Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ελληνικό ποδόσφαιρο'

Η αγαπημένη μας Σούπερ Λίγκα ή αλλιώς: Τι είναι η Σούπερ Λίγκα

  [8 Σχόλια]

Κατ’ αρχάς να σας πω πώς, απεχθάνομαι αυτή τη νέα διοργάνωση, την UEFA Nations League. Μου μοιάζει εκνευριστική και αρκετά μπερδεμένη. Κάτι σαν εκείνη την κοπέλα που είχες στα 15. Εκείνη που ήθελε να σε χωρίσει επειδή είχε ερωτευθεί τον Μάκη με το GLX αλλά τελικά τα έφτιαξε με τον Χρήστο που είχε Vespa. Χωρίς φυσικά να σε χωρίσει. Είχες και εσύ μηχανάκι άλλωστε. Βέβαια υπάρχει κι άλλος λόγος γι’ αυτή την απέχθεια. Το διάλειμμα από τα εγχώρια πρωταθλήματα, πάνω που οι περισσότερες ομάδες είχαν αρχίσει να βρίσκουν πατήματα και ρυθμό. Αυτό συνέβη, εννοείται, και με την σπουδαιότερη λίγκα του πλανήτη. Την δική μας Σούπερ Λίγκα. Μετά από δύο μαγικές -και άκρως απολαυστικές- αγωνιστικές.

Την προηγούμενη Κυριακή, που λέτε, έχω επιστρέψει σπίτι μετά από ένα καφέ (που τον ακολούθησαν μπύρες) και έχω ξαπλώσει στο κρεβάτι μου. Βαριέμαι οικτρά και κάνω ζάπινγκ. Πέφτω πάνω σε μια εκπομπή της ΕΡΤ με τίτλο Αθλητική Κυριακή και για μια στιγμή παγώνω. ‘Δεν είναι δυνατόν’ σκέφτηκα. Η εκπομπή υπάρχει ακόμα, χωρίς τον ‘Πουρούπουπού’ και το νυσταγμένο βλέμμα της Άννας Καραμανλή, αλλά υπάρχει. Σε ένα μεγάλο τραπέζι κάθονται οι δύο ίδιοι τύποι που κάθονταν -στο ίδιο ακριβώς τραπέζι- και στην εκπομπή για το Μουντιάλ, και τα λένε μια χαρά, είναι η αλήθεια. Ο πρώτος, σοβαρός και μυστηριώδης, ίδιος ο Ίαν Μακ Σέιν στην αριστουργηματική σειρά American Gods, και ο δεύτερος πιο Ποπ και χαλαρός, λες και βγήκε από το κορυφαίο Μπάρι Λίντον του Κιούμπρικ. Σωστός Δανδής. Καλεσμένος τους σε εκείνη την εκπομπή ήταν ο Άγγελος ο Αναστασιάδης. Πιο ακούρευτος από ποτέ, να εξηγεί -με το πάντα γλαφυρό του ύφος- το σύστημα του Άρη, στην μεγάλη νίκη επί της Λαμίας του Μπάμπη του Τεννέ. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό δεν μπορούσα με τίποτα να αλλάξω κανάλι.

Για μια στιγμή μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες του Γιόχαν Κρόιφ να εξηγεί σε κάτι Ολλανδούς πανελίστες το σύστημα-διαμάντι που έπαιζε η Ολλανδία του Ρίνους Μίχελς στα 70s. ‘Θα φταίνε οι μπύρες’ σκέφτομαι και συνεχίζω να παρακολουθώ μαγεμένος την θαμπή εικόνα της ΕΡΤ. Την παράσταση -τουλάχιστον στα δικά μου μάτια- θα κλέψει το ξεθωριασμένο και ασιδέρωτο, polo, μπλουζάκι του Αναστασιάδη. Αυτό ήταν πάνω από όλες τις αναλύσεις και το μαγευτικό θέαμα του 32λέπτου ρεπορτάζ για τη νίκη του Άρη. ‘Αυτή είναι η Σούπερ Λίγκα μας’ θα σκεφτώ χαμογελώντας και θα περιμένω, αν και με τσακίζει η αϋπνία, να δω και το ρεπορτάζ του ΟΣΦΠ, για να κοιμηθώ. Μου έχει λείψει άλλωστε αρκετά και ο κυρ-Σάββας. Έχω να τον απολαύσω από πέρσι και με αυτά τα πράγματα δεν παίζεις.

Aν βρισκόμουν ποτέ μπροστά σε κοινό, πίσω από κάποιο μικρόφωνο, και με απειλούσαν να εξηγήσω, με δικά μου λόγια, τι είναι η Σούπερ Λίγκα, λογικά, θα έβγαζα ένα λόγο γεμάτο αλληγορίες και παραδείγματα, σαν αυτόν που θα διαβάσετε παρακάτω. Δεν θα μιλούσα ποδοσφαιρικά. Δεν θα  τολμούσα να μιλήσω για ποδόσφαιρο. Άλλωστε δεν πρέπει να μιλάς και πολύ για κανονικό ποδόσφαιρο, για να γίνεις κατανοητός, στην Ελλάδα. Θα έπαιρνα μια βαθιά ανάσα, ως άλλος Τζόρτζ Κάμπελ Σκοτ στο Patton, και θα τους έλεγα ‘Η Σούπερ Λίγκα είναι…»:

  • Εκείνη η γκόμενα που πήγες μαζί της στην Ικαρία και μείνατε στην ίδια σκηνή. Η ίδια, που μετά το δεύτερο βράδυ, σου είπε να φύγεις επειδή ‘Tης χαλάς το Τσάκρα’ χωρίς να νοιαστεί που εσύ δεν είχες δική σου σκηνή και δεν σου περίσσευαν χρήματα για να νοικιάσεις δωμάτιο.

  • Η ματσάρα Λίβερπουλ – Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που έβλεπες στο σπίτι με δύο κολλητούς, και στο 36ο λεπτό κόπηκε το ρεύμα και ήταν εποχές που δεν υπήρχαν smartphones.
  • Ο Ευτύχης Μπλέτσας να τραγουδά και να παίζει κιθάρα, σε παραλία της Σάμου, δίπλα από ένα γκουρμέ πιάτο με ρεβίθια.
  • O κλαρινογαμπρός που φοράει μπλούζα Τhe Rolling Stones στα μπουζούκια, και θα σου πει στα ξαφνικά την ατάκα που σιχαίνεσαι περισσότερο κι απ’ τα Ηπειρώτικα. Εκείνο το ‘έλα μωρέ όλοι ακούγαμε ροκ και μέταλ στο σχολείο. Μεγάλωσα τώρα, ακούω μπουζουκάκι’.
  • Είναι το δεξί πόδι του Βασίλη Τσιάρτα και ο Γιώργος Ανατολάκης να προσπαθεί να συνδυάσει 2-3 λέξεις, σε μια πρόταση, μπας και γίνει κατανοητός στα έδρανα της Βουλής.
  • Είναι σαν να βλέπεις Monty Python ή Γούντι Άλεν, στον ANT1, και στο πρώτο διάλειμμα να βάζουν διαφήμιση της τελευταίας επιθεώρησης του Μάρκου Σεφερλή.

  • Είναι το σκασμένο λάστιχο που βρήκες στο ποδήλατό σου ενώ ετοιμαζόσουν να πας να πάρεις το κορίτσι σου για μια ρομαντική βόλτα με θέα το ηλιοβασίλεμα. Κάπως έτσι το instagram έχασε μια καλλιτεχνική φωτογραφία και εσύ καμιά εκατοστή likes.
  • Είναι εκείνος ο σπαστικός, nerd συμμαθητής που σε κάρφωσε κάποτε στην γεροντοκόρη δασκάλα στο Δημοτικό και μετά αυτή έβγαλε τα απωθημένα της πάνω σου: ‘Ο Γαργαντούας το έκανε με τον Ραμόν. Τους βοήθησε και ο Ιλαίθ. Ο Ντουένδες έκανε κοπάνα Κυρία και ο Κον_Aν τραμπούκιζε κάτι Παναθηναϊκούς στις τουαλέτες μετά το 73-38’.
  • Είναι το St. Anger στην συνολική δισκογραφία των Metallica ή, ακόμα χειρότερα, μια συναυλία του Πάνου Μουζουράκη που σε πήγαν με το ζόρι.
  • Είναι ο τύπος που βάζει να δει ταινία του Σμαραγδή, αφού έχει δει νωρίτερα το Nostalghia του Ταρκόφσκι. Να σημειώσω, πόσο πολύ αγαπώ το παρακάτω βίντεο:

  • Είναι εκείνο το 50εύρω που έχασες, στο τέλος του μήνα, μπροστά στο περίπτερο, ενώ έψαχνες στην τσέπη σου για ψιλά για να πληρώσεις μια τσίχλα.
  • Είναι ο Γιώργος Γεωργίου, με σμόκιν, στο ίδιο πάνελ Κριτικής Επιτροπής, με τον Άγγελο Πυριόχο, τον Τρύφωνα Σαμαρά και τον Φωκά Ευαγγελινό. Να βαθμολογεί καπνίζοντας, έργα του Γιούρι Γκριγκαρόβιτς εκτελεσμένα (στα δύο μέτρα) από ερασιτέχνες χορευτές.
  • Έχεις δει εκείνο τον απερίγραπτο τύπο που πετάει τον καφέ του απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου; Ο ίδιος που θα σου κλέψει ύπουλα την σειρά στην Τράπεζα; Ο ίδιος που με διάφορες απατεωνιές βρίσκει συνεχώς λεφτά από διάφορα προγράμματα και τα τρώει στα καφενεία; Αυτός είναι η Σούπερ Λίγκα.
  • Είναι αυτός ο τύπος ανθρώπου που συστήνεται ως Άκης, και είναι τόσο αδιάφορος όσο τ’ όνομά του. Κανένας δεν ξέρει πως τον λένε πραγματικά και κανένας δεν ρώτησε να το μάθει και ποτέ.
  • Είναι ο Κούλης με τη φανέλα της Τότεναμ. Ο βασικός λόγος επίσης που η ομάδα του Ποκετίνο δεν πρόκειται ποτέ να πάρει καμία κούπα.

  • Είναι ένα αστείο του Σίλα, μια παγωμένη Δευτέρα, χωρίς καλοριφέρ, ενώ βλέπεις ΣΚΑΙ, κουκουλωμένος με συνάχι και πυρετό.
  • Είναι η τάπα του Βράνκοβιτς στον Μοντέρο στο Παρίσι ενώ εσύ υποστήριζες Ολυμπιακό και το πεταχτάρι του Πρίντεζη στην Πόλη ενώ υποστήριζες Παναθηναϊκό.
  • Είναι τότε που πήγες να δεις τους White Stripes, γεμάτος ενθουσιασμό, όταν είχαν βγάλει το Elephant, και όχι μόνο συναυλία δεν έγινε, αλλά παραλίγο να γκρεμιστεί το σύμπαν.
  • Είναι εκείνο το κάκιστο βιβλίο που δεν τελείωσες ποτέ, και αυτός/ή που σου το χάρισε σε ρώτησε πως σου φάνηκε το τέλος του, μια μέρα που βρεθήκατε μόνοι σας για καφέ.
  • Είναι η μοναδική σωστή κάθετη μπαλιά του Σάκη του Πρίττα στο Χαριλάου. Η μοναδική σωστή σέντρα του Βύντρα στη Λεωφόρο και η μοναδική κόκκινη κάρτα που πήρε παίκτης του ΟΣΦΠ στο Γεώργιος Καραϊσκάκης.
  • Είναι το ‘τελειωμένο’ γήπεδο της ΑΕΚ και οι ‘πανάκριβες’ μεταγραφές του ‘Τίγρη’.
  • Είναι αυτό το λυπηρό tweet.
  • Το 3 on 3 που έχασες, ενώ κέρδιζες 20-0, ένα απόγευμα Δευτέρας με καύσωνα, με τρίποντο από τα 10 μέτρα, και ενώ περίμενε άλλη τριάδα για να παίξει με τους νικητές.
  • Η Σούπερ Λίγκα είναι το ρεφρέν αυτού του τραγουδιού:

Η Σούπερ Λίγκα είναι η πιο ένοχη απόλαυση. Σαν εκείνη την βάφλα που έφαγες ενώ βρισκόσουν σε αυστηρή δίαιτα. Η απόλυτη ποδοσφαιρική μιζέρια. Εκείνη η βλακεία που κάνεις ξανά, και ξανά, και ξανά και πάντα βρίζεις τον εαυτό σου γι’ αυτό. H 15η σεζόν του Keeping Up with the Kardashians που χαζεύεις καμιά φορά και, μεταξύ μας, ντρέπεσαι γι’ αυτό. Τα αίσχη της Ριζούπολης. Οι αναλύσεις του Αλέφαντου για τον Χάπελ. Το καφριλίκι σε όλα τα επίπεδα. Όλες εκείνες οι βουτιές που έγιναν πέναλτι επειδή έτσι έπρεπε. Το σπασμένο λεωφορείο στην δεύτερη εκδρομή που πήγες κάποτε, με οργανωμένους, και ήσουν ανήλικος. Το καφέ δερμάτινο τζάκετ του Σάντος και τα -δίκαια- καντήλια του Μαλεζάνι σε εκείνη την επική συνέντευξη Τύπου. Τα νεύρα με τον εαυτό σου, όταν βλέπεις ποδοσφαιριστές να μην γνωρίζουν ούτε τα βασικά, και όμως να έχουν συμβόλαια. Η Σούπερ Λίγκα είναι το πρωτάθλημα που μας αξίζει, και όσο κι αν ξέρουμε πως ουσιαστικά δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει, δεν μπορούμε να γλιτώσουμε από δαύτη και πάντα θα της ρίχνουμε τις ματιές μας, είτε γελώντας είτε βρίζοντας, μιας και κατά βάθος γνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτή.

To παλάτι των ονείρων του Σοκόλ Κούστα

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν 11 Δεκεμβρίου του 1990 όταν τέσσερις νεαροί απ’ το χωριό Αλίκο των Αγίων Σαράντα δέχονταν τα πυρά Αλβανών στρατιωτών στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα. Για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό που ήθελαν ήταν απλά να ζήσουν ελεύθεροι, μακριά από την τυραννία της δικής τους χώρας. Το τίμημα που πλήρωσαν ήταν η ίδια τους η ζωή. Την επόμενη μέρα θα ξεσπάσει μια τεράστια πορεία απ’ το Αλίκο μέχρι τους Αγίους Σαράντα, μια διαμαρτυρία απλών ανθρώπων κατά του καθεστώτος της Κομμουνιστικής Δικτατορίας του Αλία. Μιας δικτατορίας που -πλέον- είχε γίνει ασφυκτική, ασχέτως αν έδειχνε πως νοσεί, και πως φτάνει στο τέλος της σιγά-σιγά. Tην ίδια περίοδο άλλωστε τα ‘τείχη’ του Κομμουνισμού κατέρρεαν. Ένα απ’ τα τελευταία προπύργια αντίστασης ήταν η Αλβανία. Μια Αλβανία που λίγες μέρες αργότερα είδε πολλούς αντιφρονούντες να γκρεμίζουν το άγαλμα του Χότζα στα Τίρανα. Το τέλος ήταν πολύ κοντά για την Κομμουνιστική Αλβανία, σε μια περίοδο που ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης άλλαζε με γοργούς και βίαιους ρυθμούς, με τα Βαλκάνια κυριολεκτικά να βράζουν απ’ άκρη σ’ άκρη. Η 12η Δεκεμβρίου γιορτάζεται στην γειτονική χώρα ως ‘Η μέρα της Δημοκρατίας’ από τότε, μιας Δημοκρατίας όμως που έστειλε χιλιάδες ανθρώπους -ως μετανάστες- σε ένα σωρό άλλες χώρες. Άνθρωποι που άφησαν πίσω την οικογένειά τους, με μοναδική αποσκευή ένα σακίδιο γεμάτο από όνειρα.  Η πλούσια Ελλάδα της εποχής, ήταν φυσικά μία από αυτές τις χώρες που δεν απέκρουσε τους ‘εισβολείς’ όπως έκαναν άλλες χώρες, ασχέτως, αν άργησε πολλά χρόνια να δεχθεί ως ίσο τον φτωχό -εκείνα τα χρόνια- Αλβανό μετανάστη.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1991, ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης θα βγάλει απ’ τα ταμεία του, περίπου, 681 εκατομμύρια δραχμές (2 εκατομμύρια ευρώ σε σημερινά χρήματα) για να κάνει δικό του τον διεθνή Αλβανό επιθετικό, Σοκόλ Κούστα. Γνωστότερος στους ποδοσφαιρικούς κύκλους της εποχής ως ‘το κανόνι του Βλόρε’ και ένας παίκτης-θύμα, απ’ τα εκατοντάδες που, λόγω του Κομμουνισμού, δεν άφησαν την χώρα τους για μεγάλα κλαμπ του εξωτερικού, όντας στο απόγειο τις καριέρας τους. Για να καταλάβει κάποιος καλύτερα την ποδοσφαιρική αξία του Κούστα, αρκεί να μάθει πως ο παίκτης είχε ψηφιστεί 30ος καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη την σεζόν 1986-1987, όταν με τη φανέλα της Παρτιζάνι Τιράνων είχε ισοβαθμήσει με τον Ρούντι Φέλερ, τον Κρις Γουόντλ και τον δικό μας Δημήτρη Σαραβάκο στην ψηφοφορία. Επίσης είχε κατακτήσει δύο πρωταθλήματα Αλβανίας (με δύο διαφορετικές ομάδες) και είχε σκοράρει 10 τέρματα σε 31 αναμετρήσεις με την εθνική της χώρας του. Μια εθνική, που στα 60s, στα 70s και στα 80s αποτελούνταν από παίκτες με σπάνια χαρίσματα που, δυστυχώς όμως, ο Δυτικός κόσμος δεν μπορούσε να απολαύσει, σχεδόν καθόλου, μιας και -όπως και οι σύλλογοι της χώρας- σπανίως έπαιρνε μέρος σε διεθνείς διοργανώσεις ή όταν το έκανε, αυτό γινόταν σε τουρνουά με ομάδες από άλλες Κομμουνιστικές χώρες, με το όνομα ‘Σπαρτιακάδες του Στρατού’.

