Αποτελέσματα αναζήτησης για: τσικ τσαρνλει

Ωδή στον Τσικ Τσάρνλει (Η Ωδή της Ωδής δηλαδή)

  [1 Σχόλιο]

chic1_280x390_927803a

Ποιος είναι αυτός; θα ρωτήσετε πολλοί και άδικο δε θα έχετε για τον – σχετικά – άγνωστο ποδοσφαιριστή και τα καμώματα του. Ο Τσάρνλει συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο σκληρούς και βίαιους παίκτες που έχει γνωρίσει το σκωτσέζικο ποδόσφαιρο (και όχι μόνο) και η ιστορία του είναι απλά μοναδική. Ο γεννημένος στη Γλασκώβη φίλος μας αγωνίστηκε για 20 χρόνια σε 15 διαφορετικές ομάδες (σε Σκωτία, Ιρλανδία, Αγγλία και Σουηδία) έχοντας όμως – πάντα – πάνω απ’ τη δική του καριέρα την αγάπη του για τη σπουδαιότερη ομάδα της πόλης. Τη θρυλική Σέλτικ. Γιατί αν λατρεύει τρία πράγματα σε αυτή τη ζωή ο Τζέημς Κάλαχαν Τσάρνλει (γνωστότερος ως Τσικ) δεν είναι άλλα απ’ τη Σέλτικ, το ποδόσφαιρο και τις φασαρίες. Γεννημένος το 1963 και «ευλογημένος» με απίστευτο ποδοσφαιρικό ταλέντο – από πολύ μικρός – προοριζόταν για μεγάλη καριέρα σε μια περίοδο  που πολλοί σπουδαίοι παίκτες της εθνικής Σκωτίας έμπαιναν, σιγά-σιγά, στη δύση της καριέρας τους. Όλοι οι «ειδικοί»  περίμεναν τα πάντα πολλά απο αυτόν. Τελικά δεν τα πήραν (σχεδόν) ποτέ. Εκτός από μερικά εξωπραγματικά γκολ και ένα σωρό τσαμπουκάδες (εντός και εκτός γηπέδου). Κάτι ήταν κι αυτό.

Ο παίκτης απ’ τα πρώτα του χρόνια στην Σεν Μίρεν και την Πόλοκ (καμία σχέση με το ζωγράφο) απουσίαζε από πολλές προπονήσεις επειδή μπορούσε έτρεχε να δει τα «διπλά» της Σέλτικ ή να πλακωθεί γι’ αυτήν σε κάποιο βρωμερό σοκάκι της Γλασκώβης. Μάλιστα πολλές φορές – και ενώ είχε τη φανέλα του βασικού στο σπίτι του – δεν πήγαινε να αγωνιστεί προτιμώντας να πάει στο πέταλο του Σέλτικ Παρκ και να ξελαρυγγιαστεί για τη μοναδική ομάδα που λάτρεψε πραγματικά. Μάλιστα ο μύθος λέει πως έχασε μεταγραφή στη Χαρτς στα 19 του επειδή μέθυσε με το βοηθό προπονητή της ομάδας, Σάντι Τζάρντι πριν από προπόνηση. Μόνο εσύ ρε Τσικ. Ουσιαστικά ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Κλάινμπανκ στα 23 του χρόνια μαγεύοντας το κοινό του Χολμ Παρκ για μιάμιση σεζόν (το 1987 αυτά) πριν πάει στην Πάτρικ Θιστλ, συνεχίσει στη Σεν Μίρεν και κάνει ένα πέρασμα απ΄τη Μπόλτον και τη Τζουγκάρντερνς σε μια εξαετία που ο Τσικ ήταν – όταν ήθελε – ο τέλειος κεντρικός μέσος. Μπορούσε να σκοράρει με ένα ασύλληπτο σουτ απ΄τα 30-40 μέτρα στο γάμα της εστίας ή να βγάλει μια πενηντάρα μπαλιά που θα ζήλευε και ο Παύλος ο Σκόουλς. Όλα αυτά όχι συχνά και όταν δεν πήγαινε για μπάλα με hangover ή με μαυρισμένα μάτια (και άυπνος) λόγω τσαμπουκάδων σε κάποια παμπ το προηγούμενο βράδυ.

