Στο Sofitel του αεροδρομίου λέει συνεδρίασε το τακτικό ΔΣ της Super League μας γιά να αποφασίσει αν όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μούρη. Κοινώς στο ξενοδοχείο που προτιμούν οι πιλότοι, οι αεροσυνοδοί(ές) και όσοι είναι γιά μετεπιβίβαση με καθυστέρηση μιάς μέρας.
Σε συνεργασία με την αστυνομία λέει πάρθηκε τούτη η απόφαση. Κόσμο λέει περίμεναν και φοβήθηκαν τίποτις αγριάδες. Και μαζεύτηκαν στο αεροδρόμιο. Μήπως έπρεπε μετά να τη κάνουν στα γρήγορα. Οχι με ταξιά όπως τη κάνουν διαιτητάδες και εποπταίοι. Αλλά με αερόπλανα και ελικόπτερα. Γιατί τόσος κόπος ρε παλικάρια; Την άλλη φορά ναυλώστε ένα τσάρτερ και κάντε τη δουλειά σας στα ψηλά.
Γιατί έτσι κι αλλοιώς, αυτό το πρωτάθλημα φτιάχτηκε γιά να ικανοποιεί τη γνωστή λαϊκή ρήση: χέσε ψηλά κι αγνάντευε …
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 18:43, 25 Φεβρουαρίου, 2011
Επικίνδυνο γιά την υγεία καθίσταται πλέον το ζάπινγκ σε ώρες αγώνων σουπρολίγκας
Περί του εαυτού μου ομιλώ και περί ορέξεως κολοκυθόπιτα
Κάνω το λοιπόν ζάπινγκ εκεί στο δεύτερο ημίχρονο του αγώνα της Τούμπας
Και πετυχαίνω τον Βιερίνια να χώνει μιά κουτρουβάλα πολύ ανώτερη απ αυτές του Μπαρμπα – Γιώργου. Είναι η κουτρουβάλα «βαρελάκι» που αν πετύχει τύφλα να χουν οι ασκήσεις των ΟΥΚ σε περίοδο διαβολοβδομάδας. Μετά βλέπω έναν με άσπρα να τον τραβοντανάνε δυό-τρεις και τελικά να του παίρνουνε τη μπάλα υπό τις ευλογίες του ρέφερι. Μετά βλέπω έναν άλλον με άσπρα να κάνει τάκλιν στη μπάλα, ο κόσμος να κραυγάζει εεεεεεεε ααααααααα ουυυυυυυυυυ και τον διαιτητή μετά από ώριμη σκέψη να σφυρίζει φρρρρρρρρ και να δείχνει κάρτα.
Μετά μπήκε στο γήπεδο ο αυθεντικός μπαρμπα Γιώργος.
Πόσο να αντέξω ο άνθρωπος; Εκλεισα την τηλεόραση και πήγα στο κομπιούτερ μου .
Αυτή η λίγκα δεν είναι γιά μένα
Δυστυχώς …
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 09:50, 7 Φεβρουαρίου, 2011
Να ξεκαθαρίσω. Παράβαση κανονισμού δεν υπάρχει. Αλλά πραγματικά δεν είναι ντροπή να πετσοκόβονται τα ριπλέϊ, να μην υπάρχει κανένα σχόλιο ούτε κατά την διάρκεια της περιγραφής, ούτε το βράδυ στις αθλητικές εκπομπές;
Αναρωτιέμαι: αν ο Μπέος είχε δεχτεί γκολ από μη τήρηση του fair play απ οποιαδήποτε άλλη ομάδα δεν θα είχε χαλάσει το κόσμο απ το ημίχρονο;
Η αδυναμία των διοικήσεων του Παναθηναϊκού να κατασκευάσουν ένα γήπεδο γιά την ομάδα εδώ και τριάντα χρόνια, οδηγεί τον Σισέ να παλεύει μόνος του γιά την κατάκτηση της δεύτερης θέσης του πρωταθλήματος, με πιθανότερο σενάριο να ξενερώσει ως το καλοκαίρι. Στο μεταξύ ο Πολέμης παραμένει Αδαμάντιος και δεν θα γίνει ποτέ ο Διαμαντής το καραβόσκυλο με την αμύθητη περιουσία και την αφελή διάθεση να ανέβει κολυμπώντας σ ένα καράβι που βουλιάζει. Είπαμε. Ο καπετάνιος εγκαταλείπει τελευταίος το σκάφος, αρκεί να ήταν από πριν κυβερνήτης του σκάφους. Μαλακίες καπεταναίων δεν παιδεύουν άλλους καπεταναίους …
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 09:23, 17 Ιανουαρίου, 2011
O Rubén Gracia Calmache, γνωστός ως Cani, απασχόλησε την προηγούμενη βδομάδα τον αθλητικό τύπο της Ισπανίας καθώς ήταν ο άνθρωπος που πέταξε ένα μπουκάλι στον Μουρίνιο, όταν ο τελευταίος πανηγύρισε το 4ο γκολ της Μαδρίτης κόντρα στην Βιγιαρεάλ μπροστά στον πάγκο του «κίτρινου υποβρύχιου»
Αυτή τη βδομάδα, ο Cani βρήκε έναν άλλον, απείρως πιό όμορφο τρόπο, γιά να κρατήσει τα φώτα της δημοσιότητας στραμένα επάνω του.