Τρία χρόνια νωρίτερα, την σεζόν 1987-1988, η φοβερή και τρομερή Φλαμουρτάρι, με τον Κούστα στην επίθεση, θα φτάσει στo μεγαλύτερo αποτέλεσμα που έχει να επιδείξει αλβανικός σύλλογος στα κύπελλα Ευρώπης, όταν θα φέρει ισοπαλία 1-1 με την Μπαρτσελόνα του Λίνεκερ και του Σούστερ στην κολασμένη της έδρα. Το τέρμα που είχε ανοίξει το σκορ στην αναμέτρηση το είχε σκοράρει ο σπουδαίος Σοκόλ Κούστα με ένα φοβερό αριστερό κεραυνό απ’ το ύψος της μεγάλης περιοχής. Το 4-1 της πρώτης αναμέτρησης φυσικά και έδωσε -σχετικά εύκολα-την πρόκριση στους Καταλανούς, για τον 4ο γύρο του Κυπέλλου Κυπελλούχων, αλλά έδειξε -με τον καλύτερο τρόπο μάλιστα- το σπουδαίο ταλέντο που υπήρχε στο αλβανικό ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια και που δεν ήταν ευρέως γνωστό. Για την ιστορία, την ίδια σεζόν η Φλαμουρτάρι είχε αποκλείσει και την σπουδαία Παρτιζάν Βελιγραδίου, πριν βρει απέναντί της το καμάρι της Καταλωνίας και αποχαιρετίσει την διοργάνωση.

Για να βρει κάποιος το προηγούμενο μεγάλο αποτέλεσμα του αλβανικού ποδοσφαίρου, πρέπει να πάει ακριβώς 20 χρόνια πίσω, όταν η εθνική της χώρας είχε πάρει ένα τεράστιο 0-0 επί της Δυτικής Γερμανίας και την είχε αποκλείσει από την τελική φάση του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου εθνικών ομάδων του ’68, δίνοντας παράλληλα το εισιτήριο στην Γιουγκοσλαβία του -μεγάλου εχθρού του Χότζα- Γιόσιπ Τίτο. Ο διεθνής παίκτης της Παρτιζάνι, Παναγιότ Πάνο είχε δηλώσει  για εκείνη την αναμέτρηση: «Πανηγυρίζαμε ένα μήνα λες και είχαμε κατακτήσει το Μουντιάλ. Άσε που έπρεπε να τους έχουμε κερδίσει, μιας και ο ρέφερι είχε ακυρώσει ένα κανονικό μας γκολ στις καθυστερήσεις. Δεν πειράζει. Κατά βάθος, κι αυτοί γνωρίζουν πως εκείνη τη μέρα έχασαν από μια μικρότερη χώρα».

Το τρίτο μεγαλύτερο αποτέλεσμα φυσικά και δεν είναι άλλο από τη νίκη του 2004 επί της δικής μας εθνικής. Όταν η Ελλάδα, ως πρωταθλήτρια Ευρώπης, ταξίδεψε με μπλαζέ ύφος στο κολαστήριο του Κεμάλ Σταφά για τα προκριματικά του Μουντιάλ και γνώρισε την ήττα με 2-1 μπροστά σε 18.000 ‘εχθρούς’, όπως ήθελαν να τους παρουσιάσουν πολλά απ’ τα μίντια της εποχής, με τις ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας να βρίσκουν το πρώτο τους μεγάλο πάτημα για να βγουν στην επιφάνεια (του βόθρου τους) και να δηλώσουν παρόν απέναντι στον ‘κακό ξένο’ που έρχεται και ‘μας παίρνει τις δουλειές’. Το δεύτερο εθνικό πανηγύρι (με αφορμή το ποδόσφαιρο) έγινε δύο χρόνια αργότερα, στο 1-4 από τους Τούρκους στο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Όταν τα αδέκαστα μίντια της χώρας μιλούσαν για εθνική ντροπή. Σε εκείνο το 2-1 πάντως και οι δύο πλευρές φανατικών (που δυστυχώς υπάρχουν) είχαν βρει την τέλεια αφορμή για να βγάλουν τα απωθημένα τους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως λειτουργεί ένα μέρος των πολιτικών άκρων σε τέτοιες καταστάσεις, θα αναφέρω μια παλιά ιστορία -όχι και τόσο γνωστή- γραμμένη από κάποιον που δεν παρακολουθούσε το ποδόσφαιρο ως φίλος του, αλλά ως κάποιος που προσπαθούσε να καταλάβει, και να εξηγήσει την κουλτούρα του -και την επιρροή του- σε άλλους, πιο σημαντικούς, τομείς.

Ο σπουδαίος Τζορτζ Όργουελ είχε γράψει το 1945 ένα δοκίμιο στην λονδρέζικη Tribune με τίτλο ‘The Sporting Spirit’ με αφορμή μια περιοδεία που είχε κάνει η ομάδα-τρόμος της εποχής, η Σοβιετική Διναμό, στα γήπεδα της Αγγλίας και της Σκωτίας. Η φράση που έχει μείνει χαραγμένη από εκείνο το φύλλο ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα αποφθέγματα που έχουν να κάνουν με τη σχέση ποδοσφαίρου-πολιτικής δεν είναι άλλη από το άκρως ρεαλιστικό ‘Το ποδόσφαιρο είναι ένας πόλεμος δίχως τους πυροβολισμούς’ και 59 χρόνια αργότερα έβρισκε τον καθρέφτη του σε εκείνο το παιχνίδι ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, σε μια περίοδο που στην δική μας χώρα οι Αλβανοί δεν ήταν πλέον οι φτωχοί μετανάστες, αλλά άνθρωποι που απαιτούσαν -και άξιζαν στην πλειοψηφία τους- ίση μεταχείριση από όλους. Κακοί λαοί άλλωστε δεν υπάρχουν. Κακοί άνθρωποι υπάρχουν. ‘Οπως υπάρχουν και καλοί και κακοί ποδοσφαιριστές. ‘Πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το παιχνίδι όταν χρησιμοποιηθεί απ’ τους πολιτικούς για την τόνωση της εθνικής ταυτότητας και την (υπό)στήριξη της κυρίαρχης ιδεολογίας’. Λόγια του Όργουελ απ’ το ίδιο δοκίμιο, λόγια τόσο προφητικά όσο εκείνα που έγραψε λίγο αργότερα στο κολοσσιαίο του δημιούργημα ‘1984’. Το χάος που προηγήθηκε και ακολούθησε εκείνης της αναμέτρησης μέτρησε ακόμα και μια χαμένη ζωή, σε συμπλοκές φανατικών οπαδών, και φυσικά πληγές, που έκαναν αρκετά χρόνια να σβήσουν, και ίσως να μην σβήσουν και ποτέ.

Επανέρχομαι στον Ηρακλή του ’91-’92, προσπαθώντας να τιθασεύσω την φλυαρία μου, και να κλείσω το κείμενο. Η ομάδα του Σοκόλ Κούστα, του Χρήστου Κωστή και του Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Μια ομάδα που είδε τον Κούστα να μην μπορεί να διαχειριστεί την μετάβαση απ’ το κλειστοφοβικό κλίμα της Κομμουνιστικής Αλβανίας στην ελευθερία και την άνεση της Θεσσαλονίκης, ούτε φυσικά και τις λοξές, ρατσιστικές, ματιές προς το πρόσωπό του από μια μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού αρκετών ομάδων, πραγματοποιώντας μέτριες εμφανίσεις. Τα δύο γκολ σε 27 εμφανίσεις την πρώτη του σεζόν και τα μηδέν (0) γκολ την δεύτερη, σε 9 παιχνίδια, τον έστειλαν στην Καλαμαριά και τον Απόλλωνα, όπου και εκεί όμως, σε μια μικρότερη δηλαδή ομάδα, δεν μπόρεσε να βρει τον καλό του, ποδοσφαιρικό, εαυτό. Η μεταγραφή στην Κύπρο, για τα χρώματα του Ολυμπιακού Λευκωσίας, έβγαλε στην επιφάνεια μερικά ψήγματα του ταλέντου του αλλά πλέον ήταν ολοφάνερο πως ο σπουδαίος Αλβανός επιθετικός δεν μπορούσε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Ή δεν ήθελε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Μόλις στα 30 του χρόνια. Ακόμα ένας παίκτης που δεν μπόρεσε ποτέ να εναρμονιστεί με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων και να ξεφύγει από τα σκοτεινά βιώματα και τον σκληρό τρόπο ζωής που είχε μάθει να λειτουργεί μέσα από ένα σωρό ηθικά δεσμά.

Στις μέρες μας αρκετοί ποδοσφαιριστές με καταγωγή από την Αλβανία, βρίσκονται σε πολλές κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης και αγωνίζονται σε κορυφαίες εθνικές ομάδες (όπως η Ελβετία και το Βέλγιο), δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο το ταλέντο που έχουν πάνω στο ποδόσφαιρο, φτάνοντας μάλιστα και την δική τους εθνική στα τελικά μιας μεγάλης διοργάνωσης, όπως το Γιούρο του 2016. Μεμονωμένα, εθνικιστικά, περιστατικά υπάρχουν και σε αρκετούς από αυτούς (ιδίως παικτών που έζησαν την φρίκη του Κοσόβου) και είναι κατακριτέα, αλλά καλό θα είναι να μην αμαυρώνουν λαούς, ανθρώπους και συνειδήσεις, στο σύνολό τους. Κανένας μετανάστης δεν είναι κακός και κανένας δεν αφήνει την χώρα του αν περνάει καλά εκεί. Σε αυτό εδώ τον κόσμο άλλωστε πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα ‘ναι. Πλέον είμαστε και εμείς μια χώρα που μετρά τα τελευταία 10 χρόνια πάνω από μισό εκατομμύριο μετανάστες (και θα μετρήσει κι άλλους) που δεν αφήνουν την χώρα επειδή πεινάνε, αλλά επειδή κάπου αλλού, γι’ αυτούς, ίσως είναι καλύτερα, πιο ανθρώπινα, πιο ελεύθερα, πιο ζεστά, πιο χαρούμενα.

Το μίσος άλλωστε είναι πολύ εύκολο να καλλιεργηθεί σε ανθρώπους χαμηλής μόρφωσης αν αυτοί δεν έχουν τους κατάλληλους ανθρώπους γύρω τους για να τους εξηγήσουν πολύ απλά το ‘σωστό’ και το ‘λάθος’. Στο εξαιρετικό βιβλίο του Αλβανού λογοτέχνη Ισμαήλ Κανταρέ ‘Το παλάτι των ονείρων’ ο ήρωας είναι κάποιος που ξαφνικά βρίσκεται παγιδευμένος και βιώνει κάτι μοναδικά τρομακτικό όταν νιώθει πως δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί ελεύθερα. Και όντως υπήρχαν τέτοιες εποχές, και δυστυχώς, ακόμα υπάρχουν σε πολλά μέρη αυτού εδώ του σύγχρονου και ‘πολιτισμένου’ κόσμου, και όσο είναι δύσκολο για πολλούς από εμάς να τις κατανοήσουμε, καλό θα είναι να προσπαθήσουμε να το κάνουμε. Να προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Έστω και για λίγο. Με μια μικρής διάρκειας σκέψη. Κάπως έτσι, ίσως γίνει λιγάκι καλύτερος και ο κόσμος μας. Έστω στα μάτια κάποιου άλλου.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του Gustavo Santaolalla.

Η Super League συμπράττει με τη Φλόγα και τη Λάμψη στην ενημέρωση για τον Καρκίνο της Παιδικής Ηλικίας

  [Καθόλου σχόλια]

Εδώ και 8 χρόνια, η 21η αγωνιστική του Πρωταθλήματος της Σούπερ Λίγκα είναι αφιερωμένη στην εκστρατεία στήριξης παιδιών που πάσχουν από καρκίνο. Η 15η  Φεβρουαρίου είναι η παγκόσμια μέρα κατά του παιδικού καρκίνου και η Σούπερ Λίγκα αναλαμβάνει κοινωνική δράση για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των φιλάθλων, αλλά και της κοινωνίας, όσον αφορά τα παιδιά που νοσούν.

Γνωρίζοντας πολύ καλά τη δύναμη του ποδοσφαίρου και του μεγάλου κοινού στο οποίο απευθύνεται, η Super League δηλώνει το παρόν σε θέματα που έχουν να κάνουν με την υγεία και το κοινό καλό. Μαζί με το συλλόγους γονιών παιδιών με νεοπλασματικές ασθένειες «Φλόγα» και «Λάμψη», συμμετέχει στη διάδοση του μηνύματος ότι ο παιδικός καρκίνος είναι ιάσιμος. Ένα ηχηρό και γεμάτο ελπίδα μήνυμα που πρέπει να ακουστεί σε όλα τα μέλη της κοινωνίας.

Ο καρκίνος των παιδιών λοιπόν μπορεί να ιαθεί, όταν υπάρχει έγκαιρη διάγνωση. Υπολογίζεται ότι παγκοσμίως νοσούν 250.000 παιδιά το χρόνο, από τα οποία μόνο το 20% έχει πρόσβαση σε σωστή ιατρική φροντίδα. Το άλλο 80% προέρχεται από φτωχές χώρες, στις οποίες η διάγνωση και η ορθή αντιμετώπιση είναι έργο δυσχερέστατο. Στην Ελλάδα, ετησίως νοσούν 280-300 παιδιά, από τα οποία το 70% κερδίζει τη μάχη με τον καρκίνο, ακολουθώντας εξειδικευμένη θεραπεία.

@super_league_gr

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, ώστε να μπορούν να κάνουν έγκαιρη διάγνωση της νόσου, και στη σωστή ενημέρωση των γονιών, ώστε να μπορούν να δράσουν άμεσα.

Προς αυτή την κατεύθυνση, λειτουργούν οι δύο σύλλογοι Φλόγα και Λάμψη,  προσφέροντας εθελοντικό έργο για την αντιμετώπιση του παιδικού καρκίνου και την υποστήριξη των οικογενειών τους.

Ο σύλλογος Φλόγα δραστηριοποιείται στην Αθήνα διεκδικώντας τη δυνατότητα παρέμβασης σε θέματα ιατρικής, ψυχικής και κοινωνικής φροντίδας των παιδιών με νεοπλασματική ασθένεια. Η Λάμψη με χώρο δράσης τη Βόρεια Ελλάδα, έχει ως βασικό στόχο την άριστη ιατρική και ψυχολογική φροντίδα των παιδιών που πάσχουν από κακοήθη νοσήματα.

Είναι πολύ σημαντικό να έχουν αυτοί οι σύλλογοι βοήθεια στο τιτάνιο έργο τους, που αποσκοπεί σε μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά. Η Super League Σουρωτή στέκεται δίπλα τους, αναλογιζόμενη το μέγεθος και την επιρροή της, και ελπίζουμε όλο και περισσότεροι μεγάλοι φορείς να στηρίζουν τέτοια κοινωφελή έργα.

