Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο'

Nations League: Η απάντηση της Ευρώπης στην Λ. Αμερική

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Γκάρεθ Σάουθγκειτ τοποθέτησε προσεκτικά τις σημειώσεις του πάνω στο γραφείο, τσέκαρε για μια ακόμα φορά τα σκονάκια του και ζήτησε από τους βοηθούς του να σταθούν δίπλα του για να τον βοηθήσουν σε περίπτωση που κολλήσει κάποια στιγμή. Στη συνέχεια πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα και είπε: “Λοιπόν, θα προσπαθήσω να σας το εξηγήσω όσο πιο απλά γίνεται”.

Μερικά λεπτά ανάλυσης αργότερα σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε προσεκτικά την αίθουσα και κατάλαβε τη ματαιότητα του εγχειρήματος. Κάποιοι παίκτες της εθνικής Αγγλίας είχαν το βλέμμα μαθητή που κάποιος προσπαθεί να τους δείξει πως λύνονται τα διπλά ολοκληρώματα ενώ αυτοί ακόμα δεν έχουν καταλάβει πλήρως τη διαίρεση. Κάποιοι άλλοι είχαν το ύφος άντρα που η σύζυγος του αναλύει τις τεράστιες διαφορές ανάμεσα σε δυο χρώματα που και τα δυο είναι μπλε. Τέλος υπήρχαν κι αυτοί που είχαν το πρόσωπο φαντάρου που κάνει σκοπιά στο φυλάκιο και ενώ τα μάτια του είναι ορθάνοιχτα και εστιασμένα αυστηρά πάνω σου, ξέρεις πολύ καλά ότι από πίσω κρύβεται ένας τύπος που κοιμάται γαλήνια εδώ και τουλάχιστον πέντε λεπτά.

Απογοητευμένος από την εικόνα και με την απόγνωση λογιστή που προσπαθεί να εξηγήσει σε παιδιά νηπιαγωγείου πως πρέπει να συμπληρώσουν τη φορολογική τους δήλωση ο Σάουθγκειτ μάζεψε αργά-αργά όλες τις σημειώσεις του και περιορίστηκε στη σίγουρη επιλογή κάθε προπονητή: “Ξεχάστε τα όλα αυτά, πάμε απλά να κερδίσουμε το επόμενο ματς”.

Λίγο αργότερα ο Χάρι Μαγκουάιρ στήθηκε μπροστά στους δημοσιογράφους και απαντώντας σε σχετική ερώτηση δήλωσε, με ύφος μαθητή που μιλάει στις κάμερες μετά τις πανελλήνιες και ενημερώνει το κοινό ότι τα θέματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα για κάποιον σαν κι αυτόν που είχε διαβάσει μόνο τα πολύ SOS: “Δεν ξέρω τι πιστεύετε εσείς αλλά εγώ νομίζω πως είναι αρκετά μπερδεμένο. Ο προπονητής προσπάθησε πάντως να μας το εξηγήσει όσο καλύτερα μπορούσε. Νομίζω πως αυτός το έχει κατανοήσει τώρα αλλά σίγουρα χρειάστηκε να το μελετήσει πολύ. Εμείς πρέπει απλά να πηγαίνουμε σε κάθε ματς ψάχνοντας τη νίκη και θα δούμε στο τέλος που θα μας βγάλει.”

Όπως σίγουρα θα έχετε ακούσει, το Nations League μπήκε στη ζωή μας από την Πέμπτη. Επίσημα πρόκειται για μια διοργάνωση της UEFA που έχει ως στόχο να αντικαταστήσει τα ανούσια και αδιάφορα φιλικά παιχνίδια των εθνικών ομάδων που σχεδόν κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν παρακολουθούσε. Ανεπίσημα, είναι ξεκάθαρα η απάντηση της UEFA στη διαχρονική και γραφική παράνοια των διοργανώσεων της CONMEBOL.

Για πολλές δεκαετίες η Ευρώπη ήταν εκείνος ο τύπος που πήγαινε στις συναντήσεις παλιών συμμαθητών με το αψεγάδιαστο κουστούμι του και την οργανωμένη και ιδανική ζωή από πίσω, με την καλή και σταθερή θέση στην τράπεζα, την υπέροχη γυναίκα που δουλεύει ως μεσίτρια και τα δυο αψεγάδιαστα παιδιά που τα λένε Κλεισθένη και Ανδρονίκη. Αν και ικανοποιημένος με την πορεία της καριέρας του, ο τύπος πάντα ζηλεύει κρυφά τον παλιόφιλο που καθόταν μαζί στο τελευταίο θρανίο και τώρα σκάει μύτη με χύμα πουκάμισο, μακρύ μαλλί και σκουλαρίκι, μιλάει για την πληθωρική γκόμενα που έχει στην Αυστραλία, την progressive rock μπάντα που έχει φτιάξει με κάτι Ισλανδούς στη Βοστώνη και τη δουλειά του, που περιλαμβάνει μέσα διαμάντια από το Κονγκό, καραμέλες από το Εκουαδόρ, σφουγγαρίστρες από την Κίνα και έναν κουφό Σέρπα από το Νεπάλ, χωρίς να μπορεί ακόμα και ο ίδιος να εξηγήσει με κάποιο λογικό τρόπο τη σύνδεση όλων των παραπάνω.

Φτάνοντας (επιτέλους) στην ουσία. Το Nations League είναι μια διοργάνωση που με μια πρώτη ματιά μπορεί να σου φανεί λίγο μπερδεμένη. Αν όμως κοιτάξεις πιο προσεκτικά, καταναλώσεις τρεις καφέδες και δυο βότκες και αφιερώσεις πέντε ωρούλες από τη ζωή σου για να την κατανοήσεις πλήρως θα καταλάβεις ότι τελικά είναι αρκετά μπερδεμένη. Η λογική της μπορεί να συνοψιστεί απλοϊκά στο εξής: Οι εθνικές ομάδες αντί να δίνουν φιλικά χωρίς νόημα θα παίζουν με ομάδες παρόμοιας δυναμικότητας έχοντας ως έπαθλο κάποιες εξτρά θέσεις για την επόμενη μεγάλη διοργάνωση, είτε αυτή είναι Euro, είτε Μουντιάλ.

Πως μπορεί να γίνει αυτό; Όλες οι εθνικές της Ευρώπης έχουν χωριστεί σε 4 ‘πρωταθλήματα’ ανάλογα με τη δυναμική τους. Κάθε πρωτάθλημα αποτελείται από 4 γκρουπ, κάποια με 3 ομάδες και κάποια με 4. Σύνολο 16 γκρουπ. Οι ομάδες των γκρουπ θα παίξουν μεταξύ τους μέσα στο επόμενο δίμηνο. Οι νικητές των γκρουπ, δηλαδή 16 ομάδες, θα προχωρήσουμε στην επόμενη φάση, των πλει-οφ, εκεί που την άνοιξη του 2020 θα διεκδικήσουν (μέσω μιας ακόμα πιο μπερδεμένης διαδικασίας που θέλει μπόλικη ανάλυση μελλοντικά) 4 εισιτήρια για το Euro 2020.

Ενδιάμεσα από τη φάση των ομίλων και τα περιβόητα μπερδεμένα πλέι-οφ, θα διεξαχθούν κανονικά τα προκριματικά του Euro, όπως ακριβώς τα έχουμε συνηθίσει. Μέσω της κλασικής διαδικασίας (10 όμιλοι, αγώνες μέσα-έξω, προκρίνονται απ’ευθείας οι δυο πρώτοι) θα προκύψουν οι 20 από τις 24 ομάδες του Euro, αφήνοντας 4 ελεύθερα ‘εισιτήρια’ για τους νικητές των πλει οφ του Nations League.

Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, κάποιοι από τους νικητές των γκρουπ του Nations League (κοινώς οι περισσότερες μεγάλες εθνικές της Ευρώπης) πιθανόν θα έχουν εξασφαλίσει την πρόκριση από τα κλασικά προκριματικά, οπότε στη θέση τους θα προχωρήσουν στα πλέι οφ οι αμέσως επόμενες ομάδες της βαθμολογίας. Εδώ πιθανόν να προκύψουν διάφορα μικρά αλλά και μεγαλύτερα ζητήματα (ανάμεσα τους και η – μικρή – πιθανότητα κάποια ομάδα να έχει συμφέρον να χάσει ένα παιχνίδι των προκριματικών για να προκριθεί απ’ευθείας η αντίπαλος της και να καπαρώσει η ίδια τη θέση της στα πλει οφ της Nations League) τα οποία φυσικά και θα αποφύγουμε να αναλύσουμε τώρα με τέτοια ζέστη.

Εκτός από τη σύνδεση του με τις μεγάλες διοργανώσεις όμως, που – μεταξύ μας – είναι και το κομμάτι που ενδιαφέρει τους περισσότερους, το Nations League παραμένει ένα ξεχωριστό τουρνουά, που σημαίνει ότι θα προσπαθήσει να αναδείξει και νικητή-τροπαιούχο. Αυτός θα προκύψει το επόμενο καλοκαίρι από μια διαδικασία ημιτελικών, στην οποία θα βρεθούν οι νικητές των 4 γκρουπ του πρώτου πρωταθλήματος, εκείνου δηλαδή που φιλοξενεί όλες τις μεγάλες ομάδες της ηπείρου.

Τελειώνοντας, θα υπάρχει κανονικά άνοδος και υποβιβασμός. Ο τελευταίος κάθε γκρουπ θα υποβιβάζεται στο αμέσως επόμενο πρωτάθλημα ενώ ο πρώτος θα ανεβαίνει σκαλοπάτι. Έτσι τα πρωταθλήματα και τα γκρουπ που θα σχηματιστούν στο επόμενο Nations League θα διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από αυτά που έχουμε φέτος. Με τη λογική ότι οι μεγάλες ομάδες θα κερδίσουν την πρόκριση τους από τα κανονικά προκριματικά και αυτόματα θα δώσουν τη θέση τους στα πλέι οφ στον αμέσως επόμενο, καταλαβαίνει κανείς ότι όσο πιο πάνω σκαρφαλώσει μια μικρή ομάδα στο Nations League τόσο πιο πιθανό είναι να βρεθεί στα πλέι οφ και κατ’επέκταση μια ανάσα (ή και περισσότερες) από το όνειρο μιας συμμετοχής σε μεγάλη διοργάνωση.

Η εθνική μας ομάδα έχει τοποθετηθεί φέτος στο 3ο πρωτάθλημα (σαν να λέμε στην 3η κατηγορία), σε ένα γκρουπ μαζί με την Ουγγαρία, τη Φινλανδία και την Εσθονία. H πρεμιέρα της στη διοργάνωση θα γίνει το βράδυ του Σαββάτου, εκτός έδρας απέναντι στην Εσθονία. Ο στόχος της ομάδας του Μίχαελ Σκίμπε είναι ξεκάθαρα η πρώτη θέση που θα της δώσει το δικαίωμα να κυνηγήσει ένα εισιτήριο για το Euro 2020 μέσω και των πλέι οφ, αυξάνοντας έτσι τις ελπίδες της να επιστρέψει σε μια μεγάλη διοργάνωση. Για όσους παίκτες μας (και όχι μόνο) ζορίζονται ακόμα να καταλάβουν το σύστημα διεξαγωγής, υπάρχει πάντα ο απλός και παραδοσιακός στόχος που χρησιμοποιούν και οι Άγγλοι: “Κερδίζουμε όλα τα ματς και στο τέλος βλέπουμε τι έχουμε καταφέρει”.

Η τέχνη -και η τεχνική- της άμυνας

  [4 Σχόλια]

Για να καταλάβει κάποιος πόσο πολύ έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια (προς το καλύτερο και το πιο μοντέρνο), αρκεί να ρίξει μια ματιά, και στον τρόπο που αμύνονται πλέον οι ομάδες -ατομικά και στο σύνολό τους- αλλά και στο πόσο σημαντικό κομμάτι παίζει πλέον η σωστή αμυντική λειτουργία στο χτίσιμο της επίθεσης. Της σωστής επίθεσης. Οι σύγχρονοι προπονητές της εποχής (ο Γκουαρδιόλα και ο Κλοπ είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα) δείχνουν να έχουν καταλάβει αυτό το κομμάτι καλύτερα από άλλους συναδέλφους τους, ψάχνοντας παίκτες που να διαθέτουν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για να ηγηθούν στην άμυνα ως κυρίαρχοι. Ως οι παίκτες δηλαδή που γνωρίζουν πως: ο καλύτερος τρόπος για να μην δεχθείς γκολ είναι να έχεις την μπάλα στην κατοχή σου και να την ανεβάζεις στην επίθεση με σωστό τρόπο. Και στις δύο ομάδες (την Μάντσεστερ Σίτι και την Λίβερπουλ) αυτοί οι παίκτες υπάρχουν.

Στους «γαλάζιους», ο Άγγλος Τζον Στόουνς και στους «κόκκινους», ο Ολλανδός Βίργκιλ Φαν Ντάικ. Αμφότεροι, κεντρικοί αμυντικοί με σπάνια τεχνική. Άψογη αντίληψη του παιχνιδιού -και του χώρου- και φυσικά ηγετικά χαρίσματα. Κεντρικοί αμυντικοί που ολοένα και λερώνουν λιγότερο το σορτσάκι τους, αλλά κάνουν άψογα την δουλειά τους. Εννοείται πως αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και φυσικά και δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο χορτάρι από όλες τις ομάδες. Για να φτιάξεις άλλωστε μια ποιοτική ομάδα χρειάζονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και όπως είναι φυσικό, τα χρήματα για να αποκτηθούν αμυντικοί με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δύσκολο να βρεθούν από ομάδες που δεν συγκαταλέγονται στο πρώτο ράφι του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Για να το καταλάβουμε καλύτερα όλο αυτό θα μιλήσουμε με αριθμούς. Οι αριθμοί άλλωστε -συνήθως- λένε την αλήθεια.

Ο Στόουνς, στα δικά μου μάτια, είναι ένας απ’ τους καλύτερους στόπερ σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ίσως και ο καλύτερος γι’ αυτό το στυλ ποδοσφαίρου που έχει επιλέξει να παρουσιάζει ο Γκουαρδιόλα στις ομάδες του (οι άλλοι που μου αρέσουν υπερβολικά είναι ο Ολλανδός της Λίβερπουλ και φυσικά ο Βαράν της Ρεάλ Μαδρίτης). Η εξέλιξη μάλιστα του Άγγλου τα δύο τελευταία χρόνια που αγωνίζεται υπό τις οδηγίες του Γκουαρδιόλα είναι απλά τρομακτική. Μιλάμε άλλωστε για αμυντικό που χρειάστηκαν 47.5 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Γκούντισον Παρκ και να γίνει παίκτης των «πολιτών» το καλοκαίρι του ’16. Ας δούμε όμως κάποιους αριθμούς για να  καταλάβουμε καλύτερα την αξία του. Την πρώτη του σεζόν στο Έτιχαντ (2016-2017) είχε φτάσει το ποσοστό του σε επιτυχημένες πάσες στο 91.7%. Τρεις ολόκληρες μονάδες πάνω από το ποσοστό του στην τελευταία του χρονιά με τη φανέλα της Έβερτον. Την περσινή σεζόν (2017-2018), που η Σίτι έσπασε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ο Στόουνς είχε στην Πρέμιερ Λιγκ το απίστευτο 95.8%,  με 69.2 πάσες ανά αγώνα. Αυτό που όμως κυριολεκτικά τρομάζει είναι πως πέρσι δεν είχε ούτε ένα λάθος που να οδηγεί σε σουτ του αντιπάλου. Το γνωστό δηλαδή «πούλημα της μπάλας» που λέμε και στα καφενεία. Αυτό δηλαδή που κανένας προπονητής δεν θέλει να βλέπει -κυρίως- στους αμυντικούς και τον γκολκίπερ του. Τις δυο σεζόν που προηγήθηκαν της περσινής ο Στόουνς είχε μέσο όρο τέσσερα λάθη σε αυτό το κομμάτι. Κάτι που δείχνει περίτρανα την δουλειά που έχει ρίξει μιας και το ταλέντο του ήταν γνωστό εδώ και πολλά χρόνια στους φίλους της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Οταμέντι πέρσι είχε τρία «πουλήματα μπάλας» που οδήγησαν μάλιστα σε τρία τέρματα για την Σίτι. Ο εξαιρετικός κίπερ Έντερσον είχε έξι, και από δύο είχαν ο Γουόκερ, ο Φερναντίνιο και ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο τελευταίος αγωνίστηκε σχεδόν ολόκληρη την σεζόν ως αριστερός μπακ (που δεν είναι η φυσική του θέση). Ο Γκουαρδιόλα αν είχε μαλλιά θα τα είχε βγάλει απ’ το τράβηγμα βλέποντας όλα αυτά τα λάθη των παικτών του. Το γεγονός πως ο διεθνής Άγγλος αμυντικός καταφέρνει να είναι ο ηγέτης της άμυνας της Σίτι έχοντας: 0.8 επιτυχημένα τάκλιν ανά παιχνίδι, 1 κλέψιμο, 0.3 φάουλ και 3 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, χωρίς να πέφτει στο χορτάρι όπως ο Βίνι Τζόουνς τις παλιές καλές εποχές, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού της Σίτι και τον σημαντικότατο ρόλο που έχει ο ίδιος σε όλο αυτό. Χωρίς τον Άγγλο, φαντάζει πολύ δύσκολο να λειτουργήσει όλο αυτό στην εντέλεια. Φυσικά  και όλο αυτό το είδαμε να λειτουργεί και στο Μουντιάλ για την Αγγλία. Με τριάδα στην άμυνα και διαφορετικό στυλ παιχνιδιού αλλά με τον 24χρόνο σε ένα πιο ελεύθερο και οργανωτικό ρόλο. Ως ο απόλυτος ηγέτης της ομάδας. Δυστυχώς για τον ίδιο (και για την Αγγλία) το τέλειο τουρνουά που πραγματοποίησε θα το στοιχειώνει πάντα η φάση του νικητήριου γκολ του Μάντζουκιτς στην παράταση του ημιτελικού. Ένα γκολ που στέρησε την παρουσία στον μεγάλο τελικό και που το χρεώνεται και ο ίδιος με την κακή του αντίδραση στην συγκεκριμένη φάση (μετά το άτσαλο διώξιμο του Γουόκερ). Η απόσταση άλλωστε, του ήρωα απ’ τον μοιραίο, είναι ελάχιστη στο ποδόσφαιρο. Ελάχιστη βέβαια είναι συνήθως και η αντίληψη ανθρώπων που στέκονται μόνο στο λάθος κάποιου παραβλέποντας (ηθελημένα τις περισσότερες φορές) όλα τα θετικά που έχουν προηγηθεί και την εν γένει παρουσία του. Μην ξεχνάμε πως πριν το γκολ του Μάντζουκιτς, ο Βρσάλικο είχε βγάλει πάνω στην γραμμή την κεφαλιά του Στόουνς. Μια κεφαλιά που αν είχε γίνει γκολ, το σκορ θα ήταν 2-1 υπέρ των Άγγλων, και ίσως τώρα να ήταν όλα εντελώς διαφορετικά. Με τα «αν» και τα «ίσως» βεβαίως και δεν γράφεται ιστορία όμως, γι’ αυτό πάμε παρακάτω.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στους άλλους τρεις στόπερ των ομάδων που αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στο πρωτάθλημα της Πρέμιερ Λιγκ που αρχίζει σε λίγες μέρες.

Ο Φαν Ντάικ κόστισε 75 εκατομμύρια λίρες στην Λίβερπουλ τον Δεκέμβριο του ’17 και έγινε αμέσως ο απόλυτος ηγέτης της άμυνας και της αμυντικής λειτουργίας της ομάδας του Κλοπ. Σε 14 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.1 επιτυχημένα τάκλιν, 1.3 κλεψίματα, 0.6 φάουλ. 5.6 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα (ανίκητος σε αυτό τον τομέα) και 81 πάσες ανά αγώνα, με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει το 90%. Φυσικά και οι μυημένοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο περιμέναμε αυτή την εξαιρετική παρουσία μιας και τα δείγματα γραφής στην Σαουθάμπτον δεν άφηναν και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Φέτος αναμένεται ακόμα καλύτερος – όπως φυσικά και ολόκληρη η ομάδα.

Ο εξαιρετικός νεαρός διεθνής Κολομβιανός της Τότεναμ, Ντάβινσον Σάντσεζ κόστισε 42 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Άμστερνταμ -και τον Άγιαξ- για το Λονδίνο και τα «σπιρούνια», και έγινε αμέσως ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της ομάδας του. Στο ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο του Ποκετίνο, σε 29 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.2 επιτυχημένα τάκλιν, 1.2 κλεψίματα, 0.8 φάουλ, 2.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, 60.2 πάσες ανά αγώνα και ποσοστό επιτυχίας 89.4%. Όλα αυτά γίνονται ακόμα πιο σημαντικά αν αναλογιστούμε πως η περσινή ήταν η πρώτη του σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ και πως η μετάβαση από το Ολλανδικό ποδόσφαιρο στο Αγγλικό, είναι πραγματικά δύσκολη, και η διαφορά επιπέδου χαώδης. Ο Φαν Ντάικ για παράδειγμα πριν την Σαουθάμπτον (και ενώ προέρχεται και αυτός από την Ολλανδία και την Γκρόνιγκεν) είχε δοκιμαστεί στο δύσκολο (και βίαιο) πρωτάθλημα της Σκωτίας με τη φανέλα της Σέλτικ. Η Σκωτσέζοι μάλιστα πίστευαν τόσο πολύ τον παίκτη που είχαν βάλει στην Σαουθάμπτον ποσοστό μεταπώλησης. Φυσικά και είδαν τα ταμεία τους να γεμίζουν με ζεστό χρήμα πέρσι τον Δεκέμβρη.

Τελευταίο άφησα τον Έρικ Μπαγί. Τον παίκτη που έχει επωμιστεί τον ρόλο του ηγέτη στην άμυνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θα καταλάβουμε πολύ καλύτερα -βλέποντας τους αριθμούς- γιατί η ομάδα του Μουρίνιο δεν μπορεί να ακολουθήσει τον τρόπο παιχνιδιού των τριών ομάδων που προανέφερα. Ο Ιβοριανός κόστισε 30 εκατομμύρια λίρες το καλοκαίρι του ’16 για να αφήσει την Βιγιαρεάλ για το Ολντ Τράφορντ και οι αριθμοί του είναι: 1.3 επιτυχημένα τάκλιν, 1.9 κλεψίματα, 0.8 φάουλ (όλα καλά μέχρι εδώ) αλλά 1.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα και 32.8 πάσες ανά αγώνα με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει μετά βίας το 86%. Πολύ χειρότερος δηλαδή στο οργανωτικό κομμάτι από τους τρεις παίκτες που προανέφερα και πολύ χειρότερος με την μπάλα στα πόδια. Κάτι που δείχνει με τον καλύτερο τρόπο και τον λόγο που η Γιουνάιτεντ σηκώνει πολλές φορές την μπάλα απ’ την άμυνα στην επίθεση αλλά και γιατί ο Μουρίνιο γκρινιάζει συνεχώς τον τελευταίο καιρό για μεταγραφική ενίσχυση. Ο Χάρι Μαγκουάιρ της Λέστερ αποτελεί άλλωστε στόχο, και είναι ικανός να προσθέσει ποιότητα στο κέντρο της άμυνας της ομάδας.

