Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο'

Όταν η Λεβερκούζεν έφτασε μια ανάσα από το απόλυτο θαύμα

  [11 Σχόλια]

Οι ομάδες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτές που υπάρχουν για να κερδίζουν τίτλους, μία τέτοια είναι η Μπάγερν Μονάχου για παράδειγμα, και στις άλλες που συμπληρώνουν το παζλ κάθε λίγκας. Στη Γερμανία μία τέτοια είναι η Χοφενχάιμ. Δίπλα σε όλες αυτές τις ομάδες της Μπουντεσλίγκα υπάρχει και η Μπάγερ Λεβερκούζεν. Μια ομάδα που δεν ξέρει το λόγο που υπάρχει. Το περίεργο είναι πως αν ρωτήσεις στη χώρα μας τον μέσο ποδοσφαιρόφιλο για το ποιες ομάδες θεωρεί «μεγάλες» στη Γερμανία, πολύ δύσκολα θα αφήσει εκτός της απάντησής του τη Λεβερκούζεν. Μια ομάδα που -για όσους δεν το γνωρίζουν- δεν έχει κατακτήσει ποτέ το πρωτάθλημα Γερμανίας στα 112 χρόνια της ιστορίας της. Φυσικά αυτό δεν πρόκειται να το καταφέρει ούτε φέτος μιας και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές βρίσκεται στο -18 από την πρωτοπόρο Μπάγερν Μονάχου (στην 9η θέση). Θεωρεί κάποιος πως μπορεί να καλύψει αυτή τη διαφορά και να ανατρέψει την κατάσταση; Πάμε παρακάτω.

Για να είμαστε δίκαιοι πάντως, στην έναρξη (και) της τρέχουσας σεζόν κανένας δεν είχε βγει να δηλώσει πως στόχος των «ασπιρίνων» ήταν η σαλατιέρα της Μπουντεσλίγκα. Είναι γνωστό άλλωστε πως εδώ και χρόνια ο βασικός στόχος είναι ένας και μοναδικός: Nα τα κάνει «σαλάτα». Κάτι που και καταφέρνει επιτυχώς κάθε χρόνο. Η Λεβερκούζεν μετράει ένα κύπελλο όλο κι όλο το 1993 και φυσικά στην «πλούσια» τροπαιοθήκη της υπάρχει και το ΟΥΕΦΑ του 1988. Απέναντι στην Εσπανιόλ του Λοσάντα και του Ερνέστο του Βαλβέρδε. Αυτό πάντως που πόνεσε πραγματικά πολύ και θα πονάει πάντα όλους τους φίλους της ομάδας είναι η σεζόν 2001-2002. Μια σεζόν που ξεκίνησε με πολλά όνειρα και φιλοδοξίες από μια ομάδα που διέθετε μπόλικο ταλέντο και εξελίχθηκε στην απόλυτη τραγωδία, χάνοντας ουσιαστικά τρεις τίτλους (πρωτάθλημα, κύπελλο και Τσάμπιονς Λιγκ) σε διάστημα -σχεδόν- μιας εβδομάδας. Το κουβάρι αυτής της ιστορίας θα ξετυλίξουμε σήμερα. Μιας ιστορίας γεμάτης από όμορφο ποδόσφαιρο, μεγάλες νίκες και άφθονο πόνο στο τέλος. Αδικία; Σίγουρα. Βέβαια την τύχη του ο καθένας την φτιάχνει (και) μόνος του. Όχι -άλλα- δάκρυα λοιπόν για εκείνη την ομάδα του Τόπμελερ.

H σεζόν 2000-2001 ήταν από τις πιο ανταγωνιστικές της Μπουντεσλίγκα με την Μπάγερν να κατακτά -ως συνήθως- στο τέλος το πρωτάθλημα αλλά τρεις ομάδες να τερματίζουν πίσω της με πολύ μικρή βαθμολογική (και όχι μόνο) διαφορά. Η Σάλκε είχε τερματίσει 2η στο -1 από τους πρωταθλητές, η Ντόρτμουντ 3η στο -4 και η Λεβερκούζεν 4η στο -6. Προπονητής της ομάδας ήταν ο Μπέρτι Φογκς, που αν και και είχε φτιάξει ένα άκρως ανταγωνιστικό σύνολο, βγάζοντας την ομάδα και στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ, τελικά απολύθηκε με το τέλος της σεζόν για να αναλάβει ο Κλάους Τόπμελερ. Ένας προπονητής που δεν είχε να επιδείξει κάτι σημαντικό στην έως τότε προπονητική του καριέρα, εκτός των δεκάδων τσιγάρων που κάπνιζε στους πάγκους. Η επιλογή σίγουρα είχε ξενίσει πολλούς.

O Τόπμελερ βρήκε ένα άκρως ποιοτικό σύνολο, με παίκτες όπως ο Μπάλακ, ο Ζε Ρομπέρτο, ο Λούσιο, ο Μπερμπάτοφ, ο Ράμελόου και ο Πλασέντε και κάνοντας ουσιαστικά μία και μόνο ποιοτική προσθήκη έφτιαξε την ομάδα που θαυμάσαμε για μία ολόκληρη σεζόν τόσο στην Γερμανία όσο και στην Ευρώπη. Ο παίκτης αυτός δεν ήταν άλλος από τον επιτελικό μέσο Γιλντιράι Μπαστούρκ της Μπόχουμ. Έναν παίκτη που ο Τόπμελερ γνώριζε πολύ καλά (και είχε σε τεράστια εκτίμηση) από την κοινή τους θητεία στο Μπόχουμ. Ο Τούρκος ήταν ένας φανταστικός ποδοσφαιριστής, από τους καλύτερους σε ολόκληρη την Ευρώπη στη θέση του εκείνα τα χρόνια, με μεγάλες παραστάσεις τόσο σε συλλογικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η Τουρκία άλλωστε είχε τερματίσει 3η στο Μουντιάλ του 2002 και ήταν τόσο καλή που ο βασικός της τερματοφύλακας (αναφέρομαι στον Ρουστού) είχε φτάσει να πάρει μεταγραφή για  την Μπαρτσελόνα, την ίδια περίοδο μάλιστα που η Μπάρτσα έκανε δικό της τον τιτανομέγιστο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε.

To σύστημα του Τόπμελερ ήταν το 4-5-1 (ή καλύτερα 4-1-4-1) με τον Ράμελοου μπροστά από τους δύο στόπερ και μια καταπληκτική τετράδα μέσων πίσω από τον μοναδικό σέντερ φορ. Ο Όλιβερ Νόεβιλ των 171 εκατοστών είχε αυτό τον ρόλο κόντρα σε μια εποχή που ήθελε -συνήθως- δύο επιθετικούς με τον ένα εκ των δύο να είναι αρκετά δυνατός και ψηλός. Η τετράδα των μέσων ήταν ο καταπληκτικός Βραζιλιάνος Ζε Ρόμπερτο (δεν είχε γραφτεί ακόμα για τον Ολυμπιακό), ο Μπερντ Σνάιντερ, ο Μίκαελ Μπάλακ στην καλύτερη σεζόν της καριέρας του και φυσικά ο Γιλντιράι Μπαστούρκ που ανέφερα και πιο πάνω. Ο Μίκαελ ο Μπάλακ μάλιστα είχε τελειώσει εκείνη τη σεζόν με 17 τέρματα (κάτι που αποτελεί ρεκόρ για μέσο στη Μπουντεσλίγκα) και είχε χάσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ για ένα και μόνο τέρμα (το βραβείο είχαν μοιραστεί ο Μάρσιο Αμορόσο της Ντόρτμουντ και ο Μάρτιν Μαξ της Μόναχο 1860). Τα 17 τέρματα στη Γερμανία τα συμπλήρωσε και με 7 στο Τσάμπιονς Λιγκ σε μια σεζόν που τον βρήκε στη λήξη της με το βραβείο του καλύτερου Γερμανού παίκτη, του καλύτερου μέσου στην Ευρώπη, στην καλύτερη 11αδα της Ευρώπης και πρώτο σε ασίστ στο Μουντιάλ του 2002. Πόσους τίτλους κατάφερε να κερδίσει ο Μπάλακ, η Λεβερκούζεν και η εθνική Γερμανίας εκείνη τη σεζόν; Πολύ σωστά. Κανένα.

Η Λεβερκούζεν ήταν χάρμα ιδέσθαι στο Τσάμπιονς Λιγκ, περνώντας από διπλούς ομίλους, αλλά και στη Μπουντεσλίγκα, όπου και έχασε το πρωτάθλημα την τελευταία αγωνιστική. Η Μπάγερ είχε αποκλείσει μάλιστα στη φάση των ‘8’ τη Λίβερπουλ και στον ημιτελικό τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ίσως στην πιο γελοία press conference στην ιστορία της διοργάνωσης, με τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον να μπερδεύει την Λεβερκούζεν με την Καιζερσλάουτεν, σκορπώντας αμήχανα χαμόγελα σε όλους τους παρευρισκομένους (πλην του Τόπμελερ που το είχε θεωρήσει -ορθώς- ως μεγάλη ασέβεια). Οι Γερμανοί είχαν ορκιστεί να αποκλείσουν την πολυδιαφημισμένη (και πολυτάλαντη) αντίπαλό τους, κάτι που κατάφεραν -αν και δύσκολα- με ήρωα τον κορυφαίο τους επιθετικό Όλιβερ Νόεβιλ. Ο Νόεβιλ είχε σκοράρει το 1-2 στο Ολντ Τράφορντ πριν ισοφαρίσει ο Ρούντ Φαν Νίστελροϊ με πέναλτι για το τελικό 2-2 και φυσικά ήταν αυτός που είχε ισοφαρίσει με πέναλτι σε 1-1 στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου στη ρεβάνς της Γερμανίας, χαρίζοντας ουσιαστικά την πρόκριση στην ομάδα του. Στον τελικό η Λεβερκούζεν θα συναντούσε την Ρεάλ Μαδρίτης του Ζιντάν, του Φίγκο, του Ραούλ και των λοιπών αστέρων (δίχως όμως τον σπουδαίο Ζε Ρομπέρτο που είχε συμπληρώσει αριθμό καρτών). Η Ρεάλ είχε αποκλείσει την Μπαρτσελόνα με μπόλικη δόση τύχης και αρκετό σπρώξιμο από τους διαιτητές (αν και οι Μαδριλένοι είχαν πολύ καλύτερη ομάδα από τους Καταλάνους εκείνη τη χρονιά).

Και φτάνουμε στην κρίσιμη εβδομάδα της σεζόν. Η Λεβερκούζεν στις 11 Μαΐου θα αντιμετώπιζε στον τελικό του κυπέλλου Γερμανίας τη Σάλκε και τέσσερις μέρες αργότερα την Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό της Γλασκώβης. Επίσης τρεις αγωνιστικές πριν τελειώσει η Μπουντεσλίγκα η ομάδα του Τόπμελερ ήταν στο +5 από την Μπορούσια Ντόρτμουντ. Μια Ντόρτμουντ που τελικά της πήρε τον τίτλο την τελευταία αγωνιστική. Η Λεβερκούζεν είχε ακούσει το πρώτο ‘καμπανάκι’ στην εντός έδρας ήττα από την Βέρντερ με 1-2 (με χαμένο πέναλτι του τερματοφύλακα Μπουτ στα τελευταία λεπτά) για την 32η αγωνιστική, σε μια αγωνιστική που η Ντόρτμουντ είχε επικρατήσει της Κολονίας με 2-1 χάρις στο πέναλτι του Αμορόσο στο 90′. Ένα πέναλτι που είχε μειώσει τη διαφορά στους δύο βαθμούς (66 οι «ασπιρίνες» και 64 οι Βεστφαλοί).

Την επόμενη αγωνιστική η Λεβερκούζεν ήθελε πάση θυσία το τρίποντο κόντρα στη Νυρεμβέργη όπως φυσικά και η Ντόρτμουντ κόντρα στο Αμβούργο. Και οι δύο αναμετρήσεις ήταν εκτός έδρας για τους δύο μονομάχους με την αναμέτρηση της Λεβερκούζεν να είναι θεωρητικά πιο εύκολη. Το γκολ του αμυντικού Τόμας Νικλ με κεφαλιά-κανονιά (που έλεγε και μια ψυχή) στο 23′ έβαλε πίσω τους πρωτοπόρους, την ίδια ώρα που η Ντόρτμουντ άνοιγε το σκορ με πέναλτι του Αμορόσο (σε μια φάση που το Αμβούργο έμεινε με 10 παίκτες). Η ένταση ήταν ήδη μεγάλη και στα δύο μέτωπα γήπεδα. Λίγα λεπτά αργότερα ο Τόμας Ροζίσκι θα γράψει το 0-2 με τέλειο πλασέ και το «τοπίο» της νίκης θα αρχίσει να καθαρίζει. Το πέναλτι του αρχηγού Τόμας Κελ -και η αποβολή του- θα βάλει και πάλι το Αμβούργο στο παιχνίδι μιας και το σκορ ημιχρόνου πλέον ήταν το 1-2.

Το τελικό 3-4 με όργια του Αμορόσο  στο β’ ημίχρονο -σε συνδυασμό με την ήττα της Λεβερκούζεν- θα ανεβάσει την Μπορούσια στην 1η θέση (στο +1) μία αγωνιστική πριν το τέλος της Μπουντεσλίγκα. Πλέον το τρόπαιο του πρωταθλητή ήταν στα χέρια της ομάδας του Ματίας Ζάμερ που αν κέρδιζε την Βέρντερ στην έδρα της θα έκλεβε ουσιαστικά το πρωτάθλημα από την ομάδα που το άξιζε στο 100% εκείνη τη σεζόν. Τη Μπάγερ Λεβερκούζεν. Οι «ασπιρίνες» είχαν θεωρητικά εύκολο έργο μιας και υποδέχονταν την Χέρτα στην έδρα τους. Ήθελαν το ‘τρίποντο’ και στραβοπάτημα της Ντόρτμουντ για να πάρουν αυτοί το πρωτάθλημα. Όταν μάλιστα ο Μπάλακ άνοιξε το σκορ στο 9′ με εξαιρετική εκτέλεση φάουλ ένα άρωμα αισιοδοξίας άρχισε να πλανάται πάνω από τη ΜπάιΑρίνα. Την ίδια ώρα μάλιστα ο μέσος Πόλ Στάλτερι της Βέρντερ άνοιγε το σκορ με κοντινό πλασέ μετά από τραγική αμυντική αντίδραση των γηπεδούχων. Οι κερκίδες στην έδρα της Λέβερκούζεν είχαν πάρει φωτιά μιας και οι οπαδοί έβλεπαν να έρχεται αυτό που άξιζαν από την αρχή της σεζόν. Το πρωτάθλημα.

Λίγο πριν οι ομάδες φύγουν για τα αποδυτήρια ο Κόλερ ισοφάρισε με φοβερό σουτ εκτός περιοχής δίνοντας το σύνθημα της αντεπίθεσης όχι μόνο για τη νίκη αλλά και για τον τίτλο. Ο Μπάλακ με φοβερό σουτ θα γράψει το 2-0 και ουσιαστικά θα καθαρίσει τη υπόθεση-νίκη. Η Λεβερκούζεν πλέον περίμενε τα ευχάριστα από την έδρα της Ντόρτμουντ και ένα δώρο από την Βέρντερ. Αυτό το δώρο ήρθε στο 72′ αλλά δεν ολοκλήρωσε την ‘γιορτή’ μιας και το τετ α τετ της Βέρντερ κατέληξε στο δοκάρι. Τα όνειρα της Λεβερκούζεν για τον τίτλο τελείωσαν ουσιαστικά λίγα λεπτά αργότερα όταν ο Εβερθον με ένα αρκετά τυχερό γκολ χάρισε τη νίκη -και μαζί της το πρωτάθλημα- στην ομάδα του.

H Λεβερκούζεν δεν κατάφερε να επιστρέψει από το μεγάλο ψυχολογικό σοκ και τελικά γνώρισε την ήττα τόσο στον τελικό κυπέλλου Γερμανίας από την Σάλκε με 4-2 όσο και από τη Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με 2-1, σε μια αναμέτρηση που έμεινε στην ιστορία για το απίστευτο γκολ του τεράστιου Ζινεντίν Ζιντάν. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά η ομάδα έχασε και το αστέρι της, τον Μίκαελ Μπάλακ, που έφυγε για τη Μπάγερν Μονάχου -μια πορεία που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια και οι Ζε Ρομπέρτο και Λούσιο- και ουσιαστικά δεν κατάφερε να φανεί ανταγωνιστική την επόμενη σεζόν.

Το επόμενο πρωτάθλημα βρήκε την Λεβερκούζεν στην 15η θέση στο -35 από την κορυφή με τον Τόπλεμερ απολυμένο και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης. Όπως και να έχει, εκείνη η Λεβερκούζεν ήταν μία από τις καλύτερες ομάδες που είχαμε δει στις αρχές των 00s και είναι πραγματικά κρίμα που δεν κατάφερε να κάνει εκείνο το φανταστικό τρεμπλ, μένοντας έτσι στην ιστορία ως μία από τις μεγαλύτερες loser ομάδες και όχι ως ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά «θαύματα». Για την ιστορία, ο Μπάλακ έμεινε 2ος και τη σεζόν 2010-2011 -στο δεύτερό του πέρασμα από τη Λεβερκούζεν- και πάλι πίσω από την Ντόρτμουντ.

Βουλγαρία ’93-’94: Ωδή στην πιο καλτ ομάδα όλων των εποχών

  [8 Σχόλια]

Trifon IVANOV et Hristo STIOCKHOV 2

Ο Χρίστο Στόιτσκοφ, γνωστός θεολόγος-ποδοσφαιριστής στον οποίο χρωστάμε το δόγμα «Υπάρχουν δυο Χριστοί, ο ένας στον ουρανό, εγώ παίζω στην Μπαρτσελόνα», θα επαναλάβει πολλές φορές την άποψή του για την εθνικότητα του Μεγαλοδύναμου στη διάρκεια των εννιά μηνών που σημάδεψαν την ιστορία της Εθνικής Βουλγαρίας: «Ο Θεός είναι Βούλγαρος». Ένα βράδυ του Ιουλίου του 1994 θα προσθέσει, πικραμένος: «Ο διαιτητής, όμως, ήταν Γάλλος». Έκτοτε, ο εν λόγω διαιτητής και διάφοροι συμπατριώτες του (Πλατινί, Ντεσαγί, Ριμπερί…) θα ακούνε σε κάθε ευκαιρία τα σχετικά γαλλικά από τον Χρίστο, που αντίθετα με τον Θεό, δεν συγχωρεί. Μα τι ακριβώς είχε συμβεί;

Οκτώβριος του 1993. Προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου των Η.Π.Α. Η Γαλλία προκρίνεται σχεδόν σίγουρα αν στα δυο τελευταία ματς, με Ισραήλ και Βουλγαρία στην έδρα της, κάνει μια ισοπαλία. Μια Εθνική Γαλλίας θεωρητικά πανίσχυρη, με το δίδυμο Ζαν-Πιέρ Παπέν (Χρυσή Μπάλα το 1991) και Ερίκ Καντονά, μερικούς μελλοντικούς παγκόσμιους πρωταθλητές και τον «Ελ Μανίφικο» Νταβίντ Ζινολά. Καταφέρνουν να χάσουν από το Ισραήλ, που πετυχαίνει την πρώτη εκτός έδρα νίκη του στην Ευρώπη. Απομένει το ματς με τη Βουλγαρία. Τη συνέχεια τη φαντάζονται όσοι γνωρίζουν τι γίνεται συνήθως όταν πάει κανείς για τα περίφημα «δύο αποτελέσματα».