Προς την ευαισθητοποίηση στα θέματα αυτά λοιπόν αφιερώθηκε η 21η αγωνιστική, η οποία κύλησε ομαλά, αναφορικά με τα αποτελέσματα των κορυφαίων ομάδων του πρωταθλήματος. Αν εξαιρέσουμε τον Ολυμπιακό, ο οποίος έφερε ισοπαλία με τον Ατρόμητο, η ΑΕΚ κέρδισε τον Αστέρα Τρίπολης και ο ΠΑΟΚ πέτυχε θεαματική νίκη επί της Λάρισας. Στην επόμενη αγωνιστική οι 3 μεγάλες ομάδες επικράτησαν των αντιπάλων τους οπότε σήμερα (μετά και την 23η αγωνιστική), ο βαθμολογικός πίνακας δείχνει πρώτο τον ΠΑΟΚ, έπειτα την ΑΕΚ και τρίτο με αρκετή διαφορά τον Ολυμπιακό. Το παιχνίδι ΠΑΟΚ – Ολυμπιακού αναβλήθηκε λόγω τραυματισμού του Όσκαρ Γκαρθία από ρίψη αντικειμένου. Ο ΠΑΟΚ μάλιστα κινδυνεύει να τιμωρηθεί με αφαίρεση 3 πόντων και σε αυτό το σενάριο η ΑΕΚ θα περάσει πρώτη στη βαθμολογία. Το πρωτάθλημα μετράει ακόμα 7 αγωνιστικές για να λήξει και φαίνεται να έχει ανέβει η θερμοκρασία εντός των γηπέδων. ΠΑΟΚ, ΑΕΚ και Ολυμπιακός θα κάνουν ότι μπορούν να κατακτήσουν την πολυπόθητη 1η θέση  και να γίνουν οι νέοι πρωταθλητές της σεζόν.

Σούπερ Λίγκα: 2049

  [2 Σχόλια]

Έχουμε μπει για τα καλά στη νέα κινηματογραφική σεζόν, βαδίζοντας ολοταχώς για τα Όσκαρ και το El Sombrero δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο. Είδαμε πρώτοι την νέα σπουδαία φουτουριστική ελληνική ταινία «Σούπερ Λίγκα: 2049» και ο κλήρος της παρουσίασης έπεσε σε εμένα (όχι ότι με χάλασε βέβαια). Ποιος Λάνθιμος με τα «Ιερά του ελάφια» και ποιος Βούλγαρης με το «Τελευταίο του σημείωμα»; Εδώ μιλάμε για ταινία που έκλεψε ολόκληρος Βιλνέβ και τα ξένα ΜΜΕ δεν έδωσαν καμία σημασία, σκεπάζοντας το γεγονός. Σενάριο, πλοκή και πρωτόγνωρες κινηματογραφικές τεχνικές που κάνουν τον Αντρέι Ταρκόφσκι να φαντάζει ως Όμηρος Ευστρατιάδης, μα πάνω απ’ όλα το μαχαίρι στο κόκκαλο απ’ τους δημιουργούς, που όμως δεν ήθελαν να γίνουν γνωστά τα ονόματά τους, φοβούμενοι ακόμα και για την ίδια τη ζωή τους (Είδατε φαντάζομαι όλοι τι έπαθε ο Ρομπέρτο Σαβιάνο μετά τη συγγραφή του Gomorra). Εδώ δεν μιλάμε απλά για Τέχνη. Μιλάμε για Έπος. Για μια ταινία που θα βρίσκει πάντα χώρο σε μεθυσμένες, σινεφίλ-χίπστερ συζητήσεις.  Παρακάτω θα σας παρουσιάσω την ιστορία της δίχως όμως να μπω σε «ειδικά χωράφια» -μιας και αισθάνομαι τόσο ρηχός- για να σχολιάσω τα κινηματογραφικά τρικ και τις σινέ-τεχνικές αυτού του κολοσσιαίου κομψοτεχνήματος της 7ης Τέχνης.

Σχεδόν 30 χρόνια μετά από εκείνο το παραλήρημα του Σάββα στο Τορίνο, η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε παρακμή. Η πυρηνική καταστροφή που προκλήθηκε μετά το πρωτάθλημα του ΠΑΟΚ το 2018, διέλυσε -σχεδόν- τα πάντα. Οι μόνοι επιζήσαντες ήταν -κλασικά- οι κατσαρίδες, το μνημόνιο που έχει γονατίσει ακόμα και τις πιο ευκατάστατες οικογένειες και φυσικά η Σούπερ Λιγκα. Με ό,τι αυτή περικλείει. Για παράδειγμα ο Σωτηρακόπουλος συνεχίζει να κάνει τις μεταδόσεις όλων των σπουδαίων παιχνιδιών εντός και εκτός της χώρας (χωρίς να πετυχαίνει παίκτη). O Αλέφαντος -ως άλλος Χάπελ- συνεχίζει να αναλύει στον Καρατζαφέρη συστήματα και τακτικές και οι Τάκης και Άκης συνεχίζουν τα «Άντε γεια» σε όλους όσους επιμένουν να τους τηλεφωνούν. Ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει και ο αστυνόμος Ρένος Γκοσλινόπουλος. Ο βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας. Ένας τίμιος και αδέκαστος μπάτσος που έχει βάλει σκοπό ζωής να καθαρίσει το ελληνικό ποδόσφαιρο από την σαπίλα και την δυσοσμία δεκάδων ετών. Ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά. Άλλο να σας το λέω κι άλλο να τον βλέπετε. «Που πας και μπλέκεις παλικάρι μου με αυτούς» του φώναζε η γυναίκα του καθώς άφηνε το σπίτι ως άλλος Τομ Τζόουντ, αλλά αυτός εκεί. Κολλημένο -με φθηνό τζελ στα μαλλιά- και αγύριστο κεφάλι. «Θα τα καταφέρω Μαριάνθη, θα τα καταφέρω».

Βρισκόμαστε σε ένα σκοτεινό περιβάλλον με το ποδόσφαιρο και τις τεχνολογίες να μην έχουν καμία σχέση με την περίοδο που ξέσπασε ο πυρηνικός όλεθρος. Ούτε η χώρα φυσικά. Μια χώρα που θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο λες και βλέπεις την παραλία της Δουνκέρκης. Συντρίμμια και ερείπια παντού με τα μόνα υπερσύγχρονα κτίρια να είναι τα γήπεδα των ομάδων. Όχι όλων φυσικά. Ο Παναθηναϊκός για παράδειγμα συνεχίζει να αγωνίζεται στην αρχαία Μέκκα του ποδοσφαίρου, τη Λεωφόρο. Η ΑΕΚ απ’ την άλλη, στο δρόμο, βάζοντας τούβλα και μπουφάν για τέρματα, αφού το γήπεδό της θα τελειώσει -κλασικά- του χρόνου. Εδώ ο σκηνοθέτης παρουσιάζει με μοναδικό τρόπο την παρακμή του νεοέλληνα οπαδού που βάζει την ομάδα πάνω απ’ όλα κι ας περνά πολύ δύσκολα στην καθημερινότητα του, δανειζόμενος μάλιστα αρκετές ατάκες από την ταινία Χούλιγκανς: Κάτω τα χέρια απ’ τα νιάτα, του Κώστα Καραγιάννη.

Το πιο σύγχρονο γήπεδο απ΄όλα είναι το Νέο Καραϊσκάκη, αφού είχε βρεθεί στα έργα για τους Διαγαλαξιακούς αγώνες του 2044 και οι ερυθρόλευκοι κάπως έτσι απέκτησαν -και πάλι- νέο γήπεδο. Το γήπεδο μάλιστα διαθέτει και ένα υπερσύγχρονο μηχάνημα για να εμφανίζεται το ολόγραμμα του κυρ-Σάββα μετά από κάθε παιχνίδι και να διαμαρτύρεται για τους διαιτητές και όλους αυτούς που πολεμούν με κάθε τρόπο την αγαπημένη του ομάδα κάθε αγωνιστική, σε δύσκολες έδρες όπως η Λιβαδειά, η Χούνιστα και τα νταμάρια του Βύρωνα. Στο ρόλο του κυρ-Σάββα αξίζει να σημειωθεί πως είναι ο ίδιος ο κυρ-Σάββας, σε μια ερμηνεία που αν έχουν έστω και λίγη τσίπα στην Ακαδημία (που δε την έχουν θα μου πείτε), θα χαρίσουν με κλειστά μάτια το Όσκαρ β΄ανδρικού Ρόλου.

Το ολόγραμμα διαθέτει και δική του γεννήτρια για να μπορεί να εμφανίζεται ακόμα και όταν έχει διακοπή ρεύματος, κάτι που είναι πολύ συχνό φαινόμενο στην -υπό διάλυση- χώρα. Το παλιό γήπεδο έχει κατεδαφιστεί και έχει γίνει πισίνα. Εκεί οι παλιοί διεθνείς ποδοσφαιριστές Κώστας Φορτούνης, Αλέκος Αλεξανδρής αλλά και ο Γιώργος Καραγκούνης του ΠΑΟ, κάνουν κάθε Δευτέρα και Πέμπτη μαθήματα καταδύσεων σε όλους όσους θέλουν να διαπρέψουν στο άθλημα του ποδοσφαίρου, αγωνιζόμενοι φυσικά στην Σούπερ Λίγκα. Κάποιοι απόφοιτοι έφτασαν μάλιστα να αγωνιστούν ακόμα και στο εξωτερικό, σε πρωταθλήματα όπως αυτά του Κουβέιτ, του Ιράκ και στην Σούπερ Λιγκ Ινδίας. Η ταινία παρουσιάζει ολόκληρη την πορεία δύο εξ αυτών (φοβερός ο Γιώργος Μητσικώστας και στους δύο ρόλους ως άλλος Πήτερ Σέλερς στο Dr. Strangelove), ίσως στο μοναδικό όμως βαρετό κομμάτι της ταινίας, συνολικού χρόνου 6μίση ωρών, με πολλά φλάσμπακ σε ασπρόμαυρο φόντο και πολλά σημεία μαύρης κωμωδίας για τους λάτρεις του Μπενίνι, του Μπελινέλι και του Τσίρο Ιμόμπιλε, υπό τους ήχους του Φίλιππου Πλιάτσικα.

Το καλύτερο μέρος της ταινίας είναι εκεί που ο Γκοσλινόπουλος μπουκάρει σε ένα καφενείο κάπου κοντά στον Άρη αφού δεν μπορεί να αντέξει άλλο τις αναλύσεις των μεθυσμένων θαμώνων. Οι ιδιοκτήτες -ο Τσουμπάκα με τον Χαν Σόλο- (εδώ οι δημιουργοί αποτίουν τον απαραίτητο φόρο τιμής στα Star Wars) είχαν στα κινητά τους το νούμερο σπουδαίου προπονητή ομάδας που έχει πέσει κατηγορία αρκετές φορές και κάπως έτσι θα βρεθούν κατηγορούμενοι για στημένους αγώνες. Κατά την πρώτη ανάκριση, αμφότεροι δεν έβγαλαν μιλιά. Και αν αυτό για τον Τσουμπάκα φαντάζει κάτι εντελώς φυσιολογικό, για τον λαλίστατο Σόλο ήταν κάτι αρκετά περίεργο και εκτός της Κλάιν-Μάιν προσωπικότητάς του. Όπως και να έχει, ο διάσημος καφετζής οδηγήθηκε τελικά σε φουτουριστικό γκουλάγκ όπου και έμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του χωρίς τηλεόραση για να μην μπορεί να να βλέπει αγώνες της Σούπερ Λίγκας σε μια τιμωρία Οργουελικού επιπέδου. Ο Τσουμπάκα απ’ την άλλη αφέθηκε ελεύθερος και άνοιξε μπαρ χωρίς τηλεοράσεις. Εννοείται δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά με το ποδόσφαιρο.

H σκηνή έξω απ’ το γκουλάγκ που δείχνει μέλος της οικογένειας του Σόλο να ανάβει το φωτόσπαθο των Τζεντάι ως ένδειξη τιμής για τον ίδιο και διαμαρτυρίας κατά του σάπιου κατεστημένου είναι ονειρική. Το γεγονός φυσικά και δεν πέρασε στα ψιλά μιας και ο «επαναστάτης» οδηγήθηκε στο κρατητήριο ενώ παράλληλα είχαμε τιμωρία της έδρας του ΠΑΟ για 5 παιχνίδια και αφαίρεση τριών βαθμών για τους «πράσινους». Από τότε κανένας δεν τόλμησε να ανάψει ξανά φωτόσπαθο, ούτε καν στο Χαριλάου στην παρουσίαση του Αργεντινού Ταρούσα Τζούνιορ απ’ την ομάδα των Cebolitas. Όπως καταλαβαίνετε, μιλάμε για την απόλυτη εξυγίανση. Που ήταν εκείνες οι «ωραίες» και ρομαντικές εποχές που οι οπαδοί άναβαν ό,τι ήθελαν στις κερκίδες; Φέρτε πίσω τις Κυριακές μας ρε. Φυσικά σε αυτό το σημείο ο σκηνοθέτης κάνει σαφείς αναφορές στον Νόμο 4000 του τρισμέγιστου Γιάννη Δαλιανίδη μπολιάζοντας τη σκηνή με αναφορές στο Animals των Pink Floyd, το Brave New World του Χάξλεϊ και την Καίτη Κωνσταντίνου ως Ριχάρδος ο Γ’.

Επόμενο κεφάλαιο της ταινίας η ΕΠΟ. Σε μια προσπάθεια να καταπολεμήσει τα χασμουρητά και τους υπνοβάτες στις κερκίδες των γηπέδων θα προβεί σε μια ριζοσπαστική κίνηση. Κάθε οπαδός και φίλαθλος της κάθε ομάδας κατά την είσοδό του στο γήπεδο (πλην του δρόμου που έδινε τους αγώνες της η ΑΕΚ) θα διαλέγει ένα χάπι. Το κόκκινο ή το μπλε. Ως άλλος «Νίο» δηλαδή (δεύτερη αναφορά σε άλλη σπουδαία sci-fi ταινία, το Matrix). Με το μπλε μπορούσες να κοιμηθείς για 90 λεπτά και να γλιτώσεις από το κάκιστο θέαμα που χάριζαν απλόχερα οι ομάδες. Το κόκκινο ήταν λιγάκι πιο επικίνδυνο μιας και δημιουργούσε παραισθήσεις. Εκεί δηλαδή που κάποιο σουτ έφευγε εκτός γηπέδου για να μπει σε τροχιά στην στρατόσφαιρα, εσύ μπορούσες να το δεις να καρφώνεται στο Γάμα της εστίας ή ακόμα και να παίρνει -η μπάλα- μαζί στα δίχτυα τον δύσμοιρο τερματοφύλακα. Όπως συνέβαινε σε εκείνο το ποδοσφαιράκι του Game Boy για το Μουντιάλ του ’90. Όταν σούταρες στον κήπερ του Καμερούν. Μεγάλη αδικία αυτή των προγραμματιστών εκείνης της εποχής. Κύριοι, η παρέα του Ροζέ του Μιλά δεν ήταν εύκολος αντίπαλος για κανένα. Σε αυτό το σημείο οι χαρακτήρες εμφανίζονται τετραγωνισμένοι σαν γραφικό 90s κονσόλας ή αθλητικής μετάδοσης του ΑΝΤ-1 μεταφέροντας τον θεατή -κυριολεκτικά- στα λατρεμένα 80s υπό τους ήχους AOR μελωδιών.

Πολλοί ήταν αυτοί που διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτό το μέτρο μιας και θεωρούσαν -ορθώς- πως αλλοίωνε τα αποτελέσματα και πως οι οπαδοί δεν γνώριζαν ποιος κέρδισε τελικά πανάξια τον τίτλο. Η ΕΠΟ για να μην μπερδεύεται τον έδινε κάθε Μάη με κλήρωση σε όποια ομάδα έβγαινε πρώτη από το «παγωμένο» μπαλάκι. Όλες -μα όλες- τις φορές η «τυχερή» ομάδα ήταν η ίδια αλλά δεν θα σας σποιλάρω ποια είναι αυτή γιατί θα σας κλέψω όλη τη μαγεία. Θα κλείσω το κείμενο λέγοντας πως αυτή η ταινία δεν πρέπει να χαθεί από κανένα σινεφίλ – ποδοσφαιρόφιλο που σέβεται τον εαυτό του. Στηρίζουμε!

Όταν ο Αλέφαντος παραλίγο να κόψει την μπάλα στον Μαύρο

  [4 Σχόλια]

Πέρα από τις νίκες, τα αποτελέσματα στο χορτάρι και τους τίτλους, οι ποδοσφαιρικές ομάδες κρίνονται στο βάθος του χρόνου και από πολλά εξωαγωνιστικά ζητήματα. Ένα από αυτά είναι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται στους μεγάλους παίκτες τους. Όχι μόνο οι σύλλογοι, αλλά ο κόσμος τους. Πόσα «αποχαιρετιστήρια» παιχνίδια σε θρύλους των ελληνικών ομάδων δεν έχουν γίνει σε μισοάδεια γήπεδα; Εκεί που ο αγώνας δεν έχει βαθμολογικό ενδιαφέρον και ελάχιστοι πηγαίνουν να τιμήσουν κάποιον σπουδαίο παίκτη. Το θέμα του κειμένου αυτού είναι το τέλος του τεράστιου Θωμά Μαύρου από την ΑΕΚ, ένα τέλος που δεν του άξιζε και εξέθεσε αργότερα τους δύο ανθρώπους που ήταν υπεύθυνοι για τη φυγή του κορυφαίου Έλληνα σκόρερ όλων των εποχών από την ΑΕΚ, αλλά ευτυχώς όχι από το ποδόσφαιρο.

