Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιστορίες για το τζάκι'

To παλάτι των ονείρων του Σοκόλ Κούστα

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν 11 Δεκεμβρίου του 1990 όταν τέσσερις νεαροί απ’ το χωριό Αλίκο των Αγίων Σαράντα δέχονταν τα πυρά Αλβανών στρατιωτών στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα. Για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό που ήθελαν ήταν απλά να ζήσουν ελεύθεροι, μακριά από την τυραννία της δικής τους χώρας. Το τίμημα που πλήρωσαν ήταν η ίδια τους η ζωή. Την επόμενη μέρα θα ξεσπάσει μια τεράστια πορεία απ’ το Αλίκο μέχρι τους Αγίους Σαράντα, μια διαμαρτυρία απλών ανθρώπων κατά του καθεστώτος της Κομμουνιστικής Δικτατορίας του Αλία. Μιας δικτατορίας που -πλέον- είχε γίνει ασφυκτική, ασχέτως αν έδειχνε πως νοσεί, και πως φτάνει στο τέλος της σιγά-σιγά. Tην ίδια περίοδο άλλωστε τα ‘τείχη’ του Κομμουνισμού κατέρρεαν. Ένα απ’ τα τελευταία προπύργια αντίστασης ήταν η Αλβανία. Μια Αλβανία που λίγες μέρες αργότερα είδε πολλούς αντιφρονούντες να γκρεμίζουν το άγαλμα του Χότζα στα Τίρανα. Το τέλος ήταν πολύ κοντά για την Κομμουνιστική Αλβανία, σε μια περίοδο που ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης άλλαζε με γοργούς και βίαιους ρυθμούς, με τα Βαλκάνια κυριολεκτικά να βράζουν απ’ άκρη σ’ άκρη. Η 12η Δεκεμβρίου γιορτάζεται στην γειτονική χώρα ως ‘Η μέρα της Δημοκρατίας’ από τότε, μιας Δημοκρατίας όμως που έστειλε χιλιάδες ανθρώπους -ως μετανάστες- σε ένα σωρό άλλες χώρες. Άνθρωποι που άφησαν πίσω την οικογένειά τους, με μοναδική αποσκευή ένα σακίδιο γεμάτο από όνειρα.  Η πλούσια Ελλάδα της εποχής, ήταν φυσικά μία από αυτές τις χώρες που δεν απέκρουσε τους ‘εισβολείς’ όπως έκαναν άλλες χώρες, ασχέτως, αν άργησε πολλά χρόνια να δεχθεί ως ίσο τον φτωχό -εκείνα τα χρόνια- Αλβανό μετανάστη.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1991, ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης θα βγάλει απ’ τα ταμεία του, περίπου, 681 εκατομμύρια δραχμές (2 εκατομμύρια ευρώ σε σημερινά χρήματα) για να κάνει δικό του τον διεθνή Αλβανό επιθετικό, Σοκόλ Κούστα. Γνωστότερος στους ποδοσφαιρικούς κύκλους της εποχής ως ‘το κανόνι του Βλόρε’ και ένας παίκτης-θύμα, απ’ τα εκατοντάδες που, λόγω του Κομμουνισμού, δεν άφησαν την χώρα τους για μεγάλα κλαμπ του εξωτερικού, όντας στο απόγειο τις καριέρας τους. Για να καταλάβει κάποιος καλύτερα την ποδοσφαιρική αξία του Κούστα, αρκεί να μάθει πως ο παίκτης είχε ψηφιστεί 30ος καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη την σεζόν 1986-1987, όταν με τη φανέλα της Παρτιζάνι Τιράνων είχε ισοβαθμήσει με τον Ρούντι Φέλερ, τον Κρις Γουόντλ και τον δικό μας Δημήτρη Σαραβάκο στην ψηφοφορία. Επίσης είχε κατακτήσει δύο πρωταθλήματα Αλβανίας (με δύο διαφορετικές ομάδες) και είχε σκοράρει 10 τέρματα σε 31 αναμετρήσεις με την εθνική της χώρας του. Μια εθνική, που στα 60s, στα 70s και στα 80s αποτελούνταν από παίκτες με σπάνια χαρίσματα που, δυστυχώς όμως, ο Δυτικός κόσμος δεν μπορούσε να απολαύσει, σχεδόν καθόλου, μιας και -όπως και οι σύλλογοι της χώρας- σπανίως έπαιρνε μέρος σε διεθνείς διοργανώσεις ή όταν το έκανε, αυτό γινόταν σε τουρνουά με ομάδες από άλλες Κομμουνιστικές χώρες, με το όνομα ‘Σπαρτιακάδες του Στρατού’.

Τρία χρόνια νωρίτερα, την σεζόν 1987-1988, η φοβερή και τρομερή Φλαμουρτάρι, με τον Κούστα στην επίθεση, θα φτάσει στo μεγαλύτερo αποτέλεσμα που έχει να επιδείξει αλβανικός σύλλογος στα κύπελλα Ευρώπης, όταν θα φέρει ισοπαλία 1-1 με την Μπαρτσελόνα του Λίνεκερ και του Σούστερ στην κολασμένη της έδρα. Το τέρμα που είχε ανοίξει το σκορ στην αναμέτρηση το είχε σκοράρει ο σπουδαίος Σοκόλ Κούστα με ένα φοβερό αριστερό κεραυνό απ’ το ύψος της μεγάλης περιοχής. Το 4-1 της πρώτης αναμέτρησης φυσικά και έδωσε -σχετικά εύκολα-την πρόκριση στους Καταλανούς, για τον 4ο γύρο του Κυπέλλου Κυπελλούχων, αλλά έδειξε -με τον καλύτερο τρόπο μάλιστα- το σπουδαίο ταλέντο που υπήρχε στο αλβανικό ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια και που δεν ήταν ευρέως γνωστό. Για την ιστορία, την ίδια σεζόν η Φλαμουρτάρι είχε αποκλείσει και την σπουδαία Παρτιζάν Βελιγραδίου, πριν βρει απέναντί της το καμάρι της Καταλωνίας και αποχαιρετίσει την διοργάνωση.

Για να βρει κάποιος το προηγούμενο μεγάλο αποτέλεσμα του αλβανικού ποδοσφαίρου, πρέπει να πάει ακριβώς 20 χρόνια πίσω, όταν η εθνική της χώρας είχε πάρει ένα τεράστιο 0-0 επί της Δυτικής Γερμανίας και την είχε αποκλείσει από την τελική φάση του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου εθνικών ομάδων του ’68, δίνοντας παράλληλα το εισιτήριο στην Γιουγκοσλαβία του -μεγάλου εχθρού του Χότζα- Γιόσιπ Τίτο. Ο διεθνής παίκτης της Παρτιζάνι, Παναγιότ Πάνο είχε δηλώσει  για εκείνη την αναμέτρηση: «Πανηγυρίζαμε ένα μήνα λες και είχαμε κατακτήσει το Μουντιάλ. Άσε που έπρεπε να τους έχουμε κερδίσει, μιας και ο ρέφερι είχε ακυρώσει ένα κανονικό μας γκολ στις καθυστερήσεις. Δεν πειράζει. Κατά βάθος, κι αυτοί γνωρίζουν πως εκείνη τη μέρα έχασαν από μια μικρότερη χώρα».

Το τρίτο μεγαλύτερο αποτέλεσμα φυσικά και δεν είναι άλλο από τη νίκη του 2004 επί της δικής μας εθνικής. Όταν η Ελλάδα, ως πρωταθλήτρια Ευρώπης, ταξίδεψε με μπλαζέ ύφος στο κολαστήριο του Κεμάλ Σταφά για τα προκριματικά του Μουντιάλ και γνώρισε την ήττα με 2-1 μπροστά σε 18.000 ‘εχθρούς’, όπως ήθελαν να τους παρουσιάσουν πολλά απ’ τα μίντια της εποχής, με τις ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας να βρίσκουν το πρώτο τους μεγάλο πάτημα για να βγουν στην επιφάνεια (του βόθρου τους) και να δηλώσουν παρόν απέναντι στον ‘κακό ξένο’ που έρχεται και ‘μας παίρνει τις δουλειές’. Το δεύτερο εθνικό πανηγύρι (με αφορμή το ποδόσφαιρο) έγινε δύο χρόνια αργότερα, στο 1-4 από τους Τούρκους στο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Όταν τα αδέκαστα μίντια της χώρας μιλούσαν για εθνική ντροπή. Σε εκείνο το 2-1 πάντως και οι δύο πλευρές φανατικών (που δυστυχώς υπάρχουν) είχαν βρει την τέλεια αφορμή για να βγάλουν τα απωθημένα τους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως λειτουργεί ένα μέρος των πολιτικών άκρων σε τέτοιες καταστάσεις, θα αναφέρω μια παλιά ιστορία -όχι και τόσο γνωστή- γραμμένη από κάποιον που δεν παρακολουθούσε το ποδόσφαιρο ως φίλος του, αλλά ως κάποιος που προσπαθούσε να καταλάβει, και να εξηγήσει την κουλτούρα του -και την επιρροή του- σε άλλους, πιο σημαντικούς, τομείς.

Ο σπουδαίος Τζορτζ Όργουελ είχε γράψει το 1945 ένα δοκίμιο στην λονδρέζικη Tribune με τίτλο ‘The Sporting Spirit’ με αφορμή μια περιοδεία που είχε κάνει η ομάδα-τρόμος της εποχής, η Σοβιετική Διναμό, στα γήπεδα της Αγγλίας και της Σκωτίας. Η φράση που έχει μείνει χαραγμένη από εκείνο το φύλλο ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα αποφθέγματα που έχουν να κάνουν με τη σχέση ποδοσφαίρου-πολιτικής δεν είναι άλλη από το άκρως ρεαλιστικό ‘Το ποδόσφαιρο είναι ένας πόλεμος δίχως τους πυροβολισμούς’ και 59 χρόνια αργότερα έβρισκε τον καθρέφτη του σε εκείνο το παιχνίδι ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, σε μια περίοδο που στην δική μας χώρα οι Αλβανοί δεν ήταν πλέον οι φτωχοί μετανάστες, αλλά άνθρωποι που απαιτούσαν -και άξιζαν στην πλειοψηφία τους- ίση μεταχείριση από όλους. Κακοί λαοί άλλωστε δεν υπάρχουν. Κακοί άνθρωποι υπάρχουν. ‘Οπως υπάρχουν και καλοί και κακοί ποδοσφαιριστές. ‘Πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το παιχνίδι όταν χρησιμοποιηθεί απ’ τους πολιτικούς για την τόνωση της εθνικής ταυτότητας και την (υπό)στήριξη της κυρίαρχης ιδεολογίας’. Λόγια του Όργουελ απ’ το ίδιο δοκίμιο, λόγια τόσο προφητικά όσο εκείνα που έγραψε λίγο αργότερα στο κολοσσιαίο του δημιούργημα ‘1984’. Το χάος που προηγήθηκε και ακολούθησε εκείνης της αναμέτρησης μέτρησε ακόμα και μια χαμένη ζωή, σε συμπλοκές φανατικών οπαδών, και φυσικά πληγές, που έκαναν αρκετά χρόνια να σβήσουν, και ίσως να μην σβήσουν και ποτέ.

Επανέρχομαι στον Ηρακλή του ’91-’92, προσπαθώντας να τιθασεύσω την φλυαρία μου, και να κλείσω το κείμενο. Η ομάδα του Σοκόλ Κούστα, του Χρήστου Κωστή και του Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Μια ομάδα που είδε τον Κούστα να μην μπορεί να διαχειριστεί την μετάβαση απ’ το κλειστοφοβικό κλίμα της Κομμουνιστικής Αλβανίας στην ελευθερία και την άνεση της Θεσσαλονίκης, ούτε φυσικά και τις λοξές, ρατσιστικές, ματιές προς το πρόσωπό του από μια μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού αρκετών ομάδων, πραγματοποιώντας μέτριες εμφανίσεις. Τα δύο γκολ σε 27 εμφανίσεις την πρώτη του σεζόν και τα μηδέν (0) γκολ την δεύτερη, σε 9 παιχνίδια, τον έστειλαν στην Καλαμαριά και τον Απόλλωνα, όπου και εκεί όμως, σε μια μικρότερη δηλαδή ομάδα, δεν μπόρεσε να βρει τον καλό του, ποδοσφαιρικό, εαυτό. Η μεταγραφή στην Κύπρο, για τα χρώματα του Ολυμπιακού Λευκωσίας, έβγαλε στην επιφάνεια μερικά ψήγματα του ταλέντου του αλλά πλέον ήταν ολοφάνερο πως ο σπουδαίος Αλβανός επιθετικός δεν μπορούσε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Ή δεν ήθελε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Μόλις στα 30 του χρόνια. Ακόμα ένας παίκτης που δεν μπόρεσε ποτέ να εναρμονιστεί με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων και να ξεφύγει από τα σκοτεινά βιώματα και τον σκληρό τρόπο ζωής που είχε μάθει να λειτουργεί μέσα από ένα σωρό ηθικά δεσμά.

Στις μέρες μας αρκετοί ποδοσφαιριστές με καταγωγή από την Αλβανία, βρίσκονται σε πολλές κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης και αγωνίζονται σε κορυφαίες εθνικές ομάδες (όπως η Ελβετία και το Βέλγιο), δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο το ταλέντο που έχουν πάνω στο ποδόσφαιρο, φτάνοντας μάλιστα και την δική τους εθνική στα τελικά μιας μεγάλης διοργάνωσης, όπως το Γιούρο του 2016. Μεμονωμένα, εθνικιστικά, περιστατικά υπάρχουν και σε αρκετούς από αυτούς (ιδίως παικτών που έζησαν την φρίκη του Κοσόβου) και είναι κατακριτέα, αλλά καλό θα είναι να μην αμαυρώνουν λαούς, ανθρώπους και συνειδήσεις, στο σύνολό τους. Κανένας μετανάστης δεν είναι κακός και κανένας δεν αφήνει την χώρα του αν περνάει καλά εκεί. Σε αυτό εδώ τον κόσμο άλλωστε πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα ‘ναι. Πλέον είμαστε και εμείς μια χώρα που μετρά τα τελευταία 10 χρόνια πάνω από μισό εκατομμύριο μετανάστες (και θα μετρήσει κι άλλους) που δεν αφήνουν την χώρα επειδή πεινάνε, αλλά επειδή κάπου αλλού, γι’ αυτούς, ίσως είναι καλύτερα, πιο ανθρώπινα, πιο ελεύθερα, πιο ζεστά, πιο χαρούμενα.

Το μίσος άλλωστε είναι πολύ εύκολο να καλλιεργηθεί σε ανθρώπους χαμηλής μόρφωσης αν αυτοί δεν έχουν τους κατάλληλους ανθρώπους γύρω τους για να τους εξηγήσουν πολύ απλά το ‘σωστό’ και το ‘λάθος’. Στο εξαιρετικό βιβλίο του Αλβανού λογοτέχνη Ισμαήλ Κανταρέ ‘Το παλάτι των ονείρων’ ο ήρωας είναι κάποιος που ξαφνικά βρίσκεται παγιδευμένος και βιώνει κάτι μοναδικά τρομακτικό όταν νιώθει πως δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί ελεύθερα. Και όντως υπήρχαν τέτοιες εποχές, και δυστυχώς, ακόμα υπάρχουν σε πολλά μέρη αυτού εδώ του σύγχρονου και ‘πολιτισμένου’ κόσμου, και όσο είναι δύσκολο για πολλούς από εμάς να τις κατανοήσουμε, καλό θα είναι να προσπαθήσουμε να το κάνουμε. Να προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Έστω και για λίγο. Με μια μικρής διάρκειας σκέψη. Κάπως έτσι, ίσως γίνει λιγάκι καλύτερος και ο κόσμος μας. Έστω στα μάτια κάποιου άλλου.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του Gustavo Santaolalla.

Το τέλος του φόβου για τον Σαντιάγο Κανιθάρες

  [Καθόλου σχόλια]

Η σημασία ενός γεγονότος στη ζωή εξαρτάται πάντα από την οπτική με την οποία το κοιτάει κανείς. Για κάποιον άνθρωπο η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή του μπορεί να είναι η μοναδική φορά που κατάφερε να ταξιδέψει μακριά από το μέρος του. Για κάποιον άλλον, τα ταξίδια μπορεί να συμβαίνουν κάθε εβδομάδα. Κάποιος μπορεί να πέσει να πεθάνει γιατί ράγισε η οθόνη στο κινητό του, ενώ κάποιος άλλος να μην έχει να φάει. Το μέγεθος του συναισθήματος είτε είναι χαρά, είτε λύπη διαφέρει στον καθένα. Ο «Σάντι» Κανιθάρες είναι ένας βετεράνος τερματοφύλακας που πολλοί τον θυμόμαστε να αγωνίζεται σε σπουδαίες ομάδες. Κατέκτησε δυο πρωταθλήματα Ισπανίας με τη Ρεάλ (και μαζί ένα Τσάμπιονς Λιγκ) χωρίς όμως να παίζει πάντα. Πήρε την απόφαση και μετακόμισε στο Μεστάγια για περισσότερο χρόνο συμμετοχής. Εκεί κέρδισε ακόμα δύο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο με τα χρώματα της Βαλένθια.

Μέχρι εδώ ήταν οι χαρές. Γιατί σε μια καριέρα υπάρχουν κι οι λύπες. Ο Κανιθάρες έχει συνδυαστεί σε πολλούς μας με δύο άσχημες στιγμές. Μια από τις εικόνες που έμεινε ανεξίτηλη είναι ο δεύτερος συνεχόμενος χαμένος τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ το 2001. Ένα χρόνο πριν, η Βαλένθια είχε υποταχθεί στην ανωτερότητα της Ρεάλ. Το 2001 όμως στο Σαν Σίρο πάλεψε στα ίσια την Μπάγερν και πήγε το ματς στα πέναλτι. Εκεί και παρ’ ότι βρέθηκε αρχικά σε πλεονεκτική θέση με το πρώτο χαμένο πέναλτι του Πάουλο Σέρτζιο, ήταν το άστοχο χτύπημα του Μαουρίσιο Πελεγκρίνο που τελείωσε τα όνειρα των νυχτερίδων. Σε ένα σχετικά βαρετό ματς, η εικόνα του απαρηγόρητου Κανιθάρες με τον «σκληρό» Καν από πάνω του να του δίνει κουράγιο ήταν ίσως ό,τι άξιζε.

Ο Σάντι συνέχισε για χρόνια στη Βαλένθια, αλλά και στην εθνική. Κυρίως όμως ως δεύτερος τερματοφύλακας της Ισπανίας. Κι όταν η ώρα του ήρθε να γίνει ο βασικός, τότε έγινε θύμα ενός από τους πιο χαζούς τραυματισμούς παγκοσμίως. Στο ξενοδοχείο της Ισπανίας, κατά την προετοιμασία για το Μουντιάλ του 2002, το μπουκάλι του after shave έπεσε και έσπασε και ένα κομμάτι γυαλί καρφώθηκε στο πόδι του. Ο Κανιθάρες μπήκε στο χειρουργείο και φυσικά έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο θα έπαιζε. Λες και τον κυνηγούσε η κακοδαιμονία Σε δηλώσεις του τότε δεν το έριξε στην τύχη, δεν το δραματοποίησε.

