Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιστορίες για το τζάκι'

Όταν το Μαρακανά έγινε ροντέο

  [3 Σχόλια]

Δύο από τις σταθερές του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου είναι ότι πρέπει να παίζεται συνέχεια ποδόσφαιρο κι ότι οι «βεντέτες» μεταξύ των παικτών κρατούν καιρό. Μεταξύ του 1956 και του 1970 έλαβε χώρα η διοργάνωση με το όνομα «Κύπελλο του Ατλαντικού» στην οποία έπαιζαν κατά κύριο λόγο η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Ουρουγουάη (γιατί ποτέ τα μεταξύ τους ματς δεν είναι αρκετά), αλλά και η Παραγουάη, παρ’ ότι αν δεν κάνω λάθος δεν βρέχεται ούτε από τον Ατλαντικό, ούτε από κάποια άλλη θάλασσα. Μη φανταστείτε ότι το κύπελλο γινόταν συχνά. Το κάναμε μια φορά το 1956, μια ακόμα το 1960 και το θυμηθήκαμε μετά από άλλα 16 χρόνια το 1976. Από τότε δεν έχει ξαναγίνει, αλλά με τις γραφικότητες του Κόπα Αμέρικα, δεν θα μου κάνει εντύπωση το 2056 να το ξαναδούμε για κάποιο επετειακό «σεντενάριο».

Η ιστορία που θα διηγηθούμε σήμερα έγινε στο τελευταίο Κόπα ντελ Ατλάντικο της ιστορίας. Οι τέσσερις ομάδες έπαιξαν μίνι πρωταθληματάκι με διπλούς αγώνες και κανονική βαθμολογία, ξεκινώντας το Φεβρουάριο και τελειώνοντας τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς. Στο πρώτο ματς μεταξύ Ουρουγουάης και Βραζιλίας στο Μοντεβιδέο, οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν με 1-2. Από δω και πέρα οι διηγήσεις έχουν διαφορά ανάλογα από ποια πλευρά τις διαβάζεις, αλλά θα προσπαθήσουμε να είμαστε όσο πιο πιστοί στα γεγονότα.  Το πρώτο παιχνίδι είχε τρεις αποβολές, μία εκ των οποίων ήταν αυτή του Ριβελίνο που πάτησε τον Μουνίς, εξοργίζοντας τους Ουρουγουανούς που κάτι τέτοια δεν τα ξεχνούν.

Στο δεύτερο ματς στο Μαρακανά εμφανίστηκαν προετοιμασμένοι. Όπως διηγήθηκε χρόνια αργότερα ο Χέμπερτ Ρεβέρτια (που μπήκε αλλαγή σε εκείνο το ματς), αρκετοί παίκτες της ομάδας έφαγαν ώρες με γυαλόχαρτο στο χέρι, για να κάνουν τις μεταλλικές τάπες στα παπούτσια τους πολύ αιχμηρές. Η Ουρουγουάη ήταν αυτή που βρέθηκε μπροστά στο σκορ με μια γκολάρα του Τόρες και πήγε στα αποδυτήρια με 0-1. Λίγα λεπτά αργότερα ο δυστυχής Μάρκος Αντόνιο βρέθηκε κάτω από ένα φάουλ Ουρουγουανού και ένας δεύτερος Ουρουγουανός, ο Νταρίο Περέιρα, προσγειώθηκε κατά λάθος (λέμε τώρα) στην πλάτη του Μάρκος Αντόνιο και με τα δύο πόδια (και φυσικά με τις μυτερές τάπες). Ο έξαλλος Ριβελίνο πήγε και τράβηξε το μαλλί του Περέιρα κι η πρώτη φασαρία της ημέρας ήταν γεγονός.

Το βίντεο του ιστορικού αγώνα. Αν βαριέστε να το δείτε ολόκληρο, ξεκινήστε από τα 7 λεπτά για να απολαύστε το επεισοδιακό τέλος.

Η Βραζιλία μετά από μία ωραία προσπάθεια του Ριβελίνο και ένα πολύ καλό σουτ ισοφάρισε σε 1-1 στο 2ο ημίχρονο. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Βραζιλιάνος διαιτητής (από τον οποίοι οι Ουρουγουανοί είχαν ήδη παράπονα) έδωσε ένα ανύπαρκτο πέναλτι υπέρ της χώρας του. Οι Ουρουγουανοί ήταν έξαλλοι. Ο Ζίκο το εκτέλεσε εύστοχα γράφοντας το 2-1 και το ματς έγινε ροντέο. Οι Ουρουγουανοί έμειναν με 10 παίκτες λίγο αργότερα, με μια μάλλον υπερβολική απευθείας κόκκινη για ένα φάουλ (σε ποιον άλλον) στον Ριβελίνο στο κέντρο του γηπέδου. Ο Βραζιλιάνος σταρ άνοιξε διαμάχη με τον Σέρχιο «Κολάτσο» Ραμίρες, ενώ λίγο αργότερα του έδωσε και μια αγκωνιά. Στο 89ο λεπτό του παιχνιδιού, ο Ζίκο πήρε την μπάλα λίγο μετά το κέντρο. Ο «λευκός Πελέ» έκανε μια μαγική προσπάθεια περνώντας τρεις αντιπάλους σε ένα σλάλομ βγαλμένο από highlights. Το highlight όμως ήταν τελικά το τέλος της προσπάθειας. Λίγο πριν ο Βραζιλιάνος πατήσει στην περιοχή και βρεθεί τετ-α-τετ, ο Ραμίρες πιστός στο ουρουγουανικό του DNA έκανε ένα δολοφονικό τάκλιν που στη wikipedia πρέπει να μπαίνει στον ορισμό του «ή ο παίκτης ή η μπάλα». Από αυτά που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο σηκώνεσαι, βλέπεις την κόκκινη, δίνεις το χέρι στον διαιτητή και αποχωρείς. Βέβαια, το 1976, ούτε ο κακός Βραζιλιάνος εκείνης της ημέρας δεν έδωσε κόκκινη.

Όπως ήταν λογικό, στο γήπεδο επικράτησε πανικός. Ο Ριβελίνο έτρεξε αμέσως πάνω από τον Ζίκο. Μέσα στο χαμό, ο Ρεβέρτια (με τις μυτερές του τάπες) έριξε μια γρήγορη κλωτσιά στο αριστερό πόδι του Ριβελίνο. Ο Ριβελίνο πιστεύοντας ότι τον χτύπησε ο Ραμίρες του δίνει μία στο πρόσωπο (με το Ραμίρες να ματώνει στα χείλη) και τελικά ο Ραμίρες που έχει θολώσει ακούει το: «Κολάτσο, όχι τώρα. Μόλις τελειώσει το παιχνίδι» και συγκρατείται. Ο διαιτητής ηρωικά ηρεμεί την κατάσταση χωρίς χρήση κάρτας (!!) και το φάουλ εκτελείται. Η Ουρουγουάη παίρνει την μπάλα, αλλά ο διαιτητής δεν αφήνει το παιχνίδι να συνεχιστεί και σφυρίζει τη λήξη. Τη στιγμή του σφυρίγματος την μπάλα την έχει ο «Κολάτσο» Ραμίρες και ο Ριβελίνο είναι λίγο πιο δίπλα του.

«Ήμουν μόλις 24, γεμάτος αδρεναλίνη και ορμόνες. Θυμήθηκα τι είχε συμβεί και απλά έτρεξα»
– Σέρχιο Ραμίρες, σε συνέντευξή του στη Globo το 2011

Ο Ριβελίνο κινείται προς τα αποδύτηρια. Ο Ραμίρες αφήνει την μπάλα και σαν τρελός γυρίζει προς το μέρος του εχθρού. Κάποιοι συμπαίκτες του τρέχουν να τον προλάβουν, ο Ριβελίνο αντιλαμβάνεται ότι έρχεται το τέλος και κάνει την πιο γρήγορη κούρσα της ζωής του, ενώ ο Ραμίρες τον κυνηγά να τον πιάσει. Τόσο γρήγορη, που κατεβαίνει τα σκαλιά των αποδυτηρίων με τον… κώλο, καθώς έχει γλιστρήσει, σε ένα τρομερά κωμικό στιγμιότυπο. Αναπληρωματικοί και διάφοροι… περαστικοί εμποδίζουν τον Ραμίρες και αρχίζει ένα σκηνικό από ταινία δράσης με μπουνιές και κλωτσιές. Γρήγορα έρχονται κι οι άλλοι παίκτες (ο θηριώδης τερματοφύλακας της Βραζιλίας Ζαΐρο ξεχωρίζει) και πέφτει το ξύλο της αρκούδας. Ο Ρεβέρτια τρέχει να μπει στα αποδυτήρια και να σωθεί όταν βλέπει έναν δημοσιογράφο να κραδαίνει το μαγνητοφωνάκι στο χέρι και να έρχεται κατά πάνω του. Χωρίς δεύτερη σκέψη του δίνει μια γερή στο πρόσωπο και κατεβαίνει τις σκάλες, βγάζοντας και τη φανέλα του για να μην τον αναγνωρίσουν. Οι Ουρουγουανοί κλειδώνονται στα αποδυτήρια. Οι Βραζιλιάνοι χτυπούν τις πόρτες φωνάζοντας «Αστυνομία, αστυνομία, ανοίξτε». Η απάντηση είναι «δεν είμαστε τρελοί για να ανοίξουμε».

Οι Βραζιλιάνοι… διαπραγματεύονται: «Ας έρθουν έξω το 6 και το 16 (Ραμίρες και Ρεβέρτια) και θα ηρεμήσουν τα πράγματα». Οι Ουρουγουανοί τελικά αποδέχονται (στον πόλεμο πρέπει να θυσιάζεις μερικούς στρατιώτες). Οι δυο παίκτες συλλαμβάνονται, μπαίνουν στο περιπολικό και πηγαίνουν στο τμήμα όπου γίνεται χαμός. Ο δημοσιογράφος που ο Ρεβέρτια χτύπησε είναι μες τα αίματα, με πρησμένο το στόμα του, τέσσερα σπασμένα δόντια και δεν μπορεί να μιλήσει. Κιμπάρης όμως, πείθεται τελικά να μην κάνει μήνυση. Ο Ρεβέρτια εκμυστηρεύεται στο Ραμίρες ότι αυτός χτύπησε κρυφά το Ριβελίνο και ο «Κολάτσο» γελάει. Οι παίκτες τελικά αποχωρούν, κουρασμένοι, με τον Ραμίρες να έχει μελανιάσει από το ξύλο που έφαγε. Όπως λέει ο Ρεβέρτια: «γράψαμε κι εμείς τη δική μας ιστορία στο Μαρακανά».

Ο Ραμίρες, ως κόουτς πια, δίνει εντολές…

Η Βραζιλία τελικά κατακτά τον τίτλο στα επόμενα παιχνίδια. Ο Ραμίρες την επομένη του ματς φιγουράρει σε όλες τις βραζιλιάνικες εφημερίδες να κυνηγά τον Ριβελίνο. Μια που ο Ριβελίνο ήταν παίκτης της Φλουμινένσε, η Φλαμένγκο, ως «μεγάλη αντίπαλος» δεν θέλει να χάσει την ευκαιρία και τον παίρνει με μεταγραφή μερικούς μήνες αργότερα. Ο Ραμίρες είχε γεννηθεί κοντά στα σύνορα των δύο χωρών, σε ένα μέρος που πολύς κόσμος έχει βραζιλιάνικες καταβολές και μιλάει πορτογαλικά. Μάλιστα, ο Ριβελίνο ήταν από τους αγαπημένους του ποδοσφαιριστές, ο «Κολάτσο» κολλούσε τα αυτοκόλλητά του στο δωμάτιό του. Δεν μπορούσε φυσικά να φανταστεί τότε ότι θα πλακωνόταν στο ξύλο με ένα είδωλό του. Οι δύο παίκτες πάντως τα βρήκαν στην πρώτη τους συνάντηση, ο Ραμίρες ζήτησε συγγνώμη και παρά τις προτροπές από τους οπαδούς της Φλαμένγκο, δεν ξαναχτύπησε βίαια το Ριβελίνο. Έπαιξε για δυο σεζόν στη Φλαμένγκο κατακτώντας και δύο πρωταθλήματα καριόκα. Η διαμάχη αυτή καθόρισε τη ζωή του Ουρουγουανού, καθώς μετά τη Φλαμένγκο έπαιξε και σε άλλες ομάδες και μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας έγινε προπονητής στη Βραζιλία. Έγινε… viral και πάλι, καθώς έδινε πολλές φορές εντολές στους παίκτες του κρατώντας έναν… κώνο για να τον ακούνε καλύτερα. Παράλληλα έγινε και τραγουδιστής και έβγαλε μέχρι και έναν προσωπικό δίσκο. Το παιχνίδι πάντως του 1976 για το κύπελλο Ατλαντικού, πέρασε για πάντα στην ιστορία των ντέρμπι Ουρουγουάης-Βραζιλίας ως πιθανότατα το πιο βίαιο, χάρη στον Ουρουγουανό ποδοσφαιριστή.

Πώς το ποδόσφαιρο μου έσωσε τη ζωή

  [1 Σχόλιο]

Πολλές φορές μιλάμε γενικά για την αξία του αθλητισμού και του ποδοσφαίρου. Πόσα μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο. Στη Σκωτία όμως, υπάρχει κάτι πολύ πιο ειδικό, πολύ πιο συγκεκριμένο. Η Π.Ο. της χώρας εδώ και αρκετά χρόνια έχει οργανώσει το School of Football ένα πρόγραμμα που έχει στόχο την ανάπτυξη των κοινωνικών και ακαδημαϊκών δεξιοτήτων των παιδιών, στα πρώτα δύο χρόνια του σχολείου. Στοχεύει κυρίως σε παιδιά που προέρχονται από προβληματικές και υποβαθμισμένες περιοχές ή που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες και βασίζεται στο γεγονός ότι πολλές από τις δεξιότητες που μαθαίνει κάποιος από το ποδόσφαιρο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο στο σχολείο, όσο και στην καθημερινή ζωή (για περισσότερες πληροφορίες εδώ).

Το School of Football υπάρχει από το 2008 και λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένα σχολεία της χώρας κάθε φορά, όπου προπονητές ποδοσφαίρου αναλαμβάνουν να αντικαταστήσουν κάποιες ώρες ενός μαθήματος με ποδόσφαιρο, χωρίς φυσικά ο μαθητής να μείνει πίσω στα μαθήματα και πάντα σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς. Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν παίρνουν ένα γυμναστή που πετάει μια μπάλα και αφήνει τα παιδιά να παίξουν, το πρόγραμμα έχει πολύ πιο συγκεκριμένη μεθοδολογία. Για να προωθηθεί αυτή η ενέργεια (που στηρίζεται και σε χρήματα που προέρχονται από εγκληματικές ενέργειες και δεσμεύτηκαν από τις αρχές), η Π.Ο. χρειαζόταν ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο όχι κάποιου διάσημου ποδοσφαιριστή ή ενός celebrity, αλλά ενός ανθρώπου που θα μιλούσε κατευθείαν στα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Η συγκινητική ιστορία ενός ανθρώπου που το ποδόσφαιρο του έδωσε δύναμη

Αυτός είναι ο Πολ ΜακΝιλ. Ο Πολ σε μια κατάθεση ψυχής, με τη βαριά προφορά του (στο βίντεο υπάρχει επιλογή υποτίτλων ευτυχώς), μιλάει για τη ζωή του. Για το πρόβλημα με τη δυσλεξία που αντιμετώπιζε και έκανε καθηγητές να του κολλήσουν την ταμπέλα του «προβληματικού παιδιού», για το πώς ένιωθε αποκλεισμένος και θύμα εκφοβισμού στο σχολείο, πώς του δημιούργησαν την αίσθηση ότι δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα στη ζωή του, για την αυτοκτονία του πατέρα του και πώς για όλα αυτά η λύση ήταν το ποδόσφαιρο, οι άνθρωποι που γνώρισε εκεί και τον βοήθησαν κι η χαρά που του έδωσε το άθλημα. Το βίντεο είναι μια συγκινητική εξομολόγηση από έναν άνθρωπο που ξέρει πολύ καλά πώς νιώθει ένα δυσλεκτικό παιδί από μία δύσκολη περιοχή. Ο Πολ μέσα από το ποδόσφαιρο που τον μάγεψε αρχικά στο Μουντιάλ του 1982 ξεπέρασε τα προβλήματα, στάθηκε στα πόδια του και σήμερα είναι προπονητής ποδοσφαίρου στην παιδική ομάδα που παίζει κι ο γιος του. Όπως η δική του πιο μαγική στιγμή στα δύσκολα παιδικά χρόνια ήταν το κύπελλο της αγαπημένης του ομάδας, της Σεντ Μίρεν, το 1987, προσπαθεί κι ο ίδιος να φτιάξει μαγικές στιγμές για παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Θυμάται τα ζόρικα χρόνια στο Πέιζλι, την πατρίδα του, εκεί που η εγκληματικότητα, οι θάνατοι κι η φυλακή ήταν συνηθισμένα πράγματα. Και ελπίζει ότι βάζει ένα λιθαράκι ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση.

«Δεν ψάχνουμε να βρούμε τον επόμενο αρχηγό της εθνικής Σκωτίας» λέει ο ΜακΝιλ σε συνέντευξή του στη Daily Record. «Προσπαθούμε να δώσουμε ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους». Οι προπονητές είναι ειδικά επιλεγμένοι ώστε να μπορούν τα παιδιά να τους εμπιστευτούν, να νιώσουν ότι βρίσκονται σε ένα «ασφαλές μέρος» και φυσικά να μπορέσουν να τους μάθουν πράγματα, μετατρέποντας ποδοσφαιρικά παραδείγματα σε μαθήματα άλγεβρας ή ιστορίας, αλλά κάνοντας τόσο την ομαδικότητα, όσο και τις ατομικές πρωτοβουλίες μαθήματα ζωής. Το πρόγραμμα έχει μεγαλώσει πολύ μέσα στα χρόνια ζωής του και πέρσι έλαβε χώρα σε 44 σχολεία, ενώ σύλλογοι όπως οι Ρέιντζερς κι η Σέλτικ συμμετέχουν κι αυτοί. Το βίντεο του ΜακΝιλ ήταν το πρώτο από μία σειρά με τίτλο «Football saved my life» (υπάρχουν τουλάχιστον άλλα δύο διαθέσιμα με εξομολογήσεις ανθρώπων και μπορείτε να τα βρείτε στο YouTube) που η Π.Ο. της Σκωτίας γύρισε ώστε να προωθήσει το πρόγραμμα. Κι οι ιστορίες σαν του Πολ, δείχνουν ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να αποτελέσει σε ορισμένες περιπτώσεις έναν τρόπο να σώσει ζωές.

Όταν η Γκρέμιο έπαιξε τρεις αγώνες σε μια μέρα

  [5 Σχόλια]

Αρχές 1994. Στην αίθουσα συνεδριάσεων της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της πολιτείας Ρίο Γκράντε ντο Σουλ δεν πέφτει καρφίτσα. Το βασικό θέμα συζήτησης έχει αποφασιστεί σε μια προηγούμενη συνεδρίαση: Οι ομάδες της 1ης κατηγορίας του Καμπεονάτο Γκαούτσο, του πρωταθλήματος της συγκεκριμένης πολιτείας δηλαδή, πρέπει να μειωθούν. Ο μεγάλος στόχος είναι η διοργάνωση του 1995 να έχει μόλις 14 ομάδες, αντί για τις 23 που συμμετέχουν στο τουρνουά του 1994.

Οι συζητήσεις κρατάνε ώρα, οι ιδέες που πέφτουν στο τραπέζι είναι πολλές και όλοι συμφωνούν πως πρέπει να βρεθεί μια δίκαιη διαδικασία ξεσκαρταρίσματος, μιας και οι ομάδες που θα υποβιβαστούν είναι πάρα πολλές. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή, ακούγεται μια φωνή από το βάθος της αίθουσας: «Το πιο σωστό είναι να παίξουν όλοι με όλους, μέσα και έξω». Η πρόταση συνοδεύεται από επιφωνήματα επιδοκιμασίας. Όλοι με όλους. Λογικό, σωστό και απλό. Η λύση βρέθηκε, εύκολα και γρήγορα. Μόνο που πάντα υπάρχει ένα πνεύμα αντιλογίας. «Συγγνώμη ρε παιδιά αλλά αυτό που λέτε δεν γίνεται. Μιλάμε για 44 ματς για κάθε ομάδα. Και αρκετές από αυτές συμμετέχουν και σε πόσες άλλες διοργανώσεις φέτος. Πως θα προλάβουν; Δεν βγαίνει το πρόγραμμα».

Οι περισσότεροι σιωπούν. Η λήξη της συνεδρίασης αναβάλλεται προσωρινά. Ένας τύπος, από αυτούς τους μορφωμένους, «που έχουν βγάλει το σχολείο», βγαίνει μπροστά κρατώντας ένα χαρτί γεμάτο πράξεις ανώτερων μαθηματικών και ζητάει το λόγο επιτακτικά. «Συγγνώμη κύριοι αλλά γιατί δεν βγαίνει; Κάνω εδώ τους υπολογισμούς και δεν βλέπω κανένα πρόβλημα. Πόσες μέρες έχει ένας χρόνος;» «365» απαντάει κάποιος. «Τέλεια. Και πόσα περίπου παιχνίδια θα παίξει μια ομάδα που συμμετέχει σε όλες τις διοργανώσεις;» «Κάπου στα 90-100» απαντάει κάποιος άλλος. «Άψογα. Κάνω εδώ τις αφαιρέσεις και βλέπω ότι όχι μόνο προλαβαίνουν αλλά μας μένουν και πάρα πολλές κενές μέρες. Προσωπικά δεν βλέπω κανένα πρόβλημα». Ακολουθεί αποθέωση. Κάποιοι χειροκροτούν όρθιοι, κάποιοι άλλοι φωνάζουν «μπράβο». Η λογική υπερίσχυσε και πάλι, το πρόβλημα λύθηκε, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 ξεκινάει θριαμβευτικά.

Η πρώτη σέντρα έγινε στις αρχές Μαρτίου. Τον πρώτο καιρό όλα κύλησαν ομαλά. Οι μεγάλες ομάδες της περιφέρειας, όπως η Γκρέμιο και η Ιντερνασιονάλ, προσάρμοσαν το ρόστερ τους ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει σε όλες τις διοργανώσεις (περιφερειακό πρωτάθλημα, εθνικό πρωτάθλημα, Κύπελλο Βραζιλίας, διοργανώσεις της CONMEBOL). Οι ομάδες δεν έδειχναν διάθεση να αγνοήσουν κανένα τίτλο. Εκείνα τα χρόνια τα περιφερειακά πρωταθλήματα με τα μαζεμένα τοπικά ντέρμπι αποτελούσαν συχνά μεγαλύτερο γεγονός κι από το εθνικό πρωτάθλημα της Βραζιλίας, το οποίο κρατούσε μόνο 4 μήνες.

