Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Γερμανικό ποδόσφαιρο'

Ένας πρόεδρος διαφορετικός από τους άλλους

  [1 Σχόλιο]

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018. Οι δρόμοι γύρω από το ‘Wolfgang-Steubing-Halle’ στη Φρανκφούρτη είναι γεμάτοι κόσμο. Μέσα στην αίθουσα επικρατεί το αδιαχώρητο. Αυτή δεν είναι η πρώτη γενική συνέλευση στην σύγχρονη ιστορία της Άιντραχτ αλλά είναι η πρώτη που συγκεντρώνει τόσους πολλούς ανθρώπους. Αυτή τη φορά εκτός από τους εκατοντάδες οπαδούς-μέλη, υπάρχουν και δεκάδες δημοσιογράφοι απ’όλη τη χώρα που ενδιαφέρονται να καλύψουν τη διαδικασία. Ο λόγος είναι πολύ απλός και ακούει στο όνομα “Πίτερ Φίσερ”.

Ένα μήνα πριν, ο πρόεδρος της Άιντραχτ Φρανκφούρτης είχε δώσει μια συνέντευξη σε μια τοπική εφημερίδα. Εκεί, και σε πλήρη αντίθεση με σχεδόν όλους τους υπόλοιπους προέδρους που αποφεύγουν να μιλάνε για τέτοια θέματα, ο Φίσερ επέλεξε να πάρει θέση σ’ένα από τα πιο καυτά ζητήματα της εποχής: την άνοδο της ακροδεξιάς: “Αν κάποιος ψηφίζει το ΑfD (δηλαδή το ακροδεξιό κόμμα ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία’) δεν μπορεί να είναι και μέλος της Άιντραχτ. Σαν ένα από τα μεγάλα κλαμπ της Γερμανίας οφείλουμε να πάρουμε μια ξεκάθαρη θέση, γιατί υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά πράγματα απ’το αν θα περάσει η μπάλα τη γραμμή. Γι’αυτό λέω ότι όποιος ψηφίζει αυτό το κόμμα, το οποίο προωθεί ρατσιστικές και απάνθρωπες απόψεις, δεν γίνεται να είναι μέλος μιας ομάδας με τις δικές μας αρχές”.

Οι δηλώσεις του Φίσερ ξεσήκωσαν αντιδράσεις και αποτέλεσαν αφορμή για να ξεκινήσει ξανά η κουβέντα για τη θέση του ποδοσφαίρου σε σχέση με την πολιτική και την κοινωνία. Στο γραμματοκιβώτιο και το τηλέφωνο του Φίσερ άρχισαν να καταφτάνουν αρκετές απειλές από υποστηρικτές του AfD: “Με αποκαλούν εβραϊκό γουρούνι και μου λένε τι θα μου κάνουν. Θα με κάψουν, θα με σκοτώσουν, θα με κρεμάσουν”.

(Άνοιγμα παρένθεσης)

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Πίτερ Φίσερ βρίσκεται στην επικαιρότητα. Ο πρόεδρος της Άιντραχτ είναι μια από τις πιο διάσημες φιγούρες της περιοχής της Φρανκφούρτης και προκαλεί πολλές φορές με το ντύσιμο του ή με τις διαφημίσεις κάποιων εκ των επιχειρήσεων του (είναι ιδιοκτήτης μιας διαφημιστικής, μιας ντίσκο και αρκετών κλαμπ). Πολυπράγμων, ιδιαίτερα κοινωνικός και με χαρακτηριστική άνεση μπροστά στις κάμερες, ο Φίσερ φαίνεται σαν να είναι ένας ακόμα κλασικός πρόεδρος που προήλθε από την ελίτ των φίλων της Άιντραχτ. Η ιστορία του όμως είναι αρκετά διαφορετική.

Παιδί μια φτωχής οικογένειας που ζούσε σε μια φάρμα στο Λιχ, ο Φίσερ μεγάλωσε ουσιαστικά στο πέταλο της Άιντραχτ, στο οποίο μπήκε για πρώτη φορά κρυφά το 1969, χωρίς εισιτήριο, μαζί με μερικά ακόμα πιτσιρίκια που δεν είχαν να πληρώσουν το αντίτιμο. Τα επόμενα χρόνια όλα του τα χαρτζιλίκια γινόταν εισιτήρια διαρκείας και κάπως έτσι ο Φίσερ δέθηκε οριστικά με την Άιντραχτ. Με τον καιρό η ορθοστασία στο πέταλο (καθώς και οι διάφοροι τσαμπουκάδες με οπαδούς άλλων ομάδων) έδωσε τη θέση της στην πιο άνετη παρακολούθηση από τις κεντρικές κερκίδες. “Όσο περισσότερα μαλλιά χάνεις, τόσο προχωράς στο γήπεδο από το πέταλο προς τις καλές θέσεις” δήλωσε χαρακτηριστικά σε μια συνέντευξη του πριν λίγα χρόνια.

Οι αναμνήσεις από το πέταλο των φανατικών όμως, δεν έφυγαν ποτέ. Εκεί άλλωστε συνάντησε για πρώτη φορά τη γυναίκα του, εκεί ονειρευόταν για πολλά χρόνια πως κάτι αναπάντεχο συμβαίνει στον αγωνιστικό χώρο και καλείται αυτός για να σώσει την κατάσταση: “Το όνειρο μου ήταν πάντα το ίδιο. Ο προπονητής ξεμένει από παίκτες στον πάγκο, ο εκφωνητής του γηπέδου ανακοινώνει ότι η ομάδα χρειάζεται τον οπαδό που κάθεται στην κερκίδα 14, σειρά 27, θέση 17, τότε εγώ μπαίνω μέσα, αλλάζω στα γρήγορα και πετυχαίνω με κεφαλιά το κρίσιμο γκολ στο τελευταίο λεπτό”.

Με ύψος 2,01 μέτρα φυσικά ο Φίσερ δεν είχε καμία ελπίδα στο ποδόσφαιρο αλλά η μοίρα το έφερε έτσι που το 2000 οι άνθρωποι της ομάδας του ζήτησαν να μπει πρόεδρος. Ο Φίσερ ξαφνιάστηκε (“θεωρούσα πιο πιθανό να κερδίσω κάποτε χρυσό μετάλλιο στην ενόργανη, παρά να γίνω πρόεδρος της Άιντραχτ”) αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί. Η αγαπημένη του ομάδα βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση, τα οικονομικά δεν ήταν καλά και τα μέλη ήταν όλα κι όλα 5000.

18 χρόνια αργότερα ο Πίτερ Φίσερ είναι ακόμα στην ίδια θέση, η Άιντραχτ έχει βελτιωθεί αισθητά στον τομέα της οργάνωσης, έχει παίξει στην Ευρώπη, έχει κερδίσει το πρώτο της τρόπαιο από το 1988 (το περσινό κύπελλο απέναντι στη Μπάγερν) και τα μέλη της έχουν ξεπεράσει πλέον τα 60.000! Στη διάρκεια της περιόδου αυτής ο Φίσερ επανεκλέγεται με ποσοστά που θυμίζουν Βόρεια Κορέα, ενώ αρκετές φορές δεν βρίσκεται καν αντίπαλος για να τον κοντράρει.

Παρά το νέο πόστο του πάντως, ο ίδιος δεν ξεχνάει από που προέρχεται. Οι οπαδοί της Άιντραχτ τον λατρεύουν και τον θεωρούν “δικό τους παιδί”, ξέροντας πως έχει πάντα τα αυτιά του ανοιχτά για παρατηρήσεις και προτάσεις από τους απλούς οπαδούς. Και δεν αρκείται σ’αυτό. Όταν το 2013 οι εκδρομείς της Άιντραχτ ξέμειναν αργά μέσα στη νύχτα στο αεροδρόμιο στο Αζερμπαϊτζάν για ώρες, μετά από έναν αγώνα με την Καραμπάγ, ο πρόεδρος αγόρασε μερικές εκατοντάδες μπουκάλια κονιάκ και τους τα μοίρασε, θέλοντας να κάνει λίγο πιο ευχάριστη την παραμονή τους στην αίθουσα αναμονής.

(Κλείσιμο παρένθεσης)

Όταν ο Πίτερ Φίσερ ανεβαίνει στο βήμα στη γενική συνέλευση του συλλόγου, στην αίθουσα επικρατεί απόλυτη ησυχία. Μετά τις αντιδράσεις που ακολούθησαν από τους υποστηρικτές αλλά και τους εκπρόσωπους του AfD, όλοι περιμένουν με αγωνία αν θα ανακαλέσει τις δηλώσεις του, επιλέγοντας να γίνει πιο διπλωματικός. Ο Πίτερ Φίσερ όμως δεν είναι από αυτούς τους προέδρους.

“Δεν παίρνω πίσω τίποτα απ’όσα είπα. Η Άιντραχτ έχει μέλη όλων των ειδών. Είμαστε ανοιχτοί στους ανθρώπους όλων των εθνών, των θρησκειών και των σεξουαλικών προσανατολισμών. Αυτή η ποικιλομορφία και η διεθνής διάσταση κάνουν την ομάδα αυτό που είναι. Η Άιντραχτ δεν γίνεται να μην πάρει θέση. Ο σύλλογος μας είναι ουδέτερος πολιτικά αλλά αυτό ισχύει μόνο για τα κόμματα με δημοκρατικά ιδεώδη, που έχουν αξίες που συμβαδίζουν με τις δικές μας. Και το AfD δεν ανήκει σ’αυτά, όπως αποδεικνύεται από τις τοποθετήσεις των εκπροσώπων του.

Είναι καθήκον του προέδρου να πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι στον ρατσισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η Φρανκφούρτη είναι μια ανοιχτή πόλη για όλους. Αυτά που λέω δεν είναι κάποια τρελή άποψη. Οι αξίες μας είναι καταγεγραμμένες στο καταστατικό μας. Πρέπει να υπερασπιστούμε αυτές τις αξίες, πρέπει να σταθούμε απέναντι σε κάθε διάκριση ή κρούσμα ξενοφοβίας και ρατσισμού. Κανένας δεν υποχρεώνει κανέναν να γίνει μέλος μας. Αλλά δεν γίνεται να είσαι μέλος και ταυτόχρονα να ψηφίζεις υπέρ της ακροδεξιάς”.

Ο Φίσερ βρίσκεται στο βήμα για σχεδόν μια ώρα. Όταν η ομιλία του φτάνει στο τέλος της, όλη η αίθουσα σηκώνεται όρθια και τον χειροκροτάει για αρκετά λεπτά. Η απάντηση των 700 παρευρισκόμενων οπαδών είναι αποστομωτική. Όσες αμφιβολίες υπήρχαν για τη στάση του κόσμου της ομάδας, διαγράφονται σε δευτερόλεπτα. Λίγη ώρα αργότερα ακολουθεί η καθιερωμένη ψηφοφορία. Ο Πίτερ Φίσερ έχει και επίσημα τη στήριξη του 99% των οπαδών-μελών της ομάδας και ετοιμάζεται για την 7η συνεχόμενη θητεία του στην προεδρική καρέκλα! Σε μια εποχή που η ακροδεξιά προελαύνει σε πολλές χώρες (ανάμεσα τους και η Γερμανία), η Άιντραχτ και ο πρόεδρος της ορθώνουν το ανάστημα τους, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Όπως τονίζει ο Φίσερ: “Υπάρχουν χιλιάδες άλλοι σύλλογοι που στο καταστατικό τους έχουν παρόμοιες αξίες με τις δικές μας. Που είναι; Γιατί δεν παίρνουν θέση;”

Σήμερα το βράδυ στην Κύπρο, η Άιντραχτ αντιμετωπίζει τον Απόλλων Λεμεσού στα πλαίσια της 4ης αγωνιστικής του Europa League. Η ομάδα του Πίτερ Φίσερ μπορεί να μην ξεκίνησε καλά τη φετινή σεζόν, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από την καλοκαιρινή αποχώρηση του Νίκο Κόβατς, αλλά κατάφερε γρήγορα να ορθοποδήσει και να βρει τη φόρμα της (έχει σκαρφαλώσει στην 5η θέση στη Μπουντεσλίγκα και μετράει 7 ματς χωρίς ήττα σε Γερμανία και Ευρώπη, στα οποία έχει σκοράρει 23 φορές !).

Με μια νέα νίκη απέναντι στον Απόλλωνα θα κάνει το 4/4 στον όμιλο της και θα εξασφαλίσει από τώρα την πρόκριση στα νοκ άουτ. Η πιθανότητα παρουσίας της σ’έναν ακόμα ευρωπαϊκό τελικό είναι για την ώρα πάρα πολύ μικρή αλλά σίγουρα περνάει από το μυαλό του πάντα αισιόδοξου Πίτερ Φίσερ. Την προηγούμενη φορά που το κατάφερε πάντως (το 1980, όταν και κατέκτησε το ΟΥΕΦΑ νικώντας την Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ) ο Φίσερ ήταν ακόμα πιτσιρικάς, είχε μακριά ξανθά μαλλιά και παρακολουθούσε τα ματς όρθιος από το πέταλο, ελπίζοντας πως κάποια μέρα ο εκφωνητής του γηπέδου θα τον φωνάξει για να μπει εσπευσμένα στον αγώνα και να πετύχει το νικητήριο γκολ.

Ο άνθρωπος που έχασε τα πάντα, εκτός από την αγάπη για το ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

12 Ιουνίου 2012. Η διοργανώτρια Πολωνία μετά την ισοπαλία με την Ελλάδα στην πρεμιέρα του Euro αντιμετωπίζει τη Ρωσία. Ο Τζαγκόεφ ανοίγει το σκορ στο 37′ για τους Ρώσους. Το κοινό της Βαρσοβίας διψάει για την ισοφάριση. Είναι η ευκαιρία της Πολωνίας για μια διάκριση μέσα στην πατρίδα της, είναι και ο αντίπαλος που έχει πάντα ιδιαίτερη σημασία. Στο 57′ οι Πολωνοί βγαίνουν στην αντεπίθεση από τα δεξιά. Ο αρχηγός Γιακούμπ Μπλαστσικόφσκι παίρνει την μπάλα «εξτρεμίσια» με το δεξί, αποφεύγει τον αντίπαλό του και πιάνει ένα καταπληκτικό σουτ με το αριστερό που καρφώνεται στη γωνία της εστίας του Μαλαφέεφ. 1-1. Ένα από τα ομορφότερα γκολ του Euro 2012. Ο Μπλαστσικόφσκι  φεύγει τρέχοντας, φιλάει το εθνόσημο και οι συμπαίκτες του τον κυνηγούν. Στο γήπεδο γίνεται πανζουρλισμός. Το ίδιο σε διάφορα μέρη της χώρας που κόσμος βλέπει σε γιγαντοοθόνες τον αγώνα. Ο αρχηγός, που έχει δώσει την ασίστ και στον Λεβαντόφσκι στο προηγούμενο 1-1 με την Ελλάδα, πνίγεται στις αγκαλιές των συμπαικτών του. Μόλις ηρεμεί, δείχνει με τα δάχτυλά του τον ουρανό.

Δεν είναι τίποτα το ασυνήθιστο θα σκεφτούν πολλοί, το έχουμε δει πολλές φορές. Ειδικά από θρήσκους Βραζιλιάνους. Άλλωστε ο αρχηγός της Πολωνίας είναι πιστός καθολικός. Οι περισσότεροι ασχολούμαστε με το πώς θα προφέρουμε το όνομά του. «Blaszczykowski«, 10 σύμφωνα και 4 φωνήεντα. Όσοι τον παρακολουθούν και με τη φανέλα της Ντόρτμουντ έχουν ξαναδεί τον πανηγυρισμό. Ίσως κάποιοι πιο διαβασμένοι να θυμούνται ότι λίγες ημέρες πριν το Euro ο αρχηγός Κούμπα (το παρατσούκλι με το οποίο θα τον αποκαλούμε από δω και στο εξής στο κείμενο γιατί το Μπλαστσικόφσκι θέλει ιδιαίτερη προσπάθεια) έχει αφήσει την αποστολή της Πολωνίας για να πάει στην κηδεία του πατέρα του και να είναι ένα γκολ αφιερωμένο σε  αυτόν. Δυστυχώς όμως, η αλήθεια είναι πολύ πιο τραγική.

Σεπτέμβριος 1996. Στο μικρό χωριουδάκι Τρουσκολάσι της Σιλεσίας κάπου στα νότια της χώρας και κοντά σχετικά στο Κατοβίτσε ένα 11χρονο αγόρι παίζει. Είναι ένα ακόμα απλό παιδάκι. Το μόνο που το κάνει να ξεχωρίζει είναι ότι έχει θείο τον Γέρζι Μπρέζτσεκ, έναν επαγγελματία ποδοσφαιριστή που φόρεσε 42 φορές τη φανέλα της Πολωνίας. Ίσως είναι κι ο λόγος που ο μικρός Κούμπα παίζει όλη μέρα ποδόσφαιρο. Από νωρίς το πρωί με μια μπάλα, απέναντι σε έναν τοίχο. Εκείνη την ημέρα όμως δεν έπαιζε ποδόσφαιρο. Ήταν στο δωμάτιό του κι έπαιζε με τα παιχνίδια του.

«Το παράθυρο ήταν ανοιχτό και ξαφνικά άκουσα δυο φωνές. Ήξερα ποιες ήταν ήταν. Πάγωσα γιατί τους άκουσα να μαλώνουν. Μετά ακούω μια φωνή να λέει: «Σκύλα!» κι ύστερα κραυγές. Έτρεξα έξω. Η μητέρα μου ήταν μέσα σε ένα χαντάκι και ο πατέρας μου έφευγε. Άρχισα να φωνάζω. Πήγα δίπλα της να την αγγίξω. Μου ήρθε μια μυρωδιά, κάτι σαν χαλασμένο γάλα. Πήγα να πιάσω το χέρι της και νομίζω τα δάχτυλά μου μπήκαν στην πληγή. Κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν ήταν καλά. Νομίζω ότι η μητέρα μου πέθανε στα χέρια μου. Τρεις τελευταίες αναπνοές και μετά τίποτα. Ησυχία. Έτρεχα με τις κάλτσες, δεν είχα προλάβει να βάλω παπούτσια, πήγα να καλέσω ένα ασθενοφόρο. Όταν επέστρεψα ήταν όλοι εκεί γύρω της. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν θυμάμαι τίποτα μετά.»

Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Γιακούμπ Μπλαστσικόφσκι.

Μετά από αυτή την ανείπωτη τραγωδία ο Κούμπα κι ο αδερφός του Ντάβιντ πήγαν να ζήσουν με τη γιαγιά τους που τελικά τους μεγάλωσε και σε αυτή χρωστούν τα πάντα. Ο πατέρας του συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλακή. Ο Κούμπα αναγκάστηκε να επιστρέψει στο σχολείο, αλλά η χαρά της ζωής του, η μπάλα, κόπηκε. Δεν υπήρχε χώρος μέσα στην παιδική του ψυχή για ευχαρίστηση. «Στα 11 μου έπρεπε ξαφνικά να ωριμάσω, να αρχίσω να σκέφτομαι διαφορετικά. Σε μια στιγμή έχασα και τους δυο γονείς μου. Πέρασαν σχεδόν δύο χρόνια μέχρι να αντιληφθώ τι είχε συμβεί».

