Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Αγγλικό πρωτάθλημα'

Η νέα Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία

  [5 Σχόλια]

3 Ιουλίου 2018. Μόσχα. Ο Έρικ Ντάιερ θα σκοράρει στο 5ο (και τελευταίο) πέναλτι απέναντι στην Κολομβία. Θα γράψει το 3-4 και θα χαρίσει στην Αγγλία την πρόκριση για την τελική 8αδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτή ήταν η πρώτη νίκη για τα «λιοντάρια» σε νοκ-άουτ αναμέτρηση απ’ το 2006 και η πρώτη στην διαδικασία των πέναλτι, μετά από εκείνο το 4-2 επί των Ισπανών, στο Γιούρο της Αγγλίας, πριν 22 χρόνια. Πολλοί δεν είχαν ακούσει ξανά γι’ αυτή τη νίκη. Περισσότεροι ίσως θεωρούσαν πως δεν έγινε και ποτέ και πως ήταν απλά ένας «μύθος» των Άγγλων, βγαλμένος από σελίδες βιβλίου του Ρέι Μπράντμπερι, του Τζόρτζ Όργουελ ή του Άλντους Χάξλεϋ. Πως είναι δυνατόν να κέρδισε η Αγγλία σε διαδικασία πέναλτι; Οι Άγγλοι θα φτάσουν ως τον ημιτελικό γεμίζοντάς μας χαρά εμάς τους φίλους τους. Θα προηγηθούν με την γκολάρα του Τρίπιερ και θα αγγίξουν την παρουσία στον Τελικό, αλλά η Κροατία -και το γκολ του Μάντζουκιτς- στην παράταση, θα τους στερήσει την ολοκλήρωση (;) του «θαύματος». Ακόμα μία πίκρα. Γλυκιά πίκρα όμως αυτή τη φορά, αν καταλαβαίνεις κάποια σημαντικά πραγματάκια για το ποδόσφαιρο.

Η Αγγλία του Σάουθγκεϊτ δεν ήταν μια ομάδα που παρουσίασε εξαιρετικό ποδόσφαιρο στο τελευταίο Μουντιάλ. Όλοι το είδαμε αυτό. Σε πολλά σημεία των παιχνιδιών της μάλιστα, ίσως ήταν παραπάνω βαρετή από τα όρια της βαρεμάρας που επιτρέπουν σε κάποιον -που δεν είναι και φίλος της- να μην κλείσει την τηλεόραση, για να ξεχυθεί σε κάποια παραλία. Η Αγγλία ήταν όμως ώριμη. Ήταν επιτέλους σοβαρή. Με παίκτες, και προπονητικό τιμ, γεμάτο από ρεαλιστές. Άνθρωποι που γνώριζαν -και γνωρίζουν- τις δυνάμεις τους. Η Αγγλία διαθέτει -επιτέλους- και παίκτες με σπάνιο ταλέντο, σε όλες τις θέσεις, και είναι ολοφάνερο πως γίνεται εξαιρετική δουλειά, σε όλα τα επίπεδα. Δεν ήταν όμως έτοιμη για να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και ίσως είχε ξεπεράσει και το ταβάνι της φτάνοντας ως τον ημιτελικό. Αν έπρεπε να βάλω σε όλα αυτά μια επικεφαλίδα αυτή θα ήταν: «Η Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία».

18 Νοεμβρίου 2018. Λονδίνο. Η Αγγλία υποδέχεται την φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου Κροατία, στο Γουέμπλεϊ, και θέλει μόνο νίκη για να βρεθεί στα τελικά του Nations League, στα γήπεδα της Πορτογαλίας, τον ερχόμενο Ιούνιο. Έχει προηγηθεί το σπουδαίο διπλό επί των Ισπανών με 2-3. Ένα διπλό μετά από 21 ολόκληρα χρόνια από εκείνο το 2-4, στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, με τα «όργια» και τα 4 γκολ του σπουδαίου Γκάρι Λίνεκερ. Στα σημαντικά της πρόσφατης αναμέτρησης είναι ότι η Αγγλία, αν και ήταν πολύ καλύτερη των Κροατών και δέχτηκε πρώτη γκολ (στο 57′) κόντρα στην ροή του αγώνα (υπέροχο ποδοσφαιρικό κλισέ αυτό), δεν «πελάγωσε», όπως δηλαδή μας είχε συνηθίσει τόσα χρόνια, και με προσήλωση στο πλάνο της, χειρουργική ηρεμία και σωστές επιλογές, κατάφερε πρώτα να ισοφαρίσει με τον Λίνγκαρντ (στο 78′) και τελικά να πάρει το «χρυσό τρίποντο» με τον σεσημασμένο Χάρι Κέιν λίγο πριν συμπληρωθεί το 90λέπτο. Πριν την περίοδο Σάουθγκεϊτ, ας μην γελιόμαστε, ένα τέτοιο παιχνίδι θα είχε λήξει με ένα ωραιότατο 0-2 υπέρ των Κροατών και τώρα οι Άγγλοι θα έψαχναν -για ακόμη μία φορά- τι έφταιξε για αυτό το νέο «ναυάγιο». Αυτή φυσικά είναι η μεγαλύτερη «νίκη» της νέας Αγγλίας. Στα δικά μου τουλάχιστον μάτια.

Όσοι παρακολουθούν φανατικά αγγλικό ποδόσφαιρο και τα παιχνίδια της εθνικής ομάδας, δεν είναι δυνατόν να μην έχουν πάρει χαμπάρι την σπουδαία δουλειά που γίνεται στους κορυφαίους συλλόγους και φυσικά το ταλέντο που υπάρχει σε τεράστιο βαθμό στο Νησί τα δύο τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο πως το 2017 η Αγγλία κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-20, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-17 και φυσικά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα U-19. Δεν είναι επίσης διόλου τυχαίο ότι παίκτες όπως ο Φιλ Φόντεν (της Σίτι) και ο Τζέιντον Σάντσο (της Ντόρτμουντ), μέλη εκείνης της U-17, έχουν σημαντικό ρόλο στις σπουδαίες ομάδες που αγωνίζονται. Ο δεύτερος μάλιστα λογίζεται ως κανονικό μέλος πλέον και της εθνικής Ανδρών, μόλις στα 18 του χρόνια, με όλο το μέλλον να του ανήκει. Όλο το μέλλον ανήκει φυσικά και στον Φόντεν. Το λέει άλλωστε και ο Γκουαρδιόλα και μπροστά στο Πεπ εγώ προτιμώ να μείνω σιωπηλός. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον μέσο της Μπόρνμουθ, Λίουις Κουκ, μέλος της Αγγλίας U-20, που έχει ήδη κάνει το ντεμπούτο του με τους ανδρες και έχει παίξει πολλά παιχνίδια για τα «κεράσια» τα δύο τελευταία χρόνια.

Οι σπουδαίοι προπονητές που βρίσκονται στις κορυφαίες ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ έχουν αλλάξει τον Άγγλο ποδοσφαιριστή προς το καλύτερο, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος τόσο στην τεχνική όσο και στην τακτική, αλλάζοντας ουσιαστικά την έννοια που είχε ο περισσότερος κόσμος για τον «Άγγλο παίκτη» μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία.  Φυσικά και ο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ, ως έξυπνος άνθρωπος που είναι, συνεχίζει από αυτό το σημείο κάνοντας, με σταθερά βήματα, και την Αγγλία μια πραγματικά δυνατή και μοντέρνα ομάδα. Εννοείται πως οι Άγγλοι θα πρέπει να ευχαριστούν γι’ αυτό το γεγονός προπονητές όπως ο Γκουαρδιόλα, ο Κλοπ και φυσικά ο Ποτσετίνο, που έχουν αλλάξει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το dna του  Άγγλου ποδοσφαιριστή και όλοι εμείς οι φίλοι της Αγγλίας μπορούμε να κυκλοφορούμε με το κεφάλι ψηλά γεμάτοι περηφάνια.

Τον περασμένο Γενάρη έγραφα πως η Αγγλία θα πρέπει να πατήσει (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) πάνω στο στυλ της Σίτι του Γκουαρδιόλα, και στο παιχνίδι με τους Κροάτες -τηρουμένων πάντα των αναλογιών- είδα να συμβαίνει αυτό για πρώτη φορά τόσο καλά. Ο Σάουθγκεϊτ, αφήνοντας την τριάδα στην άμυνα, παρέταξε την Αγγλία με 4-1-2-3 έχοντας τον Μπάρκλεϊ ως εσωτερικό μέσο με τον Ντελφ δίπλα του. Με τετράδα στην άμυνα, και τους Ράσφορντ και Στέρλινγκ στα «φτερά» της επίθεσης έχοντας τον Κέιν στην κορυφή αυτής. Η Αγγλία είχε την κατοχή μπάλας με 62%. Εξαιρετικό ποσοστό επιτυχίας στις πάσες με 86%. 16 επιτυχημένες ντρίμπλες (με μόλις 5 των Κροατών), 17 σουτ με τα 8 εντός της εστίας (με τους Κροάτες να έχουν μόλις 3) και φυσικά 10 φάσεις για γκολ από στημένες φάσεις. Κάτι που είχαμε γράψει εν μέσω Μουντιάλ για την δουλειά των Άγγλων σε αυτό τον τομέα. 

Το σημαντικότερο όλων φυσικά δεν είναι άλλο από τις λίγες επιτυχημένες πάσες των Κροατών στο αμυντικό κομμάτι των Άγγλων και φυσικά το γεγονός πως οι φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν απείλησαν σχεδόν καθόλου από στημένες φάσεις τα «λιοντάρια». Όλα τα παραπάνω φυσικά και δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο πως η Αγγλία είναι εμφανώς βελτιωμένη από το καλοκαίρι και αυτό το κάνει παίρνοντας πλέον και σπουδαία αποτελέσματα απέναντι σε κορυφαίες ομάδες όπως είναι η Ισπανία και η Κροατία. Η ουσία άλλωστε είναι οι νίκες. Όταν βέβαια συνδυάζονται και με καλό ποδόσφαιρο τότε αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Εκτός κι αν είσαι ο Ζοσέ ο Μουρίνιο.

Θυμάμαι τον σπουδαίο Αρίγκο Σάκι να λέει για τον Στίβεν Τζέραρντ: «Είναι ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, κάνει πολλές δουλειές στο γήπεδο, έχει ταλέντο και ηγετικά χαρίσματα αλλά δεν ξέρει να παίξει ποδόσφαιρο». Αυτή ήταν σίγουρα μια άκρως καυστική ατάκα για τον λατρεμένο πρώην αρχηγό των «κόκκινων» που έδειχνε όμως, με τον καλύτερο τρόπο, αυτό που δεν είχαν οι κορυφαίοι Άγγλοι παίκτες σε τόσο μεγάλο βαθμό που να τους επιτρέπει την υπέρβαση σε επίπεδο εθνικής. Την ηρεμία στο παιχνίδι τους. Την καθαρή σκέψη. Την πραγματική γνώση της τακτικής. Αυτό που έβλεπες δηλαδή σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε παίκτες από την Ιταλία, την Ισπανία και φυσικά την Γερμανία. Σε παίκτες που μπορεί να μην είχαν μεγαλύτερο ταλέντο και περισσότερες δυνάμεις από τους Άγγλους αλλά κατάφερναν πάντα να δείχνουν καλύτεροί τους. Και συνήθως να τους κερδίζουν. Έστω και στα πέναλτι.

Αυτό δείχνει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια ακόμα και σε παίκτες λάτρεις της ντρίμπλας και του απρόβλεπτου, όπως είναι ο Ράσφορντ, ο Στέρλινγκ, ο Ντέλε Άλι και φυσικά σε ποιοτικούς αμυντικούς (που θα το κάνουν και το τσαλιμάκι) όπως ο Τζον Στόουνς, ο Τζο Γκόμεζ και φυσικά ο Κάιλ Γουόκερ και ο Μπεν Τσίλγουελ. Σε αυτό φυσικά και έχουν τεράστιο μερίδιο ευθύνης οι κορυφαίοι (και σύγχρονοι) ξένοι προπονητές που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια τα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. «Ξαναμαθαίνω ποδόσφαιρο δίπλα στον Πεπ» δήλωσε πολύ πρόσφατα ο Στέρλινγκ και αυτό είναι κάτι που είναι ολοφάνερο στο γήπεδο αν βλέπεις τακτικά τα παιχνίδια της Σίτι. Ο Σάουθγκεϊτ εννοείται πως δεν ανήκει σε αυτό το κορυφαίο επίπεδο, στην ελίτ δηλαδή που ανήκει ο Πεπ και ο Κλοπ, αλλά είναι ένας σύγχρονος προπονητής, με γνώση, που δείχνει να ακολουθεί αυτό το μονοπάτι, όσο μπορεί, φτιάχνοντας σιγά-σιγά μια νέα, ελκυστική εθνική Αγγλίας, με πολύ μέλλον και ταβάνι -μακάρι- την κορυφή.

Τα άλλα τρένα να περνούν…

  [Καθόλου σχόλια]

Ο κόσμος σιγά σιγά αυξανόταν. Η ώρα ήταν κάπου ανάμεσα στις 8 και 9 το βράδυ και στο σταθμό Μίρφιλντ του Γιόρκσαϊρ όλοι περίμεναν το επόμενο τρένο. Ανάμεσά τους και ένας πιτσιρικάς. Μόνος, βυθισμένος σε σκέψεις. Αν κάποιος έδινε λίγη παραπάνω σημασία, ίσως να παρατηρούσε ότι ο νεαρός καθόταν πολύ κοντά στην άκρη της πλατφόρμας, πολύ κοντά στις ράγες του τρένου. Το βλέμμα του απλανές, σαν μη βρισκόταν εκεί. Λίγα λεπτά αργότερα, από τα μεγάφωνα ακούστηκε μια ανακοίνωση. Το επόμενο τρένο είχε καθυστέρηση μερικών λεπτών. Ο νεαρός σαν να ξύπνησε ξαφνικά, σαν να επέστρεψε από εκεί που ταξίδευε ο νους του. Με δάκρυα στο νεανικό πρόσωπο, φεύγει από το σταθμό.

Ίσως κάποιος να τον αναγνώρισε. Ήταν ο Τζορτζ Γκριν, το ντόπιο ταλέντο του Ντιούσμπερι. Μόλις στα 15 του, μαθητής ακόμα στο σχολείο, πήγε στο Λονδίνο να δοκιμαστεί στην Τότεναμ. Τελικά όμως, τα 2 εκατομμύρια λίρες που έδωσε η Έβερτον στην Μπράντφορντ για ένα πιτσιρίκι άλλαξαν τον προορισμό του. Ο Γκριν έλαβε 45.000 πριμ και υπέγραψε συμβόλαιο στην ομάδα του Λίβερπουλ. Έφτασε στις μικρές εθνικές δίπλα στον Ντέλε Άλι και τον Ρος Μπάρκλεϊ. Για κάποιους ήταν ο νέος Γκάζα. Αλλά για κάθε μία επιτυχημένη ιστορία πιτσιρικά, υπάρχουν αρκετές αποτυχημένες. Κι ανάμεσα σ’ αυτές, ορισμένες τραγικές, όπως του Γκριν που τελικά έμοιαζε στον Γκάζα μόνο εκτός ποδοσφαίρου.

Ο Γκριν δεν ξεκίνησε αμέσως τις εξόδους και την κακή ζωή. Αλλά μόλις έγινε επαγγελματίας, άρχισε να βγάζει αρκετές χιλιάδες λίρες το χρόνο και κυρίως έγινε 18 και μπορούσε να βγαίνει, η ζωή του άλλαξε. Ήταν ο συνδυασμός της πίεσης που ένιωθε εξαιτίας της επένδυσης ενός σπουδαίου συλλόγου και της άνεσης που είχε, νομίζοντας ότι έχει ήδη κατακτήσει τον κόσμο. Έπαιρνε πολλά περισσότερα από τους συνομήλικούς του, οι απαιτήσεις της ομάδας ήταν μεγάλες. Κι αυτό δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. «Μια καλή έξοδος στοίχιζε 1.500 λίρες. Έπαιρνα μια σαμπάνια, ερχόταν μια κοπέλα και έπαιρνα ακόμα μία γι’ αυτήν». Ο Γκριν αγόρασε ένα ακριβό αυτοκίνητο και το χτύπησε οδηγώντας μεθυσμένος. Έμπλεξε με άτομα που δεν είχαν καμία διάθεση να τον βοηθήσουν. «Το μεγαλύτερο πρόβλημά μου δεν ήταν το ποτό. Ήταν τα ναρκωτικά. Την πρώτη φορά που μου προσέφεραν ναρκωτικά, είχα βγει να δω μπάλα με κάτι φίλους σε μια παμπ. Δοκίμασα κοκαΐνη και αυτό άλλαξε όλη τη ζωή μου».

Ο Γκριν μίλησε σε κάποιους ανθρώπους του συλλόγου, η Έβερτον πλήρωσε 5.000 λίρες για κάθε μία από τις πέντε βδομάδες που ο πιτσιρικάς μπήκε σε νοσοκομείο του Λονδίνου εξειδικευμένο σε διαφόρων ειδών εθισμούς. Ο Γκριν όμως δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματά του. Πήγε δανεικός στην Τρανμίρ και τελικά η Έβερτον που είχε επενδύσει τόσα σε αυτόν, ανακοίνωσε ότι τον αφήνει ελεύθερο. Δεν μπορούσαν να στηρίξουν άλλο έναν πιτσιρικά που συχνά έχανε προπονήσεις και δεν φαινόταν να έχει καμία διάθεση για προσπάθεια. Ο μικρός προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στους εθισμούς του και την κατάθλιψη.

Η καριέρα του Γκριν ήταν από εκεί και πέρα μια συνεχής ελεύθερη πτώση από ομάδα σε ομάδα. Έμεινε ελάχιστα στην Όλνταμ, χωρίς καμία διάθεση για μπάλα και κατέληξε πέντε μήνες αργότερα σε μια ομάδα 8ης κατηγορίας, να παίρνει 80 λίρες για κάθε αγώνα (σχεδόν τα μισά από όσα ξόδευε στο φαγητό στις εξόδους του). Στην Κιλμάρνοκ ο κόουτς τον έδιωξε γιατί πίστεψε ότι πήγε μια μέρα στην προπόνηση ζέχνοντας αλκοόλ. Ο Γκριν έφτασε κοντά στον θάνατο από υπερβολική δόση χαπιών. Μετά από ένα σερί 4-5 ημερών που σαν χαρακτήρας του Trainspotting ήπιε και πήρε ό,τι ναρκωτικό μπορούσε, αποφάσισε να πάρει και ό,τι χάπια μπορούσε. «Ήταν μια κραυγή απόγνωσης, να με λυπηθούν και να με συγχωρέσουν οι άνθρωποί μου». Έφτασε μέχρι τη Νορβηγία να προσπαθεί να βγάλει χρήματα. Δανειζόταν από φίλους και συγγενείς, δεν επέστρεφε ποτέ τα δανεικά. Οι δικοί του άνθρωποι σιγά σιγά απομακρύνθηκαν. «Τους κατηγορούσα γι’ αυτό. Έλεγα ότι φταίνε αυτοί για όλα. Ήμουν τόσο αλαζόνας».

Ο Γκριν επέστρεψε στην Αγγλία, βρήκε ακόμα μία ομάδα, αλλά κυρίως βρήκε τον Γκάρι Τσαρλς (παλιό παίκτη της Βίλα και της Ντέρμπι που έφτασε μέχρι και την Μπενφίκα). Ο Τσαρλς, πρώην αλκοολικός κι αυτός, βοηθάει ανθρώπους να ξεπερνούν τους εθισμούς τους και σε συνεργασία με την οργάνωσή του, τη GC Sports Care στάθηκε δίπλα στον Γκριν. Ίσως να έβλεπε και τον εαυτό του στο νεαρό ποδοσφαίριστή. Από το καλοκαίρι του 2017 ο Γκριν σταμάτησε τις ουσίες, αν και τον περασμένο Απρίλιο είχε μία υποτροπή. Η μάχη με τον εθισμό δίνεται καθημερινά δυστυχώς και ποτέ δεν είσαι σίγουρος. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα φαίνονται καλύτερα. Ο Γκριν έχει τους ανθρώπους του πιο κοντά γιατί αναγνωρίζουν ότι προσπαθεί. Γνωρίζει ότι σε στιγμές αδυναμίες μπορεί να πάρει τηλέφωνο τον αδερφό του. Έχει μια μικρή κορούλα και την αρραβωνιαστικιά του και προσπαθεί να σώσει και την ποδοσφαιρική του καριέρα. Μπορεί να έχει ζήσει όσα άλλοι δεν θα ζήσουν ποτέ (και ευτυχώς), αλλά είναι μόλις 22 ετών. Πηγαίνει κάθε βδομάδα σε συναντήσεις ομάδων για εθισμό, ενώ πλέον ανήκει στην Τσέστερ. Τα οικονομικά φυσικά είναι άσχημα. Η Μερσεντές που κάποτε είχε, έχει γίνει ένα ΚΙΑ, αλλά σημασία έχει να είναι καλά.

Το βράδυ εκείνο, ο Γκριν πήγε στον σταθμό όχι για να πάρει το τρένο για κάπου. Αλλά για να δώσει τέλος στη ζωή του. Ήταν πνιγμένος στα χρέη, η κοκαΐνη είναι ακριβό σπορ, η κοπέλα του τον είχε αφήσει εξαιτίας του εθισμού του και η ποδοσφαιρική του καριέρα είχε πιάσει πάτο. Εκείνη η ανακοίνωση από το μεγάφωνο για την καθυστέρηση του έσωσε τη ζωή, όπως λέει. Ήταν ένα σημάδι. Τα χρόνια πέρασαν όμως, ο Γκριν δεν θα φοράει τα τρία λιοντάρια δίπλα στους Ντέλε Άλι και Μπάρκλεϊ. «Πίστευα και τότε ότι είχα μεγάλο ταλέντο, ότι ήμουν εξίσου καλός με τον Ντέλε Άλι. Το ποδόσφαιρο είναι το μοναδικό πράγμα στο οποίο είμαι καλός. Νόμιζα ότι αν μιλήσω για το πρόβλημά μου, η καριέρα μου θα τελειώσει. Αλλά είπα στον εαυτό μου: μήπως να είσαι για μια φορά στη ζωή σου ειλικρινής και να παραδεχτείς το πρόβλημά σου; Αν φτάσω σε καλή φυσική κατάσταση και πάρω και λίγο χρόνο στην Τσέστερ νομίζω ότι μπορώ να γίνω ξανά ποδοσφαιριστής. Να φτάσω να παίζω στην League 1 και την Championship και να μπορώ να συντηρώ την οικογένειά μου. Έβγαλα 500.000 λίρες από το ποδόσφαιρο και το μόνο που έχω κρατήσει είναι ένα iPad.»

Ένα πρώτο σκανάρισμα του top-6 της Πρέμιερ Λιγκ

  [5 Σχόλια]

Έχουμε διανύσει σχεδόν το 1/4 στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ και ήδη έχουμε το πρώτο δείγμα των ομάδων για τη φετινή σεζόν. Ένα αρκετά καλό πρώτο δείγμα. Με την δεύτερη διακοπή, λόγω των εθνικών ομάδων, βρήκα την κατάλληλη ευκαιρία για να «ζυγίσω» το φετινό top-6 στην μεγάλη κατηγορία της Αγγλίας και να δούμε μαζί «τι έχει καταφέρει» και φυσικά «τι μπορεί να καταφέρει» στην συνέχεια η καθεμιά. Ας τα δούμε λοιπόν μέσα από κάποιους αριθμούς που λένε σίγουρα αρκετά πραγματάκια για τις ομάδες και ίσως δείχνουν ακόμα περισσότερα για τη συνέχεια.

Μάντσεστερ Σίτι: Η ομάδα του Πεπ Γκουαρδιόλα είναι και φέτος το πρώτο φαβορί για τον τίτλο. Διαθέτει τον κορυφαίο προπονητή στην Ευρώπη. Διαθέτει ένα ρόστερ γεμάτο από κορυφαίους παίκτες. Είναι η περσινή πρωταθλήτρια, σπάζοντας ένα σωρό ρεκόρ, και φυσικά βρίσκεται πρώτη (έστω με ισοβαθμία), χωρίς να έχει πιάσει τα περσινά της στάνταρ, χωρίς τον κορυφαίο της παίκτη. Τον Κέβιν Ντε Μπρούιν. Η Σίτι έχει σκοράρει ήδη 21 γκολ σε 8 αγώνες. Έχοντας 21.8 σουτ ανά αγώνα με μόλις 7.6 από αυτά εκτός περιοχής. Ποσοστό που αναμένεται να ανέβει όταν επιστρέψει ο Βέλγος μέσος. Φυσικά και είναι πρώτη σε ποσοστά κατοχής μπάλας με 65.3%, έχοντας το εκπληκτικό 89.8% επιτυχίας στις πάσες. Από αυτά τα 21 τέρματα, η Σίτι έχει σκοράρει τα 16 σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης, με πιο φορτωμένη πλευρά, στο επιθετικό κομμάτι, την αριστερή. Δεν είναι καθόλου τυχαίο επίσης το γεγονός πως ο αριστερός μπακ της ομάδας, Μπέντζαμιν Μεντί, έχει ήδη 4 ασίστ. Η Σίτι έχει κάνει 5.639 πάσες, έχοντας πρώτο σε αυτό τον τομέα τον αμυντικό Εμερίκ Λαπόρτ, με 742, κάτι που δείχνει και το στυλ παιχνιδιού του Πεπ που θέλει όλοι οι παίκτες του να ξέρουν ποδόσφαιρο και να συμμετέχουν στη δημιουργία. Για τους κεντρικούς αμυντικούς άλλωστε είχαμε μιλήσει και πολύ πρόσφατα.

