Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Αγγλικό πρωτάθλημα'

Όταν ο Καντονά κλώτσησε τον ρατσισμό

  [4 Σχόλια]

Ο Ερίκ Καντονά δεν είναι ακόμα μία συνηθισμένη περίπτωση κάποιου, που υπήρξε κάποτε, ένας κορυφαίος ποδοσφαιριστής, και προσωπικά τον λατρεύω γι’ αυτό. Κι ας αγωνίστηκε -με τεράστια επιτυχία- στην ομάδα που  ήταν, είναι και θα είναι, ο μεγαλύτερος αντίπαλος της ομάδας που εγώ υποστηρίζω. Η αρχοντική του κορμοστασιά δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Ο σηκωμένος του γιακάς δεν μπορούσε να σε αφήσει ασυγκίνητο. Η μοναδική του τεχνική, ώρες-ώρες, σε έκανε να παραμιλάς. Το ψυχρό του βλέμμα, ικανό να τρομάξει αντιπάλους, συμπαίκτες ακόμα και θεατές στην εξέδρα. Πάνω απ’ όλα όμως, το γεγονός πως έπαιρνε, και συνεχίζει να παίρνει, θέση για καθετί σημαντικό -εντός και εκτός ποδοσφαίρου- τον κατατάσσουν πολύ ψηλά στις συνειδήσεις όλων όσων δεν ασχολούνται επιφανειακά με το ποδόσφαιρο, αλλά ψάχνουν σε αυτό και άλλα βαθύτερα νοήματα, αντιμετωπίζοντάς το ως αυτό που είναι πραγματικά: Ένα πανέμορφο παιχνίδι που συνάμα είναι και ένα σπουδαίο κοινωνικό φαινόμενο. Με ό,τι φυσικά αυτό, περικλείει ως κάτι τέτοιο.

Στις αρχές των 90s -και αφού έχουν προηγηθεί τα γεγονότα του Χέιζελ και του Χίλσμπορο- το αγγλικό ποδόσφαιρο προσπάθησε να αλλάξει με ταχείς ρυθμούς, προς το καλύτερο, και τα κατάφερε. Έτσι τουλάχιστον θέλουμε όλοι να πιστεύουμε. Οι θέσεις ορθίων άρχισαν να εξαφανίζονται, βυθίζοντας στη θλίψη αρκετούς φιλάθλους που είχαν μάθει εντελώς διαφορετικά. Τα γήπεδα έγιναν πολύ πιο καθαρά και σύγχρονα, δίνοντας πολλές ανέσεις σε αυτούς που αγοράζουν ένα -ακριβό- εισιτήριο, και φυσικά ο κύριος όγκος των χούλιγκανς σταμάτησε να πηγαίνει οργανωμένα στο γήπεδο. Αυτό φυσικά δεν αναιρούσε το γεγονός πως, εκτός γηπέδου, τα «ραντεβού» έδιναν και έπαιρναν. Κάτι που συνεχίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Αυτό -όπως είναι λογικό- δεν ενοχλούσε καθόλου την FA, αφού το τηλεοπτικό της «προϊόν» γίνονταν μέρα με τη μέρα ολοένα και πιο ελκυστικό. Ολοένα και πιο ακριβό. Ολοένα και πιο λαμπερό.

Την ίδια περίοδο έφτασε στο Νησί και ο Καντονά, με τη φήμη που τον ακολουθούσε να είναι επιεικώς απαράδεκτη, λόγω του εκρηκτικού του χαρακτήρα. Ενός χαρακτήρα που τον έβαζε αρκετά συχνά σε μπελάδες. Ο Γάλλος είχε ξυλοφορτώσει τον συμπαίκτη του, Μπρούνο Μαρτίνι, όταν είχε αγωνιστεί δανεικός στην Μαρτιγκές απ’ την Οσέρ. Είχε χτυπήσει διαιτητή, πετώντας του την μπάλα, με αρκετά υποτιμητικό και βίαιο τρόπο. Είχε τιμωρηθεί με τρίμηνο αποκλεισμό για ένα δολοφονικό μαρκάρισμα στον Μισέλ Ντε Ζακαριάν της Ναντ. Είχε χτυπήσει με παπούτσι στο κεφάλι τον συμπαίκτη του, Ζαν Κλωντ Λεμούλ, όταν έπαιζε στην Μονπελιέ και φυσικά είχε προλάβει να αποκλειστεί -για ένα πολύ μικρό διάστημα- και απ’ την εθνική, μιας και είχε έρθει σε ολική ρήξη με τον τότε προπονητή, Ανρί Μισέλ. Ο χαρακτηρισμός μάλιστα «σκατοσακούλα» που είχε ξεστομίσει στον γαλλικό Τύπο για τον Μισέλ, ακολουθούσε τον εκλέκτορα των Τρικολόρ για πάρα πολλά χρόνια.

Επίσης είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. Να τσακωθεί δηλαδή ακόμα και σε αγώνα φιλανθρωπικού χαρακτήρα σε μια κίνηση που είναι υπερβολικά δύσκολο να περιγραφτεί με λόγια. Τουλάχιστον από εμένα. Αυτά φυσικά είναι μόνο λίγα από όλα όσα είχε καταφέρει τα χρόνια που έπαιζε στα γήπεδα της Γαλλίας. Γι’ αυτούς τους λόγους, και ακόμα περισσότερους, δεν τον είχε φέρει και ο Σούνες στην Λίβερπουλ, την περίοδο που ο Μισέλ Πλατινί τον παρακαλούσε, μήπως και σώσει την καριέρα του σπουδαίου Γάλλου επιθετικού. Μια καριέρα που έδειχνε να έχει πάρει την κάτω βόλτα. Αυτό, τελικά, έγινε στη Λιντς με τον Καντονά να φτιάχνει και πάλι το όνομά του, αφού είχε προηγηθεί η απόρριψή του απ’ την Σέφιλντ Γουένσντεϊ. Ναι, συνέβη και αυτό στον σπουδαίο Ερίκ Καντονά.

Εκτός των εξωπραγματικών του εμφανίσεων στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και των τίτλων που κέρδισε, ο Καντονά θα μνημονεύεται πάντα, για εκείνο το κουνγκ-φου χτύπημα στον Μάθιου Σίμονς. Τον φίλαθλο της Κρίσταλ Πάλας, τον Δεκέμβριο του 1995, στο Νότιο Λονδίνο και συγκεκριμένα στο Σέλχαρστ Παρκ. Αφού είχε μόλις δεχθεί την κόκκινη κάρτα για ένα σκληρό μαρκάρισμα στον Ρίτσαντ Σο, αμυντικό της Πάλας, κι αφού κατευθυνόταν στα αποδυτήρια, ο Καντονά κινήθηκε μαινόμενος προς την κερκίδα, με τα υπόλοιπα να είναι πλέον γνωστά. Η FA τιμώρησε τον Καντονά με αποκλεισμό 8 μηνών από το ποδόσφαιρο και 120 ώρες κοινωνική εργασία καθώς παράλληλα πλήρωσε ποινή φυλάκισης δύο εβδομάδων, συν ακόμα ένα τεράστιο χρηματικό πρόστιμο.

Ο Γάλλος μάλιστα την ίδια περίοδο αποσύρθηκε και απ’ την εθνική Γαλλίας καθώς έβλεπε -ανήμπορος να βοηθήσει- την Γιουνάιτεντ να χάνει στο τέλος της σεζόν το πρωτάθλημα απ’ την Μπλάκμπερν. Ο βρετανικός Τύπος εννοείται πως είχε φερθεί πολύ σκληρά στον Γάλλο σταρ και πως, ηθελημένα, δεν είχε ψάξει το γεγονός όπως κανονικά θα έπρεπε. Εις βάθος. Αντ’ αυτού η στοχοποίηση του ποδοσφαιριστή, που είχε όντως πολύ κακή φήμη, στο «υγιές» πλέον αγγλικό ποδόσφαιρο έγινε ο βασικός στόχος. Η δήλωση του Καντονά έξω απ’ το δικαστήριο πως «Όταν οι γλάροι ακολουθούν την τράτα, είναι γιατί νομίζουν πως θα πεταχτούν σαρδέλες στη θάλασσα» μπορεί να είχε φανεί τότε αστεία και δίχως νόημα, αλλά ήταν τελικά το ακριβώς αντίθετο, κρύβοντας μάλιστα -ουσιαστικά- όλη την αλήθεια αυτής της ιστορίας και την υποκριτική στάση των ΜΜΕ. Μιας ιστορίας που είχαν κρύψει αρκετά καλά για να προστατεύσουν το ακριβό ποδοσφαιρικό προϊόν που άρχιζε να κατακτά ολόκληρο τον πλανήτη. Παρακάτω θα καταλάβετε τον λόγο.

Ο Σίμονς, το «θύμα» δηλαδή, είναι γέννημα-θρέμμα του Θόρντον Χιλ, ακριβώς δίπλα στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας και αν και δηλώνει περισσότερο φίλος της Φούλαμ, πήγαινε αρκετά συχνά και στα παιχνίδια των «αετών», στο Σέλχαρστ Παρκ. Αυτή η σχέση ξεκίνησε απ’ όταν η μητέρα του δούλευε για -πολλά χρόνια- στο μπαρ του γηπέδου. Μάλιστα, στα παιδικά του χρόνια, ο Σίμονς είχε υπάρξει και ball boy της ομάδας. Μέχρι εδώ όλα καλά. Αυτό που ποτέ δεν βγήκε στην επιφάνεια εκείνα τα χρόνια ήταν το κοινωνικό προφίλ του διάσημου «θύματος» και το γεγονός πως εκείνη την περίοδο ήταν μέλος του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος και πως συμμετείχε ακόμα σε πορείες και συλλαλητήρια δίπλα σε ένα σωρό ακροδεξιά στοιχεία.

Επίσης στα 17 του, λίγα χρόνια δηλαδή πριν την κλωτσιά του Καντονά, ο Μάθιου Σίμονς είχε καταδικαστεί για απόπειρα ληστείας σε βενζινάδικο του οποίου ο βασικός υπάλληλος ήταν απ’ τη Σρι Λανκα. Επίσης κανένας δεν είχε ασχοληθεί με το γεγονός πως ενώ η θέση του, εκείνη τη μέρα, ήταν 11 σκαλοπάτια ψηλότερα, αυτός είχε βρεθεί δίπλα στις διαφημιστικές πινακίδες απλά και μόνο για να βρίσει τον Καντονά χυδαία για την καταγωγή του και να τον προτρέψει να γυρίσει στην «Γαμ…ένη τη χώρα σου, γαμ…νε Γάλλε». Το γεγονός πως ο Σίμονς πριν μερικά χρόνια καταδικάστηκε επίσης, για επίθεση στον προπονητή της ομάδας που αγωνίζεται ο ανήλικος γιος του (το εν λόγω συμβάν έγινε περίπου το 2011), δίνει στον Καντονά ακόμα ένα ελαφρυντικό  για εκείνο το γεγονός και εκείνη την βίαιη αντίδρασή του. Ένα γεγονός που ο ίδιος δεν έχει ξεχάσει ακόμα και σήμερα. Και φυσικά -ορθώς- δεν έχει συγχωρήσει τον Σίμονς γι’ αυτό.

Το πόρισμα των χαρτογιακάδων είχε βγει: «Οι εξέδρες είχαν καθαρίσει από ταραχοποιά στοιχεία και το προϊόν μπορούσε πλέον να καταναλωθεί από όλους με συμπεριφορές σαν αυτή του Καντονά να δυσφημούν την Πρέμιερ Λιγκ». Είναι τόσο τραγικό όσο ακούγεται. Το εύκολο θύμα σε όλο αυτό, κάποιος που προκαλείται για να γίνει θύτης μιας και το προβληματικό του παρελθόν, μπορούσε εύκολα να τον στοχοποιήσει. Κάποιος που εκτός του σπάνιου ποδοσφαιρικού του ταλέντου είχε κοινωνική και πολιτική συνείδηση και φυσικά κάποιος που -ασχέτως- αν ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και ίνδαλμα της Ποπ Κουλτούρας της εποχής, δεν μπορούσε να το «βουλώσει» μπροστά στην αδικία, τη βία και τον κάθε μορφής ρατσισμό. Αυτόν το ρατσισμό που υπήρχε πολύ βαθιά ριζωμένος εκείνη την περίοδο στις κερκίδες και που η FA ήθελε να κρύψει για να μην πληγώσει το προϊόν της. Εδώ έρχεται επίσης ακόμα ένα μεγάλο αναπάντητο τόσα χρόνια τώρα -αθλητικό- ερώτημα. Με ποιο δικαίωμα ο οπαδός μπορεί να βρίζει τον αθλητή και γιατί αν αυτός αντιδράσει θα πρέπει να τιμωρείται; Ποιο μέτρο τιμωρεί (και πως) την σωματική βία αλλά αφήνει ατιμώρητη την λεκτική, κυρίως, προς τους αθλητές; Γιατί κάποιοι αποφάσισαν τόσο εύκολα πως εκείνο το απόγευμα στο Σέλχαρστ Παρκ ο Καντονά ήταν ο θύτης και όχι το θύμα;

Το ποδόσφαιρο είχε όντως αλλάξει, ιδίως το αγγλικό, και είχε αρχίσει να γίνεται ακριβώς αυτό που είναι στις μέρες μας. Ένα προϊόν που μπορεί να καταναλωθεί από όλους και πρέπει να καταναλώνεται από όλους. Ένα προϊόν που όλα μέσα σε αυτό πρέπει να δείχνουν όμορφα και αγγελικά πλασμένα για να μπορεί να «πουλάει». Ο σκληρός και αληθινός Ερίκ δεν ξέρω πόσο θα μπορούσε να βρει χώρο σε αυτό το ποδόσφαιρο και γι’ αυτό λογικά έβαλε και τέλος στην καριέρα του, δύο χρόνια αργότερα στα 31 του χρόνια, αφού δε τον γέμιζε και δεν μπορούσε να πορευτεί σε αυτό ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής όπως τους ήθελε και συνεχίζει να τους θέλει το σύστημα. Χωρίς πάθη. Χωρίς πολιτική/κοινωνική συνείδηση (εκτός και αν πιέζουν οι χορηγοί), και το σημαντικότερο, χωρίς αντίδραση στην δράση. Αυτό το τελευταίο δεν θα μπορούσε να το δεχθεί κάποιος με την φιλοσοφία του σπουδαίου Γάλλου αρτίστα.

Αν υπήρξε ένα θύμα εκείνη την μέρα στο Σέλχαστ Παρκ, αυτό  δεν ήταν σίγουρα ο Σίμονς. Ίσως μεγαλύτερο θύμα κι απ’ τον Καντονά να ήταν το ίδιο το ποδόσφαιρο. Ένα ποδόσφαιρο που πέθαινε σιγά-σιγά με την παλιά του μορφή, δίνοντας την θέση του σε ένα άλλο ποδόσφαιρο, γεμάτο νέα συναισθήματα, με πολλές -και άνετες- θέσεις στην εξέδρα και νέες θέσεις πίσω από πολλά γραφεία για ανθρώπους που δεν το γνωρίζουν και δεν το αγαπούν, βλέποντας σε αυτό μόνο αριθμούς σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Απ’ την άλλη, η πορεία του Καντονά, μετά το ποδόσφαιρο, έδειξε σε όλους ποιος πραγματικά ήταν (και είναι) ο Κινγκ Eρίκ κάτι που εμένα προσωπικά με γεμίζει χαρά. Μεγάλη χαρά. Σαν αυτή που πήρα την πρώτη φορά που είδα την κουνγκ-φου κλωτσιά του αποτυπωμένη στο εξώφυλλο του σιγκλ των Ash. Εννοείται, για το κομμάτι Kung-Fu.

Χαρά και συγκίνηση όπως τότε που τον είδα να γεμίζει με την παρουσία του την Μεγάλη Οθόνη στο εξαιρετικό «Looking For Eric» του Κεν Λόατς. Απίστευτη χαρά σαν αυτή που εισπράττω όταν διαβάζω τις δηλώσεις του και βλέπω την στάση του για ένα σωρό δύσκολα κοινωνικά θέματα των περίεργων ημερών μας. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν έριχναν κι άλλοι διάσημοι ποδοσφαιριστές -και αθλητές- τέτοιες κλωτσιές σε όλους αυτούς που πραγματικά τις αξίζουν; Τότε -και μόνο τότε- ίσως να ήταν το ποδόσφαιρο, η κοινωνία, ακόμα και το ίδιο το «Σύστημα» κάπως καλύτερα. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός είναι απ’ τα σημαντικότερα δευτερεύοντα πράγματα στην ζωή, κάτι που ο Ερίκ Καντονά το είχε καταλάβει αρκετά νωρίς και μάλιστα πολύ καλά, αρνούμενος να μένει σιωπηλός μπροστά σε όλα τα άσχημα και τα περίεργα που συναντούσε.

To κείμενο γράφτηκε έχοντας ως μουσική παρέα το soundtrack της τανίας La Haine.

Σώζοντας την ομάδα και την πόλη

  [1 Σχόλιο]

Στα παράλια της Βόρειας θάλασσας, κοντά στο Μίντλεσμπρο και το Νιούκαστλ βρίσκεται η παραλιακή πόλη του Χάρτλπουλ. Όταν λέμε παραλιακή βέβαια, μη σκέφτεστε καταγάλανα νερά και λαμπερές αμμουδιές. Όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 20 βαθμούς γίνεται πάρτι. Μια πόλη που ζει από τη βιομηχανία και το λιμάνι της. Μια πόλη που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς εξαιτίας των ναυπηγείων της, τόσο στον 1ο, όσο και στο 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, που πέρασε δύσκολες περιόδους λόγω οικονομικών κρίσεων, με την ανεργία, την εγκληματικότητα να ανεβαίνουν ψηλά αρκετές φορές.

Όπως κάθε αγγλική πόλη που σέβεται τον εαυτό της, έχει για καμάρι και διέξοδο την ποδοσφαιρική της ομάδα. Τη Χάρτλπουλ Γιουνάιτεντ. Έναν σύλλογο που κλείνει τα 110 χρόνια ζωής φέτος και δεν έχει καταφέρει να ανέβει πάνω από τη 3η εθνική ποτέ στην ιστορία της. Αν υπάρχει κάτι αξιομνημόνευτο, είναι ότι αποτέλεσε τον πρώτο σταθμό της προπονητικής καριέρας του Μπράιν Κλαφ. Ο Κλαφ αρχικά αρνήθηκε την πρόταση λέγοντας απλά «δεν μου αρέσει καθόλου το μέρος», αλλά τελικά μόλις στα 30 του χρόνια ανέλαβε και έγινε ο πιο νέος προπονητής στην Αγγλία, παρέα με τον Πίτερ Τέιλορ. Τα πράγματα ήταν τόσο τραγικά οικονομικά, που πήγαινε στις παμπ για να μαζέψει χρήματα για την ομάδα, ενώ αναγκάστηκε να βγάλει και δίπλωμα για να μπορεί να οδηγεί πούλμαν ώστε να πάει ο ίδιος την ομάδα στα εκτός έδρας. Ο Κλαφ έμεινε σχετικά λίγο στο σύλλογο, αλλά άφησε το στίγμα του και κάπως έτσι πήγε στην Ντέρμπι.

Ο Μπράιν Κλαφ και το πούλμαν της Χάρτλπουλ (όχι δεν το πάρκαρε στην εστία)

Εκτός από τον Κλαφ όμως, μια σημαντική προσωπικότητα είναι κι ο H’Angus η Μαϊμού, η μασκότ του συλλόγου. Το όνομα είναι ένα 100% βρετανικό λογοπαίγνιο, βασισμένο σε ένα θρύλο της περιοχής. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, λέγεται ότι ένα γαλλικό καράβι ναυάγησε στην ακτή του Χάρτλπουλ. Ο μοναδικός διασωθείς ήταν μια μαϊμού που είχαν οι Γάλλοι στο καράβι για να τους διασκεδάζει και την είχαν μάλιστα ντυμένη με στρατιωτική στολή. Οι ντόπιοι έκαναν… δίκη της μαϊμούς και καθώς αυτή κρατούσε πεισματικά τη σιωπή της κατά την ακροαματική διαδικασία, θεώρησαν ότι είναι Γάλλος κατάσκοπος, μια που όπως λέει η ιστορία δεν είχαν δει ποτέ ούτε Γάλλο, ούτε μαϊμού για να ξέρουν πώς είναι (αυτή η αγγλο-γαλλική αγάπη κι οι θρύλοι της). Σύμφωνα με την ιστορία, η καημένη μαϊμουδίτσα καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμό και οι Χαρτλπουλιανοί έμειναν στην ιστορία ως «Monkey Hangers», όπως οι Γιαννιώτες είναι παγουράδες κι οι Βολιώτες Αυστριακοί μάλλον.

Η μαϊμού έγινε και μασκότ του συλλόγου και δεν θα σας είχα κουράσει τόσο πολύ, αν ο άνθρωπος μέσα στο κοστούμι του H’Angus δεν κατέβαινε για δήμαρχος της πόλης. Σε μια ιστορία που θυμίζει το επεισόδιο «The Waldo Moment» από τη 2η σεζόν του Black Mirror, ο Στιούαρτ Ντράμοντ αποφάσισε για πλάκα να είναι υποψήφιος. Η όλη ιστορία ξεκίνησε αρχικά με τον Στιούαρτ να φοράει το κοστούμι και να υπόσχεται δωρεάν μπανάνες στα παιδιά κάτω από 11 ετών, αλλά κατέληξε να βγάζει το κοστούμι, να μιλάει πολιτικά και στο τέλος να εκλέγεται δήμαρχος το 2002. Τα κατάφερε και πάλι το 2005, διπλασιάζοντας μάλιστα τις ψήφους του και βγήκε τρίτη φορά δήμαρχος το 2009. Ο Ντράμοντ σταμάτησε να είναι δήμαρχος όταν το 2013, οι Εργατικοί προκάλεσαν δημοψήφισμα και άλλαξαν τον τρόπο εκλογής δημάρχου, όχι απευθείας από τον λαό, αλλά μέσω ενός συστήματος στο οποίο το κόμμα της πλειοψηφίας έχει τον έλεγχο (περισσότερα πολιτικά εδώ). Έγινε πάντως ο μοναδικός άνθρωπος που στο CV του μπορεί να γράφει μαζί μασκότ και δήμαρχος.

Μια από τις πιο σημαντικές στιγμές των Monkey Hangers ήρθε το 2005. Η Χάρτλπουλ τερμάτισε 6η στη Λιγκ 1, αλλά έφτασε στον τελικό των πλέι-οφ και στο 80′ κέρδιζε με 2-1 τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ αγγίζοντας το όνειρο της Τσάμπιονσιπ για πρώτη φορά στην ιστορία της. για Ήρθε όμως ένα πέναλτι που έστειλε το ματς στην παράταση και τη Χάρτλπουλ με παίκτη λιγότερο να χάνει με 4-2 και να χάνει την άνοδο βασανιστικά. Μια άνοδος που μπορεί να έδινε ανάσα στο σύλλογο σε όλα τα επίπεδα. Ένα χρόνο μόλις αργότερα υποβιβάστηκε στη Λιγκ 2 εν μέσω μεγάλων διοικητικών προβλημάτων. Επέστρεψε, αλλά το 2013 έπεσε ξανά και από τότε βρίσκεται σε άθλια κατάσταση δίνοντας μάχη να μην πέσει ακόμα πιο κάτω από την 4η σε σειρά κατηγορία της Αγγλίας. Δυστυχώς όμως το πρόβλημα δεν είναι απλά αγωνιστικό, η ομάδα πέρσι υποβιβάστηκε στη National League για πρώτη φορά στην ιστορία της και πλέον απειλείται με αφανισμό.

Οι οπαδοί του συλλόγου κάθε χρόνο ντύνονται για να πάνε στο τελευταίο εκτός έδρας.
Εδώ σαν στρουμφάκια. Θα υπάρξει κάτι τέτοιο ξανά;

Η Χάρτλπουλ έχει χρέη περίπου 2 εκατομμυρίων Ευρώ, ενώ έχει άμεσες υποχρεώσεις πάνω από 200 χιλιάδες που πρέπει να πληρώσει μέχρι το τέλος του μήνα. Αλλιώς μπαίνει σε «επιτήρηση» και τιμωρείται με -10 βαθμούς γεγονός που πιθανότατα θα τη στείλει ακόμα πιο χαμηλά και θα την καταστρέψει οριστικά. Ήδη ο σύλλογος είναι μια τεράστια μαύρη οικονομική τρύπα, καθώς έχει μπάτζετ ομάδας Λιγκ 2, αλλά έσοδα ερασιτεχνικού σωματείου που τη βάζουν κάθε εβδομάδα μέσα. Οι άνθρωποι του συλλόγου ψάχνουν νέο ιδιοκτήτη, αλλά ποιος θα πάρει μια επιχείρηση με τόσα χρέη και τόσα έξοδα;

Οπαδοί της Μπόρο που στηρίζουν τους γείτονες

Η καταστροφή του συλλόγου δεν θα είναι μόνο πρόβλημα γι’ αυτόν. Ήδη οι παλιότεροι φοβούνται ότι θα χαθούν οπαδοί. Ας μην ξεχνάμε ότι τριγύρω υπάρχουν ομάδες όπως η Μίντλεσμπρο, η Νίουκαστλ και η Σάντερλαντ. Αλλά δεν είναι μόνο η οπαδική βάση. Το τέλος της Χάρτλπουλ κι ο υποβιβασμός της στα τοπικά θα είναι και πρόβλημα για την ίδια την πόλη. Ο μοναδικός τουρισμός της είναι το παλιότερο πολεμικό καράβι στον κόσμο που εκτίθεται και το Βικτόρια Παρκ, το γήπεδο της ομάδας όπου πολλές φορές μέχρι και 1000 φιλοξενούμενοι ταξιδεύουν και αφήνουν χρήματα στις τοπικές παμπ και τα εστιατόρια. Αλλά κι ο ίδιος ο σύλλογος εκτός από μόνιμο προσωπικό, δίνει δουλειά σε 100 ανθρώπους περίπου σε κάθε αγώνα. Όλα αυτά θα χαθούν. Μπροστά στο διπλό καταστροφικό φάσμα, τοπικοί πολιτικοί και φυσικά οι φίλαθλοι της ομάδας κάνουν ότι μπορούν. Περίπου 60.000€ έχουν μαζευτεί από δωρεές (αρκετά από τα χρήματα από οπαδούς της Μπόρο που δεν ξέχασαν ότι το 1986 βρέθηκαν σε ίδια κατάσταση και οι Monkey Hangers βοήθησαν) για να γλιτώσει η ομάδα, με τους φιλάθλους να γεμίζουν σε πολλά ματς το γήπεδο των περίπου 7.000 θέσεων.

