Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Αγγλικό πρωτάθλημα'

Ο Γκουαρδιόλα, ο Ντε Μπρούινε και οι νικητές -μέχρι στιγμής- της Πρέμιερ Λιγκ

  [5 Σχόλια]

Το περασμένο Σάββατο η Μάντσεστερ Σίτι αγωνίστηκε στην έδρα της Λέστερ και -αν και τα βρήκε σκούρα για περίπου 40 λεπτά- κατάφερε τελικά να αποδράσει με 0-2, έχοντας για ακόμα μια φορά ως ηγέτη τον Κέβιν Ντε Μπρούινε, και να διατηρήσει την διαφορά της από την Γιουνάιτεντ στους 8 βαθμούς. Το 0-2 έγινε στο 49′, με σουτ-κεραυνό απ’ το αριστερό πόδι του Βέλγου. Ένα σουτ βγαλμένο απ’ τα καλύτερα ποδοσφαιρικά παραμύθια. Σα να βλέπεις τον Ζιντάν με κατάξανθα φουντωτά μαλλιά, τον Πολ Γκασκόιν νηφάλιο και χωρίς περιττά κιλά, τον Ντιέγκο Φορλάν κουρεμένο δίχως όμως ίχνος αυτής της γαμάτης ποδοσφαιρικής αλητείας που είχε συσσωρευθεί σε κάθε σπιθαμή του σώματός του. Θα μου πείτε πως το είχε ξανακάνει πριν μερικές βδομάδες, και σε δυσκολότερη έδρα, ο Βέλγος όταν και νίκησε -πάλι με το αριστερό του πόδι- τον Κουρτουά. Κάπως έτσι είχαν αποδράσει οι «πολίτες» απ’ την έδρα της περσινής πρωταθλήτριας Τσέλσι και έδειξαν για ακόμα μία φορά προς όλους, ότι φέτος είναι η χρονιά τους. Σας πρήζω. Το ξέρω, αλλά λέω να το θυμηθούμε εκείνο το γκολ (και ξέρω ότι το θέλετε και εσείς):

Ο νεαρός Βέλγος, η ομάδα του, και φυσικά ο εγκέφαλος αυτής, ο Πεπ Γκουαρδιόλα, είναι ως ώρας οι απόλυτοι νικητές της Πρέμιερ Λιγκ και -κατά την ταπεινή μου γνώμη- η κορυφαία ομάδα αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα πράγματα είναι απλά: Αν αγαπάς το ποδόσφαιρο, αγαπάς (και βλέπεις) την Σίτι. Αν δε το κάνεις, είτε δεν αγαπάς το ποδόσφαιρο, είτε μισείς τους «γαλάζιους» του Μάντσεστερ για τους δικούς σου λόγους. Δέχομαι μόνο ως δικαιολογία το να μην έχει κάποιος χρόνο για να δει ποδόσφαιρο γενικά. Είναι περίεργοι άλλωστε οι καιροί μας. Διαλέγεις λοιπόν μεριά και με αυτή πορεύεσαι. Αυτό που έχει καταφέρει ο Πεπ είναι κάτι το μοναδικό. Η αλλαγή θέσης του Βέλγου, μετατρέποντάς τον από ένα τυπικό «δεκάρι», στον απόλυτο κεντρικό χαφ στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, είναι απλά μοναδική. Το ίδιο είχε κάνει ο Καταλανός και πριν 10 χρόνια περίπου με τους Ινιέστα και Τσάβι (σε μια δημιουργία που οδήγησε το ποδόσφαιρο σε σπάνιας ομορφιάς μονοπάτια και τους Ισπανούς ακόμα και στην κατάκτηση του κόσμου το 2010) αλλά εδώ μιλάμε για κάτι ακόμα πιο σύγχρονο. Ακόμα πιο ολοκληρωμένο. Κάτι που φαντάζει (και είναι) άκρως εξελίξιμο. Με την σκέψη στο «που ακριβώς μπορεί να φτάσει» να τρομάζει ακόμα και τα πιο εύστροφα -ποδοσφαιρικά- μυαλά. Να βλέπεις τον Ντε Μπρούινε να κινείται στο χώρο, να αγγίζει την μπάλα, να δημιουργεί για τους συμπαίκτες του, να μαρκάρει χωρίς να χρειάζεται καν να λερώσει το σορτσάκι του και φυσικά να σκοράρει (λίγα ως ώρας) πολύτιμα τέρματα, είναι απλά ηδονικό. Και βάζω τελεία.

Η Γουότφορντ και ο Ριτσάρλισον (Ω! Ναι) Remember the Name

Η ομάδα του Μάρκο Σίλβα έχει κλέψει τις εντυπώσεις (μαζί με την Μπέρνλι) από τις θεωρητικά «μικρές» ομάδες του πρωταθλήματος και αυτό εμένα μου αρέσει πολύ. Βάζω την Γουότφορντ πάνω από την Μπέρνλι, κι ας υπολείπεται αυτής 4 ολόκληρους βαθμούς, για τον εξής απλό λόγο. Η ομάδα του Σον Ντάις έχει τον ίδιο προπονητή χρόνια τώρα και δεν έπρεπε να αφομοιώσει νέα στυλ και τακτικές όπως οι «σφήκες» για παράδειγμα, και αυτό είναι από μόνο του, κάτι πολύ ιδιαίτερο και σημαντικό. Η Γουότφορντ τις δύο προηγούμενες σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ τις έβγαλε με δύο διαφορετικούς προπονητές και δύο εντελώς διαφορετικές φιλοσοφίες. Την σεζόν 2015/16 προπονητής ήταν ο αλέγκρος και αρκετά σοφιστικέ Κίκε Φλόρες, με ένα καθαρό και άκρως αγγλικό 4-4-2. Ένα σύστημα που είχε φέρει πολλά καλά αποτελέσματα. Πέρσι στο τιμόνι κάθισε ο πιο σκληρός και περισσότερο λάτρης της αμυντικής τακτικής Βάλτερ Ματσάρι με νέο σύστημα. Το αγαπημένο του 3-5-2 που θαυμάσαμε τα προηγούμενα χρόνια στη Νάπολι. Ένα σύστημα που μπορεί να άργησε να ρολάρει, αλλά όταν το έκανε απέδωσε καρπούς. Φέτος έχουμε έναν θεωρητικά πιο σύγχρονο προπονητή, που αρέσκεται να χρησιμοποιεί κυρίως το 4-3-3 (αν και χρησιμοποιεί και τριάδα στην άμυνα ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής), έχοντας κατά νου να δημιουργήσει και όχι να καταστρέψει (αυτό εννοείται το λατρεύουμε). Φυσικά για να «τρέξει» όλο αυτό, δίνει σημαντικότατες βοήθειες ο νεαρός βραζιλιάνος εξτρέμ, Ριτσάρλισον. Ο παίκτης δηλαδή που έχει φέρει στο μυαλό των παλιών φίλων  της ομάδας (απ’ τα λατρεμένα 80s με πρόεδρο τον Έλτον Τζον) τον τρισμέγιστο Τζον Μπαρνς και τα «μαγικά του».

Ο 20χρόνος Ριτσάρλισον αποκτήθηκε για μόλις 11 εκατομμύρια λίρες (λίγα είναι για τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου αν με ρωτάτε) απ’ τη Φλουμινένσε, και αυτή τη στιγμή φαντάζει πολύ δύσκολο να μην πουληθεί το ερχόμενο καλοκαίρι με ένα ποσό, τουλάχιστον τριπλάσιο από αυτό που έδωσε η Γουότφορντ γι’ αυτόν πέρσι. Οι 12 συμμετοχές και τα 5 γκολ που έχει σημειώσει τον καθιστούν στους διακριθέντες της ομάδας (και ολόκληρης της λίγκας κατ επέκταση), αλλά αυτό που τον κάνει ακόμα πιο υπέροχο και μοναδικό, στα δικά μου μάτια, είναι αυτή η επαφή που έχει με την μπάλα. Η τεχνική του, και φυσικά το σημαντικότερο όλων αυτών που πρέπει να έχει κάθε ντελικάτος ποδοσφαιριστής. Πολύ σωστά μαντέψατε. Το απρόβλεπτο. Αυτό δηλαδή που είχε ο Μπαρνς όταν αλώνιζε στον ασβέστη της αριστερής πλευράς της ομάδας, πριν το ποδόσφαιρο γυαλιστεί και καλοφιαχτεί στα τωρινά δεδομένα. Ο Ριτσάρλισον έχει αυτή την παλιά πάστα. Εκείνη την αλητεία του παιδιού που θα παίζε ακόμα και ξυπόλητο για να κερδίσει το στοίχημα απ’ τον σπασίκλα συμμαθητή του. Αυτό που έχει κάθε γεννημένος νικητής που ξεκίνησε από χαμηλά και δεν τυφλώθηκε όταν έπεσαν πάνω του -μαζικά- τα καλογυαλισμένα φώτα των  γηπέδων και των φωτογραφικών μηχανών. Τον έχω λατρέψει, δεν το κρύβω, και τον φαντάζομαι ήδη στο Άνφιλντ με τη φανέλα της Λίβερπουλ. Ούτε αυτό θα το κρύψω.

Ο Σαλάχ και ο Ντάβινσον Σάντσεζ

Βάζω τον εξτρέμ της Λίβερπουλ και τον κεντρικό αμυντικό της Τότεναμ σε αυτό εδώ το κείμενο γιατί έχουν πολλά κοινά στην έως τώρα πορεία τους στο Αγγλικό πρωτάθλημα. Εξηγούμαι. Αμφότεροι ήρθαν από ευκολότερα πρωταθλήματα (ο πρώτος από το Ιταλικό και ο δεύτερος απ’ το Ολλανδικό) και αμφότεροι επίσης δέχτηκαν αρκετά σκληρή κριτική. Για διαφορετικούς όμως λόγους. Ο Αιγύπτιος (ξανά)ήρθε με την ταμπέλα του χασογκόλη Speedy Gonzales και ο Κολομβιανός με πολλά ερωτηματικά γύρω απ΄την αξία του, για το αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στον δύσκολο κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ άμεσα. Και οι δύο αποκτήθηκαν επίσης με ένα σωρό χρήματα, κάτι που καθιστούσε ακόμα πιο αιχμηρή την κριτική και ακόμα πιο μειωμένη την υπομονή σε συνάρτηση με το χρονικό όριο που θα έπιαναν το μάξιμουμ της απόδοσής τους. Αν το έπιαναν. Μετά από 12 αγωνιστικές, ο Σαλάχ είναι ο πρώτος σκόρερ της Λίβερπουλ, έχοντας σκοράρει μερικά σπάνιας ομορφιάς και σημασίας τέρματα και κάνοντας δικό του πλέον το στοιχειωμένο ρεκόρ που κατείχε ο Φάουλερ με 8 γκολ για τις πρώτες 12 αγωνιστικές. Ο Σαλάχ έχει σκοράρει 9 βουλώνοντας τα στόματα των επικριτών του. Πολλοί εξ αυτών μάλιστα ήταν φίλοι της ομάδας του.

Ο Ντάβινσον Σάντσεζ απ’ την άλλη -με την απουσία του Αλντερβάιλερ- έχει βρει θέση στο αρχικό σχήμα της Τότεναμ ως δεξί στόπερ στην τριάδα του Ποκετίνο, και με την φοβερή του απόδοση φαντάζει απίθανο να χάσει την θέση του, αν φυσικά παραμείνει υγιής. Ο τρόπος που βγάζει ώρες-ώρες την μπάλα από την άμυνα, με άψογη τεχνική και με μια ηρεμία που δύσκολα βρίσκεις σε τόσο νεαρό αμυντικό αλλά και σε έμπειρους παίκτες, είναι απλά μοναδική. Τα περιθώρια βελτίωσής του άλλωστε, δίπλα στον κορυφαίο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, δεν έχουν ταβάνι και αυτό είναι επίσης  κάτι το τρομακτικό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μιλάμε για ένα παιδί που βρίσκεται μόλις στο 21ο έτος της ηλικίας του.

Ο Μουρίνιο και το If… (Όχι του Λίνσντεϊ Άντερσον)

Πολλοί ίσως αναρωτηθείτε για ποιο λόγο βρίσκεται σε αυτό εδώ το κείμενο ο Πορτογάλος και ίσως να έχετε και δίκιο αλλά εγώ τον Ζοσέ τον αγαπάω και δεν μπορώ να μην ασχοληθώ μαζί του. Η ομάδα του Μουρίνιο μπορεί να βρίσκεται στο -8 απ’ τη συμπολίτισσα Σίτι αλλά το γεγονός πως βρίσκεται μονάχη στην 2η θέση, χωρίς να έχει αποδώσει καλό ποδόσφαιρο σε διάρκεια, και χωρίς να έχει τον ηγέτη της Πολ Πογκμπά για αρκετές αγωνιστικές, της δίνει σίγουρα αρκετά credits. «What If…» μας ρώτησε ο Μουρίνιο για τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε τραυματιστεί ο Γάλλος σούπερ σταρ και εγώ -ειλικρινά- απάντηση δεν μπορώ να βρω. Όσο κι αν πιέζω τον εαυτό μου. Ζοσέ συγγνώμη! Αν κρίνω πάντως από το πρώτο 40λέπτο (ΠΡΟΣΟΧΗ όχι 45λέπτο) κόντρα στη Νιουκάστλ το Σάββατο, ίσως τα πράγματα να ήταν ακόμα χειρότερα. Αν απ’ την άλλη κρίνω με βάση τις πρώτες αγωνιστικές, ίσως τα πράγματα να ήταν αρκετά καλύτερα. Με τα If άλλωστε δεν βάφονται αυγά και δεν υπάρχει και λόγος μιας και πλησιάζουν Χριστούγεννα και όχι Πάσχα. Τη δεδομένη πάντως χρονική στιγμή η Γιουνάιτεντ δείχνει πολύ πίσω απ’ τη Σίτι (και όχι μόνο βαθμολογικά) και μένει να δούμε στους πόσους βαθμούς διαφορά θα την αντιμετωπίσει στο ντέρμπι της 16ης αγωνιστικής, σε σχεδόν 20 μέρες από σήμερα. Ο Ζοσέ απ’ την άλλη έχει μάθει να παλεύει και με απουσίες βασικών και σε αυτό του βγάζω το καπέλο. ‘Έγραψα και πιο πάνω. Τον αγαπάω τον Πορτογάλο κι ας μη μου φαίνεται.

Όταν οι Τσέχοι αγωνίστηκαν στο Μπάμπερ Μπριτζ (η ιστορία του Ρας Ρίγκμπι)

  [8 Σχόλια]

Όταν η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας διέλυσε ειρηνικά το Ομοσπονδιακό κράτος της χώρας, την 1η Ιανουαρίου του 1993, δημιουργώντας έτσι τις Σλοβακία και Τσεχία, στο μικρό χωριουδάκι Μπάμπερ Μπρίτζ -5 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Πρέστον (στην περιοχή του Λάνκασαϊρ)- κανένας απ’ τους περίπου 10.000 κατοίκους δεν είχε στο μυαλό του πως η μία απ’ τις δύο αυτές νέες χώρες -και συγκεκριμένα η Τσεχία- θα έφτανε πολύ σύντομα στα μέρη τους, για να αγωνιστεί, έστω και για μια φιλική -στα όρια του ξεμουδιάσματος- ποδοσφαιρική αναμέτρηση με το καμάρι του «χωριού». Πως μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο στο Μπάμπερ Μπριτζ; Ήταν αδύνατο, στα όρια του αστείου. H τοπική ομάδα βολόδερνε στα τελευταία επίπεδα του ερασιτεχνικού αγγλικού ποδοσφαίρου και το μόνο που είχε να επιδείξει ήταν το γεγονός πως κάποτε είχε περπατήσει (όχι για να αγωνιστεί) στα στριμωγμένα στενορύμια της ο σπουδαίος Τομ Φίννεϊ. Εννοείται πως δεν βάζω καθόλου στην εξίσωση κάποια τοπικά κύπελλα και πρωταθλήματα (όλες οι ομάδες άλλωστε έχουν από δαύτα). Η ομάδα ιδρύθηκε το 1974, και μέχρι και το 1996 (την χρονιά του Γιούρο της Αγγλίας) ο μέσος όρος των φιλάθλων που έκοβαν εισιτήριο στο Άιρον Γκέιτ, το γήπεδο της ομάδας δηλαδή, έφτανε μετά βίας τα 300 άτομα. Χειρότερα κι από γήπεδο της ελληνικής Σούπερ Λίγκας των ημερών μας.

Ήταν Ιούνιος του ’96 όταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές της Μπάμπερ Μπριτζ, ένας κλασικός Βρετανός τύπος με το όνομα Ρας Ρίγκμπι, κούρευε το γκαζόν του γηπέδου όταν άκουσε να χτυπά το τηλέφωνο στο ένα και μοναδικό γραφείο της ομάδας. Αφού άφησε την χορτοκοπτική μηχανή, έτρεξε γρήγορα προς το γραφείο, που δεν ήταν άλλωστε και πολύ μακριά, και σήκωσε το ακουστικό. Στην άλλη γραμμή ήταν κάποιος γνωστός του που δούλευε στη ρεσεψιόν ενός μικρού ξενοδοχείου στο Πρέστον. Μετά τις απαραίτητες, τυπικές και βαρετές χαιρετούρες ο ρεσεψιονίστ πέρασε στο ψητό. «Δεν μου λες, δεν ρωτάς εκεί στην ομάδα αν θέλουν να παίξουν ένα φιλικό με την Τσεχία; H ομάδα βρίσκεται στο ξενοδοχείο μας και ο προπονητής άκουσε για την ομάδα σας και θέλει να παίξει ένα ματσάκι για να ξεμουδιάσουν οι παίκτες του. Σε λίγες μέρες αρχίζει το Γιούρο και το βλέπουν σαν μια καλή προπόνηση. Είναι σίγουρα καλύτερα απ’το να τους τρέχει στα λιβάδια ή να παίζουν μόνοι τους. Τι λες; Καλό θα κάνει και σε εσάς και γενικά στην πόλη.» Ο Ρίγκμπι κάλεσε αμέσως τον προπονητή της ομάδας, Ντένις Άλεν που δέχθηκε όλος χαρά και κάπως έτσι το φιλικό προετοιμασίας των Τσέχων κανονίστηκε αμέσως και έγινε μέσα σε λίγες ώρες το talk of the town και -εννοείται- το γεγονός της χρονιάς για το μικρό Μπάμπερ Μπριτζ και τους κατοίκους του.

                                        O Ρας Ρίγκμπι με τη φόρμα της Πρέστον

Ο Ρίγκμπι ήταν ένας «άρρωστος» ποδοσφαιρόφιλος που περίμενε σαν τρελός την έναρξη του Γιούρο και σε λίγες ώρες είχε γίνει κι αυτός μέρος αυτής της γιορτής και για -λίγες στιγμές- λόγω και και της ιδιότητάς του ως ο «άνθρωπος για όλες τις δουλειές της ομάδας» είχε βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Το παιχνίδι θα καλυπτόταν τηλεοπτικά από την Τσέχικη τηλεόραση και ο Ρίγκμπι θα έπρεπε για πρώτη φορά στη ζωή του να λειτουργήσει ως επαγγελματίας για την προετοιμασία ενός αγώνα της αγαπημένης του ομάδας. Έβγαλε εισιτήρια (με την τιμή να είναι 5 λίρες) και πρόγραμμα αγώνα, έδωσε συνεντεύξεις στον Τύπο και έτρεξε παντού για να βρει χορηγούς. Ετοίμασε μάλιστα και ένα οργανωμένο μπαρ που θα σέρβιρε μπύρα στους διψασμένους για ποτό και ποδόσφαιρο Άγγλους που θα έφταναν εκείνη τη μέρα για το σπουδαίο γεγονός. Όλα αυτά σε 1-2 μέρες. Η Τσεχία μάλιστα είχε χορηγό μια πολύ γνωστή μπύρα της εποχής και είχε φέρει στο γήπεδο χιλιάδες μπουκάλια του χορηγού της, τοποθετώντας -έστω και για λίγες ώρες- το όνομα του χορηγού, ψηλά, στο μοναδικό σκέπαστρο που διέθετε το μικρό Άιρον Γκέιτ. Εννοείται πως την πινακίδα την ανέβασε και την κάρφωσε εκεί, μόνος του, ο Ρας Ρίγκμπι ως άλλος Στέφανος Μπλάκπουλ (ναι! ο χαρακτήρας του Ντίκενς).

