Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιστορίες για το τζάκι'

Όταν ο Καντονά κλώτσησε τον ρατσισμό

  [7 Σχόλια]

Ο Ερίκ Καντονά δεν είναι ακόμα μία συνηθισμένη περίπτωση κάποιου, που υπήρξε κάποτε, ένας κορυφαίος ποδοσφαιριστής, και προσωπικά τον λατρεύω γι’ αυτό. Κι ας αγωνίστηκε -με τεράστια επιτυχία- στην ομάδα που  ήταν, είναι και θα είναι, ο μεγαλύτερος αντίπαλος της ομάδας που εγώ υποστηρίζω. Η αρχοντική του κορμοστασιά δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Ο σηκωμένος του γιακάς δεν μπορούσε να σε αφήσει ασυγκίνητο. Η μοναδική του τεχνική, ώρες-ώρες, σε έκανε να παραμιλάς. Το ψυχρό του βλέμμα, ικανό να τρομάξει αντιπάλους, συμπαίκτες ακόμα και θεατές στην εξέδρα. Πάνω απ’ όλα όμως, το γεγονός πως έπαιρνε, και συνεχίζει να παίρνει, θέση για καθετί σημαντικό -εντός και εκτός ποδοσφαίρου- τον κατατάσσουν πολύ ψηλά στις συνειδήσεις όλων όσων δεν ασχολούνται επιφανειακά με το ποδόσφαιρο, αλλά ψάχνουν σε αυτό και άλλα βαθύτερα νοήματα, αντιμετωπίζοντάς το ως αυτό που είναι πραγματικά: Ένα πανέμορφο παιχνίδι που συνάμα είναι και ένα σπουδαίο κοινωνικό φαινόμενο. Με ό,τι φυσικά αυτό, περικλείει ως κάτι τέτοιο.

Στις αρχές των 90s -και αφού έχουν προηγηθεί τα γεγονότα του Χέιζελ και του Χίλσμπορο- το αγγλικό ποδόσφαιρο προσπάθησε να αλλάξει με ταχείς ρυθμούς, προς το καλύτερο, και τα κατάφερε. Έτσι τουλάχιστον θέλουμε όλοι να πιστεύουμε. Οι θέσεις ορθίων άρχισαν να εξαφανίζονται, βυθίζοντας στη θλίψη αρκετούς φιλάθλους που είχαν μάθει εντελώς διαφορετικά. Τα γήπεδα έγιναν πολύ πιο καθαρά και σύγχρονα, δίνοντας πολλές ανέσεις σε αυτούς που αγοράζουν ένα -ακριβό- εισιτήριο, και φυσικά ο κύριος όγκος των χούλιγκανς σταμάτησε να πηγαίνει οργανωμένα στο γήπεδο. Αυτό φυσικά δεν αναιρούσε το γεγονός πως, εκτός γηπέδου, τα «ραντεβού» έδιναν και έπαιρναν. Κάτι που συνεχίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Αυτό -όπως είναι λογικό- δεν ενοχλούσε καθόλου την FA, αφού το τηλεοπτικό της «προϊόν» γίνονταν μέρα με τη μέρα ολοένα και πιο ελκυστικό. Ολοένα και πιο ακριβό. Ολοένα και πιο λαμπερό.

Την ίδια περίοδο έφτασε στο Νησί και ο Καντονά, με τη φήμη που τον ακολουθούσε να είναι επιεικώς απαράδεκτη, λόγω του εκρηκτικού του χαρακτήρα. Ενός χαρακτήρα που τον έβαζε αρκετά συχνά σε μπελάδες. Ο Γάλλος είχε ξυλοφορτώσει τον συμπαίκτη του, Μπρούνο Μαρτίνι, όταν είχε αγωνιστεί δανεικός στην Μαρτιγκές απ’ την Οσέρ. Είχε χτυπήσει διαιτητή, πετώντας του την μπάλα, με αρκετά υποτιμητικό και βίαιο τρόπο. Είχε τιμωρηθεί με τρίμηνο αποκλεισμό για ένα δολοφονικό μαρκάρισμα στον Μισέλ Ντε Ζακαριάν της Ναντ. Είχε χτυπήσει με παπούτσι στο κεφάλι τον συμπαίκτη του, Ζαν Κλωντ Λεμούλ, όταν έπαιζε στην Μονπελιέ και φυσικά είχε προλάβει να αποκλειστεί -για ένα πολύ μικρό διάστημα- και απ’ την εθνική, μιας και είχε έρθει σε ολική ρήξη με τον τότε προπονητή, Ανρί Μισέλ. Ο χαρακτηρισμός μάλιστα «σκατοσακούλα» που είχε ξεστομίσει στον γαλλικό Τύπο για τον Μισέλ, ακολουθούσε τον εκλέκτορα των Τρικολόρ για πάρα πολλά χρόνια.

Επίσης είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. Να τσακωθεί δηλαδή ακόμα και σε αγώνα φιλανθρωπικού χαρακτήρα σε μια κίνηση που είναι υπερβολικά δύσκολο να περιγραφτεί με λόγια. Τουλάχιστον από εμένα. Αυτά φυσικά είναι μόνο λίγα από όλα όσα είχε καταφέρει τα χρόνια που έπαιζε στα γήπεδα της Γαλλίας. Γι’ αυτούς τους λόγους, και ακόμα περισσότερους, δεν τον είχε φέρει και ο Σούνες στην Λίβερπουλ, την περίοδο που ο Μισέλ Πλατινί τον παρακαλούσε, μήπως και σώσει την καριέρα του σπουδαίου Γάλλου επιθετικού. Μια καριέρα που έδειχνε να έχει πάρει την κάτω βόλτα. Αυτό, τελικά, έγινε στη Λιντς με τον Καντονά να φτιάχνει και πάλι το όνομά του, αφού είχε προηγηθεί η απόρριψή του απ’ την Σέφιλντ Γουένσντεϊ. Ναι, συνέβη και αυτό στον σπουδαίο Ερίκ Καντονά.

Εκτός των εξωπραγματικών του εμφανίσεων στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και των τίτλων που κέρδισε, ο Καντονά θα μνημονεύεται πάντα, για εκείνο το κουνγκ-φου χτύπημα στον Μάθιου Σίμονς. Τον φίλαθλο της Κρίσταλ Πάλας, τον Δεκέμβριο του 1995, στο Νότιο Λονδίνο και συγκεκριμένα στο Σέλχαρστ Παρκ. Αφού είχε μόλις δεχθεί την κόκκινη κάρτα για ένα σκληρό μαρκάρισμα στον Ρίτσαντ Σο, αμυντικό της Πάλας, κι αφού κατευθυνόταν στα αποδυτήρια, ο Καντονά κινήθηκε μαινόμενος προς την κερκίδα, με τα υπόλοιπα να είναι πλέον γνωστά. Η FA τιμώρησε τον Καντονά με αποκλεισμό 8 μηνών από το ποδόσφαιρο και 120 ώρες κοινωνική εργασία καθώς παράλληλα πλήρωσε ποινή φυλάκισης δύο εβδομάδων, συν ακόμα ένα τεράστιο χρηματικό πρόστιμο.

Ο Γάλλος μάλιστα την ίδια περίοδο αποσύρθηκε και απ’ την εθνική Γαλλίας καθώς έβλεπε -ανήμπορος να βοηθήσει- την Γιουνάιτεντ να χάνει στο τέλος της σεζόν το πρωτάθλημα απ’ την Μπλάκμπερν. Ο βρετανικός Τύπος εννοείται πως είχε φερθεί πολύ σκληρά στον Γάλλο σταρ και πως, ηθελημένα, δεν είχε ψάξει το γεγονός όπως κανονικά θα έπρεπε. Εις βάθος. Αντ’ αυτού η στοχοποίηση του ποδοσφαιριστή, που είχε όντως πολύ κακή φήμη, στο «υγιές» πλέον αγγλικό ποδόσφαιρο έγινε ο βασικός στόχος. Η δήλωση του Καντονά έξω απ’ το δικαστήριο πως «Όταν οι γλάροι ακολουθούν την τράτα, είναι γιατί νομίζουν πως θα πεταχτούν σαρδέλες στη θάλασσα» μπορεί να είχε φανεί τότε αστεία και δίχως νόημα, αλλά ήταν τελικά το ακριβώς αντίθετο, κρύβοντας μάλιστα -ουσιαστικά- όλη την αλήθεια αυτής της ιστορίας και την υποκριτική στάση των ΜΜΕ. Μιας ιστορίας που είχαν κρύψει αρκετά καλά για να προστατεύσουν το ακριβό ποδοσφαιρικό προϊόν που άρχιζε να κατακτά ολόκληρο τον πλανήτη. Παρακάτω θα καταλάβετε τον λόγο.

Ο Σίμονς, το «θύμα» δηλαδή, είναι γέννημα-θρέμμα του Θόρντον Χιλ, ακριβώς δίπλα στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας και αν και δηλώνει περισσότερο φίλος της Φούλαμ, πήγαινε αρκετά συχνά και στα παιχνίδια των «αετών», στο Σέλχαρστ Παρκ. Αυτή η σχέση ξεκίνησε απ’ όταν η μητέρα του δούλευε για -πολλά χρόνια- στο μπαρ του γηπέδου. Μάλιστα, στα παιδικά του χρόνια, ο Σίμονς είχε υπάρξει και ball boy της ομάδας. Μέχρι εδώ όλα καλά. Αυτό που ποτέ δεν βγήκε στην επιφάνεια εκείνα τα χρόνια ήταν το κοινωνικό προφίλ του διάσημου «θύματος» και το γεγονός πως εκείνη την περίοδο ήταν μέλος του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος και πως συμμετείχε ακόμα σε πορείες και συλλαλητήρια δίπλα σε ένα σωρό ακροδεξιά στοιχεία.

Επίσης στα 17 του, λίγα χρόνια δηλαδή πριν την κλωτσιά του Καντονά, ο Μάθιου Σίμονς είχε καταδικαστεί για απόπειρα ληστείας σε βενζινάδικο του οποίου ο βασικός υπάλληλος ήταν απ’ τη Σρι Λανκα. Επίσης κανένας δεν είχε ασχοληθεί με το γεγονός πως ενώ η θέση του, εκείνη τη μέρα, ήταν 11 σκαλοπάτια ψηλότερα, αυτός είχε βρεθεί δίπλα στις διαφημιστικές πινακίδες απλά και μόνο για να βρίσει τον Καντονά χυδαία για την καταγωγή του και να τον προτρέψει να γυρίσει στην «Γαμ…ένη τη χώρα σου, γαμ…νε Γάλλε». Το γεγονός πως ο Σίμονς πριν μερικά χρόνια καταδικάστηκε επίσης, για επίθεση στον προπονητή της ομάδας που αγωνίζεται ο ανήλικος γιος του (το εν λόγω συμβάν έγινε περίπου το 2011), δίνει στον Καντονά ακόμα ένα ελαφρυντικό  για εκείνο το γεγονός και εκείνη την βίαιη αντίδρασή του. Ένα γεγονός που ο ίδιος δεν έχει ξεχάσει ακόμα και σήμερα. Και φυσικά -ορθώς- δεν έχει συγχωρήσει τον Σίμονς γι’ αυτό.

Το πόρισμα των χαρτογιακάδων είχε βγει: «Οι εξέδρες είχαν καθαρίσει από ταραχοποιά στοιχεία και το προϊόν μπορούσε πλέον να καταναλωθεί από όλους με συμπεριφορές σαν αυτή του Καντονά να δυσφημούν την Πρέμιερ Λιγκ». Είναι τόσο τραγικό όσο ακούγεται. Το εύκολο θύμα σε όλο αυτό, κάποιος που προκαλείται για να γίνει θύτης μιας και το προβληματικό του παρελθόν, μπορούσε εύκολα να τον στοχοποιήσει. Κάποιος που εκτός του σπάνιου ποδοσφαιρικού του ταλέντου είχε κοινωνική και πολιτική συνείδηση και φυσικά κάποιος που -ασχέτως- αν ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και ίνδαλμα της Ποπ Κουλτούρας της εποχής, δεν μπορούσε να το «βουλώσει» μπροστά στην αδικία, τη βία και τον κάθε μορφής ρατσισμό. Αυτόν το ρατσισμό που υπήρχε πολύ βαθιά ριζωμένος εκείνη την περίοδο στις κερκίδες και που η FA ήθελε να κρύψει για να μην πληγώσει το προϊόν της. Εδώ έρχεται επίσης ακόμα ένα μεγάλο αναπάντητο τόσα χρόνια τώρα -αθλητικό- ερώτημα. Με ποιο δικαίωμα ο οπαδός μπορεί να βρίζει τον αθλητή και γιατί αν αυτός αντιδράσει θα πρέπει να τιμωρείται; Ποιο μέτρο τιμωρεί (και πως) την σωματική βία αλλά αφήνει ατιμώρητη την λεκτική, κυρίως, προς τους αθλητές; Γιατί κάποιοι αποφάσισαν τόσο εύκολα πως εκείνο το απόγευμα στο Σέλχαρστ Παρκ ο Καντονά ήταν ο θύτης και όχι το θύμα;

Το ποδόσφαιρο είχε όντως αλλάξει, ιδίως το αγγλικό, και είχε αρχίσει να γίνεται ακριβώς αυτό που είναι στις μέρες μας. Ένα προϊόν που μπορεί να καταναλωθεί από όλους και πρέπει να καταναλώνεται από όλους. Ένα προϊόν που όλα μέσα σε αυτό πρέπει να δείχνουν όμορφα και αγγελικά πλασμένα για να μπορεί να «πουλάει». Ο σκληρός και αληθινός Ερίκ δεν ξέρω πόσο θα μπορούσε να βρει χώρο σε αυτό το ποδόσφαιρο και γι’ αυτό λογικά έβαλε και τέλος στην καριέρα του, δύο χρόνια αργότερα στα 31 του χρόνια, αφού δε τον γέμιζε και δεν μπορούσε να πορευτεί σε αυτό ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής όπως τους ήθελε και συνεχίζει να τους θέλει το σύστημα. Χωρίς πάθη. Χωρίς πολιτική/κοινωνική συνείδηση (εκτός και αν πιέζουν οι χορηγοί), και το σημαντικότερο, χωρίς αντίδραση στην δράση. Αυτό το τελευταίο δεν θα μπορούσε να το δεχθεί κάποιος με την φιλοσοφία του σπουδαίου Γάλλου αρτίστα.

Αν υπήρξε ένα θύμα εκείνη την μέρα στο Σέλχαστ Παρκ, αυτό  δεν ήταν σίγουρα ο Σίμονς. Ίσως μεγαλύτερο θύμα κι απ’ τον Καντονά να ήταν το ίδιο το ποδόσφαιρο. Ένα ποδόσφαιρο που πέθαινε σιγά-σιγά με την παλιά του μορφή, δίνοντας την θέση του σε ένα άλλο ποδόσφαιρο, γεμάτο νέα συναισθήματα, με πολλές -και άνετες- θέσεις στην εξέδρα και νέες θέσεις πίσω από πολλά γραφεία για ανθρώπους που δεν το γνωρίζουν και δεν το αγαπούν, βλέποντας σε αυτό μόνο αριθμούς σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Απ’ την άλλη, η πορεία του Καντονά, μετά το ποδόσφαιρο, έδειξε σε όλους ποιος πραγματικά ήταν (και είναι) ο Κινγκ Eρίκ κάτι που εμένα προσωπικά με γεμίζει χαρά. Μεγάλη χαρά. Σαν αυτή που πήρα την πρώτη φορά που είδα την κουνγκ-φου κλωτσιά του αποτυπωμένη στο εξώφυλλο του σιγκλ των Ash. Εννοείται, για το κομμάτι Kung-Fu.

Χαρά και συγκίνηση όπως τότε που τον είδα να γεμίζει με την παρουσία του την Μεγάλη Οθόνη στο εξαιρετικό «Looking For Eric» του Κεν Λόατς. Απίστευτη χαρά σαν αυτή που εισπράττω όταν διαβάζω τις δηλώσεις του και βλέπω την στάση του για ένα σωρό δύσκολα κοινωνικά θέματα των περίεργων ημερών μας. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν έριχναν κι άλλοι διάσημοι ποδοσφαιριστές -και αθλητές- τέτοιες κλωτσιές σε όλους αυτούς που πραγματικά τις αξίζουν; Τότε -και μόνο τότε- ίσως να ήταν το ποδόσφαιρο, η κοινωνία, ακόμα και το ίδιο το «Σύστημα» κάπως καλύτερα. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός είναι απ’ τα σημαντικότερα δευτερεύοντα πράγματα στην ζωή, κάτι που ο Ερίκ Καντονά το είχε καταλάβει αρκετά νωρίς και μάλιστα πολύ καλά, αρνούμενος να μένει σιωπηλός μπροστά σε όλα τα άσχημα και τα περίεργα που συναντούσε.

To κείμενο γράφτηκε έχοντας ως μουσική παρέα το soundtrack της τανίας La Haine.

Το αμάρτημα της ανταλλαγής φανέλας

  [Καθόλου σχόλια]

Σε μια χώρα που έχει τόσα «κλάσικο», τόσα ντέρμπι από γειτονιά σε γειτονιά, από πόλη σε πόλη, που κάνει μια αγωνιστική στο πρωτάθλημά της ώστε να παίζονται όλα τα ντέρμπι μαζί, είναι βέβαιο ότι ισχύουν διαφορετικοί κανόνες. Λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες (και μέσα στην «επαρχία» της πρωτεύουσας) βρίσκεται η Λα Πλάτα. Η Λα Πλάτα δεν θα μπορούσε να έχει μία ομάδα μόνο. Δεν θα είχε τότε «κλάσικο» και δεν είναι δυνατόν στην Αργεντινή να έχουμε πόλη χωρίς κλάσικο. Η αλήθεια είναι ότι το μεγάλο ματς της πόλης είναι κομματάκι άνισο, η Εστουδιάντες είναι πολύ μεγαλύτερη ομάδα σε μέγεθος, με διεθνείς τίτλους, αλλά αυτό δεν επηρεάζει τόσο τους οπαδούς της πιο ταπεινής Χιμνάσια.

Τα ματς των δύο χωρίζουν την πόλη και συμβαίνουν ένα σωρό φολκλορικά, καθώς για να εξασφαλιστεί η νίκη χρησιμοποιείται κάθε τρόπος. Την ημέρα των αγώνων δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για συμβιβασμούς, για φιλίες. Κι αυτό το έμαθε καλά ο Λουσιάνο Λεγκισαμόν, ο Αργεντινός μεσοεπιθετικός που έπαιζε το 2007 στη Χιμνάσια Λα Πλάτα. Εκείνη την 4η Νοεμβρίου η Χιμνάσια έχασε πέναλτι στο 23′ με τον Αντούχαρ να κάνει φοβερές αποκρούσεις, κι η Εστουδιάντες του προπονητή Τσόλο Σιμεόνε κέρδιζε (όπως συνήθως κάνει) την αντίπαλό της με 1-0 στο 45′. Ο κόσμος της Χιμνάσια ήταν έξαλλος με την τροπή του ματς.

