Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Αγγλικό πρωτάθλημα'

Η τελευταία προσπάθεια του Τόμας Ροζίτσκι

  [4 Σχόλια]

Σε κάθε γενιά ποδοσφαιριστών υπάρχουν κι αυτοί που τελικά δεν δικαίωσαν τις προσδοκίες του κόσμου, των προπονητών ή ακόμα και των διοικήσεων που ξόδεψαν χρήματα. Όταν συμβαίνει εξαιτίας έλλειψης μυαλού στο κρανίο, δεν ενοχλεί τόσο. Είναι θέμα του κάθε Αντριάνο π.χ. να καταστρέψει μια καριέρα που θα μπορούσε να είναι τεράστια. Όταν γίνεται εξαιτίας τραυματισμών όμως, ειδικά σε παίκτες που «μεγάλωσες» μαζί τους σε ενοχλεί αρκετά. Αν κάτσω να σκεφτώ θα βρω αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δυο ονόματα θα μου έρθουν σχεδόν αμέσως. Το ένα του πολυαγαπημένου Παμπλίτο Αϊμάρ. Το δεύτερο του Τόμας Ροζίτσκι.

Η αλήθεια είναι ότι είχα ξεχάσει πού βρίσκεται ο μικρός Μότσαρτ, μέχρι που διάβασα τον τίτλο μιας είδησης. «Χάνει το υπόλοιπο της σεζόν ο Ροτζίτσκι» έγραφε το άρθρο. Στα 36 του πλέον, ο Τσέχος γύρισε πίσω στην Σπάρτα Πράγας το καλοκαίρι που μας πέρασε. Εκεί που όλα ξεκίνησαν. Σύμφωνα με τα στατιστικά έχει αγωνιστεί μόλις 19 λεπτά περίπου, σε ένα ματς με την Μπλάντα Μπόλεσλαβ τον Σεπτέμβριο. Από τότε τίποτα. Αν διαβάσει κάποιος την λίστα τραυματισμών στην καριέρα του, είναι σαν να βλέπει φοιτητής ιατρικής το πρόγραμμα σπουδών της σχολής. Από τα πόδια και την κοιλιά, μέχρι τη σπασμένη μύτη και ασθένειες, ο Ροζίτσκι τα έχει περάσει όλα.

Ένας παίκτης με σπάνιο ταλέντο, που δεν φοβάται να μπει στα ζόρια και να κάνει το τάκλιν παρά τη σωματοδομή του, να βάλει τα πόδια του σε κόντρες, με φοβερό σουτ και ένα καλλιτεχνικό εξωτερικό, ένας αρτίστας που πάντα όταν έπαιζε (έστω και για αλλαγή γιατί είχε χάσει τη θέση του μετά από κάποιον ακόμα τραυματισμό) κολλούσα στην οθόνη για να δω τις limited edition εμφανίσεις του. Η καριέρα του δεν ήταν κακή. Κατέκτησε μία Μπουντεσλίγκα, πήρε κύπελλα στην Αγγλία με την Άρσεναλ, πάντα όμως υπήρχε αυτό το «αλλά», ότι η ποιότητά του θα τον έκανε ακόμα πιο σημαντικό και θα οδηγούσε σε παραπάνω τίτλους. Θα μπορούσε ίσως να είχε πάρει και ένα Euro, αλλά εκεί πέτυχε την Ελλάδα, θα μπορούσε να είχε κατακτήσει ένα ΟΥΕΦΑ, αλλά το έχασε στον τελικό. Τα ματς που έκανε σαν αριθμός δεν είναι λίγα, αλλά αν δει κάποιος τα συνολικά λεπτά θα καταλάβει αρκετά. Ειδικά την τελευταία περίπου δεκαετία στην Άρσεναλ. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολύ κόσμο ο Ροζίτσκι είναι ακόμα συνυφασμένος με τη Ντόρτμουντ (και τον Κόλερ βεβαίως), παρ’ ότι έπαιξε τα μισά περίπου χρόνια εκεί από όσα έμεινε στο Λονδίνο. Έκανε σχεδόν τα ίδια ματς στο πρωτάθλημα της Γερμανίας με όσα έκανε στην Άρσεναλ.

Το καλοκαίρι όταν έμεινε ελεύθερος από την Άρσεναλ (και αποθεώθηκε από παίκτες και οπαδούς για τα όσα προσέφερε) πέρασε από το μυαλό του να τα παρατήσει. Ο ίδιος όμως έπαιρνε μηνύματα από τον κόσμο να συνεχίσει. «Δεν ήθελα να σταματήσω έτσι το ποδόσφαιρο. Εξαιτίας ενός τραυματισμού. Δεχόμουν μηνύματα από όλο τον κόσμο. Ένα αγοράκι από έναν καταυλισμό στη Συρία μου έγραψε ότι μια από τις λίγες ελπίδες που έχει είναι να με δει να αγωνίζομαι ξανά. Είδα την τεράστια σημασία που έχει το ποδόσφαιρο στις ζωές των ανθρώπων. Μου έδωσε κουράγιο να συνεχίσω. Έπαιξε ρόλο στην απόφασή μου και να μην τελειώσω την καριέρα μου καθισμένος σε έναν πάγκο».

Άνθρωπο που ξεκινάει το mix-tape του με Master of Puppets να τον αγαπάς

Τα χρόνια έχουν περάσει όμως, ο Ροζίτσκι συνεχίζει να ταλαιπωρείται, το κορμί δεν αντέχει. Με μόλις 19 λεπτά εξαιτίας των ενοχλήσεων και στα 36 προς τα 37, αποφάσισε να μπει στο μαρτύριο να κάνει εγχείριση στον αχίλλειο αντί να πει «τέλος, φτάνει τόσο». Αποφασισμένος να παίξει του χρόνου στην Σπάρτα, να προλάβει την αρχή της νέας σεζόν. Για τα λεφτά; Έχει ήδη αρκετά και το συμβόλαιό του στην Τσεχία δεν θα είναι λογικά τόσο μεγάλο. Για τη δόξα; Μόνο σε τοπικό επίπεδο. Μάλλον γιατί του αρέσει η μπάλα, είναι αυτό που ξέρει να κάνει, ξέρει να το κάνει όμορφα και το αγαπάει. Ο πιο νέος παίκτης στην εθνική Τσεχίας το 2000 και ο πιο μεγάλος το 2016, θέλει να γυρίσει. Ακόμα κι αν δεν το καταφέρει, ξέρει ότι θα έχει προσπαθήσει. Και παρ’ ότι είδαμε μόνο ψήγματα του ταλέντου του, δεν θα μπορούμε να τον κατηγορήσουμε ότι το έβαλε ποτέ κάτω.

«Είναι όπως κι η ζωή. Αν υπάρχει ελπίδα, πρέπει να παλεύεις. Θα δοκιμάσω ξανά.»

64 χρόνια μετά: To πιο κουλ χατ-τρικ

  [4 Σχόλια]

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ διέθετε πάντα στο ρόστερ της κορυφαίους Βρετανούς ποδοσφαιριστές. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέχρι και σήμερα τη φανέλα της φορούσαν πάντα παίκτες γεννημένοι στο Νησί που είχαν το χάρισμα να εξελίσσονται και σε ηγέτες. Aπό τον αμυντικό Τσάρλι Ρότζερς -στα πρώτα χρόνια της ομάδας- στον Φρανκ Μπάρσον και από εκεί στον σπουδαίο Σκοτσέζο Μπιλ ΜακΚέι και τον Μπίλι Φουλκς. Ακολούθησε ο Ντένις Λόου, ο Τζωρτζ Μπεστ, ο Μπόμπι Τσάρλτον, ο Μαρκ Χιουζ, ο Μπράιαν Ρόμπσον και φυσικά η «τάξη του ’92», πριν φτάσουμε στο σήμερα. Στον Γουέιν Ρούνεϊ δηλαδή και στα ρεκόρ του. Όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό άφησα εκτός πολλούς -πάρα πολλούς για την ακρίβεια- γιατί θα έπρεπε να γράφω ονόματα για καμιά ώρα και -εννοείται πως- έγραψα τους πρώτους που μου ήρθαν στο μυαλό. Τίμια πράγματα που λένε και στο χωριό μου. Ένας από δαύτους είναι και ο κύριος της φωτογραφίας. Ένας εκ των σπουδαιότερων σκόρερ στην ιστορία της ομάδας που όμως -δυστυχώς- δεν έχει κερδίσει τη δόξα που του αναλογούσε στις νεότερες γενιές ποδοσφαιρόφιλων. Το όνομά του, Σταν Πίρσον. Το ταλέντο του απερίγραπτο και -σχεδόν- απίθανο να γίνει κατανοητό με μερικές λέξεις. Οι λέξεις άλλωστε ωχριούν πάντα μπροστά σε μια ωραία εικόνα. Γνωστή και παλιά αυτή η ιστορία και όχι μόνο για αθλητικά (και ποδοσφαιρικά) θέματα.

Για να μπείτε καλύτερα στο νόημα αυτών που θα διαβάσετε παρακάτω, ακούστε κι αυτό:

Το κείμενο αυτό, για λόγους που γνωρίζει μόνο ο συντάκτης (εγώ δηλαδή) και δεν θα τους αναλύσουμε, δεν γίνεται να μείνει μόνο στο ποδοσφαιρικό κομμάτι. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή όπου η Γιουνάιτεντ δεν είχε γίνει ακόμα μεγαθήριο. Στον πάγκο της υπήρχε ο σπουδαίος Ματ Μπάσμπι (πριν γίνει Σερ), στον παγκόσμιο κινηματογράφο δέσποζαν ταινίες όπως ο «Ερίκος ο 8ος» και το «Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας» του Γουίλιαμ Γουάιλερ και φυσικά το ανδρικό στυλ χαρακτηρίζονταν από αρρενωπότητα στα όρια του σούπερ-κουλ, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στα γήπεδα από παίκτες και απλούς φιλάθλους. Μια τέτοια, χαρακτηριστική περίπτωση ήταν και ο Πίρσον. Γεννήθηκε στο Σάλφορντ το 1919 και υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο με τους «κόκκινους διαβόλους» στα 17 του, τιμώντας τη φανέλα της ομάδας για 19 ολόκληρα χρόνια. Αν έβλεπες τον Σταν Πίρσον εκτός γηπέδου δεν μπορούσες να καταλάβεις πολλά για την προσωπικότητά του και με τι ακριβώς ασχολείται. Με παρουσιαστικό που παρέπεμπε σε σταρ του σινεμά δεν ήταν εύκολο να πιστέψει ο οποιoσδήποτε πως αυτός ο άνδρας απλά κλωτσάει ένα τόπι. Μια παρουσία που είχε κάτι το αινιγματικό, το περίεργο, το εντελώς διαφορετικό όσο και εκείνο το μελαγχολικό βλέμμα του «Επαναστάτη χωρίς αιτία». Του θρυλικού Τζέιμς Ντιν. Ο Πίρσον από την άλλη και επαναστατικός ήταν στον τρόπο που έβλεπε το παιχνίδι και αιτία είχε που ακολούθησε το επάγγελμα του ποδοσφαιριστή. Με -σχεδόν- 150 γκολ σε 350 εμφανίσεις με τη φανέλα της μεγάλης ομάδας του Μάντσεστερ δεν μπορείς να πει κανένας πως δεν έκανε καλά τη δουλειά του.

Οι κορυφαίες στιγμές της καριέρας του Πίρσον ήταν το κύπελλο του ’48  και φυσικά το πρωτάθλημα του ’52 αν και πάντα θα μνημονεύεται για ένα σπουδαίο προσωπικό επίτευγμα, κόντρα μάλιστα όχι σε κάποια τυχαία ομάδα αλλά στη μεγαλύτερη αντίπαλο της Γιουνάιτεντ. Την Λίβερπουλ. Το ημερολόγιο έγραφε 11 Σεπτεμβρίου του 1946 και η Γιουνάιτεντ υποδέχονταν τους «κόκκινους» στο Όλντ Τράφορντ σε μια αναμέτρηση που περίμενε όλος ο φίλαθλος κόσμος του νησιού και μόνο, μιας και δεν υπήρχαν τηλεοράσεις και live streaming. Η Λίβερπουλ μπορεί στο τέλος της χρονιάς να πανηγύρισε το πρωτάθλημα αφήνοντας οριακά 2η τη Γιουνάιτεντ με -1 (κατακτώντας το 5ο πρωτάθλημα της τεράστιας ιστορίας της) μα εκείνη τη μέρα έμελλε να γνωρίσει μια από τις μεγαλύτερες της ήττες σε παρόμοιο «ντέρμπι». Το τελικό 5-0 είχε αφήσει πολλά χαμόγελα αισιοδοξίας στην ομάδα του Μπάμπσι, και όχι μόνο για το σκορ. Ο επιθετικός της ομάδας Σταν Πίρσον είχε σκοράρει χατ-τρικ γράφοντας ένα ρεκόρ που ολόκληρος ο ποδοσφαιρικός πλανήτης περίμενε 64 ολόκληρα χρόνια για να το ζήσει ξανά. Και όχι από κάποιον Βρετανό, ούτε από κάποιον Γάλλο, με το όνομα Ερίκ Καντονά, ούτε από τη φονική Ολλανδική μηχανή που άκουγε στο όνομα Ρουντ Φαν Νίστελροϋ. Αυτός ο κάποιος δεν ήταν άλλος από τον Βούλγαρο Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ. Ένα ποδοσφαιριστή που άγγιζε (και ξεπερνούσε) σε επίπεδα στυλ, αρρενωπότητας και κουλ ύφους ακόμα και τον Πίρσον. Γιατί ο Ντίμιταρ ο Μπερμπάτοφ ήταν, είναι και θα είναι η επιτομή του κουλ και μόνο αυτός θα μπορούσε να έχει ισοφαρίσει το ρεκόρ του παλιού άσσου της Γιουνάιτεντ με τόσο τέλειο τρόπο.

Ο Μπερμπάτοφ θα μπορούσε να είναι ο ανιψιός του Μάικλ Κορλεόνε στο τρίτο μέρος του Νονού ή εκείνος ο σπάνιος χαρακτήρας άνδρα στο εξαιρετικό «Όταν ένας άνδρας αγαπάει μια γυναίκα» ή ακόμα και ο Σεμπάστιαν στο αξεπέραστο La la land, για να ξεφύγουμε λιγάκι κι από τις παρομοιώσεις με τον σπουδαίο Άντι Γκαρσία (στις μέρες μας άλλωστε υπάρχει και ο Ράιαν ο Γκόσλινγκ). ‘Ηταν 20 Σεπτεμβρίου του 2010 όταν η Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είχε υποδεχτεί την Λίβερπουλ για την 5η αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ και είχε επικρατήσει με 3-2 χάρις στο μυθικό χατ-τρικ του Μπερμπάτοφ, βυθίζοντας τους «κόκκινους» στην 16η θέση της βαθμολογίας με μόλις 5 βαθμούς. Είχαν περάσει 64 ολόκληρα χρόνια για να δει το κοινό της Γιουνάιτεντ κάποιον παίκτη να σκοράρει τρία τέρματα κόντρα στην Λίβερπουλ και αυτός ο κάποιος δεν ήταν κανένας τυχαίος παίκτης.

Το κολλημένο μαλλί αλά Άντι Γκάρσια παρέπεμπε στον Πίρσον όσο και εκείνος ο χαλαρός τρόπος που ο Μπέρμπα υποδέχονταν τη μπάλα με εκείνο το μαγικό του κοντρόλ. Οι πολύ παλιοί είχαν αρχίσει να θυμούνται ιστορίες και να συγκρίνουν ακόμα και το ύψος που είχε σηκωμένο ο Πίρσον το γιακά του (κάτι που έκανε και ο Μπερμπάτοφ αρκετές φορές) ή ακόμα και το πόσο έμοιαζαν οι δύο αστέρες στον τρόπο που κινούνταν -νωχελικά είναι η αλήθεια- αρκετές φορές στο χώρο ψάχνοντας εκείνη την μαγική στιγμή για να το παστελώσουν, που λέμε και στα μέρη μου. Τελικά σε αυτή τη ζωή ίσως να μην είναι τίποτα τυχαίο και όλα απλά να έρχονται και να φεύγουν με ένα τρόπο μυστήριο και καρμικό. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι δύο μοναδικοί παίκτες της Γιουνάιτεντ που έχουν σκοράρει χατ-τρικ όλα αυτά τα χρόνια κόντρα στην μεγάλη ομάδα του Μερσεϊσάιντ ήταν δύο πολύ κουλ τύποι που έμοιαζαν τόσο εμφανισιακά όσο και παικτικά. Μένει να δούμε ποιος θα είναι ο επόμενος που θα τα καταφέρει, αν τα καταφέρει ποτέ, ελπίζοντας (οι φίλοι της ομάδας) πως δεν θα περιμένουν ακόμα 64 χρόνια.

