Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιστορίες για το τζάκι'

Φίδια, μαχητικά αεροσκάφη και σεισμοί: Η επιστροφή του Περού

  [19 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο έχει κερδίσει την αγάπη του κόσμου στις περισσότερες χώρες του πλανήτη αλλά όπως έχουμε πει κάμποσες φορές στο παρελθόν, παραφράζοντας τη γνώριμη Σαλονικιώτικη ρήση, «σαν τη Λατινική Αμερική δεν έχει». Τα παραδείγματα άλλωστε είναι αμέτρητα. Αυτή είναι μια διαπίστωση που σίγουρα θα έκαναν και οι άτυχοι Νεοζηλανδοί που βρέθηκαν αυτές τις μέρες στη Λίμα του Περού, για το δεύτερο παιχνίδι μπαράζ που θα έκρινε την ομάδα που θα ταξιδέψει το καλοκαίρι στη Ρωσία.

Όπως είναι εύκολα κατανοητό, το ζευγάρι Περού-Νέα Ζηλανδία είχε εξ αρχής ένα μεγάλο φαβορί. Οι Περουβιανοί μπορεί να έχουν να εμφανιστούν σε Μουντιάλ από το 1982 αλλά το επίπεδο τους απέχει αρκετά από αυτό των άπειρων αντιπάλων τους. Αυτή η διαφορά φαίνεται ακόμα και στην πορεία των δυο ομάδων μέχρι τα μπαράζ. Την ώρα που το Περού έδινε 18 μάχες για μια θέση στην πρώτη 5αδα με αντιπάλους όπως η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, η Αργεντινή, η Κολομβία και η Χιλή, οι Νεοζηλανδοί άνετοι και ωραίοι αντιμετώπιζαν παγκόσμια… μεγαθήρια, όπως είναι τα Φίτζι, η Νέα Καληδονία και τα Νησιά Σολομώντα.

Η ποιοτική απόσταση των δυο ομάδων όμως μειώθηκε αισθητά λίγες μέρες πριν, όταν ο Πάολο Γκερέρο βρέθηκε θετικός σε παλιότερο έλεγχο ντόπινγκ. Χωρίς τον αρχηγό και ηγέτη του, το Περού δεν κατάφερε να διασπάσει την άμυνα των Νεοζηλανδών στο πρώτο ματς και το τελικό 0-0 πρόσθεσε επιπλέον άγχος στο φαβορί του ζευγαριού. Έτσι, και με το φόβο πως η ομάδα του μπορεί τελικά να αυτοκτονήσει και να κλωτσήσει αυτή την τεράστια ευκαιρία να βρεθεί σε ένα Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια, ο απλός λαός ανέλαβε δράση. Και όχι μόνο ο απλός λαός.

Το μαρτύριο για την αποστολή της Νέας Ζηλανδίας ξεκίνησε πριν καν πατήσει το πόδι της στο έδαφος του Περού. Μετά από μια κουραστική πτήση 11,5 ωρών ως το Μπουένος Άιρες, οι ‘All Whites’ (Ολόλευκοι) μπήκαν στο δεύτερο αεροπλάνο που θα τους μετέφερε στη Λίμα, μια πτήση διάρκειας 4 ωρών υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά όταν μια χώρα τρελαμένη με το ποδόσφαιρο έχει να παίξει σε Μουντιάλ τόσα πολλά χρόνια, οι συνθήκες μόνο φυσιολογικές δεν είναι κι αυτό το καταλαβαίνει κανείς από το γεγονός ότι ο Υπουργός Εργασίας ανακοίνωσε πως αν η ομάδα προκριθεί στο Μουντιάλ η επόμενη μέρα θα είναι αργία, ως εθνική γιορτή, για να έρθει λίγο μετά ο Υπουργός Παιδείας και να διευκρινίσει ότι και τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά. Ή και από το γεγονός ότι όλες οι ομάδες της χώρας είχαν βάλει τα χρώματα της εθνικής σαν εικόνα στον λογαριασμό τους στο twitter.

Πίσω στο ατέλειωτο ταξίδι των Νεοζηλανδών, ο πύργος ελέγχου του αεροδρομίου ενημέρωσε τον πιλότο πως δεν μπορεί να προσγειωθεί «λόγω νέων περιορισμών στις αφίξεις του αεροδρομίου» (* διακριτικό γέλιο *), αναγκάζοντας τον να κάνει κύκλους στον αέρα για αρκετή ώρα, πριν κάνει τελικά μια στάση εκτός προγράμματος σε ένα άλλο κοντινό αεροδρόμιο. Όλη αυτή η… απρόοπτη διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα να φτάσει η αποστολή κατάκοπη στη Λίμα με πάνω από 3 ώρες καθυστέρηση.

Η συνέχεια δεν ήταν πολύ καλύτερη. Όση ώρα ο προπονητής και ο βοηθός του μιλούσαν με τους δημοσιογράφους, οι παίκτες επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο που τους περίμενε για να τους πάει στο ξενοδοχείο. Όταν ο προπονητής και ο βοηθός τέλειωσαν με τις δηλώσεις και έφτασαν στο ξενοδοχείο με ταξί ανακάλυψαν ότι το πούλμαν ήταν ακόμα στο δρόμο! Όπως έμαθαν αργότερα από τους παίκτες ο χαλαρός οδηγός δεν πέρασε ποτέ τα 35 χλμ/ώρα, κάνοντας μια διαδρομή 20 χιλιομέτρων να διαρκεί πάνω από 45 λεπτά (* νευρικό γέλιο*).

Οι ταλαιπωρημένοι και εκνευρισμένοι πλέον παίκτες κατάφεραν να φτάσουν στα δωμάτια τους μετά τη 1 τη νύχτα κι όταν επιτέλους μπόρεσαν να ξαπλώσουν μετά από μια ολόκληρη μέρα ταξιδιού, συνειδητοποίησαν ότι για το Περού ο αγώνας αυτός είχε ξεκάθαρο χαρακτήρα: «Ή εμείς ή κανείς». Λίγο μετά τις 3 τη νύχτα, έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό μπροστά ακριβώς από το ξενοδοχείο δεκάδες πυροτεχνήματα (γιατί το να πας απλά απ’έξω και να φωνάζεις συνθήματα ή να πατάς κόρνες είναι πλέον πολύ κλασικό και μέινστριμ), σηκώνοντας στο πόδι όχι μόνο τους πελάτες αλλά και όλη την περιοχή.

Η ταλαιπωρία των φιλοξενούμενων συνεχίστηκε φυσικά και την επόμενη μέρα. Πηγαίνοντας για την προπόνηση το λεωφορείο που τους μετέφερε έκανε, ξανά, απελπιστικά πολλή ώρα για να φτάσει στο γήπεδο (αρκετοί από τους επιβαίνοντες υποψιάζονται ότι ο οδηγός δεν διάλεξε την πιο σύντομη διαδρομή) ενώ όταν έφτασε σ’αυτό, παράτησε ουσιαστικά τους παίκτες απ’έξω καθώς η είσοδος που είχε επιλέξει – και η οποία, περιέργως, ήταν άλλη απ’αυτή που είχε μπει λίγες ώρες πριν το πούλμαν του Περού – ήταν πολύ χαμηλή και το πάνω μέρος του οχήματος δεν χωρούσε! Μετά από αυτό το απρόοπτο ακολούθησαν άλλα 30 λεπτά εκνευριστικής αναμονής γιατί, όλως τυχαίως, ο υπεύθυνος του γηπέδου είχε χάσει τα κλειδιά (* νευρικό γέλιο πιο δυνατό *).

Την ίδια ώρα έξω ακριβώς από το γήπεδο συγκεντρωμένοι οπαδοί περίμεναν σε ουρές 500 μέτρων (που είχαν στηθεί από το προηγούμενο βράδυ) για να παραλάβουν τα τελευταία εισιτήρια που είχαν κερδίσει από εθνική λοταρία. Ανάμεσα τους και ένα ζευγάρι που είχε έρθει για τον αγώνα από μια πόλη 900 χιλιόμετρα μακριά.

Δίπλα τους ακριβώς κάποιοι σαμάνοι και αυτοαποκαλούμενοι μάγοι, είχαν αραδιάσει στο πεζοδρόμιο φωτογραφίες των δυο ομάδων, έριχναν πάνω τους διάφορα ‘μαγικά’ υγρά και θειάφι και εκστόμιζαν αρχαίες κατάρες προς αυτές των Νεοζηλανδών, τις οποίες συχνά-πυκνά τρυπούσαν με καρφίτσες. Ένας εξ αυτών, περνώντας σε άλλο επίπεδο βουντού, κρατούσε ένα φίδι το οποίο και πίεζε προς τις εικόνες των κακόμοιρων φιλοξενούμενων, απαγγέλοντας ταυτόχρονα ‘ευχές’ που σίγουρα δεν βγήκαν από κάποιο εγχειρίδιο για το Fair Play. Και η μαγεία (όλων των ειδών) δεν σταματάει εδώ.

Οι ταλαιπωρημένοι, νευριασμένοι και πιθανόν λίγο φοβισμένοι παίκτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούν, έχοντας πάντα στο μυαλό το ενδεχόμενο να τους περιμένουν εκεί οι ντόπιοι με χειροβομβίδες μια νέα παρτίδα πυροτεχνημάτων. Τελικά έπεσαν έξω, αφού για άλλη μια φορά η έμπνευση των Περουβιανών ξεπέρασε τις προσδοκίες. Σύμφωνα με τις καταγγελίες των ανθρώπων της Νέας Ζηλανδίας, τρία μαχητικά αεροσκάφη πετούσαν για ώρα πάρα πολύ χαμηλά πάνω από την περιοχή που βρίσκεται το ξενοδοχείο, προκαλώντας αναστάτωση στους πάντες. Για να σιγουρευτούν και οι τελευταίοι αθώοι παρατηρητές πως τα αεροπλάνα δεν πέρασαν τυχαία από εκεί τη συγκεκριμένη ώρα και μέρα, στο κάτω μέρος τους ήταν γραμμένο το σύνθημα «Vamos Peru» (* υστερικό γέλιο πλέον*).

Μετά απ’όλα αυτά, η εξέλιξη του αγώνα δεν μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Οι Περουβιανοί φίλαθλοι γέμισαν το γήπεδο μερικές ώρες πριν τη σέντρα (για την ακρίβεια, οι πρώτοι άρχισαν να μαζεύονται και να τραγουδάνε έξω απ’αυτό από το πρωί, 12 ώρες πριν το ματς!) και οι παίκτες στρίμωξαν τους Νεοζηλανδούς στα καρέ τους από το πρώτο λεπτό, έχοντας δοκάρι μόλις στο 2′. Το 1-0 ήρθε κάπου στα μισά του ημιχρόνου και πανηγυρίστηκε τόσο έξαλα που αρκετές εφαρμογές που ανιχνεύουν σεισμικές δονήσεις έστειλαν ειδοποίηση για χτύπημα του ‘Εγκέλαδου’ με επίκεντρο τη Λίμα, αναγκάζοντας το Σεισμολογικό Κέντρο να βγάλει διευκρινιστική ανακοίνωση! Το δεύτερο γκολ στην επανάληψη έδιωξε το άγχος όλων κι από εκεί και μετά ξεκίνησε ουσιαστικά το μεγάλο πάρτι, που κρίνοντας από τις αντιδράσεις όλων στη χώρα αυτές τις μέρες δεν προβλέπεται να τελειώσει σύντομα.

Το Περού επέστρεψε στη μεγαλύτερη γιορτή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου μετά από πάρα πολλά χρόνια και μια ολόκληρη γενιά θα ζήσει για πρώτη φορά την εμπειρία της συμμετοχής σε ένα Μουντιάλ. Το εμπόδιο των Νεοζηλανδών δεν ήταν εξ αρχής κάτι το ιδιαίτερο αλλά δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι για την πρόκριση αυτή μόχθησαν χιλιάδες Περουβιανοί, εντός αλλά και εκτός γηπέδου.

Η ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας απέκτησε μια νέα χρυσή σελίδα με τα φετινά κατορθώματα της παρέας του Γκερέρο και του Φαρφάν αλλά για όσους αγαπάνε το πάθος και τη μούρλα της Λατινικής Αμερικής όλα αυτά τα άκρως γραφικά και κωμικοτραγικά γεγονότα που έγιναν πριν σφυρίξει ο διαιτητής για πρώτη φορά (τα οποία, βέβαια, ανάλογα με την οπτική του παρατηρητή μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμα και ντροπιαστικά, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του αντιπάλου) παραμένουν το αλατοπίπερο, που δίνει επιπλέον νοστιμιά στο ομορφότερο παιχνίδι του κόσμου.

Ο ιερέας οπαδός: Από το πέταλο στην Αφρική

  [Καθόλου σχόλια]

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αφιερώσεις τη ζωή σου στα πράγματα που αγαπάς; Από την μία, υπάρχουν πολλοί ιερείς που δεν φροντίζουν να δίνουν το παράδειγμα με τη ζωή τους και την προσφορά τους. Από την άλλη, υπάρχει κι ο πατέρας Χουάν Γκαμπριέλ Αρίας. Ένας ιερέας που έχει αφοσιωθεί στο να βοηθάει τον κόσμο, αλλά και να λατρεύει εκτός των άλλων την αγαπημένη του Ράσινγκ Κλουμπ ντε Αβεγιανέδα. Δεν είναι λίγοι οι παπάδες που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, είχαμε και έχουμε παραδείγματα και στην Ελλάδα. Η περίπτωση του Αργεντινού ιερέα όμως είναι ξεχωριστή, γιατί είναι καλός και στα δύο. Και στο ποίμνιο και στην εξέδρα. Τόσο ξεχωριστή που στο μπράτσο του έχει τατουάζ τον Ιησού με το σήμα της Ράσινγκ στην καρδιά του. «Η ιδέα μού ήρθε από τον Κάρλος Αράνο (ναι, τον παλιό αριστερό μπακ του Άρη) που έχει στο ύψος της καρδιάς του το σήμα της Ράσινγκ».

Η εκκλησία της Γέννησης της Θεοτόκου στο Μπουένος Άιρες είναι γαλάζια και άσπρη, βαμμένη στα χρώματα του συλλόγου του και το μόνο κόκκινο (της μισητής Ιντεπεντιέντε) βρίσκεται στο χιτώνα του… Αγίου Εξπέντιτο. Αν κάποια νύφη θέλει να κάνει μεγαλειώδη γάμο με κόκκινο χαλί, πρέπει να βρει άλλη εκκλησία. Στο ναό του Χουάν Γκαμπριέλ το χαλί είναι καφέ, το χρώμα του διαβόλου δεν υπάρχει πουθενά. Ο Χουάν Γκαμπριέλ δεν είναι όμως απλά ένας φίλαθλος της Ράσινγκ. Το 2008 πρωτοστάτησε στις πορείες του κόσμου του συλλόγου, οργανώνοντας πολλούς ανθρώπους ώστε να βγουν στο δρόμο ειρηνικά για να μπορέσει να αλλάξει η διοικητική κατάσταση στο σύλλογο που βρισκόταν στα όρια χρεοκοπίας. Ο ιερέας έγινε σύμβολο για τους οπαδούς της «Ακαδημίας». Άλλωστε είχε καταφέρει να σώσει αρκετούς από τους οργανωμένους από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τη βία. Καλές σχέσεις όμως έχει και με προπονητές και παίκτες, αρκετούς τους έχει παντρέψει. Εκτός από γάμους και βαφτίσεις όμως, το πιο εντυπωσιακό είναι ότι έχει συμμετάσχει και σε αποτεφρώσεις οπαδών της ομάδας, με τις στάχτες να ρίχνονται στο θρυλικό στάδιο Ελ Σιλίντρο. «Ναι μου το έχουν ζητήσει και το έχω κάνει. Μια τελετή απ’ έξω και μετά οι στάχτες στο γήπεδο. Απλά μας ζήτησαν από το σύλλογο να μην το κάνουμε πια. Χαλάει το γρασίδι» περιγράφει με απλότητα. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου: «Θα το κάνατε κι εσείς;», απαντάει δίχως δισταγμό «Δεν με απασχολεί τι θα απογίνει το σώμα μου. Θα το δώσω είτε για μεταμόσχευση, είτε στην επιστήμη». Στην επόμενη ερώτηση «κι αν η καρδιά σας πάει σε έναν οπαδό της Ιντεπεντιέντε;», η απάντηση είναι και πάλι άμεση: «Τότε το πρόβλημα είναι δικό του».

Όταν η Ιντεπεντιέντε έπεσε στη Β’, η ενορία το γιόρτασε με μπάρμπεκιου
Ο κόσμος ήταν ντυμένος «φάντασμα της Β’ εθνικής»

Ο ιερέας όμως έκανε και πραγματικότητα το σύνθημα «για σένα έχω κάνει κρατητήριο», καθώς σε μια από τις πορείες η αστυνομία συνέλαβε έναν φίλο του. «Πήγα να τους ρωτήσω γιατί έπιασαν τον φίλο μου και τελικά κατέληξα μέσα. Έφαγα και μερικές μπουνιές» θυμάται. Αυτή βέβαια δεν ήταν η μόνη φορά που ο παπα-Αρίας κατέληξε μέσα. «Μια φορά στο γήπεδο της Βέλεζ συνέλαβαν άδικα τον «Ιταλό», έναν ιστορικό συνδεσμίτη που έδινε μάχη να απεξαρτηθεί με το αλκοόλ. Ήξερα ότι αν τον έβαζαν μέσα, δεν θα άντεχε και θα κυλούσε πάλι. Αντέδρασα. Με συνέλαβαν, μου φέρθηκαν σαν οποιονδήποτε οπαδό, έφαγα αρκετές με τα γκλομπ» λέει ο θαρραλέος παπάς. Πολλοί τον θυμούνται να τελειώνει κατά τις 11 τη λειτουργία της Κυριακής, να παίρνει το αυτοκίνητό του για το Ροσάριο (απόσταση 300 χιλιομέτρων) και να κρεμάει πανό στην εξέδρα εναντίον του τότε προέδρου της Ράσινγκ. «Ντε Τομάσο θα δώσεις λογαριασμό στο Θεό για όσα έχεις κάνει» έγραφε και το είχε εμπνευστεί από τα λόγια του πάπα Ιωάννη Πάυλου του 2ου για τον Τζορτζ Μπους και τον πόλεμο στο Ιράκ.

Μια φορά είπα σε ενορίτισσά μου ότι πρέπει να πάω να αποχαιρετίσω έναν φίλο. Όταν τα παιδιά της είδαν αργότερα φάσεις από το τελευταίο ματς του Ντιέγκο Σιμεόνε, είπαν στην μαμά τους ότι ο πατέρας Χουάν Γκαμπριέλ είναι εκεί. «Όχι, ο πατέρας είχε να πάει να αποχαιρετίσει ένα φίλο του» απάντησε αυτή. «Μαμά, ο φίλος είναι ο Τσόλο» της είπαν οι γιοι της.

Κι όμως, όλα αυτά δεν του δημιούργησαν πρόβλημα; Κάποτε ένας επίσκοπος του είχε πει ότι πρέπει να πάει στην όπερα, να ακούσει κλασσική μουσική. Αλλά ο πατέρας Αρίας προτιμά να βλέπει ματς από το πέταλο και να ακούει ροκ. Άλλωστε ήταν τυχερός. Γιατί Αρχιεπίσκοπος στο Μπουένος Άιρες ήταν ο Χόρχε Μπεργκόλιο, ο μετέπειτα Πάπας, οπαδός και μέλος της Σαν Λορένσο. «Ο Μπεργκόλιο πάντα ήταν σύμφωνος με αυτά που έκανα. Ήμουν κοντά στον κόσμο έτσι». Άλλωστε, στον Πάπα Φραγκίσκο οφείλει ότι τελικά έγινε παπάς. Όταν ήταν ακόμα διάκονος, λίγους μήνες πριν χειροτονηθεί ιερέας ταξίδεψε για αγώνα του Κόπα Λιμπερταδόρες στο Περού, έχοντας ζητήσει άδεια από τον τότε Αρχιεπίσκοπο. Η κατάσταση ήταν τεταμένη, με τους Περουβιανούς να κατηγορούν την Αργεντινή ότι τους πρόδωσε πουλώντας όπλα στο Εκουαδόρ. Οι εκδρομείς της Ράσινγκ δέχτηκαν επίθεση, ο Αρίας προσπάθησε να βοηθήσει γυναίκες και παιδιά. Μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα τον έκανε εξώφυλλο με τίτλο «Ο χούλιγκαν παπάς της Ράσινγκ». Κάποιος άλλος θα μπορούσε να του είχε κόψει την «καριέρα», να τον έδιωχνε. Ο Φραγκίσκος όχι.

