Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Αγγλικό πρωτάθλημα'

Οι 13 ξένοι της Πρέμιερ Λιγκ τον Δεκαπενταύγουστο του 1992

  [3 Σχόλια]

Στις μέρες μας η Πρέμιερ Λιγκ είναι το διασημότερο, δυσκολότερο και καλύτερο πρωτάθλημα σε ολόκληρη την Ευρώπη και κατ’ επέκταση στον κόσμο. Ένα πρωτάθλημα γεμάτο σπουδαίους παίκτες από τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και πολλούς ξένους από όλα τα μήκη και τα πλάτη των πέντε ηπείρων. Για την ακρίβεια, πάρα πολλούς ξένους. Αναλογικά στην Πρέμιερ Λιγκ αγωνίζονται οι περισσότεροι ξένοι από κάθε άλλο μεγάλο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Αλλά -ευτυχώς ή δυστυχώς- δεν ήταν πάντα έτσι. Για την ακρίβεια στις 20 Φεβρουαρίου του 1992, τη μέρα δηλαδή που το πρωτάθλημα άλλαξε ονομασία και έγινε επισήμως Πρέμιερ Λιγκ, στις 22 ομάδες που έπαιζαν στην μεγάλη κατηγορία δεν υπήρχαν πολλοί ξένοι ποδοσφαιριστές. Πόσο μακρινός φαντάζει αυτός ο αριθμός στις μέρες μας και πόσο ‘περίεργη’ και ‘ξένη’ φαντάζει εκείνη η εποχή είναι εύκολο να το αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε αρκεί να ρίξει μια ματιά στα ρόστερ των ομάδων και στα 13 ονόματα των παικτών που θα δείτε παρακάτω. Αυτοί ήταν οι μοναδικοί ξένοι παίκτες που αγωνίστηκαν την 1η αγωνιστική της παρθενικής Πρέμιερ Λιγκ, τον Δεκαπενταύγουστο του 1992.

[διάβασε περισσότερα →]

Μια μικρή ωδή στον Φράνκι Λάμπαρντ

  [5 Σχόλια]

Για να φτάσεις στην κορυφή χρειάζονται αγώνες και θυσίες. Χρειάζεται να παλέψεις, να ματώσεις, να πονέσεις για να αποδείξεις πως αξίζεις (αν αξίζεις) ακόμα και αν προέρχεσαι από μια διάσημη οικογένεια, με μεγάλη ιστορία (και παράδοση) πάνω στο αντικείμενό σου. Μια τέτοια περίπτωση -στο χώρο του ποδοσφαίρου- είναι και ο Άγγλος ποδοσφαιριστής Φρανκ Λάμπαρντ. Τι και αν έχει πατέρα τον θρύλο της Γουέστ Χαμ, Φρανκ Λάμπαρντ (τον πρεσβύτερο). Τι και αν ο Χάρι Ρέντκναπ είναι θείος του. Τι και αν μεγάλωσε βλέποντας τον ξάδερφό του Τζέιμι (Ρέντκναπ) να εξελίσσεται σε ένα σπουδαίο παιδί-θαύμα για το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ο Φρανκ Λάμπαρντ δεν είδε τίποτα να του χαρίζεται. Δούλεψε το -σπάνιο είναι η αλήθεια- ταλέντο του και έγινε, για πολλούς, ο κορυφαίος μέσος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Εδώ και λίγες μέρες ο Φράνκι (όπως είναι γνωστός στις τάξεις των φίλων της Τσέλσι) σταμάτησε επίσημα την πλούσια επαγγελματική του καριέρα και εμείς εδώ στο el sombrero δεν μπορούσαμε να μην του αφιερώσουμε μερικές όμορφες λέξεις. Πιστέψτε με, όσο και αν κάποιος δεν γουστάρει την Τσέλσι, δεν γίνεται να μη συμπαθεί τον Φρανκ Λάμπαρντ και να μην σέβεται την ποδοσφαιρική του αξία.

«Θυμάμαι να οδηγώ για τέσσερις ώρες χαρούμενος μετά το επιτυχημένο δοκιμαστικό που είχα στη Σουόνσι. Ήμουν τόσο χαρούμενος. Η ομάδα πάλευε για να σωθεί. Όταν άρχιζε να βρέχει (στην Ουαλία) ξεχνούσε να σταματήσει. Η κατηγορία ήταν πολύ σκληρή και τις περισσότερες φορές πλέναμε μόνοι τα ρούχα μας, εγώ ως μικρότερος έπλενα και άλλων συμπαικτών, αλλά ειλικρινά λάτρεψα το πέρασμά μου από τη Σουόνσι. Εκεί κατάλαβα πόσο δύσκολος είναι ο επαγγελματικός χώρος του ποδοσφαίρου. Εκεί έγινα παίκτης. Από τότε πάντα έριχνα και μια ματιά να δω τι είχαν κάνει οι «κύκνοι» κάθε αγωνιστική».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Φρανκ Λάμπαρντ για το δανεισμό του την περίοδο 1995-1996 στη Σουόνσι (στα 17 του χρόνια) ως παίκτης της Γουέστ Χαμ, σε μια περίοδο μάλιστα που προπονητής στην ομάδα ήταν ο Ρέντκναπ και βοηθός προπονητή ο πατέρας του και δείχνουν πολλά για την αξία, την ποδοσφαιρική αντίληψη και την ταπεινότητα που διέθετε από μικρός. Είπαμε και πιο πάνω άλλωστε, τίποτα μα τίποτα δεν του χαρίστηκε. Ο Λάμπαρντ μπορεί να βγήκε από την φημισμένη ποδοσφαιρική ακαδημία της Γουέστ Χαμ (όπως ο Τζο Κόουλ, ο Ρίο Φέρντιναντ και ο Μάικλ Κάρικ) αλλά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του στο Λονδίνο είχε την ρετσινιά του παιδιού που παίζει λόγω του ονόματός του. Όταν στις 31 Ιανουαρίου του ’96  απέναντι στην Κόβεντρι ο Ρέντκναπ έβγαζε τον μέσο Τζον Μονσούρ για να περάσει στη θέση του έναν άγουρο 18χρόνο μέσο, στις κερκίδες οι περισσότεροι φίλοι των «σφυριών» μιλούσαν για το ανελέητο σπρώξιμο που δέχεται η καριέρα του μικρού και για το πόσο υπερεκτιμημένος είναι. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι άλλοι που τα έβαζαν με τον Ρέντκναπ επειδή για να γίνει μέλος της πρώτης ομάδας ο Λάμπαρντ είχε «θυσιαστεί» ένας άλλος νεαρός μέσος, αγαπημένος σε αρκετούς οπαδούς, ο Σκοτ Κάνχαμ. Ο Κάνχαμ είχε πολλούς φανατικούς θαυμαστές από τα χρόνια που έπαιζε στην ακαδημία της Γουέστ Χαμ, με την μετέπειτα πορεία του πάντως να δικαιώνει απόλυτα την επιλογή του Ρέντκναπ. Μετά από μερικά χρόνια -και αφού τον είχαν δει να επιστρέφει από ένα σοβαρό τραυματισμό στα 18 του χρόνια- ήταν οι ίδιοι που τον αποκαλούσαν προδότη, όταν τους άφησε για την Τσέλσι, σε μια περίοδο μάλιστα που το ‘καράβι’ της Γουέστ Χαμ είχαν αφήσει τόσο ο θείος-προπονητής του όσο και ο πατέρας του. Το επόμενο βήμα και η απογείωση της καριέρας του ήταν ήδη γεγονός ή μήπως όχι;

Τα πρώτα χρόνια στην Τσέλσι η ομάδα δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας. Δεν κατακτούσε πρωταθλήματα και προσπαθούσε να μπει σφήνα στις μεγάλες δυνάμεις (την Γιουνάιτεντ, την Λίβερπουλ και την Άρσεναλ). Σιγά-σιγά τα κατάφερνε και ο Λάμπαρντ έδειχνε να γίνεται και αυτός σχετικά γρήγορα βασικό γρανάζι της μηχανής των Μπλε. Όλα αυτά μέχρι την έλευση του Αμπράμοβιτς και των εκατομμυρίων του. Η ομάδα ανέβαινε αυτόματα επίπεδο και ο Λάμπαρντ έβλεπε τον άξονα της να γεμίζει με ξένους παίκτες τεράστιας αξίας όπως ο Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν και ο Κλοντ Μακελελέ, κάτι που σήμαινε πως η θέση στην βασική 11αδα δεν ήταν εξασφαλισμένη για κανένα. Όταν μάλιστα είδε την πρεμιέρα της ομάδας στο Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν 2003-2004, απέναντι από την Σπάρτα Πράγας, από τον πάγκο (παρέα με τον Τέρι και τον Γκουντγιόνσεν) κατάλαβε πολύ καλά πως έπρεπε να δουλέψει σκληρότερα. Να γίνεται μέρα με τη μέρα καλύτερος, δυνατότερος, πληρέστερος. Να πλησιάσει να γίνει όχι μόνο ο ηγέτης της Τσέλσι αλλά και ένας εκ των καλύτερων παικτών στον πλανήτη. Και τα κατάφερε.

Δύο χρόνια αργότερα (τ0 2006) ο Λάμπαρντ ψηφίζονταν δεύτερος καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη, πίσω από τον πρώτο Ροναλντίνιο, είχε κερδίσει δύο σερί πρωταθλήματα με την Τσέλσι του Μουρίνιο και ήταν βασικός και αναντικατάστατος στην 11αδα της εθνικής Αγγλίας. Η έλευση του Μουρίνιο είχε παίξει σίγουρα το ρόλο της (ο Πορτογάλος ήταν ο Special One) όπως και οι ποιοτικοί συμπαίκτες. Για να φτάσει όμως να γίνει ο Λάμπαρντ ο ηγέτης της Τσέλσι ήταν εύκολο να γίνει κατανοητό πως είχε ρίξει απίστευτη δουλειά. Τα νούμερά και οι επιδόσεις του δεν μπορούσαν να γίνουν μόνο με το ατομικό ταλέντο  και τις τακτικές των προπονητών του. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως στα 32 του χρόνια -επί Αντσελότι- σκόραρε συνολικά 27 τέρματα σε 51 εμφανίσεις (κερδίζοντας και το πρωτάθλημα Αγγλίας), σε μια χρονιά (2009-2010) που όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ήταν η κορυφαία της καριέρας του σε ατομικό επίπεδο. Τα πρώτα χρόνια του Μουρίνιο στο Στάμφορντ Μπριζ μην ξεχνάμε επίσης πως του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «βιονικός» επειδή δεν έλειπε ποτέ (κυριολεκτικά όμως ποτέ) από κανένα παιχνίδι, ακόμα και από εκείνα τα «εύκολα» του Λιγκ Καπ. Ο Λάμπαρντ ήταν μαζί με τον Τζέραρντ και τον Πολ Σκόουλς οι κορυφαίοι μέσοι στο Νησί και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους θεωρούσαν ως τους κορυφαίους στον κόσμο εκείνα τα χρόνια. Κάτι που δεν απείχε και πολύ απ’ την πραγματικότητα αν θέλετε και τη δική μου -ταπεινή- γνώμη.

Δεν θα σταθώ στους τίτλους και τις ατομικές διακρίσεις του Λάμπαρντ, κέρδισε άλλωστε τα πάντα με την Τσέλσι, θα σταθώ σε αυτά που μπορούσε να κάνει στο γήπεδο και στο πως έμπαινε πάντα μπροστά στα δύσκολα παιχνίδια για την ομάδα του. Μπορούσε να οργανώσει τέλεια ως μαέστρος, παίζοντας ως deep lying playmaker δίπλα στον σπουδαίο Κλοντ Μακελελέ. Να αγωνιστεί ως καθαρός κόφτης δίπλα στον Μπάλακ και τον Ντέκο ή τον Στήβεν Τζέραρντ στην εθνική. Να πασάρει άψογα και να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένας μέσος με την αίσθηση του γκολ σπουδαίου επιθετικού και το ηγετικό χάρισμα παικτών άλλης εποχής. Ένας παίκτης που προσωπικά λάτρευα να χαζεύω να παίζει ποδόσφαιρο. Ένας παίκτης που ποτέ δεν προκάλεσε και που πάντα έδειχνε το σπουδαίο ήθος του χαρακτήρα του.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εξωπραγματική του εμφάνιση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ του 2008 λίγες μέρες μετά τον χαμό της μητέρας του. Εκείνο το γκολ κόντρα στην Τσέλσι (ως παίκτης της Σίτι) που είχε ισοφαρίσει το ματς σε μια περίοδο που ο σύλλογος που λάτρεψε και λατρεύτηκε του είχε φερθεί με πολύ άσχημο τρόπο και αυτός δεν το πανηγύρισε καθόλου. Τον διαπληκτισμό που είχε ως παίκτης της Γουέστ Χαμ με τον αστέρα της ομάδας Πάολο Ντι Κάνιο για μια εκτέλεση πέναλτι. Ένα πέναλτι που τελικά ο Ιταλός είχε εκτελέσει εύστοχα και καθώς έβριζε θεούς και δαίμονες ο νεαρός Φρανκ Λάμπαρντ τον αγκάλιασε και του έδωσε συγχαρητήρια δίνοντας τόπο στην οργή, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την ωριμότητα που διέθετε και που τον βοήθησε να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια σε παίκτη παγκόσμιας κλάσης, και φυσικά εκείνο το κάλεσμα που δέχθηκε από την Γουέστ Χαμ το 2010 για να παραστεί στο Μπολέιν Γκράουντ τη μέρα που τα «σφυριά» τίμησαν τον σπουδαίο προπονητή των ακαδημιών Τόνυ Καρ. Το περίεργο βέβαια δεν είναι πως ο Λάμπαρντ αποδέχτηκε την πρόσκληση αλλά το γεγονός πως παρουσιάστηκε μπροστά στους 15.000 φίλους της ομάδας που είχαν βρεθεί στη γιορτή (μαζί με αρκετούς Έλληνες από το fan club της ομάδας, να τα λέμε αυτά) φορώντας, ακομπλεξάριστος, ρετρό μπλουζάκι της Γουέστ Χαμ. Όσο κι αν υπάρχει ποδοσφαιρικός πολιτισμός στο Νησί, ελάχιστοι θα είχαν προβεί σε παρόμοια κίνηση ας μην γελιόμαστε. Να συμπληρώσω πως ο Λάμπαρντ είναι ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Τσέλσι (αν και μέσος). Ο μέσος με τα περισσότερα γκολ στην Πρέμιερ Λιγκ και ο παίκτης με τα περισσότερα γκολ εκτός περιοχής στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Προσωπικά θεωρώ πως η λέξη μύθος δεν είναι ικανή να τον χαρακτηρίσει.

Εν κατακλείδι. Ο Φρανκ Λάμπαρντ (παρέα με τον Τζον Τέρι) είναι η Τσέλσι στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Ο παίκτης που πάνω του χτίστηκε μια σπουδαία ομάδα και ο παίκτης που έγινε κορυφαίος δουλεύοντας σκληρά για όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και όχι πατώντας μόνο στο ταλέντο του. Ένας ποδοσφαιριστής που αμφισβητήθηκε τα πρώτα χρόνια της καριέρας του αλλά ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Ο ορισμός της μαχητικής ψυχής. Ένας ανάμεσα στις μεγαλύτερες ηγετικές προσωπικότητες που έχει γνωρίσει το άθλημα τα τελευταία 25 χρόνια. Ένας παίκτης που έκανε καλύτερο το άθλημα και που προσωπικά νιώθω τυχερός που τον έζησα να αγωνίζεται από την αρχή της -τεράστιας- καριέρας του. Και -πιστέψτε- με, ως φίλος της Λίβερπουλ, ειλικρινά δεν ξέρω πόσα παιχνίδια παρακολούθησα τον Λάμπαρντ αντίπαλο των «κόκκινων». Σε όλα τον χαιρόμουν. Ακόμα και σε αυτά που έπαιζε τέλεια απέναντί μας και ήταν ο βασικός υπαίτιος για τις νίκες των «μπλε».

Ρόμπι Φάουλερ: O θεός των φίλων της Λίβερπουλ

  [5 Σχόλια]

Το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω δεν είναι ακριβώς ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο. Μάλλον, είναι ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο  αλλά έχει πολύ μικρή σχέση με το ποδόσφαιρο των ημερών μας. Το κείμενο που θα διαβάσετε -όσοι το διαβάσετε- δεν πρόκειται να σας κάνει σοφότερους σε ποδοσφαιρικά θέματα. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του κι ας είναι ο κεντρικός ήρωάς του κάποιος που βρίσκεται ανάμεσα στους κορυφαίους παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ. Το κείμενο αυτό είναι για τον Ρόμπι Φάουλερ. Όχι όμως για τον αριστεροπόδαρο τεχνίτη επιθετικό αλλά γι’ αυτόν που βρίσκεται κάτω από την αθλητική φανέλα και λατρεύτηκε όσο λίγοι από τους ανθρώπους του μεγάλου λιμανιού της πόλης των Beatles και του Έλβις Κοστέλο.

