Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Αγγλικό πρωτάθλημα'

Από την κουζίνα στην εξέδρα

  [3 Σχόλια]

Υπάρχουν στιγμές που σαν παιδιά θέλουμε να ξεχάσουμε, που θα θέλαμε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Κυρίως έχουν να κάνουν με τους γονείς μας, την μαμά που θα μας τσιμπήσει το μάγουλο μπροστά στα κορίτσια του Β2, που θα μας κάνει ρεζίλι όταν πάμε να αγοράσουμε παπούτσια, που θα έρθει στο πάρτι να δει τι γίνεται. Στα αγγλικά η λέξη είναι cringeworthy και δεν νομίζω ότι υπάρχει καλό συνώνυμο. Στο ποδόσφαιρο τέτοιες στιγμές ντροπής, δεν είναι συχνές. Κυρίως γιατί απουσιάζουν οι μαμάδες. Οι οπαδοί της Νόριτς όμως το ζουν αυτό, τόσο με τα καλά, όσο και με τα κακά του.

Εδώ και αρκετά χρόνια, την ιδιοκτησία της ομάδας έχει η κυρία Ντέλια Σμιθ (μαζί με το σύζυγό της). Η ιστορία είναι αρκετά αστεία, γνωρίζοντας ότι η Ντέλια Σμιθ είναι γνωστή σεφ, παρουσιάστρια εκπομπών και συγγραφέας. Σαναλέμε, κάτι σαν τη Βέφα Αλεξιάδου. Επί των ημερών της, τα Καναρίνια κατάφεραν να επιστρέψουν στην μεγάλη κατηγορία, κατακτώντας τη First Division του 2004. Η χρονιά της επιστροφής όμως ήταν δραματικά κακή, με τη Νόριτς να βρίσκεται σταθερά στις θέσεις του υποβιβασμού. Στις 28 Φεβρουαρίου του 2005 η Νόριτς υποδεχόταν τη Σίτι, ούσα 20η και τελευταία με μόλις τρεις νίκες σε 27 αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε 16 λεπτά σκόραρε δύο φορές, έκανε το 2-0 ο κόσμος αναθάρρησε για λίγο, μέχρι που οι φιλοξενούμενοι απάντησαν σε 2-2 πριν λήξει το ημίχρονο.

Αυτή η εναλλαγή έκανε τον κόσμο απογοητευμένο. Η κυρία Σμιθ αποφάσισε να πάρει στα χέρια της την κατάσταση. Σε λίγο αγρία κατάσταση (πιθανότατα έχοντας πιει λίγο μπράντι από κάποιο φλασκί κρυμμένο στο γούνινο παλτό της), κατέβηκε στον αγωνιστικό χώρο και πάτησε χορτάρι με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Με τσιριχτή φωνή έστειλε το μήνυμα «στους καλύτερους οπαδούς του κόσμου». «Χρειαζόμαστε το δωδέκατο παίκτη της ομάδας» τους είπε, ρωτώντας σπαρακτικά «πού είστε» με έναν μαγικό αγγλικό τρόπο. Το από καρδιάς μήνυμα έκλεισε με το «Let’s be ‘avin’ you» και  η κυρία Σμιθ επέστρεψε στις κερκίδες για το 2ο ημίχρονο.

Ένα 2ο ημίχρονο που ήταν ακόμα χειρότερο, καθώς ο Ρόμπι Φάουλερ στο 90′ έδωσε τη χαριστική βολή στους γηπεδούχος. Το σόου της κυρίας Σμιθ μπορεί μεν να άφησε εποχή και να την έκανε ακόμα πιο διάσημη, δεν είχε όμως αποτέλεσμα. Η Ντέλια δήλωσε ότι είναι μια οπαδός, δεν μπορεί να φοράει τα ρούχα του παράγοντα και ότι ήταν κάτι που έκανε γιατί το ένιωσε, βλέποντας την απογοήτευση μετά το 2-0 που έγινε 2-2. Επίσης είπε ότι είχε πιει λίγο κρασί πριν το ματς, αλλά δεν ήταν μεθυσμένη.

Η Νόριτς τελικά τερμάτισε 19η εκείνη τη σεζόν και έχασε για μόλις έναν βαθμό την παραμονή. Για αρκετά χρόνια έμεινε μακριά από την Πρέμιερ, αλλά το 2011 επέστρεψε και ο κόσμος στους ρυθμούς του «Go West» την αποθέωσε τραγουδώντας «Come on, let’s be havin’ you», τη γνωστή της ατάκα από εκείνη την αποφράδα νύχτα του 2005. Η κυρία Σμιθ πήρε ξανά το μικρόφωνο στο δημαρχείο της πόλης, είπε λάθος το όνομα του προπονητή, δήλωσε χαρούμενη που η ομάδα έμεινε στην κατηγορία (και όχι που ανέβηκε) και οι φήμες ότι είχε πιει λίγη σαμπάνια πριν τον λόγο της μπροστά σε περίπου 40.000 οπαδούς κυκλοφόρησαν ξανά.

Και όσο και να σκέφτεστε κάποιοι «άντε γύρνα στην κουζίνα σου» (στην μοναδική φορά που το σχόλιο δεν θα είναι απαράδεκτα σεξιστικό, αλλά αληθινό), είναι εξίσου γραφικό και ωραίο να υπάρχουν ακόμα τέτοιες μορφές, σε ένα αγγλικό ποδόσφαιρο γεμάτο σεΐχηδες, εμίρηδες, πρώην σοβιετικούς και νυν πλυντηριάδες, Αμερικάνους που δεν ξέρουν πώς παίζετε το σόκερ και γενικά κάθε καρυδιάς καρύδι ζάμπλουτους τύπους που δεν θα αγαπήσουν ποτέ την ομάδα τους. Δεν θα το αγαπήσουν όσο η… χρυσοχέρα Ντέλια Σμιθ, που στο παρακάτω βίντεο ευχαριστεί (σε μια ακόμα άνοδο το 2015) τον κόσμο που πήγαινε στο γήπεδο στη Β’ εθνική και δεν παράτησε την ομάδα, αλλά και τον προπονητή που την ανέβασε (και απέλυσε τελικά πριν λίγους μήνες):

Το χαμένο πέναλτι του Λε Τισσιέ

  [3 Σχόλια]

Κύθηρα 2005. Διακοπές. Ενώ ετοιμαζόμαστε με τον καλύτερό μου φίλο να βγούμε για ποτάκι, ανάμεσα σε βρεγμένα μαγιό, πετσέτες και πεταμένα ρούχα εδώ και εκεί, θα με ρωτήσει: «Τον Ματ Λε Τισσιέ τον ξέρεις». Πάγωσα. Πως είναι δυνατόν να με ρωτάς κάτι τέτοιο. Εμένα που ζω και αναπνέω για το Αγγλικό ποδόσφαιρο. Πριν προλάβω να απαντήσω θα συμπληρώσει, «Ήταν ένας εξαιρετικός Άγγλος ποδοσφαιριστής της Σαουθάμπτον που όμως είχε απαράμιλλη τεχνική. Δεν μου κάνει για Άγγλος και το όνομά του δεν είναι σίγουρα αγγλικό. Ναι. Ήταν τόσο καλός επειδή δεν είναι Άγγλος. Οι ρίζες του πρέπει να βρίσκονται κάπου ανάμεσα σε Γαλλία, Ισπανία και δεν ξέρω και’γω που αλλού». Νευρίασα λιγάκι αλλά δεν το συνέχισα. «Τον γνωρίζω πολύ καλά τον Λε Γκοντ (αυτό ήταν το προσωνύμιό του όταν ‘μάγευε’ με τη φανέλα των «αγίων)» του είπα «αλλά ας μη το συνεχίσουμε για την ώρα. Βαριέμαι να μιλήσω για ποδόσφαιρο. Είμαστε διακοπές, μα τον Φάουλερ». Τελικά πήγαμε για ποτό και -εννοείται- συνεχίσαμε να μιλάμε για τον Λε Τισσιέ, τη Λίβερπουλ που πριν λίγο καιρό είχε κατακτήσει το Τσάμπιονς Λιγκ, τη Γιουβέντους, την Μπάρτσα και τον ΠΑΟ που μόλις είχε υπογράψει τους Μπίσκαν και Φλάβιο Κονσεϊσάο και εμείς ονειρευόμασταν τότε μια μαγική τριπλέτα στον άξονα, παρέα με τον Έκι τον Γκονζάλες.

O Ματ Λε Τισσιέ ήταν όντως ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής. Ένας μεσοεπιθετικός που γνώριζε πολλά καντάρια μπάλα. Ένας τεμπελάκος όμως παίκτης που προτιμούσε την καλή ζωή από την προπόνηση και που ζούσε -σχεδόν- και μόνο για τον αγώνα. Προτιμούσε τη σιγουριά της Σαουθάμπτον και δεν έκανε ποτέ το μεγάλο βήμα για κάποιο μεγαλύτερο κλαμπ ξέροντας πως θα έπρεπε να θυσιάσει πολλά για να σταθεί σε ομάδες, όπως η Γιουνάιτεντ για παράδειγμα. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον τον ζάλιζε κάθε καλοκαίρι να μετακομίσει στο Όλντ Τράφορντ και να φτιάξει ένα ονειρικό δίδυμο με τον Ερίκ Καντονά μα ο Λε Τισσιέ, ενώ του έλεγε πως θα κάνει το μεγάλο βήμα, τελικά επέλεγε να μείνει στην ομάδα της καρδιάς του, να πίνει τις μπύρες του και να τρώει τους γκουρμέ μεζέδες του, μαγεύοντας το κοινό της Αγγλίας -σχεδόν- κάθε αγωνιστική, χωρίς όμως να φτάσει ποτέ να κατακτήσει κάποιον τίτλο. «Who cares?» Οι φίλοι της ομάδας έχουν να λένε για το φοβερό δέσιμο που είχε με τον Άλαν Σίρερ στις αρχές των 90s με τη φανέλα των «αγίων», για το μαγικό δεξί του πόδι, «Θα σου την στείλω δεξιά στο παράθυρο. Πήδα αλλά δεν πρόκειται να την πιάσεις» συνήθιζε να λέει στους τερματοφύλακες της εποχής, κάνοντας τα λόγια του πράξη, και φυσικά για το εξωπραγματικό του ρεκόρ στην ευστοχία των πέναλτι. Ο Ματ Λε Τισσιέ σε ολόκληρη την πλούσια καριέρα του με τη φανέλα της Σαουθάμπτον είχε αστοχήσει μία και μοναδική φορά από την άσπρη βούλα. Το ρεκόρ του το πλησίασε, μετά από πολλά χρόνια ακόμα ένας παίκτης των αγίων, ο Ρίκι Λάμπερτ, πριν μετακομίσει και καταστρέψει ουσιαστικά την καριέρα του προς Άνφιλντ μεριά για τη φανέλα των «κόκκινων». Μια φανέλα που είχε όνειρο να φορέσει από παιδί και που τον οδήγησε μετά στο Χόθορνς και τη Γουέστ Μπρομ.

Σε 48 εκτελέσεις πέναλτι ο Λε Γκοντ είχε ευστοχήσει σε 47 και αν δεν είχε βρεθεί ο Ουαλός Μαρκ Κρόσλεϊ της Νότινγχαμ Φόρεστ να πιάσει εκείνο το κακοχτυπημένο πέναλτι στις 24 Μαρτίου του 1993 ο Άγγλος με το νούμερο 7 στην πλάτη θα είχε ένα απίστευτο και μοναδικό ρεκόρ. Μετά από αυτή την άτυχη στιγμή ο αρχηγός των «αγίων» συνέχισε με 27 σερί εύστοχα πέναλτι πριν κλείσει την καριέρα του το 2002, στα 34 του. Στα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο είχε πολλούς και μεγάλες θαυμαστές αλλά και αρκετούς εχθρούς. Ένας από αυτούς είναι ο πρώην συμπαίκτης του (και διεθνής με τα τρία λιοντάρια για ένα μικρό φεγγάρι) Κάρλτον Πάλμερ, που τον θεωρούσε πάντα τεμπέλη, χοντρό και υπερεκτιμημένο. Προσωπικά θα κρατήσω, και θα κλείσω αυτό το κείμενο, με δύο-τρεις λέξεις του κορυφαίου κεντρικού μέσου των τελευταίων 15 ετών για την αξία του -λατρεμένου- Ματ Λε Τισσιέ. «Όταν ήμουν μικρός, ο παίκτης που θαύμαζα και ήθελα να μοιάσω ήταν ένας Άγγλος που έπαιζε στη Σαουθάμπτον και φορούσε το νούμερο 7. Ήταν απλά απολαυστικός». Τα λόγια ανήκουν στον Τσάβι και -εννοείται-  κάπου ο Λε Τισσιέ πίνει την μπύρα του χαμογελώντας όταν κάποιος του τα θυμίζει. Είμαι σίγουρος.

ΥΓ: Αφορμή για το κείμενο στάθηκε η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου (για καθαρά προσωπικούς λόγους που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί και δεν υπάρχει και λόγος) και το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του εξαιρετικού soundtrack της Ελένης Καραϊνδρου. Όσοι θέλετε τιμήστε το και δεν θα χάσετε.

Η «επιστολή» του Καντονά στον Πέρεζ

  [1 Σχόλιο]

«Μ’ έχουν κυκλώσει σαν το αγρίμι και θαρρούνε πως θα με πιάσουνε στη φάκα. Γω, όμως, θα σουρθώ με την κοιλιά και θα περάσω ανάμεσό τους». Ερρίκος 4ος (Επιστολή στον κ. ντε Μπατς, κυβερνήτη της πόλης του Εζ στο Αρμανιάκ, 11 Μαρτίου 1586).

Η ζωή έχει ένα περίεργο τρόπο να μπλέκει ιστορίες και γεγονότα ανά δεκαετία ή ακόμα και μετά από εκατοντάδες χρόνια. Σε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Η παραπάνω φράση του Ερρίκου του Δ’ προς τον κ. ντε Μπατς δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το ποδόσφαιρο μιας και το 1586 ποδόσφαιρο -με την σημερινή του τουλάχιστον μορφή- δεν υπήρχε. Όσο και αν ο «παππούς του ποδοσφαίρου» Εδουάρδο Γκαλεάνο μας μιλά στο βιβλίο του «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» για ποδόσφαιρο από την αρχαία Αίγυπτο, την αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη και το πως κάποτε ο Ερνάν Κορτές έκανε μια μεξικάνικη μπάλα -σχεδόν- να πετάξει μπροστά στα έκπληκτα μάτια του βασιλιά Καρόλου του Β’ (την ίδια περίοδο πάνω-κάτω όπου ο Ερρίκος ο Δ’ έγραφε στον Μπατς), ποδόσφαιρο δεν υπήρχε.