Όταν όμως το καλοκαίρι έφυγε και τα πανηγύρια από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από τη ‘σελεσάο’ κόπασαν (εννοείται φυσικά πως το πρωτάθλημα δεν διακόπηκε κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ των ΗΠΑ) άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ανησυχίας. Οι ‘μεγάλοι’ του πρωταθλήματος άρχισαν να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του φοιτητή που χρωστάει πολλά μαθήματα από διαφορετικά εξάμηνα. Οι αγώνες των διαφορετικών διοργανώσεων άρχισαν να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον. Στην αρχή οι αναβολές ήταν εύκολες. Με τον καιρό τα περιθώρια άρχισαν να στενεύουν. Και κάπου εκεί στο φθινόπωρο σήμανε γενικός συναγερμός.

Η αίθουσα συνεδριάσεων γέμισε και πάλι. «Κάτι δεν πήγε καλά. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι αλλά το θέμα τώρα είναι ότι το πρωτάθλημα τελειώνει σε λίγους μήνες και κάποιες ομάδες έχουν να δώσουν ακόμα πάρα πολλούς αγώνες. Τι θα κάνουμε;» Η ομοσπονδία έπεσε ξανά σε περισυλλογή. Τότε ο γνωστός μορφωμένος τυπάς, με το μικρό μολύβι περασμένο στο αυτί, βγήκε και πάλι μπροστά. «Συγγνώμη κύριοι συνάδελφοι. Αλλά ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα μας; Δεν μας φτάνουν οι μέρες; Πόσες ώρες έχει κάθε μέρα;» «24» απάντησε κάποιος με σίγουρο ύφος. «Ωραία. Και πόσο διαρκεί ένα ματς;» «2 ώρες το πολύ» πρόσθεσε κάποιος άλλος. «Ακριβώς. Άρα με μερικές απλές πράξεις βλέπω ότι σε μια μέρα χωράνε πολλά παιχνίδια. Χρόνος υπάρχει άφθονος κύριοι, γιατί πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό;». Η επιστήμη είχε μιλήσει πάλι, τα νούμερα δεν γίνεται να κάνουν λάθος, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 θα ολοκληρωνόταν κανονικά στην ώρα του.

Λίγες μέρες μετά από αυτή την αποθέωση του ορθολογισμού, ανακοινώθηκε το πρόγραμμα των τελευταίων αγωνιστικών. Για να καλυφθούν τα κενά κάποιες ομάδες έπρεπε να παίζουν κάθε μέρα κι έναν αγώνα, αρκετές φορές και σε διαφορετικές πόλεις. Κάποιες άλλες καλούνταν να παίξουν δυο αγώνες την ίδια μέρα. Και το αποκορύφωμα: Στις 11 Δεκεμβρίου η Γκρέμιο θα αντιμετώπιζε τρεις (3) αντιπάλους μέσα σε 6 ώρες!

Ακούγεται αδύνατο αλλά δεν είναι. H Γκρέμιο είχε μείνει ήδη πολύ πίσω στη μάχη του τίτλου, άρα τα παιχνίδια εκείνης της μέρας ήταν ουσιαστικά αδιάφορα γι’αυτήν, οπότε οι άνθρωποι της αποδέχτηκαν την πρόκληση με τη λογική «μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει». Ο, άγνωστος τότε, Λουίς Φελίπε Σκολάρι κλήθηκε να κατεβάσει τρεις διαφορετικές ομάδες σε μια μέρα. Η αρχή έγινε στις 2 το μεσημέρι. Αντίπαλος ήταν η Αϊμορέ. Μιας και το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά στη Βραζιλία και η θερμοκρασία είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς Κελσίου, στη μέση του πρώτου ημιχρόνου ο διαιτητής πήρε την περίεργη απόφαση να διακόψει το παιχνίδι για 3 λεπτά για να δροσιστούν οι παίκτες, μια ενέργεια που μπορεί να είναι συνηθισμένη πλέον αλλά τότε ήταν πρωτάκουστη. Η Γκρέμιο χρησιμοποίησε στο πρώτο αυτό ματς κυρίως πιτσιρικάδες και αναπληρωματικούς και ο αγώνας έληξε 0-0.

Την ώρα που οι δυο ενδεκάδες αποχωρούσαν, στον αγωνιστικό χώρο έμπαιναν 22 νέοι παίκτες. Στις 4 ήταν προγραμματισμένο το Γκρέμιο-Σάντα Κρουζ. Σ’αυτό το ματς ο Σκολάρι χρησιμοποίησε και αρκετούς βασικούς και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το θέαμα να είναι πιο υποφερτό. Η Γκρέμιο κέρδισε με 4-3 χάρη σ’ένα γκολ που μπήκε στις καθυστερήσεις του αγώνα.

Λίγα λεπτά μετά το τέλος κι αυτού του παιχνιδιού, ακούστηκε το πρώτο σφύριγμα του τρίτου αγώνα. Αντίπαλος της Γκρέμιο ήταν αυτή τη φορά η Μπραζίλ ντε Πελότας. Η Μπραζίλ είχε φτάσει στο γήπεδο νωρίς το μεσημέρι αλλά είχε φάει πόρτα στα αποδυτήρια, καθώς δεν υπήρχε ελεύθερος χώρος για να αλλάξουν οι παίκτες της. Για να περάσει η ώρα, οι ποδοσφαιριστές της πήγαν και έκατσαν στις κερκίδες, απ’όπου και παρακολούθησαν το προηγούμενο παιχνίδι, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα παγωτά που τους κέρασε ο προπονητής τους, Ερνέστο Γκουέδες.

Η Γκρέμιο κατάφερε να κερδίσει και αυτό το ματς, με 1-0, κλείνοντας αυτό το ποδοσφαιρικό φεστιβάλ με απολογισμό δυο νίκες και μια ισοπαλία. Για τις ανάγκες αυτής της περίεργης μέρας, ο Σκολάρι είχε καλέσει 42 παίκτες απ’όλες τις βαθμίδες του συλλόγου. Απ’αυτούς χρησιμοποίησε συνολικά 34 ποδοσφαιριστές. Τρεις εξ αυτών έπαιξαν σε ένα ματς βασικοί και σε ένα άλλο ως αλλαγή. Ανάμεσα τους και ο 18χρονος τότε Έμερσον, που στη συνέχεια της καριέρας του πέρασε από τη Ρεάλ, τη Γιουβέντους, τη Ρόμα και τη Μίλαν. Το ξεκίνημα του τρίτου παιχνιδιού καθυστέρησε λίγα λεπτά εξαιτίας του, καθώς έπρεπε να αλλάξει φανέλα, αφού από απροσεξία είχε ξεμείνει με αυτή που φορούσε στη δεύτερη αναμέτρηση. Όπως θυμάται ο ίδιος: «Χωρίς αμφιβολία ήταν μια πολύ ξεχωριστή μέρα και μια περίεργη εμπειρία. Οι ομιλίες πριν από κάθε αγώνα ήταν πάρα πολύ σύντομες γιατί ήταν τέλος της σεζόν, ο καιρός ήταν ζεστός και τα παιχνίδια δεν είχαν καμία σημασία για εμάς.» (Σε αντίθεση με τη Γκρέμιο, οι αντίπαλοι της είχαν βαθμολογικό ενδιαφέρον, αφού και οι τρεις ήταν κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού.)

Το μαρτύριο των παικτών του Σκολάρι δεν τέλειωσε όμως εκεί. Δυο μέρες μετά χρειάστηκε να ταξιδέψουν στην Πελότας για να αντιμετωπίσουν την ομώνυμη ομάδα. Το πρωτάθλημα ολοκληρώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου με τη Γκρέμιο να μετράει 11 αγώνες μόνο μέσα στον Δεκέμβρη και 95 συνολικά εκείνη τη χρονιά. Δεν ήταν όμως η μόνη. Το ίδιο βασανιστήριο πέρασαν κι άλλες ομάδες. Η Ζουβεντούδε, που τερμάτισε 2η, πέντε βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Ιντερνασιονάλ, έδωσε στο φινάλε της σεζόν 11 αγώνες σε 11 μέρες! Το ξεχωριστό κατόρθωμα της Γκρέμιο με τα τρία επίσημα παιχνίδια σε μια μέρα, της χάρισε μια θέση στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες ενώ το Καμπεονάτο Γκαούτσο εκείνης της χρονιάς έμεινε γνωστό ως «Το ατέλειωτο πρωτάθλημα».

[Encore]

(Οι αναγνώστες που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες και αυτοί που προέρχονται από δύσκολο 10ωρο στη δουλειά καλό είναι να αποχωρήσουν σ’αυτό το σημείο. Ας μείνουν μόνο οι μάχιμοι αναγνώστες, τα αρρωστάκια, οι Ι1 και Ι2 του Σομπρέρο, που διαβάζουν για «λατινοαμερικάνικο σύστημα διεξαγωγής» και αμέσως φτερουγίζει η καρδούλα τους.)

Κάποιος μπορεί σ’αυτό το σημείο να ρωτήσει: «Γιατί είπαμε έγιναν όλα αυτά;» Για να μειωθούν οι ομάδες της πρώτης κατηγορίας. «Και πως έγινε το πρωτάθλημα μετά;» Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Κλείστε τη μουσική, πιείτε μια καλή γουλιά αλκοόλ, πάρτε βαθιά ανάσα, συγκεντρωθείτε και ξεκινάμε. Κυρίες και κύριοι, αυτό είναι το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1995:

Η 1η κατηγορία αποτελείται από τις 14 ομάδες που επέζησαν από το μαρτύριο της προηγούμενης χρονιάς ενώ η 2η κατηγορία έχει 10 ομάδες. Το πρωτάθλημα ξεκινάει τον Φλεβάρη και όλοι παίζουν με όλους, μέσα και έξω. Μέχρι εδώ όλα απλά και ανθρώπινα. Μετά ξεκινάει το γλέντι. Οι 2 τελευταίοι της πρώτης κατηγορίας υποβιβάζονται αυτόματα στη 2η ενώ οι 6 πρώτοι προκρίνονται στην επόμενη φάση, εκεί που ουσιαστικά θα διεκδικήσουν και το πρωτάθλημα. Μια φάση που έχει το όνομα «Οκταγωνικός τελικός». Γιατί οκταγωνικός; Γιατί περιλαμβάνει 8 ομάδες. Μα πως είναι 8 ομάδες, αφού πέρασαν οι 6 πρώτοι; Μην προσπαθήσετε να προβλέψετε την απάντηση. Μάταιος κόπος. Δεν χωράει τόση φαντασία σε έναν μέσο ανθρώπινο εγκέφαλο.

Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! (Επαναλαμβάνουμε την πρόταση γιατί σίγουρα θα προσπαθήσετε να την ξαναδιαβάσετε.) Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! Πως προέκυψαν αυτοί οι δυο; Εννοείται πως όχι με τον κλασικό τρόπο «ήταν απλά οι 2 πρώτοι της βαθμολογίας». Οι 6 πρώτοι της 2ης κατηγορίας πέρασαν σε μια δεύτερη φάση. Εκεί, και την ώρα που οι τελευταίοι 4 έπαιζαν μεταξύ τους για το ποιοι θα υποβιβαστούν στην 3η κατηγορία, χωρίστηκαν σε δυο ομίλους των 3 ομάδων που έπαιξαν μεταξύ τους μέσα και έξω. Οι νικητές των 2 αυτών ομίλων δεν κέρδισαν απλά την άνοδο τους στην 1η κατηγορία αλλά αυτόματα μπήκαν στην τελική φάση για να διεκδικήσουν το πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς! Ανήκουστο; Ναι. Παράλογο; Ναι. Πτοήθηκε κανείς; Όχι.

Έτσι, στο τέλος της σεζόν οι 6 πρώτοι της 1ης κατηγορίας και οι 2 που προέκυψαν από τη 2η κατηγορία χωρίστηκαν ξανά σε δυο ομίλους, όπου όλοι έπαιξαν με όλους, μέσα και έξω. Οι 2 πρώτοι των ομίλων προχώρησαν στην επόμενη φάση, την επονομαζόμενη και ‘Τελική φάση’, εκεί που με διπλά παιχνίδια διεκδίκησαν μια θέση στον, επίσης διπλό, τελικό, τον οποίο για την ιστορία κέρδισε η Γκρέμιο, πιθανόν σαν ανταμοιβή για την ταλαιπωρία που πέρασε την προηγούμενη σεζόν.

Καταλήγοντας, και με μια προσεκτική ματιά των δεδομένων, παρατηρούμε ότι η Εσπορτίβο βρισκόταν την τελευταία αγωνιστική στην 6η θέση της 2ης κατηγορίας, μια μόλις θέση πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού. Με ένα λάθος αποτέλεσμα θα πάλευε στα μπαράζ για να μην πέσει στην 3η κατηγορία. Με ένα καλό αποτέλεσμα, βρέθηκε στα πλέι οφ ανόδου και από εκεί πέρασε άμεσα στην τελική φάση της 1ης κατηγορίας, όπου και διεκδίκησε το πρωτάθλημα (!), ένα μόλις μήνα μετά τη μέρα που βρισκόταν μια ανάσα απ’το να υποβιβαστεί στην 3η κατηγορία! Γιατί όπως είπε κάποτε εκείνος ο έξυπνος κυριούλης με τα ατίθασα άσπρα μαλλιά (όχι εσύ Πιερ): «Η λογική μπορεί να σε πάει από το Α στο Β. Η φαντασία σε πηγαίνει παντού».

Ο πρόεδρος που γύρισε από το Κάλι (ζωντανός και με μεταγραφή)

  [7 Σχόλια]

Ο Φρανσουά Υβινέκ, μεσήλικας ιδιοκτήτης μιας μικρής βιομηχανίας ζαχαρωτών στη Βρετάνη της Γαλλίας, βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο στην Μπογκοτά της Κολομβίας με εισαγγελική απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και δυο σωματώδεις, οπλισμένους τύπους έξω από την πόρτα του δωματίου του. Οι μπράβοι έχουν σταλεί από την Γαλλική Πρεσβεία με εντολή του πρωθυπουργού Ζακ Σιράκ, διότι η ζωή του φιλήσυχου κυρίου Υβινέκ κινδυνεύει.

Είναι Δεκέμβριος του 1987. Τα καρτέλ της κοκαΐνης, αυτό του Μεντεγίν αλλά και το ανερχόμενο του Κάλι, είναι παντοδύναμα κι έχουν πάρει τον νόμο, κι άλλα πολλά πράγματα, μεταξύ των οποίων και διάφορες ποδοσφαιρικές ομάδες, στα χέρια τους. Και η ζωή του Γάλλου, που είναι κι αυτός πρόεδρος ομάδας, της γαλλικής Μπρεστ –Σταντ Μπρεστουά 29 σήμερα, Μπρεστ Αρμορίκ τότε – κινδυνεύει ακριβώς γι΄αυτό.

Ο Υβινέκ δε μασάει. Είναι το τρίτο του ταξίδι από το καλοκαίρι. Μεράκι του είναι ο Ρομπέρτο «Πάνθηρας» Καμπάνιας, ο θεαματικός επιθετικός που στα 18 του οδήγησε την Παραγουάη στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα και στα 19 βρέθηκε στην Κόσμος της Νέας Υόρκης. Έμαθε μπαλίτσα από τον Πελέ – που τον συμπάθησε ιδιαίτερα – έπαιξε δίπλα στον Κινάλια και τον Μπεκενμπάουερ και αναδείχτηκε καλύτερος παίκτης του αμερικάνικου πρωταθλήματος το 1983.

Μετά τη διάλυση της Κόσμος, ο Καμπάνιας βρέθηκε στην Κολομβία, στην Αμέρικα του Κάλι, την ομάδα που από το 1979 γνωρίζει μια περίοδο ακμής με δυο πρωταθλήματα το 1985 και το 1986 και τρεις συνεχόμενους – χαμένους – τελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η οικονομική της ευμάρεια οφείλεται στην αδυναμία που της έχει ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα.

Ο Μιγκέλ, παρατσούκλι El Señor, είναι ο μικρότερος από τους δυο αδελφούς Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα που δημιούργησαν το αιμοσταγές Καρτέλ του Κάλι, το οποίο θα γινόταν σύντομα και σύμφωνα με τους Αμερικάνους διώκτες του «η πιο επικίνδυνη εγκληματική οργάνωση στον κόσμο».

Πού έχει μπλέξει ο βιομήχανος μπισκότων;

Οι δυο ομάδες έχουν, υποτίθεται, συμφωνήσει από τα τέλη Αυγούστου για την μεταγραφή, η Μπρεστ έχει δώσει 305 χιλ. δολάρια προκαταβολή κι υπάρχει και συμβόλαιο με την υπογραφή του Παραγουανού ο οποίος έτσι κι αλλιώς ψάχνεται να φύγει – έχει τσακωθεί με τον προπονητή και έχει και ένα μπλέξιμο με την κόρη ενός ναρκέμπορα. Ξαφνικά, η διοίκηση της Αμέρικα αρνείται ότι υπάρχει συμφωνία και καταθέτει μήνυση για πλαστογραφία και απόπειρα απάτης εναντίον του μάνατζερ του παίκτη, ο οποίος έχει ήδη φύγει νύχτα από την Κολομβία, αλλά κι εναντίον του Υβινέκ που μόλις έχει φτάσει από τη Γαλλία για να λύσει την παρεξήγηση. Η ΦΙΦΑ τον δικαιώνει, αλλά του απαγορεύεται η έξοδος από τη χώρα – μέτρο πρωτοφανές για τέτοια υπόθεση, αλλά είπαμε, τα καρτέλ έχουν τις ακρούλες τους στη δικαιοσύνη. Κι έτσι, ο Γάλλος βρίσκεται εδώ κι έξι εβδομάδες αποκλεισμένος στην Κολομβία χωρίς διαβατήριο, μετακινούμενος μόνο με συνοδεία σωματοφυλάκων και πάντα σε τεθωρακισμένο όχημα.

Η υπόθεση συγκλονίζει την Γαλλία. Ο Σιράκ δηλώνει πως αν συνεχιστεί η ομηρεία, δεν θα επιτραπεί σε κανέναν Κολομβιανό να πάρει μέρος στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας. Ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ απαντά ότι, αν του τη δώσει, θα αγοράσει και τον Γύρο της Γαλλίας, κι αν χρειαστεί και το Παρίσι. Ο Υβινέκ δίνει τηλεφωνική συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό της Βρετάνης, κι ανάμεσα σε άλλα καθησυχαστικά που λέει, γλιστράει μια λέξη της βρετόνικης διαλέκτου, ribin, μυστικό πέρασμα, αναγγέλλοντας, κωδικοποιημένα ώστε να μην τον πάρουν είδηση οι διώκτες του, ότι σχεδιάζει να διαφύγει. Αλλά όχι χωρίς τον Καμπάνιας!

Τα υπόλοιπα γίνονται άνετα ταινία: ο Υβινέκ έχει ραντεβού στο Κάλι με την εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεσή του – λεπτομέρεια: η συνάντηση έχει κανονιστεί να γίνει στο πεζοδρόμιο μπροστά από το δικαστικό μέγαρο διότι οι δικαστικοί υπάλληλοι απεργούν. Στις 18 Δεκεμβρίου του 1987 πληρώνει τον λογαριασμό του ξενοδοχείου και φεύγει για το αεροδρόμιο. Έχει κλείσει εισιτήριο σε μια πολύ πρωινή εσωτερική πτήση, κανονίζοντας όμως να είναι στη λίστα αναμονής. Δεν μπαίνει στο αεροπλάνο. Με τη συνεργασία ενός άλλου επιβάτη καταφέρνει να επιβιβαστεί ως κ. Λόπεζ σε μια πτήση για Παναμά. Από εκεί, παίρνει ένα άλλο αεροπλάνο για το Καράκας της Βενεζουέλας, όπου τον περιμένουν ο Καμπάνιας, η διερμηνέας του και μέλλουσα σύζυγος του Υβινέκ, κι ένας δημοσιογράφος της Εκίπ που έχουν ταξιδέψει ξεχωριστά. Το παρεάκι φτάνει μετά από πολλές περιπέτειες στη Βρέστη και γνωρίζει υποδοχή ηρώων. H πιθανότατα δυσκολότερη μεταγραφή της ιστορίας είχε μόλις ολοκληρωθεί αλλά όλα ήταν σχεδόν μάταια. Σχεδόν.

Από την υποδοχή των ηρώων που νίκησαν το Καρτέλ του Κάλι

Η Μπρεστ έπαιξε το πρώτο μισό του πρωταθλήματος του 1987-1988 χωρίς τον πολυπόθητο Παραγουανό. Έτσι, ενώ ο πρόεδρος βρισκόταν στην Κολομβία, αποκτήθηκε ο Κάρλος Τάπια της Μπόκα. Αποτέλεσμα; όταν ο Καμπάνιας πατάει την τιμημένη γη της Βρετάνης, δεν υπάρχει ελεύθερη θέση ξένου στην ομάδα, η οποία έτσι κι αλλιώς πάει καρφωτή για υποβιβασμό.

Για τους επόμενους μήνες ο Καμπάνιας θα βλέπει τη νέα του ομάδα από την κερκίδα. Κι όμως, όχι μόνο δεν θα φύγει στο τέλος της σεζόν αλλά θα κάνει πράματα και θάματα στη δεύτερη κατηγορία : βάζει 21 γκολ, τα πανηγυρίζει ανεβαίνοντας στα κάγκελα του πετάλου, παίζει με σπασμένη μύτη και μάσκα στα μπαράζ ανόδου, κι οδηγεί τη Μπρεστ ξανά στην ελίτ. Την επόμενη χρονιά, θα δικαιώσει και πάλι τον Υβινέκ. Μια μέρα πριν το ματς με τη Μαρσέιγ, που είχε τότε φοβερή ομάδα μέσα – με Γουάντλ, Παπέν, Φραντσέσκολι, Ντεσάν…– κι έξω από τα γήπεδα, καταγγέλει απόπειρα δωροδοκίας του. Την επόμενη, κάνει αυτό:

Στο τέλος της σεζόν, ο Καμπάνιας φεύγει στη Λυόν και με τα λεφτά της μεταγραφής θα γίνουν προσπάθειες να μπαλωθούν μερικές από τις τεράστιες τρύπες στον προϋπολογισμό – ματαίως.