O Φάουλερ γεννήθηκε στο Τόξτεθ του Λίβερπουλ το 1975 και βίωσε στην τρυφερή ηλικία των 6 ετών (ευτυχώς ως θεατής) -ενώ είχε αρχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και να δηλώνει φίλος της Έβερτον- μια από τις μεγαλύτερες ταραχές που έζησε αυτή η πόλη. Ήταν 3 Ιουλίου του ’81 όταν η αστυνομία του Λίβερπουλ συνέλαβε τον μαύρο Λιρόι Αλφόνς Κούπερ χρησιμοποιώντας υπερβολική βία (τι περίεργο!) και -ουσιαστικά- βάζοντας το μπαρούτι στην έτοιμη από καιρό να εκραγεί κοινωνία των μαύρων της περιοχής. Αυτά που ακολούθησαν δεν θα τα αναφέρω σε αυτό εδώ το κείμενο. Όποιος θέλει μπορεί να τα βρει στο διαδίκτυο. Απλά να αναφέρω, για όσους δεν το γνωρίζουν, πως εκείνη την περίοδο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα στην Αγγλία με τους μαύρους (και στο Λίβερπουλ φυσικά) και δεν είναι τυχαίο πως o πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα των «κόκκινων» ήταν ο Χάουαρντ Γκέιλ που το είχε πραγματοποιήσει πάντως την ίδια δύσκολη περίοδο. Για να το πω πιο απλά: Ένας ρατσισμός υπήρχε.  Και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αρνηθεί κανείς. Ο μικρός Ρόμπι όπως ήταν φυσικό, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη δεν μπορούσε να μην μάθει να εναντιώνεται σε κάθε μορφής κοινωνική αδικία. Μιλάμε άλλωστε για τα εκρηκτικά 80s της Μάργκαρετ Θάτσερ που έφεραν τεράστιες αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη (και) της Βρετανίας. Ο Φάουλερ όσο τα χρόνια περνούσαν άρχισε να αφήνει τους «πλούσιους» της -τότε- Έβερτον και να γίνεται ένα με τους «κόκκινους» της εργατικής τάξης της Λίβερπουλ. Την ομάδα δηλαδή που λάτρεψε και λατρεύτηκε από τους φίλους της σε ολόκληρο τον κόσμο, όχι μόνο για τις γκολάρες του και το πάθος που έβγαζε εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου. Το λαϊκό «κωλόπαιδο» άλλωστε δεν είχε αρχίσει ακόμα να ζει το ποδοσφαιρικό του παραμύθι.

Ο Φάουλερ έγινε παίκτης της Λίβερπουλ το 1993, επί Σούνες. Σε μια περίοδο που στην πόλη κυριαρχούσαν οι συχνές εντάσεις ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και τα όργανα της τάξης, καθώς οι κυβερνώντες είχαν αποφασίσει να εξαθλιώσουν οικονομικά την εργατική τάξη και τα τόσα στόματα που θρέφονταν απ’ αυτή. Η μεγάλη απεργία που είχε ξεσπάσει στο λιμάνι της πόλης, δυστυχώς, δεν είχε βοηθήσει στην καλυτέρευση της κατάστασης σχεδόν καθόλου μιας και τα οικονομικά μέτρα που ακολούθησαν γίνονταν ολοένα και πιο σκληρά. Ήδη από τα τέλη των 80s η Θάτσερ και η κυβέρνησή της είχαν ουσιαστικά διαλύσει οικονομικά τους εργάτες στο λιμάνι και είχαν μειώσει το εργατικό δυναμικό πάνω από το 50%. Οι περισσότεροι από αυτούς υποστήριζαν φανατικά τους «κόκκινους» από την εποχή που ο σπουδαιός Μπιλ Σάνκλι βρίσκονταν στον πάγκο της ομάδας, αλλάζοντας ουσιαστικά τον χάρτη του Αγγλικού ποδοσφαίρου, διδάσκοντας όχι μόνο ποδόσφαιρο αλλά και αξίες που χρειάζεται να έχει ο κάθε άνθρωπος για να ζει μια αξιοπρεπή ζωή. (Τι σημαίνει αξιοπρεπή ζωή για τον κάθε εργάτη το έχει γράψει μοναδικά ο Τζακ Λόντον στο αριστούργημά του «Η σιδερένια φτέρνα»). Ο Φάουλερ είχε ήδη γίνει ο βασικός επιθετικός της Λίβερπουλ. Ήταν μέλος της εθνικής Αγγλίας και -εννοείται- έβγαζε ένα κάρο χρήματα μιας και ήταν το νέο «παιδί-θαύμα» των Άγγλων πριν τον Μπέκαμ και τον Μάικλ Όουεν. Ήταν η περίοδος που η αφίσα του (με ξανθό μαλλί παρακαλώ) κοσμούσε πολλά εφηβικά δωμάτια. Όχι μόνο φίλων της Λίβερπουλ. Ο Φάουλερ ήταν ένα είδωλο της ποπ κουλτούρας, από αυτά που οι Άγγλοι ξέρουν να φτιάχνουν μοναδικά. Ολόκληρος ο κόσμος έδειχνε να του ανήκει.

Στις 20 Μαρτίου του 1997, όταν η Λίβερπουλ αντιμετώπισε την Νορβηγική Μπρανν για τα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων (επικρατώντας  με 3-0), έγινε αυτό που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και -εννοείται- την καριέρα του νεαρού επιθετικού της Λίβερπουλ. Το πρώτο παιχνίδι (στη Νορβηγία) είχε λήξει με 1-1 με τον Φάουλερ να σκοράρει ένα από τα πιο όμορφα γκολ της καριέρας του, δίνοντας στη ρεβάνς χαρακτήρα τυπικό.

Στο παιχνίδι του Άνφιλντ ο Φάουλερ θα σκοράρει για το 3-0 στο 77′ και θα μπει για πάντα στις καρδιές όλων των πραγματικών φίλων της ομάδας. Όχι όμως για το γκολ. Η πρόκριση άλλωστε είχε από ώρα κριθεί και στο Άνφιλντ γνωρίζουν πολύ καλά να σέβονται τον αντίπαλο. Όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Φάουλερ θα σηκώσει την φανέλα της Λίβερπουλ και θα πανηγυρίσει δείχνοντας στις κάμερες το κατακόκκινο μπλουζάκι που φορούσε κάτω από αυτή, σοκάροντας (;) την «ηθική» UEFA που δεν γουστάρει ιδιαίτερα πολιτικά και αιχμηρά μηνύματα. Στο μπλουζάκι αναγράφονταν επί λέξη «500 λιμενεργάτες του Λίβερπουλ έχουν απολυθεί από το 1995» και ήταν γραμμένο -διόλου τυχαία- πάνω στο διάσημο λογότυπο της φίρμας Calvin Klein. DoCKer είναι ο λιμενεργάτης εις την αγγλικήν για όσους δεν το γνωρίζουν. Το λογότυπο ήταν όντως «σοκαριστικό», έτσι συμβαίνει συνήθως με την αλήθεια, για όλους αυτούς τους υποκριτές που γουστάρουν να έχουν πελάτη τον φτωχό εργάτη (μέσα από το ποδόσφαιρο άλλωστε παίζονται πολλά και μεγάλα πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια, όπως όλοι γνωρίζουμε) αλλά δεν θα νοιαστούν για τον αγώνα και για τις όποιες θυσίες έκανε ή κάνει αυτός για να βρει το «μαγικό» χαρτάκι και την ρέπλικα της ομάδας του.

Με αυτή του την κίνηση ο Φάουλερ έβαζε πλάτη στους λιμενεργάτες του Λίβερπουλ και έδειχνε σε ολόκληρη την Ευρώπη (και τον κόσμο) αυτό που πραγματικά συνέβαινε εκείνο το διάστημα στο διάσημο λιμάνι της πόλης του και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου. Από το 1995 και τις μαζικές απολύσεις της εταιρείας Torside μέχρι το 1997 είχαν συμβεί ένα σωρό «περίεργα» περιστατικά με αρνητικούς αποδέκτες -ποιους άλλους;- τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Το εργατικό κίνημα σήκωσε το ανάστημά του, βρήκε βοήθεια και από εργατικά κινήματα άλλων χωρών και τελικά κέρδισε την μάχη και αυτά που του αναλογούσαν. Εννοείται πως για να αλλάξουν όλα αυτά η κίνηση του ποδοσφαιριστή δεν ήταν κάτι το σημαντικό, ήταν όμως η καλύτερη διαφήμιση  και έδειξε πως ακόμα και πίσω από τα φώτα του ποδοσφαίρου, των τεράστιων ποσών, των όμορφων σταρλετίτσων που λειτουργούν ως «ουρές» και «βιτρίνες» για ένα σωρό παίκτες και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των χαρτογιακάδων, υπάρχουν ακόμα ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται ουσιαστικά για κάτι, τσαλακώνοντας την αστραφτερή τους εικόνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ρόμπι Φάουλερ. Για την ιστορία η UEFA είχε τιμωρήσει τον Φάουλερ με πρόστιμο που είχε αγγίξει τα 2.000 ελβετικά φράγκα.

O Φάουλερ πανηγύρισε αρκετούς σημαντικούς τίτλους, έκανε πολλά ατομικά ρεκόρ και σκόραρε μερικά από τα ομορφότερα γκολ στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ και των κυπέλλων Αγγλίας. Έφυγε για τη Λιντς, αγωνίστηκε στη Σίτι -δυναμιτίζοντας κι άλλο τα ντέρμπι του Μάντσεστερ- και επέστρεψε στην ομάδα της καρδιάς του (με πολλά παραπανίσια κιλά και λαβωμένος από τραυματισμούς) για όλους αυτούς που τον λάτρεψαν. Τσακώθηκε με αρκετούς μιας και δεν μπορούσε να κρυφτεί ποτέ πίσω από το δάχτυλό του. Τίμιος μέχρι το τέλος της καριέρας του. Αληθινός και ρομαντικός, όπως τότε που έπαιζε ποδόσφαιρο στους δρόμους με τα παιδικά του φιλαράκια. Όπως τότε που πανηγύρισε σαν να «σνιφάρει» μπροστά από τους φίλους της Έβερτον, που τον κατηγορούσαν για χρήση ναρκωτικών. Όπως τότε που έγινε ένα κουβάρι με τους φίλους της Λίβερπουλ στις κερκίδες του Ατατούρκ κλαίγοντας από χαρά για το 5ο Πρωταθλητριών (ως παίκτης της Σίτι).

Περισσότερο από όλα αυτά όμως λατρεύτηκε από τους πραγματικούς φίλους της ομάδας (αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ως γνήσιοι scousers) για εκείνη την κίνησή του στο ματς με την Μπρανν και για την εν γένει στάση του απέναντι στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους της πόλης του. Γι’ αυτό και το παρατσούκλι που του κόλλησαν στο KOP ήταν πάνω και από το «βασιλιάς» που θα ακολουθεί πάντα τον Κένι Νταλγκλίς (τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της ομάδας) και αυτό δεν είναι άλλο από το «Θεός». Γιατί ακριβώς αυτό είναι ο Ρόμπι Φάουλερ. Για όλους αυτούς που έζησαν τα δύσκολα χρόνια της ομάδας στα 90s (μετά το Χέιζελ και το Χίλσμπορο) αλλά και της τσέπης τους,  λόγω του «πολέμου» που δέχθηκαν επί Θάτσερ στα 80s. Ένας από αυτούς που τους έδινε δύναμη να παλέψουν στη δύσκολη καθημερινότητα για ένα καλύτερο αύριο, εκτός φυσικά των εκπληκτικών τερμάτων που σκόραρε για την ομάδα τους, κάνοντάς τους να ξεχάσουν τα όποια προβλήματα -έστω- για 90 λεπτά. Ο ΘΕΟΣ τους.

Τομ Ντέιβις: η μεγάλη ελπίδα της Έβερτον

  [9 Σχόλια]

Πριν λίγες μέρες η Έβερτον υποδέχτηκε την -πάντα ανταγωνιστική- Σαουθάμπτον στο Γκούντισον Παρκ με μοναδικό σκοπό τη νίκη. Είχε προηγηθεί η ήττα από τη συμπολίτισσα Λίβερπουλ (πριν μερικές αγωνιστικές) στις καθυστερήσεις με 0-1, μια ήττα που -εννοείται- είχε πονέσει πολύ τα «ζαχαρωτά» και στο βαθμολογικό κομμάτι αλλά και σε αυτό του γοήτρου. Κανένας μας δεν θέλει να χάνει σε τοπικό ντέρμπι ακόμα και αν πρόκειται για την τελευταία κατηγορία οποιουδήποτε πρωταθλήματος. Αυτό είναι γνωστό και όσοι έχουν κλωτσήσει έστω και λιγάκι μια μπάλα το γνωρίζουν πολύ καλά. Σε αυτή την αναμέτρηση ο Κούμαν είχε την ιδέα να ξεκινήσει στη βασική εντεκάδα τον νεαρό Τομ Ντέιβις. Ένα 18χρόνο παιδί από τα σπλάχνα της ομάδας και άρρωστο με την Έβερτον (o θείος του ο Άλαν Γουίτλ είχε κερδίσει το πρωτάθλημα του 1970 με την Έβερτον και είχε αγωνιστεί κόντρα και στον ΠΑΟ τη σεζόν του Γουέμπλεϊ). Η θέση του, αμυντικός μέσος. Το νούμερο στη φανέλα, το 26 (καθόλου τυχαίο) και το παρουσιαστικό του σαν χαρακτήρας από το Game of Thrones. Ένας τυπικός νεαρός Βρετανός, έτοιμος (σύμφωνα πάντα με τους Άγγλους) να κατακτήσει τον κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Ντέιβις ήταν πολύ καλός δίπλα στον Γκουεγιέ και μάλιστα έβγαλε μια εξαιρετική κάθετη πάσα στον Λουκάκου για το 3-0 στο τέλος της αναμέτρησης. Ο Κούμαν μπορεί να τρίβει τα χέρια του από ευχαρίστηση μιας και στο πρόσωπο του νεαρού μπορεί να βρει τον παίκτη που θα ηγηθεί της μεσαίας γραμμής της Έβερτον στο κοντινό μέλλον, δίχως να σπαταλήσει μια μικρή περιουσία. Όταν μάλιστα ο νεαρός έχει την τύχη να μαθαίνει δίπλα στον εξαιρετικό Γκάρεθ Μπάρι, τον ιδιαίτερα ταλαντούχο (και κάποτε «παιδί-θαύμα») Τομ Κλεβερλέι, τον αρτίστα Ρος Μπάρκλεϊ και φυσικά τον θρύλο Ρόναλντ Κούμαν τότε ναι, το μέλλον μπορεί να εξελιχθεί πολύ καλά για τον νεαρό «Εβερτόνιαν». Δεν συνηθίζω να γράφω για παίκτες που θεωρούνται ταλέντα και να κάνω προβλέψεις για την πιθανή πορεία τους, ιδίως για παίκτες που δεν έχω δει αρκετά να αγωνίζονται. Δεν παίζω άλλωστε και manager και δεν μου αρέσει η λογική του «σκάουτερ του πληκτρολογίου» και θυμάμαι και ένα μεγάλο προσωπικό κάζο σε πρόβλεψή μου πριν χρόνια (σε κάποιο άλλο μπλογκ που έγραφα με το κανονικό μου όνομα) για τον Έμλιν Χιουζ της Ντέρμπι. Έναν εξαιρετικό (τότε) κεντρικό μέσο που περιμέναμε πολλοί να εξελιχθεί σε παίκτη κορυφαίου επιπέδου σε μεγάλη ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ. Τον έχουν ακούσει φαντάζομαι μόνο όσοι ασχολούνται και με την Τσάμπιονσιπ (όπως εγώ) μιας και παρέμεινε στη Ντέρμπι (Για να δικαιολογηθώ λιγάκι, να σας πω πως είχε και ένα σοβαρό τραυματισμό).

Ο Κούμαν σε συνέντευξη που είχε δώσει στην Liverpool Echo μετά τη νίκη με 0-2 επί της Λέστερ είχε σταθεί αρκετά στον Ντέιβις. Ο Ολλανδός προπονητής ρωτήθηκε για την χρησιμοποίηση του νεαρού ως αλλαγή στη θέση του Μπάρι στο παιχνίδι κόντρα στην Τσέλσι, σε ένα χρονικό σημείο που η ομάδα του Ολλανδού ήταν πίσω στο σκορ και τι είχε κερδίσει ο νεαρός με αυτή τη συμμετοχή. Ο Κούμαν απάντησε «Αυτό που κέρδισε το είδατε σήμερα. Τον έβαλα στο ίδιο χρονικό σημείο κόντρα στη Λέστερ, πάλι ως αλλαγή του Μπάρι και ήταν εξαιρετικός. Το γκολ του Λουκάκου στο 90′ που κλείδωσε και την νίκη μας δεν θα είχε επιτευχθεί αν δεν είχε παίξει τόσο καλά ο Τομ. Ρωτήστε και τον Λουκάκου. Τα τρεξίματα του Τομ ήταν τρομακτικά. Σε κάποια φάση ο Λουκάκου του φώναξε να μην τρέχει τόσο πολύ. Πως μπορείς να βάλεις σε καλούπια την ενέργεια ενός παιδιού; Ο Τομ ήταν εκπληκτικός». Ο νεαρός πάντως σιγά-σιγά κερδίζει ολοένα και περισσότερο χρόνο κάτι που του δίνει ψυχολογία και σταθερότητα στο παιχνίδι του και κάτι μου λέει πως θα πάρει πολλές ευκαιρίες από τον Κούμαν μέχρι το τέλος της σεζόν. Ως ώρας αυτά που μας έχει δείξει είναι η καλή πάσα και τα απίστευτα τρεξίματα. Μένει να δούμε αν διαθέτει και επιθετικά χαρίσματα αν και στην ηλικία που βρίσκεται έχει τεράστια περιθώρια βελτίωσης, αν φυσικά δουλέψει. Όσοι θέλετε τσεκάρετέ τον. Εγώ το έχω κάνει ήδη.

