Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Αγγλικό πρωτάθλημα'

Η μέρα που ο Μπεστ κέρδισε και τη Νιούκαστλ και τον φόβο

  [4 Σχόλια]

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70′, σε ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο ένας Ιρλανδός σερβιτόρος πήρε εντολή να μεταφέρει δυο μπουκάλια πανάκριβης σαμπάνιας σε μια από τις σουίτες. Όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε η εικόνα που αντίκρισε ήταν, το λιγότερο, αξιομνημόνευτη. Ο Τζόρτζ Μπεστ στεκόταν όρθιος δίπλα του, έτοιμος να παραλάβει την παραγγελία, και στο κρεβάτι βρισκόταν ξαπλωμένη, φορώντας μόνο ένα νεγκλιζέ, η Σουηδέζα Μις Κόσμος, Μαίρη Στάβιν. Η υπόλοιπη επιφάνεια του κρεβατιού καλυπτόταν από χαρτονομίσματα, τα οποία το ζευγάρι είχε κερδίσει λίγες ώρες πριν ποντάροντας στον ιππόδρομο. Τότε, με απόλυτη σοβαρότητα και χωρίς καμία δόση ειρωνείας, ο σερβιτόρος γύρισε προς τη μεριά του Μπεστ και σχεδόν θλιμμένα τον ρώτησε: «George, where did it all go wrong?»

Για πάρα πολλά χρόνια, αυτή ήταν η αγαπημένη ιστορία του Μπεστ, ο οποίος σύμφωνα με γνωστούς και φίλους, την εξιστορούσε συχνά όταν είχε κέφια. Σ’αυτήν ουσιαστικά την ιστορία και την διαφορετική οπτική μιας συγκεκριμένης κατάστασης, συνοψιζόταν και όλη η συζήτηση γύρω από την καριέρα και τη ζωή του Βορειοϊρλανδού. Εκεί που αρκετοί (ανάμεσα τους φυσικά και ο ίδιος ο Μπεστ που συνέχεια επαναλάμβανε πως δεν μετάνιωσε για τίποτα και δεν θα άλλαζε καμία από τις αποφάσεις του) έβλεπαν μια ονειρική ζωή, γεμάτη απολαύσεις και κατακτήσεις, κάποιοι άλλοι (όπως ο άσημος, και λογικά ‘προδομένος’ από την καριέρα του Μπεστ, σερβιτόρος) έβλεπαν μια άστατη ζωή που εν μέρει κατέστρεψε μια καριέρα, αναγκάζοντας ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που εμφανίστηκαν σ’αυτό το παιχνίδι να αποσυρθεί ουσιαστικά από τα 27 του, έχοντας κατακτήσει όλα κι όλα δυο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο πρωταθλητριών.

Κανείς δεν ξέρει πως θα εξελισσόταν τα πράγματα αν ο Μπεστ έκανε μια πιο πειθαρχημένη και συνετή ζωή. Και κανείς δεν θα μάθει ποτέ. Όπως σχολιάζει πολύ εύστοχα στην ‘Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι’ ο Μίλαν Κούντερα: «Δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξέρει αυτό που πρέπει να θέλει, γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν μπορούμε ούτε να τη συγκρίνουμε με προηγούμενες ζωές ούτε να την επανορθώσουμε σε ζωές επερχόμενες. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να εξακριβωθεί ποια απόφαση εί­ναι η καλή γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης. Όλα τα ζούμε αμέσως για πρώτη φορά και χωρίς προετοιμασία». Το σίγουρο είναι ότι αυτή που τελικά έκανε, την απόλαυσε αρκετά. Και όχι μόνο αυτός:

Μερικά χρόνια πριν από το σκηνικό στο ξενοδοχείο, το φθινόπωρο του 1971, ο Μπεστ βρισκόταν στο ζενίθ της καριέρας του. Ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ένας από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου, έκανε μερικές συνεχόμενες εξαιρετικές και γεμάτες χρονιές και φυσικά ήταν ο μεγαλύτερος ποδοσφαιρικός σούπερ σταρ της εποχής του. Οι γυναίκες έκαναν ουρές απλά για να τον ακουμπήσουν, τραγούδια γραφόταν γι’αυτόν, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «ο 5ος Μπίτλ» και οι περισσότερες εστεμμένες των διαγωνισμών ομορφιάς περνούσαν κάποια στιγμή από το κρεβάτι του. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ που το 1970 ένας Γερμανός σκηνοθέτης γύρισε μια ταινία γι’αυτόν, καλύπτοντας με οχτώ κάμερες αποκλειστικά και μόνο τις κινήσεις του σε ένα τυχαίο 90λεπτο απέναντι στην Κόβεντρι, δεκαετίες πριν δημιουργήσει το Sky Sports την PlayerCam ή γυριστεί το παρόμοιο ντοκιμαντέρ για τον Ζιντάν.

Η υπερβολική φήμη όμως, ειδικά σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν πρωτόγνωρο για τα ποδοσφαιρικά δεδομένα, έχει δυο όψεις. Η έξαλλη ζωή του Μπεστ, όπως είναι αναμενόμενο, προκαλούσε αρκετούς και στις αντίπαλες κερκίδες αλλά και στην πατρίδα του. Κι αν τα γραφικά συνθήματα των αντιπάλων οπαδών ήταν απλά ένας κλασικός αγγλικός τρόπος για να εκνευρίσουν τον παίκτη («Georgie Best, superstar/ Walks like a woman and he wears a bra/ Bra’s too big, wears a wig/ And that’s why we call him a sexy pig»), κάποιες άλλες απειλές δεν ήταν τόσο γραφικές και αθώες. Σε μια τέτοια περίπτωση, κάποιος πυροβόλησε με αεροβόλο την αδερφή του στο πόδι, έξω από ένα εφηβικό πάρτι στο Μπέλφαστ, χωρίς προφανή λόγο, απλά επειδή ήταν η αδερφή του Μπεστ.

Κάπως έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 1971 και σε μια εποχή που η κατάσταση στη Βόρεια Ιρλανδία είχε ξεφύγει για τα καλά (μόνο το 1972 περίπου 500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις που έγιναν παγκόσμια γνωστές ως «The Troubles») ένας άγνωστος τηλεφώνησε σε μια εφημερίδα και ανακοίνωσε ότι ο Τζόρτζ Μπεστ είναι στο στόχαστρο του IRA, κανένας δεν το πήρε στην πλάκα. Σύμφωνα με την προειδοποίηση η επίθεση ήταν προγραμματισμένη για το επερχόμενο εκτός έδρας παιχνίδι με τη Νιούκαστλ και ήταν ουσιαστικά η απάντηση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού σε μια δωρεά που φημολογούνταν πως είχε κάνει ο Μπεστ σε μια οργάνωση Προτεσταντών.

Κατανοώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Φράνκ Ο’Φάρελ έδωσε στον Βορειοιρλανδό το δικαίωμα της επιλογής για το να θα αγωνιστεί ή όχι. Ο Μπεστ το σκέφτηκε αρκετά και αποφάσισε να μην ενδώσει στο φόβο, σκεπτόμενος και το ότι αν η απειλή τον αφήσει εκτός αγώνα, τότε δημιουργείται αυτόματα πάτημα σε οποιονδήποτε να την επαναλάβει και στα επόμενα παιχνίδια, με αποκλειστικό κίνητρο την αποδυνάμωση της Γιουνάιτεντ. Μια απόφαση που πάντως έκρυβε και μεγάλη δόση ειρωνείας: Ο παίκτης που συχνά-πυκνά έκανε κοπάνες από κάθε είδους δραστηριότητα της Γιουνάιτεντ για να περάσει κάποιες ώρες παραπάνω με κάποιο διάσημο μοντέλο, αποφάσιζε να παίξει σε ένα ματς που η ίδια η ομάδα του επέτρεπε να απουσιάσει.

Από τη μέρα που η αστυνομία ενημερώθηκε πως ο Μπεστ θα ταξιδέψει κανονικά στο Νιούκαστλ μέχρι και τη σέντρα του αγώνα, ο 25χρονος δεν έμεινε ούτε στιγμή μόνος σε δημόσιο χώρο. Αστυνομικοί βρισκόταν σε όλους τους ορόφους του ξενοδοχείου που διέμενε η ομάδα, δυο ντετέκτιβ τον συνόδευαν σε όλες του τις κινήσεις, ακόμα κι όταν πήγαινε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για να φάει, ενώ περιπολικά βρισκόταν μόνιμα σταθμευμένα απ’έξω. Ο φόβος και η ανησυχία αυξήθηκαν κι άλλο, αρχικά όταν μια γειτόνισσα του Μπεστ κατήγγειλε στην αστυνομία ότι δυο τύποι ρωτούσαν πληροφορίες για το που ακριβώς μένει ο παίκτης και στη συνέχεια όταν ανακαλύφθηκε ότι κάποιοι είχαν διαρρήξει το λεωφορείο της ομάδας το βράδυ πριν το παιχνίδι.

Το λεωφορείο, αφού πέρασε από εξονυχιστικό έλεγχο, πήγε τελικά στο γήπεδο με συνοδεία πολλών περιπολικών, οι ντετέκτιβ απαγόρεψαν στον Μπεστ να κάτσει στην αγαπημένη του θέση δίπλα στο παράθυρο και, για σιγουριά, όταν το όχημα έφτανε στο Σεντ Τζέιμς Παρκ o «Τζόρτζι» καθόταν σκυμμένος στο διάδρομο. Στις κερκίδες υπήρχαν παντού αστυνομικοί με κιάλια, έτοιμοι να επέμβουν αμέσως μόλις παρατηρήσουν κάποια ύποπτη κίνηση.

Το παιχνίδι που ακολούθησε ήταν με διαφορά το πιο περίεργο στην καριέρα του Μπεστ. Από τη μια η νευρικότητα του ήταν ολοφάνερη, από την άλλη όμως και το μαρκάρισμα πάνω του ήταν πιο χαλαρό απ’ότι συνήθως, για ευνόητους φυσικά λόγους: Κανείς δεν ήθελε να είναι ο γκαντέμης που θα έτρωγε μια σφαίρα από το πουθενά απλά και μόνο γιατί έτυχε να είναι εκατοστά δίπλα στον στόχο.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τα ρεπορτάζ, το ματς ήταν αντικειμενικά (αλλά και αναμενόμενα, βάσει των συνθηκών) κάκιστο και κρίθηκε από ένα γκολ, το οποίο πέτυχε με κοντινή προβολή ο μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα και υποτιθέμενος στόχος του IRA. To τελικό σφύριγμα πιθανόν να ήταν και ο πιο ωραίος ήχος που έχει ακούσει ποτέ ο Μπεστ. Όπως αποκάλυψε σε ένα φίλο του, σε εκείνο το παιχνίδι έτρεξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή του.

Στις δηλώσεις του μετά (πάντα με συνοδεία αστυνομικών), ανακουφισμένος και χαλαρός πλέον, το γύρισε και στην πλάκα: «Ήξερα ότι στο γήπεδο υπήρχαν δεκάδες αστυνομικοί και δεν μπορούσα να το βγάλω από το μυαλό μου. Σίγουρα ήμουν πολύ νευρικός για αρκετή ώρα. Δεν σταμάτησα να κινούμαι καθόλου γιατί για κάποιο λόγο πίστευα ότι δεν πρέπει να μείνω ακίνητος ούτε στιγμή. Ούτε καν όταν κάποιος παίκτης βρισκόταν στο χόρτο. Όταν έβαλα το γκολ ευχόμουν να με αντικαταστήσουν, τόσο πολύ με επηρέασε. Στο τέλος βέβαια έκανα πλάκα στα άλλα παιδιά, λέγοντας ότι ήταν η πρώτη φορά που σκόραρα και κανένας δεν πλησίασε για να με συγχαρεί».

Η αποστολή της Γιουνάιτεντ έφυγε από το γήπεδο όπως ακριβώς ήρθε, με ισχυρή αστυνομική συνοδεία, και μόνο όταν η ομάδα έφτασε πίσω στη βάση της κατάφεραν όλοι να χαλαρώσουν και να χαρούν για το σπουδαίο διπλό που είχαν πάρει. Κανένας δεν έμαθε ποτέ αν το τηλεφώνημα ήταν μια απλή φάρσα ή μια πραγματική απειλή για επίθεση που τελικά ματαιώθηκε. Ο επίλογος της περίεργης αυτής ιστορίας πάντως είχε γραφτεί ιδανικά μερικές ώρες πριν, όταν στη διάρκεια της συνέντευξης τύπου ο απογοητευμένος προπονητής της Νιούκαστλ Τζόι Χάρβευ, σε σχετική ερώτηση απάντησε με μπόλικο αγγλικό μαύρο χιούμορ και χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας: «Μακάρι να το είχαν πετύχει το κωλοπαίδι».

Little Boy Blue

  [Καθόλου σχόλια]

22 Αυγούστου 2007. Στην Αγγλία ο κόσμος περιμένει τον αγώνα με τη Γερμανία στο Γουέμπλεϊ. Μπορεί να είναι ένα φιλικό, αλλά τα όνειρα του μέσου Άγγλου ποδοσφαιρόφιλου για κατακτήσεις Μουντιάλ χτίζονται από κάτι τέτοια ματς. Άλλωστε «φιλικά» με τους Γερμανούς δεν υπάρχουν και τα παιχνίδια αυτά γράφουν ιστορία. Κάπου στο Κρόξτεθ του Λίβερπουλ, ο μικρός Ρις παίζει μπάλα στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί που ο χώρος έχει μετατραπεί σε μίνι γηπεδάκι ποδοσφαίρου και εννιά ποδοσφαιρικές μπάλες του πιτσιρικά φιγουράρουν. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σκάσει και η όγδοη και θα μείνεις έτσι χωρίς να μπορείς να παίξεις ποδόσφαιρο.

Ο 11χρονος Ρις σκέφτεται το ματς του απογεύματος, καθώς κλωτσάει την μπάλα. Αν και δεν παίζει κανένας παίκτης της αγαπημένης του Έβερτον, γίνεται αυτός ο σκόρερ του αγώνα στο μυαλό του, το όνειρό του να φορέσει τα μπλε και τη φανέλα με τα τρία λιοντάρια όταν μεγαλώσει. Από το Κρόξτεθ άλλωστε ξεκίνησε και ένας άλλος μπλε, ο Γουέιν Ρούνεϊ. Η μπάλα σταματάει γιατί ήρθε η ώρα για περισσότερη μπάλα. Πρέπει να πάει για προπόνηση στην ομάδα του. Πηγαίνει στο δωμάτιό του για να ετοιμαστεί. Εκεί που ο τοίχος είναι γεμάτος αφίσες της Έβερτον, εκεί που το κρεβάτι έχει σεντόνι της Έβερτον, εκεί που τα κασκόλ και οι φανέλες πιάνουν όλους τους τοίχους του μικρού κατόχου διαρκείας. Φοράει τα ποδοσφαιρικά του και η μητέρα του τον πηγαίνει για προπόνηση.