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 09:02, 17 Ιανουαρίου, 2011
την ώρα που τα μελάνια των κονδυλοφόρων δεν έχουν ακόμα στεγνώσει, τη στιγμή που ο πλανήτης συζητά για το αν έπρεπε να το πάρει ο Μέσσι, αν αδικήθηκε ο Σνάϊντερ κι αν ξενέρωσε ο Τσάβι, ο Ινιέστα εισήγαγε λίγο βόλεϊ στο ανιαρό όπως το κατάντησε αυτός και η ομάδα του άθλημα του ποδοσφαίρου και ο Κεϊτά σαν άλλος … Γκούσταφσον κάρφωσε τη μπάλα δυστυχώς για το βόλεϊ – ευτυχώς για το ποδόσφαιρο πάνω στο … φιλέ.
Σε αναμονή κάποιας κομπίνας πόλο,
ειλικρινά υμέτερος!
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 09:35, 13 Ιανουαρίου, 2011
…bonne nuit pour demain, καληνύχτα δι αύριον τουτέστι
Ετσι λέει ένα παλιό τραγουδάκι της ελληνικής επιθεώρησης και στην περίπτωσή μας πάει «γάντι».
Τώρα λοιπόν που η κρίση μαίνεται, τώρα που το γήπεδο το έφαγαν οι κορμοράνοι, η Μπιρμπίλω και οι μάνι-μάνι Κακλαμάνηδες, τώρα που η ομάδα ΔΕΝ πάει για πρωτάθλημα, οι «επενδυτές» πηδάνε στη θάλασσα και τη κάνουν με γρήγορες απλωτές δίνοντας ένα σκληρό μάθημα στους χαχόλους-φιλάθλους που πιστεύουν χρόνια τώρα πως υπάρχουν λεφτάδες με αγνά αισθήματα που θα τα σμπρώξουν προκειμένου αυτοί να περνάνε ευχάριστα μια-δυό φορές την εβδομάδα. Φουκαράδες μου … Ακόμα και τώρα που όλοι σας εγκαταλείπουν, εσείς πλακώνεστε για το ποιος είναι ο μεγαλύτερος προδότης. Ακόμα να καταλάβετε πως μπίζνες και αγνά αισθήματα δεν συνυπάρχουν, ακόμα να συνειδητοποιήσετε πως αν δεν ενδιαφερθείτε εσείς για την ομάδα σας κανένας δεν θα το κάνει. Τώρα που ο Ανδρέας πούλησε το ένα εκατομμύριο πράσινες καρδιές, τώρα που ο καπετάνιος Πατέρας έπεσε σε ξέρα, τώρα που ο Τζίγγερ αποφάσισε να … κρατήσει το λόγο του, τώρα που οι Παυλοθανάσηδες ανακάλυψαν πως ο κόσμος δεν αρρωσταίνει με τους ρυθμούς που υπολόγιζαν, τώρα που ο μπαμπάς Πολέμης δεν θέλει και ο υιός δεν μπορεί ή το αντίστροφο, τώρα που ο Νίκας δεν πουλάει αρκετά σαλάμια και πάριζες, τώρα που ο ερασιτέχνης διαλύθηκε και δεν του φτάνει ούτε ο έρανος απ τα SMS για να επιβιώσει την επόμενη εβδομάδα, τώρα ήρθε η ώρα να καταλάβετε γιατί κανένας δεν ξέρει το όνομα του προέδρου του Αρη.
Αγαπητοί χαχόλοι, πάρτε το χαμπάρι. Η εποχή που ζούμε (για να μη σας πω κάθε εποχή και τρομάξετε) επιβάλει να δίνουν λίγα οι πολλοί και όχι πολλά οι λίγοι. Αντί λοιπόν να τσακώνεστε για το ποιος σας πούλησε περισσότερο, απαιτήστε να πάρετε την κατάσταση στα χέρια σας. Αυτές τις μέρες θα ανοίξει μια συζήτηση σχετικά με το θεσμικό πλαίσιο περί επαγγελματικού ποδοσφαίρου, αφού πλέον ο νόμος του ’79 περί ανωνύμων εταιριών (ΠΑΕ), είναι ανάλογος των ανεκδότων του Τοτού, με πιο ξεκαρδιστικό το ανέκδοτο «ο Τοτός πρόεδρος στη Β’ και τη Γ’ Εθνική». Οργανωθείτε, συζητήστε και πηγαίνετε στον Μπιτσαξή. Μαζί σας μπορεί να έρθουν και άλλοι πολλοί που έχουν παρόμοια προβλήματα (σχεδόν όλοι). Ζητήστε να έρθει ένας καινούργιος νόμος που να σας δίνει την δυνατότητα (έστω και εναλλακτικά) να διοικείτε ΕΣΕΙΣ την ομάδα σας. Αν «φάτε πόρτα» ή βαριέστε, τότε ψάξτε να βρείτε πως λέγεται ο πρόεδρος του Αρη. Ισως εκείνος σας δώσει μια λύση στο πρόβλημά σας. Μπασκλασαρία θα μου πεις και μικρή ομάδα ο Αρης, αλλά τι να κάνουμε; Θυμηθείτε εκείνη την παλιά καλή ελληνική ταινία με τον ξεπεσμένο αριστοκράτη, τον κόμη Δελατσίμπιλα, που τον τάϊζε παϊδάκια ο χασάπαρος ο Φωτόπουλος. Εναλλακτικά οι πιο παλιοί (για να μην πω αρχαίοι) μπορεί να θυμηθούν μερικούς ακόμα στίχους από την ελληνική επιθεώρηση
«Ποτέ δεν το χα πάθει αυτό το ρεζιλίκι
να ξημερώνει τ’ Αγιοβασιλιού με δίχως χαρτζιλίκι»
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 10:20, 10 Ιανουαρίου, 2011
Νίκες τεράστιας σημασίας πέτυχαν το Σαββατοκύριακο Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός. Οι δύο μεγάλες ελληνικές ομάδες υπερέβαλαν εαυτόν και παρά τα προβλήματά τους (αγαπημένη έκφραση που κολλάει σε οποιονδήποτε κερδίζει παίζοντας άθλια) κατάφεραν να καταβάλουν την Μπαρσελόνα των Σερρών και την Καβάλα της Μαδρίτης αντίστοιχα. Οι δύο διάσημες ομάδες απ το εξωτερικό είχαν μια ανούσια υπεροχή υποχρεώνοντας τις αντιπάλους τους να αμύνονται στο μεγαλύτερο μέρος των αγώνων τους, όμως οι ερυθροπράσινοι με σωστή τακτική χτύπησαν σε αντεπιθέσεις και στημένα και κατέκτησαν δύο μεγάλες νίκες.
