Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιστορίες για το τζάκι'

O Ντιέγκο στην Ατσέρα: Όταν ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο έπαιξε στις λάσπες για χάρη ενός παιδιού

  [1 Σχόλιο]

Το βράδυ της Πρωταπριλιάς του 1991 στο αεροδρόμιο της Ρώμης γράφτηκε ο επίλογος μιας εκ των ωραιότερων και πιο ιδιαίτερων σχέσεων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα έφυγε κρυφά από την Ιταλία με μια μεταμεσονύκτια πτήση. Οι δημοσιογράφοι, τα κανάλια και όλος ο υπόλοιπος κόσμος πληροφορήθηκαν τη φυγή του την επόμενη μέρα. Παρ’ ότι δεν υπήρχε κάποια επίσημη δήλωση, κατά βάθος όλοι ήξεραν πως ο Μαραντόνα δεν σκόπευε να επιστρέψει, καθώς τα ανοιχτά μέτωπα πλέον ήταν αμέτρητα.

Η εφορία τον κατηγορούσε για φοροδιαφυγή, το δικαστήριο είχε αποφανθεί πως μια εκ των ερωμένων του, η Κριστίνα Σινάγκρα, δικαιούταν μηνιαία διατροφή για το παιδί που έκανε με τον Ντιέγκο (το οποίο ο Μαραντόνα αναγνώρισε πολλά χρόνια αργότερα), η ιταλική δικαιοσύνη τον είχε συμπεριλάβει στην έρευνα της για την τοπική Μαφία, έρευνα που σχετιζόταν με υποθέσεις ναρκωτικών και ιερόδουλων, η ίδια του η ομάδα είχε πάει στα δικαστήρια την εταιρεία που διαχειριζόταν την εικόνα του, υποστηρίζοντας πως η συμπεριφορά του πλέον έβλαπτε την Νάπολι (τον τελευταίο χρόνο ο Ντιέγκο έκανε συχνά κοπάνες από τις προπονήσεις ισχυριζόμενος ότι έχει στρες, αρνιόταν να συμμετάσχει σε κάποια παιχνίδια, ειδικά όταν το προηγούμενο βράδυ είχε προγραμματισμένο κάποιο πάρτι με γυναίκες και ναρκωτικά, και ουσιαστικά άφησε αβοήθητη τη Νάπολι στην προσπάθεια της να υπερασπιστεί τον τίτλο της – τερμάτισε τελικά στην 8η θέση – αλλά και να προχωρήσει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, πηγαίνοντας σαν τουρίστας, ξεχωριστά από την ομάδα, στο κρίσιμο παιχνίδι με τη Σπαρτάκ στη Μόσχα) και το σοβαρότερο όλων, λίγες εβδομάδες πριν είχε βρεθεί θετικός σε αντιντόπινγκ κοντρόλ μετά από ένα παιχνίδι με τη Μπάρι.

Εφτά χρόνια πριν, τον χειμώνα του 1984, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο «Πίμπε ντε όρο» (το «Χρυσό Αγόρι») και η Νάπολι βρισκόταν στον πρώτο χρόνο της σχέσης τους και όλα έμοιαζαν σχεδόν παραμυθένια, παρά το γεγονός πως η κορυφή του ιταλικού ποδοσφαίρου έμοιαζε σαν μακρινό όνειρο. Ο 24χρονος Αργεντινός μπορεί να μην είχε γίνει ακόμα «Θεός» αλλά ήταν ήδη «Μεσσίας», αυτός που όλοι πίστευαν (και όχι άδικα, όπως αποδείχτηκε) πως θα αλλάξει το ρου της ιστορίας της ομάδας. Το πιο σημαντικό απ’όλα όμως είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ήταν ακόμα εκείνος ο θρασύς πιτσιρικάς από μια φτωχή οικογένεια που δεν είχε γνωρίσει καλά τη χλιδή και την πολυτέλεια που συναντάει κανείς όταν το εισόδημα του αυξάνεται κατακόρυφα και η φήμη του φτάνει σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Μερικά χιλιόμετρα βορειοανατολικά από τη Νάπολη, βρίσκεται η Ατσέρα, μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων τότε, ένα από αυτά τα μέρη που προσπερνάς με το αμάξι και λίγη ώρα μετά έχεις ξεχάσει την ύπαρξη τους. Τον χειμώνα εκείνο, ένας απελπισμένος ντόπιος πατέρας που έβλεπε πως τα λεφτά του δεν έφταναν για να μεταφερθεί ο άρρωστος γιος του στη Γαλλία, για να υποβληθεί σε επέμβαση, ζήτησε τη βοήθεια του Πιέτρο Πουζόνε, ενός 21χρονου ποδοσφαιριστή που είχε καταγωγή από την Ατσέρα και εκείνη την εποχή έπαιζε στη Νάπολι. Ο Πουζόνε συζήτησε το θέμα με τους συμπαίκτες του και ζήτησε από τη διοίκηση άδεια για να διεξαχθεί στην Ατσέρα ένα φιλικό, με αντίπαλο την τοπική ερασιτεχνική ομάδα, τα έσοδα του οποίου θα ενίσχυαν την οικογένεια του μικρού παιδιού.

Σύμφωνα με τον Πουζόνε ο πρόεδρος της ομάδας, Κοράντο Φερλαΐνο, είχε αρνητική στάση, φοβούμενος για τη σωματική ακεραιότητα των παικτών και ειδικότερα του Μαραντόνα, που λίγους μήνες πριν είχε γίνει η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ο Ντιεγκίτο όμως είχε πάρει εξ αρχής τη δική του απόφαση: «Θα πάμε να παίξουμε». Και κάπως έτσι, χάρη στην επιμονή ενός πεισματάρη, ταλαντούχου Αργεντινού με φουντωτό μαλλί, η Ατσέρα απέκτησε μια όμορφη ιστορία για να διηγείται στις επόμενες γενιές.

Η Νάπολι κατέφθασε στο μικρό γηπεδάκι της πόλης ένα κρύο και μουντό απόγευμα και αντίκρισε αυτό ακριβώς που φοβόταν η διοίκηση της ομάδας εξ αρχής: ένα ερασιτεχνικό γήπεδο, χωμένο ανάμεσα σε παλιά, ερειπωμένα κτίρια, με αποδυτήρια που δεν είχαν ούτε τα στοιχειώδη, μια κεντρική, ετοιμόρροπη κερκίδα και έναν αγωνιστικό χώρο γεμάτο λακκούβες, χώμα και λασπουριά.

Οι παίκτες και των δυο ομάδων έκαναν προθέρμανση μπροστά σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, την ώρα που διάφοροι παρατρεχάμενοι περνούσαν από δίπλα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν ότι ο τύπος με το 10 στη φανέλα που έκανε τσαλιμάκια στο πάρκινγκ του γηπέδου της πόλης τους ήταν πράγματι ο Μαραντόνα, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του πλανήτη εκείνη την εποχή.

Παρά την τραγική κατάσταση του αγωνιστικού χώρου, που χειροτέρευε όσο περνούσε η ώρα, ο αγώνας ξεκίνησε και τέλειωσε κανονικά. Το περιβραχιόνιο της Νάπολι μόνο για το συγκεκριμένο παιχνίδι φόρεσε ο ντόπιος Πουζόνε. Αδιαφορώντας για τα (πολλά) λεφτά που είχαν επενδυθεί πάνω του και για το ότι ήταν ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Καμπιονάτο, ο Ντιεγκίτο αντιμετώπισε την όλη εκδήλωση σαν ένα ακόμα παιχνίδι, όπως αυτά που έπαιζε μικρός στους δρόμους και τις αλάνες του Μπουένος Άιρες.

Κυνήγησε χαμένες μπαλιές, έφτιαξε παιχνίδι, ντρίπλαρε, έκανε τάκλιν, πανηγύριζε τα γκολ του, έπεσε στις λάσπες και σε μια φάση στο δεύτερο ημίχρονο πέρασε όποιον έκανε το λάθος να βρεθεί μπροστά του, συμπεριλαμβανομένου και του τερματοφύλακα, πριν σκοράρει σε άδεια εστία και αποθεωθεί από τον κόσμο, που επειδή δεν χωρούσε στις κερκίδες (υπολογίζεται πως περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι κατέκλυσαν κάθε γωνία του γηπέδου), στεκόταν όρθιος, δίπλα στις πλαϊνές γραμμές, με τις ομπρέλες στο χέρι.

Στο τέλος του αγώνα όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και χειροκρότησε παρατεταμένα γι’αυτή τη μικρή αλλά τόσο ανέλπιστη (για τους κατοίκους μιας τόσο μικρής, αδιάφορης πόλης) παράσταση. Ο ίδιος αποχώρησε λασπωμένος από την κορυφή ως τα νύχια. Αυτή δεν ήταν η πρώτη αλλά ούτε και η τελευταία φορά στη ζωή του που λερώθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, παίζοντας μπάλα. Αρκετά χρόνια μετά, στο ποδοσφαιρικό του αντίο, εκστόμισε τα ωραιότερα λόγια της καριέρας του: «Εγώ έκανα λάθος και το πλήρωσα. Η μπάλα όμως δεν λεκιάζεται».

Σε μια συνέντευξη του το 2015 ο Πουζόνε αποκάλυψε πως τα λεφτά που συγκεντρώθηκαν από τα εισιτήρια και τις χορηγίες κάλυψαν και με το παραπάνω την επέμβαση του μικρού, που υγιής πλέον μπορεί να διηγείται στα δικά του παιδιά πως μια μέρα του χειμώνα του 1984, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου ήρθε, για χάρη του, να παίξει μπάλα στις λάσπες.

Η μέρα που οι οπαδοί της Ράσινγκ γέμισαν δύο γήπεδα

  [Καθόλου σχόλια]

Υπάρχουν κάποιοι σύλλογοι που μοιάζουν καταραμένοι, σαν να έχουν φτιαχτεί για να ταλαιπωρούν τον κόσμο τους. Να αγγίζουν την επιτυχία και μετά να τη βλέπουν να εξαφανίζεται. Ένας τέτοιος είναι η Ράσινγκ Κλουμπ της Αργεντινής. Μία από τις «πέντε μεγάλες» ομάδες της χώρας που όμως μετά το 1966 δεν ξαναείδε πρωτάθλημα. Για 35 χρόνια από τότε ο κόσμος της έβλεπε κατά κύριο λόγο αποτυχίες, όνειρα που χάνονταν την τελευταία στιγμή, κακές σεζόν και έναν υποβιβασμό.  «Τι τα θες, αυτή είναι η Ράσινγκ» ήταν η συνήθης ατάκα των οπαδών μετά από κάθε νέα αποτυχία.

Το 2001 προπονητής ανέλαβε ο Ρεινάλντο Μέρλο με το παρατσούκλι «μουστάρδας» εξαιτίας του περίεργου χρώματος στο μαλλί του. Ο Μέρλο ανέλαβε μια ομάδα ποτισμένη στο DNA της αποτυχίας και προσπάθησε για τον τίτλο με ένα σύνολο που έπαιζε με πάθος βασιζόμενο κυρίως στην καλή άμυνα. Τη 16η αγωνιστική (από τις 19) η Ράσινγκ έφερε 1-1 με τη Ρίβερ και βρισκόταν πλέον πέντε βαθμούς μπροστά της. Οι υποψιασμένοι οπαδοί της Ράσινγκ όμως ήξεραν ότι δεν μπορούσε ο τίτλος να είναι τόσο απλός. Στο επόμενο ματς η «Ακαδημία» έφερε 0-0 με τη 18η Μπάνφιλντ κι έτσι η Ρίβερ ήταν ξανά σε απόσταση μιας νίκης. Φτάσαμε έτσι στην τελευταία αγωνιστική, με τη Ράσινγκ να θέλει μια ισοπαλία εκτός έδρας με τη Βέλεζ για να σηκώσει τον τίτλο μετά από 35 ολόκληρα χρόνια.

Ο νεαρός τότε Ντιέγκο Μιλίτο

Μιλάμε όμως για τη Ράσινγκ, τίποτα δεν πάει όπως το περιμένει. Το 2001 ήταν η έκρηξη της κρίσης στην Αργεντινή που είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια νωρίτερα, με ύφεση και με αρκετά προβλήματα εξαιτίας του υπερπληθωρισμού. Η κυβέρνηση ήταν αδύναμη κι ο πρόεδρος ντε λα Ρούα σε δύσκολη θέση εξαιτίας σκανδάλων. Αρκετά χρόνια πριν τα γατάκια οι Έλληνες ακολουθήσουν, η κυβέρνηση επέβαλε capital controls με τους λογαριασμούς να παγώνουν, να επιτρέπει η ανάληψη μόνο μικρό ποσού και μόνο από λογαριασμούς σε πέσος και όχι δολάρια. Η Αργεντινή ήταν ένα καζάνι έτοιμο να εκραγεί.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Φωτογραφίες από την μεγαλειώδη πορεία των οπαδών της Ράσινγκ στο Μπομπονέρα και από την κατάληψη του γηπέδου της Ουρακάν

Μέσα σε όλα αυτά, ο κόσμος της Ράσινγκ στήθηκε από το βράδυ της προηγούμενης της κυκλοφορίας των εισιτηρίων σε ατελείωτες ουρές. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν για τα 11.000 εισιτήρια που είχε αρχικά πάρει η Ράσινγκ. Ο κόσμος ξεκινούσε έξω από τα εκδοτήρια και έφτανε 15 τετράγωνα μακριά. Την ίδια στιγμή επεισόδια γίνονταν σε διάφορα μέρη του Μπουένος Άιρες και γρήγορα μετατράπηκαν σε γενικό ξεσηκωμό με τον κόσμο να χτυπάει τις κατσαρόλες στο δρόμο μη αντέχοντας άλλο την οικονομική κατάσταση. «Έχει περισσότερο κόσμο στην ουρά για ένα εισιτήριο της Ράσινγκ, παρά στις τράπεζες» είχε γράψει η εφημερίδα Ολέ. Άνθρωποι που πρωτοστατούσαν στις εξεγέρσεις, το βράδυ κοιμήθηκαν στην ουρά για τα εισιτήρια και το πρωί άφησαν κάποιον φίλο στη θέση τους για να πάνε στις διαδηλώσεις. Με τις αναλήψεις να είναι στα 250 πέσος την εβδομάδα, σε μερικές οικογένειες όλα τα χρήματα πήγαν σε εισιτήρια. «Μετά θα δούμε τι θα κάνουμε για το φαγητό της εβδομάδας» είχε δηλώσει κάποιος.

Τα γεγονότα του 2001 κι οι καβαλάρηδες της Αποκάλυψης

Με την κρίση να μεγαλώνει συνεχώς, ο πρόεδρος ντε λα Ρούα παραιτήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου, αποχωρώντας με ελικόπτερο από το προεδρικό μέγαρο. Η Αργεντινή άλλαξε πέντε προέδρους τις επόμενες δώδεκα ημέρες, ενώ 38 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ο σύνδεσμος των ποδοσφαιριστών της χώρας ανακοίνωσε ότι υπό αυτές τις συνθήκες οι αγώνες της 23ης Δεκεμβρίου δεν μπορούσαν να γίνουν και η τελευταία αγωνιστική πήγαινε για Φεβρουάριο. Στη Ράσινγκ δεν κρατιόντουσαν όμως και με τη χώρα υπό διάλυση και εκτός ελέγχου προκάλεσαν συμβούλιο παρουσία μάλιστα του προσωρινού προέδρου της Αργεντινής Ραμόν Πουέρτα (λες και δεν είχε σοβαρότερα θέματα). Οι οπαδοί της Ράσινγκ μαζεύτηκαν έξω από τα γραφεία του συνδέσμου ποδοσφαιριστών με ημιάγριες διαθέσεις και τελικά η «Ακαδημία» τα κατάφερε και το δικό της ματς, όπως και της Ρίβερ ορίστηκαν για τις 27 Δεκεμβρίου 2001 στις 5 το απόγευμα.

Την ώρα που ο κόσμος λεηλατούσε καταστήματα, οι 30.000 πιο τυχεροί οπαδοί της Ράσινγκ που κατάφεραν να βρουν εισιτήρια γέμιζαν το μεγαλύτερο μέρος του Χοσέ Αμαλφιτάνι της Βέλεζ Σάρσφιλντ (που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και πήρε σημαντική ανάσα) και 40.000 πιο άτυχοι το δικό τους Ελ Σιλίντρο, μπροστά σε γιγαντοοθόνες.  Στο Μονουμεντάλ η εξαιρετική Ρίβερ εκείνης της περιόδου (μάλλον καλύτερη της Ράσινγκ) διέλυε με 6-1 τη Ροσάριο Σεντράλ. Η Ράσινγκ όπως και στα περισσότερα ματς της κατέθετε ψυχή για να τα πάρει με το στανιό. Με παίκτες όπως ο «δικός μας» Αντριάν Μπαστία (ο άλλος «δικός μας» Κάρλος Αράνο στον πάγκο), ο νεαρός τότε Ντιέγκο Μιλίτο, ο Γκουστάβο Μπάρος Σκελότο και ο Μάξι Εστέβες έδειξε από την αρχή τη διάθεση να κερδίσει το παιχνίδι.

Οι τυχεροί που είδαν από κοντά την ομάδα τους

Η Βέλεζ όμως δεν έπαιζε ως αδιάφορη και άγγιξε το γκολ σε κάποιες περιπτώσεις. Ήταν τέτοιο το κλίμα και το πάθος, που στα αποδυτήρια, στο ημίχρονο με το σκορ στο 0-0, οι παίκτες των γηπεδούχων παραλίγο να έρθουν στα χέρια μεταξύ τους, όταν κάποιοι κατηγόρησαν άλλους ότι δεν έπαιζαν στο 100%. Στο 53′ η Ράσινγκ κέρδισε φάουλ, η σέντρα βγήκε και ο Γκαμπριέλ Λοεσμπόρ με κεφαλιά έστειλε την μπάλα στα δίχτυα. Ο παίκτης φαίνεται εκτεθειμένος, τα βλέμματα πέφτουν στον επόπτη Μπαριέντος. Εκείνος ζει τα πιο έντονα δευτερόλεπτα της ζωής του, φεύγει για τη σέντρα, το γκολ (κακώς) μετράει. Δύο γήπεδα πανηγυρίζουν. Μικρή λεπτομέρεια, ο Μπαριέντος είναι οπαδός της Ράσινγκ και παρ’ ότι υποστηρίζει ότι δεν έκανε εσκεμμένα το λάθος, λέει ότι δεν ήταν τυχαίο που τον έβαλαν σε αυτό το ματς, γνωρίζοντας τα συναισθήματά του. «Με όλα όσα γίνονταν στη χώρα, δεν θα έκανα εγώ τον ήρωα. Όλοι ήθελαν τη Ράσινγκ πρωταθλήτρια, ακόμα κι όσοι δεν ήταν Ράσινγκ. Στη FIFA μας λένε ότι η αμφιβολία είναι υπέρ του επιθετικού. Εγώ είχα αμφιβολία για τη φάση» δηλώνει μετά από χρόνια.