GW220H305

Εκείνη την περίοδο είχε μπει για τα καλά στο μάτι του Λου Μακάρι, προπονητή της Σέλτικ και πρώην λατρεμένο προπονητή της Στόουκ (δείτε την ταινία Marvellous οι πιστοί) και μάλιστα δέχθηκε πρόσκληση να αγωνιστεί στο Όλντ Τράφορντ κόντρα στη Γιουνάϊτεντ σε ένα παιχνίδι προς τιμήν του θρύλου των «μπέμπηδων» Μαρκ Χιούζ. Ήταν 1994 και ο Τσικ ήταν υπό δοκιμή στους Χουπς έχοντας την ευκαιρία να δείξει σε όλους το τεράστιο μέγεθος του ταλέντου του και – φυσικά – του μαγικού αριστερού ποδιού του (σόρρυ Βασιλάκη Τσιάρτα). Ο Τσάρνλει ήταν ο καλύτερος της αναμέτρησης σερβίρωντας ένα γκολ στον Σίμον Ντόνελι και μοιράζοντας αρκετές «σακούλες» στους αμυντικούς των Άγγλων κάνοντας και μια ονειρική «ποδιά» στον τεράστιο Ερίκ Καντονά. Η Σέλτικ επικράτησε με 3-1 και οι φίλοι της ομάδας δε σταμάτησαν να τραγουδούν το «Υπάρχει μόνο ένας Τσικ Τσάρνλει» δίνοντας στη διοίκηση το σήμα για τη μεταγραφή του παίκτη. Ο Τσικ άφησε το γήπεδο θριαμβευτής και κρατώντας – για αναμνηστικό- τη φανέλα του Γκιγκς γνωρίζοντας πως σε λίγες μέρες θα ζούσε το απόλυτο όνειρο για τον ίδιο. O Μακάρι τελικά απολύθηκε λίγο καιρό αργότερα και ο Τσικ Τσάρνλει δεν έκανε ποτέ το δικό του όνειρο – αλλά και των φίλων της ομάδας – πραγματικότητα. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι απλά χάσαμε την ευκαιρία να δούμε ένα ντέρμπι Σέλτικ – Ρέιντζερς με τον Τσάρνλει απ’ τη μία και τον Γκασκόιν απ’ την άλλη. Παραδεχθείτε το. Ένα «όχι ρε γαμώτο» το είπατε οι περισσότεροι βαριανασαίνοντας.

Ο Τσάρνλει συνέχισε με κάποιες καλές σεζόν στην Πάτρικ Θιστλ, τη Ντάντι και τη Χιμπέρνιαν πριν βάλει οριστικό τέλος στην καριέρα του το 2003 με τη φανέλα της πρώτης  στην αγαπημένη του Γλασκώβη. Με τη φανέλα της Χιμπέρνιαν μάλιστα είχε πικράνει πολύ τους φίλους της Σέλτικ στο ντεμπούτο του Χένρικ Λάρσον. Ο Σουηδός  είχε πασάρει λάθος, ο Τσικ πήρε τη μπάλα και με ένα κεραυνό απ’ τα 40 μέτρα χάρισε τη νίκη με 2-1 στην ομάδα του, στερώντας τη χαρά απ’ την «άλλη» ομάδα του (και λογικά κι απ’ τον εαυτό του). O παίκτης αποβλήθηκε συνολικά 17 φορές στην καριέρα του ως ταξιδιώτης – ποδοσφαιριστής (μια Βρετανική «μικρογραφία» του Λουτζ Πφανενστίελ ήταν άλλωστε ο Τσικ), με τις περισσότερες  να είναι για χτύπημα με γροθιά σε αντίπαλο και όχι για κάποιο τάκλιν ή διαμαρτυρία στον διαιτητή. Ακόμα μια πρωτιά για τον Τσάρνλει αυτή που θα ζήλευαν παίκτες όπως ο Βίνι Τζόουνς, ο Ροι Κιν και ο Νόρμαν Χάντερ. Όχι παίζουμε «γατάκια». Θα μπω στην τελική ευθεία αυτής της Ωδής με μια ιστορία ρουτίνας για τον Τσικ, πέρα για πέρα όμως αληθινή. Το 1998, και αφού είχε πάει για τρίτη φορά στην Πάτρικ Θιστλ, δέχθηκε επίθεση από δύο τύπους σε κάποιο πάρκο. Ο ένας εκ των δύο κρατούσε μάλιστα ένα σπαθί σαμουράι. Ο Τσικ, αφού χτύπησε το «νίντζα», του πήρε το σπαθί και άρχισε να κυνηγά και τους δύο για αρκετά μέτρα φωνάζοντας και σπέρνοντας τον τρόμο σε όσους είχαν την «τύχη» να βρίσκονται εκεί εκείνη τη στιγμή. Την ίδια εβδομάδα οι φίλοι της ομάδας τον ψήφισαν ως το σπουδαιότερο παίκτη στην ιστορία του συλλόγου. O λαός της Σκωτίας όπως καταλάβατε ξέρει να τιμά και να αναγνωρίζει τις μεγάλες αξίες.