Ωραία όλα αυτά θα πει κανείς, αλλά αν μέναμε μόνο εδώ, θα είχαμε απλά έναν οπαδό που έτυχε να είναι ιερέας. Και θα ήταν άδικο για έναν άνθρωπο όπως ο Χουάν Γκαμπριέλ που αφιερώνει τη ζωή του στο να βοηθάει το συνάνθρωπό του, επιτελώντας σπουδαίο έργο, αφήνοντας τη ζωή του. Το 2000 έκανε το πρώτο του ταξίδι στη Μοζαμβίκη. Έμεινε για τρία χρόνια περίπου και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αργεντινή. Είχε ήδη αγαπήσει όμως τη χώρα, ήξερε ότι εκεί θα μπορούσε να επιτελέσει μεγαλύτερο έργο. Κάθε χρόνο πήγαινε για 2-3 μήνες για να βοηθήσει στη διδασκαλία της θρησκείας του, αλλά και για να βοηθήσει τους (πολλούς) φτωχούς της χώρας. Μέχρι που το 2014 το πήρε οριστικά απόφαση να αφήσει τη θέση του στο Μπουένος Άιρες, την άνεσή του, την μπάλα και να πάει μόνιμα στη Μοζαμβίκη, στο κέντρο της χώρας, στη Μανγκούντζε. Η ενορία του περιλαμβάνει 39 κοινότητες με αποστάσεις μέχρι και 90 χιλιόμετρα μεταξύ τους που καθημερινά καλύπτει. Αυτό δεν τον πτοεί. «Πάντα μου αρέσει να δουλεύω εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη, μεγαλύτερη φτώχεια. Οι βασικές ανάγκες είναι φαγητό, νερό, περίθαλψη, σχολείο και δουλειά». Καθημερινά είναι υπεύθυνος ώστε περίπου 15.000 παιδιά σε 50 σχολεία να μπορούν να τρώνε. Κατάφερε να βρει βοήθεια και από το ίδρυμα του Λιονέλ Μέσι. Βρίσκει εθελοντές ώστε να χτιστούν κι άλλες αίθουσες, φιλοξενεί παιδιά χωρίς σπίτι, ενώ ήδη έχει καταφέρει να στείλει κάποια για σπουδές πίσω στην Αργεντινή. Το έργο του και η προσφορά του τον έχουν κάνει εξαιρετικά δημοφιλή.

Οι χριστουγεννιάτικες λειτουργίες γίνονται συχνά κάπου στη ζούγκλα, σε εκκλησίες από άχυρο. Η απόσταση από την Αργεντινή είναι τεράστια, περίπου 8.000 χιλιόμετρα, αλλά στην ερώτηση τι του λείπει από την πατρίδα η απάντηση είναι γρήγορη: «Η Ράσινγκ. Να πηγαίνω στην εξέδρα, να ταξιδεύω για την ομάδα. Αλλά κι εδώ συνεχίζω να τη ζω με άλλον τρόπο. Δεν μου λείπουν οι πιστοί της Αργεντινής. Το να είσαι ιερέας εδώ, είναι σαν να είσαι ποδοσφαιριστής που παίζει στο Μουντιάλ. Είναι το υψηλότερο που μπορώ να κάνω στην καριέρα μου. Παίζω στην Α’ εθνική, κοιτάζω με αγάπη τη μάχη για την άνοδο, αλλά δεν μπορώ να επιστρέψω εκεί». Έχετε ακούσει παπά να μιλάει έτσι;


Η Ράσινγκ της Μοζαμβίκης

Ο πατέρας Αρίας συνεχίζει να προσφέρει στην Αφρική, αλλά δεν ξεχνά την αγαπημένη του ομάδα. Βλέπει όσα παιχνίδια μπορεί μέσω Ίντερνετ και χει φτιάξει σχολή ποδοσφαίρου, τα παιδιά είναι όλα ντυμένα με τις φανέλες της Ράσινγκ, έχει κουβαλήσει σημαίες και μπάλες και τα έχει κάνει όλα οπαδούς της «Ακαδημίας».  Η ομάδα φυσικά λέγεται Ράσινγκ. «Δεν ξέρουν καλό ποδόσφαιρο τα παιδιά, αλλά τρέχουμε πολύ και σιγά σιγά τα πιτσιρίκια βελτιώνονται. Θυμίζουμε ομάδα του Καρούσο Λομπάρντι. Παίζουμε άμυνα και τα δίνουμε όλα σε κάθε ματς». Ο ιερέας που άφησε το Μπουένος Άιρες και τη γαλανόλευκη εκκλησία του δεν έχει μετανιώσει για τίποτα. «Θα ήθελα να πεθάνω εδώ, στη Μοζαμβίκη και αν γίνεται στην ενορία που είμαι τώρα, ακόμα καλύτερα. Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω εδώ μέχρι την τελευταία μου ημέρα».

Όταν ο Αλέφαντος παραλίγο να κόψει την μπάλα στον Μαύρο

  [4 Σχόλια]

Πέρα από τις νίκες, τα αποτελέσματα στο χορτάρι και τους τίτλους, οι ποδοσφαιρικές ομάδες κρίνονται στο βάθος του χρόνου και από πολλά εξωαγωνιστικά ζητήματα. Ένα από αυτά είναι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται στους μεγάλους παίκτες τους. Όχι μόνο οι σύλλογοι, αλλά ο κόσμος τους. Πόσα «αποχαιρετιστήρια» παιχνίδια σε θρύλους των ελληνικών ομάδων δεν έχουν γίνει σε μισοάδεια γήπεδα; Εκεί που ο αγώνας δεν έχει βαθμολογικό ενδιαφέρον και ελάχιστοι πηγαίνουν να τιμήσουν κάποιον σπουδαίο παίκτη. Το θέμα του κειμένου αυτού είναι το τέλος του τεράστιου Θωμά Μαύρου από την ΑΕΚ, ένα τέλος που δεν του άξιζε και εξέθεσε αργότερα τους δύο ανθρώπους που ήταν υπεύθυνοι για τη φυγή του κορυφαίου Έλληνα σκόρερ όλων των εποχών από την ΑΕΚ, αλλά ευτυχώς όχι από το ποδόσφαιρο.

Η σεζόν 1986-87 ήταν η 11η του Θωμά Μαύρου στην ΑΕΚ και με διαφορά η χειρότερη. Αντιμετωπίζοντας προβλήματα τραυματισμού δεν μπόρεσε να πάρει πολλά παιχνίδια, έχοντας φτάσει πλέον και τα 33, σε μια ΑΕΚ που περνούσε μια από τις χειρότερες περιόδους της με τη διοίκηση Ζαφειρόπουλου να δείχνει αδύναμη να αλλάξει τη δυναμική της. Μετά από μια μέτρια πορεία στο πρώτο κομμάτι του πρωταθλήματος, ο ιδιοκτήτης Ανδρέας Ζαφειρόπουλος έχει τη φαεινή ιδέα να προσλάβει ως προπονητή το Νίκο Αλέφαντο. Η ΑΕΚ κάνει δυο νίκες στα πρώτα δύο ματς του Αλέφαντου, αλλά στη συνέχεια έχει τραγική πορεία. Ο κόσμος είναι ξενερωμένος και απογοητευμένος και η έκρηξη έρχεται την 25η αγωνιστική στο ματς του ΟΑΚΑ (που χρησιμοποιούσε η ΑΕΚ ως έδρα) απέναντι στον Απόλλωνα Καλαμαριάς.

Αλευρόπουλος, Μανόλο,  Σεφτελής με κανονικό τηλέφωνο μπροστά του, Θεοφιλόπουλος ρεπορτάζ αποδυτηρίων και παραλήρημα Αλέφαντου μετά τα 6′, με πίνακα από πίσω να γράφει ΠΑΣΟΚ. Πιο 80s δεν γίνεται.

Η ΑΕΚ κερδίζει εύκολα με 2-0, αλλά ο κόσμος βλέπει για πρώτη φορά τον Μαύρο βασικό στην προσπάθειά του να επανέλθει σε καλή κατάσταση, έχοντας χάσει το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν λόγω προβλημάτων. Η επάνοδός του είναι το πιο σημαντικό γεγονός του αγώνα και το μοναδικό που δίνει χαρά στον κόσμο. Χωρίς να είναι κακός ο Μαύρος και με τον κόσμο να τον στηρίζει σε κάθε φάση, ο Αλέφαντος αποφασίζει να τον αλλάξει στο 81′. Οι σχετικά λίγοι οπαδοί στην εξέδρα ξεσπούν, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τα βάζουν τόσο με τον Αλέφαντο, όσο και με τη διοίκηση (θεωρώντας ότι θέλει να τελειώσει τον Μαύρο), ενώ ο Αλέφαντος πηγαίνει προς την εξέδρα για να μαλώσει με τους οπαδούς και αργότερα αφήνει τον πάγκο και φεύγει έξαλλος.

Σε συνέντευξη τύπου κατηγορεί ανοιχτά με τον Μαύρο, λέει ότι έχει γεράσει, ότι είναι αδιάφορος, ότι έκανε τον άρρωστο και ένα σωρό άλλα πράγματα, όπως ότι πλήρωνε ο ίδιος από την τσέπη του για να κάνει ατομική προετοιμασία ο παίκτης. «Πέρασε ο χρόνος» καταλήγει. Ο Ζαφειρόπουλος στηρίζει τον Αλέφαντο και τα βάζει με τον κόσμο, χωρίς όμως να καταφέρεται εναντίον του ποδοσφαιριστή. Πολλά λέγονται και για κομματικά ζητήματα, καθώς Ζαφειρόπουλος και Αλέφαντος ήταν με την τότε κυβέρνηση. Ο Μαύρος απαντάει την επόμενη ημέρα με δική του συνέντευξη κατηγορώντας τον Αλέφαντο ότι θέλει να τον τελειώσει. Η κατάσταση ξεφεύγει όταν ο Αλεφάντος επιτίθεται σε δημοσιογράφο που έχει πάει να καλύψει την προπόνηση της ΑΕΚ και προσπαθούν να τους χωρίσουν. Ο Θ(ε)ωμάς της ΑΕΚ δεν παίζει ξανά με την κιτρινόμαυρη φανέλα μέχρι το τέλος της σεζόν. Το καλοκαίρι αποχωρεί, καθώς αποδεικνύεται ότι η διοίκηση δεν τον θέλει και τον θεωρεί τελειωμένο. Φυσικά αποχωρεί και ο Αλέφαντος, αφού ο Ζαφειρόπουλος καταλαβαίνει το λάθος του.

Ο «τελειωμένος» Μαύρος δεν ακούει τη συμβουλή Αλέφαντου να σταματήσει την μπάλα «σαν τον Πλατινί». Επιστρέφει στην πλατεία, στη Νέα Σμύρνη εκεί που ξεκίνησαν όλα και δείχνει ότι μόνο τελειωμένος δεν είναι. Τη σεζόν 1987-88 σκοράρει 16 γκολ σε 29 συμμετοχές. Ο Αλέφαντος αλλάζει ομάδες σαν τα πουκάμισα κοντομάνικα μπλουζάκια και αντιμετωπίζει την ΑΕΚ ως προπονητής του Ηρακλή με όλο το γήπεδο να τον βρίζει, σε ένα παιχνίδι που η ΑΕΚ κερδίζει με 3-1. Ο ίδιος συνεχίζει να τα έχει με τον Μαύρο και παρ’ ότι ο Μαύρος βρίσκεται στη Ν. Σμύρνη και όχι στη Ν. Φιλαδέλφεια συνεχίζει την κόντρα. Μετά το τέλος του αγώνα βγαίνει και κάνει ξανά δηλώσεις εναντίον του εις βάρος του, έναν χρόνο μετά το συμβάν. Ο Μαύρος και πάλι απαντά βγαίνοντας στον αέρα της εκπομπής που παρουσιάζει ο Αλέκος Θεοφιλόπουλος.

Την επόμενη σεζόν ο Μαύρος σκοράρει άλλα 12 γκολ με τα κυανέρυθρα στο πρωτάθλημα. Είναι στο κύπελλο όμως που βρίσκει επιτέλους την ευκαιρία και παίρνει την εκδίκησή του. Συναντά τον Αλέφαντο που έχει πάει στον ΠΑΟΚ για ένα φεγγάρι. Ο ΠΑΟΚ έχει κερδίσει 2-0 στην Τούμπα και πάει με σβηστές μηχανές στη Ν. Σμύρνη. Ο Πανιώνιος μπαίνει όμως δαιμονισμένα και με μια γκολάρα του Μαύρου ανοίγει το σκορ. Ο Αποσπόρης στο 2ο ημίχρονο γράφει το 2-0 και το ματς οδηγείται στην παράταση, καθώς ο ΠΑΟΚ δεν καταφέρνει να σκοράρει στις δικές του ευκαιρίες. Ο Μαύρος παρά τα χρόνια του κάνει κατάθεση ψυχής στο γήπεδο και τελικά στο 119′ με ένα ακόμα ωραίο τελείωμα γράφει το τελικό 3-0. Το ματς τελειώνει με επεισόδια μεταξύ οπαδών και παικτών, ο Πανιώνιος φτάνει μέχρι τον τελικό όπου και χάνει από τον Παναθηναϊκό, αλλά ο Έλληνας σκόρερ αποδεικνύει ποιος είχε δίκιο.

Ο Μαύρος δεν λέει να σταματήσει, σαν να θέλει να δείξει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Παίζει και τη σεζόν 1989-90 καθώς φτάνει στα 36 του πλέον και σκοράρει 22 ολόκληρες φορές, βγαίνοντας 1ος σκόρερ του πρωταθλήματος. Ένα από αυτά όμως θα μείνει αξέχαστο. Την 7η αγωνιστική πηγαίνει στη Νέα Φιλαδέλφεια για πρώτη φορά από τότε που έφυγε από την ΑΕΚ, στο για 11 χρόνια σπίτι του. Εκεί που κατέκτησε πρωταθλήματα και έφτασε στα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ. Οι γηπεδούχοι προηγούνται με γκολ του Μπατίστα. Στο 26′ όμως ο Μαύρος βάζει γκολ και ισοφαρίζει. Ο κόσμος της ΑΕΚ μόλις καταλαβαίνει ποιος είναι ο σκόρερ, αρχίζει και χειροκροτεί το 1-1 εις βάρος της ομάδας του. Το σύνθημα που για χρόνια συνόδευε τον Μαύρο, ακούγεται ξανά: «Ποιος; ποιος; ποιος; Ο Μαύρος ο θεός». Ο τεράστιος σκόρερ γυρίζει σιγά σιγά προς τη σέντρα και σηκώνει τα χέρια του χαιρετώντας τον κόσμο. Χρόνια αργότερα δηλώνει: «Είναι η χειρότερη στιγμή της καριέρας μου και η καλύτερη μαζί. Η αποθέωση του κόσμου, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι εγώ έβαλα γκολ στην ΑΕΚ. Ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί».

Η εκδίκηση του Ντιέγκο όταν τον είπαν χοντρούλη

  [4 Σχόλια]

Πολύ πριν ο Μαραντόνα γίνει αυτός που γνωρίζουμε όλοι, πολύ πριν ξεκινήσουν οι συζητήσεις για το αν ήταν ο καλύτερος όλων των εποχών, πριν λατρευτεί στη Νάπολη, πριν κερδίσει Μουντιάλ, ήταν ένας απλός κοινός θνητός. Ένας ταλαντούχος Αργεντινός πιτσιρικάς που έπαιζε σε μια μικρή ομάδα της χώρας, τους Αρχεντίνος Τζούνιορς. Με το παρατσούκλι ο «αφάνας» ή «άφρο» (όπως θέλετε το μεταφράζετε) είχε ήδη ξεχωρίσει και οι δημοσιογράφοι μιλούσαν γι’ αυτόν με τα καλύτερα. Έκανε το ντεμπούτο του μόλις στα 16 του στο πρωτάθλημα, ήταν στην προεπιλογή για το Μουντιάλ του 1978 αλλά τελικά κόπηκε από τον Μενότι και είχε κατακτήσει το Παγκόσμιο Νέων ένα χρόνο αργότερα.

Την ίδια περίοδο η Μπόκα ήταν μια από τις πιο σκληρές ομάδες στην Αργεντινή, χωρίς τόση ποιότητα, αλλά με ένα ρόστερ γεμάτο μεγάλες προσωπικότητες. Και ίσως τον πιο τρελό τερματοφύλακα, τον Ούγκο Γκάτι (για όσους δεν έχουν διαβάσει το σχετικό κείμενο, μπορούν εδώ). Λίγες μέρες αφ’ ότου ο Ντιεγκίτο έκλεισε τα 20α του γενέθλια, οι Αρχεντίνος αντιμετώπιζαν την Μπόκα του Γκάτι στο στάδιο της Βέλεζ. Ο Γκάτι δεν ήταν εντυπωσιασμένος από τον Μαραντόνα και δεν άργησε να το δείξει σε δηλώσεις του πριν το παιχνίδι:

«Οι δημοσιογράφοι υπερβάλουν και έχουν φουσκώσει την εικόνα του Μαραντόνα. Καλό θα ήταν να προσέχει και τη φυσική του κατάσταση γιατί βλέπω έχει γίνει χοντρούλης. Δεν θα μου βάλει γκολ, σκοράρει μόνο από φάουλ»

Προπονητής τότε στους Αρχεντίνος Τζούνιορς ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Λόπες γνωστός για την ικανότητά του στο ψυχολογικό κομμάτι. Ο Ντιεγκίτο δεν είχε μάθει για τις δηλώσεις του Γκάτι μέχρι το πρωί του αγώνα στις 9 Νοεμβρίου του 1980, αλλά ο… καλοθελητής Λόπες τις μετέφερε στον παίκτη του για να του δώσει μεγαλύτερο κίνητρο. Ο Ντιέγκο, γνωστός για την ταπεινότητά του άλλωστε, μόλις τις έμαθε του είπε: «Έλεγα να του βάλω δύο γκολ σήμερα, αλλά θα του βάλω τέσσερα».


Μπαλαδόφατσα και ποδοσφαιρική αλητεία

Κάποιες διηγήσεις αναφέρουν ότι πριν το ματς ο Γκάτι πήγε και βρήκε τον Μαραντόνα, του είπε ότι δεν έκανε ποτέ τις δηλώσεις και ότι πιστεύει πως είναι ένα φαινόμενο. Κανείς δεν γνωρίζει την αλήθεια (αν και κρίνοντας από το χαρακτήρα του Γκάτι, το πιο πιθανό είναι να τα είπε), αλλά ο Ντιέγκο δεν νοιαζόταν πλέον. Είχε να αποδείξει πράγματα. Κι ας κατέβηκε η Μπόκα με δυο παίκτες ουσιαστικά να τον μαρκάρουν. Τον Άμπελ Άλβες πιο ψηλά και τον Όσκαρ Ρουτζέρι πιο κοντά στην περιοχή κολλημένους πάνω του.