Αν οι Γάλλοι είχαν μεγάλους παίκτες, οι Βούλγαροι είχαν ημίθεους. Και δεν αναφερόμαστε στο ότι πολλοί από αυτούς έπαιξαν ωραία μπάλα σε δυτικοευρωπαϊκές ομάδες. Αναρωτιέται κανείς πότε στη ιστορία του ποδοσφαίρου εμφανίστηκε ξανά ομάδα με τόσο μυθικές χαίτες –όχι όλες φυσικές–, τέτοιες ξενυχτισμένες φάτσες, τέτοιους ανεπανάληπτους παλιοχαρακτήρες. Ο Στόιτσκοφ στα 19 του τιμωρήθηκε με ισόβιο αποκλεισμό από το ποδόσφαιρο επειδή έπαιξε ξύλο σε έναν τελικό κυπέλλου –η ποινή μειώθηκε κι έτσι μπόρεσε να τιμωρηθεί και στην Ισπανία, όπου πάτησε έναν διαιτητή. Ο άσπονδός του φίλος, Εμίλ Κοσταντίνοφ, πανηγύριζε συχνά τα γκολ του δείχνοντας στους θεατές το μεσαίο του δάχτυλο. Ο αξέχαστος Τρίφον Ιβάνοφ αγόρασε κάποτε ένα άρμα μάχης για να κόβει βόλτες στους αγρούς του Βέλικο Τάρνοβο και τσατιζόταν όταν του το ανέφεραν σαν κάτι περίεργο: «Πώς κάνετε έτσι; Λίγους μήνες μόνο το κράτησα, ήθελα να δω πώς είναι να οδηγείς τανκς». Ο Γιόρνταν Λέτσκοφ, ο άνθρωπος που υποψιαζόμαστε ότι ενέπνευσε το κούρεμα του «Φαινόμενου» Ρονάλντο το 2002, υποστήριζε πως απέκτησε τη μυθική τούφα στο μπροστινό μέρος του γυμνού του κρανίου εξαιτίας του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ. Δυστυχώς η βουλγάρικη δικαιοσύνη δεν έδειξε την απαραίτητη ευαισθησία στο δράμα του και το 2013 καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκιση για μια υπόθεση διαφθοράς, στην οποία μπλέχτηκε όντας δήμαρχος. Ο τερματοφύλακας Μπόμπι Μιχαΐλοφ, άλλο θύμα του Τσερνομπίλ, έπαιζε για χρόνια με περουκίνι. Τώρα είναι ο μισητός πρόεδρος της βουτηγμένης στα σκάνδαλα Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

 bulgaria

Νοέμβριος του 1993. Η εντατική προετοιμασία για τη μητέρα των μαχών κόντρα στη Γαλλία διακόπτεται κακήν κακώς και η Εθνική Βουλγαρίας εγκαταλείπει εσπευσμένα τη χώρα. Ο προπονητής Ντιμίταρ Πένεφ, θείος του Λιούμπο, υποψιάζεται ότι οι παίκτες του είχαν μια κάποια τάση στο ξενύχτι. Βάζει λοιπόν, άδεια πακέτα τσιγάρων μπροστά από τις ρόδες των αυτοκινήτων τους και διαπιστώνει ότι τη νύχτα οι περισσότεροι το έσκαγαν από το ξενοδοχείο και απολάμβαναν ανενόχλητοι τις χαρές της μετακομμουνιστικής νυχτερινής Σόφιας. Για να διασταυρώσει τις πληροφορίες του, δεν διστάζει να καταφύγει και σε άλλα σατανικά τεχνάσματα. Το πρωί έλεγε στον Στόιτσκοφ: «Χρίστο, ο Λιούμπο είπε ότι βγήκες χτες, ισχύει;». Μετά πήγαινε στον ανιψιό του:«Λιούμπο, τι έμαθα από τον Χρίστο, ξενύχτησες;». Επόμενος προορισμός της ομάδας ο Μέλας Δρυμός, όπου οι πειρασμοί ήταν, λογικά, μικρότεροι, κι όπου οι Γερμανοί παραχώρησαν τις προπονητικές τους εγκαταστάσεις ώστε να μαντρωθούν για μια εβδομάδα οι Βαλκάνιοι γλεντζέδες.

Νέο πρόβλημα: ο (θείος) Πένεφ ανακαλύπτει τρεις μέρες πριν το ματς ότι ο (ανιψιός) Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ δεν μπορούν να πάνε στη Γαλλία καθώς δεν έχουν βίζα. Η ομάδα κάνει επίδειξη πνεύματος συνεργασίας: ο αμυντικός Ζλάτκο Γιάνκοφ τούς προτείνει να περάσουν παράνομα τα σύνορα με το αυτοκίνητό του, ο  Μιχαΐλοφ, παίκτης τότε της Μιλούζ, υποδεικνύει ένα αφύλακτο πέρασμα στο τριεθνές Γαλλία-Γερμανία-Ελβετία, ο Γκεόργκι Γκεοργκίεφ, συμπαίκτης του Μιχαΐλοφ, αναλαμβάνει να οδηγήσει τους δυο παράτυπους μετανάστες στην ανατολική Γαλλία. Κοιμούνται σπίτι του και ξεκινούν για το Παρίσι. Αλλά, επειδή, όπως είπαμε, έχουμε να κάνουμε με μυθικές φυσιογνωμίες, βαριούνται να κάνουν οδικώς 500 χλμ.  και προτιμούν την άνεση του αεροπλάνου. Μόνο που υπάρχει κι εδώ έλεγχος διαβατηρίων. Στο αεροδρόμιο, οι μεγαλόθυμοι Γάλλοι αστυνομικοί, που τους αναγνωρίζουν, τους αφήνουν να ταξιδέψουν χωρίς χαρτιά.

17 Νοεμβρίου 1993. Οι Γάλλοι είναι κάπως μαγκωμένοι μετά τη νίλα με το Ισραήλ, πάντως υπάρχει αισιοδοξία. Το ματς ξεκινάει σχεδόν κανονικά, αν εξαιρέσουμε έναν νεαρό κόκορα που κόβει βόλτες στο γήπεδο, ξεφεύγοντας από το μαρκάρισμα παικτών και των δυο ομάδων. Ο Καντονά ανοίγει το σκορ, ο Κοσταντίνοφ ισοφαρίζει εφτά λεπτά αργότερα. Μερικά δευτερόλεπτα πριν τη λήξη, η Γαλλία κερδίζει φάουλ. Ο Ζινολά, αντί να ψάξει να κερδίσει χρόνο, κάνει μια ακατανόητη σέντρα –μετά το ματς ο προπονητής του, Ζεράρ Ουγιέ, θα τον αποκαλέσει «εγκληματία» και είκοσι χρόνια μετά, πιο αποστασιοποιημένος, «κάθαρμα». Κερδίζουν οι Βούλγαροι, ασίστ του Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ βυθίζει τη Γαλλία στο πένθος.

«Στη Βουλγαρία παράγουμε μόνο γιαούρτι αλλά σήμερα οι φτωχοί νίκησαν τους πλούσιους», δηλώνει ο Στόιτσκοφ. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» ουρλιάζει ο σχολιαστής της βουλγαρικής τηλεόρασης. Οι 67 (!) δημοσιογράφοι της αποστολής και οι λιγοστοί Βούλγαροι φίλαθλοι τρελαίνονται. Οι θριαμβευτές, μαζί με τον Ρομάριο που βρίσκεται στο Παρίσι για ιατρικούς λόγους αλλά αναρρώνει σαν από θαύμα για να γιορτάσει με τον φίλο του τον Χρίστο, στήνουν γλέντι στο γνωστότερο παρισινό κλαμπ, το Bains Douches. Ο θρύλος λέει ότι στην παρέα τους βρέθηκε κι ο Λένι Κράβιτζ.

Ο δρόμος μέχρι την άλλη μεριά του Ατλαντικού θα είναι μακρύς. Οι παίκτες μαλώνουν για τα πριμ και απειλούν ακόμη και με απεργία, ο Λιούμπο Πένεφ μπαίνει στο νοσοκομείο (διαγνώστηκε με καρκίνο στους όρχεις), ο Στόιτσκοφ τσακώνεται με τον σπόνσορα, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας παραιτείται.

ÓÔÏÉÔÓÊÏÖ / ÅËËÁÄÁ - ÂÏÕËÃÁÑÉÁ (ÐÁÃÊÏÓÌÉÏ 94)

Το 3-0 από τη Νιγηρία έρχεται σαν φυσιολογική τιμωρία μιας ομάδας που μοιάζει αδιάφορη και απειθάρχητη. Ευτυχώς υπάρχει η Ελλάδα του Παναγούλια και η Βουλγαρία καταφέρνει να πετύχει την πρώτη της νίκη μετά από έξι συμμετοχές σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Πριν τον κρίσιμο αγώνα με την Αργεντινή, ο Μαραντόνα βρίσκεται θετικός στην εφεδρίνη. 2-0 και η Βουλγαρία περνάει στην επόμενη φάση. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος», δηλώνει ο Στόιτσκοφ.

Το ματς με το Μεξικό πάει στα πέναλτι, ο Μιχαΐλοφ πιάνει δύο και γίνεται ο ήρωας της ημέρας, γεγονός που δημιουργεί τις πρώτες εντάσεις με τις υπόλοιπες πριμαντόνες της ομάδας. Ευτυχώς, η καλή προπόνηση λύνει όλα τα προβλήματα. «Μετά το ματς με την Αργεντινή, δεν μας ένοιαζε τίποτε. Βγαίναμε μέχρι τα ξημερώματα, τη μέρα καθόμασταν στην πισίνα, παίζαμε χαρτιά, πίναμε μπύρες και τρώγαμε πατάτες», θα αποκαλύψει τα μυστικά της επιτυχίας τους ο ομιλητικός Στόιτσκοφ. Κι ο προπονητής; «Δεν πιστεύω στην αυστηρή πειθαρχία. Προτιμώ οι παίκτες μου να καπνίζουν μπροστά μου. Ο Κρόιφ, που κάπνιζε τρία πακέτα τη μέρα, ήταν κακός παίκτης;».

bulgaria2

Στα προημιτελικά αντιμετωπίζουν μια ομάδα με κάπως διαφορετική φιλοσοφία, την παγκόσμια πρωταθλήτρια Γερμανία. Οι Γερμανοί προηγούνται, όμως ένα μαγικό φάουλ του Στόιτσκοφ και μια υπέροχη κεφαλιά του Λέτσκοφ επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζουμε. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» επαναλαμβάνει ο Στόιτσκοφ, «αλλά το ματς ήταν εύκολο».

Στον ημιτελικό υπάρχει μια διαφωνία ανάμεσα στον Ιβάνοφ και τον Γιάνκοφ σχετικά με το ποιος έπρεπε να φυλάει τον Μπάτζιο, και, μέχρι να λυθεί, ο Ρομπέρτο βάζει δυο γκολ. Μειώνει ο Στόιτσκοφ αλλά η εποποιία τελειώνει κάπου εδώ. Οι Βούλγαροι θα διαμαρτυρηθούν για ένα ως τρία πέναλτι που δεν τους δόθηκαν. Ο Στόιτσκοφ διατυπώνει τη θεωρία ότι ο Χαβελάνζε κι η ΦΙΦΑ έκαναν τα πάντα για να εμποδίσουν έναν αντιεμπορικό τελικό Βραζιλία-Βουλγαρία. Όργανό τους ο Ζοέλ Κινιού, ο αθεόφοβος Γάλλος διαιτητής, τον οποίο ο Χρίστο έφτυσε μετά το ματς, όπως περήφανα του αρέσει να διηγείται. Ο ίδιος θα βγει πρώτος σκόρερ του τουρνουά, μαζί με τον Ρώσο Όλεγκ Σαλένκο. Στον μικρό τελικό θα διαλυθούν 4-0 από τη Σουηδία, εν μέσω καυγάδων και επεισοδίων μέσα κι έξω από το γήπεδο. Τίποτε δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν.

Ο θρύλος της Εθνικής Βουλγαρίας θα σβήσει τέσσερα χρόνια αργότερα εκεί που άρχισε, στη Γαλλία. Το τέλος θα είναι άδοξο, ένα 6-1 από την Ισπανία στη Λανς, κάτω από τα ασταμάτητα γιουχαΐσματα των Γάλλων θεατών. Θα είναι το τελευταίο, μέχρι σήμερα, παιχνίδι τους σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Η κατάρα του Μπέλα Γκούτμαν

  [8 Σχόλια]

bela

Για όσους δεν τον γνωρίζουν (και λογικά είναι πολλοί στην Ελλάδα), αυτές τις μέρες έγιναν οι τελικοί του μπέιζμπολ στις ΗΠΑ, οι οποίοι και για κάποιον περίεργο λόγο ονομάζονται World Series, παρ’ ότι ελάχιστοι στον κόσμο ασχολούνται (σίγουρα κάποιος στα σχόλια θα μας κράξει και θα πει ότι δεν είναι βαρετό άθλημα). Το όλο γεγονός θα ήταν αδιάφορο αν η μια από τις δυο φιναλίστ δεν ήταν οι Σικάγο Καμπς, οι οποίοι κατέκτησαν τον τελευταίο τους τίτλο το 1908 και από το 1945 υπομένουν την περίφημη κατάρα του Billy Goat. Ο θρύλος λέει ότι ο Γουίλιαμ Σιάνις, ιδιοκτήτης της ταβέρνας Μπίλι Γκόουτ, είχε πάει να παρακολουθήσει τους αγαπημένους του Καμπς στους τελικούς μαζί με την κατσίκα του (!). Η δυσοσμία όμως του ζωντανού έκανε πολλούς θεατές να διαμαρτυρηθούν και τελικά ζητήθηκε από τον Σιάνις να αποχωρήσει από το στάδιο. Ο ίδιος φεύγοντας οργισμένος καταράστηκε τους Καμπς, λέγοντας ότι δεν θα κερδίσουν ξανά ποτέ τον τίτλο. Οι Καμπς έγιναν το συνώνυμο της loser ομάδας για δεκαετίες, αναγκάζοντας μέχρι και τον Έντι Βέντερ να τραγουδήσει γι’ αυτό και έπειτα από περίπου 70 χρόνια κατάφεραν επιτέλους να φτάσουν στους τελικούς ξανά απέναντι στο Κλίβελαντ. Έμειναν πίσω 3-1 στις νίκες, οι περισσότεροι τους ξέγραψαν, αλλά τελικά με μια ανατροπή (που σίγουρα θα γίνει ταινία) έκαναν το 4-3 και έγιναν πρωταθλητές.

Μια από τις μεγαλύτερες αθλητικές κατάρες όλων των εποχών έσπασε. Στο παρελθόν έχουμε ασχοληθεί με αντίστοιχες κατάρες στο ποδόσφαιρο, όπως αυτή του Γκαραμπάτο που καταδίκασε μια ιστορική ομάδα να δοκιμάσει… εξορκισμό, αλλά είναι στην Ευρώπη που έχουμε πλέον την μεγαλύτερη σε ισχύ ποδοσφαιρική κατάρα. Αυτή της Μπενφίκα που κρατάει από την δεκαετία του 1960. Τότε που η ομάδα της Λισαβόνας υπό τις οδηγίες του Ούγγρου προπονητή Μπέλα Γκούτμαν, μιας φοβερής μορφής που αξίζει να κάνουμε ένα αφιέρωμα, τρομοκρατούσε τους αντιπάλους. Με τον Γκούτμαν να εφαρμόζει νέες τακτικές και να είναι αυτός που ανακάλυψε και δημιούργησε το φαινόμενο Εουσέμπιο, η Μπενφίκα ξεκίνησε μια χρυσή εποχή.

bela-guttman-eusebio

Κέρδισε δυο συνεχόμενα πρωταθλήματα το 1960 και το 1961 και δυο συνεχόμενα Πρωταθλητριών το 1961 και το 1962. Καβάλα στο άλογο, ο Γκούτμαν ζήτησε αύξηση, αλλά η διοίκηση της Μπενφίκα αρνήθηκε, λέγοντας ότι θα έπρεπε να τιμήσει την συμφωνία που είχαν κάνει. Ο προπονητής αποχώρησε λέγοντας ότι «ούτε σε 100 χρόνια δεν θα καταφέρει να πάρει ευρωπαϊκό τίτλο η Μπενφίκα». Οι περισσότεροι λογικά θα γέλασαν, η Μπενφίκα είχε τον Εουσέμπιο στο κάτω κάτω. Και πράγματι, η ομαδάρα εκείνη πήρε σχεδόν όλα τα πρωταθλήματα, τα 11 από τα 13 επόμενα, αλλά κυρίως έφτασε σε τρεις ακόμα ευρωπαϊκούς τελικούς.

Το 1963 προηγήθηκε με τον Εουσέμπιο, αλλά η Μίλαν τελικά επικράτησε με 2-1. Το 1965 έχασε από την Ίντερ με 1-0 στο Μεάτσα και το 1968 με 4-1 από τη Γιουνάιτεντ του Ματ Μπάσμπι. Τα λόγια του Γκούτμαν στριφογύριζαν πλέον στους οπαδούς της Μπενφίκα που έζησαν τρεις απανωτές πίκρες. Αυτό ήταν όμως μόνο η αρχή. Τα χρόνια πέρασαν, η Μπενφίκα δεν ήταν πλέον τόσο καλή και μόλις το 1983 κατάφερε ξανά να κάνει μια αξιόλογη πορεία και να φτάσει στον διπλό τελικό του ΟΥΕΦΑ. Αυτή τη φορά ήταν η Άντερλεχ που πήρε το τρόπαιο και η Μπενφίκα έμεινε ξανά χωρίς κούπα. Πέντε χρόνια αργότερα έφτανε ξανά σε τελικό πρωταθλητριών για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια. Σε έναν αρκετά μέτριο τελικό που τελείωσε με 0-0, το παιχνίδι πήγε στα πέναλτι και οι Πορτογάλοι ευστόχησαν και στα πέντε. Το ίδιο έκαναν όμως κι οι παίκτες της Αϊντχόφεν, ευστοχώντας όμως και στο έκτο και τελικά κέρδισαν με 6-5.

Δυο χρόνια μετά, η Μπενφίκα έφτανε στον 5ο τελικό Πρωταθλητριών στην μετά-Γκούτμαν εποχή. Απέναντι στην Μίλαν ξανά, οι Πορτογάλοι ταξίδεψαν στην Βιέννη. Εκεί είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο Γκούτμαν πριν 9 χρόνια. Η Μπενφίκα αποφασισμένη να κάνει τα πάντα, έφτασε στο σημείο να βάλει τον Εουσέμπιο να μεσολαβήσει. Ο Εουσέμπιο στάθηκε πάνω από τον τάφο του μέντορά του, προσπάθησε να βάλει τέρμα με μια προσευχή, ψιθύρισε κάποια λόγια και αποχώρησε βέβαιος ότι επιτέλους έφτασε η ώρα. Το βράδυ της 23ης Μαΐου του 1990 ένα γκολ του Ράικαρντ στο 68′ έδινε την κούπα στην Μίλαν. Πέντε σερί χαμένοι τελικοί Πρωταθλητριών. Οι άνθρωποι της Μπενφίκα, όποτε η ομάδα αγωνίζεται κάπου κοντά, πάντα αφήνουν ένα λουλούδι στον τάφο του Γκούτμαν.