Στο μεταξύ αναταραχή επικρατεί στις τάξεις των Σερροκαβαλιωτών. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες οι πρόεδροι των ομάδων είναι εξοργισμένοι και ετοιμάζονται να πάρουν τα κεφάλια των δύο προπονητών. Αυτόπτες μάρτυρες άκουσαν τον Μάκη Ψωμιάδη (τον άλλον, τον Φλορεντίνο Πέρες των Σερρών, δεν τον ξέρω) να λέει στον Μουρίνιο της Καβάλας:
«Αγαπούλα, θα σε πουλέψω. Αφού έχασες απ αυτά τα μπάζα είσαι για τα θηρία»
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 08:59, 6 Δεκεμβρίου, 2010
Το τηλέφωνο χτύπησε ξαφνικά εκείνο το απόγευμα, κάνοντας το Νίκο να πεταχτεί απότομα απ τον καναπέ του όπου τον είχε ψιλοπάρει ο ύπνος. Το νούμερο άγνωστο – καμιά τράπεζα θα ήταν πάλι που δίνει φτηνά καταναλωτικά ή η βόνταφον σκέφτηκε. Ομως το σήκωσε και στην άλλη άκρη της γραμμής δεν ήταν ούτε τράπεζα ούτε η βόνταφον, αλλά κάποιος που τον ήξερε καιρό χωρίς να τον έχει δει ποτέ. Γιά ένα ταξίδι του είπε. Γιά ένα ταξίδι που ήθελε να κάνει χρόνια και που δεν περίμενε ποτέ ότι είχε φτάσει η ώρα.
- Θέλεις να έρθεις στο clasico, τον ρώτησε και ο Νίκος πετάχτηκε επάνω και κόντεψε να βρει με το κεφάλι του το ταβάνι
- Δεν παίζουν μ αυτά τα πράγματα, ψέλλισε. Σοβαρά; Μπορώ να έρθω στο clasico; Ξέρεις, έχω μεγάλο πρόβλημα με τα αεροπλάνα … Γιά την ακρίβεια δεν έχω πετάξει ποτέ μου … Φοβάμαι! Αλλά αν είναι γιά να δω από κοντά τη Μπάρσα στο Camp Nou, χαλάλι. Θα χαπακωθώ και θα έρθω.
- Οφείλω να σου πω πως το ταξίδι είναι ακριβό
- Δεν με νοιάζει. Οσο και να κάνει θα έρθω, μακάρι να μην έχω λεφτά γιά τσιγάρα γιά τρεις μήνες, είπε ο Νίκος.
Οι επόμενες μέρες κύλησαν μέσα σε μιά γλυκειά προσμονή. Ο Νίκος «έψησε» και τη φίλη του να έρθει μαζί του – γιά να υπάρχει κάποιος να του κρατάει το χέρι στο αεροπλάνο και να του δίνει κουράγιο. Δεν πτοήθηκε ούτε όταν η ανεύθυνη ισπανική Λίγκα ανακοίνωσε πως ο αγώνας θα γίνει Δευτέρα λόγω καταλανικών εκλογών. Ο Νίκος πλήρωσε πρόθυμα τη διαφορά στα αεροπορικά και το δωμάτιο. Τίποτα δεν μπορούσε να του χαλάσει τη γιορτή. Ολ αυτά που έβλεπε τόσα χρόνια απ την τηλεόραση, όλ αυτά που ήθελε να ζήσει από κοντά, στο τέλος του μήνα θα γίνονταν πραγματικότητα!
Η μέρα της αναχώρησης έφτασε. Η πτήση θαυμάσια χωρίς αναταράξεις, η παρέα καλή, η πόλη υπέροχη, ο καιρός ιδανικός και στον αέρα μύριζε clasico. Το έβλεπες στα μάτια των περαστικών, στα παιδάκια που έπαιζαν μπάλα στις πλατείες, στους «υπαίθριους» καλλιτέχνες της Ράμπλα, στους τουρίστες και στα σουβενίρ, στις εφημερίδες και τα κανάλια που μετρούσαν τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά.
Ο Νίκος ήταν εκεί και ρουφούσε ηδονικά την κάθε στιγμή του ταξιδιού του και έβλεπε με δέος το Camp Nou ενώ συλλογιζόταν πως σε λίγο θα ήταν κι αυτός εκεί μέσα γιά να τραγουδήσει, να φωνάξει και να δει μερικούς απ τους καλύτερους παίκτες του κόσμου σ ένα μοναδικό παιχνίδι.