Το ποδοσφαιρικό σόου του πιτσιρικά Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα

Η Μπόκα άνοιξε το σκορ με πέναλτι, αλλά το σόου του Ντιέγκο μόλις άρχιζε στο 23′. «Στο 1ο γκολ πήρα την μπάλα στα δεξιά της μεγάλης περιοχής και έβγαλα μια σέντρα με ραμπόνα. Η μπάλα χτύπησε στο χέρι του Ούγκο Άλβες. Το πέναλτι το χτύπησα απαλά, δεξιά από τον Γκάτι, αυτός είχε πέσει αριστερά». Το «ψώνισμα» του Γκάτι στο πέναλτι ήταν η αρχή. Ο Εσπίντολα κάνει το 2-1 με φάουλ για τους Αρχεντίνος στο 26′ και η Μπόκα ισοφαρίζει σε 2-2. Τρία λεπτά πριν τελειώσει το ημίχρονο, οι Αρχεντίνος Τζούνιορς κερδίζουν ένα φάουλ δεξιά και πλάγια, σχεδόν σαν κόρνερ. Ο Ντιέγκο στήνει την μπάλα, ο Γκάτι δεν πιστεύει ότι ο «χοντρούλης» θα κάνει τέτοια τρέλα και θα το εκτελέσει απευθείας, ο Ντιέγκο τον βλέπει εκτός θέσης, περνάει την μπάλα από πάνω του, τη στέλνει συστημένη στη δεξιά γωνία του και βάζει το γκολ για το 2-3. Το μεγαλειώδες γκολ το χειροκροτούν μέχρι και φίλαθλοι της Μπόκα.

Για να μη δικαιωθεί έστω και στο ελάχιστο ο Γκάτι, ο Ντιέγκο αποφασίζει να βάλει και ένα γκολ πέρα από στημένη φάση. Έτσι, στο 2ο ημίχρονο κάνει μια κούρσα ξεφεύγοντας από τον αντίπαλό του, δέχεται μια βαθιά μπαλιά, κοντρολάρει με το στήθος, βλέπει τον Γκάτι που κάνει έξοδο και επιλέγει να το τελειώσει με ακόμα περισσότερη φινέτσα, με ένα ερωτικό άγγιγμα με το εξωτερικό του αριστερού ποδιού. Ο Γκάτι έχει φάει ήδη τρία από τον Μαραντόνα, αλλά ο Ντιέγκο υποσχέθηκε τέσσερα. Στο 75′  ξεχύνεται και πάλι προς την περιοχή της Μπόκα και ανατρέπεται ελάχιστα έξω από αυτή. Ο Γκάτι στήνει το τείχος και κόβει βόλτες πολύ μακριά από την εστία του για να διώξει τους παίκτες των Αρχεντίνος που του κόβουν το οπτικό πεδίο. Ο Ντιεγκίτο το βλέπει και τηλεμεταφέρει την μπάλα στο παραθυράκι, βάζοντας το 4ο γκολ του στο ματς τηρώντας την υπόσχεσή του. Οι Αρχεντίνος κερδίζουν τελικά με 5-3, ο κόσμος της Μπόκα φωνάζει το όνομα του Ντιέγκο.

Μετά τον αγώνα ο Μαραντόνα απαντάει ότι ενοχλήθηκε από την έλλειψη σεβασμού, ότι είναι θέμα τρέλας του Γκάτι που κάποτε τον θεωρούσε καλό τερματοφύλακα, αλλά κατάντησε να του βάζουν χαζά γκολ. Μετά από ένα χρόνο, οι δυο τους βρίσκονται συμπαίκτες στην Μπόκα και κατακτούν και ένα πρωτάθλημα. Οι σχέσεις τους γίνονται καλύτερες, αλλά ξαναχαλάνε όταν ο Γκάτι δηλώνει ότι ο Πελέ είναι καλύτερος, είναι από άλλο πλανήτη. Χρόνια αργότερα γράφει στη στήλη του σε ισπανική εφημερίδα ότι έκανε τις δηλώσεις και εκείνη την ημέρα τον άφησε να του βάλει τα γκολ, για να τον δουν στην Μπόκα και να τον πάρουν στην ομάδα. Κανείς δεν πείθεται. Ο 20χρονος Ντιέγκο απλά έδειξε τι μπορούσε να κάνει με την μπάλα. Όπως είχε δηλώσει και ο φυσιοθεραπευτής των Αρχεντινός εκείνα τα χρόνια: «Το να έχεις τον Ντιέγκο στην ομάδα, είναι σαν να παίζεις χαρτιά και να ξεκινάς πάντα με τον μπαλαντέρ στο χέρι«.

Όταν οι Τσέχοι αγωνίστηκαν στο Μπάμπερ Μπριτζ (η ιστορία του Ρας Ρίγκμπι)

  [8 Σχόλια]

Όταν η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας διέλυσε ειρηνικά το Ομοσπονδιακό κράτος της χώρας, την 1η Ιανουαρίου του 1993, δημιουργώντας έτσι τις Σλοβακία και Τσεχία, στο μικρό χωριουδάκι Μπάμπερ Μπρίτζ -5 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Πρέστον (στην περιοχή του Λάνκασαϊρ)- κανένας απ’ τους περίπου 10.000 κατοίκους δεν είχε στο μυαλό του πως η μία απ’ τις δύο αυτές νέες χώρες -και συγκεκριμένα η Τσεχία- θα έφτανε πολύ σύντομα στα μέρη τους, για να αγωνιστεί, έστω και για μια φιλική -στα όρια του ξεμουδιάσματος- ποδοσφαιρική αναμέτρηση με το καμάρι του «χωριού». Πως μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο στο Μπάμπερ Μπριτζ; Ήταν αδύνατο, στα όρια του αστείου. H τοπική ομάδα βολόδερνε στα τελευταία επίπεδα του ερασιτεχνικού αγγλικού ποδοσφαίρου και το μόνο που είχε να επιδείξει ήταν το γεγονός πως κάποτε είχε περπατήσει (όχι για να αγωνιστεί) στα στριμωγμένα στενορύμια της ο σπουδαίος Τομ Φίννεϊ. Εννοείται πως δεν βάζω καθόλου στην εξίσωση κάποια τοπικά κύπελλα και πρωταθλήματα (όλες οι ομάδες άλλωστε έχουν από δαύτα). Η ομάδα ιδρύθηκε το 1974, και μέχρι και το 1996 (την χρονιά του Γιούρο της Αγγλίας) ο μέσος όρος των φιλάθλων που έκοβαν εισιτήριο στο Άιρον Γκέιτ, το γήπεδο της ομάδας δηλαδή, έφτανε μετά βίας τα 300 άτομα. Χειρότερα κι από γήπεδο της ελληνικής Σούπερ Λίγκας των ημερών μας.

Ήταν Ιούνιος του ’96 όταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές της Μπάμπερ Μπριτζ, ένας κλασικός Βρετανός τύπος με το όνομα Ρας Ρίγκμπι, κούρευε το γκαζόν του γηπέδου όταν άκουσε να χτυπά το τηλέφωνο στο ένα και μοναδικό γραφείο της ομάδας. Αφού άφησε την χορτοκοπτική μηχανή, έτρεξε γρήγορα προς το γραφείο, που δεν ήταν άλλωστε και πολύ μακριά, και σήκωσε το ακουστικό. Στην άλλη γραμμή ήταν κάποιος γνωστός του που δούλευε στη ρεσεψιόν ενός μικρού ξενοδοχείου στο Πρέστον. Μετά τις απαραίτητες, τυπικές και βαρετές χαιρετούρες ο ρεσεψιονίστ πέρασε στο ψητό. «Δεν μου λες, δεν ρωτάς εκεί στην ομάδα αν θέλουν να παίξουν ένα φιλικό με την Τσεχία; H ομάδα βρίσκεται στο ξενοδοχείο μας και ο προπονητής άκουσε για την ομάδα σας και θέλει να παίξει ένα ματσάκι για να ξεμουδιάσουν οι παίκτες του. Σε λίγες μέρες αρχίζει το Γιούρο και το βλέπουν σαν μια καλή προπόνηση. Είναι σίγουρα καλύτερα απ’το να τους τρέχει στα λιβάδια ή να παίζουν μόνοι τους. Τι λες; Καλό θα κάνει και σε εσάς και γενικά στην πόλη.» Ο Ρίγκμπι κάλεσε αμέσως τον προπονητή της ομάδας, Ντένις Άλεν που δέχθηκε όλος χαρά και κάπως έτσι το φιλικό προετοιμασίας των Τσέχων κανονίστηκε αμέσως και έγινε μέσα σε λίγες ώρες το talk of the town και -εννοείται- το γεγονός της χρονιάς για το μικρό Μπάμπερ Μπριτζ και τους κατοίκους του.

                                        O Ρας Ρίγκμπι με τη φόρμα της Πρέστον

Ο Ρίγκμπι ήταν ένας «άρρωστος» ποδοσφαιρόφιλος που περίμενε σαν τρελός την έναρξη του Γιούρο και σε λίγες ώρες είχε γίνει κι αυτός μέρος αυτής της γιορτής και για -λίγες στιγμές- λόγω και και της ιδιότητάς του ως ο «άνθρωπος για όλες τις δουλειές της ομάδας» είχε βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Το παιχνίδι θα καλυπτόταν τηλεοπτικά από την Τσέχικη τηλεόραση και ο Ρίγκμπι θα έπρεπε για πρώτη φορά στη ζωή του να λειτουργήσει ως επαγγελματίας για την προετοιμασία ενός αγώνα της αγαπημένης του ομάδας. Έβγαλε εισιτήρια (με την τιμή να είναι 5 λίρες) και πρόγραμμα αγώνα, έδωσε συνεντεύξεις στον Τύπο και έτρεξε παντού για να βρει χορηγούς. Ετοίμασε μάλιστα και ένα οργανωμένο μπαρ που θα σέρβιρε μπύρα στους διψασμένους για ποτό και ποδόσφαιρο Άγγλους που θα έφταναν εκείνη τη μέρα για το σπουδαίο γεγονός. Όλα αυτά σε 1-2 μέρες. Η Τσεχία μάλιστα είχε χορηγό μια πολύ γνωστή μπύρα της εποχής και είχε φέρει στο γήπεδο χιλιάδες μπουκάλια του χορηγού της, τοποθετώντας -έστω και για λίγες ώρες- το όνομα του χορηγού, ψηλά, στο μοναδικό σκέπαστρο που διέθετε το μικρό Άιρον Γκέιτ. Εννοείται πως την πινακίδα την ανέβασε και την κάρφωσε εκεί, μόνος του, ο Ρας Ρίγκμπι ως άλλος Στέφανος Μπλάκπουλ (ναι! ο χαρακτήρας του Ντίκενς).

Το Άιρον Γκέιτ είχε γεμίσει ασφυκτικά με 3.000 ανθρώπους, που δεν είχαν όμως ιδέα τι να περιμένουν από την ομάδα του Ντούσαν Ούριν. Για την ακρίβεια οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είχαν ακούσει ποτέ τα ονόματα παικτών όπως Πάβελ Νέτβεντ, Βλάντιμιρ Σμίτσερ, Κάρελ Πομπόρσκι και Πάτρικ Μπέργκερ. Ο Πομπόρσκι μάλιστα ήταν ο μοναδικός που οι κάτοικοι της πόλης είχαν ασχοληθεί μαζί του κατά την άφιξη της ομάδας, κι αυτό λόγω του όμορφου παρουσιαστικού του. «Εκείνη τη μέρα πρέπει να τον είχε ερωτευθεί ο μισός γυναικείος πληθυσμός της περιοχής προκαλώντας το αίσθημα της ζήλιας στους Άγγλους άντρες» είχε δηλώσει ο Ρίγκμπι σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό πολλά χρόνια μετά την αναμέτρηση και καθόλου άδικο δεν είχε.

Οι δύο ομάδες μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο υπό τους ήχους της μπάντας του δήμου, χαρίζοντας μια όμορφη ποδοσφαιρική παράσταση για 90 λεπτά. Ο Ούριν το μόνο που είχε ζητήσει από τους ερασιτέχνες Άγγλους ήταν να μην παίξουν βίαια και αντιαθλητικά, κάτι που φυσικά και έγινε δεκτό από τους παίκτες της Μπάμπερ Μπριτζ. Άλλωστε αυτό το γεγονός ήταν κάτι παραπάνω από μια ποδοσφαιρική αναμέτρηση για ολόκληρη την περιοχή. Το μοναδικό μελανό σημείο -κατά τον Ρίγκμπι- ήταν το γεγονός πως οι δύο ομάδες δεν αντάλλαξαν φανέλες με το τελευταίο σφύριγμα της λήξης, μιας και η Μπάμπερ Μπρίτζ -ως σωστό ερασιτεχνικό σωματείο που σέβεται τον εαυτό του- είχε μόνο δύο ζευγάρια.

Ο Τσεχοσλοβάκος προπονητής χρησιμοποίησε και τους 22 ποδοσφαιριστές του και είδε την ομάδα του να επικρατεί άνετα και χαλαρά με 9-1 αλλά στις παμπ του Μπάμπερ Μπριτζ κανένα από τα 9 γκολ των Τσέχων δεν θα συζητιέται όπως ο «κεραυνός» του επιθετικού της ομάδας, Στηβ Ντένι. Ο Άγγλος είχε μειώσει σε 4-1 και είχε καταφέρει -έστω και για μερικά λεπτά- να δώσει τεράστια χαρά σε όλους τους φιλάθλους (και όχι μόνο) της περιοχής, βάζοντας το όνομά του δίπλα στους μύθους που θα λέγονται για πάντα σε όλες τις παραδοσιακές παμπ της περιοχής του Πρέστον. Μάλιστα -σύμφωνα πάντα με τον Ρίγκμπι- όταν μετά τον αγώνα πήγε στην αγαπημένη του παμπ να πιει μια μπύρα και να χαλαρώσει, όταν είπε στον ιδιοκτήτη το τελικό σκορ αυτός του απάντησε: «Μια χαρά όλα. Ποιος έβαλε όμως το γκολ των Τσέχων;».

Μετά το τέλος του Γιούρο που βρήκε την Τσεχία φιναλίστ πολλοί απ’ τους αστέρες της ομάδας έμειναν στο Νησί και αγωνίστηκαν για αγγλικούς συλλόγους. Ο Ρίγκμπι απ’ την άλλη, αρκετά χρόνια αργότερα, παρέα με τα σουβενίρ του από εκείνη την αναμέτρηση και έχοντας για πάντα στην καρδιά του την Μπάμπερ Μπριτζ, έφυγε για να δουλέψει ως φροντιστής στην Πρέστον. Στις μέρες μας εξακολουθεί να θεωρεί πως εκείνο το τέρμα του Στηβ Ντένι απέναντι στον Πετρ Κούμπα της Σπάρτα Πράγας, είναι το καλύτερο που έχει δει στην ζωή του.

Το γήπεδο των δύο χωρών

  [3 Σχόλια]

Κατά καιρούς έχουμε ασχοληθεί με διάφορα γήπεδα ανά την υφήλιο. Κάποια που ήταν στραβά (στην κυριολεξία), άλλα που είχαν δέντρα μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Αυτή τη φορά θα ταξιδέψουμε σε δύο χώρες για… ένα γήπεδο. Βλέπετε θα πάμε στην πόλη Γιακουίμπα στα νότια της Βολιβίας, δίπλα στα σύνορα με την Αργεντινή. Πριν περίπου δυο εβδομάδες έγιναν με κάθε επισημότητα από τις τοπικές αρχές τα εγκαίνια ενός μικρού ποδοσφαιρικού γηπέδου για να αθλούνται οι κάτοικοι της υποβαθμισμένης περιοχής. Τίποτα το περίεργο θα πείτε. Μόνο που το γήπεδο είναι ακριβώς δίπλα στα σύνορα με την Αργεντινή. Τόσο δίπλα, που η μια εξέδρα χτίστηκε πίσω από το συρματόπλεγμα των συνόρων και μέσα στο έδαφος της Αργεντινής και συγκεκριμένα ανήκει στην πόλη Σαλβαδόρ Μάσα που είναι η πιο βόρεια πόλη της Αργεντινής και είναι κολλητά με την Γιακουίμπα.

Δύο πόλεις δίπλα δίπλα

Φυσικά οι Βολιβιανοί δεν πήραν κάποια σχετική άδεια, απλά είδαν ότι η εξέδρα δεν χωρούσε πουθενά αλλού και την έφτιαξαν εκεί. Ο δήμαρχος της Γιακουίμπα (και δικηγόρος) Ραμίρο Βαγιέχος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις λέγοντας ότι όλοι ζουν στα σύνορα και πέρα από τις διαχωριστικές γραμμές και τα εδάφη, υπάρχει και η αδελφότητα μεταξύ των λαών. Πρόσθεσε ότι θα ομορφύνει και η πόλη της Αργεντινής (μια που οι Βολιβιανοί καθάρισαν την έκταση που ήταν χωματερή). Αρκετοί από τους κατοίκους της γειτονικής πόλης συμφώνησαν και δεν ενοχλήθηκαν. Φυσικά, υπάρχουν κι οι λιγότεροι ρομαντικοί και έτσι η… αμφισβήτηση των συνόρων δεν αντιμετωπίστηκε τόσο χαλαρά από άλλους. Το αποτέλεσμα ήταν ο δήμος της Βολιβίας να βγάλει κάποιες φωτογραφίες που εξηγεί ότι η εξέδρα δεν είναι ακριβώς μέσα στην Αργεντινή (με γραμμές που θυμίζουν φωτογραφία οπαδικής εφημερίδας σε φάση με οφσάιντ), αλλά στην… ουδέτερη ζώνη, έτσι ώστε να γλιτώσει το διεθνές επεισόδιο.

Η αμήχανη στιγμή που για να κυνηγήσεις την μπάλα που έφυγε εκτός γηπέδου, χρειάζεσαι διαβατήριο

Έτσι κι αλλιώς πάντως, οι περισσότεροι γείτονες της πόλης Σαλβαδόρ Μάσα είδαν με καλό μάτι τα έργα. Σχεδόν ξεχασμένοι από την κεντρική εξουσία, μιας αρκετά υδροκεφάλης χώρας, δεν τους πείραξαν τόσο πολύ τα μερικά μέτρα για την μεγάλη εξέδρα, αφού κανείς ποτέ δεν θα έδινε χρήματα για να καθαρίσει η περιοχή, ενώ το γήπεδο είναι δίπλα σε μια παιδική χαρά και πολύ θα ήθελαν να μπορούν να πηγαίνουν κι αυτοί εκεί. Και στο κάτω κάτω θα μπορούν να βλέπουν και λίγη μπάλα…

Όταν ο Μπλάνκο έστειλε στον κουβά τους συμπαίκτες του

  [Καθόλου σχόλια]

Στην ιστορία του Σομπρέρο υπάρχουν κάποιες προσωπικότητες στις οποίες έχουμε αδυναμία. Που δεν βαριόμαστε να ασχολούμαστε μαζί τους και να αφιερώνουμε παραπάνω από ένα κείμενο. Μια τέτοια είναι ο σπουδαίος τεχνίτης-ζογκλέρ-ψυχάκιας Κουαουτέμοκ Μπλάνκο. Ο Μεξικάνος φορ που έπαιζε μέχρι τα 40κατι του μπάλα, έκανε ένα πέρασμα από τα ευρωπαϊκά γήπεδα που δυστυχώς ήταν σύντομο. Το 2000 σε ηλικία σχεδόν 28 χρονών πήγε δανεικός στη Ρεάλ Βαγιαδολίδ για να ζήσει το όνειρο, αλλά λίγους μήνες αργότερα χτύπησε πολύ σοβαρά σε παιχνίδι της εθνικής με το Τρινιντάντ-Τομπάγκο και έμεινε εκτός δράσης για έξι μήνες.

Σκληρές εικόνες, αλήθεια…

Ήταν ένας από τους πιο άδικους τραυματισμούς, αφού με το σκορ στο 6-0 (!!), ο αμυντικός Έλκοκ έκανε ένα τρομακτικό, δολοφονικό χτύπημα στον Μπλάνκο μέσα στην περιοχή. Ο διαιτητής έδωσε το πέναλτι και την κόκκινη, το ματς έληξε 7-0, αλλά ο Μπλάνκο υπέστη ρήξη χιαστού και έμεινε για μισό χρόνο εκτός. Ο Έλκοκ έγινε γνωστός ως ο χασάπης του Τρινιντάντ, αυτή ήταν και η τελευταία του διεθνής συμμετοχή, γεγονός που τον έκανε άκρως αναγνωρίσιμο και μετά το τέλος της καριέρας του. Δεν ήταν λίγοι οι Μεξικάνοι που τον συναντούσαν χρόνια μετά και θυμόντουσαν το περιστατικό, ο Μπλάνκο άλλωστε είναι για πολλούς εθνικός ήρωας. Όταν επέστρεψε από τον τραυματισμό δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος και έχοντας χάσει σε ταχύτητα, δεν μπόρεσε να εντυπωσιάσει και έχασε τις ελπίδες του για μια μεταγραφή σε μεγαλύτερο ευρωπαϊκό σύλλογο. Ο ίδιος λέει ότι αυτό το χτύπημα του χάλασε μια μεταγραφή στη Ρεάλ. Πρόλαβε όμως να αφήσει το στίγμα του και στην Ισπανία.