Η σεζόν 1986-87 ήταν η 11η του Θωμά Μαύρου στην ΑΕΚ και με διαφορά η χειρότερη. Αντιμετωπίζοντας προβλήματα τραυματισμού δεν μπόρεσε να πάρει πολλά παιχνίδια, έχοντας φτάσει πλέον και τα 33, σε μια ΑΕΚ που περνούσε μια από τις χειρότερες περιόδους της με τη διοίκηση Ζαφειρόπουλου να δείχνει αδύναμη να αλλάξει τη δυναμική της. Μετά από μια μέτρια πορεία στο πρώτο κομμάτι του πρωταθλήματος, ο ιδιοκτήτης Ανδρέας Ζαφειρόπουλος έχει τη φαεινή ιδέα να προσλάβει ως προπονητή το Νίκο Αλέφαντο. Η ΑΕΚ κάνει δυο νίκες στα πρώτα δύο ματς του Αλέφαντου, αλλά στη συνέχεια έχει τραγική πορεία. Ο κόσμος είναι ξενερωμένος και απογοητευμένος και η έκρηξη έρχεται την 25η αγωνιστική στο ματς του ΟΑΚΑ (που χρησιμοποιούσε η ΑΕΚ ως έδρα) απέναντι στον Απόλλωνα Καλαμαριάς.

Αλευρόπουλος, Μανόλο,  Σεφτελής με κανονικό τηλέφωνο μπροστά του, Θεοφιλόπουλος ρεπορτάζ αποδυτηρίων και παραλήρημα Αλέφαντου μετά τα 6′, με πίνακα από πίσω να γράφει ΠΑΣΟΚ. Πιο 80s δεν γίνεται.

Η ΑΕΚ κερδίζει εύκολα με 2-0, αλλά ο κόσμος βλέπει για πρώτη φορά τον Μαύρο βασικό στην προσπάθειά του να επανέλθει σε καλή κατάσταση, έχοντας χάσει το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν λόγω προβλημάτων. Η επάνοδός του είναι το πιο σημαντικό γεγονός του αγώνα και το μοναδικό που δίνει χαρά στον κόσμο. Χωρίς να είναι κακός ο Μαύρος και με τον κόσμο να τον στηρίζει σε κάθε φάση, ο Αλέφαντος αποφασίζει να τον αλλάξει στο 81′. Οι σχετικά λίγοι οπαδοί στην εξέδρα ξεσπούν, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τα βάζουν τόσο με τον Αλέφαντο, όσο και με τη διοίκηση (θεωρώντας ότι θέλει να τελειώσει τον Μαύρο), ενώ ο Αλέφαντος πηγαίνει προς την εξέδρα για να μαλώσει με τους οπαδούς και αργότερα αφήνει τον πάγκο και φεύγει έξαλλος.

Σε συνέντευξη τύπου κατηγορεί ανοιχτά με τον Μαύρο, λέει ότι έχει γεράσει, ότι είναι αδιάφορος, ότι έκανε τον άρρωστο και ένα σωρό άλλα πράγματα, όπως ότι πλήρωνε ο ίδιος από την τσέπη του για να κάνει ατομική προετοιμασία ο παίκτης. «Πέρασε ο χρόνος» καταλήγει. Ο Ζαφειρόπουλος στηρίζει τον Αλέφαντο και τα βάζει με τον κόσμο, χωρίς όμως να καταφέρεται εναντίον του ποδοσφαιριστή. Πολλά λέγονται και για κομματικά ζητήματα, καθώς Ζαφειρόπουλος και Αλέφαντος ήταν με την τότε κυβέρνηση. Ο Μαύρος απαντάει την επόμενη ημέρα με δική του συνέντευξη κατηγορώντας τον Αλέφαντο ότι θέλει να τον τελειώσει. Η κατάσταση ξεφεύγει όταν ο Αλεφάντος επιτίθεται σε δημοσιογράφο που έχει πάει να καλύψει την προπόνηση της ΑΕΚ και προσπαθούν να τους χωρίσουν. Ο Θ(ε)ωμάς της ΑΕΚ δεν παίζει ξανά με την κιτρινόμαυρη φανέλα μέχρι το τέλος της σεζόν. Το καλοκαίρι αποχωρεί, καθώς αποδεικνύεται ότι η διοίκηση δεν τον θέλει και τον θεωρεί τελειωμένο. Φυσικά αποχωρεί και ο Αλέφαντος, αφού ο Ζαφειρόπουλος καταλαβαίνει το λάθος του.

Ο «τελειωμένος» Μαύρος δεν ακούει τη συμβουλή Αλέφαντου να σταματήσει την μπάλα «σαν τον Πλατινί». Επιστρέφει στην πλατεία, στη Νέα Σμύρνη εκεί που ξεκίνησαν όλα και δείχνει ότι μόνο τελειωμένος δεν είναι. Τη σεζόν 1987-88 σκοράρει 16 γκολ σε 29 συμμετοχές. Ο Αλέφαντος αλλάζει ομάδες σαν τα πουκάμισα κοντομάνικα μπλουζάκια και αντιμετωπίζει την ΑΕΚ ως προπονητής του Ηρακλή με όλο το γήπεδο να τον βρίζει, σε ένα παιχνίδι που η ΑΕΚ κερδίζει με 3-1. Ο ίδιος συνεχίζει να τα έχει με τον Μαύρο και παρ’ ότι ο Μαύρος βρίσκεται στη Ν. Σμύρνη και όχι στη Ν. Φιλαδέλφεια συνεχίζει την κόντρα. Μετά το τέλος του αγώνα βγαίνει και κάνει ξανά δηλώσεις εναντίον του εις βάρος του, έναν χρόνο μετά το συμβάν. Ο Μαύρος και πάλι απαντά βγαίνοντας στον αέρα της εκπομπής που παρουσιάζει ο Αλέκος Θεοφιλόπουλος.

Την επόμενη σεζόν ο Μαύρος σκοράρει άλλα 12 γκολ με τα κυανέρυθρα στο πρωτάθλημα. Είναι στο κύπελλο όμως που βρίσκει επιτέλους την ευκαιρία και παίρνει την εκδίκησή του. Συναντά τον Αλέφαντο που έχει πάει στον ΠΑΟΚ για ένα φεγγάρι. Ο ΠΑΟΚ έχει κερδίσει 2-0 στην Τούμπα και πάει με σβηστές μηχανές στη Ν. Σμύρνη. Ο Πανιώνιος μπαίνει όμως δαιμονισμένα και με μια γκολάρα του Μαύρου ανοίγει το σκορ. Ο Αποσπόρης στο 2ο ημίχρονο γράφει το 2-0 και το ματς οδηγείται στην παράταση, καθώς ο ΠΑΟΚ δεν καταφέρνει να σκοράρει στις δικές του ευκαιρίες. Ο Μαύρος παρά τα χρόνια του κάνει κατάθεση ψυχής στο γήπεδο και τελικά στο 119′ με ένα ακόμα ωραίο τελείωμα γράφει το τελικό 3-0. Το ματς τελειώνει με επεισόδια μεταξύ οπαδών και παικτών, ο Πανιώνιος φτάνει μέχρι τον τελικό όπου και χάνει από τον Παναθηναϊκό, αλλά ο Έλληνας σκόρερ αποδεικνύει ποιος είχε δίκιο.

Ο Μαύρος δεν λέει να σταματήσει, σαν να θέλει να δείξει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Παίζει και τη σεζόν 1989-90 καθώς φτάνει στα 36 του πλέον και σκοράρει 22 ολόκληρες φορές, βγαίνοντας 1ος σκόρερ του πρωταθλήματος. Ένα από αυτά όμως θα μείνει αξέχαστο. Την 7η αγωνιστική πηγαίνει στη Νέα Φιλαδέλφεια για πρώτη φορά από τότε που έφυγε από την ΑΕΚ, στο για 11 χρόνια σπίτι του. Εκεί που κατέκτησε πρωταθλήματα και έφτασε στα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ. Οι γηπεδούχοι προηγούνται με γκολ του Μπατίστα. Στο 26′ όμως ο Μαύρος βάζει γκολ και ισοφαρίζει. Ο κόσμος της ΑΕΚ μόλις καταλαβαίνει ποιος είναι ο σκόρερ, αρχίζει και χειροκροτεί το 1-1 εις βάρος της ομάδας του. Το σύνθημα που για χρόνια συνόδευε τον Μαύρο, ακούγεται ξανά: «Ποιος; ποιος; ποιος; Ο Μαύρος ο θεός». Ο τεράστιος σκόρερ γυρίζει σιγά σιγά προς τη σέντρα και σηκώνει τα χέρια του χαιρετώντας τον κόσμο. Χρόνια αργότερα δηλώνει: «Είναι η χειρότερη στιγμή της καριέρας μου και η καλύτερη μαζί. Η αποθέωση του κόσμου, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι εγώ έβαλα γκολ στην ΑΕΚ. Ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί».

Τάκης Λουκανίδης: Ο άνθρωπος που έκανε τα πάντα

  [3 Σχόλια]

Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπήρχαν ένα σωρό ποδοσφαιριστές που έπαιζαν σε πολλές -και διαφορετικές- θέσεις με αρκετή μάλιστα επιτυχία. Ο πλάγιος μπακ άλλαζε θέση και πήγαινε στην επίθεση ως εξτρέμ, ο στόπερ ανέβαινε στο κέντρο και ο κεντρικός χαφ γίνονταν δεύτερος (και τρίτος πολλές φορές) σέντερ φορ. Όλα αυτά μοιάζουν να έχουν λογική μιας και μιλάμε για το ποδόσφαιρο σε πολύ πρώιμη φάση. Στην πραγματικότητα όμως, αν υπήρχε ένας ποδοσφαιριστής που μπορούσε να αγωνιστεί με απόλυτη επιτυχία (και είναι σημαντικό αυτό) και στις 11 θέσεις μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, αυτός δεν ήταν άλλος από τον Τάκη Λουκανίδη. Τον πληρέστερο Έλληνα ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, όπως έχει χαρακτηριστεί από όλους όσους τον πρόλαβαν να αγωνίζεται και από όλους τους μεταγενέστους (όπως είμαι και εγώ), που μεγαλώσαμε ακούγοντας από τους παλαιότερους για τα κατορθώματά του και τα σπάνια τεχνικά του χαρίσματα.

O άνθρωπος που διέκρινε πρώτος αυτό το σπάνιο χάρισμα του Λουκανίδη δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Πάγκαλο. Τον προπονητή του στη Δόξα Δράμας τη δεκαετία του ’50, πριν ο παίκτης δηλαδή πάρει μεταγραφή για τον Παναθηναϊκό του Άγγλου Χάρι Γκέιμ το 1961, και συνθέσει με τον σπουδαίο Μίμη Δομάζο το κορυφαίο δίδυμο που έχει δει ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Τουλάχιστον από Έλληνες παίκτες, για να είμαι ακριβοδίκαιος. Ο Λουκανίδης είχε χάσει τον πατέρα του στην τρυφερή ηλικία των 5 ετών, στην περίοδο της Κατοχής, και λόγω της τραγικής οικονομικής κατάστασης που βίωνε η μητέρα του είχε αναγκαστεί να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο της Δράμας. Μακριά -όχι μόνο από τη μητέρα του αλλά- και από τα αδέρφια του. Εκεί, οι δάσκαλοί του ήρθαν σε πρώτη επαφή με το σπάνιο ταλέντο του μιας και το ποδόσφαιρο (με αυτοσχέδιες μπάλες από κουρέλια) ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής και το μοναδικό παιχνίδι γι’ αυτόν και τα υπόλοιπα ταλαιπωρημένα παιδάκια.

«Πατερούλη» αποκαλούσε ο Λουκανίδης τον Πάγκαλο όσα χρόνια αγωνίστηκε στη Δράμα, βλέποντας στο πρόσωπό του και τον γονιό που τόσο πολύ στερήθηκε στα παιδικά του χρόνια και όχι έναν προπονητή. Ο Νίκος Πάγκαλος ως προπονητής πάντως άλλαζε θέση στον παίκτη από αγωνιστική σε αγωνιστική για να καλύπτει τις τρύπες που άφηναν οι συμπαίκτες του που έλειπαν λόγω κάποιου τραυματισμού. «Τακούλη θα παίξεις τερματοφύλακας γιατί ο Σαμλίδης έχει χτυπήσει στο κεφάλι» του λέει ο Πάγκαλος πριν από κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Ναι Πατερούλη»  απαντά ο Λουκανίδης, κατεβάζοντας τα ρολά. «Τακούλη μου σήμερα θα παίξεις με το 9 στην πλάτη γιατί ο Κουίρουκίδης έχει βαρύ διάστρεμμα». Σέντερ φορ ο Λουκανίδης και νίκη για τη Δράμα με δικό του μάλιστα γκολ.

Κάπως έτσι -και ενώ η φυσική του θέση ήταν κεντρικός χαφ και στόπερ- ολοένα και μεγάλωνε ο μύθος για τον νεαρό που μπορούσε να αγωνιστεί παντού. Ένας μύθος που έγινε πραγματικότητα και που τον έφερε στα τέλη των 60s μια ανάσα από την ιταλική Γιουβέντους, σε μια περίοδο που τέτοιες μεταγραφές -για Έλληνες παίκτες- έμοιαζαν μόνο ως κακόγουστο ανέκδοτο. Τελικά το «φλερτ» δεν κατέληξε σε «γάμο» μιας και ο Λουκανίδης δεν τόλμησε ποτέ το μεγάλο ταξίδι για το Τορίνο με τον βασικό λόγο αυτής του της άρνησης το γεγονός πως δεν ήξερε καθόλου Ιταλικά. «Εμείς καλά καλά δεν μιλάμε σωστά ελληνικά, ιταλικά θα μάθουμε;» είχε πει σε κολλητό του και τελικά έφυγε για την Κύπρο και τα χρώματα του ΑΠΟΕΛ.

Βρισκόμαστε στο 1960 και τον παίκτη έχει ήδη προσεγγίσει η ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός και φυσικά η ομάδα της καρδιάς του, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ο Παναθηναϊκός. Ο αθλητικός όμως νόμος που ίσχυε τότε δεν έδινε το δικαίωμα σε κάποιο παίκτη να πάρει μεταγραφή για άλλη Ελληνική ομάδα αν πρώτα δεν είχε αγωνιστεί σε ομάδα του εξωτερικού. Κάπως έτσι η επιλογή του ΑΠΟΕΛ δεν ήταν δύσκολη, καθαρά λόγω γλώσσας. Επιτέλους, θα μπορούσε μετά από ένα χρόνο να αγωνιστεί στην ομάδα που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο Λουκανίδης ήταν φίλος του ΠΑΟ από τα χρόνια που έπαιζε στη Δράμα, όταν η Δόξα είχε για σήμα το μαύρο τριφύλλι ως ένδειξη πένθους στη βουλγαροκρατία (χρόνια αργότερα το έμβλημα άλλαξε και έγινε ένας μαυραετός) και αποφάσισε οριστικά πως πρέπει να ντυθεί στα πράσινα το 1959, μετά από ένα ιστορικό παιχνίδι της Δόξας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας κόντρα στον ΠΑΟ.

Η ομάδα του έπαιζε με 9 παίκτες και ο ίδιος έκανε τα πάντα στο γήπεδο αγωνιζόμενος στον άξονα και μάλιστα παραλίγο να κερδίσει το παιχνίδι -σχεδόν- μόνος του. Έτρεχε, έκοβε, μοίραζε, απειλούσε. Τελικά ο ΠΑΟ με ένα γκολ του Μίμη Μπενάρδου κέρδισε στις καθυστερήσεις, με τους φίλους των πρασίνων όμως να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο και να σηκώνουν εκστασιασμένοι τον -αντίπαλο- Λουκανίδη στον αέρα, απαιτώντας την μεταγραφή του στην ομάδα τους και φωνάζοντας υπέρ του συνθήματα. Ο Λουκανίδης δεν μπορούσε να πιστέψει αυτή την έκρηξη λατρείας όπως και οι περισσότεροι συμπαίκτες και αντίπαλοι. Το ’61 και ενώ ο Ολυμπιακός προσφέρει περισσότερα χρήματα στον παίκτη, ο Λουκανίδης θα υπογράψει στον ΠΑΟ και το ίδιο βράδυ θα τα σπάσει με τον αδερφό του Θανάση (παίκτη του Ολυμπιακού) στο μαγαζί που τραγουδούσε ο αγαπημένος του Πάνος Γαβαλάς στην Αχαρνών. Τα μπουζούκια και η καλή ζωή ήταν κάτι που ποτέ δεν έλειψαν στο Λουκανίδη όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και για πολλούς ήταν και το μοναδικό του ψεγάδι. Τα γλέντια στη Φωκίωνως Νέγρη (τότε καρδιά της νυχτερινής Αθήνας), πριν αλλά και μετά από σπουδαίες αναμετρήσεις, έχουν μείνει ανεξίτηλα χαραγμένα τόσο στον ίδιο όσο και σε συμπαίκτες και απλούς φιλάθλους.