Την ημέρα του αγώνα ο Νίκος περίμενε καρτερικά να πιάσει το εισιτήριο στα χέρια του. Ενα τόσο δα χαρτάκι που αργότερα θα το κορνίζωνε και θα κοσμούσε γιά πάντα τον τοίχο του δωματίου του.
Το πρωί πέρασε χωρίς ακόμα να έχει δει το εισιτήριο. Το απόγευμα τους είπαν να μην ανησυχούν. Θα το πάρουν μεταξύ 6 και 7 κοντά στο γήπεδο. Στις 7 τους είπαν πως θα το πάρουν στις 8…
Ο Νίκος δεν μπήκε ποτέ στο Camp Nou. Οι μαυραγορήτες απ το Οσλο προφανώς πούλησαν το εισιτήριό του σε καλύτερη τιμή και τον άφησαν έκεί, στο κρύο και το ψιλόβροχο, έξω απ το γήπεδο, σ ένα ανελέητο βασανιστήριο, να είναι λίγα βήματα μακρυά απ το όνειρό του και να μην μπορεί να τα διαβεί. Ο Νίκος και άλλοι 11 ταξιδιώτες απ την Ελλάδα εγκαταστάθηκαν μπροστά από μιά τηλεόραση καφετέριας και είδαν μιά απ τις μεγαλύτερες νίκες της ιστορίας της ομάδας τους ακούγοντας «ζωντανά» τους πανηγυρισμούς των γκολ. Ο Νίκος δεν οργίστηκε, δεν αγανάκτησε, δεν έβρισε. Μόνο να. Εκεί, λίγο μετά τη λήξη του αγώνα, βλέποντας ένα ατέλειωτο blaugrana ποτάμι να ξεχύνεται στους δρόμους γύρω απ το γήπεδο, να χορεύει και να τραγουδά, δεν άντεξε και ξέσπασε σε δυνατούς λυγμούς. Η προσπάθειά μου να τον παρηγορήσω δεν ήταν ιδιαίτερα πειστική γιατί με είχαν πάρει κι εμένα τα κλάματα. Το μόνο που κατάφερα, ήταν να του δώσω το κίτρινο χαρτάκι που κρατούσα απ τη χορογραφία που κάναμε όταν οι δύο ομάδες μπήκαν στο γήπεδο. Μακάρι να το ήξερα πιό πριν και να μπορούσα να του έδινα και το εισιτήριό μου. Εγώ είχα δει αρκετά clasicos. Εκείνος κανένα. Και είχε κάνει τόσα πολλά γιά να βρεθεί εκεί, χωρίς να του αξίζει να ζήσει αυτό το απίστευτο βασανιστήριο.
Γιά τους χιλιάδες Νίκους αυτού του κόσμου, γιά κείνους που αγαπούν το ποδόσφαιρο και κάποια καθάρματα τους εκμεταλεύονται, γιά τους «συλλόγους» που ανέχονται όλ αυτά γιά να μην πω πως τα δημιουργούν, είναι αφιερωμένο το σημερινό μου κομμάτι. Κάποια στιγμή πρέπει να τελειώνουμε με τη μάστιγα των «νόμιμων» μαυραγορητών, αυτών που καμουφλάρουν το έγκλημα πίσω απ τον καθόλα αθώο τίτλο των «τουριστικών υπηρεσιών».
Στο διάολο καθάρματα!!!
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 09:30, 3 Δεκεμβρίου, 2010
Διαβάζω και ξαναδιαβάζω κάποιες δηλώσεις που έχει κάνει σε πορτογαλικά μέσα ο νέος προπονητής του Παναθηναϊκού Ζεσουάλδο Φερέϊρα και μένω με μιά μεγάλη απορία.
Στη Μάλαγα λέει, αυτός έκανε καλά τη δουλειά του, αλλά οι διοικούντες είχαν άλλους στόχους απ αυτούς που είχαν συζητήσει εξ αρχής.
Και δεν βρέθηκε ούτε ένας να τον ρωτήσει: Δηλαδή τί άλλους στόχους ρε μίστερ; Το έριξαν στο ψάρεμα ή έπαιζαν τα παιχνίδια στο στοίχημα και σου έλεγαν να κάθεσαι να χάνεις;
Με την απορία θα μείνω μου φαίνεται, εκτός αν προλάβει να μου τη λύσει ο ίδιος ο Φερέϊρα κατά τη διάρκεια της «παναθηναϊκής» θητείας του
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 08:45, 22 Νοεμβρίου, 2010
Την δόξα του Ζινεντίν Ζιντάν φαίνεται πως ζήλεψε ο Σαμουέλ Ετό.
Ο Καμερουνέζος επιθετικός της Ιντερ που μπορεί να είναι γνωστός γιά τον παρορμητικό και εκρηκτικό χαρακτήρα του αλλά σχεδόν ποτέ δεν έχει προβεί σε κάποια αντιαθλητική ενέργεια σε βάρος αντιπάλου του μέσα στο παιχνίδι, δεν συγκράτησε τα νεύρα του και έριξε μιά κουτουλιά αλά Ζιντάν στον αμυντικό της Κιέβο Σέζαρ χωρίς να τον πάρει χαμπάρι ο διαιτητής.Στο τέλος του αγώνα ο Μπενίτεθ δικαιολόγησε τον παίκτη του λέγοντας προς προκαλείτο συνεχώς κι εγώ επειδή γνωρίζω το … «κόλλημα» του Σαμού, φαντάζομαι πως ο μόνος λόγος που θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο θα ήταν κάποια ρατσιστική πρόκληση
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 08:35, 22 Νοεμβρίου, 2010
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, κάθε ομάδα που σεβόταν τον εαυτό της, μικρή ή μεγάλη, είχε τον δικό της Δομάζο, ή κάποιον που του έμοιαζε. Ηταν το 10 το καλό, κοντός συνήθως, με άριστη τεχνική, αρχηγός συνήθως, που δεν του έπαιρνες τη μπάλα με τίποτα και μοίραζε το παιχνίδι χωρίς λάθη.