Στην αρχή της επόμενης σεζόν, στις 29 Σεπτεμβρίου του 2001 όταν η Βαγιαδολίδ ταξίδεψε στο Μπερναμπέου για να αντιμετωπίσει τη Ρεάλ που κατέβηκε με παίκτες όπως οι Κασίγιας, Ρομπέρτο Κάρλος, Μακελελέ, Ραούλ, Ζιντάν, Φίγκο και Ιέρο. Μια Ρεάλ που έχασε εκείνη τη σεζόν το πρωτάθλημα από τη Βαλένθια και βγήκε 3η, αλλά κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με αυτό το γκολ. Ποιος θα πόνταρε υπέρ της Βαγιαδολίδ; Ούτε οι παίκτες της. Και δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η αλήθεια. Βλέπετε οι παίκτες της Βαγιαδολίδ είχαν το συνήθειο εκείνη την περίοδο να παίζουν συνεταιρικά κινιέλα, το περίπου αντίστοιχο του ΠΡΟ-ΠΟ στην Ισπανία με 15 αγώνες (αν δεν κάνω λάθος 14 αγώνες και ένα ακόμα ματς για μπόνους που μαντεύεις το σκορ).

Υπεύθυνος εκείνης της εβδομάδας για την κατάθεση του δελτίου ήταν ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας Αλμπάνο Μπισάρι που στο ματς της ομάδας του έπαιξε ξερό άσσο, όπως έκαναν πάντα οι παίκτες καθώς αν η ομάδα κέρδιζε ήταν χαρούμενοι, αν έχανε τουλάχιστον είχαν πιάσει το σημείο. Οι προβλέψεις των παικτών της Βαγιαδολίδ ήταν εξαιρετικά σωστές εκείνο το Σαββατοκύριακο, αφού έπιασαν τα υπόλοιπα 13 παιχνίδια, αλλά και το σκορ του μπόνους. Συμπληρώνοντας και τη νίκη της Ρεάλ θα τα έπιαναν όλα. Και τα πράγματα πήγαιναν… καλά. Η Ρεάλ μόλις στο 4′ άνοιξε το σκορ με κεφαλιά του Ζιζού, η Βαγιαδολίδ ισοφάρισε δύο λεπτά αργότερα και ο Ραούλ στο 19′ έκανε το 2-1. Οι Μαδριλένοι έχασαν αρκετές ακόμα ευκαιρίες για να καθαρίσουν το ματς, αλλά το σκορ παρέμενε στο 2-1. Εννιά λεπτά πριν την λήξη ο κόουτς Μορέ πέρασε μέσα τον Μπλάνκο μπας και γίνει το θαύμα. Στο 88′ η Βαγιαδολίδ κέρδισε το φάουλ, ο Μεξικάνος πήρε την μπάλα και εκτέλεσε ένα τέλειο φάουλ, μέσα από το τείχος και στα δίχτυα του Κασίγιας, γράφοντας το 2-2 που ήταν και το τελικό.

Φυσικά η ισοπαλία στο Μπερναμπέου πανηγυρίστηκε έξαλλα, μέχρι που οι παίκτες συνειδητοποίησαν τι είχε γίνει. Το συνολικό ποσό που θα μοιράζονταν ήταν περίπου 5 εκατομμύρια € (!!) και ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι κάποιοι παίκτες της Βαγιαδολίδ δεν τα είχαν ανάγκη, σκεφτείτε ότι στο εβδομαδιαίο δελτίο συμμετείχαν και μεροκαματιάρηδες άνθρωποι όπως φυσιοθεραπευτές και μέλη του τεχνικού τιμ. Το ένα από τα μόλις τρία γκολ του Μπλάνκο στη σύντομη ισπανική του καριέρα στοίχισε σε αρκετούς ανθρώπους περίπου 150.000€, ποσό ικανό να αλλάξει τη ζωή τους. Τελικά, οι νικητές μοιράστηκαν από περίπου 1.000€ ο καθένας, ποσό ελάχιστο, αλλά τουλάχιστον είχαν να λένε ότι δεν έχασαν από την κορυφαία ομάδα της Ευρώπης εκείνη τη χρονιά, κλέβοντας μια ιστορική ισοπαλία στο τέλος.

Όταν οι Μπαφάνα Μπαφάνα πανηγύριζαν έναν αποκλεισμό

  [8 Σχόλια]

Στην ιστορία των epic fail των εθνικών ομάδων έχουμε δει αρκετές μεγαλειώδεις στιγμές. Λίγες όμως αγγίζουν αυτό που συνέβη στις 8 Οκτωβρίου του 2011 όταν η Νότια Αφρική υποδεχόταν τη Σιέρα Λεόνε για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών που οδηγούσαν στην τελική φάση του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής του 2012. Ο Νίγηρας των 9 βαθμών πήγαινε στην αδιάφορη και αποκλεισμένη Αίγυπτο, ενώ η Ν. Αφρική και η Σιέρα Λεόνε είχαν από 8 βαθμούς. Οι «Μπαφάνα Μπαφάνα» μπήκαν στο παιχνίδι έχοντας τα αυτιά τους στο ραδιοφωνάκι για να ακούν τι γίνεται και στο άλλο ματς, καθώς μόνο ο πρώτος προκρινόταν.

Τα ευχάριστα νέα από το Κάιρο έφτασαν στο Μπομπέλα Στάντιουμ στο 48′. Η Αίγυπτος είχε ανοίξει το σκορ. Με το 0-0 να παραμένει στη Ν. Αφρική είχαμε τριπλή ισοβαθμία και πλεονέκτημα για τους Μπαφάνα Μπαφάνα με την καλύτερη διαφορά τερμάτων. Ο Μοχάμεντ Σαλάχ έγραψε αργότερα το 2-0, οι κερκίδες πήραν φωτιά και όταν στο 71′ έγινε το 3-0, οι Νοτιοαφρικανοί ήξεραν ότι πλέον το Χ ήταν αρκετό. Οι βουβουζέλες ξεκούφαναν τους παίκτες της Σιέρα Λεόνε κι ο τερματοφύλακας Ιτουμελένγκ Κούνε (που είναι αυτό εδώ το τρελοκομείο που παριστάνει το Χιγκίτα) έπεσε χάμου και κυλιόταν σαν να τον είχε βρει σφαίρα σε μια φάση που οι διηγήσεις λένε ότι έφαγε τουλάχιστον πέντε λεπτά κάνοντας θέατρο. Οι δύσμοιροι παίκτες της Σιέρα Λεόνε διαμαρτύρονταν στο διαιτητή από την Κένυα, αλλά όταν πρόκειται για τερματοφύλακα προέχει η υγεία. Την ίδια στιγμή ο κόουτς Πίτσο Μοσιμάνε έβγαζε επιθετικό για να περάσει κι άλλο χαφ και να κλειδώσει το Χ.

Χοροί και πανηγύρια κι ο Κούνε που ξανάνιωσε

Η Σιέρα Λεόνε δεν τα κατάφερε να βάλει κάποιο γκολ, οι καθυστερήσεις και το κατενάτσιο της Ν. Αφρικής πέτυχαν, το ματς ήρθε 0-0 (όπως και ο πρώτος αγώνας) και στην τριπλή ισοβαθμία η Ν. Αφρική είχε +2 γκολ, η Σιέρα Λεόνε 0 και ο Νίγηρας μετά την τριάρα από τους τίμιους και αδιάφορους Αιγύπτιους -2. Ο βαρύτατα τραυματίας Κούνε ξανάνιωσε και χοροπηδούσε σαν το κατσίκι, οι παίκτες έκαναν το γύρο του θριάμβου χορεύοντας αυτά τα παραδοσιακά καλτ αφρικάνικα και ο πρόεδρος της Π.Ο. Κίρστεν Νεματαντανί έκανε δηλώσεις στα κανάλια περήφανος για την πρόκριση. Στον ίδιο ρυθμό τα κανάλια και τα σάιτ που μιλούσαν για την επιτυχία της χώρας.

Happy Times

Λίγο αργότερα όμως ήρθε η επίσημη ανακοίνωση της CAF που έλεγε ότι ο Νίγηρας ήταν η ομάδα που πήρε πρόκριση. Το πρόβλημα βλέπετε ήταν ότι κανένας δεν διάβασε το Άρθρο 14 του κανονισμού. Εκεί που έλεγε ότι σε περίπτωση ισοβαθμίας μετρούν τα αποτελέσματα μεταξύ των ομάδων και όχι τα γκολ. Και μαντέψτε. Ο Νίγηρας είχε κερδίσει εντός τη Ν. Αφρική, η Ν. Αφρική εντός το Νίγηρα, αλλά ο Νίγηρας είχε κερδίσει εντός και τη Σιέρα Λεόνε και έτσι είχε 6 βαθμούς στην τριπλή, με τη Ν. Αφρική να μείνει στους 5. Τα χαμόγελα πάγωσαν. Η αλήθεια είναι ότι στα περισσότερα προκριματικά εθνικών μετρούν τα γκολ, αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία. Ο Νίγηρας πήρε την πρόκριση, οι χαρές, τα πανηγύρια, οι χοροί, τα θέατρα και οι αναθεματισμένες βουβουζέλες πήγαν χαμένες. Ο προπονητής δεν το πίστευε: «Λέτε αν το ήξερα θα έβγαζα επιθετικό;» ψέλλιζε στη συνέντευξη τύπου.

Η Ομοσπονδία της Ν. Αφρικής έκανε ένσταση με επιχειρήματα της πλάκας «παγκοσμίως είναι συνηθισμένο να περνάει αυτός με την καλύτερη διαφορά, αλλά εσείς χρησιμοποιείτε το άρθρο 14.1» (λες και ο κανονισμός είναι καμιά λαδόκολλα που παραγγέλνεις σε ταβέρνα) και άλλα τέτοια κωμικά όπως ότι δεν συνάδει με τους κανονισμούς της FIFA αλλά και με την… παράδοση. Η ένσταση φυσικά απορρίφθηκε και ο Νίγηρας πήγε πανηγυρικά στα τελικά, όπου τερμάτισε και τελευταίος στον όμιλό του με τρεις ήττες σε τρία παιχνίδια, ενώ οι Νοτιοαφρικάνοι έπαιζαν πένθιμα τις βουβουζέλες τους από τους καναπέδες.

Ερνέστο Χαβιέρ Σεβαντόν: Ένας ερωτευμένος σχιζοφρενής

  [2 Σχόλια]

«Τρέχω συνέχεια να κρυφτώ μακριά από σένα και όλο νομίζω πως μπορώ να γιατρευτώ, 
Πάνω σου πέφτω ξαφνικά και απεγνωσμένα στα ηλεκτροσόκ σου προσπαθώ να αντισταθώ…»

Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί και να κάνεις γι’αυτή ενέργειες που ξεπερνάνε, έστω και λίγο, τη λογική είναι κάτι πολύ συνηθισμένο στο ποδόσφαιρο. Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί, να καταφέρεις να γίνεις μέλος της και να καταλήξεις τελικά θρύλος της, βάζοντας στην άκρη το επαγγελματικό σκέλος της δουλειάς σου, δεν είναι (ειδικά στις μέρες μας) τόσο συνηθισμένο αλλά όταν γίνεται σωστά κερδίζει το χειροκρότημα και την εκτίμηση όλων. Το να μετακομίσεις σε μια άλλη ήπειρο, σε μια μικρή και σχετικά άσημη ομάδα, να την αγαπήσεις και να δώσεις τα πάντα γι’αυτήν, γνωρίζοντας πως ελάχιστοι θα το μάθουν και θα σου δώσουν τα εύσημα που ίσως αξίζεις, είναι πάρα πολύ σπάνιο. Αυτή λοιπόν είναι η πάρα πολύ σπάνια ιστορία του Ερνέστο Σεβαντόν που ερωτεύτηκε τη μικρούλα Λέτσε.

Το καλοκαίρι του 2001 στην πόλη του Λέτσε κατέφθασε ένας 21χρονος κοντοκουρεμένος Ουρουγουανός, με σκοπό να αντικαταστήσει τον Κριστιάνο Λουκαρέλι που είχε πάρει μεταγραφή στην Τορίνο. Το γεγονός ότι ο Λουκαρέλι είχε κάνει δυο εξαιρετικές σεζόν στην κορυφή της επίθεσης της ομάδας, σε συνδυασμό με το ότι ο νεοφερμένος πιτσιρικάς δεν είχε παίξει ποτέ εκτός συνόρων είχαν προκαλέσει ανησυχία στους φίλους της ομάδας. Όπως στις περισσότερες ρομαντικές ιστορίες όμως, ο έρωτας χτύπησε και τις δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή.

Πρώτο ματς του Καμπιονάτο, πρώτη επίθεση της Λέτσε, o τερματοφύλακας της Πάρμα μπλοκάρει τη μπάλα και ετοιμάζεται να τη στείλει προς το κέντρο, ο Σεβαντόν βάζει το σώμα του έξυπνα, την τσιμπάει ουσιαστικά μέσα από τα χέρια του και με ένα γρήγορο γυριστό τη στέλνει στην άδεια εστία. Δεν έχουν συμπληρωθεί ούτε δυο λεπτά πρωταθλήματος! Πριν καν καταλάβει ο Φρέι πως έγινε το μοιραίο, ο Σεβαντόν έχει πηδήξει τις διαφημιστικές πινακίδες, έχει φτάσει μπροστά στο πέταλο των φανατικών και πανηγυρίζει σαν τρελός, φιλώντας τη φανέλα και καλώντας τον κόσμο να ξεσηκωθεί. Ακόμα και οι πιο δύσπιστοι και προσγειωμένοι στις εξέδρες υποψιάζονται πως δεν έχουν να κάνουν με έναν ακόμα ξένο μισθοφόρο.

Ο Ουρουγουανός τελειώνει τη σεζόν με 11 γκολ αλλά η Λέτσε δεν καταφέρνει να σωθεί. Όλοι περιμένουν πως ο υποβιβασμός θα είναι μια ιδανική αφορμή για τον 22χρονο επιθετικό να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα του, προς μια καλύτερη ομάδα. Η διάψευση έρχεται άμεσα. Ο Σεβαντόν όχι απλά ακολουθεί την ομάδα στη Serie B αλλά εκεί γίνεται και ο ηγέτης της στην επίθεση. Σκοράρει 16 φορές, σκυλιάζει σε κάθε ματς, πανηγυρίζει έξαλλα κάθε γκολ και στο τέλος της χρονιάς το Λέτσε πανηγυρίζει την πολυπόθητη επιστροφή στο Καμπιονάτο.

Οι ελάχιστοι που έχουν ξεφύγει από τη γοητεία της σχέσης του με την κερκίδα παραδίνονται σ’αυτή ένα απόγευμα του Οκτωβρίου, όταν στο εκτός έδρας τοπικό ντέρμπι με τη Μπάρι εξαπολύει έναν απίστευτο κεραυνό στο παραθυράκι, λίγα μόλις λεπτά πριν το τελευταίο σφύριγμα, και δευτερόλεπτα μετά βρίσκεται, όπως πάντα, μπροστά στο πέταλο των εκδρομέων, με τη φανέλα στα χέρια και τις φλέβες ορατές.

Ακολουθεί μια ακόμα εξαιρετική σεζόν με 20 γκολ, με το συνολικό κοντέρ να φτάνει πλέον τα 49, μερικά εκ των οποίων ιδιαιτέρως εντυπωσιακά (ανάμεσα τους κάποιες υπέροχες εκτελέσεις φάουλ και ένα γκολ από κόρνερ). Το καλοκαίρι του 2004 αποφασίζεται πως είναι για το καλό όλων ο παίκτης να δοκιμάσει την τύχη του κι άλλου κι έτσι η νέα χρονιά τον βρίσκει στο εξωτικό Μονακό.

Έξι χρόνια αργότερα, το 2010, και αφού έχει κάνει ένα πέρασμα από τη Σεβίλλη και ένα πιο μικρό από την Αταλάντα, αποφασίζει να επιστρέψει στο μέρος που αγάπησε περισσότερο απ’όλα. Η σεζόν δεν εξελίσσεται όμως καλά, οι τραυματισμοί δεν τον αφήνουν σε ησυχία και οι σχέσεις του με τον προπονητή είναι κακές, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά τον δύσκολο χαρακτήρα του (τα δυο παρατσούκλια που του κόλλησαν στη διάρκεια της καριέρας του άλλωστε δεν ήταν καθόλου τυχαία: «el loco» και «el animal»). Παίζει όλα κι όλα 16 παιχνίδια, σκοράρει μόνο 4 φορές και στο τέλος της σεζόν φτιάχνει βαλίτσες για να επιστρέψει στη Λατινική Αμερική. Ο έρωτας τους περνάει κρίση.

Τα δεδομένα όμως αλλάζουν γρήγορα. Ένα μόλις χρόνο μετά η Λέτσε έχει κατρακυλήσει στην τρίτη κατηγορία, μετά και την τιμωρία της για την εμπλοκή στο σκάνδαλο Scommessopoli. Ο πρόεδρος της έχει τιμωρηθεί με απαγόρευση ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο για πέντε χρόνια. Με το κλίμα στην πόλη να είναι τραγικό και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης, οι άνθρωποι της διοίκησης προσπαθούν να βρούνε λύσεις. Ο έμπειρος Ερνέστο Σεβαντόν συμπεριλαμβάνεται στις λύσεις αυτές.

Ο Ουρουγουανός είναι πλέον 32 χρονών και παίζει στην Κολόν στην Αργεντινή αλλά όταν μαθαίνει για την κατάσταση της Λέτσε που καταρρέει δεν το σκέφτεται πολύ. Μπαίνει στο πρώτο αεροπλάνο και επιστρέφει στην Ιταλία. Οι άνθρωποι της διοίκησης του εξηγούν πως τα οικονομικά είναι πολύ στενά αφού η τρίτη κατηγορία δεν σου επιτρέπει καμία υπερβολή. Ο Σεβαντόν τους εξηγεί ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα και τους ρωτάει ποιο είναι το κατώτατο που μπορούν, βάσει νομοθεσίας, να του δώσουν. Του απαντάνε: «900 ευρώ το μήνα». Ο Σεβαντόν χαμογελάει και σηκώνει το χέρι για την χειραψία της συμφωνίας. Εννιακόσια ευρώ το μήνα. Λίγο αργότερα θα δηλώσει στους δημοσιογράφους: «O πραγματικός μου μισθός είναι η αγάπη του κόσμου, όχι τα λεφτά. Για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’όλα. Ξέρω ότι εδώ οι οπαδοί με αγαπάνε. Ο στόχος μου είναι να ανεβάσουμε την ομάδα στη Serie B και μετά αμέσως στη Serie A. Πρέπει να επιστρέψουμε εκεί που ανήκουμε». Είναι πασιφανές πως ο έρωτας τους έχει πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο.

Η Λέτσε θα παλέψει για την άνοδο μέχρι τέλους αλλά θα χάσει το απ’ευθείας εισιτήριο για μια νίκη. Θα αναγκαστεί να παίξει πλέι οφ ανόδου, εκεί όπου θα περάσει το εμπόδιο της Βίρτους Εντέλα, με τον 33χρονο πλέον Σεβαντόν να σκοράρει με ένα εξαιρετικό σουτ στο ‘γάμα’ της εστίας. Στον τελικό των πλέι οφ θα αντιμετωπίσει σε διπλά παιχνίδια την Κάρπι. Θα ηττηθεί εκτός έδρας με 1-0 και, σαν να μην έφτανε αυτό, θα χάσει και τον Ουρουγουανό που θα τραυματιστεί σοβαρά στο χέρι. Ο ‘Loco’ θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να προλάβει τη ρεβάνς στο Λέτσε αλλά το χέρι δεν θα φτιάξει. Απελπισμένος και αδυνατώντας να χωνέψει ότι θα λείπει από ένα τέτοιο ματς, θα απαιτήσει από τον προπονητή να τον συμπεριλάβει τουλάχιστον στην αποστολή.