Για να καταλάβουμε καλύτερα πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που παίζουν οι κεντρικοί αμυντικοί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο θα κάνω μια απλή ερώτηση. Ποιος θεωρείται -και είναι- ένας απ΄τους κορυφαίους στόπερ παγκοσμίως στο ποδόσφαιρο των ημερών μας; O Ντιέγκο Γκοδίν, πολύ σωστά. Αγωνίζεται στην Ατλέτικο Μαδρίτης του Σιμεόνε. Είναι Ουρουγουανός. Είναι επίσης σκατόφατσα και φυσικά μοιάζει βγαλμένος από άλλες εποχές. Πιο σκληρές. Πιο άγριες. Πιο «πολεμικές». Και όμως οι αριθμοί του δεν απέχουν και πολύ από τους προαναφερθέντες. Τους πιο «φλώρους» δηλαδή στα μάτια εκατομμυρίων οπαδών. 1.7 κερδισμένα τάκλιν, 2 κλεψίματα, 1.5 φάουλ και δύο κερδισμένες εναέριες μονομαχίες, με 46 πάσες και 84.8 ποσοστό επιτυχίας ανά αγώνα. Θα μπορούσε να είναι μια βελτιωμένη έκδοση του Μπαγί. Ευτυχώς για τον Σιμεόνε δεν είναι. Αυτοί είναι οι αριθμοί του από την προηγούμενη σεζόν και μόνο για την Λα Λίγκα. Φυσικά και ο τρόπος που καθοδηγεί τους συμπαίκτες του και το πάθος που βγάζει στους αγώνες δεν γίνονται να μετρηθούν με αριθμούς. Ο Μπαγί δεν μπορεί να το κάνει αυτό τόσο καλά. Και δεν συγκρίνω παίκτες απλά συγκρίνω αριθμούς.

Οι εποχές που οι αμυντικοί -των κορυφαίων ομάδων- σέρνονταν στο χόρτο για να κόψουν τους αντιπάλους τους με δολοφονικά τάκλιν και έστελναν την μπάλα στα σύννεφα, ανήκουν στο παρελθόν. Ευτυχώς. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει προς το καλύτερο, και αυτό το δηλώνουν περίτρανα πλέον και οι αριθμοί, εκτός φυσικά της εικόνας. Πρώτος στόχος και για τους αμυντικούς είναι η καλή τεχνική για να παίξουν στο κορυφαίο επίπεδο, και φυσικά η ελαχιστοποίηση των λαθών και του «πουλήματος της μπάλας» που έγραψα και πιο πάνω. Αν κάναμε ένα γκάλοπ για παράδειγμα για το ποιοι είναι οι κορυφαίοι τερματοφύλακες στην Ευρώπη, αυτή την περίοδο, πολλοί θα ήταν αυτοί που δεν θα έβαζαν στη λίστα τον Έντερσον και τον Γιορίς επειδή θα σου πουν: «δεν μου αρέσει να παίζει ο κίπερ τόσο πολύ με τα πόδια». Εμένα απ’ την άλλη μου αρέσει να παίζει ο κίπερ και με τα πόδια. Αρκεί να μπορεί να το κάνει. Εννοείται πως δεν μπορούν όλοι. Αυτοί όμως που μπορούν και παίρνουν το ρίσκο ανεβάζουν τουλάχιστον ένα επίπεδο την ομάδα τους.

Επιστρέφω στο γκάλοπ για να κλείσω και το κείμενο. Θα έβαζαν εκεί τον Πετρ Τσεχ; Ναι, θα τον έβαζαν. Τον σπουδαίο -είναι η αλήθεια- τερματοφύλακα της Άρσεναλ και πρώην της Τσέλσι. Ακόμα και στα 36 του χρόνια. «Έχει μαγνήτες στα χέρια» θα σου πουν. «Είναι έμπειρος». Αυτό που ίσως δεν θα γνωρίζουν -και δε θα σου πουν- πολλοί (που θα τον βάλουν στη λίστα) είναι πως πέρσι ήταν ο χειρότερος σε ολόκληρη την Ευρώπη (στα κορυφαία τουλάχιστον πρωταθλήματα) στον αριθμό φάσεων που κάποιος πούλησε την μπάλα στον αντίπαλο, μιας και είχε τον μεγαλύτερο -αρνητικό- αριθμό σε αυτή την κατηγορία. H Άρσεναλ τερμάτισε 6η (έχοντας δεχθεί 51 γκολ σε 38 αγώνες) στο -37 από την πρωταθλήτρια Σίτι. Κι ας παίζει ποδόσφαιρο κατοχής και αυτή. Και αυτό είναι κάτι φοβερά αρνητικό από μόνο του για τους «κανονιέρηδες». Οι αμυντικοί της, και ο κίπερ της, -για να το πω απλά- δεν ήξεραν μπάλα, και έκαναν συνεχώς εύκολα λάθη, που οδηγούσαν σε γκολ. Ή σε φάσεις για γκολ. Έβαζαν πολλές φορές δηλαδή οι ίδιοι προβλήματα στους εαυτούς τους. Η Σίτι, που δέχθηκε μόλις 27 γκολ, επειδή πολύ απλά οι αντίπαλοί της -συνήθως- προσπαθούν μάταια να της πάρουν την μπάλα, είτε την έχουν οι παίκτες της επιθετικής της γραμμής, είτε αυτοί της αμυντικής (και φυσικά ο τερματοφύλακας) είναι η καλύτερη απάντηση σε όλο αυτό. Γιατί; Επειδή πολύ απλά, ξέρουν όλοι μπάλα.

Πώς να Πάρεις τα Λεφτά σου Πίσω

  [15 Σχόλια]

Επιστρέφω μετά από δυο μήνες ενδελεχούς έρευνας (όχι ότι δεν είχα χρόνο) κάνοντας άρθρο κάτι που είχατε κάνει παρατήρηση στα σχόλια. Μιας και το θέμα των χορηγών και γενικά αυτών των εξωαγωνιστικών σχέσεων με το ίδιο το παιχνίδι είναι αγαπημένο μου θέμα, να δούμε λίγο τις σχέσεις των συλλόγων με τις φανέλες που πουλάνε, με κεντρικό ερώτημα αν μπορεί η Παρί να πάρει πίσω τα λεφτά που ξόδεψε για τη μεταγραφή Νεϋμάρ.

Θα ξεκινήσω από κάτι που ακούστηκε πρώτη φορά όταν ο Ντέιβιντ Μπέκαμ πήρε μεταγραφή από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στη Ρεάλ Μαδρίτης του Φλορεντίνο Πέρεθ. «Ο Μπέκαμ έχει κάνει απόσβεση τα χρήματα που ξοδεύτηκαν για τη μεταγραφή του πριν καν ξεκινήσει να παίζει». Η μεταγραφή τότε των €40Μ είχε φέρει τα λεφτά της πίσω από τις φανέλες, είπαν. Πράγμα που φυσικά δεν είναι ακριβώς έτσι. Όμως ο Μπέκαμ όντως είχε φέρει τα λεφτά του πίσω.

Ειδικά τα τελευταία χρόνια που τα νούμερα στις μεταγραφές έχουν γίνει από υπερβολικά ως εικονικά (εννοώ τόσα πολλά που πλέον παύουν να είναι ρεαλιστικές αγορές παιχτών) έχει γίνει μια μεγάλη προσπάθεια, ειδικά από το βρετανικό τύπο, αποδόμησης αυτής της πεποίθησης. Όταν έγινε πέρυσι η μεταγραφή Πογκμπά στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ βγήκαν και οι πολιτικές εφημερίδες, πέρα από τα εξειδικευμένα Φορμπς, Μπλούμπεργκ και είπαν ότι «Παιδιά, η φανέλα κάνει €110 με €125 αλλά από αυτά στους συλλόγους μένουν τα €12-€15 ανά φανέλα».

Και είναι ακριβώς έτσι. Διότι οι φανέλες είναι κυρίως ο τρόπος με τον οποίο εξαργυρώνουν οι αθλητικές εταιρίες τις χορηγίες στους συλλόγους. Δίνοντας €30-50Μ/χρόνο για να ντύνουν τις ομάδες, προφανώς δεν το κάνουν από την καλή τους την καρδιά. Και η κάθε ΝΙΚΕ & Αντίντας από τις φανέλες βγάζουν τα περισσότερα λεφτά. Πέρα από το κοντά 40% της τιμής (το νούμερο το δίνει το Φορμπς) που μένει στην αθλητική εταιρία, υπάρχει το 35% που πάει στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς της και ό,τι μένει είναι η φορολογία και το ποσοστό που έχει λαμβάνει ο κάθε παίχτης του οποίου το όνομα κοτσάρεται στη φανέλα. Ένας τρόπος που έχουν βρει οι σύλλογοι να κερδίζουν κάτι παραπάνω είναι να χρεώνουν ξεχωριστά τα ονόματα και τα νούμερα των παιχτών. Έτσι παίρνουν κοντά το 50% από αυτά τα ποσά, τα οποία όμως είναι μαζί €15-€25.

Η Μπαρσελόνα είναι ο σύλλογος που έβγαλε το 2017 τα περισσότερα χρήματα από πωλήσεις φανέλας, κατά βάση λόγω Μέσι, και το καθαρό ποσό ήταν €55Μ. Για την Παρί αυτό το νούμερο ήταν €32Μ (αναμένεται να πάει €45Μ φέτος). Η μεταγραφή Πογκμπά πήγε πέρυσι το ποσό για τη Γιουνάιτεντ από τα €45Μ στα €49,5Μ. Ναι, καλά θυμάστε, δεν κόστισε €4,5Μ ο Πογκμπά. Οπότε οι φανέλες από μόνες τους φέρνουν πίσω τα μπόνους συμμετοχής ή/και γκολ του παίχτη. Όλα τα υπόλοιπα λεφτά έρχονται πίσω κάπως;

Ας επιστρέψουμε στον Ντέιβιντ Μπέκαμ. Οι πωλήσεις φανέλας αυξήθηκαν τότε στη Ρεάλ Μαδρίτης κατά το εντυπωσιακό 67%. Αλλά όπως είπαμε αυτό έφερε λίγα καθαρά έσοδα (περίπου €5,2Μ). Εκείνη τη χρονιά όμως, λόγω και της παρουσίας Μπέκαμ, η Ρεάλ ανανέωσε ή έκανε νέες χορηγίες με τη Ζίμενς, την Πέπσι και την Αντίντας. Συνολικό κέρδος €96Μ. Επίσης είδε αύξηση των εισιτηρίων κατά 26% (€58Μ) και αύξησε κατά 24% (κατά €55Μ) το τηλεοπτικό της συμβόλαιο. Μαζί με κάτι «ψιλά» (€20Μ) από τα φιλικά σε όλο τον κόσμο, ο Μπέκαμ έφερε στη Ρεάλ κοντά στα €200Μ. Διότι η Ρεάλ δεν έφερε στη Μαδρίτη μόνο τον παίχτη Μπέκαμ, αλλά και την επιχείρηση Μπέκαμ. (Όλα τα νούμερα προέρχονται από μελέτη του πανεπιστημίου του Βανκούβερ).

Αντίστοιχης λογικής μεταγραφή υπήρξε και ο Κριστιάνο Ρονάλντο, ο Μπέιλ, ο Πογκμπά και φυσικά ο Νεϋμάρ. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο παίχτης, αλλά και η επιχείρηση που φέρνει μαζί του. Ο Νεϋμάρ πριν φύγει από την Μπαρσελόνα είχε 17 προσωπικούς χορηγούς και πηγαίνοντας στο Παρίσι έχει πλέον 20. Στη Μπάρσα οι χορηγοί έφταναν το 61% των εισοδημάτων του (!), νούμερο που στο Παρίσι έπεσε λόγω γιγάντιου συμβολαίου στο 49%. Ο Μέσι έχει το 34% των εισοδημάτων του από χορηγούς και ο Κριστιάνο το 36%.

Η μεταγραφή του Νεϋμάρ στο Παρίσι έφερε 3 νέους χορηγούς στον ίδιο αλλά και 5 νέους στην Παρί, με το συνολικό ποσό να ανέρχεται στα €96Μ (σύμφωνα με τη Γαλλική Υπηρεσία DNCG). Επίσης υπήρξε αύξηση κατά 1.500 θεατές ανά παιχνίδι στους επισκέπτες στο γήπεδο της Παρί. Λόγω του ότι η σεζόν δεν έχει τελειώσει ακόμα, δεν ξέρουμε ακόμα σε λεφτά πως μεταφράζεται αυτό. Τέλος και πιο σημαντικό, τα τηλεοπτικά δικαιώματα του Σαμπιονάτ θα πάνε από τα €748Μ στα €1,2 δις. Και αυτό οφείλεται καθαρά στον Νεϋμάρ. Η Παρί παίρνει το 19% του τηλεοπτικού συμβολαίου (Φορμπς), οπότε θα κερδίσει €90Μ τουλάχιστον από αυτήν την αύξηση. Και κάπως έτσι εξηγείται ότι φωταγώγησαν το Παρίσι στα γενέθλια του παίχτη. Το να μείνει στη Γαλλία είναι προς όφελος όλων. Επίσης, η Παρί πάει για €35-40Μ παραπάνω έσοδα από τα φιλικά του καλοκαιριού με τον Νεϋμάρ στη σύνθεση της. Αν νομίζετε ότι δεν είναι σημαντικό αυτό, να θυμίσω ότι η Μπαρσελόνα δε συζητούσε τίποτα με τον παίχτη αν δεν πήγαινε στην περιοδεία στις ΗΠΑ.

Από εκεί και πέρα όμως, το ερώτημα παραμένει αν τέτοιες μεταγραφές τελικά κάνουν απόσβεση. Ο Μπέκαμ είναι μια ξεχωριστή περίπτωση διότι ήταν ο πρώτος σε μια περίοδο που τα νούμερα δεν είχαν ξεφύγει. Ο Κριστιάνο έκανε το δεύτερο μπαμ στη Μαδρίτη και μόνο το γεγονός ότι πήγε σε μια ομάδα που αποκλειόταν στους 16 του Τσάμπιονς Λιγκ συνεχώς και κατάφερε να την κάνει 3 φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης και να την πηγαίνει σχεδόν πάντα στους 4 είναι απίστευτα πολλά χρήματα. Κι αυτά χωρίς να υπολογίσουμε το τι έφερε στη Ρεάλ Μαδρίτης η σύνδεση με την επιχείρηση Ρονάλντο.

Όμως ο Μπέιλ, ο Πογκμπά και ο Νεϋμάρ ακόμα είναι αμφίβολοι στο οικονομικό τους αποτέλεσμα. Ο Μπέιλ πήγε στη Μαδρίτη για να ανανεώσει τη σχέση των Μερένχες με τη βρετανική αγορά και να βοηθήσει στον τομέα των τηλεοπτικών. Λίγο όμως ο ανταγωνισμός της Πρέμιερ με τη Λίγκα και λίγο ο αγγλικός ποδοσφαιρικός σωβινισμός και το πείραμα απέτυχε. Άλλωστε ο Μπέιλ είναι Ουαλός και δεν είναι ούτε στο 1/10 το σύμβολο που υπήρξε ο Μπέκαμ. Ο Πογκμπά δεν παίζει, οπότε κάθε κουβέντα τελειώνει εκεί. Ο Νεϋμάρ απλώς κόστισε ένα παράλογο ποσό. Τα χρήματα της ρήτρας μαζί με το συμβόλαιό του και τα υπόλοιπα (μανατζερικά, σπίτια, αμάξια και εφορία) πάνε κοντά στο μισό δις ευρώ. Για να πάρει πίσω τα χρήματα η Παρί θα πρέπει ο Νεϋμαρ να μείνει τουλάχιστον 3 χρόνια στο Σαμπιονάτ και να ανανεώνει αυτά τα νούμερα συνεχώς. Πράγμα που κατά την άποψη του γράφοντα δε θα συμβεί, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Επίσης, τους Καταριανούς δεν τους νοιάζει καθόλου όλο αυτό. Γενικότερα πάντως, η δυναμική του φράντσαϊζ «παίκτης» υπάρχει. Αλλά για να την εκμεταλλευτεί κάποιος, θα πρέπει ο παίκτης αυτός να μείνει τουλάχιστον μια τριετία στην ομάδα και να είναι η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα της.

Ξενύχτια, γυναίκες και γκολ: Ο Ρομάριο στην Ολλανδία

  [1 Σχόλιο]

Ήταν αρκετά μετά τα μεσάνυχτα όταν ένας Ολλανδός δημοσιογράφος άκουσε κάποιον να χτυπάει την πόρτα του δωματίου του ξενοδοχείου. Ο νεαρός ρεπόρτερ που κάλυπτε τα εκτός έδρας ευρωπαϊκά παιχνίδια της Αϊντχόφεν πετάχτηκε έντρομος από το κρεβάτι και πλησίασε διστακτικά την πόρτα. Όταν την άνοιξε, μια έκπληξη τον περίμενε. Μπροστά του στεκόταν ο Ρομάριο, με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, με μια ξανθιά γυναίκα αγκαλιά από τη μια πλευρά και μια μελαχρινή από την άλλη. Και οι δυο του έριχναν τουλάχιστον ένα κεφάλι, σε ύψος. Ο δημοσιογράφος σάστισε. Μέχρι να προλάβει να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε, ο Βραζιλιάνος πλησίασε το στόμα του στο αυτί του και του ζήτησε μια μικρή χάρη.

Αποχαιρετώντας το δωμάτιο του για λίγες ώρες ο δημοσιογράφος σκέφτηκε πως ίσως έπρεπε να υπενθυμίσει στον Ρομάριο ότι την επόμενη μέρα, δηλαδή ουσιαστικά σε μερικές ώρες, η ομάδα του έδινε ένα κρίσιμο ευρωπαϊκό ματς. Κατά βάθος όμως ήξερε ότι ο Βραζιλιάνος όχι απλά δεν το είχε λησμονήσει αλλά έκανε ό,τι έκανε εξαιτίας αυτού. “Όταν κοιμάμαι πολύ, δεν σκοράρω. Αυτός είναι και ο λόγος που ξενυχτάω συνέχεια. Η νύχτα ήταν πάντα φίλη μου” θα αποκαλύψει κάποια χρόνια αργότερα.

Ο Ρομάριο ντε Σόουζα Φαρία έφτασε στο Αϊντχόφεν το καλοκαίρι του 1988, όταν ήταν 22 χρονών. Ήταν η πρώτη φορά που έφευγε από τη Βραζιλία και για να καταλήξει στην Ολλανδία έπαιξε ρόλο κυρίως η τύχη. Οι άνθρωποι της PSV έψαχναν απεγνωσμένα για έναν επιθετικό που να έχει εύκολο γκολ. Ο βασικός τους στόχος ήταν ο Βέλγος Μαρκ Ντεγρέις της Μπριζ. Οι Βέλγοι όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να διαπραγματευτούν εκείνες τις ημέρες γιατί ήταν απασχολημένοι προσπαθώντας να κλείσουν έναν στόχο έκπληξη από τη Λ. Αμερική που μόλις είχαν εντοπίσει. Οι Ολλανδοί υποψιάστηκαν ότι κάτι καλό κρυβόταν από πίσω και τελικά ανακάλυψαν, χάρη στον 13χρονο γιο του τεχνικού διευθυντή που παρακολουθούσε φανατικά το ποδοσφαιρικό τουρνουά των Ολυμπιακών Αγώνων της Σεούλ, πως ένας νεαρός Βραζιλιάνος ξεχώριζε. Λίγες εβδομάδες μετά, ο Ρομάριο βρισκόταν σ’ένα αεροπλάνο με προορισμό τη νότια Ολλανδία.

Εκεί κάπου ξεκίνησαν τα προβλήματα. Δεν χρειάστηκαν παρά ελάχιστοι μήνες για να καταλάβουν όλοι στην ομάδα ότι ο Ρομάριο δεν ήταν απ’αυτούς τους ανθρώπους που μεγαλώνουν με το μότο “Δουλειά, δουλειά και ξανά δουλειά”. Ο Βραζιλιάνος μισούσε τις προπονήσεις, το τρέξιμο, το πρωινό ξύπνημα και τις διάφορες εξωγηπεδικές εκδηλώσεις της ομάδας και δεν ήταν διατεθειμένος να θυσιάσει την ξέφρενη ζωή του για χάρη της επαγγελματικής του καριέρας. Ο αστικός θρύλος λέει πως οι προπονήσεις που ολοκλήρωνε με επιτυχία ήταν λιγότερες απ’αυτές που εγκατέλειπε δίχως προειδοποίηση κάπου στη μέση, προφασιζόμενος κάποια ξαφνική ενόχληση ή κάποιον μικροτραυματισμό.

Εκτός γηπέδου τα πράγματα δεν κυλούσαν πολύ καλύτερα. Ο Ρομάριο μισούσε το κλίμα της Ολλανδίας, πονούσε με την έλλειψη παραλίας και ήλιου με τα οποία είχε μεγαλώσει (“Δουλεύω στην Ολλανδία αλλά ζω στη Βραζιλία” δήλωνε και αυτό δεν ήταν υπερβολή, αφού σε κάθε ευκαιρία έπαιρνε το αεροπλάνο για το Ριο, ακόμα κι αν χρειαζόταν να ξοδέψει 24 ώρες στις πτήσεις για να περάσει 12 ώρες όλες κι όλες στην πατρίδα του) αλλά τουλάχιστον εκτιμούσε το ύψος και την κορμοστασιά των ντόπιων γυναικών.

Γνωστός λάτρης της νύχτας και του ‘ωραίου φύλου’, περνούσε τα περισσότερα βράδια του σε κλαμπ και μπαρ από τα οποία δεν έφευγε πριν ξημερώσει, ακόμα κι αν το επόμενο πρωινό υπήρχε προγραμματισμένη προπόνηση. Οι Ολλανδοί είχαν αναθέσει σ’έναν φυσιοθεραπευτή της ομάδας αλλά και σε κάποιους συμπαίκτες του, να περνάνε από το σπίτι του και να τον ξυπνάνε με το ζόρι. Ένας εξ αυτών θυμάται ότι χρειαζόταν να πετάξει πέτρες στο παράθυρο του για να τον κάνει να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ο Ρομάριο κατέβαινε σέρνοντας τα πόδια του, τον έπαιρνε ξανά ο ύπνος στο αμάξι στη διαδρομή και τελικά όταν έφταναν στο προπονητικό κέντρο διαμαρτυρόταν για ζαλάδες. Κάπως έτσι κατέληγε είτε στο κρεβάτι του μασάζ, είτε στην αίθουσα με το μπιλιάρδο.

Όλη αυτή η κατάσταση φυσικά προκαλούσε δυσφορία σε αρκετούς συμπαίκτες του, ειδικά τους πρώτους μήνες της συνύπαρξης τους. Ο Γκους Χίντινκ, ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος προπονητής που ανέλαβε να βρει λύση για το πρόβλημα αυτό, την εποχή μάλιστα που έκανε τα πρώτα του προπονητικά βήματα. Πριν λίγα χρόνια ο Ολλανδός αποκάλυψε το… ειδικό προπονητικό πρόγραμμα που είχε σχεδιάσει για τον ιδιόρρυθμο επιθετικό του: “Με όλα αυτά που έκανε εννοείται πως θύμωνες, ή τουλάχιστον έκανες πως θυμώνεις μπροστά σε όλους. Μετά φώναζες ‘καλώς, Ρομάριο. Σήμερα το απόγευμα έξτρα προπόνηση μόνο για σένα. Θα πάμε στο δάσος για τρέξιμο’. Όταν έφευγαν όλοι, πηγαίναμε μια ωραία βόλτα στο δάσος και μιλούσαμε. Για το ποδόσφαιρο, για τη ζωή, για διάφορα θέματα. Την επόμενη μέρα έλεγα στους παίκτες ‘ναι παιδιά, ο Ρομάριο δούλεψε σκληρά εχθές’. Και η αλήθεια είναι πως είχε δουλέψει. Η συζήτηση είναι κι αυτή μέρος της προπόνησης”.

Όλα αυτά μέχρι που έφτανε η μέρα του αγώνα. Εκεί όλα τα τερτίπια και οι παραξενιές του Βραζιλιάνου ξεχνιόταν μέσα σε μια στιγμή. Τη στιγμή εκείνη που δεχόταν τη μπάλα μέσα στη μεγάλη περιοχή, το δεύτερο πιο αγαπημένο μέρος του στον κόσμο, πίσω μόνο από το κρεβάτι. Ο Ρομάριο ήταν ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς της μεγάλης περιοχής, ο κυνηγός με την πιο τέλεια όσφρηση του γκολ, ο τεχνίτης που αδιαφορούσε για την έλλειψη ελεύθερου χώρου μπροστά από την εστία γιατί μπορούσε να βρει τρόπο να τρυπώσει με τη μπάλα παντού (“Για τον Ρομάριο ένα τετραγωνικό μέτρο είναι όσο ένα στρέμμα” είχε σχολιάσει κάποτε ο Μπόμπι Ρόμπσον). Μπορεί σε κάποιο παιχνίδι να ερχόταν σε επαφή με τη μπάλα απειροελάχιστες φορές, κάνοντας τους αμυντικούς να ξεχάσουν ότι υπάρχει (“Η τακτική μου είναι απλή. Στέκομαι εκεί προσποιούμενος πως είμαι νεκρός”) αλλά μέσα σου ήξερες ότι τη μια φορά που θα χρειαστεί πραγματικά, θα έβρισκε τρόπο να βάλει σωστά το διάσημο ‘μυτάκι’ του και να στείλει τη μπάλα στα δίχτυα. Κι αυτό το ήξεραν όλοι. Αντίπαλοι, οπαδοί, συμπαίκτες, προπονητές και φυσικά ο ίδιος: “Είμαι σαν τα λεφτά. Στο τέλος της ημέρας όλοι τελικά με συμπαθούν”.