Μερικές ώρες αργότερα ο Φράνκι Λάμπαρντ βάζει ένα υπέροχο γκολ και ανοίγει το σκορ για την Αγγλία φιλώντας σαν Βασίλης Τσιάρτας τη βέρα του. Η συνέχεια δεν είναι καλή. Η Γερμανία με ένα σχετικά φτωχό ρόστερ γυρίζει το ματς μέχρι το ημίχρονο με τα γκολ των Κουράνι και Πάντερ. Το ματς λήγει με 1-2. Ο Ρις όμως δεν το βλέπει, ούτε η οικογένειά του. Λίγες ώρες αφότου ο Ρις έφυγε, το κουδούνι στο σπίτι της οικογένειας χτύπησε. Η μητέρα του μαθαίνει το σοκαριστικό νέο. Ο Ρις πυροβολήθηκε. Οι προσπάθειες των γιατρών δεν είχαν αποτέλεσμα. Ο μικρός έχασε τη ζωή του.

Οι δράστες είναι πιτσιρικάδες σε ποδήλατα, μέλη μιας συμμορίας, που άνοιξαν πυρ. Η αστυνομία ξεκινά τις έρευνες. Όσο εύκολο και να φαίνεται, τόσο δύσκολο είναι, σε μια κοινωνία τρομοκρατημένη από νεαρούς εγκληματίες, όπου το να μιλήσεις για ακόμα και ένα τόσο ειδεχθές έγκλημα σημαίνει να γίνεις «ρουφιάνος» στα μάτια των ανθρώπων που βλέπεις κάθε μέρα στη γειτονιά και να ζεις μέσα στο φόβο. Ο τρόμος αυτός συνεχίζεται μέχρι σήμερα, όπως φαίνεται και από φετινό άρθρο του Γκάρντιαν.

Η ιστορία του Ρις συνεχίζεται και συγκλονίζει μια πόλη. Δεν θα πούμε πολλές λεπτομέρειες παραπάνω για το τι έγινε για να μη χαλάσουμε τελείως και την αφορμή γι’ αυτό το κείμενο. Τη μίνι-σειρά τεσσάρων επεισοδίων του ITV με τίτλο Little Boy Blue, που περιγράφει τα γεγονότα εκείνων των ημερών. Όπως όλες οι αγγλικές αυτού του είδους (ειδικά μία που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα) δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά απλά να καταγράψει τα όσα έγιναν, την αγάπη για το ποδόσφαιρο (που ουσιαστικά στοίχισε και τη ζωή στον πιτσιρικά), το δράμα μιας οικογένειας και την κατάσταση στο Λίβερπουλ. Ένας από τους βασικούς ρόλους ανήκει στον Στίβεν Γκρέιαμ που αν δεν σας λέει κάτι το όνομά του, είναι ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον Αλ Καπόνε στο εξαιρετικό Boardwalk Empire (και έπαιξε και στο This is England). Ο Γκρέιαμ είναι σκάουζερ.

25 Αυγούστου 2007. Περίπου 38.000 φίλοι της Έβερτον γεμίζουν το Γκούντισον Παρκ για τον αγώνα της 3ης αγωνιστικής απέναντι στην Μπλάκμπερν. Οι γονείς του Ρις και ο αδερφός του βρίσκονται εκεί, ντυμένοι στα αγαπημένα μπλε της οικογένειας. Για να δώσουν ένα μήνυμα και να κάνουν μια έκκληση στον κόσμο της πόλης να πάρει θέση, να βγει μπροστά και να βοηθήσει τις έρευνες. Αντί για ενός λεπτού σιγή, ο Ρις χειροκροτείται από όλο το γήπεδο. Ο μικρός δεν θα δει ποτέ το γκολ του ΜακΦάντεν να ισοφαρίζει αυτό του Ρόκε Σάντα Κρουζ.

Όταν το Άνφιλντ έπαιξε τον ύμνο της Έβερτον, ανατριχιαστικές στιγμές

28 Αυγούστου 2007. Η Λίβερπουλ αντιμετωπίζει την Τουλούζ για τα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Το Άνφιλντ είναι γεμάτο κόκκινες φανέλες. Σχεδόν δηλαδή, γιατί υπάρχουν και τρεις μπλε. Μετά το Γκούντισον, ήρθε η ώρα του άλλου μισού της πόλης να αποχαιρετίσει τον Ρις. Οι γονείς του μικρού και ο αδερφός του πατάνε το χορτάρι του Άνφιλντ, οι αντίπαλοι χειροκροτούν και το… ανήκουστο γίνεται. Από τα μεγάφωνα του Άνφιλντ παίζεται το θέμα του Z Cars, ένα κομμάτι συνδεδεμένο με την Έβερτον, που με τα χρόνια έχει γίνει το δικό της You’ll never walk alone και συνοδεύει τους παίκτες στην είσοδο στο γήπεδο. Ο κόσμος συγκινημένος αποχαιρετά ένα παιδί της πόλης.

6 Σεπτεμβρίου 2007. Το σώμα του άτυχου Ρις παύει να χρειάζεται από την αστυνομία για την έρευνα, η οικογένειά του μπορεί να τον κηδεύσει. 2.500 άνθρωποι βρίσκονται έξω από τον καθεδρικό. Ντυμένοι στα μπλε με φανέλες της Έβερτον, αλλά και στα κόκκινα με φανέλες της Λίβερπουλ. Μέσα στην εκκλησία περίπου 1.000 άτομα. Το φέρετρο στα χρώματα της Έβερτον, με το σήμα της Έβερτον, διένυσε μια μεγάλη απόσταση για να φτάσει. Έκανε μόνο μία στάση. Έξω από το Γκούντισον Παρκ. Ο πατέρας κι ο αδερφός του με φανέλες της ομάδας και οι δυο θείοι του, ο ένας με κασκόλ της Λίβερπουλ το κρατούν. Παίκτες και παράγοντες των δύο συλλόγων παρόντες. Ο τότε αμυντικός των μπλε Άλαν Σταμπς διάβασε ένα κείμενο. Ο Ρις πηγαίνει στην τελευταία του κατοικία, οι έρευνες συνεχίζονται, η συνέχεια επί της οθόνης αν αποφασίσετε να δείτε τη σειρά ή στο Ίντερνετ με μια αναζήτηση.

Δέκα χρόνια μετά η μνήμη του Ρις παραμένει έντονη. Η Έβερτον δεν τον ξέχασε και τίμησε ξανά την μνήμη του πριν λίγο καιρό. Ο κόσμος συμμετείχε στα γυρίσματα της σειράς, παίζοντας… τον εαυτό στη σκηνή του Γκούντισον Παρκ. Ο μικρός δεν κατάφερε να γίνει ποδοσφαιριστής της Έβερτον, δεν κατάφερε να ζήσει τη ζωή που θα ήθελε, θα ήταν σήμερα σχεδόν 22. Ένωσε μια πόλη που ξέρει στα δύσκολα να γίνεται ένα ανεξάρτητα από τα χρώματα, έφερε τον κόσμο κοντά, αλλά δυστυχώς η εγκληματικότητα και τα προβλήματα στο Λίβερπουλ συνεχίζουν να υπάρχουν, μαζί τους κι η πιθανότητα να υπάρξουν νέοι Ρις στο μέλλον.

Ο Κουτίνιο δεν αφήνει την Λίβερπουλ. Αυτή τον διώχνει

  [9 Σχόλια]

Εδώ και σχεδόν ένα μήνα, ίσως και παραπάνω, παρακολουθούμε ένα εντελώς φαιδρό ποδοσφαιρικό σήριαλ. Ένα από αυτά που έχουν λαμπερούς πρωταγωνιστές και συντελεστές  αλλά απ’ την άλλη ρηχό σενάριο και τραγικές -στα όρια του Δελφινάριου- ερμηνείες. Το σήριαλ θα μπορούσε να λέγεται «Κουτίνιο: Εγκλωβισμένος στο Μέλγουντ» αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς δεν έχει κάποιο σπουδαίο τίτλο μέχρι αυτή την ώρα. Σε αυτό το σήριαλ κανένας δεν κάνει σπόιλερς, μιας και όλοι γνωρίζουν το που θα καταλήξουν οι τύχες του νεαρού Βραζιλιάνου πρωταγωνιστή και του Οίκου που αυτός ανήκει. Του ένδοξου αλλά ξεπεσμένου Οίκου των Κόκκινων του Μερσεϊσάιντ. Ενός Οίκου που πλέον δεν τρομάζει μιας και δεν έχει «Δράκους» και «Μάγους», ούτε φυσικά σπουδαίους πολεμιστές, αλλά ένα ταλαιπωρημένο Liverbird για σήμα, παλεύοντας να αναδυθεί στην κορυφή στο Βασίλειο της Πρέμιερ Λιγκ εδώ και 27 σερί χρόνια, έχοντας ως μεγάλο όπλο την ιστορία και τις μνήμες του σπουδαίου στρατηγού Μπιλ Σάνκλι και του Κένι Νταλγκλίς, του πραγματικού Βασιλιά της Αγγλίας. Χωρίς κανένα αποτέλεσμα -εννοείται- μιας και οι άλλοι μεγάλοι Οίκοι έχουν και μάγους και δράκους και καλύτερους στρατιώτες. Έτσι είναι αυτά ας μη γελιόμαστε.

To σήριαλ αποτελεί συνέχεια ενός άλλου καλοκαιρινού σήριαλ. Της «σύμπραξης» Καταλωνίας και Παρισιού με τίτλο «Νεϊμάρ: Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη», με τον πρώην αστέρα της Μπάρτσα σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ και καιρό τα πάντα ήταν γνωστά σε όλους όσους ασχολούνται έστω και επιφανειακά με το ποδόσφαιρο. Η Παρί θα ολοκλήρωνε την μετακίνηση του αιώνα (μέχρι την επόμενη), φέρνοντας τον Νεϊμάρ στο Παρίσι και το καμάρι της Καταλωνίας θα κάλυπτε αυτό το -τεράστιο- κενό με τον Κουτίνιο, ασχέτως αν πολλοί φίλοι των «κόκκινων» περίμεναν -και περιμένουν ακόμα- να μην ολοκληρωθεί αυτή η μεταγραφή λόγω της αγάπης (;) του Κουτίνιο για το κλαμπ και του γεγονότος πως πλέον αποτελεί τον ηγέτη της ομάδας του Γιούργκεν Κλοπ. Αγάπες, ρομαντισμός και λουλούδια υπήρχαν στο Γούντστοκ. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των εκατομμυρίων και των δεκάδων χορηγών έχουν δώσει τη θέση τους σε άλλα αισθήματα και συναισθήματα.

Για να έχεις τους κορυφαίους παίκτες στο ρόστερ σου θα πρέπει πρώτον να τους έχεις καλοπληρωμένους (αυτό η Λίβερπουλ το κάνει για να είμαι ακριβοδίκαιος). Δεύτερον να τους πλαισιώνεις με άλλους κορυφαίους παίκτες, φτιάχνοντας ένα δυνατό σύνολο μιας και το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό σπορ, και τρίτον να κατακτάς τίτλους. Τους τίτλους τους θέλουν όλοι οι παίκτες. Ασχέτως αν είναι κορυφαίοι ή 10η αλλαγή σε κάποια ομάδα. Από πολλούς φίλους της Λίβερπουλ θεωρείται ασέβεια το γεγονός πως ο Κουτίνιο ζήτησε επισήμως μεταγραφή στην Μπάρτσα αλλά δεν θεωρείται ασέβεια προς το κλαμπ -και την ιστορία του- το γεγονός πως η διοίκηση της ομάδας και ο προπονητής δεν μπορούν να φέρουν κορυφαίους παίκτες εδώ και χρόνια, χάνουν όλους τους αστέρες που διαθέτουν και -το χειρότερο- πλαισιώνουν τους όποιους αστέρες διαθέτουν με μετριότατους ποδοσφαιριστές. Αυτό το τελευταίο θα έπρεπε να προβληματίζει -και πολύ μάλιστα- όλους τους φίλους της Λίβερπουλ κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη.

Οι κορυφαίοι παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ τα τελευταία χρόνια είναι ο Μάικλ -προδότης- Όουεν, ο Στίβεν Τζέραρντ, ο Χαβιέ ο Μασκεράνο, ο λατρεμένος του γυναικείου κοινού Τσάμπι Αλόνσο, ο Φερνάντο Τόρες, ο Λουίς Σουάρεζ και ο Φίλλιπας ο Κουτίνιο. Οι πιο μερακλήδες ίσως βάζουν σε αυτή τη λίστα και τον Ραχίμ τον Στέρλινγκ (εγώ όχι). Η ομάδα πλην του Τζέραρντ δεν μπόρεσε να κρατήσει κανέναν και όλοι -μα όλοι- πουλήθηκαν σε άλλες κορυφαίες ομάδες (για πολλά εκατομμύρια λίρες) έχοντας στο μυαλό τους να κατακτήσουν τίτλους. Κάτι που -δυστυχώς- δεν μπορούσαν να κάνουν στο Άνφιλντ. Σχεδόν όλοι τα κατάφεραν. Εννοείται πως και ο Κουτίνιο θέλει να κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Άδικο δεν του ρίχνω. Η Λίβερπουλ τα τελευταία 11 χρόνια (μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου Αγγλίας το 2006) έχει κατακτήσει μόνο ένα Λιγκ Καπ (το 2012 κόντρα στην Κάρντιφ στα πέναλτι) και έχει δει όλους τους σπουδαίους παίκτες της, σε αυτό το διάστημα, να μην κατακτούν τίποτα (όπως ο Φερνάντο Τόρες που έφυγε για την Τσέλσι άτιτλος) ή σχεδόν τίποτα (όπως ο Σουάρεζ που κέρδισε μόνο το Λιγκ Καπ το 2012).