21 Δεκεμβρίου του 1996. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υποδέχεται την Σάντερλαντ του Κρις Γουόντλ και του Τόνυ Κότον (που δεν είχε αγωνιστεί εκείνη τη μέρα) και επικρατεί εύκολα με 5-0. Το σκορ δεν είχε φανεί περίεργο σε κανένα μιας και στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Φέργκι κατέκτησε το πρωτάθλημα (αφήνοντας 2η την Νιουκάστλ) και οι «μαυρόγατες» χαιρέτησαν τη μεγάλη κατηγορία, παρέα με τις Μίντλεσμπρο και Νότινγχαμ Φόρεστ. Το συγκεκριμένο παιχνίδι δεν νομίζω να το θυμάται και πολύς κόσμος αλλά το αριστούργημα του Καντονά θεωρώ πως ελάχιστοι το έχουν ξεχάσει και ακόμα πιο ελάχιστοι δεν θα μάθουν ποτέ γι’ αυτό. Με το σκορ στο 4-0 ο Καντονά θα πάρει τη μπάλα στο κέντρο του γηπέδου, έχοντας δίπλα του τρεις παίκτες έτοιμους να τον σταματήσουν με κάθε τρόπο. Με μία μαγική ντρίμπλα θα αδειάσει τους δύσμοιρους Κέβιν Μπολ και Ρίτσαρντ Ορντ και θα παίξει το ένα-δύο με τον Μακ Κλερ για να φτάσει στην περιοχή του Λίο Πέρεζ. Εκεί με μια απίστευτη λόμπα θα στείλει την μπάλα στο παραθυράκι, θα γράψει το τελικό 5-0 και θα μας χαρίσει -εκτός του γκολ- και έναν εκ των σπουδαιότερων πανηγυρισμών όλων των εποχών.

Ο «βασιλιάς» Ερίκ θα ανοίξει τα χέρια επιζητώντας τη δόξα και με εκείνο το παγωμένο, σχεδόν τρελό βλέμμα που τον χαρακτηρίζει ακόμα και στις μέρες μας, θα κάνει περιστροφή 360 μοιρών -αργά και βασανιστικά- προς κάθε θύρα του Όλντ Τράφορντ, με τον κόσμο -εννοείται- να του δίνει αυτό που μόλις είχε ζητήσει. Τη δόξα. Στο τέλος της σεζόν ο Καντονά θα κατεβάσει για πάντα τον σηκωμένο του γιακά και θα αποσυρθεί από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, μόλις στα 31 του χρόνια.  Η κληρονομιά που άφησε στο Ολντ Τράφορντ ήταν πραγματικά τεράστια και αποτελεί ακόμα και σήμερα πηγή έμπνευσης για παίκτες, προπονητές και απλούς φιλάθλους στην κόκκινη πλευρά της πόλης του Μάντσεστερ. «Ακολουθήστε τον σηκωμένο μου γιακά» θα μπορούσε να είχε πει στους νέους παίκτες που άφηνε πίσω του με το τέλος της καριέρας του, παραφράζοντας τον επικό λόγο του Ερρίκου του Δ’ στους στρατιώτες του, και το δικό του «λευκό λοφίο» στη μάχη του Ιβρύ το 1590. Μια μάχη που εννοείται πως είχε καταλήξει σε θρίαμβο για τον βασιλιά και το στρατό του. Ένας θρίαμβος σαν αυτούς του Καντονά. Εκείνου του «αγριμιού» που δεν μπορούσε να πιάσει καμία μα καμία φάκα και που μας χάρισε (ακόμα και αν δεν υποστηρίζαμε Γιουνάιτεντ) μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις.

Όταν στη Νιούκαστλ έπαιζαν ξύλο μεταξύ τους

  [12 Σχόλια]

Είναι γνωστό ότι το Νιούκαστλ είναι ένας «άλλος κόσμος». Μια ομάδα με ένα από τα πιο πιστά κοινά στην Αγγλία, ένα από τα γήπεδα που προκαλούν δέος και εδώ και πολλά χρόνια παίκτες που απογοητεύουν με τρόπους που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί. Είτε αγωνιστικά, είτε εξωαγωνιστικά. Μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις που έζησαν οι Τζόρντις εκεί στα βόρεια, ήταν στις 2 Απριλίου του 2005. Το κακό ξεκίνημα της ομάδας (ακόμα ένα) έφερε την απόλυση του Μπόμπι Ρόμπσον κατά τον Σεπτέμβριο. Οι οπαδοί της την περασμένη σεζόν είχαν ως στόχο το Τσάμπιονς Λιγκ, τελικά η ομάδα βγήκε στο ΟΥΕΦΑ και η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Ο Ρόμπσον δεν συμφωνούσε με αρκετές κινήσεις της διοίκησης (όπως π.χ. την απόκτηση του ελεύθερου Πάτρικ Κλάιφερτ) και πλήρωσε το μάρμαρο στο ξεκίνημα της νέας χρονιάς.

Στο Νιούκαστλ πάντως, καλό είναι να περιμένεις πάντα τα χειρότερα. Ο Γκρέιαμ Σούνες ανέλαβε την ομάδα και παρά το αρχικό καλό ξεκίνημα η πορεία δεν ήταν η αντίστοιχη στο πρωτάθλημα. Μοναδική παρηγοριά, η πορεία στο ΟΥΕΦΑ.  Την άνοιξη, η Νιούκαστλ έκανε ένα καλό σερί αήττητο, απέκλεισε με δύο νίκες τον Ολυμπιακό στους 16 και ο κόσμος επιτέλους αναθάρρησε. Μέχρι που ήρθε το ματς με την Άστον Βίλα. Η ατμόσφαιρα ήταν πανηγυρική, καθώς ο τεράστιος Άλαν Σίρερ δήλωσε ότι θα συνεχίσει για ένα χρόνο ακόμα και το κοινό του Σεντ Τζέιμς(ιζ) Παρκ που περίμενε την έκτη σερί εντός έδρας νίκη είχε κέφια. Αυτά κόπηκαν από νωρίς, καθώς το ματς στράβωσε γρήγορα, όταν ο Χουάν Πάμπλο Άνχελ άνοιξε το σκορ εκμεταλλευόμενος την κακή αμυντική συμπεριφορά του Ζαν Αλέν Μπουμσόνγκ.

Οι γηπεδούχοι πίεσαν, αλλά μετά από ένα λάθος του Νίκι Μπατ στο κέντρο ο Τέιλορ έκανε χέρι για να σώσει το γκολ. Πέναλτι, αποβολή και 0-2 από τον Γκάρεθ Μπάρι. Λίγα λεπτά αργότερα, νέο πέναλτι και 0-3 από τον Μπάρι. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά όμως, οι παίκτες της Νιούκαστλ είχαν και ένα μεγάλο φινάλε για τους 52.000 οπαδούς τους. Με το παιχνίδι να παίζεται και τη Νιούκαστλ των 10 παικτών να επιτίθεται, όλοι είδαν έντρομοι τους Λι Μπόιερ και Κίερον Ντάιερ όχι να διαφωνούν, όχι να μαλώνουν, αλλά να παίζουν μπουνιές μεταξύ τους, λες και βρίσκονταν σε κάποια παμπ. Σίρερ, Μπάρι και διάφοροι άλλοι έτρεξαν να τους χωρίσουν.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Κίερον Ντάιερ σε συνέντευξή του αποκάλυψε την πλήρη ιστορία. «Είχαμε την μπάλα, με πλησίασε αλλά εγώ έδωσα αλλού την πάσα. ‘Δώσε μου την μπάλα’ μου είπε. Εγώ του απάντησα ότι δεν έδωσα λάθος πάσα, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί μου το έλεγε. Πέντε λεπτά αργότερα ήρθε πάλι προς το μέρος μου, αλλά εγώ ξαναέδωσα αλλού πάσα. Ξαναπλησίασε και μου είπε ‘Δεν μου δίνεις ποτέ πάσα’ για να πάρει την απάντηση: ‘Ο λόγος που δεν σου δίνω πάσα είναι γιατί βασικά είσαι σκατά’. Αρχίσαμε να βριζόμαστε και τότε ήταν που τρελάθηκε.»

Η όλη φάση θυμίζει σκηνικό σε σχολείο, καθώς ο Μπόιερ είπε «Τι είπες;», ο Ντάιερ απάντησε «Αυτό που άκουσες» και τελικά ο Μπόιερ άρχισε να πλησιάζει απειλητικά το συμπαίκτη του. «Όσο με πλησίαζε πίστευα ότι θα με σπρώξει ή θα με τραβήξει. Αυτός άρχισε τις μπουνιές και σκεφτόμουν να του πω, πρέπει να κάνεις λίγα βάρη γιατί αυτές δεν είναι σοβαρές μπουνιές. Επίσης σκεφτόμουν ότι δεν γίνεται να το κάνει αυτό μπροστά σε 50 χιλιάδες κόσμο. Δεν ήξερα ότι μπορούσες να αποβληθείς επειδή μάλωνες με συμπαίκτη (σ.Σ. πόσο θεούλης είσαι ρε Ντάιερ) και μου προκάλεσε έκπληξη όταν είδα την κόκκινη κάρτα. Τον περίμενα στο τούνελ για να συνεχίσουμε, αλλά είχαμε δυο θηριώδεις φυσιοθεραπευτές που μας αγκάλιασαν και μας σήκωσαν ψηλά. Ήταν σαν τα καρτούν, που τα πόδια σου κουνιούνται πέρα δώθε στον αέρα».

Θέλετε να τα πάρω;

Η ιστορία συνεχίστηκε μετά τον αγώνα, όταν ήρθαν κι οι υπόλοιποι, με τον Σίρερ να τους κράζει και με τον ιδιοφυή Μπουμσόνγκ να τους προτείνει να συνεχίσουν στα αποδυτήρια για να τελειώσουν αυτό που άρχισε. Ο Σούνες τους είπε ότι αν συνεχίσουν, θα μπει κι ο ίδιος για να τους δείρει και τους δύο. Η εικόνα του Λι Μπόιερ (που έχει αυτά τα αγγλικά μούτρα σαν να είναι 2ος ρόλος στο Trainspotting ή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι) με σκισμένη τη φανέλα σαν τουρίστας στον Λαγανά, είναι αντιπροσωπευτική για τη σύγχρονη ιστορία του συλλόγου. Οι παίκτες πάντως τα βρήκαν στη συνέχεια, ζήτησαν κάποιες συγγνώμες και μάλιστα ήταν ξανά συμπαίκτες στην Γουέστ Χαμ.

Η σεζόν πάντως της Νιούκαστλ πήρε την κάτω βόλτα μετά από εκείνο το 0-3. Λίγες μέρες αργότερα αποκλείστηκε στην Πορτογαλία από την Σπόρτινγκ με 4-1 και τρεις μέρες αργότερα έχασε από τη Γιουνάιτεντ στον ημιτελικό του FA Cup με το ίδιο σκορ. Στο πρωτάθλημα κατέληξε 14η. Όσο για τον Λι Μπόιερ μετά από μια μεγάλη καριέρα στη Λιντς και μια όχι τόσο μεγάλη σε άλλες ομάδες, ασχολείται με το ψάρεμα στη Γαλλία. Όχι δεν είναι κάποιο λογοπαίγνιο, όπως βλέπετε και στη φωτογραφία είναι η αλήθεια.

«Το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο»

  [2 Σχόλια]

Ο Ντάνιελ Μπλέικ είναι ένας 59χρονος Άγγλος που μετά από το θάνατο της γυναίκας του ζει μόνος του σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Νιούκαστλ. Μετά από ένα έμφραγμα που παθαίνει εν ώρα εργασίας, ο γιατρός του τον ενημερώνει πως οι εξετάσεις του έδειξαν πως πρέπει οπωσδήποτε να σταματήσει να δουλεύει. Σε αντίθεση με τον γιατρό του όμως, το κράτος τον θεωρεί ακόμα ικανό να εργαστεί και γι’αυτό αρνείται να του δώσει το σχετικό επίδομα για λόγους υγείας. Προσπαθώντας να βρει το δίκιο του, χωρίς όμως να χάσει την αξιοπρέπεια του, και ταυτόχρονα έναν τρόπο να επιβιώσει χωρίς δουλειά ο κύριος Μπλέικ γνωρίζει κι άλλους ανθρώπους στην ίδια θέση μ’αυτόν και μπλέκει με την γραφειοκρατία και ένα σύστημα που αδιαφορεί προκλητικά για την κατάσταση του, όπως ακριβώς κάνει και για χιλιάδες άλλους μη προνομιούχους πολίτες.

Ο Ντάνιελ Μπλέικ δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Είναι ο χαρακτήρας-πρωταγωνιστής της εξαιρετικής περσινής ταινίας «Ι, Daniel Blake» του 80χρονου πλέον Κεν Λόουτς, που για μια ακόμα φορά καταπιάνεται με ένα επίκαιρο κοινωνικό πρόβλημα, παρουσιάζοντας το χωρίς κινηματογραφικές ωραιοποιήσεις και ενοχλητικές δραματικές υπερβολές.

Μια από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας διαδραματίζεται σε μια τράπεζα τροφίμων του Νιούκαστλ, στην οποία καταφεύγει ο κύριος Μπλέικ και μια άνεργη μητέρα που ψάχνει τρόπος να ταΐσει το παιδί της. Σε μια τέτοια τράπεζα τροφίμων, όλως τυχαίως στην ίδια πόλη, βρέθηκαν στα τέλη Γενάρη οι οπαδοί της Νιούκαστλ (που εκτός όλων των άλλων είναι και γνωστοί χαβαλέδες), οι οποίοι προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν στη συλλογή τροφίμων. Η συνεργασία των δυο πλευρών επισημοποιήθηκε με μια φιλανθρωπική εκδήλωση στις 26 Ιανουαρίου, στην οποία οι παρευρισκόμενοι συγκέντρωσαν χρήματα και παρακολούθησαν την, τόσο σχετική, ταινία του Λόουτς. Αλλά η βοήθεια τους δεν περιορίστηκε σ’αυτό.