Το ιστορικό «κλάσικο» της Λα Πλάτα το 2007

Για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, οι φιλοξενούμενοι οπαδοί είδαν στην ανάπαυλα τον Λεγκισαμόν να αλλάζει φανέλα με έναν αντίπαλο. Και όχι όποιον όποιον. Τον Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν. Πριν πείτε «μα καλά, παιχταράς ο Χουάν», σκεφτείτε ότι μιλάμε για ένα ίνδαλμα των αντιπάλων, τον αρχηγό και έναν από τους σημαντικότερους παίκτες και φυσικά φανατικό οπαδό της Εστουδιάντες. Οι οπαδοί της Χιμνάσια το πήραν κατάκαρδα, ένιωσαν να μπήγεται βαθιά η παγωμένη λεπίδα του μαχαιριού της προδοσίας (ΟΚ, το παράκανα ίσως λίγο). Τα συνθήματα άρχισαν να δονούν την ατμόσφαιρα: «Βγάλε το 8, τον π…ας γιο» (σε ελεύθερη μετάφραση) προς τον προπονητή Φαλσιόνι και «Λεγκισαμόν φύγε», συνοδευόμενα από καθόλου κόσμιες εκφράσεις για τη μητέρα του «Λέγκι».

26 λεπτά αργότερα το θέλημα των οπαδών έγινε πραγματικότητα, για αγωνιστικούς λόγους ή εξαιτίας τους δεν ξέρει κανείς. Πάντως όσοι αντικειμενικοί είδαν το ματς, έλεγαν ότι ο Λέγκι ήταν από τους καλύτερους της Χιμνάσια, κερδίζοντας μάλιστα μια αποβολή, οπότε αγωνιστικά δεν ήταν δικαιολογημένη η αλλαγή. Ακόμα πιο αστείο είναι ότι ήθελε να κτυπήσει το πέναλτι στο 23′, αλλά ο Ερέρα επέμεινε και το έχασε. Η μοίρα της Χιμνάσια πάντως δεν άλλαξε και το ματς έληξε τελικά με 1-0. Ο Λουσιάνο δεν έκανε δηλώσεις μετά τον αγώνα, αλλά τα πράγματα είχαν πάρει την τροπή τους. Το τηλέφωνο στο σπίτι του δεν σταμάτησε να χτυπάει με τα πιο light να είναι οι βρισιές και τα πιο βαριά απειλές. Οπαδοί της ομάδας εμφανίστηκαν στην προπόνηση βρίζοντάς τον. Κάπου εδώ θα πει κανείς, είναι η ώρα της διοίκησης να προστατέψει έναν από τους καλύτερους παίκτες της, ένα περιουσιακό της στοιχείο στο κάτω κάτω.

Μην περιμένετε λογική. Η διοίκηση αποφάσισε ο παίκτης να προπονείται μόνος του, μέχρι «να εκτιμηθεί» η κατάσταση. Με λίγα λόγια τιμωρήθηκε μένοντας εκτός ομάδας. Ο γραμματέας του συλλόγου τον καταδίκασε λέγοντας «Ο Λεγκισαμόν έκανε λάθος, είμαι απογοητευμένος. Εκείνη τη στιγμή πρέπει να κοιτάς πώς να κερδίσεις το παιχνίδι. Δεν πρέπει να δημιουργηθεί προηγούμενο». Ο παίκτης έδειξε απίστευτη στωικότητα, ζητώντας συγγνώμη και λέγοντας ότι καταλαβαίνει την ψυχοσύνθεση του φιλάθλου της Αργεντινής και δεν ήθελε να δείξει ασέβεια στον κόσμο της Χιμνάσια. Το καλύτερο όμως ήταν όταν αποκαλύφθηκε η πλήρης αλήθεια. Ο Βερόν και ο Λεγκισαμόν μιλούσαν πριν την έναρξη του αγώνα και ο Χουάν ήταν αυτός που του ζήτησε τη φανέλα του. Βλέπετε, ο σταρ της Εστουδιάντες είχε ένα ανιψάκι που του ξέφυγε και έγινε Χιμνάσια και μάλιστα είχε είδωλο τον Λεγκισαμόν. Έτσι ζήτησε από τον θείο Χουάν μια φανέλα του αγαπημένου του παίκτη. Φυσικά αυτό δεν το ήξερε κανείς και όλοι πίστεψαν ότι έγινε το αντίστροφο. Ούτε αυτό όμως μέτρησε τελικά στη συνείδηση των οπαδών. Ο «προδότης» έμεινε έξω στις τελευταίες αγωνιστικές του πρωταθλήματος και παρ’ ότι ο μικρούλης οπαδός της Χιμνάσια πήρε στα χέρια του τη φανέλα της Χιμνάσια, αυτή τη φανέλα ο Λεγκισαμόν δεν τη φόρεσε ποτέ ξανά.

Good guy Leguizamón

Ο «προδότης» πήρε μεταγραφή για την Άρσεναλ Σαραντί και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2008, υποδέχτηκε την πρώην ομάδα του. Από τη στιγμή που μπήκε στο γήπεδο και μέχρι κάθε φάση που ακουμπούσε την μπάλα, οι φιλοξενούμενοι οπαδοί της Χιμνάσια τον αποδοκίμαζαν. Η μοίρα όμως τον έφερε να σκοράρει. Ο ίδιος συνεχίζοντας να δείχνει υπερβολικά μεγάλη καρδιά και ανωτερότητα παρά τα όσα άκουγε, δεν πανηγύρισε. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, ζητώντας ξανά συγγνώμη από τον κόσμο της Χιμνάσια Λα Πλάτα. Η Άρσεναλ κέρδισε με 1-0 χάρη στο γκολ του. Μερικές φορές όμως ό,τι και να κάνει κάποιος δεν μπορεί να αλλάξει τα πιστεύω του όχλου. Η νέα συγγνώμη δεν έπεισε τον κόσμο της Χιμνάσια.

Το δεύτερο σερί γκολ και το πανό στο τέλος

Οι ομάδες συναντήθηκαν και πάλι το Νοέμβριο του 2008, ένα χρόνο περίπου μετά την περίφημη ανταλλαγή φανέλας. Οι οπαδοί της Χιμνάσια είχαν μέχρι και πανό που έγραφε «Λέγκι δεν θα καταλάβεις ποτέ αυτό το πάθος, προδότη» και φυσικά συνέχισαν να αποδοκιμάζουν τον πρώην παίκτη τους. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Γκολ Λεγκισαμόν και 0-1 ήττα. Αυτή τη φορά όμως δεν υπήρχαν συγγνώμες, ο Λεγκισαμόν πανηγύρισε κανονικά. Ο Λέγκι πανηγύρισε κι άλλα γκολ απέναντι στη Χιμνάσια, πάντα με τη φανέλα της Άρσεναλ, μιας ομάδας στην οποία έγινε πρώτος σκόρερ στην ιστορία της και μάλιστα κατέκτησε ένα απίστευτο πρωτάθλημα το 2012. Ίσως τελικά η αχαριστία και η υπερβολή των οπαδών της Χιμνάσια να ήταν ευεργετική γιατί είναι άγνωστο αν θα κατακτούσε ποτέ κάποιον τίτλο αν έμενε στη Λα Πλάτα.

Το θαύμα του Καστέλ ντι Σάνγκρο: Ο Αμερικάνος που ερωτεύτηκε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Για 52 χρόνια ο Τζο ΜακΓκίνις ζούσε μια ζωή χωρίς μεγάλα πάθη στα δυτικά παράλια των ΗΠΑ. Στα 26 του είχε γίνει ο νεότερος συγγραφέας που μπήκε στη λίστα των Best Seller των New York Times, ένα κατόρθωμα που οφείλει στο βιβλίο του ‘The Selling of the President’, το οποίο ασχολιόταν με τον υποψήφιο τότε για την προεδρία, Ρίτσαρντ Νίξον. Ακολούθησε μια άκρως επιτυχημένη καριέρα με αρκετά βιβλία και μια ήσυχη ζωή που είχε ως επίκεντρο τη λογοτεχνία και την πολιτική. Μέχρι που ξεκίνησε το Μουντιάλ του 1994.

«Θυμάμαι καθαρά πως ήταν η ζωή μου. Από πολλές απόψεις, υποθέτω ότι ζούσα καλύτερα. Τα παιδιά μου με σέβονταν. Με τη σύζυγο μου μοιραζόμασταν πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Είχα φίλους. Μου άρεσε η μουσική. Διάβαζα βιβλία. Ότι ξαφνικά θα ξυπνούσε μέσα μου το πάθος για το ποδόσφαιρο έμοιαζε τόσο απίθανο όσο το να γίνω αστροναύτης» έγραψε ο ίδιος, χρόνια μετά.

Η ανάθεση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις ΗΠΑ ξύπνησε την περιέργεια του 52χρονου Αμερικανού για ένα παιχνίδι για το οποίο δεν ήξερε τίποτα και η συνέχεια ήταν ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Ο ΜακΓκίνις πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι διαβάζοντας και παρακολουθώντας αγώνες, ερωτεύτηκε παράφορα το ποδόσφαιρο και προσάρμοσε την υπόλοιπη ζωή του γύρω απ’αυτό. Έβαλε δορυφορική στο σπίτι του για να βλέπει όσα περισσότερα ματς μπορούσε, αγόραζε ποδοσφαιρικά βιβλία με το κιλό (από τα κλασικά του Γκαλεάνο μέχρι βιβλία στατιστικών που κατέγραφαν την προϊστορία των ντέρμπι Στόουκ-Πορτ Βέιλ!), ξενυχτούσε ή ξυπνούσε από τα ξημερώματα για να μη χάνει τα μεγάλα ευρωπαϊκά παιχνίδια και συζητούσε ατελείωτα γι’αυτό με όποιον μοιραζόταν το ίδιο πάθος.

Η τρέλα του για το παιχνίδι επηρέασε αναπόφευκτα και τη δουλειά του. Το 1995 όταν όλη η Αμερική παρακολουθούσε φανατικά τη δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον, ένας εκδότης του πρόσφερε 1 εκατομμύριο δολάρια για να γράψει ένα βιβλίο γι’αυτήν. Τότε, ο ΜακΓκίνις σόκαρε τους πάντες με την απόφαση του. Όχι μόνο αρνήθηκε να ασχοληθεί με τη δίκη αλλά ανακοίνωσε πως το επόμενο βιβλίο του θα είχε ως θέμα το ποδόσφαιρο. Το θέμα του; Μια μικρή ομάδα από ένα χωριό κοντά στην κεντρική Ιταλία, η οποία είχε μόλις ανέβει για πρώτη φορά στη Serie B!

Το καλοκαίρι του 1996 αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και μετακόμισε για ένα χρόνο στο απομακρυσμένο Καστέλ ντι Σάνγκρο, ένα χωριό 5.000 κατοίκων που την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει την τεράστια έκπληξη, κερδίζοντας την άνοδο στη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία της Ιταλίας, σε μια εποχή που το ιταλικό ποδόσφαιρο ζούσε τα καλύτερα και πιο ένδοξα χρόνια του. Εκεί θα αντιμετώπιζε παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας, όπως η Τορίνο και η Τζένοα, αλλά και ομάδες από μεγαλουπόλεις, όπως η Μπάρι, η Πάντοβα και η Βενέτσια.

Οι ντόπιοι υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τον διάσημο συγγραφέα, του έδωσαν το ελεύθερο να κινείται σε όλους τους χώρους του γηπέδου, τον έπαιρναν στο λεωφορείο της ομάδας στα εκτός έδρας και για να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τους παίκτες τον άφησαν να τρώει καθημερινά μαζί τους στο τοπικό εστιατόριο. Ο ΜακΓκίνις έζησε από μέσα όλη τη σεζόν, παθιάστηκε με την ομάδα και την ηρωική προσπάθεια της να κάνει ένα δεύτερο συνεχόμενο θαύμα και να παραμείνει στην κατηγορία, μεταμορφώθηκε σε κανονικό οπαδό που αδυνατεί να συγκρατήσει τα συναισθήματα του στην κερκίδα και κατέγραψε τα πάντα στο βιβλίο ‘Τα δοκάρια του Καστέλ ντι Σάνγκρο’ (Κανονικός τίτλος: ‘The Miracle Of Castel Di Sangro‘). Η ιστορία μπορεί να κουράσει λίγο έναν άσχετο με το ποδόσφαιρο αναγνώστη (λόγω της υπερβολικής τακτικής ανάλυσης κάποιων αγώνων) αλλά σίγουρα θα αρέσει σε κάποιον που ασχολείται με το ποδόσφαιρο με το ίδιο πάθος με το οποίο το αντιμετώπιζε – μετά τα 52 του πάντα – και ο Αμερικανός συγγραφέας.

Για καλή του τύχη, η ιστορική σεζόν που παρακολούθησε από κοντά είχε μπόλικες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις αλλά και αρκετά ευτράπελα, εντός και εκτός γηπέδων. Η ομάδα του Καστέλ ντι Σάνγκρο παρά το μικρό της μπάτζετ και το γεγονός ότι έβγαλε τη μισή χρονιά παίζοντας τα εντός έδρας σε ουδέτερο γήπεδο, αποδείχτηκε πολύ σκληρό καρύδι για όλους τους αντιπάλους της μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Εκτός αυτού όμως, ο άβγαλτος και αγαθός Αμερικανός ανακάλυπτε έναν νέο κόσμο, γεμάτο μεσογειακές ‘ομορφιές’, περίεργα σκηνικά και μυστήριους ανθρώπους. Όπως χαρακτηριστικά λέει μια ατάκα που παραθέτει και ο συγγραφέας στο βιβλίο: «Στη Serie B δεν βαριέσαι ποτέ. Εκτός από τα 90 λεπτά των αγώνων.»

Ένας πάμπλουτος και ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης που κανείς δεν ξέρει πως έκανε την περιουσία του, ένας κομπιναδόρος πρόεδρος που έχει κι άλλες βλέψεις πέρα απ’το ποδόσφαιρο και ένας ξεροκέφαλος προπονητής που δεν αντέχει τις βεντέτες είναι κάποια από τα πρόσωπα που συναντάει ο ΜακΓκίνις, πρόσωπα των οποίων οι τόσο γνώριμες περιγραφές (η φράση «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα» δεν βγήκε τυχαία) σίγουρα θα προκαλέσουν ένα χαμόγελο στο πρόσωπο κάθε αναγνώστη που έχει φάει με το κουτάλι το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μια από τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία της Καστέλ ντι Σάνγκρο: To διπλό μέσα στο Λουίτζι Φεράρις

Όπως διαβάζουμε σε σχετικό σημείωμα του εκδοτικού οίκου, το βιβλίο (το οποίο ο συγγραφέας χαρακτήρισε ως το πιο αγαπημένο του) ψηφίστηκε ομόφωνα ως το Βιβλίο της Χρονιάς για το 1999 από την Επιτροπή Βραβείων William Hill στο Λονδίνο -το πρώτο αμερικάνικο βιβλίο που κέρδισε αυτό το βραβείο-, ενώ αναδείχθηκε επίσης ως το Καλύτερο Βιβλίο της Σεζόν 1999 από το κορυφαίο αγγλικό ποδοσφαιρικό περιοδικό FourFourTwo.

Ο Τζο ΜακΓκίνις πέθανε το 2014 στις ΗΠΑ σε ηλικία 71 ετών. Οι περισσότεροι άνθρωποι που τον έμαθαν μέσα από το συγγραφικό του έργο πιστεύουν πως το μεγαλύτερο επίτευγμα του ήταν το βιβλίο για τον Νίξον και η πολύ πετυχημένη τριλογία των βιβλίων θρίλερ που έγραψε αργότερα. Αν ρωτούσες όμως τον ίδιο, το πιθανότερο είναι πως θα σου έλεγε πως η μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή του ήταν πως γνώρισε από κοντά τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, τον παίκτη που «πρόσθετε στο ποδόσφαιρο κομψότητα, χάρη και μια αύρα μαγείας που δεν είχα δει ποτέ μέχρι τώρα σε οποιοδήποτε άθλημα».

Γιατί έβαλες γκολ ρε;

  [1 Σχόλιο]

Ήταν 24 Ιανουαρίου του 1999 όταν η Βενέτσια υποδεχόταν την Μπάρι στα πλαίσια της Serie A. Το κρύο αρκετό, η υγρασία σου τσάκιζε τα κόκαλα και στο γήπεδο υπήρχε πολλή ομίχλη σαν να ήταν ταινία του Τζον Κάρπεντερ. Οι ομάδες ήταν περίπου στην μέση του πίνακα, κοιτάζοντας περισσότερο προς τα πίσω τους και κάποιον πιθανό υποβιβασμό. Παιχνίδι που το βλέπεις στην τηλεόραση μόνο αν οι εναλλακτικές σου είναι τρίωρο αφιέρωμα στον Εντ Σίραν ή επανάληψη χθεσινοβραδινού «Στην υγειά μας ρε παιδιά».  Ένα κλασσικό ιταλικό ματς μικρομεσαίων ομάδων που ξέρεις ότι δεν θα δεις πολλά γκολ και η ισοπαλία είναι πολύ πιθανή.  Πάρα πολύ πιθανή.

Το προηγούμενο καλοκαίρι, η Βενέτσια ανακοίνωσε ότι απέκτησε τον Τούτα. Στην αρχή ορισμένοι τρόμαξαν, μια που «Τούτα» φώναζαν πολλοί χαϊδευτικά τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα. Η παρεξήγηση λύθηκε γρήγορα όταν και διευκρινίστηκε ότι ερχόταν ο ημι-άγνωστος Βραζιλιάνος Μοασίρ Μπάστος «Τούτα» με μια σχετικά καλή παρουσία στην Ατλέτικο Παραναένσε. Ο Τούτα σκόραρε κάποια γκολ με τα χρώματα της Βενέτσια, μάλιστα με σημαντικούς αντιπάλους όπως η Λάτσιο, η Μίλαν και η Γιουβέντους στο κύπελλο. Γενικά όμως ήταν αναπληρωματικός, η λύση πίσω από τον Άλβαρο Ρεκόμπα, ο επιθετικός των τελευταίων λεπτών.

Προσέξτε την αντίδραση του 14 της Βενέτσια

Το ματς ήταν στο 1-1 με τα γκολ των Μανιέρο και ντε Ασέντις και έφτανε στο τέλος, με καμία από τις δύο ομάδες να μη θέλει να ρισκάρει (για να το πούμε ευγενικά). Το Χ βόλευε και τις δύο. Στο 90′ περίπου η Βενέτσια κερδίζει ένα φάουλ. Η σέντρα στην περιοχή γίνεται, ο Τούτα που έχει μπει αλλαγή στο 78′ στη θέση του Ρεκόμπα πηδάει ψηλά και σκοράρει το μπάζερ μπίτερ. Τότε γίνεται το απίστευτο. Ο κόσμος στις εξέδρες πανηγυρίζει μεν, αλλά στο γήπεδο 21 παίκτες είναι παγωμένοι. Ο Τούτα πανηγυρίζει μόνος του, μόνο ο μασέρ της Βενέτσια χαίρεται και κανά δυο αναπληρωματικοί. Με χρονοκαθυστέρηση κάποιοι (λίγοι) συμπαίκτες του χτυπάνε φιλικά την πλάτη ή του δίνουν το χέρι (σαν να έμαθαν ότι το εγγόνι του πέρασε Φαρμακευτική Πάτρας). Όλα αυτά για ένα γκολ στο 90′ που δίνει νίκη. «Ήταν κάτι απίστευτο. Είχα σκοράρει γκολ στο τέλος και κανείς δεν χαιρόταν. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο στη Βραζιλία«. Ένας παίκτης της Βενέτσια έπιασε το κεφάλι του, σαν να είχε συμβεί μεγάλο κακό και στη συνέχεια τα σήκωσε στον αέρα. Ο εκτελεστής του φάουλ έπιασε τον Τούτα και του είπε ότι η μπάλα δεν ήταν για το κεφάλι του, αλλά για να τη διώξουν οι αντίπαλοι. Ο Τούτα άρχισε να καταλαβαίνει ότι έκανε κάτι λάθος.