Οι μήνες περνούσαν κι ο Κούμπα δεν είχε όρεξη για μπάλα, δεν επέστρεφε στην τοπική ομάδα. Περίπου ένα χρόνο αργότερα κάποιος τον έπεισε να πάρει μέρος σε ένα τουρνουά ποδοσφαίρου σάλας. Βγήκε ο καλύτερος παίκτης. Τότε ήταν που τον πλησίασε ο θείος του, προπονητής της ολυμπιακής ομάδας της Πολωνίας. «Του είπα να μην σπαταλήσει το ταλέντο του. Αν μπορούσε να τα καταφέρει αυτά χωρίς προπόνηση, θα μπορούσε να κάνει ακόμα μεγαλύτερα πράγματα αν επέστρεφε». Τελικά ο Κούμπα πείστηκε, επέστρεψε στην αγαπημένη του μπάλα και την ομάδα του και το 2002 μετακόμισε στις μικρές ομάδες της Γκόρνικ Ζάμπρζε μιας ομάδας Α’ εθνικής. Δεν τον πίστεψαν όμως εκεί και τελικά γύρισε σε μια μικρή ομάδα της περιοχής του στη Δ’ εθνική. Ο Κούμπα ήταν αρκετά κοντός και κυρίως πολύ ατομιστής. Κρατούσε πολύ την μπάλα, είχε εξαιρετική ντρίμπλα καθώς έμαθε να παίζει μπάλα σε μικρούς χώρους, αλλά επειδή δεν ήταν και ο πιο δυνατός παίκτης την έχανε συχνά. Στο γυμνάσιο ήταν από τα πιο κοντά παιδιά, ο ίδιος το αποδίδει στο σοκ από το θάνατο της μητέρας του. Όσοι ήταν κοντά του, προπονητές, φίλοι, ακόμα κι ο αδερφός του προσπάθησαν να του αλλάξουν μυαλά και ποδοσφαιρικό στιλ. Και πράγματι, ο Κούμπα άρχισε να δίνει πάσες. Ταυτόχρονα ψήλωσε και σε σχετικά συνηθισμένα επίπεδα, ενώ δυνάμωσε κιόλας.

Ο θείος του εκμεταλλεύτηκε τις γνωριμίες του με τον Γκρεγκόρ Μιελκάρσκι (έναν σπουδαίο Πολωνό φορ που πέρασε και για λίγο από την ΑΕΚ, αλλά αντιμετώπισε προβλήματα τραυματισμού) τον τεχνικό διευθυντή της Βίσλα και ο Κούμπα μετακόμισε στην Κρακοβία. Εντυπωσίασε αμέσως τον προπονητή της ομάδας, στα 19,5 του έκανε ντεμπούτο στην Α’ εθνική. Παρ’ ότι πολλοί έλεγαν ότι ο μικρός έπαιζε λόγω γνωριμιών, ο κόουτς Λίτσκα πήρε το ρίσκο και δικαιώθηκε. Ο Κούμπα μάλιστα κατέκτησε και το πρωτάθλημα στην πρώτη του σεζόν και οι επιφυλάξεις των οπαδών κι η αμφισβήτηση (μια που πήρε τη θέση του αγαπημένου παιδιού, του Νιγηριανού Ούτσε) μετατράπηκαν σε λατρεία.

Η εξέλιξή του ήταν ραγδαία. Από τη Δ’ εθνική αμέσως στην πρωταθλήτρια ομάδα και από εκεί μέσα σε μόλις δύο σεζόν μεταγραφή στη Γερμανία και μάλιστα στην Μπορούσια Ντόρτμουντ. Από την τοπική ομάδα, σε μια ομάδα με δέκα διεθνείς στην εθνική Πολωνίας και από εκεί στα ίδια αποδυτήρια με τον Ροζίτσκι, τον Γιαν Κόλερ, τον Αμορόζο και τον Ζούλιο Σέζαρ, μόλις στα 22 του χρόνια. Το «Κούμπα» στη φανέλα για να πουλήσει πιο εύκολα από το όνομα σιδηρόδρομο και από την αρχή, χωρίς να ξέρει γρι γερμανικά, κερδίζει τις εντυπώσεις. Το Κίκερ τον αναδεικνύει δεύτερη καλύτερη μεταγραφή στη Γερμανία μετά από αυτή του Ριμπερί. Ο Κούμπα γίνεται στη συνέχεια βασικότατο γρανάζι στη μηχανή του Κλοπ. Στην Ντόρτμουντ έμεινε εννιά ολόκληρες σεζόν, κέρδισε δύο πρωταθλήματα και έφτασε σε έναν τελικό Τσάμπιονς Λιγκ. Αγαπήθηκε όσο λίγοι από το κοινό της ομάδας και όταν πλέον αποχώρησε και τον Σεπτέμβριο του 2016 την αντιμετώπισε με τη φανέλα της Βόλφσμπουργκ ηττήθηκε με 1-5. Οι παίκτες της Ντόρτμουντ πήγαν να χαιρετίσουν τον κόσμο, αλλά οι περίπου 3.000 εκδρομείς είχαν άλλο πράγμα στο μυαλό τους. Άρχισαν να φωνάζουν το όνομα του Κούμπα. Οι πρώην συμπαίκτες του τον… έφεραν πίσω σχεδόν από τα αποδυτήρια κι ο Κούμπα φορώντας τα πράσινα αποθεώθηκε σε μια στιγμή ποδοσφαιρικού μεγαλείου και αναγνώρισης:

Ιούνιος 2012. Η Πολωνία τελικά έρχεται ισόπαλη 1-1 με τη Ρωσία. Ο Κούμπα δεν έχει αφιερώσει το γκολ στον πατέρα του. Δεν τον έχει ξαναδεί ποτέ άλλωστε από εκείνη την ημέρα, το γκολ όπως κι όλα είναι για την μητέρα του. Δεν επισκέφτηκε τον Σίγκμουντ στη φυλακή, όπως κι ο αδερφός του. Όταν έμαθε για τον θάνατό του όμως δεν μπορούσε. Άφησε το προπονητικό κέντρο και πήγε στην κηδεία. Τον συγχώρεσε; Ίσως. Άλλωστε όπως είπαμε είναι ιδιαίτερα θρήσκος και στο χριστιανισμό η συγχώρεση είναι θεμέλιος λίθος. Αν ξέχασε; Σίγουρα όχι. Άλλωστε και να θέλει δεν μπορεί. Στα χέρια του έχει τα σημάδια. Ήταν 14 ετών, πήρε ένα γυαλί και προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Οι ουλές υπάρχουν ακόμα στα χέρια για να θυμίζουν πόσο κοντά έφτασε στο δικό του τέλος. Ο Κούμπα δεν πούλησε ποτέ το δράμα του. Το κράτησε μέσα του, έδωσε λίγες συνεντεύξεις και μόλις πριν χρόνια αποφάσισε να γράψει αυτό το βιβλίο που έβγαλε όσα κουβαλούσε μέσα του για χρόνια. Έχει κάνει κι ο ίδιος οικογένεια, δεν επιδεικνύει τον πλούτο του, δεν προκαλεί, είναι ταπεινός. Στην Πολωνία λατρεύεται. Μαζί με τον Λεβαντόφσκι είναι ήρωες της εθνικής.

Η Πολωνία τελικά με δυο ισοπαλίες και μία ήττα βγήκε τελευταία στο γκρουπ της. Το γκολ και η ασίστ του Κούμπα δεν αρκούσαν. Οι Πολωνοί αποκλείστηκαν, αλλά τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψαν. Έδωσε την ασίστ για το γκολ της νίκης επί της Β. Ιρλανδίας, την πρώτη νίκη στην ιστορία της Πολωνίας σε Euro. Έπαιξε και στο 0-0 με τη Γερμανία, αλλά στο τρίτο ματς ήταν στον πάγκο. Μπήκε αλλαγή στο 2ο ημίχρονο, σκόραρε και με το 1-0 επί της Ουκρανίας οι Πολωνοί πήραν τη μεγάλη πρόκριση. Σκόραρε ξανά με την Ελβετία στη φάση των 16 και πέτυχε και πέναλτι στη διαδικασία που έδωσε την πρόκριση στους 8. Εκεί η Πορτογαλία αντιμετώπισε την Πορτογαλία και το παιχνίδι έληξε με 1-1. Ο Κούμπα σούταρε το μοιραίο τέταρτο πέναλτι, ο Ρουί Πατρίσιο απέκρουσε κι η Πορτογαλία πήρε μία ακόμα Made by Fernando Santos πρόκριση. Ο πιο πολύτιμος παίκτης της εθνικής, έγινε κι ο μοιραίος. Αυτή τη φορά τα χέρια δεν έδειξαν τον ουρανό, αλλά κάλυψαν το γεμάτο στενοχώρια πρόσωπό του.

Ο Κούμπα έχασε το Μουντιάλ του 2006 (όπως και το Euro 2008) λόγω τραυματισμού. Πλέον στα 32 του με το κορμί του ταλαιπωρημένο από πολλούς τραυματισμούς, θα ζήσει τη χαρά ενός Μουντιάλ. Ο τρίτος σε συμμετοχές στην ιστορία της Πολωνίας θέλει μία ακόμα για να φτάσει τις 100. Πίσω του έχει αφήσει αυτό το μοιραίο πέναλτι, το πέναλτι ενός πιθανού ημιτελικού. Ο Κούμπα ακόμα και να μην είναι τόσο σημαντικός αυτή τη φορά, να μην είναι σε 100% κατάσταση, είναι ήδη ένας νικητής. Νικητής στη ζωή, νικητής και στο ποδόσφαιρο. «Θα μείνει μέσα μου για όλη μου τη ζωή. Ποτέ δεν θα καταλάβω τι έγινε και γιατί. Κάθε μέρα το σκέφτομαι, αλλά έχω αποκτήσει αντοχές στην τραγωδία αυτή. Έχασα τα πάντα και ήταν μόλις πριν λίγα χρόνια που κατάλαβα ότι μπορώ να δώσω χαρά στον εαυτό μου και σε άλλους ανθρώπους».

Τζιοβάνε Έλμπερ: Ο Βραζιλιάνος που έγινε Γερμανός

  [5 Σχόλια]

Για να γίνεις μεγάλος παίκτης, θέλει ταλέντο και πολλή δουλειά. Θέλει ώρες προπόνησης, θέλει μυαλό, εργατικότητα (ή υπερβολικά πολύ ταλέντο αν είσαι λίγο τεμπελάκος). Για να γίνεις από τους κορυφαίους όλων των εποχών θέλει και λίγη τύχη. Γιατί συχνά εμφανίζονται παίκτες που δεν υστερούν σε τίποτα, που σταθερά κι αμείωτα παίζουν εξαιρετικά σε υψηλό επίπεδο, αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν θα μπουν σε λίστες των κορυφαίων, δεν θα μονοπωλήσουν τα φώτα όπως άλλοι. Αυτούς τους παίκτες τους συμπαθώ πάντα λίγο παραπάνω και πιστεύω ότι ανάμεσά τους είναι κι ο Έλμπερ ντε Σόουζα.

Για πολλά χρόνια πίστευα, όπως μάλλον κι οι περισσότεροι, ότι το μικρό του είναι το Τζιοβάνε ή έστω Τζιοβάνι και το επώνυμο το Έλμπερ. Η αλήθεια όμως είναι ότι το Έλμπερ είναι το μικρό του και το «τζιοβάνε» το παρατσούκλι που του είχε κολλήσει η θεία του για να τον φωνάζει «ο μικρός Έλμπερ». Όπως κι οι άλλοι συγγενείς του όμως, τον έχασε από κοντά της πριν καλά καλά μεγαλώσει. Ο Έλμπερ ξεκίνησε να παίζει μπάλα στη Λοντρίνα Εσπόρτε Κλουμπε, έναν άσημο σύλλογο στα νότια της χώρας, αλλά οι εμφανίσεις του τον έφεραν γρήγορα στις μικρές εθνικές, κατακτώντας έναν τίτλο Ν. Αμερικής και συμμετέχοντας στο Μουντιάλ U20 της Πορτογαλίας, όπου η Βραζιλία έχασε τον τελικό στα πέναλτι. Οι εμφανίσεις του όμως προσέλκυσαν το ενδιαφέρον.

Η Μίλαν έδωσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ρεκόρ τότε για νεαρό Βραζιλιάνο χωρίς εμπειρία από επαγγελματικό ποδόσφαιρο, και τον έφερε στην Ιταλία. Μπροστά του βρήκε την ολλανδική τριπλέτα φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ κι ο «τζόβανε» δεν μπορούσε να παίξει, καθώς επιτρέπονταν μόνο τρεις ξένοι. Την πρώτη χρονιά του την πέρασε ως θεατής της Μίλαν και η ζωή ήταν δύσκολη. Ένας 18χρονος Βραζιλιάνος ξαφνικά στην Ιταλία και μάλιστα στο Μιλάνο. «Ήθελα να φύγω μετά τους δύο πρώτους μήνες. Δεν υπήρχαν τότε κινητά, δεν υπήρχε Ίντερνετ. Μου έλειπε η οικογένειά μου. Έκλαιγα μέρα-βράδυ. Έπρεπε να μάθω να μαγειρεύω. Δεν είχα δίπλωμα και γύριζα με το λεωφορείο».

Την επόμενη σεζόν ο Έλμπερ έκανε ξανά προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά όταν τελείωνε το καλοκαίρι και τα σχολεία ξεκινούσαν, μετακόμισε στην Ελβετία, δανεικός στην Γκρασχόπερ. Όχι ότι και εκεί δεν ήταν δύσκολα, ειδικά τον πρώτο χειμώνα στη Ζυρίχη, κι ας είχε μαζί του για παρέα τον αδερφό του. Το κρύο ήταν πολύ, η επικοινωνία δύσκολη και το φαγητό γρίφος. Στη βιογραφία του περιγράφονται οι δύσκολες στιγμές. Την πρώτη εβδομάδα η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όταν ο αδερφός του πέτυχε μια πινακίδα έξω από μαγαζί που με κιμωλία έγραφε τρεις… μαγικές λέξεις: «chili con carne». Ήταν κάτι σαν παράδεισος για τους δυο Βραζιλιάνους που επιτέλους ανακάλυψαν κάτι που ήξεραν τι είναι. Κάθε μέρα έτρωγαν κρέας με φασόλια και έξτρα μερίδα τηγανιτές πατάτες. Παρ’ ότι αγωνιστικά ο Έλμπερ δεν είχε προβλήματα, δεν του άρεσε καθόλου η Ελβετία: «Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία για τη χειμερινή διακοπή του πρωταθλήματος δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήταν η μητέρα που μου έπεισε. Μου είπε ότι θα μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής και θα πάω να γίνω ποδοσφαιριστής, αυτό που ήθελα πάντα». Ο Έλμπερ τελικά μπήκε και έμεινε στην Ευρώπη για 15 χρόνια συνολικά. Τα επόμενα δύο καλοκαίρια έκανε και πάλι προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά επέστρεψε ξανά στην Ελβετία όπου και έκανε σπουδαίες εμφανίσεις (ακόμα και στην Ευρώπη), ενώ στην τελευταία του σεζόν βγήκε πρώτος σκόρερ και κατέκτησε το κύπελλο.


Das magische Dreieck

Το μέλλον του στη Μίλαν δεν φαινόταν λαμπρό (0 εμφανίσεις σε 4 σεζόν) κι ο Έλμπερ ζήτησε να πάει δανεικός κάπου στην Ιταλία, αφού ένιωθε ότι πλέον είχε μάθει ό,τι μπορούσε στο ελβετικό πρωτάθλημα μετά από τρεις χρονιές. Οι άνθρωποι της Μίλαν του είπαν ότι έχουν μια πρόταση από τη Στουτγκάρδη που τον παρακολουθούσε. Ο Έλμπερ που είχε ήδη μάθει γερμανικά την αποδέχτηκε και έτσι μετακόμισε στη Γερμανία. Στη Σουηβία μπήκε σε μια εξαιρετική ομάδα και άρχισε να δείχνει την ποιότητά του. Παρ’ ότι την πρώτη σεζόν σκόραρε μόλις 8 γκολ, στις άλλες δύο πήρε μπρος και μαζί με το Φρέντι Μπόμπιτς και τον Κράσιμιρ Μπαλάκοφ έφτιαξαν το ιστορικό «μαγικό τρίγωνο» για τη Στουτγκάρδη του μόλις 36χρονου τότε προπονητή Γιόακιμ Λεβ που ξεκινούσε να φτιάχνει όνομα. Ο Έλμπερ κατέκτησε το κύπελλο του 1997, αλλά δεν ήταν εκεί στην σπουδαία πορεία της ομάδας στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1998. Είχε ήδη συμφωνήσει να μετακομίσει στο Μόναχο λίγες μέρες πριν τον τελικό με την Κότμπους στον οποίο σκόραρε δυο γκολ. Γύρισε στο ξενοδοχείο και δεν μπορούσε να πανηγυρίσει, στενοχωρημένος επειδή θα έφευγε. Ο Μπόμπιτς (με τον οποίον είναι κολλητοί ακόμα και σήμερα) πήγε στο δωμάτιό του και του είπε: «Σήμερα είσαι ακόμα ένας από μας, οπότε θα έρθεις να το γιορτάσουμε. Από αύριο μπορείς να πας να γαμηθείς».

Ένα από τα καλύτερα γκολ του, το πέτυχε επί της Μπάγερν

Ο Έλμπερ είχε αγαπήσει τη Στουτγκάρδη και πολλοί του έλεγαν ότι δεν θα έβρισκε το ίδιο οικογενειακό κλίμα στην Μπάγερν. Δεν πίστευε καν ότι είχε ενδιαφερθεί ένας τόσο μεγάλος σύλλογος, το συνειδητοποίησε όταν τον πήρε τηλέφωνο ο Ματέους. Μέσα του όμως είχε ένα μεγάλο όνειρο, να φορέσει τη φανέλα της Σελεσάο και ήξερε ότι δύσκολα θα τα κατάφερνε αν δεν πήγαινε σε μεγαλύτερο σύλλογο. Παρά το τότε ενδιαφέρον της Άρσεναλ, ο Έλμπερ πήγε στους Βαυαρούς και μια τρομερή πορεία ξεκίνησε. Το άκρως οικογενειακό κλίμα χάθηκε, αλλά τα γκολ, οι τίτλοι και οι επιτυχίες ξεκίνησαν.

Ο Έλμπερ ήταν ένας από τους πληρέστερους επιθετικούς που είδαμε ποτέ. Με φοβερά ποσοστά επιτυχίας, γρήγορος, δυνατός, καλός και στον αέρα χωρίς να είναι πρώτο μπόι. Το γεγονός ότι μετακόμισε στην Ευρώπη τόσο νωρίς, τον έκανε αρκετά πιο Ευρωπαίο ποδοσφαιρικά. Η μπάλα έπρεπε να μπει στα δίχτυα. Αυτός ήταν ο σκοπός. Αν έπρεπε να ντριμπλάρει, θα το έκανε. Αν έπρεπε να σουτάρει, θα το έκανε. Τακουνάκια, ψαλιδάκια, σουτ εκτός περιοχής, τεράστια γκάμα. Σημασία είχε όμως το γκολ.