Ο 5χρονος Λέο Άλεν όταν είδε ότι κάποιοι «μεγάλοι» μαζεύουν χρήματα, ρώτησε τους γονείς του και του είπαν ότι χρειάζονται για να επιζήσει ο σύλλογος. Έτσι, αποφάσισε να τρέξει δυο φορές το γήπεδο για να μπορέσει να συγκεντρώσει χρήματα από σπόνσορες. Άλλοι άνθρωποι δουλεύουν εθελοντικά από διάφορα πόστα για να καλύπτουν τις ανάγκες. Οι διοικούντες του συλλόγου πιστεύουν ότι θα τα καταφέρουν μέχρι τις 25 Ιανουαρίου. Τα χρήματα αυξάνονται καθημερινά και οι παίκτες θα πληρωθούν αυτό το μήνα μάλλον, ενώ κι αρκετοί προμηθευτές θα πάρουν τα χρήματά τους. Ακόμα κι αυτό να γίνει όμως, αν δεν βρεθεί αγοραστής ο σύλλογος θα πρέπει να διαλυθεί και να αφανιστεί, μια που δε γίνεται κάθε μήνα να βρίσκονται τόσα χρήματα. Και μια πόλη που βομβαρδίστηκε 43 φορές από τους Γερμανούς, θα χάσει ένα τεράστιο κομμάτι της ιστορία της.

Νταλγκλίς και Φέργκιουσον: Μια σχέση «αγάπης»

  [5 Σχόλια]

25 Μαΐου 1967. Η Σέλτικ, του σπουδαίου Τζοκ Στάιν, έχει κερδίσει την Ίντερ, του κορυφαίου Ελένιο Ερέρα, με 2-1, κατακτώντας  έτσι το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης. Είναι το πρώτο τρόπαιο για Βρετανική ομάδα (και πρώτο τρεμπλ στην Ευρώπη) και έχει έρθει με ένα άκρως επιθετικό ποδόσφαιρο απ’τους Hoops, απέναντι σε μια ομάδα που είχε ως σήμα-κατατεθέν το δικό της κατενάτσιο. Λίγο καιρό αργότερα, η μεγάλη αντίπαλος των Καθολικών, η Ρέιντζερς, θα ολοκληρώσει την μεταγραφή του πρώτου σκόρερ της λίγκας, δυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο αισθητά, έτσι ώστε να μπορέσει -επιτέλους-  να σταθεί με αξιώσεις, απέναντι σε εκείνη την -σχεδόν- ανίκητη μηχανή της Σέλτικ. Ο ψηλός, 26χρόνος επιθετικός, που την προηγούμενη σεζόν είχε σκοράρει 31 τέρματα με τη φανέλα της Ντάμφερλμιν Αθλέτικ στα γήπεδα της Σκωτίας, δεν ήταν άλλος από τον Άλεξ Φέργκιουσον. Περίπου δύο χρόνια αργότερα, σε κάποιο «φιλικό» παιχνίδι ανάμεσα στις δύο ομάδες Νέων της Σέλτικ και της Ρέιντζερς, θα ξεκινήσει στην Γλασκώβη, μια απ’ τις μεγαλύτερες προσωπικές κόντρες που γνώρισε ποτέ το Βρετανικό και κατ’ επέκταση, το Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Η Σέλτικ και η Ρέιντζερς είχαν βρεθεί στον τελικό κυπέλλου το ’69, με την ομάδα του Στάιν να επικρατεί εύκολα με 4-0.  Ουσιαστικά, αυτό ήταν το κύκνειο άσμα του νεαρού επιθετικού Άλεξ Φέργκιουσον στους Προτεστάντες (σε μια αρκετά σύντομη καριέρα), μιας και είχε κατηγορηθεί από συμπαίκτες αλλά και τον προπονητή του για την κάκιστη απόδοσή του, τόσο στο επιθετικό όσο και στο αμυντικό της κομμάτι, και στο προσωπικό μαρκάρισμα του αρχηγού Μπίλι ΜακΝιλ στις στημένες φάσεις. Ένα μαρκάρισμα που είχε πονέσει πολύ την Ρέιντζερς εκείνη τη μέρα. Ο προπονητής Ντέιβ Γουάιτ -ως ένα είδος τιμωρίας- θα στείλει τον Φέργκι να προπονείται με την ομάδα Νέων, και κάπως έτσι, λίγο καιρό αργότερα, θα βρεθεί αντίπαλος της Σέλτικ του 18αρη τότε Κένι Νταλγκλίς, που αγωνίζεται -και μαγεύει- με τη φανέλα των «μικρών». Ο νεαρός Κένι θεωρούνταν εκείνη την περίοδο, ως το μεγαλύτερο ταλέντο που υπήρχε σε ολόκληρη τη Σκωτία και η αλήθεια δεν απείχε καθόλου -εννοείται- από αυτή τη φημολογία. «Θυμάμαι πολύ καλά τους αγκώνες του Φέργκι από εκείνη την αναμέτρηση», θα δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα ο Νταλγκλίς, με τους δημοσιογράφους να ξεσπούν σε ηχηρά γέλια, με τον ίδιο να τους δείχνει την τσέπη του παλτού του, λέγοντάς τους χαμογελαστός, «Ορίστε, εδώ τον είχα βάλει εκείνη τη μέρα». Ήταν ολοφάνερο πως εκείνη την μέρα ο μικρός δεν είχε δείξει κανένα σεβασμό στον ήδη επαγγελματία αντίπαλό του και στη δύσκολη φάση που περνούσε η καριέρα του.

Για την ιστορία, η ομάδα Νέων της Σέλτικ είχε επικρατήσει αυτής των Ρέιντζερς με 2-0, και ο Νταλγκλίς είχε αγωνιστεί ακριβώς μπροστά απ’τους δύο στόπερ (και όχι ως επιθετικός), έχοντας ως εντολή να μαρκάρει προσωπικά τον Φέργκιουσον. Μια δουλειά που είχε φέρει εις πέρας άψογα, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του. Ο Νταλγκλίς άλλωστε δεν καταλάβαινε από ξύλο, ειδικές συνθήκες και «αποστολές». «Αν του έριχνες κλωτσιά, επέστρεφε και ζητούσε κι άλλες» είχε δηλώσει συμπαίκτης του από εκείνα τα χρόνια, κάτι που φανερώνει με τον καλύτερο τρόπο τις αντοχές και την σκληράδα του νεαρού. Κάτι που τον χαρακτήριζε και όταν έπαιζε με τη φανέλα της Λίβερπουλ, ακόμα και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία. Ο Φέργκιουσον πάντως, στην δική του αυτοβιογραφία, κάπου γράφει πως εκείνη τη μέρα είχε σκοράρει ένα πανέμορφο τέρμα και είχε μειώσει το σκορ. «Το σκορ είχε τελειώσει 2-0», γράφει ο Νταλγκλίς στη δική του, ρίχνοντας κι άλλο λάδι στη φωτιά αυτής της νέας κόντρας. «Γράφουν πως αυτός ο νεαρός θα κάνει σπουδαία καριέρα ως επιθετικός. Δεν το νομίζω«, δηλώνει ο Φέργκιουσον φανερά εκνευρισμένος μετά το παιχνίδι, σε μια απ’τις πιο αποτυχημένες προβλέψεις που έχουν γίνει στην ιστορία των σπορ, με τους δημοσιογράφους απλά να χαμογελούν αφού έβλεπαν ήδη αυτό που θα ακολουθούσε. Μια μεγάλη κόντρα είχε μόλις αρχίσει. Μια κόντρα από αυτές που χαίρεσαι να παρακολουθείς μιας και μένουν -όπως είναι και το φυσιολογικό-  μόνο στο αθλητικό κομμάτι και φυσικά συζητιούνται για πολλά, πολλά χρόνια. Τι καλύτερο λοιπόν για τους αθλητικογράφους της εποχής από αυτό;

Το 1974 ο Άλεξ Φέργκιουσον θα ξεκινήσει, ουσιαστικά, την προπονητική του καριέρα στην Σεντ Μίρεν, με τον Νταλγκλίς να έχει ήδη εξελιχθεί στο νέο μεγάλο αστέρι της Σέλτικ, κατακτώντας μάλιστα πριν φύγει για την Λίβερπουλ (ως ο αντικαταστάτης του τεράστιου Κέβιν Κίγκαν) 4 πρωταθλήματα, 4 κύπελλα και ένα Λιγκ Καπ Σκωτίας. Το 1977 όταν ο Νταλγκλίς άφηνε την Σκωτία για την Αγγλία και το Άνφιλντ ώστε να γίνει ο νέος Βασιλιάς της Αγγλίας, ο Φέργκιουσον κατακτούσε το πρώτο πρωτάθλημα της καριέρας του στην β΄κατηγορία της Σκωτίας, με τη Σεντ Μίρεν, και έβαζε για τα καλά το όνομά του -ως μάνατζερ εννοείται- στον ποδοσφαιρικό χάρτη της Βρετανίας. Βλέποντας τότε την σπουδαία εξέλιξη που είχε ο Νταλγκλίς, θα υποπέσει σε μια επική «δήλωση-κωλοτούμπα», πως θα έπρεπε η Ρέιντζερς να έχει κλέψει τον νεαρό απ’ τη Σέλτικ, πολλά χρόνια πίσω, και πως τον είχε προτείνει, ο ίδιος μάλιστα, στον Γουάιτ. Στον ίδιο Γουάιτ που ο ίδιος μισούσε. Στον ίδιο Γουάιτ που τον τελείωσε εν μια νυκτί απ’ τη Ρέιντζερς. Ελάχιστοι τον πίστεψαν. Περισσότεροι τον χλεύασαν. Δεν νοιάστηκε. Ο Νταλγκλίς δεν θα συγκινηθεί -όπως ήταν και το λογικό- και θα διαλύσει μάλιστα την νέα ομάδα του Φέργκιουσον, την πρωταθλήτρια Σκωτίας Αμπερντίν, στον β’ γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών για τη σεζόν ’80-’81. Μια σεζόν που στο τέλος της, είχε βρει τους «κόκκινους» για 3η φορά πρωταθλητές Ευρώπης. Ο Νταλγκλίς είχε γίνει και επίσημα ο μεγαλύτερος εχθρός του Φέργκιουσον.

Η «φλόγα» της μεγάλης αυτής κόντρας καταλάγιασε αρκετά στις αρχές των 80s και αναζωπυρώθηκε και πάλι λίγο πριν το Μουντιάλ του 1986. Λίγο πριν γιγαντωθεί δηλαδή, όταν ο Φέργκιουσον ανέλαβε προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Σερ Άλεξ (πριν γίνει Σερ) είχε βρεθεί στον πάγκο της Σκωτίας, και ήταν αυτός που ουσιαστικά έκοψε τον κολλητό του Νταλγκλίς, Άλαν Χάνσεν, από το ρόστερ για το Μεξικό. Έκοψε δηλαδή ένα παίκτη που έπαιζε βασικός στην Λίβερπουλ και προέρχονταν από μια εξαιρετική σεζόν, έχοντας κατακτήσει μάλιστα  το νταμπλ Αγγλίας. Ο Κινγκ Κένι είχε προσπαθήσει να αλλάξει την απόφαση του προπονητή και άσπονδου φίλου του, και όταν κατάλαβε πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει, δήλωσε σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο, ανήμπορος να ακολουθήσει την υπόλοιπη αποστολή. «Δεν υπήρξε κανένας τραυματισμός. Αν έπαιρνα τον Χάνσεν  σήμερα τηλέφωνο για να έρθει να προπονηθεί μαζί μας, αυτομάτως το γόνατο του Νταλγκλίς θα γίνονταν μια χαρά» θα δηλώσει ο Φέργκι στους δημοσιογράφους, αδειάζοντας ουσιαστικά τον αστέρα των «κόκκινων».

Η κόντρα πλέον ήταν γνωστή ακόμα και στον πιο χαλαρό ποδοσφαιρόφιλο του Νησιού και ξεχείλισε όταν μεταφέρθηκε στα γήπεδα της Αγγλίας, με τον Φέργκιουσον να αναλαμβάνει τον πάγκο της Γιουνάιτεντ, μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, και συγκεκριμένα το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την μεγάλη ομάδα της πόλης του Μάντσεστερ. Εκείνη την εποχή βέβαια το πάνω χέρι δεν το είχαν οι red devils αλλά οι reds του Νταλγκλίς. Κάτι που εκνεύριζε τον Φέργκι, που είχε όμως βάλει ως στόχο ζωής να μπορέσει να τους γίνει -έστω και για λίγο- κακός βραχνάς. Δύο χρόνια αργότερα, με την Γιουνάιτεντ να έχει πάρει μια μεγάλη ισοπαλία στο Άνφιλντ (σε μια περίοδο που δεν κέρδιζε τίτλους), ο Φέργκιουσον θα τα βάλει με θεούς και δαίμονες στην συνέντευξη Τύπου, για τις αποφάσεις των διαιτητών που -σύμφωνα με τον ίδιο- του είχαν στερήσει τη νίκη απέναντι στην Λίβερπουλ, του προπονητή-παίκτη, εχθρού Νταλγκλίς. Ο Κινγκ Κένι απευθυνόμενος στους δημοσιογράφους, και με μια τεράστια δόση ειρωνείας, θα προβεί σε μια εκ των επικότερων δηλώσεων που έχουν γίνει ποτέ, μετά από τέτοιο παιχνίδι, λέγοντας: «Αν μιλήσετε με την 6χρονη κόρη μου για ποδόσφαιρο – θα καταλάβετε πολύ περισσότερα απ’ότι με τον κύριο δίπλα μου». Ο Φέργκιουσον εννοείται πως έβραζε δίπλα του σαν ξεχασμένη τσαγιέρα.

Μετά τα τραγικά γεγονότα του Χίλσμπορο (το 1989), η κόντρα και αυτό το ποδοσφαιρικό μίσος άρχισαν σιγά-σιγά να χάνονται, και δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον ήταν απ’ τους πρώτους που τηλεφώνησαν στον Νταλγκλίς μετά από εκείνο το καταραμένο απόγευμα στο Σέφιλντ για να του εκφράσει τα βαθιά και ειλικρινή συλλυπητήριά του και να του πει αυτό που θέλουν όλοι να ακούσουν σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής τους. Αυτό το «Είμαι εδώ για ό,τι χρειαστείς παλιόφιλε». Ο Νταλγκλίς άφησε την Λίβερπουλ το ’91, την περίοδο δηλαδή που ο Φέργκιουσον άρχισε να φτιάχνει την δική του δυναστεία στο Μάντσετσερ και η Λιβερπουλ άρχισε σιγά-σιγά να πέφτει και να γερνά, αν και είχαν κρατήσει ακόμα μια μεγάλη παράσταση για το ποδοσφαιρικό κοινό της Αγγλίας. Ο Φέργκιουσον είδε τον παλιό του φίλο να του παίρνει ακόμα ένα πρωτάθλημα -όχι με κάποιο μεγαθήριο- αλλά με την μικρούλα Μπλάκμπερν το 1995, ως το απόλυτο αουτσάιντερ κόντρα στο μεγάλο φαβορί. Ήταν τέτοια μάλιστα η έκπληξη του Φέργκιουσον για εκείνο τον χαμένο τίτλο, που τον είχε παρομοιάσει με τον άθλο του αλόγου Devon Loch, που απ’τα αζήτητα -και κόντρα σε όλα τα προγνωστικά- είχε πάρει το πρωτάθλημα στους αγώνες του 1956. Η αγάπη άλλωστε του Σερ Άλεξ για τα άλογα είναι πασίγνωστη.

Την επομένη της κατάκτησης, ο Φέργκι τηλεφώνησε στον Κένι. Σκασμένος, αλλά με μεγάλο θαυμασμό γι’αυτό που είχε συμβεί, του ανέφερε την ιστορία του διάσημου αλόγου των 50s για να τον πειράξει αλλά και για να ηρεμήσει και ο ίδιος, ακούγοντας κάποιο απ’ τα διάσημα αστεία του Νταλγκλίς. «Αποκλείεται να μην είχε ποντάρει ο πατέρας σου μια λίρα στο Devon Loch και αποκλείεται και εσύ να μην είχες ποντάρει έστω μια λίρα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος απ’την ομάδα μου», δηλώνοντας ξεκάθαρα την έκπληξή του και πως ουσιαστικά ήταν καθαρά θέμα τύχης εκείνη η πρωτιά. «Το Devon Loch δεν το γνωρίζω, αλλά την λίμνη του Λοχ Νες την ξέρω καλά και φαντάζομαι πως κάπου εκεί σας πνίξαμε», του απάντησε χαμογελώντας ο Νταλγκλίς, πριν του ευχηθεί καλή συνέχεια και καλές διακοπές. Άλλωστε γνώριζε πως η Γιουνάιτεντ θα επέστρεφε και πάλι -πολύ σύντομα μάλιστα- στους τίτλους. Πλέον ήταν ολοφάνερο. Η κόντρα είχε εξελιχθεί σε κάτι (περίπου) σαν εκείνη την κόντρα ανάμεσα στους δύο γέρους του Muppet Show, με το ποδόσφαιρο να δίνει πάντα καλές αφορμές για θανατηφόρες ατάκες ανάμεσα στους δύο άντρες.

Λίγο καιρό πριν, όταν η Λίβερπουλ έδωσε το όνομα του Βασιλιά Νταλγκλίς στην Main Stand στο Άνφιλντ, τιμώντας με αυτό τον τρόπο τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της, πολλοί νεαροί φίλοι της ομάδας είδαν με πολύ κακό μάτι την παρουσία του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον στο γήπεδο, παρέα με τον Σερ Μπόμπι Τσάρλτον, και αρκετά κοντά σε Θρύλους της δικής τους ομάδας. Αρκετοί δεν κατάλαβαν (ή δεν ήθελαν να καταλάβουν) πως εκείνη τη στιγμή, σε μια σπουδαία μέρα για τον Νταλγκλίς, την οικογένειά του αλλά και τον οργανισμό μιας τόσο σπουδαίας ομάδας όπως η Λίβερπουλ, έπρεπε να βρίσκεται εκεί και ο μεγαλύτερος «εχθρός» του. Εκτός όλων των άλλων. Όταν μιλάμε άλλωστε περί αθλητισμού, έχει τεράστια σημασία και ο «εχθρός» μας. Ο αντίπαλός μας. Αυτός που μας κάνει καλύτερους. Αυτός που μας δίνει τεράστια χαρά όταν τον κερδίζουμε. Αυτός που μας πονάει όταν μας κερδίζει. Χωρίς αυτόν δεν θα χαιρόμασταν με την ίδια ένταση το άθλημα που γουστάρουμε να υποστηρίζουμε. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχαμε, όπως υπάρχουμε. Πολλές φορές θα μας κερδίσει δίχως να το αξίζει. Δεν πειράζει. Το ίδιο θα κάνουμε και εμείς μια επόμενη φορά. Αυτό το «μίσος» και αυτή η κόντρα, υπάρχουν και πρέπει να κρατούν για όση ώρα διεξάγεται η κάθε αναμέτρηση, και μετά απλά να χάνονται, δίνοντας τη θέση τους σε άλλα συναισθήματα. Σπάνια συναισθήματα σαν αυτά που βίωσαν μέσα απ’ την κόντρα τους για -σχεδόν- 40 χρόνια και αυτοί οι δύο σπουδαίοι άνθρωποι του ποδοσφαίρου.

Μια μικρή ιστορία για την Φωλιά της Μίλγουολ

  [4 Σχόλια]

Φεβρουάριος του 2012. Ανατολικό Λονδίνο. Άπτον Παρκ. Αν θυμάμαι καλά ήταν Σάββατο πρωί, γύρω στις 11, και η Γουέστ Χαμ ήταν πανέτοιμη να υποδεχτεί την Μίλγουολ για τον β’ γύρο της Τσάμπιονσιπ. Εννοείται πως οι αστυνομικές δυνάμεις βρίσκονταν σε επιφυλακή όπως κι όλος ο απλός κόσμος που ζει γύρω, και αρκετά κοντά, στο γήπεδο. Η σημαντική αναμέτρηση είχε διεξαχθεί λίγες μέρες μετά τον θάνατο του θρύλου των «σφυριών», Έρνι Γκρέι και -όπως ήταν λογικό- μας είχε χαρίσει μια φοβερή ποδοσφαιρική στιγμή αποχαιρετισμού για κάποιον τόσο σπουδαίο. Στα αξιοπερίεργα, το γεγονός πως το πέταλο φιλοξενούμενων του γηπέδου δεν είχε ανοίξει. Μάλιστα οι οπαδοί  της Μίλγουολ που είχαν πάει στο γήπεδο, είχαν βρεθεί στο δεύτερο διάζωμα. Αρκετά μακριά δηλαδή απ’ τον αγωνιστικό χώρο. Με αυτά άλλωστε δεν είναι να παίζεις. Φαντάζομαι τον διεθνή τερματοφύλακα των «σφυριών» Ρόμπερτ Γκριν, πόση ανακούφιση θα αισθάνθηκε όταν μπήκε στο γήπεδο και ένιωσε την απουσία τους, στην πλάτη του. Δευτερόλεπτα, μετά τη σέντρα βέβαια, και για να μην χαλάμε και τις ωραίες παραδόσεις, καμιά δεκαριά απ’ τους σκληρότερους οπαδούς των φιλοξενουμένων, κατέβηκαν ήσυχα και στρογγυλοκάθισαν -δίχως να ενοχλήσουν ούτε για μια στιγμή κάποιων εκ των σεκιούριτι ασφαλείας- στην άδεια κερκίδα. Ήταν η στιγμή τους. Μιλάμε άλλωστε για τους οπαδούς της Μίλγουολ. Τους σκληρότερους οπαδούς σε ολόκληρη την Αγγλία. Απλά να πω, πως εκείνη τη μέρα με τη φανέλα των Λονδρέζων είχε αγωνιστεί και ένας γεματούλης, ξανθός επιθετικός με το όνομα Χάρι Κέιν.

Στο βιβλίο «Hoolifan: 30 χρόνια αρρώστια», που κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’τις εκδόσεις ‘Απρόβλεπτες’ και με έκανε να θυμηθώ την παραπάνω ιστορία, ο συγγραφέας κάπου στο δεύτερο κεφάλαιο γράφει: «Αλλά υπήρχε και η Μίλγουολ. Το όνομά της και μόνο αρκούσε για να κάνει την πιέτα πάνω στο Ben Sherman σου να σηκωθεί όρθια. Οι οπαδοί της ήταν οι πιο τρομαχτικοί, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, αυτό οφειλόταν στον φόβο του αγνώστου. Η Μίλγουολ αγωνιζόταν στις κατώτερες κατηγορίες κι έτσι οι ομάδες της Α’ Εθνικής σπάνια διασταυρώνονταν μαζί της. Εάν η ομάδα σου είχε την ατυχία να κληρωθεί μαζί της σε κάποια από τις διοργανώσεις των κυπέλλων, όλως αιφνιδίως, θα «απογοητευόσουν» που δεν θα μπορούσες να πας επειδή θα είχες «ήδη κλείσει» μια εκδρομή με την γκόμενά σου ή τους γονείς σου. Τα μεγαλύτερα παιδιά θυμόντουσαν εντελώς ξαφνικά ότι το Σάββατο ήταν απολύτως υποχρεωτικό να δουλέψουν υπερωρία. Η εκδρομή στο Μίλγουολ ήταν απαγορευμένη».

O βασικός συγγραφέας είναι ο Μάρτιν Νάιτ (ένας εκ των δύο Μάρτιν που υπογράφουν το βιβλίο – ο άλλος είναι ο Μάρτιν Κινγκ). Ένας ανάμεσα στους πιο σκληρούς οπαδούς της Τσέλσι στα 70s και τα 80s. Ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ένας καθημερινός άνθρωπος της εργατικής Τάξης με χόμπι να ακολουθεί την ομάδα του -σχεδόν- παντού και να τσακώνεται, πάντα με τα χέρια, με τους αντίπαλους οπαδούς. Κάποιος δηλαδή που έζησε την αντιπαλότητα αλλά και τον σεβασμό που υπήρχε ανάμεσα στους οπαδούς των δύο ομάδων και φυσικά την «κόλαση» που βίωναν οι αντίπαλοι παίκτες, και οπαδοί, όταν περνούσαν τις πόρτες του παλιού The Den. Του πιο εχθρικού δηλαδή γηπέδου στην Αγγλία. Εξ ου και ο τίτλος Hoolifan και όχι Hooligan. Οι ιστορίες που ακολουθούν τους οπαδούς της Μίλγουολ από εκείνα τα χρόνια είναι πάρα πολλές και αρκετά σκληρές και σκοπός αυτού εδώ του κειμένου δεν είναι να επικροτήσει τη βία αλλά να ρίξει μια ματιά και σε αυτή την πλευρά που -δυστυχώς- υπάρχει και θα υπάρχει. Απ’ τις πιο γνωστές ιστορίες για την τρέλα που επικρατούσε στο γήπεδο της Μίλγουολ, προς τους επισκέπτες, είναι αυτή με τον σπουδαίο Γκάρι Λίνεκερ όταν έπαιζε με τα χρώματα της Λέστερ, την περίοδο 1984-1985.

19 Φεβρουαρίου του 1985 η Λέστερ, που αγωνίζεται στην Α’ Κατηγορία, θα ταξιδέψει στο The Den για να αντιμετωπίσει την Μίλγουολ για τον 5ο γύρο του Κυπέλλου. Στους Λονδρέζους αγωνίζονται «σεσημασμένοι κακοποιοί» όπως ο Άλαν ΜακΛίρι, ο Κιθ Στίβενς, ο Στηβ Λόουντες, ο Τζον ο Φασάνου και φυσικά ο Σκοτσέζος επiθετικός Κέβιν Μπρέμνερ. Επίσης για καλή τύχη της Λέστερ ο Τέρι ο Χάρλοκ δεν έχει φορέσει ακόμα την φανέλα των «λιονταριών». H Μίλγουολ αγωνίζεται στην Γ’ Κατηγορία και όπως είναι λογικό δεν είναι το φαβορί για την  πρόκριση. Η ομάδα του Τζόρτζ Γκρέιαμ όμως έχει τη λύση. Όχι φυσικά με το ποδόσφαιρο και την ποιότητά της. Στην εξέδρα επικρατεί πανικός, με τους οπαδούς να βρίσκονται μια ανάσα απ’ τις γραμμές του γηπέδου και -σχεδόν- να απειλούν τους ποδοσφαιριστές της Λέστερ. Οι ποδοσφαιριστές της Μίλγουολ παίζουν σκληρά και αντιαθλητικά με το μήνυμα να είναι ξεκάθαρο «Ή εμείς ή κανένας». Σε μια άκρως «φιλική» κίνηση, εκείνη τη μέρα τα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων δεν είχαν νερό και τα παράθυρα ήταν κλειστά και δεν άνοιγαν. O Ρομπ Κέλι, αμυντικός της Λέστερ, χρόνια αργότερα θα δηλώσει: «Δεν ήταν δυνατόν να τους κερδίσει κανείς εκείνη τη μέρα. Ακόμα και η σπουδαία Λίβερπουλ της εποχής δεν μπορώ να σκεφτώ αν θα έβρισκε τον τρόπο για να φύγει από εκεί με την πρόκριση». Ο Λίνεκερ, που εκείνη την σεζόν είχε βγει πρώτος σκόρερ στην Α’  Κατηγορία με 24 τέρματα, αποφασίζει να μην σκοράρει, φοβούμενος για την σωματική του ακεραιότητα μιας και τα μαρκαρίσματα που δέχεται είναι στα όρια όχι της κόκκινης κάρτας αλλά της ποινής φυλάκισης, με την Μίλγουολ να παίρνει εν τέλει και την σπουδαία πρόκριση για τον επόμενο γύρο. Η «φωλιά» της Μίλγουολ είχε κάνει γι’ ακόμα μία φορά το «θαύμα» της.