Την ίδια στιγμή, ο αρχηγός της Μπάρι πήγε στον αρχηγό της Βενέτσια να διαμαρτυρηθεί (!!). Όπως καταλαβαίνετε υπήρχε συμφωνία μεταξύ των ομάδων να φέρουν το ματς ισοπαλία. Ο Τούτα δεν ήξερε τίποτα. Το ματς λήγει 2-1 και ο καημένος Τούτα στο τούνελ δέχεται επίθεση από τους φιλοξενούμενους παίκτες. Κάποιοι τον βρίζουν, άλλοι τον χτυπάνε. Ο αρχηγός της Μπάρι ντε Ρόσα του λέει ειρωνικά «μπράβο» και του δίνει ένα όχι-και-τόσο-φιλικό μπατσάκι στο μάγουλο. Ο Τούτα θυμάται τον προπονητή του Νοβελίνο να λέει στο Μανιέρο ότι δεν πρέπει να σκοράρουν και το ματς να έρθει 1-1. Ο Νοβελίνο ισχυρίζεται ότι ο Τούτα δεν ξέρει καλά ιταλικά και απλά είπε στον παίκτη του «δεν πρέπει να φάμε γκολ, το 1-1 είναι καλό». Γίνεται έρευνα και ένας δικαστής καλεί τους εμπλεκόμενους. Όλοι φυσικά αρνούνται το στήσιμο. Ο Βραζιλιάνος πιέζεται από τη διοίκηση και τον γνωστό μας και αγαπημένο (Τ)Ζαμπαρίνι που ήταν ο ιδιοκτήτης της Βενέτσια τότε να μην πει τίποτα. Πράγματι, στην κατάθεσή του δεν απαντά συνήθως, επικαλείται προβλήματα γλώσσας, αφήνει τους δικηγόρους να κάνουν τη δουλειά τους. Τελικά η υπόθεση δεν προχωρά, λόγω έλλειψης στοιχείων.

Ο Τούτα όμως έχει ήδη υπογράψει το τέλος του. Δεν παίζει πολύ, μάλιστα ο ίδιος λέει ότι η Γιουβέντους είχε στείλει σκάουτερ και επίτηδες δεν τον έβαλαν να παίξει ως τιμωρία, και η ιταλική του εμπειρία τελειώνει άδοξα το καλοκαίρι. Πιστεύει ότι η καριέρα του χάλασε μετά από αυτό. Η τιμιότητα τον έβλαψε, του κατέστρεψε κάθε πιθανή μεταγραφή. Επιστρέφει στη Βραζιλία και παίζει κατά κύριο λόγο εκεί (με κάποια περάσματα από άλλες χώρες όπως η Ν. Κορέα), κάνοντας μια συμπαθητική καριέρα. Το γκολ που όμως έμεινε για πάντα στην καριέρα του, δεν ήταν αυτό κάποιου τίτλου, αλλά το γκολ με την Μπάρι που του άλλαξε τη ζωή.

Ο άνθρωπος που ξεγέλασε το θάνατο

  [1 Σχόλιο]

Όσο κάποιος μεγαλώνει, τόσο τείνει να θυμάται με περισσότερη νοσταλγία το παρελθόν, να κάνει μόνιμα συγκρίσεις με το παρόν (με το τελευταίο πάντα να χάνει). Μπορεί να έχω άδικο, μπορεί όμως να μην υπερβάλλω και όντως οι ταινίες που έβγαιναν παλιότερα να ήταν καλύτερες. Τουλάχιστον για τη χρονιά του 1999 θα επιμείνω. Fight Club, Matrix, American Beauty, Being John Malkovich, Virgin Suicides και πολλές ακόμα. Ανάμεσά τους και η Μανόλια του Πολ Τόμας Άντερσον. Μια ταινία με παράλληλες ιστορίες που συνδέονται κάπως μεταξύ τους, γεμάτες απίστευτες συμπτώσεις. Στην αρχή της ταινίας, ο αφηγητής κλείνει τον πρόλογό του λέγοντας: «Και είναι η γνώμη αυτού του ταπεινού αφηγητή ότι αυτό δεν είναι «Κάτι που συνέβη». Δεν μπορεί να είναι «Ένα από αυτά τα πράγματα». Ας μην είναι κάτι τέτοιο. Δεν ήταν απλά ένα θέμα τύχης, ένα από αυτά τα περίεργα πράγματα που συμβαίνουν συνέχεια».

Δεν νομίζω ότι ο Άντερσον παρακολουθούσε ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια. Ούτε ότι εκείνη την Τετάρτη 17 Ιουλίου 1996 έτυχε να δει έναν καλοντύμενο τύπο να μιλάει σπαστά αγγλικά με έντονη ιταλική προφορά στο αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης. Στα 23 του ο Κριστιάν Πανούτσι είχε ήδη γίνει γνωστός στο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Κάποιοι από μας τον είχαν μάθει με άσχημο τρόπο το 1994 όταν με δυο δικά του γκολ η Μίλαν ανέτρεψε το γκολ του Σαβέβσκι στην Τεργέστη και εν πολλοίς έκαναν τον Καπέλο να του δώσει κι άλλες ευκαιρίες και να καθιερωθεί. Ο Πανούτσι είχε έρθει στη Μίλαν ως ένας ταλαντούχος παίκτης με ηγετικό χαρακτήρα, ως ο διάδοχος του Μάουρο Τασότι.

Εκείνη την Τετάρτη, ο Πανούτσι ήταν μέσα στα νεύρα. Βλέπετε ο Τσέζαρε Μαλντίνι τον είχε καλέσει στην ολυμπιακή εθνική της Ιταλίας, τον είχε κάνει και αρχηγό για τους αγώνες της Ατλάντα, αλλά ο Πανούτσι τραυματίστηκε και έμεινε νοκ άουτ. Μάζεψε τα πράγματά του, στενοχωρημένος που θα έχανε τη μεγάλη γιορτή και πέταξε από τη Τζόρτζια στη Νέα Υόρκη. Θα επέστρεφε στην Ιταλία για να εξεταστεί και μάλλον να κάνει επέμβαση στο γόνατο. Εκεί χτύπησε ο δαίμονας της Alitalia που ως γνωστόν χάνει βαλίτσες με μεγαλύτερη συχνότητα από τις ευκαιρίες του Ιγκουαΐν σε τελικούς. Ο Πανούτσι μάταια περίμενε τις αποσκευές του και ο χρόνος άρχισε να πιέζει. Μίλησε με τους υπεύθυνους και του είπαν ότι αν ήθελε να περιμένει, θα μπορούσε να πάρει μια άλλη πτήση από το Νιούαρκ, περίπου καμιά ώρα μακριά. Το πλεονέκτημα ήταν ότι η συγκεκριμένη πτήση πήγαινε απευθείας Μιλάνο και όχι Παρίσι όπως η κανονική του. Ο Πανούτσι ζοχαδιασμένος για το ρεσιτάλ γκαντεμιάς του αποφάσισε να πάρει τη δεύτερη πτήση και έφυγε για το Νιου Τζέρσι για να πάει στο άλλο αεροδρόμιο.

Σε ένα από τα πιο μυστηριώδη συμβάντα όλων των εποχών, η πτήση 800 της TWA για Παρίσι δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της. Λίγη ώρα μετά την απογείωσή της μια έκρηξη έκοψε στα δύο το αεροπλάνο. 230 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, σε ένα δυστύχημα που προκάλεσε την μεγαλύτερη έρευνα ποτέ για αεροπορικό συμβάν και ακόμα και μετά τα επίσημα αποτελέσματα, πολλοί είναι αυτοί που διαφωνούν (για περισσότερες λεπτομέρειες και όλες τις θεωρίες συνωμοσίας ή μη, εδώ).  Το γεγονός επισκίασε εν μέρει μέχρι και τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα.

«Μοιάζει με θαύμα. Θα ήμουν πάνω σε εκείνο το αεροπλάνο. Όταν προσγειώθηκα στο Μιλάνο είδα μια αεροσυνοδό να κλαίει και τη ρώτησα τι έγινε. Όταν μου το είπε, κατάλαβα ότι ήταν το δικό μου αεροπλάνο. Ήταν σαν ένα χτύπημα στην καρδιά. Μέχρι εκείνη την ώρα σκεφτόμουν μόνο το γόνατό μου, όλα άλλαξαν και δεν μπορούσα να πιστέψω την τύχη μου»

Ο Πανούτσι που μέχρι πριν λίγη ώρα έβριζε την τύχη του, δεν μπορούσε να πιστέψει πώς γλίτωσε από μία σύμπτωση. Μόλις στα 23 του είχε πάει στη Ρεάλ Μαδρίτης και το «η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής σου» ήταν πέρα για πέρα αλήθεια. Ο Καπέλο τον είχε πάρει και εκεί. Κατέκτησε ένα πρωτάθλημα στην Ισπανία και τη Λα Σέπτιμα, παίζοντας βασικός στον τελικό του Άμστερνταμ απέναντι στη Γιουβέντους. Έμεινε και μετά τον Καπέλο, αλλά με Χάινκες και Χίντινγκ δεν τα πήγαινε καλά. Μετάνιωσε όμως που έφυγε από τη Μαδρίτη. Στην Ίντερ μάλωσε νωρίς με τον Λίπι και σε ένα ματς αρνήθηκε να μπει αλλαγή. Έπαιξε και στην Αγγλία με την Τσέλσι, αρκετά χρόνια με τη Ρόμα κατακτώντας δυο κύπελλα (ενώ με τα 29 του γκολ, είναι ο αμυντικός με τα περισσότερα στην ιστορία του συλλόγου). Εκεί που πάλι τον κάλεσε ο Φάμπιο Καπέλο, το άλτερ έγκο του. Ιδιόρρυθμος χαρακτήρας (γι’ αυτό ίσως τα βρήκε τόσο καλά με τον Φάμπιο), ήρθε σε κόντρες με πολλούς προπονητές, από τον Σάκι μέχρι τον Λίπι. Στα χρόνια της Αγγλίας παραλίγο να έρθει στα χέρια με τον Τζίμι Φλόιντ Χάσελμπαινκ σε μια ήττα με 2-0 με τη Λέστερ, ενώ στη Ρόμα αρπάχτηκε με τον Ακουιλάνι. Έχοντας περάσει αυτή τη στιγμή, έβλεπε αλλιώς τη ζωή, δεν μασούσε τα λόγια του.

Πολλοί λένε ότι θα είχε κάνει μεγαλύτερη καριέρα αν δεν ήταν ένας επαναστάτης των αποδυτηρίων, αν δεν έκανε κριτική σε συμπαίκτες και προπονητές και ήταν πιο διπλωματικός. Ο Κριστιάν Πανούτσι όμως, παρά τα πρωταθλήματα και τα Τσάμπιονς Λιγκ μπορεί να πει ότι ξεγέλασε και τον θάνατο. Κι όπως θα έλεγε ο αφηγητής στη Μανόλια, δεν ήταν απλά ένα θέμα τύχης.

Νταλγκλίς και Φέργκιουσον: Μια σχέση «αγάπης»

  [5 Σχόλια]

25 Μαΐου 1967. Η Σέλτικ, του σπουδαίου Τζοκ Στάιν, έχει κερδίσει την Ίντερ, του κορυφαίου Ελένιο Ερέρα, με 2-1, κατακτώντας  έτσι το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης. Είναι το πρώτο τρόπαιο για Βρετανική ομάδα (και πρώτο τρεμπλ στην Ευρώπη) και έχει έρθει με ένα άκρως επιθετικό ποδόσφαιρο απ’τους Hoops, απέναντι σε μια ομάδα που είχε ως σήμα-κατατεθέν το δικό της κατενάτσιο. Λίγο καιρό αργότερα, η μεγάλη αντίπαλος των Καθολικών, η Ρέιντζερς, θα ολοκληρώσει την μεταγραφή του πρώτου σκόρερ της λίγκας, δυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο αισθητά, έτσι ώστε να μπορέσει -επιτέλους-  να σταθεί με αξιώσεις, απέναντι σε εκείνη την -σχεδόν- ανίκητη μηχανή της Σέλτικ. Ο ψηλός, 26χρόνος επιθετικός, που την προηγούμενη σεζόν είχε σκοράρει 31 τέρματα με τη φανέλα της Ντάμφερλμιν Αθλέτικ στα γήπεδα της Σκωτίας, δεν ήταν άλλος από τον Άλεξ Φέργκιουσον. Περίπου δύο χρόνια αργότερα, σε κάποιο «φιλικό» παιχνίδι ανάμεσα στις δύο ομάδες Νέων της Σέλτικ και της Ρέιντζερς, θα ξεκινήσει στην Γλασκώβη, μια απ’ τις μεγαλύτερες προσωπικές κόντρες που γνώρισε ποτέ το Βρετανικό και κατ’ επέκταση, το Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Η Σέλτικ και η Ρέιντζερς είχαν βρεθεί στον τελικό κυπέλλου το ’69, με την ομάδα του Στάιν να επικρατεί εύκολα με 4-0.  Ουσιαστικά, αυτό ήταν το κύκνειο άσμα του νεαρού επιθετικού Άλεξ Φέργκιουσον στους Προτεστάντες (σε μια αρκετά σύντομη καριέρα), μιας και είχε κατηγορηθεί από συμπαίκτες αλλά και τον προπονητή του για την κάκιστη απόδοσή του, τόσο στο επιθετικό όσο και στο αμυντικό της κομμάτι, και στο προσωπικό μαρκάρισμα του αρχηγού Μπίλι ΜακΝιλ στις στημένες φάσεις. Ένα μαρκάρισμα που είχε πονέσει πολύ την Ρέιντζερς εκείνη τη μέρα. Ο προπονητής Ντέιβ Γουάιτ -ως ένα είδος τιμωρίας- θα στείλει τον Φέργκι να προπονείται με την ομάδα Νέων, και κάπως έτσι, λίγο καιρό αργότερα, θα βρεθεί αντίπαλος της Σέλτικ του 18αρη τότε Κένι Νταλγκλίς, που αγωνίζεται -και μαγεύει- με τη φανέλα των «μικρών». Ο νεαρός Κένι θεωρούνταν εκείνη την περίοδο, ως το μεγαλύτερο ταλέντο που υπήρχε σε ολόκληρη τη Σκωτία και η αλήθεια δεν απείχε καθόλου -εννοείται- από αυτή τη φημολογία. «Θυμάμαι πολύ καλά τους αγκώνες του Φέργκι από εκείνη την αναμέτρηση», θα δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα ο Νταλγκλίς, με τους δημοσιογράφους να ξεσπούν σε ηχηρά γέλια, με τον ίδιο να τους δείχνει την τσέπη του παλτού του, λέγοντάς τους χαμογελαστός, «Ορίστε, εδώ τον είχα βάλει εκείνη τη μέρα». Ήταν ολοφάνερο πως εκείνη την μέρα ο μικρός δεν είχε δείξει κανένα σεβασμό στον ήδη επαγγελματία αντίπαλό του και στη δύσκολη φάση που περνούσε η καριέρα του.

Για την ιστορία, η ομάδα Νέων της Σέλτικ είχε επικρατήσει αυτής των Ρέιντζερς με 2-0, και ο Νταλγκλίς είχε αγωνιστεί ακριβώς μπροστά απ’τους δύο στόπερ (και όχι ως επιθετικός), έχοντας ως εντολή να μαρκάρει προσωπικά τον Φέργκιουσον. Μια δουλειά που είχε φέρει εις πέρας άψογα, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του. Ο Νταλγκλίς άλλωστε δεν καταλάβαινε από ξύλο, ειδικές συνθήκες και «αποστολές». «Αν του έριχνες κλωτσιά, επέστρεφε και ζητούσε κι άλλες» είχε δηλώσει συμπαίκτης του από εκείνα τα χρόνια, κάτι που φανερώνει με τον καλύτερο τρόπο τις αντοχές και την σκληράδα του νεαρού. Κάτι που τον χαρακτήριζε και όταν έπαιζε με τη φανέλα της Λίβερπουλ, ακόμα και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία. Ο Φέργκιουσον πάντως, στην δική του αυτοβιογραφία, κάπου γράφει πως εκείνη τη μέρα είχε σκοράρει ένα πανέμορφο τέρμα και είχε μειώσει το σκορ. «Το σκορ είχε τελειώσει 2-0», γράφει ο Νταλγκλίς στη δική του, ρίχνοντας κι άλλο λάδι στη φωτιά αυτής της νέας κόντρας. «Γράφουν πως αυτός ο νεαρός θα κάνει σπουδαία καριέρα ως επιθετικός. Δεν το νομίζω«, δηλώνει ο Φέργκιουσον φανερά εκνευρισμένος μετά το παιχνίδι, σε μια απ’τις πιο αποτυχημένες προβλέψεις που έχουν γίνει στην ιστορία των σπορ, με τους δημοσιογράφους απλά να χαμογελούν αφού έβλεπαν ήδη αυτό που θα ακολουθούσε. Μια μεγάλη κόντρα είχε μόλις αρχίσει. Μια κόντρα από αυτές που χαίρεσαι να παρακολουθείς μιας και μένουν -όπως είναι και το φυσιολογικό-  μόνο στο αθλητικό κομμάτι και φυσικά συζητιούνται για πολλά, πολλά χρόνια. Τι καλύτερο λοιπόν για τους αθλητικογράφους της εποχής από αυτό;

Το 1974 ο Άλεξ Φέργκιουσον θα ξεκινήσει, ουσιαστικά, την προπονητική του καριέρα στην Σεντ Μίρεν, με τον Νταλγκλίς να έχει ήδη εξελιχθεί στο νέο μεγάλο αστέρι της Σέλτικ, κατακτώντας μάλιστα πριν φύγει για την Λίβερπουλ (ως ο αντικαταστάτης του τεράστιου Κέβιν Κίγκαν) 4 πρωταθλήματα, 4 κύπελλα και ένα Λιγκ Καπ Σκωτίας. Το 1977 όταν ο Νταλγκλίς άφηνε την Σκωτία για την Αγγλία και το Άνφιλντ ώστε να γίνει ο νέος Βασιλιάς της Αγγλίας, ο Φέργκιουσον κατακτούσε το πρώτο πρωτάθλημα της καριέρας του στην β΄κατηγορία της Σκωτίας, με τη Σεντ Μίρεν, και έβαζε για τα καλά το όνομά του -ως μάνατζερ εννοείται- στον ποδοσφαιρικό χάρτη της Βρετανίας. Βλέποντας τότε την σπουδαία εξέλιξη που είχε ο Νταλγκλίς, θα υποπέσει σε μια επική «δήλωση-κωλοτούμπα», πως θα έπρεπε η Ρέιντζερς να έχει κλέψει τον νεαρό απ’ τη Σέλτικ, πολλά χρόνια πίσω, και πως τον είχε προτείνει, ο ίδιος μάλιστα, στον Γουάιτ. Στον ίδιο Γουάιτ που ο ίδιος μισούσε. Στον ίδιο Γουάιτ που τον τελείωσε εν μια νυκτί απ’ τη Ρέιντζερς. Ελάχιστοι τον πίστεψαν. Περισσότεροι τον χλεύασαν. Δεν νοιάστηκε. Ο Νταλγκλίς δεν θα συγκινηθεί -όπως ήταν και το λογικό- και θα διαλύσει μάλιστα την νέα ομάδα του Φέργκιουσον, την πρωταθλήτρια Σκωτίας Αμπερντίν, στον β’ γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών για τη σεζόν ’80-’81. Μια σεζόν που στο τέλος της, είχε βρει τους «κόκκινους» για 3η φορά πρωταθλητές Ευρώπης. Ο Νταλγκλίς είχε γίνει και επίσημα ο μεγαλύτερος εχθρός του Φέργκιουσον.