Ο δικός μας ο Δομάζος, ο Δομάζος των Εξαρχείων, ήταν ο Μιχάλης ο Λώλος. Τον πρωτοείδα το 1975, σ έναν αγώνα του Αστέρα Εξαρχείων με τον Αστέρα Ζωγράφου. Ξεχώριζε από τους υπόλοιπους γιά το αρχοντικό του στυλ, αλλά και τον σεβασμό με τον οποίο οι υπόλοιποι παίκτες του μιλούσαν.
«Δώστε μου τη μπάλα κύριε Μιχάλη, τον έχω τον 3″, του έλεγε εκφράζοντας ένα μικρό παράπονο το δεξί εξτρέμ της ομάδας. Κι εκείνος χαμογελούσε και του έκλεινε με νόημα το μάτι. Στην επόμενη φάση θα του έδινε τη μπάλα ιδανικά κι αυτό θα ήταν η αρχή του νικητήριου γκολ της ομάδας. Ενα κουβάρι οι παίκτες πανηγύριζαν και στο κέντρο τους είχαν αυτόν, τον κύριο Μιχάλη, που στα παιδικά μου μάτια ήταν κάτι σαν Δομάζος και αργότερα, όσο θα περνούσαν τα χρόνια, θα μεταμορφωνόταν στον δικό μας άνθρωπο, αυτόν που περνούσε δίπλα σου στη γειτονιά και μύριζε ποδόσφαιρο, τον γίγαντα όπως αργότερα τον έλεγαν οι πάντες.
Η μακρόχρονη ιστορία του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου της Αθήνας είναι γεμάτη από τέτοιους άσημους γίγαντες, «ψώνια» που χωρίς λεφτά, με μοναδικό εφόδιο την αγάπη τους γιά το τόπι, κράτησαν ζωντανό το άθλημα σε χρόνια δύσκολα, χρόνια που η πρέζα, η φράπα και το πλεϊστέϊσον κρατούσαν τα παιδιά μακριά από τα γήπεδα.
Ο Μιχάλης ο Λώλος ήταν ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Οταν σταμάτησε να παίζει ποδόσφαιρο γιά την πλάκα του, συνέχισε σαν προπονητής του Αστέρα επίσης γιά την πλάκα του, γιατί «επαγγελματίας» δεν έγινε ποτέ. Αμέτρητες οι φορές που μπούκαρε στις καφετέριες και στα μπαρ των Εξαρχείων γιά να μαζέψει σχεδόν διά της … βίας τα «παιδιά» του και να τα κατεβάσει γιά προπόνηση. Ο ίδιος κουβαλούσε το δίχτυ με τις μπάλες, τις μεγάλες τσάντες με τα ρούχα, τα φαρμακεία και όλα τα υπόλοιπα χρειαζούμενα. Σχεδόν δεν τον χωρούσε ο πεζόδρομος της Τσαμαδού, εκεί μπροστά απ το καφενείο του Τζαννή, που όλοι σήμερα το γνωρίζουν σαν καφενείο του Σάκη.
Ο Μιχάλης ο Λώλος δεν ήταν επιτυχημένος, δεν πήρε πρωταθλήματα και κύπελλα, αν και αυτά τα λίγα που κατάκτησε αποτελούν άθλους αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα πέτυχε. Δεν μιλούσε όμορφα, σχεδόν δεν καταλάβαινες τί έλεγε μ αυτή την παράξενη παραφορά του λόγου που τον διέκρινε, δεν ήταν μάγος της τακτικής και της εκγύμνασης. Κι όμως. Τον αγαπούσαν και τον σέβονταν και οι πέτρες στα Εξάρχεια. Γι αυτόν θα μπορούσε ο Χρηστάκης ο Σπήλιος να κάνει δέκα φορές το γήπεδο πάνω-κάτω μέχρι να λιποθυμίσει, αφού ήταν άϋπνος και το βράδυ είχε γίνει «ντέφι» κι όλα τα «βαριά πεπόνια» της γειτονιάς που δεν ανέχονταν μύγα στο σπαθί τους, χαμήλωναν το κεφάλι και τον άκουγαν χωρίς να τον διακόπτουν έστω κι αν διαφωνούσαν τελείως μαζί του και στο παιχνίδι έκαναν τα δικά τους.
Ο «γίγας» δεν παραπονιόταν γιατί μέσα του δεν είχε ίχνος εγωϊσμού. Στις ήττες στενοχωριόταν και γκρίνιαζε στα … ρεμάλια του και στις νίκες ένα πλατύ χαμόγελο απλωνόταν στο πρόσωπό του και αισθανόταν την ανάγκη να το πει σε όλο τον κόσμο.
- Εμαθες τί κάναμε χθες, ε; Νικήσαμε τη Νέα Σμύρνη εκτός έδρας. Μεγάλο παιχνίδι!
Εσύ δεν έδινες πολύ σημασία, γιατί είχες άλλα στο μυαλό σου.