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου άτυχο. Από την αρχή της καριέρας μου είχα πολλές στιγμές καλής τύχης. Αλλά όπως κι ο καθένας, είχα και δύσκολες στιγμές που έπρεπε να αντιμετωπίσω. Θα πρέπει να ξεπεράσω αυτό το πλήγμα στην ψυχολογία μου, στην περίπτωσή μου αυτό παίρνει μια 2-3 μέρες ή μία εβδομάδα. Κανείς δεν προχωράει στο ποδόσφαιρο χωρίς να ξεπεράσει εμπόδια. Ο στόχος μου είναι να δώσω το παρόν στο επόμενο Μουντιάλ».

Πράγματι, ο Σάντι τα κατάφερε και το 2006 ήταν στο Μουντιάλ. Αλλά όπως και το 1998 ήταν ξανά αναπληρωματικός. Αγωνίστηκε σε ένα μόλις ματς, στο τελευταίο των ομίλων. Έπαιξε μπάλα στα 39 του και αποχώρησε κύριος, ένας από τους πιο αγαπητούς Ισπανούς τερματοφύλακες. Κάποιος θα μπορούσε να τον πει άτυχο. Άτυχο που έχασε εκείνο τα ρημάδια τα Τσάμπιονς Λιγκ, άτυχο που έχασε ένα Μουντιάλ για τόσο χαζό λόγο. Όπως είπαμε όλα είναι θέμα οπτικής. Ο Κανιθάρες έκανε δύο γάμους και απέκτησε επτά παιδιά συνολικά. Μάλιστα στο δεύτερο γάμο του απέκτησε τρίδυμα. Η ζωή του κυλούσε ομαλά, σαν πάτερ φαμίλιας, ενώ έβρισκε και χρόνο για μια άλλη αγάπη του, το αυτοκίνητο, καθώς είχε γίνει οδηγός σε αγώνες ράλι.

Ο μπαμπάς Σάντι κι ο γιος Σάντι. Αν δεν ήξερες την ιστορία θα έλεγες ότι η φωτογραφία είναι ο ορισμός της χαράς.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ένα από τα τρίδυμα, ο μικρός Σάντι ξαφνικά αρρώστησε όταν ήταν 3,5 ετών. Όπως περιγράφει ο Κανιθάρες: «ήταν ένα φυσιολογικό παιδί μέχρι που μια μέρα απλά ξύπνησε άρρωστο». Ο Σάντι τζούνιορ διαγνώστηκε με καρκίνο, μια σπάνια μορφή που δεν δίνει πολλές πιθανότητες, και ο Κανιθάρες πλέον δεν είχε τον ρόλο να σώσει μια ομάδα από ένα γκολ. Προσπαθούσε να σώσει το ίδιο του το παιδί. Ο μικρούλης έδωσε τη γενναία μάχη του για 15 μήνες, αλλά τελικά τον περασμένο Μάρτιο έχασε τη ζωή του. Η οπτική άλλαξε. Άτυχος για εκείνο το βράδυ στο Σαν Σίρο και τα δάκρυα; Άτυχος για ένα χαμένο Μουντιάλ; Η πραγματική θλίψη ήταν εδώ.

Σε μια από τις κορυφαίες σειρές φαντασίας, το «Malazan Book of the Fallen» του Steven Erikson και συγκεκριμένα στο βιβλίο Deadhouse Gates, ένας από τους δευτερεύοντες ήρωες, ο στρατιώτης Lull (όχι ο δικός μας ο Ραμόν) λέει: «Αυτή είναι μια συνοπτική περίληψη της ανθρωπότητας θα έλεγα. Ποιος χρειάζεται τόμους και τόμους ιστορίας; Τα παιδιά πεθαίνουν. Η αδικία του κόσμου κρύβεται σε αυτές τις τρεις λέξεις».

Ο Κανιθάρες βίωσε από πρώτο χέρι αυτή την αδικία, την έζησε απομακρυσμένος από τα φώτα της δημοσιότητας και πριν λίγες ημέρες έδωσε για πρώτη φορά μια συνέντευξη για να μιλήσει γι’ αυτή. Παραδέχτηκε ότι ακόμα ζει με τον πόνο μέσα του και ότι του λείπει πολύ το παιδί του, αλλά ότι η υπόλοιπη οικογένεια και η πίστη του ήταν αυτά που του έδωσαν την απαραίτητη δύναμη. Κι ο άνθρωπος που δεν φοβόταν τους αντιπάλους, δεν φοβόταν να υπερασπιστεί μια ομάδα στα πέναλτι, έκλεισε μιλώντας για το μεγαλύτερο φόβο όλων πολλών εξ ημών: «Πάντα είχα σεβασμό και φόβο για τον θάνατο, αλλά τώρα δεν υπάρχει κάτι που να φοβάμαι στη ζωή ή κάτι που να με ανησυχεί, πέρα από το να προσπαθήσω να είμαι χαρούμενος. Δεν φοβάμαι πια τον θάνατο γιατί ξέρω ότι εκείνη την ημέρα θα συναντήσω ξανά το γιο μου».

Όταν οι φωνές των γκολ κάλυψαν τις κραυγές των βασανιστηρίων

  [Καθόλου σχόλια]

Το Μουντιάλ του 1978 είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα όλων των εποχών. Ένα Μουντιάλ γεμάτο όμορφες εικόνες από τα γεμάτα γήπεδα, ωραίες ιστορίες πίσω από φωτογραφίες, αλλά και την ασχήμια της πολιτικής κατάστασης στην Αργεντινή και πολλές κατηγορίες για όσα έγιναν στον αγωνιστικό χώρο (και έξω από αυτόν). Η ιστορία του Λεοπόλδο Ιάκιντο Λούκε συμπυκνώνει όλα τα ωραία και τα άσχημα του Παγκοσμίου Κυπέλλου που έγινε στην Αργεντινή. Ο Λούκε δεν είναι τόσο γνωστός εκτός Αργεντινής, αλλά ήταν ο παρτενέρ του μεγάλου Μάριο Κέμπες στην επίθεση. Ένας πολύ καλός στράικερ με το χαρακτηριστικό μουστάκι και στιλ που θυμίζει λίγο Ντάνι Τρέχο. Το είχε αφήσει όταν έπαιζε στην Ουνιόν, τότε που δεν τον έβαζαν πολύ και είχε δηλώσει: «αν επιτέλους παίξω, θα αφήσω μουστάκι».

Ο Λούκε ήταν βασικός στο πρώτο παιχνίδι της Αλμπισελέστε απέναντι στην Ουγγαρία. Το θεωρητικά πιο εύκολο ματς του ομίλου. Σκόραρε το 1-0 και τελικά η Αργεντινή πήρε με τα χίλια ζόρια στο 83′ τη νίκη με 2-1 στο Μονουμεντάλ που κόχλαζε. Το ξεκίνημα ήταν πολύ δύσκολο τελικά και αυτό άγχωσε πολύ τους Αργεντίνους. Ακόμα περισσότερο τους ανθρώπους της χούντας της Αργεντινής, που είχαν επενδύσει πάρα πολλά στην πορεία της χώρας τους, το Μουντιάλ ήταν η ευκαιρία να δείξουν στον κόσμο ότι όλα βαίνουν καλώς. Κάποιος από αυτούς πλησίασε τον Λούκε μετά το ματς και σαν «κακός» από b-movie του είπε την εξής ατάκα: «Μπορεί τελικά να είναι όμιλος του θανάτου…. για σας». [ο όμιλος του θανάτου ήταν Ιταλία, Γαλλία, Αργεντινή και η Ουγγαρία]. Ο Λούκε όπως ήταν φυσικό τρόμαξε. Την ίδια ημέρα είχε βρεθεί νεκρός ένας φίλος του, αγνοούμενος για καιρό. Θύμα προφανώς της χούντας.

Στις 6 Ιουνίου του 1978 η Αργεντινή αντιμετώπιζε τη Γαλλία. Ο αδερφός του Λούκε δεν είχε προλάβει να βγάλει εισιτήριο για να ταξιδέψει στο Μπουένος Άιρες και να δει τον αδερφό του. Σκέφτηκε να βρει φίλους και να πάνε μαζί, αλλά τελικά παρακάλεσε έναν ηλικιωμένο γείτονα που μετέφερε λαχανικά με το φορτηγό του να τον πάρει μαζί του. Στο δρόμο είχε πολλή ομίχλη, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο. Ο «Κάτσο» έχασε τη ζωή του στις 6 το πρωί στο δρόμο για το Μπουένος Άιρες. Η οικογένεια Λούκε συγκλονίστηκε, ο πατέρας όμως ζήτησε από τους ανθρώπους της εθνικής να μην το πουν στο γιο του. Να αφοσιωθεί στο παιχνίδι.

Η γκολάρα του Λούκε με τη Γαλλία

Το ματς ήταν και πάλι δύσκολο. Η Αργεντινή προηγήθηκε με πέναλτι του Πασαρέλα, αλλά ο νεαρός Πλατινί ισοφάρισε. Καρμπόν με το ματς με την Ουγγαρία, η λύτρωση ήρθε προς το τέλος. Στο 73′ η μπάλα έφτασε στον Λούκε έξω από τη μεγάλη περιοχή, αυτός την έστρωσε και έπιασε ένα βρωμόσουτο που κατέληξε στην εστία της Γαλλίας. Όπως είπε κι ο ίδιος σε συνέντευξή του, πάντα έβαζε τα δύσκολα γκολ και όχι τα εύκολα. Έπρεπε να μοχθήσει για να σκοράρει. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Λούκε χτύπησε μετά από ένα φάουλ του Κριστιάν Λόπεζ, όταν προσπάθησε να σηκωθεί αμέσως. Του βγήκε ο αγκώνας και πονούσε πολύ. Πήγε στο τούνελ, του έβαλαν αναισθητικό, του το έδεσαν και του είπαν να πάει στα αποδυτήρια. Το ματς είχε τελειώσει γι’ αυτόν. Κι όμως, θυμήθηκε ότι είχαν γίνει κι οι δύο αλλαγές και η Αργεντινή θα έπαιζε με 10. Γύρισε πίσω μόνος του και πάτησε ξανά το χορτάρι του Μονουμεντάλ μέχρι το τέλος.

Η δεύτερη νίκη της Αργεντινής πανηγυρίστηκε έξαλλα και το γκολ του Λούκε έμεινε αξέχαστο. Την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε η οικογένειά του στην προπόνηση. «Νόμιζα ότι είχαν ταξιδέψει για να δουν πώς είναι το χέρι μου. Μόλις είδα τη μάνα μου να κλαίει, κατάλαβα ότι κάτι είχε συμβεί. Μου είπαν ότι ο «Κάτσο» σκοτώθηκε σε ατύχημα». Ο Λεοπόλδο πήγε στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσει τον αδερφό του. «Λένε όλοι για τη σχέση της εθνικής με τους στρατιωτικούς, αλλά να σας πω κάτι; Δεν βρέθηκε κανείς δίπλα μας. Ούτε ένας τους, να πει συλλυπητήρια. Αναγκάστηκα να ζητήσω χρήματα από τον Πασαρέλα και το κοινό ταμείο που είχαμε οι παίκτες για να μεταφερθεί το πτώμα του αδερφού μου πίσω στη Σάντα Φε». Η δικτατορία ενδιαφερόταν για τις νίκες, όχι όμως για τα προσωπικά προβλήματα των παικτών.

Με την Αργεντινή να έχει προκριθεί, ο Λούκε δεν συμμετέχει στο τρίτο παιχνίδι με την Ιταλία. Ο ίδιος στενοχωρημένος γιατί είχε πολύ καλή σχέση με τον αδερφό του και απογοητευμένος από τη στάση των αρχών, σκέφτεται να μη συνεχίσει. Ο προπονητής Σέζαρ Λουίς Μενότι του λέει να κάνει ό,τι θέλει, αλλά κι ότι τον χρειάζονται. Πριν το ματς με την Ιταλία, κρατούν ένα λεπτό σιγής και οι συμπαίκτες του φέρουν το μήνυμα: «Λεοπόλδο σε περιμένουμε». Η Αργεντινή χάνει με 1-0 και την ημέρα που κηδεύεται ο αδερφός του, ο πατέρας του λέει: «Πρέπει να γυρίσεις, δεν είδες ότι έχασαν χωρίς εσένα;»

Ο Λούκε επιστρέφει για τη δεύτερη φάση, χάνοντας το πρώτο ματς με την Πολωνία. Πονάει πάρα πολύ στο χέρι και στην προπόνηση δοκιμάζει… πτώσεις για να δει αν αντέχει. Μέσα σε όλα, στις σκληρές προπονήσεις της Αργεντινής, δέχεται και ένα χτύπημα από τον Όσκαρ Ορτίς και το μάτι του μαυρίζει και πρήζεται. Με… ένα χέρι και ένα μάτι, ο Λούκε δεν σκέφτεται στιγμή να χάσει τα άλλα παιχνίδια. Παίζει τόσο στο 0-0 με τη Βραζιλία, όσο και στο διαβόητο ματς με το Περού. Εκεί σκόραρε δύο φορές στο 6-0. Το ένα γκολ πανέμορφο, με κεφαλιά ψαράκι. Στην ερώτηση για εκείνο το ματς απαντάει: «Κοίταξε, μίλησα με έναν φίλο μου από το Περού, τον Μουνιάντε. Είχε παίξει σε εκείνο το ματς και είχε και δοκάρι στην αρχή. Τον ρώτησα πολλές φορές αν είχε μπει κάποιος στα αποδυτήρια, αν τους προσέφεραν κάτι. Μου είπε ότι δεν υπέπεσε κάτι στην αντίληψή του. Για τους άλλους δεν μπορούσε να βάλει το χέρι του στη φωτιά. Είχαμε παίξει δυο φορές πρόσφατα με το Περού. Ξέραμε τις αδυναμίες τους. Ήταν και αδιάφοροι, δεν είχαν να παίξουν για κάτι». Επιμένει ότι δεν κατάλαβε κάτι διαφορετικό σε εκείνο το ματς. Οι Περουβιάνοι λέει έπαιζαν πολύ σκληρά.

Ο Λούκε ήταν βασικός και στον τελικό. Σε ένα ματς που και πάλι έφαγε πολύ ξύλο. Τόσο οι Βραζιλιάνοι, όσο κι οι Ολλανδοί γνωρίζοντας το πρόβλημά του είχαν βάλει στόχο το χέρι του. Ειδικά οι Βραζιλιάνοι προσπαθούσαν να τον κάνουν να αποχωρήσει από τον αγώνα. Πριν τον τελικό Ολλανδοί και Αργεντίνοι μαλώνουν στα αποδυτήρια. Ο λόγος; Τα δεμένα χέρια του Λούκε και τον φαν Κέρκχοφ. Η κάθε ομάδα υποστήριζε ότι ο μπανταρισμένος της άλλης φορούσε σκληρό επίδεσμο, επικίνδυνο. Τα χτυπήματα για τον Λούκε δεν είχαν τελειώσει πάντως. Στη φάση του 3-1 χτύπησε με έναν από τους δύο αδερφούς φαν Κέρκχοφ και άνοιξε η μύτη του. Χέρι, μάτι, μύτη. Τελείωσε το ματς μέσα στα αίματα και ευτυχώς δεν είχε επόμενο αγώνα γιατί ποιος ξέρει τι μπορεί να πάθαινε. Πολυτραυματίας, πανηγύρισε έξαλλα την κατάκτηση του Μουντιάλ από την Αργεντινή. Ο Λούκε υποστηρίζει με βεβαιότητα ότι δεν έγινε τίποτα περίεργο στο ματς με το Περού. Όπως λέει: «εγώ έπαιζα το ένα-δύο με τον Κέμπες και τον Μπερτόνι, όχι με τους χουντικούς«. Δεν θέλει σε καμία περίπτωση να δεχτεί ότι οι θυσίες που έκανε δεν είχαν σημασία. Οι σκιές πάντως παραμένουν μέχρι και σήμερα.

Όπως και να ‘χει όμως, ακόμα και τίποτα επιλήψιμο να μην έγινε στο παιχνίδι με το Περού, κάθε κραυγή για γκολ στο γήπεδο, σκέπαζε τις κραυγές των ανθρώπων που βασανίζονταν την ίδια στιγμή από τη χούντα της Αργεντινής. Μόλις δέκα τετράγωνα από το Εστάδιο Μονουμεντάλ βρισκόταν η Escuela de Mecánica de la Armada. Η ESMA ήταν μια σχολή μηχανικών του ναυτικού που μετατράπηκε σε ένα από τα χειρότερη μέρη βασανισμών, «εξαφανίσεων» και εκτελέσεων. Υπάρχουν διηγήσεις ότι κάποιοι βασανιστές, έβαλαν τα ίδια τους τα θύματα μέσα σε αυτοκίνητα και τα πήραν να πανηγυρίσουν την κατάκτηση του τίτλου. Μια χώρα μεθυσμένη. «Πώς να καταλάβω τον κόσμο, όταν εγώ έκλαιγα στην κουζίνα και ο άντρας μου πανηγύριζε στο σαλόνι τα γκολ» είχε πει η Χέμπε ντε Μπονταφίνι, μια από τις ακτιβίστριες και αυτή που οργάνωσε τις Μητέρες της Πλάσα ντε Μάγιο που αναζητούσαν μάταια τους «εξαφανισμένους». Η Χέμπε είχε χάσει τους δυο γιους της και τη νύφη της κι όμως ο άντρας της πανηγύριζε τις νίκες. Αλλά αυτό είναι το ποδόσφαιρο και η τεράστια δύναμή του κι αυτό το γνωρίζουν καλά όλα τα απολυταρχικά καθεστώτα. Κι η Αργεντινή του 1978 συνδυάστηκε με μια χούντα και μία διοργάνωση με πολλές γκρίζες ζώνες, άδικο για μια εξαιρετική εθνική με παίκτες όπως ο Κέμπες, ο Λούκε, ο Πασαρέλα, ο Χάουσμαν και ο Αρντίλες. Ο τελευταίος άλλωστε έχει πει και μια σπουδαία φράση: «Μας πόνεσε πολύ όταν μάθαμε ότι ήμασταν ένα μέσο αντιπερισπασμού για το λαό, την ώρα που συνέβαιναν θηριωδίες». Ο προπονητής Μενότι έκανε μια παρόμοια δήλωση: «Χρησιμοποιήθηκα. Δυστυχώς η χρήση του αθλήματος από τους ισχυρούς είναι όσο παλιός είναι κι ο κόσμος μας».

