Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιστορίες για το τζάκι'

Από την κουζίνα στην εξέδρα

  [3 Σχόλια]

Υπάρχουν στιγμές που σαν παιδιά θέλουμε να ξεχάσουμε, που θα θέλαμε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Κυρίως έχουν να κάνουν με τους γονείς μας, την μαμά που θα μας τσιμπήσει το μάγουλο μπροστά στα κορίτσια του Β2, που θα μας κάνει ρεζίλι όταν πάμε να αγοράσουμε παπούτσια, που θα έρθει στο πάρτι να δει τι γίνεται. Στα αγγλικά η λέξη είναι cringeworthy και δεν νομίζω ότι υπάρχει καλό συνώνυμο. Στο ποδόσφαιρο τέτοιες στιγμές ντροπής, δεν είναι συχνές. Κυρίως γιατί απουσιάζουν οι μαμάδες. Οι οπαδοί της Νόριτς όμως το ζουν αυτό, τόσο με τα καλά, όσο και με τα κακά του.

Εδώ και αρκετά χρόνια, την ιδιοκτησία της ομάδας έχει η κυρία Ντέλια Σμιθ (μαζί με το σύζυγό της). Η ιστορία είναι αρκετά αστεία, γνωρίζοντας ότι η Ντέλια Σμιθ είναι γνωστή σεφ, παρουσιάστρια εκπομπών και συγγραφέας. Σαναλέμε, κάτι σαν τη Βέφα Αλεξιάδου. Επί των ημερών της, τα Καναρίνια κατάφεραν να επιστρέψουν στην μεγάλη κατηγορία, κατακτώντας τη First Division του 2004. Η χρονιά της επιστροφής όμως ήταν δραματικά κακή, με τη Νόριτς να βρίσκεται σταθερά στις θέσεις του υποβιβασμού. Στις 28 Φεβρουαρίου του 2005 η Νόριτς υποδεχόταν τη Σίτι, ούσα 20η και τελευταία με μόλις τρεις νίκες σε 27 αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε 16 λεπτά σκόραρε δύο φορές, έκανε το 2-0 ο κόσμος αναθάρρησε για λίγο, μέχρι που οι φιλοξενούμενοι απάντησαν σε 2-2 πριν λήξει το ημίχρονο.

Αυτή η εναλλαγή έκανε τον κόσμο απογοητευμένο. Η κυρία Σμιθ αποφάσισε να πάρει στα χέρια της την κατάσταση. Σε λίγο αγρία κατάσταση (πιθανότατα έχοντας πιει λίγο μπράντι από κάποιο φλασκί κρυμμένο στο γούνινο παλτό της), κατέβηκε στον αγωνιστικό χώρο και πάτησε χορτάρι με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Με τσιριχτή φωνή έστειλε το μήνυμα «στους καλύτερους οπαδούς του κόσμου». «Χρειαζόμαστε το δωδέκατο παίκτη της ομάδας» τους είπε, ρωτώντας σπαρακτικά «πού είστε» με έναν μαγικό αγγλικό τρόπο. Το από καρδιάς μήνυμα έκλεισε με το «Let’s be ‘avin’ you» και  η κυρία Σμιθ επέστρεψε στις κερκίδες για το 2ο ημίχρονο.

Ένα 2ο ημίχρονο που ήταν ακόμα χειρότερο, καθώς ο Ρόμπι Φάουλερ στο 90′ έδωσε τη χαριστική βολή στους γηπεδούχος. Το σόου της κυρίας Σμιθ μπορεί μεν να άφησε εποχή και να την έκανε ακόμα πιο διάσημη, δεν είχε όμως αποτέλεσμα. Η Ντέλια δήλωσε ότι είναι μια οπαδός, δεν μπορεί να φοράει τα ρούχα του παράγοντα και ότι ήταν κάτι που έκανε γιατί το ένιωσε, βλέποντας την απογοήτευση μετά το 2-0 που έγινε 2-2. Επίσης είπε ότι είχε πιει λίγο κρασί πριν το ματς, αλλά δεν ήταν μεθυσμένη.

Η Νόριτς τελικά τερμάτισε 19η εκείνη τη σεζόν και έχασε για μόλις έναν βαθμό την παραμονή. Για αρκετά χρόνια έμεινε μακριά από την Πρέμιερ, αλλά το 2011 επέστρεψε και ο κόσμος στους ρυθμούς του «Go West» την αποθέωσε τραγουδώντας «Come on, let’s be havin’ you», τη γνωστή της ατάκα από εκείνη την αποφράδα νύχτα του 2005. Η κυρία Σμιθ πήρε ξανά το μικρόφωνο στο δημαρχείο της πόλης, είπε λάθος το όνομα του προπονητή, δήλωσε χαρούμενη που η ομάδα έμεινε στην κατηγορία (και όχι που ανέβηκε) και οι φήμες ότι είχε πιει λίγη σαμπάνια πριν τον λόγο της μπροστά σε περίπου 40.000 οπαδούς κυκλοφόρησαν ξανά.

Και όσο και να σκέφτεστε κάποιοι «άντε γύρνα στην κουζίνα σου» (στην μοναδική φορά που το σχόλιο δεν θα είναι απαράδεκτα σεξιστικό, αλλά αληθινό), είναι εξίσου γραφικό και ωραίο να υπάρχουν ακόμα τέτοιες μορφές, σε ένα αγγλικό ποδόσφαιρο γεμάτο σεΐχηδες, εμίρηδες, πρώην σοβιετικούς και νυν πλυντηριάδες, Αμερικάνους που δεν ξέρουν πώς παίζετε το σόκερ και γενικά κάθε καρυδιάς καρύδι ζάμπλουτους τύπους που δεν θα αγαπήσουν ποτέ την ομάδα τους. Δεν θα το αγαπήσουν όσο η… χρυσοχέρα Ντέλια Σμιθ, που στο παρακάτω βίντεο ευχαριστεί (σε μια ακόμα άνοδο το 2015) τον κόσμο που πήγαινε στο γήπεδο στη Β’ εθνική και δεν παράτησε την ομάδα, αλλά και τον προπονητή που την ανέβασε (και απέλυσε τελικά πριν λίγους μήνες):

Ο ήρωας του τελικού του Μουντιάλ 1986 ήταν ένας λίμπερο

  [12 Σχόλια]

«Ραούλ, μη διανοηθείς να με βγάλεις έξω»

Αυτές ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφεραν να βγουν από το σφιγμένο στόμα του Χοσέ Λούις Μπράουν, όσο αυτός ήταν ξαπλωμένος στο χόρτο, με τον δεξιό ώμο εξαρθρωμένο και έναν πόνο που, όπως θυμάται ο ίδιος, τον έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Ο γιατρός της εθνικής Αργεντινής, Ραούλ Μαδέρο, αν και σοκαρισμένος από αυτό που άκουσε, χαμογέλασε, κοίταξε προς τον πάγκο και έκανε νόημα πως ο παίκτης μπορεί να συνεχίσει το παιχνίδι.

Ο Κάρλος Μπιλάρδο δεν το σκέφτηκε και πολύ. Παρ’όλο που μπορούσε να αντικαταστήσει τον σακατεμένο λίμπερο του με κάποιον ξεκούραστο και, το βασικότερο, υγιή αμυντικό, επέλεξε να τον αφήσει μέσα. Τις επόμενες μέρες και αφού καταλάγιασε ο ενθουσιασμός της κατάκτησης του τροπαίου, κάποιοι κατηγόρησαν τον Μπιλάρδο, σημειώνοντας πως πήρε τεράστιο ρίσκο που άφησε τον Μπράουν να ολοκληρώσει το παιχνίδι (παραβλέποντας βέβαια το γεγονός ότι δεν υπήρχε στον πάγκο κανένας που να ξέρει καλά τη θέση του λίμπερο). Χωρίς κανένα δισταγμό ο ιδιόρρυθμος ‘Μυταράς’ απάντησε: «Δεν υπάρχει κανένα ρίσκο στο να χρησιμοποιήσεις κάποιον ο οποίος είναι έτοιμος να πεθάνει στο χόρτο».

Κάπως έτσι, ο 30χρονος Χοσέ Λούις Μπράουν παρέμεινε στον αγωνιστικό χώρο για τα εναπομείναντα λεπτά του αγώνα, τα οποία δεν ήταν και λίγα. Βρισκόμασταν ακόμα στην αρχή του δευτέρου ημιχρόνου του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Η Αργεντινή προηγούνταν της Δυτικής Γερμανίας με 1-0. Το γκολ της δεν το είχε πετύχει κάποιος από τους διάσημους επιθετικογενείς παίκτες της. Το είχε βάλει ο Μπράουν, με κεφαλιά μετά από ένα φάουλ από τα δεξιά του Μπουρουτσάγα. Ήταν το πρώτο και μοναδικό γκολ του με τη φανέλα της εθνικής.

«Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε που να μην το σκέφτομαι» αποκάλυψε πρόσφατα ο ίδιος σε μια συνέντευξη. «Εκείνο το γκολ άλλαξε την ταυτότητα μου. Από εκείνη τη μέρα είμαι ο Χοσέ Λούις Μπράουν που σκόραρε στον τελικό ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Σκέψου ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν μόνο 5 ζωντανοί Αργεντινοί που έχουν πετύχει γκολ σε τελικό Μουντιάλ κι εγώ είμαι ένας από αυτούς τους 5! Εκείνη τη στιγμή το στήθος σου εκρήγνυται, όλα μέσα σου φουσκώνουν. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έγινε στον πανηγυρισμό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ούρλιαζα και έκλαιγα». Το να βάλεις τα κλάματα την ώρα ενός πανηγυρισμού μπορεί να ακούγεται λίγο υπερβολικό αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι. Γιατί ο άνθρωπος που άνοιξε το δρόμο για το δεύτερο κύπελλο στην ιστορία της Αργεντινής υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα βρισκόταν στο χόρτο εκείνο το απόγευμα.

Ο μόνος λόγος που ο Μπράουν ήταν εκείνο το μήνα στο Μεξικό λέγεται Κάρλος Μπιλάρδο. Με κάτι πρόχειρους υπολογισμούς, ο προπονητής της Αργεντινής πρέπει να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στη χώρα που πίστευε στον «Τάτα» (όπως ήταν το παρατσούκλι του) εκείνη την περίοδο. Ο 30χρονος αμυντικός είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα δυο προηγούμενα χρόνια με επεμβάσεις στα γόνατα του και είχε μείνει για καιρό εκτός δράσης. Η κατάσταση του ήταν τόσο απελπιστική που λίγους μήνες πριν το Μουντιάλ ήταν χωρίς ομάδα, μια κατάσταση που τον έκανε να σκεφτεί μέχρι και να αποσυρθεί πρόωρα από το ποδόσφαιρο. Ο «Μυταράς» όμως ήταν πεπεισμένος πως ο σκληροτράχηλος και πεισματάρης Μπράουν μπορεί να βοηθήσει, έστω και ως αλλαγή του Πασαρέλα, και η πίστη του αυτή προερχόταν από το ότι ήξερε πολύ καλά τον παίκτη από το πέρασμα του από τον πάγκο της Εστουτιάντες. Για την ακρίβεια, ήταν αυτός που τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα το 1975 και αυτός που τον έκανε αρχηγό το 1983, τη χρονιά που μαζί πανηγύρισαν το πρωτάθλημα. Γνώριζε καλά πως ακόμα και χωρίς ομάδα, ακόμα και με προβληματικό γόνατο, ο Μπράουν δεν θα τον απογοήτευε αν χρειαζόταν να παίξει. Και δεν έπεσε έξω.

Μπορεί ο «Τάτα» να μη φημιζόταν για την τεχνική του κατάρτιση αλλά τη δουλειά του στα μετόπισθεν ήξερε να την κάνει αρκετά καλά. Δυνατός, ψύχραιμος, ικανός στο ψηλό παιχνίδι, με καλές τοποθετήσεις και εντυπωσιακές αντοχές, ο Μπράουν ξεπερνούσε τα ελαττώματα του με το πάθος και την αποφασιστικότητα του, ένα χαρακτηριστικό που είχε φανεί από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του. «Όταν πρωτοπήγα στην Εστουντιάντες ξυπνούσα από τις 5.20, έπαιρνα το λεωφορείο για τη Λα Πλάτα, που είναι 80 χλμ. μακριά, έκανα προπόνηση, επέστρεφα στις 11 στο σπίτι, έτρωγα μεσημεριανό και μετά πήγαινα κατ’ ευθείαν για δουλειά στην εφημερίδα που εργαζόμουν. Το βράδυ βέβαια ήμουν νεκρός» θυμάται ο ίδιος.

Όταν ο Μπιλάρδο τον κάλεσε στην αποστολή του Μουντιάλ, όλα τα ΜΜΕ της χώρας (που από τα αποτυχημένα προκριματικά είχαν βάλει στο στόχαστρο τους πάντες στην εθνική – μεταξύ αυτών και τον Μαραντόνα) έπεσαν να τον φάνε, κατηγορώντας τον πως κάνει χάρη στο άνεργο φιλαράκι του. Για να μην απογοητεύσει τον προπονητή του, ο «Τάτα» πέρασε τους τελευταίους τρεις μήνες πριν το τουρνουά κάνοντας 3 φορές την εβδομάδα προπόνηση μόνος του (αρκετές φορές στους δρόμους του Μπουένος Άιρες) και 3 φορές προπόνηση με μια τοπική ομάδα. Ακόμα και έτσι όμως, θεωρούσε δεδομένο πως πηγαίνει στο Μεξικό ως η ρεζέρβα του σπουδαίου Πασαρέλα, που είχε καπαρωμένη τη θέση. Μέχρι που έφτασε η μέρα της πρεμιέρας με τη Νότια Κορέα.

«O Πασαρέλα δεν ήταν καλά αλλά κανένας δεν μου το είχε πει. Λίγες ώρες πριν το πρώτο ματς πέτυχα τον Μπιλάρδο εκεί που τρώγαμε πρωινό. Με ρώτησε πως νιώθω και του απάντησα, χωρίς να το πολυσκεφτώ, ότι επιτέλους έφτασε η μεγάλη μέρα. Μιλούσα γενικά, για όλους μας. Τότε μου είπε «το ξέρεις ότι θα παίξεις σήμερα, ε;». Για λίγο πίστεψα ότι θα πεθάνω». Κάπως έτσι, από το πουθενά, ο δακτυλοδεικτούμενος Μπράουν βρέθηκε στην 11αδα και δεν ξαναβγήκε από αυτήν, αφού ο Πασαρέλα δεν κατάφερε να αναρρώσει από τον τραυματισμό του.

Για τους περισσότερους ανθρώπους στο Μουντιάλ εκείνο η Αργεντινή κατέβηκε με «τον Μαραντόνα και 10 άλλους». Κάπου εκεί μέσα, στους αδικημένους «10 άλλους» (που ανάμεσα τους εκτός των διάσημων Βαλντάνο και Μπουρουτσάγα, υπήρχαν αρκετοί καλοί παίκτες, με κάμποσους εθνικούς και ηπειρωτικούς τίτλους στο παλμαρέ τους), βρίσκεται και ο Χοσέ Λούις Μπράουν, που από τελειωμένος σακάτης, μετατράπηκε σε εκείνο το τουρνουά σε λίμπερο παγκόσμιας κλάσης, που κατάφερε να παίξει άλλα τρία χρόνια μπάλα σε ικανοποιητικό επίπεδο, βρίσκοντας συμβόλαια και στην Ευρώπη. «Όταν έφυγα από το σπίτι μου για το Μουντιάλ, εκεί ήταν για να με αποχαιρετήσουν μόνο η γυναίκα μου, τα παιδιά μου και ένας καλός φίλος. Όταν επέστρεψα, με περίμεναν από έξω δεκάδες άνθρωποι».

Ο ‘Τάτα’ δεν ήταν προικισμένος με κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, ούτε τα βρήκε όλα εύκολα στη ζωή του. Η μοίρα το έφερε έτσι όμως που στις 29 Ιουνίου του 1986 βρέθηκε να πανηγυρίζει πεσμένος στα γόνατα, μπροστά σε 115.000 ανθρώπους ένα γκολ σε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Η μοίρα όμως δεν σε πηγαίνει πουθενά μόνη της. Στα 28 δευτερόλεπτα που χρειάστηκε να μείνει εκτός αγωνιστικού χώρου για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, μετά από μια δυνατή διεκδίκηση της μπάλας με τον Ρουμενίγκε, ο Μπράουν – σαν γνήσιος Λατινοαμερικάνος αμυντικός (έστω και με σκωτσέζικες ρίζες) – το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως θα επιστρέψει στο ματς όσο πιο γρήγορα γινόταν. «Για να μειώσω τον πόνο έκανα μια μικρή τρύπα στη φανέλα και μέσω αυτής στήριζα το χέρι με το δάχτυλο μου» δήλωσε πρόσφατα σε ένα αφιέρωμα που τον έδειχνε να παίζει όλο το δεύτερο ημίχρονο με το δεξί χέρι σχεδόν κολλημένο πάνω στο σώμα.

«Κάθε φορά που πλησίαζα την πλάγια γραμμή έβλεπα τον Μπιλάρδο να με κοιτάει στα μάτια, περιμένοντας μάλλον να του ζητήσω αλλαγή. Δεν υπήρχε όμως τέτοια περίπτωση. Μόνο ως νεκρός θα έφευγα από τον αγωνιστικό χώρο».