Όταν η Άρσεναλ άλλαξε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ολοένα και περισσότερο τη χρήση των τριών κεντρικών αμυντικών σε πολλές ομάδες, τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η «μόδα» που επέστρεψε χάρις στη Γιουβέντους, εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο πως αυτό το σύστημα όχι μόνο δεν είναι παλιομοδίτικο και αμυντικό (όπως πιστεύουν πολλοί) αλλά πως αν χρησιμοποιηθεί σωστά είναι ικανό για επιθετικό και ελκυστικό ποδόσφαιρο (και εννοείται χαρίζει πολλούς βαθμούς και οι βαθμοί τους τίτλους). Τα είχαμε γράψει για την Ουαλία του Κόουλμαν το καλοκαίρι, τα βλέπουμε και με την Τσέλσι του Κόντε στη φετινή Πρέμιερ Λιγκ. Σε ένα πρωτάθλημα που ελπίζω να μην εξελιχθεί σε κούρσα για ένα και μόνο άλογο. Ακόμα και ο «πολύς» Πεπ Γκουαρδιόλα έχει χρησιμοποιήσει αυτό το σύστημα (με τις παραλλαγές του) και στην Μπάγερν αλλά και στη φετινή Σίτι δείχνοντας περίτρανα την αποδοτικότητά του. Με αφορμή λοιπόν την τριάδα στην άμυνα θα πάμε πολλά χρόνια πίσω και θα θυμηθούμε τον αναμορφωτή της Άρσεναλ, Χέρμπερτ Τσάπμαν. Τον άνθρωπο που -ουσιαστικά- πρωτοέπαιξε αυτό το 3-4-3 (στην εμβρυακή του μορφή). Ένα 3-4-3 που έχει κάνει την Τσέλσι -σχεδόν- ανίκητη στις μέρες μας (εμπλουτισμένο πάντα με μπόλικη Ιταλική τακτική).

Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται συνεχώς και πάντα υπήρχαν (και θα υπάρχουν σε αυτό) άνθρωποι καινοτόμοι με ριζοσπαστικές ιδέες και μοντέρνες αντιλήψεις. Ο Γκουαρδιόλα και το δικό του «τίκι τάκα» ήταν ένας εξ αυτών. Εκείνο το «περίεργο» 4-6-0 του Σπαλέτι με το «ψευτοεννιάρι» στη Ρόμα πριν καμιά δεκαριά και βάλε χρόνια. Η εθνική Αυστρίας του 1920 που πάτησε πάνω στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έριξε τον σπόρο για να αλλάξει το ποδόσφαιρο σε πιο μοντέρνες φόρμες και φυσικά ο Ερνστ Χάπελ πολλά χρόνια αργότερα με ένα ποδόσφαιρο που συνδύαζε την αμυντική με την επιθετική προσήλωση – ουσιαστικά με 5αδα στην άμυνα. Ο Λομπανόφσκι  και το φουτουριστικό του Σοβιετικό άρτιο ποδόσφαιρο την ίδια περίοδο πάνω-κάτω. Ο Μίχελς και το ψυχεδελικό δικό του ποδόσφαιρο των Οράνιε και του Άγιαξ. Φυσικά το κατενάτσιο του Ερέρα και εννοείται η τακτική τελειότητα της Μίλαν του Σάκι στα 80s. Στην Αγγλία αν υπάρχει κάποιος που ουσιαστικά άλλαξε το ποδόσφαιρο και θα μνημονεύεται πάντα γι’ αυτό, αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον σπουδαίο προπονητή της Άρσεναλ στα 20s. Ο κορυφαίος Βρετανός προπονητής στην ιστορία του ποδοσφαίρου στην Αγγλία σύμφωνα πάντα με την ψηφοφορία που έλαβε χώρα το 2004 στο Νησί. Μιλάμε για μια περίοδο που σχεδόν όλες οι ομάδες χρησιμοποιούσαν το 2-3-5 με τον Τσάπμαν να πατάει πάνω στις τακτικές των Αυστριακών (που επηρέασαν τους Ούγγρους μερικά χρόνια αργότερα) και να δημιουργεί το 3-4-3 σαρώνοντας τα πάντα στο διάβα του. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Ο Χέρμπερτ Τσάπμαν γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1878 και αγωνίστηκε ως επιθετικός σε αρκετές ομάδες μέχρι το 1909 όταν και έβαλε τέλος στην ποδοσφαιρική του καριέρα στη Νορθάμπτον Τάουν. Μεταξύ των ομάδων που έπαιξε ποδόσφαιρο ήταν η Τότεναμ και η Σέφιλντ Γουένσντεϊ . Το 1921 αναλαμβάνει τα ηνία της Χάντερσφιλντ Τάουν (έμεινε εκεί ως το 1925), μετά τις Νορθάμπτον και Λιντς κατακτώντας μαζί της τρεις τίτλους. Το κύπελλο του 1923 και τα πρωταθλήματα του ’24 και ’25. Εννοείται πως είχε να διαχειριστεί μια ομάδα που ήταν δίχως αμφισβήτηση, η καλύτερη ομάδα σε ολόκληρο το Νησί. To καλοκαίρι του 1925 θα αναλάβει την Άρσεναλ σε μια δύσκολη περίοδο για την ομάδα, αφήνοντας άφωνους τους πάντες, και θα χτίσει τον τεράστιο μύθο του παράλληλα με τον μύθο των Λονδρέζων. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Τσάπμαν  όταν ανέλαβε τους «κανονιέρηδες» ήταν να φέρει στην ομάδα τον Τσάρλι Μπουχάν. Ο διεθνής Άγγλος επιθετικός ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Σάντερλαντ και στο πρόσωπο του ο σπουδαίος προπονητής βρήκε τον άνθρωπο που τον βοήθησε να αλλάξει το άθλημα δίχως όμως να το γνωρίζει τότε. Μεγάλο προσόν του Τσάπμαν ήταν πως άκουγε τις συμβουλές των συνεργατών του αλλά και των παικτών του σε αντίθεση με άλλους κορυφαίους προπονητές. Εκείνη τη σαιζόν άλλαξαν οι κανονισμοί με το oφ σάιντ να μπαίνει στο ποδόσφαιρο. O Μπουχάν είχε την ιδέα να περάσει ο κεντρικός μέσος στην άμυνα (κάνοντας τους στόπερ τρεις) με τον προπονητή του να δέχεται αυτή την συμβουλή. Η άμυνα είχε έτσι έξτρα βοήθεια και περισσότερο βάθος αλλά τι θα γίνονταν με τον άξονα; Έμφαση δόθηκε αμέσως στα άκρα αλλά και στους πλάγιους επιθετικούς που παίζοντας πλέον πιο εσωτερικά έδιναν βοήθειες τόσο στα κεντρικά χαφ αλλά και στην επίθεση παίζοντας ουσιαστικά ως επιτελικοί μέσοι. Το σύστημα δεν απέδωσε αμέσως καρπούς και δεν υπήρχε καλύτερη απόδειξη από την ήττα με 7-0 από τη Νιουκάστλ. Οι μεγάλες αλλαγές άλλωστε θέλουν αρκετή υπομονή και σίγουρα υπήρχαν πολλά ακόμα να αλλάξουν. Ο Τσάπμαν -εννοείται- δεν πτοήθηκε και συνέχισε να δουλεύει το σύστημά του. Η δεύτερη θέση πίσω από την Χάντερσφιλντ (η πρώτη ομάδα που πήρε τρεις σερί τίτλους) ήταν ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα με τον Τσάπμαν να ορκίζεται πως θα φέρει την ομάδα στην κορυφή αρκεί να τον αφήσουν να δουλέψει με τους δικούς του όρους. Αυτό και έγινε με το πλάνο πενταετίας να μπαίνει σε εφαρμογή από το καλοκαίρι του 1926 και το σύστημα WM (Όπως ονομάστηκε) να τελειοποιείται τα επόμενα χρόνια και φυσικά να μνημονεύεται μέχρι σήμερα. Ο Μπουχάν δυστυχώς για τον ίδιο δεν πρόλαβε να κερδίσει τίτλους με την Άρσεναλ μιας και σταμάτησε το ποδόσφαιρο το καλοκαίρι του 1928.

Ο Xέρμπερτ Τσάπμαν εκτός της «παγίδας» στο οφ σάιντ, του ασφυκτικού πρέσινγκ (πράγματα που βλέπουμε κατά κόρον στο σύγχρονο ποδόσφαιρο), της κίνησης των εξτρέμ και τη βοήθεια που έδιναν αυτοί σε αμυντικούς και κεντρικούς επιθετικούς παίζοντας ουσιαστικά σαν μπακ-χαφ και εκτός του νέου συστήματος (3-4-3) έφερε και ένα σωρό άλλες καινοτομίες στο ποδόσφαιρο, εκτός των τακτικών του. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε φυσιοθεραπευτές και μασέρ δίνοντας μεγάλο βάρος στην καλή υγεία των παικτών. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τμήμα σκάουτινγκ, ήταν ο πρώτος που έβαλε αριθμούς στις φανέλες των παικτών για να τους βοηθά να καταλαβαίνουν καλύτερα που βρίσκεται ο συμπαίκτης τους (σε αυτό υπάρχει μια ιστορία που θεωρεί πρωτοπόρο την Τσέλσι-έστω και σε φιλικό παιχνίδι). Ήταν ο πρώτος που πρότεινε φωτισμό στα γήπεδα (αν και η πρόταση του είχε απορριφθεί από την FA τα πρώτα χρόνια). Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, ο Χέρμπερτ Τσάπμαν ήταν ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του. Ένας άνθρωπος που το ποδόσφαιρο χρωστάει πολλά για τον εξωραϊσμό και την εξέλιξή του.

Με τις προσθήκες των Άλεξ Τζέιμς της Πρέστον και Ντέιβ Τζακ της Μπόλτον ο Τσάπμαν συμπλήρωσε τους εξαιρετικούς Κλιφ Μπάστιν και Τζόε Χελ και έφτιαξε σιγά σιγά την ομάδα που έφτασε στην κατάκτηση τίτλων τα επόμενα χρόνια. Το Κύπελλο του 1930 με 2-0 απέναντι στην Χάντερσφιλντ  και το πρωτάθλημα του 1931 (το πρώτο στην ιστορία των «κανονιέρηδων») έδειξαν σε όλους πως επιτέλους το σχέδιο του Τσάπμαν είχε φέρει αποτελέσματα. Το πρωτάθλημα του ’33 ήταν το τελευταίο για τον σπουδαίο προπονητή καθώς το Γενάρη του ’34 άφησε την τελευταία του πνοή από πνευμονία. Φυσικά το έργο του συνεχίστηκε και η ‘Αρσεναλ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα του 1934 και του 1935, όπως και αυτό του 1938 με προπονητή τον Τζόε Σόου (για έξι μήνες μετά το θάνατο του Τσάπμαν) και τον Τζορτζ Άλισον μέχρι και το 1947. Το σύστημα WM δουλεύτηκε αρκετά τα επόμενα χρόνια και εξελίχθηκε για να φτάσουμε στο ποδόσφαιρο των ημερών μας με τα πολλαπλά και πολυσύνθετα συστήματα που βλέπουμε ακόμα και στις μικρές κατηγορίες. Καλό είναι λοιπόν όταν θα μιλάμε γι’ αυτούς που άλλαξαν το άθλημα, να βάζουμε πάντα και το όνομα του παλιού προπονητή της Άρσεναλ στην κουβέντα. Ο Τσάπμαν υπήρξε όντως πρωτοπόρος και είναι πραγματικά λυπηρό που μια μεγάλη μερίδα φιλάθλων ίσως να μην έχει ακούσει καν το όνομά του και να μην έχει μάθει τι έχει προσφέρει στο όμορφο -και αγαπημένο- άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο. Για την ιστορία το άγαλμα του Τσάπμαν βρίσκεται έξω από το Εμιρέιτς στο Λονδίνο εκεί που βρίσκονται και αυτά των Τιερί Ανρί, Αρσέν Βενγκέρ και Τόνι Άνταμς για να θυμίζει σε όλους το μεγαλείο του και τι πραγματικά σημαίνει (και αυτός) για την ομάδα.

Η μέρα που κάποιος τόλμησε να κατεβάσει τον γιακά του Καντονά

  [4 Σχόλια]

1 Οκτωβρίου 1995. Το Όλντ Τράφορντ είναι έτοιμο να φιλοξενήσει ένα ακόμα παιχνίδι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Λίβερπουλ. Οι φίλαθλοι που έχουν γεμίσει το γήπεδο όμως δεν αδημονούν μόνο για το ντέρμπι. Το ματς έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αξία χάρη και στην τύχη, που έστειλε το συγκεκριμένο ζευγάρι να παίξει στη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μια μόλις ημέρα πριν είχε λήξει η οχτάμηνη τιμωρία του Ερίκ Καντονά. Και όποιος έζησε εκείνους τους μήνες την τρέλα των αγγλικών ΜΜΕ με τον ιδιότροπο Γάλλο – τις τελευταίες εβδομάδες της τιμωρίας κάποιες εφημερίδες είχαν καθιερώσει ακόμα και καθημερινή αντίστροφη μέτρηση – μπορεί να επιβεβαιώσει πως δεν υπήρχε άνθρωπος στο Νησί που δεν ήθελε να δει την επιστροφή του ‘Βασιλιά Ερίκ’ στη δράση.

(Οχτώ μήνες πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με την Κρίσταλ Πάλας, ο Καντονά είδε την κόκκινη κάρτα. Στο δρόμο για τα αποδυτήρια ένας οπαδός των γηπεδούχων τον έβρισε. Ένας φυσιολογικός επαγγελματίας παίκτης δεν θα έδινε σημασία. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Η συνέχεια της συγκεκριμένης σκηνής είναι γνωστή σε όλους.

Ο οπαδός μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή που ξεστόμισε τα μπινελίκια και ο Καντονά πέρασε την υπόλοιπη εβδομάδα μαθαίνοντας τις τιμωρίες του. Έφαγε πρόστιμο και από την ομάδα και από την Ομοσπονδία, έχασε το περιβραχιόνιου του αρχηγού της εθνικής Γαλλίας, στην οποία μάλιστα δεν κλήθηκε ποτέ ξανά, και έμεινε 8 μήνες εκτός αγώνων, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των φιλικών.

Ενοχλημένος από το μέγεθος της τιμωρίας ζήτησε να φύγει από την Αγγλία. Από τον Απρίλιο κιόλας τα αγγλικά ΜΜΕ υποστήριζαν πως έχει συμφωνήσει με την Ίντερ. Τις φήμες αυτές ήρθε να ενισχύσει η φυγή του στο Παρίσι, κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι. Κι εκεί που όλα έδειχναν τελειωμένα ο Άλεξ Φέργκιουσον πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Μπήκε στο πρώτο αεροπλάνο για Γαλλία, κορόιδεψε τους δημοσιογράφους που τον ακολουθούσαν βγαίνοντας κρυφά από την κουζίνα του ξενοδοχείου, καβάλησε μια Χάρλει παρέα με τον ατζέντη του Γάλλου – true story – και συναντήθηκε με τον Καντονά σε ένα εστιατόριο ενός φίλου, το οποίο για την περίσταση είχε κλείσει για τους υπόλοιπους πελάτες. «Εκείνη η συνάντηση με τον Ερίκ, σε εκείνο το τεράστιο άδειο εστιατόριο είναι μια από τις πιο χρήσιμες πράξεις που έκανα ποτέ στα χρόνια που είμαι σ’αυτή τη δουλειά» υποστήριξε χρόνια μετά ο Σερ Άλεξ.)

Όταν οι δυο ομάδες βγαίνουν για προθέρμανση τα βλέμματα είναι όλα πάνω στον Γάλλο. Όλες οι κινήσεις του αναλύονται διεξοδικά. Το μεγάλο ερώτημα, για την ώρα, δεν είναι το αν θα μπορέσει να φτάσει γρήγορα στα παλιά επίπεδα απόδοσης αλλά το πως θα αντιδράσει από εδώ και πέρα στις προκλήσεις των αντιπάλων οπαδών και παικτών. Η μοίρα, ξανά, τα έχει φέρει έτσι που η πρώτη δοκιμασία φαίνεται να είναι και η πιο δύσκολη καθώς ο πρώτος αντίπαλος του είναι ο Νιλ Ράντοκ.

(Ο Νιλ Ράντοκ ήταν ένας αμυντικός από αυτούς που χαϊδευτικά αποκαλούμε «old school». Ψηλός, δυνατός, με περισσευούμενα κιλάκια, μεγάλο στόμα, άγαρμπα πόδια, μια μικρή ροπή προς το αλκοόλ και μια μόνιμη επιθυμία για καβγάδες και φάρσες. Σε απλά ελληνικά: Ένας τεράστιος τραμπούκος, μιας εποχής που έβγαζε τέτοιους τσόγλανους με το τσουβάλι. Στην περιβόητη λίστα του ‘France Football’ με τα «κακά παιδιά του ποδοσφαίρου», στην οποία ο Στιγκ Τόφτινγκ ήταν 3ος, ο Ράντοκ φιγούραρε στη δεύτερη θέση.

