Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Αγγλικό πρωτάθλημα'

Ο Λιονέλ, ο Ντένις και τα πέντε σερί χαμένα πέναλτι του Ντιέγκο

  [1 Σχόλιο]

Ήταν ένα ακόμα από τα κλασσικά παιχνίδια της Αργεντινής επί θητείας Σαμπαόλι. Αρκετές κακές επιλογές στην 11αδα, ομάδα χωρίς πλάνο, δύο αμυντικά χαφ απέναντι σε μια ομάδα που δεν απειλούσε και ένας Μέσι να προσπαθεί να τα κάνει όλα μόνος και να είναι ξανά μετριότατος με τη φανέλα της Αργεντινής. Μέχρι που ο Μάξι Μέσα κέρδισε το πέναλτι. Η εκτέλεση πήγε στον αρχηγό. Ο Μέσι έχει χάσει αρκετά πέναλτι τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Κι αυτή τη φορά όμως απέτυχε. Ο Ισλανδός τερματοφύλακας μάντεψε καλά. Οι μνήμες από τον τελικό του Κόπα Αμέρικα γέμισαν και πάλι τους Αργεντίνους. Τότε που ο Λιονέλ ήταν ξανά από τους μοιραίους απέναντι στη Χιλή.

Στην εξέδρα ο Ντιέγκο καπνίζει το πούρο του ακριβώς κάτω από το απαγορευτικό σήμα. Με το που ο διάδοχός του χάνει το πέναλτι σηκώνεται όρθιος. Αρχίζει να οργανώνει και τους δίπλα του. «Ολέ, ολέ, ολέ, Λέο, Λέο», σύνθημα στήριξης. Το ματς τελειώνει. Ο θεός των Αργεντίνων κάνει και πάλι σκληρή κριτική στο Σαμπάολι (και όχι άδικα). Παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξος. «Εγώ έχασα σε ντεμπούτο μου σε Μουντιάλ, όχι απλά ισοπαλία. Κι όμως φτάσαμε στον τελικό το 1990, παρά τους τραυματισμούς, χάρη στον Γκόικο.» Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για τον Μέσι, το κάνει με κατανόηση. «Η ομάδα και το παιχνίδι που έπαιξε, δεν είχαν σχέση με το χαμένο του πέναλτι. Εγώ έχασα πέντε πέναλτι συνεχόμενα και συνέχισα να είμαι ο Μαραντόνα», δηλώνει.

Δεν είναι μία από τις κλασικές φολκλορικές δηλώσεις του Ντιεγκίτο γεμάτες υπερβολή. Είναι η αλήθεια. Είναι η Κλαουζούρα του 1996, ο Μαραντόνα έχει γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και την αγαπημένη του Μπόκα, υπό τις οδηγίες του Κάρλος Μπιάνκι. Η Μπόκα κυνηγάει τη Βέλεζ και τη Χιμνάσια Λα Πλάτα στη μάχη του τίτλου. Την 6η αγωνιστική στο Ροσάριο απέναντι στους Νιούελ’ς σημαδεύει ελάχιστα δίπλα από το κάθετο δοκάρι. Η Μπόκα τελικά χάνει με 1-0. Έξι αγωνιστικές αργότερα στο Μπομπονέρα εκτελεί το επόμενό του πέναλτι. Πάλι στην ίδια πλευρά, αλλά αυτή τη φορά ο «Σούπερμαν» Λαμπάρε αποκρούει. Επιστρέφει στο Ροσάριο αυτή τη φορά απέναντι στη Σεντράλ. Το πέναλτί του είναι άθλιο, αδύναμο και στο κέντρο. Ο Καστεγιάνο αποκρούει, ο Ντιέγκο παίρνει το ριμπάουντ αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνει.

Η λογική λέει ότι κάπου εκεί κάνεις ένα διάλειμμα. Όχι αυτός. 16η αγωνιστική, το ντέρμπι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Μαραντόνα κάνει μία μικρή προσποίηση, στέλνει τον τερματοφύλακα στην απέναντι γωνία, αλλά αυτός σημαδεύει το κάθετο δοκάρι. Ο Κανίγια παίρνει το ριμπάουντ και σκοράρει. Ο Μαραντόνα δεν πανηγυρίζει, η κακοδαιμονία συνεχίζεται, ευτυχώς η Μπόκα κερδίζει το ντέρμπι. Μία αγωνιστική αργότερα. Νέο πέναλτι, το πέμπτο συνεχόμενο που θα εκτελέσει. Ο Μαραντόνα παίρνει και πάλι την μπάλα. Ο Νάτσο Γκονζάλες της Ράσινγκ κάνει μια εξαιρετική απόκρουση. Η Μπόκα χάνει με 1-0 και μαζί τις τελευταίες της ελπίδες για πρωτάθλημα.

Η Μπόκα κερδίζει τα τρία από τα πέντε παιχνίδια στα οποία έχασε πέναλτι ο Ντιέγκο, αλλά και πάλι πέντε σερί χαμένα είναι ένα απίστευτο αρνητικό ρεκόρ για ομάδα τίτλου. Τρομερά εγωιστής; Με μεγάλη πίστη στον εαυτό του; Όπως και να το δεις είναι ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ, ειδικά για έναν τόσο τεράστιο παίκτη. Βέβαια, δεν πιστεύει κανείς ότι σε άλλη περίπτωση μετά το τρίτο πέναλτι κάποιος κόουτς θα άφηνε τον ίδιο παίκτη να συνεχίσει να εκτελεί. Την αντίθετη ακριβώς προσέγγιση από τον Ντιέγκο είχε ένας άλλος σπουδαίος.

Πείτε ό,τι θέλετε για τους Πεπ, τους Κλοπ, τους Σαουδάραβες και Ρώσους ιδιοκτήτες, αλλά για μένα αυτή ήταν η καλύτερη εποχή της Πρέμιερ Λιγκ

1999, επαναληπτικός ημιτελικός FA Cup μεταξύ Άρσεναλ και Γιουνάιτεντ στο Μπέρμιγχαμ. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ άνοιξε το σκορ με ένα υπέροχο γκολ κι ο Μπέργκαμπ ισοφάρισε. Λίγο αργότερα ο Ρόι Κιν είδε την κόκκινη κάρτα για φάουλ πάνω στον αγαπημένο Μαρκ Όφερμαρς. Στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων ο Φιλ Νέβιλ ανέτρεψε το Ρέι Πάρλορ και ο διαιτητής έδειξε το σημείο του πέναλτι. Σαν τον Ντιέγκο, ο Μπέργκαμπ είχε χάσει το τελευταίο του πέναλτι απέναντι στην Μπλάκμπερν. Πήρε την μπάλα χωρίς δισταγμό. Μερικά βήματα φόρα, η μπάλα στην αριστερή πλευρά της εστίας, ο Σμάιχελ στην ίδια πλευρά και απόκρουση. Η Γιουνάιτεντ ζωντανή. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση κι ο Ράιν Γκιγκς έκανε ένα αξέχαστο σόλο, περνώντας τέσσερις παίκτες προτού εκτελέσει τον Σίμαν, βγάλει τη φανέλα και πανηγυρίσει με το δασύτριχο στήθος του σε κοινή θέα.

Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε το κύπελλο στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα για τον Ντένις. Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα (έναν βαθμό περισσότερο από Άρσεναλ), όσο και το Τσάμπιονς Λιγκ στον συγκλονιστικό τελικό με την Μπάγερν. Το τρεμπλ ήταν γεγονός. «Ακόμα μπορώ να ακούσω τις κραυγές τους όταν κέρδισαν. Ήταν με 10 παίκτες και πέναλτι στο 90′ εις βάρος τους και κέρδισαν. Αυτό νομίζω τους έδωσε τη ψυχολογία να συνεχίσουν εκείνη τη χρονιά», λέει ο Βενγκέρ για εκείνο το μοιραίο ματς. Την ίδια στιγμή, ο Μπέργκαμπ επηρεάστηκε πάρα πολύ από το γεγονός και φυσικά όταν ολοκληρώθηκε το τρεμπλ, ακόμα περισσότερο. «Δεν ήμουν ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι, αλλά εκείνη τη στιγμή έπρεπε να πάρω την ευθύνη. Τα άφηνα με μεγάλη χαρά στον Ίαν Ράιτ πριν από μένα και στον Ανρί μετά από μένα. Ήταν πιο ψυχροί. Στο δικό μου το μυαλό, το πέναλτι πρέπει να είναι και λίγο ωραίο, να πάει παραθυράκι. Αυτό το πέναλτι ήταν ένα τεράστιο σοκ για μένα, μία από τις χειρότερες στιγμές στην καριέρα μου».

Σε αντίθεση με τον Ντιεγκίτο, ο Ολλανδός όχι απλά δεν εκτέλεσε το επόμενο, αλλά προτίμησε να μην εκτελέσει ξανά κανένα πέναλτι στην Άρσεναλ. Το 2014 ο Βενγκέρ μετά το χαμένο πέναλτι του Οζίλ απέναντι στην Μπάγερν, θυμήθηκε την ιστορία και φοβήθηκε ότι ο Γερμανός θα γίνει ένας νέος Μπέργκαμπ και θα σταματήσει να εκτελεί τα πέναλτι. Κι ο Λιονέλ; Με ποσοστό 81% στην Ισπανία και 75% στην Αργεντινή, πρέπει να γίνει νέος Ντιέγκο και σε αυτό; (την ίδια στιγμή ο Κριστιάνο έχει μεγαλύτερο ποσοστό, αλλά κι αυτός έχει χάσει αρκετά κρίσιμα πέναλτι στην καριέρα του) Μήπως να γίνει αν όχι ένας Μπέργκαμπ, τουλάχιστον κάποιος που θα κάνει πίσω; Ας μην ξεχνάμε ότι το τελευταίο καιρό ο Λιονέλ χάνει σχεδόν τα μισά από τα πέναλτι που εκτελεί. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, ο Αγκουέρο βρίσκεται στο 81% ποσοστό καριέρας.

Πολ Μέρσον: Τι να μην κάνεις για να γίνεις επαγγελματίας ποδοσφαιριστής

  [6 Σχόλια]

Η σκηνή για την οποία θα διαβάσετε, θα μπορούσε να είναι -αρκετά εύκολα- σκηνή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι (όταν έκανε καλές ταινίες). Μια «βρώμικη» μελωδία κιθάρας να παίζει ως ηχητικό background. Σπιντάτο μοντάζ με κλασικές βρετανικές φάτσες στο κάδρο και φυσικά μπόλικες δόσεις χιούμορ να ισορροπούν με αυτές του δράματος. Προπονητικό κέντρο της Άστον Βίλα, μια μέρα πριν την έναρξη της Πρέμιερ Λιγκ της σεζόν 2001/2002, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική και βαριά. Ο Πολ Μέρσον ακουμπησμένος σε κάποιο τοίχο συνομιλεί με τον Μπόσκο Μπάλαμπαν. Με τον δεύτερο να έχει περισσότερο τον ρόλο του ακροατή παρά του συνομιλητή. Ο Μέρσον έχει πολλά παραπανίσια κιλά και χασκογελάει καθώς διηγείται στον Κροάτη επιθετικό την ιστορία, όταν είχε τιμωρηθεί απ’τους «χωριάτες» με 50.000 λίρες πρόστιμο, επειδή είχε βρεθεί να τζογάρει στην Νέα Υόρκη, ενώ κανονικά έπρεπε να βρίσκεται σε αποθεραπεία για το πρόβλημα που ταλαιπωρούσε την πλάτη του. Ένα μειδίαμα είχε μόλις ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Κροάτη, την ίδια στιγμή που ο προπονητής της ομάδας, ο Γκράχαμ Τέιλορ, πέρασε μπροστά τους, φανερά εκνευρισμένος, κοιτάζοντας κατάματα τον Μέρσον. «Μέρσι, στο γραφείο μου αυτή τη στιγμή» θα του πει, και θα νιώσει την σκιά του ποδοσφαιριστή του να τον ακολουθεί σαν σκιά μαθητή που γνωρίζει πολύ καλά πως έχει κάνει βλακεία, καθώς ο διευθυντής του σχολείου τον καλεί στο γραφείο για πιθανή αποβολή ή -στην καλύτερη- για μια σκληρή επίπληξη.

«Μέρσι ειλικρινά πες μου τι κάνεις εδώ. Σου έχω πει πως δεν βρίσκεσαι στα πλάνα μου για την φετινή σεζόν. Πρέπει να βρεις μια νέα ομάδα να αγωνιστείς και να χαρείς ξανά το ποδόσφαιρο, αν φυσικά θες κάτι τέτοιο».

«Έχω μιλήσει με τον πρόεδρο κύριε (εννοώντας τον Νταγκ Έλις) και μου είπε πως θα βρούμε ένα τρόπο για να συνεχίσω να είμαι μέλος της ομάδας και φέτος. Δεν σας έχει μιλήσει επ’ αυτού;»

O Tέιλορ αν μισούσε ένα πράγμα σε αυτή τη ζωή (και στο ποδόσφαιρο συγκεκριμένα μιας και αυτό είναι το θέμα μας) περισσότερο κι από γκολ στο 90′ κατά της ομάδας του, αυτό δεν ήταν άλλο απ’ το να μπλέκονται στα πόδια του διοικητικά στελέχη, πόσο μάλλον ο ίδιος ο πρόεδρος, σε καθαρά ποδοσφαιρικά θέματα. «Οι πρόεδροι άλλωστε είναι για να υπογράφουν τα τσεκ των επιταγών και μόνο». Ξαφνικά, και ενώ είχε αρχίσει να μουρμουρίζει βρισιές που δεν θα έβαζε σε ταινία του ούτε ο Γιάννης ο Οικονομίδης, έφυγε απ’ το γραφείο για να επιστρέψει μετά από μερικά λεπτά και να δει τον Μέρσον να κάθεται σταυροπόδι και να τον περιμένει χαμογελαστός με την ηρεμία κάποιου που είχε όλα τα προβλήματά του λυμένα και αγνοούσε πλήρως λέξεις όπως άγχος, πίεση και προπόνηση.

«Πόσα χρήματα θες για να μας αδειάσεις την γωνιά; Δεν είσαι κάποιο παιδάκι. Σε σέβομαι και με σέβεσαι. Λέγε».

«Βρίσκομαι σε προχωρημένη ηλικία. Έχω διαγράψει μια μεγάλη καριέρα και έχω κερδίσει ένα σωρό σπουδαίους τίτλους. Με ένα ποσό γύρω στις 100.000 λίρες πιστεύω θα είμαι ευχαριστημένος»

«Εντάξει Μέρσι. Θα τις πάρεις», του απάντησε -αρκετά πιο ήρεμος- ο Τέιλορ, και του έδειξε με νόημα την πόρτα. Ο Μέρσον σηκώθηκε αργά-αργά, χαιρέτησε με ένα ύπουλο βλέμμα τον προπονητή του και βγήκε απ’ το γραφείο χαμογελαστός. Στο δρόμο για το πάρκινγκ -και πριν την μπυραρία- πέρασε και πάλι μπροστά απ’ τον Μπάλαμπαν -που για κάποιο περίεργο λόγο είχε μείνει να περιμένει εκεί ακουμπώντας ακόμα στον τοίχο- και του είπε: «Ήθελε να  με ρωτήσει πόσα θέλω για να φύγω απ’ την ομάδα. Του είπα 100 χιλιάδες και δέχθηκε χωρίς συζήτηση. Ο βλάκας, έπρεπε να ζητήσω 200 χιλιάδες». Ο Μπάλαμπαν συνέχισε να ακουμπά στον τοίχο σφυρίζοντας καθώς έβλεπε τον συμπαίκτη του να φεύγει. Δεν είχε να πει τίποτα περισσότερο μαζί του. Βασικά δεν πολυγούσταρε κιόλας. Αν ήταν σκηνή ταινίας (ή σειράς) θα άναβε και ένα τσιγάρο χαϊδεύοντας το λαδωμένο του μαλλί όπως ο Τσέρνομπογκ στο American Gods. Ίσως να είχε ζηλέψει και λίγο μιας και δεν ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, ούτε αυτός, στο Μπέρμινγχαμ.  Ευτυχώς, άφησε την Βίλα για το Ζάγκρεμπ, μερικούς μήνες αργότερα.

Ο Πολ Μέρσον δεν ήταν ένας τυχαίος ποδοσφαιριστής. Όσοι δεν γνωρίζουν γι’ αυτόν, μάλλον δεν θα το κατάλαβαν διαβάζοντας, ως τώρα, το κείμενο. Αγωνίστηκε για περίπου 10 χρόνια στην Άρσεναλ, κατακτώντας μαζί της πολλούς και σπουδαίους τίτλους, πριν αναλάβει ο Βενγκέρ και αλλάξει την ιστορία και το προφίλ των Λονδρέζων. Υπήρξε επίσης σημαντικότατο στέλεχος της εθνικής Αγγλίας την δεκαετία του ’90 και πήρε μέρος στο Γιούρο του ’92 και στο Μουντιάλ του ’98 δίπλα σε αστέρες τεράστιου βεληνεκούς (όπως ήταν και ο ίδιος). Στο Μουντιάλ μάλιστα -και για να καταλάβετε καλύτερα την αξία του- είχε βρεθεί, ως παίκτης της Μίντλεσμπρο, μετά από μια εξαιρετική σεζόν που είχε πραγματοποιήσει στην 2η κατηγορία της Αγγλίας. Σε μια σεζόν που είχε βρει τη ‘Μπόρο’ να κερδίζει την άνοδο για τα σαλόνια της Πρέμιερ Λιγκ.

Λίγο πριν την έναρξη της σεζόν 1997-1998 ο Βενγκέρ είχε προτείνει στον Άγγλο επιθετικό (που είχε αρχίσει να αγωνίζεται ως δεκάρι) να παραμείνει στην Άρσεναλ, έχοντας όμως μειωμένες αποδοχές, μιας και τα χρόνια περνούσαν και ο ίδιος δεν ήταν ο παίκτης του παρελθόντος. Στην ίδια θέση άλλωστε εκείνη την περίοδο υπήρχε και ο σπουδαίος Ολλανδός Ντένις Μπέργκαμπ, όπως και οι Ίαν Ράιτ και Νικολάς Ανελκά. Ο Μέρσον δεν το δέχθηκε και ζήτησε να πωληθεί. Ήθελε να αγωνίζεται και να αμείβεται με πολλά χρήματα. Ήταν πολύ σίγουρος για την αξία του. Η Μίντλεσμπρο τον αγόρασε τελικά για 4,5 εκατομμύρια λίρες και ο ίδιος την ανέβασε στην μεγάλη κατηγορία 9 μήνες αργότερα, κερδίζοντας ένα μεγάλο στοίχημα με τον εαυτό του αλλά και τους επικριτές του. Όταν μάλιστα είχε κλείσει η συμφωνία, τηλεφώνησε ο ίδιος στον Βενγκέρ λέγοντάς του πως στο Ρίβερσαϊντ είχε μεγαλύτερο συμβόλαιο απ’ τον Μπέργκαμπ και πως οι οπαδοί της ομάδας τον αποκαλούσαν ήδη με το προσωνύμιο ‘Ο Μάγος’. «Ελπίζω να τα πούμε σε κάποιο κύπελλο αφεντικό» του είπε, κλείνοντας το τηλέφωνο, με μια δόση βρετανικής ειρωνείας: «Να δούμε πόσο αξίζω ακόμα». Ο Βενγκέρ του ευχήθηκε καλή τύχη και κατέβασε το ακουστικό. Το μόνο που ήθελε ήταν το καλό του πρώην παίκτη του. Είχε περάσει άλλωστε πολλά.

Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε οι δύο ομάδες να βρεθούν αντιμέτωπες στον 4ο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας στην έδρα της Μίντλεσμπρο. Η Άρσεναλ πήρε τελικά την πρόκριση, με 1-2, αλλά ο Μέρσον είχε κρατήσει ένα δωράκι για την πρώην ομάδα του. Με το σκορ στο 0-2, σκόραρε ένα πανέμορφο τέρμα, μειώνοντας το σκορ, και δίνοντας και πάλι ελπίδες στην Mίντλεσμπρο, δείχνοντας φυσικά με τον καλύτερο τρόπο στον Βενγκέρ το λάθος (;) που είχε κάνει. Η Μίντλεσμπρο πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία και στο Λιγκ Καπ εκείνη τη σεζόν. Ο Μπράιαν Ρόμπσον είδε την ομάδα του να φτάνει μέχρι και τον τελικό -έχοντας αποκλείσει μάλιστα και την Λίβερπουλ, στα ημιτελικά, με τον Μέρσον να σκοράρει και στα δύο παιχνίδια- και τελικά να γνωρίζει την ήττα με 2-0, από μια καλύτερη ομάδα, όπως ήταν εκείνη την περίοδο, η Τσέλσι του Τζόλα. Tον Τζόλα ο Μέρσον τον είχε κερδίσει το ’95 στον τελικό του Κυπελλούχων, όταν η Άρσεναλ είχε επικρατήσει της Πάρμα με 1-0, με την γκολάρα του Άλαν Σμιθ.

Ο Μέρσον ήταν ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής, απ’ τους τελευταίους που μπόρεσαν να συνδυάσουν καριέρα, με ένα σωρό εξωαγωνιστικά πάθη. Πάθη που στις μέρες μας δεν μπορούν να βρουν χώρο στο υψηλότερο επίπεδο του αθλητισμού, και αν βρουν, είναι ικανά να καταστρέψουν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, σε ελάχιστο χρόνο. Ο Πολ Μέρσον απ’ τις αρχές των 90s (λίγα χρόνια δηλαδή μετά το βραβείο του καλύτερου νέου παίκτη στην Αγγλία το ’89) όσο κι αν μάγευε στο γήπεδο, εκτός αυτού, πάλευε με τους «δαίμονες» του αλκοόλ, του άρρωστου τζόγου και της κοκαΐνης. Πάθη που του διέλυσαν δύο γάμους και τον έφτασαν πολλές φορές κυριολεκτικά (και μεταφορικά) στον πάτο της μπουκάλας. Σαν ποδοσφαιριστή, αλλά κυρίως σαν άνθρωπο. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

«Μπορεί να έπαιζα 80.000 λίρες σε ένα τραγούδι της Γιουροβίζιον, 20.000 σε μια κυνομαχία και 50.000 -χωρίς να έχω ιδέα για το άθλημα- στον τελικό του Super Bowl. Μετά από ένα σημείο έπαιζα απλά για να παίζω και για να με βλέπω να χάνω. Το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν πως εκτός του ότι έχανα σαν τζογαδόρος, έχανα και τον εαυτό μου, βλέποντας την καριέρα μου να έχει συνεχώς σκαμπανεβάσματα, και έχανα από δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπούσα και με αγαπούσαν. Την οικογένειά μου».

Η πρώτη φορά που ο σπουδαίος Άγγλος επιθετικός παραδέχτηκε δημοσίως το πρόβλημά του ήταν τον Νοέμβριο του ’94. Η FA σε συνεργασία με την Άρσεναλ έβαλε τον παίκτη σε τρίμηνο πρόγραμμα απεξάρτησης, με τον ίδιο να επιστρέφει νικητής τον Φεβρουάριο του ’95, και να κάνει εξαιρετικό τελείωμα στη σεζόν. Αξίζει να σημειωθεί πως ο πρώτος που είχε μιλήσει με πολύ σκληρά λόγια στον Μέρσον, και τον είχε επηρεάσει θετικά για να μιλήσει δημοσίως, για τα προβλήματα εθισμού που τον βασάνιζαν και φυσικά τον προέτρεψε να σώσει την καριέρα του -όσο ήταν εφικτό κάτι τέτοιο- ήταν ο Τέρι Βέναμπλς, προπονητής του εκείνο το διάστημα στην εθνική Αγγλίας. Η αλήθεια είναι πως μπορεί ο Μέρσον να έκανε μερικές εξαιρετικές σεζόν (κυρίως στην β’ κατηγορία της Αγγλίας) και να κέρδισε τεράστια συμβόλαια για την εποχή (η Άστον Βίλα τον είχε αγοράσει για 7 εκατομμύρια απ’ την ‘Μπόρο’), μετά την αποκάλυψη του προβλήματός του, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως σταθερά σε κορυφαίο επίπεδο δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά μετά την φυγή του από την Άρσεναλ. Στα 29 του χρόνια δηλαδή και ενώ απ’ τα 25 -ίσως και πολύ νωρίτερα- είχε σοβαρό πρόβλημα με το ποτό και τον τζόγο. Τελευταία του καλή σεζόν ήταν αυτή του 2002/2003 στην Πόρτσμουθ.

Ο Πολ Μέρσον για πολλούς ήταν ένας άσχημος Τζορτζ Μπεστ των 90s. Μόνο που απείχε έτη φωτός απ’ το προφίλ του γοητευτικού και αινιγματικού πρώην σούπερ σταρ της Γιουνάιτεντ. Επίσης όσο κι αν ήταν ένας τεχνίτης ποδοσφαιριστής δεν μπορούσε να αγγίξει τα επίπεδα μαγείας που είχε ο Μπεστ ως καλλιτέχνης της μπάλας. Απ΄την άλλη, όσο κι αν είδε την ζωή του να βαλτώνει, σε όλα τα επίπεδα, κατάφερε τελικά να βγει νικητής (σε πλήρη αντίθεση με τον Μπεστ), αν και πάντα θα βρίσκει μια ευκαιρία να πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω ή να τζογάρει, σε λογικά όμως πλαίσια. Κλείνοντας -κι αφού θα προτείνω σε όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την καριέρα -και τη ζωή- του Μέρσον το βιβλίο του «How Not To Be a Professional Footballer»–  θα θυμίσω μια ιστορία, δια στόματος του ιδίου, απ’ την περίοδο που ο Μέρσον βρέθηκε συμπαίκτης (και συγκάτοικος) με τον λατρεμένο του El Sombrero, Πολ Γκασκόιν, στην Μίντλεσμπρο το 1998.

«Ο Γκάζα είχε έρθει σε εμάς για τους τελευταίες μήνες της σεζόν απ’ τη Ρέιντζερς. Μας βοήθησε μάλιστα πολύ στα τελευταία παιχνίδια για να πάρουμε την άνοδο. Ο Ρόμπσον είχε τη φαεινή ιδέα να τον φιλοξενήσω εγώ στο σπίτι μου. Στο ίδιο σπίτι που ζούσα με τον αδερφό μου και τον Τζίμι Γκάρντνερ που τότε έπαιζε στην Έξετερ. Μιλάμε για τον κακό χαμό. Κάθε Παρασκευή παίζαμε ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δεν θα σας το προτείνω. Μετά την προπόνηση έδινα στον αδερφό μου και τον Τζίμι χρήματα για να αγοράσουν μερικά μπουκάλια κόκκινο κρασί. Χύναμε το κρασί σε μεγάλες γυάλινες κανάτες και καθόμασταν αντικριστά σε ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Ο Γκάζα κι ο αδερφός μου απ’ τη μία. Εγώ και ο λατρεμένος μου Σκοτσέζος, ο Τζίμι, απ’ την άλλη».