Παίζοντας σε δύο γήπεδα την ίδια ημέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Στα αρκετά χρόνια παρουσίας του Σομπρέρο έχουμε μιλήσει για αρκετές κωμικοτραγικές καταστάσεις. Είδαμε παίκτες να παίζουν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε δύο αγώνες (και επίσης εδώ), αλλά και ομάδες να «παίζουν» σε άλλες ηπείρους χωρίς να το ξέρουν. Σήμερα, ήρθε η ώρα ίσως για το κορυφαίο (μέχρι το επόμενο) γραφικό γεγονός τέτοιου είδους. Την ημέρα που δύο ομάδες έπρεπε να παίξουν τόσο μεταξύ τους, όσο και ακόμα έναν αγώνα (έκαστη), με άλλον αντίπαλο σε μια άλλη χώρα. Καλά διαβάσατε. Ταξιδεύουμε στο 1997 και φυσικά πού αλλού; Στην Αργεντινή.

Τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς έγινε η κλήρωση για τη φάση των ομίλων του Κόπα Λιμπερταδόρες. Το σύστημα ήθελε σε κάθε όμιλο να παίζουν ομάδες από δύο χώρες. Έτσι, η κληρωτίδα έφερε στον πέμπτο όμιλο τις Ράσινγκ και Βέλεζ μαζί με δυο ομάδες από το Εκουαδόρ, τις Ελ Νασιονάλ και Εμελέκ. Στις 2 Μαρτίου και ώρα 2 το μεσημέρι η Ράσινγκ θα έπαιζε στο Κίτο με τη Νασιονάλ και στις 8 το βράδυ η Βέλεζ με την Εμελέκ στο Γκουαγιακίλ. Τίποτα το περίεργο θα πει κανείς, εκτός από το γεγονός ότι 2 Μαρτίου ήταν ημέρα Κυριακή, ημέρα περίεργη για διεθνείς διοργανώσεις.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Π.Ο. της Αργεντινής (γνωστή για διάφορες γραφικότητες) συνεδρίασε για το πρόγραμμα της Κλαουζούρα του 1997. Το παιχνίδι Ράσινγκ-Βέλεζ στο Ελ Σιλίντρο προέκυψε τη δεύτερη αγωνιστική και ορίστηκε την Κυριακή 2 Μαρτίου στις 5 το απόγευμα. Ναι, δεν διαβάσατε λάθος. Την ημέρα που κι οι δύο ομάδες θα βρίσκονταν στο Εκουαδόρ, έπρεπε να παίξουν στην Αργεντινή μεταξύ τους για το πρωτάθλημα. Παρά τα αιτήματα και των δύο συλλόγων, η Ομοσπονδία αρνήθηκε κάθε συζήτηση για αναβολή του αγώνα, σε στιλ «τότε εμείς τους είπαμε και αυτοί μας είπαν, αυτό ακριβώς, τίποτα άλλο».

Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να βλέπαμε τι θα γινόταν αν οι δύο σύλλογοι της Αργεντινής έπαιζαν εντός. Στιγμές όπου θα είχαμε οπαδούς να βλέπουν δυο σερί αγώνες, παίκτες να φεύγουν από το ένα γήπεδο για να πάνε στο άλλο και άλλα τέτοια γραφικά, δυστυχώς όμως χάθηκε αυτή η ευκαιρία. Το γεγονός ότι τα ματς ήταν στον Ισημερινό, δεν άφηνε πολλές επιλογές στους συλλόγους. Η Ράσινγκ που είχε ως στόχο το πρωτάθλημα αποφάσισε να ρίξει το βάρος εκεί. Στις 28 Φεβρουαρίου έπαιξε για το Λιμπερταδόρες στο Γκουαγιακίλ με την Εμελέκ και έφερε 2-2. Οι βασικοί αποχώρησαν για την Αργεντινή και οι αναπληρωματικοί έμειναν για το δεύτερο σερί ματς στο Εκουαδόρ. Μαζί τους κι ο προπονητής Κόκο Μπαζίλε που πρόλαβε και γριπώθηκε. Για να μην κολλήσει τη «βασική» ομάδα, έμεινε με τις ρεζέρβες που θα έπαιζαν στο Λιμπερταδόρες. Η Βέλεζ αντίθετα, έστειλε τη βασική της ομάδα στο Εκουαδόρ και κράτησε τις ρεζέρβες στο Μπουένος Άιρες.

Αριστερά ο Μέντσο Σααβέδρα έπαιζε στο Εκουαδόρ
Δεξιά οι συμπαίκτες του στην Αργεντινή

Έτσι λοιπόν, έφτασε η μεγάλη ημέρα. Στις 2 το μεσημέρι, ο Κόκο Μπαζίλε είδε τη Ράσινγκ υπό αφόρητη ζέστη, στο υψόμετρο του Κίτο να χάνει με 2-0. Όταν κάπου στο 2ο ημίχρονο έκανε την τελευταία του αλλαγή, με την είσοδο του Γιένες, ο Μπαζίλε έμεινε μόνος του στον πάγκο, χωρίς κανέναν δίπλα του. Λίγη ώρα μετά την ήττα,  ο βοηθός τού Μπαζίλε κατέβαζε τη βασική εντεκάδα στο Ελ Σιλίντρο κι η Ράσινγκ έπαιζε το 2ο παιχνίδι της ημέρας. Αυτή τη φορά κέρδισε με 2-0 τη Βέλεζ που είχε κι αυτή το βοηθό προπονητή της στον πάγκο, παρέα με τον τρίτο τερματοφύλακα και δυο πιτσιρικάδες. Οι οπαδοί της Ακαδημίας με ρεκόρ 1 νίκη-1 ήττα τελείωναν την ήμερα τους (άντε να το εξηγήσεις στην κοπέλα σου και να σε πιστέψει ότι γι’ αυτό δεν βγήκατε), αλλά οι οπαδοί της Βέλεζ μόλις είχαν αρχίσει.

Ρετρό γκολ και λάτιν μουσική

Ήταν η ώρα για το βραδινό ματς στο Γκουαγιακίλ. Με τους οπαδούς της ίσα ίσα να έχουν γυρίσει στο σπίτι τους από τον αγώνα του πρωταθλήματος και να ανοίγουν την τηλεόραση, η Βέλεζ αντιμετώπισε την Εμελέκ σε ένα ματς που τελικά έληξε 2-3. Οι Αργεντίνοι κατέβηκαν  με τον Τσιλαβέρτ στον τέρμα και μαζί του παίκτες όπως ο Μαουρίσιο Πελεγκρίνο και ο γνωστός μας από τον ΠΑΟΚ Πατρίσιο Καμπς. Ο Καμπς μάλιστα σκόραρε δυο φορές και ήταν αυτός που έδωσε τη νίκη. Τελικός απολογισμός και για τη Βέλεζ, 1 νίκη-1 ήττα.

Οι δυο ομάδες κατάφεραν τελικά να κερδίσουν στους θεσμούς που τους ένοιαζε περισσότερο, αλλά το μακροπρόθεσμο πλάνο τους απέτυχε. Η Βέλεζ βγήκε μεν 1η στον όμιλο, αποκλείστηκε όμως αμέσως μετά στους 16 από την Σπόρτινγκ Κριστάλ. Η Ράσινγκ προκρίθηκε ως τρίτη και τελικά έκανε καλύτερη πορεία, φτάνοντας ως τα ημιτελικά του Λιμπερταδόρες, όπου την άφησε εκτός η Κριστάλ. Το δε πρωτάθλημα που η Ράσινγκ είχε θεωρητικά ως στόχο κατέληξε στα χέρια της Ρίβερ. Η Ράσινγκ βγήκε μόλις 7η, ενώ η… αδιάφορη της δεύτερης αγωνιστικής Βέλεζ κατέκτησε την 5η θέση. Αν είχε κερδίσει εκείνο το ματς με τη Ράσινγκ θα μπορούσε να είχε βγει 2η. Ο όρος «χρειαζόμαστε μεγάλο ρόστερ» πήρε άλλη ερμηνεία μετά από εκείνη την ημέρα.

Το πρωτάθλημα στο οποίο οι σκόρερς είναι πραγματικοί φονιάδες

  [2 Σχόλια]

Λογικά δεν το ξέρετε αλλά το 2016 η Λίβερπουλ κατέκτησε τον τίτλο. Για να καταφέρει να σηκώσει την κούπα, στον τελικό επικράτησε της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 1-0. Το μοναδικό γκολ πέτυχε ο φονιάς Μπένον Λουγίμα, ο οποίος στον ημιτελικό είχε κάνει χατ-τρικ, παρά το γεγονός ότι παίζει ξυπόλητος (όπως ακριβώς κάποιοι συμπατριώτες του αρκετές δεκαετίες πριν). Η λέξη φονιάς στην προηγούμενη πρόταση δεν είναι κάποια κλασική δημοσιογραφική μεταφορά, που συνοδεύει συνήθως τους γκολτζήδες. Ο Μπένον εκτίει στη Λουζίρα ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.

Η φυλακή Λουζίρα βρίσκεται στην πρωτεύουσα Καμπάλα και είναι η μόνη φυλακή υψίστης ασφαλείας που έχει η Ουγκάντα. Μέσα σ’αυτήν μπορεί κανείς να βρει όλων των ειδών τα «λουλούδια» της χώρας. Από δολοφόνους, βιαστές και απαγωγείς, μέχρι αθώους ανθρώπους που έχουν συλληφθεί αλλά δεν έχουν καταδικαστεί και απλά περιμένουν τη δίκη τους, η οποία αρκετές φορές καθυστερεί να γίνει ακόμα και μερικά χρόνια.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Λουζίρα εντοπίζεται στους… αριθμούς. Το κτίριο σχεδιάστηκε για να φιλοξενήσει 500 κρατούμενους αλλά οι τελευταίες καταμετρήσεις βγάζουν πως οι έγκλειστοι είναι περίπου 3500! Αν σ’αυτό προστεθεί και το γεγονός ότι για τη φύλαξη τους υπάρχουν μόλις 100 δεσμοφύλακες, καταλαβαίνει κανείς ότι η ισορροπία εντός της φυλακής κρέμεται συνεχώς από μια κλωστή. Το 1993 οι φυλακισμένοι ξεσηκώθηκαν και η κατάσταση ξέφυγε τόσο που αναγκάστηκε να επέμβει ο στρατός, μια εξέγερση που άφησε πίσω της 2 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες.

Το 1999 όμως όλα άλλαξαν, όταν ανέλαβε επίτροπος της Υπηρεσίας Φυλακών ο Τζόζεφ Ετίμα, που εξ αρχής δοκίμασε μια νέα, πιο προοδευτική, προσέγγιση στο θέμα. Η φυλακή άνοιξε τις πόρτες της στον έξω κόσμο, επιτρέποντας σε διάφορες οργανώσεις και ιδρύματα (ανάμεσα τους ο ‘Ερυθρός Σταυρός’, η εκκλησία και πανεπιστήμια) να εμπλακούν στη φροντίδα των φυλακισμένων. Η αλλαγή ήταν θεαματική. Από επίκεντρο ταραχών η Λουζίρα έγινε μια από τις πιο προοδευτικές φυλακές της Αφρικής, με καθημερινά σχολεία που προσφέρουν σε όλους τους κρατούμενους από βασική εκπαίδευση και εργαστηριακά μαθήματα (ραπτική και ξυλουργική) μέχρι και πτυχίο, σε συνεργασία με τα τοπικά πανεπιστήμια. Κάπως έτσι, το ποσοστό υποτροπής των ανθρώπων που αποφυλακίζονται από εκεί είναι ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο.

Ανάμεσα στις διάφορες καθημερινές δραστηριότητες των φυλακισμένων (που ουσιαστικά λειτουργούν τη φυλακή μόνοι τους, σαν ένα μικρό χωριό, έχοντας οργανώσει ένα ολόκληρο δίκτυο παραγωγής και διανομής του φαγητού και των ειδών πρώτης ανάγκης), υπάρχει μια που ξεχωρίζει: το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Η ύπαρξη ενός τόσο οργανωμένου και πειθαρχημένου πρωταθλήματος μέσα σε μια φυλακή τέτοιου είδους είναι τόσο εντυπωσιακή που τα τελευταία χρόνια δημοσιογράφοι από διάφορα μέρη του κόσμου έχουν επισκεφτεί τη Λουζίρα, απλά και μόνο για να μελετήσουν αυτό το ιδιαίτερο εγχείρημα.

Όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες φυλακές του κόσμου, οι φυλακισμένοι έπαιζαν μπάλα στην αυλή εδώ και δεκαετίες. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όμως το 2003, όταν δημιουργήθηκε η UPSA, δηλαδή η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της φυλακής! Και κάπου εδώ ξεκινάνε τα ωραία. Δουλειά των μελών της UPSA (τα οποία βγαίνουν με εκλογές κάθε χρόνο και πρόεδρος τους αυτή την εποχή είναι ένας πρώην αστυνομικός που είναι μέσα για ανθρωποκτονία) είναι η οργάνωση και επίβλεψη του πρωταθλήματος, ο ορισμός διαιτητών, ο έλεγχος για την τήρηση των κανονισμών (υπάρχει ένα 30σελιδο τετράδιο στο οποίο είναι καθαρογραμμένοι) και η εύρεση εξωτερικών χορηγών που παρέχουν τα τρόπαια, τις μπάλες και ό,τι άλλο χρειάζεται ένα σωστό τουρνουά.

Αυτή τη στιγμή στη Λουζίρα υπάρχουν 10 επίσημα καταγεγραμμένες ομάδες, κάθε μια με τους οπαδούς της, με το καταστατικό της, τον πρόεδρο, τον προπονητή, έναν γραμματέα, ένα λογιστή και ένα ρόστερ που απαρτίζεται από 16 έως 25 παίκτες. Βλέποντας κανείς τα ονόματα τους (Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ, Λίβερπουλ, Άρσεναλ, Τσέλσι, Άστον Βίλα, Έβερτον, Νιούκαστλ, Μπαρτσελόνα, Γιουβέντους και Αμβούργο) αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αγαπάνε οι Αφρικανοί το αγγλικό ποδόσφαιρο, που μπήκε στα σπίτια τους χάρη στη δορυφορική τηλεόραση στις αρχές των 00s.

Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Γκόλντμπαλτ, της Γκάρντιαν, που επισκέφτηκε τη φυλακή πριν τρία χρόνια, 9 στους 10 φυλακισμένους υποστηρίζουν μια ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ, ενώ σχεδόν όλοι οι φρουροί είναι οπαδοί της Άρσεναλ (λογική απόρροια της επιτυχίας της ομάδας των «Invincibles» που είχε φτιάξει ο Βενγκέρ την προηγούμενη δεκαετία). Όπως θυμάται ο δημοσιογράφος: «Όσο ήμουν εκεί, κάθε μέρα με ακολουθούσε ένας νεαρός κρατούμενος με παρατσούκλι ‘Λευκός Άγγελος’, που ήθελε συνέχεια να συζητήσουμε τα τελευταία νέα της Άρσεναλ και της Τότεναμ, κάνοντας ερωτήσεις όπως: ‘Πιστεύεις ότι η μεταγραφή του Σολδάδο ήταν πεταμένα λεφτά;'»

Η ιστορία και τα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας παρουσιάζουν κι αυτά ενδιαφέρον. Η Λίβερπουλ, που είναι η πιο παλιά ομάδα στη φυλακή, δημιουργήθηκε κάπου στο 2000 από μια παρέα πρώην στρατιωτικών που το είχαν γυρίσει σε ένοπλες ληστείες. Χάρη στα λάφυρα που είχαν μαζέψει από αυτές, είχαν τη δυνατότητα εξ αρχής να αγοράζουν τους καλύτερους παίκτες, κάνοντας τους ‘κόκκινους’ μια από τις πιο δυνατές ομάδες της Λουζίρα. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ απ’την άλλη, ξεκίνησε ως ομάδα των περιθωριοποιημένων κρατούμενων, που συνήθως προέρχονταν από αγροτικές περιοχές.

Η Άστον Βίλα ξεκίνησε ως «Kitchen FC» (προφανώς γιατί ήταν η ομάδα των κρατούμενων που εργαζόταν στην κουζίνα της φυλακής), μετονομάστηκε σύντομα σε «Γερμανία» και τελικά κατέληξε στο σημερινό της όνομα όταν οι άνθρωποι της ανακάλυψαν ότι ελάχιστοι συμπαθούσαν τους Γερμανούς. Το Αμβούργο ξεκίνησε με το όνομα «Police FC», από κρατούμενους που ήταν πρώην αστυνομικοί, μετά έγινε Λιντς και όταν η ιστορική ομάδα πήρε την κάτω βόλτα και εξαφανίστηκε από την Πρέμιερ Λιγκ και τις τηλεοράσεις των κατοίκων της Ουγκάντα, απέκτησε το σημερινό της όνομα – αν και κάποιοι ρομαντικοί οπαδοί της εξακολουθούν να την αποκαλούν Λιντς. Οι άτυπες συνεργασίες μεταξύ των ομάδων δεν λείπουν κι έτσι το Αμβούργο θεωρείται «feeder club» της Γιουνάιτεντ και η Νιούκαστλ συνηθίζει να τροφοδοτεί με ταλέντα τη Λίβερπουλ.