Ο Ράντοκ ήταν από εκείνους τους τύπους που τη μια στιγμή, και όσο περιμένετε να εκτελεστεί ένα κόρνερ, σου λέει ανέκδοτα και πρόστυχα αστειάκια και την επόμενη σου δίνει στο χέρι τα δυο σου πόδια, ξεχωριστά από τα παπούτσια, τις κάλτσες και τις επικαλαμίδες, και σε ρωτάει με σαρδόνιο χαμόγελο: «Μήπως θέλετε να σας τα τυλίξω, να τα πάρετε για το σπίτι;»

Στην αυτοβιογραφία του ο Σταν Κόλιμορ θυμάται μια φορά που αυτός και ο Ράντοκ ακολουθούσαν πρόγραμμα αποθεραπείας στο γυμναστήριο και ο φυσιοθεραπευτής της Λίβερπουλ είπε στον Ράντοκ να κάνει μισή ώρα διάδρομο και μετά να ξεκουραστεί. Όταν έμειναν μόνοι, ο ‘Razor’ (= «ξυράφι») έβαλε σε λειτουργία τον διάδρομο, πήρε τη ‘Sun’, έβγαλε ένα σάντουιτς με αυγό και μπέικον από την τσάντα και άραξε στη γωνία. Λίγο πριν επιστρέψει ο φυσιοθεραπευτής σηκώθηκε χαλαρά και ψύχραιμα, έτριψε δυο παγάκια στο πρόσωπο του για να μοιάζει ιδρωμένος και ανέβηκε νωχελικά στο διάδρομο. «Κοιτάξτε πόσο γαμάτος επαγγελματίας είναι ο ‘Razor'» ήταν το μόνο σχόλιο που έκανε ο αθώος φυσιοθεραπευτής, δείχνοντας τον ταλαιπωρημένο Ράντοκ σε κάτι μαθητευόμενα πιτσιρίκια που τον ακολουθούσαν.

Στη δικιά του αυτοβιογραφία πάντως, ο Άντι Κόουλ λογικά θα μνημονεύει ένα παιχνίδι β’ ομάδων στο Άνφιλντ, στο οποίο είχε αντιμετωπίσει τον Ράντοκ. Οι δυο παίκτες έπεσαν μαζί για να διεκδικήσουν τη μπάλα και το αποτέλεσμα είναι τόσο ακραίο που καταλήγει να ακούγεται σχεδόν αστείο: Ο Κόουλ αποχώρησε από το γήπεδο με δυο σπασμένα πόδια! Παραδόξως, ο επιθετικός της Γιουνάιτεντ ποτέ δεν του κράτησε κακία, πιστεύοντας πως ο αντίπαλος του δεν είχε πρόθεση να τον τραυματίσει. Ο ίδιος ο Ράντοκ βέβαια, μένοντας πιστός στο προκλητικό στυλάκι που τον έκανε διάσημο, χρόνια μετά πέταξε την κάφρικη ατάκα: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα να του σπάσω και τα δυο πόδια. Πήγαινα μόνο για το ένα».

Μιλώντας για σπασμένα πόδια, ο Ράντοκ είχε βρεθεί με ένα τέτοιο στα 18 του. Το πιο εντυπωσιακό μέρος αυτής της ιστορίας δεν είναι όμως ότι έσπασε το πόδι του στο ντεμπούτο του με τη φανέλα της Τότεναμ – όλως τυχαίως απέναντι στη Λίβερπουλ – αλλά ότι δεν το κατάλαβε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί για μια ολόκληρη εβδομάδα με χτυπημένο πόδι!)

Όσοι ανησυχούν για τη μονομαχία Ράντοκ-Καντονά δεν το κάνουν τυχαία. Ένα χρόνο πριν, τον Σεπτέμβρη του 1994, ο ευφάνταστος Άγγλος είχε ανακαλύψει τον καλύτερο και πιο απλό τρόπο για να εκνευρίσει τον οξύθυμο Γάλλο. Την ώρα που όλοι ετοιμαζόταν για ένα ελεύθερο, αυτός πήγαινε από πίσω του και του κατέβαζε τον, μόνιμα σηκωμένο, γιακά! Σατανικό; Αναμφισβήτητα. Αποτελεσματικό; Εν μέρει, αφού ακόμα και εκνευρισμένος ο Καντονά έβρισκε τρόπους να είναι αποτελεσματικός.

«Την πρώτη φορά που το έκανα απλά ψέλλισε κάτι θυμωμένος. Τη δεύτερη φορά προσπάθησε να μου πιάσει τη μύτη» θυμάται ο Ράντοκ, που συνέχιζε απτόητος, ποντάροντας σε μεγάλο βαθμό και στη φήμη του σκληρού που τον συνόδευε, που από μόνη της απέτρεπε αρκετούς από το να του απαντήσουν. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος παίκτης. Δεν ήταν ποτέ πρότυπο καλής συμπεριφοράς, ούτε θιασώτης της φιλοσοφίας «όταν σε χτυπάνε στο ένα μάγουλο, γύρνα τους και το άλλο».

Την τρίτη φορά που ο φημισμένος γιακάς κατέβηκε κάτω χωρίς τη συγκατάθεση του νευρικού ιδιοκτήτη του, η κατάσταση σοβάρεψε. «Διάλεξα τον μοναδικό Γάλλο που ψαχνόταν για καυγά» δήλωσε μετά ο αμυντικός της Λίβερπουλ, που αποκάλυψε πως ο μέσος της Γιουνάιτεντ, αφού πρώτα απάντησε στα mind games του κοροϊδεύοντας τον για τα παραπανίσια του κιλά και αφού τον έστειλε στο έδαφος με ένα τάκλιν από πίσω, που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο τιμωρείται τουλάχιστον με κόκκινη, του έδωσε ραντεβού στη φυσούνα μετά το τέλος του αγώνα. Εκεί που, για καλό και για κακό, ο Ράντοκ επέλεξε να πάει παρέα με τον θηριώδη Ντέιβιντ Τζέιμς, κίνηση που πιθανόν αποδείχτηκε σωτήρια για τη σωματική του ακεραιότητα. «Ήταν τρελός αλλά τον αγαπούσα, είναι ένας από τους αγαπημένους μου παίκτες» ομολόγησε ο Ράντοκ πριν λίγα χρόνια.

Ένα χρόνο μετά, η κόντρα τους αποδεικνύεται λιγότερο θεαματική. Ο Ράντοκ συνεχίζει να πειράζει τον γιακά του Γάλλου αλλά αυτό δεν είναι αρκετό αυτή τη φορά για να τον αποπροσανατολίσει. Δυο μόλις λεπτά μετά τη σέντρα και οχτώ μήνες μετά την τελευταία φορά που έπαιξε σε αγώνα ο ‘Βασιλιάς Ερίκ’ δίνει την ασίστ για το 1-0. Η Λίβερπουλ γυρνάει το παιχνίδι χάρη σε έναν ταλαντούχο 20χρονο πιτσιρικά, που κάποιοι αποκαλούσαν Ρόμπι Φάουλερ και κάποιοι άλλοι ‘Θεό’, αλλά η τελευταία λέξη του ματς ανήκει στον μεγάλο πρωταγωνιστή του. Ο Καντονά πασάρει στον Γκίγκς, αυτός ανατρέπεται στην περιοχή, ο Γάλλος εκτελεί ψύχραιμα το πέναλτι και γράφει το τελικό 2-2 εν μέσω αποθέωσης.

Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Ο ‘Βασιλιάς’ έχει επιστρέψει, κάποιος πρέπει απλά να ξεσκονίσει το θρόνο. Στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Σερ Άλεξ στέφεται πρωταθλήτρια. Το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά. Στα πέντε χρόνια που έκατσε στο Μάντσεστερ ο Καντονά, η Γιουνάιτεντ έχασε μόνο ένα πρωτάθλημα. Ναι, σωστά μαντέψατε: Το πρωτάθλημα στο οποίο ο Γάλλος ήταν εκτός δράσης λόγω της τιμωρίας.

Δυο χρόνια μετά από το ματς αυτό με τη Λίβερπουλ, τον Μάιο του 1997, ο Καντονά ανακοινώνει πως αποσύρεται από το ποδόσφαιρο. Ήταν μόλις 31 χρονών. Μιλώντας για την απρόσμενη αυτή απόφαση του λίγα χρόνια μετά είπε: «Αγαπούσα το παιχνίδι αλλά δεν είχα πλέον τη διάθεση και το πάθος να πηγαίνω νωρίς για ύπνο, να μη βγαίνω με τους φίλους μου, να μην πίνω όσο θέλω και να μην κάνω όλα τα υπόλοιπα πράγματα που μου αρέσει να κάνω σ’αυτή τη ζωή». Ο Ερίκ Καντονά δεν ήταν ποτέ ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας

  [9 Σχόλια]

Δεν μπορώ να ξέρω πόσοι από εσάς έχετε ανοίξει κουβέντα με κάποιο φίλο της Λίβερπουλ για τον Λούκας Λέιβα αλλά είμαι σίγουρος πως όσοι το έχετε τολμήσει μιλούσατε ώρα για τον Βραζιλιάνο αμυντικό μέσο των «κόκκινων» του Μέρσεϊσάιντ. Επίσης είμαι -σχεδόν- σίγουρος πως δεν βγάλατε καμία μα καμία άκρη για το ταλέντο του και τι είναι αυτό που τον έχει κάνει να είναι ο παλαιότερος στο υπάρχον ρόστερ (και ανάμεσα στους αρχηγούς)  μιας και ο Λούκας το καλοκαίρι που θα έρθει θα έχει συμπληρώσει αισίως τα 10 χρόνια στο Άνφιλντ. Ήταν 26 Ιουλίου του 2007 όταν ο Ράφα Μπενίτεζ έβγαλε από τα ταμεία της ομάδας το ποσό των 5 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει στο Άνφιλντ τον ταλαντούχο Βραζιλιάνο αμυντικό χαφ της Γκρέμιο, βλέποντας στο πρόσωπό του τον παίκτη που θα έδινε τις απαιτούμενες ανάσες στους Αλόνσο και Μασκεράνο μιας και ο Στήβεν Τζέραρντ προοριζόταν να μετατεθεί πιο μπροστά στη διάταξη του Ράφα και να παίξει πίσω ακριβώς από τον Φερνάντο Τόρες που έφτασε -και αυτός- εκείνο το καλοκαίρι για να δώσει το εύκολο γκολ που η ομάδα έψαχνε από τα χρόνια του ‘Ιαν Ρας και του Ρόμπι του Φάουλερ. Το τελευταίο είναι αστείο αλλά θα μπορούσε να γίνει εύκολα πιστευτό από αρκετούς.

Ο Λούκας αυτές τις 10 σεζόν δεν κατάφερε να γίνει ποτέ ο βασικός αμυντικός μέσος της ομάδας μιας και το ταλέντο του δεν υπήρξε ποτέ σπουδαίο και επίσης είχε να συναγωνιστεί μερικούς εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές που πέρασαν από την ομάδα για τις θέσεις των αμυντικών-κεντρικών χαφ. Ο Λούκας Λέιβα δεν είναι ο καλύτερος αμυντικός αλλά είναι και δύσκολο να τον περάσεις. Δεν έχει κάποια σπουδαία τεχνική αλλά μπορεί να παίξει την μπάλα με τη μία σε μικρές αποστάσεις (τι όχι;). Δεν έχει με τίποτα το γκολ. Δεν έχει την μακρινή μπαλιά. Δεν είναι πολύ γρήγορος αλλά δεν είναι και αργός. Δεν είναι δυνατός στο ψηλό παιχνίδι αλλά ξέρει να παίρνει σωστές θέσεις -γι’ αυτό καλύπτει επιτυχώς και τη θέση του στόπερ- και επίσης μπορεί να κόψει μπάλες δίχως να χρειαστεί να κάνει ένα δυνατό (βρετανικό) τάκλιν. Ο Λούκας Λέιβα είναι η μετριότητα προσωποποιημένη σε ένα όμορφο πρόσωπο με ξανθά μαλλιά και λαμπερό χαμόγελο. Ο Λούκας Λέιβα επίσης έχει κατακτήσει όλα αυτά τα χρόνια μόνο ένα λιγκ καπ (κόντρα στην Κάρντιφ το 2012) χωρίς όμως να βρίσκεται καν στην αποστολή του τελικού αλλά έχει επιβιώσει, ως άλλος Χαιλάντερ, και έχει καταφέρει να βρίσκεται σε κάθε ρόστερ με κάθε προπονητή. Με Μπενίτεζ, με Χότζσον, με Νταλγκλίς, με Ρότζερς και τώρα και με Κλοπ, κυρίως ως κεντρικός -γκαφατζής- αμυντικός που σκορπά απλόχερα το γέλιο ακόμα και στους συμπαίκτες του τρολλάροντας ακόμα και ο ίδιος τον εαυτό του μετά από κάποιος -συχνό- λάθος.

Και πάμε στο παράδοξο της υπόθεσης. Όταν ήρθε ο Λούκας, στην ομάδα υπήρχαν ο Αλόνσο, ο Τζέραρντ, ο Μασκεράνο και ο νέος Βιεϊρά, Μοχάμεντ Σισοκό (αγαπημένο παιδί του Ράφα από την κοινή τους παρουσία στη Βαλένθια) για τις θέσεις στον άξονα. Το Γενάρη του 2008 ο Ρανιέρι αγόρασε τον Σισοκό στη Γιουβέντους για 11 εκατομμύρια λίρες δίνοντας έτσι δίχως να το γνωρίζει στον Βραζιλιάνο τον απαραίτητο χώρο για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Αυτό φυσικά και δεν έγινε ποτέ και μάλιστα από τότε άρχισε μια ωραιότατη ιστορία με ένα σωρό παίκτες να έρχονται και να φεύγουν (άλλοι ως αποτυχημένοι-άλλοι ως επιτυχημένοι), όλοι για τις θέσεις των κεντρικών χαφ δίπλα πάντα στον λατρεμένο μας Λούκας. Ποιος όμως από όλους αυτούς δεν έφυγε ποτέ αλλά δεν κατάφερε και ποτέ να ηγηθεί; Πολύ σωστά μαντέψατε. Ο αγαπημένος ξανθομάλλης Βραζιλιάνος. To καλοκαίρι του 2009 η Λίβερπουλ θα χάσει τον Αλόνσο που θα φύγει για τη Ρεάλ και ο Μπενίτεζ θα φέρει ως αντικαταστάτη τον τραυματία Αλμπέρτο Ακουιλάνι (έλα μη γελάτε) σε μια μεταγραφή που θα τη θυμόμαστε πάντα  όταν θα έχουμε τις μαύρες μας. Εκείνη η σεζόν θα είναι η πιο γεμάτη για τον Λούκας αλλά τραγική δυστυχώς για την ομάδα. Το επόμενο καλοκαίρι η Λίβερπουλ θα χάσει και τον Μασκεράνο που θα φύγει για τη Βαρκελώνη και θα δει τον άξονά της να γεμίζει με παίκτες όπως ο Πόουλσεν, ο Μεϊρέλες και ο Τζόντζο ο Σέλβεϊ. Και οι τρεις θα πωληθούν τα επόμενα χρόνια. Ο Λούκας φυσικά θα μείνει παρέα με τον Τζέραρντ και τον Τζέι τον Σπίρινγκ αλλά χωρίς ποτέ να λογίζεται σαν βασικός. Ούτε όταν ήρθε ο Χέντερσον και ο Τσάρλι ο Άνταμ επί Νταλγκλίς, ούτε όταν ήρθε ο Άλεν και ο Τσαν επί Ρότζερς, ούτε όταν ήρθε ο Βαινάλντουμ και ο Γρούγκιτς επί Κλοπ. Σε όλους αυτούς βάλτε και μερικά ταλέντα που ποτέ δεν βρήκαν χώρο όπως ο Ρόσιτερ και ο Σούσο και κάντε τη σούμα. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσο θα παίξει στη συνέχεια ο Λούκας και αν θα καταφέρει να κερδίσει κάποιο σπουδαίο τίτλο με την ομάδα αλλά τον φαντάζομαι στα 50 με τη φανέλα της Λίβερπουλ να ανανεώνει για ακόμα ένα χρόνο και να ονειρεύεται πως επιτέλους θα κάνει μια μεγάλη σεζόν με την ομάδα. Άλλωστε όπως έγραψα και στον τίτλο «Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας».

Το θαύμα της Φόρεστ που εμπνέει ακόμα

  [2 Σχόλια]

Jimmypeterbrian-print

Στις 13 Οκτωβρίου του 2015 ο σκηνοθέτης Τζόνυ Όουεν κυκλοφόρησε ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ για την Νότινγχαμ Φόρεστ των δύο σερί Πρωταθλητριών (1979 και 1980) με αδημοσίευτο -μέχρι τότε- υλικό. Σπάνιες συνεντεύξεις του Κλαφ και των παικτών του αλλά και υπέροχη μουσική στο πνεύμα της Βρετανικής περιόδου εκείνων των ετών. Όσοι δεν το έχετε δει κάντε ένα κόπο και δεν θα χάσετε. Για τους λάτρεις του διαβάσματος υπάρχει και το βιβλίο -με τον ίδιο τίτλο- που έγραψαν παρέα ο Τζόνυ Όουεν και ο συγγραφέας Ντάνιελ Τέιλορ. Ο Τέιλορ μάλιστα έχει γράψει και το Deep Into The Forest -επίσης για τον Κλαφ και τη Νότινγχαμ- αλλά και μερικά εξαιρετικά βιβλία για την Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ (τα προτείνω σε όλους τους αληθινούς φίλους της ομάδας). ο τίτλος του ντοκιμαντέρ αλλά και του βιβλίου είναι ο αρκετά πιασάρικος (αλλά και πολύ κοντά στην πραγματικότητα) I Believe In Miracles. «Πιστεύω στα θαύματα». Και πως να μην πιστεύουμε με αυτό που είχε καταφέρει στις αρχές των 80s σπουδαίος Άγγλος προπονητής και η ομάδα του.