«Πίναμε πολύ εκείνη την περίοδο. Και ποιος δεν έπινε θα μου πείτε εκείνα τα χρόνια. Ήταν αλλιώς το ποδόσφαιρο. Στο τραπέζι έπεφταν τα χρήματα του στοιχήματος από όλους και αρχίζαμε να πίνουμε απ’ τις κανάτες. Κανονικά δεν έπρεπε να πίνουμε τις Παρασκευές, μιας και παίζαμε το Σάββατο, αλλά είχαμε βρει τρόπο για να κοιμόμαστε αρκετά και να ξυπνάμε ξεκούραστοι. Κάθε μία ώρα ρίχναμε μέσα στις κανάτες από ένα υπνωτικό και μοιραία έφτανε η στιγμή που μας έπαιρνε όλους ο ύπνος. Αυτός που έμενε ξύπνιος τελευταίος, άρπαζε τα χρήματα, μετέφερε τους υπόλοιπους στα κρεβάτια και έπεφτε για ύπνο πλουσιότερος κατά μερικές εκατοντάδες λίρες. Την επόμενη παίζαμε ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου».

Όσο για τον τζόγο. «Είναι ιδιαίτερα ύπουλο πράγμα» λέει κάπου στο βιβλίο του ο Μέρσον. «Ως παίκτης της Άστον Βίλα θυμάμαι μια φορά είχα πει στον Μποσνιτς, τον τερματοφύλακά μας τότε, πως αν με δει να ξαναπαίζω να έρθει και να μου σπάσει το χέρι. Ο Μπόσνιτς είχε τρομοκρατηθεί και φυσικά δεν το έκανε ποτέ. Αναγκάστηκα να το κάνω μόνος μου μια βραδιά που είχα πιει πάρα πολύ και είχα χάσει πολλές χιλιάδες λίρες σε παράνομο στοιχηματισμό. Ήταν καλό παιδί ο Μπόσνιτς. To ίδιο διάστημα μάθαμε δυστυχώς πως είχε εθιστεί κι αυτός στην κοκαΐνη. Ειλικρινά γι’ αυτό δεν ευθυνόμουν εγώ». Στις μέρες μας ο Πολ Μέρσον έχει νικήσει τους δαίμονές του και δουλεύει στο Skysports ως ποδοσφαιρικός αναλυτής. Παράλληλα διηγείται ωραίες ιστορίες από ένα ποδόσφαιρο που -ευτυχώς ή δυστυχώς – δεν υπάρχει πια και φυσικά αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για τα νέα παιδιά που θέλουν να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, για τα πράγματα που πρέπει να αποφύγουν για να πετύχουν τα όνειρά τους.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Defiance των Dead Moon.

Όταν οι φανέλες απέκτησαν αριθμούς

  [1 Σχόλιο]

«Τα νούμερα στις φανέλες των παικτών είναι κάτι αστείο και αχρείαστο. Στα μάτια μου κάνουν τους παίκτες να μοιάζουν σαν αναβάτες αλόγων κούρσας. Ειλικρινά όλο αυτό είναι κάτι εντελώς εκτός ποδοσφαίρου». Αυτή η φράση δεν ανήκει σε κάποιον που δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο και το ζούσε ως ένας απλός παρατηρητής, αλλά στον Σίντνεϊ Κινγκ. Τον σπουδαίο προπονητή της Γουέστ Χαμ στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και έναν άνθρωπο που θεωρείται -και φυσικά ανήκει- στις μεγάλες μορφές του αγγλικού ποδοσφαίρου εκείνης της πρώιμης περιόδου. Απ’ την άλλη βέβαια, κανένας δεν μπορεί να του ρίξει άδικο γι’ αυτή του την δήλωση σε εκείνο το χρονικό σημείο, όσο κι αν ακούγεται αστεία και αφελής στα δικά μας σημερινά αυτιά, μιας και κάθετί καινοτόμο -σε μια εμβρυακή εποχή για το άθλημα- δεν θα μπορούσε να μην αντιμετωπιστεί με καχυποψία, ακόμα και χλευασμό.

Τα ίδια πάνω-κάτω πίστευαν και αρκετοί από αυτούς που ασχολούνταν επαγγελματικά με ποδοσφαιρικές ομάδες ως προπονητές ή ήταν διοικητικά μέλη της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αγγλίας. Ενός οργανισμού δηλαδή που μπορεί να μετρούσε πολλά χρόνια ζωής και να θεωρούνταν αρκετά μπροστά από την εποχή του -σε σχέση με το ποδόσφαιρο άλλων χωρών- αλλά αποδεδειγμένα, είχε πάρα πολλά να μάθει ακόμα για να φτάσει να θεωρείται ως ένας άρτιος αθλητικός οργανισμός που προσφέρει στον θεατή το καλύτερο δυνατό προϊόν. Φυσικά και τα νούμερα στις φανέλες -σε μια εποχή που δεν ήταν καθόλου εύκολος ο τρόπος να διακρίνεις και να γνωρίζεις ανά πάσα στιγμή ποιος είναι ποιος- θα μπορούσαν να βελτιώσουν άμεσα το παιχνίδι έτσι ώστε ο θεατής, αλλά ακόμα και οι προπονητές, και φυσικά οι ποδοσφαιριστές να γνωρίζουν καλύτερα τις θέσεις των συμπαικτών τους, και να κατανοούν καλύτερα την κάθε κίνηση και φυσικά το κάθε σύστημα. Άλλωστε δεν υπήρχαν και πολλά συστήματα εκείνη την περίοδο.

Ένας από τους πρωτοπόρους σε όλο αυτό το εγχείρημα και υποστηρικτής της αρίθμησης στις φανέλες δεν ήταν άλλος από το θρυλικό Άγγλο προπονητή Χέρμπερτ Τσάπμαν. «Δεν μπορώ να βρω κάτι που να χαρακτηρίζει αυτή την ιδέα ως κάτι διαφορετικό από χρήσιμη και όσο κι αν η μετάβαση θα είναι δύσκολη, προσωπικά την βρίσκω απαραίτητη». Με αυτή του την φράση ο σπουδαίος πρώην προπονητής της Χάντερσφιλτ (και αναμορφωτής της Άρσεναλ εκείνα τα χρόνια) έβαζε το πρώτο λιθαράκι για να αλλάξει όλο αυτό προς το καλύτερο και συνάμα άνοιγε μια μεγάλη κόντρα με πολέμιους αυτής της νέας ιδέας όπως ο Σίντνεϊ Κινγκ αλλά ο προπονητής της Τότεναμ εκείνα τα χρόνια Μπίλι Μάιντερ. Φυσικά το μεγαλύτερο «κακό» το έκαναν αρκετοί κουστουμάτοι που δούλευαν για την FA χωρίς φυσικά να έχουν καμία σχέση με το άθλημα. Άνθρωποι που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να συζητήσουν για το θέμα. Αυτοί, όπως πάντα, είναι οι χειρότεροι απ’ όλους και τους συναντάς δυστυχώς παντού.

Προσπάθειες για να επισημοποιηθούν τα νούμερα στις φανέλες των ομάδων είχαν αρχίσει να γίνονται δειλά-δειλά, αλλά στο τέλος -και χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος- πάντα έμπαινε φρένο στη νέα αυτή ιδέα. Η Άρσεναλ αλλά και η Τσελσι είχαν κάνει την αρχή και είχαν αγωνιστεί με νούμερα στις φανέλες τους σε μερικά παιχνίδια πρωταθλήματος, με την FA όμως να τις απειλεί με τιμωρία αν συνέχιζαν να αγωνίζονται έχοντας αριθμημένες φανέλες. Οι «μπλε» μάλιστα ήταν η πρώτη ομάδα που είχε φορέσει φανέλες με αριθμούς σε μια περιοδεία φιλικών αγώνων που είχε πραγματοποιήσει το 1929 στην Βραζιλία, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο της χώρας του καφέ (και για τις φανέλες αλλά και για την απόδοσή της) αλλά και από διορατικούς αθλητικούς ρεπόρτερ της Βρετανίας, όπως ο σπουδαίος Τζέιμς Κάτον, που είχε αποθεώσει αυτή την κίνηση -αλλά και το ποδόσφαιρο που παρουσίαζε η ομάδα- στην εβδομαδιαία αθλητική εφημερίδα του Μάντσεστερ, Athletic News. Το σπουδαίο άρθρο που είχε υπογράψει ο Κάτον είχε θεωρηθεί κομβικής σημασίας, μιας και ο ίδιος ζούσε το ποδόσφαιρο στην Αγγλία από τη γέννησή του, και η άποψή του όπως ήταν λογικό είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Για την ιστορία, ο Κάτον ήταν αυτός που είχε δώσει στην Πρέστον το προσωνύμιο Invicibles για το αήττητο νταμπλ του 1889, με τις ιδέες και τις απόψεις του να θεωρούνται, δικαίως, πολλά έτη μπροστά από την εποχή τους.

Το παιχνίδι που άλλαξε τη στάση της FA πάνω στο συγκεκριμένο θέμα δεν ήταν άλλο από τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας, τον Απρίλιο του 1933, ανάμεσα στην Έβερτον και την Μάντσεστερ Σίτι στο Γουέμπλεϊ. Στην ίδια διοργάνωση είχε επιτραπεί λίγο καιρό νωρίτερα και στην Τότεναμ να φορέσει αριθμημένες φανέλες, σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Γουότφορντ. Σε εκείνον τον τελικό οι παίκτες της Έβερτον είχαν φορέσει νούμερα από το 1 ως το 11 και οι παίκτες της Σίτι από το 12 ως το 22, με τον τερματοφύλακα της Σίτι, Λεν Λάνγκφορντ, όμως να μην φοράει το 12, όπως απαιτούσε ο κανονισμός, αλλά το 22. Φυσικά και η FA δεν είχε δει με καθόλου καλό μάτι αυτή την «μικρή επανάσταση» του Άγγλου κήπερ, μιας και μετέφρασε αυτή την κίνηση, και ενδεχομένως ανάλογες περιπτώσεις «ανυπακοής», ως κάτι εντελώς εκτός της αγγλικής πραγματικότητας και της συντηρητικής κοινωνίας της εποχής. Κοινώς, «δεν μπορούσε να κάνει ο καθένας του κεφαλιού του». Στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι η Έβερτον, έχοντας ως παίκτη-προπονητή τον θρυλικό Ντίξι Ντιν, είχε επικρατήσει της Μάντσεστερ Σίτι με 3-0 και είχε κατακτήσει το δεύτερο κύπελλο της ιστορίας της μπροστά σε 90.000 κόσμο, με τις αριθμημένες φανέλες όμως να κλέβουν την παράσταση εκείνης της αναμέτρησης.

Το νερό μπορεί να είχε μπει στο αυλάκι αλλά για τα επόμενα 4 χρόνια τα νούμερα στις φανέλες δεν είχαν επισημοποιηθεί ακόμα από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αγγλίας, αν και πλέον ήταν φανερό πως η κατάσταση είχε αρχίζει να αλλάζει. Αυτό έγινε τελικά το 1939, στην έναρξη μιας σεζόν που διεκόπη λόγω του Παγκοσμίου Πολέμου, και ενώ η εθνική ομάδα είχε βάλει νούμερα στις φανέλες δύο χρόνια νωρίτερα σε αρκετές φιλικές αναμετρήσεις. Δυστυχώς τόσο ο Χέρμπερτ Τσάπμαν όσο και ο Τζέιμς Κάτον, δύο από τους μπροστάρηδες σε όλο αυτό το εγχείρημα, δεν πρόλαβαν να δουν την επισημοποίηση των αριθμών στις φανέλες μιας και είχαν αφήσει αυτόν εδώ τον κόσμο λίγα χρόνια νωρίτερα, στα μέσα των 30s.

Στην πορεία -και αφού ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει- η ΦΙΦΑ ενδίδει και αυτή, και δίνει στις ομάδες του Μουντιάλ του ’50 τη δυνατότητα να έχουν νούμερα στις φανέλες τους για πρώτη φορά. Πλέον ήταν γεγονός. Το ποδόσφαιρο είχε αλλάξει και είχε εκμοντερνοποιηθεί τόσο πολύ που πλέον δεν ήταν τίποτα περίεργο για κανένα. Όταν μάλιστα ο πλανήτης είδε την Αγγλία να κερδίζει την Ελβετία στο Μουντιάλ του ’54 με 2-0, έχοντας σκόρερ όχι κάποιους που φορούσαν το 9, το 10 ή το 11, αλλά παίκτες που φορούσαν το 17 και το 15, όλοι κατάλαβαν πως απλά μιλάμε για αριθμούς και τίποτα περισσότερο. Για την ιστορία. Οι δύο πρωτοπόροι παίκτες ήταν ο Τζίμι Μιούλεν και ο Ντένις Γουίλσοου. Συμπαίκτες στην σπουδαία Γουλβς εκείνων των ετών. Την ομάδα δηλαδή που είχε αρχηγό και ηγέτη τον σπουδαίο Μπίλι Ράιτ. Τον άνθρωπο δηλαδή που έφτασε πρώτος τις 100 συμμετοχές για τα ‘Τρία Λιοντάρια και τον παίκτη που καθιέρωσε το νούμερο 4 ως αριθμό του αμυντικού μέσου στο αγγλικό ποδόσφαιρο.

Μπίλι Γουάιτχερστ: O κακός των κακών

  [2 Σχόλια]

Όπως όλα τα πράγματα σε αυτή την -ρημάδα- τη ζωή, που λέει και το γνωστό λαϊκό άσμα, έχουν δύο όψεις που αλληλοσυμπληρώνονται ανάμεσα στο καλό με το κακό και το όμορφο με το άσχημο, έτσι και το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτή την πραγματικότητα. Γιατί για κάθε φορά που μάτωνε τα δίχτυα ο Γκάρι Λίνεκερ, υπήρχε και ένα ταπεινωτικό καψώνι απ’ τον Μικ Χάρφορντ σε κάθε νέο παίκτη που έμπαινε στα αποδυτήρια της ομάδας του. Για κάθε φαντεζί ενέργεια που έκανε ο Ματ Λε Τισιέ, υπήρχε ένας καυγάς και ένα hangover για τον Ρόμπιν Φράιντεϊ, και φυσικά για κάθε νίκη που έκαναν ο Κένι Νταλγκλίς και ο Ίαν Ρας στα γήπεδα της Αγγλίας και της Ευρώπης, υπήρχε και μια ύπουλη αγκωνιά από τον -μετρ του είδους- Μπίλι Γουάιτχερστ.

Το παράδοξο είναι πως και οι τρεις βίαιοι χαρακτήρες που προανέφερα δεν αγωνίζονταν στην άμυνα ή στον χώρο της μεσαίας γραμμής, αλλά στην κορυφή της επίθεσης. Επίσης δεν υπήρξαν διόλου τυχαίοι παίκτες. Ο Χάρφορντ είχε βρεθεί, για παράδειγμα,  απ’ τη Λούτον μια ανάσα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 1992. Σε μια περίοδο που το διαλυμένο χορτάρι του Όλντ Τράφορντ δεν επέτρεπε να παιχτεί η μπάλα κάτω και ο Φέργκιουσον ήθελε να δοκιμάσει τις «καμινάδες» μπας και πάρει το πρωτάθλημα από τη Λιντς. Ο Φράιντεϊ -σύμφωνα με τους αναλυτές της εποχής- αν δεν είχε μπλέξει με τα ναρκωτικά, θα είχε φτάσει ακόμα και στην Εθνική Αγγλίας, γράφοντας ιστορία. Ο Γουάιτχερστ, απ’ την άλλη, είχε την τύχη να βρεθεί στη Νιουκάστλ σε μια περίοδο που υπήρχαν εκεί ο Πολ Γκασκόιν και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι φυσικά γι’ αυτόν. Τον παίκτη που έχει χαρακτηριστεί ως ο κακός των κακών αλλά και για όλους αυτούς που γουστάρουν τους κάθε λογής κακούς. Ανθρώπους δηλαδή που, στο τελευταίο Star Wars, λάτρεψαν τον Κάιλο Ρεν και όχι την Ρέι. Ποδοσφαιρόφιλους που στο εφηβικό «έπος» Karate Kid, δεν υποστήριζαν τον Ντάνιελ «Σον» Λαρούσο, αλλά εκείνο το κωλοπαίδι απ’ τους Cobra Kai, τον Τζόνι Λόρενς. Είμαι σίγουρος πως υπάρχουν πολλοί τέτοιοι.

Ο Γουάιτχερστ γεννήθηκε το καλοκαίρι του ’59, στο δυτικό Γιόρκσαϊρ, και λάτρεψε το ποδόσφαιρο και τους τραμπουκισμούς από αρκετά μικρή ηλικία. Αγωνίστηκε μάλιστα σε αρκετές ερασιτεχνικές ομάδες πριν τον κάνει επαγγελματία η Χαλ, την σεζόν 1979-1980, για περίπου 2.000 λίρες, σκορπώντας απλόχερα τον τρόμο σε ολόκληρη την Αγγλία. Απ’ την άλλη, αν ο Άγγλος επιθετικός κέρδιζε μία λίρα για κάθε αντιαθλητικό μαρκάρισμα που έκανε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο, λογικά σήμερα, θα είχε περισσότερα χρήματα ακόμα κι απ’ τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Οι αγκώνες του Γουάιτχερστ ήταν ο φόβος και ο τρόμος κάθε αντίπαλου αμυντικού για πάρα πολλά χρόνια, σε μια περίοδο μάλιστα που οι βρετανοί αμυντικοί δεν θύμιζαν ποδοσφαιριστές, αλλά μέλη κακόφημων συμμοριών ταινίας του Σκορσέζε. Εννοείται επίσης πως τα αντιαθλητικά του τάκλιν μνημονεύονται και θα μνημονεύονται, για όσο υπάρχει ποδόσφαιρο, από συμπαίκτες, αντιπάλους, δημοσιογράφους και απλούς φιλάθλους στις εξέδρες. Για πολλούς, όταν έπαιζε ο Μπίλι Γουάιτχερστ, ήταν ένα κράμα Τζο Πέσι (στο Goodfellas), Βίνι Τζόουνς, Ρόι Μακ Ντόναχ και Γκάρι Όλντμαν (στο Λεόν).

«Ήμουν τυχερός που η καριέρα μου δεν τελείωσε πριν καν αρχίσει».

Η παραπάνω ατάκα ανήκει στον παλιό διεθνή κεντρικό αμυντικό Μάρτιν Κίουν, και θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ειπωθεί από όλους όσους βρήκαν στο ντεμπούτο τους τον Γουάιτχερστ. Ως αντίπαλο φυσικά. Ο Κίουν έπαιζε τότε στην Άστον Βίλα και προσπαθούσε να φτιάξει το όνομά του στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε ήταν ένας εκ των πολλά υποσχόμενων κεντρικών αμυντικών. Για κακή του τύχη βρέθηκε αντίπαλος με τον Γουάιτχερστ και την Χαλ σε ένα παιχνίδι κυπέλλου. «Ήταν η πρώτη και μοναδική -ευτυχώς- φορά που τον βρήκα αντίπαλο και ειλικρινά δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήμουν πολύ νέος και ο Μπίλι βρήκε τότε ακόμα μια ευκαιρία για να τραμπουκίσει ένα νέο παιδί. Στο πρόσωπό μου έβλεπε ένα εύκολο θύμα. Θυμάμαι τον συμπαίκτη μου Άλαν Έβανς να με προειδοποιεί για τον αντίπαλο και να μου λέει να προσέχω στο πως θα μπαίνω στις φάσεις. Παίζει αρκετά βρώμικα και σκληρά, μου έλεγε, μην μπεις με τάκλιν στις διεκδικούμενες μπαλιές. Για το δικό σου καλό. Εγώ φυσικά και δεν τον άκουσα. Ήμουν νέος και ένιωθα πιο δυνατός απ’ τον καθένα. Ο Γουάιτχερστ ψιθύριζε στο αυτί μου διάφορες βρισιές και μετά από μερικά λεπτά μου έριξε την πρώτη του δυνατή αγκωνιά σε κάποιο κόρνερ. Φώναξα στον διαιτητή αλλά μου είπε απλά να συνεχίσω. Είχε βρει ήδη το πρώτο του πάτημα. Θυμάμαι ακόμα να μου κλείνει το μάτι με εκείνο το ύπουλο χαμόγελο σαν να με προετοιμάζει γι’ αυτό που θα ακολουθούσε.»

«Μερικά λεπτά αργότερα έγινε μια βαθιά μπαλιά προς την περιοχή μας. Ο Γουάιτχερστ κυνήγησε την μπάλα και έκανε ένα κάκιστο -ακόμα και γι’ αυτόν- κοντρόλ, με τη μπάλα να φεύγει γύρω στο ενάμιση μέτρο απ’ το πεδίο δράσης του. Η μπάλα ήταν ακριβώς μπροστά μου αν και ο αντίπαλος είχε σημαντικό πλεονέκτημα στο να την προλάβει. Αν ήθελε φυσικά. Όπως απεδείχθη, δεν το ήθελε. Με άφησε επίτηδες να κάνω πρώτος επαφή μαζί της και έκανε αυτό που είχε στο μυαλό του απ’ την έναρξη του αγώνα. Να με τελειώσει. Και το έκανε. To τάκλιν του ήταν τόσο βίαιο που η μία επικαλαμίδα μου έσπασε και η άλλη βρέθηκε πολλά μέτρα μακριά. Ο πόνος ήταν αφόρητος. Το σκίσιμο στο πόδι ήταν τόσο βαθύ που εννοείται δεν συνέχισα στον αγώνα και ήμουν μάλιστα πολύ τυχερός που δεν είχε σπάσει κάποιο οστό και δεν έπαθα κάποια πολύ σοβαρή ζημιά. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα σχεδόν τα πάντα για το άθλημα και πως, όλα σου τα όνειρα μπορούν να γκρεμιστούν μέσα σε μια στιγμή. Ευτυχώς δεν έπαιξα ποτέ ξανά αντίπαλός του.»

Παρόμοια περιστατικά υπήρχαν στους περισσότερους  αγώνες που πήρε μέρος ο Μπίλι Γουάιτχερστ. Τόσο με τα χρώματα της Χαλ Σίτι όσο και με αυτά της Νιουκάστλ αλλά και άλλων ομάδων, όπως η Όξφορντ, η Σάντερλαντ, η Στόουκ και η Ρέντινγκ. Ο παλιός αστέρας της Λίβερπουλ Άλαν Χάνσεν, στην αυτοβιογραφία του έχει χαρακτηρίσει τον Μπίλι Γουάιτχερστ ως τον σκληρότερο ποδοσφαιριστή που αντιμετώπισε ποτέ και ως τον μοναδικό άνθρωπο που του προκαλούσε τρόμο όλα τα χρόνια που έπαιξε επαγγελματικά, στο κορυφαίο μάλιστα επίπεδο. Κάπου αναφέρει. «Όταν τον είχες αντίπαλο δεν σε ενδιέφερε το αποτέλεσμα της αναμέτρησης αλλά μόνο η σωματική σου ακεραιότητα. Ακόμα και σήμερα είναι μέρες που όταν βλέπω μια σκληρή εικόνα στην τηλεόραση, ασυναίσθητα μου έρχεται στο μυαλό ο πόνος απ’ τους αγκώνες του. Ειλικρινά αυτό είναι κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.»

Ο Μπίλι Γουάιτχερστ -δυστυχώς- αντιδρούσε έτσι, και χειρότερα, και εκτός αγωνιστικών χώρων. Στην καθημερινότητά του δηλαδή. Μια καθημερινότητα γεμάτη αλκοόλ, ξενύχτια και κάθε είδους καυγάδες εντός των μπαρ που σύχναζε, και εκτός αυτών, σε σκοτεινά σοκάκια γεμάτα από λάσπες και βρετανική υγρασία. Κάποτε σε ένα τέτοιο στενό τον συνέλαβε και η αστυνομία. Ήταν η περίοδος που έπαιρνε μέρος σε παράνομους αγώνες πυγμαχίας -με γυμνά χέρια- με τσιγγάνους της περιοχής. Αγώνες που γέμιζαν την τσέπη του με χρήματα στοιχημάτων. Ήταν τότε που -όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος- πήρε μέρος στον μεγαλύτερο καυγά της ζωής του. Την περίοδο που έπαιζε στην Όξφορντ. Λίγες μέρες μάλιστα πριν από ένα σπουδαίο ματς με την Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλάφ.

Τρεις απέναντι σε έναν δεν το λες και το πιο έξυπνο πράγμα, μιλάμε όμως για τον Γουάιτχερστ και εκεί απουσιάζει η λογική. Τελικά την είχε γλιτώσει με μια σπασμένη μύτη και 30 ράμματα στο πρόσωπο. Επίσης είχε μια μεγάλη τρύπα στο μάγουλο που έφτανε μέχρι το στόμα από χτύπημα με λοστό. Η λέξη πόνος εννοείται πως δεν υπήρχε. Δεν τον ένοιαζε και ζήτησε μάλιστα να αγωνιστεί κανονικά στην επερχόμενη αναμέτρηση, με το αίτημα να γίνεται δεκτό απ’ τον προπονητή του. Ήταν μάλιστα τέτοια η ένταση και το πάθος του σε εκείνο το ματς, που δεν ζήτησε αλλαγή ακόμα και όταν δέχθηκε γροθιά στην σπασμένη του μύτη -κατά λάθος (;)- απ’ τον αντίπαλο τερματοφύλακα, μετά από κόρνερ και ενώ είχε σηκωθεί για κεφαλιά, με το αίμα να τρέχει ποτάμι απ’ την μύτη σε όλη την διάρκεια της αναμέτρησης.

Ο ίδιος πάντως ακόμα και σήμερα θεωρεί ως υπερβολικό όλο αυτό τον μύθο βίας γύρω απ’ το όνομά του, λέγοντας πως υπήρξε ένας μεγάλος -και αδικημένος- γκολτζής που ίσως είχε και μερικές εκρήξεις βίας. Λίγο πάνω απ’ το κανονικό. Θυμίζοντας σε όλους την ατάκα του Σερ Μπόμπι Τσάρλτον για τον ίδιο μετά από ένα παιχνίδι Νιουκάστλ-Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ της περιόδου 1985-1986. Μια ατάκα που σύμφωνα με τον ίδιο περικλείει όλο το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο και την θεωρεί ως το μεγαλύτερο του παράσημο. «Ήρθα στο γήπεδο για να δω τον Γκασκόιν και όταν έφυγα απ’ αυτό σκεφτόμουν για ώρες το τέλειο παιχνίδι που έκανε ο Γουάιτχερστ. Ηταν απίστευτος». Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσο -και αν- αδίκησε ο Μπίλι Γουάιτχερστ το ταλέντο του με την βίαιη συμπεριφορά του. Κανένας δεν θα το μάθει αυτό, όπως δεν το μάθαμε και γι’ άλλες τόσες περιπτώσεις παικτών. Όταν όμως έχεις μείνει στην ιστορία -ακόμα και για τόσο λάθος λόγους- σίγουρα κάτι θα έκανες σωστά. Άλλωστε δίχως τους «κακούς» δεν θα μπορούσαμε να δούμε τόσο καθαρά και το μεγαλείο των «καλών».