Βρισκόμαστε ήδη στην αρχή του τέλους του ονείρου του Φρανσουά Υβινέκ.

Μικρή επιστροφή στο παρελθόν.

Ο Υβινέκ γίνεται πρόεδρος το 1981 με όνειρο να κάνει την ομάδα του τόσο ισχυρή ώστε να ανταγωνίζεται στα ίσα την Μπορντό, τη Ρασίγκ ή τη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί. Ο δρόμος για να το πετύχει μοιάζει μακρύς. Η Μπρεστ είναι μια μικρή ομάδα που ανεβαίνει στην πρώτη κατηγορία για πρώτη φορά στην ιστορία της στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με παίκτες δημιουργικούς στο γήπεδο αλλά κι έξω από αυτό. Δυο από αυτούς, ο Ζοέλ Ανρί κι ο Μπερνάρ Παρντό – που αργότερα θα μπλεχτεί και σε μια ιστορία διακίνησης ναρκωτικών – έχουν ένα μπαρ, ενώ κι τεχνικός διευθυντής της ομάδας διατηρεί ένα άλλο, το «Χρυσό Παπούτσι»· αυτά είναι μόνο δύο από τα πολλά στα οποία συχνάζουν κάθε βράδυ όλοι οι ποδοσφαιριστές, παραβιάζοντας συχνά το μετρίως αυστηρό ωράριο κατακλίσεως που τους επιβάλλει η διοίκηση – «παιδιά, στις 4 το πρωί το αργότερο να έχετε γυρίσει σπίτι!». Πολλές φορές, για να γιορτάσουν κάποιο ευτυχές γεγονός, όπως τη γέννηση του παιδιού του συμπαίκτη τους Πασκάλ Ντυπρά, εξαφανίζονται για μέρες ώστε να γνωρίσουν τη νυχτερινή ζωή και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας. Τις ομιλίες του προπονητή τις διακόπτουν συχνά αυτοσχέδιοι αγώνες ταχύτητας ζωντανών αστακών – βρισκόμαστε στην Αρμορική χερσόνησο και το συμπαθές αρθρόποδο αποτελεί ένα από τα τοπικά προϊόντα.

Ο καινούργιος πρόεδρος, όμως, αλλάζοντας συνεχώς προπονητές και ξοδεύοντας λεφτά που δεν έχει αλλά που καταφέρνει και ξετρυπώνει από διάφορους ευκαιριακούς χορηγούς, φέρνει σε αυτήν τη μικρή, επαρχιακή ομάδα διάφορους ξένους σούπερ-σταρ, κατά προτίμηση νοτιοαμερικάνους, όπως ο αμυντικός της Εθνικής Βραζιλίας Ζούλιο Σέζαρ – που θα περάσει στα γεράματα κι από τον Παναθηναϊκό– και ο Αργεντίνος παγκόσμιος πρωταθλητής Χοσέ Λούις «Τάτα» Μπράουν, σκόρερ του πρώτου γκολ στον τελικό του Μουντιάλ του 1986 απέναντι στη Γερμανία.

Τάτα Μπράουν, Ζούλιο Σέζαρ ως σωσίας του Ντένζελ Γουάσιγκτον στο Αμέρικαν Γκάνγκστερ, Φρανσουά Υβινέκ κι ένας κύριος με καρό σακάκι

Χάρη σ΄αυτούς, η Μπρεστ θα πετύχει τη σεζόν 1986-1987 να βρεθεί στην όγδοη θέση του πρωταθλήματος με φιλοδοξίες για έξοδο στην Ευρώπη την επόμενη χρονιά.

Όμως, το καλοκαίρι του 1987, λίγους μήνες πριν από την κολομβιανή του περιπέτεια, ο Υβινέκ θα διώξει τον προπονητή Ρεμόν Κερυζορέ. Αιτία της σύγκρουσης; Ο πρόεδρος υποστήριξε, επικαλούμενος μάλιστα πηγές των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, πως ο αριστερός συνδικαλιστής και γνωστός από τη θητεία του στη Ρεν ως «μαοΐστρια μάγισσα» – ο κόοουτς είναι μακρυμάλλης – Κερυζορέ συνωμοτούσε στα αποδυτήρια με τους παίκτες προκειμένου να ανατρέψουν την διοίκηση και να επιβάλλουν την αυτοδιαχείριση. Μαζί με τον προπονητή θα φύγει ο βασικός χορηγός – μια αλυσίδα σούπερ-μάρκετ – και οι δυο νοτιοαμερικάνοι.

Αλλά, είπαμε, ο πρόεδρος δεν μασάει. Συνεχίζει αυτήν την ξέφρενη πορεία προς το όνειρό του με κάθε μέσο. Πείθει την περιφερειακή διοίκηση να χτίσουν καινούργιο γήπεδο και προπονητικό κέντρο· το εργοτάξιο πιάνει φωτιά και τελικά τα έργα κοστίζουν το τριπλάσιο από το αναμενόμενο ενώ η περιοχή που επιλέχτηκε για προπονητικό κέντρο γίνεται στόχος επιδρομής χιλιάδων σαλιγκαριών και τα σχέδια αναγκαστικά ανατρέπονται. Για να αντικαταστήσει τον Μπράουν και τον Σέζαρ και ενώ βρίσκεται ακόμη σε διαπραγματεύσεις για τον Καμπάνιας, φέρνει από την Μπόκα Τζούνιορς τον σκληροτράχηλο Αργεντίνο Χόρχε «Πίπα» Ιγκουαΐν. Ο συμπαθέστατος Χόρχε θα βάλει ένα μοναδικό γκολ εναντίον των Καννών.

Δεν προλαβαίνει να θαμπώσει με την απόδοσή του αλλά απολαμβάνει την ζωή στη Βρετάνη. Πηγαίνει για ψάρεμα, παίζει χαρτιά και πετάνκ, μαθαίνει τη γλώσσα, αποκτά φίλους και γνωρίζει τις χαρές της πατρότητας: στη διάρκεια της μιας και μοναδικής σεζόν που έμεινε στη Βρέστη, θα γεννηθεί ο γιος του, Γκονσάλο, ο οποίος, θεωρητικά, μπορεί έτσι να αποκτήσει γαλλική αθλητική υπηκοότητα. Ο Ρεμόν Ντομενέκ θα καλέσει στα 2006 τον 18χρονο τότε Πιπίτα στην Εθνική Γαλλίας για ένα φιλικό με την Ελλάδα – ο Γκονσάλο δεν δέχτηκε, προτίμησε την Εθνική Αργεντινής κι όλοι ξέρουμε πού τον οδήγησε αυτή η επιλογή και πού οδήγησε και την Αργεντινή…

Στην πραγματικότητα, η Μπρεστ, παρόλο το κάπως οικογενειακό και ερασιτεχνικό κλίμα που κυριαρχούσε, διέθετε πλούσια δεξαμενή ταλέντων χάρη στην καλή δουλειά που γινόταν στις νεανικές ομάδες που ήταν απο τις καλύτερες στη Γαλλία, ενώ το έμπειρο μάτι των ατζέντηδων με τους οποίους συνεργαζόταν τής επέτρεπε να στρατολογεί νεαρότατους πολλούς ταλαντούχους ποδοσφαιριστές.

Από το δυναμικό της θα περάσουν, εκτός από όσους έχουμε αναφέρει, δυο μελλοντικοί Γάλλοι παγκόσμιοι πρωταθλητές – ο Στεφάν Γκιβάρς και ο Κλοντ Μακελελέ –, η μισή Παρί Σεν Ζερμέν που θα αναδειχτεί πρωταθλήτρια Γαλλίας το 1994 – Πολ Λε Γκουέν, Νταβίντ Ζινολά, Μπερνάρ Λαμά, Βενσάβ Γκεράν, Πατρίκ Κολτέρ – και, χρόνια αργότερα, κι ο Φρανσουά Ριμπερί.

Όμως, η πτώση της και θα είναι αναπόφευκτη καθώς, κοντά σε όλες τις άλλες περιπέτειες, θα μπλεχτεί σε ένα μεγάλο πολιτικο-οικονομικό σκάνδαλο. Μετά την πώληση του Καμπάνιας, ο Υβινέκ στρέφεται σε έναν μυστήριο τύπο, τον τραπεζίτη Αχμέντ «Σαρλί» Σακέρ, φίλο και συνεργάτη – εμπορευόταν όπλα – του Γιασέρ Αραφάτ και του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Σακέρ εμφανίζεται ως πάμπλουτος και γενναιόδωρος οπαδός της Μπρεστ, και χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων φιλανθρωπιών, την αγορά του ήρωα τερματοφύλακα του Μουντιάλ του 1990 Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

Στην πραγματικότητα, ο Σακέρ είναι μεγάλο μούτρο. Η τράπεζά του, όπως και διάφορες άλλες επιχειρήσεις του στο Ιράκ, στην Ιταλία και στη Βρετάνη, είναι μια μεγάλη απάτη μέσω της οποίας μπήκαν στην τσέπη του καταθέσεις 120 εκ. φράγκων (18 εκ. ευρώ) μικροκαταθετών. Στη συνέχεια θα αποδειχθεί ότι εμπλέκεται και σε μια σκοτεινή ιστορία χρηματοδότησης πολιτικών. Θα καταλήξει στη φυλακή, εκεί όπου μέλλει να πάει κι ο Υβινέκ.

30 Νοεμβρίου 1991. Ο Ζινολά κι ο Πασκάλ Πιερ εγκαταλείπουν το γήπεδο στο τελευταίο ματς πριν τη διάλυση

Η Μπρεστ, στο τέλος της σεζόν 1990-1991, κι ενώ έχει τερματίσει κάπου στη μέση της βαθμολογίας, θα υποβιβαστεί για οικονομικούς λόγους. Έξι μήνες αργότερα και μετά από ένα ντου των οπαδών στη διάρκεια ενός ντέρμπι με την Γκενγκάν, θα πέσει στο ερασιτεχνικό λόγω οριστικής χρεοκοπίας. Για πολλούς αυτή η σκληρή μοίρα οφείλεται και στην προσωπική βεντέτα που είχε ανοίξει ο Υβινέκ με τον πανίσχυρο Μπερνάρ Ταπί – η Μπρεστ είχε αρνηθεί την αναβολή του μεταξύ τους αγώνα πριν τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ τον Μάιο του 1991 ενώ ένα άλλο σημείο τριβής ήταν ότι δεν έδωσε με μεταγραφή τον Ζινολά. Ο θρύλος λέει ότι ο Νταβίντ έψαχνε σε κάτι χωράφια να δείρει τον πρόεδρό του για κάτι χρωστούμενα αλλά, όπως είπαμε, εκείνος είχε γνωρίσει και χειρότερες περιπέτειες. Και τον περίμεναν και άλλα.

Μετά τον υποβιβασμό, θα κατηγορηθεί για δόλια χρεοκοπία και κατάχρηση. Θα μείνει πενήντα μία μέρες προφυλακισμένος και τελικά θα δικαστεί σε έναν χρόνο με αναστολή. Το μόνο αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ήταν κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί και τίτλος τιμής για έναν πρόεδρο ποδοσφαιρικής ομάδας: ξόδευε περισσότερα λεφτά από όσα διέθετε. Στο δικαστήριο, θα έρθει να τον υπερασπιστεί, ανάμεσα σε άλλους, ο Νταβίντ Ζινολά. Ο πρόεδρος σήμερα ζει στην Ισπανία κι ασχολείται με τη ζωγραφική. «Όταν ανέλαβα την Μπρεστ, ήξερα τι με περίμενε, ότι έπρεπε να είμαι έτοιμος να πάω ακόμη και φυλακή».

Πριν λίγα χρόνια, οι Ιγκουαΐν, πατέρας και γιος, γύρισαν στη Βρετάνη. Ο Γκονσάλο ουσιαστικά τη γνώριζε για πρώτη φορά: «Η Βρέστη δεν είναι η ομορφότερη πόλη του κόσμου, δεν είναι όμως και η πιο άσχημη. Είναι μια πόλη λαϊκή κι οι κάτοικοί της είναι καλοί άνθρωποι». Και αγαπούν παθολογικά την μπάλα. Ένας από αυτούς, ο συνθέτης και τραγουδιστής Κριστόφ Μιοσέκ, θα γράψει αυτό το τραγούδι, τρυφερή και πικρή ανάμνηση μιας μαγικής περιόδου: «Κι όμως, είχαμε τον Γκοϊκοετσέα, τον Γκιβάρς, τον Ζινολά, τον Λαμά […] και παρόλα αυτά βρήκαμε τρόπο να εκτροχιαστούμε».

Η Μπρεστ ανέβηκε ξανά φέτος μετά από εννιά χρόνια στη Λιγκ 1. Από τον Αύγουστο θα είναι μια ακόμη από αυτές τις, συνήθως μονοσύλλαβες, γαλλικές ομάδες που υποχρεώνουν τους φανατικούς του στοιχήματος να μελετήσουν γεωγραφία για να μην τις μπερδεύουν. Είναι όμως διαφορετική· μια ομάδα που έζησε στιγμές δόξας και περιπέτειας στη διάρκεια της μυθικής, έτσι κι αλλιώς, δεκαετίας του 1980. Όπως θα έλεγε κι ο Καπετάνιος Χάντοκ στον Τεν Τεν: «Μα τους χίλιες χιλιάδες κεραυνούς της Βρέστης, δεν είναι δυνατόν να έχουν συμβεί όλα αυτά!». Και όμως.

Αν πάρεις την μπάλα, έχεις δίκιο

  [3 Σχόλια]

Στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων δεν είναι λίγες οι απίστευτες διαιτητικές αποφάσεις που έγραψαν ιστορία και άφησαν εποχή. Είτε με πολλά σύννεφα από πάνω τους και πολλές θεωρίες, είτε λόγω ανικανότητας των διαιτητών. Μία από αυτές έγινε σε ένα από τα πιο… πολύχρωμα Μουντιάλ όλων των εποχών και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, γεμάτα ιστορίες. Αυτό που έγινε στο Μεξικό το 1970. Οι γηπεδούχοι ξεκίνησαν τους αγώνες του ομίλου τους μπροστά σε 107 χιλιάδες θεατές στο Αζτέκα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, αλλά δεν κατάφεραν να πάρουν τη νίκη. Το 0-0 γέμισε με άγχος τους παίκτες και τους οπαδούς της ομάδας.

Στις 7 Ιουνίου όμως, ο αντίπαλος δεν ήταν τόσο καλός. Ήταν το αδύναμο Ελ Σαλβαδόρ που την πρώτη αγωνιστική είχε χάσει εύκολα με 3-0 από το Βέλγιο. Έτσι, στις 12 το μεσημέρι, ο διαιτητής Αλί Καντίλ από την Αίγυπτο σφύριξε την έναρξη του αγώνα μπροστά σε ένα κοινό που κόχλαζε. Το παιχνίδι δεν αποδείχθηκε όμως καθόλου εύκολο. Το Ελ Σαλβαδόρ τα έδινε όλα για να διεκδικήσει τις πιθανότητές του, κάνοντας μάλιστα και κάποιες φάσεις. Το Μεξικό πίεζε, είχε τις ευκαιρίες του, αλλά η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά και χωρίς να ανοίγει το σκορ.

Η διαβόητη φάση περίπου στο 4.50 του βίντεο (δυστυχώς ο ήχος είναι αποσυγχρονισμένος)

Όλα αυτά μέχρι το 45′. Εκεί που σε μια αδιάφορη φάση στο κέντρο ο διαιτητής Αλί Καντίλ έδωσε ένα φάουλ υπέρ του Ελ Σαλβαδόρ. Οι τυπικά (και ουσιαστικά) φιλοξενούμενοι έκαναν λίγο τους χαζούς για να περάσει η ώρα και να λήξει το ημίχρονο, αφήνοντας την μπάλα να πάει έξω. Κι ενώ οι παίκτες του Μεξικού επέστρεφαν στην άμυνά τους, ο Μάριο Πέρες είχε τη φαεινή ιδέα να πάρει την μπάλα τη στιγμή που οι συμπαίκτες του με κινήσεις του έλεγαν να γυρίσει πίσω. Ο Πέρες όμως δεν την πήρε για να τη δώσει πίσω. Την πήρε και την έστησε κανονικά μπροστά στον έκπληκτο διαιτητή που έδειχνε προς την αντίθετη πλευρά.

Το Μεξικό εκτέλεσε το φάουλ σαν να ήταν δικό του, βγήκε στην αντεπίθεση σαν να μην συνέβαινε τίποτα, πάτησε περιοχή και με τον Χαβιέρ Βαλβίδια σκόραρε ένα γκολ που πανηγύρισε έξαλλα. Ο Αιγύπτιος σαν θεατής και όχι σαν άρχοντας του αγώνα έδειξε σέντρα κι οι έξαλλοι παίκτες του Ελ Σαλβαδόρ έπεσαν πάνω του για να ακυρώσει το γκολ. Αυτό φυσικά δεν έγινε ποτέ. Οι παίκτες του Ελ Σαλβαδόρ ως ένδειξη διαμαρτυρίας αρνήθηκαν να κάνουν σέντρα αρχικά και στη συνέχεια έστειλαν την μπάλα στις εξέδρες. Το ημίχρονο έληξε με αυτό το 1-0.

Από εκεί και πέρα ο αγώνας δεν ήταν ανταγωνιστικός. Το Μεξικό γρήγορα έκανε το 2-0, πάλι με τον Βαλδίβια και με άλλα δύο γκολ έγραψε το τελικό 4-0, αποκλείοντας παράλληλα το Ελ Σαλβαδόρ που έχασε κάθε πιθανότητα να διεκδικήσει κάτι καλύτερο χάρη στην απόφαση του ρέφερει. Στο τελευταίο ματς του ομίλου η ΕΣΣΔ το νίκησε με 2-0 κι έτσι η ομάδα αποχώρησε από το Μουντιάλ με 0 βαθμούς και 0-9 γκολ (και πάλι καλύτερα από τη δική μας παρουσία το 1994). Αντίθετα, το Μεξικό επικράτησε με 1-0 επί του Βελγίου την τελευταία αγωνιστική και ισοβάθμησε με τους Σοβιετικούς στην 1η θέση. Οι δυο ομάδες είχαν ακριβώς την ίδια διαφορά γκολ και μια που δεν υπήρχε άλλο κριτήριο, η πρωτιά κρίθηκε στην κλήρωση. Εκεί, ίσως ως θεία δίκη, η ΕΣΣΔ ευνοήθηκε και πέρασε ως 1η. Το Μεξικό βρέθηκε απέναντι στην Ιταλία και έφαγε 4 γκολ αποχαιρετώντας τη διοργάνωση. Ο Αιγύπτιος διαιτητής δεν είχε ξανά άλλη τέτοια επιτυχία στην καριέρα του.

Τι συνέβη με τον Εμιλιάνο Γκουρουσέτα;

  [2 Σχόλια]

O Γκουρουσέτα σε παιχνίδι της Βαλένθια με τη Μπέτις

Η πανάκριβη BMW έχασε τον έλεγχο, έχοντας στις ρόδες της υπερβολική ταχύτητα, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την Παμπλόνα. Μερικά λεπτά πριν φτάσει στον τελικό της προορισμό. Ο δρόμος ήταν εξωπραγματικά γλιστερός και η καταρρακτώδης βροχή που έπεφτε απ’ το προηγούμενο βράδυ έκανε την οδήγηση υπερβολικά δύσκολη ακόμα και για τον πιο έμπειρο οδηγό αγώνων. Πόσο μάλλον για κάποιον που ούτε επαγγελματίας οδηγός ήταν και -όπως παραδέχτηκαν φίλοι και συγγενείς- ήταν και ένας μέτριος, στα όρια του κακού πολλές φορές, οδηγός. Ασχέτως αν η αγάπη του για τις πανάκριβες BMW, και την υπερβολική ταχύτητα, ήταν αντιστρόφως ανάλογη με τις ικανότητές του πίσω απ’ το τιμόνι. Το όνομά του ήταν Εμιλιάνο Γκουρουσέτα. Το βασικό του επάγγελμα, διαιτητής αγώνων ποδοσφαίρου στις μεγάλες κατηγορίες της Ισπανίας. Άλλωστε στην Παμπλόνα ο Γκουρουσέτα πήγαινε για να διευθύνει ακόμα μία ποδοσφαιρική αναμέτρηση για το πρωτάθλημα του 1987. Στους τραπεζικούς του λογαριασμούς βρέθηκαν μεγάλα ποσά που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν απ’ τον μισθό του διαιτητή, σε μια εποχή που αυτοί δεν κέρδιζαν υπερβολικά χρήματα, αλλά ούτε και απ’ την μικρή επιχείρηση πώλησης αθλητικών ειδών που είχε στο όνομά του στη νότια Ισπανία. Ο Βάσκος διαιτητής δεν είχε καθόλου καλό όνομα σε μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού της Λα Λίγκα και οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ της εποχής είχαν μόλις ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου μην αφήνοντας τίποτα στην αφάνεια, τόσο για τον ίδιο, όσο και για κάθε εμπλεκόμενο.

Αυτό που αναδύθηκε αμέσως στην επιφάνεια των κακόβουλων φυλλάδων, αυτών που κυκλοφορούν έχοντας ως κύριο μέλημα τον κιτρινισμό, λες και διαβάζεις οπαδικό ελληνικό σάιτ της δικής μας χώρας, ήταν μια μακρινή ιστορία απ’ το κύπελλο Ισπανίας του 1970, με τα ονόματα της Ρεάλ Μαδρίτης και της Μπαρσελόνα να δεσπόζουν με μεγάλα γράμματα στη λεζάντα. Όχι απαραιτήτως και οι δύο για κακό λόγο. Ήταν άλλωστε ακόμα η εποχή του «Μαδρίτη κακή – Βαρκελώνη καλή» όπως έγραψε μοναδικά στο βιβλίο του «Φόβος και Παράνοια στη Λα Λίγκα» o Σιντ Λόου. Στον προημιτελικό του κυπέλλου εκείνης της σεζόν οι δύο σπουδαίες ομάδες, χωρίς να βρίσκονται σε καλή αγωνιστική κατάσταση, κάτι που φανερώνει φυσικά και το γεγονός πως ήταν η πρώτη φορά μετά το 1951 που καμία εκ των δύο δεν είχε τερματίσει στην πρώτη τριάδα του βαθμολογικού πίνακα, βρέθηκαν στον προημιτελικό, εκεί που θα έλυναν τις μεγάλες -και άλυτες εδώ και δεκάδες χρόνια- διαφορές τους, σε διπλούς αγώνες. Η Ρεάλ είχε επικρατήσει της Μπαρσελόνα με 2-0 στο Μπερναμπέου, και ήταν πολλοί αυτοί που θεωρούσαν πως η ρεβάνς του Καμπ Νου θα ήταν απλά μια τυπική διαδικασία για την πρόκριση. Αυτό που δεν λογάριαζε κανείς ήταν το όνομα του Γκουρουσέτα ως ο «Άρχων της αναμέτρησης» στην πρώτη του -ουσιαστικά- μεγάλη παράσταση ως διαιτητής.