Ο άνθρωπος που έχασε τα πάντα, εκτός από την αγάπη για το ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

12 Ιουνίου 2012. Η διοργανώτρια Πολωνία μετά την ισοπαλία με την Ελλάδα στην πρεμιέρα του Euro αντιμετωπίζει τη Ρωσία. Ο Τζαγκόεφ ανοίγει το σκορ στο 37′ για τους Ρώσους. Το κοινό της Βαρσοβίας διψάει για την ισοφάριση. Είναι η ευκαιρία της Πολωνίας για μια διάκριση μέσα στην πατρίδα της, είναι και ο αντίπαλος που έχει πάντα ιδιαίτερη σημασία. Στο 57′ οι Πολωνοί βγαίνουν στην αντεπίθεση από τα δεξιά. Ο αρχηγός Γιακούμπ Μπλαστσικόφσκι παίρνει την μπάλα «εξτρεμίσια» με το δεξί, αποφεύγει τον αντίπαλό του και πιάνει ένα καταπληκτικό σουτ με το αριστερό που καρφώνεται στη γωνία της εστίας του Μαλαφέεφ. 1-1. Ένα από τα ομορφότερα γκολ του Euro 2012. Ο Μπλαστσικόφσκι  φεύγει τρέχοντας, φιλάει το εθνόσημο και οι συμπαίκτες του τον κυνηγούν. Στο γήπεδο γίνεται πανζουρλισμός. Το ίδιο σε διάφορα μέρη της χώρας που κόσμος βλέπει σε γιγαντοοθόνες τον αγώνα. Ο αρχηγός, που έχει δώσει την ασίστ και στον Λεβαντόφσκι στο προηγούμενο 1-1 με την Ελλάδα, πνίγεται στις αγκαλιές των συμπαικτών του. Μόλις ηρεμεί, δείχνει με τα δάχτυλά του τον ουρανό.

Δεν είναι τίποτα το ασυνήθιστο θα σκεφτούν πολλοί, το έχουμε δει πολλές φορές. Ειδικά από θρήσκους Βραζιλιάνους. Άλλωστε ο αρχηγός της Πολωνίας είναι πιστός καθολικός. Οι περισσότεροι ασχολούμαστε με το πώς θα προφέρουμε το όνομά του. «Blaszczykowski«, 10 σύμφωνα και 4 φωνήεντα. Όσοι τον παρακολουθούν και με τη φανέλα της Ντόρτμουντ έχουν ξαναδεί τον πανηγυρισμό. Ίσως κάποιοι πιο διαβασμένοι να θυμούνται ότι λίγες ημέρες πριν το Euro ο αρχηγός Κούμπα (το παρατσούκλι με το οποίο θα τον αποκαλούμε από δω και στο εξής στο κείμενο γιατί το Μπλαστσικόφσκι θέλει ιδιαίτερη προσπάθεια) έχει αφήσει την αποστολή της Πολωνίας για να πάει στην κηδεία του πατέρα του και να είναι ένα γκολ αφιερωμένο σε  αυτόν. Δυστυχώς όμως, η αλήθεια είναι πολύ πιο τραγική.

Σεπτέμβριος 1996. Στο μικρό χωριουδάκι Τρουσκολάσι της Σιλεσίας κάπου στα νότια της χώρας και κοντά σχετικά στο Κατοβίτσε ένα 11χρονο αγόρι παίζει. Είναι ένα ακόμα απλό παιδάκι. Το μόνο που το κάνει να ξεχωρίζει είναι ότι έχει θείο τον Γέρζι Μπρέζτσεκ, έναν επαγγελματία ποδοσφαιριστή που φόρεσε 42 φορές τη φανέλα της Πολωνίας. Ίσως είναι κι ο λόγος που ο μικρός Κούμπα παίζει όλη μέρα ποδόσφαιρο. Από νωρίς το πρωί με μια μπάλα, απέναντι σε έναν τοίχο. Εκείνη την ημέρα όμως δεν έπαιζε ποδόσφαιρο. Ήταν στο δωμάτιό του κι έπαιζε με τα παιχνίδια του.

«Το παράθυρο ήταν ανοιχτό και ξαφνικά άκουσα δυο φωνές. Ήξερα ποιες ήταν ήταν. Πάγωσα γιατί τους άκουσα να μαλώνουν. Μετά ακούω μια φωνή να λέει: «Σκύλα!» κι ύστερα κραυγές. Έτρεξα έξω. Η μητέρα μου ήταν μέσα σε ένα χαντάκι και ο πατέρας μου έφευγε. Άρχισα να φωνάζω. Πήγα δίπλα της να την αγγίξω. Μου ήρθε μια μυρωδιά, κάτι σαν χαλασμένο γάλα. Πήγα να πιάσω το χέρι της και νομίζω τα δάχτυλά μου μπήκαν στην πληγή. Κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν ήταν καλά. Νομίζω ότι η μητέρα μου πέθανε στα χέρια μου. Τρεις τελευταίες αναπνοές και μετά τίποτα. Ησυχία. Έτρεχα με τις κάλτσες, δεν είχα προλάβει να βάλω παπούτσια, πήγα να καλέσω ένα ασθενοφόρο. Όταν επέστρεψα ήταν όλοι εκεί γύρω της. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν θυμάμαι τίποτα μετά.»

Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Γιακούμπ Μπλαστσικόφσκι.

Μετά από αυτή την ανείπωτη τραγωδία ο Κούμπα κι ο αδερφός του Ντάβιντ πήγαν να ζήσουν με τη γιαγιά τους που τελικά τους μεγάλωσε και σε αυτή χρωστούν τα πάντα. Ο πατέρας του συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλακή. Ο Κούμπα αναγκάστηκε να επιστρέψει στο σχολείο, αλλά η χαρά της ζωής του, η μπάλα, κόπηκε. Δεν υπήρχε χώρος μέσα στην παιδική του ψυχή για ευχαρίστηση. «Στα 11 μου έπρεπε ξαφνικά να ωριμάσω, να αρχίσω να σκέφτομαι διαφορετικά. Σε μια στιγμή έχασα και τους δυο γονείς μου. Πέρασαν σχεδόν δύο χρόνια μέχρι να αντιληφθώ τι είχε συμβεί».

Οι μήνες περνούσαν κι ο Κούμπα δεν είχε όρεξη για μπάλα, δεν επέστρεφε στην τοπική ομάδα. Περίπου ένα χρόνο αργότερα κάποιος τον έπεισε να πάρει μέρος σε ένα τουρνουά ποδοσφαίρου σάλας. Βγήκε ο καλύτερος παίκτης. Τότε ήταν που τον πλησίασε ο θείος του, προπονητής της ολυμπιακής ομάδας της Πολωνίας. «Του είπα να μην σπαταλήσει το ταλέντο του. Αν μπορούσε να τα καταφέρει αυτά χωρίς προπόνηση, θα μπορούσε να κάνει ακόμα μεγαλύτερα πράγματα αν επέστρεφε». Τελικά ο Κούμπα πείστηκε, επέστρεψε στην αγαπημένη του μπάλα και την ομάδα του και το 2002 μετακόμισε στις μικρές ομάδες της Γκόρνικ Ζάμπρζε μιας ομάδας Α’ εθνικής. Δεν τον πίστεψαν όμως εκεί και τελικά γύρισε σε μια μικρή ομάδα της περιοχής του στη Δ’ εθνική. Ο Κούμπα ήταν αρκετά κοντός και κυρίως πολύ ατομιστής. Κρατούσε πολύ την μπάλα, είχε εξαιρετική ντρίμπλα καθώς έμαθε να παίζει μπάλα σε μικρούς χώρους, αλλά επειδή δεν ήταν και ο πιο δυνατός παίκτης την έχανε συχνά. Στο γυμνάσιο ήταν από τα πιο κοντά παιδιά, ο ίδιος το αποδίδει στο σοκ από το θάνατο της μητέρας του. Όσοι ήταν κοντά του, προπονητές, φίλοι, ακόμα κι ο αδερφός του προσπάθησαν να του αλλάξουν μυαλά και ποδοσφαιρικό στιλ. Και πράγματι, ο Κούμπα άρχισε να δίνει πάσες. Ταυτόχρονα ψήλωσε και σε σχετικά συνηθισμένα επίπεδα, ενώ δυνάμωσε κιόλας.

Ο θείος του εκμεταλλεύτηκε τις γνωριμίες του με τον Γκρεγκόρ Μιελκάρσκι (έναν σπουδαίο Πολωνό φορ που πέρασε και για λίγο από την ΑΕΚ, αλλά αντιμετώπισε προβλήματα τραυματισμού) τον τεχνικό διευθυντή της Βίσλα και ο Κούμπα μετακόμισε στην Κρακοβία. Εντυπωσίασε αμέσως τον προπονητή της ομάδας, στα 19,5 του έκανε ντεμπούτο στην Α’ εθνική. Παρ’ ότι πολλοί έλεγαν ότι ο μικρός έπαιζε λόγω γνωριμιών, ο κόουτς Λίτσκα πήρε το ρίσκο και δικαιώθηκε. Ο Κούμπα μάλιστα κατέκτησε και το πρωτάθλημα στην πρώτη του σεζόν και οι επιφυλάξεις των οπαδών κι η αμφισβήτηση (μια που πήρε τη θέση του αγαπημένου παιδιού, του Νιγηριανού Ούτσε) μετατράπηκαν σε λατρεία.

Η εξέλιξή του ήταν ραγδαία. Από τη Δ’ εθνική αμέσως στην πρωταθλήτρια ομάδα και από εκεί μέσα σε μόλις δύο σεζόν μεταγραφή στη Γερμανία και μάλιστα στην Μπορούσια Ντόρτμουντ. Από την τοπική ομάδα, σε μια ομάδα με δέκα διεθνείς στην εθνική Πολωνίας και από εκεί στα ίδια αποδυτήρια με τον Ροζίτσκι, τον Γιαν Κόλερ, τον Αμορόζο και τον Ζούλιο Σέζαρ, μόλις στα 22 του χρόνια. Το «Κούμπα» στη φανέλα για να πουλήσει πιο εύκολα από το όνομα σιδηρόδρομο και από την αρχή, χωρίς να ξέρει γρι γερμανικά, κερδίζει τις εντυπώσεις. Το Κίκερ τον αναδεικνύει δεύτερη καλύτερη μεταγραφή στη Γερμανία μετά από αυτή του Ριμπερί. Ο Κούμπα γίνεται στη συνέχεια βασικότατο γρανάζι στη μηχανή του Κλοπ. Στην Ντόρτμουντ έμεινε εννιά ολόκληρες σεζόν, κέρδισε δύο πρωταθλήματα και έφτασε σε έναν τελικό Τσάμπιονς Λιγκ. Αγαπήθηκε όσο λίγοι από το κοινό της ομάδας και όταν πλέον αποχώρησε και τον Σεπτέμβριο του 2016 την αντιμετώπισε με τη φανέλα της Βόλφσμπουργκ ηττήθηκε με 1-5. Οι παίκτες της Ντόρτμουντ πήγαν να χαιρετίσουν τον κόσμο, αλλά οι περίπου 3.000 εκδρομείς είχαν άλλο πράγμα στο μυαλό τους. Άρχισαν να φωνάζουν το όνομα του Κούμπα. Οι πρώην συμπαίκτες του τον… έφεραν πίσω σχεδόν από τα αποδυτήρια κι ο Κούμπα φορώντας τα πράσινα αποθεώθηκε σε μια στιγμή ποδοσφαιρικού μεγαλείου και αναγνώρισης:

Ιούνιος 2012. Η Πολωνία τελικά έρχεται ισόπαλη 1-1 με τη Ρωσία. Ο Κούμπα δεν έχει αφιερώσει το γκολ στον πατέρα του. Δεν τον έχει ξαναδεί ποτέ άλλωστε από εκείνη την ημέρα, το γκολ όπως κι όλα είναι για την μητέρα του. Δεν επισκέφτηκε τον Σίγκμουντ στη φυλακή, όπως κι ο αδερφός του. Όταν έμαθε για τον θάνατό του όμως δεν μπορούσε. Άφησε το προπονητικό κέντρο και πήγε στην κηδεία. Τον συγχώρεσε; Ίσως. Άλλωστε όπως είπαμε είναι ιδιαίτερα θρήσκος και στο χριστιανισμό η συγχώρεση είναι θεμέλιος λίθος. Αν ξέχασε; Σίγουρα όχι. Άλλωστε και να θέλει δεν μπορεί. Στα χέρια του έχει τα σημάδια. Ήταν 14 ετών, πήρε ένα γυαλί και προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Οι ουλές υπάρχουν ακόμα στα χέρια για να θυμίζουν πόσο κοντά έφτασε στο δικό του τέλος. Ο Κούμπα δεν πούλησε ποτέ το δράμα του. Το κράτησε μέσα του, έδωσε λίγες συνεντεύξεις και μόλις πριν χρόνια αποφάσισε να γράψει αυτό το βιβλίο που έβγαλε όσα κουβαλούσε μέσα του για χρόνια. Έχει κάνει κι ο ίδιος οικογένεια, δεν επιδεικνύει τον πλούτο του, δεν προκαλεί, είναι ταπεινός. Στην Πολωνία λατρεύεται. Μαζί με τον Λεβαντόφσκι είναι ήρωες της εθνικής.

Η Πολωνία τελικά με δυο ισοπαλίες και μία ήττα βγήκε τελευταία στο γκρουπ της. Το γκολ και η ασίστ του Κούμπα δεν αρκούσαν. Οι Πολωνοί αποκλείστηκαν, αλλά τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψαν. Έδωσε την ασίστ για το γκολ της νίκης επί της Β. Ιρλανδίας, την πρώτη νίκη στην ιστορία της Πολωνίας σε Euro. Έπαιξε και στο 0-0 με τη Γερμανία, αλλά στο τρίτο ματς ήταν στον πάγκο. Μπήκε αλλαγή στο 2ο ημίχρονο, σκόραρε και με το 1-0 επί της Ουκρανίας οι Πολωνοί πήραν τη μεγάλη πρόκριση. Σκόραρε ξανά με την Ελβετία στη φάση των 16 και πέτυχε και πέναλτι στη διαδικασία που έδωσε την πρόκριση στους 8. Εκεί η Πορτογαλία αντιμετώπισε την Πορτογαλία και το παιχνίδι έληξε με 1-1. Ο Κούμπα σούταρε το μοιραίο τέταρτο πέναλτι, ο Ρουί Πατρίσιο απέκρουσε κι η Πορτογαλία πήρε μία ακόμα Made by Fernando Santos πρόκριση. Ο πιο πολύτιμος παίκτης της εθνικής, έγινε κι ο μοιραίος. Αυτή τη φορά τα χέρια δεν έδειξαν τον ουρανό, αλλά κάλυψαν το γεμάτο στενοχώρια πρόσωπό του.

Ο Κούμπα έχασε το Μουντιάλ του 2006 (όπως και το Euro 2008) λόγω τραυματισμού. Πλέον στα 32 του με το κορμί του ταλαιπωρημένο από πολλούς τραυματισμούς, θα ζήσει τη χαρά ενός Μουντιάλ. Ο τρίτος σε συμμετοχές στην ιστορία της Πολωνίας θέλει μία ακόμα για να φτάσει τις 100. Πίσω του έχει αφήσει αυτό το μοιραίο πέναλτι, το πέναλτι ενός πιθανού ημιτελικού. Ο Κούμπα ακόμα και να μην είναι τόσο σημαντικός αυτή τη φορά, να μην είναι σε 100% κατάσταση, είναι ήδη ένας νικητής. Νικητής στη ζωή, νικητής και στο ποδόσφαιρο. «Θα μείνει μέσα μου για όλη μου τη ζωή. Ποτέ δεν θα καταλάβω τι έγινε και γιατί. Κάθε μέρα το σκέφτομαι, αλλά έχω αποκτήσει αντοχές στην τραγωδία αυτή. Έχασα τα πάντα και ήταν μόλις πριν λίγα χρόνια που κατάλαβα ότι μπορώ να δώσω χαρά στον εαυτό μου και σε άλλους ανθρώπους».

To ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές

  [2 Σχόλια]

Ας δούμε κάποια γεγονότα…

Φέτος συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την εξέγερση στο Παρίσι. Μια εξέγερση που εξελίχθηκε σε μια ελαφρύτερη επανάσταση, που έφερε όμως τεράστιες κοινωνικές αλλαγές και έδωσε το δικαίωμα στην πλειοψηφία του λαού να νιώσει ελευθερία και να απαιτήσει τα δικαιώματα που του αναλογούσαν. Μια επανάσταση που έφερε σίγουρα πολλαπλά μηνύματα και σημάδεψε την ανθρωπότητα για πάντα. Εκείνος ο Μάης του ’68, γνωστός και ως η εξέγερση κατά των τριών Ρ (Professors-Peres-Patros, καθηγητές-γονείς-αφεντικά δηλαδή), ευθύνεται για πολλά καλά προς την ανθρωπότητα. Κι ας μην άλλαξε τελικά εντελώς τον κόσμο, όπως περίμεναν οι ρομαντικοί φοιτητές της εποχής και φυσικά το εργατικό κίνημα – στην πλειοψηφία του. Το σύστημα άλλωστε βρίσκει συνήθως τον τρόπο να παρασύρει μαζί του σημαντικούς επαναστάτες και να τους εντάσσει στη  δική του πλευρά. Αυτό δηλαδή που συνέβη και στην Γαλλία -του Ντε Γκωλ- εκείνη την εποχή, όταν και βρέθηκαν πολλοί μπροστάρηδες της επανάστασης, στους απέναντι, και μάλιστα στον πυρήνα. Αλλά και πάλι: Έχει αποτύχει μια επανάσταση όταν συμβαίνει αυτό; H απάντηση είναι σίγουρα όχι. Πόσο μάλλον όταν 50 χρόνια μετά συζητάμε ακόμα γι’ αυτή και για τον τρόπο που έφερε τόσες πολλές αλλαγές στην κοινωνική στάση των περισσότερων ανθρώπων προς τον συνάνθρωπο, με τη λέξη ισότητα να κυριαρχεί παντού.

Το ποδόσφαιρο φυσικά και δεν θα μπορούσε να λείπει από όλο αυτό. Πόσο μάλλον όταν τα 2/3 του εργατικού δυναμικού ήταν σε απεργία και οι περισσότεροι φοιτητές ήταν ολημερίς στους δρόμους, απαιτώντας ένα καλύτερο κόσμο και ένα καλύτερο αύριο. Οι πρισσότεροι από αυτούς ήταν και οι άνθρωποι που γέμιζαν τα γήπεδα της εποχής κάθε αγωνιστική. Φυσικά και μιλάμε για τα εκρηκτικά 60s και για ένα κόσμο που κυριολεκτικά έβραζε σε κάθε γωνιά του. Ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις. Η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και το αντιρατσιστικό κίνημα. Η ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος. Η δημιουργία των πρώτων εργατικών συμβουλίων στην Ιταλία και φυσικά η δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντυ. Γεγονότα που επισκίαζαν τα πάντα εκείνη την εποχή. Εκτός κι αν ζούσες στην Ελλάδα της χούντας.