Οι αντίπαλοι του τελικού του 2016, Λίβερπουλ και Γιουνάιτεντ, είναι κι αυτοί με τους περισσότερους οπαδούς. Και όπως συμβαίνει και στο κανονικό ποδόσφαιρο, οι οπαδοί είναι σημαντικοί και στη φυλακή. Εκτός από την αναμενόμενη υποστήριξη την ώρα των αγώνων, οι οπαδοί-κρατούμενοι προσφέρουν στην ομάδα με διάφορους τρόπους: Επιδιορθώνουν τα παπούτσια, βοηθάνε τους τραυματίες, φροντίζουν τις στολές και, το πιο σημαντικό όλων, χαρίζουν υλικά αγαθά και τρόφιμα στην ομάδα την περίοδο των μεταγραφών (το πρωτάθλημα είναι τόσο οργανωμένο που, όπως ακριβώς και η ΦΙΦΑ, έχει δυο περιόδους μεταγραφών) για να μπορέσει να προσελκύσει τους καλούς παίκτες.

Όπως καταλάβατε, λεφτά δεν υπάρχουν στο πρωτάθλημα αυτό. Οι παίκτες συνήθως δελεάζονται με εξτρά τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης ή άλλα αντικείμενα που μπορεί να τους φανούν χρήσιμα σε μια φυλακή και η UPSA είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο των μεταγραφών, ώστε να μην υπάρχουν εκβιασμοί και προτάσεις κάτω από το τραπέζι. Η ομάδα που κατακτάει τον τίτλο, εκτός από μια μικρή συμβολική κούπα, κερδίζει και πολύτιμα αγαθά για τα μέλη της: Από σαπούνια, οδοντόβουρτσες, ζάχαρη, ρύζι και τετράδια μέχρι μια ζωντανή κατσίκα!

Αν κάποιος δεν έχει εντυπωσιαστεί ήδη με όλη αυτή την περιγραφή, μπορεί να αναζητήσει και το 25λεπτο ντοκιμαντέρ του Vice (για την ώρα υπάρχει στο youtube αλλά σε χάλια ποιότητα), που είναι γεμάτο με ωραία πλάνα από τους ημιτελικούς και τον τελικό του 2016, πλάνα που τα βλέπεις και πιάνεις συνέχεια τον εαυτό σου να αναρωτιέται «πώς γίνεται να υπάρχει αυτό το πρωτάθλημα σε αυτό το μέρος».

Βλέποντας εικόνες από τα παιχνίδια μπορεί κάποιος να επιβεβαιώσει και την διαπίστωση των δημοσιογράφων που επισκέφτηκαν τη φυλακή, ότι το επίπεδο αρκετών παικτών είναι αναπάντεχα υψηλό, δεδομένων πάντα των συνθηκών. Επίσης, εντύπωση προκαλεί η έλλειψη εντάσεων και λογομαχιών, είτε μέσα στο γήπεδο, είτε γύρω απ’αυτό, κάτι που δεν περιμένεις να δεις σε ένα μέρος όπου συνωστίζονται εκατοντάδες εγκληματίες, αρκετοί εκ των οποίων βρίσκονται εκεί για φόνο. Ο σεβασμός για το παιχνίδι είναι τόσο μεγάλος που η συμπεριφορά όλων είναι άψογη. Για την ακρίβεια, είναι τόσο υποδειγματική που ακόμα και οι ελάχιστοι φύλακες την ώρα των αγώνων αφοσιώνονται στο ματς. Εντός των τεσσάρων γραμμών, η κόκκινη κάρτα τιμωρείται με 2 μήνες εκτός αγώνων, μια τιμωρία που κανένας δεν θέλει να υποστεί.

Το μικρό ντοκιμαντέρ κλείνει με μια εκπληκτική σκηνή που οι παίκτες και οι οπαδοί της νικήτριας Λίβερπουλ χοροπηδάνε και χορεύουν ευτυχισμένοι μέσα στις λάσπες, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του τίτλου υπό καταρρακτώδη βροχή, υπενθυμίζοντας μας για πολλοστή φορά πως όσο κι αν έχει εξελιχθεί και μεταλλαχθεί με τα χρόνια, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα όμορφο και απλό παιχνίδι που σε κάνει να ξεχνάς τα προβλήματα σου και την τραγική πραγματικότητα. Ακόμα κι αν είσαι έγκλειστος σε μια άθλια φυλακή κάπου στην ανατολική Αφρική.

Ραμόν Αγκίρε Σουάρες: Ο πιο σκληρός παίκτης της Αργεντινής

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Λατινικής Αμερικής υπήρχαν πολλοί σκληροί και βρώμικοι παίκτες. Ελάχιστοι όμως άφησαν το στίγμα τους όπως ο Ραμόν Αγκίρε Σουάρες. Από πιτσιρικάς στις Ακαδημίες της Εστουδιάντες Λα Πλάτα, αυτός κι οι συνομήλικοί του αποτέλεσαν μια φουρνιά που ξεχώρισε στις μικρές ομάδες και ο σπουδαίος προπονητής Οσβάλντο Ζουμπελντία ανέβασε αρκετούς στην πρώτη ομάδα, μεταξύ τους και τον αργό, αλλά δυνατό Σουάρες, τον κεντρικό αμυντικό που έψαχνε. Ο Ραμόν στα 18 του έκανε ντεμπούτο το 1966 σε μια από τις σημαντικότερες ομάδες και πιο μισητές ομάδες όλων των εποχών στο ποδόσφαιρο. Η Εστουδιάντες μερικούς μήνες αργότερα, κατακτούσε το πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο. Γινόταν ο πρώτος σύλλογος της Αργεντινής εκτός από τους «μεγάλους πέντε» που κατακτούσε πρωτάθλημα στη χώρα.

Ο «Νέγκρο» (εξαιτίας του σκούρου δέρματος) δεν χρειαζόταν να λέει πολλά. Έμπαινε στο γήπεδο για να κάνει τη δουλειά. Σε ψάρωνε με το ύφος του και αν δεν αρκούσε αυτό, προχωρούσε στο παρασύνθημα. Χρησιμοποιούσε οποιονδήποτε τρόπο για να σε σταματήσει. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι παίκτες της Εστουδιάντες είχαν μαζί τους βελόνες για να τσιμπάνε τους αντιπάλους. Για τον Σουάρες αναφέρεται ότι όταν χτυπούσε κάποιον αντίπαλο, πήγαινε σαν μετανιωμένος να δει με ενδιαφέρον τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και στα κρυφά του ζουπούσε το μάτι με το δάχτυλο. Στη συνέχεια τον σήκωνε όρθιο τραβώντας τον από το δέρμα κάτω από τις μασχάλες, κάτι που πιστέψτε με, πονούσε πολύ. Στα κόρνερ είχε στα χέρια του χώμα και το πετούσε στα μάτια του αντίπαλου τερματοφύλακα. Αν ο τερματοφύλακας φορούσε καπέλο (κάτι σύνηθες εκείνα τα χρόνια), του το κατέβαζε την τελευταία στιγμή για να μη βλέπει. Για τραβήγματα μαλλιών και αγκωνιές δεν χρειάζεται να πω κάτι, αυτά ήταν συνηθισμένα. Μέχρι πού είναι η αλήθεια και πού η λατινοαμερικάνικη υπερβολή δεν ξέρει κανείς. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι εκτός από το πρωτάθλημα του 1967, είχε και μια ακόμα πρωτιά, εκείνη των περισσότερων καρτών. Με τις τιμωρίες να μην είναι τόσο αυστηρές εκείνα τα χρόνια, ο Σουάρες και τα άλλα καλόπαιδα της Εστουδιάντες είχαν ουσιαστικά μια ασυλία εκ του συστήματος και την εκμεταλλεύονταν.

«Δεν έχω δει ξανά κάποιον σαν αυτόν, είναι σαν να βλέπεις έναν άνθρωπο των σπηλαίων που προστατεύει μέχρι θανάτου την περιοχή του»
– Ρομπέρτο Περφούμο, παίκτης της Ράσινγκ

Το Μετροπολιτάνο όμως ήταν μόνο η αρχή. Η Εστουδιάντες, μια ομάδα παικτών-εργατών, με ηγέτη τον Κάρλος Μπιλάρδο και πιο ποιοτικό παίκτη τον Χουάν Ραμόν Βερόν που λίγα χρόνια αργότερα θα έπαιζε στον Παναθηναϊκό, την αμέσως επόμενη χρονιά κατέκτησε το Κόπα Λιμπερταδόρες απέναντι στην Παλμέιρας. Πιο πολύ όμως και από τον τελικό, έχουν μείνει οι ημιτελικοί-εμφύλιοι με τη Ράσινγκ Κλουμπ. Η Εστουδιάντες είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα του ’67 απέναντί της και η κόντρα πέρασε κάθε όριο σε εκείνα τα ματς. Η πρόκριση κρίθηκε σε τρίτο παιχνίδι και ο Σουάρες αποβλήθηκε μαζί με τον Άλφιο Μπαζίλε, σε έναν καβγά που δημιούργησαν οι ίδιοι και στον οποίο συμμετείχαν και οι πάγκοι των ομάδων. Ο Σουάρες (πολύ πριν από τον Βίνι Τζόουνς) είχε πιάσει τα… καλαμπαλίκια ενός αντιπάλου, ο Μπαζίλε πήγε και του έκανε το ίδιο, ο επόπτης ενημέρωσε τον διαιτητή, οι δυο παίκτες αποβλήθηκαν και ένας τρομερός καβγάς ξέσπασε στο γήπεδο. Η τότε χούντα της Αργεντινής για να αντιμετωπίζει το ξύλο που έπεφτε είχε φτιάξει έναν νόμο που οι παίκτες πήγαιναν φυλακή για 30 μέρες σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Σουάρες, ο Μπαζίλε (και ακόμα δυο παίκτες που αποβλήθηκαν αργότερα) κατέληξαν στις γνωστές μας φυλακές του Ντεβότο. Μετά από την επιμονή των ομάδων, βγήκαν πριν εκτίσουν όλη την ποινή. Σε μια συνέντευξή του, ο Κόκο Μπαζίλε είχε πει ότι σε εκείνα τα παιχνίδια υπήρχαν πάντα αρκετά ασθενοφόρα και περιπολικά έξω από το γήπεδο για κάθε ενδεχόμενο.

Συλλεκτικές ομορφιές από τον ημιτελικό (προσέχουμε το φάουλ στα 7″ και τον παίκτη που «ανησυχεί» για τον αντίπαλό του), το πανέμορφο γκολ της πρόκρισης με ψαλιδάκι του μπαμπά Βερόν, ο Σουάρες το είδε από το κρατητήριο

Η Εστουδιάντες είχε γίνει πλέον μια από τις πιο αντιπαθείς ομάδες στους ουδέτερους. Έτσι, ο πρόεδρος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και οργάνωσε φιλικό με την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε. Αλλά τα φιλικά είναι για τα κοριτσάκια, όπως όλοι στην ομάδα ήξεραν. Ο Σουάρες κατάφερε και αποβλήθηκε ξανά, ενώ η ομάδα του έχασε με 4-2. Να υπενθυμίσουμε ότι τότε δεν είχαμε αποβολές για ψύλλου πήδημα, έπρεπε να γίνει κάτι δολοφονικό. Παρ’ ότι δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για τον συγκεκριμένο αγώνα, αναφέρεται ότι ο διαιτητής δήλωσε: «κανονικά έπρεπε να το διακόψω, αλλά λυπήθηκα όλους αυτούς τους φιλάθλους που ήρθαν στο γήπεδο».


Το θύμα του Σουάρες, Νέστορ Κομπέν

Οι «πιντσαράτας» κέρδισαν και τα δυο επόμενα Λιμπερταδόρες και όπως ήταν φυσικό έπαιξαν ακόμα δύο Διηπειρωτικά. Λίγους μήνες αργότερα, το ποδόσφαιρο της Αργεντινής θα ζούσε μια από τις πιο μαύρες σελίδες του, στη ρεβάνς του 3-0 του πρώτου αγώνα με την Μίλαν για το Διηπειρωτικό, όταν και έπεσε το ξύλο της αρκούδας. Ο Σουάρες από τα πρώτα λεπτά είχε κάνει τουλάχιστον δυο δολοφονικά φάουλ με τις τάπες. Το ρέκβιέμ του ήταν η αγκωνιά στο δύσμοιρο Γαλλο-αργεντινό Νέστορ Κομπέν που αποχώρησε με κάταγμα στη μύτη και το ζυγωματικό. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Σουάρες πήγε φυλακή και καθώς αυτή τη φορά η κατακραυγή ήταν διεθνής, εξέτισε όλη την ποινή μετά από απαίτηση του καθεστώτος, ενώ τιμωρήθηκε και με πέντε χρόνια απουσίας από διεθνείς αγώνες. Πολλές ευρωπαϊκές ομάδες αποφάσισαν να σταματήσουν τη συμμετοχή τους (ας μην ξεχνάμε ότι ο Παναθηναϊκός έπαιξε αντί του Άγιαξ δυο χρόνια αργότερα) στο θεσμό. Ένα ακόμα παράσημο του Σουάρες.


Από τα χρόνια στην Ισπανία

Ο κύκλος του Σουάρες στην Εστουδιάντες έκλεισε το 1971, με ένα πρωτάθλημα, τρία Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Επόμενος σταθμός του η Ισπανία και η Γρανάδα. Εκεί, βρέθηκε και πάλι στο στοιχείο του. Μαζί με τον επίσης σέντερ μπακ Παραγουανό Πέδρο Φερνάντες και τον Ουρουγουανό Χούλιο Μοντέρο Καστίγιο (πατέρα του Πάoλο Μοντέρο, σέντερ μπακ της Γιουβέντους), αποτέλεσαν τους λεγόμενους «Χασάπηδες της Γρανάδα» και όχι γιατί έκαναν μπάρμπεκιου με τις οικογένειές τους. Μια μικρή ομάδα που μόλις είχε ανέβει στην Α’ εθνική της Ισπανίας, μεταμορφώθηκε σε «φονέας των γιγάντων» (με έμφαση στο φονέας). Τη σεζόν 1971-72 κέρδισαν σε τέσσερις συνεχόμενες αγωνιστικές Μπιλμπάο, Μπαρσελόνα, Ρεάλ Μαδρίτης και Σεβίλλη. Το ξύλο που έπεφτε ήταν ανελέητο. Σε χρόνια που οι κίτρινες έβγαιναν με μεγάλη δυσκολία, ο Σουάρες τις μάζευε σαν στραγάλια. Οι «Χασάπηδες» έκαναν μέχρι και «σκετσάκι», κάνοντας ότι μαλώνουν και πλακώνονται μεταξύ τους για να τρομάζουν οι αντίπαλοι. «Το να παίζεις στη Γρανάδα, είναι σαν να πηγαίνεις στον πόλεμο» είχε πει ο Ασένσι της Μπάρτσα, ενώ ο συμπαίκτης του Τσάρλι Ρέσακ είχε πει: «τι τυχεροί οι ταύροι που δεν περνούν αυτά που περνάμε εμείς σε αυτό το γήπεδο». Ο ντι Στέφανο είχε ανοίξει πόλεμο με τη Γρανάδα ως προπονητής της Βαλένθια τότε, αφού είδε σε δυο διαδοχικές σεζόν, δυο παίκτες του να τραυματίζονται από τον Σουάρες και να πηγαίνουν στο νοσοκομείο. Ο δεύτερος με διπλό κάταγμα στο πόδι του. Ο Κάρλος Σαντιγιάνα της Ρεάλ που έφαγε μια αγκωνιά στο σαγόνι, έμεινε έξω για καιρό. Πολλοί προπονητές φύλαγαν τους καλούς τους παίκτες όταν έπαιζαν με τη Γρανάδα, όπως π.χ. τον Κρόιφ. Την πρώτη σεζόν του Σουάρες, η Γρανάδα δεν έχασε κανένα παιχνίδι εντός, βγήκε έκτη και οριακά έμεινε εκτός Ευρώπης.