Και επειδή η ιστορία συνεχώς επαναλαμβάνεται (τετριμμένο αλλά ισχύει), η Λέστερ γνώρισε ακόμα έναν αποκλεισμό απ’ τη Μίλγουολ τη σεζόν 2016-2017 και πάλι για το κύπελλο, και πάλι για τον 5ο γύρο, και πάλι στο νέο The Den (τη νέα «φωλιά» της ομάδας), και πάλι τον μήνα Φεβρουάριο. Τα «λιοντάρια» έπαιζαν και τότε στην Γ’ κατηγορία, με την Λέστερ να είναι πρωταθλήτρια Αγγλίας και να βρίσκεται στα νοκ-άουτ του Τσάμπιονς Λιγκ. Το μήνυμα ήταν και τότε ξεκάθαρο «Μπορεί να είμαστε ένα μάτσο χάλια αλλά οι πρωταθλητές Αγγλίας δεν θα περάσουν απ’ την έδρα μας». Το τελικό 1-0 βρήκε την Μίλγουολ θριαμβεύτρια και εκατοντάδες οπαδοί της μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο μετά το τελευταίο σφύριγμα για να αποθεώσουν τους ήρωές τους υπό τους ήχους του Rockin’ all over the world των Status Quo που έπαιζε απ’ τα ηχεία του γηπέδου, με όλους αυτούς που παρέμειναν στις θέσεις τους να το τραγουδούν όλοι μαζί, φέρνοντας στο μυαλό εικόνες απ’ το διάσημο φεστιβάλ του Donnington. Οι εικόνες έφιππων αστυνομικών να εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο για να διαλύσουν το μανιασμένο πλήθος δεν είχαν καμία σχέση με το σύγχρονο Αγγλικό ποδόσφαιρο των ημερών μας και είχαν σοκάρει πολλούς. Aλλά για στάσου μια στιγμή βρε αναγνώστη, εδώ μιλάμε για την Μίλγουολ.

Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 οι φανατικοί οπαδοί των φιλοξενούμενων είχαν την τάση να μαζεύονται στο πέταλο των γηπεδούχων, συνήθως με άσχημα αποτελέσματα και για τους δύο, μιας και το ξύλο έπεφτε με το τσουβάλι. Ποδοσφαιρικά πέταλα όπως αυτό της Φούλαμ αλλά και της ΚΠΡ ήταν απ’ τα πιο φιλικά, μιας και συνήθως κανένας απ’ τους γηπεδούχους δεν έμπαινε στη διαδικασία να τα βάλει με τους εισβολείς, παρά ελαχίστων εξαιρέσεων που μέσα σε μερικά λεπτά είχαν καταλάβει το λάθος τους και την είχαν κάνει για πιο ήσυχες θύρες. Αν κατάφερνες να πάρεις το πέταλο του αντιπάλου είχες κάνει μια τεράστια οπαδική νίκη και αυτόματα, εκτός του τρόμου που προκαλούσες, κέρδιζες και τον απόλυτο σεβασμό για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν. Μετά απ’ αυτό, δεν σε ένοιαζε ακόμα κι αν η ομάδα σου έχανε με ένα πολύ βαρύ σκορ. Στο Μίλγουολ, οι φίλοι της ομάδας είναι οι μοναδικοί που μπορούν ακόμα και σήμερα να υπερηφανεύονται πως δεν έχασαν ποτέ το πέταλό τους, από κανένα πυρήνα φανατικών αντιπάλων οπαδών. Ακόμα κι απ’ αυτούς της Τσέλσι στα 70s και τα 80s.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των The Last Shadow Puppets.

Η εθνική Αγγλίας και το ποδόσφαιρο του Πεπ

  [12 Σχόλια]

Κατ’ αρχάς να ευχηθώ σε όλους μια καλή χρονιά, με υγεία και ό,τι επιθυμεί ο καθένας σε όλα τα επίπεδα. Το 2018 είναι μαζί μας εδώ και μερικές μέρες, κάτι που φυσικά και δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανένα ποδοσφαιρόφιλο που σέβεται πραγματικά το όμορφο αυτό άθλημα. Ο βασικός λόγος φυσικά και δεν είναι άλλος απ’ το Παγκόσμιο Κύπελλο Εθνικών ομάδων που θα διεξαχθεί στα γήπεδα της Ρωσίας σε -σχεδόν- 6 μήνες από σήμερα. Χωρίς την Ελλάδα -δυστυχώς- αλλά με όλες τις παραδοσιακές δυνάμεις του πλανήτη. Πολλές απ’ αυτές τις υποστηρίζει φανατικά  μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού και της δικής μας χώρας και γι’ αυτές θα τσακωνόμαστε καλοκαιριάτικα, ιδρωμένοι σε ξαπλώστρες παραλίας και ελαφρώς μεθυσμένοι σε κλαμπάκια και μπιτσόμπαρα. Η εθνική ομάδα που εγώ λατρεύω, πάνω από μια εικοσαετία, και μου έχει χαρίσει μεγάλες στιγμές πίκρας, δεν είναι άλλη απ’ την Αγγλία. Κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω γι’ αυτή, το πρώτο μου κείμενο για τη νέα σεζόν, και να προσπαθήσω να εξηγήσω πως θα φτάσει -επιτέλους- στην κορυφή του «ποδοσφαιρικού» Έβερεστ. Την κατάκτηση δηλαδή  του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μετά το Γουέμπλεϊ και το ιστορικό Έπος του ’66.

Τα δύο προηγούμενα Μουντιάλ κατέληξαν στην Γερμανία (το 2014) και στην Ισπανία (το 2010) και έχουν ένα κοινό εξωτερικό παράγοντα που έβαλε όμως το χεράκι του (χωρίς να βρίσκεται στον πάγκο κάποιας εξ αυτών) και βοήθησε υπερβολικά, ώστε να φτάσουν στην κορυφή. Ο «παράγοντας» αυτός δεν είναι άλλος απ’τον Καταλανό προπονητή που ακούει στο όνομα Πεπ Γκουαρδιόλα και που εδώ και μια δεκαετία μας έχει χαρίσει μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις, ως ο άνθρωπος που έχει αλλάξει -και ομορφύνει- το ποδόσφαιρο, βάζοντάς το σε νέα μονοπάτια, που μπορεί να μην είναι εντελώς απάτητα αλλά τα είχαμε -δυστυχώς- ξεχάσει ανάμεσα σε αμυντικές και αντιεμπορικές τακτικές που μπορεί να έχουν φέρει μεγάλα αποτελέσματα αλλά -δυστυχώς- είχαν (και έχουν) κουράσει τόσο πολύ το μάτι του απλού θεατή. Για καλή μας τύχη, όλοι εμείς που ζούμε και αναπνέουμε για το Αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά για την Εθνική Αγγλίας, αυτό τον άνθρωπο τον έχουμε εδώ και δύο σεζόν στο Νησί.

Εννοείται πως με εκνευρίζει αρκετά, μιας και η δική του Σίτι φαντάζει ανίκητη και εγώ υποστηρίζω την Λίβερπουλ, αλλά χαίρομαι πραγματικά που βλέπω -επιτέλους- μεγάλα ταλέντα (αλλά και παίκτες σε μεγαλύτερη ηλικία) να μετατρέπονται, μέσα απ’ τα δικά του χέρια, σε κορυφαίους παίκτες σε Παγκόσμιο επίπεδο, με την δική του φιλοσοφία και την δική του σκληρή δουλειά. Το είδαμε να συμβαίνει και στην Μπαρτσελόνα του Πεπ. Μια ομάδα που πάνω στον δικό της κορμό παικτών και στο στυλ του προπονητή της πάτησε η Ισπανία το 2010 για να φτάσει εν τέλει στην κορυφή. Το είδαμε επίσης (σε μικρότερο βαθμό κατά την ταπεινή μου γνώμη) και στην Μπάγερν Μονάχου. Μια ομάδα που στα χρόνια του Πεπ άλλαξε κατά πολύ, παίρνοντας μαζί της και το Γερμανικό μοντέλο της Εθνικής και φτάνοντας στην κατάκτηση του Μουντιάλ μετά από 14 ολόκληρα χρόνια στα γήπεδα της Βραζιλίας. Αν το δούμε να συμβαίνει και στην Εθνική Αγγλίας, τότε θα μιλάμε για μοναδικό φαινόμενο στα ποδοσφαιρικά χρονικά. Μπορεί όμως να συμβεί; Αν πρέπει να το απαντήσω αυτό, θα κουνήσω συγκαταβατικά το κεφάλι έχοντας ένα ύπουλο μειδίαμα στα χείλη.

Πως να μην μπορεί, όταν ο κορυφαίος προπονητής εργάζεται στην Πρέμιερ Λιγκ, έχοντας φτιάξει μια εξαιρετική ομάδα με σημαντικότατα γρανάζια -εκτός των ξένων σούπερσταρ- και Άγγλους ποδοσφαιριστές; Αρκεί αυτό το «μοντέλο», να το ακολουθήσει ή έστω να προσπαθήσει να το ακολουθήσει και ο προπονητής της εθνικής, ο Γκάρεθ Σαουθγκέιτ, στον βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Τα πράγματα είναι απλά. Η Αγγλία το καλοκαίρι θα πρέπει να λειτουργήσει παράλληλα με το ποδόσφαιρο των «πολιτών» αν θέλει -επιτέλους- να κάνει κάτι καλό. Παίκτες για να κοπιάρουν τα χαρακτηριστικά των παικτών της Σίτι (και το μοντέλο του Πεπ) άλλωστε υπάρχουν. Και σε εξαιρετική ηλικία οι περισσότεροι εξ αυτών.

Για να τα δούμε όμως όλα αυτά. Η Αγγλία εδώ και αρκετά χρόνια έχει την τύχη να διαθέτει εξαιρετικούς τερματοφύλακες. Το μόνο που χρειάζονται για να δείξουν το ταλέντο τους είναι η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό τους, όπως φυσικά και η καλή αμυντική λειτουργία μπροστά τους. Όσο καλός κι αν είναι ένας τερματοφύλακας, θα δει την μπάλα να βρίσκει τα δίχτυα του, αν δέχεται συνεχώς σουτ υπό καλές προϋποθέσεις απ’τον αντίπαλο. Είτε βρεθεί στο νούμερο Ένα ο Χαρτ, είτε βρεθεί ο Μπάτλαντ της Στόουκ, η Αγγλία θα έχει κάτω απ’ τα δοκάρια της έναν πολύ καλό τερματοφύλακα. Πίσω τους υπάρχουν φυσικά κι άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο Νικ Πόουπ για παράδειγμα, της Μπέρνλι θα μας απασχολήσει ευχάριστα τα επόμενα χρόνια που έρχονται. Η χρονιά που διανύει άλλωστε είναι φανταστική. Και υπάρχουν κι άλλοι πολλοί.

Στην άμυνα η Αγγλία διαθέτει δύο παίκτες της Σίτι που στα χέρια του Γκουαρδιόλα έχουν εξελιχθεί σε παίκτες παγκοσμίου επιπέδου. Απ’ τη μία υπάρχει ο δεξιός μπακ Κάιλ Γουόκερ και δίπλα του, ως κεντρικός αμυντικός, ο Τζον Στόουνς. Τα τεράστια ποσά που δαπάνησε άλλωστε η Σίτι για να τους φέρει στο Έτιχαντ δεν ήταν τυχαία. Ο Στόουνς μάλιστα μου θυμίζει κατά πολύ την περίπτωση του Ζεράρ Πικέ, μιας και διαθέτει παρόμοια χαρακτηριστικά και σωματοδομή για να ηγηθεί της άμυνας, τόσο στην καλύτερη ομάδα της Αγγλίας όσο φυσικά και στην εθνική, ως ο παίκτης που γνωρίζει πως να δημιουργεί ποδόσφαιρο από πίσω, να σκοράρει όταν θα του δοθεί η ευκαιρία και φυσικά να αναχαιτίζει τις επιθέσεις των αντιπάλων. Πολλοί ήταν αυτοί που δε τον πίστεψαν όταν άφησε το Γκούντισον Παρκ, όπως πολλοί ήταν αυτοί που είχαν χλευάσει τον Πεπ όταν έφερνε το καλοκαίρι του 2008, δέκα χρόνια πίσω δηλαδή, τον Πικέ στο Καμπ Νου, έχοντας στο μυαλό του να δημιουργήσει αυτό που είδαμε όλοι τα επόμενα χρόνια. Έναν εκ των πιο σύγχρονων στόπερ της εποχής μας.

Για όσους δεν θυμούνται, ο Πικέ στα χρόνια που υπήρξε παίκτης της Γιουνάιτεντ γυάλιζε τον πάγκο και τα επίσημα του Όλντ Τράφορντ. Ο Στόουνς απ’ την άλλη είχε φτάσει να χαραμίζεται πολλές φορές ως δεξιός πλάγιος αμυντικός στην Έβερτον. «Άγγλος» Οταμέντι απ’ την άλλη δεν υπάρχει, υπάρχουν όμως εξαιρετικοί παίκτες που μπορούν να βρεθούν δίπλα στον Στόουνς, συμπληρώνοντας τον. Παίκτες με μεγάλη εμπειρία, όπως ο Κέιχιλ της Τσέλσι και ο Σμόλινγκ της Γιουνάιτεντ και φυσικά πιο νέοι και ταλαντούχοι ποδοσφαιριστές, όπως ο Μαγκουάιρ της Λέστερ και ο Κιν της Έβερτον. Στο αριστερό άκρο υπάρχει φυσικά η  επιλογή του Ρόουζ της Τότεναμ και αυτή του Μπέρτραντ της Σαουθάμπτον, παίκτες που μπορούν να «κλείνουν» στον άξονα μαζί με τον Γουόκερ όπως λειτουργούν δηλαδή τα πλάγια μπακ της Σίτι, και φυσικά ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο παίκτης δηλαδή που -αν και η φυσική του θέση είναι κεντρικός μέσος- μετατράπηκε σε έναν εξαιρετικό αριστερό μπακ απ’ τον Γκουαρδιόλα, λόγω του τραυματισμού του Μεντί στην αρχή της σεζόν. Ο Σαουθγκέιτ σίγουρα έχει στην άκρη του μυαλού του και αυτή την επιλογή. Έτσι τουλάχιστον θέλω εγώ να πιστεύω. Όλα τα παραπάνω είναι φυσικά με τετράδα στην άμυνα. Στο μυαλό του Άγγλου προπονητή υπάρχει και η επιλογή της τριάδας στην άμυνα. Κάτι που φυσικά έχουμε δει να κάνει ο Πεπ -με μεγάλη μάλιστα επιτυχία και με αυτούς τους παίκτες- και στην Σίτι, και φυσικά υπάρχουν παίκτες που μπορούν να το υποστηρίξουν στις κλήσεις του προπονητή. Η τριάδα στην άμυνα με δύο ουσιαστικά «δεκάρια» πίσω απ’ τον Κέιν ίσως είναι ακόμα μια δυνατή επιλογή για τον Σαουθγκέιτ, που δεν θα πρέπει να μας ξενίσει, αν φυσικά τη δούμε. Που θα τη δούμε (σας το είπα πρώτος, να το θυμάστε).

Στην επίθεση ο Άγγλος προπονητής έχει την τύχη να διαθέτει τον κορυφαίο επιθετικό της Ευρώπης για το 2017. Ο Χάρι Κέιν ξεπέρασε τους Μέσι και Ρονάλντο, όπως ξεπέρασε και το στοιχειωμένο ρεκόρ του Άλαν Σίρερ, και αυτή τη στιγμή -εκτός των γκολ που σκοράρει- κατέχει το καλύτερο ποσοστό τερμάτων στις ιδανικές συνθήκες για γκολ που του παρουσιάζονται, παίζοντας όχι στην Ρεάλ Μαδρίτης ή την Μπαρτσελόνα, αλλά σε μια ομάδα που παλεύει για να μπει στην τετράδα της Πρέμιερ Λιγκ. Κάτι που μεγαλώνει την αξία των ρεκόρ. Σουτάρει πολύ περισσότερο από άλλους μεγάλους γκολτζήδες της εποχής (και από όπου βρει πολλές φορές), ρίχνοντας το συνολικό του ποσοστό, αλλά στις ιδανικές περιπτώσεις που του παρουσιάζονται για γκολ, ο Κέιν είναι ο μεγαλύτερος «φονιάς» στα Ευρωπαϊκά γήπεδα αυτή τη στιγμή. Αυτό φυσικά το λένε οι αριθμοί και όχι εγώ. Όταν μάλιστα θα έχει στα άκρα της επίθεσης των αναγεννημένο Στέρλινγκ της Σίτι (ένα παίκτη που ο Πεπ ουσιαστικά τον μαθαίνει ποδόσφαιρο απ’ την αρχή) και τον φοβερό και τρομερό Ράσφορντ της Γιουνάιτεντ, που μπορεί να κάνει αυτά που κάνει ο Σανέ παρέα με τον Στέρλινγκ στους «πολίτες», έχοντας πίσω του πραγματικά καλούς πλάγιους μπακ, εντελώς έξω απ’ το συντηρητικό ποδόσφαιρο της Γιουνάιτεντ, ίσως δούμε σπουδαίες ποδοσφαιρικές ομορφιές.

Για το τέλος (και όχι τυχαία) άφησα τον άξονα των Άγγλων. Εννοείται πως όσο κι αν ο Σαουθγκέιτ θέλει (αν θέλει) να πατήσει πάνω στο στυλ της Σίτι (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) δεν διαθέτει με τίποτα την ποιότητα του κέντρου των «πολιτών». Ας μην γελιόμαστε. Δεν υπάρχει Φερναντίνιο για να παίξει τόσο τέλεια τον ρόλο του παίκτη μπροστά απ’ τους κεντρικούς αμυντικούς ως ένας υπερσύγχρονος box to box, δεν υπάρχει το σπάνιο ποδοσφαιρικό DNA του Ισπανού μάγου, Νταβίντ Σίλβα και φυσικά όσο κι αν ψάξουμε, και όσο και αν παρερμηνεύσουμε πράγματα και καταστάσεις (αν και θα το κάνω παρακάτω αυτό), δεν μπορώ να βρω παίκτη που να πλησιάζει το μεγαλείο του κορυφαίου μέσου αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη, του Κέβιν Ντε Μπρούινε. Ο Χέντερσον της Λίβερπουλ δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να πλησιάσει αυτά που κάνει ο Βραζιλιάνος, θα είναι αστείο μάλιστα να μπούμε στη διαδικασία να συζητήσουμε κάτι τέτοιο. Ο βελτιωμένος Ντελφ της Σίτι (και όχι της Άστον Βίλα – εκεί που τον μάθαμε δηλαδή) μπορεί να προσφέρει σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ τον αρχηγό της Λίβερπουλ σε αυτό τον ρόλο, και υπάρχει φυσικά και ο Έρικ Ντάιερ της Τότεναμ. Ένας παίκτης με ξεκάθαρες αμυντικές αρετές και σοβαρό πρόβλημα στο επιθετικό και περισσότερο δημιουργικό κομμάτι. Με λίγα λόγια εδώ συναντάμε ένα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για τα «λιοντάρια». Όχι βέβαια πως δεν μπορεί να λυθεί.

Στους δύο εσωτερικούς μέσους, μπροστά απ’ το «εξάρι», υπάρχουν παίκτες που μπορούν να πλησιάσουν αυτά που κάνει ο Σίλβα. Πρώτος και καλύτερος ο Ντέλε Άλι της Τότεναμ. Δυνατός, γρήγορος, με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση αλλά και την απαιτούμενη οξυδέρκεια ώστε να κινηθεί ως «κρυφός» επιθετικός πίσω απ’ τον Κέιν, να πατήσει περιοχή και φυσικά να σκοράρει. Συνεργάζονται άλλωστε τέλεια στα «Σπιρούνια» οι δυο τους. Ο Λαλάνα της Λίβερπουλ είναι ακόμα μία τέτοια περίπτωση, συν το γεγονός πως διαθέτει εξαιρετική κάθετη πάσα για όλους τους ταχύτατους ακραίους παίκτες της Αγγλίας και φυσικά για τον Κέιν (ή τον Βάρντι των «ειδικών αποστολών») στην επίθεση. Αυτοί οι δύο μπορούν να βρεθούν μαζί μπροστά απ’ τον καθαρό αμυντικό μέσο της ομάδας και να συνθέσουν ένα αρκετά ποιοτικό δίδυμο.

Κλείνοντας λέω να παρερμηνεύσουμε λίγο πράγματα και καταστάσεις (σας το είπα πως θα το κάνω) και να ψάξουμε να βρούμε ποιος Άγγλος ποδοσφαιριστής θα μπορούσε να κάνει όλα αυτά που κάνει ο Βέλγος της Σίτι, στην 11αδα της Αγγλίας, σε πανομοιότυπο σύστημα με αυτό του Πεπ στους «πολίτες». Παίκτης με παρόμοια χαρακτηριστικά, εξαιρετικό σωματότυπο και σε φοβερή ηλικία δηλαδή. Υπάρχει κάτι τέτοιο; Μάλιστα υπάρχει. Δεν ξέρω βέβαια αν έχει τη διάθεση ο ίδιος να μπει και πάλι δυνατά στον «χάρτη». Το μεγάλο πρόβλημα είναι πως ποτέ κάποιος σοβαρός προπονητής δεν δούλεψε πραγματικά μαζί του. Να του βρει την σωστή θέση και φυσικά, το σημαντικότερο απ’ όλα, να τον συνετίσει. Βάζοντάς του μυαλό και παίρνοντάς τον από την Έβερτον με προορισμό μια ομάδα που να πρωταγωνιστεί, δίνοντάς του έτσι σοβαρό κίνητρο για την καριέρα του. Τον παίκτη αυτόν -τονίζω- πως έχουμε να τον δούμε να παίζει ποδόσφαιρο από πέρσι μιας και φέτος,  και λόγω τραυματισμού, δεν έχει αγωνιστεί καθόλου στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. Φυσικά και μιλάω για τον Ρος Μπάρκλεϊ. Τον θυμάστε;

Ο παίκτης που το καλοκαίρι άφησε την Τσέλσι στα κρύα του λουτρού, (επιλέγοντας να παραμείνει στην Έβερτον) κυριολεκτικά -με τις δύο ομάδες να τα έχουν βρει σε όλα- την ώρα των ιατρικών εξετάσεων και φέτος δεν έχει αγωνιστεί λεπτό, πριν μερικά χρόνια έκανε ολόκληρη την Ευρώπη να παραμιλά με τα κατορθώματά του εντός των τεσσάρων γραμμών και είχε φτάσει να θεωρείται -καθόλου άδικα- ως το νέο παιδί θαύμα του αγγλικού ποδοσφαίρου. Την ίδια περίοδο ο Κέβιν Ντε Μπρούινε γυάλιζε τον πάγκο της Τσέλσι, για να πωληθεί με ένα πολύ μικρό ποσό -για την πραγματική του αξία- στη Βόλφσμπουργκ. Σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Άγγλος βρίσκεται στα αζήτητα και ο Βέλγος θεωρείται ο κορυφαίος μέσος της Ευρώπης. Αν μπορεί ο Μπάρκλεϊ να γίνει αυτό που ήταν προορισμένος να γίνει; Αν ρωτάτε εμένα, η απάντηση είναι ναι. Το υπογράφω κιόλας. Αρκεί να φύγει απ’ την Έβερτον και να αρχίσει να αγωνίζεται στην θέση που παίζει και ο Βέλγος ηγέτης της Σίτι. Ούτε έξω αριστερά, ούτε πίσω απ’ τον επιθετικό ως ελεύθερος, αλλά ως κεντρικός εσωτερικός μέσος. Κάτι που μπορεί να γίνει δηλαδή και με τριάδα αλλά και τετράδα στην άμυνα. Μακάρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές κάποια εκ των Τσέλσι ή Τότεναμ (που έχουν δηλώσει ανοικτά το ενδιαφέρον τους για τον παίκτη) να τον υπογράψουν, δίνοντάς του τον χώρο και το χρόνο να ξεδιπλώσει το σπάνιο ταλέντο του. Για το καλό του ποδοσφαίρου δηλαδή και της εθνικής Αγγλίας που θα τον χρειαστεί -σε νέο ρόλο- στο Μουντιάλ.

Μια Χριστουγεννιάτικη ποδοσφαιρική ιστορία

  [5 Σχόλια]

Μάντσεστερ. Παραμονή Χριστουγέννων 2017.

Ο Ζοσέ έχει αράξει φαρδύς πλατύς στην πανάκριβή του πολυθρόνα, μπροστά απ’ το αναμμένο τζάκι και αναπολεί παλιές καλές εποχές, τότε που ως προπονητής της -δικής του- Τσέλσι θεωρούνταν ο Special One. Tότε που είχε χιλιάδες «εχθρούς» επειδή ήταν απλά ο κορυφαίος προπονητής στην Ευρώπη. Τότε που οι «μπλε» του Στάμφορντ Μπριτζ δεν έχαναν από καμία ομάδα και όταν το έκαναν, το έκαναν πολύ δύσκολα. Πάνω απ’ το τζάκι ο Πορτογάλος έχει παρατάξει μερικά απ’ τα σπουδαιότερα τρόπαια που έχει κατακτήσει, στην αγαπημένη του διάταξη το 4-5-1, έχοντας στην κορυφή το Τσάμπιονς Λιγκ του 2004. Κρατά στο χέρι ένα ποτήρι πανάκριβο κρασί και στο μυαλό του έρχονται, μόνες τους, μεγάλες στιγμές του παρελθόντος. Ο Μιλίτο σπάει τα άλατα του Φαν Μπούιτεν και σκοράρει για την Ίντερ. Ο Κοστίνια το παστελώνει στο Όλντ Τραφορντ. Ο Φράνκι ο Λάμπαρντ σηκώνει την μία κούπα μετά την άλλη καθώς ο Τέρι κλείνει το μάτι στον Γουέιν Μπριτζ. Ο Νίκος ο Λυμπερόπουλος ξυρίζει το δοκάρι στην Λεωφόρο και η Ρεάλ κερδίζει το πρωτάθλημα απ’την Μπάρτσα. «Ωραίες αναμνήσεις διάολε». Ο Ζοσέ δεν θέλει κανέναν μέσα στη μίζερη μοναξιά του και -σχεδόν- θα αφεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, πριν προλάβει να τελειώσει το κρασί του. Τι κι αν ξημερώνουν Χριστούγεννα σε λίγες ώρες, ο Special Πορτογάλος νιώθει τόσο μόνος και τόσο κακόκεφος.