Στην άμυνα ο Γκουαρδιόλα γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα πως όταν έχεις την μπάλα δεν μπορείς να απειληθείς. Τα 6.3 σουτ που δέχεται η Σίτι ανά αγώνα μεταφράζει τέλεια αυτή την λογική, όπως και τα 11 τάκλιν ανά αγώνα (τα λιγότερα από το top-6). Αν βάλουμε στη σούμα και τα 9.8 κλεψίματα σε κάθε παιχνίδι καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί η Σίτι έχει δεχθεί μόλις 3 τέρματα, σε 8 παιχνίδια, και ξεκάθαρα λόγω ατυχίας δεν έχει φτάσει στο 8/8. Ας μη γελιόμαστε. Αυτό που επίσης τρομάζει είναι, τι πρόκειται να δούμε όταν θα επιστρέψει ο Ντε Μπρούιν και φυσικά το γεγονός πως η Σίτι σε 2μίση μήνες από τώρα θα αγοράσει σίγουρα και κάποιον σπουδαίο αμυντικό χαφ για να μπει σιγά-σιγά στα παπούτσια του Φερναντίνιο που πλησιάζει τα 35. Οι «πολίτες» είναι το μεγάλο φαβορί για το πρωτάθλημα και πρέπει να γίνουν απίστευτα πράγματα για να το χάσουν.

Τσέλσι: Για τους «μπλε» τα είχαμε γράψει και τον Αύγουστο. Ήμουν σίγουρος πως ο Σάρι θα μας παρουσιάσει ελκυστικότατο ποδόσφαιρο άμεσα, αλλά δεν περίμενα με τίποτα αυτή την εξαιρετική εικόνα με τις 6 νίκες και τις 2 ισοπαλίες. Η Τσέλσι έχοντας τον Ζορζίνιο σε εξαιρετική φόρμα αγγίζει αριθμούς Σίτι. Τι εννοώ: Ο Ζορζίνιο, μέχρι αυτή τη στιγμή, είναι ο απόλυτος μέσος στη Λίγκα, έχοντας 106.6 πάσες ανά αγώνα, 853 συνολικά, με ποσοστό επιτυχίας 91%. Την ίδια ώρα η ομάδα του βρίσκεται πρώτη σε αυτό τον τομέα με 5728 πάσες στο σύνολο. Η Τσέλσι έχει σκοράρει 18 τέρματα, με τα 13 από αυτά να έχουν έρθει σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης, με πιο φορτωμένη πλευρά και εδώ την αριστερή και χωρίς να έχει γίνει γκολ καμία αντεπίθεση. Η ομάδα του Σάρι έχει 62.7% κατοχή, 88.2% επιτυχία στις πάσες και 17.8 σουτ ανά αγώνα με μόλις 6 εκτός περιοχής.

Στην άμυνα δέχεται 9.4 σουτ το παιχνίδι. Έχει 12.4 τάκλιν και 7.1 κλεψίματα έχοντας δεχτεί μόλις 5 τέρματα. Η ομάδα δείχνει να βελτιώνεται συνεχώς με τον καιρό. Ο Μπάρκλεϊ έχει αρχίσει να βγάζει τον πραγματικό του εαυτό. Στο 0-3 με την Σαουθάμπτον σκόραρε και έδωσε και ασίστ, κάτι που είχε να κάνει Άγγλος για την Τσέλσι από τον Λάμπαρντ. Ο Αζάρ βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα και όλα δείχνουν πως έχουμε να δούμε πολλές περισσότερες ομορφιές απ’ την ομάδα. Αν το Γενάρη έρθει και κάποιος σπουδαίος αμυντικός για να δώσει μεγαλύτερη ηρεμία και σιγουριά, τότε ίσως μιλάμε ακόμα και για μια άξια διεκδικήτρια του τίτλου. Προσωπικά τους πιστεύω πολύ και το δηλώνω.

Λίβερπουλ: H ομάδα του Κλοπ βρίσκεται στην πρώτη θέση και αυτή, με 6 νίκες και 2 ισοπαλίες, αλλά θα πρέπει να ευχαριστεί και την τύχη της γι’ αυτό, και όχι μόνο την καλή της εικόνα. Κάποιος που δεν βλέπει τα παιχνίδια των «κόκκινων» ίσως νομίζει πως η Λίβερπουλ παρουσιάζει ονειρεμένο ποδόσφαιρο, αλλά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Η Λίβερπουλ έχει σκοράρει 15 τέρματα, έχοντας 14.4 σουτ ανά παιχνίδι, με μόλις 4.4 σουτ εκτός περιοχής. Το ποσοστό της κατοχής της είναι το χαμηλότερο από το top-6 κάτι που μεταφράζεται σε 54.2% με το ποσοστό επιτυχίας στις πάσες να φτάνει το 85.2%. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο μοναδικός μέσος της που βρίσκεται στην πρώτη 20αδα των κορυφαίων πασέρ είναι ο Τζέιμς Μίλνερ με 494, στην 16η θέση.  Έχει μόλις 7 γκολ σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης με δυνατότερη και πιο φορτωμένη πλευρά και εδώ την αριστερή. Μα γιατί είναι πρώτη;

Εκτός των δύο ισοπαλιών (με Τσέλσι και Σίτι) που ήταν και αποτέλεσμα τύχης, μιας και η ομάδα δεν ήταν καλύτερη, χρωστάει πολλά στα τρεξίματα των παικτών της και στην εξαιρετική της άμυνα. Η Λίβερπουλ έχει δεχτεί μόλις 3 τέρματα και αυτό είναι κάτι που δεν περίμενα να γράψω ποτέ. Δέχεται 8.1 σουτ ανά παιχνίδι. Έχει 18.1 τάκλιν και 9 κλεψίματα σε κάθε παιχνίδι. Να σημειώσουμε πως η καλύτερη εμφάνιση της ομάδας φέτος ήταν κόντρα στην Σαουθάμπτον, με τον Κλοπ να παίζει με διαφορετική διάταξη, έχοντας δύο κεντρικούς μέσους, στην ευθεία, και τον Σακίρι μπροστά τους. Η ομάδα χρειάζεται να γίνει πιο δημιουργική στον άξονα. Δεν αρκεί μόνο το τρελό και ασφυκτικό πρέσινγκ. Να ανοίξει το «ροτέισον» από τον Κλοπ, και φυσικά να αρχίσει να βρίσκει ρυθμό ο Σαλάχ. Αν αυτά δεν γίνουν αμέσως μετά την επιστροφή, τότε -ειλικρινά- δεν μπορώ να βρω τρόπους για το πως η Λίβερπουλ θα συνεχίσει να βρίσκεται στην κορυφή.

Άρσεναλ: H ομάδα του Έμερι έχει ανέβει αθόρυβα στην 4η θέση, στο -2 από τους τρεις πρωτοπόρους, και για μένα αυτό δεν είναι περίεργο μιας και διαθέτει ένα άκρως ποιοτικό ρόστερ. Με 19 τέρματα υπέρ, έχοντας 12.1 σουτ ανά παιχνίδι με 4.8 σουτ εκτός περιοχής, δεν πρέπει κανένας να μην είναι ευχαριστημένος στο Εμιρέιτς. Τα ποσοστά κατοχής αγγίζουν το 55% με το ποσοστό επιτυχίας στις πάσες να είναι στο 82.6%. Καθόλου άσχημα για μια ομάδα που δεν φημίζεται για την αμυντική της γραμμή. Οι «κανονιέρηδες» έχουν σκοράρει 15 τέρματα σε οργανωμένη επίθεση, έχοντας φορτωμένη και αυτοί περισσότερο την αριστερή τους πλευρά. Στην καλή ισορροπία του άξονά της μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει ο Τσάκα που έχει πασάρει 626 φορές από τις συνολικά 4.207 και βρίσκεται 4ος σε αυτό τον τομέα. Εξαιρετικά, στον άξονα, τα έχει πάει και ο νεαρός Ματέο Γκεντουζί όπως και ο Λούκας Τορέιρα.

Η αμυντική της γραμμή είναι γνωστό πως θα είναι το μεγάλο της πρόβλημα και φέτος. Η Άρσεναλ δέχεται 14.6 σουτ ανά αγώνα, έχοντας 15.9 τάκλιν και 9.8 κλεψίματα σε κάθε παιχνίδι. Έχοντας δεχτεί ήδη 10 τέρματα. Ο Τσεχ έχει τον μεγαλύτερο αριθμό σε πουλήματα μπάλας σε ολόκληρη την Ευρώπη από πέρσι και κανένας στόπερ δεν μπορεί να προσφέρει την απαιτούμενη σιγουριά, τουλάχιστον, προς το παρόν, στο ομαλό δηλαδή χτίσιμο της επίθεσης, από πίσω. Μου αρέσει να την βλέπω και πάλι, και θεωρώ πως φέτος θα είναι σίγουρα στην πρώτη τετράδα, επιστρέφοντας, δηλαδή, εκεί που ανήκει. Στο Τσάμπιονς Λιγκ.

Τότεναμ: Στο -2 από την κορυφή και η Τότεναμ, κάτι που εμένα προσωπικά με εκπλήσσει. Η ομάδα δεν ενισχύθηκε καθόλου το καλοκαίρι. Ο Ποκετίνο παίζει από τον Αύγουστο με βασικούς παίκτες, παίρνοντας μεγάλα ρίσκα μετά από Μουντιάλ, και δεν βλέπουμε την περσινή εικόνα ούτε κατά διάνοια. Λογικό θα σκεφτούν οι περισσότεροι και δίκιο θα έχουν. Η ομάδα έχει σκοράρει όσο και η Λίβερπουλ. 15 τέρματα δηλαδή, με μόλις 5 όμως σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης. Έχει 57.4% κατοχή με ποσοστό επιτυχίας στις πάσες το 81.9% και σουτάρει 14.4 φορές ανά αγώνα με 4 σουτ να γίνονται εκτός περιοχής. Κορυφαίος πασέρ της ομάδας είναι ο Αντερβάιλερ με 501 (15ος στον πίνακα) με την ομάδα να έχει κάνει συνολικά 4.398 πάσες. Μέτρια πράγματα.

Στην άμυνα υπάρχουν αρκετά προβλήματα. Η Τότεναμ έχει μαζέψει την μπάλα απ’ τα δίχτυα της συνολικά 7 φορές. Δέχεται 12.1 σουτ ανά αγώνα και έχει 18.4 τάκλιν και 11 κλεψίματα το παιχνίδι. Δεν μπορεί να κρατήσει ανέπαφη την εστία της (συνήθως) και αυτό είναι κάτι που ο προπονητής της πρέπει να λύσει και πολύ γρήγορα μάλιστα. Σίγουρη θα πρέπει να θεωρείται και η ενίσχυση τον Γενάρη, ειδάλλως δεν πρόκειται να βγει με ηρεμία και επιτυχίες η σεζόν. Πολλοί φίλοι της θεωρούν πως «Όσο σκοράρει ο Κέιν είμαστε καλά» αλλά πιστέψτε με, φέτος αυτό δεν φτάνει ούτε για Ευρωπαϊκό εισιτήριο.

Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ: H ομάδα του Μουρίνιο βρίσκεται στην 8η θέση, στο -3 από την Γουλβς, και στο -2 από την Μπόρνμουθ, αλλά βάσει των αριθμών της θα έπρεπε -και θα μπορούσε- να βρίσκεται λιγάκι παραπάνω. Όπως και θα βρεθεί μέχρι το τέλος του πρωταθλήματος. Με τον Πορτογάλο ή χωρίς. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο βασικός λόγος είναι πως ο Πορτογάλος απαξιώνει συνεχώς το ρόστερ του και φυσικά δεν προσπαθεί να το κάνει πιο μοντέρνο. Ευτυχώς, αυτό το είδαμε να συμβαίνει στο β’ ημίχρονο απέναντι στη Νιούκαστλ και κάπως έτσι ήρθε και μια τεράστια ανατροπή. Η Γιουνάιτεντ έχει σκοράρει 13 τέρματα και σουτάρει 14 φορές ανά αγώνα προς την αντίπαλη εστία, με 5.8 από αυτά τα σουτ να είναι εκτός περιοχής. Η κατοχή της είναι πάνω από της Λίβερπουλ, στο 56.3%, αλλά το ποσοστό της σε επιτυχημένες πάσες είναι στο 83.2%. Το ποσοστό χαλάει επειδή δεν βοηθούν σε αυτό το κομμάτι οι στόπερ και επειδή η ομάδα του Ζοσέ σηκώνει αρκετά τη μπάλα. Δεν είναι τυχαίο πως έχει 19.1 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, στο επιθετικό κομμάτι της (πρώτη από τις 5 παραπάνω ομάδες) με τον Φελαϊνί να μετρά ήδη 33 και να είναι 13ος στο σύνολο σε αυτό τον τομέα. Μάλιστα είναι ο μοναδικός παίκτης των ομάδων του top-6 στην πρώτη 20αδα. Η Γιουνάιτεντ μετρά επίσης 7 τέρματα σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης και καμία αντεπίθεση δεν την έκανε γκολ (κάτι που είχαν όλες οι προηγούμενες ομάδες του Ζοσέ). Επίσης μεταφέρει, και αυτή, περισσότερο το βάρος της επίθεσης στην αριστερή της πλευρά. Ο ηγέτης της ομάδας, Πολ Πογκμπά, έχει πασάρει 554 φορές από τις 4.329 πάσες που έχει κάνει η ομάδα και βρίσκεται 10ος στη σχετική λίστα.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι η άμυνα. Η Γιουνάιτεντ μετρά ήδη 3 ήττες και 2 ισοπαλίες, έχοντας ήδη δεχτεί 14 τέρματα. Είναι η μοναδική στην πρώτη 8αδα με αρνητικό συντελεστή (-1) Δέχεται 10.4 σουτ ανά παιχνίδι, έχει 12.8 τάκλιν και 8.3 κλεψίματα, και μπόλικη γκρίνια επίσης, ανά παιχνίδι. Μπορεί όλο αυτό να αλλάξει; Θεωρώ πως μπορεί. Αν ο Πογκμπά έρθει μπροστά απ’ τους στόπερ. Αν ο Μάτα παίξει εσωτερικός μέσος. Αν ο Αλέξις μπει -επιτέλους- στην εξίσωση και ο Μουρίνιο σταματήσει να ρεζιλεύει τους κεντρικούς του αμυντικούς, όλα γίνονται. Η κατάκτηση του πρωταθλήματος είναι κάτι εντελώς ουτοπικό αλλά η ομάδα μπορεί σίγουρα να βρει ρυθμό. Να γίνει πιο ελκυστική στο μάτι, και να ανέβει βαθμολογικά. Οι αριθμοί της μπορούν να βελτιωθούν αν φυσικά παίζουν οι καλύτεροι στις σωστές θέσεις και ο Μουρίνιο πνίξει τον εγωισμό του.

Η επιστροφή της Πρέμιερ Λιγκ, στις 20/10, ανοίγει με σούπερ παιχνίδι στο Στάμφορντ Μπριτζ, με την Τσέλσι να υποδέχεται την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και εκεί θα δούμε πολλά τόσο για τους «μπλε» όσο και για τους «κόκκινους διαβόλους».

Ματ Γιάνσεν: O ποδοσφαιριστής που έχασε μια καριέρα και κέρδισε μια ήρεμη ζωή

  [1 Σχόλιο]

Στις 2 Μαΐου του 2001 στο Ήγουντ Παρκ η γηπεδούχος Μπλάκμπερν υποδέχτηκε την Πρέστον σε ένα ιστορικό -για την ίδια- παιχνίδι. Οι γηπεδούχοι, αν έπαιρναν το τρίποντο, θα σφράγιζαν και μαθηματικά την άνοδο στην Πρέμιερ Λιγκ, αποφεύγοντας  έτσι την, πάντα δύσκολη, διαδικασία των πλέι-οφ. Το γεγονός μάλιστα πως πριν λίγους μήνες ο λατρεμένος πρόεδρος της ομάδας, Τζακ Γουόκερ, είχε αφήσει την τελευταία του πνοή, μετά από σκληρή μάχη με τον καρκίνο, είχε δώσει στην αναμέτρηση ένα πανηγυρικό χαρακτήρα, μιας και όλοι ήθελαν να αφιερώσουν στον εκλιπόντα την νίκη και φυσικά την άνοδο. Άλλωστε μία απ’ τις αγαπημένες φράσεις που χρησιμοποιούσε αρκετά συχνά ο Γουόκερ ήταν το ‘Think Big‘ και όλοι στο Μπλάκμπερν, εκείνη τη μέρα, έκαναν μεγάλα όνειρα για την πορεία της ομάδας. Δεν μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά άλλωστε, μιας και η ομάδα του Γκρέαμ Σούνες, ήταν μια ανάσα από μια -πανάξια- άνοδο, στο κορυφαίο πρωτάθλημα της Ευρώπης.

Mε το σκορ στο 0-0, και την αναμέτρηση να μπαίνει σιγά-σιγά στο κρίσιμο τελευταίο τέταρτο, όλα έδειχναν πως το τρίποντο δεν ήταν εφικτό εκείνη την μέρα, γεμίζοντας με περίσσιο άγχος οπαδούς, προπονητικό τιμ, και φυσικά τους ποδοσφαιριστές, για την συνέχεια και την σκληρή μάχη της ανόδου. Όλα αυτά μέχρι το 73′. Μετά από κόρνερ, η μπάλα δεν θα φύγει ποτέ απ’ την περιοχή της Πρέστον, με το αγγλικό λαγωνικό, που ακούει στο όνομα Ματ Γιάνσεν να σκοράρει με υπέροχη κεφαλιά και να γράφει το 1-0, προκαλώντας πανζουρλισμό στις εξέδρες. Αυτό ήταν και το αποτέλεσμα, με τους παίκτες και τους φιλάθλους να γίνονται ένα κουβάρι με το τελικό σφύριγμα. Ο στόχος είχε πλέον επιτευχθεί. Ο Τζακ Γουόκερ μπορούσε να χαμογελάσει από ψηλά και η Πρέμιερ Λιγκ ήταν πανέτοιμη να υποδεχτεί -και πάλι- τους πρωταθλητές του 1995. Το γκολ του Άγγλου επιθετικού ήταν ένα απ’ τα συνολικά 24 εκείνης της σεζόν. Μια σεζόν που τον είχε βρει πρώτο σκορ στην Τσάμπιονσιπ, μαζί με τον Λουίς Σαχά της πρωταθλήτριας Φούλαμ, και έβαζε το όνομά του ολοένα και περισσότερο στα χείλη των φιλάθλων ολόκληρης της χώρας αλλά και στο μυαλό του Σβεν Γκόραν Έρικσον, για τις επιλογές του στην εθνική ομάδα. Ο Ματ Γιάνσεν άλλωστε, στα 24 του χρόνια, έδειχνε να είναι πανέτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ, κάτι που -αν ρωτάτε εμένα- βάσει ταλέντου, εννοείται πως το άξιζε.

‘Όταν οι άνθρωποι κάνουν όνειρα, ο Θεός τα βλέπει και γελά’. Αυτή είναι μια φράση που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να μιλήσουμε για μια κακοτυχία. Για μια αποτυχία. Για μια ανώτερη δύναμη που στάθηκε τροχοπέδη σε κάτι καλό. Είναι στην ανθρώπινη φύση άλλωστε να ψάχνει δικαιολογίες για καθετί καλό ή κακό και είναι επίσης στην ανθρώπινη φύση να μάθει να ζει με αυτές. ‘Είναι η ζωή που μας στήνει παγίδες’ όπως θα γνωρίζετε άλλωστε όλοι όσοι έχετε δει το καλτ αριστούργημα του Σταύρου Τσιώλη ‘Ας περιμένουν οι γυναίκες’. Αν και για τον Γιάνσεν, δεν έφταιξε καμία γυναίκα για να ακριβολογούμε, αλλά η κακή του τύχη και μια όχι δική του επιλογή που του άλλαξε όμως ολόκληρη την ζωή και την κοσμοθεωρία.

Ο Ματ Γιάνσεν γεννήθηκε στην περιοχή Καρλάιλ, στην Κάμπρια, κι από μικρός ήταν φανατικός με την Νιουκάστλ και το ποδόσφαιρο. Ασχέτως αν υπήρξε και πολύ καλός παίκτης του ράγκμπι στα σχολικά του χρόνια. Όπως έχει δηλώσει σε παλιότερη συνέντευξή του, αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής μετά από εκείνο το 5-0 της Νιουκάστλ, επί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, το 1995. ‘Είχα βρεθεί στο γήπεδο εκείνη τη μέρα με τα φιλαράκια μου φορώντας την φανέλα της αγαπημένης μου ομάδας και είδα να διαλύουμε την ομάδα του Σερ Άλεξ. Ήμουν μόλις 17 ετών και είχα ξεκινήσει να παίζω για την Καρλάιλ και τα πήγαινα πολύ καλά. Είχα μόλις βρει τι θα έκανα για την υπόλοιπη ζωή μου. Θα παίζω ποδόσφαιρο’. Το ’98 κι αφού έχει φτιάξει ήδη το όνομά του με την ομάδα της γενέτειράς του θα ενδιαφερθούν γι’ αυτόν δύο ομάδες. Απ’ τη μία η Κρίσταλ Πάλας – και απ’ την άλλη η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Φέργκιουσον ήθελε σαν τρελός τον νεαρό Άγγλο, σε μια περίοδο που είχε στην ομάδα του την καλύτερη φουρνιά βρετανών παικτών της τελευταίας 15ετίας, βλέποντας στο πρόσωπό του τον παίκτη που θα αντικαθιστούσε σιγά-σιγά τους Τέντι Σέριγχαμ, Ντουάιτ Γιορκ και Άντι Κόουλ. Ο Γιάνσεν όμως ήθελε να παίζει. Δεν ήθελε να είναι κάποιος που θα ζέσταινε τον πάγκο και στο Ολντ Τράφορντ εκείνη την περίοδο κανένας δεν μπορούσε να του υποσχεθεί κάτι τέτοιο. Κάπως έτσι έγινε παίκτης της Πάλας, με το ποσό να αγγίζει το 1 εκατομμύριο λίρες. Η σύντομη -αλλά εξαιρετική- παρουσία που στο Σέλχαρτ Παρκ θα ωθήσει την Μπλάκμπερν να βγάλει απ’ τα ταμεία της σχεδόν 5 εκατομμύρια λίρες, τον Γενάρη του ’99, πιστεύοντας στο ταλέντο του ανερχομένου επιθετικού.

Την σεζόν 2001-2002, ο Γιάνσεν ήταν ένας από αυτούς τους παίκτες που, αν έβλεπες φανατικά Πρέμιερ Λιγκ, δεν μπορούσες να μην ασχοληθείς μαζί τους. Το ωραίο του παρουσιαστικό. Η εξαιρετική του τεχνική. Τα όμορφα τέρματα που φόρτωνε τις αντίπαλες εστίες, αλλά και η εξαιρετική του ηλικία, έδειχναν πως θα μας απασχολούσε για πάρα πολύ καιρό. Όταν κέρδισε και τον πρώτο του σημαντικό τίτλο, το Λιγκ Καπ του 2002 απέναντι στην ομάδα που όλοι θέλουν για αντίπαλο σε τελικούς (την Τότεναμ δηλαδή) σκοράροντας και στον τελικό, άρχισε να χτυπά δυνατά, ακόμα και την πόρτα της εθνικής. Μιας εθνικής που σε λίγους μήνες θα ταξίδευε στο Μουντιάλ της Ιαπωνίας και της N. Κορέας με ένα ρόστερ γεμάτο από αστέρες και στόχο -τι άλλο;- ακόμα μια πρωτιά. Στις 17 Απριλίου ο Έρικσον θα πάρει μαζί του τον Γιάνσεν στο Άνφιλντ, για το φιλικό κόντρα στην Παραγουάη, αλλά λίγη ώρα πριν το παιχνίδι ο νεαρός θα μείνει εκτός αποστολής επειδή είχε προσβληθεί από γαστρεντερίτιδα και, όπως ήταν φυσικό, δεν θα μπορέσει να αγωνιστεί και να κάνει το ντεμπούτο, αντ’ αυτού θα δει τον Ντάριους Βασέλ να περνάει ως αλλαγή (τι έχουμε ζήσει κι εμείς) και να κερδίζει και μια θέση για το Μουντιάλ. Λίγο καιρό αργότερα, μετά το παιχνίδι του Άνφιλντ, ανάμεσα στην Λίβερπουλ και την Μπλάκμπερν για το πρωτάθλημα, ο εκλέκτορας της Αγγλίας θα οριστικοποιήσει πως δεν θα πάρει μαζί του στο Μουντιάλ τον Γιάνσεν (ή κάποιον άλλο επιθετικό), αλλά ακόμα έναν στόπερ, προκαλώντας σύγχυση στα βρετανικά ταμπλόιντς. Κάπως έτσι, ο Μάρτιν Κίον, της Άρσεναλ, θα πάρει την -σχεδόν- σίγουρη (για πολλούς) θέση του Γιάνσεν, με το νεαρό να ταξιδεύει απογοητευμένος, με την κοπέλα του, όχι  στα γήπεδα του Μουντιάλ, αλλά στα αξιοθέατα της Ρώμης. Για να ηρεμήσει και να ξεπεράσει αυτή την -ποδοσφαιρική- απόρριψη, στο ταξίδι, αναψυχής, που -δυστυχώς- έμελλε να του αλλάξει ολόκληρη την ζωή.