23486_seeing-red-3-new-shirt-460x250

Όσοι θέλουν να μάθουν περισσότερα για τον Τσικ Τσάρνλει μπορούν να διαβάσουν το βιβλίο «Seeing Red – The Chic Charnley Story«. Για την ιστορία το προσωνύμιο που τον ακολουθούσε τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο ήταν το «Hot Head». Δε νομίζω να θέλει κάποιος εξήγηση επ’ αυτού.

O μυστακοφόρος ψυχάκιας της Βρετανίας

  [Καθόλου σχόλια]

Στο Αγγλικό (και το Βρετανικό) ποδόσφαιρο των 70’s, των 80’s αλλά και των 90’s υπήρξαν ένα σωρό σκληροί και βίαιοι ποδοσφαιριστές. Το παράδοξο είναι πως όλοι αυτοί δεν ήταν μόνο αμυντικοί ή κεντρικοί μέσοι, θέσεις δηλαδή που έχουν αρκετό ξύλο επειδή οι παίκτες βρίσκονται σε συνθήκες άμυνας. Στην Αγγλία πολλοί επιθετικοί (ή επιθετικογενείς) παίκτες είχαν και έχουν ιστορικό βίας και χρήζουν ψυχιατρικής βοήθειας. Από τον θρύλο της Έβερτον, Ντάνκαν Φέργκιουσον στο Μικ Χάρφορντ της Λούτον και απ’ τον μεσοεπιθετικό γυρολόγο Τσίκ Τσάρνλει στον άλλο γυρολόγο της Αγγλίας τον Μπίλι Γουάιτχερστ στην πιο πρόσφατη περίπτωση του γκόλφερ  Κρεγκ Μπέλαμι. Όλοι τους έπαιζαν συχνότερα ξύλο και απ’ το Μαϊκ Τάισον όταν ο διάσημος μποξέρ είχε βρεθεί για τρία χρόνια σε φυλακές των Η.Π.Α.

Ποιος ήταν όμως ο σκληρότερος και βιαιότερες όλων; Σύμφωνα με το γνωστό δημοσιογράφο της Daily Mail, Μπέρνι Φρεντ ο τίτλος αυτός ανήκει δικαιωματικά στον επιθετικό Ρόι ΜακΝτόναχ. Ο δημοσιογράφος έχει γράψει μάλιστα και ένα βιβλίο για την περιπτωσάρα του παίκτη με τίτλο «Red Roy». Ο ΜακΝτόναχ, για να σας βάλω καλύτερα στο κλίμα, έχει ψηφιστεί ως ο πιο βρώμικος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Βρετανίας. Ο ίδιος – λογικά – θα πίνει ένα ποτάκι κάθε μέρα σε αυτό, μιας και δεν νομίζω να τον στεναχώρησε ιδιαίτερα αυτός ο «τίτλος ευγενείας». Όχι Σερ δεν τον έκανε η Βασίλισσα και είναι κάτι που λογικά θα συζητιέται αρνητικά στο Μπάκινγκχαμ.