Χαρακτηριστική για τους «Χασάπηδες» έχει μείνει η ιστορία του Αμάνθιο Αμάρο, ενός εμβληματικού παίκτη της Ρεάλ, κάτι σαν τον Κριστιάνο της εποχής. Ο Φερνάντες σε ένα παιχνίδι τού είχε κάνει δολοφονικό τάκλιν στο καλάμι και ξεκίνησε βεντέτα. Δυο χρόνια μετά, στο Μπερναμπέου, Φερνάντες και Σουάρες είχαν εκνευρίσει τον Αμάρο με συνεχείς κλωτσιές και σε κάποια φάση ο τελευταίος έριξε μια κλωτσιά από πίσω στον Φερνάντες που οδήγησε σε γενική σύρραξη. Ο Φερνάντες τότε του είπε: «Αν ξαναπατήσεις στη Γρανάδα, θα σε σκοτώσω». Πράγματι, τις επόμενες δύο σεζόν ο Αμάρο έμεινε στη Μαδρίτη. Την τρίτη χρονιά όμως θεώρησε ότι το θέμα θα είχε ξεχαστεί (άνθρωποι είμαστε βρε αδερφέ) και έτσι συνάντησε ξανά τον Φερνάντες. Η συνέχεια επί της οθόνης, κάντε υπομονή μέχρι το τέλος, αξίζει:

«Δεν ήταν εσκεμμένο. Τέτοια χτυπήματα συμβαίνουν»
(αληθινά λόγια του Φερνάντες σε συνέντευξή του το 2011)

Ο Αμάρο είδε τον τετρακέφαλό του να διαλύεται, οι γιατροί (αφού έκαναν καμιά κατοσταριά ράμματα) είπαν ότι τέτοια ζημιά την είχαν δει μόνο σε ταυρομάχο που έπεσε πάνω του ταύρος με τα κέρατα. Το θύμα ουσιαστικά σταμάτησε το ποδόσφαιρο μετά από αυτό το χτύπημα. Ο Φερνάντες τιμωρήθηκε για 15 αγωνιστικές και σαράντα χρόνια περίπου μετά ακόμα λέει με παράπονο ότι ήταν από τους πρώτους που τιμωρήθηκαν χάρη στο βίντεο. Ο δε Αμάρο είχε κάνει την αμίμητη δήλωση: «‘Ήμουν τυχερός που δεν σηκώθηκα μετά το χτύπημα γιατί από πάνω μου ήταν ο Σουάρες». Σε ένα άλλο ματς, ο μπαμπάς Μοντέρο είχε πει στον Αργεντίνο «Μπαμπίνο» Βέιρα την εξής ατάκα: «Μπαμπίνο, σήμερα παίξε στα πλάγια» «Γιατί;» «Γιατί το κέντρο θα είναι Βιετνάμ».

Μετά τη Γρανάδα, ο Σουάρες πήγε στη Σαλαμάνκα και τελικά έκλεισε την καριέρα του στην Λανούς. Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, έγινε καθηγητής φυσικής αγωγής σε σχολείο. Το σπίτι του δεν έμοιαζε με αυτά των περισσότερων βετεράνων ποδοσφαιριστών. Δεν είχε φωτογραφίες, μετάλλια, ποδοσφαιρικά σουβενίρ. «Δεν είμαι νοσταλγικός. Μας έβαλαν την ταμπέλα του αντι-ποδοσφαίρου, ότι χρησιμοποιούσαμε καρφίτσες, ότι πετούσαμε χώμα στα μάτια των αντιπάλων. Τίποτα δεν ήταν αλήθεια. Ήταν όλα εφευρέσεις των δημοσιογράφων». Αν και δεν πείθει κανέναν, στα επόμενα λόγια είχε δίκιο. «Ήμασταν πρωτοπόροι. Κάναμε καλοκαιρινή προετοιμασία σαν κανέναν άλλον. Προπόνηση με χαλάζι, με βροχή. Ανάλυση τακτικής στον πίνακα. Κομπίνες στα στημένα. Ξέραμε τον κανονισμό τέλεια και πώς να τον εκμεταλλευτούμε. Παίξαμε πρώτοι το οφσάιντ και έλεγαν ότι είναι αντιποδοσφαιρικό, αλλά μετά μας ακολούθησαν». Ο Ραμόν Αλμπέρτο Αγκίρε Σουάρες, ο ψηφισμένος ως πιο σκληρός ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Αργεντινής, πέθανε σε ηλικία 68 ετών στις 29 Μαΐου του 2013, το πιο γνήσιο τέκνο μιας διαφορετικής ποδοσφαιρικής εποχής.

Όταν στη Νιούκαστλ έπαιζαν ξύλο μεταξύ τους

  [12 Σχόλια]

Είναι γνωστό ότι το Νιούκαστλ είναι ένας «άλλος κόσμος». Μια ομάδα με ένα από τα πιο πιστά κοινά στην Αγγλία, ένα από τα γήπεδα που προκαλούν δέος και εδώ και πολλά χρόνια παίκτες που απογοητεύουν με τρόπους που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί. Είτε αγωνιστικά, είτε εξωαγωνιστικά. Μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις που έζησαν οι Τζόρντις εκεί στα βόρεια, ήταν στις 2 Απριλίου του 2005. Το κακό ξεκίνημα της ομάδας (ακόμα ένα) έφερε την απόλυση του Μπόμπι Ρόμπσον κατά τον Σεπτέμβριο. Οι οπαδοί της την περασμένη σεζόν είχαν ως στόχο το Τσάμπιονς Λιγκ, τελικά η ομάδα βγήκε στο ΟΥΕΦΑ και η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Ο Ρόμπσον δεν συμφωνούσε με αρκετές κινήσεις της διοίκησης (όπως π.χ. την απόκτηση του ελεύθερου Πάτρικ Κλάιφερτ) και πλήρωσε το μάρμαρο στο ξεκίνημα της νέας χρονιάς.

Στο Νιούκαστλ πάντως, καλό είναι να περιμένεις πάντα τα χειρότερα. Ο Γκρέιαμ Σούνες ανέλαβε την ομάδα και παρά το αρχικό καλό ξεκίνημα η πορεία δεν ήταν η αντίστοιχη στο πρωτάθλημα. Μοναδική παρηγοριά, η πορεία στο ΟΥΕΦΑ.  Την άνοιξη, η Νιούκαστλ έκανε ένα καλό σερί αήττητο, απέκλεισε με δύο νίκες τον Ολυμπιακό στους 16 και ο κόσμος επιτέλους αναθάρρησε. Μέχρι που ήρθε το ματς με την Άστον Βίλα. Η ατμόσφαιρα ήταν πανηγυρική, καθώς ο τεράστιος Άλαν Σίρερ δήλωσε ότι θα συνεχίσει για ένα χρόνο ακόμα και το κοινό του Σεντ Τζέιμς(ιζ) Παρκ που περίμενε την έκτη σερί εντός έδρας νίκη είχε κέφια. Αυτά κόπηκαν από νωρίς, καθώς το ματς στράβωσε γρήγορα, όταν ο Χουάν Πάμπλο Άνχελ άνοιξε το σκορ εκμεταλλευόμενος την κακή αμυντική συμπεριφορά του Ζαν Αλέν Μπουμσόνγκ.

Οι γηπεδούχοι πίεσαν, αλλά μετά από ένα λάθος του Νίκι Μπατ στο κέντρο ο Τέιλορ έκανε χέρι για να σώσει το γκολ. Πέναλτι, αποβολή και 0-2 από τον Γκάρεθ Μπάρι. Λίγα λεπτά αργότερα, νέο πέναλτι και 0-3 από τον Μπάρι. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά όμως, οι παίκτες της Νιούκαστλ είχαν και ένα μεγάλο φινάλε για τους 52.000 οπαδούς τους. Με το παιχνίδι να παίζεται και τη Νιούκαστλ των 10 παικτών να επιτίθεται, όλοι είδαν έντρομοι τους Λι Μπόιερ και Κίερον Ντάιερ όχι να διαφωνούν, όχι να μαλώνουν, αλλά να παίζουν μπουνιές μεταξύ τους, λες και βρίσκονταν σε κάποια παμπ. Σίρερ, Μπάρι και διάφοροι άλλοι έτρεξαν να τους χωρίσουν.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Κίερον Ντάιερ σε συνέντευξή του αποκάλυψε την πλήρη ιστορία. «Είχαμε την μπάλα, με πλησίασε αλλά εγώ έδωσα αλλού την πάσα. ‘Δώσε μου την μπάλα’ μου είπε. Εγώ του απάντησα ότι δεν έδωσα λάθος πάσα, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί μου το έλεγε. Πέντε λεπτά αργότερα ήρθε πάλι προς το μέρος μου, αλλά εγώ ξαναέδωσα αλλού πάσα. Ξαναπλησίασε και μου είπε ‘Δεν μου δίνεις ποτέ πάσα’ για να πάρει την απάντηση: ‘Ο λόγος που δεν σου δίνω πάσα είναι γιατί βασικά είσαι σκατά’. Αρχίσαμε να βριζόμαστε και τότε ήταν που τρελάθηκε.»

Η όλη φάση θυμίζει σκηνικό σε σχολείο, καθώς ο Μπόιερ είπε «Τι είπες;», ο Ντάιερ απάντησε «Αυτό που άκουσες» και τελικά ο Μπόιερ άρχισε να πλησιάζει απειλητικά το συμπαίκτη του. «Όσο με πλησίαζε πίστευα ότι θα με σπρώξει ή θα με τραβήξει. Αυτός άρχισε τις μπουνιές και σκεφτόμουν να του πω, πρέπει να κάνεις λίγα βάρη γιατί αυτές δεν είναι σοβαρές μπουνιές. Επίσης σκεφτόμουν ότι δεν γίνεται να το κάνει αυτό μπροστά σε 50 χιλιάδες κόσμο. Δεν ήξερα ότι μπορούσες να αποβληθείς επειδή μάλωνες με συμπαίκτη (σ.Σ. πόσο θεούλης είσαι ρε Ντάιερ) και μου προκάλεσε έκπληξη όταν είδα την κόκκινη κάρτα. Τον περίμενα στο τούνελ για να συνεχίσουμε, αλλά είχαμε δυο θηριώδεις φυσιοθεραπευτές που μας αγκάλιασαν και μας σήκωσαν ψηλά. Ήταν σαν τα καρτούν, που τα πόδια σου κουνιούνται πέρα δώθε στον αέρα».

Θέλετε να τα πάρω;

Η ιστορία συνεχίστηκε μετά τον αγώνα, όταν ήρθαν κι οι υπόλοιποι, με τον Σίρερ να τους κράζει και με τον ιδιοφυή Μπουμσόνγκ να τους προτείνει να συνεχίσουν στα αποδυτήρια για να τελειώσουν αυτό που άρχισε. Ο Σούνες τους είπε ότι αν συνεχίσουν, θα μπει κι ο ίδιος για να τους δείρει και τους δύο. Η εικόνα του Λι Μπόιερ (που έχει αυτά τα αγγλικά μούτρα σαν να είναι 2ος ρόλος στο Trainspotting ή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι) με σκισμένη τη φανέλα σαν τουρίστας στον Λαγανά, είναι αντιπροσωπευτική για τη σύγχρονη ιστορία του συλλόγου. Οι παίκτες πάντως τα βρήκαν στη συνέχεια, ζήτησαν κάποιες συγγνώμες και μάλιστα ήταν ξανά συμπαίκτες στην Γουέστ Χαμ.

Η σεζόν πάντως της Νιούκαστλ πήρε την κάτω βόλτα μετά από εκείνο το 0-3. Λίγες μέρες αργότερα αποκλείστηκε στην Πορτογαλία από την Σπόρτινγκ με 4-1 και τρεις μέρες αργότερα έχασε από τη Γιουνάιτεντ στον ημιτελικό του FA Cup με το ίδιο σκορ. Στο πρωτάθλημα κατέληξε 14η. Όσο για τον Λι Μπόιερ μετά από μια μεγάλη καριέρα στη Λιντς και μια όχι τόσο μεγάλη σε άλλες ομάδες, ασχολείται με το ψάρεμα στη Γαλλία. Όχι δεν είναι κάποιο λογοπαίγνιο, όπως βλέπετε και στη φωτογραφία είναι η αλήθεια.

Το Μουντιάλ του 1934, η Ιταλία και τα νέα γραφεία της ΕΠΟ

  [3 Σχόλια]

Το πρώτο παγκόσμιο κύπελλο το 1930 δεν είχε τόσες συμμετοχές. Το δύσκολο ταξίδι προς την Ουρουγουάη απέτρεψε πολλές χώρες να συμμετέχουν. Οι ημέρες περνούσαν και καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν δήλωνε συμμετοχή. Οι δε Άγγλοι, που όπως και τώρα, νόμιζαν ότι ήταν πολύ καλοί για τα μούτρα των υπολοίπων και δεν ήταν μέλη της ΦΙΦΑ, αρνήθηκαν την ειδική πρόσκληση που τους έγινε. Τελικά μέσω και πολιτικών πιέσεων το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία (για τη συμμετοχή της οποίας υπάρχει και η πολύ καλή ταινία Μοντεβιδέο) έκαναν το μακρινό ταξίδι.

Τέσσερα χρόνια τα πράγματα είχαν αλλάξει αρκετά. Οι ενδιαφερόμενοι αυτή τη φορά αυξήθηκαν, αλλά και πάλι όμως υπήρχαν προβλήματα. Η Ουρουγάη (που τελικά κατέκτησε στο σπίτι της το πρώτο Μουντιάλ) ως διαμαρτυρία για τους Ευρωπαίους που δεν έκαναν το ταξίδι, αποφάσισε να μην κατέβει. Το ίδιο έκαναν κι οι Άγγλοι γιατί είναι Άγγλοι και η ΦΙΦΑ τους μύριζε. Μάλιστα, το μέλος της Αγγλικής Ομοσπονδίας Τσαλς Σάτκλιφ είχε πει το εξαιρετικό: «Η Αγγλία, η Σκωτία, η Ουαλία και η Ιρλανδία έχουν το δικό τους Διεθνές Πρωτάθλημα που προσωπικά μου φαίνεται πολύ καλύτερο παγκόσμιο πρωτάθλημα από αυτό που θα γίνει». Τελικά 36 χώρες δήλωσαν συμμετοχή για μια διοργάνωση που θα γινόταν στην Ιταλία μία χώρα που είχε τον Μουσουλίνι να κάνει κουμάντο. Στη ΦΙΦΑ τότε προφανώς δεν ήταν τόσο πονηροί όπως τώρα που θέλουν να κάνουν Μουντιάλ με 150 χώρες και αποφάσισαν να κάνουν για πρώτη φορά προκριματικά, ώστε να μείνουν τελικά 16 ομάδες.

Τα προκριματικά του 1934 έδιναν 12 θέσεις στην Ευρώπη, 3 στη Ν. Αμερική και 1 σε Ασία και Αφρική. Μια ιδιαιτερότητα όμως ήταν ότι για πρώτη και μοναδική φορά, ο διοργανωτής έπρεπε να παίξει προκριματικά. Οι Ιταλοί που είχαν επενδύσει πολλά πάνω στο Μουντιάλ της χώρας τους (και οικονομικά, αλλά κυρίως ψυχολογικά για το φασιστικό τους καθεστώς) δεν ήθελαν να χάσουν την ευκαιρία. Το σύστημα ήταν απλό και συνάμα παρανοϊκό. Έγιναν διάφορα γκρουπ με 2 και 3 ομάδες. Γιατί δεν έγιναν απευθείας διπλοί αγώνες παντού ή γιατί δεν μάζεψαν παραπάνω τα γκρουπ ώστε να είναι όλα με τον ίδιο αριθμό κανείς δεν ξέρει. Το γεγονός πάντως είναι ότι στο 3ο… γκρουπ η διοργανώτρια Ιταλία κληρώθηκε με την καημένη την Ελλαδίτσα μας. Αν κρίνουμε από τα χρήματα που είχε διαθέσει η Ιταλία για να αναλάβει τη διοργάνωση (και την απόσυρση της Σουηδίας ως υποψήφιας), οι φήμες που λένε ότι η κλήρωση ήταν κατά παραγγελία για την Ιταλία, μπορεί να μην έχουν άδικο.

Έτσι λοιπόν, την 25η Μαρτίου του 1934 η εθνική Ελλάδος κατέβηκε στο Σαν Σίρο του Μιλάνου για το δύσκολο έργο απέναντι στην Ιταλία. Η ανωτερότητα των Ιταλών ήταν καταφανέστατη στο χορτάρι και οι ελληνικές εφημερίδες της εποχής μιλούσαν (ως συνήθως) για πίστη χάρη στην ελληνική δύναμη της ψυχής, την κλεφτουριά, το φιλότιμο (που μαζί με το κέφι όπως όλοι ξέρουμε τα βρίσκεις μόνο στην Ελλάδα). Κανείς δεν φανταζόταν βέβαια ότι όλα αυτά θα ίσχυαν σε μεγάλο βαθμό σε έναν πόλεμο μερικά χρόνια αργότερα. Εκείνη την ημέρα πάντως, οι παίκτες του προπονητή Απόστολου Νικολαΐδη δεν μπορούσαν να τα βάλουν με τους Ιταλούς. Η 11αδα που κατέβηκε είχε ονόματα όπως ο Γραμματικόπουλος, ο Νικηφόρος Βικελίδης, ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος και ο αρχηγός Κουράντης.

