαθμός δυσκολίας άλλωστε είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι είναι σε μια σύγχρονη Ακαδημία χωρών όπως η Ισπανία, η Γερμανία και η Αγγλία.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές ένα παιδί στο Μαλάουι πεθαίνει από κάποια σοβαρή ασθένεια. Ένα μικρό παιδάκι που μπορεί να γεννήθηκε με σπάνιο αθλητικό (και ποδοσφαιρικό DNA) και που -λογικά- δεν έπαιξε ποτέ ποδόσφαιρο με τους φίλους του φορώντας παπούτσια. Όχι ποδοσφαιρικά παπούτσια αλλά απλά παπούτσια, τρύπια και χιλιοφορεμένα από άλλους. Την ίδια στιγμή, κάπου δίπλα μας, στον «πολιτισμένο κόσμο» που ζούμε κάποιο άλλο παιδάκι ανοίγει ένα κουτί και βλέπει το τελευταίο μοντέλο παπουτσιών του Μέσι, αξίας 200 δολλαρίων. Δεν θα χαρεί ιδιαίτερα. Το δώρο είναι συνηθισμένο άλλωστε. Το παιδάκι αυτό δεν παίζει ποδόσφαιρο, δεν διαθέτει κάποιο ποδοσφαιρικό ταλέντο (το ακριβώς αντίθετο μάλιστα) και αφού φορέσει τα παπούτσια 2-3 φορές, θα τα βαρεθεί και θα τα τοποθετήσει δίπλα σε αυτά του Ρονάλντο, του Λε Μπρον, του Τζόρνταν, του Κακά και σε όλα τα υπόλοιπα που έχει στη συλλογή του. Μετά από λίγο καιρό μπορεί και να τα πετάξει ακόμα επειδή δεν θα είναι πλέον στη μόδα. Χάρις στους δύο Άγγλους αυτό έχει αλλάξει για αρκετά παιδιά και αυτή είναι μια σπουδαία νίκη απ’ το ποδόσφαιρο στην κοινωνία. Ίσως και η σπουδαιότερη.

To πρόγραμμα της Ακαδημίας Chigoli απασχολεί περίπου 2.500 παιδιά το χρόνο, δίνοντάς τους το δικαίωμα και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Ακόμα και αυτά που δεν θα ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο επαγγελματικά, έχουν τη δυνατότητα να μορφωθούν και να σπουδάσουν, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο για τη ζωή τους, μακριά απ’ τη φτώχεια και τη δυστυχία. Το σημαντικότερο απ’ όλα αυτά όμως είναι πως έχουν μια ακόμα μια πιθανότητα να κάνουν αυτό που στους περισσότερους από εμάς φαντάζει ως κάτι απλούστερο του απλού. Να ζήσουν.

9 χρόνια Σομπρέρο

  [14 Σχόλια]


Δυο τυχαία 9αρια

Έφτασε και πάλι αυτή η μέρα του χρόνου που λέμε «πώς πέρασε ο καιρός» και «σαν χθες είχαμε ξεκινήσει». Και είναι η αλήθεια. Φτάσαμε στα εννιά χωρίς να το καταλάβουμε. Το αν γίναμε σοφότεροι δεν το ξέρουμε (μάλλον όχι), τουλάχιστον ελπίζουμε ότι βελτιωθήκαμε. Τα κείμενα είναι λιγότερα απ’ότι παλιά «because life», που λέμε και στο χωριό μας όταν πηγαίνουμε για να ψήσουμε το Πάσχα και το παίζουμε μορφωμένοι, τουλάχιστον είναι όμως αρκετά μπαμπάτσικα, που λέμε και στο χωριό μας (το άλλο χωριό, από την πλευρά της μάνας), ώστε να σας καλύπτουν.