Ξαφνικά ένας βίαιος ήχος θα ταράξει τη γαλήνη του. Ο Ζοσέ θα κοιτάξει πίσω του και θα δει μια γνώριμη σε όλους μορφή να ψάχνει ανάμεσα στα ακριβά ουίσκι που έχει στην συλλογή του. «Ποιος είσαι εσύ; Τι θες στο σαλόνι μου; Άσε κάτω το Lagavulin».

«Ζοσέ, δεν κατάλαβες ποιος είμαι; Δεν σου θυμίζω τίποτα; Είμαι ο θρύλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο Τζόρτζ Μπεστ και θέλω να κάνουμε μια χαλαρή κουβέντα φίλε μου. Δεν μπορώ να σε βλέπω σε αυτή τη μιζέρια άνθρωπέ μου. Eπηρρεάζεις όλη την ομάδα. Σκέψου ακόμα και ο Πογκμπά έκοψε τους dab πανηγυρισμούς.»

«Γιώργη, μα εσύ έχεις πεθάνει. Για μια στιγμή σε πέρασα για τον Λουκ Σκάιγουοκερ στον Τελευταίο Τζεντάι. Με τρομάζεις τώρα και είμαι και λίγο φοβητσιάρης. Για να σου μιλάω… μη μου πεις πως έχω πεθάνει και γω; Θα είναι χειρότερο κι απ’ το να πάρει πρωτάθλημα η Λίβερπουλ»

«Χαλάρωσε μεγάλε. Δεν έχεις πεθάνει, μην τρομάζεις, ούτε πρόκειται να το πάρει η Λίβερπουλ. Το μόνο που έχει πεθάνει είναι το ποδόσφαιρο που παρουσιάζεις και γι’ αυτό είμαι σήμερα εδώ. Βασικά είμαι το φάντασμα του Τζορτζ Μπεστ, το φάντασμα του παρελθόντος. Δεν έχεις διαβάσει Ντίκενς βρε άνθρωπε; Σε είχα για καλλιεργημένο.»

«Τα φαντάσματα βρε Γιώργη στην ιστορία του Ντίκενς ήταν τρία. Πως και ήρθες μόνος σου; Μήπως με δουλεύεις και αυτή είναι ακόμα μία πλάκα εκείνου του χίπστερ του Πεπ σε βάρος μου; Δεν έχω όρεξη πες του. Ειλικρινά. Ας τα πάρει όλα φέτος, δεν ασχολούμαι μαζί του, με έχει κουράσει ο τύπος. Άσε με να κοιμηθώ σε παρακαλώ. Στις 26 του μήνα παίζουμε με την Μπέρνλι με τον άλλο τον αχώνευτο τον Ντάις, άσε με να χαρείς.»

«Ήταν να έρθουμε και οι τρεις μαζί απλά οι άλλοι δύο μετά τον αποκλεισμό της Γιουνάιτεντ απ’ την Μπρίστολ Σίτι για το Λιγκ Καπ ούτε που θέλουν να σε δούν. Άδικο δεν έχουν πάντως. Να σου πω την αλήθεια ούτε εγώ θα ερχόμουν, απλά θυμήθηκα πως έχεις δυνατή κάβα. Άντε ντύσου. Έχουμε να πάμε μια βόλτα και είναι και αρκετά μεγάλη.»

«Εντάξει Γιώργη. Θα έρθω. Μην αργήσουμε όμως πολύ γιατί έχω να σηκωθώ χαράματα αύριο και να σχεδιάσω το σύστημα και την τακτική για τη Μπέρνλι. Δεν θα αντέξω να χάσω κι απ’ τον Ντάις»

«Άσε μας ρε Ζοσέ. Ακόμα και τα δοκάρια γνωρίζουν πως θα παίξεις 4-5-1 με γιόμες για το κεφάλι του Φελαϊνί. Σοβαρέψου και ντύσου να φύγουμε.»

Το ταξίδι στο παρελθόν του Ζοσέ είχε μόλις ξεκινήσει, έχοντας ως οδηγό -όχι κάποιον τυχαίο- αλλά τον Τζορτζ Μπεστ ή καλύτερα το φάντασμά του. Ήταν η τελευταία ευκαιρία του Ζοσέ να αλλάξει κι από μίζερος και κολλημένος προπονητής να γίνει πιο σύγχρονος, πιο χαμογελαστός, πιο ευγενικός. Κάποιος που δείχνει να χαίρεται αυτό που κάνει. Ένας νικητής του ποδοσφαίρου και πάλι. Ένας άνθρωπος που όλοι θα του χαμογελούν και δεν θα αλλάζουν δρόμο όταν τον συναντούν τυχαία σε κάποιο γήπεδο. Σε κάποιο μπαρ. Στην λαϊκή αγορά του Μάντσεστερ που πάει να ψωνίσει. Είναι Χριστούγεννα άλλωστε και η Αγγλία είναι πάντα πανέμορφη αυτές τις Άγιες μέρες.

«Ζοσέ βλέπεις αυτά τα παιδάκια στο προαύλιο αυτού του παλιού σχολείου στο Σετουμπάλ; Παίζουν ποδόσφαιρο χαμογελαστά. Δίχως καμία έγνοια. Προσπαθούν να κάνουν κόλπα με τη μπάλα. Ραμπόνες, τακουνάκια, ποδιές. Δες τα πως χαίρονται. Πόσο ωραία εικόνα. Έτσι δεν είναι; Είναι όμως και ένα παιδάκι κατσουφιασμένο, που δεν ξέρει μπάλα αλλά το παίζουν τα υπόλοιπα. Κι ας διαμαρτύρεται συνέχεια, κι ας παίζει λίγο βρώμικα. Κι ας θέλει μόνο να κερδίζει πάση θυσία. Το βλέπεις; Αυτό το παιδάκι είσαι εσύ Ζοσέ. Δεν δείχνεις να το ευχαριστιέσαι το παιχνίδι βρε Ζοσέ. Και είσαι μόλις 8 ετών εδώ. Το θυμάσαι;»

«Μπορεί να μην το ευχαριστιόμουν, όπως λες, εκείνη τη χρονιά όμως είχαμε κερδίσει το πρωτάθλημα στο Σετουμπάλ. H τάξη μου βασικά.»

«Ναι αλλά εσύ δεν έπαιζες Ζοσέ. Ήσουν η τελευταία αλλαγή και γκρίνιαζες στα άλλα παιδάκια. Έχεις ένα μετάλλιο, αλλά δεν το χάρηκες ποτέ εκείνο το παιχνίδι. Δεν σου λείπει εκείνη η αίσθηση της αλάνας; Να προσπαθείς -όταν μπαίνεις στο γήπεδο- να κάνεις και εσύ ένα τσαλιμάκι, κι ας έχανε την μπάλα. Σιγά το πράγμα. Σημασία έχει η χαρά του παιχνιδιού σε αυτές τις ηλικίες»

«Δεν είχα το ταλέντο σου ρε Τζορτζ. Μιλάς εκ του ασφαλούς. Υπήρξες ένας ανάμεσα στους κορυφαίους που έβγαλε ο πλανήτης. Δεν μπορείς να νιώσεις τον κρύο ιδρώτα όταν σου έρχεται η μπάλα και εσύ γνωρίζεις πως είσαι τσακωμένος με το κοντρόλ εκ γενετής. Ορίστε δάκρυσα. Αυτό ήθελες; Τα κατάφερες»

«Δεν ήμουν ένας ανάμεσα στους κορυφαίους βρε πορτογαλική νυφίτσα. Ήμουν ο κορυφαίος όλων. Εντός και εκτός γηπέδων. Συγκινήθηκες πάντως, κάτι είναι κι αυτό. Πάμε παρακάτω… Εδώ δεν σταματάω. Σε βλέπω να κλαις και η ξανθιά να φεύγει με τον φλώρο με το Polo μπλουζάκι. Χυλόπιτα έτσι; Ειλικρινά δεν έχω φάει ποτέ χυλόπιτα. Ας ανοίξω το δεύτερο μπουκάλι. Μα καλά τρύπιο είναι το μπουκάλι; Πότε τελείωσε; Θα σε πάω στο Καμπ Νου. Τότε που ήσουν μεταφραστής του Ρόμπσον και κολλητός του Γκουαρδιόλα. Τι παικτάρα ήταν ο Καταλανός έτσι;»

«Ήταν όντως φοβερός. Θυμάμαι να τον χαζεύω και να προσπαθώ να καταλάβω πως λειτουργεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ακόμα δεν το έχω καταλάβει να σου πω την αλήθεια. Αν ήμουν προπονητής τότε και τον είχα αντίπαλο θα έβαζα τον Ντελ Όρνο να τον κλωτσήσει. Έχεις ακόμα πρόβλημα με το ποτό έτσι;»

«Σε πιστεύω. Σε έχει χιλιογλεντήσει άλλωστε τόσες φορές. Το έχει πάει σε άλλο επίπεδο ο Πεπ. Μακάρι να τον είχα κόουτς και ας μην έπινα για 20 λεπτά. Απαξιώ να απαντήσω στην ερώτησή σου. Ο Ντελ Όρνο δεν είχε κλωτσήσει τον Μέσι σε εκείνο το ματς Τσέλσι-Μπάρτσα;»

«Τα έχεις ξαναπεί αυτά. Δεν σε πιστεύω. Γιατί μου δείχνεις όμως όλες αυτές τις δύσκολες στιγμές; Γιατί δεν με αφήνεις στην ποδοσφαιρική μου μιζέρια; Γιατί μου τα θυμίζεις όλα αυτά; Τι σε έπιασε και με ζαλίζεις; Naι, o Ντελ Όρνο ήταν αλλά μη με κοιτάς έτσι. Ήταν καθαρά δική του επιλογή. Εγώ δεν έβαλα το χέρι μου»

«Σε ζαλίζω επειδή η Γιουνάιτεντ δεν είναι για να τη βλέπει ο κόσμος σε αυτά τα χάλια. Ούτε εσένα σου αξίζει να σε κράζουν σε όλα τα καφενεία της Ευρώπης. Μου φέρνεις στο μυαλό κάποιον που μόλις έχει αγοράσει το FIFA 18 και αντί να κάτσει και να παίξει στην τηλεόρασή του, φεύγει για να πάει να παίξει το φλιπεράκι Virtual Striker και ψάχνει στην τσέπη του για κέρματα. Ακόμα και μετά την ήττα απ’ την Μπρίστολ, στάθηκες στα δυο δοκάρια που είχε η ομάδα σου λες και προπονείς την Ελπίδα Χορτερού στα τελευταία τοπικά. Σοβαρέψου Ζοσέ. Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται, εσύ το κοιτάς με κιάλια και ο κόσμος γελάει με τις εμφανίσεις της Γιουνάιτεντ.»

Ο Ζοσέ έκλεισε τα μάτια βουρκωμένος και δεν απάντησε ξανά στο φάντασμα του Μπεστ. Στο Χριστουγεννιάτικο πνεύμα δηλαδή που προσπάθησε να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο προπονητή. Ο Μπεστ τον γύρισε στο σπίτι και τον άφησε στον καναπέ καθώς άρπαξε και ένα τρίτο μπουκάλι Lagavulin. «Για το δρόμο Ζοσέ» του είπε χαμηλόφωνα, και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο Ζοσέ αποκοιμήθηκε. Το πρωί ξύπνησε με πονοκέφαλο και ήταν πάλι κατσουφιασμένος. Τα παιδικά τραγούδια και οι μικρές νιφάδες χιονιού που έπεφταν και του έφερναν στο μυαλό εικόνες βιβλίου του Ντέιβιντ Γκούτερσον, δεν μπόρεσαν να τον συγκινήσουν, ούτε να τον ηρεμήσουν. Άρπαξε μια κόλλα χαρτί και σχεδίασε το σύστημα για το ματς κόντρα στη Μπέρνλι. «Θα παίξω με 4-5-1 και θα βάλω τον Φελαϊνί δίπλα στον Πογκμπά. Θα τους κατατροπώσω με «καμινάδες» απ’την άμυνα. Είμαι ο Ζοσέ Μουρίνιο. Ο κορυφαίος όλων. Το ακούς Μπεστ; Μη με αμφισβητήσεις ποτέ ξανά.» Ξαφνικά άκουσε το κουδούνι της πόρτας και δύο παιδάκια να τραγουδούν ένα κλασικό, παλιό αγγλικό, Χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Ο Ζοσέ το είχε ξανακούσει παλιά απ’ τον  Τζόε Κόουλ. Ο Κόουλ ήταν πιο φάλτσος κι απ’ τη Μέρυλ Στριπ σε εκείνη την μέτρια ταινία που είχε δει με τη γυναίκα του πέρσι. Σούφρωσε τα χείλη και τσαλάκωσε το χαρτί που είχε σχεδιάσει το σύστημά του. Το πέταξε με νεύρα στο καλάθι, λες και καρφώνει ο Γιάννης ο Αντετοκούνμπο και άρχισε πάλι να μονολογεί: «Πόσο μισώ τα Χριστούγεννα… Πόσο μισώ τα Χριστούγεννα.»

Το κεφάλι του Big Dunc: φτιαγμένο για γκολ και καβγάδες

  [7 Σχόλια]

Σε μια ομάδα που είδε παίκτες όπως ο Ντίξι Ντιν, ο Χάουαρντ Κένταλ, ο Άλαν Μπολ, ο Άλεξ Γιανγκ, ο Γκρέιαμ Σαρπ και αργότερα οι Λίνεκερ και Ρούνεϊ, είναι κάπως παράταιρο να θεωρείται ίνδαλμα ο Ντάνκαν Φέργκιουσον. Ένας σκληρός, φωνακλάς, με αγάπη στο αλκοόλ Σκωτσέζος, με μια καριέρα γεμάτη αποβολές και όχι αμέτρητα γκολ είναι ένας από τους πιο αγαπημένους παίκτες στην μπλε πλευρά του Λίβερπουλ. Περίεργο για έναν παίκτη που όλοι λένε ότι είχε φοβερά προσόντα, ήταν δυνατός, είχε φαρμακερό σουτ, πολύ καλή κεφαλιά, μαχητικός, αλλά η απόδοσή του είχε σκαμπανεβάσματα και αντιμετώπισε και πολλούς τραυματισμούς, σε μια περίοδο που η Έβερτον έφτασε να μάχεται για τη σωτηρία της. Γιατί όμως ο Μπιγκ Ντανκ θεωρείται ένα cult ίνδαλμα του Γκούντισον Παρκ;

Η Νταντί Γιουνάιτεντ τον ανακάλυψε όταν ήταν ακόμα σχολιαρόπαιδο κι ο Φέργκιουσον εκεί έμαθε μπάλα, κάνοντας ντεμπούτο στα 19 του. Εκεί έμαθε και το αλκοόλ, με τους διοικούντες να βάζουν τις σπιτονοικοκυρές του να δίνουν αναφορά για τα νυχτοπερπατήματά του. Δυο καλές σεζόν με αρκετά γκολ τον έφεραν μέχρι την εθνική Σκωτίας κι οι Ρέιντζερς έδωσαν 4 εκατομμύρια λίρες για να τον αποκτήσουν, η πιο ακριβή μεταγραφή Βρετανού παίκτη εντός Βρετανίας. Εκτός όμως από έναν ταλαντούχο 20χρονο ποδοσφαιριστή, απέκτησαν και έναν τύπο που έμπλεκε σταθερά σε φασαρίες. Μέχρι τα 23 του ο Φέργκιουσον είχε καταδικαστεί τρεις φορές για επίθεση, μια για διατάραξη κοινής ησυχίας και μια για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Στην πρώτη επίθεση έριξε κουτουλιά σε έναν αστυνομικό. Στη δεύτερη επιτέθηκε σε μια πιάτσα ταξί σε έναν… ταχυδρόμο με πατερίτσες που έβρισε την κοπέλα του, τη μέρα μάλιστα που ο Φέργκιουσον πήρε την πρώτη κόκκινη στην καριέρα του. Η τρίτη καταδίκη για επίθεση έγινε σε μια παμπ, σε ένα ψαροχώρι στη μέση του πουθενά, όταν μάλωσε με μια παρέα ψαράδων που ενοχλούσε την παρέα του. Χωρίς να είναι αυτός που προκαλούσε πάντα, η αγάπη του για το αλκοόλ και τα βίαια επεισόδια έχτισαν την εικόνα του.

Ήταν η τέταρτη καταδίκη όμως αυτή που έγραψε ιστορία και σε μεγάλο βαθμό καθόρισε την καριέρα του και τη ζωή του. Ως παίκτης των Ρέιντζερς τον Απρίλιο του 1994 σε μια φαινομενικά αδιάφορη φάση στο 35′, έδωσε μάχη με τον ΜακΣτέι των Ρέιθ Ρόβερς. Σε έναν ορισμό του «that escalated quickly», από τα τραβήγματα φτάσαμε σε μια κουτουλιά του Μπιγκ Ντανκ στον δύστυχο αντίπαλό του. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο διαιτητής δεν έβγαλε την κόκκινη κάρτα (προφανώς πιστεύοντας σε κάποιο σκωτσέζικο εθιμικό δίκαιο «παιδιά βρείτε τα μεταξύ σας και ο χαμένος ας κεράσει μια μπύρα»). Μόνο που στο ματς υπήρχαν κάμερες, το θέμα πήρε διαστάσεις και στον Φέργκιουσον, γνωστό για το παρελθόν του, ασκήθηκε μια κομματάκι υπερβολική δίωξη από έναν εισαγγελέα. Τα ΜΜΕ φούσκωσαν το θέμα και σε συνδυασμό με την μέτρια απόδοσή του, αποτέλεσε την αρχή του τέλους του στους Ρέιντζερς.

Την επόμενη σεζόν η Έβερτον ξεκίνησε τραγικά, μην μπορώντας να κερδίσει κανένα ματς. Ο απελπισμένος πιάνεται από τα μαλλιά του και οι Μπλε αποφάσισαν να πάρουν δανεικό τον Φέργκιουσον. Ο Φέργκιουσον συνέχισε την ίδια ζωή. Έμενε σε ένα ξενοδοχείο κι επειδή δεν είχε φίλους, ξεκινούσε τις μπαρότσαρκες με τον θυρωρό, πίνοντας όλο το βράδυ. Η Έβερτον δεν βελτιώθηκε και ο Τζο Ρόιλ ανέλαβε ως προπονητής πριν το ντέρμπι με τη Λίβερπουλ. Παρ’ ότι η Έβερτον ήταν τελευταία, συμπληρώνοντας 12 αγωνιστικές χωρίς νίκη και έπαιζε το ντέρμπι των ντέρμπι με νέο προπονητή, ο Μπιγκ Ντανκ αποφάσισε να βγει έξω για ένα Σαββατόβραδο βγαλμένο από το Trainspotting.

Το Σάββατο πριν το ντέρμπι της Δευτέρας λοιπόν, βγήκε έξω με μια κοπέλα και φυσικά ήπιε σαν να μην υπήρχε αύριο, τερματίζοντας τα μπαρ της πόλης. Τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, αν στην επιστροφή δεν έμπαινε με το αυτοκίνητο σε έναν σταθμό λεωφορείων (χωρίς να δει το τεράστιο απαγορευτικό σήμα). Η αστυνομία τον σταμάτησε, τον ρώτησε «έχετε πιει κύριε;», ο Ντάνκαν είπε «όχι», αλλά δεν έπεισε κανέναν, ειδικά τον συγκεκριμένο αστυνομικό που ήταν οπαδός της Λίβερπουλ και του είπε να έρθει μαζί του. Ο Ντάνκαν έδωσε στην κοπέλα το κλειδί του δωματίου του πριν πάει στο τμήμα. Η ιστορία της Έβερτον μπορεί να ήταν διαφορετική, αν στο τμήμα δεν βρίσκονταν κάποιοι αστυνομικοί οπαδοί της που του έδωσαν να πιει τόνους νερού για το αλκοτέστ και όταν εξετάστηκε ήταν ελάχιστα πάνω από το όριο. «Δεν ξέρω πως έγινε αυτό, είχα πιει περίπου πέντε μπουκάλια κρασί» θυμάται. Αφού ήταν λίγο πάνω από το όριο αφέθηκε ελεύθερος στις έξι το πρωί, χαρούμενος γιατί το κορίτσι τον περίμενε ακόμα στο δωμάτιο.

«Η νύχτα που ο Φέργκιουσον έγινε θρύλος πριν γίνει ακόμα παίκτης»
– Τζο Ρόιλ, προπονητής της Έβερτον σε εκείνο το ματς

Το βράδυ της Δευτέρας έπαιξε το πρώτο από τα πολλά του ντέρμπι του Λίβερπουλ. Ο Ρόιλ ήταν έτοιμος να τον αλλάξει καθώς η παρουσία του ήταν μέτρια μέχρι όμως που ήρθε το 56ο λεπτό. Κόρνερ με τον Χίντσκλιφ, ο Σκωτσέζος πηδάει πιο ψηλά, παίρνει μια φοβερή κεφαλιά και ανοίγει το σκορ πανηγυρίζοντας έξαλλα μπροστά στους οπαδούς. Η νίκη έρχεται τελικά με 2-0, με τον Ντάνκαν να έχει συμμετοχή και στο 2ο γκολ. Το ιδανικό πρώτο ντέρμπι, μπαίνοντας στις καρδιές των οπαδών του συλλόγου. Ο Φέργκιουσον έκανε μια πολύ καλή σεζόν, σκοράροντας και με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, κι η Έβερτον των 4 βαθμών στην 12η αγωνιστική, έφτασε τους 50 στο τέλος και σώθηκε βγαίνοντας 15η. Ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία όμως ήταν η ανέλπιστη κατάκτηση του κυπέλλου με τη Γιουνάιτεντ, του τελευταίου μέχρι σήμερα για τον σύλλογο. Η Έβερτον αγόρασε τον Ντάνκαν που ήταν ήδη ίνδαλμα.


Ο ιστορικός πανηγυρισμός με τη Γιουνάιτεντ

Υπήρχε όμως το περιστατικό από τη Σκωτία. Η υπόθεση τράβηξε πάνω από έναν χρόνο, αλλά ο Φέργκιουσον καταδικάστηκε το φθινόπωρο του 1995 σε φυλάκιση τριών μηνών, καθώς βρισκόταν σε αναστολή από τα προηγούμενα, και παρά την έφεση που έκανε δεν δικαιώθηκε. Έγινε ο πρώτος Βρετανός ποδοσφαιριστής που θα έμπαινε φυλακή για συμβάν στο γήπεδο. Πριν λίγους μήνες έδινε το χέρι στον πρίγκιπα Κάρολο στο Γουέμπλεϊ και τώρα έπρεπε να πάει σε μια από τις χειρότερες φυλακές της Γλασκώβης. Ο Φέργκιουσον δεν συγχώρεσε ποτέ το σκωτσέζικο ποδόσφαιρο θεωρώντας ότι όλοι υπήρξαν υπερβολικοί μαζί του κι ότι η Ομοσπονδία τον άφησε απροστάτευτο. Αποχώρησε από την εθνική με μόλις 7 συμμετοχές. Ο Τζο Ρόιλ, σε μια κίνηση που έφερε μεγάλες αντιδράσεις, τον επισκέφτηκε στη φυλακή για να τον στηρίξει. «Όσοι με κατηγορούν, δεν ξέρουν τι σημαίνει ο Φέργκιουσον για το κλαμπ και τους οπαδούς. Ήταν μια ανοησία, μια στιγμή ανωριμότητας, δεν γίνεται όμως να μπαίνει φυλακή τη στιγμή που υπάρχουν εγκληματίες έξω», δήλωσε. Η Έβερτον δεν σταμάτησε να τον πληρώνει, παρά την κατακραυγή.

Ο Φέργκιουσον μπήκε για τρεις μήνες μέσα, εξέτισε τελικά την μισή ποινή και αποφυλακίστηκε για να γυρίσει στο ποδόσφαιρο. Η αγάπη των οπαδών της Έβερτον ήταν τεράστια, ο Σκωτσέζος καθημερινά απαντούσε σε γράμματα που του έστελναν. Ένα από αυτά είχε αποστολέα έναν πιτσιρικά με όνομα Γουέιν Ρούνει. Ο Ντάνκαν απάντησε και σε αυτό, χωρίς να γνωρίζει το μέλλον. Η εμπειρία του Φέργκιουσον στη φυλακή τον τραυμάτισε πολύ, τον στενοχώρησε, αλλά δεν τον άλλαξε σαν άνθρωπο, δεν τον έκανε πιο ήρεμο.

Ο Ντάνκαν επέστρεψε στην Έβερτον, χωρίς να μαγεύει πάντα. Λίγο η φυλακή, λίγο τα προβλήματα τραυματισμών και πολύ η μετριότατη Έβερτον εκείνων των ετών, δεν τον άφησαν να κάνει μια μεγαλύτερη καριέρα, αν και έβαζε αρκετά γκολ. Στους καβγάδες και στις κόκκινες δεν έμεινε πίσω πάντως, έχοντας το ρεκόρ με τον Πατρίκ Βιεϊρά. Το 1998 με την Έβερτον να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα πουλήθηκε στη Νιούκαστλ, μια κίνηση που δεν άρεσε ούτε στον ίδιο, ούτε και στους οπαδούς. Φεύγοντας έγραψε μια επιστολή αφιερωμένη στον κόσμο, λέγοντας ότι τον ανάγκασαν να φύγει και δεν θα τους ξεχάσει ποτέ για όσα του έδωσαν.

Οι δρόμοι τους δεν χώρισαν για πολύ. Οι τραυματισμοί δεν τον άφησαν να κάνει πολλά στα βόρεια και μόλις δυο σεζόν μετά η Έβερτον τον αγόρασε πίσω με τα μισά χρήματα. Ο Μπιγκ Ντανκ αγωνίστηκε για άλλες έξι σεζόν με τα αγαπημένα του μπλε. Οι τραυματισμοί συνεχίστηκαν, αλλά έβαλε αρκετά γκολ (1ος Σκωτσέζος σκόρερ στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ) και πάντα έδινε την ψυχή του για τη φανέλα. Πολλές φορές βέβαια ξεφεύγοντας, αλλά με τα υπόλοιπα πολλά επεισόδια της καριέρας του θα ασχοληθούμε άλλη φορά. Την προτελευταία του σεζόν έκανε την κατά πολλούς καλύτερη εμφάνισή του. Στην επιστροφή του «προδότη» Γουέιν Ρούνεϊ με τα κόκκινα, του παιδιού που του είχε στείλει γράμμα στη φυλακή, ο Φέργκιουσον έκανε ένα καταπληκτικό ματς και σκόραρε με μια ακόμα κεφαλιά. Ήταν μάλλον η τελευταία μεγάλη παράσταση της καριέρας του σε ένα εξαιρετικό ματς της Έβερτον απέναντι σε μια πανίσχυρη Γιουνάιτεντ. Όταν η Έβερτον αποφάσισε να μην τον ανανεώσει, ο Ντάνκαν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, είπε όχι σε άλλες προτάσεις. Ήθελε να παίζει μόνο για τα μπλε. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ξεκούρασε το κορμί του, στο οποίο είχε κάνει καμία δεκαριά επεμβάσεις, ενώ συνέχισε να ασχολείται με τη μεγάλη του αγάπη που δεν ήταν το ποδόσφαιρο, αλλά να εκτρέφει περιστέρια.