Πριν από τα εντός έδρας παιχνίδια της Νιούκαστλ οι οπαδοί συγκεντρώνουν έξω από το γήπεδο τρόφιμα, τα οποία στη συνέχεια παραδίδονται στην τοπική τράπεζα τροφίμων για να διατεθούν σε ανθρώπους που τα έχουν άμεση ανάγκη. Η ανταπόκριση των οπαδών είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ανθρώπων του οργανισμού, στα τρία παιχνίδια, με Ντέρμπι, Μπρίστολ και Φούλαμ, οι φίλοι της Νιούκαστλ μάζεψαν περισσότερους από 8 τόνους φαγητού, μια ποσότητα που βοήθησε περίπου 700-1000 ανθρώπους την εβδομάδα (εκ των οποίων ένα 50% υπολογίζεται πως είναι ανήλικοι) να φάνε ένα ζεστό γεύμα ή να πάρουν ένα δέμα φαγητού για το σπίτι.

Σύμφωνα με τον υπεύθυνο της συγκεκριμένης τράπεζας φαγητού, Μάικ Νίξον: «Η βοήθεια δεν αφορά μόνο το ότι οι άνθρωποι βρίσκουν κάτι να φάνε. Είναι και μια μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ένα μέρος όπου νιώθουν ζεστασιά κι ότι δεν είναι απομονωμένοι και ξεχασμένοι από την κοινωνία». Σύμφωνα με τα δικά του στατιστικά, ένα 60% των ανθρώπων που ζητάνε βοήθεια, το κάνουν μόνο μια φορά (οι περισσότεροι επειδή αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στη λήψη των επιδομάτων, όπως ακριβώς ο Ντάνιελ Μπλέικ) και μόνο ένα 10% επισκέπτεται συχνά την τράπεζα.

Η στήριξη της Νιούκαστλ δεν σταματάει όμως στην αλληλεγγύη των οπαδών (οι οποίοι πάντως ανακοίνωσαν εχθές ότι θα συνεχίσουν κανονικά τη συγκέντρωση τροφίμων κι αυτό το Σάββατο, πριν από το παιχνίδι με τη Γουίγκαν). Την προηγούμενη εβδομάδα, η τράπεζα τροφίμων φιλοξένησε έναν ξεχωριστό εθελοντή. Ο 22χρονος μέσος της ομάδας, Ισαάκ Χέιντεν, που έχει κερδίσει μια θέση στην 11αδα του Ράφα Μπενίτεθ και είναι διεθνής με όλες τις μικρές εθνικές της Αγγλίας, όταν έμαθε για τη δράση των οπαδών προσφέρθηκε να βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορούσε. Κάπως έτσι, επισκέφτηκε ένα μεσημέρι την τράπεζα, βοήθησε στη μεταφορά και τοποθέτηση των κιβωτίων, σέρβιρε φαγητό και τσάι, μοίρασε σακούλες με βασικά είδη σε ανθρώπους που τα είχαν ανάγκη και είπε την άποψη του για το θέμα:

«Αυτό που έχουν κάνει οι οπαδοί είναι πραγματικά ξεχωριστό. Πρέπει να υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ των οπαδών, των παικτών και της πόλης. Εμείς οι παίκτες είμαστε εξαιρετικά προνομιούχοι και τυχεροί που κάνουμε κάτι που αγαπάμε. Ξέρουμε όμως ότι υπάρχουν και άνθρωποι λιγότεροι τυχεροί και γι’αυτό θέλουμε να βοηθήσουμε. Όλοι ξέρουμε ότι η ζωή μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή. Τη μια στιγμή μπορεί να παίζεις στο ‘Σέντ Τζέιμς Παρκ’ και την επόμενη να χτυπήσεις σοβαρά και να είσαι τελειωμένος. Όπως μπορεί να συμβεί σε κάθε δουλειά. Το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει ανθρώπους. Θα ήθελα να υπάρξουν κι άλλες τέτοιες ιδέες».

«Football can be more than football». Μια τόσο απλή κουβέντα ενός 22χρονου ποδοσφαιριστή η οποία συνοψίζει όλο αυτό το εγχείρημα των φιλάθλων της Νιούκαστλ, που προσπαθούν να συνδυάσουν την αγάπη τους για την ομάδα της πόλης τους με μια σημαντική βοήθεια προς κάποιους συμπολίτες τους, που μπορεί για διάφορους λόγους να βρέθηκαν σε μια δύσκολη θέση αλλά, πάνω απ’όλα, παραμένουν άνθρωποι. Όπως χαρακτηριστικά λέει άλλωστε ο υπέροχος Ντάνιελ Μπλέικ στην ταινία:

«Δεν είμαι φυγόπονος, απατεώνας, ζητιάνος ή κλέφτης. Δεν είμαι αριθμός ασφάλισης ή μια κουκκίδα στην οθόνη ενός υπολογιστή. Δεν περπατώ σκυφτός αλλά κοιτάω τον γείτονα μου στα μάτια και τον βοηθάω αν μπορώ. Ούτε ζητώ, ούτε δέχομαι ελεημοσύνη. Με λένε Ντάνιελ Μπλέικ. Είμαι άνθρωπος, όχι σκυλί. Απαιτώ να μου φέρονται με σεβασμό. Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ είμαι ένας πολίτης. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο».

H ιστορία μιας άσημης μινιατούρας

  [2 Σχόλια]

Να γράψω τι σημαίνει το κύπελλο Αγγλίας για τους περισσότερους φίλους του ποδοσφαίρου το θεωρώ περιττό. Είναι ο αρχαιότερος ποδοσφαιρικός θεσμός και όλοι θέλουν να το κατακτήσουν -κυρίως οι βρετανοί παίκτες και προπονητές- και φυσικά είναι η διοργάνωση με τις περισσότερες -μεγάλες- εκπλήξεις στην ιστορία του ποδοσφαίρου (και δεν υπερβάλλω καθόλου). Στη διοργάνωση της τρέχουσας σεζόν η μεγάλη έκπληξη έγινε από τη Λίνκολν Σίτι, ομάδα -κρατηθείτε- της 5ης κατηγορίας της Αγγλίας (η γνωστή σε όλους όσους αγαπάμε το νησιώτικο ποδόσφαιρο National League). Η  οποία και έφτασε μέχρι και τα προημιτελικά, όπου και γνώρισε τον αποκλεισμό από την Άρσεναλ με το βαρύ 5-0. Εννοείται πως κανείς φίλος της ομάδας δεν πειράχτηκε ιδιαίτερα και δεν στεναχωρήθηκε από αυτή την ήττα. Δεν ήταν άλλωστε μια αναπάντεχη ήττα μα ένας -σχεδόν- σίγουρος αποκλεισμός, ας μη γελιόμαστε. Αυτή ήταν μάλιστα η πρώτη φορά από το 1914 που ομάδα από την 5η κατηγορία φτάνει στην τελική οχτάδα του κυπέλλου Αγγλίας. Η μικρή -και άσημη- Λίνκολν Σίτι κατάφερε να γράψει με χρυσά γράμματα το όνομά της στην ιστορία του ιστορικού θεσμού, χωρίς εννοείται να καταφέρει να φτάσει σε ένα τελικό, και αυτό από μόνο του είναι κάτι εξαιρετικά όμορφο και σπουδαίο. Ελπίζω να συμφωνούμε μέχρι εδώ.

Προπονητής και αναμορφωτής της ομάδας είναι ένας παλιός σκληροτράχηλος μέσος που ξεκίνησε από την ακαδημία της Γουίμπλεντον, αρκετά χρόνια μετά την crazy gang του Βίνι Τζόουνς και του Τζον του Φασάνου, και είναι τρελός και παλαβός με ακόμα ένα ιστορικό Λονδρέζικο κλαμπ, αυτό της Γουέστ Χαμ. Το όνομα του νεαρού μάνατζερ (ετών 38 παρακαλώ); Ντάνι Κόουλεϊ. Ένα όνομα που όλοι πίνουν νερό στα Ανατολικά Μιντλαντς και την πόλη του Λίνκολν και θα συνεχίσουν να πίνουν για πολύ καιρό ακόμα μιας και η ομάδα -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- από του χρόνου θα βρίσκεται στη League Two, καθώς βρίσκεται στην πρώτη θέση του βαθμολογικού πίνακα, έχοντας μάλιστα και ένα παιχνίδι λιγότερο από τη 2η Τράνμιρ Ρόβερς. Η αγάπη προς το πρόσωπο του Κόουλεϊ είναι τόσο μεγάλη που φίλοι της ομάδας έφτιαξαν μια μινιατούρα του προπονητή τους φέρνοντας στο νου τις μινιατούρες που είχαν προκαλέσει πάταγο πριν περίπου 10-12 χρόνια. Aρκετοί από εμάς είχαμε σπαταλήσει τότε μια μικρή περιούσια για να αποκτήσουμε αγαπημένους παίκτες και ομάδες ολόκληρες.

Η φιγούρα είναι ανεπίσημη και δεν βγήκε με τη συγκατάθεση της ομάδας, αν και κάτι μου λέει πως δεν πρόκειται να πειραχτεί και ιδιαίτερα κανένας από τη διοίκηση της Λίνκολν. Λογικά πρόκειται να συμβεί το ακριβώς αντίθετο και ίσως δούμε τη φιγούρα να μπαίνει σε όλα τα σπίτια των φίλων της πόλης και όχι μόνο. Από την άλλη, προσωπικά, ζήλεψα μιας και σκέφτηκα πόσο καλύτερη θα ήταν η δική μας «ποδοσφαιρική καθημερινότητα» αν είχαμε παρόμοιες μινιατούρες με τη μορφή θρυλικών μορφών των πάγκων όπως αυτές του Γιώργου Φοιρού, του Μπάμπη του Τεννέ και του τρισμέγιστου και τιτανοτεράστιου Νίκου Αλέφαντου.

Η τελευταία προσπάθεια του Τόμας Ροζίτσκι

  [6 Σχόλια]

Σε κάθε γενιά ποδοσφαιριστών υπάρχουν κι αυτοί που τελικά δεν δικαίωσαν τις προσδοκίες του κόσμου, των προπονητών ή ακόμα και των διοικήσεων που ξόδεψαν χρήματα. Όταν συμβαίνει εξαιτίας έλλειψης μυαλού στο κρανίο, δεν ενοχλεί τόσο. Είναι θέμα του κάθε Αντριάνο π.χ. να καταστρέψει μια καριέρα που θα μπορούσε να είναι τεράστια. Όταν γίνεται εξαιτίας τραυματισμών όμως, ειδικά σε παίκτες που «μεγάλωσες» μαζί τους σε ενοχλεί αρκετά. Αν κάτσω να σκεφτώ θα βρω αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δυο ονόματα θα μου έρθουν σχεδόν αμέσως. Το ένα του πολυαγαπημένου Παμπλίτο Αϊμάρ. Το δεύτερο του Τόμας Ροζίτσκι.

Η αλήθεια είναι ότι είχα ξεχάσει πού βρίσκεται ο μικρός Μότσαρτ, μέχρι που διάβασα τον τίτλο μιας είδησης. «Χάνει το υπόλοιπο της σεζόν ο Ροτζίτσκι» έγραφε το άρθρο. Στα 36 του πλέον, ο Τσέχος γύρισε πίσω στην Σπάρτα Πράγας το καλοκαίρι που μας πέρασε. Εκεί που όλα ξεκίνησαν. Σύμφωνα με τα στατιστικά έχει αγωνιστεί μόλις 19 λεπτά περίπου, σε ένα ματς με την Μπλάντα Μπόλεσλαβ τον Σεπτέμβριο. Από τότε τίποτα. Αν διαβάσει κάποιος την λίστα τραυματισμών στην καριέρα του, είναι σαν να βλέπει φοιτητής ιατρικής το πρόγραμμα σπουδών της σχολής. Από τα πόδια και την κοιλιά, μέχρι τη σπασμένη μύτη και ασθένειες, ο Ροζίτσκι τα έχει περάσει όλα.

Ένας παίκτης με σπάνιο ταλέντο, που δεν φοβάται να μπει στα ζόρια και να κάνει το τάκλιν παρά τη σωματοδομή του, να βάλει τα πόδια του σε κόντρες, με φοβερό σουτ και ένα καλλιτεχνικό εξωτερικό, ένας αρτίστας που πάντα όταν έπαιζε (έστω και για αλλαγή γιατί είχε χάσει τη θέση του μετά από κάποιον ακόμα τραυματισμό) κολλούσα στην οθόνη για να δω τις limited edition εμφανίσεις του. Η καριέρα του δεν ήταν κακή. Κατέκτησε μία Μπουντεσλίγκα, πήρε κύπελλα στην Αγγλία με την Άρσεναλ, πάντα όμως υπήρχε αυτό το «αλλά», ότι η ποιότητά του θα τον έκανε ακόμα πιο σημαντικό και θα οδηγούσε σε παραπάνω τίτλους. Θα μπορούσε ίσως να είχε πάρει και ένα Euro, αλλά εκεί πέτυχε την Ελλάδα, θα μπορούσε να είχε κατακτήσει ένα ΟΥΕΦΑ, αλλά το έχασε στον τελικό. Τα ματς που έκανε σαν αριθμός δεν είναι λίγα, αλλά αν δει κάποιος τα συνολικά λεπτά θα καταλάβει αρκετά. Ειδικά την τελευταία περίπου δεκαετία στην Άρσεναλ. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολύ κόσμο ο Ροζίτσκι είναι ακόμα συνυφασμένος με τη Ντόρτμουντ (και τον Κόλερ βεβαίως), παρ’ ότι έπαιξε τα μισά περίπου χρόνια εκεί από όσα έμεινε στο Λονδίνο. Έκανε σχεδόν τα ίδια ματς στο πρωτάθλημα της Γερμανίας με όσα έκανε στην Άρσεναλ.

Το καλοκαίρι όταν έμεινε ελεύθερος από την Άρσεναλ (και αποθεώθηκε από παίκτες και οπαδούς για τα όσα προσέφερε) πέρασε από το μυαλό του να τα παρατήσει. Ο ίδιος όμως έπαιρνε μηνύματα από τον κόσμο να συνεχίσει. «Δεν ήθελα να σταματήσω έτσι το ποδόσφαιρο. Εξαιτίας ενός τραυματισμού. Δεχόμουν μηνύματα από όλο τον κόσμο. Ένα αγοράκι από έναν καταυλισμό στη Συρία μου έγραψε ότι μια από τις λίγες ελπίδες που έχει είναι να με δει να αγωνίζομαι ξανά. Είδα την τεράστια σημασία που έχει το ποδόσφαιρο στις ζωές των ανθρώπων. Μου έδωσε κουράγιο να συνεχίσω. Έπαιξε ρόλο στην απόφασή μου και να μην τελειώσω την καριέρα μου καθισμένος σε έναν πάγκο».