Η Μπαρσελόνα ήταν απολαυστική στο πρώτο ημίχρονο και βρέθηκε να προηγείται με 1-0 χάρις στο τέρμα του Κάρλος Ρέσακ. Οι παίκτες της Ρεάλ ήταν ασύνδετοι, και κουρασμένοι, και το δεύτερο γκολ των Καταλανών έδειχνε να είναι θέμα χρόνου. Όσοι παρακολουθούσαν την αναμέτρηση, απλά περίμεναν να δουν την μπάλα να καταλήγει για δεύτερη φορά στα δίχτυα της Ρεάλ και μετά να ακολουθεί η κατάρρευσή της. Όλοι φυσικά υπολόγιζαν δίχως τον νεαρό διαιτητή της αναμέτρησης. Ο παίκτης της Ρεάλ, Μανουέλ Βελάσκες, θα κάνει μια όμορφη ντρίμπλα, εκτός της περιοχής της Μπάρσα, και εκεί που θα αρχίσει να χάνει την μπάλα, θα κάνει μια Ολυμπιακών προδιαγραφών βουτιά που θα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο Γιώργο Σκαλέρη να νιώσει λίγος και ταπεινός. Ο Γκουρουσέτα δεν θα το σκεφτεί καθόλου και θα δείξει πέναλτι σε μια φάση που δεν υπήρξε καν ανατροπή, και αυτή η ανατροπή, αν έγινε, που δεν έγινε, ήταν εκτός της περιοχής. Το 1-1 έδωσε ουσιαστικά την πρόκριση στους Μαδριλένους και ώθησε τους Καταλανούς, με μπροστάρη τον Ρέσακ, να αποχωρήσουν απ’ το γήπεδο αηδιασμένοι, με τους οπαδούς να προσπαθούν να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο για να λιντσάρουν τον διαιτητή. Μερικοί μάλιστα το κατάφεραν και κυνήγησαν για αρκετά μέτρα τον Γκουρουσέτα αλλά και τους βοηθούς του. Η ψύχραιμη αντίδραση του Άγγλου προπονητή της Μπάρσα, Βικ Μπάκινγχαμ, έστειλε τους παίκτες και πάλι στο γήπεδο, τους οπαδούς και πάλι στην κερκίδα, και ουσιαστικά βοήθησε ώστε να τελειώσει ομαλά η αναμέτρηση. Η Μπάρσα ήταν γι’ ακόμα μια φορά αδικημένη.

Η Ισπανική ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τιμώρησε με 6 αγωνιστικές τον Γκουρουσέτα, όχι όμως για την κακή του απόδοση στην αναμέτρηση αλλά επειδή «έχασε» τον έλεγχο του αγώνα και είδε τους παίκτες της Μπάρσα να αποχωρούν απ’ το γήπεδο, υποβαθμίζοντας το ίδιο το άθλημα. Λίγες μέρες μετά την αναμέτρηση, ο Γκουρουσέτα οδηγούσε καμαρωτός μια καινούργια, και πανάκριβη, BMW στους δρόμους του Μπιλμπάο. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε από χείλη ποδοσφαιρόφιλων της χώρας πως ο νεαρός διαιτητής είχε πάρει χρήματα από τη διοίκηση της Ρεάλ, ώστε να «στήσει» την αναμέτρηση του Καμπ Νου. Το εν λόγω γεγονός δεν έφτασε ποτέ σε κάποια δικαστική αίθουσα, αλλά η πορεία του Βάσκου διαιτητή, μέχρι και το τέλος του, στους δρόμους της Παμπλόνα, δικαίωνε πολλούς σε συζητήσεις ωστόσο «καφενειακού» επιπέδου. Ο Γκουρουσέτα βέβαια συνέχισε να αλλάζει τις BMW σαν τα πουκάμισα, κυκλοφορώντας πάντα ντυμένος στην πένα. Απ’ την άλλη, οι εχθροί του πολλαπλασιάζονταν κάθε αγωνιστική που τον έβλεπαν να σφυρίζει σε κάποιο γήπεδο. Ο Βάσκος ήταν πλέον το κόκκινο πανί για μεγάλη μερίδα των φιλάθλων της χώρας.

Οι επικριτές ένιωσαν δικαιωμένοι (όσοι τουλάχιστον δεν τον είχαν ξεχάσει) στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και λίγο πριν σκάσει σαν βόμβα η «Υπόθεση Μπόσμαν». Ένας Βέλγος μάνατζερ, μιλώντας στην τηλεόραση σε μια εκπομπή με θέμα την διαφθορά στο ποδόσφαιρο, παραδέχτηκε πως το 1984 ο πρόεδρος της Άντερλεχτ, Κόνσταντ Βαν ντεν Στοκ, είχε δωροδοκήσει τον Γκουρουσέτα (που ήταν πλέον διεθνής διαιτητής), για τον δεύτερο αγώνα της ομάδας του κόντρα στην Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ, για τον ημιτελικό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Η σφαγιαστική διαιτησία του Γκουρουσέτα, βοήθησε τους Βέλγους να κερδίσουν με 3-0, ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου αγώνα. Το ποσό που είχε πάρει ο Βάσκος διαιτητής κάτω απ’ το τραπέζι, σύμφωνα με τον Βέλγο μάνατζερ, είχε αγγίξει, σε σημερινά χρήματα, τις 25.000 ευρώ. Το χειρότερο βέβαια ήταν πως τον είχε οδηγήσει ακόμα και σε απειλές για τη ζωή του, από τους διαμεσολαβητές που είχαν βοηθήσει ώστε να στηθεί το όλο εγχείρημα. Αν φυσικά δεν κρατούσε κλειστό το στόμα του. Η ΟΥΕΦΑ τελικά τιμώρησε την Άντερλεχτ με διετή αποκλεισμό από τις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ο Γκουρουσέτα είχε αρχίσει να χάνει το χαμόγελό του και να νιώθει για πρώτη φορά πραγματικό φόβο.

Στο βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα, Φιλ Μπολ «Morbο: Η ιστορία του Ισπανικού Ποδοσφαίρου» που κυκλοφόρησε το 2003, υπάρχει μια ιστορία για το θέμα, που, ίσως, ξεδιαλύνει αρκετά ένα μέρος αυτού του σίριαλ. Ίσως και όχι. Ο Μπολ περιγράφει εκείνη τη φορά που βρισκόμενος σε κάποιο σαλόνι ξενοδοχείου, και ενώ παρακολουθούσε ποδόσφαιρο, είδε κοντά του τον ένα εκ των βοηθών του Γκουρουσέτα, από το παιχνίδι του 1970. Ας δούμε τι γράφει ο ίδιος: «Τον ρώτησα για το παιχνίδι και μου απάντησε πως απλά κράτησε την σημαία του κάτω. Ήταν φανερά μεθυσμένος και ίσως ταλαιπωρημένος. Του ζήτησα ευγενικά να τον κεράσω ένα ποτό και να μιλήσουμε για τον Γκουρουσέτα και για εκείνο το περίεργο παιχνίδι. Δεν δέχθηκε αμέσως και -σχεδόν- με έβρισε. Μου έχουν προσφέρει ένα σωρό χρήματα για να μιλήσω και θες να το κάνω εδώ σε εσένα; Σχεδόν γέλασε ειρωνικά. Ο Εμίλιο ήταν φίλος μου. Δεν είναι σωστό να μιλάμε για κανένα νεκρό. Δεν ήξερα για καμία BMW, ούτε γι’ ακριβά ρούχα και χρήματα».

Προσπάθησε να φύγει και πάλι. Ο Μπολ σχεδόν τον ικέτευσε να μείνει. Για λίγο ακόμα. Ο βοηθός του Γκουρουσέτα συνέχισε: «Βγάλε τα δικά σου συμπεράσματα. Εγώ δεν αγόρασα ποτέ ακριβό αυτοκίνητο και για να ξέρεις… τον έπιασαν. Τον έπιασαν. Τι εννοούσε δεν το κατάλαβα ποτέ. Ούτε με άφησε ποτέ να του ξαναμιλήσω. Ποιοι τον έπιασαν; Μήπως κάποιοι τον έβγαλαν κιόλας απ’ τη μέση; Έλεγξε κάποιος τα φρένα της BMW εκείνο το βράδυ; Κανένας δεν το είχε κάνει. Κανένας δεν νοιάστηκε ποτέ ξανά. Η υπόθεση παραμένει ακόμα ανοιχτή αλλά ουσιαστικά έχει κλείσει. Όπως και το πρόβλημα με τις κακές διαιτησίες για τις μικρές ομάδες. Με τα χρόνια και η Μπαρσελόνα πέρασε στην απέναντι όχθη και εντάχτηκε και αυτή με τους δυνατούς. Με το Σύστημα. Τι συνέβη ακριβώς με τον Γκουρουσέτα δεν θα το μάθουμε ποτέ».

Όταν οι Iron Maiden έπαιξαν μπαλίτσα στο Μπουένος Άιρες

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1992 οι Iron Maiden κυκλοφορούν το άλμπουμ τους «Fear of the Dark», ένα από τους πιο επιτυχημένα τους. Για να το υποστηρίξουν, κάνουν μια παγκόσμια περιοδεία που ξεκινά τον Ιούνιο από το Νόριτς και τελειώνει το Νοέμβριο στο Τόκιο. Ο Ιούλιος τους βρίσκει στη Νότια Αμερική για συναυλίες σε διάφορες χώρες. Ανάμεσα σε αυτές κι η Αργεντινή και το γήπεδο της Φέρο Καρίλ Οέστε μιας ιστορικής ομάδας της χώρας που ιδρύθηκε το 1904 από εργάτες των σιδηροδρόμων. Το στάδιο της Φέρο θεωρείται το πιο παλιό γήπεδο της Αργεντινής (φτιάχτηκε το 1905) και πέντε χρόνια πριν τους Maiden, οι πρώτοι «ξένοι» που έπαιξαν εκεί ήταν οι Cure σε μια συναυλία που έμεινε γνωστή για τα φοβερά επεισόδια που είχαν ως αποτέλεσμα 135 συλλήψεις και 10 τραυματισμούς αστυνομικών. Ο Ρόμπερτ Σμιθ είπε ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ ξανά στην Αργεντινή, ενώ λέγεται ότι όλα ξεκίνησαν γιατί είχαν εκδοθεί πολλά παραπάνω εισιτήρια από το κανονικό.

Όταν οι Maiden έφτασαν στα τέλη Ιουλίου του 1992 στην Αργεντινή ήταν χειμώνας κι ο καιρός ήταν χάλια. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να ζητήσουν να εξασκήσουν ένα από τα αγαπημένα τους χόμπι. Να παίξουν ποδόσφαιρο. Ένας από τους πιο γνωστούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς του σταθμού Rock & Pop ήταν κι ο «Ρούσο» Βερέα που είχε κάνει καριέρα ως τερματοφύλακας στις μικρότερες κατηγορίες της χώρας με ομάδες όπως η Τσακαρίτα κι η Ταγιέρες, έχοντας περάσει από τις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε. Ο Βερέα ήταν μεγάλος ροκάς και μεταλάς (είχε και ίνδαλμα τον Ούγκο Γκάτι), οπότε μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την αθλητική δημοσιογραφία, αλλά και το μουσικό ραδιόφωνο. Σε αυτόν έλαχε ο κλήρος να οργανώσει το ματς, ένα παιχνίδι στο οποίο οι Iron Maiden και μέλη των Thunder (support στην τουρνέ της Ν. Αμερικής) θα αντιμετώπιζαν υπαλλήλους της EMI και παραγωγούς του σταθμού Rock & Pop.

Πλάνα από το ματσάκι

Ο αγώνας έγινε στο βοηθητικό γηπεδάκι της Φέρο και παρά τη βροχή που έπεφτε με τα τουλούμια εκείνες τις ημέρες και ένα γήπεδο γεμάτο λάσπη, τα μέλη του συγκροτήματος δεν πτοήθηκαν και το ματσάκι έγινε κανονικά. Στο ποιότητας VHS παραπάνω βιντεάκι, βλέπουμε κάποια πλάνα από τον βάλτο στον οποίο έγινε το ματς, καθώς και τη διήγηση του «Ρούσο». Οι Maiden κατέβηκαν με ολόιδιες φανέλες που είχαν μαζί τους, στα χρώματα της αγαπημένης τους Γουέστ Χαμ. Σύμφωνα με τις διηγήσεις, ο Ντίκινσον ήταν ένα μηχανάκι που έτρεχε πάνω κάτω (όπως και στις συναυλίες περίπου), αλλά δεν ήταν πολύ καλός τεχνίτης. Σε αντίθεση φυσικά με τον Στιβ Χάρις που είχε πολύ καλύτερη τεχνική, έπαιζε σαν 10αράκι και έβγαζε πολύ καλές μακρινές μπαλιές. Το παιχνίδι δεν ήταν «παιδιά προσοχή μην χτυπήσουμε κανέναν», είχε τάκλιν, βουτιές (κυριολεκτικά) και γκολ. Μια αναζήτηση στο διαδίκτυο αναφέρει το τελικό σκορ ως 6-5 υπέρ των Maiden, χωρίς η πηγή να είναι πάντως και η πιο έγκυρη.

Αυτό όμως που είχε περισσότερη σημασία κι ο μαλλιάς Ρούσο διηγείται, είναι κάτι που έγινε μετά τον αγώνα. Οι εμφανίσεις των Maiden όπως μπορεί να φανταστεί κανείς ήταν έτοιμες για διαφημιστικό απορρυπαντικού, με τόνους λάσπης. Ο Στιβ Χάρις σε ένα δείγμα ταπεινότητας που δεν ταιριάζει με την κλασσική εικόνα του ροκ σταρ που έχουμε, πήγε στα αποδυτήρια και έπλυνε μία μία τις φανέλες της ομάδας του μαζί με έναν φροντιστή. Έτοιμες πιθανότατα για το επόμενο ματσάκι των Maiden σε μια νέα χώρα.

Η πρώτη συναυλία των Maiden στην Αργεντινή

Το βρετανικό συγκρότημα έχει επισκεφτεί κι άλλες φορές από τότε το Μπουένος Άιρες και μάλιστα ακόμα ένα γεγονός έμεινε γνωστό. Όταν το 2001 στη γήπεδο της Βέλεζ ξεκίνησαν να παίζουν το «The Trooper» ένα από τα καλύτερά τους τραγούδια που έχει να κάνει με τον πόλεμο της Κριμαίας, ο Ντίκινσον άρχισε να κυματίζει τη σημαία της Μεγάλης Βρετανίας, κάτι που κάνει συχνά στις συναυλίες σε αυτό το τραγούδι. Μόνο που στην Αργεντινή των Φόκλαντς/Μαλβίνων αυτό θεωρήθηκε από μεγάλη μερίδα του κόσμου προκλητικό. Αρκετοί από τους θεατές άρχισαν να σφυρίζουν, κάποιοι να τραγουδούν «όποιος δεν χοροπηδάει είναι Άγγλος» και φυσικά τα «Αρχεντίνα, Αρχεντίνα» και το μεγάλο σουξέ «Ολέ, ολέ, ολέ, Ντιέγκο, Ντιέγκο» καθώς αν είσαι Αργεντινός η νίκη το 1986 θεωρείται κάτι σαν πολεμικός θρίαμβος. Κάτι παρεμφερές έγινε και το 2008 όταν έπαιξαν και πάλι στο γήπεδο της Φέρο, με κάποιους θεατές να… πετάνε παπούτσια στον Ντίκινσον (αντιδράσεις λέγεται ότι υπήρξαν και από Ιρλανδούς σε μια συναυλία στο Δουβλίνο το 2003). Παρ’ όλα αυτά, το συγκρότημα συνεχίζει να είναι εξαιρετικά αγαπητό στην Αργεντινή και το θέμα δεν πήρε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η αγάπη των Maiden για την μπάλα είναι γνωστή και η τρέλα τους ίσως έφτασε στο αποκορύφωμά της σε μια συναυλία στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης όταν υπήρξαν προβλήματα με το ηλεκτρικό ρεύμα. Το αποτέλεσμα ήταν η συναυλία να διακοπεί για λίγη ώρα. Οι Maiden αντί να πάνε στα… αποδυτήρια, αποφάσισαν να συνεχίσουν να διασκεδάζουν τον κόσμο. Αυτή τη φορά όχι με riffs ή τον Έντι, αλλά βγάζοντας μια μπάλα και παίζοντας πάνω στη σκηνή για αρκετή ώρα.

Στη Σικελία το ζούμε έντονα

  [Καθόλου σχόλια]

Τα οικογενειακά τραπέζια είναι λίγο βαρετά συνήθως. Εκτός βέβαια αν παίρνουν φωτιά από διαφωνίες και η καημένη η μαμά με ένα ταψί γεμιστά προσπαθεί αφενός να βρει χώρο να το αφήσει γιατί καίγεται και αφετέρου να κρατήσει τους άντρες (συνήθως) να μην σκοτωθούν μεταξύ τους. Διαφωνίες που μπορεί να είναι από πολιτικές μέχρι ποδοσφαιρικές. Για όσους δεν θυμούνται, η ιστορία των αδερφών Μιλίτο που έπαιζαν στο μεγάλο ντέρμπι μεταξύ Ράσινγκ και Ιντεπεντιέντε ήταν μια τέτοια. Στην Ιταλία όμως, υπήρξε μία ακόμα χειρότερη ιστορία, με πρωταγωνιστές τα αδέρφια Τεντέσκο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Παλέρμο της Σικελίας. Κι οι τρεις τους έγιναν ποδοσφαιριστές, αλλά στο σημερινό κείμενο θα ασχοληθούμε με τους δύο εξ αυτών. Τον Τζιοβάνι και τον κατά τέσσερα χρόνια μικρότερό του Τζιάκομο.

Οι αδερφοί Τεντέσκο δεν ήταν τρομεροί παίκτες. Ήταν κι δύο χαφ εργάτες που έκαναν συμπαθητικές καριέρες σε μικρές κατά κύριο λόγο ομάδες. Ο μεγαλύτερος Τζιοβάνι δεν έγινε δεκτός ως πιτσιρικάς στην τοπική Παλέρμο κι έτσι αναζήτησε αλλού μια καριέρα, αλλά ο Τζιάκομο έπαιξε στην αγαπημένη ομάδα της πόλης του. Κάτι που για τους άκρως τοπικιστές Σικελούς είναι μεγάλη τιμή. Η μοίρα τούς έφερε συμπαίκτες στη Σαλερνιτάνα τη σεζόν 1997-98 και μάλιστα σε μια χρονιά που η ομάδα της Καμπανίας κέρδισε την άνοδό της στην Α’ εθνική, μια σημαντική επιτυχία για τα αδέρφια.

Μία τυχαία εικόνα από τη Σικελία για να ανοίξει το μάτι μας

Χρόνια αργότερα, το 2006, ο Τζιοβάνι κατάφερε και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα, αφού αγωνίστηκε στην ομάδα της καρδιάς του, την Παλέρμο, για πρώτη φορά. Ο Τζιάκομο αντίθετα το 2007 επέστρεψε μεν στη Σικελία, αυτή τη φορά όμως στην ανατολική της πλευρά, 200 χιλιόμετρα πιο μακριά από τη γενέτειρά του, στην Κατάνια. Την ομάδα που είναι η ιστορική αντίπαλος της Παλέρμο και οι δύο μεγάλοι εχθροί της Σικελίας. Σε μια εποχή μάλιστα που το νησί κι ολόκληρη η Ιταλία είχαν σοκαριστεί από τα επεισόδια μετά από ένα ντέρμπι της Σικελίας που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός αστυνομικού. Έτσι λοιπόν, το ντέρμπι του νησιού απέκτησε δύο αδέρφια αντιπάλους. Κανείς όμως δεν είχε καταλάβει πόσο η μεταγραφή του μικρού στην Κατάνια είχε επηρεάσει την οικογενειακή γαλήνη στο σπίτι των Τεντέσκο.

Το γκολ του Μίκολι που έκρινε το ντέρμπι στο τέλος της σεζόν 2007-08

Πριν λοιπόν το παιχνίδι των δύο ομάδων τον Οκτώβριο του 2008, ο μεγάλος αδερφός έκανε κάποιες δηλώσεις σε καλό κλίμα, λέγοντας ότι οι δυο παίκτες που θα ήθελε στην Παλέρμο από τον μεγάλο αντίπαλο ήταν ο Αργεντινός Πάμπλο Λεντέσμα και φυσικά ο αδερφός του, ο Τζιάκομο. Ο δημοσιογράφος που πήρε τις δηλώσεις, σίγουρα θα σκέφτηκε ότι είχε βρει ένα ωραίο θέμα και έψαχνε κάποιον κλισεδιάρικο τίτλο του στιλ: «Για 90 λεπτά αντίπαλοι, αλλά αγαπημένα αδέρφια για μια ζωή». Μόνο που η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική κι αυτή η συνέντευξη η αφορμή για να μάθουμε ότι στα οικογενειακά τραπέζια η μαμά δεν είχε και τους τρεις γιους της μαζί. Όταν ο Τζιάκομο διάβασε τις δηλώσεις του αδερφού του εξερράγη και χαρακτήρισε τον Τζιοβάνι ως «υποκριτή».

«Εγώ κι ο αδερφός μου δεν τα πάμε καλά. Για να είμαι ειλικρινής, έχουμε πολύ καιρό να δούμε ο ένας τον άλλον και δεν μιλάμε μεταξύ μας. Είναι καλό που είπε αυτά τα πράγματα, αλλά από τον Τζιοβάνι θα περίμενα να ακούσω κάτι άλλο. Θα ήθελα να αναφέρω και άλλες λεπτομέρειες, αλλά δεν θα το κάνω. Ίσως αργότερα, να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα γιατί αφορούν όλη την οικογένεια και με πληγώνουν. Εγώ ως ο μικρότερος προσπάθησα να τα βρω μαζί του, να λύσω τις παρεξηγήσεις, αλλά οι προσπάθειές μου απέτυχαν. Πέρσι δεν συμπεριφέρθηκε σωστά. Ούτε πριν από τον αγώνα, όταν είπε ότι αν κέρδιζαν θα έβαφε το αυτοκίνητό του στα χρώματα της Παλέρμο και θα έκανε βόλτες όλη την εβδομάδα. Ούτε και στο ματς, να πανηγυρίζει έτσι, ενώ ήξερε ότι με αυτή τη νίκη τους μπορεί να υποβιβαζόταν ο αδερφός του. Mε γέμισε με πικρία. Εγώ αν κινδύνευε η Παλέρμο και έπαιζα στην Κατάνια, θα έκανα τα πάντα για να σωθεί μια ομάδα της Σικελίας. Δεν πρόδωσα την προέλευσή μου. Έπαιξα εκεί από πιτσιρίκι, αλλά δεν συνέχισα όπως κι άλλοι. Έπρεπε να βρω κάποια ομάδα να παίξω, για να ζήσω».