Στην αρχική μας ερώτηση «γιατί αγαπήθηκε τόσο» οι απαντήσεις μπορούν να είναι πολλές. Το 1ο γκολ με τη Λίβερπουλ, η φυλακή, ο τσαμπουκάς που έβγαζε στο γήπεδο και ειδικά σε ντέρμπι, κάποια πανέμορφα γκολ σε πέτρινα χρόνια. Αλλά ίσως όλα εξηγούνται καλύτερα με ένα απλό περιστατικό. Στο τελευταίο του παιχνίδι με την Έβερτον το 2006 ο Φέργκιουσον ανέλαβε την εκτέλεση ενός πέναλτι στο 90′ με την ομάδα του να βρίσκεται πίσω 1-2 στο σκορ. Αστόχησε, πήρε το ριμπάουντ και σκόραρε δίνοντας με το τελευταίο γκολ του έναν ακόμα βαθμό. Ένας ποδοσφαιριστής με τόσα χρόνια παρουσίας, με πολλά χρήματα, θα μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε τρέλα για το αντίο του. Αυτός κατέβηκε σαν κοινός θνητός στο κέντρο του Λίβερπουλ, πήγε σε μια απλή παμπ και παρέα με οπαδούς του συλλόγου που βρήκε εκεί τα ήπιαν μαζί. «Οι σκάουζερς είναι μια διαφορετική τάξη ανθρώπων. Το αλάτι της γης. Καλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης που αγαπούν το ποδόσφαιρο», είπε ο Ντάνκαν για εκείνο το βράδυ. Ήταν απλά ένας από αυτούς κι ας γεννήθηκε αλλού.

Ο άνθρωπος που έσωσε τον Φέργκιουσον

  [4 Σχόλια]

Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ο άνθρωπος που μετέτρεψε την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από ακόμα μία μεγάλη ομάδα της Αγγλίας σε κορυφαία ομάδα της χώρας στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Είναι ο άνθρωπος που άλλαξε επίπεδο το εξωαγωνιστικό κομμάτι της Γιουνάιτεντ και ανέβασε τις «μετοχές» της στο παγκόσμιο «ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο» σε μια εποχή που οι περισσότερες μεγάλες ομάδες, σε ολόκληρο το Νησί λειτουργούσαν (και δούλευαν) με αρχαίες μεθόδους και τακτικές. Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ένας απ’ τους κορυφαίους μάνατζερ σε ολόκληρη την ιστορία του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και η εκτόξευση των «κόκκινων διαβόλων» αποτελεί ουσιαστικά δική του δουλειά. Όλα τα παραπάνω βέβαια τα γνωρίζουν όλοι. Ακόμα και αυτοί που δεν ασχολούνται φανατικά με το Βρετανικό ποδόσφαιρο. Αυτό όμως που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί μυημένοι με την Πρέμιερ Λιγκ είναι πως για να φτάσουμε σε όλα αυτά, χρειάστηκε το κεφάλι (και όχι το πόδι) ενός -όχι και τόσο διάσημου- Άγγλου ποδοσφαιριστή. Το όνομά του, Μαρκ Ρόμπινς. Η θέση του, επιθετικός.

Όσοι είστε πιο μεγάλοι σε ηλικία (30+) και έρθει στο μυαλό σας ένας -λιγάκι ξεχασμένος- επιθετικός του Πανιωνίου, άδικο δεν θα έχετε, μιας και ο Μαρκ Ρόμπινς που έκανε τις βόλτες του στην Πλατεία είναι το ίδιο ακριβώς άτομο που -σχεδόν- μια δεκαετία νωρίτερα έσωσε -κυριολεκτικά- την καριέρα του Σκοτσέζου και έγραψε την αρχή ολόκληρης της ιστορίας θριάμβων της Γιουνάιτεντ στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ, ασχέτως αν τα επόμενα «κεφάλαια» τα είδε απ’ τη σκοπιά του απλού παρατηρητή ή του «ποδοσφαιρικού αναγνώστη» αν προτιμάτε, μιας και αυτά γράφτηκαν από άλλους. Μερικούς ανάμεσα στους κορυφαίους της τελευταίας 25ετίας όπως ο Καντονά, ο Γκιγκς, ο Σκόουλς και ο Μπέκαμ.

Ήταν 7 Ιανουαρίου του 1990 όταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ταξίδεψε στην έδρα της Νότιγχαμ Φόρεστ, του σπουδαίου Μπράιαν Κλαφ, για τον 3ο γύρο του κυπέλλου Αγγλίας. Η ομάδα του Φέργκιουσον βρίσκονταν κάτω από μεγάλη πίεση και δεν παρουσίαζε καθόλου καλό ποδόσφαιρο, κάτι φυσικά που μπορούσε να καταλάβει ο καθένας και απ’ την βαθμολογική της θέση εκείνο το διάστημα αλλά κι απ’ τα καυστικά άρθρα των εφημερίδων. Η Γιουνάιτεντ ήταν 15η στο πρωτάθλημα και είχε προλάβει να αποκλειστεί και απ’ το Λιγκ Καπ δύο μήνες νωρίτερα. Στην έδρα της μάλιστα, με 0-3 απ΄την Τότεναμ του «φονιά» που άκουγε στο όνομα Γκάρι Λίνεκερ. Αυτό που δεν γνώριζε κανένας απ’ τους παίκτες ήταν πως η διοίκηση, μην αντέχοντας αυτή την τραγική αγωνιστική κατάσταση, είχε  δώσει στον Φέργκιουσον τελεσίδικο. Τα πράγματα ήταν τόσο απλά όσο αυτές οι πέντε λέξεις: «Αποκλείεις τη Φόρεστ ή απολύεσαι».

Στο πρώτο ημίχρονο η Γιουνάιτεντ ήταν ελαφρώς καλύτερη απ’ τη Φόρεστ, με τις δύο ομάδες όμως να φεύγουν για τα αποδυτήρια με το σκορ στο 0-0. Το άγχος είχε αρχίσει να καταβάλει τον Φέργκιουσον που βλέποντας την ομάδα του ανήμπορη να σκοράρει, είχε βυθιστεί στην καρέκλα του πάγκου, περιμένοντας το αναπόφευκτο. Το γκολ της αντίπαλης ομάδας δηλαδή και τον αποκλεισμό. Είχε συμβεί τόσες και τόσες φορές άλλωστε εκείνη τη χρονιά. Θα συνέβαινε ακόμα μία και θα ήταν η τελευταία. Το βάσανο θα τελείωνε. Ο Φέργκι θα έδινε το χέρι στον Κλαφ αμίλητος. Μετά θα έμπαινε στα αποδυτήρια και θα χαιρετούσε έναν προς έναν όλους τους παίκτες και μετά θα έφευγε για τη Σκωτία μπας και βρει την ψυχική ηρεμία που τόσο του έλειπε εκείνο το διάστημα. Όλες αυτές οι εικόνες περνούσαν στο μυαλό του με κινηματογραφική ταχύτητα και το σενάριο δεν έδειχνε να μπορεί να αλλάξει.

Όλα αυτά μέχρι εκείνη τη στιγμή που ο Λι Μάρτιν θα κερδίσει παλικαρίσια μια χαμένη μπαλιά πάνω στη λασπωμένη γραμμή και θα πασάρει αστραπιαία για τον Μαρκ Χιούζ που είχε βρεθεί μόνος στον άξονα. Ο Ουαλός αρτίστας -δίχως σκέψη- και πριν προλάβει να βγει κάποιος πάνω του σαν μανιασμένο σκυλί, θα βγάλει μια καταπληκτική μπαλιά με το εξωτερικό του δεξιού του ποδιού, με την μπάλα να περνά πίσω απ’ την πλάτη των δύο στόπερ της Φόρεστ (που λογικά ακόμα δεν πρέπει να έχουν καταλάβει τι συνέβη) για να βρει συστημένη το κεφάλι του Ρόμπινς. Το 0-1 ήταν γεγονός. Η Γιουνάιτεντ έδειχνε να ξορκίζει όλα τα μαζεμένα κακά. Για να περάσει η ομάδα του Φέργκιουσον (επειδή εμείς τα λέμε και τα γράφουμε όλα) έπρεπε να ακυρωθεί και ένα κανονικότατο γκολ του Νάιτζελ Τζέμσον στις καθυστερήσεις, αλλά αυτά θεωρούνται πλέον ψιλά γράμματα. Ο Μαρκ Ρόμπινς σκόραρε ακόμα ένα σπουδαίο τέρμα μέχρι να φτάσει -και να κατακτήσει- η ομάδα του το κύπελλο. Στην παράταση, γράφοντας το 2-1, στα ημιτελικά κόντρα στη Νόριτς.

«Δεν μου είχε περάσει απ’ το μυαλό πως εκείνο το -δικό μου- γκολ απέναντι στη Φόρεστ θα είχε τόσο μεγάλη σημασία για την ομάδα. Ο προπονητής μας ήταν συνεχώς ήρεμος και προσπαθούσε να περάσει σε όλους εμάς αυτή την ηρεμία για να μας βοηθήσει. Ήταν άλλωστε μια περίοδος που δεν κερδίζαμε. Κανένας δεν γνώριζε πως εκείνη τη μέρα στο σπίτι του Κλαφ, ενός ανθρώπου που δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τον Σερ Άλεξ, ο προπονητής μας έπαιζε το κεφάλι του και το συμβόλαιό του. Αν δεν κερδίζαμε ίσως είχε αλλάξει όλη η ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Ποιος μπορεί να το ξέρει; Ευχαριστώ το Θεό που σκόραρα εκείνο το γκολ και άλλαξα -χωρίς να το γνωρίζω τότε- την ιστορία της ομάδας που υποστήριζα από παιδί. Ήταν φανταστικό.»

Ο ήρωας του Σίτι Γκράουντ άφησε το Όλντ Τράφορντ -οριστικά- για τη Νόριτς στο τέλος της επόμενης σεζόν για να αρχίσει μια πορεία που τον βρήκε -όπως έγραψα και παραπάνω- μέχρι τα μέρη μας, πριν ακολουθήσει καριέρα προπονητή. Ο Μαρκ Ρόμπινς δεν υπήρξε κακός ποδοσφαιριστής. Το ακριβώς αντίθετο για την ακρίβεια. Δεν έκανε βέβαια ποτέ την καριέρα που είχε ονειρευτεί (και ίσως άξιζε να κάνει), όταν παιδάκι ακόμα μάθαινε τα βασικά στην ακαδημία της Γιουνάιτεντ, σε μια εποχή όμως που η ομάδα του δεν αποτελούσε φόβητρο για κανένα. Ο Φέργκιουσον δε τον πίστεψε και τον άφησε να φύγει κι ας του έσωσε την καριέρα, μιας και στο μυαλό του είχε την Γιουνάιτεντ όχι απλώς για μεγάλα πράγματα, αλλά για την κορυφή τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ευρώπη. Όπως και έγινε δηλαδή.

Ο Ρόμπινς ήταν μεγάλη καρδιά και δεν τον κατηγόρησε ποτέ γι’ αυτό. Ίσως γνώριζε και ο ίδιος πως δεν ήταν γεννημένος για τόσο σπουδαία πράγματα. Για το μόνο που τον κατηγόρησε, αρκετά χρόνια αργότερα, είναι το γεγονός πως ουδέποτε άκουσε ένα απλό «ευχαριστώ» απ’ τον τεράστιο Σκοτσέζο. Ένα απλό «ευχαριστώ». Μια λέξη που άξιζε να ακούσει από τα χείλη του πρώην «αφεντικού» του. Απ’ την άλλη γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα πως τον ευχαριστούν (και θα συνεχίσουν να το κάνουν) όλοι οι αληθινοί φίλοι της ομάδας, κάτι που θα του δημιουργεί πάντα συναισθήματα περηφάνιας και θα του δίνει μεγαλύτερη χαρά, ακόμα κι απ’ τα σημαντικότερα τρόπαια του κόσμου.

(Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των The Stone Roses)

Ο Γκουαρδιόλα, ο Ντε Μπρούινε και οι νικητές -μέχρι στιγμής- της Πρέμιερ Λιγκ

  [8 Σχόλια]

Το περασμένο Σάββατο η Μάντσεστερ Σίτι αγωνίστηκε στην έδρα της Λέστερ και -αν και τα βρήκε σκούρα για περίπου 40 λεπτά- κατάφερε τελικά να αποδράσει με 0-2, έχοντας για ακόμα μια φορά ως ηγέτη τον Κέβιν Ντε Μπρούινε, και να διατηρήσει την διαφορά της από την Γιουνάιτεντ στους 8 βαθμούς. Το 0-2 έγινε στο 49′, με σουτ-κεραυνό απ’ το αριστερό πόδι του Βέλγου. Ένα σουτ βγαλμένο απ’ τα καλύτερα ποδοσφαιρικά παραμύθια. Σα να βλέπεις τον Ζιντάν με κατάξανθα φουντωτά μαλλιά, τον Πολ Γκασκόιν νηφάλιο και χωρίς περιττά κιλά, τον Ντιέγκο Φορλάν κουρεμένο δίχως όμως ίχνος αυτής της γαμάτης ποδοσφαιρικής αλητείας που είχε συσσωρευθεί σε κάθε σπιθαμή του σώματός του. Θα μου πείτε πως το είχε ξανακάνει πριν μερικές βδομάδες, και σε δυσκολότερη έδρα, ο Βέλγος όταν και νίκησε -πάλι με το αριστερό του πόδι- τον Κουρτουά. Κάπως έτσι είχαν αποδράσει οι «πολίτες» απ’ την έδρα της περσινής πρωταθλήτριας Τσέλσι και έδειξαν για ακόμα μία φορά προς όλους, ότι φέτος είναι η χρονιά τους. Σας πρήζω. Το ξέρω, αλλά λέω να το θυμηθούμε εκείνο το γκολ (και ξέρω ότι το θέλετε και εσείς):

Ο νεαρός Βέλγος, η ομάδα του, και φυσικά ο εγκέφαλος αυτής, ο Πεπ Γκουαρδιόλα, είναι ως ώρας οι απόλυτοι νικητές της Πρέμιερ Λιγκ και -κατά την ταπεινή μου γνώμη- η κορυφαία ομάδα αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα πράγματα είναι απλά: Αν αγαπάς το ποδόσφαιρο, αγαπάς (και βλέπεις) την Σίτι. Αν δε το κάνεις, είτε δεν αγαπάς το ποδόσφαιρο, είτε μισείς τους «γαλάζιους» του Μάντσεστερ για τους δικούς σου λόγους. Δέχομαι μόνο ως δικαιολογία το να μην έχει κάποιος χρόνο για να δει ποδόσφαιρο γενικά. Είναι περίεργοι άλλωστε οι καιροί μας. Διαλέγεις λοιπόν μεριά και με αυτή πορεύεσαι. Αυτό που έχει καταφέρει ο Πεπ είναι κάτι το μοναδικό. Η αλλαγή θέσης του Βέλγου, μετατρέποντάς τον από ένα τυπικό «δεκάρι», στον απόλυτο κεντρικό χαφ στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, είναι απλά μοναδική. Το ίδιο είχε κάνει ο Καταλανός και πριν 10 χρόνια περίπου με τους Ινιέστα και Τσάβι (σε μια δημιουργία που οδήγησε το ποδόσφαιρο σε σπάνιας ομορφιάς μονοπάτια και τους Ισπανούς ακόμα και στην κατάκτηση του κόσμου το 2010) αλλά εδώ μιλάμε για κάτι ακόμα πιο σύγχρονο. Ακόμα πιο ολοκληρωμένο. Κάτι που φαντάζει (και είναι) άκρως εξελίξιμο. Με την σκέψη στο «που ακριβώς μπορεί να φτάσει» να τρομάζει ακόμα και τα πιο εύστροφα -ποδοσφαιρικά- μυαλά. Να βλέπεις τον Ντε Μπρούινε να κινείται στο χώρο, να αγγίζει την μπάλα, να δημιουργεί για τους συμπαίκτες του, να μαρκάρει χωρίς να χρειάζεται καν να λερώσει το σορτσάκι του και φυσικά να σκοράρει (λίγα ως ώρας) πολύτιμα τέρματα, είναι απλά ηδονικό. Και βάζω τελεία.

Η Γουότφορντ και ο Ριτσάρλισον (Ω! Ναι) Remember the Name

Η ομάδα του Μάρκο Σίλβα έχει κλέψει τις εντυπώσεις (μαζί με την Μπέρνλι) από τις θεωρητικά «μικρές» ομάδες του πρωταθλήματος και αυτό εμένα μου αρέσει πολύ. Βάζω την Γουότφορντ πάνω από την Μπέρνλι, κι ας υπολείπεται αυτής 4 ολόκληρους βαθμούς, για τον εξής απλό λόγο. Η ομάδα του Σον Ντάις έχει τον ίδιο προπονητή χρόνια τώρα και δεν έπρεπε να αφομοιώσει νέα στυλ και τακτικές όπως οι «σφήκες» για παράδειγμα, και αυτό είναι από μόνο του, κάτι πολύ ιδιαίτερο και σημαντικό. Η Γουότφορντ τις δύο προηγούμενες σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ τις έβγαλε με δύο διαφορετικούς προπονητές και δύο εντελώς διαφορετικές φιλοσοφίες. Την σεζόν 2015/16 προπονητής ήταν ο αλέγκρος και αρκετά σοφιστικέ Κίκε Φλόρες, με ένα καθαρό και άκρως αγγλικό 4-4-2. Ένα σύστημα που είχε φέρει πολλά καλά αποτελέσματα. Πέρσι στο τιμόνι κάθισε ο πιο σκληρός και περισσότερο λάτρης της αμυντικής τακτικής Βάλτερ Ματσάρι με νέο σύστημα. Το αγαπημένο του 3-5-2 που θαυμάσαμε τα προηγούμενα χρόνια στη Νάπολι. Ένα σύστημα που μπορεί να άργησε να ρολάρει, αλλά όταν το έκανε απέδωσε καρπούς. Φέτος έχουμε έναν θεωρητικά πιο σύγχρονο προπονητή, που αρέσκεται να χρησιμοποιεί κυρίως το 4-3-3 (αν και χρησιμοποιεί και τριάδα στην άμυνα ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής), έχοντας κατά νου να δημιουργήσει και όχι να καταστρέψει (αυτό εννοείται το λατρεύουμε). Φυσικά για να «τρέξει» όλο αυτό, δίνει σημαντικότατες βοήθειες ο νεαρός βραζιλιάνος εξτρέμ, Ριτσάρλισον. Ο παίκτης δηλαδή που έχει φέρει στο μυαλό των παλιών φίλων  της ομάδας (απ’ τα λατρεμένα 80s με πρόεδρο τον Έλτον Τζον) τον τρισμέγιστο Τζον Μπαρνς και τα «μαγικά του».

Ο 20χρόνος Ριτσάρλισον αποκτήθηκε για μόλις 11 εκατομμύρια λίρες (λίγα είναι για τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου αν με ρωτάτε) απ’ τη Φλουμινένσε, και αυτή τη στιγμή φαντάζει πολύ δύσκολο να μην πουληθεί το ερχόμενο καλοκαίρι με ένα ποσό, τουλάχιστον τριπλάσιο από αυτό που έδωσε η Γουότφορντ γι’ αυτόν πέρσι. Οι 12 συμμετοχές και τα 5 γκολ που έχει σημειώσει τον καθιστούν στους διακριθέντες της ομάδας (και ολόκληρης της λίγκας κατ επέκταση), αλλά αυτό που τον κάνει ακόμα πιο υπέροχο και μοναδικό, στα δικά μου μάτια, είναι αυτή η επαφή που έχει με την μπάλα. Η τεχνική του, και φυσικά το σημαντικότερο όλων αυτών που πρέπει να έχει κάθε ντελικάτος ποδοσφαιριστής. Πολύ σωστά μαντέψατε. Το απρόβλεπτο. Αυτό δηλαδή που είχε ο Μπαρνς όταν αλώνιζε στον ασβέστη της αριστερής πλευράς της ομάδας, πριν το ποδόσφαιρο γυαλιστεί και καλοφιαχτεί στα τωρινά δεδομένα. Ο Ριτσάρλισον έχει αυτή την παλιά πάστα. Εκείνη την αλητεία του παιδιού που θα παίζε ακόμα και ξυπόλητο για να κερδίσει το στοίχημα απ’ τον σπασίκλα συμμαθητή του. Αυτό που έχει κάθε γεννημένος νικητής που ξεκίνησε από χαμηλά και δεν τυφλώθηκε όταν έπεσαν πάνω του -μαζικά- τα καλογυαλισμένα φώτα των  γηπέδων και των φωτογραφικών μηχανών. Τον έχω λατρέψει, δεν το κρύβω, και τον φαντάζομαι ήδη στο Άνφιλντ με τη φανέλα της Λίβερπουλ. Ούτε αυτό θα το κρύψω.

Ο Σαλάχ και ο Ντάβινσον Σάντσεζ

Βάζω τον εξτρέμ της Λίβερπουλ και τον κεντρικό αμυντικό της Τότεναμ σε αυτό εδώ το κείμενο γιατί έχουν πολλά κοινά στην έως τώρα πορεία τους στο Αγγλικό πρωτάθλημα. Εξηγούμαι. Αμφότεροι ήρθαν από ευκολότερα πρωταθλήματα (ο πρώτος από το Ιταλικό και ο δεύτερος απ’ το Ολλανδικό) και αμφότεροι επίσης δέχτηκαν αρκετά σκληρή κριτική. Για διαφορετικούς όμως λόγους. Ο Αιγύπτιος (ξανά)ήρθε με την ταμπέλα του χασογκόλη Speedy Gonzales και ο Κολομβιανός με πολλά ερωτηματικά γύρω απ΄την αξία του, για το αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στον δύσκολο κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ άμεσα. Και οι δύο αποκτήθηκαν επίσης με ένα σωρό χρήματα, κάτι που καθιστούσε ακόμα πιο αιχμηρή την κριτική και ακόμα πιο μειωμένη την υπομονή σε συνάρτηση με το χρονικό όριο που θα έπιαναν το μάξιμουμ της απόδοσής τους. Αν το έπιαναν. Μετά από 12 αγωνιστικές, ο Σαλάχ είναι ο πρώτος σκόρερ της Λίβερπουλ, έχοντας σκοράρει μερικά σπάνιας ομορφιάς και σημασίας τέρματα και κάνοντας δικό του πλέον το στοιχειωμένο ρεκόρ που κατείχε ο Φάουλερ με 8 γκολ για τις πρώτες 12 αγωνιστικές. Ο Σαλάχ έχει σκοράρει 9 βουλώνοντας τα στόματα των επικριτών του. Πολλοί εξ αυτών μάλιστα ήταν φίλοι της ομάδας του.

Ο Ντάβινσον Σάντσεζ απ’ την άλλη -με την απουσία του Αλντερβάιλερ- έχει βρει θέση στο αρχικό σχήμα της Τότεναμ ως δεξί στόπερ στην τριάδα του Ποκετίνο, και με την φοβερή του απόδοση φαντάζει απίθανο να χάσει την θέση του, αν φυσικά παραμείνει υγιής. Ο τρόπος που βγάζει ώρες-ώρες την μπάλα από την άμυνα, με άψογη τεχνική και με μια ηρεμία που δύσκολα βρίσκεις σε τόσο νεαρό αμυντικό αλλά και σε έμπειρους παίκτες, είναι απλά μοναδική. Τα περιθώρια βελτίωσής του άλλωστε, δίπλα στον κορυφαίο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, δεν έχουν ταβάνι και αυτό είναι επίσης  κάτι το τρομακτικό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μιλάμε για ένα παιδί που βρίσκεται μόλις στο 21ο έτος της ηλικίας του.

Ο Μουρίνιο και το If… (Όχι του Λίνσντεϊ Άντερσον)

Πολλοί ίσως αναρωτηθείτε για ποιο λόγο βρίσκεται σε αυτό εδώ το κείμενο ο Πορτογάλος και ίσως να έχετε και δίκιο αλλά εγώ τον Ζοσέ τον αγαπάω και δεν μπορώ να μην ασχοληθώ μαζί του. Η ομάδα του Μουρίνιο μπορεί να βρίσκεται στο -8 απ’ τη συμπολίτισσα Σίτι αλλά το γεγονός πως βρίσκεται μονάχη στην 2η θέση, χωρίς να έχει αποδώσει καλό ποδόσφαιρο σε διάρκεια, και χωρίς να έχει τον ηγέτη της Πολ Πογκμπά για αρκετές αγωνιστικές, της δίνει σίγουρα αρκετά credits. «What If…» μας ρώτησε ο Μουρίνιο για τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε τραυματιστεί ο Γάλλος σούπερ σταρ και εγώ -ειλικρινά- απάντηση δεν μπορώ να βρω. Όσο κι αν πιέζω τον εαυτό μου. Ζοσέ συγγνώμη! Αν κρίνω πάντως από το πρώτο 40λέπτο (ΠΡΟΣΟΧΗ όχι 45λέπτο) κόντρα στη Νιουκάστλ το Σάββατο, ίσως τα πράγματα να ήταν ακόμα χειρότερα. Αν απ’ την άλλη κρίνω με βάση τις πρώτες αγωνιστικές, ίσως τα πράγματα να ήταν αρκετά καλύτερα. Με τα If άλλωστε δεν βάφονται αυγά και δεν υπάρχει και λόγος μιας και πλησιάζουν Χριστούγεννα και όχι Πάσχα. Τη δεδομένη πάντως χρονική στιγμή η Γιουνάιτεντ δείχνει πολύ πίσω απ’ τη Σίτι (και όχι μόνο βαθμολογικά) και μένει να δούμε στους πόσους βαθμούς διαφορά θα την αντιμετωπίσει στο ντέρμπι της 16ης αγωνιστικής, σε σχεδόν 20 μέρες από σήμερα. Ο Ζοσέ απ’ την άλλη έχει μάθει να παλεύει και με απουσίες βασικών και σε αυτό του βγάζω το καπέλο. ‘Έγραψα και πιο πάνω. Τον αγαπάω τον Πορτογάλο κι ας μη μου φαίνεται.