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το κλάμα του Ουρουγουανού σούπερ σταρ μετά από εκείνο το 3-3 στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας το 2014 όταν χάθηκαν και οι τελευταίες πιθανότητες για το πρωτάθλημα; Εκείνο το κλάμα ήταν κλάμα απόγνωσης, σαν να έλεγε στους συμπαίκτες του «Κάντε κάτι και εσείς ρε μάγκες, σας παρακαλώ δηλαδή». Μαζί του είχαμε κλάψει όλοι όσοι είχαμε πιστέψει σε εκείνο το πρωτάθλημα. Εννοείται -λίγο καιρό μετά- έφυγε για την Βαρκελώνη σαρώνοντας τους τίτλους. Και πολύ καλά έκανε. Η απάντηση της διοίκησης της Λίβερπουλ για να καλυφτεί το κενό του ήταν ο Μάριο Μπαλοτέλι και ο 33χρόνος Ρίκι Λάμπερτ της Σαουθάμπτον. Μη γελάτε σας παρακαλώ. Φέτος απ’ την άλλη, ο Κουτίνιο -έχοντας τον ρόλο του ηγέτη- είδε να έρχονται παίκτες όπως ο Ρόμπερτσον της Χαλ, για το αριστερό άκρο της άμυνας, και ο Σαλάχ της Ρόμα, για την επίθεση, με την ομάδα να δέχεται συνεχώς αρνητικές απαντήσεις για τους Κεϊτά (αμυντικός μέσος της Λειψίας) και Φαν Ντάικ (στόπερ της Σαουθάμπτον), με την Μπάρτσα να του ζεσταίνει την φανέλα βασικού. Που είναι το περίεργο στο να θέλει να αφήσει το Άνφιλντ για το Καμπ Νου;

Αυτό που επίσης μου προκαλεί απογοήτευση -και μεγάλη μάλιστα- για κάτι καλό τη φετινή σεζόν είναι ο Γιούργκεν Κλοπ. Προσωπικά ήθελα πολύ τον Γερμανό στο Άνφιλντ και το είχα γράψει μήνες πριν ανακοινωθεί αλλά πλέον βλέπω πως συνεχίζει και αυτός στην ίδια λογική όπως όλοι οι προκάτοχοί του. Δίχως τους μεγάλους σταρ, δίχως να μπορεί να κρατήσει τους ηγέτες και δίχως να κερδίζει τίτλους (μην ξεχνάμε πως ο Κλοπ πρόπερσι έχασε δύο τελικούς). Σίγουρα έχει αλλάξει πολλά προς το καλύτερο, είναι σίγουρα ένας εξαιρετικός και σύγχρονος προπονητής, αλλά δεν βλέπω να μπορεί μαζί του να γίνει και φέτος καμία υπέρβαση, όσο κι αν είμαστε ακόμα στην αρχή της σεζόν, αν δεν έρθουν κάποιοι παίκτες απ’ το πρώτο ράφι.

Ο Κουτίνιο θα φύγει και ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ ποιος θα είναι ο αντικαταστάτης και πως θα μεταμορφωθεί άμεσα σε ηγέτη της ομάδας. Επίσης πρέπει να δούμε πόσο θα επηρεάσει όλο αυτό, θετικά ή αρνητικά, τις ισορροπίες μιας ομάδας που δεν φαίνεται να πατάει καθόλου καλά (το είδαμε άλλωστε τόσο στην πρεμιέρα με τη Γουότφορντ όσο και στην έδρα της Χοφενχάιμ) ούτε στη φετινή αφετηρία μιας σεζόν που αναμένεται αρκετά δύσκολη. Αν απ’ την άλλη ανατραπούν όλα τα δεδομένα και ο Κουτίνιο μείνει -χωρίς να το επιθυμεί- δεν ξέρω αν αυτό θα είναι καλό για την ομάδα αλλά και για τον ίδιο. Θεωρώ πως όχι. «Nothin’ had changed» δήλωσε πριν μερικές ώρες ο Κλοπ για το θέμα. Μια δήλωση που θα μπορούσε να περιγράφει ολόκληρη την πολιτική της ομάδας τα τελευταία χρόνια.

Πέντε πρωταθλητές Αγγλίας που δεν θυμάται κανείς

  [5 Σχόλια]

«Το πρωτάθλημα μπορεί να το κατακτήσει ο οποιοσδήποτε. Την ‘κορυφή’ στις συνειδήσεις των φιλάθλων ελάχιστοι». Αυτή είναι μια φράση που δεν απέχει καθόλου από την ποδοσφαιρική πραγματικότητα. Στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου (όπως και του παγκόσμιου) έχουν υπάρξει κορυφαίοι παίκτες που δεν κατέκτησαν ποτέ το εγχώριο πρωτάθλημα. Αυτό συνέβη φυσικά με τον Στίβεν Τζέραρντ και τον Ρόμπι Φάουλερ και παλιότερα με μύθους όπως ο Μπόμπι Μουρ, ο Τζόνι Χέινς και φυσικά ο Σερ Στάνλεϊ Μάθιους. Από την άλλη, μετάλλια πρωταθλητή έχουν στη συλλογή τους πολλοί παίκτες που δεν θυμάται -σχεδόν- κανείς. Με την ευκαιρία της έναρξης της νέας Πρέμιερ Λιγκ, θα ασχοληθούμε με τις κορυφαίες περιπτώσεις παικτών, που αν και δεν είχαν σημαντική προσφορά για τις ομάδες τους, «τσέπωσαν» το μετάλλιο του πρωταθλητή -σχεδόν- απ’ το «παράθυρο». Να τονίσω πως μέχρι το καλοκαίρι του 2013 οι ελάχιστες συμμετοχές για να πάρει κάποιος το μετάλλιο του πρωταθλητή για την Πρέμιερ Λιγκ δεν ήταν οι πέντε (5) αλλά οι δέκα (10), στερώντας από πάρα πολλούς αυτή τη χαρά.

Ρόνι Γουολγουόρκ (πρωταθλητής με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001)

O Γουολγουόρκ ανήκει σε μια κατηγορία παικτών που αμφιβάλλω αν θυμάται ακόμα και ο πιο φανατικός οπαδός της ομάδας των Red Devils. Κλασική περίπτωση βρετανικού «χορτοκοπτικού» αμυντικού μέσου που δεν άξιζε -και δεν έκανε- καμία σπουδαία καριέρα. Τα χρόνια που άνηκε στην ομάδα του Σερ Άλεξ δίνονταν δανεικός δεξιά και αριστερά -κυρίως- σε ομάδες μικρότερων κατηγοριών, περιμένοντας την ευκαιρία από τον σπουδαίο Σκωτσέζο μάνατζερ για  να μείνει μια ολόκληρη σεζόν στο Ολντ Τράφορντ. Αυτή ήρθε το καλοκαίρι του 2000. Ο Φέργκιουσον τον πίστεψε και τον κράτησε, με τον παίκτη να πατάει χορτάρι 12 φορές (τέσσερις ως βασικός και οχτώ ως αλλαγή) και τελικά να παίρνει το μετάλλιο του πρωταθλητή το Μάη. Το 2002 έφυγε για την Γουέστ Μπρομ και το 2011 πέρασε 15 μήνες στη φυλακή, όταν και βρέθηκε μπλεγμένος σε υπόθεση με κλεμμένα αυτοκίνητα. Τον θυμήθηκε κανείς;

Γίρι Γιάροσικ (πρωταθλητής με την Τσέλσι το 2005)

Τον Γενάρη του 2005 ο Ζοσέ Μουρίνιο ήθελε να ενισχύσει την Τσέλσι και στο πρόσωπο του διεθνή Τσέχου της ΤΣΣΚΑ είδε τον κατάλληλο άνθρωπο. Η μεταγραφή άγγιξε το ποσό των τριών εκατομμυρίων λιρών και ο Γιάροσικ έγινε κάτοικος Λονδίνου. Οι 14 συμμετοχές του τού έδωσαν το δικαίωμα να βάλει στην συλλογή του το μετάλλιο του πρωταθλητή Αγγλίας αλλά -ουσιαστικά- δεν έπεισαν ποτέ τον προπονητή του που, πολύ γρήγορα, κατάλαβε το μεγάλο του λάθος. Η έλευση του Εσιέν το επόμενο καλοκαίρι, άφησε τον Τσέχο ουσιαστικά εκτός rotation και τον έστειλε στην Μπέρμινγχαμ, όπου και βρήκε πάλι την χαμένη του φόρμα. Θεωρείται -και είναι- στις χειρότερες μεταγραφικές επιλογές (που δεν είναι και λίγες) που έχει κάνει ποτέ ο Πορτογάλος προπονητής.

Μάικ Νιούελ (πρωταθλητής με την Μπλάκμπερν το 1995)

O Νιούελ ξεκίνησε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στην ακαδημία της Λίβερπουλ, σε μια περίοδο που οι «κόκκινοι» ήταν η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη. Ψηλός και δυνατός, ένας επιθετικός παλαιάς κοπής που εν τέλει δεν κατάφερε να βρει χώρο στην σπουδαία Λίβερπουλ εκείνων των ετών. Ακολούθησε μια καριέρα σε πάρα πολλές μικρομεσαίες ομάδες της Αγγλίας, πριν καταλήξει στην Μπλάκμπερν. Τη σεζόν ’94-’95 ο Νιούελ δεν μπόρεσε να πάρει πολλές ευκαιρίες στα «ρόδα» μιας και το δίδυμο της επίθεσης, ο Άλαν Σίρερ και ο Κρις Σάτον, δεν άλλαζε σχεδόν ποτέ. Ένα δίδυμο που παρέα με τον Τιμ Σέργουντ, οδήγησε την ομάδα του Νταλγκλίς σε ένα μυθικό πρωτάθλημα. Συνολικά μέτρησε 10 συμμετοχές (τις δύο ως βασικός) και κατάφερε να πάρει το μετάλλιο. Οι φίλοι της ομάδας θα τον θυμούνται πάντα για το χατ-τρικ που είχε σκοράρει απέναντι στη Ρόζενμποργκ για το Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν ’95-’96, ένα χατ-τρικ που είχε έρθει σε 9 μόλις λεπτά και κατείχε το ρεκόρ -για το γρηγορότερο χατ τρικ- μέχρι το 2012 όταν και το έσπασε ο Γκομίς της Λυών. Στα αξιοσημείωτα το γεγονός πως μόνο 14 παίκτες εκείνης της Μπλάκμπερν είχαν πάρει μετάλλιο πρωταθλητή, σε μια εντεκάδα που δεν άλλαζε -σχεδόν- ποτέ.

Λούκ Τσάντγουϊκ (πρωταθλητής με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2001)

Πραγματικά από τους χειρότερους παίκτες που θυμόμαστε να έχουν φορέσει τη φανέλα της Γιουνάιτεντ στα χρόνια του Φέργκιουσον. Μπροστά του ο Τζον Ο’ Σέι είναι ένα κράμα Αντρές Ινιέστα και Λούκα Μόντριτς. Υπερβολή; Καθόλου. Τη σεζόν 2000/2001 κατάφερε τελικά να βρει χώρο στο Ολντ Τράφορντ και να μετρήσει συνολικά 16 συμμετοχές, τις περισσότερες -εννοείται- ως αλλαγή. Σε δύο από αυτές  ο Τσάντγουϊκ κατάφερε να σκοράρει και δύο τέρματα, ένα κόντρα στην Μπράντφορντ και ένα κόντρα στη Λιντς, και κάπως έτσι έγραψε κι αυτός το όνομά του στο 14ο πρωτάθλημα της ομάδας. Μετά το Μάντσεστερ συνέχισε να ταλαιπωρεί το ποδόσφαιρο για πολλά χρόνια, πριν βάλει οριστικά τέλος στην «πλούσια» καριέρα του στην Soham Town Rangers, το καλοκαίρι του 2016.

Ζερεμί Αλαντιέρ (πρωταθλητής με την Άρσεναλ το 2004)

Ο Γάλλος επιθετικός ήταν σίγουρα μεγάλο ταλέντο -ο Βενγκέρ τον είχε φέρει στην Άρσεναλ το 1999 σε ηλικία 16 ετών- αλλά οι τραυματισμοί και το γεγονός πως είχε να συναγωνιστεί σπουδαίους επιθετικούς εκείνα τα χρόνια στους «κανονιέρηδες» (όπως ο Μπέργκαμπ και ο Ανρί), του στέρησαν (ίσως) μια πολύ καλύτερη καριέρα. Τη σεζόν 2003/2004 η Άρσεναλ κέρδισε το ιστορικό της αήττητο πρωτάθλημα και ο Αλαντιέρ θα έχει να καυχιέται πως υπήρξε κι αυτός μέλος εκείνης της ομάδας. Μιας ομάδας που είχε -κυριολεκτικά- αγγίξει το τέλειο. Ο νεαρός Γάλλος είχε μετρήσει συνολικά 10 συμμετοχές (χωρίς να σκοράρει κάποιο τέρμα) και κάπως έτσι έβαλε στην «συλλογή» του το ιστορικό μετάλλιο του μοναδικού αήττητου πρωταθλήματος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Αυτό είναι και το μοναδικό μετάλλιο που κέρδισε ποτέ στην καριέρα του. Στις μέρες μας -στα 34 του- συνεχίζει στη Γαλλία με τα χρώματα της Λοριάν.

H Βέσνα, ο Σάβο και η καριέρα που δεν έγινε ποτέ στην Αγγλία

  [6 Σχόλια]

WAGs είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε για τις γυναίκες και τις κοπέλες (άνευ γάμου) των διάσημων αθλητών σε όλο τον κόσμο και σε όλα τα σπορ. Εννοείται πως ξεκίνησε στην Αγγλία για τις γυναίκες που είχαν δίπλα τους οι ποδοσφαιριστές της εθνικής (μιλάμε για πρωτοπορία, όχι αστεία). Εκ των διασημότερων wags -ως γνωστόν- είναι η Βικτόρια Άνταμς-Μπέκαμ, πρώην Spice Girl με μόνιμο duck face εδώ και περίπου 20 χρόνια, η Ζιζέλ Μπούντχεν που είναι νυμφευμένη με τον κορυφαίο QB του NFL, Τομ Μπρέιντι (ο Πέιτον Μάννινγκ έχει αποσυρθεί ως γνωστόν), η Σάρα Καρμπονέρο γυναίκα του θρύλου Ίκερ Κασίγιας και φυσικά η Χριστίνα Στεφανίδη, κοπέλα εδώ και αρκετά χρόνια του Παναγιώτη του Κονέ. Από τις πιο άγνωστες στο ευρύ κοινό αλλά με τον τίτλο της «Πιο περίεργης swag» ήταν, είναι και θα είναι για όσο υπάρχει η ανθρωπότητα η Βέσνα (Μπόβαν) Μιλόσεβιτς. Γυναίκα και μεγάλος έρωτας του σπουδαίου Γιουγκοσλάβου πρώην άσου της μπάλας, Σάβο Μιλόσεβιτς. Και επειδή είναι καλοκαίρι και δεν θέλω να γράψω για την επιστροφή του Ρούνεϊ στην Έβερτον και την ομαδάρα που φτιάχνει ο Κλοπ στο Λίβερπουλ για να κατακτήσει επιτέλους το πρωτάθλημα (έχουμε άλλωστε καιρό γι’ αυτά), θα ασχοληθώ με τον άντρα της και με δαύτη. Με μπόλικες εννοείται «πινελιές» αγγλικού φουτμπόλ, για να μη χαλάμε και τις παραδόσεις.