Το 2014 συμπληρώνοντας 110 χρόνια ζωής, η Μπενφίκα τίμησε τον Γκούτμαν με ένα άγαλμα έξω από το Ντα Λουζ, που τον δείχνει να κρατάει τα δύο τελευταία ευρωπαϊκά τρόπαια του συλλόγου. Είχε μεσολαβήσει ακόμα ένας χαμένος τελικός, αυτή τη φορά για το Γιουρόπα Λιγκ με την Τσέλσι. Ήταν ακόμα μια προσπάθεια να σπάσει η γκίνια,να εξευμενιστεί ο Γκούτμαν από τον άλλον κόσμο, αλλά λίγο καιρό αργότερα, στον τελικό του Γιουρόπα Λιγκ στο Τορίνο, η Σεβίλλη, χωρίς να είναι καλύτερη, κέρδισε στα πέναλτι και άφησε και πάλι την Μπενφίκα χωρίς κύπελλο. Τα λόγια του ίδιου του Γκούτμαν στο άγαλμά του «μόνο κάποιος μέσα στην Μπενφίκα μπορεί να καταλάβει πόσο ιδιαίτερος σύλλογος είναι, κανένας σύλλογος στον κόσμο δεν έχει την μαγεία της Μπενφίκα» μοιάζουν σχεδόν ειρωνικά κι ακόμα έχουμε δρόμο μέχρι το 2062. Οι Σικάγο Καμπς άφησαν την Μπενφίκα μόνη της, αλλά τουλάχιστον της έδειξαν ότι οι κατάρες μπορούν να σπάσουν.

Ο Ιρλανδός που έσωσε την Μπαρτσελόνα

  [5 Σχόλια]

1458224832_118107_1458229442_album_grande

Μπλέχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα, έσωσε την Μπαρτσελόνα από τον αφανισμό, οδήγησε την Μπέτις στην κατάκτηση του μοναδικού της πρωταθλήματος, χάρισε στην πατρίδα του τον πρώτο της τίτλο.

Τον έλεγαν και Πάτρικ και Ο΄Κόνελ, πατρίδα του δεν μπορεί παρά να ήταν η Ιρλανδία. Μια Ιρλανδία πάμφτωχη, καθολική, με άσβεστο μίσος για τον Άγγλο δυνάστη. Έτσι, όταν το 1909, ο 22χρονος «Πάντι» άφησε τη Σέλτικ Μπέλφαστ για τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ και τις πέντε λίρες μηνιάτικο που του έταξαν, έγραψε στους γονείς του για να τους ζητήσει συγγνώμη: «Δεν είμαι προδότης. Αγόρασαν τον ποδοσφαιριστή, όχι τις πεποιθήσεις μου. Τους μισώ αλλά λατρεύω τα λεφτά τους».

Το 1914, κι ενώ κορυφώνονται οι αψιμαχίες γύρω από τη νομοθετική πράξη για τη μερική αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας, η ποδοσφαιρική της ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά τον τίτλο στο British Home Championship, το πρωτάθλημα των εθνοτήτων που συγκροτούσαν το Ηνωμένο Βασίλειο. Με σημερινούς όρους, κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα, δηλαδή. Οι Ιρλανδοί παίζουν το τελευταίο τους ματς με τη Σκοτία στο Μπέλφαστ και δεν πρέπει να χάσουν. Παίζουν χωρίς τον καλύτερό τους παίκτη, ο τερματοφύλακάς τους σπάει την κλείδα του και μένουν με δέκα –μην πούμε με εννιά και κάτι, καθώς κι ο αρχηγός Ο΄Κόνελ σπάει το χέρι του αλλά αρνείται να βγει. Στο 70΄ η Σκοτία ανοίγει το σκορ, η υπόθεση μοιάζει χαμένη μέχρι που ο πονεμένος κι ηρωικός Πάντι δίνει την ασίστ και ο συμπαίκτης του Σαμ Γιανγκ ισοφαρίζει. Οι Ιρλανδοί στέφονται πρωταθλητές αφήνοντας πίσω τους Άγγλους, τους οποίους είχαν ήδη διαλύσει 3-0 στο Μίντλεσμπρο.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα δώσει χίλιες λίρες για να τον αποκτήσει. Γρήγορα θα γίνει ο πρώτος Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας, η οποία, βέβαια, δεν έχει ακόμη την αίγλη που γνωρίζουμε –για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε. Τόσο, που όταν το 1915 η Γιουνάιτεντ κινδυνεύει με υποβιβασμό και παίζει με τη Λίβερπουλ, παίκτες των δυο ομάδων, μαζί με έναν ξέμπαρκο της Σίτι, στήνουν το αγώνα σε μια παμπ. Το 2-0 δίνει 7 προς 1 στους μπουκμέικερς: να μια ευκαιρία να βγει χαρτζιλίκι σε εποχές πολύ δύσκολες. Έχει αρχίσει ο πόλεμος, το πρωτάθλημα θα διακοπεί, οι περισσότεροι παίκτες θα φύγουν στο μέτωπο, μερικοί ίσως δεν ξαναπαίξουν ποτέ ούτε ποδόσφαιρο, ούτε στοίχημα.

PatrickOConnellManUtd1914

Η Λίβερπουλ τρώει ωραιότατα τα δυο γκολ αλλά το στήσιμο είναι τόσο φανερό που οι φίλαθλοι γιουχάρουν και οι παίκτες που δεν είναι στο κόλπο πλακώνονται με αυτούς που είναι. Σε κάποια φάση η Γιουνάιτεντ κερδίζει πέναλτι, και παραδόξως, καθώς δεν το συνηθίζει, αναλαμβάνει να το χτυπήσει ο Πάντι: στέλνει την μπάλα επιδεικτικά κόρνερ. Μετά το ματς θα αποκαλύψει το στήσιμο και θα κατονομάσει οχτώ ενόχους. Ένας από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές, δεν θα πάψει να λέει ότι είναι αθώος κι ότι υπήρξε θύμα της εκδίκησης του Ιρλανδού, ένας άλλος θα σκοτωθεί στον πόλεμο, όλοι θα τιμωρηθούν με ισόβιο αποκλεισμό.

Μετά τον πόλεμο, ο Ο΄Κόνελ κι η βαριά φήμη που πια τον συνοδεύει περιπλανιούνται σε διάφορες ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1922, κι ενώ στην Ιρλανδία ξεσπάει εμφύλιος, ο Πάντι εξαφανίζεται, αφήνοντας τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Σε λίγους μήνες, η ανήσυχη οικογένεια αρχίζει να παίρνει με το ταχυδρομείο μυστηριώδεις φακέλους με ισπανικές πεσέτες. Ο γιος του, Ντάνιελ, θα ξαναβρεί τα ίχνη του το 1955, ρωτώντας παίκτες της Εθνικής Ισπανίας που είχαν έρθει στο Δουβλίνο για φιλικό αν έχουν ακουστά έναν Ο΄Κόνελ –είχαν.

02941ea2-2f86-4c55-88c5-ca23d5f94781-bestSizeAvailable

Η δεύτερη ζωή του Πάντι αρχίζει, λοιπόν, στην Ισπανία, στη Ρασίγκ Σανταντέρ και κατόπιν στην Οβιέδο. Γίνεται προπονητής και μάλιστα πολύ καλός. Οι μέθοδοί του θεωρούνται επαναστατικές –δίδαξε, λέγεται, στους Ισπανούς το τεχνητό οφσάιντ σύμφωνα με τους τότε νέους κανονισμούς. Το 1931 κατεβαίνει στην Ανδαλουσία κι αναλαμβάνει την Μπέτις, την δεύτερη και περιφρονημένη ομάδα της Σεβίλλης. Ο Πάντι, που έχει γίνει πια «Δον Πατρίθιο», συναντά ξανά και τον έρωτα, στο πρόσωπο μιας Ιρλανδής, την οποία και παντρεύεται –το ότι ήταν ήδη παντρεμένος είναι λεπτομέρεια– αγαπιέται με πάθος από τους οπαδούς και τους παίκτες της Μπέτις κι αλλάζει την ιστορία της. Την επόμενη χρονιά την ανεβάζει στην πρώτη κατηγορία και το 1935, πράγμα ανήκουστο, την οδηγεί στο πρώτο και μοναδικό της πρωτάθλημα μπροστά από τη Ρεάλ Μαδρίτης –που τότε λέγεται απλώς Μαδρίτη, καθώς από το 1931 η χώρα είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Όπλα της Μπέτις του Ο΄Κόνελ η σφιχτή άμυνα κι η ομαδικότητα. Στο τελευταίο ματς θέλει νίκη. Αντίπαλος η παλιά αγαπημένη Ρασίγκ Σανταντέρ. Ο θρύλος λέει ότι ο Δον Πατρίθιο συνάντησε τους παλιούς του παίκτες και τους είπε, εν ολίγοις, ότι δεν υπάρχει λόγος να παίξουν με πολύ πάθος. Οι της Ρασίγκ απάντησαν πως, ίσα ίσα, ο πρόεδρός τους τούς είχε τάξει πριμ νίκης χίλιες πεσέτες στον καθένα, καθώς ήταν οπαδός της Μαδρίτης. Όπως και να έχει, οι Σεβιλλιάνοι κερδίζουν 5-0.

Κάπου εδώ αρχίζει η επόμενη ζωή του Ιρλανδού. Αναλαμβάνει την Μπαρτσελόνα, την οποία οδηγεί το 1936 στον τελικό του Κυπέλλου. O περιπλανώμενος Ιρλανδός συναντά έναν ακόμη πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1936 ξεσπάει ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα και βουλευτής Τζουζέπ Σουνιόλ δολοφονείται από τους ανθρώπους του Φράνκο. Ο Δον Πατρίθιο βρίσκεται στην Ιρλανδία, αλλά δεν διστάζει να γυρίσει πίσω στην ταραγμένη Βαρκελώνη. Την επόμενη σεζόν η Μπαρτσελόνα κερδίζει τη Μεσογειακή Λίγκα, το πρωτάθλημα που οργάνωσαν οι ομάδες της ελεύθερης ζώνης –οι Καταλανοί ζητούν ακόμη την αναγνώριση του τίτλου από την ισπανική ομοσπονδία. Αντιμετωπίζει όμως ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 1937, καταφτάνει μια πρόταση από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Ένας παλιός μπασκετμπολίστας της ομάδας, επιχειρηματίας πλέον στο Μεξικό, καλεί την Μπαρτσελόνα για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Ο΄Κόνελ δέχεται αμέσως. Σε αυτό το ταξίδι βλέπει, όπως κι οι περισσότεροι παίκτες, μια λύση για τη σωτηρία της ομάδας αλλά και για τη δική τους επιβίωση. Αυτός είχε την ιδέα τα λεφτά της αμοιβής (15.000 δολλάρια) να κατατεθούν σε γαλλική τράπεζα ώστε να μην πέσουν ποτέ στα χέρια των ισπανικών αρχών. Κατάφερε να βγάλει από την κόλαση του εμφυλίου ακόμη και τον κηπουρό του γηπέδου, ο οποίος συνόδεψε την ομάδα ως μασέρ –«δεν είναι τίποτα δύσκολο, θα σου δείξω εγώ τι θα κάνεις».

Η τουρνέ στο Μεξικό λίγη σημασία έχει. Μια τοπική εφημερίδα έγραψε: «Ίσως η Μπαρτσελόνα να μην είναι η καλύτερη ισπανική ομάδα, από όσες όμως ομάδες ήρθαν στο Μεξικό είναι εκείνη που κέρδισε τους περισσότερους φίλους. Δεν παίζει μόνο ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά έχει και παίκτες που συμπεριφέρονται σαν σωστοί τζέντλεμεν». Μετά το Μεξικό οι Καταλανοί τζέντλεμεν πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος της τουρνέ, η οποία διήρκεσε όχι τρεις εβδομάδες όπως ήταν προγραμματισμένο αλλά τρεις μήνες, ελάχιστοι θα γυρίσουν πίσω. Οι περισσότεροι θα μείνουν στο Μεξικό, άλλοι θα πάνε στη Γαλλία. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε σωθεί και ο προπονητής της θα μείνει στη μνήμη των φίλων της ως ο άνθρωπος που την έσωσε.

Ο Ο΄Κόνελ θα γυρίσει στην πατρίδα του. Μεταπολεμικά θα ξαναδουλέψει προπονητής στην Ισπανία χωρίς ποτέ να γνωρίσει τις επιτυχίες του παρελθόντος. Θα πεθάνει το 1959 στο Λονδίνο και θα θαφτεί ανώνυμος στο καθολικό κοιμητήριο του Κένσαλ Γκριν. Το 2015 η οικογένειά του οργάνωσε μια εκστρατεία ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την κατασκευή τάφου με το όνομά του. Ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν βρίσκουμε τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Πάολο Μαλντίνι, τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ, τον Κένι Νταλγκλίς, τον Λούις Φίγκο. Πορτρέτο του βρίσκεται στο Μουσείο της Μπαρτσελόνα και ένα μεγάλο γκράφιτι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Όπως γράφει πλέον στον τάφο του: «Τον θυμούνται πολλοί στην Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ισπανία». Και αλλού.

Patrick-OConnell-Mural-1_-Lewis

Ο Ντάνιελ Ο΄Κόνελ κατάφερε τελικά να συναντήσει τον εξαφανισμένο πατέρα του. Λέγεται η μόνη ερώτηση που του έκανε εκείνος ήταν: «Ντάνιελ, πες μου κάτι. Η Μάντσεστερ τι έκανε;». Ποιος ξέρει, ίσως να το είχε παίξει στο στοίχημα.

Η ματωμένη φανέλα του Τέρι Μπούτσερ

  [Καθόλου σχόλια]

Σάββατο. Μπάλα. Εθνική Αγγλίας. Το Γουέμπλει μαζεύει κόσμο, οι παμπ γεμίζουν για μια γρήγορη μπύρα πριν το ματς. Τα όνειρα και τα στατιστικά συνοδεύουν τους Άγγλους προς τις καρέκλες και την πορεία προς την κορυφή του κόσμου. Σίγουρα θα έχουν βρει κάποιο σημάδι, κάποια σύμπτωση που τους κάνει βέβαιους ότι το επόμενο Μουντιάλ είναι δικό τους. Ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος αισιοδοξίας, προσμονής, αποτυχίας, απογοήτευσης, νέας αρχής. Θαρρείς κι αν αυτή η διεργασία σταματήσει, θα σταματήσει κι η Γη να γυρίζει. Η Αγγλία ψάχνει για προπονητή, ο μπιγκ Σαμ με το τεράστιο πρόσωπο και τους πονεμένους του γομφίους από το συνεχές μάσημα τσίχλας αποτελεί παρελθόν. Έφυγε χωρίς να δεχτεί γκολ και μία νίκη σε ένα ματς, ποιος να τον ξεπεράσει;

Η μπύρα ρέει πριν τον αγώνα, οι Άγγλοι στοιχηματίζουν τους σκόρερς, άλλωστε πιστεύουν ότι θα είναι πολλοί απέναντι στην Μάλτα, κράζουν όμως και τον κακομοίρη τον Σάουθγκέιτ για τις επιλογές του. Μια παρέα περιμένει στην ουρά για να μπει στο γήπεδο. «Δεν έχουμε φορ» λέει ο ένας, «δεν έχουμε τέρμα» λέει ο άλλος. «Δεν έχουμε ομάδα. Θυμάστε παλιά;» λέει ο τρίτος. «Τι παλιά; Εσύ πρόλαβες οριακά το Μουντιάλ του 1986» του απαντάει ένας τέταρτος. «Ε και; Ομαδάρα είχαμε τότε, φτάσαμε και στα ημιτελικά το 1990» επανέρχεται ο τρίτος. Ασυναίσθητα, όλοι στρέφονται στον γηραιότερο για την άποψή του, τον σέβονται γιατί ήταν μέσα στον τελικό του 1966, στην κατάκτηση του Μουντιάλ. Μόνο η γυναίκα του ξέρει ότι δεν είναι αλήθεια, δεν το λέει όμως ούτε στις φιλενάδες της στο κομμωτήριο. Μια ιστορία που έφτιαξε ο ίδιος, αλλά με τα χρόνια έγινε σημαντική. Είναι το παράσημό του, το γεγονός ότι λέει πως είδε από κοντά τον Μπόμπι Μουρ τον κάνει αυθεντία σε κάθε συζήτηση. Έχει πει τόσες φορές την ιστορία για το πώς πιτσιρικάς μπήκε στο Γουέμπλει στον τελικό, που πλέον το πιστεύει κι ο ίδιος. «Τότε μάτωναν οι παίκτες τη φανέλα» λέει λακωνικά.

Όλοι αμέσως σκέφτονται ένα όνομα. Τέρι Μπούτσερ. Ίσως το πιο ταιριαστό όνομα για σέντερ μπακ να σε λένε χασάπη. Ο Μπούτσερ δεν ήταν απλά ένας δυναμικός κεντρικός αμυντικός, ήταν η επιτομή του Άγγλου παίκτη που διαβάζαμε μικροί στα κόμικς. Το στερεότυπο του «παλικαριού» που θα τα δώσει όλα. Έκανε μια μεγάλη καριέρα (κυρίως στην Ίπσουιτς με την οποία κατέκτησε και ένα ΟΥΕΦΑ) και έφτασε να γίνει μέχρι κι αρχηγός στην εθνική της Αγγλίας. Ένας τύπος με ωραίο χιούμορ, ποδοσφαιριστής μιας παντελώς διαφορετικής εποχής. Η μοίρα τον έφερε να μείνει γνωστός για μια φωτογραφία από ένα συγκεκριμένο ματς.

Ήταν Σεπτέμβριος του 1989 όταν η Αγγλία αντιμετώπιζε τη Σουηδία στο Ρασούντα της Στοκχόλμης σε μία από τις 7 φορές που ο Μπούτσερ φόρεσε το περιβραχιόνιο της ομάδας (σε 77 εμφανίσεις). Τα «Τρία Λιοντάρια» έχοντας κερδίσει την Πολωνία είχαν σε μεγάλο βαθμό εξασφαλίσει την πρόκριση στο Μουντιάλ της Ιταλίας και ήθελαν μια ισοπαλία. Το ματς θα είχε ξεχαστεί από όλους, αν σε μια διεκδίκηση της μπάλας ο Μπούτσερ δεν χτυπούσε το κεφάλι του άσχημα με έναν αντίπαλο. Γέμισε αίματα και χρειάστηκαν εφτά ράμματα αρχικά και άλλα δύο αργότερα για να μπορέσει να συνεχίσει. Τότε το ποδόσφαιρο ήταν διαφορετικό. Δεν είχαμε τόσες διακοπές, ούτε ήταν υποχρεωμένοι οι παίκτες να αλλάξουν φανέλες αν μάτωναν. Στην περίπτωση του Τέρι Μπούτσερ η εντολή δεν θα ήταν «Σήκω και πάτα το» μια που δεν χτύπησε στο πόδι, αλλά σίγουρα κάτι σε στιλ «Μπες και πάρε όλες τις κεφαλιές»..