Ο κόσμος της Ράσινγκ που δεν βρήκε εισιτήριο και πήγε στο Ελ Σιλίντρο

Στο 67′ κάνει ντεμπούτο για τους γηπεδούχους ο νεαρός Μαριάνο Τσιρούμπολο, φοράει το σημαδιακό νούμερο 35 στην πλάτη (σαν τα χρόνια της Ράσινγκ χωρίς κούπα) και δέκα λεπτά αργότερα σκοράρει το πρώτο γκολ στην καριέρα του γράφοντας το 1-1. Όλα μοιάζουν σαν ένα κακόγουστο αστείο, το άγχος κυριεύει τους πάντες. Μένει ένα δεκάλεπτο αγωνίας με τον κόσμο έτοιμο να μπουκάρει. Δίπλα στο δοκάρι του τερματοφύλακα Καμπανιουόλο περιφέρονται αστυνομικοί με σκυλιά. Παρά τον παίκτη λιγότερο, οι αδιάφοροι γηπεδούχοι πιέζουν, γεμίζουν την περιοχή, μέχρι κι ο τερματοφύλακάς τους προωθείται. Η πυροσβεστική καταβρέχει τους οπαδούς της Ράσινγκ (κατακαλόκαιρο γαρ) που ήδη έχουν ανοίξει τρύπες στο συρματόπλεγμα και τελικά χωρίς ίχνος καθυστερήσεων ο διαιτητής σφυρίζει την λήξη. Τα πανηγύρια ξεκινούν και στα δύο γήπεδα, οι παίκτες αποθεώνονται και μένουν μόνο με τα εσώρουχα. Ένα ντελίριο εν μέσω κοινωνικών αναταραχών, ο κόσμος της Ράσινγκ ζει ένα όνειρο σαν να βρίσκεται σε άλλη χώρα.

Ο «Μουστάρδας» Μέρλο που έσπασε την κατάρα της Ράσινγκ

«Μπορούσαμε να παίξουμε ποδόσφαιρο σε αυτή τη χώρα;» αναρωτιέται ο δημοσιογράφος και οπαδός της Ράσινγκ Αλεχάντρο Γουόλ που έγραψε βιβλίο για εκείνο το πρωτάθλημα. «Πώς μπορείς όμως να σταματήσεις ένα πάθος, ποιο κουμπί να πατήσεις; Ποια στιγμή ένας οπαδός σταματάει να είναι οπαδός;» Ο Αλεχάντρο στις 20 Δεκεμβρίου ήταν στις διαδηλώσεις μαζί με χιλιάδες άλλους. Επτά μέρες αργότερα πατούσε το χορτάρι του Χοσέ Αμαλφιτάνι μετά το τέλος του ματς, πανηγυρίζοντας με μια σημαία της Ράσινγκ Κλουμπ. Το πάθος δεν αλλάζει όπως είδαμε στο οσκαρικό, γεμάτο Ράσινγκ, «Το μυστικό στα μάτια της», αυτό το ξέρουν καλά όσοι έκαναν 35 χρόνια για να δουν αυτή την κούπα.

Η μέρα που κάποιος τόλμησε να κατεβάσει τον γιακά του Καντονά

  [4 Σχόλια]

1 Οκτωβρίου 1995. Το Όλντ Τράφορντ είναι έτοιμο να φιλοξενήσει ένα ακόμα παιχνίδι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Λίβερπουλ. Οι φίλαθλοι που έχουν γεμίσει το γήπεδο όμως δεν αδημονούν μόνο για το ντέρμπι. Το ματς έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αξία χάρη και στην τύχη, που έστειλε το συγκεκριμένο ζευγάρι να παίξει στη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μια μόλις ημέρα πριν είχε λήξει η οχτάμηνη τιμωρία του Ερίκ Καντονά. Και όποιος έζησε εκείνους τους μήνες την τρέλα των αγγλικών ΜΜΕ με τον ιδιότροπο Γάλλο – τις τελευταίες εβδομάδες της τιμωρίας κάποιες εφημερίδες είχαν καθιερώσει ακόμα και καθημερινή αντίστροφη μέτρηση – μπορεί να επιβεβαιώσει πως δεν υπήρχε άνθρωπος στο Νησί που δεν ήθελε να δει την επιστροφή του ‘Βασιλιά Ερίκ’ στη δράση.

(Οχτώ μήνες πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με την Κρίσταλ Πάλας, ο Καντονά είδε την κόκκινη κάρτα. Στο δρόμο για τα αποδυτήρια ένας οπαδός των γηπεδούχων τον έβρισε. Ένας φυσιολογικός επαγγελματίας παίκτης δεν θα έδινε σημασία. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Η συνέχεια της συγκεκριμένης σκηνής είναι γνωστή σε όλους.

Ο οπαδός μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή που ξεστόμισε τα μπινελίκια και ο Καντονά πέρασε την υπόλοιπη εβδομάδα μαθαίνοντας τις τιμωρίες του. Έφαγε πρόστιμο και από την ομάδα και από την Ομοσπονδία, έχασε το περιβραχιόνιου του αρχηγού της εθνικής Γαλλίας, στην οποία μάλιστα δεν κλήθηκε ποτέ ξανά, και έμεινε 8 μήνες εκτός αγώνων, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των φιλικών.

Ενοχλημένος από το μέγεθος της τιμωρίας ζήτησε να φύγει από την Αγγλία. Από τον Απρίλιο κιόλας τα αγγλικά ΜΜΕ υποστήριζαν πως έχει συμφωνήσει με την Ίντερ. Τις φήμες αυτές ήρθε να ενισχύσει η φυγή του στο Παρίσι, κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι. Κι εκεί που όλα έδειχναν τελειωμένα ο Άλεξ Φέργκιουσον πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Μπήκε στο πρώτο αεροπλάνο για Γαλλία, κορόιδεψε τους δημοσιογράφους που τον ακολουθούσαν βγαίνοντας κρυφά από την κουζίνα του ξενοδοχείου, καβάλησε μια Χάρλει παρέα με τον ατζέντη του Γάλλου – true story – και συναντήθηκε με τον Καντονά σε ένα εστιατόριο ενός φίλου, το οποίο για την περίσταση είχε κλείσει για τους υπόλοιπους πελάτες. «Εκείνη η συνάντηση με τον Ερίκ, σε εκείνο το τεράστιο άδειο εστιατόριο είναι μια από τις πιο χρήσιμες πράξεις που έκανα ποτέ στα χρόνια που είμαι σ’αυτή τη δουλειά» υποστήριξε χρόνια μετά ο Σερ Άλεξ.)

Όταν οι δυο ομάδες βγαίνουν για προθέρμανση τα βλέμματα είναι όλα πάνω στον Γάλλο. Όλες οι κινήσεις του αναλύονται διεξοδικά. Το μεγάλο ερώτημα, για την ώρα, δεν είναι το αν θα μπορέσει να φτάσει γρήγορα στα παλιά επίπεδα απόδοσης αλλά το πως θα αντιδράσει από εδώ και πέρα στις προκλήσεις των αντιπάλων οπαδών και παικτών. Η μοίρα, ξανά, τα έχει φέρει έτσι που η πρώτη δοκιμασία φαίνεται να είναι και η πιο δύσκολη καθώς ο πρώτος αντίπαλος του είναι ο Νιλ Ράντοκ.

(Ο Νιλ Ράντοκ ήταν ένας αμυντικός από αυτούς που χαϊδευτικά αποκαλούμε «old school». Ψηλός, δυνατός, με περισσευούμενα κιλάκια, μεγάλο στόμα, άγαρμπα πόδια, μια μικρή ροπή προς το αλκοόλ και μια μόνιμη επιθυμία για καβγάδες και φάρσες. Σε απλά ελληνικά: Ένας τεράστιος τραμπούκος, μιας εποχής που έβγαζε τέτοιους τσόγλανους με το τσουβάλι. Στην περιβόητη λίστα του ‘France Football’ με τα «κακά παιδιά του ποδοσφαίρου», στην οποία ο Στιγκ Τόφτινγκ ήταν 3ος, ο Ράντοκ φιγούραρε στη δεύτερη θέση.

Ο Ράντοκ ήταν από εκείνους τους τύπους που τη μια στιγμή, και όσο περιμένετε να εκτελεστεί ένα κόρνερ, σου λέει ανέκδοτα και πρόστυχα αστειάκια και την επόμενη σου δίνει στο χέρι τα δυο σου πόδια, ξεχωριστά από τα παπούτσια, τις κάλτσες και τις επικαλαμίδες, και σε ρωτάει με σαρδόνιο χαμόγελο: «Μήπως θέλετε να σας τα τυλίξω, να τα πάρετε για το σπίτι;»

Στην αυτοβιογραφία του ο Σταν Κόλιμορ θυμάται μια φορά που αυτός και ο Ράντοκ ακολουθούσαν πρόγραμμα αποθεραπείας στο γυμναστήριο και ο φυσιοθεραπευτής της Λίβερπουλ είπε στον Ράντοκ να κάνει μισή ώρα διάδρομο και μετά να ξεκουραστεί. Όταν έμειναν μόνοι, ο ‘Razor’ (= «ξυράφι») έβαλε σε λειτουργία τον διάδρομο, πήρε τη ‘Sun’, έβγαλε ένα σάντουιτς με αυγό και μπέικον από την τσάντα και άραξε στη γωνία. Λίγο πριν επιστρέψει ο φυσιοθεραπευτής σηκώθηκε χαλαρά και ψύχραιμα, έτριψε δυο παγάκια στο πρόσωπο του για να μοιάζει ιδρωμένος και ανέβηκε νωχελικά στο διάδρομο. «Κοιτάξτε πόσο γαμάτος επαγγελματίας είναι ο ‘Razor'» ήταν το μόνο σχόλιο που έκανε ο αθώος φυσιοθεραπευτής, δείχνοντας τον ταλαιπωρημένο Ράντοκ σε κάτι μαθητευόμενα πιτσιρίκια που τον ακολουθούσαν.

Στη δικιά του αυτοβιογραφία πάντως, ο Άντι Κόουλ λογικά θα μνημονεύει ένα παιχνίδι β’ ομάδων στο Άνφιλντ, στο οποίο είχε αντιμετωπίσει τον Ράντοκ. Οι δυο παίκτες έπεσαν μαζί για να διεκδικήσουν τη μπάλα και το αποτέλεσμα είναι τόσο ακραίο που καταλήγει να ακούγεται σχεδόν αστείο: Ο Κόουλ αποχώρησε από το γήπεδο με δυο σπασμένα πόδια! Παραδόξως, ο επιθετικός της Γιουνάιτεντ ποτέ δεν του κράτησε κακία, πιστεύοντας πως ο αντίπαλος του δεν είχε πρόθεση να τον τραυματίσει. Ο ίδιος ο Ράντοκ βέβαια, μένοντας πιστός στο προκλητικό στυλάκι που τον έκανε διάσημο, χρόνια μετά πέταξε την κάφρικη ατάκα: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα να του σπάσω και τα δυο πόδια. Πήγαινα μόνο για το ένα».

Μιλώντας για σπασμένα πόδια, ο Ράντοκ είχε βρεθεί με ένα τέτοιο στα 18 του. Το πιο εντυπωσιακό μέρος αυτής της ιστορίας δεν είναι όμως ότι έσπασε το πόδι του στο ντεμπούτο του με τη φανέλα της Τότεναμ – όλως τυχαίως απέναντι στη Λίβερπουλ – αλλά ότι δεν το κατάλαβε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί για μια ολόκληρη εβδομάδα με χτυπημένο πόδι!)

Όσοι ανησυχούν για τη μονομαχία Ράντοκ-Καντονά δεν το κάνουν τυχαία. Ένα χρόνο πριν, τον Σεπτέμβρη του 1994, ο ευφάνταστος Άγγλος είχε ανακαλύψει τον καλύτερο και πιο απλό τρόπο για να εκνευρίσει τον οξύθυμο Γάλλο. Την ώρα που όλοι ετοιμαζόταν για ένα ελεύθερο, αυτός πήγαινε από πίσω του και του κατέβαζε τον, μόνιμα σηκωμένο, γιακά! Σατανικό; Αναμφισβήτητα. Αποτελεσματικό; Εν μέρει, αφού ακόμα και εκνευρισμένος ο Καντονά έβρισκε τρόπους να είναι αποτελεσματικός.

«Την πρώτη φορά που το έκανα απλά ψέλλισε κάτι θυμωμένος. Τη δεύτερη φορά προσπάθησε να μου πιάσει τη μύτη» θυμάται ο Ράντοκ, που συνέχιζε απτόητος, ποντάροντας σε μεγάλο βαθμό και στη φήμη του σκληρού που τον συνόδευε, που από μόνη της απέτρεπε αρκετούς από το να του απαντήσουν. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος παίκτης. Δεν ήταν ποτέ πρότυπο καλής συμπεριφοράς, ούτε θιασώτης της φιλοσοφίας «όταν σε χτυπάνε στο ένα μάγουλο, γύρνα τους και το άλλο».

Την τρίτη φορά που ο φημισμένος γιακάς κατέβηκε κάτω χωρίς τη συγκατάθεση του νευρικού ιδιοκτήτη του, η κατάσταση σοβάρεψε. «Διάλεξα τον μοναδικό Γάλλο που ψαχνόταν για καυγά» δήλωσε μετά ο αμυντικός της Λίβερπουλ, που αποκάλυψε πως ο μέσος της Γιουνάιτεντ, αφού πρώτα απάντησε στα mind games του κοροϊδεύοντας τον για τα παραπανίσια του κιλά και αφού τον έστειλε στο έδαφος με ένα τάκλιν από πίσω, που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο τιμωρείται τουλάχιστον με κόκκινη, του έδωσε ραντεβού στη φυσούνα μετά το τέλος του αγώνα. Εκεί που, για καλό και για κακό, ο Ράντοκ επέλεξε να πάει παρέα με τον θηριώδη Ντέιβιντ Τζέιμς, κίνηση που πιθανόν αποδείχτηκε σωτήρια για τη σωματική του ακεραιότητα. «Ήταν τρελός αλλά τον αγαπούσα, είναι ένας από τους αγαπημένους μου παίκτες» ομολόγησε ο Ράντοκ πριν λίγα χρόνια.

Ένα χρόνο μετά, η κόντρα τους αποδεικνύεται λιγότερο θεαματική. Ο Ράντοκ συνεχίζει να πειράζει τον γιακά του Γάλλου αλλά αυτό δεν είναι αρκετό αυτή τη φορά για να τον αποπροσανατολίσει. Δυο μόλις λεπτά μετά τη σέντρα και οχτώ μήνες μετά την τελευταία φορά που έπαιξε σε αγώνα ο ‘Βασιλιάς Ερίκ’ δίνει την ασίστ για το 1-0. Η Λίβερπουλ γυρνάει το παιχνίδι χάρη σε έναν ταλαντούχο 20χρονο πιτσιρικά, που κάποιοι αποκαλούσαν Ρόμπι Φάουλερ και κάποιοι άλλοι ‘Θεό’, αλλά η τελευταία λέξη του ματς ανήκει στον μεγάλο πρωταγωνιστή του. Ο Καντονά πασάρει στον Γκίγκς, αυτός ανατρέπεται στην περιοχή, ο Γάλλος εκτελεί ψύχραιμα το πέναλτι και γράφει το τελικό 2-2 εν μέσω αποθέωσης.

Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Ο ‘Βασιλιάς’ έχει επιστρέψει, κάποιος πρέπει απλά να ξεσκονίσει το θρόνο. Στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Σερ Άλεξ στέφεται πρωταθλήτρια. Το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά. Στα πέντε χρόνια που έκατσε στο Μάντσεστερ ο Καντονά, η Γιουνάιτεντ έχασε μόνο ένα πρωτάθλημα. Ναι, σωστά μαντέψατε: Το πρωτάθλημα στο οποίο ο Γάλλος ήταν εκτός δράσης λόγω της τιμωρίας.

Δυο χρόνια μετά από το ματς αυτό με τη Λίβερπουλ, τον Μάιο του 1997, ο Καντονά ανακοινώνει πως αποσύρεται από το ποδόσφαιρο. Ήταν μόλις 31 χρονών. Μιλώντας για την απρόσμενη αυτή απόφαση του λίγα χρόνια μετά είπε: «Αγαπούσα το παιχνίδι αλλά δεν είχα πλέον τη διάθεση και το πάθος να πηγαίνω νωρίς για ύπνο, να μη βγαίνω με τους φίλους μου, να μην πίνω όσο θέλω και να μην κάνω όλα τα υπόλοιπα πράγματα που μου αρέσει να κάνω σ’αυτή τη ζωή». Ο Ερίκ Καντονά δεν ήταν ποτέ ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

Ο τερματοφύλακας που δεν ήθελε να κάτσει τέρμα

  [1 Σχόλιο]

Όταν ο Μανουέλ Νόιερ πήγαινε, ο Πασκάλ Ολμετά ερχόταν. Δυστυχώς γι΄αυτόν και τις ομάδες όπου έπαιξε, καμιά φορά δεν προλάβαινε να γυρίσει στο τέρμα του. Αποτέλεσμα, να τρώει μερικά –όχι πολλά, είναι η αλήθεια– θεαματικά γκολ, όπως αυτό που βλέπουμε εδώ: ένα πλασεδάκι εξήντα μέτρων, σε ένα ματς από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν έπαιζε στη Τουλόν, τότε που οι σχολιαστές έκαναν ακόμη τον κόπο να αναρωτηθούν «μα τι στο καλό σκέφτηκε;» όταν τον έβλεπαν να φτάνει, ντριμπλάροντας τους αντίπαλους επιθετικούς, μέχρι τη σέντρα κι ακόμη παραπέρα.

Ο Ολμετά ήταν ένας πολύ καλός τερματοφύλακας που προτιμούσε όμως να παίζει μακριά, πολύ μακριά από τη εστία του. Οπωσδήποτε υπήρξε ο πιο περιζήτητος και δημοφιλής γκολκίπερ στη Γαλλία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90. Όμως, οι παράτολμες έξοδοί του, η εντυπωσιακή επιδεξιότητά του με την μπάλα στα πόδια, τα καμώματά του όταν βαριόταν στο γήπεδο και η εκκεντρικότητά του έξω από αυτό, τον έκαναν γνωστό και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Η συμμετοχή του στο φιλικό ματς που οργανώθηκε στο Ολντ Τράφορντ το 1998 για τα πενήντα χρόνια από την αεροπορική τραγωδία του Μονάχου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Εκείνο το βράδυ τα έκανε σχεδόν όλα: έφτασε κυριολεκτικά μέχρι την άλλη άκρη του γηπέδου κυνηγώντας την μπάλα πριν βγει κι ο ίδιος άουτ, έφαγε πολλά γκολ μεταξύ των οποίων ένα όρθιος  από τον Καντονά, χτύπησε ένα ωραιότατο φάουλ που έξυσε το οριζόντιο δοκάρι, διασκέδασε μέχρι δακρύων τον Φέργκιουσον και τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, έκανε την εξέδρα να ζητά ρυθμικά τη μεταγραφή του στη Γιουνάιτεντ («Fergie, Fergie, sign him up») και, επειδή προφανώς θεώρησε ότι όλα αυτά δεν αρκούσαν, έκανε τον καραγκιόζη στα διαλείμματα της δράσης.