Η απόφαση να πάει στην Μπάγερν είχε άμεσο αντίκτυπο. Μόλις σε μία σεζόν, κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Βραζιλίας. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο, έπεσε σε μια φουρνιά σπουδαίων παικτών. Ριβάλντο-Ρονάλντο-Μπεμπέτο-Ρομάριο (αν και μεγάλος), αλλά και άλλοι όπως ο Εντμούντο κι ο Ντενίλσον του έπαιρναν τη θέση. Το γερμανικό ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο δημοφιλές κι ο Έλμπερ δεν είχε παίξει ποτέ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα με αποτέλεσμα να είναι άγνωστος σε πολύ κόσμο πίσω στην πατρίδα και να μην έχει μεγάλο έρεισμα σε κόσμο και κυρίως προπονητές.

Τον Δεκέμβριο του 1997 οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον Μάριο Ζαγκάλο αν ο Έλμπερ θα είναι στις επιλογές του για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Ζαγκάλο απαντά με πολύ άσχημο τρόπο: «Πόσους Έλμπερ έχουμε στη Βραζιλία; Χιλιάδες! Ας αγοράσει ένα αεροπορικό και να πάει για διακοπές»

Ο Έλμπερ από τη Γερμανία απαντάει στο Ζαγκάλο, λέγοντάς του ότι είναι γέρος και έχει αρχίσει να ξεχνάει. Τελικά, ο Ζαγκάλο τον παίρνει στο αδιάφορο Gold Cup που συμμετείχε κι η Βραζιλία στις αρχές του 1998, αλλά τον έχει στον πάγκο κατά κύριο λόγο. Τον φωνάζει «μικρό» γιατί δεν θυμόταν το όνομά του.  Ο Έλμπερ μοχθεί για να επιλεγεί στην ομάδα, αλλά ένας τραυματισμός διαλύει τις λίγες ελπίδες του για να δώσει το παρόν στο Μουντιάλ.

Το 2002 η αδικία ήταν μεγαλύτερη, με παίκτες όπως ο Λουιζάο και ο Εντμίλσον (οι επιθετικοί και όχι οι συνονόματοί τους σε άλλες θέσεις, αν δεν τους θυμάστε δεν φταίτε εσείς) να προτιμώνται από τον Τζιοβάνε, σαφώς κατώτεροί του. Στο τέλος παίζει ρόλο και η απόφαση της Μπάγερν να μην του δώσει άδεια να πάει στη Βραζιλία για δυο αγώνες στα προκριματικά και μένει ξανά εκτός Μουντιάλ. Ο Έλμπερ, τελείωσε την καριέρα του με μόλις 15 εμφανίσεις με τη Βραζιλία. Φυσικά σε αυτά τα ματς σκόραρε 7 φορές, γεγονός που έδειχνε πόσο μπορούσε να βοηθήσει. Είπαμε. Εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά μια συμμετοχή σε ένα Μουντιάλ πιθανότατα να τον είχε βάλει ανάμεσα στους καλύτερους. Είναι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες που στο τέλος καθορίζουν πώς θα σε θυμάται ο κόσμος.

Αν δεν τον προλάβετε, μάθετέ τον τώρα
Αν τον θυμάστε, ξαναδείτε ορισμένα του γκολ

Η καριέρα του όμως σε συλλόγους ήταν πάντα σπουδαία. Στο Μόναχο κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα, τρία κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και ένα Διηπειρωτικό. Έγινε ο πρώτος ξένος σκόρερ όλων των εποχών στην Μπάγερν και μόνο ο Κλαούντιο Πιζάρο και πλέον ο Λεβαντόφσκι τον ξεπερνούν σε συνολικά γκολ ξένου στην Μπουντεσλίγκα. 133 γκολ σε 260 ματς συνολικά στην Μπουντεσλίγκα με Στουτγκάρδη και Μπάγερν. Το 1999 χάνει τον περίφημο τελικό της Βαρκελώνης απέναντι στη Γιουνάιτεντ λόγω τραυματισμού. Χάνει όμως και την ανατροπή: «Κατεβήκαμε με το Λιζαραζού κάτω λίγο πριν το τέλος. Ήταν κι αυτός τραυματίας και πήγαμε στο τούνελ για να ετοιμαστούμε για την απονομή. Όταν φτάσαμε το σκορ είχε γίνει 1-2. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Εγώ σηκώθηκα και έφυγα, γύρισα μόνος στο ξενοδοχείο. Δεν ήθελε να βλέπω κανέναν». Τελικά, το κατέκτησε δυο χρόνια αργότερα.

Σχεδόν συλλεκτική φωτογραφία του Έλμπερ με τη φανέλα της εθνικής

Ο Έλμπερ μετά την Μπάγερν συνέχισε την καριέρα του στη Λυών με αρκετά καλή παρουσία και τελικά την έκλεισε παίζοντας για πρώτη φορά μπάλα στην πατρίδα του με την Κρουζέιρο. Η ζωή του όμως συνδέθηκε άρρηκτα με τη Γερμανία. Είναι «πρέσβης» της Μπάγερν και συνεχίζει να έχει άμεση σχέση με το σύλλογο. Ταξιδεύει συχνά στο Μόναχο για να βλέπει την ομάδα, όταν δεν βρίσκεται στη Βραζιλία που εκτός των άλλων έχει ιδρύσει ακαδημία ποδοσφαίρου για τα παιδιά του δρόμου και κάνει τον… καουμπόη στα συνολικά 6000 βοειδή που έχει σε μια σειρά από εκτάσεις που αγόρασε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνέντευξη που έδωσε πριν το πρόσφατο φιλικό Γερμανίας-Βραζιλίας είπε ότι… δεν είναι πραγματικός Βραζιλιάνος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο περιβόητο ματς 7-1, η γυναίκα του ήταν στο γήπεδο με μια σημαία της Βραζιλίας, τα παιδιά του με φανέλες Γερμανίας κι ο ίδιος ένιωθε πολύ πιο κοντά με Γερμανούς όπως ο Τόμας Μίλερ τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, ενώ είχε ζωγραφίσει και μια σημαία της Γερμανίας στο πρόσωπό του. Κι όταν η γυναίκα του μετά το 3-0 δεν άντεξε άλλο και αποχώρησε, αυτός έκατσε να δει το ματς. «Πέρασα όλη τη ποδοσφαιρική μου ζωή εκεί», λέει με ειλικρίνεια. Ίσως βαθιά μέσα του, να μην έχει ξεπεράσει το γεγονός ότι στην εθνική ποτέ δεν τον αγκάλιασαν και γι’ αυτό δεν έχει τόση συμπάθεια στη Σελεσάο. Κι ας έφευγε στα 16 του για να κάνει δυο μέρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και να βρεθεί στο Μαρακανά και να δει από κοντά το μεγάλο του ίνδαλμα, τον Ζίκο.

Τρώω, πίνω, κοιμάμαι, κόβω προς τα μέσα: Η απλή ζωή του Άριεν Ρόμπεν

  [Καθόλου σχόλια]

Τυχαίο λεπτό, ενός τυχαίου αγώνα της Μπάγερν Μονάχου. Ένας μέσος των Γερμανών δέχεται τη μπάλα στο χώρο του κέντρο και αμέσως την προωθεί προς τη δεξιά πλευρά της επίθεσης. Ο Άριεν Ρόμπεν την υποδέχεται με ένα γλυκό στοπάρισμα και με γρήγορα βήματα κατευθύνεται προς την αντίπαλη περιοχή ενώ ο αμυντικός με μικρά βηματάκια προς τα πίσω του δίνει διστακτικά λίγο χώρο.

Στον πάγκο ο προπονητής των αντιπάλων φωνάζει “πρόσεχε, θα κόψει προς τα μέσα”. Στην κερκίδα ένας φίλαθλος μονολογεί ασυναίσθητα “σίγουρα θα κόψει προς τα μέσα”. Σε ένα μπαρ κάπου στον κόσμο ένας τηλεθεατής σχολιάζει στον διπλανό του “να δεις, θα κόψει προς τα μέσα”. Στο σαλόνι του σπιτιού του ένας ηλικιωμένος παππούς με πρώιμα συμπτώματα Αλτσχάιμερ και έντονη μυωπία φωνάζει προς την τηλεόραση “προς τα μέσα, προς τα μέσα”. Ο ίδιος ο εγκέφαλος του αμυντικού βαράει κόκκινο συναγερμό και υπενθυμίζει στον κάτοχο του “έχε το νου σου, θα κόψει προς τα μέσα”. Ο αμυντικός παίρνει άμεσα το σήμα αλλά μέχρι να στρέψει το σώμα του προς τα δεξιά για να είναι έτοιμο για την κίνηση του Ρόμπεν, ο Ολλανδός έχει ήδη κάνει προσπέραση και με ένα γλυκό πλασέ με το εσωτερικό του αριστερού ποδιού τη στέλνει στην απέναντι γωνία της εστίας.

“Φυσικά και είναι όπλο. Όταν κάτι λειτουργεί καλά, απλά συνεχίζεις να το δοκιμάζεις. Πάντως δεν είμαι εγώ ο κατάλληλος άνθρωπος για να εξηγήσω γιατί λειτουργεί τόσο καλά” είχε απαντήσει ο ίδιος ο Ρόμπεν σε μια ερώτηση που του είχε τεθεί σχετικά με την τόσο κλασική, πλέον, κίνηση αυτή. “Όλοι τον ξέρουν. Όλοι ξέρουν ακριβώς τι κάνει. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στο πότε. Πότε θα κόψει προς τα μέσα; Έτσι, το δευτερόλεπτο που συνειδητοποιείς ότι τελικά κόβει, η μπάλα βρίσκεται ήδη στα δίχτυα σου” σχολίαζε πριν μερικούς μήνες ο Κρίστιαν Φουκς της Λέστερ.

Για όποιον παρακολουθεί ποδόσφαιρο συστηματικά τα τελευταία χρόνια η “κίνηση Ρόμπεν” είναι μια παγκόσμια σταθερά, κάτι δεδομένο όπως ο θάνατος, οι φόροι και το μπανταρισμένο κεφάλι του Κιελίνι. Το ότι θα τη δοκιμάσει κάποια στιγμή μέσα στο ματς είναι πιο σίγουρο κι απ’το ότι ο Σέρχιο Ράμος θα δει κίτρινη κάρτα. Το γιατί συνεχίζει να πιάνει σε τόσο μεγάλο βαθμό όμως είναι αυτό που προκαλεί εντύπωση. Ο Σάντι Γκανές, ειδικός στη γνωστική νευροεπιστήμη στο Πανεπιστήμιο του Ναιμέγκεν που προσπάθησε να αναλύσει παλιότερα την κίνηση του Ρόμπεν, συμφωνεί με τον Φουκς και εστιάζει στο χρονικό σημείο που γίνεται η αλλαγή πορείας του Ολλανδού: “Η ασυνείδητη κίνηση του σώματος που κάνει ο Ρόμπεν είναι πάντα γρηγορότερη από αυτή του αμυνόμενου που χρειάζεται διαταγή από τον εγκέφαλο”.

Αυτό σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή επιτάχυνση του Ρόμπεν αλλά και το γεγονός ότι για τον αριστερό μπακ είναι πάντα πιο εύκολο να κάνει τάκλιν με το αριστερό, σε κάποιον που κάνει κίνηση προς τα έξω, παρά σε κάποιον εξτρέμ με “ανάποδο πόδι” που συγκλίνει προς τα μέσα, δίνουν στον Ολλανδό ένα πολύ σημαντικό προβάδισμα στις περισσότερες προσωπικές μονομαχίες σε εκείνο το κομμάτι του γηπέδου.

Φυσικά ο Ρόμπεν δεν είναι αφελής. Τα τελευταία χρόνια έχει μειώσει τους ρυθμούς εκτέλεσης της συγκεκριμένης κίνησης. Έτσι, κάποιες φορές θα πασάρει στον δεξιό μπακ που ανεβαίνει από πίσω και κάποιες άλλες θα ντριπλάρει τον αμυντικό έχοντας πορεία ελαφρά προς τα έξω και στη συνέχεια θα σεντράρει με το δεξί. “Πρέπει να αιφνιδιάζεις τους αντιπάλους. Αν κάνεις το ίδιο πράγμα κάθε φορά χωρίς καμία ποικιλία, θα σταματήσει να πιάνει στο τέλος. Γι’αυτό προσπαθούμε συνεχώς να βρούμε νέες λύσεις με διαφορετικές θέσεις ή κινήσεις”.

Ψάχνοντας κάποιος το πότε γεννήθηκε η κίνηση αυτή φτάνει στις αρχές του 2009, όταν ο Ρόμπεν διένυε τη δεύτερη σεζόν του στη Ρεάλ. Υπεύθυνος για την αλλαγή πλευράς που γέννησε και το ‘κόψιμο προς τα μέσα’ ήταν ο Χουάντε Ράμος, που έψαχνε μάταια λύσεις για να χτυπήσει την ανίκητη εκείνη τη σεζόν Μπαρτσελόνα. Μπορεί τα υπόλοιπα τρικ να μην έπιασαν αλλά η μεταφορά του Ολλανδού στη δεξιά πλευρά για να συγκλίνει προς τα μέσα είχε ικανοποιητικά αποτελέσματα: Ο Ρόμπεν τέλειωσε τη σεζόν με 7 γκολ, παρ’ όλο που μέχρι τα μισά της και όσο έπαιζε στα αριστερά είχε πετύχει μόνο ένα.

Το καλοκαίρι εκείνο μπορεί να άλλαξε ομάδα, αφού η Ρεάλ του έδειξε την πόρτα της εξόδου (ο ίδιος ακόμα και σήμερα τονίζει ότι δεν ήθελε να φύγει), αλλά όχι και συνήθειες. Ο Φαν Χάαλ διατήρησε τον Ρόμπεν στη νέα του θέση και έτσι με τον δεξιοπόδαρο Ριμπερί στα αριστερά και τον αριστεροπόδαρο Ρόμπεν στα δεξιά η Μπάγερν ‘κλείδωσε’ τις πτέρυγες της για αρκετά χρόνια. Ακολούθησαν 6 πρωταθλήματα Γερμανίας, 4 κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και αρκετές ατομικές διακρίσεις. Αν σ’όλα αυτά προσθέσουμε και έναν χαμένο τελικό Τσάμπιονς Λιγκ (η χειρότερη στιγμή της καριέρας του Ολλανδού, καθώς αστόχησε και σε πέναλτι στην παράταση) και έναν χαμένο τελικό Μουντιάλ, καταλήγουμε εύκολα στο συμπέρασμα πως ο Ρόμπεν ήταν αναμφισβήτητα ένας από τους μεγάλους πρωταγωνιστές της τελευταίας δεκαετίας.

Τίποτα απ’όλα αυτά δεν ήρθε τυχαία και εύκολα όμως. Ούτε καν αυτή η απλή και τόσο γνώριμη πλέον κίνηση προς τα μέσα. Η Μπάγερν έχει ανεβάσει αρκετές φορές στα social media της βίντεο από τις προπονήσεις στις οποίες φαίνεται ο 34χρονος πλέον Ρόμπεν να δοκιμάζει ξανά και ξανά και ξανά την προσποίηση και στη συνέχεια το φαλτσαριστό σουτ. “Είναι απλά συναρπαστικό να παρακολουθείς τον Ρόμπεν στην προπόνηση. Μετά από όλη αυτή την καριέρα που έχει κάνει, προπονείται λες και είναι ένας 18χρονος που μόλις προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα” σχολίαζε πριν λίγες μέρες με θαυμασμό ο 22χρονος Νίκλας Ζίλε.

“Είναι πάρα πολύ σημαντικό να είσαι επικριτικός με τον εαυτό σου. Αυτό είναι κάτι που νομίζω λείπει λίγο από τη νέα γενιά. Βλέπεις πιτσιρικάδες 19-20 χρονών που παίζουν ένα ματς και νομίζουν ότι πλέον τα κατάφεραν. Δεν είναι αλήθεια. Πρέπει να δουλεύεις συνέχεια και πάντα να προσπαθείς να βελτιώνεσαι, ανεξαρτήτως ηλικίας” δηλώνει ο Ρόμπεν και το επιβεβαιώνει με τη ζωή του. Σπίτι, γήπεδο, γήπεδο, σπίτι. “Είμαι άνθρωπος της οικογένειας. Μου αρέσει να περνάω το χρόνο μου με τα παιδιά μου και τη γυναίκα μου”. Σπάνια θα τον δεις να διασκεδάζει σε μπαρ και κλαμπ, σπάνια θα διαβάσεις κουτσομπολίστικο ρεπορτάζ γι’αυτόν. Μια ζωή απλή και ίσως ρουτινιάρικη, όπως και η περίφημη κίνηση του προς τα μέσα.

Εδώ και λίγο καιρό στις τάξεις των Βαυαρών κυριαρχεί η κουβέντα για το αν αυτή είναι η τελευταία σεζόν του διδύμου Ρόμπεν-Ριμπερί με τη φανέλα της ομάδας. Όπως όλα δείχνουν η τελική απόφαση και για τους δυο θα παρθεί τον Απρίλιο. Πριν λίγες εβδομάδες ο Ολλανδός έκλεισε τα 34 ενώ τον Απρίλη ο Γάλλος θα κλείσει τα 35. Το καλοκαίρι θα συμπληρώσουν 9 χρόνια κοινής παρουσίας στις πτέρυγες της ομάδας. Η σχέση τους πέρασε από διάφορα στάδια, με σημείο ναδίρ τον ημιτελικό με τη Ρεάλ, όταν μάλωσαν για την εκτέλεση ενός φάουλ. Η διαμάχη συνεχίστηκε στα αποδυτήρια και τελικά ο Ολλανδός αποχώρησε με ένα σημάδι κάτω από το μάτι, στο σημείο ακριβώς που είχε προσγειωθεί η γροθιά του Ριμπερί. “Είναι κρίμα αλλά αυτά συμβαίνουν στο ποδόσφαιρο. Έχουμε περάσει πολλά μαζί και εκείνο το σκηνικό μας έκανε δυνατότερους. Δεν είμαστε και κολλητοί αλλά σεβόμαστε ο ένας τον άλλον” είχε δηλώσει ο Ρόμπεν λίγο καιρό μετά.

Σήμερα το απόγευμα η Μπάγερν, που προέρχεται από 9 σερί νίκες, φιλοξενείται στην έδρα της Βόλφσμπουργκ. Ο Άριεν Ρόμπεν θα πάρει κανονικά τη θέση του στα δεξιά της επίθεσης και θα περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να κόψει προς τα μέσα, να στείλει τη μπάλα στην απέναντι γωνία της εστίας και να αναγκάσει όλους τους παρευρισκόμενους να αναρωτηθούν για πολλοστή φορά “μα αφού όλοι ξέρουν τι θα κάνει, γιατί δεν τον κόβουν;”.