Πέρα από τα γκολ και τους τίτλους

  [2 Σχόλια]

Στα 12 του ο Λι Τζόνσον ήταν σαν ένα οποιοδήποτε φυσιολογικό παιδί. Πήγαινε σχολείο, οι δάσκαλοι έλεγαν ότι θα έχει λαμπρό μέλλον και πήγαινε στο γήπεδο να δει την αγαπημένη του ομάδα την Έβερτον. Κάπου εκεί στην κεντρική κερκίδα του Γκούντισον έκανε όνειρα. «Αυτό θέλω να κάνω, θα ήθελα να δουλεύω στο ποδόσφαιρο κάποια μέρα» σκεφτόταν, βλέποντας τους Μπλε στο γήπεδο, βλέποντας την ιεροτελεστία στις εξέδρες. Η ζωή του όμως πήρε άλλη πορεία. Εκείνη την περίοδο άρχισε να μαθαίνει το αλκοόλ, αλλά και τα ναρκωτικά.

«Φαινόμουν ένα κανονικό παιδί 12-13 χρονών. Ξεκίνησα με ελαφριά, αλλά αυτά έφεραν και τα υπόλοιπα. Οι γονείς μου, οι δάσκαλοι, οι φίλοι μου δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Κάπνιζα χόρτο, μετά έπαιρνα LSD, μετά ecstasy και παράλληλα έπινα. Όταν στα 15-16 άρχισαν τα πιο σκληρά, δεν μπορούσα να το κρύψω πλέον. Έφευγα από το σπίτι συχνά και στο τέλος κατέληξα σε χόστελς για άστεγους νέους. Άρχισα να πουλάω ναρκωτικά. Η ηρωίνη δεν έγινε απλά μέρος της ζωής μου, ήταν η ζωή μου». Όπως λέει κι ο ίδιος στο παρακάτω βίντεο, έμαθε την ηρωίνη στα 16 του και μια σχέση εξάρτησης ξεκίνησε. Μια σχέση στην οποία ο Λι κέρδιζε μερικές στιγμές φτιαξίματος, αλλά έχανε όλα τα άλλα. Ήταν άστεγος, χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά, μακριά από την οικογένειά του. Κοιμόταν δίπλα σε κάδους, σε στάσεις λεωφορείων και σε εσοχές σε πόρτες. Ο χειμώνας στο Λίβερπουλ δεν είναι παιχνιδάκι. «Νιώθεις άρρωστος, ξυπνάς και είσαι παγωμένος. Δεν κρυώνεις απλά, είναι κάτι πολύ παραπάνω, νιώθεις να έχουν παγώσει τα κόκαλά σου».

Η ιστορία του Λι Τζόνσον από τον ίδιο (με έντονη scouse προφορά)

Στα 30 του πλέον δεν ήταν πιτσιρικάς και κανείς δεν δεχόταν να τον φιλοξενήσει. Ο Λι έμενε στους δρόμους. Τα δυο μοναδικά μελήματα ήταν να βρει κάτι να φάει και να βρει ναρκωτικά. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο. Η ζωή του Λι θα ήταν ακόμα μία ιστορία κάποιου ανθρώπου που δεν μάθαμε ποτέ, αν δεν πήγαινε στο κέντρο Whitechapel, μια φιλανθρωπική οργάνωση για τους άστεγους του Λίβερπουλ. Αρχικά βρήκε κάπου να μένει, αποφάσισε κι ο ίδιος ότι δεν υπήρχε άλλη λύση από το να κόψει τα ναρκωτικά και στη συνέχεια άρχισε να συμμετέχει κι ο ίδιος ως εθελοντής.  Εκεί γνώρισε τους ανθρώπους της Έβερτον, μια που η αγαπημένη του ομάδα συμμετέχει ενεργά στην συγκεκριμένη οργάνωση. Ο Λι έπαιξε μπάλα με την ομάδα του Whitechapel κόντρα στους μικρούς της Έβερτον και καθώς ήταν καθαρός για αρκετό καιρό,  έγινε εθελοντής στο πρόγραμμα της Έβερτον για ανθρώπους που πάσχουν από άνοια. Αυτό ήταν η αρχή.

Πήρε δίπλωμα προπονητή και κοουτσάρει ανθρώπους σαν αυτόν στην ποδοσφαιρική ομάδα του Whitechapel. Επειδή ακριβώς τα έχει ζήσει όλα, ξέρει πολύ καλά τι νιώθουν οι ίδιοι, πώς πρέπει να τους προσεγγίσει. Παράλληλα είναι ξεναγός στις επίσημες τουρνέ που γίνονται στο Γκούντισον Παρκ και βοηθάει και σε άλλες φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες της ομάδας του. Το βασικότερο ίσως, ξανάφτιαξε τη σχέση του με την οικογένειά του. Το Δεκέμβριο που μας πέρασε, τιμήθηκε από την αγαπημένη του ομάδα για την προσφορά του, μαζί με αρκετούς «συνοπαδούς» του που βοηθούν κι αυτή την τοπική κοινωνία. Ήταν μια έκπληξη για τον ίδιο,  καθώς θεωρεί ότι αυτός χρωστάει στο σύλλογο και όχι το αντίστροφο.

«Κοιτάζοντας τα πράγματα, η αλήθεια είναι ότι η αγαπημένη μου ομάδα ήταν αυτή που μου έσωσε τη ζωή. Οι άνθρωποι της Έβερτον με έκαναν να σταθώ στα πόδια μου. Δεν νομίζω ότι θα το κατάφερνε κάποιος άλλος. Δεν αγαπώ πολλά πράγματα, αλλά η Έβερτον είναι ένα από αυτά και τελικά έκανε τη διαφορά».

Ο προπονητής της U23, εθελοντής στο Whitechapel

Με τον αριθμό των αστέγων στη Βρετανία να έχει φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και μια εξαετία (πάνω από 4000 άνθρωποι κοιμούνται κάθε βράδυ έξω), η ανάγκη για μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία είναι τεράστια. Η Έβερτον συνεχίζει με την πρωτοβουλία της «Everton in the Community» να βοηθάει τον κόσμο και να προσπαθεί να δημιουργήσει νέες περιπτώσεις σαν του Λι που εδώ και 5 χρόνια είναι καθαρός και προσφέρει. Το Νοέμβριο, ο προπονητής της U23 και παλιός ιστορικός σέντερ μπακ της ομάδας Ντέιβιντ Άνσγουορθ πήρε την ομάδα του και κοιμήθηκαν ένα βράδυ (μαζί με αρκετούς ακόμα εθελοντές) στο Γκούντισον Παρκ. Όχι μόνο για να δουν οι μικροί το πόσο δύσκολο είναι να κοιμάσαι χωρίς μια στέγη από πάνω σου, αλλά για να μαζέψουν και χρήματα για τους άστεγους. Στόχος είναι να συγκντρωθούν περίπου 200 χιλιάδες λίρες, ώστε ο σύλλογος να αγοράσει ένα σπίτι κοντά στο γήπεδο που θα μπορεί να φιλοξενεί αστέγους 16 με 23 ετών. Θρύλοι του συλλόγου όπως ο Ντάνκαν Φέργκιουσον βοηθούν οικονομικά, ενώ και μερικοί από τους ταλαντούχους παίκτες όπως ο Τομ Ντέιβις προσφέρουν εθελοντικά. Μακριά από τα εισιτήρια για το Τσάμπιονς Λιγκ, τις κούπες, τις μεταγραφές, τις νίκες και τις ήττες, το ποδόσφαιρο πρέπει να επιβεβαιώνει τον ορισμό του ως «κοινωνικό φαινόμενο», προσφέροντας στις κοινωνίες από τις οποίες συντηρείται και το ίδιο.

Η μέρα που η Σίτι έπαιξε με δύο τερματοφύλακες

  [5 Σχόλια]

Στο ποδόσφαιρο βλέπεις πολλά. Βλέπεις κάποιον παίκτη να παίζει τερματοφύλακας όταν δεν υπάρχει άλλη αλλαγή (ή άλλος τερματοφύλακας). Βλέπεις προπονητές να αλλάζουν τερματοφύλακες πριν τα πέναλτι, για να μπει αυτός με το PhD στις αποκρούσεις. Σέντερ μπακ να παίζουν επιθετικοί στα τελευταία λεπτά μπας και εκμεταλλευτούν καμία γιόμα. Και φυσικά τερματοφύλακες να προωθούνται στα κόρνερ στο τέλος. Όλα αυτά γίνονται. Όχι συχνά, αλλά δεν μας εκπλήσσουν.

Αντίθετα, αυτό που έγινε την τελευταία αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ του 2004-05 δεν το βλέπεις συχνά. Η Μάντσεστερ Σίτι υποδεχόταν την Μίντλεσμπρο. Πριν μπουν οι λεφτάδες στη Σίτι, η ομάδα έδινε μάχες για τη σωτηρία ή για καμιά έξοδο στην Ευρώπη. Έτσι και σ’ εκείνο το παιχνίδι που οι δυο ομάδες έδιναν μάχη για την 7η προνομιούχο θέση που έβγαζε στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Η Σίτι ήθελε μόνο τη νίκη, ενώ η Μπόρο βολευόταν και με ισοπαλία. Οι φιλοξενούμενοι προηγήθηκαν με το απευθείας φάουλ του αγαπημένου Τζίμι του Φλόιντ του Χάσελμπαϊνκ και η Σίτι ισοφάρισε με τον Κίκι Μουσάμπα στο 2ο ημίχρονο, αλλά η Μπόρο με ηγέτη τον μπανταρισμένο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ κρατούσε το πολύτιμο 1-1.

Ο Στιούαρτ Πιρς που ουσιαστικά ξεκινούσε την προπονητική του καριέρα εκείνη τη σεζόν, πιθανότατα να έβλεπε μεξικάνικο πρωτάθλημα και να θυμόταν το επίτευγμα του Χόρχε Κάμπος. Δεν εξηγείται αλλιώς η έμπνευσή του. Με το ρολόι να δείχνει 88′ και αρκετές καθυστερήσεις, αποφάσισε να πάρει ένα φοβερό ρίσκο. Απέσυρε τον χαφ Κλαούντιο Ρέινα και στη θέση του πέρασε τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα Νίκι Γουίβερ. Ταυτόχρονα προώθησε τον βασικό μέχρι εκείνη στιγμή Ντέιβιντ Τζέιμς σε ρόλο επιθετικού. Φαντάσου να είσαι ο αναπληρωματικός επιθετικός Τζον Μάκεν (μεταγραφή 5 εκατομμυρίων) και να βλέπεις τον κόουτς να προτιμά στα πιο κρίσιμα δευτερόλεπτα της σεζόν τον τερματοφύλακα από σένα (εισαγωγή με πένθιμο βιολί και δάκρυα στο χορτάρι).

Ο Τζέιμς έβγαλε τα γάντια, φόρεσε φανέλα (που έγραφε Γουίβερ 1) και ανέλαβε τη δύσκολη δουλειά. Τα άρθρα της εποχής αναφέρουν ότι γύριζε στο χορτάρι σαν ακεφάλη στρουθοκάμηλος και σαν μεγαλύτερό του επίτευγμα ένα τάκλιν που παραλίγο να κόψει στα δύο τον άτυχο Ντορίβα, αφού έκανε τσαφ αρχικά στην προσπάθειά του να σουτάρει. Ο Πιρς δήλωσε ότι το είχε σκεφτεί, όταν καθόταν Σάββατο βράδυ σπίτι του και αναρωτιόταν τι θα κάνει αν χρειάζεται γκολ στα τελευταία δευτερόλεπτα. Δεν δήλωσε τι έπινε εκείνο το βράδυ. «Ήθελα να τους αναστατώσω» εξήγησε. Θα μπορούσε κανείς (χαριστικά) να πει ότι τα κατάφερε. Η Σίτι στις καθυστερήσεις κέρδισε πέναλτι, όχι φυσικά χάρη στον Τζέιμς, αλλά ας πούμε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναστάτωσης. Ο Ρόμπι Φάουλερ όμως νικήθηκε από τον Σβάρτσερ, το 1-1 παρέμεινε και η Μπόρο όχι μόνο κέρδισε την έξοδό της στο ΟΥΕΦΑ, αλλά έφτασε μέχρι και στον τελικό. Ο Στιούαρτ Πιρς επανέλαβε το ίδιο κόλπο κάποια χρόνια αργότερα ως προπονητής της U21 της Αγγλίας, αλλά το έκανε λόγω τραυματισμών όπως δήλωσε. Σε μια τεράστια καριέρα γεμάτη αρκετές μεγάλες αποκρούσεις, αλλά και πάρα πάρα πολλές γκέλες, ο Ντέιβιντ Τζέιμς έχει να περηφανεύεται και για τα λεπτά που έπαιξε ως σέντερ φορ.

Οι 13 ξένοι της Πρέμιερ Λιγκ τον Δεκαπενταύγουστο του 1992

  [3 Σχόλια]

Στις μέρες μας η Πρέμιερ Λιγκ είναι το διασημότερο, δυσκολότερο και καλύτερο πρωτάθλημα σε ολόκληρη την Ευρώπη και κατ’ επέκταση στον κόσμο. Ένα πρωτάθλημα γεμάτο σπουδαίους παίκτες από τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και πολλούς ξένους από όλα τα μήκη και τα πλάτη των πέντε ηπείρων. Για την ακρίβεια, πάρα πολλούς ξένους. Αναλογικά στην Πρέμιερ Λιγκ αγωνίζονται οι περισσότεροι ξένοι από κάθε άλλο μεγάλο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Αλλά -ευτυχώς ή δυστυχώς- δεν ήταν πάντα έτσι. Για την ακρίβεια στις 20 Φεβρουαρίου του 1992, τη μέρα δηλαδή που το πρωτάθλημα άλλαξε ονομασία και έγινε επισήμως Πρέμιερ Λιγκ, στις 22 ομάδες που έπαιζαν στην μεγάλη κατηγορία δεν υπήρχαν πολλοί ξένοι ποδοσφαιριστές. Πόσο μακρινός φαντάζει αυτός ο αριθμός στις μέρες μας και πόσο ‘περίεργη’ και ‘ξένη’ φαντάζει εκείνη η εποχή είναι εύκολο να το αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε αρκεί να ρίξει μια ματιά στα ρόστερ των ομάδων και στα 13 ονόματα των παικτών που θα δείτε παρακάτω. Αυτοί ήταν οι μοναδικοί ξένοι παίκτες που αγωνίστηκαν την 1η αγωνιστική της παρθενικής Πρέμιερ Λιγκ, τον Δεκαπενταύγουστο του 1992.

[διάβασε περισσότερα →]

Μια μικρή ωδή στον Φράνκι Λάμπαρντ

  [5 Σχόλια]

Για να φτάσεις στην κορυφή χρειάζονται αγώνες και θυσίες. Χρειάζεται να παλέψεις, να ματώσεις, να πονέσεις για να αποδείξεις πως αξίζεις (αν αξίζεις) ακόμα και αν προέρχεσαι από μια διάσημη οικογένεια, με μεγάλη ιστορία (και παράδοση) πάνω στο αντικείμενό σου. Μια τέτοια περίπτωση -στο χώρο του ποδοσφαίρου- είναι και ο Άγγλος ποδοσφαιριστής Φρανκ Λάμπαρντ. Τι και αν έχει πατέρα τον θρύλο της Γουέστ Χαμ, Φρανκ Λάμπαρντ (τον πρεσβύτερο). Τι και αν ο Χάρι Ρέντκναπ είναι θείος του. Τι και αν μεγάλωσε βλέποντας τον ξάδερφό του Τζέιμι (Ρέντκναπ) να εξελίσσεται σε ένα σπουδαίο παιδί-θαύμα για το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ο Φρανκ Λάμπαρντ δεν είδε τίποτα να του χαρίζεται. Δούλεψε το -σπάνιο είναι η αλήθεια- ταλέντο του και έγινε, για πολλούς, ο κορυφαίος μέσος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Εδώ και λίγες μέρες ο Φράνκι (όπως είναι γνωστός στις τάξεις των φίλων της Τσέλσι) σταμάτησε επίσημα την πλούσια επαγγελματική του καριέρα και εμείς εδώ στο el sombrero δεν μπορούσαμε να μην του αφιερώσουμε μερικές όμορφες λέξεις. Πιστέψτε με, όσο και αν κάποιος δεν γουστάρει την Τσέλσι, δεν γίνεται να μη συμπαθεί τον Φρανκ Λάμπαρντ και να μην σέβεται την ποδοσφαιρική του αξία.