Η μέρα που ο Ρέντναπ έβαλε έναν οπαδό της Γουέστ Χαμ να παίξει

  [12 Σχόλια]

Ήταν 20 Νοεμβρίου του 1973 όταν ο Σκοτ Χάλπιν και ένας φίλος του ξεκίνησαν για να πάνε σε μια συναυλία των αγαπημένων τους Who στο Σαν Φρανσίσκο. Η διάσημη ροκ μπάντα εμφανίστηκε στη σκηνή εν μέσω αποθέωσης και για περισσότερη από μια ώρα τα έδωσε όλα, παίζοντας τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Κάποια στιγμή στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, ο Κιθ Μουν κατέρρευσε πάνω στα ντραμς του. Ο κόσμος ‘πάγωσε’, η υπόλοιπη μπάντα σταμάτησε και ο Μουν μεταφέρθηκε στα παρασκήνια, όπου οι άνθρωποι της παραγωγής προσπάθησαν να τον συνεφέρουν.

Η επίσημη εκδοχή έλεγε πως ήταν άρρωστος και γι’αυτό ο οργανισμός δεν άντεξε την ένταση και το πάθος με τα οποία έπαιζε. Η ανεπίσημη εκδοχή έλεγε ότι λίγο πριν τη συναυλία είχε κατεβάσει κάμποσα χάπια, τα οποία θεώρησε σωστό να συνοδεύσει με μπράντι, γιατί το νερό είναι πολύ συντηρητικό για έναν ροκ σταρ. Όσοι ξέρουν τι εστί Κιθ Μουν, ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στη δεύτερη εκδοχή.

(Εκτός από ταλαντούχος ντράμερ (για πολλούς ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών) ο Κιθ Μουν ήταν και μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Κάποιοι πιθανόν θα έλεγαν ότι ήταν παράξενος. Κάποιοι άλλοι πως ήταν απλά θεοπάλαβος. Ο ίδιος συμφωνούσε με τους τελευταίους: «Όταν έχεις λεφτά και κάνεις όλα αυτά που κάνω, οι άνθρωποι γελάνε και λένε πως είσαι εκκεντρικός, το οποίο είναι ένας ευγενικός τρόπος για να πούνε ότι είσαι ψυχάκιας». Το πρόβλημα με την τρέλα του όμως εντοπίζεται στην… ποσότητα. Ο Μουν δεν έκανε εκπτώσεις στη μούρλα. Μπροστά του η ζωή του Πολ Γκασκόιν μοιάζει με ζωή δημοσίου υπαλλήλου, που παντρεύεται στα 21, κάνει παιδιά στα 22 και το ξεφάντωμα του είναι ένα ποτηράκι κρασί και λίγο σαλαμάκι το βράδυ του Σαββάτου, την ώρα που βλέπει στην τηλεόραση Σεφερλή με όλη την οικογένεια μαζεμένη στο σαλόνι.

Ανάμεσα στα άπειρα κατορθώματα του, ξεχωριστή θέση είχαν οι καταστροφές. Αγαπημένα του θύματα ήταν τα δωμάτια των ξενοδοχείων και οι τουαλέτες. Σύμφωνα με μερικές πολύ πρόχειρες εκτιμήσεις, το συγκεκριμένο μόνο χόμπι του κόστισε μισό εκατομμύριο δολάρια. Ο Μουν έβρισκε ικανοποίηση στο να διαλύει, να ανατινάζει και να πετάει από τα παράθυρα διάφορα αντικείμενα και αρκετές φορές δεν χρειαζόταν καν ουσίες ή αλκοόλ για να το κάνει. Όλη η παράνοια του μπορεί να συνοψιστεί σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Η μπάντα κατευθυνόταν με μια λιμουζίνα προς το αεροδρόμιο, όταν ο Μουν ζήτησε από τον οδηγό να γυρίσει πίσω στο ξενοδοχείο. Όταν έφτασαν, ανέβηκε στο δωμάτιο του, ξήλωσε την τηλεόραση και την πέταξε από το μπαλκόνι στην πισίνα. Στη συνέχεια χαλαρός και άνετος, επέστρεψε στη λιμουζίνα και δικαιολογήθηκε λέγοντας «όλα εντάξει τώρα, κάτι είχα ξεχάσει».)

Μετά την κατάρρευση του Μουν, ο κιθαρίστας Πιτ Τάουνσεντ ρώτησε αν υπάρχει κανένας ντράμερ στο κοινό. Ο φίλος του Χάλπιν άδραξε την ευκαιρία και είπε στη μπάντα πως ο φίλος του ξέρει να παίζει ντραμς και ως φανατικός των Who γνωρίζει όλα τα τραγούδια. Κάπως έτσι, ο 19χρονος Σκοτ Χάλπιν ανέβηκε στη σκηνή, έκατσε στα ντραμς του ινδάλματος του, ολοκλήρωσε με επιτυχία το set-list και έζησε το όνειρο κάθε ερασιτέχνη μουσικού.

Αν νομίζεις όμως ότι τέτοια ροκ, απ’όλες τις απόψεις, σκηνικά συμβαίνουν μόνο στη μουσική, κάνεις μεγάλο λάθος.

Ο Στιβ Ντέιβις είναι φανατικός οπαδός της Γουέστ Χαμ και αυτό το καταλαβαίνεις εύκολα, βλέποντας απλά το τεράστιο τατουάζ με το σήμα της που έχει χτυπημένο στο δεξί χέρι. Τον Ιούλιο του 1994 δούλευε σε μια εταιρεία κούριερ και ακολουθούσε την αγαπημένη του ομάδα σχεδόν παντού. Έτσι, όταν ο φίλος του, Τσανκ, του πρότεινε να πάνε να δούνε το φιλικό προετοιμασίας της Γουέστ Χαμ με την Όξφορντ Σίτι δεν το σκέφτηκε καθόλου. Πήραν μαζί τις κοπέλες τους και μερικές εξάδες μπύρες και ξεκίνησαν για μια καλοκαιρινή εκδρομή στην Οξφόρδη.

O ερχομός μιας ομάδας της Πρέμιερ Λιγκ στην πόλη, έστω και για φιλικό, είχε ως αποτέλεσμα το μικρό γηπεδάκι της τοπικής Σίτι να γεμίσει από νωρίς. Η παρέα του Στιβ βρήκε μια καλή θέση δίπλα ακριβώς από τον πάγκο στον οποίο καθόταν ο Χάρι Ρέντναπ. Η Γουέστ Χαμ κυριάρχησε από τα πρώτα λεπτά και προηγήθηκε νωρίς αλλά ο Στιβ είχε φάει σκάλωμα με τον επιθετικό της ομάδας Λι Τσάπμαν, που έχασε αρκετές προσωπικές μονομαχίες και βρέθηκε κάμποσες φορές εύκολα στο έδαφος. «Σήκω πάνω αγόρι μου, Τσάπμαν. Πως γίνεται να πέφτεις τόσο συχνά;» ήταν κάποιες από τις πιο ήπιες φράσεις που φώναξε ο απηυδισμένος Στιβ.

Όσο τα λεπτά κυλούσαν και ο Τσάπμαν ζοριζόταν να κάνει κάτι θετικό, η αγανάκτηση του Στιβ μεγάλωνε. Από ένα σημείο και μετά αποδέκτης των παραπόνων του ήταν πλέον ο Ρέντναπ, που τον άφηνε στο παιχνίδι: «Έλα Χάρι, δεν πρόκειται να παίξουμε μ’αυτόν μπροστά φέτος, ε; Αν είναι να παίζει, να ξέρω να μην έρχομαι κάθε εβδομάδα». Όποιος πηγαίνει στο γήπεδο, σίγουρα μπορεί να ανακαλέσει μια παρόμοια περίπτωση οπαδού που έχει… ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιον παίκτη και τον ‘στολίζει’ με κάθε πιθανή αφορμή. Κανένας απ’αυτούς τους ακούραστους γκρινιάρηδες όμως δεν πρόκειται να βιώσει αυτό που έζησε ο Στιβ Ντέιβις.

Λίγο μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, ένας παίκτης της Γουέστ Χαμ τραυματίστηκε. Το πρόβλημα για τον Ρέντναπ ήταν ότι στο ημίχρονο είχε βάλει αλλαγή όλους όσους είχε στον πάγκο, κάτι που σήμαινε ότι τα ‘Σφυριά’ έπρεπε να συνεχίσουν με παίκτη λιγότερο. Τότε του ήρθε μια πραγματικά αλλόκοτη ιδέα. «Γύρισα προς την πλευρά του πολυλογά και τον ρώτησα: Φίλε, μπορείς να παίξεις τόσο καλά όσο μιλάς;». Αδυνατώντας να τον πάρει στα σοβαρά, ο Στιβ (που όπως δήλωσε μετά, είχε κατεβάσει ήδη μερικές μπύρες στο πρώτο ημίχρονο, τις οποίες συνόδεψε με κάμποσα τσιγάρα) του απάντησε χωρίς να το σκεφτεί πολύ:

«Είμαι σίγουρα καλύτερος απ’τον Τσάπμαν».
«Τότε, φόρα τη φανέλα σου και ετοιμάσου» συνέχισε με σοβαρό ύφος ο Ρέντναπ.
Ο Στιβ  κόλλησε για λίγο: «Τι εννοείς;»
«Θα παίξεις για τη Γουέστ Χαμ.»

Οι πιο σπουδαίες στιγμές στη ζωή μας λένε ότι συνήθως έρχονται από το πουθενά. Για τον Στιβ Ντέιβις ήρθε στις 27 Ιουλίου 1994 σε ένα γηπεδάκι στην Οξφόρδη. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε, βρισκόταν ήδη στα αποδυτήρια μαζί με τον φροντιστή της ομάδας που έψαχνε παπούτσια στο νούμερο του. «Το μόνο πράγμα που σκεφτόμουν είναι πως δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Έλεγα συνέχεια: Δεν πρόκειται να παίξω για τη Γουέστ Χαμ. Απλά δεν γίνεται. Ντύθηκα, γυρίσαμε στο γήπεδο και ακόμα νόμιζα ότι ο Χάρι μου κάνει πλάκα. Δεν πίστευα ότι θα με βάλει πραγματικά μέσα ή έστω αν το κάνει θα είναι για 1-2 λεπτά, σαν φάρσα». Μόνο που ο Ρέντναπ δεν έκανε πλάκα.

«Γύρισε από τα αποδυτήρια ντυμένος και τον ρώτησα που παίζει. Μου απάντησε μπροστά και του είπα, ‘ωραία, θα δούμε τότε αν είσαι καλύτερος απ’τον Τσάπμαν’. Και τον έβαλα μέσα». Κάπως έτσι, εκείνο ακριβώς το λεπτό που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον αγωνιστικό χώρο, φορώντας τη φανέλα με το νούμερο 3, ο Στιβ Ντέιβις έγινε μέρος της ιστορίας της αγαπημένης του ομάδας. «Όταν βρέθηκα στο χόρτο όλοι οι ήχοι από τον κόσμο εξαφανίστηκαν. Είναι αλήθεια αυτό που λένε οι παίκτες. Ξαφνικά δεν άκουγα κανέναν απ’τους φίλους μου που φώναζαν από την κερκίδα. Προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος αλλά μετά τα πρώτα λεπτά τα πόδια μου έτρεμαν. Έπαιζα για τη Γουέστ Χαμ! Το μόνο που σκεφτόμουν συνέχεια είναι: Μη τα σκατώσεις Στιβ, μη τα σκατώσεις».

Όσο ο Στιβ έτρεμε, προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της τιμής που του έγινε, ο Ρέντναπ το διασκέδαζε με την ψυχή του: «Με το που έγινε η αλλαγή, ήρθε ένας άνθρωπος της Οξφόρδης και με ρώτησε ποιος είναι αυτός που μπήκε, ώστε να τον ανακοινώσουν από τα μεγάφωνα. ‘Καλά, δεν είδατε το Μουντιάλ;’ τον ρώτησα με υφάκι. ‘Αυτός είναι ο Βούλγαρος Τιτίσεφ που έβαλε 3 γκολ’. Τότε ο τύπος μου απάντησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του: ‘Α, ναι. Το φαντάστηκα πως είναι αυτός’ και έφυγε».

Το όνειρο του ευτυχισμένου οπαδού δεν κράτησε τελικά 1-2 λεπτά, όπως φοβόταν. Έμεινε μέσα μέχρι το τέλος του αγώνα και σύμφωνα με τον ίδιο τα πήγε μια χαρά. «Εννοείται πως δεν γύρισα ποτέ πίσω από το κέντρο. Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ γρήγορο παιχνίδι για μένα. Αυτοί έπαιζαν κανονικό ποδόσφαιρο, εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο επιπέδου παμπ. Δεν μπορούσα ποτέ να βρεθώ μόνος. Εκεί οι αμυντικοί δεν σ’άφηναν ποτέ ελεύθερο. Δεν ήταν σαν το ποδόσφαιρο παρέας. Έπαιζα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, με σίγουρες κοντινές πάσες.»

Κάπου στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου όμως έγινε μια φάση που έμελλε να μεγαλώσει λίγο ακόμα το μύθο, όσο αδύνατο κι αν ακούγεται αυτό. Η Γουέστ Χαμ έκανε μια επέλαση από τα αριστερά, ένας χαφ έκανε μια συρτή σέντρα στο ύψος της μικρής περιοχής και ο Στιβ βρέθηκε για ένα δευτερόλεπτο ανενόχλητος, φάτσα με την εστία. «Απλά σούταρα. Σούταρα με όλη μου τη δύναμη». Γκολ! «Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η καλύτερη στιγμή στη ζωή μου. Έτρεξα προς το κόρνερ πανηγυρίζοντας και ρίχνοντας γροθιές στον αέρα. Ήταν όλα τελείως σουρεαλιστικά. Είχα βάλει γκολ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Νομίζω πως αυτό είναι το καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο».

Δυστυχώς γι’αυτόν, ακόμα και στα καλύτερα όνειρα κάποιος θα βρεθεί να σε προσγειώσει. Όσο ο Στιβ πανηγύριζε σαν τρελός, ο διαιτητής ακύρωνε το γκολ, μετά από υπόδειξη του επόπτη, ως οφσάιντ. «Η αλήθεια είναι πως ήμουν δυο γιάρδες μπροστά από τον αμυντικό. Έτρεξα προς τον διαιτητή, έβαλα τα χέρια μου στους ώμους του και του είπα: ‘Άτιμε, αυτή ήταν η στιγμή μου. Μου κατέστρεψες το όνειρο’. Με κοίταξε στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο και σφύριξε να συνεχιστεί το παιχνίδι».

Μαζί με το τελευταίο σφύριγμα, που βρήκε τη Γουέστ Χαμ να κερδίζει με 4-0, ολοκληρώθηκε και το παραμύθι που ζούσε ο Στιβ. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε για να μεταπείσει τον φροντιστή, εκείνος δεν του επέτρεψε να κρατήσει τη φανέλα που φορούσε, παρ’όλα αυτά έφυγε με το δικό του μπλουζάκι γεμάτο αυτόγραφα από όλους τους παίκτες. Την επόμενη μέρα η ιστορία του έγινε θέμα στον τοπικό Τύπο ενώ για χρόνια κάθε φορά που του ζητούσαν να διηγηθεί το περιστατικό, πρώτα έλεγε μια εκδοχή στην οποία το γκολ του είχε μετρήσει κανονικά.

To 2013 σε μια ποδοσφαιρική εκπομπή του BBC οι δυο πρωταγωνιστές συναντήθηκαν ξανά αλλά όταν αναφέρθηκε το γκολ, ο Στιβ ζήτησε από τον Ρέντναπ να μην πει σε κανέναν τι πραγματικά έγινε. Λίγο καιρό μετά διέρρευσε ένα μικρό απόσπασμα από την επερχόμενη αυτοβιογραφία του Ρέντναπ, στο οποίο περιγράφει τη συγκεκριμένη, θρυλική πλέον στις τάξεις των οπαδών της Γουέστ Χαμ, ιστορία. Όπως αποδείχτηκε από τον επίλογο εκείνου του αποσπάσματος και την απουσία αναφοράς στο οφσάιντ, ο Άγγλος προπονητής πιστεύει στην ιδέα ‘μην αφήνεις μερικές λεπτομέρειες να χαλάσουν μια πολύ όμορφη ιστορία’:

«Κι όμως σκόραρε! Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Έτρεχε πάνω-κάτω εκστασιασμένος σαν να κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ εμείς είχαμε πεθάνει απ’τα γέλια στον πάγκο. Πάντως είχε δίκιο. Εκείνο το βράδυ ήταν πράγματι καλύτερος από τον Λι Τσάπμαν».

Λούθερ Μπλίσετ: το παλτό που έγινε έμπνευση ενός κινήματος

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είναι δύσκολο να πετύχεις ιστορία σαν κι αυτή του Τζαμακαϊνού φορ Λούθερ Μπλίσετ που έγινε τόσο διάσημος, χωρίς να έχει τόσο μεγάλη ποδοσφαιρική πορεία. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Αν ασχολείστε λίγο με το Ίντερνετ ή με τη λογοτεχνία ή απλά με pop culture αναφορές ή είστε ακτιβιστής, όλο και κάπου θα έχετε πετύχει το όνομα Λούθερ Μπλίσετ. Είτε ως φαρσέρ, είτε ως συγγραφέα, είτε ως κάποιο ψευδώνυμο.  Το όνομα Λούθερ Μπλίσετ ήταν (χονδρικά) οι Anonymous πολύ πριν αυτοί εμφανιστούν, αλλά σε μια χρήση φάρσας-διασποράς ψευδών ειδήσεων. Ένα παρατσούκλι που το χρησιμοποιούσαν (και χρησιμοποιούν) πολλοί άνθρωποι, ξεκινώντας από μια κολλεκτίβα καλλιτεχνών και ακτιβιστών που επέλεξαν το όνομα ενός πραγματικού προσώπου, του ποδοσφαιριστή Λούθερ Μπλίσετ.

Παίκτης της Γουότφορντ, την ακολούθησε από τη 4η ως την 1η κατηγορία και μάλιστα τη σεζόν 1982-83 βγήκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 27 γκολ, μπροστά από τον Γκάρι Λίνεκερ. Η Γουότφορντ έκανε εξαιρετική χρονιά και βγήκε 2η, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Λίβερπουλ. Εκείνο το καλοκαίρι η Μίλαν αποφασίζει να δαπανήσει ένα σεβαστό ποσό και να τον αγοράσει. Ο αστικός μύθος (άλλωστε στην ιστορία του Μπλίσετ με τις φάρσες ταιριάζει απόλυτα) λέει ότι οι Μιλανέζοι ήθελαν να πάρουν τον Τζον Μπαρνς και μπέρδεψαν τους παίκτες. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν επιβεβαιώνεται, αλλά βάζει λίγη σάλτσα στην ιστορία.

Ο Μπλίσετ πήγε με ανεβασμένη την ψυχολογία ως πρώτος σκόρερ και φτάνοντας στην Ιταλία έκανε δηλώσεις γεμάτος σιγουριά. «Ο Πλατινί σκόραρε πέρσι 18 γκολ; Εγώ θα βάλω περισσότερα, θα γίνω το είδωλο των πιτσιρικάδων» δήλωσε περιχαρής. Η Γκατζέτα τον παρουσιάζει ως την μεταγραφή του καλοκαιριού, βάζοντάς τον πάνω από τον Τονίνιο Σερέζο της Ρόμα και πάνω ακόμα και από τον… Ζίκο που πηγαίνει στο Ούντινε. Η πίστη στον Μπλίσετ αυξήθηκε κι οι άνθρωποι της Μίλαν έτριβαν τα χέρια τους, καθώς στα φιλικά ματς σκόραρε πολύ. Καθώς όμως όλοι γνωρίζουμε, τα καλοκαιρινά πρωτοσέλιδα τα βλέπει ο οπαδός το χειμώνα και γελά. Μιλάμε για τα 80s και μιλάμε για την Ιταλία. Τα πράγματα ήταν… άγρια και ειδικά η Μίλαν ήταν στα χειρότερα χρόνια της, μετά από υποβιβασμούς. Ο Μπλίσετ σκόραρε ελάχιστα και περνούσε τεράστιες περιόδους ανομβρίας που κρατούσαν μέχρι και τρεις μήνες. Δεν βοήθησαν και ορισμένες μεγάλες ευκαιρίες που έχασε, ένα πέναλτι που έστειλε στα πουλιά και ειδικά μία φάση στο ντέρμπι την Ίντερ σχεδόν σε κενή εστία, με τον Τζένγκα εξουδετερωμένο. Τελείωσε τη σεζόν με μόλις 5 γκολ σε 30 παιχνίδια και μετριότατη παρουσία, καθώς δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο ιταλικό στιλ παιχνιδιού. Η Μίλαν βγήκε τελικά όγδοη.

Τα κατορθώματα του Μπλίσετ στην Ιταλία, προς το τέλος το άχαστο με την Ίντερ

Ο Μπλίσετ ήταν ένα παλτό, αλλά όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις μερίδα του κόσμου αγαπάει τέτοιους παίκτες που γίνονται τελικά cult ινδάλματα. Ο Τζαμαϊκανός έγινε μάλιστα και πανό των οπαδών της Λιβόρνο, καθώς ένα από τα λίγα του γκολ ήταν αυτό που έριξε την Πίζα στη Β’ εθνική και οι άσπονδοι γείτονες το χάρηκαν πολύ. Ένας δεύτερος αστικός μύθος χρεώνει την αποτυχία του Μπλίσετ στο γεγονός ότι στη Μίλαν πήγε ο… αδερφός του και όχι ο ίδιος. Τώρα το τι έκανε ο κανονικός Μπλίσετ όλη εκείνη τη σεζόν δεν το απαντάει κανείς, όπως καταλαβαίνουμε. Στον ποδοσφαιριστή αποδίδεται και η ατάκα: «Στην Ιταλία όσα λεφτά και να έχεις δεν μπορείς να βρεις Rice Krispies», ένα δημητριακό που άρεσε πολύ στον φορ. Το να πηγαίνεις από την Αγγλία στην Ιταλία και να γκρινιάζεις για το φαγητό είναι ύβρις, αλλά μπορεί τα Rice Krispies να ήταν σαν να έχασε ο Σαμψών την κοτσίδα του ας πούμε. Το παρατσούκλι Luther Miss-it είχε κολλήσει για τα καλά πάντως.

Παρόμοια ήταν η πορεία του και στην εθνική. Με τον Μπλίσετ να κάνει χατ τρικ στην πρώτη του εμφάνιση (ένας από τους πρώτους μαύρους με τα χρώματα της Αγγλίας) απέναντι στο Λουξεμβούργο, αλλά να μη σκοράρει ξανά στις υπόλοιπες 13 εμφανίσεις του με την Αγγλία. Ο Μπλίσετ το επόμενο καλοκαίρι γύρισε με συνοπτικές διαδικασίες στη Γουότφορντ για τα μισά χρήματα και συνέχισε εκεί την καριέρα του. Η κληρονομιά του έμεινε όμως ανεξίτηλη στην Ιταλία. Έστω και όχι ποδοσφαιρικά. Το όνομά του άρχισε κάποια χρόνια αργότερα να χρησιμοποιείται από ακτιβιστές και φαρσέρ. Κανείς δεν ξέρει τον ακριβή λόγο. Μια ερμηνεία είναι ότι ο Μπλίσετ είχε πέσει θύμα ρατσιστικών επιθέσεων σε ορισμένα γήπεδα, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Ο ίδιος πιστεύει ότι επειδή ακριβώς ήταν ένας από τους λίγους μαύρους ποδοσφαιριστές εκείνα τα χρόνια, ενέπνευσε. Το Luther Blissett Project ξεκίνησε το 1994 από την Μπολόνια, ως μια κολεκτίβα αναρχικών και το όνομα άρχισε να χρησιμοποιείται σε διάφορες φάρσες. Φάρσες που ξεγέλασαν από εφημερίδες μέχρι κανάλια.

Το πρόσωπο του φανταστικού Λούθερ Μπλίσετ

Μάλιστα, η ομάδα αυτή έγραψε και ένα βιβλίο που το υπέγραψε ως Λούθερ Μπλίσετ. Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας λαϊκός ήρωας μέσα στην εποχή της πληροφορίας, με τη διαδικασία της μυθοποίησης. Ένας Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής. Κάπως έτσι, ο Λούθερ Μπλίσετ άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορα μέρη, αφού από την Μπολόνια πήγε και σε άλλες πόλεις και χώρες και… αναλάμβανε την ευθύνη για διάφορες ιστορίες. Μαϊμού εξαφανίσεις καλλιτεχνών (που δεν υπήρχαν) σε τηλεοπτικές εκπομπές τύπου Νικολούλη, ρέιβ πάρτι σε τραμ με την αστυνομία να συλλαμβάνει τα άτομα και όλα να δηλώνουν όνομα Λούθερ Μπλίσετ, αιφνίδιοι θάνατοι φανταστικών προσώπων. Φέικ νιουζ πολύ πριν γίνουν μόδα, όλα με πρωταγωνιστή το ίδιο όνομα. Λούθερ Μπλίσετ. Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δεν ενοχλήθηκε ποτέ που το όνομά του πήρε πλέον άλλη σημασία, άρχισε να μοιράζεται από εδώ και από εκεί. Μετά από 5 χρόνια παρουσίας, οι υπεύθυνοι έκαναν ένα… συμβολικό σεπούκου (χαρακίρι) και σκότωσαν τον χαρακτήρα.

Μετά το 1′, η αποτυχία να πάρει σωστά τη στροφή

Όσο για τα ποδοσφαιρικά, ο Μπλίσετ έζησε κανονικά και έπαιξε αρκετά χρόνια ακόμα στην Αγγλία, έβαλε αρκετά γκολ στη Γουότφορντ και αλλού, αλλά δεν έφτασε ποτέ ξανά στις προ-Μίλαν επιδόσεις του. Θεωρείται πάντως από τους θρύλους της Γουότφορντ. Μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με τον ποδοσφαιρικό  σχολιασμό, αλλά και την αυτοκίνηση, καθώς έκανε μαζί με τον Μπαρνς και τον Λες Φέρντιναντ μια σχολή αγωνιστικής οδήγησης για νεαρούς από την Καραϊβική. Αργότερα ασχολήθηκε κι ο ίδιος με αγώνες οδήγησης και μάλιστα συμμετείχε το 2011 στο Silvestone Classic, όπου ανάμεσα σε άλλες διασημότητες τράκαρε λίγο μετά την εκκίνηση και έκανε αρκετές σβούρες. Ευτυχώς βγήκε σώος.