Το Άιρον Γκέιτ είχε γεμίσει ασφυκτικά με 3.000 ανθρώπους, που δεν είχαν όμως ιδέα τι να περιμένουν από την ομάδα του Ντούσαν Ούριν. Για την ακρίβεια οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είχαν ακούσει ποτέ τα ονόματα παικτών όπως Πάβελ Νέτβεντ, Βλάντιμιρ Σμίτσερ, Κάρελ Πομπόρσκι και Πάτρικ Μπέργκερ. Ο Πομπόρσκι μάλιστα ήταν ο μοναδικός που οι κάτοικοι της πόλης είχαν ασχοληθεί μαζί του κατά την άφιξη της ομάδας, κι αυτό λόγω του όμορφου παρουσιαστικού του. «Εκείνη τη μέρα πρέπει να τον είχε ερωτευθεί ο μισός γυναικείος πληθυσμός της περιοχής προκαλώντας το αίσθημα της ζήλιας στους Άγγλους άντρες» είχε δηλώσει ο Ρίγκμπι σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό πολλά χρόνια μετά την αναμέτρηση και καθόλου άδικο δεν είχε.

Οι δύο ομάδες μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο υπό τους ήχους της μπάντας του δήμου, χαρίζοντας μια όμορφη ποδοσφαιρική παράσταση για 90 λεπτά. Ο Ούριν το μόνο που είχε ζητήσει από τους ερασιτέχνες Άγγλους ήταν να μην παίξουν βίαια και αντιαθλητικά, κάτι που φυσικά και έγινε δεκτό από τους παίκτες της Μπάμπερ Μπριτζ. Άλλωστε αυτό το γεγονός ήταν κάτι παραπάνω από μια ποδοσφαιρική αναμέτρηση για ολόκληρη την περιοχή. Το μοναδικό μελανό σημείο -κατά τον Ρίγκμπι- ήταν το γεγονός πως οι δύο ομάδες δεν αντάλλαξαν φανέλες με το τελευταίο σφύριγμα της λήξης, μιας και η Μπάμπερ Μπρίτζ -ως σωστό ερασιτεχνικό σωματείο που σέβεται τον εαυτό του- είχε μόνο δύο ζευγάρια.

Ο Τσεχοσλοβάκος προπονητής χρησιμοποίησε και τους 22 ποδοσφαιριστές του και είδε την ομάδα του να επικρατεί άνετα και χαλαρά με 9-1 αλλά στις παμπ του Μπάμπερ Μπριτζ κανένα από τα 9 γκολ των Τσέχων δεν θα συζητιέται όπως ο «κεραυνός» του επιθετικού της ομάδας, Στηβ Ντένι. Ο Άγγλος είχε μειώσει σε 4-1 και είχε καταφέρει -έστω και για μερικά λεπτά- να δώσει τεράστια χαρά σε όλους τους φιλάθλους (και όχι μόνο) της περιοχής, βάζοντας το όνομά του δίπλα στους μύθους που θα λέγονται για πάντα σε όλες τις παραδοσιακές παμπ της περιοχής του Πρέστον. Μάλιστα -σύμφωνα πάντα με τον Ρίγκμπι- όταν μετά τον αγώνα πήγε στην αγαπημένη του παμπ να πιει μια μπύρα και να χαλαρώσει, όταν είπε στον ιδιοκτήτη το τελικό σκορ αυτός του απάντησε: «Μια χαρά όλα. Ποιος έβαλε όμως το γκολ των Τσέχων;».

Μετά το τέλος του Γιούρο που βρήκε την Τσεχία φιναλίστ πολλοί απ’ τους αστέρες της ομάδας έμειναν στο Νησί και αγωνίστηκαν για αγγλικούς συλλόγους. Ο Ρίγκμπι απ’ την άλλη, αρκετά χρόνια αργότερα, παρέα με τα σουβενίρ του από εκείνη την αναμέτρηση και έχοντας για πάντα στην καρδιά του την Μπάμπερ Μπριτζ, έφυγε για να δουλέψει ως φροντιστής στην Πρέστον. Στις μέρες μας εξακολουθεί να θεωρεί πως εκείνο το τέρμα του Στηβ Ντένι απέναντι στον Πετρ Κούμπα της Σπάρτα Πράγας, είναι το καλύτερο που έχει δει στην ζωή του.

O θαρραλέος Ρίνγκο και η βόλτα με τον Κλοπ

  [6 Σχόλια]

O 15χρόνος Ρίνγκο είχε βγει για την καθιερωμένη του -Σαββατιάτικη- βόλτα στην Albert Dock χαζεύοντας τον ποταμό Mersey. Το συνηθίζει κάθε Σάββατο πρωί εδώ και δύο χρόνια. Για να ηρεμεί. Να χάνεται στις σκέψεις του και να ξεχνά τα όποια του προβλήματα. Έστω και για λίγο. Σήμερα όμως είναι μια αρκετά διαφορετική μέρα. Σε λίγες ώρες η αγαπημένη του Λίβερπουλ θα υποδεχτεί την μισητή Γιουνάιτεντ και το άγχος είχε γεμίσει ήδη ολόκληρο το κορμί του νεαρού. Εισιτήριο για το γήπεδο δεν μπόρεσε να βρει, και τα λιγοστά χρήματα που βγάζει η μητέρα του δεν του επιτρέπουν να αγοράσει κάρτα διαρκείας στην ποδοσφαιρική πραγματικότητα της -σύγχρονης- Πρέμιερ Λιγκ. Αυτό δεν ενοχλεί καθόλου τον ίδιο. «Θα αγοράσω το πρώτο μου διαρκείας όταν αποκτήσω τη δική μου δουλειά και θα βγάζω πολλά χρήματα» λέει συνεχώς στον κολλητό του, τον Ματ. Φανατικός και αυτός με τους κόκκινους. «Θα βοηθήσω και τη μάνα μου τότε. Το αξίζει». Ο Ρίνγκο δεν γνώρισε πατέρα και η μητέρα του τού χάρισε το όνομα Ρίνγκο από τον ντράμερ των Beatles. Τόσο η Κάρεν (η μητέρα του) όσο και αυτός, λατρεύουν σε βαθμό υπερβολής τα «Σκαθάρια». Αυτούς και τους Pink Floyd. Μάλιστα το αγαπημένο τραγούδι του Ρίνγκο δεν είναι κάποιο απ’ την πλούσια δισκογραφία των Beatles, αλλά το Fearless της μπάντας του Ρότζερ Γουότερς, για λόγους που είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτοί για όσους έχουν ακούσει το εν λόγω τραγούδι. Έστω για μία, και μοναδική φορά.

Καθώς διασχίζει ήσυχος και μοναχικός τον δρόμο -με τις πρώτες αχτίδες του ηλίου να έχουν αρχίσει ήδη να ξεπροβάλλουν διστακτικά- ο Ρίνγκο θα δει από μακριά μια αρκετά γνώριμη φιγούρα. Έναν τύπο -η αλήθεια είναι- που μοιάζει κάπως χαμένος. Αρκετά αγχωμένος. Κλεισμένος για τα καλά στις σκέψεις του. Έχει τα χέρια στις τσέπες του ακριβού αθλητικού του μπουφάν και φορά αθλητικό καπέλο και γυαλιά μυωπίας. «Ρε λες» θα σκεφτεί και θα πλησιάσει μουδιασμένος. «Συγνώμη, εσείς είστε κύριε Κλοπ» θα ρωτήσει με -σχεδόν- τρεμάμενη φωνή και μάτια ορθάνοικτα σαν του παιδιού που βλέπει για πρώτη φορά τον ήρωά του. Η απάντηση είναι καταφατική και ο Γερμανός θα του προτείνει να περπατήσει στο πλάι του για μερικά μέτρα. Δείχνει να χρειάζεται παρέα. Κάποιον -τον οποιονδήποτε- για λίγα λεπτά της ώρας. Ο νεαρός θα δεχτεί και για τις επόμενες στιγμές θα νιώσει -έστω και όχι σε βάθος- το συναίσθημα που προκαλεί η πρώτη βόλτα πατέρα και γιου. Μια βόλτα που τόσο του έλειπε. Μια βόλτα και μια κουβέντα για τα πρώτα σοβαρά θέματα που αφορούν τα περισσότερα αγόρια σε αυτή την ηλικία. Σχολείο, έρωτες, μουσική, ποδόσφαιρο…

-Πως σε λένε, θα ρωτήσει ο Κλοπ

-Ρίνγκο κύριε…

-Ρίνγκο. Όπως τον ντράμερ; Τι περίεργο όνομα…Περίεργο αλλά ωραίο!

-Μάλιστα κύριε. Η μητέρα μου λατρεύει τους Beatles αλλά δεν ήθελε να μου χαρίσει κάποιο συνηθισμένο όνομα όπως Τζον και Πολ και το Τζωρτζ, που της αρέσει, της θυμίζει κάτι που την κάνει να κλαίει. Δεν ξέρω…

-Πως το βλέπεις σήμερα Ρίνγκο; Έρχονται ως φαβορί. Συγνώμη, δεν σε ρώτησα αλλά φαντάζομαι σου αρέσει το ποδόσφαιρο. Είσαι με εμάς ή με τους άλλους; Tους μπλε. Εκείνους που έκλεινε ο Σάνκλι τις κουρτίνες όταν -υποτίθεται- πως τους έβλεπε να παίζουν στον κήπο του σπιτιού του;

O μικρός χαμογέλασε. Ήξερε πολύ καλά την ιστορία και χάρηκε ακόμα περισσότερο που ένας Γερμανός που έχει μόλις δύο χρόνια στο Λίβερπουλ είχε προλάβει να μάθει λεπτομέρειες για την κόντρα με τους «άλλους», τους «μπλε». Εκείνους που δεν κερδίζουν ποτέ κάποιο τρόπαιο.

-Είμαι με την Λίβερπουλ κύριε και πιστεύω πως σήμερα θα τους διαλύσουμε. Το «παραμύθι» τελειώνει για την ομάδα του Ζοσέ και πιστεύω μάλιστα πως αν σκοράρουμε ένα γρήγορο τέρμα, μπορούμε να τους σκορπίσουμε. Ακόμα και 4-0 το βλέπω.

-Μακάρι να είχαν αυτό το σκεπτικό και οι παίκτες μου, σκέφτηκε ο Κλοπ και συνέχισε να περπατά και να τον ρωτάει διάφορα πράγματα. Η ώρα πλησίαζε 7 και σε λίγο θα έπρεπε να πάει να βρει τους συνεργάτες του για να βάλουν τις τελευταίες «πινελιές» στην τακτική της ομάδας. Το παιχνίδι του Άνφιλντ άλλωστε -σε όποια κατάσταση και να βρίσκονται οι ομάδες- θα είναι πάντα το σπουδαιότερο σε ολόκληρη την Βρετανία κι απ’ τα πιο σημαντικά σε ολόκληρο τον πλανήτη.

-Θεωρείς πως μαρκάρουμε καλά σε συνθήκες ζώνης; Προσπαθώ να το βελτιώσω εδώ και καιρό αλλά με τον Λόβρεν στην εντεκάδα -ως κύριο οργανωτή- γελάνε και τα δοκάρια στο Άνφιλντ.

-Κάνετε χιούμορ, αλλά γιατί δεν βάζετε τον Κλάβαν αφού ο Ντέγιαν δεν παίζει καλά;

-Νεαρέ μου προτιμώ να βάλω ένα κώνο με ροδέλες παρά τον Εσθονό. Τουλάχιστον ο κώνος θα τσουλάει όταν θα τον σπρώχνει κάποιος, άσε που μπορεί τυχαία να κόψει και καμιά μπαλιά καθώς θα περιφέρεται δεξιά και αριστερά. Έχεις ακούσει ξανά για Εσθονό ποδοσφαιριστή; Εγώ όχι. Και πριν προλάβεις να μου πεις ότι εγώ τον έφερα στην ομάδα, θα σου πω πως έγινε λάθος. Εγώ ήθελα τον Γιαν Μπράκερ, δεν τον έχεις δει φαντάζομαι. Ο Zέλικο -ο Μπούβατς- κατάλαβε λάθος και κάναμε πρόταση για τον Κλάβαν. Όταν το συνειδητοποιήσαμε ήταν πια αργά και για να αποφύγουμε το ρεζιλίκι, τον φέραμε στο Μέλγουντ.

-Εντάξει. Ούτε στο τοπικό τέτοια συνεννόηση. Τέτοια ρεζιλίκια όμως δεν κάναμε και φέτος το καλοκαίρι με τον Φαν Ντάικ της Σαουθάμπτον; Τουλάχιστον αυτόν θα τον πάρουμε τον Γενάρη. Έτσι δεν είναι;

-M’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι…

-Τι είπατε; Δεν σας άκουσα…

-Είναι να τον λυπάσαι τον Κλάβαν, λέω. Είναι να τον λυπάσαι…

-Ο κολλητός μου λέει πως χρειαζόμαστε έναν παικταρά σε κάθε θέση του άξονα. Ένα σούπερ κεντρικό αμυντικό όπως ήταν ο Κάρα, ένα φοβερό αμυντικό μέσο και κάποιο σπουδαίο επιθετικό των +30 τερμάτων. Συμφωνώ και εγώ μαζί του και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί συνεχίζετε να βάζετε τον Στάριτζ στην κορυφή. Είναι πιο σοφτ κι απ’ τον γυάλινο άνθρωπο σε εκείνη την ταινία με τον Σάμιουελ Τζάκσον και τον Μπρους Γουίλις. Την έχετε δει;

-Αυτό το τελευταίο το έχει γράψει και ο Γαργαντούας στο el sombrero  και μάλλον έχει δίκιο. Λες να βάλω βασικό σήμερα τον Ντάνι Ινγκς και να ψάχνονται όλοι; Θα προκαλέσω αίσθηση και ίσως μπερδέψω τον Μουρίνιο. Λογικά θα έχουν ξεχάσει την ύπαρξή του εκεί στο Μάντσεστερ. Τα ίδια είχε κάνει η Λίβερπουλ με τον Χάουαρντ Γκέιλ στο Μόναχο το ’81. Ήσουν αγέννητος ρε μπόμπιρα, μην κάνεις πως το ξέρεις. Την ταινία δεν την έχω δει, θα το κάνω όμως, υπόσχομαι.

-Δεν ξέρω κύριε. Δεν γνωρίζω από προπονητική. Εγώ μιλάω καθαρά απ’ την σκοπιά του απλού οπαδού. Εσείς είστε προπονητής και εσείς υποτίθεται ότι ξέρετε από τέτοια πράγματα. Τακτικές, συστήματα, μπλόφες και ταχυδακτυλουργικά κόλπα όπως αυτό που σκεφτήκατε μόλις με τον Ντάνι Ινγκς.

-Καλά και ‘μεις στο σπίτι. Όλα καλά…

(σιωπή λίγων λεπτών και πάλι)

-Πάντως να ξέρεις μικρέ μου φίλε. Οι καλύτερες μέρες για την ομάδα πλησιάζουν. Το νιώθω. Ξέρεις τo μικρό διήγημα του Καμύ «Οι μυγδαλιές»; Είναι απ’ τα πιο αισιόδοξα του. Σε αυτό κάπου γράφει: «‘Όταν έμενα στο Αλγέρι, έκανα πάντα υπομονή το χειμώνα, επειδή ήξερα πως σε μια νύχτα, μια μόνο κρύα και καθαρή νύχτα του Φλεβάρη, οι μυγδαλιές της κοιλάδας Ντε Κονσύλ θα γέμιζαν με άσπρα λουλουδάκια. Ένιωθα επιπλέον θαυμασμό να τα βλέπω σαν το εύθραυστο χιόνι που αντιστέκεται σ’ όλες τις βροχές και τους ανέμους της θάλασσας». Έτσι δεν λέει και το τραγούδι της ομάδας; Προχώρα μπροστά ανάμεσα στον άνεμο και τις βροχές. Αυτό λοιπόν κάνω και εγώ. Έχω τόλμη, υπομονή και σκέφτομαι αισιόδοξα. Αυτό να κάνετε και εσείς. Εντάξει, 28 χρόνια δίχως πρωτάθλημα δεν είναι λίγα. Ρώτα όμως και τους οπαδούς του ΠΑΟΚ.

-Αυτός ο Καμύ κύριε είναι Αλγερινός; Έπαιξε για την εθνική του όπως ο Μαχρέζ ή έγινε Γάλλος όπως ο Ζιντεντίν Ζιντάν; Τον ΠΑΟΚ τον ξέρω. Είχε αγωνιστεί σε αυτούς και ένας δικός μας, ο Ελ Ζαρ. Από τότε, όπως μου έχει πει ο πατέρας του Ματ, οι Άγγλοι φοβούνται να πάνε ταξίδι στην Θεσσαλονίκη…

Ο Κλοπ γέλασε και άρχισε να προσπαθεί -μάταια- να θυμηθεί ποιος στο καλό είναι αυτός ο Ελ Ζαρ…

(σιωπή μερικών λεπτών και πάλι)

O Γερμανός έβγαλε ένα μικρό iPad και άφησε να ξεχυθούν κάποιες μελωδίες των Liverpool Express φέρνοντας στο μυαλό του τον Ντίντι τον Χάμαν με τη φανέλα της Λίβερπουλ να οργανώνει -και να οργώνει- στο χώρο της μεσαίας γραμμής. Καθώς έπαιζε το Dreamin’, έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και «ονειρεύτηκε» μια άνετη επικράτηση στο παιχνίδι του Άνφιλντ, έπειτα σταμάτησε να αγοράσει δύο καφέδες. «Αν δεν πιω καφέ τα επόμενα λεπτά θα με πάρει ο ύπνος όρθιο στο δρόμο» είπε χαμηλόφωνα ο Κλοπ, με τον Ρίνγκο να φέρνει στο μυαλό του εικόνες απ’ τον πάγκο των «κόκκινων». «Έχεις χρήματα να με κεράσεις έτσι;» είπε με σοβαρότητα στον νεαρό. «Αστειεύομαι! Ο καθένας τα δικά του». Ένα μειδίαμα ζωγραφίστηκε αμέσως στο πρόσωπο του νεαρού, ίδιο με αυτό που κάνουν τα χείλη του όταν βλέπει τον Βαινάλντουμ να βγάζει κάθετη μπαλιά. «Το εννοώ» είπε ο Κλοπ «Το έχω σε κακό να κεράσω πριν από αγώνα».

-Δεν θέλω κάτι. Αλήθεια.

-Καλά. Θα ήθελες τουλάχιστον δύο εισιτήρια για το Kop; Να πας με τον κολλητό σου τον Ματ, αν θες.

Ο κόσμος σταμάτησε για μια στιγμή, καθώς ο διάσημος προπονητής της Λίβερπουλ έβγαλε από το μπουφάν του τα δύο εισιτήρια. Τα μάτια του Ρίνγκο γέμισαν με χαρά και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα μεγάλο και αληθινό χαμόγελο. Υπάρχει κάτι πιο ωραίο από το χαμόγελο ενός παιδιού; O Γιούργκεν Κλοπ έγινε σε ένα δευτερόλεπτο ο ήρωας του. Ο απόλυτος ήρωας του.

