Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιστορίες για το τζάκι'

Αλεξάντερ Τζούριτς: Ο αθλητής πρόσφυγας

  [2 Σχόλια]

Το Ντόμποϊ είναι μια πόλη που βρίσκεται στα βόρεια της Βοσνίας, αρκετά κοντά στα σύνορα με την Κροατία. Όταν όμως ο Αλεξάνταρ Τζούριτς μεγάλωνε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η πόλη ήταν μέρος μια άλλης χώρας, της Γιουγκοσλαβίας που δεν υπάρχει πια. Ο Τζούριτς λάτρευε το ποδόσφαιρο και έπαιζε συνέχεια, πολλές φορές ξεχνώντας να πάει και στο σχολείο. Τα παιδιά ήταν όλα φτωχά, έπαιζαν στο δρόμο με πέτρες για δοκάρια, χωρισμένα σε δυο ομάδες (με μπλουζάκια και ημίγυμνα), πολύ συχνά ξυπόλητα για να μη φθείρουν τα μοναδικά παπούτσια που είχαν στην ιδιοκτησία τους. Αυτή ήταν η απλή ζωή του Άλεξ μέχρι που στα 15 του γνώρισε ένα άλλο άθλημα από τους γείτονές του. Το κανόε-καγιάκ τον συνεπήρε, ο Τζούριτς κολυμπούσε στο παγωμένο και πενταβρώμικο από το κοντινό εργοστάσιο ποτάμι που μύριζε πετρέλαιο, πολλές φορές δίπλα σε νεκρά ψάρια. Ο Τζούριτς ήταν ένας καταπληκτικός αθλητής, άρχισε προπονήσεις στο κανόε-καγιάκ, τα πήγε εξαιρετικά και στα 15 του ήταν πρωταθλητής νέων της Γιουγκοσλαβίας και ένας από τους πιο ταλαντούχους στον κόσμο, παίρνοντας την 8η θέση το 1987. Το όνειρό του ήταν να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 στη Βαρκελώνη, αλλά τα πράγματα όπως ξέρουμε δεν πήγαν καλά στη γειτονική χώρα.

Η Γιουγκοσλαβία ήταν υπό διάλυση. Το κλίμα είχε αλλάξει και αυτό ήταν εμφανές. Ακόμα πιο εμφανές για τον πιτσιρικά Τζούριτς που έκανε την υποχρεωτική θητεία του στον στρατό και καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Τζούριτς ήταν Σέρβος στην καταγωγή, αλλά μεγαλωμένος στο Ντόμποϊ με μουσουλμανική πλειοψηφία και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο φανατισμός και το μίσος μεγάλωναν συνεχώς στη χώρα. Όταν έφτασε η ώρα να πάρει βαθμό, οι ανώτεροί του τον φώναξαν και του έκαναν ερωτήσεις για το αν του αρέσει ο Πρόεδρος, ποια η γνώμη του για τους Αμερικάνους, αν συμπαθεί την αστυνομία και άλλα τέτοια. Υπήρχε και το κακό προηγούμενο με τον πατέρα του που δεν ήταν υπέρ του κομμουνισμού και για κάποια αρνητικά του σχόλια για το καθεστώς είχε πάει στη φυλακή. Ο Άλεξ όμως ήταν εξαιρετικός αθλητής και φυσικά στρατιώτης και τελικά έγινε αξιωματικός. Δεν του άρεσε όμως ο πόλεμος και δεν μπορούσε να υπακούει τυφλά σε εντολές. Σε μια αποστολή μετέφερε πυρομαχικά στη Βοσνία (καθώς άρχιζαν οι προετοιμασίες για έναν εμφύλιο) και όταν του ζητήθηκε να το ξανακάνει, αρνήθηκε. Τον συνέλαβαν, τον αποκάλεσαν δειλό, τον έδειραν και τον πέταξαν σε ένα κελί.

Ο τοπικός σύλλογος καγιάκ στη Γιουγκοσλαβία (ο Άλεξ δεύτερος από αριστερά στην κάτω σειρά)

Ο κόσμος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η χώρα πήγαινε σε εμφύλιο. Ο πατέρας του Άλεξ, ένας απλός άνθρωπος με προβλήματα αλκοολισμού που πολλές φορές όταν έπινε γινόταν βίαιος, αποφάσισε ότι τουλάχιστον ένας από τους γιους του έπρεπε να φύγει, να γλιτώσει από τον επερχόμενο πόλεμο, να κρατήσει ζωντανή την οικογένεια. Επιλέχθηκε ο μικρότερος Άλεξ που ήταν και αθλητής και πιο… αντιδραστικό στοιχείο. Στα 21 του ο Άλεξ χαιρέτισε τους δικούς του, μπήκε σε ένα φορτηγό και πέρασε κρυφά με έναν ακόμα φίλο στην Ουγγαρία. Τόσο ο πατέρας του, όσο και ο αδερφός του πολέμησαν στον εμφύλιο. Ελάχιστες οικογένειες βγήκαν αλώβητες από τον πόλεμο. Το Ντόμποϊ έγινε γνωστό αργότερα για εγκλήματα πολέμου και την εκεί σφαγή, ένα από τα πολλά δράματα του πολέμου.

Ο Τζούριτς ήταν ένας πρόσφυγας σε μια ξένη χώρα, χωρίς χρήματα, ψάχνοντας να βρει ομάδα. Κατάφερε να φτάσει μέχρι και τη Σουηδία όπου προπονήθηκε στην ΑΪΚ αλλά τελικά επέστρεψε πίσω στην Ουγγαρία. Χωρίς χαρτιά πλέον μετά και την επίσημη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Για καλή του τύχη μια οικογένεια του έδωσε στέγη, ενώ βρήκε και θέση σε μια ομάδα Β’ εθνικής. «Δεν είχα καμία επαφή με τη χώρα μου. Δεν ήξερα τι είχαν γίνει οι δικοί μου. Πάλευα για ένα συμβόλαιο, πάλευα για τη ζωή μου. Δεν μπορούσα να δείξω τα συναισθήματά μου στους συμπαίκτες μου, έπρεπε να φανώ δυνατός. Πήγαινα κάθε μέρα στην προπόνηση, γύριζα στο σπίτι, έβλεπα τις ειδήσεις και έκλαιγα

Μέσα σε όλα αυτά ήρθε η πρόταση από την Ολυμπιακή Επιτροπή της Βοσνίας να εκπροσωπήσει τη χώρα στη Βαρκελώνη το καλοκαίρι του 1992 ως αθλητής του καγιάκ. Η ΔΟΕ πρότεινε να στείλει η Βοσνία δέκα αθλητές, για να δείξει ότι όλα τα έθνη πρέπει να συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Τζούριτς ήταν όμως Σέρβος και δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να εκπροσωπήσει μια χώρα με την οποία η Σερβία βρισκόταν σε πόλεμο; «Ήταν μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις που πήρα στη ζωή μου. Καθόμουν μόνος στο δωμάτιό μου. Ήξερα ότι μπορούσα να αντιμετωπίσω τους φίλους μου. Δεν ήθελα όμως να απογοητεύσω τους γονείς μου και τον αδερφό μου

Η αποστολή της Βοσνίας το 1992 στη Βαρκελώνη

Τελικά πήρε την απόφαση με βάση όσα του είχαν μάθει οι γονείς του. «Όταν μεγάλωνα μου είπαν ότι πρέπει να σέβομαι όλους τους ανθρώπους, ακόμα και αυτούς που δεν μου φέρονται καλά. Όλοι οι φίλοι μου ήταν Βόσνιοι, ήμουν κι εγώ Βόσνιος.» Σε αυτό τον βοήθησαν και τα λόγια ενός φίλου του. «Είσαι Σέρβος, αλλά πρώτα είσαι Βόσνιος. Μπορείς να δείξεις ότι Βοσνία δεν σημαίνει απαραίτητα Μουσουλμάνος, ότι είναι μια χώρα με διαφορετικούς ανθρώπους. Έζησες όλη σου τη ζωή εκεί, την μισή κολυμπώντας στον ποταμό Μπόσνα. Αξίζεις να γίνεις Ολυμπιακός αθλητής αυτής της χώρας».

Ο Τζούριτς πήρε την απόφαση, αλλά αυτό ήταν ο μισός κόπος. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να φτάσει στη Σλοβενία για να βρει τους υπόλοιπους αθλητές. Με τον σάκο του, ένα κουπί που του είχαν κάνει δώρο και 20 δολάρια στην τσέπη ξεκίνησε. Πήρε ένα λεωφορείο, έκανε οτοστόπ σε ένα φορτηγό και σε άλλα δύο αυτοκίνητα μέχρι να καταφέρει να φτάσει στα σύνορα Αυστρίας-Ουγγαρίας. Ένας από τους οδηγούς ήταν Σέρβος και όταν έμαθε ότι ο Άλεξ θα αγωνιζόταν με τα χρώματα της Βοσνίας δεν ενθουσιάστηκε καθόλου. Στα σύνορα και χωρίς χαρτιά, οι Αυστριακοί δεν τον άφηναν να περάσει. Παραλίγο το όνειρο να σταματήσει εκεί, αλλά τελικά μετά από επικοινωνία με την αυστριακή Ολυμπιακή Επιτροπή πέρασε. Έφτασε στη Σλοβενία, ταξίδεψε με την αποστολή και αγωνίστηκε έστω και χωρίς καμία προπόνηση για σχεδόν δύο χρόνια. Ήταν μια από τις σημαντικότερες στιγμές στη ζωή του. Κατάφερε να φτάσει στην ημιτελική φάση, όπου όμως τερμάτισε 19ος και τελευταίος. Ο συνολικός χρόνος που αγωνίστηκε ήταν περίπου 4,5 λεπτά, αλλά η ταλαιπωρία άξιζε. Κανείς δεν ξέρει αν η ζωή του ήταν φυσιολογική και με προπονήσεις, τι επίδοση θα μπορούσε να είχε.

Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία μπόρεσε να έχει επικοινωνία με τους γονείς του στο τηλέφωνο, να μάθει ότι ζούσαν, να μιλήσει μαζί τους. Έστω και έτσι τους ξαναβρήκε. Μέχρι που μια μέρα πριν τα γενέθλιά του το 1993 η μητέρα του έχασε τη ζωή της. Παρ’ ότι υπήρχε τυπικά εκεχειρία, στην πράξη οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν. Κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών από τους Μουσουλμάνους, ένα βλήμα έσκασε στο σπίτι της οικογένειας Τζούριτς. Η μητέρα του σκοτώθηκε στον κήπο και ο πατέρας του τραυματίστηκε. Ο Άλεξ δεν μπόρεσε να πάρει άδεια από την ουγγρική κυβέρνηση να ταξιδέψει στη Βοσνία για την κηδεία, δεν ξαναείδε την μητέρα του ποτέ μετά εκείνο το βράδυ που μπήκε στο φορτηγό για τα σύνορα. Για μήνες έκλαιγε καθημερινά και μόνη διέξοδος ήταν το ποδόσφαιρο. Παίζοντας μπάλα κατάφερνε να ξεχνιέται. Η καριέρα του τον ταξίδεψε σε διάφορα μέρη. Αυστραλία, Κίνα και ξανά Αυστραλία.

Ο Τζούριτς επιτελεί μεγάλο φιλανθρωπικό έργο, ενώ έχει υιοθετήσει και ένα παιδάκι από ίδρυμα

Παρ’ ότι πήρε την υπηκοότητα δεν κατάφερε να παίξει στην εθνική της Αυστραλίας όπως ήθελε. Πήγε τελικά στη Σιγκαπούρη, σε μια χώρα πολύ πίσω ποδοσφαιρικά, αλλά με καλές συνθήκες. Εκεί, εξαιτίας της κορμοστασιάς του, ο προπονητής τον μετέτρεψε στα 29 του σε επιθετικό, ενώ αγωνιζόταν πάντα ως χαφ ή αριστερό μπακ. Στη Σιγκαπούρη λατρεύτηκε, έγινε από τους πιο σημαντικούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Κατέκτησε οχτώ πρωταθλήματα και τρία κύπελλα με διάφορες ομάδες, όπως και τίτλους πολυτιμότερου παίκτη. Το 2000 επέστρεψε για πρώτη φορά στην πατρίδα του. Ο πατέρας του είχε καρκίνο και ήταν ετοιμοθάνατος. Ο Άλεξ γύρισε στο σπίτι του και αυτή τη φορά πρόλαβε να μιλήσει μαζί του λίγο πριν πεθάνει. Να λύσουν διαφορές, να συμφιλιωθούν για τα παιδικά χρόνια, να θυμηθούν την μητέρα του.

Ένα μικρό αφιέρωμα στον Τζούριτς από το FourFourTwo

Παρά την προχωρημένη αθλητικά ηλικία του, ο Τζούριτς συνέχισε να παίζει μπάλα σε υψηλό (για τα δεδομένα της Σιγκαπούρης) επίπεδο. Την στιγμή που οι ντόπιοι έβγαιναν έξω και ξενυχτούσαν, αυτός σηκωνόταν στις έξι το πρωί και έκανε μόνος του προπόνηση τρέχοντας και κάνοντας ασκήσεις. Πήγαινε τα παιδιά του με το ποδήλατο στο σχολείο και το απόγευμα ξανά ατομική προπόνηση. Κοιμόταν από τις 10 το βράδυ, πρόσεχε τι έτρωγε. Έβαζε κάτω σε αντοχή ποδοσφαιριστές με τα μισά του χρόνια σχεδόν. Η Σιγκαπούρη του άρεσε γιατί είχε πολυεθνικό χαρακτήρα. Μεγαλωμένος σε ένα τέτοιο περιβάλλον στη Βοσνία, ποτέ του δεν ξεχώριζε ανθρώπους για την εθνικότητα ή τη θρησκεία τους. Άνθρωποι άλλης θρησκείας ήταν υπεύθυνοι για το χαμό της μητέρας του, αλλά ο Τζούριτς δεν ένιωσε ποτέ μίσος.

Στα 29 έγινε επιθετικός, στα 37 διεθνής (και σκόρερ δύο γκολ)

Ο Τζούριτς είχε το απωθημένο να παίξει στην εκεί εθνική. Δυο φορές έκανε αίτηση για υπηκοότητα και δυο φορές δεν έγινε αποδεκτή, όταν την τρίτη φορά τα κατάφερε είχε φτάσει πλέον 37 ετών. Παρ’ όλα αυτά η αξία του δεν έμενε απαρατήρητη. Κλήθηκε στην εθνική της Σιγκαπούρης και έγινε ο πρώτος μη γηγενής που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της. Το ντεμπούτο το 2007 απέναντι στο Τατζικιστάν ήταν ονειρικό, καθώς σκόραρε και τα δύο γκολ της νίκης με 2-0. Σε 53 συμμετοχές σκόραρε 24 φορές και μαζί της κατέκτησε το AFF Cup, το κύπελλο των ομάδων της νοτιοανατολικής Ασίας σε ηλικία 42 ετών, σκοράροντας μάλιστα μέσα στην Μαλαισία στον τελικό. Έπαιξε μπάλα για ακόμα δύο χρόνια και στα 44 του εγκατέλειψε την ενεργό δράση σκοράροντας πάνω από 300 φορές για 16 διαφορετικούς συλλόγους και μέχρι την στιγμή εκείνη ο πρώτος στο κόσμο εν ενεργεία σκόρερ σε ένα πρωτάθλημα. Η αθλητική του πορεία από τα δύσκολα χρόνια στη Γιουγκοσλαβία, τον στρατό, τη φυγή του, μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την λατρεία που γνώρισε σε μια εξωτική γι’ αυτόν χώρα έλαβε τέλος. Μετά το τέλος της καριέρας του προσπαθεί να βοηθάει παιδιά και συμμετέχει σε διάφορες φιλανθρωπίες. Δεν ξεχνά ποτέ τα δικά του παιδικά χρόνια και όσα έζησε με τη διάλυση μιας χώρας.

Κάποιοι ποδοσφαιριστές βγάζουν αυτοβιογραφία στα 24 τους. Κανείς δεν έζησε τη ζωή του Τζούριτς.

Πηγές:
The Olympians
Red Sports

Ο αλκοολικός που έφτασε στην Πριμέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Κάπου στα 1.700 περίπου μέτρα υψόμετρο, κοντά σχετικά στην πρωτεύουσα της Κολομβίας Μπογκοτά, αλλά αποκλεισμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκεται το χωριουδάκι Κάκεσα. Εκεί έζησε τα πρώτα του χρόνια ο Ντανιέλ Αλεχάντρο Τόρες, μέχρι που αποφάσισε να ακολουθήσει την καριέρα του ποδοσφαιριστή. Ένα παιδί από το χωριό ταξίδεψε στην μεγάλη πόλη, έμενε σε έναν ξενώνα και έπαιζε μπάλα στις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε. Το ταλέντο του άρχισε να ξεχωρίζει και σιγά σιγά ο Ντάνι όπως τον φωνάζουν οι φίλοι κατάλαβε ότι θα γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

«Ήταν μια ευλογία για μένα. Για όλους όσοι θέλουμε να γίνουμε ποδοσφαιριστές είναι ένα όνειρο όταν τα καταφέρεις». Μόνο που εκεί άρχισαν και τα προβλήματα. Ο Ντανιέλ Τόρες βίωσε πολύ διαφορετικά την αλλαγή αυτή και δεν μπόρεσε να τη διαχειριστεί. «Ποτέ δεν έπινα, δεν μου άρεσε το ποτό. Στην Κολομβία πίνουμε αγουαρντιέντε [σ.Σ. ένα απόσταγμα με γλυκάνισο]. Αλλά εμένα δεν μου άρεσε. Έτσι δοκίμασα το ουίσκι. Κατέληξα να πίνω δυο μπουκάλια.» Ο Ντανιέλ Τόρες έπινε κάθε βράδυ και το επόμενο πρωί πήγαινε κανονικά στην προπόνηση. Απορεί κι ο ίδιος, δεν ξέρει πώς άντεξε το κορμί του, πώς τα κατάφερνε, πώς δεν είχε τραυματισμούς.

Φυσικά, δεν είναι εύκολο να κρύψεις ένα τέτοιο πρόβλημα. Ειδικά όταν έκαναν εξετάσεις στην ομάδα. Ήταν πάρα πολλές φορές που ο Τόρες βρέθηκε με αλκοόλ στο αίμα του, αλλά ο γιατρός και η διοίκηση του τη χάριζαν. Όλα αυτά μέχρι που ήρθε το 2011 στην ομάδα ένας πιο αυστηρός προπονητής. Ο αμυντικός χαφ Τόρες έμεινε εκτός αγώνων για περίπου ένα εξάμηνο και στο τέλος της σεζόν ζήτησε να φύγει γιατί ήξερε πώς δεν θα έπαιζε. Η διοίκηση αποφάσισε να τον δώσει δανεικό για να δει μήπως η αλλαγή περιβάλλοντος τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημά του.

Κάπως έτσι ο Τόρες πήγε δανεικός στην Ατλέτικο Νασιονάλ. Το Μεντεγίν όμως είναι μια πόλη με νυχτερινή ζωή. Ο Τόρες άρχισε να βγαίνει συνέχεια έξω, να πίνει ακόμα περισσότερο, το πρόβλημα μεγάλωσε αντί να λυθεί. Οι καβγάδες στο σπίτι άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Και όπως πολύ συχνά συμβαίνει στους αλκοολικούς, κάθε πρόβλημα (υπαρκτό ή όχι) οδηγούσε στο ποτό. Μια ήττα για την ομάδα, μια αναποδιά, μια διαφωνία με τη γυναίκα του. Στα γενέθλια του βγήκε να διασκεδάσει, ήπιε και εμφανίστηκε στην προπόνηση μετά από τρεις ημέρες και με 40′ καθυστέρηση. Η Ατλέτικο του έκανε αλκοτέστ, βγήκε θετικός και τιμωρήθηκε για αρκετά παιχνίδια στο πιο κρίσιμο σημείο της σεζόν. Λίγο πριν το τελευταίο παιχνίδι που θα έκρινε τη συμμετοχή στα πλέι-οφ, ο πρόεδρος τον πλησίασε και του είπε ότι είτε θα δώσει την νίκη, είτε θα φύγει. Λίγο άδικο να το πεις σε έναν παίκτη, αλλά έτσι είναι. Η Ατλέτικο έχασε με 1-0, η σεζόν τελείωσε και οι παίκτες έφυγαν για διακοπές. Ο πρόεδρος της Σάντα Φε του είπε ότι η Νασιονάλ δεν τον θέλει άλλο και ότι θα πρέπει να πάει σε μια μικρή ομάδα πλέον. Ήταν Ιανουάριος του 2012. Η γυναίκα του τον είχε παρατήσει μαζί με το παιδί, οι δημοσιογράφοι τον αποκαλούσαν μεθύστακα, καμία μεγάλη ομάδα δεν τον ήθελε, κανένας οπαδός δεν τον στήριζε. Ο Τόρες έπιασε πάτο.

Πάντα τὸν τόπον, οὗ ἐὰν πατήσῃ τὸ ἴχνος τοῦ ποδὸς ὑμῶν, ὑμῖν ἔσται
– Δευτερονόμιον 11:24

Σεπτέμβριος 2016. Η Ντεπορτίβο Αλαβές έχει ήδη πάρει μια ισοπαλία στο Βιθέντε Καλντερόν στο 95′ και πηγαίνει στο Καμπ Νου. Λίγο πριν το ματς, ένας από τους ποδοσφαιριστές των φιλοξενούμενων, στην καθιερωμένη βόλτα των παικτών, φτάνει στο χορτάρι, βγάζει τα παπούτσια και το πατάει ξυπόλητος με ένα κινητό στο αυτί. Δεν μιλάει καθόλου, φαίνεται να ακούει μόνο. Λίγη ώρα αργότερα, ο ίδιος αυτός τύπος μπαίνει με τη φανέλα που γράφει Τόρες πάνω από το νούμερο 16 και 90 λεπτά μετά φεύγει νικητής με 1-2 από το Καμπ Νου. Ο Τόρες παίζει 17 ματς βασικός στην Πριμέρα και άλλα 4 στο κύπελλο μέχρι τον τελικό (όπου δεν αγωνίζεται). Την ίδια στιγμή έχει φτάσει τις 15 συμμετοχές με την εθνική Κολομβίας και είναι αρκετά πιθανό να τον δούμε στο Μουντιάλ της Ρωσίας αν η χώρα του τα καταφέρει.