Ξεπερνώντας την απίθανη και 100% ιταλική παραδοχή ότι θα στηνόταν για να μην πέσει η Παλέρμο (η Κατάνια αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση μετά από αυτές τις δηλώσεις), τα λόγια του Τζιάκομο αποκάλυψαν ότι η μεταγραφή του στην Κατάνια είχε κάνει τα δύο αδέρφια να μην μιλιούνται. Ο Τζιοβάνι είχε ενοχληθεί πάρα πολύ και θεώρησε προδοσία την μεταγραφή του αδερφού του στον εχθρό, λέγοντας ότι αυτός δεν θα το έκανε ποτέ, ενώ σε κάθε ευκαιρία συμπεριφερόταν σαν οπαδός,. Έτσι λοιπόν, όταν την προηγούμενη σεζόν η Παλέρμο με γκολ του Μίκολι κέρδισε 1-0 την Κατάνια λίγες αγωνιστικές πριν το τέλος, πανηγύρισε έξαλλα και προκλητικά, «σαν να κέρδισε το Τσάμπιονς Λιγκ» το περιγράφει ο Τζιάκομο. Η Κατάνια τελικά σώθηκε για έναν βαθμό. Ο Τζιάκομο αναγκάστηκε στη συνέχεια να ανασκευάσει ως προς το «στήσιμο», λέγοντας ότι οι δηλώσεις του ήταν προϊόν πικρίας και της απογοήτευσης που του είχε προκαλέσει ο μεγάλος αδερφός που… «έδειξε μίσος προς εμένα, έναν άνθρωπο που μας ενώνουν δεσμοί αίματος». Μια ιστορία που θα μπορούσε να γυριστεί ως η ιταλική έκδοση του Bloodline στο Netflix.

Η Κατάνια κέρδισε τελικά εκείνο το ματς με 2-0, ο μικρός πήρε την εκδίκησή του και στο τέλος της σεζόν η ομάδα σώθηκε, όπως κι η Παλέρμο. Ο Τζιοβάνι συνέχισε και έκλεισε την καριέρα του στην Παλέρμο το 2010 ως μορφή του συλλόγου (αναλαμβάνοντας μάλιστα και προπονητής στη γνωστή ηλεκτρική καρέκλα της Παλέρμο), ενώ ο Τζιάκομο πήγε σε Μπολόνια και Ρετζίνα και σταμάτησε την μπάλα τέσσερα χρόνια αργότερα. Ελπίζουμε τουλάχιστον, τόσα χρόνια μετά, να τα έχουν βρει και να θυμούνται τα παλιά.

Ο «βοσκός» της Νίκαιας

  [4 Σχόλια]

Κάθε ομάδα έχει διάφορα είδη οπαδών. Από τους οργανωμένους μέχρι τους πιο «χομπίστες», από τα αρρωστάκια μέχρι τους πιο χαλαρούς. Και σίγουρα έχει και κάποιες μορφές που γεμίζουν με χρώμα το γήπεδο με τα όσα κάνουν. Για αρκετό καιρό στο ΟΑΚΑ καθόταν σχετικά κοντά μου ο «παιχταράααααδες», ένας συμπαθέστατος κύριος που μπορεί το ματς να ήταν κάποιο αδιάφορο μεσημεριανό ΑΕΚ-Ακράτητος με τον ήλιο απέναντι να σε κάνει να σιχτιρίζεις που δεν είχες πάει για καφέ κι ήσουν ανάμεσα σε άλλους εξίσου γραφικούς για να δείτε ένα ματς με τους στόχους της χρονιάς λίγο-πολύ να έχουν κριθεί, αλλά γι’ αυτόν ήταν σαν τελικός. Ο «παιχταράδες» ήταν πάντα εκεί με το ίδιο πάθος και την ίδια αγωνία να υποδεχτεί τους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας, βγάζοντας τα πνευμόνια του με την κραυγή «παιχταράδες», ενώ παράλληλα κράδαινε μία ροκάνα (εδώ περισσότερες πληροφορίες για όσους δεν ξέρουν) που στριφογύριζε σαν φλάμπουρο και ακουγόταν σε αρκετές θύρες. Ο «παιχταράδες» είναι ένα είδος ανθρώπου, ένας τέτοιος χαρακτηριστικός οπαδός, που όλοι έχουμε ζήσει στο γήπεδο. Αυτός που θα βρίσκεται πάντα εκεί, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα ή την πορεία της ομάδας, γιατί κάθε ματς είναι το ίδιο σπουδαίο γι’ αυτόν.

Σήμερα, θα ταξιδέψουμε αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το Μαρούσι και θα συναντήσουμε μια τεράστια μορφή των γαλλικών γηπέδων. Η Νίκαια είναι ένα κλασικό γαλλικό θέρετρο, πιο διάσημη για τις ομορφιές της, παρά για το ποδόσφαιρό της. Κι όμως, η Νις δεν είναι αμελητέα ποσότητα. Έχει κερδίσει 4 πρωταθλήματα Γαλλίας (όλα στη δεκαετία του 1950) και 3 κύπελλα στα πάνω από 100 χρόνια ιστορίας της. Κι όπως όλοι οι σύλλογοι, έχει κι αυτή τους φανατικούς της οπαδούς. Ανάμεσά τους κι ο… «Βοσκός», ο «λευκός λύκος» ή κατά κόσμον Πολ Καπιετό. Ο Βοσκός είναι η ατραξιόν του γηπέδου. Για πολλά χρόνια στο Σταντ Μουνισιπάλ ντου Ρε (το ιστορικό γήπεδο του συλλόγου) και πλέον στο νέο γήπεδο Σταντ ντε Νις. Μία απίστευτη μορφή, κομματάκι (το πόσο κομματάκι θα το κρίνετε εσείς) σαλεμένος που λατρεύει της Νις και δεν χάνει ματς, όσο μακριά κι αν παίζει η ομάδα του.

Ο Καπιετό δεν ζει μέσα στην πόλη της Νίκαιας. Ζει στο Σεν Μαρτάν Βεζουμπί (συγχωρέστε τη γαλλική μου προφορά) ένα πανέμορφο χωριουδάκι πάνω στις Άλπεις στο οποίο μένουν λιγότεροι από 1.500 κάτοικοι. Ο Βοσκός ντύνεται στα κατακόκκινα, παίρνει το ποδήλατό του και κατεβαίνει σιγά σιγά μέχρι τη Νίκαια για να δει τα ματς της ομάδας του. Μιλάμε για μια διαδρομή πάνω από 60 χιλιόμετρα, ενώ συχνά χρησιμοποιεί και τα σκι του (!!) για να ταξιδέψει. Ο Καπιετό είναι διάσημος και στη διαδρομή των αναγνωρίζουν όλοι και τον χαιρετούν. Η γραφικότητα δεν σταματάει εκεί φυσικά. Για χρόνια, ο Καπιετό δεν έμπαινε μέσα στο γήπεδο, αλλά παρακολουθούσε τα ματς της Νις από ένα… δέντρο. Και όχι, δεν μιλάμε για καμιά ελίτσα. Μιλάμε για κανονικό σκαρφάλωμα που σε πιάνει ίλιγγος:

Ο Καπιετό δεν ήταν πάντα τρελούλης. Είχε κανονική δουλειά, ήταν δάσκαλος του σκι και μάλιστα ένας από τους μαθητές του ήταν κι ο Ούγκο Λιορίς, ο σημερινός τερματοφύλακας της Τότεναμ, γέννημα-θρέμμα της Νίκαιας. Λέγεται ότι κάποια προσωπική τραγωδία, ένα ατύχημα τον έκανε να αλλάξει. Παρ’ όλα αυτά, θεωρείται εμβληματικός οπαδός του συλλόγου. Η διοίκηση πλέον τον προσκαλεί να βλέπει τα ματς από τις εξέδρες (για να μην σκαρφαλώσει πουθενά και γκρεμοτσακιστεί) και το 2016 τιμήθηκε από τη Νις ανήμερα των 70ων του γενεθλίων. Ένα χρόνο αργότερα, του έκαναν δώρο τη φανέλα της Νις που γράφει «Ο Βοσκός». Ο κόσμος φυσικά τον λατρεύει. Είναι η μασκότ του συλλόγου, ακόμα κι όταν κάνει διάφορες υπερβολικές γραφικότητες, σαν αυτές που περιγράφει το France Football. Όπως για παράδειγμα όταν έγινε μια γιορτή για την κατάκτηση της 4ης θέσης από τη Νις και μπροστά σε διάφορους επίσημους καλεσμένους, όπως ο δήμαρχος της πόλης, έκανε στριπτίζ για να μείνει με τα απολύτως απαραίτητα (τα δύο σκι που φορούσε δηλαδή).

Στη Μασσαλία, έξω από το Βελοντρόμ με τα… σκι του.
Τι πιο φυσιολογικό.

Ο Βοσκός ζει σαν ερημίτης, χωρίς νερό, ρεύμα και τηλέφωνο. Διάφοροι οπαδοί της Νις τον φιλοξενούν κατά καιρούς (για να μην επιστρέφει βράδυ στο βουνό), ενώ στα εκτός έδρας παιχνίδια εκτός από σκι και ποδήλατο χρησιμοποιεί το τρένο, το οποίο και δεν έχει χρήματα να πληρώσει. Τα πρόστιμα που έχει συλλέξει είναι πολλά. Αλλά η τρέλα για τη Νις μεγάλη. Κάποια φορά τον είχαν πετύχει έξω από το Παρκ ντε Πρενς στο Παρίσι φορώντας τα σκι του πριν από αγώνα με την ΠΣΖ. Στην ερώτηση πού διάολο μένει, η απάντηση ήταν «σε ένα αναρχικό βιβλιοπωλείο». Πάντα θα βρει μια άκρη για να δει από κοντά την αγαπημένη του ομάδα.

Ο κόσμος της Νίκαιας περιμένει να υποδεχτεί τον παγκόσμιο πρωταθλητή Λιορίς.
Ο βοσκός τούς μαθαίνει τον ύμνο της πόλης.

Τον βοσκό τον έμαθα πριν λίγο καιρό, πετυχαίνοντας μια είδηση από την πιο πρόσφατη περιπέτειά του. Η αστυνομία είχε απαγορεύσει την παρουσία οπαδών της Νις στη Μασσαλία στο πρόσφατο Μαρσέιγ-Νις για λόγους ασφαλείας. Αλλά ποιος να το πει αυτό στον κύριο Καπιετό. Ντύθηκε στα κόκκινα, πήρε τη λευκή μαλλούρα του και τα μούσια του και κατευθύνθηκε προς το Βελοντρόμ, όπως πολλές φορές στο παρελθόν. Οι Γάλλοι αστυνομικοί δεν συγκινήθηκαν ιδιαίτερα, έδειξαν ότι δεν έχουν καρδιά και μπουζούριασαν τον 73χρονο πλέον βοσκό, βάζοντάς τον μάλιστα στην ψυχιατρική πτέρυγα μιας κλινικής. Ο κόσμος ξεσηκώθηκε όταν ο δημοσιογράφος του Canal+ Λοράν Παγκανελί αποκάλυψε την είδηση. Ο δημοσιογράφος έχει πολύ καλή σχέση με τον Καπιετό και πάντα τον συναντά έξω από το γήπεδο. «Όταν δεν τον είδα πουθενά ανησύχησα», έγραψε ο Λοράν που πάντα τον προσκαλεί να φάει μαζί με τους συναδέλφους του καναλιού και φροντίζει να του βρίσκει και εισιτήρια στα εκτός έδρας.

Τελικά, η περιπέτεια του βοσκού μετά κι από τα μηνύματα συμπαράστασης στα social media είχε αίσιο τέλος, αφού αφέθηκε την επόμενη μέρα και είχε πλέον χρόνο να κανονίσει την επόμενη εκδρομή του για έναν αγώνα της Νις. Πάντα μέσα στα κόκκινα, με ποδήλατο, σκι πάνω στην άσφαλτο, τρένο ή τέλος πάντων όποιον άλλον τρόπο ανακαλύψει. Ένας τύπος που ζει για την ομάδα του, ένας άκακος, ωραίος τρελός που δίνει χρώμα σε ένα ποδόσφαιρο που γίνεται όλο και περισσότερο σοβαροφανές. Κι αν αναρωτιέστε πώς γιόρτασε την απελευθέρωσή του, μα φυσικά με τον δικό του τρόπο. Με τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά τη Νις, την ποδηλασία. Πήρε το ποδηλατάκι του και πήγε στο πέρασμα Τουρίνι, μια διαδρομή στα 1600 μέτρα πάνω στις Άλπεις που φέτος ήταν και μέρος του ποδηλατικού αγώνα Νίκαια-Παρίσι. Ο βοσκός έκανε το σόου του και τις κωλοτούμπες του μπροστά στους θεατές και πήρε κι αυτός μέρος στην ανάβαση μαζί με τους ποδηλάτες, όπως φαίνεται και στα πλάνα του γαλλικού Eurosport:

Ένα όχι και τόσο βαρετό 0-0

  [Καθόλου σχόλια]

Η Βενεζουέλα εδώ και καιρό ζει δύσκολες στιγμές, με τη χώρα να βρίσκεται εν μέσω πολιτικής αναταραχής, αλλά και μίας ανθρωπιστικής κρίσης με πολλούς πολίτες να υποφέρουν. Τις τελευταίες μέρες ένα μεγάλο μέρος της χώρας έμεινε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα με τις συνθήκες σε αρκετές περιοχές να είναι τραγικές. Ανάμεσα σε όλους τους τομείς, ένας από αυτούς που αντιμετώπισε προβλήματα ήταν κι ο αθλητισμός. Πολύ μικρότερη η σημασία του φυσικά από τα βασικά προβλήματα επιβίωσης, αλλά και πολύ μεγαλύτερη για την προς τα έξω εικόνα. Τον Ιανουάριο, που η χώρα μαστιζόταν από αναταραχές και πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ήταν προγραμματισμένος ο τελικός μπέιζμπολ μεταξύ των Λεόνες και των Καρντενάλες. Αρκετοί από τους αθλητές ήθελαν την ακύρωση του αγώνα, καθώς πίστευαν ότι να γίνει ένα τέτοιο αθλητικό γεγονός την ώρα που η χώρα ζούσε διαδηλώσεις και αναταραχές με κόσμο να σκοτώνεται ήταν εντελώς άστοχο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε τελικά, καθώς ο ίδιος ο πρόεδρος Μαδούρο πίεσε καταστάσεις και όπως λέγεται, αρκετοί παίκτες απειλήθηκαν ότι θα υπήρχαν συνέπειες αν δεν κατέβαιναν να αγωνιστούν. Ο Μαδούρο δήλωσε ότι ήταν ένα σχέδιο «από τους ιμπεριαλιστές ώστε να σαμποταριστεί ο αγώνας».

Μάιος του 2017, οι ποδοσφαιριστές κρατούν ενός λεπτού σιγή παρά την απαγόρευση

Με το πρόβλημα της ηλεκτροδότησης να είναι έντονο αυτές τις ημέρες, υπήρχαν σοβαρά ζητήματα στην διεξαγωγή του ήδη υπερβολικά ταλαιπωρημένου ποδοσφαίρου της χώρας. Η Π.Ο. της Βενεζουέλας που πρόσκειται στο καθεστώς Μαδούρο δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να φανεί ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Είναι η ίδια Ομοσπονδία που το 2017 αρνήθηκε να κρατηθεί ενός λεπτού σιγή για τους νεκρούς των φοιτητικών διαδηλώσεων. Οι παίκτες των Ντεπορτίβο Λάρα και Ντεπορτίβο Ανσοάτεγκι όμως τότε, και παρά την απαγόρευση, σταμάτησαν να παίζουν με το σφύριγμα της σέντρας. Έμειναν ακίνητοι και κράτησαν μόνοι τους το ένα λεπτό. Ο σπίκερ της τηλεόρασης σε φανερά δύσκολη θέση σκέφτηκε να περιγράψει τι γίνεται, αλλά έκοψε την πρόταση στη μέση και στη συνέχεια άρχισε να λέει πληροφορίες για τον αγώνα την ώρα που στο υπόλοιπο γήπεδο επικρατούσε ησυχία.

Η εικόνα στα αποδυτήρια του Εστάδιο Χοσέ Πατσέντσο Ρομέρο

Δύο χρόνια αργότερα, η Π.Ο. της χώρας αποφάσισε ότι δεν υπήρχαν προβλήματα για να γίνουν οι αγώνες. Το Μαρακαΐμπο, στα βορειοδυτικά της χώρας ήταν μια πόλη που ταλαιπωρήθηκε αρκετά, αφού έμεινε για τρεις συνεχόμενες ημέρες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Παρά τις εκκλήσεις της τοπικής ομάδας Σούλια ο αγώνας δεν αναβλήθηκε. Η φιλοξενούμενη Καράκας έφτασε μετά από τεράστια ταλαιπωρία και αναμονή πέντε ωρών στο αεροδρόμιο. Φυσικά, στο ξενοδοχείο δεν υπήρχε κλιματισμός (οι θερμοκρασίες στο Μαρακαΐμπο αυτές τις μέρες κυμαίνονται από 25 μέχρι 35 βαθμούς Κελσίου περίπου), ενώ οι παίκτες ήταν σχεδόν νηστικοί λόγω της γενικότερης έλλειψης τροφίμων. Ο αρχηγός των γηπεδούχων Εβέλιο Ερνάντες ρώτησε στο Τουίτερ αν η Π.Ο. πίστευε ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες να γίνει ο αγώνας, αλλά οι αρμόδιοι δεν συγκινήθηκαν. Η εικόνα στα αποδυτήρια ήταν τραγική, αφού δεν υπήρχε ούτε φως, ούτε νερό για τους παίκτες και φυσικά κανένας κλιματισμός.

Η Ομοσπονδία όμως δεν άλλαξε την απόφασή της κι οι παίκτες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους, καθώς δεν μπορούν να αγωνιστούν υπό αυτές τις συνθήκες. Ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη και αυτοί έμειναν έτσι ακίνητοι, χωρίς να κυνηγούν την μπάλα. Άρχισαν να στήνουν πηγαδάκια μεταξύ τους και να μιλάνε, χωρίς καμία πρόθεση να βάλουν γκολ. Στο ημίχρονο δεν πήγαν στα αποδυτήρια, τι να κάνουν άλλωστε εκεί στο σκοτάδι και τη ζέστη, και παρέμειναν στον αγωνιστικό χώρο. Παρά τις πιέσεις που δέχτηκαν ώστε να συνεχίσουν κανονικά στο 2ο ημίχρονο, οι ποδοσφαιριστές συνέχισαν τη διαμαρτυρία τους με τον διαιτητή να αναγκάζεται να «λήξει» το ματς. Ο Εβέλιο Ερνάντες ζήτησε συγγνώμη από τον κόσμο στο Twitter, αναγνωρίζοντας την προσπάθεια που κατέβαλαν όσοι πήγαν στο γήπεδο για να φτάσουν εκεί, αλλά τους επισήμανε ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν γίνεται να παιχτεί ποδόσφαιρο. Ο κόσμος, αν κρίνουμε μάλλον από το χειροκρότημα, δεν φάνηκε να διαφωνεί με τους αθλητές που αναγκάστηκαν να παίξουν ένα τέτοιο παιχνίδι. Η Σούλια χθες (κι ενώ το Μαρακαΐμπο κλείνει 90 ώρες χωρίς ηλεκτρισμό) έβγαλε ανακοίνωση ότι δεν θα κατέβει στα επόμενα παιχνίδια μέχρι να δημιουργηθούν ξανά οι κατάλληλες συνθήκες για τους εργαζομένους της, αλλά και το φίλαθλο κοινό, ώστε να μπορεί να διεξαχθεί κανονικά ένας ποδοσφαιρικός αγώνας.

15 λεπτά διασημότητας και μια ζωή τρόμου

  [1 Σχόλιο]

Κάποτε, περίπου 100 χρόνια πριν, ένας από τους σημαντικότερους προέδρους των ΗΠΑ, ο Θίοντορ Ρούσβελτ είπε: «Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε κάποιος που να έζησε μια ζωή γεμάτη ευκολία και να άφησε όνομα άξιο να το μνημονεύουμε». Ο μικρός Μουρτάζα Αχμάντι πιθανότατα δεν ξέρει τη ρήση, αλλά μνημονεύτηκε αρκετά πριν περίπου τρία χρόνια κι αυτό του έκανε τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη. Το όνομά του μάλλον δεν σας λέει πολλά, αλλά είναι αρκετά πιθανό να έχετε δει τη φωτογραφία του που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2016.

Σε εκείνη τη φωτογραφία, ο μικρός Μουρτάζα φορούσε μια πλαστική σακούλα με μπλε ρίγες στην οποία ήταν γραμμένο το όνομα του Λιονέλ Μέσι, του αγαπημένου παίκτη του πιτσιρικά. Το χαμόγελό του κι η χαρά του συγκίνησαν χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η φωτογραφία έγινε viral και το παιδί βρέθηκε ότι ζει στην επαρχία Γκάζνι του Αφγανιστάν. Ο 5χρονος ήθελε πάρα πολύ μία φανέλα του Μέσι, αλλά η οικογένειά του ήταν εξαιρετικά φτωχή. Όταν ξέσπασε σε κλάματα, ο αδερφός του αναγκάστηκε να του φτιάξει αυτή την… ιδιοκατασκευή που από τις φωτογραφίες φάνηκε ότι ικανοποίησε πολύ τον μικρό.