Σαν να βλέπεις παλιά ταινία…

Η εθνική άντεξε περίπου 40′, αλλά τελικά υπέκυψε με 4-0 (με τον Μεάτσα που αργότερα θα έδινε το όνομά του στο γήπεδο) να σκοράρει δύο φορές. Το σκορ φυσικά ήταν καταδικαστικό για τη ρεβάνς, αλλά μη νομίζετε ότι ήταν καμία απίστευτη ξεφτίλα. Η Ισπανία είχε βάλει 9 στην Πορτογαλία, η Αυστρία 6 στη Βουλγαρία, η Σουηδία 6 στην Εσθονία και πάει λέγοντας. Αυτό που όμως ήταν η πραγματική ντροπή, ήταν όσα ακολούθησαν για το 2ο αγώνα. Ο επαναληπτικός αγώνας της Αθήνας δεν έγινε ποτέ. Η ΕΠΟ πιστή από τότε στις παραδόσεις της, δέχτηκε μία… επιχορήγηση από τους Ιταλούς της τάξεως των 50.000 λιρετών και με αυτά τα χρήματα έφτιαξε τα γραφεία της, ως αντάλλαγμα να μη γίνει ο αγώνας. Οι Ιταλοί δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα μετά το 4-0, αλλά η συμφωνία είχε γίνει ήδη από τις συζητήσεις μεταξύ των δύο Ομοσπονδιών για τη διοργάνωση των αγώνων, πριν την 25η Μαρτίου. Ο αγώνας δεν έγινε, η Ιταλία κατέκτησε στη συνέχεια το πρώτο της Μουντιάλ και η Ελλάδα μαζί με την Πολωνία ήταν οι μόνες ομάδες (των ομίλων των 2) που δεν κατέβηκαν για ρεβάνς. Εμείς τουλάχιστον κάναμε γραφεία όμως…

Το ρεπορτάζ για τα κόλπα της ΕΠΟ θα μπορούσε να είναι άνετα του 2017
(Πηγή φωτογραφίας: fractalart.gr)

Η μέρα που ο Ρονάλντο και ο Μπατιστούτα έπαιξαν μαζί

  [2 Σχόλια]

«Είναι τόσο διαφορετικοί που θα μπορούσαν να παίξουν μαζί. Θα συνέθεταν ένα απίστευτο δίδυμο. Ο Μπατιστούτα έχει τη δύναμη και την ακρίβεια. Όσο για τον Ρονάλντο, δεν έχω ξαναδεί κάποιον τόσο γρήγορο με τη μπάλα στα πόδια. Θα ταίριαζαν τέλεια. Αν έπαιζαν μαζί θα προκαλούσαν πανωλεθρία».

Οι παραπάνω σκέψεις ανήκουν στον μεγάλο Πάολο Ρόσι. Βρισκόμαστε στον Σεπτέμβρη του 1997, ο Ρονάλντο κλείνει εκείνες τις μέρες τα 21 του και τα πόδια του, εκτός από πολύ γρήγορα, είναι ακόμα γερά. Είναι ακόμα μικρός αλλά δεν έχει καμία σχέση με τους περισσότερους «ταλαντούχους πιτσιρικάδες» που έχει δει το ποδόσφαιρο. Έχει μόλις πάρει μεταγραφή από τη Μπαρτσελόνα για την Ίντερ και βρίσκεται ακόμα στο στάδιο προσαρμογής στο ιταλικό ποδόσφαιρο.

Ένα ποδόσφαιρο το οποίο ξέρει πολύ καλά ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, ο οποίος διανύει την 7η χρονιά του στη Φλωρεντία, στην οποία ήδη λατρεύεται σαν μικρός Θεός. Ο Αργεντινός έχει κλείσει τα 28 και παρ’ ότι η Φιορεντίνα δεν πρωταγωνιστεί στο πρωτάθλημα, ο ίδιος σπάνια τελειώνει μια σεζόν με λιγότερα από 20 γκολ.

Προχωράμε λίγους μήνες μπροστά. Είναι 4 Δεκεμβρίου και όλη η προσοχή είναι στραμμένη στη Μασσαλία, εκεί που γίνεται η κλήρωση των ομίλων του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Γαλλίας. Η μέρα όμως δεν περιλαμβάνει μόνο την κλασική διαδικασία της κλήρωσης. Βλέποντας τις 32 ομάδες της διοργάνωσης, κάποιος μέσα στη ΦΙΦΑ έχει μια περίεργη ιδέα: «Γιατί να μην διοργανώσουμε κι ένα φιλικό με παίκτες από όλες τις χώρες;» Και κάπως έτσι γεννιέται το «Ευρώπη Vs Υπόλοιπος Κόσμος».

Η λογική είναι απλή: Κάθε χώρα που συμμετέχει στο Μουντιάλ θα δώσει έναν παίκτη. Από τη μια πλευρά θα είναι οι 15 Ευρωπαίοι (συν ένας από το Ιράν, για να συμπληρωθεί 16αδα) και από την άλλη 16 παίκτες από τις ομάδες του υπόλοιπου πλανήτη. Στους πάγκους θα κάτσουν οι νικητές των δυο τελευταίων Μουντιάλ. Σ’αυτόν της Ευρώπης ο Γερμανός Φράντς Μπεκενμπάουερ και στην άλλη πλευρά ο Βραζιλιάνος Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα. Η επιλογή των παικτών φυσικά δεν είναι καθόλου εύκολη, ειδικά με τον περιορισμό του ενός παίκτη από κάθε χώρα. Στην αποστολή της Ευρώπης ξεχωρίζουν ο Ζιντάν, ο Κοστακούρτα, ο Ιέρο, ο Μπαλάκοφ, ο Κλάιφερτ, ο Ινς και ο Μπόκσιτς. Στην ομάδα των υπολοίπων υπάρχει ο Κανού, ο Νακάτα και ο Ναιμπέτ. Στο θέμα της ατομικής ποιότητας με μια πρώτη ματιά η ζυγαριά γέρνει για τα καλά από τη μια πλευρά. Όλα αλλάζουν όμως όταν βλέπεις το επιθετικό δίδυμο των μη Ευρωπαίων: Ρονάλντο Λουίς Ναζάριο ντε Λίμα και Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα.

Για πρώτη φορά δυο από τους καλύτερους επιθετικούς του πλανήτη εκείνη την εποχή (και, φυσικά, όχι μόνο εκείνη την εποχή) και οι δυο καλύτεροι επιθετικοί που έχει βγάλει η Βραζιλία και η Αργεντινή, θα παίξουν συμπαίκτες. Κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο δίδυμο και ως «cheat» του παιχνιδιού, χωρίς ποτέ κανείς να τολμήσει να τον πει υπερβολικό. Η προσμονή γι’αυτή την ιδιαίτερη συνεργασία είναι μεγάλη και για το λόγο αυτό περισσότεροι από 38.000 Γάλλοι αψηφούν την παγωνιά και πηγαίνουν στο ‘Βελοντρόμ’ για να δούνε ένα φιλικό παιχνίδι.

Οι Ευρωπαίοι θα ξεκινήσουν καλύτερα το παιχνίδι και θα προηγηθούν 1-0 αλλά κάπου εκεί το «Φαινόμενο» θα αποφασίσει να πάρει το ματς στα σοβαρά. Θα ακολουθήσουν άμεσα 3 ασίστ, εκ των οποίων οι δυο με προορισμό τον Μπατιστούτα, και 2 ατομικά γκολ (το δεύτερο μάλιστα με τον πολυαγαπημένο του τρόπο: προσπερνώντας και τον τερματοφύλακα) και κάπως έτσι το ημίχρονο θα λήξει με τους «Rest of the world» να βρίσκονται μπροστά με το εμφατικό 5-1. Στην επανάληψη οι δυο προπονητές θα κάνουν πολλές αλλαγές, Ρονάλντο και «Μπατιγκόλ» θα αντικατασταθούν, ο Ζιντάν θα βρει τρόπο να χριστεί κι αυτός σκόρερ και το παιχνίδι θα λήξει τελικά με 5-2.

Στο τέλος εκείνης της σεζόν η Ίντερ θα τερματίσει 2η και η Φιορεντίνα 5η. Ο Αργεντινός θα τελειώσει τη χρονιά με 21 γκολ, ο Βραζιλιάνος στην πρώτη του σεζόν στην Ιταλία θα φτάσει τα 25. Στο Μουντιάλ που ακολούθησε ο ‘Ζιζού’ πήρε την εκδίκηση του και με το παραπάνω. Παρά την αποτυχία των ομάδων τους, Ρονάλντο και Μπατιστούτα βρέθηκαν και σ’αυτή τη λίστα των Top Scorers, πετυχαίνοντας 4 και 5 γκολ αντίστοιχα, μένοντας πίσω μόνο από τον Σούκερ που έβαλε 6.

Ένα χρόνο μετά το φιλικό στη Μασσαλία, τον Δεκέμβρη του 1998, μια ομάδα με παίκτες από όλο τον κόσμο προσκλήθηκε να δώσει ένα παιχνίδι με την εθνική Ιταλίας στο ‘Ολίμπικο’, στη γιορτή για τα 100 χρόνια της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Οι επίλεκτοι αυτή τη φορά είναι πραγματικά επίλεκτοι, έχοντας από το κέντρο και μπροστά τους Ζιντάν, Ρούι Κόστα, Γουεά, Μπατιστούτα και Ρονάλντο και στον πάγκο τους Σούκερ, Σάλας και Μπίρχοφ. Με τον Ρονάλντο στο χόρτο, οι Ιταλοί βρίσκονται νωρίς πίσω στο σκορ με 1-2. Τα γκολ των επίλεκτων έχουν βάλει ο Γουέα και ο Μπατιστούτα. Μετά την πρόωρη αλλαγή του Βραζιλιάνου, κάπου στο μισάωρο, οι γηπεδούχοι παίρνουν μπρος και φτάνουν σε ένα θριαμβευτικό 6-2.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που Ρονάλντο και Μπατιστούτα έπαιξαν συμπαίκτες. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα γινόταν αν μια ομάδα αγόραζε και τους δυο. Έχοντας απολαύσει πάντως τον καθένα ξεχωριστά και βλέποντας και τα δείγματα από τα λίγα λεπτά που έπαιξαν συμπαίκτες αντιλαμβάνεται κανείς ότι η λέξη «πανωλεθρία» που χρησιμοποίησε ο Πάολο Ρόσι είναι μάλλον μια πολύ καλή επιλογή για να περιγράψει αυτό που λογικά θα συνέβαινε στις αντίπαλες άμυνες.

Αεροπλάνα, λεωφορεία και δανεικές φανέλες

  [Καθόλου σχόλια]

Σε μια χώρα που περίπου τα 13 από τα 40 εκατομμύρια των κατοίκων της βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Μπουένος Άιρες, είναι λογικό και στο πρωτάθλημά της οι περισσότεροι σύλλογοι να είναι από εκεί.  Όταν πάρθηκε η (κωμική) απόφαση να γίνει ένα πρωτάθλημα με 30 ομάδες, μία από τις δικαιολογίες ήταν και το να εκπροσωπηθούν κι άλλα μέρη της Αργεντινής στην Α’ Εθνική. Ένα από αυτά κι η επαρχία Τουκουμάν, η μικρότερη της Αργεντινής, κάπου στα βορειοδυτικά της χώρας. 1300 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, το Σαν Μιγκέλ είχε ελάχιστες φορές τη χαρά να δει την αρχαιότερη ομάδα του, την Ατλέτικο Τουκουμάν στην 1η κατηγορία. Η Τουκουμάν, που ιδρύθηκε το 1902, κατάφερε πέρσι να συμμετέχει στο πρωτάθλημα των 30 ομάδων (ή αλλιώς γνωστό και ως «είδα φως και μπήκα»). Δεν μπήκε όμως απλά, έκανε μια ονειρική χρονιά και πήρε την 3η θέση στο 2ο όμιλο του πρωταθλήματος, κάνοντας ταυτόχρονα όνειρα για να παίξει πρώτη φορά στο Λιμπερταδόρες.

Η Αργεντινή βγάζει έξι ομάδες στη διοργάνωση, τις τέσσερις πρώτες του πρωταθλήματος, την κυπελλούχο και μία ακόμα. Η πέμπτη συνολικά στη βαθμολογία ήταν η Τουκουμάν. Ένα εισιτήριο για το Λιμπερταδόρες, μπορεί να μην έχει τα χρήματα του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά είναι μια τεράστια ευκαιρία για κάθε σύλλογο.  Με τους κανονισμούς όμως να αλλάζουν συχνά, οι «μεγάλοι» θεώρησαν την μικρή Ατλέτικο ως εύκολο θύμα και πήγαν να την πετάξουν έξω. Αρχικά ήταν η Ιντεπεντιέντε αυτή που ήθελε μπαράζ με την Ατλέτικο, καθώς είχε βγει 3η στον 1ο όμιλο και το θεωρούσε δίκαιο (παρ’ ότι είχε 3 βαθμούς λιγότερους στη συνολική βαθμολογία). Κάπου εκεί μπήκε στην κουβέντα κι η Ράσινγκ που ζητούσε να βγει η ομάδα με τον καλύτερο συντελεστή promedio (μ.ο. βαθμών ανά αγώνα), που χρησιμοποιείται κυρίως για τον υποβιβασμό. Μαντεύετε ποια ομάδα τον είχε; Φυσικά η Ράσινγκ. Η αποθέωση ήταν όταν εμφανίστηκαν ομάδες που ζητούσαν το εισιτήριο να δοθεί στο επόμενο πρωτάθλημα (2016-17) χωρίς να έχει λήξει. Πρότειναν όποια ομάδα θα ήταν πιο μπροστά στις 31 Δεκεμβρίου του 2016 να πάρει και το έκτο εισιτήριο.


Οι περήφανοι… Τουκουμάνοι βγήκαν στους δρόμους για το 6ο εισιτήριο

Ο πρόεδρος της Τουκουμάν, έχοντας την προκήρυξη του πρωταθλήματος (και το δίκαιο) μαζί του, βγήκε στην αντεπίθεση, ενώ κι οι οπαδοί κατέβηκαν στους δρόμους της πόλης. Όταν είσαι μια ομάδα με σκάρτες δέκα παρουσίες στην Α’ Εθνική και τόσο μακριά από τα κέντρα αποφάσεων, πρέπει να κυνηγάς ακόμα και τα αυτονόητα. Τελικά, κατά τα μέσα Οκτωβρίου, η Ατλέτικο δικαιώθηκε από την Ομοσπονδία και σφράγισε το διαβατήριο.

Η κλήρωση έφερε στα προκριματικά αντίπαλο την Ελ Νασιονάλ από το Εκουαδόρ. Το κατάμεστο Μονουμεντάλ Χοσέ Φιέρο έζησε το 1-0 μόλις στο 1ο λεπτό της συνάντησης, η συνέχεια δεν ήταν όμως ιδανική. Πρώτα ο μέγας γκολεαδόρ-παστελωτής Φέλιξ Μπόρχα (ναι, ΑΥΤΟΣ ο Μπόρχα) πήδηξε σαν την κόμπρα μετά από γιόμα σε πλάγιο και ισοφάρισε κι αργότερα η Ελ Νασιονάλ ισοφάρισε ξανά για το τελικό 2-2.

Εκτός από το σκορ, ήταν και τα 2800 μέτρα υψόμετρο του Κίτο που έκαναν τη ρεβάνς δύσκολη. Η διοίκηση αποφάσισε η ομάδα να πάει τελευταία στιγμή, ώστε οι παίκτες να επηρεαστούν το λιγότερο δυνατό από την έλλειψη οξυγόνου. Η Ατλέτικο έφτασε στο Γκουαγιακίλ του Εκουαδόρ, αλλά εκεί άρχισαν τα προβλήματα. Ενώ ήταν να πετάξει στις τρεις το μεσημέρι για το Κίτο, η απογείωση καθυστερούσε και τελικά οι αρχές απαγόρευσαν την πτήση, με τη δικαιολογία ότι η αεροπορική εταιρεία δεν είχε άδεια για πτήσεις τσάρτερ στο Εκουαδόρ.

Οι πανικόβλητοι άνθρωποι της Ατλέτικο βρήκαν άλλη αεροπορική εταιρεία και μια πτήση που έφευγε… 40 λεπτά πριν την έναρξη του αγώνα. Όσοι ήταν πιο χρήσιμοι (προπονητής και παίκτες) μπήκαν στο αεροπλάνο και όσοι δεν χωρούσαν έμειναν πίσω, μεταξύ τους και 88 φίλαθλοι που θα έπαιρναν επόμενη πτήση. Την ίδια στιγμή, άλλοι φίλοι της Τουκουμάν, είχαν εγκλωβιστεί στο Περού αφού το ταξιδιωτικό τους γραφείο τα θαλάσσωσε. Αυτοί δυστυχώς δεν βρήκαν λύση.

«Παιδιά στην άκρη, έχουμε ματς»

Πίσω στο Κίτο, η Ελ Νασιονάλ συμφώνησε να μετατεθεί ο αγώνας για 45 λεπτά (όσο ορίζει ο κανονισμός), αλλά ούτε λεπτό παραπάνω. Με ώρα έναρξης τις 21.15, το αεροπλάνο προσγειώθηκε στις 21.30. Την στιγμή που ο πρόεδρος της Ελ Νασιονάλ δήλωνε ότι έπρεπε να τηρηθεί ο κανονισμός, ο προπονητής ότι «θα περιμένουν 5-10 λεπτά ακόμη» (λες και ήταν ματσάκι 5Χ5) και οι παίκτες της ότι θέλουν να περιμένουν, ο πρέσβης της Αργεντινής, περιπολικά και άντρες του στρατού συνόδευαν το λεωφορείο της Τουκουμάν που πήγαινε σφαίρα για να προλάβει τη σέντρα.