Άνθρωπο που ξεκινάει το mix-tape του με Master of Puppets να τον αγαπάς

Τα χρόνια έχουν περάσει όμως, ο Ροζίτσκι συνεχίζει να ταλαιπωρείται, το κορμί δεν αντέχει. Με μόλις 19 λεπτά εξαιτίας των ενοχλήσεων και στα 36 προς τα 37, αποφάσισε να μπει στο μαρτύριο να κάνει εγχείριση στον αχίλλειο αντί να πει «τέλος, φτάνει τόσο». Αποφασισμένος να παίξει του χρόνου στην Σπάρτα, να προλάβει την αρχή της νέας σεζόν. Για τα λεφτά; Έχει ήδη αρκετά και το συμβόλαιό του στην Τσεχία δεν θα είναι λογικά τόσο μεγάλο. Για τη δόξα; Μόνο σε τοπικό επίπεδο. Μάλλον γιατί του αρέσει η μπάλα, είναι αυτό που ξέρει να κάνει, ξέρει να το κάνει όμορφα και το αγαπάει. Ο πιο νέος παίκτης στην εθνική Τσεχίας το 2000 και ο πιο μεγάλος το 2016, θέλει να γυρίσει. Ακόμα κι αν δεν το καταφέρει, ξέρει ότι θα έχει προσπαθήσει. Και παρ’ ότι είδαμε μόνο ψήγματα του ταλέντου του, δεν θα μπορούμε να τον κατηγορήσουμε ότι το έβαλε ποτέ κάτω.

«Είναι όπως κι η ζωή. Αν υπάρχει ελπίδα, πρέπει να παλεύεις. Θα δοκιμάσω ξανά.»

64 χρόνια μετά: To πιο κουλ χατ-τρικ

  [4 Σχόλια]

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ διέθετε πάντα στο ρόστερ της κορυφαίους Βρετανούς ποδοσφαιριστές. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέχρι και σήμερα τη φανέλα της φορούσαν πάντα παίκτες γεννημένοι στο Νησί που είχαν το χάρισμα να εξελίσσονται και σε ηγέτες. Aπό τον αμυντικό Τσάρλι Ρότζερς -στα πρώτα χρόνια της ομάδας- στον Φρανκ Μπάρσον και από εκεί στον σπουδαίο Σκοτσέζο Μπιλ ΜακΚέι και τον Μπίλι Φουλκς. Ακολούθησε ο Ντένις Λόου, ο Τζωρτζ Μπεστ, ο Μπόμπι Τσάρλτον, ο Μαρκ Χιουζ, ο Μπράιαν Ρόμπσον και φυσικά η «τάξη του ’92», πριν φτάσουμε στο σήμερα. Στον Γουέιν Ρούνεϊ δηλαδή και στα ρεκόρ του. Όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό άφησα εκτός πολλούς -πάρα πολλούς για την ακρίβεια- γιατί θα έπρεπε να γράφω ονόματα για καμιά ώρα και -εννοείται πως- έγραψα τους πρώτους που μου ήρθαν στο μυαλό. Τίμια πράγματα που λένε και στο χωριό μου. Ένας από δαύτους είναι και ο κύριος της φωτογραφίας. Ένας εκ των σπουδαιότερων σκόρερ στην ιστορία της ομάδας που όμως -δυστυχώς- δεν έχει κερδίσει τη δόξα που του αναλογούσε στις νεότερες γενιές ποδοσφαιρόφιλων. Το όνομά του, Σταν Πίρσον. Το ταλέντο του απερίγραπτο και -σχεδόν- απίθανο να γίνει κατανοητό με μερικές λέξεις. Οι λέξεις άλλωστε ωχριούν πάντα μπροστά σε μια ωραία εικόνα. Γνωστή και παλιά αυτή η ιστορία και όχι μόνο για αθλητικά (και ποδοσφαιρικά) θέματα.

Για να μπείτε καλύτερα στο νόημα αυτών που θα διαβάσετε παρακάτω, ακούστε κι αυτό:

Το κείμενο αυτό, για λόγους που γνωρίζει μόνο ο συντάκτης (εγώ δηλαδή) και δεν θα τους αναλύσουμε, δεν γίνεται να μείνει μόνο στο ποδοσφαιρικό κομμάτι. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή όπου η Γιουνάιτεντ δεν είχε γίνει ακόμα μεγαθήριο. Στον πάγκο της υπήρχε ο σπουδαίος Ματ Μπάσμπι (πριν γίνει Σερ), στον παγκόσμιο κινηματογράφο δέσποζαν ταινίες όπως ο «Ερίκος ο 8ος» και το «Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας» του Γουίλιαμ Γουάιλερ και φυσικά το ανδρικό στυλ χαρακτηρίζονταν από αρρενωπότητα στα όρια του σούπερ-κουλ, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στα γήπεδα από παίκτες και απλούς φιλάθλους. Μια τέτοια, χαρακτηριστική περίπτωση ήταν και ο Πίρσον. Γεννήθηκε στο Σάλφορντ το 1919 και υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο με τους «κόκκινους διαβόλους» στα 17 του, τιμώντας τη φανέλα της ομάδας για 19 ολόκληρα χρόνια. Αν έβλεπες τον Σταν Πίρσον εκτός γηπέδου δεν μπορούσες να καταλάβεις πολλά για την προσωπικότητά του και με τι ακριβώς ασχολείται. Με παρουσιαστικό που παρέπεμπε σε σταρ του σινεμά δεν ήταν εύκολο να πιστέψει ο οποιoσδήποτε πως αυτός ο άνδρας απλά κλωτσάει ένα τόπι. Μια παρουσία που είχε κάτι το αινιγματικό, το περίεργο, το εντελώς διαφορετικό όσο και εκείνο το μελαγχολικό βλέμμα του «Επαναστάτη χωρίς αιτία». Του θρυλικού Τζέιμς Ντιν. Ο Πίρσον από την άλλη και επαναστατικός ήταν στον τρόπο που έβλεπε το παιχνίδι και αιτία είχε που ακολούθησε το επάγγελμα του ποδοσφαιριστή. Με -σχεδόν- 150 γκολ σε 350 εμφανίσεις με τη φανέλα της μεγάλης ομάδας του Μάντσεστερ δεν μπορείς να πει κανένας πως δεν έκανε καλά τη δουλειά του.

Οι κορυφαίες στιγμές της καριέρας του Πίρσον ήταν το κύπελλο του ’48  και φυσικά το πρωτάθλημα του ’52 αν και πάντα θα μνημονεύεται για ένα σπουδαίο προσωπικό επίτευγμα, κόντρα μάλιστα όχι σε κάποια τυχαία ομάδα αλλά στη μεγαλύτερη αντίπαλο της Γιουνάιτεντ. Την Λίβερπουλ. Το ημερολόγιο έγραφε 11 Σεπτεμβρίου του 1946 και η Γιουνάιτεντ υποδέχονταν τους «κόκκινους» στο Όλντ Τράφορντ σε μια αναμέτρηση που περίμενε όλος ο φίλαθλος κόσμος του νησιού και μόνο, μιας και δεν υπήρχαν τηλεοράσεις και live streaming. Η Λίβερπουλ μπορεί στο τέλος της χρονιάς να πανηγύρισε το πρωτάθλημα αφήνοντας οριακά 2η τη Γιουνάιτεντ με -1 (κατακτώντας το 5ο πρωτάθλημα της τεράστιας ιστορίας της) μα εκείνη τη μέρα έμελλε να γνωρίσει μια από τις μεγαλύτερες της ήττες σε παρόμοιο «ντέρμπι». Το τελικό 5-0 είχε αφήσει πολλά χαμόγελα αισιοδοξίας στην ομάδα του Μπάμπσι, και όχι μόνο για το σκορ. Ο επιθετικός της ομάδας Σταν Πίρσον είχε σκοράρει χατ-τρικ γράφοντας ένα ρεκόρ που ολόκληρος ο ποδοσφαιρικός πλανήτης περίμενε 64 ολόκληρα χρόνια για να το ζήσει ξανά. Και όχι από κάποιον Βρετανό, ούτε από κάποιον Γάλλο, με το όνομα Ερίκ Καντονά, ούτε από τη φονική Ολλανδική μηχανή που άκουγε στο όνομα Ρουντ Φαν Νίστελροϋ. Αυτός ο κάποιος δεν ήταν άλλος από τον Βούλγαρο Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ. Ένα ποδοσφαιριστή που άγγιζε (και ξεπερνούσε) σε επίπεδα στυλ, αρρενωπότητας και κουλ ύφους ακόμα και τον Πίρσον. Γιατί ο Ντίμιταρ ο Μπερμπάτοφ ήταν, είναι και θα είναι η επιτομή του κουλ και μόνο αυτός θα μπορούσε να έχει ισοφαρίσει το ρεκόρ του παλιού άσσου της Γιουνάιτεντ με τόσο τέλειο τρόπο.

Ο Μπερμπάτοφ θα μπορούσε να είναι ο ανιψιός του Μάικλ Κορλεόνε στο τρίτο μέρος του Νονού ή εκείνος ο σπάνιος χαρακτήρας άνδρα στο εξαιρετικό «Όταν ένας άνδρας αγαπάει μια γυναίκα» ή ακόμα και ο Σεμπάστιαν στο αξεπέραστο La la land, για να ξεφύγουμε λιγάκι κι από τις παρομοιώσεις με τον σπουδαίο Άντι Γκαρσία (στις μέρες μας άλλωστε υπάρχει και ο Ράιαν ο Γκόσλινγκ). ‘Ηταν 20 Σεπτεμβρίου του 2010 όταν η Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είχε υποδεχτεί την Λίβερπουλ για την 5η αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ και είχε επικρατήσει με 3-2 χάρις στο μυθικό χατ-τρικ του Μπερμπάτοφ, βυθίζοντας τους «κόκκινους» στην 16η θέση της βαθμολογίας με μόλις 5 βαθμούς. Είχαν περάσει 64 ολόκληρα χρόνια για να δει το κοινό της Γιουνάιτεντ κάποιον παίκτη να σκοράρει τρία τέρματα κόντρα στην Λίβερπουλ και αυτός ο κάποιος δεν ήταν κανένας τυχαίος παίκτης.

Το κολλημένο μαλλί αλά Άντι Γκάρσια παρέπεμπε στον Πίρσον όσο και εκείνος ο χαλαρός τρόπος που ο Μπέρμπα υποδέχονταν τη μπάλα με εκείνο το μαγικό του κοντρόλ. Οι πολύ παλιοί είχαν αρχίσει να θυμούνται ιστορίες και να συγκρίνουν ακόμα και το ύψος που είχε σηκωμένο ο Πίρσον το γιακά του (κάτι που έκανε και ο Μπερμπάτοφ αρκετές φορές) ή ακόμα και το πόσο έμοιαζαν οι δύο αστέρες στον τρόπο που κινούνταν -νωχελικά είναι η αλήθεια- αρκετές φορές στο χώρο ψάχνοντας εκείνη την μαγική στιγμή για να το παστελώσουν, που λέμε και στα μέρη μου. Τελικά σε αυτή τη ζωή ίσως να μην είναι τίποτα τυχαίο και όλα απλά να έρχονται και να φεύγουν με ένα τρόπο μυστήριο και καρμικό. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι δύο μοναδικοί παίκτες της Γιουνάιτεντ που έχουν σκοράρει χατ-τρικ όλα αυτά τα χρόνια κόντρα στην μεγάλη ομάδα του Μερσεϊσάιντ ήταν δύο πολύ κουλ τύποι που έμοιαζαν τόσο εμφανισιακά όσο και παικτικά. Μένει να δούμε ποιος θα είναι ο επόμενος που θα τα καταφέρει, αν τα καταφέρει ποτέ, ελπίζοντας (οι φίλοι της ομάδας) πως δεν θα περιμένουν ακόμα 64 χρόνια.

Πέρα από τα γκολ και τους τίτλους

  [2 Σχόλια]

Στα 12 του ο Λι Τζόνσον ήταν σαν ένα οποιοδήποτε φυσιολογικό παιδί. Πήγαινε σχολείο, οι δάσκαλοι έλεγαν ότι θα έχει λαμπρό μέλλον και πήγαινε στο γήπεδο να δει την αγαπημένη του ομάδα την Έβερτον. Κάπου εκεί στην κεντρική κερκίδα του Γκούντισον έκανε όνειρα. «Αυτό θέλω να κάνω, θα ήθελα να δουλεύω στο ποδόσφαιρο κάποια μέρα» σκεφτόταν, βλέποντας τους Μπλε στο γήπεδο, βλέποντας την ιεροτελεστία στις εξέδρες. Η ζωή του όμως πήρε άλλη πορεία. Εκείνη την περίοδο άρχισε να μαθαίνει το αλκοόλ, αλλά και τα ναρκωτικά.

«Φαινόμουν ένα κανονικό παιδί 12-13 χρονών. Ξεκίνησα με ελαφριά, αλλά αυτά έφεραν και τα υπόλοιπα. Οι γονείς μου, οι δάσκαλοι, οι φίλοι μου δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Κάπνιζα χόρτο, μετά έπαιρνα LSD, μετά ecstasy και παράλληλα έπινα. Όταν στα 15-16 άρχισαν τα πιο σκληρά, δεν μπορούσα να το κρύψω πλέον. Έφευγα από το σπίτι συχνά και στο τέλος κατέληξα σε χόστελς για άστεγους νέους. Άρχισα να πουλάω ναρκωτικά. Η ηρωίνη δεν έγινε απλά μέρος της ζωής μου, ήταν η ζωή μου». Όπως λέει κι ο ίδιος στο παρακάτω βίντεο, έμαθε την ηρωίνη στα 16 του και μια σχέση εξάρτησης ξεκίνησε. Μια σχέση στην οποία ο Λι κέρδιζε μερικές στιγμές φτιαξίματος, αλλά έχανε όλα τα άλλα. Ήταν άστεγος, χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά, μακριά από την οικογένειά του. Κοιμόταν δίπλα σε κάδους, σε στάσεις λεωφορείων και σε εσοχές σε πόρτες. Ο χειμώνας στο Λίβερπουλ δεν είναι παιχνιδάκι. «Νιώθεις άρρωστος, ξυπνάς και είσαι παγωμένος. Δεν κρυώνεις απλά, είναι κάτι πολύ παραπάνω, νιώθεις να έχουν παγώσει τα κόκαλά σου».