Η «φλόγα» της μεγάλης αυτής κόντρας καταλάγιασε αρκετά στις αρχές των 80s και αναζωπυρώθηκε και πάλι λίγο πριν το Μουντιάλ του 1986. Λίγο πριν γιγαντωθεί δηλαδή, όταν ο Φέργκιουσον ανέλαβε προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Σερ Άλεξ (πριν γίνει Σερ) είχε βρεθεί στον πάγκο της Σκωτίας, και ήταν αυτός που ουσιαστικά έκοψε τον κολλητό του Νταλγκλίς, Άλαν Χάνσεν, από το ρόστερ για το Μεξικό. Έκοψε δηλαδή ένα παίκτη που έπαιζε βασικός στην Λίβερπουλ και προέρχονταν από μια εξαιρετική σεζόν, έχοντας κατακτήσει μάλιστα  το νταμπλ Αγγλίας. Ο Κινγκ Κένι είχε προσπαθήσει να αλλάξει την απόφαση του προπονητή και άσπονδου φίλου του, και όταν κατάλαβε πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει, δήλωσε σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο, ανήμπορος να ακολουθήσει την υπόλοιπη αποστολή. «Δεν υπήρξε κανένας τραυματισμός. Αν έπαιρνα τον Χάνσεν  σήμερα τηλέφωνο για να έρθει να προπονηθεί μαζί μας, αυτομάτως το γόνατο του Νταλγκλίς θα γίνονταν μια χαρά» θα δηλώσει ο Φέργκι στους δημοσιογράφους, αδειάζοντας ουσιαστικά τον αστέρα των «κόκκινων».

Η κόντρα πλέον ήταν γνωστή ακόμα και στον πιο χαλαρό ποδοσφαιρόφιλο του Νησιού και ξεχείλισε όταν μεταφέρθηκε στα γήπεδα της Αγγλίας, με τον Φέργκιουσον να αναλαμβάνει τον πάγκο της Γιουνάιτεντ, μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, και συγκεκριμένα το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την μεγάλη ομάδα της πόλης του Μάντσεστερ. Εκείνη την εποχή βέβαια το πάνω χέρι δεν το είχαν οι red devils αλλά οι reds του Νταλγκλίς. Κάτι που εκνεύριζε τον Φέργκι, που είχε όμως βάλει ως στόχο ζωής να μπορέσει να τους γίνει -έστω και για λίγο- κακός βραχνάς. Δύο χρόνια αργότερα, με την Γιουνάιτεντ να έχει πάρει μια μεγάλη ισοπαλία στο Άνφιλντ (σε μια περίοδο που δεν κέρδιζε τίτλους), ο Φέργκιουσον θα τα βάλει με θεούς και δαίμονες στην συνέντευξη Τύπου, για τις αποφάσεις των διαιτητών που -σύμφωνα με τον ίδιο- του είχαν στερήσει τη νίκη απέναντι στην Λίβερπουλ, του προπονητή-παίκτη, εχθρού Νταλγκλίς. Ο Κινγκ Κένι απευθυνόμενος στους δημοσιογράφους, και με μια τεράστια δόση ειρωνείας, θα προβεί σε μια εκ των επικότερων δηλώσεων που έχουν γίνει ποτέ, μετά από τέτοιο παιχνίδι, λέγοντας: «Αν μιλήσετε με την 6χρονη κόρη μου για ποδόσφαιρο – θα καταλάβετε πολύ περισσότερα απ’ότι με τον κύριο δίπλα μου». Ο Φέργκιουσον εννοείται πως έβραζε δίπλα του σαν ξεχασμένη τσαγιέρα.

Μετά τα τραγικά γεγονότα του Χίλσμπορο (το 1989), η κόντρα και αυτό το ποδοσφαιρικό μίσος άρχισαν σιγά-σιγά να χάνονται, και δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον ήταν απ’ τους πρώτους που τηλεφώνησαν στον Νταλγκλίς μετά από εκείνο το καταραμένο απόγευμα στο Σέφιλντ για να του εκφράσει τα βαθιά και ειλικρινή συλλυπητήριά του και να του πει αυτό που θέλουν όλοι να ακούσουν σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής τους. Αυτό το «Είμαι εδώ για ό,τι χρειαστείς παλιόφιλε». Ο Νταλγκλίς άφησε την Λίβερπουλ το ’91, την περίοδο δηλαδή που ο Φέργκιουσον άρχισε να φτιάχνει την δική του δυναστεία στο Μάντσετσερ και η Λιβερπουλ άρχισε σιγά-σιγά να πέφτει και να γερνά, αν και είχαν κρατήσει ακόμα μια μεγάλη παράσταση για το ποδοσφαιρικό κοινό της Αγγλίας. Ο Φέργκιουσον είδε τον παλιό του φίλο να του παίρνει ακόμα ένα πρωτάθλημα -όχι με κάποιο μεγαθήριο- αλλά με την μικρούλα Μπλάκμπερν το 1995, ως το απόλυτο αουτσάιντερ κόντρα στο μεγάλο φαβορί. Ήταν τέτοια μάλιστα η έκπληξη του Φέργκιουσον για εκείνο τον χαμένο τίτλο, που τον είχε παρομοιάσει με τον άθλο του αλόγου Devon Loch, που απ’τα αζήτητα -και κόντρα σε όλα τα προγνωστικά- είχε πάρει το πρωτάθλημα στους αγώνες του 1956. Η αγάπη άλλωστε του Σερ Άλεξ για τα άλογα είναι πασίγνωστη.

Την επομένη της κατάκτησης, ο Φέργκι τηλεφώνησε στον Κένι. Σκασμένος, αλλά με μεγάλο θαυμασμό γι’αυτό που είχε συμβεί, του ανέφερε την ιστορία του διάσημου αλόγου των 50s για να τον πειράξει αλλά και για να ηρεμήσει και ο ίδιος, ακούγοντας κάποιο απ’ τα διάσημα αστεία του Νταλγκλίς. «Αποκλείεται να μην είχε ποντάρει ο πατέρας σου μια λίρα στο Devon Loch και αποκλείεται και εσύ να μην είχες ποντάρει έστω μια λίρα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος απ’την ομάδα μου», δηλώνοντας ξεκάθαρα την έκπληξή του και πως ουσιαστικά ήταν καθαρά θέμα τύχης εκείνη η πρωτιά. «Το Devon Loch δεν το γνωρίζω, αλλά την λίμνη του Λοχ Νες την ξέρω καλά και φαντάζομαι πως κάπου εκεί σας πνίξαμε», του απάντησε χαμογελώντας ο Νταλγκλίς, πριν του ευχηθεί καλή συνέχεια και καλές διακοπές. Άλλωστε γνώριζε πως η Γιουνάιτεντ θα επέστρεφε και πάλι -πολύ σύντομα μάλιστα- στους τίτλους. Πλέον ήταν ολοφάνερο. Η κόντρα είχε εξελιχθεί σε κάτι (περίπου) σαν εκείνη την κόντρα ανάμεσα στους δύο γέρους του Muppet Show, με το ποδόσφαιρο να δίνει πάντα καλές αφορμές για θανατηφόρες ατάκες ανάμεσα στους δύο άντρες.

Λίγο καιρό πριν, όταν η Λίβερπουλ έδωσε το όνομα του Βασιλιά Νταλγκλίς στην Main Stand στο Άνφιλντ, τιμώντας με αυτό τον τρόπο τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της, πολλοί νεαροί φίλοι της ομάδας είδαν με πολύ κακό μάτι την παρουσία του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον στο γήπεδο, παρέα με τον Σερ Μπόμπι Τσάρλτον, και αρκετά κοντά σε Θρύλους της δικής τους ομάδας. Αρκετοί δεν κατάλαβαν (ή δεν ήθελαν να καταλάβουν) πως εκείνη τη στιγμή, σε μια σπουδαία μέρα για τον Νταλγκλίς, την οικογένειά του αλλά και τον οργανισμό μιας τόσο σπουδαίας ομάδας όπως η Λίβερπουλ, έπρεπε να βρίσκεται εκεί και ο μεγαλύτερος «εχθρός» του. Εκτός όλων των άλλων. Όταν μιλάμε άλλωστε περί αθλητισμού, έχει τεράστια σημασία και ο «εχθρός» μας. Ο αντίπαλός μας. Αυτός που μας κάνει καλύτερους. Αυτός που μας δίνει τεράστια χαρά όταν τον κερδίζουμε. Αυτός που μας πονάει όταν μας κερδίζει. Χωρίς αυτόν δεν θα χαιρόμασταν με την ίδια ένταση το άθλημα που γουστάρουμε να υποστηρίζουμε. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχαμε, όπως υπάρχουμε. Πολλές φορές θα μας κερδίσει δίχως να το αξίζει. Δεν πειράζει. Το ίδιο θα κάνουμε και εμείς μια επόμενη φορά. Αυτό το «μίσος» και αυτή η κόντρα, υπάρχουν και πρέπει να κρατούν για όση ώρα διεξάγεται η κάθε αναμέτρηση, και μετά απλά να χάνονται, δίνοντας τη θέση τους σε άλλα συναισθήματα. Σπάνια συναισθήματα σαν αυτά που βίωσαν μέσα απ’ την κόντρα τους για -σχεδόν- 40 χρόνια και αυτοί οι δύο σπουδαίοι άνθρωποι του ποδοσφαίρου.

Παίζοντας μπάλα ως τα γεράματα

  [1 Σχόλιο]

Όταν φτάνεις στα 80 σου, αν φτάσεις δηλαδή, αρχίζεις να σκέφτεσαι λίγο διαφορετικά τη ζωή. Να μετράς αντίστροφα μέχρι το τέλος, να σκέφτεσαι πού θα στείλεις τα εγγόνια σου να σπουδάσουν ή πώς θα τα καλοπαντρέψεις ή γιατί δεν έκανες παιδιά τελικά. Σίγουρα όχι πάντως την μπάλα. Εκτός αν ήσουν ο Τέρσιο Μαριάνο ντε Ρεζέντε, ένας κτηνοτρόφος στην Γκοϊαντίρα κάπου στα νοτιοανατολικά της Βραζιλίας. Ο Τέρσιο γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1921 και έπαιζε ποδόσφαιρο από τα 10 του, όταν κατάφερε ο ίδιος να φτιάχνει μπάλες από διάφορα φυτά και παράγωγα των αγελάδων που είχε ο πατέρας του.

Παρ’ ότι πρώτη ασχολία του ήταν πάντα η κτηνοτροφία, έβρισκε πάντα χρόνο για το ποδόσφαιρο. Έπαιζε σαν δεξί μπακ σε διάφορες ομάδες της περιοχής, αλλά ακόμα και έτσι δεν χόρταινε μπάλα. Μη φανταστείτε ότι έβγαζε χρήματα από το ποδόσφαιρο στα τοπικά φυσικά. Τα χρήματα για να συντηρήσει την οικογένειά του έρχονταν από τη φάρμα του. Τη φάρμα στην οποία τις Κυριακές είχαμε γιορτή. Ο Τέρσιο έφτιαχνε ένα αυτοσχέδιο γήπεδο ποδοσφαίρου, καλούσε τους γείτονες και όλοι έπαιζαν μπάλα. Τα χρόνια περνούσαν, αλλά ο Τέρσιο συνέχιζε να παίζει ποδόσφαιρο. Έγινε πλέον «ο παππούς», η ατραξιόν της μικρής κωμόπολης Γκοϊαντίρα και στο δρόμο τον σταματούσαν όλοι για να τον χαιρετίσουν, να βγουν φωτογραφία μαζί του, να του μιλήσουν για μπάλα. Όταν συνέχισε να είναι ποδοσφαιριστής σε διάφορες ομάδες μέχρι τα βαθιά γεράματα, κάποιος έριξε την ιδέα για το βιβλίο Γκίνες.


Πόζα με το βιβλίο Γκίνες

Ο Τέρσιο και οι συγγενείς τους για 1,5 χρόνο περίπου μάζευαν όλα τα απαραίτητα χαρτιά και γραφειοκρατικά (βίντεο, επίσημα έγγραφα, μαρτυρίες κτλ) για να μπορέσει το αίτημά τους να αναγνωριστεί. Και έτσι έγινε. Στα 85 του τα κατάφερε. Όταν μπήκε στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες το 2007 ως ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής ποτέ τα πανηγύρια ήταν λες και κατέκτησε τίτλο. Όσο μεγάλωνε άρχισε να αντιμετωπίζει και προβλήματα υγείας, από χτυπήματα και δισκοκήλες, μέχρι πολύ πιο σοβαρά. Ο Τέρσιο δεν μπορούσε να αφήσει την μπάλα όμως. Όταν έφτασε τα 80, τα παιδιά του προσπαθούσαν να τον πείσουν να σταματήσει τις αθλοπαιδιές.  Τα τρία από τα τέσσερα παιδιά του ήταν κάθετα σε αυτό. Ο Τέρσιο πήγε να μείνει με το τέταρτο, τον Ένιο Μαριάνο που συμφωνούσε μαζί του: «Δεν υπάρχει κίνδυνος, παίζει με δεμένο ώμο, χέρι και στήθος. Είναι σαν μούμια από τους επιδέσμους». Παρά την ταλαιπωρία αυτή, ο Τέρσιο δεν ήθελε να σταματήσει. «Έχω κάνει δύο επεμβάσεις, αλλά δεν φοβάμαι. Προσπαθώ να βοηθάω στην κατοχή της μπάλας. Μου αρέσει πάντα να σεντράρω, δεν θέλω να βάζω γκολ, προτιμώ να τα ετοιμάζω για άλλους και δεν μου αρέσει να βγαίνω αλλαγή».

Το πιο σοβαρό χτύπημα ήταν όταν έσπασε το 2ο αυχενικό του σπόνδυλο. Όχι από την μπάλα όμως, από ένα πέσιμο στο μπάνιο. Υπήρχε κίνδυνος ακόμα και να μην ξαναπερπατήσει. Τελικά τα κατάφερε και ξαναπάτησε χορτάρι σχεδόν ένα χρόνο μετά. ‘Εδινε όσα μπορούσε πάντα. Κι ίσως η μεγαλύτερη ευτυχία του ήταν όταν έπαιζε μαζί με τον Αντρέ Λουίζ το μοναδικό από τα εγγόνια του που ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο επαγγελματικά (και γιο του Ένιο Μαριάνο). «Θυμάμαι όταν του είχε βγει ο ώμος και αυτός συνέχιζε να έρχεται να παίζει. Πήγαινα πιο νωρίς στο γήπεδο για να τον πετύχω και να του δέσω το χέρι, ήταν μια ιεροτελεστία», διηγείται ο εγγονός.

Στα 80κατι του περπατούσε 10 χιλιόμετρα το πρωί για να πάει στη φάρμα του

Τελευταία φορά πάτησε γήπεδο το 2015 στα 93 του, οκτώ μήνες αργότερα μετά από μία δύσκολη περίοδο εξαιτίας προβλημάτων υγείας πέθανε σε ένα νοσοκομείο. Η κηδεία του δεν ήταν μια απλή κηδεία. Το φέρετρο μπήκε πάνω σε ένα πυροσβεστικό όχημα της πόλης και γύρισε τους δρόμους της, με πολύ κόσμο να τον αποχαιρετά. Ένας άνθρωπος που έκανε το χόμπι του, την αγάπη του, δεν έβγαλε χρήματα από αυτό, αλλά αγαπήθηκε τόσο, όσο αγάπησε κι ο ίδιος το ποδόσφαιρο.

Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [6 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».

Ισαμπελίνο Γκραντίν: Ο ποδοσφαιριστής που τα έβαλε με το ρατσισμό

  [1 Σχόλιο]

Η ανθρωπότητα έχει κάνει τεράστια βήματα κατά τους τελευταίους αιώνες. Προχώρησε τεχνολογικά και επιστημονικά, δεν ξεπέρασε όμως ακόμα άλλα πολύ σοβαρά προβλήματα. Ένα από αυτά είναι και ο ρατσισμός. Ο ρατσισμός που υπάρχει και στο ποδόσφαιρο, στις εξέδρες και όχι μόνο. Ακόμα κι έτσι όμως, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται και εκεί έχουν γίνει άλματα και ορισμένα από αυτά οφείλονται σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Αυτή είναι η ιστορία του Ισαμπελίνο Γκραντίν, ενός τεράστιου αθλητή που έζησε πριν από 100 χρόνια, αλλά πέρα από το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο ήταν ο πρώτος που νίκησε το ρατσισμό.

Ο Ισαμπελίνο γεννήθηκε Ουρουγουανός. Γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο το 1897 και εκεί μεγάλωσε. Ο προπάππους του ήταν από την Αφρική και το Λεσότο και είχε μεταφερθεί ως σκλάβος στη Ν. Αμερική. Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλιότερα κείμενά μας, το ποδόσφαιρο έγινε  δημοφιλές στις χώρες της Ν. Αμερικής εξαιτίας των Άγγλων που είχαν μεταναστεύσει και εργάζονταν εκεί κι έγιναν κάτι σαν ποδοσφαιρικοί ιεραπόστολοι. Η διαφορά όμως ήταν ότι μετέφεραν το ποδόσφαιρο ως κάτι πολύτιμο και για λίγους, ως μια ενασχόληση για συγκεκριμένες κάστες. Δεν μπόρεσαν όμως να το περιορίσουν μόνο εκεί. Σαν μια θρησκεία το ποδόσφαιρο μεταλαμπαδεύτηκε σε ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα και αντί να παίζεται μόνο σε ελεγχόμενους χώρους πριν το τσάι, έγινε το άθλημα της γειτονιάς. Εκεί που οι Λατινοαμερικάνοι έβαλαν μέσα τα στοιχεία της δικής τους κουλτούρας, αυτά που έναν αιώνα μετά εξακολουθούμε να βλέπουμε.

Σε μια τέτοια γειτονιά, στην οδό Μινί του Μπάριο Σουρ (γνωστό για τα τύμπανά του και την μουσική του), ο Ισαμπελίνο άρχισε να κάνει τα πρώτα του κόλπα με την μπάλα. Ο Γκραντίν είχε τρομερά φυσικά προσόντα και ήταν εξαιρετικός αθλητής, εκτός από τεχνίτης ποδοσφαιριστής.  Μια που η Νασιονάλ τότε δεν δεχόταν μαύρους παίκτες, ο Γκραντίν έγινε παίκτης της Πενιαρόλ που ήταν ανοιχτή. Παράλληλα, καθώς η Πενιαρόλ δεν είχε τμήμα στίβου, αγωνιζόταν και σαν δρομέας στην Ολίμπια του Μοντεβιδέο.