“Μπορεί να έκανε ό,τι έκανε στις προπονήσεις αλλά αφού την ώρα του αγώνα έβρισκε τρόπο να κερδίσει το ματς, κανένας δεν είχε παράπονο” θυμάται ένας από τους συμπαίκτες του. Ο ίδιος ο Χίντινκ προσθέτει: “Όταν είσαι νέος προπονητής, έχεις άγχος. Και οι παίκτες το μυρίζονται αυτό. Κάθε φορά που με έβλεπε πως ήμουν πιο νευρικός απ’ότι συνήθως πριν από κάποιο μεγάλο ματς, ερχόταν και μου έλεγε: ‘Μίστερ, χαλάρωσε. Ο Ρομάριο θα σκοράρει και θα κερδίσουμε’. Το απίστευτο είναι ότι 8 στις 10 φορές που το έλεγε αυτό, πράγματι έβαζε γκολ και η ομάδα κέρδιζε”. Μαζί κατέκτησαν το νταμπλ την πρώτη σεζόν του Βραζιλιάνου και ένα κύπελλο Ολλανδίας τη δεύτερη, με τον Ρομάριο να σκοράρει 57 γκολ σε 60 ματς!

Όταν το 1990 ο ανερχόμενος Χίντινκ αποχώρησε και τη θέση του πήρε ο έμπειρος και μπαρουτοκαπνισμένος Ρόμπσον, όλοι πίστεψαν πως ο ‘Κοντούλης’ θα άλλαζε επιτέλους συμπεριφορά. Αυτό που δεν φανταζόταν κανένας ήταν πως ο Ρομάριο τελικά θα άλλαζε τον Ρόμπσον. “Ο Ρομάριο ήταν σπουδαίος παίκτης αλλά όχι για να δουλεύεις μαζί του. Ήταν σαν σπυρί στον κώλο. Δεν ενδιαφερόταν για προπονητική ή πειθαρχία. Ήταν σκέτο, αγνό ταλέντο. Δεν πίστευε ότι χρειάζεται κάτι επιπλέον. Και στην περίπτωση του, είχε δίκαιο! Μαζί του πήρα ένα μάθημα. Δεν μπορείς να αλλάξεις μια λεοπάρδαλη, όσο κι αν προσπαθείς. Πάρε το καλύτερο απ’αυτόν αγαπώντας τον, όχι μπαίνοντας σε διαμάχη μαζί του. Έτσι έμαθα να διαχειρίζομαι κάποιους παίκτες διαφορετικά. Κάποιες φορές έπρεπε να κλείσεις τα μάτια σε κάποια πράγματα στην προπόνηση γιατί αυτός ο τύπος μπορούσε να αλλάξει ένα ματς σε 4 δευτερόλεπτα”.

Ο Ρόμπσον έμεινε στον πάγκο της PSV για δυο σεζόν και μαζί του ο Ρομάριο κέρδισε άλλα δυο πρωταθλήματα, συνεχίζοντας να σκοράρει με την ίδια εκπληκτική άνεση που το έκανε και τα προηγούμενα χρόνια, παρά το γεγονός ότι έχασε μεγάλο μέρος της δεύτερης σεζόν λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού: 39 γκολ σε 46 ματς. Όλα αυτά φυσικά χωρίς να αλλάξει τίποτα από την καθημερινότητα του, την οποία ο Ρόμπσον περιέγραψε στην αυτοβιογραφία του: “Για τον Ρομάριο το βράδυ της Παρασκευής ήταν βράδυ για πάρτι, ακόμα κι αν είχαμε αγώνα την άλλη μέρα. Το αλκοόλ δεν ήταν πρόβλημα, καθώς ήταν τύπος που απλά έπινε Κόκα-Κόλα. Αλλά ξενυχτούσε μέχρι τις 4 τουλάχιστον και μετά μπορεί να κοιμόταν όλη μέρα μέχρι τη σέντρα του αγώνα στις 7.30 το απόγευμα. Χόρευε, φλέρταρε, έπιανε κουβέντα με κάποια ντόπια, περνούσε καλά μαζί της και μετά κοιμόταν όλη μέρα για να είναι φρέσκος στο παιχνίδι”.

Σε μερικούς μήνες συμπληρώνονται τρεις δεκαετίες από τη μέρα που ο πιο διάσημος τεμπέλης στην ιστορία του ποδοσφαίρου, πέρασε για πρώτη φορά την πόρτα του γηπέδου της PSV. Στο Αϊντχόφεν κανένας δεν έχει ξεχάσει το πέρασμα του κι ας ακολούθησε λίγα χρόνια μετά την ίδια ακριβώς πορεία ο Ρονάλντο. Με 127 γκολ σε 142 ματς, έξι ολλανδικά τρόπαια στο παλμαρέ του και 3 πρώτες θέσεις στον πίνακα των σκόρερ του πρωταθλήματος, ο Ρομάριο συμπεριλαμβάνεται στους μεγαλύτερους θρύλους της ομάδας, παρ’όλο που έμεινε στην Ολλανδία πέντε χρόνια όλα κι όλα.

Την Κυριακή το απόγευμα η PSV ταξιδεύει στο Άμστερνταμ για να αντιμετωπίσει τον Άγιαξ, στο σπουδαιότερο παιχνίδι της 15ης αγωνιστικής της Eredivisie. Η ομάδα του Φιλίπ Κοκού, που όχι μόνο βρίσκεται στην κορυφή της βαθμολογίας αλλά έχει πάρει και διαφορά ασφαλείας ήδη, φαίνεται να έχει πετύχει διάνα με την επιλογή του Ίρβινγκ Λοσάνο. Ο Μεξικανός επιθετικός, που όπως ακριβώς ο Βραζιλιάνος έκανε μέσω της Αϊντχόφεν το μεγάλο βήμα για την Ευρώπη στα 22 του, μετράει 10 γκολ σε 12 ματς ως τώρα, στατιστικά που επίσης θυμίζουν τα αντίστοιχα του Βραζιλιάνου, που είχε χριστεί πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος από την πρώτη του σεζόν. Το πως θα εξελιχθεί στο μέλλον η καριέρα του κανένας δεν το ξέρει αλλά αν πρέπει να κάνουμε μια πρόβλεψη, παίκτη σαν το Ρομάριο δεν πρόκειται να ξαναδεί το ποδόσφαιρο. Ούτε όμως και προπονητή: “Αν σκοπεύω να γίνω προπονητής στο μέλλον; Αποκλείεται. Δεν θα κατάφερνα ποτέ να τα βγάλω πέρα με κάποιον σαν εμένα”.

H επιστροφή του Ερυθρού Αστέρα

  [5 Σχόλια]

6 Δεκεμβρίου 1978. Η Άρσεναλ υποδέχεται τον Ερυθρό Αστέρα για τον τρίτο γύρο του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, έχοντας να ανατρέψει το εις βάρος της 1-0 του Βελιγραδίου. Ένα αποτέλεσμα που είχε διαμορφωθεί δύο εβδομάδες νωρίτερα, με το τέρμα του μέσου Ζβίζετιν Μπλαγκόσεβιτς. Οι «κανονιέρηδες» θα ανοίξουν το σκορ με τον χαρισματικό επιθετικό Άλαν Σάντερλαντ αλλά λίγο πριν δουν τον διαιτητή να σφυρίζει τη λήξη της αναμέτρησης, ο Ντούσαν Σάβιτς θα σκοράρει και θα στείλει τους Σέρβους στα προημιτελικά της διοργάνωσης -απέναντι στην Γουέστ Μπρομ- βυθίζοντας το κοινό του Χάιμπουρι στη θλίψη και τη σιωπή. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν 30 χρόνια για να βρεθούν και πάλι οι δύο ομάδες αντιμέτωπες σε μια ευρωπαϊκή βραδιά, με συνδετικό κρίκο πλέον μόνο τον γιο του Ντούσαν Σάβιτς, μιας και ο Βούγιαντιν Σάβιτς αγωνίζεται ως στόπερ στον Ερυθρό Αστέρα, αν και δεν έχει καμία σχέση -ποδοσφαιρικά πάντα- με τον ντελικάτο πατέρα του. Το τέλος της σεζόν ’78-’79 είχε βρει τον Ερυθρό Αστέρα φιναλίστ απέναντι στη νικήτρια Γκλάντμπαχ, 23 χρόνια μετά την πρώτη φιναλίστ απ’ τη χώρα-σε κάποιο ευρωπαϊκό τελικό- Παρτιζάν που είχε ηττηθεί απ’ τη Ρεάλ Μαδρίτης.

Όταν η κληρωτίδα του φετινού Γιουρόπα Λιγκ έβγαλε το όνομα του Ερυθρού Αστέρα δίπλα σε αυτό της Άρσεναλ, για τον 8ο όμιλο, κάποιος καλομαθημένος φίλος των Λονδρέζων είχε «τουϊτάρει» μια φράση που είχε προκαλέσει -έστω και για λίγο- ένα μικρό χαμό στα social media. Η φράση ήταν η εξής: «Καταλαβαίνεις πως είσαι στο Γιουρόπα Λιγκ όταν βλέπεις το όνομα Crvena Zvezda δίπλα σε αυτό της ομάδα σου». Οι Σέρβοι ως γνωστόν δεν παίζουν με αυτά τα πράγματα και αμέσως πήραν θέση, βάζοντας για τα καλά στη δική του τον Άγγλο. «Η ομάδα μας έχει κατακτήσει κύπελλο Πρωταθλητριών. Η δική σου όχι». «Έχουμε βγάλει παίκτες που έχουν αγωνιστεί στα κορυφαία κλαμπ της Ευρώπης». «Έχουμε ένα σωρό εγχώριους τίτλους». Φυσικά έκλεισαν με το σήμα-κατατεθέν της ομάδας τους: «Έχουμε ένα απ’ τα πιο ατμοσφαιρικά γήπεδα σε ολόκληρο τον κόσμο και όχι ένα γήπεδο πιο ήσυχο κι από αίθουσα της Λυρικής Σκηνής».

Εννοείται πως κανένα απ΄όλα αυτά τα σχόλια δεν έκρυβε κάποια ψευδή πληροφορία ή μια δόση υπερβολής πλην του τελευταίου (τι όχι;). Φυσικά ο Άγγλος προσπάθησε να σώσει κάπως την κατάσταση και το ατυχές του σχόλιο, γράφοντας όμως με μια δόση ειρωνείας και φλεγματικού αγγλικού χιούμορ, πως δεν ευθύνεται αυτός που η ΟΥΕΦΑ γράφει Crvena Zvezda και όχι Red Star. «Εσείς είστε βρε παιδιά ο Ερυθρός Αστέρας; Που να το ξέρω; Αν και υπάρχει σε κάθε κράτος ένας Ερυθρός Αστέρας και μπερδεύομαι, εσάς σας ξέρω. Ζητώ ταπεινά συγνώμη». Δεν μεταφέρω τις βρισιές και τις απειλές που ακολούθησαν για ευνόητους λόγους. Οι «χούλιγκανς του πληκτρολογίου» άλλωστε είναι μια μάστιγα που κάνει «διεθνή καριέρα» και τη συναντάς παντού. Τα τελευταία χρόνια εννοείται κάνει μεγάλη καριέρα και στη δική μας χώρα, κυρίως κάτω από άρθρα μετά από αναμετρήσεις της Μπαρτσελόνα με την Ρεάλ Μαδρίτης και άρθρα για την «κόντρα» (που υπάρχει όμως μόνο σε νοσηρά μυαλά) του Διαμαντίδη με τον Σπανούλη, στο άθλημα του μπάσκετ.

O Σίνισα Μιχάιλοβιτς σε προπόνηση το ’90

Απ’ την εποχή που ο Ερυθρός Αστέρας, έχοντας ένα σωρό σπουδαίους ποδοσφαιριστές, κατακτούσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1991 απέναντι στη Μαρσέιγ έχουν αλλάξει -σχεδόν- τα πάντα στο Γιουγκοσλαβικό ποδόσφαιρο. Ο πόλεμος και η διάλυση εκείνης της ομάδας -όπως και όλων των σπουδαίων ομάδων της εποχής σε ποδόσφαιρο, μπάσκετ και βόλλευ που είχαν οι Πλάβι σε συλλογικό επίπεδο- έφεραν και τον Ερυθρό Αστέρα σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Υπήρξε περίοδος στα 90s που η ομάδα καλά-καλά δεν είχε γήπεδο να προπονηθεί και φυσικά τα χρέη που δημιουργήθηκαν και μεγάλωναν συνεχώς (χρέη που υπάρχουν ακόμα) έμπαιναν πάντα εμπόδιο στο να δημιουργηθεί ξανά μια σπουδαία ομάδα που θα έβαζε το όνομά της ψηλά και πάλι ακόμα και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Όπως είχε μάθει δηλαδή όλους τους οπαδούς της. Σύμφωνα με έρευνες των τελευταίων τριών ετών, το χρέος των -σχεδόν- 50 εκατομμυρίων ευρώ που υπήρχε το 2015 έχει μειωθεί αισθητά μετά τις πωλήσεις νεαρών και άκρως ταλαντούχων παικτών που -ευτυχώς- βγάζει συνεχώς η ομάδα. Περιπτώσεις όπως αυτή του Μάρκο Γρούγκιτς που πουλήθηκε στη Λίβερπουλ, του Λούκα Γιόβιτς που έφυγε για τη Μπενφίκα (και αγωνίζεται δανεικός στην Άιντραχτ) και φυσικά η περίπτωση των αδερφών Ίλιτς που πουλήθηκαν στην Σίτι για 5 εκατομμύρια λίρες είναι οι πιο γνωστές των τελευταίων ετών. Φυσικά θα ακολουθήσουν κι άλλες. Να είστε σίγουροι.

Από το 2013 -και αυτό είναι αρκετά σημαντικό- η ιστορική ομάδα του Βελιγραδίου δείχνει και πάλι να πατάει αρκετά γερά στα πόδια της, και αυτή τη στιγμή φαντάζει πιο ικανή από ποτέ να επιστρέψει τόσο στην κατάκτηση του Σερβικού πρωταθλήματος (όπως έκανε το 2014 και το 2016 δηλαδή) όσο και σε μια καλή Ευρωπαϊκή πορεία, ως μία ομάδα που όταν πέσει (γιατί θα πέσει), θα πέσει μετά από μεγάλη μάχη ακόμα και με τον δυσκολότερο αντίπαλο. Οι εποχές του 2014 με την ομάδα να αρνείται να συμμετάσχει στο Τσάμπιονς Λιγκ λόγω οικονομικών προβλημάτων φαντάζουν πλέον πολύ μακρινές και η τωρινή ομάδα -έχοντας τον «δικό μας» Βλάνταν Μιλόγεβιτς στο τιμόνι- δείχνει να σφύζει από ταλέντο, νιάτα και -το σημαντικότερο όλων αυτών- ποδοσφαιρική υγεία. Κάτι που φυσικά συμβαίνει και με τη μεγάλη της αντίπαλο, την Παρτιζάν.

Το παιχνίδι που έδειξε σε ολόκληρη την Ευρώπη πως ο Ερυθρός Αστέρας είναι και πάλι εδώ, μαζί μας, δεν ήταν άλλο από το ματς στην έδρα της Κολονίας για την 2η αγωνιστική του Γιουρόπα Λιγκ. Οι Σέρβοι έχοντας φέρει ισοπαλία με την Μπάτε Μπορίσοφ στο Ράικο Μίτιτς (ή Μαρακανά), γνώριζαν καλύτερα απ’ τον καθένα πως έπρεπε να πάρουν θετικό αποτέλεσμα στη Γερμανία, αν φυσικά ήθελαν να έχουν ελπίδες για πρόκριση στη νοκ-άουτ φάση, μιας και ακολουθούσαν τα διπλά παιχνίδια με το φαβορί του ομίλου, την Άρσεναλ. Το γκολ του Γκανέζου επιθετικού Ρίτσμοντ Μποακίε στο 30′ (ένα γκολ που έφερε στο μυαλό πολλών «κάτι από Ντιντιέ Ντρογκμπά») χάρισε το χρυσό τρίποντο και μαζί την σπίθα της ελπίδας για πρόκριση σε ένα λαό που ζει για το ποδόσφαιρο, έχει ζήσει μεγάλες διακρίσεις μέσα από αυτό (όπως έζησε, ζει και θα ζει και με το μπάσκετ) και το σημαντικότερο: Διψάει για να τις ξαναζήσει.

Το 0-1 απ’ την Άρσεναλ, την επόμενη αγωνιστική, με το γκολ-ποίημα του Ζιρού σίγησε το Βελιγράδι αλλά το αντρίκιο 0-0 στο Λονδίνο (έστω και αν οι Άγγλοι είχαν παραταχτεί με πολλές απουσίες βασικών παικτών) έδωσε και πάλι στον Ερυθρό Αστέρα το δικαίωμα να έχει την πρόκριση στα δικά του χέρια. Και μόνο. Και αυτό ήταν το σημαντικότερο. Αυτή τη στιγμή η Άρσεναλ είναι πρώτη στον όμιλο με 10 βαθμούς. Ακολουθεί ο Ερυθρός Αστέρας με 5 στο +1 από την Μπάτε, με την Κολονία τελευταία στους 3 βαθμούς. Τα πράγματα είναι απλά. Αν η ομάδα του Βελιγραδίου κερδίσει την Μπάτε στην έδρα της για την 5η αγωνιστική, λογικά θα πάρει και την πρόκριση. Πάντως ακόμα και αν χάσει (και η Άρσεναλ ηττηθεί στη Γερμανία) θα έχει και πάλι ελπίδες πρόκρισης την τελευταία αγωνιστική με νίκη επί της Κολονίας, αν φυσικά η Άρσεναλ κάνει το καθήκον της και κερδίσει την Μπάτε εντός. Αυτό το τελευταίο πάντως -και μετά τη διαμάχη του φίλου της Άρσεναλ με τους Σέρβους στο twitter- δεν ξέρω κατά πόσο θα το θέλουν αρκετοί φίλοι των «κανονιέρηδων».

Η ουσία -για να κλείσω το θέμα- είναι πως ο Ερυθρός Αστέρας έχει επιστρέψει στο ευρωπαϊκό στερέωμα έχοντας δουλέψει σε τεράστιο βαθμό τις ακαδημίες του και βγάζοντας σπουδαία ταλέντα από τα σπλάχνα του. Ταλέντα που παίζουν γι’ αυτόν. ‘Οπως ο εξτρέμ Σλάβολιουμπ Σρένιτς. Αλίευσε παίκτες που δεν βρήκαν χώρο σε μεγάλες ομάδες και τους αγόρασε φθηνά. Όπως ο Μποακίε. Ένας παίκτης που δεν πίστεψε ποτέ η Γιουβέντους. Και φυσικά κατάφερε να βρει και να κλείσει εξαιρετικές περιπτώσεις δανεικών. ‘Οπως ο Μπάμπιτς της Ρεάλ Σοσιεδάδ. Απ’ τα πιο σημαντικά επίσης είναι η αλλαγή νοοτροπίας -δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την κόκκινη κάρτα στη μερίδα των ακροδεξιών της οπαδών που δυστυχώς υπάρχει- βάζοντας αρχηγό τον Ολλανδό, σκούρου δέρματος, Μίτσελ Ντόναλντ. Έναν παίκτη που βγήκε από την φημισμένη ακαδημία του Άγιαξ και «καλπάζει» στο χώρο της μεσαίας γραμμής της ομάδας ως ο απόλυτος ηγέτης και ισορροπιστής αυτής. Όλα αυτά -στα δικά μου τουλάχιστον μάτια- δείχνουν μια ομάδα-μοντέλο. Μια ομάδα που καταφέρνει με δουλειά, αλλά και γνώση των ανθρώπων που έχουν διοικητικά πόστα σε αυτή, να υπερνικά τις όποιες αδυναμίες έχει (αγωνιστικές και οικονομικές) και καταφέρνει  να κοιτά στα μάτια, ακόμα και τους πιο υπερόπτες ποδοσφαιριστές (αλλά και οπαδούς) διαφημισμένων και «καλογυαλισμένων» πρωταθλημάτων, όπως η Πρέμιερ Λιγκ και η Μπουντεσλίγκα.

Το τέλος της κυριαρχίας των Ούγγρων και η «κατάρα» του Γουάνκντορφ

  [3 Σχόλια]

 

Στις 29 Οκτωβρίου του 1956 η Ουγγρική Χόνβεντ, έχοντας στο τιμόνι τον τεράστιο Ζένο Κάλμαρ, ταξίδεψε στην Βασκωνία για να αγωνιστεί με την Αθλέτικ Μπιλμπάο, για τη φάση των «16» του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Οι Ούγγροι έσφυζαν από ταλέντο. Επίσης είχαν την τύχη να διαθέτουν τρεις εκ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών της εποχής. Μιας εποχής γεμάτης από πραγματικά ντελικάτους ποδοσφαιριστές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όπου υπήρχε ποδόσφαιρο. Σε εκείνη την Χόνβεντ -κρατηθείτε- υπήρχαν, και συνεργάζονταν αρμονικά, ο Σάντορ Κόσιτς, ο Ζόλταν Κζίμπορ και ο Φέρεντς Πούσκας. Εννοείται, πως ήταν το μεγάλο φαβορί απέναντι στους Βάσκους, όπως και απέναντι στις περισσότερες ομάδες που υπήρχαν στην διοργάνωση. Πέντε μέρες μετά το ταξίδι, σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Βουδαπέστη για να διαλύσουν την Ουγγρική Επανάσταση. Την αντισοβιετική εξέγερση δηλαδή που είχε ξεκινήσει λίγες μέρες νωρίτερα και είχε ως στόχο την κυβέρνηση της Ουγγαρίας. Τα νέα έφτασαν στο ξενοδοχείο που είχε καταλύσει η Ουγγρική αποστολή πολύ γρήγορα και -όπως ήταν λογικό- δεν χαροποίησαν κανένα μέλος της αποστολής και δεν άφησαν ανεπηρέαστο κανένα ποδοσφαιριστή, με την αναμέτρηση να περνάει σε δεύτερη μοίρα. Όλοι ρωτούσαν αγχωμένοι τι ακριβώς συμβαίνει και αν οι άνθρωποί τους είναι καλά. Αυτή άλλωστε ήταν και η λογική αντίδραση.

Σχεδόν ένα μήνα αργότερα η Χόνβεντ αγωνίστηκε στο Σαν Μαμές και ηττήθηκε με 3-2, με τα τρία μεγάλα αστέρια της να μην θέλουν να επιστρέψουν στην Ουγγαρία και να σκέφτονται ακόμα και να μην αγωνιστούν στη ρεβάνς, μετά τις συνθήκες χάους που είχαν προηγηθεί. Τελικά μετά από πολλές διαπραγματεύσεις, το δεύτερο παιχνίδι (που ήταν στον αέρα), και δεν μπορούσε να γίνει στην Ουγγαρία, έγινε στο Χέιζελ των Βρυξελλών, με τις δύο ομάδες να μένουν στο 3-3 και την Αθλέτικ να παίρνει την πρόκριση. Ο αποκλεισμός αυτός ήταν -ουσιαστικά- και το τέλος της Ουγγρικής κυριαρχίας στο ποδόσφαιρο. Ένα τέλος που ήρθε ξεκάθαρα μέσα από εξωαγωνιστικούς/πολιτικούς παράγοντες. Ακόμα ένα «έργο» λυπηρό (και χιλιοπαιγμένο) κατά του αθλήματος του ποδοσφαίρου (και όχι μόνο).