Όταν ο Μουρτάζα εντοπίστηκε κάπου σε ένα χωριό του Αφγανιστάν, το μόνο που δήλωσε ήταν ότι ήθελε να γνωρίσει το είδωλό του. Με τη βοήθεια της UNICEF ο Λιονέλ Μέσι έστειλε δυο φανέλες του με αφιέρωση, μια της Μπαρσελόνα και μία της εθνικής Αργεντινής (σαν αυτή που ο Μουρτάζα φορούσε). Το όνειρο όμως δεν είχε τελειώσει. Οι διοργανωτές του Μουντιάλ του 2022 στο Κατάρ, προσπαθώντας να φτιάξουν την άθλια εικόνα της χώρας προς τα έξω, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν τη μεγάλη συνάντηση. Με την ευκαιρία ενός φιλικού της Μπάρσα με την Αλ Αχλί, ο Μουρτάζα ταξίδεψε στην Ντόχα και όχι απλά γνώρισε τον ήρωά του, αλλά συνόδεψε την ομάδα και μάλιστα πόζαρε μαζί της πριν την έναρξη του αγώνα:

Σε έναν ιδανικά πλασμένο κόσμο, η ιστορία θα τελείωνε κάπως έτσι. Στον δικό μας κόσμο και πλανήτη, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ωραία. Παρά το γεγονός ότι είχε λάβει υποσχέσεις για πολιτικό άσυλο, η οικογένεια εγκλωβίστηκε κάπου στο Πακιστάν όταν δοκίμασε να εγκαταλείψει τη χώρα κι αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Τα πράγματα όμως είχαν χειροτερέψει πίσω στην πατρίδα τους. Οι Ταλιμπάν το καλοκαίρι που μας πέρασε έστρεψαν τα βλέμματά τους στην περιοχή Γκάζνι και την ομώνυμή πόλη. Η μάχη που έγινε τον Αύγουστο άφησε πίσω πολλούς νεκρούς, αλλά τελικά οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακατέλαβαν την πόλη. Αυτό όμως δεν απέτρεψε τους Ταλιμπάν να κάνουν διάφορες επιχειρήσεις στις γύρω περιοχές, ανάμεσά τους και στα μέρη της οικογένειας Αχμάντι.

Ως γνωστόν οι Ταλιμπάν μισούν το ποδόσφαιρο, καθώς από όλους τους φανατικούς θεωρείται ως θανάσιμο αμάρτημα. Η διασημότητα που απέκτησε ο Μουρτάζα τον έκανε αμέσως στόχο τους κι η οικογένειά του ζούσε συνεχώς με το φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί, μια που εκτός των άλλων ανήκουν και σε μια εθνική ομάδα Σιιτών που κυνηγούν οι Ταλιμπάν. Η μητέρα του είπε ότι συχνά έβλεπαν αγνώστους να τριγυρίζουν κοντά στο σπίτι τους. Και μετά, υπήρχαν και τα απειλητικά τηλεφωνήματα. Αυτά όχι από τους Ταλιμπάν, αλλά από τοπικούς εγκληματίες που θεωρούσαν ότι η οικογένεια είχε πάρει χρήματα από τον Μέσι. «Δεχόμασταν απειλές συνέχεια, πίστευαν ότι ο Μέσι μας είχε δώσει λεφτά», δήλωσε η κυρία Σακίφα. Ο Μουρτάζα που εξαιτίας του φόβου των Ταλιμπάν είχε ήδη σταματήσει να παίζει μπάλα έξω από το σπίτι φορώντας τις αγαπημένες του φανέλες, σταμάτησε να πηγαίνει και στο σχολείο. Με τη δραστηριότητα των Ταλιμπάν να γίνεται εντονότερη, ο κλοιός έσφιγγε. Κάποιοι συγγενείς της οικογένειας σκοτώθηκαν σε ενέδρες ή μετά από εφόδους σε σπίτια. Τον Δεκέμβριο, ένας ρεπόρτερ του France Presse ανακάλυψε τον πιτσιρικά (πλέον 7 ετών). Είχε διαφύγει στην Καμπούλ. Ένα βράδυ ο πατέρας του Αρίφ πήρε την οικογένεια και τη φυγάδευσε στη γειτονική πόλη Μπαμιάν. Ο ίδιος επέστρεψε πίσω, ενώ ο Μουρτάζα τελικά κατέληξε με τη μητέρα του στην πρωτεύουσα.

«Έχω να τον δω από εκείνο το βράδυ» λέει ο Μουρτάζα. Επικοινωνούν στο τηλέφωνο κι έτσι κρατούν επαφή. Ο μικρός δεν βγαίνει από το νέο σπίτι (ένα άδειο δωμάτιο επί της ουσίας με μια σόμπα), η μητέρα του φοβάται πολύ. Δικαιολογημένα ή όχι κανείς δεν ξέρει, αλλά λίγο ο μύθος των χρημάτων, λίγο η… προδοσία του μικρού απέναντι στη θρησκεία καθώς αγαπά το διαβολικό ποδόσφαιρο των δυτικών και λίγο η φήμη και τελικά μια δύσκολη ζωή μετατράπηκε σε ακόμα δυσκολότερη. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο να γνωρίζεις πόσο πραγματικός είναι ο κίνδυνος για την οικογένεια, αλλά το παρελθόν στο Αφγανιστάν δεν σε κάνει αισιόδοξο. Ο πιτσιρικάς κι η μητέρα του κάνουν έκκληση ώστε να φύγουν από τη χώρα για να γλιτώσουν. Ακόμα κι αν υπερβάλουν για τον βαθμό του κινδύνου για να πιέσουν καταστάσεις, ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; «Παίζω μόνο στην αυλή του σπιτιού εδώ με μερικούς φίλους, δεν βγαίνω ποτέ έξω» λέει ο Μουρτάζα μιλώντας στην κάμερα του CNN και φορώντας την αγαπημένη του φανέλα. Αυτή της εθνικής Αργεντινής με το νούμερο 10 και το όνομα του Λίο πίσω.

Πηγές: El Pais, CNN

Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι: Η «μικρή πάπια» του Μπιλμπάο

  [4 Σχόλια]

Το Μπιλμπάο είναι μια πόλη που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Εκτός της τεράστιας ιστορίας της Αθλέτικ και αυτών που πρεσβεύει για τη Χώρα των Βάσκων, όντας η τελευταία σύγχρονη -και επαγγελματική- ομάδα που στέκεται πιστή στις αξίες της -και αντιστέκεται- γεμίζοντας περηφάνια τους οπαδούς της, ο κόσμος της περιοχής λατρεύει το άθλημα ως αυτό που είναι πραγματικά. Ένα υπέροχο και πανέμορφο σπορ που βγάζει στον καθένα που το ζει, είτε ως παίκτης και προπονητής είτε ως φίλαθλος και ορκισμένος οπαδός, πολλά συναισθήματα. Ευχάριστα και δυσάρεστα. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι μια μικρογραφία της ζωής, και ως τέτοιο, περικλείει τα πάντα. Όλα αυτά τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει κάποιος μέσα σε ένα 24ώρο, μπορεί να τα βιώσει σε μόλις 90 λεπτά ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Ελπίζω να συμφωνούμε.

H αγάπη των Βάσκων για το ποδόσφαιρο, σύμφωνα πάντα με Ισπανούς δημοσιογράφους της εποχής, ξεκίνησε γύρω στο 1890, όταν Βρετανοί εργάτες στα διαλείμματα της εργασίας τους, έβγαζαν τις μπλούζες τους, χωρίζονταν σε ομάδες και έστηναν τα πρώτα «ντέρμπι» σε Βασκικό έδαφος. Φυσικά και οι ντόπιοι άρχισαν δειλά-δειλά να γίνονται θεατές αυτού του πρωτόγνωρου θεάματος, με αρκετούς, πιο τολμηρούς, να προσπαθούν -ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια- να πάρουν μέρος στο παιχνίδι. Η πρώτη μάλιστα καταγεγραμμένη ποδοσφαιρική αναμέτρηση, σε εφημερίδα της εποχής, είναι αυτή ανάμεσα σε μια ομάδα πλούσιων Βάσκων φοιτητών, που είχαν επιστρέψει απ’ το Κέιμπριζ, και σε μια ομάδα Βρετανών εργατών. Το παιχνίδι έλαβε χώρα στην περιοχή Λαμιάκο, του Μπιλμπάο, και οι «ξένοι» εργάτες επικράτησαν των φοιτητών με διαφορά 5 τερμάτων. Το ακριβές σκορ δεν το μάθαμε ποτέ, μιας και οι τοπικές φυλλάδες είχαν σταθεί «στην διαφορά των 5 γκολ» με αρκετούς ντόπιους, που είχαν την τύχη να ζήσουν αυτή την αναμέτρηση, να δηλώνουν πως αυτό έγινε επειδή οι ντόπιοι φοιτητές δεν είχαν σκοράρει κανένα τέρμα και οι εφημερίδες δεν ήθελαν να γράψουν αυτό το «ντροπιαστικό 5-0». Φυσικά και την αλήθεια δεν την μάθαμε ποτέ. Και ούτε πρόκειται.

Ήταν Μάιος του 1894 άλλωστε, και ουδείς περίμενε πως το ποδόσφαιρο θα εξελιχθεί σε αυτό που είναι στις μέρες μας, με την πλειοψηφία να μην το παίρνει και τόσο σοβαρά, πιστεύοντας μάλιστα πως θα καταλαγιάσει αυτή η εφήμερη «τρέλα». Εις μάτην, μιας και τέσσερα χρόνια αργότερα, μερικοί φοιτητές από αυτούς που είχαν πάρει μέρος σε εκείνη την αναμέτρηση, θα ιδρύσουν την Αθλέτικ Μπιλμπάο και θα χαρίσουν -άθελά τους- ένα νέο πάθος σε χιλιάδες Βάσκους της περιοχής. 16 χρόνια αργότερα, ένας κοντοπίθαρος, και αδύνατος νεαρός, θα φορέσει για πρώτη φορά την φανέλα της Αθλέτικ. Το όνομά του, Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι.

Ο Αρανθάρντι γεννήθηκε το 1892 στο Μπιλμπάο και είχε το προνόμιο να είναι ο γιος του δημάρχου της πόλης και ανεψιός του σπουδαίου Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, σπουδαίου ποιητή, συγγραφέα και φιλόσοφου της εποχής. Ο Αρανθάρντι βέβαια, από πολύ μικρός, δεν έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για το διάβασμα και προτιμούσε να περνά τον ελεύθερο χρόνο του στα μέρη που σύχναζαν και έπαιζαν ποδόσφαιρο οι Βρετανοί εργάτες της περιοχής. Πολύ γρήγορα μάλιστα, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο μαζί τους, προσπαθώντας να ξεπατικώσει τις περίτεχνες ενέργειές τους. Τότε ήταν που του κόλλησαν και το παρατσούκλι που τον ακολούθησε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο. Το ύψος του (που μετά βίας έφτανε το 1.50), σε συνδυασμό με το πολύ αδύνατο σώμα του, και την εξαιρετική του τεχνική, ήταν αυτά που έκαναν τους συμπαίκτες του να τον ονομάσουν «Πιτσίτσι» που σημαίνει «μικρή πάπια». Φέρτε στο μυαλό σας τον Ραχίμ Στέρλινγκ να τρέχει με τη φανέλα της Σίτι και ίσως είναι ακόμα πιο εύκολο να καταλάβετε το ποδοσφαιρικό στυλ του. Eγώ, κάπως έτσι τον φαντάζομαι να τρέχει, ζαλίζοντας τους αντιπάλους του.

Ο Πιτσίτσι, για την ιστορία, ήταν ο πρώτος σπουδαίος σούπερ σταρ, ολόκληρου του Ισπανικού ποδοσφαίρου, με εκατοντάδες ανθρώπους να τον ακολουθούν όπου κι αν έπαιζε ποδόσφαιρο. Με τον καιρό έγινε ακόμα πιο γνωστός, και αγαπητός, λόγω και της λευκής μπαντάνας που φορούσε στο κεφάλι, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο. Σύμφωνα με φίλους και συμπαίκτες, αυτή η κίνηση, ήταν ένα δείγμα σεβασμού ως προς αυτούς που του δίδαξαν το άθλημα που αγάπησε. Το ποδόσφαιρο. Πολλοί εργάτες της εποχής, άλλωστε, δούλευαν φορώντας μπαντάνες, στο κεφάλι, για να προστατεύουν -τι άλλο;- τα μαλλιά τους. Υπάρχει βέβαια ακόμα μία εκδοχή που λέει πως ο Πιτσίτσι την φορούσε επειδή έκανε πολλές κεφαλιές και έτσι προστάτευε -όσο αυτό ήταν δυνατό- το δικό του κεφάλι, μειώνοντας τον πόνο από τις σκληρές -και βαριές- μπάλες της εποχής. Το παράδοξο είναι πως αν και υπερβολικά κοντός είχε σκοράρει πολλά γκολ με φοβερές κεφαλιές.

Σε μια περίοδο που δεν υπήρχε πρωτάθλημα Ισπανίας (μιλάμε άλλωστε για την δεκαετία 1910-1920) ο Πιτσίτσι κατάφερε να γίνει ο κορυφαίος παίκτης, και σκόρερ της εποχής, μέσα απ’ το Κύπελλο Ισπανίας και τα διάφορα ανεπίσημα τουρνουά -και πρωταθλήματα- που έπαιρνε μέρος η Αθλέτικ Μπιλμπάο, φορτώνοντας τα δίχτυα των αντιπάλων με ένα σωρό τέρματα σπάνιας ομορφιάς και ζαλίζοντας τους αμυντικούς της εποχής με τις απίστευτες ντρίμπλες που έκανε. Την δεκαετία που έπαιξε ποδόσφαιρο κατάφερε να κερδίσει το Κύπελλο Ισπανίας 4 φορές (σε 6 συμμετοχές σε Τελικό). Ήταν μάλιστα ο πρώτος παίκτης που σκόραρε χατ-τρικ σε Τελικό Κόπα Ντελ Ρέι (το 1915) με μόλις 5 παίκτες να έχουν καταφέρει κάτι παρόμοιο από τότε. Σκόραρε -σχεδόν- τόσα γκολ όσες και οι συμμετοχές του, κατακτώντας μάλιστα και το ασημένιο μετάλλιο με την Ισπανία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920, σε μια διεθνή καριέρα που είχε κρατήσει δύο εβδομάδες, έχοντας 1 γκολ σε 5 συμμετοχές. Δύο χρόνια αργότερα, και ενώ έχει αποφασίσει στα 29 του να ακολουθήσει καριέρα διαιτητή, η ζωή του θα κοπεί απότομα όταν θα προσβληθεί από τύφο βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη την Ισπανία που είχε χάσει τον πρώτο της μεγάλο σούπερ σταρ από τον χώρο του ομαδικού αθλητισμού.

Στο Μπιλμπάο εννοείται πως υπάρχει δρόμος με το όνομά του και άγαλμα στο Σαν Μαμές, που λειτουργεί και ως τόπος «προσκυνήματος» για όλους τους «πιστούς ποδοσφαιρόφιλους» που επισκέπτονται το ιστορικό γήπεδο για να δουν ένα παιχνίδι της Αθλέτικ. Το 1953 η Ισπανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία θα δώσει το όνομά του -ως δείγμα υψίστης τιμής- στο βραβείο του πρώτου σκόρερ των δύο μεγάλων κατηγοριών αν και όλες οι παραπάνω τιμές δεν φτάνουν, με τίποτα, την επόμενη που θα διαβάσετε παρακάτω και που φυσικά δείχνει, με τον καλύτερο τρόπο, την επιρροή που είχε ο σπουδαίος παίκτης στις Τέχνες και τον Πολιτισμό μιας χώρας με σπουδαία κουλτούρα, αλλά και πόσο σημαντικός ήταν ο Πιτσίτσι για την εξέλιξη του ποδοσφαίρου της Ισπανίας. Ας δούμε όμως τι έγραψε ο  Φιλ Μπολ στο βιβλίο του «Morbo» για την φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου. Του έργου Τέχνης δηλαδή που απεικονίζει τον Πιτσίτσι και τον έρωτά του με φόντο πάντα το ποδόσφαιρο.

«Ο Πιτσίτσι είναι μια σπουδαία μορφή τόσο διάσημη, όσο ένας κορυφαίος ταυρομάχος. Ο θρήνος του ποιητή Φεντερικο Γκαρθία Λόρκα για τον Ιγνάθιο Σάντσεζ Μεχίας, που σκοτώθηκε τη δεκαετία του ’20 «Las Cinco de la tarde» (Στις 5 το απόγευμα), έκανε τεράστια αίσθηση και θεωρείται δικαίως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ποιήματα της Ισπανίας. Ό,τι είναι δηλαδή για τη συνεισφορά των σπορ στην Τέχνη ο πίνακας του Βάσκου καλλιτέχνη Αουρέλιο Αρτέτα με τίτλο «Πιτσίτσι», για τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή. Σε αυτό τον πίνακα ο Μορένο τεμπελιάζει, κάπως προκλητικά, και λίγο ανήσυχα, πάνω στον άσπρο φράχτη του παλιού εδάφους Γιολασέτα, με τον λαιμό του να γέρνει προς το (φωτεινό) αντικείμενο του πόθου του, τη μέλλουσα γυναίκα του. Η μακριά και λεπτή πλάτη της είναι απαλή και κυρτή με ιδιαίτερα αισθησιακό τρόπο και τα μάτια της αποκλίνουν διακριτικά απ’ τον καλλιτέχνη, σαν οι προθέσεις του διάσημου ποδοσφαιριστή να μη συμβαδίζουν με τους κανόνες συμπεριφοράς εκείνης της μακρινής εποχής, με το ραντεβού να μην έπρεπε να γίνει στο ημίχρονο. Πριν το Μουντιάλ του ΄98 ο Βάσκος μέσος της Αθλέτικ, Τζουλέν Γκερέρο (και αντικείμενο του πόθου για μεγάλη μερίδα του γυναικείου πληθυσμού της χώρας) φωτογραφήθηκε σε παρόμοια στάση με την κοπέλα του, με φόντο το μουσείο Γκουγκενχάιμ στη Νέα Υόρκη. Η αδεξιότητα του Γκερέρο έδωσε ακόμα μεγαλύτερη αξία στο αυθεντικό».

Κάτι σαν του όνομα του βραβείου για τον πρώτο σκόρερ. Όσα σπουδαία ονόματα κι αν το κατέκτησαν, δεν γίνεται να φτάσουν τον Πιτσίτσι -όχι για καθαρά ποδοσφαιρικούς λόγους- αλλά επειδή ο Πιτσίτσι ήταν ο πρώτος σούπερ σταρ ποδοσφαιριστής σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο ήταν όντως κάτι μοναδικό, αληθινό, και αμόλυντο σαν την νοοτροπία που -ευτυχώς- κουβαλά ακόμα μαζί της η Αθλέτικ Μπιλμπάο και παίκτες όπως ο Πιτσίτσι -και η ιστορία τους- θα μας τη θυμίζουν. Τον περασμένο Σεπτέμβρη μάλιστα ανέβηκε σε κεντρικό Θέατρο στο Μπιλμπάο μιούζικαλ με τη ζωή του σπουδαίου ποδοσφαιριστή, φέρνοντας τις νέες γενιές (ποδοσφαιρόφιλων και θεατρόφιλων) σε πρώτη επαφή με τη ζωή του. Έγραψα άλλωστε και πιο πάνω για την κληρονομιά που άφησε στον πολιτισμό της χώρας.

To κείμενο γράφτηκε (για ακόμη μία φορά) υπό τους ήχους του Gustavo Santaolalla.

Αν ο Ντιέγκο Σιμεόνε σου πει ότι σε συγχώρεσε, μην τον πιστέψεις

  [8 Σχόλια]

Ήταν ένα σημαντικό παιχνίδι στο Σαν Μαμές στις 8 Δεκεμβρίου του 1996. Η τοπική Αθλέτικ και η Ατλέτικο Μαδρίτης, σε ένα κακό αγωνιστικό χώρο έδιναν μάχη σε ένα πρωτάθλημα που κατέληξαν κι οι δύο να κερδίζουν την έξοδό τους στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Μόλις στο 5ο λεπτό, η μπάλα φεύγει προς το πλάγιο. Ο Ντιέγκο Σιμεόνε την καλύπτει. Πίσω του έρχεται το μεγάλο ταλέντο της Μπιλμπάο. Το καμάρι των Βάσκων, το ομορφόπαιδο που στα 22 του ήδη είχε τέσσερις γεμάτες χρονιές με το πλούσιο μαλλί, το γλυκό πρόσωπο και την σπουδαία τεχνική. Ο Ζουλιέν Γκερέρο.

Ο Βάσκος κάνει ένα τάκλιν, περισσότερο για την τιμή των όπλων, για να δυσκολέψει τον Αργεντίνο χαφ. Ο Σιμεόνε, πανέξυπνος, έχει ήδη καταλάβει σαν να έχει μάτια στην πλάτη την κίνηση του αντιπάλου του. Κανονικά, ο οποιοσδήποτε παίκτης αφήνει απλά την μπάλα να βγει έξω. Ο Σιμεόνε όμως θέλει από το 5′ να δείξει ποιος είναι το αφεντικό στο ματς. Πατάει πάνω στο πόδι του αντιπάλου, χωρίς καμία αμφιβολία αν έχει πρόθεση και στη συνέχεια σηκώνει και το χέρι για να δείξει ότι το πλάγιο είναι δικό του. Οι ζωντανές εικόνες της τηλεόρασης φέρνουν το αιματοβαμμένο πόδι του Γκερέρο στα σπίτια όλης της Ισπανίας που σοκάρεται. Ο Γκερέρο δηλώνει ότι το χτύπημα έγινε επίτηδες και λέει ότι δεν θέλει να μιλήσει «για αυτό το άτομο». Ο Σιμεόνε βγαίνει στην αντεπίθεση με δικές του δηλώσεις:

«Αυτός που πονάει είμαι εγώ. Εκμεταλλεύτηκαν αυτή την κατάσταση για να πουν βλακείες. Μόνο εγώ γνωρίζω αν είχα πρόθεση να τραυματίσω τον Ζουλιέν Γκερέρο. Αυτός έπεσε στο έδαφος χωρίς πρόθεση να πάει στην μπάλα, προσπάθησα να τον αποφύγω και είχα την ατυχία να τον βρω στο πόδι»

Το δράμα του πόνου και της ατυχίας δεν φαίνεται να συγκινεί την ισπανική λίγκα πάντως, καθώς τιμωρεί τον Αργεντίνο με τρεις αγωνιστικές και πρόστιμο 100.000 πεσέτες. Είναι ένα από τα χτυπήματα που μένουν αξέχαστα στο ισπανικό ποδόσφαιρο. Ο πρόεδρος της Αθλέτικ αποκαλεί τον Σιμεόνε «δημόσιο κίνδυνο», αλλά ο Χεσούς Χιλ στηρίζει τον παίκτη του λέγοντας ότι όλα αυτά γίνονται επειδή χτύπησε το χρυσό αγόρι του Μπιλμπάο που κανείς δεν πρέπει να το αγγίζει και θυμάται τα δύο πέναλτι που δεν έδωσε ο διαιτητής στην Ατλέτικο στο ματς.