Ο Ολμετά γεννήθηκε στην Κορσική, διακρίθηκε από νωρίς ως ιδιαίτερα ταλαντούχος και ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην Μπαστιά πριν διασχίσει τα λίγα ναυτικά μίλια που χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή και βρεθεί στην ομάδα της Τουλόν. Στα 25 του, ανέβηκε στην πρωτεύουσα, στην πολύ φιλόδοξη Ρασίγκ (Ματρά τότε, λόγω της εξαγοράς της απο τον ομώνυμο βιομηχανικό κολοσσό) όπου έπαιξε συμπαίκτης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Πιέτρ Λιτμπάρσκι, τον Νταβίντ Ζινολά και τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Όταν το εγχείρημα της Ματρά ναυάγησε κι η ομάδα χρεοκόπησε, βρέθηκε, και μάλιστα με θέση βασικού εξασφαλισμένη από το συμβόλαιό του θέση, στην μεγάλη Μαρσέιγ, ήδη δυο χρόνια στη σειρά πρωταθλήτρια –θα συνέχιζε το σερί μέχρι τα τέσσερα. Ο τότε ιδιοκτήτης της, Μπερνάρ Ταπί είχε μεγάλα σχέδια, που δεν περιορίζονταν, όπως θα το μάθαιναν αργότερα και οι οπαδοί της ΑΕΚ, στην αγορά παικτών αλλά επεκτάθηκαν και στη εξαγορά αγώνων και διαιτητών. Όπως και να΄χει, ο Πασκάλ βρέθηκε να έχει προπονητή τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ –ο Κάιζερ άντεξε μόνο λίγους μήνες– και συμπαίκτες τον Ερίκ Καντονά, τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, τον Ζαν-Πιέρ Παπέν, τον Κρις Γουάντλ κ.α., σε μια ομάδα που τα επόμενα τρία χρόνια θα έπαιζε σε δυο τελικούς Πρωταθλητριών Ευρώπης –και θα κέρδιζε τον έναν, απέναντι στη Μίλαν, παρακαλώ. Στον πρώτο, τον χαμένο, ο Πασκάλ ήταν βασικός, στον δεύτερο ήταν στον πάγκο, αντικαταστάτης πια ενός άλλου γνωστού μας, του νεαρού Φαμπιάν Μπαρτέζ. Αυτή θα ήταν και η τελευταία χρονιά του Ολμετά στη Μαρσέιγ.

Ενδιάμεσα γνώρισε τη φρίκη του αιματοβαμμένου ημιτελικού του Κυπέλλου Γαλλίας ανάμεσα στη Μαρσέιγ και την ομάδα από την οποία ξεκίνησε, την Μπαστιά. Η διοίκηση των Κορσικανών σκέφτηκε ότι το ματς  με την υπερομάδα των μισητών γειτόνων ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γεμίσουν τα ταμεία. Καθώς το στάδιο Φουριανί (που έχει απαθανατιστεί σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες με θέμα το ποδόσφαιρο –σκηνοθέτης ο Ζακ Τατί) δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έστησαν βιαστικά μια προσωρινή κερκίδα 10.000 θέσεων. Στις 5 Μαΐου 1992, η κερκίδα θα καταρρεύσει σε απευθείας μετάδοση λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς. 18 νεκροί και 2.300 τραυματίες.  Η μικρή κόρη κι η γυναίκα του Ολμετά είναι στο γήπεδο αλλά θα γλιτώσουν.

Μετά τη Μαρσέιγ, ο Πασκάλ θα πάει στο αντίπαλο δέος της Λυόν, κι εκεί θα αποθεωθεί. Γίνεται το αντικείμενο λατρείας της εξέδρας  και αρχηγός της ομάδας, πανηγυρίζει, εξαργυρώνει τη δόξα του βγάζοντας ένα φριχτό σιντί στο οποίο τον ακούμε να ραπάρει (;) τη μεγάλη του αποτυχία «Κλώτσα το τόπι» (με μήνυμα εναντίον των ναρκωτικών), κάνει πολλά θεαματικά ματς, βάζει αυτογκόλ με τον αγκώνα, δίνει τη τελική πάσα για ένα κερδισμένο πέναλτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πανηγυρίζει, τσατίζεται, κυνηγάει τους αντίπαλους φιλάθλους για να παίξει ξύλο –όλα αυτά στο βίντεο που ακολουθεί, απολαύστε υπεύθυνα.

Δυστυχώς η καριέρα του στη Λυόν θα τελειώσει όπως ακριβώς του ταίριαζε: κωμικοτραγικά. 20 Δεκεμβρίου 1996.  Η Λυόν έχει φάει μια εφτάρα από την Οσέρ, γνωρίζει δύσκολες στιγμές, θέλει οπωσδήποτε νίκη στον αγώνα εντός έδρας με τη Ναντ για να κάνουν καλές γιορτές οι φίλαθλοι κι οι παίκτες –δεν θα κάνουν. Μετά την ήττα, που βυθίζει την ομάδα στα τάρταρα της βαθμολογίας, ο Πασκάλ Ολμετά ψάχνει στα αποδυτήρια τον συμπαίκτη του Ζαν-Λυκ Σασύς. Τον βρίσκει. Απολογισμός: σπασμένη μύτη και διάσειση για τον εύθραυστο Σασύς που είχε, ο δόλιος,  βγει τραυματίας στο ματς που προηγήθηκε. Μα τι είχε συμβεί; Οι δυο άντρες, φίλοι κατά τα άλλα, είχαν μια μικρή διαφωνία, εξωγηπεδικής φύσεως. Το θύμα είχε βάλει λόγια στην κοπέλα του θύτη. Συγκεκριμένα, απάντησε σε σχετική της ερώτηση («Αχ, μου αρέσει ο Πασκάλ. Τι τύπος είναι;») ότι ο Κορσικανός είναι μεν πολύ καλό παιδί αλλά καμιά φορά μπορεί να έχει κάποιες, χμ, βίαιες εξάρσεις. Η κοπέλα δεν τρομάζει ιδιαίτερα, τα φτιάχνει με τον τερματοφύλακα, του μεταφέρει τον διάλογο, ο Ολμετά διαφωνεί  με τις χαρακτηρολογικές εκτιμήσεις του Σασύς και γίνεται ένας από τους λίγους, ελπίζουμε,  ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τις γροθιές τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι βίαιοι.

Η διοίκηση της Λυόν, που, παρεμπιπτόντως, έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί έτσι κι αλλιώς τον Ολμετά –είχε ήδη βρεθεί ο αντικαταστάτης, ο μετέπειτα διεθνής Γκρεγκορί Κουπέ– τον απολύει. Πάει στην Εσπανιόλ, όπου μένει μόλις δυο μήνες –μεσολάβησε πάλι μια διαφωνία, σχετικά με τον χρόνο συμμετοχής του. Γυρίζει στην Κορσική και τελειώνει την καριέρα του σε χαμηλές κατηγορίες. Αλλά δεν τον νοιάζει και πολύ.

Το άλλο μεγάλο πάθος στη ζωή του Ολμετά, εκτός από την μπάλα και τη διασημότητα –πριν μερικά χρόνια κέρδισε πανεύκολα ένα ριάλιτι σόου όπου επώνυμοι έκαναν τους αγρότες– ήταν και είναι το αγριογούρουνο. Αρκεί να πούμε ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που ίδρυσε, με σκοπό την προστασία των άρρωστων παιδιών, έχει ως έμβλημα το τρυφερό θηλαστικό. Η Κορσική είναι σημαντικός βιότοπος για τα αγριογούρουνα και κυρίως ένα μέρος όπου το κυνήγι τους επιτρέπεται όλον τον χρόνο.

Κι ο Πασκάλ κυνηγάει από την ηλικία των πέντε ετών. Όχι μόνο το αγριογούρουνο. Συμπαίκτες του στη Μαρσέιγ τον θυμούνται να γδέρνει λαγούς που μόλις είχε σκοτώσει στα ντους των αποδυτηρίων. Το αγριογούρουνο απλώς είναι η αδυναμία του, και μια από τις μεγάλες του στιγμές ήταν όταν έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Πάθος για αγριογούρουνο» – ναι, υπάρχει. Πρόσφατα, όμως, γνώρισε την κατακραυγή όταν εμφανίστηκαν φωτογραφίες του δίπλα σ’ έναν σκοτωμένο ελέφαντα. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι σκότωσε το παχύδερμο από αγάπη για τη φύση –οι ελέφαντες στη Ζιμπάμπουε, υποστηρίζει ο Πασκάλ, είναι υπερβολικά πολλοί κι η κυβέρνηση ενθαρρύνει το κυνήγι. Ακολουθώντας, στην επιχειρηματολογία του, την ίδια, κάπως διεστραμμένη λογική, που τον βοήθησε στην ποδοσφαιρική του καριέρα, μια καριέρα τερματοφύλακα-κυνηγού.

Ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα (αφού πρώτα σώθηκε από μια τραγωδία)

  [6 Σχόλια]

kubala

To μεσημέρι της 17ης Μαΐου του 2002 η Μπαρτσελόνα παρουσίαζε στους δημοσιογράφους τον Λούις Φαν Χαάλ, που επέστρεφε στον πάγκο της ομάδας δυο μόλις χρόνια αφότου τον είχε αφήσει. Στο τέλος της παρουσίασης ο πρόεδρος της ομάδας Ζοάν Γκασπάρ ανακοίνωσε στους παρευρισκόμενους τα άσχημα νέα και ζήτησε να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή: Ο Λάζλο Κουμπάλα είχε αφήσει την τελευταία του πνοή λίγη ώρα πριν.

Ο Κουμπάλα είχε εισαχθεί τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς σε μια κλινική της Βαρκελώνης με ανεπάρκεια ασβεστίου στο αίμα. Τρεις μήνες κράτησε η μάχη που έδωσε με την ασθένεια του. Τελικά έφυγε από τη ζωή μερικές μέρες πριν κλείσει τα 75 του. Στο σαλόνι του σπιτιού του υπήρχαν όλα τα μετάλλια και τα τρόπαια που κατέκτησε φορώντας τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, παρ’ όλα αυτά τα μεγαλύτερα κατορθώματα του δεν χωράνε σε καμία τροπαιοθήκη. Το 1999, τη χρονιά που η Μπάρτσα συμπλήρωνε 100 χρόνια ζωής, σε ένα γκάλοπ μεταξύ των οπαδών της, ο Κουμπάλα ψηφίστηκε «ο καλύτερος παίκτης που έχει φορέσει ποτέ τη φανέλα της ομάδας» και δεν χρειάζεται να είναι κανένας μεγάλος γνώστης του ποδοσφαίρου για να αντιληφθεί για πόσο σπουδαία διάκριση μιλάμε.

Ο, γεννημένος στη Βουδαπέστη, Κουμπάλα έφτασε στη Βαρκελώνη το 1950 και φόρεσε τα μπλαουγκράνα για μια ολόκληρη δεκαετία, κατά την οποία κέρδισε σχεδόν τα πάντα, καθοδηγώντας την ομάδα μαεστρικά και σκοράροντας ασταμάτητα. Η αγωνιστική υπεροχή του ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη και η προσωπικότητα του τόσο έντονη που όλοι όσοι έζησαν εκείνη τη Μπαρτσελόνα συμφωνούν πως αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που η ομάδα άλλαξε επίπεδο. Και αυτό δεν έγινε μόνο στα λόγια.

Ο ταλαντούχος και επιδειξίας Κουμπάλα ήταν το επίκεντρο της προσοχής και τα κατορθώματα του εντός και εκτός γηπέδων συζητιόταν σε όλη τη χώρα. Κάπως έτσι το παλιό γήπεδο της Μπάρτσα, το Λες Κορτς, σύντομα αποδείχτηκε πολύ μικρό για να χωρέσει τους ανθρώπους που ήθελαν να απολαύσουν τον Κουμπάλα και την ομάδα του. Όσοι δεν κατάφερναν να βρουν εισιτήριο για κάποιο από τα εντός έδρας παιχνίδια των Καταλανών έκαναν βόλτες γύρω από το γήπεδο με ένα ραδιοφωνάκι στο χέρι, σε μια προσπάθεια να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στις παραστάσεις του Ούγγρου. Βλέποντας όλη αυτή την απήχηση η διοίκηση της ομάδας επιτάχυνε τις διαδικασίες ανέγερσης νέου γηπέδου και κάπως έτσι οι ‘μπλαουγκράνα’ μετακόμισαν το 1957 στο τεράστιο Καμπ Νου.

kubala4

Η λατρεία του κόσμου για τον Κουμπάλα συνεχίστηκε και στο νέο γήπεδο και ο Ισπανός πλέον (αφού σύντομα απέκτησε την υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος παίκτης που παίζει για 3 διαφορετικές εθνικές, έχοντας φορέσει προηγουμένως και τη φανέλα της Τσεχοσλοβακίας) επιθετικός σπάνια τον άφηνε παραπονεμένο. Σε ένα παιχνίδι πρωταθλήματος με τη Σεβίλλη η Μπάρτσα βρέθηκε νωρίς πίσω στο σκορ με 3-0. Την ώρα που όλοι οι συμπαίκτες του έδειχναν να τα έχουν χαμένα ο Κουμπάλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα μετά το τρίτο γκολ και την κουβάλησε μέχρι τη σέντρα. Όταν έφτασε εκεί, την άφησε κάτω και έχοντας πλέον την προσοχή όλων, με αργές και ψύχραιμες κινήσεις μάζεψε ψηλά τα μανίκια της φανέλας του. Όλοι στο γήπεδο πήραν το μήνυμα. Είχε φτάσει η ώρα της απάντησης. Η Μπαρτσελόνα γύρισε τελικά το παιχνίδι και η φράση «τώρα μαζεύω τα μανίκια μου», συνώνυμη του «τα πράγματα σοβάρεψαν», έγινε μόδα στη Βαρκελώνη τα επόμενα χρόνια.

Ο Κουμπάλα δεν περιόριζε πάντως τις παραστάσεις του εντός αγωνιστικού χώρου. Τη δεκαετία εκείνη κάμποσοι ιδιωτικοί ντετέκτιβ ζούσαν κυριολεκτικά χάρη σε εκείνον, καθώς η διοίκηση προσπαθούσε να είναι ενήμερη ανά πάσα στιγμή για τα αμέτρητα νυχτοπερπατήματα του. Ο Ούγγρος αγαπούσε τη νύχτα, το αλκοόλ και τα πάρτι σε τέτοιο βαθμό που αρκετές φορές χρειαζόταν ειδικά μασάζ, κρύα ντουζ και καφέδες με αλάτι για να μπορέσει να συνέλθει πριν από τα παιχνίδια ή έστω να φτάσει σε μια ανεκτή κατάσταση νηφαλιότητας . Παρά τις αμέτρητες παρατηρήσεις που δεχόταν για τον τρόπο ζωής του, ο ίδιος αντιμετώπιζε το θέμα με ένα μείγμα χαλαρότητας και υπεροψίας, φτάνοντας στο σημείο να κλείνει συμφωνίες με τον προπονητή του μετά από ξενύχτια και πριν από φιλικά: «Αν σκοράρω δυο φορές, θα με αφήσεις να πάω σπίτι».

Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είχε συμβεί αν μια μέρα, μερικά χρόνια πριν από την εποχή της αποθέωσης στη Βαρκελώνη, ο Κουμπάλα δεν άλλαζε τελευταία στιγμή την απόφαση του να μπει σε ένα αεροπλάνο. Στις αρχές του 1949 ο Λάζλο Κουμπάλα εγκατέλειπε τη χώρα του στην καρότσα ενός φορτηγού, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή μακριά από την κομμουνιστική Ουγγαρία. Ο δρόμος τον έβγαλε στην Ιταλία, όπου για αρκετό καιρό έμεινε σε ένα καμπ προσφύγων. Η μικρούλα Προ Πάτρια, με έδρα τη Λομβαρδία, ήταν η μόνη που δέχτηκε να τον εντάξει στο δυναμικό της. καθώς η ΦΙΦΑ του είχε επιβάλλει τιμωρία ενός έτους μετά από καταγγελία της Ουγγρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, η οποία τον κατηγορούσε για αθέτηση του συμβολαίου που είχε με την Ουγγρική Βάσας, λιποταξία και έξοδο από τη χώρα χωρίς άδεια.

Στην πρώτη προπόνηση του με την Προ Πάτρια ο πρόεδρος της ομάδας τον προκάλεσε να κάνει 400 τσαλιμάκια, βάζοντας ως έπαθλο το ρολόι του. «Πίστευε ότι είναι αδύνατον, οπότε κι εγώ ξεκίνησα, αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί, μερικές συνεχόμενες κεφαλιές, 398, 399, 400, κανένα πρόβλημα. Για παν ενδεχόμενο στο τέλος έκανα και ένα γύρο του γηπέδου με τη μπάλα στον αέρα. Είχε μείνει έκπληκτος. Το ίδιο όμως κι εγώ. Ήταν ένα πραγματικά ωραίο ρολόι!» θυμόταν αρκετά χρόνια μετά ο Κουμπάλα.

kubala2

Η παρουσία του Ούγγρου στο ιταλικό ποδόσφαιρο δεν πέρασε απαρατήρητη και λίγους μήνες μετά αρκετές μεγάλες ομάδες ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση του. Κορυφαία όλων η Τορίνο, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε εντός συνόρων και αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή παικτών της εθνικής Ιταλίας. Οι άνθρωποι της προσέγγισαν τον Κουμπάλα και γρήγορα συμφώνησαν μαζί του. Το μόνο που έμενε ήταν να διευθετηθεί το πρόβλημα με την τιμωρία του.

Στις αρχές Μαΐου του 1949 η Μπενφίκα κάλεσε την Τορίνο στη Λισαβόνα για ένα φιλικό προς τιμήν του αρχηγού της, Φρανσίσκο Φερέιρα. Ήταν μια ιδανική ευκαιρία για τον Κουμπάλα να αγωνιστεί με τη νέα του ομάδα και να πάρει παιχνίδια στα πόδια του. Μερικές μόλις ώρες πριν την αναχώρηση όμως τα σχέδια του Ούγγρου άλλαξαν. Ο μικρός του γιος, που είχε καταφθάσει στην Ιταλία μαζί με τη μητέρα του λίγες μόλις μέρες πριν, αρρώστησε και ο Κουμπάλα δίχως να το σκεφτεί πολύ ακύρωσε τη συμμετοχή του στο φιλικό, επιλέγοντας να κάτσει μαζί του. Η Τορίνο ταξίδεψε στην Πορτογαλία χωρίς αυτόν αλλά με όλα τα υπόλοιπα αστέρια της. Εκεί ηττήθηκε με 4-3 αλλά αυτό είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο έμεινε στην ιστορία εκείνο το ταξίδι.

basilica-di-superga

Κατά την επιστροφή στην Ιταλία, στις 4 Μαΐου, το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή προσέκρουσε στο λόφο Σουπέργκα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι 31 επιβάτες του. Η Τορίνο έχασε μέσα σε μια στιγμή την καλύτερη φουρνιά παικτών της ιστορίας της και η εθνική Ιταλίας τους περισσότερους διεθνείς της. Δυο μέρες αργότερα η Ιταλική ομοσπονδία ανακήρυξε την (πρωτοπόρο σε εκείνο το σημείο, με 4 βαθμούς διαφορά από τη δεύτερη Ίντερ) Τορίνο πρωταθλήτρια, παρ’ότι υπήρχαν ακόμα 4 παιχνίδια, στα οποία οι αντίπαλοι της αγωνίστηκαν με τη δεύτερη ομάδα τους.