Σε μια αρκετά δύσκολη περίοδο για την Ουγγαρία και με όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο να βρίσκεται στα πόδια τους, φάνταζε λογικό -οι Ούγγροι σούπερ σταρ- να θέλουν να αφήσουν τη χώρα τους για άλλες, κορυφαίες ομάδες, του εξωτερικού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως  επί Σοβιετικής Ένωσης οι αθλητές δεν είχαν δικαίωμα εξόδου απ’ τη χώρα. Οι αθλητές θεωρούνταν «ερασιτέχνες», δεν είχαν μισθό απ’ την ομάδα τους (παρά μόνο κλειστό «συμβόλαιο» μαζί της) και έπαιρναν τα χρήματα που τους αναλογούσαν, ως στρατιωτικοί. Εννοείται πως οι περισσότεροι δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε κάποιο γραφείο στρατιωτικής υπηρεσίας. Ουσιαστικά, για να αγωνιστεί κάποιος σε άλλη χώρα έπρεπε να γίνει πρόσφυγας (και «προδότης»). Οι τρεις ποδοσφαιριστές βρήκαν εν τέλει καταφύγιο στην Ισπανία, εκεί δηλαδή που είχε βρει πρώτος «στέγη», ως πρόσφυγας, ο σπουδαίος Λάσλο Κουμπάλα το 1949, αρνούμενος να μείνει άλλο στην Σταλινική Ουγγαρία, χάνοντας έτσι το δικαίωμα να αγωνίζεται με τα χρώματα της χώρας του (ο Κουμπάλα αγωνίστηκε τόσο με τα χρώματα της Ισπανίας όσο και με αυτά της Καταλωνίας σε μια περίοδο που οι μνήμες απ’ τον Ισπανικό εμφύλιο ήταν ακόμα νωπές και οι «πληγές» δεν είχαν κλείσει – όχι ότι έκλεισαν και ποτέ βέβαια). Ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ έγιναν συμπαίκτες του Κουμπάλα (και επαγγελματίες ποδοσφαιριστές) στην Μπαρτσελόνα το ’58 (μετά από απραξία σχεδόν ενός έτους), συνθέτοντας μια μαγική τριπλέτα, απ’ τις κορυφαίες που έχει δει το Καμπ Νου, με τον Πούσκας να γίνεται τελικά κάτοικος Μαδρίτης. Εκεί δηλαδή που συνάντησε τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο και την -σχεδόν- ανίκητη Ρεάλ Μαδρίτης, των πέντε σερί Πρωταθλημάτων Ευρώπης.

Η Ουγγαρία -με τον Γκούσταφ Σέμπες στο τιμόνι- είχε κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσίνκι το 1952 επικρατώντας με 2-0 των Γιουγκοσλάβων, ένα χρόνο αργότερα την πρώτη θέση στο πρωτάθλημα κεντρικής Ευρώπης (ανάμεσα σε χώρες όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η Ελβετία και η Γιουγκοσλαβία) και φυσικά είχε φτάσει στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου το ’54, τρέχοντας ένα αήττητο σερί 32 αγώνων, πριν η Γερμανία υπογράψει το «Θαύμα της Βέρνης» στο στάδιο Γουάνκντορφ στις 4 Ιουλίου. Η Ουγγαρία εκείνης της περιόδου ήταν η κορυφαία ομάδα και πήγε το ποδόσφαιρο πολλά βήματα μπροστά, χαρίζοντας απίστευτες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις σε όλα τα γήπεδα της Ευρώπης. Η ομάδα που είχε διαλύσει τους ανίκητους -ως τότε Άγγλους- στο Γουέμπλεϊ, η ομάδα που είχε διαλύσει τους Σκοτσέζους μπροστά σε 160.000 κόσμο. Η ομάδα που δεν μπορούσαν να κερδίσουν ούτε οι τέλειοι Σοβιετικοί εκείνων των ετών. Μια ομάδα πολύ μπροστά απ΄την εποχή της, με παίκτες σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας. Μια ομάδα που όσα χρόνια και αν περάσουν πάντα θα μνημονεύεται -και θα συγκαταλέγεται- σε αυτές που άλλαξαν το παιχνίδι και έδειξε σε όλους πως πρέπει να παίζεται το ποδόσφαιρο. Πως πρέπει να παίζεται το σωστό ποδόσφαιρο.

                              O Zόλταν Κζίμπορ απέναντι στους Γερμανούς

Δύο μήνες μετά τον χαμένο τελικό από τους Γερμανούς για τον τελικό του Μουντιάλ η Ουγγαρία ξεκίνησε να δίνει και πάλι αγώνες. Το μεγαλύτερο επιθετικό όπλο (και ένα απ’ τα μεγάλα αστέρια της ομάδας) δεν ήταν άλλος από τον Σάντορ Κόσιτς. Ο Κόσιτς είχε κερδίσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ’54, σκοράροντας 11 τέρματα, μάλιστα στα πρώτα 10 παιχνίδια που έδωσε η Ουγγαρία, μετά την ήττα απ’ τους Γερμανούς, πρόλαβε να ματώσει τα δίχτυα 16 φορές. Για την ιστορία, από το 1948 μέχρι το 1956 που φόρεσε την φανέλα της εθνικής Ουγγαρίας, πρόλαβε να σκοράρει 75 τέρματα σε 69 παιχνίδια, κάτι που εννοείται αποτελεί και ρεκόρ σε ποσοστό γκολ ανά συμμετοχή σε διοργανώσεις της ΦΙΦΑ. Με την φανέλα των «μπλαουγκράνα» πρόλαβε να σκοράρει 42 γκολ σε 75 εμφανίσεις. Φυσικά το καλύτερο ρεκόρ είναι τα 153 γκολ σε 142 εμφανίσεις με τη φανέλα της Χόνβεντ. Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, η υπόθεση-γκολ  ήταν  για τον Κόσιτς κάτι τόσο εύκολο όσο είναι για όλους εμάς να βάλουμε ένα ποτήρι νερό στην βρύση του σπιτιού μας. Ο Κόσιτς παρέα με τον Κζίμπορ και φυσικά τον «παλιό» Λάσλο Κουμπάλα συνέχισαν τα μαγικά τους -όχι με την φανέλα των Μαγυάρων- αλλά με αυτή της Μπαρτσελόνα, έχοντας βάλει ως μεγάλο στόχο την κατάκτηση του κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, όπως έκανε δηλαδή ο άλλος σπουδαίος της πρώην παρέας, ο Πούσκας, με την φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης το 1959 και το 1960.

                                 Κουμπάλα και Πούσκας σε κλάσικο το 1960

Την σεζόν 1960-1961 η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε Μπαρτσελόνα και Ρεάλ να τεθούν αντιμέτωπες για τους «16» του Πρωταθλητριών με τους «μπλαουγκράνα» να παίρνουν και την σπουδαία πρόκριση με συνολικό σκορ 4-3. H μεγάλη ώρα έδειχνε να είχε φτάσει για την Ουγγρική τριάδα της Μπάρτσα που λογάριαζε όμως δίχως έναν άλλο Ούγγρο και δίχως τα «φαντάσματα» του γηπέδου που είχε διεξαχθεί ο τελικός του 1954 κόντρα στους Γερμανούς. Η Μπαρτσελόνα πέρασε την Τσέχικη Σπαρτάκ Hradec στα προημιτελικά και το Αμβούργο στα ημιτελικά, φτάνοντας στον τελικό. Εκεί που θα αντιμετώπιζε δηλαδή την σπουδαία Μπενφίκα του Ούγγρου Μπέλα Γκούτμαν στο στάδιο Γουάνκντορφ της Βέρνης. Εκεί που ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ είχαν γνωρίσει την πιο οδυνηρή ήττα της ζωής, τους εφτά χρόνια πριν. Το άγχος τεράστιο μιας και σε κάθε γωνία του γηπέδου έρχονταν οι μνήμες εκείνου του χαμένου τελικού. O Κόσιτς άνοιξε το σκορ στο 21′ με υπέροχη κεφαλιά και ο Κζίμπορ σκόραρε ένα απίστευτο γκολ εκτός περιοχής στο 75′, αλλά τελικά δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την ήττα μιας και το επικό αυτογκόλ του τερματοφύλακα Άντονι Ράμαλετς έκανε  τρία τα γκολ για τους Πορτογάλους. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η ατυχία για τους Καταλανούς σε τελικούς, μια ατυχία που σταμάτησε 31 χρόνια μετά στο Γουέμπλεϊ. Στο τέλος της σεζόν ο Κουμπάλα και ο Κζίμπορ άφησαν την Μπαρτσελόνα (με τον Κόσιτς να ακολουθεί τέσσερα χρόνια αργότερα). Ένα χρόνο μετά -το 1967- και ο σπουδαίος Φέρεντς Πούσκας ανακοίνωσε την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, βάζοντας ουσιαστικά τέλος σε μια σπουδαία περίοδο για το Ουγγρικό ποδόσφαιρο.

Ουδείς μπορεί να γνωρίζει τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε διαλυθεί εκείνη η εθνική ομάδα και δεν είχαν σκορπίσει όλοι οι αστέρες της. Ίσως στο Μουντιάλ του 1958 να ήταν όλα διαφορετικά.  Ίσως η Χόνβεντ να είχε κατακτήσει ένα κύπελλο πρωταθλητριών (ίσως και παραπάνω), κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά μιας και η ιστορία έχει ήδη καταγραφεί. Το μόνο σίγουρο είναι πως εκείνη η φουρνιά των Ούγγρων είναι μία ανάμεσα στις κορυφαίες που έχει γνωρίσει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο και είναι σίγουρο πως, πολύ δύσκολα, μια τόσο μικρή χώρα θα ξαναβγάλει -μαζεμένους- τόσους πολλούς κορυφαίους ποδοσφαιριστές. Aπ’ την άλλη το Ουγγρικό ποδόσφαιρο δεν κατάφερε ποτέ ξανά να πρωταγωνιστήσει, μελαγχολώντας τους παλιούς (ρομαντικούς) φίλους του. Μια ποδοσφαιρική μελαγχολία σαν αυτή που προκαλούν -ασυναίσθητα- οι υπέροχες μελωδίες του Ούγγρου συνθέτη Μίχαλι Βιγκ στις ταινίες του Μπέλα Ταρρ. Δεν ξέρω πόσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο «Η Μελαγχολία της Αντίστασης» του Λάσλο Κρασναχορκάι, μα μέσα στις σελίδες του μπορείτε να καταλάβετε (και να δείτε) πολλά για την Ουγγαρία εκείνων των ετών και να καταλάβετε πολλά και για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, εκείνα τα χρόνια. Φυσικά και οι ποδοσφαιριστές -τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια- απλοί άνθρωποι ήταν κι αυτοί.

Η Σκιά του Θεού

  [8 Σχόλια]

Το κείμενο αυτό το γράφω μετά από διάφορες συζητήσεις και μετά από παράκληση του Γαργαντούα. Επειδή δεν ήταν απλώς η κουβέντα της εβδομάδας, αλλά λόγω ντόρου και χρημάτων, το ντίαλ του αιώνα, σίγουρα έχετε διαβάσει ένα τρισεκατομμύριο πράγματα για τη μεταγραφή του Νεϋμάρ από την Μπαρσελόνα στην Παρί Σεν Ζερμαίν. Επειδή το Σομπρέρο δεν είναι ειδησεογραφική σελίδα, εγώ – ως απεσταλμένος του σάιτ στη Βαρκελώνη – θα σας κάνω ένα ρεζουμέ του τι λεγόταν και γραφόταν όλες αυτές τις μέρες εδώ. Μαζί με την άποψή μου στο τέλος.

Ας ξεκινήσουμε από τη γαρνιτούρα. Πρώτος έμμεσος παράγοντας ήταν η διοίκηση της Μπάρσα. Έχω γράψει αρκετές φορές για το πόσο εξαρτημένη είναι η διοίκηση της Μπαρσελόνα από τους χορηγούς, από την εποχή Ρουσέλ και μετά. Αυτή τη φορά η χορηγοδουλεία (ας με συγχωρήσουν οι γκράμαρ νάζις) ξεπέρασε κάθε ρεκόρ. Επειδή το τουρ στις ΗΠΑ και τα φιλικά με τα άλλα τοπ μπραντς, ενός κλάσικο περιλαμβανομένου, είχαν την υπόσχεση του MSN, ο Νεϋμάρ όχι μόνο πήγε, αλλά έπαιξε και βασικός σε όλα, ακόμα και στο ματς με τη Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ πρακτικά είχε χαιρετήσει. Μετά από εκεί πήγε στην Κίνα για διαφημιστικό της εθνικής Βραζιλίας, αλλά και της Μπαρσελόνα. Μετά ήρθε, χαιρέτησε και πήγε Παρίσι. Επίσης, μη την ικανότητα στις διαπραγματεύσεις που έχει επιδείξει το δίδυμο Μπαρτομέου-Ρομπέρτ, ευτυχώς που είπαν «τη ρήτρα ή τίποτα» διότι αλλιώς ο Νευμάρ θα είχε πάει στο Παρίσι για δύο μπριός, τρεις κις Λοραίν, κρουασάν για όλη την ομάδα, εισιτήρια στη Ντίσνεϋλαντ και 5-6 χιλιάρικα.

Ένας άλλος εξωτερικός παράγοντας ήταν ο μπαμπάς Νεϋμάρ και ό,τι φέρνει αυτός μαζί του, δηλαδή οι προσωπικοί χορηγοί του παίχτη. Αυτός βρισκόταν συνεχώς με τη διοίκηση της Μπαρσελόνα όλες αυτές τις μέρες της σαπουνόπερας. Δε συναντήθηκε ποτέ με κάποιον της Παρί. Στην παρουσίασή του στο Παρίσι ο Νεϋμάρ ζήτησε από τον πατέρα του να τον στηρίξει στην απόφασή του όπως έκανε πάντα στη ζωή του και ας είχε διαφορετική άποψη. Είναι λοιπόν εμφανές ότι παρά το μεγάλο του νέο συμβόλαιο ο Νεϋμάρ είχε την οικονομική του δραστηριότητα βασισμένη στο μπρέντ νέιμ «Μπαρσελόνα». Οι χορηγοί ξέρουν ότι η Ισπανία και η Μπάρσα είναι μία σκηνή που ισάξιά της είναι μόνο η Αγγλία. Η Μπαρσελόνα μαζί με ένα κλειστό άλλο κλαμπ 6-7 συλλόγων είναι τελικοί προορισμοί, αγωνιστικά και οικονομικά. Η οπαδική τους βάση, η εικόνα τους, η απήχησή τους, οι αντιπαλότητές τους, όλα είναι αλλιώς σε Αγγλία και Ισπανία. Μπορεί τα λεφτά που έδωσε η Παρί να προκαλούν ίλιγγο, όμως αυτό είναι το κομμάτι του συμβολαίου και μόνο. Και στις σύγχρονες εποχές που το ποδόσφαιρο κινείται με όρους βιομηχανίας θεάματος, σε αυτό το επίπεδο, το συμβόλαιο είναι το 20-25% ων συνολικών εσόδων ενός παίχτη. Τα πολλά λεφτά είναι αλλού.

Τελευταίος εξωτερικός παράγοντας είναι η Ισπανία και η Βαρκελώνη. Ο Νεϋμάρ όταν ήρθε στη Βαρκελώνη έφτασε φορτωμένος με ένα κάρο σκάνδαλα από τη Βραζιλία, σε διοικητικό και ποινικό επίπεδο για φοροδιαφυγή. Οι διοικούντες της Μπάρσα έμπλεξαν με τις εταιρίες μάνατζερ, πράγμα που κόστισε στο σύλλογο έναν πρόεδρο (Ρουσέλ) και έναν αντιπρόεδρο και προκάλεσε έκτακτες εκλογές. Οι υποθέσεις στη Βραζιλία έκλεισαν πριν περίπου δυο βδομάδες, με κάποιες απαλλαγές και κάποια πρόστιμα. Στη Βαρκελώνη όμως τρέχουν κανονικά. Η υπόθεση της μεταγραφής του ξανάνοιξε κατά του συλλόγου, πλέον με κατηγορούμενο και τον Μπαρτομέου. Η καταβολή της ρήτρας τους έγινε από το Κατάρ. Όχι από την Παρί. Αυτό για να τη σκαπουλάρουν οι Γάλλοι από το Οικονομικό Φερ Πλέι. Δηλαδή να το σκοτώσουν. Ο Νεϋμάρ φεύγει όπως ήρθε, τέσσερα χρόνια μετά. Με πολύ κουβέντα για τα λεφτά. Κυρίως για το σκιώδες κομμάτι των διαδρομών τους.

Και στο αγωνιστικό τώρα, γιατί να φύγει; Είναι σε τοπ κλαμπ, πρωταγωνιστής, μέλος της καλύτερης επιθετικής τριάδας της εποχής, ίσως και της ιστορίας του ποδοσφαίρου. Με τους άλλους δυο της τριάδας είναι φίλοι, κάνοντας παρέα συνεχώς εκτός γηπέδου. Οι υπόλοιποι συμπαίχτες του τον θέλουν στα αποδυτήρια για την ενέργεια που δίνει. Κάθε χρόνο διεκδικεί όλους τους τίτλους με αξιώσεις. Παίζει στην Ισπανία, που όπως αναφέραμε και παραπάνω, είναι τοπ προορισμός. Είναι διεκδικητής της Χρυσής Μπάλας. Τα χρήματα δεν ήταν θέμα στη Βαρκελώνη άλλωστε. Πέρυσι ανανέωσε και ήταν όλοι χαρούμενοι. Και να φύγει να πάει στη Γαλλία; Σε ένα πρωτάθλημα σαφώς κατώτερο; Με άλλους Βραζιλιάνους ναι, εντάξει, αλλά φτάνει; Από την ηλιόλουστη Βαρκελώνη όπου έχει τη θάλασσα δίπλα του, στο βροχερό Παρίσι; Εκτός αν ανακάλυψε ξαφνικά κάπου μεταξύ μοντέλων και μπιτς πάρτυ τον Προυστ, τον ιμπρεσιονισμό και την όπερα. Που δεν τον κόβω για τέτοιο.

Γι’αυτό το κομμάτι της μεταγραφής έγινε μεγάλη κουβέντα, με αφορμή και το κείμενο του Σιντ Λοβ στην Γκάρντιαν. Εδώ αξίζει να πούμε ότι η ίδια κουβέντα γινόταν από πριν στην Ισπανία, με τους αθλητικογράφους των μεγάλων πολιτικών εφημερίδων (Σημείωση: Αναφέρομαι στις Ελ Παΐς, Εκ Κονφιδενθιάλ, Ελ Μούνδο και Λα Βανγουάρδια. Οι αθλητικές εφημερίδες είναι εξαιρετικά προεδροκεντρικές για να είναι αξιόπιστες) να λένε το ίδιο πράγμα: η νύχτα του 6-1 ήταν η ρωγμή. Η ανατροπή ήταν δική του. Αυτός το πίστεψε, αυτός το γύρισε, η φωτογραφία όμως που έκανε το γύρο του κόσμου την επόμενη στιγμή ήταν αυτή του Μέσσι στην εξέδρα να χτυπάει το σήμα του συλλόγου. Εκεί κατάλαβε ότι εδώ νούμερο 1 δε θα είναι ποτέ. Όχι όσο υπάρχει ο… κοντός. Και ο Νεϋμάρ είναι φιλόδοξος, πολύ φιλόδοξος. Είναι το 10 της Βραζιλίας. Αυτό από μόνο του είναι μπόνους.

Τώρα που η μεταγραφή ολοκληρώθηκε υπάρχει μια ακόμα σημείωση. «Ο Νεϋμάρ έδειχνε πως είναι ηγέτης κάθε φορά που έλειπε ο Μέσσι». Πιθανόν δεν είναι τυχαίο ότι οι φήμες για τη μεταγραφή και η όλη ιστορία ξεκίνησαν λίγο μετά την ανανέωση του Μέσσι. Για πολλά χρόνια ο Αργεντινός έλεγε ότι θα έπαιζε μέχρι το τελευταίο του Μουντιάλ στην Μπαρσελόνα και μετά θα γύριζε να κλείσει την καριέρα του στη Νιούελς. Ο Νεϋμάρ περίμενε προφανώς να δει αν αυτό θα ήταν το Μουντιάλ του 2018. Ένα χρόνο μπορούσε να περιμένει να γίνει ο διάδοχος στη Βαρκελώνη, πέντε χρόνια όχι. Τότε, εξ αποδείξεως έψαξε τη δική του ομάδα. Πήγε τελικά στην Παρί διότι η Παρί ήταν η μόνη που μπορούσε να πληρώσει τη ρήτρα του. Καμία Μάντσεστερ (από τις δυο) και καμία Τσέλσι. Η μόνη ήταν η Παρί. Δεν είναι Φίγκο όπως λένε κάποιοι εδώ. Δεν ψάχνει τίτλους που δε θα βρίσκει, δεν ψάχνει παραπάνω λεφτά. Καπετάνιος θέλει να γίνει. Όταν είχε έρθει, ο Γιόχαν Κρόιφ είχε πει: «Δεν χωράνε δύο καπετάνιοι στο ίδιο καράβι. Αγοράζοντας τον Νεϋμάρ, πρέπει να πωληθεί ο Μέσσι». Για άλλη μια φορά ο πατριάρχης είχε δει στο μέλλον.

Ο Νεϋμάρ ακολουθεί την αντίθετη πορεία από αυτή που έφερε στην κορυφή τον Ροναλντίνιο. Πλέον η κάθε επιτυχία ή αποτυχία θα είναι δική του. Μετά μπορεί να ξαναγυρίσει στη Βαρκελώνη, να αντικαταστήσει τον Κριστιάνο στη Μαδρίτη ή να πάει στην Αγγλία, αυτό δεν ενδιαφέρει κανέναν τώρα. Το μόνο για το οποίο κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει είναι ότι δεν είναι επαγγελματίας. Μέχρι τη μεταγραφή του ήταν άψογος στις υποχρεώσεις του με την Μπαρσελόνα, με μόνη εξαίρεση το πλάκωμα με τον Σεμέδο σε μία προπόνηση, που με την πίεση που είχε, προσωπικά μου φαίνεται λογικό. «Να της δώσω τους τίτλους που αξίζει» δήλωσε κατά την παρουσίαση του στο Παρίσι. Ξέρει που πήγε. Ξέρει πως θα είναι η ομάδα του Νεϋμάρ. Δε θα είναι κάποιο αρχικό σε αρκτικόλεξο. Δε θα είναι στη σκιά του «Θεού».

Η οργανωμένη αταξία του Mπορίς Αρκάντιεφ

  [Καθόλου σχόλια]

Το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω δεν είναι δικό μου. Σερφάροντας στο διαδίκτυο, έπεσα τυχαία πάνω του και κυριολεκτικά με ρούφηξε λέξη προς λέξη. Ιστορικά η περίοδος που αναφέρεται είναι από τις πιο σημαντικές για την σύγχρονη ανθρωπότητα και -προσωπικά- λατρεύω να διαβάζω και να μαθαίνω γι’ αυτή. Κάπως έτσι, αποφάσισα να κάνω μια προσπάθεια να το μεταφράσω (προσθέτοντας και μερικά δικά μου -ελάχιστα- λόγια) γιατί θεώρησα πως αξίζει να διαβαστεί και από ανθρώπους που δεν θα έμπαιναν στον κόπο να το διαβάσουν στα αγγλικά, κι απ’ την άλλη σκέφτηκα πως θα ήταν πολύ καλό να υπάρχει κάπου. Ο τρόπος γραφής του είναι απολαυστικός και ελπίζω να κατάφερα, έστω και στο ελάχιστο, να σας μεταφέρω το νόημά του.