Όταν ο Καντονά κλώτσησε τον ρατσισμό

  [7 Σχόλια]

Ο Ερίκ Καντονά δεν είναι ακόμα μία συνηθισμένη περίπτωση κάποιου, που υπήρξε κάποτε, ένας κορυφαίος ποδοσφαιριστής, και προσωπικά τον λατρεύω γι’ αυτό. Κι ας αγωνίστηκε -με τεράστια επιτυχία- στην ομάδα που  ήταν, είναι και θα είναι, ο μεγαλύτερος αντίπαλος της ομάδας που εγώ υποστηρίζω. Η αρχοντική του κορμοστασιά δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Ο σηκωμένος του γιακάς δεν μπορούσε να σε αφήσει ασυγκίνητο. Η μοναδική του τεχνική, ώρες-ώρες, σε έκανε να παραμιλάς. Το ψυχρό του βλέμμα, ικανό να τρομάξει αντιπάλους, συμπαίκτες ακόμα και θεατές στην εξέδρα. Πάνω απ’ όλα όμως, το γεγονός πως έπαιρνε, και συνεχίζει να παίρνει, θέση για καθετί σημαντικό -εντός και εκτός ποδοσφαίρου- τον κατατάσσουν πολύ ψηλά στις συνειδήσεις όλων όσων δεν ασχολούνται επιφανειακά με το ποδόσφαιρο, αλλά ψάχνουν σε αυτό και άλλα βαθύτερα νοήματα, αντιμετωπίζοντάς το ως αυτό που είναι πραγματικά: Ένα πανέμορφο παιχνίδι που συνάμα είναι και ένα σπουδαίο κοινωνικό φαινόμενο. Με ό,τι φυσικά αυτό, περικλείει ως κάτι τέτοιο.

Στις αρχές των 90s -και αφού έχουν προηγηθεί τα γεγονότα του Χέιζελ και του Χίλσμπορο- το αγγλικό ποδόσφαιρο προσπάθησε να αλλάξει με ταχείς ρυθμούς, προς το καλύτερο, και τα κατάφερε. Έτσι τουλάχιστον θέλουμε όλοι να πιστεύουμε. Οι θέσεις ορθίων άρχισαν να εξαφανίζονται, βυθίζοντας στη θλίψη αρκετούς φιλάθλους που είχαν μάθει εντελώς διαφορετικά. Τα γήπεδα έγιναν πολύ πιο καθαρά και σύγχρονα, δίνοντας πολλές ανέσεις σε αυτούς που αγοράζουν ένα -ακριβό- εισιτήριο, και φυσικά ο κύριος όγκος των χούλιγκανς σταμάτησε να πηγαίνει οργανωμένα στο γήπεδο. Αυτό φυσικά δεν αναιρούσε το γεγονός πως, εκτός γηπέδου, τα «ραντεβού» έδιναν και έπαιρναν. Κάτι που συνεχίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Αυτό -όπως είναι λογικό- δεν ενοχλούσε καθόλου την FA, αφού το τηλεοπτικό της «προϊόν» γίνονταν μέρα με τη μέρα ολοένα και πιο ελκυστικό. Ολοένα και πιο ακριβό. Ολοένα και πιο λαμπερό.

Την ίδια περίοδο έφτασε στο Νησί και ο Καντονά, με τη φήμη που τον ακολουθούσε να είναι επιεικώς απαράδεκτη, λόγω του εκρηκτικού του χαρακτήρα. Ενός χαρακτήρα που τον έβαζε αρκετά συχνά σε μπελάδες. Ο Γάλλος είχε ξυλοφορτώσει τον συμπαίκτη του, Μπρούνο Μαρτίνι, όταν είχε αγωνιστεί δανεικός στην Μαρτιγκές απ’ την Οσέρ. Είχε χτυπήσει διαιτητή, πετώντας του την μπάλα, με αρκετά υποτιμητικό και βίαιο τρόπο. Είχε τιμωρηθεί με τρίμηνο αποκλεισμό για ένα δολοφονικό μαρκάρισμα στον Μισέλ Ντε Ζακαριάν της Ναντ. Είχε χτυπήσει με παπούτσι στο κεφάλι τον συμπαίκτη του, Ζαν Κλωντ Λεμούλ, όταν έπαιζε στην Μονπελιέ και φυσικά είχε προλάβει να αποκλειστεί -για ένα πολύ μικρό διάστημα- και απ’ την εθνική, μιας και είχε έρθει σε ολική ρήξη με τον τότε προπονητή, Ανρί Μισέλ. Ο χαρακτηρισμός μάλιστα «σκατοσακούλα» που είχε ξεστομίσει στον γαλλικό Τύπο για τον Μισέλ, ακολουθούσε τον εκλέκτορα των Τρικολόρ για πάρα πολλά χρόνια.

Επίσης είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. Να τσακωθεί δηλαδή ακόμα και σε αγώνα φιλανθρωπικού χαρακτήρα σε μια κίνηση που είναι υπερβολικά δύσκολο να περιγραφτεί με λόγια. Τουλάχιστον από εμένα. Αυτά φυσικά είναι μόνο λίγα από όλα όσα είχε καταφέρει τα χρόνια που έπαιζε στα γήπεδα της Γαλλίας. Γι’ αυτούς τους λόγους, και ακόμα περισσότερους, δεν τον είχε φέρει και ο Σούνες στην Λίβερπουλ, την περίοδο που ο Μισέλ Πλατινί τον παρακαλούσε, μήπως και σώσει την καριέρα του σπουδαίου Γάλλου επιθετικού. Μια καριέρα που έδειχνε να έχει πάρει την κάτω βόλτα. Αυτό, τελικά, έγινε στη Λιντς με τον Καντονά να φτιάχνει και πάλι το όνομά του, αφού είχε προηγηθεί η απόρριψή του απ’ την Σέφιλντ Γουένσντεϊ. Ναι, συνέβη και αυτό στον σπουδαίο Ερίκ Καντονά.

Εκτός των εξωπραγματικών του εμφανίσεων στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και των τίτλων που κέρδισε, ο Καντονά θα μνημονεύεται πάντα, για εκείνο το κουνγκ-φου χτύπημα στον Μάθιου Σίμονς. Τον φίλαθλο της Κρίσταλ Πάλας, τον Δεκέμβριο του 1995, στο Νότιο Λονδίνο και συγκεκριμένα στο Σέλχαρστ Παρκ. Αφού είχε μόλις δεχθεί την κόκκινη κάρτα για ένα σκληρό μαρκάρισμα στον Ρίτσαντ Σο, αμυντικό της Πάλας, κι αφού κατευθυνόταν στα αποδυτήρια, ο Καντονά κινήθηκε μαινόμενος προς την κερκίδα, με τα υπόλοιπα να είναι πλέον γνωστά. Η FA τιμώρησε τον Καντονά με αποκλεισμό 8 μηνών από το ποδόσφαιρο και 120 ώρες κοινωνική εργασία καθώς παράλληλα πλήρωσε ποινή φυλάκισης δύο εβδομάδων, συν ακόμα ένα τεράστιο χρηματικό πρόστιμο.

Ο Γάλλος μάλιστα την ίδια περίοδο αποσύρθηκε και απ’ την εθνική Γαλλίας καθώς έβλεπε -ανήμπορος να βοηθήσει- την Γιουνάιτεντ να χάνει στο τέλος της σεζόν το πρωτάθλημα απ’ την Μπλάκμπερν. Ο βρετανικός Τύπος εννοείται πως είχε φερθεί πολύ σκληρά στον Γάλλο σταρ και πως, ηθελημένα, δεν είχε ψάξει το γεγονός όπως κανονικά θα έπρεπε. Εις βάθος. Αντ’ αυτού η στοχοποίηση του ποδοσφαιριστή, που είχε όντως πολύ κακή φήμη, στο «υγιές» πλέον αγγλικό ποδόσφαιρο έγινε ο βασικός στόχος. Η δήλωση του Καντονά έξω απ’ το δικαστήριο πως «Όταν οι γλάροι ακολουθούν την τράτα, είναι γιατί νομίζουν πως θα πεταχτούν σαρδέλες στη θάλασσα» μπορεί να είχε φανεί τότε αστεία και δίχως νόημα, αλλά ήταν τελικά το ακριβώς αντίθετο, κρύβοντας μάλιστα -ουσιαστικά- όλη την αλήθεια αυτής της ιστορίας και την υποκριτική στάση των ΜΜΕ. Μιας ιστορίας που είχαν κρύψει αρκετά καλά για να προστατεύσουν το ακριβό ποδοσφαιρικό προϊόν που άρχιζε να κατακτά ολόκληρο τον πλανήτη. Παρακάτω θα καταλάβετε τον λόγο.

Ο Σίμονς, το «θύμα» δηλαδή, είναι γέννημα-θρέμμα του Θόρντον Χιλ, ακριβώς δίπλα στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας και αν και δηλώνει περισσότερο φίλος της Φούλαμ, πήγαινε αρκετά συχνά και στα παιχνίδια των «αετών», στο Σέλχαρστ Παρκ. Αυτή η σχέση ξεκίνησε απ’ όταν η μητέρα του δούλευε για -πολλά χρόνια- στο μπαρ του γηπέδου. Μάλιστα, στα παιδικά του χρόνια, ο Σίμονς είχε υπάρξει και ball boy της ομάδας. Μέχρι εδώ όλα καλά. Αυτό που ποτέ δεν βγήκε στην επιφάνεια εκείνα τα χρόνια ήταν το κοινωνικό προφίλ του διάσημου «θύματος» και το γεγονός πως εκείνη την περίοδο ήταν μέλος του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος και πως συμμετείχε ακόμα σε πορείες και συλλαλητήρια δίπλα σε ένα σωρό ακροδεξιά στοιχεία.

Επίσης στα 17 του, λίγα χρόνια δηλαδή πριν την κλωτσιά του Καντονά, ο Μάθιου Σίμονς είχε καταδικαστεί για απόπειρα ληστείας σε βενζινάδικο του οποίου ο βασικός υπάλληλος ήταν απ’ τη Σρι Λανκα. Επίσης κανένας δεν είχε ασχοληθεί με το γεγονός πως ενώ η θέση του, εκείνη τη μέρα, ήταν 11 σκαλοπάτια ψηλότερα, αυτός είχε βρεθεί δίπλα στις διαφημιστικές πινακίδες απλά και μόνο για να βρίσει τον Καντονά χυδαία για την καταγωγή του και να τον προτρέψει να γυρίσει στην «Γαμ…ένη τη χώρα σου, γαμ…νε Γάλλε». Το γεγονός πως ο Σίμονς πριν μερικά χρόνια καταδικάστηκε επίσης, για επίθεση στον προπονητή της ομάδας που αγωνίζεται ο ανήλικος γιος του (το εν λόγω συμβάν έγινε περίπου το 2011), δίνει στον Καντονά ακόμα ένα ελαφρυντικό  για εκείνο το γεγονός και εκείνη την βίαιη αντίδρασή του. Ένα γεγονός που ο ίδιος δεν έχει ξεχάσει ακόμα και σήμερα. Και φυσικά -ορθώς- δεν έχει συγχωρήσει τον Σίμονς γι’ αυτό.

Το πόρισμα των χαρτογιακάδων είχε βγει: «Οι εξέδρες είχαν καθαρίσει από ταραχοποιά στοιχεία και το προϊόν μπορούσε πλέον να καταναλωθεί από όλους με συμπεριφορές σαν αυτή του Καντονά να δυσφημούν την Πρέμιερ Λιγκ». Είναι τόσο τραγικό όσο ακούγεται. Το εύκολο θύμα σε όλο αυτό, κάποιος που προκαλείται για να γίνει θύτης μιας και το προβληματικό του παρελθόν, μπορούσε εύκολα να τον στοχοποιήσει. Κάποιος που εκτός του σπάνιου ποδοσφαιρικού του ταλέντου είχε κοινωνική και πολιτική συνείδηση και φυσικά κάποιος που -ασχέτως- αν ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και ίνδαλμα της Ποπ Κουλτούρας της εποχής, δεν μπορούσε να το «βουλώσει» μπροστά στην αδικία, τη βία και τον κάθε μορφής ρατσισμό. Αυτόν το ρατσισμό που υπήρχε πολύ βαθιά ριζωμένος εκείνη την περίοδο στις κερκίδες και που η FA ήθελε να κρύψει για να μην πληγώσει το προϊόν της. Εδώ έρχεται επίσης ακόμα ένα μεγάλο αναπάντητο τόσα χρόνια τώρα -αθλητικό- ερώτημα. Με ποιο δικαίωμα ο οπαδός μπορεί να βρίζει τον αθλητή και γιατί αν αυτός αντιδράσει θα πρέπει να τιμωρείται; Ποιο μέτρο τιμωρεί (και πως) την σωματική βία αλλά αφήνει ατιμώρητη την λεκτική, κυρίως, προς τους αθλητές; Γιατί κάποιοι αποφάσισαν τόσο εύκολα πως εκείνο το απόγευμα στο Σέλχαρστ Παρκ ο Καντονά ήταν ο θύτης και όχι το θύμα;

Το ποδόσφαιρο είχε όντως αλλάξει, ιδίως το αγγλικό, και είχε αρχίσει να γίνεται ακριβώς αυτό που είναι στις μέρες μας. Ένα προϊόν που μπορεί να καταναλωθεί από όλους και πρέπει να καταναλώνεται από όλους. Ένα προϊόν που όλα μέσα σε αυτό πρέπει να δείχνουν όμορφα και αγγελικά πλασμένα για να μπορεί να «πουλάει». Ο σκληρός και αληθινός Ερίκ δεν ξέρω πόσο θα μπορούσε να βρει χώρο σε αυτό το ποδόσφαιρο και γι’ αυτό λογικά έβαλε και τέλος στην καριέρα του, δύο χρόνια αργότερα στα 31 του χρόνια, αφού δε τον γέμιζε και δεν μπορούσε να πορευτεί σε αυτό ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής όπως τους ήθελε και συνεχίζει να τους θέλει το σύστημα. Χωρίς πάθη. Χωρίς πολιτική/κοινωνική συνείδηση (εκτός και αν πιέζουν οι χορηγοί), και το σημαντικότερο, χωρίς αντίδραση στην δράση. Αυτό το τελευταίο δεν θα μπορούσε να το δεχθεί κάποιος με την φιλοσοφία του σπουδαίου Γάλλου αρτίστα.

Αν υπήρξε ένα θύμα εκείνη την μέρα στο Σέλχαστ Παρκ, αυτό  δεν ήταν σίγουρα ο Σίμονς. Ίσως μεγαλύτερο θύμα κι απ’ τον Καντονά να ήταν το ίδιο το ποδόσφαιρο. Ένα ποδόσφαιρο που πέθαινε σιγά-σιγά με την παλιά του μορφή, δίνοντας την θέση του σε ένα άλλο ποδόσφαιρο, γεμάτο νέα συναισθήματα, με πολλές -και άνετες- θέσεις στην εξέδρα και νέες θέσεις πίσω από πολλά γραφεία για ανθρώπους που δεν το γνωρίζουν και δεν το αγαπούν, βλέποντας σε αυτό μόνο αριθμούς σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Απ’ την άλλη, η πορεία του Καντονά, μετά το ποδόσφαιρο, έδειξε σε όλους ποιος πραγματικά ήταν (και είναι) ο Κινγκ Eρίκ κάτι που εμένα προσωπικά με γεμίζει χαρά. Μεγάλη χαρά. Σαν αυτή που πήρα την πρώτη φορά που είδα την κουνγκ-φου κλωτσιά του αποτυπωμένη στο εξώφυλλο του σιγκλ των Ash. Εννοείται, για το κομμάτι Kung-Fu.

Χαρά και συγκίνηση όπως τότε που τον είδα να γεμίζει με την παρουσία του την Μεγάλη Οθόνη στο εξαιρετικό «Looking For Eric» του Κεν Λόατς. Απίστευτη χαρά σαν αυτή που εισπράττω όταν διαβάζω τις δηλώσεις του και βλέπω την στάση του για ένα σωρό δύσκολα κοινωνικά θέματα των περίεργων ημερών μας. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν έριχναν κι άλλοι διάσημοι ποδοσφαιριστές -και αθλητές- τέτοιες κλωτσιές σε όλους αυτούς που πραγματικά τις αξίζουν; Τότε -και μόνο τότε- ίσως να ήταν το ποδόσφαιρο, η κοινωνία, ακόμα και το ίδιο το «Σύστημα» κάπως καλύτερα. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός είναι απ’ τα σημαντικότερα δευτερεύοντα πράγματα στην ζωή, κάτι που ο Ερίκ Καντονά το είχε καταλάβει αρκετά νωρίς και μάλιστα πολύ καλά, αρνούμενος να μένει σιωπηλός μπροστά σε όλα τα άσχημα και τα περίεργα που συναντούσε.

To κείμενο γράφτηκε έχοντας ως μουσική παρέα το soundtrack της τανίας La Haine.

Σώζοντας την ομάδα και την πόλη

  [1 Σχόλιο]

Στα παράλια της Βόρειας θάλασσας, κοντά στο Μίντλεσμπρο και το Νιούκαστλ βρίσκεται η παραλιακή πόλη του Χάρτλπουλ. Όταν λέμε παραλιακή βέβαια, μη σκέφτεστε καταγάλανα νερά και λαμπερές αμμουδιές. Όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 20 βαθμούς γίνεται πάρτι. Μια πόλη που ζει από τη βιομηχανία και το λιμάνι της. Μια πόλη που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς εξαιτίας των ναυπηγείων της, τόσο στον 1ο, όσο και στο 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, που πέρασε δύσκολες περιόδους λόγω οικονομικών κρίσεων, με την ανεργία, την εγκληματικότητα να ανεβαίνουν ψηλά αρκετές φορές.

Όπως κάθε αγγλική πόλη που σέβεται τον εαυτό της, έχει για καμάρι και διέξοδο την ποδοσφαιρική της ομάδα. Τη Χάρτλπουλ Γιουνάιτεντ. Έναν σύλλογο που κλείνει τα 110 χρόνια ζωής φέτος και δεν έχει καταφέρει να ανέβει πάνω από τη 3η εθνική ποτέ στην ιστορία της. Αν υπάρχει κάτι αξιομνημόνευτο, είναι ότι αποτέλεσε τον πρώτο σταθμό της προπονητικής καριέρας του Μπράιν Κλαφ. Ο Κλαφ αρχικά αρνήθηκε την πρόταση λέγοντας απλά «δεν μου αρέσει καθόλου το μέρος», αλλά τελικά μόλις στα 30 του χρόνια ανέλαβε και έγινε ο πιο νέος προπονητής στην Αγγλία, παρέα με τον Πίτερ Τέιλορ. Τα πράγματα ήταν τόσο τραγικά οικονομικά, που πήγαινε στις παμπ για να μαζέψει χρήματα για την ομάδα, ενώ αναγκάστηκε να βγάλει και δίπλωμα για να μπορεί να οδηγεί πούλμαν ώστε να πάει ο ίδιος την ομάδα στα εκτός έδρας. Ο Κλαφ έμεινε σχετικά λίγο στο σύλλογο, αλλά άφησε το στίγμα του και κάπως έτσι πήγε στην Ντέρμπι.

Ο Μπράιν Κλαφ και το πούλμαν της Χάρτλπουλ (όχι δεν το πάρκαρε στην εστία)

Εκτός από τον Κλαφ όμως, μια σημαντική προσωπικότητα είναι κι ο H’Angus η Μαϊμού, η μασκότ του συλλόγου. Το όνομα είναι ένα 100% βρετανικό λογοπαίγνιο, βασισμένο σε ένα θρύλο της περιοχής. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, λέγεται ότι ένα γαλλικό καράβι ναυάγησε στην ακτή του Χάρτλπουλ. Ο μοναδικός διασωθείς ήταν μια μαϊμού που είχαν οι Γάλλοι στο καράβι για να τους διασκεδάζει και την είχαν μάλιστα ντυμένη με στρατιωτική στολή. Οι ντόπιοι έκαναν… δίκη της μαϊμούς και καθώς αυτή κρατούσε πεισματικά τη σιωπή της κατά την ακροαματική διαδικασία, θεώρησαν ότι είναι Γάλλος κατάσκοπος, μια που όπως λέει η ιστορία δεν είχαν δει ποτέ ούτε Γάλλο, ούτε μαϊμού για να ξέρουν πώς είναι (αυτή η αγγλο-γαλλική αγάπη κι οι θρύλοι της). Σύμφωνα με την ιστορία, η καημένη μαϊμουδίτσα καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμό και οι Χαρτλπουλιανοί έμειναν στην ιστορία ως «Monkey Hangers», όπως οι Γιαννιώτες είναι παγουράδες κι οι Βολιώτες Αυστριακοί μάλλον.

Η μαϊμού έγινε και μασκότ του συλλόγου και δεν θα σας είχα κουράσει τόσο πολύ, αν ο άνθρωπος μέσα στο κοστούμι του H’Angus δεν κατέβαινε για δήμαρχος της πόλης. Σε μια ιστορία που θυμίζει το επεισόδιο «The Waldo Moment» από τη 2η σεζόν του Black Mirror, ο Στιούαρτ Ντράμοντ αποφάσισε για πλάκα να είναι υποψήφιος. Η όλη ιστορία ξεκίνησε αρχικά με τον Στιούαρτ να φοράει το κοστούμι και να υπόσχεται δωρεάν μπανάνες στα παιδιά κάτω από 11 ετών, αλλά κατέληξε να βγάζει το κοστούμι, να μιλάει πολιτικά και στο τέλος να εκλέγεται δήμαρχος το 2002. Τα κατάφερε και πάλι το 2005, διπλασιάζοντας μάλιστα τις ψήφους του και βγήκε τρίτη φορά δήμαρχος το 2009. Ο Ντράμοντ σταμάτησε να είναι δήμαρχος όταν το 2013, οι Εργατικοί προκάλεσαν δημοψήφισμα και άλλαξαν τον τρόπο εκλογής δημάρχου, όχι απευθείας από τον λαό, αλλά μέσω ενός συστήματος στο οποίο το κόμμα της πλειοψηφίας έχει τον έλεγχο (περισσότερα πολιτικά εδώ). Έγινε πάντως ο μοναδικός άνθρωπος που στο CV του μπορεί να γράφει μαζί μασκότ και δήμαρχος.

Μια από τις πιο σημαντικές στιγμές των Monkey Hangers ήρθε το 2005. Η Χάρτλπουλ τερμάτισε 6η στη Λιγκ 1, αλλά έφτασε στον τελικό των πλέι-οφ και στο 80′ κέρδιζε με 2-1 τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ αγγίζοντας το όνειρο της Τσάμπιονσιπ για πρώτη φορά στην ιστορία της. για Ήρθε όμως ένα πέναλτι που έστειλε το ματς στην παράταση και τη Χάρτλπουλ με παίκτη λιγότερο να χάνει με 4-2 και να χάνει την άνοδο βασανιστικά. Μια άνοδος που μπορεί να έδινε ανάσα στο σύλλογο σε όλα τα επίπεδα. Ένα χρόνο μόλις αργότερα υποβιβάστηκε στη Λιγκ 2 εν μέσω μεγάλων διοικητικών προβλημάτων. Επέστρεψε, αλλά το 2013 έπεσε ξανά και από τότε βρίσκεται σε άθλια κατάσταση δίνοντας μάχη να μην πέσει ακόμα πιο κάτω από την 4η σε σειρά κατηγορία της Αγγλίας. Δυστυχώς όμως το πρόβλημα δεν είναι απλά αγωνιστικό, η ομάδα πέρσι υποβιβάστηκε στη National League για πρώτη φορά στην ιστορία της και πλέον απειλείται με αφανισμό.

Οι οπαδοί του συλλόγου κάθε χρόνο ντύνονται για να πάνε στο τελευταίο εκτός έδρας.
Εδώ σαν στρουμφάκια. Θα υπάρξει κάτι τέτοιο ξανά;

Η Χάρτλπουλ έχει χρέη περίπου 2 εκατομμυρίων Ευρώ, ενώ έχει άμεσες υποχρεώσεις πάνω από 200 χιλιάδες που πρέπει να πληρώσει μέχρι το τέλος του μήνα. Αλλιώς μπαίνει σε «επιτήρηση» και τιμωρείται με -10 βαθμούς γεγονός που πιθανότατα θα τη στείλει ακόμα πιο χαμηλά και θα την καταστρέψει οριστικά. Ήδη ο σύλλογος είναι μια τεράστια μαύρη οικονομική τρύπα, καθώς έχει μπάτζετ ομάδας Λιγκ 2, αλλά έσοδα ερασιτεχνικού σωματείου που τη βάζουν κάθε εβδομάδα μέσα. Οι άνθρωποι του συλλόγου ψάχνουν νέο ιδιοκτήτη, αλλά ποιος θα πάρει μια επιχείρηση με τόσα χρέη και τόσα έξοδα;

Οπαδοί της Μπόρο που στηρίζουν τους γείτονες

Η καταστροφή του συλλόγου δεν θα είναι μόνο πρόβλημα γι’ αυτόν. Ήδη οι παλιότεροι φοβούνται ότι θα χαθούν οπαδοί. Ας μην ξεχνάμε ότι τριγύρω υπάρχουν ομάδες όπως η Μίντλεσμπρο, η Νίουκαστλ και η Σάντερλαντ. Αλλά δεν είναι μόνο η οπαδική βάση. Το τέλος της Χάρτλπουλ κι ο υποβιβασμός της στα τοπικά θα είναι και πρόβλημα για την ίδια την πόλη. Ο μοναδικός τουρισμός της είναι το παλιότερο πολεμικό καράβι στον κόσμο που εκτίθεται και το Βικτόρια Παρκ, το γήπεδο της ομάδας όπου πολλές φορές μέχρι και 1000 φιλοξενούμενοι ταξιδεύουν και αφήνουν χρήματα στις τοπικές παμπ και τα εστιατόρια. Αλλά κι ο ίδιος ο σύλλογος εκτός από μόνιμο προσωπικό, δίνει δουλειά σε 100 ανθρώπους περίπου σε κάθε αγώνα. Όλα αυτά θα χαθούν. Μπροστά στο διπλό καταστροφικό φάσμα, τοπικοί πολιτικοί και φυσικά οι φίλαθλοι της ομάδας κάνουν ότι μπορούν. Περίπου 60.000€ έχουν μαζευτεί από δωρεές (αρκετά από τα χρήματα από οπαδούς της Μπόρο που δεν ξέχασαν ότι το 1986 βρέθηκαν σε ίδια κατάσταση και οι Monkey Hangers βοήθησαν) για να γλιτώσει η ομάδα, με τους φιλάθλους να γεμίζουν σε πολλά ματς το γήπεδο των περίπου 7.000 θέσεων.