Στο Facebook αυξάνεστε συνεχώς και με εξαίρεση ελάχιστα, ευτυχώς, παραδείγματα συμμετέχετε στην κουβέντα πάντα μέσα σε ένα καλό και κόσμιο κλίμα, στο Twitter και στο Instagram το ίδιο και θέλουμε να σας ευχαριστήσουμε ιδιαίτερα γι’αυτό, γιατί αποτελεί ένα από τα ‘κατορθώματα’ για τα οποία καυχιόμαστε αρκετά. Γιατί το Σομπρέρο είναι κατ’ αρχήν το blog αυτό, αλλά είναι και η γενικότερη εμπειρία στις διάφορες πλατφόρμες.

Για όσο μπορούμε (και όσοι μπορούμε, καθώς μέσα στα χρόνια αρκετοί από εμάς δεν είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να συμμετέχουν) θα γράφουμε και θα μοιραζόμαστε ποδοσφαιρικές ιστορίες, σοβαρές και αστείες, ρετρό και καινούριες, κοινωνικές ή αμιγώς αθλητικές, βίντεο, φωτογραφίες, σκέψεις και πράγματα που ενδιαφέρουν εμάς και θέλουμε να πιστεύουμε ενδιαφέρουν και σας. Έστω λίγους κάθε φορά, δεν γίνεται να έχουμε όλοι τα ίδια γούστα.

Ευχαριστούμε για τα σχόλια (συνεχίστε να τα στέλνετε και εμείς θα προσπαθούμε να απαντούμε – πιστέψτε μας δεν είναι καθόλου εύκολο με το ρυθμό που φτάνουν κάποιες φορές), ευχαριστούμε για τις διορθώσεις αλλά και για το κράξιμο (απαραίτητη υπενθύμιση: ΔΕΝ είμαστε δημοσιογράφοι), περιμένουμε τις ιδέες και τις παρατηρήσεις σας και ευχόμαστε να είμαστε όλοι γεροί και στα 10, να το γιορτάσουμε ξανά, έχοντας απολαύσει λίγο πριν ένα χορταστικό Μουντιάλ (μακάρι).

Σας αφήνουμε με κάποια από τα πιο δημοφιλή κείμενα του 9ου χρόνου, καθώς και μερικές επιλογές των συντακτών, εννιά άρθρα στο σύνολο για να γεμίσετε το σ/κ σας:

1. Βουλγαρία ’93-’94: Ωδή στην πιο καλτ ομάδα όλων των εποχών του Jürgen Spock
Στόιτσκοφ, Μπαλάκοφ, Ιβανόφ, Κονσταντίνοφ, Λέτσκοφ, Μιχαΐλοφ, δεν περιγράφω άλλο.

2. Ο άνθρωπος που δεν νοιάστηκε για τίποτα του gargaduaaas
Η ιστορία του ‘σκληρού’ Ρόμπιν Φράιντεϊ, που «τους μισούσε όλους»

3. «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο» του duendes
Η γεμάτη καλτ ιστορίες καριέρα του Ουρουγουανού Πάολο Μοντέρο

4. Η μέρα που η Σίτι έπαιξε με δύο τερματοφύλακες του Elaith
«Τελευταία λεπτά του τελευταίου αγώνα της χρονιάς. Η Σίτι χρειάζεται γκολ για να βγει Ευρώπη…»

5. Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος του Ramón Llul
Η πικρή αλλά διδακτική ιστορία του άγνωστου Ραούλ Σάντσεθ

6. Οι πραγματικοί σου φίλοι του gargaduaaas
Η πιο ωραία σκηνή από το ντοκιμαντέρ του Μαραντόνα και κάποιες σκέψεις για τη φιλία

7. Η Μαφία και το ποδόσφαιρο του Elaith
Τρεις ιστορίες παικτών που για διαφορετικούς λόγους έμπλεξαν με την ιταλική μαφία

8. Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας του Jürgen Spock
Ο Mπόμπ Μάρλει δεν αγαπούσε πολύ μόνο τη μουσική αλλά και το ποδόσφαιρο