Με αφορμή το ντοκιμαντέρ και το βιβλίο ο φίλος της ομάδας Στιβ Γκούλμπις εμπνεύστηκε και σχεδίασε μια φοβερή συλλογή ιλουστρασιόν έργων -με τον ίδιο τίτλο- με την Νότιγχαμ εκείνης της περιόδου. Για καλό όλων των ποδοσφαιρόφιλων αλλά και των φίλων της ομάδας ο Γκούλμπις δεν είναι κάποιος τυχαίος μα ένας καλλιτέχνης μεγάλης αξίας και με σπάνιο ταλέντο στο σχέδιο. «Ήταν 1978 όταν κατακτήσαμε το πρωτάθλημα της πρώτης κατηγορίας και εγώ σπούδαζα στη Σχολή Καλών Τεχνών όταν σχεδίασα την πρώτη μου αφίσα για την ομάδα» θυμάται ο ίδιος. «Την είχα στείλει στα γραφεία της Φόρεστ για να τους ευχαριστήσω και είδα γεμάτος έκπληξη την αφίσα να επιστρέφεται μετά από μέρες, έχοντας μάλιστα τις υπογραφές 16 παικτών, του Κλαφ, του βοηθού του Πήτερ Τέιλορ αλλά και του σπουδαίου γυμναστή της ομάδας Τζίμι Γκόρντον. Ήταν κάτι μαγικό. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου». Φυσικά αυτή ήταν η αρχή μιας σπουδαίας καριέρας για τον ίδιο.

Backtobackchampions-print

Ο Γκούλμπις είναι σκιτσογράφος σε μερικά από τα πιο γνωστά αγγλικά αθλητικά περιοδικά και έχει σχεδιάσει τις αφίσες για αρκετές σπουδαίες στιγμές τεράστιων παικτών όπως για το παιχνίδι όπου ο Πολ Σκόουλς αποχαιρέτησε το ποδόσφαιρο και για το παιχνίδι προς τιμήν του Στήβεν Τζέραρντ όταν άφησε το Άνφιλντ και τη Λίβερπουλ για το MLS.

NFFC-European-Cup-winners

Ένα μέρος της δουλειάς του μπορείτε να την βρείτε και να την απολαύσετε σε αυτό το link. Κάντε το και δεν θα χάσετε. Πιστέψτε με.

Σίτι-Τσέλσι: Στο μυαλό του Πεπ λίγο πριν τη σέντρα

  [4 Σχόλια]

pep-guardiola-bayern-munich-bundesliga-hannover_3390336

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 7:15. «Tot el camp – És un clam – Som la gent blaugrana…». O Πεπ Γκουαρδιόλα άνοιξε τα μάτια αμέσως, σηκώθηκε δίχως δεύτερη σκέψη και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Καθώς έφτιαχνε τον σκέτο καφέ του, έφαγε δύο φρυγανιές με γκότζι μπέρι, λίγο μέλι και μισό κομμάτι κέικ από προχθές. Ο Καταλανός κόουτς άλλωστε προσέχει πολύ τη σιλουέτα του. Ίσως και περισσότερο από τα χρόνια που μάγευε στο κέντρο της Μπαρτσελόνα και της εθνικής Ισπανίας. Φόρεσε γρήγορα την πανάκριβή του φόρμα και τα τρέντι παπούτσια του και αφού έπιασε ένα σταθμό με παραδοσιακά Ιρλανδικά τραγούδια στο iPad άρχισε το καθιερωμένο του τζόκινγκ. Η σημερινή μέρα -για να μην ξεχνιόμαστε- ήταν ιδιαίτερη καθώς η Σίτι υποδέχεται την Τσέλσι και ο Πεπ ήθελε εκτός της καθιερωμένης του γυμναστικής να καθαρίσει και το μυαλό του καθώς η ώρα της σέντρας ολοένα και πλησίαζε. Μαζί της φυσικά πλησίαζε και το άγχος.

Καθώς έτρεχε τηλεφώνησε στον βοηθό του τον Μίκελ Αρτέτα. Ήθελε να κάνει μαζί του μια τελευταία κουβέντα για το παιχνίδι, πριν βρεθούν στο γήπεδο. Η υγρασία του Μάντσεστερ άλλωστε είχε δώσει στον Πεπ πολλές ωραίες ιδέες. «Μίκελ καλημέρα, τι κάνεις; Σηκώθηκες; Θέλω να μιλήσουμε λιγάκι για το παιχνίδι. Έλα Μίκελ. Ο προπονητής σου είμαι -ναι- έλα ακούς». O Αρτέτα αφού έριξε μια τσαντισμένη ματιά στο ταβάνι λες και έφταιγε αυτό για το τηλεφώνημα έβαλε το ακουστικό στο αυτί του και δήλωσε πανέτοιμος για μια άκρως ποδοσφαιρική κουβέντα στις 7:30 το πρωί. Το «τι τραβάω ρε πούστη μου» στα καλύτερά του. «Σκέφτομαι να αρχίσω στο αριστερό άκρο της άμυνας τον Κολάροφ» είπε ορθά-κοφτά ο Πεπ, καθώς ο Αρτέτα χασμουρήθηκε δυνατά. «Είχα σκεφτεί τον Κλισί αλλά τον τελευταίο καιρό μου θυμίζει ολοένα και περισσότερο ένα συμπαίκτη που είχα στην Μπρέσια, τον Τόνυ τον Σέριτς». Τα γέλια και των δύο πρέπει να ακούστηκαν μέχρι το Λονδίνο. «Ναι τον θυμάμαι μετά είχε πάει στον Παναθηναϊκό. Με αυτόν εσωτερικό αριστερό μέσο σας είχαν κρατήσει στο μηδέν στο ΟΑΚΑ». Ο Πεπ πάγωσε. «Δεν ήμουν εγώ προπονητής τότε» και άρχισε να θυμάται το πέρασμά του από τον Ιταλικό σύλλογο. «Εγώ στη Μπρέσια. Συμπαίκτης του Λούκα Τόνι και του Σέριτς; Σαν να βάλει κάποιος τη Μόνα Λίζα στο σαλόνι του Ανδρέα Ευαγγελόπουλου». Τα γέλια συνεχίστηκαν και τα μάτια τους δύο γέμισαν με δάκρυα. Δάκρυα νευρικού γέλιου. Ο Γκουαρδιόλα συνέχισε να αναλύει καθώς ο Αρτέτα είχε αφήσει ανοικτό το τηλέφωνο και έκανε δουλειές. Μετά από σχεδόν ένα μισάωρο ο Πεπ έκλεισε το τηλέφωνο. Είχε φτάσει στο προπονητικό κέντρο της Σίτι και δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο από ένα ζεστό μπάνιο. Οι περισσότεροι παίκτες έφταναν και αυτοί σιγά-σιγά. Μαζί τους και ο Αρτέτα.

Ο Πεπ μάζεψε τους παίκτες και άρχισε να λέει την εντεκάδα (που ήταν άλλωστε γνωστή στους περισσότερους). «Μπράβο στο τέρμα, Στόουνς και Οταμέντι στο κέντρο της άμυνας, Ζάμπα και Κολάροφ στα άκρα. Φερναντίνιο και Γκιντογάν στον άξονα με Σίλβα, Ντε Μπρούινε, Τουρέ μπροστά τους και στην κορυφή ο Κουν. Φύγατε για ζέσταμα». Καθώς οι παίκτες άφηναν τα αποδυτήρια ο Πεπ ήθελε να συζητήσει και πάλι με τους βοηθούς του Μίκελ Αρτέτα και Μπράιαν Κιντ. «Δεν ξέρω αλλά το φοβάμαι πολύ το παιχνίδι. Ο Κόντε με έχει εξοργίσει. Θυμάμαι τις κόντρες μας σαν παίκτες, αυτόν φαλακρό και εμένα με μαλλιά και τώρα που είμαστε προπονητές έχω εγώ φαλάκρα και αυτός χαίτη λες και είναι ο Μπον Τζόβι. Πως να τα βάλεις με ένα τέτοιο τύπο». Κανένας εκ των δύο δεν είχε απάντηση και ο Πεπ συνέχισε τον μονόλογό του. «Άσε και αυτό το 3-4-3. Τι τον έπιασε και το άλλαξε στο ημίχρονο με την Άρσεναλ. Καλά έτρωγε τρία. Έχει 7 σερί νίκες λες και είναι ο Ολυμπιακός στη σούπερ λίγκα. Δεν ξέρω αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου φοβάμαι. Σκέφτομαι τον Αζάρ να βγαίνει πάνω στον Ζαμπαλέτα και με πιάνει ρίγος. Είναι σε φοβερή κατάσταση η Τσέλσι και εγώ δεν έχω τον Ινιέστα να βάλει μπάζερ-μπίτερ».

Ο Κιντ τον διέκοψε «Κόουτς όλα θα πάνε καλά. Θα τους αρχίσουμε στο τίκι-τάκα και θα ακουμπήσουν τη μπάλα για πρώτη φορά στο 30′. Αρκεί να σκοράρουμε πρώτοι. Μην μασάς. Είμαστε οι καλύτεροι και θα το αποδείξουμε στο γήπεδο». Ο Πεπ χαμογέλασε. Ο Αρτέτα δεν μίλησε και έφερε στο μυαλό του εκείνο το τάκλιν που του είχε κάνει ο Όμπι Μίκελ σε ένα Τσέλσι-Άρσεναλ πριν μερικά χρόνια. Ανατρίχιασε και συνέχισε να κοιτάζει από το παράθυρο τον μουντό ουρανό της πόλης. Ο κόσμος άρχιζε να γεμίζει το Έτιχαντ. Τραγούδια και ιαχές ακούγονταν από παντού. Η μέρα ήταν μεγάλη. Ο Γκουαρδιόλα πήρε το μπλοκάκι του, κοίταξε κατάματα τον Κιντ και τον ρώτησε «Τι έκανε ο Μπεστ πριν από ένα τόσο μεγάλο παιχνίδι» για να δεχθεί την απάντηση που ήταν πιο σίγουρη κι από την κατάκτηση του πρωταθλήματος Ιταλίας και φέτος απ’ τη Γιουβέντους. «Έπινε κόουτς. Έπινε». Ο Πεπ στραβοκατάπιε και ένιωσε το κότζι μπέρι να του ανεβαίνει στο λαιμό. Στη σκέψη του ήρθε ο μεθυσμένος συμπαίκτης του στη Μπάρσα, Ρομάριο. Ο Σερ Μπόμπι Ρόμπσον και εκείνο το J&B που είχε φύγει στο κόρνερ για το κεφάλι του Λουίς του Φίγκο. Κατέβασε το κεφάλι και έφυγε για τη φυσούνα σκεπτόμενος την καλή ζωή που έχει απαιτήσει από όλους τους παίκτες του. «Θα σε κερδίσω Αντόνιο. Θα σε κερδίσω».

Το ιστορικό ντεμπούτο του Τόνυ Κότον

  [Καθόλου σχόλια]

Birmingham-City-goalkeeper-Tony-Coton-in-1984

-Με τέτοιον αέρα δεν πρέπει να σουτάρουν τόσο ψηλά. Ξέρετε ποιες ομάδες παίζουν και ποια είναι η κατάταξή τους;

-Κι εγώ ξένος είμαι. Δεν έχω ιδέα. Είμαι πλασιέ και περαστικός από εδώ.

-Οι παίκτες φωνάζουν υπερβολικά. Το καλό παιχνίδι είναι σιωπηλό.

-Δεν υπάρχει προπονητής να τους συμβουλέψει.

-Σε τόσο μικρό γήπεδο χρειάζεται ταχύτητα.

(παύση)

-Μια φορά είδα πως έσπασε το πόδι του ένας παίκτης. Το σπάσιμο ακούστηκε ως την τελευταία σειρά.

-Μια φορά έπαιξα ενάντια σε μια ομάδα όπου όλοι έπαιζαν ξυπόλητοι. Ο ήχος όταν χτυπούσαν τη μπάλα με το πόδι ήταν συγκλονιστικός. Έχετε προσπαθήσει ποτέ σε μια αναμέτρηση να μην επικεντρωθείτε στον επιθετικό αλλά στον τερματοφύλακα; Είναι δύσκολο να τραβήξεις το βλέμμα και να κοιτάξεις τον τερματοφύλακα. Πρέπει να το τραβήξεις από τη μπάλα και να κοιτάξεις τον τερματοφύλακα που τρέχει μπρος πίσω με τα χέρια στους μηρούς. Που σκύβει αριστερά, δεξιά και φωνάζει στους αμυντικούς. Συνήθως τον προσέχουμε μόνο όταν η μπάλα πλησιάσει στο τέρμα. Είναι παράξενη εικόνα ο τερματοφύλακας να τρέχει πέρα δώθε, χωρίς μπάλα αλλά με την αγωνία του σουτ.

-Δεν μπορώ να κοιτάξω πολύ ώρα. Χωρίς να το θέλω κοιτάω πάλι τον επιθετικό. Νιώθω σαν να αλληθωρίζω. Όταν δεις κάποιον να πλησιάζει μια πόρτα δεν κοιτάς το πόμολο. Πονάει το κεφάλι σου.

-Δεν μπορείς να αναπνεύσεις σωστά.

Το συνηθίζεις. Αλλά είναι γελοίο.

(παύση)

-Πέναλτι. Ο τερματοφύλακας αναρωτιέται σε ποια γωνία θα σουτάρει ο άλλος. Αν τον ξέρει από προηγούμενους αγώνες, ξέρει που θα σουτάρει. Ίσως όμως να σκέφτεται το ίδιο κι αυτός που εκτελεί το πέναλτι. Οπότε ο τερματοφύλακας υποθέτει πως θα ρίξει στην άλλη γωνία. Τι γίνεται αν ο παίκτης σκεφτεί σαν τον τερματοφύλακα και ρίξει τη μπάλα στη συνηθισμένη γωνία; Και ούτω καθ’ εξής.

(ο παίκτης εκτελεί και ο τερματοφύλακας πιάνει το πέναλτι)

_89526172_pa-546130

Ο παραπάνω σύντομος διάλογος που καταλήγει στον υπέροχο μονόλογο του ήρωα Μπλοχ (ο βασικός πρωταγωνιστής της πρώτης ταινίας του Βιμ Βέντερς «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι») θα μπορούσε να ήταν κάλλιστα ένας διάλογος στο γήπεδο Σεντ Άντριους ακριβώς με την έναρξη του αγώνα, εκείνο το μουντό απόγευμα στο Μπέρμινγχαμ αρκετά χρόνια πίσω. Ήταν 27 Δεκεμβρίου του 1980 με την Μπέρμινγχαμ του Τζιμ Σμιθ να υποδέχεται την Σάντερλαντ του Κεν Νάιτον. Ο προπονητής των «μπλε» 30 λεπτά πριν την αναμέτρηση είχε δώσει τη φανέλα με το νούμερο-1 στον νεαρό Τόνυ Κότον, λόγω ενός μυικού τραυματισμού του βασικού τερματοφύλακα Τζεφ Γουίλαντς, και κάπως έτσι ο 19χρόνος (δηλωμένος οπαδός της ομάδας) έκανε το επίσημο ντεμπούτο του (και όνειρό του) αγωνιζόμενος μπροστά στο πέταλο των φανατικών. Σε ένα πέταλο που μέχρι πριν λίγο καιρό πήγαινε κι αυτός για να ξελαρυγγιαστεί για την ομάδα της καρδιάς του. Με την έναρξη της αναμέτρησης το όνειρο για τον νεαρό θα μπορούσε βέβαια να είχε εξελιχθεί σε εφιάλτη, μιας και μερικά δευτερόλεπτα μετά τη σέντρα είδε τον βασικό αμυντικό χαφ της ομάδας του Τζόε Γκάλαχερ να κάνει πέναλτι. Στην κερκίδα επικράτησε αμέσως η τυπική βρετανική -άκρως ποδοσφαιρική πάντα- γκρίνια.

O Τζον Χόλεϊ (γυρολόγος επιθετικός στο Νησί και τότε παίκτης της Σάντερλαντ) έστησε την μπάλα στα 11 βήματα και σούταρε δυνατά. Ο Τόνυ Κότον μάντεψε σωστά και έπιασε το πέναλτι με τους φανατικούς στο πέταλο να ξεσπούν σε τρελούς πανηγυρισμούς. Ο νεαρός έγινε -σε ένα απόγευμα- ο νέος ήρωας της ομάδας και πάνω σε αυτό το πέναλτι (και το ταλέντο που σίγουρα διέθετε) έχτισε μια αξιοσέβαστη καριέρα για σχεδόν 20 χρόνια. Ήταν το 54ο δευτερόλεπτο της αναμέτρησης και φυσικά αποτελεί ρεκόρ ως «η πιο γρήγορη απόκρουση πέναλτι σε ντεμπούτο τερματοφύλακα» κάτι που μόνο οι θεούληδες Άγγλοι θα είχαν κρατήσει ως στατιστικό. Το τελικό 3-2 χάρισε στη Μπέρμινγχαμ ένα σπουδαίο «τρίποντο» και έδωσε φυσικά στον νεαρό τερματοφύλακα το δικαίωμα να γίνει ο νέος «βασιλιάς» της πόλης του. Καθόλου άσχημα για ένα 19χρόνο παιδί στα δύσκολα χρόνια των αρχών της δεκαετίας του ’80. Ο Κότον χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του για το επιτυχημένο του ντεμπούτο θα σταθεί στο «μέγεθος» του γηπέδου και το πόσο μικρό ήταν στα μάτια του έχοντας τους φανατικούς στην πλάτη του. «Τα πάντα ήταν τόσο μικρά που δεν ήταν δυνατό να νικηθώ από τη θέση του πέναλτι» θα πει ο ίδιος και θα δώσει μια νέα διάσταση στο πως βλέπει κάποιος τα πάντα εντός του γηπέδου, ιδίως με την «τρέλα» και το άγχος ενός ψαρωμένου πιτσιρικά που ζει -εντελώς ξαφνικά- το όνειρό του.