Ο Λάζλο Κουμπάλα δεν φόρεσε ποτέ τελικά τη φανέλα της Ιταλικής ομάδας. Η απόφαση του να μην ανέβει σε εκείνο το αεροπλάνο όχι μόνο έσωσε τη δικιά του ζωή αλλά βοήθησε σε μεγάλο βαθμό να αλλάξει και η ιστορία μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες σήμερα του πλανήτη. Το 2012, δεκατρία χρόνια μετά την ανακήρυξη του ως «ο καλύτερος παίκτης που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μπάρτσα», τρία χρόνια μετά τη μέρα που ένα άγαλμα του τοποθετήθηκε έξω από το Καμπ Νου και λίγους μήνες αφότου ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα δήλωσε στην 10η επέτειο του θανάτου του «ήταν αυτός που έκανε το Λες Κορτς τόσο μικρό για τους φιλάθλους μας», κυκλοφόρησε στην Ισπανία η βιογραφία του. Ο τίτλος της; «Ο ήρωας που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα».

kubala3

Κόπα Αμέρικα 2001: Το πιο ό,τι να’ναι τουρνουά της ιστορίας

  [3 Σχόλια]

ca2011

1 Ιουλίου 2001. Η Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία Νοτίου Αμερικής (γνωστή και ως CONMEBOL, ή πιο λαϊκά «η UEFA της Ν. Αμερικής») ανακοινώνει ότι το Κόπα Αμέρικα της Κολομβίας ακυρώνεται για λόγους ασφαλείας. Η ακύρωση ενός μεγάλου τουρνουά εθνικών ομάδων είναι από μόνη της ένα σοκαριστικό νέο αλλά η συγκεκριμένη απόφαση αποκτάει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις σοκ, δεδομένου ότι η πρώτη σέντρα της διοργάνωσης είχε προγραμματιστεί για τις 11 Ιουλίου, 10 μόλις μέρες μετά! Και κάπως έτσι ξεκίνησε το… πανηγύρι που εξελίχθηκε στο πιο «ό,τι να’ναι μεγάλο τουρνουά στην ιστορία του ποδοσφαίρου».

Για να ακριβολογούμε πάντως, η αρχή είχε γίνει καιρό πριν και πιο συγκεκριμένα τη μέρα που ανατέθηκε η διοργάνωση στην Κολομβία. Μια χώρα η οποία δεν είχε καταφέρει ακόμα να μειώσει τη δύναμη των καρτέλ και των διάφορων παραστρατιωτικών οργανώσεων που έκαναν ό,τι ήθελαν στο εσωτερικό της, σε έναν άτυπο εγχώριο πόλεμο που μετρούσε κάθε χρόνο εκατοντάδες αθώα θύματα. Οι όποιες ανησυχίες για την ασφάλεια των ομάδων αυξήθηκαν ραγδαία τους τελευταίους μήνες πριν την έναρξη του τουρνουά όταν η μεγαλύτερη Μαρξιστική ομάδα ανταρτών της χώρας απήγαγε τον αντιπρόεδρο της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

Έτσι, δέκα μέρες πριν το πρώτο παιχνίδι και μετά από αμέτρητες φήμες που κυκλοφορούσαν όλο το προηγούμενο διάστημα μπερδεύοντας τον κόσμο, οι ομάδες ενημερώθηκαν πως μπορούν να στείλουν τους παίκτες τους για διακοπές. Κάπου εδώ κανονικά η ιστορία θα τελείωνε και αυτό θα αποτελούσε απλά τον πρόλογο από ένα κείμενο αφιερωμένο στο Κόπα Αμέρικα του 2004. Αλλά εδώ μιλάμε για τη Λατινική Αμερική, ένα μέρος που μπορείς άνετα να αποκαλέσεις «το Βατερλώ της λογικής».

ca2001d

Πέντε μέρες μετά την ανακοίνωση της ακύρωσης και πέντε μέρες πριν το πρώτο προγραμματισμένο ματς (και αφού ακολούθησαν εκκλήσεις για αλλαγή της απόφασης από τον πρόεδρο της Κολομβίας αλλά και μια πρόταση από τη Βενεζουέλα να διοργανώσει αυτή το τουρνουά) η CONMEBOL κάνει επική κωλοτούμπα και παίρνει πίσω την απόφαση. Ακολουθεί ένα μικρό χάος. Ο Καναδάς (που μαζί με το Μεξικό ήταν οι ομάδες εκτός Ν. Αμερικής που είχαν προσκληθεί να πάρουν μέρος στη διοργάνωση) ανακοινώνει πως οι παίκτες του έχουν ήδη επιστρέψει στις ομάδες τους και είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν ξανά. Θυμίζοντας λίγο παρέα που έχει κλείσει 5Χ5 και τελευταία στιγμή κάποιος ασυνείδητος ακυρώνει, αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να ξεπέσουν σε παρακαλετά προς οποιονδήποτε γνωστό έχει δυο υγιή πόδια, οι υπεύθυνοι της Κολομβίας αρχίζουν τα τηλέφωνα απελπισίας και στέκονται τυχεροί καθώς η Κόστα Ρίκα, του γνωστού μας από τον ΟΦΗ Ρόναλντ Γκόμεζ, είναι πρόθυμη να καλύψει άμεσα το κενό. Τότε σκάει το δεύτερο και μεγαλύτερο πρόβλημα.

Η πιο δυνατή ομάδα της ηπείρου εκείνη τη χρονιά, η Αργεντινή του Μαρσέλο Μπιέλσα, αρνείται να ταξιδέψει στην Κολομβία, επικαλούμενη θέματα ασφαλείας και πιο συγκεκριμένα απειλές θανάτου προς τους παίκτες της από τρομοκρατικές οργανώσεις της Κολομβίας. Οι Κολομβιανοί κάνουν ό,τι μπορούν για να τους μεταπείσουν, προτείνοντας εξτρά μέτρα ασφαλείας για τους Αργεντινούς, και όταν αντιλαμβάνονται πως η απόφαση είναι οριστική ανοίγουν πάλι την ατζέντα με τα τηλέφωνα, ψάχνοντας νέο διαθέσιμο αντικαταστατή. Όλα αυτά ελάχιστες μέρες πριν την πρώτη σέντρα!

Κάποιες φορές η σωτηρία έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Κάτι τέτοιο συνέβη και το 2001. Το Κόπα Αμέρικα της Κολομβίας πραγματοποιήθηκε γιατί η αδιάφορη και αντιεμπορική Ονδούρα σκέφτηκε «δεν γαμείς, δεν έχω ξαναπαίξει ποτέ σε Κόπα Αμέρικα, ευκαιρία είναι, τι έχω να χάσω;» και έκανε το αδιανόητο: μέσα σε μια μέρα συγκέντρωσε όσους παίκτες μπορούσε, τους έχωσε σε ένα αεροπλάνο της πολεμικής αεροπορίας της Κολομβίας και τους μετέφερε άρον-άρον στο, φημισμένο, Μεντεγίν.

Η επιλογή της αποστολής ήταν φυσικά εναρμονισμένη με τον «ό,τι να’ναι» χαρακτήρα της διοργάνωσης. Οι περισσότεροι καλοί παίκτες της χώρας έμειναν πίσω καθώς εκείνη την περίοδο κρινόταν ο τίτλος του εγχώριου πρωταθλήματος. Όσο για το επίπεδο του σασπένς, αυτό είχε ήδη πιάσει ταβάνι, αφού το αεροπλάνο που μετέφερε την ομάδα προσγειώθηκε στην Κολομβία μερικές ώρες αφότου είχε ξεκινήσει η διοργάνωση και, ταυτόχρονα, μερικές ώρες πριν το εναρκτήριο παιχνίδι της Ονδούρας! Ποιος ήταν ο αντίπαλος; Η ομάδα που επίσης έμαθε ότι θα λάβει μέρος στο τουρνουά λίγες μέρες πριν, η Κόστα Ρίκα.

Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, με το που κύλησε η μπάλα στο χορτάρι όλα τα προβλήματα ξεχάστηκαν και η προσοχή στράφηκε στο αγωνιστικό σκέλος. Εκεί το τουρνουά συνέχισε να επιβεβαιώνει τη διαφορετικότητα του, ενισχύοντας το… υφάκι «εγώ δεν είμαι σαν τα άλλα τουρνουά που έχεις γνωρίσει». Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καν προετοιμαστεί για να παίξουν μπάλα εκείνη την εποχή (θυμίζοντας λίγο από Δανία του Euro 1992), Κόστα Ρίκα και Ονδούρα τερμάτισαν πάνω από την Ουρουγουάη και τη Βολιβία και προκρίθηκαν στα νοκ άουτ μαζί με όλα τα υποτιθέμενα φαβορί. Και εκεί ήρθε το μεγαλύτερο σοκ απ’όλα.

Η αποδεκατισμένη, απροετοίμαστη και χαμηλής δυναμικότητας «εκ γενετής» Ονδούρα των άγνωστων παικτών πέταξε εκτός διοργάνωσης με 2-0 την μεγάλη και τρανή Βραζιλία, που μπορεί να μην ταξίδεψε στην Κολομβία με όλα της τα αστέρια αλλά ακόμα κι έτσι είχε στο ρόστερ της παίκτες του επιπέδου του Ζουνίνιο, του Έμερσον, του Ντενίλσον, του Ντίντα, του Ρόκε Ζούνιορ, παίκτες δηλαδή που ένα χρόνο μετά συμμετείχαν στην ομάδα που κέρδισε το Μουντιάλ. «Εγώ, ο Μπιγκ Φιλ, θα μείνω στην ιστορία ως ο Βραζιλιάνος προπονητής που έχασε από την Ονδούρα. Είναι τραγικό αλλά η Ονδούρα έπαιξε καλύτερα από εμάς και άξιζε τη νίκη» κατάφερε να ψελλίσει μετά το τέλος ο, μετέπειτα παγκόσμιος πρωταθλητής, Φελίπε Σκολάρι, που όντας τιμωρημένος από το προηγούμενο ματς με την Παραγουάη, είδε το παιχνίδι από την κερκίδα.

Η ηρωική Ονδούρα δεν κατάφερε να πάει πιο μακριά, καθώς στον ημιτελικό οι διοργανωτές, υποψιασμένοι μετά το κάζο των Βραζιλιάνων, δεν τους άφησαν περιθώρια για μεγαλύτερα όνειρα, ανοίγοντας το σκορ μόλις στο 6′. Το τελευταίο σφύριγμα έστειλε την Κολομβία για πρώτη φορά στην ιστορία της σε τελικό και άφησε την Ονδούρα με τη γλυκιά ανάμνηση του θριάμβου επί των Βραζιλιάνων, μια νίκη που ακόμα και σήμερα θεωρείται, δικαιωματικά, η μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του θεσμού.

ca2001c

Αντίπαλος της Κολομβίας στον μεγάλο τελικό ήταν άλλη μια ομάδα που δεν είχε σηκώσει ποτέ Κόπα Αμέρικα, το Μεξικό. Η δίψα των Κολομβιανών για έναν τίτλο ήταν τεράστια, ειδικά σε μια εποχή κατά την οποία η χώρα υπέφερε από αμέτρητα εσωτερικά προβλήματα. Το μεγαλύτερο στάδιο της Μπογκοτά ήταν κατάμεστο από 47.000 ανθρώπους αλλά μια τέτοια κωμικοτραγική διοργάνωση δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς μερικά ακόμα ευτράπελα.

Λίγα λεπτά μετά τη σέντρα του αγώνα ο διαιτητής αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά το παιχνίδι όταν ξαφνικά έπεσαν στο γήπεδο δυο αλεξιπτωτιστές! Όπως αποδείχτηκε αργότερα, η εμφάνιση τους ήταν μέρος του μικρού τελετουργικού που είχε οργανωθεί για το pre-game show, όμως για λόγους που κανένας ποτέ δεν έμαθε, οι δύσμοιροι αλεξιπτωτιστές κάπου καθυστέρησαν στη… διαδρομή, με αποτέλεσμα να προσγειωθούν στο γήπεδο κατόπιν εορτής.

ca2001

Όπως θα περίμενε κανείς από έναν τελικό Κόπα Αμέρικα, τα τάκλιν – κάθε είδους – είχαν την τιμητική τους, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το Μεξικό να τελειώσει το παιχνίδι με 9 παίκτες! Με ένα γκολ στο δεύτερο ημίχρονο του Ιβάν Κόρντομπα, της Ίντερ, η Κολομβία κέρδισε με 1-0, πανηγύρισε τον πρώτο σπουδαίο τίτλο της και πέρασε στην Ιστορία ως η νικήτρια της πιο κουλής μεγάλης διοργάνωσης που έχει υπάρξει ποτέ, μια διοργάνωση που πέντε μέρες πριν την έναρξη της οι παίκτες των ομάδων ετοίμαζαν τις βαλίτσες τους, είτε για να επιστρέψουν στους συλλόγους τους, είτε για να πάνε διακοπές.

ca2001b

Ο χοντρός που τα κατάφερε

  [2 Σχόλια]

Lucas-Pratto-conto-estreno-Seleccion_OLEIMA20160902_0145_28

Κέμπες, Κανίγια, Μπατιστούτα, Μπάλμπο, Κρέσπο, Ιγκουαΐν, Αγκουέρο. Μερικά από τα ονόματα που έχουν αναλάβει το ρόλο του επιθετικού στην εθνική Αργεντινής από το παρελθόν μέχρι και σήμερα. Παίκτες με ποιότητα, ονόματα που πουλάν φανέλες, που τα παίρνεις στις ομάδες σου στο Μάνατζερ, παίκτες που έγραψαν ιστορία στους συλλόγους τους. Κι απόψε κοιτάς τις εντεκάδες στο υπερ-κρίσιμο Αργεντινή-Κολομβία και βλέπεις ένα όνομα που ίσως να σου είναι άγνωστο. Λούκας Πράτο. Αν δεν παρακολουθείς συχνά ποδόσφαιρο Ν. Αμερικής μπορεί να φανταστείς ότι είναι ένα νέο υπερ-ταλέντο, κάτι σαν τον Ντιμπάλα που σου διέφυγε.

Κι όμως, ο Λούκας Πράτο είναι 28 χρονών και δεν θυμίζει σε τίποτα τους παραπάνω ποιοτικούς ποδοσφαιριστές. Το σουλούπι του βγαλμένο από μέρες μπασκετικών πίβοτ δεινοσαύρων στιλ Λάζαρου Παπαδόπουλου. Ένα αργό φορ, βαρύ, μοιάζει επιθετικός βγαλμένος από χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ. Πολύ δύσκολα να σε εντυπωσιάσει με την πρώτη ματιά. Οι περισσότεροι θα πουν ότι είναι κατάντια να παίζει η Αργεντινή με ένα τέτοιο φορ, ίσως και να έχουν δίκιο. Από την άλλη, είναι μια ποδοσφαιρική ιστορία μόχθου.

pratto
«Δεν είχα λεφτά για παπούτσια, η μάνα μου τα έφτιαξε σε έναν τσαγκάρη της γειτονιάς πολύ φτηνά. 25 πέσος τα μαύρα ή 30 αν ήθελες και χρώμα. Τα έκανα άσπρα σαν την Καμπεσέρες και μου έφτιαξε και ένα σήμα της Nike»

Από μικρός έβλεπε μπάλα. Ο πατέρας του τον πήγαινε να δει το είδωλό του, τον αδερφό του που έπαιζε τέρμα στην τοπική ομάδα. Τερματοφύλακας θα έπαιζε κι ο ίδιος, του άρεσε και του είχαν πει άλλωστε ότι αυτό του ταιριάζει. Ήταν χοντρός, γι’ αυτό η θέση του ήταν εξ ορισμού εκεί. Υπέμενε το μπούλινγκ των πιτσιρικάδων που τον φώναζαν «χοντρομπαλά» και «καμπούρη» και ξεκίνησε στο τέρμα. Είδε όμως ότι δεν του άρεσε, δοκίμασε στο κέντρο, έπαιζε καλά και τελικά κατέληξε στην επίθεση που σκόραρε. Οι γονείς του χώρισαν, η μητέρα του καθάριζε τα σπίτια των γειτόνων για να ταΐζει τα παιδιά της. Πολύ συχνά τα χρήματα δεν έφταναν, το δείπνο τους το αποτελούσε ένα μπρίκι από το ρόφημα της Ν. Αμερικής, το μάτε κι αν ήταν τυχεροί το συνόδευαν με ψωμί. Ο Πράτο χτυπούσε πόρτες γειτόνων για να φάει, όταν μεγάλωσε λίγο μοίραζε διαφημιστκά στο δρόμο, αργότερα έκανε και τον πορτιέρη σε πάρτι. Ήταν ψηλός για την ηλικία του (εκτός από… εύσωμος). Ο «χοντρός» όμως λάτρευε την μπάλα και έπαιζε σε μια μικρή ομάδα έξω από την Λα Πλάτα, ήταν η διέξοδός του. Το πρωί πήγαινε με το ποδήλατο στο σχολείο και το μεσημέρι περπατούσε μια ώρα για να πάει στην προπόνηση και άλλη μία για να γυρίσει.  Μέχρι που τον πήρε η Μπόκα μετά από εισήγηση του Μαρτίν Παλέρμο που είχε μάθει γι’ αυτόν.

Η πορεία του Πράτο φαινόταν να είναι ανοδική, καθώς στα 15 του σκόραρε ακατάπαυστα στις μικρές ομάδες της Μπόκα και κατέκτησε το πρωτάθλημα. Όταν όμως έφτασε η ώρα να μπει στην πρώτη ομάδα δεν τα κατάφερε. Δεν έπεισε κανέναν, στις ελάχιστες φορές που πήρε ευκαιρία δεν έλαμψε και σε ένα εργασιακό περιβάλλον τόσο ανταγωνιστικό όπως αυτό του Μπομπονέρα δεν έχεις πολλές στιγμές διαθέσιμες. Γκαΐτάν, Μόουτσε, Βιάτρι, Παλέρμο, δύσκολα να σταθεί. Στάλθηκε πακέτο στην Τίγκρε που κι εκεί όμως δεν ικανοποίησε και κυρίως δεν σκόραρε. Ο επόμενος δανεισμός του ήταν στην Λιν της Νορβηγίας, χωρίς να λάμψει ούτε εκεί. Το αγροτικό του τελείωσε, γύρισε στο Μπομπονέρα που και πάλι δεν είχε ευκαιρίες και άρχισαν ξανά οι δανεισμοί. Τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης στη Β’ εθνική με την Ουνιόν Σάντα Φε και στη συνέχεια δανεισμός στην Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα της Χιλής. Παρά την γκρίνια για το βάρος του, ο Πράτο άρχισε να σκοράρει βοηθώντας την ομάδα του Πίτσι τόσο στο πρωτάθλημα, όσο και στο Λιμπερταδόρες, σκοράροντας δις στο Πόρτο Αλέγκρε επί της Γκρέμιο και δίνοντας την πρόκριση για τους 8. Βγήκε καλύτερος ξένος ποδοσφαιριστής στο πρωτάθλημα της Χιλής το 2011.