Μοντέρνες Μεταγραφές

  [4 Σχόλια]

Επιστρέφω μετά από καιρό στο αγαπημένο μου θέμα που είναι οι χορηγοί και οι μανατζαραίοι. Αφορμή στάθηκαν κάτι δημοσιεύματα που φέρνουν ξανά και φέτος το καλοκαίρι ως στόχο των μισών κορυφαίων συλλόγων της Ευρώπης τον Ουσμάν Ντεμπελέ της Ντόρτμουντ. Ναι, της Ντόρτμουντ που κέρδισε όλους, μα όλους τους μεγάλους το περυσινό καλοκαίρι στη μεταγραφή του 18χρονου τότε (σε χρόνια Μάλι μετράμε) υπερταλέντου της Ρεν. Το πώς και γιατί κατέληξε ο παίχτης στο Γερμανικό βορρά και όχι στην Αγγλία, τη Μαδρίτη ή τη Βαρκελώνη είναι αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης στη Γαλλία.

Η ιστορία του Ουσμάν Ντεμπελέ ξεκινάει το 2011 όταν και τον ανακαλύπτει στην πόλη Εβρέ της Νορμανδίας ο Μπαντού Σαμπαγκουέ, πρώην διεθνής με το Μάλι ποδοσφαιριστής. Ο Σαμπαγκουέ έχει κάτι κονέ με τις ακαδημίες της Ρέν, που βρίσκεται λίγο παραπέρα, αλλά ανήκει στη Βρετάνη και όχι στη Νορμανδία και τον πάει εκεί.

Τότε προπονητής των Ρενουά ήταν ο Φιλίπ Μοντανιέ που είχε πάρει με πάρα πολύ καλό μάτι τον ταλαντούχο νεαρό και ετοιμαζόταν να του προσφέρει θέση στην πρώτη ομάδα (όχι βασικού, αλλά στα 16 θα ήταν μεγάλο βήμα). Ο Μοντανιέ όμως έφυγε για τη Νότιγχαμ Φόρεστ και ο Ντεμπελέ περίμενε μάταια να κάνει το βήμα στην πρώτη ομάδα. Τότε ρώτησε το Σαμπαγκουέ αν θα μπορούσε να πάει να δοκιμαστεί στη Ρεντ Μπουλ Σάλτσμπουργκ, στης οποίας την ακαδημία βρισκόταν ο Νταγιό Ουπαμεκάνο, παιδικός του φίλος από το Εβρέ. Ο Σαμπαγκουέ προσέλαβε έναν διαπιστευμένο από τη Γαλλική Ομοσπονδία μάνατζερ για τις διαπραγματεύσεις αρχικά με τη Ρεν, τον Μαρσιάλ Κοτσιά. Στην ερώτηση και μόνο οι άνθρωποι της διοίκησης της Ρεν αντιδρούν άσχημα, καθότι έχουν καταλάβει τι παιχτούρα έχουν στις ακαδημίες τους. Μετά από αρκετούς μήνες διαπραγματεύσεων ο Ντεμπελέ υπογράφει τελικά επαγγελματικό συμβόλαιο, αλλά μπαίνει όρος από την πλευρά του παίχτη η ρήτρα να είναι στα €5Μ. Σύμφωνα με την Εκίπ, που ξεσκέπασε και το όλο σκηνικό, οι σχέσεις των δύο πλευρών ήταν τόσο κακές που το συμβόλαιο δεν υπογράφηκε στα γραφεία του συλλόγου, αλλά σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης.

Ο μικρός αρχίζει να παίζει βασικός την σεζόν 2015/2016 και βγάζει μάτια. Δεν είναι ότι φτάνει τα 10 γκολ γρηγορότερα από τον Τιερί Ανρί, είναι όλο το πακέτο. Το πως ντριπλάρει, το πως πετάει τη μπάλα και φεύγει με τρίτη, η ευελιξία του, το ανάλαφρο πάτημα. Ξαφνικά γίνεται το «μάι πρέσιους» για όλους τους μεγάλους. Κάπου εκεί η Ρεν καταλαβαίνει ότι, εεε, χμ, €5Μ δεν είναι ακριβώς ο ορισμός του «πρέσιους» και αρχίζει τις Ρεννιές. Σπρώχνουν τον Γάλλο ατζέντη, που όμως είναι εγγεγραμμένος στο Μάλι, Μούσα Σισοκό (πόσοι τέτοιοι άραγε να υπάρχουν;) δίπλα στο μικρό για να του πιπιλίσει το μυαλό ότι πρέπει να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Ρεν χωρίς ρήτρα. Μαζί του ο Σισοκό έχει τον Μάρκο Λιχστάινερ. Αν σας λέει κάτι το όνομα, είναι αδερφός του παίχτη της Γιούβε και τοπ ατζέντης στη Γερμανία. Βασική προϋπόθεση που του θέτουν είναι να τερματίσει το συμβόλαιο εκπροσώπησης που έχει με τους Σαμπαγκουέ και Κοτσιά.

             Με τον Σαμπαγκουέ και τη μαμά στο προπονητικό της Ρεν

Σύμφωνα με διασταυρωμένο ρεπορτάζ, τόσο της Εκίπ όσο και της Γκάρντιαν, αλλά επίσης και από τα στοιχεία της δικογραφίας της υπόθεσης που έχει φτάσει στη Γαλλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, ακολουθεί μια σειρά από γεγονότα σε λογική ταινίας:

Στις 24/02/2016 ο Ντεμπελέ στέλνει μήνυμα σε συγγενείς τους που τους γράφει «Αν δεν πάω με τον Σισοκό και τον Μάρκο θα μου κόψουν τη μεταγραφή».

Δύο μέρες μετά, οι Σαμπαγκουέ και Κοτσιά λαμβάνουν ένα γράμμα υπογεγραμμένο από τον Ντεμπελέ που γράφει ότι ακυρώνεται η συμφωνία του Σεπτεμβρίου (2015) και ότι δεν είναι πια εκπρόσωποί του. Συνεχίζει όμως να έχει επαφές μαζί τους.

Από το Μάρτιο ως τον Ιούνιο έχει συναντηθεί ο παίχτης προσωπικά με τον Γιούργκεν Κλοπ, εκπροσώπους της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, της Μάντσεστερ Σίτυ, ενώ τον παρακολουθούν στενά τόσο η Άρσεναλ, όσο και η Μπάγερν, η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπαρσελόνα.

Φτάνει ο Ιούνιος και ο πρόεδρος της Ρεν Φρανσουά-Ανρί Πινόλτ συζητάει μόνο με τη Ντόρτμουντ. Εντελώς συμπτωματικά από το 2007 ο Πινόλτ είναι μέτοχος της Πούμα. Επίσης πάλι από καθαρή σύμπτωση, η Πούμα δε φτιάχνει μόνο τις φανέλες της Ντόρμουντ, αλλά είναι και μέτοχός της από το 2014.

Η Ντόρτμούντ καταθέτει ήδη πρώτη προσφορά €8Μ, πάνω από τη ρήτρα. Οι δύο ομάδες τα βρίσκουν τελικά στα €15Μ. Τρεις φορές τη ρήτρα, θα πείτε όχι άσχημα.

Ο Ντεμπελέ πάει να υπογράψει το συμβόλαιό του στη Γερμανία συνοδευόμενος από τον Κοτσιά (!). Ο Κοτσιά όμως ανακαλύπτει όταν παίρνει τα αντίγραφα από το Γερμανικό σύλλογο ότι το δικό του όνομα δεν αναφέρεται πουθενά, έτσι δεν μπορεί να πάρει καμία προμήθεια.

Επιστρέφοντας στη Γαλλία οι Σαμπαγκουέ και Κοτσιά κατέθεσαν μήνυση στη Γαλλική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου κατά των Σισοκό και Λιχστάινερ, διεκδικώντας €3Μ. Εν συντομία: αρχικά προτάθηκε διακανονισμός στα μισά από τους δεύτερους, οι πρώτοι δε δέχθηκαν και έληξε η εκδίκαση από την ΓΟΠ στα €2,4Μ.

Τώρα στην ακροαματική διαδικασία ακούστηκαν διάφορα μαγικά που περιμένει κανείς ν’ ακούσει σε λατινοαμερικάνικες μεταγραφές. Ότι η Ρεν υποσχέθηκε στον Ντεμπελέ να του δώσει του ίδιου τα €5Μ της ρήτρας αν υπέγραφε νέο συμβόλαιο χωρίς τέτοια (πράγμα το οποία είναι απολύτως παράνομο, τόσο από τους κανονισμούς της ΦΙΦΑ όσο και της ΟΥΕΦΑ). Ότι ο Σισοκό τρομοκρατούσε τον Ντεμπελέ (ο οποίος στην υπεράσπιση είπε ότι οι παλιοί εκπρόσωποι του ήταν για να τον πάνε μέχρι τη Ρεν και ότι ο καθένας πρέπει ν’ αναγνωρίζει τα όριά του). Ότι η Ρεν δεν άκουσε κανένα άλλο σύλλογο πλην της Ντόρτμουντ επειδή ήταν η μόνη διατεθειμένη να πληρώσει πάνω από τη ρήτρα (Σχόλιο δικό μου: και η Άρσεναλ έχει Πούμα φανέλες αλλά πιο πιθανό είναι να πείσεις τον Βενγκέρ να φύγει από την Άρσεναλ από το να δώσει για μεταγραφή παραπάνω λεφτά από όσο λέει μια ρήτρα).

Μέσα σε όλο αυτόν το χαμό ο Ντεμπελέ δεν έχει πει κουβέντα. Συνεχίζει να παίζει και να ανεβάζει την αξία του. Τελικά, το μόνο καλό που βγήκε από αυτό το αλισβερίσι συλλόγων, χορηγών και μανατζαρέων είναι ότι ένας νέος παίχτης πήγε σε μια ομάδα όπου παίζει βασικότατος και εξελίσσεται. Πράγμα που, με εξαίρεση ίσως τις Λίβερπουλ και Άρσεναλ, δε θα συνέβαινε πουθενά αλλού.

Η τελευταία προσπάθεια του Τόμας Ροζίτσκι

  [6 Σχόλια]

Σε κάθε γενιά ποδοσφαιριστών υπάρχουν κι αυτοί που τελικά δεν δικαίωσαν τις προσδοκίες του κόσμου, των προπονητών ή ακόμα και των διοικήσεων που ξόδεψαν χρήματα. Όταν συμβαίνει εξαιτίας έλλειψης μυαλού στο κρανίο, δεν ενοχλεί τόσο. Είναι θέμα του κάθε Αντριάνο π.χ. να καταστρέψει μια καριέρα που θα μπορούσε να είναι τεράστια. Όταν γίνεται εξαιτίας τραυματισμών όμως, ειδικά σε παίκτες που «μεγάλωσες» μαζί τους σε ενοχλεί αρκετά. Αν κάτσω να σκεφτώ θα βρω αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δυο ονόματα θα μου έρθουν σχεδόν αμέσως. Το ένα του πολυαγαπημένου Παμπλίτο Αϊμάρ. Το δεύτερο του Τόμας Ροζίτσκι.

Η αλήθεια είναι ότι είχα ξεχάσει πού βρίσκεται ο μικρός Μότσαρτ, μέχρι που διάβασα τον τίτλο μιας είδησης. «Χάνει το υπόλοιπο της σεζόν ο Ροτζίτσκι» έγραφε το άρθρο. Στα 36 του πλέον, ο Τσέχος γύρισε πίσω στην Σπάρτα Πράγας το καλοκαίρι που μας πέρασε. Εκεί που όλα ξεκίνησαν. Σύμφωνα με τα στατιστικά έχει αγωνιστεί μόλις 19 λεπτά περίπου, σε ένα ματς με την Μπλάντα Μπόλεσλαβ τον Σεπτέμβριο. Από τότε τίποτα. Αν διαβάσει κάποιος την λίστα τραυματισμών στην καριέρα του, είναι σαν να βλέπει φοιτητής ιατρικής το πρόγραμμα σπουδών της σχολής. Από τα πόδια και την κοιλιά, μέχρι τη σπασμένη μύτη και ασθένειες, ο Ροζίτσκι τα έχει περάσει όλα.

Ένας παίκτης με σπάνιο ταλέντο, που δεν φοβάται να μπει στα ζόρια και να κάνει το τάκλιν παρά τη σωματοδομή του, να βάλει τα πόδια του σε κόντρες, με φοβερό σουτ και ένα καλλιτεχνικό εξωτερικό, ένας αρτίστας που πάντα όταν έπαιζε (έστω και για αλλαγή γιατί είχε χάσει τη θέση του μετά από κάποιον ακόμα τραυματισμό) κολλούσα στην οθόνη για να δω τις limited edition εμφανίσεις του. Η καριέρα του δεν ήταν κακή. Κατέκτησε μία Μπουντεσλίγκα, πήρε κύπελλα στην Αγγλία με την Άρσεναλ, πάντα όμως υπήρχε αυτό το «αλλά», ότι η ποιότητά του θα τον έκανε ακόμα πιο σημαντικό και θα οδηγούσε σε παραπάνω τίτλους. Θα μπορούσε ίσως να είχε πάρει και ένα Euro, αλλά εκεί πέτυχε την Ελλάδα, θα μπορούσε να είχε κατακτήσει ένα ΟΥΕΦΑ, αλλά το έχασε στον τελικό. Τα ματς που έκανε σαν αριθμός δεν είναι λίγα, αλλά αν δει κάποιος τα συνολικά λεπτά θα καταλάβει αρκετά. Ειδικά την τελευταία περίπου δεκαετία στην Άρσεναλ. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολύ κόσμο ο Ροζίτσκι είναι ακόμα συνυφασμένος με τη Ντόρτμουντ (και τον Κόλερ βεβαίως), παρ’ ότι έπαιξε τα μισά περίπου χρόνια εκεί από όσα έμεινε στο Λονδίνο. Έκανε σχεδόν τα ίδια ματς στο πρωτάθλημα της Γερμανίας με όσα έκανε στην Άρσεναλ.

Το καλοκαίρι όταν έμεινε ελεύθερος από την Άρσεναλ (και αποθεώθηκε από παίκτες και οπαδούς για τα όσα προσέφερε) πέρασε από το μυαλό του να τα παρατήσει. Ο ίδιος όμως έπαιρνε μηνύματα από τον κόσμο να συνεχίσει. «Δεν ήθελα να σταματήσω έτσι το ποδόσφαιρο. Εξαιτίας ενός τραυματισμού. Δεχόμουν μηνύματα από όλο τον κόσμο. Ένα αγοράκι από έναν καταυλισμό στη Συρία μου έγραψε ότι μια από τις λίγες ελπίδες που έχει είναι να με δει να αγωνίζομαι ξανά. Είδα την τεράστια σημασία που έχει το ποδόσφαιρο στις ζωές των ανθρώπων. Μου έδωσε κουράγιο να συνεχίσω. Έπαιξε ρόλο στην απόφασή μου και να μην τελειώσω την καριέρα μου καθισμένος σε έναν πάγκο».

Άνθρωπο που ξεκινάει το mix-tape του με Master of Puppets να τον αγαπάς

Τα χρόνια έχουν περάσει όμως, ο Ροζίτσκι συνεχίζει να ταλαιπωρείται, το κορμί δεν αντέχει. Με μόλις 19 λεπτά εξαιτίας των ενοχλήσεων και στα 36 προς τα 37, αποφάσισε να μπει στο μαρτύριο να κάνει εγχείριση στον αχίλλειο αντί να πει «τέλος, φτάνει τόσο». Αποφασισμένος να παίξει του χρόνου στην Σπάρτα, να προλάβει την αρχή της νέας σεζόν. Για τα λεφτά; Έχει ήδη αρκετά και το συμβόλαιό του στην Τσεχία δεν θα είναι λογικά τόσο μεγάλο. Για τη δόξα; Μόνο σε τοπικό επίπεδο. Μάλλον γιατί του αρέσει η μπάλα, είναι αυτό που ξέρει να κάνει, ξέρει να το κάνει όμορφα και το αγαπάει. Ο πιο νέος παίκτης στην εθνική Τσεχίας το 2000 και ο πιο μεγάλος το 2016, θέλει να γυρίσει. Ακόμα κι αν δεν το καταφέρει, ξέρει ότι θα έχει προσπαθήσει. Και παρ’ ότι είδαμε μόνο ψήγματα του ταλέντου του, δεν θα μπορούμε να τον κατηγορήσουμε ότι το έβαλε ποτέ κάτω.

«Είναι όπως κι η ζωή. Αν υπάρχει ελπίδα, πρέπει να παλεύεις. Θα δοκιμάσω ξανά.»

Όταν ο Όλι γνώρισε τον Σάμι

  [10 Σχόλια]

Ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα δίδυμα στην ιστορία του ποδοσφαίρου ήταν αυτό μεταξύ των Όλιβερ Καν και Σάμουελ Κουφούρ. Δύο φαινομενικά ασύμβατοι τύποι που πέρασαν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους υπερασπιζόμενοι το μηδέν στην εστία της Μπάγερν Μονάχου, έγιναν το σήμα κατατεθέν των Βαυαρών στα μετόπισθεν. Ο θηριώδης, μόνιμα νευριασμένος Γερμανός βγαλμένος από τα χειρότερα αντιμνημονιακά στερεότυπα και τους παιδικούς εφιάλτες και ο συναισθηματικός Γκανέζος  με τις έντονες αντιδράσεις, τη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό και τις τραβηγμένες διαμαρτυρίες.

Διάφορες τρέλες του Καν και κυρίως το γκολ με το χέρι και η αποβολή

Οι καριέρες και των δύο είναι γεμάτες περίεργα στιγμιότυπα. Ο Καν με τις συμπεριφορές του στα ματς με την Ντόρτμουντ, έτοιμος να κατασπαράξει τους αντιπάλους, αλλά και το fair play με τον Κανιθάρες στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Βαλένθια. Και φυσικά το γκολ με τις γροθιές (!) σε ένα ματς με τη Χάνσα Ρόστοκ. Ο Μάρκους Μερκ του βγάζει την κάρτα, ο Καν αποβάλλεται και όλοι αναρωτιούνται «τι διάολο σκεφτόταν ο Όλι;». Προσέχουμε ότι ο πρώτος που πάει να διαμαρτυρηθεί είναι φυσικά ο Κουφούρ και αυτός που φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα για τα τελευταία δευτερόλεπτα είναι ο Τάρνατ.