Ο Γιάνσεν και η Λούσι (η κοπέλα του εκείνο τον καιρό – που στις μέρες μας είναι γυναίκα του) θα νοικιάσουν ένα μοτοποδήλατο και με αυτό θα αρχίσουν να τριγυρνούν σε ολόκληρη την Ρώμη. Είναι χαμογελαστοί, νέοι, πλούσιοι και ερωτευμένοι άλλωστε. Όλα αυτά μέχρι εκείνο το καταραμένο σταυροδρόμι. Εκεί που σταμάτησαν για μερικές στιγμές και είδαν ένα ταξί να πέφτει πάνω τους ενώ βρίσκονταν και οι δυο πάνω στο δίκυκλο. Η Λούσι θα τραυματιστεί ευτυχώς ελαφρά, με τον Γιάνσεν όμως να μένει 6 μέρες σε κώμα μετά την σφοδρή σύγκρουση. Η αποκατάσταση του παίκτη ήρθε αργά αλλά σταθερά και η επιστροφή του έγινε στα μέσα της επόμενης σεζόν (μετά από 6 μήνες) χωρίς καθόλου κινητικά προβλήματα. Ο παίκτης όμως δεν μπορούσε να αγωνιστεί αν και οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν κανένα πρόβλημα. Αιτία ήταν τα ψυχολογικά θέματα που του είχε αφήσει το ατύχημα. Για την ακρίβεια, δεν μπορούσε με τίποτα να βρει ξανά τον κανονικό του -ποδοσφαιρικό- εαυτό. Η δύσκολη καθημερινότητα με ψυχολόγους δεν μπορούσε να  τον βοηθήσει στο να ξαναβρεί την φόρμα του και την δύναμη που χρειάζεται για να σταθεί κάποιος, ως παίκτης, στο κορυφαίο επίπεδο. Οι συμμετοχές άρχισαν μοιραία να μειώνονται και μια πορεία σε ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών (κυρίως ως δανεικός) ήταν ο μοναδικός τρόπος για να συνεχίσει ο Γιάνσεν να κάνει αυτό που αγαπούσε. Για να προσπαθήσει να το κάνει. Ουσιαστικά η καριέρα του παίκτη τελείωσε σε εκείνο το ατύχημα στην Ρώμη. Στην ίδια πόλη που ουσιαστικά τελείωσε και η καριέρα του μεγαλύτερου Άγγλου ποδοσφαιριστή των τελευταίων 30 ετών. Μόλις στα 24 του χρόνια. Από εκείνο το σημείο και έπειτα το μόνο που βλέπαμε απ’ τον ίδιο ήταν μερικές καλές παρενθέσεις σε ένα μέτριο και κακογραμμένο ‘ποδοσφαιρικό κείμενο’ λιγοστών συμμετοχών.

Τι θα είχε γίνει αν ο Σβεν Γκόραν Έρικσον είχε επιλέξει τον Γιάνσεν για την τελική 23αδα του Μουντιάλ του 2002 κανένας δεν το γνωρίζει και κανένας δεν θα το μάθει. Είναι από αυτές τις στιγμές που η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια σε βάρος των ανθρώπων και μέσα από αυτά μετρά τις πραγματικές τους δυνάμεις. Ο Γιάνσεν με τον καιρό ξεπέρασε τελικά τα προβλήματά του. Παντρεύτηκε την γυναίκα της ζωής του (που του στάθηκε στην δυσκολότερη περίοδο για τον ίδιο) και ζει μια ήρεμη ζωή στo Λανκασάιρ και το Σόρλεϊ, από το μετερίζι πλέον του προπονητή ακαδημιών και της ομάδας της πόλης στην 6η κατηγορία της Αγγλίας. Μακριά από το άγχος και τα προβλήματα που βρίσκεις στο κορυφαίο επίπεδο. Ως ένα απλό παιδί, απ’ τα αγαπημένα, για τους περισσότερους, της πόλης του. Εκεί θα τον βρεις στην αγαπημένη του παμπ να βλέπει τη Νιουκάστλ και να παίζει μπιλιάρδο, με φίλους και οπαδούς διαφόρων ομάδων, κάνοντας χαβαλέ. Θα σου μιλήσει για το κολασμένο κοντρόλ του Μαρκ Χιούζ όταν υπήρξαν συμπαίκτες στα ‘ρόδα’. Για τις γκολάρες που πέτυχε με τα χρώματα της Κρίσταλ Πάλας και της Μπλάκμπερν. Για το Λιγκ Καπ του 2002 στο Κάρντιφ και πως είναι να παίζεις σε ένα τελικό. Και φυσικά για το πως είναι να απορρίπτει κάποιος άσημος νεαρός τον κορυφαίο προπονητή στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ για να παίξει στο Σέλχαρστ Παρκ με την φανέλα της Πάλας. Ίσως σου πει επίσης, πως είναι να κερδίζεις και το μεγαλύτερο στοίχημα που μπορεί να βάλει κάποιος. Αυτό της ίδιας του της ζωής, απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, για να καταλήξει να είναι πραγματικά ευτυχισμένος μετά από ένα σωρό προβλήματα.

Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Deuce του Ιρλανδού Θεού, Rory Gallagher

Μαρσέλο Μπιέλσα: Ένας τρελός στην Τσάμπιονσιπ

  [Καθόλου σχόλια]

Τρεις περίπου μήνες πριν, ο γενικός διευθυντής της Λιντς, Βίκτορ Όρτα, και ο διευθύνων σύμβουλος της ομάδας, Άνγκους Κίνερ ταξίδεψαν στην Αργεντινή, στο πλαίσιο της αναζήτησης νέου προπονητή. Ο Μαρσέλο Μπιέλσα ήταν ένα από τα ονόματα στη λίστα υποψηφίων που είχαν καταρτίσει. Οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν στο Μπουένος Άιρες και μετά από τις τυπικές συστάσεις και χαιρετούρες οι απεσταλμένοι της Λιντς μπήκαν κατ’ευθείαν στο ψητό: “Πόσο καλά γνωρίζεις την Τσάμπιονσιπ;”

Ο Μπιέλσα άνοιξε τον φάκελο με τις σημειώσεις του και άρχισε να αναλύει το πως παρατάχθηκαν και πως τελικά αγωνίστηκαν η Μπόλτον και η Μπάρτον στο μεταξύ τους παιχνίδι την περσινή σεζόν. Πριν προλάβουν οι άνθρωποι της Λιντς να ρωτήσουν κάτι άλλο, ο 63χρονος τεχνικός συνέχισε την ανάλυση του, περιγράφοντας διεξοδικά πως αγωνίστηκαν οι συγκεκριμένες ομάδες σε όλα τα παιχνίδια της Τσάμπιονσιπ! Στη συνέχεια, έβγαλε μερικές ακόμα σημειώσεις και ασχολήθηκε με τις υπόλοιπες ομάδες του πρωταθλήματος, εξετάζοντας κάθε διαφορετική τακτική που χρησιμοποίησαν καθ’όλη τη διάρκεια της χρονιάς και παραθέτοντας αναλυτικά στατιστικά για το πόσο πετυχημένο αποδείχτηκε κάθε φορά ένα σύστημα. Όταν επιτέλους τέλειωσε τον μονόλογο του, οι άνθρωποι της Λιντς απλά κοιτάχτηκαν και, χωρίς να πούνε κουβέντα, συμφώνησαν πως δεν χρειάζεται να δούνε κανέναν άλλο υποψήφιο.

Ο Μαρσέλο Μπιέλσα δεν έχει δουλέψει ποτέ ξανά στην Αγγλία. Αλλά αυτό δεν λέει απολύτως τίποτα. Ο Αργεντινός παρακολουθεί (και αναλύει) ποδοσφαιρικούς αγώνες με ακραίους ρυθμούς. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, από τη στιγμή που οι απεσταλμένοι των Άγγλων επικοινώνησαν μαζί του για να κλείσουν το ραντεβού μέχρι την επόμενη μέρα, όταν και πραγματοποιήθηκε η κρίσιμη συνάντηση, ο Μπιέλσα παρακολούθησε 7 παιχνίδια της περσινής Λιντς. Μέχρι τη μέρα που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην Αγγλία είχε δει και μελετήσει διεξοδικά όλα τα περσινά της παιχνίδια, ακόμα και τα φιλικά του καλοκαιριού.

Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν “τελειομανή”, κάποιοι άλλοι απλά “τρελό”. Το δεύτερο προτιμήθηκε από την πλειοψηφία και ο Μπιέλσα κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στην πιάτσα με αυτό το παρατσούκλι. Η αλήθεια είναι ότι δεν προσπαθεί και ιδιαίτερα να το αποχωριστεί. Μιλώντας για τη θητεία του στην Αθλέτικ Μπιλμπάο ένας Ισπανός δημοσιογράφος, που καλύπτει το ρεπορτάζ της ομάδας των Βάσκων, αποκάλυψε πως αργά τη νύχτα, συνήθως μετά τα μεσάνυχτα, ο Αργεντινός έβγαινε μόνος του βόλτα στην πόλη, ακόμα και στους ζόρικους χειμωνιάτικους μήνες. Φορώντας την κλασική φόρμα της Αθλέτικ, περπατούσε για χιλιόμετρα με κατεύθυνση τα περίχωρα. Εκεί σε ένα παλιό αγρόκτημα συναντούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ισπανών, με τους οποίους είχε γνωριστεί τυχαία. Οι οικοδεσπότες ετοίμαζαν φαγητό (συνήθως φασόλια ή τσορίθο) και ο Μπιέλσα τους έκανε παρέα, ακούγοντας με τις ώρες τις ιστορίες τους δίπλα στη φωτιά.

Αυτή φυσικά δεν είναι η μόνη ‘περίεργη’ ιστορία από τη ζωή του. Η λίστα είναι ατέλειωτη. Οι άνθρωποι της Λιντς ανακάλυψαν τις παραξενιές του νέου τους προπονητή πολύ σύντομα. Πριν καν κλείσει ένα μήνα στην Αγγλία, ο Μπιέλσα ζήτησε να μάθει πόσες ώρες δουλειάς χρειάζεται στο περίπου ένας μέσος οπαδός για να μπορέσει να αγοράσει ένα εισιτήριο για να παρακολουθήσει την ομάδα του. Όταν οι Άγγλοι του είπαν πως η απάντηση είναι “περίπου 3 ώρες”, κάλεσε τους παίκτες του και τους έβαλε να μαζεύουν σκουπίδια γύρω από το προπονητικό κέντρο για 3 ώρες, θέλοντας να καταλάβουν και να εκτιμήσουν τον κόπο που κάνει ένας απλός οπαδός για να μπορεί να δει την αγαπημένη του ομάδα.

Η ιστορία κυκλοφόρησε άμεσα παντού αλλά οι οπαδοί της Λιντς δεν χρειαζόταν το συγκεκριμένο ρεπορτάζ για να ερωτευτούν τον νέο τους προπονητή. Το είχαν κάνει πριν καν πατήσει το πόδι του στην πόλη! Μέσα στις πρώτες δυο μέρες από την ανακοίνωση της συμφωνίας με τον Μπιέλσα, η ομάδα πούλησε 500 νέα διαρκείας, ένα νούμερο που πολλαπλασιάστηκε τις επόμενες μέρες. Δυο σχεδόν μήνες μετά η ευφορία των φίλων της Λιντς όχι μόνο δεν έχει κοπάσει αλλά έχει πλησιάσει επίπεδα λατρείας. Ακόμα και οι πιο απλές ενέργειες του Αργεντινού, όπως το ότι πήγε τη Δευτέρα να παρακολουθήσει έναν αγώνα της U-23, προκαλούν κύμα ενθουσιασμού στις τάξεις των φιλάθλων. O λόγος φυσικά δεν βρίσκεται μόνο στην αύρα και τη διαφορετικότητα του Μπιέλσα.

Η Λιντς έχει ξεκινήσει εντυπωσιακά τη σεζόν μετρώντας 3 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια, ένα στατιστικό που είχε να εμφανιστεί στο Έλαντ Ρόουντ από το 1974! Κι αν η νίκη επί της Μπόλτον μεσοβδόμαδα για το Λιγκ Καπ δεν θεωρείται κάτι τρομερό, τα δυο ‘τρίποντα’ στο πρωτάθλημα ήρθαν πέρα από κάθε προσδοκία. Η ομάδα του Μπιέλσα κέρδισε δυο αντιπάλους που πριν την έναρξη της σεζόν συμπεριλαμβανόταν στα φαβορί για την άνοδο και το έκανε όχι απλά εύκολα (3-1 τη Στόουκ εντός και 4-1 τη Ντέρμπι εκτός) αλλά παίζοντας κατά διαστήματα και εξαιρετικό, ειδικά για την εποχή, ποδόσφαιρο.

Με ατέλειωτο τρέξιμο και πρέσινγκ, προσπάθεια για στρωτό ποδόσφαιρο κατοχής, ικανοποιητικούς αυτοματισμούς και αρκετές ευκαιρίες, η Λιντς ξεχώρισε σε τέτοιο βαθμό στα πρώτα δυο ματς της Τσάμπιονσιπ που σκαρφάλωσε ήδη στην πρώτη θέση των φαβορί για άνοδο! Η μεταμόρφωση της ομάδας οφείλεται αποκλειστικά στη δουλειά του Αργεντινού, αφού στα δυο πρώτα παιχνίδια του πρωταθλήματος η Λιντς είχε στη βασική της 11αδα μόνο έναν παίκτη που ήρθε φέτος το καλοκαίρι, τον Μπάρι Ντάγκλας. Ο Μπιέλσα ανέλαβε ένα μετριότατο σύνολο που πέρσι τερμάτισε κάτω από τη μέση της βαθμολογίας και δεν έκανε ούτε ένα διπλό μέσα στο 2018 και το μετέτρεψε με ψυχολογική τόνωση και σκληρή δουλειά (τριπλές προπονήσεις και ατέλειωτες ώρες παραμονής στο προπονητικό κέντρο κάθε μέρα – δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπιέλσα ζήτησε να τοποθετηθεί στο γραφείο του και ένα κρεβάτι) σε μια ομάδα που στα πρώτα της ματς κυριαρχεί στον αγωνιστικό χώρο, ανεξαρτήτως αντιπάλου, και σκοράρει εύκολα.

Την ώρα που μεγάλο μέρος του κόσμου της ομάδας κάνει όνειρα για επιστροφή της στα χρόνια της δόξας και των επιτυχιών, ο Μπιέλσα παραμένει απόλυτα προσγειωμένος και ψύχραιμος. Παρακολουθώντας τα παιχνίδια καθισμένος σ’έναν τεράστιο αναποδογυρισμένο μπλε κουβά (ο οποίος έχει γίνει τόσο διάσημος που στα γραφεία της Λιντς έσκασαν οι πρώτες προσφορές από εταιρείες που θέλουν να διαφημιστούν πάνω του!), ο ‘Λόκο’ αποφεύγει τις ακραίες χειρονομίες, πανηγυρίζοντας ακόμα και τα γκολ με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία.

Σε κάθε συνάντηση του με τους δημοσιογράφους τις τελευταίες μέρες τονίζει ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για συμπεράσματα και προβλέψεις. Ξέρει άλλωστε πολύ καλά πως και στο παρελθόν οι ομάδες του έχουν κάνει δυνατά ξεκινήματα, τα οποία όμως δεν συνοδεύτηκαν από εξίσου καλά τελειώματα. Όσοι γνωρίζουν καλά τη σταδιοδρομία του και θυμούνται και τις αρκετές αποτυχίες του, καταλαβαίνουν ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για να προβλέψει κανείς την έκβαση της σεζόν, αφού εκτός από μια πολύ πιθανή αγωνιστική κοιλιά, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο ο “γερο-παράξενος” Μπιέλσα να χαλαστεί οποιαδήποτε στιγμή με κάτι που δεν μπορεί να φανταστεί κανείς.

Μέχρι να φτάσει όμως εκείνη η στιγμή, στο Λιντς απολαμβάνουν τις χαρούμενες αυτές μέρες και ονειρεύονται την εποχή που θα επιστρέψουν στην Πρέμιερ Λιγκ, από την οποία απουσιάζουν απ’το 2004. Σήμερα το απόγευμα στο Έλαντ Ρόουντ τα ‘παγώνια’ θα υποδεχθούν τη γειτονική Ρόδεραμ με στόχο να κάνουν το 3/3 και να παραμείνουν στις πρώτες θέσεις της βαθμολογίας. Το ταμείο της ομάδας θα γίνει φυσικά τον Μάιο και τότε θα φανεί αν ο Μαρσέλο Μπιέλσα θα μπορεί να χρησιμοποιήσει ξανά τη δήλωση που χαρακτηρίζει όλη την καριέρα του: “Ένας άνθρωπος με νέες ιδέες θεωρείται τρελός μέχρι οι ιδέες του να θριαμβεύσουν”

Η τέχνη -και η τεχνική- της άμυνας

  [4 Σχόλια]

Για να καταλάβει κάποιος πόσο πολύ έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια (προς το καλύτερο και το πιο μοντέρνο), αρκεί να ρίξει μια ματιά, και στον τρόπο που αμύνονται πλέον οι ομάδες -ατομικά και στο σύνολό τους- αλλά και στο πόσο σημαντικό κομμάτι παίζει πλέον η σωστή αμυντική λειτουργία στο χτίσιμο της επίθεσης. Της σωστής επίθεσης. Οι σύγχρονοι προπονητές της εποχής (ο Γκουαρδιόλα και ο Κλοπ είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα) δείχνουν να έχουν καταλάβει αυτό το κομμάτι καλύτερα από άλλους συναδέλφους τους, ψάχνοντας παίκτες που να διαθέτουν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για να ηγηθούν στην άμυνα ως κυρίαρχοι. Ως οι παίκτες δηλαδή που γνωρίζουν πως: ο καλύτερος τρόπος για να μην δεχθείς γκολ είναι να έχεις την μπάλα στην κατοχή σου και να την ανεβάζεις στην επίθεση με σωστό τρόπο. Και στις δύο ομάδες (την Μάντσεστερ Σίτι και την Λίβερπουλ) αυτοί οι παίκτες υπάρχουν.

Στους «γαλάζιους», ο Άγγλος Τζον Στόουνς και στους «κόκκινους», ο Ολλανδός Βίργκιλ Φαν Ντάικ. Αμφότεροι, κεντρικοί αμυντικοί με σπάνια τεχνική. Άψογη αντίληψη του παιχνιδιού -και του χώρου- και φυσικά ηγετικά χαρίσματα. Κεντρικοί αμυντικοί που ολοένα και λερώνουν λιγότερο το σορτσάκι τους, αλλά κάνουν άψογα την δουλειά τους. Εννοείται πως αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και φυσικά και δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο χορτάρι από όλες τις ομάδες. Για να φτιάξεις άλλωστε μια ποιοτική ομάδα χρειάζονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και όπως είναι φυσικό, τα χρήματα για να αποκτηθούν αμυντικοί με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δύσκολο να βρεθούν από ομάδες που δεν συγκαταλέγονται στο πρώτο ράφι του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Για να το καταλάβουμε καλύτερα όλο αυτό θα μιλήσουμε με αριθμούς. Οι αριθμοί άλλωστε -συνήθως- λένε την αλήθεια.

Ο Στόουνς, στα δικά μου μάτια, είναι ένας απ’ τους καλύτερους στόπερ σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ίσως και ο καλύτερος γι’ αυτό το στυλ ποδοσφαίρου που έχει επιλέξει να παρουσιάζει ο Γκουαρδιόλα στις ομάδες του (οι άλλοι που μου αρέσουν υπερβολικά είναι ο Ολλανδός της Λίβερπουλ και φυσικά ο Βαράν της Ρεάλ Μαδρίτης). Η εξέλιξη μάλιστα του Άγγλου τα δύο τελευταία χρόνια που αγωνίζεται υπό τις οδηγίες του Γκουαρδιόλα είναι απλά τρομακτική. Μιλάμε άλλωστε για αμυντικό που χρειάστηκαν 47.5 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Γκούντισον Παρκ και να γίνει παίκτης των «πολιτών» το καλοκαίρι του ’16. Ας δούμε όμως κάποιους αριθμούς για να  καταλάβουμε καλύτερα την αξία του. Την πρώτη του σεζόν στο Έτιχαντ (2016-2017) είχε φτάσει το ποσοστό του σε επιτυχημένες πάσες στο 91.7%. Τρεις ολόκληρες μονάδες πάνω από το ποσοστό του στην τελευταία του χρονιά με τη φανέλα της Έβερτον. Την περσινή σεζόν (2017-2018), που η Σίτι έσπασε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ο Στόουνς είχε στην Πρέμιερ Λιγκ το απίστευτο 95.8%,  με 69.2 πάσες ανά αγώνα. Αυτό που όμως κυριολεκτικά τρομάζει είναι πως πέρσι δεν είχε ούτε ένα λάθος που να οδηγεί σε σουτ του αντιπάλου. Το γνωστό δηλαδή «πούλημα της μπάλας» που λέμε και στα καφενεία. Αυτό δηλαδή που κανένας προπονητής δεν θέλει να βλέπει -κυρίως- στους αμυντικούς και τον γκολκίπερ του. Τις δυο σεζόν που προηγήθηκαν της περσινής ο Στόουνς είχε μέσο όρο τέσσερα λάθη σε αυτό το κομμάτι. Κάτι που δείχνει περίτρανα την δουλειά που έχει ρίξει μιας και το ταλέντο του ήταν γνωστό εδώ και πολλά χρόνια στους φίλους της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Οταμέντι πέρσι είχε τρία «πουλήματα μπάλας» που οδήγησαν μάλιστα σε τρία τέρματα για την Σίτι. Ο εξαιρετικός κίπερ Έντερσον είχε έξι, και από δύο είχαν ο Γουόκερ, ο Φερναντίνιο και ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο τελευταίος αγωνίστηκε σχεδόν ολόκληρη την σεζόν ως αριστερός μπακ (που δεν είναι η φυσική του θέση). Ο Γκουαρδιόλα αν είχε μαλλιά θα τα είχε βγάλει απ’ το τράβηγμα βλέποντας όλα αυτά τα λάθη των παικτών του. Το γεγονός πως ο διεθνής Άγγλος αμυντικός καταφέρνει να είναι ο ηγέτης της άμυνας της Σίτι έχοντας: 0.8 επιτυχημένα τάκλιν ανά παιχνίδι, 1 κλέψιμο, 0.3 φάουλ και 3 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, χωρίς να πέφτει στο χορτάρι όπως ο Βίνι Τζόουνς τις παλιές καλές εποχές, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού της Σίτι και τον σημαντικότατο ρόλο που έχει ο ίδιος σε όλο αυτό. Χωρίς τον Άγγλο, φαντάζει πολύ δύσκολο να λειτουργήσει όλο αυτό στην εντέλεια. Φυσικά  και όλο αυτό το είδαμε να λειτουργεί και στο Μουντιάλ για την Αγγλία. Με τριάδα στην άμυνα και διαφορετικό στυλ παιχνιδιού αλλά με τον 24χρόνο σε ένα πιο ελεύθερο και οργανωτικό ρόλο. Ως ο απόλυτος ηγέτης της ομάδας. Δυστυχώς για τον ίδιο (και για την Αγγλία) το τέλειο τουρνουά που πραγματοποίησε θα το στοιχειώνει πάντα η φάση του νικητήριου γκολ του Μάντζουκιτς στην παράταση του ημιτελικού. Ένα γκολ που στέρησε την παρουσία στον μεγάλο τελικό και που το χρεώνεται και ο ίδιος με την κακή του αντίδραση στην συγκεκριμένη φάση (μετά το άτσαλο διώξιμο του Γουόκερ). Η απόσταση άλλωστε, του ήρωα απ’ τον μοιραίο, είναι ελάχιστη στο ποδόσφαιρο. Ελάχιστη βέβαια είναι συνήθως και η αντίληψη ανθρώπων που στέκονται μόνο στο λάθος κάποιου παραβλέποντας (ηθελημένα τις περισσότερες φορές) όλα τα θετικά που έχουν προηγηθεί και την εν γένει παρουσία του. Μην ξεχνάμε πως πριν το γκολ του Μάντζουκιτς, ο Βρσάλικο είχε βγάλει πάνω στην γραμμή την κεφαλιά του Στόουνς. Μια κεφαλιά που αν είχε γίνει γκολ, το σκορ θα ήταν 2-1 υπέρ των Άγγλων, και ίσως τώρα να ήταν όλα εντελώς διαφορετικά. Με τα «αν» και τα «ίσως» βεβαίως και δεν γράφεται ιστορία όμως, γι’ αυτό πάμε παρακάτω.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στους άλλους τρεις στόπερ των ομάδων που αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στο πρωτάθλημα της Πρέμιερ Λιγκ που αρχίζει σε λίγες μέρες.

Ο Φαν Ντάικ κόστισε 75 εκατομμύρια λίρες στην Λίβερπουλ τον Δεκέμβριο του ’17 και έγινε αμέσως ο απόλυτος ηγέτης της άμυνας και της αμυντικής λειτουργίας της ομάδας του Κλοπ. Σε 14 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.1 επιτυχημένα τάκλιν, 1.3 κλεψίματα, 0.6 φάουλ. 5.6 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα (ανίκητος σε αυτό τον τομέα) και 81 πάσες ανά αγώνα, με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει το 90%. Φυσικά και οι μυημένοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο περιμέναμε αυτή την εξαιρετική παρουσία μιας και τα δείγματα γραφής στην Σαουθάμπτον δεν άφηναν και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Φέτος αναμένεται ακόμα καλύτερος – όπως φυσικά και ολόκληρη η ομάδα.

Ο εξαιρετικός νεαρός διεθνής Κολομβιανός της Τότεναμ, Ντάβινσον Σάντσεζ κόστισε 42 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Άμστερνταμ -και τον Άγιαξ- για το Λονδίνο και τα «σπιρούνια», και έγινε αμέσως ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της ομάδας του. Στο ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο του Ποκετίνο, σε 29 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.2 επιτυχημένα τάκλιν, 1.2 κλεψίματα, 0.8 φάουλ, 2.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, 60.2 πάσες ανά αγώνα και ποσοστό επιτυχίας 89.4%. Όλα αυτά γίνονται ακόμα πιο σημαντικά αν αναλογιστούμε πως η περσινή ήταν η πρώτη του σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ και πως η μετάβαση από το Ολλανδικό ποδόσφαιρο στο Αγγλικό, είναι πραγματικά δύσκολη, και η διαφορά επιπέδου χαώδης. Ο Φαν Ντάικ για παράδειγμα πριν την Σαουθάμπτον (και ενώ προέρχεται και αυτός από την Ολλανδία και την Γκρόνιγκεν) είχε δοκιμαστεί στο δύσκολο (και βίαιο) πρωτάθλημα της Σκωτίας με τη φανέλα της Σέλτικ. Η Σκωτσέζοι μάλιστα πίστευαν τόσο πολύ τον παίκτη που είχαν βάλει στην Σαουθάμπτον ποσοστό μεταπώλησης. Φυσικά και είδαν τα ταμεία τους να γεμίζουν με ζεστό χρήμα πέρσι τον Δεκέμβρη.