Τα κατορθώματά του τον έφεραν στην εθνική Ουρουγουάης μαζί με ακόμα έναν μαύρο ποδοσφαιριστή της Πενιαρόλ τον Χουάν Ντελγκάδο και φυσικά ήταν μέρος της ομάδας που πήρε μέρος στο 1ο Κύπελλο Εθνών όλων των εποχών το 1916, τον θεσμό που ξέρουμε πλέον ως Κόπα Αμέρικα. Η διοργάνωση αυτή όπως φαντάζεστε είχε ένα σωρό γραφικές στιγμές για τις οποίες γράψαμε παλιότερα, αλλά κυρίως είχε την παρουσία των δύο μαύρων παικτών της Ουρουγουάης. Για πρώτη φορά μαύροι ποδοσφαιριστές φόρεσαν φανέλα εθνικής και αγωνίστηκαν σε διεθνές τουρνουά ποδοσφαίρου. Και με τι τρόπο. Στις 2 Ιουλίου του 1916 στο γήπεδο της Χιμνάσια στο Μπουένος Άιρες, 3000 θεατές είδαν την Ουρουγουάη να διαλύει τη Χιλή με 4-0 και τον Γκραντίν να σκοράρει δυο φορές. Οι Χιλιανοί δεν μπόρεσαν να ανεχτούν την ήττα και έκαναν ένσταση στην Ομοσπονδία, ζητώντας να πάρουν το ματς στα χαρτιά «γιατί η Ουρουγουάη είχε κατεβάσει δύο Αφρικανούς», γιατί κανείς «δεν ξέρει από πού μπορεί να είναι». Η ένσταση ευτυχώς απορρίφθηκε και ο Γκραντίν συνέχισε λίγες μέρες αργότερα, σκοράροντας και απέναντι στη Βραζιλία. Η λευκή ισοπαλία την τελευταία αγωνιστική με τη διοργανώτρια Αργεντινή έδωσε το κύπελλο στον Γκραντίν, μαζί και τον τίτλο του 1ου σκόρερ και του καλύτερου παίκτη της διοργάνωσης. Ο μεγαλύτερος όμως τίτλος ήταν η παρουσία του (όπως και του Ντελγκάδο βέβαια για να μην είμαστε άδικοι), η επισημοποίηση ότι το ποδόσφαιρο είναι ανοιχτό σε όλους, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε χαρακτηριστικό, ότι είναι ένα άθλημα για τον φτωχό και τον πλούσιο, τον λευκό και τον μαύρο.

Κυρίες της Λα Πλάτα που θαύμασαν την πρεμιέρα του Γκραντίν με τη Χιλή

Ο Γκραντίν συνέχισε να παίζει στην Πενιαρόλ σκοράροντας 101 φορές σε 212 αγώνες για τους κιτρινόμαυρους, κερδίζοντας και δύο πρωταθλήματα. Οι τίτλοι θα μπορούσαν να είναι περισσότεροι, το ίδιο κι οι συμμετοχές με την εθνική, αλλά ένα σχίσμα στο ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης έκανε την Πενιαρόλ να απέχει από κάποιες διοργανώσεις της Ομοσπονδίας και τους παίκτες της να μη συμμετέχουν στην εθνική για κάποιο διάστημα. Παρ’ όλα αυτά, το στίγμα του έμεινε. Ο Γκαλεάνο με το γνωστό υπερβολικό, αλλά τόσο ζεστό στιλ του περιγράφει: «Ο κόσμος σηκωνόταν από τις θέσεις του όταν ο Γκραντίν ξεκινούσε να τρέχει, είχε τον έλεγχο της μπάλας λες και περπατούσε και χωρίς να σταματάει περνούσε όλους τους αντιπάλους μέχρι να τελειώσει την κούρσα του. Είχε αγγελικό πρόσωπο, ήταν ένας από αυτούς τους τύπους που και κάτι κακό να έκαναν, κανείς δεν θα το πίστευε». Ο Περουβιανός ποιητής Χουάν Πάρα ντελ Ριέγο έγραψε ένα ποίημα γι’ αυτόν. Ήταν τόσο σπουδαίος.

Παρ’ ότι ήταν στην ομάδα της Ουρουγουάης και στο επόμενο Κόπα Αμέρικα ένα χρόνο μετά, δεν έπαιξε σε κάποιο ματς. Έπαιξε όμως στο μεθεπόμενο, αυτό του 1919 που έγινε στη Βραζιλία, έχοντας ξανά να αντιμετωπίσει το ρατσισμό. Σε μια χώρα που είχε καταργήσει τη δουλεία περίπου 20 χρόνια πιο πριν, οι φυλετικές διαφορές δεν είχαν ξεπεραστεί (και δεν έχουν ξεπεραστεί και περίπου 100 χρόνια μετά). Οι μαύροι εξακολουθούσαν να μην έχουν ίσα δικαιώματα και σίγουρα το ποδόσφαιρο «δεν ήταν γι’ αυτούς».  Χαρακτηριστικό ήταν και το παράδειγμα του Βραζιλιάνου Άρθουρ Φρίντενριχ, ενός εξαιρετικού ποδοσφαιριστή που έγραψε ιστορία, αλλά έμεινε εκτός εθνικής για κάποια χρόνια λόγω του χρώματός του (μια ιστορία με την οποία θα ασχοληθούμε μελλοντικά). Η παρουσία του Γκραντίν ενοχλούσε αρκετούς. Όχι στο σημείο να γίνουν ενστάσεις από τους Βραζιλιάνους, αλλά στο να γίνεται στόχος «αστείων» σκίτσων στις εφημερίδες της εποχής, αλλά και άρθρων που έκαναν κριτική στη συμμετοχή μαύρων ποδοσφαιριστών, όπως περιγράφει ο ιστορικός Λεονάρντο Περέιρα. Τα ΜΜΕ της Βραζιλίας προσπαθούσαν να προπαγανδίσουν ότι οι μαύροι της Βραζιλίας συμφωνούν πως δεν πρέπει να συμμετέχουν σε διεθνείς διοργανώσεις. Στο γήπεδο όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο Γκραντίν είχε γίνει σύμβολο και οι μαύροι φίλαθλοι στα γήπεδα της Βραζιλίας τον αποθέωναν σε κάθε παιχνίδι του. Ήταν παραπάνω από ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ήταν ένα σύμβολο αντίστασης στην καταπίεση και στην μάχη για τα ίσα δικαιώματα. Ο Γκραντίν μάλιστα σκόραρε στο 2-2 με τη Βραζιλία και οι δυο ομάδες έπαιξαν μπαράζ. Οι γηπεδούχοι κέρδισαν στην παράταση με γκολ του Φρίντενριχ και ο Γκραντίν δεν μπόρεσε να κατακτήσει το 2ο Κόπα Αμέρικα.

Από τα χρόνια στην Πενιαρόλ

Οι επιτυχίες όμως δεν έμεναν στο ποδόσφαιρο. Από το 1918 ως το 1922 κέρδισε 4 χρυσά στα 400 μέτρα στους Αγώνες Ν. Αμερικής, άλλα 2 χρυσά και ένα χάλκινο στα 200 μέτρα και ακόμα 2 χρυσά στα 4×400. Ο Γκραντίν ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής, ένας θρύλος για την Ουρουγουάη. Παρά τις επιτυχίες όμως, την λατρεία και την αγάπη του κόσμου, η ζωή του μετά τον αθλητισμό ήταν βυθισμένη στη φτώχεια. Το ποδόσφαιρο έγινε επαγγελματικό στην Ουρουγουάη από το 1932 και έτσι ο Γκραντίν δεν έβγαλε χρήματα από αυτό. Πέρασε δύσκολα και αντιμετώπισε προβλήματα υγείας που τον ανάγκασαν το 1944 να μπει σε νοσοκομείο του Μοντεβιδέο. Η Πενιαρόλ εκείνη την περίοδο έδινε μάχη για το πρωτάθλημα, το πρώτο μετά από 6 χρόνια. Μόνο που στα τελευταία ντέρμπι με τη Νασιονάλ δεν τα πήγαινε καλά. Ο Γκραντίν ανήμπορος να φύγει από το δωμάτιο 17 του νοσοκομείου Παστέρ, επικοινώνησε με έναν δημοσιογράφο της εφημερίδας Λα Ρασόν και έστειλε μήνυμα στους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας λίγο πριν το ντέρμπι με τη Νασιονάλ. Εκεί τους εξηγούσε τι σημαίνει η Πενιαρόλ, τι συμβολίζει αυτός ο σύλλογος και ότι δεν γίνεται να χάνουν τόσο εύκολα από τη Νασιονάλ, ότι η Πενιαρόλ παλεύει μέχρι το τέλος σε κάθε ματς.

Οι παίκτες της Πενιαρόλ είχαν ακόμα έναν λόγο να τα δώσουν όλα. Το παιχνίδι όμως στις 10 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε με τον χειρότερο τρόπο. Μόλις στο 1ο λεπτό η Νασιονάλ κέρδισε πέναλτι. Ο Γκραντίν που το άκουγε στο ραδιόφωνο, στο αίθριο του νοσοκομείο, μαζί με άλλους ασθενείς δεν άντεξε και αποχώρησε για το δωμάτιό του. Ο σπεσιαλίστας Σαπιραΐν με το φαρμακερό αριστερό το εκτέλεσε. Ο Γκραντίν από το δωμάτιο άκουσε πανηγύρια, πανηγύρια όμως οπαδών της Πενιαρόλ. Ο τερματοφύλακας το είχε αποκρούσει. Γύρισε πίσω. Στο 17′ ένα σουτ κεραυνός του Ουμπντούλιο Βαρέλα άνοιξε το σκορ και μέχρι τη λήξη η Πενιαρόλ είχε σκοράρει ακόμα μια φορά. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους να πανηγυρίσει τη μεγάλη νικη, αλλά όλοι οι παίκτες πήγαν κατευθείαν στο νοσοκομείο, πήγαν να ευχαριστήσουν τον Γκραντίν, βγήκαν φωτογραφίες μαζί του, μίλησαν για ώρα, ειδικά ο Βαρέλα που ο Γκραντίν εκτιμούσε ιδιαίτερα. Η Πενιαρόλ έφτασε στην ισοβαθμία στο πρωτάθλημα και πήγε στα μπαράζ. Το πρώτο παιχνίδι ήρθε 0-0 και στο δεύτερο έχανε 0-2 στο 28′. Το πνεύμα του Γκραντίν ήταν όμως ακόμα μαζί με τους παίκτες. Η Πενιαρόλ το γύρισε σε 3-2 και πανηγύρισε το 15ο πρωτάθλημά της, αφιερωμένο στον Ισαμπελίνο.  Ήταν 17 Δεκεμβρίου του 1944 και ο Γκραντίν ήταν ακόμα στο νοσοκομείο [σ.Σ. κατά άλλους η επίσκεψη των παικτών έγινε μετά από αυτό το ματς, αλλά πιο πιθανή είναι η πρώτη εκδοχή]. Τέσσερις μέρες αργότερα στις 21 Δεκεμβρίου πέθανε μόλις στα 47 του, φτωχός σε υλικά αγαθά, πλούσιος από χαρά και αγάπη του κόσμου και περήφανος που έγινε ίνδαλμα τόσων ανθρώπων.

Όπως άλλωστε γράφει και το Χρυσό Ιωβηλαίο της Πενιαρόλ:

«Ο Ισαμπελίνο Γκραντίν ως αστέρι κατάφερε να πραγματοποιήσει τρεις ευχές του: να λάμψει στα γήπεδα τους ποδοσφαίρου και τις πίστες του στίβου, να γραφτούν ποιήματα γι’ αυτόν και να μείνει αξέχαστος για πάντα».

Το ντέρμπι που δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει

  [4 Σχόλια]

Τα τοπικά ντέρμπι είναι παιχνίδια που χωρίζουν πόλεις στα δύο, ματς για τα οποία ζουν οι κάτοικοι κάθε πόλης. Ποιος θα κρεμάσει περήφανα τη σημαία έξω, ποιος θα πάει στη δουλειά με κατεβασμένο το κεφάλι, ποιος θα κάνει πλάκα το επόμενο πρωί. Κι οι ομάδες από την ίδια πόλη αρκετά συχνά προέρχονται από σάρκα μία. Μίλαν και Ίντερ, Έβερτον και Λίβερπουλ, άνθρωποι που έφυγαν για να δημιουργήσουν νέους συλλόγους και τελικά να χωρίσουν πόλεις. Αλλά και πιο πρόσφατα, με ομάδες που συνεχίζουν, αλλά οι οπαδοί τους δεν τις αναγνωρίζουν. Τα παραδείγματα της Κέρκυρας ή και της Στεάουα. Πέρα από όλα αυτά όμως, υπάρχει και μια πολύ περίεργη ιστορία εκεί στα βορειοδυτικά της Ισπανίας, στη Σαλαμάνκα. Η ιστορία μιας ενωμένης για 90 χρόνια πόλης που ξαφνικά χώρισε.

Αν και μεγάλη φοιτητομάνα πόλη, η Σαλαμάνκα δεν είναι τόσο γνωστή ποδοσφαιρικά. Με καλύτερη θέση την 7η και μόλις 12 σεζόν στην Πριμέρα, η τοπική Ουνιόν Ντεπορτίβο Σαλαμάνκα δεν είχε τόσο μεγάλη ιστορία. Ήταν όμως για πολλούς η αγαπημένη ομάδα και το Εστάδιο Ελμάντικο ένα δεύτερο σπίτι. To 1997-98 είδαν με περηφάνια την ασπρόμαυρη ομάδα τους να ονομάζεται «φονέας των γιγάντων» από τους δημοσιογράφους. Με ηγέτη τον Παουλέτα των 15 γκολ, στο Ελμάντικο υπέκυψαν τόσο η πρωταθλήτρια Μπαρσελόνα του Ριβάλντο σε ένα ένα φοβερό ματς που έληξε με 4-3 (η Σαλαμάνκα κέρδισε και 1-4 στο Καμπ Νου), όσο και η Ατλέτικο Μαδρίτης του πρώτου σκόρερ Κριστιάν Βιέρι σε ένα απίστευτο ματς, όπου ο Ιταλός σκόραρε τέσσερις φορές κι όμως η Σαλαμάνκα με ηγέτη τον Ποπέσκου κέρδισε με 5-4. Λίγες εβδομάδες αργότερα διέλυσε και τη Βαλένθια με 6-0. Αυτή ήταν και η τελευταία καλή χρονιά της ομάδας, καθώς το 1999 υποβιβάστηκε.

Η Ατλέτικο των Μολίνα, Κίκο, Βιέρι και Πάντιτς απέναντι στη Σαλαμάνκα

Από το 2000 και μετά η Σαλαμάνκα παρέμεινε στη Σεγούντα μέχρι και τον υποβιβασμό στη 3η κατηγορία. Τα οικονομικά προβλήματα ήδη είχαν ξεκινήσει και τελικά το 2013 η Σαλαμάνκα κήρυξε πτώχευση, οι οφειλέτες δεν δέχθηκαν κάποιον συμβιβασμό και ο σύλλογος διαλύθηκε. Ούτε αλλαγές ονομάτων, ούτε υποβιβασμοί σε χαμηλότερες κατηγορίες, ούτε τίποτα. Τέλος. Λουκέτο. Έτσι απλά. Με 23 εκατομμύρια Ευρώ χρέη στην πλάτη του συλλόγου δε βρέθηκε λύση και μέχρι και το γήπεδο βγήκε στο σφυρί. 90 χρόνια μετά την ίδρυσή της το 1923, η Σαλαμάνκα διαλύθηκε βυθίζοντας στη θλίψη μια πόλη περίπου 150.000 κατοίκων.

Όπως είναι φυσικό σε αυτές τις περιπτώσεις, ο κόσμος δεν μπορεί να μείνει χωρίς μπάλα, δεν μπορεί να μείνει χωρίς ομάδα. Μόνο που στη Σαλαμάνκα έγινε ένα μπάχαλο. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Το 2013 με την Ουνιόν να καταρρέει, δημιουργήθηκε μια οργάνωση λαϊκής βάσης (σαν αυτές που έχουμε δει και στην Ελλάδα σε ΑΕΚ, Άρη, ΠΑΟ) ώστε να λυθούν τα προβλήματα και να βρεθούν τα χρήματα. Όταν αυτό δεν έγινε κι η εταιρεία διαλύθηκε, αποφασίστηκε να ιδρύσουν έναν σύλλογο στα πλαίσια της AFC Wimbledon ή της FC United of Manchester, με τη διαφορά όμως ότι δεν επρόκειτο για «αντι-σύλλογο» καθώς η Σαλαμάνκα δεν υπήρχε πια. Έτσι ιδρύθηκαν οι Ουνιονίστας (σε ελεύθερη μετάφραση Ενωσίτες) με μέλη που είχαν όλα δικαίωμα μιας ψήφου για εκλογή προέδρου. Ο σύλλογος ξεκίνησε από την τοπική ΣΤ’ κατηγορία και με δυο ανόδους έφτασε πέρσι στη Δ’ εθνική της Ισπανίας, χωρίς όμως να κερδίσει την άνοδο.

Αριστερά το σήμα των Ουνιονίστας, δεξιά της Σαλμαντίνο

Παράλληλα με τους Ουνιονίστας όμως υπήρχε και μια δεύτερη ομάδα. Η Σαλμαντίνο ιδρύθηκε το 1943 ως θυγατρική της Σαλαμάνκα και αργότερα έγινε επίσημα η 2η ομάδα της καθώς οι αναπληρωματικοί αγωνίζονταν με αυτή. Το 1997 μετονομάστηκε σε Ουνιόν Σαλαμάνκα Β’ και συνέχισε να υπάρχει μέχρι και το 2013 ως η δεύτερη ομάδα του συλλόγου, όταν κι η Ουνιόν Σαλαμάνκα διαλύθηκε. Τότε, οι άνθρωποί της αποφάσισαν να την ονομάσουν ξανά σε Σαλμαντίνο (μια που δεν είχαν δικαιώματα για το όνομα της Σαλαμάνκα), απέκτησαν όμως τα δικαιώματα των Ακαδημιών και ως φυσική συνέχεια της «αναπληρωματικής» ομάδας συνέχισαν στη Γ’ εθνική όπου και βρισκόταν. Πολύς κόσμος άρχισε να στηρίζει την ομάδα, καθώς ήταν γι’ αυτούς η φυσική συνέχεια της Σαλαμάνκα με τα παιδιά από τις Ακαδημίες. Μετά από δύο σεζόν όμως, η ισπανική Ομοσπονδία αποφάσισε ότι τελικά η Σαλμαντίνο πρέπει να θεωρείται νέα ομάδα και ότι λανθασμένα έπαιζε στη Γ’ εθνική, ακύρωσε τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και έτσι την έριξε στον πάτο του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Έτσι λοιπόν, η Σαλμαντίνο ακολούθησε την πορεία των Ουνιονίστας με μια σεζόν διαφορά και από την ΣΤ’ εθνική βρέθηκε φέτος στη Δ’. Πριν λίγους μήνες κατάφερε να αγοράσει τα δικαιώματα για την μπουτίκ και το έμβλημα του συλλόγου, ενώ αγωνίζεται και στο παλιό γήπεδο της Σαλαμάνκα (οι Ουνιονίστας έχουν έδρα 50 μέτρα μακριά, στο βοηθητικό στάδιο). Επόμενος στόχος να πάρει τα δικαιώματα για το όνομα. Την ίδια στιγμή μάχη για διάφορα δικαιώματα δίνουν και οι Ουνιονίστας και μάλιστα κέρδισαν πρόσφατα μια δικαστική απόφαση. Με τη διαφορά όμως ότι οι ίδιοι πιστεύουν ότι κανείς δεν πρέπει να λέει ότι είναι η Σαλαμάνκα και προς το παρόν υποστηρίζουν ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν το όνομα και το έμβλημα. Την ίδια στιγμή ο ένας κατηγορεί τον άλλον και μιλούν οι δικηγόροι, ενώ ο κόσμος πιστεύει ότι η δική του ομάδα είναι η «σωστή». Μύλος…

Ναι, δεν είναι αστείο. Κυκλοφορούν και τέτοια ανάμεσα σε οπαδούς των ομάδων.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στη φετινή σεζόν όπου επιτέλους οι δυο ομάδες βρέθηκαν στην ίδια κατηγορία και πριν μερικές μέρες αντίπαλοι για πρώτη φορά. Η Σαλμαντίνο υποδέχτηκε τους Ουνιονίστας. Από το πρωί στους δρόμους υπήρχαν οπαδοί και των δύο ομάδων. Οι γηπεδούχοι της Σαλμαντίνο που λένε ότι η θυγατρική-2η ομάδα της Σαλαμάνκα από το 1943 είναι λογικό να είναι η Σαλαμάνκα και οι οπαδοί των Ουνιονίστας με σύνθημα «Ουνιόν ήταν μόνο μία» που λένε ότι η παλιά ομάδα τελείωσε το 2013 και πλέον δεν μπορεί να υπάρξει ομάδα αντικαταστάτρια, αλλά μια που απλώς να την τιμάει. Κάποιοι από αυτούς δάκρυζαν λέγοντας «θα επισκεφτώ το γήπεδό μου σαν φιλοξενούμενος».