9. Η ομορφιά του να επιλέγεις το δύσκολο δρόμο του duendes
Το δύσκολο δίλημμα των οπαδών της Αούστρια που έχασαν την ομάδα τους από τη Red Bull

«Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία»

  [Καθόλου σχόλια]

(Φωτογραφία: David Brooks, 1980)

Σεπτέμβριος 1980, Μαϊάμι, Η.Π.Α.: Μια ομάδα αποτελούμενη από Αμερικανούς και Τζαμαϊκανούς αντιμετωπίζει μια ομάδα από την Αϊτή. Ο Μπόμπ Μάρλει αν και ήδη άρρωστος και καταπονημένος από τον καρκίνο που εξαπλωνόταν σ’ όλο του το σώμα παίζει κανονικά μαζί τους αδυνατώντας να χαλάσει την αγαπημένη του ρουτίνα που συνδύαζε περιοδείες σ’ όλο τον κόσμο με αγώνες ποδοσφαίρου στα διάφορα γήπεδα ή πάρκα που συναντούσε, αγώνες στους οποίους αντιμετώπιζε γνωστούς ποδοσφαιριστές, διασημότητες της εποχής, απλούς εργαζόμενους των περιοδειών ή των δισκογραφικών και οποιονδήποτε βρισκόταν εκεί γύρω και μοιραζόταν το ίδιο πάθος μ’ αυτόν.

(Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες φίλων και γνωστών, ο Μάρλει όταν δεν ασχολιόταν με τη μουσική του έβλεπε ή έπαιζε ακατάπαυστα μπάλα. Στην Βραζιλία το 1970 έπαιξε στους δρόμους του Ρίο ντε Τζανέιρο, φορώντας την φανέλα της Σάντος με το 10 του Πελέ που του είχαν χαρίσει, μαζί με άλλους μουσικούς, άτομα από την δισκογραφική του και τον εν ενεργεία διεθνή τότε Πάολο Σέζαρ ενώ το 1980 στην τελευταία του περιοδεία στην Αγγλία αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε συνέντευξη τις μέρες που βρέθηκε στο Λονδίνο επιλέγοντας στην θέση τους να κλείσει ένα κοντινό γηπεδάκι για όλες τις ημέρες και να προκαλέσει σε αγώνα εναντίον της ομάδας του (στην οποία συμμετείχαν τα υπόλοιπα μέλη των Wailers) οποιονδήποτε ενδιαφερόταν να τον γνωρίσει.)

Ελάχιστες μέρες μετά το παιχνίδι αυτό κατέρρευσε ύστερα από μια συναυλία στη Νέα Υόρκη. Πέθανε στο Μαϊάμι μερικούς μήνες αργότερα όντας μόλις 36 χρονών αλλά έχοντας προλάβει να γίνει θρύλος σ’ ένα από τα δυο πράγματα με τα οποία παθιάστηκε περισσότερο στη ζωή του.

Λόγος για να ζεις;

  [2 Σχόλια]

(Κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση)

Ο German Aczel, ένας από τους καλύτερους καρτουνίστες στην Λατινική Αμερική, κυκλοφόρησε πέρσι από την Γερμανία στην οποία διαμένει πλέον ένα βιβλίο για το Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο έχει συμπεριλάβει μερικά από τα καλύτερα σχέδια του. Σχολιάζοντας το δισέλιδο που έχει αφιερώσει στο γκολ-απόδειξη της ποδοσφαιρικής θεϊκής υπόστασης του Μαραντόνα το 1986 εξομολογήθηκε στο BBC ότι την ώρα που το σχεδίαζε τον πήραν τα κλάματα, ενθυμούμενος ότι όταν γινόταν αυτή η φάση αυτός ήταν 12 χρονών, μια ηλικία στην οποία «αρχίζεις να συνειδητοποιείς τι συμβαίνει γύρω σου και εντυπωσιάζεσαι». Το να κλαις 36 χρονών μαντράχαλος πάνω από το σχέδιο ενός γκολ που μπήκε πριν από δυο δεκαετίες είναι σοβαρή υπόθεση, αλλά ο German Aczel δικαιολογείται από το γεγονός ότι είναι Αργεντινός. (Και η έκρηξη ευτυχίας μετά από ένα γκολ της ‘ομάδας σου’ είναι μια στιγμή που σου επιτρέπει να δικαιολογήσεις αρκετές μορφές συναισθηματικής εκτόνωσης.)