Τρεις μήνες αργότερα, η Μπαρσελόνα υποδέχεται την Ατλέτικο Μαδρίτης για έναν αγώνα του Κόπα ντελ Ρέι. Είναι 26 Φεβρουαρίου του 1997 και ο τσολιάς που ακούει στο όνομα Φερνάντο Κόουτο  πηδάει στον αέρα σε μία διεκδίκηση με τον Τσόλο Σιμεόνε. Ο Πορτογάλος βγαλμένος από ταινίες πολεμικών τεχνών μπορεί να μη το κατέχει το τόπι, αλλά δείχνει σπάνια προσόντα του ταλέντου του πατώντας στον αέρα τον μηρό του Αργεντίνου. Ο Σιμεόνε πέφτει κάτω και χρειάζεται να κάνει ράμματα στο ματωμένο του πόδι. Το δράμα του συγκινεί λιγότερο από αυτό του Ζουλιέν Γκερέρο, πολλοί χαμογελούν με ικανοποίηση (ειδικά στη χώρα των Βάσκων) καθώς είναι μια ποδοσφαιρική θεία δίκη. Το αίμα στο πόδι του Αργεντίνου δεν προκαλεί τέτοια έκρηξη, ο Κόουτο απλά παίρνει μια κίτρινη από τον διαιτητή Μεχούτο Γκονθάλεθ.

Ο Σιμεόνε το παίζει κουλ. Λέει ότι δεν θέλει η Ατλέτικο να ζητήσει τη δίωξη του παίκτη. «Πρέπει να δώσουμε το παράδειγμα, αν και την προηγούμενη φορά την πληρώσαμε. Αυτό πρέπει να γίνει ένα μάθημα σε όλους, ώστε να καταλάβουν ότι τα πράγματα πρέπει να μένουν μέσα στο γήπεδο. Όλα τελειώνουν με τον διαιτητή να βλέπει κάτι ή να μην το βλέπει». Σαν να βλέπεις τον Τζον Πέσι να λέει πως ό,τι γίνεται στο Βέγκας, μένει στο Βέγκας.

Αυτό που δεν καταλαβαίνει ο κόσμος βέβαια είναι ότι ο Σιμεόνε δεν το βλέπει… χριστιανικά. Τα «πράγματα που πρέπει να μένουν στο γήπεδο» δεν σημαίνουν συγχώρεση, «ασ’το να πάει στο διάολο» ή κάτι τέτοιο. Ή έστω, aς πούμε ότι αν ο Σιμεόνε είναι αρκετά θρήσκος, μάλλον προτιμά την Παλαιά Διαθήκη κι όχι την Καινή. Κι ο Αργεντίνος το απέδειξε αρκετούς μήνες αργότερα. Το καλοκαίρι του 1997 μετακομίζει στην Ιταλία και την Ίντερ. Έναν χρόνο αργότερα, ο Φερνάντο Κόουτο σε μια ακόμα σπουδαία (και κομματάκι ανεξήγητη γιατί προσωπικά δεν τον θεωρούσα ιδιαίτερα καλό παίκτη) μεταγραφή του πηγαίνει στην φοβερή Λάτσιο του Σβεν Γκόραν Έρικσον.

Τότε που δεν χορταίναμε να βλέπουμε Σέριε Α

Στις 18 Οκτωβρίου του 1998 η Ίντερ του Ζαμοράνο υποδέχεται την Λάτσιο του Σάλας σε έναν χιλιανό εμφύλιο. Είναι μια χρονιά μετριότητας για την Ίντερ που θα καταλήξει στην 8η θέση, σε αντίθεση με την απίστευτη Λάτσιο, με παιχταράδες όπως Μιχαΐλοβιτς, Σέρζιο Κονσεϊσάο, Αλμέιδα και Νέντβεντ, που θα βγει 2η, μόλις έναν βαθμό πίσω από την πρωταθλήτρια Μίλαν. Εκείνο το ματς είναι ένα σόου της Λάτσιο που ανοίγει το σκορ στο πρώτο λεπτό με τον Σάλας. Ο Σάλας αποχωρεί στο 14′ τραυματίας, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους λατσιάλι να κάνουν το 1-3 στο 40′. Ο Σιμεόνε δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Περιμένει τη στιγμή του.

Αυτή έρχεται στο 45′. Μια εναέρια μονομαχία του με τον Κόουτο, όπως αυτή του 1997. Ο Αργεντινός πάει με δύναμη και δίνει μια γερή στο πρόσωπο του Πορτογάλου. Δεν αρκεί. Γυρίζει στον πεσμένο Κόουτο και τον πατάει μεγαλοπρεπώς. Κατόπιν, κάνει ότι πάει να δει πώς είναι και να του δώσει το χέρι. Ο διαιτητής φυσικά δεν συγκινείται και τον αποβάλλει. Η Ίντερ μένει με 10 παίκτες, το σκορ φτάνει στο 2ο ημίχρονο στο 1-5 και τελικά οι γηπεδούχοι εκμεταλλεύονται το χαλάρωμα της Λάτσιο και μειώνουν σε ένα πιο τιμητικό 3-5 με τον Βέντολα. Η εκδίκηση γίνεται πραγματικότητα, ο Σιμεόνε σαν… κύριος αποχωρεί, πιστός στη φιλοσοφία ότι όλα μένουν στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

Ο Αργεντίνος μετά το χτύπημα στον Γκερέρο έφυγε για τα γήπεδα της Ιταλίας χωρίς να επισκεφτεί ξανά το Σαν Μαμές. Γύρισε όμως το 2013 ως προπονητής πλέον της Ατλέτικο. Οι Βάσκοι παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια δεν το ξέχασαν. Τον στόλιζαν σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, με τον Τσόλο να χαμογελάει και να ανοίγει διάλογο (από το 1.35 και μετά στο παραπάνω βίντεο) με αρκετούς εξ αυτών. Πιστός στο «όλα μένουν στο χορτάρι», ο Σιμεόνε δεν αντέδρασε στα «ίχο ντε πούτα» που άκουγε εν χορώ από ανθρώπους μόλις λίγα μέτρα πιο πίσω του. Πιθανότατα γιατί ξέρει ότι τα περισσότερα του αξίζουν και δεν μετανιώνει για τα όσα άθλια έκανε ως παίκτης.

Καλώς ήρθατε στη Σιναλόα

  [4 Σχόλια]

Πριν λίγους μήνες άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην περιπετειώδη προπονητική καριέρα του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ο Μαραντόνα, αφού έκανε μια βόλτα από τη Λευκορωσία, πήγε στο Μεξικό και τη Σιναλόα. Το όνομα μπορεί να σας μην λέει πολλά, αλλά όσοι είδαν την πιο πρόσφατη σεζόν της σειράς Narcos (ή και το El Chapo) θα γνωρίζουν περισσότερα πράγματα. Η Σιναλόα είναι μια παραθαλάσσια πολιτεία στα βορειοδυτικά της χώρας και είναι γνωστή για δύο πράγματα. Το ένα είναι τα ψάρια της. Το δεύτερο είναι το καρτέλ ναρκωτικών της. Η περιοχή από τα 70s ακόμα είχε τεράστια παραγωγή μαριχουάνας κι οι έμποροι ναρκωτικών από τα μέρη της ήταν αυτοί που άρχισαν να τη διοχετεύουν για πρώτη φορά στις ΗΠΑ με τη χρήση ιδιωτικών αεροπλάνων.

Για πολλά χρόνια το εμπόριο ναρκωτικών ήταν αρκετά ανοργάνωτο κι ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Φέλιξ Γκαγιάρδο που το οργάνωσε, συνεργάστηκε με… συναδέλφους από όλη τη χώρα και το έκανε μια επιχείρηση που έβγαζε τεράστια ποσά από το εμπόριο μαριχουάνας στις ΗΠΑ. Αυτό όμως δεν αρκούσε για τον «Ελ Παδρίνο». Άλλοι έχουν όραμα να θεραπεύσουν τον καρκίνο, άλλοι να γίνουν ποδοσφαιριστές ή τραγουδιστές, ο Γκαγιάρδο ήθελε να γίνει ο πιο ισχυρός έμπορος ναρκωτικών. Και μπορεί το εμπόριο μαριχουάνας να ήταν επικερδές, αλλά ακόμα πιο επικερδής είναι η κοκαΐνη. Έτσι λοιπόν, έστησε το καρτέλ της Γουαδαλαχάρα αναλαμβάνοντας τη μεταφορά της κοκαΐνης από την Κολομβία και τα εκεί καρτέλ στις ΗΠΑ. Οι «διάδοχοί του» έφτιαξαν αργότερα το καρτέλ της Σιναλόα που θεωρείται από τις αρχές των ΗΠΑ η μεγαλύτερη εγκληματική οργάνωση και η μεγαλύτερη οργάνωση εμπορίας ναρκωτικών στον κόσμο, ενώ ο Χοακίν «Ελ Τσάπο» Γκουζμάν που ήταν για χρόνια ηγέτης του καρτέλ, βρισκόταν μέσα στις λίστες του Forbes με τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του κόσμου. Σε αυτό το μέρος πήγε λοιπόν ο Ντιέγκο να προπονήσει.

Το γήπεδο των Ντοράδος

Βέβαια, για να είμαστε σωστοί, ο Μαραντόνα δεν είναι ο πρώτος γνωστός μας που έβγαλε το ψωμί του στη Σιναλόα. Οι Ντοράδος της Σιναλόα ιδρύθηκαν το 2003 σε μια χώρα που το ποδόσφαιρο είναι πολύ δημοφιλές μεν, αλλά η οργάνωσή του έχει μέσα και λίγο από το «franchise» των ΗΠΑ με ομάδες να ξεφυτρώνουν ξεφνικά. Κάπως έτσι γεννήθηκε κι η ομάδα με έδρα την πόλη Κουλιακάν της Σιναλόα και σήμα ένα τεράστιο ψάρι (από τα χειρότερα εμβλήματαα ομάδας που έχω δει ποτέ). Σε αυτή την ομάδα συνέπεσαν το 2006 δυο ιστορικές μορφές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Πεπ Γκουαρδιόλα κι ο Σεμπαστιάν «Λόκο» Αμπρέου. Κι αν για τον Αμπρέου ήταν απλά μια ακόμα μέρα στη δουλειά, σε μια ακόμα ομάδα, ο Γκουαρδιόλα ήταν λίγο περίεργο που έφτασε ως εκεί. Οφείλεται στον τότε προπονητή των Ντοράδος, τον Ισπανό Χουάνμα Λίγιο που ήταν φίλος του Πεπ. Ο Γκουαρδιόλα είχε κάνει την αρπαχτή του στο Κατάρ και την Αλ Αχλί, είχε κάνει το κομπόδεμά του και ήθελε να ασχοληθεί με την προπονητική. Πήγε λοιπόν στους Ντοράδος για να θητεύσει ως παίκτης μεν, αλλά να πάρει στοιχεία από τον Λίγιο από τον οποίο έχει συναντήσει όταν ακόμα έπαιζε στην Μπαρτσελόνα κι ο Λίγιο ήταν κόουτς στη Ρεάλ Οβιέδο. Τότε, σε ένα ματς μεταξύ των δύο, εντυπωσιάστηκε από τη δουλειά του Λίγιο και έγιναν φίλοι.

Ο Πεπ στους Ντοράδος μάθαινε τα πάντα από τον Λίγιο, αλλά μετέδιδε και τα πάντα. Όπως γλαφυρά είχε πει κι ο Αμπρέου σε συνέντευξή του στο περιοδικό El Grafico: «Μου έσπαγε τα @@ με τις θέσεις που έπρεπε να παίρνω μεταξύ των γραμμών. Εγώ πάντα έπαιζα με τον κώλο προς τον αμυντικό και έπαιρνα την μπάλα με πλάτη. Αυτός επέμενε να παίρνω διαγώνιες θέσεις για να βλέπω καλύτερα γήπεδο. Έτσι έμαθα να κάνω πάσες με τη μία». Η ομάδα αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και έδινε μάχη για τη σωτηρία, με τους παίκτες να προπονούνται σε ένα… water park. Ο Γκουαρδιόλα είχε μείνει απλήρωτος για καιρό και όπως θυμούνται οι άνθρωποι του συλλόγου βοηθούσε οικονομικά τους υπαλλήλους και έβγαζε έξω για φαγητό τους συμπαίκτες του πληρώνοντας αυτός. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου που πήγαινε συχνά ο Γκουαρδιόλα θυμάται σε συνέντευξή του στον Guardian ότι ήταν λίγο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος κατά των καρτέλ. Οι μάχες με πυροβολισμούς και νεκρούς στους δρόμους του Κουλιακάν ήταν συχνές, αλλά ο Γκουαρδιόλα έφυγε μερικούς μήνες πριν η κατάσταση κλιμακωθεί για να γίνει ανεξέλεγκτη μετά το 2008, με τον πόλεμο που άνοιξε η κυβέρνηση στους narcos της Σιναλόα. Αμπρέου και Γκουαρδιόλα κατάφεραν να συνεισφέρουν σε μια σχετικά καλή πορεία των Ντοράδος στο πρωτάθλημα, αλλά το σύστημα βαθμολογίας με το promedio οδήγησε τους Ντοράδος στον υποβιβασμό. Ο Πεπ σταμάτησε το ποδόσφαιρο και αφιερώθηκε στην προπονητική. Το πέρασμά του από το Μεξικό μπορεί να είχε καμιά δεκαριά ματς όλα κι όλα λόγω των τραυματισμών, αλλά πάντα θεωρεί ότι τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξή του ως προπονητής. Από την άλλη, ο Λόκο Αμπρέου σκόραρε 22 φορές σε 34 ματς και μετακόμισε στο Μοντερέι.

Οι Ντοράδος πέρασαν στην αφάνεια και πάλι κι έπρεπε να έρθει ο Χόρχε Χανκ Ρον να αναλάβει το σύλλογο για να τους ξαναθυμηθούμε. Ο Ρον είναι ιδιοκτήτης του Γκρουπ Καλιέντε (σαναλέμε Όμιλος Ζεστό) ενός γκρουπ που ελέγχει ένα σωρό διαφορετικές εταιρείες. Ο Ρον ξεκίνησε με μαγαζιά με κατοικίδια και έχει τώρα ένα γκρουπ εταιρειών που περιλαμβάνουν καζίνο, στοιχηματικές εταιρίες, ιππόδρομο, ξενοδοχεία, πίστα για κυνοδρομίες, ταξιδιωτικά γραφεία, ένα ιδιωτικό σχολείο, 22 αίθουσες μπίνγκο και δύο ποδοσφαιρικές ομάδες. Τους Τσόλος της Τιχουάνα και τους Ντοράδος της Σιναλόα.


Ένα από τα καζίνο του ομίλου Καλιέντε

Ο Χόρχε Ρον είναι, ας πούμε ευγενικά, μια πολύ πολύ αμφιλεγόμενη μορφή στο Μεξικό. Κατάφερε και βγήκε δήμαρχος στην Τιχουάνα, ενώ κατέβηκε και υποψήφιος για την πολιτεία της Μπάχα Καλιφόρνια, χάνοντας τελικά. Ο Ρον που προέρχεται από οικογένεια πολιτικών έχει μεγάλη αγάπη για τα εξωτικά ζώα κι ο αστικός μύθος λέει ότι έχει προσπαθήσει να διασταυρώσει αρκετά από αυτά. Φυσικά, έχει αδυναμία και στις γυναίκες για τις οποίες έχει πει την καθόλου προσβλητική ατάκα: «Οι γυναίκες είναι το αγαπημένο μου ζώο». Το 1988, ο Έκτορ «Ελ Γάτο» Φέλιξ Μιράντα, ένας δημοσιογράφος τοπικής εφημερίδας δολοφονήθηκε. Οι φονιάδες ήταν κατά σύμπτωση υπάλληλοι του Ρον στον ιππόδρομο ως σεκιουριτάδες. Κατά επίσης διαβολική σύμπτωση, ο Μιράντα ήταν από τους μεγαλύτερους επικριτές των επιχειρήσεων της οικογένειας Ρον με άρθρα του. Ο Ρον θεωρείται ηθικός αυτουργός και η εφημερίδα σε κάθε εβδομαδιαίο τεύχος της έχει τη φωτογραφία του αποκαλώντας τον δολοφόνο, αλλά ποτέ δεν κατηγορήθηκε από τις αρχές.


Ο Χόρχε Χανκ κι ο έρωτας της ζωής του. Αριστερά, η γυναίκα του (η τρίτη).

Ο Ρον στο παρελθόν είχε συλληφθεί όταν βρέθηκαν 88 πολεμικά όπλα στο σπίτι του και 9.000 σφαίρες, αλλά αφέθηκε ελεύθερος παρ’ ότι κάποια από τα όπλα είχαν χρησιμοποιηθεί σε εγκλήματα. Κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για σωρεία αδικημάτων. Εκτός από τον φόνο του δημοσιογράφου, το όνομά του έχει εμπλακεί σε παράνομο εμπόριο ζώων, στο φόνο μιας γυναίκας και φυσικά έχει σχέσεις με εμπόρους ναρκωτικών της Σιναλόα αφού είχε κατηγορηθεί παλιότερα από τις ΗΠΑ τόσο για διακίνηση, όσο και για ξέπλυμα χρημάτων. Το πού τελειώνει η αλήθεια και που ξεκινάει ο μύθος για τον Ρον δεν το γνωρίζουμε. Οι ιστορίες για την τεκίλα που φτιάχνει ο ίδιος και ζυμώνεται με κομμένα πέη από λιοντάρια και τίγρεις π.χ., μπορεί να είναι και μεξικάνικος μύθος. Το σίγουρο είναι ότι για να βρίσκεσαι μέσα στα αρχεία των υπηρεσιών των ΗΠΑ, σίγουρα δεν είσαι απλά ένας μεροκαματιάρης. Από την άλλη, για να βγει δήμαρχος πρέπει να έχει και ένα άλλο πρόσωπο. Βοηθάει τους φτωχούς, έχει φιλανθρωπικό έργο και όπως συχνά συμβαίνει, το εκμεταλλεύτηκε πολιτικά φτάνοντας ως τη δημαρχία της Τιχουάνα.

Το ερώτημα «πώς βρέθηκε ο Μαραντόνα εδώ» έχει έναν άλλον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα ως πρωταγωνιστή. Τον Αργεντινό μάνατζερ Κρίστιαν Μπράγκαρνικ, τον τύπο που θα μπορούσε κανείς να πει «Ζόρζε Μέντεζ της Αργεντινής». Η ιστορία του βγαλμένη από ταινία (κυριολεκτικά). Έπαιξε μπάλα ερασιτεχνικά, δούλευε σε βίντεο κλαμπ και στον ελεύθερό του χρόνο του άρεσε να κάνει μοντάζ σε βιντεοκασέτες, κάτι που είχε μάθει κάνοντας βίντεο γάμου. Φυσικά λάτρευε το ποδόσφαιρο. Στο βίντεο κλαμπ της γειτονιάς είχε πελάτη τον Μαριάνο Μονρόι έναν ποδοσφαιριστή της Άρσεναλ Σαραντί. Ο πολυμήχανος Μπράγκαρνικ του είπε να του φέρει βίντεο από αγώνες της ομάδας του. Πριν τα χρόνια του YouTube και των compilations, έκατσε και έφτιαξε μόνος βίντεο με τα καλύτερα και ζήτησε από έναν άλλον πελάτη του, τον Μεξικάνο ποδοσφαιριστή Φουέντες να μεσολαβήσει ώστε η… κασέτα να φτάσει σε ομάδες του Μεξικού. Οι Μεξικάνοι ενθουσιάστηκαν και αγόρασαν τον Μονρόι με 400 χιλιάδες δολάρια. Η Άρσεναλ ήταν η ομάδα του ισόβιου προέδρου της Π.Ο. της Αργεντινής δον Χούλιο Γκροντόνα κι αυτό του άνοιξε πολλές πόρτες. Ο Μπράγκαρνικ όμως άνοιξε και δουλειές με το Μεξικό. Η ομάδα που αγόρασε τον Μονρόι ήταν θυγατρική μιας μεγαλύτερης και ο Μπράγκαρνικ έπιασε δουλειά εκεί. Σε έναν χρόνο έγινε από «το παιδί που μας έφερε τον ταλαντούχο Αργεντίνο», πρόεδρος της Κερέταρο.

Ο Μπράγκαρνικ δίνει συνέντευξη στην εφημερίδα La Nacion λέγοντας «οι δουλειές μου είναι πεντακάθαρες».
Στο φόντο ο Αλ Πατσίνο στο Scarface.

Στον ίδιο σύλλογο υπήρχαν ως «στελέχη» και δύο Κολομβιανοί, οι οποίοι αργότερα ήταν καταζητούμενοι από την DEA των ΗΠΑ ως συνεργάτες του «Ελ Τσάπο».  Ιδιοκτήτης της ομάδας ήταν ο Τίρσο Μαρτίνες, γνωστός και ως «Ελ Φουτμπολίστα», αρχηγός ενός κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών που συνεργαζόταν τόσο με το καρτέλ της Σιναλόα, όσο και με το αντίπαλο καρτέλ του Χουάρες. Ο Μαρτίνες, για τον οποίο οι αρχές των ΗΠΑ έδιναν αμοιβή 5 εκατομμυρίων δολαρίων, είχε αρρώστια με το ποδόσφαιρο και ήταν ιδιοκτήτης πέντε συλλόγων στο Μεξικό, ανάμεσά τους κι η Κερετέρο του προέδρου Μπράγκαρνικ. Ο Μαρτίνες συνελήφθη τελικά το 2014 και μάλιστα κατέθεσε και στη δίκη του Ελ Τσάπο για να τύχει καλύτερης μεταχείρισης. Υπολογίζεται ότι μόνο την περίοδο 2000-2003 έβγαλε περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια από τη διακίνηση κοκαΐνης. Ο Μπράγκαρνικ υποστηρίζει ότι δεν είναι ντετέκτιβ για να γνωρίζει τι κάνουν οι κατά καιρούς συνεργάτες του.


Ο «Ελ Φουτμπολίστα» κατά την έκδοσή του στις ΗΠΑ.
Είχε ομάδες στις πόλεις Κερέταρο, Σελάγια, Ιραπουάτο, Λα Πιεδάδ και Μέριδα.