Η ιστορία του Λι Τζόνσον από τον ίδιο (με έντονη scouse προφορά)

Στα 30 του πλέον δεν ήταν πιτσιρικάς και κανείς δεν δεχόταν να τον φιλοξενήσει. Ο Λι έμενε στους δρόμους. Τα δυο μοναδικά μελήματα ήταν να βρει κάτι να φάει και να βρει ναρκωτικά. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο. Η ζωή του Λι θα ήταν ακόμα μία ιστορία κάποιου ανθρώπου που δεν μάθαμε ποτέ, αν δεν πήγαινε στο κέντρο Whitechapel, μια φιλανθρωπική οργάνωση για τους άστεγους του Λίβερπουλ. Αρχικά βρήκε κάπου να μένει, αποφάσισε κι ο ίδιος ότι δεν υπήρχε άλλη λύση από το να κόψει τα ναρκωτικά και στη συνέχεια άρχισε να συμμετέχει κι ο ίδιος ως εθελοντής.  Εκεί γνώρισε τους ανθρώπους της Έβερτον, μια που η αγαπημένη του ομάδα συμμετέχει ενεργά στην συγκεκριμένη οργάνωση. Ο Λι έπαιξε μπάλα με την ομάδα του Whitechapel κόντρα στους μικρούς της Έβερτον και καθώς ήταν καθαρός για αρκετό καιρό,  έγινε εθελοντής στο πρόγραμμα της Έβερτον για ανθρώπους που πάσχουν από άνοια. Αυτό ήταν η αρχή.

Πήρε δίπλωμα προπονητή και κοουτσάρει ανθρώπους σαν αυτόν στην ποδοσφαιρική ομάδα του Whitechapel. Επειδή ακριβώς τα έχει ζήσει όλα, ξέρει πολύ καλά τι νιώθουν οι ίδιοι, πώς πρέπει να τους προσεγγίσει. Παράλληλα είναι ξεναγός στις επίσημες τουρνέ που γίνονται στο Γκούντισον Παρκ και βοηθάει και σε άλλες φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες της ομάδας του. Το βασικότερο ίσως, ξανάφτιαξε τη σχέση του με την οικογένειά του. Το Δεκέμβριο που μας πέρασε, τιμήθηκε από την αγαπημένη του ομάδα για την προσφορά του, μαζί με αρκετούς «συνοπαδούς» του που βοηθούν κι αυτή την τοπική κοινωνία. Ήταν μια έκπληξη για τον ίδιο,  καθώς θεωρεί ότι αυτός χρωστάει στο σύλλογο και όχι το αντίστροφο.

«Κοιτάζοντας τα πράγματα, η αλήθεια είναι ότι η αγαπημένη μου ομάδα ήταν αυτή που μου έσωσε τη ζωή. Οι άνθρωποι της Έβερτον με έκαναν να σταθώ στα πόδια μου. Δεν νομίζω ότι θα το κατάφερνε κάποιος άλλος. Δεν αγαπώ πολλά πράγματα, αλλά η Έβερτον είναι ένα από αυτά και τελικά έκανε τη διαφορά».

Ο προπονητής της U23, εθελοντής στο Whitechapel

Με τον αριθμό των αστέγων στη Βρετανία να έχει φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και μια εξαετία (πάνω από 4000 άνθρωποι κοιμούνται κάθε βράδυ έξω), η ανάγκη για μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία είναι τεράστια. Η Έβερτον συνεχίζει με την πρωτοβουλία της «Everton in the Community» να βοηθάει τον κόσμο και να προσπαθεί να δημιουργήσει νέες περιπτώσεις σαν του Λι που εδώ και 5 χρόνια είναι καθαρός και προσφέρει. Το Νοέμβριο, ο προπονητής της U23 και παλιός ιστορικός σέντερ μπακ της ομάδας Ντέιβιντ Άνσγουορθ πήρε την ομάδα του και κοιμήθηκαν ένα βράδυ (μαζί με αρκετούς ακόμα εθελοντές) στο Γκούντισον Παρκ. Όχι μόνο για να δουν οι μικροί το πόσο δύσκολο είναι να κοιμάσαι χωρίς μια στέγη από πάνω σου, αλλά για να μαζέψουν και χρήματα για τους άστεγους. Στόχος είναι να συγκντρωθούν περίπου 200 χιλιάδες λίρες, ώστε ο σύλλογος να αγοράσει ένα σπίτι κοντά στο γήπεδο που θα μπορεί να φιλοξενεί αστέγους 16 με 23 ετών. Θρύλοι του συλλόγου όπως ο Ντάνκαν Φέργκιουσον βοηθούν οικονομικά, ενώ και μερικοί από τους ταλαντούχους παίκτες όπως ο Τομ Ντέιβις προσφέρουν εθελοντικά. Μακριά από τα εισιτήρια για το Τσάμπιονς Λιγκ, τις κούπες, τις μεταγραφές, τις νίκες και τις ήττες, το ποδόσφαιρο πρέπει να επιβεβαιώνει τον ορισμό του ως «κοινωνικό φαινόμενο», προσφέροντας στις κοινωνίες από τις οποίες συντηρείται και το ίδιο.

Η μέρα που η Σίτι έπαιξε με δύο τερματοφύλακες

  [5 Σχόλια]

Στο ποδόσφαιρο βλέπεις πολλά. Βλέπεις κάποιον παίκτη να παίζει τερματοφύλακας όταν δεν υπάρχει άλλη αλλαγή (ή άλλος τερματοφύλακας). Βλέπεις προπονητές να αλλάζουν τερματοφύλακες πριν τα πέναλτι, για να μπει αυτός με το PhD στις αποκρούσεις. Σέντερ μπακ να παίζουν επιθετικοί στα τελευταία λεπτά μπας και εκμεταλλευτούν καμία γιόμα. Και φυσικά τερματοφύλακες να προωθούνται στα κόρνερ στο τέλος. Όλα αυτά γίνονται. Όχι συχνά, αλλά δεν μας εκπλήσσουν.

Αντίθετα, αυτό που έγινε την τελευταία αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ του 2004-05 δεν το βλέπεις συχνά. Η Μάντσεστερ Σίτι υποδεχόταν την Μίντλεσμπρο. Πριν μπουν οι λεφτάδες στη Σίτι, η ομάδα έδινε μάχες για τη σωτηρία ή για καμιά έξοδο στην Ευρώπη. Έτσι και σ’ εκείνο το παιχνίδι που οι δυο ομάδες έδιναν μάχη για την 7η προνομιούχο θέση που έβγαζε στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Η Σίτι ήθελε μόνο τη νίκη, ενώ η Μπόρο βολευόταν και με ισοπαλία. Οι φιλοξενούμενοι προηγήθηκαν με το απευθείας φάουλ του αγαπημένου Τζίμι του Φλόιντ του Χάσελμπαϊνκ και η Σίτι ισοφάρισε με τον Κίκι Μουσάμπα στο 2ο ημίχρονο, αλλά η Μπόρο με ηγέτη τον μπανταρισμένο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ κρατούσε το πολύτιμο 1-1.

Ο Στιούαρτ Πιρς που ουσιαστικά ξεκινούσε την προπονητική του καριέρα εκείνη τη σεζόν, πιθανότατα να έβλεπε μεξικάνικο πρωτάθλημα και να θυμόταν το επίτευγμα του Χόρχε Κάμπος. Δεν εξηγείται αλλιώς η έμπνευσή του. Με το ρολόι να δείχνει 88′ και αρκετές καθυστερήσεις, αποφάσισε να πάρει ένα φοβερό ρίσκο. Απέσυρε τον χαφ Κλαούντιο Ρέινα και στη θέση του πέρασε τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα Νίκι Γουίβερ. Ταυτόχρονα προώθησε τον βασικό μέχρι εκείνη στιγμή Ντέιβιντ Τζέιμς σε ρόλο επιθετικού. Φαντάσου να είσαι ο αναπληρωματικός επιθετικός Τζον Μάκεν (μεταγραφή 5 εκατομμυρίων) και να βλέπεις τον κόουτς να προτιμά στα πιο κρίσιμα δευτερόλεπτα της σεζόν τον τερματοφύλακα από σένα (εισαγωγή με πένθιμο βιολί και δάκρυα στο χορτάρι).

Ο Τζέιμς έβγαλε τα γάντια, φόρεσε φανέλα (που έγραφε Γουίβερ 1) και ανέλαβε τη δύσκολη δουλειά. Τα άρθρα της εποχής αναφέρουν ότι γύριζε στο χορτάρι σαν ακεφάλη στρουθοκάμηλος και σαν μεγαλύτερό του επίτευγμα ένα τάκλιν που παραλίγο να κόψει στα δύο τον άτυχο Ντορίβα, αφού έκανε τσαφ αρχικά στην προσπάθειά του να σουτάρει. Ο Πιρς δήλωσε ότι το είχε σκεφτεί, όταν καθόταν Σάββατο βράδυ σπίτι του και αναρωτιόταν τι θα κάνει αν χρειάζεται γκολ στα τελευταία δευτερόλεπτα. Δεν δήλωσε τι έπινε εκείνο το βράδυ. «Ήθελα να τους αναστατώσω» εξήγησε. Θα μπορούσε κανείς (χαριστικά) να πει ότι τα κατάφερε. Η Σίτι στις καθυστερήσεις κέρδισε πέναλτι, όχι φυσικά χάρη στον Τζέιμς, αλλά ας πούμε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναστάτωσης. Ο Ρόμπι Φάουλερ όμως νικήθηκε από τον Σβάρτσερ, το 1-1 παρέμεινε και η Μπόρο όχι μόνο κέρδισε την έξοδό της στο ΟΥΕΦΑ, αλλά έφτασε μέχρι και στον τελικό. Ο Στιούαρτ Πιρς επανέλαβε το ίδιο κόλπο κάποια χρόνια αργότερα ως προπονητής της U21 της Αγγλίας, αλλά το έκανε λόγω τραυματισμών όπως δήλωσε. Σε μια τεράστια καριέρα γεμάτη αρκετές μεγάλες αποκρούσεις, αλλά και πάρα πάρα πολλές γκέλες, ο Ντέιβιντ Τζέιμς έχει να περηφανεύεται και για τα λεπτά που έπαιξε ως σέντερ φορ.

Οι 13 ξένοι της Πρέμιερ Λιγκ τον Δεκαπενταύγουστο του 1992

  [3 Σχόλια]

Στις μέρες μας η Πρέμιερ Λιγκ είναι το διασημότερο, δυσκολότερο και καλύτερο πρωτάθλημα σε ολόκληρη την Ευρώπη και κατ’ επέκταση στον κόσμο. Ένα πρωτάθλημα γεμάτο σπουδαίους παίκτες από τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και πολλούς ξένους από όλα τα μήκη και τα πλάτη των πέντε ηπείρων. Για την ακρίβεια, πάρα πολλούς ξένους. Αναλογικά στην Πρέμιερ Λιγκ αγωνίζονται οι περισσότεροι ξένοι από κάθε άλλο μεγάλο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Αλλά -ευτυχώς ή δυστυχώς- δεν ήταν πάντα έτσι. Για την ακρίβεια στις 20 Φεβρουαρίου του 1992, τη μέρα δηλαδή που το πρωτάθλημα άλλαξε ονομασία και έγινε επισήμως Πρέμιερ Λιγκ, στις 22 ομάδες που έπαιζαν στην μεγάλη κατηγορία δεν υπήρχαν πολλοί ξένοι ποδοσφαιριστές. Πόσο μακρινός φαντάζει αυτός ο αριθμός στις μέρες μας και πόσο ‘περίεργη’ και ‘ξένη’ φαντάζει εκείνη η εποχή είναι εύκολο να το αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε αρκεί να ρίξει μια ματιά στα ρόστερ των ομάδων και στα 13 ονόματα των παικτών που θα δείτε παρακάτω. Αυτοί ήταν οι μοναδικοί ξένοι παίκτες που αγωνίστηκαν την 1η αγωνιστική της παρθενικής Πρέμιερ Λιγκ, τον Δεκαπενταύγουστο του 1992.

[διάβασε περισσότερα →]

Μια μικρή ωδή στον Φράνκι Λάμπαρντ

  [5 Σχόλια]

Για να φτάσεις στην κορυφή χρειάζονται αγώνες και θυσίες. Χρειάζεται να παλέψεις, να ματώσεις, να πονέσεις για να αποδείξεις πως αξίζεις (αν αξίζεις) ακόμα και αν προέρχεσαι από μια διάσημη οικογένεια, με μεγάλη ιστορία (και παράδοση) πάνω στο αντικείμενό σου. Μια τέτοια περίπτωση -στο χώρο του ποδοσφαίρου- είναι και ο Άγγλος ποδοσφαιριστής Φρανκ Λάμπαρντ. Τι και αν έχει πατέρα τον θρύλο της Γουέστ Χαμ, Φρανκ Λάμπαρντ (τον πρεσβύτερο). Τι και αν ο Χάρι Ρέντκναπ είναι θείος του. Τι και αν μεγάλωσε βλέποντας τον ξάδερφό του Τζέιμι (Ρέντκναπ) να εξελίσσεται σε ένα σπουδαίο παιδί-θαύμα για το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ο Φρανκ Λάμπαρντ δεν είδε τίποτα να του χαρίζεται. Δούλεψε το -σπάνιο είναι η αλήθεια- ταλέντο του και έγινε, για πολλούς, ο κορυφαίος μέσος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Εδώ και λίγες μέρες ο Φράνκι (όπως είναι γνωστός στις τάξεις των φίλων της Τσέλσι) σταμάτησε επίσημα την πλούσια επαγγελματική του καριέρα και εμείς εδώ στο el sombrero δεν μπορούσαμε να μην του αφιερώσουμε μερικές όμορφες λέξεις. Πιστέψτε με, όσο και αν κάποιος δεν γουστάρει την Τσέλσι, δεν γίνεται να μη συμπαθεί τον Φρανκ Λάμπαρντ και να μην σέβεται την ποδοσφαιρική του αξία.