Το προσέχουμε γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν καινούριο. Δυο χρόνια πριν, η Μπάγερν αντιμετώπιζε την Άιντραχτ, όταν ο Σάμι Κουφούρ συγκρούστηκε με τον Καν. Ο Καν έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε στο χορτάρι κι η Μπάγερν έκανε αναγκαστική αλλαγή με τον αιώνιο αναπληρωματικό Μπερντ Ντρέχερ να μπαίνει μέσα. Ο Ντρέχερ σε 10 χρόνια στην Μπάγερν είχε 13 συμμετοχές συνολικά, κατατάσσοντάς τον στην κατηγορία των αργόμισθων. Όπως ήταν λογικό, είχε σκεβρώσει στον πάγκο και σε μια έξοδό του, έσπασαν τα άλατα, γύρισε το γόνατό του και τραυματίστηκε σοβαρά. Η Μπάγερν αναγκάστηκε να παίξει 30 λεπτά με τον Τάρνατ στο τέρμα (φορώντας φανέλα που ήταν 3-4 νούμερα μεγαλύτερη), με τον χαφ της να κάνει μια απίστευτη απόκρουση αυτοθυσίας (το πλάνο πίσω από την εστία δείχνει το μεγαλείο της). Παρά το αριθμητικό μειονέκτημα και τον Τάρνατ στα γκολπόστ, η Μπάγερν γύρισε το ματς. Ισοφάρισε με τον Έλμπερ και ήταν τελικά ο Κουφούρ με κεφαλιά στο 83′ που έδωσε τη νίκη με 1-2. Ο Γκανέζος με το γκολ αυτό λυτρώθηκε για το χτύπημά του στον Όλι. Η ομάδα του Μονάχου κατέκτησε τελικά το πρωτάθλημα, σε ισοβαθμία με την καημένη Μπάγερ Λεβερκούζεν, και σίγουρα η απόκρουση του Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ έπαιξαν μεγάλο ρόλο.

Η γονατιά του Σάμι, ο Ντρέχερ, η απίστευτη απόκρουση Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ

Καν και Κουφούρ όμως ήταν πρωταγωνιστές σε ακόμα ένα περίεργο γεγονός. Βγαλμένοι από αμερικάνικη κωμωδία με χαρακτήρες αντιθέσεων (κάτι σαν το Φονικό Όπλο) ή όπως διάβασα κάπου, σαν ένα λιοντάρι που βρίσκει ένα απροστάτευτο παπάκι και το υιοθετεί (και όλοι ξέρουμε ποιος είναι ο Καν στη συγκεκριμένη παρομοίωση), η σχέση τους πήγε σε άλλο επίπεδο σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για το Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Καν και πάλι χτύπησε από μία σύγκρουση με τον Άντι Κόουλ (δυστυχώς παρά τις προσπάθειες δεν βρέθηκε βίντεο), σωριάστηκε κάτω και δεν φαινόταν να αντιδρά. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά για τον Σάμουελ Κουφούρ που δεν μπορούσε να περιμένει τους γιατρούς και πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Έπεσε κατάχαμα και έκανε το φιλί της ζωής στον Όλι. Ακόμα θυμάμαι να βλέπω το παιχνίδι στην τηλεόραση και να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις παρακολουθήσει. Τελικά, ο Καν επέζησε και οι δυο τους συνέχισαν το παιχνίδι και την παράλληλη πορεία τους.

Ο Κουφούρ ήταν λεβεντιά

Ο Όλι κι ο Σάμι ήταν δύο άνθρωποι που δεν κρατούσαν μέσα τους αυτά που ένιωθαν. Απλά ο ένας το έβγαζε συνήθως με οργή και θυμό και ο δεύτερος με άλλους τρόπους. Η προσωπικότητα του Κουφούρ ήταν αποτέλεσμα των παιδικών του χρόνων. Όπως έχει πει σε συνέντευξή του, ζούσε δύσκολα στο σπίτι με την μητέρα του και τις τρεις αδερφές του. Ήταν ένα κλασσικό κακό παιδί που για να μπορέσει να βγάλει χρήματα έγινε λούστρος και αργότερα έμπορος μαριχουάνας. Το πάθος του όμως ήταν το ποδόσφαιρο. Όταν πλέον ξεχώρισε και κλήθηκε στην εθνική Κ17 είχε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Δεν είχε παπούτσια. Η μητέρα του αναγκάστηκε να πουλήσει την τηλεόραση του σπιτιού και να πει στις αδερφές του ψέματα για να μπορέσει ο μικρός Σάμι να ακολουθήσει το όνειρό του. Εκ του αποτελέσματος έπραξε σωστά.

Ο Κουφούρ έγινε «κουλτ» είδωλο στο Μόναχο με κάτι τέτοια

Ο Κουφούρ έκλεισε την καριέρα του με έξι πρωταθλήματα, μερικά κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ, ένα Διηπειρωτικό (στο οποίο ο Κουφούρ σε ένα πολύ ζόρικο ματς απέναντι στην Μπόκα σκόραρε και έδωσε τη νίκη για να μάθει ότι την επόμενη μέρα ξεπούλησαν όλες οι φανέλες της Μπάγερν στο Μπουένος Άιρες από οπαδούς της Ρίβερ που ακόμα τον μνημονεύουν) και πολλές προσωπικές διακρίσεις. Μέχρι την τελευταία του ποδοσφαιρική στιγμή έπαιζε με το ίδιο πάθος, αντιμετώπιζε το κάθε ματς σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Έβγαζε τη χαρά του (όπως στο τραγούδι για τον τίτλο παραπάνω), την αγωνία του (όπως στο φιλί στον Καν) και την λύπη του στον υπερθετικό βαθμό με χαρακτηριστικό παράδειγμα το παρακάτω βίντεο. Τραυματίας στο 89′ βγαίνει έξω, ο διαιτητής δεν του δίνει την άδεια να μπει, αλλά αυτός το κάνει. Παίρνει τη 2η κίτρινη, αποβάλλεται και εκεί αρχίζει ένα ψυχόδραμα «why, why».

Ο Σάμι κάνει μια σκηνή από το Αποκάλυψη Τώρα

Η εικόνα του στον χαμένο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Γιουνάιτεντ, να χτυπάει απαρηγόρητος το χορτάρι με δύναμη έχει περάσει στο πάνθεον των στιγμών των τελικών του θεσμού. Ο Κουφούρ έμαθε από μικρός να ζει με τις δυσκολίες και συνέχισε να τις αντιμετωπίζει. Όπως όταν το 2003 έχασε την 8χρονη κόρη του που πνίγηκε σε πισίνα. Το ξεπέρασε όπως δήλωσε με την πίστη του στον Θεό και συνέχισε χωρίς να το βάζει κάτω. Μη νομίζετε βέβαια ότι αφού κρέμασε τα παπούτσια του ηρέμησε. Πριν από 2 χρόνια, στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής ως σχολιαστής πλέον, εξέφρασε τη σιγουριά του για τη νίκη της Γκάνας. «Πείτε στους παραγωγούς να φέρουν κουρέα. Αν δεν κερδίσουμε θα ξυρίσω το κεφάλι μου» είχε δηλώσει. Η συνέχεια;

Ούτε φυσικά ξεχνάει την αγαπημένη του Μπάγερν. Εδώ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013 που ως σχολιαστής πετάει από πάνω του κάθε ίχνος αντικειμενικότητας και γίνεται οπαδός:

Η Μπάγερν έχει και τώρα έναν σούπερ τερματοφύλακα, έχει και τώρα καλούς αμυντικούς. Αυτό το πηγαίο συναίσθημα όμως που είχε εκείνα τα χρόνια με το δίδυμο του Καν και του Κουφούρ δεν το ξαναπέτυχε. Πριν λίγες μέρες η μητέρα του Σάμι Κουφούρ έφυγε από τη ζωή. Χάρη σε αυτή τη γυναίκα και τη θυσία της να πουλήσει την τηλεόραση (που σε μια φτωχή οικογένεια στο Κουμάσι της Γκάνας είναι κάτι σαν θησαυρός) είχαμε εμείς την τύχη να μάθουμε αυτόν τον εξαιρετικό αμυντικό, ο Καν να βρει το έτερόν του ήμισυ και να ζήσουμε μια σειρά στιγμών με όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Όταν η Λεβερκούζεν έφτασε μια ανάσα από το απόλυτο θαύμα

  [18 Σχόλια]

Οι ομάδες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτές που υπάρχουν για να κερδίζουν τίτλους, μία τέτοια είναι η Μπάγερν Μονάχου για παράδειγμα, και στις άλλες που συμπληρώνουν το παζλ κάθε λίγκας. Στη Γερμανία μία τέτοια είναι η Χοφενχάιμ. Δίπλα σε όλες αυτές τις ομάδες της Μπουντεσλίγκα υπάρχει και η Μπάγερ Λεβερκούζεν. Μια ομάδα που δεν ξέρει το λόγο που υπάρχει. Το περίεργο είναι πως αν ρωτήσεις στη χώρα μας τον μέσο ποδοσφαιρόφιλο για το ποιες ομάδες θεωρεί «μεγάλες» στη Γερμανία, πολύ δύσκολα θα αφήσει εκτός της απάντησής του τη Λεβερκούζεν. Μια ομάδα που -για όσους δεν το γνωρίζουν- δεν έχει κατακτήσει ποτέ το πρωτάθλημα Γερμανίας στα 112 χρόνια της ιστορίας της.

Η Λεβερκούζεν μετράει ένα κύπελλο όλο κι όλο το 1993 και φυσικά στην «πλούσια» τροπαιοθήκη της υπάρχει και το ΟΥΕΦΑ του 1988. Απέναντι στην Εσπανιόλ του Λοσάντα και του Ερνέστο του Βαλβέρδε. Αυτό πάντως που πόνεσε πραγματικά πολύ και θα πονάει πάντα όλους τους φίλους της ομάδας είναι η σεζόν 2001-2002. Μια σεζόν που ξεκίνησε με πολλά όνειρα και φιλοδοξίες από μια ομάδα που διέθετε μπόλικο ταλέντο και εξελίχθηκε στην απόλυτη τραγωδία, χάνοντας ουσιαστικά τρεις τίτλους (πρωτάθλημα, κύπελλο και Τσάμπιονς Λιγκ) σε διάστημα -σχεδόν- μιας εβδομάδας. Το κουβάρι αυτής της ιστορίας θα ξετυλίξουμε σήμερα. Μιας ιστορίας γεμάτης από όμορφο ποδόσφαιρο, μεγάλες νίκες και άφθονο πόνο στο τέλος. Αδικία; Σίγουρα. Βέβαια την τύχη του ο καθένας την φτιάχνει (και) μόνος του. Όχι -άλλα- δάκρυα λοιπόν για εκείνη την ομάδα του Τόπμελερ.

H σεζόν 2000-2001 ήταν από τις πιο ανταγωνιστικές της Μπουντεσλίγκα με την Μπάγερν να κατακτά -ως συνήθως- στο τέλος το πρωτάθλημα αλλά τρεις ομάδες να τερματίζουν πίσω της με πολύ μικρή βαθμολογική (και όχι μόνο) διαφορά. Η Σάλκε είχε τερματίσει 2η στο -1 από τους πρωταθλητές, η Ντόρτμουντ 3η στο -4 και η Λεβερκούζεν 4η στο -6. Προπονητής της ομάδας ήταν ο Μπέρτι Φογκς, που αν και και είχε φτιάξει ένα άκρως ανταγωνιστικό σύνολο, βγάζοντας την ομάδα και στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ, τελικά απολύθηκε με το τέλος της σεζόν για να αναλάβει ο Κλάους Τόπμελερ. Ένας προπονητής που δεν είχε να επιδείξει κάτι σημαντικό στην έως τότε προπονητική του καριέρα, εκτός των δεκάδων τσιγάρων που κάπνιζε στους πάγκους. Η επιλογή σίγουρα είχε ξενίσει πολλούς.

O Τόπμελερ βρήκε ένα άκρως ποιοτικό σύνολο, με παίκτες όπως ο Μπάλακ, ο Ζε Ρομπέρτο, ο Λούσιο, ο Μπερμπάτοφ, ο Ράμελοφ και ο Πλασέντε και κάνοντας ουσιαστικά μία και μόνο ποιοτική προσθήκη έφτιαξε την ομάδα που θαυμάσαμε για μία ολόκληρη σεζόν τόσο στην Γερμανία όσο και στην Ευρώπη. Ο παίκτης αυτός δεν ήταν άλλος από τον επιτελικό μέσο Γιλντιράι Μπαστούρκ της Μπόχουμ. Έναν παίκτη που ο Τόπμελερ γνώριζε πολύ καλά (και είχε σε τεράστια εκτίμηση) από την κοινή τους θητεία στο Μπόχουμ. Ο Τούρκος ήταν ένας φανταστικός ποδοσφαιριστής, από τους καλύτερους σε ολόκληρη την Ευρώπη στη θέση του εκείνα τα χρόνια, με μεγάλες παραστάσεις τόσο σε συλλογικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η Τουρκία άλλωστε είχε τερματίσει 3η στο Μουντιάλ του 2002 και ήταν τόσο καλή που ο βασικός της τερματοφύλακας (αναφέρομαι στον Ρουστού) είχε φτάσει να πάρει μεταγραφή για  την Μπαρτσελόνα, την ίδια περίοδο μάλιστα που η Μπάρτσα έκανε δικό της τον τιτανομέγιστο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε.

To σύστημα του Τόπμελερ ήταν το 4-5-1 (ή καλύτερα 4-1-4-1) με τον Ράμελοφ μπροστά από τους δύο στόπερ και μια καταπληκτική τετράδα μέσων πίσω από τον μοναδικό σέντερ φορ. Ο Όλιβερ Νόιβιλ των 171 εκατοστών είχε αυτό τον ρόλο κόντρα σε μια εποχή που ήθελε -συνήθως- δύο επιθετικούς με τον ένα εκ των δύο να είναι αρκετά δυνατός και ψηλός. Η τετράδα των μέσων ήταν ο καταπληκτικός Βραζιλιάνος Ζε Ρόμπερτο (δεν είχε γραφτεί ακόμα για τον Ολυμπιακό), ο Μπερντ Σνάιντερ, ο Μίκαελ Μπάλακ στην καλύτερη σεζόν της καριέρας του και φυσικά ο Γιλντιράι Μπαστούρκ που ανέφερα και πιο πάνω. Ο Μίκαελ ο Μπάλακ μάλιστα είχε τελειώσει εκείνη τη σεζόν με 17 τέρματα (κάτι που αποτελεί ρεκόρ για μέσο στη Μπουντεσλίγκα) και είχε χάσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ για ένα και μόνο τέρμα (το βραβείο είχαν μοιραστεί ο Μάρσιο Αμορόσο της Ντόρτμουντ και ο Μάρτιν Μαξ της Μόναχο 1860). Τα 17 τέρματα στη Γερμανία τα συμπλήρωσε και με 7 στο Τσάμπιονς Λιγκ σε μια σεζόν που τον βρήκε στη λήξη της με το βραβείο του καλύτερου Γερμανού παίκτη, του καλύτερου μέσου στην Ευρώπη, στην καλύτερη 11αδα της Ευρώπης και πρώτο σε ασίστ στο Μουντιάλ του 2002. Πόσους τίτλους κατάφερε να κερδίσει ο Μπάλακ, η Λεβερκούζεν και η εθνική Γερμανίας εκείνη τη σεζόν; Πολύ σωστά. Κανένα.

Η Λεβερκούζεν ήταν χάρμα ιδέσθαι στο Τσάμπιονς Λιγκ, περνώντας από διπλούς ομίλους, αλλά και στη Μπουντεσλίγκα, όπου και έχασε το πρωτάθλημα την τελευταία αγωνιστική. Η Μπάγερ είχε αποκλείσει μάλιστα στη φάση των ‘8’ τη Λίβερπουλ και στον ημιτελικό τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ίσως στην πιο γελοία press conference στην ιστορία της διοργάνωσης, με τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον να μπερδεύει την Λεβερκούζεν με την Καιζερσλάουτεν, σκορπώντας αμήχανα χαμόγελα σε όλους τους παρευρισκομένους (πλην του Τόπμελερ που το είχε θεωρήσει -ορθώς- ως μεγάλη ασέβεια). Οι Γερμανοί είχαν ορκιστεί να αποκλείσουν την πολυδιαφημισμένη (και πολυτάλαντη) αντίπαλό τους, κάτι που κατάφεραν -αν και δύσκολα- με ήρωα τον κορυφαίο τους επιθετικό Όλιβερ Νόιβιλ. Ο Νόιβιλ είχε σκοράρει στο 2-2 στο Ολντ Τράφορντ και ήταν αυτός που ισοφάρισε σε 1-1 στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου στη ρεβάνς της Γερμανίας, χαρίζοντας ουσιαστικά την πρόκριση στην ομάδα του. Στον τελικό η Λεβερκούζεν θα συναντούσε την Ρεάλ Μαδρίτης του Ζιντάν, του Φίγκο, του Ραούλ και των λοιπών αστέρων (δίχως όμως τον σπουδαίο Ζε Ρομπέρτο που είχε συμπληρώσει αριθμό καρτών).

Και φτάνουμε στην κρίσιμη εβδομάδα της σεζόν. Η Λεβερκούζεν στις 11 Μαΐου θα αντιμετώπιζε στον τελικό του κυπέλλου Γερμανίας τη Σάλκε και τέσσερις μέρες αργότερα την Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό της Γλασκώβης. Επίσης τρεις αγωνιστικές πριν τελειώσει η Μπουντεσλίγκα η ομάδα του Τόπμελερ ήταν στο +5 από την Μπορούσια Ντόρτμουντ. Μια Ντόρτμουντ που τελικά της πήρε τον τίτλο την τελευταία αγωνιστική. Η Λεβερκούζεν είχε ακούσει το πρώτο ‘καμπανάκι’ στην εντός έδρας ήττα από την Βέρντερ με 1-2 (με χαμένο πέναλτι του τερματοφύλακα Μπουτ στα τελευταία λεπτά) για την 32η αγωνιστική, σε μια αγωνιστική που η Ντόρτμουντ είχε επικρατήσει της Κολονίας με 2-1 χάρις στο πέναλτι του Αμορόσο στο 90′. Ένα πέναλτι που είχε μειώσει τη διαφορά στους δύο βαθμούς (66 οι «ασπιρίνες» και 64 οι Βεστφαλοί).

Την επόμενη αγωνιστική η Λεβερκούζεν ήθελε πάση θυσία το τρίποντο κόντρα στη Νυρεμβέργη όπως φυσικά και η Ντόρτμουντ κόντρα στο Αμβούργο. Και οι δύο αναμετρήσεις ήταν εκτός έδρας για τους δύο μονομάχους με την αναμέτρηση της Λεβερκούζεν να είναι θεωρητικά πιο εύκολη. Το γκολ του αμυντικού Τόμας Νικλ με κεφαλιά-κανονιά (που έλεγε και μια ψυχή) στο 23′ έβαλε πίσω τους πρωτοπόρους, την ίδια ώρα που η Ντόρτμουντ άνοιγε το σκορ με πέναλτι του Αμορόσο (σε μια φάση που το Αμβούργο έμεινε με 10 παίκτες). Η ένταση ήταν ήδη μεγάλη και στα δύο μέτωπα γήπεδα. Λίγα λεπτά αργότερα ο Τόμας Ροζίσκι θα γράψει το 0-2 με τέλειο πλασέ και το «τοπίο» της νίκης θα αρχίσει να καθαρίζει. Το πέναλτι του αρχηγού Τόμας Κελ -και η αποβολή του- θα βάλει και πάλι το Αμβούργο στο παιχνίδι μιας και το σκορ ημιχρόνου πλέον ήταν το 1-2.