1

Ο ΜακΝτόναχ γεννήθηκε το 1958 στο Σόλιχολ και στα 18 του θα διχάσει το ποδοσφαιρικό κοινό του Μπέρμινγκχαμ μιας και άφησε την Άστον Βίλα – όπου και είχε κάνει τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα – για τη φανέλα της συμπολίτισσας Μπέρμινγκχαμ. Εννοείται είχε προλάβει να δεχθεί την πρώτη του κόκκινη κάρτα ενάμιση χρόνο νωρίτερα στο σχολικό κύπελλο της πόλης όταν και προσπάθησε να χτυπήσει το διαιτητή της αναμέτρησης. Όταν έκλεισε την καριέρα του στην Κόλτσεστερ, το 1994, ο αριθμός των αποβολών του είχε φτάσει τις 22 κάτι που αποτελεί ρεκόρ για την Αγγλία. Ο ίδιος πάντως το θεωρεί τελείως φυσιολογικό μιας και όπως γράφει στο βιβλίο του ο Φρεντ «σε 20 χρόνια καριέρας οι 22 αποβολές είναι ένας μικρός αριθμός, μία και κάτι ανά σεζόν». (Ο Γιώργος Ανατολάκης μόλις γέλασε σαρδόνια στο Υπουργείο που δουλεύει ως υπάλληλος).

Απ’ το ’78 όταν και άφησε το Σεντ Άντριους μέχρι το 1994 που αποσύρθηκε απ’ την ενεργό δράση πρόλαβε να αγωνιστεί σε 9 ομάδες (και την Τσέλσι όταν αυτή αγωνίζονταν σε μικρότερες κατηγορίες) και να τρομοκρατήσει συμπαίκτες και αντιπάλους απ’ τη θέση του επιθετικού στις μικρές κατηγορίες της Αγγλίας. Δίπλα σε όλα τα περιστατικά βίας και σε μερικά εξαιρετικά τέρματα θα υπάρχει πάντα ως παράσημο ο αποκλεισμός της Τότεναμ στο β’ γύρο του Λιγκ Καπ τη σεζόν ’89/’90 ως παίκτης της Σάουθεντ Γιουνάϊτεντ – εννοείται ο ΜακΝτόναχ είχε αποβληθεί στο τέλος του αγώνα – και το νταμπλ ημιεπαγγελματιών με την Κόλτσεστερ το 1992. Στον τελικό κυπέλλου η ομάδα του «Ρεντ Ρόι» είχε επικρατήσει με 3-1 της Γουϊτον Άλμπιον στο Γουέμπλει. Ο Ρόι ΜακΝτόναχ είχε το ρόλο του παίκτη-προπονητή απ’ το 1991 ως και το 1994 όταν και απολύθηκε. Σεβασμός μηδέν στο Στάδιο Κομιούμιτι όπως καταλαβαίνετε για ένα «ποδοσφαιράνθρωπο» που έβαλε το τιμημένο Κόλτσεστερ στον ποδοσφαιρικό χάρτη.

ONE USE ONLY Roy McDonough

Ο σκληρός και βίαιος χαρακτήρας του είχε διαμορφωθεί σε νεαρή ηλικία όταν και μεγάλωσε φτωχικά παρέα με τα τρία αδέρφια του (ο ένας δίδυμος) και τις δύο αδερφές του με την εικόνα του πατέρα να είναι συνεχώς απούσα. Μόνη διέξοδος ήταν το ποδόσφαιρο με τους «δαίμονες» του παρελθόντος όμως να μην αφήνουν ποτέ τον παίκτη να ηρεμήσει. Όλα αυτά που τον βασάνιζαν έβγαιναν – δυστυχώς – και στην προσωπική του ζωή. Πολύ ποτό, πολλές γυναίκες (χωρίς να είναι και Σπαλιάρας), ένα διαζύγιο και ο χαμός του καλύτερου του φίλου – και συμπαίκτη του στην Κόλτσεστερ – Τζον Λάιονς, οδήγησαν τον ΜακΝτόναχ στον αλκοολισμό.