Στο μεσοδιάστημα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων οι χώρες της Δύσης ήρθαν αντιμέτωπες με μία μεγάλη κρίση. Μία διπλή κρίση για την ακρίβεια. Από τη μία ήταν ο παγκόσμιος καπιταλισμός και από την άλλη η επιβίωση από την κοινοβουλευτική δημοκρατία. To μέλλον του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος -ξαφνικά- έδειχνε αβέβαιο και για πολλούς οικονομικούς αναλυτές φάνταζε ως απόλυτα μη βιώσιμο. Σε πολλά μέτωπα -πολιτικά, οικονομικά και επιστημονικά- μάλιστα φάνταζε ως ηττημένο. Η Ιταλία, η Γερμανία και η Ισπανία υπέκυψαν στο φασισμό. Μπροστά σε αυτή τη σκοτεινή απειλή που κατάπινε την Ευρώπη, η ΕΣΣΔ ανέλαβε αυτό που ίσως ήταν το πιο φιλόδοξο πρότζεκτ στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Το πρόγραμμα των πρώτων πέντε ετών (1928-1932). Ένα πρόγραμμα που μετέτρεψε τη Σοβιετική Ένωση σε υπερδύναμη.

Το 1918, εν μέσω του Εμφυλίου Πολέμου, o ποιητής Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι έγραψε το «Ανοικτό Γράμμα προς τους Εργάτες» (την περίοδο εκείνη ο Μαγιακόφσκι βρίσκονταν στη Μόσχα όπου δούλευε στο ρωσικό πρακτορείο τηλεγραφίας). Εκεί αναφέρει: «Οι φωτιές του πολέμου και της επανάστασης έχουν ρημάξει τόσο τις πόλεις μας όσο και τις ψυχές μας. Τα μεγαλειώδη παλάτια του χθες στέκονται σαν καμμένοι σκελετοί. Οι κατεστραμμένες πόλεις περιμένουν να ξαναχτιστούν. Σε εσάς που δέχεστε την κληρονομιά της Ρωσίας, σε εσάς που αύριο (όπως πιστεύω) θα γίνετε οι κυρίαρχοι όλου του κόσμου, θα κάνω μια ερώτηση: Με τι υλικά φαντάζεστε πως θα καλύψετε τις φωτιές του χθες και πως θα δημιουργήσετε ξανά το σήμερα;» Για τους μοντέρνους και αβάν-γκαρντ αρχιτέκτονες, το πελώριο μπάτζετ που είχαν να διαχειριστούν ήταν μια ευκαιρία να κατανοήσουν πλήρως το όραμά τους και να το υλοποιήσουν στο σύνολό του. Εν μέσω της επανάστασης, του οικονομικού μαρασμού, της πολιτικής αβεβαιότητας και της κατάρρευσης του παλιού κόσμου, οι μοντερνιστές ένιωθαν ότι είχε γίνει πραγματικότητα η μεγαλύτερή τους ευχή. Να φτιάξουν δηλαδή μια νέα κοινωνία από την αρχή, χτίζοντας από τις στάχτες. H ουτοπία δεν ήταν πια ουτοπία και το παραμύθι έδειχνε να γίνεται πραγματικότητα.

Την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου οι αβάν-γκαρντ καλλιτέχνες, όπως είναι λογικό, γνώρισαν περίοδο ακμής και στάθηκαν δίπλα στο λαό. Ο αρχιτέκτονας Νικολάι Κόλλι-για παράδειγμα, έφτιαξε ένα γλυπτό που απεικόνιζε μια κόκκινη σφήνα  να σπάει ένα άσπρο τούβλο. Με αυτό εννοείται συμβόλιζε τον επαναστατικό αγώνα. O Ελ Λισίτσκι απότισε φόρο τιμής για την δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ με μια δημιουργία που είχε διάφορα αιωρούμενα πολύγωνα μπροστά σε ένα κόκκινο κύκλο, επίσης σχεδίασε ένα πόστερ που στις μέρες μας είναι γνωστό με τον τίτλο «Νίκησε τους Λευκούς με την Κόκκινη Σφήνα» για τη νίκη των Μποσελβίκων. Ανάμεσα στο 1928 και το 1937 τα σπουδαιότερα αβάν-γκαρντ μυαλά του κόσμου συγκεντρώθηκαν στη Ρωσία για να δώσουν τα «φώτα» τους στη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που έδειχνε να αλλάζει ριζικά. Όλοι οι καλλιτέχνες της εποχής -και όχι μόνο- πίστευαν πως μέσα από αυτό το νέο περιβάλλον, μπορούσε να αναδυθεί ο νέος, ελεύθερος άνθρωπος (βλ. «Λογοτεχνία και Επανάσταση» του Λέων Τρότσκυ).

O νέος άνθρωπος/έργο του 1920

Την ίδια περίοδο, το ήδη δημοφιλές σπορ του ποδοσφαίρου, συνέχιζε να «μεγαλώνει» και σύντομα, παράλληλα με την αρχιτεκτονική και τη λογοτεχνία, έγινε ένας σημαντικός εκπρόσωπος της κουλτούρας της Σοβιετικής Ρωσίας. Το ποδόσφαιρο στην Τσαρική Ρωσία ήταν σημαντικά επηρεασμένο από το βρετανικό μοντέλο, και μετά την επανάσταση, με τη Σοβιετική Ένωση να βάζει φρένο σε καθετί ξένο, ήταν λογικό να μπει «φρένο» και στις ξενόφερτες τακτικές του ποδοσφαίρου. Εκείνα τα χρόνια όλος ο πλανήτης χρησιμοποιούσε το σύστημα WM του Χέρμπερτ Τσάπμαν και -εννοείται- και στην ΕΣΣΔ οι ομάδες  έπαιζαν με εκείνη την παραλλαγή του 2-3-5. Όλα αυτά άλλαξαν το 1937 όταν, με τον εμφύλιο να μαίνεται στην Ισπανία, η εθνική ομάδα της Βασκωνίας περιόδευσε στη Σοβιετική Ένωση για να βρει χρήματα (και να αποκτήσει εμπειρίες) κατά των φασιστικών δυνάμεων του Φράνκο. Οι Ρώσοι βρέθηκαν μπροστά σε μια τεράστια έκπληξη καθώς είδαν τις ομάδες τους να διαλύονται. Πρώτα ηττήθηκε η Λοκομοτίβ Μόσχας με 5-1, μετά ακολούθησε η ήττα με 2-1 της Δινάμο και τέλος η βαριά ήττα μιας ομάδας Ρώσων επίλεκτων με 7-4.

Εμπνευσμένοι από την περίφημη φράση του Μαγιακόφσκι «Οι δρόμοι πινέλα μας, οι πλατείες παλέτες μας» αρκετοί αβάν-γκαρντ Ρώσοι καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες απέρριψαν την ιδέα της Τέχνης ως κάτι αυτόνομο ενός οργανισμού για λίγους και θέλησαν να «χτίσουν» για κοινωνικούς σκοπούς, βάζοντας -ουσιαστικά- τις Τέχνες στην υπηρεσία της Επανάστασης. Ένας από τους πολλούς καλλιτέχνες που εμπνεύστηκαν από αυτή την κίνηση  (το νέο αυτό «ρεύμα» ονομάστηκε Κονστρουκτιβισμός) ήταν και ο Γερμανός θεατρικός συγγραφέας Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο οποίος για τη σχέση ποδοσφαίρου και επανάστασης κάποτε είχε πει: «Ρίχνουμε τις ελπίδες μας στο κοινό των αθλημάτων. Σε αυτό το αληθινό και τεράστιο «πιάτο» (εννοώντας το γήπεδο). Γεμάτο από 15.000 άντρες και γυναίκες κάθε Τάξης. Του πιο δίκαιου και έξυπνου κοινού στον κόσμο». Όλες οι Τέχνες έδειχναν να πηγαίνουν ολοένα και πιο μπροστά στη Σοβιετική Ένωση και το ποδόσφαιρο δεν μπορούσε να μην ακολουθήσει αυτή την πορεία. Για την ΕΣΣΔ πλέον ήταν ζήτημα τιμής και αυτά τα ποδοσφαιρικά αποτελέσματα είχαν ντροπιάσει τον σοβιετικό εγωισμό και την σοβιετική  κουλτούρα. Από την άλλη, το γεγονός πως έπαιζαν με ξένους αντιπάλους ήταν ο καλύτερος τρόπος για να μπει το σοβιετικό ποδόσφαιρο στον παγκόσμιο χάρτη, όχι όμως από την πλευρά των ηττημένων.

Η Σοβιετική κυβέρνηση δεν μπορούσε να δεχθεί τα ντροπιαστικά αποτελέσματα και άσκησε αμέσως έντονη πίεση στον προπονητή της Σπαρτάκ Μόσχας, Νικολάι Στάροστιν, για να σταματήσει αυτός ο εξευτελισμός και να έρθουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, η Σπαρτάκ ήταν -ίσως- η τελευταία ελπίδα ενός ολόκληρου λαού για να νιώσει δυνατός (και) μέσα από το ποδόσφαιρο. O Στάροστιν έριξε αμέσως βάρος στο ξεπερασμένο σύστημα των Σοβιετικών και έφερε την αλλαγή που χρειαζόταν για να έρθει η νίκη. Για να περιορίσει τον επιθετικό των Βάσκων, τον θρυλικό Ισίντρο Λανγκάρα, ο Στάροστιν έφερε τον κεντρικό του χαφ ανάμεσα στους δύο κεντρικούς αμυντικούς, η Σπαρτάκ είχε δοκιμάσει αυτή την τακτική (παραλλαγή) του WM σε μια περιοδεία στη Νορβηγία και την είχε επαναφέρει -επιτυχώς- μετά από μια ήττα από τη μεγάλη αντίπαλο Δινάμο, οπότε και δεν ήταν μεγάλο το ρίσκο. Τελικά η σκέψη του Στάροστιν έφερε αποτέλεσμα και μάλιστα πολύ γρήγορα μιας και οι Σοβιετικοί διέλυσαν τους Βάσκους με 6-2, με τον Λανγκάρα να είναι μετριότατος σε ολόκληρη την αναμέτρηση. Κάτι έδειχνε να αλλάζει.

Την ίδια περίοδο ο Μπορίς Αρκάντιεφ (παλιός μέσος της Μέταλουργκ Μόσχας) είχε αναλάβει τον πάγκο της Δινάμο Μόσχας το 1936 και, μετά την περιοδεία των Βάσκων, όπως και οι περισσότεροι Ρώσοι προπονητές μπήκε ξανά στη διαδικασία να δει το παιχνίδι από μια νέα οπτική, με μια διαφορετική και πιο σύγχρονη ματιά. Εντωμεταξύ η Σπαρτάκ είχε μάθει πολλά από εκείνη τη νίκη απέναντι στους Βάσκους και εκμεταλλευόμενη και την κακή κατάσταση της Δινάμο (που είχε βρεθεί στη μέση του βαθμολογικού πίνακα) τελικά κέρδισε το πρωτάθλημα του 1938. Ο επικεφαλής της μετέπειτα ΚGB -τότε πολιτικός και επικεφαλής του σοβιετικού μηχανισμού ασφαλείας- Λαβρέντι Μπέρια (και μέγας ευεργέτης της ομάδας εκείνα τα χρόνια) άρχισε να ασκεί πίεση στον Αρκάντιεφ, ζητώντας του, παράλληλα, θετικά  αποτελέσματα. Άμεσα. O Αρκάντιεφ αφού είδε πως δεν μπορούσε να βρει καλύτερους παίκτες, σε εκείνη τη φάση τουλάχιστον, αποφάσισε να ρίξει περισσότερο βάρος στην τακτική και το σύστημα της ομάδας. Κάπως έτσι επέλεξε να πατήσει πάνω στο WM, αλλά να το βελτιώσει όσο αυτό ήταν εφικτό.

Κάπως έτσι τον Φεβρουάριο του 1940 -στο Camp Gagry- άρχισε να δουλεύει με την ομάδα του ώρες ατελείωτες σε θέματα τακτικής και στον τρόπο που ήθελε οι παίκτες του να μάθουν να βλέπουν και να κατανοούν το παιχνίδι. Σύμφωνα με πολλούς παίκτες εκείνης της ομάδας μάλιστα, ήταν σαν να μάθαιναν ένα νέο σπορ. O Αρκάντιεφ είχε διακρίνει πως πολλές ομάδες είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν παίκτες που -καθώς η ομάδα έκανε επίθεση, αυτοί στηριζόμενοι στα εξωπραγματικά τους αθλητικά προσόντα, άφηναν τη θέση τους και βοηθούσαν τους επιθετικούς, ασχέτως αν ήταν αμυντικοί ή μέσοι. Aυτοί οι παίκτες έβγαιναν εκτός συστήματος ομάδας, αλλά κατάφερναν να αναστατώσουν τις αμυντικές τακτικές του αντιπάλου καθώς οι αμυντικοί δεν ήξεραν πως να αντιδράσουν στα πολλά πρόσωπα που ανέβαιναν στην επίθεση, και παράλληλα οι επιθετικοί της ομάδας που είχε την μπάλα, έβλεπαν περισσότερα πρόσωπα για να πασάρουν. «Η επίθεση γέμιζε αλλά τι γίνονταν με την άμυνα» σκέφτηκε πολύ σωστά ο Αρκάντιεφ και  κάπως έτσι πήγε αυτή την τακτική ακόμα πιο μακριά.

Ο Αρκάντιεφ άλλαξε αγωνιστική φιλοσοφία και προσάρμοσε το νέο αυτό στυλ πάνω στις δικές του ιδέες. Παρότρυνε τους παίκτες του να βγαίνουν στην επίθεση όσο περισσότερο μπορούσαν, αλλά το ποδόσφαιρο που παρουσίαζε δεν ήταν αυτό που λέμε φύσιν επιθετικό μιας και ήθελε να προσέχει και τα μετόπισθεν. Και το κατάφερε. Το τέμπο ήταν χαμηλό στη μεγαλύτερη διάρκεια, με πολλές κοντινές πάσες (κάτι σαν το τίκι τάκα των ημερών μας), προσπαθώντας να ανοίξει υπομονετικά τις αντίπαλες άμυνες, και με τα ανεβάσματα των αμυντικών παικτών,  έψαχνε να βρει την κατάλληλη στιγμή -και το κενό- για να χτυπήσει τον αντίπαλο, πετυχαίνοντας γκολ. Φυσικά ο Τύπος της εποχής δεν άργησε να βρει όνομα γι’ αυτό το νέο στυλ παιχνιδιού και το όνομα που του έδωσε ήταν το πλέον χαρακτηριστικό.

Εκείνες λοιπόν τις μέρες του 1940 γεννήθηκε στη Ρωσία η Οργανωμένη Αταξία του Αρκάντιεφ. Οι περισσότεροι αντίπαλοι άρχισαν να παίζουν man to man τους παίκτες της Δινάμο και να κλείνονται όλο και περισσότερο στην άμυνά τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο πανούργος Αρκάντιεφ έβρισκε ολοένα νέους τρόπους για να σπάει όλες τις αμυντικές -τις πολυπρόσωπες αμυντικές- τακτικές των αντιπάλων και είχε μετατρέψει την ομάδα του σε κυρίαρχο του παιχνιδιού. Ο δημοσιογράφος της Daily Expres, Φρανκ Μπάτλερ είχε γράψει για την Δινάμο του Αρκάντιεφ: «Ήταν ένα κινέζικο παζλ να προσπαθείς να ακολουθήσεις εκείνους τους παίκτες, Ήταν μία εδώ και μία εκεί σε πλήρη αρμονία, μα το καλύτερο απ’ όλα ήταν πως κανένας και ποτέ δεν έπεφτε πάνω στον άλλο». Τα σπουδαία αποτελέσματα ήρθαν αρκετά γρήγορα και η Δινάμο στέφθηκε πρωταθλήτρια με μόλις τέσσερις ήττες και +44 στη διαφορά τερμάτων.

Το 1943 ο Αρκάντιεφ ανέλαβε τις τύχες της CDKA (μετέπειτα TΣΣΚΑ Μόσχας) συνεχίζοντας να δουλεύει το σύστημά του και -εννοείται- να το βελτιώνει συνεχώς μέρα με τη μέρα. Ήταν ο πρώτος που «δημιούργησε» τον αμυντικό μέσο που έρχονταν ακριβώς μπροστά από την τριάδα της άμυνας για να δώσει τις απαιτούμενες βοήθειες και ο πρώτος που έφερε ένα εκ των δύο εσωτερικών επιθετικών (ανάλογα με το που ήταν η μπάλα) για να γεμίσει το κενό που άφηνε στο χώρο το βύθισμα του αμυντικού μέσου μπροστά από την άμυνα. Το σύστημα WM του Τσάπμαν είχε εξελιχθεί και είχε γίνει ένα ανίκητο 3-1-2-1-3 στα χέρια του Αρκάντιεφ. Οι ποδοσφαιρικοί αναλυτές της εποχής μάλιστα είχαν γράψει πως ο σπουδαίος προπονητής ήταν ο πρώτος που είχε εφαρμόσει την τετράδα της άμυνας σε πλήρη ευθεία. Ιστορικό και πρωτοποριακό γεγονός για την εποχή.

H επιρροή του Σοβιετικού αβάν-γκαρντ ήταν περισσότερο εμφανές στους κανόνες συμπεριφοράς των ομάδων του Αρκάντιεφ, απ΄όλες τις άλλες ομάδες. Οι παίκτες του μετά από κάθε παιχνίδι έγραφαν κριτική τόσο για τους συμπαίκτες τους όσο και για το άτομό τους, κάτι που τους βοηθούσε να καταλάβουν καλύτερα ο ένας τον άλλο και να αναπτυχθεί μεταξύ τους μια σχέση αγάπης, εκτός της κατανόησης και του σεβασμού. Ο Αρκάντιεφ ήθελε να προπονεί μια ομάδα με όλη τη σημασία της λέξης και όλοι ενωμένοι να δουλεύουν για το σύνολο. «Όλοι αμυνόμαστε-όλοι κάνουμε επίθεση». Αυτός ήταν ο βασικός κανόνας της στρατηγικής του, κάτι σαν το Σοβιετικό κίνημα της αβαντ-γκαρντ εκείνης της εποχής. Εργατικότητα και αποδοτικότητα. Μια ποδοσφαιρικά τέλεια κολεκτίβα.

Καθώς οι Σοβιετικοί μοντερνιστές και αρχιτέκτονες σχεδίαζαν και έχτιζαν σύμφωνα με τις αρχές της λειτουργικότητας, καθώς αυτή ήταν και η βασική ιδέα, ο Αρκάντιεφ εφάρμοζε αυτή την ιδέα στο γήπεδο του ποδοσφαίρου. Ο Άγγλος αρχιτέκτονας Αύγουστος Πουγκίν είχε δηλώσει πως «δεν πρέπει να χτίζονται κτίρια που δεν είναι βολικά και όμορφα» και ο Αρκάντιεφ συμπλήρωσε -ποδοσφαιρικά- αυτή τη φράση λέγοντας πως «ο κάθε παίκτης πρέπει να γνωρίζει ποδόσφαιρο (να είναι «όμορφος» δηλαδή) αλλά να παίζει και για την ομάδα («βολικός»). Για να καταλάβετε καλύτερα την ποδοσφαιρική κολεκτίβα του Αρκάντιεφ αρκεί μια φράση του όταν γνωστός δημοσιογράφος τον είχε ρωτήσει για τον σπουδαίο Άγγλο αρτίστα -και μετρ της ντρίμπλας- Σερ Στάνλεϊ Μάθιους και αν θα ήθελε να τον δει με τη φανέλα της ομάδα του. «Τα τεχνικά  χαρακτηριστικά του είναι απίστευτα αλλά εμείς βάζουμε το σύνολο πρώτα και μετά το άτομο. Δεν διαθέτουμε παίκτη με την τεχνική του αλλά αν τον είχαμε στην ομάδα μας, το σύνολό μας θα υπέφερε από αυτόν».

Τη δεκαετία του 1950 ο Γκούσταβ Σέμπες πάτησε πάνω και στις τακτικές του Αρκάντιεφ  για να φτιάξει την δική του εθνική Ουγγαρίας. Μια ομάδα που θεωρείται -καθόλου άδικα- ως η κορυφαία εκείνης της εποχής. Ο Τύπος βάφτισε εκείνο το πρωτοποριακό ποδόσφαιρο ως Σοσιαλιστικό και αυτός ο χαρακτηρισμός δεν ήταν καθόλου -μα καθόλου- υπερβολικός. Ο Σέμπες δεν είχε διαλέξει τους κορυφαίους παίκτες για να συνθέσει ένα άρτιο σύνολο, αλλά «αυτούς που πάνω τους μπορούσε να φτιάξει την καλύτερη ομάδα». Αυτή του η φράση έγινε πολλά χρόνια αργότερα το «ευαγγέλιο» του σπουδαίου Γιόχαν Κρόιφ, όταν δημιούργησε την δική του dream team στην Καταλωνία – «δώστε μου τον καλύτερο σε κάθε θέση και τότε θα έχω τις 11 καλύτερες μονάδες αλλά όχι την καλύτερη ομάδα» είχε πει ο «ιπτάμενος» Ολλανδός. Η Ουγγαρία έμεινε αήττητη για σχεδόν 5 χρόνια και στις 25 Νοεμβρίου του ’53 διέλυσε στο κατάμεστο Γουέμπλεϊ την Αγγλία με 6-3, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στο «αρχαίο σύστημα» WM του Τσάπμαν που οι Άγγλοι χρησιμοποιούσαν για σχεδόν 20 χρόνια, νομίζοντας πως είναι οι κορυφαίοι στον πλανήτη, παίζοντας αποκλειστικά με τις υπόλοιπες ομάδες του Νησιού.

Μετά τον πόλεμο και την περιοδεία της Δινάμο στα γήπεδα της Αγγλίας, ο Μπράιν Λέστερ Γκλάνβιλ (συγγραφέας και ποδοσφαιρικός αρθρογράφος) έγραψε: «Από την αρχή ως το τέλος το ποδόσφαιρό τους ήταν τέλειο. Ένας θρίαμβος του Σοσιαλισμού κόντρα στον ατομικισμό. Η μπάλα δεν ήταν ποτέ στα πόδια ενός παίκτη αλλά άλλαζε πόδια σωστά και αρμονικά, από τον ένα στον άλλο. Αυτό ήταν χαρακτηριστικό των περισσότερων Σοβιετικών ομάδων εκείνες τις μέρες.» Όπως η αριστερή αβάν-γκαρντ έψαχνε να καταστρέψει όλη τη μπουρζουαζία και τις τέχνες που είχε γεννήσει η Φεουδαρχία, έτσι και οι Ρώσοι προπονητές χρησιμοποιούσαν παρόμοιες αρχές για να φέρουν μια νέα αίσθηση ελευθερίας απέναντι στις δογματικές ποδοσφαιρικές τακτικές του παρελθόντος, με το αποτέλεσμα να τους δικαιώνει. Το επόμενο μεγάλο βήμα για το ποδόσφαιρο ήρθε το 1965, όταν ένας πρώην επιθετικός ανέλαβε τις τύχες του Άγιαξ. Ήταν ένας Ολλανδός, φανερά επηρεασμένος από την Ουγγαρία του Σέμπες και το Φουτουριστικό ποδόσφαιρο του Λομπανόφσκι. To όνομά του ήταν Ρίνους Μίχελς.

Πηγή: Red Soccer του Shirsho Dasgupta

(Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των Social Waste)

Φάας Βίλκες: O ατάλαντος ξυλουργός και η τέχνη του γκολ (και της ντρίμπλας)

  [3 Σχόλια]

Ολλανδία. Άμστερνταμ και Ρότερνταμ. Το περίφημο Coffee Shop «The Bulldog» και τα χιλιάδες ποδήλατα. Η περίφημη ντρίμπλα του Γιόχαν Κρόιφ κόντρα στη Σουηδία το ’74. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των «Οράνιε» και του Αίαντα στα 70s. Ο Νέσκενς και ο Άρι Χάαν. Ο «δάσκαλος» Ρίνους Μίχελς και εκείνο το ασύλληπτο 4-3-3. Το γκολ του Φαν Μπάστεν κόντρα στους εξωπραγματικούς Σοβιετικούς του Λομπανόφσκι, το 1988. Ο Γκούλιτ, ο Ράικαρντ και ο Κούμαν. Ο Ντένις Μπέργκαμπ και ο Άριεν Ρόμπεν πολύ αργότερα. Το ποίημα «Στο Λιμάνι του Άμστερνταμ» του Ζακ Μπρελ που διασκεύασε και έκανε υπέροχο τραγούδι ο Ντέιβιντ Μπόουι και φυσικά ο Ρέμπραντ και ο Βαν Γκογκ με τους αριστουργηματικούς πίνακές τους. Κάτι ξεχνάμε όμως οι περισσότεροι -ή ίσως αγνοούμε- όταν μιλάμε για τη χώρα της τουλίπας και τα όμορφα πράγματα που αυτή μας χάρισε (ή αναφορές σε αυτή). Ποιο είναι αυτό; Μα φυσικά ο ποδοσφαιριστής Σέρφαας Βίλκες. Ένας από τους πρώτους μεγάλους αρτίστες που έβγαλε το ολλανδικό ποδόσφαιρο και που αποτέλεσε μαζί με τους Γκέριτ Κάιζερ, Μπεπ Μπάκχους και Γκέριτ Βρέκεν τα πρώτα εξαγώγιμα ποδοσφαιρικά «προϊόντα», σε μια εποχή που εκτός συνόρων κάθε χώρας έβγαιναν αποκλειστικά και μόνο οι κορυφαίοι, μιας και μιλάμε για τα τέλη του 1940.