Οικογενειακή γαλήνη

Τι μεσολάβησε και ένας τελειωμένος παίκτης με πολλά προβλήματα αγωνίζεται στο υψηλότερο επίπεδο; Όταν ο Ντάνι έφυγε από τη Νασιονάλ, γύρισε τελικά πίσω στην Ιντεπεντιέντε καθώς δεν βρέθηκε ομάδα. Ο Τόρες αποφάσισε να καθαρίσει. Τα βρήκε με τη γυναίκα του, προσπάθησε να αποδείξει ότι θα άλλαζε. Μην ξέροντας από πού να πιαστεί, άκουσε τη συμβουλή του φίλου του και συμπαίκτη του Καμίλο Βάργκας που του γνώρισε μια… πνευματικό, την πεθερά του. Η κυρία Σάντρα Μερίνο ξεκίνησε τον προσηλυτισμό, αλλά ο Τόρες δεν πείστηκε ιδιαίτερα. Μέχρι που μια μέρα στα πολύ άσχημά του, άνοιξε τη Βίβλο και διάβασε ότι όποιος ακολουθήσει το Θεό διαγράφει το παρελθόν του, γίνεται καινούριος άνθρωπος και ξεκινάει από την αρχή. Ο Τόρες είπε να δοκιμάσει και τη μέθοδο της θρησκείας. Αυτή η νέα αρχή ήταν που αποζητούσε. Ξαναμίλησε με την κυρία Σάντρα, η οποία του έκανε κάτι μεταξύ κατήχησης και ψυχοθεραπείας και κάπως έτσι άρχισε η ανάκαμψή του.

Φυσικά όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. Η καχυποψία υπήρχε από όλους. Δημοσιογράφους, οπαδούς, προπονητές, ακόμα και συμπαίκτες. Τύχαινε να αργήσει καμία φορά στην προπόνηση γιατί είχε κίνηση ή είχε συμβεί κάτι και το έβλεπε στα μάτια όλων. «Ο Ντάνι ξανακύλησε, τον πήρε ο κατήφορος πάλι». Είχε λίγο διαφορετική διάθεση και όλοι πίστευαν ότι είχε πει ξανά το προηγούμενο βράδυ. Κανείς δεν πίστευε σε αυτόν, ένας άνθρωπος με εθισμούς δεν είναι εύκολο να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη.

Η κυρία Σάντρα Μερίνο. Όποιος περίμενε μια γιαγιούλα με μαύρα ατύχησε. Δείχνει έτοιμη να στήσει ένα τουρνουά μπιρίμπας.

Ο Τόρες όμως δεν ήταν ο μοναδικός που εμπιστεύτηκε την κυρία Σάντρα. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε είχε να δει πρωτάθλημα 37 ολόκληρα χρόνια. Η ομάδα ξεκίνησε παίζοντας καλά το 2012, αλλά δεν μπορούσε να κερδίσει με τίποτα. Όλο κάτι γινόταν, όλο κάτι στράβωνε. Επτά ματς χωρίς νίκη. Ο προπονητής ήταν υπό κρίση, αλλά οι παίκτες τον πίστευαν. Τον πίστευαν γιατί ήταν σίγουροι ότι κάτι μεταφυσικό συνέβαινε, ότι κάποιος τους είχε καταραστεί, η ρίζα του κακού δεν ήταν αγωνιστική. Ο πρόεδρος βλέποντας την ομάδα να ξεκινάει με σερί ισοπαλιών, έδωσε τελεσίγραφο στον προπονητή για το ντέρμπι με τους Μιγιονάριος. Οι παίκτες το πήραν πάνω τους. Πήγαν στη διοίκηση και είπαν τις σκέψεις τους, δεν φταίει ο κόουτς, φταίει το κακό το μάτι. Ζήτησαν από τον πρόεδρο να αφήσει να μπει ο Θεός στην ομάδα μέσω της σενιόρας Σάντρα. Όπως έχουμε δει και στο παρελθόν, αυτά τα πράγματα στην Κολομβία δεν είναι ασυνήθιστα. Ο πρόεδρος αφού είδε ότι τίποτα άλλο δεν είχε πιάσει δέχτηκε, αλλά μια που η πνευματικός έμενε μακριά, η πρώτη… συνεδρία έγινε μέσω Skype (δεν τα βγάζω από το μυαλό μου, αλήθεια λέω).

Το ματς που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε

Η κυρία Σάντρα είπε ένα σωρό πράγματα. Τι ότι είχε όραμα το 2010 όταν ο Θεός της αποκάλυψε ότι η Σάντα Φε θα έπαιρνε το πρωτάθλημα. Τι ότι το όνομα (σάντα και φε, αγία δύναμη σαναλέμε) δεν είναι τυχαίο, τι ότι το κόκκινο χρώμα της είναι το αίμα του Ιησού, τι ότι αυτός θα είναι ο έβδομος τίτλος της Σάντα Φε και όλοι ξέρουμε ότι αυτός ο αριθμός έχει μεγάλη σημασία. Ένα σωρό τέτοια «προφητικά» και ανεβαστικά που θα έκαναν τον Αλ Πατσίνο να κρυφτεί από ντροπή. Και μετά, ταξίδεψε στην Μπογκοτά. Και το Σάββατο πριν το ματς, συνάντησε τους παίκτες και σαν τους 12 11 μαθητές της, τους έπλυνε τα πόδια. Εσείς πείτε ό,τι θέλετε, αλλά την επόμενη μέρα η Ιντεπεντιέντε στο ημίχρονο κέρδιζε 0-4 τους Μιγιονάριος. Φαίνεται πάντως ότι δεν αρκούσε η θεία δύναμη, γιατί στο 2ο ημίχρονο άρχισαν τις πλακίτσες, τις ντριμπλίτσες, τα τούνελ σε αντιπάλους και τελικά αυτοί μείωσαν σε 4-3. Η νίκη όμως ήρθε και μαζί ξεκίνησε ένα σερί επτά νικών. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε κέρδισε πρωτάθλημα και πάλι μετά από 37 χρόνια και άντε να πείσεις εσύ τώρα τους παίκτες της ότι δεν είχε μεγαλύτερη συμβολή η πνευματικός από τον δόλιο προπονητή. Αν δεν με πιστεύετε υπάρχει βίντεο στα πανηγύρια που αρκετοί παίκτες την αναφέρουν στις δηλώσεις τους, ενώ για τον κόουτς δεν λένε τίποτα.

Οι εμφανίσεις του Τόρες σε Κολομβία και σε Λιμπερταδόρες έκαναν το όνομά του γνωστό και ο Κολομβιανός πήγε στην Αλαβές. Ακόμα και μετά την μεταγραφή του στην Ισπανία όμως, η ιεροτελεστία δεν σταμάτησε. Μια ώρα πριν τον αγώνα, ο Ντάνι απομονώνεται από τους υπόλοιπους, πατάει χορτάρι, παίρνει τηλέφωνο την κυρία Σάντρα και την ακούει να του απαγγέλει (είναι αυτή η σωστή λέξη;) κομμάτια από τη Βίβλο (ειδικά αυτό από το Δευτερονόμιο). Τόσο για να του φέρει καλή τύχη, όσο και για κρατήσει τους παλιούς… δαίμονες μακριά του. Το βασικότερο όμως είναι ο Τόρες έσωσε την καριέρα του και κυρίως την οικογένειά του και την προσωπική του ζωή. Έστω και με έναν όχι επιστημονικό τρόπο.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντιντιέ Ντρογκμπά

  [2 Σχόλια]

8 Οκτωβρίου 2005. Η Ακτή Ελεφαντοστού φιλοξενείται στο Σουδάν για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών του Μουντιάλ της Γερμανίας. Οι φιλοξενούμενοι θέλουν οπωσδήποτε τη νίκη για να τερματίσουν πρώτοι στον όμιλο τους και να πάρουν την πρόκριση απ’ευθείας. Οι παίκτες του, γνωστού μας από το πέρασμα του από τον Άρη, Ανρί Μισέλ, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίδρασης στους αδιάφορους γηπεδούχους και καθαρίζουν το ματς από τα μισά του δευτέρου ημιχρόνου. Το παιχνίδι λήγει τελικά 1-3, η εθνική ομάδα της Ακτής Ελεφαντοστού προκρίνεται για πρώτη φορά σ’ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι κάτοικοι της Ακτής ξεχύνονται στους δρόμους να πανηγυρίσουν. Είναι η πρώτη μεγάλη χαρά που παίρνουν μετά από πολλά χρόνια. Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση εμφυλίου από το 2002, όταν οι αντάρτες κατέλαβαν το βόρειο μέρος της χώρας. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένοπλες συγκρούσεις σε διάφορα σημεία της χώρας, η οποία ουσιαστικά πλέον ήταν χωρισμένη στη μέση, αναγκάζοντας όσους θέλουν να μεταβούν από το το νότο στο βορρά, ή το αντίστροφο, να περνάνε από δυο σημεία ελέγχου. Οι δυο πλευρές αδυνατούσαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση, οι εντάσεις συνεχιζόταν σε διάφορα σημεία της χώρας και οι εκλογές πήγαιναν από αναβολή σε αναβολή.

Πίσω στο Σουδάν, στα αποδυτήρια έχει στηθεί το αναμενόμενο πανηγύρι. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο μπαίνει για να πάρει τις πρώτες δηλώσεις από τους πρωταγωνιστές που χοροπηδάνε, τραγουδάνε και μπουγελώνονται. Κάποια στιγμή ο 27χρονος επιθετικός Ντιντιέ Ντρογκμπά παίρνει το μικρόφωνο, ζητάει από τους υπόλοιπους να κάνουν ησυχία και ξεκινάει να μιλάει στην κάμερα:

«Άντρες και γυναίκες της Ακτής Ελεφαντοστού, από το βορρά, το νότο, το κέντρο και τη δύση. Αποδείξαμε σήμερα ότι όλοι οι Ιβοριανοί μπορούμε να συνυπάρξουμε και να παίξουμε μαζί για ένα κοινό σκοπό, να προκριθούμε στο Μουντιάλ. Υποσχεθήκαμε ότι οι πανηγυρισμοί θα ενώσουν τον κόσμο. Σήμερα σας ικετεύουμε πέφτοντας στα γόνατα…»

Σ’αυτό το σημείο όλη η ομάδα γονατίζει μπροστά στην κάμερα και ο Ντρογκμπα συνεχίζει:

«Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Μια χώρα της Αφρικής με τόσο πλούτο δεν πρέπει να χαραμίζεται πολεμώντας. Σας παρακαλώ, αφήστε τα όπλα σας και κάντε εκλογές. Όλα θα είναι καλύτερα…»

Η έκκληση μοιάζει και ακούγεται λίγο παιδική αλλά το μομέντουμ και ο άνθρωπος που την κάνει της δίνουν μια ασύλληπτη δυναμική που πιθανόν κανείς εκτός Αφρικής δεν μπορεί να αντιληφθεί. Οι Ιβοριανοί αγαπάνε το ποδόσφαιρο (όταν παίζει η εθνική όλη η χώρα βρίσκεται μπροστά από μια τηλεόραση) και λατρεύουν τον Ντρογκμπά, που εκτός από ηγέτης της εθνικής είναι ήδη και παγκόσμιος σούπερ σταρ, σαν πρωταθλητής Αγγλίας με την Τσέλσι. Η φάτσα του βρίσκεται σχεδόν σε κάθε γειτονιά της χώρας, είτε σε αφίσα, είτε σε τοιχογραφία, είτε σε κάποια διαφήμιση. Το ποδόσφαιρο μπορεί για κάποιους να είναι 22 τύποι που κυνηγάνε μια μπάλα αλλά ο συγκεκριμένος τύπος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι ο πιο αγαπητός και αποδεκτός άνθρωπος μιας χώρας 22 εκατομμυρίων κατοίκων που υποφέρει από διχόνοια και εμφύλιο μίσος.

«Όταν είδα τον Ντρογκμπά να βγάζει αυτόν τον λόγο στην τηλεόραση συγκινήθηκα» δήλωσε λίγα χρόνια μετά ο Κριστόφ Ντικέτ, ένα από τα ανώτατα στελέχη της ΠΟ της Ακτής. «Δίπλα μου η γυναικά μου έκλαιγε. Οι άνθρωποι στην τηλεόραση έκλαιγαν. Αυτό που έγινε δεν θα μπορούσε να γίνει από κανέναν άλλον. Μόνο από τον Ντρογκμπά. Είναι αυτός που ουσιαστικά μας θεράπευσε από τον πόλεμο». Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου αθλητισμού: «Εμείς οι πολιτικοί πήγαμε στα καλύτερα πανεπιστήμια και θεωρούμαστε οι μορφωμένοι, οι υποτιθέμενοι ηγέτες της χώρας. Κι όμως στο θέμα της επίτευξης ειρήνης αποτύχαμε. Μια ομάδα παικτών κατάφερε να μας ενώσει. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά εμφανίστηκε από το πουθενά και έγινε ήρωας για όλους μας».

Η χαρά της πρόκρισης, το μήνυμα του Ντρογκμπά και η εικόνα των αγκαλιασμένων παικτών της εθνικής που προερχόταν από διαφορετικά σημεία της χώρας (κάποιοι εξ αυτών και από το βόρειο τμήμα που κατείχαν οι αντάρτες) ‘ανάγκασε’ τους ηγέτες των δυο αντιμαχόμενων πλευρών να αρχίσουν ξανά νέο κύκλο επαφών και διαβουλεύσεων για την ανεύρεση μιας ειρηνικής λύσης. Οι ένοπλες συγκρούσεις σταμάτησαν και ακολούθησαν δυο χρόνια όπου ο εμφύλιος συνεχιζόταν μεν αλλά κυρίως σε διπλωματικό επίπεδο. Τότε ο Ντρογκμπά βρήκε την ευκαιρία να βγει ξανά μπροστά.

Στις 3 Ιουνίου του 2007 η Ακτή υποδεχόταν τη Μαδαγασκάρη για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής. Ο Ιβοριανός επιθετικός, του οποίου η φήμη και η δύναμη είχαν μεγαλώσει κι άλλο χάρη στις συνεχιζόμενες επιτυχίες του εντός γηπέδων (νέοι τίτλοι με Τσέλσι, ‘Καλύτερος Αφρικανός παίκτης για το 2006, νίκες και γκολ με την καλύτερη φουρνιά παικτών που είδε ποτέ η εθνική της Ακτής), προσέγγισε τον πρόεδρο της χώρας και του ζήτησε να αλλάξει η έδρα διεξαγωγής του αγώνα και αντί για την πρωτεύουσα να γίνει στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, το Μπουακέ, που βρισκόταν στα εδάφη που κατείχαν οι αντάρτες.

(Ο Ντρογκμπά είχε ήδη κάνει μια εξίσου σημαντική και συμβολική επίσκεψη στο Μπουακέ λίγους μήνες πριν, όταν βρέθηκε στην πόλη για να γιορτάσει εκεί την ανάδειξη του σαν καλύτερος Αφρικανός παίκτης της χρονιάς. «Ήρθα εδώ για να δείξω ότι αυτή η Χρυσή Μπάλα ανήκει σε όλη την Ακτή Ελεφαντοστού» ανέφερε στην ομιλία του πριν κάνει μια νέα έκκληση για ειρήνη, εν μέσω αποθέωσης από τους κατοίκους της πόλης που στο πρόσωπο του έβλεπαν έναν ουδέτερο που το μόνο που ήθελε ήταν να τα βρούνε οι δυο πλευρές. «Πάνω απ’όλα είμαι ένας απ’αυτούς» όπως έχει πει και ο ίδιος.)

Η πρόταση του για αλλαγή έδρας εισακούστηκε και έτσι για πρώτη φορά η εθνική ομάδα έπαιξε στο βόρειο κομμάτι της χώρας, σε ένα κατάμεστο γήπεδο (που με αφορμή τον συγκεκριμένο αγώνα ανακαινίστηκε με λεφτά της κυβέρνησης), στα επίσημα του οποίου βρισκόταν μέλη των ηγεσιών και των δυο πλευρών. Για πρώτη φορά μετά από πέντε πολύ δύσκολα χρόνια η Ακτή Ελεφαντοστού ήταν ουσιαστικά ενωμένη, χάρη σ’ένα από τα λίγα πράγματα που τα χρόνια του εμφυλίου την κρατούσαν ενωμένη: το ποδόσφαιρο. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά είχε πετύχει το στόχο του: «Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που μου έχει συμβεί. Ήταν κάτι παραπάνω από μπάλα πλέον. To να βλέπεις τους αρχηγούς και των δυο πλευρών να τραγουδάνε δίπλα-δίπλα τον εθνικό ύμνο είναι πολύ ξεχωριστό. Ένιωσα ότι η Ακτή Ελεφαντοστού σήμερα ξαναγεννήθηκε. Όλο αυτό δείχνει πως το ποδόσφαιρο μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους».

Το – εξίσου – σημαντικό είναι ότι πέτυχε τον στόχο του χωρίς ποτέ η επιτυχία αυτή να επηρεάσει ιδιαίτερα την συλλογική του καριέρα ή την εικόνα του στην Ευρώπη. Η εμπλοκή του στα δρώμενα της χώρας του δεν κέρδισε καμία ιδιαίτερη προβολή στον ευρωπαϊκό Τύπο και όταν μετά από χρόνια ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε σχετικά, ο Ντρογκμπά αρκέστηκε να σχολιάσει: «Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω οτιδήποτε σε οποιονδήποτε για το ποιος είμαι στην Αφρική».

Δέκα χρόνια (και έναν δεύτερο – ευτυχώς – πολύ μικρότερο εμφύλιο) μετά, ο 39χρονος Ντρογκμπά, αν και συνεχίζει να παίζει μπάλα στις ΗΠΑ, έχει αποσυρθεί από την εθνική ομάδα. Στην περίοδο αυτή κατέκτησε μερικά ακόμα τρόπαια, κέρδισε κάμποσες ατομικές διακρίσεις και βραβεία, καθόρισε έναν τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, έπαιξε σε δυο ακόμα Μουντιάλ, έγινε πρώτος σκόρερ της εθνικής και έφτασε δυο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής. Αναμφίβολα όμως, το μεγαλύτερο κατόρθωμα της σπουδαίας καριέρας του ήταν, είναι και θα παραμείνει για πάντα το ότι βοήθησε σημαντικά στο να ενωθεί ένας διχασμένος λαός.

Η Μαφία και το ποδόσφαιρο

  [4 Σχόλια]

Η Ιταλία είναι μια χώρα που παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από το βορρά προς το νότο, τόσο μεγάλες που θα μπορούσαμε να μιλάμε για δυο διαφορετικές χώρες. Ένα από τα χαρακτηριστικά του νότου σε πολλές περιοχές είναι κι η παρουσία της Μαφίας. Είτε μιλάμε για τη Κόζα Νόστρα της Σικελίας, είτε για την Καμόρα στη Νάπολη, είτε για την Ντραγκέτα της Καλαβρίας, πρόκειται για οργανώσεις που σε μεγάλο βαθμό επηρεάζουν τη ζωή όλων των κατοίκων. Στον κανόνα αυτό δεν μπορούν να αποτελούν εξαίρεση οι ποδοσφαιριστές. Το σημερινό κείμενο είναι αφιερωμένο σε τρεις πασίγνωστους Ιταλούς επιθετικούς, που η ζωή τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σημαδεύτηκε από την παρουσία της Μαφίας.

Το ξεκίνημα γίνεται με τον Μάρκο Μποριέλο. Έναν ποδοσφαιριστή με μια καριέρα γεμάτη μεταγραφές και δανεισμούς που δεν ανταποκρίθηκε τόσο στις προσδοκίες του κόσμου. Βγαλμένος από τις ακαδημίες της Μίλαν, ο Μποριέλο έχει αγωνιστεί σε περίπου 15 ομάδες, αλλά ποτέ στην ομάδα της πατρίδας του, τη Νάπολι. Εκεί όπου στη γειτονιά Σαν Τζιοβάνι μεγάλωσε και έζησε μια τραγωδία.

Για παιδί που ξεκίνησε από μια από τις χειρότερες γειτονιές, τα κατάφερε καλά

Στο Σαν Τζιοβάνι λέγεται ότι υπάρχει η μεγαλύτερη… πυκνότητα σε συμμορίες από οπουδήποτε αλλού. Μια άκρως επικίνδυνη περιοχή στην οποία είτε είσαι μέλος συμμορίας, είτε ζεις υπό το φόβο της. Ο πατέρας Μποριέλο ήταν μπλεγμένος κι αυτός στην παρανομία, αλλά τελικά αθωώθηκε από το δικαστήριο. Λίγο καιρό αργότερα όμως εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Η φαμίλια έζησε στην αβεβαιότητα μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Ο Βιτόριο Μποριέλο είχε δανείσει χρήματα στον Πασκουάλε Τσεντόρε, έναν πρώην δήμαρχο της πόλης Καζερτάνο. Ο δήμαρχος που είχε σχέσεις με την οικογένεια Καζαλέζι, δεν ήθελε να τα επιστρέψει και σε έναν καβγά δολοφόνησε τον πατέρα του μόλις 10 ετών Μάρκο. Στη συνέχεια, για να εξαφανίσει το πτώμα, το έθαψε στη βίλα του, όπου θα μπορούσε να είχε μείνει για πάντα, αν ο Τσεντόρε δεν ομολογούσε μετά από καιρό.