Μπορεί απλά βρε αδερφέ να είναι πολύ άτυχος στις φιλίες του (ας μην ξεχνάμε το τεκμήριο της αθωότητας). Σιγά σιγά πάντως, ανέβηκε στο ποδόσφαιρο τόσο της Αργεντινής, όσο και του Μεξικού. Έχει περάσει από διάφορες ομάδες κι έχει μεσολαβήσει σε πολλές μεταγραφές. Υπολογίζεται ότι έχει λάβει μέρος σε μεταγραφές αξίας 25 εκατομμυρίων δολαρίων τα τρία τελευταία χρόνια στο Μεξικό, ενώ εκπροσωπεί περίπου 100 ποδοσφαιριστές και 25 προπονητές. Αλλάζει προπονητές σε ιστορικούς συλλόγους, έχει άριστες σχέσεις με διοικήσεις ομάδων όπως η Ράσινγκ κι η Ιντεπεντιέντε, φιλικές σχέσεις με τον πρόεδρο της Μπόκα, ενώ ήταν αυτός που απεγκλώβισε τον Σαμπαόλι από τη Σεβίλλη για να πάει κόουτς στην εθνική. Κάπως έτσι απέκτησε εξαιρετικές σχέσεις και με τον Χόρχε Χανκ, καθώς μεσολάβησε στη μεταγραφή του αγαπημένου Νταρίο Μπενεντέτο στην Τιχουάνα. Ο Μπάγκαρνικ είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος των ομάδων του Χανκ σε κάθε «μπίζνα», που θα έλεγε κι ο Μάκης Ψωμιάδης, με ανθρώπους από την Αργεντινή.

Ο Αργεντινός μάνατζερ ήταν φυσικά αυτός που μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις του Γκρούπο Καλιέντε και του Μαραντόνα κι έκλεισε τη συμφωνία, με τον Ντιέγκο να παίρνει 180.000 δολάρια τον μήνα από τους Ντοράδος. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ο Ντιέγκο έκανε το σόου του στη Σιναλόα, η αλήθεια είναι ότι βελτίωσε την εικόνα της ομάδας, αλλά οι Ντοράδος δεν κατάφεραν τελικά να κερδίσουν την άνοδό τους, χάνοντας στην παράταση. Το μέλλον του Μαραντόνα ήταν αβέβαιο, αλλά τελικά παρέμεινε στην ομάδα για έναν ακόμα χρόνο. Με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει δεν μπόρεσε να είναι στον πάγκο στην πρεμιέρα, όπου οι Ντοράδος έχασαν εντός έδρας. Το αν θα ολοκληρώσει τη χρονιά δεν το ξέρει κάνεις. Άλλωστε στη διαβόητη Σιναλόα των narcos τα πράγματα αλλάζουν πολύ εύκολα.

Η ακαταμάχητη γοητεία του Πάουλο Φούτρε

  [Καθόλου σχόλια]

Δεν γνωρίζω αν είμαστε πολλοί, αλλά προσωπικά ανήκω σε αυτούς που λατρεύουν τους κλασσικούς τεχνίτες παίκτες, τους λίγο πιο παραδοσιακούς μπαλαδόρους που πιθανότατα δεν έχουν θέση στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Κι ενώ πλέον, μέσα από τα δορυφορικά κανάλια και το διαδίκτυο, μπορούμε να βρούμε δεκάλεπτα αφιερώματα σε κάθε μεταγραφικό στόχο της ομάδας μας, στα παλιά τα χρόνια οι εικόνες από αρκετούς ποδοσφαιριστές ήταν ελάχιστες. Ήταν σε άρθρα εφημερίδων, σε φάσεις αθλητικών εκπομπών και στα σχετικά λίγα μεγάλα ματς που έδειχνε τότε η τηλεόραση. Ο Πάουλο Φούτρε είναι μια τέτοια περίπτωση, ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής και μία τρομερή φυσιογνωμία που όσο έπαιζε ήταν δύσκολο να δούμε.

Προϊόν των ακαδημιών της Σπόρτινγκ, γίνεται το μεγάλο της ταλέντο μέσα σε μια χρονιά, αλλά όταν ζητάει παραπάνω χρήματα και δεν τα παίρνει φεύγει για την Πόρτο. Εκεί κατακτά αμέσως δύο πρωταθλήματα και περνάει στο πάνθεον του συλλόγου το 1987 όταν και οδηγεί την ομάδα στον τελικό του Πρωταθλητριών απέναντι στην Μπάγερν Μονάχου των Ρουμενίγκε, Μπρέμε, Ματέους και Πφαφ. Η Πόρτο είναι το μεγάλο αουτσάιντερ, καθώς οι Γερμανοί έχουν αποκλείσει τη Ρεάλ στα ημιτελικά. Πράγματι, προηγούνται στο 25′, αλλά το σόου του 21χρονου Φούτρε στο δεύτερο ημίχρονο φέρνει μια τεράστια ανατροπή. Η Πόρτο κερδίζει με 2-1 κατακτά για πρώτη φορά τον μεγάλο τίτλο, ο Φούτρε ανακηρύσσεται παίκτης του αγώνα κι ο προσωπικός μου έρωτας γι’ αυτόν ξεκινά. Μαζί φυσικά κι ο έρωτας πολλών ευρωπαϊκών ομάδων.


Χαιτικό, όμορφα μάτια, αστραφτερά δόντια, κακόγουστο ντύσιμο, φάτσα μεταξύ Σάκη Ρουβά και Χάρη Κοπιτσή. Ο απόλυτος σταρ των 80s.

Στα 21 του κάνει την ποδοσφαιρική Ευρώπη να παραμιλάει. Σε εποχές που οι θέσεις ξένων ήταν ελάχιστες και κάθε επιλογή ιδιαίτερα σημαντική, τότε που ο Μπόσμαν δεν υπήρχε ακόμα, ο Φούτρε γίνεται αντικείμενο πόθου πολλών. Νικητής όμως μόνο ένας. Ο διαβόητος Χεσούς Χιλ, ο Ισπανός επιχειρηματίας που θέλει να γίνει πρόεδρος στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Ο τροφαντός Χιλ είναι αουτσάιντερ, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε ποτέ στη ζωή του. Ξέρει τη δύναμη των ΜΜΕ και τα χρησιμοποιεί για να φτιάξει το προφίλ του. Πληρώνει τα εισιτήρια του τρένου σε πολλούς οπαδούς της Ατλέτι για τον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ στη Θαραγόθα και κάνει την κίνηση ματ. Την προηγούμενη των εκλογών καλεί τον κόσμο σε ένα πάρτι σε γνωστή ντίσκο της Μαδρίτης. Μαζί του εμφανίζει τον πιτσιρικά Πάουλο Φούτρε και υπόσχεται στα μέλη του συλλόγου ότι αν εκλεγεί, θα γίνει παίκτης της ομάδας. Όλα αυτά καθώς ο Πορτογάλος κάνει… socializing και πίνει ποτά με τα άναυδα μέλη. «Η Ατλέτικο χρειάζεται ένα αστέρι κι αυτός είναι ο Φούτρε. Μπορείτε τώρα να χρησιμοποιήσετε το μπαρ», λέει από μικροφώνου ο Χιλ. Την επόμενη μέρα κερδίζει με 5.219 ψήφους, ενώ ο δεύτερος υποψήφιος έχει σχεδόν 2.000 λιγότερες.

Ο Πορτογάλος φτάνει στη Μαδρίτη ως σούπερ σταρ, αφού ο Χιλ συμφωνεί στο τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής συμβόλαιό του, αλλά και στην κατακίτρινη Πόρσε που ο Φούτρε ζητάει. Όπως συχνά συμβαίνει σε περιπτώσεις ισχυρών χαρακτήρων, η σχέση Χιλ-Φούτρε ήταν μια σχέση αγάπης και μίσους. «Ήταν μια σχέση πατέρα-γιου. Εγώ ήμουν ο κακός γιος», δήλωσε ο Φούτρε σε συνέντευξή του στο πρακτορείο EFE. Ο Φούτρε δεν φοβόταν να μιλήσει μπροστά στον Χιλ. Αν ο Χιλ τα έβαζε με κάποιον παίκτη, ο Πορτογάλος έβγαινε μπροστά να τον υπερασπιστεί, οι συμπαίκτες του ήταν τα αδέρφια του. «Όταν τα πηγαίναμε καλά ήμουν ο Πάολο, όταν δεν τα πηγαίναμε καλά ήμουν ο Πορτογάλος».

Ο Φούτρε θα μπορούσε να είχε χάσει σημαντικό χρόνο και ίσως η καριέρα του να ήταν διαφορετική, καθώς έπρεπε να κάνει τη στρατιωτική του θητεία. Τελικά όμως, χάρη στα κατορθώματά του πήρε αναβολή για αρκετά χρόνια και έτσι μπόρεσε να αφοσιωθεί στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Αμέσως αγαπήθηκε από τους οπαδούς, όχι μόνο γιατί ήταν εξαιρετικός παίκτης, αλλά γιατί επιτέλους η Ατλέτι είχε τον δικό της σταρ, έπιανε αυτή μεγάλο χώρο στα πρωτοσέλιδα εξαιτίας του Φούτρε. Ο Χιλ λέει ότι όπως ο Μπερναμπέου έκανε μεγάλη τη Ρεάλ με τον ντι Στέφανο, έτσι κι η Ατλέτικο θα γίνει μεγάλη με τον Φούτρε. Όπως είναι φυσικό, ο Φούτρε γίνεται στόχος των μερένγκες στα ντέρμπι, όπου τον κυνηγάνε με απίστευτη σκληρότητα. «Μου πήρε 10 λεπτά να μισήσω τη Ρεάλ Μαδρίτης, μου το δημιούργησαν οι συμπαίκτες μου αμέσως, την πρώτη εβδομάδα που πήγα στη Μαδρίτη» έχει δηλώσει. Φυσικά αυτό ήταν αμοιβαίο. Στο ιστορικό ντέρμπι του 1989, όπως λένε οι δημοσιογράφοι, έμοιαζε περισσότερο με αθλητή ράγκμπι που προσπαθούσε να αποφύγει το ξύλο:

Το μαγικό βίντεο του Ρεάλ-Ατλέτικο το 1989 με παράλληλο σχολιασμό Χεσούς Χιλ

Το παιχνίδι είναι γεμάτο σκληρά μαρκαρίσματα και μαγικές στιγμές του Φούτρε. Ο τερματοφύλακας Μπούγιο του ρίχνει μια ψιλή όταν ζητάει πέναλτι, σε μια άλλη φάση (στα 2.05 του βίντεο) τρώει κλάδεμα από πίσω και ένας άλλος παίκτης της Ρεάλ κλωτσάει την μπάλα πάνω του. Η κορυφαία φάση όμως έρχεται αργότερα, όταν ο Φούτρε κλέβει την μπάλα και συγκρούεται με τον Μπούγιο. Η γραφικότητα αγγίζει το ρεκόρ, με τον Μπούγιο να κάνει μικρές θεατρικές κωλοτούμπες ώστε να πλησιάσει τον Φούτρε και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να κάνει ότι τον χτύπησε. Ο Φούτρε απομακρύνεται αλλά την πληρώνει ο Ορεχουέλα που αποβάλλεται. Ο Μπούγιο λίγα λεπτά αργότερα κάνει μια έξοδο τύπου Σουμάχερ, αλλά δεν βλέπει την κόκκινη. Η Ρεάλ κερδίζει με 2-1 με ένα γκολ για το οποίο η Ατλέτικο υποστηρίζει ότι υπήρχε διπλό οφσάιντ. Ο Φούτρε διαμαρτύρεται, βλέπει την κόκκινη και τιμωρείται με τρεις αγωνιστικές.

«Δεν θα άλλαζα αυτό το κύπελλο, ούτε με πέντε πρωταθλήματα»

Αυτό και μόνο το ματς θα αρκούσε για να γίνει ίνδαλμα των οπαδών, αλλά ο Φούτρε φοράει τη φανέλα των κολτσονέρος για έξι σεζόν και έχει κι άλλα σπουδαία ματς. Σκοράρει αρκετά γκολ, αλλά κυρίως είναι αυτός που δημιουργεί και με την προσωπικότητά του ξεχωρίζει. Κερδίζει μόλις δύο κύπελλα, αλλά αυτό του 1992 είναι απέναντι στη Ρεάλ με τον ίδιο να σκοράρει ένα απίστευτο γκολ (κι ακόμα ένα του Σούστερ), μένει στην ιστορία. Αγαπημένο παιδί οπαδών και προέδρου (συνήθως), είναι παράλληλα ένας μπον βιβέρ. Καπνίζει, ξενυχτά, κάνει τη μεγάλη ζωή στη Μαδρίτη. Ζει σαν μια ντίβα. Το 1990 δηλώνει ότι θέλει να φύγει. Κλείνεται στο δωμάτιό του, κοιμάται μέχρι το μεσημέρι, κατεβάζει τις περσίδες και τρώει στο κρεβάτι. Μιλάει ψιθυριστά στο τηλέφωνο και λέει ότι έχει κατάθλιψη. Φυσικά η «κατάθλιψη» τού περνάει και συνεχίζει κανονικά για καιρό. Το τέλος του έρχεται το 1993 κι ενώ η Ατλέτικο περνάει δύσκολες στιγμές, με τεράστια οικονομικά προβλήματα. Αλλά κι ο Φούτρε το παρακάνει. Πολλά πρωινά δεν εμφανίζεται στις προπονήσεις μετά από ξενύχτια. Ο Λουίς Αραγονές του λέει ότι δεν είναι επαγγελματίας πια. Ο Φούτρε απαντά ότι ο Αραγονές έχει αλλάξει, δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που γνώριζε. Οι δυο τους δεν μιλάνε μεταξύ τους και η ομάδα πηγαίνει χάλια. Τελευταία τους ευκαιρία, το ντέρμπι της 18ης αγωνιστικής με τη Ρεάλ. Παίκτης και προπονητής κάνουν ανακωχή κι ο Φούτρε υπόσχεται ότι θα δώσει ένα σόου που το Βιθέντε Καλντερόν δεν θα έχει ξαναδεί. Ο Πορτογάλος όντως δείχνει τεράστια διάθεση, αλλά με άλλον τρόπο. Παίζει άναρχα, ζητάει και παίρνει την μπάλα, κινείται σε διάφορες θέσεις, αλλά από ουσία λίγα πράγματα. Για μαρκάρισμα ούτε λόγος. Ο Αραγονές έξαλλος από τον πάγκο του φωνάζει. Με γκολ του Σάμπας, η Ατλέτι ανοίγει το σκορ. Ο Φούτρε πηγαίνει στον τερματοφύλακα Μπούγιο και τον προκαλεί. «Πριν τα ντέρμπι, είχα τη φωτογραφία του στην τουαλέτα μου. Την έβλεπα συνέχεια, τον μισούσα«, δήλωσε χρόνια αργότερα για την μεγάλη του κόντρα με τον τερματοφύλακα της Ρεάλ. Είναι πλέον καλοί φίλοι, χρόνια μετά την απόσυρσή τους.

Η Ρεάλ ισοφαρίζει σε 1-1 με τον Ζαμοράνο. Είναι τελικά το τελευταίο ντέρμπι του Φούτρε. Η κόντρα συνεχίζεται, ο Αραγονές τον κατηγορεί δημόσια ότι δεν τον ακούει, ο Φούτρε απαντάει: «Έκανα λάθος που στα 21 μου ήρθα εδώ, έπρεπε να είχα πάει στην Ιταλία». Ο Πορτογάλος που ποτέ δεν χάριζε χρήματα, δεν αντέχει να είναι απλήρωτος για 8 μήνες και ζητάει δημόσια μεταγραφή. Ο Χεσούς Χιλ τρελαίνεται και λέει ότι ο Φούτρε τον ήξερε από την καλή του, τώρα θα τον μάθει από την ανάποδή του. Βάζει τιμή και καλεί τους αγοραστές να κάνουν προτάσεις. Η μέτρια κατάσταση του Φούτρε όμως, παρά τα μόλις 27 του χρόνια, αποθαρρύνει τους μεγάλους συλλόγους της Ευρώπης. Η Σπόρτινγκ κι η Πόρτο τον θέλουν, αλλά το ποσό είναι μεγάλο. Τότε γίνεται η έκπληξη. Η Μπενφίκα κάνει μια σκανδαλώδη συμφωνία με την πορτογαλική κρατική τηλεόραση για τα δικαιώματα κάποιων αγώνων. Ο διευθυντής της κρατικής τηλεόρασης ήταν παλιότερα πρόεδρος της Μπενφίκα και τα χρήματα ήταν ακριβώς όσα χρειαζόταν η Μπενφίκα. Το σκάνδαλο που ξεσπά κλονίζει μέχρι και την κυβέρνηση, αλλά τελικά ο Φούτρε παίρνει μεταγραφή στην Μπενφίκα και κάπως έτσι παίζει και στις τρεις μεγάλες της Πορτογαλίας.

Στην Μπενφίκα έπαιξε λίγο σχετικά, καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα στο γόνατο, αλλά κατέκτησε μαζί της ένα κύπελλο. Στη συνέχεια πήγε στη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, παίζοντας όμως κι εκεί λίγο εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού. Έδειξε κάποια δείγματα της ποιότητάς του στη Ρετζιάνα, πήγε στη Μίλαν που έπαιξε μόλις σε ένα ματς ως αλλαγή του Μπάτζιο και τελικά κατέληξε στην Αγγλία και τη Γουέστ Χαμ του Χάρι Ρέντναπ τη σεζόν 1996-97. Οι Χάμερς ξεκίνησαν τους αγώνες τους από το Χάιμπουρι κι ο Φούτρε άφησε το στίγμα του αμέσως. Πώς; Όχι με μια στιγμή μαγείας από το αριστερό του πόδι, αλλά πετώντας τη φανέλα με το νούμερο 16 στα μούτρα του φροντιστή. Ο Τζον Μόνκουρ είχε πάρει το 10 κι ο Πορτογάλος δεν το ανέχτηκε. «Σε όλη μου την καριέρα φορούσα το 10. Ο Εουσέμπιο φορούσε το 10, ο Φούτρε φοράει το 10», φώναζε έξαλλος. Φυσικά, αρνήθηκε να παίξει. Ο Χάρι Ρέντναπ προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη, του είπε να το συζητήσουν τη Δευτέρα, αλλά ο Φούτρε πήρε το ταξί και έφυγε για το σπίτι του.

Την επόμενη μέρα άρχισαν διαπραγματεύσεις με τον Μόνκουρ για το 10. Ο Ρέντναπ θυμάται σε συνέντευξή του στο People να του λέει ότι τα νούμερα είχαν δηλωθεί στην FA και ότι είχαν πουληθεί πολλές φανέλες του Μονκούρ γιατί τα παιδάκια στην Αγγλία φοράνε φανέλες ποδοσφαιριστών. «Πόσες;» ρώτησε ο Πορτογάλος. «100 χιλιάδες λίρες σε φανέλες», απάντησε ο κόουτς. Στην πραγματικότητα, ήταν πέντε-έξι φανέλες. Ο Φούτρε αποφασισμένος να φορέσει το 10 πρότεινε να επιστρέψει τα χρήματα στους αγοραστές. Θα έδινε 100 χιλιάδες λίρες από την τσέπη του για να βάλει το 10. Τελικά ο Άγγλος ποδοσφαιριστής δέχτηκε να παραχωρήσει το νούμερο, καθώς ο Φούτρε του υποσχέθηκε να του δώσει τα κλειδιά της βίλας του στο Αλγκάρβε για να πάει να κάνει εκεί διακοπές. Ο Φούτρε μάγεψε με το νούμερο 10 στο ματς κόντρα στη Σαουθάμπτον και το κοινό του Άπτον Παρκ τον αποθέωσε. Στο άρθρο του Independent της εποχής, ο τίτλος ήταν «West Ham’s bright Futre», κλασσικό αγγλικό λογοπαίγνιο που έπαιζε με το όνομα του Πορτογάλου και το μέλλον. Το μέλλον ήταν άσχημο όμως. Ένα δυνατό μαρκάρισμα στο παιχνίδι με τη Γουίμπλεντον του τελείωσε την καριέρα στην Αγγλία. Τα ξαναβρήκε και επέστρεψε στην Ατλέτικο τη σεζόν 1997-98 αλλά έπαιξε δέκα ματς όλα αλλαγή (δημιουργώντας προβλήματα και πάλι με πρόεδρο και προπονητή) και απλά τελείωσε την καριέρα του στην Ιαπωνία. Επέστρεψε αργότερα σαν στέλεχος για να μαλώσει για πολλοστή φορά με την οικογένεια Χιλ. Θεωρείται πάντως θρύλος της Ατλέτικο.

Ο Φούτρε ήταν ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ένας πραγματικός σταρ που έγραψε ιστορία. Δυστυχώς όμως η πορεία του σημαδεύτηκε από τους πολλούς τραυματισμούς, αλλά και από τη δική του έλλειψη διάθεσης για σκληρή δουλειά. Στα 21 του είχε τον κόσμο στα πόδια του και στην Ατλέτικο όντως έκανε σπουδαία καριέρα. Υπάρχει όμως αυτό το «αν». Τι θα γινόταν αν ο «Πορτογάλος Μαραντόνα» δεν είχε τις ατυχίες και είχε το μυαλό στο κεφάλι του. Ο Πάουλο συνεχίζει να είναι μια σπουδαία μορφή στο πορτογαλικό ποδόσφαιρο και να προκαλεί συχνά με δηλώσεις του για διάφορα θέματα. Είτε κάνοντας πλάκα για την προφορά του Κασίγιας στα πορτογαλικά, είτε σχολιάζοντας για τον Κριστιάνο Ρονάλντο και τον Φίγκο, είτε ως σταρ σε διαφημίσεις, όπως η παραπάνω υπερ-καλτ όπου διαφημίζει ένα σεξουαλικό βοήθημα για άντρες. Δεν χρειάζεται να ξέρεις πορτογαλικά για να εκτιμήσεις τον Πάουλο που δεν… παίρνει μπρος, αλλά τελικά τα καταφέρνει χάρη στο προϊόν. «Δοκιμασμένο και με την έγκριση του Πάουλο Φούτρε» γράφει στο τέλος η διαφήμιση. Σταρ ακόμα και τώρα. Και φυσικά υπάρχει και δεύτερη διαφήμιση για το ίδιο προϊόν, με τον Φούτρε να κάνει κοντρόλ με… άλλο τρόπο (η διαφήμιση απαγορεύτηκε να παίξει στην τηλεόραση της Πορτογαλίας):