Κατά τις 22.10 το λεωφορείο έφτασε στο γήπεδο, οι παίκτες με τα παπούτσια στο χέρι, ετοιμάζονταν στα γρήγορα και όρθιοι, αλλά υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Οι φανέλες δεν είχαν φτάσει. Για καλή τύχη της Ατλέτικο Τουκουμάν, τις ίδιες μέρες στο Κίτο βρισκόταν η εθνική U20 της Αργεντινής για το πρωτάθλημα Ν. Αμερικής και έτσι δανείστηκε τις φανέλες της. Οι παίκτες της Τουκουμάν ένιωσαν διεθνείς για τα καλά, φόρεσαν αλμπισελέστε εμφανίσεις, στις 22.38 βγήκαν στο χορτάρι και με 5′ ζέσταμα το ματς ξεκίνησε περίπου 1,5 ώρα μετά την κανονική του ώρα.

Οι ταλαιπωρημένοι παίκτες της Τουκουμάν, με άλλα ονόματα και άλλες φανέλες κυριάρχησαν στο χορτάρι και κατάφεραν να κάνουν την ανατροπή. Ένα γκολ του Φερνάντο Σαμπέδρι (του οποίου η φανέλα έγραφε Λαουτάρο Μαρτίνες) στο 63΄έγραψε το τελικό 0-1 και οι παίκτες πανηγύρισαν με τους ηρωικούς εκδρομείς, πολλοί εκ των οποίων είχαν κάνει οδικώς το ταξίδι των 4.600 χιλιομέτρων που κράτησε πέντε μέρες. Ο προπονητής Πάμπλο Λαβαγιέν σε κατάσταση ευφορίας δήλωνε ότι όλα οφείλονται στους παίκτες και υπονόησε ότι πίσω από το φιάσκο με το αεροπλάνο ήταν η Ελ Νασιονάλ (Σημείωση: η αεροπορική εταιρεία επέμενε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με την άδειά της, ενώ η Ελ Νασιονάλ είναι η ομάδα του στρατού του Εκουαδόρ) για να κλείσει δείχνοντας τον ουρανό και λέγοντας «Ο Θεός είναι δίκαιος». Δυστυχώς δεν ήταν δίκαιος για έναν 24χρονο φίλαθλο της Ατλέτικο με καρδιακά προβλήματα που από την αγωνία του δεν άντεξε και έφυγε από τη ζωή περίπου στο 15′ του αγώνα, ενώ έβλεπε το ματς στο Τουκουμάν.

Η φοβερή υποδοχή στη ρεβάνς με την Τζούνιορ

Στην επόμενη φάση η Ατλέτικο κληρώθηκε με την Ατλέτικο Τζούνιορ από την Κολομβία και μετά από την ήττα με 1-0 εκτός έδρας (για την οποία κάποιοι φίλαθλοι έκαναν πάνω από 7.000 χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο από το Τουκουμάν), κατάφερε στη ρεβάνς με ένα εξαιρετικό 1ο ημίχρονο να κερδίσει 3-1 και να προκριθεί για πρώτη φορά στην ιστορία της στη φάση των ομίλων του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η Πλατεία Ανεξαρτησίας γέμισε από τους κυανόλευκους οπαδούς που πανηγύρισαν την τεράστια πρόκριση σε έναν όμιλο με την Παλμέιρας, τη Χόρχε Βίστελρμαν και την Πενιαρόλ. Οι ελπίδες της μικρούλας Ατλέτικο Τουκουμάν για πορεία στο Λιμπερταδόρες είναι λίγες, αλλά όταν έχει ξεπεράσει τόσες αναποδιές, το λιγότερο που δικαιούται είναι να διασκεδάσει με την ψυχή της αυτή τη συμμετοχή. Μαζί με τον πιστό της κόσμο που έχει γράψει χιλιάδες χιλιόμετρα.

Πέρα από τα γκολ και τους τίτλους

  [2 Σχόλια]

Στα 12 του ο Λι Τζόνσον ήταν σαν ένα οποιοδήποτε φυσιολογικό παιδί. Πήγαινε σχολείο, οι δάσκαλοι έλεγαν ότι θα έχει λαμπρό μέλλον και πήγαινε στο γήπεδο να δει την αγαπημένη του ομάδα την Έβερτον. Κάπου εκεί στην κεντρική κερκίδα του Γκούντισον έκανε όνειρα. «Αυτό θέλω να κάνω, θα ήθελα να δουλεύω στο ποδόσφαιρο κάποια μέρα» σκεφτόταν, βλέποντας τους Μπλε στο γήπεδο, βλέποντας την ιεροτελεστία στις εξέδρες. Η ζωή του όμως πήρε άλλη πορεία. Εκείνη την περίοδο άρχισε να μαθαίνει το αλκοόλ, αλλά και τα ναρκωτικά.

«Φαινόμουν ένα κανονικό παιδί 12-13 χρονών. Ξεκίνησα με ελαφριά, αλλά αυτά έφεραν και τα υπόλοιπα. Οι γονείς μου, οι δάσκαλοι, οι φίλοι μου δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Κάπνιζα χόρτο, μετά έπαιρνα LSD, μετά ecstasy και παράλληλα έπινα. Όταν στα 15-16 άρχισαν τα πιο σκληρά, δεν μπορούσα να το κρύψω πλέον. Έφευγα από το σπίτι συχνά και στο τέλος κατέληξα σε χόστελς για άστεγους νέους. Άρχισα να πουλάω ναρκωτικά. Η ηρωίνη δεν έγινε απλά μέρος της ζωής μου, ήταν η ζωή μου». Όπως λέει κι ο ίδιος στο παρακάτω βίντεο, έμαθε την ηρωίνη στα 16 του και μια σχέση εξάρτησης ξεκίνησε. Μια σχέση στην οποία ο Λι κέρδιζε μερικές στιγμές φτιαξίματος, αλλά έχανε όλα τα άλλα. Ήταν άστεγος, χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά, μακριά από την οικογένειά του. Κοιμόταν δίπλα σε κάδους, σε στάσεις λεωφορείων και σε εσοχές σε πόρτες. Ο χειμώνας στο Λίβερπουλ δεν είναι παιχνιδάκι. «Νιώθεις άρρωστος, ξυπνάς και είσαι παγωμένος. Δεν κρυώνεις απλά, είναι κάτι πολύ παραπάνω, νιώθεις να έχουν παγώσει τα κόκαλά σου».

Η ιστορία του Λι Τζόνσον από τον ίδιο (με έντονη scouse προφορά)

Στα 30 του πλέον δεν ήταν πιτσιρικάς και κανείς δεν δεχόταν να τον φιλοξενήσει. Ο Λι έμενε στους δρόμους. Τα δυο μοναδικά μελήματα ήταν να βρει κάτι να φάει και να βρει ναρκωτικά. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο. Η ζωή του Λι θα ήταν ακόμα μία ιστορία κάποιου ανθρώπου που δεν μάθαμε ποτέ, αν δεν πήγαινε στο κέντρο Whitechapel, μια φιλανθρωπική οργάνωση για τους άστεγους του Λίβερπουλ. Αρχικά βρήκε κάπου να μένει, αποφάσισε κι ο ίδιος ότι δεν υπήρχε άλλη λύση από το να κόψει τα ναρκωτικά και στη συνέχεια άρχισε να συμμετέχει κι ο ίδιος ως εθελοντής.  Εκεί γνώρισε τους ανθρώπους της Έβερτον, μια που η αγαπημένη του ομάδα συμμετέχει ενεργά στην συγκεκριμένη οργάνωση. Ο Λι έπαιξε μπάλα με την ομάδα του Whitechapel κόντρα στους μικρούς της Έβερτον και καθώς ήταν καθαρός για αρκετό καιρό,  έγινε εθελοντής στο πρόγραμμα της Έβερτον για ανθρώπους που πάσχουν από άνοια. Αυτό ήταν η αρχή.

Πήρε δίπλωμα προπονητή και κοουτσάρει ανθρώπους σαν αυτόν στην ποδοσφαιρική ομάδα του Whitechapel. Επειδή ακριβώς τα έχει ζήσει όλα, ξέρει πολύ καλά τι νιώθουν οι ίδιοι, πώς πρέπει να τους προσεγγίσει. Παράλληλα είναι ξεναγός στις επίσημες τουρνέ που γίνονται στο Γκούντισον Παρκ και βοηθάει και σε άλλες φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες της ομάδας του. Το βασικότερο ίσως, ξανάφτιαξε τη σχέση του με την οικογένειά του. Το Δεκέμβριο που μας πέρασε, τιμήθηκε από την αγαπημένη του ομάδα για την προσφορά του, μαζί με αρκετούς «συνοπαδούς» του που βοηθούν κι αυτή την τοπική κοινωνία. Ήταν μια έκπληξη για τον ίδιο,  καθώς θεωρεί ότι αυτός χρωστάει στο σύλλογο και όχι το αντίστροφο.

«Κοιτάζοντας τα πράγματα, η αλήθεια είναι ότι η αγαπημένη μου ομάδα ήταν αυτή που μου έσωσε τη ζωή. Οι άνθρωποι της Έβερτον με έκαναν να σταθώ στα πόδια μου. Δεν νομίζω ότι θα το κατάφερνε κάποιος άλλος. Δεν αγαπώ πολλά πράγματα, αλλά η Έβερτον είναι ένα από αυτά και τελικά έκανε τη διαφορά».

Ο προπονητής της U23, εθελοντής στο Whitechapel

Με τον αριθμό των αστέγων στη Βρετανία να έχει φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και μια εξαετία (πάνω από 4000 άνθρωποι κοιμούνται κάθε βράδυ έξω), η ανάγκη για μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία είναι τεράστια. Η Έβερτον συνεχίζει με την πρωτοβουλία της «Everton in the Community» να βοηθάει τον κόσμο και να προσπαθεί να δημιουργήσει νέες περιπτώσεις σαν του Λι που εδώ και 5 χρόνια είναι καθαρός και προσφέρει. Το Νοέμβριο, ο προπονητής της U23 και παλιός ιστορικός σέντερ μπακ της ομάδας Ντέιβιντ Άνσγουορθ πήρε την ομάδα του και κοιμήθηκαν ένα βράδυ (μαζί με αρκετούς ακόμα εθελοντές) στο Γκούντισον Παρκ. Όχι μόνο για να δουν οι μικροί το πόσο δύσκολο είναι να κοιμάσαι χωρίς μια στέγη από πάνω σου, αλλά για να μαζέψουν και χρήματα για τους άστεγους. Στόχος είναι να συγκντρωθούν περίπου 200 χιλιάδες λίρες, ώστε ο σύλλογος να αγοράσει ένα σπίτι κοντά στο γήπεδο που θα μπορεί να φιλοξενεί αστέγους 16 με 23 ετών. Θρύλοι του συλλόγου όπως ο Ντάνκαν Φέργκιουσον βοηθούν οικονομικά, ενώ και μερικοί από τους ταλαντούχους παίκτες όπως ο Τομ Ντέιβις προσφέρουν εθελοντικά. Μακριά από τα εισιτήρια για το Τσάμπιονς Λιγκ, τις κούπες, τις μεταγραφές, τις νίκες και τις ήττες, το ποδόσφαιρο πρέπει να επιβεβαιώνει τον ορισμό του ως «κοινωνικό φαινόμενο», προσφέροντας στις κοινωνίες από τις οποίες συντηρείται και το ίδιο.

Όταν ο Όλι γνώρισε τον Σάμι

  [10 Σχόλια]

Ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα δίδυμα στην ιστορία του ποδοσφαίρου ήταν αυτό μεταξύ των Όλιβερ Καν και Σάμουελ Κουφούρ. Δύο φαινομενικά ασύμβατοι τύποι που πέρασαν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους υπερασπιζόμενοι το μηδέν στην εστία της Μπάγερν Μονάχου, έγιναν το σήμα κατατεθέν των Βαυαρών στα μετόπισθεν. Ο θηριώδης, μόνιμα νευριασμένος Γερμανός βγαλμένος από τα χειρότερα αντιμνημονιακά στερεότυπα και τους παιδικούς εφιάλτες και ο συναισθηματικός Γκανέζος  με τις έντονες αντιδράσεις, τη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό και τις τραβηγμένες διαμαρτυρίες.

Διάφορες τρέλες του Καν και κυρίως το γκολ με το χέρι και η αποβολή

Οι καριέρες και των δύο είναι γεμάτες περίεργα στιγμιότυπα. Ο Καν με τις συμπεριφορές του στα ματς με την Ντόρτμουντ, έτοιμος να κατασπαράξει τους αντιπάλους, αλλά και το fair play με τον Κανιθάρες στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Βαλένθια. Και φυσικά το γκολ με τις γροθιές (!) σε ένα ματς με τη Χάνσα Ρόστοκ. Ο Μάρκους Μερκ του βγάζει την κάρτα, ο Καν αποβάλλεται και όλοι αναρωτιούνται «τι διάολο σκεφτόταν ο Όλι;». Προσέχουμε ότι ο πρώτος που πάει να διαμαρτυρηθεί είναι φυσικά ο Κουφούρ και αυτός που φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα για τα τελευταία δευτερόλεπτα είναι ο Τάρνατ.

Το προσέχουμε γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν καινούριο. Δυο χρόνια πριν, η Μπάγερν αντιμετώπιζε την Άιντραχτ, όταν ο Σάμι Κουφούρ συγκρούστηκε με τον Καν. Ο Καν έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε στο χορτάρι κι η Μπάγερν έκανε αναγκαστική αλλαγή με τον αιώνιο αναπληρωματικό Μπερντ Ντρέχερ να μπαίνει μέσα. Ο Ντρέχερ σε 10 χρόνια στην Μπάγερν είχε 13 συμμετοχές συνολικά, κατατάσσοντάς τον στην κατηγορία των αργόμισθων. Όπως ήταν λογικό, είχε σκεβρώσει στον πάγκο και σε μια έξοδό του, έσπασαν τα άλατα, γύρισε το γόνατό του και τραυματίστηκε σοβαρά. Η Μπάγερν αναγκάστηκε να παίξει 30 λεπτά με τον Τάρνατ στο τέρμα (φορώντας φανέλα που ήταν 3-4 νούμερα μεγαλύτερη), με τον χαφ της να κάνει μια απίστευτη απόκρουση αυτοθυσίας (το πλάνο πίσω από την εστία δείχνει το μεγαλείο της). Παρά το αριθμητικό μειονέκτημα και τον Τάρνατ στα γκολπόστ, η Μπάγερν γύρισε το ματς. Ισοφάρισε με τον Έλμπερ και ήταν τελικά ο Κουφούρ με κεφαλιά στο 83′ που έδωσε τη νίκη με 1-2. Ο Γκανέζος με το γκολ αυτό λυτρώθηκε για το χτύπημά του στον Όλι. Η ομάδα του Μονάχου κατέκτησε τελικά το πρωτάθλημα, σε ισοβαθμία με την καημένη Μπάγερ Λεβερκούζεν, και σίγουρα η απόκρουση του Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ έπαιξαν μεγάλο ρόλο.

Η γονατιά του Σάμι, ο Ντρέχερ, η απίστευτη απόκρουση Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ

Καν και Κουφούρ όμως ήταν πρωταγωνιστές σε ακόμα ένα περίεργο γεγονός. Βγαλμένοι από αμερικάνικη κωμωδία με χαρακτήρες αντιθέσεων (κάτι σαν το Φονικό Όπλο) ή όπως διάβασα κάπου, σαν ένα λιοντάρι που βρίσκει ένα απροστάτευτο παπάκι και το υιοθετεί (και όλοι ξέρουμε ποιος είναι ο Καν στη συγκεκριμένη παρομοίωση), η σχέση τους πήγε σε άλλο επίπεδο σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για το Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Καν και πάλι χτύπησε από μία σύγκρουση με τον Άντι Κόουλ (δυστυχώς παρά τις προσπάθειες δεν βρέθηκε βίντεο), σωριάστηκε κάτω και δεν φαινόταν να αντιδρά. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά για τον Σάμουελ Κουφούρ που δεν μπορούσε να περιμένει τους γιατρούς και πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Έπεσε κατάχαμα και έκανε το φιλί της ζωής στον Όλι. Ακόμα θυμάμαι να βλέπω το παιχνίδι στην τηλεόραση και να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις παρακολουθήσει. Τελικά, ο Καν επέζησε και οι δυο τους συνέχισαν το παιχνίδι και την παράλληλη πορεία τους.

Ο Κουφούρ ήταν λεβεντιά

Ο Όλι κι ο Σάμι ήταν δύο άνθρωποι που δεν κρατούσαν μέσα τους αυτά που ένιωθαν. Απλά ο ένας το έβγαζε συνήθως με οργή και θυμό και ο δεύτερος με άλλους τρόπους. Η προσωπικότητα του Κουφούρ ήταν αποτέλεσμα των παιδικών του χρόνων. Όπως έχει πει σε συνέντευξή του, ζούσε δύσκολα στο σπίτι με την μητέρα του και τις τρεις αδερφές του. Ήταν ένα κλασσικό κακό παιδί που για να μπορέσει να βγάλει χρήματα έγινε λούστρος και αργότερα έμπορος μαριχουάνας. Το πάθος του όμως ήταν το ποδόσφαιρο. Όταν πλέον ξεχώρισε και κλήθηκε στην εθνική Κ17 είχε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Δεν είχε παπούτσια. Η μητέρα του αναγκάστηκε να πουλήσει την τηλεόραση του σπιτιού και να πει στις αδερφές του ψέματα για να μπορέσει ο μικρός Σάμι να ακολουθήσει το όνειρό του. Εκ του αποτελέσματος έπραξε σωστά.