Με το δεξί χέρι μπαταρισμένο κοντά στον αγκώνα θα κάτσει στον πάγκο, προσπαθώντας με την παρουσία του τουλάχιστον να βοηθήσει ψυχολογικά τους υπόλοιπους στην προσπάθεια για τη μεγάλη ανατροπή. Η Λέτσε θα ανοίξει το σκορ νωρίς και θα πάει στα αποδυτήρια με το 1-0. Δεκαέξι λεπτά πριν το τέλος όμως, η Κάρπι θα ισοφαρίσει με γκολ από φάουλ. Το γήπεδο θα ‘παγώσει’. Ο Σεβαντόν δεν τα παρατάει. Εκτός από απλός ψυχάκιας είναι και αποδεδειγμένος μαχητής, για να μην αναφέρουμε και την Ουρουγουανική καταγωγή του. Λίγα λεπτά μετά την ισοφάριση και ενώ όλη η ομάδα πελαγοδρομεί, ζητάει από τον προπονητή άδεια για να μπει. «Μα το χέρι σου είναι σπασμένο». «Θέλω να μπω».

Στο 81ο λεπτό ενός σκληρού αγώνα που κρίνει μια άνοδο ο Ερνέστο Σεβαντόν μπαίνει αλλαγή με το δεξί χέρι σε επίδεσμο και μόνιμα τοποθετημένο σε ορθή γωνία. Ο Ουρουγουανός δεν θα μασήσει να χωθεί σε όλες τις φάσεις, θα πέσει για τάκλιν, θα προλάβει να τιμωρηθεί με κίτρινη κάρτα αλλά το πολυπόθητο γκολ δεν θα έρθει ποτέ. Λίγα λεπτά μετά το τελευταίο σφύριγμα δεν θα αντέξει και θα βάλει τα κλάματα. Δεν έχουν όλες οι ερωτικές ιστορίες ευτυχισμένο φινάλε.

To τελείωμα της τρίτης θητείας του στο Λέτσε θα είναι και ο οριστικός επίλογος της σχέσης τους. Η τελευταία εικόνα με τη φανέλα της ομάδας θα είναι για πάντα αυτή που με το αριστερό χέρι, το καλό, κρύβει το πρόσωπο του για να μη φανούν τα δάκρυα. «Φόρεσα τη φανέλα πολλών ομάδων αλλά τη φανέλα της Λέτσε δεν την έβγαλα ποτέ» θα πει κάποια στιγμή κι αν σκεφτείς ότι με τις άλλες φανέλες κατέκτησε ένα κύπελλο ΟΥΕΦΑ και έφτασε να παίζει στο Τσάμπιονς Λιγκ καταλαβαίνεις εύκολα το δέσιμο που δημιουργήθηκε ανάμεσα σ’έναν Ουρουγουανό και με μια μικρή ιταλική ομάδα.

«Το 2001 ουσιαστικά υπέγραψα ένα συμβόλαιο εφ’όρου ζωής με τη Λέτσε και τους οπαδούς της. Το ήξερα από την πρώτη στιγμή που έφτασα εδώ».

Μπίλι Μπρέμνερ: Ο σπουδαιότερος παίκτης στην ιστορία της Λιντς

  [15 Σχόλια]

Αγγλία δεκαετία του 1960. Ο βρετανικός συντηρητισμός βρίσκεται στο απόγειό του. Η εθνική Αγγλίας ζει στιγμές δόξας μιας και υπάρχει μια σπουδαία φουρνιά ποδοσφαιριστών που, εν τέλει, θα οδηγήσει τα «τρία λιοντάρια» στην κορυφή του κόσμου το ’66, και φυσικά υπάρχουν ένα σωρό δυνατές ομάδες που σιγά-σιγά αρχίζουν να πρωταγωνιστούν και στην Ευρώπη. Ο Έρικ Κλάπτοπ θεωρείται (καθόλου άδικα) Θεός, οι Beatles γεμίζουν στάδια και πουλούν εκατομμύρια δίσκους και  το άθλημα του ποδοσφαίρου είναι σκληρό -πολλές φορές- στα όρια του αντιαθλητικού. Στο τελευταίο -που είναι και το θέμα μας- βρίσκει χώρο ένας κοντούλης, κοκκινοτρίχης, σκοτσέζος κεντρικός χαφ, πάντα έτοιμος να τσακωθεί με όλους (συμπαίκτες, προπονητές και κυρίως αντιπάλους), ακόμα και για την πιο αστεία αιτία. Το όνομά του είναι Μπίλι Μπρέμνερ και θεωρείται ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που έχει φορέσει τιμήσει την φανέλα της πάλαι ποτέ σπουδαίας ομάδας του Δυτικού Γιορκσάιρ. Αυτή -πάνω κάτω- είναι η δική του ιστορία.

Ο Μπρέμνερ γεννήθηκε το ’42 στο μικρό Στίρλινγκ, 70 χιλιόμετρα έξω από το Εδιμβούργο, από οικογένεια Προτεσταντών και αυτός ήταν ουσιαστικά και ο λόγος που -σε νεαρή ηλικία- αν και τον ήθελε η μεγάλη Σέλτικ, ο πατέρας του τού απαγόρευσε τη μεταγραφή λόγω της κόντρας που υπήρχε (υπάρχει και θα υπάρχει) ανάμεσα στις δύο ομάδες – η Σέλτικ για όσους δεν το γνωρίζουν είναι ομάδα των Καθολικών και ανάμεσα σε αυτή και την Ρέιντζερς υπάρχει σχέση μίσους (και όχι μόνο). Το ίδιο διάστημα, και ενώ ο Μπρέμνερ θεωρείται ένας κορυφαίος παίκτης στα σχολικά πρωταθλήματα της Σκωτίας, θα κοπεί τόσο από την Άρσεναλ όσο και απ’ την Τσέλσι λόγω του ύψους του, μιας και μετά βίας άγγιζε το 1.65 (στις μύτες των ποδιών). Τελικά, στα 17 του χρόνια, το τμήμα σκάουτινγκ της Λιντς θα τον φέρει στο Έλαντ Ρόουντ όπου θα υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο.

Προπονητής σε εκείνη τη Λιντς ήταν ο Τζακ Τέιλορ και συμπαίκτης του Μπρέμνερ ο άνθρωπος που τα επόμενα χρόνια θα οδηγούσε την ομάδα στις ενδοξότερες μέρες της, δημιουργώντας φυσικά τον σπουδαίο αγωνιστικό χαρακτήρα του παίκτη και μετατρέποντάς τον στον μεγαλύτερο ηγέτη που είχε ποτέ η ομάδα. Φυσικά και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντον Ρέβι. Τον μεγαλύτερο εχθρό δηλαδή που είχε ένας άλλος σπουδαίος εκείνων των ετών, ο Μπράιαν Κλαφ.

Ο Ρέβι υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μεσοεπιθετικούς στην Αγγλία και όταν ανέλαβε τα ηνία της Λιντς (το 1961) τα «παγώνια» δεν είχαν κερδίσει κανένα σπουδαίο τρόπαιο. Ποτέ. Με αυτόν στον πάγκο και τον Μπίλι Μπρέμνερ ηγέτη στη μεσαία γραμμή η Λιντς ανέβηκε στην μεγάλη κατηγορία και κατέκτησε τα πρωταθλήματα Αγγλίας του ’69 και του ’74. Επίσης κέρδισε το κύπελλο του ’72 και το Λιγκ Καπ του ’68 συμπληρώνοντας όλους τους εγχώριους τίτλους και βρέθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1973, όπου και ηττήθηκε απ’ την σπουδαία Μίλαν. Η «βρώμικη Λιντς» -όπως την αποκαλούσαν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι στο Νησί- ήταν το σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια στο αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά μετρούσε πολλούς περισσότερους εχθρούς από φίλους. Το παράδοξο βέβαια με εκείνη την ομάδα ήταν πως έπαιζε βρώμικα αν και είχε στις τάξεις της μερικούς εκ των σπουδαιότερων και ποιοτικότερων βρετανών παικτών της εποχής. Το αντιαθλητικό παιχνίδι της, όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, δεν ήταν λοιπόν από ανάγκη αλλά από καθαρή επιλογή του προπονητή και των παικτών της.

Ο Μπρέμνερ φυσικά και δεν ήταν ο ποιοτικότερος σε εκείνη την Λιντς μιας και υπήρχαν παίκτες όπως ο Τζακ Τσάρλτον, ο Έντι Γκρέι, ο Τζό Τζόρνταν και ο Πήτερ Λόριμερ. Ήταν όμως ο αρχηγός. Ο ηγέτης. Μια τεράστια σωματική και ψυχική δύναμη εγκλωβισμένη σε ένα τόσο δα μικρό σώμα. Το μεγαλύτερο σκατόπαιδο που μπορούσες να βρεις στο γήπεδο. Ο τραμπούκος που όταν κοιτάζει οι άλλοι χαμηλώνουν το κεφάλι. Ο αγροίκος θείος που έρχεται στο γιορτινό τραπέζι απ’ το χωριό και τρώει και το τραπεζομάντηλο. Ο παίκτης που δεν τολμούσες να περάσεις με μια περίτεχνη ντρίμπλα και φυσικά αυτός που δεν ήθελες με τίποτα να βρεθεί στο δρόμο σου όταν πας για γκολ, με τις ακονισμένες του τάπες να σε τρυπούν -όχι στα πόδια- αλλά σε ολόκληρο το σώμα. Ένα λυσσασμένο πίτμπουλ -ανεξέλεγκτο εντός των τεσσάρων γραμμών- να «γαβγίζει», να «δαγκώνει» και ενίοτε να χρησιμοποιεί και τις γροθιές του στα πρόσωπα των αντιπάλων, μέσα στα λασπωμένα γήπεδα της εποχής.

Ο Ρέβι απ’ την άλλη, ένιωθε περήφανος για το «δημιούργημά» του και την δική του Λιντς. «Σημασία έχει η νίκη και οι τίτλοι» έλεγε, μεγαλώνοντας κι άλλο την κόντρα με τον λάτρη του «όμορφου παιχνιδιού» Μπράιαν Κλαφ. Μια κόντρα που συνεχίστηκε ακόμα και όταν ο Κλαφ ανέλαβε την Λιντς, την ομάδα που τον μισούσε και την ομάδα που αυτός μισούσε, ίσως στον πιο περίεργο ποδοσφαιρικό «γάμο» που έχει γίνει ποτέ στα χρονικά του αθλήματος.

Αν πρέπει να βρούμε τρεις στιγμές (ανάμεσα σε τόσες πολλές) που να μπορούν να χαρακτηρίσουν -όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο- τον Μπίλι Μπρέμνερ και την φιλοσοφία εκείνης της Λιντς, αυτές δεν είναι άλλες από αυτές που θα διαβάσετε παρακάτω: Tο περιβόητο τάκλιν στον σπουδαίο Ντέιβ Μακάι της Τότεναμ το 1966 στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος. Το δολοφονικό μαρκάρισμα -από πίσω εννοείται- στον κορυφαίο επιθετικό της Τσέλσι Πήτερ Όσγκουντ (γνωστός και ως Μάγος του Ος), το 1970 στον επαναληπτικό του κυπέλλου Αγγλίας. Και φυσικά οι μπουνιές με τον Κέβιν Κίγκαν στο Γουέμπλεϊ στο Charity Shield του 1974, στις 9 Αυγούστου, κόντρα φυσικά στην Λίβερπουλ, με τον Κλαφ στον πάγκο της Λιντς, στο τελευταίο παιχνίδι του Σάνκλι στον πάγκο των «κόκκινων». Ένα ματς-γιορτή που οι Άγγλοι ήθελαν να παρουσιάσουν ως τέτοιο και κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο.

Ο Μακάι προέρχονταν από σοβαρό τραυματισμό με τον Μπρέμνερ να του κάνει ένα δυνατό τάκλιν στο πόδι που είχε σπάσει -όχι μία- αλλά δύο φορές. Η αντίδραση του παίκτη της Τότεναμ εννοείται δεν ήταν κόσμια. Η φωτογραφία με τον εκτός εαυτού αμυντικό να έχει πιάσει απ’ την μπλούζα τον Σκοτσέζο, έτοιμος να του κάνει ό,τι κακό μπορεί κάποιος να φανταστεί, θεωρείται στις κλασικότερες εκείνης της περιόδου και όχι μόνο για το αγγλικό ποδόσφαιρο. «Ήθελα να τον σκοτώσω» θα δηλώσει χρόνια αργότερα ο Μακάι «Με χτύπησε επίτηδες στο πόδι που είχα σπάσει δύο φορές. Είναι σίγουρα ο πιο βρώμικος παίκτης που έχω συναντήσει ποτέ στην καριέρα μου». Για πολλά χρόνια μάλιστα ο σπουδαίος αμυντικός υπέγραφε τα αυτόγραφά του πάνω σε αυτή την φωτογραφία, κάτι που όπως είχε δηλώσει, είχε μετανιώσει κατά πολύ στα γεράματά του μιας και θεωρούσε πως με αυτό τον τρόπο έδινε περισσότερη αξία στον Μπρέμνερ. Τον άνθρωπο δηλαδή που είχε μισήσει (και αυτός).

Ο επαναληπτικός του τελικού κυπέλλου του ’70 θεωρείται -καθόλου άδικα- ως ένα απ’ τα βιαιότερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ και παράλληλα απ’ τα καλύτερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ. Μάλιστα σε έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στην Αγγλία το 1997 για το εν λόγω παιχνίδι ο διαιτητής Ντέιβ Έλερεϊ είχε δηλώσει πως έπρεπε να έχουν βγει συνολικά 12 κίτρινες και 6 κόκκινες κάρτες -σύμφωνα πάντα με το παιχνίδι των ημερών μας.  Πάντως το μαρκάρισμα του Μπρέμνερ συζητιέται ακόμα από τους φίλους και των δύο ομάδων μιας και η λέξη «δολοφονικό» είναι υπερβολικά φτωχή για να το χαρακτηρίσει. Μάλιστα ήταν τέτοια η ένταση εκείνου του αγώνα (που είχε βρει τροπαιούχους τους «μπλε») και τόσο μεγάλη η απογοήτευση για τους παίκτες της Λιντς που ο Τζέφρι Γκριν των The Times είχε γράψει πως: «H Λιντς μοιάζει με την ιστορία του Σίσυφου, που ενώ έχει σπρώξει ένα μεγάλο βράχο -σχεδόν- στην κορυφή ενός ψηλού βουνού, λίγο πριν τον δει να αγγίζει το ψηλότερο σημείο και να στέκεται εκεί, αυτός πέφτει προς την κοιλάδα και πάλι απ’ την αρχή». Όλα αυτά ενώ ο Μπίλι Μπρέμνερ κάπνιζε βουρκωμένος και αμίλητος στην γωνία των αποδυτηρίων. Το ίδιο φυσικά έκαναν και οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή που έβρισκες καπνίζοντες ακόμα και  σε αίθουσες χειρουργείων, πόσο μάλλον αποδυτηρίων.

Το παιχνίδι του ΄74 ανήκει στις 44 μέρες του Κλαφ στην Λιντς και είναι η στιγμή που απέδειξε περίτρανα πως αυτό το πάντρεμα δεν έπρεπε να έχει γίνει ποτέ και για κανένα λόγο. Ο Κλαφ έχοντας αντίπαλο την ομάδα που σέβονταν όσο καμία του ανθρώπου που λάτρευε ως προπονητή, την Λίβερπουλ δηλαδή του Σάνκλι, είχε πει στους παίκτες του πως δεν θέλει να παίξουν βρώμικα και αντιαθλητικά ως δείγμα σεβασμού στον σπουδαίο Σκοτσέζο προπονητή και την ομάδα του. Φυσικά ο Μπρέμνερ και η παρέα του βρήκαν την κατάλληλη στιγμή για να δείξουν στον προπονητή τους πως ούτε τον σέβονται αλλά και ούτε και τον δέχονται ως προπονητή τους, επιλέγοντας αντί για ποδόσφαιρο να παρουσιάσουν την αγαπημένη τους κλωτσοπατινάδα εις διπλούν (και βάλε), ρεζιλεύοντας έτσι τον Κλαφ μπροστά στο ίνδαλμά του και σε ολόκληρο το κοινό της Αγγλίας που περίμενε μια σπουδαία ποδοσφαιρική παράσταση. Ο παίκτης που κυρίως στόχευαν ήταν ο αστέρας της Λίβερπουλ, Κέβιν Κίγκαν και σκοπός τους ήταν να τον νευριάσουν πριν φυσικά τον αποτελειώσουν με κάποιο fatality δυνατό μαρκάρισμα. Όπερ και εγένετο στο 60′ με το παιχνίδι να διακόπτεται και να μετατρέπεται σε ρινγκ.

O Τζόνι Τζάιλς της Λιντς θα κάνει πρώτος ένα αντιαθλητικό μαρκάρισμα στον Κίγκαν (και θα ανάψει την σπίθα) με τον επιθετικό των «κόκκινων» να χτυπά κι αυτός αντιαθλητικά τον Ιρλανδό στην αμέσως επόμενη φάση. Ο Τζάιλς ως σωστός Ιρλανδός θα αντιδράσει σαν να βρίσκεται μεθυσμένος σε μπαρ και όχι στο Γουέμπλεϊ και θα γρονθοκοπήσει τον Κίγκαν στο πρόσωπο. Δευτερόλεπτα αργότερα και ενώ η κάμερα δεν είναι πάνω τους, ο Μπρέμνερ και ο Κίγκαν θα την δουν «ΜακΓκρέγκορ-Μέιγουέδερ» και θα αρχίσουν τις μπουνιές. Εννοείται θα αποβληθούν και οι δύο πετώντας τις φανέλες τους στο χόρτο του γηπέδου γεμάτοι απορία (;). Αξίζει να σημειωθεί πως ο Τζάιλς δεν είχε τιμωρηθεί για την μπουνιά στον Κίγκαν (Ιρλανδός γαρ). O Κλαφ θα τιμωρήσει πολλούς από τους βασικούς του μετά το παιχνίδι (που είχε βρει νικήτρια τη Λίβερπουλ) και ουσιαστικά θα «υπογράψει» την απόλυσή του από την ομάδα λίγες μέρες αργότερα.

Στην επικότερη ζωντανή συνέντευξη που έχει γίνει ποτέ -αυτή ανάμεσα στον Ρέβι και τον Κλαφ με «διαιτητή» τον παρουσιαστή Όστιν Μίτσελ- όταν ο Ρέβι θα ρωτήσει τον Κλαφ «Γιατί πήγες στη Λιντς αφού σε μισούν και τους μισείς» ο Κλαφ θα απαντήσει -σε μια στιγμή σύγχυσης αλλά και πλήρης ειλικρίνειας- πως «Πήγα στη Λιντς επειδή μισώ εσένα και ήθελα να κατακτήσω με την ομάδα σου αυτό που εσύ δεν κατάφερες. Το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης». Διαφημίσεις!