Η σχεδόν σίγουρη μεταγραφή του Κορεντίν Τολισό στη Νάπολη χάλασε τελευταία στιγμή. Ο μάνατζέρ του είπε ότι ένας σοβαρός λόγος ήταν ο φόβος για την εγκληματικότητα της πόλης που δημιουργήθηκε όταν ο Κορεντίν παρακολουθούσε την τηλεοπτική σειρά «Γκομόρα»

«Δεν είναι ότι μεγάλωσα στη ζούγκλα, αλλά σίγουρα δεν ήταν και Ντίσνεϊλαντ. Ένα παιδί που μεγαλώνει εκεί, μεγαλώνει πολύ πιο γρήγορα από οπουδήποτε αλλού. Ένας χρόνος εκεί, μετράει για δέκα αλλού» διηγείται ο Μάρκο. Η μητέρα του ήταν αυτή που μεγάλωσε μόνη τα δυο παιδιά της και σε αυτή οφείλουν πολλά. Σε αυτή και το ποδόσφαιρο που του έδωσε το εισιτήριο για να φύγει. «Το ποδόσφαιρο με βοήθησε να ξεπεράσω το χαμό του πατέρα μου, αλλά θα ήθελα ο πατέρας μου να μπορούσε να δει αυτά που κατάφερα». Θα περίμενε κανείς ένα μικρό παιδί που χάνει τον πατέρα του, να μισεί το μέρος που τον έχασε. Ο Μποριέλο όμως διαφωνεί: «Η Νάπολη έκλεψε τον πατέρα μου, αλλά όχι τα τα απίστευτα παιδικά χρόνια που έζησα εκεί και όλα όσα έμαθα. Θα μπορούσα να νομίζω ότι είχε απαχθεί ή ότι έπαθε αμνησία και χάθηκε, αλλά τελικά ο ένοχος ομολόγησε. Νιώθω περηφάνια που μεγάλωσα στο τρίγωνο του θανάτου και δεν έγινα μέλος συμμορίας. Η Καμόρα σκότωσε τον πατέρα μου, όχι όμως την αγάπη μου για τη Νάπολη. Δεν ζω πια εκεί, αλλά πηγαίνω συχνά για να θυμάμαι τους ήχους, τις μυρωδιές και τον ενθουσιασμό της πόλης

Είναι τέτοια η αγάπη του Μποριέλο για την πόλη που τα έβαλε με τον Ρομπέρτο Σαβιάνο το συγγραφέα του βιβλίου Γκόμορα (που αργότερα μεταφέρθηκε τόσο στον κινηματόγραφο ως ταινία, όσο και στην τηλεόραση ως τηλεοπτική σειρά). Σε συνέντευξή του το 2010 ο Μποριέλο είπε ότι ο Σαβιάνο έβγαλε χρήματα από την πόλη του, παρουσιάζοντας μόνο τα άσχημα. Τρία χρόνια αργότερα πάντως, εμφανίστηκε μετανιωμένος, λέγοντας ότι έκανε λάθος για τον συγγραφέα, δεν είχε καταλάβει τι είχε γράψει και ότι ήθελε πολύ θάρρος να πάει ενάντια στο ρεύμα, να μιλήσει και να ζει τώρα έτσι (ο Σαβιάνο έχει δεχτεί πολλές απειλές από την Καμόρα και ζει με μόνιμη αστυνομική φρουρά).

Δεν τον κόβεις για μαφιόζο, αλλά κι ο Τζο Πέσι ακίνδυνος φαίνεται

Όταν ο νεαρός Μάρκο Μποριέλο αποφοιτούσε από τις ακαδημίες της Μίλαν, ένας άλλος ταλαντούχος επιθετικός από τη νότια Ιταλία πήγαινε εκεί. Ο μικρός και θαυματουργός κοντούλης Φαμπρίτσιο Μίκολι από την επαρχία του Λέτσε έκανε κι αυτός μια αρκετά σημαντική καριέρα κι ένα μεγάλο μέρος αυτής το πέρασε στη Σικελία και το Παλέρμο. Ο Μίκολι στα 6 χρόνια του εκεί αγαπήθηκε και αγάπησε το Παλέρμο. Ίσως όμως λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε. Έγινε κολλητός με το γιο ενός από τους πιο διαβόητους μαφιόζους του νησιού, του Αντονίνο Λαουριτσέλα και συνεπώς θέλοντας και μη, αντικείμενο έρευνας της ομάδας καταπολέμησης της Μαφίας.

Η αστυνομία παρακολουθούσε το τηλέφωνο του Μίκολι και όταν οι συνομιλίες βγήκαν στο φως από την εφημερίδα Λα Ρεπούμπλικα, πολλοί έμειναν έκπληκτοι. Ο Μίκολι συζητούσε για χρήματα που του χρωστούσαν ιδιοκτήτες νυχτεριών μαγαζιών και έλεγε ότι θα βάλει το φίλο του για να τα μαζέψει. Το πιο σοκαριστικό όμως όλων ήταν η αναφορά του στο δικαστή Τζιοβάνι Φαλκόνε, έναν από τους σημαντικότερους δικαστές που τα έβαλαν ποτέ με την Μαφία, τον άνθρωπο πίσω από τη δίκη Μάξι, στην οποία καταδικάστηκαν περίπου 400 μέλη της Μαφίας και αποκαλύφθηκαν τρομερές λεπτομέρειες για την λειτουργία της. Ο Φαλκόνε, που ζούσε συνεχώς υπό καθεστώς τρόμου, σκοτώθηκε μαζί με τη γυναίκα του και τους φρουρούς του το 1992 από μία έκρηξη εκρηκτικών μισού τόνου, τόσο ισχυρή που καταγράφηκε ως σεισμική δόνηση. Ο Μίκολι σε μια από τις συνομιλίες αποκαλούσε τον Φαλκόνε «σκουπίδι». Η τραγική ειρωνεία; Ο Μίκολι είχε πάρει μέρος σε ένα φιλικό υπέρ του Φαλκόνε, αλλά και ακόμα ενός δικαστή που είχε επίσης σκοτωθεί από τη Μαφία, για τα 20 χρόνια από τον θάνατό τους, αφιερώνοντας και γκολ στην μνήμη τους. Υποκρισία…

Ο «επίτιμος δημότης» της πόλης Κορλεόνε (ναι, αυτής) χάλασε μέσα σε μια μέρα την εικόνα που είχε φτιάξει. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι ήξερε πως ο φίλος του Μάουρο ήταν γιος του μεγάλου αφεντικού, ζήτησε συγγνώμη κλαίγοντας, αλλά η καριέρα του στην Παλέρμο σε συνδυασμό με τον υποβιβασμό τελείωσε συνοπτικά. Ο δήμος Κορλεόνε απέσυρε τον τίτλο του επίτιμου δημότη, η Παλέρμο τον άφησε να φύγει χωρίς κάποια άλλη τιμή (είχε ήδη γίνει ο πρώτος σκόρερ της στην ιστορία της Σέριε Α), η δε υπόθεσή του προχώρησε και ο εισαγγελέας πρότεινε κάθειρξη τεσσάρων ετών για εκβιασμό, με την απόφαση να μην έχει βγει ακόμα.

Μέχρι στιγμής είδαμε έναν άνθρωπο που η ζωή του άλλαξε ριζικά εξαιτίας της Μαφίας και έναν δεύτερο που ενώ τα είχε σχεδόν όλα, αποφάσισε να ζήσει το thug life. Θα κλείσουμε την τριλογία των επιθετικών, με έναν αθώο που παραλίγο να δει την καριέρα του να καταστρέφεται, χωρίς ο ίδιος να φταίει σε τίποτα. Ο Φάμπιο Κουαλιαρέλα γεννήθηκε λίγο έξω από τη Νάπολη, στο δρόμο προς το Σορέντο. Όπως κι οι προηγούμενοι δύο, αναγκάστηκε να φύγει μικρός στα βόρεια για να μάθει μπάλα. Αυτή τη φορά όχι στο Μιλάνο αλλά στο Τορίνο. Μετά από τις εμφανίσεις του με την Ουντινέζε, το όνειρο του Κουαλιαρέλα έγινε πραγματικότητα. Η μεταγραφή στην αγαπημένη του Νάπολι με 18 εκατομμύρια το 2009.

Ο Φάμπιο ήθελε να γίνει αρχηγός και το μεγάλο ίνδαλμα των οπαδών, έδωσε όρκους παντοτινής αγάπης και πίστης και έκανε μια αρκετά συμπαθητική χρονιά με 11 γκολ σε 34 αγώνες. Το καλοκαίρι όμως του 2010 έγινε η μεγάλη προδοσία. Ο φανατικός ναπολιτάνος άφησε την ομάδα και πήγε στην μισητή Γιουβέντους και τα πλούτη. Το «δικό τους» παιδί τους πρόδωσε, μια προδοσία πολύ πιο σημαντική από αυτή που έγινε πέρσι για τον Ιγκουαΐν, μιλάμε για έναν ντόπιο αυτή τη φορά. Ο όρκος και το πενταετές συμβόλαιο ξεχάστηκαν, ο Κουαλιαρέλα έγινε προδότης και όταν γύριζε στη Νάπολη να δει τους συγγενείς του, μεταμφιεζόταν για να γλιτώσει από τις βρισιές, των κατοίκων που τον έβλεπαν. Κανείς όμως δεν ήξερε το δράμα που ο Ιταλός επιθετικός περνούσε, ένα δράμα που κράτησε περίπου πέντε χρόνια.

Τη χρονιά πριν πάει στη Νάπολι, έβαλε αυτή τη γκολάρα εναντίον της και αποθεώθηκε

Θυμίζοντας λίγο την τελευταία σεζόν του Luther, ο Κουλιαρέλα εμπιστεύτηκε στον λάθος άνθρωπο τους κωδικούς του στον υπολογιστή. Τον Ραφαέλε Πίκολο, έναν αστυνομικό που προσφέρθηκε να τον βοηθήσει με τα… τεχνολογικά προβλήματα και απέκτησε πρόσβαση στη ζωή του Φάμπιο. Λίγο καιρό αργότερα τα προβλήματα ξεκίνησαν. Ο Κουαλιαρέλα άρχισε να δέχεται ανώνυμα γράμματα με φωτογραφίες από γυμνά κορίτσια και κατηγορίες ότι ήταν παιδεραστής. Οι κατηγορίες αυξήθηκαν, στα επόμενα μηνύματα ο ανώνυμος αποστολέας τον κατηγορούσε ότι είναι μέλος της Καμόρα και ότι εμπλέκεται σε στημένα ματς και… εμπόριο ναρκωτικών. Ο stalker όμως δεν έμεινε μόνο στον Κουαλιαρέλα. Έστειλε και στον πατέρα του, λέγοντας ότι ο γιος του θα δολοφονηθεί ή ότι θα μπει βόμβα στο σπίτι του. Όταν πήρε ένα γράμμα με ένα φέρετρο πάνω στο οποίο υπήρχε το πρόσωπό του, ο Κουλιαρέλα αποφάσισε να πάει στην αστυνομία και φώναξε τον Πίκολο να τον βοηθήσει. Βγαλμένο από αστυνομικό θρίλερ…

Ο Πίκολο έκανε «έρευνα» και βρισκόταν μέσα στο σπίτι του Φάμπιο καθημερινά. Έλεγε ψέματα ότι πλησίαζε τους ενόχους, μέχρι που σε κάποια στιγμή έκανε ανάκριση και σε ένα κολλητό του Κουαλιαρέλα για… σχέσεις με την Μαφία. Τη λύση την έδωσε ο πατέρας του ποδοσφαιριστή τελικά, όταν ανακάλυψε ότι οι καταγγελίες δεν έφτασαν ποτέ στην αστυνομία, αλλά τις κρατούσε ο Πίκολο. Το κακό όμως είχε ήδη γίνει. Τα ανώνυμα γράμματα είχαν σταλθεί και στη Νάπολι, γεγονός που έκανε τη διοίκηση να κοιτάζει με διαφορετικό μάτι έναν παίκτη που πιθανώς να είχε σχέσεις με την Μαφία, να ήταν παιδόφιλος και να συμμετείχε σε όργια. Ο ντε Λαουρέντις δεν ρίσκαρε και τον πούλησε στη Γιούβε. Ενώ αρχικά φάνηκε να στηρίζει τον παίκτη, έκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του και ο Φάμπιο έμαθε τελευταίος για την πώλησή του. Έφυγε πικραμένος και προδομένος.

Έζησε μια προσωπική κόλαση, αφού από την μία βρισκόταν μέσα στο φόβο των απειλών αλλά και της δημόσιας διαπόμπευσης, ενώ από την άλλη δεν μπορούσε να αποκαλύψει στους φίλους της Νάπολι ότι δεν είναι προδότης, δεν μπορούσε να πει την αλήθεια. Κι όταν επιτέλους πέρσι ξεκίνησε η δίκη (στην οποία τελικά ο Πίκολο καταδικάστηκε σε 5 χρόνια περίπου φυλακής) και κατέθεσε, αποκάλυψε τα όσα έζησε, μίλησε για την αγάπη του για τη Νάπολι που ήθελε πάντα να παίζει εκεί και για το δράμα να δέχεται τον τίτλο του προδότη. Και τουλάχιστον, η καριέρα του στη Νάπολι καταστράφηκε εξαιτίας των φημών για την Μαφία, αλλά η αγάπη του κόσμου επανήλθε εκεί που ήταν, όταν οι οπαδοί κρέμασαν το πανό που έγραφε: «Έζησες μια κόλαση με τεράστια αξιοπρέπεια. Θα σε αγκαλιάσουμε ξανά, Φάμπιο, γιε αυτής της πόλης».

Η ιστορία του πιο τρελού τερματοφύλακα

  [6 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο της Λ. Αμερικής το λατρεύεις για δύο πράγματα. Το θέαμά του και όλη αυτή τη γραφικότητα που το περιβάλλει και το κάνει να ξεχωρίζει. Μέσα στη γραφικότητα φυσικά είναι κι οι ιστορίες με τους τερματοφύλακες, τους λίγο ως πολύ παλαβούς τερματοφύλακες. Ρενέ Χιγκίτα, Χόρχε Κάμπος, Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ και στην κορυφή ο Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Γενικά καταλαβαίνεις ότι αν τερματοφύλακας έχει παρατσούκλι «Ελ Λόκο» δεν είναι ό,τι καλύτερο. Από τον τερματοφύλακα θες μια σιγουριά. Να είναι πιο βαρετός και από ασφαλιστή που ήρθε σπίτι σου. Να είναι πιο σταθερός και από τους Σκόρπιονς στις περιοδείες τους. «Ο Τρελός» όμως ήταν ένας σόουμαν. Με την κορδέλα του, τα μακριά στενά παντελονάκια και τη φάτσα κομπάρσου σε γουέστερν που παίζει κάποιον ανώνυμο Ινδιάνο που ο Τζον Γουέιν σκοτώνει πριν καπνίσει ένα τσιγαράκι.

Ο Γκάτι ξεκίνησε την καριέρα του από την Ατλάντα. Όταν πήγε να δοκιμαστεί στην παιδική ομάδα έφαγε… 14 γκολ. Στο ίδιο παιχνίδι. Έβαλε τα κλάματα και έφυγε για τα αποδυτήρια, αλλά ο προπονητής τον κράτησε. Ήταν από τους πρωτοπόρους τερματοφύλακες στο παιχνίδι έξω από την περιοχή. Του άρεσε να παίζει με την μπάλα, να συμμετέχει στη δημιουργία, να κοντρολάρει με το στήθος, να κάνει κεφαλιές, να προωθείται, να βγαίνει σαν μανιακός από την περιοχή για να κόψει κάποιον αντίπαλο, να εκτελεί πλάγια. Αγαπημένη του κίνηση, να βγαίνει τελευταία στιγμή στην έξοδο και να μπλοκάρει την μπάλα ακριβώς πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου επιδεικτικά. Είχε και έφεση στην απόκρουση πέναλτι, στην μεγάλη του καριέρα απέκρουσε 26 φορές κάποιο χτύπημα.

Η Ρίβερ έδωσε αρκετά χρήματα για να τον πάρει καθώς ο Αμαντέο Καρίσο ήταν στα 37 του. Τελικά ο Γκάτι έμεινε στην σκιά του τεράστιου Καρίσο αφού ο τελευταίος έπαιξε για πέντε σεζόν ακόμα. Έφυγε για άλλα μέρη και για τον Καρίσο είχε δηλώσει: «Ποτέ δεν άκουσα τις συμβουλές του Καρίσο, λογικό αφού ήξερα παραπάνω από αυτόν». Στη συνέχεια πήγε στη Χιμνάσια όπου έκανε τα καλύτερά του ματς και φυσικά τις καλύτερές του τρέλες. Ήταν μια πραγματική ατραξιόν του πρωταθλήματος. Κόσμος ταξίδευε μέχρι την Λα Πλάτα για να τον δει ή πήγαινε σε εκτός έδρας ματς της Χιμνάσια, παρ΄ ότι δεν υποστήριζε καμία ομάδα.

Το γήπεδο της Χιμνάσια γεμάτο, μέχρι και ένα πουλί στο δοκάρι παρακολουθεί τον Γκάτι

Τελείωσε την καριέρα του στην Μπόκα στην οποία πήγε στα 32 του και έφτασε να παίζει μέχρι τα 44 του. Εκεί με μία από τις 26 του αποκρούσεις σε πέναλτι έδωσε το πρώτο Λιμπερταδόρες στην ιστορία του συλλόγου απέναντι στην Κρουζέιρο. Στο Μπομπονέρα κέρδισε τρία πρωταθλήματα, ακόμα ένα Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Θεωρείται από τους θρύλους του κλαμπ. Όταν στη δεκαετία του ’70 τον ρώτησαν γιατί κάνει όλες αυτές τις παλαβομάρες απάντησε με ειλικρίνεια: «Το ποδοσφαιρικό θέαμα που προσφέρουμε στο κοινό είναι θλιβερό και νιώθω την υποχρέωση να κάνω ορισμένα παράξενα πράγματα που θα διασκεδάσουν και θα δώσουν χαρά στον κόσμο». Ο Γκάτι έπαιζε για να κερδίσει, αλλά κυρίως έπαιζε και για να ψυχαγωγήσει το κοινό (τώρα αν αυτό είναι συμβατό με τους οπαδούς μιας ομάδας έτοιμους να πάθουν εγκεφαλικό για κάθε ντρίμπλα ή προώθηση του Γκάτι είναι άλλο ζήτημα). Όταν έπαιζε στην Ατλάντα είχε τιμωρηθεί για μια αγωνιστική από τη διοίκηση γιατί σε ένα ματς αποφάσισε να… δώσει πάσα σε έναν συμπαίκτη του σουτάροντας την μπάλα πρώτα στο οριζόντιο δοκάρι της εστίας του για να πάει μετά εκεί που έπρεπε.

«Σε ένα παιχνίδι αποφάσισα να μείνω στη γραμμή και μη φύγω από την εστία. Πολύ γρήγορα ένιωσα σαν ένα πνεύμα να με σπρώχνει να πάω να ανακατευτώ στο παιχνίδι»

Η γραφικότητα όπως είπαμε και στην αρχή είχε και άμεση σχέση με την εξωτερική εμφάνιση. Την εποχή που οι περισσότεροι τερματοφύλακες φορούσαν μαύρα, ο Γκάτι φορούσε ροζ, πορτοκαλί ή μπορντό εμφανίσεις. Από τους πρώτους μακρυμάλληδες εκείνα τα χρόνια και από τους πρώτους που αποφάσισαν να φοράνε ομοιόμορφο σορτσάκι (στενό και αρκετές φορές μακρύ)-φανέλα-κάλτσες. Και φυσικά ο πρώτος που είχε… προσωπική διαφήμιση στη φανέλα, ξεχωριστή από της ομάδας. Μια εταιρεία ηλεκτρονικών παιχνιδιών και το εστιατόριο «Παπαράτσι» διαφημίζονταν στη φανέλα του, ενώ η Μπόκα είχε άλλους χορηγούς. Μετά για κανά δύο σεζόν είχε την ίδια διαφήμιση με την υπόλοιπη ομάδα, μέχρι που το 1984 η Μπόκα δεν βρήκε σπόνσορα, αλλά ο Γκάτι βρήκε γι’ αυτόν μια τράπεζα να διαφημίζεται στη φανέλα του.


Αριστερά ο Γκάτι με την ατομική του διαφήμιση, δεξιά η φανέλα της Μπόκα

Οι ιστορίες είναι δεκάδες για την τρέλα του ανθρώπου. Του πετούσαν φρούτα και αυτός τα έτρωγε, ξάπλωνε μπροστά στην εστία του και έκανε ηλιοθεραπεία. Μια φορά απέναντι στην Μπόκα (ως παίκτης της Χιμνάσια) είχε προωθηθεί και η μπάλα βγήκε πλάγιο υπέρ της Μπόκα με τον Γκάτι να είναι κάτω από τη σέντρα. Ήξερε ότι δεν προλάβαινε να γυρίσει, οπότε άρχισε να μαλώνει για την μπάλα με τον αντίπαλο παίκτη μέχρι να διακοπεί το ματς και να κερδίσει χρόνο. Πάλι κόντρα στην Μπόκα, οι οπαδοί της του πέταξαν μια σκούπα και αυτός άρχισε να σκουπίζει την περιοχή του την ώρα του αγώνα. Πριν από κάθε ματς έπινε λίγο κρασί. «Έριχνε το «χεσόμετρό» μου πιο χαμηλά, δεν χεζόμουν από φόβο. Αυτό που ο Βαλντάνο ονομάζει «φόβο της σκηνής», είναι το ίδιο πράγμα με άλλες λέξεις, ο Χόρχε είναι πιο κουλτουριάρης». Στα λίγα ματς που έπαιξε με την εθνική Αργεντινής ταξίδεψε σε αρκετά κρύα μέρη. Στο χιονισμένο Κίεβο, απέναντι στην ΕΣΣΔ, είχε στην εστία ένα μπουκαλάκι ουίσκι για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει το κρύο. Κάθε λίγο έπινε και μια γουλιά. «Ήταν το καλύτερο μου παιχνίδι γιατί στο τέλος δεν ήξερα τι έκανα» δήλωσε.