Καλοκαίρι του 1995 η Άστον Βίλα έχει τερματίσει στην 18η θέση της Πρέμιερ Λιγκ (σε 22 ομάδες) και βλέπει τον πρώτο σκόρερ της ομάδας, τον Ουαλό Ντιν Σόντερς, να αφήνει τo Bίλα Παρκ για την Τουρκία και τα χρήματα της Γαλατά του Γκρέαμ Σούνες (οι δυο τους είχαν συνυπάρξει και στο Άνφιλντ μερικά χρόνια νωρίτερα). Η ομάδα του Μπράιαν Λιτλ είχε μείνει μόνο με ένα σπουδαίο επιθετικό, που έχει όμως πραγματοποιήσει τραγική σεζόν. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντουάιτ Γιόρκ, που έπρεπε πάση θυσία να πλαισιωθεί από κάποιον που θα έδινε και πάλι το εύκολο γκολ στους «χωριάτες» και θα απελευθέρωνε και τις αρετές του παίκτη από το Τρινιντάντ και Τομπάγκο. Ο Λιτλ ήξερε (και είχε σε μεγάλη εκτίμηση) ένα νεαρό διεθνή αριστεροπόδαρο Σέρβο με το όνομα Σάβο Μιλόσεβιτς που είχε κερδίσει δύο σερί πρωταθλήματα με την Παρτιζάν, σκοράροντας μάλιστα -σχεδόν- 70 γκολ με κάθε πιθανό (και απίθανο) τρόπο. Επίσης ο εμφύλιος που μαίνονταν στην πρώην Γιουγκοσλαβία έκανε ευκολότερη αυτή τη μετακίνηση μιας και ο παίκτης ήθελε κολασμένα να αφήσει τη χώρα του για ένα καλύτερο μέλλον, ποδοσφαιρικό και μη.

Λεφτά υπήρχαν πολλά όχι σαν του ΠΑΣΟΚ αλλά υπήρχαν και κάπως έτσι η Βίλα έκανε τον Σέρβο επιθετικό δικό της για περίπου 4 εκατομμύρια λίρες. Το ίδιο καλοκαίρι η ομάδα του Λιτλ απέκτησε τον κεντρικό αμυντικό Γκάρεθ Σαουθγκέιτ και τον θεούλη Άγγλο μέσο της Λέστερ, Μαρκ Ντρέιπερ (Όσοι τον θυμάστε κερδίζετε την παντοτινή μου αγάπη). Η «κορυφαία» όμως μεταγραφή δεν ήταν άλλη από την Βέσνα Μπόβαν. Τότε κοπέλα του Μιλόσεβιτς. Μια «μεταγραφή» που το τμήμα σκάουτινγκ της Βίλα δεν είχε δουλέψει καθόλου, μα καθόλου, σωστά και έχει χρεωθεί ως αποτυχημένη. Περισσότερο κι από του Μπεμπέ στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ή εκείνη του Κοντσέλσκι στη Λίβερπουλ επί Χότζσον (σκουπίζουμε το δάκρυ και πάμε παρακάτω).

Η Βέσνα με το που πάτησε το πόδι της στο μουντό, βροχερό και πάντα δύσκολο Μπέρμινγχαμ άρχισε να διαμαρτύρεται για τα πάντα. Τη μία της έφταιγε η βροχή. Την άλλη το κρύο. Την άλλη ο κόσμος στους δρόμους. Την άλλη η γλώσσα ακόμα και το φαγητό. Τα πάντα και ακόμα περισσότερα από τα πάντα. Αυτό που την έβγαζε όμως εκτός ελέγχου ήταν τα δημοσιεύματα των εφημερίδων που ασκούσαν «χειρουργική» κριτική στον Σάβο για τις επιδόσεις του εντός γηπέδου και στην ίδια για την lifestyle καθημερινότητα που ήθελε να ζήσει. Οι καυγάδες του ζεύγους ήταν σε καθημερινή βάση και οι υστερίες της Βέσνα (ως άλλη Μάρθα στο αριστουργηματικό «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι) δεν άφηναν τον Σάβο να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί -σχεδόν-ποτέ. Ακόμα και πριν ή μετά από σπουδαίες αναμετρήσεις αυτό που βίωνε ο Σάβο Μιλόγεβιτς ήταν η γκρίνια και οι φωνές για καθετί σχετικό ή άσχετο.

Κάπως έτσι η καριέρα μπήκε ασυναίσθητα σε δεύτερη μοίρα μιας και προτεραιότητα ήταν πάντα η Βέσνα και η ευχαρίστησή της. Ο Σάβο άλλωστε την αγαπούσε πραγματικά και αυτό δεν μπορούσε ουδείς να μην το παραδεχτεί, κάτι που φυσικά ίσχυε και για την ίδια μιας και αυτή λάτρευε το δεσμό της. Η Βέσνα έπαθε κατάθλιψη και μαζί της ο Σάβο δεν μπορούσε με τίποτα να βρει γαλήνη, να αδειάσει το μυαλό του και να αποδώσει στο γήπεδο  αυτό που πραγματικά μπορούσε, βοηθώντας την ομάδα του. Τα καλά του παιχνίδια ήταν μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού, με τον σκληρό βρετανικό Τύπο να του δίνει αρκετά γρήγορα το παρατσούκλι Miss-A-Lot-evic, παραφράζοντας το όνομά του με τις χαμένες ευκαιρίες που είχε σε κάθε παιχνίδι, κάτι που εξόργιζε τη «φίλη» μας και την έβγαζε εκτός ορίων, όπως η ίδια είχε παραδεχτεί κατά το παρελθόν.


Ποιος θα της χάλαγε χατήρι;

Τα 10 τέρματα στην πρώτη σεζόν του Μιλόσεβιτς στην Πρέμιερ Λιγκ τον έβαλαν στις χειρότερες μεταγραφές για το Νησί και πλέον ήταν γεγονός πως είχε μπει για τα καλά στο μάτι του κυκλώνα, ασχέτως αν η Βίλα είχε κερδίσει το Λιγκ Καπ κόντρα στη Λιντς με τον ίδιο να ανοίγει το σκορ στον τελικό. Κανένα μα κανένα ελαφρυντικό από τους αρθρογράφους της εποχής, που είχαν βρει στο πρόσωπο του Σέρβου και της όμορφης αγαπημένης του τα τέλεια «θύματα». «Με την κακή σου απόδοση μπορείς να τα βρεις, με τον Τύπο αυτής της χώρας ποτέ» του είχε πει ο Λιτλ μετά από κάποια προπόνηση, με τον Μιλόσεβιτς να δείχνει να μην καταλαβαίνει αυτό που θα ακολουθούσε. Εννοείται πως οι παραξενιές της Βέσνα δεν του έδιναν το δικαίωμα να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο ολοκληρωτικά και να βρεθεί σε απόλυτη ψυχική ηρεμία, κυριολεκτικά ποτέ, κάτι που έκανε την κατάσταση ολοένα και χειρότερη εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου για τον ίδιο αλλά και την ομάδα του. Η δεύτερή του σεζόν ήταν και αυτή μέτρια (προς κακή) και ουσιαστικά με την έλευση του νέου προπονητή, Τζον Γκρέγκορι, ο Σάβο τέθηκε εκτός ομάδας στα μέσα της τρίτης του σεζόν.

Ήταν Φεβρουάριος του ’98 όταν ουσιαστικά έκλεισε ο κύκλος του Μιλόσεβιτς στα αγγλικά γήπεδα. Το καλοκαίρι η Βέσνα μάζεψε τα ακριβά της ρούχα και τα φανταχτερά της κοσμήματα και μαζί με τον Σάβο έφυγαν για τη Σαραγόσα στην Ισπανία. Εκεί που ο παίκτης βρήκε και πάλι την ηρεμία και την ποδοσφαιρική του Ιθάκη. Το ζευγάρι ήταν πλέον χαρούμενο και αυτή τους η χαρά αποτυπώθηκε με τον καλύτερο τρόπο -εκτός της Ισπανίας- και στα γήπεδα της Ολλανδίας και του Βελγίου για το Γιούρο του 2000, εκεί που ο Σέρβος στράικερ πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις με τη φανέλα της Γιουγκοσλαβίας, κερδίζοντας μάλιστα και το βραβείο του πρώτου σκόρερ. Ένα βραβείο που μοιράστηκε με τον Ολλανδό Πάτρικ Κλάιφερτ (αμφότεροι είχαν σκοράρει από 5 τέρματα).

Μετά τη Σαραγόσα ακολούθησαν η Πάρμα, η Οσασούνα και η Θέλτα πριν ο παίκτης κλείσει την καριέρα του στη Ρωσία και το παγωμένο Καζάν το 2008, πάντα με την αγαπημένη του Βέσνα στο πλευρό του. Η Βέσνα πάντως με το Καζάν και το κρύο δεν είχε πρόβλημα μιας και τα χρήματα των Ρώσων ήταν υπερβολικά πολλά για την τότε αξία του άντρα της και η ηρεμία είχε πλέον γαληνέψει εντελώς την ψυχή της. Το αγαπημένο ζευγάρι έχει αποκτήσει δύο γιους και μία κόρη και συνεχίζουν να ζουν μαζί. Εννοείται δεν θέλουν να βλέπουν το Μπέρμιγχαμ ούτε ζωγραφιστό. Άδικο δεν τους ρίχνω.

Άστους αυτούς κι άκου την κερκίδα να λυσσομανάει

  [2 Σχόλια]

Το Σάββατο 12 Αυγούστου η Μπράιτον του Κρις Χιούτον θα αγωνιστεί για πρώτη φορά στην ιστορία της στην Πρέμιερ Λιγκ, υποδεχόμενη στο Φάλμερ, και όχι στο ιστορικό Γκόλντστόουν Γκράουντ, την πολυδιαφημισμένη και άκρως ποιοτική Σίτι του Πεπ Γκουαρδιόλα των εκατοντάδων εκατομμυρίων λιρών. Οι «γλάροι» μετά από ένα πολύ δύσκολο ταξίδι σχεδόν 20 ετών, και αφού έφτασαν πολύ κοντά ακόμα και στην οικονομική καταστροφή και τη διάλυση, θα βρεθούν στο κορυφαίο πρωτάθλημα του πλανήτη με μοναδικό στόχο -τι άλλο- την παραμονή.

«Γνωρίζουμε πολύ καλά τις δυσκολίες που έχει το να αγωνίζεσαι στο κορυφαίο πρωτάθλημα, κόντρα σε εξαιρετικές ομάδες, αλλά δεν φοβόμαστε. Θα παλέψουμε και θα προσπαθήσουμε να πάρουμε ό,τι μας αναλογεί. Είμαστε ενθουσιασμένοι και θα ζήσουμε με πάθος όλες τις στιγμές αυτού του δύσκολου και άκρως ανταγωνιστικού πρωταθλήματος» δήλωσε πριν λίγες μέρες ο Ιρλανδός προπονητής που δεν κρύφτηκε πίσω από το δάχτυλό του. Η τελευταία σεζόν της Μπράιτον στην πρώτη κατηγορία ήταν τη σεζόν 1982/1983, όταν είχε φτάσει μάλιστα στον τελικό του κυπέλλου Αγγλίας, απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Ρον Άτκινσον.

                                              Μπράιαν Ρόμπσον και Στήβ Φόστερ

Η Μπράιτον στα 116 χρόνια της ιστορίας της δεν έχει να επιδείξει και πολλές σπουδαίες στιγμές. Εκείνος ο χαμένος (διπλός) τελικός κυπέλλου κόντρα στη Γιουνάιτεντ το ’83. Η τεράστια πρόκριση απέναντι στη Λίβερπουλ την ίδια χρονιά για την 5η φάση του κυπέλλου Αγγλίας. Μία πρόκριση που είχε χαρίσει στους Βρετανούς μια εκ των γραφικότερων ραδιοφωνικών στιγμών όταν ο Τζον Πιλ (γνωστός φίλος της Λίβερπουλ) είχε ξεκινήσει την  ιστορική ραδιοφωνική του εκπομπή The Peel Sessions με ήχους γλάρων που τους πυροβολούσαν στον αέρα, πριν δώσει -εννοείται- τα συγχαρητήριά του. Και φυσικά η νίκη για το Charity Shield του 1910 κόντρα στη σπουδαία Άστον Βίλα του Τζορτζ Ράμσεϊ. Οι πιο ρομαντικοί φίλοι της Μπράιτον τοποθετούν ανάμεσα σε αυτές τις στιγμές και το μικρό πέρασμα του Μπράιαν Κλαφ από τον πάγκο της ομάδας τη σεζόν ’73-’74 και ας γνώρισαν τότε μία από τις πιο ντροπιαστικές ήττες στην ιστορία τους.

Το καλοκαίρι του ’96 η Μπράιτον έπεφτε στην τρίτη κατηγορία της Αγγλίας και τότε ήταν που ξεκίνησαν και τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Η διοίκηση αποφάσισε να πουλήσει το γήπεδο της ομάδας (το ιστορικό Γκόλντστόουν Γκράουντ) δίχως όμως να μπορέσει να λύσει τα περισσότερα εξ αυτών.  Η Μπράιτον είχε μπει για τα καλά σε μια «σκοτεινή» περίοδο, δίχως γήπεδο και χρήματα και χωρίς -ουσιαστικά- δυναμική εντός και εκτός αγωνιστικών χώρων. Το ίδιο διάστημα ένας πυρήνας φανατικών οπαδών των «γλάρων», με ηγέτη τον επιχειρηματία και άρρωστο με την ομάδα, Ντικ Νάιτ, ανέλαβαν να σώσουν το κλαμπ, κάτι που εν τέλει και κατάφεραν. Μπροστάρης επίσης σε όλη αυτή την αποστολή ήταν ο Τζον Μπέιν. Γνωστός στο Σάσεξ και ως Attila Stockbrocker. Ένας πανκ περφόρμερ, ποιητής, μουσικός και πρώην χρηματιστής, εκφωνητής για πολλά χρόνια στα εντός έδρας παιχνίδια της ομάδας και πρωτοστάτης -επίσης- στο να χτιστεί το νέο γήπεδο της ομάδας, το Φάλμερ.