O Βίλκες γεννήθηκε το 1923 στο Ρότερνταμ και πρωτοέπαιξε ποδόσφαιρο στην ομάδα της γεννέτειράς του, RFC Xerxes, υπογράφοντας μάλιστα το πρώτο του συμβόλαιο λίγο μετά αφότου έκλεισε τα 18 του έτη. Παράλληλα βοηθούσε τον πατέρα του στην οικογενειακή τους επιχείρηση. Ο πατέρας του «Φάας» -όπως ήταν το προσωνύμιο του νεαρού- ήταν ξυλουργός και με τον πόλεμο να μαίνεται σε ολόκληρο τον κόσμο (βρισκόμαστε άλλωστε στο 1941), αυτό που ήθελε από τον γιο του ήταν να τον δει όχι να πετυχαίνει στο ποδόσφαιρο αλλά απλά να επιβιώνει, προσπαθώντας να ζήσει αξιοπρεπώς. Η ζωή του νεαρού -ευτυχώς- δεν ήταν γραφτό να κυλήσει σε ένα ξυλουργείο (ταλέντο ξυλουργού άλλωστε ο Φάας δεν είχε) μα στα καλύτερα ποδοσφαιρικά γήπεδα της εποχής, με τον Βίλκες να φορτώνει τα αντίπαλα δίχτυα με δεκάδες γκολ και να ζαλίζει τους αντιπάλους αμυντικούς με τις περίτεχνες του ντρίμπλες. Ο Βίλκες σκόραρε το πρώτο του τέρμα στο ντεμπούτο του ως ποδοσφαιριστής, σε ένα 6-0 επί της Γκούντα εκτός έδρας, και πολύ σύντομα απέδειξε πως τα σύνορα της μικρής Ολλανδίας δεν ήταν ικανά να κρατήσουν το ποδοσφαιρικό του ταλέντο και την «ερωτική» σχέση που είχε συνάψει με τα αντίπαλα δίχτυα. Όλα αυτά φυσικά με το τέλος του πολέμου, όταν και ξεκίνησαν πάλι τα εθνικά πρωταθλήματα το 1945. Από το ’41 ως και το ’45 ως γνωστόν- δεν υπήρχαν επίσημοι αγώνες και πρωταθλήματα.

Παρέα με τους σπουδαίους αρτίστες, Αμπέλ Λένστρα και Κίις Ράιβερς, δημιούργησαν στο Ρότερνταμ αυτό που ονομάστηκε από τους δημοσιογράφους της εποχής ως «Η χρυσή επιθετική τριάδα». Μια «θανατηφόρα τριπλέτα» που στο μυαλό της υπήρχε μόνο ένα πράγμα: To γκολ. Τα τέρματα μπορεί να έπεφταν βροχή αλλά η ομάδα δεν μπορούσε να κάνει με τίποτα την υπέρβαση και να κατακτήσει το πρωτάθλημα, ούτε καν να το διεκδικήσει, και ήταν θέμα χρόνου οι τύχες των τριών αυτών σούπερ σταρ να χωρίσουν για άλλες πολιτείες (και χώρες). Παράλληλα ο Βίλκες ήταν και η αιχμή του δόρατος στην επίθεση της εθνικής Ολλανδίας. Στο ντεμπούτο του μάλιστα με το Λουξεμβούργο είχε σκοράρει τέσσερα τέρματα, στη νίκη με 6-2, και συνέχισε με χατ-τρικ απέναντι στο Βέλγιο. Αυτά τα δύο αποτελέσματα έστειλαν τους «Οράνιε» στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1948 στο Λονδίνο, εκεί που ολόκληρη η Ευρώπη -και ο κόσμος- έμαθε για τα καλά το όνομα του σπουδαίου επιθετικού από το Ρότερνταμ.

H Ολλανδία μπορεί να αποκλείστηκε από τη Βρετανία, μα τα τέρματα του κόντρα στους οικοδεσπότες αλλά και τους Ιρλανδούς τον βοήθησαν να φτιάξει για τα καλά τη φήμη του στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Ολόκληρος ο παγκόσμιος αθλητικός Τύπος μέσα σε λίγες μέρες είχε αρχίσει να ασχολείται με τον Ολλανδό επιθετικό. Εκείνο το παλικάρι με την απαράμιλλη τεχνική και το φονικό ένστικτο που «χόρευε» τις αντίπαλες άμυνες. Το χρυσό μετάλλιο κατέληξε στους Σουηδούς της «παρέας» Gre-No-Li ή αλλιώς τους Γκούναρ Γκρεν, Γκούναρ Γκρόναλ και Νιλς Λίντχολμ, το μαγικό τρίο της Μίλαν δηλαδή που λίγο αργότερα ο Βιλκες θα έβρισκε ως αντίπαλος, φορώντας τη φανέλα της συμπολίτισσας Ίντερ και χαρίζοντας στο κοινό του Μιλάνου μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις. Ο Ολλανδός βέβαια είχε αποδείξει πως ανήκε στην παγκόσμια ελίτ του ποδοσφαίρου, πανέτοιμος να κατακτήσει ό,τι του αναλογούσε και πολλά περισσότερα από αυτά.

Πολλές ομάδες του εξωτερικού άρχισαν αμέσως να δείχνουν ενδιαφέρον για τον Ολλανδό στράικερ, τον ερασιτέχνη Ολλανδό στράικερ για την ακρίβεια μιας και το ποδόσφαιρο στη χώρα του δεν είχε γίνει ακόμα επαγγελματικό, με πρώτη και καλύτερη την αγγλική Τσάρλτον -σε μια περίοδο που κατακτούσε και διεκδικούσε τίτλους- αλλά και ομάδες από την Ιταλία και την Ισπανία, μικρότερου πάντως βεληνεκούς. Ο Βίλκες τελικά έδωσε τα χέρια με την ομάδα του Μάαστριχτ, δίχως χρήματα παρά μόνο για ένα φορτηγό (!), που θα βοηθούσε την επιχείρηση του πατέρα του να μεγαλώσει. H ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας θεώρησε αυτή την μεταγραφή ως παράνομη μιας και υπήρξε χρηματικό όφελος για τον παίκτη και τιμώρησε τον διεθνή επιθετικό με ένα χρόνο εκτός ποδοσφαίρου για το εθνικό πρωτάθλημα και 5 χρόνια για τη φανέλα με το εθνόσημο. Ο Βίλκες τελικά δεν ολοκλήρωσε την μεταγραφή, επέστρεψε στην πρώην ομάδα του και απάντησε με μια απίστευτη σεζόν στους «επικριτές» του. Το γυαλί πάντως είχε ήδη ραγίσει και όλα έδειχναν πως εκείνη η σεζόν (βρισκόμαστε στο 1950) θα ήταν και η τελευταία του ως παίκτης στα γήπεδα της Ολλανδίας (την περίοδο της top φόρμας του).

Ο Ολλανδός τελικά έφυγε για την Ιταλία και το Μιλάνο για να γίνει παίκτης της Ίντερ. Εκεί παρέα με τον Ούγγρο Ίστβαν Νάιερς και τον Ιταλό Αμαντέο Αμαντέι συνέθεσαν μια νέα μαγική τριπλέτα, την απάντηση στην τριπλέτα της Μίλαν Gre-No-Li, ματώνοντας τα αντίπαλα δίχτυα κάθε Κυριακή. Δεν είναι τυχαίο πως στην πρώτη τους σεζόν, όλοι μαζί, σκόραραν 67 τέρματα αλλά δεν κατάφεραν να κερδίσουν το πρωτάθλημα, τερματίζοντας στο -1 από την πρώτη -και μεγάλη αντίπαλο- Μίλαν. Εκείνη τη σεζόν μάλιστα η Ίντερ είχε κάνει μια τεράστια νίκη με 6-5 επί της Μίλαν κι ας είχε βρεθεί να χάνει ακόμα και τρία γκολ διαφορά. Μπροστάρης σε εκείνη τη μυθική ανατροπή εννοείται ήταν ο Βίλκες. Το γεγονός πως δεν μπόρεσε να οδηγήσει την Ίντερ σε κάποιο τίτλο και ο σοβαρός τραυματισμός που είχε στο γόνατο την επόμενη σεζόν τον έστειλαν στην Τορίνο μπας και μπορέσει να ξαναβρεί τη φόρμα του. Δυστυχώς για τον ίδιο ένας νέος τραυματισμός τον έστειλε να δει -σχεδόν- ολόκληρη τη σεζόν 1952-1953 από την εξέδρα.

Έχοντας πατήσει τα 30 και με δύο σοβαρούς τραυματισμούς (σε μια περίοδο που αρκούσε ένας όχι και τόσο σοβαρός τραυματισμός για να βάλει φρένο σε μια καριέρα) δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεωρούσαν πως οι καλές μέρες για τον Ολλανδό αρτίστα είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Όλοι φυσικά λογάριαζαν χωρίς τον ίδιο. Ο Βίλκες μίλησε με τη Βαλένθια, τα βρήκε, και τελικά μπήκε στο αεροπλάνο για να γίνει ο νέος ηγέτης των «νυχτερίδων». Τα χρόνια του στο Μεστάγια μάλιστα ήταν τόσο καλά που οι φίλοι του κλαμπ λένε ακόμα πως «Η Ρεάλ είχε τον Ντι Στέφανο, η Μπάρτσα τον Κουμπάλα και εμείς τον Φάας». Η τύχη πάντως τα έφερε έτσι ώστε ο Βίλκες να μην κατακτήσει ούτε με τη Βαλένθια κάποιο τίτλο και τελικά το ’56 να φύγει για τη Βένλο, στη γεννέτειρά του.

Οι καλές μέρες έδειχναν να ανήκουν σιγά-σιγά στο παρελθόν με τον παίκτη πάντως να συνεχίζει να παίζει με την εθνική της χώρας του μέχρι τα 38 του χρόνια κρατώντας μάλιστα το ρεκόρ του πρώτου σκόρερ (με 35 τέρματα) για σχεδόν 40 χρόνια, πριν το σπάσει ο Μπέργκαμπ το 1999 (από τότε ακολούθησε ο Κλάιφερτ με 40 τέρματα, ο Χούντελαρ με 42 και φυσικά ο Φαν Πέρσι με τα 50 του γκολ). To 1964, με τον Βίλκες στην τελευταία του σεζόν, έκανε ντεμπούτο για τον Άγιαξ ένα ψιλόλιγνο παιδάκι με λιγδιασμένο μαλλί και ένα αέρινο στυλ που έκανε τους πάντες να μην μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω του. Ήταν 16 ετών και ο Φάας τον έχρισε αμέσως διάδοχό του όταν τον είδε να πατάει για πρώτη φορά χορτάρι και να ερωτοτρωπεί με τη μπάλα. Το παιδάκι φυσικά δεν ήταν άλλος από τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ.

Το 1999 ο Κρόιφ διοργάνωσε ένα σπουδαίο παιχνίδι παλαιμάχων και -εννοείται- κάλεσε και τον Σέρβας Βίλκες: «Τον αγαπημένο μου παίκτη όταν ήμουν παιδάκι» όπως δήλωσε ο ίδιος συγκινημένος κατά την παρουσίαση των ομάδων. Αυτά τα λόγια του Κρόιφ περικλείουν όλη την αλήθεια για τον Βίλκες. Γιατί μπορεί η γενιά του Κρόιφ να πήγε το ποδόσφαιρο και ένα και δυο και δέκα βήματα μπροστά αλλά ο Φάας Βίλκες ήταν αυτός που άναψε πρώτος τη «φλόγα» για να ξεκινήσει το νέο ποδοσφαιρικό μοντέλο κυριαρχίας των Ολλανδών. Ο ίδιος φυσικά ταπεινός – μέχρι το 2006 που άφησε αυτόν εδώ τον κόσμο- συνήθιζε να λέει πως: «Δεν ξέρω αν ήμουν καλός ντριμπλέρ, φοβερός σκόρερ και ικανός ποδοσφαιριστής απλά όταν έβαζα ένα γκολ, ήταν ένα όμορφο γκολ». Αυτή του η δήλωση εννοείται συνεχίζει να εμπνέει τους Ολλανδούς και το «μοντέλο» τους, μέχρι τις μέρες μας και εννοείται θα συνεχίζει να εμπνέει.

  • H φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή του κειμένου είναι από το κόμικ Kick Wilstra που ούτε λίγο, ούτε πολύ δείχνει το μέγεθος του Βίκελς στην τότε ποπ ποδοσφαιρική κουλτούρα και την επιρροή που αυτός είχε -και ασκούσε- στους νέους της εποχής. Το όνομα βγαίνει από τον Βίλκες (Wilkes) και τους Κικ Βίλστρα (Kick) και Άμπε Λένστρα (Lenstra).

Ο τελικός που κλόνισε μια δικτατορία

  [4 Σχόλια]

«Τι πρωτάθλημα μου λέτε; Αύριο γράφω γερμανικά!»: είμαστε στα 1967. Ο στρεσαρισμένος φοιτητής-ποδοσφαιριστής που αποπαίρνει τον δημοσιογράφο είναι ο Άρτουρ Ζόρζε, παίκτης τότε της Ακαντέμικα Κόιμπρα –αργότερα θα κάνει καριέρα στην Μπενφίκα, θα αφήσει ένα μουστάκι-φόρο τιμής στον Φρίντριχ Νίτσε, θα κερδίσει ευρωπαϊκό τίτλο ως προπονητής και, κυρίως, θα πραγματοποιήσει το όνειρό του, θα πάρει το πτυχίο της Γερμανικής Φιλολογίας.

Οι Πορτογάλοι προπονητές, σα να μην τους φτάνουν οι τίτλοι που κερδίζουν με χαρακτηριστική ευκολία, είναι και κουλτουριάρηδες. Έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση, είναι γλωσσομαθείς, διαβάζουν φιλοσοφία, φιλοσοφούν οι ίδιοι ή, τέλος πάντων, αφήνουν φιλοσοφικά μουστάκια. Από πού έρχεται αυτή η παράδοση «πρώτοι στα μαθήματα-πρώτοι στον αγώνα» –ή «στους αγώνες», όπως θα δούμε στη συνέχεια;

22 Ιουνίου 1969. 70.000 θεατές στριμώχνονται στο Εστάδιο Νασιονάλ Ζαμόρ της Λισαβόνας για να παρακολουθήσουν τον τελικό του Κυπέλλου Πορτογαλίας. Οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν πως συμμετέχουν στη μεγαλύτερη πολιτική συγκέντρωση που έγινε στη ποτέ στη χώρα, μια διαδήλωση εναντίον του Εστάδο Νόβο, του δικτατορικού καθεστώτος που εγκαθίδρυσε ο Αντόνιο Σαλαζάρ το 1933.

Οι ομάδες που διεκδικούν το Κύπελλο; Από τη μια, το μεγάλο φαβορί, η δυο φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης Μπενφίκα, η ομάδα που και την προηγούμενη χρονιά είχε φτάσει στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών –έχασε από τη Μάντσεστερ– με παίκτες σαν τον Αντόνιο Σιμόες, τον Μάριο Κολούνα και κυρίως τον μεγάλο Εουσέμπιο. Από την άλλη, η Ασοσιασάο Ακαντέμικα ντε Κόιμπρα, ή σκέτο Ακαντέμικα, η  ομάδα του συλλόγου φοιτητών του Πανεπιστημίου της Κόιμπρα. Ομάδα κυριολεκτικά φοιτητική: μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, οι παίκτες της, φοιτητές ή μαθητές σχεδόν όλοι, εκμεταλλεύονται το ταλέντο τους στην μπάλα ώστε να έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους, οι οποίες συχνά τους ενδιαφέρουν περισσότερο. Είναι ερασιτέχνες, η αθλητική προετοιμασία τους δεν είναι συχνά η ιδανική αλλά το παιχνίδι τους, φανταζόμαστε, είναι πιο εγκεφαλικό. Το παρατσούκλι της ομάδας είναι Εστουντάντες (Φοιτητές), ενώ οι οπαδοί της είναι συνήθως συμφοιτητές των ποδοσφαιριστών.

Οι περισσότεροι παίκτες της ομάδας του τελικού του 1969 θα κάνουν καριέρα ως γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί. Αυτό δεν τους εμπόδισε να βγουν δεύτεροι στο πρωτάθλημα το 1967 –τη χρονιά που ο Άρτουρ Ζόρζε ανησυχούσε για τα γερμανικά– πίσω από την Μπενφίκα και μπροστά από την Πόρτο, ή να φτάσουν στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1970. Ή, να φτάσουν, λοιπόν, στον τελικό Κυπέλλου του 1969 με πειστικές νίκες που συνοδεύτηκαν από πρωτοφανείς εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Είπαμε: πρώτοι στα μαθήματα κλπ.

Το Πανεπιστήμιο της Κόιμπρα είναι ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο –ιδρύθηκε το 1290– κι εκεί ξεκίνησε την πολιτική και την ακαδημαϊκή του καριέρα ο δικτάτορας Σαλαζάρ. Το 1969, ο Σαλαζάρ έχει ήδη αποσυρθεί, μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά η πολιτική του συνεχίζεται, μέσα κι έξω από τη χώρα. Πάνω από ένα εκατομμύριο Πορτογάλοι έχουν οδηγηθεί στη μετανάστευση από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όχι μόνο για να αναζητήσουν δουλειά αλλά και για να αποφύγουν τη στράτευση: απαιτούνται όλο και περισσότερα χρήματα, όλο και περισσότερος στρατός για να κατασταλεί ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας στις αποικίες, την Ανγκόλα, τη Μοζαμβίκη, τη Γουινέα-Μπισάου.

Τον Απρίλιο του 1969, κι ενώ πληθαίνουν κάποιες διστακτικές αντιδράσεις ενάντια στον πόλεμο, ο πρόεδρος της χώρας, Αμέρικο Τομάς, πηγαίνει στην Κόιμπρα για να εγκαινιάσει μια καινούρια πτέρυγα του πανεπιστημίου. Ο Αλμπέρτο Μαρτίνς, πρόεδρος του συλλόγου των φοιτητών, ζητάει το λόγο μέσα στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων. Δεν θα τον πάρει. Οι αντιδράσεις του κοινού είναι τέτοιες που η εκδήλωση διακόπτεται κι ο δικτάτορας φεύγει. Την ίδια νύχτα η αστυνομία συλλαμβάνει τον Μαρτίνς. Τις επόμενες μέρες, πάνω από διακόσιοι συμφοιτητές του έχουν την ίδια τύχη και πολλοί οδηγούνται κατευθείαν στα στρατόπεδα κι από κεί στις αποικίες για να πολεμήσουν. Οι φοιτητικές διαδηλώσεις καταστέλλονται με απίστευτη βία, οι τραυματίες είναι δεκάδες. «Η ατμόσφαιρα στην Κόιμπρα θύμιζε Σαϊγκόν». Ο σύλλογος των φοιτητών αποφασίζει στην γενική του συνέλευση αποχή από τις εξετάσεις. Η κυβέρνηση διατάζει τη διάλυση του συλλόγου. Και η μπάλα; Η μπάλα είναι ευκαιρία για να γίνει γνωστό σε όλη την Πορτογαλία αυτό που συμβαίνει στην Κόιμπρα.

Οι παίκτες της Ακαντέμικα εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους προς τους φυλακισμένους ή απεργούς συμφοιτητές τους. Στα προημιτελικά του Κυπέλλου με τη Βιτόρια Γκιμαράες κρατούν ένα λεπτό σιγής πριν αρχίσει ο αγώνας –και πριν βάλουν πέντε γκολ. Στα ημιτελικά, απέναντι στη Σπόρτινγκ, δεν φορούν τις κανονικές, μαύρες εμφανίσεις τους, αλλά ολόλευκες και μαύρα περιβραχιόνια. «Το κάναμε για τη ζέστη, κανείς δεν φοράει μαύρα στην παραλία».

Κερδίζουν 2-1 αλλά οι εξηγήσεις τους δεν ικανοποιούν την Ομοσπονδία, η οποία βγάζει φιρμάνι ότι απαγορεύονται οι αυτοσχεδιασμοί στα χρώματα. Στη ρεβάνς, η Ακαντέμικα θα κερδίσει 1-0, χάρη στον πρώτο σκόρερ του πρωταθλήματος, Μανουέλ Αντόνιο, και θα προκριθεί. Στις μαύρες φανέλες των παικτών ένα αυτοκόλλητο σκεπάζει το έμβλημα της ομάδας.

Και έτσι φτάσαμε στο Ζαμόρ της Λισαβόνας, μπροστά στους 70.000 θεατές. Ανάμεσά τους δεν βρίσκεται ο πρώτος πολίτης της χώρας –αποφάσισε τελευταία στιγμή ότι θα ήταν πιο συνετό να μην απονείμει το έπαθλο με πιθανή υπόκρουση αποδοκιμαστικά σφυρίγματα. Για παρόμοιους λόγους δεν θα υπάρχει τηλεοπτική κάλυψη. Αντίθετα, εκατοντάδες αστυνομικοί βρίσκονται παντού. Γίνονται συλλήψεις ακόμη και λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ποδοσφαιριστών. Η ώρα πλησιάζει. Οι οπαδοί της Ακαντέμικα ξεδιπλώνουν πανό: «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο», «Περισσότερα σχολεία-Λιγότερη αστυνομία», «Παιδεία για τον λαό». Περνούν από χέρι σε χέρι, από θύρα σε θύρα με μεγάλη ταχύτητα, η αστυνομία τα κυνηγάει πάνω κάτω στις κερκίδες.

Οι ομάδες εμφανίζονται στον αγωνιστικό χώρο. Σιωπή, ανατριχίλα. Οι παίκτες της Ακαντέμικα μπαίνουν βαδίζοντας αργά, φορώντας ριχτή στους ώμους κι ανοιχτή μπροστά την παραδοσιακή μαύρη φοιτητική τήβεννο. «Μα γιατί πενθείτε;» ρωτάει ο ακραίος επιθετικός της Μπενφίκα, Αντόνιο Σιμόες, τον Μάριο Κάμπος. Η λογοκρισία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι τόσο αποτελεσματική που τα νέα της Κόιμπρα δεν έχουν φτάσει στην πρωτεύουσα.

Λίγο πριν, στα αποδυτήρια, ο προπονητής Φρανσίσκο Αντράντε είχε βρει τα λόγια που απαιτούσε η περίσταση: «Μπορούμε να γίνουμε αυτοί που άνοιξαν ένα παράθυρο όταν τα πάντα ήταν κλειστά». Μπόρεσαν;

Η ευθύνη είναι βαριά αλλά αντέχουν. Στο 81′ ο Μανουέλ Αντόνιο σκοράρει και φέρνει την Ακαντέμικα μια ανάσα από τον τίτλο –«Είχαμε σκεφτεί ότι αν κερδίζαμε θα καλούσαμε τον Αλμπέρτο Μαρτίνς να σηκώσει το κύπελλο μαζί μας», θα πει ο σκόρερ. Ο Σιμόες ισοφαρίζει στο 85′ και απομακρύνει αυτή την προοπτική. Στην παράταση ο Εουσέμπιο θα κάνει το 2-1 με κεφαλιά. Στο τέλος του αγώνα, οι παίκτες των δυο ομάδων κάνουν τον γύρο του θριάμβου μαζί.