Εκείνο τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, ανάμεσα στα οδοφράγματα και τις οδομαχίες της Σορβόννης και ανάμεσα στα συνθήματα για ισότητα και ελευθερία, το ποδόσφαιρο ήθελε να αλλάξει κι αυτό. Κάπως έτσι, στις 22 Μαΐου, μια ένωση ποδοσφαιριστών από ομάδες του Παρισιού βγάζουν μια ανακοίνωση για να ελευθερώσουν το ποδόσφαιρο, μέσα απ’ τα δικά τους θέλω, βάζοντας πλάτη στους διαδηλωτές. Κύριο σύνθημά τους: To ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές. H ανακοίνωση τους απλή.

«Εμείς, οι ποδοσφαιριστές, που ανήκουμε σε διαφορετικές ομάδες της επικράτειας του Παρισιού, αποφασίσαμε να καταλάβουμε τα κεντρικά γραφεία της Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Όπως ακριβώς οι εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσιά τους και οι φοιτητές τις σχολές τους. Γιατί;

Για να επιστρέψουμε στους 600.000 ποδοσφαιριστές της Γαλλίας και στους χιλιάδες φίλους τους αυτό που τους ανήκει: το ποδόσφαιρο, το οποίο το καταλήστεψαν οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας για να εξυπηρετήσουν τα εγωιστικά τους συμφέροντα ως κερδοσκόποι του αθλητισμού.

Τώρα είναι στο χέρι σας, ποδοσφαιριστές, γυμναστές, προπονητές μικρών ομάδων, αμέτρητοι φίλοι και οπαδοί του ποδοσφαίρου, φοιτητές και εργάτες, να διατηρήσετε την ποιότητα του αθλήματός σας· αρκεί να ενωθείτε μαζί μας ώστε:

– να απαιτήσουμε (μέσω δημοψηφίσματος των 600.000 ποδοσφαιριστών, που θα ελεγχθεί από τους ίδιους) την άμεση παύση των κερδοσκόπων του ποδοσφαίρου και όσων προσβάλλουν την υπόσταση των ποδοσφαιριστών.

– ν’ απελευθερώσουμε το ποδόσφαιρο από την κηδεμονία του χρήματος των ελεεινών ψευτο-ευεργετών του, που είναι η ρίζα όλης της σήψης του ποδοσφαίρου.

– να απαιτήσουμε από το κράτος τις επιδοτήσεις που παραχωρεί σε όλα τ’ άλλα αθλήματα και τις οποίες οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας δε διεκδίκησαν ποτέ ή διεκδίκησαν για τις δικές τους τσέπες.

Για να παραμείνει το ποδόσφαιρο δικό σας, σας καλούμε να έρθετε χωρίς καθυστέρηση στα κεντρικά γραφεία της Ομοσπονδίας, η οποία έγινε ξανά στέγη σας, στον αριθμό 60 της λεωφόρου Ιενά στο Παρίσι.

Ενωμένοι, θα κάνουμε πάλι το ποδόσφαιρο αυτό που ποτέ δεν έπρεπε να σταματήσει να ’ναι – το άθλημα της χαράς, το άθλημα του αυριανού κόσμου, που όλοι οι εργάτες έχουν ξεκινήσει να χτίζουν. ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΙΕΝΑ 60!

Ποδοσφαιρική Επιτροπή Δράσης»

Η Γαλλία και ο κόσμος όντως άλλαξε. Όχι όμως για πολύ. Μέσα από αυτή την αυταπάτη τα νεανικά κινήματα συγκλόνισαν τον πλανήτη και σάρωσαν τις αντιδραστικές και συντηρητικές γραφειοκρατικές βεβαιότητες του παρελθόντος. Και πάλι όχι για πολύ. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πωλ Σαρτρ επέστρεψε δυναμικά στο προσκήνιο και έγινε σημαία των κινημάτων του ’68, γράφοντας εκείνη την προκλητική (για πολλούς) και συνάμα προφητική (για περισσότερους) ατάκα στο περιοδικό Temps Modernes πως «Εκλογές, παγίδα για μαλάκες», όταν ο Ντε Γκωλ ανακοίνωσε τη διάλυση της Βουλής και προκήρυξε νέες εκλογές, μιας και ο Σαρτρ έβλεπε πως όλο αυτό μόνο χειρότερα μπορούσε να κάνει τα πράγματα. Και τα έκανε με την τεράστια άνοδο της δεξιάς τα επόμενα χρόνια. Τελικά εκείνη η επανάσταση τελείωσε αρκετά γρήγορα. Στις αρχές του καλοκαιριού. Ένα απ’ τα ωραιότερα συνθήματα άλλωστε του Μάη του ’68 ήταν εκείνο το «Κάτω απ’ τα τσιμέντα υπάρχει η παραλία» και κάπως έτσι οι περισσότεροι Γάλλοι ξεχύθηκαν να κάνουν τα μπάνια τους, φέρνοντας στο μυαλό μέρες του 1936, όταν καθιερώθηκαν δηλαδή, για πρώτη φορά στην Γαλλία, οι πληρωμένες διακοπές. Ήταν τότε που μεγάλη μερίδα των Γάλλων εργατών είδε για πρώτη φορά τη θάλασσα και έπαιξε ποδόσφαιρο στις παραλίες ανέμελα.

Αλλά και το ποδόσφαιρο πήγε με το ρεύμα και τη σιγουριά. Με το Γιούρο της Ιταλίας προ των πυλών, η εθνική Γαλλίας ταξίδεψε τελικά στο Βελιγράδι στις 24 Μαΐου -δύο μέρες μετά την ανακοίνωση-  για τη ρεβάνς του 1-1 του Παρισιού (προ επανάστασης) και γνώρισε την συντριβή με 5-1 από τους εκπληκτικούς Γιουγκοσλάβους (η διοργάνωση εκείνα τα χρόνια δεν είχε την μορφή των ημερών μας), αν και δεν υπήρξε και αρκετός κόσμος που να ασχολήθηκε φανατικά με εκείνη την αναμέτρηση, με το χάος που επικρατούσε στους δρόμους. To πρωτάθλημα της επόμενης σεζόν ξεκίνησε κανονικά και πάλι, με την Σεντ Ετιέν να το κατακτά δύσκολα απ’ τη Μπορντό, και κάπως έτσι όλα μπήκαν και πάλι στους κανονικούς (;) τους ρυθμούς. Στο πολιτικό κομμάτι, ο Σαρτρ προσεγγίζει την Ακροαριστερά και συναναστρέφεται με Μαοϊκούς τους οποίους και τελικά στηρίζει. Έρχεται σε ρήξη με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και φτάνει να δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα αναρχικός, και μάλιστα πολύ πριν το Μάη του ’68 (!).

Τελικά «Η φαντασία στην εξουσία» δεν ήρθε -όπως περίμενε η μεγαλύτερη μερίδα του κόσμου- και στη δική μας χώρα έμεινε απλά ως ένα υπέροχο τραγούδι που ερμήνευσε μοναδικά ο Παύλος Σιδηρόπουλος για να έχουν να θυμούνται και να μαθαίνουν οι νέες γενιές. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε στην Ελλάδα της χούντας δεν υπήρχε -σχεδόν- καμία πραγματική ενημέρωση γι’ αυτά που συνέβαιναν στο Παρίσι, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, που επαναστατούσε για καλύτερες μέρες. Για να καταλάβετε καλύτερα, κι ας ξεφεύγουμε από ποδοσφαιρικά θέματα: Στις 27 Μαΐου, όταν και κυκλοφορεί στο Παρίσι ο ύμνος της εξέγερσης του Ζακ Μπεριάκ «Α bas l’ etat policier» (Κάτω το αστυνομικό κράτος) που ακούγεται σε πολλές μεριές του πλανήτη, στην Ελλάδα τα ραδιόφωνα παίζουν όλη μέρα το τραγούδι «Οι γιεγιέδες» με ερμηνευτές τους Κώστα Ευσταθίου και Λίτσα Διαμάντη. Για τον Μάη του ’68 η Ελλάδα μαθαίνει από ανθρώπους που βρέθηκαν εκείνη την περίοδο στη Γαλλία και έζησαν τα γεγονότα, κυριολεκτικά στους δρόμους, όπως ο σπουδαίος σκηνοθέτης του Ζ (στην εξαιρετική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου του Βασιλικού) Κώστας Γαβράς. Στην Ελλάδα είχαμε να ασχοληθούμε με σοβαρότερα θέματα «ισότητας» όπως ο Νόμος 4000 και με τους Αναρχοκομμουνισταί – Δυναμιτισταί που άκουγαν ψυχεδελικό ροκ και είχαν μακριά μαλλιά και γι’ αυτό αποτελούσαν «απειλή» για την κοινωνία. Κάποτε είχα μια υπέροχη κουβέντα για το εν λόγω θέμα με τον Δημήτρη Πουλικάκο – όταν είχα παίξει μουσική πριν από κάποιο λάιβ της μπάντας του. Βέβαια ο αθλητισμός στη δική μας χώρα «ανθούσε» και ο κόσμος δεν είχε ξυπνήσει ακόμα με αυτό τον άρτο και θεάματα που του πρόσφερε το χουντικό καθεστώς.

Εν κατακλείδι. Επηρέασε ο Μάης του ’68 το ποδόσφαιρο; Εννοείται πως το επηρέασε μιας και ένωσε πολλές ομάδες για το κοινό καλό. Όπως ο Ευρωπαϊκός κινηματογράφος έγινε καλύτερος και πιο μοντέρνος μετά το ’68 και όπως οι άνθρωποι ήρθαν πιο κοντά στους δρόμους και τις κερκίδες για το κοινό καλό. Το ποδόσφαιρο άλλωστε θα βρίσκεται πάντα δίπλα σε κάθετι επαναστατικό και λαϊκό. Τελικά το ποδόσφαιρο έφτασε να ανήκει στους ποδοσφαιριστές; Εννοείται πως όχι. Το εντελώς αντίθετο για την ακρίβεια. Το ποδόσφαιρο έφτασε να ανήκει σε πολυεθνικές και σε ανθρώπους που το βλέπουν καθαρά ως μπίζνα και μηδενικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Δυστυχώς. Σαν αυτούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς που είδαν να φουσκώνουν πολλοί από αυτούς που πρωτοστάτησαν σε εκείνη την επανάσταση και έγιναν αρκετά γρήγορα σημαντικά γρανάζια του συστήματος. «Στην επανάσταση υπάρχουν αυτοί που την κάνουν και αυτοί που επωφελούνται» έλεγε ένα απ’ τα πιο γνωστά συνθήματα τον Μάη του ’68. Πολλές φορές βέβαια επωφελούνται κι αυτοί που την κάνουν, μπαίνοντας όμως στην απέναντι -την αντίπαλη- πλευρά. Κάτι που συμβαίνει πολλάκις και στο ποδόσφαιρο. Δυστυχώς και πάλι.

Ο άνθρωπος που αγάπησε και μίσησε η Πολωνία

  [2 Σχόλια]

Η Σιλεσία είναι μια περιοχή που ανήκει κατά κύριο λόγο στην Πολωνία. Τμήματά της βρίσκονται μέσα στην Τσεχία αλλά και τη Γερμανία. Σπουδαιότερη πόλη της είναι το Βρότσλαβ, εκτός αν είσαι Αρειανός και θυμάσαι μελαγχολικά το Κατοβίτσε. Την πόλη στην οποία γεννήθηκε και ο σημερινός μας πρωταγωνιστής. Ο Έρνεστ Ότο Πραντέλα γεννήθηκε όταν το Κατοβίτσε ήταν μέρος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σύντομα η περιοχή πέρασε στην Πολωνία. Οι γονείς του ήταν γερμανικής καταγωγής και ο πατέρας του έχασε τη ζωή του στο Δυτικό Μέτωπο ως στρατιώτης της Γερμανίας. Τότε ήταν που ο Έρνεστ άλλαξε και το επώνυμό του σε Βιλιμόφσκι καθώς η μητέρα του παντρεύτηκε έναν Πολωνό και ο γιος της έπρεπε να πάρει το όνομα του πατριού.

Ο Βιλιμόφσκι δεν αγαπούσε το σχολείο, αλλά ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, ένας επιθετικός που μπορούσε να ντριμπλάρει και να σκοράρει με εξαιρετική άνεση. Το ταλέντο του γρήγορα έγινε γνωστό με τα χρώματα της Κατοβίτσε (που ήταν «γερμανική» ομάδα) και σύντομα μετακόμισε στην πολύ δυνατή τότε Ρουχ Χόρζοφ (γνωστή σε μας ως η ομάδα του Κριστόφ Βαζέχα). Για να γίνει εκείνη η μεταγραφή δόθηκε στην Κατοβίτσε ένα ποσό ίσα με 10 μισθούς, συν τα έσοδα από δύο φιλικά, συν μια δουλειά για τον πατριό του σε ένα χυτήριο. Ο Βιλιμόφσκι ήταν ταχύτατος, συνήθως έπαιζε αριστερό εξτρέμ στο W-M, ενώ οι διηγήσεις της εποχής λένε ότι είχε έξι δάκτυλα στο δεξί του πόδι (και δύο μεγάλα αυτιά όπως βλέπουμε στις φωτογραφίες).

Το ιστορικό σύστημα W-M που έπαιζαν τότε οι περισσότερες ομάδες

Τα νούμερά του ήταν μυθικά. Έγινε ο πρώτος παίκτης στο πολωνικό πρωτάθλημα που σκόραρε 7, 8, 9 και 10 γκολ σε ένα ματς. Κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα με τη Ρουχ Χόρζοφ, βγήκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ και φυσικά κλήθηκε και στην εθνική Πολωνίας. Το 1934 μάλιστα σκόραρε εναντίον της Γερμανίας, της πατρίδας των γονιών του. Στον ελεύθερό του χρόνο έπαιζε χάντμπολ, χόκεϊ επί πάγου και πινγκ πονγκ, ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής σε ό,τι έκανε, ένα μεγάλο αθλητικό ταλέντο.

 «Σκαρφάλωσα στα κλαδιά ενός δέντρου για να τον δω καλύτερα. Μπορούσε να ντριμπλάρει μερικούς αντιπάλους και να σταματήσει με την μπάλα στη γραμμή, περιμένοντας τους αμυντικούς πριν σπρώξει την μπάλα στα δίχτυα. Κι όλα αυτά χαμογελώντας.»
– Καζιμίρ Γκόρσκι (στη φωτογραφία η Ρουχ Χόρζοφ της εποχής)

Έξω από τα γήπεδα ζούσε τη ζωή του όσο καλύτερα μπορούσε και είχε μεγάλη αγάπη στο ποτό. Μια ημέρα πριν μαζευτούν οι παίκτες της εθνικής Πολωνίας, ο ίδιος το έριξε έξω με συμπαίκτες του στην Κρακοβία. Το επόμενο πρωί εμφανίστηκε σουρωμένος και ο προπονητής τον έδιωξε. Η Ομοσπονδία τον τιμώρησε με ένα χρόνο αποβολή από την εθνική, κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς έχασε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Πολλοί λένε ότι με αυτόν η Πολωνία θα είχε κατακτήσει το χρυσό. Λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το συμβάν, σκόραρε έξι γκολ σε ένα ματς και πήγε στους δημοσιογράφους λέγοντάς τους: «Έτσι παίζει ένας αλκοολικός». Ο Βιλιμόφσκι επέστρεψε αργότερα στην εθνική και γνώρισε ίσως την μεγαλύτερη του ποδοσφαιρική στιγμή στο Μουντιάλ του 1938. Εκεί που ήταν πρωταγωνιστής στο ιστορικό Βραζιλία-Πολωνία 6-5, όταν και έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε τέσσερις φορές σε αγώνα Μουντιάλ, ενώ κέρδισε και πέναλτι. Χρειάστηκε ο Όλεγκ Σαλένκο το 1994 απέναντι στο Καμερούν για να ξεπεραστεί το ρεκόρ του. Οι δυο ομάδες τελείωσαν το παιχνίδι με 4-4 και οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν τελικά με 6-5 στην παράταση. Με τη λήξη του αγώνα οι 13.000 θεατές στο Στρασβούργο αποθέωσαν τους κατάκοπους παίκτες για το φοβερό ποδοσφαιρικό σόου.

Απίστευτα ρετρό πλάνα από 70 χρόνια πριν στο Βραζιλία-Πολωνία

Οι Βραζιλιάνοι τον λάτρεψαν. Ο τότε σούπερ σταρ της Φλαμένγκο Λεωνίδας ντα Σίλβα μίλησε με τα καλύτερα λόγια τόσο για την Πολωνία, όσο και για τον ίδιο τον παίκτη. Στο Βιλιμόφσκι προτάθηκε να υπογράψει συμβόλαιο και να παίξει στη Βραζιλία. Το σκέφτηκε και τελικά συμφώνησε. Οι πολωνικές αρχές όμως δεν του επέτρεψαν να φύγει από τη χώρα. Άλλη διήγηση λέει ότι εκείνο το βράδυ ήταν τόσο μεθυσμένος που υπέγραψε συμβόλαια με τρεις διαφορετικές ομάδες και οι συμπαίκτες του τα έσκισαν. Άγνωστο ποια είναι η αλήθεια, το μόνο σίγουρο πάντως ότι ήταν από τους κορυφαίους στον κόσμο. Έμεινε τελικά και συνέχισε να παίζει στην Πολωνία, αλλά με το κλίμα μεταξύ Πολωνίας-Γερμανίας να είναι πολύ άσχημο, ήδη κάποιες εφημερίδες τον κατηγορούσαν ότι νιώθει περισσότερο Γερμανός παρά Πολωνός. Ο Βιλιμόφσκι μαζί με τους Πέτερεκ και Βόνταρζ ονομάζονται οι «τρεις μάγοι» της Κατοβίτσε που έμπαινε σφήνα ανάμεσα στις ομάδες της Κρακοβίας και του Πόζναν.

Στις 27 Αυγούστου του 1939 ο Βιλιμόφσκι έδωσε το τελευταίο του σόου με τη φανέλα της Πολωνίας σε ένα 4-2 επί της φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ Ουγγαρίας, στο οποίο σκόραρε τρεις φορές και κέρδισε ένα πέναλτι. Η καριέρα του με την Πολωνία έκλεινε με 21 γκολ σε 22 συμμετοχές. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο γερμανικός ναζιστικός στρατός εισέβαλε στην Πολωνία, ενώ στις 17 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε και η επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης. Σε λιγότερο από έναν μήνα η Πολωνία είχε κατακτηθεί και μοιραστεί από Γερμανία και ΕΣΣΔ. Η Σιλεσία κατέληξε στα χέρια των Γερμανών.