Ο Roberto Saviano από την άλλη είναι Ιταλός. Και όχι ένας απλός Ιταλός. Είναι ο πιο επικηρυγμένος συγγραφέας της χώρας, ο άνθρωπος που δεν φοβήθηκε να γράψει το αποκαλυπτικό ‘Γόμορρα‘ (στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία), να μιλήσει πολλές φορές δημόσια για την Μαφία, να την εμπλέξει με το ποδόσφαιρο και το βασικότερο όλων, να παραμένει ζωντανός – έστω και υπό διαρκή προστασία.

Στην προαναγγελία του νέου του βιβλίου (στο οποίο θα υπάρχει και μια ιστορία για τον Μέσσι), ο Saviano έκανε μια λίστα με τα δέκα πράγματα για τα οποία αξίζει να ζει κανείς. Και παρ’όλο που «το ποδόσφαιρο δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα παιχνίδι» ή «22 τύποι που κυνηγάνε πάνω-κάτω στο χόρτο μια μπάλα που τρέχει» και παρ’όλο που ως Ιταλός στο γκολ εκείνο του Μαραντόνα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας απλός τηλεθεατής, τα 10 δευτερόλεπτα εκείνα, τα 60 εκείνα μέτρα που διένυσε ανεμπόδιστος ο Ντιεγκίτο, η φάση εκείνη γενικότερα που έβγαινε από την φαντασία εκατομμυρίων παιδιών-ανθρώπων που κάποια στιγμή στην ζωή τους κλώτσησαν μια μπάλα και γινόταν ρεαλιστική πραγματικότητα μπροστά στα μάτια τους σ’ έναν μεγάλο αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου, κέρδισε μια θέση στην προσωπική του λίστα:

1) Η βουβαλίσια µοτσαρέλα από την Αβέρσα
2) Ο Μπίλυ Εβανς στο τραγούδι «Love theme from Spartacus»
3) Να πας τον άνθρωπο που αγαπάς περισσότερο στον τάφο του Ραφαήλ και να του διαβάσεις την επιγραφή στα λατινικά: «Αυτός είναι ο Ραφαήλ, από τον οποίο η Φύση φοβάται πως θα νικηθεί και, όταν εκείνος πεθάνει, πως θα πεθάνει κι αυτή µαζί του»
4) Το γκολ του Μαραντόνα στο 2-1 κατά της Αγγλίας, στο Μουντιάλ του Mεξικού, το 1986
5) Η Ιλιάδα
6) Να ακούς στα ακουστικά σου το τραγούδι του Μποµπ Μάρλεϊ «Redemption song», ενώ κάνεις µια χαλαρή βόλτα
7) Να κάνεις µια βουτιά, αλλά στα βαθιά, εκεί που η θάλασσα είναι θάλασσα
8 ) Να ονειρεύεσαι ότι θα γυρίσεις σπίτι αφού αναγκάστηκες να µείνεις µακριά για πολύ, πολύ καιρό
9) Να κάνεις έρωτα
10) Στο τέλος µιας ηµέρας κατά την οποία συγκέντρωσαν υπογραφές εναντίον σου, να ανοίγεις τον υπολογιστή και να βρίσκεις µήνυµα από τον αδελφό σου που λέει: «Είμαι υπερήφανος για σένα».