Το πρώτο ντέρμπι στην ιστορία της Σαλαμάνκα, με δυο ομάδες που θέλουν να γίνουν ότι ήταν η παλιά Ουνιόν

Λίγο πριν τον αγώνα οι οπαδοί συναντιούνται απ’ έξω. Επεισόδια δεν γίνονται, αλλά το κλίμα είναι τεταμένο από τους πιτσιρικάδες και των δύο. Χειρονομίες και συνθήματα. Αστυνομική παρουσία. «Η Ουνιόν είμαστε εμείς» φωνάζουν οι οπαδοί της Σαλμαντίνο στους «φιλοξενούμενους» οπαδούς, ανθρώπους που πριν 4 χρόνια είχαν την ίδια αγωνία με αυτούς για τη σωτηρία της Σαλαμάνκα. Που πανηγύριζαν γκολ και νίκες, δάκρυσαν με υποβιβασμούς. Και τώρα ξαφνικά είναι αντίπαλοι σε ένα τοπικό ντέρμπι που όπως έγραψαν κάποιοι Ισπανοί είναι «το ντέρμπι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει» ή όπως έγραψε η Μάρκα, «το ντέρμπι των ορφανών». Στις κάμερες ο καθένας δηλώνει γιατί πιστεύει ότι υποστηρίζει το σωστό σύλλογο.

Στο παλιό σπίτι και των δύο, τα δυο πέταλα γεμίζουν με οπαδούς ντυμένους στα άσπρα και μαύρα να τραγουδούν τον ίδιο ύμνο κι όμως να είναι αντίπαλοι. Το παιχνίδι σκληρό, με φάουλ και αρκετούς καβγάδες μεταξύ των παικτών. Δεν είναι μόνο όλη αυτή η ιστορία, οι δυο ομάδες βρίσκονται στη 1η και 2η θέση του ομίλου τους και υπάρχει και βαθμολογική σημασία. Η Σαλμαντίνο κερδίζει τελικά με 1-0 με γκολ του Μεξικάνου Γκαλβάν. Οι οπαδοί της πανηγυρίζουν με τους παίκτες. Από την άλλη πλευρά οι φιλοξενούμενοι περιμένουν τους δικούς τους παίκτες και κάνουν χέρια όλοι μαζί, φωνάζοντας «αυτό δεν αγοράζεται με χρήματα» (μια που θεωρούν ότι ως ομάδα λαϊκής βάσης διαφέρουν). Σε άλλες περιπτώσεις μπορείς να πεις ποιος έχει δίκιο. Στη συγκεκριμένη όλοι έχουν κάποια βάση στα επιχειρήματά τους. Και κάπως έτσι, η Σαλαμάνκα αποκτά κι επίσημα ένα τοπικό ντέρμπι και δεν θα είναι παράξενο σε μερικά χρόνια να έχουν ξεχάσει όλοι τις στιγμές που υποστήριζαν την ίδια ομάδα, του Στελέα, του Ποπέσκου, του Παουλέτα και του Εντού Αλόνσο. Και εμείς να κάνουμε αφιερώματα για το «ιστορικό» κλάσικο της Σαλαμάνκα.

Φίδια, μαχητικά αεροσκάφη και σεισμοί: Η επιστροφή του Περού

  [19 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο έχει κερδίσει την αγάπη του κόσμου στις περισσότερες χώρες του πλανήτη αλλά όπως έχουμε πει κάμποσες φορές στο παρελθόν, παραφράζοντας τη γνώριμη Σαλονικιώτικη ρήση, «σαν τη Λατινική Αμερική δεν έχει». Τα παραδείγματα άλλωστε είναι αμέτρητα. Αυτή είναι μια διαπίστωση που σίγουρα θα έκαναν και οι άτυχοι Νεοζηλανδοί που βρέθηκαν αυτές τις μέρες στη Λίμα του Περού, για το δεύτερο παιχνίδι μπαράζ που θα έκρινε την ομάδα που θα ταξιδέψει το καλοκαίρι στη Ρωσία.

Όπως είναι εύκολα κατανοητό, το ζευγάρι Περού-Νέα Ζηλανδία είχε εξ αρχής ένα μεγάλο φαβορί. Οι Περουβιανοί μπορεί να έχουν να εμφανιστούν σε Μουντιάλ από το 1982 αλλά το επίπεδο τους απέχει αρκετά από αυτό των άπειρων αντιπάλων τους. Αυτή η διαφορά φαίνεται ακόμα και στην πορεία των δυο ομάδων μέχρι τα μπαράζ. Την ώρα που το Περού έδινε 18 μάχες για μια θέση στην πρώτη 5αδα με αντιπάλους όπως η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, η Αργεντινή, η Κολομβία και η Χιλή, οι Νεοζηλανδοί άνετοι και ωραίοι αντιμετώπιζαν παγκόσμια… μεγαθήρια, όπως είναι τα Φίτζι, η Νέα Καληδονία και τα Νησιά Σολομώντα.

Η ποιοτική απόσταση των δυο ομάδων όμως μειώθηκε αισθητά λίγες μέρες πριν, όταν ο Πάολο Γκερέρο βρέθηκε θετικός σε παλιότερο έλεγχο ντόπινγκ. Χωρίς τον αρχηγό και ηγέτη του, το Περού δεν κατάφερε να διασπάσει την άμυνα των Νεοζηλανδών στο πρώτο ματς και το τελικό 0-0 πρόσθεσε επιπλέον άγχος στο φαβορί του ζευγαριού. Έτσι, και με το φόβο πως η ομάδα του μπορεί τελικά να αυτοκτονήσει και να κλωτσήσει αυτή την τεράστια ευκαιρία να βρεθεί σε ένα Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια, ο απλός λαός ανέλαβε δράση. Και όχι μόνο ο απλός λαός.

Το μαρτύριο για την αποστολή της Νέας Ζηλανδίας ξεκίνησε πριν καν πατήσει το πόδι της στο έδαφος του Περού. Μετά από μια κουραστική πτήση 11,5 ωρών ως το Μπουένος Άιρες, οι ‘All Whites’ (Ολόλευκοι) μπήκαν στο δεύτερο αεροπλάνο που θα τους μετέφερε στη Λίμα, μια πτήση διάρκειας 4 ωρών υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά όταν μια χώρα τρελαμένη με το ποδόσφαιρο έχει να παίξει σε Μουντιάλ τόσα πολλά χρόνια, οι συνθήκες μόνο φυσιολογικές δεν είναι κι αυτό το καταλαβαίνει κανείς από το γεγονός ότι ο Υπουργός Εργασίας ανακοίνωσε πως αν η ομάδα προκριθεί στο Μουντιάλ η επόμενη μέρα θα είναι αργία, ως εθνική γιορτή, για να έρθει λίγο μετά ο Υπουργός Παιδείας και να διευκρινίσει ότι και τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά. Ή και από το γεγονός ότι όλες οι ομάδες της χώρας είχαν βάλει τα χρώματα της εθνικής σαν εικόνα στον λογαριασμό τους στο twitter.

Πίσω στο ατέλειωτο ταξίδι των Νεοζηλανδών, ο πύργος ελέγχου του αεροδρομίου ενημέρωσε τον πιλότο πως δεν μπορεί να προσγειωθεί «λόγω νέων περιορισμών στις αφίξεις του αεροδρομίου» (* διακριτικό γέλιο *), αναγκάζοντας τον να κάνει κύκλους στον αέρα για αρκετή ώρα, πριν κάνει τελικά μια στάση εκτός προγράμματος σε ένα άλλο κοντινό αεροδρόμιο. Όλη αυτή η… απρόοπτη διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα να φτάσει η αποστολή κατάκοπη στη Λίμα με πάνω από 3 ώρες καθυστέρηση.

Η συνέχεια δεν ήταν πολύ καλύτερη. Όση ώρα ο προπονητής και ο βοηθός του μιλούσαν με τους δημοσιογράφους, οι παίκτες επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο που τους περίμενε για να τους πάει στο ξενοδοχείο. Όταν ο προπονητής και ο βοηθός τέλειωσαν με τις δηλώσεις και έφτασαν στο ξενοδοχείο με ταξί ανακάλυψαν ότι το πούλμαν ήταν ακόμα στο δρόμο! Όπως έμαθαν αργότερα από τους παίκτες ο χαλαρός οδηγός δεν πέρασε ποτέ τα 35 χλμ/ώρα, κάνοντας μια διαδρομή 20 χιλιομέτρων να διαρκεί πάνω από 45 λεπτά (* νευρικό γέλιο*).

Οι ταλαιπωρημένοι και εκνευρισμένοι πλέον παίκτες κατάφεραν να φτάσουν στα δωμάτια τους μετά τη 1 τη νύχτα κι όταν επιτέλους μπόρεσαν να ξαπλώσουν μετά από μια ολόκληρη μέρα ταξιδιού, συνειδητοποίησαν ότι για το Περού ο αγώνας αυτός είχε ξεκάθαρο χαρακτήρα: «Ή εμείς ή κανείς». Λίγο μετά τις 3 τη νύχτα, έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό μπροστά ακριβώς από το ξενοδοχείο δεκάδες πυροτεχνήματα (γιατί το να πας απλά απ’έξω και να φωνάζεις συνθήματα ή να πατάς κόρνες είναι πλέον πολύ κλασικό και μέινστριμ), σηκώνοντας στο πόδι όχι μόνο τους πελάτες αλλά και όλη την περιοχή.

Η ταλαιπωρία των φιλοξενούμενων συνεχίστηκε φυσικά και την επόμενη μέρα. Πηγαίνοντας για την προπόνηση το λεωφορείο που τους μετέφερε έκανε, ξανά, απελπιστικά πολλή ώρα για να φτάσει στο γήπεδο (αρκετοί από τους επιβαίνοντες υποψιάζονται ότι ο οδηγός δεν διάλεξε την πιο σύντομη διαδρομή) ενώ όταν έφτασε σ’αυτό, παράτησε ουσιαστικά τους παίκτες απ’έξω καθώς η είσοδος που είχε επιλέξει – και η οποία, περιέργως, ήταν άλλη απ’αυτή που είχε μπει λίγες ώρες πριν το πούλμαν του Περού – ήταν πολύ χαμηλή και το πάνω μέρος του οχήματος δεν χωρούσε! Μετά από αυτό το απρόοπτο ακολούθησαν άλλα 30 λεπτά εκνευριστικής αναμονής γιατί, όλως τυχαίως, ο υπεύθυνος του γηπέδου είχε χάσει τα κλειδιά (* νευρικό γέλιο πιο δυνατό *).

Την ίδια ώρα έξω ακριβώς από το γήπεδο συγκεντρωμένοι οπαδοί περίμεναν σε ουρές 500 μέτρων (που είχαν στηθεί από το προηγούμενο βράδυ) για να παραλάβουν τα τελευταία εισιτήρια που είχαν κερδίσει από εθνική λοταρία. Ανάμεσα τους και ένα ζευγάρι που είχε έρθει για τον αγώνα από μια πόλη 900 χιλιόμετρα μακριά.

Δίπλα τους ακριβώς κάποιοι σαμάνοι και αυτοαποκαλούμενοι μάγοι, είχαν αραδιάσει στο πεζοδρόμιο φωτογραφίες των δυο ομάδων, έριχναν πάνω τους διάφορα ‘μαγικά’ υγρά και θειάφι και εκστόμιζαν αρχαίες κατάρες προς αυτές των Νεοζηλανδών, τις οποίες συχνά-πυκνά τρυπούσαν με καρφίτσες. Ένας εξ αυτών, περνώντας σε άλλο επίπεδο βουντού, κρατούσε ένα φίδι το οποίο και πίεζε προς τις εικόνες των κακόμοιρων φιλοξενούμενων, απαγγέλοντας ταυτόχρονα ‘ευχές’ που σίγουρα δεν βγήκαν από κάποιο εγχειρίδιο για το Fair Play. Και η μαγεία (όλων των ειδών) δεν σταματάει εδώ.

Οι ταλαιπωρημένοι, νευριασμένοι και πιθανόν λίγο φοβισμένοι παίκτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούν, έχοντας πάντα στο μυαλό το ενδεχόμενο να τους περιμένουν εκεί οι ντόπιοι με χειροβομβίδες μια νέα παρτίδα πυροτεχνημάτων. Τελικά έπεσαν έξω, αφού για άλλη μια φορά η έμπνευση των Περουβιανών ξεπέρασε τις προσδοκίες. Σύμφωνα με τις καταγγελίες των ανθρώπων της Νέας Ζηλανδίας, τρία μαχητικά αεροσκάφη πετούσαν για ώρα πάρα πολύ χαμηλά πάνω από την περιοχή που βρίσκεται το ξενοδοχείο, προκαλώντας αναστάτωση στους πάντες. Για να σιγουρευτούν και οι τελευταίοι αθώοι παρατηρητές πως τα αεροπλάνα δεν πέρασαν τυχαία από εκεί τη συγκεκριμένη ώρα και μέρα, στο κάτω μέρος τους ήταν γραμμένο το σύνθημα «Vamos Peru» (* υστερικό γέλιο πλέον*).

Μετά απ’όλα αυτά, η εξέλιξη του αγώνα δεν μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Οι Περουβιανοί φίλαθλοι γέμισαν το γήπεδο μερικές ώρες πριν τη σέντρα (για την ακρίβεια, οι πρώτοι άρχισαν να μαζεύονται και να τραγουδάνε έξω απ’αυτό από το πρωί, 12 ώρες πριν το ματς!) και οι παίκτες στρίμωξαν τους Νεοζηλανδούς στα καρέ τους από το πρώτο λεπτό, έχοντας δοκάρι μόλις στο 2′. Το 1-0 ήρθε κάπου στα μισά του ημιχρόνου και πανηγυρίστηκε τόσο έξαλα που αρκετές εφαρμογές που ανιχνεύουν σεισμικές δονήσεις έστειλαν ειδοποίηση για χτύπημα του ‘Εγκέλαδου’ με επίκεντρο τη Λίμα, αναγκάζοντας το Σεισμολογικό Κέντρο να βγάλει διευκρινιστική ανακοίνωση! Το δεύτερο γκολ στην επανάληψη έδιωξε το άγχος όλων κι από εκεί και μετά ξεκίνησε ουσιαστικά το μεγάλο πάρτι, που κρίνοντας από τις αντιδράσεις όλων στη χώρα αυτές τις μέρες δεν προβλέπεται να τελειώσει σύντομα.

Το Περού επέστρεψε στη μεγαλύτερη γιορτή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου μετά από πάρα πολλά χρόνια και μια ολόκληρη γενιά θα ζήσει για πρώτη φορά την εμπειρία της συμμετοχής σε ένα Μουντιάλ. Το εμπόδιο των Νεοζηλανδών δεν ήταν εξ αρχής κάτι το ιδιαίτερο αλλά δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι για την πρόκριση αυτή μόχθησαν χιλιάδες Περουβιανοί, εντός αλλά και εκτός γηπέδου.

Η ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας απέκτησε μια νέα χρυσή σελίδα με τα φετινά κατορθώματα της παρέας του Γκερέρο και του Φαρφάν αλλά για όσους αγαπάνε το πάθος και τη μούρλα της Λατινικής Αμερικής όλα αυτά τα άκρως γραφικά και κωμικοτραγικά γεγονότα που έγιναν πριν σφυρίξει ο διαιτητής για πρώτη φορά (τα οποία, βέβαια, ανάλογα με την οπτική του παρατηρητή μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμα και ντροπιαστικά, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του αντιπάλου) παραμένουν το αλατοπίπερο, που δίνει επιπλέον νοστιμιά στο ομορφότερο παιχνίδι του κόσμου.

Ο ιερέας οπαδός: Από το πέταλο στην Αφρική

  [Καθόλου σχόλια]

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αφιερώσεις τη ζωή σου στα πράγματα που αγαπάς; Από την μία, υπάρχουν πολλοί ιερείς που δεν φροντίζουν να δίνουν το παράδειγμα με τη ζωή τους και την προσφορά τους. Από την άλλη, υπάρχει κι ο πατέρας Χουάν Γκαμπριέλ Αρίας. Ένας ιερέας που έχει αφοσιωθεί στο να βοηθάει τον κόσμο, αλλά και να λατρεύει εκτός των άλλων την αγαπημένη του Ράσινγκ Κλουμπ ντε Αβεγιανέδα. Δεν είναι λίγοι οι παπάδες που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, είχαμε και έχουμε παραδείγματα και στην Ελλάδα. Η περίπτωση του Αργεντινού ιερέα όμως είναι ξεχωριστή, γιατί είναι καλός και στα δύο. Και στο ποίμνιο και στην εξέδρα. Τόσο ξεχωριστή που στο μπράτσο του έχει τατουάζ τον Ιησού με το σήμα της Ράσινγκ στην καρδιά του. «Η ιδέα μού ήρθε από τον Κάρλος Αράνο (ναι, τον παλιό αριστερό μπακ του Άρη) που έχει στο ύψος της καρδιάς του το σήμα της Ράσινγκ».

Η εκκλησία της Γέννησης της Θεοτόκου στο Μπουένος Άιρες είναι γαλάζια και άσπρη, βαμμένη στα χρώματα του συλλόγου του και το μόνο κόκκινο (της μισητής Ιντεπεντιέντε) βρίσκεται στο χιτώνα του… Αγίου Εξπέντιτο. Αν κάποια νύφη θέλει να κάνει μεγαλειώδη γάμο με κόκκινο χαλί, πρέπει να βρει άλλη εκκλησία. Στο ναό του Χουάν Γκαμπριέλ το χαλί είναι καφέ, το χρώμα του διαβόλου δεν υπάρχει πουθενά. Ο Χουάν Γκαμπριέλ δεν είναι όμως απλά ένας φίλαθλος της Ράσινγκ. Το 2008 πρωτοστάτησε στις πορείες του κόσμου του συλλόγου, οργανώνοντας πολλούς ανθρώπους ώστε να βγουν στο δρόμο ειρηνικά για να μπορέσει να αλλάξει η διοικητική κατάσταση στο σύλλογο που βρισκόταν στα όρια χρεοκοπίας. Ο ιερέας έγινε σύμβολο για τους οπαδούς της «Ακαδημίας». Άλλωστε είχε καταφέρει να σώσει αρκετούς από τους οργανωμένους από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τη βία. Καλές σχέσεις όμως έχει και με προπονητές και παίκτες, αρκετούς τους έχει παντρέψει. Εκτός από γάμους και βαφτίσεις όμως, το πιο εντυπωσιακό είναι ότι έχει συμμετάσχει και σε αποτεφρώσεις οπαδών της ομάδας, με τις στάχτες να ρίχνονται στο θρυλικό στάδιο Ελ Σιλίντρο. «Ναι μου το έχουν ζητήσει και το έχω κάνει. Μια τελετή απ’ έξω και μετά οι στάχτες στο γήπεδο. Απλά μας ζήτησαν από το σύλλογο να μην το κάνουμε πια. Χαλάει το γρασίδι» περιγράφει με απλότητα. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου: «Θα το κάνατε κι εσείς;», απαντάει δίχως δισταγμό «Δεν με απασχολεί τι θα απογίνει το σώμα μου. Θα το δώσω είτε για μεταμόσχευση, είτε στην επιστήμη». Στην επόμενη ερώτηση «κι αν η καρδιά σας πάει σε έναν οπαδό της Ιντεπεντιέντε;», η απάντηση είναι και πάλι άμεση: «Τότε το πρόβλημα είναι δικό του».