Ο 5χρονος Λέο Άλεν όταν είδε ότι κάποιοι «μεγάλοι» μαζεύουν χρήματα, ρώτησε τους γονείς του και του είπαν ότι χρειάζονται για να επιζήσει ο σύλλογος. Έτσι, αποφάσισε να τρέξει δυο φορές το γήπεδο για να μπορέσει να συγκεντρώσει χρήματα από σπόνσορες. Άλλοι άνθρωποι δουλεύουν εθελοντικά από διάφορα πόστα για να καλύπτουν τις ανάγκες. Οι διοικούντες του συλλόγου πιστεύουν ότι θα τα καταφέρουν μέχρι τις 25 Ιανουαρίου. Τα χρήματα αυξάνονται καθημερινά και οι παίκτες θα πληρωθούν αυτό το μήνα μάλλον, ενώ κι αρκετοί προμηθευτές θα πάρουν τα χρήματά τους. Ακόμα κι αυτό να γίνει όμως, αν δεν βρεθεί αγοραστής ο σύλλογος θα πρέπει να διαλυθεί και να αφανιστεί, μια που δε γίνεται κάθε μήνα να βρίσκονται τόσα χρήματα. Και μια πόλη που βομβαρδίστηκε 43 φορές από τους Γερμανούς, θα χάσει ένα τεράστιο κομμάτι της ιστορία της.

Νταλγκλίς και Φέργκιουσον: Μια σχέση «αγάπης»

  [5 Σχόλια]

25 Μαΐου 1967. Η Σέλτικ, του σπουδαίου Τζοκ Στάιν, έχει κερδίσει την Ίντερ, του κορυφαίου Ελένιο Ερέρα, με 2-1, κατακτώντας  έτσι το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης. Είναι το πρώτο τρόπαιο για Βρετανική ομάδα (και πρώτο τρεμπλ στην Ευρώπη) και έχει έρθει με ένα άκρως επιθετικό ποδόσφαιρο απ’τους Hoops, απέναντι σε μια ομάδα που είχε ως σήμα-κατατεθέν το δικό της κατενάτσιο. Λίγο καιρό αργότερα, η μεγάλη αντίπαλος των Καθολικών, η Ρέιντζερς, θα ολοκληρώσει την μεταγραφή του πρώτου σκόρερ της λίγκας, δυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο αισθητά, έτσι ώστε να μπορέσει -επιτέλους-  να σταθεί με αξιώσεις, απέναντι σε εκείνη την -σχεδόν- ανίκητη μηχανή της Σέλτικ. Ο ψηλός, 26χρόνος επιθετικός, που την προηγούμενη σεζόν είχε σκοράρει 31 τέρματα με τη φανέλα της Ντάμφερλμιν Αθλέτικ στα γήπεδα της Σκωτίας, δεν ήταν άλλος από τον Άλεξ Φέργκιουσον. Περίπου δύο χρόνια αργότερα, σε κάποιο «φιλικό» παιχνίδι ανάμεσα στις δύο ομάδες Νέων της Σέλτικ και της Ρέιντζερς, θα ξεκινήσει στην Γλασκώβη, μια απ’ τις μεγαλύτερες προσωπικές κόντρες που γνώρισε ποτέ το Βρετανικό και κατ’ επέκταση, το Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Η Σέλτικ και η Ρέιντζερς είχαν βρεθεί στον τελικό κυπέλλου το ’69, με την ομάδα του Στάιν να επικρατεί εύκολα με 4-0.  Ουσιαστικά, αυτό ήταν το κύκνειο άσμα του νεαρού επιθετικού Άλεξ Φέργκιουσον στους Προτεστάντες (σε μια αρκετά σύντομη καριέρα), μιας και είχε κατηγορηθεί από συμπαίκτες αλλά και τον προπονητή του για την κάκιστη απόδοσή του, τόσο στο επιθετικό όσο και στο αμυντικό της κομμάτι, και στο προσωπικό μαρκάρισμα του αρχηγού Μπίλι ΜακΝιλ στις στημένες φάσεις. Ένα μαρκάρισμα που είχε πονέσει πολύ την Ρέιντζερς εκείνη τη μέρα. Ο προπονητής Ντέιβ Γουάιτ -ως ένα είδος τιμωρίας- θα στείλει τον Φέργκι να προπονείται με την ομάδα Νέων, και κάπως έτσι, λίγο καιρό αργότερα, θα βρεθεί αντίπαλος της Σέλτικ του 18αρη τότε Κένι Νταλγκλίς, που αγωνίζεται -και μαγεύει- με τη φανέλα των «μικρών». Ο νεαρός Κένι θεωρούνταν εκείνη την περίοδο, ως το μεγαλύτερο ταλέντο που υπήρχε σε ολόκληρη τη Σκωτία και η αλήθεια δεν απείχε καθόλου -εννοείται- από αυτή τη φημολογία. «Θυμάμαι πολύ καλά τους αγκώνες του Φέργκι από εκείνη την αναμέτρηση», θα δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα ο Νταλγκλίς, με τους δημοσιογράφους να ξεσπούν σε ηχηρά γέλια, με τον ίδιο να τους δείχνει την τσέπη του παλτού του, λέγοντάς τους χαμογελαστός, «Ορίστε, εδώ τον είχα βάλει εκείνη τη μέρα». Ήταν ολοφάνερο πως εκείνη την μέρα ο μικρός δεν είχε δείξει κανένα σεβασμό στον ήδη επαγγελματία αντίπαλό του και στη δύσκολη φάση που περνούσε η καριέρα του.

Για την ιστορία, η ομάδα Νέων της Σέλτικ είχε επικρατήσει αυτής των Ρέιντζερς με 2-0, και ο Νταλγκλίς είχε αγωνιστεί ακριβώς μπροστά απ’τους δύο στόπερ (και όχι ως επιθετικός), έχοντας ως εντολή να μαρκάρει προσωπικά τον Φέργκιουσον. Μια δουλειά που είχε φέρει εις πέρας άψογα, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του. Ο Νταλγκλίς άλλωστε δεν καταλάβαινε από ξύλο, ειδικές συνθήκες και «αποστολές». «Αν του έριχνες κλωτσιά, επέστρεφε και ζητούσε κι άλλες» είχε δηλώσει συμπαίκτης του από εκείνα τα χρόνια, κάτι που φανερώνει με τον καλύτερο τρόπο τις αντοχές και την σκληράδα του νεαρού. Κάτι που τον χαρακτήριζε και όταν έπαιζε με τη φανέλα της Λίβερπουλ, ακόμα και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία. Ο Φέργκιουσον πάντως, στην δική του αυτοβιογραφία, κάπου γράφει πως εκείνη τη μέρα είχε σκοράρει ένα πανέμορφο τέρμα και είχε μειώσει το σκορ. «Το σκορ είχε τελειώσει 2-0», γράφει ο Νταλγκλίς στη δική του, ρίχνοντας κι άλλο λάδι στη φωτιά αυτής της νέας κόντρας. «Γράφουν πως αυτός ο νεαρός θα κάνει σπουδαία καριέρα ως επιθετικός. Δεν το νομίζω«, δηλώνει ο Φέργκιουσον φανερά εκνευρισμένος μετά το παιχνίδι, σε μια απ’τις πιο αποτυχημένες προβλέψεις που έχουν γίνει στην ιστορία των σπορ, με τους δημοσιογράφους απλά να χαμογελούν αφού έβλεπαν ήδη αυτό που θα ακολουθούσε. Μια μεγάλη κόντρα είχε μόλις αρχίσει. Μια κόντρα από αυτές που χαίρεσαι να παρακολουθείς μιας και μένουν -όπως είναι και το φυσιολογικό-  μόνο στο αθλητικό κομμάτι και φυσικά συζητιούνται για πολλά, πολλά χρόνια. Τι καλύτερο λοιπόν για τους αθλητικογράφους της εποχής από αυτό;

Το 1974 ο Άλεξ Φέργκιουσον θα ξεκινήσει, ουσιαστικά, την προπονητική του καριέρα στην Σεντ Μίρεν, με τον Νταλγκλίς να έχει ήδη εξελιχθεί στο νέο μεγάλο αστέρι της Σέλτικ, κατακτώντας μάλιστα πριν φύγει για την Λίβερπουλ (ως ο αντικαταστάτης του τεράστιου Κέβιν Κίγκαν) 4 πρωταθλήματα, 4 κύπελλα και ένα Λιγκ Καπ Σκωτίας. Το 1977 όταν ο Νταλγκλίς άφηνε την Σκωτία για την Αγγλία και το Άνφιλντ ώστε να γίνει ο νέος Βασιλιάς της Αγγλίας, ο Φέργκιουσον κατακτούσε το πρώτο πρωτάθλημα της καριέρας του στην β΄κατηγορία της Σκωτίας, με τη Σεντ Μίρεν, και έβαζε για τα καλά το όνομά του -ως μάνατζερ εννοείται- στον ποδοσφαιρικό χάρτη της Βρετανίας. Βλέποντας τότε την σπουδαία εξέλιξη που είχε ο Νταλγκλίς, θα υποπέσει σε μια επική «δήλωση-κωλοτούμπα», πως θα έπρεπε η Ρέιντζερς να έχει κλέψει τον νεαρό απ’ τη Σέλτικ, πολλά χρόνια πίσω, και πως τον είχε προτείνει, ο ίδιος μάλιστα, στον Γουάιτ. Στον ίδιο Γουάιτ που ο ίδιος μισούσε. Στον ίδιο Γουάιτ που τον τελείωσε εν μια νυκτί απ’ τη Ρέιντζερς. Ελάχιστοι τον πίστεψαν. Περισσότεροι τον χλεύασαν. Δεν νοιάστηκε. Ο Νταλγκλίς δεν θα συγκινηθεί -όπως ήταν και το λογικό- και θα διαλύσει μάλιστα την νέα ομάδα του Φέργκιουσον, την πρωταθλήτρια Σκωτίας Αμπερντίν, στον β’ γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών για τη σεζόν ’80-’81. Μια σεζόν που στο τέλος της, είχε βρει τους «κόκκινους» για 3η φορά πρωταθλητές Ευρώπης. Ο Νταλγκλίς είχε γίνει και επίσημα ο μεγαλύτερος εχθρός του Φέργκιουσον.

Η «φλόγα» της μεγάλης αυτής κόντρας καταλάγιασε αρκετά στις αρχές των 80s και αναζωπυρώθηκε και πάλι λίγο πριν το Μουντιάλ του 1986. Λίγο πριν γιγαντωθεί δηλαδή, όταν ο Φέργκιουσον ανέλαβε προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Σερ Άλεξ (πριν γίνει Σερ) είχε βρεθεί στον πάγκο της Σκωτίας, και ήταν αυτός που ουσιαστικά έκοψε τον κολλητό του Νταλγκλίς, Άλαν Χάνσεν, από το ρόστερ για το Μεξικό. Έκοψε δηλαδή ένα παίκτη που έπαιζε βασικός στην Λίβερπουλ και προέρχονταν από μια εξαιρετική σεζόν, έχοντας κατακτήσει μάλιστα  το νταμπλ Αγγλίας. Ο Κινγκ Κένι είχε προσπαθήσει να αλλάξει την απόφαση του προπονητή και άσπονδου φίλου του, και όταν κατάλαβε πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει, δήλωσε σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο, ανήμπορος να ακολουθήσει την υπόλοιπη αποστολή. «Δεν υπήρξε κανένας τραυματισμός. Αν έπαιρνα τον Χάνσεν  σήμερα τηλέφωνο για να έρθει να προπονηθεί μαζί μας, αυτομάτως το γόνατο του Νταλγκλίς θα γίνονταν μια χαρά» θα δηλώσει ο Φέργκι στους δημοσιογράφους, αδειάζοντας ουσιαστικά τον αστέρα των «κόκκινων».

Η κόντρα πλέον ήταν γνωστή ακόμα και στον πιο χαλαρό ποδοσφαιρόφιλο του Νησιού και ξεχείλισε όταν μεταφέρθηκε στα γήπεδα της Αγγλίας, με τον Φέργκιουσον να αναλαμβάνει τον πάγκο της Γιουνάιτεντ, μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, και συγκεκριμένα το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την μεγάλη ομάδα της πόλης του Μάντσεστερ. Εκείνη την εποχή βέβαια το πάνω χέρι δεν το είχαν οι red devils αλλά οι reds του Νταλγκλίς. Κάτι που εκνεύριζε τον Φέργκι, που είχε όμως βάλει ως στόχο ζωής να μπορέσει να τους γίνει -έστω και για λίγο- κακός βραχνάς. Δύο χρόνια αργότερα, με την Γιουνάιτεντ να έχει πάρει μια μεγάλη ισοπαλία στο Άνφιλντ (σε μια περίοδο που δεν κέρδιζε τίτλους), ο Φέργκιουσον θα τα βάλει με θεούς και δαίμονες στην συνέντευξη Τύπου, για τις αποφάσεις των διαιτητών που -σύμφωνα με τον ίδιο- του είχαν στερήσει τη νίκη απέναντι στην Λίβερπουλ, του προπονητή-παίκτη, εχθρού Νταλγκλίς. Ο Κινγκ Κένι απευθυνόμενος στους δημοσιογράφους, και με μια τεράστια δόση ειρωνείας, θα προβεί σε μια εκ των επικότερων δηλώσεων που έχουν γίνει ποτέ, μετά από τέτοιο παιχνίδι, λέγοντας: «Αν μιλήσετε με την 6χρονη κόρη μου για ποδόσφαιρο – θα καταλάβετε πολύ περισσότερα απ’ότι με τον κύριο δίπλα μου». Ο Φέργκιουσον εννοείται πως έβραζε δίπλα του σαν ξεχασμένη τσαγιέρα.

Μετά τα τραγικά γεγονότα του Χίλσμπορο (το 1989), η κόντρα και αυτό το ποδοσφαιρικό μίσος άρχισαν σιγά-σιγά να χάνονται, και δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον ήταν απ’ τους πρώτους που τηλεφώνησαν στον Νταλγκλίς μετά από εκείνο το καταραμένο απόγευμα στο Σέφιλντ για να του εκφράσει τα βαθιά και ειλικρινή συλλυπητήριά του και να του πει αυτό που θέλουν όλοι να ακούσουν σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής τους. Αυτό το «Είμαι εδώ για ό,τι χρειαστείς παλιόφιλε». Ο Νταλγκλίς άφησε την Λίβερπουλ το ’91, την περίοδο δηλαδή που ο Φέργκιουσον άρχισε να φτιάχνει την δική του δυναστεία στο Μάντσετσερ και η Λιβερπουλ άρχισε σιγά-σιγά να πέφτει και να γερνά, αν και είχαν κρατήσει ακόμα μια μεγάλη παράσταση για το ποδοσφαιρικό κοινό της Αγγλίας. Ο Φέργκιουσον είδε τον παλιό του φίλο να του παίρνει ακόμα ένα πρωτάθλημα -όχι με κάποιο μεγαθήριο- αλλά με την μικρούλα Μπλάκμπερν το 1995, ως το απόλυτο αουτσάιντερ κόντρα στο μεγάλο φαβορί. Ήταν τέτοια μάλιστα η έκπληξη του Φέργκιουσον για εκείνο τον χαμένο τίτλο, που τον είχε παρομοιάσει με τον άθλο του αλόγου Devon Loch, που απ’τα αζήτητα -και κόντρα σε όλα τα προγνωστικά- είχε πάρει το πρωτάθλημα στους αγώνες του 1956. Η αγάπη άλλωστε του Σερ Άλεξ για τα άλογα είναι πασίγνωστη.

Την επομένη της κατάκτησης, ο Φέργκι τηλεφώνησε στον Κένι. Σκασμένος, αλλά με μεγάλο θαυμασμό γι’αυτό που είχε συμβεί, του ανέφερε την ιστορία του διάσημου αλόγου των 50s για να τον πειράξει αλλά και για να ηρεμήσει και ο ίδιος, ακούγοντας κάποιο απ’ τα διάσημα αστεία του Νταλγκλίς. «Αποκλείεται να μην είχε ποντάρει ο πατέρας σου μια λίρα στο Devon Loch και αποκλείεται και εσύ να μην είχες ποντάρει έστω μια λίρα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος απ’την ομάδα μου», δηλώνοντας ξεκάθαρα την έκπληξή του και πως ουσιαστικά ήταν καθαρά θέμα τύχης εκείνη η πρωτιά. «Το Devon Loch δεν το γνωρίζω, αλλά την λίμνη του Λοχ Νες την ξέρω καλά και φαντάζομαι πως κάπου εκεί σας πνίξαμε», του απάντησε χαμογελώντας ο Νταλγκλίς, πριν του ευχηθεί καλή συνέχεια και καλές διακοπές. Άλλωστε γνώριζε πως η Γιουνάιτεντ θα επέστρεφε και πάλι -πολύ σύντομα μάλιστα- στους τίτλους. Πλέον ήταν ολοφάνερο. Η κόντρα είχε εξελιχθεί σε κάτι (περίπου) σαν εκείνη την κόντρα ανάμεσα στους δύο γέρους του Muppet Show, με το ποδόσφαιρο να δίνει πάντα καλές αφορμές για θανατηφόρες ατάκες ανάμεσα στους δύο άντρες.

Λίγο καιρό πριν, όταν η Λίβερπουλ έδωσε το όνομα του Βασιλιά Νταλγκλίς στην Main Stand στο Άνφιλντ, τιμώντας με αυτό τον τρόπο τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της, πολλοί νεαροί φίλοι της ομάδας είδαν με πολύ κακό μάτι την παρουσία του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον στο γήπεδο, παρέα με τον Σερ Μπόμπι Τσάρλτον, και αρκετά κοντά σε Θρύλους της δικής τους ομάδας. Αρκετοί δεν κατάλαβαν (ή δεν ήθελαν να καταλάβουν) πως εκείνη τη στιγμή, σε μια σπουδαία μέρα για τον Νταλγκλίς, την οικογένειά του αλλά και τον οργανισμό μιας τόσο σπουδαίας ομάδας όπως η Λίβερπουλ, έπρεπε να βρίσκεται εκεί και ο μεγαλύτερος «εχθρός» του. Εκτός όλων των άλλων. Όταν μιλάμε άλλωστε περί αθλητισμού, έχει τεράστια σημασία και ο «εχθρός» μας. Ο αντίπαλός μας. Αυτός που μας κάνει καλύτερους. Αυτός που μας δίνει τεράστια χαρά όταν τον κερδίζουμε. Αυτός που μας πονάει όταν μας κερδίζει. Χωρίς αυτόν δεν θα χαιρόμασταν με την ίδια ένταση το άθλημα που γουστάρουμε να υποστηρίζουμε. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχαμε, όπως υπάρχουμε. Πολλές φορές θα μας κερδίσει δίχως να το αξίζει. Δεν πειράζει. Το ίδιο θα κάνουμε και εμείς μια επόμενη φορά. Αυτό το «μίσος» και αυτή η κόντρα, υπάρχουν και πρέπει να κρατούν για όση ώρα διεξάγεται η κάθε αναμέτρηση, και μετά απλά να χάνονται, δίνοντας τη θέση τους σε άλλα συναισθήματα. Σπάνια συναισθήματα σαν αυτά που βίωσαν μέσα απ’ την κόντρα τους για -σχεδόν- 40 χρόνια και αυτοί οι δύο σπουδαίοι άνθρωποι του ποδοσφαίρου.

Μια μικρή ιστορία για την Φωλιά της Μίλγουολ

  [4 Σχόλια]

Φεβρουάριος του 2012. Ανατολικό Λονδίνο. Άπτον Παρκ. Αν θυμάμαι καλά ήταν Σάββατο πρωί, γύρω στις 11, και η Γουέστ Χαμ ήταν πανέτοιμη να υποδεχτεί την Μίλγουολ για τον β’ γύρο της Τσάμπιονσιπ. Εννοείται πως οι αστυνομικές δυνάμεις βρίσκονταν σε επιφυλακή όπως κι όλος ο απλός κόσμος που ζει γύρω, και αρκετά κοντά, στο γήπεδο. Η σημαντική αναμέτρηση είχε διεξαχθεί λίγες μέρες μετά τον θάνατο του θρύλου των «σφυριών», Έρνι Γκρέι και -όπως ήταν λογικό- μας είχε χαρίσει μια φοβερή ποδοσφαιρική στιγμή αποχαιρετισμού για κάποιον τόσο σπουδαίο. Στα αξιοπερίεργα, το γεγονός πως το πέταλο φιλοξενούμενων του γηπέδου δεν είχε ανοίξει. Μάλιστα οι οπαδοί  της Μίλγουολ που είχαν πάει στο γήπεδο, είχαν βρεθεί στο δεύτερο διάζωμα. Αρκετά μακριά δηλαδή απ’ τον αγωνιστικό χώρο. Με αυτά άλλωστε δεν είναι να παίζεις. Φαντάζομαι τον διεθνή τερματοφύλακα των «σφυριών» Ρόμπερτ Γκριν, πόση ανακούφιση θα αισθάνθηκε όταν μπήκε στο γήπεδο και ένιωσε την απουσία τους, στην πλάτη του. Δευτερόλεπτα, μετά τη σέντρα βέβαια, και για να μην χαλάμε και τις ωραίες παραδόσεις, καμιά δεκαριά απ’ τους σκληρότερους οπαδούς των φιλοξενουμένων, κατέβηκαν ήσυχα και στρογγυλοκάθισαν -δίχως να ενοχλήσουν ούτε για μια στιγμή κάποιων εκ των σεκιούριτι ασφαλείας- στην άδεια κερκίδα. Ήταν η στιγμή τους. Μιλάμε άλλωστε για τους οπαδούς της Μίλγουολ. Τους σκληρότερους οπαδούς σε ολόκληρη την Αγγλία. Απλά να πω, πως εκείνη τη μέρα με τη φανέλα των Λονδρέζων είχε αγωνιστεί και ένας γεματούλης, ξανθός επιθετικός με το όνομα Χάρι Κέιν.

Στο βιβλίο «Hoolifan: 30 χρόνια αρρώστια», που κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’τις εκδόσεις ‘Απρόβλεπτες’ και με έκανε να θυμηθώ την παραπάνω ιστορία, ο συγγραφέας κάπου στο δεύτερο κεφάλαιο γράφει: «Αλλά υπήρχε και η Μίλγουολ. Το όνομά της και μόνο αρκούσε για να κάνει την πιέτα πάνω στο Ben Sherman σου να σηκωθεί όρθια. Οι οπαδοί της ήταν οι πιο τρομαχτικοί, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, αυτό οφειλόταν στον φόβο του αγνώστου. Η Μίλγουολ αγωνιζόταν στις κατώτερες κατηγορίες κι έτσι οι ομάδες της Α’ Εθνικής σπάνια διασταυρώνονταν μαζί της. Εάν η ομάδα σου είχε την ατυχία να κληρωθεί μαζί της σε κάποια από τις διοργανώσεις των κυπέλλων, όλως αιφνιδίως, θα «απογοητευόσουν» που δεν θα μπορούσες να πας επειδή θα είχες «ήδη κλείσει» μια εκδρομή με την γκόμενά σου ή τους γονείς σου. Τα μεγαλύτερα παιδιά θυμόντουσαν εντελώς ξαφνικά ότι το Σάββατο ήταν απολύτως υποχρεωτικό να δουλέψουν υπερωρία. Η εκδρομή στο Μίλγουολ ήταν απαγορευμένη».

O βασικός συγγραφέας είναι ο Μάρτιν Νάιτ (ένας εκ των δύο Μάρτιν που υπογράφουν το βιβλίο – ο άλλος είναι ο Μάρτιν Κινγκ). Ένας ανάμεσα στους πιο σκληρούς οπαδούς της Τσέλσι στα 70s και τα 80s. Ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ένας καθημερινός άνθρωπος της εργατικής Τάξης με χόμπι να ακολουθεί την ομάδα του -σχεδόν- παντού και να τσακώνεται, πάντα με τα χέρια, με τους αντίπαλους οπαδούς. Κάποιος δηλαδή που έζησε την αντιπαλότητα αλλά και τον σεβασμό που υπήρχε ανάμεσα στους οπαδούς των δύο ομάδων και φυσικά την «κόλαση» που βίωναν οι αντίπαλοι παίκτες, και οπαδοί, όταν περνούσαν τις πόρτες του παλιού The Den. Του πιο εχθρικού δηλαδή γηπέδου στην Αγγλία. Εξ ου και ο τίτλος Hoolifan και όχι Hooligan. Οι ιστορίες που ακολουθούν τους οπαδούς της Μίλγουολ από εκείνα τα χρόνια είναι πάρα πολλές και αρκετά σκληρές και σκοπός αυτού εδώ του κειμένου δεν είναι να επικροτήσει τη βία αλλά να ρίξει μια ματιά και σε αυτή την πλευρά που -δυστυχώς- υπάρχει και θα υπάρχει. Απ’ τις πιο γνωστές ιστορίες για την τρέλα που επικρατούσε στο γήπεδο της Μίλγουολ, προς τους επισκέπτες, είναι αυτή με τον σπουδαίο Γκάρι Λίνεκερ όταν έπαιζε με τα χρώματα της Λέστερ, την περίοδο 1984-1985.

19 Φεβρουαρίου του 1985 η Λέστερ, που αγωνίζεται στην Α’ Κατηγορία, θα ταξιδέψει στο The Den για να αντιμετωπίσει την Μίλγουολ για τον 5ο γύρο του Κυπέλλου. Στους Λονδρέζους αγωνίζονται «σεσημασμένοι κακοποιοί» όπως ο Άλαν ΜακΛίρι, ο Κιθ Στίβενς, ο Στηβ Λόουντες, ο Τζον ο Φασάνου και φυσικά ο Σκοτσέζος επiθετικός Κέβιν Μπρέμνερ. Επίσης για καλή τύχη της Λέστερ ο Τέρι ο Χάρλοκ δεν έχει φορέσει ακόμα την φανέλα των «λιονταριών». H Μίλγουολ αγωνίζεται στην Γ’ Κατηγορία και όπως είναι λογικό δεν είναι το φαβορί για την  πρόκριση. Η ομάδα του Τζόρτζ Γκρέιαμ όμως έχει τη λύση. Όχι φυσικά με το ποδόσφαιρο και την ποιότητά της. Στην εξέδρα επικρατεί πανικός, με τους οπαδούς να βρίσκονται μια ανάσα απ’ τις γραμμές του γηπέδου και -σχεδόν- να απειλούν τους ποδοσφαιριστές της Λέστερ. Οι ποδοσφαιριστές της Μίλγουολ παίζουν σκληρά και αντιαθλητικά με το μήνυμα να είναι ξεκάθαρο «Ή εμείς ή κανένας». Σε μια άκρως «φιλική» κίνηση, εκείνη τη μέρα τα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων δεν είχαν νερό και τα παράθυρα ήταν κλειστά και δεν άνοιγαν. O Ρομπ Κέλι, αμυντικός της Λέστερ, χρόνια αργότερα θα δηλώσει: «Δεν ήταν δυνατόν να τους κερδίσει κανείς εκείνη τη μέρα. Ακόμα και η σπουδαία Λίβερπουλ της εποχής δεν μπορώ να σκεφτώ αν θα έβρισκε τον τρόπο για να φύγει από εκεί με την πρόκριση». Ο Λίνεκερ, που εκείνη την σεζόν είχε βγει πρώτος σκόρερ στην Α’  Κατηγορία με 24 τέρματα, αποφασίζει να μην σκοράρει, φοβούμενος για την σωματική του ακεραιότητα μιας και τα μαρκαρίσματα που δέχεται είναι στα όρια όχι της κόκκινης κάρτας αλλά της ποινής φυλάκισης, με την Μίλγουολ να παίρνει εν τέλει και την σπουδαία πρόκριση για τον επόμενο γύρο. Η «φωλιά» της Μίλγουολ είχε κάνει γι’ ακόμα μία φορά το «θαύμα» της.