Υπήρχε περίοδος της ζωής του που για περίπου δέκα μήνες έπινε 7-8 μπουκάλια τη βδομάδα, σύμφωνα πάντα με φίλους και συμπαίκτες, τα χρόνια στην Κόλτσεστερ. Αν και όπως έχει πει ο ίδιος τα προβλήματα αλκοολισμού είχαν ξεκινήσει στην Έξετερ το 1984 όταν ο προπονητής της ομάδας Τζιμ Άλλει δεν εμπιστευόταν σχεδόν ποτέ το ταλέντο του σε μια περίοδο που ήταν πανέτοιμος για το μεγάλο βήμα στην καριέρα του. Κάτι που δεν έγινε ποτέ και κάτι που τον άλλαξε προς το χειρότερο όπως είναι εύκολο να καταλάβετε. Εκείνη την περίοδο αποβλήθηκε για το περιβόητο κουνγκ-φου χτύπημα στον Τόνυ Πιούλις σε ένα παιχνίδι κυπέλλου κόντρα στη Μπρίστολ Ρόβερς. Τσακώθηκε με τον πρώην συμπαίκτη του Ντέιβιντ Μόγιες όταν αυτός έπαιζε στην Κέημπριζ και φυσικά τα νεύρα και οι βίαιες συμπεριφορές ήταν υπόθεση ρουτίνας για τον παίκτη, σε βαθμό που να τον φοβούνται ακόμα και οι συμπαίκτες με τους προπονητές του.

Roy-McDonough

Ο Ρόι ΜακΝτόναχ δεν υπήρξε ποτέ ο σούπερ ταλαντούχος επιθετικός. Δεν ήταν ποτέ υπόδειγμα αθλητή ούτε καν ανθρώπου. Ήταν – ως νέος – αυτό που οι γονείς μας έλεγαν να μη γίνουμε όταν μεγαλώσουμε (το καταφέρατε;) αλλά είναι και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας εποχής πιο ρομαντικής, πιο ερασιτεχνικής, με λιγοστά φώτα και πολλά περισσότερα σκοτάδια. Ένας ποδοσφαιριστής που λογικά στο σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν θα άντεχε ούτε μισή σεζόν. Για τους φίλους της Κόλτσεστερ θα είναι πάντα ένας  ήρωας, άλλωστε μπήκε στο Hall Of Fame της ομάδας το 2012, και για τον εαυτό του θα είναι πάντα ένας αδικημένος, λιγάκι νευρικός επιθετικός μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί.  Άλλωστε ο ίδιος έχει δηλώσει πως βρίσκει ελάχιστα κοινά στο δικό του ποδόσφαιρο με αυτό της εποχής μας.

Γι’ αυτό λοιπόν κλείνω και εγώ το κείμενο με μερικά δικά του λόγια. «Οι σημερινοί μοντέρνοι ποδοσφαιριστές δεν ξέρουν πόσο παραχαιδεμένοι είναι. Θεωρούν πως το παιχνίδι είναι περισσότερο γρήγορο απ’ ότι ήταν 30 χρόνια πίσω αλλά εμείς πίναμε, τσακωνόμασταν και παίζαμε κάθε τρεις μέρες. Δεν φτιάχναμε τα μαλλιά μας, δεν μας έκαναν μασάζ  και φυσικά δεν κλέβαμε τους αντιπάλους ούτε κοροϊδεύαμε το κοινό πέφτοντας στο έδαφος με το παραμικρό».

Ωδή στον Χένρικ Λάρσον

  [3 Σχόλια]

Είναι ο κορυφαίος Σουηδός ποδοσφαιριστής των τελευταίων 25 ετών και – ίσως – ο εξυπνότερος επιθετικός όσα χρόνια με θυμάμαι να παρακολουθώ ποδόσφαιρο. Ένας «μαέστρος» εντός των τεσσάρων γραμμών. Ένας σεσημασμένος «φονιάς» που έσπερνε τον τρόμο σε όλους τους αντίπαλους τερματοφύλακες και αμυντικούς. Μια ποδοσφαιρική ιδιοφυϊα που όσοι τον πρόλαβαν να αγωνίζεται έχουν μόνο καλά λόγια να πουν. Ένας γεννημένος νικητής που στη μέρα του δεν έχανε – χωρίς υπέρπροσπάθεια – από κανένα. Φυσικά και μιλάω για τον ένα και μοναδικό. Το σπουδαίο Χένρικ Λάρσον.