Όταν η Ιντεπεντιέντε έπεσε στη Β’, η ενορία το γιόρτασε με μπάρμπεκιου
Ο κόσμος ήταν ντυμένος «φάντασμα της Β’ εθνικής»

Ο ιερέας όμως έκανε και πραγματικότητα το σύνθημα «για σένα έχω κάνει κρατητήριο», καθώς σε μια από τις πορείες η αστυνομία συνέλαβε έναν φίλο του. «Πήγα να τους ρωτήσω γιατί έπιασαν τον φίλο μου και τελικά κατέληξα μέσα. Έφαγα και μερικές μπουνιές» θυμάται. Αυτή βέβαια δεν ήταν η μόνη φορά που ο παπα-Αρίας κατέληξε μέσα. «Μια φορά στο γήπεδο της Βέλεζ συνέλαβαν άδικα τον «Ιταλό», έναν ιστορικό συνδεσμίτη που έδινε μάχη να απεξαρτηθεί με το αλκοόλ. Ήξερα ότι αν τον έβαζαν μέσα, δεν θα άντεχε και θα κυλούσε πάλι. Αντέδρασα. Με συνέλαβαν, μου φέρθηκαν σαν οποιονδήποτε οπαδό, έφαγα αρκετές με τα γκλομπ» λέει ο θαρραλέος παπάς. Πολλοί τον θυμούνται να τελειώνει κατά τις 11 τη λειτουργία της Κυριακής, να παίρνει το αυτοκίνητό του για το Ροσάριο (απόσταση 300 χιλιομέτρων) και να κρεμάει πανό στην εξέδρα εναντίον του τότε προέδρου της Ράσινγκ. «Ντε Τομάσο θα δώσεις λογαριασμό στο Θεό για όσα έχεις κάνει» έγραφε και το είχε εμπνευστεί από τα λόγια του πάπα Ιωάννη Πάυλου του 2ου για τον Τζορτζ Μπους και τον πόλεμο στο Ιράκ.

Μια φορά είπα σε ενορίτισσά μου ότι πρέπει να πάω να αποχαιρετίσω έναν φίλο. Όταν τα παιδιά της είδαν αργότερα φάσεις από το τελευταίο ματς του Ντιέγκο Σιμεόνε, είπαν στην μαμά τους ότι ο πατέρας Χουάν Γκαμπριέλ είναι εκεί. «Όχι, ο πατέρας είχε να πάει να αποχαιρετίσει ένα φίλο του» απάντησε αυτή. «Μαμά, ο φίλος είναι ο Τσόλο» της είπαν οι γιοι της.

Κι όμως, όλα αυτά δεν του δημιούργησαν πρόβλημα; Κάποτε ένας επίσκοπος του είχε πει ότι πρέπει να πάει στην όπερα, να ακούσει κλασσική μουσική. Αλλά ο πατέρας Αρίας προτιμά να βλέπει ματς από το πέταλο και να ακούει ροκ. Άλλωστε ήταν τυχερός. Γιατί Αρχιεπίσκοπος στο Μπουένος Άιρες ήταν ο Χόρχε Μπεργκόλιο, ο μετέπειτα Πάπας, οπαδός και μέλος της Σαν Λορένσο. «Ο Μπεργκόλιο πάντα ήταν σύμφωνος με αυτά που έκανα. Ήμουν κοντά στον κόσμο έτσι». Άλλωστε, στον Πάπα Φραγκίσκο οφείλει ότι τελικά έγινε παπάς. Όταν ήταν ακόμα διάκονος, λίγους μήνες πριν χειροτονηθεί ιερέας ταξίδεψε για αγώνα του Κόπα Λιμπερταδόρες στο Περού, έχοντας ζητήσει άδεια από τον τότε Αρχιεπίσκοπο. Η κατάσταση ήταν τεταμένη, με τους Περουβιανούς να κατηγορούν την Αργεντινή ότι τους πρόδωσε πουλώντας όπλα στο Εκουαδόρ. Οι εκδρομείς της Ράσινγκ δέχτηκαν επίθεση, ο Αρίας προσπάθησε να βοηθήσει γυναίκες και παιδιά. Μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα τον έκανε εξώφυλλο με τίτλο «Ο χούλιγκαν παπάς της Ράσινγκ». Κάποιος άλλος θα μπορούσε να του είχε κόψει την «καριέρα», να τον έδιωχνε. Ο Φραγκίσκος όχι.

Ωραία όλα αυτά θα πει κανείς, αλλά αν μέναμε μόνο εδώ, θα είχαμε απλά έναν οπαδό που έτυχε να είναι ιερέας. Και θα ήταν άδικο για έναν άνθρωπο όπως ο Χουάν Γκαμπριέλ που αφιερώνει τη ζωή του στο να βοηθάει το συνάνθρωπό του, επιτελώντας σπουδαίο έργο, αφήνοντας τη ζωή του. Το 2000 έκανε το πρώτο του ταξίδι στη Μοζαμβίκη. Έμεινε για τρία χρόνια περίπου και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αργεντινή. Είχε ήδη αγαπήσει όμως τη χώρα, ήξερε ότι εκεί θα μπορούσε να επιτελέσει μεγαλύτερο έργο. Κάθε χρόνο πήγαινε για 2-3 μήνες για να βοηθήσει στη διδασκαλία της θρησκείας του, αλλά και για να βοηθήσει τους (πολλούς) φτωχούς της χώρας. Μέχρι που το 2014 το πήρε οριστικά απόφαση να αφήσει τη θέση του στο Μπουένος Άιρες, την άνεσή του, την μπάλα και να πάει μόνιμα στη Μοζαμβίκη, στο κέντρο της χώρας, στη Μανγκούντζε. Η ενορία του περιλαμβάνει 39 κοινότητες με αποστάσεις μέχρι και 90 χιλιόμετρα μεταξύ τους που καθημερινά καλύπτει. Αυτό δεν τον πτοεί. «Πάντα μου αρέσει να δουλεύω εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη, μεγαλύτερη φτώχεια. Οι βασικές ανάγκες είναι φαγητό, νερό, περίθαλψη, σχολείο και δουλειά». Καθημερινά είναι υπεύθυνος ώστε περίπου 15.000 παιδιά σε 50 σχολεία να μπορούν να τρώνε. Κατάφερε να βρει βοήθεια και από το ίδρυμα του Λιονέλ Μέσι. Βρίσκει εθελοντές ώστε να χτιστούν κι άλλες αίθουσες, φιλοξενεί παιδιά χωρίς σπίτι, ενώ ήδη έχει καταφέρει να στείλει κάποια για σπουδές πίσω στην Αργεντινή. Το έργο του και η προσφορά του τον έχουν κάνει εξαιρετικά δημοφιλή.

Οι χριστουγεννιάτικες λειτουργίες γίνονται συχνά κάπου στη ζούγκλα, σε εκκλησίες από άχυρο. Η απόσταση από την Αργεντινή είναι τεράστια, περίπου 8.000 χιλιόμετρα, αλλά στην ερώτηση τι του λείπει από την πατρίδα η απάντηση είναι γρήγορη: «Η Ράσινγκ. Να πηγαίνω στην εξέδρα, να ταξιδεύω για την ομάδα. Αλλά κι εδώ συνεχίζω να τη ζω με άλλον τρόπο. Δεν μου λείπουν οι πιστοί της Αργεντινής. Το να είσαι ιερέας εδώ, είναι σαν να είσαι ποδοσφαιριστής που παίζει στο Μουντιάλ. Είναι το υψηλότερο που μπορώ να κάνω στην καριέρα μου. Παίζω στην Α’ εθνική, κοιτάζω με αγάπη τη μάχη για την άνοδο, αλλά δεν μπορώ να επιστρέψω εκεί». Έχετε ακούσει παπά να μιλάει έτσι;


Η Ράσινγκ της Μοζαμβίκης

Ο πατέρας Αρίας συνεχίζει να προσφέρει στην Αφρική, αλλά δεν ξεχνά την αγαπημένη του ομάδα. Βλέπει όσα παιχνίδια μπορεί μέσω Ίντερνετ και χει φτιάξει σχολή ποδοσφαίρου, τα παιδιά είναι όλα ντυμένα με τις φανέλες της Ράσινγκ, έχει κουβαλήσει σημαίες και μπάλες και τα έχει κάνει όλα οπαδούς της «Ακαδημίας».  Η ομάδα φυσικά λέγεται Ράσινγκ. «Δεν ξέρουν καλό ποδόσφαιρο τα παιδιά, αλλά τρέχουμε πολύ και σιγά σιγά τα πιτσιρίκια βελτιώνονται. Θυμίζουμε ομάδα του Καρούσο Λομπάρντι. Παίζουμε άμυνα και τα δίνουμε όλα σε κάθε ματς». Ο ιερέας που άφησε το Μπουένος Άιρες και τη γαλανόλευκη εκκλησία του δεν έχει μετανιώσει για τίποτα. «Θα ήθελα να πεθάνω εδώ, στη Μοζαμβίκη και αν γίνεται στην ενορία που είμαι τώρα, ακόμα καλύτερα. Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω εδώ μέχρι την τελευταία μου ημέρα».

Όταν ο Αλέφαντος παραλίγο να κόψει την μπάλα στον Μαύρο

  [4 Σχόλια]

Πέρα από τις νίκες, τα αποτελέσματα στο χορτάρι και τους τίτλους, οι ποδοσφαιρικές ομάδες κρίνονται στο βάθος του χρόνου και από πολλά εξωαγωνιστικά ζητήματα. Ένα από αυτά είναι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται στους μεγάλους παίκτες τους. Όχι μόνο οι σύλλογοι, αλλά ο κόσμος τους. Πόσα «αποχαιρετιστήρια» παιχνίδια σε θρύλους των ελληνικών ομάδων δεν έχουν γίνει σε μισοάδεια γήπεδα; Εκεί που ο αγώνας δεν έχει βαθμολογικό ενδιαφέρον και ελάχιστοι πηγαίνουν να τιμήσουν κάποιον σπουδαίο παίκτη. Το θέμα του κειμένου αυτού είναι το τέλος του τεράστιου Θωμά Μαύρου από την ΑΕΚ, ένα τέλος που δεν του άξιζε και εξέθεσε αργότερα τους δύο ανθρώπους που ήταν υπεύθυνοι για τη φυγή του κορυφαίου Έλληνα σκόρερ όλων των εποχών από την ΑΕΚ, αλλά ευτυχώς όχι από το ποδόσφαιρο.

Η σεζόν 1986-87 ήταν η 11η του Θωμά Μαύρου στην ΑΕΚ και με διαφορά η χειρότερη. Αντιμετωπίζοντας προβλήματα τραυματισμού δεν μπόρεσε να πάρει πολλά παιχνίδια, έχοντας φτάσει πλέον και τα 33, σε μια ΑΕΚ που περνούσε μια από τις χειρότερες περιόδους της με τη διοίκηση Ζαφειρόπουλου να δείχνει αδύναμη να αλλάξει τη δυναμική της. Μετά από μια μέτρια πορεία στο πρώτο κομμάτι του πρωταθλήματος, ο ιδιοκτήτης Ανδρέας Ζαφειρόπουλος έχει τη φαεινή ιδέα να προσλάβει ως προπονητή το Νίκο Αλέφαντο. Η ΑΕΚ κάνει δυο νίκες στα πρώτα δύο ματς του Αλέφαντου, αλλά στη συνέχεια έχει τραγική πορεία. Ο κόσμος είναι ξενερωμένος και απογοητευμένος και η έκρηξη έρχεται την 25η αγωνιστική στο ματς του ΟΑΚΑ (που χρησιμοποιούσε η ΑΕΚ ως έδρα) απέναντι στον Απόλλωνα Καλαμαριάς.

Αλευρόπουλος, Μανόλο,  Σεφτελής με κανονικό τηλέφωνο μπροστά του, Θεοφιλόπουλος ρεπορτάζ αποδυτηρίων και παραλήρημα Αλέφαντου μετά τα 6′, με πίνακα από πίσω να γράφει ΠΑΣΟΚ. Πιο 80s δεν γίνεται.

Η ΑΕΚ κερδίζει εύκολα με 2-0, αλλά ο κόσμος βλέπει για πρώτη φορά τον Μαύρο βασικό στην προσπάθειά του να επανέλθει σε καλή κατάσταση, έχοντας χάσει το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν λόγω προβλημάτων. Η επάνοδός του είναι το πιο σημαντικό γεγονός του αγώνα και το μοναδικό που δίνει χαρά στον κόσμο. Χωρίς να είναι κακός ο Μαύρος και με τον κόσμο να τον στηρίζει σε κάθε φάση, ο Αλέφαντος αποφασίζει να τον αλλάξει στο 81′. Οι σχετικά λίγοι οπαδοί στην εξέδρα ξεσπούν, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τα βάζουν τόσο με τον Αλέφαντο, όσο και με τη διοίκηση (θεωρώντας ότι θέλει να τελειώσει τον Μαύρο), ενώ ο Αλέφαντος πηγαίνει προς την εξέδρα για να μαλώσει με τους οπαδούς και αργότερα αφήνει τον πάγκο και φεύγει έξαλλος.

Σε συνέντευξη τύπου κατηγορεί ανοιχτά με τον Μαύρο, λέει ότι έχει γεράσει, ότι είναι αδιάφορος, ότι έκανε τον άρρωστο και ένα σωρό άλλα πράγματα, όπως ότι πλήρωνε ο ίδιος από την τσέπη του για να κάνει ατομική προετοιμασία ο παίκτης. «Πέρασε ο χρόνος» καταλήγει. Ο Ζαφειρόπουλος στηρίζει τον Αλέφαντο και τα βάζει με τον κόσμο, χωρίς όμως να καταφέρεται εναντίον του ποδοσφαιριστή. Πολλά λέγονται και για κομματικά ζητήματα, καθώς Ζαφειρόπουλος και Αλέφαντος ήταν με την τότε κυβέρνηση. Ο Μαύρος απαντάει την επόμενη ημέρα με δική του συνέντευξη κατηγορώντας τον Αλέφαντο ότι θέλει να τον τελειώσει. Η κατάσταση ξεφεύγει όταν ο Αλεφάντος επιτίθεται σε δημοσιογράφο που έχει πάει να καλύψει την προπόνηση της ΑΕΚ και προσπαθούν να τους χωρίσουν. Ο Θ(ε)ωμάς της ΑΕΚ δεν παίζει ξανά με την κιτρινόμαυρη φανέλα μέχρι το τέλος της σεζόν. Το καλοκαίρι αποχωρεί, καθώς αποδεικνύεται ότι η διοίκηση δεν τον θέλει και τον θεωρεί τελειωμένο. Φυσικά αποχωρεί και ο Αλέφαντος, αφού ο Ζαφειρόπουλος καταλαβαίνει το λάθος του.

Ο «τελειωμένος» Μαύρος δεν ακούει τη συμβουλή Αλέφαντου να σταματήσει την μπάλα «σαν τον Πλατινί». Επιστρέφει στην πλατεία, στη Νέα Σμύρνη εκεί που ξεκίνησαν όλα και δείχνει ότι μόνο τελειωμένος δεν είναι. Τη σεζόν 1987-88 σκοράρει 16 γκολ σε 29 συμμετοχές. Ο Αλέφαντος αλλάζει ομάδες σαν τα πουκάμισα κοντομάνικα μπλουζάκια και αντιμετωπίζει την ΑΕΚ ως προπονητής του Ηρακλή με όλο το γήπεδο να τον βρίζει, σε ένα παιχνίδι που η ΑΕΚ κερδίζει με 3-1. Ο ίδιος συνεχίζει να τα έχει με τον Μαύρο και παρ’ ότι ο Μαύρος βρίσκεται στη Ν. Σμύρνη και όχι στη Ν. Φιλαδέλφεια συνεχίζει την κόντρα. Μετά το τέλος του αγώνα βγαίνει και κάνει ξανά δηλώσεις εναντίον του εις βάρος του, έναν χρόνο μετά το συμβάν. Ο Μαύρος και πάλι απαντά βγαίνοντας στον αέρα της εκπομπής που παρουσιάζει ο Αλέκος Θεοφιλόπουλος.

Την επόμενη σεζόν ο Μαύρος σκοράρει άλλα 12 γκολ με τα κυανέρυθρα στο πρωτάθλημα. Είναι στο κύπελλο όμως που βρίσκει επιτέλους την ευκαιρία και παίρνει την εκδίκησή του. Συναντά τον Αλέφαντο που έχει πάει στον ΠΑΟΚ για ένα φεγγάρι. Ο ΠΑΟΚ έχει κερδίσει 2-0 στην Τούμπα και πάει με σβηστές μηχανές στη Ν. Σμύρνη. Ο Πανιώνιος μπαίνει όμως δαιμονισμένα και με μια γκολάρα του Μαύρου ανοίγει το σκορ. Ο Αποσπόρης στο 2ο ημίχρονο γράφει το 2-0 και το ματς οδηγείται στην παράταση, καθώς ο ΠΑΟΚ δεν καταφέρνει να σκοράρει στις δικές του ευκαιρίες. Ο Μαύρος παρά τα χρόνια του κάνει κατάθεση ψυχής στο γήπεδο και τελικά στο 119′ με ένα ακόμα ωραίο τελείωμα γράφει το τελικό 3-0. Το ματς τελειώνει με επεισόδια μεταξύ οπαδών και παικτών, ο Πανιώνιος φτάνει μέχρι τον τελικό όπου και χάνει από τον Παναθηναϊκό, αλλά ο Έλληνας σκόρερ αποδεικνύει ποιος είχε δίκιο.

Ο Μαύρος δεν λέει να σταματήσει, σαν να θέλει να δείξει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Παίζει και τη σεζόν 1989-90 καθώς φτάνει στα 36 του πλέον και σκοράρει 22 ολόκληρες φορές, βγαίνοντας 1ος σκόρερ του πρωταθλήματος. Ένα από αυτά όμως θα μείνει αξέχαστο. Την 7η αγωνιστική πηγαίνει στη Νέα Φιλαδέλφεια για πρώτη φορά από τότε που έφυγε από την ΑΕΚ, στο για 11 χρόνια σπίτι του. Εκεί που κατέκτησε πρωταθλήματα και έφτασε στα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ. Οι γηπεδούχοι προηγούνται με γκολ του Μπατίστα. Στο 26′ όμως ο Μαύρος βάζει γκολ και ισοφαρίζει. Ο κόσμος της ΑΕΚ μόλις καταλαβαίνει ποιος είναι ο σκόρερ, αρχίζει και χειροκροτεί το 1-1 εις βάρος της ομάδας του. Το σύνθημα που για χρόνια συνόδευε τον Μαύρο, ακούγεται ξανά: «Ποιος; ποιος; ποιος; Ο Μαύρος ο θεός». Ο τεράστιος σκόρερ γυρίζει σιγά σιγά προς τη σέντρα και σηκώνει τα χέρια του χαιρετώντας τον κόσμο. Χρόνια αργότερα δηλώνει: «Είναι η χειρότερη στιγμή της καριέρας μου και η καλύτερη μαζί. Η αποθέωση του κόσμου, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι εγώ έβαλα γκολ στην ΑΕΚ. Ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί».