«Θυμάμαι να οδηγώ για τέσσερις ώρες χαρούμενος μετά το επιτυχημένο δοκιμαστικό που είχα στη Σουόνσι. Ήμουν τόσο χαρούμενος. Η ομάδα πάλευε για να σωθεί. Όταν άρχιζε να βρέχει (στην Ουαλία) ξεχνούσε να σταματήσει. Η κατηγορία ήταν πολύ σκληρή και τις περισσότερες φορές πλέναμε μόνοι τα ρούχα μας, εγώ ως μικρότερος έπλενα και άλλων συμπαικτών, αλλά ειλικρινά λάτρεψα το πέρασμά μου από τη Σουόνσι. Εκεί κατάλαβα πόσο δύσκολος είναι ο επαγγελματικός χώρος του ποδοσφαίρου. Εκεί έγινα παίκτης. Από τότε πάντα έριχνα και μια ματιά να δω τι είχαν κάνει οι «κύκνοι» κάθε αγωνιστική».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Φρανκ Λάμπαρντ για το δανεισμό του την περίοδο 1995-1996 στη Σουόνσι (στα 17 του χρόνια) ως παίκτης της Γουέστ Χαμ, σε μια περίοδο μάλιστα που προπονητής στην ομάδα ήταν ο Ρέντκναπ και βοηθός προπονητή ο πατέρας του και δείχνουν πολλά για την αξία, την ποδοσφαιρική αντίληψη και την ταπεινότητα που διέθετε από μικρός. Είπαμε και πιο πάνω άλλωστε, τίποτα μα τίποτα δεν του χαρίστηκε. Ο Λάμπαρντ μπορεί να βγήκε από την φημισμένη ποδοσφαιρική ακαδημία της Γουέστ Χαμ (όπως ο Τζο Κόουλ, ο Ρίο Φέρντιναντ και ο Μάικλ Κάρικ) αλλά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του στο Λονδίνο είχε την ρετσινιά του παιδιού που παίζει λόγω του ονόματός του. Όταν στις 31 Ιανουαρίου του ’96  απέναντι στην Κόβεντρι ο Ρέντκναπ έβγαζε τον μέσο Τζον Μονσούρ για να περάσει στη θέση του έναν άγουρο 18χρόνο μέσο, στις κερκίδες οι περισσότεροι φίλοι των «σφυριών» μιλούσαν για το ανελέητο σπρώξιμο που δέχεται η καριέρα του μικρού και για το πόσο υπερεκτιμημένος είναι. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι άλλοι που τα έβαζαν με τον Ρέντκναπ επειδή για να γίνει μέλος της πρώτης ομάδας ο Λάμπαρντ είχε «θυσιαστεί» ένας άλλος νεαρός μέσος, αγαπημένος σε αρκετούς οπαδούς, ο Σκοτ Κάνχαμ. Ο Κάνχαμ είχε πολλούς φανατικούς θαυμαστές από τα χρόνια που έπαιζε στην ακαδημία της Γουέστ Χαμ, με την μετέπειτα πορεία του πάντως να δικαιώνει απόλυτα την επιλογή του Ρέντκναπ. Μετά από μερικά χρόνια -και αφού τον είχαν δει να επιστρέφει από ένα σοβαρό τραυματισμό στα 18 του χρόνια- ήταν οι ίδιοι που τον αποκαλούσαν προδότη, όταν τους άφησε για την Τσέλσι, σε μια περίοδο μάλιστα που το ‘καράβι’ της Γουέστ Χαμ είχαν αφήσει τόσο ο θείος-προπονητής του όσο και ο πατέρας του. Το επόμενο βήμα και η απογείωση της καριέρας του ήταν ήδη γεγονός ή μήπως όχι;

Τα πρώτα χρόνια στην Τσέλσι η ομάδα δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας. Δεν κατακτούσε πρωταθλήματα και προσπαθούσε να μπει σφήνα στις μεγάλες δυνάμεις (την Γιουνάιτεντ, την Λίβερπουλ και την Άρσεναλ). Σιγά-σιγά τα κατάφερνε και ο Λάμπαρντ έδειχνε να γίνεται και αυτός σχετικά γρήγορα βασικό γρανάζι της μηχανής των Μπλε. Όλα αυτά μέχρι την έλευση του Αμπράμοβιτς και των εκατομμυρίων του. Η ομάδα ανέβαινε αυτόματα επίπεδο και ο Λάμπαρντ έβλεπε τον άξονα της να γεμίζει με ξένους παίκτες τεράστιας αξίας όπως ο Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν και ο Κλοντ Μακελελέ, κάτι που σήμαινε πως η θέση στην βασική 11αδα δεν ήταν εξασφαλισμένη για κανένα. Όταν μάλιστα είδε την πρεμιέρα της ομάδας στο Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν 2003-2004, απέναντι από την Σπάρτα Πράγας, από τον πάγκο (παρέα με τον Τέρι και τον Γκουντγιόνσεν) κατάλαβε πολύ καλά πως έπρεπε να δουλέψει σκληρότερα. Να γίνεται μέρα με τη μέρα καλύτερος, δυνατότερος, πληρέστερος. Να πλησιάσει να γίνει όχι μόνο ο ηγέτης της Τσέλσι αλλά και ένας εκ των καλύτερων παικτών στον πλανήτη. Και τα κατάφερε.

Δύο χρόνια αργότερα (τ0 2006) ο Λάμπαρντ ψηφίζονταν δεύτερος καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη, πίσω από τον πρώτο Ροναλντίνιο, είχε κερδίσει δύο σερί πρωταθλήματα με την Τσέλσι του Μουρίνιο και ήταν βασικός και αναντικατάστατος στην 11αδα της εθνικής Αγγλίας. Η έλευση του Μουρίνιο είχε παίξει σίγουρα το ρόλο της (ο Πορτογάλος ήταν ο Special One) όπως και οι ποιοτικοί συμπαίκτες. Για να φτάσει όμως να γίνει ο Λάμπαρντ ο ηγέτης της Τσέλσι ήταν εύκολο να γίνει κατανοητό πως είχε ρίξει απίστευτη δουλειά. Τα νούμερά και οι επιδόσεις του δεν μπορούσαν να γίνουν μόνο με το ατομικό ταλέντο  και τις τακτικές των προπονητών του. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως στα 32 του χρόνια -επί Αντσελότι- σκόραρε συνολικά 27 τέρματα σε 51 εμφανίσεις (κερδίζοντας και το πρωτάθλημα Αγγλίας), σε μια χρονιά (2009-2010) που όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ήταν η κορυφαία της καριέρας του σε ατομικό επίπεδο. Τα πρώτα χρόνια του Μουρίνιο στο Στάμφορντ Μπριζ μην ξεχνάμε επίσης πως του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «βιονικός» επειδή δεν έλειπε ποτέ (κυριολεκτικά όμως ποτέ) από κανένα παιχνίδι, ακόμα και από εκείνα τα «εύκολα» του Λιγκ Καπ. Ο Λάμπαρντ ήταν μαζί με τον Τζέραρντ και τον Πολ Σκόουλς οι κορυφαίοι μέσοι στο Νησί και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους θεωρούσαν ως τους κορυφαίους στον κόσμο εκείνα τα χρόνια. Κάτι που δεν απείχε και πολύ απ’ την πραγματικότητα αν θέλετε και τη δική μου -ταπεινή- γνώμη.

Δεν θα σταθώ στους τίτλους και τις ατομικές διακρίσεις του Λάμπαρντ, κέρδισε άλλωστε τα πάντα με την Τσέλσι, θα σταθώ σε αυτά που μπορούσε να κάνει στο γήπεδο και στο πως έμπαινε πάντα μπροστά στα δύσκολα παιχνίδια για την ομάδα του. Μπορούσε να οργανώσει τέλεια ως μαέστρος, παίζοντας ως deep lying playmaker δίπλα στον σπουδαίο Κλοντ Μακελελέ. Να αγωνιστεί ως καθαρός κόφτης δίπλα στον Μπάλακ και τον Ντέκο ή τον Στήβεν Τζέραρντ στην εθνική. Να πασάρει άψογα και να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένας μέσος με την αίσθηση του γκολ σπουδαίου επιθετικού και το ηγετικό χάρισμα παικτών άλλης εποχής. Ένας παίκτης που προσωπικά λάτρευα να χαζεύω να παίζει ποδόσφαιρο. Ένας παίκτης που ποτέ δεν προκάλεσε και που πάντα έδειχνε το σπουδαίο ήθος του χαρακτήρα του.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εξωπραγματική του εμφάνιση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ του 2008 λίγες μέρες μετά τον χαμό της μητέρας του. Εκείνο το γκολ κόντρα στην Τσέλσι (ως παίκτης της Σίτι) που είχε ισοφαρίσει το ματς σε μια περίοδο που ο σύλλογος που λάτρεψε και λατρεύτηκε του είχε φερθεί με πολύ άσχημο τρόπο και αυτός δεν το πανηγύρισε καθόλου. Τον διαπληκτισμό που είχε ως παίκτης της Γουέστ Χαμ με τον αστέρα της ομάδας Πάολο Ντι Κάνιο για μια εκτέλεση πέναλτι. Ένα πέναλτι που τελικά ο Ιταλός είχε εκτελέσει εύστοχα και καθώς έβριζε θεούς και δαίμονες ο νεαρός Φρανκ Λάμπαρντ τον αγκάλιασε και του έδωσε συγχαρητήρια δίνοντας τόπο στην οργή, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την ωριμότητα που διέθετε και που τον βοήθησε να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια σε παίκτη παγκόσμιας κλάσης, και φυσικά εκείνο το κάλεσμα που δέχθηκε από την Γουέστ Χαμ το 2010 για να παραστεί στο Μπολέιν Γκράουντ τη μέρα που τα «σφυριά» τίμησαν τον σπουδαίο προπονητή των ακαδημιών Τόνυ Καρ. Το περίεργο βέβαια δεν είναι πως ο Λάμπαρντ αποδέχτηκε την πρόσκληση αλλά το γεγονός πως παρουσιάστηκε μπροστά στους 15.000 φίλους της ομάδας που είχαν βρεθεί στη γιορτή (μαζί με αρκετούς Έλληνες από το fan club της ομάδας, να τα λέμε αυτά) φορώντας, ακομπλεξάριστος, ρετρό μπλουζάκι της Γουέστ Χαμ. Όσο κι αν υπάρχει ποδοσφαιρικός πολιτισμός στο Νησί, ελάχιστοι θα είχαν προβεί σε παρόμοια κίνηση ας μην γελιόμαστε. Να συμπληρώσω πως ο Λάμπαρντ είναι ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Τσέλσι (αν και μέσος). Ο μέσος με τα περισσότερα γκολ στην Πρέμιερ Λιγκ και ο παίκτης με τα περισσότερα γκολ εκτός περιοχής στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Προσωπικά θεωρώ πως η λέξη μύθος δεν είναι ικανή να τον χαρακτηρίσει.

Εν κατακλείδι. Ο Φρανκ Λάμπαρντ (παρέα με τον Τζον Τέρι) είναι η Τσέλσι στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Ο παίκτης που πάνω του χτίστηκε μια σπουδαία ομάδα και ο παίκτης που έγινε κορυφαίος δουλεύοντας σκληρά για όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και όχι πατώντας μόνο στο ταλέντο του. Ένας ποδοσφαιριστής που αμφισβητήθηκε τα πρώτα χρόνια της καριέρας του αλλά ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Ο ορισμός της μαχητικής ψυχής. Ένας ανάμεσα στις μεγαλύτερες ηγετικές προσωπικότητες που έχει γνωρίσει το άθλημα τα τελευταία 25 χρόνια. Ένας παίκτης που έκανε καλύτερο το άθλημα και που προσωπικά νιώθω τυχερός που τον έζησα να αγωνίζεται από την αρχή της -τεράστιας- καριέρας του. Και -πιστέψτε- με, ως φίλος της Λίβερπουλ, ειλικρινά δεν ξέρω πόσα παιχνίδια παρακολούθησα τον Λάμπαρντ αντίπαλο των «κόκκινων». Σε όλα τον χαιρόμουν. Ακόμα και σε αυτά που έπαιζε τέλεια απέναντί μας και ήταν ο βασικός υπαίτιος για τις νίκες των «μπλε».

Ρόμπι Φάουλερ: O θεός των φίλων της Λίβερπουλ

  [5 Σχόλια]

Το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω δεν είναι ακριβώς ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο. Μάλλον, είναι ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο  αλλά έχει πολύ μικρή σχέση με το ποδόσφαιρο των ημερών μας. Το κείμενο που θα διαβάσετε -όσοι το διαβάσετε- δεν πρόκειται να σας κάνει σοφότερους σε ποδοσφαιρικά θέματα. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του κι ας είναι ο κεντρικός ήρωάς του κάποιος που βρίσκεται ανάμεσα στους κορυφαίους παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ. Το κείμενο αυτό είναι για τον Ρόμπι Φάουλερ. Όχι όμως για τον αριστεροπόδαρο τεχνίτη επιθετικό αλλά γι’ αυτόν που βρίσκεται κάτω από την αθλητική φανέλα και λατρεύτηκε όσο λίγοι από τους ανθρώπους του μεγάλου λιμανιού της πόλης των Beatles και του Έλβις Κοστέλο.

O Φάουλερ γεννήθηκε στο Τόξτεθ του Λίβερπουλ το 1975 και βίωσε στην τρυφερή ηλικία των 6 ετών (ευτυχώς ως θεατής) -ενώ είχε αρχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και να δηλώνει φίλος της Έβερτον- μια από τις μεγαλύτερες ταραχές που έζησε αυτή η πόλη. Ήταν 3 Ιουλίου του ’81 όταν η αστυνομία του Λίβερπουλ συνέλαβε τον μαύρο Λιρόι Αλφόνς Κούπερ χρησιμοποιώντας υπερβολική βία (τι περίεργο!) και -ουσιαστικά- βάζοντας το μπαρούτι στην έτοιμη από καιρό να εκραγεί κοινωνία των μαύρων της περιοχής. Αυτά που ακολούθησαν δεν θα τα αναφέρω σε αυτό εδώ το κείμενο. Όποιος θέλει μπορεί να τα βρει στο διαδίκτυο. Απλά να αναφέρω, για όσους δεν το γνωρίζουν, πως εκείνη την περίοδο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα στην Αγγλία με τους μαύρους (και στο Λίβερπουλ φυσικά) και δεν είναι τυχαίο πως o πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα των «κόκκινων» ήταν ο Χάουαρντ Γκέιλ που το είχε πραγματοποιήσει πάντως την ίδια δύσκολη περίοδο. Για να το πω πιο απλά: Ένας ρατσισμός υπήρχε.  Και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αρνηθεί κανείς. Ο μικρός Ρόμπι όπως ήταν φυσικό, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη δεν μπορούσε να μην μάθει να εναντιώνεται σε κάθε μορφής κοινωνική αδικία. Μιλάμε άλλωστε για τα εκρηκτικά 80s της Μάργκαρετ Θάτσερ που έφεραν τεράστιες αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη (και) της Βρετανίας. Ο Φάουλερ όσο τα χρόνια περνούσαν άρχισε να αφήνει τους «πλούσιους» της -τότε- Έβερτον και να γίνεται ένα με τους «κόκκινους» της εργατικής τάξης της Λίβερπουλ. Την ομάδα δηλαδή που λάτρεψε και λατρεύτηκε από τους φίλους της σε ολόκληρο τον κόσμο, όχι μόνο για τις γκολάρες του και το πάθος που έβγαζε εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου. Το λαϊκό «κωλόπαιδο» άλλωστε δεν είχε αρχίσει ακόμα να ζει το ποδοσφαιρικό του παραμύθι.