tumblr_n55j6qe85K1tqzy89o1_500

Το παιδάκι που γεννήθηκε το 1971 στο Σκουάνε (ένα προάστιο του Χέλσινμποργκ)  από μητέρα Σουηδή και πατέρα απ’ το Πράσινο Ακρωτήρι (εξού και τα χαρακτηριστικά του) κατάφερε να εκμεταλλευτεί το σπάνιο ταλέντο του, να ξεπεράσει τα σύνορα της Σουηδίας και να κατακτήσει τίτλους σε πέντε διαφορετικές χώρες. Μαγεύοντας, εννοείται, όλους τους φίλους της στρογγυλής θεάς με τις περίτεχνες  ενέργειες του.  Αφού πήρε το όνομα της μητέρας του (για να μην πολυασχολούνται με την καταγωγή του στο σχολείο) ξετίναξε τα δίχτυα στη Σουηδία με τις φανέλες των Χόγκαμποργκς και Χέλσινμποργκ (σαν μάχη του Lord Of The Rings ακούγεται αυτό) και πήρε μεταγραφή στην Ολλανδική Φέγενορντ. Στην τρυφερή ηλικία των 22. Η προσαρμογή στο Ολλανδικό ποδόσφαιρο δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση για το νεαρό. Όπως και το να κλέψεις το πρωτάθλημα απ’ τον Άγιαξ εκείνα τα χρόνια, οφ κορς. Τόσο ο Βίλεμ Φαν Χάνεγκεμ όσο και ο Άρι Χααν δεν μπόρεσαν να βγάλουν τον καλύτερο εαυτό του Σουηδού με το Λάρσον να ζητά τελικά μεταγραφή το 1997 για να αρχίσει και πάλι ν’ αναπνέει ποδοσφαιρικά. Ο Χααν δέχθηκε το αίτημα του και έτσι ο Λάρσον έφυγε το καλοκαίρι του ’97 για τη Σκωτία και τη Σέλτικ με το ποσό των 650.000 λιρών. Οι φίλοι της Φέγενορντ θα τον θυμούνται πάντα για τη φοβερή του εμφάνιση στο 2-4 επί του Άγιαξ το ’95 αλλά και για κάποιες στιγμές  μαγείας με τη φανέλα της ομάδα τους. Εκτός των αναμνήσεων και των «πτυχίων» πάνω στο «Ολλανδικό ποδοσφαρικό μοντέλο» (και όχι μόνο) ο Λάρσον έφερε μαζί του στη Γλασκώβη και δύο κύπελλα Ολλανδίας μαζί με μερικά, σπάνιας ομορφιάς, τέρματα που είχε σκοράρει στα γήπεδα της χώρας του Κρόιφ, του Ρέμπραντ και του Βαν Γκογκ. Αυτοί οι τρεις είναι και οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της χώρας (και με αυτή τη σειρά παρακαλώ) αλλά αυτό θα το αναλύσουμε άλλη μέρα. Πάμε παρακάτω.

5770-groot

Ο ίδιος δεν το γνώριζε τότε, αλλά οι σεζόν στην Ολλανδία τον είχαν βοηθήσει στο να εξελιχθεί ποδοσφαιρικά και να ξεκίνησει την ονειρική του πορεία με τη φανέλα της Σέλτικ για 7 ολόκληρα χρόνια. Όσο κι αν αυτή άρχισε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, ο Χένρικ Λάρσον δεν μπόρεσε να αποφύγει το πεπρωμένο. Η μοίρα είχε γράψει μεγάλες στγμές δόξας μετά από αυτό το πάντρεμα και για τους δύο. Και αυτό συνέβη. Οι φίλοι των Καθολικών είδαν το Σουηδό με το ξανθό ράστα μαλλί να κάνει τραγικό λάθος στο ντεμπούτο του – κόντρα στη Χιμπέρνιαν – πασάρωντας τη μπάλα στον Τσικ Τσάρνλει για το γκολ που έφερε την ήττα με 2-1. Επίσης στο Ευρωπαϊκό του ντεμπούτο ο Λάρσον σκόραρε αυτογκόλ βάζοντας δύσκολα στην ομάδα του. Το καλό ήταν πως γνώριζε – όπως και οι φανς της Σέλτικ – ποιος είναι και τι ήταν ικανός να καταφέρει. Από εκείνη τη στιγμή έσβησε τις κακές αναμνήσεις του – πρόσφατου – παρελθόντος και ξεκίνησε μια ερωτική σχέση με τα δίχτυα που εξελίχθηκε σε λατρεία από τους φίλους της Σέλτικ (και όχι μόνο). Ο Λάρσον και η Σέλτικ άλλωστε απέκτησαν πολλούς φίλους εκείνη την περίοδο χάρις στην παρουσία του Σουηδού στράικερ.