Φυσικά τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε γίνει δίχως την οικονομική βοήθεια ενός άλλου παιδιού του Σάσεξ και φίλου της ομάδας, του επαγγελματία παίκτη πόκερ Τόνι Μπλούμ. Ο Μπλούμ (γνωστός και ως The Lizard) είναι πρόεδρος της Μπράιτον εδώ και μια δεκαετία και δίχως αυτόν η ομάδα από το Σάσεξ δεν θα είχε σηκώσει κεφάλι ποτέ τόσο γρήγορα, ίσως και ποτέ. Η ουσία είναι πως από τα μέσα της νέας χιλιετίας η Μπράιτον άρχισε να πατάει και πάλι στα πόδια της χάρις στους οπαδούς της και αυτό είναι κάτι το μοναδικά υπέροχο σε μια περίοδο που είχαν αρχίσει να εισβάλουν στο ποδόσφαιρο -και δη και στο Αγγλικό- ένα σωρό ξένοι επενδυτές-ιδιοκτήτες.

Θα κλείσω αυτό το μικρό κείμενο με το ποίημα του Μπέιν «Γράφοντας ιστορία». Ένα ποίημα που γράφτηκε κάπου στις αρχές της νέας χιλιετίας, σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Άλντερσοτ, και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την ειλικρινή αγάπη που είχαν (και έχουν) αυτοί οι άνθρωποι για την ομάδα τους. Ζώντας την Μπράιτον πρώτα ως οπαδοί και μετά ως διοικητικά στελέχη.

                                                Ο Μπλουμ επί το έργον

«Αυτό είναι το παιχνίδι που αγάπησα, το παιχνίδι που έμαθα. Όχι ελεγχόμενο, ούτε αποστειρωμένο για εταιρική κονόμα. Ο καθένας να το ζει με ξαναμμένα μάτια, κάθε πέννα που δίνεις ν’ αξίζει. Να τραγουδάμε όλοι μαζί στη βροχή.

Μας λένε ότι αυτές οι μέρες πέρασαν και πέθαναν. Όμως και οι Σοτς και εμείς οι Γλάροι τα έχουμε ξανακούσει αυτά. Είμαστε μαζί μέχρι τ’ αρπακτικά να φύγουν.

Γάμησέ τους αυτούς κι άκου την κερκίδα να λυσσομανάει!»

Πρέμιερ Λιγκ Τεστ: Βρες τον παίκτη απ’ τη φωτογραφία

  [Καθόλου σχόλια]

Αν είσαι λάτρης της φωτογραφίας και του κορυφαίου πρωταθλήματος του πλανήτη, της Πρέμιερ Λιγκ δηλαδή, πρέπει να αναμετρηθείς με αυτό το κουίζ. Οι φανατικοί του Αγγλικού ποδοσφαίρου -λογικά- θα το βρουν εύκολο. Οι λιγότερο μυημένοι θα δυσκολευτούν αρκετά και αυτοί που δεν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο στο Νησί, καλύτερα να προτιμήσουν κάτι άλλο για να «σκοτώσουν» την ώρα τους. ‘Ενα σταυρόλεξο είναι καλή ιδέα κατά την ταπεινή μου -πάντα- γνώμη. Για να δούμε λοιπόν. Είσαι από αυτούς που όταν βρεθούν με μια καλή φωτογραφική μηχανή σε κάποιο γήπεδο (σε μια σπουδαία αναμέτρηση) θα τραβήξεις φωτογραφίες παικτών και όμορφων φάσεων ή θα προτιμήσεις το φεγγάρι, τα σύννεφα, τη βροχή και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο, βγάζοντας την καλλιτεχνική (και ρομαντική) σου φύση έχοντας στο μυαλό σου να εξελιχθείς στο νέο Άρη Μεσσήνη. Αστειεύομαι σε όλα τα παραπάνω (τη δουλειά του Μεσσήνη πάντως αξίζει να την ψάξετε). Το κουίζ είναι για «αρρωστάκια» της Πρέμιερ Λιγκ. Άντε νας σας δω.

Από την κουζίνα στην εξέδρα

  [3 Σχόλια]

Υπάρχουν στιγμές που σαν παιδιά θέλουμε να ξεχάσουμε, που θα θέλαμε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Κυρίως έχουν να κάνουν με τους γονείς μας, την μαμά που θα μας τσιμπήσει το μάγουλο μπροστά στα κορίτσια του Β2, που θα μας κάνει ρεζίλι όταν πάμε να αγοράσουμε παπούτσια, που θα έρθει στο πάρτι να δει τι γίνεται. Στα αγγλικά η λέξη είναι cringeworthy και δεν νομίζω ότι υπάρχει καλό συνώνυμο. Στο ποδόσφαιρο τέτοιες στιγμές ντροπής, δεν είναι συχνές. Κυρίως γιατί απουσιάζουν οι μαμάδες. Οι οπαδοί της Νόριτς όμως το ζουν αυτό, τόσο με τα καλά, όσο και με τα κακά του.

Εδώ και αρκετά χρόνια, την ιδιοκτησία της ομάδας έχει η κυρία Ντέλια Σμιθ (μαζί με το σύζυγό της). Η ιστορία είναι αρκετά αστεία, γνωρίζοντας ότι η Ντέλια Σμιθ είναι γνωστή σεφ, παρουσιάστρια εκπομπών και συγγραφέας. Σαναλέμε, κάτι σαν τη Βέφα Αλεξιάδου. Επί των ημερών της, τα Καναρίνια κατάφεραν να επιστρέψουν στην μεγάλη κατηγορία, κατακτώντας τη First Division του 2004. Η χρονιά της επιστροφής όμως ήταν δραματικά κακή, με τη Νόριτς να βρίσκεται σταθερά στις θέσεις του υποβιβασμού. Στις 28 Φεβρουαρίου του 2005 η Νόριτς υποδεχόταν τη Σίτι, ούσα 20η και τελευταία με μόλις τρεις νίκες σε 27 αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε 16 λεπτά σκόραρε δύο φορές, έκανε το 2-0 ο κόσμος αναθάρρησε για λίγο, μέχρι που οι φιλοξενούμενοι απάντησαν σε 2-2 πριν λήξει το ημίχρονο.

Αυτή η εναλλαγή έκανε τον κόσμο απογοητευμένο. Η κυρία Σμιθ αποφάσισε να πάρει στα χέρια της την κατάσταση. Σε λίγο αγρία κατάσταση (πιθανότατα έχοντας πιει λίγο μπράντι από κάποιο φλασκί κρυμμένο στο γούνινο παλτό της), κατέβηκε στον αγωνιστικό χώρο και πάτησε χορτάρι με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Με τσιριχτή φωνή έστειλε το μήνυμα «στους καλύτερους οπαδούς του κόσμου». «Χρειαζόμαστε το δωδέκατο παίκτη της ομάδας» τους είπε, ρωτώντας σπαρακτικά «πού είστε» με έναν μαγικό αγγλικό τρόπο. Το από καρδιάς μήνυμα έκλεισε με το «Let’s be ‘avin’ you» και  η κυρία Σμιθ επέστρεψε στις κερκίδες για το 2ο ημίχρονο.

Ένα 2ο ημίχρονο που ήταν ακόμα χειρότερο, καθώς ο Ρόμπι Φάουλερ στο 90′ έδωσε τη χαριστική βολή στους γηπεδούχος. Το σόου της κυρίας Σμιθ μπορεί μεν να άφησε εποχή και να την έκανε ακόμα πιο διάσημη, δεν είχε όμως αποτέλεσμα. Η Ντέλια δήλωσε ότι είναι μια οπαδός, δεν μπορεί να φοράει τα ρούχα του παράγοντα και ότι ήταν κάτι που έκανε γιατί το ένιωσε, βλέποντας την απογοήτευση μετά το 2-0 που έγινε 2-2. Επίσης είπε ότι είχε πιει λίγο κρασί πριν το ματς, αλλά δεν ήταν μεθυσμένη.

Η Νόριτς τελικά τερμάτισε 19η εκείνη τη σεζόν και έχασε για μόλις έναν βαθμό την παραμονή. Για αρκετά χρόνια έμεινε μακριά από την Πρέμιερ, αλλά το 2011 επέστρεψε και ο κόσμος στους ρυθμούς του «Go West» την αποθέωσε τραγουδώντας «Come on, let’s be havin’ you», τη γνωστή της ατάκα από εκείνη την αποφράδα νύχτα του 2005. Η κυρία Σμιθ πήρε ξανά το μικρόφωνο στο δημαρχείο της πόλης, είπε λάθος το όνομα του προπονητή, δήλωσε χαρούμενη που η ομάδα έμεινε στην κατηγορία (και όχι που ανέβηκε) και οι φήμες ότι είχε πιει λίγη σαμπάνια πριν τον λόγο της μπροστά σε περίπου 40.000 οπαδούς κυκλοφόρησαν ξανά.

Και όσο και να σκέφτεστε κάποιοι «άντε γύρνα στην κουζίνα σου» (στην μοναδική φορά που το σχόλιο δεν θα είναι απαράδεκτα σεξιστικό, αλλά αληθινό), είναι εξίσου γραφικό και ωραίο να υπάρχουν ακόμα τέτοιες μορφές, σε ένα αγγλικό ποδόσφαιρο γεμάτο σεΐχηδες, εμίρηδες, πρώην σοβιετικούς και νυν πλυντηριάδες, Αμερικάνους που δεν ξέρουν πώς παίζετε το σόκερ και γενικά κάθε καρυδιάς καρύδι ζάμπλουτους τύπους που δεν θα αγαπήσουν ποτέ την ομάδα τους. Δεν θα το αγαπήσουν όσο η… χρυσοχέρα Ντέλια Σμιθ, που στο παρακάτω βίντεο ευχαριστεί (σε μια ακόμα άνοδο το 2015) τον κόσμο που πήγαινε στο γήπεδο στη Β’ εθνική και δεν παράτησε την ομάδα, αλλά και τον προπονητή που την ανέβασε (και απέλυσε τελικά πριν λίγους μήνες):

Το χαμένο πέναλτι του Λε Τισσιέ

  [3 Σχόλια]

Κύθηρα 2005. Διακοπές. Ενώ ετοιμαζόμαστε με τον καλύτερό μου φίλο να βγούμε για ποτάκι, ανάμεσα σε βρεγμένα μαγιό, πετσέτες και πεταμένα ρούχα εδώ και εκεί, θα με ρωτήσει: «Τον Ματ Λε Τισσιέ τον ξέρεις». Πάγωσα. Πως είναι δυνατόν να με ρωτάς κάτι τέτοιο. Εμένα που ζω και αναπνέω για το Αγγλικό ποδόσφαιρο. Πριν προλάβω να απαντήσω θα συμπληρώσει, «Ήταν ένας εξαιρετικός Άγγλος ποδοσφαιριστής της Σαουθάμπτον που όμως είχε απαράμιλλη τεχνική. Δεν μου κάνει για Άγγλος και το όνομά του δεν είναι σίγουρα αγγλικό. Ναι. Ήταν τόσο καλός επειδή δεν είναι Άγγλος. Οι ρίζες του πρέπει να βρίσκονται κάπου ανάμεσα σε Γαλλία, Ισπανία και δεν ξέρω και’γω που αλλού». Νευρίασα λιγάκι αλλά δεν το συνέχισα. «Τον γνωρίζω πολύ καλά τον Λε Γκοντ (αυτό ήταν το προσωνύμιό του όταν ‘μάγευε’ με τη φανέλα των «αγίων)» του είπα «αλλά ας μη το συνεχίσουμε για την ώρα. Βαριέμαι να μιλήσω για ποδόσφαιρο. Είμαστε διακοπές, μα τον Φάουλερ». Τελικά πήγαμε για ποτό και -εννοείται- συνεχίσαμε να μιλάμε για τον Λε Τισσιέ, τη Λίβερπουλ που πριν λίγο καιρό είχε κατακτήσει το Τσάμπιονς Λιγκ, τη Γιουβέντους, την Μπάρτσα και τον ΠΑΟ που μόλις είχε υπογράψει τους Μπίσκαν και Φλάβιο Κονσεϊσάο και εμείς ονειρευόμασταν τότε μια μαγική τριπλέτα στον άξονα, παρέα με τον Έκι τον Γκονζάλες.

O Ματ Λε Τισσιέ ήταν όντως ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής. Ένας μεσοεπιθετικός που γνώριζε πολλά καντάρια μπάλα. Ένας τεμπελάκος όμως παίκτης που προτιμούσε την καλή ζωή από την προπόνηση και που ζούσε -σχεδόν- και μόνο για τον αγώνα. Προτιμούσε τη σιγουριά της Σαουθάμπτον και δεν έκανε ποτέ το μεγάλο βήμα για κάποιο μεγαλύτερο κλαμπ ξέροντας πως θα έπρεπε να θυσιάσει πολλά για να σταθεί σε ομάδες, όπως η Γιουνάιτεντ για παράδειγμα. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον τον ζάλιζε κάθε καλοκαίρι να μετακομίσει στο Όλντ Τράφορντ και να φτιάξει ένα ονειρικό δίδυμο με τον Ερίκ Καντονά μα ο Λε Τισσιέ, ενώ του έλεγε πως θα κάνει το μεγάλο βήμα, τελικά επέλεγε να μείνει στην ομάδα της καρδιάς του, να πίνει τις μπύρες του και να τρώει τους γκουρμέ μεζέδες του, μαγεύοντας το κοινό της Αγγλίας -σχεδόν- κάθε αγωνιστική, χωρίς όμως να φτάσει ποτέ να κατακτήσει κάποιον τίτλο. «Who cares?» Οι φίλοι της ομάδας έχουν να λένε για το φοβερό δέσιμο που είχε με τον Άλαν Σίρερ στις αρχές των 90s με τη φανέλα των «αγίων», για το μαγικό δεξί του πόδι, «Θα σου την στείλω δεξιά στο παράθυρο. Πήδα αλλά δεν πρόκειται να την πιάσεις» συνήθιζε να λέει στους τερματοφύλακες της εποχής, κάνοντας τα λόγια του πράξη, και φυσικά για το εξωπραγματικό του ρεκόρ στην ευστοχία των πέναλτι. Ο Ματ Λε Τισσιέ σε ολόκληρη την πλούσια καριέρα του με τη φανέλα της Σαουθάμπτον είχε αστοχήσει μία και μοναδική φορά από την άσπρη βούλα. Το ρεκόρ του το πλησίασε, μετά από πολλά χρόνια ακόμα ένας παίκτης των αγίων, ο Ρίκι Λάμπερτ, πριν μετακομίσει και καταστρέψει ουσιαστικά την καριέρα του προς Άνφιλντ μεριά για τη φανέλα των «κόκκινων». Μια φανέλα που είχε όνειρο να φορέσει από παιδί και που τον οδήγησε μετά στο Χόθορνς και τη Γουέστ Μπρομ.