Υπερ-καλτ διαφήμιση με τον Γκάτι να πίνει τζιν την ώρα του αγώνα και να σκοράρει

Όταν ο 18χρονος Όσκαρ Ρουτζιέρι πήγε στην Μπόκα, ο Γκάτι τον πλησίασε. «Μικρέ, πίνεις κρασί;», τον ρώτησε. Ο Ρουτζιέρι απάντησε αρνητικά. «Από σήμερα θα τρως μαζί μου» του είπε ο Λόκο. Ο Όσκαρ μέσα στη χαρά, πήρε την ίδια μέρα τηλέφωνο την μάνα του, τους φίλους του και όποιον άλλον ήξερε, για να τους πει ότι τον κάλεσε για φαγητό ο τεράστιος Γκάτι. Τελικά η αλήθεια ήταν διαφορετική. Η Μπόκα στα γεύματα έβαζε ένα μπουκάλι κρασί σε κάθε τραπέζι. Ο Γκάτι βρήκε τρεις πιτσιρικάδες να κάθονται μαζί του και φυσικά έπινε μόνος του το μπουκάλι κρασί.

Η ασίστ με την Εστουδιάντες

Το 1981 με συμπαίκτη τον Μαραντόνα (με τον οποίο έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά την κρατάμε για άλλη φορά) κατέκτησε το πρωτάθλημα. Εξαιτίας ενός λάθους του, είχε χάσει τη θέση βασικού για μεγάλο διάστημα. Όταν ο προπονητής αποφάσισε να του δώσει ξανά μετά από καιρό φανέλα βασικού σε ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες, έκανε μια τρέλα που την έσωσε τελευταία στιγμή πάνω στη γραμμή ένας συμπαίκτης του. Αγέρωχος ο Γκάτι, λίγα λεπτά αργότερα έκανε μια έξοδο σχεδόν μέχρι το κέντρο για να κόψει έναν αντίπαλο, δεν άφησε την μπάλα στον αμυντικό του και έφτασε στη μεσαία γραμμή για να τη δώσει στον Περότι. Ο τελευταίος έκανε ένα σλάλομ και σκόραρε το μοναδικό γκολ του αγώνα, ένα κρίσιμο γκολ για την κούπα. Οι περισσότεροι συμπαίκτες αντί να αγκαλιάσουν τον σκόρερ, πήγαν στον Γκάτι. Το γκολ ήταν δικό του.

Όπως έχει γίνει αντιληπτό, εκτός από τις τρέλες και τις καλές αποκρούσεις, ο Γκάτι είχε και πολλά, πάρα πολλά λάθη. Και αυτά ουσιαστικά του στοίχισαν την καριέρα του, καθώς έχοντας ξεπεράσει τα 40 είχε χάσει την εκρηκτικότητα, αλλά συνέχιζε να παίζει ριψοκίνδυνα. Τον Οκτώβριο του 1987 κάνει μια τραγική εμφάνιση απέναντι στη Νιούελ’ς. Αποφασίζει να κάνει κόλπο και να τσιμπήσει την μπάλα πάνω από τον αντίπαλο την τελευταία στιγμή. Γίνεται το 0-1. Οι φανατικοί της «La 12» τον γιουχάρουν. Αρκετοί τον βρίζουν. Λίγο αργότερα τρώει μια κεφαλιά που περνάει μέσα από τα χέρια του και γίνεται το 0-2. Ο κόσμος αρχίζει να σφυρίζει σε κάθε επαφή του με την μπάλα. Χωρίς να φταίει ιδιαίτερα δέχεται και τρίτο γκολ. Στα αποδυτήρια ζητάει αλλαγή και ζητάει συγγνώμη. Μένει για αρκετό καιρό εκτός αγώνων, παίζει σποραδικά. Στο επόμενο πρωτάθλημα ξεκινάει βασικός στην πρεμιέρα απέναντι στην άσημη Ντεπορτίβο Αρμένιο. Κάνει μια τραγική έξοδο, δέχεται το γκολ κι η Μπόκα χάνει. Ο προπονητής τον αφήνει εκτός ομάδος οριστικά. Είναι το τελευταίο επίσημο ματς του Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Φεύγει με άσχημο τρόπο.

Το αντίο του Γκάτι στα 54 του…

Δέκα χρόνια αργότερα η Μπόκα αποφασίζει να τον τιμήσει. Η τρέλα του Γκάτι συνεχίζεται ακόμα και στο αντίο. Δεν γίνεται κανένα φιλικό της πλάκας τύπου «φίλοι Γκάτι». Η Μπόκα παίζει σε φιλικό τουρνουά με αντίπαλο την Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα. Εντάξει, δεν είναι και επίσημο ματς, αλλά είναι κανονικός αγώνας και ο Γκάτι είναι 54 ετών πια. Σε μια εντεκάδα που βρίσκεται και ο παλιός γνώριμός μας Φερνάντο Νάβας, ο Γκάτι με ξανθό μαλλί, κορδέλα και μπορδοροδοκόκκινη έντονη φανέλα κατεβαίνει για τελευταία φορά στο Μπομπονέρα. Ο κόσμος τον αποθεώνει, το αντίο του τρελού, ενός τύπου που με τα καλά και τα άσχημά του έγραψε τη δική του ιστορία στο ποδόσφαιρο μιας χώρας και θεωρείται από τους καλύτερους τερματοφύλακες της Λατινικής Αμερικής.

Ο τελικός που κλόνισε μια δικτατορία

  [4 Σχόλια]

«Τι πρωτάθλημα μου λέτε; Αύριο γράφω γερμανικά!»: είμαστε στα 1967. Ο στρεσαρισμένος φοιτητής-ποδοσφαιριστής που αποπαίρνει τον δημοσιογράφο είναι ο Άρτουρ Ζόρζε, παίκτης τότε της Ακαντέμικα Κόιμπρα –αργότερα θα κάνει καριέρα στην Μπενφίκα, θα αφήσει ένα μουστάκι-φόρο τιμής στον Φρίντριχ Νίτσε, θα κερδίσει ευρωπαϊκό τίτλο ως προπονητής και, κυρίως, θα πραγματοποιήσει το όνειρό του, θα πάρει το πτυχίο της Γερμανικής Φιλολογίας.

Οι Πορτογάλοι προπονητές, σα να μην τους φτάνουν οι τίτλοι που κερδίζουν με χαρακτηριστική ευκολία, είναι και κουλτουριάρηδες. Έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση, είναι γλωσσομαθείς, διαβάζουν φιλοσοφία, φιλοσοφούν οι ίδιοι ή, τέλος πάντων, αφήνουν φιλοσοφικά μουστάκια. Από πού έρχεται αυτή η παράδοση «πρώτοι στα μαθήματα-πρώτοι στον αγώνα» –ή «στους αγώνες», όπως θα δούμε στη συνέχεια;

22 Ιουνίου 1969. 70.000 θεατές στριμώχνονται στο Εστάδιο Νασιονάλ Ζαμόρ της Λισαβόνας για να παρακολουθήσουν τον τελικό του Κυπέλλου Πορτογαλίας. Οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν πως συμμετέχουν στη μεγαλύτερη πολιτική συγκέντρωση που έγινε στη ποτέ στη χώρα, μια διαδήλωση εναντίον του Εστάδο Νόβο, του δικτατορικού καθεστώτος που εγκαθίδρυσε ο Αντόνιο Σαλαζάρ το 1933.

Οι ομάδες που διεκδικούν το Κύπελλο; Από τη μια, το μεγάλο φαβορί, η δυο φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης Μπενφίκα, η ομάδα που και την προηγούμενη χρονιά είχε φτάσει στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών –έχασε από τη Μάντσεστερ– με παίκτες σαν τον Αντόνιο Σιμόες, τον Μάριο Κολούνα και κυρίως τον μεγάλο Εουσέμπιο. Από την άλλη, η Ασοσιασάο Ακαντέμικα ντε Κόιμπρα, ή σκέτο Ακαντέμικα, η  ομάδα του συλλόγου φοιτητών του Πανεπιστημίου της Κόιμπρα. Ομάδα κυριολεκτικά φοιτητική: μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, οι παίκτες της, φοιτητές ή μαθητές σχεδόν όλοι, εκμεταλλεύονται το ταλέντο τους στην μπάλα ώστε να έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους, οι οποίες συχνά τους ενδιαφέρουν περισσότερο. Είναι ερασιτέχνες, η αθλητική προετοιμασία τους δεν είναι συχνά η ιδανική αλλά το παιχνίδι τους, φανταζόμαστε, είναι πιο εγκεφαλικό. Το παρατσούκλι της ομάδας είναι Εστουντάντες (Φοιτητές), ενώ οι οπαδοί της είναι συνήθως συμφοιτητές των ποδοσφαιριστών.

Οι περισσότεροι παίκτες της ομάδας του τελικού του 1969 θα κάνουν καριέρα ως γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί. Αυτό δεν τους εμπόδισε να βγουν δεύτεροι στο πρωτάθλημα το 1967 –τη χρονιά που ο Άρτουρ Ζόρζε ανησυχούσε για τα γερμανικά– πίσω από την Μπενφίκα και μπροστά από την Πόρτο, ή να φτάσουν στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1970. Ή, να φτάσουν, λοιπόν, στον τελικό Κυπέλλου του 1969 με πειστικές νίκες που συνοδεύτηκαν από πρωτοφανείς εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Είπαμε: πρώτοι στα μαθήματα κλπ.

Το Πανεπιστήμιο της Κόιμπρα είναι ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο –ιδρύθηκε το 1290– κι εκεί ξεκίνησε την πολιτική και την ακαδημαϊκή του καριέρα ο δικτάτορας Σαλαζάρ. Το 1969, ο Σαλαζάρ έχει ήδη αποσυρθεί, μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά η πολιτική του συνεχίζεται, μέσα κι έξω από τη χώρα. Πάνω από ένα εκατομμύριο Πορτογάλοι έχουν οδηγηθεί στη μετανάστευση από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όχι μόνο για να αναζητήσουν δουλειά αλλά και για να αποφύγουν τη στράτευση: απαιτούνται όλο και περισσότερα χρήματα, όλο και περισσότερος στρατός για να κατασταλεί ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας στις αποικίες, την Ανγκόλα, τη Μοζαμβίκη, τη Γουινέα-Μπισάου.

Τον Απρίλιο του 1969, κι ενώ πληθαίνουν κάποιες διστακτικές αντιδράσεις ενάντια στον πόλεμο, ο πρόεδρος της χώρας, Αμέρικο Τομάς, πηγαίνει στην Κόιμπρα για να εγκαινιάσει μια καινούρια πτέρυγα του πανεπιστημίου. Ο Αλμπέρτο Μαρτίνς, πρόεδρος του συλλόγου των φοιτητών, ζητάει το λόγο μέσα στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων. Δεν θα τον πάρει. Οι αντιδράσεις του κοινού είναι τέτοιες που η εκδήλωση διακόπτεται κι ο δικτάτορας φεύγει. Την ίδια νύχτα η αστυνομία συλλαμβάνει τον Μαρτίνς. Τις επόμενες μέρες, πάνω από διακόσιοι συμφοιτητές του έχουν την ίδια τύχη και πολλοί οδηγούνται κατευθείαν στα στρατόπεδα κι από κεί στις αποικίες για να πολεμήσουν. Οι φοιτητικές διαδηλώσεις καταστέλλονται με απίστευτη βία, οι τραυματίες είναι δεκάδες. «Η ατμόσφαιρα στην Κόιμπρα θύμιζε Σαϊγκόν». Ο σύλλογος των φοιτητών αποφασίζει στην γενική του συνέλευση αποχή από τις εξετάσεις. Η κυβέρνηση διατάζει τη διάλυση του συλλόγου. Και η μπάλα; Η μπάλα είναι ευκαιρία για να γίνει γνωστό σε όλη την Πορτογαλία αυτό που συμβαίνει στην Κόιμπρα.

Οι παίκτες της Ακαντέμικα εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους προς τους φυλακισμένους ή απεργούς συμφοιτητές τους. Στα προημιτελικά του Κυπέλλου με τη Βιτόρια Γκιμαράες κρατούν ένα λεπτό σιγής πριν αρχίσει ο αγώνας –και πριν βάλουν πέντε γκολ. Στα ημιτελικά, απέναντι στη Σπόρτινγκ, δεν φορούν τις κανονικές, μαύρες εμφανίσεις τους, αλλά ολόλευκες και μαύρα περιβραχιόνια. «Το κάναμε για τη ζέστη, κανείς δεν φοράει μαύρα στην παραλία».

Κερδίζουν 2-1 αλλά οι εξηγήσεις τους δεν ικανοποιούν την Ομοσπονδία, η οποία βγάζει φιρμάνι ότι απαγορεύονται οι αυτοσχεδιασμοί στα χρώματα. Στη ρεβάνς, η Ακαντέμικα θα κερδίσει 1-0, χάρη στον πρώτο σκόρερ του πρωταθλήματος, Μανουέλ Αντόνιο, και θα προκριθεί. Στις μαύρες φανέλες των παικτών ένα αυτοκόλλητο σκεπάζει το έμβλημα της ομάδας.

Και έτσι φτάσαμε στο Ζαμόρ της Λισαβόνας, μπροστά στους 70.000 θεατές. Ανάμεσά τους δεν βρίσκεται ο πρώτος πολίτης της χώρας –αποφάσισε τελευταία στιγμή ότι θα ήταν πιο συνετό να μην απονείμει το έπαθλο με πιθανή υπόκρουση αποδοκιμαστικά σφυρίγματα. Για παρόμοιους λόγους δεν θα υπάρχει τηλεοπτική κάλυψη. Αντίθετα, εκατοντάδες αστυνομικοί βρίσκονται παντού. Γίνονται συλλήψεις ακόμη και λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ποδοσφαιριστών. Η ώρα πλησιάζει. Οι οπαδοί της Ακαντέμικα ξεδιπλώνουν πανό: «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο», «Περισσότερα σχολεία-Λιγότερη αστυνομία», «Παιδεία για τον λαό». Περνούν από χέρι σε χέρι, από θύρα σε θύρα με μεγάλη ταχύτητα, η αστυνομία τα κυνηγάει πάνω κάτω στις κερκίδες.

Οι ομάδες εμφανίζονται στον αγωνιστικό χώρο. Σιωπή, ανατριχίλα. Οι παίκτες της Ακαντέμικα μπαίνουν βαδίζοντας αργά, φορώντας ριχτή στους ώμους κι ανοιχτή μπροστά την παραδοσιακή μαύρη φοιτητική τήβεννο. «Μα γιατί πενθείτε;» ρωτάει ο ακραίος επιθετικός της Μπενφίκα, Αντόνιο Σιμόες, τον Μάριο Κάμπος. Η λογοκρισία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι τόσο αποτελεσματική που τα νέα της Κόιμπρα δεν έχουν φτάσει στην πρωτεύουσα.

Λίγο πριν, στα αποδυτήρια, ο προπονητής Φρανσίσκο Αντράντε είχε βρει τα λόγια που απαιτούσε η περίσταση: «Μπορούμε να γίνουμε αυτοί που άνοιξαν ένα παράθυρο όταν τα πάντα ήταν κλειστά». Μπόρεσαν;

Η ευθύνη είναι βαριά αλλά αντέχουν. Στο 81′ ο Μανουέλ Αντόνιο σκοράρει και φέρνει την Ακαντέμικα μια ανάσα από τον τίτλο –«Είχαμε σκεφτεί ότι αν κερδίζαμε θα καλούσαμε τον Αλμπέρτο Μαρτίνς να σηκώσει το κύπελλο μαζί μας», θα πει ο σκόρερ. Ο Σιμόες ισοφαρίζει στο 85′ και απομακρύνει αυτή την προοπτική. Στην παράταση ο Εουσέμπιο θα κάνει το 2-1 με κεφαλιά. Στο τέλος του αγώνα, οι παίκτες των δυο ομάδων κάνουν τον γύρο του θριάμβου μαζί.

Η Ακαντέμικα θα κερδίσει το Κύπελλο Πορτογαλίας το 2012 αλλά ο χαμένος τελικός του 1969 παραμένει το μεγαλύτερο τρόπαιο που κέρδισε ποτέ. Το παράθυρο που μισάνοιξαν οι φοιτητές και οι ποδοσφαιριστές της Κόιμπρα την άνοιξη του 1969, θα ανοίξει οριστικά πέντε χρόνια αργότερα, στις 25 Απριλίου 1974, όταν θα πέσει η δικτατορία.

* Το 2009, ο Ρικάρντο Αντούνες Μαρτίνς θα γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την εποποιία του 1969. Τίτλος του: Futebol de Causas.

Λούκα ντε Πρα: O «κατάσκοπος» του ποδοσφαίρου

  [9 Σχόλια]

Στην εποχή που ζούμε η λέξη κατασκοπεία δεν πολυχρησιμοποιείται ή δεν χρησιμοποιείται καθόλου στον αθλητισμό, ιδίως στο ποδόσφαιρο. Στην εποχή των social media και της συνεχούς ενημέρωσης στο διαδίκτυο, αυτός που θέλει να μάθει, να ενημερωθεί, να «κατασκοπεύσει» βρε αδερφέ τον αντίπαλο, μπορεί να το κάνει πανεύκολα. Όλα -μα όλα- τα παιχνίδια υπάρχουν διαθέσιμα παντού. Τα στατιστικά έχουν πάει -κυριολεκτικά- σε άλλο επίπεδο και φυσικά ο καθένας μπορεί να βρει και να δει ακόμα και προπονήσεις των κορυφαίων ομάδων του πλανήτη με ένα κλικ στο ποντίκι του υπολογιστή του. Πολλές φορές ακόμα και live μέσω του facebook και του twitter. Όλα αυτά έχουν κάνει τη ζωή των προπονητών, των σκάουτερ και των «κατασκόπων» πολύ ευκολότερη, όπως φυσικά και των κάθε λογής «προπονητών» του καναπέ, του καφενείου και του football manager.

Θυμάμαι διάβαζα πριν χρόνια ένα άρθρο σε γνωστό αθλητικό σάιτ που έλεγε πως ο μπασκετικός Παναθηναϊκός το 1982 είχε αποκλειστεί στον όμιλο του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (της σημερινής -κλειστής- Euroleague) επειδή ο τότε προπονητής του, ο Κώστας Πολίτης, έψαχνε μάταια να βρει κασέτες των αντιπάλων, μιας και δεν γνώριζε τίποτα για καμία από δαύτες. Ωραίες, δύσκολες αλλά και, μοναδικά, ρομαντικές εποχές. Στη δική μας εποχή ακούγεται -και είναι- αστείο όλο αυτό αλλά δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ψέμα ή υπερβολή. Τα ίδια πάνω-κάτω συνέβαιναν και στο ποδόσφαιρο εκείνα τα «δύσκολα» χρόνια. Κυρίως σε χώρες όπως η Ελλάδα. Και όμως στη γειτονική χώρα Ιταλία υπήρξε κάποιος που τερμάτισε τον όρο «γραφικός ποδοσφαιρικός κατάσκοπος» και μας χάρισε μια μοναδική cult στιγμή πριν μερικά χρόνια. Από αυτές που αρκετοί αρνούνται να πιστέψουν ακόμα και όταν τους δείχνεις τη δημοσίευση κατάμουτρα. Αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω είναι πέρα για πέρα αληθινό και κάνει γραφικές μορφές του επαρχιακού ελληνικού ποδοσφαίρου (όπως ο Λάκης ο Ταπετσέρης για παράδειγμα) να κουλουριαστούν σε μια γωνία και να κλάψουν με σπαρακτικούς λυγμούς.

Οι φανατικοί φίλοι του ιταλικού φουτμπόλ και της Σκουάντρα Ατζούρα λογικά θα έχουν ακούσει για τον σπουδαίο Τζιοβάνι ντε Πρα. Τον κορυφαίο τερματοφύλακα που φόρεσε τη φανέλα της Τζένοα, τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, αλλά θεωρώ δύσκολο έως απίθανο να έχουν ακούσει (ή διαβάσει) για τον ημίτρελο ανιψιό του, τον Λούκα. O Λούκα ντε Πρα τη σεζόν 2013-2014 ήταν προπονητής της ομάδας νέων της Τζένοα και λογικά την ίδια περίοδο είχε λιώσει τις ταινίες του Σιλβέστερ Σταλόνε «Ράμπο» όπως και το κατασκοπευτικό ελληνικό αριστούργημα «Θου-Βου πράκτωρ 000». Άλλη -λογική- εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί σε αυτό που θα διαβάσετε. Τον Σεπτέμβριο του 2013 και λίγο πριν το σπουδαίο ντέρμπι της Γένοβας ανάμεσα στη Τζένοα και τη Σαμπντόρια ο Λούκα είχε μια «καταπληκτική» ιδέα. Ήθελε να κατασκοπεύσει ως άλλος Τζόνι Ίνγκλις την ομάδα του θεούλη Ντέλιο Ρόσι, όπως γινόταν παλιά όμως. Ινκόγκνιτο δηλαδή. Αφού φόρεσε τη στολή παραλλαγής -όπως ο Τζον Ράμπο ή ακόμα καλύτερα όπως ο Τσάρλι Σιν στο Hot Shots:2– κατευθύνθηκε προς το προπονητικό κέντρο των αντιπάλων χωρίς να γίνει αντιληπτός (ίσως ήταν περίοδος κυνηγιού-ποιος ξέρει) και σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο πίσω από κάτι θάμνους, αρκετά μακριά από τον χώρο προπόνησης. Αξίζει να σημειωθεί πως ο κατάσκοπος Λούκα είχε βάψει και το πρόσωπό του όπως κάνουν οι λοκατζήζες σε συνθήκες μάχης. Κοινώς ο Λούκα ντε Πρα απλά το είχε τερματίσει.