Και επειδή η ιστορία συνεχώς επαναλαμβάνεται (τετριμμένο αλλά ισχύει), η Λέστερ γνώρισε ακόμα έναν αποκλεισμό απ’ τη Μίλγουολ τη σεζόν 2016-2017 και πάλι για το κύπελλο, και πάλι για τον 5ο γύρο, και πάλι στο νέο The Den (τη νέα «φωλιά» της ομάδας), και πάλι τον μήνα Φεβρουάριο. Τα «λιοντάρια» έπαιζαν και τότε στην Γ’ κατηγορία, με την Λέστερ να είναι πρωταθλήτρια Αγγλίας και να βρίσκεται στα νοκ-άουτ του Τσάμπιονς Λιγκ. Το μήνυμα ήταν και τότε ξεκάθαρο «Μπορεί να είμαστε ένα μάτσο χάλια αλλά οι πρωταθλητές Αγγλίας δεν θα περάσουν απ’ την έδρα μας». Το τελικό 1-0 βρήκε την Μίλγουολ θριαμβεύτρια και εκατοντάδες οπαδοί της μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο μετά το τελευταίο σφύριγμα για να αποθεώσουν τους ήρωές τους υπό τους ήχους του Rockin’ all over the world των Status Quo που έπαιζε απ’ τα ηχεία του γηπέδου, με όλους αυτούς που παρέμειναν στις θέσεις τους να το τραγουδούν όλοι μαζί, φέρνοντας στο μυαλό εικόνες απ’ το διάσημο φεστιβάλ του Donnington. Οι εικόνες έφιππων αστυνομικών να εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο για να διαλύσουν το μανιασμένο πλήθος δεν είχαν καμία σχέση με το σύγχρονο Αγγλικό ποδόσφαιρο των ημερών μας και είχαν σοκάρει πολλούς. Aλλά για στάσου μια στιγμή βρε αναγνώστη, εδώ μιλάμε για την Μίλγουολ.

Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 οι φανατικοί οπαδοί των φιλοξενούμενων είχαν την τάση να μαζεύονται στο πέταλο των γηπεδούχων, συνήθως με άσχημα αποτελέσματα και για τους δύο, μιας και το ξύλο έπεφτε με το τσουβάλι. Ποδοσφαιρικά πέταλα όπως αυτό της Φούλαμ αλλά και της ΚΠΡ ήταν απ’ τα πιο φιλικά, μιας και συνήθως κανένας απ’ τους γηπεδούχους δεν έμπαινε στη διαδικασία να τα βάλει με τους εισβολείς, παρά ελαχίστων εξαιρέσεων που μέσα σε μερικά λεπτά είχαν καταλάβει το λάθος τους και την είχαν κάνει για πιο ήσυχες θύρες. Αν κατάφερνες να πάρεις το πέταλο του αντιπάλου είχες κάνει μια τεράστια οπαδική νίκη και αυτόματα, εκτός του τρόμου που προκαλούσες, κέρδιζες και τον απόλυτο σεβασμό για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν. Μετά απ’ αυτό, δεν σε ένοιαζε ακόμα κι αν η ομάδα σου έχανε με ένα πολύ βαρύ σκορ. Στο Μίλγουολ, οι φίλοι της ομάδας είναι οι μοναδικοί που μπορούν ακόμα και σήμερα να υπερηφανεύονται πως δεν έχασαν ποτέ το πέταλό τους, από κανένα πυρήνα φανατικών αντιπάλων οπαδών. Ακόμα κι απ’ αυτούς της Τσέλσι στα 70s και τα 80s.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των The Last Shadow Puppets.

Η εθνική Αγγλίας και το ποδόσφαιρο του Πεπ

  [12 Σχόλια]

Κατ’ αρχάς να ευχηθώ σε όλους μια καλή χρονιά, με υγεία και ό,τι επιθυμεί ο καθένας σε όλα τα επίπεδα. Το 2018 είναι μαζί μας εδώ και μερικές μέρες, κάτι που φυσικά και δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανένα ποδοσφαιρόφιλο που σέβεται πραγματικά το όμορφο αυτό άθλημα. Ο βασικός λόγος φυσικά και δεν είναι άλλος απ’ το Παγκόσμιο Κύπελλο Εθνικών ομάδων που θα διεξαχθεί στα γήπεδα της Ρωσίας σε -σχεδόν- 6 μήνες από σήμερα. Χωρίς την Ελλάδα -δυστυχώς- αλλά με όλες τις παραδοσιακές δυνάμεις του πλανήτη. Πολλές απ’ αυτές τις υποστηρίζει φανατικά  μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού και της δικής μας χώρας και γι’ αυτές θα τσακωνόμαστε καλοκαιριάτικα, ιδρωμένοι σε ξαπλώστρες παραλίας και ελαφρώς μεθυσμένοι σε κλαμπάκια και μπιτσόμπαρα. Η εθνική ομάδα που εγώ λατρεύω, πάνω από μια εικοσαετία, και μου έχει χαρίσει μεγάλες στιγμές πίκρας, δεν είναι άλλη απ’ την Αγγλία. Κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω γι’ αυτή, το πρώτο μου κείμενο για τη νέα σεζόν, και να προσπαθήσω να εξηγήσω πως θα φτάσει -επιτέλους- στην κορυφή του «ποδοσφαιρικού» Έβερεστ. Την κατάκτηση δηλαδή  του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μετά το Γουέμπλεϊ και το ιστορικό Έπος του ’66.

Τα δύο προηγούμενα Μουντιάλ κατέληξαν στην Γερμανία (το 2014) και στην Ισπανία (το 2010) και έχουν ένα κοινό εξωτερικό παράγοντα που έβαλε όμως το χεράκι του (χωρίς να βρίσκεται στον πάγκο κάποιας εξ αυτών) και βοήθησε υπερβολικά, ώστε να φτάσουν στην κορυφή. Ο «παράγοντας» αυτός δεν είναι άλλος απ’τον Καταλανό προπονητή που ακούει στο όνομα Πεπ Γκουαρδιόλα και που εδώ και μια δεκαετία μας έχει χαρίσει μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις, ως ο άνθρωπος που έχει αλλάξει -και ομορφύνει- το ποδόσφαιρο, βάζοντάς το σε νέα μονοπάτια, που μπορεί να μην είναι εντελώς απάτητα αλλά τα είχαμε -δυστυχώς- ξεχάσει ανάμεσα σε αμυντικές και αντιεμπορικές τακτικές που μπορεί να έχουν φέρει μεγάλα αποτελέσματα αλλά -δυστυχώς- είχαν (και έχουν) κουράσει τόσο πολύ το μάτι του απλού θεατή. Για καλή μας τύχη, όλοι εμείς που ζούμε και αναπνέουμε για το Αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά για την Εθνική Αγγλίας, αυτό τον άνθρωπο τον έχουμε εδώ και δύο σεζόν στο Νησί.

Εννοείται πως με εκνευρίζει αρκετά, μιας και η δική του Σίτι φαντάζει ανίκητη και εγώ υποστηρίζω την Λίβερπουλ, αλλά χαίρομαι πραγματικά που βλέπω -επιτέλους- μεγάλα ταλέντα (αλλά και παίκτες σε μεγαλύτερη ηλικία) να μετατρέπονται, μέσα απ’ τα δικά του χέρια, σε κορυφαίους παίκτες σε Παγκόσμιο επίπεδο, με την δική του φιλοσοφία και την δική του σκληρή δουλειά. Το είδαμε να συμβαίνει και στην Μπαρτσελόνα του Πεπ. Μια ομάδα που πάνω στον δικό της κορμό παικτών και στο στυλ του προπονητή της πάτησε η Ισπανία το 2010 για να φτάσει εν τέλει στην κορυφή. Το είδαμε επίσης (σε μικρότερο βαθμό κατά την ταπεινή μου γνώμη) και στην Μπάγερν Μονάχου. Μια ομάδα που στα χρόνια του Πεπ άλλαξε κατά πολύ, παίρνοντας μαζί της και το Γερμανικό μοντέλο της Εθνικής και φτάνοντας στην κατάκτηση του Μουντιάλ μετά από 14 ολόκληρα χρόνια στα γήπεδα της Βραζιλίας. Αν το δούμε να συμβαίνει και στην Εθνική Αγγλίας, τότε θα μιλάμε για μοναδικό φαινόμενο στα ποδοσφαιρικά χρονικά. Μπορεί όμως να συμβεί; Αν πρέπει να το απαντήσω αυτό, θα κουνήσω συγκαταβατικά το κεφάλι έχοντας ένα ύπουλο μειδίαμα στα χείλη.

Πως να μην μπορεί, όταν ο κορυφαίος προπονητής εργάζεται στην Πρέμιερ Λιγκ, έχοντας φτιάξει μια εξαιρετική ομάδα με σημαντικότατα γρανάζια -εκτός των ξένων σούπερσταρ- και Άγγλους ποδοσφαιριστές; Αρκεί αυτό το «μοντέλο», να το ακολουθήσει ή έστω να προσπαθήσει να το ακολουθήσει και ο προπονητής της εθνικής, ο Γκάρεθ Σαουθγκέιτ, στον βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Τα πράγματα είναι απλά. Η Αγγλία το καλοκαίρι θα πρέπει να λειτουργήσει παράλληλα με το ποδόσφαιρο των «πολιτών» αν θέλει -επιτέλους- να κάνει κάτι καλό. Παίκτες για να κοπιάρουν τα χαρακτηριστικά των παικτών της Σίτι (και το μοντέλο του Πεπ) άλλωστε υπάρχουν. Και σε εξαιρετική ηλικία οι περισσότεροι εξ αυτών.

Για να τα δούμε όμως όλα αυτά. Η Αγγλία εδώ και αρκετά χρόνια έχει την τύχη να διαθέτει εξαιρετικούς τερματοφύλακες. Το μόνο που χρειάζονται για να δείξουν το ταλέντο τους είναι η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό τους, όπως φυσικά και η καλή αμυντική λειτουργία μπροστά τους. Όσο καλός κι αν είναι ένας τερματοφύλακας, θα δει την μπάλα να βρίσκει τα δίχτυα του, αν δέχεται συνεχώς σουτ υπό καλές προϋποθέσεις απ’τον αντίπαλο. Είτε βρεθεί στο νούμερο Ένα ο Χαρτ, είτε βρεθεί ο Μπάτλαντ της Στόουκ, η Αγγλία θα έχει κάτω απ’ τα δοκάρια της έναν πολύ καλό τερματοφύλακα. Πίσω τους υπάρχουν φυσικά κι άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο Νικ Πόουπ για παράδειγμα, της Μπέρνλι θα μας απασχολήσει ευχάριστα τα επόμενα χρόνια που έρχονται. Η χρονιά που διανύει άλλωστε είναι φανταστική. Και υπάρχουν κι άλλοι πολλοί.

Στην άμυνα η Αγγλία διαθέτει δύο παίκτες της Σίτι που στα χέρια του Γκουαρδιόλα έχουν εξελιχθεί σε παίκτες παγκοσμίου επιπέδου. Απ’ τη μία υπάρχει ο δεξιός μπακ Κάιλ Γουόκερ και δίπλα του, ως κεντρικός αμυντικός, ο Τζον Στόουνς. Τα τεράστια ποσά που δαπάνησε άλλωστε η Σίτι για να τους φέρει στο Έτιχαντ δεν ήταν τυχαία. Ο Στόουνς μάλιστα μου θυμίζει κατά πολύ την περίπτωση του Ζεράρ Πικέ, μιας και διαθέτει παρόμοια χαρακτηριστικά και σωματοδομή για να ηγηθεί της άμυνας, τόσο στην καλύτερη ομάδα της Αγγλίας όσο φυσικά και στην εθνική, ως ο παίκτης που γνωρίζει πως να δημιουργεί ποδόσφαιρο από πίσω, να σκοράρει όταν θα του δοθεί η ευκαιρία και φυσικά να αναχαιτίζει τις επιθέσεις των αντιπάλων. Πολλοί ήταν αυτοί που δε τον πίστεψαν όταν άφησε το Γκούντισον Παρκ, όπως πολλοί ήταν αυτοί που είχαν χλευάσει τον Πεπ όταν έφερνε το καλοκαίρι του 2008, δέκα χρόνια πίσω δηλαδή, τον Πικέ στο Καμπ Νου, έχοντας στο μυαλό του να δημιουργήσει αυτό που είδαμε όλοι τα επόμενα χρόνια. Έναν εκ των πιο σύγχρονων στόπερ της εποχής μας.

Για όσους δεν θυμούνται, ο Πικέ στα χρόνια που υπήρξε παίκτης της Γιουνάιτεντ γυάλιζε τον πάγκο και τα επίσημα του Όλντ Τράφορντ. Ο Στόουνς απ’ την άλλη είχε φτάσει να χαραμίζεται πολλές φορές ως δεξιός πλάγιος αμυντικός στην Έβερτον. «Άγγλος» Οταμέντι απ’ την άλλη δεν υπάρχει, υπάρχουν όμως εξαιρετικοί παίκτες που μπορούν να βρεθούν δίπλα στον Στόουνς, συμπληρώνοντας τον. Παίκτες με μεγάλη εμπειρία, όπως ο Κέιχιλ της Τσέλσι και ο Σμόλινγκ της Γιουνάιτεντ και φυσικά πιο νέοι και ταλαντούχοι ποδοσφαιριστές, όπως ο Μαγκουάιρ της Λέστερ και ο Κιν της Έβερτον. Στο αριστερό άκρο υπάρχει φυσικά η  επιλογή του Ρόουζ της Τότεναμ και αυτή του Μπέρτραντ της Σαουθάμπτον, παίκτες που μπορούν να «κλείνουν» στον άξονα μαζί με τον Γουόκερ όπως λειτουργούν δηλαδή τα πλάγια μπακ της Σίτι, και φυσικά ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο παίκτης δηλαδή που -αν και η φυσική του θέση είναι κεντρικός μέσος- μετατράπηκε σε έναν εξαιρετικό αριστερό μπακ απ’ τον Γκουαρδιόλα, λόγω του τραυματισμού του Μεντί στην αρχή της σεζόν. Ο Σαουθγκέιτ σίγουρα έχει στην άκρη του μυαλού του και αυτή την επιλογή. Έτσι τουλάχιστον θέλω εγώ να πιστεύω. Όλα τα παραπάνω είναι φυσικά με τετράδα στην άμυνα. Στο μυαλό του Άγγλου προπονητή υπάρχει και η επιλογή της τριάδας στην άμυνα. Κάτι που φυσικά έχουμε δει να κάνει ο Πεπ -με μεγάλη μάλιστα επιτυχία και με αυτούς τους παίκτες- και στην Σίτι, και φυσικά υπάρχουν παίκτες που μπορούν να το υποστηρίξουν στις κλήσεις του προπονητή. Η τριάδα στην άμυνα με δύο ουσιαστικά «δεκάρια» πίσω απ’ τον Κέιν ίσως είναι ακόμα μια δυνατή επιλογή για τον Σαουθγκέιτ, που δεν θα πρέπει να μας ξενίσει, αν φυσικά τη δούμε. Που θα τη δούμε (σας το είπα πρώτος, να το θυμάστε).

Στην επίθεση ο Άγγλος προπονητής έχει την τύχη να διαθέτει τον κορυφαίο επιθετικό της Ευρώπης για το 2017. Ο Χάρι Κέιν ξεπέρασε τους Μέσι και Ρονάλντο, όπως ξεπέρασε και το στοιχειωμένο ρεκόρ του Άλαν Σίρερ, και αυτή τη στιγμή -εκτός των γκολ που σκοράρει- κατέχει το καλύτερο ποσοστό τερμάτων στις ιδανικές συνθήκες για γκολ που του παρουσιάζονται, παίζοντας όχι στην Ρεάλ Μαδρίτης ή την Μπαρτσελόνα, αλλά σε μια ομάδα που παλεύει για να μπει στην τετράδα της Πρέμιερ Λιγκ. Κάτι που μεγαλώνει την αξία των ρεκόρ. Σουτάρει πολύ περισσότερο από άλλους μεγάλους γκολτζήδες της εποχής (και από όπου βρει πολλές φορές), ρίχνοντας το συνολικό του ποσοστό, αλλά στις ιδανικές περιπτώσεις που του παρουσιάζονται για γκολ, ο Κέιν είναι ο μεγαλύτερος «φονιάς» στα Ευρωπαϊκά γήπεδα αυτή τη στιγμή. Αυτό φυσικά το λένε οι αριθμοί και όχι εγώ. Όταν μάλιστα θα έχει στα άκρα της επίθεσης των αναγεννημένο Στέρλινγκ της Σίτι (ένα παίκτη που ο Πεπ ουσιαστικά τον μαθαίνει ποδόσφαιρο απ’ την αρχή) και τον φοβερό και τρομερό Ράσφορντ της Γιουνάιτεντ, που μπορεί να κάνει αυτά που κάνει ο Σανέ παρέα με τον Στέρλινγκ στους «πολίτες», έχοντας πίσω του πραγματικά καλούς πλάγιους μπακ, εντελώς έξω απ’ το συντηρητικό ποδόσφαιρο της Γιουνάιτεντ, ίσως δούμε σπουδαίες ποδοσφαιρικές ομορφιές.

Για το τέλος (και όχι τυχαία) άφησα τον άξονα των Άγγλων. Εννοείται πως όσο κι αν ο Σαουθγκέιτ θέλει (αν θέλει) να πατήσει πάνω στο στυλ της Σίτι (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) δεν διαθέτει με τίποτα την ποιότητα του κέντρου των «πολιτών». Ας μην γελιόμαστε. Δεν υπάρχει Φερναντίνιο για να παίξει τόσο τέλεια τον ρόλο του παίκτη μπροστά απ’ τους κεντρικούς αμυντικούς ως ένας υπερσύγχρονος box to box, δεν υπάρχει το σπάνιο ποδοσφαιρικό DNA του Ισπανού μάγου, Νταβίντ Σίλβα και φυσικά όσο κι αν ψάξουμε, και όσο και αν παρερμηνεύσουμε πράγματα και καταστάσεις (αν και θα το κάνω παρακάτω αυτό), δεν μπορώ να βρω παίκτη που να πλησιάζει το μεγαλείο του κορυφαίου μέσου αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη, του Κέβιν Ντε Μπρούινε. Ο Χέντερσον της Λίβερπουλ δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να πλησιάσει αυτά που κάνει ο Βραζιλιάνος, θα είναι αστείο μάλιστα να μπούμε στη διαδικασία να συζητήσουμε κάτι τέτοιο. Ο βελτιωμένος Ντελφ της Σίτι (και όχι της Άστον Βίλα – εκεί που τον μάθαμε δηλαδή) μπορεί να προσφέρει σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ τον αρχηγό της Λίβερπουλ σε αυτό τον ρόλο, και υπάρχει φυσικά και ο Έρικ Ντάιερ της Τότεναμ. Ένας παίκτης με ξεκάθαρες αμυντικές αρετές και σοβαρό πρόβλημα στο επιθετικό και περισσότερο δημιουργικό κομμάτι. Με λίγα λόγια εδώ συναντάμε ένα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για τα «λιοντάρια». Όχι βέβαια πως δεν μπορεί να λυθεί.

Στους δύο εσωτερικούς μέσους, μπροστά απ’ το «εξάρι», υπάρχουν παίκτες που μπορούν να πλησιάσουν αυτά που κάνει ο Σίλβα. Πρώτος και καλύτερος ο Ντέλε Άλι της Τότεναμ. Δυνατός, γρήγορος, με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση αλλά και την απαιτούμενη οξυδέρκεια ώστε να κινηθεί ως «κρυφός» επιθετικός πίσω απ’ τον Κέιν, να πατήσει περιοχή και φυσικά να σκοράρει. Συνεργάζονται άλλωστε τέλεια στα «Σπιρούνια» οι δυο τους. Ο Λαλάνα της Λίβερπουλ είναι ακόμα μία τέτοια περίπτωση, συν το γεγονός πως διαθέτει εξαιρετική κάθετη πάσα για όλους τους ταχύτατους ακραίους παίκτες της Αγγλίας και φυσικά για τον Κέιν (ή τον Βάρντι των «ειδικών αποστολών») στην επίθεση. Αυτοί οι δύο μπορούν να βρεθούν μαζί μπροστά απ’ τον καθαρό αμυντικό μέσο της ομάδας και να συνθέσουν ένα αρκετά ποιοτικό δίδυμο.

Κλείνοντας λέω να παρερμηνεύσουμε λίγο πράγματα και καταστάσεις (σας το είπα πως θα το κάνω) και να ψάξουμε να βρούμε ποιος Άγγλος ποδοσφαιριστής θα μπορούσε να κάνει όλα αυτά που κάνει ο Βέλγος της Σίτι, στην 11αδα της Αγγλίας, σε πανομοιότυπο σύστημα με αυτό του Πεπ στους «πολίτες». Παίκτης με παρόμοια χαρακτηριστικά, εξαιρετικό σωματότυπο και σε φοβερή ηλικία δηλαδή. Υπάρχει κάτι τέτοιο; Μάλιστα υπάρχει. Δεν ξέρω βέβαια αν έχει τη διάθεση ο ίδιος να μπει και πάλι δυνατά στον «χάρτη». Το μεγάλο πρόβλημα είναι πως ποτέ κάποιος σοβαρός προπονητής δεν δούλεψε πραγματικά μαζί του. Να του βρει την σωστή θέση και φυσικά, το σημαντικότερο απ’ όλα, να τον συνετίσει. Βάζοντάς του μυαλό και παίρνοντάς τον από την Έβερτον με προορισμό μια ομάδα που να πρωταγωνιστεί, δίνοντάς του έτσι σοβαρό κίνητρο για την καριέρα του. Τον παίκτη αυτόν -τονίζω- πως έχουμε να τον δούμε να παίζει ποδόσφαιρο από πέρσι μιας και φέτος,  και λόγω τραυματισμού, δεν έχει αγωνιστεί καθόλου στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. Φυσικά και μιλάω για τον Ρος Μπάρκλεϊ. Τον θυμάστε;

Ο παίκτης που το καλοκαίρι άφησε την Τσέλσι στα κρύα του λουτρού, (επιλέγοντας να παραμείνει στην Έβερτον) κυριολεκτικά -με τις δύο ομάδες να τα έχουν βρει σε όλα- την ώρα των ιατρικών εξετάσεων και φέτος δεν έχει αγωνιστεί λεπτό, πριν μερικά χρόνια έκανε ολόκληρη την Ευρώπη να παραμιλά με τα κατορθώματά του εντός των τεσσάρων γραμμών και είχε φτάσει να θεωρείται -καθόλου άδικα- ως το νέο παιδί θαύμα του αγγλικού ποδοσφαίρου. Την ίδια περίοδο ο Κέβιν Ντε Μπρούινε γυάλιζε τον πάγκο της Τσέλσι, για να πωληθεί με ένα πολύ μικρό ποσό -για την πραγματική του αξία- στη Βόλφσμπουργκ. Σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Άγγλος βρίσκεται στα αζήτητα και ο Βέλγος θεωρείται ο κορυφαίος μέσος της Ευρώπης. Αν μπορεί ο Μπάρκλεϊ να γίνει αυτό που ήταν προορισμένος να γίνει; Αν ρωτάτε εμένα, η απάντηση είναι ναι. Το υπογράφω κιόλας. Αρκεί να φύγει απ’ την Έβερτον και να αρχίσει να αγωνίζεται στην θέση που παίζει και ο Βέλγος ηγέτης της Σίτι. Ούτε έξω αριστερά, ούτε πίσω απ’ τον επιθετικό ως ελεύθερος, αλλά ως κεντρικός εσωτερικός μέσος. Κάτι που μπορεί να γίνει δηλαδή και με τριάδα αλλά και τετράδα στην άμυνα. Μακάρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές κάποια εκ των Τσέλσι ή Τότεναμ (που έχουν δηλώσει ανοικτά το ενδιαφέρον τους για τον παίκτη) να τον υπογράψουν, δίνοντάς του τον χώρο και το χρόνο να ξεδιπλώσει το σπάνιο ταλέντο του. Για το καλό του ποδοσφαίρου δηλαδή και της εθνικής Αγγλίας που θα τον χρειαστεί -σε νέο ρόλο- στο Μουντιάλ.

Μια Χριστουγεννιάτικη ποδοσφαιρική ιστορία

  [5 Σχόλια]

Μάντσεστερ. Παραμονή Χριστουγέννων 2017.

Ο Ζοσέ έχει αράξει φαρδύς πλατύς στην πανάκριβή του πολυθρόνα, μπροστά απ’ το αναμμένο τζάκι και αναπολεί παλιές καλές εποχές, τότε που ως προπονητής της -δικής του- Τσέλσι θεωρούνταν ο Special One. Tότε που είχε χιλιάδες «εχθρούς» επειδή ήταν απλά ο κορυφαίος προπονητής στην Ευρώπη. Τότε που οι «μπλε» του Στάμφορντ Μπριτζ δεν έχαναν από καμία ομάδα και όταν το έκαναν, το έκαναν πολύ δύσκολα. Πάνω απ’ το τζάκι ο Πορτογάλος έχει παρατάξει μερικά απ’ τα σπουδαιότερα τρόπαια που έχει κατακτήσει, στην αγαπημένη του διάταξη το 4-5-1, έχοντας στην κορυφή το Τσάμπιονς Λιγκ του 2004. Κρατά στο χέρι ένα ποτήρι πανάκριβο κρασί και στο μυαλό του έρχονται, μόνες τους, μεγάλες στιγμές του παρελθόντος. Ο Μιλίτο σπάει τα άλατα του Φαν Μπούιτεν και σκοράρει για την Ίντερ. Ο Κοστίνια το παστελώνει στο Όλντ Τραφορντ. Ο Φράνκι ο Λάμπαρντ σηκώνει την μία κούπα μετά την άλλη καθώς ο Τέρι κλείνει το μάτι στον Γουέιν Μπριτζ. Ο Νίκος ο Λυμπερόπουλος ξυρίζει το δοκάρι στην Λεωφόρο και η Ρεάλ κερδίζει το πρωτάθλημα απ’την Μπάρτσα. «Ωραίες αναμνήσεις διάολε». Ο Ζοσέ δεν θέλει κανέναν μέσα στη μίζερη μοναξιά του και -σχεδόν- θα αφεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, πριν προλάβει να τελειώσει το κρασί του. Τι κι αν ξημερώνουν Χριστούγεννα σε λίγες ώρες, ο Special Πορτογάλος νιώθει τόσο μόνος και τόσο κακόκεφος.