Τον Ιούλιο του 1963 ο ΠΑΟ θα δώσει τα κλειδιά της ομάδας στον Στέφαν Μπόμπεκ με τον σπουδαίο Γιουγκοσλάβο να μετατρέπει τους πράσινους από μια εξαιρετική ομάδα σε κάτι πραγματικά το ανίκητο. Ο Μπόμπεκ δουλεύει και τελειοποιεί το 4-3-3 πατώντας στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έχοντας στον άξονα τους Δομάζο και Λουκανίδη θα φτιάξει την ανίκητη -στην κυριολεξία- ομάδα της σεζόν 1963/64. Ο ΠΑΟ θα κατακτήσει αήττητος το πρωτάθλημα (όντας η μοναδική Ελληνική ομάδα που το έχει καταφέρει) και θα συνεχίσει με μόλις μία ήττα και την επόμενη σεζόν (3-2 από τον Εθνικό), κατακτώντας και πάλι την κούπα του πρωταθλητή. Η αθηναϊκή ομάδα είχε αγγίξει το τέλειο  και συνδύαζε την ηρεμία με τα επιθετικά ξεσπάσματα με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούν να αποτυπώσουν τα λόγια. Για να καταλάβετε. Γνωστός μουσικός των Αθηνών -και φίλος των πρασίνων- είχε παρομοιάσει το παιχνίδι της ομάδας με τη μελωδία του Σοπέν «Imrpomptu no4», λέγοντας πως αν αυτή η μελωδία έπρεπε να παιχτεί από ποδοσφαιριστές σε κάποιο γήπεδο, βάζοντας αντί για νότες τις κινήσεις των νούμερων που διέκρινες στις φανέλες των παικτών, ακριβώς αυτό θα άκουγες στην «παρτιτούρα» του γηπέδου. Η δήλωση αυτή όσο κι αν έχει μια δόση υπερβολής (που την έχει) δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού εκείνης της ομάδας. Εννοείται πως και με τον Μπόμπεκ στον πάγκο ο Λουκανίδης συνέχιζε να αλλάζει θέσεις δίνοντας πάντα πολύτιμες λύσεις στην ομάδα του και οδηγώντας τη σε σπουδαίες νίκες.

Η κόντρα του Μπόμπεκ με τους περισσότερους παίκτες το 1967 θα στείλει τον Λουκανίδη στον πάγκο και τελικά στη φυγή, με προορισμό τον Άρη Θεσσαλονίκης το 1969. Οι ένδοξες μέρες σιγά-σιγά άρχισαν να ανήκουν στο παρελθόν και τελικά ο σπουδαίος ποδοσφαιριστής θα βάλει τέλος στην καριέρα του το καλοκαίρι του 1970. Έχοντας κατακτήσει και ένα κύπελλο Ελλάδος με τον Άρη. Ήταν 33 ετών. Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν πως αν ο ΠΑΟ είχε και τον Λουκανίδη τη χρονιά του Γουέμπλεϊ δεν θα είχε χάσει με τίποτα εκείνο το παιχνίδι κόντρα στον Άγιαξ και πολλοί περισσότεροι πως αν ο παίκτης δεν είχε αδικήσει τον εαυτό του και το ταλέντο του, δουλεύοντας περισσότερο, θα είχε κάνει τεράστια καριέρα -όχι στο ελληνικό ποδόσφαιρο- αλλά στο Ευρωπαϊκό, και σε κορυφαία ομάδα.

«Η γνώση της σταθερότητας είναι διορατικότητα. Η άγνοια της σταθερότητας φέρνει συμφορά. Η γνώση της σταθερότητας κρατά το μυαλό ανοικτό. Μ’ ανοικτό μυαλό θα είσαι ανοιχτόκαρδος. Ανοιχτόκαρδος, το φέρσιμό σου θα είναι αρχοντικό. Αρχοντικός, θα πλησιάζεις το θεϊκό». Η παραπάνω φράση βρίσκεται στο βιβλίο του Λάο Τσε «Ταο Τε Κινγκ»και μπορεί να χαρακτηρίσει το στυλ, το παίξιμο και τη ζωή του Λουκανίδη. Ο κορυφαίος των κορυφαίων εντός του αγωνιστικού χώρου. Με το αρχοντικό του -στα όρια του θεϊκού- παίξιμο και έχοντας νιώσει από τα παιδικά του χρόνια τη σκληρότητα και τη συμφορά. Ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, με πάθη που ακόμα και σήμερα όταν τον βλέπεις, στα 80 του χρόνια, δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις νιώθοντας την καλοσύνη του και τη θετική του αύρα.

Η πρώτη επαφή με το ποδόσφαιρο

  [11 Σχόλια]

Ένα από τα ωραιότερα συναισθήματα είναι αυτό του να ανακαλύπτεις νέα πράγματα. Νέα πράγματα με την κανονική έννοια του όρου. Για παράδειγμα, όχι ας πούμε να ανακαλύπτεις τον Μπέλα Ταρ και τις ταινίες του ενώ ασχολείσαι όμως με τον κινηματογράφο, αλλά να ανακαλύπτεις το σινεμά. Σκεφτείτε πως θα ήταν αν δεν ξέρατε τίποτα για το σινεμά και μια μέρα βρισκόσασταν σε μια σκοτεινή αίθουσα, μπροστά σε μια οθόνη και βλέπατε να διαδραματίζεται μια σκηνή. Θα ήταν ωραία; Θα ήταν άσχημα; Θα ήταν σοκαριστικό για εσάς; Η δική μας γενιά -της εποχής του διαδικτύου- είναι πραγματικά δύσκολο να βιώσει κάτι τέτοιο. Ακόμα και όταν ταξιδεύεις για ένα άγνωστο και άκρως απομακρυσμένο μέρος οι πιθανότητες να έχεις διαβάσει ή να έχεις δει κάτι γι’ αυτό είναι πάρα πολλές. Είπαμε και παραπάνω. Δύσκολο να σοκαριστούμε πλέον από κάτι πραγματικά νέο.

Από τη μέρα που έγινα μέλος του El Sombrero ήθελα να γράψω για την ιστορία που θα διαβάσετε παρακάτω. Μια αληθινή ιστορία για έναν άνθρωπο που βρέθηκε από ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας στα τέλη του 1920 για τη στρατιωτική του θητεία στην Αθήνα και μαζί με τον κόσμο που άλλαζε τόσο ραγδαία γνώρισε κάτι που έγινε γι’ αυτόν η μεγαλύτερή του αγάπη (μετά τη γυναίκα του). Το ποδόσφαιρο και τον Παναθηναϊκό. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο παππούς μου και ακόμα και σήμερα παραμένει ο πιο καλοσυνάτος και ευγενικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Ο άνθρωπος που ευθύνεται για το «μικρόβιο» που κόλλησα μικρός και έχει σχέση με τα σπορ. Ένας άνθρωπος που ακόμα και τις τελευταίες μέρες που έζησε σε αυτόν εδώ τον κόσμο θα έβρισκε λίγο χρόνο να σου πει για τον Δομάζο, τον Κρόιφ, τον Μαραντόνα, τον Πελέ και εκείνο τον Γάλλο που κέρδισε τους Βραζιλιάνους -σχεδόν- μόνος του, τον Ζιντάν. «Και ο άλλος ο Γάλλος ο Ανρί είναι καλός» θυμάμαι να συμπληρώνει η γιαγιά και το πρόσωπό μου γεμίζει με χαμόγελα. Πόσο υπέροχοι άνθρωποι. Άνθρωποι αγνοί, καθημερινοί, αληθινοί, χαμογελαστοί. Άνθρωποι που -δυστυχώς- δύσκολα συναντάς συχνά στις μέρες μας.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου του 1931 η εθνική Ελλάδος υποδέχεται στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας τη Ρουμανία για το Βαλκανικό κύπελλο μπροστά σε περίπου 10.000 θεατές. Η ομάδα απαρτίζεται από αστέρες της εποχής όπως οι αδερφοί Βικελίδη, ο Λέκκος, ο Μπαλντάσης και φυσικά ένας εκ των σπουδαιότερων παικτών που έχει βγάλει ποτέ η Ελλάδα. Ο μεσοεπιθετικός Αντώνης Μηγιάκης. Ο παππούς δεν είναι παππούς αλλά ένας ψηλός και όμορφος, γεροδεμένος άνδρας και έχει φτάσει πριν μερικές μέρες στην Αθήνα ως ένα ψαρωμένο φανταράκι της επαρχίας. Επειδή το παιχνίδι θεωρείται υψίστης σημασίας η κυβέρνηση θα στείλει στο γήπεδο και αρκετούς στρατιώτες για να συμπαρασταθούν με τη φωνή τους στην εθνική ποδοσφαίρου της χώρας τους. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν δει ποτέ ποδόσφαιρο. Υπήρχαν και μερικοί άλλοι που δεν γνώριζαν ούτε καν τι είναι το ποδόσφαιρο. Ένας από αυτούς ήταν και ο παππούς μου.

Οι φαντάροι στριμώχτηκαν κάπου στο κέντρο του γηπέδου, απέναντι από τους δύο πάγκους της ομάδας και είχαν εντολή να χειροκροτούν επί 90 λεπτά τους παίκτες μας. Η εθνική μας έκανε επίθεση μπροστά ακριβώς από τους φαντάρους, εκεί δηλαδή που μάγευε ο Μηγιάκης στο σύστημα 2-3-5 της εποχής. Ο Μηγιάκης βρίσκεται σε σπουδαία μέρα και στα μάτια του παππού θυμίζει ζογκλέρ. «Πως είναι δυνατόν αυτός ο τύπος να κάνει όλα αυτά με τη μπάλα στα πόδια», «Πως είναι δυνατόν να τρέχει πάνω κάτω και ουσιαστικά να κοροϊδεύει τους -σπουδαίους- αντιπάλους του». Ο παππούς μονολόγουσε μαγεμένος από τις περίτεχνες ενέργειες του Έλληνα αρτίστα. Τότε έκανε σε κάποιον διπλανό του την ερώτηση που του άλλαξε τη ζωή «Ποιος είναι αυτός που έχει ζαλίσει τους Ρουμάνους» για να εισπράξει πως το όνομα του είναι Αντώνης Μηγιάκης και παίζει στον Παναθηναϊκό. «Ωραία από σήμερα είμαι και εγώ φίλος του Παναθηναϊκού» είπε ο παππούς  και συνέχισε να μην παίρνει τα μάτια του από τον Μηγιάκη. Η Ελλάδα έχασε τελικά με 2-4 αλλά για τον παππού αυτή η ήττα ήταν μια μεγάλη νίκη. Ήταν η πρώτη του επαφή με το άθλημα και η στιγμή που το τριφύλλι μπήκε αυτόματα στην καρδιά του, έστω κι αν τότε -ακόμα- δεν το γνώριζε αυτό.

Η θητεία τελείωσε και ο νεαρός επέστρεψε στο μικρό χωριό του. Παντρεύτηκε και άνοιξε το καφενείο του. Υπάρχει η φήμη πως δεν ήταν ιδιαίτερα εργατικός και μάλιστα όταν κάποιος κουρασμένος αγρότης του είχε ζητήσει να φτιάξει ένα καφέ, καθώς ο παππούς διηγούνταν μια ποδοσφαιρική ιστορία σε κάποιους συγχωριανούς, εισέπραξε την αποστομωτική ατάκα «πιες μια πορτοκαλάδα ωρέ διάολε». Η ατάκα λέγεται ακόμα στο χωριό για να σας πω την αλήθεια. O παππούς αρκετά συχνά έπαιρνε το λεωφορείο και πήγαινε στην Αθήνα και την Αλεξάνδρας για να δει την ομάδα του. Ήταν εκεί για να χειροκροτήσει τον ΠΑΟ στο αήττητο πρωτάθλημα του 1964. Ήταν εκεί για να δει τον Πελέ στα φιλικά της Σάντος το 1961. Ήταν εκεί στην πορεία του Γουέμπλεϊ. Ήταν εκεί στα 80s στην αρμάδα του Ζάετς, του Ρότσα και του Σαραβάκου. Από τα τέλη των 80s σταμάτησε να πηγαίνει μιας και ήδη ήταν αρκετά μεγάλος για ταξίδια και η αδύναμη καρδιά του δεν του το επέτρεπε. Οι γιατροί μάλιστα του είχαν απαγορεύσει να βλέπει τα παιχνίδια και από την τηλεόραση, κάτι που εννοείται πως δεν το έκανε. Να μιλάς μαζί του για ποδόσφαιρο ακόμα και όταν ήταν σε πολύ προχωρημένη ηλικία ήταν απολαυστικό. Ο τρόπος που διηγούνταν τις ντρίμπλες του Δομάζου και του Μηγιάκη ήταν μοναδικός, όπως και οι συγκρίσεις που έκανε για τους παίκτες που έπαιζαν από το 2000 και μετά με τους παλιούς. Τον θυμάμαι να μου λέει πως ο ΠΑΟ δεν είναι η ομάδα που έγινε μεγάλη για τους εγχώριους τίτλους της αλλά γι’ αυτά που είχε καταφέρει στην Ευρώπη και για τον σεβασμό που είχε κερδίσει από μεγαθήρια της Ευρώπης όπως ο Άγιαξ, η Γιουβέντους και η Λίβερπουλ.

Το 2008 λίγες μέρες αφού ο Παναθηναϊκός έκλεισε 100 χρόνια ιστορίας ο κυρ-Γιώργος προδόθηκε από την αδύναμη, καταπράσινη καρδιά του και μας άφησε. Ήταν αρκετά μεγάλος και είχε ζήσει μια ζωή ήρεμη και γεμάτη αγάπη. Σίγουρα εκεί ψηλά θα έχει αράξει κάπου και θα χαζεύει τις ντρίμπλες του Κρόιφ, του Πούσκας του Σόκρατες και του Μηγιάκη συζητώντας για ωραίες ποδοσφαιρικές ιστορίες με άλλους ποδοσφαιρόφιλους. Ελπίζω πάντως να μην είναι καφετζής γιατί θα τους έχει ταράξει στην πορτοκαλάδα.

Ο λατρεμένος προπονητής του τοπικού πρωταθλήματος

  [9 Σχόλια]

Το τοπικό (ερασιτεχνικό) ποδόσφαιρο στην Ελλάδα είναι κάτι το οποίο όσο και να προσπαθήσει κάποιος να αναλύσει και να το καταλάβει πλήρως δεν θα τα καταφέρει. Είναι εντελώς διαφορετικό άθλημα από το σύγχρονο ποδόσφαιρο που παίζεται στο εξωτερικό και φυσικά αλλάζει από περιοχή σε περιοχή. Άλλο ποδόσφαιρο θα συναντήσεις στην Αθήνα, άλλο στη Θεσσαλονίκη και τις γύρω περιοχές και εντελώς διαφορετικό στην Αιτωλοακαρνανία, για παράδειγμα, ή σε κάποιο νησί. Αυτό που παραμένει -σχεδόν- ίδιο παντού είναι ο λατρεμένος προπονητής του τοπικού και η συμπεριφορά του. Παρακάτω θα δούμε τους 5 κανόνες του κόουτς του τοπικού πρωταθλήματος.

"FA Respect - Ray Winstone 23/02/2009 - Ongar Sports & Social Club - Love Lane - Chipping Ongar - Essex - 23/2/09, Ray Winstone (Photo by Football AssociationThe FA via Getty Images)"

Κανόνας πρώτος: Το αδικοχαμένο ταλέντο. Ο κόουτς όταν ήταν μικρός υπήρξε τεράστιο ταλέντο. Δομάζος, Χατζηπαναγής και Σιδέρης σε ένα. Μια μέρα, ενώ μάγευε με τη φανέλα του χωριού του, βρέθηκαν στο γήπεδο δύο σκάουτερ. Ο ένας δούλευε για μεγάλη ελληνική ομάδα (ΠΑΟ, ΟΣΦΠ ή ΑΕΚ) και ο άλλος για κάποια του εξωτερικού, όχι όμως πρωτοκλασάτη για να είναι η ιστορία περισσότερη πειστική (Μπολόνια, Τορίνο ή Αταλάντα). Οι δύο σκάουτερ είχαν πάει στην περιοχή για ράφτινγκ και έμαθαν πως έχει ποδοσφαιρικό αγώνα. Κάπως έτσι βρέθηκαν όρθιοι πίσω από τη μάντρα να χαζεύουν τον νεαρό με το «10» στην πλάτη. Με το τέλος της αναμέτρησης τον πλησίασαν και του έδωσαν την κάρτα τους τάζοντάς του χρήματα, δόξα, τίτλους και 2-3 χρυσές μπάλες. Ο νεαρός τελικά δεν πήρε ποτέ τη μεγάλη απόφαση να πάει και να δοκιμαστεί, επιλέγοντας να μείνει στην ομάδα του χωριού και να συνεχίσει στα χωράφια του πατέρα του. Άσε που είχε δώσει και το λόγο του να παντρευτεί την κόρη του κυρ-Μάκη του κουρέα. Αργότερα και ενώ είχε ανεβάσει μόνος του την ομάδα δύο κατηγορίες, σκοράροντας 67 γκολ σε δύο σεζόν, τραυματίστηκε σοβαρά ενώ έβαζε κάτι σωλήνες στο χωράφι και σταμάτησε οριστικά το ποδόσφαιρο. Ήταν μόλις 23 ετών. Η προπονητική ήταν η φυσική συνέχεια των πραγμάτων.