Τελευταίο άφησα τον Έρικ Μπαγί. Τον παίκτη που έχει επωμιστεί τον ρόλο του ηγέτη στην άμυνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θα καταλάβουμε πολύ καλύτερα -βλέποντας τους αριθμούς- γιατί η ομάδα του Μουρίνιο δεν μπορεί να ακολουθήσει τον τρόπο παιχνιδιού των τριών ομάδων που προανέφερα. Ο Ιβοριανός κόστισε 30 εκατομμύρια λίρες το καλοκαίρι του ’16 για να αφήσει την Βιγιαρεάλ για το Ολντ Τράφορντ και οι αριθμοί του είναι: 1.3 επιτυχημένα τάκλιν, 1.9 κλεψίματα, 0.8 φάουλ (όλα καλά μέχρι εδώ) αλλά 1.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα και 32.8 πάσες ανά αγώνα με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει μετά βίας το 86%. Πολύ χειρότερος δηλαδή στο οργανωτικό κομμάτι από τους τρεις παίκτες που προανέφερα και πολύ χειρότερος με την μπάλα στα πόδια. Κάτι που δείχνει με τον καλύτερο τρόπο και τον λόγο που η Γιουνάιτεντ σηκώνει πολλές φορές την μπάλα απ’ την άμυνα στην επίθεση αλλά και γιατί ο Μουρίνιο γκρινιάζει συνεχώς τον τελευταίο καιρό για μεταγραφική ενίσχυση. Ο Χάρι Μαγκουάιρ της Λέστερ αποτελεί άλλωστε στόχο, και είναι ικανός να προσθέσει ποιότητα στο κέντρο της άμυνας της ομάδας.

Για να καταλάβουμε καλύτερα πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που παίζουν οι κεντρικοί αμυντικοί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο θα κάνω μια απλή ερώτηση. Ποιος θεωρείται -και είναι- ένας απ΄τους κορυφαίους στόπερ παγκοσμίως στο ποδόσφαιρο των ημερών μας; O Ντιέγκο Γκοδίν, πολύ σωστά. Αγωνίζεται στην Ατλέτικο Μαδρίτης του Σιμεόνε. Είναι Ουρουγουανός. Είναι επίσης σκατόφατσα και φυσικά μοιάζει βγαλμένος από άλλες εποχές. Πιο σκληρές. Πιο άγριες. Πιο «πολεμικές». Και όμως οι αριθμοί του δεν απέχουν και πολύ από τους προαναφερθέντες. Τους πιο «φλώρους» δηλαδή στα μάτια εκατομμυρίων οπαδών. 1.7 κερδισμένα τάκλιν, 2 κλεψίματα, 1.5 φάουλ και δύο κερδισμένες εναέριες μονομαχίες, με 46 πάσες και 84.8 ποσοστό επιτυχίας ανά αγώνα. Θα μπορούσε να είναι μια βελτιωμένη έκδοση του Μπαγί. Ευτυχώς για τον Σιμεόνε δεν είναι. Αυτοί είναι οι αριθμοί του από την προηγούμενη σεζόν και μόνο για την Λα Λίγκα. Φυσικά και ο τρόπος που καθοδηγεί τους συμπαίκτες του και το πάθος που βγάζει στους αγώνες δεν γίνονται να μετρηθούν με αριθμούς. Ο Μπαγί δεν μπορεί να το κάνει αυτό τόσο καλά. Και δεν συγκρίνω παίκτες απλά συγκρίνω αριθμούς.

Οι εποχές που οι αμυντικοί -των κορυφαίων ομάδων- σέρνονταν στο χόρτο για να κόψουν τους αντιπάλους τους με δολοφονικά τάκλιν και έστελναν την μπάλα στα σύννεφα, ανήκουν στο παρελθόν. Ευτυχώς. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει προς το καλύτερο, και αυτό το δηλώνουν περίτρανα πλέον και οι αριθμοί, εκτός φυσικά της εικόνας. Πρώτος στόχος και για τους αμυντικούς είναι η καλή τεχνική για να παίξουν στο κορυφαίο επίπεδο, και φυσικά η ελαχιστοποίηση των λαθών και του «πουλήματος της μπάλας» που έγραψα και πιο πάνω. Αν κάναμε ένα γκάλοπ για παράδειγμα για το ποιοι είναι οι κορυφαίοι τερματοφύλακες στην Ευρώπη, αυτή την περίοδο, πολλοί θα ήταν αυτοί που δεν θα έβαζαν στη λίστα τον Έντερσον και τον Γιορίς επειδή θα σου πουν: «δεν μου αρέσει να παίζει ο κίπερ τόσο πολύ με τα πόδια». Εμένα απ’ την άλλη μου αρέσει να παίζει ο κίπερ και με τα πόδια. Αρκεί να μπορεί να το κάνει. Εννοείται πως δεν μπορούν όλοι. Αυτοί όμως που μπορούν και παίρνουν το ρίσκο ανεβάζουν τουλάχιστον ένα επίπεδο την ομάδα τους.

Επιστρέφω στο γκάλοπ για να κλείσω και το κείμενο. Θα έβαζαν εκεί τον Πετρ Τσεχ; Ναι, θα τον έβαζαν. Τον σπουδαίο -είναι η αλήθεια- τερματοφύλακα της Άρσεναλ και πρώην της Τσέλσι. Ακόμα και στα 36 του χρόνια. «Έχει μαγνήτες στα χέρια» θα σου πουν. «Είναι έμπειρος». Αυτό που ίσως δεν θα γνωρίζουν -και δε θα σου πουν- πολλοί (που θα τον βάλουν στη λίστα) είναι πως πέρσι ήταν ο χειρότερος σε ολόκληρη την Ευρώπη (στα κορυφαία τουλάχιστον πρωταθλήματα) στον αριθμό φάσεων που κάποιος πούλησε την μπάλα στον αντίπαλο, μιας και είχε τον μεγαλύτερο -αρνητικό- αριθμό σε αυτή την κατηγορία. H Άρσεναλ τερμάτισε 6η (έχοντας δεχθεί 51 γκολ σε 38 αγώνες) στο -37 από την πρωταθλήτρια Σίτι. Κι ας παίζει ποδόσφαιρο κατοχής και αυτή. Και αυτό είναι κάτι φοβερά αρνητικό από μόνο του για τους «κανονιέρηδες». Οι αμυντικοί της, και ο κίπερ της, -για να το πω απλά- δεν ήξεραν μπάλα, και έκαναν συνεχώς εύκολα λάθη, που οδηγούσαν σε γκολ. Ή σε φάσεις για γκολ. Έβαζαν πολλές φορές δηλαδή οι ίδιοι προβλήματα στους εαυτούς τους. Η Σίτι, που δέχθηκε μόλις 27 γκολ, επειδή πολύ απλά οι αντίπαλοί της -συνήθως- προσπαθούν μάταια να της πάρουν την μπάλα, είτε την έχουν οι παίκτες της επιθετικής της γραμμής, είτε αυτοί της αμυντικής (και φυσικά ο τερματοφύλακας) είναι η καλύτερη απάντηση σε όλο αυτό. Γιατί; Επειδή πολύ απλά, ξέρουν όλοι μπάλα.

O αφανής ήρωας της Αγγλίας στο Μουντιάλ

  [14 Σχόλια]

Στην επαρχιακή πόλη που ζω, έχω αναλάβει -εδώ και 4 χρόνια- την μοναδική αθλητική ραδιοφωνική εκπομπή, στον μοναδικό ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης. Μην φανταστείτε τίποτα μεγαλεία. Εκπέμπουμε τουλάχιστον και διαδικτυακά, τα τελευταία χρόνια, και μας ακούνε και μερικοί φίλοι στο εξωτερικό και σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας. Σε μια εκπομπή είχα καλεσμένο τον προπονητή της τοπικής ομάδας μπάσκετ. Μιλάμε για μια ομάδα που από του χρόνου θα βρίσκεται στα σαλόνια της Α2 κατηγορίας, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Ο κόουτς έχει βρεθεί, για να παρακολουθήσει σεμινάρια, δύο φορές στο φημισμένο Κολέγιο του Ουισκόνσιν, στις ΗΠΑ, και γενικά είναι ένας τύπος που λατρεύει όλα τα σπορ, αν και τρέφει μια ιδιαίτερη λατρεία στο American Football. Το NFL δηλαδή. Ένα σπορ που έχω αγαπήσει και εγώ τα τελευταία χρόνια. «Τακτικά είναι το κορυφαίο άθλημα στον κόσμο» μου είχε πει σε εκείνη την συνέντευξη, όταν η κουβέντα είχε πάει σε θέματα τακτικής και συστημάτων, γύρω από τα σπορ στον σύγχρονο αθλητισμό. Γιατί όμως κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά σε περίοδο Μουντιάλ; Αν συνεχίσετε να διαβάζετε το κείμενο θα το καταλάβετε.

To σκριν: Όσοι μεγαλώσαμε και με μπάσκετ, στα 80s και τα 90s, θυμόμαστε πολύ καλά τους ψηλούς παίκτες να βγαίνουν εκτός ρακέτας και να δίνουν σκριν, στους κοντούς (τους περιφερειακούς δηλαδή) παίκτες της ομάδας τους. Με αυτό τον τρόπο τους βοηθούσαν να βρουν χώρους, να σουτάρουν και φυσικά να σκοράρουν. Μιλάμε για μια περίοδο που το πικ εν ρολ δεν υπήρχε ακόμα τόσο έντονα στο λεξιλόγιο των απλών φιλάθλων, ακόμα και των παικτών και προπονητών. Εκτός κι αν έβλεπε κάποιος φανατικά NBA και κυρίως τους  Γιούτα Τζαζ και τους Μπόστον Σέλτικς. Ελάχιστοι το έκαναν αυτό μιας και δεν υπήρχαν τα μέσα. Πάμε λοιπόν παρακάτω. Πλέον, βλέπουμε και τους κοντούς να δίνουν σκριν (ή πικ) για τους ψηλούς. Κάτι που ήταν εντελώς εκτός λογικής, στο μπάσκετ, εκείνα τα χρόνια. Τα πολλαπλά σκριν είναι βασικό συστατικό σε όλα τα επιθετικά και αμυντικά συστήματα στο NFL και στο μπάσκετ στις μέρες μας.  Για να το θέσω πιο απλά και να φτάσουμε στην ουσία: Tο σκριν έχει γίνει «επιστήμη» και το βλέπουμε ολοένα και περισσότερο πλέον και στο ποδόσφαιρο. Το δικό μας. Το κανονικό ποδόσφαιρο.

Η εξέλιξη των σπορ φυσικά και έχει να κάνει με τα απίστευτα αθλητικά προσόντα των παικτών. Κάτι που δίνει το δικαίωμα, σε συνθήκες «ένας με έναν», σε αυτόν που κάνει επίθεση να έχει μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι σε αυτόν που αμύνεται. Αν ο επιτιθέμενος διαθέτει, εκτός της ταχύτητας, και μεγάλη κλάση τότε η κατάσταση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο για τον αμυνόμενο. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον Μέσι ή τον Νεϊμάρ σε τέτοιες συνθήκες. Μπορούν να διαλύσουν τον οποιοδήποτε αμυντικό. Όσο καλός, και όσο αθλητικός κι αν είναι. Εδώ πιάνει δουλειά ο προπονητής κάθε ομάδας.  Αυτός ψάχνει να βρει τρόπους για να φέρει τον παίκτη του στις ιδανικές συνθήκες για να σκοράρει, ξέροντας πως οι χώροι, τις περισσότερες φορές, θα είναι πολύ κλειστοί. Ένα φαινόμενο που το βλέπουμε να αυξάνεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια. Σε όλα τα σπορ, οι ιδανικότερες συνθήκες για να σκοράρει κάποιος είναι όταν βρεθεί μόνος του μπροστά στον στόχο. Πως όμως θα βρεθεί μόνος όταν υπάρχουν τόσες πολυπρόσωπες αμυντικές τακτικές από παίκτες που είναι  ταυτόχρονα και σούπερ αθλητές και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα; Οι ευκαιρίες που έχει για γκολ κάθε ομάδα μειώνονται κατά πολύ σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης μιας και υπάρχει παράλληλα και οργανωμένη άμυνα. Τι ψάχνουμε λοιπόν; Την αντεπίθεση και τις στατικές φάσεις. Εδώ λοιπόν μπαίνει στην κουβέντα το σκριν στις στατικές φάσεις. Όταν η ομάδα που έχει την «νεκρή» μπάλα, μπορεί να ανεβάσει ευκολότερα πολλούς παίκτες στην αντίπαλη περιοχή, και να ψάξει κάποιο τέρμα.

Οι στατικές φάσεις: Πριν την έναρξη του Μουντιάλ της Ρωσίας η εθνική Αγγλίας είχε συμπληρώσει 8 χρόνια δίχως γκολ από στατική φάση σε μεγάλο τουρνουά. Η τελευταία φορά που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν όταν ο στόπερ Μάθιου Άπσον, σκόραρε με το κεφάλι, μετά από σέντρα του Στίβεν Τζέραρντ, στην ήττα με 4-1 απέναντι στους Γερμανούς. Σε μια φάση δηλαδή που είχε ξεκινήσει από στημένη μπάλα και είχε δώσει στους Άγγλους το δικαίωμα να ανεβάσουν τους κεντρικούς τους αμυντικούς στην αντίπαλη περιοχή. Όταν μιλάμε για μια ομάδα που διέθετε -και διαθέτει- ικανότατους παίκτες στο ψηλό παιχνίδι, αλλά και σπεσιαλίστες εκτελεστές, αυτό το στατιστικό δεν είναι καθόλου τιμητικό για την ίδια. Από τότε, μέχρι και την έναρξη του Μουντιάλ, μετρήσαμε 72 σερί φορές που δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο για τους Άγγλους. Μετά από κόρνερ. Στα δύο πρώτα παιχνίδια της φάσης των ομίλων η Αγγλία σκόραρε 3 τέρματα μετά από στατικές φάσεις. Με 7 στις 10 φορές που εκτέλεσε κόρνερ, να έχουν φέρει κάποιο κέρδος. Είτε κάποιο γκολ, είτε κάποιο κερδισμένο πέναλτι, για να το κάνει γκολ ο Χάρι Κέιν. Αν ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στην κίνηση των παικτών, στις εκτελέσεις κόρνερ, και φυσικά σε όλα τα σκριν που γίνονται, θα καταλάβουμε πως όχι μόνο δεν είναι τυχαίο όλο αυτό, αλλά είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς στην προπόνηση. Το όνομα Άλαν Ράσελ φυσικά και είναι η καλύτερη απάντηση στο ποιος ευθύνεται για όλο αυτό.

Ο Άλαν Ράσελ είναι ο προπονητής που έχει επιλέξει ο Σάουθγκεϊτ για τον σχεδιασμό των στατικών φάσεων της Αγγλίας, στο επιθετικό της κομμάτι, και όπως είναι λογικό έχει βάλει κι αυτός ένα μεγάλο λιθαράκι στην επιτυχημένη πορεία της στο τουρνουά. O Σκοτσέζος θεωρείται (και είναι) το κρυφό όπλο των Άγγλων, και ο άνθρωπος που σχεδίασε εκείνο το -τέλεια εκτελεσμένο- γκολ του Στόουνς, κόντρα στον Παναμά. «Του αδύναμου Παναμά» θα πουν αυτοί που δεν συμπαθούν και ιδιαίτερα τους Νησιώτες. Nevermind που λέμε και στο χωριό μου. Πρώην παίκτης μικρών κατηγοριών, κυρίως στην Σκωτία, και πρώην μοντέλο (έχει βρεθεί μάλιστα σε βίντεοκλιπ της Κριστίνα Αγκιλέρα), έδεσε τέλεια με τον Στιβ Χόλαντ, μέλος του προπονητικού επιτελείου της Τσέλσι επίσης (μιας ομάδας που είναι στις 5 κορυφαίες στις στατικές φάσεις στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ τα τελευταία χρόνια) δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει το ενδιαφέρον του Σάουθγκεϊτ. Ενός προπονητή δηλαδή που έψαχνε απεγνωσμένα για να βρει τρόπους ώστε να βελτιώσει, άμεσα, την ομάδα του πάνω σε αυτό το κομμάτι. Εκεί δηλαδή που πραγματικά πονούσε βάσει και των αριθμών.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζει μεγάλη μερίδα του κόσμου, είναι πως ο Ράσελ, πολλά από αυτά τα plays τα έχει εμπνευστεί ή ακόμα και τα έχει ξεπατικώσει από Αμερικάνικες Κολεγιακές ομάδες μπάσκετ, αλλά και ομάδες του NFL. Ομάδες δηλαδή που έχει παρακολουθήσει τις προπονήσεις τους από κοντά και έχει πάρει μέρος σε αρκετά σεμινάρια που έχουν οι ίδιες διοργανώσει, στις ΗΠΑ. Για την ιστορία, αγωνίστηκε και ο ίδιος, με επιτυχία, στα γήπεδα των ΗΠΑ, βάζοντας καλύτερα στην δική του κουλτούρα αυτό το αρκετά «ξένο» κομμάτι, για πολλούς Ευρωπαίους προπονητές ποδοσφαίρου. Μιλάμε δηλαδή για έναν 37χρόνο Σκοτσέζο προπονητή ποδοσφαίρου, που σχεδιάζει εξαιρετικά, επιθετικά συστήματα στατικών φάσεων, με βάση τα πολλά σκριν, για μια ομάδα ποδοσφαίρου. Πολλά από αυτά βγαλμένα από «μπλοκάκια» ομάδων όπως οι Σιάτλ Σίχοκς του NFL. Μια ομάδα που έχει παρακολουθήσει και ο ίδιος ο Σάουθγκεϊτ, για να κατανοήσει καλύτερα, μέρος των τακτικών που ήθελε να φέρει και στην δική του εθνική Αγγλίας, για το Μουντιάλ που παρακολουθούμε. Για να την βοηθήσει να ανασάνει.

Όλο αυτό στα δικά μου μάτια είναι μοναδικό και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη που έχουν τα σπορ, και φυσικά το ποδόσφαιρο, και πως αλληλεπιδρά το ένα στο άλλο, φέρνοντας θετικά αποτελέσματα. Η λέξη κλειδί, όπως καταλαβαίνετε, είναι η εξέλιξη. Και οι Άγγλοι -ευτυχώς- δείχνουν να το έχουν καταλάβει πολύ καλά με τους σύγχρονους προπονητές που -επιτέλους- έχουν στο επιτελείο τους. Μακριά από ξεπερασμένους προπονητές όπως ο Φάμπιο Καπέλο, ο Ρόι Χότζσον και φυσικά ο Σαμ Αλαρντάις. Προπονητές που είχαν πιστέψει πως θα τους οδηγήσουν στην κορυφή, μέσα από αρχαία συστήματα και βαρετές τακτικές περασμένων δεκαετιών.

Παίκτες όπως ο Κίραν Τρίπιερ (που εκτελεί τα κόρνερ των Άγγλων αν και δεξιός πλάγιος αμυντικός) και ο Τζέσε Λίνγκαρντ (που έχει τον ρόλο του εσωτερικού μέσου στο 3-5-2 των Άγγλων) μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον Ράσελ και για το πόσο τους έχει βελτιώσει, τον λίγο καιρό που δουλεύουν μαζί του. Με την σκληρή αλλά και μεθοδική δουλειά του στις προπονήσεις. Φέρνοντας νέες ιδέες, σε ένα σπορ που εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, και αυτό, όπως τα πάντα στην εποχή που ζούμε.

Η Αγγλία βρίσκεται επιτέλους στα προημιτελικά και έχει να αντιμετωπίσει την Σουηδία ως το απόλυτο φαβορί. Μια Σουηδία, που την έχει κερδίσει μόνο σε δύο απ’ τις τελευταίες 15 αναμετρήσεις που την έχει συναντήσει. Σε ένα παιχνίδι που δεν θα είναι εύκολο. Ο Ράσελ έχει ήδη πιάσει δουλειά και σχεδιάζει τα κοψίματα και τα σκριν των παικτών του για ακόμα μία νίκη. Μια νίκη που -αν έρθει-  θα την φέρει πιο κοντά σε αυτό που δεν πίστευε κανείς πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Ποιο είναι αυτό; Δεν θέλω ακόμα να το γράψω. Αυτοί πάντως που αγαπούν πραγματικά το ποδόσφαιρο δεν γίνεται να μην χαρούν με αυτή την Αγγλία και την υγεία που -επιτέλους- αποπνέει. Χωρίς -εννοείται- να παρουσιάζει κάποιο εξαιρετικό ποδόσφαιρο ή να διαθέτει -εκτός 2-3 περιπτώσεων- παίκτες παγκόσμιας κλάσης.

Ο Λιονέλ, ο Ντένις και τα πέντε σερί χαμένα πέναλτι του Ντιέγκο

  [1 Σχόλιο]

Ήταν ένα ακόμα από τα κλασσικά παιχνίδια της Αργεντινής επί θητείας Σαμπαόλι. Αρκετές κακές επιλογές στην 11αδα, ομάδα χωρίς πλάνο, δύο αμυντικά χαφ απέναντι σε μια ομάδα που δεν απειλούσε και ένας Μέσι να προσπαθεί να τα κάνει όλα μόνος και να είναι ξανά μετριότατος με τη φανέλα της Αργεντινής. Μέχρι που ο Μάξι Μέσα κέρδισε το πέναλτι. Η εκτέλεση πήγε στον αρχηγό. Ο Μέσι έχει χάσει αρκετά πέναλτι τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Κι αυτή τη φορά όμως απέτυχε. Ο Ισλανδός τερματοφύλακας μάντεψε καλά. Οι μνήμες από τον τελικό του Κόπα Αμέρικα γέμισαν και πάλι τους Αργεντίνους. Τότε που ο Λιονέλ ήταν ξανά από τους μοιραίους απέναντι στη Χιλή.

Στην εξέδρα ο Ντιέγκο καπνίζει το πούρο του ακριβώς κάτω από το απαγορευτικό σήμα. Με το που ο διάδοχός του χάνει το πέναλτι σηκώνεται όρθιος. Αρχίζει να οργανώνει και τους δίπλα του. «Ολέ, ολέ, ολέ, Λέο, Λέο», σύνθημα στήριξης. Το ματς τελειώνει. Ο θεός των Αργεντίνων κάνει και πάλι σκληρή κριτική στο Σαμπάολι (και όχι άδικα). Παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξος. «Εγώ έχασα σε ντεμπούτο μου σε Μουντιάλ, όχι απλά ισοπαλία. Κι όμως φτάσαμε στον τελικό το 1990, παρά τους τραυματισμούς, χάρη στον Γκόικο.» Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για τον Μέσι, το κάνει με κατανόηση. «Η ομάδα και το παιχνίδι που έπαιξε, δεν είχαν σχέση με το χαμένο του πέναλτι. Εγώ έχασα πέντε πέναλτι συνεχόμενα και συνέχισα να είμαι ο Μαραντόνα», δηλώνει.

Δεν είναι μία από τις κλασικές φολκλορικές δηλώσεις του Ντιεγκίτο γεμάτες υπερβολή. Είναι η αλήθεια. Είναι η Κλαουζούρα του 1996, ο Μαραντόνα έχει γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και την αγαπημένη του Μπόκα, υπό τις οδηγίες του Κάρλος Μπιάνκι. Η Μπόκα κυνηγάει τη Βέλεζ και τη Χιμνάσια Λα Πλάτα στη μάχη του τίτλου. Την 6η αγωνιστική στο Ροσάριο απέναντι στους Νιούελ’ς σημαδεύει ελάχιστα δίπλα από το κάθετο δοκάρι. Η Μπόκα τελικά χάνει με 1-0. Έξι αγωνιστικές αργότερα στο Μπομπονέρα εκτελεί το επόμενό του πέναλτι. Πάλι στην ίδια πλευρά, αλλά αυτή τη φορά ο «Σούπερμαν» Λαμπάρε αποκρούει. Επιστρέφει στο Ροσάριο αυτή τη φορά απέναντι στη Σεντράλ. Το πέναλτί του είναι άθλιο, αδύναμο και στο κέντρο. Ο Καστεγιάνο αποκρούει, ο Ντιέγκο παίρνει το ριμπάουντ αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνει.

Η λογική λέει ότι κάπου εκεί κάνεις ένα διάλειμμα. Όχι αυτός. 16η αγωνιστική, το ντέρμπι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Μαραντόνα κάνει μία μικρή προσποίηση, στέλνει τον τερματοφύλακα στην απέναντι γωνία, αλλά αυτός σημαδεύει το κάθετο δοκάρι. Ο Κανίγια παίρνει το ριμπάουντ και σκοράρει. Ο Μαραντόνα δεν πανηγυρίζει, η κακοδαιμονία συνεχίζεται, ευτυχώς η Μπόκα κερδίζει το ντέρμπι. Μία αγωνιστική αργότερα. Νέο πέναλτι, το πέμπτο συνεχόμενο που θα εκτελέσει. Ο Μαραντόνα παίρνει και πάλι την μπάλα. Ο Νάτσο Γκονζάλες της Ράσινγκ κάνει μια εξαιρετική απόκρουση. Η Μπόκα χάνει με 1-0 και μαζί τις τελευταίες της ελπίδες για πρωτάθλημα.