«Θυμάμαι να οδηγώ για τέσσερις ώρες χαρούμενος μετά το επιτυχημένο δοκιμαστικό που είχα στη Σουόνσι. Ήμουν τόσο χαρούμενος. Η ομάδα πάλευε για να σωθεί. Όταν άρχιζε να βρέχει (στην Ουαλία) ξεχνούσε να σταματήσει. Η κατηγορία ήταν πολύ σκληρή και τις περισσότερες φορές πλέναμε μόνοι τα ρούχα μας, εγώ ως μικρότερος έπλενα και άλλων συμπαικτών, αλλά ειλικρινά λάτρεψα το πέρασμά μου από τη Σουόνσι. Εκεί κατάλαβα πόσο δύσκολος είναι ο επαγγελματικός χώρος του ποδοσφαίρου. Εκεί έγινα παίκτης. Από τότε πάντα έριχνα και μια ματιά να δω τι είχαν κάνει οι «κύκνοι» κάθε αγωνιστική».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Φρανκ Λάμπαρντ για το δανεισμό του την περίοδο 1995-1996 στη Σουόνσι (στα 17 του χρόνια) ως παίκτης της Γουέστ Χαμ, σε μια περίοδο μάλιστα που προπονητής στην ομάδα ήταν ο Ρέντκναπ και βοηθός προπονητή ο πατέρας του και δείχνουν πολλά για την αξία, την ποδοσφαιρική αντίληψη και την ταπεινότητα που διέθετε από μικρός. Είπαμε και πιο πάνω άλλωστε, τίποτα μα τίποτα δεν του χαρίστηκε. Ο Λάμπαρντ μπορεί να βγήκε από την φημισμένη ποδοσφαιρική ακαδημία της Γουέστ Χαμ (όπως ο Τζο Κόουλ, ο Ρίο Φέρντιναντ και ο Μάικλ Κάρικ) αλλά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του στο Λονδίνο είχε την ρετσινιά του παιδιού που παίζει λόγω του ονόματός του. Όταν στις 31 Ιανουαρίου του ’96  απέναντι στην Κόβεντρι ο Ρέντκναπ έβγαζε τον μέσο Τζον Μονσούρ για να περάσει στη θέση του έναν άγουρο 18χρόνο μέσο, στις κερκίδες οι περισσότεροι φίλοι των «σφυριών» μιλούσαν για το ανελέητο σπρώξιμο που δέχεται η καριέρα του μικρού και για το πόσο υπερεκτιμημένος είναι. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι άλλοι που τα έβαζαν με τον Ρέντκναπ επειδή για να γίνει μέλος της πρώτης ομάδας ο Λάμπαρντ είχε «θυσιαστεί» ένας άλλος νεαρός μέσος, αγαπημένος σε αρκετούς οπαδούς, ο Σκοτ Κάνχαμ. Ο Κάνχαμ είχε πολλούς φανατικούς θαυμαστές από τα χρόνια που έπαιζε στην ακαδημία της Γουέστ Χαμ, με την μετέπειτα πορεία του πάντως να δικαιώνει απόλυτα την επιλογή του Ρέντκναπ. Μετά από μερικά χρόνια -και αφού τον είχαν δει να επιστρέφει από ένα σοβαρό τραυματισμό στα 18 του χρόνια- ήταν οι ίδιοι που τον αποκαλούσαν προδότη, όταν τους άφησε για την Τσέλσι, σε μια περίοδο μάλιστα που το ‘καράβι’ της Γουέστ Χαμ είχαν αφήσει τόσο ο θείος-προπονητής του όσο και ο πατέρας του. Το επόμενο βήμα και η απογείωση της καριέρας του ήταν ήδη γεγονός ή μήπως όχι;

Τα πρώτα χρόνια στην Τσέλσι η ομάδα δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας. Δεν κατακτούσε πρωταθλήματα και προσπαθούσε να μπει σφήνα στις μεγάλες δυνάμεις (την Γιουνάιτεντ, την Λίβερπουλ και την Άρσεναλ). Σιγά-σιγά τα κατάφερνε και ο Λάμπαρντ έδειχνε να γίνεται και αυτός σχετικά γρήγορα βασικό γρανάζι της μηχανής των Μπλε. Όλα αυτά μέχρι την έλευση του Αμπράμοβιτς και των εκατομμυρίων του. Η ομάδα ανέβαινε αυτόματα επίπεδο και ο Λάμπαρντ έβλεπε τον άξονα της να γεμίζει με ξένους παίκτες τεράστιας αξίας όπως ο Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν και ο Κλοντ Μακελελέ, κάτι που σήμαινε πως η θέση στην βασική 11αδα δεν ήταν εξασφαλισμένη για κανένα. Όταν μάλιστα είδε την πρεμιέρα της ομάδας στο Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν 2003-2004, απέναντι από την Σπάρτα Πράγας, από τον πάγκο (παρέα με τον Τέρι και τον Γκουντγιόνσεν) κατάλαβε πολύ καλά πως έπρεπε να δουλέψει σκληρότερα. Να γίνεται μέρα με τη μέρα καλύτερος, δυνατότερος, πληρέστερος. Να πλησιάσει να γίνει όχι μόνο ο ηγέτης της Τσέλσι αλλά και ένας εκ των καλύτερων παικτών στον πλανήτη. Και τα κατάφερε.

Δύο χρόνια αργότερα (τ0 2006) ο Λάμπαρντ ψηφίζονταν δεύτερος καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη, πίσω από τον πρώτο Ροναλντίνιο, είχε κερδίσει δύο σερί πρωταθλήματα με την Τσέλσι του Μουρίνιο και ήταν βασικός και αναντικατάστατος στην 11αδα της εθνικής Αγγλίας. Η έλευση του Μουρίνιο είχε παίξει σίγουρα το ρόλο της (ο Πορτογάλος ήταν ο Special One) όπως και οι ποιοτικοί συμπαίκτες. Για να φτάσει όμως να γίνει ο Λάμπαρντ ο ηγέτης της Τσέλσι ήταν εύκολο να γίνει κατανοητό πως είχε ρίξει απίστευτη δουλειά. Τα νούμερά και οι επιδόσεις του δεν μπορούσαν να γίνουν μόνο με το ατομικό ταλέντο  και τις τακτικές των προπονητών του. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως στα 32 του χρόνια -επί Αντσελότι- σκόραρε συνολικά 27 τέρματα σε 51 εμφανίσεις (κερδίζοντας και το πρωτάθλημα Αγγλίας), σε μια χρονιά (2009-2010) που όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ήταν η κορυφαία της καριέρας του σε ατομικό επίπεδο. Τα πρώτα χρόνια του Μουρίνιο στο Στάμφορντ Μπριζ μην ξεχνάμε επίσης πως του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «βιονικός» επειδή δεν έλειπε ποτέ (κυριολεκτικά όμως ποτέ) από κανένα παιχνίδι, ακόμα και από εκείνα τα «εύκολα» του Λιγκ Καπ. Ο Λάμπαρντ ήταν μαζί με τον Τζέραρντ και τον Πολ Σκόουλς οι κορυφαίοι μέσοι στο Νησί και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους θεωρούσαν ως τους κορυφαίους στον κόσμο εκείνα τα χρόνια. Κάτι που δεν απείχε και πολύ απ’ την πραγματικότητα αν θέλετε και τη δική μου -ταπεινή- γνώμη.

Δεν θα σταθώ στους τίτλους και τις ατομικές διακρίσεις του Λάμπαρντ, κέρδισε άλλωστε τα πάντα με την Τσέλσι, θα σταθώ σε αυτά που μπορούσε να κάνει στο γήπεδο και στο πως έμπαινε πάντα μπροστά στα δύσκολα παιχνίδια για την ομάδα του. Μπορούσε να οργανώσει τέλεια ως μαέστρος, παίζοντας ως deep lying playmaker δίπλα στον σπουδαίο Κλοντ Μακελελέ. Να αγωνιστεί ως καθαρός κόφτης δίπλα στον Μπάλακ και τον Ντέκο ή τον Στήβεν Τζέραρντ στην εθνική. Να πασάρει άψογα και να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένας μέσος με την αίσθηση του γκολ σπουδαίου επιθετικού και το ηγετικό χάρισμα παικτών άλλης εποχής. Ένας παίκτης που προσωπικά λάτρευα να χαζεύω να παίζει ποδόσφαιρο. Ένας παίκτης που ποτέ δεν προκάλεσε και που πάντα έδειχνε το σπουδαίο ήθος του χαρακτήρα του.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εξωπραγματική του εμφάνιση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ του 2008 λίγες μέρες μετά τον χαμό της μητέρας του. Εκείνο το γκολ κόντρα στην Τσέλσι (ως παίκτης της Σίτι) που είχε ισοφαρίσει το ματς σε μια περίοδο που ο σύλλογος που λάτρεψε και λατρεύτηκε του είχε φερθεί με πολύ άσχημο τρόπο και αυτός δεν το πανηγύρισε καθόλου. Τον διαπληκτισμό που είχε ως παίκτης της Γουέστ Χαμ με τον αστέρα της ομάδας Πάολο Ντι Κάνιο για μια εκτέλεση πέναλτι. Ένα πέναλτι που τελικά ο Ιταλός είχε εκτελέσει εύστοχα και καθώς έβριζε θεούς και δαίμονες ο νεαρός Φρανκ Λάμπαρντ τον αγκάλιασε και του έδωσε συγχαρητήρια δίνοντας τόπο στην οργή, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την ωριμότητα που διέθετε και που τον βοήθησε να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια σε παίκτη παγκόσμιας κλάσης, και φυσικά εκείνο το κάλεσμα που δέχθηκε από την Γουέστ Χαμ το 2010 για να παραστεί στο Μπολέιν Γκράουντ τη μέρα που τα «σφυριά» τίμησαν τον σπουδαίο προπονητή των ακαδημιών Τόνυ Καρ. Το περίεργο βέβαια δεν είναι πως ο Λάμπαρντ αποδέχτηκε την πρόσκληση αλλά το γεγονός πως παρουσιάστηκε μπροστά στους 15.000 φίλους της ομάδας που είχαν βρεθεί στη γιορτή (μαζί με αρκετούς Έλληνες από το fan club της ομάδας, να τα λέμε αυτά) φορώντας, ακομπλεξάριστος, ρετρό μπλουζάκι της Γουέστ Χαμ. Όσο κι αν υπάρχει ποδοσφαιρικός πολιτισμός στο Νησί, ελάχιστοι θα είχαν προβεί σε παρόμοια κίνηση ας μην γελιόμαστε. Να συμπληρώσω πως ο Λάμπαρντ είναι ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Τσέλσι (αν και μέσος). Ο μέσος με τα περισσότερα γκολ στην Πρέμιερ Λιγκ και ο παίκτης με τα περισσότερα γκολ εκτός περιοχής στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Προσωπικά θεωρώ πως η λέξη μύθος δεν είναι ικανή να τον χαρακτηρίσει.

Εν κατακλείδι. Ο Φρανκ Λάμπαρντ (παρέα με τον Τζον Τέρι) είναι η Τσέλσι στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Ο παίκτης που πάνω του χτίστηκε μια σπουδαία ομάδα και ο παίκτης που έγινε κορυφαίος δουλεύοντας σκληρά για όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και όχι πατώντας μόνο στο ταλέντο του. Ένας ποδοσφαιριστής που αμφισβητήθηκε τα πρώτα χρόνια της καριέρας του αλλά ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Ο ορισμός της μαχητικής ψυχής. Ένας ανάμεσα στις μεγαλύτερες ηγετικές προσωπικότητες που έχει γνωρίσει το άθλημα τα τελευταία 25 χρόνια. Ένας παίκτης που έκανε καλύτερο το άθλημα και που προσωπικά νιώθω τυχερός που τον έζησα να αγωνίζεται από την αρχή της -τεράστιας- καριέρας του. Και -πιστέψτε- με, ως φίλος της Λίβερπουλ, ειλικρινά δεν ξέρω πόσα παιχνίδια παρακολούθησα τον Λάμπαρντ αντίπαλο των «κόκκινων». Σε όλα τον χαιρόμουν. Ακόμα και σε αυτά που έπαιζε τέλεια απέναντί μας και ήταν ο βασικός υπαίτιος για τις νίκες των «μπλε».

Ρόμπι Φάουλερ: O θεός των φίλων της Λίβερπουλ

  [5 Σχόλια]

Το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω δεν είναι ακριβώς ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο. Μάλλον, είναι ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο  αλλά έχει πολύ μικρή σχέση με το ποδόσφαιρο των ημερών μας. Το κείμενο που θα διαβάσετε -όσοι το διαβάσετε- δεν πρόκειται να σας κάνει σοφότερους σε ποδοσφαιρικά θέματα. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του κι ας είναι ο κεντρικός ήρωάς του κάποιος που βρίσκεται ανάμεσα στους κορυφαίους παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ. Το κείμενο αυτό είναι για τον Ρόμπι Φάουλερ. Όχι όμως για τον αριστεροπόδαρο τεχνίτη επιθετικό αλλά γι’ αυτόν που βρίσκεται κάτω από την αθλητική φανέλα και λατρεύτηκε όσο λίγοι από τους ανθρώπους του μεγάλου λιμανιού της πόλης των Beatles και του Έλβις Κοστέλο.

O Φάουλερ γεννήθηκε στο Τόξτεθ του Λίβερπουλ το 1975 και βίωσε στην τρυφερή ηλικία των 6 ετών (ευτυχώς ως θεατής) -ενώ είχε αρχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και να δηλώνει φίλος της Έβερτον- μια από τις μεγαλύτερες ταραχές που έζησε αυτή η πόλη. Ήταν 3 Ιουλίου του ’81 όταν η αστυνομία του Λίβερπουλ συνέλαβε τον μαύρο Λιρόι Αλφόνς Κούπερ χρησιμοποιώντας υπερβολική βία (τι περίεργο!) και -ουσιαστικά- βάζοντας το μπαρούτι στην έτοιμη από καιρό να εκραγεί κοινωνία των μαύρων της περιοχής. Αυτά που ακολούθησαν δεν θα τα αναφέρω σε αυτό εδώ το κείμενο. Όποιος θέλει μπορεί να τα βρει στο διαδίκτυο. Απλά να αναφέρω, για όσους δεν το γνωρίζουν, πως εκείνη την περίοδο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα στην Αγγλία με τους μαύρους (και στο Λίβερπουλ φυσικά) και δεν είναι τυχαίο πως o πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα των «κόκκινων» ήταν ο Χάουαρντ Γκέιλ που το είχε πραγματοποιήσει πάντως την ίδια δύσκολη περίοδο. Για να το πω πιο απλά: Ένας ρατσισμός υπήρχε.  Και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αρνηθεί κανείς. Ο μικρός Ρόμπι όπως ήταν φυσικό, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη δεν μπορούσε να μην μάθει να εναντιώνεται σε κάθε μορφής κοινωνική αδικία. Μιλάμε άλλωστε για τα εκρηκτικά 80s της Μάργκαρετ Θάτσερ που έφεραν τεράστιες αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη (και) της Βρετανίας. Ο Φάουλερ όσο τα χρόνια περνούσαν άρχισε να αφήνει τους «πλούσιους» της -τότε- Έβερτον και να γίνεται ένα με τους «κόκκινους» της εργατικής τάξης της Λίβερπουλ. Την ομάδα δηλαδή που λάτρεψε και λατρεύτηκε από τους φίλους της σε ολόκληρο τον κόσμο, όχι μόνο για τις γκολάρες του και το πάθος που έβγαζε εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου. Το λαϊκό «κωλόπαιδο» άλλωστε δεν είχε αρχίσει ακόμα να ζει το ποδοσφαιρικό του παραμύθι.