Ο Μπρέμνερ το 1985 θα αναλάβει τον πάγκο της Λιντς και θα μείνει στο Έλαντ Ρόουντ μέχρι το ’88 πριν απολυθεί και επιστρέψει στην ομάδα που έφτιαξε το προπονητικό του όνομα, την Ντόνκαστερ. Στη Λιντς θα τον θυμούνται -ως κόουτς- να καλεί κάθε πρωί στο γραφείο του τον Ντέιβ Μπάτι και να τον αναγκάζει να πιει λίγο κρασί με κρόκους αυγών για να δυναμώσει, και να γίνει ο νέος Μπίλι Μπρέμνερ της ομάδας. Περίεργος τύπος ο Μπίλι. To 1997, έχοντας αποσυρθεί απ’ το ποδόσφαιρο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή μετά από πνευμονία. Για την Λιντς θα είναι πάντα ο σπουδαιότερος αρχηγός που είχε ποτέ και για την Σκωτία ο άνθρωπος που ηγήθηκε στο Μουντιάλ του 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας. Για εμάς τους υπόλοιπους θα είναι πάντα ένας απ’ τους σκληρότερους ποδοσφαιριστές που έβγαλε ποτέ το άθλημα, σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο -και δη το αγγλικό- ήταν γεμάτο από δυνατά μαρκαρίσματα και παίκτες που μάτωναν -κυριολεκτικά- τη φανέλα. Τη δική τους φανέλα, αλλά και του αντιπάλου.

Το τέλος της κυριαρχίας των Ούγγρων και η «κατάρα» του Γουάνκντορφ

  [3 Σχόλια]

 

Στις 29 Οκτωβρίου του 1956 η Ουγγρική Χόνβεντ, έχοντας στο τιμόνι τον τεράστιο Ζένο Κάλμαρ, ταξίδεψε στην Βασκωνία για να αγωνιστεί με την Αθλέτικ Μπιλμπάο, για τη φάση των «16» του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Οι Ούγγροι έσφυζαν από ταλέντο. Επίσης είχαν την τύχη να διαθέτουν τρεις εκ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών της εποχής. Μιας εποχής γεμάτης από πραγματικά ντελικάτους ποδοσφαιριστές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όπου υπήρχε ποδόσφαιρο. Σε εκείνη την Χόνβεντ -κρατηθείτε- υπήρχαν, και συνεργάζονταν αρμονικά, ο Σάντορ Κόσιτς, ο Ζόλταν Κζίμπορ και ο Φέρεντς Πούσκας. Εννοείται, πως ήταν το μεγάλο φαβορί απέναντι στους Βάσκους, όπως και απέναντι στις περισσότερες ομάδες που υπήρχαν στην διοργάνωση. Πέντε μέρες μετά το ταξίδι, σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Βουδαπέστη για να διαλύσουν την Ουγγρική Επανάσταση. Την αντισοβιετική εξέγερση δηλαδή που είχε ξεκινήσει λίγες μέρες νωρίτερα και είχε ως στόχο την κυβέρνηση της Ουγγαρίας. Τα νέα έφτασαν στο ξενοδοχείο που είχε καταλύσει η Ουγγρική αποστολή πολύ γρήγορα και -όπως ήταν λογικό- δεν χαροποίησαν κανένα μέλος της αποστολής και δεν άφησαν ανεπηρέαστο κανένα ποδοσφαιριστή, με την αναμέτρηση να περνάει σε δεύτερη μοίρα. Όλοι ρωτούσαν αγχωμένοι τι ακριβώς συμβαίνει και αν οι άνθρωποί τους είναι καλά. Αυτή άλλωστε ήταν και η λογική αντίδραση.

Σχεδόν ένα μήνα αργότερα η Χόνβεντ αγωνίστηκε στο Σαν Μαμές και ηττήθηκε με 3-2, με τα τρία μεγάλα αστέρια της να μην θέλουν να επιστρέψουν στην Ουγγαρία και να σκέφτονται ακόμα και να μην αγωνιστούν στη ρεβάνς, μετά τις συνθήκες χάους που είχαν προηγηθεί. Τελικά μετά από πολλές διαπραγματεύσεις, το δεύτερο παιχνίδι (που ήταν στον αέρα), και δεν μπορούσε να γίνει στην Ουγγαρία, έγινε στο Χέιζελ των Βρυξελλών, με τις δύο ομάδες να μένουν στο 3-3 και την Αθλέτικ να παίρνει την πρόκριση. Ο αποκλεισμός αυτός ήταν -ουσιαστικά- και το τέλος της Ουγγρικής κυριαρχίας στο ποδόσφαιρο. Ένα τέλος που ήρθε ξεκάθαρα μέσα από εξωαγωνιστικούς/πολιτικούς παράγοντες. Ακόμα ένα «έργο» λυπηρό (και χιλιοπαιγμένο) κατά του αθλήματος του ποδοσφαίρου (και όχι μόνο).

Σε μια αρκετά δύσκολη περίοδο για την Ουγγαρία και με όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο να βρίσκεται στα πόδια τους, φάνταζε λογικό -οι Ούγγροι σούπερ σταρ- να θέλουν να αφήσουν τη χώρα τους για άλλες, κορυφαίες ομάδες, του εξωτερικού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως  επί Σοβιετικής Ένωσης οι αθλητές δεν είχαν δικαίωμα εξόδου απ’ τη χώρα. Οι αθλητές θεωρούνταν «ερασιτέχνες», δεν είχαν μισθό απ’ την ομάδα τους (παρά μόνο κλειστό «συμβόλαιο» μαζί της) και έπαιρναν τα χρήματα που τους αναλογούσαν, ως στρατιωτικοί. Εννοείται πως οι περισσότεροι δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε κάποιο γραφείο στρατιωτικής υπηρεσίας. Ουσιαστικά, για να αγωνιστεί κάποιος σε άλλη χώρα έπρεπε να γίνει πρόσφυγας (και «προδότης»). Οι τρεις ποδοσφαιριστές βρήκαν εν τέλει καταφύγιο στην Ισπανία, εκεί δηλαδή που είχε βρει πρώτος «στέγη», ως πρόσφυγας, ο σπουδαίος Λάσλο Κουμπάλα το 1949, αρνούμενος να μείνει άλλο στην Σταλινική Ουγγαρία, χάνοντας έτσι το δικαίωμα να αγωνίζεται με τα χρώματα της χώρας του (ο Κουμπάλα αγωνίστηκε τόσο με τα χρώματα της Ισπανίας όσο και με αυτά της Καταλωνίας σε μια περίοδο που οι μνήμες απ’ τον Ισπανικό εμφύλιο ήταν ακόμα νωπές και οι «πληγές» δεν είχαν κλείσει – όχι ότι έκλεισαν και ποτέ βέβαια). Ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ έγιναν συμπαίκτες του Κουμπάλα (και επαγγελματίες ποδοσφαιριστές) στην Μπαρτσελόνα το ’58 (μετά από απραξία σχεδόν ενός έτους), συνθέτοντας μια μαγική τριπλέτα, απ’ τις κορυφαίες που έχει δει το Καμπ Νου, με τον Πούσκας να γίνεται τελικά κάτοικος Μαδρίτης. Εκεί δηλαδή που συνάντησε τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο και την -σχεδόν- ανίκητη Ρεάλ Μαδρίτης, των πέντε σερί Πρωταθλημάτων Ευρώπης.

Η Ουγγαρία -με τον Γκούσταφ Σέμπες στο τιμόνι- είχε κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσίνκι το 1952 επικρατώντας με 2-0 των Γιουγκοσλάβων, ένα χρόνο αργότερα την πρώτη θέση στο πρωτάθλημα κεντρικής Ευρώπης (ανάμεσα σε χώρες όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η Ελβετία και η Γιουγκοσλαβία) και φυσικά είχε φτάσει στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου το ’54, τρέχοντας ένα αήττητο σερί 32 αγώνων, πριν η Γερμανία υπογράψει το «Θαύμα της Βέρνης» στο στάδιο Γουάνκντορφ στις 4 Ιουλίου. Η Ουγγαρία εκείνης της περιόδου ήταν η κορυφαία ομάδα και πήγε το ποδόσφαιρο πολλά βήματα μπροστά, χαρίζοντας απίστευτες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις σε όλα τα γήπεδα της Ευρώπης. Η ομάδα που είχε διαλύσει τους ανίκητους -ως τότε Άγγλους- στο Γουέμπλεϊ, η ομάδα που είχε διαλύσει τους Σκοτσέζους μπροστά σε 160.000 κόσμο. Η ομάδα που δεν μπορούσαν να κερδίσουν ούτε οι τέλειοι Σοβιετικοί εκείνων των ετών. Μια ομάδα πολύ μπροστά απ΄την εποχή της, με παίκτες σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας. Μια ομάδα που όσα χρόνια και αν περάσουν πάντα θα μνημονεύεται -και θα συγκαταλέγεται- σε αυτές που άλλαξαν το παιχνίδι και έδειξε σε όλους πως πρέπει να παίζεται το ποδόσφαιρο. Πως πρέπει να παίζεται το σωστό ποδόσφαιρο.

                              O Zόλταν Κζίμπορ απέναντι στους Γερμανούς

Δύο μήνες μετά τον χαμένο τελικό από τους Γερμανούς για τον τελικό του Μουντιάλ η Ουγγαρία ξεκίνησε να δίνει και πάλι αγώνες. Το μεγαλύτερο επιθετικό όπλο (και ένα απ’ τα μεγάλα αστέρια της ομάδας) δεν ήταν άλλος από τον Σάντορ Κόσιτς. Ο Κόσιτς είχε κερδίσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ’54, σκοράροντας 11 τέρματα, μάλιστα στα πρώτα 10 παιχνίδια που έδωσε η Ουγγαρία, μετά την ήττα απ’ τους Γερμανούς, πρόλαβε να ματώσει τα δίχτυα 16 φορές. Για την ιστορία, από το 1948 μέχρι το 1956 που φόρεσε την φανέλα της εθνικής Ουγγαρίας, πρόλαβε να σκοράρει 75 τέρματα σε 69 παιχνίδια, κάτι που εννοείται αποτελεί και ρεκόρ σε ποσοστό γκολ ανά συμμετοχή σε διοργανώσεις της ΦΙΦΑ. Με την φανέλα των «μπλαουγκράνα» πρόλαβε να σκοράρει 42 γκολ σε 75 εμφανίσεις. Φυσικά το καλύτερο ρεκόρ είναι τα 153 γκολ σε 142 εμφανίσεις με τη φανέλα της Χόνβεντ. Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, η υπόθεση-γκολ  ήταν  για τον Κόσιτς κάτι τόσο εύκολο όσο είναι για όλους εμάς να βάλουμε ένα ποτήρι νερό στην βρύση του σπιτιού μας. Ο Κόσιτς παρέα με τον Κζίμπορ και φυσικά τον «παλιό» Λάσλο Κουμπάλα συνέχισαν τα μαγικά τους -όχι με την φανέλα των Μαγυάρων- αλλά με αυτή της Μπαρτσελόνα, έχοντας βάλει ως μεγάλο στόχο την κατάκτηση του κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, όπως έκανε δηλαδή ο άλλος σπουδαίος της πρώην παρέας, ο Πούσκας, με την φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης το 1959 και το 1960.

                                 Κουμπάλα και Πούσκας σε κλάσικο το 1960

Την σεζόν 1960-1961 η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε Μπαρτσελόνα και Ρεάλ να τεθούν αντιμέτωπες για τους «16» του Πρωταθλητριών με τους «μπλαουγκράνα» να παίρνουν και την σπουδαία πρόκριση με συνολικό σκορ 4-3. H μεγάλη ώρα έδειχνε να είχε φτάσει για την Ουγγρική τριάδα της Μπάρτσα που λογάριαζε όμως δίχως έναν άλλο Ούγγρο και δίχως τα «φαντάσματα» του γηπέδου που είχε διεξαχθεί ο τελικός του 1954 κόντρα στους Γερμανούς. Η Μπαρτσελόνα πέρασε την Τσέχικη Σπαρτάκ Hradec στα προημιτελικά και το Αμβούργο στα ημιτελικά, φτάνοντας στον τελικό. Εκεί που θα αντιμετώπιζε δηλαδή την σπουδαία Μπενφίκα του Ούγγρου Μπέλα Γκούτμαν στο στάδιο Γουάνκντορφ της Βέρνης. Εκεί που ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ είχαν γνωρίσει την πιο οδυνηρή ήττα της ζωής, τους εφτά χρόνια πριν. Το άγχος τεράστιο μιας και σε κάθε γωνία του γηπέδου έρχονταν οι μνήμες εκείνου του χαμένου τελικού. O Κόσιτς άνοιξε το σκορ στο 21′ με υπέροχη κεφαλιά και ο Κζίμπορ σκόραρε ένα απίστευτο γκολ εκτός περιοχής στο 75′, αλλά τελικά δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την ήττα μιας και το επικό αυτογκόλ του τερματοφύλακα Άντονι Ράμαλετς έκανε  τρία τα γκολ για τους Πορτογάλους. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η ατυχία για τους Καταλανούς σε τελικούς, μια ατυχία που σταμάτησε 31 χρόνια μετά στο Γουέμπλεϊ. Στο τέλος της σεζόν ο Κουμπάλα και ο Κζίμπορ άφησαν την Μπαρτσελόνα (με τον Κόσιτς να ακολουθεί τέσσερα χρόνια αργότερα). Ένα χρόνο μετά -το 1967- και ο σπουδαίος Φέρεντς Πούσκας ανακοίνωσε την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, βάζοντας ουσιαστικά τέλος σε μια σπουδαία περίοδο για το Ουγγρικό ποδόσφαιρο.

Ουδείς μπορεί να γνωρίζει τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε διαλυθεί εκείνη η εθνική ομάδα και δεν είχαν σκορπίσει όλοι οι αστέρες της. Ίσως στο Μουντιάλ του 1958 να ήταν όλα διαφορετικά.  Ίσως η Χόνβεντ να είχε κατακτήσει ένα κύπελλο πρωταθλητριών (ίσως και παραπάνω), κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά μιας και η ιστορία έχει ήδη καταγραφεί. Το μόνο σίγουρο είναι πως εκείνη η φουρνιά των Ούγγρων είναι μία ανάμεσα στις κορυφαίες που έχει γνωρίσει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο και είναι σίγουρο πως, πολύ δύσκολα, μια τόσο μικρή χώρα θα ξαναβγάλει -μαζεμένους- τόσους πολλούς κορυφαίους ποδοσφαιριστές. Aπ’ την άλλη το Ουγγρικό ποδόσφαιρο δεν κατάφερε ποτέ ξανά να πρωταγωνιστήσει, μελαγχολώντας τους παλιούς (ρομαντικούς) φίλους του. Μια ποδοσφαιρική μελαγχολία σαν αυτή που προκαλούν -ασυναίσθητα- οι υπέροχες μελωδίες του Ούγγρου συνθέτη Μίχαλι Βιγκ στις ταινίες του Μπέλα Ταρρ. Δεν ξέρω πόσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο «Η Μελαγχολία της Αντίστασης» του Λάσλο Κρασναχορκάι, μα μέσα στις σελίδες του μπορείτε να καταλάβετε (και να δείτε) πολλά για την Ουγγαρία εκείνων των ετών και να καταλάβετε πολλά και για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, εκείνα τα χρόνια. Φυσικά και οι ποδοσφαιριστές -τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια- απλοί άνθρωποι ήταν κι αυτοί.

Τραγουδώντας στην Κόλαση

  [5 Σχόλια]

Ψάχνοντας κανείς πληροφορίες για τη Νέα Ορλεάνη, διαπιστώνει σχετικά εύκολα ότι ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κουλτούρας της πόλης είναι οι τζαζ κηδείες. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας κηδείας, μια μπάντα ακολουθεί τους συγγενείς του νεκρού στην πορεία τους μέχρι το νεκροταφείο, παίζοντας κάποιο πένθιμο εμβατήριο ή κάποιον μελαγχολικό ρυθμό. Όταν όμως ο νεκρός αφεθεί στην ‘τελευταία του κατοικία’ και η συνοδεία του πάρει το δρόμο της επιστροφής, το κλίμα σιγά-σιγά αλλάζει. Οι μελωδίες των μουσικών γίνονται πιο χαρούμενες και γρήγορες και ο κόσμος αρχίζει να χορεύει στο δρόμο (ένα χορό που πολλές φορές τον αποκαλούν «καθαρτικό»), σε μια προσπάθεια να τιμήσει το νεκρό και τη γεμάτη ζωή που έζησε αλλά και σε μια συμβολική κίνηση που δείχνει ότι η ζωή συνεχίζεται.

H Ρίβερ Πλέιτ ‘γεννήθηκε’ στις 25 Μαΐου του 1901 σε μια συνοικία δίπλα σε αυτή της Μπόκα. Μεγαλώνοντας κατέκτησε τα πάντα. Η ιστορία της είναι γεμάτη σπουδαίες επιτυχίες: Κατέκτησε πρωταθλήματα, κύπελλα, Λιμπερταδόρες, Σουνταμερικάνα, Διηπειρωτικό, ανέδειξε μερικούς από τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο, έφτιαξε μια από τις πιο φημισμένες ομάδες στην ιστορία του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, κουβάλησε περισσότερους από 15.000 οπαδούς (ανάμεσα τους κι έναν ολομόναχο τυφλό) στην άλλη άκρη της γης και ψηφίστηκε ως η 9η καλύτερη ομάδα του προηγούμενου αιώνα. Αν έπρεπε κάποιος να διαλέξει την πιο μεγάλη στιγμή της ιστορίας της όμως, θα έπρεπε να αδιαφορήσει για όλα αυτά τα αξιοσημείωτα κατορθώματα στα οποία οι ‘Μιλιονάριος’ βρέθηκαν στην κορυφή και να κοιτάξει πιο χαμηλά. Πολύ πιο χαμηλά. Για την ακρίβεια, στον πάτο.

Οι περισσότεροι θα σκεφτούν ότι η Ρίβερ ακούμπησε τον δικό της πάτο στα τέλη Ιουνίου του 2011, όταν και υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία. Αλλά εκείνο ήταν μόνο το πρώτο βήμα, όπως ακριβώς ένας δύτης ακουμπάει στο βυθό με το πρώτο πόδι. Ο πραγματικός πάτος βρίσκεται όταν και τα δυο πόδια πατήσουν γερά στον πυθμένα και βουλιάξουν και λίγο στο χώμα από το βάρος και για τη Ρίβερ αυτή η στιγμή ήρθε δυο περίπου μήνες μετά.

Ένα χειμωνιάτικο (για την Αργεντινή) και βροχερό απόγευμα του Αυγούστου του 2011, η Ρίβερ υποδεχόταν στην έδρα της την Τσακαρίτα Τζούνιορς. Ήταν η πρώτη αγωνιστική της δεύτερης κατηγορίας. Εκείνος ο αγώνας ήταν ο πραγματικός πάτος της, το απόλυτο ναδίρ μιας ένδοξης ιστορίας 110 χρόνων, η οριστική συνειδητοποίηση της τραγωδίας την οποία ζούσε μια από τις μεγαλύτερες ομάδες του πλανήτη, η μέρα που λογικά ακούστηκε η πρώτη, γεμάτη ειρωνεία και καζούρα, ερώτηση από φίλους και γνωστούς που υποστηρίζουν τους ‘άλλους’: «Mε ποιο μεγαθήριο παίζετε σήμερα;»

Το σοκ του υποβιβασμού αποτελούσε πλέον παρελθόν και μπροστά βρισκόταν μόνο η εφιαλτική αποδοχή της κατάστασης και ο αναπόφευκτος συμβιβασμός με αυτή. Όταν όλοι οι υπόλοιποι ‘μεγάλοι’ της χώρας ετοιμαζόταν για τη δεύτερη αγωνιστική της πρώτης κατηγορίας, κάνοντας σχέδια και όνειρα για τίτλους και φιέστες, η Ρίβερ Πλέιτ ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την ανάβαση του δικού της Γολγοθά, μέσω μιας δύσκολης διαδρομής που δεν είχε ξανακάνει ποτέ.

Εκεί λοιπόν, σ’εκείνο το κρύο και μίζερο Αυγουστιάτικο απόγευμα εντοπίζω εγώ τη μεγαλύτερη και ομορφότερη στιγμή στην τεράστια ιστορία αυτού του συλλόγου. Και όχι φυσικά στο χόρτο του Μονουμεντάλ, αλλά στις κερκίδες. Εκεί που βρέθηκαν μερικές δεκάδες χιλιάδες ανώνυμοι οπαδοί, που έβαλαν στην άκρη τη θλίψη, το θυμό και τον εγωισμό τους, που πιθανόν τους φώναζε «Ρίβερ είσαι, είναι δυνατόν να τρέχεις χειμωνιάτικα να δεις αγώνα δεύτερης κατηγορίας;» και πήγαν να στηρίξουν μια ομάδα που μπορεί να μη θύμιζε αυτή με την οποία μεγάλωσαν και να μην έμοιαζε καθόλου μ’αυτή που οι ίδιοι ονειρευόταν αλλά ακόμα και άσχημη, ανίκανη και αποτυχημένη παρέμενε «η δικιά τους Ρίβερ».