Η Μπόκα κερδίζει τα τρία από τα πέντε παιχνίδια στα οποία έχασε πέναλτι ο Ντιέγκο, αλλά και πάλι πέντε σερί χαμένα είναι ένα απίστευτο αρνητικό ρεκόρ για ομάδα τίτλου. Τρομερά εγωιστής; Με μεγάλη πίστη στον εαυτό του; Όπως και να το δεις είναι ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ, ειδικά για έναν τόσο τεράστιο παίκτη. Βέβαια, δεν πιστεύει κανείς ότι σε άλλη περίπτωση μετά το τρίτο πέναλτι κάποιος κόουτς θα άφηνε τον ίδιο παίκτη να συνεχίσει να εκτελεί. Την αντίθετη ακριβώς προσέγγιση από τον Ντιέγκο είχε ένας άλλος σπουδαίος.

Πείτε ό,τι θέλετε για τους Πεπ, τους Κλοπ, τους Σαουδάραβες και Ρώσους ιδιοκτήτες, αλλά για μένα αυτή ήταν η καλύτερη εποχή της Πρέμιερ Λιγκ

1999, επαναληπτικός ημιτελικός FA Cup μεταξύ Άρσεναλ και Γιουνάιτεντ στο Μπέρμιγχαμ. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ άνοιξε το σκορ με ένα υπέροχο γκολ κι ο Μπέργκαμπ ισοφάρισε. Λίγο αργότερα ο Ρόι Κιν είδε την κόκκινη κάρτα για φάουλ πάνω στον αγαπημένο Μαρκ Όφερμαρς. Στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων ο Φιλ Νέβιλ ανέτρεψε το Ρέι Πάρλορ και ο διαιτητής έδειξε το σημείο του πέναλτι. Σαν τον Ντιέγκο, ο Μπέργκαμπ είχε χάσει το τελευταίο του πέναλτι απέναντι στην Μπλάκμπερν. Πήρε την μπάλα χωρίς δισταγμό. Μερικά βήματα φόρα, η μπάλα στην αριστερή πλευρά της εστίας, ο Σμάιχελ στην ίδια πλευρά και απόκρουση. Η Γιουνάιτεντ ζωντανή. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση κι ο Ράιν Γκιγκς έκανε ένα αξέχαστο σόλο, περνώντας τέσσερις παίκτες προτού εκτελέσει τον Σίμαν, βγάλει τη φανέλα και πανηγυρίσει με το δασύτριχο στήθος του σε κοινή θέα.

Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε το κύπελλο στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα για τον Ντένις. Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα (έναν βαθμό περισσότερο από Άρσεναλ), όσο και το Τσάμπιονς Λιγκ στον συγκλονιστικό τελικό με την Μπάγερν. Το τρεμπλ ήταν γεγονός. «Ακόμα μπορώ να ακούσω τις κραυγές τους όταν κέρδισαν. Ήταν με 10 παίκτες και πέναλτι στο 90′ εις βάρος τους και κέρδισαν. Αυτό νομίζω τους έδωσε τη ψυχολογία να συνεχίσουν εκείνη τη χρονιά», λέει ο Βενγκέρ για εκείνο το μοιραίο ματς. Την ίδια στιγμή, ο Μπέργκαμπ επηρεάστηκε πάρα πολύ από το γεγονός και φυσικά όταν ολοκληρώθηκε το τρεμπλ, ακόμα περισσότερο. «Δεν ήμουν ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι, αλλά εκείνη τη στιγμή έπρεπε να πάρω την ευθύνη. Τα άφηνα με μεγάλη χαρά στον Ίαν Ράιτ πριν από μένα και στον Ανρί μετά από μένα. Ήταν πιο ψυχροί. Στο δικό μου το μυαλό, το πέναλτι πρέπει να είναι και λίγο ωραίο, να πάει παραθυράκι. Αυτό το πέναλτι ήταν ένα τεράστιο σοκ για μένα, μία από τις χειρότερες στιγμές στην καριέρα μου».

Σε αντίθεση με τον Ντιεγκίτο, ο Ολλανδός όχι απλά δεν εκτέλεσε το επόμενο, αλλά προτίμησε να μην εκτελέσει ξανά κανένα πέναλτι στην Άρσεναλ. Το 2014 ο Βενγκέρ μετά το χαμένο πέναλτι του Οζίλ απέναντι στην Μπάγερν, θυμήθηκε την ιστορία και φοβήθηκε ότι ο Γερμανός θα γίνει ένας νέος Μπέργκαμπ και θα σταματήσει να εκτελεί τα πέναλτι. Κι ο Λιονέλ; Με ποσοστό 81% στην Ισπανία και 75% στην Αργεντινή, πρέπει να γίνει νέος Ντιέγκο και σε αυτό; (την ίδια στιγμή ο Κριστιάνο έχει μεγαλύτερο ποσοστό, αλλά κι αυτός έχει χάσει αρκετά κρίσιμα πέναλτι στην καριέρα του) Μήπως να γίνει αν όχι ένας Μπέργκαμπ, τουλάχιστον κάποιος που θα κάνει πίσω; Ας μην ξεχνάμε ότι το τελευταίο καιρό ο Λιονέλ χάνει σχεδόν τα μισά από τα πέναλτι που εκτελεί. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, ο Αγκουέρο βρίσκεται στο 81% ποσοστό καριέρας.

Πολ Μέρσον: Τι να μην κάνεις για να γίνεις επαγγελματίας ποδοσφαιριστής

  [6 Σχόλια]

Η σκηνή για την οποία θα διαβάσετε, θα μπορούσε να είναι -αρκετά εύκολα- σκηνή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι (όταν έκανε καλές ταινίες). Μια «βρώμικη» μελωδία κιθάρας να παίζει ως ηχητικό background. Σπιντάτο μοντάζ με κλασικές βρετανικές φάτσες στο κάδρο και φυσικά μπόλικες δόσεις χιούμορ να ισορροπούν με αυτές του δράματος. Προπονητικό κέντρο της Άστον Βίλα, μια μέρα πριν την έναρξη της Πρέμιερ Λιγκ της σεζόν 2001/2002, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική και βαριά. Ο Πολ Μέρσον ακουμπησμένος σε κάποιο τοίχο συνομιλεί με τον Μπόσκο Μπάλαμπαν. Με τον δεύτερο να έχει περισσότερο τον ρόλο του ακροατή παρά του συνομιλητή. Ο Μέρσον έχει πολλά παραπανίσια κιλά και χασκογελάει καθώς διηγείται στον Κροάτη επιθετικό την ιστορία, όταν είχε τιμωρηθεί απ’τους «χωριάτες» με 50.000 λίρες πρόστιμο, επειδή είχε βρεθεί να τζογάρει στην Νέα Υόρκη, ενώ κανονικά έπρεπε να βρίσκεται σε αποθεραπεία για το πρόβλημα που ταλαιπωρούσε την πλάτη του. Ένα μειδίαμα είχε μόλις ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Κροάτη, την ίδια στιγμή που ο προπονητής της ομάδας, ο Γκράχαμ Τέιλορ, πέρασε μπροστά τους, φανερά εκνευρισμένος, κοιτάζοντας κατάματα τον Μέρσον. «Μέρσι, στο γραφείο μου αυτή τη στιγμή» θα του πει, και θα νιώσει την σκιά του ποδοσφαιριστή του να τον ακολουθεί σαν σκιά μαθητή που γνωρίζει πολύ καλά πως έχει κάνει βλακεία, καθώς ο διευθυντής του σχολείου τον καλεί στο γραφείο για πιθανή αποβολή ή -στην καλύτερη- για μια σκληρή επίπληξη.

«Μέρσι ειλικρινά πες μου τι κάνεις εδώ. Σου έχω πει πως δεν βρίσκεσαι στα πλάνα μου για την φετινή σεζόν. Πρέπει να βρεις μια νέα ομάδα να αγωνιστείς και να χαρείς ξανά το ποδόσφαιρο, αν φυσικά θες κάτι τέτοιο».

«Έχω μιλήσει με τον πρόεδρο κύριε (εννοώντας τον Νταγκ Έλις) και μου είπε πως θα βρούμε ένα τρόπο για να συνεχίσω να είμαι μέλος της ομάδας και φέτος. Δεν σας έχει μιλήσει επ’ αυτού;»

O Tέιλορ αν μισούσε ένα πράγμα σε αυτή τη ζωή (και στο ποδόσφαιρο συγκεκριμένα μιας και αυτό είναι το θέμα μας) περισσότερο κι από γκολ στο 90′ κατά της ομάδας του, αυτό δεν ήταν άλλο απ’ το να μπλέκονται στα πόδια του διοικητικά στελέχη, πόσο μάλλον ο ίδιος ο πρόεδρος, σε καθαρά ποδοσφαιρικά θέματα. «Οι πρόεδροι άλλωστε είναι για να υπογράφουν τα τσεκ των επιταγών και μόνο». Ξαφνικά, και ενώ είχε αρχίσει να μουρμουρίζει βρισιές που δεν θα έβαζε σε ταινία του ούτε ο Γιάννης ο Οικονομίδης, έφυγε απ’ το γραφείο για να επιστρέψει μετά από μερικά λεπτά και να δει τον Μέρσον να κάθεται σταυροπόδι και να τον περιμένει χαμογελαστός με την ηρεμία κάποιου που είχε όλα τα προβλήματά του λυμένα και αγνοούσε πλήρως λέξεις όπως άγχος, πίεση και προπόνηση.

«Πόσα χρήματα θες για να μας αδειάσεις την γωνιά; Δεν είσαι κάποιο παιδάκι. Σε σέβομαι και με σέβεσαι. Λέγε».

«Βρίσκομαι σε προχωρημένη ηλικία. Έχω διαγράψει μια μεγάλη καριέρα και έχω κερδίσει ένα σωρό σπουδαίους τίτλους. Με ένα ποσό γύρω στις 100.000 λίρες πιστεύω θα είμαι ευχαριστημένος»

«Εντάξει Μέρσι. Θα τις πάρεις», του απάντησε -αρκετά πιο ήρεμος- ο Τέιλορ, και του έδειξε με νόημα την πόρτα. Ο Μέρσον σηκώθηκε αργά-αργά, χαιρέτησε με ένα ύπουλο βλέμμα τον προπονητή του και βγήκε απ’ το γραφείο χαμογελαστός. Στο δρόμο για το πάρκινγκ -και πριν την μπυραρία- πέρασε και πάλι μπροστά απ’ τον Μπάλαμπαν -που για κάποιο περίεργο λόγο είχε μείνει να περιμένει εκεί ακουμπώντας ακόμα στον τοίχο- και του είπε: «Ήθελε να  με ρωτήσει πόσα θέλω για να φύγω απ’ την ομάδα. Του είπα 100 χιλιάδες και δέχθηκε χωρίς συζήτηση. Ο βλάκας, έπρεπε να ζητήσω 200 χιλιάδες». Ο Μπάλαμπαν συνέχισε να ακουμπά στον τοίχο σφυρίζοντας καθώς έβλεπε τον συμπαίκτη του να φεύγει. Δεν είχε να πει τίποτα περισσότερο μαζί του. Βασικά δεν πολυγούσταρε κιόλας. Αν ήταν σκηνή ταινίας (ή σειράς) θα άναβε και ένα τσιγάρο χαϊδεύοντας το λαδωμένο του μαλλί όπως ο Τσέρνομπογκ στο American Gods. Ίσως να είχε ζηλέψει και λίγο μιας και δεν ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, ούτε αυτός, στο Μπέρμινγχαμ.  Ευτυχώς, άφησε την Βίλα για το Ζάγκρεμπ, μερικούς μήνες αργότερα.

Ο Πολ Μέρσον δεν ήταν ένας τυχαίος ποδοσφαιριστής. Όσοι δεν γνωρίζουν γι’ αυτόν, μάλλον δεν θα το κατάλαβαν διαβάζοντας, ως τώρα, το κείμενο. Αγωνίστηκε για περίπου 10 χρόνια στην Άρσεναλ, κατακτώντας μαζί της πολλούς και σπουδαίους τίτλους, πριν αναλάβει ο Βενγκέρ και αλλάξει την ιστορία και το προφίλ των Λονδρέζων. Υπήρξε επίσης σημαντικότατο στέλεχος της εθνικής Αγγλίας την δεκαετία του ’90 και πήρε μέρος στο Γιούρο του ’92 και στο Μουντιάλ του ’98 δίπλα σε αστέρες τεράστιου βεληνεκούς (όπως ήταν και ο ίδιος). Στο Μουντιάλ μάλιστα -και για να καταλάβετε καλύτερα την αξία του- είχε βρεθεί, ως παίκτης της Μίντλεσμπρο, μετά από μια εξαιρετική σεζόν που είχε πραγματοποιήσει στην 2η κατηγορία της Αγγλίας. Σε μια σεζόν που είχε βρει τη ‘Μπόρο’ να κερδίζει την άνοδο για τα σαλόνια της Πρέμιερ Λιγκ.

Λίγο πριν την έναρξη της σεζόν 1997-1998 ο Βενγκέρ είχε προτείνει στον Άγγλο επιθετικό (που είχε αρχίσει να αγωνίζεται ως δεκάρι) να παραμείνει στην Άρσεναλ, έχοντας όμως μειωμένες αποδοχές, μιας και τα χρόνια περνούσαν και ο ίδιος δεν ήταν ο παίκτης του παρελθόντος. Στην ίδια θέση άλλωστε εκείνη την περίοδο υπήρχε και ο σπουδαίος Ολλανδός Ντένις Μπέργκαμπ, όπως και οι Ίαν Ράιτ και Νικολάς Ανελκά. Ο Μέρσον δεν το δέχθηκε και ζήτησε να πωληθεί. Ήθελε να αγωνίζεται και να αμείβεται με πολλά χρήματα. Ήταν πολύ σίγουρος για την αξία του. Η Μίντλεσμπρο τον αγόρασε τελικά για 4,5 εκατομμύρια λίρες και ο ίδιος την ανέβασε στην μεγάλη κατηγορία 9 μήνες αργότερα, κερδίζοντας ένα μεγάλο στοίχημα με τον εαυτό του αλλά και τους επικριτές του. Όταν μάλιστα είχε κλείσει η συμφωνία, τηλεφώνησε ο ίδιος στον Βενγκέρ λέγοντάς του πως στο Ρίβερσαϊντ είχε μεγαλύτερο συμβόλαιο απ’ τον Μπέργκαμπ και πως οι οπαδοί της ομάδας τον αποκαλούσαν ήδη με το προσωνύμιο ‘Ο Μάγος’. «Ελπίζω να τα πούμε σε κάποιο κύπελλο αφεντικό» του είπε, κλείνοντας το τηλέφωνο, με μια δόση βρετανικής ειρωνείας: «Να δούμε πόσο αξίζω ακόμα». Ο Βενγκέρ του ευχήθηκε καλή τύχη και κατέβασε το ακουστικό. Το μόνο που ήθελε ήταν το καλό του πρώην παίκτη του. Είχε περάσει άλλωστε πολλά.

Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε οι δύο ομάδες να βρεθούν αντιμέτωπες στον 4ο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας στην έδρα της Μίντλεσμπρο. Η Άρσεναλ πήρε τελικά την πρόκριση, με 1-2, αλλά ο Μέρσον είχε κρατήσει ένα δωράκι για την πρώην ομάδα του. Με το σκορ στο 0-2, σκόραρε ένα πανέμορφο τέρμα, μειώνοντας το σκορ, και δίνοντας και πάλι ελπίδες στην Mίντλεσμπρο, δείχνοντας φυσικά με τον καλύτερο τρόπο στον Βενγκέρ το λάθος (;) που είχε κάνει. Η Μίντλεσμπρο πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία και στο Λιγκ Καπ εκείνη τη σεζόν. Ο Μπράιαν Ρόμπσον είδε την ομάδα του να φτάνει μέχρι και τον τελικό -έχοντας αποκλείσει μάλιστα και την Λίβερπουλ, στα ημιτελικά, με τον Μέρσον να σκοράρει και στα δύο παιχνίδια- και τελικά να γνωρίζει την ήττα με 2-0, από μια καλύτερη ομάδα, όπως ήταν εκείνη την περίοδο, η Τσέλσι του Τζόλα. Tον Τζόλα ο Μέρσον τον είχε κερδίσει το ’95 στον τελικό του Κυπελλούχων, όταν η Άρσεναλ είχε επικρατήσει της Πάρμα με 1-0, με την γκολάρα του Άλαν Σμιθ.

Ο Μέρσον ήταν ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής, απ’ τους τελευταίους που μπόρεσαν να συνδυάσουν καριέρα, με ένα σωρό εξωαγωνιστικά πάθη. Πάθη που στις μέρες μας δεν μπορούν να βρουν χώρο στο υψηλότερο επίπεδο του αθλητισμού, και αν βρουν, είναι ικανά να καταστρέψουν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, σε ελάχιστο χρόνο. Ο Πολ Μέρσον απ’ τις αρχές των 90s (λίγα χρόνια δηλαδή μετά το βραβείο του καλύτερου νέου παίκτη στην Αγγλία το ’89) όσο κι αν μάγευε στο γήπεδο, εκτός αυτού, πάλευε με τους «δαίμονες» του αλκοόλ, του άρρωστου τζόγου και της κοκαΐνης. Πάθη που του διέλυσαν δύο γάμους και τον έφτασαν πολλές φορές κυριολεκτικά (και μεταφορικά) στον πάτο της μπουκάλας. Σαν ποδοσφαιριστή, αλλά κυρίως σαν άνθρωπο. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

«Μπορεί να έπαιζα 80.000 λίρες σε ένα τραγούδι της Γιουροβίζιον, 20.000 σε μια κυνομαχία και 50.000 -χωρίς να έχω ιδέα για το άθλημα- στον τελικό του Super Bowl. Μετά από ένα σημείο έπαιζα απλά για να παίζω και για να με βλέπω να χάνω. Το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν πως εκτός του ότι έχανα σαν τζογαδόρος, έχανα και τον εαυτό μου, βλέποντας την καριέρα μου να έχει συνεχώς σκαμπανεβάσματα, και έχανα από δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπούσα και με αγαπούσαν. Την οικογένειά μου».

Η πρώτη φορά που ο σπουδαίος Άγγλος επιθετικός παραδέχτηκε δημοσίως το πρόβλημά του ήταν τον Νοέμβριο του ’94. Η FA σε συνεργασία με την Άρσεναλ έβαλε τον παίκτη σε τρίμηνο πρόγραμμα απεξάρτησης, με τον ίδιο να επιστρέφει νικητής τον Φεβρουάριο του ’95, και να κάνει εξαιρετικό τελείωμα στη σεζόν. Αξίζει να σημειωθεί πως ο πρώτος που είχε μιλήσει με πολύ σκληρά λόγια στον Μέρσον, και τον είχε επηρεάσει θετικά για να μιλήσει δημοσίως, για τα προβλήματα εθισμού που τον βασάνιζαν και φυσικά τον προέτρεψε να σώσει την καριέρα του -όσο ήταν εφικτό κάτι τέτοιο- ήταν ο Τέρι Βέναμπλς, προπονητής του εκείνο το διάστημα στην εθνική Αγγλίας. Η αλήθεια είναι πως μπορεί ο Μέρσον να έκανε μερικές εξαιρετικές σεζόν (κυρίως στην β’ κατηγορία της Αγγλίας) και να κέρδισε τεράστια συμβόλαια για την εποχή (η Άστον Βίλα τον είχε αγοράσει για 7 εκατομμύρια απ’ την ‘Μπόρο’), μετά την αποκάλυψη του προβλήματός του, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως σταθερά σε κορυφαίο επίπεδο δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά μετά την φυγή του από την Άρσεναλ. Στα 29 του χρόνια δηλαδή και ενώ απ’ τα 25 -ίσως και πολύ νωρίτερα- είχε σοβαρό πρόβλημα με το ποτό και τον τζόγο. Τελευταία του καλή σεζόν ήταν αυτή του 2002/2003 στην Πόρτσμουθ.

Ο Πολ Μέρσον για πολλούς ήταν ένας άσχημος Τζορτζ Μπεστ των 90s. Μόνο που απείχε έτη φωτός απ’ το προφίλ του γοητευτικού και αινιγματικού πρώην σούπερ σταρ της Γιουνάιτεντ. Επίσης όσο κι αν ήταν ένας τεχνίτης ποδοσφαιριστής δεν μπορούσε να αγγίξει τα επίπεδα μαγείας που είχε ο Μπεστ ως καλλιτέχνης της μπάλας. Απ΄την άλλη, όσο κι αν είδε την ζωή του να βαλτώνει, σε όλα τα επίπεδα, κατάφερε τελικά να βγει νικητής (σε πλήρη αντίθεση με τον Μπεστ), αν και πάντα θα βρίσκει μια ευκαιρία να πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω ή να τζογάρει, σε λογικά όμως πλαίσια. Κλείνοντας -κι αφού θα προτείνω σε όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την καριέρα -και τη ζωή- του Μέρσον το βιβλίο του «How Not To Be a Professional Footballer»–  θα θυμίσω μια ιστορία, δια στόματος του ιδίου, απ’ την περίοδο που ο Μέρσον βρέθηκε συμπαίκτης (και συγκάτοικος) με τον λατρεμένο του El Sombrero, Πολ Γκασκόιν, στην Μίντλεσμπρο το 1998.

«Ο Γκάζα είχε έρθει σε εμάς για τους τελευταίες μήνες της σεζόν απ’ τη Ρέιντζερς. Μας βοήθησε μάλιστα πολύ στα τελευταία παιχνίδια για να πάρουμε την άνοδο. Ο Ρόμπσον είχε τη φαεινή ιδέα να τον φιλοξενήσω εγώ στο σπίτι μου. Στο ίδιο σπίτι που ζούσα με τον αδερφό μου και τον Τζίμι Γκάρντνερ που τότε έπαιζε στην Έξετερ. Μιλάμε για τον κακό χαμό. Κάθε Παρασκευή παίζαμε ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δεν θα σας το προτείνω. Μετά την προπόνηση έδινα στον αδερφό μου και τον Τζίμι χρήματα για να αγοράσουν μερικά μπουκάλια κόκκινο κρασί. Χύναμε το κρασί σε μεγάλες γυάλινες κανάτες και καθόμασταν αντικριστά σε ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Ο Γκάζα κι ο αδερφός μου απ’ τη μία. Εγώ και ο λατρεμένος μου Σκοτσέζος, ο Τζίμι, απ’ την άλλη».

«Πίναμε πολύ εκείνη την περίοδο. Και ποιος δεν έπινε θα μου πείτε εκείνα τα χρόνια. Ήταν αλλιώς το ποδόσφαιρο. Στο τραπέζι έπεφταν τα χρήματα του στοιχήματος από όλους και αρχίζαμε να πίνουμε απ’ τις κανάτες. Κανονικά δεν έπρεπε να πίνουμε τις Παρασκευές, μιας και παίζαμε το Σάββατο, αλλά είχαμε βρει τρόπο για να κοιμόμαστε αρκετά και να ξυπνάμε ξεκούραστοι. Κάθε μία ώρα ρίχναμε μέσα στις κανάτες από ένα υπνωτικό και μοιραία έφτανε η στιγμή που μας έπαιρνε όλους ο ύπνος. Αυτός που έμενε ξύπνιος τελευταίος, άρπαζε τα χρήματα, μετέφερε τους υπόλοιπους στα κρεβάτια και έπεφτε για ύπνο πλουσιότερος κατά μερικές εκατοντάδες λίρες. Την επόμενη παίζαμε ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου».

Όσο για τον τζόγο. «Είναι ιδιαίτερα ύπουλο πράγμα» λέει κάπου στο βιβλίο του ο Μέρσον. «Ως παίκτης της Άστον Βίλα θυμάμαι μια φορά είχα πει στον Μποσνιτς, τον τερματοφύλακά μας τότε, πως αν με δει να ξαναπαίζω να έρθει και να μου σπάσει το χέρι. Ο Μπόσνιτς είχε τρομοκρατηθεί και φυσικά δεν το έκανε ποτέ. Αναγκάστηκα να το κάνω μόνος μου μια βραδιά που είχα πιει πάρα πολύ και είχα χάσει πολλές χιλιάδες λίρες σε παράνομο στοιχηματισμό. Ήταν καλό παιδί ο Μπόσνιτς. To ίδιο διάστημα μάθαμε δυστυχώς πως είχε εθιστεί κι αυτός στην κοκαΐνη. Ειλικρινά γι’ αυτό δεν ευθυνόμουν εγώ». Στις μέρες μας ο Πολ Μέρσον έχει νικήσει τους δαίμονές του και δουλεύει στο Skysports ως ποδοσφαιρικός αναλυτής. Παράλληλα διηγείται ωραίες ιστορίες από ένα ποδόσφαιρο που -ευτυχώς ή δυστυχώς – δεν υπάρχει πια και φυσικά αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για τα νέα παιδιά που θέλουν να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, για τα πράγματα που πρέπει να αποφύγουν για να πετύχουν τα όνειρά τους.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Defiance των Dead Moon.

Όταν οι φανέλες απέκτησαν αριθμούς

  [1 Σχόλιο]

«Τα νούμερα στις φανέλες των παικτών είναι κάτι αστείο και αχρείαστο. Στα μάτια μου κάνουν τους παίκτες να μοιάζουν σαν αναβάτες αλόγων κούρσας. Ειλικρινά όλο αυτό είναι κάτι εντελώς εκτός ποδοσφαίρου». Αυτή η φράση δεν ανήκει σε κάποιον που δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο και το ζούσε ως ένας απλός παρατηρητής, αλλά στον Σίντνεϊ Κινγκ. Τον σπουδαίο προπονητή της Γουέστ Χαμ στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και έναν άνθρωπο που θεωρείται -και φυσικά ανήκει- στις μεγάλες μορφές του αγγλικού ποδοσφαίρου εκείνης της πρώιμης περιόδου. Απ’ την άλλη βέβαια, κανένας δεν μπορεί να του ρίξει άδικο γι’ αυτή του την δήλωση σε εκείνο το χρονικό σημείο, όσο κι αν ακούγεται αστεία και αφελής στα δικά μας σημερινά αυτιά, μιας και κάθετί καινοτόμο -σε μια εμβρυακή εποχή για το άθλημα- δεν θα μπορούσε να μην αντιμετωπιστεί με καχυποψία, ακόμα και χλευασμό.