Ο Κουφούρ έγινε «κουλτ» είδωλο στο Μόναχο με κάτι τέτοια

Ο Κουφούρ έκλεισε την καριέρα του με έξι πρωταθλήματα, μερικά κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ, ένα Διηπειρωτικό (στο οποίο ο Κουφούρ σε ένα πολύ ζόρικο ματς απέναντι στην Μπόκα σκόραρε και έδωσε τη νίκη για να μάθει ότι την επόμενη μέρα ξεπούλησαν όλες οι φανέλες της Μπάγερν στο Μπουένος Άιρες από οπαδούς της Ρίβερ που ακόμα τον μνημονεύουν) και πολλές προσωπικές διακρίσεις. Μέχρι την τελευταία του ποδοσφαιρική στιγμή έπαιζε με το ίδιο πάθος, αντιμετώπιζε το κάθε ματς σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Έβγαζε τη χαρά του (όπως στο τραγούδι για τον τίτλο παραπάνω), την αγωνία του (όπως στο φιλί στον Καν) και την λύπη του στον υπερθετικό βαθμό με χαρακτηριστικό παράδειγμα το παρακάτω βίντεο. Τραυματίας στο 89′ βγαίνει έξω, ο διαιτητής δεν του δίνει την άδεια να μπει, αλλά αυτός το κάνει. Παίρνει τη 2η κίτρινη, αποβάλλεται και εκεί αρχίζει ένα ψυχόδραμα «why, why».

Ο Σάμι κάνει μια σκηνή από το Αποκάλυψη Τώρα

Η εικόνα του στον χαμένο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Γιουνάιτεντ, να χτυπάει απαρηγόρητος το χορτάρι με δύναμη έχει περάσει στο πάνθεον των στιγμών των τελικών του θεσμού. Ο Κουφούρ έμαθε από μικρός να ζει με τις δυσκολίες και συνέχισε να τις αντιμετωπίζει. Όπως όταν το 2003 έχασε την 8χρονη κόρη του που πνίγηκε σε πισίνα. Το ξεπέρασε όπως δήλωσε με την πίστη του στον Θεό και συνέχισε χωρίς να το βάζει κάτω. Μη νομίζετε βέβαια ότι αφού κρέμασε τα παπούτσια του ηρέμησε. Πριν από 2 χρόνια, στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής ως σχολιαστής πλέον, εξέφρασε τη σιγουριά του για τη νίκη της Γκάνας. «Πείτε στους παραγωγούς να φέρουν κουρέα. Αν δεν κερδίσουμε θα ξυρίσω το κεφάλι μου» είχε δηλώσει. Η συνέχεια;

Ούτε φυσικά ξεχνάει την αγαπημένη του Μπάγερν. Εδώ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013 που ως σχολιαστής πετάει από πάνω του κάθε ίχνος αντικειμενικότητας και γίνεται οπαδός:

Η Μπάγερν έχει και τώρα έναν σούπερ τερματοφύλακα, έχει και τώρα καλούς αμυντικούς. Αυτό το πηγαίο συναίσθημα όμως που είχε εκείνα τα χρόνια με το δίδυμο του Καν και του Κουφούρ δεν το ξαναπέτυχε. Πριν λίγες μέρες η μητέρα του Σάμι Κουφούρ έφυγε από τη ζωή. Χάρη σε αυτή τη γυναίκα και τη θυσία της να πουλήσει την τηλεόραση (που σε μια φτωχή οικογένεια στο Κουμάσι της Γκάνας είναι κάτι σαν θησαυρός) είχαμε εμείς την τύχη να μάθουμε αυτόν τον εξαιρετικό αμυντικό, ο Καν να βρει το έτερόν του ήμισυ και να ζήσουμε μια σειρά στιγμών με όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Η ομορφιά του να επιλέγεις το δύσκολο δρόμο

  [2 Σχόλια]

Λίγο πριν από το φινάλε της «Άγριας συμμορίας», μια συμμορία κοινών εγκληματιών που μόλις έχει κάνει το τελευταίο καλό ‘χτύπημα’ πριν την απόσυρση, καλείται να πάρει μια μεγάλη απόφαση, όταν ένα από τα μέλη της μπλέκει με τον Μεξικανό διεφθαρμένο στρατηγό που οργάνωσε αυτό το τελευταίο χτύπημα: Ή θα παρατήσουν τον συνεργάτη τους, θα χωριστούν και θα πάρει ο καθένας το δρόμο του, έχοντας εξασφαλίσει το μέλλον του, ή θα αδιαφορήσουν για τις ανέσεις της νέας ζωής που ανοίγεται μπροστά τους και θα υπερασπιστούν τον φίλο τους γνωρίζοντας ότι πηγαίνουν προς έναν σίγουρο θάνατο.

Η ταινία του τεράστιου Σαμ Πέκινπα, από το μακρινό 1969, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το καλύτερο γουέστερν όλων των εποχών για αμέτρητους λόγους, που σχετίζονται με το σενάριο, τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και την εξαιρετική και αντισυμβατική σκηνοθεσία. Αλλά αυτό που το ανυψώνει και το μετατρέπει σε διαχρονικό αριστούργημα που ξεφεύγει από τα στενά όρια του κλασικού αμερικάνικου γουέστερν βρίσκεται ακριβώς σ’αυτή τη στιγμή της μεγάλης επιλογής.

Εκεί που τέσσερις πραγματικά κακοί τύποι, τέσσερις κλέφτες και δολοφόνοι που δεν έχουν τίποτα ηρωικό πάνω τους, τέσσερις τύποι που δεν είναι καν φίλοι με την κλασική έννοια, τέσσερις τύποι που σε οποιαδήποτε άλλη χολιγουντιανή ταινία θα ήταν οι κακοί της υπόθεσης, αποφασίζουν πως όλα τα υλικά αγαθά και όλες οι προοπτικές μιας άνετης και ωραίας ζωής, τα οποία και κυνηγούσαν τόσο καιρό με πάθος, δεν αξίζει να τοποθετηθούν πάνω από την αξιοπρέπεια τους. Και το αποφασίζουν χωρίς φιλοσοφικές αναλύσεις, δακρύβρεχτους κινηματογραφικούς μονολόγους, χειροκροτήματα από το βάθος ή συγκινητικές μελωδίες από πίσω. Απλά, λιτά και αντρικά. Με ένα κοίταγμα, ένα υπέροχο χαμόγελο αμοιβαίας κατανόησης και δυο κοφτές ατάκες: «Let’s go», «Why not?». Και «ίσως εκεί αρχίζει η ομορφιά του ανθρώπου…»

Το καλοκαίρι του 2005 οι οπαδοί της ιστορικής Αούστρια Σάλτσμπουργκ βρέθηκαν μπροστά σε ένα πολύ μεγάλο δίλημμα. Η αυστριακή Red Bull αγόρασε την ομάδα τον Απρίλιο και αρχικά όλοι πίστευαν ότι με τη βοήθεια της θα μπορούσε να σταθεί ξανά η Αούστρια στα πόδια της, να ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα που είχε και να επιστρέψει στην κορυφή της χώρας αλλά και στα μεγάλα σαλόνια της Ευρώπης. Τα αληθινά κίνητρα της εταιρείας φάνηκαν λίγους μήνες αργότερα. Η Red Bull προχώρησε άμεσα στην αλλαγή του ονόματος, του σήματος αλλά και των χρωμάτων της ομάδας, που δεν ταίριαζαν με αυτά της εταιρείας, αλλαγές που συνοψίστηκαν με την επίσημη δήλωση-θέση «αυτή είναι μια νέα ομάδα, χωρίς ιστορία». (Για να το εμπεδώσουν καλά όλοι στο μυαλό τους αυτό, άλλαξαν ακόμα και τη χρονολογία ίδρυσης, βάζοντας το 2005 στη θέση του 1933, αλλαγή που ακυρώθηκε όμως από την ΠΟ της Αυστρίας, που ενημέρωσε την εταιρεία πως αν θέλει να κρατήσει την άδεια της ομάδας που αγόρασε θα πρέπει το έτος ίδρυσης να μην αλλάξει.)

Όπως είναι αναμενόμενο, οι φίλαθλοι αντέδρασαν αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη. Οπαδοί που πήγαιναν στο γήπεδο φορώντας τις παραδοσιακές μοβ εμφανίσεις έτρωγαν ‘πόρτα’, οι αντιδράσεις τους σχολιαζόταν από τη νέα διοίκηση ως «πρακτικές νηπιαγωγείου» ενώ στις τέσσερις συναντήσεις που έγιναν μεταξύ των δυο πλευρών για να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, το αποτέλεσμα ήταν οι οπαδοί να αποχωρήσουν απορρίπτοντας χωρίς δεύτερη σκέψη τη… γενναιόδωρη προσφορά των ανθρώπων της Red Bull. Ποια ήταν αυτή; Να προχωρήσουν όλες οι αλλαγές και σε αντάλλαγμα να παραμείνουν μοβ οι κάλτσες του τερματοφύλακα και το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Κάπως έτσι, οι οπαδοί της Αούστρια, 72 ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυση της, βρέθηκαν στη δύσκολη θέση που έπρεπε να αποφασίσουν το δρόμο που θα ακολουθήσουν.

Αρκετοί από αυτούς συμβιβάστηκαν, αποδέχτηκαν όλες τις αλλαγές, πίστεψαν σε ένα καλύτερο μέλλον με μια ισχυρή οικονομικά εταιρεία από πίσω, γλυκάθηκαν από την ιδέα των μελλοντικών τίτλων, άλλαξαν χρώματα στη γκαρνταρόμπα και στα οπαδικά αξεσουάρ τους και υποστήριξαν την ιδέα της Red Bull. Δώδεκα χρόνια μετά, με δεδομένη πάντα την κοσμοθεωρία και τις προτεραιότητες τους, πρέπει να νιώθουν δικαιωμένοι. Η Red Bull Σάλτσμπουργκ, όπως ονομάζεται πλέον αυτό το ποδοσφαιρικό μόρφωμα, μετράει 7 πρωταθλήματα και 4 κύπελλα Αυστρίας και τα πανηγύρια διαδέχονται το ένα το άλλο στο υπερσύγχρονο ‘Red Bull Arena’.

(Βέβαια, στην αρχή της φετινής σεζόν οι… πιστοί οπαδοί της ομάδας της Red Bull διαμαρτυρήθηκαν έντονα προς τη διοίκηση γιατί τα τελευταία δυο χρόνια 8 από τους καλύτερους παίκτες αποχώρησαν από το σύλλογο με προορισμό μια συγκεκριμένη ανερχόμενη Γερμανική ομάδα που εδρεύει στη Λειψία, η οποία όλως τυχαίως ανήκει κι αυτή στη Red Bull. Με μια ανοιχτή επιστολή προς τον αυστριακό ιδιοκτήτη της εταιρείας, οι οπαδοί του υπενθύμιζαν ότι δεν πρέπει να ξεχνάει το ‘σπίτι’ του και του τόνιζαν ότι δεν είναι σωστό να ενισχύει μια επένδυση του σε άλλη χώρα, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα την ομάδα της πατρίδας του. Αλλά αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε γι’αυτούς τους οπαδούς.)

Από την άλλη πλευρά, κάποιες χιλιάδες οπαδοί πήραν μια πιο δύσκολη απόφαση. Αδιαφορώντας για το αστραφτερό, γεμάτο επιτυχίες, μέλλον που τους υποσχόταν η εταιρεία με σήμα τον ταύρο, δημιούργησαν μια νέα ομάδα, η οποία έχει το όνομα, το σήμα και τα χρώματα αυτής που αγάπησαν από μωρά παιδιά, αυτής που πιθανόν υποστήριζαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους, αυτής, που όπως θα έλεγε κάθε ρομαντικός οπαδός αυτού του πλανήτη, που τους διάλεξε τη μέρα που γεννήθηκαν. Στις 7 Οκτωβρίου 2005 το όνομα Αούστρια Σάλτσμπουργκ επανήλθε στις λίστες του αυστριακού ποδοσφαίρου, έστω και στο χαμηλότερο σκαλοπάτι του, την 7η κατηγορία.

Όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Γουίμπλεντον, η νέα ομάδα αγκαλιάστηκε άμεσα από αρκετούς ανθρώπους και αυτή η αγάπη συντέλεσε στο να σκαρφαλώσει σιγά-σιγά στις επαγγελματικές κατηγορίες, παίζοντας ακόμα και με μικρά χωριά που ο πληθυσμός τους ήταν ίσος με τον αριθμό των εκδρομέων της Αούστρια, και να φτάσει πέρσι στη 2η κατηγορία, στην οποία όμως δεν κατάφερε να παραμείνει και φέτος. Αυτό όμως δεν πτόησε κανέναν. Είναι αποδεδειγμένο άλλωστε πως αν ψάχνει κάποιος οπαδούς που ζούνε για τους τίτλους και τις φιέστες, σίγουρα δεν θα τους βρει στο μικρό ερασιτεχνικό γηπεδάκι των 1566 θέσεων στο οποίο μετακόμισαν οι άνθρωποι αυτοί που επέλεξαν να συνεχίσουν να φοράνε μοβ.

Το Σάββατο που μας πέρασε μερικές εκατοντάδες εξ αυτών ταξίδεψαν ως την Αγγλία, απλά και μόνο για να δούνε την αγαπημένη τους ομάδα να παίζει ένα φιλικό παιχνίδι. Αντίπαλος τους ήταν ένας άλλος ιδιαίτερος σύλλογος, η FC Γιουνάιτεντ του Μάντσεστερ, που όλως τυχαίως επίσης ιδρύθηκε το 2005, από φίλους της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που διαφωνούσαν με την πώληση της στην οικογένεια Γκλέιζερ.

Οι Αυστριακοί εκδρομείς πήγαν με πορεία ως το μικρό γηπεδάκι των Άγγλων, χειροκροτήθηκαν έντονα κατά την είσοδο τους στην κερκίδα και δεν σταμάτησαν λεπτό να τραγουδάνε και να κουνάνε τις σημαίες τους. Μετά το τέλος του αγώνα, και παρά την ήττα με 3-0, αποθέωσαν τους παίκτες τους, τους αγκάλιασαν όταν αυτοί ανέβηκαν στην κερκίδα για να τους χαιρετίσουν και κατευθύνθηκαν στις γειτονικές παμπ όπου τα ήπιαν παρέα με οπαδούς των γηπεδούχων, συνεχίζοντας να τραγουδάνε για μια ομάδα που είναι πολύ πιθανό να μην τους δώσει ποτέ τη χαρά να πανηγυρίσουν ένα τίτλο αλλά μπορεί να περηφανεύεται ότι δεν έχασε ποτέ την αξιοπρέπεια της.

Αν ζούσε ακόμα ο Σαμ Πέκινπα, κάτι μου λέει ότι βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους να επιλέγουν το δύσκολο δρόμο, απλά και μόνο γιατί κάτι μέσα τους κάποια στιγμή τους είπε ότι αυτό είναι το σωστό, θα χειροκροτούσε όρθιος και θα έπινε μερικές βότκες μαζί τους.

Όταν ο Αντρέα γνώρισε τον Ρομπέρτο

  [7 Σχόλια]

Σεζόν 2000-01. Ο Αντρέα Πίρλο που έχει κάνει ντεμπούτο στη Σέριε Α μόλις στα 16 του, αγωνίζεται πλέον για τέταρτη σεζόν στην μεγάλη κατηγορία και συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα στην Ίντερ, με τη ρετσινιά του αιώνιου ταλέντου να πλησιάζει. Οι προπονητές δεν τον πιστεύουν, πηγαίνει δανεικός, γυρίζει, δεν μπορεί να βρει θέση στην ομάδα του Ταρντέλι και έτσι για το δεύτερο μισό της χρονιάς επιστρέφει στην πατρίδα του την Μπρέσια. Εκεί, ο φοβερός και αγαπημένος Κάρλο Ματσόνε παίρνει το ρίσκο να τον κάνει «regista» ή όπως λέμε στο χωριό μου «deep-lying playmaker». Σε αυτή την απόφαση παίζει μεγάλο ρόλο ότι η Μπρέσια είχε ήδη ένα μεγάλο 10αρι, το είδωλο του Πίρλο, τον τεράστιο Ρομπέρτο Μπάτζιο (που είχε φύγει κι αυτός από την Ίντερ). Με αρκετά κιλά παραπάνω, την μαλλούρα και τα μούσια να έχουν γκριζάρει, ο 34χρονος Μπάτζιο ανανεώθηκε στην Μπρέσια σκοράροντας συχνά. Ο Ματσόνε μετακινεί τον Πίρλο πιο πίσω και αφήνει τον Μπάτζιο που δεν ήταν για πολύ τρέξιμο, να παίζει κάτι ως επιθετικός-δεκάρι-ψευτοεννιάρι μπροστά. Τα αποτελέσματα τον δικαιώνουν.