Ο Φάουλερ έγινε παίκτης της Λίβερπουλ το 1993, επί Σούνες. Σε μια περίοδο που στην πόλη κυριαρχούσαν οι συχνές εντάσεις ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και τα όργανα της τάξης, καθώς οι κυβερνώντες είχαν αποφασίσει να εξαθλιώσουν οικονομικά την εργατική τάξη και τα τόσα στόματα που θρέφονταν απ’ αυτή. Η μεγάλη απεργία που είχε ξεσπάσει στο λιμάνι της πόλης, δυστυχώς, δεν είχε βοηθήσει στην καλυτέρευση της κατάστασης σχεδόν καθόλου μιας και τα οικονομικά μέτρα που ακολούθησαν γίνονταν ολοένα και πιο σκληρά. Ήδη από τα τέλη των 80s η Θάτσερ και η κυβέρνησή της είχαν ουσιαστικά διαλύσει οικονομικά τους εργάτες στο λιμάνι και είχαν μειώσει το εργατικό δυναμικό πάνω από το 50%. Οι περισσότεροι από αυτούς υποστήριζαν φανατικά τους «κόκκινους» από την εποχή που ο σπουδαιός Μπιλ Σάνκλι βρίσκονταν στον πάγκο της ομάδας, αλλάζοντας ουσιαστικά τον χάρτη του Αγγλικού ποδοσφαίρου, διδάσκοντας όχι μόνο ποδόσφαιρο αλλά και αξίες που χρειάζεται να έχει ο κάθε άνθρωπος για να ζει μια αξιοπρεπή ζωή. (Τι σημαίνει αξιοπρεπή ζωή για τον κάθε εργάτη το έχει γράψει μοναδικά ο Τζακ Λόντον στο αριστούργημά του «Η σιδερένια φτέρνα»). Ο Φάουλερ είχε ήδη γίνει ο βασικός επιθετικός της Λίβερπουλ. Ήταν μέλος της εθνικής Αγγλίας και -εννοείται- έβγαζε ένα κάρο χρήματα μιας και ήταν το νέο «παιδί-θαύμα» των Άγγλων πριν τον Μπέκαμ και τον Μάικλ Όουεν. Ήταν η περίοδος που η αφίσα του (με ξανθό μαλλί παρακαλώ) κοσμούσε πολλά εφηβικά δωμάτια. Όχι μόνο φίλων της Λίβερπουλ. Ο Φάουλερ ήταν ένα είδωλο της ποπ κουλτούρας, από αυτά που οι Άγγλοι ξέρουν να φτιάχνουν μοναδικά. Ολόκληρος ο κόσμος έδειχνε να του ανήκει.

Στις 20 Μαρτίου του 1997, όταν η Λίβερπουλ αντιμετώπισε την Νορβηγική Μπρανν για τα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων (επικρατώντας  με 3-0), έγινε αυτό που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και -εννοείται- την καριέρα του νεαρού επιθετικού της Λίβερπουλ. Το πρώτο παιχνίδι (στη Νορβηγία) είχε λήξει με 1-1 με τον Φάουλερ να σκοράρει ένα από τα πιο όμορφα γκολ της καριέρας του, δίνοντας στη ρεβάνς χαρακτήρα τυπικό.

Στο παιχνίδι του Άνφιλντ ο Φάουλερ θα σκοράρει για το 3-0 στο 77′ και θα μπει για πάντα στις καρδιές όλων των πραγματικών φίλων της ομάδας. Όχι όμως για το γκολ. Η πρόκριση άλλωστε είχε από ώρα κριθεί και στο Άνφιλντ γνωρίζουν πολύ καλά να σέβονται τον αντίπαλο. Όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Φάουλερ θα σηκώσει την φανέλα της Λίβερπουλ και θα πανηγυρίσει δείχνοντας στις κάμερες το κατακόκκινο μπλουζάκι που φορούσε κάτω από αυτή, σοκάροντας (;) την «ηθική» UEFA που δεν γουστάρει ιδιαίτερα πολιτικά και αιχμηρά μηνύματα. Στο μπλουζάκι αναγράφονταν επί λέξη «500 λιμενεργάτες του Λίβερπουλ έχουν απολυθεί από το 1995» και ήταν γραμμένο -διόλου τυχαία- πάνω στο διάσημο λογότυπο της φίρμας Calvin Klein. DoCKer είναι ο λιμενεργάτης εις την αγγλικήν για όσους δεν το γνωρίζουν. Το λογότυπο ήταν όντως «σοκαριστικό», έτσι συμβαίνει συνήθως με την αλήθεια, για όλους αυτούς τους υποκριτές που γουστάρουν να έχουν πελάτη τον φτωχό εργάτη (μέσα από το ποδόσφαιρο άλλωστε παίζονται πολλά και μεγάλα πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια, όπως όλοι γνωρίζουμε) αλλά δεν θα νοιαστούν για τον αγώνα και για τις όποιες θυσίες έκανε ή κάνει αυτός για να βρει το «μαγικό» χαρτάκι και την ρέπλικα της ομάδας του.

Με αυτή του την κίνηση ο Φάουλερ έβαζε πλάτη στους λιμενεργάτες του Λίβερπουλ και έδειχνε σε ολόκληρη την Ευρώπη (και τον κόσμο) αυτό που πραγματικά συνέβαινε εκείνο το διάστημα στο διάσημο λιμάνι της πόλης του και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου. Από το 1995 και τις μαζικές απολύσεις της εταιρείας Torside μέχρι το 1997 είχαν συμβεί ένα σωρό «περίεργα» περιστατικά με αρνητικούς αποδέκτες -ποιους άλλους;- τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Το εργατικό κίνημα σήκωσε το ανάστημά του, βρήκε βοήθεια και από εργατικά κινήματα άλλων χωρών και τελικά κέρδισε την μάχη και αυτά που του αναλογούσαν. Εννοείται πως για να αλλάξουν όλα αυτά η κίνηση του ποδοσφαιριστή δεν ήταν κάτι το σημαντικό, ήταν όμως η καλύτερη διαφήμιση  και έδειξε πως ακόμα και πίσω από τα φώτα του ποδοσφαίρου, των τεράστιων ποσών, των όμορφων σταρλετίτσων που λειτουργούν ως «ουρές» και «βιτρίνες» για ένα σωρό παίκτες και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των χαρτογιακάδων, υπάρχουν ακόμα ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται ουσιαστικά για κάτι, τσαλακώνοντας την αστραφτερή τους εικόνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ρόμπι Φάουλερ. Για την ιστορία η UEFA είχε τιμωρήσει τον Φάουλερ με πρόστιμο που είχε αγγίξει τα 2.000 ελβετικά φράγκα.

O Φάουλερ πανηγύρισε αρκετούς σημαντικούς τίτλους, έκανε πολλά ατομικά ρεκόρ και σκόραρε μερικά από τα ομορφότερα γκολ στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ και των κυπέλλων Αγγλίας. Έφυγε για τη Λιντς, αγωνίστηκε στη Σίτι -δυναμιτίζοντας κι άλλο τα ντέρμπι του Μάντσεστερ- και επέστρεψε στην ομάδα της καρδιάς του (με πολλά παραπανίσια κιλά και λαβωμένος από τραυματισμούς) για όλους αυτούς που τον λάτρεψαν. Τσακώθηκε με αρκετούς μιας και δεν μπορούσε να κρυφτεί ποτέ πίσω από το δάχτυλό του. Τίμιος μέχρι το τέλος της καριέρας του. Αληθινός και ρομαντικός, όπως τότε που έπαιζε ποδόσφαιρο στους δρόμους με τα παιδικά του φιλαράκια. Όπως τότε που πανηγύρισε σαν να «σνιφάρει» μπροστά από τους φίλους της Έβερτον, που τον κατηγορούσαν για χρήση ναρκωτικών. Όπως τότε που έγινε ένα κουβάρι με τους φίλους της Λίβερπουλ στις κερκίδες του Ατατούρκ κλαίγοντας από χαρά για το 5ο Πρωταθλητριών (ως παίκτης της Σίτι).

Περισσότερο από όλα αυτά όμως λατρεύτηκε από τους πραγματικούς φίλους της ομάδας (αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ως γνήσιοι scousers) για εκείνη την κίνησή του στο ματς με την Μπρανν και για την εν γένει στάση του απέναντι στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους της πόλης του. Γι’ αυτό και το παρατσούκλι που του κόλλησαν στο KOP ήταν πάνω και από το «βασιλιάς» που θα ακολουθεί πάντα τον Κένι Νταλγκλίς (τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της ομάδας) και αυτό δεν είναι άλλο από το «Θεός». Γιατί ακριβώς αυτό είναι ο Ρόμπι Φάουλερ. Για όλους αυτούς που έζησαν τα δύσκολα χρόνια της ομάδας στα 90s (μετά το Χέιζελ και το Χίλσμπορο) αλλά και της τσέπης τους,  λόγω του «πολέμου» που δέχθηκαν επί Θάτσερ στα 80s. Ένας από αυτούς που τους έδινε δύναμη να παλέψουν στη δύσκολη καθημερινότητα για ένα καλύτερο αύριο, εκτός φυσικά των εκπληκτικών τερμάτων που σκόραρε για την ομάδα τους, κάνοντάς τους να ξεχάσουν τα όποια προβλήματα -έστω- για 90 λεπτά. Ο ΘΕΟΣ τους.

Τομ Ντέιβις: η μεγάλη ελπίδα της Έβερτον

  [9 Σχόλια]

Πριν λίγες μέρες η Έβερτον υποδέχτηκε την -πάντα ανταγωνιστική- Σαουθάμπτον στο Γκούντισον Παρκ με μοναδικό σκοπό τη νίκη. Είχε προηγηθεί η ήττα από τη συμπολίτισσα Λίβερπουλ (πριν μερικές αγωνιστικές) στις καθυστερήσεις με 0-1, μια ήττα που -εννοείται- είχε πονέσει πολύ τα «ζαχαρωτά» και στο βαθμολογικό κομμάτι αλλά και σε αυτό του γοήτρου. Κανένας μας δεν θέλει να χάνει σε τοπικό ντέρμπι ακόμα και αν πρόκειται για την τελευταία κατηγορία οποιουδήποτε πρωταθλήματος. Αυτό είναι γνωστό και όσοι έχουν κλωτσήσει έστω και λιγάκι μια μπάλα το γνωρίζουν πολύ καλά. Σε αυτή την αναμέτρηση ο Κούμαν είχε την ιδέα να ξεκινήσει στη βασική εντεκάδα τον νεαρό Τομ Ντέιβις. Ένα 18χρόνο παιδί από τα σπλάχνα της ομάδας και άρρωστο με την Έβερτον (o θείος του ο Άλαν Γουίτλ είχε κερδίσει το πρωτάθλημα του 1970 με την Έβερτον και είχε αγωνιστεί κόντρα και στον ΠΑΟ τη σεζόν του Γουέμπλεϊ). Η θέση του, αμυντικός μέσος. Το νούμερο στη φανέλα, το 26 (καθόλου τυχαίο) και το παρουσιαστικό του σαν χαρακτήρας από το Game of Thrones. Ένας τυπικός νεαρός Βρετανός, έτοιμος (σύμφωνα πάντα με τους Άγγλους) να κατακτήσει τον κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Ντέιβις ήταν πολύ καλός δίπλα στον Γκουεγιέ και μάλιστα έβγαλε μια εξαιρετική κάθετη πάσα στον Λουκάκου για το 3-0 στο τέλος της αναμέτρησης. Ο Κούμαν μπορεί να τρίβει τα χέρια του από ευχαρίστηση μιας και στο πρόσωπο του νεαρού μπορεί να βρει τον παίκτη που θα ηγηθεί της μεσαίας γραμμής της Έβερτον στο κοντινό μέλλον, δίχως να σπαταλήσει μια μικρή περιουσία. Όταν μάλιστα ο νεαρός έχει την τύχη να μαθαίνει δίπλα στον εξαιρετικό Γκάρεθ Μπάρι, τον ιδιαίτερα ταλαντούχο (και κάποτε «παιδί-θαύμα») Τομ Κλεβερλέι, τον αρτίστα Ρος Μπάρκλεϊ και φυσικά τον θρύλο Ρόναλντ Κούμαν τότε ναι, το μέλλον μπορεί να εξελιχθεί πολύ καλά για τον νεαρό «Εβερτόνιαν». Δεν συνηθίζω να γράφω για παίκτες που θεωρούνται ταλέντα και να κάνω προβλέψεις για την πιθανή πορεία τους, ιδίως για παίκτες που δεν έχω δει αρκετά να αγωνίζονται. Δεν παίζω άλλωστε και manager και δεν μου αρέσει η λογική του «σκάουτερ του πληκτρολογίου» και θυμάμαι και ένα μεγάλο προσωπικό κάζο σε πρόβλεψή μου πριν χρόνια (σε κάποιο άλλο μπλογκ που έγραφα με το κανονικό μου όνομα) για τον Έμλιν Χιουζ της Ντέρμπι. Έναν εξαιρετικό (τότε) κεντρικό μέσο που περιμέναμε πολλοί να εξελιχθεί σε παίκτη κορυφαίου επιπέδου σε μεγάλη ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ. Τον έχουν ακούσει φαντάζομαι μόνο όσοι ασχολούνται και με την Τσάμπιονσιπ (όπως εγώ) μιας και παρέμεινε στη Ντέρμπι (Για να δικαιολογηθώ λιγάκι, να σας πω πως είχε και ένα σοβαρό τραυματισμό).

Ο Κούμαν σε συνέντευξη που είχε δώσει στην Liverpool Echo μετά τη νίκη με 0-2 επί της Λέστερ είχε σταθεί αρκετά στον Ντέιβις. Ο Ολλανδός προπονητής ρωτήθηκε για την χρησιμοποίηση του νεαρού ως αλλαγή στη θέση του Μπάρι στο παιχνίδι κόντρα στην Τσέλσι, σε ένα χρονικό σημείο που η ομάδα του Ολλανδού ήταν πίσω στο σκορ και τι είχε κερδίσει ο νεαρός με αυτή τη συμμετοχή. Ο Κούμαν απάντησε «Αυτό που κέρδισε το είδατε σήμερα. Τον έβαλα στο ίδιο χρονικό σημείο κόντρα στη Λέστερ, πάλι ως αλλαγή του Μπάρι και ήταν εξαιρετικός. Το γκολ του Λουκάκου στο 90′ που κλείδωσε και την νίκη μας δεν θα είχε επιτευχθεί αν δεν είχε παίξει τόσο καλά ο Τομ. Ρωτήστε και τον Λουκάκου. Τα τρεξίματα του Τομ ήταν τρομακτικά. Σε κάποια φάση ο Λουκάκου του φώναξε να μην τρέχει τόσο πολύ. Πως μπορείς να βάλεις σε καλούπια την ενέργεια ενός παιδιού; Ο Τομ ήταν εκπληκτικός». Ο νεαρός πάντως σιγά-σιγά κερδίζει ολοένα και περισσότερο χρόνο κάτι που του δίνει ψυχολογία και σταθερότητα στο παιχνίδι του και κάτι μου λέει πως θα πάρει πολλές ευκαιρίες από τον Κούμαν μέχρι το τέλος της σεζόν. Ως ώρας αυτά που μας έχει δείξει είναι η καλή πάσα και τα απίστευτα τρεξίματα. Μένει να δούμε αν διαθέτει και επιθετικά χαρίσματα αν και στην ηλικία που βρίσκεται έχει τεράστια περιθώρια βελτίωσης, αν φυσικά δουλέψει. Όσοι θέλετε τσεκάρετέ τον. Εγώ το έχω κάνει ήδη.

Όταν η Άρσεναλ άλλαξε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ολοένα και περισσότερο τη χρήση των τριών κεντρικών αμυντικών σε πολλές ομάδες, τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η «μόδα» που επέστρεψε χάρις στη Γιουβέντους, εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο πως αυτό το σύστημα όχι μόνο δεν είναι παλιομοδίτικο και αμυντικό (όπως πιστεύουν πολλοί) αλλά πως αν χρησιμοποιηθεί σωστά είναι ικανό για επιθετικό και ελκυστικό ποδόσφαιρο (και εννοείται χαρίζει πολλούς βαθμούς και οι βαθμοί τους τίτλους). Τα είχαμε γράψει για την Ουαλία του Κόουλμαν το καλοκαίρι, τα βλέπουμε και με την Τσέλσι του Κόντε στη φετινή Πρέμιερ Λιγκ. Σε ένα πρωτάθλημα που ελπίζω να μην εξελιχθεί σε κούρσα για ένα και μόνο άλογο. Ακόμα και ο «πολύς» Πεπ Γκουαρδιόλα έχει χρησιμοποιήσει αυτό το σύστημα (με τις παραλλαγές του) και στην Μπάγερν αλλά και στη φετινή Σίτι δείχνοντας περίτρανα την αποδοτικότητά του. Με αφορμή λοιπόν την τριάδα στην άμυνα θα πάμε πολλά χρόνια πίσω και θα θυμηθούμε τον αναμορφωτή της Άρσεναλ, Χέρμπερτ Τσάπμαν. Τον άνθρωπο που -ουσιαστικά- πρωτοέπαιξε αυτό το 3-4-3 (στην εμβρυακή του μορφή). Ένα 3-4-3 που έχει κάνει την Τσέλσι -σχεδόν- ανίκητη στις μέρες μας (εμπλουτισμένο πάντα με μπόλικη Ιταλική τακτική).

Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται συνεχώς και πάντα υπήρχαν (και θα υπάρχουν σε αυτό) άνθρωποι καινοτόμοι με ριζοσπαστικές ιδέες και μοντέρνες αντιλήψεις. Ο Γκουαρδιόλα και το δικό του «τίκι τάκα» ήταν ένας εξ αυτών. Εκείνο το «περίεργο» 4-6-0 του Σπαλέτι με το «ψευτοεννιάρι» στη Ρόμα πριν καμιά δεκαριά και βάλε χρόνια. Η εθνική Αυστρίας του 1920 που πάτησε πάνω στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έριξε τον σπόρο για να αλλάξει το ποδόσφαιρο σε πιο μοντέρνες φόρμες και φυσικά ο Ερνστ Χάπελ πολλά χρόνια αργότερα με ένα ποδόσφαιρο που συνδύαζε την αμυντική με την επιθετική προσήλωση – ουσιαστικά με 5αδα στην άμυνα. Ο Λομπανόφσκι  και το φουτουριστικό του Σοβιετικό άρτιο ποδόσφαιρο την ίδια περίοδο πάνω-κάτω. Ο Μίχελς και το ψυχεδελικό δικό του ποδόσφαιρο των Οράνιε και του Άγιαξ. Φυσικά το κατενάτσιο του Ερέρα και εννοείται η τακτική τελειότητα της Μίλαν του Σάκι στα 80s. Στην Αγγλία αν υπάρχει κάποιος που ουσιαστικά άλλαξε το ποδόσφαιρο και θα μνημονεύεται πάντα γι’ αυτό, αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον σπουδαίο προπονητή της Άρσεναλ στα 20s. Ο κορυφαίος Βρετανός προπονητής στην ιστορία του ποδοσφαίρου στην Αγγλία σύμφωνα πάντα με την ψηφοφορία που έλαβε χώρα το 2004 στο Νησί. Μιλάμε για μια περίοδο που σχεδόν όλες οι ομάδες χρησιμοποιούσαν το 2-3-5 με τον Τσάπμαν να πατάει πάνω στις τακτικές των Αυστριακών (που επηρέασαν τους Ούγγρους μερικά χρόνια αργότερα) και να δημιουργεί το 3-4-3 σαρώνοντας τα πάντα στο διάβα του. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Ο Χέρμπερτ Τσάπμαν γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1878 και αγωνίστηκε ως επιθετικός σε αρκετές ομάδες μέχρι το 1909 όταν και έβαλε τέλος στην ποδοσφαιρική του καριέρα στη Νορθάμπτον Τάουν. Μεταξύ των ομάδων που έπαιξε ποδόσφαιρο ήταν η Τότεναμ και η Σέφιλντ Γουένσντεϊ . Το 1921 αναλαμβάνει τα ηνία της Χάντερσφιλντ Τάουν (έμεινε εκεί ως το 1925), μετά τις Νορθάμπτον και Λιντς κατακτώντας μαζί της τρεις τίτλους. Το κύπελλο του 1923 και τα πρωταθλήματα του ’24 και ’25. Εννοείται πως είχε να διαχειριστεί μια ομάδα που ήταν δίχως αμφισβήτηση, η καλύτερη ομάδα σε ολόκληρο το Νησί. To καλοκαίρι του 1925 θα αναλάβει την Άρσεναλ σε μια δύσκολη περίοδο για την ομάδα, αφήνοντας άφωνους τους πάντες, και θα χτίσει τον τεράστιο μύθο του παράλληλα με τον μύθο των Λονδρέζων. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Τσάπμαν  όταν ανέλαβε τους «κανονιέρηδες» ήταν να φέρει στην ομάδα τον Τσάρλι Μπουχάν. Ο διεθνής Άγγλος επιθετικός ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Σάντερλαντ και στο πρόσωπο του ο σπουδαίος προπονητής βρήκε τον άνθρωπο που τον βοήθησε να αλλάξει το άθλημα δίχως όμως να το γνωρίζει τότε. Μεγάλο προσόν του Τσάπμαν ήταν πως άκουγε τις συμβουλές των συνεργατών του αλλά και των παικτών του σε αντίθεση με άλλους κορυφαίους προπονητές. Εκείνη τη σαιζόν άλλαξαν οι κανονισμοί με το oφ σάιντ να μπαίνει στο ποδόσφαιρο. O Μπουχάν είχε την ιδέα να περάσει ο κεντρικός μέσος στην άμυνα (κάνοντας τους στόπερ τρεις) με τον προπονητή του να δέχεται αυτή την συμβουλή. Η άμυνα είχε έτσι έξτρα βοήθεια και περισσότερο βάθος αλλά τι θα γίνονταν με τον άξονα; Έμφαση δόθηκε αμέσως στα άκρα αλλά και στους πλάγιους επιθετικούς που παίζοντας πλέον πιο εσωτερικά έδιναν βοήθειες τόσο στα κεντρικά χαφ αλλά και στην επίθεση παίζοντας ουσιαστικά ως επιτελικοί μέσοι. Το σύστημα δεν απέδωσε αμέσως καρπούς και δεν υπήρχε καλύτερη απόδειξη από την ήττα με 7-0 από τη Νιουκάστλ. Οι μεγάλες αλλαγές άλλωστε θέλουν αρκετή υπομονή και σίγουρα υπήρχαν πολλά ακόμα να αλλάξουν. Ο Τσάπμαν -εννοείται- δεν πτοήθηκε και συνέχισε να δουλεύει το σύστημά του. Η δεύτερη θέση πίσω από την Χάντερσφιλντ (η πρώτη ομάδα που πήρε τρεις σερί τίτλους) ήταν ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα με τον Τσάπμαν να ορκίζεται πως θα φέρει την ομάδα στην κορυφή αρκεί να τον αφήσουν να δουλέψει με τους δικούς του όρους. Αυτό και έγινε με το πλάνο πενταετίας να μπαίνει σε εφαρμογή από το καλοκαίρι του 1926 και το σύστημα WM (Όπως ονομάστηκε) να τελειοποιείται τα επόμενα χρόνια και φυσικά να μνημονεύεται μέχρι σήμερα. Ο Μπουχάν δυστυχώς για τον ίδιο δεν πρόλαβε να κερδίσει τίτλους με την Άρσεναλ μιας και σταμάτησε το ποδόσφαιρο το καλοκαίρι του 1928.

Ο Xέρμπερτ Τσάπμαν εκτός της «παγίδας» στο οφ σάιντ, του ασφυκτικού πρέσινγκ (πράγματα που βλέπουμε κατά κόρον στο σύγχρονο ποδόσφαιρο), της κίνησης των εξτρέμ και τη βοήθεια που έδιναν αυτοί σε αμυντικούς και κεντρικούς επιθετικούς παίζοντας ουσιαστικά σαν μπακ-χαφ και εκτός του νέου συστήματος (3-4-3) έφερε και ένα σωρό άλλες καινοτομίες στο ποδόσφαιρο, εκτός των τακτικών του. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε φυσιοθεραπευτές και μασέρ δίνοντας μεγάλο βάρος στην καλή υγεία των παικτών. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τμήμα σκάουτινγκ, ήταν ο πρώτος που έβαλε αριθμούς στις φανέλες των παικτών για να τους βοηθά να καταλαβαίνουν καλύτερα που βρίσκεται ο συμπαίκτης τους (σε αυτό υπάρχει μια ιστορία που θεωρεί πρωτοπόρο την Τσέλσι-έστω και σε φιλικό παιχνίδι). Ήταν ο πρώτος που πρότεινε φωτισμό στα γήπεδα (αν και η πρόταση του είχε απορριφθεί από την FA τα πρώτα χρόνια). Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, ο Χέρμπερτ Τσάπμαν ήταν ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του. Ένας άνθρωπος που το ποδόσφαιρο χρωστάει πολλά για τον εξωραϊσμό και την εξέλιξή του.

Με τις προσθήκες των Άλεξ Τζέιμς της Πρέστον και Ντέιβ Τζακ της Μπόλτον ο Τσάπμαν συμπλήρωσε τους εξαιρετικούς Κλιφ Μπάστιν και Τζόε Χελ και έφτιαξε σιγά σιγά την ομάδα που έφτασε στην κατάκτηση τίτλων τα επόμενα χρόνια. Το Κύπελλο του 1930 με 2-0 απέναντι στην Χάντερσφιλντ  και το πρωτάθλημα του 1931 (το πρώτο στην ιστορία των «κανονιέρηδων») έδειξαν σε όλους πως επιτέλους το σχέδιο του Τσάπμαν είχε φέρει αποτελέσματα. Το πρωτάθλημα του ’33 ήταν το τελευταίο για τον σπουδαίο προπονητή καθώς το Γενάρη του ’34 άφησε την τελευταία του πνοή από πνευμονία. Φυσικά το έργο του συνεχίστηκε και η ‘Αρσεναλ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα του 1934 και του 1935, όπως και αυτό του 1938 με προπονητή τον Τζόε Σόου (για έξι μήνες μετά το θάνατο του Τσάπμαν) και τον Τζορτζ Άλισον μέχρι και το 1947. Το σύστημα WM δουλεύτηκε αρκετά τα επόμενα χρόνια και εξελίχθηκε για να φτάσουμε στο ποδόσφαιρο των ημερών μας με τα πολλαπλά και πολυσύνθετα συστήματα που βλέπουμε ακόμα και στις μικρές κατηγορίες. Καλό είναι λοιπόν όταν θα μιλάμε γι’ αυτούς που άλλαξαν το άθλημα, να βάζουμε πάντα και το όνομα του παλιού προπονητή της Άρσεναλ στην κουβέντα. Ο Τσάπμαν υπήρξε όντως πρωτοπόρος και είναι πραγματικά λυπηρό που μια μεγάλη μερίδα φιλάθλων ίσως να μην έχει ακούσει καν το όνομά του και να μην έχει μάθει τι έχει προσφέρει στο όμορφο -και αγαπημένο- άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο. Για την ιστορία το άγαλμα του Τσάπμαν βρίσκεται έξω από το Εμιρέιτς στο Λονδίνο εκεί που βρίσκονται και αυτά των Τιερί Ανρί, Αρσέν Βενγκέρ και Τόνι Άνταμς για να θυμίζει σε όλους το μεγαλείο του και τι πραγματικά σημαίνει (και αυτός) για την ομάδα.

Η μέρα που κάποιος τόλμησε να κατεβάσει τον γιακά του Καντονά

  [4 Σχόλια]

1 Οκτωβρίου 1995. Το Όλντ Τράφορντ είναι έτοιμο να φιλοξενήσει ένα ακόμα παιχνίδι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Λίβερπουλ. Οι φίλαθλοι που έχουν γεμίσει το γήπεδο όμως δεν αδημονούν μόνο για το ντέρμπι. Το ματς έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αξία χάρη και στην τύχη, που έστειλε το συγκεκριμένο ζευγάρι να παίξει στη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μια μόλις ημέρα πριν είχε λήξει η οχτάμηνη τιμωρία του Ερίκ Καντονά. Και όποιος έζησε εκείνους τους μήνες την τρέλα των αγγλικών ΜΜΕ με τον ιδιότροπο Γάλλο – τις τελευταίες εβδομάδες της τιμωρίας κάποιες εφημερίδες είχαν καθιερώσει ακόμα και καθημερινή αντίστροφη μέτρηση – μπορεί να επιβεβαιώσει πως δεν υπήρχε άνθρωπος στο Νησί που δεν ήθελε να δει την επιστροφή του ‘Βασιλιά Ερίκ’ στη δράση.

(Οχτώ μήνες πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με την Κρίσταλ Πάλας, ο Καντονά είδε την κόκκινη κάρτα. Στο δρόμο για τα αποδυτήρια ένας οπαδός των γηπεδούχων τον έβρισε. Ένας φυσιολογικός επαγγελματίας παίκτης δεν θα έδινε σημασία. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Η συνέχεια της συγκεκριμένης σκηνής είναι γνωστή σε όλους.

Ο οπαδός μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή που ξεστόμισε τα μπινελίκια και ο Καντονά πέρασε την υπόλοιπη εβδομάδα μαθαίνοντας τις τιμωρίες του. Έφαγε πρόστιμο και από την ομάδα και από την Ομοσπονδία, έχασε το περιβραχιόνιου του αρχηγού της εθνικής Γαλλίας, στην οποία μάλιστα δεν κλήθηκε ποτέ ξανά, και έμεινε 8 μήνες εκτός αγώνων, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των φιλικών.

Ενοχλημένος από το μέγεθος της τιμωρίας ζήτησε να φύγει από την Αγγλία. Από τον Απρίλιο κιόλας τα αγγλικά ΜΜΕ υποστήριζαν πως έχει συμφωνήσει με την Ίντερ. Τις φήμες αυτές ήρθε να ενισχύσει η φυγή του στο Παρίσι, κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι. Κι εκεί που όλα έδειχναν τελειωμένα ο Άλεξ Φέργκιουσον πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Μπήκε στο πρώτο αεροπλάνο για Γαλλία, κορόιδεψε τους δημοσιογράφους που τον ακολουθούσαν βγαίνοντας κρυφά από την κουζίνα του ξενοδοχείου, καβάλησε μια Χάρλει παρέα με τον ατζέντη του Γάλλου – true story – και συναντήθηκε με τον Καντονά σε ένα εστιατόριο ενός φίλου, το οποίο για την περίσταση είχε κλείσει για τους υπόλοιπους πελάτες. «Εκείνη η συνάντηση με τον Ερίκ, σε εκείνο το τεράστιο άδειο εστιατόριο είναι μια από τις πιο χρήσιμες πράξεις που έκανα ποτέ στα χρόνια που είμαι σ’αυτή τη δουλειά» υποστήριξε χρόνια μετά ο Σερ Άλεξ.)

Όταν οι δυο ομάδες βγαίνουν για προθέρμανση τα βλέμματα είναι όλα πάνω στον Γάλλο. Όλες οι κινήσεις του αναλύονται διεξοδικά. Το μεγάλο ερώτημα, για την ώρα, δεν είναι το αν θα μπορέσει να φτάσει γρήγορα στα παλιά επίπεδα απόδοσης αλλά το πως θα αντιδράσει από εδώ και πέρα στις προκλήσεις των αντιπάλων οπαδών και παικτών. Η μοίρα, ξανά, τα έχει φέρει έτσι που η πρώτη δοκιμασία φαίνεται να είναι και η πιο δύσκολη καθώς ο πρώτος αντίπαλος του είναι ο Νιλ Ράντοκ.

(Ο Νιλ Ράντοκ ήταν ένας αμυντικός από αυτούς που χαϊδευτικά αποκαλούμε «old school». Ψηλός, δυνατός, με περισσευούμενα κιλάκια, μεγάλο στόμα, άγαρμπα πόδια, μια μικρή ροπή προς το αλκοόλ και μια μόνιμη επιθυμία για καβγάδες και φάρσες. Σε απλά ελληνικά: Ένας τεράστιος τραμπούκος, μιας εποχής που έβγαζε τέτοιους τσόγλανους με το τσουβάλι. Στην περιβόητη λίστα του ‘France Football’ με τα «κακά παιδιά του ποδοσφαίρου», στην οποία ο Στιγκ Τόφτινγκ ήταν 3ος, ο Ράντοκ φιγούραρε στη δεύτερη θέση.

Ο Ράντοκ ήταν από εκείνους τους τύπους που τη μια στιγμή, και όσο περιμένετε να εκτελεστεί ένα κόρνερ, σου λέει ανέκδοτα και πρόστυχα αστειάκια και την επόμενη σου δίνει στο χέρι τα δυο σου πόδια, ξεχωριστά από τα παπούτσια, τις κάλτσες και τις επικαλαμίδες, και σε ρωτάει με σαρδόνιο χαμόγελο: «Μήπως θέλετε να σας τα τυλίξω, να τα πάρετε για το σπίτι;»

Στην αυτοβιογραφία του ο Σταν Κόλιμορ θυμάται μια φορά που αυτός και ο Ράντοκ ακολουθούσαν πρόγραμμα αποθεραπείας στο γυμναστήριο και ο φυσιοθεραπευτής της Λίβερπουλ είπε στον Ράντοκ να κάνει μισή ώρα διάδρομο και μετά να ξεκουραστεί. Όταν έμειναν μόνοι, ο ‘Razor’ (= «ξυράφι») έβαλε σε λειτουργία τον διάδρομο, πήρε τη ‘Sun’, έβγαλε ένα σάντουιτς με αυγό και μπέικον από την τσάντα και άραξε στη γωνία. Λίγο πριν επιστρέψει ο φυσιοθεραπευτής σηκώθηκε χαλαρά και ψύχραιμα, έτριψε δυο παγάκια στο πρόσωπο του για να μοιάζει ιδρωμένος και ανέβηκε νωχελικά στο διάδρομο. «Κοιτάξτε πόσο γαμάτος επαγγελματίας είναι ο ‘Razor'» ήταν το μόνο σχόλιο που έκανε ο αθώος φυσιοθεραπευτής, δείχνοντας τον ταλαιπωρημένο Ράντοκ σε κάτι μαθητευόμενα πιτσιρίκια που τον ακολουθούσαν.