1988: Watford goalkeeper Tony Coton indicates to team mates during a Barclays League Division One match against Chelsea at Stamford Bridge in London. The match ended in a 2-2 draw. Mandatory Credit: David Cannon/Allsport

Τη σεζόν 1983-1984 η Μπέρμινγχαμ θα υποβιβαστεί στην δεύτερη κατηγορία, η Γουότφορντ θα βγάλει από τα ταμεία της το ποσό των 300.000 λιρών και θα κάνει δικό της τον ελπιδοφόρο τερματοφύλακα. Ο Κότον θα γίνει το νούμερο-1 της ομάδας για 6 σεζόν και θα φτάσει να προταθεί για το Hall of Fame της Γουότφορντ ως ο δεύτερος παίκτης πίσω από τον βασικό επιθετικό εκείνης της περιόδου Λούθερ Μπλίσετ. Ακολούθησε το επιτυχημένο πέρασμα από τη Μάντσεστερ Σίτι για 6 σεζόν, η μεταγραφή στη Γιουνάιτεντ και το άδοξο φινάλε στη Σάντερλαντ πριν ακριβώς 20 χρόνια. Φυσικά και όλοι οι φίλοι του Αγγλικού ποδοσφαίρου θα τον θυμόμαστε για το πέναλτι κόντρα στη Σάντερλαντ και φυσικά για εκείνη την εξωπραγματική εμφάνιση που είχε πραγματοποιήσει στο Άνφιλντ κόντρα φυσικά στη Λίβερπουλ για τον 6ο γύρο του Κυπέλλου. Ήταν 11 Μαρτίου του 1986 με τη Γουότφορντ να φεύγει με ένα άκρως τιμητικό 0-0 από το Άνφιλντ (ηττήθηκε με 1-2 στη ρεβάνς) και τον Κότον να χειροκροτείται από ολόκληρο το γήπεδο ακριβώς με τη λήξη του αγώνα. Ο ίδιος θεωρεί ακόμα και σήμερα εκείνη την αναμέτρηση ως την κορυφαία της πλούσιας καριέρας του.

Αχ βρε Ζοσέ

  [15 Σχόλια]

mou-sad

Είναι γεγονός πως ο Ζοσέ Μουρίνιο δεν περνάει και τις καλύτερές του μέρες στον πάγκο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Η ομάδα δεν παίζει όμορφο ποδόσφαιρο, δεν παίρνει αποτελέσματα και έχει μείνει αρκετά πίσω στο κυνήγι της πρώτης θέσης που ήταν και ο μεγάλος στόχος το καλοκαίρι. Σε όλα τα παραπάνω έχουμε και τον παραγκωνισμό του εξαιρετικά ταλαντούχου μεσοεπιθετικού Χενρίκ Μικχιταριάν. Ενός παίκτη που μας μάγεψε με τη φανέλα της Ντόρτμουντ τα τρία προηγούμενα χρόνια και που η ομάδα του Μάντσεστερ έβγαλε απ’ τα ταμεία της -σχεδόν- 30 εκατομμύρια λίρες το περασμένο καλοκαίρι για να τον κάνει δικό της. Ο Μουρίνιο έχει χρεωθεί από την αρχή της καριέρας του πολλές αποτυχημένες μεταγραφές, όπως και όλοι οι προπονητές για να είμαστε δίκαιοι, αλλά και πολλές λανθασμένες επιλογές σε παίκτες που βρήκε στην ομάδα του, δεν τους πίστεψε δίνοντάς τους σε άλλες ομάδες, και βλέποντάς τους (εξ αποστάσεως) να εξελίσσονται σε παίκτες κορυφαίου επιπέδου. Για να είμαστε δίκαιοι αυτή η συνήθεια ξεκίνησε στη Ρεάλ Μαδρίτης δειλά-δειλά και απογειώθηκε αρνητικά στο δεύτερο πέρασμα του Πορτογάλου από τον πάγκο της Τσέλσι. Εκεί δηλαδή που άρχισε να φαίνεται ξεκάθαρα πως ο Μουρίνιο είχε αρχίσει να μένει στάσιμος ως προς την εξέλιξη (και αντίληψη) ενός σπορ που διαρκώς αλλάζει. Τις σημαντικότερες από αυτές τις περιπτώσεις θα δούμε παρακάτω.

Lukaku-daily-post

O νέος Ντρογκμπά: O Πορτογάλος επέστρεψε στον πάγκο των «μπλε» το καλοκαίρι του 2013 και η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε να αντιμετωπίσει στον τελικό του Σούπερ Καπ  Ευρώπης τον άσπονδο φίλο του, τον Πεπ Γκουαρδιόλα. Η Τσέλσι ηττήθηκε στα πέναλτι με 5-4 με τον Λουκάκου να αστοχεί στο τελευταίο πέναλτι και να στερεί από τον Πορτογάλο μια νίκη γοήτρου. Μια νίκη που ήθελε όσο τίποτα άλλο σε εκείνο το χρονικό σημείο. Ο Βέλγος επιθετικός είχε αποκτηθεί από την Άντερλεχτ το 2011 (στα 17 του) για σχεδόν 20 εκατομμύρια λίρες και όλοι περιμέναμε να τον δούμε να γίνεται ο παίκτης που θα πάρει σιγά-σιγά τη θέση του θρύλου Ντιντιέρ Ντρογκμπά στην επίθεση της Τσέλσι. Ο Μουρίνιο φυσικά είχε διαφορετική γνώμη από όλους. Τον έδωσε δανεικό στην Έβερτον για τη σεζόν 2013-2014 με τον Βέλγο να πραγματοποιεί εξαιρετική σεζόν και να δηλώνει πανέτοιμος για τη μεγάλη επιστροφή στο Λονδίνο. Αυτό δεν έγινε ποτέ με τον Μουρίνιο να τον πουλάει το 2014 για 28 εκατομμύρια λίρες στην Έβερτον, φέρνοντας μάλιστα στη θέση του τον 36χρόνο Ντιντιέρ Ντρογκμπά. Η Τσέλσι μπορεί να κατέκτησε το πρωτάθλημα του 2015 αλλά η συνέχεια -εννοείται- πως δεν δικαίωσε τον Πορτογάλο προπονητή.

kevin-de-bruyne-man-city-v-psg-champions-league-qf-second-leg-celeb_3447713

Ο νεαρός μάγος: O Κέβιν Ντε Μπρούινε είχε αποκτηθεί μόλις για 7 εκατομμύρια λίρες το 2012 από την Γκενκ. Τη σεζόν 2012-2013 είχε δοθεί δανεικός στη Βέρντερ και είχε αφήσει άφωνους όλους τους Γερμανούς με τις επιδόσεις του. Με τον Μουρίνιο στον πάγκο ξεκίνησε βασικός κόντρα στη Γιουνάιτεντ τη σεζόν 2013-2014 και μετά από εκείνο το 0-0 πουλήθηκε στη Βόλφσμπουργκ για 18 εκατομμύρια λίρες. Ο προπονητής των «μπλε» είχε δηλώσει πως ο νεαρός Βέλγος δεν μπορεί να αντέξει στο σκληρό Αγγλικό παιχνίδι και πως η μεταγραφή του στη Γερμανία ήταν το καλύτερο για την καριέρα του. Το καλοκαίρι του 2015 η Σίτι τον αγόρασε για 55 εκατομμύρια λίρες  και πλέον στα χέρια του Γκουαρδιόλα έχει εξελιχθεί σε ένα εκ των ποιοτικότερων μέσων σε ολόκληρο τον κόσμο και βαρόμετρο στην καλή απόδοση των «πολιτών».

Επιτέλους ένας αριστερός μπακ: Καλοκαίρι του 2014 και η Τσέλσι χρειάζεται επειγόντως ένα κανονικό αριστερό μπακ. Ο Βραζιλιάνος Φιλίπε Λουίς είναι ο πλέον κατάλληλος. Ποιοτικός. Γρήγορος. Εξαιρετικός αμυντικός, και από μία ομάδα που έχει μάθει να παίζει με το «μαχαίρι στα δόντια». Την Ατλέτικο του Ντιέγκο Σιμεόνε. Το deal θα ολοκληρωθεί στις 16 εκατομμύρια λίρες και ο παίκτης θα γίνει κάτοικος Στάμφορντ Μπριζ. Ο Μουρίνιο δεν θα δείξει ποτέ να τον εμπιστεύεται και πολύ γρήγορα ο Βραζιλιάνος θα βρεθεί να σκουπίζει τον πάγκο για να παίζει βασικός ο δεξιοπόδαρος Θέζαρ Αθπιλικουέτα. Το καλοκαίρι του 2015 ο Λουίς θα επιστρέψει και πάλι στην Ατλέτικο και θα γίνει ξανά αυτό που είναι πραγματικά. Ένας ανάμεσα στους 5-6 κορυφαίους στη θέση του στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Για να αγοράσει κανονικό μπακ η Τσέλσι έπρεπε να αλλάξει προπονητή -να περάσει ένας χρόνος ακόμα- να έρθει ο Κόντε και μαζί του να φέρει τον Μάρκος Αλόνσο από την Φιορεντίνα. Πολύ καλή (και φθηνή) επιλογή.

Το γερμανικό πολυεργαλείο: O Αντρέ Σίρλε είχε «κλείσει» στους Λονδρέζους λίγο πριν υπογράψει ο Μουρίνιο την επιστροφή του και με την έλευση του Πορτογάλου όλοι περιμέναμε την απογείωσή του μιας και διέθετε (και διαθέτει ακόμα) όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που χρειάζεται κάποιος σε ομάδα-Μουρίνιο. Έχει το γκολ χωρίς να είναι καθαρόαιμος επιθετικός. Μαρκάρει σαν «σκύλος» αν και είναι επιθετικογενής και φυσικά βάζει πάντα το «εγώ» κάτω από το «εμείς». Αυτό που λέμε κλασικός παίκτης ομάδας. Και όμως. Μετά από μία πολύ καλή σεζόν (2013-2014) ο Πορτογάλος τον πούλησε μεσούσης της σεζόν (Γενάρη του 2015) στη Βόλφσμπουργκ. Ο Σίρλε είχε προλάβει να στεφθεί πρωταθλητής κόσμου με τη Γερμανία στα γήπεδα της Βραζιλίας και φυσικά να κερδίσει το δύσκολο κοινό των «μπλε». Συνεχίζει να αποτελεί βασικό στέλεχος των πάντσερ. Προσωπικά δεν κατάλαβα ποτέ το λόγο που άφησε την Τσέλσι.

 

Το μηχανάκι από την Κολομβία: Χειμερινή περίοδος του 2015 και η Τσέλσι βγάζει από τα ταμεία της το ποσό των 23 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει τον Κουαδράδο από την Φιορεντίνα. Ο παίκτης δήλωνε παντού πόσο ευτυχισμένος είναι που θα έπαιζε για τον Μουρίνιο και τη δική του Τσέλσι και οι περισσότεροι περιμέναμε με αγωνία αυτό το πάντρεμα. Τελικά δεν είδαμε τίποτα μιας και ο Πορτογάλος δεν μπόρεσε να πάρει τίποτα ούτε από τον Κουαδράδο στέλνοντάς τον στη Γιουβέντους ως δανεικό μισό χρόνο αργότερα. Στο Τορίνο -εννοείται- πίστεψαν στο ταλέντο του και τον έκαναν δικό τους ένα χρόνο μετά με κανονική μεταγραφή. Εννοείται πως πραγματοποιεί εξαιρετικές εμφανίσεις με τη φανέλα της Γιούβε και εννοείται πως ο Κόντε θα του έβρισκε ένα σημαντικό ρόλο στην δική του Τσέλσι.

Manchester-United-v-Watford

Ο σπουδαίος Ισπανός: O Μουρίνιο όταν ανέλαβε την Τσέλσι για δεύτερη φορά είχε την τύχη να βρει εκεί ως παίκτη τον σπουδαίο Χουάν Μάτα. Τι είχε καταφέρει ο Ισπανός τόσο με την εθνική όσο και με τους «μπλε» το θεωρώ περιττό αναφοράς. O Πορτογάλος δεν πίστεψε τον Ισπανό και τον χρησιμοποίησε ελάχιστα τη σεζόν 2013-2014 πουλώντας τον μάλιστα το καλοκαίρι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Το περασμένο καλοκαίρι οι δυο τους έσμιξαν ξανά στο Όλντ Τράφορντ και ο Μάτα (αν και δεν λογίζεται ως βασικός) εκθέτει τον προπονητή του όταν παίζει βασικός μιας και είναι ένας εκ των καλύτερων παικτών της ομάδας την τρέχουσα σεζόν. Λογικό μιας και διαθέτει σπάνιο ποδοσφαιρικό dna.

O φτωχός Φαραώ: Η διοίκηση της Τσέλσι δεν χάλασε το χατήρι του Μουρίνιο και του έφερε τον Σαλάχ (για 11 εκατομμύρια λίρες) από την Βασιλεία το Γενάρη του 2014. Ο Αιγύπτιος θεωρούνταν τότε ένας ανάμεσα στους κορυφαίους ανερχόμενους εξτρέμ του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Τι κατάφερε στην Τσέλσι επί Μουρίνιο; Μια τρύπα στην άμμο (και πολλά λέω). Μοιραία άρχισαν οι δανεισμοί μέχρι να βρει την Ιθάκη του στη Ρόμα το περασμένο καλοκαίρι.

O αδικημένος Νιγηριανός: O Βίκτωρ ο Μόζες είναι ένας τιμιότατος ποδοσφαιριστής στα δικά μου μάτια. Ένας ποδοσφαιριστής που επί Μουρίνιο δεν βρήκε ποτέ χώρο στους «μπλε» αν και άξιζε μια ευκαιρία. Δόθηκε δανεικός στη Λίβερπουλ και έκανε μαζί της πρωταθλητισμό. Δόθηκε στη Στόουκ και έκανε μια εξαιρετική σεζόν. Δόθηκε στη Γουέστ Χαμ και ήταν κάτι παραπάνω από χρήσιμος στην εξαιρετική ομάδα του Μπίλιτς. Η έλευση Κόντε και το γεγονός πως ο Ιταλός έχει αλλάξει το σύστημα σε 3-5-2 έχουν δώσει στον Νιγηριανό όχι μόνο πολλές ευκαιρίες αλλά φανέλα βασικού ως δεξί μπακ-χαφ. Κάτι που είχε κάνει για ένα μεγάλο διάστημα επιτυχώς και στη Λίβερπουλ του Ρότζερς το 2014. Σημαντικό γρανάζι της Τσέλσι πλέον και ακόμα ένας που εκθέτει ανεπανόρθωτα τις επιλογές του Πορτογάλου τα τρία τελευταία χρόνια όταν ήταν δηλαδή ο τιμονιέρης των «μπλε».

Ντέιβιντ Μπέντλεϊ: Η καριέρα που δεν έγινε

  [2 Σχόλια]

_66039317_bentley2_pa

H φράση «Ονειρικό ντεμπούτο» είναι αρκετά κλισέ. Αν όμως η εν λόγω φράση πρέπει να βρει και να ταιριάξει -απόλυτα- με μια ποδοσφαιρική στιγμή, αυτή δεν είναι άλλη από το ντεμπούτο του Ντέιβιντ Μπέντλεϊ με τη φανέλα της Μπλάκμπερν το 2006. Και όχι κόντρα σε κάποια τυχαία ομάδα αλλά κόντρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Σε μια περίοδο που ήταν -ακόμα- ο φόβος και ο τρόμος στο Νησί αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Άγγλος μεσοεπιθετικός ανήκε στην Άρσεναλ και είχε δοθεί δανεικός στην ομάδα του Ίγουντ Παρκ λίγο μετά την έναρξη της σεζόν 2005-2006. Οι καλές του εμφανίσεις  -και το γεγονός πως ο Αλσατός έψαχνε να τον πουλήσει- έκαναν τον Μαρκ Χιούζ να βγάλει από τα ταμεία της ομάδας δύο εκατομμύρια λίρες και να κάνει δικό του τον Άγγλο, γεμίζοντας χαρά τους φίλους της ομάδας. Οι υπογραφές έπεσαν ακριβώς 24 ώρες πριν το παιχνίδι κόντρα στη Γιουνάιτεντ, εκεί δηλαδή που ο παίκτης θα έπαιζε για πρώτη φορά ως κανονικός παίκτης των «ρόδων» και όχι ως δανεικός.

Την 1η Φεβρουαρίου του 2006 η Μπλάκμπερν κέρδισε την Γιουνάιτεντ με 4-3 με τον Μπέντλεϊ να σκοράρει χατ-τρικ (το πρώτο και τελευταίο της καριέρας του) και να τρελαίνει ολόκληρη την Αγγλία (και όχι μόνο). Αυτά τα τρία γκολ  ήταν και τα μοναδικά του εκείνη τη σεζόν για το πρωτάθλημα, με τους φίλους της ομάδας να βλέπουν στο πρόσωπό του τον νέο τους ηγέτη. Την ίδια περίοδο οι Άγγλοι δημοσιογράφοι είχαν αρχίσει τις συγκρίσεις με έναν άλλο Ντέιβιντ, τον Μπέκαμ, και η αθλητική εταιρεία Puma υπέγραφε μαζί του ένα παχυλό συμβόλαιο. Ο Μπέντλεϊ ήταν στα 22 του χρόνια και ολόκληρος ο κόσμος ήταν ολότελα δικός του. Από την άλλη, το Αγγλικό ποδόσφαιρο έψαχνε ένα νέο (όμορφο και ταλαντούχο) παίκτη για να ασχοληθεί και κάπου εδώ αρχίζει η ωραία ιστορία μας.