Η Τζένοα έδωσε πάνω από 2 εκατομμύρια για να τον πάρει, η Μπόκα δεν αρνήθηκε, αλλά το 2ο πέρασμα του Πράτο στην Ευρώπη ήταν εξίσου μέτριο. Ο πρόεδρος της Τζένοα και ο κόουτς Μαλεζάνι τον είδαν σαν το νέο Μιλίτο, τον έβαλαν παρτενέρ του Παλάσιο, αλλά το πείραμα απέτυχε. Η Βέλεζ τον πήρε πίσω στην Αργεντινή δανεικό αρχικά και μετά τον αγόρασε και ο Πράτο κατέκτησε μαζί της ένα πρωτάθλημα και δυο ακόμα κύπελλα. Σκόραρε πολλά και κρίσιμα γκολ, βγήκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα το 2013, ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της Βέλεζ το 2013 και 2014 και αγαπήθηκε από τον κόσμο της ομάδας. Το καλό συμβόλαιο ήρθε από τη Βραζιλία και ο Πράτο βγάζει τις καϊπιρίνιες του πλέον στην Ατλέτικο Μινέιρο. Κατέκτησε το τοπικό πρωτάθλημα σκοράροντας έξι φορές σε δέκα παιχνίδια, ενώ στο πρωτάθλημα Βραζιλίας έβαλε 13 γκολ και η ομάδα του κατέκτησε τη 2η θέση. Ο κόσμος τον αγαπάει και εκεί, τον αγαπάει γιατί δίνει τα πάντα στο χορτάρι. Βάζει το καλό της ομάδας πάνω από τον εαυτό του, μάχεται να καλύψει τις αδυναμίες του.

image1

Ο τωρινός προπονητής της Αργεντινής Εντγκάρντο Μπάουσα τον ήθελε στην Σάο Πάολο, αλλά δεν κατάφερε να τον αγοράσει. Τον πήρε όμως στην εθνική Αργεντινής εν μέσω επικρίσεων. Τόσο ταλέντο, τόσοι παικταράδες και παίρνει τον 28χρονο Πράτο; Ο Λούκας έκανε ντεμπούτο απέναντι στην Ουρουγουάη. Η πρώτη φορά από το 2013 που η Αργεντινή δεν ξεκίνησε με κάποιον εκ των Ιγκουαΐν, Τέβες, Αγκουέρο στην επίθεση. Έδωσε τις μάχες του απέναντι στον Γοδίν και τον Χιμένες της Ατλέτικο. Δεν σκόραρε, έκανε όλη τη βρώμικη δουλειά όμως. Στο ματς με τη Βραζιλία, ο Μπάουσα δεν τον εμπιστεύτηκε μέσα στο «σπίτι του», το Μπέλο Οριζόντε. Ο Πράτο έζησε απ’ έξω την ντροπή του 3-0. Σήμερα απέναντι στην Κολομβία, όπως όλα δείχνουν θα ξεκινήσει, σε ένα ματς που υπάρχει μόνο η νίκη. Το παιδάκι που δεν είχε να φάει και του έλεγαν να κάτσει τέρμα, κατάφερε στα 28 του να παίζει σέντερ φορ στην αλμπισελέστε. Κι αν για την Αργεντινή είναι δείγμα της κακής κατάστασης των αστεριών της, για τον Πράτο είναι το θαύμα της επιμονής και η δικαίωση μιας ολόκληρης ζωής. Ακόμα κι αν δεν καταφέρει να σώσει αυτός την παραπαίουσα εθνική του.

Όταν το Μπερναμπέου αποθέωσε τον ντελ Πιέρο

  [3 Σχόλια]

Ήταν 5 Νοεμβρίου του 2008 όταν το Μπερναμπέου υποδεχόταν τη Γιουβέντους στη φάση των ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ. Λίγες μέρες πιο πριν, οι ομάδες είχαν βρεθεί στο Τορίνο για την 3η αγωνιστική και με γκολ (πανέμορφο) του ντελ Πιέρο και του Αμάουρι οι Ιταλοί κέρδισαν 2-1. Η Ρεάλ ήθελε και να πάρει εκδίκηση, αλλά και να πάρει την πρώτη θέση. Τέσσερις μέρες πριν τα γενέθλιά του όμως, ο τεράστιος Αλεσάντρο ντελ Πιέρο έδωσε το δικό του μοναδικό σόου μπροστά σε 71.560 θεατές.

Το καταπληκτικό γκολ στο Τορίνο

Μια Γιουβέντους που ήταν ακόμα στην προσπάθεια αναδόμησής της, με ένα ρόστερ όχι τόσο καλό. Στην 11αδα της εκείνο το βράδυ, ο Κλαούντιο Ρανιέρι είχε τους Μάνινγκερ (λόγω απουσίας του Μπουφόν φυσικά), Μέλμπεργκ, Σισοκό, Μολινάρο, Μαρκιόνι και Λεγκροτάλιε. Όχι το καλύτερο σύνολο του κόσμου. Η Ρεάλ πίεζε, αλλά η Γιούβε ήταν αυτή που έβαλε το 1ο γκολ στην πρώτη ουσιαστική επίθεσή της. Ο Μαρκιόνι έκλεψε την μπάλα από τον Γκούτι, έδωσε στον ντελ Πιέρο, αυτός βρήκε χώρο και απέναντι στον Καναβάρο, που αποδοκιμαζόταν από τους τιφόζι για το γεγονός ότι παράτησε τη Γιούβε δυο χρόνια πριν και δεν συνέχισε στη Β’ εθνική, προχώρησε και σούταρε με το αριστερό του ένα χαμηλό σουτ που κατέληξε στην εστία του Κασίγιας. Ο πανηγυρισμός, η γλώσσα έξω, αλλά ήταν μόνο η αρχή.

Η Ρεάλ προσπάθησε να αντιδράσει, έκανε κάποιες φάσεις, αλλά η αλήθεια είναι ότι η ομάδα του Σούστερ μπλόκαρε απέναντι στην ιταλική άμυνα. Η βραδιά είχε όμως κι άλλες συγκινήσεις. Στο 67′ η Γιούβε κέρδισε φάουλ, ο ντελ Πιέρο έστησε την μπάλα, είδε το τείχος, είδε τον Κασίγιας και σαν να έβαζε ένα ποτήρι νερό, σούταρε πάνω από το τείχος, έστειλε την μπάλα στην κλειστή γωνία του Κασίγιας και έγραψε το 0-2 και τη δική του «ντοπιέτα», φτάνοντας τα τρία γκολ επί της Ρεάλ σε λιγότερο από έναν μήνα.

Το σκορ δεν άλλαξε μέχρι το τέλος και στο 93′ ο Ρανιέρι πέρασε τον ντε Τσέλιε στη θέση του ντελ Πιέρο. Και τότε το γκρινιάρικο, συχνά αλαζονικό κοινό του Μπερναμπέου αναγκάστηκε να παραδεχτεί την ανωτερότητα και να τιμήσει έναν μεγάλο καλλιτέχνη του ποδοσφαίρου. Το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και αποθέωσε τον αντίπαλο. Κι ο ντελ Πιέρο, πάντα προσγειωμένος, χειροκρότησε κι αυτός και υποκλίθηκε. «Ήταν αυθόρμητο, ένιωσα σαν τον διευθυντή μιας ορχήστρας που ευχαριστούσε το κοινό του. Ήταν ένα δείγμα σεβασμού για αυτούς που μου απέδωσαν φόρο τιμής. Ένιωσα περηφάνια γι’ αυτό. Αντιμετώπισα αρκετές φορές τη Ρεάλ και έχει δημιουργηθεί μια συμπάθεια μεταξύ μας». Ήταν η πρώτη νίκη της Γιουβέντους στο Μπερναμπέου μετά τα προημιτελικά του 1961-62 όταν το γκολ του Ομάρ Σίβορι έδωσε τη νίκη στη Γιουβέντους, μια από αυτές τις βραδιές που γράφουν θρύλους.

Όταν ο Καρλέτο τα έβαλε με ένα πέταλο

  [8 Σχόλια]

mazzone

Πόσο εύκολο είναι να ξεχωρίσεις ένα ματς ανάμεσα σε πάνω από χίλια; Ο Κάρλο Ματσόνε (για τους φίλους Καρλέτο) είναι ένας κλασσικός Ρωμαίος που μιλάει με βαριά τοπική προφορά (σαν του Τότι). Κεντρικός αμυντικός ως ποδοσφαιριστής, έκλεισε την καριέρα του στην Άσκολι, παίζοντας στην τελευταία του σεζόν σαν παίκτης-προπονητής, μόλις στα 31 του, όταν ο τότε πρόεδρος της ομάδας διέκρινε ότι ο Ματσόνε ήξερε από μπάλα και τον έπεισε να αναλάβει. Πράγματι, το μέλλον τον δικαίωσε. Ο Ματσόνε έμεινε αρκετές σεζόν στην Άσκολι και έχει το ρεκόρ αγώνων στην Ιταλία, πάνω από 1000 παιχνίδια έχει μανατζάρει σε μια καριέρα που ξεκίνησε το 1968 και κράτησε σχεδόν 40 χρόνια, με τα περισσότερα από αυτά στην Α’ εθνική.. Από τα χέρια του έχουν περάσει πολύ μεγάλοι παίκτες, τον Τότι τον θεωρούσε γιο του, ο Πίρλο άλλαξε θέση με τον Ματσόνε, ο Μπάτζιο πέρασε δεύτερη νεότητα, ενώ Κόντε και Γκουαρδιόλα πήραν αρκετά στοιχεία ως προπονητές. Δούλεψε σε πολλούς συλλόγους, αλλά η καρδιά του ήταν πάντα στη Ρόμα.

a13ffe45dff8071416f35d08bac181e4

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 2001 γράφτηκε μια από τις στιγμές που σημάδεψαν την καριέρα του Ματσόνε. Η Μπρέσιά του υποδεχόταν την Αταλάντα στο εκτός-Μιλάνου μεγάλο ντέρμπι της Λομβαρδίας. Δυο πόλεις με κόντρα αιώνων, δυο ομάδες που δεν θέλουν να χάνουν ποτέ αυτά τα ματς. Πριν τον αγώνα παρουσιάστηκε ο Πεπ Γκουαρδιόλα (φορώντας από τότε τα ίδια χίπστερ ρούχα ρε φίλε), το 30χρονο νέο απόκτημα της ομάδας της Μπρέσια και ο κόσμος ήταν πολύ ζεστός. Οι τιφόζι της Αταλάντα που έκαναν τα περίπου 50 χιλιόμετρα από το Μπέργκαμο μέχρι το Στάδιο Μάριο Ριγκαμόντι είδαν την Μπρέσια να προηγείται με 1-0 χάρη σε γκολ του Ρομπέρτο Μπάτζιο στο 24′. Πριν όμως καλά καλά κοπάσουν οι πανηγυρισμοί των γηπεδούχων, η Αταλάντα κατάφερε να κάνει το 1-2 μέχρι το 29′ και μέχρι το τέλος του ημιχρόνου το σκορ είχε γίνει 1-3. Στο πέταλο των φιλοξενούμενων πετούσαν από χαρά και μια που δεν είναι τα καλύτερα παιδιά άρχισαν να ειρωνεύονται και να βρίζουν τον Κάρλο Ματσόνε. Τόσο για την καταγωγή του από τη Ρώμη (η κλασική κόντρα βορρά-νότου), όσο και να τα βάζουν με την οικογένειά του.

Ο Ματσόνε αρχίζει και φορτώνει, καθώς λίγους μήνες πιο πριν άκουγε τα ίδια συνθήματα στην ήττα με 0-3 ανήμερα των 64ων γενεθλίων του, πάλι από τους ίδιους αντιπάλους. Μπαίνει στα αποδυτήρια και ζητάει από τους παίκτες του μια ανατροπή που θα τη θυμούνται για πολλά χρόνια, ενώ κάνει και δύο αλλαγές. Η Αταλάντα συνεχίζει να κυριαρχεί, χάνει δυο μεγάλες ευκαιρίες με τον Κομαντίνι για το 1-4, τα συνθήματα συνεχίζονται από τους ταξιδιώτες του Μπέργκαμο. Ο Μπάτζιο όμως δίνει ξανά το παρόν, παίζει με πλάτη λες και είναι ο Κλόζε και κάνει το 2-3. Ο Καρλέτο εκρήγνυται, σηκώνεται από τον πάγκο και απευθύνεται στους τιφόζι της Αταλάντα: «Αν ισοφαρίσουμε θα έρθω εκεί». Κανείς δεν τον πιστεύει.

bergamo

Το ματς συνεχίζεται και καθώς περνάει η ώρα, φαίνεται ότι η υπόσχεση δεν θα τηρηθεί. Οι Μπεργκαμέζοι αρχίζουν πάλι τα συνθήματα καθώς πλησιάζουμε στις καθυστερήσεις. Ο μικρός Βούδας είναι εκεί όμως για να σώσει την κατάσταση. Η Μπρέσια κερδίζει φάουλ που καταλογίζει ο Κολίνα, ο Ρόμπι το εκτελεί και η μπάλα καταλήγει κάπως στα δίχτυα για το τρίτο γκολ του Μπάτζιο. Ο Ματσόνε στα 64 του, με το άσπρο μαλλί και την κοιλίτσα αρχίζει ένα τρέξιμο (τζόκινγκ θα το χαρακτήριζα) προς το πέταλο, κάποιος προσπαθεί να τον συγκρατήσει, αλλά αυτός είναι σε φάση «αφήστε με, θα κάμω ζημιά». Διασχίζει όλο το γήπεδο βρίζοντας στην αργκό της Ρώμης και φτάνει στους Μπεργκαμέζους για να τους τα πει ένα χεράκι, ενώ αυτοί του πετάνε αντικείμενα. Η εκδίκηση έχει έρθει. Ο Ματσόνε με τη βαριά φωνή δηλώνει μετά το τέλος του αγώνα ότι τόσα χρόνια έχει ανεχτεί πολλά, αλλά δεν δέχεται να βρίζουν τους νεκρούς γονείς του και την πατρίδα του τη Ρώμη. «Οι Μπεργκαμέζοι πρέπει πλένουν το στόμα τους πριν μιλήσουν για τη Ρώμη» λέει και περιμένει το φύλλο αγώνα. Τιμωρείται τελικά από την λίγκα με αρκετές αγωνιστικές, αλλά δεν το μετανιώνει.

Βουλγαρία ’93-’94: Ωδή στην πιο καλτ ομάδα όλων των εποχών

  [8 Σχόλια]

Trifon IVANOV et Hristo STIOCKHOV 2

Ο Χρίστο Στόιτσκοφ, γνωστός θεολόγος-ποδοσφαιριστής στον οποίο χρωστάμε το δόγμα «Υπάρχουν δυο Χριστοί, ο ένας στον ουρανό, εγώ παίζω στην Μπαρτσελόνα», θα επαναλάβει πολλές φορές την άποψή του για την εθνικότητα του Μεγαλοδύναμου στη διάρκεια των εννιά μηνών που σημάδεψαν την ιστορία της Εθνικής Βουλγαρίας: «Ο Θεός είναι Βούλγαρος». Ένα βράδυ του Ιουλίου του 1994 θα προσθέσει, πικραμένος: «Ο διαιτητής, όμως, ήταν Γάλλος». Έκτοτε, ο εν λόγω διαιτητής και διάφοροι συμπατριώτες του (Πλατινί, Ντεσαγί, Ριμπερί…) θα ακούνε σε κάθε ευκαιρία τα σχετικά γαλλικά από τον Χρίστο, που αντίθετα με τον Θεό, δεν συγχωρεί. Μα τι ακριβώς είχε συμβεί;

Οκτώβριος του 1993. Προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου των Η.Π.Α. Η Γαλλία προκρίνεται σχεδόν σίγουρα αν στα δυο τελευταία ματς, με Ισραήλ και Βουλγαρία στην έδρα της, κάνει μια ισοπαλία. Μια Εθνική Γαλλίας θεωρητικά πανίσχυρη, με το δίδυμο Ζαν-Πιέρ Παπέν (Χρυσή Μπάλα το 1991) και Ερίκ Καντονά, μερικούς μελλοντικούς παγκόσμιους πρωταθλητές και τον «Ελ Μανίφικο» Νταβίντ Ζινολά. Καταφέρνουν να χάσουν από το Ισραήλ, που πετυχαίνει την πρώτη εκτός έδρα νίκη του στην Ευρώπη. Απομένει το ματς με τη Βουλγαρία. Τη συνέχεια τη φαντάζονται όσοι γνωρίζουν τι γίνεται συνήθως όταν πάει κανείς για τα περίφημα «δύο αποτελέσματα».

Αν οι Γάλλοι είχαν μεγάλους παίκτες, οι Βούλγαροι είχαν ημίθεους. Και δεν αναφερόμαστε στο ότι πολλοί από αυτούς έπαιξαν ωραία μπάλα σε δυτικοευρωπαϊκές ομάδες. Αναρωτιέται κανείς πότε στη ιστορία του ποδοσφαίρου εμφανίστηκε ξανά ομάδα με τόσο μυθικές χαίτες –όχι όλες φυσικές–, τέτοιες ξενυχτισμένες φάτσες, τέτοιους ανεπανάληπτους παλιοχαρακτήρες. Ο Στόιτσκοφ στα 19 του τιμωρήθηκε με ισόβιο αποκλεισμό από το ποδόσφαιρο επειδή έπαιξε ξύλο σε έναν τελικό κυπέλλου –η ποινή μειώθηκε κι έτσι μπόρεσε να τιμωρηθεί και στην Ισπανία, όπου πάτησε έναν διαιτητή. Ο άσπονδός του φίλος, Εμίλ Κοσταντίνοφ, πανηγύριζε συχνά τα γκολ του δείχνοντας στους θεατές το μεσαίο του δάχτυλο. Ο αξέχαστος Τρίφον Ιβάνοφ αγόρασε κάποτε ένα άρμα μάχης για να κόβει βόλτες στους αγρούς του Βέλικο Τάρνοβο και τσατιζόταν όταν του το ανέφεραν σαν κάτι περίεργο: «Πώς κάνετε έτσι; Λίγους μήνες μόνο το κράτησα, ήθελα να δω πώς είναι να οδηγείς τανκς». Ο Γιόρνταν Λέτσκοφ, ο άνθρωπος που υποψιαζόμαστε ότι ενέπνευσε το κούρεμα του «Φαινόμενου» Ρονάλντο το 2002, υποστήριζε πως απέκτησε τη μυθική τούφα στο μπροστινό μέρος του γυμνού του κρανίου εξαιτίας του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ. Δυστυχώς η βουλγάρικη δικαιοσύνη δεν έδειξε την απαραίτητη ευαισθησία στο δράμα του και το 2013 καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκιση για μια υπόθεση διαφθοράς, στην οποία μπλέχτηκε όντας δήμαρχος. Ο τερματοφύλακας Μπόμπι Μιχαΐλοφ, άλλο θύμα του Τσερνομπίλ, έπαιζε για χρόνια με περουκίνι. Τώρα είναι ο μισητός πρόεδρος της βουτηγμένης στα σκάνδαλα Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

 bulgaria

Νοέμβριος του 1993. Η εντατική προετοιμασία για τη μητέρα των μαχών κόντρα στη Γαλλία διακόπτεται κακήν κακώς και η Εθνική Βουλγαρίας εγκαταλείπει εσπευσμένα τη χώρα. Ο προπονητής Ντιμίταρ Πένεφ, θείος του Λιούμπο, υποψιάζεται ότι οι παίκτες του είχαν μια κάποια τάση στο ξενύχτι. Βάζει λοιπόν, άδεια πακέτα τσιγάρων μπροστά από τις ρόδες των αυτοκινήτων τους και διαπιστώνει ότι τη νύχτα οι περισσότεροι το έσκαγαν από το ξενοδοχείο και απολάμβαναν ανενόχλητοι τις χαρές της μετακομμουνιστικής νυχτερινής Σόφιας. Για να διασταυρώσει τις πληροφορίες του, δεν διστάζει να καταφύγει και σε άλλα σατανικά τεχνάσματα. Το πρωί έλεγε στον Στόιτσκοφ: «Χρίστο, ο Λιούμπο είπε ότι βγήκες χτες, ισχύει;». Μετά πήγαινε στον ανιψιό του:«Λιούμπο, τι έμαθα από τον Χρίστο, ξενύχτησες;». Επόμενος προορισμός της ομάδας ο Μέλας Δρυμός, όπου οι πειρασμοί ήταν, λογικά, μικρότεροι, κι όπου οι Γερμανοί παραχώρησαν τις προπονητικές τους εγκαταστάσεις ώστε να μαντρωθούν για μια εβδομάδα οι Βαλκάνιοι γλεντζέδες.