Λίγα λεπτά μετά και αφού έχει βγάλει τα κιάλια και έχει φτάσει την κατασκοπεία σε άλλο επίπεδο έγινε αντιληπτός από μερικούς φίλους της Σαμπντόρια που με τη σειρά τους ειδοποίησαν τους ανθρώπους ασφαλείας του προπονητικού κέντρου της ομάδας. Ο Λούκα ντε Πρα άρχισε να τρέχει έντρομος (κάτι που δεν θα έκανε ποτέ ο Τζον ο Ράμπο) και μετά από ένα σύντομο κυνηγητό έγινε τσακωτός και ρεζίλι σε όλα τα ΜΜΕ της Ιταλίας (και όχι μόνο). Οι άνθρωποι της Σαμπντόρια μη μπορώντας να κάνουν κάτι διαφορετικό το έριξαν στην πλάκα και έβγαλαν μια άκρως αστεία ανακοίνωση λέγοντας πως: «O κατάσκοπος απέτυχε να νικήσει την αντικατασκοπεία της ομάδας αλλά δε τον πιάσαμε αιχμάλωτο. Συνελήφθη και αφέθηκε ελεύθερος να γυρίσει στη βάση του ως ένδειξη μεγαλοπρέπειας. Τους αντιπάλους μας άλλωστε πρέπει να τους συγχωρούμε μιας και αυτό τους εκνευρίζει περισσότερο». Η Τζένοα απ’ την άλλη δεν πήρε θέση και με μια σύντομη ανακοίνωση δήλωσε πως ο παίκτης είχε λειτουργήσει αυτοβούλως και τον απέλυσε από το πόστο του προπονητή της ομάδας νέων. Λίγο καιρό αργότερα, μη μπορώντας να αντισταθεί στο ποδοσφαιρικό μεγαλείο του Λούκα τον τοποθέτησε βέβαια σε νέο πόστο. Αυτό του προπονητή τερματοφυλάκων της ομάδας. Η κατασκοπεία από την άλλη θρηνεί ακόμα για αυτή τη μεγάλη απώλεια αυτού του τίμιου «πράκτορα».

Μπράντι, μάλμπορο και γκολ: Η καριέρα του Ντάριο Χούμπνερ

  [9 Σχόλια]

Στις 31 Αυγούστου του 1997 το Σαν Σίρο ήταν κατάμεστο. Οι οπαδοί της Ίντερ είχαν κατακλύσει το γήπεδο θέλοντας να δούνε τον Ρονάλντο να φοράει για πρώτη φορά τη φανέλα της ομάδας τους. Όπως είναι λογικό, όλο το pre-game show ήταν αφιερωμένο στο ‘Φαινόμενο’, του οποίου η μετακίνηση από τη Μπαρτσελόνα είχε σπάσει το ρεκόρ μεταγραφής. Αντίπαλος της Ίντερ σ’εκείνο το πρώτο παιχνίδι ήταν η Μπρέσια, που μόλις είχε ανέβει από τη δεύτερη κατηγορία.

Το πρώτο ημίχρονο κύλησε με την Ίντερ να απειλεί συνεχώς αλλά να μη μπορεί να σκοράρει. Κάπου στα μισά της επανάληψης, ένας νεαρός μέσος της Μπρέσια έκανε μια πάσα στη μεγάλη περιοχή, ο επιθετικός της ομάδας κοντρόλαρε τη μπάλα με το δεξί γόνατο, έχοντας πλάτη στην εστία, και πριν προλάβει ο αμυντικός να καταλάβει τι θα κάνει, γύρισε και ‘εκτέλεσε’ με το αριστερό, στέλνοντας τη μπάλα ακριβώς στο παραθυράκι.

Η Ίντερ κατάφερε στα τελευταία λεπτά να γυρίσει το παιχνίδι, χάρη σε δυο γκολ ενός άλλου σπουδαίου Λατινοαμερικάνου που επίσης έκανε ντεμπούτο εκείνη τη μέρα, του Άλβαρο Ρεκόμπα, αλλά ακόμα κι έτσι στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου γράφτηκαν για πρώτη φορά τα ονόματα των δυο παικτών της νεοφώτιστης Μπρέσια.

Ο μέσος με το μακρύ μαλλάκι, που λίγους μήνες πριν είχε κλείσει τα 18, ήταν ο Αντρέα Πίρλο. Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι του στην πρώτη κατηγορία και εκείνη ήταν η πρώτη του ασίστ. Ο ψήλος επιθετικός με την περίεργη κορμοστασιά, που στο γκολ έκανε κίνηση έμπειρου σκόρερ, ήταν ο Ντάριο Χούμπνερ, που κι αυτός έκανε εκείνη τη μέρα ντεμπούτο στο Καμπιονάτο. H διαφορά του με όλους τους άλλους πρωτοεμφανιζόμενους είναι ότι ο Χούμπνερ λίγο καιρό πριν είχε κλείσει τα 30!

Μέσα στα επόμενα χρόνια όλοι στη χώρα θα καταλάβαιναν ότι η διαφορά του Χούμπνερ με τους υπόλοιπους επιθετικούς δεν περιοριζόταν στην ηλικία. Ο Ιταλός με το Γερμανικό επίθετο (κληρονομιά από τον παππού του, που πολλά χρόνια πριν είχε αφήσει την πατρίδα του ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή στην Ιταλία), που μοιάζει σαν καλτ χαρακτήρας που ξεπήδησε από ταινία των αδερφών Κοέν, έκανε το μεγάλο βήμα της καριέρας του σε μια ηλικία που η απόδοση των υπολοίπων αρχίζει σιγά-σιγά να πέφτει. Κι αυτό γιατί στην ηλικία που τα περισσότερα μεγάλα ταλέντα βρίσκονται ήδη σε κάποια καλή ακαδημία και βελτιώνονται στο θέμα της τακτικής, ο πιτσιρικάς Ντάριο προσπαθούσε να επιβιώσει δουλεύοντας είτε ως ξυλουργός φτιάχνοντας πόρτες, είτε ως σιδεράς.

Ακόμα και μετά από τόσες ώρες δουλειάς σε δύσκολες συνθήκες όμως, ο Χούμπνερ έβρισκε χρόνο για να παίξει μπάλα στις ομάδες της περιοχής του. Όποιος τον έβλεπε καταλάβαινε εύκολα πως ο μικρός δεν είναι κανένα τρομερό ταλέντο. Η τεχνική του ήταν μετριότατη, το παρουσιαστικό του τελείως αντιτουριστικό και το παίξιμο του χαρακτηριζόταν στην καλύτερη των περιπτώσεων δυναμικό αλλά άτσαλο. «Φυσικά και είμαι λίγο αγροίκος όταν παίζω. Θα ήθελα να σας δω κι εσάς πως θα ήσασταν μετά από 10 ώρες δουλειά» συνήθιζε να απαντάει κάθε φορά που τον κατηγορούσαν για έλλειψη… κομψότητας στο παιχνίδι του.

Υπάρχουν όμως μερικά χαρακτηριστικά στο ποδόσφαιρο που αν τα έχεις μπορείς να πας μπροστά ακόμα κι αν η μοίρα δεν σου έχει χαρίσει άφθονο τεχνικό ταλέντο: Πάθος και ένστικτο. Ο Ντάριο Χούμπνερ είχε κι από τα δυο τόσο πολύ που αν ήθελε μπορούσε να πουλήσει και λίγο σε κάποιον Βραζιλιάνο σαλτιμπάγκο. Παίζοντας στην κορυφή της επίθεσης από μικρός, έδειξε γρήγορα ότι μυρίζεται το γκολ όσο λίγοι και ότι όταν φτάνει η ώρα της εκτέλεσης το πόδι του τα καταφέρει μια χαρά κι αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα από τους σκάουτερς που παρακολουθούσαν τις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Κάπως έτσι ήρθαν οι πρώτοι μικροί μισθοί και μπόρεσε να αφήσει την πρωινή του δουλειά που ως τότε του επέτρεπε να κάνει όλες κι όλες δυο προπονήσεις την εβδομάδα και να παίρνει για ανταμοιβή ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό μετά το τέλος των αγώνων. Η συνέχεια ήταν μια μεγάλη ανηφόρα, την οποία ανέβηκε με μικρά και αργά βήματα αλλά με αρκετή δουλειά και αξιοπρόσεκτη συνέπεια στο σκοράρισμα. Από το ερασιτεχνικό πήγε στην 3η κατηγορία, μετά στην Τσεζένα, που έπαιζε στη Serie B, και από εκεί στη Μπρέσια και το Καμπιονάτο, έστω και στα 30 του. Κάλιο αργά παρά ποτέ, που – λογικά- λένε και στο χωριό του.

Αν το γκολ στο ντεμπούτο μέσα στο Σαν Σίρο ήταν το «καλώς σας βρήκα, με λένε Ντάριο», το χατ τρικ που ακολούθησε, στη 2η αγωνιστική απέναντι στη Σαμπντόρια, ήταν το «δεν πιστεύω να ξεχάσατε το όνομα μου». Το ογκώδες σκαρί του, το άγαρμπο και ιδιαίτερο τρέξιμο του και η δύναμη με την οποία χωνόταν σε όλες τις φάσεις του έδωσε το παρατσούκλι «Τατάνκα», το όνομα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς Αμερικάνοι για τα βουβάλια.


Το τρέξιμο του βουβαλιού

Ακόμα και στη μεγάλη κατηγορία της χώρας όμως, με αρκετούς προβολείς στραμμένους πάνω του, ο Χούμπνερ δεν ενδιαφέρθηκε να αλλάξει ιδιαίτερα τη ζωή του. Αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εμφάνιση του, έχοντας μόνιμα την εικόνα κάποιου που μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και έχει φύγει τρέχοντας από το σπίτι για να προλάβει, και συνέχιζε να απολαμβάνει καθημερινά δυο από τις μεγάλες αγάπες του: το ποτό και το τσιγάρο. Όσοι τον έζησαν έχουν να λένε πως ο «Τατάνκα» κατέβαζε για πλάκα μερικά ποτηράκια γκράπα (παραδοσιακό ιταλικό μπράντι) και κάπνιζε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, μια συνήθεια που δεν έκοβε ούτε την ώρα των αγώνων! Ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να το κρύψει, δηλώνοντας συχνά ότι το τσιγάρο τον ηρεμούσε, γι’αυτό και στο ημίχρονο μόλις ο προπονητής ολοκλήρωνε τις οδηγίες του, πήγαινε στις τουαλέτες, άναβε ένα Marlboro, έπαιρνε 3-4 ρουφηξιές και επέστρεφε ανανεωμένος στον αγώνα, έτοιμος να ματώσει ξανά τα δίχτυα. «Χωρίς το αλκοόλ και τα τσιγάρα ο Χούμπνερ θα ήταν ο πιο δυνατός όλων» έλεγε με παράπονο ο πρόεδρος της Μπρέσια, Λουίτζι Κοριόνι.

Σε ένα Καμπιονάτο που τότε ζούσε τα καλύτερα χρόνια του, όντας με διαφορά το πιο ποιοτικό πρωτάθλημα του κόσμου, ο μεσήλικας Χούμπνερ με την αντιαθλητική ζωή κατάφερε να βρει τρόπο να τρυπώσει ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς του πλανήτη, όπως ακριβώς έβρισκε τρόπους να χωθεί και να σκοράρει απέναντι σε μερικούς από τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου. Η Μπρέσια υποβιβάστηκε στο τέλος της σεζόν αλλά ο «Τατάνκα» είχε ήδη αποδείξει και με το παραπάνω ότι ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του σκοράροντας 16 φορές, ένα νούμερο που τον έφερε στην 8η θέση μιας λίστας που είχε μέσα τους Μπίρχοφ, Ρονάλντο, Μπάτζιο, Μπατιστούτα, Ντελ Πιέρο, Ινζάγκι. Όλως παραδόξως, η μεγάλη του στιγμή δεν είχε έρθει ακόμα.


Μπάτζιο και Χούμπνερ στη μοναδική σεζόν που έπαιξαν μαζί στη Μπρέσια πέτυχαν συνολικά 27 γκολ

Τη σεζόν 2001-02 η Πιατσέντσα τον αγόρασε από τη Μπρέσια, παραβλέποντας το γεγονός πως βρισκόταν σε συντάξιμη ποδοσφαιρικά ηλικία, κι αυτός τη δικαίωσε άμεσα. Το τέλος της χρονιάς βρήκε τη νεοφώτιστη ομάδα στην ασφάλεια της 12ης θέσης και τον Χούμπνερ στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ με 24 γκολ (μαζί με τον Τρεζεγκέ της πρωταθλήτριας Γιουβέντους, που όμως έπαιξε ένα ματς παραπάνω)! Το κατόρθωμα του δυσκολεύεσαι να το χωνέψεις ακόμα και σήμερα. Σ’ένα πρωτάθλημα γεμάτο πανάκριβους σούπερ σταρ, πρώτος σκόρερ βγήκε ένας 35χρονος, λίγο ατσούμπαλος επιθετικός που παίζει σε μια από τις μικρές ομάδες. Εκείνη τη χρονιά ο Χούμπνερ έγινε μόλις ο 2ος παίκτης που έχει βγει πρώτος σκόρερ και στις τρεις πρώτες κατηγορίες της Ιταλίας, ενώ ήταν και ο γηραιότερος που κέρδισε το σχετικό βραβείο (ρεκόρ που έσπασε τελικά το 2015 ένας άλλος ψηλός Ιταλός, ο Λούκα Τόνι).

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο προσόν του ήταν η αίσθηση του γκολ επέτρεψε στον Χούμπνερ να βγάζει τα προς το ζην από το ποδόσφαιρο, έστω και στις μικρές κατηγορίες, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ηλικία 40 ετών ολοκλήρωνε σεζόν σε τοπικό επίπεδο με 20 γκολ σε 18 ματς. Την ημέρα που τελικά κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, η… καμπούρα του μετρούσε 44 χρόνια ζωής και 24 χρόνια καριέρας!

Μια καριέρα σίγουρα αξιοπρεπέστατη, από την οποία είχε μόνο ένα μικρό παράπονο: Το ότι λόγω ατυχίας (έπαιξε μπάλα σε μια εποχή που οι Ιταλοί έβγαζαν καλούς επιθετικούς με το κιλό) δεν κλήθηκε ποτέ στην εθνική. Όπως λέει και ο ίδιος όμως: «Δεν μπορώ να έχω σοβαρό παράπονο. Όταν ήμουν νέος και δούλευα όλη μέρα πάνω στα αλουμίνια ποιος θα το φανταζόταν ότι θα έκανα κάποτε μια καριέρα σαν κι αυτή; Είμαι πολύ χαρούμενος με αυτά που κατάφερα».


Πόσο θεούλης; Τόσο θεούλης!

Χαλαρός και με αρκετές άσπρες τρίχες πλέον στο κεφάλι, δουλεύει στο μπαρ ‘Τατάνκα’ που άνοιξε με τη γυναίκα του σε ένα μικρό χωριό της Ιταλίας. Όταν τον ρωτάνε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο απαντάει: «Οι σύγχρονοι παίκτες είναι λίγο σαν ρομπότ, με όλες αυτές τις λεπτομέρειες που υπάρχουν στις προπονήσεις. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράγματα» και συνεχίζει: «Επίσης, βλέπω ότι αρκετοί ενδιαφέρονται μόνο για τα στατιστικά τους και δεν παίζουν για την ομάδα. Τότε εμείς κάναμε παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί για μπύρα τα απογεύματα για να γνωριστούμε καλύτερα», μια δήλωση που έχει άλλη δύναμη όταν γίνεται από κάποιον που κάθε φορά που του υπενθυμίζουν τα κατορθώματα του στο σκοράρισμα (τέλειωσε την καριέρα του με περισσότερα από 300 γκολ σε επίσημα παιχνίδια), σπεύδει να τονίσει ότι αν δεν υπήρχαν δίπλα του όλοι αυτοί που τον τροφοδοτούσαν δεν θα είχε πετύχει τίποτα απ’όσα πέτυχε.

Ο Ντάριο Χούμπνερ δεν έγινε ποτέ σούπερ σταρ, δεν πήρε ποτέ μεταγραφή σε κάποια από τις μεγάλες ομάδες (αν και έφτασε αρκετά κοντά και στη Μίλαν και στην, αγαπημένη του, Ίντερ), δεν έβγαλε πάρα πολλά λεφτά από το ποδόσφαιρο και δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κοσμική ζωή εκμεταλλευόμενος τη φήμη του Καμπιονάτο. Κατάφερε όμως να αφήσει ένα μικρό σημάδι στο ιταλικό ποδόσφαιρο και να αγαπηθεί από τους οπαδούς όλων των ομάδων στις οποίες έπαιξε για το πάθος, το φιλότιμο αλλά και την αποτελεσματικότητα που έδειχνε σε κάθε παιχνίδι. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, συχνά-πυκνά περαστικοί τον σταματάνε στο δρόμο και τον ευχαριστούν για κάποιο από τα εκατοντάδες γκολ που πέτυχε. Και, όπως και να το δει κανείς, για κάποιον που κατέβαζε μερικά ποτηράκια γκράπα και έκανε ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα, παίζοντας ταυτόχρονα στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, αυτό είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο κατόρθωμα.

Από την κουζίνα στην εξέδρα

  [3 Σχόλια]

Υπάρχουν στιγμές που σαν παιδιά θέλουμε να ξεχάσουμε, που θα θέλαμε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Κυρίως έχουν να κάνουν με τους γονείς μας, την μαμά που θα μας τσιμπήσει το μάγουλο μπροστά στα κορίτσια του Β2, που θα μας κάνει ρεζίλι όταν πάμε να αγοράσουμε παπούτσια, που θα έρθει στο πάρτι να δει τι γίνεται. Στα αγγλικά η λέξη είναι cringeworthy και δεν νομίζω ότι υπάρχει καλό συνώνυμο. Στο ποδόσφαιρο τέτοιες στιγμές ντροπής, δεν είναι συχνές. Κυρίως γιατί απουσιάζουν οι μαμάδες. Οι οπαδοί της Νόριτς όμως το ζουν αυτό, τόσο με τα καλά, όσο και με τα κακά του.

Εδώ και αρκετά χρόνια, την ιδιοκτησία της ομάδας έχει η κυρία Ντέλια Σμιθ (μαζί με το σύζυγό της). Η ιστορία είναι αρκετά αστεία, γνωρίζοντας ότι η Ντέλια Σμιθ είναι γνωστή σεφ, παρουσιάστρια εκπομπών και συγγραφέας. Σαναλέμε, κάτι σαν τη Βέφα Αλεξιάδου. Επί των ημερών της, τα Καναρίνια κατάφεραν να επιστρέψουν στην μεγάλη κατηγορία, κατακτώντας τη First Division του 2004. Η χρονιά της επιστροφής όμως ήταν δραματικά κακή, με τη Νόριτς να βρίσκεται σταθερά στις θέσεις του υποβιβασμού. Στις 28 Φεβρουαρίου του 2005 η Νόριτς υποδεχόταν τη Σίτι, ούσα 20η και τελευταία με μόλις τρεις νίκες σε 27 αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε 16 λεπτά σκόραρε δύο φορές, έκανε το 2-0 ο κόσμος αναθάρρησε για λίγο, μέχρι που οι φιλοξενούμενοι απάντησαν σε 2-2 πριν λήξει το ημίχρονο.

Αυτή η εναλλαγή έκανε τον κόσμο απογοητευμένο. Η κυρία Σμιθ αποφάσισε να πάρει στα χέρια της την κατάσταση. Σε λίγο αγρία κατάσταση (πιθανότατα έχοντας πιει λίγο μπράντι από κάποιο φλασκί κρυμμένο στο γούνινο παλτό της), κατέβηκε στον αγωνιστικό χώρο και πάτησε χορτάρι με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Με τσιριχτή φωνή έστειλε το μήνυμα «στους καλύτερους οπαδούς του κόσμου». «Χρειαζόμαστε το δωδέκατο παίκτη της ομάδας» τους είπε, ρωτώντας σπαρακτικά «πού είστε» με έναν μαγικό αγγλικό τρόπο. Το από καρδιάς μήνυμα έκλεισε με το «Let’s be ‘avin’ you» και  η κυρία Σμιθ επέστρεψε στις κερκίδες για το 2ο ημίχρονο.

Ένα 2ο ημίχρονο που ήταν ακόμα χειρότερο, καθώς ο Ρόμπι Φάουλερ στο 90′ έδωσε τη χαριστική βολή στους γηπεδούχος. Το σόου της κυρίας Σμιθ μπορεί μεν να άφησε εποχή και να την έκανε ακόμα πιο διάσημη, δεν είχε όμως αποτέλεσμα. Η Ντέλια δήλωσε ότι είναι μια οπαδός, δεν μπορεί να φοράει τα ρούχα του παράγοντα και ότι ήταν κάτι που έκανε γιατί το ένιωσε, βλέποντας την απογοήτευση μετά το 2-0 που έγινε 2-2. Επίσης είπε ότι είχε πιει λίγο κρασί πριν το ματς, αλλά δεν ήταν μεθυσμένη.