Στη δικιά του αυτοβιογραφία πάντως, ο Άντι Κόουλ λογικά θα μνημονεύει ένα παιχνίδι β’ ομάδων στο Άνφιλντ, στο οποίο είχε αντιμετωπίσει τον Ράντοκ. Οι δυο παίκτες έπεσαν μαζί για να διεκδικήσουν τη μπάλα και το αποτέλεσμα είναι τόσο ακραίο που καταλήγει να ακούγεται σχεδόν αστείο: Ο Κόουλ αποχώρησε από το γήπεδο με δυο σπασμένα πόδια! Παραδόξως, ο επιθετικός της Γιουνάιτεντ ποτέ δεν του κράτησε κακία, πιστεύοντας πως ο αντίπαλος του δεν είχε πρόθεση να τον τραυματίσει. Ο ίδιος ο Ράντοκ βέβαια, μένοντας πιστός στο προκλητικό στυλάκι που τον έκανε διάσημο, χρόνια μετά πέταξε την κάφρικη ατάκα: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα να του σπάσω και τα δυο πόδια. Πήγαινα μόνο για το ένα».

Μιλώντας για σπασμένα πόδια, ο Ράντοκ είχε βρεθεί με ένα τέτοιο στα 18 του. Το πιο εντυπωσιακό μέρος αυτής της ιστορίας δεν είναι όμως ότι έσπασε το πόδι του στο ντεμπούτο του με τη φανέλα της Τότεναμ – όλως τυχαίως απέναντι στη Λίβερπουλ – αλλά ότι δεν το κατάλαβε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί για μια ολόκληρη εβδομάδα με χτυπημένο πόδι!)

Όσοι ανησυχούν για τη μονομαχία Ράντοκ-Καντονά δεν το κάνουν τυχαία. Ένα χρόνο πριν, τον Σεπτέμβρη του 1994, ο ευφάνταστος Άγγλος είχε ανακαλύψει τον καλύτερο και πιο απλό τρόπο για να εκνευρίσει τον οξύθυμο Γάλλο. Την ώρα που όλοι ετοιμαζόταν για ένα ελεύθερο, αυτός πήγαινε από πίσω του και του κατέβαζε τον, μόνιμα σηκωμένο, γιακά! Σατανικό; Αναμφισβήτητα. Αποτελεσματικό; Εν μέρει, αφού ακόμα και εκνευρισμένος ο Καντονά έβρισκε τρόπους να είναι αποτελεσματικός.

«Την πρώτη φορά που το έκανα απλά ψέλλισε κάτι θυμωμένος. Τη δεύτερη φορά προσπάθησε να μου πιάσει τη μύτη» θυμάται ο Ράντοκ, που συνέχιζε απτόητος, ποντάροντας σε μεγάλο βαθμό και στη φήμη του σκληρού που τον συνόδευε, που από μόνη της απέτρεπε αρκετούς από το να του απαντήσουν. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος παίκτης. Δεν ήταν ποτέ πρότυπο καλής συμπεριφοράς, ούτε θιασώτης της φιλοσοφίας «όταν σε χτυπάνε στο ένα μάγουλο, γύρνα τους και το άλλο».

Την τρίτη φορά που ο φημισμένος γιακάς κατέβηκε κάτω χωρίς τη συγκατάθεση του νευρικού ιδιοκτήτη του, η κατάσταση σοβάρεψε. «Διάλεξα τον μοναδικό Γάλλο που ψαχνόταν για καυγά» δήλωσε μετά ο αμυντικός της Λίβερπουλ, που αποκάλυψε πως ο μέσος της Γιουνάιτεντ, αφού πρώτα απάντησε στα mind games του κοροϊδεύοντας τον για τα παραπανίσια του κιλά και αφού τον έστειλε στο έδαφος με ένα τάκλιν από πίσω, που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο τιμωρείται τουλάχιστον με κόκκινη, του έδωσε ραντεβού στη φυσούνα μετά το τέλος του αγώνα. Εκεί που, για καλό και για κακό, ο Ράντοκ επέλεξε να πάει παρέα με τον θηριώδη Ντέιβιντ Τζέιμς, κίνηση που πιθανόν αποδείχτηκε σωτήρια για τη σωματική του ακεραιότητα. «Ήταν τρελός αλλά τον αγαπούσα, είναι ένας από τους αγαπημένους μου παίκτες» ομολόγησε ο Ράντοκ πριν λίγα χρόνια.

Ένα χρόνο μετά, η κόντρα τους αποδεικνύεται λιγότερο θεαματική. Ο Ράντοκ συνεχίζει να πειράζει τον γιακά του Γάλλου αλλά αυτό δεν είναι αρκετό αυτή τη φορά για να τον αποπροσανατολίσει. Δυο μόλις λεπτά μετά τη σέντρα και οχτώ μήνες μετά την τελευταία φορά που έπαιξε σε αγώνα ο ‘Βασιλιάς Ερίκ’ δίνει την ασίστ για το 1-0. Η Λίβερπουλ γυρνάει το παιχνίδι χάρη σε έναν ταλαντούχο 20χρονο πιτσιρικά, που κάποιοι αποκαλούσαν Ρόμπι Φάουλερ και κάποιοι άλλοι ‘Θεό’, αλλά η τελευταία λέξη του ματς ανήκει στον μεγάλο πρωταγωνιστή του. Ο Καντονά πασάρει στον Γκίγκς, αυτός ανατρέπεται στην περιοχή, ο Γάλλος εκτελεί ψύχραιμα το πέναλτι και γράφει το τελικό 2-2 εν μέσω αποθέωσης.

Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Ο ‘Βασιλιάς’ έχει επιστρέψει, κάποιος πρέπει απλά να ξεσκονίσει το θρόνο. Στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Σερ Άλεξ στέφεται πρωταθλήτρια. Το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά. Στα πέντε χρόνια που έκατσε στο Μάντσεστερ ο Καντονά, η Γιουνάιτεντ έχασε μόνο ένα πρωτάθλημα. Ναι, σωστά μαντέψατε: Το πρωτάθλημα στο οποίο ο Γάλλος ήταν εκτός δράσης λόγω της τιμωρίας.

Δυο χρόνια μετά από το ματς αυτό με τη Λίβερπουλ, τον Μάιο του 1997, ο Καντονά ανακοινώνει πως αποσύρεται από το ποδόσφαιρο. Ήταν μόλις 31 χρονών. Μιλώντας για την απρόσμενη αυτή απόφαση του λίγα χρόνια μετά είπε: «Αγαπούσα το παιχνίδι αλλά δεν είχα πλέον τη διάθεση και το πάθος να πηγαίνω νωρίς για ύπνο, να μη βγαίνω με τους φίλους μου, να μην πίνω όσο θέλω και να μην κάνω όλα τα υπόλοιπα πράγματα που μου αρέσει να κάνω σ’αυτή τη ζωή». Ο Ερίκ Καντονά δεν ήταν ποτέ ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας

  [9 Σχόλια]

Δεν μπορώ να ξέρω πόσοι από εσάς έχετε ανοίξει κουβέντα με κάποιο φίλο της Λίβερπουλ για τον Λούκας Λέιβα αλλά είμαι σίγουρος πως όσοι το έχετε τολμήσει μιλούσατε ώρα για τον Βραζιλιάνο αμυντικό μέσο των «κόκκινων» του Μέρσεϊσάιντ. Επίσης είμαι -σχεδόν- σίγουρος πως δεν βγάλατε καμία μα καμία άκρη για το ταλέντο του και τι είναι αυτό που τον έχει κάνει να είναι ο παλαιότερος στο υπάρχον ρόστερ (και ανάμεσα στους αρχηγούς)  μιας και ο Λούκας το καλοκαίρι που θα έρθει θα έχει συμπληρώσει αισίως τα 10 χρόνια στο Άνφιλντ. Ήταν 26 Ιουλίου του 2007 όταν ο Ράφα Μπενίτεζ έβγαλε από τα ταμεία της ομάδας το ποσό των 5 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει στο Άνφιλντ τον ταλαντούχο Βραζιλιάνο αμυντικό χαφ της Γκρέμιο, βλέποντας στο πρόσωπό του τον παίκτη που θα έδινε τις απαιτούμενες ανάσες στους Αλόνσο και Μασκεράνο μιας και ο Στήβεν Τζέραρντ προοριζόταν να μετατεθεί πιο μπροστά στη διάταξη του Ράφα και να παίξει πίσω ακριβώς από τον Φερνάντο Τόρες που έφτασε -και αυτός- εκείνο το καλοκαίρι για να δώσει το εύκολο γκολ που η ομάδα έψαχνε από τα χρόνια του ‘Ιαν Ρας και του Ρόμπι του Φάουλερ. Το τελευταίο είναι αστείο αλλά θα μπορούσε να γίνει εύκολα πιστευτό από αρκετούς.

Ο Λούκας αυτές τις 10 σεζόν δεν κατάφερε να γίνει ποτέ ο βασικός αμυντικός μέσος της ομάδας μιας και το ταλέντο του δεν υπήρξε ποτέ σπουδαίο και επίσης είχε να συναγωνιστεί μερικούς εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές που πέρασαν από την ομάδα για τις θέσεις των αμυντικών-κεντρικών χαφ. Ο Λούκας Λέιβα δεν είναι ο καλύτερος αμυντικός αλλά είναι και δύσκολο να τον περάσεις. Δεν έχει κάποια σπουδαία τεχνική αλλά μπορεί να παίξει την μπάλα με τη μία σε μικρές αποστάσεις (τι όχι;). Δεν έχει με τίποτα το γκολ. Δεν έχει την μακρινή μπαλιά. Δεν είναι πολύ γρήγορος αλλά δεν είναι και αργός. Δεν είναι δυνατός στο ψηλό παιχνίδι αλλά ξέρει να παίρνει σωστές θέσεις -γι’ αυτό καλύπτει επιτυχώς και τη θέση του στόπερ- και επίσης μπορεί να κόψει μπάλες δίχως να χρειαστεί να κάνει ένα δυνατό (βρετανικό) τάκλιν. Ο Λούκας Λέιβα είναι η μετριότητα προσωποποιημένη σε ένα όμορφο πρόσωπο με ξανθά μαλλιά και λαμπερό χαμόγελο. Ο Λούκας Λέιβα επίσης έχει κατακτήσει όλα αυτά τα χρόνια μόνο ένα λιγκ καπ (κόντρα στην Κάρντιφ το 2012) χωρίς όμως να βρίσκεται καν στην αποστολή του τελικού αλλά έχει επιβιώσει, ως άλλος Χαιλάντερ, και έχει καταφέρει να βρίσκεται σε κάθε ρόστερ με κάθε προπονητή. Με Μπενίτεζ, με Χότζσον, με Νταλγκλίς, με Ρότζερς και τώρα και με Κλοπ, κυρίως ως κεντρικός -γκαφατζής- αμυντικός που σκορπά απλόχερα το γέλιο ακόμα και στους συμπαίκτες του τρολλάροντας ακόμα και ο ίδιος τον εαυτό του μετά από κάποιος -συχνό- λάθος.

Και πάμε στο παράδοξο της υπόθεσης. Όταν ήρθε ο Λούκας, στην ομάδα υπήρχαν ο Αλόνσο, ο Τζέραρντ, ο Μασκεράνο και ο νέος Βιεϊρά, Μοχάμεντ Σισοκό (αγαπημένο παιδί του Ράφα από την κοινή τους παρουσία στη Βαλένθια) για τις θέσεις στον άξονα. Το Γενάρη του 2008 ο Ρανιέρι αγόρασε τον Σισοκό στη Γιουβέντους για 11 εκατομμύρια λίρες δίνοντας έτσι δίχως να το γνωρίζει στον Βραζιλιάνο τον απαραίτητο χώρο για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Αυτό φυσικά και δεν έγινε ποτέ και μάλιστα από τότε άρχισε μια ωραιότατη ιστορία με ένα σωρό παίκτες να έρχονται και να φεύγουν (άλλοι ως αποτυχημένοι-άλλοι ως επιτυχημένοι), όλοι για τις θέσεις των κεντρικών χαφ δίπλα πάντα στον λατρεμένο μας Λούκας. Ποιος όμως από όλους αυτούς δεν έφυγε ποτέ αλλά δεν κατάφερε και ποτέ να ηγηθεί; Πολύ σωστά μαντέψατε. Ο αγαπημένος ξανθομάλλης Βραζιλιάνος. To καλοκαίρι του 2009 η Λίβερπουλ θα χάσει τον Αλόνσο που θα φύγει για τη Ρεάλ και ο Μπενίτεζ θα φέρει ως αντικαταστάτη τον τραυματία Αλμπέρτο Ακουιλάνι (έλα μη γελάτε) σε μια μεταγραφή που θα τη θυμόμαστε πάντα  όταν θα έχουμε τις μαύρες μας. Εκείνη η σεζόν θα είναι η πιο γεμάτη για τον Λούκας αλλά τραγική δυστυχώς για την ομάδα. Το επόμενο καλοκαίρι η Λίβερπουλ θα χάσει και τον Μασκεράνο που θα φύγει για τη Βαρκελώνη και θα δει τον άξονά της να γεμίζει με παίκτες όπως ο Πόουλσεν, ο Μεϊρέλες και ο Τζόντζο ο Σέλβεϊ. Και οι τρεις θα πωληθούν τα επόμενα χρόνια. Ο Λούκας φυσικά θα μείνει παρέα με τον Τζέραρντ και τον Τζέι τον Σπίρινγκ αλλά χωρίς ποτέ να λογίζεται σαν βασικός. Ούτε όταν ήρθε ο Χέντερσον και ο Τσάρλι ο Άνταμ επί Νταλγκλίς, ούτε όταν ήρθε ο Άλεν και ο Τσαν επί Ρότζερς, ούτε όταν ήρθε ο Βαινάλντουμ και ο Γρούγκιτς επί Κλοπ. Σε όλους αυτούς βάλτε και μερικά ταλέντα που ποτέ δεν βρήκαν χώρο όπως ο Ρόσιτερ και ο Σούσο και κάντε τη σούμα. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσο θα παίξει στη συνέχεια ο Λούκας και αν θα καταφέρει να κερδίσει κάποιο σπουδαίο τίτλο με την ομάδα αλλά τον φαντάζομαι στα 50 με τη φανέλα της Λίβερπουλ να ανανεώνει για ακόμα ένα χρόνο και να ονειρεύεται πως επιτέλους θα κάνει μια μεγάλη σεζόν με την ομάδα. Άλλωστε όπως έγραψα και στον τίτλο «Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας».

Το θαύμα της Φόρεστ που εμπνέει ακόμα

  [2 Σχόλια]

Jimmypeterbrian-print

Στις 13 Οκτωβρίου του 2015 ο σκηνοθέτης Τζόνυ Όουεν κυκλοφόρησε ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ για την Νότινγχαμ Φόρεστ των δύο σερί Πρωταθλητριών (1979 και 1980) με αδημοσίευτο -μέχρι τότε- υλικό. Σπάνιες συνεντεύξεις του Κλαφ και των παικτών του αλλά και υπέροχη μουσική στο πνεύμα της Βρετανικής περιόδου εκείνων των ετών. Όσοι δεν το έχετε δει κάντε ένα κόπο και δεν θα χάσετε. Για τους λάτρεις του διαβάσματος υπάρχει και το βιβλίο -με τον ίδιο τίτλο- που έγραψαν παρέα ο Τζόνυ Όουεν και ο συγγραφέας Ντάνιελ Τέιλορ. Ο Τέιλορ μάλιστα έχει γράψει και το Deep Into The Forest -επίσης για τον Κλαφ και τη Νότινγχαμ- αλλά και μερικά εξαιρετικά βιβλία για την Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ (τα προτείνω σε όλους τους αληθινούς φίλους της ομάδας). ο τίτλος του ντοκιμαντέρ αλλά και του βιβλίου είναι ο αρκετά πιασάρικος (αλλά και πολύ κοντά στην πραγματικότητα) I Believe In Miracles. «Πιστεύω στα θαύματα». Και πως να μην πιστεύουμε με αυτό που είχε καταφέρει στις αρχές των 80s σπουδαίος Άγγλος προπονητής και η ομάδα του.