Με τη φανέλα της Πολωνίας

Ο Βιλιμόφσκι κρύβεται για να γλιτώσει το γερμανικό στρατό. Όπως και πολλοί ακόμα κάτοικοι της Σιλεσίας παίρνει τη γερμανική υπηκοότητα. Μιλούσε άλλωστε τα γερμανικά ως πρώτη γλώσσα του. Γυρίζει στην πατρίδα του το Κατοβίτσε και για να συνεχίσει να παίζει μπάλα κατατάσσεται αναγκαστικά στην αστυνομία. Αλλάζει ελαφρώς το όνομά του, το Έρνεστ γίνεται Ερνστ για να μοιάζει πιο γερμανικό. Το ταλέντο του τον σώζει, όταν κάποιος γνωστός του και μεγαλοστέλεχος του ναζιστικού κόμματος τον καταγγέλλει ως «Πολωνό» επειδή δεν τον συγχώρεσε ποτέ για την μεταγραφή του από την Κατοβίτσε το 1933 (!!). Ο οπαδισμός δεν κοιτάζει πολέμους.

Ο Βιλιμόφσκι όμως παίζει ακόμα μπάλα και οι Γερμανοί εκτιμούν το ταλέντο του, με αποτέλεσμα να μην υποστεί συνέπειες. Η Κατοβίτσε γίνεται σύλλογος-πρότυπο με πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές να πηγαίνουν εκεί, ώστε να προάγουν το… Άριο ποδόσφαιρο. Αργότερα συλλαμβάνεται και η μητέρα του Παουλίνα. Οι Ναζί την στέλνουν στο Άουσβιτς γιατί έχει σχέση με έναν Ρώσο εβραΐκής καταγωγής. Τεράστιο έγκλημα για τη ναζιστική Γερμανία. Ο Βιλιμόφσκι εκμεταλλεύεται την ποδοσφαιρική του φήμη, τις όποιες γνωριμίες του και τελικά σώζει τη ζωή και της μητέρας του, που μένει έξι μήνες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ανάμεσα στους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ξεψυχούν εκεί. Αντάλλαγμα, μερικοί αγώνες επίδειξης του γιου της. Πληρώνει την ελευθερία της με γκολ.

Μετακομίζει ξανά και παίζει στην ομάδα της αστυνομίας στο Κέμνιτς. Αργότερα μετακομίζει και στο Μόναχο και παίζει στην 1860, με τον κόσμο να τον αποθεώνει όταν κατακτά στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου το πρώτο κύπελλο στην ιστορία του συλλόγου (έγραψε ρεκόρ κυπέλλου Γερμανίας σκοράροντας 14 γκολ το 1942). Φυσικά έρχεται και η εθνική Γερμανίας. Ο Βιλιμόφσκι φοράει 8 φορές τη φανέλα της και σκοράρει 13 γκολ.

Με τη φανέλα της Γερμανίας και τον απαραίτητο ναζιστικό χαιρετισμό

Δεν προκύπτει από κάπου (με βάση τα λίγα είναι η αλήθεια κείμενα που υπάρχουν) ότι ο Βιλιμόφσκι έχει κάποια πολιτική δράση ή ασπάζεται τις ιδέες του ναζισμού. Γεννιέται ως Γερμανός στην Πολωνία, γίνεται Πολωνός και ξανά Γερμανός, καθώς πέφτει θύμα των πολιτικών εξελίξεων. «Αν δεν γινόταν ο πόλεμος δεν θα είχα φύγει ποτέ από τη Σιλεσία» δηλώνει. Αγαπάει το ποδόσφαιρο και προσπαθεί να γλιτώσει τον εαυτό του, την καριέρα του και τους αγαπημένους του χάρη σε αυτό. Δεν πολεμάει με τη Γερμανία, δεν τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα πολιτικά, δέχεται όμως να αλλάξει ομάδες, να φορέσει οποιαδήποτε φανέλα, ακόμα κι αυτή με τη σβάστικα στο στήθος.

Το τελευταίο οι Πολωνοί δεν το συγχωρούν, όταν τον βλέπουν με τη φανέλα της ναζιστικής Γερμανίας είναι το τέλος. Ο Βιλιμόφσκι θεωρείται προδότης γι’ αυτούς και το καθεστώς της Πολωνίας του απαγορεύει να επιστρέψει στη Σιλεσία μετά το τέλος του πολέμου. Ο Βιλιμόφσκι συνεχίζει να παίζει μπάλα, φτάνει μέχρι και το Στρασβούργο και σταματάει το ποδόσφαιρο στα 43 του. Μένει για πάντα στη Γερμανία στην οποία φόρεσε τις φανέλες επτά συλλόγων. Στο Μουντιάλ του 1974 θέλει να επισκεφτεί την εθνική της Πολωνίας στη Στουτγκάρδη, αλλά η Π.Ο. της χώρας δεν τον αφήνει. Δυστυχώς, ζει μεγάλο μέρος της ζωής του σε εποχές που δεν υπάρχουν αρχεία και πληροφορίες ή καταστρέφονται. Τα γκολ του υπολογίζονται από 500 μέχρι 1000 (σύμφωνα με κάποια στατιστικά είναι ο 12ος σκόρερ όλων των εποχών στον κόσμο), είναι ένας παίκτης που αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές μπορεί να είχε τώρα το στάτους ενός Πούσκας. Κι όμως, μένει άγνωστος σχεδόν στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Προδότης για μεγάλο μέρος των Πολωνών γιατί άλλαξε πατρίδα και μέρος μιας περιόδου της Γερμανίας που οι Γερμανοί θέλουν να ξεχάσουν. «Ο καλύτερος Πολωνός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών» τον περιγράφει το Κίκερ πριν τον πόλεμο. Ο Βιλιμόφκσι πέθανε στις 30 Αυγούστου του 1997 στην Καρσλρούη, όχι ακριβώς ξεχασμένος, σίγουρα όμως με πολύ μικρές τιμές σε σχέση με την ποδοσφαιρική αξία του.

Ο Ραούλ Ταμούδο και το δίπλωμα οδήγησης

  [6 Σχόλια]

Οι ιστορίες των ποδοσφαιριστών με τα αυτοκίνητά τους είναι πολλές και συχνά πονεμένες. Θα συνεχίσουμε σε αυτό το μοτίβο με μια ακόμα που είναι αρκετά κωμική. Για όσους δεν έχουν διαβάσει παλιότερα, εδώ θα βρουν τι έπαθαν ο Έβερ Μπανέγκα και ο Ντάνι Γκουΐθα, εδώ πάλι ο Έβερ Μπανέγκα σε νέα περιπέτεια και πιο πρόσφατα ο Ρίκι Σεντουριόν. Σίγουρα στα τόσα χρόνια του Sombrero θα έχουμε κι άλλες. Σήμερα όμως θα ασχοληθούμε με έναν αγαπημένο μας ποδοσφαιριστή. Τον Ραούλ Ταμούδο τον θαυματουργό, τον παίκτη που ήξερε να βάζει την μπάλα στην εστία όσο λίγοι.

Αυτό που δεν μπορούσε να κάνει με τίποτα όμως ο δόλιος Ραούλ ήταν να πάρει δίπλωμα οδήγησης. Ο Ταμούδο προσπαθούσε στα τέλη του περασμένου αιώνα να τα καταφέρει και κοβόταν μονίμως στα θεωρητικά. Το ήθελε πολύ, γιατί πήγαινε ξανά και ξανά, αλλά το αποτέλεσμα δεν άλλαζε. Τώρα, να πω την αλήθεια, δεν ξέρω πόσο δύσκολες είναι οι εξετάσεις στην Ισπανία (ή στη Βαρκελώνη πιο συγκεκριμένα). Ο Ραούλ πάντως κοβόταν σταθερά. Μέχρι που κάποια στιγμή πήρε απόφαση ότι ήρθε η ώρα να κάνει μια βρωμιά. Όχι να λαδώσει, μην σκέφτεστε τόσο ελληνικά.


Άρθρο της εποχής

Στα 22 του λοιπόν, ο άνθρωπος που ήδη είχε αρχίσει να σκοράρει περίπου 10 γκολ τη σεζόν στην Πριμέρα και να είναι ένα από τα πιο καυτά ονόματα στην Ευρώπη, βρήκε τη λύση πολύ πριν την τηλεοπτική σειρά Suits. Τι έκανε; Αποφάσισε να στείλει κάποιον γνωστό στη θέση του. Ο φίλος του πήγε λοιπόν τον Ιούλιο του 1999 να δώσει το θεωρητικό και ξεκίνησε να απαντάει τις ερωτήσεις. Μέχρι που ένας από τους εξεταστές που έκοβε βόλτες τσέκαρε την ταυτότητα που έγραφε Ραούλ Ταμούδο. Δεν ξέρουμε πόσο έμοιαζε στον Ταμούδο ο φίλος με τα αρχικά R.S.V. (το όνομα δεν δημοσιεύτηκε ολόκληρο στα ρεπορτάζ της εποχής), αλλά άρχισε να ιδρώνει και να αγχώνεται. Νομίζοντας ότι τον έχουν πάρει χαμπάρι, ο ψεύτικος Ραούλ σηκώθηκε αγχωμένος σχεδόν στα μισά της εξέτασης να παραδώσει το γραπτό του και να την κοπανήσει. Αν υπήρχε έστω και μισή αμφιβολία, οι εξεταστές σιγουρεύτηκαν και σταμάτησαν το φίλο του ποδοσφαιριστή.

Το 2008 με το αυτοκίνητό του (ελπίζουμε να ξέρει τι είναι το Στοπ)

Κανονικός και «μαϊμού» Ραούλ πήγαν στο δικαστήριο και ο εισαγγελέας ζήτησε ένα χρόνο φυλακή για τον καθένα τους. Ακόμα χειρότερη όμως ήταν η κατσάδα που άκουσε στο σπίτι (έμενε ακόμα με τους γονείς του τότε). Τελικά, το 2001, βγήκε η τελεσίδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία ο Ταμούδο καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε με πρόστιμο 500 χιλιάδες πεσέτες, γλιτώνοντας τα χειρότερα. Το φοβερό είναι ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η υπόθεση ο Ραούλ Ταμούδο όχι μόνο είχε κερδίσει ένα Κόπα ντελ Ρέι, αλλά είχε καταφέρει κάτι ακόμα πιο δύσκολο (τουλάχιστον γι’ αυτόν). Πέρασε τις εξετάσεις και μάλιστα μόνος του.

Η μέρα που ο Αριέλ Ορτέγκα αρνήθηκε να βγει αλλαγή

  [1 Σχόλιο]

Είναι ευλογία για έναν προπονητή να έχει παίκτες που ξέρουν μπάλα, παίκτες που μπορούν να κρίνουν έναν αγώνα χάρη στο ξεχωριστό ταλέντο τους. Από την άλλη είναι κατάρα να έχει παίκτες που είναι ικανοί για το χειρότερο, που είναι ατίθασοι, που συχνά έχουν προσωπικά προβλήματα και μπορούν να κάνουν ζημιά στην ψυχολογία των υπολοίπων στα αποδυτήρια. Ένας τέτοιος παίκτης ήταν και ο Αριέλ Ορτέγκα που είτε τον αντιπαθείς, είτε όχι, αν θες να είσαι αντικειμενικός, τα είχε όλα τα παραπάνω και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό. Κι αν δεν εμπιστεύεστε εμένα που τα γράφω, γιατί στο κάτω κάτω ποιος είμαι, η παρακάτω ιστορία μάλλον θα σας πείσει.

Ταξιδεύουμε στο Δεκέμβριο του 1996. Την 4η ημέρα εκείνου του μήνα η Ρίβερ, που ήταν πρωτοπόρος στην Απερτούρα, υποδεχόταν τη Ράσινγκ Κλουμπ στο Μονουμεντάλ του Μπουένος Άιρες για την 15η από τις συνολικά 19 αγωνιστικές. Οι «εκατομμυριούχοι» είχαν αρκετούς καλούς παίκτες εκείνη την περίοδο, στην επίθεση υπήρχε σε εξαιρετική κατάσταση ο Χούλιο Κρουζ και ο 22χρονος Μαρσέλο Σάλας, στην άμυνα ο Χουάν Πάμπλο Σορίν, αρχηγός ήταν ο 35χρονος Έντσο Φραντσέσκολι, στον πάγκο ο πιτσιρικάς Μαρσέλο Γκαγιάρδο και φυσικά ο πρωταγωνιστής μας. Ο Αριέλ Ορτέγκα.

Το σκορ ανοίγει με υπογραφή Ορτέγκα. Ο «Μπουρίτο» κάνει μια μαγική ντρίμπλα στην άκρη της περιοχής, αδειάζει τον αντίπαλό του, βγάζει τη σέντρα και ο Φραντσέσκολι ανοίγει το σκορ. Λίγα λεπτά αργότερα όμως γίνεται η φάση που αλλάζει τον αγώνα. Ο τερματοφύλακας της Ρίβερ Ρομπέρτο Μπονάνο κάνει έξοδο εκτός περιοχής και σταματά την μπάλα με το χέρι του, αποβάλλεται με απευθείας κόκκινη λίγο πριν τελειώσει το 1ο ημίχρονο και αποχωρεί. Ο σπουδαίος Ραμόν Ντίας που βρίσκεται στον πάγκο πρέπει να βάλει τον Μπούργος, τον αναπληρωματικό τερματοφύλακά του. Όπως πολλοί προπονητές θα έκαναν στη θέση του, με την ομάδα του να προηγείται 1-0 αποφασίζει να βγάλει έναν επιθετικογενή παίκτη που γνωρίζει ότι δεν θα μαρκάρει ιδιαίτερα, δεν θα τρέξει, δεν θα αμυνθεί. Τον Αριέλ. Η εντολή από τον πάγκο δίνεται.

Όλος ο Αριέλ Ορτέγκα μέσα σε 2 λεπτά.

Ο Μπούργος μπαίνει και πηγαίνει στον Ορτέγκα να του πει να βγει. Ο νεαρός τότε Ορτέγκα κοιτάζει προς τον πάγκο σαν να μην το πιστεύει. Είναι στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του (λίγους μήνες αργότερα θα πάρει μεταγραφή στη Βαλένθια) στα 22 του, ο κόσμος σε έναν από τους ναούς του ποδοσφαίρου φωνάζει ρυθμικά το όνομά του, η Ρίβερ τα δίνει όλα για ένα ακόμα πρωτάθλημα. Δεν μπορεί να το αποδεχτεί. Ο Ραμόν Ντίας κάνει εκνευρισμένος νεύματα στον Ορτέγκα να βγει. Αυτός κοιτάει τον πάγκο και δεν κουνιέται. Οι αντίπαλοι έχουν δει την αλλαγή και προσπαθούν να τον βγάλουν, εκείνος ως γνήσιο πεισματάρικο γαϊδουράκι (μπουρίτο) δεν κουνιέται. Για καλή τύχη του Ορτέγκα, την κατάσταση σώζουν δύο συμπαίκτες. Ο Ρομπέρτο Μονσεράτ νιώθει ενοχλήσεις, ο Έντσο Φραντσέσκολι το βλέπει και παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Οι σχέσεις του με τον Ντίας δεν ήταν καλές έτσι κι αλλιώς, στα 35 του ένιωθε και λίγο προπονητής και το παίρνει πάνω του. Λέει στον Μονσεράτ να βγει και δίνει ο ίδιος την εντολή στον πάγκο για την… αλλαγή της αλλαγής. Ο Ντίας αποδέχεται την απόφαση και ο Ορτέγκα μένει στον αγωνιστικό χώρο.

Το 1ο ημίχρονο τελειώνει και είναι άγνωστο τι γίνεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Αυτό που ξέρουμε είναι τι γίνεται όταν ξεκινάει το 2ο ημίχρονο. Οι γηπεδούχοι προσπαθούν να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους με τη σέντρα, η μπάλα καταλήγει στα πόδια του Πρίγκιπα, αυτός βλέπει τον Ορτέγκα να κάνει κίνηση, του βγάζει την μπαλιά, ο Αριέλ παίρνει την μπάλα με το εσωτερικό με έναν πανέμορφο τρόπο, κλείνεται από τερματοφύλακα και αμυντικό, προσποιείται και καθώς πέφτει τσιμπάει την μπάλα και τη στέλνει στα δίχτυα. «Ορτεγκίτο, Ορτεγκίτο» φωνάζει ο σπίκερ, αλλά αυτός ήδη έχει βγάλει τη φανέλα, την ανεμίζει και πηγαίνει προς το πέταλο. Οι κάμερες γυρνούν στο Ραμόν Ντίας (με πουκάμισο βγαλμένο από τους Απαραδέκτους) να χαμογελά και να λέει το κλασσικό λατινοαμερικάνικο «la puta que ta pario» που ανάλογα με τη χρήση, μπορεί να είναι από χοντρή βρισιά μέχρι μια μικρή αποθέωση όπως σε αυτή την ιστορία.

Τα γκολ του αγώνα (η φοβερή ενέργεια του Αριέλ στο 1ο)

Το παιχνίδι βέβαια δεν τελείωσε έτσι απλά. Σε μια αντεπίθεση της Ρίβερ ο Σορίν γράφει το 3-0, αλλά η Ράσινγκ απαντάει με δυο γκολ (το δεύτερο με πέναλτι που εκτελεί ο τερματοφύλακάς της). Το 4-2 γράφεται με νέο πέναλτι που εκτελεί ο Φραντσέσκολι, η Ρίβερ μένει με 9 και η Ράσινγκ γράφει προς το τέλος το τελικό 4-3 που κρατάει τη Ρίβερ με διαφορά στην πρώτη θέση. Με ένα σερί νικών τις επόμενες αγωνιστικές καθαρίζει τον τίτλο. Από εκεί και πέρα η καριέρα του Ορτέγκα είναι γνωστή. Με τα πάνω της και τα πολλά κάτω της (κυρίως σε Ευρώπη, αλλά και εθνική). Ένας ζογκλέρ που έπαιζε πρώτα για τον εαυτό του και το θέαμα και μετά για την ομάδα και την ουσία. Αυτό όμως δεν εμπόδισε να γίνει ένα από τα μεγάλα ινδάλματα της Ρίβερ, παρά τα όσα προσωπικά του προβλήματα στο τέλος της καριέρας του. Και όταν το 2013 έγινε το αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του, 65.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν για να του πουν το μεγάλο αντίο, με πολλούς από αυτούς να δακρύζουν.