Η εκδίκηση του Ντιέγκο όταν τον είπαν χοντρούλη

  [4 Σχόλια]

Πολύ πριν ο Μαραντόνα γίνει αυτός που γνωρίζουμε όλοι, πολύ πριν ξεκινήσουν οι συζητήσεις για το αν ήταν ο καλύτερος όλων των εποχών, πριν λατρευτεί στη Νάπολη, πριν κερδίσει Μουντιάλ, ήταν ένας απλός κοινός θνητός. Ένας ταλαντούχος Αργεντινός πιτσιρικάς που έπαιζε σε μια μικρή ομάδα της χώρας, τους Αρχεντίνος Τζούνιορς. Με το παρατσούκλι ο «αφάνας» ή «άφρο» (όπως θέλετε το μεταφράζετε) είχε ήδη ξεχωρίσει και οι δημοσιογράφοι μιλούσαν γι’ αυτόν με τα καλύτερα. Έκανε το ντεμπούτο του μόλις στα 16 του στο πρωτάθλημα, ήταν στην προεπιλογή για το Μουντιάλ του 1978 αλλά τελικά κόπηκε από τον Μενότι και είχε κατακτήσει το Παγκόσμιο Νέων ένα χρόνο αργότερα.

Την ίδια περίοδο η Μπόκα ήταν μια από τις πιο σκληρές ομάδες στην Αργεντινή, χωρίς τόση ποιότητα, αλλά με ένα ρόστερ γεμάτο μεγάλες προσωπικότητες. Και ίσως τον πιο τρελό τερματοφύλακα, τον Ούγκο Γκάτι (για όσους δεν έχουν διαβάσει το σχετικό κείμενο, μπορούν εδώ). Λίγες μέρες αφ’ ότου ο Ντιεγκίτο έκλεισε τα 20α του γενέθλια, οι Αρχεντίνος αντιμετώπιζαν την Μπόκα του Γκάτι στο στάδιο της Βέλεζ. Ο Γκάτι δεν ήταν εντυπωσιασμένος από τον Μαραντόνα και δεν άργησε να το δείξει σε δηλώσεις του πριν το παιχνίδι:

«Οι δημοσιογράφοι υπερβάλουν και έχουν φουσκώσει την εικόνα του Μαραντόνα. Καλό θα ήταν να προσέχει και τη φυσική του κατάσταση γιατί βλέπω έχει γίνει χοντρούλης. Δεν θα μου βάλει γκολ, σκοράρει μόνο από φάουλ»

Προπονητής τότε στους Αρχεντίνος Τζούνιορς ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Λόπες γνωστός για την ικανότητά του στο ψυχολογικό κομμάτι. Ο Ντιεγκίτο δεν είχε μάθει για τις δηλώσεις του Γκάτι μέχρι το πρωί του αγώνα στις 9 Νοεμβρίου του 1980, αλλά ο… καλοθελητής Λόπες τις μετέφερε στον παίκτη του για να του δώσει μεγαλύτερο κίνητρο. Ο Ντιέγκο, γνωστός για την ταπεινότητά του άλλωστε, μόλις τις έμαθε του είπε: «Έλεγα να του βάλω δύο γκολ σήμερα, αλλά θα του βάλω τέσσερα».


Μπαλαδόφατσα και ποδοσφαιρική αλητεία

Κάποιες διηγήσεις αναφέρουν ότι πριν το ματς ο Γκάτι πήγε και βρήκε τον Μαραντόνα, του είπε ότι δεν έκανε ποτέ τις δηλώσεις και ότι πιστεύει πως είναι ένα φαινόμενο. Κανείς δεν γνωρίζει την αλήθεια (αν και κρίνοντας από το χαρακτήρα του Γκάτι, το πιο πιθανό είναι να τα είπε), αλλά ο Ντιέγκο δεν νοιαζόταν πλέον. Είχε να αποδείξει πράγματα. Κι ας κατέβηκε η Μπόκα με δυο παίκτες ουσιαστικά να τον μαρκάρουν. Τον Άμπελ Άλβες πιο ψηλά και τον Όσκαρ Ρουτζέρι πιο κοντά στην περιοχή κολλημένους πάνω του.

Το ποδοσφαιρικό σόου του πιτσιρικά Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα

Η Μπόκα άνοιξε το σκορ με πέναλτι, αλλά το σόου του Ντιέγκο μόλις άρχιζε στο 23′. «Στο 1ο γκολ πήρα την μπάλα στα δεξιά της μεγάλης περιοχής και έβγαλα μια σέντρα με ραμπόνα. Η μπάλα χτύπησε στο χέρι του Ούγκο Άλβες. Το πέναλτι το χτύπησα απαλά, δεξιά από τον Γκάτι, αυτός είχε πέσει αριστερά». Το «ψώνισμα» του Γκάτι στο πέναλτι ήταν η αρχή. Ο Εσπίντολα κάνει το 2-1 με φάουλ για τους Αρχεντίνος στο 26′ και η Μπόκα ισοφαρίζει σε 2-2. Τρία λεπτά πριν τελειώσει το ημίχρονο, οι Αρχεντίνος Τζούνιορς κερδίζουν ένα φάουλ δεξιά και πλάγια, σχεδόν σαν κόρνερ. Ο Ντιέγκο στήνει την μπάλα, ο Γκάτι δεν πιστεύει ότι ο «χοντρούλης» θα κάνει τέτοια τρέλα και θα το εκτελέσει απευθείας, ο Ντιέγκο τον βλέπει εκτός θέσης, περνάει την μπάλα από πάνω του, τη στέλνει συστημένη στη δεξιά γωνία του και βάζει το γκολ για το 2-3. Το μεγαλειώδες γκολ το χειροκροτούν μέχρι και φίλαθλοι της Μπόκα.

Για να μη δικαιωθεί έστω και στο ελάχιστο ο Γκάτι, ο Ντιέγκο αποφασίζει να βάλει και ένα γκολ πέρα από στημένη φάση. Έτσι, στο 2ο ημίχρονο κάνει μια κούρσα ξεφεύγοντας από τον αντίπαλό του, δέχεται μια βαθιά μπαλιά, κοντρολάρει με το στήθος, βλέπει τον Γκάτι που κάνει έξοδο και επιλέγει να το τελειώσει με ακόμα περισσότερη φινέτσα, με ένα ερωτικό άγγιγμα με το εξωτερικό του αριστερού ποδιού. Ο Γκάτι έχει φάει ήδη τρία από τον Μαραντόνα, αλλά ο Ντιέγκο υποσχέθηκε τέσσερα. Στο 75′  ξεχύνεται και πάλι προς την περιοχή της Μπόκα και ανατρέπεται ελάχιστα έξω από αυτή. Ο Γκάτι στήνει το τείχος και κόβει βόλτες πολύ μακριά από την εστία του για να διώξει τους παίκτες των Αρχεντίνος που του κόβουν το οπτικό πεδίο. Ο Ντιεγκίτο το βλέπει και τηλεμεταφέρει την μπάλα στο παραθυράκι, βάζοντας το 4ο γκολ του στο ματς τηρώντας την υπόσχεσή του. Οι Αρχεντίνος κερδίζουν τελικά με 5-3, ο κόσμος της Μπόκα φωνάζει το όνομα του Ντιέγκο.

Μετά τον αγώνα ο Μαραντόνα απαντάει ότι ενοχλήθηκε από την έλλειψη σεβασμού, ότι είναι θέμα τρέλας του Γκάτι που κάποτε τον θεωρούσε καλό τερματοφύλακα, αλλά κατάντησε να του βάζουν χαζά γκολ. Μετά από ένα χρόνο, οι δυο τους βρίσκονται συμπαίκτες στην Μπόκα και κατακτούν και ένα πρωτάθλημα. Οι σχέσεις τους γίνονται καλύτερες, αλλά ξαναχαλάνε όταν ο Γκάτι δηλώνει ότι ο Πελέ είναι καλύτερος, είναι από άλλο πλανήτη. Χρόνια αργότερα γράφει στη στήλη του σε ισπανική εφημερίδα ότι έκανε τις δηλώσεις και εκείνη την ημέρα τον άφησε να του βάλει τα γκολ, για να τον δουν στην Μπόκα και να τον πάρουν στην ομάδα. Κανείς δεν πείθεται. Ο 20χρονος Ντιέγκο απλά έδειξε τι μπορούσε να κάνει με την μπάλα. Όπως είχε δηλώσει και ο φυσιοθεραπευτής των Αρχεντινός εκείνα τα χρόνια: «Το να έχεις τον Ντιέγκο στην ομάδα, είναι σαν να παίζεις χαρτιά και να ξεκινάς πάντα με τον μπαλαντέρ στο χέρι«.

Όταν οι Τσέχοι αγωνίστηκαν στο Μπάμπερ Μπριτζ (η ιστορία του Ρας Ρίγκμπι)

  [8 Σχόλια]

Όταν η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας διέλυσε ειρηνικά το Ομοσπονδιακό κράτος της χώρας, την 1η Ιανουαρίου του 1993, δημιουργώντας έτσι τις Σλοβακία και Τσεχία, στο μικρό χωριουδάκι Μπάμπερ Μπρίτζ -5 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Πρέστον (στην περιοχή του Λάνκασαϊρ)- κανένας απ’ τους περίπου 10.000 κατοίκους δεν είχε στο μυαλό του πως η μία απ’ τις δύο αυτές νέες χώρες -και συγκεκριμένα η Τσεχία- θα έφτανε πολύ σύντομα στα μέρη τους, για να αγωνιστεί, έστω και για μια φιλική -στα όρια του ξεμουδιάσματος- ποδοσφαιρική αναμέτρηση με το καμάρι του «χωριού». Πως μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο στο Μπάμπερ Μπριτζ; Ήταν αδύνατο, στα όρια του αστείου. H τοπική ομάδα βολόδερνε στα τελευταία επίπεδα του ερασιτεχνικού αγγλικού ποδοσφαίρου και το μόνο που είχε να επιδείξει ήταν το γεγονός πως κάποτε είχε περπατήσει (όχι για να αγωνιστεί) στα στριμωγμένα στενορύμια της ο σπουδαίος Τομ Φίννεϊ. Εννοείται πως δεν βάζω καθόλου στην εξίσωση κάποια τοπικά κύπελλα και πρωταθλήματα (όλες οι ομάδες άλλωστε έχουν από δαύτα). Η ομάδα ιδρύθηκε το 1974, και μέχρι και το 1996 (την χρονιά του Γιούρο της Αγγλίας) ο μέσος όρος των φιλάθλων που έκοβαν εισιτήριο στο Άιρον Γκέιτ, το γήπεδο της ομάδας δηλαδή, έφτανε μετά βίας τα 300 άτομα. Χειρότερα κι από γήπεδο της ελληνικής Σούπερ Λίγκας των ημερών μας.

Ήταν Ιούνιος του ’96 όταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές της Μπάμπερ Μπριτζ, ένας κλασικός Βρετανός τύπος με το όνομα Ρας Ρίγκμπι, κούρευε το γκαζόν του γηπέδου όταν άκουσε να χτυπά το τηλέφωνο στο ένα και μοναδικό γραφείο της ομάδας. Αφού άφησε την χορτοκοπτική μηχανή, έτρεξε γρήγορα προς το γραφείο, που δεν ήταν άλλωστε και πολύ μακριά, και σήκωσε το ακουστικό. Στην άλλη γραμμή ήταν κάποιος γνωστός του που δούλευε στη ρεσεψιόν ενός μικρού ξενοδοχείου στο Πρέστον. Μετά τις απαραίτητες, τυπικές και βαρετές χαιρετούρες ο ρεσεψιονίστ πέρασε στο ψητό. «Δεν μου λες, δεν ρωτάς εκεί στην ομάδα αν θέλουν να παίξουν ένα φιλικό με την Τσεχία; H ομάδα βρίσκεται στο ξενοδοχείο μας και ο προπονητής άκουσε για την ομάδα σας και θέλει να παίξει ένα ματσάκι για να ξεμουδιάσουν οι παίκτες του. Σε λίγες μέρες αρχίζει το Γιούρο και το βλέπουν σαν μια καλή προπόνηση. Είναι σίγουρα καλύτερα απ’το να τους τρέχει στα λιβάδια ή να παίζουν μόνοι τους. Τι λες; Καλό θα κάνει και σε εσάς και γενικά στην πόλη.» Ο Ρίγκμπι κάλεσε αμέσως τον προπονητή της ομάδας, Ντένις Άλεν που δέχθηκε όλος χαρά και κάπως έτσι το φιλικό προετοιμασίας των Τσέχων κανονίστηκε αμέσως και έγινε μέσα σε λίγες ώρες το talk of the town και -εννοείται- το γεγονός της χρονιάς για το μικρό Μπάμπερ Μπριτζ και τους κατοίκους του.

                                        O Ρας Ρίγκμπι με τη φόρμα της Πρέστον

Ο Ρίγκμπι ήταν ένας «άρρωστος» ποδοσφαιρόφιλος που περίμενε σαν τρελός την έναρξη του Γιούρο και σε λίγες ώρες είχε γίνει κι αυτός μέρος αυτής της γιορτής και για -λίγες στιγμές- λόγω και και της ιδιότητάς του ως ο «άνθρωπος για όλες τις δουλειές της ομάδας» είχε βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Το παιχνίδι θα καλυπτόταν τηλεοπτικά από την Τσέχικη τηλεόραση και ο Ρίγκμπι θα έπρεπε για πρώτη φορά στη ζωή του να λειτουργήσει ως επαγγελματίας για την προετοιμασία ενός αγώνα της αγαπημένης του ομάδας. Έβγαλε εισιτήρια (με την τιμή να είναι 5 λίρες) και πρόγραμμα αγώνα, έδωσε συνεντεύξεις στον Τύπο και έτρεξε παντού για να βρει χορηγούς. Ετοίμασε μάλιστα και ένα οργανωμένο μπαρ που θα σέρβιρε μπύρα στους διψασμένους για ποτό και ποδόσφαιρο Άγγλους που θα έφταναν εκείνη τη μέρα για το σπουδαίο γεγονός. Όλα αυτά σε 1-2 μέρες. Η Τσεχία μάλιστα είχε χορηγό μια πολύ γνωστή μπύρα της εποχής και είχε φέρει στο γήπεδο χιλιάδες μπουκάλια του χορηγού της, τοποθετώντας -έστω και για λίγες ώρες- το όνομα του χορηγού, ψηλά, στο μοναδικό σκέπαστρο που διέθετε το μικρό Άιρον Γκέιτ. Εννοείται πως την πινακίδα την ανέβασε και την κάρφωσε εκεί, μόνος του, ο Ρας Ρίγκμπι ως άλλος Στέφανος Μπλάκπουλ (ναι! ο χαρακτήρας του Ντίκενς).

Το Άιρον Γκέιτ είχε γεμίσει ασφυκτικά με 3.000 ανθρώπους, που δεν είχαν όμως ιδέα τι να περιμένουν από την ομάδα του Ντούσαν Ούριν. Για την ακρίβεια οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είχαν ακούσει ποτέ τα ονόματα παικτών όπως Πάβελ Νέτβεντ, Βλάντιμιρ Σμίτσερ, Κάρελ Πομπόρσκι και Πάτρικ Μπέργκερ. Ο Πομπόρσκι μάλιστα ήταν ο μοναδικός που οι κάτοικοι της πόλης είχαν ασχοληθεί μαζί του κατά την άφιξη της ομάδας, κι αυτό λόγω του όμορφου παρουσιαστικού του. «Εκείνη τη μέρα πρέπει να τον είχε ερωτευθεί ο μισός γυναικείος πληθυσμός της περιοχής προκαλώντας το αίσθημα της ζήλιας στους Άγγλους άντρες» είχε δηλώσει ο Ρίγκμπι σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό πολλά χρόνια μετά την αναμέτρηση και καθόλου άδικο δεν είχε.

Οι δύο ομάδες μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο υπό τους ήχους της μπάντας του δήμου, χαρίζοντας μια όμορφη ποδοσφαιρική παράσταση για 90 λεπτά. Ο Ούριν το μόνο που είχε ζητήσει από τους ερασιτέχνες Άγγλους ήταν να μην παίξουν βίαια και αντιαθλητικά, κάτι που φυσικά και έγινε δεκτό από τους παίκτες της Μπάμπερ Μπριτζ. Άλλωστε αυτό το γεγονός ήταν κάτι παραπάνω από μια ποδοσφαιρική αναμέτρηση για ολόκληρη την περιοχή. Το μοναδικό μελανό σημείο -κατά τον Ρίγκμπι- ήταν το γεγονός πως οι δύο ομάδες δεν αντάλλαξαν φανέλες με το τελευταίο σφύριγμα της λήξης, μιας και η Μπάμπερ Μπρίτζ -ως σωστό ερασιτεχνικό σωματείο που σέβεται τον εαυτό του- είχε μόνο δύο ζευγάρια.

Ο Τσεχοσλοβάκος προπονητής χρησιμοποίησε και τους 22 ποδοσφαιριστές του και είδε την ομάδα του να επικρατεί άνετα και χαλαρά με 9-1 αλλά στις παμπ του Μπάμπερ Μπριτζ κανένα από τα 9 γκολ των Τσέχων δεν θα συζητιέται όπως ο «κεραυνός» του επιθετικού της ομάδας, Στηβ Ντένι. Ο Άγγλος είχε μειώσει σε 4-1 και είχε καταφέρει -έστω και για μερικά λεπτά- να δώσει τεράστια χαρά σε όλους τους φιλάθλους (και όχι μόνο) της περιοχής, βάζοντας το όνομά του δίπλα στους μύθους που θα λέγονται για πάντα σε όλες τις παραδοσιακές παμπ της περιοχής του Πρέστον. Μάλιστα -σύμφωνα πάντα με τον Ρίγκμπι- όταν μετά τον αγώνα πήγε στην αγαπημένη του παμπ να πιει μια μπύρα και να χαλαρώσει, όταν είπε στον ιδιοκτήτη το τελικό σκορ αυτός του απάντησε: «Μια χαρά όλα. Ποιος έβαλε όμως το γκολ των Τσέχων;».

Μετά το τέλος του Γιούρο που βρήκε την Τσεχία φιναλίστ πολλοί απ’ τους αστέρες της ομάδας έμειναν στο Νησί και αγωνίστηκαν για αγγλικούς συλλόγους. Ο Ρίγκμπι απ’ την άλλη, αρκετά χρόνια αργότερα, παρέα με τα σουβενίρ του από εκείνη την αναμέτρηση και έχοντας για πάντα στην καρδιά του την Μπάμπερ Μπριτζ, έφυγε για να δουλέψει ως φροντιστής στην Πρέστον. Στις μέρες μας εξακολουθεί να θεωρεί πως εκείνο το τέρμα του Στηβ Ντένι απέναντι στον Πετρ Κούμπα της Σπάρτα Πράγας, είναι το καλύτερο που έχει δει στην ζωή του.