Ένα από τα δέκα γκολ του Μπάτζιο στο πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς, ήταν ένα έργο τέχνης, μια συνεργασία δύο καλλιτεχνών του ποδοσφαίρου που δυστυχώς στη συνύπαρξή τους στην Ίντερ δεν είδαμε αντίστοιχη. Με αντίπαλο τη Γιουβέντους (μια ακόμα ομάδα που θα ένωνε τους δύο μαέστρους) στο Τορίνο, η Μπρέσια βρισκόταν πίσω στο σκορ από ένα γκολ του Τζαμπρότα. Στο 86′, ο Πίρλο με το κλασσικό του στιλάκι πήρε την μπάλα στο χώρο που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια το δεύτερο σπίτι του. Εκεί, λίγο πίσω από τη σέντρα. Είχε δει ήδη τον Μπάτζιο και έκανε μια μπαλιά διαβήτη (επιπέδου Τσιάρτα σε Χαριστέα) με την μπάλα να διαγράφει τέλεια τροχιά. Οι περισσότεροι θα δυσκολεύονταν να την κατεβάσουν ακόμα κι έτσι. Ο Ρόμπι όχι απλά έκανε μαγικό κοντρόλ, με τόση απαλότητα λες και του έδωσες να κρατήσει νεογέννητο μωρό, αλλά ταυτόχρονα με το κατέβασμα έκανε και ντρίμπλα στο φαν ντερ Σαρ και ισοφάρισε για το τελικό 1-1. Ένα γκολ που στο τέλος του πρωταθλήματος (όταν κι η Ρόμα πήρε το πρωτάθλημα με 2 μόλις βαθμούς διαφορά από τη Γιούβε) αποδείχτηκε από τα καθοριστικά.

Μάριο Ζαρντέλ: Τα γκολ και ο κατήφορος ενός μεγάλου φορ

  [2 Σχόλια]

Όταν η Βάσκο ντα Γκάμα αποφάσιζε να δώσει περίπου 30 χιλιάδες δολάρια για να φέρει στο Ρίο έναν πιτσιρικά από την πόλη Φορταλέσα στα βορειοανατολικά της Βραζιλίας, ίσως δεν είχε καταλάβει τι παίκτη αποκτούσε. Ο ύψους 1.88 «Σούπερ Μάριο» Ζαρντέλ ξεκινούσε μια επαγγελματική καριέρα στην οποία θα τίναζε τα αντίπαλα δίχτυα μερικές εκατοντάδες φορές, θα γινόταν γνωστός σε όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο, ποτέ όμως δεν θα έπαιρνε την μεγάλη μεταγραφή, ποτέ δεν θα γινόταν βασικός στην εθνική Βραζιλίας και τελικά θα κατέστρεφε ο ίδιος μια μεγάλη καριέρα.

Ένα τραγικό γεγονός έχρισε τον μέχρι τότε αναπληρωματικό Ζαρντέλ βασικό στα 21 του στο πρωτάθλημα Καριόκα του 1994. Ο επιθετικός Ντένερ έχασε σε τροχαίο τη ζωή του και ξαφνικά ο Μάριο έγινε η μοναδική λύση της Βάσκο, σκοράροντας 17 γκολ για να την οδηγήσει στον τίτλο. Η Γκρέμιο ενδιαφέρθηκε και τελικά τον πήρε αμέσως δανεικό στην προσπάθειά της να κατακτήσει το Κόπα Λιμπερταδόρες του 1995. Ο Ζαρντέλ εκεί γνώρισε τον Λουίς Φελίπε Σκολάρι, έναν άνθρωπο ο οποίος τον επηρέασε δραματικά (θα επανέλθουμε αργότερα). Ο «Φελιπάο» έφτιαξε ένα κλασσικό δίδυμο ψηλός-κοντός με Ζαρντέλ και Πάουλο Νούνιες, ο Μάριο κάθε σέντρα την έβαζε με το κεφάλι στα δίχτυα και σκόραρε 67 φορές σε 73 ματς κερδίζοντας 2 πρωταθλήματα Γκαούτσο, ένα πρωτάθλημα Βραζιλίας, ένα Λιμπερταδόρες και ένα Σούπερ Καπ Ν. Αμερικής. Άγγιξε και το Διηπειρωτικό, αλλά ο Άγιαξ των Λιτμάνεν, Ντάβιτς, Κλάιφερτ κέρδισε στα πέναλτι 4-3. Η Γκρέμιο δεν μπορούσε να καλύψει το ποσοστό αγοράς (1,3 εκατομμύρια δολάρια) και αναγκάστηκε να ζητήσει από τον κόσμο να συνδράμει με την περίφημη καμπάνια «Μείνε Ζαρντέλ». Τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν δεν έφτασαν και χρειάστηκε δάνειο για να αγοραστεί ο παίκτης.

Ο Ζαρντέλ είχε ήδη κάνει καλό όνομα και οι ομάδες της Ευρώπης τον ζητούσαν. Κανείς δεν ξέρει αν η καριέρα του θα είχε εξελιχτεί διαφορετικά με την μεταγραφή του στην Γλασκώβη και στους Ρέιντζερς το 1996. Οι Σκωτσέζοι έδιναν 4,5 εκατομμύρια στην Γκρέμιο, η μεταγραφή είχε κλείσει, ο Σούπερ Μάριο ταξίδεψε, έκανε προπονήσεις, αλλά οι περιορισμοί στους ξένους χάλασαν την μεταγραφή. Ο Ζαρντέλ πήγε τελικά στην Πόρτο και εκεί σκόραρε συνολικά 166 γκολ σε 169 αγώνες, παρέα με παικταράδες όπως οι Ζόρζε Κόστα, Βίτορ Μπαΐα, Ζλάτκο Ζάχοβιτς, Νούνο Καπούσο και πολλοί ακόμα. Πάντα όμως βρισκόταν πίσω στις κλήσεις της εθνικής, πίσω από παίκτες όπως Ρομάριο, Μπεμπέτο, Ριβάλντο, Εντμούντο, κυρίως γιατί έπαιζε σε ένα σχετικά χαμηλό πρωτάθλημα.

Παράλληλα, έπρεπε να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για το Χρυσό Παπούτσι. Το κέρδισε το 1998-99, αλλά την επόμενη (και καλύτερή του) σεζόν στην Πόρτο σκόραρε 38 φορές στο πρωτάθλημα και λόγων των συντελεστών, ο Κέβιν Φίλιπς της Σάντερλαντ με 30 «μόλις» γκολ τού πήρε τον τίτλο. Ο Ζαρντέλ το είχε πάρει απόφαση να φύγει. Ενδιαφέρον πάντα υπήρχε, πάντα όμως κάτι χαλούσε. Οι Ρέιντζερς (που συνολικά τον ήθελαν σε τέσσερις διαφορετικές σεζόν) προτίμησαν τον Μάρκο Νέγκρι το 1997, η Μπάγερν δεν τον έπαιρνε για παρτενέρ του Έλμπερ κι η Ίντερ το 2000 κατέληξε στον… Χακάν Σουκούρ. Στο ντόμινο που δημιουργήθηκε, η Γαλατά με ζεστά χρήματα στα χέρια (και ως κάτοχος του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ) έδωσε 18 εκατομμύρια και τον απέκτησε.

Ο Ζαρντέλ έγινε δεκτός με τιμές αρχηγού κράτους από τους οπαδούς της Γαλατά και μπήκε στις καρδιές τους αμέσως. Δύο γκολ στο Λουί Ντε, στο Σούπερ Καπ απέναντι στη Ρεάλ τον Αύγουστο του 2000 κατέθεσαν διαπιστευτήρια. Αυτός θα ήταν κι ο μοναδικός διεθνής ευρωπαϊκός τίτλος του Ζαρντέλ. Η χρονιά του ήταν καλή, σκόραρε 34 γκολ σε 43 αγώνες φτάνοντας στους 8 του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά ο ψυχολογικός του κατήφορος είχε ξεκινήσει, τα καμώματά του πολλά (έκανε απεργία όταν του είχα καθυστερήσει χρήματα) και γρήγορα αποφάσισε ότι ήθελε να φύγει. Η Ίντερ έκλεισε Εμρέ και Οκάν από τη Γαλατά και ο Ζαρντέλ περίμενε και τη δική του σειρά που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Η Ίντερ δεν τον αγόρασε και πάλι.

Πολύ πριν τους διαστημικούς Λιονέλ-Κριστιάνο, ο Ζαρντέλ έβαζε 42 γκολ

Συμφώνησε με την Μπενφίκα, αλλά τα λεφτά δεν βρέθηκαν και πήγε στην Σπόρτινγκ που έκανε τα πάντα για να τον πάρει δίνοντας χρήματα και τρεις παίκτες. Ο Ζαρντέλ με τον Λάζλο Μπόλονι προπονητή έβαλε 42 γκολ στο πρωτάθλημα, κατέκτησε το 2ο Χρυσό Παπούτσι, και συνολικά πέτυχε 55 γκολ σε 42 αγώνες, απίστευτα νούμερα εκείνες τις εποχές. Ήταν η τελευταία χρονιά όμως του «κανονικού» Ζαρντέλ, από εκεί και πέρα ξεκίνησε η αποκαθήλωση. Με τον Σκολάρι προπονητή της Βραζιλίας, τον άνθρωπο που τον έκανε γνωστό στην Γκρέμιο, ο Ζαρντέλ πίστευε ότι επιτέλους είχε έρθει η ώρα του για να παίξει σε ένα Μουντιάλ. Έκανε μεν ένα πολύ κακό Κόπα Αμέρικα το 2001 μαζί και με την υπόλοιπη Βραζιλία, τα 42 του γκολ όμως την επόμενη σεζόν ήταν ένα δείγμα της καλής του κατάστασης. Ο ίδιος έκανε δηλώσεις του στιλ «θα σταματήσω το ποδόσφαιρο αν δεν με πάρουν στο Μουντιάλ». Κι όμως, στην αποστολή της Βραζιλίας για τα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Ν. Κορέας το 2002, ο Σκολάρι πήρε το Φαινόμενο Ρονάλντο και τους Ντενίλσον, Εντίλσον και Λουιζάο στην επίθεση. Ο Εντίλσον μετά από μια περιήγηση στην Ιαπωνία ήταν στην Κρουζέιρο και ο Λουιζάο στην Γκρέμιο. Συνολικά μαζί δεν είχαν ξεπεράσει τα 10 γκολ εκείνη τη χρονιά. Δίκαιο ή άδικο, η Βραζιλία κατέκτησε τον τίτλο χάρη στο Ρονάλντο (και το γελοίο του κούρεμα) και ο Σκολάρι έμεινε σταθερός στις δηλώσεις που είχε κάνει τον Φεβρουάριο πριν το Μουντιάλ:

«Ο Ζαρντέλ είναι παίκτης περιοχής για να εκμεταλλεύεται σέντρες.
Αν δεν υπάρχει κανείς να του βγάλει σέντρες, δεν λειτουργεί.

Είναι πιο εύκολο για μια ομάδα να προσαρμόζεται πάνω του, αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά σε μια εθνική.
Δεν μπορείς να χτίσεις μια εθνική πάνω σε έναν παίκτη.
Πρέπει να προσαρμοστεί.
«

Το καλοκαίρι του 2002 ήταν η στιγμή που ο Ζαρντέλ έπεσε στον βούρκο. Αποκλεισμός από το Μουντιάλ, ομάδες που ενδιαφέρονταν γι’ αυτόν (όπως οι Μαρσέιγ, Μπέτις, Μπαρτσελόνα), αλλά δεν έδιναν τα χρήματα που ζητούσε η Σπόρτινγκ και τέλος προσωπικά προβλήματα. Ο γάμος του με το μοντέλο Κάρεν Ριμπέιρο (με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά) πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Η γυναίκα του δεν άντεξε άλλο τα νυχτοπερπατήματα και τις απιστίες και αποφάσισε να τον διώξει. Ο Ζαρντέλ σαν γνήσιο αρσενικό βραζιλιάνικης σαπουνόπερας το πήρε πολύ βαριά. Έφτασε στο σημείο να μην επιστρέφει πίσω στην Πορτογαλία. Η Κάρεν τελικά πάει στην Πορτογαλία και αυτός έπαιξε στην Σπόρτινγκ το χαρτί του χωρισμού για να κερδίσει μερικές εβδομάδες ακόμα στη Βραζιλία, να γλιτώσει προετοιμασία και να «σώσει τη σχέση του». Αντί όμως να γυρίσει στην οικογένειά του, το έριξε στα έξαλλα πάρτι, τα ξενύχτια, τον τζόγο και τέλος στην κοκαΐνη. Αρνήθηκε να βοηθηθεί από ψυχολόγους της Σπόρτινγκ, αρνήθηκε να γυρίσει πίσω, η Σπόρτινγκ σταμάτησε να τον πληρώνει αφού εξαντλήθηκε η υπομονή της. Οι άνθρωποί του έλεγαν ότι ο Ζαρντέλ έχει κατάθλιψη, αλλά οι φήμες στη Βραζιλία έκαναν λόγο μέχρι και για εισαγωγή σε κλινική για αποτοξίνωση. Ο Ζαρντέλ έπαιξε τελικά το 2002-03 σε αρκετά παιχνίδια της Σπόρτινγκ (συμπαίκτης του πιτσιρικά Κριστιάνο Ρονάλντο), σκόραρε μάλιστα 12 γκολ, αλλά δεν ήταν ο ίδιος παίκτης, με παραπανίσια κιλά και χωρίς την ίδια φλόγα. Στη διακοπή του χειμώνα λέγεται ότι τραυματίστηκε από βουτιά σε πισίνα στη Βραζιλία. Έξι χρόνια αργότερα παραδεχόταν σε βραζιλιάνικο κανάλι την εξάρτησή του και την απέδιδε στις… κακές παρέες. Ούτε λόγος για αυτοκριτική.

Μόνο η Λίβερπουλ θα μπορούσε να φάει γκολ από τον χοντρούλη Ζαρντέλ

Το καλοκαίρι του 2003 η Σπόρτινγκ βρήκε ευκαιρία να τον ξεφορτωθεί και η πολυεθνική Μπόλτον του Σαμ Άλαρνταϊς πήρε έναν αγνώριστο Ζαρντέλ. Οι Άγγλοι γρήγορα τον έβγαλαν «Lardel» για το πάχος του και ο πάλαι ποτέ Σούπερ Μάριο ξεκίνησε να αλλάζει ομάδες σαν τα πουκάμισα. Κρατηθείτε. Ανκόνα, Νιούελ΄ς Ολντ Μπόις, Ανόρθωση, Γιουνάιτεντ Τζετς (δεν είναι αεροπορική, είναι ομάδα στην Αυστραλία), Κρισιούμα, Φεροβιάριο (η τοπική ομάδα όπου είχε ξεκινήσει), Αμέρικα και Φλαμένγκο (όχι οι γνωστές, απλή συνωνυμία), Τσέρνο Μόρε (ναι Βουλγαρία το 2008), Ρίο Νέγκρο και Αλ-Ταγουόν στη Σαουδική Αραβία όπου και τελείωσε την καριέρα του. Σίγουρα ο Ζαρντέλ «αδικήθηκε», τόσο στην εθνική, όσο και από μεγάλες ομάδες που όταν ήταν στα καλά του δεν τον πήραν ενώ έδιναν χρήματα για πολύ κατώτερους παίκτες. Από εκεί και πέρα όμως, τα υπόλοιπα είναι θέμα του δικού του χαρακτήρα.

Το 2012 ο Ζαρντέλ μιλάει για τα προβλήματα που «άφησε πίσω»
Πέντε χρόνια αργότερα κατηγορείται για σωρεία εγκλημάτων

Οι παλιότεροι ίσως θυμάστε ότι ακολούθησε… πολιτική καριέρα όπως είχαμε δει. Αργότερα, οι 40.000 ψηφοφόροι του μετάνιωσαν όταν είχε προσλάβει πόρνες ως… συμβούλους. Οι ψηφοφόροι του Πόρτο Αλέγκρε θυμήθηκαν την καμπάνια «Ζαρντέλ μείνε» (βλέπε αρχή κειμένου) και ξανάφεραν το σύνθημα στην μόδα, αυτή τη φορά για να σταματήσει τα ταξίδια στα οποία έτρωγε λεφτά του δημοσίου. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια, επιστρέφοντας από την Πορτογαλία, οι αρχές των σταμάτησαν γιατί στη βαλίτσα του είχε 10 κιλά ψάρια, 1,5 κιλό τυρί και πολλές σακούλες αμύγδαλα. Ο Ζαρντέλ καθαιρέθηκε από τα καθήκοντά του και οι δικαστικές περιπέτειες συνεχίζονται, καθώς κατηγορείται για ξέπλυμα, πλαστογραφίες, απάτες, ναρκωτικά και γενικά τον μισό ποινικό κώδικα. Η ιστορία του αν το καλοσκεφτείς μοιάζει λίγο με αυτή του Αντριάνο, αν και ο Σούπερ Μάριο έχει σκοράρει περίπου τετραπλάσια γκολ. Εμείς θα τον θυμόμαστε για τα γκολ του και τις καλοκαιρινές ονειρώξεις των Ελλήνων οπαδών σε μια ξαπλώστρα, με μια αθλητική εφημερίδα που έγραφε «Έρχεται ο Ζαρντέλ» σαν σεντόνι, την ώρα που το θαλασσινό αεράκι σε νανουρίζει.