Η Νόριτς τελικά τερμάτισε 19η εκείνη τη σεζόν και έχασε για μόλις έναν βαθμό την παραμονή. Για αρκετά χρόνια έμεινε μακριά από την Πρέμιερ, αλλά το 2011 επέστρεψε και ο κόσμος στους ρυθμούς του «Go West» την αποθέωσε τραγουδώντας «Come on, let’s be havin’ you», τη γνωστή της ατάκα από εκείνη την αποφράδα νύχτα του 2005. Η κυρία Σμιθ πήρε ξανά το μικρόφωνο στο δημαρχείο της πόλης, είπε λάθος το όνομα του προπονητή, δήλωσε χαρούμενη που η ομάδα έμεινε στην κατηγορία (και όχι που ανέβηκε) και οι φήμες ότι είχε πιει λίγη σαμπάνια πριν τον λόγο της μπροστά σε περίπου 40.000 οπαδούς κυκλοφόρησαν ξανά.

Και όσο και να σκέφτεστε κάποιοι «άντε γύρνα στην κουζίνα σου» (στην μοναδική φορά που το σχόλιο δεν θα είναι απαράδεκτα σεξιστικό, αλλά αληθινό), είναι εξίσου γραφικό και ωραίο να υπάρχουν ακόμα τέτοιες μορφές, σε ένα αγγλικό ποδόσφαιρο γεμάτο σεΐχηδες, εμίρηδες, πρώην σοβιετικούς και νυν πλυντηριάδες, Αμερικάνους που δεν ξέρουν πώς παίζετε το σόκερ και γενικά κάθε καρυδιάς καρύδι ζάμπλουτους τύπους που δεν θα αγαπήσουν ποτέ την ομάδα τους. Δεν θα το αγαπήσουν όσο η… χρυσοχέρα Ντέλια Σμιθ, που στο παρακάτω βίντεο ευχαριστεί (σε μια ακόμα άνοδο το 2015) τον κόσμο που πήγαινε στο γήπεδο στη Β’ εθνική και δεν παράτησε την ομάδα, αλλά και τον προπονητή που την ανέβασε (και απέλυσε τελικά πριν λίγους μήνες):

Ο ήρωας του τελικού του Μουντιάλ 1986 ήταν ένας λίμπερο

  [12 Σχόλια]

«Ραούλ, μη διανοηθείς να με βγάλεις έξω»

Αυτές ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφεραν να βγουν από το σφιγμένο στόμα του Χοσέ Λούις Μπράουν, όσο αυτός ήταν ξαπλωμένος στο χόρτο, με τον δεξιό ώμο εξαρθρωμένο και έναν πόνο που, όπως θυμάται ο ίδιος, τον έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Ο γιατρός της εθνικής Αργεντινής, Ραούλ Μαδέρο, αν και σοκαρισμένος από αυτό που άκουσε, χαμογέλασε, κοίταξε προς τον πάγκο και έκανε νόημα πως ο παίκτης μπορεί να συνεχίσει το παιχνίδι.

Ο Κάρλος Μπιλάρδο δεν το σκέφτηκε και πολύ. Παρ’όλο που μπορούσε να αντικαταστήσει τον σακατεμένο λίμπερο του με κάποιον ξεκούραστο και, το βασικότερο, υγιή αμυντικό, επέλεξε να τον αφήσει μέσα. Τις επόμενες μέρες και αφού καταλάγιασε ο ενθουσιασμός της κατάκτησης του τροπαίου, κάποιοι κατηγόρησαν τον Μπιλάρδο, σημειώνοντας πως πήρε τεράστιο ρίσκο που άφησε τον Μπράουν να ολοκληρώσει το παιχνίδι (παραβλέποντας βέβαια το γεγονός ότι δεν υπήρχε στον πάγκο κανένας που να ξέρει καλά τη θέση του λίμπερο). Χωρίς κανένα δισταγμό ο ιδιόρρυθμος ‘Μυταράς’ απάντησε: «Δεν υπάρχει κανένα ρίσκο στο να χρησιμοποιήσεις κάποιον ο οποίος είναι έτοιμος να πεθάνει στο χόρτο».

Κάπως έτσι, ο 30χρονος Χοσέ Λούις Μπράουν παρέμεινε στον αγωνιστικό χώρο για τα εναπομείναντα λεπτά του αγώνα, τα οποία δεν ήταν και λίγα. Βρισκόμασταν ακόμα στην αρχή του δευτέρου ημιχρόνου του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Η Αργεντινή προηγούνταν της Δυτικής Γερμανίας με 1-0. Το γκολ της δεν το είχε πετύχει κάποιος από τους διάσημους επιθετικογενείς παίκτες της. Το είχε βάλει ο Μπράουν, με κεφαλιά μετά από ένα φάουλ από τα δεξιά του Μπουρουτσάγα. Ήταν το πρώτο και μοναδικό γκολ του με τη φανέλα της εθνικής.

«Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε που να μην το σκέφτομαι» αποκάλυψε πρόσφατα ο ίδιος σε μια συνέντευξη. «Εκείνο το γκολ άλλαξε την ταυτότητα μου. Από εκείνη τη μέρα είμαι ο Χοσέ Λούις Μπράουν που σκόραρε στον τελικό ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Σκέψου ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν μόνο 5 ζωντανοί Αργεντινοί που έχουν πετύχει γκολ σε τελικό Μουντιάλ κι εγώ είμαι ένας από αυτούς τους 5! Εκείνη τη στιγμή το στήθος σου εκρήγνυται, όλα μέσα σου φουσκώνουν. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έγινε στον πανηγυρισμό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ούρλιαζα και έκλαιγα». Το να βάλεις τα κλάματα την ώρα ενός πανηγυρισμού μπορεί να ακούγεται λίγο υπερβολικό αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι. Γιατί ο άνθρωπος που άνοιξε το δρόμο για το δεύτερο κύπελλο στην ιστορία της Αργεντινής υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα βρισκόταν στο χόρτο εκείνο το απόγευμα.

Ο μόνος λόγος που ο Μπράουν ήταν εκείνο το μήνα στο Μεξικό λέγεται Κάρλος Μπιλάρδο. Με κάτι πρόχειρους υπολογισμούς, ο προπονητής της Αργεντινής πρέπει να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στη χώρα που πίστευε στον «Τάτα» (όπως ήταν το παρατσούκλι του) εκείνη την περίοδο. Ο 30χρονος αμυντικός είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα δυο προηγούμενα χρόνια με επεμβάσεις στα γόνατα του και είχε μείνει για καιρό εκτός δράσης. Η κατάσταση του ήταν τόσο απελπιστική που λίγους μήνες πριν το Μουντιάλ ήταν χωρίς ομάδα, μια κατάσταση που τον έκανε να σκεφτεί μέχρι και να αποσυρθεί πρόωρα από το ποδόσφαιρο. Ο «Μυταράς» όμως ήταν πεπεισμένος πως ο σκληροτράχηλος και πεισματάρης Μπράουν μπορεί να βοηθήσει, έστω και ως αλλαγή του Πασαρέλα, και η πίστη του αυτή προερχόταν από το ότι ήξερε πολύ καλά τον παίκτη από το πέρασμα του από τον πάγκο της Εστουτιάντες. Για την ακρίβεια, ήταν αυτός που τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα το 1975 και αυτός που τον έκανε αρχηγό το 1983, τη χρονιά που μαζί πανηγύρισαν το πρωτάθλημα. Γνώριζε καλά πως ακόμα και χωρίς ομάδα, ακόμα και με προβληματικό γόνατο, ο Μπράουν δεν θα τον απογοήτευε αν χρειαζόταν να παίξει. Και δεν έπεσε έξω.

Μπορεί ο «Τάτα» να μη φημιζόταν για την τεχνική του κατάρτιση αλλά τη δουλειά του στα μετόπισθεν ήξερε να την κάνει αρκετά καλά. Δυνατός, ψύχραιμος, ικανός στο ψηλό παιχνίδι, με καλές τοποθετήσεις και εντυπωσιακές αντοχές, ο Μπράουν ξεπερνούσε τα ελαττώματα του με το πάθος και την αποφασιστικότητα του, ένα χαρακτηριστικό που είχε φανεί από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του. «Όταν πρωτοπήγα στην Εστουντιάντες ξυπνούσα από τις 5.20, έπαιρνα το λεωφορείο για τη Λα Πλάτα, που είναι 80 χλμ. μακριά, έκανα προπόνηση, επέστρεφα στις 11 στο σπίτι, έτρωγα μεσημεριανό και μετά πήγαινα κατ’ ευθείαν για δουλειά στην εφημερίδα που εργαζόμουν. Το βράδυ βέβαια ήμουν νεκρός» θυμάται ο ίδιος.

Όταν ο Μπιλάρδο τον κάλεσε στην αποστολή του Μουντιάλ, όλα τα ΜΜΕ της χώρας (που από τα αποτυχημένα προκριματικά είχαν βάλει στο στόχαστρο τους πάντες στην εθνική – μεταξύ αυτών και τον Μαραντόνα) έπεσαν να τον φάνε, κατηγορώντας τον πως κάνει χάρη στο άνεργο φιλαράκι του. Για να μην απογοητεύσει τον προπονητή του, ο «Τάτα» πέρασε τους τελευταίους τρεις μήνες πριν το τουρνουά κάνοντας 3 φορές την εβδομάδα προπόνηση μόνος του (αρκετές φορές στους δρόμους του Μπουένος Άιρες) και 3 φορές προπόνηση με μια τοπική ομάδα. Ακόμα και έτσι όμως, θεωρούσε δεδομένο πως πηγαίνει στο Μεξικό ως η ρεζέρβα του σπουδαίου Πασαρέλα, που είχε καπαρωμένη τη θέση. Μέχρι που έφτασε η μέρα της πρεμιέρας με τη Νότια Κορέα.

«O Πασαρέλα δεν ήταν καλά αλλά κανένας δεν μου το είχε πει. Λίγες ώρες πριν το πρώτο ματς πέτυχα τον Μπιλάρδο εκεί που τρώγαμε πρωινό. Με ρώτησε πως νιώθω και του απάντησα, χωρίς να το πολυσκεφτώ, ότι επιτέλους έφτασε η μεγάλη μέρα. Μιλούσα γενικά, για όλους μας. Τότε μου είπε «το ξέρεις ότι θα παίξεις σήμερα, ε;». Για λίγο πίστεψα ότι θα πεθάνω». Κάπως έτσι, από το πουθενά, ο δακτυλοδεικτούμενος Μπράουν βρέθηκε στην 11αδα και δεν ξαναβγήκε από αυτήν, αφού ο Πασαρέλα δεν κατάφερε να αναρρώσει από τον τραυματισμό του.

Για τους περισσότερους ανθρώπους στο Μουντιάλ εκείνο η Αργεντινή κατέβηκε με «τον Μαραντόνα και 10 άλλους». Κάπου εκεί μέσα, στους αδικημένους «10 άλλους» (που ανάμεσα τους εκτός των διάσημων Βαλντάνο και Μπουρουτσάγα, υπήρχαν αρκετοί καλοί παίκτες, με κάμποσους εθνικούς και ηπειρωτικούς τίτλους στο παλμαρέ τους), βρίσκεται και ο Χοσέ Λούις Μπράουν, που από τελειωμένος σακάτης, μετατράπηκε σε εκείνο το τουρνουά σε λίμπερο παγκόσμιας κλάσης, που κατάφερε να παίξει άλλα τρία χρόνια μπάλα σε ικανοποιητικό επίπεδο, βρίσκοντας συμβόλαια και στην Ευρώπη. «Όταν έφυγα από το σπίτι μου για το Μουντιάλ, εκεί ήταν για να με αποχαιρετήσουν μόνο η γυναίκα μου, τα παιδιά μου και ένας καλός φίλος. Όταν επέστρεψα, με περίμεναν από έξω δεκάδες άνθρωποι».

Ο ‘Τάτα’ δεν ήταν προικισμένος με κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, ούτε τα βρήκε όλα εύκολα στη ζωή του. Η μοίρα το έφερε έτσι όμως που στις 29 Ιουνίου του 1986 βρέθηκε να πανηγυρίζει πεσμένος στα γόνατα, μπροστά σε 115.000 ανθρώπους ένα γκολ σε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Η μοίρα όμως δεν σε πηγαίνει πουθενά μόνη της. Στα 28 δευτερόλεπτα που χρειάστηκε να μείνει εκτός αγωνιστικού χώρου για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, μετά από μια δυνατή διεκδίκηση της μπάλας με τον Ρουμενίγκε, ο Μπράουν – σαν γνήσιος Λατινοαμερικάνος αμυντικός (έστω και με σκωτσέζικες ρίζες) – το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως θα επιστρέψει στο ματς όσο πιο γρήγορα γινόταν. «Για να μειώσω τον πόνο έκανα μια μικρή τρύπα στη φανέλα και μέσω αυτής στήριζα το χέρι με το δάχτυλο μου» δήλωσε πρόσφατα σε ένα αφιέρωμα που τον έδειχνε να παίζει όλο το δεύτερο ημίχρονο με το δεξί χέρι σχεδόν κολλημένο πάνω στο σώμα.

«Κάθε φορά που πλησίαζα την πλάγια γραμμή έβλεπα τον Μπιλάρδο να με κοιτάει στα μάτια, περιμένοντας μάλλον να του ζητήσω αλλαγή. Δεν υπήρχε όμως τέτοια περίπτωση. Μόνο ως νεκρός θα έφευγα από τον αγωνιστικό χώρο».

Παίζοντας σε δύο γήπεδα την ίδια ημέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Στα αρκετά χρόνια παρουσίας του Σομπρέρο έχουμε μιλήσει για αρκετές κωμικοτραγικές καταστάσεις. Είδαμε παίκτες να παίζουν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε δύο αγώνες (και επίσης εδώ), αλλά και ομάδες να «παίζουν» σε άλλες ηπείρους χωρίς να το ξέρουν. Σήμερα, ήρθε η ώρα ίσως για το κορυφαίο (μέχρι το επόμενο) γραφικό γεγονός τέτοιου είδους. Την ημέρα που δύο ομάδες έπρεπε να παίξουν τόσο μεταξύ τους, όσο και ακόμα έναν αγώνα (έκαστη), με άλλον αντίπαλο σε μια άλλη χώρα. Καλά διαβάσατε. Ταξιδεύουμε στο 1997 και φυσικά πού αλλού; Στην Αργεντινή.

Τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς έγινε η κλήρωση για τη φάση των ομίλων του Κόπα Λιμπερταδόρες. Το σύστημα ήθελε σε κάθε όμιλο να παίζουν ομάδες από δύο χώρες. Έτσι, η κληρωτίδα έφερε στον πέμπτο όμιλο τις Ράσινγκ και Βέλεζ μαζί με δυο ομάδες από το Εκουαδόρ, τις Ελ Νασιονάλ και Εμελέκ. Στις 2 Μαρτίου και ώρα 2 το μεσημέρι η Ράσινγκ θα έπαιζε στο Κίτο με τη Νασιονάλ και στις 8 το βράδυ η Βέλεζ με την Εμελέκ στο Γκουαγιακίλ. Τίποτα το περίεργο θα πει κανείς, εκτός από το γεγονός ότι 2 Μαρτίου ήταν ημέρα Κυριακή, ημέρα περίεργη για διεθνείς διοργανώσεις.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Π.Ο. της Αργεντινής (γνωστή για διάφορες γραφικότητες) συνεδρίασε για το πρόγραμμα της Κλαουζούρα του 1997. Το παιχνίδι Ράσινγκ-Βέλεζ στο Ελ Σιλίντρο προέκυψε τη δεύτερη αγωνιστική και ορίστηκε την Κυριακή 2 Μαρτίου στις 5 το απόγευμα. Ναι, δεν διαβάσατε λάθος. Την ημέρα που κι οι δύο ομάδες θα βρίσκονταν στο Εκουαδόρ, έπρεπε να παίξουν στην Αργεντινή μεταξύ τους για το πρωτάθλημα. Παρά τα αιτήματα και των δύο συλλόγων, η Ομοσπονδία αρνήθηκε κάθε συζήτηση για αναβολή του αγώνα, σε στιλ «τότε εμείς τους είπαμε και αυτοί μας είπαν, αυτό ακριβώς, τίποτα άλλο».

Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να βλέπαμε τι θα γινόταν αν οι δύο σύλλογοι της Αργεντινής έπαιζαν εντός. Στιγμές όπου θα είχαμε οπαδούς να βλέπουν δυο σερί αγώνες, παίκτες να φεύγουν από το ένα γήπεδο για να πάνε στο άλλο και άλλα τέτοια γραφικά, δυστυχώς όμως χάθηκε αυτή η ευκαιρία. Το γεγονός ότι τα ματς ήταν στον Ισημερινό, δεν άφηνε πολλές επιλογές στους συλλόγους. Η Ράσινγκ που είχε ως στόχο το πρωτάθλημα αποφάσισε να ρίξει το βάρος εκεί. Στις 28 Φεβρουαρίου έπαιξε για το Λιμπερταδόρες στο Γκουαγιακίλ με την Εμελέκ και έφερε 2-2. Οι βασικοί αποχώρησαν για την Αργεντινή και οι αναπληρωματικοί έμειναν για το δεύτερο σερί ματς στο Εκουαδόρ. Μαζί τους κι ο προπονητής Κόκο Μπαζίλε που πρόλαβε και γριπώθηκε. Για να μην κολλήσει τη «βασική» ομάδα, έμεινε με τις ρεζέρβες που θα έπαιζαν στο Λιμπερταδόρες. Η Βέλεζ αντίθετα, έστειλε τη βασική της ομάδα στο Εκουαδόρ και κράτησε τις ρεζέρβες στο Μπουένος Άιρες.

Αριστερά ο Μέντσο Σααβέδρα έπαιζε στο Εκουαδόρ
Δεξιά οι συμπαίκτες του στην Αργεντινή

Έτσι λοιπόν, έφτασε η μεγάλη ημέρα. Στις 2 το μεσημέρι, ο Κόκο Μπαζίλε είδε τη Ράσινγκ υπό αφόρητη ζέστη, στο υψόμετρο του Κίτο να χάνει με 2-0. Όταν κάπου στο 2ο ημίχρονο έκανε την τελευταία του αλλαγή, με την είσοδο του Γιένες, ο Μπαζίλε έμεινε μόνος του στον πάγκο, χωρίς κανέναν δίπλα του. Λίγη ώρα μετά την ήττα,  ο βοηθός τού Μπαζίλε κατέβαζε τη βασική εντεκάδα στο Ελ Σιλίντρο κι η Ράσινγκ έπαιζε το 2ο παιχνίδι της ημέρας. Αυτή τη φορά κέρδισε με 2-0 τη Βέλεζ που είχε κι αυτή το βοηθό προπονητή της στον πάγκο, παρέα με τον τρίτο τερματοφύλακα και δυο πιτσιρικάδες. Οι οπαδοί της Ακαδημίας με ρεκόρ 1 νίκη-1 ήττα τελείωναν την ήμερα τους (άντε να το εξηγήσεις στην κοπέλα σου και να σε πιστέψει ότι γι’ αυτό δεν βγήκατε), αλλά οι οπαδοί της Βέλεζ μόλις είχαν αρχίσει.

Ρετρό γκολ και λάτιν μουσική

Ήταν η ώρα για το βραδινό ματς στο Γκουαγιακίλ. Με τους οπαδούς της ίσα ίσα να έχουν γυρίσει στο σπίτι τους από τον αγώνα του πρωταθλήματος και να ανοίγουν την τηλεόραση, η Βέλεζ αντιμετώπισε την Εμελέκ σε ένα ματς που τελικά έληξε 2-3. Οι Αργεντίνοι κατέβηκαν  με τον Τσιλαβέρτ στον τέρμα και μαζί του παίκτες όπως ο Μαουρίσιο Πελεγκρίνο και ο γνωστός μας από τον ΠΑΟΚ Πατρίσιο Καμπς. Ο Καμπς μάλιστα σκόραρε δυο φορές και ήταν αυτός που έδωσε τη νίκη. Τελικός απολογισμός και για τη Βέλεζ, 1 νίκη-1 ήττα.

Οι δυο ομάδες κατάφεραν τελικά να κερδίσουν στους θεσμούς που τους ένοιαζε περισσότερο, αλλά το μακροπρόθεσμο πλάνο τους απέτυχε. Η Βέλεζ βγήκε μεν 1η στον όμιλο, αποκλείστηκε όμως αμέσως μετά στους 16 από την Σπόρτινγκ Κριστάλ. Η Ράσινγκ προκρίθηκε ως τρίτη και τελικά έκανε καλύτερη πορεία, φτάνοντας ως τα ημιτελικά του Λιμπερταδόρες, όπου την άφησε εκτός η Κριστάλ. Το δε πρωτάθλημα που η Ράσινγκ είχε θεωρητικά ως στόχο κατέληξε στα χέρια της Ρίβερ. Η Ράσινγκ βγήκε μόλις 7η, ενώ η… αδιάφορη της δεύτερης αγωνιστικής Βέλεζ κατέκτησε την 5η θέση. Αν είχε κερδίσει εκείνο το ματς με τη Ράσινγκ θα μπορούσε να είχε βγει 2η. Ο όρος «χρειαζόμαστε μεγάλο ρόστερ» πήρε άλλη ερμηνεία μετά από εκείνη την ημέρα.

Το πρωτάθλημα στο οποίο οι σκόρερς είναι πραγματικοί φονιάδες

  [2 Σχόλια]

Λογικά δεν το ξέρετε αλλά το 2016 η Λίβερπουλ κατέκτησε τον τίτλο. Για να καταφέρει να σηκώσει την κούπα, στον τελικό επικράτησε της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 1-0. Το μοναδικό γκολ πέτυχε ο φονιάς Μπένον Λουγίμα, ο οποίος στον ημιτελικό είχε κάνει χατ-τρικ, παρά το γεγονός ότι παίζει ξυπόλητος (όπως ακριβώς κάποιοι συμπατριώτες του αρκετές δεκαετίες πριν). Η λέξη φονιάς στην προηγούμενη πρόταση δεν είναι κάποια κλασική δημοσιογραφική μεταφορά, που συνοδεύει συνήθως τους γκολτζήδες. Ο Μπένον εκτίει στη Λουζίρα ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.