«Δεν έχω λόγια για να σας ευχαριστήσω, ούτε εσάς τους οπαδούς, ούτε τους συμπαίκτες μου. Είχα προγραμματίσει να πω χίλια πράγματα, αλλά το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι αυτό: Ευχαριστώ τον Θεό που με έκανε οπαδό της Ρίβερ»

Κι ο Ορτεγκίτο με το ίδιο μαλλί-χαίτη (100% λατινοαμερικάνικη πατέντα), έστω και γκριζαρισμένο, με λίγες παραπάνω γραμμές στο πρόσωπο (πάντα μου θύμιζε τον Καραγκούνη στη φάτσα, δικάστε με) να βλέπει παλιά κατορθώματα και να δακρύζει κι αυτός. Το παρόν στο παιχνίδι έδωσαν πολλοί. Ο Φαλκάο και ο Φραντσέσκολι, ο Γκαγιάρδο κι ο Μπουονανότε και φυσικά ο Ραμόν Ντίας, ο πρωταγωνιστής εκείνου του επεισοδίου που 17 χρόνια αργότερα δήλωνε: «Ο Αριέλ είναι τεράστιος, μου άρεσε πώς του συμπεριφέρθηκε ο κόσμος γιατί κι αυτός τα έδινε όλα γι’ αυτούς. Τι του έμαθα; Δεν του έμαθα τίποτα. Αυτός μου έμαθε να απολαμβάνω το ποδόσφαιρο».

Όταν οι φανέλες απέκτησαν αριθμούς

  [1 Σχόλιο]

«Τα νούμερα στις φανέλες των παικτών είναι κάτι αστείο και αχρείαστο. Στα μάτια μου κάνουν τους παίκτες να μοιάζουν σαν αναβάτες αλόγων κούρσας. Ειλικρινά όλο αυτό είναι κάτι εντελώς εκτός ποδοσφαίρου». Αυτή η φράση δεν ανήκει σε κάποιον που δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο και το ζούσε ως ένας απλός παρατηρητής, αλλά στον Σίντνεϊ Κινγκ. Τον σπουδαίο προπονητή της Γουέστ Χαμ στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και έναν άνθρωπο που θεωρείται -και φυσικά ανήκει- στις μεγάλες μορφές του αγγλικού ποδοσφαίρου εκείνης της πρώιμης περιόδου. Απ’ την άλλη βέβαια, κανένας δεν μπορεί να του ρίξει άδικο γι’ αυτή του την δήλωση σε εκείνο το χρονικό σημείο, όσο κι αν ακούγεται αστεία και αφελής στα δικά μας σημερινά αυτιά, μιας και κάθετί καινοτόμο -σε μια εμβρυακή εποχή για το άθλημα- δεν θα μπορούσε να μην αντιμετωπιστεί με καχυποψία, ακόμα και χλευασμό.

Τα ίδια πάνω-κάτω πίστευαν και αρκετοί από αυτούς που ασχολούνταν επαγγελματικά με ποδοσφαιρικές ομάδες ως προπονητές ή ήταν διοικητικά μέλη της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αγγλίας. Ενός οργανισμού δηλαδή που μπορεί να μετρούσε πολλά χρόνια ζωής και να θεωρούνταν αρκετά μπροστά από την εποχή του -σε σχέση με το ποδόσφαιρο άλλων χωρών- αλλά αποδεδειγμένα, είχε πάρα πολλά να μάθει ακόμα για να φτάσει να θεωρείται ως ένας άρτιος αθλητικός οργανισμός που προσφέρει στον θεατή το καλύτερο δυνατό προϊόν. Φυσικά και τα νούμερα στις φανέλες -σε μια εποχή που δεν ήταν καθόλου εύκολος ο τρόπος να διακρίνεις και να γνωρίζεις ανά πάσα στιγμή ποιος είναι ποιος- θα μπορούσαν να βελτιώσουν άμεσα το παιχνίδι έτσι ώστε ο θεατής, αλλά ακόμα και οι προπονητές, και φυσικά οι ποδοσφαιριστές να γνωρίζουν καλύτερα τις θέσεις των συμπαικτών τους, και να κατανοούν καλύτερα την κάθε κίνηση και φυσικά το κάθε σύστημα. Άλλωστε δεν υπήρχαν και πολλά συστήματα εκείνη την περίοδο.

Ένας από τους πρωτοπόρους σε όλο αυτό το εγχείρημα και υποστηρικτής της αρίθμησης στις φανέλες δεν ήταν άλλος από το θρυλικό Άγγλο προπονητή Χέρμπερτ Τσάπμαν. «Δεν μπορώ να βρω κάτι που να χαρακτηρίζει αυτή την ιδέα ως κάτι διαφορετικό από χρήσιμη και όσο κι αν η μετάβαση θα είναι δύσκολη, προσωπικά την βρίσκω απαραίτητη». Με αυτή του την φράση ο σπουδαίος πρώην προπονητής της Χάντερσφιλτ (και αναμορφωτής της Άρσεναλ εκείνα τα χρόνια) έβαζε το πρώτο λιθαράκι για να αλλάξει όλο αυτό προς το καλύτερο και συνάμα άνοιγε μια μεγάλη κόντρα με πολέμιους αυτής της νέας ιδέας όπως ο Σίντνεϊ Κινγκ αλλά ο προπονητής της Τότεναμ εκείνα τα χρόνια Μπίλι Μάιντερ. Φυσικά το μεγαλύτερο «κακό» το έκαναν αρκετοί κουστουμάτοι που δούλευαν για την FA χωρίς φυσικά να έχουν καμία σχέση με το άθλημα. Άνθρωποι που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να συζητήσουν για το θέμα. Αυτοί, όπως πάντα, είναι οι χειρότεροι απ’ όλους και τους συναντάς δυστυχώς παντού.

Προσπάθειες για να επισημοποιηθούν τα νούμερα στις φανέλες των ομάδων είχαν αρχίσει να γίνονται δειλά-δειλά, αλλά στο τέλος -και χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος- πάντα έμπαινε φρένο στη νέα αυτή ιδέα. Η Άρσεναλ αλλά και η Τσελσι είχαν κάνει την αρχή και είχαν αγωνιστεί με νούμερα στις φανέλες τους σε μερικά παιχνίδια πρωταθλήματος, με την FA όμως να τις απειλεί με τιμωρία αν συνέχιζαν να αγωνίζονται έχοντας αριθμημένες φανέλες. Οι «μπλε» μάλιστα ήταν η πρώτη ομάδα που είχε φορέσει φανέλες με αριθμούς σε μια περιοδεία φιλικών αγώνων που είχε πραγματοποιήσει το 1929 στην Βραζιλία, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο της χώρας του καφέ (και για τις φανέλες αλλά και για την απόδοσή της) αλλά και από διορατικούς αθλητικούς ρεπόρτερ της Βρετανίας, όπως ο σπουδαίος Τζέιμς Κάτον, που είχε αποθεώσει αυτή την κίνηση -αλλά και το ποδόσφαιρο που παρουσίαζε η ομάδα- στην εβδομαδιαία αθλητική εφημερίδα του Μάντσεστερ, Athletic News. Το σπουδαίο άρθρο που είχε υπογράψει ο Κάτον είχε θεωρηθεί κομβικής σημασίας, μιας και ο ίδιος ζούσε το ποδόσφαιρο στην Αγγλία από τη γέννησή του, και η άποψή του όπως ήταν λογικό είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Για την ιστορία, ο Κάτον ήταν αυτός που είχε δώσει στην Πρέστον το προσωνύμιο Invicibles για το αήττητο νταμπλ του 1889, με τις ιδέες και τις απόψεις του να θεωρούνται, δικαίως, πολλά έτη μπροστά από την εποχή τους.

Το παιχνίδι που άλλαξε τη στάση της FA πάνω στο συγκεκριμένο θέμα δεν ήταν άλλο από τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας, τον Απρίλιο του 1933, ανάμεσα στην Έβερτον και την Μάντσεστερ Σίτι στο Γουέμπλεϊ. Στην ίδια διοργάνωση είχε επιτραπεί λίγο καιρό νωρίτερα και στην Τότεναμ να φορέσει αριθμημένες φανέλες, σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Γουότφορντ. Σε εκείνον τον τελικό οι παίκτες της Έβερτον είχαν φορέσει νούμερα από το 1 ως το 11 και οι παίκτες της Σίτι από το 12 ως το 22, με τον τερματοφύλακα της Σίτι, Λεν Λάνγκφορντ, όμως να μην φοράει το 12, όπως απαιτούσε ο κανονισμός, αλλά το 22. Φυσικά και η FA δεν είχε δει με καθόλου καλό μάτι αυτή την «μικρή επανάσταση» του Άγγλου κήπερ, μιας και μετέφρασε αυτή την κίνηση, και ενδεχομένως ανάλογες περιπτώσεις «ανυπακοής», ως κάτι εντελώς εκτός της αγγλικής πραγματικότητας και της συντηρητικής κοινωνίας της εποχής. Κοινώς, «δεν μπορούσε να κάνει ο καθένας του κεφαλιού του». Στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι η Έβερτον, έχοντας ως παίκτη-προπονητή τον θρυλικό Ντίξι Ντιν, είχε επικρατήσει της Μάντσεστερ Σίτι με 3-0 και είχε κατακτήσει το δεύτερο κύπελλο της ιστορίας της μπροστά σε 90.000 κόσμο, με τις αριθμημένες φανέλες όμως να κλέβουν την παράσταση εκείνης της αναμέτρησης.

Το νερό μπορεί να είχε μπει στο αυλάκι αλλά για τα επόμενα 4 χρόνια τα νούμερα στις φανέλες δεν είχαν επισημοποιηθεί ακόμα από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αγγλίας, αν και πλέον ήταν φανερό πως η κατάσταση είχε αρχίζει να αλλάζει. Αυτό έγινε τελικά το 1939, στην έναρξη μιας σεζόν που διεκόπη λόγω του Παγκοσμίου Πολέμου, και ενώ η εθνική ομάδα είχε βάλει νούμερα στις φανέλες δύο χρόνια νωρίτερα σε αρκετές φιλικές αναμετρήσεις. Δυστυχώς τόσο ο Χέρμπερτ Τσάπμαν όσο και ο Τζέιμς Κάτον, δύο από τους μπροστάρηδες σε όλο αυτό το εγχείρημα, δεν πρόλαβαν να δουν την επισημοποίηση των αριθμών στις φανέλες μιας και είχαν αφήσει αυτόν εδώ τον κόσμο λίγα χρόνια νωρίτερα, στα μέσα των 30s.

Στην πορεία -και αφού ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει- η ΦΙΦΑ ενδίδει και αυτή, και δίνει στις ομάδες του Μουντιάλ του ’50 τη δυνατότητα να έχουν νούμερα στις φανέλες τους για πρώτη φορά. Πλέον ήταν γεγονός. Το ποδόσφαιρο είχε αλλάξει και είχε εκμοντερνοποιηθεί τόσο πολύ που πλέον δεν ήταν τίποτα περίεργο για κανένα. Όταν μάλιστα ο πλανήτης είδε την Αγγλία να κερδίζει την Ελβετία στο Μουντιάλ του ’54 με 2-0, έχοντας σκόρερ όχι κάποιους που φορούσαν το 9, το 10 ή το 11, αλλά παίκτες που φορούσαν το 17 και το 15, όλοι κατάλαβαν πως απλά μιλάμε για αριθμούς και τίποτα περισσότερο. Για την ιστορία. Οι δύο πρωτοπόροι παίκτες ήταν ο Τζίμι Μιούλεν και ο Ντένις Γουίλσοου. Συμπαίκτες στην σπουδαία Γουλβς εκείνων των ετών. Την ομάδα δηλαδή που είχε αρχηγό και ηγέτη τον σπουδαίο Μπίλι Ράιτ. Τον άνθρωπο δηλαδή που έφτασε πρώτος τις 100 συμμετοχές για τα ‘Τρία Λιοντάρια και τον παίκτη που καθιέρωσε το νούμερο 4 ως αριθμό του αμυντικού μέσου στο αγγλικό ποδόσφαιρο.

Η περίεργη υπόθεση του Μάρκο Νέγκρι

  [1 Σχόλιο]

Ήταν καλοκαίρι του 1997 όταν ο Μάρκο Νέγκρι έμπαινε στο αεροπλάνο για τη Γλασκώβη, δηλώνοντας πανέτοιμος για το μεγάλο βήμα στην καριέρα του. Είχε προηγηθεί μια αξιόλογη πορεία γεμάτη γκολ στις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας, μια πορεία που τον έφερε στη Serie B και στην Περούτζια το 1995. Με 18 γκολ την πρώτη του σεζόν, ο μακρυμάλλης Ιταλός βοήθησε σημαντικά την ομάδα να ανέβει στην πρώτη κατηγορία, εκεί που η Περούτζια είχε να βρεθεί 15 χρόνια. Ο Νέγκρι δεν φάνηκε να επηρεάζεται καθόλου από το πολύ πιο δύσκολο επίπεδο του Καμπιονάτο, σκοράροντας άλλες 15 φορές στην πρώτη του χρονιά εκεί. Στο τέλος της σεζόν η Περούτζια υποβιβάστηκε αλλά ο επιθετικός της είχε κερδίσει με το σπαθί του μια καλή μεταγραφή 3,5Μ λιρών στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα στη Ρέιντζερς.

Εκείνη την εποχή η Ρέιντζερς κυριαρχούσε στο σκωτσέζικο ποδόσφαιρο, μετρώντας 9 σερί τίτλους, και ο στόχος όλων ήταν ένας: Ο 10ος συνεχόμενος, που θα αποτελούσε και ρεκόρ στην ιστορία του πρωταθλήματος. Ο Νέγκρι έφτασε στη Γλασκώβη συνοδευόμενος από έναν ακόμα παίκτη της Περούτζια, έναν 19χρονο δυναμικό αμυντικό χαφ ονόματι Τζενάρο Γκατούζο, και κατάφερε από τις πρώτες του εμφανίσεις στα φιλικά να διώξει τις όποιες ανησυχίες είχαν δημιουργηθεί από το γεγονός ότι προερχόταν από μια μικρή ιταλική ομάδα. Γκολ στο πρώτο του φιλικό με την Έβερτον, γκολ στο πρώτο του ευρωπαϊκό παιχνίδι στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ, δυο γκολ στο πρώτο του παιχνίδι πρωταθλήματος! Οι οπαδοί της Ρέιντζερς ενθουσιάστηκαν. Όπως όλα έδειχναν, είχαν βρει τον ικανό σκόρερ που έψαχναν. Έναν σκόρερ που όμως ήταν λίγο διαφορετικός από τους περισσότερους.


Γκατούζο-Νέγκρι: Ιταλική φινέτσα στη Γλασκώβη

Κατ’αρχάς δεν πανηγύριζε τα γκολ του. Την ώρα που όλο το γήπεδο χοροπηδούσε από χαρά βλέποντας τον να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα, ο Νέγκρι απλά σήκωνε το χέρι, κατευθυνόταν χαλαρός προς το κουβάρι των συμπαικτών του και έκανε μια τυπική χειραψία με όλους. Αυτό το λίγο μποέμ και ελιτίστικο στυλάκι των πανηγυρισμών συμβάδιζε απόλυτα και με τον τρόπο παιχνιδιού του.

Ήρεμος στα όρια της απάθειας, ο Νέγκρι βάδιζε νωχελικά στο χόρτο μέχρι να πλησιάσει η μπάλα το πεδίο δράσης του. Τότε επιστράτευε το ταλέντο του και έβρισκε κάποιο μαγικό τρόπο να τη στείλει στα δίχτυα, συνήθως με κοντινό σουτ. Στη συνέχεια επέστρεφε ξανά στη φάση της αδράνειας. Αυτά τα χαρακτηριστικά του βέβαια, τα γνώριζαν οι άνθρωποι της Ρέιντζερς από πριν.

Ο αρχι-σκάουτ της ομάδας, Έβαν Τσέστερ, τον είχε παρακολουθήσει στο Καμπιονάτο και η περιγραφή του τα λέει όλα: “Η Περούτζια έπαιζε με τη Ρόμα, ψάχνοντας οπωσδήποτε τη νίκη που θα την βοηθούσε να αποφύγει τον υποβιβασμό. Από τη μια είχαν 10 παίκτες που έδιναν τα πάντα, πάλευαν για κάθε μπαλιά και έπεφταν συνέχεια για τάκλιν και από την άλλη είχαν τον Μάρκο, με το μουσάκι του και τα μακριά μαλλιά του, που δεν προσπαθούσε καθόλου. Τελικά εκείνη τη μέρα είχε δοκάρι, έβαλε ένα γκολ, έφτιαξε ένα ακόμα και η Περούτζια νίκησε 2-0. Όταν γύρισα πίσω είπα στον προπονητή μας: Αν θέλεις να φτιάξεις μια σκληροτράχηλη ομάδα, αυτός δεν είναι ο άνθρωπος σου. Αν όμως θέλεις έναν παίκτη που θα βρει τρόπο να σου βάλει 30 γκολ τη σεζόν, τότε είναι ο ιδανικός”.

Οι παραξενιές του Νέγκρι δεν περιοριζόταν στον αγωνιστικό χώρο. Οι συνεντεύξεις που έδινε ήταν απειροελάχιστες, οι απλές δηλώσεις του το ίδιο ενώ ακόμα και οι συμπαίκτες του δεν είχαν ολοκληρωμένη άποψη για το τι άνθρωπος ήταν, γιατί δεν μιλούσε σχεδόν σε κανέναν ενώ απέφευγε συστηματικά τις βραδινές εξόδους και τα πάρτι. Μοναδική εξαίρεση ήταν ο συμπατριώτης του, Σέρτζιο Πορίνι, με τον οποίο έγινε φίλος από την πρώτη στιγμή. Οι επικριτές του μιλούσαν για έναν ιδιότροπο άνθρωπο που στο γήπεδο ήταν τεμπέλης ενώ οι θαυμαστές έβλεπαν μια αινιγματική ιδιοφυΐα. Το μυστήριο που κάλυπτε την προσωπικότητα του έμπαινε συνήθως σε δεύτερη μοίρα, όσο ο Νέγκρι έδειχνε αγώνα με τον αγώνα ότι η σχέση του με τα αντίπαλα δίχτυα είναι ίδια με αυτή που έχουν οι σκωτσέζοι με το αλκοόλ.


Ο Γκασκόιν σέρβιρε, ο Νέγκρι εκτελούσε

Τα στατιστικά του ήταν σοκαριστικά. Στα πρώτα 10 παιχνίδια πρωταθλήματος σκόραρε 23 φορές και στα 26 ματς είχε φτάσει τα 33 γκολ! Η, φαινομενικά υπερβολική, πρόβλεψη του σκάουτ για 30 γκολ τη σεζόν είχε επιβεβαιωθεί από τις αρχές του Δεκέμβρη! Η συνέπεια του ήταν τόσο εκπληκτική που έπρεπε το ημερολόγιο να δείξει 8 Νοεμβρίου για να τελειώσει ένα ματς χωρίς να στείλει τη μπάλα στα δίχτυα.

Ο μέσος όρος σκοραρίσματος του ήταν με διαφορά ο καλύτερος στην Ευρώπη και ο ίδιος φιγούραρε στην πρώτη θέση της κατάταξης για το Χρυσό Παπούτσι. Έχοντας τον Μπράιαν Λάουντρουπ και τον Γκασκόιν στο κέντρο να του δημιουργούν ευκαιρίες, ο Νέγκρι οδηγούσε τη Ρέιντζερς από νίκη σε νίκη, κάνοντας τους όλους να πιστεύουν πως το 10ο πρωτάθλημα δεν μπορεί να χαθεί με τίποτα. Και τότε, κυριολεκτικά σε μια στιγμή, όλα άλλαξαν.