Το τελικό 3-4 με όργια του Αμορόσο στο β’ ημίχρονο -σε συνδυασμό με την ήττα της Λεβερκούζεν- θα ανεβάσει την Μπορούσια στην 1η θέση (στο +1) μία αγωνιστική πριν το τέλος της Μπουντεσλίγκα. Πλέον το τρόπαιο του πρωταθλητή ήταν στα χέρια της ομάδας του Ματίας Ζάμερ που αν κέρδιζε την Βέρντερ στην έδρα της θα έκλεβε ουσιαστικά το πρωτάθλημα από την ομάδα που το άξιζε στο 100% εκείνη τη σεζόν. Τη Μπάγερ Λεβερκούζεν. Οι «ασπιρίνες» είχαν θεωρητικά εύκολο έργο μιας και υποδέχονταν την Χέρτα στην έδρα τους. Ήθελαν το ‘τρίποντο’ και στραβοπάτημα της Ντόρτμουντ για να πάρουν αυτοί το πρωτάθλημα. Όταν μάλιστα ο Μπάλακ άνοιξε το σκορ στο 9′ με εξαιρετική εκτέλεση φάουλ ένα άρωμα αισιοδοξίας άρχισε να πλανάται πάνω από τη ΜπάιΑρίνα. Την ίδια ώρα μάλιστα ο μέσος Πόλ Στάλτερι της Βέρντερ άνοιγε το σκορ με κοντινό πλασέ μετά από τραγική αμυντική αντίδραση των γηπεδούχων. Οι κερκίδες στην έδρα της Λεβερκούζεν είχαν πάρει φωτιά μιας και οι οπαδοί έβλεπαν να έρχεται αυτό που άξιζαν από την αρχή της σεζόν. Το πρωτάθλημα.

Λίγο πριν οι ομάδες φύγουν για τα αποδυτήρια ο Κόλερ ισοφάρισε με φοβερό σουτ εκτός περιοχής δίνοντας το σύνθημα της αντεπίθεσης όχι μόνο για τη νίκη αλλά και για τον τίτλο. Ο Μπάλακ με φοβερό σουτ θα γράψει το 2-0 και ουσιαστικά θα καθαρίσει τη υπόθεση-νίκη. Η Λεβερκούζεν πλέον περίμενε τα ευχάριστα από την έδρα της Ντόρτμουντ και ένα δώρο από την Βέρντερ. Αυτό το δώρο ήρθε στο 72′ αλλά δεν ολοκλήρωσε την ‘γιορτή’ μιας και το τετ α τετ της Βέρντερ κατέληξε στο δοκάρι. Τα όνειρα της Λεβερκούζεν για τον τίτλο τελείωσαν ουσιαστικά λίγα λεπτά αργότερα όταν ο Εβερθον με ένα αρκετά τυχερό γκολ χάρισε τη νίκη -και μαζί της το πρωτάθλημα- στην ομάδα του.

H Λεβερκούζεν δεν κατάφερε να επιστρέψει από το μεγάλο ψυχολογικό σοκ και τελικά γνώρισε την ήττα τόσο στον τελικό κυπέλλου Γερμανίας από την Σάλκε με 4-2 όσο και από τη Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με 2-1, σε μια αναμέτρηση που έμεινε στην ιστορία για το απίστευτο γκολ του τεράστιου Ζινεντίν Ζιντάν. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά η ομάδα έχασε και το αστέρι της, τον Μίκαελ Μπάλακ, που έφυγε για τη Μπάγερν Μονάχου -μια πορεία που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια και οι Ζε Ρομπέρτο και Λούσιο- και ουσιαστικά δεν κατάφερε να φανεί ανταγωνιστική την επόμενη σεζόν.

Το επόμενο πρωτάθλημα βρήκε την Λεβερκούζεν στην 15η θέση στο -35 από την κορυφή με τον Τόπλεμερ απολυμένο και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης. Όπως και να έχει, εκείνη η Λεβερκούζεν ήταν μία από τις καλύτερες ομάδες που είχαμε δει στις αρχές των 00s και είναι πραγματικά κρίμα που δεν κατάφερε να κάνει εκείνο το φανταστικό τρεμπλ, μένοντας έτσι στην ιστορία ως μία από τις μεγαλύτερες loser ομάδες και όχι ως ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά «θαύματα». Για την ιστορία, ο Μπάλακ έμεινε 2ος και τη σεζόν 2010-2011 -στο δεύτερό του πέρασμα από τη Λεβερκούζεν- και πάλι πίσω από την Ντόρτμουντ.

Ο διαιτητής που σφύριξε ημίχρονο στο 32′

  [1 Σχόλιο]

imago05869442h

Δεν έχω πάει ποτέ, αλλά φαντάζομαι ότι στη Βρέμη εκεί στα βορειοδυτικά της Γερμανίας δίπλα στον ποταμό Βέζερ, το Νοέμβριο τσιμπάει λίγο το κρύο. Το ίδιο σίγουρα σκέφτηκαν κι οι τρεις τύποι που το μεσημέρι της 8ης Νοεμβρίου του 1975 έτρωγαν παρέα. Ο ένας ήταν λίγο γραφική μορφή, στρουμπουλός, με μαγουλάκια. Έτρωγε τη χήνα του και καθότι λιπαρή η χήνα και κόκκινο το λάχανο, έπρεπε να ρίξει και λίγο οινόπνευμα για συνοδεία, έτσι ήπιε και κανά δυο μπυρίτσες. Η χήνα συνέχισε να γκρινιάζει στο στομάχι και για να προχωρήσει η χώνεψη, η επόμενη παραγγελία ήταν σφηνάκι λικέρ. Και μετά, ξανά μερικές μπύρες, έτσι για το σβήσιμο.

Αν κάποιος που βρισκόταν εκεί, ήταν λίγη ώρα μετά ένας από τους 21.000 θεατές στο στάδιο Βέζερ, θα έβλεπε τον τροφαντό τύπο με το όνομα Βολφ-Ντίτερ Άλενφέλντερ (ελέγχομαι για την προφορά), με την μαύρη στολή του διαιτητή να διαγράφει την κοιλίτσα του, να σφυρίζει την έναρξη του Βέρντερ-Ανόβερο. Μετά από 32 λεπτά ενός άκρως βαρετού αγώνα ο Βολφ-Ντίτερ αποφάσισε για κάποιον μαγικό λόγο να σφυρίξει το ημίχρονο. Οι παίκτες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, κάποιος ίσως να είπε «αν περνάς καλά, περνάει γρήγορα η ώρα», αλλά ο Χόετγκες (είπαμε, προφορά) της Βέρντερ κατευθύνθηκε στον ρέφερι που είχε φτάσει ήδη στην σήραγγα των αποδυτηρίων.

bundesliga-50-jahre-jubilaeum-514-8Απαράμιλλο στιλ

– Διαιτητά, είστε σίγουρος ότι είναι ημίχρονο;
– Γιατί όχι κύριε Χόετγκες;
– Γιατί συνήθως η φανέλα μου είναι βρεγμένη στο ημίχρονο και δείτε εδώ, είναι σχεδόν σκονισμένη.

Ο διαιτητής κοίταξε τη φανέλα, κοίταξε τον βοηθό του που έκανε σαν μανιακός νοήματα και του έδειχνε το ρολόι του γηπέδου, κατάλαβε ότι ένιωθε λίγο μπερδεμένος και αποφάσισε να δώσει συνέχεια στο παιχνίδι, επιστρέφοντας πίσω. Τελικά το διέκοψε ξανά στο 43:30 σφυρίζοντας το ημίχρονο. Κανείς δεν του είπε κάτι, αλλά όλοι κατάλαβαν ότι δεν ήταν και στα καλά του. Το Β’ ημίχρονο κύλησε ομαλά, ο κόραξ δεν έδειξε κάποιο άλλο πρόβλημα και έκανε μια καλή διαιτησία, σφυρίζοντας κανονικά το τέλος του αγώνα, αφού μάλλον είχε ξενερώσει πλέον.

ahlenfelder103_v-contentgrossΖούσα πάντα καλά με την κοιλιά μου, δεν έχει σημασία αν τρέχω τα 100μ. σε 10″ με 75 ή με 100 κιλά

Μετά το φαγοπότι και τα ποτά που είχαν προηγηθεί, ο διαιτητής και οι επόπτες του λέγεται ότι δεν μπορούσαν καν να βρουν τα αποδυτήρια. Για να σώσουν την κατάσταση και το σκάνδαλο, οι άνθρωποι της Βέρντερ δήλωσαν ότι ο διαιτητής ήταν πολύ άρρωστος και του έδωσαν ένα σιρόπι για το βήχα που είχε αλκοόλ. Ο πρόεδρος της Βέρντερ θυμάται ότι το καμαράκι των διαιτητών βρωμούσε οινόπνευμα και άλειψαν τον ρεφερί με «βικς» για να μην μυρίζει στους παίκτες, ενώ του έδωσαν και στοματικό διάλυμα για να μην ζέχνει η ανάσα του. Η αλήθεια πάντως αποκαλύφθηκε και η Ομοσπονδία τελικά τιμώρησε τον σουρωμένο Άλενφέλντερ (που σφύριζε το τρίτο του μόλις παιχνίδι) για κάποιες αγωνιστικές. Η απολογητική του τακτική ήταν κάτι που θα μας βρει όλους σύμφωνους. «Είμαστε άντρες και δεν πίνουμε Φάντα» είχε δηλώσει.

Στη Βρέμη στα εστιατόρια από τότε, αν παραγγείλεις ένα Άλενφέλντερ θα σου φέρουν μια μπύρα και ένα σφηνάκι σαν αυτό που έπινε ο Βολφ-Ντίτερ (τουλάχιστον έτσι λέει ο αστικός μύθος, είπαμε δεν έχω πάει στην πόλη). Η διαιτητική του καριέρα πάντως δεν πήρε την κατιούσα. Μέσα στα επόμενα 13 χρόνια διαιτήτευσε συνολικά 106 παιχνίδια της Μπουντεσλίγκα και άλλα 77 της Β΄ εθνικής και μάλιστα τη σεζόν 1983-84 βγήκε ο καλύτερος διαιτητής στη Γερμανία. Σε όλα αυτά τα ματς μόλις τέσσερις φορές έβγαλε κόκκινη. Το στιλ του όμως ήταν πάντα αυτό, ενός μπον βιβέρ χαβαλετζή που κατάφερνε να είναι αρκετά αγαπητός. Σε μια περίοδο που οι διαιτητές ήταν κομπάρσοι, ο Βολφ-Ντίτερ ήταν ένας σταρ που αντί ο κόσμος να τον αντιπαθεί, τον συμπαθούσε.

imago01052692hΜε πόνεσε όταν αποχώρησα, σαν να έπαιρνες από τον Τσάρλι Τσάπλιν το μπαστούνι

Ένας διαιτητής-διασκεδαστής. Όταν μια φορά ο Πολ Μπράιτνερ του είπε ότι σφυρίζει σαν μαλάκας, ο Άλενφέλντερ του απάντησε: «Μπράιτνερ, μήπως είσαι εσύ που παίζεις σαν μαλάκας;», ενώ συνήθιζε να κοροϊδεύει όσους παίκτες έπεφταν κάτω και δεν σηκώνονταν. «Σήκω πάνω, δεν έχει εγκατασταθεί ακόμα η υπόγεια θέρμανση στο χορτάρι». Ούτε ο Ότο Ρεχάγκελ γλίτωσε από τα πειράγματα, όταν σε ένα ματς διαμαρτυρόταν συνέχεια όρθιος. «Κάτσε στον κώλο σου γιατί θα φέρω κόλλα να σε κολλήσω στον πάγκο» είπε στον αγαπημένο μας Ότο. Κανείς όμως δεν του κρατούσε κακία.

Όπως συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις συμβαίνει, η ζωή τού Άλενφέλντερ άλλαξε πολύ μετά την απόσυρσή του. Ένας άνθρωπος που ζούσε για να είναι στο επίκεντρο της δημοσιότητας, είχε πλέον μόνο τον κόσμο που τον αναγνώριζε στον δρόμο. Το απολάμβανε, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Η ζωή του συνέχισε να έχει αρκετές καταχρήσεις, πήρε ακόμα περισσότερα κιλά και τελικά το 2014 πέθανε στα 70 του, αφού έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη.

Καλώς ήρθες στη ζωή μας Ουσμάν Ντεμπελέ

  [2 Σχόλια]

Το απόγευμα της 8ης Ιουλίου στην πόλη Έρκενσβικ, στη δυτική Γερμανία, η Ντόρτμουντ έπαιζε το πρώτο της φιλικό παιχνίδι για τη φετινή χρονιά. Με δεδομένο πως αντίπαλος ήταν η τοπική ομάδα που αγωνίζεται σε πολύ χαμηλή κατηγορία, το παιχνίδι προοριζόταν κυρίως για χαλάρωμα, μετά το πρώτο εξαντλητικό στάδιο της προετοιμασίας, και για να πειραματιστεί ο Τόμας Τούχελ. Σε κάποια φάση ο Ουσμάν Ντεμπελέ πήρε τη μπάλα στα αριστερά της επίθεσης, προσπέρασε έναν αντίπαλο με εκνευριστική άνεση – στέλνοντας τον με μια γρήγορη προσποίηση στην άλλη πλευρά από αυτή που επέλεξε να κατευθυνθεί ο ίδιος -, έπαιξε το ένα-δυο με έναν συμπαίκτη του και αφού βρέθηκε σε θέση τετ-α-τετ πλάσαρε εύστοχα με το δεξί, ανοίγοντας το σκορ. Ήταν μόλις το 3ο λεπτό του αγώνα! Τόσα χρειάστηκε ο 19χρονος Γάλλος για να πει ουσιαστικά στους οπαδούς της Ντόρτμουντ και στη Μπουντεσλίγκα «καλώς σας βρήκα».

Τις επόμενες μέρες η ομάδα του Τούχελ έπαιξε τρία ακόμα φιλικά. Ο Ντεμπελέ δεν κατάφερε να σκοράρει σε αυτά αλλά οι ενέργειες του έγιναν αμέσως θέμα συζήτησης. Ένα βιντεάκι 90 περίπου δευτερολέπτων που κυκλοφόρησε στα social media δείχνει τον πιτσιρικά να κάνει σε αρκετές περιπτώσεις ό,τι θέλει στο χόρτο, προσπερνώντας αμυνόμενους με ελιγμούς και ταχύτητα που συναντάει κανείς στα παιχνίδια του φθινοπώρου, όταν οι παίκτες έχουν σταδιακά ανεβάσει ρυθμό. Το βίντεο προκάλεσε ένα νέο κύμα ενθουσιασμού στους φίλους της ομάδας που βλέπουν ένα 19χρονο παιδί να «αφήνει χαζούς» όσους προσπαθούν να τον ανακόψουν, συνδυάζοντας ταχύτητα, εξαιρετική κοφτή ντρίπλα, μεγάλη ικανότητα στην προσποίηση και τρομακτικά γρήγορη αλλαγή κατεύθυνσης εν κινήσει.

Σαν να μην έφταναν αυτά, στο πρώτο πραγματικά δυνατό τεστ της Ντόρτμουντ, στο νικηφόρο φιλικό με τη Γιουνάιτεντ του Μουρίνιο στην Κίνα, ο Ντεμπελέ σκόραρε ένα υπέροχο γκολ με τον αγαπημένο του τρόπο: πήρε τη μπάλα μακριά από την περιοχή, πέρασε έναν αντίπαλο, επιτάχυνε και στο ύψος της μεγάλης περιοχής «έστειλε για βρούβες» τον δύσμοιρο Ρόχο, τελειώνοντας τη φάση με εξαιρετικό σουτ με το δεξί πόδι.

(Το οποίο δεξί πόδι δεν είναι καν το καλό του. Ή μπορεί και όχι. Κανείς δεν ξέρει. Ούτε καν ο ίδιος! Κάποιοι ισχυρίζονται πως αν ρωτήσεις όλους τους προπονητές που είχε ως τώρα ποιο είναι το καλό του πόδι, οι απαντήσεις θα είναι μοιρασμένες. Κι αυτό τα λέει όλα. Η ικανότητα του να χρησιμοποιεί και τα δυο πόδια με επιτυχία του επιτρέπει να αγωνίζεται με άνεση σε όλες τις θέσεις που υπάρχουν μεσοεπιθετικά.)

Μετά και από αυτή την εμφάνιση οι προσδοκίες έχουν πιάσει ταβάνι. Όχι πως δεν ήταν υψηλές από τη μέρα που αποχαιρέτησε τη Ρεν και υπέγραψε το 5ετες συμβόλαιο του με τη Ντόρτμουντ. Καλύτερος νέος παίκτης στο γαλλικό πρωτάθλημα πέρσι, 12 γκολ και 5 ασίστ σε 26 παιχνίδια, καλύτερος παίκτης στη Γαλλία το μήνα Μάρτιο, πρώτος ανάμεσα σε παίκτες κάτω των 21 ετών σε γκολ και επιτυχημένες ντρίπλες και στα 5 μεγάλα πρωταθλήματα της Ευρώπης και ένα χατ-τρικ μέσα σε ένα ημίχρονο στο ντέρμπι της Βρετάνης με αντίπαλο τη Ναντ είναι κατορθώματα που θα θάμπωναν οποιονδήποτε. Κατορθώματα τα οποία επιτεύχθηκαν μάλιστα μέσα σε ελάχιστους μήνες.

Το περσινό καλοκαίρι ο 18χρονος Ντεμπελέ δεν αποτελούσε καν μέλος της πρώτης ομάδας. Παρ’ ότι όλοι οι προπονητές του στις ακαδημίες της Ρεν τον εκθείαζαν και πίεζαν τον Φιλίπ Μοντανιέ να τον δοκιμάσει με τους ‘μεγάλους’, ο Γάλλος τεχνικός δεν βιαζόταν, προβάλλοντας συχνά-πυκνά το επιχείρημα πως ακόμα είναι μικρός και αδύνατος. Ο απογοητευμένος Ντεμπελέ, που είχε κουραστεί να βγάζει μάτια στις μικρές κατηγορίες και στις ρεζέρβες της Ρεν (13 γκολ σε 18 παιχνίδια είναι ένα εντυπωσιακό νούμερο αν αναλογιστεί κανείς πως δεν μιλάμε για καθαρό επιθετικό), άρχισε να ψάχνει τρόπους να φύγει, εκμεταλλευόμενος και το γεγονός ότι τον παρακολουθούσαν από μικρό αρκετοί σκάουτερ από πολλές ευρωπαϊκές ομάδες.

Λίγο πριν το οριστικό διαζύγιο όμως η Φατιμάτα Ντεμπελέ, το ‘κεφάλι’ της οικογένειας, που πριν χρόνια εγκατέλειψε με τον άντρα της το χωρίο που μεγάλωσαν στην Μαυριτανία για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον στο Βερμόν, μια μικρή πόλη στα βόρεια της Γαλλίας, έπεισε τον γιο της να παραμείνει στη Ρεν (με τη βοήθεια και του Μίκαελ Σιλβέστρ που συνεργάζεται με τη Ρεν ως σύμβουλος του προέδρου και πιστεύει πολύ στον πιτσιρικά, ο οποίος του θυμίζει τον Κριστιάνο Ρονάλντο στα πρώτα του χρόνια στην Αγγλία) και όπως αποδείχτηκε είχε δίκαιο.