Η πιο ωραία στιγμή είναι αυτό το σχεδόν ανατριχιαστικό, ακόμα και για κάποιον τρίτο -όπως εμείς- που απλά εκτιμάει την αγνή οπαδική αγάπη, βίντεο στο οποίο μερικές χιλιάδες οπαδοί, άνθρωποι που μεγάλωσαν υποστηρίζοντας ένα μεγαθήριο του ποδοσφαίρου, που κατά κύριο λόγο τους πρόσφερε χαρές και μια αίσθηση ανωτερότητας και μεγαλείου, άνθρωποι που λογικά έχουν ζήσει θρυλικές νίκες και τις κατακτήσεις αρκετών τίτλων, άνθρωποι που βρέθηκαν ξαφνικά σε μια ποδοσφαιρική και οπαδική Κόλαση που θα έκανε πολλούς να το παίξουν αδιάφοροι ή να κλειστούν τις Κυριακές στα σπίτια τους από ντροπή, σ’ένα σκατένιο σημείο δηλαδή στο οποίο το μόνο που σε κρατάει δεμένο με την ομάδα είναι η γνήσια, μη ανταποδοτική αγάπη σου γι’αυτή και όχι κάποια προσδοκία για βραχυπρόθεσμες χαρές και πανηγύρια, σε μια κατάσταση που αν και απ’έξω βρωμάει αποτυχία και μιζέρια, μέσα της αρκετές φορές γεννιούνται πραγματικοί οπαδοί, χοροπηδάνε και τραγουδάνε μέσα στη βροχή, αδιαφορώντας για τις αμέτρητες καζούρες και τα άπειρα υποτιμητικά σχόλια των αντιπάλων, τραγουδάνε και χοροπηδάνε πικραμένοι αλλά και ταυτόχρονα χαρούμενοι, σαν τελείωμα τζαζ κηδείας που έχει μόλις αφήσει πίσω της το πένθος και προσπαθεί να σου υπενθυμίσει ότι η ζωή συνεχίζεται, χοροπηδάνε και τραγουδάνε όλο και πιο δυνατά όσο περνάει η ώρα, κάποιους στίχους που, πιθανόν, αμέτρητοι άλλοι έχουν φωνάξει αλλά λίγοι τους εννοούν πραγματικά, γιατί σχεδόν πάντα η θεωρία απέχει από την πράξη πολύ περισσότερο απ’όσο θα θέλαμε να απέχει, ένα τραγούδι που στον επίλογο του λέει «…εμένα δεν με νοιάζει που παίζεις, εγώ θα πηγαίνω παντού, γιατί Ρίβερ Πλέιτ σ’αγαπάω όλο και περισσότερο».

Η μέρα που ο Μπεστ κέρδισε και τη Νιούκαστλ και τον φόβο

  [4 Σχόλια]

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70′, σε ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο ένας Ιρλανδός σερβιτόρος πήρε εντολή να μεταφέρει δυο μπουκάλια πανάκριβης σαμπάνιας σε μια από τις σουίτες. Όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε η εικόνα που αντίκρισε ήταν, το λιγότερο, αξιομνημόνευτη. Ο Τζόρτζ Μπεστ στεκόταν όρθιος δίπλα του, έτοιμος να παραλάβει την παραγγελία, και στο κρεβάτι βρισκόταν ξαπλωμένη, φορώντας μόνο ένα νεγκλιζέ, η Σουηδέζα Μις Κόσμος, Μαίρη Στάβιν. Η υπόλοιπη επιφάνεια του κρεβατιού καλυπτόταν από χαρτονομίσματα, τα οποία το ζευγάρι είχε κερδίσει λίγες ώρες πριν ποντάροντας στον ιππόδρομο. Τότε, με απόλυτη σοβαρότητα και χωρίς καμία δόση ειρωνείας, ο σερβιτόρος γύρισε προς τη μεριά του Μπεστ και σχεδόν θλιμμένα τον ρώτησε: «George, where did it all go wrong?»

Για πάρα πολλά χρόνια, αυτή ήταν η αγαπημένη ιστορία του Μπεστ, ο οποίος σύμφωνα με γνωστούς και φίλους, την εξιστορούσε συχνά όταν είχε κέφια. Σ’αυτήν ουσιαστικά την ιστορία και την διαφορετική οπτική μιας συγκεκριμένης κατάστασης, συνοψιζόταν και όλη η συζήτηση γύρω από την καριέρα και τη ζωή του Βορειοϊρλανδού. Εκεί που αρκετοί (ανάμεσα τους φυσικά και ο ίδιος ο Μπεστ που συνέχεια επαναλάμβανε πως δεν μετάνιωσε για τίποτα και δεν θα άλλαζε καμία από τις αποφάσεις του) έβλεπαν μια ονειρική ζωή, γεμάτη απολαύσεις και κατακτήσεις, κάποιοι άλλοι (όπως ο άσημος, και λογικά ‘προδομένος’ από την καριέρα του Μπεστ, σερβιτόρος) έβλεπαν μια άστατη ζωή που εν μέρει κατέστρεψε μια καριέρα, αναγκάζοντας ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που εμφανίστηκαν σ’αυτό το παιχνίδι να αποσυρθεί ουσιαστικά από τα 27 του, έχοντας κατακτήσει όλα κι όλα δυο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο πρωταθλητριών.

Κανείς δεν ξέρει πως θα εξελισσόταν τα πράγματα αν ο Μπεστ έκανε μια πιο πειθαρχημένη και συνετή ζωή. Και κανείς δεν θα μάθει ποτέ. Όπως σχολιάζει πολύ εύστοχα στην ‘Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι’ ο Μίλαν Κούντερα: «Δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξέρει αυτό που πρέπει να θέλει, γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν μπορούμε ούτε να τη συγκρίνουμε με προηγούμενες ζωές ούτε να την επανορθώσουμε σε ζωές επερχόμενες. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να εξακριβωθεί ποια απόφαση εί­ναι η καλή γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης. Όλα τα ζούμε αμέσως για πρώτη φορά και χωρίς προετοιμασία». Το σίγουρο είναι ότι αυτή που τελικά έκανε, την απόλαυσε αρκετά. Και όχι μόνο αυτός:

Μερικά χρόνια πριν από το σκηνικό στο ξενοδοχείο, το φθινόπωρο του 1971, ο Μπεστ βρισκόταν στο ζενίθ της καριέρας του. Ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ένας από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου, έκανε μερικές συνεχόμενες εξαιρετικές και γεμάτες χρονιές και φυσικά ήταν ο μεγαλύτερος ποδοσφαιρικός σούπερ σταρ της εποχής του. Οι γυναίκες έκαναν ουρές απλά για να τον ακουμπήσουν, τραγούδια γραφόταν γι’αυτόν, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «ο 5ος Μπίτλ» και οι περισσότερες εστεμμένες των διαγωνισμών ομορφιάς περνούσαν κάποια στιγμή από το κρεβάτι του. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ που το 1970 ένας Γερμανός σκηνοθέτης γύρισε μια ταινία γι’αυτόν, καλύπτοντας με οχτώ κάμερες αποκλειστικά και μόνο τις κινήσεις του σε ένα τυχαίο 90λεπτο απέναντι στην Κόβεντρι, δεκαετίες πριν δημιουργήσει το Sky Sports την PlayerCam ή γυριστεί το παρόμοιο ντοκιμαντέρ για τον Ζιντάν.

Η υπερβολική φήμη όμως, ειδικά σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν πρωτόγνωρο για τα ποδοσφαιρικά δεδομένα, έχει δυο όψεις. Η έξαλλη ζωή του Μπεστ, όπως είναι αναμενόμενο, προκαλούσε αρκετούς και στις αντίπαλες κερκίδες αλλά και στην πατρίδα του. Κι αν τα γραφικά συνθήματα των αντιπάλων οπαδών ήταν απλά ένας κλασικός αγγλικός τρόπος για να εκνευρίσουν τον παίκτη («Georgie Best, superstar/ Walks like a woman and he wears a bra/ Bra’s too big, wears a wig/ And that’s why we call him a sexy pig»), κάποιες άλλες απειλές δεν ήταν τόσο γραφικές και αθώες. Σε μια τέτοια περίπτωση, κάποιος πυροβόλησε με αεροβόλο την αδερφή του στο πόδι, έξω από ένα εφηβικό πάρτι στο Μπέλφαστ, χωρίς προφανή λόγο, απλά επειδή ήταν η αδερφή του Μπεστ.

Κάπως έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 1971 και σε μια εποχή που η κατάσταση στη Βόρεια Ιρλανδία είχε ξεφύγει για τα καλά (μόνο το 1972 περίπου 500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις που έγιναν παγκόσμια γνωστές ως «The Troubles») ένας άγνωστος τηλεφώνησε σε μια εφημερίδα και ανακοίνωσε ότι ο Τζόρτζ Μπεστ είναι στο στόχαστρο του IRA, κανένας δεν το πήρε στην πλάκα. Σύμφωνα με την προειδοποίηση η επίθεση ήταν προγραμματισμένη για το επερχόμενο εκτός έδρας παιχνίδι με τη Νιούκαστλ και ήταν ουσιαστικά η απάντηση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού σε μια δωρεά που φημολογούνταν πως είχε κάνει ο Μπεστ σε μια οργάνωση Προτεσταντών.

Κατανοώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Φράνκ Ο’Φάρελ έδωσε στον Βορειοιρλανδό το δικαίωμα της επιλογής για το να θα αγωνιστεί ή όχι. Ο Μπεστ το σκέφτηκε αρκετά και αποφάσισε να μην ενδώσει στο φόβο, σκεπτόμενος και το ότι αν η απειλή τον αφήσει εκτός αγώνα, τότε δημιουργείται αυτόματα πάτημα σε οποιονδήποτε να την επαναλάβει και στα επόμενα παιχνίδια, με αποκλειστικό κίνητρο την αποδυνάμωση της Γιουνάιτεντ. Μια απόφαση που πάντως έκρυβε και μεγάλη δόση ειρωνείας: Ο παίκτης που συχνά-πυκνά έκανε κοπάνες από κάθε είδους δραστηριότητα της Γιουνάιτεντ για να περάσει κάποιες ώρες παραπάνω με κάποιο διάσημο μοντέλο, αποφάσιζε να παίξει σε ένα ματς που η ίδια η ομάδα του επέτρεπε να απουσιάσει.

Από τη μέρα που η αστυνομία ενημερώθηκε πως ο Μπεστ θα ταξιδέψει κανονικά στο Νιούκαστλ μέχρι και τη σέντρα του αγώνα, ο 25χρονος δεν έμεινε ούτε στιγμή μόνος σε δημόσιο χώρο. Αστυνομικοί βρισκόταν σε όλους τους ορόφους του ξενοδοχείου που διέμενε η ομάδα, δυο ντετέκτιβ τον συνόδευαν σε όλες του τις κινήσεις, ακόμα κι όταν πήγαινε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για να φάει, ενώ περιπολικά βρισκόταν μόνιμα σταθμευμένα απ’έξω. Ο φόβος και η ανησυχία αυξήθηκαν κι άλλο, αρχικά όταν μια γειτόνισσα του Μπεστ κατήγγειλε στην αστυνομία ότι δυο τύποι ρωτούσαν πληροφορίες για το που ακριβώς μένει ο παίκτης και στη συνέχεια όταν ανακαλύφθηκε ότι κάποιοι είχαν διαρρήξει το λεωφορείο της ομάδας το βράδυ πριν το παιχνίδι.

Το λεωφορείο, αφού πέρασε από εξονυχιστικό έλεγχο, πήγε τελικά στο γήπεδο με συνοδεία πολλών περιπολικών, οι ντετέκτιβ απαγόρεψαν στον Μπεστ να κάτσει στην αγαπημένη του θέση δίπλα στο παράθυρο και, για σιγουριά, όταν το όχημα έφτανε στο Σεντ Τζέιμς Παρκ o «Τζόρτζι» καθόταν σκυμμένος στο διάδρομο. Στις κερκίδες υπήρχαν παντού αστυνομικοί με κιάλια, έτοιμοι να επέμβουν αμέσως μόλις παρατηρήσουν κάποια ύποπτη κίνηση.

Το παιχνίδι που ακολούθησε ήταν με διαφορά το πιο περίεργο στην καριέρα του Μπεστ. Από τη μια η νευρικότητα του ήταν ολοφάνερη, από την άλλη όμως και το μαρκάρισμα πάνω του ήταν πιο χαλαρό απ’ότι συνήθως, για ευνόητους φυσικά λόγους: Κανείς δεν ήθελε να είναι ο γκαντέμης που θα έτρωγε μια σφαίρα από το πουθενά απλά και μόνο γιατί έτυχε να είναι εκατοστά δίπλα στον στόχο.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τα ρεπορτάζ, το ματς ήταν αντικειμενικά (αλλά και αναμενόμενα, βάσει των συνθηκών) κάκιστο και κρίθηκε από ένα γκολ, το οποίο πέτυχε με κοντινή προβολή ο μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα και υποτιθέμενος στόχος του IRA. To τελικό σφύριγμα πιθανόν να ήταν και ο πιο ωραίος ήχος που έχει ακούσει ποτέ ο Μπεστ. Όπως αποκάλυψε σε ένα φίλο του, σε εκείνο το παιχνίδι έτρεξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή του.

Στις δηλώσεις του μετά (πάντα με συνοδεία αστυνομικών), ανακουφισμένος και χαλαρός πλέον, το γύρισε και στην πλάκα: «Ήξερα ότι στο γήπεδο υπήρχαν δεκάδες αστυνομικοί και δεν μπορούσα να το βγάλω από το μυαλό μου. Σίγουρα ήμουν πολύ νευρικός για αρκετή ώρα. Δεν σταμάτησα να κινούμαι καθόλου γιατί για κάποιο λόγο πίστευα ότι δεν πρέπει να μείνω ακίνητος ούτε στιγμή. Ούτε καν όταν κάποιος παίκτης βρισκόταν στο χόρτο. Όταν έβαλα το γκολ ευχόμουν να με αντικαταστήσουν, τόσο πολύ με επηρέασε. Στο τέλος βέβαια έκανα πλάκα στα άλλα παιδιά, λέγοντας ότι ήταν η πρώτη φορά που σκόραρα και κανένας δεν πλησίασε για να με συγχαρεί».

Η αποστολή της Γιουνάιτεντ έφυγε από το γήπεδο όπως ακριβώς ήρθε, με ισχυρή αστυνομική συνοδεία, και μόνο όταν η ομάδα έφτασε πίσω στη βάση της κατάφεραν όλοι να χαλαρώσουν και να χαρούν για το σπουδαίο διπλό που είχαν πάρει. Κανένας δεν έμαθε ποτέ αν το τηλεφώνημα ήταν μια απλή φάρσα ή μια πραγματική απειλή για επίθεση που τελικά ματαιώθηκε. Ο επίλογος της περίεργης αυτής ιστορίας πάντως είχε γραφτεί ιδανικά μερικές ώρες πριν, όταν στη διάρκεια της συνέντευξης τύπου ο απογοητευμένος προπονητής της Νιούκαστλ Τζόι Χάρβευ, σε σχετική ερώτηση απάντησε με μπόλικο αγγλικό μαύρο χιούμορ και χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας: «Μακάρι να το είχαν πετύχει το κωλοπαίδι».

Το ταξίδι του Θαλή

  [Καθόλου σχόλια]

Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η τρέλα ενός οπαδού για την ομάδα του; Ποιες θυσίες και ποια ταλαιπωρία μπορεί να υπομείνει; Και κυρίως, με τι αντίκρυσμα; Την προπερασμένη Κυριακή είχαμε τα προημιτελικά της Δ’ εθνικής της Βραζιλίας. Ένα πρωτάθλημα που ξεκινάει με 68 ομάδες που παίζουν σε… 17 ομίλους χωρισμένους με γεωγραφικά κριτήρια με τις 32 να προκρίνονται. Από εκεί και πέρα το σύστημα είναι σαν κυπέλλου, με διπλά ματς. Κάπως έτσι έφτασε στους «8» η Εσπόρτε Κλουμπ Σάο Ζοσέ από το Πόρτο Αλέγκρε και αντιμετώπισε την Ατλέτικο Ακρεάνο.

Στο πρώτο ματς στο Πόρτο Αλέγκρε η Σάο Ζοσέ μπροστά σε περίπου 300 οπαδούς της (εκ των οποίων μόλις 122 είχαν πληρώσει εισιτήριο) έχασε με 0-1 μετά από ένα κόρνερ των φιλοξενούμενων. Ανάμεσα σε αυτούς τους οπαδούς βρισκόταν και ο Θαλής Ένγκελ (τουλάχιστον έτσι το προφέρω εγώ γιατί έχει πλάκα να είναι μισό ελληνικό και μισό τραγούδι των Rammstein). Με το 0-1 η πρόκριση για τα ημιτελικά της Δ’ εθνικής ήταν μάλλον χαμένη υπόθεση. Μιλάμε για μια ομάδα με λίγους νοματαίους για οπαδούς που έχει ως μεγαλύτερη επιτυχία δύο πρωταθλήματα Β’ εθνικής του τοπικού Καμπεονάτο Γκαούτσο, το τελευταίο πριν 30κατι χρόνια. Με λίγα λόγια, καμία ελπίδα για κάτι καλό. Κι όμως, ο Θαλής αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να χάσει την εκτός έδρας ρεβάνς για την πρόκριση στα ημιτελικά.

-Μάνα πάω στο ματς
-Εφόδια για τέσσερις μέρες να πάρεις

Πριν πείτε «σιγά ρε μεγάλε, είχα πάει κι εγώ με την ομάδα μου από το χωριό σε εκτός έδρας», ας κάνουμε λίγη Γεωγραφία. Το Πόρτο Αλέγκρε βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της χώρας, σχετικά κοντά στην Ουρουγουάη. Η έδρα της Ατλέτικο Ακρεάνο είναι στο Ρίο Μπράνκο της επαρχίας Άκρε, στα βορειοδυτικά της χώρας, κοντά στο… τριεθνές με Περού και Βολιβία. Μιλάμε για μια απόσταση 4.000 χιλιομέτρων με το αυτοκίνητο ή πτήση περίπου 6,5 ωρών με το αεροπλάνο. Ο Θαλής φυσικά δεν έχει αυτοκίνητο, ούτε χρήματα για μια τόσο μεγάλη πτήση. Έτσι, αφού παρακολούθησε το πρώτο ματς, μπήκε την Τετάρτη στο βραζιλιάνικο ΚΤΕΛ από το Πόρτο Αλέγκρε μέχρι τη Φλοριανόπολις της Σάντα Καταρίνα [μικρή σημείωση, ο Θαλής δεν ζει στο Πόρτο Αλέγκρε, είχε ήδη κάνει περίπου 500 χιλιόμετρα για το πρώτο ματς]. Πήγε στο σπίτι του, έφτιαξε τα πράγματά του και έφυγε για τον σταθμό. Μόνο που όταν έφτασε είδε ότι το λεωφορείο ήταν γεμάτο και δεν υπήρχαν εισιτήρια.