Νέο πρόβλημα: ο (θείος) Πένεφ ανακαλύπτει τρεις μέρες πριν το ματς ότι ο (ανιψιός) Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ δεν μπορούν να πάνε στη Γαλλία καθώς δεν έχουν βίζα. Η ομάδα κάνει επίδειξη πνεύματος συνεργασίας: ο αμυντικός Ζλάτκο Γιάνκοφ τούς προτείνει να περάσουν παράνομα τα σύνορα με το αυτοκίνητό του, ο  Μιχαΐλοφ, παίκτης τότε της Μιλούζ, υποδεικνύει ένα αφύλακτο πέρασμα στο τριεθνές Γαλλία-Γερμανία-Ελβετία, ο Γκεόργκι Γκεοργκίεφ, συμπαίκτης του Μιχαΐλοφ, αναλαμβάνει να οδηγήσει τους δυο παράτυπους μετανάστες στην ανατολική Γαλλία. Κοιμούνται σπίτι του και ξεκινούν για το Παρίσι. Αλλά, επειδή, όπως είπαμε, έχουμε να κάνουμε με μυθικές φυσιογνωμίες, βαριούνται να κάνουν οδικώς 500 χλμ.  και προτιμούν την άνεση του αεροπλάνου. Μόνο που υπάρχει κι εδώ έλεγχος διαβατηρίων. Στο αεροδρόμιο, οι μεγαλόθυμοι Γάλλοι αστυνομικοί, που τους αναγνωρίζουν, τους αφήνουν να ταξιδέψουν χωρίς χαρτιά.

17 Νοεμβρίου 1993. Οι Γάλλοι είναι κάπως μαγκωμένοι μετά τη νίλα με το Ισραήλ, πάντως υπάρχει αισιοδοξία. Το ματς ξεκινάει σχεδόν κανονικά, αν εξαιρέσουμε έναν νεαρό κόκορα που κόβει βόλτες στο γήπεδο, ξεφεύγοντας από το μαρκάρισμα παικτών και των δυο ομάδων. Ο Καντονά ανοίγει το σκορ, ο Κοσταντίνοφ ισοφαρίζει εφτά λεπτά αργότερα. Μερικά δευτερόλεπτα πριν τη λήξη, η Γαλλία κερδίζει φάουλ. Ο Ζινολά, αντί να ψάξει να κερδίσει χρόνο, κάνει μια ακατανόητη σέντρα –μετά το ματς ο προπονητής του, Ζεράρ Ουγιέ, θα τον αποκαλέσει «εγκληματία» και είκοσι χρόνια μετά, πιο αποστασιοποιημένος, «κάθαρμα». Κερδίζουν οι Βούλγαροι, ασίστ του Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ βυθίζει τη Γαλλία στο πένθος.

«Στη Βουλγαρία παράγουμε μόνο γιαούρτι αλλά σήμερα οι φτωχοί νίκησαν τους πλούσιους», δηλώνει ο Στόιτσκοφ. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» ουρλιάζει ο σχολιαστής της βουλγαρικής τηλεόρασης. Οι 67 (!) δημοσιογράφοι της αποστολής και οι λιγοστοί Βούλγαροι φίλαθλοι τρελαίνονται. Οι θριαμβευτές, μαζί με τον Ρομάριο που βρίσκεται στο Παρίσι για ιατρικούς λόγους αλλά αναρρώνει σαν από θαύμα για να γιορτάσει με τον φίλο του τον Χρίστο, στήνουν γλέντι στο γνωστότερο παρισινό κλαμπ, το Bains Douches. Ο θρύλος λέει ότι στην παρέα τους βρέθηκε κι ο Λένι Κράβιτζ.

Ο δρόμος μέχρι την άλλη μεριά του Ατλαντικού θα είναι μακρύς. Οι παίκτες μαλώνουν για τα πριμ και απειλούν ακόμη και με απεργία, ο Λιούμπο Πένεφ μπαίνει στο νοσοκομείο (διαγνώστηκε με καρκίνο στους όρχεις), ο Στόιτσκοφ τσακώνεται με τον σπόνσορα, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας παραιτείται.

ÓÔÏÉÔÓÊÏÖ / ÅËËÁÄÁ - ÂÏÕËÃÁÑÉÁ (ÐÁÃÊÏÓÌÉÏ 94)

Το 3-0 από τη Νιγηρία έρχεται σαν φυσιολογική τιμωρία μιας ομάδας που μοιάζει αδιάφορη και απειθάρχητη. Ευτυχώς υπάρχει η Ελλάδα του Παναγούλια και η Βουλγαρία καταφέρνει να πετύχει την πρώτη της νίκη μετά από έξι συμμετοχές σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Πριν τον κρίσιμο αγώνα με την Αργεντινή, ο Μαραντόνα βρίσκεται θετικός στην εφεδρίνη. 2-0 και η Βουλγαρία περνάει στην επόμενη φάση. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος», δηλώνει ο Στόιτσκοφ.

Το ματς με το Μεξικό πάει στα πέναλτι, ο Μιχαΐλοφ πιάνει δύο και γίνεται ο ήρωας της ημέρας, γεγονός που δημιουργεί τις πρώτες εντάσεις με τις υπόλοιπες πριμαντόνες της ομάδας. Ευτυχώς, η καλή προπόνηση λύνει όλα τα προβλήματα. «Μετά το ματς με την Αργεντινή, δεν μας ένοιαζε τίποτε. Βγαίναμε μέχρι τα ξημερώματα, τη μέρα καθόμασταν στην πισίνα, παίζαμε χαρτιά, πίναμε μπύρες και τρώγαμε πατάτες», θα αποκαλύψει τα μυστικά της επιτυχίας τους ο ομιλητικός Στόιτσκοφ. Κι ο προπονητής; «Δεν πιστεύω στην αυστηρή πειθαρχία. Προτιμώ οι παίκτες μου να καπνίζουν μπροστά μου. Ο Κρόιφ, που κάπνιζε τρία πακέτα τη μέρα, ήταν κακός παίκτης;».

bulgaria2

Στα προημιτελικά αντιμετωπίζουν μια ομάδα με κάπως διαφορετική φιλοσοφία, την παγκόσμια πρωταθλήτρια Γερμανία. Οι Γερμανοί προηγούνται, όμως ένα μαγικό φάουλ του Στόιτσκοφ και μια υπέροχη κεφαλιά του Λέτσκοφ επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζουμε. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» επαναλαμβάνει ο Στόιτσκοφ, «αλλά το ματς ήταν εύκολο».

Στον ημιτελικό υπάρχει μια διαφωνία ανάμεσα στον Ιβάνοφ και τον Γιάνκοφ σχετικά με το ποιος έπρεπε να φυλάει τον Μπάτζιο, και, μέχρι να λυθεί, ο Ρομπέρτο βάζει δυο γκολ. Μειώνει ο Στόιτσκοφ αλλά η εποποιία τελειώνει κάπου εδώ. Οι Βούλγαροι θα διαμαρτυρηθούν για ένα ως τρία πέναλτι που δεν τους δόθηκαν. Ο Στόιτσκοφ διατυπώνει τη θεωρία ότι ο Χαβελάνζε κι η ΦΙΦΑ έκαναν τα πάντα για να εμποδίσουν έναν αντιεμπορικό τελικό Βραζιλία-Βουλγαρία. Όργανό τους ο Ζοέλ Κινιού, ο αθεόφοβος Γάλλος διαιτητής, τον οποίο ο Χρίστο έφτυσε μετά το ματς, όπως περήφανα του αρέσει να διηγείται. Ο ίδιος θα βγει πρώτος σκόρερ του τουρνουά, μαζί με τον Ρώσο Όλεγκ Σαλένκο. Στον μικρό τελικό θα διαλυθούν 4-0 από τη Σουηδία, εν μέσω καυγάδων και επεισοδίων μέσα κι έξω από το γήπεδο. Τίποτε δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν.

Ο θρύλος της Εθνικής Βουλγαρίας θα σβήσει τέσσερα χρόνια αργότερα εκεί που άρχισε, στη Γαλλία. Το τέλος θα είναι άδοξο, ένα 6-1 από την Ισπανία στη Λανς, κάτω από τα ασταμάτητα γιουχαΐσματα των Γάλλων θεατών. Θα είναι το τελευταίο, μέχρι σήμερα, παιχνίδι τους σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Η κατάρα του Μπέλα Γκούτμαν

  [8 Σχόλια]

bela

Για όσους δεν τον γνωρίζουν (και λογικά είναι πολλοί στην Ελλάδα), αυτές τις μέρες έγιναν οι τελικοί του μπέιζμπολ στις ΗΠΑ, οι οποίοι και για κάποιον περίεργο λόγο ονομάζονται World Series, παρ’ ότι ελάχιστοι στον κόσμο ασχολούνται (σίγουρα κάποιος στα σχόλια θα μας κράξει και θα πει ότι δεν είναι βαρετό άθλημα). Το όλο γεγονός θα ήταν αδιάφορο αν η μια από τις δυο φιναλίστ δεν ήταν οι Σικάγο Καμπς, οι οποίοι κατέκτησαν τον τελευταίο τους τίτλο το 1908 και από το 1945 υπομένουν την περίφημη κατάρα του Billy Goat. Ο θρύλος λέει ότι ο Γουίλιαμ Σιάνις, ιδιοκτήτης της ταβέρνας Μπίλι Γκόουτ, είχε πάει να παρακολουθήσει τους αγαπημένους του Καμπς στους τελικούς μαζί με την κατσίκα του (!). Η δυσοσμία όμως του ζωντανού έκανε πολλούς θεατές να διαμαρτυρηθούν και τελικά ζητήθηκε από τον Σιάνις να αποχωρήσει από το στάδιο. Ο ίδιος φεύγοντας οργισμένος καταράστηκε τους Καμπς, λέγοντας ότι δεν θα κερδίσουν ξανά ποτέ τον τίτλο. Οι Καμπς έγιναν το συνώνυμο της loser ομάδας για δεκαετίες, αναγκάζοντας μέχρι και τον Έντι Βέντερ να τραγουδήσει γι’ αυτό και έπειτα από περίπου 70 χρόνια κατάφεραν επιτέλους να φτάσουν στους τελικούς ξανά απέναντι στο Κλίβελαντ. Έμειναν πίσω 3-1 στις νίκες, οι περισσότεροι τους ξέγραψαν, αλλά τελικά με μια ανατροπή (που σίγουρα θα γίνει ταινία) έκαναν το 4-3 και έγιναν πρωταθλητές.

Μια από τις μεγαλύτερες αθλητικές κατάρες όλων των εποχών έσπασε. Στο παρελθόν έχουμε ασχοληθεί με αντίστοιχες κατάρες στο ποδόσφαιρο, όπως αυτή του Γκαραμπάτο που καταδίκασε μια ιστορική ομάδα να δοκιμάσει… εξορκισμό, αλλά είναι στην Ευρώπη που έχουμε πλέον την μεγαλύτερη σε ισχύ ποδοσφαιρική κατάρα. Αυτή της Μπενφίκα που κρατάει από την δεκαετία του 1960. Τότε που η ομάδα της Λισαβόνας υπό τις οδηγίες του Ούγγρου προπονητή Μπέλα Γκούτμαν, μιας φοβερής μορφής που αξίζει να κάνουμε ένα αφιέρωμα, τρομοκρατούσε τους αντιπάλους. Με τον Γκούτμαν να εφαρμόζει νέες τακτικές και να είναι αυτός που ανακάλυψε και δημιούργησε το φαινόμενο Εουσέμπιο, η Μπενφίκα ξεκίνησε μια χρυσή εποχή.

bela-guttman-eusebio

Κέρδισε δυο συνεχόμενα πρωταθλήματα το 1960 και το 1961 και δυο συνεχόμενα Πρωταθλητριών το 1961 και το 1962. Καβάλα στο άλογο, ο Γκούτμαν ζήτησε αύξηση, αλλά η διοίκηση της Μπενφίκα αρνήθηκε, λέγοντας ότι θα έπρεπε να τιμήσει την συμφωνία που είχαν κάνει. Ο προπονητής αποχώρησε λέγοντας ότι «ούτε σε 100 χρόνια δεν θα καταφέρει να πάρει ευρωπαϊκό τίτλο η Μπενφίκα». Οι περισσότεροι λογικά θα γέλασαν, η Μπενφίκα είχε τον Εουσέμπιο στο κάτω κάτω. Και πράγματι, η ομαδάρα εκείνη πήρε σχεδόν όλα τα πρωταθλήματα, τα 11 από τα 13 επόμενα, αλλά κυρίως έφτασε σε τρεις ακόμα ευρωπαϊκούς τελικούς.

Το 1963 προηγήθηκε με τον Εουσέμπιο, αλλά η Μίλαν τελικά επικράτησε με 2-1. Το 1965 έχασε από την Ίντερ με 1-0 στο Μεάτσα και το 1968 με 4-1 από τη Γιουνάιτεντ του Ματ Μπάσμπι. Τα λόγια του Γκούτμαν στριφογύριζαν πλέον στους οπαδούς της Μπενφίκα που έζησαν τρεις απανωτές πίκρες. Αυτό ήταν όμως μόνο η αρχή. Τα χρόνια πέρασαν, η Μπενφίκα δεν ήταν πλέον τόσο καλή και μόλις το 1983 κατάφερε ξανά να κάνει μια αξιόλογη πορεία και να φτάσει στον διπλό τελικό του ΟΥΕΦΑ. Αυτή τη φορά ήταν η Άντερλεχ που πήρε το τρόπαιο και η Μπενφίκα έμεινε ξανά χωρίς κούπα. Πέντε χρόνια αργότερα έφτανε ξανά σε τελικό πρωταθλητριών για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια. Σε έναν αρκετά μέτριο τελικό που τελείωσε με 0-0, το παιχνίδι πήγε στα πέναλτι και οι Πορτογάλοι ευστόχησαν και στα πέντε. Το ίδιο έκαναν όμως κι οι παίκτες της Αϊντχόφεν, ευστοχώντας όμως και στο έκτο και τελικά κέρδισαν με 6-5.

Δυο χρόνια μετά, η Μπενφίκα έφτανε στον 5ο τελικό Πρωταθλητριών στην μετά-Γκούτμαν εποχή. Απέναντι στην Μίλαν ξανά, οι Πορτογάλοι ταξίδεψαν στην Βιέννη. Εκεί είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο Γκούτμαν πριν 9 χρόνια. Η Μπενφίκα αποφασισμένη να κάνει τα πάντα, έφτασε στο σημείο να βάλει τον Εουσέμπιο να μεσολαβήσει. Ο Εουσέμπιο στάθηκε πάνω από τον τάφο του μέντορά του, προσπάθησε να βάλει τέρμα με μια προσευχή, ψιθύρισε κάποια λόγια και αποχώρησε βέβαιος ότι επιτέλους έφτασε η ώρα. Το βράδυ της 23ης Μαΐου του 1990 ένα γκολ του Ράικαρντ στο 68′ έδινε την κούπα στην Μίλαν. Πέντε σερί χαμένοι τελικοί Πρωταθλητριών. Οι άνθρωποι της Μπενφίκα, όποτε η ομάδα αγωνίζεται κάπου κοντά, πάντα αφήνουν ένα λουλούδι στον τάφο του Γκούτμαν.

Το 2014 συμπληρώνοντας 110 χρόνια ζωής, η Μπενφίκα τίμησε τον Γκούτμαν με ένα άγαλμα έξω από το Ντα Λουζ, που τον δείχνει να κρατάει τα δύο τελευταία ευρωπαϊκά τρόπαια του συλλόγου. Είχε μεσολαβήσει ακόμα ένας χαμένος τελικός, αυτή τη φορά για το Γιουρόπα Λιγκ με την Τσέλσι. Ήταν ακόμα μια προσπάθεια να σπάσει η γκίνια,να εξευμενιστεί ο Γκούτμαν από τον άλλον κόσμο, αλλά λίγο καιρό αργότερα, στον τελικό του Γιουρόπα Λιγκ στο Τορίνο, η Σεβίλλη, χωρίς να είναι καλύτερη, κέρδισε στα πέναλτι και άφησε και πάλι την Μπενφίκα χωρίς κύπελλο. Τα λόγια του ίδιου του Γκούτμαν στο άγαλμά του «μόνο κάποιος μέσα στην Μπενφίκα μπορεί να καταλάβει πόσο ιδιαίτερος σύλλογος είναι, κανένας σύλλογος στον κόσμο δεν έχει την μαγεία της Μπενφίκα» μοιάζουν σχεδόν ειρωνικά κι ακόμα έχουμε δρόμο μέχρι το 2062. Οι Σικάγο Καμπς άφησαν την Μπενφίκα μόνη της, αλλά τουλάχιστον της έδειξαν ότι οι κατάρες μπορούν να σπάσουν.

Ο χειρότερος κηπουρός της Αγγλίας

  [5 Σχόλια]

Υπήρχε μια εποχή στο αγγλικό ποδόσφαιρο που ο σεκιουριτάς  δεν σου έκανε παρατήρηση αν σηκωνόσουν όρθιος, που τα εισιτήρια δεν κόστιζαν μισό μισθό, που τα γήπεδα δεν ήταν τόσο ασφαλή και καινούρια, που συχνά οι αγώνες μετατρέπονταν σε λασπομαχίες. Σε ένα τέτοιο γήπεδο έγινε ένα ματς τον Απρίλιο του 1977, στο Μπέιζμπολ Γκράουντ την ιστορική έδρα της Ντέρμπι Κάουντι που ήταν από τα καλύτερα χωράφια της εποχής, γήπεδο που μπροστά του κάτι δικοί μας Κορυδαλλοί και Ζωσιμάδες μοιάζουν με σαλόνια στο Μπάκιγχαμ. Η έδρα της Ντέρμπι ήταν γεμάτη λακκούβες κάνοντας την μπάλα να αναπηδά συνέχεια, το χορτάρι φαλακρό σε πολλά σημεία και η λάσπη το έπνιγε. Ένα ποδόσφαιρο της δύναμης, βγαλμένο από τις αλάνες.

Η Ντέρμπι αντιμετώπιζε τη Σίτι και έκανε πολύ καλή εμφάνιση κερδίζοντας με 3-0, όταν και ο θρυλικός Άρτσι Γκέμιλ (σύνδεση με AC/DC και Trainspotting) έκανε επέλαση στην περιοχή και ανατράπηκε. Πέναλτι. Την μπάλα πήρε ο Ντέιλι για να την στήσει. Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Δεν ήξερε πού να τη στήσει. Το σημείο του πέναλτι είχε εξαφανιστεί κάτω από την λάσπη. Σαν να παίζαμε στη γειτονιά μας, ο τερματοφύλακας της Σίτι Τζο Κόριγκαν άρχισε να μετράει βήματα (πάλι καλά που δεν έβαλε δυο πέτρες για δοκάρια), χωρίς πάντως να πείσει τον διαιτητή.