Αυτή η αγάπη γιγαντώθηκε αλλά και δοκιμάστηκε κι απ’ τις δύο πλευρές μετά την 22η Οκτωβρίου του 1999. Ο Λάρσον είδε εκείνη την μαύρη μέρα το αριστερό του πόδι να γίνεται κομμάτια σε ένα μαρκάρισμα του Σερζ Μπλανκ της Λυόν, με τις πρώτες εκτιμήσεις να μιλούν ακόμη και για πρόωρο τέλος της καριέρας του. Η Σέλτικ πρόσφερε νέο συμβόλαιο στον παίκτη και ο ίδιος επέστρεψε στο τέλος της χρονιάς δυνατός – και με ξυρισμένο κεφάλι πλέον – δείχνοντας εκτός της ποδοσφαιρικής του αρτιότητας και τη δύναμη της μαχητικής του ψυχής. Την επόμενη σεζόν μάλιστα οδήγησε τη Σέλτικ στο νταμπλ, κερδίζοντας και το χρυσό παπούτσι της Ευρώπης με τα  35 του τέρματα. Σε 37 συμμετοχές. Ήταν γεγονός. Ο σοβαρός τραυματισμός του άνηκε πλέον στο παρελθόν. Η Μπαρτσελόνα προσέγγισε τον παίκτη εκείνο το καλοκαίρι  με τον ίδιο να τιμά το συμβόλαιο του και να μένει στη Γλασκώβη δείχνοντας – με τον καλύτερο τρόπο – το σεβασμό του στην ομάδα και τους φανς που του στάθηκαν πραγματικά στη δυσκολότερη στιγμή της καριέρας του. Με την εξαιρετική Σέλτικ του Μάρτιν Ο’Νίλ και έχοντας άξιους συμπαραστάτες τους Πωλ Λάμπερτ και Κρις Σάτον έφτασε μια ανάσα κι απ’το Κύπελλο Ουέφα του 2003 όταν και γνώρισε την ήττα απ’ την Πόρτο του Μουρίνιο στον τελικό της Σεβίλλης. Ο Λάρσον είχε σκοράρει δύο φοβερά γκολ στο παιχνίδι αλλά οι Σκοτσέζοι είχαν ηττηθεί, δυστυχώς, με 3-2 στην παράταση.

_64010000_5364115

Τρία χρόνια αργότερα με δύο μαγικές ασίστ θα χάριζε στη Μπαρτσελόνα το δεύτερο της Πρωταθλητριών κόντρα στην Άρσεναλ στο Παρίσι αγγίζοντας και κατακτώντας την κορυφή της Ευρώπης. Μάλιστα ο ηττημένος Τιερί Ανρί είχε δηλώσει πως δίχως το Λάρσον η Μπάρτσα δε θα είχε καταφέρει να κερδίσει το σπουδαιότερο διασυλλογικό τρόπαιο, λέγοντας ουσιαστικά πως αυτός ήταν ο πραγματικός mvp του τελικού και όχι ο Ροναλντίνιο ή ο  Ετό. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Σουηδός επιθετικός σκόραρε 15 τέρματα κόντρα στη μισητή Ρεϊντζερς στα  ντέρμπι της Γλασκώβης. Σε μερικά εξ αυτών έχοντας αντίπαλο τον καλό του φίλο, απ’ τα χρόνια στη Φέγενορντ, Ζιοβάνι Φαν Μπρόκχορστ. Η μοίρα μάλιστα τα έφερε έτσι ώστε να σηκώσουν μαζί με τη Μπαρτσελόνα το Τσάμπιονς Λιγκ. Συνολικά με τη φανέλα της Σέλτικ σκόραρε 242 τέρματα σε όλες τις διοργανώσεις κάτι που όπως είναι φυσικό τον έχει αναγάγει σε θρύλο για τη σπουδαία ομάδα της Γλασκώβης.