Σαν βγεις στον πηγαιμό για το Ρίο Μπράνκο

Οι περισσότεροι στη θέση του θα τα παρατούσαμε κάπου εκεί. Όχι όμως ο 22χρονος ήρωας της ιστορίας μας. Μην έχοντας πολλές επιλογές αναγκάστηκε να πάρει άλλο λεωφορείο για να αλλάξει μετά διαδρομή σε άλλη πόλη. Φυσικά αυτή η 2η επιλογή ήταν με περισσότερα χιλιόμετρα, δεκάδες στάσεις σε κάθε χωριό της βραζιλιάνικης υπαίθρου και είχε και μια βλάβη του λεωφορείου, με αποτέλεσμα οι επιβάτες να περιμένουν ώρες για να έρθει καινούριο. Ο Θαλής έκανε μπάνιο σε κάποιες στάσεις, έτρωγε ελαφριά σνακ από τις προμήθειές του και έκανε υπομονή. Παρά την ταλαιπωρία, έφτασε στον προορισμό του το πρωί της Κυριακής μετά από 4 ημέρες συνολικά στο δρόμο και πήγε κατευθείαν στο ξενοδοχείο της αγαπημένης του ομάδας. Εκεί βρήκε άλλον έναν συνοπαδό του (που είχε την οικονομική άνεση να πάρει αεροπλάνο) και τους περιποιήθηκαν οι οπαδοί της τοπικής Ρίο Μπράνκο (μεγάλης αντιπάλου της Ατλέτικο που φυσικά στήριζαν τους φιλοξενούμενους) με ένα μπάρμπεκιου με τις ευχές να προκριθεί η Σάο Ζοσέ.

Δυστυχώς για τον Θαλή το ματς δεν είχε καλό αποτέλεσμα. Η Σάο Ζοσέ έφαγε γκολ μόλις στο 6′, ισοφάρισε αργότερα, αλλά με το τελικό 1-1 αποκλείστηκε. Ο Θαλής ετοιμάστηκε να πάρει τον πικρό δρόμο της επιστροφής, κάτι που όλοι όσοι έχουμε ταξιδέψει μετά από ήττα σε εκτός έδρας ματς γνωρίζουμε ότι είναι από τα πιο ζόρικα πράγματα στον κόσμο. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Το επόμενο λεωφορείο έφευγε τη Δευτέρα. Ο φίλος μας, χωρίς λεφτά και με μια βαλίτσα, έπρεπε να μείνει στο δρόμο. Ευτυχώς όμως γι’ αυτόν, κάποιοι ποδοσφαιριστές της ομάδας συγκινήθηκαν από την περιπέτεια και κυρίως την αγάπη του οπαδού για τον μικρό σύλλογο, μάζεψαν χρήματα και του τα έδωσαν μαζί με κάποια τρόφιμα.

Ο Θαλής όχι μόνο κατάφερε να βρει ξενοδοχείο να μείνει την Κυριακή το βράδυ, αλλά χάρη στους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας (μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για παίκτες Δ’ εθνικής Βραζιλίας και για χρήματα από το υστέρημά τους, μια τεράστια κίνηση για φτωχούς ανθρώπους) πήρε μόλις ένα λεωφορείο και στη συνέχεια κατάφερε να βρει αεροπορικό εισιτήριο από το Πόρτο Βέγιο μέχρι την πατρίδα του μειώνοντας κατά πολύ την ταλαιπωρία. Ο Θαλής θα μπορούσε να υποστηρίζει μια από τις δυο τεράστιες ομάδες του Πόρτο Αλέγκρε, ομάδες που σηκώνουν πρωταθλήματα, Λιμπερταδόρες, παίζουν καλή μπάλα, έχουν τεράστιες ποδοσφαιριστές, διάλεξε όμως μια μικρή ομάδα. «Ο πατέρας μου είναι Γκρέμιο, η μητέρα μου είναι Ιντερνασιονάλ και δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί υποστηρίζω μια ομάδα Δ’ εθνικής.» Όσο δε για την απορία αν θα το ξαναέκανε, ο Θαλής είναι κάθετος. «Όπου κι αν παίζει η ομάδα, ακόμα κι αν πρέπει να πάω με λεωφορείο, θέλω να είμαι εκεί. Πλέον είμαι ακόμα πιο σίγουρος για την επιλογή μου, διάλεξα τη σωστή ομάδα να υποστηρίζω. Οι ποδοσφαιριστές μού έδωσαν ότι μπορούσαν. Χάρη σε αυτούς βρήκα δωμάτιο και εισιτήριο, συγκινήθηκα από την κίνησή τους και παραλίγο να βάλω τα κλάματα όταν μου το είπαν.»

Αλεξάντερ Τζούριτς: Ο αθλητής πρόσφυγας

  [3 Σχόλια]

Το Ντόμποϊ είναι μια πόλη που βρίσκεται στα βόρεια της Βοσνίας, αρκετά κοντά στα σύνορα με την Κροατία. Όταν όμως ο Αλεξάνταρ Τζούριτς μεγάλωνε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η πόλη ήταν μέρος μια άλλης χώρας, της Γιουγκοσλαβίας που δεν υπάρχει πια. Ο Τζούριτς λάτρευε το ποδόσφαιρο και έπαιζε συνέχεια, πολλές φορές ξεχνώντας να πάει και στο σχολείο. Τα παιδιά ήταν όλα φτωχά, έπαιζαν στο δρόμο με πέτρες για δοκάρια, χωρισμένα σε δυο ομάδες (με μπλουζάκια και ημίγυμνα), πολύ συχνά ξυπόλητα για να μη φθείρουν τα μοναδικά παπούτσια που είχαν στην ιδιοκτησία τους. Αυτή ήταν η απλή ζωή του Άλεξ μέχρι που στα 15 του γνώρισε ένα άλλο άθλημα από τους γείτονές του. Το κανόε-καγιάκ τον συνεπήρε, ο Τζούριτς κολυμπούσε στο παγωμένο και πενταβρώμικο από το κοντινό εργοστάσιο ποτάμι που μύριζε πετρέλαιο, πολλές φορές δίπλα σε νεκρά ψάρια. Ο Τζούριτς ήταν ένας καταπληκτικός αθλητής, άρχισε προπονήσεις στο κανόε-καγιάκ, τα πήγε εξαιρετικά και στα 15 του ήταν πρωταθλητής νέων της Γιουγκοσλαβίας και ένας από τους πιο ταλαντούχους στον κόσμο, παίρνοντας την 8η θέση το 1987. Το όνειρό του ήταν να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 στη Βαρκελώνη, αλλά τα πράγματα όπως ξέρουμε δεν πήγαν καλά στη γειτονική χώρα.

Η Γιουγκοσλαβία ήταν υπό διάλυση. Το κλίμα είχε αλλάξει και αυτό ήταν εμφανές. Ακόμα πιο εμφανές για τον πιτσιρικά Τζούριτς που έκανε την υποχρεωτική θητεία του στον στρατό και καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Τζούριτς ήταν Σέρβος στην καταγωγή, αλλά μεγαλωμένος στο Ντόμποϊ με μουσουλμανική πλειοψηφία και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο φανατισμός και το μίσος μεγάλωναν συνεχώς στη χώρα. Όταν έφτασε η ώρα να πάρει βαθμό, οι ανώτεροί του τον φώναξαν και του έκαναν ερωτήσεις για το αν του αρέσει ο Πρόεδρος, ποια η γνώμη του για τους Αμερικάνους, αν συμπαθεί την αστυνομία και άλλα τέτοια. Υπήρχε και το κακό προηγούμενο με τον πατέρα του που δεν ήταν υπέρ του κομμουνισμού και για κάποια αρνητικά του σχόλια για το καθεστώς είχε πάει στη φυλακή. Ο Άλεξ όμως ήταν εξαιρετικός αθλητής και φυσικά στρατιώτης και τελικά έγινε αξιωματικός. Δεν του άρεσε όμως ο πόλεμος και δεν μπορούσε να υπακούει τυφλά σε εντολές. Σε μια αποστολή μετέφερε πυρομαχικά στη Βοσνία (καθώς άρχιζαν οι προετοιμασίες για έναν εμφύλιο) και όταν του ζητήθηκε να το ξανακάνει, αρνήθηκε. Τον συνέλαβαν, τον αποκάλεσαν δειλό, τον έδειραν και τον πέταξαν σε ένα κελί.

Ο τοπικός σύλλογος καγιάκ στη Γιουγκοσλαβία (ο Άλεξ δεύτερος από αριστερά στην κάτω σειρά)

Ο κόσμος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η χώρα πήγαινε σε εμφύλιο. Ο πατέρας του Άλεξ, ένας απλός άνθρωπος με προβλήματα αλκοολισμού που πολλές φορές όταν έπινε γινόταν βίαιος, αποφάσισε ότι τουλάχιστον ένας από τους γιους του έπρεπε να φύγει, να γλιτώσει από τον επερχόμενο πόλεμο, να κρατήσει ζωντανή την οικογένεια. Επιλέχθηκε ο μικρότερος Άλεξ που ήταν και αθλητής και πιο… αντιδραστικό στοιχείο. Στα 21 του ο Άλεξ χαιρέτισε τους δικούς του, μπήκε σε ένα φορτηγό και πέρασε κρυφά με έναν ακόμα φίλο στην Ουγγαρία. Τόσο ο πατέρας του, όσο και ο αδερφός του πολέμησαν στον εμφύλιο. Ελάχιστες οικογένειες βγήκαν αλώβητες από τον πόλεμο. Το Ντόμποϊ έγινε γνωστό αργότερα για εγκλήματα πολέμου και την εκεί σφαγή, ένα από τα πολλά δράματα του πολέμου.

Ο Τζούριτς ήταν ένας πρόσφυγας σε μια ξένη χώρα, χωρίς χρήματα, ψάχνοντας να βρει ομάδα. Κατάφερε να φτάσει μέχρι και τη Σουηδία όπου προπονήθηκε στην ΑΪΚ αλλά τελικά επέστρεψε πίσω στην Ουγγαρία. Χωρίς χαρτιά πλέον μετά και την επίσημη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Για καλή του τύχη μια οικογένεια του έδωσε στέγη, ενώ βρήκε και θέση σε μια ομάδα Β’ εθνικής. «Δεν είχα καμία επαφή με τη χώρα μου. Δεν ήξερα τι είχαν γίνει οι δικοί μου. Πάλευα για ένα συμβόλαιο, πάλευα για τη ζωή μου. Δεν μπορούσα να δείξω τα συναισθήματά μου στους συμπαίκτες μου, έπρεπε να φανώ δυνατός. Πήγαινα κάθε μέρα στην προπόνηση, γύριζα στο σπίτι, έβλεπα τις ειδήσεις και έκλαιγα

Μέσα σε όλα αυτά ήρθε η πρόταση από την Ολυμπιακή Επιτροπή της Βοσνίας να εκπροσωπήσει τη χώρα στη Βαρκελώνη το καλοκαίρι του 1992 ως αθλητής του καγιάκ. Η ΔΟΕ πρότεινε να στείλει η Βοσνία δέκα αθλητές, για να δείξει ότι όλα τα έθνη πρέπει να συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Τζούριτς ήταν όμως Σέρβος και δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να εκπροσωπήσει μια χώρα με την οποία η Σερβία βρισκόταν σε πόλεμο; «Ήταν μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις που πήρα στη ζωή μου. Καθόμουν μόνος στο δωμάτιό μου. Ήξερα ότι μπορούσα να αντιμετωπίσω τους φίλους μου. Δεν ήθελα όμως να απογοητεύσω τους γονείς μου και τον αδερφό μου

Η αποστολή της Βοσνίας το 1992 στη Βαρκελώνη

Τελικά πήρε την απόφαση με βάση όσα του είχαν μάθει οι γονείς του. «Όταν μεγάλωνα μου είπαν ότι πρέπει να σέβομαι όλους τους ανθρώπους, ακόμα και αυτούς που δεν μου φέρονται καλά. Όλοι οι φίλοι μου ήταν Βόσνιοι, ήμουν κι εγώ Βόσνιος.» Σε αυτό τον βοήθησαν και τα λόγια ενός φίλου του. «Είσαι Σέρβος, αλλά πρώτα είσαι Βόσνιος. Μπορείς να δείξεις ότι Βοσνία δεν σημαίνει απαραίτητα Μουσουλμάνος, ότι είναι μια χώρα με διαφορετικούς ανθρώπους. Έζησες όλη σου τη ζωή εκεί, την μισή κολυμπώντας στον ποταμό Μπόσνα. Αξίζεις να γίνεις Ολυμπιακός αθλητής αυτής της χώρας».

Ο Τζούριτς πήρε την απόφαση, αλλά αυτό ήταν ο μισός κόπος. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να φτάσει στη Σλοβενία για να βρει τους υπόλοιπους αθλητές. Με τον σάκο του, ένα κουπί που του είχαν κάνει δώρο και 20 δολάρια στην τσέπη ξεκίνησε. Πήρε ένα λεωφορείο, έκανε οτοστόπ σε ένα φορτηγό και σε άλλα δύο αυτοκίνητα μέχρι να καταφέρει να φτάσει στα σύνορα Αυστρίας-Ουγγαρίας. Ένας από τους οδηγούς ήταν Σέρβος και όταν έμαθε ότι ο Άλεξ θα αγωνιζόταν με τα χρώματα της Βοσνίας δεν ενθουσιάστηκε καθόλου. Στα σύνορα και χωρίς χαρτιά, οι Αυστριακοί δεν τον άφηναν να περάσει. Παραλίγο το όνειρο να σταματήσει εκεί, αλλά τελικά μετά από επικοινωνία με την αυστριακή Ολυμπιακή Επιτροπή πέρασε. Έφτασε στη Σλοβενία, ταξίδεψε με την αποστολή και αγωνίστηκε έστω και χωρίς καμία προπόνηση για σχεδόν δύο χρόνια. Ήταν μια από τις σημαντικότερες στιγμές στη ζωή του. Κατάφερε να φτάσει στην ημιτελική φάση, όπου όμως τερμάτισε 19ος και τελευταίος. Ο συνολικός χρόνος που αγωνίστηκε ήταν περίπου 4,5 λεπτά, αλλά η ταλαιπωρία άξιζε. Κανείς δεν ξέρει αν η ζωή του ήταν φυσιολογική και με προπονήσεις, τι επίδοση θα μπορούσε να είχε.

Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία μπόρεσε να έχει επικοινωνία με τους γονείς του στο τηλέφωνο, να μάθει ότι ζούσαν, να μιλήσει μαζί τους. Έστω και έτσι τους ξαναβρήκε. Μέχρι που μια μέρα πριν τα γενέθλιά του το 1993 η μητέρα του έχασε τη ζωή της. Παρ’ ότι υπήρχε τυπικά εκεχειρία, στην πράξη οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν. Κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών από τους Μουσουλμάνους, ένα βλήμα έσκασε στο σπίτι της οικογένειας Τζούριτς. Η μητέρα του σκοτώθηκε στον κήπο και ο πατέρας του τραυματίστηκε. Ο Άλεξ δεν μπόρεσε να πάρει άδεια από την ουγγρική κυβέρνηση να ταξιδέψει στη Βοσνία για την κηδεία, δεν ξαναείδε την μητέρα του ποτέ μετά εκείνο το βράδυ που μπήκε στο φορτηγό για τα σύνορα. Για μήνες έκλαιγε καθημερινά και μόνη διέξοδος ήταν το ποδόσφαιρο. Παίζοντας μπάλα κατάφερνε να ξεχνιέται. Η καριέρα του τον ταξίδεψε σε διάφορα μέρη. Αυστραλία, Κίνα και ξανά Αυστραλία.

Ο Τζούριτς επιτελεί μεγάλο φιλανθρωπικό έργο, ενώ έχει υιοθετήσει και ένα παιδάκι από ίδρυμα

Παρ’ ότι πήρε την υπηκοότητα δεν κατάφερε να παίξει στην εθνική της Αυστραλίας όπως ήθελε. Πήγε τελικά στη Σιγκαπούρη, σε μια χώρα πολύ πίσω ποδοσφαιρικά, αλλά με καλές συνθήκες. Εκεί, εξαιτίας της κορμοστασιάς του, ο προπονητής τον μετέτρεψε στα 29 του σε επιθετικό, ενώ αγωνιζόταν πάντα ως χαφ ή αριστερό μπακ. Στη Σιγκαπούρη λατρεύτηκε, έγινε από τους πιο σημαντικούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Κατέκτησε οχτώ πρωταθλήματα και τρία κύπελλα με διάφορες ομάδες, όπως και τίτλους πολυτιμότερου παίκτη. Το 2000 επέστρεψε για πρώτη φορά στην πατρίδα του. Ο πατέρας του είχε καρκίνο και ήταν ετοιμοθάνατος. Ο Άλεξ γύρισε στο σπίτι του και αυτή τη φορά πρόλαβε να μιλήσει μαζί του λίγο πριν πεθάνει. Να λύσουν διαφορές, να συμφιλιωθούν για τα παιδικά χρόνια, να θυμηθούν την μητέρα του.

Ένα μικρό αφιέρωμα στον Τζούριτς από το FourFourTwo

Παρά την προχωρημένη αθλητικά ηλικία του, ο Τζούριτς συνέχισε να παίζει μπάλα σε υψηλό (για τα δεδομένα της Σιγκαπούρης) επίπεδο. Την στιγμή που οι ντόπιοι έβγαιναν έξω και ξενυχτούσαν, αυτός σηκωνόταν στις έξι το πρωί και έκανε μόνος του προπόνηση τρέχοντας και κάνοντας ασκήσεις. Πήγαινε τα παιδιά του με το ποδήλατο στο σχολείο και το απόγευμα ξανά ατομική προπόνηση. Κοιμόταν από τις 10 το βράδυ, πρόσεχε τι έτρωγε. Έβαζε κάτω σε αντοχή ποδοσφαιριστές με τα μισά του χρόνια σχεδόν. Η Σιγκαπούρη του άρεσε γιατί είχε πολυεθνικό χαρακτήρα. Μεγαλωμένος σε ένα τέτοιο περιβάλλον στη Βοσνία, ποτέ του δεν ξεχώριζε ανθρώπους για την εθνικότητα ή τη θρησκεία τους. Άνθρωποι άλλης θρησκείας ήταν υπεύθυνοι για το χαμό της μητέρας του, αλλά ο Τζούριτς δεν ένιωσε ποτέ μίσος.

Στα 29 έγινε επιθετικός, στα 37 διεθνής (και σκόρερ δύο γκολ)

Ο Τζούριτς είχε το απωθημένο να παίξει στην εκεί εθνική. Δυο φορές έκανε αίτηση για υπηκοότητα και δυο φορές δεν έγινε αποδεκτή, όταν την τρίτη φορά τα κατάφερε είχε φτάσει πλέον 37 ετών. Παρ’ όλα αυτά η αξία του δεν έμενε απαρατήρητη. Κλήθηκε στην εθνική της Σιγκαπούρης και έγινε ο πρώτος μη γηγενής που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της. Το ντεμπούτο το 2007 απέναντι στο Τατζικιστάν ήταν ονειρικό, καθώς σκόραρε και τα δύο γκολ της νίκης με 2-0. Σε 53 συμμετοχές σκόραρε 24 φορές και μαζί της κατέκτησε το AFF Cup, το κύπελλο των ομάδων της νοτιοανατολικής Ασίας σε ηλικία 42 ετών, σκοράροντας μάλιστα μέσα στην Μαλαισία στον τελικό. Έπαιξε μπάλα για ακόμα δύο χρόνια και στα 44 του εγκατέλειψε την ενεργό δράση σκοράροντας πάνω από 300 φορές για 16 διαφορετικούς συλλόγους και μέχρι την στιγμή εκείνη ο πρώτος στο κόσμο εν ενεργεία σκόρερ σε ένα πρωτάθλημα. Η αθλητική του πορεία από τα δύσκολα χρόνια στη Γιουγκοσλαβία, τον στρατό, τη φυγή του, μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την λατρεία που γνώρισε σε μια εξωτική γι’ αυτόν χώρα έλαβε τέλος. Μετά το τέλος της καριέρας του προσπαθεί να βοηθάει παιδιά και συμμετέχει σε διάφορες φιλανθρωπίες. Δεν ξεχνά ποτέ τα δικά του παιδικά χρόνια και όσα έζησε με τη διάλυση μιας χώρας.

Κάποιοι ποδοσφαιριστές βγάζουν αυτοβιογραφία στα 24 τους. Κανείς δεν έζησε τη ζωή του Τζούριτς.

Πηγές:
The Olympians
Red Sports