Τα ίδια πάνω-κάτω πίστευαν και αρκετοί από αυτούς που ασχολούνταν επαγγελματικά με ποδοσφαιρικές ομάδες ως προπονητές ή ήταν διοικητικά μέλη της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αγγλίας. Ενός οργανισμού δηλαδή που μπορεί να μετρούσε πολλά χρόνια ζωής και να θεωρούνταν αρκετά μπροστά από την εποχή του -σε σχέση με το ποδόσφαιρο άλλων χωρών- αλλά αποδεδειγμένα, είχε πάρα πολλά να μάθει ακόμα για να φτάσει να θεωρείται ως ένας άρτιος αθλητικός οργανισμός που προσφέρει στον θεατή το καλύτερο δυνατό προϊόν. Φυσικά και τα νούμερα στις φανέλες -σε μια εποχή που δεν ήταν καθόλου εύκολος ο τρόπος να διακρίνεις και να γνωρίζεις ανά πάσα στιγμή ποιος είναι ποιος- θα μπορούσαν να βελτιώσουν άμεσα το παιχνίδι έτσι ώστε ο θεατής, αλλά ακόμα και οι προπονητές, και φυσικά οι ποδοσφαιριστές να γνωρίζουν καλύτερα τις θέσεις των συμπαικτών τους, και να κατανοούν καλύτερα την κάθε κίνηση και φυσικά το κάθε σύστημα. Άλλωστε δεν υπήρχαν και πολλά συστήματα εκείνη την περίοδο.

Ένας από τους πρωτοπόρους σε όλο αυτό το εγχείρημα και υποστηρικτής της αρίθμησης στις φανέλες δεν ήταν άλλος από το θρυλικό Άγγλο προπονητή Χέρμπερτ Τσάπμαν. «Δεν μπορώ να βρω κάτι που να χαρακτηρίζει αυτή την ιδέα ως κάτι διαφορετικό από χρήσιμη και όσο κι αν η μετάβαση θα είναι δύσκολη, προσωπικά την βρίσκω απαραίτητη». Με αυτή του την φράση ο σπουδαίος πρώην προπονητής της Χάντερσφιλτ (και αναμορφωτής της Άρσεναλ εκείνα τα χρόνια) έβαζε το πρώτο λιθαράκι για να αλλάξει όλο αυτό προς το καλύτερο και συνάμα άνοιγε μια μεγάλη κόντρα με πολέμιους αυτής της νέας ιδέας όπως ο Σίντνεϊ Κινγκ αλλά ο προπονητής της Τότεναμ εκείνα τα χρόνια Μπίλι Μάιντερ. Φυσικά το μεγαλύτερο «κακό» το έκαναν αρκετοί κουστουμάτοι που δούλευαν για την FA χωρίς φυσικά να έχουν καμία σχέση με το άθλημα. Άνθρωποι που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να συζητήσουν για το θέμα. Αυτοί, όπως πάντα, είναι οι χειρότεροι απ’ όλους και τους συναντάς δυστυχώς παντού.

Προσπάθειες για να επισημοποιηθούν τα νούμερα στις φανέλες των ομάδων είχαν αρχίσει να γίνονται δειλά-δειλά, αλλά στο τέλος -και χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος- πάντα έμπαινε φρένο στη νέα αυτή ιδέα. Η Άρσεναλ αλλά και η Τσελσι είχαν κάνει την αρχή και είχαν αγωνιστεί με νούμερα στις φανέλες τους σε μερικά παιχνίδια πρωταθλήματος, με την FA όμως να τις απειλεί με τιμωρία αν συνέχιζαν να αγωνίζονται έχοντας αριθμημένες φανέλες. Οι «μπλε» μάλιστα ήταν η πρώτη ομάδα που είχε φορέσει φανέλες με αριθμούς σε μια περιοδεία φιλικών αγώνων που είχε πραγματοποιήσει το 1929 στην Βραζιλία, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο της χώρας του καφέ (και για τις φανέλες αλλά και για την απόδοσή της) αλλά και από διορατικούς αθλητικούς ρεπόρτερ της Βρετανίας, όπως ο σπουδαίος Τζέιμς Κάτον, που είχε αποθεώσει αυτή την κίνηση -αλλά και το ποδόσφαιρο που παρουσίαζε η ομάδα- στην εβδομαδιαία αθλητική εφημερίδα του Μάντσεστερ, Athletic News. Το σπουδαίο άρθρο που είχε υπογράψει ο Κάτον είχε θεωρηθεί κομβικής σημασίας, μιας και ο ίδιος ζούσε το ποδόσφαιρο στην Αγγλία από τη γέννησή του, και η άποψή του όπως ήταν λογικό είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Για την ιστορία, ο Κάτον ήταν αυτός που είχε δώσει στην Πρέστον το προσωνύμιο Invicibles για το αήττητο νταμπλ του 1889, με τις ιδέες και τις απόψεις του να θεωρούνται, δικαίως, πολλά έτη μπροστά από την εποχή τους.

Το παιχνίδι που άλλαξε τη στάση της FA πάνω στο συγκεκριμένο θέμα δεν ήταν άλλο από τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας, τον Απρίλιο του 1933, ανάμεσα στην Έβερτον και την Μάντσεστερ Σίτι στο Γουέμπλεϊ. Στην ίδια διοργάνωση είχε επιτραπεί λίγο καιρό νωρίτερα και στην Τότεναμ να φορέσει αριθμημένες φανέλες, σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Γουότφορντ. Σε εκείνον τον τελικό οι παίκτες της Έβερτον είχαν φορέσει νούμερα από το 1 ως το 11 και οι παίκτες της Σίτι από το 12 ως το 22, με τον τερματοφύλακα της Σίτι, Λεν Λάνγκφορντ, όμως να μην φοράει το 12, όπως απαιτούσε ο κανονισμός, αλλά το 22. Φυσικά και η FA δεν είχε δει με καθόλου καλό μάτι αυτή την «μικρή επανάσταση» του Άγγλου κήπερ, μιας και μετέφρασε αυτή την κίνηση, και ενδεχομένως ανάλογες περιπτώσεις «ανυπακοής», ως κάτι εντελώς εκτός της αγγλικής πραγματικότητας και της συντηρητικής κοινωνίας της εποχής. Κοινώς, «δεν μπορούσε να κάνει ο καθένας του κεφαλιού του». Στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι η Έβερτον, έχοντας ως παίκτη-προπονητή τον θρυλικό Ντίξι Ντιν, είχε επικρατήσει της Μάντσεστερ Σίτι με 3-0 και είχε κατακτήσει το δεύτερο κύπελλο της ιστορίας της μπροστά σε 90.000 κόσμο, με τις αριθμημένες φανέλες όμως να κλέβουν την παράσταση εκείνης της αναμέτρησης.

Το νερό μπορεί να είχε μπει στο αυλάκι αλλά για τα επόμενα 4 χρόνια τα νούμερα στις φανέλες δεν είχαν επισημοποιηθεί ακόμα από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αγγλίας, αν και πλέον ήταν φανερό πως η κατάσταση είχε αρχίζει να αλλάζει. Αυτό έγινε τελικά το 1939, στην έναρξη μιας σεζόν που διεκόπη λόγω του Παγκοσμίου Πολέμου, και ενώ η εθνική ομάδα είχε βάλει νούμερα στις φανέλες δύο χρόνια νωρίτερα σε αρκετές φιλικές αναμετρήσεις. Δυστυχώς τόσο ο Χέρμπερτ Τσάπμαν όσο και ο Τζέιμς Κάτον, δύο από τους μπροστάρηδες σε όλο αυτό το εγχείρημα, δεν πρόλαβαν να δουν την επισημοποίηση των αριθμών στις φανέλες μιας και είχαν αφήσει αυτόν εδώ τον κόσμο λίγα χρόνια νωρίτερα, στα μέσα των 30s.

Στην πορεία -και αφού ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει- η ΦΙΦΑ ενδίδει και αυτή, και δίνει στις ομάδες του Μουντιάλ του ’50 τη δυνατότητα να έχουν νούμερα στις φανέλες τους για πρώτη φορά. Πλέον ήταν γεγονός. Το ποδόσφαιρο είχε αλλάξει και είχε εκμοντερνοποιηθεί τόσο πολύ που πλέον δεν ήταν τίποτα περίεργο για κανένα. Όταν μάλιστα ο πλανήτης είδε την Αγγλία να κερδίζει την Ελβετία στο Μουντιάλ του ’54 με 2-0, έχοντας σκόρερ όχι κάποιους που φορούσαν το 9, το 10 ή το 11, αλλά παίκτες που φορούσαν το 17 και το 15, όλοι κατάλαβαν πως απλά μιλάμε για αριθμούς και τίποτα περισσότερο. Για την ιστορία. Οι δύο πρωτοπόροι παίκτες ήταν ο Τζίμι Μιούλεν και ο Ντένις Γουίλσοου. Συμπαίκτες στην σπουδαία Γουλβς εκείνων των ετών. Την ομάδα δηλαδή που είχε αρχηγό και ηγέτη τον σπουδαίο Μπίλι Ράιτ. Τον άνθρωπο δηλαδή που έφτασε πρώτος τις 100 συμμετοχές για τα ‘Τρία Λιοντάρια και τον παίκτη που καθιέρωσε το νούμερο 4 ως αριθμό του αμυντικού μέσου στο αγγλικό ποδόσφαιρο.

Μπίλι Γουάιτχερστ: O κακός των κακών

  [2 Σχόλια]

Όπως όλα τα πράγματα σε αυτή την -ρημάδα- τη ζωή, που λέει και το γνωστό λαϊκό άσμα, έχουν δύο όψεις που αλληλοσυμπληρώνονται ανάμεσα στο καλό με το κακό και το όμορφο με το άσχημο, έτσι και το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτή την πραγματικότητα. Γιατί για κάθε φορά που μάτωνε τα δίχτυα ο Γκάρι Λίνεκερ, υπήρχε και ένα ταπεινωτικό καψώνι απ’ τον Μικ Χάρφορντ σε κάθε νέο παίκτη που έμπαινε στα αποδυτήρια της ομάδας του. Για κάθε φαντεζί ενέργεια που έκανε ο Ματ Λε Τισιέ, υπήρχε ένας καυγάς και ένα hangover για τον Ρόμπιν Φράιντεϊ, και φυσικά για κάθε νίκη που έκαναν ο Κένι Νταλγκλίς και ο Ίαν Ρας στα γήπεδα της Αγγλίας και της Ευρώπης, υπήρχε και μια ύπουλη αγκωνιά από τον -μετρ του είδους- Μπίλι Γουάιτχερστ.

Το παράδοξο είναι πως και οι τρεις βίαιοι χαρακτήρες που προανέφερα δεν αγωνίζονταν στην άμυνα ή στον χώρο της μεσαίας γραμμής, αλλά στην κορυφή της επίθεσης. Επίσης δεν υπήρξαν διόλου τυχαίοι παίκτες. Ο Χάρφορντ είχε βρεθεί, για παράδειγμα,  απ’ τη Λούτον μια ανάσα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 1992. Σε μια περίοδο που το διαλυμένο χορτάρι του Όλντ Τράφορντ δεν επέτρεπε να παιχτεί η μπάλα κάτω και ο Φέργκιουσον ήθελε να δοκιμάσει τις «καμινάδες» μπας και πάρει το πρωτάθλημα από τη Λιντς. Ο Φράιντεϊ -σύμφωνα με τους αναλυτές της εποχής- αν δεν είχε μπλέξει με τα ναρκωτικά, θα είχε φτάσει ακόμα και στην Εθνική Αγγλίας, γράφοντας ιστορία. Ο Γουάιτχερστ, απ’ την άλλη, είχε την τύχη να βρεθεί στη Νιουκάστλ σε μια περίοδο που υπήρχαν εκεί ο Πολ Γκασκόιν και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι φυσικά γι’ αυτόν. Τον παίκτη που έχει χαρακτηριστεί ως ο κακός των κακών αλλά και για όλους αυτούς που γουστάρουν τους κάθε λογής κακούς. Ανθρώπους δηλαδή που, στο τελευταίο Star Wars, λάτρεψαν τον Κάιλο Ρεν και όχι την Ρέι. Ποδοσφαιρόφιλους που στο εφηβικό «έπος» Karate Kid, δεν υποστήριζαν τον Ντάνιελ «Σον» Λαρούσο, αλλά εκείνο το κωλοπαίδι απ’ τους Cobra Kai, τον Τζόνι Λόρενς. Είμαι σίγουρος πως υπάρχουν πολλοί τέτοιοι.

Ο Γουάιτχερστ γεννήθηκε το καλοκαίρι του ’59, στο δυτικό Γιόρκσαϊρ, και λάτρεψε το ποδόσφαιρο και τους τραμπουκισμούς από αρκετά μικρή ηλικία. Αγωνίστηκε μάλιστα σε αρκετές ερασιτεχνικές ομάδες πριν τον κάνει επαγγελματία η Χαλ, την σεζόν 1979-1980, για περίπου 2.000 λίρες, σκορπώντας απλόχερα τον τρόμο σε ολόκληρη την Αγγλία. Απ’ την άλλη, αν ο Άγγλος επιθετικός κέρδιζε μία λίρα για κάθε αντιαθλητικό μαρκάρισμα που έκανε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο, λογικά σήμερα, θα είχε περισσότερα χρήματα ακόμα κι απ’ τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Οι αγκώνες του Γουάιτχερστ ήταν ο φόβος και ο τρόμος κάθε αντίπαλου αμυντικού για πάρα πολλά χρόνια, σε μια περίοδο μάλιστα που οι βρετανοί αμυντικοί δεν θύμιζαν ποδοσφαιριστές, αλλά μέλη κακόφημων συμμοριών ταινίας του Σκορσέζε. Εννοείται επίσης πως τα αντιαθλητικά του τάκλιν μνημονεύονται και θα μνημονεύονται, για όσο υπάρχει ποδόσφαιρο, από συμπαίκτες, αντιπάλους, δημοσιογράφους και απλούς φιλάθλους στις εξέδρες. Για πολλούς, όταν έπαιζε ο Μπίλι Γουάιτχερστ, ήταν ένα κράμα Τζο Πέσι (στο Goodfellas), Βίνι Τζόουνς, Ρόι Μακ Ντόναχ και Γκάρι Όλντμαν (στο Λεόν).

«Ήμουν τυχερός που η καριέρα μου δεν τελείωσε πριν καν αρχίσει».

Η παραπάνω ατάκα ανήκει στον παλιό διεθνή κεντρικό αμυντικό Μάρτιν Κίουν, και θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ειπωθεί από όλους όσους βρήκαν στο ντεμπούτο τους τον Γουάιτχερστ. Ως αντίπαλο φυσικά. Ο Κίουν έπαιζε τότε στην Άστον Βίλα και προσπαθούσε να φτιάξει το όνομά του στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε ήταν ένας εκ των πολλά υποσχόμενων κεντρικών αμυντικών. Για κακή του τύχη βρέθηκε αντίπαλος με τον Γουάιτχερστ και την Χαλ σε ένα παιχνίδι κυπέλλου. «Ήταν η πρώτη και μοναδική -ευτυχώς- φορά που τον βρήκα αντίπαλο και ειλικρινά δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήμουν πολύ νέος και ο Μπίλι βρήκε τότε ακόμα μια ευκαιρία για να τραμπουκίσει ένα νέο παιδί. Στο πρόσωπό μου έβλεπε ένα εύκολο θύμα. Θυμάμαι τον συμπαίκτη μου Άλαν Έβανς να με προειδοποιεί για τον αντίπαλο και να μου λέει να προσέχω στο πως θα μπαίνω στις φάσεις. Παίζει αρκετά βρώμικα και σκληρά, μου έλεγε, μην μπεις με τάκλιν στις διεκδικούμενες μπαλιές. Για το δικό σου καλό. Εγώ φυσικά και δεν τον άκουσα. Ήμουν νέος και ένιωθα πιο δυνατός απ’ τον καθένα. Ο Γουάιτχερστ ψιθύριζε στο αυτί μου διάφορες βρισιές και μετά από μερικά λεπτά μου έριξε την πρώτη του δυνατή αγκωνιά σε κάποιο κόρνερ. Φώναξα στον διαιτητή αλλά μου είπε απλά να συνεχίσω. Είχε βρει ήδη το πρώτο του πάτημα. Θυμάμαι ακόμα να μου κλείνει το μάτι με εκείνο το ύπουλο χαμόγελο σαν να με προετοιμάζει γι’ αυτό που θα ακολουθούσε.»

«Μερικά λεπτά αργότερα έγινε μια βαθιά μπαλιά προς την περιοχή μας. Ο Γουάιτχερστ κυνήγησε την μπάλα και έκανε ένα κάκιστο -ακόμα και γι’ αυτόν- κοντρόλ, με τη μπάλα να φεύγει γύρω στο ενάμιση μέτρο απ’ το πεδίο δράσης του. Η μπάλα ήταν ακριβώς μπροστά μου αν και ο αντίπαλος είχε σημαντικό πλεονέκτημα στο να την προλάβει. Αν ήθελε φυσικά. Όπως απεδείχθη, δεν το ήθελε. Με άφησε επίτηδες να κάνω πρώτος επαφή μαζί της και έκανε αυτό που είχε στο μυαλό του απ’ την έναρξη του αγώνα. Να με τελειώσει. Και το έκανε. To τάκλιν του ήταν τόσο βίαιο που η μία επικαλαμίδα μου έσπασε και η άλλη βρέθηκε πολλά μέτρα μακριά. Ο πόνος ήταν αφόρητος. Το σκίσιμο στο πόδι ήταν τόσο βαθύ που εννοείται δεν συνέχισα στον αγώνα και ήμουν μάλιστα πολύ τυχερός που δεν είχε σπάσει κάποιο οστό και δεν έπαθα κάποια πολύ σοβαρή ζημιά. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα σχεδόν τα πάντα για το άθλημα και πως, όλα σου τα όνειρα μπορούν να γκρεμιστούν μέσα σε μια στιγμή. Ευτυχώς δεν έπαιξα ποτέ ξανά αντίπαλός του.»

Παρόμοια περιστατικά υπήρχαν στους περισσότερους  αγώνες που πήρε μέρος ο Μπίλι Γουάιτχερστ. Τόσο με τα χρώματα της Χαλ Σίτι όσο και με αυτά της Νιουκάστλ αλλά και άλλων ομάδων, όπως η Όξφορντ, η Σάντερλαντ, η Στόουκ και η Ρέντινγκ. Ο παλιός αστέρας της Λίβερπουλ Άλαν Χάνσεν, στην αυτοβιογραφία του έχει χαρακτηρίσει τον Μπίλι Γουάιτχερστ ως τον σκληρότερο ποδοσφαιριστή που αντιμετώπισε ποτέ και ως τον μοναδικό άνθρωπο που του προκαλούσε τρόμο όλα τα χρόνια που έπαιξε επαγγελματικά, στο κορυφαίο μάλιστα επίπεδο. Κάπου αναφέρει. «Όταν τον είχες αντίπαλο δεν σε ενδιέφερε το αποτέλεσμα της αναμέτρησης αλλά μόνο η σωματική σου ακεραιότητα. Ακόμα και σήμερα είναι μέρες που όταν βλέπω μια σκληρή εικόνα στην τηλεόραση, ασυναίσθητα μου έρχεται στο μυαλό ο πόνος απ’ τους αγκώνες του. Ειλικρινά αυτό είναι κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.»

Ο Μπίλι Γουάιτχερστ -δυστυχώς- αντιδρούσε έτσι, και χειρότερα, και εκτός αγωνιστικών χώρων. Στην καθημερινότητά του δηλαδή. Μια καθημερινότητα γεμάτη αλκοόλ, ξενύχτια και κάθε είδους καυγάδες εντός των μπαρ που σύχναζε, και εκτός αυτών, σε σκοτεινά σοκάκια γεμάτα από λάσπες και βρετανική υγρασία. Κάποτε σε ένα τέτοιο στενό τον συνέλαβε και η αστυνομία. Ήταν η περίοδος που έπαιρνε μέρος σε παράνομους αγώνες πυγμαχίας -με γυμνά χέρια- με τσιγγάνους της περιοχής. Αγώνες που γέμιζαν την τσέπη του με χρήματα στοιχημάτων. Ήταν τότε που -όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος- πήρε μέρος στον μεγαλύτερο καυγά της ζωής του. Την περίοδο που έπαιζε στην Όξφορντ. Λίγες μέρες μάλιστα πριν από ένα σπουδαίο ματς με την Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλάφ.

Τρεις απέναντι σε έναν δεν το λες και το πιο έξυπνο πράγμα, μιλάμε όμως για τον Γουάιτχερστ και εκεί απουσιάζει η λογική. Τελικά την είχε γλιτώσει με μια σπασμένη μύτη και 30 ράμματα στο πρόσωπο. Επίσης είχε μια μεγάλη τρύπα στο μάγουλο που έφτανε μέχρι το στόμα από χτύπημα με λοστό. Η λέξη πόνος εννοείται πως δεν υπήρχε. Δεν τον ένοιαζε και ζήτησε μάλιστα να αγωνιστεί κανονικά στην επερχόμενη αναμέτρηση, με το αίτημα να γίνεται δεκτό απ’ τον προπονητή του. Ήταν μάλιστα τέτοια η ένταση και το πάθος του σε εκείνο το ματς, που δεν ζήτησε αλλαγή ακόμα και όταν δέχθηκε γροθιά στην σπασμένη του μύτη -κατά λάθος (;)- απ’ τον αντίπαλο τερματοφύλακα, μετά από κόρνερ και ενώ είχε σηκωθεί για κεφαλιά, με το αίμα να τρέχει ποτάμι απ’ την μύτη σε όλη την διάρκεια της αναμέτρησης.

Ο ίδιος πάντως ακόμα και σήμερα θεωρεί ως υπερβολικό όλο αυτό τον μύθο βίας γύρω απ’ το όνομά του, λέγοντας πως υπήρξε ένας μεγάλος -και αδικημένος- γκολτζής που ίσως είχε και μερικές εκρήξεις βίας. Λίγο πάνω απ’ το κανονικό. Θυμίζοντας σε όλους την ατάκα του Σερ Μπόμπι Τσάρλτον για τον ίδιο μετά από ένα παιχνίδι Νιουκάστλ-Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ της περιόδου 1985-1986. Μια ατάκα που σύμφωνα με τον ίδιο περικλείει όλο το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο και την θεωρεί ως το μεγαλύτερο του παράσημο. «Ήρθα στο γήπεδο για να δω τον Γκασκόιν και όταν έφυγα απ’ αυτό σκεφτόμουν για ώρες το τέλειο παιχνίδι που έκανε ο Γουάιτχερστ. Ηταν απίστευτος». Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσο -και αν- αδίκησε ο Μπίλι Γουάιτχερστ το ταλέντο του με την βίαιη συμπεριφορά του. Κανένας δεν θα το μάθει αυτό, όπως δεν το μάθαμε και γι’ άλλες τόσες περιπτώσεις παικτών. Όταν όμως έχεις μείνει στην ιστορία -ακόμα και για τόσο λάθος λόγους- σίγουρα κάτι θα έκανες σωστά. Άλλωστε δίχως τους «κακούς» δεν θα μπορούσαμε να δούμε τόσο καθαρά και το μεγαλείο των «καλών».

Η μέρα που ο Ρέντναπ έβαλε έναν οπαδό της Γουέστ Χαμ να παίξει

  [12 Σχόλια]

Ήταν 20 Νοεμβρίου του 1973 όταν ο Σκοτ Χάλπιν και ένας φίλος του ξεκίνησαν για να πάνε σε μια συναυλία των αγαπημένων τους Who στο Σαν Φρανσίσκο. Η διάσημη ροκ μπάντα εμφανίστηκε στη σκηνή εν μέσω αποθέωσης και για περισσότερη από μια ώρα τα έδωσε όλα, παίζοντας τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Κάποια στιγμή στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, ο Κιθ Μουν κατέρρευσε πάνω στα ντραμς του. Ο κόσμος ‘πάγωσε’, η υπόλοιπη μπάντα σταμάτησε και ο Μουν μεταφέρθηκε στα παρασκήνια, όπου οι άνθρωποι της παραγωγής προσπάθησαν να τον συνεφέρουν.

Η επίσημη εκδοχή έλεγε πως ήταν άρρωστος και γι’αυτό ο οργανισμός δεν άντεξε την ένταση και το πάθος με τα οποία έπαιζε. Η ανεπίσημη εκδοχή έλεγε ότι λίγο πριν τη συναυλία είχε κατεβάσει κάμποσα χάπια, τα οποία θεώρησε σωστό να συνοδεύσει με μπράντι, γιατί το νερό είναι πολύ συντηρητικό για έναν ροκ σταρ. Όσοι ξέρουν τι εστί Κιθ Μουν, ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στη δεύτερη εκδοχή.

(Εκτός από ταλαντούχος ντράμερ (για πολλούς ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών) ο Κιθ Μουν ήταν και μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Κάποιοι πιθανόν θα έλεγαν ότι ήταν παράξενος. Κάποιοι άλλοι πως ήταν απλά θεοπάλαβος. Ο ίδιος συμφωνούσε με τους τελευταίους: «Όταν έχεις λεφτά και κάνεις όλα αυτά που κάνω, οι άνθρωποι γελάνε και λένε πως είσαι εκκεντρικός, το οποίο είναι ένας ευγενικός τρόπος για να πούνε ότι είσαι ψυχάκιας». Το πρόβλημα με την τρέλα του όμως εντοπίζεται στην… ποσότητα. Ο Μουν δεν έκανε εκπτώσεις στη μούρλα. Μπροστά του η ζωή του Πολ Γκασκόιν μοιάζει με ζωή δημοσίου υπαλλήλου, που παντρεύεται στα 21, κάνει παιδιά στα 22 και το ξεφάντωμα του είναι ένα ποτηράκι κρασί και λίγο σαλαμάκι το βράδυ του Σαββάτου, την ώρα που βλέπει στην τηλεόραση Σεφερλή με όλη την οικογένεια μαζεμένη στο σαλόνι.