-Σας ευχαριστώ. Δεν έχω λόγια, ειλικρινά. Είναι το καλύτερο δώρο που μου έχουν κάνει ποτέ.

-Μην με ευχαριστείς. Χάρηκα πολύ την κουβέντα μας και αν τύχει ποτέ να με δεις ξανά, να μου μιλήσεις. Να ευχαριστηθείς το παιχνίδι και να φωνάξεις όσο μπορείς σήμερα. Θα τους κερδίσουμε. Στο υπόσχομαι.

Ο Κλοπ έφυγε χαμογελαστός. Ο Ρίνγκο κρατούσε τα εισιτήρια όσο πιο σφιχτά μπορούσε και ξεκίνησε τρέχοντας για το σπίτι του Ματ. Ποιος να το πιστέψει όλο αυτό; Ο Ρίνγκο είχε εισιτήρια για το σπουδαιότερο παιχνίδι της σεζόν (μέχρι το επόμενο) στο πέταλο των φανατικών. Και θα πήγαινε εκεί με τον καλύτερό του φίλο. Τι πιο ωραίο απ’ αυτό; Στις 12:30 ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη. Οι δύο φίλοι ξελαρυγγιάζονταν τραγουδώντας το YNWA αγκαλιασμένοι και ο Ρίνγκο έψαχνε να βρει τον Ινγκς στο γήπεδο. «Δε τον έβαλε τον Ντάνι» θα σκεφτεί, καθώς βλέπει το πρώτο σλάλομ του μικρού μάγου, του Κουτίνιο. Ο Κλοπ φωνάζει έξαλλος τον Χέντερσον να καλύψει τα πάντα μπροστά απ’ τους δύο στόπερ. Ο Μουρίνιο διαμαρτύρεται με αυτό το ειρωνικό του βλέμμα προς τον τέταρτο. Ο κόσμος τον «στολίζει» με πολλά όμορφα λόγια που μπορείς να ακούσεις μόνο σε κάποιο γήπεδο. «Μα καλά πόσο ογκώδης είναι ο Λουκάκου» θα πει ο Ματ στον Ρίνγκο. Η αναμέτρηση μυρίζει ήδη μπαρούτι. Ο κόσμος συνεχίζει να τραγουδά κι απ’ τις δύο πλευρές. Σέντρα από τα δεξιά. Γκολ!

Τζόνι Χέινς: O μαέστρος του Λονδίνου

  [1 Σχόλιο]

Αν υπάρχει κάτι στο αγγλικό ποδόσφαιρο που το κάνει τόσο διαφορετικό και περισσότερο αγαπητό -για μεγάλη μερίδα ποδοσφαιρόφιλων ανά τον κόσμο- αυτό δεν είναι άλλο από τις πολλές ιστορίες αγάπης και αφοσίωσης κορυφαίων παικτών σε «μικρές» και μικρομεσαίες ομάδες. Αυτός ο ποδοσφαιρικός ρομαντισμός που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Από την αρχή της FA υπάρχουν πάρα πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Άλλες γνωστές και άλλες όχι. Ποδοσφαιριστές που έμειναν πιστοί σε ένα και μόνο σύλλογο, στερώντας απ’ τον εαυτό τους τη διεκδίκηση τροπαίων. Σπουδαίοι σούπερ σταρ, που «σφάζονταν» για την υπογραφή τους τα κορυφαία κλαμπ εντός αλλά και αρκετές φορές εκτός Νησιού. Παίκτες-σύμβολα που έμειναν πιστοί στο σύλλογο που τους ανέδειξε και στους οπαδούς αυτού, ακόμα και όταν είδαν την ομάδα τους να πέφτει κατηγορία (ή να μην ανεβαίνει) ενώ πολλοί εξ αυτών -ανάλογα με την περίοδο- υπήρξαν ακόμα και αρχηγοί για τη φανέλα με τα «Τρία Λιοντάρια» στο στήθος.

Στη σκέψη αν υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που  να ταιριάζουν -άψογα- όλα τα παραπάνω στο πρόσωπό του, αυτός μπορεί να βρεθεί εύκολα στο πρόσωπο του Τζόνι Χέινς της Φούλαμ. Τον «μαέστρο» του Λονδίνου όπως τον βάφτισαν οι δημοσιογράφοι της εποχής. Ένα προσωνύμιο που δεν απείχε καθόλου απ’ την πραγματικότητα. Ίσως τον κορυφαίο μεσοεπιθετικό που έβγαλε η Αγγλία στα 50s και τα 60s. Έναν απ΄τους κορυφαίους παίκτες που γνώρισε ποτέ το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο και που πολλοί ποδοσφαιρόφιλοι των ημερών μας -δυστυχώς- αγνοούν τα κατορθώματά του λόγω του γεγονότος πως δεν έπαιζε σε κάποιο μεγαθήριο αλλά σε μια πραγματικά «μικρή» και αδύναμη ομάδα.

Αυτό που χαρακτήριζε τον Χέινς (εκτός του μαγικού αριστερού του ποδιού) ήταν ο συνδυασμός της άρτιας τεχνικής με την απίστευτη αντίληψη που είχε για το παιχνίδι. O συμπαίκτης του για πολλά χρόνια, Τόνι Μπάρτον, έλεγε πως το κοντρόλ του Χέινς ήταν το καλύτερο που είχε δει ποτέ και πως οι γνώσεις του σε θέματα τακτικής ήταν στα ίδια επίπεδα με των κορυφαίων προπονητών της εποχής. Ο Χέινς κινούμενος -κυρίως- πίσω από τους φουνταριστούς επιθετικούς είχε την ικανότητα να βγάζει τέλειες πάσες -και με τα δυο του πόδια- εν κινήσει, ακόμα και όταν είχε πλάτη σε αυτούς, και δεν ήταν δυνατό να δει τις κινήσεις τους και τα κοψίματά τους. Ακόμα και όταν είχε κολλημένο πάνω του ένα ή και δύο αντιπάλους ήταν ασταμάτητος λόγω της καταπληκτικής του τεχνικής και της οξυδέρκειας του. Απ’ την άλλη, το γεγονός πως διέθετε και τρομακτικά αθλητικά προσόντα και μπορούσε να τρέχει όπως ένας τυπικός αμυντικός χαφ της εποχής, και κυρίως να πρεσάρει ανελέητα, τους αντιπάλους του, τού έδινε τον χαρακτήρα του παίκτη που -πολύ απλά- ήταν έτη φωτός μπροστά απ’ την εποχή του. Και αυτή ήταν η αλήθεια, δίχως κανένα ίχνος υπερβολής.

Όταν η Αγγλία ταξίδεψε στο Μαρακανά το 1959 για να αγωνιστεί μπροστά σε 160.000 κόσμο, απέναντι στην Βραζιλία του Πελέ (σε μια «φιλική» αναμέτρηση που είχε βρει νικήτρια τη Σελεσάο με 2-0), το παιχνίδι του Χέινς ήταν τόσο τέλειο και οι πάσες του είχαν τέτοιο ποσοστό επιτυχίας που έκαναν τον σπουδαίο Βραζιλιάνο να δηλώσει πως: «O Τζόνι Χέινς είναι ο κορυφαίος πασέρ που έχω δει στη ζωή μου». Μια φράση που ακολουθούσε τον σπουδαίο Άγγλο μέχρι το τέλος της καριέρας του και έδειχνε περίτρανα το μέγεθος της τεράστιας αξίας του. Φυσικά και ο Χέινς δεν ήταν διάσημος μόνο για τις περίφημές του πάσες, το οργανωτικό του χάρισμα και τις ασίστ του αλλά και για τα φοβερά του τελειώματα. Τελειώματα από κάθε απόσταση και με τα δύο πόδια. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως μέχρι να εμφανιστεί  στα 80s ο σπουδαίος Ουαλός επιθετικός Γκόρντον Ντέιβις και να σπάσει το ρεκόρ τερμάτων του Άγγλου «μαέστρου», ο Τζόνι Χέινς ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Φούλαμ με 158 γκολ. Τα περισσότερα από αυτά, με σουτ εκτός περιοχής, να φεύγουν μοιρασμένα (και ζυγισμένα) και από το αριστερό αλλά και από το δεξί του πόδι.

Ο Χέινς γεννήθηκε το ’34 στο Λονδίνο και στα 15 του χρόνια -αφού άφησε το σχολείο-, και ενώ τον ήθελαν τόσο η Άρσεναλ όσο και η Τότεναμ, επέλεξε να υπογράψει στην άσημη Φούλαμ μιας και γνώριζε ότι εκεί θα είχε περισσότερες πιθανότητες και ευκαιρίες για να διακριθεί και να ξεδιπλώσει το σπουδαίο ταλέντο του. Θα πραγματοποιήσει το επίσημο ντεμπούτο του για τη Φούλαμ στην Boxin’ Day του 1952 απέναντι στη Σαουθάμπτον και δύο χρόνια αργότερα, λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, θα κάνει ντεμπούτο και για την Αγγλία σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Βόρεια Ιρλανδία στο Μπέλφαστ. Σε εκείνο το παιχνίδι μάλιστα έγινε ο πρώτος παίκτης που εκπροσωπούσε την Αγγλία και στα 5 ηλικιακά επίπεδα, από την σχολική ομάδα δηλαδή μέχρι και τους άνδρες, σκοράροντας και το ένα απ’ τα δύο τέρματα των Άγγλων, στη νίκη με 2-0. Το αγγλικό ποδόσφαιρο είχε βρει τον νέο του ήρωα. Τον τέλειο παίκτη που θα εξελισσόταν σε ηγέτη και αρχηγό της εθνικής, σε μια περίοδο μάλιστα που η Βρετανία διέθετε (και έβγαζε) πολλούς παίκτες με σπάνια τεχνικά χαρίσματα και ηγετικά προσόντα. Σε μια εποχή που η εθνική Αγγλίας είχε δύο ισάξιες 11αδες, γεμάτες και οι δύο με αθλητές σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας.

Ο ηγέτης της Φούλαμ ήταν το σημείο αναφοράς της ομάδας του Γουόλτερ Γουίντερμποτομ στα 50s. Ο σπουδαίος αρχηγός. Ο ηγέτης εντός και εκτός των τεσσάρων γραμμών. Αυτός που ανέβαζε αγωνιστικά αλλά και πνευματικά τους συμπαίκτες του κι ας αγωνίζονταν οι περισσότεροι σε ομάδες που έκαναν πρωταθλητισμό -σε πλήρη αντίθεση δηλαδή με τον ίδιο. Ο ποδοσφαιριστής που όταν ήταν στην μέρα του (πολύ συχνά δηλαδή) η Αγγλία δεν έχανε με τίποτα, και για κανένα λόγο και αν έχανε, έχανε ματώνοντας στο χορτάρι. Για να καταλάβει καλύτερα κάποιος την αξία του Χέινς  να αναφέρω πως μέτρησε 56 συμμετοχές με το εθνόσημο, σημειώνοντας 18 τέρματα, φορώντας το περιβραχιόνιο 22 φορές και εκπροσωπώντας τη χώρα του σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα (’58 και 62′), σε μια περίοδο μάλιστα που η Φούλαμ δεν αγωνίζονταν στην πρώτη κατηγορία της χώρας αλλά στη δεύτερη. Κάτι που φυσικά αποτελεί μοναδικό και σπάνιο φαινόμενο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο Τζόνι Χέινς διαδέχτηκε στην αρχηγία της εθνικής τον σπουδαίο, και πρώτο παίκτη που έφτασε τις 100 συμμετοχές με την Αγγλία, τον Μπίλι Ράιτ. Ένα παίκτη που πέρασε και αυτός ολόκληρη την καριέρα του με τα χρώματα μίας και μόνο ομάδας. Της Γουλβς. Σε μία περίοδο όμως που οι «λύκοι» ήταν μια ομάδα που διεκδικούσε -και κατακτούσε- πολλούς και σπουδαίους τίτλους.

Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ο Τζόνι Χέινς πέρασε τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του στην δεύτερη κατηγορία της Αγγλίας και αν και -ανά περιόδους- είχε σπουδαίους συμπαίκτες όπως ο Μπόμπι Ρόμπσον, ο Τζορτζ Κόεν και ο Τος Τσαμπερλέιν, η Φουλάμ εκείνων των ετών έμεινε γνωστή ως «Η Φούλαμ του Χέινς και των 10 υπολοίπων» κυρίως επειδή δεν κατάφερε ποτέ να κερδίσει κάποιο τρόπαιο. Κάτι που συνεχίζεται μέχρι και στις μέρες μας. Απ’ την άλλη, ο σπουδαίος μεσοεπιθετικός δεν βρέθηκε ούτε στο Μουντιάλ του ’66 μιας και είχε αποσυρθεί απ’ την εθνική στα 27 του χρόνια λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού που είχε στο γόνατο και του στερούσε -στο δικό του πάντα μυαλό- τη δυνατότητα να αγωνίζεται στο 100% των δυνατοτήτων του. Κάπως έτσι ο Χέινς έχασε την σπουδαία ευκαιρία να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο μπροστά σε ένα κοινό που τον λάτρευε στο Ναό του ποδοσφαίρου. Το ιστορικό Γουέμπλεϊ. Το περίεργο είναι πως ο τραυματισμός προήλθε σε ατύχημα με αυτοκίνητο και όχι σε κάποιο γήπεδο, την ίδια περίοδο μάλιστα που τον ήθελαν τόσο η ιταλική Μίλαν όσο και η Τότεναμ του Μπιλ Νίκολσον, στην καλύτερη περίοδο της ιστορίας της.

Ο Νίκολσον ήθελε τον Χέινς για να αντικαταστήσει τον σπουδαίο Τζον Γουάιτ που είχε σκοτωθεί από κεραυνό καθώς έπαιζε γκολφ με τον συμπαίκτη του Τέρι Μέντγουικ το ’64 στην έναρξη της σεζόν και αποτελούσε τότε τον ηγέτη των «σπριρουνιών». Την ίδια περίοδο η Φούλαμ και ενώ βρίσκεται πλέον στην πρώτη κατηγορία, θα κάνει τον Χέινς τον πιο ακριβοπληρωμένο ποδοσφαιριστή στην Βρετανία αμείβοντας τον με 100 λίρες τη βδομάδα, σε μια περίοδο που ο μέσος μισθός στην Αγγλία δεν ξεπερνούσε τις 15 λίρες. Για να καταλάβετε καλύτερα τα μεγέθη της εποχής να πω πως ο μισθός του σπουδαίου εξτρέμ Τζίμι Χιλ της Νόριτς -που είχε πάρει μεταγραφή για 25.οοο λίρες στην Έβερτον- δεν ξεπερνούσε τις 20 λίρες. Οι 20 λίρες ήταν πάνω-κάτω ο μάξιμουμ μισθός ενός κορυφαίου ποδοσφαιριστή της εποχής για την Αγγλία. Σύμφωνα πάντα με τον Τζόνι Τζάιλς της Λιντς -έναν εκ των πιο σκληρών παικτών που γνώρισε ποτέ το άθλημα- ο Τζόνι Χέινς ήταν ο καλύτερος παίκτης που είχε δει ποτέ να αγωνίζεται. Και εκείνα τα χρόνια, για όσους δεν το γνωρίζουν, οι παίκτες της Λιντς δεν είχαν να πουν καλή κουβέντα για κανένα αντίπαλο και για καμία ομάδα.

Ο Τζόνι Χέινς ήταν για 18 χρόνια η «όαση» του Κρέιβεν Κότζατζ για την μικρούλα Φούλαμ και ο παίκτης που χάριζε σπάνιες ποδοσφαιρικές παραστάσεις -και συγκινήσεις- στους φιλάθλους ολόκληρης της Αγγλίας. Οι 658 συμμετοχές του δεν πρόκειται να ξεπεραστούν ποτέ για τον σύλλογο όπως και το γεγονός πως δεν άφησε ποτέ το κλαμπ γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται να διεκδικήσει με αξιώσεις κάποιο τρόπαιο. Όπως και έγινε δηλαδή. Οι Άγγλοι θα τον μνημονεύουν πάντα για εκείνη την απίστευτη εμφάνισή του απέναντι στην Σοβιετική Ένωση στο Γουέμπλεϊ, στις 22 Οκτωβρίου του ’58 όταν και οδήγησε την ομάδα στον θρίαμβο με 5-0, σε μια αναμέτρηση που σκόραρε χατ-τρικ δείχνοντας σε ολόκληρη την Ευρώπη το μέγεθος του -τεράστιου- ταλέντου του. Με το σφύριγμα της λήξης μάλιστα κόντρα στους Σοβιετικούς, συμπαίκτες και απλοί φίλαθλοι σήκωσαν τον Χέινς στον αέρα κάνοντας τον γύρο του θριάμβου και δίνοντάς του να καταλάβει πόσο σπουδαίος ήταν για ολόκληρο το ποδόσφαιρο της Αγγλίας αλλά και για την ίδια τη χώρα που στο πρόσωπό του έβλεπε έναν σπουδαίο «ήρωα».

Στις 17 Ιανουαρίου του 1970 ο Τζόνι Χέινς θα αγωνιστεί για τελευταία φορά μπροστά στο κοινό της Φούλαμ, στην ισοπαλία με 1-1 με την  Στόκπορτ Κάουντρι για την 3η κατηγορία, και λίγους μήνες αργότερα, έχοντας ουσιαστικά αποσυρθεί από την ενεργό δράση, στα 36 του χρόνια, θα αποδεχτεί την πρόσκληση του καλού του φίλου Μπάτζι Μπάιρν, που έχει αναλάβει εκείνα τα χρόνια την Ντούρμπαν Σίτι στη Νότια Αφρική, για να  αγωνιστεί για μία σεζόν με τα χρώματά της, σε -σχεδόν- ερασιτεχνικό επίπεδο. Το τέλος της σεζόν θα τον βρει πρωταθλητή για πρώτη και μοναδική φορά στην τεράστια καριέρα του.

Ο Χέινς θα λατρέψει τη ζωή στην Αφρική και θα παραμείνει εκεί μέχρι τα μέσα του 1980 παίζοντας γκολφ και δίνοντας απλόχερα τις συμβουλές του για την ανάπτυξη του αθλήματος στην αφρικανική χώρα. Η επιστροφή στην Ευρώπη θα τον βρει στο Εδιμβούργο όπου και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 18 Οκτωβρίου του 2005 μετά από τροχαίο, έχοντας ως συνοδηγό την τρίτη του σύζυγο. Στις 29 Αυγούστου του 2009 η Φούλαμ θα τιμήσει τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή τοποθετώντας το άγαλμά του έξω από το γήπεδο της και θυμίζοντας σε όλους πως για την λευκή της φανέλα αγωνίστηκε κάποτε ένας απ’ τους σπουδαιότερους παίκτες που έβγαλε η Αγγλία. Ο Τζόνι Χέινς. Ο κορυφαίος «μαέστρος» του Λονδίνου και ένας απ΄τους μεγαλύτερους αρχηγούς που γνώρισε ποτέ η εθνική Αγγλίας.