Ο Μπούτσερ (που σήμερα λογικά θα βλέπει τον Κιελίνι με μπανταρισμένη την μουτσούνα του και θα κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του) μπήκε μέσα και συνέχισε να πηδάει σαν το κατσίκι σε κάθε φάση, λες και το έκανε επίτηδες. Και σε κάθε φάση που έπαιρνε κεφαλιά, άνοιγει ξανά το κεφάλι του. «Είχαν γεμίσει όλοι οι παίκτες με τα αίματά μου, είχε γεμίσει κι η μπάλα με το αίμα μου«. Αλλά ο Μπούτσερ εκεί, να δίνει μάχες με τον Τζόνι Έκστρομ και τους υπόλοιπους Σουηδούς. Η Αγγλία τελικά κράτησε το 0-0 και πήρε την πρόκριση για το Μουντιάλ του 1990 κι ο Μπούτσερ έγινε εθνικός ήρωας με τις αγγλικές εφημερίδες (γνωστές για την ψυχραιμία τους στο ποδόσφαιρο) να παροτρύνουν να του απονεμηθεί μετάλλιο ανδρείας και τις φωτογραφίες του σαν χαρακτήρας σπλάτερ ταινίας του Τζορτζ Ρομέρο να φιγουράρουν στα πρωτοσέλιδα. Αίματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στη φανέλα, παντού. Είναι απορίας άξιο πώς δεν λιποθύμησε

terrybutcher_Το αίμα, το γουρλωμένο μάτι, εξώφυλλο από ταινία θρίλερ

«Δεν θα έβγαινα ποτέ, ο Μπόμπι Ρόμπσον το ήξερε. Θα τον σκότωνα αν με έβγαζε αλλαγή. Ήμουν πάντως πολύ παραπάνω σαν παίκτης από μία ματωμένη φανέλα» δήλωνε χρόνια αργότερα. «Θα μπορούσε όμως να είναι χειρότερα τα πράγματα, να έχω μείνει στην ιστορία σε εκείνη τη φωτογραφία με τον απατεώνα και το χέρι του» συμπληρώνει σε άλλη συνέντευξη. Ο Μπούτσερ δεν ξεπέρασε ποτέ το «χέρι του Θεού» και τον Μαραντόνα τον οποίο δεν ψήφισε στην 11αδα του με τους καλύτερους όλων των εποχών.  23 χρόνια μετά δήλωνε ότι συνεχίζει «να τον μισεί με πάθος». «Πιο πολύ με πείραξε το δεύτερο γκολ. Μας πέρασε όλους από μία φορά, αλλά εμένα φαίνεται σαν να με πέρασε ο κοντός μπάσταρδος δύο φορές».

Όπως συμβαίνει σε οποιαδήποτε ποδοσφαιρική χώρα του κόσμου, μετά τις αποτυχίες των εθνικών οι δημοσιογράφοι ψάχνουν τους παλαίμαχους. Έτσι και τον Μπούτσερ μετά το Euro που μας πέρασε και το κάζο της Αγγλίας. Εμφανίστηκε μετά από κάποιες μέρες. «Είχα κλείσει το τηλέφωνο μου, θρηνούσα. Κυκλοφορούσα με μαύρο πένθος στο χέρι μου. Είναι η χειρότερη Αγγλία που έχω δει ποτέ και αν ήμουν παίκτης της θα ντρεπόμουν και θα ζητούσα συγγνώμη. Δεν υπάρχουν ηγέτες, δεν υπάρχουν προσωπικότητες. Μόνο ο Ρούνεϊ και ο Χαρτ. Ντρέπομαι, αλλά παραδέχομαι ότι χώρες όπως η Ιταλία είναι πλέον πιο δυνατές τόσο σωματικά, όσο και ψυχικά από εμάς. Στα χρόνια μου δεν γινόταν«. Ο Μπούτσερ (μικρός όντως δούλεψε και σε χασάπικο) που ακούει AC/DC και Iron Maiden και όχι «από αυτές τις μοντέρνες αηδίες» όπως λέει, δεν μπορεί να ανεχτεί την έλλειψη ψυχής που θεωρεί ότι οι σημερινοί Άγγλοι έχουν.

Wembley_England_fans

«Ναι, την μάτωναν. Δεν έχουμε Τέρι Μπούτσερ πια» λέει ένας από την παρέα του Γουέμπλει.  Οι σκέψεις όλων πίσω στο 1989-90. Τότε που ο Λίνεκερ σκόραρε 24 φορές και έβγαινε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα κι η Λίβερπουλ κατακτούσε το τελευταίο της πρωτάθλημα. Επιτέλους η παρέα φτάνει στις θέσεις της για το ματς. Βλέπουν τους παίκτες να πατάνε χορτάρι και αμέσως ξεχνούν τα παλιά, Ένας ακόμα κύκλος της εθνικής Αγγλίας ξεκινάει κι αυτή τη φορά είναι η σειρά τους, είναι σίγουρο.

Η χαμένη γενιά οπαδών

  [Καθόλου σχόλια]

aik-mascots

Όπως σε όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, έτσι και στο ποδόσφαιρο υπάρχει ένας αέναος κύκλος των γενιών. Το βλέπεις στο γήπεδο, όταν ο πιτσιρικάς είναι όρθιος και ο μεγαλύτερος από πίσω του δεν βλέπει, λέγοντας ότι αυτός «ταξιδεύει παντού» και πιστεύοντας ότι είναι πιο καλός οπαδός της ομάδας του. Όταν κάποτε μεγαλώσει, θα είναι αυτός ο γηραιότερος που θα απαντήσει στον επόμενο πιτσιρικά «όταν εγώ έβλεπα την μεγάλη ομάδα του τότε, εσύ δεν είχες γεννηθεί». Τα χρόνια περνούν, εμείς μεγαλώνουμε, οι ομάδες όμως είναι εκεί. Και φυσικά δεν σημαίνει ότι όσο μεγαλώνεις, αγαπάς λιγότερο την ομάδα σου ή χαίρεσαι λιγότερο γι’ αυτή. Αν δεν το πιστεύετε, θυμηθείτε αυτό το βίντεο από την Μάλαγα ή ακόμα πιο πρόσφατα αυτή την αγκαλιά στο Ελ Σιλίντρο.

Η ΑΪΚ στη Στοκχόλμη αποφάσισε φέτος να τιμήσει τους ηλικιωμένους φιλάθλους της για να συνδέσει με την ομάδα μια ολόκληρη «γενιά χαμένων οπαδών». Κάνει εκπτώσεις στα εισιτήριά τους, βάζει λεωφορεία που τους μεταφέρουν από τους οίκους ευγηρίας στο γήπεδο και χθες έκανε αυτό: Βρήκε τα γηραιότερα μέλη του συλλόγου και πριν το ματς με την Γκέφλε αποφάσισε να τους δώσει τη χαρά να πατήσουν χορτάρι, να αντικαταστήσουν τα πιτσιρίκια που βγαίνουν με τους παίκτες πριν την έναρξη του αγώνα. Πιθανότατα να ήταν η πιο αργή έξοδος ομάδων στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Με πρώτο τον 86χρονο πρώην πρόεδρο της ΟΥΕΦΑ Λέναρντ Γιόχανσον, το παρεάκι των ηλικιωμένων βγήκε υποβασταζόμενο από τους ποδοσφαιριστές για να αποθεωθεί από τους θεατές στις εξέδρες. Σύμφωνα με τη διοίκηση της ομάδας, η ΑΪΚ έχει την πιο καλή οικογενειακή εξέδρα στη χώρα, αλλά οι ιθύνοντες ένιωθαν ότι κάτι έλειπε. «Η οικογένεια συμπεριλαμβάνει τόσο τους νέους, όσο και τους μεγαλύτερους. Προσκαλώντας τους ηλικιωμένους συμπληρώσαμε τις οικογένειες» δήλωσε ένας από τους υπεύθυνους της ιδέας.

Να τιμάς το παρελθόν

  [Καθόλου σχόλια]

kurt-landauer-stadion-choreographie-RP0bx6WCYef

Κάθε σύλλογος καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το παρελθόν του και όσα έχει καταφέρει. Υπάρχουν πάντα όμως άνθρωποι που για διάφορους λόγους ξεφεύγουν της δημοσιότητας που τους αξίζει. Παρ’ ότι η νεότερη ιστορία της Μπάγερν Μονάχου είναι αρκετή γνωστή, δεν συμβαίνει το ίδιο για την παλιότερη μια που η ομάδα της Βαυαρίας δεν κατακτούσε τίτλους με την συχνότητα που το κάνει από το 1970 και μετά. Κι όμως, υπάρχει μια μορφή που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξη του συλλόγου, με μια ζωή σαν μυθιστόρημα που οι περισσότεροι αγνοούν.

Η Μπάγερν ήταν μια ομάδα που είχε εβραϊκή παρουσία στα πρώτα χρόνια της. Ανάμεσα στα 17 ιδρυτικά μέλη της, 2 ήταν Εβραίοι, ενώ και αρκετοί της παίκτες τα πρώτα χρόνια ήταν εβραϊκής καταγωγής. Μεταξύ αυτών και ο Κουρτ Λαντάουερ γιος οικογένειας εμπόρων που έγινε παίκτης της ομάδας του 1901. Ο Λαντάουερ εξελέγη πρόεδρος της Μπάγερν το 1913 λίγο πριν φύγει για να πολεμήσει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου και παρασημοφορήθηκε. Επιστρέφοντας το 1919 ανέλαβε και πάλι χρέη προέδρου στον σύλλογο βάζοντάς τον στις σωστές βάσεις. Είχε καταλάβει έγκαιρα ότι το ποδόσφαιρο έμπαινε σε φάση επαγγελματισμού και έτσι άρχισε να οργανώνει και την Μπάγερν.  Οι Βαυαροί έπαιζαν συχνά φιλικά με ομάδες από την Ελβετία αλλά και την Ουγγαρία και την Αυστρία, ώστε να αφομοιώσουν στοιχεία στο παιχνίδι τους από ανώτερες ποδοσφαιρικά χώρες. Ο Λαντάουερ βελτίωσε τα οικονομικά της ομάδας, στελέχωσε σωστά τη διοίκηση, έδωσε μεγάλη σημασία στις προπονήσεις και ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε το σύστημα των ακαδημιών, αναγνωρίζοντας την αξία της δημιουργίας νέων παικτών.

fc-bayern

Οι κόποι του έφεραν αποτελέσματα και στις 24 Απριλίου του 1932 η Μπάγερν κέρδισε την Άιντραχτ Φρανκφούρτης κατακτώντας το πρώτο της εθνικό πρωτάθλημα Γερμανίας, μια τεράστια επιτυχία για την ομάδα. Τα πράγματα όμως δεν είχαν την ανάλογη συνέχεια. Η άνοδος του εθνικοσοσιαλισμού και η ανακήρυξη του Αδόλφου Χίτλερ σε καγκελάριο της Γερμανίας το 1933 είχαν άμεσο αντίκτυπο και στο ποδόσφαιρο. Η Μπάγερν, που ήταν ομάδα κυρίως της ανώτερης τάξης, στοχοποιήθηκε ως «εβραϊκή ομάδα», σε αντίθεση με την Μόναχο 1860 που την υποστήριζαν κυρίως εργάτες και οι Ναζί θεώρησαν ότι οι μισθοί στους ποδοσφαιριστές ήταν ένα εβραϊκό τέχνασμα. Η «υπεράσπιση» του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου άλλωστε χρησιμοποιήθηκε και από άλλα καθεστώτα που ήθελαν να ελέγχουν το άθλημα, όπως είδαμε στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης. Η αγάπη του Λαντάουερ για το «ξένο» ποδόσφαιρο, ήταν επίσης κάτι που δεν ταίριαζε στη ναζιστική φιλοσοφία της Άριας Φυλής. Ο Λαντάουερ λόγω της εβραϊκής του καταγωγής αναγκάστηκε να παραιτηθεί από πρόεδρος της αγαπημένης του ομάδας. Μαζί του έφυγε κι ο Ρίχαρντ Κον, ο εβραϊκής καταγωγής Αυστριακός προπονητής της Μπάγερν. Ο Κον συνέχισε την καριέρα του στην Μπαρσελόνα και την Φέγενορντ. Ο Λαντάουερ επέλεξε να μείνει στο αγαπημένο του Μόναχο.

Πέντε χρόνια αργότερα, το καθεστώς συνέλαβε τον Λαντάουερ κατά την περιβόητη Νύχτα των Κρυστάλλων. Στάλθηκε στο Νταχάου, αλλά γλίτωσε εξαιτίας της υπηρεσίας του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αφέθηκε. Οι τρεις αδερφοί του και η αδερφή του δεν είχαν την ίδια τύχη και έχασαν τις ζωές τους. Ο Λαντάουερ αναγκαστικά έφυγε και βρήκε στέγη στην Ελβετία. Κατά τα χρόνια αυτά, σε αρκετές περιπτώσεις παίκτες και άνθρωποι της Μπάγερν ήρθαν σε κόντρα με το ναζιστικό καθεστώς. Η μεγαλύτερη όμως κίνηση θάρρους έγινε το 1943. Η Μπάγερν ταξίδεψε στην Ελβετία για ένα φιλικό με την εθνική ομάδα της χώρας. Στις εξέδρες ήταν ο Λαντάουερ που δεν μπορούσε να χάσει την ευκαιρία να δει από κοντά την ομάδα του. Φυσικά μαζί με την ομάδα είχαν ταξιδέψει και άνθρωποι της Γκεστάπο. Αυτό δεν πτόησε τους ποδοσφαιριστές της ομάδας που σε μια κίνηση με μεγάλη σημασία πήγαν και χαιρέτισαν τον παλιό τους πρόεδρο στις εξέδρες, αψηφώντας τις επιπτώσεις της κίνησής τους.

Μετά τον πόλεμο, οι περισσότεροι Εβραίοι της Γερμανίας από αυτούς που κατάφεραν να γλιτώσουν τις θηριωδίες των Ναζί έμειναν σε άλλες χώρες. Ο Λαντάουερ όμως επέστρεψε στο Μόναχο και μαζί και στην προεδρία της Μπάγερν όπου έμεινε για άλλα τέσσερα χρόνια μέχρι να χάσει τις εκλογές το 1951, κατέχοντας μέχρι και σήμερα το ρεκόρ του μακροβιότερου προέδρου του συλλόγου. Πέθανε δέκα χρόνια αργότερα, προλαβαίνοντας να δει την άριστα οργανωμένη Μπάγερν που είχε φτιάξει, χρεωμένη να υποβιβάζεται από την πρώτη κατηγορία. Η Μπάγερν σιγά σιγά ξαναβρήκε τον δρόμο της, έγινε η πιο πετυχημένη ομάδα στην Γερμανία βασιζόμενη αρκετά στο οικονομικό μοντέλο του Λαντάουερ, αλλά το όνομά του δεν ακουγόταν πουθενά. Δεν τον μάθαμε όπως π.χ. τον Σαντιάγο Μπερναμπέου, δεν φιγούραρε με άλλους θρύλους του συλλόγου.

Το Family Guy στο Μόναχο

Για τον σκηνοθέτη Μίχαελ Φερφχόφεν που ήταν και παίκτης της Μπάγερν κατά την τελευταία θητεία του Λαντάουερ και έχει γυρίσει αρκετά ντοκιμαντέρ για τον ναζισμό αυτό έχει εξήγηση. «Το ποδόσφαιρο δεν είχε ιδιαίτερο στάτους στην μεταπολεμική Γερμανία με εξαίρεση κάποιους φανατικούς. Σε αντίθεση με την κοιλάδα του Ρουρ, στη Βαυαρία το ποδόσφαιρο δεν ήταν συνυφασμένο με την κοινωνία«.  Δυστυχώς όμως είναι μάλλον μια ωραιοποίηση της πραγματικότητας για την μεταπολεμική Γερμανία και την αντιμετώπιση των όσων έγιναν. Η Μπάγερν έκανε μερικές γενικές αναφορές σε «πολιτικά γεγονότα» που έφεραν τον Λαντάουερ μακριά από την ομάδα, ενώ για άλλους ο τονισμός της εβραϊκής ιστορίας του συλλόγου θα είχε αρνητικό αντίκτυπο. Όλα αυτά μέσα στο πλαίσιο της αμηχανίας που κινούταν η γερμανική κοινωνία για πολλά χρόνια μεταξύ της σιωπής και της συλλογικής ντροπής.

Το τρέιλερ της ταινίας για τον Λαντάουερ (φαίνεται αρκετά κλισεδιάρικη)

Ευτυχώς όμως, φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια αυτά ξεπερνιούνται και ειδικά στην περίπτωση του Λαντάουερ, υπάρχει πλέον αναγνώριση για το πόσο σημαντικός ήταν για τον σύλλογο. Ο Ρουμενίγκε δήλωσε ότι ο Λαντάουερ είναι ο πατέρας της σύγχρονης Μπάγερν, ο Φίλιπ Λαμ είπε ότι η ιστορία του είναι συναρπαστική, ενώ η Μπάγερν έκανε δωρεά στην ερασιτεχνική ομάδα Μακάμπι Μονάχου ώστε να φτιάξει το γήπεδό της με το όνομα του Λαντάουερ και τον τίμησε κάνοντάς τον έναν από τους μόλις τρεις επίτιμους προέδρους στην ιστορία του συλλόγου. Η φωτογραφία του πλέον υπάρχει στο μουσείο της ομάδας στο Αλιάνζ Αρένα. Παράλληλα, γράφτηκε βιβλίο για τη ζωή του, ενώ γυρίστηκε και μια ταινία που προβλήθηκε στο γερμανικό κανάλι ARD. Κυρίως όμως, ο Λαντάουερ επέστρεψε στο γήπεδο χάρη στην κίνηση των φανατικών οπαδών της Μπάγερν με το όνομα Schickeria που το 2014 τον τίμησαν με εντυπωσιακό κορεό.

Η κίνηση αυτή βραβεύτηκε με το βραβείο «Τζούλιους Χιρς» που δίνεται από την γερμανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου σε περιπτώσεις ανθρώπων ή ομάδων που κάνουν ενέργειες που στηρίζουν την ελευθερία και την ανεκτικότητα. Ο Χιρς ήταν μια παρόμοια περίπτωση με αυτή του Λαντάουερ. Ένας υπέροχος αριστερός εξτρέμ, ο πρώτος Εβραίος που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της εθνικής Γερμανίας, πολέμησε στον Α’ Παγκόσμιο και παρασημοφορήθηκε, αναγκάστηκε να παρατήσει την αγαπημένη του Καρλσρούη εξαιτίας της καταγωγής του και τελικά σκοτώθηκε από τους Ναζί στο Άουζβιτς. Το ποδόσφαιρο πρέπει να τους θυμάται και να τους τιμά, ώστε να περνάει τα δικά του μηνύματα για την ανοχή στον ρατσισμό, ειδικά σε δύσκολους καιρούς όπως τώρα.