Όταν οι Τσέχοι αγωνίστηκαν στο Μπάμπερ Μπριτζ (η ιστορία του Ρας Ρίγκμπι)

  [8 Σχόλια]

Όταν η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας διέλυσε ειρηνικά το Ομοσπονδιακό κράτος της χώρας, την 1η Ιανουαρίου του 1993, δημιουργώντας έτσι τις Σλοβακία και Τσεχία, στο μικρό χωριουδάκι Μπάμπερ Μπρίτζ -5 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Πρέστον (στην περιοχή του Λάνκασαϊρ)- κανένας απ’ τους περίπου 10.000 κατοίκους δεν είχε στο μυαλό του πως η μία απ’ τις δύο αυτές νέες χώρες -και συγκεκριμένα η Τσεχία- θα έφτανε πολύ σύντομα στα μέρη τους, για να αγωνιστεί, έστω και για μια φιλική -στα όρια του ξεμουδιάσματος- ποδοσφαιρική αναμέτρηση με το καμάρι του «χωριού». Πως μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο στο Μπάμπερ Μπριτζ; Ήταν αδύνατο, στα όρια του αστείου. H τοπική ομάδα βολόδερνε στα τελευταία επίπεδα του ερασιτεχνικού αγγλικού ποδοσφαίρου και το μόνο που είχε να επιδείξει ήταν το γεγονός πως κάποτε είχε περπατήσει (όχι για να αγωνιστεί) στα στριμωγμένα στενορύμια της ο σπουδαίος Τομ Φίννεϊ. Εννοείται πως δεν βάζω καθόλου στην εξίσωση κάποια τοπικά κύπελλα και πρωταθλήματα (όλες οι ομάδες άλλωστε έχουν από δαύτα). Η ομάδα ιδρύθηκε το 1974, και μέχρι και το 1996 (την χρονιά του Γιούρο της Αγγλίας) ο μέσος όρος των φιλάθλων που έκοβαν εισιτήριο στο Άιρον Γκέιτ, το γήπεδο της ομάδας δηλαδή, έφτανε μετά βίας τα 300 άτομα. Χειρότερα κι από γήπεδο της ελληνικής Σούπερ Λίγκας των ημερών μας.

Ήταν Ιούνιος του ’96 όταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές της Μπάμπερ Μπριτζ, ένας κλασικός Βρετανός τύπος με το όνομα Ρας Ρίγκμπι, κούρευε το γκαζόν του γηπέδου όταν άκουσε να χτυπά το τηλέφωνο στο ένα και μοναδικό γραφείο της ομάδας. Αφού άφησε την χορτοκοπτική μηχανή, έτρεξε γρήγορα προς το γραφείο, που δεν ήταν άλλωστε και πολύ μακριά, και σήκωσε το ακουστικό. Στην άλλη γραμμή ήταν κάποιος γνωστός του που δούλευε στη ρεσεψιόν ενός μικρού ξενοδοχείου στο Πρέστον. Μετά τις απαραίτητες, τυπικές και βαρετές χαιρετούρες ο ρεσεψιονίστ πέρασε στο ψητό. «Δεν μου λες, δεν ρωτάς εκεί στην ομάδα αν θέλουν να παίξουν ένα φιλικό με την Τσεχία; H ομάδα βρίσκεται στο ξενοδοχείο μας και ο προπονητής άκουσε για την ομάδα σας και θέλει να παίξει ένα ματσάκι για να ξεμουδιάσουν οι παίκτες του. Σε λίγες μέρες αρχίζει το Γιούρο και το βλέπουν σαν μια καλή προπόνηση. Είναι σίγουρα καλύτερα απ’το να τους τρέχει στα λιβάδια ή να παίζουν μόνοι τους. Τι λες; Καλό θα κάνει και σε εσάς και γενικά στην πόλη.» Ο Ρίγκμπι κάλεσε αμέσως τον προπονητή της ομάδας, Ντένις Άλεν που δέχθηκε όλος χαρά και κάπως έτσι το φιλικό προετοιμασίας των Τσέχων κανονίστηκε αμέσως και έγινε μέσα σε λίγες ώρες το talk of the town και -εννοείται- το γεγονός της χρονιάς για το μικρό Μπάμπερ Μπριτζ και τους κατοίκους του.

                                        O Ρας Ρίγκμπι με τη φόρμα της Πρέστον

Ο Ρίγκμπι ήταν ένας «άρρωστος» ποδοσφαιρόφιλος που περίμενε σαν τρελός την έναρξη του Γιούρο και σε λίγες ώρες είχε γίνει κι αυτός μέρος αυτής της γιορτής και για -λίγες στιγμές- λόγω και και της ιδιότητάς του ως ο «άνθρωπος για όλες τις δουλειές της ομάδας» είχε βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Το παιχνίδι θα καλυπτόταν τηλεοπτικά από την Τσέχικη τηλεόραση και ο Ρίγκμπι θα έπρεπε για πρώτη φορά στη ζωή του να λειτουργήσει ως επαγγελματίας για την προετοιμασία ενός αγώνα της αγαπημένης του ομάδας. Έβγαλε εισιτήρια (με την τιμή να είναι 5 λίρες) και πρόγραμμα αγώνα, έδωσε συνεντεύξεις στον Τύπο και έτρεξε παντού για να βρει χορηγούς. Ετοίμασε μάλιστα και ένα οργανωμένο μπαρ που θα σέρβιρε μπύρα στους διψασμένους για ποτό και ποδόσφαιρο Άγγλους που θα έφταναν εκείνη τη μέρα για το σπουδαίο γεγονός. Όλα αυτά σε 1-2 μέρες. Η Τσεχία μάλιστα είχε χορηγό μια πολύ γνωστή μπύρα της εποχής και είχε φέρει στο γήπεδο χιλιάδες μπουκάλια του χορηγού της, τοποθετώντας -έστω και για λίγες ώρες- το όνομα του χορηγού, ψηλά, στο μοναδικό σκέπαστρο που διέθετε το μικρό Άιρον Γκέιτ. Εννοείται πως την πινακίδα την ανέβασε και την κάρφωσε εκεί, μόνος του, ο Ρας Ρίγκμπι ως άλλος Στέφανος Μπλάκπουλ (ναι! ο χαρακτήρας του Ντίκενς).

Το Άιρον Γκέιτ είχε γεμίσει ασφυκτικά με 3.000 ανθρώπους, που δεν είχαν όμως ιδέα τι να περιμένουν από την ομάδα του Ντούσαν Ούριν. Για την ακρίβεια οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είχαν ακούσει ποτέ τα ονόματα παικτών όπως Πάβελ Νέτβεντ, Βλάντιμιρ Σμίτσερ, Κάρελ Πομπόρσκι και Πάτρικ Μπέργκερ. Ο Πομπόρσκι μάλιστα ήταν ο μοναδικός που οι κάτοικοι της πόλης είχαν ασχοληθεί μαζί του κατά την άφιξη της ομάδας, κι αυτό λόγω του όμορφου παρουσιαστικού του. «Εκείνη τη μέρα πρέπει να τον είχε ερωτευθεί ο μισός γυναικείος πληθυσμός της περιοχής προκαλώντας το αίσθημα της ζήλιας στους Άγγλους άντρες» είχε δηλώσει ο Ρίγκμπι σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό πολλά χρόνια μετά την αναμέτρηση και καθόλου άδικο δεν είχε.

Οι δύο ομάδες μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο υπό τους ήχους της μπάντας του δήμου, χαρίζοντας μια όμορφη ποδοσφαιρική παράσταση για 90 λεπτά. Ο Ούριν το μόνο που είχε ζητήσει από τους ερασιτέχνες Άγγλους ήταν να μην παίξουν βίαια και αντιαθλητικά, κάτι που φυσικά και έγινε δεκτό από τους παίκτες της Μπάμπερ Μπριτζ. Άλλωστε αυτό το γεγονός ήταν κάτι παραπάνω από μια ποδοσφαιρική αναμέτρηση για ολόκληρη την περιοχή. Το μοναδικό μελανό σημείο -κατά τον Ρίγκμπι- ήταν το γεγονός πως οι δύο ομάδες δεν αντάλλαξαν φανέλες με το τελευταίο σφύριγμα της λήξης, μιας και η Μπάμπερ Μπρίτζ -ως σωστό ερασιτεχνικό σωματείο που σέβεται τον εαυτό του- είχε μόνο δύο ζευγάρια.

Ο Τσεχοσλοβάκος προπονητής χρησιμοποίησε και τους 22 ποδοσφαιριστές του και είδε την ομάδα του να επικρατεί άνετα και χαλαρά με 9-1 αλλά στις παμπ του Μπάμπερ Μπριτζ κανένα από τα 9 γκολ των Τσέχων δεν θα συζητιέται όπως ο «κεραυνός» του επιθετικού της ομάδας, Στηβ Ντένι. Ο Άγγλος είχε μειώσει σε 4-1 και είχε καταφέρει -έστω και για μερικά λεπτά- να δώσει τεράστια χαρά σε όλους τους φιλάθλους (και όχι μόνο) της περιοχής, βάζοντας το όνομά του δίπλα στους μύθους που θα λέγονται για πάντα σε όλες τις παραδοσιακές παμπ της περιοχής του Πρέστον. Μάλιστα -σύμφωνα πάντα με τον Ρίγκμπι- όταν μετά τον αγώνα πήγε στην αγαπημένη του παμπ να πιει μια μπύρα και να χαλαρώσει, όταν είπε στον ιδιοκτήτη το τελικό σκορ αυτός του απάντησε: «Μια χαρά όλα. Ποιος έβαλε όμως το γκολ των Τσέχων;».

Μετά το τέλος του Γιούρο που βρήκε την Τσεχία φιναλίστ πολλοί απ’ τους αστέρες της ομάδας έμειναν στο Νησί και αγωνίστηκαν για αγγλικούς συλλόγους. Ο Ρίγκμπι απ’ την άλλη, αρκετά χρόνια αργότερα, παρέα με τα σουβενίρ του από εκείνη την αναμέτρηση και έχοντας για πάντα στην καρδιά του την Μπάμπερ Μπριτζ, έφυγε για να δουλέψει ως φροντιστής στην Πρέστον. Στις μέρες μας εξακολουθεί να θεωρεί πως εκείνο το τέρμα του Στηβ Ντένι απέναντι στον Πετρ Κούμπα της Σπάρτα Πράγας, είναι το καλύτερο που έχει δει στην ζωή του.

O θαρραλέος Ρίνγκο και η βόλτα με τον Κλοπ

  [6 Σχόλια]

O 15χρόνος Ρίνγκο είχε βγει για την καθιερωμένη του -Σαββατιάτικη- βόλτα στην Albert Dock χαζεύοντας τον ποταμό Mersey. Το συνηθίζει κάθε Σάββατο πρωί εδώ και δύο χρόνια. Για να ηρεμεί. Να χάνεται στις σκέψεις του και να ξεχνά τα όποια του προβλήματα. Έστω και για λίγο. Σήμερα όμως είναι μια αρκετά διαφορετική μέρα. Σε λίγες ώρες η αγαπημένη του Λίβερπουλ θα υποδεχτεί την μισητή Γιουνάιτεντ και το άγχος είχε γεμίσει ήδη ολόκληρο το κορμί του νεαρού. Εισιτήριο για το γήπεδο δεν μπόρεσε να βρει, και τα λιγοστά χρήματα που βγάζει η μητέρα του δεν του επιτρέπουν να αγοράσει κάρτα διαρκείας στην ποδοσφαιρική πραγματικότητα της -σύγχρονης- Πρέμιερ Λιγκ. Αυτό δεν ενοχλεί καθόλου τον ίδιο. «Θα αγοράσω το πρώτο μου διαρκείας όταν αποκτήσω τη δική μου δουλειά και θα βγάζω πολλά χρήματα» λέει συνεχώς στον κολλητό του, τον Ματ. Φανατικός και αυτός με τους κόκκινους. «Θα βοηθήσω και τη μάνα μου τότε. Το αξίζει». Ο Ρίνγκο δεν γνώρισε πατέρα και η μητέρα του τού χάρισε το όνομα Ρίνγκο από τον ντράμερ των Beatles. Τόσο η Κάρεν (η μητέρα του) όσο και αυτός, λατρεύουν σε βαθμό υπερβολής τα «Σκαθάρια». Αυτούς και τους Pink Floyd. Μάλιστα το αγαπημένο τραγούδι του Ρίνγκο δεν είναι κάποιο απ’ την πλούσια δισκογραφία των Beatles, αλλά το Fearless της μπάντας του Ρότζερ Γουότερς, για λόγους που είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτοί για όσους έχουν ακούσει το εν λόγω τραγούδι. Έστω για μία, και μοναδική φορά.

Καθώς διασχίζει ήσυχος και μοναχικός τον δρόμο -με τις πρώτες αχτίδες του ηλίου να έχουν αρχίσει ήδη να ξεπροβάλλουν διστακτικά- ο Ρίνγκο θα δει από μακριά μια αρκετά γνώριμη φιγούρα. Έναν τύπο -η αλήθεια είναι- που μοιάζει κάπως χαμένος. Αρκετά αγχωμένος. Κλεισμένος για τα καλά στις σκέψεις του. Έχει τα χέρια στις τσέπες του ακριβού αθλητικού του μπουφάν και φορά αθλητικό καπέλο και γυαλιά μυωπίας. «Ρε λες» θα σκεφτεί και θα πλησιάσει μουδιασμένος. «Συγνώμη, εσείς είστε κύριε Κλοπ» θα ρωτήσει με -σχεδόν- τρεμάμενη φωνή και μάτια ορθάνοικτα σαν του παιδιού που βλέπει για πρώτη φορά τον ήρωά του. Η απάντηση είναι καταφατική και ο Γερμανός θα του προτείνει να περπατήσει στο πλάι του για μερικά μέτρα. Δείχνει να χρειάζεται παρέα. Κάποιον -τον οποιονδήποτε- για λίγα λεπτά της ώρας. Ο νεαρός θα δεχτεί και για τις επόμενες στιγμές θα νιώσει -έστω και όχι σε βάθος- το συναίσθημα που προκαλεί η πρώτη βόλτα πατέρα και γιου. Μια βόλτα που τόσο του έλειπε. Μια βόλτα και μια κουβέντα για τα πρώτα σοβαρά θέματα που αφορούν τα περισσότερα αγόρια σε αυτή την ηλικία. Σχολείο, έρωτες, μουσική, ποδόσφαιρο…

-Πως σε λένε, θα ρωτήσει ο Κλοπ

-Ρίνγκο κύριε…

-Ρίνγκο. Όπως τον ντράμερ; Τι περίεργο όνομα…Περίεργο αλλά ωραίο!

-Μάλιστα κύριε. Η μητέρα μου λατρεύει τους Beatles αλλά δεν ήθελε να μου χαρίσει κάποιο συνηθισμένο όνομα όπως Τζον και Πολ και το Τζωρτζ, που της αρέσει, της θυμίζει κάτι που την κάνει να κλαίει. Δεν ξέρω…

-Πως το βλέπεις σήμερα Ρίνγκο; Έρχονται ως φαβορί. Συγνώμη, δεν σε ρώτησα αλλά φαντάζομαι σου αρέσει το ποδόσφαιρο. Είσαι με εμάς ή με τους άλλους; Tους μπλε. Εκείνους που έκλεινε ο Σάνκλι τις κουρτίνες όταν -υποτίθεται- πως τους έβλεπε να παίζουν στον κήπο του σπιτιού του;

O μικρός χαμογέλασε. Ήξερε πολύ καλά την ιστορία και χάρηκε ακόμα περισσότερο που ένας Γερμανός που έχει μόλις δύο χρόνια στο Λίβερπουλ είχε προλάβει να μάθει λεπτομέρειες για την κόντρα με τους «άλλους», τους «μπλε». Εκείνους που δεν κερδίζουν ποτέ κάποιο τρόπαιο.

-Είμαι με την Λίβερπουλ κύριε και πιστεύω πως σήμερα θα τους διαλύσουμε. Το «παραμύθι» τελειώνει για την ομάδα του Ζοσέ και πιστεύω μάλιστα πως αν σκοράρουμε ένα γρήγορο τέρμα, μπορούμε να τους σκορπίσουμε. Ακόμα και 4-0 το βλέπω.

-Μακάρι να είχαν αυτό το σκεπτικό και οι παίκτες μου, σκέφτηκε ο Κλοπ και συνέχισε να περπατά και να τον ρωτάει διάφορα πράγματα. Η ώρα πλησίαζε 7 και σε λίγο θα έπρεπε να πάει να βρει τους συνεργάτες του για να βάλουν τις τελευταίες «πινελιές» στην τακτική της ομάδας. Το παιχνίδι του Άνφιλντ άλλωστε -σε όποια κατάσταση και να βρίσκονται οι ομάδες- θα είναι πάντα το σπουδαιότερο σε ολόκληρη την Βρετανία κι απ’ τα πιο σημαντικά σε ολόκληρο τον πλανήτη.

-Θεωρείς πως μαρκάρουμε καλά σε συνθήκες ζώνης; Προσπαθώ να το βελτιώσω εδώ και καιρό αλλά με τον Λόβρεν στην εντεκάδα -ως κύριο οργανωτή- γελάνε και τα δοκάρια στο Άνφιλντ.

-Κάνετε χιούμορ, αλλά γιατί δεν βάζετε τον Κλάβαν αφού ο Ντέγιαν δεν παίζει καλά;

-Νεαρέ μου προτιμώ να βάλω ένα κώνο με ροδέλες παρά τον Εσθονό. Τουλάχιστον ο κώνος θα τσουλάει όταν θα τον σπρώχνει κάποιος, άσε που μπορεί τυχαία να κόψει και καμιά μπαλιά καθώς θα περιφέρεται δεξιά και αριστερά. Έχεις ακούσει ξανά για Εσθονό ποδοσφαιριστή; Εγώ όχι. Και πριν προλάβεις να μου πεις ότι εγώ τον έφερα στην ομάδα, θα σου πω πως έγινε λάθος. Εγώ ήθελα τον Γιαν Μπράκερ, δεν τον έχεις δει φαντάζομαι. Ο Zέλικο -ο Μπούβατς- κατάλαβε λάθος και κάναμε πρόταση για τον Κλάβαν. Όταν το συνειδητοποιήσαμε ήταν πια αργά και για να αποφύγουμε το ρεζιλίκι, τον φέραμε στο Μέλγουντ.

-Εντάξει. Ούτε στο τοπικό τέτοια συνεννόηση. Τέτοια ρεζιλίκια όμως δεν κάναμε και φέτος το καλοκαίρι με τον Φαν Ντάικ της Σαουθάμπτον; Τουλάχιστον αυτόν θα τον πάρουμε τον Γενάρη. Έτσι δεν είναι;

-M’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι…

-Τι είπατε; Δεν σας άκουσα…

-Είναι να τον λυπάσαι τον Κλάβαν, λέω. Είναι να τον λυπάσαι…

-Ο κολλητός μου λέει πως χρειαζόμαστε έναν παικταρά σε κάθε θέση του άξονα. Ένα σούπερ κεντρικό αμυντικό όπως ήταν ο Κάρα, ένα φοβερό αμυντικό μέσο και κάποιο σπουδαίο επιθετικό των +30 τερμάτων. Συμφωνώ και εγώ μαζί του και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί συνεχίζετε να βάζετε τον Στάριτζ στην κορυφή. Είναι πιο σοφτ κι απ’ τον γυάλινο άνθρωπο σε εκείνη την ταινία με τον Σάμιουελ Τζάκσον και τον Μπρους Γουίλις. Την έχετε δει;

-Αυτό το τελευταίο το έχει γράψει και ο Γαργαντούας στο el sombrero  και μάλλον έχει δίκιο. Λες να βάλω βασικό σήμερα τον Ντάνι Ινγκς και να ψάχνονται όλοι; Θα προκαλέσω αίσθηση και ίσως μπερδέψω τον Μουρίνιο. Λογικά θα έχουν ξεχάσει την ύπαρξή του εκεί στο Μάντσεστερ. Τα ίδια είχε κάνει η Λίβερπουλ με τον Χάουαρντ Γκέιλ στο Μόναχο το ’81. Ήσουν αγέννητος ρε μπόμπιρα, μην κάνεις πως το ξέρεις. Την ταινία δεν την έχω δει, θα το κάνω όμως, υπόσχομαι.

-Δεν ξέρω κύριε. Δεν γνωρίζω από προπονητική. Εγώ μιλάω καθαρά απ’ την σκοπιά του απλού οπαδού. Εσείς είστε προπονητής και εσείς υποτίθεται ότι ξέρετε από τέτοια πράγματα. Τακτικές, συστήματα, μπλόφες και ταχυδακτυλουργικά κόλπα όπως αυτό που σκεφτήκατε μόλις με τον Ντάνι Ινγκς.

-Καλά και ‘μεις στο σπίτι. Όλα καλά…

(σιωπή λίγων λεπτών και πάλι)

-Πάντως να ξέρεις μικρέ μου φίλε. Οι καλύτερες μέρες για την ομάδα πλησιάζουν. Το νιώθω. Ξέρεις τo μικρό διήγημα του Καμύ «Οι μυγδαλιές»; Είναι απ’ τα πιο αισιόδοξα του. Σε αυτό κάπου γράφει: «‘Όταν έμενα στο Αλγέρι, έκανα πάντα υπομονή το χειμώνα, επειδή ήξερα πως σε μια νύχτα, μια μόνο κρύα και καθαρή νύχτα του Φλεβάρη, οι μυγδαλιές της κοιλάδας Ντε Κονσύλ θα γέμιζαν με άσπρα λουλουδάκια. Ένιωθα επιπλέον θαυμασμό να τα βλέπω σαν το εύθραυστο χιόνι που αντιστέκεται σ’ όλες τις βροχές και τους ανέμους της θάλασσας». Έτσι δεν λέει και το τραγούδι της ομάδας; Προχώρα μπροστά ανάμεσα στον άνεμο και τις βροχές. Αυτό λοιπόν κάνω και εγώ. Έχω τόλμη, υπομονή και σκέφτομαι αισιόδοξα. Αυτό να κάνετε και εσείς. Εντάξει, 28 χρόνια δίχως πρωτάθλημα δεν είναι λίγα. Ρώτα όμως και τους οπαδούς του ΠΑΟΚ.

-Αυτός ο Καμύ κύριε είναι Αλγερινός; Έπαιξε για την εθνική του όπως ο Μαχρέζ ή έγινε Γάλλος όπως ο Ζιντεντίν Ζιντάν; Τον ΠΑΟΚ τον ξέρω. Είχε αγωνιστεί σε αυτούς και ένας δικός μας, ο Ελ Ζαρ. Από τότε, όπως μου έχει πει ο πατέρας του Ματ, οι Άγγλοι φοβούνται να πάνε ταξίδι στην Θεσσαλονίκη…

Ο Κλοπ γέλασε και άρχισε να προσπαθεί -μάταια- να θυμηθεί ποιος στο καλό είναι αυτός ο Ελ Ζαρ…

(σιωπή μερικών λεπτών και πάλι)

O Γερμανός έβγαλε ένα μικρό iPad και άφησε να ξεχυθούν κάποιες μελωδίες των Liverpool Express φέρνοντας στο μυαλό του τον Ντίντι τον Χάμαν με τη φανέλα της Λίβερπουλ να οργανώνει -και να οργώνει- στο χώρο της μεσαίας γραμμής. Καθώς έπαιζε το Dreamin’, έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και «ονειρεύτηκε» μια άνετη επικράτηση στο παιχνίδι του Άνφιλντ, έπειτα σταμάτησε να αγοράσει δύο καφέδες. «Αν δεν πιω καφέ τα επόμενα λεπτά θα με πάρει ο ύπνος όρθιο στο δρόμο» είπε χαμηλόφωνα ο Κλοπ, με τον Ρίνγκο να φέρνει στο μυαλό του εικόνες απ’ τον πάγκο των «κόκκινων». «Έχεις χρήματα να με κεράσεις έτσι;» είπε με σοβαρότητα στον νεαρό. «Αστειεύομαι! Ο καθένας τα δικά του». Ένα μειδίαμα ζωγραφίστηκε αμέσως στο πρόσωπο του νεαρού, ίδιο με αυτό που κάνουν τα χείλη του όταν βλέπει τον Βαινάλντουμ να βγάζει κάθετη μπαλιά. «Το εννοώ» είπε ο Κλοπ «Το έχω σε κακό να κεράσω πριν από αγώνα».

-Δεν θέλω κάτι. Αλήθεια.

-Καλά. Θα ήθελες τουλάχιστον δύο εισιτήρια για το Kop; Να πας με τον κολλητό σου τον Ματ, αν θες.

Ο κόσμος σταμάτησε για μια στιγμή, καθώς ο διάσημος προπονητής της Λίβερπουλ έβγαλε από το μπουφάν του τα δύο εισιτήρια. Τα μάτια του Ρίνγκο γέμισαν με χαρά και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα μεγάλο και αληθινό χαμόγελο. Υπάρχει κάτι πιο ωραίο από το χαμόγελο ενός παιδιού; O Γιούργκεν Κλοπ έγινε σε ένα δευτερόλεπτο ο ήρωας του. Ο απόλυτος ήρωας του.

-Σας ευχαριστώ. Δεν έχω λόγια, ειλικρινά. Είναι το καλύτερο δώρο που μου έχουν κάνει ποτέ.

-Μην με ευχαριστείς. Χάρηκα πολύ την κουβέντα μας και αν τύχει ποτέ να με δεις ξανά, να μου μιλήσεις. Να ευχαριστηθείς το παιχνίδι και να φωνάξεις όσο μπορείς σήμερα. Θα τους κερδίσουμε. Στο υπόσχομαι.

Ο Κλοπ έφυγε χαμογελαστός. Ο Ρίνγκο κρατούσε τα εισιτήρια όσο πιο σφιχτά μπορούσε και ξεκίνησε τρέχοντας για το σπίτι του Ματ. Ποιος να το πιστέψει όλο αυτό; Ο Ρίνγκο είχε εισιτήρια για το σπουδαιότερο παιχνίδι της σεζόν (μέχρι το επόμενο) στο πέταλο των φανατικών. Και θα πήγαινε εκεί με τον καλύτερό του φίλο. Τι πιο ωραίο απ’ αυτό; Στις 12:30 ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη. Οι δύο φίλοι ξελαρυγγιάζονταν τραγουδώντας το YNWA αγκαλιασμένοι και ο Ρίνγκο έψαχνε να βρει τον Ινγκς στο γήπεδο. «Δε τον έβαλε τον Ντάνι» θα σκεφτεί, καθώς βλέπει το πρώτο σλάλομ του μικρού μάγου, του Κουτίνιο. Ο Κλοπ φωνάζει έξαλλος τον Χέντερσον να καλύψει τα πάντα μπροστά απ’ τους δύο στόπερ. Ο Μουρίνιο διαμαρτύρεται με αυτό το ειρωνικό του βλέμμα προς τον τέταρτο. Ο κόσμος τον «στολίζει» με πολλά όμορφα λόγια που μπορείς να ακούσεις μόνο σε κάποιο γήπεδο. «Μα καλά πόσο ογκώδης είναι ο Λουκάκου» θα πει ο Ματ στον Ρίνγκο. Η αναμέτρηση μυρίζει ήδη μπαρούτι. Ο κόσμος συνεχίζει να τραγουδά κι απ’ τις δύο πλευρές. Σέντρα από τα δεξιά. Γκολ!