Η φυλακή Λουζίρα βρίσκεται στην πρωτεύουσα Καμπάλα και είναι η μόνη φυλακή υψίστης ασφαλείας που έχει η Ουγκάντα. Μέσα σ’αυτήν μπορεί κανείς να βρει όλων των ειδών τα «λουλούδια» της χώρας. Από δολοφόνους, βιαστές και απαγωγείς, μέχρι αθώους ανθρώπους που έχουν συλληφθεί αλλά δεν έχουν καταδικαστεί και απλά περιμένουν τη δίκη τους, η οποία αρκετές φορές καθυστερεί να γίνει ακόμα και μερικά χρόνια.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Λουζίρα εντοπίζεται στους… αριθμούς. Το κτίριο σχεδιάστηκε για να φιλοξενήσει 500 κρατούμενους αλλά οι τελευταίες καταμετρήσεις βγάζουν πως οι έγκλειστοι είναι περίπου 3500! Αν σ’αυτό προστεθεί και το γεγονός ότι για τη φύλαξη τους υπάρχουν μόλις 100 δεσμοφύλακες, καταλαβαίνει κανείς ότι η ισορροπία εντός της φυλακής κρέμεται συνεχώς από μια κλωστή. Το 1993 οι φυλακισμένοι ξεσηκώθηκαν και η κατάσταση ξέφυγε τόσο που αναγκάστηκε να επέμβει ο στρατός, μια εξέγερση που άφησε πίσω της 2 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες.

Το 1999 όμως όλα άλλαξαν, όταν ανέλαβε επίτροπος της Υπηρεσίας Φυλακών ο Τζόζεφ Ετίμα, που εξ αρχής δοκίμασε μια νέα, πιο προοδευτική, προσέγγιση στο θέμα. Η φυλακή άνοιξε τις πόρτες της στον έξω κόσμο, επιτρέποντας σε διάφορες οργανώσεις και ιδρύματα (ανάμεσα τους ο ‘Ερυθρός Σταυρός’, η εκκλησία και πανεπιστήμια) να εμπλακούν στη φροντίδα των φυλακισμένων. Η αλλαγή ήταν θεαματική. Από επίκεντρο ταραχών η Λουζίρα έγινε μια από τις πιο προοδευτικές φυλακές της Αφρικής, με καθημερινά σχολεία που προσφέρουν σε όλους τους κρατούμενους από βασική εκπαίδευση και εργαστηριακά μαθήματα (ραπτική και ξυλουργική) μέχρι και πτυχίο, σε συνεργασία με τα τοπικά πανεπιστήμια. Κάπως έτσι, το ποσοστό υποτροπής των ανθρώπων που αποφυλακίζονται από εκεί είναι ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο.

Ανάμεσα στις διάφορες καθημερινές δραστηριότητες των φυλακισμένων (που ουσιαστικά λειτουργούν τη φυλακή μόνοι τους, σαν ένα μικρό χωριό, έχοντας οργανώσει ένα ολόκληρο δίκτυο παραγωγής και διανομής του φαγητού και των ειδών πρώτης ανάγκης), υπάρχει μια που ξεχωρίζει: το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Η ύπαρξη ενός τόσο οργανωμένου και πειθαρχημένου πρωταθλήματος μέσα σε μια φυλακή τέτοιου είδους είναι τόσο εντυπωσιακή που τα τελευταία χρόνια δημοσιογράφοι από διάφορα μέρη του κόσμου έχουν επισκεφτεί τη Λουζίρα, απλά και μόνο για να μελετήσουν αυτό το ιδιαίτερο εγχείρημα.

Όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες φυλακές του κόσμου, οι φυλακισμένοι έπαιζαν μπάλα στην αυλή εδώ και δεκαετίες. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όμως το 2003, όταν δημιουργήθηκε η UPSA, δηλαδή η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της φυλακής! Και κάπου εδώ ξεκινάνε τα ωραία. Δουλειά των μελών της UPSA (τα οποία βγαίνουν με εκλογές κάθε χρόνο και πρόεδρος τους αυτή την εποχή είναι ένας πρώην αστυνομικός που είναι μέσα για ανθρωποκτονία) είναι η οργάνωση και επίβλεψη του πρωταθλήματος, ο ορισμός διαιτητών, ο έλεγχος για την τήρηση των κανονισμών (υπάρχει ένα 30σελιδο τετράδιο στο οποίο είναι καθαρογραμμένοι) και η εύρεση εξωτερικών χορηγών που παρέχουν τα τρόπαια, τις μπάλες και ό,τι άλλο χρειάζεται ένα σωστό τουρνουά.

Αυτή τη στιγμή στη Λουζίρα υπάρχουν 10 επίσημα καταγεγραμμένες ομάδες, κάθε μια με τους οπαδούς της, με το καταστατικό της, τον πρόεδρο, τον προπονητή, έναν γραμματέα, ένα λογιστή και ένα ρόστερ που απαρτίζεται από 16 έως 25 παίκτες. Βλέποντας κανείς τα ονόματα τους (Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ, Λίβερπουλ, Άρσεναλ, Τσέλσι, Άστον Βίλα, Έβερτον, Νιούκαστλ, Μπαρτσελόνα, Γιουβέντους και Αμβούργο) αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αγαπάνε οι Αφρικανοί το αγγλικό ποδόσφαιρο, που μπήκε στα σπίτια τους χάρη στη δορυφορική τηλεόραση στις αρχές των 00s.

Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Γκόλντμπαλτ, της Γκάρντιαν, που επισκέφτηκε τη φυλακή πριν τρία χρόνια, 9 στους 10 φυλακισμένους υποστηρίζουν μια ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ, ενώ σχεδόν όλοι οι φρουροί είναι οπαδοί της Άρσεναλ (λογική απόρροια της επιτυχίας της ομάδας των «Invincibles» που είχε φτιάξει ο Βενγκέρ την προηγούμενη δεκαετία). Όπως θυμάται ο δημοσιογράφος: «Όσο ήμουν εκεί, κάθε μέρα με ακολουθούσε ένας νεαρός κρατούμενος με παρατσούκλι ‘Λευκός Άγγελος’, που ήθελε συνέχεια να συζητήσουμε τα τελευταία νέα της Άρσεναλ και της Τότεναμ, κάνοντας ερωτήσεις όπως: ‘Πιστεύεις ότι η μεταγραφή του Σολδάδο ήταν πεταμένα λεφτά;'»

Η ιστορία και τα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας παρουσιάζουν κι αυτά ενδιαφέρον. Η Λίβερπουλ, που είναι η πιο παλιά ομάδα στη φυλακή, δημιουργήθηκε κάπου στο 2000 από μια παρέα πρώην στρατιωτικών που το είχαν γυρίσει σε ένοπλες ληστείες. Χάρη στα λάφυρα που είχαν μαζέψει από αυτές, είχαν τη δυνατότητα εξ αρχής να αγοράζουν τους καλύτερους παίκτες, κάνοντας τους ‘κόκκινους’ μια από τις πιο δυνατές ομάδες της Λουζίρα. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ απ’την άλλη, ξεκίνησε ως ομάδα των περιθωριοποιημένων κρατούμενων, που συνήθως προέρχονταν από αγροτικές περιοχές.

Η Άστον Βίλα ξεκίνησε ως «Kitchen FC» (προφανώς γιατί ήταν η ομάδα των κρατούμενων που εργαζόταν στην κουζίνα της φυλακής), μετονομάστηκε σύντομα σε «Γερμανία» και τελικά κατέληξε στο σημερινό της όνομα όταν οι άνθρωποι της ανακάλυψαν ότι ελάχιστοι συμπαθούσαν τους Γερμανούς. Το Αμβούργο ξεκίνησε με το όνομα «Police FC», από κρατούμενους που ήταν πρώην αστυνομικοί, μετά έγινε Λιντς και όταν η ιστορική ομάδα πήρε την κάτω βόλτα και εξαφανίστηκε από την Πρέμιερ Λιγκ και τις τηλεοράσεις των κατοίκων της Ουγκάντα, απέκτησε το σημερινό της όνομα – αν και κάποιοι ρομαντικοί οπαδοί της εξακολουθούν να την αποκαλούν Λιντς. Οι άτυπες συνεργασίες μεταξύ των ομάδων δεν λείπουν κι έτσι το Αμβούργο θεωρείται «feeder club» της Γιουνάιτεντ και η Νιούκαστλ συνηθίζει να τροφοδοτεί με ταλέντα τη Λίβερπουλ.

Οι αντίπαλοι του τελικού του 2016, Λίβερπουλ και Γιουνάιτεντ, είναι κι αυτοί με τους περισσότερους οπαδούς. Και όπως συμβαίνει και στο κανονικό ποδόσφαιρο, οι οπαδοί είναι σημαντικοί και στη φυλακή. Εκτός από την αναμενόμενη υποστήριξη την ώρα των αγώνων, οι οπαδοί-κρατούμενοι προσφέρουν στην ομάδα με διάφορους τρόπους: Επιδιορθώνουν τα παπούτσια, βοηθάνε τους τραυματίες, φροντίζουν τις στολές και, το πιο σημαντικό όλων, χαρίζουν υλικά αγαθά και τρόφιμα στην ομάδα την περίοδο των μεταγραφών (το πρωτάθλημα είναι τόσο οργανωμένο που, όπως ακριβώς και η ΦΙΦΑ, έχει δυο περιόδους μεταγραφών) για να μπορέσει να προσελκύσει τους καλούς παίκτες.

Όπως καταλάβατε, λεφτά δεν υπάρχουν στο πρωτάθλημα αυτό. Οι παίκτες συνήθως δελεάζονται με εξτρά τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης ή άλλα αντικείμενα που μπορεί να τους φανούν χρήσιμα σε μια φυλακή και η UPSA είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο των μεταγραφών, ώστε να μην υπάρχουν εκβιασμοί και προτάσεις κάτω από το τραπέζι. Η ομάδα που κατακτάει τον τίτλο, εκτός από μια μικρή συμβολική κούπα, κερδίζει και πολύτιμα αγαθά για τα μέλη της: Από σαπούνια, οδοντόβουρτσες, ζάχαρη, ρύζι και τετράδια μέχρι μια ζωντανή κατσίκα!

Αν κάποιος δεν έχει εντυπωσιαστεί ήδη με όλη αυτή την περιγραφή, μπορεί να αναζητήσει και το 25λεπτο ντοκιμαντέρ του Vice (για την ώρα υπάρχει στο youtube αλλά σε χάλια ποιότητα), που είναι γεμάτο με ωραία πλάνα από τους ημιτελικούς και τον τελικό του 2016, πλάνα που τα βλέπεις και πιάνεις συνέχεια τον εαυτό σου να αναρωτιέται «πώς γίνεται να υπάρχει αυτό το πρωτάθλημα σε αυτό το μέρος».

Βλέποντας εικόνες από τα παιχνίδια μπορεί κάποιος να επιβεβαιώσει και την διαπίστωση των δημοσιογράφων που επισκέφτηκαν τη φυλακή, ότι το επίπεδο αρκετών παικτών είναι αναπάντεχα υψηλό, δεδομένων πάντα των συνθηκών. Επίσης, εντύπωση προκαλεί η έλλειψη εντάσεων και λογομαχιών, είτε μέσα στο γήπεδο, είτε γύρω απ’αυτό, κάτι που δεν περιμένεις να δεις σε ένα μέρος όπου συνωστίζονται εκατοντάδες εγκληματίες, αρκετοί εκ των οποίων βρίσκονται εκεί για φόνο. Ο σεβασμός για το παιχνίδι είναι τόσο μεγάλος που η συμπεριφορά όλων είναι άψογη. Για την ακρίβεια, είναι τόσο υποδειγματική που ακόμα και οι ελάχιστοι φύλακες την ώρα των αγώνων αφοσιώνονται στο ματς. Εντός των τεσσάρων γραμμών, η κόκκινη κάρτα τιμωρείται με 2 μήνες εκτός αγώνων, μια τιμωρία που κανένας δεν θέλει να υποστεί.

Το μικρό ντοκιμαντέρ κλείνει με μια εκπληκτική σκηνή που οι παίκτες και οι οπαδοί της νικήτριας Λίβερπουλ χοροπηδάνε και χορεύουν ευτυχισμένοι μέσα στις λάσπες, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του τίτλου υπό καταρρακτώδη βροχή, υπενθυμίζοντας μας για πολλοστή φορά πως όσο κι αν έχει εξελιχθεί και μεταλλαχθεί με τα χρόνια, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα όμορφο και απλό παιχνίδι που σε κάνει να ξεχνάς τα προβλήματα σου και την τραγική πραγματικότητα. Ακόμα κι αν είσαι έγκλειστος σε μια άθλια φυλακή κάπου στην ανατολική Αφρική.

Ραμόν Αγκίρε Σουάρες: Ο πιο σκληρός παίκτης της Αργεντινής

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Λατινικής Αμερικής υπήρχαν πολλοί σκληροί και βρώμικοι παίκτες. Ελάχιστοι όμως άφησαν το στίγμα τους όπως ο Ραμόν Αγκίρε Σουάρες. Από πιτσιρικάς στις Ακαδημίες της Εστουδιάντες Λα Πλάτα, αυτός κι οι συνομήλικοί του αποτέλεσαν μια φουρνιά που ξεχώρισε στις μικρές ομάδες και ο σπουδαίος προπονητής Οσβάλντο Ζουμπελντία ανέβασε αρκετούς στην πρώτη ομάδα, μεταξύ τους και τον αργό, αλλά δυνατό Σουάρες, τον κεντρικό αμυντικό που έψαχνε. Ο Ραμόν στα 18 του έκανε ντεμπούτο το 1966 σε μια από τις σημαντικότερες ομάδες και πιο μισητές ομάδες όλων των εποχών στο ποδόσφαιρο. Η Εστουδιάντες μερικούς μήνες αργότερα, κατακτούσε το πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο. Γινόταν ο πρώτος σύλλογος της Αργεντινής εκτός από τους «μεγάλους πέντε» που κατακτούσε πρωτάθλημα στη χώρα.

Ο «Νέγκρο» (εξαιτίας του σκούρου δέρματος) δεν χρειαζόταν να λέει πολλά. Έμπαινε στο γήπεδο για να κάνει τη δουλειά. Σε ψάρωνε με το ύφος του και αν δεν αρκούσε αυτό, προχωρούσε στο παρασύνθημα. Χρησιμοποιούσε οποιονδήποτε τρόπο για να σε σταματήσει. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι παίκτες της Εστουδιάντες είχαν μαζί τους βελόνες για να τσιμπάνε τους αντιπάλους. Για τον Σουάρες αναφέρεται ότι όταν χτυπούσε κάποιον αντίπαλο, πήγαινε σαν μετανιωμένος να δει με ενδιαφέρον τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και στα κρυφά του ζουπούσε το μάτι με το δάχτυλο. Στη συνέχεια τον σήκωνε όρθιο τραβώντας τον από το δέρμα κάτω από τις μασχάλες, κάτι που πιστέψτε με, πονούσε πολύ. Στα κόρνερ είχε στα χέρια του χώμα και το πετούσε στα μάτια του αντίπαλου τερματοφύλακα. Αν ο τερματοφύλακας φορούσε καπέλο (κάτι σύνηθες εκείνα τα χρόνια), του το κατέβαζε την τελευταία στιγμή για να μη βλέπει. Για τραβήγματα μαλλιών και αγκωνιές δεν χρειάζεται να πω κάτι, αυτά ήταν συνηθισμένα. Μέχρι πού είναι η αλήθεια και πού η λατινοαμερικάνικη υπερβολή δεν ξέρει κανείς. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι εκτός από το πρωτάθλημα του 1967, είχε και μια ακόμα πρωτιά, εκείνη των περισσότερων καρτών. Με τις τιμωρίες να μην είναι τόσο αυστηρές εκείνα τα χρόνια, ο Σουάρες και τα άλλα καλόπαιδα της Εστουδιάντες είχαν ουσιαστικά μια ασυλία εκ του συστήματος και την εκμεταλλεύονταν.

«Δεν έχω δει ξανά κάποιον σαν αυτόν, είναι σαν να βλέπεις έναν άνθρωπο των σπηλαίων που προστατεύει μέχρι θανάτου την περιοχή του»
– Ρομπέρτο Περφούμο, παίκτης της Ράσινγκ

Το Μετροπολιτάνο όμως ήταν μόνο η αρχή. Η Εστουδιάντες, μια ομάδα παικτών-εργατών, με ηγέτη τον Κάρλος Μπιλάρδο και πιο ποιοτικό παίκτη τον Χουάν Ραμόν Βερόν που λίγα χρόνια αργότερα θα έπαιζε στον Παναθηναϊκό, την αμέσως επόμενη χρονιά κατέκτησε το Κόπα Λιμπερταδόρες απέναντι στην Παλμέιρας. Πιο πολύ όμως και από τον τελικό, έχουν μείνει οι ημιτελικοί-εμφύλιοι με τη Ράσινγκ Κλουμπ. Η Εστουδιάντες είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα του ’67 απέναντί της και η κόντρα πέρασε κάθε όριο σε εκείνα τα ματς. Η πρόκριση κρίθηκε σε τρίτο παιχνίδι και ο Σουάρες αποβλήθηκε μαζί με τον Άλφιο Μπαζίλε, σε έναν καβγά που δημιούργησαν οι ίδιοι και στον οποίο συμμετείχαν και οι πάγκοι των ομάδων. Ο Σουάρες (πολύ πριν από τον Βίνι Τζόουνς) είχε πιάσει τα… καλαμπαλίκια ενός αντιπάλου, ο Μπαζίλε πήγε και του έκανε το ίδιο, ο επόπτης ενημέρωσε τον διαιτητή, οι δυο παίκτες αποβλήθηκαν και ένας τρομερός καβγάς ξέσπασε στο γήπεδο. Η τότε χούντα της Αργεντινής για να αντιμετωπίζει το ξύλο που έπεφτε είχε φτιάξει έναν νόμο που οι παίκτες πήγαιναν φυλακή για 30 μέρες σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Σουάρες, ο Μπαζίλε (και ακόμα δυο παίκτες που αποβλήθηκαν αργότερα) κατέληξαν στις γνωστές μας φυλακές του Ντεβότο. Μετά από την επιμονή των ομάδων, βγήκαν πριν εκτίσουν όλη την ποινή. Σε μια συνέντευξή του, ο Κόκο Μπαζίλε είχε πει ότι σε εκείνα τα παιχνίδια υπήρχαν πάντα αρκετά ασθενοφόρα και περιπολικά έξω από το γήπεδο για κάθε ενδεχόμενο.

Συλλεκτικές ομορφιές από τον ημιτελικό (προσέχουμε το φάουλ στα 7″ και τον παίκτη που «ανησυχεί» για τον αντίπαλό του), το πανέμορφο γκολ της πρόκρισης με ψαλιδάκι του μπαμπά Βερόν, ο Σουάρες το είδε από το κρατητήριο

Η Εστουδιάντες είχε γίνει πλέον μια από τις πιο αντιπαθείς ομάδες στους ουδέτερους. Έτσι, ο πρόεδρος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και οργάνωσε φιλικό με την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε. Αλλά τα φιλικά είναι για τα κοριτσάκια, όπως όλοι στην ομάδα ήξεραν. Ο Σουάρες κατάφερε και αποβλήθηκε ξανά, ενώ η ομάδα του έχασε με 4-2. Να υπενθυμίσουμε ότι τότε δεν είχαμε αποβολές για ψύλλου πήδημα, έπρεπε να γίνει κάτι δολοφονικό. Παρ’ ότι δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για τον συγκεκριμένο αγώνα, αναφέρεται ότι ο διαιτητής δήλωσε: «κανονικά έπρεπε να το διακόψω, αλλά λυπήθηκα όλους αυτούς τους φιλάθλους που ήρθαν στο γήπεδο».


Το θύμα του Σουάρες, Νέστορ Κομπέν

Οι «πιντσαράτας» κέρδισαν και τα δυο επόμενα Λιμπερταδόρες και όπως ήταν φυσικό έπαιξαν ακόμα δύο Διηπειρωτικά. Λίγους μήνες αργότερα, το ποδόσφαιρο της Αργεντινής θα ζούσε μια από τις πιο μαύρες σελίδες του, στη ρεβάνς του 3-0 του πρώτου αγώνα με την Μίλαν για το Διηπειρωτικό, όταν και έπεσε το ξύλο της αρκούδας. Ο Σουάρες από τα πρώτα λεπτά είχε κάνει τουλάχιστον δυο δολοφονικά φάουλ με τις τάπες. Το ρέκβιέμ του ήταν η αγκωνιά στο δύσμοιρο Γαλλο-αργεντινό Νέστορ Κομπέν που αποχώρησε με κάταγμα στη μύτη και το ζυγωματικό. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Σουάρες πήγε φυλακή και καθώς αυτή τη φορά η κατακραυγή ήταν διεθνής, εξέτισε όλη την ποινή μετά από απαίτηση του καθεστώτος, ενώ τιμωρήθηκε και με πέντε χρόνια απουσίας από διεθνείς αγώνες. Πολλές ευρωπαϊκές ομάδες αποφάσισαν να σταματήσουν τη συμμετοχή τους (ας μην ξεχνάμε ότι ο Παναθηναϊκός έπαιξε αντί του Άγιαξ δυο χρόνια αργότερα) στο θεσμό. Ένα ακόμα παράσημο του Σουάρες.