Όπως σε αρχαία ελληνική θεατρική παράσταση, έτσι και στο Μπέιζμπολ Γκράουντ είχαμε έναν εκ μηχανής θεό να εμφανίζεται. Ο Μπομπ Σμιθ, ο ιστορικός κηπουρός του γηπέδου που από το 1964 ως 1984 φρόντιζε το γήπεδο, μπήκε ντυμένος με παντελόνι, σακάκι και γραβάτα, λες και ήρθε από γεύμα με τη βασίλισσα. Στα χέρια του κράδαινε τα μαγικά του όπλα. Μια μεζούρα, έναν κουβά μπογιά και μια ευμεγέθη βούρτσα. Το σημείο του πέναλτι μετρήθηκε, βάφτηκε ξανά με ιεροτελεστία και το 4-0 έγινε πραγματικότητα.

derby-wolves-cup-71-3-copyΣε τέλεια κατάσταση το «χορτάρι»

Εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος, «καλά ρε φίλε, τι ιστορικός κηπουρός, 20 χρόνια δεν μπόρεσε να στρώσει λίγο χορτάρι». Η αλήθεια είναι η εξής: Ο Μπομπ Σμιθ ήταν από τους πιο έμπιστους συνεργάτες του Μπράιαν Κλαφ, ο οποίος των θεωρούσε σημαντικό στέλεχος της Ντέρμπι. Το γήπεδο ήταν όντως προβληματικό. Ο ίδιος είχε πει ότι λίγο νερό να έριχνες στο έδαφος, γινόταν πηχτό λες και ήταν αλεύρι και του είχαν πει ότι αν καταφέρει να κρατήσει το χορτάρι για ένα μήνα, θα είναι επιτυχημένος. Ο παμπόνηρος Κλαφ όμως είδε ότι το βρεγμένο γήπεδο ταίριαζε στο στιλ της ομάδας του και δεν είχε καμία διάθεση για να βελτιωθεί. Το κακό γήπεδο από μειονέκτημα έγινε πλεονέκτημα της Ντέρμπι που είχε προσαρμοστεί στις ειδικές συνθήκες και δύσκολα έχανε. «Πριν τα μεγάλα παιχνίδια πλημμυρίζαμε το γήπεδο πάντα. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ήταν έτσι στα ματς της πρώτης ομάδας, ενώ ήταν στεγνό σε αυτά της δεύτερης» λέει ο Σμιθ που συμπληρώνει: «Ο Κλαφ μου έδωσε μετάλλιο του πρωταθλητή, μου είπε ότι είχα προσφέρει περισσότερα από τον Ρόι ΜακΦάρλαντ και τον Κέβιν Χέκτορ».

Δεν είναι τόσο υπερβολικά τα λόγια του Κλαφ πάντως. Πριν ένα ματς με την Μπενφίκα, ο Κλαφ κι οι συνεργάτες του είπαν στο Σμιθ ότι το γήπεδο ήταν αρκετά μαλακό και ότι έπρεπε να το πλημμυρίσει. Ο ίδιος είπε ότι δεν είναι δυνατό γιατί μόλις είχε βάλει ένα νέο σύστημα αποστράγγισης για να μην κρατάει τα νερά. Δεν έπεισε κανέναν, του είπαν να βρει λύση. Τελικά αναγκάστηκε να βουλώσει ο ίδιος το καινούριο σύστημα, το γήπεδο να είναι στην ιδεατή κατάσταση και η Ντέρμπι να κερδίζει με 3-0 την ομάδα του Εουσέμπιο. Η Μπενφίκα διαμαρτυρήθηκε για το γήπεδο, όπως το ίδιο έκανε λίγους μήνες αργότερα κι η Γιουβέντους που μάλιστα έκανε και επίσημη καταγγελία στην ΟΥΕΦΑ για την κατάσταση του αγωνιστικού χώρου. Ο Μπομπ Σμιθ έφυγε από την Ντέρμπι το 1984, καθώς εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων του συλλόγου απολύθηκε μαζί με άλλους υπαλλήλους. Τα κατορθώματά του όμως πέρασαν στην ιστορία μαζί με το γήπεδο που δεν υπάρχει πια, μέρος του μύθου της Ντέρμπι εκείνων ετών.

Η Γουίμπλεντον αναστήθηκε χάρη στους οπαδούς της

  [1 Σχόλιο]

Βράδυ Τρίτης 28 Μαΐου 2002. Η παμπ ‘The Fox and Grapes’ στο Γουίμπλεντον, στο νοτιοδυτικό Λονδίνο, είναι μισογεμάτη κυρίως από θαμώνες. Σε μια γωνιά μια μεγάλη παρέα σκυθρωπών ανθρώπων ξεχωρίζει. Η επιλογή του μαγαζιού δεν είναι τυχαία. Η παμπ είναι τόσο παλιά που τη χρησιμοποιούσαν για να αλλάζουν ρούχα οι πρώτοι παίκτες της Γουίμπλεντον το μακρινό 1889, όταν και ιδρύθηκε η ομάδα! Είναι επίσης το μέρος που επέλεξαν για να πιούνε μια μπύρα μερικές μπύρες οι παίκτες της φημισμένης ‘Τρελής Συμμορίας’ (όπως έμεινε γνωστή η… κάπως αγριεμένη παρέα του Βίνι Τζόουνς στα τέλη των 80s) πριν τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας το 1988, τελικός ο οποίος έδωσε στη Γουίμπλεντον το μοναδικό τρόπαιο της ιστορίας της.

Σε αντίθεση με πολλά από τα προηγούμενα βράδια, το θέμα συζήτησης εκείνη τη φορά δεν είναι αυτές οι όμορφες ιστορίες του ένδοξου παρελθόντος. Λίγες ώρες πριν, μια ανεξάρτητη επιτροπή τριών ατόμων, η οποία είχε δημιουργηθεί από την Αγγλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αποκλειστικά γι’αυτό το σκοπό, είχε εγκρίνει το αίτημα του προέδρου της ομάδας για μετακόμιση του συλλόγου στο Μίλτον Κέινς, αποδεχόμενη τη δικαιολογία του πως αν η Γουίμπλεντον δεν έκανε αυτή την αλλαγή έδρας τότε θα βρισκόταν μια ανάσα από τη χρεοκοπία. Με πολύ απλά λόγια, η ομάδα που υποστήριζαν από μικρά παιδιά μετακόμιζε!

(Το Μίλτον Κέινς είναι μια νέα πόλη, που δημιουργήθηκε για χάρη της αποκέντρωσης το 1967, σε μια περιοχή περίπου 70 χιλιόμετρα μακριά από το Λονδίνο. Ο Πιτ Γουίνκελμαν, που ως τότε ασχολιόταν με δισκογραφικές εταιρείες, μετακόμισε εκεί το 1993 και κατάλαβε αμέσως ότι τα λεφτά στη συγκεκριμένη πόλη, που εξαπλωνόταν ραγδαία, βρίσκονται στα κτηματομεσιτικά. Έτσι με τη στήριξη της ΙΚΕΑ και μιας θυγατρικής της Walmart, δημιούργησε μια κοινοπραξία που είχε ως στόχο να φτιάξει ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο στα νότια της πόλης, το οποίο θα περιλάμβανε και ένα γήπεδο 30.000 θέσεων. Το πρόβλημα του; Δεν υπήρχε σοβαρή ομάδα στην πόλη για να χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο γήπεδο. Έτσι, αντί να επενδύσει στην τοπική ομάδα και να προσπαθήσει να την ανεβάσει επίπεδο, έψαξε να βρει μια έτοιμη από τις γύρω περιοχές.

Αφού έλαβε αρκετές ‘χυλόπιτες’ – μεταξύ αυτών και από τις ΚΠΡ, Λούτον και Κρίσταλ Πάλας -, κατάφερε να βρει κάποιους ενδιαφερόμενους στη Γουίμπλεντον, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και είχε στο ιστορικό της κι άλλες προσπάθειες μετακόμισης. Κάπως έτσι το 2004 προέκυψε η Μίλτον Κέινς Ντονς, μια ομάδα που προερχόταν από τη Γουίμπλεντον, είχε τη θέση της στο πρωτάθλημα αλλά πλέον έπαιζε σε άλλη πόλη, με άλλα χρώματα, άλλο σήμα και άλλο όνομα. Μόνο το παρατσούκλι ‘Ντονς’ στο τέλος του ονόματος, έμεινε να θυμίζει την ομάδα που μερικές δεκαετίες πριν ‘τρομοκρατούσε’ όλη την Αγγλία με μπροστάρη τον τρελάρα Βίνι Τζόουνς.)

Στο κέντρο της παρέας βρισκόταν ο Κρις Στιούαρτ, ένας 45αρης οπαδός της ομάδας, ο οποίος θυμάται: “Καθόμασταν εκεί και πνίγαμε τη θλίψη μας και ένας από την παρέα, ο Μαρκ Τζόουνς, έκοβε βόλτες συνέχεια πάνω-κάτω, επαναλαμβάνοντας πως δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να νικηθούν”. Οι διαθέσιμοι δρόμοι ήταν δυο: ή θα ακολουθούσαν την ομάδα και στη νέα της έδρα, περίπου 90 χιλιόμετρα μακριά (όπως έκαναν κάποιοι ελάχιστοι φίλαθλοι της ομάδας) ή θα ολοκλήρωναν τον κύκλο τους ως οπαδοί, θεωρώντας πως η αγαπημένη τους ομάδα απλά δεν υπάρχει πλέον με τη μορφή που την ήξεραν. Μετά από λίγες ώρες, πολλές κουβέντες και αμέτρητες μπύρες ένας τρίτος δρόμος δημιουργήθηκε. Και είχε ονοματεπώνυμο: AFC Γουίμπλεντον. Ή όπως την αποκαλούσε τότε ο Μαρκ Τζόουνς: “Μια ποδοσφαιρική ομάδα της κοινότητας, στη μέση της απληστίας και της απελπισίας”.

Και συνέχιζε: «Όσο τα λεφτά συνεχίζουν να αποσπούν την προσοχή των προέδρων των ομάδων, σαν νεαρή γυναίκα που παίζει με τα μάτια της κάποιον παντρεμένο, εμείς στεκόμαστε περήφανοι σαν ένα παράδειγμα που κάποιοι καλοί άνθρωποι, έκαναν το σωστό, με τον κατάλληλο τρόπο. Αυτός ο λόγος και μόνο με κάνει να πιστεύω πως δεν γίνεται να αποτύχουμε».

Την επόμενη κιόλας μέρα όλοι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Η ομάδα διοργάνωσε ανοιχτά δοκιμαστικά για να βρει παίκτες. 230 άνθρωποι εμφανίστηκαν, κάποιοι με ελάχιστη εμπειρία από ερασιτεχνικές ομάδες, κάποιοι χωρίς καν αυτή. Λίγες εβδομάδες αργότερα γράφτηκε ιστορία. Μπροστά σε 5000 ανθρώπους η AFC Γουίμπλεντον έδωσε το πρώτο της φιλικό παιχνίδι απέναντι στη Σάτον Γιουνάιτεντ. Και διασύρθηκε. Με 4-0. Ένα αποτέλεσμα απόλυτα λογικό για μια ομάδα που δεν είχε κλείσει ούτε μήνα, που είχε στο ρόστερ της παίκτες που δεν τους ήξερε κανείς (ούτε ο Κρις Στιούαρτ που είχε αναλάβει το ρόλο του προέδρου), που είχε στην επίθεση μια μυστηριώδη φιγούρα που όλοι αποκαλούσαν ‘Τρίγκερ’, ο οποίος δεν είχε δώσει ποτέ σε κανέναν τον αριθμό του τηλεφώνου του και για τον οποίο κανείς δεν ήξερε τι δουλειά κάνει – ούτε καν ο πατέρας του που στην παμπ έλεγε ότι νομίζει πως ο γιος του δουλεύει για ένα πρακτορείο που συνεργάζεται με τις μυστικές υπηρεσίες της Βρετανίας.

Στο τέλος του αγώνα πάντως, δεν υπήρχε ούτε ένας στεναχωρημένος άνθρωπος στο γήπεδο. Το πρώτο βήμα είχε γίνει, οι οπαδοί είχαν δημιουργήσει κάτι δικό τους, κάτι που θύμιζε την παλιά Γουίμπλεντον περισσότερο από την ομάδα που είχε μετακομίσει στο Μίλτον Κέινς, κάτι που άξιζε πραγματικά την αγάπη και την αφοσίωση τους, κάτι που συσπείρωσε ξανά όλη την κοινότητα (το 2012 η ομάδα βραβεύτηκε από τον υπουργό αθλητισμού για τη συνεισφορά της στην τοπική κοινωνία και ειδικότερα στα παιδιά της περιοχής).

Η AFC Γουίμπλεντον ξεκίνησε τη δύσκολη πορεία της από τον πάτο του ερασιτεχνικού Αγγλικού ποδοσφαίρου, την 9η κατηγορία. Αλλά ποτέ δεν ήταν μόνη. Εκτός από τους οπαδούς της που γέμιζαν το γήπεδο ακόμα και σε κατηγορίες που οι αντίπαλες ομάδες μάζευαν 50-100 φιλάθλους, το παρών έδιναν και αρκετοί οπαδοί άλλων συλλόγων που ήθελαν να βοηθήσουν και να ενισχύσουν τη φιλόδοξη προσπάθεια. Έτσι, με σωστή διαχείριση και στηριζόμενη αποκλειστικά στα έσοδα από τα εισιτήρια, τις δωρεές και τις χορηγίες από εταιρείες που ήθελαν επίσης να ενισχύσουν το όλο εγχείρημα (μια εξ αυτών είναι και η Sports Interactive, δημιουργός του πολυαγαπημένου Football Manager, το οποίο και διαφημίζεται στις φανέλες της ομάδας), η ομάδα σκαρφάλωνε τις κατηγορίες με απίστευτη ταχύτητα.

Οι 6 άνοδοι σε 13 σεζόν και το ρεκόρ συνεχόμενων αγώνων χωρίς ήττα για το αγγλικό ποδόσφαιρο (78 παιχνίδια!) είναι ενδεικτικά αυτής της ξέφρενης πορείας, η οποία το 2011 την έφερε για πρώτη φορά στις επαγγελματικές κατηγορίες. Το επόμενο μεγάλη βήμα έγινε πέρσι, με την άνοδο στη League One, μια επιτυχία που πανηγυρίστηκε διπλά καθώς την ίδια ακριβώς ώρα η ΜΚ Ντονς υποβιβαζόταν από την Τσάμπιονσιπ. Έτσι για πρώτη φορά οι δυο ‘απόγονοι’ της ιστορικής Γουίμπλεντον (οι οποίοι πάντως έχουν ήδη τεθεί αντιμέτωποι 3 φορές στο παρελθόν, σε παιχνίδια Κυπέλλων, με τους – αναμενόμενα ανώτερους – Ντονς του Μίλτον Κέινς να έχουν 2 νίκες και 1 ήττα) βρίσκονται στην ίδια κατηγορία.

Οι συγκινήσεις όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε γράφτηκε μια ακόμα χρυσή σελίδα στην σύντομη αλλά τόσο ξεχωριστή ιστορία της AFC Γουίμπλεντον. Η νίκη επί της Όξφορντ Γιουνάιτεντ ανέβασε την ομάδα στη 10η θέση με 16 βαθμούς, έναν βαθμό παραπάνω από την ΜΚ Ντονς! Ο οπαδικός ρομαντισμός πέτυχε μια φαινομενικά μικρή αλλά τεράστια σε επίπεδο συμβολισμού νίκη. Οι οπαδοί της Γουίμπλεντον κατάφεραν μόνοι τους μέσα σε μόλις 14 χρόνια να φτάσουν από τον πάτο και το απόλυτο μηδέν, ένα βαθμό πάνω από την “Franchise F.C.”, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούν το δημιούργημα του Πιτ Γουίνκελμαν, ενός ανθρώπου που – όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος – δεν είχε ιδέα από ποδόσφαιρο όταν μπλέχτηκε σ’όλη αυτή την ιστορία.

Φυσικά είναι πάρα πολύ νωρίς στη σεζόν για να κάνει κάποιος φιλόδοξα όνειρα για άνοδο στην Τσάμπιονσιπ. Αλλά αν υπάρχουν αυτή τη στιγμή κάποιοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο που μπορούν να κάνουν άφοβα τρελά όνειρα είναι αυτοί οι άνθρωποι, που 14 χρόνια πριν έχασαν την ομάδα τους και παρ’όλα αυτά βρήκαν τη δύναμη και το κουράγιο να την ξαναφτιάξουν μόνοι τους από την αρχή.

Ο Ιρλανδός που έσωσε την Μπαρτσελόνα

  [5 Σχόλια]

1458224832_118107_1458229442_album_grande

Μπλέχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα, έσωσε την Μπαρτσελόνα από τον αφανισμό, οδήγησε την Μπέτις στην κατάκτηση του μοναδικού της πρωταθλήματος, χάρισε στην πατρίδα του τον πρώτο της τίτλο.

Τον έλεγαν και Πάτρικ και Ο΄Κόνελ, πατρίδα του δεν μπορεί παρά να ήταν η Ιρλανδία. Μια Ιρλανδία πάμφτωχη, καθολική, με άσβεστο μίσος για τον Άγγλο δυνάστη. Έτσι, όταν το 1909, ο 22χρονος «Πάντι» άφησε τη Σέλτικ Μπέλφαστ για τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ και τις πέντε λίρες μηνιάτικο που του έταξαν, έγραψε στους γονείς του για να τους ζητήσει συγγνώμη: «Δεν είμαι προδότης. Αγόρασαν τον ποδοσφαιριστή, όχι τις πεποιθήσεις μου. Τους μισώ αλλά λατρεύω τα λεφτά τους».

Το 1914, κι ενώ κορυφώνονται οι αψιμαχίες γύρω από τη νομοθετική πράξη για τη μερική αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας, η ποδοσφαιρική της ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά τον τίτλο στο British Home Championship, το πρωτάθλημα των εθνοτήτων που συγκροτούσαν το Ηνωμένο Βασίλειο. Με σημερινούς όρους, κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα, δηλαδή. Οι Ιρλανδοί παίζουν το τελευταίο τους ματς με τη Σκοτία στο Μπέλφαστ και δεν πρέπει να χάσουν. Παίζουν χωρίς τον καλύτερό τους παίκτη, ο τερματοφύλακάς τους σπάει την κλείδα του και μένουν με δέκα –μην πούμε με εννιά και κάτι, καθώς κι ο αρχηγός Ο΄Κόνελ σπάει το χέρι του αλλά αρνείται να βγει. Στο 70΄ η Σκοτία ανοίγει το σκορ, η υπόθεση μοιάζει χαμένη μέχρι που ο πονεμένος κι ηρωικός Πάντι δίνει την ασίστ και ο συμπαίκτης του Σαμ Γιανγκ ισοφαρίζει. Οι Ιρλανδοί στέφονται πρωταθλητές αφήνοντας πίσω τους Άγγλους, τους οποίους είχαν ήδη διαλύσει 3-0 στο Μίντλεσμπρο.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα δώσει χίλιες λίρες για να τον αποκτήσει. Γρήγορα θα γίνει ο πρώτος Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας, η οποία, βέβαια, δεν έχει ακόμη την αίγλη που γνωρίζουμε –για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε. Τόσο, που όταν το 1915 η Γιουνάιτεντ κινδυνεύει με υποβιβασμό και παίζει με τη Λίβερπουλ, παίκτες των δυο ομάδων, μαζί με έναν ξέμπαρκο της Σίτι, στήνουν το αγώνα σε μια παμπ. Το 2-0 δίνει 7 προς 1 στους μπουκμέικερς: να μια ευκαιρία να βγει χαρτζιλίκι σε εποχές πολύ δύσκολες. Έχει αρχίσει ο πόλεμος, το πρωτάθλημα θα διακοπεί, οι περισσότεροι παίκτες θα φύγουν στο μέτωπο, μερικοί ίσως δεν ξαναπαίξουν ποτέ ούτε ποδόσφαιρο, ούτε στοίχημα.