Δεν ξέρω πόσοι θυμάστε τον παίκτη να αγωνίζεται. Γι’ αυτούς που δεν τον θυμούνται απλά να πω πως ο Μπέντλεϊ είχε πολλά από τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά του Μπέκαμ. Δεν ήταν ο τυπικός Βρετανός εξτρέμ (που τρέχει πάνω-κάτω ακατάπαυστα) αλλά έπαιζε άψογα τη θέση. Μπορούσε να παίξει επίσης ως κεντρικός μέσος (έχοντας περισσότερο δημιουργικό ρόλο), όπως και ως δεύτερος επιθετικός (ο Μπέκαμ δεν το έκανε αυτό) χωρίς όμως να έχει στο ρεπερτόριό του το εύκολο γκολ. Είχε εξαιρετική τεχνική και ένα δεξί πόδι που ήταν ικανό να «σβήσει πολλές μπάλες σε πλάτες αμυντικών» αλλά και να στείλει τη μπάλα στο παραθυράκι βρεγμένων και παγωμένων Αγγλικών δοκών. Επίσης, τον λάτρευαν οι δημοσιογράφοι, ο γυναικείος πληθυσμός και φυσικά ο προπονητής της εθνικής Αγγλίας εκείνης της περιόδου. Αναφέρομαι στον Στηβ ΜακΛάρεν, όπως πολύ καλά θα καταλάβατε οι φίλοι των «Τριών Λιονταριών». Οι  τρεις σεζόν του παίκτη στο Ίγουντ Παρκ ήταν πολύ καλές, η Μπλάκμπερν εκείνα τα χρόνια δεν είχε το χάλι των ημερών μας και οι μεγαλύτερες ομάδες είχαν αρχίσει να γλυκοκοιτάζουν τον παίκτη. Ο Ντέιβιντ Μπέντλεϊ ήταν ένα βήμα πριν να πιάσει την ποδοσφαιρική ελίτ και να ζήσει αυτό που κάθε παιδάκι ονειρεύεται να ζήσει με το που κλωτσάει μια μπάλα. Δόξα, χρήμα και τίτλους.

image-14-for-people-8th-july-gallery-327921651

Την ίδια περίοδο ο Μπέντλεϊ έγινε και διεθνής και όλοι -μα όλοι- μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για το νέο μεγάλο αστέρι του Αγγλικού ποδοσφαίρου σε μια περίοδο που άρχιζε να αχνοφαίνεται η λάμψη του Γουόλκοτ, ο Ουαλός Γκάρι Σπιντ έφτανε τις 500 συμμετοχές στην Πρέμιερ Λιγκ (ο πρώτος που πετύχαινε κάτι τέτοιο), εμείς τσακωνόμασταν ποιος είναι καλύτερος «ο Τζέραρντ ή ο Λάμπαρντ» και ο Ζοσέ ο Μουρίνιο ήταν όντως ο Special One. Συγκινήθηκα, το παραδέχομαι. Πάμε παρακάτω όμως γιατί κάπου εδώ πρέπει να βάλω στην εξίσωση και την Τότεναμ για να ολοκληρωθεί η ιστορία. Προπονητής των «σπιρουνιών» ήταν ο Χάρι ο Ρέντκναπ και στο ρόστερ υπήρχε ένας εξαιρετικός νεαρός Ουαλός αριστερός μπακ, ένας Μαροκινός μάγος, μερικοί σούπερ ταλαντούχοι Άγγλοι παίκτες (οι μισοί εννοείται δεν έκαναν σπουδαία καριέρα) και ο Πασκάλ ο Τσιμποντά εκ Σάντερλαντ ορμώμενος και πολλά υποσχόμενος. Τι χρειαζόταν η ομάδα για να απογειωθεί; Μα φυσικά τον νέο Μπέκαμ. Πόσα χρήματα έφτασε εκείνη η μεταγραφή; Γύρω στις 21 εκατομμύρια λίρες («καθαρά πράγματα» που θα λέγε και ο Χάρι). Καλοκαίρι του 2008 -εν μέσω διακοπών σε μακρινό νησί- θυμάμαι τον Ρέντκναπ να του δίνει τη φανέλα με το νούμερο 5. «Αυτό το νούμερο φορούσε και ο Ζιντάν στη Ρεάλ» πρόλαβαν να ξεστομίσουν αρκετοί φίλοι της ομάδας και κάπου εκεί -ουσιαστικά- τελείωσε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα πριν καν αρχίσει. Αστειεύομαι αν και δεν θα έπρεπε.

Ο Μπέντλεϊ δεν έκανε ποτέ τις σπουδαίες εμφανίσεις με τη φανέλα της Τότεναμ πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Δεν έγινε ποτέ σταθερό και βασικό μέλος της εθνικής και μάλιστα δεν κλήθηκε ποτέ ξανά μετά το 2008 (στα 24 του χρόνια). Μοιραία ξεκίνησαν και οι δανεισμοί. Όσο πιο μικρό όνομα είχε η ομάδα τόσο χειρότερη γινόταν και η απόδοση του παίκτη. Μπέρμινγχαμ, Γουέστ Χαμ ακόμα και στη Ρωσική Χάνσα το 2012, μπας και μπορέσει να ξαναβρεί την χαμένη του φόρμα. Αυτό ήταν πλέον ξεκάθαρο. Όλοι έβλεπαν ένα μέτριο, ένα κακό ποδοσφαιριστή. Αυτό όμως που δεν μπορούσε να δει κανείς ήταν το γεγονός πως ο παίκτης δεν είχε χάσει μόνο τη φόρμα του αλλά και την όρεξη για ποδόσφαιρο (όπως ο ίδιος παραδέχθηκε λίγο αργότερα-τον βασικό λόγο θα τον διαβάσετε παρακάτω). Το ποδόσφαιρο είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα για τον παίκτη και αναπόφευκτα ήρθε και η απόσυρση από αυτό το 2013. Στα 29 του χρόνια. Πλέον στα 32 του απέχει εντελώς από το ποδόσφαιρο, και την Αγγλική ποδοσφαιρική πραγματικότητα, έχοντας μετακομίσει με την οικογένειά του στην Ισπανία.

Το παλικάρι που είχε ονομαστεί «Νέος Μπέκαμ» – και που κάποτε ο Βενγκέρ του έδωσε επαγγελματικό συμβόλαιο στα 16, έχοντας στα 18 του στο σπίτι του το περιβραχιόνιο των μικρών εθνικών ομάδων – δεν έκανε ποτέ την καριέρα που του αναλογούσε βάσει ταλέντου. Ακόμα ένας παίκτης που δεν μπόρεσε να σηκώσει το βάρος και την πίεση των Βρετανικών μίντια και των χρημάτων που δαπανήθηκαν για πάρτη του. Ακόμα ένας παίκτης που δεν άντεξε στην «τρέλα» και τους ρυθμούς της εποχής. Ακόμα ένας σούπερ ταλαντούχος ποδοσφαιριστής που το σύγχρονο ποδόσφαιρο αποβάλλει άθελά του. Από αυτούς που βλέπουν να τους παίρνει τη θέση κάποιος που δεν έχει ούτε το 1/5 του ταλέντου τους επειδή τρέχει σαν μηχανή για όσο διαρκεί μια αναμέτρηση. Ο Ντέιβιντ Μπέντλεϊ είναι από τους λίγους (ίσως και ο μοναδικός) που δεν συνέχισε σε αυτό το ποδόσφαιρο. Δεν συνέχισε γιατί σε αυτό δεν μπορούσε να βρει πράγματα να τον γεμίζουν και να τον κάνουν να ευχαριστιέται το παιχνίδι. Θα μπορούσε να συνεχίσει και να βγάζει αρκετά χρήματα μέχρι σήμερα και για αρκετά χρόνια ακόμα και δεν το έκανε. Το παραδέχτηκε και έφυγε με ψηλά το κεφάλι και αυτό είναι από μόνο του κάτι το μοναδικό και το πραγματικά υπέροχο.

Ο χειρότερος κηπουρός της Αγγλίας

  [5 Σχόλια]

Υπήρχε μια εποχή στο αγγλικό ποδόσφαιρο που ο σεκιουριτάς  δεν σου έκανε παρατήρηση αν σηκωνόσουν όρθιος, που τα εισιτήρια δεν κόστιζαν μισό μισθό, που τα γήπεδα δεν ήταν τόσο ασφαλή και καινούρια, που συχνά οι αγώνες μετατρέπονταν σε λασπομαχίες. Σε ένα τέτοιο γήπεδο έγινε ένα ματς τον Απρίλιο του 1977, στο Μπέιζμπολ Γκράουντ την ιστορική έδρα της Ντέρμπι Κάουντι που ήταν από τα καλύτερα χωράφια της εποχής, γήπεδο που μπροστά του κάτι δικοί μας Κορυδαλλοί και Ζωσιμάδες μοιάζουν με σαλόνια στο Μπάκιγχαμ. Η έδρα της Ντέρμπι ήταν γεμάτη λακκούβες κάνοντας την μπάλα να αναπηδά συνέχεια, το χορτάρι φαλακρό σε πολλά σημεία και η λάσπη το έπνιγε. Ένα ποδόσφαιρο της δύναμης, βγαλμένο από τις αλάνες.

Η Ντέρμπι αντιμετώπιζε τη Σίτι και έκανε πολύ καλή εμφάνιση κερδίζοντας με 3-0, όταν και ο θρυλικός Άρτσι Γκέμιλ (σύνδεση με AC/DC και Trainspotting) έκανε επέλαση στην περιοχή και ανατράπηκε. Πέναλτι. Την μπάλα πήρε ο Ντέιλι για να την στήσει. Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Δεν ήξερε πού να τη στήσει. Το σημείο του πέναλτι είχε εξαφανιστεί κάτω από την λάσπη. Σαν να παίζαμε στη γειτονιά μας, ο τερματοφύλακας της Σίτι Τζο Κόριγκαν άρχισε να μετράει βήματα (πάλι καλά που δεν έβαλε δυο πέτρες για δοκάρια), χωρίς πάντως να πείσει τον διαιτητή.

Όπως σε αρχαία ελληνική θεατρική παράσταση, έτσι και στο Μπέιζμπολ Γκράουντ είχαμε έναν εκ μηχανής θεό να εμφανίζεται. Ο Μπομπ Σμιθ, ο ιστορικός κηπουρός του γηπέδου που από το 1964 ως 1984 φρόντιζε το γήπεδο, μπήκε ντυμένος με παντελόνι, σακάκι και γραβάτα, λες και ήρθε από γεύμα με τη βασίλισσα. Στα χέρια του κράδαινε τα μαγικά του όπλα. Μια μεζούρα, έναν κουβά μπογιά και μια ευμεγέθη βούρτσα. Το σημείο του πέναλτι μετρήθηκε, βάφτηκε ξανά με ιεροτελεστία και το 4-0 έγινε πραγματικότητα.

derby-wolves-cup-71-3-copyΣε τέλεια κατάσταση το «χορτάρι»

Εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος, «καλά ρε φίλε, τι ιστορικός κηπουρός, 20 χρόνια δεν μπόρεσε να στρώσει λίγο χορτάρι». Η αλήθεια είναι η εξής: Ο Μπομπ Σμιθ ήταν από τους πιο έμπιστους συνεργάτες του Μπράιαν Κλαφ, ο οποίος των θεωρούσε σημαντικό στέλεχος της Ντέρμπι. Το γήπεδο ήταν όντως προβληματικό. Ο ίδιος είχε πει ότι λίγο νερό να έριχνες στο έδαφος, γινόταν πηχτό λες και ήταν αλεύρι και του είχαν πει ότι αν καταφέρει να κρατήσει το χορτάρι για ένα μήνα, θα είναι επιτυχημένος. Ο παμπόνηρος Κλαφ όμως είδε ότι το βρεγμένο γήπεδο ταίριαζε στο στιλ της ομάδας του και δεν είχε καμία διάθεση για να βελτιωθεί. Το κακό γήπεδο από μειονέκτημα έγινε πλεονέκτημα της Ντέρμπι που είχε προσαρμοστεί στις ειδικές συνθήκες και δύσκολα έχανε. «Πριν τα μεγάλα παιχνίδια πλημμυρίζαμε το γήπεδο πάντα. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ήταν έτσι στα ματς της πρώτης ομάδας, ενώ ήταν στεγνό σε αυτά της δεύτερης» λέει ο Σμιθ που συμπληρώνει: «Ο Κλαφ μου έδωσε μετάλλιο του πρωταθλητή, μου είπε ότι είχα προσφέρει περισσότερα από τον Ρόι ΜακΦάρλαντ και τον Κέβιν Χέκτορ».

Δεν είναι τόσο υπερβολικά τα λόγια του Κλαφ πάντως. Πριν ένα ματς με την Μπενφίκα, ο Κλαφ κι οι συνεργάτες του είπαν στο Σμιθ ότι το γήπεδο ήταν αρκετά μαλακό και ότι έπρεπε να το πλημμυρίσει. Ο ίδιος είπε ότι δεν είναι δυνατό γιατί μόλις είχε βάλει ένα νέο σύστημα αποστράγγισης για να μην κρατάει τα νερά. Δεν έπεισε κανέναν, του είπαν να βρει λύση. Τελικά αναγκάστηκε να βουλώσει ο ίδιος το καινούριο σύστημα, το γήπεδο να είναι στην ιδεατή κατάσταση και η Ντέρμπι να κερδίζει με 3-0 την ομάδα του Εουσέμπιο. Η Μπενφίκα διαμαρτυρήθηκε για το γήπεδο, όπως το ίδιο έκανε λίγους μήνες αργότερα κι η Γιουβέντους που μάλιστα έκανε και επίσημη καταγγελία στην ΟΥΕΦΑ για την κατάσταση του αγωνιστικού χώρου. Ο Μπομπ Σμιθ έφυγε από την Ντέρμπι το 1984, καθώς εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων του συλλόγου απολύθηκε μαζί με άλλους υπαλλήλους. Τα κατορθώματά του όμως πέρασαν στην ιστορία μαζί με το γήπεδο που δεν υπάρχει πια, μέρος του μύθου της Ντέρμπι εκείνων ετών.

Ένα βροχερό -και κρύο- απόγευμα στο Στόουκ

  [3 Σχόλια]

Clatt_2770234k

Τόπος: Στόουκ-ον-Τρεντ. Χώρος: Ποδοσφαιρικό γήπεδο Μπριτάνια. Ο αέρας λυσσομανάει παγωμένος αλλάζοντας κατεύθυνση και δύναμη κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Στις κερκίδες μπορείς να διακρίνεις ανάμεσα στα καθίσματα τον πάγο, όπως και στις άκρες του γηπέδου (ακόμα και στα δίχτυα των δύο τερμάτων). Το έδαφος είναι σκληρό και γλιστράει επικίνδυνα και οι μικρότερες διαστάσεις των ποδοσφαιρικών γραμμών σε εγκλωβίζουν σε ένα «παιχνίδι» τόσο διαφορετικό από το κανονικό. Σε όλα τα παραπάνω βάλτε και τη μπάλα να έρχεται συνεχώς  από τα σύννεφα (σαν κομήτης) κάνοντας το έργο των αμυνομένων πραγματικά δύσκολο, με τα σκληρά μαρκαρίσματα όλων των παικτών να θυμίζουν ράγκμπυ και όχι ομάδα ποδοσφαίρου. Και όλα αυτά σε μια περίοδο που στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο γίνονταν μόδα το «τίκι τάκα» με τη μπάλα να μη σηκώνεται ούτε στις εκτελέσεις κόρνερ. Ναι, η Στόουκ του Τόνυ Πιούλις δεν ήταν μια συνηθισμένη ομάδα.

O Ουαλός προπονητής ανέβασε τη Στόουκ στην Πρέμιερ Λιγκ τη σεζόν 2007-2008 κερδίζοντας το εισιτήριο -κυριολεκτικά- την τελευταία αγωνιστική και δουλεύοντας πάνω σε ένα καθαρά προσωπικό πρότζεκτ, με μία ομάδα βγαλμένη από άλλες εποχές, με παίκτες που θα έβρισκαν άνετα χώρο σε ομάδες όπως η Μίλγουολ στα 90s και η Γουίμπλεντον στα 80s, κατάφερε να κάνει πολλές επιτυχίες, να φτάσει σε ένα τελικό Κυπέλλου στο Γουέμπλεϊ και φυσικά να μισηθεί από μεγάλη μερίδα φιλάθλων σε ολόκληρο το Νησί για τον τρόπο παιχνιδιού της. Φυσικά και κανένας δεν νοιάστηκε στο Στόουκ, με τον Πιούλις να χαμογελά πονηρά και να κλείνει το μάτι στους «μεγάλους» της Πρέμιερ Λιγκ. «Εμείς εδώ είμαστε. Όποιος νομίζει πως μπορεί να μας κερδίσει στο Μπριτάνια ας κοπιάσει. Του ευχόμαστε ένα άκρως ευχάριστο απόγευμα». Και ήταν πολλοί αυτοί που πέρασαν άσχημα «ένα βροχερό και κρύο απόγευμα στο Στόουκ». Ρωτήστε τη Σίτι τη χρονιά που πήρε το πρωτάθλημα. Τη Λίβερπουλ, τη Γιουνάιτεντ, την Τότεναμ, την Άρσεναλ και ένα σωρό άλλες μικρότερες ομάδες.