Όταν η Λιντς και η Στουτγκάρδη βρέθηκαν στο Καμπ Νου κατά λάθος

  [4 Σχόλια]

Θα πάμε αρκετά χρόνια πίσω. Για την ακρίβεια στο 1992. Το Τσάμπιονς Λιγκ απείχε έτη φωτός από την τωρινή του εικόνα και σε αυτό αγωνίζονταν μόνο οι πρωταθλήτριες ομάδες κάθε χώρας. Κάτι που έδινε -σε μεγάλο βαθμό- το δικαίωμα στο όνειρο (σχεδόν) σε όλα τα κλαμπ που έπαιρναν μέρος στη διοργάνωση. Η Λιντς Γιουνάιτεντ του Χάουαρντ Γουίλκινσον έχοντας κατακτήσει το πρωτάθλημα την προηγούμενη σεζόν και με παικταράδες όπως ο Καντονά, ο Γκάρι Σπιντ, ο Γκάρι Μακάλιστερ και ο Γκόρντον Στράχαν στο ρόστερ της θα κληθεί να αντιμετωπίσει τη Στουτγκάρδη του Κριστόφ Ντουμ. Το πρώτο παιχνίδι διεξήχθη στη Γερμανία και τα «παγώνια» έχοντας σε τραγική μέρα τον Ερίκ Καντονά (πριν πάρει το χρίσμα του Βασιλιά), γνώρισαν την ήττα, εύκολα, με 3-0. Στη ρεβάνς του Έλαν Ρόουντ οι Άγγλοι άνοιξαν το σκορ νωρίς στο 17′ με τον Σπιντ αλλά το γκολ του μέσου της Στουτγκάρδης, Αντρέα Μπουκ λίγα λεπτά αργότερα έριξε τη Λιντς στα σχοινιά, με τον αποκλεισμό να βρίσκεται πολύ κοντά για το ιστορικό κλαμπ. Τελικά η Αγγλική ομάδα κέρδισε με 4-1, σκορ που δεν της έδινε τη μεγάλη πρόκριση. Ή μήπως την έδινε; Σας μπερδεύω και έχετε δίκιο. Ας δούμε την ιστορία.

shutt-batty_0

Μετά το τέλος της αναμέτρησης και ενώ κανονικά η Γερμανική ομάδα θα έπρεπε να έχει πάρει την πρόκριση, στη Ζυρίχη  είχαμε μαραθώνιο συζητήσεων για το ματς και για το ποιος τελικά έπρεπε να προκριθεί. Εντός του γηπέδου, οι Γερμανοί είχαν πάρει μια πανάξια πρόκριση αλλά είχαν κάνει το λάθος να χρησιμοποιήσουν παίκτη που δεν είχε το δικαίωμα. Και κάπου εδώ αρχίζει το τραγελαφικό της υπόθεσης. Βρισκόμαστε -το τονίζω- προ εποχής Μπόσμαν και οι ομάδες δεν έχουν το δικαίωμα να έχουν στο ρόστερ τους πάνω από τρεις ξένους ποδοσφαιριστές. Οι συζητήσεις κράτησαν περίπου πέντε ώρες και υπήρχαν δύο τινά (στην αρχή). Να πάρει την πρόκριση η Λιντς ή να πάρει την πρόκριση η Λιντς (και πάλι) αλλά να υπάρχει και χρηματικό πρόστιμο στη Γερμανική ομάδα. Η πίεση των Γερμανών ήταν αφόρητη προς την UEFA και τελικά δεν συνέβη τίποτα από τα δύο. Η Γερμανική ομάδα  μπορεί να έχασε τον αγώνα στα χαρτιά (με 3-0 κατά) αλλά ουδείς γνώριζε ποιος και πως θα έπαιρνε τελικά την πρόκριση. Το συνολικό σκορ άλλωστε ήταν 3-3 χωρίς εκτός έδρας γκολ, ουσιαστικά με μόλις ένα παιχνίδι να έχει κριθεί στο γήπεδο. Το τελικό πόρισμα θα έκανε και την ΕΠΟ να σκάσει από τα γέλια μιας και αποφασίστηκε η πρόκριση να ξεκαθαρίσει σε τρίτο παιχνίδι, στο ιστορικό γήπεδο της Μπαρτσελόνα στην Καταλωνία. Οι κανονισμοί ήταν απλοί (τρεις ξένοι και ακόμα δύο που να έχουν συμπληρώσει πέντε χρόνια στη χώρα της ομάδας τους μαζί με τρία στο επίπεδο της χώρας τους στις εθνικές u-19). O συγκεκριμένος κανόνας ήταν σίγουρα σκληρός αλλά είχε γίνει αποδεκτός από όλους, με τους Άγγλους να βρίσκονται μάλιστα σε χειρότερη θέση από τις άλλες μεγάλες ποδοσφαιρικές χώρες (Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία) λόγω των παικτών που προέρχονταν από τη Βρετανία (Ουαλία, Σκωτία και Ιρλανδία), που πολλές φορές στερούσαν το δικαίωμα σε μια μεταγραφή κάποιου σούπερ ταλαντούχου Λατίνου ή του στερούσαν το δικαίωμα να αγωνιστεί ακόμα και αν είχε αποκτηθεί. Οι Γερμανοί στη Ζυρίχη είχαν προσπαθήσει να χρησιμοποιήσουν υπέρ τους (ανεπιτυχώς) την περίπτωση του Ουαλού Γκάρι Σπιντ της Λιντς και να πάρουν την πρόκριση στα χαρτιά. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους πάντως και οι δύο ομάδες είχαν την αίσθηση του αδικημένου και του ευνοημένου.

Για την ιστορία στον «τελικό» του Καμπ Νου η Λιντς επικράτησε της Στουτγκάρδης με 2-1 χάρις στα τέρματα των Γκόρντον Στράχαν και Καρλ Σατ και πήρε την μεγάλη πρόκριση για την επόμενη φάση. Ο Σατ είχε περάσει στο γήπεδο στο 75′ στη θέση του Καντονά και σκόραρε δύο λεπτά αργότερα το δεύτερο (και νικητήριο γκολ της Λιντς) στη δεύτερή του επαφή με τη μπάλα. Ακόμα και σήμερα θεωρεί αυτό το γκολ ως το σπουδαιότερο της καριέρας του.

Ο Αμοκάτσι και ο 13ος άθλος του Ηρακλή

  [Καθόλου σχόλια]

Στις 21 Ιανουαρίου του 2016 ο θρύλος της εθνικής Νιγηρίας και της Έβερτον, Ντάνιελ Αμοκάτσι έφτανε στο αεροδρόμιο του Ούλου. Το δεύτερο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της Φινλανδίας. Ήταν σχεδόν ξημέρωμα και δεν υπήρχε πλήθος κόσμου για να τον επευφημήσει ή να βγάλει φωτογραφίες μαζί του, κρατώντας κάποιο κασκόλ ομάδας. Δυο-τρεις άνθρωποι από την ομάδα Χέρκουλες, μερικοί φωτογράφοι και κάποιοι «άρρωστοι» με την ομάδα. Έξω από το αεροδρόμιο δεν υπήρχε κάποιο πολυτελές αυτοκίνητο να τον περιμένει, παρά μόνο ένα ταξί με ανοικτή τη μηχανή. Οι -35 βαθμοί άλλωστε δεν ήταν και ό,τι το πιο συνηθισμένο για τον Αφρικανό προπονητή. Η πόρτα του ταξί άνοιξε και ο Αμοκάτσι (τυλιγμένος  με ένα σωρό ρούχα) αναπαύθηκε στα πίσω καθίσματα. «Καλησπέρα σας, έχετε ανοιχτό το καλοριφέρ;» ρώτησε τον οδηγό, με τον δεύτερο να χαμογελάει αφήνοντας να εννοηθεί πως δίχως καλοριφέρ δεν κινείται τίποτα αυτή την περίοδο. Ο Αμοκάτσι ξεφύσησε ανακουφισμένος, έριξε αυτό το γνώριμο -μεγάλο- χαμόγελό του και αφέθηκε στη μαγεία του χιονισμένου τοπίου. Η περιπέτειά του άλλωστε μόλις ξεκινούσε.

maxresdefault

Λίγες ώρες αργότερα ο πρόεδρος της ομάδας, Γιούχο Σίρτζα (αν το γράφω σωστά μιας και τα φινλανδικά μου δεν είναι σε καλό επίπεδο) με μια λιτή ανακοίνωση παρουσίαζε τον νέο προπονητή της ομάδας. «Είμαστε χαρούμενοι που μια τόσο σπουδαία προσωπικότητα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου θα είναι μαζί μας για ένα χρόνο, για να μας βοηθήσει και να μας κάνει καλύτερους. Τον ευχαριστούμε και του ευχόμαστε το καλύτερο». Η Χέρκουλες αγωνίζεται στην τρίτη κατηγορία της Φινλανδίας και έχει ιδρυθεί μόλις το 1998. Αποτελείται από παίκτες ερασιτέχνες (ως επί το πλείστον) και δεν συγκαταλέγεται στις μεγάλες ομάδες της χώρας, το αντίθετο μάλιστα. Ο Αμοκάτσι από την άλλη δεν δέχθηκε τη δουλειά ούτε για να βγάλει χρήματα, ούτε για να ζήσει στιγμές ποδοσφαιρικής δόξας. Το συμβόλαιό του δεν συγκρίνεται με τα χρήματα που έπαιρνε ως παίκτης, του αρκεί να έχει αυτός τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε όλα τα θέματα στη λειτουργία της ομάδας. Το στοίχημα είναι μεγάλο για τον ίδιο μιας και μέσα σε τόσο αντίξοες συνθήκες θα μπορέσει να δουλέψει και να γίνει καλύτερος. Στόχος του σπουδαίου Νιγηριανού δεν είναι άλλος από το να εξελιχθεί και να φτάσει στο σημείο να γίνει προπονητής σε κάποιο μεγάλο κλαμπ στο μέλλον. Το «αγροτικό» άλλωστε στη Φινλανδία και την (σχεδόν) ερασιτεχνική Χέρκουλες μόνο καλό μπορούσε να κάνει και στις δύο πλευρές.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο κανάλι της Πρέμιερ Λιγκ δήλωσε πως θεωρεί μεγάλη αδικία πως μαύροι προπονητές δεν έχουν τις ίδιες πιθανότητες να πάρουν τη δουλειά του προπονητή σε κάποιο μεγάλο κλαμπ. Ο στόχος να ανεβάσει την ομάδα ψηλότερα, να φτάσει στην μεγάλη κατηγορία. Αν ο Αμοκάτσι ανεβάσει την ομάδα θα έχει κερδίσει το πρώτο του μεγάλο στοίχημα ως προπονητής και θα έχει μια πρώτη μεγάλη απάντηση εκεί έξω σε όλους αυτούς που δεν εμπιστεύονται μαύρους προπονητές. Αν το καταφέρει, θα το έχει καταφέρει μόνο με το μεράκι του, τη δουλειά του και το ταλέντο του. Μαζί με 20 ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές (εκτός 3-4 που έφερε ο ίδιος από την Αφρικανική αγορά). Προσωπικά του το εύχομαι. Μακάρι να πετύχει με τον δικό του «Ηρακλή» ακόμα ένα σπουδαίο «άθλο».

Μάριο Μπαλοτέλι: Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς

  [2 Σχόλια]

Υπάρχει μια υπέροχη έκδοση διηγημάτων του Κίπλινγκ με τίτλο «Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς και άλλες ιστορίες». Εκτός του διηγήματος του τίτλου, αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν το «Η επιμόρφωση του Ότις Γιρ». Το διήγημα αρχίζει με τη φράση «Θα σας διηγηθώ εδώ την ιστορία μιας αποτυχίας» και πιστέψτε με, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να αρχίσει κάποιος ένα κείμενο για τον Μάριο Μπαλοτέλι. Αφορμή γι’ αυτό εδώ το κείμενο στάθηκε μια κουβέντα που είχα με φίλους για το πόσο είναι εφικτό ο Ιταλός επιθετικός να ξαναγίνει ο σούπερ παίκτης του παρελθόντος. Αρκετοί θεωρούν ακόμα πως κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει. Η δική μου γνώμη είναι πως αυτό όχι μόνο δεν μπορεί να (ξανά)γίνει αλλά και πως κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Ναι, πολύ σωστά καταλάβετε. Για μένα ο σούπερ Μάριο δεν υπήρξε ποτέ μεγάλος παίκτης, δεν είχε ποτέ διάρκεια και αν ο Θεός δεν τον είχε προικίσει με σπάνιο ταλέντο και ακόμα σπανιότερη «τρέλα», λογικά εν έτη 2016 ουδείς δεν θα έμπαινε στον κόπο να ασχοληθεί μαζί του.

Mario_Balotelli_814490a

Εδώ και μερικές μέρες ο Μπαλοτέλι έχει επιστρέψει στις προπονήσεις και την περίοδο προετοιμασίας της ομάδας που ανήκει. Της Λίβερπουλ. Τον Αύγουστο του ’14 ο Μπρένταν Ρότζερς είχε βγάλει από τα ταμεία της ομάδας το ποσό των 16 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει στο Μέλγουντ τον παίκτη ως αντικαταστάτη του Λουίς Σουάρεζ. Πολλοί τον πίστεψαν και τότε, «είναι η τελευταία του μεγάλη ευκαιρία να αναγεννηθεί», «ξέρει 100 καντάρια μπάλα», «ξέρει την Πρέμιερ Λιγκ πολύ καλά από τα χρόνια στη Σίτι», «τον πιστεύω-θα βοηθήσει» και άλλες τέτοιες ομορφιές στα όρια του αστείου. Τι κατάφερε ο σούπερ Μάριο την -καταστροφική- σεζόν 2014/2015 για την ομάδα; Να βρίσκεται μεταξύ πάγκου και εξέδρας και να σκοράρει ένα και μοναδικό τέρμα (σε 16 συμμετοχές) στην Πρέμιερ Λιγκ, εκείνο το νικητήριο τέρμα κόντρα στην αιώνια λούζερ Τότεναμ. Πέρυσι είχε δοθεί δανεικός στην -μέτρια- Μίλαν, συνέχισε μεταξύ πάγκου και εξέδρας και έριξε κι άλλο το τραγικό του ποσοστό, σκοράροντας ένα και μοναδικό γκολ για το πρωτάθλημα, σε 20 συμμετοχές. Με το τέλος της σεζόν, δήλωνε πανέτοιμος για το Γιούρο και υπάρχει φήμη πως το γέλιο του Κόντε -στο άκουσμα αυτής της δήλωσης- έφτασε σε μέρη που δεν υπάρχει ήχος. Φυσικά το «τρολάρισμα» από τον ίδιο τον παίκτη συνεχίστηκε και κατά την επιστροφή του στη Λίβερπουλ όταν δήλωνε πανέτοιμος για τη νέα πρόκληση και δυνατός για να διεκδικήσει τη Χρυσή Μπάλα του χρόνου. Και εκεί ακριβώς έγκειται το μεγάλο πρόβλημα του Μάριο Μπαλοτέλι. Η έλλειψη κάθε σοβαρότητας.

35E4229900000578-3671588-image-m-23_1467481515802

Ο Μπαλοτέλι διανύει το 26ο έτος της ηλικίας του και είναι γνωστός στον ποδοσφαιρικό πλανήτη σχεδόν μια δεκαετία. Ο Θεός του χάρισε απλόχερα τα πάντα πλην του σημαντικότερου συστατικού για να κάνει καριέρα. Του μυαλού. Ο σούπερ Μάριο έχει εξαιρετική τεχνική. Διαθέτει το τέλειο σώμα για να παίξει κάποιος ποδόσφαιρο. Είναι γρήγορος, με φοβερά τελειώματα και πολύ καλός με το κεφάλι (μιας και διαθέτει φοβερό άλμα). Επίσης έχει την οξυδέρκεια να κάνει την τέλεια πάσα. Και όμως δεν έχει κάνει ούτε μία γεμάτη σεζόν ποτέ επειδή δεν έχει το σημαντικότερο εξ αυτών. Το μυαλό. Αν διέθετε και αυτό θα ήταν για το ποδόσφαιρο ό,τι ακριβώς ο Λε Μπρον για το μπάσκετ. Μια απίστευτη μηχανή πολέμου, δύσκολο να αντιμετωπιστεί από την καλύτερη άμυνα και τις αρτιότερες τακτικές. Δυστυχώς όμως αυτό απουσιάζει από το κεφάλι του. Δεν είναι τυχαίο πως στην Ίντερ του Μουρίνιο (άσχετα αν κέρδισε το μυθικό τρεμπλ) σκούπιζε τον πάγκο για να παίζει βασικός ο Πάντεφ και ο Μιλίτο. Στη Σίτι του Μαντσίνι πήγε ως Μεσσίας και αναλώθηκε σε ένα σωρό σκάνδαλα και περιπέτειες εκτός γηπέδου. Μπορεί να ήταν ο άνθρωπος που έβγαλε την ασίστ στον Αγουέρο για να έρθει το νικητήριο τέρμα (και το πρωτάθλημα) κόντρα στην ΚΠΡ και ο MVP στον τελικό κυπέλλου κόντρα στη Στόουκ ένα χρόνο πριν, αλλά γεμάτη σεζόν δεν είχε ούτε εκεί. Παρεμπιπτόντως εκείνη η ασίστ στον Αργεντινό ήταν και η μοναδική του με τη φανέλα της Σίτι. Στη μέρα του ήταν (και ακόμα είναι) ικανός να διαλύσει την καλύτερη ομάδα. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εμφάνισή του επί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ σε εκείνο το μυθικό 1-6 στο Ολντ Τράφορντ ή το παιχνίδι κόντρα στους Γερμανούς στο Γιούρο του 2012. Σωστά, κανείς. Το κακό είναι πως αυτές οι εμφανίσεις δεν ήταν τίποτα περισσότερο από παρενθέσεις κακών εμφανίσεων, τσαμπουκάδων με συμπαίκτες (και αντιπάλους) και τιμωριών.

17qhofyxbor0vjpg

Θα μπορούσε να είχε γίνει «Βασιλιάς». Θα μπορούσε να είχε γίνει αυτό που είχε πει ότι θα γίνει στον Κριστιάνο, σε μια αναμέτρηση Μάντσεστερ-Ίντερ, όταν ο Πορτογάλος του είχε κάνει μια μεγαλοπρεπέστατη «ποδιά» και ο Ιταλός λίγο αργότερα τον κλώτσησε λέγοντάς του «κάποτε θα σε ξεπεράσω». Ο Ρονάλντο είχε χαμογελάσει πονηρά λες και είχε δει την πορεία που πρόκειται να διανύσει ο Ιταλός. Από πολύ μικρός άλλωστε γνώριζε πως εκτός του ταλέντου για να γίνεις κορυφαίος χρειάζεται το μυαλό και η δουλειά. Κάτι που ο Μπαλοτέλι δεν έμαθε ποτέ και ούτε πρόκειται να μάθει. Στα 26 του όχι μόνο δεν έγινε «βασιλιάς» αλλά  δεν πρόκειται να γίνει και ποτέ. Αυτή τη στιγμή καμία μεγάλη ομάδα δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί πραγματικά γι’ αυτόν και το κακό είναι πως ούτε και κάποια μικρομεσαία. Αυτές δεν μπορούν να ρισκάρουν με το «σταριλίκι» του ημίτρελου κακομαθημένου Ιταλού. Αν υπάρχει κάποιο μέρος για να νιώσει «βασιλιάς» αυτό δεν είναι άλλο από την Κίνα. Εκεί -λογικά- θα μπορεί να κοροϊδεύει, να πουλάει τρέλα, να καπνίζει αδιάφορα και να τον θαυμάζουν πραγματικά ως Θεό για αυτό το σπάνιας ομορφιάς ένα γκολ που θα σκοράρει κάθε 10-15 αγώνες. Και όπως γράφει και ο Κίπλιγκ «καλό είναι να ευλογούμε τα κέρδη μας όσο ευλογούμε τις απώλειές μας». Το τελευταίο ειλικρινά δεν νομίζω να το έχει κάνει ο Ιταλός σούπερ σταρ. Ποτέ.

Όταν ο Μισέλ Πλατινί ξάπλωνε στο χορτάρι

  [2 Σχόλια]

16

Είναι ο μεγάλος απών αυτού του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος αλλά η σκιά του βαραίνει, κατά κάποιον τρόπο, ακόμη περισσότερο, κι όχι μόνο εξαιτίας της φαραωνικής του έμπνευσης για ευρωπαϊκό πρωτάθλημα των 24 ομάδων.