6 σκέψεις από το Νότια Αφρική-Βραζιλία

  [Καθόλου σχόλια]

South Africa-Brazil

6 σκέψεις που κατάφεραν να επισκιάσουν την φασαρία των βουβουζέλων, στην δεύτερη μου προσπάθεια να δω αγώνα του Confederations Cup:

  1. Είμαι πεπεισμένος ότι αν αυτός ο Ραμίρες αναζητήσει τις οικογενειακές του ρίζες, θα ανακαλύψει ότι δεν έχουν καμία σχέση με την Βραζιλία. Τα πλευρά του Ριβελίνο, σε κάποιον καναπέ στο Σαο Πάολο, σίγουρα τον ‘τράβηξαν’ παρακολουθώντας την κίτρινη φανέλα της Σελεσάο, σε τόσο αδιάφορο μεσοεπιθετικό!
  2. Είμαι, άραγε, ο μόνος που βλέποντας τον προπονητή της Νοτίου Αφρικής, διέκρινε τον Ότο Ρεχάγκελ, μαυρισμένο με μεγαλωμένη την μύτη;
  3. Προσπαθώ απεγνωσμένα να αποφασίσω, αν αισθάνομαι περήφανος ή κακόμοιρος, που μετά από χρόνια θα λεω στους νεότερους, πως έχω δει ποδοσφαιρικό αγώνα τον οποίο περιγράφει ο Αλέξανδρος Θεοφιλόπουλος, ο μόνος άνθρωπος που μπορεί σε δεύτερο συνεχόμενο αγώνα, τέσσερις ολόκληρες μέρες μετά τον πρώτο, να αποκαλέσει πάλι κάποιον παίκτη αγωνιζόμενο το 2009, «Ρομάριο»! Είναι πραγματικά κρίμα, αυτή η εμπειρία που βιώνουμε στην Ελλάδα, να μην υπάρχει κάποιος τρόπος να διαδοθεί και παρά-έξω, στους απανταχού ποδοσφαιρόφιλους. (Ένας Αγγλικός υποτιτλισμός, δεν θα ήταν κακή ιδέα – για εμάς, όχι για τους ξένους).
  4. Ο Ντάνι Άλβες, να μπαίνει αλλαγή στα τελευταία λεπτά, στην θέση του ..αριστερού μπακ και να πετυχαίνει το γκολ της πρόκρισης! Κάρλος Ντούνγκα, δεν διαβάζεις τα e-mail μου;
  5. Ο Siphiwe Tshabalala, o κοντός μαλλιαρός Νοτιοαφρικάνος στο κέντρο, 24 χρονών, με καριέρα σε ομάδες με τα ονόματα Free State Stars (εναλλακτικά: ρέγκε μπάντα που κάνει καριέρα, με προωθητική ατάκα πως ο κιθαρίστας τους ήταν γείτονας του Μπομπ Μάρλει) και Kaizer Chiefs (εναλλακτικά, αν κάνεις το ‘Z’-‘S’: Αγγλική ροκ σύγχρονη μπάντα), πόσο εύκολα θα μπορούσε να κάνει την διαφορά στο κέντρο, στις περισσότερες ομάδες του Ελληνικού πρωταθλήματος;
  6. (Βουβουζελική σκέψη): Ανεχόμαστε τις βουβουζέλες γιατί είναι άρρηκτα δεμένες με την παράδοση της Νότιας Αφρικής και κατ’επέκταση με το ποδόσφαιρο της;  Δηλαδή σε μια αντίστοιχη περίπτωση, σε διοργάνωση στην Ελλάδα, η FIFA θα έπρεπε να δεχτεί την ρίψη αντικειμένων, σε οποιοδήποτε περίεργο σφύριγμα του διαιτητή καθώς και τις …προσωπικές συνομιλίες γραφικών οπαδών με τους επόπτες, μετά από κάθε λάθος σήκωμα της σημαίας: «Psit, buddy, do you know where was your wife last night»; Παράδοση!