Κανόνας δεύτερος: O ταλαντούχος γιος. Ο κόουτς έχει ένα γιο που είναι σπάνιο ποδοσφαιρικό ταλέντο. Πρωτοκλώτσησε μπάλα στα 5 και στα 10 είχε βγάλει ήδη το πρώτο του δελτίο στην ομάδα που προπονούσε τότε ο μπαμπάς του. Μεγαλώνοντας και άσχετα αν ήταν μόνιμα τσακωμένος με το κοντρόλ έβρισκε πάντα θέση στην αρχική 11αδα και μάλιστα στο χώρο του κέντρου. Εννοείται πως έχει φορέσει μόνο τις φανέλες με το «6», το «8» και το «10» αν και πάντα στην ερώτηση «τι θέση παίζεις εσύ βρε σκύβαλο», αυτός απαντούσε «δεκάρι», χαρίζοντας απλόχερα το γέλιο. Ο μπαμπάς-κόουτς έχει να λέει για το γκολ που είχε σκοράρει ο γιος από τα 40 μέτρα σε τοπικό ντέρμπι και για το πόσο αδίκησε ο γιος του τον εαυτό του -και το ταλέντο του- λόγω τεμπελιάς και εκείνης της άτιμης της Σούλας που τον έβαλε στο βρακί της.

Κανόνας τρίτος: Αθλητική φόρμα και μόνο. Ο κόουτς έχει κρατήσει τη φόρμα από όποια ομάδα και αν πέρασε (είναι και πολλές για την ακρίβεια) και κυκλοφορεί πάντα με αυτές. Στη δουλειά. Στο καφενείο. Στο βίντεοκλαμπ (ο κόουτς δεν κατεβάζει παράνομα ταινίες από το ίντερνετ). Στο ΙΚΑ. Στο σούπερ-μάρκετ. Είναι περήφανος για τη δουλειά του σε όλες αυτές τις ομάδες. Για την Άνω Ραχούλα που κέρδισε το Γ’ τοπικό το ’93 και για την Κάτω Ραχούλα που την έριξε κατηγορία το ’97 μετρώντας μόλις δύο νίκες σε 24 αναμετρήσεις. «Ήμασταν άτυχοι και ο Ζουμπούλιας το δεκάρι είχε μπει φαντάρος» αυτό είναι το μόνιμο παράπονο του κόουτς για τη χειρότερη στιγμή της μεγάλης καριέρας του, αλλά «τι να κάνεις» συμπληρώνει ο ίδιος. Εννοείται πως την αθλητική (γυαλιστερή) φόρμα τη συνδυάζει πάντα με καπέλο μεγάλης ομάδας του εξωτερικού. Ρεάλ Μαδρίτης, Μπαρτσελόνα και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ συνήθως.

Κανόνας τέταρτος: To όνειρο και ο πάγκος της μεγαλύτερης ομάδας. Ο κόουτς θεωρεί πως είναι αδικημένος και θα έπρεπε να έχει πάρει μια ευκαιρία και σε μεγαλύτερη ομάδα. Εκτός τοπικών. Θα σου αναλύσει τις τακτικές του Γκουαρδιόλα καλύτερα και από τον Αλέφαντο και θα σου ορκιστεί πως αν είχε και αυτός τον Τσάβι, τον Ινιέστα και τον Μέσι θα κέρδιζε με τον Τρίκαρδο Κατοχής -τουλάχιστον- την σούπερ λίγκα στην Ελλάδα. «Έχω καταλάβει πως παίζουν» θα σου πει και θα συμπληρώσει «Όταν ο Μπουσκέτς πλακάρει για τον Άλμπα (εδώ θα σκεφτεί λίγο και την Τζέσικα Άλμπα) δημιουργείται ένα ρήγμα» την ίδια στιγμή θα πάρει δύο κεφτέδες από το πιάτο (εννοείται η συζήτηση γίνεται σε ταβέρνα) και θα σου δείξει «το σύστημα».

Κανόνας πέμπτος (και τελευταίος): O γκουρού του στοιχήματος. Ο κόουτς έχει πάντα μαζί του ένα κουπόνι και καμιά δεκαριά δελτία στοιχήματος. Εννοείται πως παίζει και στο ίντερνετ και γι’ αυτό το λόγο έχει πάρει smartphone χωρίς να ξέρει να το χρησιμοποιεί. Στο πρακτορείο θα φτιάξει πάντα πηγαδάκι, με αυτόν στο επίκεντρο, και θα δέχεται ερωτήσεις του τύπου «Κόουτς να παίξω την Σοσιεδάδ διπλό». Θα ρωτήσει με ύφος Τζούντ Λο στο Young Pope (δείτε τη σειρά) «Με ποιον παίζει» για να ακούσει την απάντηση «Με τη Ράγιο στο Ράγιο». Θα το σκεφτεί περίπου μισό λεπτό και θα δώσει τα φώτα του. «Καλό διπλό και επίσης παίξ’το δύο έως τρία για μεγαλύτερο κέρδος». Ο φίλος εννοείται θα παίξει ακριβώς έτσι το στοίχημα και θα περιμένει μάταια να πληρωθεί. Ο μύθος λέει επίσης πως ο κόουτς την τελευταία φορά που είχε πιάσει στοίχημα είχαμε δραχμές.

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα.

Πόσο καλά ξέρεις το ντέρμπι των αιωνίων;

  [Καθόλου σχόλια]

Από το 1930, όταν Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός συναντήθηκαν για πρώτη φορά σε επίσημο παιχνίδι, μέχρι και σήμερα, τα ντέρμπι των αιωνίων καθηλώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των φιλάθλων της ποδοσφαιρικής Ελλάδας. Ακόμα και όταν δεν είναι καλά παιχνίδια (κάτι όχι σπάνιο) ή δεν έχουν βαθμολογικό ενδιαφέρον, το γόητρο και η ανάγκη για νίκη επί του αντιπάλου δίνουν τεράστια σημασία στους αγώνες. Όπως είναι φυσικό, σε μια πορεία περίπου 90 ετών υπάρχουν αγώνες, γεγονότα, άνθρωποι που έγραψαν και γράφουν ιστορία. Με αφορμή το ντέρμπι αυτής της αγωνιστικής, κάνουμε μία βόλτα στις αναμνήσεις και τεστάρουμε τις γνώσεις σας, ξέρετε όντως από ντέρμπι ή είστε μόνο λόγια;

Χορεύοντας στα χαλίκια

  [8 Σχόλια]

12506951_1721649811402898_1264883300_n

Το ποδόσφαιρο δεν είναι μπάσκετ. Είναι δύσκολο έως απίθανο να βρεις έναν ημιεπαγγελματία ή ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή που να μπορεί να μπει σε κάποιο γήπεδο και να διαλύσει διάσημους (και φτασμένους) ποδοσφαιριστές. Ίσως κάποτε -όταν το ποδόσφαιρο δεν ήταν γεμάτο παίκτες-αθλητές- να ήταν εφικτό. Στις μέρες μας δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση. Στο μπάσκετ έχουν υπάρξει τέτοιες περιπτώσεις αθλητών -στο παρελθόν- με τους Πι-Γουί Κέρκλαντ και Ερλ «Γκόατ» Μάνιγκολτ να θεωρούνται οι πιο διάσημοι, καθώς στα ανοικτά γήπεδα της Νέας Υόρκης κέρδιζαν (πολλές φόρες μάλιστα διέλυαν) παικταράδες όπως ο Μπερνάρντ Κινγκ, ο Λου Άλτσιντορ (γνωστότερος ως Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ) και φυσικά ο «Ντόκτορ» Τζούλιους Έρβινγκ. Και οι τρεις τελευταίοι υπήρξαν πρωταθλητές στο NBA και θεωρούνται στους κορυφαίους όλων των εποχών. Κλείνω το μεγάλο -και άσχετο πρόλογο όπως συνηθίζω- και περνάω στο κυρίως πιάτο.

Το Μεσολόγγι στα 90s ήταν μια πόλη γεμάτη ζωή. Με αρκετά εργοστάσια, (σχεδόν) μηδαμινή ανεργία και μια ποδοσφαιρική ομάδα -την Αθλητική Ένωση Μεσολογγίου ή ΑΕΜ- που δεν βολόδερνε στα τοπικά της Αιτωλοακαρνανίας αλλά πάλευε για να βρεθεί στα γήπεδα της Β’ Εθνικής. Υπήρχε δυνατή διοίκηση, γεμάτο γήπεδο, στον πάγκο κάθονταν ο αείμνηστος Γιάννης Κυράστας (για μερικές σεζόν) και η ομάδα είχε τη δυνατότητα να φέρνει παικταράδες (όπως ο Νόνι Λίμα) και να κάνει προετοιμασία σε γήπεδα του εξωτερικού. Τη σεζόν 1987-1988 η ΑΕΜ τερμάτισε στη 2η θέση της Δ’ Εθνικής πίσω από τον Παναιτωλικό και πήρε το εισιτήριο της ανόδου για τη Γ’ εθνική. Την ίδια περίοδο στο Μεσολόγγι έφτασε -για να ηγηθεί της μεσαίας γραμμής- ο Στάθης Τσάντζος. Ο παίκτης είχε ξεκινήσει από την ΑΕΚ Λιοσίων και είχε κάνει σπουδαίο όνομα στο Λεβαδειακό αλλά λόγω του χαρακτήρα του και της κακής εξωαγωνιστικής (και άστατης) ζωής του δεν κατάφερε ποτέ να βρεθεί σε ομάδα Α’ εθνικής, ασχέτως αν η τεχνική του κατάρτιση ήταν επιπέδου Χατζηπαναγή. Ο ίδιος ο «Βάσια» άλλωστε είχε δηλώσει πως θεωρεί το Τσάντζο ως το μεγαλύτερο Έλληνα μπαλαδόρο που έχει δει στη ζωή του.

15-12-88

Στην πρώτη προπόνηση της ομάδας είχαν μαζευτεί εκατοντάδες άνθρωποι για να θαυμάσουν το νέο μεταγραφικό απόκτημα και να δουν ιδίοις όμμασι αν η φήμη που τον ακολουθούσε είχε σχέση με την πραγματικότητα. Στην πρώτη του επαφή με τη μπάλα, μετά το ζέσταμα και τις διατάσεις, φάνηκε εκείνο το μαγικό, το «βραζιλιάνικο», που έχουν όλοι οι μεγάλοι αρτίστες της στρογγυλής θεάς. Ένα κοντρόλ βγαλμένο από τα καλύτερα ποδοσφαιρικά παραμύθια. Όταν μάλιστα απέφυγε τρεις παίκτες με ντρίμπλα αλά Ζιντάν στο διπλό της ομάδας, ακόμα και οι πιο δύσπιστοι κατάλαβαν πως είχαν να κάνουν με μια σπουδαία, με μια μοναδική περίπτωση ποδοσφαιριστή. Από τότε και για ενάμιση χρόνο κανένας δεν έπαιρνε τα μάτια από πάνω του, με τον παίκτη να χαρίζει μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις, χορεύοντας ουσιαστικά -όχι στο χόρτο αλλά- στα χαλίκια του γηπέδου του Μεσολογγίου. Ακόμα και στις μέρες μας -αν πας και πιάσεις κουβέντα με 2-3 γεροντάκια που ξημεροβραδιάζονται στο γήπεδο- θα ακούσεις γι’ αυτόν τον παίκτη. Θα τους δεις να συγκινούνται και να βουρκώνουν για τον «Μάγο της ΑΕΜ». Ίσως αν κλείσεις τα μάτια και αφήσεις ελεύθερο το μυαλό σου, να μπορέσεις να τον δεις -έστω για λίγο- να ντριμπλάρει ως άλλος Κάρλοβιτς τους αντιπάλους του.

r001-001

Ναι, στο κέντρο είναι ο Ρότσα

Τη σεζόν 1990-91 η ΑΕΜ είχε κληρωθεί με την ΑΕΚ για τον πρώτο γύρο του Κυπέλλου στη Φιλαδέλφεια. Φυσικά και εκείνη η ΑΕΚ δεν είχε αντίπαλο και κέρδισε την επαρχιώτικη ομάδα με 5-1 αλλά ο Τσάντζος είχε κρατήσει μια μοναδική στιγμή για το αθηναϊκό κοινό (και αρκετούς Μεσολογγίτες που είχαν βρεθεί στο γήπεδο). Όταν η ΑΕΜ κέρδισε πέναλτι, ο Τσάντζος έστησε τη μπάλα και εκτέλεσε τον τερματοφύλακα με σουτ αλά Πανένκα κάνοντας το κοινό να σηκωθεί και να χειροκροτήσει αυτό το σπουδαίο αρτίστα. Εννοείται πως νωρίτερα είχε μοιράσει άφθονες σακούλες στους σπουδαίους αμυντικούς των κιτρινόμαυρων. Μετά από εκείνη την εμφάνιση δεν ήταν λίγες οι ομάδες που ενδιαφέρθηκαν για το σπουδαίο άσσο αλλά πάντα έμπαινε φρένο λόγω της κακής του φυσικής κατάστασης και της κακής εξωγηπεδικής ζωής του. Ο Τσάντζος δεν είχε καμία σχέση με αθλητή. Ξενυχτούσε καθημερινά, κάπνιζε πολύ, έπινε ακόμα περισσότερο και γενικά ζούσε για τον αγώνα και βαριόταν την προπόνηση. Στη μέρα του μπορούσε να ντριμπλάρει σε τηλεφωνικό θάλαμο τους αδερφούς Μπαρέζι αλλά -είμαι σίγουρος- πως μπορεί να έπαιζε τελικό Μουντιάλ και την προηγούμενη να είχε ξενυχτήσει μέχρι τα χαράματα στα μπουζούκια.

Μεσούσης της σεζόν έφυγε για το Ναύπλιο και συνέχισε σε αρκετές ερασιτεχνικές ομάδες μέχρι το τέλος της καριέρας του στον Άρη Πετρούπολης. Στις 13 Ιουλίου του 2004 ο Στάθης Τσάντζος άφησε την τελευταία του πνοή  σε ηλικία 43 ετών, βυθίζοντας στο πένθος μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού της χώρας μας. Θεωρείται από τους πιο τεχνίτες ποδοσφαιριστές των 80s και των 90s και δεν έκανε σπουδαία καριέρα καθαρά λόγω του χαρακτήρα και των παθών του, δείχνοντας σε όλους πως για να φτάσεις στην κορυφή χρειάζονται -εκτός του ταλέντου- και οι θυσίες. Οι παλιότεροι θα τον θυμούνται πάντα να χορεύει στο χορτάρι, στο χώμα και τα χαλίκια. Να αφήνει χαζούς τους αντιπάλους του και να σκοράρει υπέροχα τέρματα. Να χαίρεται πρώτα απ’όλα το παιχνίδι και το βραδάκι να βγαίνει για να πιει τα ποτάκια του. Αν έπαιζε μπάσκετ, θα ήταν ακόμα ένας Πι-Γουί Κέρκλαντ. Θα χάζευε τους -διάσημους- αντιπάλους του στα ανοιχτά γηπεδάκια, στα χαλίκια και στις πλατείες και θα συνέχιζε χαμογελαστός το δρόμο του. Δυστυχώς όμως, όπως έγραψα και στην εισαγωγή αυτού του κειμένου, το ποδόσφαιρο δεν είναι μπάσκετ.