Ο Φάουλερ έγινε παίκτης της Λίβερπουλ το 1993, επί Σούνες. Σε μια περίοδο που στην πόλη κυριαρχούσαν οι συχνές εντάσεις ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και τα όργανα της τάξης, καθώς οι κυβερνώντες είχαν αποφασίσει να εξαθλιώσουν οικονομικά την εργατική τάξη και τα τόσα στόματα που θρέφονταν απ’ αυτή. Η μεγάλη απεργία που είχε ξεσπάσει στο λιμάνι της πόλης, δυστυχώς, δεν είχε βοηθήσει στην καλυτέρευση της κατάστασης σχεδόν καθόλου μιας και τα οικονομικά μέτρα που ακολούθησαν γίνονταν ολοένα και πιο σκληρά. Ήδη από τα τέλη των 80s η Θάτσερ και η κυβέρνησή της είχαν ουσιαστικά διαλύσει οικονομικά τους εργάτες στο λιμάνι και είχαν μειώσει το εργατικό δυναμικό πάνω από το 50%. Οι περισσότεροι από αυτούς υποστήριζαν φανατικά τους «κόκκινους» από την εποχή που ο σπουδαιός Μπιλ Σάνκλι βρίσκονταν στον πάγκο της ομάδας, αλλάζοντας ουσιαστικά τον χάρτη του Αγγλικού ποδοσφαίρου, διδάσκοντας όχι μόνο ποδόσφαιρο αλλά και αξίες που χρειάζεται να έχει ο κάθε άνθρωπος για να ζει μια αξιοπρεπή ζωή. (Τι σημαίνει αξιοπρεπή ζωή για τον κάθε εργάτη το έχει γράψει μοναδικά ο Τζακ Λόντον στο αριστούργημά του «Η σιδερένια φτέρνα»). Ο Φάουλερ είχε ήδη γίνει ο βασικός επιθετικός της Λίβερπουλ. Ήταν μέλος της εθνικής Αγγλίας και -εννοείται- έβγαζε ένα κάρο χρήματα μιας και ήταν το νέο «παιδί-θαύμα» των Άγγλων πριν τον Μπέκαμ και τον Μάικλ Όουεν. Ήταν η περίοδος που η αφίσα του (με ξανθό μαλλί παρακαλώ) κοσμούσε πολλά εφηβικά δωμάτια. Όχι μόνο φίλων της Λίβερπουλ. Ο Φάουλερ ήταν ένα είδωλο της ποπ κουλτούρας, από αυτά που οι Άγγλοι ξέρουν να φτιάχνουν μοναδικά. Ολόκληρος ο κόσμος έδειχνε να του ανήκει.

Στις 20 Μαρτίου του 1997, όταν η Λίβερπουλ αντιμετώπισε την Νορβηγική Μπρανν για τα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων (επικρατώντας  με 3-0), έγινε αυτό που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και -εννοείται- την καριέρα του νεαρού επιθετικού της Λίβερπουλ. Το πρώτο παιχνίδι (στη Νορβηγία) είχε λήξει με 1-1 με τον Φάουλερ να σκοράρει ένα από τα πιο όμορφα γκολ της καριέρας του, δίνοντας στη ρεβάνς χαρακτήρα τυπικό.

Στο παιχνίδι του Άνφιλντ ο Φάουλερ θα σκοράρει για το 3-0 στο 77′ και θα μπει για πάντα στις καρδιές όλων των πραγματικών φίλων της ομάδας. Όχι όμως για το γκολ. Η πρόκριση άλλωστε είχε από ώρα κριθεί και στο Άνφιλντ γνωρίζουν πολύ καλά να σέβονται τον αντίπαλο. Όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Φάουλερ θα σηκώσει την φανέλα της Λίβερπουλ και θα πανηγυρίσει δείχνοντας στις κάμερες το κατακόκκινο μπλουζάκι που φορούσε κάτω από αυτή, σοκάροντας (;) την «ηθική» UEFA που δεν γουστάρει ιδιαίτερα πολιτικά και αιχμηρά μηνύματα. Στο μπλουζάκι αναγράφονταν επί λέξη «500 λιμενεργάτες του Λίβερπουλ έχουν απολυθεί από το 1995» και ήταν γραμμένο -διόλου τυχαία- πάνω στο διάσημο λογότυπο της φίρμας Calvin Klein. DoCKer είναι ο λιμενεργάτης εις την αγγλικήν για όσους δεν το γνωρίζουν. Το λογότυπο ήταν όντως «σοκαριστικό», έτσι συμβαίνει συνήθως με την αλήθεια, για όλους αυτούς τους υποκριτές που γουστάρουν να έχουν πελάτη τον φτωχό εργάτη (μέσα από το ποδόσφαιρο άλλωστε παίζονται πολλά και μεγάλα πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια, όπως όλοι γνωρίζουμε) αλλά δεν θα νοιαστούν για τον αγώνα και για τις όποιες θυσίες έκανε ή κάνει αυτός για να βρει το «μαγικό» χαρτάκι και την ρέπλικα της ομάδας του.

Με αυτή του την κίνηση ο Φάουλερ έβαζε πλάτη στους λιμενεργάτες του Λίβερπουλ και έδειχνε σε ολόκληρη την Ευρώπη (και τον κόσμο) αυτό που πραγματικά συνέβαινε εκείνο το διάστημα στο διάσημο λιμάνι της πόλης του και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου. Από το 1995 και τις μαζικές απολύσεις της εταιρείας Torside μέχρι το 1997 είχαν συμβεί ένα σωρό «περίεργα» περιστατικά με αρνητικούς αποδέκτες -ποιους άλλους;- τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Το εργατικό κίνημα σήκωσε το ανάστημά του, βρήκε βοήθεια και από εργατικά κινήματα άλλων χωρών και τελικά κέρδισε την μάχη και αυτά που του αναλογούσαν. Εννοείται πως για να αλλάξουν όλα αυτά η κίνηση του ποδοσφαιριστή δεν ήταν κάτι το σημαντικό, ήταν όμως η καλύτερη διαφήμιση  και έδειξε πως ακόμα και πίσω από τα φώτα του ποδοσφαίρου, των τεράστιων ποσών, των όμορφων σταρλετίτσων που λειτουργούν ως «ουρές» και «βιτρίνες» για ένα σωρό παίκτες και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των χαρτογιακάδων, υπάρχουν ακόμα ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται ουσιαστικά για κάτι, τσαλακώνοντας την αστραφτερή τους εικόνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ρόμπι Φάουλερ. Για την ιστορία η UEFA είχε τιμωρήσει τον Φάουλερ με πρόστιμο που είχε αγγίξει τα 2.000 ελβετικά φράγκα.

O Φάουλερ πανηγύρισε αρκετούς σημαντικούς τίτλους, έκανε πολλά ατομικά ρεκόρ και σκόραρε μερικά από τα ομορφότερα γκολ στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ και των κυπέλλων Αγγλίας. Έφυγε για τη Λιντς, αγωνίστηκε στη Σίτι -δυναμιτίζοντας κι άλλο τα ντέρμπι του Μάντσεστερ- και επέστρεψε στην ομάδα της καρδιάς του (με πολλά παραπανίσια κιλά και λαβωμένος από τραυματισμούς) για όλους αυτούς που τον λάτρεψαν. Τσακώθηκε με αρκετούς μιας και δεν μπορούσε να κρυφτεί ποτέ πίσω από το δάχτυλό του. Τίμιος μέχρι το τέλος της καριέρας του. Αληθινός και ρομαντικός, όπως τότε που έπαιζε ποδόσφαιρο στους δρόμους με τα παιδικά του φιλαράκια. Όπως τότε που πανηγύρισε σαν να «σνιφάρει» μπροστά από τους φίλους της Έβερτον, που τον κατηγορούσαν για χρήση ναρκωτικών. Όπως τότε που έγινε ένα κουβάρι με τους φίλους της Λίβερπουλ στις κερκίδες του Ατατούρκ κλαίγοντας από χαρά για το 5ο Πρωταθλητριών (ως παίκτης της Σίτι).

Περισσότερο από όλα αυτά όμως λατρεύτηκε από τους πραγματικούς φίλους της ομάδας (αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ως γνήσιοι scousers) για εκείνη την κίνησή του στο ματς με την Μπρανν και για την εν γένει στάση του απέναντι στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους της πόλης του. Γι’ αυτό και το παρατσούκλι που του κόλλησαν στο KOP ήταν πάνω και από το «βασιλιάς» που θα ακολουθεί πάντα τον Κένι Νταλγκλίς (τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της ομάδας) και αυτό δεν είναι άλλο από το «Θεός». Γιατί ακριβώς αυτό είναι ο Ρόμπι Φάουλερ. Για όλους αυτούς που έζησαν τα δύσκολα χρόνια της ομάδας στα 90s (μετά το Χέιζελ και το Χίλσμπορο) αλλά και της τσέπης τους,  λόγω του «πολέμου» που δέχθηκαν επί Θάτσερ στα 80s. Ένας από αυτούς που τους έδινε δύναμη να παλέψουν στη δύσκολη καθημερινότητα για ένα καλύτερο αύριο, εκτός φυσικά των εκπληκτικών τερμάτων που σκόραρε για την ομάδα τους, κάνοντάς τους να ξεχάσουν τα όποια προβλήματα -έστω- για 90 λεπτά. Ο ΘΕΟΣ τους.

Τομ Ντέιβις: η μεγάλη ελπίδα της Έβερτον

  [9 Σχόλια]

Πριν λίγες μέρες η Έβερτον υποδέχτηκε την -πάντα ανταγωνιστική- Σαουθάμπτον στο Γκούντισον Παρκ με μοναδικό σκοπό τη νίκη. Είχε προηγηθεί η ήττα από τη συμπολίτισσα Λίβερπουλ (πριν μερικές αγωνιστικές) στις καθυστερήσεις με 0-1, μια ήττα που -εννοείται- είχε πονέσει πολύ τα «ζαχαρωτά» και στο βαθμολογικό κομμάτι αλλά και σε αυτό του γοήτρου. Κανένας μας δεν θέλει να χάνει σε τοπικό ντέρμπι ακόμα και αν πρόκειται για την τελευταία κατηγορία οποιουδήποτε πρωταθλήματος. Αυτό είναι γνωστό και όσοι έχουν κλωτσήσει έστω και λιγάκι μια μπάλα το γνωρίζουν πολύ καλά. Σε αυτή την αναμέτρηση ο Κούμαν είχε την ιδέα να ξεκινήσει στη βασική εντεκάδα τον νεαρό Τομ Ντέιβις. Ένα 18χρόνο παιδί από τα σπλάχνα της ομάδας και άρρωστο με την Έβερτον (o θείος του ο Άλαν Γουίτλ είχε κερδίσει το πρωτάθλημα του 1970 με την Έβερτον και είχε αγωνιστεί κόντρα και στον ΠΑΟ τη σεζόν του Γουέμπλεϊ). Η θέση του, αμυντικός μέσος. Το νούμερο στη φανέλα, το 26 (καθόλου τυχαίο) και το παρουσιαστικό του σαν χαρακτήρας από το Game of Thrones. Ένας τυπικός νεαρός Βρετανός, έτοιμος (σύμφωνα πάντα με τους Άγγλους) να κατακτήσει τον κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Ντέιβις ήταν πολύ καλός δίπλα στον Γκουεγιέ και μάλιστα έβγαλε μια εξαιρετική κάθετη πάσα στον Λουκάκου για το 3-0 στο τέλος της αναμέτρησης. Ο Κούμαν μπορεί να τρίβει τα χέρια του από ευχαρίστηση μιας και στο πρόσωπο του νεαρού μπορεί να βρει τον παίκτη που θα ηγηθεί της μεσαίας γραμμής της Έβερτον στο κοντινό μέλλον, δίχως να σπαταλήσει μια μικρή περιουσία. Όταν μάλιστα ο νεαρός έχει την τύχη να μαθαίνει δίπλα στον εξαιρετικό Γκάρεθ Μπάρι, τον ιδιαίτερα ταλαντούχο (και κάποτε «παιδί-θαύμα») Τομ Κλεβερλέι, τον αρτίστα Ρος Μπάρκλεϊ και φυσικά τον θρύλο Ρόναλντ Κούμαν τότε ναι, το μέλλον μπορεί να εξελιχθεί πολύ καλά για τον νεαρό «Εβερτόνιαν». Δεν συνηθίζω να γράφω για παίκτες που θεωρούνται ταλέντα και να κάνω προβλέψεις για την πιθανή πορεία τους, ιδίως για παίκτες που δεν έχω δει αρκετά να αγωνίζονται. Δεν παίζω άλλωστε και manager και δεν μου αρέσει η λογική του «σκάουτερ του πληκτρολογίου» και θυμάμαι και ένα μεγάλο προσωπικό κάζο σε πρόβλεψή μου πριν χρόνια (σε κάποιο άλλο μπλογκ που έγραφα με το κανονικό μου όνομα) για τον Έμλιν Χιουζ της Ντέρμπι. Έναν εξαιρετικό (τότε) κεντρικό μέσο που περιμέναμε πολλοί να εξελιχθεί σε παίκτη κορυφαίου επιπέδου σε μεγάλη ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ. Τον έχουν ακούσει φαντάζομαι μόνο όσοι ασχολούνται και με την Τσάμπιονσιπ (όπως εγώ) μιας και παρέμεινε στη Ντέρμπι (Για να δικαιολογηθώ λιγάκι, να σας πω πως είχε και ένα σοβαρό τραυματισμό).