Τζόνι Χέινς: O μαέστρος του Λονδίνου

  [1 Σχόλιο]

Αν υπάρχει κάτι στο αγγλικό ποδόσφαιρο που το κάνει τόσο διαφορετικό και περισσότερο αγαπητό -για μεγάλη μερίδα ποδοσφαιρόφιλων ανά τον κόσμο- αυτό δεν είναι άλλο από τις πολλές ιστορίες αγάπης και αφοσίωσης κορυφαίων παικτών σε «μικρές» και μικρομεσαίες ομάδες. Αυτός ο ποδοσφαιρικός ρομαντισμός που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Από την αρχή της FA υπάρχουν πάρα πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Άλλες γνωστές και άλλες όχι. Ποδοσφαιριστές που έμειναν πιστοί σε ένα και μόνο σύλλογο, στερώντας απ’ τον εαυτό τους τη διεκδίκηση τροπαίων. Σπουδαίοι σούπερ σταρ, που «σφάζονταν» για την υπογραφή τους τα κορυφαία κλαμπ εντός αλλά και αρκετές φορές εκτός Νησιού. Παίκτες-σύμβολα που έμειναν πιστοί στο σύλλογο που τους ανέδειξε και στους οπαδούς αυτού, ακόμα και όταν είδαν την ομάδα τους να πέφτει κατηγορία (ή να μην ανεβαίνει) ενώ πολλοί εξ αυτών -ανάλογα με την περίοδο- υπήρξαν ακόμα και αρχηγοί για τη φανέλα με τα «Τρία Λιοντάρια» στο στήθος.

Στη σκέψη αν υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που  να ταιριάζουν -άψογα- όλα τα παραπάνω στο πρόσωπό του, αυτός μπορεί να βρεθεί εύκολα στο πρόσωπο του Τζόνι Χέινς της Φούλαμ. Τον «μαέστρο» του Λονδίνου όπως τον βάφτισαν οι δημοσιογράφοι της εποχής. Ένα προσωνύμιο που δεν απείχε καθόλου απ’ την πραγματικότητα. Ίσως τον κορυφαίο μεσοεπιθετικό που έβγαλε η Αγγλία στα 50s και τα 60s. Έναν απ΄τους κορυφαίους παίκτες που γνώρισε ποτέ το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο και που πολλοί ποδοσφαιρόφιλοι των ημερών μας -δυστυχώς- αγνοούν τα κατορθώματά του λόγω του γεγονότος πως δεν έπαιζε σε κάποιο μεγαθήριο αλλά σε μια πραγματικά «μικρή» και αδύναμη ομάδα.

Αυτό που χαρακτήριζε τον Χέινς (εκτός του μαγικού αριστερού του ποδιού) ήταν ο συνδυασμός της άρτιας τεχνικής με την απίστευτη αντίληψη που είχε για το παιχνίδι. O συμπαίκτης του για πολλά χρόνια, Τόνι Μπάρτον, έλεγε πως το κοντρόλ του Χέινς ήταν το καλύτερο που είχε δει ποτέ και πως οι γνώσεις του σε θέματα τακτικής ήταν στα ίδια επίπεδα με των κορυφαίων προπονητών της εποχής. Ο Χέινς κινούμενος -κυρίως- πίσω από τους φουνταριστούς επιθετικούς είχε την ικανότητα να βγάζει τέλειες πάσες -και με τα δυο του πόδια- εν κινήσει, ακόμα και όταν είχε πλάτη σε αυτούς, και δεν ήταν δυνατό να δει τις κινήσεις τους και τα κοψίματά τους. Ακόμα και όταν είχε κολλημένο πάνω του ένα ή και δύο αντιπάλους ήταν ασταμάτητος λόγω της καταπληκτικής του τεχνικής και της οξυδέρκειας του. Απ’ την άλλη, το γεγονός πως διέθετε και τρομακτικά αθλητικά προσόντα και μπορούσε να τρέχει όπως ένας τυπικός αμυντικός χαφ της εποχής, και κυρίως να πρεσάρει ανελέητα, τους αντιπάλους του, τού έδινε τον χαρακτήρα του παίκτη που -πολύ απλά- ήταν έτη φωτός μπροστά απ’ την εποχή του. Και αυτή ήταν η αλήθεια, δίχως κανένα ίχνος υπερβολής.

Όταν η Αγγλία ταξίδεψε στο Μαρακανά το 1959 για να αγωνιστεί μπροστά σε 160.000 κόσμο, απέναντι στην Βραζιλία του Πελέ (σε μια «φιλική» αναμέτρηση που είχε βρει νικήτρια τη Σελεσάο με 2-0), το παιχνίδι του Χέινς ήταν τόσο τέλειο και οι πάσες του είχαν τέτοιο ποσοστό επιτυχίας που έκαναν τον σπουδαίο Βραζιλιάνο να δηλώσει πως: «O Τζόνι Χέινς είναι ο κορυφαίος πασέρ που έχω δει στη ζωή μου». Μια φράση που ακολουθούσε τον σπουδαίο Άγγλο μέχρι το τέλος της καριέρας του και έδειχνε περίτρανα το μέγεθος της τεράστιας αξίας του. Φυσικά και ο Χέινς δεν ήταν διάσημος μόνο για τις περίφημές του πάσες, το οργανωτικό του χάρισμα και τις ασίστ του αλλά και για τα φοβερά του τελειώματα. Τελειώματα από κάθε απόσταση και με τα δύο πόδια. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως μέχρι να εμφανιστεί  στα 80s ο σπουδαίος Ουαλός επιθετικός Γκόρντον Ντέιβις και να σπάσει το ρεκόρ τερμάτων του Άγγλου «μαέστρου», ο Τζόνι Χέινς ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Φούλαμ με 158 γκολ. Τα περισσότερα από αυτά, με σουτ εκτός περιοχής, να φεύγουν μοιρασμένα (και ζυγισμένα) και από το αριστερό αλλά και από το δεξί του πόδι.

Ο Χέινς γεννήθηκε το ’34 στο Λονδίνο και στα 15 του χρόνια -αφού άφησε το σχολείο-, και ενώ τον ήθελαν τόσο η Άρσεναλ όσο και η Τότεναμ, επέλεξε να υπογράψει στην άσημη Φούλαμ μιας και γνώριζε ότι εκεί θα είχε περισσότερες πιθανότητες και ευκαιρίες για να διακριθεί και να ξεδιπλώσει το σπουδαίο ταλέντο του. Θα πραγματοποιήσει το επίσημο ντεμπούτο του για τη Φούλαμ στην Boxin’ Day του 1952 απέναντι στη Σαουθάμπτον και δύο χρόνια αργότερα, λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, θα κάνει ντεμπούτο και για την Αγγλία σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Βόρεια Ιρλανδία στο Μπέλφαστ. Σε εκείνο το παιχνίδι μάλιστα έγινε ο πρώτος παίκτης που εκπροσωπούσε την Αγγλία και στα 5 ηλικιακά επίπεδα, από την σχολική ομάδα δηλαδή μέχρι και τους άνδρες, σκοράροντας και το ένα απ’ τα δύο τέρματα των Άγγλων, στη νίκη με 2-0. Το αγγλικό ποδόσφαιρο είχε βρει τον νέο του ήρωα. Τον τέλειο παίκτη που θα εξελισσόταν σε ηγέτη και αρχηγό της εθνικής, σε μια περίοδο μάλιστα που η Βρετανία διέθετε (και έβγαζε) πολλούς παίκτες με σπάνια τεχνικά χαρίσματα και ηγετικά προσόντα. Σε μια εποχή που η εθνική Αγγλίας είχε δύο ισάξιες 11αδες, γεμάτες και οι δύο με αθλητές σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας.

Ο ηγέτης της Φούλαμ ήταν το σημείο αναφοράς της ομάδας του Γουόλτερ Γουίντερμποτομ στα 50s. Ο σπουδαίος αρχηγός. Ο ηγέτης εντός και εκτός των τεσσάρων γραμμών. Αυτός που ανέβαζε αγωνιστικά αλλά και πνευματικά τους συμπαίκτες του κι ας αγωνίζονταν οι περισσότεροι σε ομάδες που έκαναν πρωταθλητισμό -σε πλήρη αντίθεση δηλαδή με τον ίδιο. Ο ποδοσφαιριστής που όταν ήταν στην μέρα του (πολύ συχνά δηλαδή) η Αγγλία δεν έχανε με τίποτα, και για κανένα λόγο και αν έχανε, έχανε ματώνοντας στο χορτάρι. Για να καταλάβει καλύτερα κάποιος την αξία του Χέινς  να αναφέρω πως μέτρησε 56 συμμετοχές με το εθνόσημο, σημειώνοντας 18 τέρματα, φορώντας το περιβραχιόνιο 22 φορές και εκπροσωπώντας τη χώρα του σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα (’58 και 62′), σε μια περίοδο μάλιστα που η Φούλαμ δεν αγωνίζονταν στην πρώτη κατηγορία της χώρας αλλά στη δεύτερη. Κάτι που φυσικά αποτελεί μοναδικό και σπάνιο φαινόμενο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο Τζόνι Χέινς διαδέχτηκε στην αρχηγία της εθνικής τον σπουδαίο, και πρώτο παίκτη που έφτασε τις 100 συμμετοχές με την Αγγλία, τον Μπίλι Ράιτ. Ένα παίκτη που πέρασε και αυτός ολόκληρη την καριέρα του με τα χρώματα μίας και μόνο ομάδας. Της Γουλβς. Σε μία περίοδο όμως που οι «λύκοι» ήταν μια ομάδα που διεκδικούσε -και κατακτούσε- πολλούς και σπουδαίους τίτλους.

Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ο Τζόνι Χέινς πέρασε τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του στην δεύτερη κατηγορία της Αγγλίας και αν και -ανά περιόδους- είχε σπουδαίους συμπαίκτες όπως ο Μπόμπι Ρόμπσον, ο Τζορτζ Κόεν και ο Τος Τσαμπερλέιν, η Φουλάμ εκείνων των ετών έμεινε γνωστή ως «Η Φούλαμ του Χέινς και των 10 υπολοίπων» κυρίως επειδή δεν κατάφερε ποτέ να κερδίσει κάποιο τρόπαιο. Κάτι που συνεχίζεται μέχρι και στις μέρες μας. Απ’ την άλλη, ο σπουδαίος μεσοεπιθετικός δεν βρέθηκε ούτε στο Μουντιάλ του ’66 μιας και είχε αποσυρθεί απ’ την εθνική στα 27 του χρόνια λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού που είχε στο γόνατο και του στερούσε -στο δικό του πάντα μυαλό- τη δυνατότητα να αγωνίζεται στο 100% των δυνατοτήτων του. Κάπως έτσι ο Χέινς έχασε την σπουδαία ευκαιρία να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο μπροστά σε ένα κοινό που τον λάτρευε στο Ναό του ποδοσφαίρου. Το ιστορικό Γουέμπλεϊ. Το περίεργο είναι πως ο τραυματισμός προήλθε σε ατύχημα με αυτοκίνητο και όχι σε κάποιο γήπεδο, την ίδια περίοδο μάλιστα που τον ήθελαν τόσο η ιταλική Μίλαν όσο και η Τότεναμ του Μπιλ Νίκολσον, στην καλύτερη περίοδο της ιστορίας της.

Ο Νίκολσον ήθελε τον Χέινς για να αντικαταστήσει τον σπουδαίο Τζον Γουάιτ που είχε σκοτωθεί από κεραυνό καθώς έπαιζε γκολφ με τον συμπαίκτη του Τέρι Μέντγουικ το ’64 στην έναρξη της σεζόν και αποτελούσε τότε τον ηγέτη των «σπριρουνιών». Την ίδια περίοδο η Φούλαμ και ενώ βρίσκεται πλέον στην πρώτη κατηγορία, θα κάνει τον Χέινς τον πιο ακριβοπληρωμένο ποδοσφαιριστή στην Βρετανία αμείβοντας τον με 100 λίρες τη βδομάδα, σε μια περίοδο που ο μέσος μισθός στην Αγγλία δεν ξεπερνούσε τις 15 λίρες. Για να καταλάβετε καλύτερα τα μεγέθη της εποχής να πω πως ο μισθός του σπουδαίου εξτρέμ Τζίμι Χιλ της Νόριτς -που είχε πάρει μεταγραφή για 25.οοο λίρες στην Έβερτον- δεν ξεπερνούσε τις 20 λίρες. Οι 20 λίρες ήταν πάνω-κάτω ο μάξιμουμ μισθός ενός κορυφαίου ποδοσφαιριστή της εποχής για την Αγγλία. Σύμφωνα πάντα με τον Τζόνι Τζάιλς της Λιντς -έναν εκ των πιο σκληρών παικτών που γνώρισε ποτέ το άθλημα- ο Τζόνι Χέινς ήταν ο καλύτερος παίκτης που είχε δει ποτέ να αγωνίζεται. Και εκείνα τα χρόνια, για όσους δεν το γνωρίζουν, οι παίκτες της Λιντς δεν είχαν να πουν καλή κουβέντα για κανένα αντίπαλο και για καμία ομάδα.

Ο Τζόνι Χέινς ήταν για 18 χρόνια η «όαση» του Κρέιβεν Κότζατζ για την μικρούλα Φούλαμ και ο παίκτης που χάριζε σπάνιες ποδοσφαιρικές παραστάσεις -και συγκινήσεις- στους φιλάθλους ολόκληρης της Αγγλίας. Οι 658 συμμετοχές του δεν πρόκειται να ξεπεραστούν ποτέ για τον σύλλογο όπως και το γεγονός πως δεν άφησε ποτέ το κλαμπ γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται να διεκδικήσει με αξιώσεις κάποιο τρόπαιο. Όπως και έγινε δηλαδή. Οι Άγγλοι θα τον μνημονεύουν πάντα για εκείνη την απίστευτη εμφάνισή του απέναντι στην Σοβιετική Ένωση στο Γουέμπλεϊ, στις 22 Οκτωβρίου του ’58 όταν και οδήγησε την ομάδα στον θρίαμβο με 5-0, σε μια αναμέτρηση που σκόραρε χατ-τρικ δείχνοντας σε ολόκληρη την Ευρώπη το μέγεθος του -τεράστιου- ταλέντου του. Με το σφύριγμα της λήξης μάλιστα κόντρα στους Σοβιετικούς, συμπαίκτες και απλοί φίλαθλοι σήκωσαν τον Χέινς στον αέρα κάνοντας τον γύρο του θριάμβου και δίνοντάς του να καταλάβει πόσο σπουδαίος ήταν για ολόκληρο το ποδόσφαιρο της Αγγλίας αλλά και για την ίδια τη χώρα που στο πρόσωπό του έβλεπε έναν σπουδαίο «ήρωα».

Στις 17 Ιανουαρίου του 1970 ο Τζόνι Χέινς θα αγωνιστεί για τελευταία φορά μπροστά στο κοινό της Φούλαμ, στην ισοπαλία με 1-1 με την  Στόκπορτ Κάουντρι για την 3η κατηγορία, και λίγους μήνες αργότερα, έχοντας ουσιαστικά αποσυρθεί από την ενεργό δράση, στα 36 του χρόνια, θα αποδεχτεί την πρόσκληση του καλού του φίλου Μπάτζι Μπάιρν, που έχει αναλάβει εκείνα τα χρόνια την Ντούρμπαν Σίτι στη Νότια Αφρική, για να  αγωνιστεί για μία σεζόν με τα χρώματά της, σε -σχεδόν- ερασιτεχνικό επίπεδο. Το τέλος της σεζόν θα τον βρει πρωταθλητή για πρώτη και μοναδική φορά στην τεράστια καριέρα του.

Ο Χέινς θα λατρέψει τη ζωή στην Αφρική και θα παραμείνει εκεί μέχρι τα μέσα του 1980 παίζοντας γκολφ και δίνοντας απλόχερα τις συμβουλές του για την ανάπτυξη του αθλήματος στην αφρικανική χώρα. Η επιστροφή στην Ευρώπη θα τον βρει στο Εδιμβούργο όπου και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 18 Οκτωβρίου του 2005 μετά από τροχαίο, έχοντας ως συνοδηγό την τρίτη του σύζυγο. Στις 29 Αυγούστου του 2009 η Φούλαμ θα τιμήσει τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή τοποθετώντας το άγαλμά του έξω από το γήπεδο της και θυμίζοντας σε όλους πως για την λευκή της φανέλα αγωνίστηκε κάποτε ένας απ’ τους σπουδαιότερους παίκτες που έβγαλε η Αγγλία. Ο Τζόνι Χέινς. Ο κορυφαίος «μαέστρος» του Λονδίνου και ένας απ΄τους μεγαλύτερους αρχηγούς που γνώρισε ποτέ η εθνική Αγγλίας.

Ο Ίθαν Αμπαντού, ο Μπεν Γούντμπερν και ο ξεχασμένος Μάρλο Σνέλμαν

  [5 Σχόλια]

Όταν το 1999 το Φινλανδικό χιπ χοπ γκρούπ Bomfunk MC’s κυκλοφορούσε τον πρώτο του ολοκληρωμένο δίσκο με τίτλο In Stereo, ο Ράιαν Γκιγκς ήταν 27 ετών.  Λίγους μήνες νωρίτερα, η ομάδα του -η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ- είχε κατακτήσει ένα μυθικό τρεμπλ, στηριζόμενη σε μια φουρνιά Βρετανών παικτών (κυρίως Άγγλων), νεαρών σε ηλικία, γνωστή και ως «Η Τάξη του ’92». Ένα χρόνο πριν το 1992, ο Γκιγκς είχε πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του με την φανέλα της Ουαλίας, μόλις στα 17 του χρόνια, σε ένα παιχνίδι κόντρα στους πανίσχυρους Γερμανούς, κάνοντας δικό του το ρεκόρ του «Πιο νέου παίκτη που αγωνίστηκε ποτέ με την εθνική Ουαλίας». Ο άλλος σπουδαίος Ουαλός εκείνης της περιόδου, ο Μαρκ Χιουζ, είχε κάνει το επίσημο ντεμπούτο του, για τη χώρα του, σε ηλικία 19 ετών το μακρινό 1984, φτάνοντας μάλιστα κάποτε να αγωνιστεί σε δύο επίσημους αγώνες ακόμα και την ίδια μέρα. Στην ίδια ηλικία (19) είχε ντεμπουτάρει και ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Ουαλίας -μέχρι να σπάσει κι αυτό το ρεκόρ ο Μπέιλ- ο σπουδαίος Ίαν Ρας της Λίβερπουλ.

Όταν ο 15χρόνος Μάρλο Σνέλμαν πρωταγωνιστούσε στο βίντεοκλιπ -και απόλυτο χιτ- των Bomfunk MC’s με τίτλο Freestyler (ας το παραδεχτούμε, όλοι το είχαμε χορέψει εκείνα τα χρόνια και ντρεπόμαστε λιγάκι γι’ αυτό) επαναφέροντας στην μόδα το μαλλί ράστα, οι Ουαλοί ποδοσφαιριστές Μπεν Γούντμπερν (της Λίβερπουλ) και Ίθαν Αμπαντού (της Τσέλσι) δεν υπήρχαν ούτε ως σκέψη στα μυαλά των γονιών τους. Γιατί μπλέκω τους Φινλανδούς electro rappers όμως στην κουβέντα; Θα το μάθετε παρακάτω.

Στο παιχνίδι της Τσέλσι με την Νότιγχαμ Φόρεστ για τον τρίτο γύρο του Λιγκ Καπ, ένα παιχνίδι που βρήκε νικητές τους «μπλε» του Κόντε με 5-1, έκανε ντεμπούτο για την Τσέλσι ένα 17χρόνο παιδάκι που έχει επιλέξει να αγωνίζεται με την Ουαλία κι ας μην είναι Ουαλός. Ένα παιδάκι που αγωνίστηκε στο χώρο της μεσαίας γραμμής ως καθαρός αμυντικός μέσος. Ένα παιδάκι που -εκτός της φοβερής και τρομερής του ράστα- έκλεψε τις εντυπώσεις, παίρνοντας μάλιστα τα εύσημα από όλους όσους είδαν την αναμέτρηση. Το όνομά του Ίθαν Αμπαντού, γιος του παλιού μέσου Κουαμέ Αμπαντού και διεθνής εδώ και λίγες μέρες με την Ουαλία, αν και σφάχτηκαν για πάρτη του τόσο η Γκάνα (χώρα καταγωγής του πατέρα του) όσο και η Ιρλανδία (χώρα καταγωγής της μητέρας του).

Ο ίδιος, όπως έγραψα και πιο πάνω, επέλεξε να εκπροσωπήσει την χώρα της Ουαλίας, την χώρα δηλαδή που έκανε ο πατέρας του τις καλύτερες του εμφανίσεις -ως ποδοσφαιριστής- με την φανέλα των «κύκνων» της Σουόνσι. Ο Κρις Κόλεμαν προπονητής της Ουαλίας, δείχνει να πιστεύει πολύ τον νεαρό και δεν είναι τυχαίο ότι τον κάλεσε -κι ας μη τον χρησιμοποίησε- για τα παιχνίδια κόντρα στην Μολδαβία και την Αυστρία του περασμένου μήνα για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Στο παιχνίδι κόντρα στην Αυστρία μάλιστα ο Κόλεμαν έριξε στα βαθιά τον Γούντμπερντ, στα τελευταία λεπτά ως αλλαγή του Τομ Λόρενς της Ντέρμπι, με τον νεαρό να σκοράρει και το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης, στο ντεμπούτο του μάλιστα, λυτρώνοντας την ομάδα του. Ο επιθετικός της Λίβερπουλ μάλιστα εκείνη τη μέρα έγινε ο δεύτερος νεαρότερος σκόρερ  στην ιστορία της Ουαλίας, πίσω μόνο από τον σπουδαίο -και ηγέτη της ομάδας- Γκάρεθ Μπέιλ της Ρεάλ Μαδρίτης.

«Είναι ένας νέος παίκτης με εξαιρετική ποιότητα» δήλωσε ο Κόντε με το τέλος της αναμέτρησης. «Έχει όλα τα στοιχεία για να εξελιχθεί και να γίνει ένας σημαντικός παίκτης για την Τσέλσι. Είναι δυνατός σωματικά αλλά και πνευματικά και αυτό με κάνει ιδιαίτερα αισιόδοξο για την περίπτωσή του. Θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί του και είμαι σίγουρος πως θα τον εξελίξουμε έτσι ώστε από τον επόμενο κιόλας χρόνο να βρίσκεται στο επόμενο επίπεδο και να είναι έτοιμος για να μπορεί να αντεπεξέλθει ως κανονικό μέλος της ανδρικής ομάδας». Ο νεαρός εννοείται πως δεν έκανε μεγάλες δηλώσεις. «Δουλειά, δουλειά και ξανά δουλειά» μέχρι να φτάσει -αν αυτό είναι εφικτό- να θεωρείται κανονικό μέλος της ομάδας. Κάτι που φυσικά και φαντάζει απίθανο την τρέχουσα σεζόν μιας και στην θέση του υπάρχει ο Καντέ, ο Μπακαγιόκο, ο Ντρίνκγουοτερ και -υπό προϋποθέσεις- ο Φάμπρεγας, δίχως φυσικά να βάζω στην εξίσωση και άλλους νεαρούς που έρχονται πίσω του από την ακαδημία της Τσέλσι ή έχουν δοθεί δανεικοί όπως ο Ρούμπεν Λόφτους-Τσίκ.

Αυτό που μένει να δούμε είναι αν ο Ίθαν Αμπαντού θα συνεχίσει να μας εκπλήσσει ευχάριστα και αν θα εξελιχθεί τελικά σε παίκτη σημαντικό για τους «μπλε» αλλά και για την Ουαλία. Μακάρι σε λίγα χρόνια από τώρα να μη τον θυμόμαστε μόνο για την ωραία του ξανθιά ράστα και «εκείνο το ωραίο ματς κόντρα στη Νότιγχαμ». Όπως συνέβη δηλαδή και για τον Μάρλο Σνέλμαν. «Εκείνο το πιτσιρίκι με τη ράστα σε εκείνο το βίντεοκλιπ των Bomfunk MC’s»  δηλαδή.

Μπίλι Μπρέμνερ: Ο σπουδαιότερος παίκτης στην ιστορία της Λιντς

  [15 Σχόλια]

Αγγλία δεκαετία του 1960. Ο βρετανικός συντηρητισμός βρίσκεται στο απόγειό του. Η εθνική Αγγλίας ζει στιγμές δόξας μιας και υπάρχει μια σπουδαία φουρνιά ποδοσφαιριστών που, εν τέλει, θα οδηγήσει τα «τρία λιοντάρια» στην κορυφή του κόσμου το ’66, και φυσικά υπάρχουν ένα σωρό δυνατές ομάδες που σιγά-σιγά αρχίζουν να πρωταγωνιστούν και στην Ευρώπη. Ο Έρικ Κλάπτοπ θεωρείται (καθόλου άδικα) Θεός, οι Beatles γεμίζουν στάδια και πουλούν εκατομμύρια δίσκους και  το άθλημα του ποδοσφαίρου είναι σκληρό -πολλές φορές- στα όρια του αντιαθλητικού. Στο τελευταίο -που είναι και το θέμα μας- βρίσκει χώρο ένας κοντούλης, κοκκινοτρίχης, σκοτσέζος κεντρικός χαφ, πάντα έτοιμος να τσακωθεί με όλους (συμπαίκτες, προπονητές και κυρίως αντιπάλους), ακόμα και για την πιο αστεία αιτία. Το όνομά του είναι Μπίλι Μπρέμνερ και θεωρείται ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που έχει φορέσει τιμήσει την φανέλα της πάλαι ποτέ σπουδαίας ομάδας του Δυτικού Γιορκσάιρ. Αυτή -πάνω κάτω- είναι η δική του ιστορία.

Ο Μπρέμνερ γεννήθηκε το ’42 στο μικρό Στίρλινγκ, 70 χιλιόμετρα έξω από το Εδιμβούργο, από οικογένεια Προτεσταντών και αυτός ήταν ουσιαστικά και ο λόγος που -σε νεαρή ηλικία- αν και τον ήθελε η μεγάλη Σέλτικ, ο πατέρας του τού απαγόρευσε τη μεταγραφή λόγω της κόντρας που υπήρχε (υπάρχει και θα υπάρχει) ανάμεσα στις δύο ομάδες – η Σέλτικ για όσους δεν το γνωρίζουν είναι ομάδα των Καθολικών και ανάμεσα σε αυτή και την Ρέιντζερς υπάρχει σχέση μίσους (και όχι μόνο). Το ίδιο διάστημα, και ενώ ο Μπρέμνερ θεωρείται ένας κορυφαίος παίκτης στα σχολικά πρωταθλήματα της Σκωτίας, θα κοπεί τόσο από την Άρσεναλ όσο και απ’ την Τσέλσι λόγω του ύψους του, μιας και μετά βίας άγγιζε το 1.65 (στις μύτες των ποδιών). Τελικά, στα 17 του χρόνια, το τμήμα σκάουτινγκ της Λιντς θα τον φέρει στο Έλαντ Ρόουντ όπου θα υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο.