Ο Μισέλ Πλατινί, με τα παραπάνω κιλά που του φόρτωσαν τόσα χρόνια καλοπέρασης και το υπνωτιστικό και άδειο χαμόγελο του επαγγελματία παράγοντα που αποφάσισε να γίνει, μοιάζει εδώ και καιρό με εισοδηματία φούρναρη, με έναν από αυτούς τους δευτερεύοντες χαρακτήρες των γαλλικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα, εκεί όπου παραπέμπει, βέβαια, κι η μυθιστορηματική πτώση του.

Κάποτε, όμως, ήταν ένας λαμπρός ποδοσφαιριστής: αέρινος, ακούρευτος, με τη φανέλα έξω από το σορτσάκι και με ένα χαρακτηριστικό σουλούπι που τον έκανε να μοιάζει σα να παίζει πάντα με κατεβασμένες κάλτσες. Χρυσή Μπάλα και πρώτος σκόρερ της Serie A τρία συνεχόμενα χρόνια (1983, 1984, 1985) κι ένας από τους ελάχιστους που κατάφερε να ανεβάσει, από την ανυποληψία –τον αποκλεισμό από τα τελικά των Μουντιάλ του 70 και του 74 και από τα Ευρωπαϊκά του 68, του 72, του 76– στην κορυφή, το ποδόσφαιρο μιας ολόκληρης χώρας. Για να καταφέρεις κάτι τέτοιο, όπως γνωρίζουμε, δεν αρκεί να είσαι ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς, πρέπει να είσαι ο Γιόχαν Κρόιφ ή ο Πλατινί. Κι όλα αυτά χωρίς να τραγουδήσει ποτέ πριν τη σέντρα τη Μασσαλιώτιδα, «αυτόν τον πολεμικό ύμνο. Αν ήταν ύμνος στη αγάπη θα τον τραγουδούσα»: αχ, αυτοί οι Γάλλοι.

Εκείνος ο Μισέλ Πλατινί, λοιπόν, λείπει πολύ σε όσους αγαπούν το ποδόσφαιρο.

Τον θυμηθήκαμε στις 21 Ιουνίου, επειδή έκλεινε τα 61 του χρόνια, κάπου μακριά από τους προβολείς των γηπέδων, και επειδή έκλειναν τριάντα χρόνια από την πρόκριση της Γαλλίας επί της Βραζιλίας, στα προημιτελικά του Μουντιάλ του Μεξικού. Εκεί, στην Γκουανταλαχάρα, με τη θερμοκρασία στους 45 βαθμούς, άκεφος, με ένα τραυματισμό στην κνήμη να τον βασανίζει, ισοφαρίζει με το λιγότερο καλό του πόδι, το αριστερό: θα είναι το τελευταίο από τα 41 γκολ που θα βάλει με τη Γαλλία. Μετά, στα πέναλτι, θα αστοχήσει φριχτά αλλά λίγη σημασία είχε, αυτός, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους παίκτες που είδαμε πρόσφατα,  ήταν τυχερός, η ομάδα του επιβλήθηκε.

Θα τον θυμηθούμε οπωσδήποτε στις 8 Ιουλίου, επέτειο του αξέχαστου ημιτελικού του Μουντιάλ στη Σεβίλη το 1982, κόντρα στη Γερμανία. Η ωραία μπαλιά του στον Πατρίκ Μπατιστόν, η δολοφονική έξοδος του χασάπη Χάραλντ Σουμάχερ, ο Μισέλ να σκύβει και να παίρνει στα χέρια του τον αναίσθητο και λευκό σαν πανί συμπαίκτη και φίλο του: μια μεταμοντέρνα Αποκαθήλωση που έληξε με Ανάσταση του θύματος –με τρία δόντια λιγότερα, μετατοπισμένο σπόνδυλο και αμνησία– μερικές ώρες μετά. Ο αγώνας έληξε στα πέναλτι και κέρδισε, φυσικά, η Γερμανία: το ποδόσφαιρο είναι μια σπουδή στην αδικία, και δεν θα διαφωνήσει, μάλλον, ούτε ο Χάραλντ Σουμάχερ ούτε ο Ολλανδός διαιτητής που δεν του έδωσε κάρτα, απλώς χαριεντιζόταν μαζί του ενόσω ο Μπατιστόν έβγαινε πάνω στο φορείο.

battiston

Θυμόμαστε, και ποιος ξέρει για πόσα χρόνια ακόμη, το ψαρωτικό ρεκόρ του Πλατινί: εννιά γκολ σε ένα μόνο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα –χρειάστηκαν σχεδόν τέσσερα (19 αγώνες) στον Κριστιάνο Ρονάλντο για να πετύχει οχτώ. Θυμόμαστε και τον τίτλο που χάρισε με αυτά τα γκολ στη Γαλλία το 1984 και την κατεστραμμένη καριέρα του δόλιου Αρκονάδα μετά από τη φοβερή του γκάφα στον τελικό: ένα μέτριο χτύπημα φάουλ από τον Πλατινί, μια μπάλα που γλιστράει μέσα από τα χέρια, ένας τίτλος.

Για μια γενιά Γάλλων –και Ιταλών, αλλά θα επανέλθουμε– φιλάθλων, η παρουσία του Πλατινί στο χόρτο ισοδυναμούσε με τη σιγουριά ότι θα σκοράρει. Συχνά σε κρίσιμους αγώνες, συχνά με φάουλ, αν και όταν έκανε το περίφημο ρεκόρ του πέτυχε σε δυο ματς τη λεγόμενη «σπεσιαλιτέ Πλατινί», το πραγματικό χατ τρικ: γκολ με το δεξί, γκολ με το αριστερό, γκολ με κεφαλιά. Αυτή τη σιγουριά την ένιωθε χωρίς αμφιβολία κι αυτός. Πρώτη εμφάνιση με την Εθνική Ανδρών, σε ένα φιλικό με την Τσεχοσλοβακία, πριν 40 χρόνια. Η Γαλλία είναι πίσω στο σκορ, κερδίζει έμμεσο. Ο πιτσιρικάς Μισέλ λέει στον έμπειρο Ανρί Μισέλ: «Δώσε μου πάσα. Θα το βάλω».

Ο Μισέλ Πλατινί, εγγονός Πιεμοντέζου μετανάστη στη Λοραίνη, θα ξαναγυρίσει στη γη των προγόνων του, την Ιταλία, και θα λατρευτεί κι εκεί. Και από όλα του τα γκολ με τη Γιουβέντους, θυμόμαστε αυτό το κάπως άγνωστο αριστούργημά του. Γιατί, με τον ίδιο τρόπο που το ωραιότερο γκολ ενός μεγάλου συμπατριώτη του ήταν μια πάσα, το ωραιότερο γκολ του Πλατινί  ήταν οφσάιντ.

8 Δεκεμβρίου 1985. Διηπειρωτικό Κύπελλο στο Εθνικό Στάδιο του Τόκυο. Η κάτοχος του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης Γιουβέντους αντιμετωπίζει τους νικητές του Κόπα Λιμπερταδόρες Αρχεντίνος Ζούνιορς του Κλαούντιο Μπόργκι. Η Γιουβέντους κυνηγάει τον πρώτο της τίτλο στη διοργάνωση και θεωρητικά είναι το φαβορί. Προηγούνται οι Αργεντίνοι στο 55΄, ισοφαρίζει με πέναλτι ο Πλατινί. Και στο 69΄, το θαύμα: στοπάρισμα με το στήθος, εναέριο κοντρόλ με το δεξί, άπιαστο βολέ με το αριστερό, γκολ. Πανηγυρισμοί, σερπαντίνες και κόρνες από τις κερκίδες, οι Γιουβεντίνοι ένα κουβάρι γύρω από το αστέρι τους, το ταμπλό δείχνει 2-1.

Και ξαφνικά, η απότομη προσγείωση: αυτό το ποίημα σφυρίζεται οφσάιντ. Ο Πλατινί, δεν μπορεί να το πιστέψει, τραβάει τα μαλλιά του και μοιάζει να καταρρέει στο χορτάρι. Μοιάζει: στην πραγματικότητα ξαπλώνει κάπως ράθυμα, ακουμπάει το κεφάλι του στο χέρι του και, σαν δεκάχρονο παιδάκι, κάνει μούτρα στον διαιτητή, στη μοίρα, στον κόσμο όλον. Μετά ανακάθεται, χειροκροτεί ειρωνικά, παίρνει μερικές ανάσες. Οι Αρχεντίνος θα ξαναπεράσουν μπροστά αλλά, λίγα λεπτά μετά, το μουτρωμένο δεκάρι θα βρει το κουράγιο και τη διαύγεια που χρειάζεται για να κάνει το μακρινό ένα-δυο με τον Μίκαελ Λάουντρουπ που θα ισοφαρίσει. Η Γιουβέντους θα κερδίσει στα πέναλτι –ένα από αυτά θα το χτυπήσει με επιτυχία ο Πλατινί.

Όπως θα έλεγε ένας άλλος ήρωας με ασπρόμαυρη φανέλα, το μυστικό είναι ότι επιτρέπεται να ξαπλώσεις στο χορτάρι  αλλά επιβάλλεται να σηκωθείς -και, ει δυνατόν, να σκοράρεις.

Εις το όνομα του πατρός

  [3 Σχόλια]

530424_img650x420_img650x420_crop

Οι περισσότεροι λογικά θα έχετε μάθει για την άσχημη είδηση του θανάτου του πατέρα του Ντάριο Σρνα. Σε περίπτωση που έτυχε να μην ακούσετε, την ώρα που ο Σρνα αγωνιζόταν εναντίον της Τουρκίας στο Euro, ο πατέρας του Ουζεΐρ, άφηνε την τελευταία του πνοή στην Κροατία από την κώλο-αρρώστεια που δεν γράφουμε το όνομά της. Ο Σρνα μού είναι για διάφορους λόγους συμπαθής. Ο πρωταρχικός είναι ότι όσοι παίζουμε Football Manager, όλο και κάπου τον αγοράσαμε για να καλύπτει τη δεξιά πλευρά μας με απόλυτη επιτυχία και τον αγαπήσαμε. Είναι όμως ο λιγότερο σοβαρός ρόλος για να τον συμπαθείς. Ένας δεύτερος λόγος είναι το γεγονός ότι σε μια εποχή που οι μεταγραφές και οι αλλαγές ομάδων είναι συχνές, ο ίδιος παραμένει σταθερά σε μια καθαρά αντιτουριστική ομάδα, την Σαχτάρ. Για 13 χρόνια βρίσκεται εκεί και είναι πλέον αρχηγός του συλλόγου, έχοντας μάλιστα αρνηθεί προτάσεις από μεγάλα κλαμπ της Ευρώπης, όπως η Τσέλσι και η Μπάγερν, γιατί μένει πιστός στη Σαχτάρ. Όπως και να το κάνεις, μετράει. Και αν δεν σας έχω πείσει, ελπίζω να σας πείσει η είδηση ότι πρόσφατα δώρισε 100 λάπτοπ σε σχολεία της περιοχής του Ντόνετσκ για να βοηθήσει τα παιδιά που υπομένουν τις εμφύλιες διαμάχες. Παλιότερα είχε δωρίσει αθλητικό εξοπλισμό, αλλά και μερικούς τόνους… μανταρίνια.

Image 011[5]Πιο τίμιος και από προσκοπάκι που επιστρέφει πορτοφόλι

Ο Σρνα μαθαίνοντας τα νέα για τον πατέρα του ταξίδεψε για την πόλη Μέτκοβιτς, ώστε να δώσει το παρόν στην κηδεία. Δεν έμεινε όμως πολύ στην Κροατία και γύρισε γρήγορα στη Γαλλία. Όχι γιατί δεν τον ένοιαζε ο θάνατος του πατέρα του, αλλά γιατί ήταν η τελευταία επιθυμία του ίδιου να μη χάσει ο γιος του την τελευταία του παρουσία σε μεγάλη διοργάνωση στα 34 του.

«Ήταν μια δύσκολη στιγμή για μένα, αλλά ο πατέρας μου ήθελε πάντα να παίζω όσο περισσότερο μπορούσα με την εθνική Κροατίας. Ο κόσμος στο Μέτκοβιτς μου είπε ότι αυτή ήταν η επιθυμία του. Έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου ότι θα τα καταφέρω, άλλωστε όταν παντρεύτηκα έφυγα κατευθείαν από τον γάμο για να παίξω ένα ματς με την Αυστρία»

266077__max_galΤα Σρνο-λάπτοπ

Όπως δήλωσε και ο προπονητής του θα ξεκινήσει κανονικά στο δύσκολο ματς της Κροατίας με την Τσεχία. Κι αν όλα αυτά είναι γνωστά, ίσως δεν ξέρετε ότι ο πατέρας Ουζεΐρ Σρνα ήταν κι αυτός μια απίστευτη μορφή, με ζωή σαν παραμύθι και ο βασικός λόγος που ο Ντάριο είναι Mr Nice Guy. Κατά σύμπτωση διάβαζα πριν λίγες μέρες την ιστορία του σε ένα άρθρο του Τζόναθαν Γουΐλσον στον Γκάρντιαν από το μακρινό 2008. Ο μπαμπάς Σρνα γεννήθηκε σε ένα χωριό της ανατολικής Βοσνίας, που κατά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο αποτέλεσε πεδίο μαχών μεταξύ των Γερμανών και της αντίστασης. Οι κάτοικοι μια έφευγαν, μια επέστρεφαν, ανάλογα με το πώς πήγαινε ο πόλεμος. Μέσα σε όλα αυτά, οι Σέρβοι Τσέτνικ έκαναν επιδρομή για να «εκκαθαρίσουν» τους μη-Σέρβους. Ο Ουζεΐρ έφυγε με τον πατέρα του και τον αδερφό του για να σωθούν, αλλά η έγκυος μητέρα του και η αδερφή του δεν ήταν τόσο τυχερές και κάηκαν ζωντανές.

Μέσα στον χαμό των προσφύγων που προσπαθούσαν να γλιτώσουν, ο Ουζεΐρ αποκόπηκε από τον πατέρα του και τον αδερφό του, κατέληξε σε ορφανοτροφείο στην Σλοβενία και τελικά υιοθετήθηκε από έναν αστυνομικό. Ο πατέρας του (και παππούς του Ντάριο) έχασε τη ζωή του από μια αδέσποτη σφαίρα κάπου στη Βοσνία και ο Ουζεΐρ δεν βρήκε ποτέ τον τάφο του. Για δυο χρόνια τον έψαχνε ο αδερφός του και τελικά μια που είχε καταταγεί στον στρατό, έμαθε κατά τύχη για μια περίπτωση ενός ορφανού από τη Βοσνία που ταίριαζε με την ιστορία του Ουζεΐρ. Μετά από αρκετό ψάξιμο τον βρήκε και τον πήρε μαζί του στη βόρεια Βοσνία. Εκεί ο Ουζεΐρ έζησε πολύ φτωχά παιδικά χρόνια και έκανε ένα σωρό δουλειές για να τα βγάλει πέρα. Παράλληλα έπαιζε τερματοφύλακας στην τοπική ομάδα και αργότερα στο Βελιγράδι μέχρι που πήγε στον στρατό. Ανάλογα με τις μεταθέσεις του έπαιζε και μπάλα σε διάφορες ομάδες, έφτασε μέχρι και στη Γαλλία, παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε τρία αγόρια, σε μια ζωή γεμάτη στερήσεις, δουλειές και πολλή μπάλα. Ο γιος του Ντάριο είχε ακόμα μεγαλύτερη ικανότητα στα σπορ. Τα κατάφερνε στο χάντμπολ, το πινγκ-πονγκ, το μπάσκετ, αλλά κυρίως το ποδόσφαιρο. Ο Ουζεΐρ εκείνα τα χρόνια ήταν οδηγός φορτηγού και τα παράτησε για να γίνει προπονητής στα παιδικά της Νερέτβα Μέτκοβιτς. Εκεί είχε παίκτη και τον γιο του.

Srna

Το ταλέντο του Ντάριο έγινε γνωστό και η Χάιντουκ ενδιαφέρθηκε. Ο Σρνα ως Μουσουλμάνος μετά τον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας έπρεπε να πάει σε ένα μέρος που πιθανότατα θα είχε προβλήματα εξαιτίας της θρησκείας του από τους συμπατριώτες του. Πέρασε όντως δύσκολα στο Σπλιτ, τότε που ο πατέρας του και ο αδερφός του δούλευαν σκληρά και προσπαθούσαν να μαζεύουν χρήματα για να του τα στέλνουν ώστε να μπορεί να ζει ο μικρός Ντάριο που μοχθούσε στα «τσικό» της Χάιντουκ. Οι θυσίες απέδωσαν, ο Ντάριο έγινε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, το 2003 πήρε μεταγραφή στην Σαχτάρ και πλέον ήταν αυτός που ήθελε να βοηθήσει τον πατέρα του και τον αδερφό του. Αγόρασε δυο ακριβά αυτοκίνητα στον Ουζεΐρ, αλλά εκείνος συνέχισε να ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα και το μόνο που άλλαξε στη ζωή του ήταν ότι αγόρασε επιτέλους έναν δικό του φούρνο. Βοήθησε και τον αδερφό του Ιγκόρ (έχει σύνδρομο Down), στον οποίο αφιερώνει τα γκολ του και έχει τατουάζ το όνομά του. Ο Ντάριο ποτέ δεν ξεχνάει και πριν μερικά χρόνια δήλωνε για τον πατέρα του:

«Δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεπληρώσω όσα έκανε για μένα. Είχε μια πολύ δύσκολη ζωή και είμαι περήφανος που μπορεί να ζει πλέον ήσυχα και χωρίς άγχος. Το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να του δίνω κάποια χρήματα ώστε να ζει άνετα».

ClB2XMzXEAEvvTW

Η πορεία του Ντάριο δείχνει έναν άνθρωπο που εκτιμά τη σκληρή δουλειά, που σέβεται όσα του προσέφερε ο πατέρας του και που θα συνεχίσει να προσπαθεί να τον κάνει περήφανο, ακόμα και τώρα που δεν θα τον βλέπει με τη φανέλα της Κροατίας. Τα μαθήματα ζωής που πήρε τον έκαναν να μην ξεχνάει ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που χρειάζονται βοήθεια. Ανεξάρτητα από το τι θα κάνει η Κροατία στο Euro, ο Ντάριο Σρνα θα αποχωρήσει από αυτή ως νικητής.

Eντουάρντ Στρελτσόφ : ο ποδοσφαιριστής που κατάφερε να γυρίσει από το κρύο

  [7 Σχόλια]

Ìîñêâà. 1954ã. Ôóòáîë Íà ôîòî Ýäóàðä Ñòðåëüöîâ Ôîòî Àíàòîëèÿ Áî÷èíèíà

Υπήρξε ο Τζορτζ Μπεστ της Σοβιετικής Ένωσης μόνο που είχε τραγικότερη μοίρα. Όπως ο Μπεστ, δεν έπαιξε ποτέ σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου αν και υπήρξε μια πρόωρη ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα σαν τον Πελέ –ένα παρατσούκλι του ήταν ο Ρώσος Πελέ. Αλλά, για να είμαστε ακριβείς, ο Εντουάρντ Στρελτσόφ ήταν Σοβιετικός. Γεννήθηκε το 1937, μεσουράνησε την ταραγμένη δεκαετία του ΄50 και πέθανε λίγο πριν πάψει να υπάρχει η Ε.Σ.ΣΔ.