Ήταν μια Τετάρτη στις αρχές του Γενάρη όταν o προπονητής, Ουόλτερ Σμιθ, έδωσε ρεπό στους παίκτες του και ο Νέγκρι αποδέχθηκε την πρόταση του Πορίνι να πάνε να παίξουν ένα παιχνίδι σκουός για να ξεσκάσουν. Ένα παιχνίδι για το οποίο ο Νέγκρι θα μετανιώνει για πάντα. Η τρομακτική περιγραφή που ακολουθεί είναι από τον ίδιο: “To σουτ του Πορίνι ήταν τόσο δυνατό και η μπάλα προσγειώθηκε με τέτοια αγριότητα στο πρόσωπο μου που έστειλε το δεξί μάτι μου τόσο μέσα στο κεφάλι που έφτασε να αναπηδήσει στη μεμβράνη που το χωρίζει από τον εγκέφαλο. Ο αμφιβληστροειδής αποκολλήθηκε και προσαρτήθηκε στη μεμβράνη. Την επόμενη μέρα το πρόσωπο μου ήταν σαν να έχω αντέξει 15 γύρους με τον Μάικ Τάισον.”

Μπήκε άμεσα στο χειρουργείο αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει. Εκτός του ότι έμεινε περισσότερο από 1,5 μήνα εκτός αγώνων, εκτός του ότι για αρκετό καιρό οι γιατροί του απαγόρευσαν να κάνει κεφαλιές, το πρόβλημα με το μάτι δεν διορθώθηκε ολοκληρωτικά ποτέ: “Το χτύπημα μου κατέστρεφε ουσιαστικά την περιφερειακή όραση μου. Για κάποιον σαν κι εμένα που βασίζεται στα γρήγορα αντανακλαστικά για να κερδίσει μισό μέτρο από τα σέντερ μπακ αυτό είναι τραγικό. Από εκεί και πέρα δυσκολευόμουν πολύ με κάθε σέντρα ή πάσα που ερχόταν από τα δεξιά”.

Όταν τελικά επέστρεψε στους αγωνιστικούς χώρους, τίποτα δεν ήταν ίδιο. Χωρίς αυτόν η Σέλτικ είχε ξεπεράσει τη Ρέιντζερς, στερώντας της τελικά το πολυπόθητο πρωτάθλημα, και ο ίδιος δεν μπορούσε με τίποτα να βρει τα πατήματα του στην αντίπαλη περιοχή. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το χτύπημα στο μάτι αποδείχτηκε πως ήταν η αρχή μιας ‘χιονοστιβάδας’ προβλημάτων υγείας: Αντιμετώπισε ένα σοβαρό θέμα με τη μέση του, έπαθε πνευμονία και χρειάστηκε να κάνει εγχείρηση κήλης. Η ψυχολογική κατάρρευση δεν άργησε να έρθει.

Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της επόμενης σεζόν εκτός γηπέδων και προπονήσεων και δεν επανήλθε ποτέ στα ίδια επίπεδα. Αποχώρησε από τη Γλασκώβη το 2001 (έχοντας παίξει ελάχιστους αγώνες τα προηγούμενα δυο χρόνια), κουβαλώντας και ένα σοβαρό τραυματισμό από το τελευταίο του παιχνίδι. Στις εξετάσεις που ακολούθησαν οι γιατροί εντόπισαν κάποια ανησυχητικές ενδείξεις στο αίμα του και, όπως αποκάλυψε ο ίδιος αρκετά χρόνια μετά, του εξήγησαν ότι υπάρχει πιθανότητα να πάσχει από AIDS. Έσπασε το συμβόλαιο του, γύρισε εσπευσμένα στην Ιταλία για να είναι δίπλα στην οικογένεια του και για αρκετά χρόνια ελάχιστοι στη Σκωτία ήξεραν τι απέγινε αφού, κλασικά, δεν εξήγησε σε κανέναν τι είχε συμβεί.

Οι αναλυτικές εξετάσεις που έκανε στην πατρίδα του έδειξαν ότι τελικά δεν έχει κάτι σοβαρό αλλά η προσπάθεια του να κάνει μια νέα αρχή, παίζοντας σε μικρομεσαίες ιταλικές ομάδες, δεν απέδωσε καρπούς, αφού μετά απ’όλα όσα πέρασε δεν θύμιζε σε τίποτα τον παίκτη που το 1997-98′ βγήκε πρώτος σκόρερ στη Σκωτία έχοντας αγωνιστεί ουσιαστικά μισή σεζόν (ήταν ο πρώτος Ιταλός που κατάφερε να βγει πρώτος σκόρερ σε κάποιο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, εκτός του Καμπιονάτο). Όπως σχολίασε πριν λίγα χρόνια ο Έβαν Τσέστερ, ο άνθρωπος που τον πρότεινε στους Σκωτσέζους: “Είναι απλά τραγικό το πως εξελίχθηκαν όλα. Δεν γίνεται να μην αναρωτηθείς που θα μπορούσε να φτάσει αν δεν είχε συμβεί αυτό.”

Όταν ο Ντίλαν έπαιξε ποδόσφαιρο στους δρόμους του Λίβερπουλ

  [6 Σχόλια]

Απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου δεν είχα ήρωες από το χώρο του αθλητισμού. Μπορεί να λάτρεψα τον Κριστόφ Βαζέχα και τον Νίκο το Λυμπερόπουλο, όταν αμφότεροι έπαιζαν ποδόσφαιρο με τη φανέλα του Παναθηναϊκού (τον δεύτερο μάλιστα τον χειροκροτούσα πάντα και όταν τον έβλεπα με τη φανέλα της ΑΕΚ). Τον «Θεό» Ρόμπι Φάουλερ και τον Στίβεν Τζέραρντ με τη φανέλα της Λίβερπουλ, και φυσικά τον αγαπημένο μου μπασκετμπολίστα τον Ρέτζι Μίλλερ της Ιντιάνα, αλλά κανέναν εξ αυτών δεν θα τον χαρακτήριζα ήρωα για εμένα. Όταν μιλάμε για ομάδες τίποτα δεν μπορεί να γίνει αν δεν υπάρχει συνολική προσπάθεια. Ο αρτίστας άλλωστε δεν μπορεί να φανεί αν δεν υπάρχει πίσω του ο εργάτης. Κάπως έτσι ήταν πολύ δύσκολο να ηρωοποιήσω κάποιον επειδή μου χάριζε μοναδικές – είναι η αλήθεια- αθλητικές στιγμές. Αν υπάρχει κάποιος που θα μπορούσα εύκολα να του δώσω τον χαρακτηρισμό του ήρωα -για τα δικά μου γούστα και τα δικά μου πιστεύω- αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον σπουδαιότερο -κατ’ εμέ πάντα- τραγουδοποιό που γνώρισε η ανθρωπότητα. Αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον Μπόμπ Ντίλαν.

Για να φτάσει κάποιος να θεωρεί ως δικό του ήρωα κάποιο μουσικό εννοείται πως δεν αρκούν μόνο τα τραγούδια του. Αν και ο Ντίλαν δεν έγραφε τραγούδια αλλά εξαιρετικής ποιότητας ποιήματα για σοβαρά κοινωνικά θέματα όπως ο ρατσισμός, τα ναρκωτικά, ο πόλεμος, η ισότητα κι άλλα πολλά. Φυσικά έγραφε και φανταστικά ερωτικά τραγούδια κι ας ήταν κάποιος που είχε μάθει να αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα ως τυπικός ροκ σταρ. Αρκετά περίεργο όλο αυτό, θα σκεφτείτε αρκετοί, μιας και ίσως δείχνει κάποιον που δεν μπορεί να αγαπήσει πραγματικά και δεν μπορεί να νιώσει τι σημαίνει αληθινός έρωτας αφού δεν μένει καιρό σταθερά με κάποιον. Για μένα -απ’ την άλλη- η αγάπη και ο έρωτας δεν μετριούνται απ’ τον χρόνο που πέρασες με κάποιον. Τα σπαρακτικά Just Like A Woman για την μούσα του Άντι Γουόρχολ, Έντι Σέντζγουϊκ και Sara για την πρώην γυναίκα του στα 70s, δείχνουν άλλωστε κάτι εντελώς διαφορετικό από ένα ψυχρό άνθρωπο που απλά έψαχνε στην γυναικεία συντροφιά μόνο τις σαρκικές απολαύσεις και φυσικά την καλλιτεχνική έμπνευση.

Τον Μάη του 1966 ο Ντίλαν αφού έχει προλάβει να προδώσει το folk κίνημα μπροστά στην δική του Μέκκα -το φεστιβάλ του Νιούπορτ το ’65- θα ξεκινήσει μια τεράστια -ηλεκτρική πλέον- παγκόσμια περιοδεία που θα τον φέρει και στο Λίβερπουλ. Σκιά του Ντίλαν σε όλη εκείνη την περιοδεία ήταν ο διάσημος φωτογράφος Μπάρι Φάινσταϊν που απαθανάτισε μερικές απ’ τις σπουδαιότερες στιγμές στην ιστορία της Ροκ μουσικής πριν μας αφήσει το 2011 στο Γούντστοκ. Στις 14 Μαΐου και ενώ το BBC κινηματογραφεί την καθημερινότητα του σπουδαίου Ροκ σταρ, ο Φάινσταϊν έχει τη φαεινή ιδέα να βγει με τον Ντίλαν στους δρόμους του Λίβερπουλ για να πάρουν μια ιδέα της πόλης, να βγάλουν φωτογραφίες και φυσικά να ξεφύγουν -έστω και για λίγο- απ’ τις βαρετές ερωτήσεις των Βρετανών δημοσιογράφων. Γι’ αυτό που κανείς τους δεν είχε ιδέα, ήταν πως την ίδια μέρα διεξάγονταν ο τελικός κυπέλλου Αγγλίας στο Γουέμπλεϊ και επίσης πως η μία εκ των δύο φιναλίστ ήταν η Έβερτον. Ομάδα που φυσικά εδρεύει στο Λίβερπουλ. Η σχέση του Ντίλαν με το ποδόσφαιρο και γενικά με τον αθλητισμό εννοείται πως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παθιασμένη. Για την ακρίβεια, μάλλον το εντελώς αντίθετο.

Έχοντας ακούσει σχεδόν όλα τα τραγούδια του Ντίλαν και έχοντας διαβάσει την βιογραφία του μπορώ να πω με μεγάλη σιγουριά πως δεν αναφέρει πουθενά κάποιον αθλητή ή ένα σπουδαίο αθλητικό γεγονός που να του έκανε μεγάλη εντύπωση. Θα διαβάσεις για ποιητές. Για συγγραφείς. Για ερωμένες. Για μουσική. Aλλά όχι για σπορ. Σε επίσημή του ηχογράφηση -και παίρνω το ρίσκο γι’ αυτό- δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάτι τέτοιο. Το μόνο τραγούδι που ο Ντίλαν έγραψε για κάποιον αθλητή είναι το Catfish, το 1976. Για τον θρυλικό pitcher Κάτφις Χάντερ, της ομάδας Baseball των ΝΥ Yankees. Tραγούδι που τελικά δεν συμπεριλήφθηκε στην δισκάρα Desire, της ίδιας χρονιάς, και υπάρχει ηχογραφημένο μόνο σε μια bootleg συλλογή που είχε κυκλοφορήσει το 1991 και είναι αρκετά δύσκολο να βρεθεί, σε λογική τιμή, στις μέρες μας. Το εξαιρετικό αυτό κομμάτι υπάρχει ευτυχώς στο διαδίκτυο.

Ο Ντίλαν με τον Φάινσταϊν έφτασαν με τη λιμουζίνα του πρώτου στην Dublin Street, πολύ κοντά στην Dock Road, και σταμάτησαν στη μέση του δρόμου αφού το θέαμα που είχαν μόλις αντικρίσει, μόνο απαρατήρητο δεν θα μπορούσε να περάσει. Εκεί, στον τεράστιο άδειο δρόμο μια παρέα παιδιών από αγόρια και κορίτσια έπαιζαν ποδόσφαιρο. Αυτοσχέδια τέρματα από ρούχα και πέτρες, παιδικά γέλια και φωνές, τσακωμοί και αγκαλιές. Ένα υπέροχο οπτικοακουστικό τοπίο που δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον φωτογράφο αλλά ούτε και τον Ντίλαν. Ο διάσημος μουσικός περπάτησε στη μέση του δρόμου και αφού μίλησε με αρκετά παιδιά, προσπάθησε να παίξει για λίγο μαζί τους -με τεράστια αποτυχία- ποδόσφαιρο. Στον Φάινσταϊν έκανε μεγάλη εντύπωση πως σε καμία μεριά του δρόμου, κυριολεκτικά πουθενά, δεν υπήρχε κάποιος ενήλικος και αμέσως ρώτησε να μάθει γι’ αυτό. Η απάντηση που πήρε ήταν πως την ίδια μέρα, και εκείνη την ώρα, η μία εκ των δύο ομάδων της πόλης, η Έβερτον έπαιζε στον τελικό κυπέλλου κόντρα στην Σέφιλντ Γουένσντεϊ και πως όλοι οι μεγάλοι βρίσκονταν μπροστά από μια τηλεόραση για τον αγώνα. Εκτός φυσικά από μερικές δεκάδες χιλιάδες που είχαν ταξιδέψει μέχρι το Γουέμπλεϊ. «Τόσο σημαντικό είναι το ποδόσφαιρο για όλους εσάς» ρώτησε ο Ντίλαν, με το συγκαταβατικό χαμόγελο μερικών απ’ τους μικρούς να του δίνουν την καλύτερη απάντηση.

Την ώρα που ο Ντίλαν προσπαθούσε να κοντρολάρει τη μπάλα ανεπιτυχώς, η Έβερτον έφτανε στην επικότερη ανατροπή που έχει γίνει ποτέ σε τελικό κυπέλλου Αγγλίας, επικρατώντας της Σέφιλντ Γουένσντεϊ με 3-2, κι ενώ ήταν πίσω στο σκορ με 2-0 μέχρι το 59ο λεπτό της αναμέτρησης. Την επόμενη μέρα ο Μπομπ Ντίλαν συναντήθηκε με τα μέλη των θρυλικών Beatles και -όπως αναφέρει ο μύθος- είπε στον Τζον Λένον για την χθεσινή ιστορία και τον ρώτησε για το μεγάλο παιχνίδι. «Ήταν εξαιρετικό παιχνίδι Μπόμπ» του είπε ο Λένον, με τον Ντίλαν να του απαντά πως λογικά αυτός πέρασε καλύτερα παίζοντας, έστω και για λίγο, ποδόσφαιρο με μερικά πιτσιρίκια στους άδειους δρόμους της πόλης, πειράζοντας τον. «Ζήσαμε την κορυφαία στιγμή του θεσμού και ήμασταν στο γήπεδο, δεν συγκρίνεται με τίποτα αυτό» του απάντησε ο Λένον, με τον Ντίλαν να του ρίχνει ένα αφ’ υψηλού βλέμμα λέγοντάς του -και βάζοντας τέλος στην ποδοσφαιρική συζήτηση- πως «Τα πιτσιρίκια έζησαν ακόμα μεγαλύτερη στιγμή. Εμένα να τους πασάρω τη μπάλα στους άδειους δρόμους του Λίβερπουλ».

Ο Μάγος με τη μεγάλη καρδιά και τα πολλά γκολ

  [2 Σχόλια]

Αργά το βράδυ της Τετάρτης ένας παγωμένος αέρας από τον Βισκαϊκό κόλπο φυσούσε κι η ως συνήθως υγρή πόλη της Χιχόν καλυπτόταν από μία ομίχλη. Το θερμόμετρο έδειχνε 2 βαθμούς Κελσίου. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις 2 μετά τα μεσάνυχτα. Κι όμως υπήρχε κόσμος έξω από το δημοτικό στάδιο της πόλης, το Ελ Μολινόν. Λίγες ώρες αργότερα θα μαθαίναμε ότι ήταν η τελευταία μέρα που το γήπεδο-έδρα της Σπόρτινγκ Χιχόν θα είχε το όνομα του «μεγάλου μύλου». Για τον ίδιο λόγο που υπήρχε κόσμος απ’ έξω. Εξαιτίας του θανάτου του Ενρίκε Κάστρο Γκονθάλεθ, που έμεινε γνωστός ως Κίνι και υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Ισπανούς επιθετικούς όλων των εποχών και ένας μεγάλος άνθρωπος. Ο κόσμος έξω από τη θύρα 9 του Μολινόν άφηνε λουλούδια για τον άνθρωπο που σκόραρε πάνω από 230 γκολ στην αγαπημένη του ομάδα. Μεταξύ τους κι ο 69χρονος Χαβιέρ που έκανε τα 30 χιλιόμετρα από τη γειτονική πόλη Αβιλές. «Δεν πήγα καθόλου σπίτι. Το είχα μάθει και μόλις τελείωσα τη βάρδιά μου, πήρα το γιο μου και ήρθα εδώ. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω, να έρθω να βάλω ένα ερυθρόλευκο κερί. Ο γιος μου δεν τον πρόλαβε, αλλά ξέρει για τον Μάγο», δήλωσε στη Marca. Ήταν ένας από τους πολλούς που βρέθηκαν εκεί.

Λουλούδια, κεριά και συνθήματα έξω από το γήπεδο

Ο Κίνι ήταν ένας σπουδαίος επιθετικός που βγήκε 5 φορές πρώτος σκόρερ στην Ισπανία. Τις τρεις μάλιστα με τη Σπόρτινγκ Χιχόν. Παρ’ ότι γεννήθηκε στο γειτονικό Οβιέδο, ο «Μάγος» δεν έπαιξε ποτέ στη μεγάλη αντίπαλο Ρεάλ Οβιέδο. Από το 1968 ως το 1980 ο Κίνι μόνο μια σεζόν δεν σκόραρε διψήφιο αριθμό γκολ , ενώ στα 20 του μόλις στη 2η σεζόν του ανέβασε ουσιαστικά τη Χιχόν μόνος στην Πριμέρα. Το σύνθημα: «Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!» δονούσε τις εξέδρες του Μολινόν. Το δεύτερο βραβείο κορυφαίου σκόρερ μάλιστα, το κατέκτησε το 1976 μια σεζόν που η Χιχόν τερμάτισε τελευταία και υποβιβάστηκε. Ο ίδιος είχε βάλει 21 γκολ όμως. Ήταν τόσο επιθετική η ομάδα χάρη σ’ αυτόν, σε χρόνια που το ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται πολύ αμυντικό, που η ισπανική τηλεόραση άρχισε να μεταδίδει αγώνες Β’ εθνικής εξαιτίας εκείνης της Χιχόν.