Η Ακαντέμικα θα κερδίσει το Κύπελλο Πορτογαλίας το 2012 αλλά ο χαμένος τελικός του 1969 παραμένει το μεγαλύτερο τρόπαιο που κέρδισε ποτέ. Το παράθυρο που μισάνοιξαν οι φοιτητές και οι ποδοσφαιριστές της Κόιμπρα την άνοιξη του 1969, θα ανοίξει οριστικά πέντε χρόνια αργότερα, στις 25 Απριλίου 1974, όταν θα πέσει η δικτατορία.

* Το 2009, ο Ρικάρντο Αντούνες Μαρτίνς θα γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την εποποιία του 1969. Τίτλος του: Futebol de Causas.

Μοντέρνες Μεταγραφές

  [4 Σχόλια]

Επιστρέφω μετά από καιρό στο αγαπημένο μου θέμα που είναι οι χορηγοί και οι μανατζαραίοι. Αφορμή στάθηκαν κάτι δημοσιεύματα που φέρνουν ξανά και φέτος το καλοκαίρι ως στόχο των μισών κορυφαίων συλλόγων της Ευρώπης τον Ουσμάν Ντεμπελέ της Ντόρτμουντ. Ναι, της Ντόρτμουντ που κέρδισε όλους, μα όλους τους μεγάλους το περυσινό καλοκαίρι στη μεταγραφή του 18χρονου τότε (σε χρόνια Μάλι μετράμε) υπερταλέντου της Ρεν. Το πώς και γιατί κατέληξε ο παίχτης στο Γερμανικό βορρά και όχι στην Αγγλία, τη Μαδρίτη ή τη Βαρκελώνη είναι αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης στη Γαλλία.

Η ιστορία του Ουσμάν Ντεμπελέ ξεκινάει το 2011 όταν και τον ανακαλύπτει στην πόλη Εβρέ της Νορμανδίας ο Μπαντού Σαμπαγκουέ, πρώην διεθνής με το Μάλι ποδοσφαιριστής. Ο Σαμπαγκουέ έχει κάτι κονέ με τις ακαδημίες της Ρέν, που βρίσκεται λίγο παραπέρα, αλλά ανήκει στη Βρετάνη και όχι στη Νορμανδία και τον πάει εκεί.

Τότε προπονητής των Ρενουά ήταν ο Φιλίπ Μοντανιέ που είχε πάρει με πάρα πολύ καλό μάτι τον ταλαντούχο νεαρό και ετοιμαζόταν να του προσφέρει θέση στην πρώτη ομάδα (όχι βασικού, αλλά στα 16 θα ήταν μεγάλο βήμα). Ο Μοντανιέ όμως έφυγε για τη Νότιγχαμ Φόρεστ και ο Ντεμπελέ περίμενε μάταια να κάνει το βήμα στην πρώτη ομάδα. Τότε ρώτησε το Σαμπαγκουέ αν θα μπορούσε να πάει να δοκιμαστεί στη Ρεντ Μπουλ Σάλτσμπουργκ, στης οποίας την ακαδημία βρισκόταν ο Νταγιό Ουπαμεκάνο, παιδικός του φίλος από το Εβρέ. Ο Σαμπαγκουέ προσέλαβε έναν διαπιστευμένο από τη Γαλλική Ομοσπονδία μάνατζερ για τις διαπραγματεύσεις αρχικά με τη Ρεν, τον Μαρσιάλ Κοτσιά. Στην ερώτηση και μόνο οι άνθρωποι της διοίκησης της Ρεν αντιδρούν άσχημα, καθότι έχουν καταλάβει τι παιχτούρα έχουν στις ακαδημίες τους. Μετά από αρκετούς μήνες διαπραγματεύσεων ο Ντεμπελέ υπογράφει τελικά επαγγελματικό συμβόλαιο, αλλά μπαίνει όρος από την πλευρά του παίχτη η ρήτρα να είναι στα €5Μ. Σύμφωνα με την Εκίπ, που ξεσκέπασε και το όλο σκηνικό, οι σχέσεις των δύο πλευρών ήταν τόσο κακές που το συμβόλαιο δεν υπογράφηκε στα γραφεία του συλλόγου, αλλά σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης.

Ο μικρός αρχίζει να παίζει βασικός την σεζόν 2015/2016 και βγάζει μάτια. Δεν είναι ότι φτάνει τα 10 γκολ γρηγορότερα από τον Τιερί Ανρί, είναι όλο το πακέτο. Το πως ντριπλάρει, το πως πετάει τη μπάλα και φεύγει με τρίτη, η ευελιξία του, το ανάλαφρο πάτημα. Ξαφνικά γίνεται το «μάι πρέσιους» για όλους τους μεγάλους. Κάπου εκεί η Ρεν καταλαβαίνει ότι, εεε, χμ, €5Μ δεν είναι ακριβώς ο ορισμός του «πρέσιους» και αρχίζει τις Ρεννιές. Σπρώχνουν τον Γάλλο ατζέντη, που όμως είναι εγγεγραμμένος στο Μάλι, Μούσα Σισοκό (πόσοι τέτοιοι άραγε να υπάρχουν;) δίπλα στο μικρό για να του πιπιλίσει το μυαλό ότι πρέπει να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Ρεν χωρίς ρήτρα. Μαζί του ο Σισοκό έχει τον Μάρκο Λιχστάινερ. Αν σας λέει κάτι το όνομα, είναι αδερφός του παίχτη της Γιούβε και τοπ ατζέντης στη Γερμανία. Βασική προϋπόθεση που του θέτουν είναι να τερματίσει το συμβόλαιο εκπροσώπησης που έχει με τους Σαμπαγκουέ και Κοτσιά.

             Με τον Σαμπαγκουέ και τη μαμά στο προπονητικό της Ρεν

Σύμφωνα με διασταυρωμένο ρεπορτάζ, τόσο της Εκίπ όσο και της Γκάρντιαν, αλλά επίσης και από τα στοιχεία της δικογραφίας της υπόθεσης που έχει φτάσει στη Γαλλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, ακολουθεί μια σειρά από γεγονότα σε λογική ταινίας:

Στις 24/02/2016 ο Ντεμπελέ στέλνει μήνυμα σε συγγενείς τους που τους γράφει «Αν δεν πάω με τον Σισοκό και τον Μάρκο θα μου κόψουν τη μεταγραφή».

Δύο μέρες μετά, οι Σαμπαγκουέ και Κοτσιά λαμβάνουν ένα γράμμα υπογεγραμμένο από τον Ντεμπελέ που γράφει ότι ακυρώνεται η συμφωνία του Σεπτεμβρίου (2015) και ότι δεν είναι πια εκπρόσωποί του. Συνεχίζει όμως να έχει επαφές μαζί τους.

Από το Μάρτιο ως τον Ιούνιο έχει συναντηθεί ο παίχτης προσωπικά με τον Γιούργκεν Κλοπ, εκπροσώπους της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, της Μάντσεστερ Σίτυ, ενώ τον παρακολουθούν στενά τόσο η Άρσεναλ, όσο και η Μπάγερν, η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπαρσελόνα.

Φτάνει ο Ιούνιος και ο πρόεδρος της Ρεν Φρανσουά-Ανρί Πινόλτ συζητάει μόνο με τη Ντόρτμουντ. Εντελώς συμπτωματικά από το 2007 ο Πινόλτ είναι μέτοχος της Πούμα. Επίσης πάλι από καθαρή σύμπτωση, η Πούμα δε φτιάχνει μόνο τις φανέλες της Ντόρμουντ, αλλά είναι και μέτοχός της από το 2014.

Η Ντόρτμούντ καταθέτει ήδη πρώτη προσφορά €8Μ, πάνω από τη ρήτρα. Οι δύο ομάδες τα βρίσκουν τελικά στα €15Μ. Τρεις φορές τη ρήτρα, θα πείτε όχι άσχημα.

Ο Ντεμπελέ πάει να υπογράψει το συμβόλαιό του στη Γερμανία συνοδευόμενος από τον Κοτσιά (!). Ο Κοτσιά όμως ανακαλύπτει όταν παίρνει τα αντίγραφα από το Γερμανικό σύλλογο ότι το δικό του όνομα δεν αναφέρεται πουθενά, έτσι δεν μπορεί να πάρει καμία προμήθεια.

Επιστρέφοντας στη Γαλλία οι Σαμπαγκουέ και Κοτσιά κατέθεσαν μήνυση στη Γαλλική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου κατά των Σισοκό και Λιχστάινερ, διεκδικώντας €3Μ. Εν συντομία: αρχικά προτάθηκε διακανονισμός στα μισά από τους δεύτερους, οι πρώτοι δε δέχθηκαν και έληξε η εκδίκαση από την ΓΟΠ στα €2,4Μ.

Τώρα στην ακροαματική διαδικασία ακούστηκαν διάφορα μαγικά που περιμένει κανείς ν’ ακούσει σε λατινοαμερικάνικες μεταγραφές. Ότι η Ρεν υποσχέθηκε στον Ντεμπελέ να του δώσει του ίδιου τα €5Μ της ρήτρας αν υπέγραφε νέο συμβόλαιο χωρίς τέτοια (πράγμα το οποία είναι απολύτως παράνομο, τόσο από τους κανονισμούς της ΦΙΦΑ όσο και της ΟΥΕΦΑ). Ότι ο Σισοκό τρομοκρατούσε τον Ντεμπελέ (ο οποίος στην υπεράσπιση είπε ότι οι παλιοί εκπρόσωποι του ήταν για να τον πάνε μέχρι τη Ρεν και ότι ο καθένας πρέπει ν’ αναγνωρίζει τα όριά του). Ότι η Ρεν δεν άκουσε κανένα άλλο σύλλογο πλην της Ντόρτμουντ επειδή ήταν η μόνη διατεθειμένη να πληρώσει πάνω από τη ρήτρα (Σχόλιο δικό μου: και η Άρσεναλ έχει Πούμα φανέλες αλλά πιο πιθανό είναι να πείσεις τον Βενγκέρ να φύγει από την Άρσεναλ από το να δώσει για μεταγραφή παραπάνω λεφτά από όσο λέει μια ρήτρα).

Μέσα σε όλο αυτόν το χαμό ο Ντεμπελέ δεν έχει πει κουβέντα. Συνεχίζει να παίζει και να ανεβάζει την αξία του. Τελικά, το μόνο καλό που βγήκε από αυτό το αλισβερίσι συλλόγων, χορηγών και μανατζαρέων είναι ότι ένας νέος παίχτης πήγε σε μια ομάδα όπου παίζει βασικότατος και εξελίσσεται. Πράγμα που, με εξαίρεση ίσως τις Λίβερπουλ και Άρσεναλ, δε θα συνέβαινε πουθενά αλλού.

Η τελευταία προσπάθεια του Τόμας Ροζίτσκι

  [6 Σχόλια]

Σε κάθε γενιά ποδοσφαιριστών υπάρχουν κι αυτοί που τελικά δεν δικαίωσαν τις προσδοκίες του κόσμου, των προπονητών ή ακόμα και των διοικήσεων που ξόδεψαν χρήματα. Όταν συμβαίνει εξαιτίας έλλειψης μυαλού στο κρανίο, δεν ενοχλεί τόσο. Είναι θέμα του κάθε Αντριάνο π.χ. να καταστρέψει μια καριέρα που θα μπορούσε να είναι τεράστια. Όταν γίνεται εξαιτίας τραυματισμών όμως, ειδικά σε παίκτες που «μεγάλωσες» μαζί τους σε ενοχλεί αρκετά. Αν κάτσω να σκεφτώ θα βρω αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δυο ονόματα θα μου έρθουν σχεδόν αμέσως. Το ένα του πολυαγαπημένου Παμπλίτο Αϊμάρ. Το δεύτερο του Τόμας Ροζίτσκι.

Η αλήθεια είναι ότι είχα ξεχάσει πού βρίσκεται ο μικρός Μότσαρτ, μέχρι που διάβασα τον τίτλο μιας είδησης. «Χάνει το υπόλοιπο της σεζόν ο Ροτζίτσκι» έγραφε το άρθρο. Στα 36 του πλέον, ο Τσέχος γύρισε πίσω στην Σπάρτα Πράγας το καλοκαίρι που μας πέρασε. Εκεί που όλα ξεκίνησαν. Σύμφωνα με τα στατιστικά έχει αγωνιστεί μόλις 19 λεπτά περίπου, σε ένα ματς με την Μπλάντα Μπόλεσλαβ τον Σεπτέμβριο. Από τότε τίποτα. Αν διαβάσει κάποιος την λίστα τραυματισμών στην καριέρα του, είναι σαν να βλέπει φοιτητής ιατρικής το πρόγραμμα σπουδών της σχολής. Από τα πόδια και την κοιλιά, μέχρι τη σπασμένη μύτη και ασθένειες, ο Ροζίτσκι τα έχει περάσει όλα.

Ένας παίκτης με σπάνιο ταλέντο, που δεν φοβάται να μπει στα ζόρια και να κάνει το τάκλιν παρά τη σωματοδομή του, να βάλει τα πόδια του σε κόντρες, με φοβερό σουτ και ένα καλλιτεχνικό εξωτερικό, ένας αρτίστας που πάντα όταν έπαιζε (έστω και για αλλαγή γιατί είχε χάσει τη θέση του μετά από κάποιον ακόμα τραυματισμό) κολλούσα στην οθόνη για να δω τις limited edition εμφανίσεις του. Η καριέρα του δεν ήταν κακή. Κατέκτησε μία Μπουντεσλίγκα, πήρε κύπελλα στην Αγγλία με την Άρσεναλ, πάντα όμως υπήρχε αυτό το «αλλά», ότι η ποιότητά του θα τον έκανε ακόμα πιο σημαντικό και θα οδηγούσε σε παραπάνω τίτλους. Θα μπορούσε ίσως να είχε πάρει και ένα Euro, αλλά εκεί πέτυχε την Ελλάδα, θα μπορούσε να είχε κατακτήσει ένα ΟΥΕΦΑ, αλλά το έχασε στον τελικό. Τα ματς που έκανε σαν αριθμός δεν είναι λίγα, αλλά αν δει κάποιος τα συνολικά λεπτά θα καταλάβει αρκετά. Ειδικά την τελευταία περίπου δεκαετία στην Άρσεναλ. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολύ κόσμο ο Ροζίτσκι είναι ακόμα συνυφασμένος με τη Ντόρτμουντ (και τον Κόλερ βεβαίως), παρ’ ότι έπαιξε τα μισά περίπου χρόνια εκεί από όσα έμεινε στο Λονδίνο. Έκανε σχεδόν τα ίδια ματς στο πρωτάθλημα της Γερμανίας με όσα έκανε στην Άρσεναλ.

Το καλοκαίρι όταν έμεινε ελεύθερος από την Άρσεναλ (και αποθεώθηκε από παίκτες και οπαδούς για τα όσα προσέφερε) πέρασε από το μυαλό του να τα παρατήσει. Ο ίδιος όμως έπαιρνε μηνύματα από τον κόσμο να συνεχίσει. «Δεν ήθελα να σταματήσω έτσι το ποδόσφαιρο. Εξαιτίας ενός τραυματισμού. Δεχόμουν μηνύματα από όλο τον κόσμο. Ένα αγοράκι από έναν καταυλισμό στη Συρία μου έγραψε ότι μια από τις λίγες ελπίδες που έχει είναι να με δει να αγωνίζομαι ξανά. Είδα την τεράστια σημασία που έχει το ποδόσφαιρο στις ζωές των ανθρώπων. Μου έδωσε κουράγιο να συνεχίσω. Έπαιξε ρόλο στην απόφασή μου και να μην τελειώσω την καριέρα μου καθισμένος σε έναν πάγκο».

Άνθρωπο που ξεκινάει το mix-tape του με Master of Puppets να τον αγαπάς

Τα χρόνια έχουν περάσει όμως, ο Ροζίτσκι συνεχίζει να ταλαιπωρείται, το κορμί δεν αντέχει. Με μόλις 19 λεπτά εξαιτίας των ενοχλήσεων και στα 36 προς τα 37, αποφάσισε να μπει στο μαρτύριο να κάνει εγχείριση στον αχίλλειο αντί να πει «τέλος, φτάνει τόσο». Αποφασισμένος να παίξει του χρόνου στην Σπάρτα, να προλάβει την αρχή της νέας σεζόν. Για τα λεφτά; Έχει ήδη αρκετά και το συμβόλαιό του στην Τσεχία δεν θα είναι λογικά τόσο μεγάλο. Για τη δόξα; Μόνο σε τοπικό επίπεδο. Μάλλον γιατί του αρέσει η μπάλα, είναι αυτό που ξέρει να κάνει, ξέρει να το κάνει όμορφα και το αγαπάει. Ο πιο νέος παίκτης στην εθνική Τσεχίας το 2000 και ο πιο μεγάλος το 2016, θέλει να γυρίσει. Ακόμα κι αν δεν το καταφέρει, ξέρει ότι θα έχει προσπαθήσει. Και παρ’ ότι είδαμε μόνο ψήγματα του ταλέντου του, δεν θα μπορούμε να τον κατηγορήσουμε ότι το έβαλε ποτέ κάτω.

«Είναι όπως κι η ζωή. Αν υπάρχει ελπίδα, πρέπει να παλεύεις. Θα δοκιμάσω ξανά.»

Όταν η Νάπολι αντιμετώπισε τη Ρεάλ με μοναδικό θεατή τον… Μαραντόνα

  [Καθόλου σχόλια]

Η αποστολή της Ρεάλ Μαδρίτης έφτασε στη Νάπολη εχθές το μεσημέρι. Δυο πούλμαν περίμεναν τους ανθρώπους της ομάδας στο αεροδρόμιο και από εκεί τους μετέφεραν στο ξενοδοχείο που θα έμεναν, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Λίγο πριν τα λεωφορεία φτάσουν στον προορισμό τους, οι παίκτες του Ζιντάν αντίκρισαν εκατοντάδες ντόπιους που τους περίμεναν καρτερικά αλλά όχι για τις καθιερωμένες φωτογραφίες και για αυτόγραφα. Οι οπαδοί της Νάπολι υποδέχτηκαν τους Μαδριλένους με μπόλικη γιούχα και αρκετά μπινελίκια (χωρίς πάντως να παρεκτραπούν σε κανένα σημείο), υπενθυμίζοντας τους ότι στον ιταλικό νότο τα παιχνίδια του Τσάμπιονς Λιγκ δεν είναι απλά χειροκρότημα, αυτόγραφα και selfies.

Απόψε το βράδυ στο Σαν Πάολο, η πρωταθλήτρια Ευρώπης θα φιλοξενηθεί από τη φιλόδοξη Νάπολι. Οι Ισπανοί έχουν πολύ καλύτερη ομάδα, έχουν μεγαλύτερη εμπειρία και έχουν και ένα προβάδισμα δυο γκολ από το πρώτο παιχνίδι (3-1). Από την άλλη, οι γηπεδούχοι έχουν τον ενθουσιασμό του αουτσάιντερ και τον κόσμο, που όπως περιγράψαμε στην αρχή έχει πάρει το ρόλο του πολύ σοβαρά, στο πλευρό τους. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, τριάντα χρόνια πριν, όταν οι δυο ομάδες βρέθηκαν αντιμέτωπες για πρώτη και τελευταία φορά (μέχρι φέτος), τα δεδομένα ήταν ακριβώς τα ίδια!

Η Ρεάλ προσγειωνόταν στα τέλη Σεπτέμβρη του 1987 στην πόλη της τότε πρωταθλήτριας Ιταλίας, έχοντας στις αποσκευές της ένα προβάδισμα δυο γκολ από το πρώτο ματς. Η υποδοχή των ντόπιων όμως ήταν πολύ χειρότερη κι από τη χθεσινή και είχε ξεκινήσει από το αεροδρόμιο ακόμα, όταν απλοί υπάλληλοι ενημέρωναν τους παίκτες με μερικές… ντόπιες λαϊκές κουβέντες για το πόσο ανεπιθύμητοι ήταν στην πόλη. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο, οπαδοί των γηπεδούχων χειρονομούσαν και πετούσαν αντικείμενα στο πούλμαν της ομάδας. Η Ρεάλ είχε επιλέξει για ασφάλεια ένα ξενοδοχείο εκτός πόλης αλλά αυτό δεν πτόησε καθόλου τους θερμόαιμους ναπολιτάνους που κατασκήνωσαν απ’έξω και υποδέχτηκαν την αποστολή με πέτρες, αυγά και τρομπέτες, σε μια προσπάθεια να μην αφήσουν τους αντιπάλους να ξεκουραστούν καθόλου.

Στο αγωνιστικό σκέλος, η διαφορά ποιότητας ήταν εμφανέστατη ακόμα και τότε που στο ρόστερ των Ιταλών υπήρχε ο Ντίεγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Το πρώτο παιχνίδι των δυο ομάδων στο Μπερναμπέου έμεινε στην ιστορία για αρκετούς λόγους: Ήταν το πρώτο παιχνίδι της Νάπολι στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, ήταν η πρώτη φορά που επέστρεφε ο Μαραντόνα στην Ισπανία και στο γήπεδο στο οποίο είχε δοκιμάσει τις ικανότητες του στο καράτε στον αλησμόνητο τελικό με την Αθλέτικ Μπιμπάο (στο τελευταίο του ματς με τη φανέλα της Μπάρτσα), ήταν το 100ο εντός έδρας παιχνίδι τη Ρεάλ στη διοργάνωση και διεξήχθη χωρίς κόσμο!

“Βγήκαμε στο γήπεδο και δεν υπήρχε κανένας εκεί, μόνο λίγες φωνές από τους ανθρώπους που είχαν προσκλήσεις” θυμήθηκε αρκετά χρόνια μετά ο Μανόλο Σαντσίς. Η Ρεάλ είχε τιμωρηθεί από τον ημιτελικό της προηγούμενης χρονιάς, όταν οι φανατικοί οπαδοί της από το πέταλο πέταξαν αντικείμενα στον τερματοφύλακα της Μπάγερν, και έτσι το πρώτο παιχνίδι της Νάπολι και του Ντιεγκίτο στη διοργάνωση έγινε μπροστά σε μερικές δεκάδες δημοσιογράφους και περισσότερα από 80.000 άδεια καθίσματα.

Όπως ακριβώς συμβαίνει και στις μέρες μας, η Ρεάλ ήταν το μεγάλο φαβορί, έχοντας κατακτήσει δυο συνεχόμενα πρωταθλήματα και έχοντας φτάσει στα ημιτελικά της προηγούμενης διοργάνωσης. Αλλά ο αντίπαλος, αν και πρωτάρης, δεν ήταν μια αμελητέα ποσότητα. Εκτός από πρωταθλήτρια Ιταλίας, η Νάπολι ήταν εκείνη την περίοδο η “Νάπολι του Ντιέγκο” κι αυτό από μόνο του βοηθούσε πολύ στον ψυχολογικό τομέα. “Δεν ξέρω αν οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τι ακριβώς ήταν ο Μαραντόνα τότε. Ήταν κάτι σαν το Ανώτατο Ον σε ποδοσφαιρική έκδοση” θυμάται ο Σαντσίς. Στο χόρτο όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν λίγο διαφορετικά.

Ο Μαραντόνα δεν ήταν στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, δεν μπήκε ποτέ στο πνεύμα του αγώνα και δεν απείλησε ούτε μια φορά σε ολόκληρο 90λεπτο. Με τον ηγέτη της εκτός τόπου και χρόνου η Νάπολι ήταν σε μεγάλο βαθμό ακίνδυνη κι έτσι η Ρεάλ κυριάρχησε σε όλα τα επίπεδα και έφτασε σε ένα εύκολο 2-0 (με τον γνωστό μας από τη θητεία του στον Ολυμπιακό, Μίτσελ, να ανοίγει το σκορ με πέναλτι), το οποίο θα μπορούσε να ήταν πολύ μεγαλύτερο αν ο Γκαρέλα, ο τερματοφύλακας της Νάπολι, δεν έκανε τόσο μεγάλο παιχνίδι.