Ο Κούμαν σε συνέντευξη που είχε δώσει στην Liverpool Echo μετά τη νίκη με 0-2 επί της Λέστερ είχε σταθεί αρκετά στον Ντέιβις. Ο Ολλανδός προπονητής ρωτήθηκε για την χρησιμοποίηση του νεαρού ως αλλαγή στη θέση του Μπάρι στο παιχνίδι κόντρα στην Τσέλσι, σε ένα χρονικό σημείο που η ομάδα του Ολλανδού ήταν πίσω στο σκορ και τι είχε κερδίσει ο νεαρός με αυτή τη συμμετοχή. Ο Κούμαν απάντησε «Αυτό που κέρδισε το είδατε σήμερα. Τον έβαλα στο ίδιο χρονικό σημείο κόντρα στη Λέστερ, πάλι ως αλλαγή του Μπάρι και ήταν εξαιρετικός. Το γκολ του Λουκάκου στο 90′ που κλείδωσε και την νίκη μας δεν θα είχε επιτευχθεί αν δεν είχε παίξει τόσο καλά ο Τομ. Ρωτήστε και τον Λουκάκου. Τα τρεξίματα του Τομ ήταν τρομακτικά. Σε κάποια φάση ο Λουκάκου του φώναξε να μην τρέχει τόσο πολύ. Πως μπορείς να βάλεις σε καλούπια την ενέργεια ενός παιδιού; Ο Τομ ήταν εκπληκτικός». Ο νεαρός πάντως σιγά-σιγά κερδίζει ολοένα και περισσότερο χρόνο κάτι που του δίνει ψυχολογία και σταθερότητα στο παιχνίδι του και κάτι μου λέει πως θα πάρει πολλές ευκαιρίες από τον Κούμαν μέχρι το τέλος της σεζόν. Ως ώρας αυτά που μας έχει δείξει είναι η καλή πάσα και τα απίστευτα τρεξίματα. Μένει να δούμε αν διαθέτει και επιθετικά χαρίσματα αν και στην ηλικία που βρίσκεται έχει τεράστια περιθώρια βελτίωσης, αν φυσικά δουλέψει. Όσοι θέλετε τσεκάρετέ τον. Εγώ το έχω κάνει ήδη.

Όταν η Άρσεναλ άλλαξε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ολοένα και περισσότερο τη χρήση των τριών κεντρικών αμυντικών σε πολλές ομάδες, τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η «μόδα» που επέστρεψε χάρις στη Γιουβέντους, εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο πως αυτό το σύστημα όχι μόνο δεν είναι παλιομοδίτικο και αμυντικό (όπως πιστεύουν πολλοί) αλλά πως αν χρησιμοποιηθεί σωστά είναι ικανό για επιθετικό και ελκυστικό ποδόσφαιρο (και εννοείται χαρίζει πολλούς βαθμούς και οι βαθμοί τους τίτλους). Τα είχαμε γράψει για την Ουαλία του Κόουλμαν το καλοκαίρι, τα βλέπουμε και με την Τσέλσι του Κόντε στη φετινή Πρέμιερ Λιγκ. Σε ένα πρωτάθλημα που ελπίζω να μην εξελιχθεί σε κούρσα για ένα και μόνο άλογο. Ακόμα και ο «πολύς» Πεπ Γκουαρδιόλα έχει χρησιμοποιήσει αυτό το σύστημα (με τις παραλλαγές του) και στην Μπάγερν αλλά και στη φετινή Σίτι δείχνοντας περίτρανα την αποδοτικότητά του. Με αφορμή λοιπόν την τριάδα στην άμυνα θα πάμε πολλά χρόνια πίσω και θα θυμηθούμε τον αναμορφωτή της Άρσεναλ, Χέρμπερτ Τσάπμαν. Τον άνθρωπο που -ουσιαστικά- πρωτοέπαιξε αυτό το 3-4-3 (στην εμβρυακή του μορφή). Ένα 3-4-3 που έχει κάνει την Τσέλσι -σχεδόν- ανίκητη στις μέρες μας (εμπλουτισμένο πάντα με μπόλικη Ιταλική τακτική).

Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται συνεχώς και πάντα υπήρχαν (και θα υπάρχουν σε αυτό) άνθρωποι καινοτόμοι με ριζοσπαστικές ιδέες και μοντέρνες αντιλήψεις. Ο Γκουαρδιόλα και το δικό του «τίκι τάκα» ήταν ένας εξ αυτών. Εκείνο το «περίεργο» 4-6-0 του Σπαλέτι με το «ψευτοεννιάρι» στη Ρόμα πριν καμιά δεκαριά και βάλε χρόνια. Η εθνική Αυστρίας του 1920 που πάτησε πάνω στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έριξε τον σπόρο για να αλλάξει το ποδόσφαιρο σε πιο μοντέρνες φόρμες και φυσικά ο Ερνστ Χάπελ πολλά χρόνια αργότερα με ένα ποδόσφαιρο που συνδύαζε την αμυντική με την επιθετική προσήλωση – ουσιαστικά με 5αδα στην άμυνα. Ο Λομπανόφσκι  και το φουτουριστικό του Σοβιετικό άρτιο ποδόσφαιρο την ίδια περίοδο πάνω-κάτω. Ο Μίχελς και το ψυχεδελικό δικό του ποδόσφαιρο των Οράνιε και του Άγιαξ. Φυσικά το κατενάτσιο του Ερέρα και εννοείται η τακτική τελειότητα της Μίλαν του Σάκι στα 80s. Στην Αγγλία αν υπάρχει κάποιος που ουσιαστικά άλλαξε το ποδόσφαιρο και θα μνημονεύεται πάντα γι’ αυτό, αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον σπουδαίο προπονητή της Άρσεναλ στα 20s. Ο κορυφαίος Βρετανός προπονητής στην ιστορία του ποδοσφαίρου στην Αγγλία σύμφωνα πάντα με την ψηφοφορία που έλαβε χώρα το 2004 στο Νησί. Μιλάμε για μια περίοδο που σχεδόν όλες οι ομάδες χρησιμοποιούσαν το 2-3-5 με τον Τσάπμαν να πατάει πάνω στις τακτικές των Αυστριακών (που επηρέασαν τους Ούγγρους μερικά χρόνια αργότερα) και να δημιουργεί το 3-4-3 σαρώνοντας τα πάντα στο διάβα του. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Ο Χέρμπερτ Τσάπμαν γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1878 και αγωνίστηκε ως επιθετικός σε αρκετές ομάδες μέχρι το 1909 όταν και έβαλε τέλος στην ποδοσφαιρική του καριέρα στη Νορθάμπτον Τάουν. Μεταξύ των ομάδων που έπαιξε ποδόσφαιρο ήταν η Τότεναμ και η Σέφιλντ Γουένσντεϊ . Το 1921 αναλαμβάνει τα ηνία της Χάντερσφιλντ Τάουν (έμεινε εκεί ως το 1925), μετά τις Νορθάμπτον και Λιντς κατακτώντας μαζί της τρεις τίτλους. Το κύπελλο του 1923 και τα πρωταθλήματα του ’24 και ’25. Εννοείται πως είχε να διαχειριστεί μια ομάδα που ήταν δίχως αμφισβήτηση, η καλύτερη ομάδα σε ολόκληρο το Νησί. To καλοκαίρι του 1925 θα αναλάβει την Άρσεναλ σε μια δύσκολη περίοδο για την ομάδα, αφήνοντας άφωνους τους πάντες, και θα χτίσει τον τεράστιο μύθο του παράλληλα με τον μύθο των Λονδρέζων. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Τσάπμαν  όταν ανέλαβε τους «κανονιέρηδες» ήταν να φέρει στην ομάδα τον Τσάρλι Μπουχάν. Ο διεθνής Άγγλος επιθετικός ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Σάντερλαντ και στο πρόσωπο του ο σπουδαίος προπονητής βρήκε τον άνθρωπο που τον βοήθησε να αλλάξει το άθλημα δίχως όμως να το γνωρίζει τότε. Μεγάλο προσόν του Τσάπμαν ήταν πως άκουγε τις συμβουλές των συνεργατών του αλλά και των παικτών του σε αντίθεση με άλλους κορυφαίους προπονητές. Εκείνη τη σαιζόν άλλαξαν οι κανονισμοί με το oφ σάιντ να μπαίνει στο ποδόσφαιρο. O Μπουχάν είχε την ιδέα να περάσει ο κεντρικός μέσος στην άμυνα (κάνοντας τους στόπερ τρεις) με τον προπονητή του να δέχεται αυτή την συμβουλή. Η άμυνα είχε έτσι έξτρα βοήθεια και περισσότερο βάθος αλλά τι θα γίνονταν με τον άξονα; Έμφαση δόθηκε αμέσως στα άκρα αλλά και στους πλάγιους επιθετικούς που παίζοντας πλέον πιο εσωτερικά έδιναν βοήθειες τόσο στα κεντρικά χαφ αλλά και στην επίθεση παίζοντας ουσιαστικά ως επιτελικοί μέσοι. Το σύστημα δεν απέδωσε αμέσως καρπούς και δεν υπήρχε καλύτερη απόδειξη από την ήττα με 7-0 από τη Νιουκάστλ. Οι μεγάλες αλλαγές άλλωστε θέλουν αρκετή υπομονή και σίγουρα υπήρχαν πολλά ακόμα να αλλάξουν. Ο Τσάπμαν -εννοείται- δεν πτοήθηκε και συνέχισε να δουλεύει το σύστημά του. Η δεύτερη θέση πίσω από την Χάντερσφιλντ (η πρώτη ομάδα που πήρε τρεις σερί τίτλους) ήταν ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα με τον Τσάπμαν να ορκίζεται πως θα φέρει την ομάδα στην κορυφή αρκεί να τον αφήσουν να δουλέψει με τους δικούς του όρους. Αυτό και έγινε με το πλάνο πενταετίας να μπαίνει σε εφαρμογή από το καλοκαίρι του 1926 και το σύστημα WM (Όπως ονομάστηκε) να τελειοποιείται τα επόμενα χρόνια και φυσικά να μνημονεύεται μέχρι σήμερα. Ο Μπουχάν δυστυχώς για τον ίδιο δεν πρόλαβε να κερδίσει τίτλους με την Άρσεναλ μιας και σταμάτησε το ποδόσφαιρο το καλοκαίρι του 1928.

Ο Xέρμπερτ Τσάπμαν εκτός της «παγίδας» στο οφ σάιντ, του ασφυκτικού πρέσινγκ (πράγματα που βλέπουμε κατά κόρον στο σύγχρονο ποδόσφαιρο), της κίνησης των εξτρέμ και τη βοήθεια που έδιναν αυτοί σε αμυντικούς και κεντρικούς επιθετικούς παίζοντας ουσιαστικά σαν μπακ-χαφ και εκτός του νέου συστήματος (3-4-3) έφερε και ένα σωρό άλλες καινοτομίες στο ποδόσφαιρο, εκτός των τακτικών του. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε φυσιοθεραπευτές και μασέρ δίνοντας μεγάλο βάρος στην καλή υγεία των παικτών. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τμήμα σκάουτινγκ, ήταν ο πρώτος που έβαλε αριθμούς στις φανέλες των παικτών για να τους βοηθά να καταλαβαίνουν καλύτερα που βρίσκεται ο συμπαίκτης τους (σε αυτό υπάρχει μια ιστορία που θεωρεί πρωτοπόρο την Τσέλσι-έστω και σε φιλικό παιχνίδι). Ήταν ο πρώτος που πρότεινε φωτισμό στα γήπεδα (αν και η πρόταση του είχε απορριφθεί από την FA τα πρώτα χρόνια). Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, ο Χέρμπερτ Τσάπμαν ήταν ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του. Ένας άνθρωπος που το ποδόσφαιρο χρωστάει πολλά για τον εξωραϊσμό και την εξέλιξή του.

Με τις προσθήκες των Άλεξ Τζέιμς της Πρέστον και Ντέιβ Τζακ της Μπόλτον ο Τσάπμαν συμπλήρωσε τους εξαιρετικούς Κλιφ Μπάστιν και Τζόε Χελ και έφτιαξε σιγά σιγά την ομάδα που έφτασε στην κατάκτηση τίτλων τα επόμενα χρόνια. Το Κύπελλο του 1930 με 2-0 απέναντι στην Χάντερσφιλντ  και το πρωτάθλημα του 1931 (το πρώτο στην ιστορία των «κανονιέρηδων») έδειξαν σε όλους πως επιτέλους το σχέδιο του Τσάπμαν είχε φέρει αποτελέσματα. Το πρωτάθλημα του ’33 ήταν το τελευταίο για τον σπουδαίο προπονητή καθώς το Γενάρη του ’34 άφησε την τελευταία του πνοή από πνευμονία. Φυσικά το έργο του συνεχίστηκε και η ‘Αρσεναλ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα του 1934 και του 1935, όπως και αυτό του 1938 με προπονητή τον Τζόε Σόου (για έξι μήνες μετά το θάνατο του Τσάπμαν) και τον Τζορτζ Άλισον μέχρι και το 1947. Το σύστημα WM δουλεύτηκε αρκετά τα επόμενα χρόνια και εξελίχθηκε για να φτάσουμε στο ποδόσφαιρο των ημερών μας με τα πολλαπλά και πολυσύνθετα συστήματα που βλέπουμε ακόμα και στις μικρές κατηγορίες. Καλό είναι λοιπόν όταν θα μιλάμε γι’ αυτούς που άλλαξαν το άθλημα, να βάζουμε πάντα και το όνομα του παλιού προπονητή της Άρσεναλ στην κουβέντα. Ο Τσάπμαν υπήρξε όντως πρωτοπόρος και είναι πραγματικά λυπηρό που μια μεγάλη μερίδα φιλάθλων ίσως να μην έχει ακούσει καν το όνομά του και να μην έχει μάθει τι έχει προσφέρει στο όμορφο -και αγαπημένο- άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο. Για την ιστορία το άγαλμα του Τσάπμαν βρίσκεται έξω από το Εμιρέιτς στο Λονδίνο εκεί που βρίσκονται και αυτά των Τιερί Ανρί, Αρσέν Βενγκέρ και Τόνι Άνταμς για να θυμίζει σε όλους το μεγαλείο του και τι πραγματικά σημαίνει (και αυτός) για την ομάδα.