Σε 48 εκτελέσεις πέναλτι ο Λε Γκοντ είχε ευστοχήσει σε 47 και αν δεν είχε βρεθεί ο Ουαλός Μαρκ Κρόσλεϊ της Νότινγχαμ Φόρεστ να πιάσει εκείνο το κακοχτυπημένο πέναλτι στις 24 Μαρτίου του 1993 ο Άγγλος με το νούμερο 7 στην πλάτη θα είχε ένα απίστευτο και μοναδικό ρεκόρ. Μετά από αυτή την άτυχη στιγμή ο αρχηγός των «αγίων» συνέχισε με 27 σερί εύστοχα πέναλτι πριν κλείσει την καριέρα του το 2002, στα 34 του. Στα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο είχε πολλούς και μεγάλες θαυμαστές αλλά και αρκετούς εχθρούς. Ένας από αυτούς είναι ο πρώην συμπαίκτης του (και διεθνής με τα τρία λιοντάρια για ένα μικρό φεγγάρι) Κάρλτον Πάλμερ, που τον θεωρούσε πάντα τεμπέλη, χοντρό και υπερεκτιμημένο. Προσωπικά θα κρατήσω, και θα κλείσω αυτό το κείμενο, με δύο-τρεις λέξεις του κορυφαίου κεντρικού μέσου των τελευταίων 15 ετών για την αξία του -λατρεμένου- Ματ Λε Τισσιέ. «Όταν ήμουν μικρός, ο παίκτης που θαύμαζα και ήθελα να μοιάσω ήταν ένας Άγγλος που έπαιζε στη Σαουθάμπτον και φορούσε το νούμερο 7. Ήταν απλά απολαυστικός». Τα λόγια ανήκουν στον Τσάβι και -εννοείται-  κάπου ο Λε Τισσιέ πίνει την μπύρα του χαμογελώντας όταν κάποιος του τα θυμίζει. Είμαι σίγουρος.

ΥΓ: Αφορμή για το κείμενο στάθηκε η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου (για καθαρά προσωπικούς λόγους που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί και δεν υπάρχει και λόγος) και το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του εξαιρετικού soundtrack της Ελένης Καραϊνδρου. Όσοι θέλετε τιμήστε το και δεν θα χάσετε.

Η «επιστολή» του Καντονά στον Πέρεζ

  [1 Σχόλιο]

«Μ’ έχουν κυκλώσει σαν το αγρίμι και θαρρούνε πως θα με πιάσουνε στη φάκα. Γω, όμως, θα σουρθώ με την κοιλιά και θα περάσω ανάμεσό τους». Ερρίκος 4ος (Επιστολή στον κ. ντε Μπατς, κυβερνήτη της πόλης του Εζ στο Αρμανιάκ, 11 Μαρτίου 1586).

Η ζωή έχει ένα περίεργο τρόπο να μπλέκει ιστορίες και γεγονότα ανά δεκαετία ή ακόμα και μετά από εκατοντάδες χρόνια. Σε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Η παραπάνω φράση του Ερρίκου του Δ’ προς τον κ. ντε Μπατς δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το ποδόσφαιρο μιας και το 1586 ποδόσφαιρο -με την σημερινή του τουλάχιστον μορφή- δεν υπήρχε. Όσο και αν ο «παππούς του ποδοσφαίρου» Εδουάρδο Γκαλεάνο μας μιλά στο βιβλίο του «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» για ποδόσφαιρο από την αρχαία Αίγυπτο, την αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη και το πως κάποτε ο Ερνάν Κορτές έκανε μια μεξικάνικη μπάλα -σχεδόν- να πετάξει μπροστά στα έκπληκτα μάτια του βασιλιά Καρόλου του Β’ (την ίδια περίοδο πάνω-κάτω όπου ο Ερρίκος ο Δ’ έγραφε στον Μπατς), ποδόσφαιρο δεν υπήρχε.

21 Δεκεμβρίου του 1996. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υποδέχεται την Σάντερλαντ του Κρις Γουόντλ και του Τόνυ Κότον (που δεν είχε αγωνιστεί εκείνη τη μέρα) και επικρατεί εύκολα με 5-0. Το σκορ δεν είχε φανεί περίεργο σε κανένα μιας και στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Φέργκι κατέκτησε το πρωτάθλημα (αφήνοντας 2η την Νιουκάστλ) και οι «μαυρόγατες» χαιρέτησαν τη μεγάλη κατηγορία, παρέα με τις Μίντλεσμπρο και Νότινγχαμ Φόρεστ. Το συγκεκριμένο παιχνίδι δεν νομίζω να το θυμάται και πολύς κόσμος αλλά το αριστούργημα του Καντονά θεωρώ πως ελάχιστοι το έχουν ξεχάσει και ακόμα πιο ελάχιστοι δεν θα μάθουν ποτέ γι’ αυτό. Με το σκορ στο 4-0 ο Καντονά θα πάρει τη μπάλα στο κέντρο του γηπέδου, έχοντας δίπλα του τρεις παίκτες έτοιμους να τον σταματήσουν με κάθε τρόπο. Με μία μαγική ντρίμπλα θα αδειάσει τους δύσμοιρους Κέβιν Μπολ και Ρίτσαρντ Ορντ και θα παίξει το ένα-δύο με τον Μακ Κλερ για να φτάσει στην περιοχή του Λίο Πέρεζ. Εκεί με μια απίστευτη λόμπα θα στείλει την μπάλα στο παραθυράκι, θα γράψει το τελικό 5-0 και θα μας χαρίσει -εκτός του γκολ- και έναν εκ των σπουδαιότερων πανηγυρισμών όλων των εποχών.

Ο «βασιλιάς» Ερίκ θα ανοίξει τα χέρια επιζητώντας τη δόξα και με εκείνο το παγωμένο, σχεδόν τρελό βλέμμα που τον χαρακτηρίζει ακόμα και στις μέρες μας, θα κάνει περιστροφή 360 μοιρών -αργά και βασανιστικά- προς κάθε θύρα του Όλντ Τράφορντ, με τον κόσμο -εννοείται- να του δίνει αυτό που μόλις είχε ζητήσει. Τη δόξα. Στο τέλος της σεζόν ο Καντονά θα κατεβάσει για πάντα τον σηκωμένο του γιακά και θα αποσυρθεί από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, μόλις στα 31 του χρόνια.  Η κληρονομιά που άφησε στο Ολντ Τράφορντ ήταν πραγματικά τεράστια και αποτελεί ακόμα και σήμερα πηγή έμπνευσης για παίκτες, προπονητές και απλούς φιλάθλους στην κόκκινη πλευρά της πόλης του Μάντσεστερ. «Ακολουθήστε τον σηκωμένο μου γιακά» θα μπορούσε να είχε πει στους νέους παίκτες που άφηνε πίσω του με το τέλος της καριέρας του, παραφράζοντας τον επικό λόγο του Ερρίκου του Δ’ στους στρατιώτες του, και το δικό του «λευκό λοφίο» στη μάχη του Ιβρύ το 1590. Μια μάχη που εννοείται πως είχε καταλήξει σε θρίαμβο για τον βασιλιά και το στρατό του. Ένας θρίαμβος σαν αυτούς του Καντονά. Εκείνου του «αγριμιού» που δεν μπορούσε να πιάσει καμία μα καμία φάκα και που μας χάρισε (ακόμα και αν δεν υποστηρίζαμε Γιουνάιτεντ) μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις.

Όταν στη Νιούκαστλ έπαιζαν ξύλο μεταξύ τους

  [12 Σχόλια]

Είναι γνωστό ότι το Νιούκαστλ είναι ένας «άλλος κόσμος». Μια ομάδα με ένα από τα πιο πιστά κοινά στην Αγγλία, ένα από τα γήπεδα που προκαλούν δέος και εδώ και πολλά χρόνια παίκτες που απογοητεύουν με τρόπους που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί. Είτε αγωνιστικά, είτε εξωαγωνιστικά. Μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις που έζησαν οι Τζόρντις εκεί στα βόρεια, ήταν στις 2 Απριλίου του 2005. Το κακό ξεκίνημα της ομάδας (ακόμα ένα) έφερε την απόλυση του Μπόμπι Ρόμπσον κατά τον Σεπτέμβριο. Οι οπαδοί της την περασμένη σεζόν είχαν ως στόχο το Τσάμπιονς Λιγκ, τελικά η ομάδα βγήκε στο ΟΥΕΦΑ και η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Ο Ρόμπσον δεν συμφωνούσε με αρκετές κινήσεις της διοίκησης (όπως π.χ. την απόκτηση του ελεύθερου Πάτρικ Κλάιφερτ) και πλήρωσε το μάρμαρο στο ξεκίνημα της νέας χρονιάς.

Στο Νιούκαστλ πάντως, καλό είναι να περιμένεις πάντα τα χειρότερα. Ο Γκρέιαμ Σούνες ανέλαβε την ομάδα και παρά το αρχικό καλό ξεκίνημα η πορεία δεν ήταν η αντίστοιχη στο πρωτάθλημα. Μοναδική παρηγοριά, η πορεία στο ΟΥΕΦΑ.  Την άνοιξη, η Νιούκαστλ έκανε ένα καλό σερί αήττητο, απέκλεισε με δύο νίκες τον Ολυμπιακό στους 16 και ο κόσμος επιτέλους αναθάρρησε. Μέχρι που ήρθε το ματς με την Άστον Βίλα. Η ατμόσφαιρα ήταν πανηγυρική, καθώς ο τεράστιος Άλαν Σίρερ δήλωσε ότι θα συνεχίσει για ένα χρόνο ακόμα και το κοινό του Σεντ Τζέιμς(ιζ) Παρκ που περίμενε την έκτη σερί εντός έδρας νίκη είχε κέφια. Αυτά κόπηκαν από νωρίς, καθώς το ματς στράβωσε γρήγορα, όταν ο Χουάν Πάμπλο Άνχελ άνοιξε το σκορ εκμεταλλευόμενος την κακή αμυντική συμπεριφορά του Ζαν Αλέν Μπουμσόνγκ.

Οι γηπεδούχοι πίεσαν, αλλά μετά από ένα λάθος του Νίκι Μπατ στο κέντρο ο Τέιλορ έκανε χέρι για να σώσει το γκολ. Πέναλτι, αποβολή και 0-2 από τον Γκάρεθ Μπάρι. Λίγα λεπτά αργότερα, νέο πέναλτι και 0-3 από τον Μπάρι. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά όμως, οι παίκτες της Νιούκαστλ είχαν και ένα μεγάλο φινάλε για τους 52.000 οπαδούς τους. Με το παιχνίδι να παίζεται και τη Νιούκαστλ των 10 παικτών να επιτίθεται, όλοι είδαν έντρομοι τους Λι Μπόιερ και Κίερον Ντάιερ όχι να διαφωνούν, όχι να μαλώνουν, αλλά να παίζουν μπουνιές μεταξύ τους, λες και βρίσκονταν σε κάποια παμπ. Σίρερ, Μπάρι και διάφοροι άλλοι έτρεξαν να τους χωρίσουν.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Κίερον Ντάιερ σε συνέντευξή του αποκάλυψε την πλήρη ιστορία. «Είχαμε την μπάλα, με πλησίασε αλλά εγώ έδωσα αλλού την πάσα. ‘Δώσε μου την μπάλα’ μου είπε. Εγώ του απάντησα ότι δεν έδωσα λάθος πάσα, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί μου το έλεγε. Πέντε λεπτά αργότερα ήρθε πάλι προς το μέρος μου, αλλά εγώ ξαναέδωσα αλλού πάσα. Ξαναπλησίασε και μου είπε ‘Δεν μου δίνεις ποτέ πάσα’ για να πάρει την απάντηση: ‘Ο λόγος που δεν σου δίνω πάσα είναι γιατί βασικά είσαι σκατά’. Αρχίσαμε να βριζόμαστε και τότε ήταν που τρελάθηκε.»

Η όλη φάση θυμίζει σκηνικό σε σχολείο, καθώς ο Μπόιερ είπε «Τι είπες;», ο Ντάιερ απάντησε «Αυτό που άκουσες» και τελικά ο Μπόιερ άρχισε να πλησιάζει απειλητικά το συμπαίκτη του. «Όσο με πλησίαζε πίστευα ότι θα με σπρώξει ή θα με τραβήξει. Αυτός άρχισε τις μπουνιές και σκεφτόμουν να του πω, πρέπει να κάνεις λίγα βάρη γιατί αυτές δεν είναι σοβαρές μπουνιές. Επίσης σκεφτόμουν ότι δεν γίνεται να το κάνει αυτό μπροστά σε 50 χιλιάδες κόσμο. Δεν ήξερα ότι μπορούσες να αποβληθείς επειδή μάλωνες με συμπαίκτη (σ.Σ. πόσο θεούλης είσαι ρε Ντάιερ) και μου προκάλεσε έκπληξη όταν είδα την κόκκινη κάρτα. Τον περίμενα στο τούνελ για να συνεχίσουμε, αλλά είχαμε δυο θηριώδεις φυσιοθεραπευτές που μας αγκάλιασαν και μας σήκωσαν ψηλά. Ήταν σαν τα καρτούν, που τα πόδια σου κουνιούνται πέρα δώθε στον αέρα».

Θέλετε να τα πάρω;

Η ιστορία συνεχίστηκε μετά τον αγώνα, όταν ήρθαν κι οι υπόλοιποι, με τον Σίρερ να τους κράζει και με τον ιδιοφυή Μπουμσόνγκ να τους προτείνει να συνεχίσουν στα αποδυτήρια για να τελειώσουν αυτό που άρχισε. Ο Σούνες τους είπε ότι αν συνεχίσουν, θα μπει κι ο ίδιος για να τους δείρει και τους δύο. Η εικόνα του Λι Μπόιερ (που έχει αυτά τα αγγλικά μούτρα σαν να είναι 2ος ρόλος στο Trainspotting ή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι) με σκισμένη τη φανέλα σαν τουρίστας στον Λαγανά, είναι αντιπροσωπευτική για τη σύγχρονη ιστορία του συλλόγου. Οι παίκτες πάντως τα βρήκαν στη συνέχεια, ζήτησαν κάποιες συγγνώμες και μάλιστα ήταν ξανά συμπαίκτες στην Γουέστ Χαμ.

Η σεζόν πάντως της Νιούκαστλ πήρε την κάτω βόλτα μετά από εκείνο το 0-3. Λίγες μέρες αργότερα αποκλείστηκε στην Πορτογαλία από την Σπόρτινγκ με 4-1 και τρεις μέρες αργότερα έχασε από τη Γιουνάιτεντ στον ημιτελικό του FA Cup με το ίδιο σκορ. Στο πρωτάθλημα κατέληξε 14η. Όσο για τον Λι Μπόιερ μετά από μια μεγάλη καριέρα στη Λιντς και μια όχι τόσο μεγάλη σε άλλες ομάδες, ασχολείται με το ψάρεμα στη Γαλλία. Όχι δεν είναι κάποιο λογοπαίγνιο, όπως βλέπετε και στη φωτογραφία είναι η αλήθεια.