Ξαφνικά ένας βίαιος ήχος θα ταράξει τη γαλήνη του. Ο Ζοσέ θα κοιτάξει πίσω του και θα δει μια γνώριμη σε όλους μορφή να ψάχνει ανάμεσα στα ακριβά ουίσκι που έχει στην συλλογή του. «Ποιος είσαι εσύ; Τι θες στο σαλόνι μου; Άσε κάτω το Lagavulin».

«Ζοσέ, δεν κατάλαβες ποιος είμαι; Δεν σου θυμίζω τίποτα; Είμαι ο θρύλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο Τζόρτζ Μπεστ και θέλω να κάνουμε μια χαλαρή κουβέντα φίλε μου. Δεν μπορώ να σε βλέπω σε αυτή τη μιζέρια άνθρωπέ μου. Eπηρρεάζεις όλη την ομάδα. Σκέψου ακόμα και ο Πογκμπά έκοψε τους dab πανηγυρισμούς.»

«Γιώργη, μα εσύ έχεις πεθάνει. Για μια στιγμή σε πέρασα για τον Λουκ Σκάιγουοκερ στον Τελευταίο Τζεντάι. Με τρομάζεις τώρα και είμαι και λίγο φοβητσιάρης. Για να σου μιλάω… μη μου πεις πως έχω πεθάνει και γω; Θα είναι χειρότερο κι απ’ το να πάρει πρωτάθλημα η Λίβερπουλ»

«Χαλάρωσε μεγάλε. Δεν έχεις πεθάνει, μην τρομάζεις, ούτε πρόκειται να το πάρει η Λίβερπουλ. Το μόνο που έχει πεθάνει είναι το ποδόσφαιρο που παρουσιάζεις και γι’ αυτό είμαι σήμερα εδώ. Βασικά είμαι το φάντασμα του Τζορτζ Μπεστ, το φάντασμα του παρελθόντος. Δεν έχεις διαβάσει Ντίκενς βρε άνθρωπε; Σε είχα για καλλιεργημένο.»

«Τα φαντάσματα βρε Γιώργη στην ιστορία του Ντίκενς ήταν τρία. Πως και ήρθες μόνος σου; Μήπως με δουλεύεις και αυτή είναι ακόμα μία πλάκα εκείνου του χίπστερ του Πεπ σε βάρος μου; Δεν έχω όρεξη πες του. Ειλικρινά. Ας τα πάρει όλα φέτος, δεν ασχολούμαι μαζί του, με έχει κουράσει ο τύπος. Άσε με να κοιμηθώ σε παρακαλώ. Στις 26 του μήνα παίζουμε με την Μπέρνλι με τον άλλο τον αχώνευτο τον Ντάις, άσε με να χαρείς.»

«Ήταν να έρθουμε και οι τρεις μαζί απλά οι άλλοι δύο μετά τον αποκλεισμό της Γιουνάιτεντ απ’ την Μπρίστολ Σίτι για το Λιγκ Καπ ούτε που θέλουν να σε δούν. Άδικο δεν έχουν πάντως. Να σου πω την αλήθεια ούτε εγώ θα ερχόμουν, απλά θυμήθηκα πως έχεις δυνατή κάβα. Άντε ντύσου. Έχουμε να πάμε μια βόλτα και είναι και αρκετά μεγάλη.»

«Εντάξει Γιώργη. Θα έρθω. Μην αργήσουμε όμως πολύ γιατί έχω να σηκωθώ χαράματα αύριο και να σχεδιάσω το σύστημα και την τακτική για τη Μπέρνλι. Δεν θα αντέξω να χάσω κι απ’ τον Ντάις»

«Άσε μας ρε Ζοσέ. Ακόμα και τα δοκάρια γνωρίζουν πως θα παίξεις 4-5-1 με γιόμες για το κεφάλι του Φελαϊνί. Σοβαρέψου και ντύσου να φύγουμε.»

Το ταξίδι στο παρελθόν του Ζοσέ είχε μόλις ξεκινήσει, έχοντας ως οδηγό -όχι κάποιον τυχαίο- αλλά τον Τζορτζ Μπεστ ή καλύτερα το φάντασμά του. Ήταν η τελευταία ευκαιρία του Ζοσέ να αλλάξει κι από μίζερος και κολλημένος προπονητής να γίνει πιο σύγχρονος, πιο χαμογελαστός, πιο ευγενικός. Κάποιος που δείχνει να χαίρεται αυτό που κάνει. Ένας νικητής του ποδοσφαίρου και πάλι. Ένας άνθρωπος που όλοι θα του χαμογελούν και δεν θα αλλάζουν δρόμο όταν τον συναντούν τυχαία σε κάποιο γήπεδο. Σε κάποιο μπαρ. Στην λαϊκή αγορά του Μάντσεστερ που πάει να ψωνίσει. Είναι Χριστούγεννα άλλωστε και η Αγγλία είναι πάντα πανέμορφη αυτές τις Άγιες μέρες.

«Ζοσέ βλέπεις αυτά τα παιδάκια στο προαύλιο αυτού του παλιού σχολείου στο Σετουμπάλ; Παίζουν ποδόσφαιρο χαμογελαστά. Δίχως καμία έγνοια. Προσπαθούν να κάνουν κόλπα με τη μπάλα. Ραμπόνες, τακουνάκια, ποδιές. Δες τα πως χαίρονται. Πόσο ωραία εικόνα. Έτσι δεν είναι; Είναι όμως και ένα παιδάκι κατσουφιασμένο, που δεν ξέρει μπάλα αλλά το παίζουν τα υπόλοιπα. Κι ας διαμαρτύρεται συνέχεια, κι ας παίζει λίγο βρώμικα. Κι ας θέλει μόνο να κερδίζει πάση θυσία. Το βλέπεις; Αυτό το παιδάκι είσαι εσύ Ζοσέ. Δεν δείχνεις να το ευχαριστιέσαι το παιχνίδι βρε Ζοσέ. Και είσαι μόλις 8 ετών εδώ. Το θυμάσαι;»

«Μπορεί να μην το ευχαριστιόμουν, όπως λες, εκείνη τη χρονιά όμως είχαμε κερδίσει το πρωτάθλημα στο Σετουμπάλ. H τάξη μου βασικά.»

«Ναι αλλά εσύ δεν έπαιζες Ζοσέ. Ήσουν η τελευταία αλλαγή και γκρίνιαζες στα άλλα παιδάκια. Έχεις ένα μετάλλιο, αλλά δεν το χάρηκες ποτέ εκείνο το παιχνίδι. Δεν σου λείπει εκείνη η αίσθηση της αλάνας; Να προσπαθείς -όταν μπαίνεις στο γήπεδο- να κάνεις και εσύ ένα τσαλιμάκι, κι ας έχανε την μπάλα. Σιγά το πράγμα. Σημασία έχει η χαρά του παιχνιδιού σε αυτές τις ηλικίες»

«Δεν είχα το ταλέντο σου ρε Τζορτζ. Μιλάς εκ του ασφαλούς. Υπήρξες ένας ανάμεσα στους κορυφαίους που έβγαλε ο πλανήτης. Δεν μπορείς να νιώσεις τον κρύο ιδρώτα όταν σου έρχεται η μπάλα και εσύ γνωρίζεις πως είσαι τσακωμένος με το κοντρόλ εκ γενετής. Ορίστε δάκρυσα. Αυτό ήθελες; Τα κατάφερες»

«Δεν ήμουν ένας ανάμεσα στους κορυφαίους βρε πορτογαλική νυφίτσα. Ήμουν ο κορυφαίος όλων. Εντός και εκτός γηπέδων. Συγκινήθηκες πάντως, κάτι είναι κι αυτό. Πάμε παρακάτω… Εδώ δεν σταματάω. Σε βλέπω να κλαις και η ξανθιά να φεύγει με τον φλώρο με το Polo μπλουζάκι. Χυλόπιτα έτσι; Ειλικρινά δεν έχω φάει ποτέ χυλόπιτα. Ας ανοίξω το δεύτερο μπουκάλι. Μα καλά τρύπιο είναι το μπουκάλι; Πότε τελείωσε; Θα σε πάω στο Καμπ Νου. Τότε που ήσουν μεταφραστής του Ρόμπσον και κολλητός του Γκουαρδιόλα. Τι παικτάρα ήταν ο Καταλανός έτσι;»

«Ήταν όντως φοβερός. Θυμάμαι να τον χαζεύω και να προσπαθώ να καταλάβω πως λειτουργεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ακόμα δεν το έχω καταλάβει να σου πω την αλήθεια. Αν ήμουν προπονητής τότε και τον είχα αντίπαλο θα έβαζα τον Ντελ Όρνο να τον κλωτσήσει. Έχεις ακόμα πρόβλημα με το ποτό έτσι;»

«Σε πιστεύω. Σε έχει χιλιογλεντήσει άλλωστε τόσες φορές. Το έχει πάει σε άλλο επίπεδο ο Πεπ. Μακάρι να τον είχα κόουτς και ας μην έπινα για 20 λεπτά. Απαξιώ να απαντήσω στην ερώτησή σου. Ο Ντελ Όρνο δεν είχε κλωτσήσει τον Μέσι σε εκείνο το ματς Τσέλσι-Μπάρτσα;»

«Τα έχεις ξαναπεί αυτά. Δεν σε πιστεύω. Γιατί μου δείχνεις όμως όλες αυτές τις δύσκολες στιγμές; Γιατί δεν με αφήνεις στην ποδοσφαιρική μου μιζέρια; Γιατί μου τα θυμίζεις όλα αυτά; Τι σε έπιασε και με ζαλίζεις; Naι, o Ντελ Όρνο ήταν αλλά μη με κοιτάς έτσι. Ήταν καθαρά δική του επιλογή. Εγώ δεν έβαλα το χέρι μου»

«Σε ζαλίζω επειδή η Γιουνάιτεντ δεν είναι για να τη βλέπει ο κόσμος σε αυτά τα χάλια. Ούτε εσένα σου αξίζει να σε κράζουν σε όλα τα καφενεία της Ευρώπης. Μου φέρνεις στο μυαλό κάποιον που μόλις έχει αγοράσει το FIFA 18 και αντί να κάτσει και να παίξει στην τηλεόρασή του, φεύγει για να πάει να παίξει το φλιπεράκι Virtual Striker και ψάχνει στην τσέπη του για κέρματα. Ακόμα και μετά την ήττα απ’ την Μπρίστολ, στάθηκες στα δυο δοκάρια που είχε η ομάδα σου λες και προπονείς την Ελπίδα Χορτερού στα τελευταία τοπικά. Σοβαρέψου Ζοσέ. Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται, εσύ το κοιτάς με κιάλια και ο κόσμος γελάει με τις εμφανίσεις της Γιουνάιτεντ.»

Ο Ζοσέ έκλεισε τα μάτια βουρκωμένος και δεν απάντησε ξανά στο φάντασμα του Μπεστ. Στο Χριστουγεννιάτικο πνεύμα δηλαδή που προσπάθησε να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο προπονητή. Ο Μπεστ τον γύρισε στο σπίτι και τον άφησε στον καναπέ καθώς άρπαξε και ένα τρίτο μπουκάλι Lagavulin. «Για το δρόμο Ζοσέ» του είπε χαμηλόφωνα, και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο Ζοσέ αποκοιμήθηκε. Το πρωί ξύπνησε με πονοκέφαλο και ήταν πάλι κατσουφιασμένος. Τα παιδικά τραγούδια και οι μικρές νιφάδες χιονιού που έπεφταν και του έφερναν στο μυαλό εικόνες βιβλίου του Ντέιβιντ Γκούτερσον, δεν μπόρεσαν να τον συγκινήσουν, ούτε να τον ηρεμήσουν. Άρπαξε μια κόλλα χαρτί και σχεδίασε το σύστημα για το ματς κόντρα στη Μπέρνλι. «Θα παίξω με 4-5-1 και θα βάλω τον Φελαϊνί δίπλα στον Πογκμπά. Θα τους κατατροπώσω με «καμινάδες» απ’την άμυνα. Είμαι ο Ζοσέ Μουρίνιο. Ο κορυφαίος όλων. Το ακούς Μπεστ; Μη με αμφισβητήσεις ποτέ ξανά.» Ξαφνικά άκουσε το κουδούνι της πόρτας και δύο παιδάκια να τραγουδούν ένα κλασικό, παλιό αγγλικό, Χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Ο Ζοσέ το είχε ξανακούσει παλιά απ’ τον  Τζόε Κόουλ. Ο Κόουλ ήταν πιο φάλτσος κι απ’ τη Μέρυλ Στριπ σε εκείνη την μέτρια ταινία που είχε δει με τη γυναίκα του πέρσι. Σούφρωσε τα χείλη και τσαλάκωσε το χαρτί που είχε σχεδιάσει το σύστημά του. Το πέταξε με νεύρα στο καλάθι, λες και καρφώνει ο Γιάννης ο Αντετοκούνμπο και άρχισε πάλι να μονολογεί: «Πόσο μισώ τα Χριστούγεννα… Πόσο μισώ τα Χριστούγεννα.»

Το κεφάλι του Big Dunc: φτιαγμένο για γκολ και καβγάδες

  [7 Σχόλια]

Σε μια ομάδα που είδε παίκτες όπως ο Ντίξι Ντιν, ο Χάουαρντ Κένταλ, ο Άλαν Μπολ, ο Άλεξ Γιανγκ, ο Γκρέιαμ Σαρπ και αργότερα οι Λίνεκερ και Ρούνεϊ, είναι κάπως παράταιρο να θεωρείται ίνδαλμα ο Ντάνκαν Φέργκιουσον. Ένας σκληρός, φωνακλάς, με αγάπη στο αλκοόλ Σκωτσέζος, με μια καριέρα γεμάτη αποβολές και όχι αμέτρητα γκολ είναι ένας από τους πιο αγαπημένους παίκτες στην μπλε πλευρά του Λίβερπουλ. Περίεργο για έναν παίκτη που όλοι λένε ότι είχε φοβερά προσόντα, ήταν δυνατός, είχε φαρμακερό σουτ, πολύ καλή κεφαλιά, μαχητικός, αλλά η απόδοσή του είχε σκαμπανεβάσματα και αντιμετώπισε και πολλούς τραυματισμούς, σε μια περίοδο που η Έβερτον έφτασε να μάχεται για τη σωτηρία της. Γιατί όμως ο Μπιγκ Ντανκ θεωρείται ένα cult ίνδαλμα του Γκούντισον Παρκ;

Η Νταντί Γιουνάιτεντ τον ανακάλυψε όταν ήταν ακόμα σχολιαρόπαιδο κι ο Φέργκιουσον εκεί έμαθε μπάλα, κάνοντας ντεμπούτο στα 19 του. Εκεί έμαθε και το αλκοόλ, με τους διοικούντες να βάζουν τις σπιτονοικοκυρές του να δίνουν αναφορά για τα νυχτοπερπατήματά του. Δυο καλές σεζόν με αρκετά γκολ τον έφεραν μέχρι την εθνική Σκωτίας κι οι Ρέιντζερς έδωσαν 4 εκατομμύρια λίρες για να τον αποκτήσουν, η πιο ακριβή μεταγραφή Βρετανού παίκτη εντός Βρετανίας. Εκτός όμως από έναν ταλαντούχο 20χρονο ποδοσφαιριστή, απέκτησαν και έναν τύπο που έμπλεκε σταθερά σε φασαρίες. Μέχρι τα 23 του ο Φέργκιουσον είχε καταδικαστεί τρεις φορές για επίθεση, μια για διατάραξη κοινής ησυχίας και μια για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Στην πρώτη επίθεση έριξε κουτουλιά σε έναν αστυνομικό. Στη δεύτερη επιτέθηκε σε μια πιάτσα ταξί σε έναν… ταχυδρόμο με πατερίτσες που έβρισε την κοπέλα του, τη μέρα μάλιστα που ο Φέργκιουσον πήρε την πρώτη κόκκινη στην καριέρα του. Η τρίτη καταδίκη για επίθεση έγινε σε μια παμπ, σε ένα ψαροχώρι στη μέση του πουθενά, όταν μάλωσε με μια παρέα ψαράδων που ενοχλούσε την παρέα του. Χωρίς να είναι αυτός που προκαλούσε πάντα, η αγάπη του για το αλκοόλ και τα βίαια επεισόδια έχτισαν την εικόνα του.

Ήταν η τέταρτη καταδίκη όμως αυτή που έγραψε ιστορία και σε μεγάλο βαθμό καθόρισε την καριέρα του και τη ζωή του. Ως παίκτης των Ρέιντζερς τον Απρίλιο του 1994 σε μια φαινομενικά αδιάφορη φάση στο 35′, έδωσε μάχη με τον ΜακΣτέι των Ρέιθ Ρόβερς. Σε έναν ορισμό του «that escalated quickly», από τα τραβήγματα φτάσαμε σε μια κουτουλιά του Μπιγκ Ντανκ στον δύστυχο αντίπαλό του. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο διαιτητής δεν έβγαλε την κόκκινη κάρτα (προφανώς πιστεύοντας σε κάποιο σκωτσέζικο εθιμικό δίκαιο «παιδιά βρείτε τα μεταξύ σας και ο χαμένος ας κεράσει μια μπύρα»). Μόνο που στο ματς υπήρχαν κάμερες, το θέμα πήρε διαστάσεις και στον Φέργκιουσον, γνωστό για το παρελθόν του, ασκήθηκε μια κομματάκι υπερβολική δίωξη από έναν εισαγγελέα. Τα ΜΜΕ φούσκωσαν το θέμα και σε συνδυασμό με την μέτρια απόδοσή του, αποτέλεσε την αρχή του τέλους του στους Ρέιντζερς.

Την επόμενη σεζόν η Έβερτον ξεκίνησε τραγικά, μην μπορώντας να κερδίσει κανένα ματς. Ο απελπισμένος πιάνεται από τα μαλλιά του και οι Μπλε αποφάσισαν να πάρουν δανεικό τον Φέργκιουσον. Ο Φέργκιουσον συνέχισε την ίδια ζωή. Έμενε σε ένα ξενοδοχείο κι επειδή δεν είχε φίλους, ξεκινούσε τις μπαρότσαρκες με τον θυρωρό, πίνοντας όλο το βράδυ. Η Έβερτον δεν βελτιώθηκε και ο Τζο Ρόιλ ανέλαβε ως προπονητής πριν το ντέρμπι με τη Λίβερπουλ. Παρ’ ότι η Έβερτον ήταν τελευταία, συμπληρώνοντας 12 αγωνιστικές χωρίς νίκη και έπαιζε το ντέρμπι των ντέρμπι με νέο προπονητή, ο Μπιγκ Ντανκ αποφάσισε να βγει έξω για ένα Σαββατόβραδο βγαλμένο από το Trainspotting.

Το Σάββατο πριν το ντέρμπι της Δευτέρας λοιπόν, βγήκε έξω με μια κοπέλα και φυσικά ήπιε σαν να μην υπήρχε αύριο, τερματίζοντας τα μπαρ της πόλης. Τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, αν στην επιστροφή δεν έμπαινε με το αυτοκίνητο σε έναν σταθμό λεωφορείων (χωρίς να δει το τεράστιο απαγορευτικό σήμα). Η αστυνομία τον σταμάτησε, τον ρώτησε «έχετε πιει κύριε;», ο Ντάνκαν είπε «όχι», αλλά δεν έπεισε κανέναν, ειδικά τον συγκεκριμένο αστυνομικό που ήταν οπαδός της Λίβερπουλ και του είπε να έρθει μαζί του. Ο Ντάνκαν έδωσε στην κοπέλα το κλειδί του δωματίου του πριν πάει στο τμήμα. Η ιστορία της Έβερτον μπορεί να ήταν διαφορετική, αν στο τμήμα δεν βρίσκονταν κάποιοι αστυνομικοί οπαδοί της που του έδωσαν να πιει τόνους νερού για το αλκοτέστ και όταν εξετάστηκε ήταν ελάχιστα πάνω από το όριο. «Δεν ξέρω πως έγινε αυτό, είχα πιει περίπου πέντε μπουκάλια κρασί» θυμάται. Αφού ήταν λίγο πάνω από το όριο αφέθηκε ελεύθερος στις έξι το πρωί, χαρούμενος γιατί το κορίτσι τον περίμενε ακόμα στο δωμάτιο.

«Η νύχτα που ο Φέργκιουσον έγινε θρύλος πριν γίνει ακόμα παίκτης»
– Τζο Ρόιλ, προπονητής της Έβερτον σε εκείνο το ματς

Το βράδυ της Δευτέρας έπαιξε το πρώτο από τα πολλά του ντέρμπι του Λίβερπουλ. Ο Ρόιλ ήταν έτοιμος να τον αλλάξει καθώς η παρουσία του ήταν μέτρια μέχρι όμως που ήρθε το 56ο λεπτό. Κόρνερ με τον Χίντσκλιφ, ο Σκωτσέζος πηδάει πιο ψηλά, παίρνει μια φοβερή κεφαλιά και ανοίγει το σκορ πανηγυρίζοντας έξαλλα μπροστά στους οπαδούς. Η νίκη έρχεται τελικά με 2-0, με τον Ντάνκαν να έχει συμμετοχή και στο 2ο γκολ. Το ιδανικό πρώτο ντέρμπι, μπαίνοντας στις καρδιές των οπαδών του συλλόγου. Ο Φέργκιουσον έκανε μια πολύ καλή σεζόν, σκοράροντας και με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, κι η Έβερτον των 4 βαθμών στην 12η αγωνιστική, έφτασε τους 50 στο τέλος και σώθηκε βγαίνοντας 15η. Ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία όμως ήταν η ανέλπιστη κατάκτηση του κυπέλλου με τη Γιουνάιτεντ, του τελευταίου μέχρι σήμερα για τον σύλλογο. Η Έβερτον αγόρασε τον Ντάνκαν που ήταν ήδη ίνδαλμα.


Ο ιστορικός πανηγυρισμός με τη Γιουνάιτεντ

Υπήρχε όμως το περιστατικό από τη Σκωτία. Η υπόθεση τράβηξε πάνω από έναν χρόνο, αλλά ο Φέργκιουσον καταδικάστηκε το φθινόπωρο του 1995 σε φυλάκιση τριών μηνών, καθώς βρισκόταν σε αναστολή από τα προηγούμενα, και παρά την έφεση που έκανε δεν δικαιώθηκε. Έγινε ο πρώτος Βρετανός ποδοσφαιριστής που θα έμπαινε φυλακή για συμβάν στο γήπεδο. Πριν λίγους μήνες έδινε το χέρι στον πρίγκιπα Κάρολο στο Γουέμπλεϊ και τώρα έπρεπε να πάει σε μια από τις χειρότερες φυλακές της Γλασκώβης. Ο Φέργκιουσον δεν συγχώρεσε ποτέ το σκωτσέζικο ποδόσφαιρο θεωρώντας ότι όλοι υπήρξαν υπερβολικοί μαζί του κι ότι η Ομοσπονδία τον άφησε απροστάτευτο. Αποχώρησε από την εθνική με μόλις 7 συμμετοχές. Ο Τζο Ρόιλ, σε μια κίνηση που έφερε μεγάλες αντιδράσεις, τον επισκέφτηκε στη φυλακή για να τον στηρίξει. «Όσοι με κατηγορούν, δεν ξέρουν τι σημαίνει ο Φέργκιουσον για το κλαμπ και τους οπαδούς. Ήταν μια ανοησία, μια στιγμή ανωριμότητας, δεν γίνεται όμως να μπαίνει φυλακή τη στιγμή που υπάρχουν εγκληματίες έξω», δήλωσε. Η Έβερτον δεν σταμάτησε να τον πληρώνει, παρά την κατακραυγή.

Ο Φέργκιουσον μπήκε για τρεις μήνες μέσα, εξέτισε τελικά την μισή ποινή και αποφυλακίστηκε για να γυρίσει στο ποδόσφαιρο. Η αγάπη των οπαδών της Έβερτον ήταν τεράστια, ο Σκωτσέζος καθημερινά απαντούσε σε γράμματα που του έστελναν. Ένα από αυτά είχε αποστολέα έναν πιτσιρικά με όνομα Γουέιν Ρούνει. Ο Ντάνκαν απάντησε και σε αυτό, χωρίς να γνωρίζει το μέλλον. Η εμπειρία του Φέργκιουσον στη φυλακή τον τραυμάτισε πολύ, τον στενοχώρησε, αλλά δεν τον άλλαξε σαν άνθρωπο, δεν τον έκανε πιο ήρεμο.

Ο Ντάνκαν επέστρεψε στην Έβερτον, χωρίς να μαγεύει πάντα. Λίγο η φυλακή, λίγο τα προβλήματα τραυματισμών και πολύ η μετριότατη Έβερτον εκείνων των ετών, δεν τον άφησαν να κάνει μια μεγαλύτερη καριέρα, αν και έβαζε αρκετά γκολ. Στους καβγάδες και στις κόκκινες δεν έμεινε πίσω πάντως, έχοντας το ρεκόρ με τον Πατρίκ Βιεϊρά. Το 1998 με την Έβερτον να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα πουλήθηκε στη Νιούκαστλ, μια κίνηση που δεν άρεσε ούτε στον ίδιο, ούτε και στους οπαδούς. Φεύγοντας έγραψε μια επιστολή αφιερωμένη στον κόσμο, λέγοντας ότι τον ανάγκασαν να φύγει και δεν θα τους ξεχάσει ποτέ για όσα του έδωσαν.

Οι δρόμοι τους δεν χώρισαν για πολύ. Οι τραυματισμοί δεν τον άφησαν να κάνει πολλά στα βόρεια και μόλις δυο σεζόν μετά η Έβερτον τον αγόρασε πίσω με τα μισά χρήματα. Ο Μπιγκ Ντανκ αγωνίστηκε για άλλες έξι σεζόν με τα αγαπημένα του μπλε. Οι τραυματισμοί συνεχίστηκαν, αλλά έβαλε αρκετά γκολ (1ος Σκωτσέζος σκόρερ στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ) και πάντα έδινε την ψυχή του για τη φανέλα. Πολλές φορές βέβαια ξεφεύγοντας, αλλά με τα υπόλοιπα πολλά επεισόδια της καριέρας του θα ασχοληθούμε άλλη φορά. Την προτελευταία του σεζόν έκανε την κατά πολλούς καλύτερη εμφάνισή του. Στην επιστροφή του «προδότη» Γουέιν Ρούνεϊ με τα κόκκινα, του παιδιού που του είχε στείλει γράμμα στη φυλακή, ο Φέργκιουσον έκανε ένα καταπληκτικό ματς και σκόραρε με μια ακόμα κεφαλιά. Ήταν μάλλον η τελευταία μεγάλη παράσταση της καριέρας του σε ένα εξαιρετικό ματς της Έβερτον απέναντι σε μια πανίσχυρη Γιουνάιτεντ. Όταν η Έβερτον αποφάσισε να μην τον ανανεώσει, ο Ντάνκαν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, είπε όχι σε άλλες προτάσεις. Ήθελε να παίζει μόνο για τα μπλε. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ξεκούρασε το κορμί του, στο οποίο είχε κάνει καμία δεκαριά επεμβάσεις, ενώ συνέχισε να ασχολείται με τη μεγάλη του αγάπη που δεν ήταν το ποδόσφαιρο, αλλά να εκτρέφει περιστέρια.