Με αφορμή το ντοκιμαντέρ και το βιβλίο ο φίλος της ομάδας Στιβ Γκούλμπις εμπνεύστηκε και σχεδίασε μια φοβερή συλλογή ιλουστρασιόν έργων -με τον ίδιο τίτλο- με την Νότιγχαμ εκείνης της περιόδου. Για καλό όλων των ποδοσφαιρόφιλων αλλά και των φίλων της ομάδας ο Γκούλμπις δεν είναι κάποιος τυχαίος μα ένας καλλιτέχνης μεγάλης αξίας και με σπάνιο ταλέντο στο σχέδιο. «Ήταν 1978 όταν κατακτήσαμε το πρωτάθλημα της πρώτης κατηγορίας και εγώ σπούδαζα στη Σχολή Καλών Τεχνών όταν σχεδίασα την πρώτη μου αφίσα για την ομάδα» θυμάται ο ίδιος. «Την είχα στείλει στα γραφεία της Φόρεστ για να τους ευχαριστήσω και είδα γεμάτος έκπληξη την αφίσα να επιστρέφεται μετά από μέρες, έχοντας μάλιστα τις υπογραφές 16 παικτών, του Κλαφ, του βοηθού του Πήτερ Τέιλορ αλλά και του σπουδαίου γυμναστή της ομάδας Τζίμι Γκόρντον. Ήταν κάτι μαγικό. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου». Φυσικά αυτή ήταν η αρχή μιας σπουδαίας καριέρας για τον ίδιο.

Backtobackchampions-print

Ο Γκούλμπις είναι σκιτσογράφος σε μερικά από τα πιο γνωστά αγγλικά αθλητικά περιοδικά και έχει σχεδιάσει τις αφίσες για αρκετές σπουδαίες στιγμές τεράστιων παικτών όπως για το παιχνίδι όπου ο Πολ Σκόουλς αποχαιρέτησε το ποδόσφαιρο και για το παιχνίδι προς τιμήν του Στήβεν Τζέραρντ όταν άφησε το Άνφιλντ και τη Λίβερπουλ για το MLS.

NFFC-European-Cup-winners

Ένα μέρος της δουλειάς του μπορείτε να την βρείτε και να την απολαύσετε σε αυτό το link. Κάντε το και δεν θα χάσετε. Πιστέψτε με.

Σίτι-Τσέλσι: Στο μυαλό του Πεπ λίγο πριν τη σέντρα

  [4 Σχόλια]

pep-guardiola-bayern-munich-bundesliga-hannover_3390336

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 7:15. «Tot el camp – És un clam – Som la gent blaugrana…». O Πεπ Γκουαρδιόλα άνοιξε τα μάτια αμέσως, σηκώθηκε δίχως δεύτερη σκέψη και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Καθώς έφτιαχνε τον σκέτο καφέ του, έφαγε δύο φρυγανιές με γκότζι μπέρι, λίγο μέλι και μισό κομμάτι κέικ από προχθές. Ο Καταλανός κόουτς άλλωστε προσέχει πολύ τη σιλουέτα του. Ίσως και περισσότερο από τα χρόνια που μάγευε στο κέντρο της Μπαρτσελόνα και της εθνικής Ισπανίας. Φόρεσε γρήγορα την πανάκριβή του φόρμα και τα τρέντι παπούτσια του και αφού έπιασε ένα σταθμό με παραδοσιακά Ιρλανδικά τραγούδια στο iPad άρχισε το καθιερωμένο του τζόκινγκ. Η σημερινή μέρα -για να μην ξεχνιόμαστε- ήταν ιδιαίτερη καθώς η Σίτι υποδέχεται την Τσέλσι και ο Πεπ ήθελε εκτός της καθιερωμένης του γυμναστικής να καθαρίσει και το μυαλό του καθώς η ώρα της σέντρας ολοένα και πλησίαζε. Μαζί της φυσικά πλησίαζε και το άγχος.

Καθώς έτρεχε τηλεφώνησε στον βοηθό του τον Μίκελ Αρτέτα. Ήθελε να κάνει μαζί του μια τελευταία κουβέντα για το παιχνίδι, πριν βρεθούν στο γήπεδο. Η υγρασία του Μάντσεστερ άλλωστε είχε δώσει στον Πεπ πολλές ωραίες ιδέες. «Μίκελ καλημέρα, τι κάνεις; Σηκώθηκες; Θέλω να μιλήσουμε λιγάκι για το παιχνίδι. Έλα Μίκελ. Ο προπονητής σου είμαι -ναι- έλα ακούς». O Αρτέτα αφού έριξε μια τσαντισμένη ματιά στο ταβάνι λες και έφταιγε αυτό για το τηλεφώνημα έβαλε το ακουστικό στο αυτί του και δήλωσε πανέτοιμος για μια άκρως ποδοσφαιρική κουβέντα στις 7:30 το πρωί. Το «τι τραβάω ρε πούστη μου» στα καλύτερά του. «Σκέφτομαι να αρχίσω στο αριστερό άκρο της άμυνας τον Κολάροφ» είπε ορθά-κοφτά ο Πεπ, καθώς ο Αρτέτα χασμουρήθηκε δυνατά. «Είχα σκεφτεί τον Κλισί αλλά τον τελευταίο καιρό μου θυμίζει ολοένα και περισσότερο ένα συμπαίκτη που είχα στην Μπρέσια, τον Τόνυ τον Σέριτς». Τα γέλια και των δύο πρέπει να ακούστηκαν μέχρι το Λονδίνο. «Ναι τον θυμάμαι μετά είχε πάει στον Παναθηναϊκό. Με αυτόν εσωτερικό αριστερό μέσο σας είχαν κρατήσει στο μηδέν στο ΟΑΚΑ». Ο Πεπ πάγωσε. «Δεν ήμουν εγώ προπονητής τότε» και άρχισε να θυμάται το πέρασμά του από τον Ιταλικό σύλλογο. «Εγώ στη Μπρέσια. Συμπαίκτης του Λούκα Τόνι και του Σέριτς; Σαν να βάλει κάποιος τη Μόνα Λίζα στο σαλόνι του Ανδρέα Ευαγγελόπουλου». Τα γέλια συνεχίστηκαν και τα μάτια τους δύο γέμισαν με δάκρυα. Δάκρυα νευρικού γέλιου. Ο Γκουαρδιόλα συνέχισε να αναλύει καθώς ο Αρτέτα είχε αφήσει ανοικτό το τηλέφωνο και έκανε δουλειές. Μετά από σχεδόν ένα μισάωρο ο Πεπ έκλεισε το τηλέφωνο. Είχε φτάσει στο προπονητικό κέντρο της Σίτι και δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο από ένα ζεστό μπάνιο. Οι περισσότεροι παίκτες έφταναν και αυτοί σιγά-σιγά. Μαζί τους και ο Αρτέτα.

Ο Πεπ μάζεψε τους παίκτες και άρχισε να λέει την εντεκάδα (που ήταν άλλωστε γνωστή στους περισσότερους). «Μπράβο στο τέρμα, Στόουνς και Οταμέντι στο κέντρο της άμυνας, Ζάμπα και Κολάροφ στα άκρα. Φερναντίνιο και Γκιντογάν στον άξονα με Σίλβα, Ντε Μπρούινε, Τουρέ μπροστά τους και στην κορυφή ο Κουν. Φύγατε για ζέσταμα». Καθώς οι παίκτες άφηναν τα αποδυτήρια ο Πεπ ήθελε να συζητήσει και πάλι με τους βοηθούς του Μίκελ Αρτέτα και Μπράιαν Κιντ. «Δεν ξέρω αλλά το φοβάμαι πολύ το παιχνίδι. Ο Κόντε με έχει εξοργίσει. Θυμάμαι τις κόντρες μας σαν παίκτες, αυτόν φαλακρό και εμένα με μαλλιά και τώρα που είμαστε προπονητές έχω εγώ φαλάκρα και αυτός χαίτη λες και είναι ο Μπον Τζόβι. Πως να τα βάλεις με ένα τέτοιο τύπο». Κανένας εκ των δύο δεν είχε απάντηση και ο Πεπ συνέχισε τον μονόλογό του. «Άσε και αυτό το 3-4-3. Τι τον έπιασε και το άλλαξε στο ημίχρονο με την Άρσεναλ. Καλά έτρωγε τρία. Έχει 7 σερί νίκες λες και είναι ο Ολυμπιακός στη σούπερ λίγκα. Δεν ξέρω αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου φοβάμαι. Σκέφτομαι τον Αζάρ να βγαίνει πάνω στον Ζαμπαλέτα και με πιάνει ρίγος. Είναι σε φοβερή κατάσταση η Τσέλσι και εγώ δεν έχω τον Ινιέστα να βάλει μπάζερ-μπίτερ».

Ο Κιντ τον διέκοψε «Κόουτς όλα θα πάνε καλά. Θα τους αρχίσουμε στο τίκι-τάκα και θα ακουμπήσουν τη μπάλα για πρώτη φορά στο 30′. Αρκεί να σκοράρουμε πρώτοι. Μην μασάς. Είμαστε οι καλύτεροι και θα το αποδείξουμε στο γήπεδο». Ο Πεπ χαμογέλασε. Ο Αρτέτα δεν μίλησε και έφερε στο μυαλό του εκείνο το τάκλιν που του είχε κάνει ο Όμπι Μίκελ σε ένα Τσέλσι-Άρσεναλ πριν μερικά χρόνια. Ανατρίχιασε και συνέχισε να κοιτάζει από το παράθυρο τον μουντό ουρανό της πόλης. Ο κόσμος άρχιζε να γεμίζει το Έτιχαντ. Τραγούδια και ιαχές ακούγονταν από παντού. Η μέρα ήταν μεγάλη. Ο Γκουαρδιόλα πήρε το μπλοκάκι του, κοίταξε κατάματα τον Κιντ και τον ρώτησε «Τι έκανε ο Μπεστ πριν από ένα τόσο μεγάλο παιχνίδι» για να δεχθεί την απάντηση που ήταν πιο σίγουρη κι από την κατάκτηση του πρωταθλήματος Ιταλίας και φέτος απ’ τη Γιουβέντους. «Έπινε κόουτς. Έπινε». Ο Πεπ στραβοκατάπιε και ένιωσε το κότζι μπέρι να του ανεβαίνει στο λαιμό. Στη σκέψη του ήρθε ο μεθυσμένος συμπαίκτης του στη Μπάρσα, Ρομάριο. Ο Σερ Μπόμπι Ρόμπσον και εκείνο το J&B που είχε φύγει στο κόρνερ για το κεφάλι του Λουίς του Φίγκο. Κατέβασε το κεφάλι και έφυγε για τη φυσούνα σκεπτόμενος την καλή ζωή που έχει απαιτήσει από όλους τους παίκτες του. «Θα σε κερδίσω Αντόνιο. Θα σε κερδίσω».

Το ιστορικό ντεμπούτο του Τόνυ Κότον

  [Καθόλου σχόλια]

Birmingham-City-goalkeeper-Tony-Coton-in-1984

-Με τέτοιον αέρα δεν πρέπει να σουτάρουν τόσο ψηλά. Ξέρετε ποιες ομάδες παίζουν και ποια είναι η κατάταξή τους;

-Κι εγώ ξένος είμαι. Δεν έχω ιδέα. Είμαι πλασιέ και περαστικός από εδώ.

-Οι παίκτες φωνάζουν υπερβολικά. Το καλό παιχνίδι είναι σιωπηλό.

-Δεν υπάρχει προπονητής να τους συμβουλέψει.

-Σε τόσο μικρό γήπεδο χρειάζεται ταχύτητα.

(παύση)

-Μια φορά είδα πως έσπασε το πόδι του ένας παίκτης. Το σπάσιμο ακούστηκε ως την τελευταία σειρά.

-Μια φορά έπαιξα ενάντια σε μια ομάδα όπου όλοι έπαιζαν ξυπόλητοι. Ο ήχος όταν χτυπούσαν τη μπάλα με το πόδι ήταν συγκλονιστικός. Έχετε προσπαθήσει ποτέ σε μια αναμέτρηση να μην επικεντρωθείτε στον επιθετικό αλλά στον τερματοφύλακα; Είναι δύσκολο να τραβήξεις το βλέμμα και να κοιτάξεις τον τερματοφύλακα. Πρέπει να το τραβήξεις από τη μπάλα και να κοιτάξεις τον τερματοφύλακα που τρέχει μπρος πίσω με τα χέρια στους μηρούς. Που σκύβει αριστερά, δεξιά και φωνάζει στους αμυντικούς. Συνήθως τον προσέχουμε μόνο όταν η μπάλα πλησιάσει στο τέρμα. Είναι παράξενη εικόνα ο τερματοφύλακας να τρέχει πέρα δώθε, χωρίς μπάλα αλλά με την αγωνία του σουτ.

-Δεν μπορώ να κοιτάξω πολύ ώρα. Χωρίς να το θέλω κοιτάω πάλι τον επιθετικό. Νιώθω σαν να αλληθωρίζω. Όταν δεις κάποιον να πλησιάζει μια πόρτα δεν κοιτάς το πόμολο. Πονάει το κεφάλι σου.

-Δεν μπορείς να αναπνεύσεις σωστά.

Το συνηθίζεις. Αλλά είναι γελοίο.

(παύση)

-Πέναλτι. Ο τερματοφύλακας αναρωτιέται σε ποια γωνία θα σουτάρει ο άλλος. Αν τον ξέρει από προηγούμενους αγώνες, ξέρει που θα σουτάρει. Ίσως όμως να σκέφτεται το ίδιο κι αυτός που εκτελεί το πέναλτι. Οπότε ο τερματοφύλακας υποθέτει πως θα ρίξει στην άλλη γωνία. Τι γίνεται αν ο παίκτης σκεφτεί σαν τον τερματοφύλακα και ρίξει τη μπάλα στη συνηθισμένη γωνία; Και ούτω καθ’ εξής.

(ο παίκτης εκτελεί και ο τερματοφύλακας πιάνει το πέναλτι)

_89526172_pa-546130

Ο παραπάνω σύντομος διάλογος που καταλήγει στον υπέροχο μονόλογο του ήρωα Μπλοχ (ο βασικός πρωταγωνιστής της πρώτης ταινίας του Βιμ Βέντερς «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι») θα μπορούσε να ήταν κάλλιστα ένας διάλογος στο γήπεδο Σεντ Άντριους ακριβώς με την έναρξη του αγώνα, εκείνο το μουντό απόγευμα στο Μπέρμινγχαμ αρκετά χρόνια πίσω. Ήταν 27 Δεκεμβρίου του 1980 με την Μπέρμινγχαμ του Τζιμ Σμιθ να υποδέχεται την Σάντερλαντ του Κεν Νάιτον. Ο προπονητής των «μπλε» 30 λεπτά πριν την αναμέτρηση είχε δώσει τη φανέλα με το νούμερο-1 στον νεαρό Τόνυ Κότον, λόγω ενός μυικού τραυματισμού του βασικού τερματοφύλακα Τζεφ Γουίλαντς, και κάπως έτσι ο 19χρόνος (δηλωμένος οπαδός της ομάδας) έκανε το επίσημο ντεμπούτο του (και όνειρό του) αγωνιζόμενος μπροστά στο πέταλο των φανατικών. Σε ένα πέταλο που μέχρι πριν λίγο καιρό πήγαινε κι αυτός για να ξελαρυγγιαστεί για την ομάδα της καρδιάς του. Με την έναρξη της αναμέτρησης το όνειρο για τον νεαρό θα μπορούσε βέβαια να είχε εξελιχθεί σε εφιάλτη, μιας και μερικά δευτερόλεπτα μετά τη σέντρα είδε τον βασικό αμυντικό χαφ της ομάδας του Τζόε Γκάλαχερ να κάνει πέναλτι. Στην κερκίδα επικράτησε αμέσως η τυπική βρετανική -άκρως ποδοσφαιρική πάντα- γκρίνια.