Ο Ίθαν Αμπαντού, ο Μπεν Γούντμπερν και ο ξεχασμένος Μάρλο Σνέλμαν

  [5 Σχόλια]

Όταν το 1999 το Φινλανδικό χιπ χοπ γκρούπ Bomfunk MC’s κυκλοφορούσε τον πρώτο του ολοκληρωμένο δίσκο με τίτλο In Stereo, ο Ράιαν Γκιγκς ήταν 27 ετών.  Λίγους μήνες νωρίτερα, η ομάδα του -η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ- είχε κατακτήσει ένα μυθικό τρεμπλ, στηριζόμενη σε μια φουρνιά Βρετανών παικτών (κυρίως Άγγλων), νεαρών σε ηλικία, γνωστή και ως «Η Τάξη του ’92». Ένα χρόνο πριν το 1992, ο Γκιγκς είχε πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του με την φανέλα της Ουαλίας, μόλις στα 17 του χρόνια, σε ένα παιχνίδι κόντρα στους πανίσχυρους Γερμανούς, κάνοντας δικό του το ρεκόρ του «Πιο νέου παίκτη που αγωνίστηκε ποτέ με την εθνική Ουαλίας». Ο άλλος σπουδαίος Ουαλός εκείνης της περιόδου, ο Μαρκ Χιουζ, είχε κάνει το επίσημο ντεμπούτο του, για τη χώρα του, σε ηλικία 19 ετών το μακρινό 1984, φτάνοντας μάλιστα κάποτε να αγωνιστεί σε δύο επίσημους αγώνες ακόμα και την ίδια μέρα. Στην ίδια ηλικία (19) είχε ντεμπουτάρει και ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Ουαλίας -μέχρι να σπάσει κι αυτό το ρεκόρ ο Μπέιλ- ο σπουδαίος Ίαν Ρας της Λίβερπουλ.

Όταν ο 15χρόνος Μάρλο Σνέλμαν πρωταγωνιστούσε στο βίντεοκλιπ -και απόλυτο χιτ- των Bomfunk MC’s με τίτλο Freestyler (ας το παραδεχτούμε, όλοι το είχαμε χορέψει εκείνα τα χρόνια και ντρεπόμαστε λιγάκι γι’ αυτό) επαναφέροντας στην μόδα το μαλλί ράστα, οι Ουαλοί ποδοσφαιριστές Μπεν Γούντμπερν (της Λίβερπουλ) και Ίθαν Αμπαντού (της Τσέλσι) δεν υπήρχαν ούτε ως σκέψη στα μυαλά των γονιών τους. Γιατί μπλέκω τους Φινλανδούς electro rappers όμως στην κουβέντα; Θα το μάθετε παρακάτω.

Στο παιχνίδι της Τσέλσι με την Νότιγχαμ Φόρεστ για τον τρίτο γύρο του Λιγκ Καπ, ένα παιχνίδι που βρήκε νικητές τους «μπλε» του Κόντε με 5-1, έκανε ντεμπούτο για την Τσέλσι ένα 17χρόνο παιδάκι που έχει επιλέξει να αγωνίζεται με την Ουαλία κι ας μην είναι Ουαλός. Ένα παιδάκι που αγωνίστηκε στο χώρο της μεσαίας γραμμής ως καθαρός αμυντικός μέσος. Ένα παιδάκι που -εκτός της φοβερής και τρομερής του ράστα- έκλεψε τις εντυπώσεις, παίρνοντας μάλιστα τα εύσημα από όλους όσους είδαν την αναμέτρηση. Το όνομά του Ίθαν Αμπαντού, γιος του παλιού μέσου Κουαμέ Αμπαντού και διεθνής εδώ και λίγες μέρες με την Ουαλία, αν και σφάχτηκαν για πάρτη του τόσο η Γκάνα (χώρα καταγωγής του πατέρα του) όσο και η Ιρλανδία (χώρα καταγωγής της μητέρας του).

Ο ίδιος, όπως έγραψα και πιο πάνω, επέλεξε να εκπροσωπήσει την χώρα της Ουαλίας, την χώρα δηλαδή που έκανε ο πατέρας του τις καλύτερες του εμφανίσεις -ως ποδοσφαιριστής- με την φανέλα των «κύκνων» της Σουόνσι. Ο Κρις Κόλεμαν προπονητής της Ουαλίας, δείχνει να πιστεύει πολύ τον νεαρό και δεν είναι τυχαίο ότι τον κάλεσε -κι ας μη τον χρησιμοποίησε- για τα παιχνίδια κόντρα στην Μολδαβία και την Αυστρία του περασμένου μήνα για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Στο παιχνίδι κόντρα στην Αυστρία μάλιστα ο Κόλεμαν έριξε στα βαθιά τον Γούντμπερντ, στα τελευταία λεπτά ως αλλαγή του Τομ Λόρενς της Ντέρμπι, με τον νεαρό να σκοράρει και το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης, στο ντεμπούτο του μάλιστα, λυτρώνοντας την ομάδα του. Ο επιθετικός της Λίβερπουλ μάλιστα εκείνη τη μέρα έγινε ο δεύτερος νεαρότερος σκόρερ  στην ιστορία της Ουαλίας, πίσω μόνο από τον σπουδαίο -και ηγέτη της ομάδας- Γκάρεθ Μπέιλ της Ρεάλ Μαδρίτης.

«Είναι ένας νέος παίκτης με εξαιρετική ποιότητα» δήλωσε ο Κόντε με το τέλος της αναμέτρησης. «Έχει όλα τα στοιχεία για να εξελιχθεί και να γίνει ένας σημαντικός παίκτης για την Τσέλσι. Είναι δυνατός σωματικά αλλά και πνευματικά και αυτό με κάνει ιδιαίτερα αισιόδοξο για την περίπτωσή του. Θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί του και είμαι σίγουρος πως θα τον εξελίξουμε έτσι ώστε από τον επόμενο κιόλας χρόνο να βρίσκεται στο επόμενο επίπεδο και να είναι έτοιμος για να μπορεί να αντεπεξέλθει ως κανονικό μέλος της ανδρικής ομάδας». Ο νεαρός εννοείται πως δεν έκανε μεγάλες δηλώσεις. «Δουλειά, δουλειά και ξανά δουλειά» μέχρι να φτάσει -αν αυτό είναι εφικτό- να θεωρείται κανονικό μέλος της ομάδας. Κάτι που φυσικά και φαντάζει απίθανο την τρέχουσα σεζόν μιας και στην θέση του υπάρχει ο Καντέ, ο Μπακαγιόκο, ο Ντρίνκγουοτερ και -υπό προϋποθέσεις- ο Φάμπρεγας, δίχως φυσικά να βάζω στην εξίσωση και άλλους νεαρούς που έρχονται πίσω του από την ακαδημία της Τσέλσι ή έχουν δοθεί δανεικοί όπως ο Ρούμπεν Λόφτους-Τσίκ.

Αυτό που μένει να δούμε είναι αν ο Ίθαν Αμπαντού θα συνεχίσει να μας εκπλήσσει ευχάριστα και αν θα εξελιχθεί τελικά σε παίκτη σημαντικό για τους «μπλε» αλλά και για την Ουαλία. Μακάρι σε λίγα χρόνια από τώρα να μη τον θυμόμαστε μόνο για την ωραία του ξανθιά ράστα και «εκείνο το ωραίο ματς κόντρα στη Νότιγχαμ». Όπως συνέβη δηλαδή και για τον Μάρλο Σνέλμαν. «Εκείνο το πιτσιρίκι με τη ράστα σε εκείνο το βίντεοκλιπ των Bomfunk MC’s»  δηλαδή.

Μπίλι Μπρέμνερ: Ο σπουδαιότερος παίκτης στην ιστορία της Λιντς

  [15 Σχόλια]

Αγγλία δεκαετία του 1960. Ο βρετανικός συντηρητισμός βρίσκεται στο απόγειό του. Η εθνική Αγγλίας ζει στιγμές δόξας μιας και υπάρχει μια σπουδαία φουρνιά ποδοσφαιριστών που, εν τέλει, θα οδηγήσει τα «τρία λιοντάρια» στην κορυφή του κόσμου το ’66, και φυσικά υπάρχουν ένα σωρό δυνατές ομάδες που σιγά-σιγά αρχίζουν να πρωταγωνιστούν και στην Ευρώπη. Ο Έρικ Κλάπτοπ θεωρείται (καθόλου άδικα) Θεός, οι Beatles γεμίζουν στάδια και πουλούν εκατομμύρια δίσκους και  το άθλημα του ποδοσφαίρου είναι σκληρό -πολλές φορές- στα όρια του αντιαθλητικού. Στο τελευταίο -που είναι και το θέμα μας- βρίσκει χώρο ένας κοντούλης, κοκκινοτρίχης, σκοτσέζος κεντρικός χαφ, πάντα έτοιμος να τσακωθεί με όλους (συμπαίκτες, προπονητές και κυρίως αντιπάλους), ακόμα και για την πιο αστεία αιτία. Το όνομά του είναι Μπίλι Μπρέμνερ και θεωρείται ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που έχει φορέσει τιμήσει την φανέλα της πάλαι ποτέ σπουδαίας ομάδας του Δυτικού Γιορκσάιρ. Αυτή -πάνω κάτω- είναι η δική του ιστορία.

Ο Μπρέμνερ γεννήθηκε το ’42 στο μικρό Στίρλινγκ, 70 χιλιόμετρα έξω από το Εδιμβούργο, από οικογένεια Προτεσταντών και αυτός ήταν ουσιαστικά και ο λόγος που -σε νεαρή ηλικία- αν και τον ήθελε η μεγάλη Σέλτικ, ο πατέρας του τού απαγόρευσε τη μεταγραφή λόγω της κόντρας που υπήρχε (υπάρχει και θα υπάρχει) ανάμεσα στις δύο ομάδες – η Σέλτικ για όσους δεν το γνωρίζουν είναι ομάδα των Καθολικών και ανάμεσα σε αυτή και την Ρέιντζερς υπάρχει σχέση μίσους (και όχι μόνο). Το ίδιο διάστημα, και ενώ ο Μπρέμνερ θεωρείται ένας κορυφαίος παίκτης στα σχολικά πρωταθλήματα της Σκωτίας, θα κοπεί τόσο από την Άρσεναλ όσο και απ’ την Τσέλσι λόγω του ύψους του, μιας και μετά βίας άγγιζε το 1.65 (στις μύτες των ποδιών). Τελικά, στα 17 του χρόνια, το τμήμα σκάουτινγκ της Λιντς θα τον φέρει στο Έλαντ Ρόουντ όπου θα υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο.

Προπονητής σε εκείνη τη Λιντς ήταν ο Τζακ Τέιλορ και συμπαίκτης του Μπρέμνερ ο άνθρωπος που τα επόμενα χρόνια θα οδηγούσε την ομάδα στις ενδοξότερες μέρες της, δημιουργώντας φυσικά τον σπουδαίο αγωνιστικό χαρακτήρα του παίκτη και μετατρέποντάς τον στον μεγαλύτερο ηγέτη που είχε ποτέ η ομάδα. Φυσικά και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντον Ρέβι. Τον μεγαλύτερο εχθρό δηλαδή που είχε ένας άλλος σπουδαίος εκείνων των ετών, ο Μπράιαν Κλαφ.

Ο Ρέβι υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μεσοεπιθετικούς στην Αγγλία και όταν ανέλαβε τα ηνία της Λιντς (το 1961) τα «παγώνια» δεν είχαν κερδίσει κανένα σπουδαίο τρόπαιο. Ποτέ. Με αυτόν στον πάγκο και τον Μπίλι Μπρέμνερ ηγέτη στη μεσαία γραμμή η Λιντς ανέβηκε στην μεγάλη κατηγορία και κατέκτησε τα πρωταθλήματα Αγγλίας του ’69 και του ’74. Επίσης κέρδισε το κύπελλο του ’72 και το Λιγκ Καπ του ’68 συμπληρώνοντας όλους τους εγχώριους τίτλους και βρέθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1973, όπου και ηττήθηκε απ’ την σπουδαία Μίλαν. Η «βρώμικη Λιντς» -όπως την αποκαλούσαν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι στο Νησί- ήταν το σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια στο αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά μετρούσε πολλούς περισσότερους εχθρούς από φίλους. Το παράδοξο βέβαια με εκείνη την ομάδα ήταν πως έπαιζε βρώμικα αν και είχε στις τάξεις της μερικούς εκ των σπουδαιότερων και ποιοτικότερων βρετανών παικτών της εποχής. Το αντιαθλητικό παιχνίδι της, όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, δεν ήταν λοιπόν από ανάγκη αλλά από καθαρή επιλογή του προπονητή και των παικτών της.

Ο Μπρέμνερ φυσικά και δεν ήταν ο ποιοτικότερος σε εκείνη την Λιντς μιας και υπήρχαν παίκτες όπως ο Τζακ Τσάρλτον, ο Έντι Γκρέι, ο Τζό Τζόρνταν και ο Πήτερ Λόριμερ. Ήταν όμως ο αρχηγός. Ο ηγέτης. Μια τεράστια σωματική και ψυχική δύναμη εγκλωβισμένη σε ένα τόσο δα μικρό σώμα. Το μεγαλύτερο σκατόπαιδο που μπορούσες να βρεις στο γήπεδο. Ο τραμπούκος που όταν κοιτάζει οι άλλοι χαμηλώνουν το κεφάλι. Ο αγροίκος θείος που έρχεται στο γιορτινό τραπέζι απ’ το χωριό και τρώει και το τραπεζομάντηλο. Ο παίκτης που δεν τολμούσες να περάσεις με μια περίτεχνη ντρίμπλα και φυσικά αυτός που δεν ήθελες με τίποτα να βρεθεί στο δρόμο σου όταν πας για γκολ, με τις ακονισμένες του τάπες να σε τρυπούν -όχι στα πόδια- αλλά σε ολόκληρο το σώμα. Ένα λυσσασμένο πίτμπουλ -ανεξέλεγκτο εντός των τεσσάρων γραμμών- να «γαβγίζει», να «δαγκώνει» και ενίοτε να χρησιμοποιεί και τις γροθιές του στα πρόσωπα των αντιπάλων, μέσα στα λασπωμένα γήπεδα της εποχής.

Ο Ρέβι απ’ την άλλη, ένιωθε περήφανος για το «δημιούργημά» του και την δική του Λιντς. «Σημασία έχει η νίκη και οι τίτλοι» έλεγε, μεγαλώνοντας κι άλλο την κόντρα με τον λάτρη του «όμορφου παιχνιδιού» Μπράιαν Κλαφ. Μια κόντρα που συνεχίστηκε ακόμα και όταν ο Κλαφ ανέλαβε την Λιντς, την ομάδα που τον μισούσε και την ομάδα που αυτός μισούσε, ίσως στον πιο περίεργο ποδοσφαιρικό «γάμο» που έχει γίνει ποτέ στα χρονικά του αθλήματος.

Αν πρέπει να βρούμε τρεις στιγμές (ανάμεσα σε τόσες πολλές) που να μπορούν να χαρακτηρίσουν -όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο- τον Μπίλι Μπρέμνερ και την φιλοσοφία εκείνης της Λιντς, αυτές δεν είναι άλλες από αυτές που θα διαβάσετε παρακάτω: Tο περιβόητο τάκλιν στον σπουδαίο Ντέιβ Μακάι της Τότεναμ το 1966 στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος. Το δολοφονικό μαρκάρισμα -από πίσω εννοείται- στον κορυφαίο επιθετικό της Τσέλσι Πήτερ Όσγκουντ (γνωστός και ως Μάγος του Ος), το 1970 στον επαναληπτικό του κυπέλλου Αγγλίας. Και φυσικά οι μπουνιές με τον Κέβιν Κίγκαν στο Γουέμπλεϊ στο Charity Shield του 1974, στις 9 Αυγούστου, κόντρα φυσικά στην Λίβερπουλ, με τον Κλαφ στον πάγκο της Λιντς, στο τελευταίο παιχνίδι του Σάνκλι στον πάγκο των «κόκκινων». Ένα ματς-γιορτή που οι Άγγλοι ήθελαν να παρουσιάσουν ως τέτοιο και κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο.

Ο Μακάι προέρχονταν από σοβαρό τραυματισμό με τον Μπρέμνερ να του κάνει ένα δυνατό τάκλιν στο πόδι που είχε σπάσει -όχι μία- αλλά δύο φορές. Η αντίδραση του παίκτη της Τότεναμ εννοείται δεν ήταν κόσμια. Η φωτογραφία με τον εκτός εαυτού αμυντικό να έχει πιάσει απ’ την μπλούζα τον Σκοτσέζο, έτοιμος να του κάνει ό,τι κακό μπορεί κάποιος να φανταστεί, θεωρείται στις κλασικότερες εκείνης της περιόδου και όχι μόνο για το αγγλικό ποδόσφαιρο. «Ήθελα να τον σκοτώσω» θα δηλώσει χρόνια αργότερα ο Μακάι «Με χτύπησε επίτηδες στο πόδι που είχα σπάσει δύο φορές. Είναι σίγουρα ο πιο βρώμικος παίκτης που έχω συναντήσει ποτέ στην καριέρα μου». Για πολλά χρόνια μάλιστα ο σπουδαίος αμυντικός υπέγραφε τα αυτόγραφά του πάνω σε αυτή την φωτογραφία, κάτι που όπως είχε δηλώσει, είχε μετανιώσει κατά πολύ στα γεράματά του μιας και θεωρούσε πως με αυτό τον τρόπο έδινε περισσότερη αξία στον Μπρέμνερ. Τον άνθρωπο δηλαδή που είχε μισήσει (και αυτός).

Ο επαναληπτικός του τελικού κυπέλλου του ’70 θεωρείται -καθόλου άδικα- ως ένα απ’ τα βιαιότερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ και παράλληλα απ’ τα καλύτερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ. Μάλιστα σε έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στην Αγγλία το 1997 για το εν λόγω παιχνίδι ο διαιτητής Ντέιβ Έλερεϊ είχε δηλώσει πως έπρεπε να έχουν βγει συνολικά 12 κίτρινες και 6 κόκκινες κάρτες -σύμφωνα πάντα με το παιχνίδι των ημερών μας.  Πάντως το μαρκάρισμα του Μπρέμνερ συζητιέται ακόμα από τους φίλους και των δύο ομάδων μιας και η λέξη «δολοφονικό» είναι υπερβολικά φτωχή για να το χαρακτηρίσει. Μάλιστα ήταν τέτοια η ένταση εκείνου του αγώνα (που είχε βρει τροπαιούχους τους «μπλε») και τόσο μεγάλη η απογοήτευση για τους παίκτες της Λιντς που ο Τζέφρι Γκριν των The Times είχε γράψει πως: «H Λιντς μοιάζει με την ιστορία του Σίσυφου, που ενώ έχει σπρώξει ένα μεγάλο βράχο -σχεδόν- στην κορυφή ενός ψηλού βουνού, λίγο πριν τον δει να αγγίζει το ψηλότερο σημείο και να στέκεται εκεί, αυτός πέφτει προς την κοιλάδα και πάλι απ’ την αρχή». Όλα αυτά ενώ ο Μπίλι Μπρέμνερ κάπνιζε βουρκωμένος και αμίλητος στην γωνία των αποδυτηρίων. Το ίδιο φυσικά έκαναν και οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή που έβρισκες καπνίζοντες ακόμα και  σε αίθουσες χειρουργείων, πόσο μάλλον αποδυτηρίων.

Το παιχνίδι του ΄74 ανήκει στις 44 μέρες του Κλαφ στην Λιντς και είναι η στιγμή που απέδειξε περίτρανα πως αυτό το πάντρεμα δεν έπρεπε να έχει γίνει ποτέ και για κανένα λόγο. Ο Κλαφ έχοντας αντίπαλο την ομάδα που σέβονταν όσο καμία του ανθρώπου που λάτρευε ως προπονητή, την Λίβερπουλ δηλαδή του Σάνκλι, είχε πει στους παίκτες του πως δεν θέλει να παίξουν βρώμικα και αντιαθλητικά ως δείγμα σεβασμού στον σπουδαίο Σκοτσέζο προπονητή και την ομάδα του. Φυσικά ο Μπρέμνερ και η παρέα του βρήκαν την κατάλληλη στιγμή για να δείξουν στον προπονητή τους πως ούτε τον σέβονται αλλά και ούτε και τον δέχονται ως προπονητή τους, επιλέγοντας αντί για ποδόσφαιρο να παρουσιάσουν την αγαπημένη τους κλωτσοπατινάδα εις διπλούν (και βάλε), ρεζιλεύοντας έτσι τον Κλαφ μπροστά στο ίνδαλμά του και σε ολόκληρο το κοινό της Αγγλίας που περίμενε μια σπουδαία ποδοσφαιρική παράσταση. Ο παίκτης που κυρίως στόχευαν ήταν ο αστέρας της Λίβερπουλ, Κέβιν Κίγκαν και σκοπός τους ήταν να τον νευριάσουν πριν φυσικά τον αποτελειώσουν με κάποιο fatality δυνατό μαρκάρισμα. Όπερ και εγένετο στο 60′ με το παιχνίδι να διακόπτεται και να μετατρέπεται σε ρινγκ.