Τον Οκτώβρη ο μικρός υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο, τον Νοέμβρη έκανε ντεμπούτο, μπαίνοντας αλλαγή στο 85’ του αγώνα με την Ανζέρ και την επόμενη αγωνιστική, στο εντός έδρας ματς με τη Μπορντό βρισκόταν στη βασική ενδεκάδα αλλά και στον πίνακα των σκόρερ. Τριάντα ένα λεπτά του ήταν αρκετά για να πετύχει το πρώτο γκολ της καριέρας του. Ογδόντα οχτώ λεπτά, από την άλλη, του ήταν αρκετά για να δώσει και την πρώτη του ασίστ. Νούμερα αν μη τι άλλο εντυπωσιακά για ένα 18χρονο παιδί που μέχρι τότε είχε αντιμετωπίσει μόνο εφήβους.

Όπως είναι εύκολα αντιληπτό οι ενδιαφερόμενοι ήταν αμέτρητοι. Ανάμεσα τους τα περισσότερα μεγάλα κλαμπ της Ευρώπης. Ο ίδιος όμως είχε κάνει από νωρίς την επιλογή του: «Είχα πολλές προτάσεις αλλά από την αρχή είχα ξεκαθαρίσει ότι μ’ ενδιαφέρει κυρίως η Ντόρτμουντ. Πιστεύω πως έχει δείξει στο παρελθόν πως είναι η καλύτερη ομάδα για παίκτες σαν κι εμένα. Συναντήθηκα αρκετές φορές με τον προπονητή και είμαι πεπεισμένος πως είναι ο σωστός άνθρωπος για να με βοηθήσει να εξελιχθώ σαν παίκτης». Το μέλλον θα δείξει αν έκανε τη σωστή. Τα πρώτα δείγματα πάντως είναι σίγουρα εντυπωσιακά.

Η απίστευτη χρονιά του Ομπαμεγιάνγκ

  [Καθόλου σχόλια]

Pierre-Emerick-Aubameyang-and-Marco-Reus

Η φετινή ποδοσφαιρική σεζόν έχει καταφέρει να αναδείξει διαφορετικούς πρωταγωνιστές από τους συνηθισμένους των τελευταίων ετών. Είναι ίσως η πρώτη φορά που ο ποδοσφαιρικός κόσμος δεν ασχολείται τόσο με τα κατορθώματα των Μέσι και Ρονάλντο, αλλά βρήκε αρκετούς καινούριους ήρωες. Κάποιοι ήταν σχεδόν άγνωστοι, όπως τα παιδιά της Λέστερ (Βάρντι, Μαρέζ, Καντέ). Κάποιοι πιο γνωστοί, αλλά κάνουν καταπληκτικές σεζόν, όπως ο Παγιέτ ή ο Ομπαμεγιάνγκ.

Ο Γάλλος Πιερ-Εμερίκ Ομπαμεγιάνγκ με την καταγωγή από την Γκαμπόν και μεγαλωμένος στην Ιταλία δεν είναι άγνωστη ποσότητα στο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Μαθαίνοντας μπάλα στην Μίλαν μπήκε σε αρκετές λίστες με τα επόμενα μεγάλα ταλέντα. Σε αυτές τις λίστες που συνήθως χρησιμεύουν για να πάρεις καλές μεταγραφές στο Μάνατζερ και στην πραγματικότητα ελάχιστοι φτάνουν ψηλά. Ο Ομπαμεγιάνγκ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα ταλέντο που δεν έκανε το παραπάνω ποτέ. Δεν τα κατάφερε στους δανεισμούς του σε ομάδες όπως η Μονακό και η Λιλ, πήγε τόσο άσχημα που μέχρι κι η σημερινή μέτρια Μίλαν μετά τις καλές του εμφανίσεις στην Σεντ Ετιέν δεν πείστηκε και τον πούλησε. Η ίδια Μίλαν που δεν σφύζει από ταλέντο τα τελευταία χρόνια και τώρα θα το έχει μετανιώσει βλέποντας την Ντόρτμουντ να ζητάει 100 εκατομμύρια ως τιμή εκκίνησης σε περίπτωση πλειστηριασμού του επιθετικού της.

Στη Βεστφαλία είτε κάτι έχει το νερό τους, είτε κάτι ήξεραν παραπάνω και εκμεταλλεύτηκαν τα προσόντα του στο 100%. Τα στατιστικά του Ομπαμεγιάνγκ είναι απίστευτα φέτος. Σκοράρει σχεδόν ένα γκολ σε κάθε ματς. Έχει ήδη περάσει τα περσινά του γκολ, έχοντας παίξει σε λιγότερα ματς και με την Ντόρτμουντ ζωντανή στην Ευρώπη. 22 γκολ στο πρωτάθλημα, 10 στην Ευρώπη και 3 στο κύπελλο. Παρά το αναμφισβήτητο ταλέντο του πάντως, ήταν η περσινή φυγή του Λεβαντόφσκι που του ανέβασε τις μετοχές και κυρίως η αποτυχία του Ιμόμπιλε στην Ντόρτμουντ. Η σχεδόν αναγκαστική μετατόπιση του Ομπαμεγιάνγκ σε μεγάλο αριθμό αγώνων από τα πλάγια στην κορυφή από τον Κλοπ, του έδωσε τη δυνατότητα να δείξει ότι μπορεί να σταθεί και εκεί. Ο Ομπαμεγιάνγκ δεν είναι απλά ένας γρήγορος ποδοσφαιριστής που κάνει τα 30 μέτρα σε κάτω από 4 δευτερόλεπτα (με πολλούς να λένε ότι ξεπερνάει και τον Μπολτ). Ταχείς ποδοσφαιριστές έχουν υπάρξει πολλοί άλλωστε στο παρελθόν. Διαθέτει εξαιρετική αίσθηση του χώρου και ξέρει να κάνει τις απαραίτητες κινήσεις για ξεμαρκαριστεί. Πολλά από τα γκολ του φαίνονται εύκολα γιατί είναι τελειώματα σε σχεδόν κενή εστία, δείχνει όμως να έχει χάρισμα στο να βρίσκεται εκεί που πρέπει, την στιγμή που πρέπει. Όπως και να τελειώνει αρκετά καλά τις φάσεις ή να μοιράζει αρκετά συχνά ασίστ. Όλα αυτά όταν δεν αποφασίζει να τρέξει και να εκθέσει τους περισσότερους αντιπάλους με τις ντρίμπλες του.

aubameΠειράζει που είμαι μεγάλη φίρμα;

Σε μια πρώτη επαφή ο Ομπαμεγιάνγκ μπορεί να περάσει την εικόνα του σύγχρονου καβαλημένου ποδοσφαιριστή. Το 2012 εμφανίστηκε σε ένα ματς απέναντι στη Λιόν να φοράει παπούτσια με 4000 μικρά κρύσταλλα γνωστής εταιρείας. Το ζευγάρι παπουτσιών κόστιζε περίπου 3000€ και ήταν φτιαγμένο με το όνομά του και τα χρώματα της ομάδας του. Ήταν τόσο κακόγουστο που φήμες λένε ότι ο Φλωρινιώτης σηκώθηκε όρθιος στο σπίτι του και χειροκροτούσε όταν το είδε σε φωτογραφία. Η αγάπη του στην ταχύτητα και τα ακριβά αυτοκίνητα, οι πανηγυρισμοί του ως Μπάτμαν, το περίεργο μαλλί, όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα που όμως δεν έχει μεγάλη σχέση με τον ήσυχο και αρκετά ντροπαλό Πιερ-Εμερίκ που ξέρουν οι φίλοι του. Η αλήθεια είναι ότι οι συμπαίκτες του μιλάνε με τα καλύτερα λόγια και τον χαρακτηρίζουν ως προσγειωμένο. Καλά λόγια βέβαια δεν θα ακούσει από τον Γιάγια Τουρέ που ακόμα το φυσάει και δεν κρυώνει που έχασε για πρώτη φορά τον τίτλο του καλύτερου Αφρικάνου ποδοσφαιριστή τα τελευταία χρόνια. Ο μόνιμα γκρινιάρης Τουρέ δεν έδειξε να συμφωνεί, αλλά τι άλλο μπορούσε να κάνει ο Ομπαμεγιάνγκ; Μόνο φωτιές δεν κατάπιε.

Borussia Dortmund v PAOK FC - UEFA Europa League

Τρεις σεζόν στην Ντόρτμουντ με βελτίωση στην καθεμιά. Το συμβόλαιό του λήγει το 2020, αυτός φαίνεται να περνάει καλά εκεί, αλλά θα μπορέσει να πει όχι αν έρθει κάποια καλή πρόταση; Και κυρίως, θα μπορέσει να πιάσει τα ίδια επίπεδα απόδοσης σε κάποια άλλη ομάδα σε ένα διαφορετικό πρωτάθλημα; Ένας ποδοσφαιριστής που παραλίγο να παίξει στη Νιουκάστλ πριν μερικά χρόνια, είναι στόχος ομάδων όπως Άρσεναλ και Γιουνάιτεντ, αλλά και ισπανικών συλλόγων. Ο ίδιος πάντως μπορεί να περηφανεύεται ότι έπαιξε στην Αγγλία και έζησε το ποδόσφαιρο των χαμηλών κατηγοριών έστω και σε φιλικό με την Ολυμπιακή ομάδα της Γκαμπόν. Τότε που η ομοσπονδία της χώρας έκλεισε την τελευταία στιγμή ένα φιλικό με αντίπαλο ημιεπαγγελματική αγγλική ομάδα με γήπεδο που συνόρευε με  ένα κινέζικο φαστφουντάδικο και ένα… μποστάνι, ενώ ο θρύλος λέει ότι κάποτε ήταν λατομείο.

wpid-img_4894Το κόρνερ στο Γκράουνσελ Παρκ και δίπλα το σπίτι του γείτονα

Ο βοηθός προπονητής τής Χίτον Στάνινκγτον ακόμα θυμάται ότι έπρεπε να μαζέψουν τους παίκτες του συλλόγου. Βλέπετε, ήταν μετά το τέλος της σεζόν και είχαν σταματήσει προπονήσεις. Κάποιοι από αυτούς εμφανίστηκαν με φανερά τα σημάδια του χανγκάουτ από το μεθύσι της προηγούμενης. Ο Ομπαμεγιάνγκ ξέχασε τα παπούτσια του στο ξενοδοχείο και πήγε με το αυτοκίνητο του προπονητή των Άγγλων να τα πάρει. Στο χαλαρό έβαλε δυο γκολ στον αγώνα και η φανέλα του με το αυτόγραφο φιγουράρει στα γραφεία του συλλόγου. «Τους κεράσαμε πίτα με φασόλια» διηγείται ο κόουτς και πιθανότατα αυτό να είναι το μόνο που θα θυμάται ο Ομπαμεγιάνγκ από την επαφή του με το αγγλικό ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο. Η Χίτον Στάνινγκτον θα έχει όμως να λέει ότι είναι η πρώτη ομάδα που τον είδε να παίζει στην Αγγλία, έστω και σε ένα γήπεδο που οι μπάλες φεύγουν στα σπίτια των γειτόνων. Στο μέλλον μπορεί να χρειάζεται να πληρώσει κάποιος το πανάκριβο εισιτήριο της Πρέμιερ Λιγκ για να τον δει.

Ό,τι πιο κοντά σε γερμανικό κλάσικο

  [Καθόλου σχόλια]

Το γερμανικό πρωτάθλημα παρά την αρκετά καλή ποιότητα ποδοσφαίρου, τα πολύ όμορφα και πολύ γεμάτα γήπεδά του έχει ένα συγκριτικό μειονέκτημα σε σχέση με το αγγλικό, το ισπανικό και το ιταλικό. Του λείπουν τα πολύ μεγάλα ντέρμπι. Λίγες είναι οι μονομαχίες που έχουν σημαντική ιστορία, που σε καθηλώνουν ανεξάρτητα από την κατάσταση των ομάδων. Το Ντόρτμουντ-Μπάγερν είναι αυτό που εδώ και μερικές δεκαετίες μπορεί να θεωρηθεί ως το μεγαλύτερο ματς (μαζί με το όντως τοπικό ντέρμπι Ντόρτμουντ-Σάλκε) του πρωταθλήματος. Παρ’ ότι το Der Klassiker έχει γίνει της μόδας ως “εμπορικός τίτλος” τα τελευταία χρονιά, δεν είναι τόσο παραδοσιακή κόντρα. Τα ματς όμως των δυο ομάδων είναι γεμάτα ένταση και πάντα βγάζουν ενδιαφέρουσες ιστορίες ανεξάρτητα αν μπορεί να τα πει κάποιος “κλάσικο”.

Το ρεκόρ

Η Μπάγερν διατηρεί το ρεκόρ της μεγαλύτερης νίκης μεταξύ των δύο, ένα ιστορικό και (φαινομενικά) ακατάρριπτο ρεκόρ του 1971. Όταν με πρωτοστάτη τον Γκερτ Μίλερ σε μια ομάδα που είχε μέσα Χένες, Μπεκενμπάουερ και Μπράιτνερ δεν έδειξε κανένα έλεος και διέλυσε την Ντόρτμουντ με το απίστευτο 11-1. Όπως ήταν αναμενόμενο η ομάδα του Μονάχου κέρδισε το πρωτάθλημα και η Ντόρτμουντ υποβιβάστηκε εκείνη τη σεζόν. Λίγα χρόνια αργότερα η Γκλάντμπαχ έσπαγε το αρνητικό αυτό ρεκόρ κερδίζοντας την Ντόρτμουντ με 12-0.

Το Epic Fail

Ήταν καλοκαίρι του 1986 σε ένα… ράθυμο Μόναχο, όταν η σεζόν ξεκινούσε με λίγο κόσμο στις κερκίδες του Ολυμπιακού Σταδίου του Μονάχου για το Μπάγερν-Ντόρτμουντ. Μπορεί να μην υπήρχε ηλιόσπορος, αλλά οι φίλαθλοι στις εξέδρες έλεγαν για τις διακοπές τους και κοιτούσαν πόσο είχαν μαυρίσει, από τα σημάδια δίπλα στα σανδάλια. Οι παίκτες σαν κοιμισμένοι ξεκίνησαν τον αγώνα και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα από ένα τραγικό λάθος, η Μπάγερν κατάφερε δύο δοκάρια και ένα γκολ στην ίδια φάση. Κι όμως, αυτό δεν ήταν το κλου του απογεύματος. Λίγο αργότερα, ο Φρανκ Μιλ έχοντας αφήσει πίσω την Γκλάντμπαχ με 71 γκολ σε 5 σεζόν είχε την τεράστια ευκαιρία να βάλει το πιο εύκολο γκολ της καριέρας του στο ντεμπούτο με την καινούρια του ομάδα. Με όλο τον χρόνο και την άνεση στη διάθεσή του, κατάφερε να το χάσει. Στο 2ο ημίχρονο έβγαλε την ασίστ για την ισοφάριση, αλλά αυτό το χαμένο γκολ έπαιζε για πολλά χρόνια σε βίντεο με bloopers.

glossar-fc-bayern-borussia-dortmund-1

Το… κλάμα του Ματέους

To “κλάσικερ” απέκτησε το ενδιαφέρον που έχει μέχρι και σήμερα από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Τότε που η Ντόρτμουντ κατάφερε να φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης και να κοντράρεται στα ίσια με την Μπάγερν σε μερικά αξέχαστα παιχνίδια. Το 1995 σε ένα ματς της Ντόρτμουντ με την Καρσλρούη, ο Άντι Μέλερ έκανε μια μεγαλειώδη βουτιά κερδίζοντας ένα εξαιρετικά μαϊμουδίστικο πέναλτι. Το παρατσούκλι ο “κλαψιάρης” του έμεινε. Ο ίδιος υποστήριξε ότι… έπεσε για να αποφύγει το τάκλιν του αντιπάλου. Δεν έπεισε πολλούς. Δυο χρόνια αργότερα, η Ντόρτμουντ υποδεχόταν την Μπάγερν με τις δυο ομάδες να βρίσκονται σε απόσταση μόλις έξι βαθμών. Το ματς ήταν γεμάτο φασαρίες, καβγάδες και τάκλιν. Μόλις στο 2′ ο Καρλ Χάιντζ Ρίντλε άνοιξε το σκορ, αλλά ο Ριτσιτέλι ισοφάρισε για την Μπάγερν. Ανάμεσα όμως στα τάκλιν με τα δύο πόδια και τα σπρωξίματα, αυτό που έγραψε ιστορία ήταν η κίνηση του Λόταρ Ματέους προς τον Μέλερ μετά από ένα φάουλ που ζητούσε ο δεύτερος κάπως θεατρινίστικα. Ο Ματέους στάθηκε μπροστά του και έκανε ότι κλαίει, με τον Μέλερ να αντιδρά… σκουπίζοντας τα δάκρυα από το πρόσωπο του Λόταρ. Ήταν μια σκηνή βγαλμένη από pre-game show σε αγώνες κατς όπου ο ένας παλαιστής προκαλεί τον άλλον, ο δεύτερος αρχικά απλά κοιτάζει και στο τέλος απαντάει προς τέρψιν των θεατών.

ollie-1

Οι μανούρες του Καν

Αν Ματέους-Μέλερ ήταν οι πρώτοι, τότε συνεχιστής τους ήταν η τεράστια μορφή του Όλιβερ Καν που δέσποζε σε ένα σωρό μανούρες. Η κουνγκ-φου κλωτσιά στον άτυχο Ελβετό Σαπουΐζά, το… τράβηγμα του αυτιού του Αντρέας Μέλερ, το σχεδόν… ερωτικό δάγκωμα στον δυστυχή Χέικο Χέρλιχ, το κεφάλι με κεφάλι με τον Τζουζέπε Ρέινα. Ο Όλι έδινε τουλάχιστον 60% μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε αυτά τα ματς. Και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει από το ιστορικό “φεστιβάλ καρτών” τον Απρίλιο του 2001 με 13 κίτρινες και 3 κόκκινες κάρτες. Εκεί που ο Στέφαν Έφενμπεργκ έφυγε προς τα αποδυτήρια στέλνοντας σαν άλλος Λευτέρης Πανταζής φιλάκια στον κόσμο και το ματς έληξε 1-1. Τελικό αποτέλεσμα που ήταν προϊόν απίστευτης τύχης του Καν, όταν η φαουλάρα του Τόμας Ροζίτσκι βρήκε στο δοκάρι και η μπάλα τελικά κατέληξε στα χέρια του τρομαγμένου (!!) Καν που όρθιος παρακολουθούσε σαν αφηρημένος (ειρήσθω εν παρόδω, στα νιάτα του έμοιαζε πολύ με τον Σβαρτζενέγκερ):

Ο τερματοφύλακας-στράικερ

Γενικά τα ματς εκείνης της περιόδου ήταν ταραγμένα και πλην του… φλεγματικού Καν, υπήρχε και το αντίπαλο αντιπαθές δέος ο Γενς Λέμαν. Στο ματς του 2002 στο Μόναχο η Ντόρτμουντ έμεινε με 9 παίκτες όταν τον Τόρστεν Φρινγκς ακολούθησε και ο Λέμαν στα αποδυτήρια για διαμαρτυρίες στο γκολ του 2-1. Για τα υπόλοιπα 24 λεπτά η Ντόρτμουντ αναγκάστηκε να δώσει τα γάντια στον ψηλέα Τσέχο Κόλερ, μια επιλογή που δεν ήταν καθόλου τυχαία, αφού ο στράικερ της ομάδας είχε ξεκινήσει από τερματοφύλακας. Παρά το αριθμητικό πλεονέκτημά τους, οι Βαυαροί δεν μπόρεσαν να σκοράρουν ξανά απέναντι στον Γιαν. Ο Κόλερ μάλιστα προωθήθηκε και σε ένα κόρνερ κερδίζοντας μια κεφαλιά, αλλά δεν μπόρεσε να κερδίσει τον… συνάδελφό του βάζοντας ένα ιστορικό γκολ. Ήταν τόσο εντυπωσιακός ο Τσέχος, που είχε συμπεριληφθεί και στην 11αδα της αγωνιστικής. Ως τερματοφύλακας.