O Τζον Χόλεϊ (γυρολόγος επιθετικός στο Νησί και τότε παίκτης της Σάντερλαντ) έστησε την μπάλα στα 11 βήματα και σούταρε δυνατά. Ο Τόνυ Κότον μάντεψε σωστά και έπιασε το πέναλτι με τους φανατικούς στο πέταλο να ξεσπούν σε τρελούς πανηγυρισμούς. Ο νεαρός έγινε -σε ένα απόγευμα- ο νέος ήρωας της ομάδας και πάνω σε αυτό το πέναλτι (και το ταλέντο που σίγουρα διέθετε) έχτισε μια αξιοσέβαστη καριέρα για σχεδόν 20 χρόνια. Ήταν το 54ο δευτερόλεπτο της αναμέτρησης και φυσικά αποτελεί ρεκόρ ως «η πιο γρήγορη απόκρουση πέναλτι σε ντεμπούτο τερματοφύλακα» κάτι που μόνο οι θεούληδες Άγγλοι θα είχαν κρατήσει ως στατιστικό. Το τελικό 3-2 χάρισε στη Μπέρμινγχαμ ένα σπουδαίο «τρίποντο» και έδωσε φυσικά στον νεαρό τερματοφύλακα το δικαίωμα να γίνει ο νέος «βασιλιάς» της πόλης του. Καθόλου άσχημα για ένα 19χρόνο παιδί στα δύσκολα χρόνια των αρχών της δεκαετίας του ’80. Ο Κότον χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του για το επιτυχημένο του ντεμπούτο θα σταθεί στο «μέγεθος» του γηπέδου και το πόσο μικρό ήταν στα μάτια του έχοντας τους φανατικούς στην πλάτη του. «Τα πάντα ήταν τόσο μικρά που δεν ήταν δυνατό να νικηθώ από τη θέση του πέναλτι» θα πει ο ίδιος και θα δώσει μια νέα διάσταση στο πως βλέπει κάποιος τα πάντα εντός του γηπέδου, ιδίως με την «τρέλα» και το άγχος ενός ψαρωμένου πιτσιρικά που ζει -εντελώς ξαφνικά- το όνειρό του.

1988: Watford goalkeeper Tony Coton indicates to team mates during a Barclays League Division One match against Chelsea at Stamford Bridge in London. The match ended in a 2-2 draw. Mandatory Credit: David Cannon/Allsport

Τη σεζόν 1983-1984 η Μπέρμινγχαμ θα υποβιβαστεί στην δεύτερη κατηγορία, η Γουότφορντ θα βγάλει από τα ταμεία της το ποσό των 300.000 λιρών και θα κάνει δικό της τον ελπιδοφόρο τερματοφύλακα. Ο Κότον θα γίνει το νούμερο-1 της ομάδας για 6 σεζόν και θα φτάσει να προταθεί για το Hall of Fame της Γουότφορντ ως ο δεύτερος παίκτης πίσω από τον βασικό επιθετικό εκείνης της περιόδου Λούθερ Μπλίσετ. Ακολούθησε το επιτυχημένο πέρασμα από τη Μάντσεστερ Σίτι για 6 σεζόν, η μεταγραφή στη Γιουνάιτεντ και το άδοξο φινάλε στη Σάντερλαντ πριν ακριβώς 20 χρόνια. Φυσικά και όλοι οι φίλοι του Αγγλικού ποδοσφαίρου θα τον θυμόμαστε για το πέναλτι κόντρα στη Σάντερλαντ και φυσικά για εκείνη την εξωπραγματική εμφάνιση που είχε πραγματοποιήσει στο Άνφιλντ κόντρα φυσικά στη Λίβερπουλ για τον 6ο γύρο του Κυπέλλου. Ήταν 11 Μαρτίου του 1986 με τη Γουότφορντ να φεύγει με ένα άκρως τιμητικό 0-0 από το Άνφιλντ (ηττήθηκε με 1-2 στη ρεβάνς) και τον Κότον να χειροκροτείται από ολόκληρο το γήπεδο ακριβώς με τη λήξη του αγώνα. Ο ίδιος θεωρεί ακόμα και σήμερα εκείνη την αναμέτρηση ως την κορυφαία της πλούσιας καριέρας του.

Αχ βρε Ζοσέ

  [15 Σχόλια]

mou-sad

Είναι γεγονός πως ο Ζοσέ Μουρίνιο δεν περνάει και τις καλύτερές του μέρες στον πάγκο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Η ομάδα δεν παίζει όμορφο ποδόσφαιρο, δεν παίρνει αποτελέσματα και έχει μείνει αρκετά πίσω στο κυνήγι της πρώτης θέσης που ήταν και ο μεγάλος στόχος το καλοκαίρι. Σε όλα τα παραπάνω έχουμε και τον παραγκωνισμό του εξαιρετικά ταλαντούχου μεσοεπιθετικού Χενρίκ Μικχιταριάν. Ενός παίκτη που μας μάγεψε με τη φανέλα της Ντόρτμουντ τα τρία προηγούμενα χρόνια και που η ομάδα του Μάντσεστερ έβγαλε απ’ τα ταμεία της -σχεδόν- 30 εκατομμύρια λίρες το περασμένο καλοκαίρι για να τον κάνει δικό της. Ο Μουρίνιο έχει χρεωθεί από την αρχή της καριέρας του πολλές αποτυχημένες μεταγραφές, όπως και όλοι οι προπονητές για να είμαστε δίκαιοι, αλλά και πολλές λανθασμένες επιλογές σε παίκτες που βρήκε στην ομάδα του, δεν τους πίστεψε δίνοντάς τους σε άλλες ομάδες, και βλέποντάς τους (εξ αποστάσεως) να εξελίσσονται σε παίκτες κορυφαίου επιπέδου. Για να είμαστε δίκαιοι αυτή η συνήθεια ξεκίνησε στη Ρεάλ Μαδρίτης δειλά-δειλά και απογειώθηκε αρνητικά στο δεύτερο πέρασμα του Πορτογάλου από τον πάγκο της Τσέλσι. Εκεί δηλαδή που άρχισε να φαίνεται ξεκάθαρα πως ο Μουρίνιο είχε αρχίσει να μένει στάσιμος ως προς την εξέλιξη (και αντίληψη) ενός σπορ που διαρκώς αλλάζει. Τις σημαντικότερες από αυτές τις περιπτώσεις θα δούμε παρακάτω.

Lukaku-daily-post

O νέος Ντρογκμπά: O Πορτογάλος επέστρεψε στον πάγκο των «μπλε» το καλοκαίρι του 2013 και η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε να αντιμετωπίσει στον τελικό του Σούπερ Καπ  Ευρώπης τον άσπονδο φίλο του, τον Πεπ Γκουαρδιόλα. Η Τσέλσι ηττήθηκε στα πέναλτι με 5-4 με τον Λουκάκου να αστοχεί στο τελευταίο πέναλτι και να στερεί από τον Πορτογάλο μια νίκη γοήτρου. Μια νίκη που ήθελε όσο τίποτα άλλο σε εκείνο το χρονικό σημείο. Ο Βέλγος επιθετικός είχε αποκτηθεί από την Άντερλεχτ το 2011 (στα 17 του) για σχεδόν 20 εκατομμύρια λίρες και όλοι περιμέναμε να τον δούμε να γίνεται ο παίκτης που θα πάρει σιγά-σιγά τη θέση του θρύλου Ντιντιέρ Ντρογκμπά στην επίθεση της Τσέλσι. Ο Μουρίνιο φυσικά είχε διαφορετική γνώμη από όλους. Τον έδωσε δανεικό στην Έβερτον για τη σεζόν 2013-2014 με τον Βέλγο να πραγματοποιεί εξαιρετική σεζόν και να δηλώνει πανέτοιμος για τη μεγάλη επιστροφή στο Λονδίνο. Αυτό δεν έγινε ποτέ με τον Μουρίνιο να τον πουλάει το 2014 για 28 εκατομμύρια λίρες στην Έβερτον, φέρνοντας μάλιστα στη θέση του τον 36χρόνο Ντιντιέρ Ντρογκμπά. Η Τσέλσι μπορεί να κατέκτησε το πρωτάθλημα του 2015 αλλά η συνέχεια -εννοείται- πως δεν δικαίωσε τον Πορτογάλο προπονητή.

kevin-de-bruyne-man-city-v-psg-champions-league-qf-second-leg-celeb_3447713

Ο νεαρός μάγος: O Κέβιν Ντε Μπρούινε είχε αποκτηθεί μόλις για 7 εκατομμύρια λίρες το 2012 από την Γκενκ. Τη σεζόν 2012-2013 είχε δοθεί δανεικός στη Βέρντερ και είχε αφήσει άφωνους όλους τους Γερμανούς με τις επιδόσεις του. Με τον Μουρίνιο στον πάγκο ξεκίνησε βασικός κόντρα στη Γιουνάιτεντ τη σεζόν 2013-2014 και μετά από εκείνο το 0-0 πουλήθηκε στη Βόλφσμπουργκ για 18 εκατομμύρια λίρες. Ο προπονητής των «μπλε» είχε δηλώσει πως ο νεαρός Βέλγος δεν μπορεί να αντέξει στο σκληρό Αγγλικό παιχνίδι και πως η μεταγραφή του στη Γερμανία ήταν το καλύτερο για την καριέρα του. Το καλοκαίρι του 2015 η Σίτι τον αγόρασε για 55 εκατομμύρια λίρες  και πλέον στα χέρια του Γκουαρδιόλα έχει εξελιχθεί σε ένα εκ των ποιοτικότερων μέσων σε ολόκληρο τον κόσμο και βαρόμετρο στην καλή απόδοση των «πολιτών».

Επιτέλους ένας αριστερός μπακ: Καλοκαίρι του 2014 και η Τσέλσι χρειάζεται επειγόντως ένα κανονικό αριστερό μπακ. Ο Βραζιλιάνος Φιλίπε Λουίς είναι ο πλέον κατάλληλος. Ποιοτικός. Γρήγορος. Εξαιρετικός αμυντικός, και από μία ομάδα που έχει μάθει να παίζει με το «μαχαίρι στα δόντια». Την Ατλέτικο του Ντιέγκο Σιμεόνε. Το deal θα ολοκληρωθεί στις 16 εκατομμύρια λίρες και ο παίκτης θα γίνει κάτοικος Στάμφορντ Μπριζ. Ο Μουρίνιο δεν θα δείξει ποτέ να τον εμπιστεύεται και πολύ γρήγορα ο Βραζιλιάνος θα βρεθεί να σκουπίζει τον πάγκο για να παίζει βασικός ο δεξιοπόδαρος Θέζαρ Αθπιλικουέτα. Το καλοκαίρι του 2015 ο Λουίς θα επιστρέψει και πάλι στην Ατλέτικο και θα γίνει ξανά αυτό που είναι πραγματικά. Ένας ανάμεσα στους 5-6 κορυφαίους στη θέση του στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Για να αγοράσει κανονικό μπακ η Τσέλσι έπρεπε να αλλάξει προπονητή -να περάσει ένας χρόνος ακόμα- να έρθει ο Κόντε και μαζί του να φέρει τον Μάρκος Αλόνσο από την Φιορεντίνα. Πολύ καλή (και φθηνή) επιλογή.

Το γερμανικό πολυεργαλείο: O Αντρέ Σίρλε είχε «κλείσει» στους Λονδρέζους λίγο πριν υπογράψει ο Μουρίνιο την επιστροφή του και με την έλευση του Πορτογάλου όλοι περιμέναμε την απογείωσή του μιας και διέθετε (και διαθέτει ακόμα) όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που χρειάζεται κάποιος σε ομάδα-Μουρίνιο. Έχει το γκολ χωρίς να είναι καθαρόαιμος επιθετικός. Μαρκάρει σαν «σκύλος» αν και είναι επιθετικογενής και φυσικά βάζει πάντα το «εγώ» κάτω από το «εμείς». Αυτό που λέμε κλασικός παίκτης ομάδας. Και όμως. Μετά από μία πολύ καλή σεζόν (2013-2014) ο Πορτογάλος τον πούλησε μεσούσης της σεζόν (Γενάρη του 2015) στη Βόλφσμπουργκ. Ο Σίρλε είχε προλάβει να στεφθεί πρωταθλητής κόσμου με τη Γερμανία στα γήπεδα της Βραζιλίας και φυσικά να κερδίσει το δύσκολο κοινό των «μπλε». Συνεχίζει να αποτελεί βασικό στέλεχος των πάντσερ. Προσωπικά δεν κατάλαβα ποτέ το λόγο που άφησε την Τσέλσι.

 

Το μηχανάκι από την Κολομβία: Χειμερινή περίοδος του 2015 και η Τσέλσι βγάζει από τα ταμεία της το ποσό των 23 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει τον Κουαδράδο από την Φιορεντίνα. Ο παίκτης δήλωνε παντού πόσο ευτυχισμένος είναι που θα έπαιζε για τον Μουρίνιο και τη δική του Τσέλσι και οι περισσότεροι περιμέναμε με αγωνία αυτό το πάντρεμα. Τελικά δεν είδαμε τίποτα μιας και ο Πορτογάλος δεν μπόρεσε να πάρει τίποτα ούτε από τον Κουαδράδο στέλνοντάς τον στη Γιουβέντους ως δανεικό μισό χρόνο αργότερα. Στο Τορίνο -εννοείται- πίστεψαν στο ταλέντο του και τον έκαναν δικό τους ένα χρόνο μετά με κανονική μεταγραφή. Εννοείται πως πραγματοποιεί εξαιρετικές εμφανίσεις με τη φανέλα της Γιούβε και εννοείται πως ο Κόντε θα του έβρισκε ένα σημαντικό ρόλο στην δική του Τσέλσι.

Manchester-United-v-Watford

Ο σπουδαίος Ισπανός: O Μουρίνιο όταν ανέλαβε την Τσέλσι για δεύτερη φορά είχε την τύχη να βρει εκεί ως παίκτη τον σπουδαίο Χουάν Μάτα. Τι είχε καταφέρει ο Ισπανός τόσο με την εθνική όσο και με τους «μπλε» το θεωρώ περιττό αναφοράς. O Πορτογάλος δεν πίστεψε τον Ισπανό και τον χρησιμοποίησε ελάχιστα τη σεζόν 2013-2014 πουλώντας τον μάλιστα το καλοκαίρι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Το περασμένο καλοκαίρι οι δυο τους έσμιξαν ξανά στο Όλντ Τράφορντ και ο Μάτα (αν και δεν λογίζεται ως βασικός) εκθέτει τον προπονητή του όταν παίζει βασικός μιας και είναι ένας εκ των καλύτερων παικτών της ομάδας την τρέχουσα σεζόν. Λογικό μιας και διαθέτει σπάνιο ποδοσφαιρικό dna.

O φτωχός Φαραώ: Η διοίκηση της Τσέλσι δεν χάλασε το χατήρι του Μουρίνιο και του έφερε τον Σαλάχ (για 11 εκατομμύρια λίρες) από την Βασιλεία το Γενάρη του 2014. Ο Αιγύπτιος θεωρούνταν τότε ένας ανάμεσα στους κορυφαίους ανερχόμενους εξτρέμ του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Τι κατάφερε στην Τσέλσι επί Μουρίνιο; Μια τρύπα στην άμμο (και πολλά λέω). Μοιραία άρχισαν οι δανεισμοί μέχρι να βρει την Ιθάκη του στη Ρόμα το περασμένο καλοκαίρι.

O αδικημένος Νιγηριανός: O Βίκτωρ ο Μόζες είναι ένας τιμιότατος ποδοσφαιριστής στα δικά μου μάτια. Ένας ποδοσφαιριστής που επί Μουρίνιο δεν βρήκε ποτέ χώρο στους «μπλε» αν και άξιζε μια ευκαιρία. Δόθηκε δανεικός στη Λίβερπουλ και έκανε μαζί της πρωταθλητισμό. Δόθηκε στη Στόουκ και έκανε μια εξαιρετική σεζόν. Δόθηκε στη Γουέστ Χαμ και ήταν κάτι παραπάνω από χρήσιμος στην εξαιρετική ομάδα του Μπίλιτς. Η έλευση Κόντε και το γεγονός πως ο Ιταλός έχει αλλάξει το σύστημα σε 3-5-2 έχουν δώσει στον Νιγηριανό όχι μόνο πολλές ευκαιρίες αλλά φανέλα βασικού ως δεξί μπακ-χαφ. Κάτι που είχε κάνει για ένα μεγάλο διάστημα επιτυχώς και στη Λίβερπουλ του Ρότζερς το 2014. Σημαντικό γρανάζι της Τσέλσι πλέον και ακόμα ένας που εκθέτει ανεπανόρθωτα τις επιλογές του Πορτογάλου τα τρία τελευταία χρόνια όταν ήταν δηλαδή ο τιμονιέρης των «μπλε».