O Τζόνι Τζάιλς της Λιντς θα κάνει πρώτος ένα αντιαθλητικό μαρκάρισμα στον Κίγκαν (και θα ανάψει την σπίθα) με τον επιθετικό των «κόκκινων» να χτυπά κι αυτός αντιαθλητικά τον Ιρλανδό στην αμέσως επόμενη φάση. Ο Τζάιλς ως σωστός Ιρλανδός θα αντιδράσει σαν να βρίσκεται μεθυσμένος σε μπαρ και όχι στο Γουέμπλεϊ και θα γρονθοκοπήσει τον Κίγκαν στο πρόσωπο. Δευτερόλεπτα αργότερα και ενώ η κάμερα δεν είναι πάνω τους, ο Μπρέμνερ και ο Κίγκαν θα την δουν «ΜακΓκρέγκορ-Μέιγουέδερ» και θα αρχίσουν τις μπουνιές. Εννοείται θα αποβληθούν και οι δύο πετώντας τις φανέλες τους στο χόρτο του γηπέδου γεμάτοι απορία (;). Αξίζει να σημειωθεί πως ο Τζάιλς δεν είχε τιμωρηθεί για την μπουνιά στον Κίγκαν (Ιρλανδός γαρ). O Κλαφ θα τιμωρήσει πολλούς από τους βασικούς του μετά το παιχνίδι (που είχε βρει νικήτρια τη Λίβερπουλ) και ουσιαστικά θα «υπογράψει» την απόλυσή του από την ομάδα λίγες μέρες αργότερα.

Στην επικότερη ζωντανή συνέντευξη που έχει γίνει ποτέ -αυτή ανάμεσα στον Ρέβι και τον Κλαφ με «διαιτητή» τον παρουσιαστή Όστιν Μίτσελ- όταν ο Ρέβι θα ρωτήσει τον Κλαφ «Γιατί πήγες στη Λιντς αφού σε μισούν και τους μισείς» ο Κλαφ θα απαντήσει -σε μια στιγμή σύγχυσης αλλά και πλήρης ειλικρίνειας- πως «Πήγα στη Λιντς επειδή μισώ εσένα και ήθελα να κατακτήσω με την ομάδα σου αυτό που εσύ δεν κατάφερες. Το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης». Διαφημίσεις!

Ο Μπρέμνερ το 1985 θα αναλάβει τον πάγκο της Λιντς και θα μείνει στο Έλαντ Ρόουντ μέχρι το ’88 πριν απολυθεί και επιστρέψει στην ομάδα που έφτιαξε το προπονητικό του όνομα, την Ντόνκαστερ. Στη Λιντς θα τον θυμούνται -ως κόουτς- να καλεί κάθε πρωί στο γραφείο του τον Ντέιβ Μπάτι και να τον αναγκάζει να πιει λίγο κρασί με κρόκους αυγών για να δυναμώσει, και να γίνει ο νέος Μπίλι Μπρέμνερ της ομάδας. Περίεργος τύπος ο Μπίλι. To 1997, έχοντας αποσυρθεί απ’ το ποδόσφαιρο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή μετά από πνευμονία. Για την Λιντς θα είναι πάντα ο σπουδαιότερος αρχηγός που είχε ποτέ και για την Σκωτία ο άνθρωπος που ηγήθηκε στο Μουντιάλ του 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας. Για εμάς τους υπόλοιπους θα είναι πάντα ένας απ’ τους σκληρότερους ποδοσφαιριστές που έβγαλε ποτέ το άθλημα, σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο -και δη το αγγλικό- ήταν γεμάτο από δυνατά μαρκαρίσματα και παίκτες που μάτωναν -κυριολεκτικά- τη φανέλα. Τη δική τους φανέλα, αλλά και του αντιπάλου.

Η μέρα που ο Μπεστ κέρδισε και τη Νιούκαστλ και τον φόβο

  [4 Σχόλια]

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70′, σε ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο ένας Ιρλανδός σερβιτόρος πήρε εντολή να μεταφέρει δυο μπουκάλια πανάκριβης σαμπάνιας σε μια από τις σουίτες. Όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε η εικόνα που αντίκρισε ήταν, το λιγότερο, αξιομνημόνευτη. Ο Τζόρτζ Μπεστ στεκόταν όρθιος δίπλα του, έτοιμος να παραλάβει την παραγγελία, και στο κρεβάτι βρισκόταν ξαπλωμένη, φορώντας μόνο ένα νεγκλιζέ, η Σουηδέζα Μις Κόσμος, Μαίρη Στάβιν. Η υπόλοιπη επιφάνεια του κρεβατιού καλυπτόταν από χαρτονομίσματα, τα οποία το ζευγάρι είχε κερδίσει λίγες ώρες πριν ποντάροντας στον ιππόδρομο. Τότε, με απόλυτη σοβαρότητα και χωρίς καμία δόση ειρωνείας, ο σερβιτόρος γύρισε προς τη μεριά του Μπεστ και σχεδόν θλιμμένα τον ρώτησε: «George, where did it all go wrong?»

Για πάρα πολλά χρόνια, αυτή ήταν η αγαπημένη ιστορία του Μπεστ, ο οποίος σύμφωνα με γνωστούς και φίλους, την εξιστορούσε συχνά όταν είχε κέφια. Σ’αυτήν ουσιαστικά την ιστορία και την διαφορετική οπτική μιας συγκεκριμένης κατάστασης, συνοψιζόταν και όλη η συζήτηση γύρω από την καριέρα και τη ζωή του Βορειοϊρλανδού. Εκεί που αρκετοί (ανάμεσα τους φυσικά και ο ίδιος ο Μπεστ που συνέχεια επαναλάμβανε πως δεν μετάνιωσε για τίποτα και δεν θα άλλαζε καμία από τις αποφάσεις του) έβλεπαν μια ονειρική ζωή, γεμάτη απολαύσεις και κατακτήσεις, κάποιοι άλλοι (όπως ο άσημος, και λογικά ‘προδομένος’ από την καριέρα του Μπεστ, σερβιτόρος) έβλεπαν μια άστατη ζωή που εν μέρει κατέστρεψε μια καριέρα, αναγκάζοντας ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που εμφανίστηκαν σ’αυτό το παιχνίδι να αποσυρθεί ουσιαστικά από τα 27 του, έχοντας κατακτήσει όλα κι όλα δυο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο πρωταθλητριών.

Κανείς δεν ξέρει πως θα εξελισσόταν τα πράγματα αν ο Μπεστ έκανε μια πιο πειθαρχημένη και συνετή ζωή. Και κανείς δεν θα μάθει ποτέ. Όπως σχολιάζει πολύ εύστοχα στην ‘Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι’ ο Μίλαν Κούντερα: «Δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξέρει αυτό που πρέπει να θέλει, γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν μπορούμε ούτε να τη συγκρίνουμε με προηγούμενες ζωές ούτε να την επανορθώσουμε σε ζωές επερχόμενες. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να εξακριβωθεί ποια απόφαση εί­ναι η καλή γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης. Όλα τα ζούμε αμέσως για πρώτη φορά και χωρίς προετοιμασία». Το σίγουρο είναι ότι αυτή που τελικά έκανε, την απόλαυσε αρκετά. Και όχι μόνο αυτός:

Μερικά χρόνια πριν από το σκηνικό στο ξενοδοχείο, το φθινόπωρο του 1971, ο Μπεστ βρισκόταν στο ζενίθ της καριέρας του. Ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ένας από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου, έκανε μερικές συνεχόμενες εξαιρετικές και γεμάτες χρονιές και φυσικά ήταν ο μεγαλύτερος ποδοσφαιρικός σούπερ σταρ της εποχής του. Οι γυναίκες έκαναν ουρές απλά για να τον ακουμπήσουν, τραγούδια γραφόταν γι’αυτόν, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «ο 5ος Μπίτλ» και οι περισσότερες εστεμμένες των διαγωνισμών ομορφιάς περνούσαν κάποια στιγμή από το κρεβάτι του. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ που το 1970 ένας Γερμανός σκηνοθέτης γύρισε μια ταινία γι’αυτόν, καλύπτοντας με οχτώ κάμερες αποκλειστικά και μόνο τις κινήσεις του σε ένα τυχαίο 90λεπτο απέναντι στην Κόβεντρι, δεκαετίες πριν δημιουργήσει το Sky Sports την PlayerCam ή γυριστεί το παρόμοιο ντοκιμαντέρ για τον Ζιντάν.

Η υπερβολική φήμη όμως, ειδικά σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν πρωτόγνωρο για τα ποδοσφαιρικά δεδομένα, έχει δυο όψεις. Η έξαλλη ζωή του Μπεστ, όπως είναι αναμενόμενο, προκαλούσε αρκετούς και στις αντίπαλες κερκίδες αλλά και στην πατρίδα του. Κι αν τα γραφικά συνθήματα των αντιπάλων οπαδών ήταν απλά ένας κλασικός αγγλικός τρόπος για να εκνευρίσουν τον παίκτη («Georgie Best, superstar/ Walks like a woman and he wears a bra/ Bra’s too big, wears a wig/ And that’s why we call him a sexy pig»), κάποιες άλλες απειλές δεν ήταν τόσο γραφικές και αθώες. Σε μια τέτοια περίπτωση, κάποιος πυροβόλησε με αεροβόλο την αδερφή του στο πόδι, έξω από ένα εφηβικό πάρτι στο Μπέλφαστ, χωρίς προφανή λόγο, απλά επειδή ήταν η αδερφή του Μπεστ.

Κάπως έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 1971 και σε μια εποχή που η κατάσταση στη Βόρεια Ιρλανδία είχε ξεφύγει για τα καλά (μόνο το 1972 περίπου 500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις που έγιναν παγκόσμια γνωστές ως «The Troubles») ένας άγνωστος τηλεφώνησε σε μια εφημερίδα και ανακοίνωσε ότι ο Τζόρτζ Μπεστ είναι στο στόχαστρο του IRA, κανένας δεν το πήρε στην πλάκα. Σύμφωνα με την προειδοποίηση η επίθεση ήταν προγραμματισμένη για το επερχόμενο εκτός έδρας παιχνίδι με τη Νιούκαστλ και ήταν ουσιαστικά η απάντηση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού σε μια δωρεά που φημολογούνταν πως είχε κάνει ο Μπεστ σε μια οργάνωση Προτεσταντών.

Κατανοώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Φράνκ Ο’Φάρελ έδωσε στον Βορειοιρλανδό το δικαίωμα της επιλογής για το να θα αγωνιστεί ή όχι. Ο Μπεστ το σκέφτηκε αρκετά και αποφάσισε να μην ενδώσει στο φόβο, σκεπτόμενος και το ότι αν η απειλή τον αφήσει εκτός αγώνα, τότε δημιουργείται αυτόματα πάτημα σε οποιονδήποτε να την επαναλάβει και στα επόμενα παιχνίδια, με αποκλειστικό κίνητρο την αποδυνάμωση της Γιουνάιτεντ. Μια απόφαση που πάντως έκρυβε και μεγάλη δόση ειρωνείας: Ο παίκτης που συχνά-πυκνά έκανε κοπάνες από κάθε είδους δραστηριότητα της Γιουνάιτεντ για να περάσει κάποιες ώρες παραπάνω με κάποιο διάσημο μοντέλο, αποφάσιζε να παίξει σε ένα ματς που η ίδια η ομάδα του επέτρεπε να απουσιάσει.

Από τη μέρα που η αστυνομία ενημερώθηκε πως ο Μπεστ θα ταξιδέψει κανονικά στο Νιούκαστλ μέχρι και τη σέντρα του αγώνα, ο 25χρονος δεν έμεινε ούτε στιγμή μόνος σε δημόσιο χώρο. Αστυνομικοί βρισκόταν σε όλους τους ορόφους του ξενοδοχείου που διέμενε η ομάδα, δυο ντετέκτιβ τον συνόδευαν σε όλες του τις κινήσεις, ακόμα κι όταν πήγαινε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για να φάει, ενώ περιπολικά βρισκόταν μόνιμα σταθμευμένα απ’έξω. Ο φόβος και η ανησυχία αυξήθηκαν κι άλλο, αρχικά όταν μια γειτόνισσα του Μπεστ κατήγγειλε στην αστυνομία ότι δυο τύποι ρωτούσαν πληροφορίες για το που ακριβώς μένει ο παίκτης και στη συνέχεια όταν ανακαλύφθηκε ότι κάποιοι είχαν διαρρήξει το λεωφορείο της ομάδας το βράδυ πριν το παιχνίδι.

Το λεωφορείο, αφού πέρασε από εξονυχιστικό έλεγχο, πήγε τελικά στο γήπεδο με συνοδεία πολλών περιπολικών, οι ντετέκτιβ απαγόρεψαν στον Μπεστ να κάτσει στην αγαπημένη του θέση δίπλα στο παράθυρο και, για σιγουριά, όταν το όχημα έφτανε στο Σεντ Τζέιμς Παρκ o «Τζόρτζι» καθόταν σκυμμένος στο διάδρομο. Στις κερκίδες υπήρχαν παντού αστυνομικοί με κιάλια, έτοιμοι να επέμβουν αμέσως μόλις παρατηρήσουν κάποια ύποπτη κίνηση.

Το παιχνίδι που ακολούθησε ήταν με διαφορά το πιο περίεργο στην καριέρα του Μπεστ. Από τη μια η νευρικότητα του ήταν ολοφάνερη, από την άλλη όμως και το μαρκάρισμα πάνω του ήταν πιο χαλαρό απ’ότι συνήθως, για ευνόητους φυσικά λόγους: Κανείς δεν ήθελε να είναι ο γκαντέμης που θα έτρωγε μια σφαίρα από το πουθενά απλά και μόνο γιατί έτυχε να είναι εκατοστά δίπλα στον στόχο.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τα ρεπορτάζ, το ματς ήταν αντικειμενικά (αλλά και αναμενόμενα, βάσει των συνθηκών) κάκιστο και κρίθηκε από ένα γκολ, το οποίο πέτυχε με κοντινή προβολή ο μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα και υποτιθέμενος στόχος του IRA. To τελικό σφύριγμα πιθανόν να ήταν και ο πιο ωραίος ήχος που έχει ακούσει ποτέ ο Μπεστ. Όπως αποκάλυψε σε ένα φίλο του, σε εκείνο το παιχνίδι έτρεξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή του.

Στις δηλώσεις του μετά (πάντα με συνοδεία αστυνομικών), ανακουφισμένος και χαλαρός πλέον, το γύρισε και στην πλάκα: «Ήξερα ότι στο γήπεδο υπήρχαν δεκάδες αστυνομικοί και δεν μπορούσα να το βγάλω από το μυαλό μου. Σίγουρα ήμουν πολύ νευρικός για αρκετή ώρα. Δεν σταμάτησα να κινούμαι καθόλου γιατί για κάποιο λόγο πίστευα ότι δεν πρέπει να μείνω ακίνητος ούτε στιγμή. Ούτε καν όταν κάποιος παίκτης βρισκόταν στο χόρτο. Όταν έβαλα το γκολ ευχόμουν να με αντικαταστήσουν, τόσο πολύ με επηρέασε. Στο τέλος βέβαια έκανα πλάκα στα άλλα παιδιά, λέγοντας ότι ήταν η πρώτη φορά που σκόραρα και κανένας δεν πλησίασε για να με συγχαρεί».

Η αποστολή της Γιουνάιτεντ έφυγε από το γήπεδο όπως ακριβώς ήρθε, με ισχυρή αστυνομική συνοδεία, και μόνο όταν η ομάδα έφτασε πίσω στη βάση της κατάφεραν όλοι να χαλαρώσουν και να χαρούν για το σπουδαίο διπλό που είχαν πάρει. Κανένας δεν έμαθε ποτέ αν το τηλεφώνημα ήταν μια απλή φάρσα ή μια πραγματική απειλή για επίθεση που τελικά ματαιώθηκε. Ο επίλογος της περίεργης αυτής ιστορίας πάντως είχε γραφτεί ιδανικά μερικές ώρες πριν, όταν στη διάρκεια της συνέντευξης τύπου ο απογοητευμένος προπονητής της Νιούκαστλ Τζόι Χάρβευ, σε σχετική ερώτηση απάντησε με μπόλικο αγγλικό μαύρο χιούμορ και χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας: «Μακάρι να το είχαν πετύχει το κωλοπαίδι».

Little Boy Blue

  [Καθόλου σχόλια]

22 Αυγούστου 2007. Στην Αγγλία ο κόσμος περιμένει τον αγώνα με τη Γερμανία στο Γουέμπλεϊ. Μπορεί να είναι ένα φιλικό, αλλά τα όνειρα του μέσου Άγγλου ποδοσφαιρόφιλου για κατακτήσεις Μουντιάλ χτίζονται από κάτι τέτοια ματς. Άλλωστε «φιλικά» με τους Γερμανούς δεν υπάρχουν και τα παιχνίδια αυτά γράφουν ιστορία. Κάπου στο Κρόξτεθ του Λίβερπουλ, ο μικρός Ρις παίζει μπάλα στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί που ο χώρος έχει μετατραπεί σε μίνι γηπεδάκι ποδοσφαίρου και εννιά ποδοσφαιρικές μπάλες του πιτσιρικά φιγουράρουν. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σκάσει και η όγδοη και θα μείνεις έτσι χωρίς να μπορείς να παίξεις ποδόσφαιρο.

Ο 11χρονος Ρις σκέφτεται το ματς του απογεύματος, καθώς κλωτσάει την μπάλα. Αν και δεν παίζει κανένας παίκτης της αγαπημένης του Έβερτον, γίνεται αυτός ο σκόρερ του αγώνα στο μυαλό του, το όνειρό του να φορέσει τα μπλε και τη φανέλα με τα τρία λιοντάρια όταν μεγαλώσει. Από το Κρόξτεθ άλλωστε ξεκίνησε και ένας άλλος μπλε, ο Γουέιν Ρούνεϊ. Η μπάλα σταματάει γιατί ήρθε η ώρα για περισσότερη μπάλα. Πρέπει να πάει για προπόνηση στην ομάδα του. Πηγαίνει στο δωμάτιό του για να ετοιμαστεί. Εκεί που ο τοίχος είναι γεμάτος αφίσες της Έβερτον, εκεί που το κρεβάτι έχει σεντόνι της Έβερτον, εκεί που τα κασκόλ και οι φανέλες πιάνουν όλους τους τοίχους του μικρού κατόχου διαρκείας. Φοράει τα ποδοσφαιρικά του και η μητέρα του τον πηγαίνει για προπόνηση.

Μερικές ώρες αργότερα ο Φράνκι Λάμπαρντ βάζει ένα υπέροχο γκολ και ανοίγει το σκορ για την Αγγλία φιλώντας σαν Βασίλης Τσιάρτας τη βέρα του. Η συνέχεια δεν είναι καλή. Η Γερμανία με ένα σχετικά φτωχό ρόστερ γυρίζει το ματς μέχρι το ημίχρονο με τα γκολ των Κουράνι και Πάντερ. Το ματς λήγει με 1-2. Ο Ρις όμως δεν το βλέπει, ούτε η οικογένειά του. Λίγες ώρες αφότου ο Ρις έφυγε, το κουδούνι στο σπίτι της οικογένειας χτύπησε. Η μητέρα του μαθαίνει το σοκαριστικό νέο. Ο Ρις πυροβολήθηκε. Οι προσπάθειες των γιατρών δεν είχαν αποτέλεσμα. Ο μικρός έχασε τη ζωή του.