Η βοήθεια

Μέσα σε όλα αυτά όμως, υπάρχει και μια ιστορία σεβασμού μεταξύ των δύο ομάδων. Την περίοδο που η Ντόρτμουντ έφτασε στην οικονομική καταστροφή, τότε που πέρασε μια μεγάλη κρίση. Ήταν το 2004 όταν οι κιτρινόμαυροι έφτασαν στο σημείο να μην έχουν χρήματα να πληρώσουν τους παίκτες τους. Η Μπάγερν το ήξερε και αποφάσισε να βοηθήσει την αντίπαλό της. Η Ντόρτμουντ δεν το θεώρησε προσβλητικό και δέχτηκε το δάνειο των 2 εκατομμυρίων € από τους Βαυαρούς, ένα δάνειο χωρίς τόκους και χωρίς… μικρά γράμματα. Πιθανότατα η ιστορία να μην είχε μαθευτεί αν ο Χένες δεν την είχε αποκαλύψει σχετικά πρόσφατα. Η Ντόρτμουντ δεν το αρνήθηκε ποτέ, προσπάθησε να το υποβιβάσει καθώς με ένα συνολικό χρέος 200 εκατομμυρίων μιλάμε για μικρή βοήθεια, αλλά παρ’ όλα αυτά η πράξη είχε την αξία της.

Το τάκλιν

Αγαπάμε τα γκολ, τις ντρίμπλες, τις πάσες. Αγαπάμε ακόμα και τις αποκρούσεις από μεγάλους τερματοφύλακες. Και τα τάκλιν κύριε; Κάποιες φορές πρέπει να τα αποθεώνουμε και αυτά και να τους δίνουμε την πρέπουσα λατρεία. Γιατί υπάρχουν και τάκλιν που είναι έργα τέχνης. Ο τελικός του CL του 2013 θα είναι πάντα συνδεδεμένος με έναν χαμένο. Όπως στο Μουντιάλ του 2014 ήταν η αυτοθυσία του Μαστσεράνο, έτσι κι εκείνο το Μπάγερν-Ντόρτμουντ ήταν το τάκλιν του Νέβεν Σούμποτιτς. Μια τέτοια μαγική προσπάθεια που ο Γιούργκεν Κλοπ την πανηγύρισε όπως ένα γκολ. Σε αυτά τα ματς κάθε αυτοθυσία μπορεί να καθορίσει το τελικό αποτέλεσμα και παίκτες που έχουν λύσει το οικονομικό πρόβλημα της ζωής τους, τα δίνουν όλα σαν να είναι ντέρμπι στην αλάνα.

Οι φίλοι μας τα ζώα : οπαδική λύσσα και αντιτετανικοί οροί

  [Καθόλου σχόλια]

téléchargement (1)

Όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε, ακόμη και παρά τη θέλησή μας, περιστατικά όπου ματς μεταξύ ελληνικών ομάδων έχουν σημαδευτεί από την παρουσία ζώων –κι εδώ η λέξη «ζώα» χρησιμοποιείται κυριολεκτικά: ψάρια στους πάγκους, κότες  και λαγοί στο χορτάρι. Ίσως αναρωτηθήκατε κι εσείς αν αυτά τα θλιβερά περιστατικά οφείλονται στο ότι στην Ελλάδα δεν περάσαμε Διαφωτισμό. Η απάντηση είναι «ναι». Στη Γερμανία, όπου πέρασαν Διαφωτισμό (αυτοί τον λένε Aufklärung), τα ζώα που εμπλέκονται στα ντέρμπι είναι πολύ μεγαλύτερα.

Το Ντέρμπι της Κοιλάδας του Ρουρ δεν ήταν πάντοτε ντέρμπι. Για ορισμένους, ο φανατισμός που διακρίνει τις αναμετρήσεις της Σάλκε με την Μπορούσια Ντόρτμουντ ξεκινάει με την κρίση στη σιδηρουργία στη δεκαετία του΄60, τη σταδιακή εγκατάλειψη και το κλείσιμο των ανθρακωρυχείων και των μεταλλωρυχείων που οδήγησε την κοιλάδα του Ρουρ σε οικονομικό μαρασμό και τις τοπικές ομάδες σε παρακμή –όπως συνέβη και αλλού. Οι τίτλοι απομακρύνονταν και απόμεινε το ντέρμπι ως μόνη ενδιαφέρουσα στιγμή της σεζόν. Μια άλλη εκδοχή είναι ότι η δημιουργία της Μπουντεσλίγκα, του ενιαίου δηλαδή πρωταθλήματος, το 1963, διέλυσε τα όποια αισθήματα αλληλεγγύης υπήρχαν ανάμεσα στους οπαδούς των δυο συλλόγων που πριν συμμετείχαν στο τοπικό πρωτάθλημα (Oberliga) της Δύσης. Το 1958, όταν η Σάλκε πήρε το τελευταίο της μέχρι σήμερα πρωτάθλημα, οι κάτοικοι του Ντόρτμουντ σταμάτησαν το τρένο που γύριζε με τη θριαμβεύτρια ομάδα από το Ανόβερο, ώστε να πανηγυρίσουν κι αυτοί τον τίτλο μαζί με τους γείτονες.

Το 1969 τα πράγματα έχουν αλλάξει. Στις 6 Σεπτεμβρίου, στο Ρότε Έρντε, το παλιό γήπεδο της Μπορούσια, έχουν μαζευτεί πάνω από 32.000 θεατές, οπωσδήποτε περισσότεροι από όσους χωράνε στις κερκίδες. Πολλοί είναι καθισμένοι κυριολεκτικά στο γκαζόν. Η Σάλκε προηγείται στο 37΄με ένα γκολ του Αυστριακού Χανς Πίρκνερ, ο οποίος δυο χρόνια μετά θα βρεθεί παρεμπιπτόντως μπλεγμένος στο περίφημο Σκάνδαλο της Μπουντεσλίγκα, μια υπόθεση δωροδοκίας μεγάλης κλίμακας. Οι οπαδοί της Σάλκε, τρελοί από χαρά, μπαίνουν μέσα στο γήπεδο να πανηγυρίσουν και να αγκαλιάσουν τους παίκτες τους –έτσι κι αλλιώς, δεν είχαν δα να διανύσουν και μεγάλη απόσταση.

Οι αστυνομικοί επιχειρούν να επιβάλουν την τάξη με όπλο τα εκπαιδευμένα τους λυκόσκυλα, τα οποία, όμως, ορέγονται τους ποδοσφαιριστές της Σάλκε.

Ένα από αυτά, ο Ρεξ, θα δαγκώσει στα οπίσθια τον αμυντικό Φρίντελ Ράους, ένα άλλο, που θα μείνει ανώνυμο, θα δαγκώσει τον Γκερτ Νόιζερ στην αριστερή γάμπα. Παρά τους πόνους, οι δαγκωμένοι θα συνεχίσουν, και στο ημίχρονο θα κάνουν αντιτετανικό ορό. Ο Νόιζερ θα βγει στο 76΄, καθώς το πόδι του άρχισε να μουδιάζει, ενώ ο σκληροτράχηλος Ράους θα το πάει μέχρι τέρμα. Τις επόμενες νύχτες κοιμήθηκε αναγκαστικά μπρούμυτα.

0,,16898494_303,00

Το περιστατικό θα του χαρίσει μια ουλή μήκους τεσσάρων εκατοστών και την τύχη να τον υποδέχονται παντού όπου πήγαινε με γαβγίσματα. Το ματς θα τελειώσει 1-1. Τα δύο θύματα θα αποζημιωθούν με 300 μάρκα ο καθένας, οι φίλαθλοι σκύλοι θα φορέσουν υποχρεωτικά φίμωτρο και τα γερμανικά γήπεδα θα αποχτήσουν κάγκελα ανάμεσα στις κερκίδες και τον αγωνιστικό χώρο.

Και η ρεβάνς; Ο πήχης είχε μπει πολύ ψηλά. Ίσως όχι αρκετά ψηλά, όμως. Τον Ιανουάριο του 1970, στο Γκελζενκίρχεν, οι παίκτες της Μπορούσια, μπαίνοντας στο γήπεδο Γκλικάουφ Κάμπφμπαν, θα βρεθούν μπροστά σε ένα θέαμα που θα τους κόψει λίγο τα αίματα: λίγο πριν τη σέντρα, μερικά λιονταράκια έκοβαν βόλτες στο γήπεδο. Ο αθεόφοβος Γκίντερ Σίμπερτ, ο πρόεδρος της Σάλκε, τα είχε νοικιάσει από έναν κοντινό ζωολογικό κήπο και εμφάνισε εν είδει αντιποίνων για τα όσα έγιναν τον Σεπτέμβριο. Κι αυτό το ματς θα λήξει 1-1.

schalkes-loewen

Θα τελειώσουμε με μία ακόμη γερμανική λέξη, αμετάφραστη στα ελληνικά και που κατά τη γνώμη μας είναι πάρα πολύ χρήσιμη –θα το διαπιστώσετε αμέσως. Η λέξη αυτή είναι Fremdschämen και σημαίνει πάνω-κάτω την ντροπή που νιώθουμε για κάτι που κάνει ή λέει κάποιος άλλος. Ο Φρίντελ Ράους, το πιο διάσημο θύμα των γεγονότων του 1969, απολάμβανε για χρόνια αυτήν τη ανέλπιστη αν και επώδυνη διασημότητα που του χάρισε το λυκόσκυλο Ρεξ. Λέγεται πως σε μια ερώτηση σπάνιας λεπτότητας «Τι θα γινόταν αν ο Ρεξ σας είχε δαγκώσει από μπροστά κι όχι από πίσω;» έδωσε μια εξίσου κομψή απάντηση: «Δεν θα του είχε απομείνει δόντι». Fremdschämen.

Γνωρίστε τη Welcome United

  [3 Σχόλια]

Στο κρατίδιο του Πότσνταμ-Μπάμπελμπεργκ της Γερμανίας υπάρχει μια ομάδα που τη λένε Μπάμπελσπεργκ 03. Επειδή αγωνίζεται στην 4η κατηγορία, στη Ρετζιολανλίγκα Νορντόστ (Βόρειο-Ανατολικά είναι αυτό) κανείς δε θα της έδινε σημασία αν δεν έκανε πρόσφατα μια σπουδαία κίνηση. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία μιας ομάδας που θα απαρτίζεται αποκλειστικά από πολιτικούς πρόσφυγες. Η προσπάθειά της στέφθηκε με επιτυχία και έτσι εγένετο η Welcome United, η οποία μάλιστα έγινε δεκτή ως σωματείο από την τοπική ποδοσφαιρική ομοσπονδία και τοποθετήθηκε στη χαμηλότερη κατηγορία.

553x311-sv-babelsberg-03

Η ομάδα απαρτίζεται αποκλειστικά από πρόσφυγες σε όλα της τα κλιμάκια: διοίκηση, προπονητικό τιμ, φροντιστές, ποδοσφαιριστές. Για κάποιους όπως τον Νιγηριανό Ανιάνγου Ομπινβίγκνε (τον δίωκε η Νιγηριανή κυβέρνηση για τις πολύ «φιλελεύθερες» απόψεις του) είναι μια διέξοδος. Για κάποιους άλλους είναι η ζωή τους, όπως το Σομαλό Αμπντιχαφίντ Αχμέντ (διώκεται για τη δράση του κατά των Σομαλών πειρατών), πρωταθλητή Αφρικής σε πρωτάθλημα νέων στο ποδόσφαιρο. Το βασικό όμως είναι ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι από τη Νιγηρία, τη Σομαλία, τη Συρία, τη Σερβία και άλλες χώρες απέκτησαν δικαιώματα.

Όταν η ομοσπονδία έκανε δεκτό το αίτημα της Μπάμπελσμπεργκ 03 στην κεντρική ιστοσελίδα του συλλόγου αναρτήθηκε δήλωση του προέδρου της που εξηγούσε την πρωτοβουλία: «Η απόλυτη ενσωμάτωση των παιχτών στη ζωή του συλλόγου είναι αυτό που κάνει το συγκεκριμένο πρότζεκτ ξεχωριστό. Οι παίχτες έγιναν μέλη του συλλόγου και απέκτησαν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις όπως κάθε άλλη ομάδα του συλλόγου.» Ναι, ο σκοπός ήταν να αποκτήσουν αυτοί οι άνθρωποι με κάποιο τρόπο δικαιώματα, ή όπως το έθεσε καλύτερα ο Νιγηριανός παίχτης πια της Welcome United, Ουζουκούου Ετζίκε: «Είμαστε πανευτυχείς. Είναι εκπληκτικό να μπορείς να βγεις στον κόσμο και να μην είσαι αναγκασμένος να κρύβεσαι σε κάποιο ξενώνα».

Welcome United / Spielszenen

Η κίνηση αυτή δεν έμεινε σε τοπικό επίπεδο. Ο αντιπρόεδρος της Γερμανικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (της ομοσπονδιακής λέμε τώρα, όχι της τοπικής) Χέλμουτ Σάντροκ τους επισκέφτηκε και δήλωσε: «Η κίνηση της Μπάμπελμπεργκ 03 είναι ένα φωτεινό παράδειγμα. Το ποδόσφαιρο ήταν πάντα ένα μέσο ενσωμάτωσης στην κοινωνία μας και μέρος της κουλτούρας μας στο να καλωσορίζουμε κάποιον.

Ήδη υπάρχουν μιμητές. Η Ουνιόν Βερολίνου, μένοντας πιστή στις δικές της παραδόσεις, έφτιαξε τους «Πρωταθλητές Χωρίς Σύνορα», ενώ το Αμβούργο δημιούργησε την «FC Λαμπεντούσα», αμφότερες αποτελούμενες αποκλειστικά από πρόσφυγες. Αυτές οι κινήσεις επίσημων συλλόγων δείχνουν τη νοοτροπία μιας ολόκληρης αθλητικής κοινωνίας. Αν προσθέσουμε και τις ήδη γνωστές κινήσεις της Μπάγερν Μονάχου και της Μπορούσια Ντόρτμουντ, βλέπουμε ότι ο οργανισμός που λέγεται γερμανικό ποδόσφαιρο, από τον πρωταθλητή του μέχρι την τελευταία κατηγορία, νιώθει υπόχρεος να ανταποκριθεί σε κάτι που συμβαίνει στη χώρα του.

Πέρα από τα κλισέ τύπου «το ποδόσφαιρο ενώνει», «όχι στο ρατσισμό» και άλλα τέτοια κενά, οι Γερμανοί τιμούν την περιβόητη πρακτικότητά τους με απτές, πραγματικές δράσεις που έχουν άμεσα αποτελέσματα, ενώ παράλληλα ξεχνούν την επίσης περιβόητη κυνικότητά τους. Αποδεικνύουν επίσης ότι οι σύλλογοί τους δεν έχουν χάσει την επαφή με την κοινωνία και τον κόσμο που εκπροσωπούν. Μπορεί να φταίει ότι η μεγάλη πλειοψηφία ανήκει ακόμα κατά 51% στα μέλη των συλλόγων, μπορεί και όχι. Όμως δε μένουν αμέτοχοι στο γυάλινο κόσμο της σόου μπιζ στην οποία ανήκουν πια, αποκομμένοι από το τι συμβαίνει στη πόλη τους. Έμπρακτα αποδεικνύουν ότι είναι κομμάτι της ζωής της πόλης.

Αντίθετα π.χ. με την Αγγλία όπου έχει γίνει τεράστιο θέμα το γεγονός ότι οι οπαδοί των ομάδων – και μόνο οι οπαδοί, όχι οι σύλλογοι – σχεδιάζουν να σηκώσουν πανό στα γήπεδα για να καλωσορίσουν τους πρόσφυγες. Η ομοσπονδία σκέφτεται αν αυτό επιτρέπεται και αν χαλάει την εικόνα της Πρέμιερ Λιγκ που είναι 60% τα λεφτά των τηλεοπτικών. Για να μην πω για αλλού που υπάρχουν προσφυγικά σωματεία, σωματεία πρόσφυγες, σύλλογοι που έχουν συνδεθεί με τη UNICEF και σφυρίζουν αδιάφορα για το θέμα.

Ένας γκαντέμης τερματοφύλακας

  [4 Σχόλια]

Είσαι ο Ντανιέλ Μπέρνχαρντ, είσαι 30 ετών και τερματοφύλακας στην Άαλεν. Είναι Δευτέρα 10 Αυγούστου και η ομάδα σου υποδέχεται τη Νυρεμβέργη για την πρώτη φάση του κυπέλλου Γερμανίας. Καταφέρνεις να κρατήσεις ανέπαφη την εστία σου και στα 90 λεπτά της κανονικής διάρκειας και στα 30 λεπτά της παράτασης αλλά οι συμπαίκτες σου αδυνατούν να σκοράρουν ένα γκολ πρόκρισης. Το παιχνίδι πάει στα πέναλτι.

Με τη συμπαράσταση των οπαδών της ομάδας σου, σώζεις ένα δυο τρία (!) πέναλτι των αντιπάλων, εκ των οποίων τα δυο με εντυπωσιακό τρόπο. Είναι ξεκάθαρα η μέρα σου, η μέρα που όλοι θα μιλάνε για σένα, η μέρα που θα γίνεις ο μεγάλος ήρωας της πόλης.

Κι όμως, οι συμπαίκτες σου όχι μόνο δεν ακολουθούν τους βασικούς κανόνες εκτέλεσης αλλά δεν μπορούν καν να σημαδέψουν εστία, χτυπώντας μερικά από τα χειρότερα πέναλτι που έχουμε δει τελευταία (επιπέδου Μπάγερν στο περσινό κύπελλο Γερμανίας και εθνικής Βραζιλίας στο Κόπα Αμέρικα του 2011). Μιλάμε για εκτελέσεις τόσο τραγικές, που ένας σωστός προπονητής θα ανακοίνωνε έκτακτη προπόνηση, αποκλειστικά για πέναλτι, την επόμενη μέρα. Στις 6 το πρωί.

Είσαι ο Ντανιέλ Μπέρνχαρντ, είναι βράδυ Δευτέρας 10 Αυγούστου και το μόνο που θέλεις είναι να πιεις μέχρι να μη θυμάσαι τι δουλειά κάνεις και πως πέρασες τη μέρα σου.