Περί σεβασμού και τιμής

  [5 Σχόλια]

mak

Ένα από τα σημαντικότερα ποδοσφαιρικά (και μη) γεγονότα της περασμένης εβδομάδας ήταν ο θάνατος του Χρυσόστομου (Μάκη) Ψωμιάδη. Το θέμα αντιμετωπίστηκε με διάφορους τρόπους. Με χιούμορ, με αφιερώματα στα πεπραγμένα του αποθανόντος, με κατάρες, με RIP, με στενοχώρια από κάποιους γιατί έφυγε ένας… μάγκας (!). Μέχρι που ήρθε ένα γεγονός που γράφτηκε για πλάκα και τελικά έγινε εφιαλτική πραγματικότητα για να βυθίσει τον μικρόκοσμο της ΑΕΚ σε μια ακόμα εσωτερική αναζήτηση, σαν αυτές που απασχολούν μονίμως αυτόν τον σύλλογο και σε κάνουν να σταματάς να ασχολείσαι με το αν ο Κολοβέτσιος είναι καλό σέντερ μπακ ή αν ο Μπαρμπόσα επιτέλους παίζει καλά. Η ΠΑΕ ΑΕΚ έστειλε στεφάνι στην κηδεία του Ψωμιάδη.

Η παρουσία του πρώην αθλητή πυγμαχίας της ΑΕΚ στα διοικητικά της τόσο στο μπάσκετ, όσο και στο ποδόσφαιρο άφησε πίσω καμμένη γη. Αυτό δεν είναι τόσο σπάνιο στην Ελλάδα θα πει κάποιος. Η διαφορά είναι όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για κάποιον άνθρωπο που είχε καταδικαστεί για υπεξαίρεση πολλών εκατομμυρίων Ευρώ από τα ταμεία της ΠΑΕ, με πλαστά τιμολόγια για καφέδες, με εμφανιζόμενους επενδυτές και μπροστινούς, με έναν σταβλίτη να εμφανίζεται ως εργολάβος για προπονητικό κέντρο και με ένα σωρό ατασθαλίες από τους μπροστινούς του Μάκαρου. Η ΑΕΚ πάλεψε δικαστικά, έπεσε σε ένα σωρό κόλπα, νομικά τρικ, αποδράσεις, αναβολές και ασθένειες την ίδια στιγμή που αργοπέθαινε. Περίμενε τη δικαίωση, μπας και καταφέρει να διασωθεί, αλλά η διάσωση δεν ήρθε ποτέ. Είναι φυσικά αρκετά αθώο να πιστεύει κανείς ότι είναι αποκλειστικά ευθύνη του Μάκη η διάλυση της ΑΕΚ, όταν οι μέτοχοι του 2004 και μετά την παράτησαν, αλλά το τεράστιο ποσό που διεκδικούσε η ΑΕΚ θα έκανε σίγουρα τη διαφορά. Μέσα σε όλα αυτά, υπήρξε και η γενικότερη συμπεριφορά του Μάκη, τόσο «επαγγελματικά», όσο και κατά την παρουσία του στα κοινά της ΑΕΚ και του ελληνικού αθλητισμού. Από τα μακρινά χρόνια και την ιστορία με τον Βρέινς μέχρι το ντου στο σπίτι του Ντέμη και την εμπλοκή του στα στημένα, γεγονότα που συμπλήρωσαν το καλτ προσωπείο ενός ανθρώπου που έζησε μέσα από τις τρύπες του ελληνικού συστήματος δικαιοσύνης εις βάρος πολλών.

Κι όμως, η ΑΕΚ επίσημα αποφάσισε να στείλει στεφάνι στην κηδεία του παγώνοντας, εξοργίζοντας και ντροπιάζοντας μεγάλο μέρος του κόσμου της. Η δικαιολογία όπως βγήκε προς τα έξω από τα non paper ήταν κάτι σε στυλ σεβασμός στο νεκρό και θα τον κρίνουν ο Θεός και η δικαιοσύνη. Ο σεβασμός στους νεκρούς είναι ένα μεγάλο ζήτημα, περισσότερο φιλοσοφικό και σίγουρα όχι καινούριο. Από το λατινικό De mortuis nil nisi bonum dicendum est (για το νεκρό μόνο το καλό πρέπει να λέγεται) μέχρι το ελληνικό τὸν τεθνηκóτα μὴ κακολογεῖν που είπε ο Χείλων, υπάρχει μια κοινή παραδοχή προς αυτό. Το θέμα είναι βέβαια πόσο αυτό είναι σεβασμός και πόσο είναι omerta. Πόσο το κάνεις γιατί «ο νεκρός δεν μπορεί να απαντήσει» και πόσο απλά αγιοποιείς ή αθωώνεις κάποιον εγκληματία. Προσωπικά, πιστεύω ότι ο σεβασμός στο νεκρό δεν έχει να κάνει με τον ίδιο το νεκρό, αλλά κυρίως με τους γύρω του. Όποιος και να ήταν αυτός που πέθανε, σίγουρα θα έχει δίπλα του κάποιον που τον αγαπούσε και πονάει γι’ αυτόν. Σέβεσαι με λίγα λόγια το πένθος κάποιου. Κάνεις λίγο και τον μαλάκα. Δε χάθηκε ο κόσμος μην μιλήσεις για μια-δυο μέρες.

AEKaox

Aπό τη δημόσια περιφορά του νεκρού Καντάφι εν μέσω πανηγυρισμών και τον Αχιλλέα να σέρνει το πτώμα του Έκτορα (όπως τραγούδησαν και οι Manowar) έξω από τα τείχη της Τροίας μέχρι το στεφάνι στην κηδεία όμως υπάρχει διαφορά. Γιατί το στεφάνι δεν δείχνει απλά σεβασμό. Δεν είναι παθητική κίνηση προς κάποιον που δεν μπορεί πλέον να απαντήσει. Δείχνει ότι τιμάς κάποιον. Και δεν γίνεται να τιμάς κάποιον που σίγουρα έχει κρίνει η δικαιοσύνη και που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για πολλά από τα δεινά (ας μην ξεχνάμε ότι αυτός ήταν που έφερε πίσω τον Μπάγεβιτς σκορπίζοντας την ΑΕΚ σε μια ανεπανάληπτη για τα ιστορικά του ελληνικού αθλητισμού εποχή εσωστρέφειας και φαγωμάρας) που πέρασε η ομάδα σου. Γιατί η δικαιολογία «σέβεσαι» κάποιον δεν πείθει, εκτός αν αρχίσουμε να στέλνουμε στεφάνια όταν φύγουν άνθρωποι όπως ο Κορνίλιους Σιρχάους ή ο Αλέξης Κούγιας που στο κάτω κάτω δεν έφαγαν και από μερικά δις δραχμούλες από τα ταμεία της ομάδας. Γιατί αν φύγει πραγματικά κάποιος άξιος άνθρωπος της ΑΕΚ, πάλι στεφάνι θα στείλεις και τότε ποια η διαφορά στην αντίδρασή σου; Πώς θα διακριθεί ο άξιος από τον ανάξιο; Σεβασμός είναι να αφήσεις τους ανθρώπους του στην ησυχία τους (έστω κι αν κάποιοι από αυτούς είναι συνένοχοι), να δείξεις ανωτερότητα στην στενοχώρια τους. Αυτό είναι αρκετά ανθρώπινο, δεν χρειάζεται όμως να το παίξεις Πόντιος Πιλάτος πετώντας το μπαλάκι στον Άγιο Πέτρο. Και αν είσαι φίλος του, στέλνεις προσωπικά στεφάνι (όπως έκανες) και όχι ως σύλλογος, ξεχνώντας το παρελθόν. Γιατί διάολε δεν έγιναν πριν 20 χρόνια όλα αυτά. Και όχι, δεν κρίνει μόνο η δικαιοσύνη. Κρίνουμε όλοι και σίγουρα δεν ξεχνάμε, όπως ευτυχώς κάποιοι έσπευσαν να ξεκαθαρίσουν με ένα πανό στο ματς με την Ξάνθη. Γιατί άλλο να σέβεσαι τον θάνατο και άλλο να τιμάς το νεκρό που δεν το αξίζει.

Μάκης ‘Big Mac’ Ψωμιάδης: Τα tweets

  [2 Σχόλια]

makaros

Σύμφωνα με μια είδηση που κυκλοφόρησε σήμερα σε όλα τα αθλητικά σάιτ ο Μάκης Ψωμιάδης, γνωστός στην πιάτσα και ως «Μάκαρος», δεν βρίσκεται πια μαζί μας. Ακολουθούν μερικά tweets από κάποια από τα ‘κατορθώματα’ του τα τελευταία χρόνια. Για τις προηγούμενες δεκαετίες μπορεί να ανατρέξει κανείς σε αστυνομικές αναφορές, μαρτυρίες από τη χούντα και αθλητικές εφημερίδες ή να περιμένει να βγει κάποια στιγμή όλη η ζωή του σε ταινία.

mak2

mak3

mak4

Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε

  [4 Σχόλια]

ball

Οποιοσδήποτε έχει ασχοληθεί με το ελληνικό ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια (και όχι μόνο τα τελευταία) έχει συνειδητοποιήσει πως όλα είναι ένας ατέρμονος κύκλος, στον οποίο όλοι είναι καταδικασμένοι να ζούνε τα ίδια πράγματα κάθε φορά. Το μόνο που αλλάζει είναι τα ονόματα. Παικτών, προπονητών και ομάδων.

Αυτές τις μέρες, για παράδειγμα, ζούμε την κλασσική φάση που πολλοί άνθρωποι είναι εκνευρισμένοι με την επίδειξη δύναμης που κάνει στο πρωτάθλημα ο Ολυμπιακός, παίρνοντας σφυρίγματα τα οποία φυσικά και δεν χρειάζεται γιατί το πιθανότερο είναι πως θα βρισκόταν στην κορυφή ακόμα κι αν έπαιζε με 10 παίκτες σε κάθε παιχνίδι από την αρχή, ο Ολυμπιακός παίζει κρίσιμο ματς στην Ευρώπη, οι οπαδοί όλων των υπολοίπων ομάδων περιμένουν καρτερικά από τον καναπέ τους μια ξένη σφαλιάρα που θα τους δώσει μια πρόσκαιρη χαρά, βλέποντας το σαν ένα μικρό είδος εκδίκησης για τα όσα έχουν βιώσει σε παλιότερα εγχώρια παιχνίδια, ο Ολυμπιακός χάνει, η ειρωνεία πάει σύννεφο, ειδικά αν στο παιχνίδι υπάρχουν περίεργες διαιτητικές αποφάσεις που δεν συνάδουν με τα ελληνικά δεδομένα, οι οπαδοί του Ολυμπιακού εκνευρίζονται και θεωρούν ότι όλο αυτό το αντιολυμπιακό πανηγύρι είναι καθαρά αποτέλεσμα κομπλεξισμού, που δημιουργείται από τους αμέτρητους τίτλους που σηκώνει ο «Θρύλος», ακούγονται τα κλασσικά «πονάτε καημένοι, καλά σας κάνει ο πρόεδρος, μακάρι να πάρει το φετινό πρωτάθλημα αήττητος και με 30 πέτσινα πέναλτι, αυτά θέλετε», τα οποία με τη σειρά τους προκαλούν τις περισσότερες φορές την οπαδική αντίδραση Ιζνογκούντ θέλω-να-γίνω-χαλίφης-στη-θέση-του-χαλίφη, όπου ο νέος χαλίφης θα κάνει ακριβώς τα ίδια που έκανε και ο παλιός γιατί «όταν παλεύεις μέσα στο βούρκο δεν γίνεται να είσαι καθαρός» και «τόσες φορές μας έσφαξαν στο παρελθόν, μας παίρνει να κερδίσουμε άπειρα+1 μούφα πέναλτι και πάλι δεν θα έχει εξισορροπηθεί η αδικία» και έτσι η ζωή συνεχίζει να κυλάει απτόητη, ανάμεσα σε ιντερνετικά μπινελίκια για μπαμπάδες που… σπέρνουν δεξιά κι αριστερά χιλιάδες «αλλόθρησκα» παιδιά βάζοντας απλά γκολ ή στήνοντας παιχνίδια και σε προκλητικά σεξουαλικά πρωτοσέλιδα δημοσιογράφων, που μετά σοκάρονται στην πρώτη έκρηξη οπαδικής βίας σε κάποιο γήπεδο.

kerkida-1

Όλα αυτά είναι εν μέρει αποδεκτά. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι πάντα ο κόσμος σε όλα τα θέματα. Ουτοπίες δεν υπάρχουν σ’αυτή τη ζωή. Κι αν υπήρχαν θα τις χρέωναν πανάκριβα αυτοί οι λίγοι που έχουν ήδη τα πάντα. Ο καθένας επιλέγει μια οπτική και μια στάση και πορεύεται μ’αυτή. Το μόνο ζητούμενο είναι να μην προσπαθεί μάταια ο ένας να μεταλαμπαδεύσει στον άλλον τη φιλοσοφία του. Η αγκαλιά του ποδοσφαίρου είναι τεράστια και χωράει κάθε καρυδιάς καρύδι.

Υπάρχει άπλετος χώρος στον κόσμο για να μαλώσουν, να βριστούν και να πλακωθούν όλοι αυτοί που έχουν καταλήξει με τον έναν (εκ πεποιθήσεως, «στη ζωή μόνο το αποτέλεσμα μετράει») ή με τον άλλο τρόπο (από αντίδραση, «η εκδίκηση είναι γλυκιά») στην ποδοσφαιρική κοσμοθεωρία «νίκη με κάθε τρόπο και κόστος». Είναι η πλειοψηφία και βρίσκονται σε μεγάλα ποσοστά σε όλες τις ομάδες. Η μπαλίτσα δεν φταίει σε τίποτα για το πως την αντιλαμβάνεται ο καθένας μας, είναι πολύ μεγαλύτερη ιδέα από την φιλτραρισμένη οπτική του κάθε ποδοσφαιρόφιλου. Όπως έχει πει άλλωστε και ο ένας και μοναδικός Ντιέγκο: Ό,τι κι αν κάνουμε εμείς η μπάλα δεν λεκιάζεται.

Το πρόβλημα είναι τεράστιο, ριζωμένο πλέον για τα καλά μέσα μας εξαιτίας της γενικότερης παιδείας με την οποία μεγαλώσαμε (μια βολική φυσικά προσέγγιση για την αποποίηση προσωπικών ευθυνών) και δεν πρόκειται να το λύσει ποτέ κανένας από μηχανής Θεός, όπως αυτός στον οποίο έχουμε εναποθέσει εδώ και λίγα χρόνια τις ελπίδες μας για να μας βγάλει και από τα σκατά της Κρίσης. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συχνάζουμε σε διαφορετικά μέρη ώστε να μη χρειάζεται να απαντάμε κάθε φορά στις διάφορες οπαδικές κραυγές πραγματικού μίσους με την τιτανοτεράστια ατάκα του Λουίτζι Πιραντέλλο που βρίσκεται στον τίτλο αυτού του κειμένου.

Χωρίς καθρέφτη στο σπίτι

  [12 Σχόλια]

dellas

Υποτίθεται ότι όσο μεγαλώνεις, μαθαίνεις. Κοιτάς τα λάθη σου, βελτιώνεσαι και δεν τα επαναλαμβάνεις. Δεν ισχύει για όλους αυτό. Η ΑΕΚ πέρασε μια διαδικασία δύσκολη με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Δυο χρόνια πέρασαν γρήγορα, χωρίς ιδιαίτερο άγχος, κάτι που από πολλούς θεωρείται αυτονόητο, αλλά τα παραδείγματα Άρη και Ηρακλή δείχνουν ότι δεν είναι. Μέσα σε όλα αυτά υπήρχε ένας άνθρωπος που ναι μεν άρπαξε την ευκαιρία που του δόθηκε, αλλά ήταν και αυτός που ανέλαβε στα ζόρια με κίνδυνο να κάψει την καριέρα του που μόλις ξεκινούσε.