Οι δράστες είναι πιτσιρικάδες σε ποδήλατα, μέλη μιας συμμορίας, που άνοιξαν πυρ. Η αστυνομία ξεκινά τις έρευνες. Όσο εύκολο και να φαίνεται, τόσο δύσκολο είναι, σε μια κοινωνία τρομοκρατημένη από νεαρούς εγκληματίες, όπου το να μιλήσεις για ακόμα και ένα τόσο ειδεχθές έγκλημα σημαίνει να γίνεις «ρουφιάνος» στα μάτια των ανθρώπων που βλέπεις κάθε μέρα στη γειτονιά και να ζεις μέσα στο φόβο. Ο τρόμος αυτός συνεχίζεται μέχρι σήμερα, όπως φαίνεται και από φετινό άρθρο του Γκάρντιαν.

Η ιστορία του Ρις συνεχίζεται και συγκλονίζει μια πόλη. Δεν θα πούμε πολλές λεπτομέρειες παραπάνω για το τι έγινε για να μη χαλάσουμε τελείως και την αφορμή γι’ αυτό το κείμενο. Τη μίνι-σειρά τεσσάρων επεισοδίων του ITV με τίτλο Little Boy Blue, που περιγράφει τα γεγονότα εκείνων των ημερών. Όπως όλες οι αγγλικές αυτού του είδους (ειδικά μία που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα) δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά απλά να καταγράψει τα όσα έγιναν, την αγάπη για το ποδόσφαιρο (που ουσιαστικά στοίχισε και τη ζωή στον πιτσιρικά), το δράμα μιας οικογένειας και την κατάσταση στο Λίβερπουλ. Ένας από τους βασικούς ρόλους ανήκει στον Στίβεν Γκρέιαμ που αν δεν σας λέει κάτι το όνομά του, είναι ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον Αλ Καπόνε στο εξαιρετικό Boardwalk Empire (και έπαιξε και στο This is England). Ο Γκρέιαμ είναι σκάουζερ.

25 Αυγούστου 2007. Περίπου 38.000 φίλοι της Έβερτον γεμίζουν το Γκούντισον Παρκ για τον αγώνα της 3ης αγωνιστικής απέναντι στην Μπλάκμπερν. Οι γονείς του Ρις και ο αδερφός του βρίσκονται εκεί, ντυμένοι στα αγαπημένα μπλε της οικογένειας. Για να δώσουν ένα μήνυμα και να κάνουν μια έκκληση στον κόσμο της πόλης να πάρει θέση, να βγει μπροστά και να βοηθήσει τις έρευνες. Αντί για ενός λεπτού σιγή, ο Ρις χειροκροτείται από όλο το γήπεδο. Ο μικρός δεν θα δει ποτέ το γκολ του ΜακΦάντεν να ισοφαρίζει αυτό του Ρόκε Σάντα Κρουζ.

Όταν το Άνφιλντ έπαιξε τον ύμνο της Έβερτον, ανατριχιαστικές στιγμές

28 Αυγούστου 2007. Η Λίβερπουλ αντιμετωπίζει την Τουλούζ για τα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Το Άνφιλντ είναι γεμάτο κόκκινες φανέλες. Σχεδόν δηλαδή, γιατί υπάρχουν και τρεις μπλε. Μετά το Γκούντισον, ήρθε η ώρα του άλλου μισού της πόλης να αποχαιρετίσει τον Ρις. Οι γονείς του μικρού και ο αδερφός του πατάνε το χορτάρι του Άνφιλντ, οι αντίπαλοι χειροκροτούν και το… ανήκουστο γίνεται. Από τα μεγάφωνα του Άνφιλντ παίζεται το θέμα του Z Cars, ένα κομμάτι συνδεδεμένο με την Έβερτον, που με τα χρόνια έχει γίνει το δικό της You’ll never walk alone και συνοδεύει τους παίκτες στην είσοδο στο γήπεδο. Ο κόσμος συγκινημένος αποχαιρετά ένα παιδί της πόλης.

6 Σεπτεμβρίου 2007. Το σώμα του άτυχου Ρις παύει να χρειάζεται από την αστυνομία για την έρευνα, η οικογένειά του μπορεί να τον κηδεύσει. 2.500 άνθρωποι βρίσκονται έξω από τον καθεδρικό. Ντυμένοι στα μπλε με φανέλες της Έβερτον, αλλά και στα κόκκινα με φανέλες της Λίβερπουλ. Μέσα στην εκκλησία περίπου 1.000 άτομα. Το φέρετρο στα χρώματα της Έβερτον, με το σήμα της Έβερτον, διένυσε μια μεγάλη απόσταση για να φτάσει. Έκανε μόνο μία στάση. Έξω από το Γκούντισον Παρκ. Ο πατέρας κι ο αδερφός του με φανέλες της ομάδας και οι δυο θείοι του, ο ένας με κασκόλ της Λίβερπουλ το κρατούν. Παίκτες και παράγοντες των δύο συλλόγων παρόντες. Ο τότε αμυντικός των μπλε Άλαν Σταμπς διάβασε ένα κείμενο. Ο Ρις πηγαίνει στην τελευταία του κατοικία, οι έρευνες συνεχίζονται, η συνέχεια επί της οθόνης αν αποφασίσετε να δείτε τη σειρά ή στο Ίντερνετ με μια αναζήτηση.

Δέκα χρόνια μετά η μνήμη του Ρις παραμένει έντονη. Η Έβερτον δεν τον ξέχασε και τίμησε ξανά την μνήμη του πριν λίγο καιρό. Ο κόσμος συμμετείχε στα γυρίσματα της σειράς, παίζοντας… τον εαυτό στη σκηνή του Γκούντισον Παρκ. Ο μικρός δεν κατάφερε να γίνει ποδοσφαιριστής της Έβερτον, δεν κατάφερε να ζήσει τη ζωή που θα ήθελε, θα ήταν σήμερα σχεδόν 22. Ένωσε μια πόλη που ξέρει στα δύσκολα να γίνεται ένα ανεξάρτητα από τα χρώματα, έφερε τον κόσμο κοντά, αλλά δυστυχώς η εγκληματικότητα και τα προβλήματα στο Λίβερπουλ συνεχίζουν να υπάρχουν, μαζί τους κι η πιθανότητα να υπάρξουν νέοι Ρις στο μέλλον.

Ο Κουτίνιο δεν αφήνει την Λίβερπουλ. Αυτή τον διώχνει

  [9 Σχόλια]

Εδώ και σχεδόν ένα μήνα, ίσως και παραπάνω, παρακολουθούμε ένα εντελώς φαιδρό ποδοσφαιρικό σήριαλ. Ένα από αυτά που έχουν λαμπερούς πρωταγωνιστές και συντελεστές  αλλά απ’ την άλλη ρηχό σενάριο και τραγικές -στα όρια του Δελφινάριου- ερμηνείες. Το σήριαλ θα μπορούσε να λέγεται «Κουτίνιο: Εγκλωβισμένος στο Μέλγουντ» αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς δεν έχει κάποιο σπουδαίο τίτλο μέχρι αυτή την ώρα. Σε αυτό το σήριαλ κανένας δεν κάνει σπόιλερς, μιας και όλοι γνωρίζουν το που θα καταλήξουν οι τύχες του νεαρού Βραζιλιάνου πρωταγωνιστή και του Οίκου που αυτός ανήκει. Του ένδοξου αλλά ξεπεσμένου Οίκου των Κόκκινων του Μερσεϊσάιντ. Ενός Οίκου που πλέον δεν τρομάζει μιας και δεν έχει «Δράκους» και «Μάγους», ούτε φυσικά σπουδαίους πολεμιστές, αλλά ένα ταλαιπωρημένο Liverbird για σήμα, παλεύοντας να αναδυθεί στην κορυφή στο Βασίλειο της Πρέμιερ Λιγκ εδώ και 27 σερί χρόνια, έχοντας ως μεγάλο όπλο την ιστορία και τις μνήμες του σπουδαίου στρατηγού Μπιλ Σάνκλι και του Κένι Νταλγκλίς, του πραγματικού Βασιλιά της Αγγλίας. Χωρίς κανένα αποτέλεσμα -εννοείται- μιας και οι άλλοι μεγάλοι Οίκοι έχουν και μάγους και δράκους και καλύτερους στρατιώτες. Έτσι είναι αυτά ας μη γελιόμαστε.

To σήριαλ αποτελεί συνέχεια ενός άλλου καλοκαιρινού σήριαλ. Της «σύμπραξης» Καταλωνίας και Παρισιού με τίτλο «Νεϊμάρ: Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη», με τον πρώην αστέρα της Μπάρτσα σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ και καιρό τα πάντα ήταν γνωστά σε όλους όσους ασχολούνται έστω και επιφανειακά με το ποδόσφαιρο. Η Παρί θα ολοκλήρωνε την μετακίνηση του αιώνα (μέχρι την επόμενη), φέρνοντας τον Νεϊμάρ στο Παρίσι και το καμάρι της Καταλωνίας θα κάλυπτε αυτό το -τεράστιο- κενό με τον Κουτίνιο, ασχέτως αν πολλοί φίλοι των «κόκκινων» περίμεναν -και περιμένουν ακόμα- να μην ολοκληρωθεί αυτή η μεταγραφή λόγω της αγάπης (;) του Κουτίνιο για το κλαμπ και του γεγονότος πως πλέον αποτελεί τον ηγέτη της ομάδας του Γιούργκεν Κλοπ. Αγάπες, ρομαντισμός και λουλούδια υπήρχαν στο Γούντστοκ. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των εκατομμυρίων και των δεκάδων χορηγών έχουν δώσει τη θέση τους σε άλλα αισθήματα και συναισθήματα.

Για να έχεις τους κορυφαίους παίκτες στο ρόστερ σου θα πρέπει πρώτον να τους έχεις καλοπληρωμένους (αυτό η Λίβερπουλ το κάνει για να είμαι ακριβοδίκαιος). Δεύτερον να τους πλαισιώνεις με άλλους κορυφαίους παίκτες, φτιάχνοντας ένα δυνατό σύνολο μιας και το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό σπορ, και τρίτον να κατακτάς τίτλους. Τους τίτλους τους θέλουν όλοι οι παίκτες. Ασχέτως αν είναι κορυφαίοι ή 10η αλλαγή σε κάποια ομάδα. Από πολλούς φίλους της Λίβερπουλ θεωρείται ασέβεια το γεγονός πως ο Κουτίνιο ζήτησε επισήμως μεταγραφή στην Μπάρτσα αλλά δεν θεωρείται ασέβεια προς το κλαμπ -και την ιστορία του- το γεγονός πως η διοίκηση της ομάδας και ο προπονητής δεν μπορούν να φέρουν κορυφαίους παίκτες εδώ και χρόνια, χάνουν όλους τους αστέρες που διαθέτουν και -το χειρότερο- πλαισιώνουν τους όποιους αστέρες διαθέτουν με μετριότατους ποδοσφαιριστές. Αυτό το τελευταίο θα έπρεπε να προβληματίζει -και πολύ μάλιστα- όλους τους φίλους της Λίβερπουλ κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη.

Οι κορυφαίοι παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ τα τελευταία χρόνια είναι ο Μάικλ -προδότης- Όουεν, ο Στίβεν Τζέραρντ, ο Χαβιέ ο Μασκεράνο, ο λατρεμένος του γυναικείου κοινού Τσάμπι Αλόνσο, ο Φερνάντο Τόρες, ο Λουίς Σουάρεζ και ο Φίλλιπας ο Κουτίνιο. Οι πιο μερακλήδες ίσως βάζουν σε αυτή τη λίστα και τον Ραχίμ τον Στέρλινγκ (εγώ όχι). Η ομάδα πλην του Τζέραρντ δεν μπόρεσε να κρατήσει κανέναν και όλοι -μα όλοι- πουλήθηκαν σε άλλες κορυφαίες ομάδες (για πολλά εκατομμύρια λίρες) έχοντας στο μυαλό τους να κατακτήσουν τίτλους. Κάτι που -δυστυχώς- δεν μπορούσαν να κάνουν στο Άνφιλντ. Σχεδόν όλοι τα κατάφεραν. Εννοείται πως και ο Κουτίνιο θέλει να κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Άδικο δεν του ρίχνω. Η Λίβερπουλ τα τελευταία 11 χρόνια (μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου Αγγλίας το 2006) έχει κατακτήσει μόνο ένα Λιγκ Καπ (το 2012 κόντρα στην Κάρντιφ στα πέναλτι) και έχει δει όλους τους σπουδαίους παίκτες της, σε αυτό το διάστημα, να μην κατακτούν τίποτα (όπως ο Φερνάντο Τόρες που έφυγε για την Τσέλσι άτιτλος) ή σχεδόν τίποτα (όπως ο Σουάρεζ που κέρδισε μόνο το Λιγκ Καπ το 2012).

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το κλάμα του Ουρουγουανού σούπερ σταρ μετά από εκείνο το 3-3 στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας το 2014 όταν χάθηκαν και οι τελευταίες πιθανότητες για το πρωτάθλημα; Εκείνο το κλάμα ήταν κλάμα απόγνωσης, σαν να έλεγε στους συμπαίκτες του «Κάντε κάτι και εσείς ρε μάγκες, σας παρακαλώ δηλαδή». Μαζί του είχαμε κλάψει όλοι όσοι είχαμε πιστέψει σε εκείνο το πρωτάθλημα. Εννοείται -λίγο καιρό μετά- έφυγε για την Βαρκελώνη σαρώνοντας τους τίτλους. Και πολύ καλά έκανε. Η απάντηση της διοίκησης της Λίβερπουλ για να καλυφτεί το κενό του ήταν ο Μάριο Μπαλοτέλι και ο 33χρόνος Ρίκι Λάμπερτ της Σαουθάμπτον. Μη γελάτε σας παρακαλώ. Φέτος απ’ την άλλη, ο Κουτίνιο -έχοντας τον ρόλο του ηγέτη- είδε να έρχονται παίκτες όπως ο Ρόμπερτσον της Χαλ, για το αριστερό άκρο της άμυνας, και ο Σαλάχ της Ρόμα, για την επίθεση, με την ομάδα να δέχεται συνεχώς αρνητικές απαντήσεις για τους Κεϊτά (αμυντικός μέσος της Λειψίας) και Φαν Ντάικ (στόπερ της Σαουθάμπτον), με την Μπάρτσα να του ζεσταίνει την φανέλα βασικού. Που είναι το περίεργο στο να θέλει να αφήσει το Άνφιλντ για το Καμπ Νου;

Αυτό που επίσης μου προκαλεί απογοήτευση -και μεγάλη μάλιστα- για κάτι καλό τη φετινή σεζόν είναι ο Γιούργκεν Κλοπ. Προσωπικά ήθελα πολύ τον Γερμανό στο Άνφιλντ και το είχα γράψει μήνες πριν ανακοινωθεί αλλά πλέον βλέπω πως συνεχίζει και αυτός στην ίδια λογική όπως όλοι οι προκάτοχοί του. Δίχως τους μεγάλους σταρ, δίχως να μπορεί να κρατήσει τους ηγέτες και δίχως να κερδίζει τίτλους (μην ξεχνάμε πως ο Κλοπ πρόπερσι έχασε δύο τελικούς). Σίγουρα έχει αλλάξει πολλά προς το καλύτερο, είναι σίγουρα ένας εξαιρετικός και σύγχρονος προπονητής, αλλά δεν βλέπω να μπορεί μαζί του να γίνει και φέτος καμία υπέρβαση, όσο κι αν είμαστε ακόμα στην αρχή της σεζόν, αν δεν έρθουν κάποιοι παίκτες απ’ το πρώτο ράφι.

Ο Κουτίνιο θα φύγει και ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ ποιος θα είναι ο αντικαταστάτης και πως θα μεταμορφωθεί άμεσα σε ηγέτη της ομάδας. Επίσης πρέπει να δούμε πόσο θα επηρεάσει όλο αυτό, θετικά ή αρνητικά, τις ισορροπίες μιας ομάδας που δεν φαίνεται να πατάει καθόλου καλά (το είδαμε άλλωστε τόσο στην πρεμιέρα με τη Γουότφορντ όσο και στην έδρα της Χοφενχάιμ) ούτε στη φετινή αφετηρία μιας σεζόν που αναμένεται αρκετά δύσκολη. Αν απ’ την άλλη ανατραπούν όλα τα δεδομένα και ο Κουτίνιο μείνει -χωρίς να το επιθυμεί- δεν ξέρω αν αυτό θα είναι καλό για την ομάδα αλλά και για τον ίδιο. Θεωρώ πως όχι. «Nothin’ had changed» δήλωσε πριν μερικές ώρες ο Κλοπ για το θέμα. Μια δήλωση που θα μπορούσε να περιγράφει ολόκληρη την πολιτική της ομάδας τα τελευταία χρόνια.

Πέντε πρωταθλητές Αγγλίας που δεν θυμάται κανείς

  [5 Σχόλια]

«Το πρωτάθλημα μπορεί να το κατακτήσει ο οποιοσδήποτε. Την ‘κορυφή’ στις συνειδήσεις των φιλάθλων ελάχιστοι». Αυτή είναι μια φράση που δεν απέχει καθόλου από την ποδοσφαιρική πραγματικότητα. Στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου (όπως και του παγκόσμιου) έχουν υπάρξει κορυφαίοι παίκτες που δεν κατέκτησαν ποτέ το εγχώριο πρωτάθλημα. Αυτό συνέβη φυσικά με τον Στίβεν Τζέραρντ και τον Ρόμπι Φάουλερ και παλιότερα με μύθους όπως ο Μπόμπι Μουρ, ο Τζόνι Χέινς και φυσικά ο Σερ Στάνλεϊ Μάθιους. Από την άλλη, μετάλλια πρωταθλητή έχουν στη συλλογή τους πολλοί παίκτες που δεν θυμάται -σχεδόν- κανείς. Με την ευκαιρία της έναρξης της νέας Πρέμιερ Λιγκ, θα ασχοληθούμε με τις κορυφαίες περιπτώσεις παικτών, που αν και δεν είχαν σημαντική προσφορά για τις ομάδες τους, «τσέπωσαν» το μετάλλιο του πρωταθλητή -σχεδόν- απ’ το «παράθυρο». Να τονίσω πως μέχρι το καλοκαίρι του 2013 οι ελάχιστες συμμετοχές για να πάρει κάποιος το μετάλλιο του πρωταθλητή για την Πρέμιερ Λιγκ δεν ήταν οι πέντε (5) αλλά οι δέκα (10), στερώντας από πάρα πολλούς αυτή τη χαρά.