Ανάμεσα στα άπειρα κατορθώματα του, ξεχωριστή θέση είχαν οι καταστροφές. Αγαπημένα του θύματα ήταν τα δωμάτια των ξενοδοχείων και οι τουαλέτες. Σύμφωνα με μερικές πολύ πρόχειρες εκτιμήσεις, το συγκεκριμένο μόνο χόμπι του κόστισε μισό εκατομμύριο δολάρια. Ο Μουν έβρισκε ικανοποίηση στο να διαλύει, να ανατινάζει και να πετάει από τα παράθυρα διάφορα αντικείμενα και αρκετές φορές δεν χρειαζόταν καν ουσίες ή αλκοόλ για να το κάνει. Όλη η παράνοια του μπορεί να συνοψιστεί σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Η μπάντα κατευθυνόταν με μια λιμουζίνα προς το αεροδρόμιο, όταν ο Μουν ζήτησε από τον οδηγό να γυρίσει πίσω στο ξενοδοχείο. Όταν έφτασαν, ανέβηκε στο δωμάτιο του, ξήλωσε την τηλεόραση και την πέταξε από το μπαλκόνι στην πισίνα. Στη συνέχεια χαλαρός και άνετος, επέστρεψε στη λιμουζίνα και δικαιολογήθηκε λέγοντας «όλα εντάξει τώρα, κάτι είχα ξεχάσει».)

Μετά την κατάρρευση του Μουν, ο κιθαρίστας Πιτ Τάουνσεντ ρώτησε αν υπάρχει κανένας ντράμερ στο κοινό. Ο φίλος του Χάλπιν άδραξε την ευκαιρία και είπε στη μπάντα πως ο φίλος του ξέρει να παίζει ντραμς και ως φανατικός των Who γνωρίζει όλα τα τραγούδια. Κάπως έτσι, ο 19χρονος Σκοτ Χάλπιν ανέβηκε στη σκηνή, έκατσε στα ντραμς του ινδάλματος του, ολοκλήρωσε με επιτυχία το set-list και έζησε το όνειρο κάθε ερασιτέχνη μουσικού.

Αν νομίζεις όμως ότι τέτοια ροκ, απ’όλες τις απόψεις, σκηνικά συμβαίνουν μόνο στη μουσική, κάνεις μεγάλο λάθος.

Ο Στιβ Ντέιβις είναι φανατικός οπαδός της Γουέστ Χαμ και αυτό το καταλαβαίνεις εύκολα, βλέποντας απλά το τεράστιο τατουάζ με το σήμα της που έχει χτυπημένο στο δεξί χέρι. Τον Ιούλιο του 1994 δούλευε σε μια εταιρεία κούριερ και ακολουθούσε την αγαπημένη του ομάδα σχεδόν παντού. Έτσι, όταν ο φίλος του, Τσανκ, του πρότεινε να πάνε να δούνε το φιλικό προετοιμασίας της Γουέστ Χαμ με την Όξφορντ Σίτι δεν το σκέφτηκε καθόλου. Πήραν μαζί τις κοπέλες τους και μερικές εξάδες μπύρες και ξεκίνησαν για μια καλοκαιρινή εκδρομή στην Οξφόρδη.

O ερχομός μιας ομάδας της Πρέμιερ Λιγκ στην πόλη, έστω και για φιλικό, είχε ως αποτέλεσμα το μικρό γηπεδάκι της τοπικής Σίτι να γεμίσει από νωρίς. Η παρέα του Στιβ βρήκε μια καλή θέση δίπλα ακριβώς από τον πάγκο στον οποίο καθόταν ο Χάρι Ρέντναπ. Η Γουέστ Χαμ κυριάρχησε από τα πρώτα λεπτά και προηγήθηκε νωρίς αλλά ο Στιβ είχε φάει σκάλωμα με τον επιθετικό της ομάδας Λι Τσάπμαν, που έχασε αρκετές προσωπικές μονομαχίες και βρέθηκε κάμποσες φορές εύκολα στο έδαφος. «Σήκω πάνω αγόρι μου, Τσάπμαν. Πως γίνεται να πέφτεις τόσο συχνά;» ήταν κάποιες από τις πιο ήπιες φράσεις που φώναξε ο απηυδισμένος Στιβ.

Όσο τα λεπτά κυλούσαν και ο Τσάπμαν ζοριζόταν να κάνει κάτι θετικό, η αγανάκτηση του Στιβ μεγάλωνε. Από ένα σημείο και μετά αποδέκτης των παραπόνων του ήταν πλέον ο Ρέντναπ, που τον άφηνε στο παιχνίδι: «Έλα Χάρι, δεν πρόκειται να παίξουμε μ’αυτόν μπροστά φέτος, ε; Αν είναι να παίζει, να ξέρω να μην έρχομαι κάθε εβδομάδα». Όποιος πηγαίνει στο γήπεδο, σίγουρα μπορεί να ανακαλέσει μια παρόμοια περίπτωση οπαδού που έχει… ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιον παίκτη και τον ‘στολίζει’ με κάθε πιθανή αφορμή. Κανένας απ’αυτούς τους ακούραστους γκρινιάρηδες όμως δεν πρόκειται να βιώσει αυτό που έζησε ο Στιβ Ντέιβις.

Λίγο μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, ένας παίκτης της Γουέστ Χαμ τραυματίστηκε. Το πρόβλημα για τον Ρέντναπ ήταν ότι στο ημίχρονο είχε βάλει αλλαγή όλους όσους είχε στον πάγκο, κάτι που σήμαινε ότι τα ‘Σφυριά’ έπρεπε να συνεχίσουν με παίκτη λιγότερο. Τότε του ήρθε μια πραγματικά αλλόκοτη ιδέα. «Γύρισα προς την πλευρά του πολυλογά και τον ρώτησα: Φίλε, μπορείς να παίξεις τόσο καλά όσο μιλάς;». Αδυνατώντας να τον πάρει στα σοβαρά, ο Στιβ (που όπως δήλωσε μετά, είχε κατεβάσει ήδη μερικές μπύρες στο πρώτο ημίχρονο, τις οποίες συνόδεψε με κάμποσα τσιγάρα) του απάντησε χωρίς να το σκεφτεί πολύ:

«Είμαι σίγουρα καλύτερος απ’τον Τσάπμαν».
«Τότε, φόρα τη φανέλα σου και ετοιμάσου» συνέχισε με σοβαρό ύφος ο Ρέντναπ.
Ο Στιβ  κόλλησε για λίγο: «Τι εννοείς;»
«Θα παίξεις για τη Γουέστ Χαμ.»

Οι πιο σπουδαίες στιγμές στη ζωή μας λένε ότι συνήθως έρχονται από το πουθενά. Για τον Στιβ Ντέιβις ήρθε στις 27 Ιουλίου 1994 σε ένα γηπεδάκι στην Οξφόρδη. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε, βρισκόταν ήδη στα αποδυτήρια μαζί με τον φροντιστή της ομάδας που έψαχνε παπούτσια στο νούμερο του. «Το μόνο πράγμα που σκεφτόμουν είναι πως δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Έλεγα συνέχεια: Δεν πρόκειται να παίξω για τη Γουέστ Χαμ. Απλά δεν γίνεται. Ντύθηκα, γυρίσαμε στο γήπεδο και ακόμα νόμιζα ότι ο Χάρι μου κάνει πλάκα. Δεν πίστευα ότι θα με βάλει πραγματικά μέσα ή έστω αν το κάνει θα είναι για 1-2 λεπτά, σαν φάρσα». Μόνο που ο Ρέντναπ δεν έκανε πλάκα.

«Γύρισε από τα αποδυτήρια ντυμένος και τον ρώτησα που παίζει. Μου απάντησε μπροστά και του είπα, ‘ωραία, θα δούμε τότε αν είσαι καλύτερος απ’τον Τσάπμαν’. Και τον έβαλα μέσα». Κάπως έτσι, εκείνο ακριβώς το λεπτό που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον αγωνιστικό χώρο, φορώντας τη φανέλα με το νούμερο 3, ο Στιβ Ντέιβις έγινε μέρος της ιστορίας της αγαπημένης του ομάδας. «Όταν βρέθηκα στο χόρτο όλοι οι ήχοι από τον κόσμο εξαφανίστηκαν. Είναι αλήθεια αυτό που λένε οι παίκτες. Ξαφνικά δεν άκουγα κανέναν απ’τους φίλους μου που φώναζαν από την κερκίδα. Προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος αλλά μετά τα πρώτα λεπτά τα πόδια μου έτρεμαν. Έπαιζα για τη Γουέστ Χαμ! Το μόνο που σκεφτόμουν συνέχεια είναι: Μη τα σκατώσεις Στιβ, μη τα σκατώσεις».

Όσο ο Στιβ έτρεμε, προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της τιμής που του έγινε, ο Ρέντναπ το διασκέδαζε με την ψυχή του: «Με το που έγινε η αλλαγή, ήρθε ένας άνθρωπος της Οξφόρδης και με ρώτησε ποιος είναι αυτός που μπήκε, ώστε να τον ανακοινώσουν από τα μεγάφωνα. ‘Καλά, δεν είδατε το Μουντιάλ;’ τον ρώτησα με υφάκι. ‘Αυτός είναι ο Βούλγαρος Τιτίσεφ που έβαλε 3 γκολ’. Τότε ο τύπος μου απάντησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του: ‘Α, ναι. Το φαντάστηκα πως είναι αυτός’ και έφυγε».

Το όνειρο του ευτυχισμένου οπαδού δεν κράτησε τελικά 1-2 λεπτά, όπως φοβόταν. Έμεινε μέσα μέχρι το τέλος του αγώνα και σύμφωνα με τον ίδιο τα πήγε μια χαρά. «Εννοείται πως δεν γύρισα ποτέ πίσω από το κέντρο. Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ γρήγορο παιχνίδι για μένα. Αυτοί έπαιζαν κανονικό ποδόσφαιρο, εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο επιπέδου παμπ. Δεν μπορούσα ποτέ να βρεθώ μόνος. Εκεί οι αμυντικοί δεν σ’άφηναν ποτέ ελεύθερο. Δεν ήταν σαν το ποδόσφαιρο παρέας. Έπαιζα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, με σίγουρες κοντινές πάσες.»

Κάπου στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου όμως έγινε μια φάση που έμελλε να μεγαλώσει λίγο ακόμα το μύθο, όσο αδύνατο κι αν ακούγεται αυτό. Η Γουέστ Χαμ έκανε μια επέλαση από τα αριστερά, ένας χαφ έκανε μια συρτή σέντρα στο ύψος της μικρής περιοχής και ο Στιβ βρέθηκε για ένα δευτερόλεπτο ανενόχλητος, φάτσα με την εστία. «Απλά σούταρα. Σούταρα με όλη μου τη δύναμη». Γκολ! «Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η καλύτερη στιγμή στη ζωή μου. Έτρεξα προς το κόρνερ πανηγυρίζοντας και ρίχνοντας γροθιές στον αέρα. Ήταν όλα τελείως σουρεαλιστικά. Είχα βάλει γκολ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Νομίζω πως αυτό είναι το καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο».

Δυστυχώς γι’αυτόν, ακόμα και στα καλύτερα όνειρα κάποιος θα βρεθεί να σε προσγειώσει. Όσο ο Στιβ πανηγύριζε σαν τρελός, ο διαιτητής ακύρωνε το γκολ, μετά από υπόδειξη του επόπτη, ως οφσάιντ. «Η αλήθεια είναι πως ήμουν δυο γιάρδες μπροστά από τον αμυντικό. Έτρεξα προς τον διαιτητή, έβαλα τα χέρια μου στους ώμους του και του είπα: ‘Άτιμε, αυτή ήταν η στιγμή μου. Μου κατέστρεψες το όνειρο’. Με κοίταξε στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο και σφύριξε να συνεχιστεί το παιχνίδι».

Μαζί με το τελευταίο σφύριγμα, που βρήκε τη Γουέστ Χαμ να κερδίζει με 4-0, ολοκληρώθηκε και το παραμύθι που ζούσε ο Στιβ. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε για να μεταπείσει τον φροντιστή, εκείνος δεν του επέτρεψε να κρατήσει τη φανέλα που φορούσε, παρ’όλα αυτά έφυγε με το δικό του μπλουζάκι γεμάτο αυτόγραφα από όλους τους παίκτες. Την επόμενη μέρα η ιστορία του έγινε θέμα στον τοπικό Τύπο ενώ για χρόνια κάθε φορά που του ζητούσαν να διηγηθεί το περιστατικό, πρώτα έλεγε μια εκδοχή στην οποία το γκολ του είχε μετρήσει κανονικά.

To 2013 σε μια ποδοσφαιρική εκπομπή του BBC οι δυο πρωταγωνιστές συναντήθηκαν ξανά αλλά όταν αναφέρθηκε το γκολ, ο Στιβ ζήτησε από τον Ρέντναπ να μην πει σε κανέναν τι πραγματικά έγινε. Λίγο καιρό μετά διέρρευσε ένα μικρό απόσπασμα από την επερχόμενη αυτοβιογραφία του Ρέντναπ, στο οποίο περιγράφει τη συγκεκριμένη, θρυλική πλέον στις τάξεις των οπαδών της Γουέστ Χαμ, ιστορία. Όπως αποδείχτηκε από τον επίλογο εκείνου του αποσπάσματος και την απουσία αναφοράς στο οφσάιντ, ο Άγγλος προπονητής πιστεύει στην ιδέα ‘μην αφήνεις μερικές λεπτομέρειες να χαλάσουν μια πολύ όμορφη ιστορία’:

«Κι όμως σκόραρε! Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Έτρεχε πάνω-κάτω εκστασιασμένος σαν να κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ εμείς είχαμε πεθάνει απ’τα γέλια στον πάγκο. Πάντως είχε δίκιο. Εκείνο το βράδυ ήταν πράγματι καλύτερος από τον Λι Τσάπμαν».

Λούθερ Μπλίσετ: το παλτό που έγινε έμπνευση ενός κινήματος

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είναι δύσκολο να πετύχεις ιστορία σαν κι αυτή του Τζαμακαϊνού φορ Λούθερ Μπλίσετ που έγινε τόσο διάσημος, χωρίς να έχει τόσο μεγάλη ποδοσφαιρική πορεία. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Αν ασχολείστε λίγο με το Ίντερνετ ή με τη λογοτεχνία ή απλά με pop culture αναφορές ή είστε ακτιβιστής, όλο και κάπου θα έχετε πετύχει το όνομα Λούθερ Μπλίσετ. Είτε ως φαρσέρ, είτε ως συγγραφέα, είτε ως κάποιο ψευδώνυμο.  Το όνομα Λούθερ Μπλίσετ ήταν (χονδρικά) οι Anonymous πολύ πριν αυτοί εμφανιστούν, αλλά σε μια χρήση φάρσας-διασποράς ψευδών ειδήσεων. Ένα παρατσούκλι που το χρησιμοποιούσαν (και χρησιμοποιούν) πολλοί άνθρωποι, ξεκινώντας από μια κολλεκτίβα καλλιτεχνών και ακτιβιστών που επέλεξαν το όνομα ενός πραγματικού προσώπου, του ποδοσφαιριστή Λούθερ Μπλίσετ.

Παίκτης της Γουότφορντ, την ακολούθησε από τη 4η ως την 1η κατηγορία και μάλιστα τη σεζόν 1982-83 βγήκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 27 γκολ, μπροστά από τον Γκάρι Λίνεκερ. Η Γουότφορντ έκανε εξαιρετική χρονιά και βγήκε 2η, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Λίβερπουλ. Εκείνο το καλοκαίρι η Μίλαν αποφασίζει να δαπανήσει ένα σεβαστό ποσό και να τον αγοράσει. Ο αστικός μύθος (άλλωστε στην ιστορία του Μπλίσετ με τις φάρσες ταιριάζει απόλυτα) λέει ότι οι Μιλανέζοι ήθελαν να πάρουν τον Τζον Μπαρνς και μπέρδεψαν τους παίκτες. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν επιβεβαιώνεται, αλλά βάζει λίγη σάλτσα στην ιστορία.

Ο Μπλίσετ πήγε με ανεβασμένη την ψυχολογία ως πρώτος σκόρερ και φτάνοντας στην Ιταλία έκανε δηλώσεις γεμάτος σιγουριά. «Ο Πλατινί σκόραρε πέρσι 18 γκολ; Εγώ θα βάλω περισσότερα, θα γίνω το είδωλο των πιτσιρικάδων» δήλωσε περιχαρής. Η Γκατζέτα τον παρουσιάζει ως την μεταγραφή του καλοκαιριού, βάζοντάς τον πάνω από τον Τονίνιο Σερέζο της Ρόμα και πάνω ακόμα και από τον… Ζίκο που πηγαίνει στο Ούντινε. Η πίστη στον Μπλίσετ αυξήθηκε κι οι άνθρωποι της Μίλαν έτριβαν τα χέρια τους, καθώς στα φιλικά ματς σκόραρε πολύ. Καθώς όμως όλοι γνωρίζουμε, τα καλοκαιρινά πρωτοσέλιδα τα βλέπει ο οπαδός το χειμώνα και γελά. Μιλάμε για τα 80s και μιλάμε για την Ιταλία. Τα πράγματα ήταν… άγρια και ειδικά η Μίλαν ήταν στα χειρότερα χρόνια της, μετά από υποβιβασμούς. Ο Μπλίσετ σκόραρε ελάχιστα και περνούσε τεράστιες περιόδους ανομβρίας που κρατούσαν μέχρι και τρεις μήνες. Δεν βοήθησαν και ορισμένες μεγάλες ευκαιρίες που έχασε, ένα πέναλτι που έστειλε στα πουλιά και ειδικά μία φάση στο ντέρμπι την Ίντερ σχεδόν σε κενή εστία, με τον Τζένγκα εξουδετερωμένο. Τελείωσε τη σεζόν με μόλις 5 γκολ σε 30 παιχνίδια και μετριότατη παρουσία, καθώς δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο ιταλικό στιλ παιχνιδιού. Η Μίλαν βγήκε τελικά όγδοη.

Τα κατορθώματα του Μπλίσετ στην Ιταλία, προς το τέλος το άχαστο με την Ίντερ

Ο Μπλίσετ ήταν ένα παλτό, αλλά όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις μερίδα του κόσμου αγαπάει τέτοιους παίκτες που γίνονται τελικά cult ινδάλματα. Ο Τζαμαϊκανός έγινε μάλιστα και πανό των οπαδών της Λιβόρνο, καθώς ένα από τα λίγα του γκολ ήταν αυτό που έριξε την Πίζα στη Β’ εθνική και οι άσπονδοι γείτονες το χάρηκαν πολύ. Ένας δεύτερος αστικός μύθος χρεώνει την αποτυχία του Μπλίσετ στο γεγονός ότι στη Μίλαν πήγε ο… αδερφός του και όχι ο ίδιος. Τώρα το τι έκανε ο κανονικός Μπλίσετ όλη εκείνη τη σεζόν δεν το απαντάει κανείς, όπως καταλαβαίνουμε. Στον ποδοσφαιριστή αποδίδεται και η ατάκα: «Στην Ιταλία όσα λεφτά και να έχεις δεν μπορείς να βρεις Rice Krispies», ένα δημητριακό που άρεσε πολύ στον φορ. Το να πηγαίνεις από την Αγγλία στην Ιταλία και να γκρινιάζεις για το φαγητό είναι ύβρις, αλλά μπορεί τα Rice Krispies να ήταν σαν να έχασε ο Σαμψών την κοτσίδα του ας πούμε. Το παρατσούκλι Luther Miss-it είχε κολλήσει για τα καλά πάντως.

Παρόμοια ήταν η πορεία του και στην εθνική. Με τον Μπλίσετ να κάνει χατ τρικ στην πρώτη του εμφάνιση (ένας από τους πρώτους μαύρους με τα χρώματα της Αγγλίας) απέναντι στο Λουξεμβούργο, αλλά να μη σκοράρει ξανά στις υπόλοιπες 13 εμφανίσεις του με την Αγγλία. Ο Μπλίσετ το επόμενο καλοκαίρι γύρισε με συνοπτικές διαδικασίες στη Γουότφορντ για τα μισά χρήματα και συνέχισε εκεί την καριέρα του. Η κληρονομιά του έμεινε όμως ανεξίτηλη στην Ιταλία. Έστω και όχι ποδοσφαιρικά. Το όνομά του άρχισε κάποια χρόνια αργότερα να χρησιμοποιείται από ακτιβιστές και φαρσέρ. Κανείς δεν ξέρει τον ακριβή λόγο. Μια ερμηνεία είναι ότι ο Μπλίσετ είχε πέσει θύμα ρατσιστικών επιθέσεων σε ορισμένα γήπεδα, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Ο ίδιος πιστεύει ότι επειδή ακριβώς ήταν ένας από τους λίγους μαύρους ποδοσφαιριστές εκείνα τα χρόνια, ενέπνευσε. Το Luther Blissett Project ξεκίνησε το 1994 από την Μπολόνια, ως μια κολεκτίβα αναρχικών και το όνομα άρχισε να χρησιμοποιείται σε διάφορες φάρσες. Φάρσες που ξεγέλασαν από εφημερίδες μέχρι κανάλια.

Το πρόσωπο του φανταστικού Λούθερ Μπλίσετ

Μάλιστα, η ομάδα αυτή έγραψε και ένα βιβλίο που το υπέγραψε ως Λούθερ Μπλίσετ. Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας λαϊκός ήρωας μέσα στην εποχή της πληροφορίας, με τη διαδικασία της μυθοποίησης. Ένας Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής. Κάπως έτσι, ο Λούθερ Μπλίσετ άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορα μέρη, αφού από την Μπολόνια πήγε και σε άλλες πόλεις και χώρες και… αναλάμβανε την ευθύνη για διάφορες ιστορίες. Μαϊμού εξαφανίσεις καλλιτεχνών (που δεν υπήρχαν) σε τηλεοπτικές εκπομπές τύπου Νικολούλη, ρέιβ πάρτι σε τραμ με την αστυνομία να συλλαμβάνει τα άτομα και όλα να δηλώνουν όνομα Λούθερ Μπλίσετ, αιφνίδιοι θάνατοι φανταστικών προσώπων. Φέικ νιουζ πολύ πριν γίνουν μόδα, όλα με πρωταγωνιστή το ίδιο όνομα. Λούθερ Μπλίσετ. Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δεν ενοχλήθηκε ποτέ που το όνομά του πήρε πλέον άλλη σημασία, άρχισε να μοιράζεται από εδώ και από εκεί. Μετά από 5 χρόνια παρουσίας, οι υπεύθυνοι έκαναν ένα… συμβολικό σεπούκου (χαρακίρι) και σκότωσαν τον χαρακτήρα.

Μετά το 1′, η αποτυχία να πάρει σωστά τη στροφή

Όσο για τα ποδοσφαιρικά, ο Μπλίσετ έζησε κανονικά και έπαιξε αρκετά χρόνια ακόμα στην Αγγλία, έβαλε αρκετά γκολ στη Γουότφορντ και αλλού, αλλά δεν έφτασε ποτέ ξανά στις προ-Μίλαν επιδόσεις του. Θεωρείται πάντως από τους θρύλους της Γουότφορντ. Μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με τον ποδοσφαιρικό  σχολιασμό, αλλά και την αυτοκίνηση, καθώς έκανε μαζί με τον Μπαρνς και τον Λες Φέρντιναντ μια σχολή αγωνιστικής οδήγησης για νεαρούς από την Καραϊβική. Αργότερα ασχολήθηκε κι ο ίδιος με αγώνες οδήγησης και μάλιστα συμμετείχε το 2011 στο Silvestone Classic, όπου ανάμεσα σε άλλες διασημότητες τράκαρε λίγο μετά την εκκίνηση και έκανε αρκετές σβούρες. Ευτυχώς βγήκε σώος.

Όταν ο Καντονά κλώτσησε τον ρατσισμό

  [7 Σχόλια]

Ο Ερίκ Καντονά δεν είναι ακόμα μία συνηθισμένη περίπτωση κάποιου, που υπήρξε κάποτε, ένας κορυφαίος ποδοσφαιριστής, και προσωπικά τον λατρεύω γι’ αυτό. Κι ας αγωνίστηκε -με τεράστια επιτυχία- στην ομάδα που  ήταν, είναι και θα είναι, ο μεγαλύτερος αντίπαλος της ομάδας που εγώ υποστηρίζω. Η αρχοντική του κορμοστασιά δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Ο σηκωμένος του γιακάς δεν μπορούσε να σε αφήσει ασυγκίνητο. Η μοναδική του τεχνική, ώρες-ώρες, σε έκανε να παραμιλάς. Το ψυχρό του βλέμμα, ικανό να τρομάξει αντιπάλους, συμπαίκτες ακόμα και θεατές στην εξέδρα. Πάνω απ’ όλα όμως, το γεγονός πως έπαιρνε, και συνεχίζει να παίρνει, θέση για καθετί σημαντικό -εντός και εκτός ποδοσφαίρου- τον κατατάσσουν πολύ ψηλά στις συνειδήσεις όλων όσων δεν ασχολούνται επιφανειακά με το ποδόσφαιρο, αλλά ψάχνουν σε αυτό και άλλα βαθύτερα νοήματα, αντιμετωπίζοντάς το ως αυτό που είναι πραγματικά: Ένα πανέμορφο παιχνίδι που συνάμα είναι και ένα σπουδαίο κοινωνικό φαινόμενο. Με ό,τι φυσικά αυτό, περικλείει ως κάτι τέτοιο.