Ο τρόπος και το στήσιμο ήταν απλά. Τέσσερις ψηλοί αμυντικοί με τα δύο πλάγια μπακ να μην έχουν πολλά ανεβάσματα. Τα τέσσερα χαφ στην ευθεία να τρέχουν και να μαρκάρουν δίχως έλεος και δύο επιθετικοί. Ο Γουόλτερς να παίζει ουσιαστικά σαν 5ος χαφ και κάποιος ψηλός και δυνατός (Ο Τζον ο Κάριου, ο Πήτερ ο Κράουτς και μερικοί άλλοι) για να παλεύει με τα αντίπαλα θηρία και να κυνηγά κάθε μπαλιά-κομήτη στον αέρα (με το κεφάλι). Ονόματα όπως Ράιαν Σόουκρος, Ρόρι Ντελάπ, Γκλεν Γουίλαν, Μαρκ Γουίλσον και Ντην Γουάιτχεντ θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη κάθε αληθινού οπαδού της ομάδας. Αν δεν ήταν ποδοσφαιριστές -ειλικρινά- δεν μπορώ να φανταστώ τι δρόμο θα είχαν ακολουθήσει όλα αυτά τα παλικάρια και που θα μπορούσαν να έχουν καταλήξει στις μέρες μας. Το αμυντικό κομμάτι είναι εύκολο να το καταλάβει ο οποιοσδήποτε. Όλα τα λεφτά όμως ήταν το επιθετικό κομμάτι και ο τρόπος που η μπάλα έφτανε να μπει γκολ. Λέξεις όπως «build up», «passing game» και «key pass» ήταν άγνωστες. Επίσης υπάρχει μια ιστορία με τον Εθέρινγκτον να λέει στον Κάμερον Ζερόν «μη τη σηκώνεις τη ρουφιάνα», σε προπόνηση, με τον Πιούλις να τον στέλνει στα αποδυτήρια για τιμωρία. Φυσικά και η ιστορία είναι -ακόμα και στις μέρες μας- το πιο σύντομο ανέκδοτο στις παμπ της περιοχής.

article-0-005982D500000258-601_634x398

Η μπάλα ήταν συνέχεια στον αέρα. Στα σύννεφα. Στη στρατόσφαιρα. Με τον παίκτη που την κέρδιζε, να την κρατά και να προσπαθεί να κερδίσει κάποια μέτρα (με ένα φάουλ συνήθως). Όπως συμβαίνει στο ράγκμπυ με τις γιάρδες. Σιγά-σιγά η μπάλα έφτανε με κάποιο τρόπο στην αντίπαλη περιοχή και εκεί (κάπως) κάποιος προσπαθούσε να κάνει touchdown γκολ. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει επίσης και στον Ρόρι Ντελάπ για εκείνα τα χρόνια, καθώς οι εκτελέσεις του από πλάγιο άουτ ήταν ένας απ’ τους καλύτερους τρόπους για να σκοράρει η ομάδα. Ο Ιρλανδός μέσος στα νιάτα του ήταν ένας από τους πιο ελπιδοφόρους ακοντιστές της Βρετανίας (φτάνοντας πολύ κοντά και στην Ολυμπιακή ομάδα) πριν τον κερδίσει το ποδόσφαιρο και κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό με τα χέρια. Ο Ντελάπ έχει «σερβίρει» σχεδόν 50 τέρματα σε συμπαίκτες του όλα αυτά τα χρόνια μετά από δική του εκτέλεση πλαγίου. Μερικά εξ αυτών τεράστιας σημασίας, όπως εκείνο επί της Μπόλτον στον ημιτελικό του κυπέλλου το 2011, αλλά και αυτό κόντρα στη Γουέστ Χαμ (πάλι για το κύπελλο της ίδιας σεζόν). Η Στόουκ είχε ηττηθεί -δύσκολα- από τη Σίτι με 1-0 στον τελικό.

Η φυγή του Πιούλις το 2013 άλλαξε το στυλ παιχνιδιού της ομάδας, φτάνοντας στις μέρες μας και στην ομάδα του Χιούζ. Μια ομάδα που δεν έχει καμία σχέση σε αγωνιστικό στυλ και φιλοσοφία με εκείνη την μπαρουτοκαπνισμένη ομάδα. Όπως και να έχει, εκείνη η Στόουκ θα μνημονεύεται πάντα από όλους τους φίλους του Αγγλικού ποδοσφαίρου και θα δικαιολογεί τη φράση που είχε ξεστομίσει γνωστός Άγγλος δημοσιογράφος το 2011 όταν ο Μέσσι κατακτούσε ακόμα μία Χρυσή Μπάλα. «Ναι είναι ο καλύτερος. Αλλά θα μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά ένα βροχερό και κρύο απόγευμα στο Στόουκ». Απάντηση δεν πήραμε ποτέ. Αν ρωτάτε εμένα πάντως, η απάντηση είναι πως όχι. Σίγουρα όχι.

Η Γουίμπλεντον αναστήθηκε χάρη στους οπαδούς της

  [1 Σχόλιο]

Βράδυ Τρίτης 28 Μαΐου 2002. Η παμπ ‘The Fox and Grapes’ στο Γουίμπλεντον, στο νοτιοδυτικό Λονδίνο, είναι μισογεμάτη κυρίως από θαμώνες. Σε μια γωνιά μια μεγάλη παρέα σκυθρωπών ανθρώπων ξεχωρίζει. Η επιλογή του μαγαζιού δεν είναι τυχαία. Η παμπ είναι τόσο παλιά που τη χρησιμοποιούσαν για να αλλάζουν ρούχα οι πρώτοι παίκτες της Γουίμπλεντον το μακρινό 1889, όταν και ιδρύθηκε η ομάδα! Είναι επίσης το μέρος που επέλεξαν για να πιούνε μια μπύρα μερικές μπύρες οι παίκτες της φημισμένης ‘Τρελής Συμμορίας’ (όπως έμεινε γνωστή η… κάπως αγριεμένη παρέα του Βίνι Τζόουνς στα τέλη των 80s) πριν τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας το 1988, τελικός ο οποίος έδωσε στη Γουίμπλεντον το μοναδικό τρόπαιο της ιστορίας της.

Σε αντίθεση με πολλά από τα προηγούμενα βράδια, το θέμα συζήτησης εκείνη τη φορά δεν είναι αυτές οι όμορφες ιστορίες του ένδοξου παρελθόντος. Λίγες ώρες πριν, μια ανεξάρτητη επιτροπή τριών ατόμων, η οποία είχε δημιουργηθεί από την Αγγλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αποκλειστικά γι’αυτό το σκοπό, είχε εγκρίνει το αίτημα του προέδρου της ομάδας για μετακόμιση του συλλόγου στο Μίλτον Κέινς, αποδεχόμενη τη δικαιολογία του πως αν η Γουίμπλεντον δεν έκανε αυτή την αλλαγή έδρας τότε θα βρισκόταν μια ανάσα από τη χρεοκοπία. Με πολύ απλά λόγια, η ομάδα που υποστήριζαν από μικρά παιδιά μετακόμιζε!

(Το Μίλτον Κέινς είναι μια νέα πόλη, που δημιουργήθηκε για χάρη της αποκέντρωσης το 1967, σε μια περιοχή περίπου 70 χιλιόμετρα μακριά από το Λονδίνο. Ο Πιτ Γουίνκελμαν, που ως τότε ασχολιόταν με δισκογραφικές εταιρείες, μετακόμισε εκεί το 1993 και κατάλαβε αμέσως ότι τα λεφτά στη συγκεκριμένη πόλη, που εξαπλωνόταν ραγδαία, βρίσκονται στα κτηματομεσιτικά. Έτσι με τη στήριξη της ΙΚΕΑ και μιας θυγατρικής της Walmart, δημιούργησε μια κοινοπραξία που είχε ως στόχο να φτιάξει ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο στα νότια της πόλης, το οποίο θα περιλάμβανε και ένα γήπεδο 30.000 θέσεων. Το πρόβλημα του; Δεν υπήρχε σοβαρή ομάδα στην πόλη για να χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο γήπεδο. Έτσι, αντί να επενδύσει στην τοπική ομάδα και να προσπαθήσει να την ανεβάσει επίπεδο, έψαξε να βρει μια έτοιμη από τις γύρω περιοχές.

Αφού έλαβε αρκετές ‘χυλόπιτες’ – μεταξύ αυτών και από τις ΚΠΡ, Λούτον και Κρίσταλ Πάλας -, κατάφερε να βρει κάποιους ενδιαφερόμενους στη Γουίμπλεντον, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και είχε στο ιστορικό της κι άλλες προσπάθειες μετακόμισης. Κάπως έτσι το 2004 προέκυψε η Μίλτον Κέινς Ντονς, μια ομάδα που προερχόταν από τη Γουίμπλεντον, είχε τη θέση της στο πρωτάθλημα αλλά πλέον έπαιζε σε άλλη πόλη, με άλλα χρώματα, άλλο σήμα και άλλο όνομα. Μόνο το παρατσούκλι ‘Ντονς’ στο τέλος του ονόματος, έμεινε να θυμίζει την ομάδα που μερικές δεκαετίες πριν ‘τρομοκρατούσε’ όλη την Αγγλία με μπροστάρη τον τρελάρα Βίνι Τζόουνς.)

Στο κέντρο της παρέας βρισκόταν ο Κρις Στιούαρτ, ένας 45αρης οπαδός της ομάδας, ο οποίος θυμάται: “Καθόμασταν εκεί και πνίγαμε τη θλίψη μας και ένας από την παρέα, ο Μαρκ Τζόουνς, έκοβε βόλτες συνέχεια πάνω-κάτω, επαναλαμβάνοντας πως δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να νικηθούν”. Οι διαθέσιμοι δρόμοι ήταν δυο: ή θα ακολουθούσαν την ομάδα και στη νέα της έδρα, περίπου 90 χιλιόμετρα μακριά (όπως έκαναν κάποιοι ελάχιστοι φίλαθλοι της ομάδας) ή θα ολοκλήρωναν τον κύκλο τους ως οπαδοί, θεωρώντας πως η αγαπημένη τους ομάδα απλά δεν υπάρχει πλέον με τη μορφή που την ήξεραν. Μετά από λίγες ώρες, πολλές κουβέντες και αμέτρητες μπύρες ένας τρίτος δρόμος δημιουργήθηκε. Και είχε ονοματεπώνυμο: AFC Γουίμπλεντον. Ή όπως την αποκαλούσε τότε ο Μαρκ Τζόουνς: “Μια ποδοσφαιρική ομάδα της κοινότητας, στη μέση της απληστίας και της απελπισίας”.

Και συνέχιζε: «Όσο τα λεφτά συνεχίζουν να αποσπούν την προσοχή των προέδρων των ομάδων, σαν νεαρή γυναίκα που παίζει με τα μάτια της κάποιον παντρεμένο, εμείς στεκόμαστε περήφανοι σαν ένα παράδειγμα που κάποιοι καλοί άνθρωποι, έκαναν το σωστό, με τον κατάλληλο τρόπο. Αυτός ο λόγος και μόνο με κάνει να πιστεύω πως δεν γίνεται να αποτύχουμε».

Την επόμενη κιόλας μέρα όλοι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Η ομάδα διοργάνωσε ανοιχτά δοκιμαστικά για να βρει παίκτες. 230 άνθρωποι εμφανίστηκαν, κάποιοι με ελάχιστη εμπειρία από ερασιτεχνικές ομάδες, κάποιοι χωρίς καν αυτή. Λίγες εβδομάδες αργότερα γράφτηκε ιστορία. Μπροστά σε 5000 ανθρώπους η AFC Γουίμπλεντον έδωσε το πρώτο της φιλικό παιχνίδι απέναντι στη Σάτον Γιουνάιτεντ. Και διασύρθηκε. Με 4-0. Ένα αποτέλεσμα απόλυτα λογικό για μια ομάδα που δεν είχε κλείσει ούτε μήνα, που είχε στο ρόστερ της παίκτες που δεν τους ήξερε κανείς (ούτε ο Κρις Στιούαρτ που είχε αναλάβει το ρόλο του προέδρου), που είχε στην επίθεση μια μυστηριώδη φιγούρα που όλοι αποκαλούσαν ‘Τρίγκερ’, ο οποίος δεν είχε δώσει ποτέ σε κανέναν τον αριθμό του τηλεφώνου του και για τον οποίο κανείς δεν ήξερε τι δουλειά κάνει – ούτε καν ο πατέρας του που στην παμπ έλεγε ότι νομίζει πως ο γιος του δουλεύει για ένα πρακτορείο που συνεργάζεται με τις μυστικές υπηρεσίες της Βρετανίας.

Στο τέλος του αγώνα πάντως, δεν υπήρχε ούτε ένας στεναχωρημένος άνθρωπος στο γήπεδο. Το πρώτο βήμα είχε γίνει, οι οπαδοί είχαν δημιουργήσει κάτι δικό τους, κάτι που θύμιζε την παλιά Γουίμπλεντον περισσότερο από την ομάδα που είχε μετακομίσει στο Μίλτον Κέινς, κάτι που άξιζε πραγματικά την αγάπη και την αφοσίωση τους, κάτι που συσπείρωσε ξανά όλη την κοινότητα (το 2012 η ομάδα βραβεύτηκε από τον υπουργό αθλητισμού για τη συνεισφορά της στην τοπική κοινωνία και ειδικότερα στα παιδιά της περιοχής).

Η AFC Γουίμπλεντον ξεκίνησε τη δύσκολη πορεία της από τον πάτο του ερασιτεχνικού Αγγλικού ποδοσφαίρου, την 9η κατηγορία. Αλλά ποτέ δεν ήταν μόνη. Εκτός από τους οπαδούς της που γέμιζαν το γήπεδο ακόμα και σε κατηγορίες που οι αντίπαλες ομάδες μάζευαν 50-100 φιλάθλους, το παρών έδιναν και αρκετοί οπαδοί άλλων συλλόγων που ήθελαν να βοηθήσουν και να ενισχύσουν τη φιλόδοξη προσπάθεια. Έτσι, με σωστή διαχείριση και στηριζόμενη αποκλειστικά στα έσοδα από τα εισιτήρια, τις δωρεές και τις χορηγίες από εταιρείες που ήθελαν επίσης να ενισχύσουν το όλο εγχείρημα (μια εξ αυτών είναι και η Sports Interactive, δημιουργός του πολυαγαπημένου Football Manager, το οποίο και διαφημίζεται στις φανέλες της ομάδας), η ομάδα σκαρφάλωνε τις κατηγορίες με απίστευτη ταχύτητα.

Οι 6 άνοδοι σε 13 σεζόν και το ρεκόρ συνεχόμενων αγώνων χωρίς ήττα για το αγγλικό ποδόσφαιρο (78 παιχνίδια!) είναι ενδεικτικά αυτής της ξέφρενης πορείας, η οποία το 2011 την έφερε για πρώτη φορά στις επαγγελματικές κατηγορίες. Το επόμενο μεγάλη βήμα έγινε πέρσι, με την άνοδο στη League One, μια επιτυχία που πανηγυρίστηκε διπλά καθώς την ίδια ακριβώς ώρα η ΜΚ Ντονς υποβιβαζόταν από την Τσάμπιονσιπ. Έτσι για πρώτη φορά οι δυο ‘απόγονοι’ της ιστορικής Γουίμπλεντον (οι οποίοι πάντως έχουν ήδη τεθεί αντιμέτωποι 3 φορές στο παρελθόν, σε παιχνίδια Κυπέλλων, με τους – αναμενόμενα ανώτερους – Ντονς του Μίλτον Κέινς να έχουν 2 νίκες και 1 ήττα) βρίσκονται στην ίδια κατηγορία.

Οι συγκινήσεις όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε γράφτηκε μια ακόμα χρυσή σελίδα στην σύντομη αλλά τόσο ξεχωριστή ιστορία της AFC Γουίμπλεντον. Η νίκη επί της Όξφορντ Γιουνάιτεντ ανέβασε την ομάδα στη 10η θέση με 16 βαθμούς, έναν βαθμό παραπάνω από την ΜΚ Ντονς! Ο οπαδικός ρομαντισμός πέτυχε μια φαινομενικά μικρή αλλά τεράστια σε επίπεδο συμβολισμού νίκη. Οι οπαδοί της Γουίμπλεντον κατάφεραν μόνοι τους μέσα σε μόλις 14 χρόνια να φτάσουν από τον πάτο και το απόλυτο μηδέν, ένα βαθμό πάνω από την “Franchise F.C.”, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούν το δημιούργημα του Πιτ Γουίνκελμαν, ενός ανθρώπου που – όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος – δεν είχε ιδέα από ποδόσφαιρο όταν μπλέχτηκε σ’όλη αυτή την ιστορία.

Φυσικά είναι πάρα πολύ νωρίς στη σεζόν για να κάνει κάποιος φιλόδοξα όνειρα για άνοδο στην Τσάμπιονσιπ. Αλλά αν υπάρχουν αυτή τη στιγμή κάποιοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο που μπορούν να κάνουν άφοβα τρελά όνειρα είναι αυτοί οι άνθρωποι, που 14 χρόνια πριν έχασαν την ομάδα τους και παρ’όλα αυτά βρήκαν τη δύναμη και το κουράγιο να την ξαναφτιάξουν μόνοι τους από την αρχή.