PatrickOConnellManUtd1914

Η Λίβερπουλ τρώει ωραιότατα τα δυο γκολ αλλά το στήσιμο είναι τόσο φανερό που οι φίλαθλοι γιουχάρουν και οι παίκτες που δεν είναι στο κόλπο πλακώνονται με αυτούς που είναι. Σε κάποια φάση η Γιουνάιτεντ κερδίζει πέναλτι, και παραδόξως, καθώς δεν το συνηθίζει, αναλαμβάνει να το χτυπήσει ο Πάντι: στέλνει την μπάλα επιδεικτικά κόρνερ. Μετά το ματς θα αποκαλύψει το στήσιμο και θα κατονομάσει οχτώ ενόχους. Ένας από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές, δεν θα πάψει να λέει ότι είναι αθώος κι ότι υπήρξε θύμα της εκδίκησης του Ιρλανδού, ένας άλλος θα σκοτωθεί στον πόλεμο, όλοι θα τιμωρηθούν με ισόβιο αποκλεισμό.

Μετά τον πόλεμο, ο Ο΄Κόνελ κι η βαριά φήμη που πια τον συνοδεύει περιπλανιούνται σε διάφορες ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1922, κι ενώ στην Ιρλανδία ξεσπάει εμφύλιος, ο Πάντι εξαφανίζεται, αφήνοντας τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Σε λίγους μήνες, η ανήσυχη οικογένεια αρχίζει να παίρνει με το ταχυδρομείο μυστηριώδεις φακέλους με ισπανικές πεσέτες. Ο γιος του, Ντάνιελ, θα ξαναβρεί τα ίχνη του το 1955, ρωτώντας παίκτες της Εθνικής Ισπανίας που είχαν έρθει στο Δουβλίνο για φιλικό αν έχουν ακουστά έναν Ο΄Κόνελ –είχαν.

02941ea2-2f86-4c55-88c5-ca23d5f94781-bestSizeAvailable

Η δεύτερη ζωή του Πάντι αρχίζει, λοιπόν, στην Ισπανία, στη Ρασίγκ Σανταντέρ και κατόπιν στην Οβιέδο. Γίνεται προπονητής και μάλιστα πολύ καλός. Οι μέθοδοί του θεωρούνται επαναστατικές –δίδαξε, λέγεται, στους Ισπανούς το τεχνητό οφσάιντ σύμφωνα με τους τότε νέους κανονισμούς. Το 1931 κατεβαίνει στην Ανδαλουσία κι αναλαμβάνει την Μπέτις, την δεύτερη και περιφρονημένη ομάδα της Σεβίλλης. Ο Πάντι, που έχει γίνει πια «Δον Πατρίθιο», συναντά ξανά και τον έρωτα, στο πρόσωπο μιας Ιρλανδής, την οποία και παντρεύεται –το ότι ήταν ήδη παντρεμένος είναι λεπτομέρεια– αγαπιέται με πάθος από τους οπαδούς και τους παίκτες της Μπέτις κι αλλάζει την ιστορία της. Την επόμενη χρονιά την ανεβάζει στην πρώτη κατηγορία και το 1935, πράγμα ανήκουστο, την οδηγεί στο πρώτο και μοναδικό της πρωτάθλημα μπροστά από τη Ρεάλ Μαδρίτης –που τότε λέγεται απλώς Μαδρίτη, καθώς από το 1931 η χώρα είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Όπλα της Μπέτις του Ο΄Κόνελ η σφιχτή άμυνα κι η ομαδικότητα. Στο τελευταίο ματς θέλει νίκη. Αντίπαλος η παλιά αγαπημένη Ρασίγκ Σανταντέρ. Ο θρύλος λέει ότι ο Δον Πατρίθιο συνάντησε τους παλιούς του παίκτες και τους είπε, εν ολίγοις, ότι δεν υπάρχει λόγος να παίξουν με πολύ πάθος. Οι της Ρασίγκ απάντησαν πως, ίσα ίσα, ο πρόεδρός τους τούς είχε τάξει πριμ νίκης χίλιες πεσέτες στον καθένα, καθώς ήταν οπαδός της Μαδρίτης. Όπως και να έχει, οι Σεβιλλιάνοι κερδίζουν 5-0.

Κάπου εδώ αρχίζει η επόμενη ζωή του Ιρλανδού. Αναλαμβάνει την Μπαρτσελόνα, την οποία οδηγεί το 1936 στον τελικό του Κυπέλλου. O περιπλανώμενος Ιρλανδός συναντά έναν ακόμη πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1936 ξεσπάει ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα και βουλευτής Τζουζέπ Σουνιόλ δολοφονείται από τους ανθρώπους του Φράνκο. Ο Δον Πατρίθιο βρίσκεται στην Ιρλανδία, αλλά δεν διστάζει να γυρίσει πίσω στην ταραγμένη Βαρκελώνη. Την επόμενη σεζόν η Μπαρτσελόνα κερδίζει τη Μεσογειακή Λίγκα, το πρωτάθλημα που οργάνωσαν οι ομάδες της ελεύθερης ζώνης –οι Καταλανοί ζητούν ακόμη την αναγνώριση του τίτλου από την ισπανική ομοσπονδία. Αντιμετωπίζει όμως ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 1937, καταφτάνει μια πρόταση από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Ένας παλιός μπασκετμπολίστας της ομάδας, επιχειρηματίας πλέον στο Μεξικό, καλεί την Μπαρτσελόνα για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Ο΄Κόνελ δέχεται αμέσως. Σε αυτό το ταξίδι βλέπει, όπως κι οι περισσότεροι παίκτες, μια λύση για τη σωτηρία της ομάδας αλλά και για τη δική τους επιβίωση. Αυτός είχε την ιδέα τα λεφτά της αμοιβής (15.000 δολλάρια) να κατατεθούν σε γαλλική τράπεζα ώστε να μην πέσουν ποτέ στα χέρια των ισπανικών αρχών. Κατάφερε να βγάλει από την κόλαση του εμφυλίου ακόμη και τον κηπουρό του γηπέδου, ο οποίος συνόδεψε την ομάδα ως μασέρ –«δεν είναι τίποτα δύσκολο, θα σου δείξω εγώ τι θα κάνεις».

Η τουρνέ στο Μεξικό λίγη σημασία έχει. Μια τοπική εφημερίδα έγραψε: «Ίσως η Μπαρτσελόνα να μην είναι η καλύτερη ισπανική ομάδα, από όσες όμως ομάδες ήρθαν στο Μεξικό είναι εκείνη που κέρδισε τους περισσότερους φίλους. Δεν παίζει μόνο ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά έχει και παίκτες που συμπεριφέρονται σαν σωστοί τζέντλεμεν». Μετά το Μεξικό οι Καταλανοί τζέντλεμεν πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος της τουρνέ, η οποία διήρκεσε όχι τρεις εβδομάδες όπως ήταν προγραμματισμένο αλλά τρεις μήνες, ελάχιστοι θα γυρίσουν πίσω. Οι περισσότεροι θα μείνουν στο Μεξικό, άλλοι θα πάνε στη Γαλλία. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε σωθεί και ο προπονητής της θα μείνει στη μνήμη των φίλων της ως ο άνθρωπος που την έσωσε.

Ο Ο΄Κόνελ θα γυρίσει στην πατρίδα του. Μεταπολεμικά θα ξαναδουλέψει προπονητής στην Ισπανία χωρίς ποτέ να γνωρίσει τις επιτυχίες του παρελθόντος. Θα πεθάνει το 1959 στο Λονδίνο και θα θαφτεί ανώνυμος στο καθολικό κοιμητήριο του Κένσαλ Γκριν. Το 2015 η οικογένειά του οργάνωσε μια εκστρατεία ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την κατασκευή τάφου με το όνομά του. Ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν βρίσκουμε τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Πάολο Μαλντίνι, τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ, τον Κένι Νταλγκλίς, τον Λούις Φίγκο. Πορτρέτο του βρίσκεται στο Μουσείο της Μπαρτσελόνα και ένα μεγάλο γκράφιτι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Όπως γράφει πλέον στον τάφο του: «Τον θυμούνται πολλοί στην Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ισπανία». Και αλλού.

Patrick-OConnell-Mural-1_-Lewis

Ο Ντάνιελ Ο΄Κόνελ κατάφερε τελικά να συναντήσει τον εξαφανισμένο πατέρα του. Λέγεται η μόνη ερώτηση που του έκανε εκείνος ήταν: «Ντάνιελ, πες μου κάτι. Η Μάντσεστερ τι έκανε;». Ποιος ξέρει, ίσως να το είχε παίξει στο στοίχημα.

Η ματωμένη φανέλα του Τέρι Μπούτσερ

  [Καθόλου σχόλια]

Σάββατο. Μπάλα. Εθνική Αγγλίας. Το Γουέμπλει μαζεύει κόσμο, οι παμπ γεμίζουν για μια γρήγορη μπύρα πριν το ματς. Τα όνειρα και τα στατιστικά συνοδεύουν τους Άγγλους προς τις καρέκλες και την πορεία προς την κορυφή του κόσμου. Σίγουρα θα έχουν βρει κάποιο σημάδι, κάποια σύμπτωση που τους κάνει βέβαιους ότι το επόμενο Μουντιάλ είναι δικό τους. Ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος αισιοδοξίας, προσμονής, αποτυχίας, απογοήτευσης, νέας αρχής. Θαρρείς κι αν αυτή η διεργασία σταματήσει, θα σταματήσει κι η Γη να γυρίζει. Η Αγγλία ψάχνει για προπονητή, ο μπιγκ Σαμ με το τεράστιο πρόσωπο και τους πονεμένους του γομφίους από το συνεχές μάσημα τσίχλας αποτελεί παρελθόν. Έφυγε χωρίς να δεχτεί γκολ και μία νίκη σε ένα ματς, ποιος να τον ξεπεράσει;

Η μπύρα ρέει πριν τον αγώνα, οι Άγγλοι στοιχηματίζουν τους σκόρερς, άλλωστε πιστεύουν ότι θα είναι πολλοί απέναντι στην Μάλτα, κράζουν όμως και τον κακομοίρη τον Σάουθγκέιτ για τις επιλογές του. Μια παρέα περιμένει στην ουρά για να μπει στο γήπεδο. «Δεν έχουμε φορ» λέει ο ένας, «δεν έχουμε τέρμα» λέει ο άλλος. «Δεν έχουμε ομάδα. Θυμάστε παλιά;» λέει ο τρίτος. «Τι παλιά; Εσύ πρόλαβες οριακά το Μουντιάλ του 1986» του απαντάει ένας τέταρτος. «Ε και; Ομαδάρα είχαμε τότε, φτάσαμε και στα ημιτελικά το 1990» επανέρχεται ο τρίτος. Ασυναίσθητα, όλοι στρέφονται στον γηραιότερο για την άποψή του, τον σέβονται γιατί ήταν μέσα στον τελικό του 1966, στην κατάκτηση του Μουντιάλ. Μόνο η γυναίκα του ξέρει ότι δεν είναι αλήθεια, δεν το λέει όμως ούτε στις φιλενάδες της στο κομμωτήριο. Μια ιστορία που έφτιαξε ο ίδιος, αλλά με τα χρόνια έγινε σημαντική. Είναι το παράσημό του, το γεγονός ότι λέει πως είδε από κοντά τον Μπόμπι Μουρ τον κάνει αυθεντία σε κάθε συζήτηση. Έχει πει τόσες φορές την ιστορία για το πώς πιτσιρικάς μπήκε στο Γουέμπλει στον τελικό, που πλέον το πιστεύει κι ο ίδιος. «Τότε μάτωναν οι παίκτες τη φανέλα» λέει λακωνικά.

Όλοι αμέσως σκέφτονται ένα όνομα. Τέρι Μπούτσερ. Ίσως το πιο ταιριαστό όνομα για σέντερ μπακ να σε λένε χασάπη. Ο Μπούτσερ δεν ήταν απλά ένας δυναμικός κεντρικός αμυντικός, ήταν η επιτομή του Άγγλου παίκτη που διαβάζαμε μικροί στα κόμικς. Το στερεότυπο του «παλικαριού» που θα τα δώσει όλα. Έκανε μια μεγάλη καριέρα (κυρίως στην Ίπσουιτς με την οποία κατέκτησε και ένα ΟΥΕΦΑ) και έφτασε να γίνει μέχρι κι αρχηγός στην εθνική της Αγγλίας. Ένας τύπος με ωραίο χιούμορ, ποδοσφαιριστής μιας παντελώς διαφορετικής εποχής. Η μοίρα τον έφερε να μείνει γνωστός για μια φωτογραφία από ένα συγκεκριμένο ματς.

Ήταν Σεπτέμβριος του 1989 όταν η Αγγλία αντιμετώπιζε τη Σουηδία στο Ρασούντα της Στοκχόλμης σε μία από τις 7 φορές που ο Μπούτσερ φόρεσε το περιβραχιόνιο της ομάδας (σε 77 εμφανίσεις). Τα «Τρία Λιοντάρια» έχοντας κερδίσει την Πολωνία είχαν σε μεγάλο βαθμό εξασφαλίσει την πρόκριση στο Μουντιάλ της Ιταλίας και ήθελαν μια ισοπαλία. Το ματς θα είχε ξεχαστεί από όλους, αν σε μια διεκδίκηση της μπάλας ο Μπούτσερ δεν χτυπούσε το κεφάλι του άσχημα με έναν αντίπαλο. Γέμισε αίματα και χρειάστηκαν εφτά ράμματα αρχικά και άλλα δύο αργότερα για να μπορέσει να συνεχίσει. Τότε το ποδόσφαιρο ήταν διαφορετικό. Δεν είχαμε τόσες διακοπές, ούτε ήταν υποχρεωμένοι οι παίκτες να αλλάξουν φανέλες αν μάτωναν. Στην περίπτωση του Τέρι Μπούτσερ η εντολή δεν θα ήταν «Σήκω και πάτα το» μια που δεν χτύπησε στο πόδι, αλλά σίγουρα κάτι σε στιλ «Μπες και πάρε όλες τις κεφαλιές»..

Ο Μπούτσερ (που σήμερα λογικά θα βλέπει τον Κιελίνι με μπανταρισμένη την μουτσούνα του και θα κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του) μπήκε μέσα και συνέχισε να πηδάει σαν το κατσίκι σε κάθε φάση, λες και το έκανε επίτηδες. Και σε κάθε φάση που έπαιρνε κεφαλιά, άνοιγει ξανά το κεφάλι του. «Είχαν γεμίσει όλοι οι παίκτες με τα αίματά μου, είχε γεμίσει κι η μπάλα με το αίμα μου«. Αλλά ο Μπούτσερ εκεί, να δίνει μάχες με τον Τζόνι Έκστρομ και τους υπόλοιπους Σουηδούς. Η Αγγλία τελικά κράτησε το 0-0 και πήρε την πρόκριση για το Μουντιάλ του 1990 κι ο Μπούτσερ έγινε εθνικός ήρωας με τις αγγλικές εφημερίδες (γνωστές για την ψυχραιμία τους στο ποδόσφαιρο) να παροτρύνουν να του απονεμηθεί μετάλλιο ανδρείας και τις φωτογραφίες του σαν χαρακτήρας σπλάτερ ταινίας του Τζορτζ Ρομέρο να φιγουράρουν στα πρωτοσέλιδα. Αίματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στη φανέλα, παντού. Είναι απορίας άξιο πώς δεν λιποθύμησε

terrybutcher_Το αίμα, το γουρλωμένο μάτι, εξώφυλλο από ταινία θρίλερ

«Δεν θα έβγαινα ποτέ, ο Μπόμπι Ρόμπσον το ήξερε. Θα τον σκότωνα αν με έβγαζε αλλαγή. Ήμουν πάντως πολύ παραπάνω σαν παίκτης από μία ματωμένη φανέλα» δήλωνε χρόνια αργότερα. «Θα μπορούσε όμως να είναι χειρότερα τα πράγματα, να έχω μείνει στην ιστορία σε εκείνη τη φωτογραφία με τον απατεώνα και το χέρι του» συμπληρώνει σε άλλη συνέντευξη. Ο Μπούτσερ δεν ξεπέρασε ποτέ το «χέρι του Θεού» και τον Μαραντόνα τον οποίο δεν ψήφισε στην 11αδα του με τους καλύτερους όλων των εποχών.  23 χρόνια μετά δήλωνε ότι συνεχίζει «να τον μισεί με πάθος». «Πιο πολύ με πείραξε το δεύτερο γκολ. Μας πέρασε όλους από μία φορά, αλλά εμένα φαίνεται σαν να με πέρασε ο κοντός μπάσταρδος δύο φορές».

Όπως συμβαίνει σε οποιαδήποτε ποδοσφαιρική χώρα του κόσμου, μετά τις αποτυχίες των εθνικών οι δημοσιογράφοι ψάχνουν τους παλαίμαχους. Έτσι και τον Μπούτσερ μετά το Euro που μας πέρασε και το κάζο της Αγγλίας. Εμφανίστηκε μετά από κάποιες μέρες. «Είχα κλείσει το τηλέφωνο μου, θρηνούσα. Κυκλοφορούσα με μαύρο πένθος στο χέρι μου. Είναι η χειρότερη Αγγλία που έχω δει ποτέ και αν ήμουν παίκτης της θα ντρεπόμουν και θα ζητούσα συγγνώμη. Δεν υπάρχουν ηγέτες, δεν υπάρχουν προσωπικότητες. Μόνο ο Ρούνεϊ και ο Χαρτ. Ντρέπομαι, αλλά παραδέχομαι ότι χώρες όπως η Ιταλία είναι πλέον πιο δυνατές τόσο σωματικά, όσο και ψυχικά από εμάς. Στα χρόνια μου δεν γινόταν«. Ο Μπούτσερ (μικρός όντως δούλεψε και σε χασάπικο) που ακούει AC/DC και Iron Maiden και όχι «από αυτές τις μοντέρνες αηδίες» όπως λέει, δεν μπορεί να ανεχτεί την έλλειψη ψυχής που θεωρεί ότι οι σημερινοί Άγγλοι έχουν.

Wembley_England_fans

«Ναι, την μάτωναν. Δεν έχουμε Τέρι Μπούτσερ πια» λέει ένας από την παρέα του Γουέμπλει.  Οι σκέψεις όλων πίσω στο 1989-90. Τότε που ο Λίνεκερ σκόραρε 24 φορές και έβγαινε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα κι η Λίβερπουλ κατακτούσε το τελευταίο της πρωτάθλημα. Επιτέλους η παρέα φτάνει στις θέσεις της για το ματς. Βλέπουν τους παίκτες να πατάνε χορτάρι και αμέσως ξεχνούν τα παλιά, Ένας ακόμα κύκλος της εθνικής Αγγλίας ξεκινάει κι αυτή τη φορά είναι η σειρά τους, είναι σίγουρο.