Από τα χρόνια στην Ισπανία

Ο κύκλος του Σουάρες στην Εστουδιάντες έκλεισε το 1971, με ένα πρωτάθλημα, τρία Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Επόμενος σταθμός του η Ισπανία και η Γρανάδα. Εκεί, βρέθηκε και πάλι στο στοιχείο του. Μαζί με τον επίσης σέντερ μπακ Παραγουανό Πέδρο Φερνάντες και τον Ουρουγουανό Χούλιο Μοντέρο Καστίγιο (πατέρα του Πάoλο Μοντέρο, σέντερ μπακ της Γιουβέντους), αποτέλεσαν τους λεγόμενους «Χασάπηδες της Γρανάδα» και όχι γιατί έκαναν μπάρμπεκιου με τις οικογένειές τους. Μια μικρή ομάδα που μόλις είχε ανέβει στην Α’ εθνική της Ισπανίας, μεταμορφώθηκε σε «φονέας των γιγάντων» (με έμφαση στο φονέας). Τη σεζόν 1971-72 κέρδισαν σε τέσσερις συνεχόμενες αγωνιστικές Μπιλμπάο, Μπαρσελόνα, Ρεάλ Μαδρίτης και Σεβίλλη. Το ξύλο που έπεφτε ήταν ανελέητο. Σε χρόνια που οι κίτρινες έβγαιναν με μεγάλη δυσκολία, ο Σουάρες τις μάζευε σαν στραγάλια. Οι «Χασάπηδες» έκαναν μέχρι και «σκετσάκι», κάνοντας ότι μαλώνουν και πλακώνονται μεταξύ τους για να τρομάζουν οι αντίπαλοι. «Το να παίζεις στη Γρανάδα, είναι σαν να πηγαίνεις στον πόλεμο» είχε πει ο Ασένσι της Μπάρτσα, ενώ ο συμπαίκτης του Τσάρλι Ρέσακ είχε πει: «τι τυχεροί οι ταύροι που δεν περνούν αυτά που περνάμε εμείς σε αυτό το γήπεδο». Ο ντι Στέφανο είχε ανοίξει πόλεμο με τη Γρανάδα ως προπονητής της Βαλένθια τότε, αφού είδε σε δυο διαδοχικές σεζόν, δυο παίκτες του να τραυματίζονται από τον Σουάρες και να πηγαίνουν στο νοσοκομείο. Ο δεύτερος με διπλό κάταγμα στο πόδι του. Ο Κάρλος Σαντιγιάνα της Ρεάλ που έφαγε μια αγκωνιά στο σαγόνι, έμεινε έξω για καιρό. Πολλοί προπονητές φύλαγαν τους καλούς τους παίκτες όταν έπαιζαν με τη Γρανάδα, όπως π.χ. τον Κρόιφ. Την πρώτη σεζόν του Σουάρες, η Γρανάδα δεν έχασε κανένα παιχνίδι εντός, βγήκε έκτη και οριακά έμεινε εκτός Ευρώπης.

Χαρακτηριστική για τους «Χασάπηδες» έχει μείνει η ιστορία του Αμάνθιο Αμάρο, ενός εμβληματικού παίκτη της Ρεάλ, κάτι σαν τον Κριστιάνο της εποχής. Ο Φερνάντες σε ένα παιχνίδι τού είχε κάνει δολοφονικό τάκλιν στο καλάμι και ξεκίνησε βεντέτα. Δυο χρόνια μετά, στο Μπερναμπέου, Φερνάντες και Σουάρες είχαν εκνευρίσει τον Αμάρο με συνεχείς κλωτσιές και σε κάποια φάση ο τελευταίος έριξε μια κλωτσιά από πίσω στον Φερνάντες που οδήγησε σε γενική σύρραξη. Ο Φερνάντες τότε του είπε: «Αν ξαναπατήσεις στη Γρανάδα, θα σε σκοτώσω». Πράγματι, τις επόμενες δύο σεζόν ο Αμάρο έμεινε στη Μαδρίτη. Την τρίτη χρονιά όμως θεώρησε ότι το θέμα θα είχε ξεχαστεί (άνθρωποι είμαστε βρε αδερφέ) και έτσι συνάντησε ξανά τον Φερνάντες. Η συνέχεια επί της οθόνης, κάντε υπομονή μέχρι το τέλος, αξίζει:

«Δεν ήταν εσκεμμένο. Τέτοια χτυπήματα συμβαίνουν»
(αληθινά λόγια του Φερνάντες σε συνέντευξή του το 2011)

Ο Αμάρο είδε τον τετρακέφαλό του να διαλύεται, οι γιατροί (αφού έκαναν καμιά κατοσταριά ράμματα) είπαν ότι τέτοια ζημιά την είχαν δει μόνο σε ταυρομάχο που έπεσε πάνω του ταύρος με τα κέρατα. Το θύμα ουσιαστικά σταμάτησε το ποδόσφαιρο μετά από αυτό το χτύπημα. Ο Φερνάντες τιμωρήθηκε για 15 αγωνιστικές και σαράντα χρόνια περίπου μετά ακόμα λέει με παράπονο ότι ήταν από τους πρώτους που τιμωρήθηκαν χάρη στο βίντεο. Ο δε Αμάρο είχε κάνει την αμίμητη δήλωση: «‘Ήμουν τυχερός που δεν σηκώθηκα μετά το χτύπημα γιατί από πάνω μου ήταν ο Σουάρες». Σε ένα άλλο ματς, ο μπαμπάς Μοντέρο είχε πει στον Αργεντίνο «Μπαμπίνο» Βέιρα την εξής ατάκα: «Μπαμπίνο, σήμερα παίξε στα πλάγια» «Γιατί;» «Γιατί το κέντρο θα είναι Βιετνάμ».

Μετά τη Γρανάδα, ο Σουάρες πήγε στη Σαλαμάνκα και τελικά έκλεισε την καριέρα του στην Λανούς. Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, έγινε καθηγητής φυσικής αγωγής σε σχολείο. Το σπίτι του δεν έμοιαζε με αυτά των περισσότερων βετεράνων ποδοσφαιριστών. Δεν είχε φωτογραφίες, μετάλλια, ποδοσφαιρικά σουβενίρ. «Δεν είμαι νοσταλγικός. Μας έβαλαν την ταμπέλα του αντι-ποδοσφαίρου, ότι χρησιμοποιούσαμε καρφίτσες, ότι πετούσαμε χώμα στα μάτια των αντιπάλων. Τίποτα δεν ήταν αλήθεια. Ήταν όλα εφευρέσεις των δημοσιογράφων». Αν και δεν πείθει κανέναν, στα επόμενα λόγια είχε δίκιο. «Ήμασταν πρωτοπόροι. Κάναμε καλοκαιρινή προετοιμασία σαν κανέναν άλλον. Προπόνηση με χαλάζι, με βροχή. Ανάλυση τακτικής στον πίνακα. Κομπίνες στα στημένα. Ξέραμε τον κανονισμό τέλεια και πώς να τον εκμεταλλευτούμε. Παίξαμε πρώτοι το οφσάιντ και έλεγαν ότι είναι αντιποδοσφαιρικό, αλλά μετά μας ακολούθησαν». Ο Ραμόν Αλμπέρτο Αγκίρε Σουάρες, ο ψηφισμένος ως πιο σκληρός ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Αργεντινής, πέθανε σε ηλικία 68 ετών στις 29 Μαΐου του 2013, το πιο γνήσιο τέκνο μιας διαφορετικής ποδοσφαιρικής εποχής.

Όταν στη Νιούκαστλ έπαιζαν ξύλο μεταξύ τους

  [12 Σχόλια]

Είναι γνωστό ότι το Νιούκαστλ είναι ένας «άλλος κόσμος». Μια ομάδα με ένα από τα πιο πιστά κοινά στην Αγγλία, ένα από τα γήπεδα που προκαλούν δέος και εδώ και πολλά χρόνια παίκτες που απογοητεύουν με τρόπους που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί. Είτε αγωνιστικά, είτε εξωαγωνιστικά. Μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις που έζησαν οι Τζόρντις εκεί στα βόρεια, ήταν στις 2 Απριλίου του 2005. Το κακό ξεκίνημα της ομάδας (ακόμα ένα) έφερε την απόλυση του Μπόμπι Ρόμπσον κατά τον Σεπτέμβριο. Οι οπαδοί της την περασμένη σεζόν είχαν ως στόχο το Τσάμπιονς Λιγκ, τελικά η ομάδα βγήκε στο ΟΥΕΦΑ και η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Ο Ρόμπσον δεν συμφωνούσε με αρκετές κινήσεις της διοίκησης (όπως π.χ. την απόκτηση του ελεύθερου Πάτρικ Κλάιφερτ) και πλήρωσε το μάρμαρο στο ξεκίνημα της νέας χρονιάς.

Στο Νιούκαστλ πάντως, καλό είναι να περιμένεις πάντα τα χειρότερα. Ο Γκρέιαμ Σούνες ανέλαβε την ομάδα και παρά το αρχικό καλό ξεκίνημα η πορεία δεν ήταν η αντίστοιχη στο πρωτάθλημα. Μοναδική παρηγοριά, η πορεία στο ΟΥΕΦΑ.  Την άνοιξη, η Νιούκαστλ έκανε ένα καλό σερί αήττητο, απέκλεισε με δύο νίκες τον Ολυμπιακό στους 16 και ο κόσμος επιτέλους αναθάρρησε. Μέχρι που ήρθε το ματς με την Άστον Βίλα. Η ατμόσφαιρα ήταν πανηγυρική, καθώς ο τεράστιος Άλαν Σίρερ δήλωσε ότι θα συνεχίσει για ένα χρόνο ακόμα και το κοινό του Σεντ Τζέιμς(ιζ) Παρκ που περίμενε την έκτη σερί εντός έδρας νίκη είχε κέφια. Αυτά κόπηκαν από νωρίς, καθώς το ματς στράβωσε γρήγορα, όταν ο Χουάν Πάμπλο Άνχελ άνοιξε το σκορ εκμεταλλευόμενος την κακή αμυντική συμπεριφορά του Ζαν Αλέν Μπουμσόνγκ.

Οι γηπεδούχοι πίεσαν, αλλά μετά από ένα λάθος του Νίκι Μπατ στο κέντρο ο Τέιλορ έκανε χέρι για να σώσει το γκολ. Πέναλτι, αποβολή και 0-2 από τον Γκάρεθ Μπάρι. Λίγα λεπτά αργότερα, νέο πέναλτι και 0-3 από τον Μπάρι. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά όμως, οι παίκτες της Νιούκαστλ είχαν και ένα μεγάλο φινάλε για τους 52.000 οπαδούς τους. Με το παιχνίδι να παίζεται και τη Νιούκαστλ των 10 παικτών να επιτίθεται, όλοι είδαν έντρομοι τους Λι Μπόιερ και Κίερον Ντάιερ όχι να διαφωνούν, όχι να μαλώνουν, αλλά να παίζουν μπουνιές μεταξύ τους, λες και βρίσκονταν σε κάποια παμπ. Σίρερ, Μπάρι και διάφοροι άλλοι έτρεξαν να τους χωρίσουν.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Κίερον Ντάιερ σε συνέντευξή του αποκάλυψε την πλήρη ιστορία. «Είχαμε την μπάλα, με πλησίασε αλλά εγώ έδωσα αλλού την πάσα. ‘Δώσε μου την μπάλα’ μου είπε. Εγώ του απάντησα ότι δεν έδωσα λάθος πάσα, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί μου το έλεγε. Πέντε λεπτά αργότερα ήρθε πάλι προς το μέρος μου, αλλά εγώ ξαναέδωσα αλλού πάσα. Ξαναπλησίασε και μου είπε ‘Δεν μου δίνεις ποτέ πάσα’ για να πάρει την απάντηση: ‘Ο λόγος που δεν σου δίνω πάσα είναι γιατί βασικά είσαι σκατά’. Αρχίσαμε να βριζόμαστε και τότε ήταν που τρελάθηκε.»

Η όλη φάση θυμίζει σκηνικό σε σχολείο, καθώς ο Μπόιερ είπε «Τι είπες;», ο Ντάιερ απάντησε «Αυτό που άκουσες» και τελικά ο Μπόιερ άρχισε να πλησιάζει απειλητικά το συμπαίκτη του. «Όσο με πλησίαζε πίστευα ότι θα με σπρώξει ή θα με τραβήξει. Αυτός άρχισε τις μπουνιές και σκεφτόμουν να του πω, πρέπει να κάνεις λίγα βάρη γιατί αυτές δεν είναι σοβαρές μπουνιές. Επίσης σκεφτόμουν ότι δεν γίνεται να το κάνει αυτό μπροστά σε 50 χιλιάδες κόσμο. Δεν ήξερα ότι μπορούσες να αποβληθείς επειδή μάλωνες με συμπαίκτη (σ.Σ. πόσο θεούλης είσαι ρε Ντάιερ) και μου προκάλεσε έκπληξη όταν είδα την κόκκινη κάρτα. Τον περίμενα στο τούνελ για να συνεχίσουμε, αλλά είχαμε δυο θηριώδεις φυσιοθεραπευτές που μας αγκάλιασαν και μας σήκωσαν ψηλά. Ήταν σαν τα καρτούν, που τα πόδια σου κουνιούνται πέρα δώθε στον αέρα».

Θέλετε να τα πάρω;

Η ιστορία συνεχίστηκε μετά τον αγώνα, όταν ήρθαν κι οι υπόλοιποι, με τον Σίρερ να τους κράζει και με τον ιδιοφυή Μπουμσόνγκ να τους προτείνει να συνεχίσουν στα αποδυτήρια για να τελειώσουν αυτό που άρχισε. Ο Σούνες τους είπε ότι αν συνεχίσουν, θα μπει κι ο ίδιος για να τους δείρει και τους δύο. Η εικόνα του Λι Μπόιερ (που έχει αυτά τα αγγλικά μούτρα σαν να είναι 2ος ρόλος στο Trainspotting ή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι) με σκισμένη τη φανέλα σαν τουρίστας στον Λαγανά, είναι αντιπροσωπευτική για τη σύγχρονη ιστορία του συλλόγου. Οι παίκτες πάντως τα βρήκαν στη συνέχεια, ζήτησαν κάποιες συγγνώμες και μάλιστα ήταν ξανά συμπαίκτες στην Γουέστ Χαμ.

Η σεζόν πάντως της Νιούκαστλ πήρε την κάτω βόλτα μετά από εκείνο το 0-3. Λίγες μέρες αργότερα αποκλείστηκε στην Πορτογαλία από την Σπόρτινγκ με 4-1 και τρεις μέρες αργότερα έχασε από τη Γιουνάιτεντ στον ημιτελικό του FA Cup με το ίδιο σκορ. Στο πρωτάθλημα κατέληξε 14η. Όσο για τον Λι Μπόιερ μετά από μια μεγάλη καριέρα στη Λιντς και μια όχι τόσο μεγάλη σε άλλες ομάδες, ασχολείται με το ψάρεμα στη Γαλλία. Όχι δεν είναι κάποιο λογοπαίγνιο, όπως βλέπετε και στη φωτογραφία είναι η αλήθεια.

Το Μουντιάλ του 1934, η Ιταλία και τα νέα γραφεία της ΕΠΟ

  [3 Σχόλια]

Το πρώτο παγκόσμιο κύπελλο το 1930 δεν είχε τόσες συμμετοχές. Το δύσκολο ταξίδι προς την Ουρουγουάη απέτρεψε πολλές χώρες να συμμετέχουν. Οι ημέρες περνούσαν και καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν δήλωνε συμμετοχή. Οι δε Άγγλοι, που όπως και τώρα, νόμιζαν ότι ήταν πολύ καλοί για τα μούτρα των υπολοίπων και δεν ήταν μέλη της ΦΙΦΑ, αρνήθηκαν την ειδική πρόσκληση που τους έγινε. Τελικά μέσω και πολιτικών πιέσεων το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία (για τη συμμετοχή της οποίας υπάρχει και η πολύ καλή ταινία Μοντεβιδέο) έκαναν το μακρινό ταξίδι.

Τέσσερα χρόνια τα πράγματα είχαν αλλάξει αρκετά. Οι ενδιαφερόμενοι αυτή τη φορά αυξήθηκαν, αλλά και πάλι όμως υπήρχαν προβλήματα. Η Ουρουγάη (που τελικά κατέκτησε στο σπίτι της το πρώτο Μουντιάλ) ως διαμαρτυρία για τους Ευρωπαίους που δεν έκαναν το ταξίδι, αποφάσισε να μην κατέβει. Το ίδιο έκαναν κι οι Άγγλοι γιατί είναι Άγγλοι και η ΦΙΦΑ τους μύριζε. Μάλιστα, το μέλος της Αγγλικής Ομοσπονδίας Τσαλς Σάτκλιφ είχε πει το εξαιρετικό: «Η Αγγλία, η Σκωτία, η Ουαλία και η Ιρλανδία έχουν το δικό τους Διεθνές Πρωτάθλημα που προσωπικά μου φαίνεται πολύ καλύτερο παγκόσμιο πρωτάθλημα από αυτό που θα γίνει». Τελικά 36 χώρες δήλωσαν συμμετοχή για μια διοργάνωση που θα γινόταν στην Ιταλία μία χώρα που είχε τον Μουσουλίνι να κάνει κουμάντο. Στη ΦΙΦΑ τότε προφανώς δεν ήταν τόσο πονηροί όπως τώρα που θέλουν να κάνουν Μουντιάλ με 150 χώρες και αποφάσισαν να κάνουν για πρώτη φορά προκριματικά, ώστε να μείνουν τελικά 16 ομάδες.

Τα προκριματικά του 1934 έδιναν 12 θέσεις στην Ευρώπη, 3 στη Ν. Αμερική και 1 σε Ασία και Αφρική. Μια ιδιαιτερότητα όμως ήταν ότι για πρώτη και μοναδική φορά, ο διοργανωτής έπρεπε να παίξει προκριματικά. Οι Ιταλοί που είχαν επενδύσει πολλά πάνω στο Μουντιάλ της χώρας τους (και οικονομικά, αλλά κυρίως ψυχολογικά για το φασιστικό τους καθεστώς) δεν ήθελαν να χάσουν την ευκαιρία. Το σύστημα ήταν απλό και συνάμα παρανοϊκό. Έγιναν διάφορα γκρουπ με 2 και 3 ομάδες. Γιατί δεν έγιναν απευθείας διπλοί αγώνες παντού ή γιατί δεν μάζεψαν παραπάνω τα γκρουπ ώστε να είναι όλα με τον ίδιο αριθμό κανείς δεν ξέρει. Το γεγονός πάντως είναι ότι στο 3ο… γκρουπ η διοργανώτρια Ιταλία κληρώθηκε με την καημένη την Ελλαδίτσα μας. Αν κρίνουμε από τα χρήματα που είχε διαθέσει η Ιταλία για να αναλάβει τη διοργάνωση (και την απόσυρση της Σουηδίας ως υποψήφιας), οι φήμες που λένε ότι η κλήρωση ήταν κατά παραγγελία για την Ιταλία, μπορεί να μην έχουν άδικο.

Έτσι λοιπόν, την 25η Μαρτίου του 1934 η εθνική Ελλάδος κατέβηκε στο Σαν Σίρο του Μιλάνου για το δύσκολο έργο απέναντι στην Ιταλία. Η ανωτερότητα των Ιταλών ήταν καταφανέστατη στο χορτάρι και οι ελληνικές εφημερίδες της εποχής μιλούσαν (ως συνήθως) για πίστη χάρη στην ελληνική δύναμη της ψυχής, την κλεφτουριά, το φιλότιμο (που μαζί με το κέφι όπως όλοι ξέρουμε τα βρίσκεις μόνο στην Ελλάδα). Κανείς δεν φανταζόταν βέβαια ότι όλα αυτά θα ίσχυαν σε μεγάλο βαθμό σε έναν πόλεμο μερικά χρόνια αργότερα. Εκείνη την ημέρα πάντως, οι παίκτες του προπονητή Απόστολου Νικολαΐδη δεν μπορούσαν να τα βάλουν με τους Ιταλούς. Η 11αδα που κατέβηκε είχε ονόματα όπως ο Γραμματικόπουλος, ο Νικηφόρος Βικελίδης, ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος και ο αρχηγός Κουράντης.

Σαν να βλέπεις παλιά ταινία…

Η εθνική άντεξε περίπου 40′, αλλά τελικά υπέκυψε με 4-0 (με τον Μεάτσα που αργότερα θα έδινε το όνομά του στο γήπεδο) να σκοράρει δύο φορές. Το σκορ φυσικά ήταν καταδικαστικό για τη ρεβάνς, αλλά μη νομίζετε ότι ήταν καμία απίστευτη ξεφτίλα. Η Ισπανία είχε βάλει 9 στην Πορτογαλία, η Αυστρία 6 στη Βουλγαρία, η Σουηδία 6 στην Εσθονία και πάει λέγοντας. Αυτό που όμως ήταν η πραγματική ντροπή, ήταν όσα ακολούθησαν για το 2ο αγώνα. Ο επαναληπτικός αγώνας της Αθήνας δεν έγινε ποτέ. Η ΕΠΟ πιστή από τότε στις παραδόσεις της, δέχτηκε μία… επιχορήγηση από τους Ιταλούς της τάξεως των 50.000 λιρετών και με αυτά τα χρήματα έφτιαξε τα γραφεία της, ως αντάλλαγμα να μη γίνει ο αγώνας. Οι Ιταλοί δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα μετά το 4-0, αλλά η συμφωνία είχε γίνει ήδη από τις συζητήσεις μεταξύ των δύο Ομοσπονδιών για τη διοργάνωση των αγώνων, πριν την 25η Μαρτίου. Ο αγώνας δεν έγινε, η Ιταλία κατέκτησε στη συνέχεια το πρώτο της Μουντιάλ και η Ελλάδα μαζί με την Πολωνία ήταν οι μόνες ομάδες (των ομίλων των 2) που δεν κατέβηκαν για ρεβάνς. Εμείς τουλάχιστον κάναμε γραφεία όμως…

Το ρεπορτάζ για τα κόλπα της ΕΠΟ θα μπορούσε να είναι άνετα του 2017
(Πηγή φωτογραφίας: fractalart.gr)