1950: η Γερμανία χωρίζεται σε δυο κράτη, η Σοβιετική Ένωση αποκτά τα πρώτα της ατομικά όπλα κι επουλώνει τις πληγές της υπό την πολύ πατρική προστασία του Στάλιν. Το ποδόσφαιρο συνεχίζεται κανονικά: δυο ομάδες της Μόσχας μονοπωλούν τους τίτλους, η Ντιναμό, η ομάδα της αστυνομίας, και η ΤσεΝτεΚα, μετέπειτα ΤΣΣΚΑ, η ομάδα του Κόκκινου Στρατού. Ο 13χρονος γιος μιας μεταλλεργάτριας εντυπωσιάζει τον προπονητή της Τορπέντο Μόσχας, της ομάδας της αυτοκινητοβιομηχανίας ΖΙΣ (αρχικά που σημαίνουν: Εργοστάσιο Στάλιν).

Σε δυο χρόνια, ο Εντουάρντ, το παιδί-θαύμα, θα παίζει στην πρώτη ομάδα της Τορπέντο, σε τρία και πριν κλείσει τα 17, θα γίνει ο νεαρότερος σκόρερ του σοβιετικού πρωταθλήματος, σε τέσσερα θα κληθεί στην Εθνική, η οποία, μετά την οδυνηρή ήττα από τη Γιουγκοσλαβία στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι το 1952 («Τίτο-Στάλιν 3-1» έγραψαν οι εφημερίδες), βρισκόταν σε πλήρη αναδιοργάνωση –όπως βρισκόταν και η χώρα μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953.

Ο Στρελτσόφ είχε τα χαρακτηριστικά του μοντέρνου σεντερφόρ: ψηλός, δυνατός, τεχνικός, έξυπνος, καλός και με τα δυο πόδια, με αδυναμία στα τακουνάκια –κίνηση που στα ρώσικα τώρα λέγεται  «στρελτσόφ»–, δεινός σκόρερ αλλά και με πολύ καλά στατιστικά στις ασίστ. Λίγο πριν τα 18 του θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα και θα παίξει το πρώτο του ματς με τη Εθνική: τρία γκολ, τρεις ασίστ: Σουηδία-Στρελτσόφ 0-6. Ο Σουηδός προπονητής θα πει: «Εμείς θα περιμένουμε πεντακόσια χρόνια για να δούμε τέτοιον παίκτη» –θα περιμένουν είκοσι έξι.

1956: Ο Νικίτα Χρουστσόφ επικρατεί στον αγώνα διαδοχής του Στάλιν και καταγγέλει την πολιτική του προκατόχου του στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Αρχίζει η αποσταλινοποίηση: η αυτοκινητοβιομχανία ΖΙΣ μετονομάζεται σε ΖΙΛ. Η Ε.Σ.Σ.Δ., με αστέρια τον Λεβ Γιασίν και το επιθετικό δίδυμο της Τορπέντο, Στρελτσόφ και Βαλεντίν Ιβανόφ, είναι από τα αουτσάιντερ για το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης.

Eduard Streltsov bold

Στα ημιτελικά αντιμετωπίζουν τη Βουλγαρία. Φτάνουν στην παράταση με εννιά παίκτες, καθώς δεν επιτρέπονται οι αλλαγές και έχουν τραυματιστεί ο Ιβανόφ και ο Βαντίμ Τισένκο. Ο Ιβάν Κόλεφ θα κάνει το 1-0 για τη Βουλγαρία στο 95΄. Η κατάσταση μοιάζει απελπιστική για όλους εκτός από τον Στρελτσόφ που ισοφαρίζει στο 112΄ και δίνει ασίστ στον Μπόρις Τατούσιν στο 116΄: θρίαμβος! Κι όμως, ο ήρωας του ημιτελικού θα παρακολουθήσει τον τελικό και τη νίκη της Ε.Σ.Σ.Δ. από τον πάγκο (ο προπονητής Γκαμπριίλ Κατσάλιν θα προτιμήσει το επιθετικό δίδυμο της Σπαρτάκ) και θα χειροκροτήσει, σαν απλός θεατής, τους συμπαίκτες του με το χρυσό μετάλλιο στο στήθος –τότε οι αναπληρωματικοί δεν δικαιούνταν μετάλλιο. Ο αντικαταστάτης του, ο Νικίτα Σιμόνιαν, θα θελήσει να του προσφέρει το δικό του. Ο 19χρονος Στρελτσόφ θα απαντήσει κάτι που έμοιαζε απόλυτα λογικό: «Δεν πειράζει, θα κερδίσω πολλά χρυσά μετάλλια στο μέλλον».

Το 1957, ο Στρελτσόφ είναι 20 μόλις χρονών και έχει τον κόσμο στα πόδια του: σκοράρει ασταμάτητα (31 γκολ σε 22 ματς από τις 21 Ιουλίου ως τις 26 Οκτωβρίου), αναδεικνύεται καλύτερος παίκτης του πρωταθλήματος, έβδομος στην ψηφοφορία για την ευρωπαϊκή Χρυσή Μπάλα, βάζει ένα γκολ και κάνει την ασίστ για το 2-0 στο μπαράζ με την Πολωνία που δίνει τη πρόκριση στα τελικά του Μουντιάλ. Αρνείται επανειλημμένα να μεταγραφεί στις κατεξοχήν καθεστωτικές ομάδες, την ΤΣΣΚΑ και την Ντιναμό, γλεντάει τη ζωή του όσο μπορεί πιο πολύ, πίνει, καπνίζει, είναι ομορφόπαιδο κι έχει φοβερή επιτυχία στις γυναίκες.

Η Εκατερίνα Φούρτσεβα ήταν η ισχυρότερη γυναίκα της Ε.Σ.Σ.Δ. Πρώην ερωμένη του Χρουστσόφ, πρώτη γυναίκα μέλος του Πολιτμπιρό μετά το 1919, αφεντικό του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Μόσχα. Την εποχή που μεσουρανεί ο Στρελτσόφ, έχει σημαντική επιρροή στην ΚαΓκεΜπε –λέγεται ότι με δική της πρωτοβουλία έγιναν οι προσπάθειες να στρατολογηθεί από τις  μυστικές υπηρεσίες ο Λι Χάρβει Όσβαλντ, βασικός ύποπτος για τη δολοφονία του Κένεντι. Η μονάκριβη, 16χρονη κόρη της, Σβετλάνα, είναι μια από τις κατακτήσεις του σταρ της Τορπέντο. Όταν η Εκατερίνα τον ενημερώνει για τα σχέδιά της να τους παντρέψει, εκείνος αρνείται, λέει ότι είναι αρραβωνιασμένος και εκμυστηρεύεται σε φίλους του ότι προτιμάει να κρεμαστεί παρά να παντρευτεί «αυτό το μπάζο». Λίγες εβδομάδες μετά παντρεύεται κρυφά –θα του καταλογιστεί αργότερα ότι το έκανε «πριν από ένα κρίσιμο φιλικό με τη Ρουμανία, γεγονός που δείχνει πόσο ατελής είναι η διαδικασία διαφώτισης στην Τορπέντο». Τα αρχεία του ΚΚΣΕ αποκαλύπτουν ότι το καθεστώς φοβόταν ότι ο παίκτης θα αυτομολούσε στη Δύση με την πρώτη ευκαιρία: «Ακούστηκε να λέει πως πάντα στενοχωριέται όταν γυρίζει μετά από περιοδείες στο εξωτερικό».

Η πτώση του ειδώλου έχει δρομολογηθεί. Η Komsomolskaya Pravda, το επίσημο όργανο της Κομμουνιστικής Νεολαίας, δημοσιεύει ένα άρθρο: «Η πλάνη των ειδώλων». Στόχος ο Στρελτσόφ: απαριθμούνται όλες οι κραιπάλες, οι δημόσιοι τσακωμοί κλπ. Συνοδεύεται από γράμματα μελών του προλεταριάτου που τον παρουσιάζουν ως ενσάρκωση όλων των δεινών της δυτικής διαφθοράς. Τον Ιανουάριο του ΄58 φυλακίζεται για τρεις μέρες μετά από έναν τσαμπουκά εναντίον αστυνομικών. Του επιτρέπουν να επιστρέψει στην Εθνική μόνο αφού κάνει τη δημόσια αυτοκριτική του.

Eduard Streltsov coupe

Αυτά όμως δεν είναι τίποτε μπροστά σε όσα ακολουθούν. Δυο μέρες πριν την ανάχωρησή του για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας, συλλαμβάνεται στο προπονητικό κέντρο. Κατηγορία: την προηγούμενη νύχτα, σε ένα πάρτι, βίασε τη Μαρίνα Λεμπέντεβα, κόρη ενός συνταγματάρχη του Κόκκινου Στρατού. 100.000 εργάτες της ΖΙΛ κατεβαίνουν στον δρόμο για να υπερασπιστούν την αθωότητά του κι ο ομοσπονδιακός προπονητής Κατσάλιν προσπαθεί να κινητοποιήσει τις υψηλές του γνωριμίες στο Κόμμα, ώστε να μην στερηθεί τον καλύτερό του παίκτη. Ματαιοπονεί: τον αφήνουν να καταλάβει πως οι διαταγές έρχονται από πολύ ψηλά, από τον ίδιο τον Χρουστσόφ. Ζητούν από τον Στρελτσόφ να αναγνωρίσει το έγκλημά του, με την υπόσχεση ότι θα τον αφήσουν να παίξει στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Υπογράφει την ομολογία, η οποία θα αποτελέσει τη βάση του κατηγορητηρίου –παραδόξως, κανείς από τους παρόντες δεν θυμόταν τι έγινε εκείνο το βράδυ, όπως και κανείς δεν ξέρει με σιγουριά ακόμη και σήμερα: κάποιοι λένε ότι ο δράστης του βιασμού ήταν άλλος, κάποιοι ότι δεν υπήρξε βιασμός, κι οι θεωρίες συνωμοσίας δεν λείπουν.

Την ημέρα των 21ων του γενεθλίων καταδικάζεται σε 12 χρόνια εκτοπισμό σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Η γυναίκα του ζητά διαζύγιο, το όνομά του σβήνεται από τα αθλητικά αρχεία, του αφαιρούνται όλες οι διακρίσεις, ακόμη και πολλά γκολ του αποδίδονται σε άλλους. Ποτέ δεν θα μάθουμε τι θα γινόταν αν έπαιζε στο Παγκόσμιο Κύπελλο Η Ε.Σ.Σ.Δ, πάντως, χάνει στα προημιτελικά 2-0 από η Σουηδία. Ενώ περίμενε φυλακισμένος τη δίκη του, ένα νέο άστρο φωτίζει το παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα: ο 17χρονος Πελέ σηκώνει το πρώτο του παγκόσμιο τρόπαιο.

Στο γκούλαγκ θα καταλάβει πως η καταδίκη του δεν πρόκειται να ανακληθεί. Θα αντιμετωπίσει την οργανωμένη εχθρότητα άλλων κρατουμένων –πολύ γρήγορα θα μπλεχτεί σε καυγά και θα μείνει στο νοσοκομείο για πολλές εβδομάδες. Θα μεταφερθεί σε άλλο στρατόπεδο, θα προσαρμοστεί, θα επιδείξει καλή διαγωγή. Θα ελευθερωθεί μετά από πέντε χρόνια, το 1963. Θα είναι πιο βαρύς, με λιγότερα μαλλιά, θα μοιάζει μεγαλύτερος από τα 26 του χρόνια.

streltsov chauve

Εδώ θα αρχίσει, ίσως, η πραγματική εποποιία του. Καθώς είναι ακόμη ισόβια τιμωρημένος, δεν μπορεί να παίξει μπάλα σε ομάδα υψηλής κατηγορίας. Παίζει στο πρωτάθλημα εργοστασίων με την ομάδα της ΖΙΛ, όπου δουλεύει εργάτης. Οι θαυμαστές του δεν τον έχουν ξεχάσει και συρρέουν στα περιφερειακά γήπεδα να τον δουν. Μερικές φορές, η πίεση της εξέδρας είναι τέτοια, που τον βάζουν και παίζει παράνομα με τη δεύτερη ομάδα της Τορπέντο. Ένα ψήφισμα εκατό εργατών φτάνει στα γραφεία του Γραμματέα του ΚΚΣΕ, Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Ζητούν να αρθεί η τιμωρία του. Ο Μπρέζνιεφ εισηγείται θετικά, ο Χρουστσόφ αρνείται.

1964: Ο Χρουστσόφ ανατρέπεται. Την επόμενη χρονιά, ο διάδοχός του, Μπρέζνιεφ επιτρέπει επιτέλους στον Στρελτσόφ να ξαναγυρίσει στην Τορπέντο. Λάμπει ξανά, σαν να μην έλειψε ποτέ, σαν να μην έχει πίσω του πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα και οχτώ χρόνια αποχή από το ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου. Βάζει 12 γκολ, η Τορπέντο κάνει μόνο δυο ήττες και βγαίνει πρωταθλήτρια. Τον ξανακαλούν στην Εθνική λίγο πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο του ΄66. Η βίζα για να ταξιδέψει στο εξωτερικό θα του δοθεί τρεις μήνες μετά το τέλος των αγώνων –η Ε.Σ.Σ.Δ. θα τερματίσει τέταρτη. To 1967 κερδίζει, όπως πριν από δέκα χρόνια, τον τίτλο του καλύτερου Σοβιετικού ποδοσφαιριστή. Τον ξανακερδίζει και την επόμενη χρονιά, όταν η Τορπέντο στέφεται Κυπελλούχος. Το 1970, κι ενώ οι θαυμαστές του κρατούν μια κρυφή ελπίδα μήπως και καταφέρει αυτή τη φορά να παίξει στο Παγκόσμιο Κύπελλο, παθαίνει ρήξη αχίλλειου τένοντα και τερματίζει την καριέρα του, μόλις στα 33.

eduard-streltsov-heros-brise-L-5

Θα πεθάνει το 1990 από καρκίνο στον οισοφάγο. Η αρρώστια του ίσως να συνδέεται με ένα φιλικό ματς που έδωσε στο Τσερνομπίλ υπέρ των θυμάτων, λίγους μήνες μετά το πυρηνικό ατύχημα. Το όνομά του δόθηκε στο στάδιο της Τορπέντο το 1996. Ένα άγαλμα του, με τη φανέλα με το Τ στο στήθος, τοποθετήθηκε έξω από το Ολυμπιακό Στάδιο Λουζνίκι της Μόσχας. Το 2006, η Ρωσική Ολυμπιακή Επιτροπή έδωσε στην οικογένειά του το χρυσό μετάλλιο που του χρωστούσε η ιστορία, πενήντα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης.

Η Θυμωμένη Ζωή του Πασκάλ Ντυπρά: από τον ΟΗΕ στη σωτηρία της Τουλούζ

  [2 Σχόλια]

871087-toulouse-fc-v-olympique-lyonnais-ligue-1

Το Σάββατο 14 Μαΐου, ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς αποχαιρετούσε το γαλλικό πρωτάθλημα, με δυο γκολ και με τα παιδιά του να μπαίνουν στο γήπεδο πριν τελειώσει το ματς. Όλα αυτά μέσα σε γενική αδιαφορία, καθώς το γαλλικό κοινό είχε τα μάτια καρφωμένα στο γήπεδο της Ανζέ, όπου ο άγνωστος νεαρός Γιαν Μποντιζέρ της Τουλούζ έκλαιγε με λυγμούς μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες –και δεν ήταν δάκρυα λύπης! Ο Γιαν, δέκα λεπτά πριν το τέλος του τελευταίου ματς της σεζόν, έβαλε το πρώτο του γκολ στη Λιγκ 1, έκανε το 2-3 και έσωσε την ομάδα του από τον υποβιβασμό. Είχε μπει αλλαγή στο 65΄, όταν το σκορ ήταν 2-1 για την Ανζέ, μετά από μια τρομερή έμπνευση του προπονητή του: «Δεν ξέρω γιατί, αλλά σκέφτομαι τον Γιαν και το αριστερό του πόδι, μου έχει κολλήσει αυτή η ιδέα».

Ο Μποντιζέρ θα μπει, λοιπόν, και θα σκοράρει με το αριστερό. Περισσότερο όμως από αυτόν, είναι ο προπονητής, ο Πασκάλ Ντυπρά που θα γίνει ο ήρωας του τέλους της σεζόν. Κι αυτή η ομιλία του στους παίκτες, πριν το ματς, δεν είναι ο μοναδικός λόγος.

Εν ολίγοις τους θυμίζει, και με ποιον τρόπο, με τι ένταση, ότι εκείνος, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την Τουλούζ, δέκα αγωνιστικές πριν το τέλος, πρακτικά καταδικασμένη, δέκα βαθμούς πίσω από την πρώτη ομάδα που σωζόταν, δεν έπαψε να λέει ότι θα σωθούν, κι αυτό σε μια πόλη όπου οι φίλαθλοι περιφρονούν το ποδόσφαιρο γιατί αγαπούν το ράγκμπι: «Δεν είναι αύριο, δεν ήταν χτες, τώρα είναι η στιγμή«.  Στο τέλος, τους δείχνει βίντεο, όπου οι γονείς, τα αδέρφια, τα παιδιά τους, τους λένε πως πιστεύουν σε αυτούς και τους ζητούν να κερδίσουν.

Δακρύζουν κι οι πέτρες. Τυχαίο; Όχι. Ο Πασκάλ δεν είναι καμιά πρωτάρα. Μερικά χρόνια πριν, πριόνισε κρυφά τα πόδια μιας καρέκλας πριν από μια παρόμοια ομιλία στους παίκτες του. Την κρίσιμη στιγμή την χτύπησε στο τραπέζι, εκείνη έσπασε, οι παίκτες εντυπωσιάστηκαν με την πώρωση του κόουτς και μάσησαν κι αυτοί σίδερα. Φέτος, έδειχνε στους παίκτες της Τουλούζ κάθε φορά τη σκυταλοδρομία γυναικών 4Χ400 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2014, με την τελευταία Γαλλίδα να ξεκινάει τέταρτη, καμιά τριανταριά μέτρα πίσω από την τρίτη, και τελικά να κερδίζει: πραγματικά, το πίστευε από την αρχή ότι θα σωθούν.