Για καλή τύχη του Ντιέγκο τότε δεν υπήρχαν social media για να κάνουν το γύρο του κόσμου υπερβολικά memes με αστείες φωτογραφίες που τον αποκαλούν “αγνοούμενο”. Για κακή τύχη του όμως, υπήρχαν και τότε εφημερίδες. Την επόμενη μέρα η ‘Gazzetta dello Sport’ κυκλοφόρησε με σχόλιο “Μόνο ένας θεατής: Ο Μαραντόνα”.


H μονομαχία Μαραντόνα-Τσέντο

“Ουσιαστικά πριν την αρχή ήταν ένα ματς Ρεάλ εναντίον Μαραντόνα. Όμως ο Τσέντο έκανε τόσο καλή δουλειά που κανένας μας δεν κατάλαβε ότι έπαιζε και ο Μαραντόνα” συμπληρώνει ο Σαντσίς. ‘Τσέντο’ ήταν το παρατσούκλι του Μιγκέλ Πορλάν Νογκέρα, ενός 26χρονου Ισπανού που έβγαλε όλη του την καριέρα παίζοντας σαν δεξί μπακ στη Ρεάλ. Παρ’όλο που στην τροπαιοθήκη του έχει 12 μετάλλια από τους τίτλους που κατέκτησε με την ομάδα της Μαδρίτης, ένα από τα μεγαλύτερα παράσημα της καριέρας του είναι σίγουρα εκείνη η εμφάνιση και το ‘σβήσιμο’ του Μαραντόνα.

Το ‘κερασάκι’ αυτής της τρομερής εμφάνισης είναι αναμφίβολα μια φάση στο πρώτο ημίχρονο όταν ο προωθημένος Τσέντο, που δεν φημιζόταν ποτέ για την τεχνική του, κλείστηκε κοντά στο σημαιάκι του κόρνερ από τον Αργεντινό και στην προσπάθεια του να απελευθερωθεί, κατάφερε να του περάσει – έστω και με το ζόρι – τη μπάλα κάτω από τα πόδια. Μια, εν μέρει, “ποδιά” που ο Τσέντο λογικά θα διηγείται ακόμα σε γνωστούς και άγνωστους, σε κάθε πιθανή ευκαιρία. “Ήταν σαν τα πουλιά να πυροβολούν τα όπλα” είχε σχολιάσει εκστασιασμένος ο Βαλντάνο ενώ ο Σαντσίς από την πλευρά του σχολίασε: “Όταν ντρίπλαρε τον Ντιέγκο μείναμε όλοι με το στόμα ανοιχτό. ‘Μάνα μου’. Κανένας δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Εννοείται πως μετά υπήρχαν αμέτρητα ανέκδοτα γι’αυτή τη φάση στα αποδυτήρια”.

Δυο εβδομάδες αργότερα στη Νάπολη, τα πράγματα στις κερκίδες ήταν τελείως διαφορετικά. Στο γήπεδο υπήρχαν 83.231 άνθρωποι, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, τα καπνογόνα ήταν αμέτρητα και η φασαρία δεν σου επέτρεπε να ακούσεις ούτε τον διπλανό σου. Στο χόρτο όμως η κατάσταση ήταν πάνω-κάτω η ίδια. Η Νάπολι μπήκε δυνατά και με ενθουσιασμό, προηγήθηκε νωρίς αλλά με τον Μαραντόνα πάλι σε μέτρια μέρα δεν μπόρεσε να κάνει το κάτι παραπάνω. Ισοφαρίστηκε από τον Μπουτραγκένιο λίγο πριν την ανάπαυλα και κάπου εκεί τέλειωσαν όλα αφού η Ρεάλ ήταν πολύ ανώτερη για να δεχτεί τρία γκολ σε ένα ημίχρονο.

Η ιστορική αξία των συγκεκριμένων αγώνων πάντως δεν περιορίζεται στις δυο ομάδες που συμμετείχαν. Ο πρόωρος αποκλεισμός της πρωταθλήτριας Ιταλίας ανησύχησε έντονα τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, που είχε αγοράσει τη Μίλαν ένα μόλις χρόνο πριν. Ο Μπερλουσκόνι δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να δει μια μελλοντική πρωταθλήτρια Μίλαν να μένει εκτός της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης από τον πρώτο κιόλας γύρο, εξαιτίας ενός κακού παιχνιδιού για παράδειγμα, και κάπως έτσι ξεκίνησε άμεσα σχέδια και παρασκηνιακές πιέσεις ώστε να αλλάξει η δομή του τουρνουά.

Τριάντα χρόνια μετά, το Κύπελλο Πρωταθλητριών έχει γίνει αυτό ακριβώς που ονειρευόταν ο Μπερλουσκόνι (και όλοι οι πρόεδροι των μεγαθηρίων της Ευρώπης), άσχετα αν ο ίδιος και η ομάδα του έχουν μείνει τα τελευταία χρόνια στην απ’έξω. Η Νάπολι πάντως βρίσκεται για την ώρα μέσα και, όπως και τότε, καλείται να κερδίσει τη Ρεάλ Μαδρίτης με τουλάχιστον δυο γκολ διαφορά. Το έργο της είναι σίγουρα πολύ δύσκολο αλλά στο ποδόσφαιρο όλα είναι πιθανά. Αυτό μπορεί να της το επιβεβαιώσει και ο 55χρονος πλέον Τσέντο, ένα πρώην φιλότιμο και άτεχνο δεξί μπακ που μπορεί να καυχιέται ότι κάποτε έκανε ποδιά στον καλύτερο ποδοσφαιριστή του κόσμου.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς μπορούσε να ντριπλάρει τα πάντα (εκτός από την ατυχία του)

  [5 Σχόλια]

Είναι 30 Ιουνίου του 1990, βρισκόμαστε στη Φλωρεντία, Αργεντινή και Γιουγκοσλαβία διεκδικούν μια θέση στους ημιτελικούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου και το παιχνίδι έχει φτάσει στα πέναλτι. Οι Αργεντινοί έχουν ήδη ευστοχήσει στην πρώτη τους προσπάθεια. Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς είναι ο πρώτος Γιουγκοσλάβος που παίρνει θέση απέναντι στον Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

(Ο 25χρονος μέσος του Ερυθρού Αστέρα είναι μια από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις της διοργάνωσης. Έχει σκοράρει δυο φορές απέναντι στους Ισπανούς στους ’16’, έχει δώσει μια ασίστ στον πρώτο γύρο, έχει ‘μοιράσει σακούλες’ σε αρκετούς δύσμοιρους αμυντικούς και είναι το επίκεντρο όλων των επιθετικών προσπαθειών της χαρισματικής εκείνης ομάδας, που είχε ακόμα στην αποστολή της τον Ντάρκο Πάντσεφ, τον Προσινέτσκι, τον Σαμπανάτζοβιτς, τον Σαβίσεβιτς, τον Σούσιτς και τους πιτσιρικάδες Σούκερ, Γιάρνι και Μπόκσιτς.

Ακόμα και στο συγκεκριμένο ματς, ο ‘Πίξι’ (όπως ήταν το παρατσούκλι του) είναι με τεράστια διαφορά ο καλύτερος στον αγωνιστικό χώρο: μοιράζει παιχνίδι, αλλάζει το ρυθμό όποτε θέλει, προσπερνάει Αργεντινούς με χαρακτηριστική ευκολία, σωριάζει στο έδαφος κάμποσους εξ αυτών ακόμα και μέσα στην περιοχή τους, φτιάχνει συνεχώς φάσεις που οι συμπαίκτες του αδυνατούν να τελειώσουν και σταματιέται μόνο με φάουλ (οι 3 από τις 4 κίτρινες κάρτες της Αργεντινής στον αγώνα οφείλονται σ’αυτόν). Κι αν ο τίτλος «κορυφαίος ενός προημιτελικού Μουντιάλ» δεν είναι αρκετός για να εντυπωσιαστεί κάποιος, ας προσθέσουμε και το δεδομένο ότι στον ίδιο αγωνιστικό χώρο βρίσκεται και ο 30χρονος Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, πρωταθλητής κόσμου από το 1986 και πρωταθλητής Ιταλίας λίγους μήνες πριν.)

Επιστρέφουμε όμως στο κρίσιμο πέναλτι. Ο Στόικοβιτς σηκώνει τη μπάλα από το έδαφος και μπροστά σε όλο τον κόσμο που παρακολουθεί με αγωνία ένα νοκ άουτ παιχνίδι Παγκοσμίου Κυπέλλου, με την κλασική δόση αυτοπεποίθησης και υπεροψίας που τον διακατείχε πάντα, αποφασίζει για να δείξει πόσο κουλ και άνετος είναι να κάνει επί τόπου τρία τσαλιμάκια! Στη συνέχεια, στήνει ψύχραιμα τη μπάλα στην άσπρη βούλα, παίρνει φόρα, στέλνει τον Γκοϊκοετσέα στη μια γωνία και τη μπάλα στο αντίθετο ‘παραθυράκι’. Αλλά όχι στα δίχτυα.

Αυτή η εκτέλεση πέναλτι μπορεί να περιγράψει πάνω-κάτω όλη την καριέρα του Ντράγκαν Στόικοβιτς. (Προς υπεράσπιση του, λίγα λεπτά αργότερα ο Μαραντόνα αστόχησε κι αυτός – εκτελώντας ένα πολύ χειρότερο πέναλτι από αυτό του Γιουγκοσλάβου – και επιβεβαίωσε ότι ακόμα και οι πολύ μεγάλοι κάποιες φορές «τα κάνουν θάλασσα» την κρίσιμη στιγμή.)

Το Μουντιάλ αυτό ήταν ουσιαστικά η πρώτη και τελευταία μεγάλη παράσταση του ‘Πίξι’. Η τύχη (ή η μοίρα) τον έκανε τόσο προικισμένο ποδοσφαιρικά που όσοι, λίγοι, τον απόλαυσαν ζωντανά στις καλές του μέρες, δεν τον ξέχασαν ποτέ. Η ατυχία (ή η μοίρα) τον έκανε να γεννηθεί στη Γιουγκοσλαβία την εποχή που η χώρα διασπάστηκε, με αποτέλεσμα να βρεθεί εκτός όλων των μεγάλων εθνικών διοργανώσεων που ακολούθησαν (Euro 1992 και 1996 και Μουντιάλ των ΗΠΑ). Κι αυτό είναι μόνο το ένα σκέλος της ατυχίας. Λίγους μήνες μετά το Μουντιάλ και σε ένα από τα πρώτα ματς της νέας του ομάδας, της πανάκριβης τότε Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο, έμεινε οχτώ μήνες εκτός δράσης και από τότε τίποτα δεν ήταν ξανά ίδιο, αφού οι τραυματισμοί άρχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Απογοητευμένος και σχεδόν «σακάτης» αποχαιρέτησε στα 29 του τη Μασσαλία και την Ευρώπη για να πάει να παίξει μπάλα στο, πιο ξεκούραστο και εύκολο, πρωτάθλημα της Ιαπωνίας.

Όσοι γεννήθηκαν στα 90s το πιθανότερο είναι να μην τον έχουν καν ακουστά. Όσοι τον πρόλαβαν ηλικιακά, το πιθανότερο είναι να τον έχουν δει ελάχιστα για να μπορούν να επιβεβαιώσουν τον ντόρο που υπήρχε εκείνη την εποχή γι’αυτόν. Όσοι όμως τον έζησαν λίγο παραπάνω, στα καλά χρόνια του με τον, σπουδαίο τότε, Ερυθρό Αστέρα και στις λίγες «γκέστ σταρ» εμφανίσεις με τη Μαρσέιγ, μιλάνε για έναν αδιανόητο φαντεζί παίκτη, που λάτρευε να ντριπλάρει όλη την αντίπαλη ομάδα, να στέλνει τους αντιπάλους του στο χόρτο με κάποια εντυπωσιακή προσποίηση, να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο (ανάμεσα τους υπάρχουν και γκολ από κόρνερ, όπως αυτό που είχε βάλει σε ηλικία 22 ετών σε ένα από τα πρώτα του εκτός έδρας ντέρμπι με την Παρτιζάν!), να μοιράζει ασίστ από το πουθενά, σαν παλιό κλασικό δημιουργικό 10αρι, και να κάνει τακουνάκια ακόμα και σε φάσεις που τις βλέπεις ξανά στο ριπλέι και αδυνατείς να αποδεχθείς ότι πράγματι σκέφτηκε και κατάφερε να κάνει τακουνάκι.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Μουντιάλ του 1990, ουσιαστικά στη μοναδική μεγάλη διοργάνωση που του δόθηκε η ευκαιρία να παίξει σε καλή ηλικία, ψηφίστηκε στην καλύτερη 11αδα. Δεν είναι τυχαίο το σχόλιο του Μαραντόνα γι’αυτόν αρκετά χρόνια μετά από εκείνο το μεταξύ τους παιχνίδι: «O Στόικοβιτς ήταν απίστευτος ποδοσφαιριστής. Οι κινήσεις του στο γήπεδο είχαν τέτοια χάρη και άνεση που ήταν σαν να χόρευε συνέχεια με την ομορφότερη γκόμενα». Δεν είναι τυχαίο που αν και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στη Μαρσέιγ στο νοσοκομείο και στο κρεβάτι οι οπαδοί της ομάδας τον ψήφισαν στην καλύτερη 11αδα όλων των εποχών. Και φυσικά δεν είναι τυχαίο που στα τέσσερα χρόνια που φόρεσε τη φανέλα του Ερυθρού Αστέρα πρόλαβε να γίνει θρύλος και να αγαπηθεί όσο λίγοι.

Και ο ‘Πίξι’ δεν το ξέχασε ποτέ αυτό. Όταν στο τέλος της πρώτης του, τραυματικής, χρόνιας στη Μαρσέιγ βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ερυθρό Αστέρα στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και ο προπονητής του ζήτησε να εκτελέσει ένα από τα πέναλτι, ο Στόικοβιτς, μένοντας πιστός στον ιδιόρρυθμο και λίγο μποέμ χαρακτήρα του, αρνήθηκε να πάρει τέτοια ευθύνη απέναντι στην αγαπημένη του ομάδα. Οι συμπατριώτες και πρώην συμπαίκτες του τελικά ευστόχησαν και στα πέντε και ο ‘Πίξι’ μαζί με τη Μαρσέιγ αναγκάστηκαν να περιμένουν άλλα δυο χρόνια για να βρεθούν στην κορυφή της Ευρώπης.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς δεν έγινε ποτέ αυτό που θα μπορούσε πραγματικά να γίνει. Το πιθανότερο είναι ότι δεν πλησίασε ούτε λίγο στο ‘ταβάνι’ του. Παρ’όλα αυτά με μια απλή αναζήτηση στο ίντερνετ μπορεί κάποιος να βρει αμέτρητα βιντεάκια πολλών λεπτών στα οποία σκοράρει, δημιουργεί και ‘χορεύει’ αντιπάλους (ανάμεσα τους και αρκετά μεγάλα αστέρια της εποχής) με μια άνεση που πιθανόν θα ζήλευε ακόμα και ο Γκαρίντσα. Και το ότι αυτή την εξέλιξη τη θεωρούμε «αποτυχία» τα λέει όλα.

Απόστρατοι πριν τα 30

  [9 Σχόλια]

Βλέποντας πριν λίγες μέρες τη Λυών στο Γιουρόπα Λιγκ, θυμήθηκα μια ιστορία που μου έκανε εντύπωση πριν από μερικούς μήνες. Η ιστορία αφορά τον Γκουεϊντά Φοφανά και την απόσυρσή του από το ποδόσφαιρο στην ηλικία των 25 ετών. Ο, πρώην πια, παίχτης της Λυών κρέμασε τα παπούτσια του τον Γενάρη. Η δική του αποστρατεία, σε συνδυασμό με εκείνη του Άλβαρο Δομίνγκεθ (πείτε ό,τι θέλετε για την προφορά, εγώ έτσι θα τον γράφω) της Γκλάντμπαχ, τον Δεκέμβρη σε ηλικία 27 ετών, μου έκαναν πολύ μεγάλη εντύπωση.

Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι ενώ και οι δύο αποχώρησαν από μη ιάσιμους τραυματισμούς, δεν είναι ακριβώς ίδιες περιπτώσεις. Ο Δομίνγκεθ είχε ένα θέμα με την πλάτη του που τον ταλαιπωρούσε χρόνια. Από το Νοέμβρη του 2015, όταν και έκανε την τελευταία του εμφάνιση με τη φανέλα της Γκλάντμπαχ, δεν την πάλευε άλλο. Έκανε δύο εγχειρήσεις στην πλάτη και 13 μήνες μετά ανακοίνωσε την μόνιμη αποχώρησή του από το άθλημα. Ο παίχτης αγωνίστηκε 4 σεζόν στην Ατλέτικο Μαδρίτης, από της οποίας τις ακαδημίες είχε βγει, πριν πάρει μεταγραφή για την Γκλάντμπαχ. Εκεί από τη δεύτερή του σεζόν ξεκίνησαν τα προβλήματα τραυματισμών. Όσο ήταν υγιής πάντως ήταν ένα από τα βασικά στόπερ, έχοντας 80 εμφανίσεις σε 3 χρόνια. Στο μήνυμά του στο twitter που ανακοίνωσε την αποχώρησή του, αμέσως μετά τη λήξη του ματς στο Τσάμπιονς Λιγκ μεταξύ της Μπαρσελόνα και της Γκλάντμπαχ, έλεγε: «Το να μείνω ανάπηρος στα 27 μου είναι ένα τίμημα που δεν είμαι διατεθειμένος να πληρώσω για το ποδόσφαιρο».

Αντίθετα η ιστορία του Γκουεϊντά Φοφανά είναι λίγο διαφορετική. Μετά τη μεταγραφή του από τη Χάβρη στη Λυών πριν από 5 χρόνια, ο Φοφανά ήταν μια επιλογή στο κέντρο για τους Γκον, αλλά όχι αδιαμφισβήτητος βασικός, πράγμα που το μαρτυρούν οι 72 εμφανίσεις του σε 5 χρόνια. Παρ’όλα αυτά, ο παίχτης ήταν ο αρχηγός των μικρών εθνικών ομάδων της Γαλλίας, έχοντας μάλιστα κατακτήσει Μουντιάλ κάτω των 19. Το Μάρτιο του 2014 ήρθε ένας τραυματισμός στον αστράγαλο σε ματς κόντρα στην Μπορντώ. Ο τραυματισμός ήταν τόσο σοβαρός που ο παίχτης επέστρεψε 14 (!) μήνες μετά, τη  μέρα των γενεθλίων του, 16 Μαΐου 2015, σε παιχνίδι κόντρα στην Παρί. Μετά από δύο βδομάδες ξανατραυματίζεται στο ίδιο σημείο. Οι γιατροί μιλάνε για «οστεονέκρωση» και του συνιστούν να σταματήσει το ποδόσφαιρο. Το Γενάρη που μας πέρασε ο Ολάς δήλωσε με απογοήτευση σε γαλλικά μέσα ότι εξετάζεται η διακοπή του συμβολαίου του Φοφανά, πάντα σε συνεργασία με τον παίχτη. Στις 18 Ιανουαρίου σε συνέντευξη τύπου από τα γραφεία της Λυών ανακοινώνει την αποχώρησή του λέγοντας «Είναι ένα θλιβερό πόρισμα που λέει ότι είμαι ανίκανος να παίξω ποδόσφαιρο».

«Ανάπηρος», «ανίκανος». Λέξεις βαριές και καταστάσεις ακόμη χειρότερες, ο φόβος και μόνο των οποίων μπορεί να σπάσει την ψυχολογία ενός αθλητή. Πέρα από την ψυχολογία, υπάρχει όμως το πρακτικό και κλινικό κομμάτι. Ακόμα μου είναι πολύ δύσκολο να δεχτώ ότι με την πρόοδο που έχει κάνει η ιατρική, κυρίως η ορθοπεδική, υπάρχουν το 2016-17 περιπτώσεις αθλητών που σταματάνε την καριέρα τους λόγω τραυματισμού. Είναι κοντά 20 χρόνια από τους τραυματισμούς του Ρονάλντο στο γόνατο, ενός παίχτη που γύρισε δυο φορές και αν και ελαφρώς ζουμπουρλούδικος έκανε τη Βραζιλία παγκόσμια πρωταθλήτρια. Και αν εδώ μιλάμε για πραγματικό «Φαινόμενο», πόσοι και πόσοι δε γύρισαν με μοσχεύματα σε γόνατο-ισχίο-αστράγαλο και έπαιξαν ξανά κανονικά; Ο Ετό’ο έκανε εγχείρηση με μόσχευμα στο γόνατο και γύρισε κάνοντας σεζόν με 38 γκολ. Ο Χένρικ Λάρσον, ο Ντζαλμίνια και πόσοι ακόμα.

Φυσικά και υπάρχουν και πλείστα όσα παραδείγματα παιχτών που μετά από σοβαρούς τραυματισμούς δεν επέστρεψαν ίδιοι. Ο Κακά και ο Βίγια είναι δυο από τα πιο πρόσφατα. Εξαιρώ εκείνους που κάνουν πάντα σεζόν των 5-6 μηνών, τύπου Ρόμπεν, Ριμπερί, Μπέιλ. Μιλάμε για παίχτες που υπέστησαν σοβαρότατους τραυματισμούς και επέστρεψαν, ακόμα και αν δεν μπόρεσαν πια να παίξουν στο ίδιο επίπεδο. Πίστευα ότι περιπτώσεις Φαν Μπάστεν ή Χρήστου Κωστή (προσωπικός καημός που πρέπει να αναφερθεί) δε θα ξαναβλέπαμε. Και να που σε διάστημα ενάμιση μήνα έχουμε δύο τέτοιες. Ειδικά για την περίπτωση Δομίνγκεθ δεν μπορούμε να πούμε τίποτα. Πρόβλημα στην πλάτη που επηρεάζει τη σπονδυλική στήλη, προφανώς και καθιστά τον οργανισμό ακατάλληλο για αθλητισμό.

Αλλά για την περίπτωση Φοφανά μπορώ να δεχτώ ότι ο παίχτης ψυχολογικά δεν μπορούσε να ξαναπεράσει όλο το βάρος της αποθεραπείας και μόνο. Πολύ περιληπτικά, η οστεονέκρωση είναι κάτι το οποίο συμβαίνει αρκετά συχνά και δεν περιορίζεται στους αθλητές. Κάποιο αιμάτωμα δημιουργεί εσωτερικούς και εξωτερικούς θύλακες που νεκρώνουν την άρθρωση μετά από  κάποιο χρόνο. Οι τρεις συνηθέστερες αιτίες είναι: γενετική δυσπλασία, χρόνια λήξη στεροειδών, βίαιη μετατόπιση άρθρωσης μετά από χτύπημα. Μιλάμε για προβλήματα που σε απλούς πολίτες καταλήγουν σε επεμβάσεις το 36% αυτών, ενώ οι οστεοπλαστικές επεμβάσεις ανταποκρίνονται στο 18% των συνολικών ορθοπεδικών επεμβάσεων. Μετάφραση στα Ελληνικά: είναι κάτι εξαιρετικά κοινό, δε γίνεται να μην μπορούσαν να βρουν μόσχευμα. Όσο και αν έψαξα και στα γαλλικά σάιτ δε βρήκα επαρκή κλινική εξήγηση, οπότε καταλήγω στο ότι ο ίδιος ο παίχτης δεν είχε την ψυχολογική αντοχή να κάνει μεταμόσχευση οστού και να περιμένει άλλους 9-12 μήνες. Άσχετα αν ούτε ο ίδιος, ούτε και οι γιατροί της Λυών, είπαν κάτι τέτοιο.

Φυσικά και δεν αμφισβητώ τους γιατρούς. Όση επαφή και αν έχω με το αντικείμενο της ορθοπεδικής, που είναι αρκετή, δεν είμαι γιατρός και δεν ξέρω την περίπτωση του Φοφανά όπου και οι εξηγήσεις δε με έπεισαν. Αντίθετα η περίπτωση Δομίνγεθ ήταν εντελώς ξεκάθαρη. Το να έχουμε πάντως δυο περιπτώσεις ποδοσφαιριστών που αποστρατεύονται στα 25 και στα 27 τους είναι κάτι που δεν περίμενα να δω το 2017.