«Το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο»

  [2 Σχόλια]

Ο Ντάνιελ Μπλέικ είναι ένας 59χρονος Άγγλος που μετά από το θάνατο της γυναίκας του ζει μόνος του σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Νιούκαστλ. Μετά από ένα έμφραγμα που παθαίνει εν ώρα εργασίας, ο γιατρός του τον ενημερώνει πως οι εξετάσεις του έδειξαν πως πρέπει οπωσδήποτε να σταματήσει να δουλεύει. Σε αντίθεση με τον γιατρό του όμως, το κράτος τον θεωρεί ακόμα ικανό να εργαστεί και γι’αυτό αρνείται να του δώσει το σχετικό επίδομα για λόγους υγείας. Προσπαθώντας να βρει το δίκιο του, χωρίς όμως να χάσει την αξιοπρέπεια του, και ταυτόχρονα έναν τρόπο να επιβιώσει χωρίς δουλειά ο κύριος Μπλέικ γνωρίζει κι άλλους ανθρώπους στην ίδια θέση μ’αυτόν και μπλέκει με την γραφειοκρατία και ένα σύστημα που αδιαφορεί προκλητικά για την κατάσταση του, όπως ακριβώς κάνει και για χιλιάδες άλλους μη προνομιούχους πολίτες.

Ο Ντάνιελ Μπλέικ δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Είναι ο χαρακτήρας-πρωταγωνιστής της εξαιρετικής περσινής ταινίας «Ι, Daniel Blake» του 80χρονου πλέον Κεν Λόουτς, που για μια ακόμα φορά καταπιάνεται με ένα επίκαιρο κοινωνικό πρόβλημα, παρουσιάζοντας το χωρίς κινηματογραφικές ωραιοποιήσεις και ενοχλητικές δραματικές υπερβολές.

Μια από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας διαδραματίζεται σε μια τράπεζα τροφίμων του Νιούκαστλ, στην οποία καταφεύγει ο κύριος Μπλέικ και μια άνεργη μητέρα που ψάχνει τρόπος να ταΐσει το παιδί της. Σε μια τέτοια τράπεζα τροφίμων, όλως τυχαίως στην ίδια πόλη, βρέθηκαν στα τέλη Γενάρη οι οπαδοί της Νιούκαστλ (που εκτός όλων των άλλων είναι και γνωστοί χαβαλέδες), οι οποίοι προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν στη συλλογή τροφίμων. Η συνεργασία των δυο πλευρών επισημοποιήθηκε με μια φιλανθρωπική εκδήλωση στις 26 Ιανουαρίου, στην οποία οι παρευρισκόμενοι συγκέντρωσαν χρήματα και παρακολούθησαν την, τόσο σχετική, ταινία του Λόουτς. Αλλά η βοήθεια τους δεν περιορίστηκε σ’αυτό.

Πριν από τα εντός έδρας παιχνίδια της Νιούκαστλ οι οπαδοί συγκεντρώνουν έξω από το γήπεδο τρόφιμα, τα οποία στη συνέχεια παραδίδονται στην τοπική τράπεζα τροφίμων για να διατεθούν σε ανθρώπους που τα έχουν άμεση ανάγκη. Η ανταπόκριση των οπαδών είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ανθρώπων του οργανισμού, στα τρία παιχνίδια, με Ντέρμπι, Μπρίστολ και Φούλαμ, οι φίλοι της Νιούκαστλ μάζεψαν περισσότερους από 8 τόνους φαγητού, μια ποσότητα που βοήθησε περίπου 700-1000 ανθρώπους την εβδομάδα (εκ των οποίων ένα 50% υπολογίζεται πως είναι ανήλικοι) να φάνε ένα ζεστό γεύμα ή να πάρουν ένα δέμα φαγητού για το σπίτι.

Σύμφωνα με τον υπεύθυνο της συγκεκριμένης τράπεζας φαγητού, Μάικ Νίξον: «Η βοήθεια δεν αφορά μόνο το ότι οι άνθρωποι βρίσκουν κάτι να φάνε. Είναι και μια μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ένα μέρος όπου νιώθουν ζεστασιά κι ότι δεν είναι απομονωμένοι και ξεχασμένοι από την κοινωνία». Σύμφωνα με τα δικά του στατιστικά, ένα 60% των ανθρώπων που ζητάνε βοήθεια, το κάνουν μόνο μια φορά (οι περισσότεροι επειδή αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στη λήψη των επιδομάτων, όπως ακριβώς ο Ντάνιελ Μπλέικ) και μόνο ένα 10% επισκέπτεται συχνά την τράπεζα.

Η στήριξη της Νιούκαστλ δεν σταματάει όμως στην αλληλεγγύη των οπαδών (οι οποίοι πάντως ανακοίνωσαν εχθές ότι θα συνεχίσουν κανονικά τη συγκέντρωση τροφίμων κι αυτό το Σάββατο, πριν από το παιχνίδι με τη Γουίγκαν). Την προηγούμενη εβδομάδα, η τράπεζα τροφίμων φιλοξένησε έναν ξεχωριστό εθελοντή. Ο 22χρονος μέσος της ομάδας, Ισαάκ Χέιντεν, που έχει κερδίσει μια θέση στην 11αδα του Ράφα Μπενίτεθ και είναι διεθνής με όλες τις μικρές εθνικές της Αγγλίας, όταν έμαθε για τη δράση των οπαδών προσφέρθηκε να βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορούσε. Κάπως έτσι, επισκέφτηκε ένα μεσημέρι την τράπεζα, βοήθησε στη μεταφορά και τοποθέτηση των κιβωτίων, σέρβιρε φαγητό και τσάι, μοίρασε σακούλες με βασικά είδη σε ανθρώπους που τα είχαν ανάγκη και είπε την άποψη του για το θέμα:

«Αυτό που έχουν κάνει οι οπαδοί είναι πραγματικά ξεχωριστό. Πρέπει να υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ των οπαδών, των παικτών και της πόλης. Εμείς οι παίκτες είμαστε εξαιρετικά προνομιούχοι και τυχεροί που κάνουμε κάτι που αγαπάμε. Ξέρουμε όμως ότι υπάρχουν και άνθρωποι λιγότεροι τυχεροί και γι’αυτό θέλουμε να βοηθήσουμε. Όλοι ξέρουμε ότι η ζωή μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή. Τη μια στιγμή μπορεί να παίζεις στο ‘Σέντ Τζέιμς Παρκ’ και την επόμενη να χτυπήσεις σοβαρά και να είσαι τελειωμένος. Όπως μπορεί να συμβεί σε κάθε δουλειά. Το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει ανθρώπους. Θα ήθελα να υπάρξουν κι άλλες τέτοιες ιδέες».

«Football can be more than football». Μια τόσο απλή κουβέντα ενός 22χρονου ποδοσφαιριστή η οποία συνοψίζει όλο αυτό το εγχείρημα των φιλάθλων της Νιούκαστλ, που προσπαθούν να συνδυάσουν την αγάπη τους για την ομάδα της πόλης τους με μια σημαντική βοήθεια προς κάποιους συμπολίτες τους, που μπορεί για διάφορους λόγους να βρέθηκαν σε μια δύσκολη θέση αλλά, πάνω απ’όλα, παραμένουν άνθρωποι. Όπως χαρακτηριστικά λέει άλλωστε ο υπέροχος Ντάνιελ Μπλέικ στην ταινία:

«Δεν είμαι φυγόπονος, απατεώνας, ζητιάνος ή κλέφτης. Δεν είμαι αριθμός ασφάλισης ή μια κουκκίδα στην οθόνη ενός υπολογιστή. Δεν περπατώ σκυφτός αλλά κοιτάω τον γείτονα μου στα μάτια και τον βοηθάω αν μπορώ. Ούτε ζητώ, ούτε δέχομαι ελεημοσύνη. Με λένε Ντάνιελ Μπλέικ. Είμαι άνθρωπος, όχι σκυλί. Απαιτώ να μου φέρονται με σεβασμό. Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ είμαι ένας πολίτης. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο».

H ιστορία μιας άσημης μινιατούρας

  [2 Σχόλια]

Να γράψω τι σημαίνει το κύπελλο Αγγλίας για τους περισσότερους φίλους του ποδοσφαίρου το θεωρώ περιττό. Είναι ο αρχαιότερος ποδοσφαιρικός θεσμός και όλοι θέλουν να το κατακτήσουν -κυρίως οι βρετανοί παίκτες και προπονητές- και φυσικά είναι η διοργάνωση με τις περισσότερες -μεγάλες- εκπλήξεις στην ιστορία του ποδοσφαίρου (και δεν υπερβάλλω καθόλου). Στη διοργάνωση της τρέχουσας σεζόν η μεγάλη έκπληξη έγινε από τη Λίνκολν Σίτι, ομάδα -κρατηθείτε- της 5ης κατηγορίας της Αγγλίας (η γνωστή σε όλους όσους αγαπάμε το νησιώτικο ποδόσφαιρο National League). Η  οποία και έφτασε μέχρι και τα προημιτελικά, όπου και γνώρισε τον αποκλεισμό από την Άρσεναλ με το βαρύ 5-0. Εννοείται πως κανείς φίλος της ομάδας δεν πειράχτηκε ιδιαίτερα και δεν στεναχωρήθηκε από αυτή την ήττα. Δεν ήταν άλλωστε μια αναπάντεχη ήττα μα ένας -σχεδόν- σίγουρος αποκλεισμός, ας μη γελιόμαστε. Αυτή ήταν μάλιστα η πρώτη φορά από το 1914 που ομάδα από την 5η κατηγορία φτάνει στην τελική οχτάδα του κυπέλλου Αγγλίας. Η μικρή -και άσημη- Λίνκολν Σίτι κατάφερε να γράψει με χρυσά γράμματα το όνομά της στην ιστορία του ιστορικού θεσμού, χωρίς εννοείται να καταφέρει να φτάσει σε ένα τελικό, και αυτό από μόνο του είναι κάτι εξαιρετικά όμορφο και σπουδαίο. Ελπίζω να συμφωνούμε μέχρι εδώ.

Προπονητής και αναμορφωτής της ομάδας είναι ένας παλιός σκληροτράχηλος μέσος που ξεκίνησε από την ακαδημία της Γουίμπλεντον, αρκετά χρόνια μετά την crazy gang του Βίνι Τζόουνς και του Τζον του Φασάνου, και είναι τρελός και παλαβός με ακόμα ένα ιστορικό Λονδρέζικο κλαμπ, αυτό της Γουέστ Χαμ. Το όνομα του νεαρού μάνατζερ (ετών 38 παρακαλώ); Ντάνι Κόουλεϊ. Ένα όνομα που όλοι πίνουν νερό στα Ανατολικά Μιντλαντς και την πόλη του Λίνκολν και θα συνεχίσουν να πίνουν για πολύ καιρό ακόμα μιας και η ομάδα -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- από του χρόνου θα βρίσκεται στη League Two, καθώς βρίσκεται στην πρώτη θέση του βαθμολογικού πίνακα, έχοντας μάλιστα και ένα παιχνίδι λιγότερο από τη 2η Τράνμιρ Ρόβερς. Η αγάπη προς το πρόσωπο του Κόουλεϊ είναι τόσο μεγάλη που φίλοι της ομάδας έφτιαξαν μια μινιατούρα του προπονητή τους φέρνοντας στο νου τις μινιατούρες που είχαν προκαλέσει πάταγο πριν περίπου 10-12 χρόνια. Aρκετοί από εμάς είχαμε σπαταλήσει τότε μια μικρή περιούσια για να αποκτήσουμε αγαπημένους παίκτες και ομάδες ολόκληρες.

Η φιγούρα είναι ανεπίσημη και δεν βγήκε με τη συγκατάθεση της ομάδας, αν και κάτι μου λέει πως δεν πρόκειται να πειραχτεί και ιδιαίτερα κανένας από τη διοίκηση της Λίνκολν. Λογικά πρόκειται να συμβεί το ακριβώς αντίθετο και ίσως δούμε τη φιγούρα να μπαίνει σε όλα τα σπίτια των φίλων της πόλης και όχι μόνο. Από την άλλη, προσωπικά, ζήλεψα μιας και σκέφτηκα πόσο καλύτερη θα ήταν η δική μας «ποδοσφαιρική καθημερινότητα» αν είχαμε παρόμοιες μινιατούρες με τη μορφή θρυλικών μορφών των πάγκων όπως αυτές του Γιώργου Φοιρού, του Μπάμπη του Τεννέ και του τρισμέγιστου και τιτανοτεράστιου Νίκου Αλέφαντου.

Η τελευταία προσπάθεια του Τόμας Ροζίτσκι

  [6 Σχόλια]

Σε κάθε γενιά ποδοσφαιριστών υπάρχουν κι αυτοί που τελικά δεν δικαίωσαν τις προσδοκίες του κόσμου, των προπονητών ή ακόμα και των διοικήσεων που ξόδεψαν χρήματα. Όταν συμβαίνει εξαιτίας έλλειψης μυαλού στο κρανίο, δεν ενοχλεί τόσο. Είναι θέμα του κάθε Αντριάνο π.χ. να καταστρέψει μια καριέρα που θα μπορούσε να είναι τεράστια. Όταν γίνεται εξαιτίας τραυματισμών όμως, ειδικά σε παίκτες που «μεγάλωσες» μαζί τους σε ενοχλεί αρκετά. Αν κάτσω να σκεφτώ θα βρω αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δυο ονόματα θα μου έρθουν σχεδόν αμέσως. Το ένα του πολυαγαπημένου Παμπλίτο Αϊμάρ. Το δεύτερο του Τόμας Ροζίτσκι.

Η αλήθεια είναι ότι είχα ξεχάσει πού βρίσκεται ο μικρός Μότσαρτ, μέχρι που διάβασα τον τίτλο μιας είδησης. «Χάνει το υπόλοιπο της σεζόν ο Ροτζίτσκι» έγραφε το άρθρο. Στα 36 του πλέον, ο Τσέχος γύρισε πίσω στην Σπάρτα Πράγας το καλοκαίρι που μας πέρασε. Εκεί που όλα ξεκίνησαν. Σύμφωνα με τα στατιστικά έχει αγωνιστεί μόλις 19 λεπτά περίπου, σε ένα ματς με την Μπλάντα Μπόλεσλαβ τον Σεπτέμβριο. Από τότε τίποτα. Αν διαβάσει κάποιος την λίστα τραυματισμών στην καριέρα του, είναι σαν να βλέπει φοιτητής ιατρικής το πρόγραμμα σπουδών της σχολής. Από τα πόδια και την κοιλιά, μέχρι τη σπασμένη μύτη και ασθένειες, ο Ροζίτσκι τα έχει περάσει όλα.