Ο «γάμος» με τους Καταλανούς  μπορεί να άργησε αλλά όταν ήρθε μας χάρισε μοναδικές στιγμές. Εκτός του Τσάμπιονς Λιγκ με τους μπλαουγκράνα ο Λάρσον πανηγύρισε δύο πρωταθλήματα Ισπανίας και ένα σούπερ Καπ κόντρα στη φοβερή και τρομερή εκείνα τα χρόνια Μπέτις του «δικού μας» Λορέντζο Σέρα Φερέρ. Ο Λάρσον αγωνίστηκε με την εθνική της χώρας του απ’ το 1993 κα πήρε μέρος στο Μουντιάλ των Η.Π.Α το ’94 (κερδίζοντας μάλιστα και την 3η θέση). Τελευταία του παρουσία το Euro του 2008. Συνολικά σκόραρε 37 τέρματα με τη φανέλα της Σουηδίας, με μερικά απ’ αυτά μάλιστα να θεωρούνται στα ωραιότερα τέρματα που έχουμε δει σε διεθνείς διοργανώσεις όπως αυτό κόντρα στη Βουλγαρία το 2004. Μάλιστα είναι ο παίκτης που το 2007 για πάρτη του άλλαξαν (για λίγο) οι κανονισμοί της Πρέμιερ Λιγκ για τους παίκτες που έχουν δικαίωμα στο μετάλλιο του πρωταθλητή. Μέχρι την προηγούμενη χρονιά το όριο ήταν οι 10 συμμετοχές (πλέον είναι οι 5) Ο Λάρσον είχε αγωνιστεί δανεικός στη Μάντσεστερ Γιουνάϊτεντ για τρεις μήνες απ’ τη Χέλσινμποργκ στα 36 του χρόνια αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στο κοινό του Ολντ Τράφορντ και στον Σερ Άλεξ Φεργκιουσον μετρώντας 7 συμμετοχές στο πρωτάθλημα. Μάλιστα ο «τσίχλας» είχε κάνει τα αδύνατα δυνατά για να κρατήσει τον παίκτη μέχρι το Μάη αλλά ο Λάρσον είχε φερθεί για ακόμα μία φορά ως κύριος τιμώντας το συμβόλαιο που είχε με την ομάδα της πόλης του και απορρίπτοντας την πρόταση μιας εκ των κορυφαίων ομάδων του πλανήτη. Το ήθος του άλλωστε είναι κάτι που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ κι από κανένα.

Intervju-med-Henrik-Larsson

Για την ιστορία ο Λάρσον κατέκτησε με τη Χέλσινμποργκ το κύπελλο Σουηδίας το 2006 κόντρα στη Γκέφλε, αγωνιζόμενος μάλιστα και στα 90 λεπτά της αναμέτρησης. Αυτός ήταν ο πρώτος τίτλος της καριέρας του στη γεννέτειρα του και ολοκλήρωσε μια καριέρα πλούσια σε τίτλους και προσωπικές διακρίσεις με τον καλύτερο τρόπο. Στις μέρες μας ο Χένρικ Λάρσον είναι προπονητής της Χέλσινμποργκ και μάλιστα έχει την τύχη να έχει παίκτη και το γιο του Τζόρνταν. Ο μικρός πριν λίγες μέρες σκόραρε αυτό το καταπληκτικό γκολ φέρνοντας στο μυαλό όλων το σπουδαίο πατέρα του. Ευχή μου είναι ο νεαρός να είναι τόσο καλός και ακόμα καλύτερος απ’ τον πατέρα του μιας και είναι ωραίο να υπάρχει για ακόμα 20 χρόνια ένας Λάρσον. Αν δε γίνει, δεν πειράζει. Θα κλείνουμε τα μάτια και θα θυμόμαστε το σπουδαίο Χένρικ. Να πασάρει τέλεια. Να σκοράρει με κάθε πιθανό τρόπο. Να οργανώνει το παιχνίδι σα δεκάρι. Να δίνει έμπνευση σε συμπαίκτες, προπονητές και φιλάθλους. Να μαγεύει με κάθε του κίνηση εντός του αγωνιστικού χώρου. Να προσπαθεί να κουμαντάρει τα τεράστια χέρια του και φυσικά να μην προκαλεί ποτέ και να χαίρεται το ποδόσφαιρο. Για όλα αυτά και για ακόμα τόσα σε ευχαριστούμε τεράστιε Χένρικ Λάρσον.