Στις αρχές των 90s -και αφού έχουν προηγηθεί τα γεγονότα του Χέιζελ και του Χίλσμπορο- το αγγλικό ποδόσφαιρο προσπάθησε να αλλάξει με ταχείς ρυθμούς, προς το καλύτερο, και τα κατάφερε. Έτσι τουλάχιστον θέλουμε όλοι να πιστεύουμε. Οι θέσεις ορθίων άρχισαν να εξαφανίζονται, βυθίζοντας στη θλίψη αρκετούς φιλάθλους που είχαν μάθει εντελώς διαφορετικά. Τα γήπεδα έγιναν πολύ πιο καθαρά και σύγχρονα, δίνοντας πολλές ανέσεις σε αυτούς που αγοράζουν ένα -ακριβό- εισιτήριο, και φυσικά ο κύριος όγκος των χούλιγκανς σταμάτησε να πηγαίνει οργανωμένα στο γήπεδο. Αυτό φυσικά δεν αναιρούσε το γεγονός πως, εκτός γηπέδου, τα «ραντεβού» έδιναν και έπαιρναν. Κάτι που συνεχίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Αυτό -όπως είναι λογικό- δεν ενοχλούσε καθόλου την FA, αφού το τηλεοπτικό της «προϊόν» γίνονταν μέρα με τη μέρα ολοένα και πιο ελκυστικό. Ολοένα και πιο ακριβό. Ολοένα και πιο λαμπερό.

Την ίδια περίοδο έφτασε στο Νησί και ο Καντονά, με τη φήμη που τον ακολουθούσε να είναι επιεικώς απαράδεκτη, λόγω του εκρηκτικού του χαρακτήρα. Ενός χαρακτήρα που τον έβαζε αρκετά συχνά σε μπελάδες. Ο Γάλλος είχε ξυλοφορτώσει τον συμπαίκτη του, Μπρούνο Μαρτίνι, όταν είχε αγωνιστεί δανεικός στην Μαρτιγκές απ’ την Οσέρ. Είχε χτυπήσει διαιτητή, πετώντας του την μπάλα, με αρκετά υποτιμητικό και βίαιο τρόπο. Είχε τιμωρηθεί με τρίμηνο αποκλεισμό για ένα δολοφονικό μαρκάρισμα στον Μισέλ Ντε Ζακαριάν της Ναντ. Είχε χτυπήσει με παπούτσι στο κεφάλι τον συμπαίκτη του, Ζαν Κλωντ Λεμούλ, όταν έπαιζε στην Μονπελιέ και φυσικά είχε προλάβει να αποκλειστεί -για ένα πολύ μικρό διάστημα- και απ’ την εθνική, μιας και είχε έρθει σε ολική ρήξη με τον τότε προπονητή, Ανρί Μισέλ. Ο χαρακτηρισμός μάλιστα «σκατοσακούλα» που είχε ξεστομίσει στον γαλλικό Τύπο για τον Μισέλ, ακολουθούσε τον εκλέκτορα των Τρικολόρ για πάρα πολλά χρόνια.

Επίσης είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. Να τσακωθεί δηλαδή ακόμα και σε αγώνα φιλανθρωπικού χαρακτήρα σε μια κίνηση που είναι υπερβολικά δύσκολο να περιγραφτεί με λόγια. Τουλάχιστον από εμένα. Αυτά φυσικά είναι μόνο λίγα από όλα όσα είχε καταφέρει τα χρόνια που έπαιζε στα γήπεδα της Γαλλίας. Γι’ αυτούς τους λόγους, και ακόμα περισσότερους, δεν τον είχε φέρει και ο Σούνες στην Λίβερπουλ, την περίοδο που ο Μισέλ Πλατινί τον παρακαλούσε, μήπως και σώσει την καριέρα του σπουδαίου Γάλλου επιθετικού. Μια καριέρα που έδειχνε να έχει πάρει την κάτω βόλτα. Αυτό, τελικά, έγινε στη Λιντς με τον Καντονά να φτιάχνει και πάλι το όνομά του, αφού είχε προηγηθεί η απόρριψή του απ’ την Σέφιλντ Γουένσντεϊ. Ναι, συνέβη και αυτό στον σπουδαίο Ερίκ Καντονά.

Εκτός των εξωπραγματικών του εμφανίσεων στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και των τίτλων που κέρδισε, ο Καντονά θα μνημονεύεται πάντα, για εκείνο το κουνγκ-φου χτύπημα στον Μάθιου Σίμονς. Τον φίλαθλο της Κρίσταλ Πάλας, τον Δεκέμβριο του 1995, στο Νότιο Λονδίνο και συγκεκριμένα στο Σέλχαρστ Παρκ. Αφού είχε μόλις δεχθεί την κόκκινη κάρτα για ένα σκληρό μαρκάρισμα στον Ρίτσαντ Σο, αμυντικό της Πάλας, κι αφού κατευθυνόταν στα αποδυτήρια, ο Καντονά κινήθηκε μαινόμενος προς την κερκίδα, με τα υπόλοιπα να είναι πλέον γνωστά. Η FA τιμώρησε τον Καντονά με αποκλεισμό 8 μηνών από το ποδόσφαιρο και 120 ώρες κοινωνική εργασία καθώς παράλληλα πλήρωσε ποινή φυλάκισης δύο εβδομάδων, συν ακόμα ένα τεράστιο χρηματικό πρόστιμο.

Ο Γάλλος μάλιστα την ίδια περίοδο αποσύρθηκε και απ’ την εθνική Γαλλίας καθώς έβλεπε -ανήμπορος να βοηθήσει- την Γιουνάιτεντ να χάνει στο τέλος της σεζόν το πρωτάθλημα απ’ την Μπλάκμπερν. Ο βρετανικός Τύπος εννοείται πως είχε φερθεί πολύ σκληρά στον Γάλλο σταρ και πως, ηθελημένα, δεν είχε ψάξει το γεγονός όπως κανονικά θα έπρεπε. Εις βάθος. Αντ’ αυτού η στοχοποίηση του ποδοσφαιριστή, που είχε όντως πολύ κακή φήμη, στο «υγιές» πλέον αγγλικό ποδόσφαιρο έγινε ο βασικός στόχος. Η δήλωση του Καντονά έξω απ’ το δικαστήριο πως «Όταν οι γλάροι ακολουθούν την τράτα, είναι γιατί νομίζουν πως θα πεταχτούν σαρδέλες στη θάλασσα» μπορεί να είχε φανεί τότε αστεία και δίχως νόημα, αλλά ήταν τελικά το ακριβώς αντίθετο, κρύβοντας μάλιστα -ουσιαστικά- όλη την αλήθεια αυτής της ιστορίας και την υποκριτική στάση των ΜΜΕ. Μιας ιστορίας που είχαν κρύψει αρκετά καλά για να προστατεύσουν το ακριβό ποδοσφαιρικό προϊόν που άρχιζε να κατακτά ολόκληρο τον πλανήτη. Παρακάτω θα καταλάβετε τον λόγο.

Ο Σίμονς, το «θύμα» δηλαδή, είναι γέννημα-θρέμμα του Θόρντον Χιλ, ακριβώς δίπλα στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας και αν και δηλώνει περισσότερο φίλος της Φούλαμ, πήγαινε αρκετά συχνά και στα παιχνίδια των «αετών», στο Σέλχαρστ Παρκ. Αυτή η σχέση ξεκίνησε απ’ όταν η μητέρα του δούλευε για -πολλά χρόνια- στο μπαρ του γηπέδου. Μάλιστα, στα παιδικά του χρόνια, ο Σίμονς είχε υπάρξει και ball boy της ομάδας. Μέχρι εδώ όλα καλά. Αυτό που ποτέ δεν βγήκε στην επιφάνεια εκείνα τα χρόνια ήταν το κοινωνικό προφίλ του διάσημου «θύματος» και το γεγονός πως εκείνη την περίοδο ήταν μέλος του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος και πως συμμετείχε ακόμα σε πορείες και συλλαλητήρια δίπλα σε ένα σωρό ακροδεξιά στοιχεία.

Επίσης στα 17 του, λίγα χρόνια δηλαδή πριν την κλωτσιά του Καντονά, ο Μάθιου Σίμονς είχε καταδικαστεί για απόπειρα ληστείας σε βενζινάδικο του οποίου ο βασικός υπάλληλος ήταν απ’ τη Σρι Λανκα. Επίσης κανένας δεν είχε ασχοληθεί με το γεγονός πως ενώ η θέση του, εκείνη τη μέρα, ήταν 11 σκαλοπάτια ψηλότερα, αυτός είχε βρεθεί δίπλα στις διαφημιστικές πινακίδες απλά και μόνο για να βρίσει τον Καντονά χυδαία για την καταγωγή του και να τον προτρέψει να γυρίσει στην «Γαμ…ένη τη χώρα σου, γαμ…νε Γάλλε». Το γεγονός πως ο Σίμονς πριν μερικά χρόνια καταδικάστηκε επίσης, για επίθεση στον προπονητή της ομάδας που αγωνίζεται ο ανήλικος γιος του (το εν λόγω συμβάν έγινε περίπου το 2011), δίνει στον Καντονά ακόμα ένα ελαφρυντικό  για εκείνο το γεγονός και εκείνη την βίαιη αντίδρασή του. Ένα γεγονός που ο ίδιος δεν έχει ξεχάσει ακόμα και σήμερα. Και φυσικά -ορθώς- δεν έχει συγχωρήσει τον Σίμονς γι’ αυτό.

Το πόρισμα των χαρτογιακάδων είχε βγει: «Οι εξέδρες είχαν καθαρίσει από ταραχοποιά στοιχεία και το προϊόν μπορούσε πλέον να καταναλωθεί από όλους με συμπεριφορές σαν αυτή του Καντονά να δυσφημούν την Πρέμιερ Λιγκ». Είναι τόσο τραγικό όσο ακούγεται. Το εύκολο θύμα σε όλο αυτό, κάποιος που προκαλείται για να γίνει θύτης μιας και το προβληματικό του παρελθόν, μπορούσε εύκολα να τον στοχοποιήσει. Κάποιος που εκτός του σπάνιου ποδοσφαιρικού του ταλέντου είχε κοινωνική και πολιτική συνείδηση και φυσικά κάποιος που -ασχέτως- αν ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και ίνδαλμα της Ποπ Κουλτούρας της εποχής, δεν μπορούσε να το «βουλώσει» μπροστά στην αδικία, τη βία και τον κάθε μορφής ρατσισμό. Αυτόν το ρατσισμό που υπήρχε πολύ βαθιά ριζωμένος εκείνη την περίοδο στις κερκίδες και που η FA ήθελε να κρύψει για να μην πληγώσει το προϊόν της. Εδώ έρχεται επίσης ακόμα ένα μεγάλο αναπάντητο τόσα χρόνια τώρα -αθλητικό- ερώτημα. Με ποιο δικαίωμα ο οπαδός μπορεί να βρίζει τον αθλητή και γιατί αν αυτός αντιδράσει θα πρέπει να τιμωρείται; Ποιο μέτρο τιμωρεί (και πως) την σωματική βία αλλά αφήνει ατιμώρητη την λεκτική, κυρίως, προς τους αθλητές; Γιατί κάποιοι αποφάσισαν τόσο εύκολα πως εκείνο το απόγευμα στο Σέλχαρστ Παρκ ο Καντονά ήταν ο θύτης και όχι το θύμα;

Το ποδόσφαιρο είχε όντως αλλάξει, ιδίως το αγγλικό, και είχε αρχίσει να γίνεται ακριβώς αυτό που είναι στις μέρες μας. Ένα προϊόν που μπορεί να καταναλωθεί από όλους και πρέπει να καταναλώνεται από όλους. Ένα προϊόν που όλα μέσα σε αυτό πρέπει να δείχνουν όμορφα και αγγελικά πλασμένα για να μπορεί να «πουλάει». Ο σκληρός και αληθινός Ερίκ δεν ξέρω πόσο θα μπορούσε να βρει χώρο σε αυτό το ποδόσφαιρο και γι’ αυτό λογικά έβαλε και τέλος στην καριέρα του, δύο χρόνια αργότερα στα 31 του χρόνια, αφού δε τον γέμιζε και δεν μπορούσε να πορευτεί σε αυτό ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής όπως τους ήθελε και συνεχίζει να τους θέλει το σύστημα. Χωρίς πάθη. Χωρίς πολιτική/κοινωνική συνείδηση (εκτός και αν πιέζουν οι χορηγοί), και το σημαντικότερο, χωρίς αντίδραση στην δράση. Αυτό το τελευταίο δεν θα μπορούσε να το δεχθεί κάποιος με την φιλοσοφία του σπουδαίου Γάλλου αρτίστα.

Αν υπήρξε ένα θύμα εκείνη την μέρα στο Σέλχαστ Παρκ, αυτό  δεν ήταν σίγουρα ο Σίμονς. Ίσως μεγαλύτερο θύμα κι απ’ τον Καντονά να ήταν το ίδιο το ποδόσφαιρο. Ένα ποδόσφαιρο που πέθαινε σιγά-σιγά με την παλιά του μορφή, δίνοντας την θέση του σε ένα άλλο ποδόσφαιρο, γεμάτο νέα συναισθήματα, με πολλές -και άνετες- θέσεις στην εξέδρα και νέες θέσεις πίσω από πολλά γραφεία για ανθρώπους που δεν το γνωρίζουν και δεν το αγαπούν, βλέποντας σε αυτό μόνο αριθμούς σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Απ’ την άλλη, η πορεία του Καντονά, μετά το ποδόσφαιρο, έδειξε σε όλους ποιος πραγματικά ήταν (και είναι) ο Κινγκ Eρίκ κάτι που εμένα προσωπικά με γεμίζει χαρά. Μεγάλη χαρά. Σαν αυτή που πήρα την πρώτη φορά που είδα την κουνγκ-φου κλωτσιά του αποτυπωμένη στο εξώφυλλο του σιγκλ των Ash. Εννοείται, για το κομμάτι Kung-Fu.

Χαρά και συγκίνηση όπως τότε που τον είδα να γεμίζει με την παρουσία του την Μεγάλη Οθόνη στο εξαιρετικό «Looking For Eric» του Κεν Λόατς. Απίστευτη χαρά σαν αυτή που εισπράττω όταν διαβάζω τις δηλώσεις του και βλέπω την στάση του για ένα σωρό δύσκολα κοινωνικά θέματα των περίεργων ημερών μας. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν έριχναν κι άλλοι διάσημοι ποδοσφαιριστές -και αθλητές- τέτοιες κλωτσιές σε όλους αυτούς που πραγματικά τις αξίζουν; Τότε -και μόνο τότε- ίσως να ήταν το ποδόσφαιρο, η κοινωνία, ακόμα και το ίδιο το «Σύστημα» κάπως καλύτερα. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός είναι απ’ τα σημαντικότερα δευτερεύοντα πράγματα στην ζωή, κάτι που ο Ερίκ Καντονά το είχε καταλάβει αρκετά νωρίς και μάλιστα πολύ καλά, αρνούμενος να μένει σιωπηλός μπροστά σε όλα τα άσχημα και τα περίεργα που συναντούσε.

To κείμενο γράφτηκε έχοντας ως μουσική παρέα το soundtrack της τανίας La Haine.

Σώζοντας την ομάδα και την πόλη

  [1 Σχόλιο]

Στα παράλια της Βόρειας θάλασσας, κοντά στο Μίντλεσμπρο και το Νιούκαστλ βρίσκεται η παραλιακή πόλη του Χάρτλπουλ. Όταν λέμε παραλιακή βέβαια, μη σκέφτεστε καταγάλανα νερά και λαμπερές αμμουδιές. Όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 20 βαθμούς γίνεται πάρτι. Μια πόλη που ζει από τη βιομηχανία και το λιμάνι της. Μια πόλη που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς εξαιτίας των ναυπηγείων της, τόσο στον 1ο, όσο και στο 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, που πέρασε δύσκολες περιόδους λόγω οικονομικών κρίσεων, με την ανεργία, την εγκληματικότητα να ανεβαίνουν ψηλά αρκετές φορές.

Όπως κάθε αγγλική πόλη που σέβεται τον εαυτό της, έχει για καμάρι και διέξοδο την ποδοσφαιρική της ομάδα. Τη Χάρτλπουλ Γιουνάιτεντ. Έναν σύλλογο που κλείνει τα 110 χρόνια ζωής φέτος και δεν έχει καταφέρει να ανέβει πάνω από τη 3η εθνική ποτέ στην ιστορία της. Αν υπάρχει κάτι αξιομνημόνευτο, είναι ότι αποτέλεσε τον πρώτο σταθμό της προπονητικής καριέρας του Μπράιν Κλαφ. Ο Κλαφ αρχικά αρνήθηκε την πρόταση λέγοντας απλά «δεν μου αρέσει καθόλου το μέρος», αλλά τελικά μόλις στα 30 του χρόνια ανέλαβε και έγινε ο πιο νέος προπονητής στην Αγγλία, παρέα με τον Πίτερ Τέιλορ. Τα πράγματα ήταν τόσο τραγικά οικονομικά, που πήγαινε στις παμπ για να μαζέψει χρήματα για την ομάδα, ενώ αναγκάστηκε να βγάλει και δίπλωμα για να μπορεί να οδηγεί πούλμαν ώστε να πάει ο ίδιος την ομάδα στα εκτός έδρας. Ο Κλαφ έμεινε σχετικά λίγο στο σύλλογο, αλλά άφησε το στίγμα του και κάπως έτσι πήγε στην Ντέρμπι.

Ο Μπράιν Κλαφ και το πούλμαν της Χάρτλπουλ (όχι δεν το πάρκαρε στην εστία)

Εκτός από τον Κλαφ όμως, μια σημαντική προσωπικότητα είναι κι ο H’Angus η Μαϊμού, η μασκότ του συλλόγου. Το όνομα είναι ένα 100% βρετανικό λογοπαίγνιο, βασισμένο σε ένα θρύλο της περιοχής. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, λέγεται ότι ένα γαλλικό καράβι ναυάγησε στην ακτή του Χάρτλπουλ. Ο μοναδικός διασωθείς ήταν μια μαϊμού που είχαν οι Γάλλοι στο καράβι για να τους διασκεδάζει και την είχαν μάλιστα ντυμένη με στρατιωτική στολή. Οι ντόπιοι έκαναν… δίκη της μαϊμούς και καθώς αυτή κρατούσε πεισματικά τη σιωπή της κατά την ακροαματική διαδικασία, θεώρησαν ότι είναι Γάλλος κατάσκοπος, μια που όπως λέει η ιστορία δεν είχαν δει ποτέ ούτε Γάλλο, ούτε μαϊμού για να ξέρουν πώς είναι (αυτή η αγγλο-γαλλική αγάπη κι οι θρύλοι της). Σύμφωνα με την ιστορία, η καημένη μαϊμουδίτσα καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμό και οι Χαρτλπουλιανοί έμειναν στην ιστορία ως «Monkey Hangers», όπως οι Γιαννιώτες είναι παγουράδες κι οι Βολιώτες Αυστριακοί μάλλον.

Η μαϊμού έγινε και μασκότ του συλλόγου και δεν θα σας είχα κουράσει τόσο πολύ, αν ο άνθρωπος μέσα στο κοστούμι του H’Angus δεν κατέβαινε για δήμαρχος της πόλης. Σε μια ιστορία που θυμίζει το επεισόδιο «The Waldo Moment» από τη 2η σεζόν του Black Mirror, ο Στιούαρτ Ντράμοντ αποφάσισε για πλάκα να είναι υποψήφιος. Η όλη ιστορία ξεκίνησε αρχικά με τον Στιούαρτ να φοράει το κοστούμι και να υπόσχεται δωρεάν μπανάνες στα παιδιά κάτω από 11 ετών, αλλά κατέληξε να βγάζει το κοστούμι, να μιλάει πολιτικά και στο τέλος να εκλέγεται δήμαρχος το 2002. Τα κατάφερε και πάλι το 2005, διπλασιάζοντας μάλιστα τις ψήφους του και βγήκε τρίτη φορά δήμαρχος το 2009. Ο Ντράμοντ σταμάτησε να είναι δήμαρχος όταν το 2013, οι Εργατικοί προκάλεσαν δημοψήφισμα και άλλαξαν τον τρόπο εκλογής δημάρχου, όχι απευθείας από τον λαό, αλλά μέσω ενός συστήματος στο οποίο το κόμμα της πλειοψηφίας έχει τον έλεγχο (περισσότερα πολιτικά εδώ). Έγινε πάντως ο μοναδικός άνθρωπος που στο CV του μπορεί να γράφει μαζί μασκότ και δήμαρχος.

Μια από τις πιο σημαντικές στιγμές των Monkey Hangers ήρθε το 2005. Η Χάρτλπουλ τερμάτισε 6η στη Λιγκ 1, αλλά έφτασε στον τελικό των πλέι-οφ και στο 80′ κέρδιζε με 2-1 τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ αγγίζοντας το όνειρο της Τσάμπιονσιπ για πρώτη φορά στην ιστορία της. για Ήρθε όμως ένα πέναλτι που έστειλε το ματς στην παράταση και τη Χάρτλπουλ με παίκτη λιγότερο να χάνει με 4-2 και να χάνει την άνοδο βασανιστικά. Μια άνοδος που μπορεί να έδινε ανάσα στο σύλλογο σε όλα τα επίπεδα. Ένα χρόνο μόλις αργότερα υποβιβάστηκε στη Λιγκ 2 εν μέσω μεγάλων διοικητικών προβλημάτων. Επέστρεψε, αλλά το 2013 έπεσε ξανά και από τότε βρίσκεται σε άθλια κατάσταση δίνοντας μάχη να μην πέσει ακόμα πιο κάτω από την 4η σε σειρά κατηγορία της Αγγλίας. Δυστυχώς όμως το πρόβλημα δεν είναι απλά αγωνιστικό, η ομάδα πέρσι υποβιβάστηκε στη National League για πρώτη φορά στην ιστορία της και πλέον απειλείται με αφανισμό.

Οι οπαδοί του συλλόγου κάθε χρόνο ντύνονται για να πάνε στο τελευταίο εκτός έδρας.
Εδώ σαν στρουμφάκια. Θα υπάρξει κάτι τέτοιο ξανά;

Η Χάρτλπουλ έχει χρέη περίπου 2 εκατομμυρίων Ευρώ, ενώ έχει άμεσες υποχρεώσεις πάνω από 200 χιλιάδες που πρέπει να πληρώσει μέχρι το τέλος του μήνα. Αλλιώς μπαίνει σε «επιτήρηση» και τιμωρείται με -10 βαθμούς γεγονός που πιθανότατα θα τη στείλει ακόμα πιο χαμηλά και θα την καταστρέψει οριστικά. Ήδη ο σύλλογος είναι μια τεράστια μαύρη οικονομική τρύπα, καθώς έχει μπάτζετ ομάδας Λιγκ 2, αλλά έσοδα ερασιτεχνικού σωματείου που τη βάζουν κάθε εβδομάδα μέσα. Οι άνθρωποι του συλλόγου ψάχνουν νέο ιδιοκτήτη, αλλά ποιος θα πάρει μια επιχείρηση με τόσα χρέη και τόσα έξοδα;

Οπαδοί της Μπόρο που στηρίζουν τους γείτονες

Η καταστροφή του συλλόγου δεν θα είναι μόνο πρόβλημα γι’ αυτόν. Ήδη οι παλιότεροι φοβούνται ότι θα χαθούν οπαδοί. Ας μην ξεχνάμε ότι τριγύρω υπάρχουν ομάδες όπως η Μίντλεσμπρο, η Νίουκαστλ και η Σάντερλαντ. Αλλά δεν είναι μόνο η οπαδική βάση. Το τέλος της Χάρτλπουλ κι ο υποβιβασμός της στα τοπικά θα είναι και πρόβλημα για την ίδια την πόλη. Ο μοναδικός τουρισμός της είναι το παλιότερο πολεμικό καράβι στον κόσμο που εκτίθεται και το Βικτόρια Παρκ, το γήπεδο της ομάδας όπου πολλές φορές μέχρι και 1000 φιλοξενούμενοι ταξιδεύουν και αφήνουν χρήματα στις τοπικές παμπ και τα εστιατόρια. Αλλά κι ο ίδιος ο σύλλογος εκτός από μόνιμο προσωπικό, δίνει δουλειά σε 100 ανθρώπους περίπου σε κάθε αγώνα. Όλα αυτά θα χαθούν. Μπροστά στο διπλό καταστροφικό φάσμα, τοπικοί πολιτικοί και φυσικά οι φίλαθλοι της ομάδας κάνουν ότι μπορούν. Περίπου 60.000€ έχουν μαζευτεί από δωρεές (αρκετά από τα χρήματα από οπαδούς της Μπόρο που δεν ξέχασαν ότι το 1986 βρέθηκαν σε ίδια κατάσταση και οι Monkey Hangers βοήθησαν) για να γλιτώσει η ομάδα, με τους φιλάθλους να γεμίζουν σε πολλά ματς το γήπεδο των περίπου 7.000 θέσεων.

Ο 5χρονος Λέο Άλεν όταν είδε ότι κάποιοι «μεγάλοι» μαζεύουν χρήματα, ρώτησε τους γονείς του και του είπαν ότι χρειάζονται για να επιζήσει ο σύλλογος. Έτσι, αποφάσισε να τρέξει δυο φορές το γήπεδο για να μπορέσει να συγκεντρώσει χρήματα από σπόνσορες. Άλλοι άνθρωποι δουλεύουν εθελοντικά από διάφορα πόστα για να καλύπτουν τις ανάγκες. Οι διοικούντες του συλλόγου πιστεύουν ότι θα τα καταφέρουν μέχρι τις 25 Ιανουαρίου. Τα χρήματα αυξάνονται καθημερινά και οι παίκτες θα πληρωθούν αυτό το μήνα μάλλον, ενώ κι αρκετοί προμηθευτές θα πάρουν τα χρήματά τους. Ακόμα κι αυτό να γίνει όμως, αν δεν βρεθεί αγοραστής ο σύλλογος θα πρέπει να διαλυθεί και να αφανιστεί, μια που δε γίνεται κάθε μήνα να βρίσκονται τόσα χρήματα. Και μια πόλη που βομβαρδίστηκε 43 φορές από τους Γερμανούς, θα χάσει ένα τεράστιο κομμάτι της ιστορία της.