Ένας παίκτης με σπάνιο ταλέντο, που δεν φοβάται να μπει στα ζόρια και να κάνει το τάκλιν παρά τη σωματοδομή του, να βάλει τα πόδια του σε κόντρες, με φοβερό σουτ και ένα καλλιτεχνικό εξωτερικό, ένας αρτίστας που πάντα όταν έπαιζε (έστω και για αλλαγή γιατί είχε χάσει τη θέση του μετά από κάποιον ακόμα τραυματισμό) κολλούσα στην οθόνη για να δω τις limited edition εμφανίσεις του. Η καριέρα του δεν ήταν κακή. Κατέκτησε μία Μπουντεσλίγκα, πήρε κύπελλα στην Αγγλία με την Άρσεναλ, πάντα όμως υπήρχε αυτό το «αλλά», ότι η ποιότητά του θα τον έκανε ακόμα πιο σημαντικό και θα οδηγούσε σε παραπάνω τίτλους. Θα μπορούσε ίσως να είχε πάρει και ένα Euro, αλλά εκεί πέτυχε την Ελλάδα, θα μπορούσε να είχε κατακτήσει ένα ΟΥΕΦΑ, αλλά το έχασε στον τελικό. Τα ματς που έκανε σαν αριθμός δεν είναι λίγα, αλλά αν δει κάποιος τα συνολικά λεπτά θα καταλάβει αρκετά. Ειδικά την τελευταία περίπου δεκαετία στην Άρσεναλ. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολύ κόσμο ο Ροζίτσκι είναι ακόμα συνυφασμένος με τη Ντόρτμουντ (και τον Κόλερ βεβαίως), παρ’ ότι έπαιξε τα μισά περίπου χρόνια εκεί από όσα έμεινε στο Λονδίνο. Έκανε σχεδόν τα ίδια ματς στο πρωτάθλημα της Γερμανίας με όσα έκανε στην Άρσεναλ.

Το καλοκαίρι όταν έμεινε ελεύθερος από την Άρσεναλ (και αποθεώθηκε από παίκτες και οπαδούς για τα όσα προσέφερε) πέρασε από το μυαλό του να τα παρατήσει. Ο ίδιος όμως έπαιρνε μηνύματα από τον κόσμο να συνεχίσει. «Δεν ήθελα να σταματήσω έτσι το ποδόσφαιρο. Εξαιτίας ενός τραυματισμού. Δεχόμουν μηνύματα από όλο τον κόσμο. Ένα αγοράκι από έναν καταυλισμό στη Συρία μου έγραψε ότι μια από τις λίγες ελπίδες που έχει είναι να με δει να αγωνίζομαι ξανά. Είδα την τεράστια σημασία που έχει το ποδόσφαιρο στις ζωές των ανθρώπων. Μου έδωσε κουράγιο να συνεχίσω. Έπαιξε ρόλο στην απόφασή μου και να μην τελειώσω την καριέρα μου καθισμένος σε έναν πάγκο».

Άνθρωπο που ξεκινάει το mix-tape του με Master of Puppets να τον αγαπάς

Τα χρόνια έχουν περάσει όμως, ο Ροζίτσκι συνεχίζει να ταλαιπωρείται, το κορμί δεν αντέχει. Με μόλις 19 λεπτά εξαιτίας των ενοχλήσεων και στα 36 προς τα 37, αποφάσισε να μπει στο μαρτύριο να κάνει εγχείριση στον αχίλλειο αντί να πει «τέλος, φτάνει τόσο». Αποφασισμένος να παίξει του χρόνου στην Σπάρτα, να προλάβει την αρχή της νέας σεζόν. Για τα λεφτά; Έχει ήδη αρκετά και το συμβόλαιό του στην Τσεχία δεν θα είναι λογικά τόσο μεγάλο. Για τη δόξα; Μόνο σε τοπικό επίπεδο. Μάλλον γιατί του αρέσει η μπάλα, είναι αυτό που ξέρει να κάνει, ξέρει να το κάνει όμορφα και το αγαπάει. Ο πιο νέος παίκτης στην εθνική Τσεχίας το 2000 και ο πιο μεγάλος το 2016, θέλει να γυρίσει. Ακόμα κι αν δεν το καταφέρει, ξέρει ότι θα έχει προσπαθήσει. Και παρ’ ότι είδαμε μόνο ψήγματα του ταλέντου του, δεν θα μπορούμε να τον κατηγορήσουμε ότι το έβαλε ποτέ κάτω.

«Είναι όπως κι η ζωή. Αν υπάρχει ελπίδα, πρέπει να παλεύεις. Θα δοκιμάσω ξανά.»

64 χρόνια μετά: To πιο κουλ χατ-τρικ

  [4 Σχόλια]

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ διέθετε πάντα στο ρόστερ της κορυφαίους Βρετανούς ποδοσφαιριστές. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέχρι και σήμερα τη φανέλα της φορούσαν πάντα παίκτες γεννημένοι στο Νησί που είχαν το χάρισμα να εξελίσσονται και σε ηγέτες. Aπό τον αμυντικό Τσάρλι Ρότζερς -στα πρώτα χρόνια της ομάδας- στον Φρανκ Μπάρσον και από εκεί στον σπουδαίο Σκοτσέζο Μπιλ ΜακΚέι και τον Μπίλι Φουλκς. Ακολούθησε ο Ντένις Λόου, ο Τζωρτζ Μπεστ, ο Μπόμπι Τσάρλτον, ο Μαρκ Χιουζ, ο Μπράιαν Ρόμπσον και φυσικά η «τάξη του ’92», πριν φτάσουμε στο σήμερα. Στον Γουέιν Ρούνεϊ δηλαδή και στα ρεκόρ του. Όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό άφησα εκτός πολλούς -πάρα πολλούς για την ακρίβεια- γιατί θα έπρεπε να γράφω ονόματα για καμιά ώρα και -εννοείται πως- έγραψα τους πρώτους που μου ήρθαν στο μυαλό. Τίμια πράγματα που λένε και στο χωριό μου. Ένας από δαύτους είναι και ο κύριος της φωτογραφίας. Ένας εκ των σπουδαιότερων σκόρερ στην ιστορία της ομάδας που όμως -δυστυχώς- δεν έχει κερδίσει τη δόξα που του αναλογούσε στις νεότερες γενιές ποδοσφαιρόφιλων. Το όνομά του, Σταν Πίρσον. Το ταλέντο του απερίγραπτο και -σχεδόν- απίθανο να γίνει κατανοητό με μερικές λέξεις. Οι λέξεις άλλωστε ωχριούν πάντα μπροστά σε μια ωραία εικόνα. Γνωστή και παλιά αυτή η ιστορία και όχι μόνο για αθλητικά (και ποδοσφαιρικά) θέματα.

Για να μπείτε καλύτερα στο νόημα αυτών που θα διαβάσετε παρακάτω, ακούστε κι αυτό:

Το κείμενο αυτό, για λόγους που γνωρίζει μόνο ο συντάκτης (εγώ δηλαδή) και δεν θα τους αναλύσουμε, δεν γίνεται να μείνει μόνο στο ποδοσφαιρικό κομμάτι. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή όπου η Γιουνάιτεντ δεν είχε γίνει ακόμα μεγαθήριο. Στον πάγκο της υπήρχε ο σπουδαίος Ματ Μπάσμπι (πριν γίνει Σερ), στον παγκόσμιο κινηματογράφο δέσποζαν ταινίες όπως ο «Ερίκος ο 8ος» και το «Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας» του Γουίλιαμ Γουάιλερ και φυσικά το ανδρικό στυλ χαρακτηρίζονταν από αρρενωπότητα στα όρια του σούπερ-κουλ, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στα γήπεδα από παίκτες και απλούς φιλάθλους. Μια τέτοια, χαρακτηριστική περίπτωση ήταν και ο Πίρσον. Γεννήθηκε στο Σάλφορντ το 1919 και υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο με τους «κόκκινους διαβόλους» στα 17 του, τιμώντας τη φανέλα της ομάδας για 19 ολόκληρα χρόνια. Αν έβλεπες τον Σταν Πίρσον εκτός γηπέδου δεν μπορούσες να καταλάβεις πολλά για την προσωπικότητά του και με τι ακριβώς ασχολείται. Με παρουσιαστικό που παρέπεμπε σε σταρ του σινεμά δεν ήταν εύκολο να πιστέψει ο οποιoσδήποτε πως αυτός ο άνδρας απλά κλωτσάει ένα τόπι. Μια παρουσία που είχε κάτι το αινιγματικό, το περίεργο, το εντελώς διαφορετικό όσο και εκείνο το μελαγχολικό βλέμμα του «Επαναστάτη χωρίς αιτία». Του θρυλικού Τζέιμς Ντιν. Ο Πίρσον από την άλλη και επαναστατικός ήταν στον τρόπο που έβλεπε το παιχνίδι και αιτία είχε που ακολούθησε το επάγγελμα του ποδοσφαιριστή. Με -σχεδόν- 150 γκολ σε 350 εμφανίσεις με τη φανέλα της μεγάλης ομάδας του Μάντσεστερ δεν μπορείς να πει κανένας πως δεν έκανε καλά τη δουλειά του.

Οι κορυφαίες στιγμές της καριέρας του Πίρσον ήταν το κύπελλο του ’48  και φυσικά το πρωτάθλημα του ’52 αν και πάντα θα μνημονεύεται για ένα σπουδαίο προσωπικό επίτευγμα, κόντρα μάλιστα όχι σε κάποια τυχαία ομάδα αλλά στη μεγαλύτερη αντίπαλο της Γιουνάιτεντ. Την Λίβερπουλ. Το ημερολόγιο έγραφε 11 Σεπτεμβρίου του 1946 και η Γιουνάιτεντ υποδέχονταν τους «κόκκινους» στο Όλντ Τράφορντ σε μια αναμέτρηση που περίμενε όλος ο φίλαθλος κόσμος του νησιού και μόνο, μιας και δεν υπήρχαν τηλεοράσεις και live streaming. Η Λίβερπουλ μπορεί στο τέλος της χρονιάς να πανηγύρισε το πρωτάθλημα αφήνοντας οριακά 2η τη Γιουνάιτεντ με -1 (κατακτώντας το 5ο πρωτάθλημα της τεράστιας ιστορίας της) μα εκείνη τη μέρα έμελλε να γνωρίσει μια από τις μεγαλύτερες της ήττες σε παρόμοιο «ντέρμπι». Το τελικό 5-0 είχε αφήσει πολλά χαμόγελα αισιοδοξίας στην ομάδα του Μπάμπσι, και όχι μόνο για το σκορ. Ο επιθετικός της ομάδας Σταν Πίρσον είχε σκοράρει χατ-τρικ γράφοντας ένα ρεκόρ που ολόκληρος ο ποδοσφαιρικός πλανήτης περίμενε 64 ολόκληρα χρόνια για να το ζήσει ξανά. Και όχι από κάποιον Βρετανό, ούτε από κάποιον Γάλλο, με το όνομα Ερίκ Καντονά, ούτε από τη φονική Ολλανδική μηχανή που άκουγε στο όνομα Ρουντ Φαν Νίστελροϋ. Αυτός ο κάποιος δεν ήταν άλλος από τον Βούλγαρο Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ. Ένα ποδοσφαιριστή που άγγιζε (και ξεπερνούσε) σε επίπεδα στυλ, αρρενωπότητας και κουλ ύφους ακόμα και τον Πίρσον. Γιατί ο Ντίμιταρ ο Μπερμπάτοφ ήταν, είναι και θα είναι η επιτομή του κουλ και μόνο αυτός θα μπορούσε να έχει ισοφαρίσει το ρεκόρ του παλιού άσσου της Γιουνάιτεντ με τόσο τέλειο τρόπο.

Ο Μπερμπάτοφ θα μπορούσε να είναι ο ανιψιός του Μάικλ Κορλεόνε στο τρίτο μέρος του Νονού ή εκείνος ο σπάνιος χαρακτήρας άνδρα στο εξαιρετικό «Όταν ένας άνδρας αγαπάει μια γυναίκα» ή ακόμα και ο Σεμπάστιαν στο αξεπέραστο La la land, για να ξεφύγουμε λιγάκι κι από τις παρομοιώσεις με τον σπουδαίο Άντι Γκαρσία (στις μέρες μας άλλωστε υπάρχει και ο Ράιαν ο Γκόσλινγκ). ‘Ηταν 20 Σεπτεμβρίου του 2010 όταν η Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είχε υποδεχτεί την Λίβερπουλ για την 5η αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ και είχε επικρατήσει με 3-2 χάρις στο μυθικό χατ-τρικ του Μπερμπάτοφ, βυθίζοντας τους «κόκκινους» στην 16η θέση της βαθμολογίας με μόλις 5 βαθμούς. Είχαν περάσει 64 ολόκληρα χρόνια για να δει το κοινό της Γιουνάιτεντ κάποιον παίκτη να σκοράρει τρία τέρματα κόντρα στην Λίβερπουλ και αυτός ο κάποιος δεν ήταν κανένας τυχαίος παίκτης.

Το κολλημένο μαλλί αλά Άντι Γκάρσια παρέπεμπε στον Πίρσον όσο και εκείνος ο χαλαρός τρόπος που ο Μπέρμπα υποδέχονταν τη μπάλα με εκείνο το μαγικό του κοντρόλ. Οι πολύ παλιοί είχαν αρχίσει να θυμούνται ιστορίες και να συγκρίνουν ακόμα και το ύψος που είχε σηκωμένο ο Πίρσον το γιακά του (κάτι που έκανε και ο Μπερμπάτοφ αρκετές φορές) ή ακόμα και το πόσο έμοιαζαν οι δύο αστέρες στον τρόπο που κινούνταν -νωχελικά είναι η αλήθεια- αρκετές φορές στο χώρο ψάχνοντας εκείνη την μαγική στιγμή για να το παστελώσουν, που λέμε και στα μέρη μου. Τελικά σε αυτή τη ζωή ίσως να μην είναι τίποτα τυχαίο και όλα απλά να έρχονται και να φεύγουν με ένα τρόπο μυστήριο και καρμικό. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι δύο μοναδικοί παίκτες της Γιουνάιτεντ που έχουν σκοράρει χατ-τρικ όλα αυτά τα χρόνια κόντρα στην μεγάλη ομάδα του Μερσεϊσάιντ ήταν δύο πολύ κουλ τύποι που έμοιαζαν τόσο εμφανισιακά όσο και παικτικά. Μένει να δούμε ποιος θα είναι ο επόμενος που θα τα καταφέρει, αν τα καταφέρει ποτέ, ελπίζοντας (οι φίλοι της ομάδας) πως δεν θα περιμένουν ακόμα 64 χρόνια.