- Μπράβο γίγα, του έλεγες. Τί κατηγορία είμαστε τώρα;
- Τελευταία, αλλά πάμε καλά. Μπορεί να ανέβουμε, έλεγε και έτρεχε βιαστικά να προλάβει να παίξει το Τζόκερ του στο προπατζίδικο του Πρίγκηπα.
Τα μουντιαλικά τα καλοκαίρια, πολλά χρόνια πριν ανακαλυφθεί το «Πάμε στοίχημα» και ο ιντερνετικός τζόγος στην Ελλάδα, ο γίγαντας διοργάνωνε στοιχήματα στην καφετέρια τη Μαρονίτα. Είχε το τεφτέρι του και έγραφε μέσα το όνομα του καθένα και το σκορ που ποντάριζε. Ενα χιλιάρικο το σκορ ήταν το ποντάρισμα. Οσοι κέρδιζαν, στο τέλος κάθε αγώνα μοιράζονταν τα λεφτά και πάντα κάτι έμενε και γιά τον γίγαντα αν και ο ίδιος ήταν αξιοπρεπέστατος και δεν ζητούσε ποτέ δραχμή από κανέναν.
Γιά μάς, τη γενιά των 45άρηδων Εξαρχειωτών, ο γίγαντας ήταν μιά φιγούρα βγαλμένη απ τα παιδικά μας χρόνια. Ηταν ο τρόπος που πρωτογνωρίσαμε το ποδόσφαιρο και το αγαπήσαμε. Ηταν οι πρώτες μας αναμνήσεις σε κερκίδες γηπέδων, ήταν η αγάπη μας γιά τον Αστέρα Εξαρχείων, μιά αγάπη που διαπέρασε το μεδούλι μας και μας έκανε να χουλιγκανίζουμε σαν αλητάμπουρες με τέτοιο τρόπο που ούτε στις «μεγάλες» μας τις ομάδες δεν κάναμε ποτέ μας.
Κάθε μας συζήτηση γιά τον Αστέρα, είχε πάντα μέσα της – αναπόφευκτα – και μιά αναφορά στον γίγαντα. Τις περισσότερες φορές οι ιστορίες ήταν αστείες, γιατί όπως είπαμε και πιό πάνω, ο Λώλος ήταν απλά ένα «ψώνιο» που πεισματικά επέμενε να βλέπει ποδόσφαιρο εκεί που οι άλλοι έβλεπαν μερικά ρεμάλια να προσπαθούν να πάρουν τα πόδια τους.
Προχθές το βράδυ, ο γίγαντας είπε να αναχωρήσει γιά άλλες πολιτείες. Εκεί που θα συναντήσει αρκετούς παλιούς καλούς του φίλους. Μπορεί να μην βρει πουθενά ένα πρακτορείο γιά να παίξει το στοίχημα και το τζόκερ του, όμως είμαι σίγουρος πως θα ξεσηκώσει μέχρι και τον Αγιο Πέτρο, θα του φορέσει σορτσάκι και θα τον παρασύρει στην «Αλεπότρυπα» του Παραδείσου σ έναν αγώνα ποδοσφαίρου χωρίς τελειωμό.
Και ψηλά στις κερκίδες ο Θεός ο ίδιος θα του κλείνει το μάτι και θα χαμογελά, γιατί κάπως έτσι πρέπει να ναι το παιχνίδι εκεί στους παραδείσους …
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 10:09, 17 Νοεμβρίου, 2010
Στη χώρα που γέννησε τη σάτιρα, η επιθεώρηση μεγαλούργησε στις αρχές του 20ου αιώνα.
Σπουδαίοι συγγραφείς και θεατράνθρωποι σατίρισαν καταστάσεις, πολιτικές, νοοτροπίες, κυβερνήσεις, με τον πιο αμείλικτο τρόπο χωρίς να χρειαστεί να βρίσουν ποτέ τους. Οι ατάκες τους πονούσαν πιο πολύ κι από μαστίγωμα, έτσουζαν πιο απάνθρωπα κι από χοντρό αλάτι σε ανοιχτή πληγή. Γιατί τελικά αυτό ήταν το νόημα της επιθεώρησης. Να κρίνει, να επικρίνει και να κατακρίνει αν χρειαζόταν, βάζοντας μπροστά την τέχνη, τον ορθό λόγο και την φαντασία, ξεκινώντας απ την θεμελιώδη παραδοχή πως το κοινό μπορεί να καταλάβει τα πάντα, αρκεί εσύ να το σέβεσαι. Και πως τελικά, κάτι που σου προσφέρεται μασημένο, δεν έχει την αξία της «ζωντανής» και φρέσκιας τροφής.
Ο μακαρίτης ο πατέρας μου είχε μανία με την επιθεώρηση. Ισως γιατί τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα τα ένιωσε μαθητής μέσα στο θέατρο για κάποια σταρλετίτσα της εποχής.
Ξεροστάλιαζε υπομονετικά έξω απ το θέατρο περιμένοντάς την να βγει μετά την παράσταση μόνο και μόνο για να την δει και να κλειδώσει μέσα του λίγες απ τις ιδιωτικές στιγμές της, τις πιο αληθινές όπως πίστευε. Ισως για να υποκλέψει και κάποιο βλέμμα της ή ένα χαμόγελο.
Τα χρόνια πέρασαν, το σχολείο τέλειωσε, ο πατέρας μου τράβηξε το δρόμο του και η σταρλετίτσα τον δικό της, αλλά η αγάπη για το θέατρο δεν έσβησε ποτέ.