Ρόνι Γουολγουόρκ (πρωταθλητής με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001)

O Γουολγουόρκ ανήκει σε μια κατηγορία παικτών που αμφιβάλλω αν θυμάται ακόμα και ο πιο φανατικός οπαδός της ομάδας των Red Devils. Κλασική περίπτωση βρετανικού «χορτοκοπτικού» αμυντικού μέσου που δεν άξιζε -και δεν έκανε- καμία σπουδαία καριέρα. Τα χρόνια που άνηκε στην ομάδα του Σερ Άλεξ δίνονταν δανεικός δεξιά και αριστερά -κυρίως- σε ομάδες μικρότερων κατηγοριών, περιμένοντας την ευκαιρία από τον σπουδαίο Σκωτσέζο μάνατζερ για  να μείνει μια ολόκληρη σεζόν στο Ολντ Τράφορντ. Αυτή ήρθε το καλοκαίρι του 2000. Ο Φέργκιουσον τον πίστεψε και τον κράτησε, με τον παίκτη να πατάει χορτάρι 12 φορές (τέσσερις ως βασικός και οχτώ ως αλλαγή) και τελικά να παίρνει το μετάλλιο του πρωταθλητή το Μάη. Το 2002 έφυγε για την Γουέστ Μπρομ και το 2011 πέρασε 15 μήνες στη φυλακή, όταν και βρέθηκε μπλεγμένος σε υπόθεση με κλεμμένα αυτοκίνητα. Τον θυμήθηκε κανείς;

Γίρι Γιάροσικ (πρωταθλητής με την Τσέλσι το 2005)

Τον Γενάρη του 2005 ο Ζοσέ Μουρίνιο ήθελε να ενισχύσει την Τσέλσι και στο πρόσωπο του διεθνή Τσέχου της ΤΣΣΚΑ είδε τον κατάλληλο άνθρωπο. Η μεταγραφή άγγιξε το ποσό των τριών εκατομμυρίων λιρών και ο Γιάροσικ έγινε κάτοικος Λονδίνου. Οι 14 συμμετοχές του τού έδωσαν το δικαίωμα να βάλει στην συλλογή του το μετάλλιο του πρωταθλητή Αγγλίας αλλά -ουσιαστικά- δεν έπεισαν ποτέ τον προπονητή του που, πολύ γρήγορα, κατάλαβε το μεγάλο του λάθος. Η έλευση του Εσιέν το επόμενο καλοκαίρι, άφησε τον Τσέχο ουσιαστικά εκτός rotation και τον έστειλε στην Μπέρμινγχαμ, όπου και βρήκε πάλι την χαμένη του φόρμα. Θεωρείται -και είναι- στις χειρότερες μεταγραφικές επιλογές (που δεν είναι και λίγες) που έχει κάνει ποτέ ο Πορτογάλος προπονητής.

Μάικ Νιούελ (πρωταθλητής με την Μπλάκμπερν το 1995)

O Νιούελ ξεκίνησε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στην ακαδημία της Λίβερπουλ, σε μια περίοδο που οι «κόκκινοι» ήταν η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη. Ψηλός και δυνατός, ένας επιθετικός παλαιάς κοπής που εν τέλει δεν κατάφερε να βρει χώρο στην σπουδαία Λίβερπουλ εκείνων των ετών. Ακολούθησε μια καριέρα σε πάρα πολλές μικρομεσαίες ομάδες της Αγγλίας, πριν καταλήξει στην Μπλάκμπερν. Τη σεζόν ’94-’95 ο Νιούελ δεν μπόρεσε να πάρει πολλές ευκαιρίες στα «ρόδα» μιας και το δίδυμο της επίθεσης, ο Άλαν Σίρερ και ο Κρις Σάτον, δεν άλλαζε σχεδόν ποτέ. Ένα δίδυμο που παρέα με τον Τιμ Σέργουντ, οδήγησε την ομάδα του Νταλγκλίς σε ένα μυθικό πρωτάθλημα. Συνολικά μέτρησε 10 συμμετοχές (τις δύο ως βασικός) και κατάφερε να πάρει το μετάλλιο. Οι φίλοι της ομάδας θα τον θυμούνται πάντα για το χατ-τρικ που είχε σκοράρει απέναντι στη Ρόζενμποργκ για το Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν ’95-’96, ένα χατ-τρικ που είχε έρθει σε 9 μόλις λεπτά και κατείχε το ρεκόρ -για το γρηγορότερο χατ τρικ- μέχρι το 2012 όταν και το έσπασε ο Γκομίς της Λυών. Στα αξιοσημείωτα το γεγονός πως μόνο 14 παίκτες εκείνης της Μπλάκμπερν είχαν πάρει μετάλλιο πρωταθλητή, σε μια εντεκάδα που δεν άλλαζε -σχεδόν- ποτέ.

Λούκ Τσάντγουϊκ (πρωταθλητής με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001)

Πραγματικά από τους χειρότερους παίκτες που θυμόμαστε να έχουν φορέσει τη φανέλα της Γιουνάιτεντ στα χρόνια του Φέργκιουσον. Μπροστά του ο Τζον Ο’ Σέι είναι ένα κράμα Αντρές Ινιέστα και Λούκα Μόντριτς. Υπερβολή; Καθόλου. Τη σεζόν 2000/2001 κατάφερε τελικά να βρει χώρο στο Ολντ Τράφορντ και να μετρήσει συνολικά 16 συμμετοχές, τις περισσότερες -εννοείται- ως αλλαγή. Σε δύο από αυτές  ο Τσάντγουϊκ κατάφερε να σκοράρει και δύο τέρματα, ένα κόντρα στην Μπράντφορντ και ένα κόντρα στη Λιντς, και κάπως έτσι έγραψε κι αυτός το όνομά του στο 14ο πρωτάθλημα της ομάδας. Μετά το Μάντσεστερ συνέχισε να ταλαιπωρεί το ποδόσφαιρο για πολλά χρόνια, πριν βάλει οριστικά τέλος στην «πλούσια» καριέρα του στην Soham Town Rangers, το καλοκαίρι του 2016.

Ζερεμί Αλαντιέρ (πρωταθλητής με την Άρσεναλ το 2004)

Ο Γάλλος επιθετικός ήταν σίγουρα μεγάλο ταλέντο -ο Βενγκέρ τον είχε φέρει στην Άρσεναλ το 1999 σε ηλικία 16 ετών- αλλά οι τραυματισμοί και το γεγονός πως είχε να συναγωνιστεί σπουδαίους επιθετικούς εκείνα τα χρόνια στους «κανονιέρηδες» (όπως ο Μπέργκαμπ και ο Ανρί), του στέρησαν (ίσως) μια πολύ καλύτερη καριέρα. Τη σεζόν 2003/2004 η Άρσεναλ κέρδισε το ιστορικό της αήττητο πρωτάθλημα και ο Αλαντιέρ θα έχει να καυχιέται πως υπήρξε κι αυτός μέλος εκείνης της ομάδας. Μιας ομάδας που είχε -κυριολεκτικά- αγγίξει το τέλειο. Ο νεαρός Γάλλος είχε μετρήσει συνολικά 10 συμμετοχές (χωρίς να σκοράρει κάποιο τέρμα) και κάπως έτσι έβαλε στην «συλλογή» του το ιστορικό μετάλλιο του μοναδικού αήττητου πρωταθλήματος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Αυτό είναι και το μοναδικό μετάλλιο που κέρδισε ποτέ στην καριέρα του. Στις μέρες μας -στα 34 του- συνεχίζει στη Γαλλία με τα χρώματα της Λοριάν.

H Βέσνα, ο Σάβο και η καριέρα που δεν έγινε ποτέ στην Αγγλία

  [6 Σχόλια]

WAGs είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε για τις γυναίκες και τις κοπέλες (άνευ γάμου) των διάσημων αθλητών σε όλο τον κόσμο και σε όλα τα σπορ. Εννοείται πως ξεκίνησε στην Αγγλία για τις γυναίκες που είχαν δίπλα τους οι ποδοσφαιριστές της εθνικής (μιλάμε για πρωτοπορία, όχι αστεία). Εκ των διασημότερων wags -ως γνωστόν- είναι η Βικτόρια Άνταμς-Μπέκαμ, πρώην Spice Girl με μόνιμο duck face εδώ και περίπου 20 χρόνια, η Ζιζέλ Μπούντχεν που είναι νυμφευμένη με τον κορυφαίο QB του NFL, Τομ Μπρέιντι (ο Πέιτον Μάννινγκ έχει αποσυρθεί ως γνωστόν), η Σάρα Καρμπονέρο γυναίκα του θρύλου Ίκερ Κασίγιας και φυσικά η Χριστίνα Στεφανίδη, κοπέλα εδώ και αρκετά χρόνια του Παναγιώτη του Κονέ. Από τις πιο άγνωστες στο ευρύ κοινό αλλά με τον τίτλο της «Πιο περίεργης swag» ήταν, είναι και θα είναι για όσο υπάρχει η ανθρωπότητα η Βέσνα (Μπόβαν) Μιλόσεβιτς. Γυναίκα και μεγάλος έρωτας του σπουδαίου Γιουγκοσλάβου πρώην άσου της μπάλας, Σάβο Μιλόσεβιτς. Και επειδή είναι καλοκαίρι και δεν θέλω να γράψω για την επιστροφή του Ρούνεϊ στην Έβερτον και την ομαδάρα που φτιάχνει ο Κλοπ στο Λίβερπουλ για να κατακτήσει επιτέλους το πρωτάθλημα (έχουμε άλλωστε καιρό γι’ αυτά), θα ασχοληθώ με τον άντρα της και με δαύτη. Με μπόλικες εννοείται «πινελιές» αγγλικού φουτμπόλ, για να μη χαλάμε και τις παραδόσεις.

Καλοκαίρι του 1995 η Άστον Βίλα έχει τερματίσει στην 18η θέση της Πρέμιερ Λιγκ (σε 22 ομάδες) και βλέπει τον πρώτο σκόρερ της ομάδας, τον Ουαλό Ντιν Σόντερς, να αφήνει τo Bίλα Παρκ για την Τουρκία και τα χρήματα της Γαλατά του Γκρέαμ Σούνες (οι δυο τους είχαν συνυπάρξει και στο Άνφιλντ μερικά χρόνια νωρίτερα). Η ομάδα του Μπράιαν Λιτλ είχε μείνει μόνο με ένα σπουδαίο επιθετικό, που έχει όμως πραγματοποιήσει τραγική σεζόν. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντουάιτ Γιόρκ, που έπρεπε πάση θυσία να πλαισιωθεί από κάποιον που θα έδινε και πάλι το εύκολο γκολ στους «χωριάτες» και θα απελευθέρωνε και τις αρετές του παίκτη από το Τρινιντάντ και Τομπάγκο. Ο Λιτλ ήξερε (και είχε σε μεγάλη εκτίμηση) ένα νεαρό διεθνή αριστεροπόδαρο Σέρβο με το όνομα Σάβο Μιλόσεβιτς που είχε κερδίσει δύο σερί πρωταθλήματα με την Παρτιζάν, σκοράροντας μάλιστα -σχεδόν- 70 γκολ με κάθε πιθανό (και απίθανο) τρόπο. Επίσης ο εμφύλιος που μαίνονταν στην πρώην Γιουγκοσλαβία έκανε ευκολότερη αυτή τη μετακίνηση μιας και ο παίκτης ήθελε κολασμένα να αφήσει τη χώρα του για ένα καλύτερο μέλλον, ποδοσφαιρικό και μη.

Λεφτά υπήρχαν πολλά όχι σαν του ΠΑΣΟΚ αλλά υπήρχαν και κάπως έτσι η Βίλα έκανε τον Σέρβο επιθετικό δικό της για περίπου 4 εκατομμύρια λίρες. Το ίδιο καλοκαίρι η ομάδα του Λιτλ απέκτησε τον κεντρικό αμυντικό Γκάρεθ Σαουθγκέιτ και τον θεούλη Άγγλο μέσο της Λέστερ, Μαρκ Ντρέιπερ (Όσοι τον θυμάστε κερδίζετε την παντοτινή μου αγάπη). Η «κορυφαία» όμως μεταγραφή δεν ήταν άλλη από την Βέσνα Μπόβαν. Τότε κοπέλα του Μιλόσεβιτς. Μια «μεταγραφή» που το τμήμα σκάουτινγκ της Βίλα δεν είχε δουλέψει καθόλου, μα καθόλου, σωστά και έχει χρεωθεί ως αποτυχημένη. Περισσότερο κι από του Μπεμπέ στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ή εκείνη του Κοντσέλσκι στη Λίβερπουλ επί Χότζσον (σκουπίζουμε το δάκρυ και πάμε παρακάτω).

Η Βέσνα με το που πάτησε το πόδι της στο μουντό, βροχερό και πάντα δύσκολο Μπέρμινγχαμ άρχισε να διαμαρτύρεται για τα πάντα. Τη μία της έφταιγε η βροχή. Την άλλη το κρύο. Την άλλη ο κόσμος στους δρόμους. Την άλλη η γλώσσα ακόμα και το φαγητό. Τα πάντα και ακόμα περισσότερα από τα πάντα. Αυτό που την έβγαζε όμως εκτός ελέγχου ήταν τα δημοσιεύματα των εφημερίδων που ασκούσαν «χειρουργική» κριτική στον Σάβο για τις επιδόσεις του εντός γηπέδου και στην ίδια για την lifestyle καθημερινότητα που ήθελε να ζήσει. Οι καυγάδες του ζεύγους ήταν σε καθημερινή βάση και οι υστερίες της Βέσνα (ως άλλη Μάρθα στο αριστουργηματικό «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι) δεν άφηναν τον Σάβο να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί -σχεδόν-ποτέ. Ακόμα και πριν ή μετά από σπουδαίες αναμετρήσεις αυτό που βίωνε ο Σάβο Μιλόγεβιτς ήταν η γκρίνια και οι φωνές για καθετί σχετικό ή άσχετο.

Κάπως έτσι η καριέρα μπήκε ασυναίσθητα σε δεύτερη μοίρα μιας και προτεραιότητα ήταν πάντα η Βέσνα και η ευχαρίστησή της. Ο Σάβο άλλωστε την αγαπούσε πραγματικά και αυτό δεν μπορούσε ουδείς να μην το παραδεχτεί, κάτι που φυσικά ίσχυε και για την ίδια μιας και αυτή λάτρευε το δεσμό της. Η Βέσνα έπαθε κατάθλιψη και μαζί της ο Σάβο δεν μπορούσε με τίποτα να βρει γαλήνη, να αδειάσει το μυαλό του και να αποδώσει στο γήπεδο  αυτό που πραγματικά μπορούσε, βοηθώντας την ομάδα του. Τα καλά του παιχνίδια ήταν μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού, με τον σκληρό βρετανικό Τύπο να του δίνει αρκετά γρήγορα το παρατσούκλι Miss-A-Lot-evic, παραφράζοντας το όνομά του με τις χαμένες ευκαιρίες που είχε σε κάθε παιχνίδι, κάτι που εξόργιζε τη «φίλη» μας και την έβγαζε εκτός ορίων, όπως η ίδια είχε παραδεχτεί κατά το παρελθόν.


Ποιος θα της χάλαγε χατήρι;

Τα 10 τέρματα στην πρώτη σεζόν του Μιλόσεβιτς στην Πρέμιερ Λιγκ τον έβαλαν στις χειρότερες μεταγραφές για το Νησί και πλέον ήταν γεγονός πως είχε μπει για τα καλά στο μάτι του κυκλώνα, ασχέτως αν η Βίλα είχε κερδίσει το Λιγκ Καπ κόντρα στη Λιντς με τον ίδιο να ανοίγει το σκορ στον τελικό. Κανένα μα κανένα ελαφρυντικό από τους αρθρογράφους της εποχής, που είχαν βρει στο πρόσωπο του Σέρβου και της όμορφης αγαπημένης του τα τέλεια «θύματα». «Με την κακή σου απόδοση μπορείς να τα βρεις, με τον Τύπο αυτής της χώρας ποτέ» του είχε πει ο Λιτλ μετά από κάποια προπόνηση, με τον Μιλόσεβιτς να δείχνει να μην καταλαβαίνει αυτό που θα ακολουθούσε. Εννοείται πως οι παραξενιές της Βέσνα δεν του έδιναν το δικαίωμα να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο ολοκληρωτικά και να βρεθεί σε απόλυτη ψυχική ηρεμία, κυριολεκτικά ποτέ, κάτι που έκανε την κατάσταση ολοένα και χειρότερη εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου για τον ίδιο αλλά και την ομάδα του. Η δεύτερή του σεζόν ήταν και αυτή μέτρια (προς κακή) και ουσιαστικά με την έλευση του νέου προπονητή, Τζον Γκρέγκορι, ο Σάβο τέθηκε εκτός ομάδας στα μέσα της τρίτης του σεζόν.

Ήταν Φεβρουάριος του ’98 όταν ουσιαστικά έκλεισε ο κύκλος του Μιλόσεβιτς στα αγγλικά γήπεδα. Το καλοκαίρι η Βέσνα μάζεψε τα ακριβά της ρούχα και τα φανταχτερά της κοσμήματα και μαζί με τον Σάβο έφυγαν για τη Σαραγόσα στην Ισπανία. Εκεί που ο παίκτης βρήκε και πάλι την ηρεμία και την ποδοσφαιρική του Ιθάκη. Το ζευγάρι ήταν πλέον χαρούμενο και αυτή τους η χαρά αποτυπώθηκε με τον καλύτερο τρόπο -εκτός της Ισπανίας- και στα γήπεδα της Ολλανδίας και του Βελγίου για το Γιούρο του 2000, εκεί που ο Σέρβος στράικερ πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις με τη φανέλα της Γιουγκοσλαβίας, κερδίζοντας μάλιστα και το βραβείο του πρώτου σκόρερ. Ένα βραβείο που μοιράστηκε με τον Ολλανδό Πάτρικ Κλάιφερτ (αμφότεροι είχαν σκοράρει από 5 τέρματα).

Μετά τη Σαραγόσα ακολούθησαν η Πάρμα, η Οσασούνα και η Θέλτα πριν ο παίκτης κλείσει την καριέρα του στη Ρωσία και το παγωμένο Καζάν το 2008, πάντα με την αγαπημένη του Βέσνα στο πλευρό του. Η Βέσνα πάντως με το Καζάν και το κρύο δεν είχε πρόβλημα μιας και τα χρήματα των Ρώσων ήταν υπερβολικά πολλά για την τότε αξία του άντρα της και η ηρεμία είχε πλέον γαληνέψει εντελώς την ψυχή της. Το αγαπημένο ζευγάρι έχει αποκτήσει δύο γιους και μία κόρη και συνεχίζουν να ζουν μαζί. Εννοείται δεν θέλουν να βλέπουν το Μπέρμιγχαμ ούτε ζωγραφιστό. Άδικο δεν τους ρίχνω.

Άστους αυτούς κι άκου την κερκίδα να λυσσομανάει

  [2 Σχόλια]

Το Σάββατο 12 Αυγούστου η Μπράιτον του Κρις Χιούτον θα αγωνιστεί για πρώτη φορά στην ιστορία της στην Πρέμιερ Λιγκ, υποδεχόμενη στο Φάλμερ, και όχι στο ιστορικό Γκόλντστόουν Γκράουντ, την πολυδιαφημισμένη και άκρως ποιοτική Σίτι του Πεπ Γκουαρδιόλα των εκατοντάδων εκατομμυρίων λιρών. Οι «γλάροι» μετά από ένα πολύ δύσκολο ταξίδι σχεδόν 20 ετών, και αφού έφτασαν πολύ κοντά ακόμα και στην οικονομική καταστροφή και τη διάλυση, θα βρεθούν στο κορυφαίο πρωτάθλημα του πλανήτη με μοναδικό στόχο -τι άλλο- την παραμονή.

«Γνωρίζουμε πολύ καλά τις δυσκολίες που έχει το να αγωνίζεσαι στο κορυφαίο πρωτάθλημα, κόντρα σε εξαιρετικές ομάδες, αλλά δεν φοβόμαστε. Θα παλέψουμε και θα προσπαθήσουμε να πάρουμε ό,τι μας αναλογεί. Είμαστε ενθουσιασμένοι και θα ζήσουμε με πάθος όλες τις στιγμές αυτού του δύσκολου και άκρως ανταγωνιστικού πρωταθλήματος» δήλωσε πριν λίγες μέρες ο Ιρλανδός προπονητής που δεν κρύφτηκε πίσω από το δάχτυλό του. Η τελευταία σεζόν της Μπράιτον στην πρώτη κατηγορία ήταν τη σεζόν 1982/1983, όταν είχε φτάσει μάλιστα στον τελικό του κυπέλλου Αγγλίας, απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Ρον Άτκινσον.