Προπονητής σε εκείνη τη Λιντς ήταν ο Τζακ Τέιλορ και συμπαίκτης του Μπρέμνερ ο άνθρωπος που τα επόμενα χρόνια θα οδηγούσε την ομάδα στις ενδοξότερες μέρες της, δημιουργώντας φυσικά τον σπουδαίο αγωνιστικό χαρακτήρα του παίκτη και μετατρέποντάς τον στον μεγαλύτερο ηγέτη που είχε ποτέ η ομάδα. Φυσικά και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντον Ρέβι. Τον μεγαλύτερο εχθρό δηλαδή που είχε ένας άλλος σπουδαίος εκείνων των ετών, ο Μπράιαν Κλαφ.

Ο Ρέβι υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μεσοεπιθετικούς στην Αγγλία και όταν ανέλαβε τα ηνία της Λιντς (το 1961) τα «παγώνια» δεν είχαν κερδίσει κανένα σπουδαίο τρόπαιο. Ποτέ. Με αυτόν στον πάγκο και τον Μπίλι Μπρέμνερ ηγέτη στη μεσαία γραμμή η Λιντς ανέβηκε στην μεγάλη κατηγορία και κατέκτησε τα πρωταθλήματα Αγγλίας του ’69 και του ’74. Επίσης κέρδισε το κύπελλο του ’72 και το Λιγκ Καπ του ’68 συμπληρώνοντας όλους τους εγχώριους τίτλους και βρέθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1973, όπου και ηττήθηκε απ’ την σπουδαία Μίλαν. Η «βρώμικη Λιντς» -όπως την αποκαλούσαν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι στο Νησί- ήταν το σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια στο αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά μετρούσε πολλούς περισσότερους εχθρούς από φίλους. Το παράδοξο βέβαια με εκείνη την ομάδα ήταν πως έπαιζε βρώμικα αν και είχε στις τάξεις της μερικούς εκ των σπουδαιότερων και ποιοτικότερων βρετανών παικτών της εποχής. Το αντιαθλητικό παιχνίδι της, όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, δεν ήταν λοιπόν από ανάγκη αλλά από καθαρή επιλογή του προπονητή και των παικτών της.

Ο Μπρέμνερ φυσικά και δεν ήταν ο ποιοτικότερος σε εκείνη την Λιντς μιας και υπήρχαν παίκτες όπως ο Τζακ Τσάρλτον, ο Έντι Γκρέι, ο Τζό Τζόρνταν και ο Πήτερ Λόριμερ. Ήταν όμως ο αρχηγός. Ο ηγέτης. Μια τεράστια σωματική και ψυχική δύναμη εγκλωβισμένη σε ένα τόσο δα μικρό σώμα. Το μεγαλύτερο σκατόπαιδο που μπορούσες να βρεις στο γήπεδο. Ο τραμπούκος που όταν κοιτάζει οι άλλοι χαμηλώνουν το κεφάλι. Ο αγροίκος θείος που έρχεται στο γιορτινό τραπέζι απ’ το χωριό και τρώει και το τραπεζομάντηλο. Ο παίκτης που δεν τολμούσες να περάσεις με μια περίτεχνη ντρίμπλα και φυσικά αυτός που δεν ήθελες με τίποτα να βρεθεί στο δρόμο σου όταν πας για γκολ, με τις ακονισμένες του τάπες να σε τρυπούν -όχι στα πόδια- αλλά σε ολόκληρο το σώμα. Ένα λυσσασμένο πίτμπουλ -ανεξέλεγκτο εντός των τεσσάρων γραμμών- να «γαβγίζει», να «δαγκώνει» και ενίοτε να χρησιμοποιεί και τις γροθιές του στα πρόσωπα των αντιπάλων, μέσα στα λασπωμένα γήπεδα της εποχής.

Ο Ρέβι απ’ την άλλη, ένιωθε περήφανος για το «δημιούργημά» του και την δική του Λιντς. «Σημασία έχει η νίκη και οι τίτλοι» έλεγε, μεγαλώνοντας κι άλλο την κόντρα με τον λάτρη του «όμορφου παιχνιδιού» Μπράιαν Κλαφ. Μια κόντρα που συνεχίστηκε ακόμα και όταν ο Κλαφ ανέλαβε την Λιντς, την ομάδα που τον μισούσε και την ομάδα που αυτός μισούσε, ίσως στον πιο περίεργο ποδοσφαιρικό «γάμο» που έχει γίνει ποτέ στα χρονικά του αθλήματος.

Αν πρέπει να βρούμε τρεις στιγμές (ανάμεσα σε τόσες πολλές) που να μπορούν να χαρακτηρίσουν -όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο- τον Μπίλι Μπρέμνερ και την φιλοσοφία εκείνης της Λιντς, αυτές δεν είναι άλλες από αυτές που θα διαβάσετε παρακάτω: Tο περιβόητο τάκλιν στον σπουδαίο Ντέιβ Μακάι της Τότεναμ το 1966 στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος. Το δολοφονικό μαρκάρισμα -από πίσω εννοείται- στον κορυφαίο επιθετικό της Τσέλσι Πήτερ Όσγκουντ (γνωστός και ως Μάγος του Ος), το 1970 στον επαναληπτικό του κυπέλλου Αγγλίας. Και φυσικά οι μπουνιές με τον Κέβιν Κίγκαν στο Γουέμπλεϊ στο Charity Shield του 1974, στις 9 Αυγούστου, κόντρα φυσικά στην Λίβερπουλ, με τον Κλαφ στον πάγκο της Λιντς, στο τελευταίο παιχνίδι του Σάνκλι στον πάγκο των «κόκκινων». Ένα ματς-γιορτή που οι Άγγλοι ήθελαν να παρουσιάσουν ως τέτοιο και κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο.

Ο Μακάι προέρχονταν από σοβαρό τραυματισμό με τον Μπρέμνερ να του κάνει ένα δυνατό τάκλιν στο πόδι που είχε σπάσει -όχι μία- αλλά δύο φορές. Η αντίδραση του παίκτη της Τότεναμ εννοείται δεν ήταν κόσμια. Η φωτογραφία με τον εκτός εαυτού αμυντικό να έχει πιάσει απ’ την μπλούζα τον Σκοτσέζο, έτοιμος να του κάνει ό,τι κακό μπορεί κάποιος να φανταστεί, θεωρείται στις κλασικότερες εκείνης της περιόδου και όχι μόνο για το αγγλικό ποδόσφαιρο. «Ήθελα να τον σκοτώσω» θα δηλώσει χρόνια αργότερα ο Μακάι «Με χτύπησε επίτηδες στο πόδι που είχα σπάσει δύο φορές. Είναι σίγουρα ο πιο βρώμικος παίκτης που έχω συναντήσει ποτέ στην καριέρα μου». Για πολλά χρόνια μάλιστα ο σπουδαίος αμυντικός υπέγραφε τα αυτόγραφά του πάνω σε αυτή την φωτογραφία, κάτι που όπως είχε δηλώσει, είχε μετανιώσει κατά πολύ στα γεράματά του μιας και θεωρούσε πως με αυτό τον τρόπο έδινε περισσότερη αξία στον Μπρέμνερ. Τον άνθρωπο δηλαδή που είχε μισήσει (και αυτός).

Ο επαναληπτικός του τελικού κυπέλλου του ’70 θεωρείται -καθόλου άδικα- ως ένα απ’ τα βιαιότερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ και παράλληλα απ’ τα καλύτερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ. Μάλιστα σε έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στην Αγγλία το 1997 για το εν λόγω παιχνίδι ο διαιτητής Ντέιβ Έλερεϊ είχε δηλώσει πως έπρεπε να έχουν βγει συνολικά 12 κίτρινες και 6 κόκκινες κάρτες -σύμφωνα πάντα με το παιχνίδι των ημερών μας.  Πάντως το μαρκάρισμα του Μπρέμνερ συζητιέται ακόμα από τους φίλους και των δύο ομάδων μιας και η λέξη «δολοφονικό» είναι υπερβολικά φτωχή για να το χαρακτηρίσει. Μάλιστα ήταν τέτοια η ένταση εκείνου του αγώνα (που είχε βρει τροπαιούχους τους «μπλε») και τόσο μεγάλη η απογοήτευση για τους παίκτες της Λιντς που ο Τζέφρι Γκριν των The Times είχε γράψει πως: «H Λιντς μοιάζει με την ιστορία του Σίσυφου, που ενώ έχει σπρώξει ένα μεγάλο βράχο -σχεδόν- στην κορυφή ενός ψηλού βουνού, λίγο πριν τον δει να αγγίζει το ψηλότερο σημείο και να στέκεται εκεί, αυτός πέφτει προς την κοιλάδα και πάλι απ’ την αρχή». Όλα αυτά ενώ ο Μπίλι Μπρέμνερ κάπνιζε βουρκωμένος και αμίλητος στην γωνία των αποδυτηρίων. Το ίδιο φυσικά έκαναν και οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή που έβρισκες καπνίζοντες ακόμα και  σε αίθουσες χειρουργείων, πόσο μάλλον αποδυτηρίων.

Το παιχνίδι του ΄74 ανήκει στις 44 μέρες του Κλαφ στην Λιντς και είναι η στιγμή που απέδειξε περίτρανα πως αυτό το πάντρεμα δεν έπρεπε να έχει γίνει ποτέ και για κανένα λόγο. Ο Κλαφ έχοντας αντίπαλο την ομάδα που σέβονταν όσο καμία του ανθρώπου που λάτρευε ως προπονητή, την Λίβερπουλ δηλαδή του Σάνκλι, είχε πει στους παίκτες του πως δεν θέλει να παίξουν βρώμικα και αντιαθλητικά ως δείγμα σεβασμού στον σπουδαίο Σκοτσέζο προπονητή και την ομάδα του. Φυσικά ο Μπρέμνερ και η παρέα του βρήκαν την κατάλληλη στιγμή για να δείξουν στον προπονητή τους πως ούτε τον σέβονται αλλά και ούτε και τον δέχονται ως προπονητή τους, επιλέγοντας αντί για ποδόσφαιρο να παρουσιάσουν την αγαπημένη τους κλωτσοπατινάδα εις διπλούν (και βάλε), ρεζιλεύοντας έτσι τον Κλαφ μπροστά στο ίνδαλμά του και σε ολόκληρο το κοινό της Αγγλίας που περίμενε μια σπουδαία ποδοσφαιρική παράσταση. Ο παίκτης που κυρίως στόχευαν ήταν ο αστέρας της Λίβερπουλ, Κέβιν Κίγκαν και σκοπός τους ήταν να τον νευριάσουν πριν φυσικά τον αποτελειώσουν με κάποιο fatality δυνατό μαρκάρισμα. Όπερ και εγένετο στο 60′ με το παιχνίδι να διακόπτεται και να μετατρέπεται σε ρινγκ.

O Τζόνι Τζάιλς της Λιντς θα κάνει πρώτος ένα αντιαθλητικό μαρκάρισμα στον Κίγκαν (και θα ανάψει την σπίθα) με τον επιθετικό των «κόκκινων» να χτυπά κι αυτός αντιαθλητικά τον Ιρλανδό στην αμέσως επόμενη φάση. Ο Τζάιλς ως σωστός Ιρλανδός θα αντιδράσει σαν να βρίσκεται μεθυσμένος σε μπαρ και όχι στο Γουέμπλεϊ και θα γρονθοκοπήσει τον Κίγκαν στο πρόσωπο. Δευτερόλεπτα αργότερα και ενώ η κάμερα δεν είναι πάνω τους, ο Μπρέμνερ και ο Κίγκαν θα την δουν «ΜακΓκρέγκορ-Μέιγουέδερ» και θα αρχίσουν τις μπουνιές. Εννοείται θα αποβληθούν και οι δύο πετώντας τις φανέλες τους στο χόρτο του γηπέδου γεμάτοι απορία (;). Αξίζει να σημειωθεί πως ο Τζάιλς δεν είχε τιμωρηθεί για την μπουνιά στον Κίγκαν (Ιρλανδός γαρ). O Κλαφ θα τιμωρήσει πολλούς από τους βασικούς του μετά το παιχνίδι (που είχε βρει νικήτρια τη Λίβερπουλ) και ουσιαστικά θα «υπογράψει» την απόλυσή του από την ομάδα λίγες μέρες αργότερα.

Στην επικότερη ζωντανή συνέντευξη που έχει γίνει ποτέ -αυτή ανάμεσα στον Ρέβι και τον Κλαφ με «διαιτητή» τον παρουσιαστή Όστιν Μίτσελ- όταν ο Ρέβι θα ρωτήσει τον Κλαφ «Γιατί πήγες στη Λιντς αφού σε μισούν και τους μισείς» ο Κλαφ θα απαντήσει -σε μια στιγμή σύγχυσης αλλά και πλήρης ειλικρίνειας- πως «Πήγα στη Λιντς επειδή μισώ εσένα και ήθελα να κατακτήσω με την ομάδα σου αυτό που εσύ δεν κατάφερες. Το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης». Διαφημίσεις!

Ο Μπρέμνερ το 1985 θα αναλάβει τον πάγκο της Λιντς και θα μείνει στο Έλαντ Ρόουντ μέχρι το ’88 πριν απολυθεί και επιστρέψει στην ομάδα που έφτιαξε το προπονητικό του όνομα, την Ντόνκαστερ. Στη Λιντς θα τον θυμούνται -ως κόουτς- να καλεί κάθε πρωί στο γραφείο του τον Ντέιβ Μπάτι και να τον αναγκάζει να πιει λίγο κρασί με κρόκους αυγών για να δυναμώσει, και να γίνει ο νέος Μπίλι Μπρέμνερ της ομάδας. Περίεργος τύπος ο Μπίλι. To 1997, έχοντας αποσυρθεί απ’ το ποδόσφαιρο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή μετά από πνευμονία. Για την Λιντς θα είναι πάντα ο σπουδαιότερος αρχηγός που είχε ποτέ και για την Σκωτία ο άνθρωπος που ηγήθηκε στο Μουντιάλ του 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας. Για εμάς τους υπόλοιπους θα είναι πάντα ένας απ’ τους σκληρότερους ποδοσφαιριστές που έβγαλε ποτέ το άθλημα, σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο -και δη το αγγλικό- ήταν γεμάτο από δυνατά μαρκαρίσματα και παίκτες που μάτωναν -κυριολεκτικά- τη φανέλα. Τη δική τους φανέλα, αλλά και του αντιπάλου.

Η μέρα που ο Μπεστ κέρδισε και τη Νιούκαστλ και τον φόβο

  [4 Σχόλια]

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70′, σε ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο ένας Ιρλανδός σερβιτόρος πήρε εντολή να μεταφέρει δυο μπουκάλια πανάκριβης σαμπάνιας σε μια από τις σουίτες. Όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε η εικόνα που αντίκρισε ήταν, το λιγότερο, αξιομνημόνευτη. Ο Τζόρτζ Μπεστ στεκόταν όρθιος δίπλα του, έτοιμος να παραλάβει την παραγγελία, και στο κρεβάτι βρισκόταν ξαπλωμένη, φορώντας μόνο ένα νεγκλιζέ, η Σουηδέζα Μις Κόσμος, Μαίρη Στάβιν. Η υπόλοιπη επιφάνεια του κρεβατιού καλυπτόταν από χαρτονομίσματα, τα οποία το ζευγάρι είχε κερδίσει λίγες ώρες πριν ποντάροντας στον ιππόδρομο. Τότε, με απόλυτη σοβαρότητα και χωρίς καμία δόση ειρωνείας, ο σερβιτόρος γύρισε προς τη μεριά του Μπεστ και σχεδόν θλιμμένα τον ρώτησε: «George, where did it all go wrong?»

Για πάρα πολλά χρόνια, αυτή ήταν η αγαπημένη ιστορία του Μπεστ, ο οποίος σύμφωνα με γνωστούς και φίλους, την εξιστορούσε συχνά όταν είχε κέφια. Σ’αυτήν ουσιαστικά την ιστορία και την διαφορετική οπτική μιας συγκεκριμένης κατάστασης, συνοψιζόταν και όλη η συζήτηση γύρω από την καριέρα και τη ζωή του Βορειοϊρλανδού. Εκεί που αρκετοί (ανάμεσα τους φυσικά και ο ίδιος ο Μπεστ που συνέχεια επαναλάμβανε πως δεν μετάνιωσε για τίποτα και δεν θα άλλαζε καμία από τις αποφάσεις του) έβλεπαν μια ονειρική ζωή, γεμάτη απολαύσεις και κατακτήσεις, κάποιοι άλλοι (όπως ο άσημος, και λογικά ‘προδομένος’ από την καριέρα του Μπεστ, σερβιτόρος) έβλεπαν μια άστατη ζωή που εν μέρει κατέστρεψε μια καριέρα, αναγκάζοντας ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που εμφανίστηκαν σ’αυτό το παιχνίδι να αποσυρθεί ουσιαστικά από τα 27 του, έχοντας κατακτήσει όλα κι όλα δυο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο πρωταθλητριών.

Κανείς δεν ξέρει πως θα εξελισσόταν τα πράγματα αν ο Μπεστ έκανε μια πιο πειθαρχημένη και συνετή ζωή. Και κανείς δεν θα μάθει ποτέ. Όπως σχολιάζει πολύ εύστοχα στην ‘Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι’ ο Μίλαν Κούντερα: «Δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξέρει αυτό που πρέπει να θέλει, γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν μπορούμε ούτε να τη συγκρίνουμε με προηγούμενες ζωές ούτε να την επανορθώσουμε σε ζωές επερχόμενες. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να εξακριβωθεί ποια απόφαση εί­ναι η καλή γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης. Όλα τα ζούμε αμέσως για πρώτη φορά και χωρίς προετοιμασία». Το σίγουρο είναι ότι αυτή που τελικά έκανε, την απόλαυσε αρκετά. Και όχι μόνο αυτός:

Μερικά χρόνια πριν από το σκηνικό στο ξενοδοχείο, το φθινόπωρο του 1971, ο Μπεστ βρισκόταν στο ζενίθ της καριέρας του. Ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ένας από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου, έκανε μερικές συνεχόμενες εξαιρετικές και γεμάτες χρονιές και φυσικά ήταν ο μεγαλύτερος ποδοσφαιρικός σούπερ σταρ της εποχής του. Οι γυναίκες έκαναν ουρές απλά για να τον ακουμπήσουν, τραγούδια γραφόταν γι’αυτόν, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «ο 5ος Μπίτλ» και οι περισσότερες εστεμμένες των διαγωνισμών ομορφιάς περνούσαν κάποια στιγμή από το κρεβάτι του. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ που το 1970 ένας Γερμανός σκηνοθέτης γύρισε μια ταινία γι’αυτόν, καλύπτοντας με οχτώ κάμερες αποκλειστικά και μόνο τις κινήσεις του σε ένα τυχαίο 90λεπτο απέναντι στην Κόβεντρι, δεκαετίες πριν δημιουργήσει το Sky Sports την PlayerCam ή γυριστεί το παρόμοιο ντοκιμαντέρ για τον Ζιντάν.

Η υπερβολική φήμη όμως, ειδικά σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν πρωτόγνωρο για τα ποδοσφαιρικά δεδομένα, έχει δυο όψεις. Η έξαλλη ζωή του Μπεστ, όπως είναι αναμενόμενο, προκαλούσε αρκετούς και στις αντίπαλες κερκίδες αλλά και στην πατρίδα του. Κι αν τα γραφικά συνθήματα των αντιπάλων οπαδών ήταν απλά ένας κλασικός αγγλικός τρόπος για να εκνευρίσουν τον παίκτη («Georgie Best, superstar/ Walks like a woman and he wears a bra/ Bra’s too big, wears a wig/ And that’s why we call him a sexy pig»), κάποιες άλλες απειλές δεν ήταν τόσο γραφικές και αθώες. Σε μια τέτοια περίπτωση, κάποιος πυροβόλησε με αεροβόλο την αδερφή του στο πόδι, έξω από ένα εφηβικό πάρτι στο Μπέλφαστ, χωρίς προφανή λόγο, απλά επειδή ήταν η αδερφή του Μπεστ.

Κάπως έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 1971 και σε μια εποχή που η κατάσταση στη Βόρεια Ιρλανδία είχε ξεφύγει για τα καλά (μόνο το 1972 περίπου 500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις που έγιναν παγκόσμια γνωστές ως «The Troubles») ένας άγνωστος τηλεφώνησε σε μια εφημερίδα και ανακοίνωσε ότι ο Τζόρτζ Μπεστ είναι στο στόχαστρο του IRA, κανένας δεν το πήρε στην πλάκα. Σύμφωνα με την προειδοποίηση η επίθεση ήταν προγραμματισμένη για το επερχόμενο εκτός έδρας παιχνίδι με τη Νιούκαστλ και ήταν ουσιαστικά η απάντηση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού σε μια δωρεά που φημολογούνταν πως είχε κάνει ο Μπεστ σε μια οργάνωση Προτεσταντών.

Κατανοώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Φράνκ Ο’Φάρελ έδωσε στον Βορειοιρλανδό το δικαίωμα της επιλογής για το να θα αγωνιστεί ή όχι. Ο Μπεστ το σκέφτηκε αρκετά και αποφάσισε να μην ενδώσει στο φόβο, σκεπτόμενος και το ότι αν η απειλή τον αφήσει εκτός αγώνα, τότε δημιουργείται αυτόματα πάτημα σε οποιονδήποτε να την επαναλάβει και στα επόμενα παιχνίδια, με αποκλειστικό κίνητρο την αποδυνάμωση της Γιουνάιτεντ. Μια απόφαση που πάντως έκρυβε και μεγάλη δόση ειρωνείας: Ο παίκτης που συχνά-πυκνά έκανε κοπάνες από κάθε είδους δραστηριότητα της Γιουνάιτεντ για να περάσει κάποιες ώρες παραπάνω με κάποιο διάσημο μοντέλο, αποφάσιζε να παίξει σε ένα ματς που η ίδια η ομάδα του επέτρεπε να απουσιάσει.

Από τη μέρα που η αστυνομία ενημερώθηκε πως ο Μπεστ θα ταξιδέψει κανονικά στο Νιούκαστλ μέχρι και τη σέντρα του αγώνα, ο 25χρονος δεν έμεινε ούτε στιγμή μόνος σε δημόσιο χώρο. Αστυνομικοί βρισκόταν σε όλους τους ορόφους του ξενοδοχείου που διέμενε η ομάδα, δυο ντετέκτιβ τον συνόδευαν σε όλες του τις κινήσεις, ακόμα κι όταν πήγαινε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για να φάει, ενώ περιπολικά βρισκόταν μόνιμα σταθμευμένα απ’έξω. Ο φόβος και η ανησυχία αυξήθηκαν κι άλλο, αρχικά όταν μια γειτόνισσα του Μπεστ κατήγγειλε στην αστυνομία ότι δυο τύποι ρωτούσαν πληροφορίες για το που ακριβώς μένει ο παίκτης και στη συνέχεια όταν ανακαλύφθηκε ότι κάποιοι είχαν διαρρήξει το λεωφορείο της ομάδας το βράδυ πριν το παιχνίδι.

Το λεωφορείο, αφού πέρασε από εξονυχιστικό έλεγχο, πήγε τελικά στο γήπεδο με συνοδεία πολλών περιπολικών, οι ντετέκτιβ απαγόρεψαν στον Μπεστ να κάτσει στην αγαπημένη του θέση δίπλα στο παράθυρο και, για σιγουριά, όταν το όχημα έφτανε στο Σεντ Τζέιμς Παρκ o «Τζόρτζι» καθόταν σκυμμένος στο διάδρομο. Στις κερκίδες υπήρχαν παντού αστυνομικοί με κιάλια, έτοιμοι να επέμβουν αμέσως μόλις παρατηρήσουν κάποια ύποπτη κίνηση.

Το παιχνίδι που ακολούθησε ήταν με διαφορά το πιο περίεργο στην καριέρα του Μπεστ. Από τη μια η νευρικότητα του ήταν ολοφάνερη, από την άλλη όμως και το μαρκάρισμα πάνω του ήταν πιο χαλαρό απ’ότι συνήθως, για ευνόητους φυσικά λόγους: Κανείς δεν ήθελε να είναι ο γκαντέμης που θα έτρωγε μια σφαίρα από το πουθενά απλά και μόνο γιατί έτυχε να είναι εκατοστά δίπλα στον στόχο.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τα ρεπορτάζ, το ματς ήταν αντικειμενικά (αλλά και αναμενόμενα, βάσει των συνθηκών) κάκιστο και κρίθηκε από ένα γκολ, το οποίο πέτυχε με κοντινή προβολή ο μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα και υποτιθέμενος στόχος του IRA. To τελικό σφύριγμα πιθανόν να ήταν και ο πιο ωραίος ήχος που έχει ακούσει ποτέ ο Μπεστ. Όπως αποκάλυψε σε ένα φίλο του, σε εκείνο το παιχνίδι έτρεξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή του.

Στις δηλώσεις του μετά (πάντα με συνοδεία αστυνομικών), ανακουφισμένος και χαλαρός πλέον, το γύρισε και στην πλάκα: «Ήξερα ότι στο γήπεδο υπήρχαν δεκάδες αστυνομικοί και δεν μπορούσα να το βγάλω από το μυαλό μου. Σίγουρα ήμουν πολύ νευρικός για αρκετή ώρα. Δεν σταμάτησα να κινούμαι καθόλου γιατί για κάποιο λόγο πίστευα ότι δεν πρέπει να μείνω ακίνητος ούτε στιγμή. Ούτε καν όταν κάποιος παίκτης βρισκόταν στο χόρτο. Όταν έβαλα το γκολ ευχόμουν να με αντικαταστήσουν, τόσο πολύ με επηρέασε. Στο τέλος βέβαια έκανα πλάκα στα άλλα παιδιά, λέγοντας ότι ήταν η πρώτη φορά που σκόραρα και κανένας δεν πλησίασε για να με συγχαρεί».

Η αποστολή της Γιουνάιτεντ έφυγε από το γήπεδο όπως ακριβώς ήρθε, με ισχυρή αστυνομική συνοδεία, και μόνο όταν η ομάδα έφτασε πίσω στη βάση της κατάφεραν όλοι να χαλαρώσουν και να χαρούν για το σπουδαίο διπλό που είχαν πάρει. Κανένας δεν έμαθε ποτέ αν το τηλεφώνημα ήταν μια απλή φάρσα ή μια πραγματική απειλή για επίθεση που τελικά ματαιώθηκε. Ο επίλογος της περίεργης αυτής ιστορίας πάντως είχε γραφτεί ιδανικά μερικές ώρες πριν, όταν στη διάρκεια της συνέντευξης τύπου ο απογοητευμένος προπονητής της Νιούκαστλ Τζόι Χάρβευ, σε σχετική ερώτηση απάντησε με μπόλικο αγγλικό μαύρο χιούμορ και χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας: «Μακάρι να το είχαν πετύχει το κωλοπαίδι».