Τα παλιά τα χρόνια, πριν την κατοχή, το ραδιόφωνο έπαιζε αυτούσιες θεατρικές παραστάσεις. Και ο πατέρας μου καθόταν τα βράδια με τις ώρες και τις αντέγραφε στα καρούλια του μαγνητοφώνου του. Ηταν σαν να λέμε το βίντεο και το DVD recorder της εποχής, μόνο που δεν υπήρχε εικόνα αλλά μοναχά ήχος. Την εικόνα έπρεπε να την φανταστείς εσύ, αλλά και ο ήχος έφτανε και περίσσευε αφού ο λόγος ήταν κυρίαρχος.
Οι πομπίνες έπαιζαν και ξαναέπαιζαν τις επιθεωρήσεις και μ αυτό τον τρόπο εντυπώθηκαν στη μνήμη του πατέρα μου που μπορούσε πιά να τις απαγγέλει σχεδόν αυτούσιες μετά από πολλά πολλά χρόνια, ακόμα κι όταν η ταινία είχε πιά απομαγνητιστεί.
Μεγάλωσα ακούγοντας οπερέτες και θεατρικές ατάκες απ τον πατέρα μου. Κι όταν κάποια πράγματα τα ακούς και τα μαθαίνεις μικρός δεν τα ξεχνάς ποτέ, γίνονται … μητρώα συστήματος και σε συντροφεύουν σε ολόκληρη τη ζωή σου.
Ετσι καταφέρνω να θυμάμαι ακόμα και σήμερα κομμάτια από επιθεωρήσεις της δεκαετίας του 20 και του 30 και δυστυχώς, αναπόφευκτα, να τις συγκρίνω με τις σημερινές αντίστοιχες.
Θα σας διηγηθώ λοιπόν μια μικρή ατάκα που αφορά ένα σκάνδαλο οδοποιϊας ενός υπουργού του Ελευθερίου Βενιζέλου (Γαλόπουλος λεγόταν για την ιστορία).
Περπατούν λοιπόν δύο τουρίστες στο δρόμο και συναντούν διάφορα πράγματα που αφορούν την Ελλάδα της εποχής.
Εν προκειμένω, συναντούν δύο κομματάκια ασφάλτου.
Λέει λοιπόν ο ένας
- Να και της οδοποιϊας δυό πλακάκια ξεχασθέντα
υπό πλήθος μεσαζόντων και υπουργόν παραιτηθέντα
που απορρίψαντες τα μαύρα της ασφάλτου πετραδάκια
τα εβάλανε στο φούρνο και τα έκαμαν «πλακάκια»
Χρειαζόταν να πουν κάτι άλλο; Δεν νομίζω. Τα είχαν πει όλα με δύο στίχους, χωρίς μπινελίκια και γαμοσταυρίδια. Ο κόσμος καταλάβαινε, γελούσε και χειροκροτούσε.
Αργότερα, τα χρόνια δυσκόλεψαν πιο πολύ. Ηρθαν δικτατορίες που περνούσαν τις λέξεις από κοσκίνισμα και έκοβαν και έραβαν ανάλογα με ό,τι θεωρούσαν ότι βλάπτει τα συμφέροντα και την εικόνα τους.
Το θέατρο χρειάστηκε κι αυτό να γίνει ακόμα πιο «έμμεσο», όμως τα νοήματα και τα μηνύματα παρέμειναν δυνατά την ίδια στιγμή που ο λόγος έπαιζε κρυφτούλι με τους τύπους της λογοκρισίας.
Για να σας φέρω σε κάτι πιο πρόσφατο και ενδεχομένως πιο οικείο σας, η σειρά «Εκείνος κι Εκείνος» με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο και τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο παίχτηκε στην ασπρόμαυρη ελληνική τηλεόραση στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, δηλαδή μέσα στη χούντα!
Μια σειρά που κατάγγελνε το καθεστώς μέσα απ την τηλεόρασή ΤΟΥ χωρίς εκείνο να μπορεί να την «κόψει», γιατί τυπικά δεν έδινε αφορμές. Ο κόσμος καταλάβαινε. Ο κόσμος καταλαβαίνει. Και τότε και τώρα και πάντα. Οσοι λένε πως ο κόσμος δεν καταλαβαίνει πιά, είναι εκείνοι που δεν θέλουν να προσπαθήσουν περισσότερο, να κάνουν τη δική τους ζωή πιο δύσκολη για να του δώσουν τέχνη κι όχι σκουπίδια. Κι αν ο κόσμος σήμερα αποδέχεται τα σκουπίδια, το κάνει γιατί πιά δεν έχει με τι να συγκρίνει, ή για να μην γίνομαι άδικος τα σκουπίδια έχουν πνίξει και τις λίγες καλές προσπάθειες.
Τα χρόνια πέρασαν, η χούντα έπεσε, αλλά τι τραγική ειρωνεία, μαζί της έπεσε και το επίπεδο της σάτιρας. Κάποιοι εξέλαβαν την ελευθερία σαν ευκολία.
Τα σκάνδαλα σήμερα δεν περιγράφονται με «μεταφορικά» δίστιχα και τρίστιχα, αλλά με μπινελίκια και βωμολοχίες. Ο κόσμος πιά δεν γελάει. Χαχανίζει. Δεν γίνεται καλύτερος, απλά εκτονώνεται.