Ο Πασκάλ Ντυπρά χρειάστηκε, λοιπόν, μόλις δυόμισι μήνες (και μια λιποθυμική κρίση που τον έστειλε στο νοσοκομείο την πρώτη εβδομάδα που ανέλαβε) για να σώσει την Τουλούζ και να αγαπηθεί από τους Γάλλους φιλάθλους, για τους οποίους, μέχρι αυτήν την άνοιξη, υπήρξε ένας από τους πιο αντιπαθητικούς ποδοσφαιρικούς παράγοντες. Οι λόγοι, οι ίδιοι που τον έκαναν τώρα είδωλο: οι ατάκες του. Περιφέρεται εδώ και πολλά χρόνια με αυτό το αγέλαστο πρόσωπο, το σκοτεινό μάτι, μονίμως τσατισμένος και ιδιαίτερα παραγωγικός στις συνεντεύξεις τύπου:

  • «Tους είπα να κουνήσουν τον κώλο τους. Μια φράση που μπορούν να την καταλάβουν όλοι, αγγλόφωνοι ή νοτιοαμερικάνοι. Φρόντισα βέβαια να μεταφραστεί».
  • «Είμαι χαρούμενος γιατί οι άπιστοι το βούλωσαν. Κι ελπίζω να το βουλώσουν πολλές φορές ακόμη. Και να συνεχίσουν να το βουλώνουν μέχρι το τέλος της σεζόν. Και μετά, να το βουλώσουν μέχρι το τέλος της επόμενης σεζόν».
  • «Απόψε νιώθω σα να έφαγα ένα γερό χέρι ξύλο (μετά από ένα 6-2 απο τη Ρεν). Εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει ιδιαίτερα. Υπάρχουν άνθρωποι που γουστάρουν να τρώνε ξύλο, και ξέρω και κλαμπ ειδικά για τέτοια γούστα, δεν συχνάζω όμως σ΄αυτά».
  • «Όλοι λένε ότι το επίπεδο της Λιγκ 1 είναι χάλια: εγώ όμως είδα γεμάτο γήπεδο, πέντε γκολ, αγωνία. Στην Αγγλία, έχω δει πολύ βαρετούς αγώνες όπου έπαιζαν γαλαξίες αστεριών. Οπότε, ή θα βλέπουμε την Πρέμιερ Λιγκ με κολλημένα βλέφαρα, και, σε αυτήν την περίπτωση, καλό είναι να αγοράσουμε όλοι έναν σκύλο-οδηγό για τυφλούς, ή θα πούμε και έναν καλό λόγο για το γαλλικό πρωτάθλημα».
  • «Παίξαμε μόνο τριάντα λεπτά, είναι βαρύ επαγγελματικό λάθος. Θα πω στον αρχηγό και στους παίκτες να δώσουμε πίσω τα λεφτά των δυο τρίτων του εισιτηρίου στους 10.521 θεατές».

Οι ατάκες του είναι τόσο διάσημες που το επίσημο σάιτ της Τουλούζ δημιούργησε μια εφαρμογή που προτείνει στους φίλους του Πασκάλ να χρησιμοποιήσουν ως ήχο κλήσης στο κινητό τους μερικές από αυτές. Για παράδειγμα, μια που λέει «Ο φίλαθλος της Τουλούζ μπορεί να κάτσει δει το Κλάσικο αν θέλει, το μόνο που του εύχομαι είναι να του κοπεί το ρεύμα» ή «Η ομάδα έτρωγε γκολ με το φτυάρι, σε σημείο που τα σορτσάκια μας είχαν τρυπήσει».

pascal

Πρόπερσι, μετά από ένα ματς με τη Ρανς, την ομάδα που φέτος έπεσε ακριβώς τη στιγμή που ο Μποντιζέρ έκανε το 2-3, τον ρώτησαν για τα όσα, ελαφρώς πατερναλιστικά, είχε πει ο αντίπαλος προπονητής. «Κοιτάξτε, αν έρθει ο Μουρίνιο να μου δώσει συμβουλές, ειλικρινά θα τις ακούσω. Τώρα, να ακούω τον καθένα που έχει την άνεση να κριτικάρει τις άλλες ομάδες, δυσκολεύομαι λίγο». Η μυθική συνέχεια είναι ότι ο Μουρίνιο του έδωσε τις συμβουλές που ζήτησε, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2013: «Αυτό που έχει σημασία είναι να κρατήσει τον χαρακτήρα του και να συνεχίσει να πιστεύει στον εαυτό του. Να ακούς τις κριτικές αλλά να μην επηρεάζεσαι απο αυτές. Αν πιστεύεις ότι κάνεις το σωστό, μπορείς να ακούς και τους άλλους, μερικές φορές έχουν δίκιο. Αν καταντήσει κουραστικό, αν ξεπεράσουν τα όρια, κάνε αυτό που έκανα στη Μαδρίτη: έξω οι δημοσιογράφοι, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, για τρία χρόνια. Και μετά, ζήσε τη ζωή σου όπως νομίζεις».

Ο Πασκάλ Ντιπρά, προφανώς, την έζησε. Πριν γίνει επαγγελματίας προπονητής, υπήρξε για είκοσι χρόνια υπάλληλος στον ΟΗΕ, στην Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες. Εντυπωσιακό, κι ίσως εντυπωσιακότερο το πώς βρέθηκε εκεί. Γεννήθηκε δίπλα στα γαλλοελβετικά σύνορα, στη γαλλική πόλη Ανμάς, λίγα χιλιόμετρα από τη Γενεύη. Όταν κρέμασε τα παπούτσια του, μετά από μια τίμια καριέρα επιθετικού σε μικρομεσαίες ομάδες, η ερασιτεχνική τότε ομάδα του Γκαγιάρ, ενός προαστίου της Ανμάς, του ζήτησε να έρθει να την ενισχύσει. Αντάλλαγμα: ο διορισμός του στον ΟΗΕ (!) –την ίδια δουλειά έκαναν οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Ο Πασκάλ ζήτησε να διοριστεί κι η τότε σύζυγός του –κι όποιος ξαναπεί για τα ελληνικά ρουσφέτια, να σκεφτεί ότι, κάπου, είμαστε λίγο η Ελβετία του Νότου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες συνέχισε και ως προπονητής. Κατάφερε να την ανεβάσει μέχρι την Λιγκ 1. Πριν απ΄αυτό, πρωτοστάτησε στην ανάπτυξή της, τη συγχώνευσή της με γειτονικά σωματεία –σήμερα ονομάζεται Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ–, την προσέλκυση επενδυτών. Το 2007, όταν ο σπουδαιότερος απ΄αυτούς, η γαλακτοβιομηχανία Danone, απαίτησε την εξυγίανση των οικονομικών για να προχωρήσει στην εξαγορά, ο ίδιος του ο πατέρας, ο Τζο Ντυπρά, έβαλε από την τσέπη του 300.00 ευρώ. Αυτά τα λεφτά δεν τα πήρε πίσω ποτέ η οικογένεια Ντυπρά. Αντίθετα, από πρόπερσι, ο Πασκάλ βρέθηκε πολλές φορές σε σύγκρουση με τη διοίκηση, μέχρι που πέρσι, μετά τον υποβιβασμό της Εβιάν, απολύθηκε. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα δικαστήρια με την κατηγορία της πλαστογραφίας –οι διοικούντες προσπαθούν έτσι να αποφύγουν την αποζημίωση που του χρωστούν. Όπως είπε ο ίδιος: «Στο ποδόσφαιρο καίμε εύκολα ό,τι αγαπήσαμε. Και πιο εύκολα από όλα,  τους προπονητές«.

pascal2

Με την Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ, την ομάδα της καρδιάς του, ο Πασκάλ Ντυπρά είχε γνωρίσει στιγμές δόξας: απέκλεισε την Παρί Σε Ζερμέν του Κάρλο Αντσελότι στο Κύπελλο –στη συνέχεια θα φτάσει στον τελικό– και, την επόμενη χρονιά, θα νικήσει την ίδια ομάδα στο πρωτάθλημα 2-0. «Ναι, φοβήθηκα πολύ την Παρί. Γι΄αυτό εξάλλου και φοράω καφέ εσώρουχο». Κυρίως όμως, θα καταφέρει να σωθεί το 2014, και πάλι την τελευταία αγωνιστική, νικώντας εκτός έδρας την άμεση αντίπαλο Σοσό, την οποία προπονούσε ο αγαπημένος των δημοσιογράφων, κοντοχωριανός και άσπονδός του φίλος, ο φωτογενής Ερβέ Ρενάρ, ή «Ηθοποιός», για τον Πασκάλ. Ο Ρενάρ είναι πιο συγκαταβατικός με τον συνάδελφό του: «Έχει στην τσέπη του ένα περίστροφο, και με το παραμικρό πυροβολεί. Δεν τον παρεξηγώ».

Έκτοτε, οι σχέσεις των δυο προπονητών έχουν σαφώς καλυτερέψει. Εμείς εδώ στο Σομπρέρο, όμως, ένα πράγμα δεν μπορούμε να συγχωρέσουμε στον Πασκάλ Ντυπρά. Πέρσι, όταν η Μαρσέιγ έχασε από τη Λοριάν, δυσκολεύοντας τη σωτηρία της Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ, τα έβαλε με αυτόν που δεν έπρεπε: «Αλλιώς τα είχαμε υπολογίσει, αλλά ο κύριος Μπιέλσα αποφάσισε να το ρίξει στην τρελή και να εφαρμόσει ένα εξωγήινο σύστημα». Ο προπονητής της Μαρσέιγ, πιστός στον εαυτό του όσο κι ο Ντυπρά στον δικό του, τού απάντησε πολύ σοβαρά, με ένα κανονικό, εμπεριστατωμένο και λεπτομερές μάθημα τακτικής. Ο Πασκάλ Ντυπρά μπορεί έτσι να περηφανεύεται ότι δυο από τους μεγαλύτερους προπονητές του κόσμου τού έδωσαν τις σχεδόν πατρικές συμβουλές τους, βοηθώντας τον, ενδεχομένως, να γίνει αυτό που είναι σήμερα, ο πιο ευτυχισμένος Γάλλος προπονητής.

3Χ3=9: η Ρωμαϊκή Άνοιξη του Ντιέγκο Σιμεόνε

  [5 Σχόλια]

d922123ab12294de29c36ffb9d8e7d3e

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016, απογευματάκι: μπροστά στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή, οι οπαδοί της Γιουβέντους έμαθαν πως η αγαπημένη τους ομάδα αναδείχθηκε πρωταθλήτρια, τρεις αγωνιστικές πριν το τέλος. Η Νάπολι έχασε από τη Ρόμα, και μαθηματικά ήταν πια αδύνατον να προλάβει τους Τορινέζους. Κάπως ξενέρωτος τρόπος να πανηγυρίζεις έναν τίτλο, αλλά οι Γιουβεντίνοι γνωρίζουν καλύτερα από όλους πόση αλήθεια κρύβει το περίφημο «κάλλιο πέντε και στο χέρι», διότι τα μαθηματικά είναι σκληρή επιστήμη που λέει πως το +9 δεν είναι παρά τρεις φορές το τρία: τρεις ήττες μόνο.

1999-2000: το Καμπιονάτο ζει ακόμη τις ώρες της μεγάλης του δόξας. Η σεζόν αρχίζει με τη νίκη της Κυπελλούχου Ευρώπης Λάτσιο στο ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ κόντρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.  Θα τελειώσει με αξέχαστο τρόπο, « Ιστορικό », όπως θα γράψει στην πρώτη της σελίδα η Corriere dello Sport.

19 Μαρτίου 2000. Η Λάτσιο χάνει στη Βερόνα από την Ελλάς, η πρωτοπόρος Γιουβέντους κερδίζει την Τορίνο. Βαθμολογία: Γιουβέντους 59, Λάτσιο 50. Ακόμη οχτώ αγωνιστικές. Μετά την ήττα, ο Σβεν Γκόραν Έρικσον, προπονητής των Ρωμαίων, λέει τα λόγια που κάθε προπονητής στην θέση του είναι υποχρεωμένος να πει: « Ποιος σταμάτησε να πιστεύει; Ποιος σταμάτησε να ονειρεύεται; Εγώ πάντως όχι. Κι ούτε πρόκειται ». Μα ποιος τον πιστεύει; Τουλάχιστον ένας, ο άνθρωπος που είναι φτιαγμένος για τα δύσκολα, ο Ντιέγκο Πάμπλο Σιμεόνε: « Δεν είμαι έτοιμος να εγκαταλείψω. Πρέπει όλοι να το πιστέψουμε. Όποιος δεν μπορεί, ας σηκώσει το χέρι κι ας κάνει πέρα. Η συζήτηση για το πρωτάθλημα δεν έχει κλείσει ».

Ο Σιμεόνε έφυγε από την Ίντερ το καλοκαίρι. Εχει ήδη σημαδέψει την ιστορία των Μιλανέζων με ένα αποφασιστικό γκολ στον κρίσιμο προημιτελικό του ΟΥΕΦΑ απέναντι στο Στρασβούργο –είχαν χάσει 2-0 στη Γαλλία, ο Σιμεόνε πετυχαίνει το 3-0 στη ρεβάνς– που συνεισφέρει σημαντικά στη κατάκτηση του τροπαίου. Θα προλάβει ενδιάμεσα να τσακωθεί χοντρά με τον πραγματικό Ρονάλντο και, έτσι, στο τέλος της σεζόν 1998-99, φαίνεται απόλυτα λογικό να δοθεί ως μέρος των ανταλλαγμάτων για τη μεταγραφή του Κριστιάν Βιέρι στην Ίντερ.  Έρχεται λοιπόν στη Λάτσιο, η οποία, παρεμπιπτόντως, ήταν η χαμένη σε εκείνον τον τελικό του ΟΥΕΦΑ –είπαμε, οι ιταλικές ομάδες ζουν περίοδο δόξας. Στη Ρώμη, ο Σιμεόνε βρίσκει μια μεγαλούτσικη αργεντίνικη παρέα (τον Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, τον Νέστορ Σενσίνι, τον Ματίας Αλμέιδα) για να μη  νιώθει μόνος και επιβεβαιώνει τον κάπως δύσκολο χαρακτήρα του: στην προπόνηση, πριν από ένα ματς με την Κάλιαρι, θα έρθει στα χέρια με τον Φερνάντο Κόουτο και θα τιμωρηθεί, λογικά, από τον Έρικσον. Σπόιλερ αλέρτ: θα γυρίσει στα γήπεδα εγκαίρως για να σημειώσει το πρώτο του γκολ με τη φανέλα της Λάτσιο, στο Κύπελλο Ιταλίας, εις βάρος, χμ, της Γιουβέντους.

Και θα είναι πάλι εκεί, στους τελικούς με την Ίντερ. Θα σημειώσει το γκολ της νίκης και θα σκύψει, πρώτος αυτός, πάνω από τον τραυματισμένο και παλιό εχθρό Ρονάλντο, που μόλις είχε γυρίσει στα γήπεδα  μετά από πολύμηνη απουσία. Αλλά προτρέχουμε.

Στο πρωτάθλημα,  στην 27η αγωνιστική, η Γιούβε χάνει από τη Μίλαν κι η Λάτσιο κερδίζει τη Ρόμα. Η διαφορά πέφτει στους 6. Ακολουθεί το ντέρμπι κορυφής στο Τορίνο.

Στη Ρώμη γνωρίζουν καλά τι αντιμετωπίζει η Γιουβέντους, κάπως έτσι είχαν χάσει το πρωτάθλημα του 1999. Ο Σιμεόνε γνωρίζει την κατάσταση ακόμη καλύτερα. Δυο χρόνια πριν, με τη Ίντερ, προσπάθησε χωρίς αποτέλεσμα να προλάβει τη Γιουβέντους. Στο ματς μεταξύ των πρωτοπόρων η Γιούβε κέρδισε 1-0 –θυμόμαστε ένα πέναλτι στον Ρονάλντο που δεν σφυρίχτηκε– και το πρωτάθλημα χάθηκε. Αλλά, διηγείται ο Τσόλο : « Εκείνη τη μέρα έμαθα κάτι: σε έναν τέτοιον αγώνα θα έχεις μια τουλάχιστον ευκαιρία. Αλλά αυτήν την ευκαιρία, πρέπει να την αρπάξεις ».

1η Απριλίου 2000. Το κατάμεστο Ντέλε Άλπι ακούει τις συνθέσεις των ομάδων, με ονόματα που φέρνουν δάκρυα νοσταλγίας στα μάτια των φίλων του ιταλικού ποδοσφαίρου –είπαμε, το Καμπιονάτο, ημέρες δόξας κλπ. Φαν ντερ Σαρ, Φεράρα, Κόντε, Ντάβιντς, Ζιντάν, Ντελ Πιέρο η Γιουβέντους, Μιχαΐλοβιτς, Βερόν, Σιμεόνε, Νέτβεντ, Κονσεϊσάο η Λάτσιο, κι από ένας αδερφός Ινζάγκι για τη κάθε ομάδα. Αυτός της Λάτσιο, ο Σιμόνε, είναι σαφής : « Έχουμε έρθει στο Τορίνο για να κερδίσουμε. Είναι η μόνη μας ελπίδα ». Στο 65΄ είμαστε ακόμη στο 0-0, παρά τις πολλές εκατέρωθεν ευκαιρίες. Ο Τσίρο Φεράρα αποβάλλεται με δεύτερη κίτρινη, και, ενώ ο Αντσελότι προσπαθεί να αναδιοργανώσει τη χαροκαμένη του άμυνα, ο Βερόν σεντράρει μαγικά, κι ο Σιμεόνε, που ξέρει να αρπάζει μια ευκαιρία όταν περνά από μπροστά του, παίρνει τη κεφαλιά: 0-1. Θα είναι και το τελικό σκορ, παρά τη φοβερή πίεση των Γιουβεντίνων.

Έκρηξη χαράς των Ρωμαίων, και το πλάνο που τα συνοψίζει όλα : ο Σιμεόνε, πολύ γερός στα μαθηματικά, λοιπόν, πηγαίνει κάτω από την κερκίδα των φίλων της Λάτσιο και υψώνει τρία δάχτυλα, όσοι κι οι βαθμοί που τους χωρίζουν από τον τίτλο.

File: [2apr00b.jpg] | Wed, 27 Apr 2016 12:40:26 GMT LazioWiki: progetto enciclopedico sulla S.S. Lazio www.laziowiki.org

Μετά το ματς, ο αλήστου μνήμης Λουτσάνο Μότζι, προσπαθεί να πείσει τους φίλους της Γιουβέντους ότι αυτό που όλοι πλέον φοβούνται δεν θα συμβεί : « Είδα τους παίκτες της Λάτσιο να πανηγυρίζουν σαν τρελοί και φοβήθηκα ότι μας πέρασαν. Αλλά, ξανακοίταξα τη βαθμολογία κι είδα ότι είμαστε τρεις βαθμούς μπροστά ». Μέχρι πότε; Μέχρι τις 14 Μαΐου.

Όλα θα τελειώσουν για τη Γιουβέντους ένα πολύ βροχερό μαγιάτικο απόγευμα, στην Περούτζια. Ο Πιερλουίτζι Κολίνα βγαίνει με την ομπρέλα, κρίνει τον αγωνιστικό χώρο ικανοποιητικό, ο αμυντικός Αλεσάντρο Καλόρι επιχειρεί σουτ μετά το λάθος του Αντόνιο Κόντε: 1-0. Η Περούτζια περνάει στην ιστορία του Καμπιονάτο, για ακόμη έναν λόγο. Θυμίζουμε πως η ομάδα που στέρησε τον τίτλο από τη Γιουβέντους είναι γνωστή στους ρέκτες των ψυχαγωγικών ποδοσφαιρικών ανεκδότων από  την εκδικητική απόλυση του Κορεάτη Αν Χανκ Χοάν, του παίκτη που απέκλεισε την Ιταλία από το Μουντιάλ του 2002, και από το ότι φόρεσε τη φανέλα της ο υιός Καντάφι.

Κι η Λάτσιο; Η Λάτσιο δεν έχει ανάγκη, έχει τον Ντιέγκο Πάμπλο Σιμεόνε. Ο Αργεντίνος πετυχαίνει τέσσερα γκολ στις τέσσερις τελευταίες αγωνιστικές, χαρίζοντας τέσσερις νίκες στην ομάδα του. Και, βέβαια, το πρωτάθλημα, που οι Λατσιάλι περίμεναν είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Και, επί τη ευκαιρία, το πρώτο της, και μοναδικό ως τώρα, νταμπλ. Ως γνωστόν, αυτήν την τέχνη, να μετράει τα χρόνια που χωρίζουν έναν λαό από τον τελευταίο του τίτλο και να μηδενίζει τον μετρητή, την κατέχει πολύ καλά ο  Ντιέγκο Σιμεόνε.