Ο Δέλλας δούλεψε δυο ολόκληρες σεζόν στην ΑΕΚ με θετικό ισοζύγιο. Στη Γ’ Εθνική με κωμικό ρόστερ και ένα συνονθύλευμα κατσαπλιάδων και πρώην ποδοσφαιριστών ανέβασε την ομάδα άνετα.  Την επόμενη σεζόν με βελτιωμένο ρόστερ, έδειξε ότι είναι και προπονητής και όχι απλά ένα κόσμημα στην άκρη του πάγκου. Η ΑΕΚ έπαιξε συχνά καλό ποδόσφαιρο και κυρίως οργανωμένο και με πλάνο. Δεν βασιζόταν δηλαδή στην υπεροχή της στο ρόστερ, αλλά σε δουλειά που φαινόταν. Όταν ήρθε η δύσκολη ώρα να αντιμετωπίσει ξανά ομάδες Α’ Εθνικής το έκανε στο κύπελλο αήττητη, διαλύοντας τον Ατρόμητο, παίρνοντας Χ στο Καραϊσκάκη με κόντρα διαιτησία και αποκλείστηκε τελικά στα χασομέρια του επαναληπτικού με το διαβόητο γκολ του Χάρα. Κι όμως, υπήρχαν φωνές και τις δυο σεζόν που στην πρώτη στραβή έφερναν τσιώληδες και άλλους τύπους που μυρίζουν ναφθαλίνη.

bouroutzikas-e1369943579180

Η διοίκηση της ΑΕΚ (με λίγα λόγια ο Μελισσανίδης και οι φίλοι του στο ποδοσφαιρικό τμήμα) αποφάσισαν προς τιμήν τους να τον στηρίξουν. Ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε. Σε κανένα όμως σημείο δεν φρόντισαν να πουν στον κόσμο τι να περιμένει. Οι φυλλάδες φούσκωναν τα μυαλά, ενώ στην πραγματικότητα φαινόταν ότι το πλάνο είναι συντηρητικό, να χτιστεί μια ομάδα, να προστεθούν παίκτες και να συνεχιστεί η περσινή δουλειά. Αντί όμως να το τονίσουν αυτό, φοβούμενοι αντιδράσεις, άφησαν να αιωρείται ότι η ομάδα από την πρώτη χρονιά πάει για μεγάλα πράγματα. Την ίδια στιγμή έκαναν μεν και κάποιες καλές μεταγραφές, αλλά άφηναν την ομάδα στην επίθεση με τον προβληματικό Τζεμπούρ (καψούρα λέει του ηγέτη) και τον Κρισάντους, ενώ έπαιρναν κεντρικό αμυντικό από τα χαμηλά ράφια. Το ρόστερ δεν είναι κακό, απλά δεν μπορεί να είναι και πρωταθληματικό. Κανείς δεν το παραδέχτηκε επίσημα.

Ο Δέλλας ίσως εκεί έκανε το μεγαλύτερο λάθος του. Δεν φρόντισε να πει εξ αρχής για τους στόχους της ομάδας ή ότι υπάρχουν ελλείψεις, κάλυψε τη διοίκηση και αυτό έγινε το όπλο εναντίον του αργότερα, όταν και η έλλειψη κάποιων μεταγραφών παρουσιάστηκε ως «απροθυμία του Δέλλα που δεν ήθελε παίκτες». Η διοίκηση της ΑΕΚ φάνηκε λιγότερο ορεξάτη να στηρίξει τον προπονητή και περισσότερο να απομακρυνθεί από οποιεσδήποτε ευθύνες. Οι γκρανκάσες που εν έτει 2015 ο Μελισσανίδης συνεχίζει να εμπιστεύεται δεν περιέβαλαν με εμπιστοσύνη τον Δέλλα, αλλά οχυρώθηκαν πίσω του. Τα ΜΜΕ έβρισκαν συνεχώς προβλήματα και ευθύνες στον προπονητή, αλλά δεν τόλμησαν να αγγίξουν ποτέ την ιερή αγελάδα που δεν έκανε το κάτι παραπάνω στις μεταγραφές.

melissanidis-bajevic-dellas-μελισσανιδης-μπαγεβιτς-δελλας-e1397076975221«Τι θέλει πάλι ο αυτός ο Τσιώλης και με ενοχλεί στα τηλέφωνα;»

Ναι, ο Δέλλας έκανε σημαντικά λάθη φέτος στα δυο πιο κρίσιμα παιχνίδια. Διάβασε λάθος το παιχνίδι της Τούμπας και ακόμα όταν ήρθε προς το μέρος του δεν μπόρεσε να το διαχειριστεί σωστά και να πάρει εστω το Χ, ενώ στο Καραϊσκάκη το διάβασε σωστά, αλλά έκανε σημαντικά λάθη στις αλλαγές και ένα παιχνίδι που στη χειρότερη θα το έχανε στο γκολ το μετέτρεψε σε συντριβή. Την ίδια στιγμή όμως έχει π.χ. την ομάδα πάνω από τον ΠΑΟΚ που υποτίθεται ότι φέτος έριξε χρήματα, ενώ έχει βγάλει ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόγραμμα. Και στο κάτω κάτω, όταν λες αριστερά και δεξιά ότι θέλεις να δουλέψεις με ένα δικό σου παιδί, να του δώσεις χρόνο και να βγάλεις έναν προπονητή, δεν μπορείς να του συμπεριφέρεσαι με αυτόν τον τρόπο και να τον αναγκάζεις μέσω διαρροών να φύγει. Ειδικά όταν είναι ο Τραϊανός που έχει προσφέρει τόσα στην ομάδα κι όχι κάποιος από τους παλαιμάχους που μαζεύεις σε διάφορες θέσεις της ομάδας για βόλεμα και μόνο. Δυστυχώς όμως, η ΑΕΚ του 2015 λειτουργεί με νοοτροπία Μπάγεβιτς-Μπουρουτζίκα-Μανωλά και φροντίζει να αποβάλλει Ζήκους και Δέλλες. Και κυρίως, δεν τολμάει να κοιτάξει στον καθρέφτη να δει ότι είναι παρεάκι συνταξιούχων φίλων.  Δεν τολμάει να ζητήσει πίστωση χρόνου και να συνεχίσει να χτίζει, φροντίζοντας να διοικεί με non-paper μοιράζοντας σανό.  Φαίνεται όμως από το ποσοστό του κόσμου που δεν συμφωνεί με την αλλαγή προπονητή ότι οι περισσότεροι δεν το τρώνε πια. Ειδικά αν δουν κάποιο όνομα αντικαταστάτη από τα πανέρια που δεν θα έχει ελευθερία κινήσεων και θα πρέπει να έχει στο σβέρκο του την κουστωδία των φίλων.

Ντύσου σαν Έλληνας παράγοντας

  [2 Σχόλια]

Στο πρόσφατο παρελθόν ασχοληθήκαμε με το φαινόμενο των ποδοσφαιριστών-κλαρινογαμπρών. Έτσι, όποιος από εσάς σκοπεύει να κάνει καριέρα ως ποδοσφαιριστής θα ξέρει πώς πρέπει να ντυθεί. Κι αν κάποιος θέλει να γίνει παράγοντας; Να σας αφήσουμε έτσι; Για τον λόγο αυτό παρουσιάζουμε τις τοπ τάσεις της μόδας τα τελευταία 40 περίπου χρόνια στο ελληνικό ποδόσφαιρο, ώστε να μπορείτε να διαλέξετε το στυλ που σας ταιριάζει. Κάθε τάση παρουσιάζεται με το αντίστοιχο-μοντέλο πρόεδρο:

teo

Ντύσιμο τραγουδιστής σε μπουζούκια (Θοδωρής Ζαγοράκης)

Για τους πιο μουσικόφιλους ξενύχτηδες προτείνουμε αυτό το στυλ. Ο Τέο μπορεί να ήταν ένας καταπληκτικός χαφ με τεράστια καριέρα, αλλά από την στιγμή που παράτησε το ποδόσφαιρο και έγινε παράγοντας, έδειξε ότι εκτός από την μπάλα είχε έφεση και στα ας πούμε «ιδιαίτερα» πουκάμισα. Γενικά, δώσε ρίγα στον Θοδωρή και πάρ’του την ψυχή. Θες λεπτή κάθετη ρίγα; Θες διάφορες ρίγες; Θες ρίγες μάλλον δερμάτινες χωρίς κανένα νόημα μαζί με κρεμαστό; Με αποκορύφωμα την εμφάνιση στην κλήρωση του πρωταθλήματος το 2009 που οι ρίγες έχουν αντικασταθεί με κάτι σαν τραϊμπαλιές ή κινέζικα φίδια ή τοιχογραφία των Αζτέκων ή σαν να του πήρε το πουκάμισο ο γιος και να έπαιζε με μαρκαδόρους.

sklaven

Ντύσιμο δημόσιος υπάλληλος δεκαετίας 1980 (Αλεχάντρο Σκλαβενίτης)

Αν θέλετε κάτι πιο απλό ώστε να μιλούν οι πράξεις για σας, τότε εδώ είμαστε. Για όσους θέλουν να φορούν τα ρούχα και όχι τα ρούχα να φορούν αυτούς, βρήκαμε το στυλ που ψάχνετε. Ήταν τα χρόνια που ο Μάκης Ψωμιάδης προσπαθούσε να βρει μπροστινούς για να «αναλάβουν» την ΑΕΚ. Μια μέρα λοιπόν μάθαμε για τον πάμπλουτο Έλληνα από το Μεξικό. Ο Σκλαβενίτης κατέφτασε από το εξωτερικό, οι συγγενείς του δήλωναν έκπληκτοι καθώς δεν είχε φράγκο και ο Αλεχάντρο έκανε πρεμιέρα με αυτό το look. Ο ένας «εκ των 10 πλουσιότερων ανθρώπων στο Μεξικό» φοράει t-shirt κανά δυο νούμερα μεγαλύτερο, περασμένο μέσα από το παντελόνι, στάμπα από ιδρώτα στην α-μασχάλη  και οι τότε ρεπόρτερς της ΑΕΚ σχολίαζαν και το γεγονός ότι φορούσε παπούτσια χωρίς κάλτσες. Εκνευρισμένος από την κριτική για τον Σκλαβενίτη, ο Μάκαρος δικαιολόγησε την εμφάνιση με την ιστορική ατάκα: «Ήρθε ο άνθρωπος από ένα ταξίδι τριάντα ωρών και μία δεκαπεντάωρη μπίζνα-διαπραγμάτευση με την πωλήτρια εταιρεία«.

Ντύσιμο κτηνοτρόφος ελληνικής υπαίθρου (Κώστας Τσιτσόπουλος)

Κανείς μας δεν πρέπει να ντρέπεται για τις καταβολές που έχει. Τη δεκαετία του 1980 και αρχές του 1990 η Δράμα είχε τη Δόξα στην Α’ Εθνική βγάζοντας και πολύ καλούς παίκτες όπως τους Γεωργιάδηδες. Το μεγάλο της όπλο όμως ήταν ο «ισχυρός άντρας» της Δόξας, ο Κώστας Τσιτσόπουλος γνωστός και ως «τυρέμπορας» (δεν ήταν παρατσούκλι, ήταν η κανονική του δουλειά). Ο Τσιτσόπουλος ήταν ο παραδοσιακός παράγοντας της εποχής, χωμένος σε όλα τα κόλπα, το στερεότυπο του επαρχιακού ποδοσφαιράνθρωπου που ακόμα και σήμερα επιζεί. Δυστυχώς φωτογραφίες του πολλές δεν υπάρχουν για να δείξουμε το μεγαλείο του, αλιεύσαμε όμως αυτό το σχετικά πρόσφατο καλτ βίντεο που αξίζει. Γιατί τα ρούχα είναι το 50% και το άλλο 50% είναι η… μενταλιτέ.

kobot2

Ντύσιμο Ομερτά (Γιάννης Κομπότης)

Αν θέλεις ντύσιμο που να δείχνει καπατσοσύνη τότε είσαι εδώ. Τα λόγια είναι περιττά για τον Φρανκ Άντεργουντ του ελληνικού ποδοσφαίρου. Το μεγαλείο του είναι γνωστό. Αν δεν έχεις κάνει εκδρομή στην Λιβαδειά να τον πετύχεις με την Μαζεράτι του σε κανένα στενό της πόλης δεν μπορείς να καταλάβεις τίποτα. Μια επική μορφή ανεξαρτήτως ντυσίματος που και εκεί όμως είναι δυνατός. Εδώ τον βλέπουμε να βραβεύει τον Γκαγκάτση με άσπρο σακάκι και σκούρο πουκάμισο μεσημεριάτικα και τον Ατματζίδη να αναρωτιέται τι διάολο είναι αυτή η ρακέτα τρόπαιο.

zahoudanis

Ντύσιμο ομογενής μεγαλοτσιφλικάς στη Ν. Αφρική (Γιάννης Ζαχουδάνης)

Για τους νεότερους να πούμε λίγα λόγια για τον Τζον Ζαχουδάνη, που η ιστορία του θυμίζει αρκετά του Αλεχάντρο Σκλαβενίτη, τον ομογενή από τις ΗΠΑ. Κατά σύμπτωση κι αυτός εμφανίστηκε την ίδια εποχή σε μια αρκετά «θολή» μεταβίβαση μετοχών της ΠΑΕ Άρης από τον Κοντομηνά προς αυτόν. Ανατρέχοντας στα άρθρα της εποχής μπορεί κανείς να βρει ότι ο Ζαχουδάνης ήταν συνοδιοκτήτης ενός κάντρι κλαμπ (που δεν είναι μαγαζί που παίζουν κάντρι μουσική, αλλά κλειστά κλαμπ με γκαζόν που πλούσιοι συνήθως λευκοί πηγαίνουν για να παίξουν τένις και γκολφ) στις ΗΠΑ. Από όσο γνωρίζω, εκρεμμούν δικαστήρια εναντίον του, αλλά ο Γιάνναρος κάνει ζωάρα στην Καλιφόρνια βγάζοντας το δικό του κρασί. Αν και η φωτό είναι μετά από την ενασχόλησή του με τον Άρη, είναι τόσο υπέροχο το γιλέκο, το tinted γυαλί και το μπουκάλι κρασί που κάναμε εξαίρεση. Αν θέλετε τον ρόλο του πλούσιου Έλληνα ομογενή, έτσι θα το υποστηρίξετε.

Screenshot 2015-10-01 00.39.22

Ντύσιμο μπαμπάς που ήρθε στο 5Χ5 να σε μαζέψει (Ιβάν Σαββίδης)

Η αλήθεια είναι ότι ο ισχυρός άντρας του ΠΑΟΚ εμφανίζεται τον τελευταίο καιρό πάντα καλοντυμένος. Υπάρχει όμως μια βραδιά που όλοι οι ΠΑΟΚτζήδες προσπαθούν να ξεχάσουν κι ο Ιβάν έχει ακόμα έναν λόγο. Τη νύχτα του άτυχου τελικού κυπέλλου με τον Παναθηναϊκό, ο Ιβάν έκανε το δικό του σόου με τον Γιάννη Αλαφούζο. Είχαμε να δούμε τόση αγάπη σε τελικό μεταξύ δύο αντιπάλων από το πρώτο Big Brother με τον Τσάκα και τον Πρόδρομο, με τη διαφορά ότι εκεί κέρδισε ο Πόντιος. Εδώ, ενώ ο Αλαφούζος εμφανίστηκε ντυμένος στην πένα, ο Σαββίδης προτίμησε λευκό πόλο μπλουζάκι ΠΑΟΚ που ήταν και κομματάκι στενό τονίζοντας την μπάκα και από κάτω φόρμα. Αυτό δεν ήταν το πρόβλημα όμως. Το πρόβλημα ήταν το σκαρπίνι από κάτω που συνόδευε αυτή την εμφάνιση.  Δυστυχώς καλή φωτό δεν υπάρχει, οπότε αρκούμαστε στο σκρίνσοτ από το YouTube, αν και γενικά δεν θα συνιστούσαμε αυτό το στυλ αν δεν έχετε τουλάχιστον ένα ξενοδοχείο στο χαρτοφυλάκιό σας.

proedros

Ντύσιμο Λάμπρος Κωνσταντάρας aka μάμι μπλου (Θωμάς Μαύρος)

Για κάτι πιο βίντατζ και αεράτο έχουμε κι εδώ την λύση. Ο Θ(ε)ωμάς είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστής που έβγαλε ποτέ η χώρα, ένας άοκνος παστελωτής και ένας από τους πιο αγαπημένους παίκτες των οπαδών της ΑΕΚ. Στιλιστικά μοιάζει να τον έχουν κλειδώσει στη δεκαετία του 1970 και να πέταξαν το κλειδί στη θάλασσα. Αν και το πέρασμά του από τον προεδρικό θώκο της ΑΕΚ είναι κάτι που και ο ίδιος και όλος ο κόσμος της ΑΕΚ θα θέλει να ξεχάσει, μας χάρισε αρκετές στιγμές καλτίλας, ειδικά από την στιγμή που ανέλαβε προπονητής ο μαυρισμένος Βαγγέλης Βλάχος φτιάχνοντας ένα δίδυμο από άλλες εποχές.

kapetanios

Nτύσιμο homicide detective στη Νέα Υόρκη το 1970 (Γιώργος Βαρδινογιάννης)

Για όσους έχουν στο μυαλό τους μια φιλοσοφία Έλληνα πατερούλη προέδρου που τον τρέμουν οι παίκτες, υπάρχει λύση. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης για χρόνια ήταν από τους ισχυρότερους ανθρώπους στο ελληνικό ποδόσφαιρο βγάζοντας την μαγκιά από τα κουτούκια και μεταφέροντάς την στα επίσημα των γηπέδων. O καπετάνιος ή και Ρίνγκο (για τους όχι τόσο φίλους) με το βλοσυρό βλέμμα, αρκετά συχνά ένα μουστάκι και σχεδόν πάντα ένα τσιγάρο στο στόμα εμφανίζεται με γραβατιά, στενό παντελόνι, γυαλί ηλίου της μάρκας «Are you talking to me?», ζωνάρι και κάτι να κρέμεται από την τσέπη. Αν θέλετε να είστε ο bad cop, μην ψάχνετε αλλού.