Ο κόσμος πιά δεν χρειάζεται να σκεφτεί. Το μόνο που πρέπει να λειτουργεί είναι το ένστικτο. Ο κόσμος βρίζει πιά πολύ. Αλλά τι παράξενο; Αντιδρά ουσιαστικά πολύ λιγότερο απ ότι παλιά. Θαρρείς και όλη του η ενέργεια εξαντλείται σε ένα μπινελίκι ή μια μούτζα.
Η μεγαλύτερη ανελευθερία που βιώνουμε σήμερα δεν είναι ο παλιός φόβος του χωροφύλακα, είναι ότι το σύστημα μας στερεί τον πολιτισμό που μας αξίζει και που τον έχουμε ανάγκη για να ζήσουμε και να υπάρχουμε σαν λογικά όντα.
Κάποιοι, ίσως άθελά τους, υπήρξαν πρωτεργάτες αυτής της λαίλαπας.
Για σας όμως, αγαπημένοι μου φίλοι, αξίζει ένα καλύτερο τέλος
Είναι μερικά λόγια του Ιάκωβου Καμπανέλη, με αφορμή τις παραστάσεις του «Μεγάλου μας Τσίρκου» το καλοκαίρι του 1973 στο Θέατρο «Αθήναιον»
Και μ αυτή την εντός – εκτός θέματος φλυαρία μου σας χαιρετώ και σας εύχομαι να έχετε πάντα στη ζωή σας το οξυγόνο που σας χρειάζεται για να ζείτε τη ζωή που ονειρεύεστε
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 17:37, 24 Σεπτεμβρίου, 2010
Και τώρα αγαπητοί φίλοι και φίλες, ας μεταφερθούμε για λίγο σ ένα φανταστικό κόσμο.
Είναι λέει το ελληνικό ποδόσφαιρο, με τις συγκεκριμένες ομάδες, τους συγκεκριμένους παράγοντες, τους συγκεκριμένους παίκτες και τους συγκεκριμένους προπονητές, αλλά (προσέξτε τη διαφορά) με δίκαιες διαιτησίες για τις οποίες κανείς δεν θα έχει να πει κουβέντα.
Εσείς τι λέτε;
Με τι θα τη βγάζαμε όλη τη βδομάδα;
Με το υπερθέαμα που μας προσφέρουν οι ομαδάρες μας;
Πλήξη θα μας είχε πιάσει αγαπητοί φίλοι. Πλήξη και βαρεμάρα και θα περιμέναμε εναγωνίως να ξεκινήσουν τα νέα σούριαλ σε Μέγκα και Αντένα για να τη βγάλουμε το χειμώνα.
Ενώ έτσι, έχουν βρει ένα τρόπο να μας κρατάνε συνεχώς στη τσίτα και να ασχολούμαστε συνεχώς με μαλακίες.
Θυμάμαι λοιπόν τα χρόνια τα παλιά, όταν κατέβαινε ο Χατζηπαναγής να παίξει στην Αθήνα τα γήπεδα γέμιζαν ασφυκτικά.
Ένα καφενείο στην Καστέλα είναι όλοι κι όλοι οι φίλαθλοι του Εθνικού, το ξέρουν και οι πέτρες. Κι όμως. Όταν έπαιζε Εθνικός – Ηρακλής το Καραϊσκάκη ήταν τίγκα και μπορεί να υπήρχαν και μερικές χιλιάδες απ έξω που δεν πρόλαβαν να πάρουν εισιτήρια.
Μέσα στο γήπεδο σχεδόν επικρατούσε νεκρική σιγή. Όχι γιατί το κοινό ήταν ξενέρωτο, αλλά γιατί όλοι είχαν στραμένη την προσοχή τους στο χόρτο και κυρίως σ αυτόν τον μαλλιά με το 10 στη πλάτη.
Κανείς δεν έδινε σημασία σε τίποτε άλλο.
Γιατί όταν έχεις να δεις ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ, όλα τα υπόλοιπα περιττεύουν.
Ενώ σήμερα που το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα απουσιάζει, οι Κουκουλάκηδες, οι Δαλούκες, οι Κάκοι και οι κάλοι περισσεύουν …
ΥΓ. Και Δομάζος, Παπαϊωάννου, Δεληκάρης, Κούδας, Χάϊτας, Βαλαώρας, Ζάετς, Ντέταρι, Οκόνσκι, Ντορουνικολάε, Μαύρος, Σαραβάκος και … και … και .
Μελαγχολία …
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 11:26, 21 Σεπτεμβρίου, 2010
«Ο Σιμάο Μάτε Τζούνιορ πήγε στη Μοζαμβίκη για το φιλικό με τη Λιβύη και επέστρεψε στην Αθήνα πέντε κιλά βαρύτερος, με το λίπος του να έχει αυξηθεί κατά 3%»
Από το gazzetta.gr
Το κουίζ (πιθανές απαντήσεις)
Α) Να φας έναν ελέφαντα
Β) Να φας μια καμήλα με τον καμηλιέρη μαζί
Γ) Να μην ζύγιζε σωστά η ζυγαριά του προηγούμενου γυμναστή
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 11:04, 21 Σεπτεμβρίου, 2010
SOMBRERO : Όταν ένας ποδοσφαιριστής "τσιμπάει" την μπάλα πάνω από το κεφάλι ενός ανυποψίαστου αντιπάλου και την ξανά παίρνει περνώντας την από πίσω του. Σύμφωνα με τους Λατινοαμερικάνους ο όρος προέρχεται από το περίγραμμα που σχηματίζεται από την πορεία της μπάλας στον αέρα και την πορεία του παίκτη γύρω από τον αντίπαλό του. Το σχήμα ενός "σομπρέρο"!