Στην αρχική μας ερώτηση «γιατί αγαπήθηκε τόσο» οι απαντήσεις μπορούν να είναι πολλές. Το 1ο γκολ με τη Λίβερπουλ, η φυλακή, ο τσαμπουκάς που έβγαζε στο γήπεδο και ειδικά σε ντέρμπι, κάποια πανέμορφα γκολ σε πέτρινα χρόνια. Αλλά ίσως όλα εξηγούνται καλύτερα με ένα απλό περιστατικό. Στο τελευταίο του παιχνίδι με την Έβερτον το 2006 ο Φέργκιουσον ανέλαβε την εκτέλεση ενός πέναλτι στο 90′ με την ομάδα του να βρίσκεται πίσω 1-2 στο σκορ. Αστόχησε, πήρε το ριμπάουντ και σκόραρε δίνοντας με το τελευταίο γκολ του έναν ακόμα βαθμό. Ένας ποδοσφαιριστής με τόσα χρόνια παρουσίας, με πολλά χρήματα, θα μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε τρέλα για το αντίο του. Αυτός κατέβηκε σαν κοινός θνητός στο κέντρο του Λίβερπουλ, πήγε σε μια απλή παμπ και παρέα με οπαδούς του συλλόγου που βρήκε εκεί τα ήπιαν μαζί. «Οι σκάουζερς είναι μια διαφορετική τάξη ανθρώπων. Το αλάτι της γης. Καλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης που αγαπούν το ποδόσφαιρο», είπε ο Ντάνκαν για εκείνο το βράδυ. Ήταν απλά ένας από αυτούς κι ας γεννήθηκε αλλού.

Ο άνθρωπος που έσωσε τον Φέργκιουσον

  [4 Σχόλια]

Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ο άνθρωπος που μετέτρεψε την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από ακόμα μία μεγάλη ομάδα της Αγγλίας σε κορυφαία ομάδα της χώρας στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Είναι ο άνθρωπος που άλλαξε επίπεδο το εξωαγωνιστικό κομμάτι της Γιουνάιτεντ και ανέβασε τις «μετοχές» της στο παγκόσμιο «ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο» σε μια εποχή που οι περισσότερες μεγάλες ομάδες, σε ολόκληρο το Νησί λειτουργούσαν (και δούλευαν) με αρχαίες μεθόδους και τακτικές. Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ένας απ’ τους κορυφαίους μάνατζερ σε ολόκληρη την ιστορία του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και η εκτόξευση των «κόκκινων διαβόλων» αποτελεί ουσιαστικά δική του δουλειά. Όλα τα παραπάνω βέβαια τα γνωρίζουν όλοι. Ακόμα και αυτοί που δεν ασχολούνται φανατικά με το Βρετανικό ποδόσφαιρο. Αυτό όμως που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί μυημένοι με την Πρέμιερ Λιγκ είναι πως για να φτάσουμε σε όλα αυτά, χρειάστηκε το κεφάλι (και όχι το πόδι) ενός -όχι και τόσο διάσημου- Άγγλου ποδοσφαιριστή. Το όνομά του, Μαρκ Ρόμπινς. Η θέση του, επιθετικός.

Όσοι είστε πιο μεγάλοι σε ηλικία (30+) και έρθει στο μυαλό σας ένας -λιγάκι ξεχασμένος- επιθετικός του Πανιωνίου, άδικο δεν θα έχετε, μιας και ο Μαρκ Ρόμπινς που έκανε τις βόλτες του στην Πλατεία είναι το ίδιο ακριβώς άτομο που -σχεδόν- μια δεκαετία νωρίτερα έσωσε -κυριολεκτικά- την καριέρα του Σκοτσέζου και έγραψε την αρχή ολόκληρης της ιστορίας θριάμβων της Γιουνάιτεντ στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ, ασχέτως αν τα επόμενα «κεφάλαια» τα είδε απ’ τη σκοπιά του απλού παρατηρητή ή του «ποδοσφαιρικού αναγνώστη» αν προτιμάτε, μιας και αυτά γράφτηκαν από άλλους. Μερικούς ανάμεσα στους κορυφαίους της τελευταίας 25ετίας όπως ο Καντονά, ο Γκιγκς, ο Σκόουλς και ο Μπέκαμ.

Ήταν 7 Ιανουαρίου του 1990 όταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ταξίδεψε στην έδρα της Νότιγχαμ Φόρεστ, του σπουδαίου Μπράιαν Κλαφ, για τον 3ο γύρο του κυπέλλου Αγγλίας. Η ομάδα του Φέργκιουσον βρίσκονταν κάτω από μεγάλη πίεση και δεν παρουσίαζε καθόλου καλό ποδόσφαιρο, κάτι φυσικά που μπορούσε να καταλάβει ο καθένας και απ’ την βαθμολογική της θέση εκείνο το διάστημα αλλά κι απ’ τα καυστικά άρθρα των εφημερίδων. Η Γιουνάιτεντ ήταν 15η στο πρωτάθλημα και είχε προλάβει να αποκλειστεί και απ’ το Λιγκ Καπ δύο μήνες νωρίτερα. Στην έδρα της μάλιστα, με 0-3 απ΄την Τότεναμ του «φονιά» που άκουγε στο όνομα Γκάρι Λίνεκερ. Αυτό που δεν γνώριζε κανένας απ’ τους παίκτες ήταν πως η διοίκηση, μην αντέχοντας αυτή την τραγική αγωνιστική κατάσταση, είχε  δώσει στον Φέργκιουσον τελεσίδικο. Τα πράγματα ήταν τόσο απλά όσο αυτές οι πέντε λέξεις: «Αποκλείεις τη Φόρεστ ή απολύεσαι».

Στο πρώτο ημίχρονο η Γιουνάιτεντ ήταν ελαφρώς καλύτερη απ’ τη Φόρεστ, με τις δύο ομάδες όμως να φεύγουν για τα αποδυτήρια με το σκορ στο 0-0. Το άγχος είχε αρχίσει να καταβάλει τον Φέργκιουσον που βλέποντας την ομάδα του ανήμπορη να σκοράρει, είχε βυθιστεί στην καρέκλα του πάγκου, περιμένοντας το αναπόφευκτο. Το γκολ της αντίπαλης ομάδας δηλαδή και τον αποκλεισμό. Είχε συμβεί τόσες και τόσες φορές άλλωστε εκείνη τη χρονιά. Θα συνέβαινε ακόμα μία και θα ήταν η τελευταία. Το βάσανο θα τελείωνε. Ο Φέργκι θα έδινε το χέρι στον Κλαφ αμίλητος. Μετά θα έμπαινε στα αποδυτήρια και θα χαιρετούσε έναν προς έναν όλους τους παίκτες και μετά θα έφευγε για τη Σκωτία μπας και βρει την ψυχική ηρεμία που τόσο του έλειπε εκείνο το διάστημα. Όλες αυτές οι εικόνες περνούσαν στο μυαλό του με κινηματογραφική ταχύτητα και το σενάριο δεν έδειχνε να μπορεί να αλλάξει.

Όλα αυτά μέχρι εκείνη τη στιγμή που ο Λι Μάρτιν θα κερδίσει παλικαρίσια μια χαμένη μπαλιά πάνω στη λασπωμένη γραμμή και θα πασάρει αστραπιαία για τον Μαρκ Χιούζ που είχε βρεθεί μόνος στον άξονα. Ο Ουαλός αρτίστας -δίχως σκέψη- και πριν προλάβει να βγει κάποιος πάνω του σαν μανιασμένο σκυλί, θα βγάλει μια καταπληκτική μπαλιά με το εξωτερικό του δεξιού του ποδιού, με την μπάλα να περνά πίσω απ’ την πλάτη των δύο στόπερ της Φόρεστ (που λογικά ακόμα δεν πρέπει να έχουν καταλάβει τι συνέβη) για να βρει συστημένη το κεφάλι του Ρόμπινς. Το 0-1 ήταν γεγονός. Η Γιουνάιτεντ έδειχνε να ξορκίζει όλα τα μαζεμένα κακά. Για να περάσει η ομάδα του Φέργκιουσον (επειδή εμείς τα λέμε και τα γράφουμε όλα) έπρεπε να ακυρωθεί και ένα κανονικότατο γκολ του Νάιτζελ Τζέμσον στις καθυστερήσεις, αλλά αυτά θεωρούνται πλέον ψιλά γράμματα. Ο Μαρκ Ρόμπινς σκόραρε ακόμα ένα σπουδαίο τέρμα μέχρι να φτάσει -και να κατακτήσει- η ομάδα του το κύπελλο. Στην παράταση, γράφοντας το 2-1, στα ημιτελικά κόντρα στη Νόριτς.

«Δεν μου είχε περάσει απ’ το μυαλό πως εκείνο το -δικό μου- γκολ απέναντι στη Φόρεστ θα είχε τόσο μεγάλη σημασία για την ομάδα. Ο προπονητής μας ήταν συνεχώς ήρεμος και προσπαθούσε να περάσει σε όλους εμάς αυτή την ηρεμία για να μας βοηθήσει. Ήταν άλλωστε μια περίοδος που δεν κερδίζαμε. Κανένας δεν γνώριζε πως εκείνη τη μέρα στο σπίτι του Κλαφ, ενός ανθρώπου που δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τον Σερ Άλεξ, ο προπονητής μας έπαιζε το κεφάλι του και το συμβόλαιό του. Αν δεν κερδίζαμε ίσως είχε αλλάξει όλη η ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Ποιος μπορεί να το ξέρει; Ευχαριστώ το Θεό που σκόραρα εκείνο το γκολ και άλλαξα -χωρίς να το γνωρίζω τότε- την ιστορία της ομάδας που υποστήριζα από παιδί. Ήταν φανταστικό.»

Ο ήρωας του Σίτι Γκράουντ άφησε το Όλντ Τράφορντ -οριστικά- για τη Νόριτς στο τέλος της επόμενης σεζόν για να αρχίσει μια πορεία που τον βρήκε -όπως έγραψα και παραπάνω- μέχρι τα μέρη μας, πριν ακολουθήσει καριέρα προπονητή. Ο Μαρκ Ρόμπινς δεν υπήρξε κακός ποδοσφαιριστής. Το ακριβώς αντίθετο για την ακρίβεια. Δεν έκανε βέβαια ποτέ την καριέρα που είχε ονειρευτεί (και ίσως άξιζε να κάνει), όταν παιδάκι ακόμα μάθαινε τα βασικά στην ακαδημία της Γιουνάιτεντ, σε μια εποχή όμως που η ομάδα του δεν αποτελούσε φόβητρο για κανένα. Ο Φέργκιουσον δε τον πίστεψε και τον άφησε να φύγει κι ας του έσωσε την καριέρα, μιας και στο μυαλό του είχε την Γιουνάιτεντ όχι απλώς για μεγάλα πράγματα, αλλά για την κορυφή τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ευρώπη. Όπως και έγινε δηλαδή.

Ο Ρόμπινς ήταν μεγάλη καρδιά και δεν τον κατηγόρησε ποτέ γι’ αυτό. Ίσως γνώριζε και ο ίδιος πως δεν ήταν γεννημένος για τόσο σπουδαία πράγματα. Για το μόνο που τον κατηγόρησε, αρκετά χρόνια αργότερα, είναι το γεγονός πως ουδέποτε άκουσε ένα απλό «ευχαριστώ» απ’ τον τεράστιο Σκοτσέζο. Ένα απλό «ευχαριστώ». Μια λέξη που άξιζε να ακούσει από τα χείλη του πρώην «αφεντικού» του. Απ’ την άλλη γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα πως τον ευχαριστούν (και θα συνεχίσουν να το κάνουν) όλοι οι αληθινοί φίλοι της ομάδας, κάτι που θα του δημιουργεί πάντα συναισθήματα περηφάνιας και θα του δίνει μεγαλύτερη χαρά, ακόμα κι απ’ τα σημαντικότερα τρόπαια του κόσμου.

(Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των The Stone Roses)

Ο Γκουαρδιόλα, ο Ντε Μπρούινε και οι νικητές -μέχρι στιγμής- της Πρέμιερ Λιγκ

  [8 Σχόλια]

Το περασμένο Σάββατο η Μάντσεστερ Σίτι αγωνίστηκε στην έδρα της Λέστερ και -αν και τα βρήκε σκούρα για περίπου 40 λεπτά- κατάφερε τελικά να αποδράσει με 0-2, έχοντας για ακόμα μια φορά ως ηγέτη τον Κέβιν Ντε Μπρούινε, και να διατηρήσει την διαφορά της από την Γιουνάιτεντ στους 8 βαθμούς. Το 0-2 έγινε στο 49′, με σουτ-κεραυνό απ’ το αριστερό πόδι του Βέλγου. Ένα σουτ βγαλμένο απ’ τα καλύτερα ποδοσφαιρικά παραμύθια. Σα να βλέπεις τον Ζιντάν με κατάξανθα φουντωτά μαλλιά, τον Πολ Γκασκόιν νηφάλιο και χωρίς περιττά κιλά, τον Ντιέγκο Φορλάν κουρεμένο δίχως όμως ίχνος αυτής της γαμάτης ποδοσφαιρικής αλητείας που είχε συσσωρευθεί σε κάθε σπιθαμή του σώματός του. Θα μου πείτε πως το είχε ξανακάνει πριν μερικές βδομάδες, και σε δυσκολότερη έδρα, ο Βέλγος όταν και νίκησε -πάλι με το αριστερό του πόδι- τον Κουρτουά. Κάπως έτσι είχαν αποδράσει οι «πολίτες» απ’ την έδρα της περσινής πρωταθλήτριας Τσέλσι και έδειξαν για ακόμα μία φορά προς όλους, ότι φέτος είναι η χρονιά τους. Σας πρήζω. Το ξέρω, αλλά λέω να το θυμηθούμε εκείνο το γκολ (και ξέρω ότι το θέλετε και εσείς):

Ο νεαρός Βέλγος, η ομάδα του, και φυσικά ο εγκέφαλος αυτής, ο Πεπ Γκουαρδιόλα, είναι ως ώρας οι απόλυτοι νικητές της Πρέμιερ Λιγκ και -κατά την ταπεινή μου γνώμη- η κορυφαία ομάδα αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα πράγματα είναι απλά: Αν αγαπάς το ποδόσφαιρο, αγαπάς (και βλέπεις) την Σίτι. Αν δε το κάνεις, είτε δεν αγαπάς το ποδόσφαιρο, είτε μισείς τους «γαλάζιους» του Μάντσεστερ για τους δικούς σου λόγους. Δέχομαι μόνο ως δικαιολογία το να μην έχει κάποιος χρόνο για να δει ποδόσφαιρο γενικά. Είναι περίεργοι άλλωστε οι καιροί μας. Διαλέγεις λοιπόν μεριά και με αυτή πορεύεσαι. Αυτό που έχει καταφέρει ο Πεπ είναι κάτι το μοναδικό. Η αλλαγή θέσης του Βέλγου, μετατρέποντάς τον από ένα τυπικό «δεκάρι», στον απόλυτο κεντρικό χαφ στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, είναι απλά μοναδική. Το ίδιο είχε κάνει ο Καταλανός και πριν 10 χρόνια περίπου με τους Ινιέστα και Τσάβι (σε μια δημιουργία που οδήγησε το ποδόσφαιρο σε σπάνιας ομορφιάς μονοπάτια και τους Ισπανούς ακόμα και στην κατάκτηση του κόσμου το 2010) αλλά εδώ μιλάμε για κάτι ακόμα πιο σύγχρονο. Ακόμα πιο ολοκληρωμένο. Κάτι που φαντάζει (και είναι) άκρως εξελίξιμο. Με την σκέψη στο «που ακριβώς μπορεί να φτάσει» να τρομάζει ακόμα και τα πιο εύστροφα -ποδοσφαιρικά- μυαλά. Να βλέπεις τον Ντε Μπρούινε να κινείται στο χώρο, να αγγίζει την μπάλα, να δημιουργεί για τους συμπαίκτες του, να μαρκάρει χωρίς να χρειάζεται καν να λερώσει το σορτσάκι του και φυσικά να σκοράρει (λίγα ως ώρας) πολύτιμα τέρματα, είναι απλά ηδονικό. Και βάζω τελεία.

Η Γουότφορντ και ο Ριτσάρλισον (Ω! Ναι) Remember the Name

Η ομάδα του Μάρκο Σίλβα έχει κλέψει τις εντυπώσεις (μαζί με την Μπέρνλι) από τις θεωρητικά «μικρές» ομάδες του πρωταθλήματος και αυτό εμένα μου αρέσει πολύ. Βάζω την Γουότφορντ πάνω από την Μπέρνλι, κι ας υπολείπεται αυτής 4 ολόκληρους βαθμούς, για τον εξής απλό λόγο. Η ομάδα του Σον Ντάις έχει τον ίδιο προπονητή χρόνια τώρα και δεν έπρεπε να αφομοιώσει νέα στυλ και τακτικές όπως οι «σφήκες» για παράδειγμα, και αυτό είναι από μόνο του, κάτι πολύ ιδιαίτερο και σημαντικό. Η Γουότφορντ τις δύο προηγούμενες σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ τις έβγαλε με δύο διαφορετικούς προπονητές και δύο εντελώς διαφορετικές φιλοσοφίες. Την σεζόν 2015/16 προπονητής ήταν ο αλέγκρος και αρκετά σοφιστικέ Κίκε Φλόρες, με ένα καθαρό και άκρως αγγλικό 4-4-2. Ένα σύστημα που είχε φέρει πολλά καλά αποτελέσματα. Πέρσι στο τιμόνι κάθισε ο πιο σκληρός και περισσότερο λάτρης της αμυντικής τακτικής Βάλτερ Ματσάρι με νέο σύστημα. Το αγαπημένο του 3-5-2 που θαυμάσαμε τα προηγούμενα χρόνια στη Νάπολι. Ένα σύστημα που μπορεί να άργησε να ρολάρει, αλλά όταν το έκανε απέδωσε καρπούς. Φέτος έχουμε έναν θεωρητικά πιο σύγχρονο προπονητή, που αρέσκεται να χρησιμοποιεί κυρίως το 4-3-3 (αν και χρησιμοποιεί και τριάδα στην άμυνα ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής), έχοντας κατά νου να δημιουργήσει και όχι να καταστρέψει (αυτό εννοείται το λατρεύουμε). Φυσικά για να «τρέξει» όλο αυτό, δίνει σημαντικότατες βοήθειες ο νεαρός βραζιλιάνος εξτρέμ, Ριτσάρλισον. Ο παίκτης δηλαδή που έχει φέρει στο μυαλό των παλιών φίλων  της ομάδας (απ’ τα λατρεμένα 80s με πρόεδρο τον Έλτον Τζον) τον τρισμέγιστο Τζον Μπαρνς και τα «μαγικά του».

Ο 20χρόνος Ριτσάρλισον αποκτήθηκε για μόλις 11 εκατομμύρια λίρες (λίγα είναι για τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου αν με ρωτάτε) απ’ τη Φλουμινένσε, και αυτή τη στιγμή φαντάζει πολύ δύσκολο να μην πουληθεί το ερχόμενο καλοκαίρι με ένα ποσό, τουλάχιστον τριπλάσιο από αυτό που έδωσε η Γουότφορντ γι’ αυτόν πέρσι. Οι 12 συμμετοχές και τα 5 γκολ που έχει σημειώσει τον καθιστούν στους διακριθέντες της ομάδας (και ολόκληρης της λίγκας κατ επέκταση), αλλά αυτό που τον κάνει ακόμα πιο υπέροχο και μοναδικό, στα δικά μου μάτια, είναι αυτή η επαφή που έχει με την μπάλα. Η τεχνική του, και φυσικά το σημαντικότερο όλων αυτών που πρέπει να έχει κάθε ντελικάτος ποδοσφαιριστής. Πολύ σωστά μαντέψατε. Το απρόβλεπτο. Αυτό δηλαδή που είχε ο Μπαρνς όταν αλώνιζε στον ασβέστη της αριστερής πλευράς της ομάδας, πριν το ποδόσφαιρο γυαλιστεί και καλοφιαχτεί στα τωρινά δεδομένα. Ο Ριτσάρλισον έχει αυτή την παλιά πάστα. Εκείνη την αλητεία του παιδιού που θα παίζε ακόμα και ξυπόλητο για να κερδίσει το στοίχημα απ’ τον σπασίκλα συμμαθητή του. Αυτό που έχει κάθε γεννημένος νικητής που ξεκίνησε από χαμηλά και δεν τυφλώθηκε όταν έπεσαν πάνω του -μαζικά- τα καλογυαλισμένα φώτα των  γηπέδων και των φωτογραφικών μηχανών. Τον έχω λατρέψει, δεν το κρύβω, και τον φαντάζομαι ήδη στο Άνφιλντ με τη φανέλα της Λίβερπουλ. Ούτε αυτό θα το κρύψω.

Ο Σαλάχ και ο Ντάβινσον Σάντσεζ

Βάζω τον εξτρέμ της Λίβερπουλ και τον κεντρικό αμυντικό της Τότεναμ σε αυτό εδώ το κείμενο γιατί έχουν πολλά κοινά στην έως τώρα πορεία τους στο Αγγλικό πρωτάθλημα. Εξηγούμαι. Αμφότεροι ήρθαν από ευκολότερα πρωταθλήματα (ο πρώτος από το Ιταλικό και ο δεύτερος απ’ το Ολλανδικό) και αμφότεροι επίσης δέχτηκαν αρκετά σκληρή κριτική. Για διαφορετικούς όμως λόγους. Ο Αιγύπτιος (ξανά)ήρθε με την ταμπέλα του χασογκόλη Speedy Gonzales και ο Κολομβιανός με πολλά ερωτηματικά γύρω απ΄την αξία του, για το αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στον δύσκολο κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ άμεσα. Και οι δύο αποκτήθηκαν επίσης με ένα σωρό χρήματα, κάτι που καθιστούσε ακόμα πιο αιχμηρή την κριτική και ακόμα πιο μειωμένη την υπομονή σε συνάρτηση με το χρονικό όριο που θα έπιαναν το μάξιμουμ της απόδοσής τους. Αν το έπιαναν. Μετά από 12 αγωνιστικές, ο Σαλάχ είναι ο πρώτος σκόρερ της Λίβερπουλ, έχοντας σκοράρει μερικά σπάνιας ομορφιάς και σημασίας τέρματα και κάνοντας δικό του πλέον το στοιχειωμένο ρεκόρ που κατείχε ο Φάουλερ με 8 γκολ για τις πρώτες 12 αγωνιστικές. Ο Σαλάχ έχει σκοράρει 9 βουλώνοντας τα στόματα των επικριτών του. Πολλοί εξ αυτών μάλιστα ήταν φίλοι της ομάδας του.

Ο Ντάβινσον Σάντσεζ απ’ την άλλη -με την απουσία του Αλντερβάιλερ- έχει βρει θέση στο αρχικό σχήμα της Τότεναμ ως δεξί στόπερ στην τριάδα του Ποκετίνο, και με την φοβερή του απόδοση φαντάζει απίθανο να χάσει την θέση του, αν φυσικά παραμείνει υγιής. Ο τρόπος που βγάζει ώρες-ώρες την μπάλα από την άμυνα, με άψογη τεχνική και με μια ηρεμία που δύσκολα βρίσκεις σε τόσο νεαρό αμυντικό αλλά και σε έμπειρους παίκτες, είναι απλά μοναδική. Τα περιθώρια βελτίωσής του άλλωστε, δίπλα στον κορυφαίο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, δεν έχουν ταβάνι και αυτό είναι επίσης  κάτι το τρομακτικό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μιλάμε για ένα παιδί που βρίσκεται μόλις στο 21ο έτος της ηλικίας του.

Ο Μουρίνιο και το If… (Όχι του Λίνσντεϊ Άντερσον)

Πολλοί ίσως αναρωτηθείτε για ποιο λόγο βρίσκεται σε αυτό εδώ το κείμενο ο Πορτογάλος και ίσως να έχετε και δίκιο αλλά εγώ τον Ζοσέ τον αγαπάω και δεν μπορώ να μην ασχοληθώ μαζί του. Η ομάδα του Μουρίνιο μπορεί να βρίσκεται στο -8 απ’ τη συμπολίτισσα Σίτι αλλά το γεγονός πως βρίσκεται μονάχη στην 2η θέση, χωρίς να έχει αποδώσει καλό ποδόσφαιρο σε διάρκεια, και χωρίς να έχει τον ηγέτη της Πολ Πογκμπά για αρκετές αγωνιστικές, της δίνει σίγουρα αρκετά credits. «What If…» μας ρώτησε ο Μουρίνιο για τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε τραυματιστεί ο Γάλλος σούπερ σταρ και εγώ -ειλικρινά- απάντηση δεν μπορώ να βρω. Όσο κι αν πιέζω τον εαυτό μου. Ζοσέ συγγνώμη! Αν κρίνω πάντως από το πρώτο 40λέπτο (ΠΡΟΣΟΧΗ όχι 45λέπτο) κόντρα στη Νιουκάστλ το Σάββατο, ίσως τα πράγματα να ήταν ακόμα χειρότερα. Αν απ’ την άλλη κρίνω με βάση τις πρώτες αγωνιστικές, ίσως τα πράγματα να ήταν αρκετά καλύτερα. Με τα If άλλωστε δεν βάφονται αυγά και δεν υπάρχει και λόγος μιας και πλησιάζουν Χριστούγεννα και όχι Πάσχα. Τη δεδομένη πάντως χρονική στιγμή η Γιουνάιτεντ δείχνει πολύ πίσω απ’ τη Σίτι (και όχι μόνο βαθμολογικά) και μένει να δούμε στους πόσους βαθμούς διαφορά θα την αντιμετωπίσει στο ντέρμπι της 16ης αγωνιστικής, σε σχεδόν 20 μέρες από σήμερα. Ο Ζοσέ απ’ την άλλη έχει μάθει να παλεύει και με απουσίες βασικών και σε αυτό του βγάζω το καπέλο. ‘Έγραψα και πιο πάνω. Τον αγαπάω τον Πορτογάλο κι ας μη μου φαίνεται.