                                              Μπράιαν Ρόμπσον και Στήβ Φόστερ

Η Μπράιτον στα 116 χρόνια της ιστορίας της δεν έχει να επιδείξει και πολλές σπουδαίες στιγμές. Εκείνος ο χαμένος (διπλός) τελικός κυπέλλου κόντρα στη Γιουνάιτεντ το ’83. Η τεράστια πρόκριση απέναντι στη Λίβερπουλ την ίδια χρονιά για την 5η φάση του κυπέλλου Αγγλίας. Μία πρόκριση που είχε χαρίσει στους Βρετανούς μια εκ των γραφικότερων ραδιοφωνικών στιγμών όταν ο Τζον Πιλ (γνωστός φίλος της Λίβερπουλ) είχε ξεκινήσει την  ιστορική ραδιοφωνική του εκπομπή The Peel Sessions με ήχους γλάρων που τους πυροβολούσαν στον αέρα, πριν δώσει -εννοείται- τα συγχαρητήριά του. Και φυσικά η νίκη για το Charity Shield του 1910 κόντρα στη σπουδαία Άστον Βίλα του Τζορτζ Ράμσεϊ. Οι πιο ρομαντικοί φίλοι της Μπράιτον τοποθετούν ανάμεσα σε αυτές τις στιγμές και το μικρό πέρασμα του Μπράιαν Κλαφ από τον πάγκο της ομάδας τη σεζόν ’73-’74 και ας γνώρισαν τότε μία από τις πιο ντροπιαστικές ήττες στην ιστορία τους.

Το καλοκαίρι του ’96 η Μπράιτον έπεφτε στην τρίτη κατηγορία της Αγγλίας και τότε ήταν που ξεκίνησαν και τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Η διοίκηση αποφάσισε να πουλήσει το γήπεδο της ομάδας (το ιστορικό Γκόλντστόουν Γκράουντ) δίχως όμως να μπορέσει να λύσει τα περισσότερα εξ αυτών.  Η Μπράιτον είχε μπει για τα καλά σε μια «σκοτεινή» περίοδο, δίχως γήπεδο και χρήματα και χωρίς -ουσιαστικά- δυναμική εντός και εκτός αγωνιστικών χώρων. Το ίδιο διάστημα ένας πυρήνας φανατικών οπαδών των «γλάρων», με ηγέτη τον επιχειρηματία και άρρωστο με την ομάδα, Ντικ Νάιτ, ανέλαβαν να σώσουν το κλαμπ, κάτι που εν τέλει και κατάφεραν. Μπροστάρης επίσης σε όλη αυτή την αποστολή ήταν ο Τζον Μπέιν. Γνωστός στο Σάσεξ και ως Attila Stockbrocker. Ένας πανκ περφόρμερ, ποιητής, μουσικός και πρώην χρηματιστής, εκφωνητής για πολλά χρόνια στα εντός έδρας παιχνίδια της ομάδας και πρωτοστάτης -επίσης- στο να χτιστεί το νέο γήπεδο της ομάδας, το Φάλμερ.

Φυσικά τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε γίνει δίχως την οικονομική βοήθεια ενός άλλου παιδιού του Σάσεξ και φίλου της ομάδας, του επαγγελματία παίκτη πόκερ Τόνι Μπλούμ. Ο Μπλούμ (γνωστός και ως The Lizard) είναι πρόεδρος της Μπράιτον εδώ και μια δεκαετία και δίχως αυτόν η ομάδα από το Σάσεξ δεν θα είχε σηκώσει κεφάλι ποτέ τόσο γρήγορα, ίσως και ποτέ. Η ουσία είναι πως από τα μέσα της νέας χιλιετίας η Μπράιτον άρχισε να πατάει και πάλι στα πόδια της χάρις στους οπαδούς της και αυτό είναι κάτι το μοναδικά υπέροχο σε μια περίοδο που είχαν αρχίσει να εισβάλουν στο ποδόσφαιρο -και δη και στο Αγγλικό- ένα σωρό ξένοι επενδυτές-ιδιοκτήτες.

Θα κλείσω αυτό το μικρό κείμενο με το ποίημα του Μπέιν «Γράφοντας ιστορία». Ένα ποίημα που γράφτηκε κάπου στις αρχές της νέας χιλιετίας, σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Άλντερσοτ, και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την ειλικρινή αγάπη που είχαν (και έχουν) αυτοί οι άνθρωποι για την ομάδα τους. Ζώντας την Μπράιτον πρώτα ως οπαδοί και μετά ως διοικητικά στελέχη.

                                                Ο Μπλουμ επί το έργον

«Αυτό είναι το παιχνίδι που αγάπησα, το παιχνίδι που έμαθα. Όχι ελεγχόμενο, ούτε αποστειρωμένο για εταιρική κονόμα. Ο καθένας να το ζει με ξαναμμένα μάτια, κάθε πέννα που δίνεις ν’ αξίζει. Να τραγουδάμε όλοι μαζί στη βροχή.

Μας λένε ότι αυτές οι μέρες πέρασαν και πέθαναν. Όμως και οι Σοτς και εμείς οι Γλάροι τα έχουμε ξανακούσει αυτά. Είμαστε μαζί μέχρι τ’ αρπακτικά να φύγουν.

Γάμησέ τους αυτούς κι άκου την κερκίδα να λυσσομανάει!»

Πρέμιερ Λιγκ Τεστ: Βρες τον παίκτη απ’ τη φωτογραφία

  [Καθόλου σχόλια]

Αν είσαι λάτρης της φωτογραφίας και του κορυφαίου πρωταθλήματος του πλανήτη, της Πρέμιερ Λιγκ δηλαδή, πρέπει να αναμετρηθείς με αυτό το κουίζ. Οι φανατικοί του Αγγλικού ποδοσφαίρου -λογικά- θα το βρουν εύκολο. Οι λιγότερο μυημένοι θα δυσκολευτούν αρκετά και αυτοί που δεν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο στο Νησί, καλύτερα να προτιμήσουν κάτι άλλο για να «σκοτώσουν» την ώρα τους. ‘Ενα σταυρόλεξο είναι καλή ιδέα κατά την ταπεινή μου -πάντα- γνώμη. Για να δούμε λοιπόν. Είσαι από αυτούς που όταν βρεθούν με μια καλή φωτογραφική μηχανή σε κάποιο γήπεδο (σε μια σπουδαία αναμέτρηση) θα τραβήξεις φωτογραφίες παικτών και όμορφων φάσεων ή θα προτιμήσεις το φεγγάρι, τα σύννεφα, τη βροχή και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο, βγάζοντας την καλλιτεχνική (και ρομαντική) σου φύση έχοντας στο μυαλό σου να εξελιχθείς στο νέο Άρη Μεσσήνη. Αστειεύομαι σε όλα τα παραπάνω (τη δουλειά του Μεσσήνη πάντως αξίζει να την ψάξετε). Το κουίζ είναι για «αρρωστάκια» της Πρέμιερ Λιγκ. Άντε νας σας δω.

Από την κουζίνα στην εξέδρα

  [3 Σχόλια]

Υπάρχουν στιγμές που σαν παιδιά θέλουμε να ξεχάσουμε, που θα θέλαμε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Κυρίως έχουν να κάνουν με τους γονείς μας, την μαμά που θα μας τσιμπήσει το μάγουλο μπροστά στα κορίτσια του Β2, που θα μας κάνει ρεζίλι όταν πάμε να αγοράσουμε παπούτσια, που θα έρθει στο πάρτι να δει τι γίνεται. Στα αγγλικά η λέξη είναι cringeworthy και δεν νομίζω ότι υπάρχει καλό συνώνυμο. Στο ποδόσφαιρο τέτοιες στιγμές ντροπής, δεν είναι συχνές. Κυρίως γιατί απουσιάζουν οι μαμάδες. Οι οπαδοί της Νόριτς όμως το ζουν αυτό, τόσο με τα καλά, όσο και με τα κακά του.

Εδώ και αρκετά χρόνια, την ιδιοκτησία της ομάδας έχει η κυρία Ντέλια Σμιθ (μαζί με το σύζυγό της). Η ιστορία είναι αρκετά αστεία, γνωρίζοντας ότι η Ντέλια Σμιθ είναι γνωστή σεφ, παρουσιάστρια εκπομπών και συγγραφέας. Σαναλέμε, κάτι σαν τη Βέφα Αλεξιάδου. Επί των ημερών της, τα Καναρίνια κατάφεραν να επιστρέψουν στην μεγάλη κατηγορία, κατακτώντας τη First Division του 2004. Η χρονιά της επιστροφής όμως ήταν δραματικά κακή, με τη Νόριτς να βρίσκεται σταθερά στις θέσεις του υποβιβασμού. Στις 28 Φεβρουαρίου του 2005 η Νόριτς υποδεχόταν τη Σίτι, ούσα 20η και τελευταία με μόλις τρεις νίκες σε 27 αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε 16 λεπτά σκόραρε δύο φορές, έκανε το 2-0 ο κόσμος αναθάρρησε για λίγο, μέχρι που οι φιλοξενούμενοι απάντησαν σε 2-2 πριν λήξει το ημίχρονο.

Αυτή η εναλλαγή έκανε τον κόσμο απογοητευμένο. Η κυρία Σμιθ αποφάσισε να πάρει στα χέρια της την κατάσταση. Σε λίγο αγρία κατάσταση (πιθανότατα έχοντας πιει λίγο μπράντι από κάποιο φλασκί κρυμμένο στο γούνινο παλτό της), κατέβηκε στον αγωνιστικό χώρο και πάτησε χορτάρι με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Με τσιριχτή φωνή έστειλε το μήνυμα «στους καλύτερους οπαδούς του κόσμου». «Χρειαζόμαστε το δωδέκατο παίκτη της ομάδας» τους είπε, ρωτώντας σπαρακτικά «πού είστε» με έναν μαγικό αγγλικό τρόπο. Το από καρδιάς μήνυμα έκλεισε με το «Let’s be ‘avin’ you» και  η κυρία Σμιθ επέστρεψε στις κερκίδες για το 2ο ημίχρονο.

Ένα 2ο ημίχρονο που ήταν ακόμα χειρότερο, καθώς ο Ρόμπι Φάουλερ στο 90′ έδωσε τη χαριστική βολή στους γηπεδούχος. Το σόου της κυρίας Σμιθ μπορεί μεν να άφησε εποχή και να την έκανε ακόμα πιο διάσημη, δεν είχε όμως αποτέλεσμα. Η Ντέλια δήλωσε ότι είναι μια οπαδός, δεν μπορεί να φοράει τα ρούχα του παράγοντα και ότι ήταν κάτι που έκανε γιατί το ένιωσε, βλέποντας την απογοήτευση μετά το 2-0 που έγινε 2-2. Επίσης είπε ότι είχε πιει λίγο κρασί πριν το ματς, αλλά δεν ήταν μεθυσμένη.

Η Νόριτς τελικά τερμάτισε 19η εκείνη τη σεζόν και έχασε για μόλις έναν βαθμό την παραμονή. Για αρκετά χρόνια έμεινε μακριά από την Πρέμιερ, αλλά το 2011 επέστρεψε και ο κόσμος στους ρυθμούς του «Go West» την αποθέωσε τραγουδώντας «Come on, let’s be havin’ you», τη γνωστή της ατάκα από εκείνη την αποφράδα νύχτα του 2005. Η κυρία Σμιθ πήρε ξανά το μικρόφωνο στο δημαρχείο της πόλης, είπε λάθος το όνομα του προπονητή, δήλωσε χαρούμενη που η ομάδα έμεινε στην κατηγορία (και όχι που ανέβηκε) και οι φήμες ότι είχε πιει λίγη σαμπάνια πριν τον λόγο της μπροστά σε περίπου 40.000 οπαδούς κυκλοφόρησαν ξανά.

Και όσο και να σκέφτεστε κάποιοι «άντε γύρνα στην κουζίνα σου» (στην μοναδική φορά που το σχόλιο δεν θα είναι απαράδεκτα σεξιστικό, αλλά αληθινό), είναι εξίσου γραφικό και ωραίο να υπάρχουν ακόμα τέτοιες μορφές, σε ένα αγγλικό ποδόσφαιρο γεμάτο σεΐχηδες, εμίρηδες, πρώην σοβιετικούς και νυν πλυντηριάδες, Αμερικάνους που δεν ξέρουν πώς παίζετε το σόκερ και γενικά κάθε καρυδιάς καρύδι ζάμπλουτους τύπους που δεν θα αγαπήσουν ποτέ την ομάδα τους. Δεν θα το αγαπήσουν όσο η… χρυσοχέρα Ντέλια Σμιθ, που στο παρακάτω βίντεο ευχαριστεί (σε μια ακόμα άνοδο το 2015) τον κόσμο που πήγαινε στο γήπεδο στη Β’ εθνική και δεν παράτησε την ομάδα, αλλά και τον προπονητή που την ανέβασε (και απέλυσε τελικά πριν λίγους μήνες):

Το χαμένο πέναλτι του Λε Τισσιέ

  [3 Σχόλια]

Κύθηρα 2005. Διακοπές. Ενώ ετοιμαζόμαστε με τον καλύτερό μου φίλο να βγούμε για ποτάκι, ανάμεσα σε βρεγμένα μαγιό, πετσέτες και πεταμένα ρούχα εδώ και εκεί, θα με ρωτήσει: «Τον Ματ Λε Τισσιέ τον ξέρεις». Πάγωσα. Πως είναι δυνατόν να με ρωτάς κάτι τέτοιο. Εμένα που ζω και αναπνέω για το Αγγλικό ποδόσφαιρο. Πριν προλάβω να απαντήσω θα συμπληρώσει, «Ήταν ένας εξαιρετικός Άγγλος ποδοσφαιριστής της Σαουθάμπτον που όμως είχε απαράμιλλη τεχνική. Δεν μου κάνει για Άγγλος και το όνομά του δεν είναι σίγουρα αγγλικό. Ναι. Ήταν τόσο καλός επειδή δεν είναι Άγγλος. Οι ρίζες του πρέπει να βρίσκονται κάπου ανάμεσα σε Γαλλία, Ισπανία και δεν ξέρω και’γω που αλλού». Νευρίασα λιγάκι αλλά δεν το συνέχισα. «Τον γνωρίζω πολύ καλά τον Λε Γκοντ (αυτό ήταν το προσωνύμιό του όταν ‘μάγευε’ με τη φανέλα των «αγίων)» του είπα «αλλά ας μη το συνεχίσουμε για την ώρα. Βαριέμαι να μιλήσω για ποδόσφαιρο. Είμαστε διακοπές, μα τον Φάουλερ». Τελικά πήγαμε για ποτό και -εννοείται- συνεχίσαμε να μιλάμε για τον Λε Τισσιέ, τη Λίβερπουλ που πριν λίγο καιρό είχε κατακτήσει το Τσάμπιονς Λιγκ, τη Γιουβέντους, την Μπάρτσα και τον ΠΑΟ που μόλις είχε υπογράψει τους Μπίσκαν και Φλάβιο Κονσεϊσάο και εμείς ονειρευόμασταν τότε μια μαγική τριπλέτα στον άξονα, παρέα με τον Έκι τον Γκονζάλες.

O Ματ Λε Τισσιέ ήταν όντως ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής. Ένας μεσοεπιθετικός που γνώριζε πολλά καντάρια μπάλα. Ένας τεμπελάκος όμως παίκτης που προτιμούσε την καλή ζωή από την προπόνηση και που ζούσε -σχεδόν- και μόνο για τον αγώνα. Προτιμούσε τη σιγουριά της Σαουθάμπτον και δεν έκανε ποτέ το μεγάλο βήμα για κάποιο μεγαλύτερο κλαμπ ξέροντας πως θα έπρεπε να θυσιάσει πολλά για να σταθεί σε ομάδες, όπως η Γιουνάιτεντ για παράδειγμα. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον τον ζάλιζε κάθε καλοκαίρι να μετακομίσει στο Όλντ Τράφορντ και να φτιάξει ένα ονειρικό δίδυμο με τον Ερίκ Καντονά μα ο Λε Τισσιέ, ενώ του έλεγε πως θα κάνει το μεγάλο βήμα, τελικά επέλεγε να μείνει στην ομάδα της καρδιάς του, να πίνει τις μπύρες του και να τρώει τους γκουρμέ μεζέδες του, μαγεύοντας το κοινό της Αγγλίας -σχεδόν- κάθε αγωνιστική, χωρίς όμως να φτάσει ποτέ να κατακτήσει κάποιον τίτλο. «Who cares?» Οι φίλοι της ομάδας έχουν να λένε για το φοβερό δέσιμο που είχε με τον Άλαν Σίρερ στις αρχές των 90s με τη φανέλα των «αγίων», για το μαγικό δεξί του πόδι, «Θα σου την στείλω δεξιά στο παράθυρο. Πήδα αλλά δεν πρόκειται να την πιάσεις» συνήθιζε να λέει στους τερματοφύλακες της εποχής, κάνοντας τα λόγια του πράξη, και φυσικά για το εξωπραγματικό του ρεκόρ στην ευστοχία των πέναλτι. Ο Ματ Λε Τισσιέ σε ολόκληρη την πλούσια καριέρα του με τη φανέλα της Σαουθάμπτον είχε αστοχήσει μία και μοναδική φορά από την άσπρη βούλα. Το ρεκόρ του το πλησίασε, μετά από πολλά χρόνια ακόμα ένας παίκτης των αγίων, ο Ρίκι Λάμπερτ, πριν μετακομίσει και καταστρέψει ουσιαστικά την καριέρα του προς Άνφιλντ μεριά για τη φανέλα των «κόκκινων». Μια φανέλα που είχε όνειρο να φορέσει από παιδί και που τον οδήγησε μετά στο Χόθορνς και τη Γουέστ Μπρομ.

Σε 48 εκτελέσεις πέναλτι ο Λε Γκοντ είχε ευστοχήσει σε 47 και αν δεν είχε βρεθεί ο Ουαλός Μαρκ Κρόσλεϊ της Νότινγχαμ Φόρεστ να πιάσει εκείνο το κακοχτυπημένο πέναλτι στις 24 Μαρτίου του 1993 ο Άγγλος με το νούμερο 7 στην πλάτη θα είχε ένα απίστευτο και μοναδικό ρεκόρ. Μετά από αυτή την άτυχη στιγμή ο αρχηγός των «αγίων» συνέχισε με 27 σερί εύστοχα πέναλτι πριν κλείσει την καριέρα του το 2002, στα 34 του. Στα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο είχε πολλούς και μεγάλες θαυμαστές αλλά και αρκετούς εχθρούς. Ένας από αυτούς είναι ο πρώην συμπαίκτης του (και διεθνής με τα τρία λιοντάρια για ένα μικρό φεγγάρι) Κάρλτον Πάλμερ, που τον θεωρούσε πάντα τεμπέλη, χοντρό και υπερεκτιμημένο. Προσωπικά θα κρατήσω, και θα κλείσω αυτό το κείμενο, με δύο-τρεις λέξεις του κορυφαίου κεντρικού μέσου των τελευταίων 15 ετών για την αξία του -λατρεμένου- Ματ Λε Τισσιέ. «Όταν ήμουν μικρός, ο παίκτης που θαύμαζα και ήθελα να μοιάσω ήταν ένας Άγγλος που έπαιζε στη Σαουθάμπτον και φορούσε το νούμερο 7. Ήταν απλά απολαυστικός». Τα λόγια ανήκουν στον Τσάβι και -εννοείται-  κάπου ο Λε Τισσιέ πίνει την μπύρα του χαμογελώντας όταν κάποιος του τα θυμίζει. Είμαι σίγουρος.

ΥΓ: Αφορμή για το κείμενο στάθηκε η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου (για καθαρά προσωπικούς λόγους που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί και δεν υπάρχει και λόγος) και το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του εξαιρετικού soundtrack της Ελένης Καραϊνδρου. Όσοι θέλετε τιμήστε το και δεν θα χάσετε.