Η Χιχόν ανέβηκε αμέσως και το 1977 σε μια απίστευτη σεζόν έφτασε στην ιστορική 2η θέση, μόλις 4 πόντους από τη πρωταθλήτρια Ρεάλ. Βγήκε τρίτη την επόμενη χρονιά με τον Κίνι να σκοράρει 25 φορές στο πρωτάθλημα στα 31 του. Η Μπαρτσελόνα που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει και μετά τον υποβιβασμό, τον πήρε τελικά το 1980. Αρκετοί οπαδοί, όπως και δημοσιογράφοι, δεν πίστευαν ότι ο Κίνι θα μπορούσε να προσφέρει στους Καταλανούς, αλλά αυτός χάρη στην ποιότητά του και το χαρακτήρα του τους κέρδισε. Και μαζί με τον κόσμο κέρδισε ακόμα δυο βραβεία πρώτου σκόρερ.

Ντιέγκο και Κίνι

Στα χρόνια του στην Μπαρτσελόνα, ο Κίνι συνυπήρξε με τον Μαραντόνα. Κι ο Ντιέγκο δεν θα μπορούσε να μη θυμηθεί την κοινή τους παρουσία. Σε ένα μήνυμά του στα social media με αφορμή τον θάνατό του, ο Μαραντόνα περιγράφει τον παλιό του συμπαίκτη: «Ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και ένας επιθετικός που δημιουργούσε ευκαιρίες για όλους. Δεν υπάρχουν πλέον τέτοια φορ, ήταν σαν τον Μαρτίν Παλέρμο. Ένα φορ που όταν σούταρε με το αριστερό, σούταρε σαν τον καλύτερο αριστεροπόδαρο. Όταν σούταρε με το δεξί, σούταρε σαν τον καλύτερο δεξιοπόδαρο.» Αυτό που δεν λέει ο Ντιέγκο, είναι ότι ο Κίνι είχε και εξαιρετική τεχνική.

Αποθέωση στο Καμπ Νου

Πάνω όμως και από τα γκολ του, το αρμονικό του ποδόσφαιρο (που κάποιοι συγκρίνουν με του Ινιέστα αν και επιθετικός) και την τεχνική του, ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός χαρακτήρας και άνθρωπος που αγαπήθηκε όχι μόνο στις ομάδες που έπαιξε, αλλά και σε μέρη που θα έπρεπε να τον μισούν. Κι όμως ήταν ένας παίκτης που με το ήθος του λατρεύτηκε και ο χαμός του συγκλόνισε όχι μόνο την πόλη της Χιχόν, αλλά ολόκληρη την ποδοσφαιρική Ισπανία. Και μεγαλύτερη απόδειξη για το χαρακτήρα του, ήταν όσα έγιναν με την απαγωγή του.

Ήταν 1η Μαρτίου του 1981 όταν ο Κίνι λίγο μετά τη νίκη επί της Χέρκουλες πήρε το αυτοκίνητό του για να υποδεχτεί στο αεροδρόμιο την οικογένειά του που γύριζε από τις Αστούριας στη Βαρκελώνη. Δυο ένοπλοι άντρες τον σταμάτησαν, τον έβαλαν σε ένα βαν και τον απήγαγαν. Το θέμα μονοπώλησε το ενδιαφέρον στα ισπανικά μέσα. Ο Κίνι είχε μεταφερθεί σε ένα μικρό υπόγειο ενός συνεργείου κάπου στη Θαραγόθα. Εκεί σε ένα χώρο περίπου 1,5×1,5 έμεινε για 25 ημέρες.

Αριστερά το εξώφυλλο της Σπορτ με τίτλο «Απήγαγαν τον Κίνι. 350εκ. πεσέτες ή τον σκοτώνουν»
Δεξιά πανό για την απαλευθέρωσή του

Για καλή ή κακή τύχη του Κίνι, οι απαγωγείς ήταν πολύ κακοί στη… δουλειά τους. Δεν ήξεραν πόσα χρήματα να ζητήσουν, δεν ήξεραν με ποιον να επικοινωνήσουν, δεν ήξεραν πού ήθελαν να μπουν τα χρήματα. Έκαναν την απαγωγή, χωρίς να ξέρουν τίποτα. Ο Κίνι τους είπε να επικοινωνήσουν με τη γυναίκα του και αυτή τους έφερε τελικά σε επαφή με την αστυνομία. Η υπόθεση ήταν πολύ δύσκολη καθώς ένα σωρό άσχετοι άνθρωποι έπαιρναν τηλέφωνα είτε για να δώσουν φανταστικές πληροφορίες, είτε για να κάνουν φάρσα, ενώ κι οι απαγωγείς δεν βοηθούσαν με τη παράλογη συμπεριφορά τους. Λέγεται μάλιστα ότι σε κάποια φάση διαμαρτυρήθηκαν γιατί είχαν ξοδέψει πολλά χρήματα ώστε να ταΐζουν τον Κίνι. Διαμεσολαβητής στην όλη υπόθεση έγινε ο συμπαίκτης του Αλεξάνκο, προσπαθώντας να βοηθήσει. Τα χρήματα τελικά κατατέθηκαν σε έναν ελβετικό λογαριασμό κι η αστυνομία περίμενε.

Τελικά ένας από τους απαγωγείς έκανε το μοιραίο λάθος, έκανε ανάληψη στη Γενεύη και σε συνεργασία με τις αρχές της Ελβετία συνελήφθη καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο για να φύγει στο Παρίσι. Ήταν ο ηλεκτρολόγος Βίκτορ Μανουέλ Ντίαθ Εστέμπαν. Ο απαγωγέας έδωσε τις πληροφορίες στην αστυνομία και σύντομα μια ειδική μονάδα πήγε στη Θαραγόθα, απελευθέρωσε τον Κίνι και έπιασε τους συνεργούς του ηλεκτρολόγου. Ο Κίνι ήταν φανερά ταλαιπωρημένος, αλλά κατά τα άλλα σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Πλήθος κόσμου τον περίμενε στο σπίτι του στην επιστροφή του στη Βαρκελώνη. Την ίδια ώρα που ο Κίνι απελευθερωνόταν, η Ισπανία έπαιζε στο Γουέμπλεϊ φιλικό με την Αγγλία και με τα νέα να κυκλοφορούν, οι συμπαίκτες του Κίνι κέρδισαν με 1-2, μοναδική νίκη στην ιστορία της Ισπανίας σε αυτό το γήπεδο.

Ο αποκαμωμένος Κίνι μετά την απελευθέρωσή του, μαζί με τη γυναίκα του

Οι 25 αυτές μέρες μπορεί τελικά να μην άφησαν σημάδια στον Κίνι, άφησαν στην Μπαρτσελόνα. Οι παίκτες της με πρωτοστάτη τον Σούστερ ζήτησαν να αναβληθούν τα παιχνίδια μόλις η είδηση έγινε γνωστή. Η Λίγκα δεν το έκανε δεκτό και έτσι η Μπαρτσελόνα, χωρίς τον Κίνι ηττήθηκε με 1-0 από την Ατλέτικο. Στο διάστημα της απουσίας του, οι Καταλανοί δεν κατάφεραν να κερδίσουν κανένα παιχνίδι τους, επηρεασμένοι τόσο αγωνιστικά από την απουσία του καλύτερου φορ, όσο και ψυχολογικά εξαιτίας της περιπέτειας του φίλου και συμπαίκτη τους. Ο Κίνι απελευθερώθηκε στις 25 Μαρτίου και ζήτησε να παίξει στο ντέρμπι του Μπερναμπέου τέσσερις μέρες αργότερα. Οι άνθρωποι της ομάδας δεν τον άφησαν και η Ρεάλ κέρδισε με 3-0. Η απουσία του έφτασε τους πέντε αγώνες στους οποίους η Μπαρτσελόνα έκανε τέσσερις ήττες και μια ισοπαλία εντός χωρίς γκολ με τη Θαραγόθα. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε, ότι η προσπάθεια της ομάδας καταδικάστηκε από εκείνη την απαγωγή. Σε ένα πολύ ισορροπημένο και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, η Μπαρτσελόνα βγήκε τελικά 5η αλλά μόλις 4 βαθμούς μακριά από την πρωταθλήτρια Ρεάλ Σοσιεδάδ. Η Μπαρτσελόνα έκανε αίτημα να ξαναπαιχτούν τα παιχνίδια, αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Κίνι συγχώρεσε τους απαγωγείς του. Δεν ζήτησε πίσω ούτε τα χρήματα από τα λύτρα, ούτε ήθελε να τους κάνει αγωγή. Δήλωσε ότι ήταν καλοί άνθρωποι που του φέρθηκαν καλά και μάλιστα του έφερναν και την Marca για να διαβάζει τα αθλητικά. Κάποιοι μιλούν για σύνδρομο της Στοκχόλμης, κάποιοι για την μεγάλη του καρδιά. Την καρδιά που δεν άντεξε πριν λίγες μέρες και ο Κίνι στα 68 του πέθανε την ώρα που περπατούσε στους δρόμους της Χιχόν κοντά στο σπίτι του. Την καρδιά που λίγες ώρες πριν την απαγωγή του και ενώ οι συμπαίκτες του πανηγύριζαν το έκτο γκολ απέναντι στη Χέρκουλες, τον έκανε να μην πανηγυρίζει και να πηγαίνει να δίνει κουράγιο στους παίκτες της ομάδας από το Αλικάντε, όπως θυμάται ο αμυντικός της Κίκε Σάλα. Αυτός ήταν ο «Μάγος».

Από τα χρόνια στη Χιχόν. Πόδια που θα ζήλευε κι ο Κριστιάνο.

Ο Κίνι πέρα από τους προσωπικούς τίτλους του πρώτου σκόρερ κέρδισε και τρόπαια. Δυο κύπελλα Ισπανίας, ένα Σούπερ Καπ και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1982. Μάλιστα το πρώτο του κύπελλο το κατέκτησε λίγους μήνες μετά την απαγωγή του, σκοράροντας δυο φορές εις βάρος της αγαπημένης του Χιχόν και στερώντας της έναν τίτλο. Τον συγχώρεσαν όμως. Ο Κίνι αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο το 1984 (αφού οι δυο τελευταίες του σεζόν στην Μπαρτσελόνα δεν ήταν καλές), αλλά τελικά άλλαξε απόφαση και γύρισε στη Χιχόν όπου έπαιξε για τρεις σεζόν μέχρι τα 38 του. Με τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας έπαιξε 35 φορές, σκοράροντας 8 γκολ (το ένα στο ντεμπούτο του σε φιλικό απέναντι στην Ελλάδα) και συμμετείχε σε 2 Μουντιάλ και 1 Euro.

«Μου ζήτησες να γίνω καλύτερος ποδοσφαιριστής από σένα. Σου ζητώ συγγνώμη γιατί δεν τα κατάφερα, ήταν μια ακατόρθωτη αποστολή.»
– Νταβίντ Βίγια, ποδοσφαιριστής της Σπόρτινγκ Χιχόν 1999-2003

15.000 περίπου άνθρωποι βρέθηκαν στο στάδιο Μολινόν, που από την Τετάρτη λέγεται πλέον Εστάδιο Μολινόν – Ενρίκε Κάστρο «Κίνι». Εκεί σε έναν αυτοσχέδιο ναό πάνω στο χορτάρι, είκοσι περίπου μέτρα από την είσοδο των αποδυτηρίων, το δεύτερο σπίτι του Κίνι, έλαβε χώρα η κηδεία του. Το φέρετρό του κουβαλούσαν συμπαίκτες του από τα χρόνια της Χιχόν. Η τελευταία είσοδος του Κίνι στο αγαπημένο σπίτι του έγινε όπως πάντα εν μέσω αποθέωσης και αυτή τη φορά μεγάλης συγκίνησης. Οι συγγενείς του παρακολουθούσαν την κηδεία καθισμένοι στον πάγκο των γηπεδούχων και πολλοί άνθρωποι μίλησαν. Μίλησαν για τον παίκτη και άνθρωπο Κίνι. Αυτόν που ξεπέρασε μια απαγωγή, συγχώρεσε τους απαγωγείς του, ξεπέρασε το θάνατο του αδερφό του το 1993 (που πνίγηκε καταφέρνοντας να σώσει άλλους δύο ανθρώπους από πνιγμό, προφανώς είναι οικογενειακό χαρακτηριστικό η καλοσύνη) και αγαπήθηκε από συμπαίκτες όπως ο Μαραντόνα και θαυμαστές του όπως ο Νταβίντ Βίγια.

«Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!»

Η μέρα που ο Ρέντναπ έβαλε έναν οπαδό της Γουέστ Χαμ να παίξει

  [12 Σχόλια]

Ήταν 20 Νοεμβρίου του 1973 όταν ο Σκοτ Χάλπιν και ένας φίλος του ξεκίνησαν για να πάνε σε μια συναυλία των αγαπημένων τους Who στο Σαν Φρανσίσκο. Η διάσημη ροκ μπάντα εμφανίστηκε στη σκηνή εν μέσω αποθέωσης και για περισσότερη από μια ώρα τα έδωσε όλα, παίζοντας τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Κάποια στιγμή στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, ο Κιθ Μουν κατέρρευσε πάνω στα ντραμς του. Ο κόσμος ‘πάγωσε’, η υπόλοιπη μπάντα σταμάτησε και ο Μουν μεταφέρθηκε στα παρασκήνια, όπου οι άνθρωποι της παραγωγής προσπάθησαν να τον συνεφέρουν.

Η επίσημη εκδοχή έλεγε πως ήταν άρρωστος και γι’αυτό ο οργανισμός δεν άντεξε την ένταση και το πάθος με τα οποία έπαιζε. Η ανεπίσημη εκδοχή έλεγε ότι λίγο πριν τη συναυλία είχε κατεβάσει κάμποσα χάπια, τα οποία θεώρησε σωστό να συνοδεύσει με μπράντι, γιατί το νερό είναι πολύ συντηρητικό για έναν ροκ σταρ. Όσοι ξέρουν τι εστί Κιθ Μουν, ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στη δεύτερη εκδοχή.

(Εκτός από ταλαντούχος ντράμερ (για πολλούς ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών) ο Κιθ Μουν ήταν και μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Κάποιοι πιθανόν θα έλεγαν ότι ήταν παράξενος. Κάποιοι άλλοι πως ήταν απλά θεοπάλαβος. Ο ίδιος συμφωνούσε με τους τελευταίους: «Όταν έχεις λεφτά και κάνεις όλα αυτά που κάνω, οι άνθρωποι γελάνε και λένε πως είσαι εκκεντρικός, το οποίο είναι ένας ευγενικός τρόπος για να πούνε ότι είσαι ψυχάκιας». Το πρόβλημα με την τρέλα του όμως εντοπίζεται στην… ποσότητα. Ο Μουν δεν έκανε εκπτώσεις στη μούρλα. Μπροστά του η ζωή του Πολ Γκασκόιν μοιάζει με ζωή δημοσίου υπαλλήλου, που παντρεύεται στα 21, κάνει παιδιά στα 22 και το ξεφάντωμα του είναι ένα ποτηράκι κρασί και λίγο σαλαμάκι το βράδυ του Σαββάτου, την ώρα που βλέπει στην τηλεόραση Σεφερλή με όλη την οικογένεια μαζεμένη στο σαλόνι.

Ανάμεσα στα άπειρα κατορθώματα του, ξεχωριστή θέση είχαν οι καταστροφές. Αγαπημένα του θύματα ήταν τα δωμάτια των ξενοδοχείων και οι τουαλέτες. Σύμφωνα με μερικές πολύ πρόχειρες εκτιμήσεις, το συγκεκριμένο μόνο χόμπι του κόστισε μισό εκατομμύριο δολάρια. Ο Μουν έβρισκε ικανοποίηση στο να διαλύει, να ανατινάζει και να πετάει από τα παράθυρα διάφορα αντικείμενα και αρκετές φορές δεν χρειαζόταν καν ουσίες ή αλκοόλ για να το κάνει. Όλη η παράνοια του μπορεί να συνοψιστεί σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Η μπάντα κατευθυνόταν με μια λιμουζίνα προς το αεροδρόμιο, όταν ο Μουν ζήτησε από τον οδηγό να γυρίσει πίσω στο ξενοδοχείο. Όταν έφτασαν, ανέβηκε στο δωμάτιο του, ξήλωσε την τηλεόραση και την πέταξε από το μπαλκόνι στην πισίνα. Στη συνέχεια χαλαρός και άνετος, επέστρεψε στη λιμουζίνα και δικαιολογήθηκε λέγοντας «όλα εντάξει τώρα, κάτι είχα ξεχάσει».)

Μετά την κατάρρευση του Μουν, ο κιθαρίστας Πιτ Τάουνσεντ ρώτησε αν υπάρχει κανένας ντράμερ στο κοινό. Ο φίλος του Χάλπιν άδραξε την ευκαιρία και είπε στη μπάντα πως ο φίλος του ξέρει να παίζει ντραμς και ως φανατικός των Who γνωρίζει όλα τα τραγούδια. Κάπως έτσι, ο 19χρονος Σκοτ Χάλπιν ανέβηκε στη σκηνή, έκατσε στα ντραμς του ινδάλματος του, ολοκλήρωσε με επιτυχία το set-list και έζησε το όνειρο κάθε ερασιτέχνη μουσικού.

Αν νομίζεις όμως ότι τέτοια ροκ, απ’όλες τις απόψεις, σκηνικά συμβαίνουν μόνο στη μουσική, κάνεις μεγάλο λάθος.

Ο Στιβ Ντέιβις είναι φανατικός οπαδός της Γουέστ Χαμ και αυτό το καταλαβαίνεις εύκολα, βλέποντας απλά το τεράστιο τατουάζ με το σήμα της που έχει χτυπημένο στο δεξί χέρι. Τον Ιούλιο του 1994 δούλευε σε μια εταιρεία κούριερ και ακολουθούσε την αγαπημένη του ομάδα σχεδόν παντού. Έτσι, όταν ο φίλος του, Τσανκ, του πρότεινε να πάνε να δούνε το φιλικό προετοιμασίας της Γουέστ Χαμ με την Όξφορντ Σίτι δεν το σκέφτηκε καθόλου. Πήραν μαζί τις κοπέλες τους και μερικές εξάδες μπύρες και ξεκίνησαν για μια καλοκαιρινή εκδρομή στην Οξφόρδη.

O ερχομός μιας ομάδας της Πρέμιερ Λιγκ στην πόλη, έστω και για φιλικό, είχε ως αποτέλεσμα το μικρό γηπεδάκι της τοπικής Σίτι να γεμίσει από νωρίς. Η παρέα του Στιβ βρήκε μια καλή θέση δίπλα ακριβώς από τον πάγκο στον οποίο καθόταν ο Χάρι Ρέντναπ. Η Γουέστ Χαμ κυριάρχησε από τα πρώτα λεπτά και προηγήθηκε νωρίς αλλά ο Στιβ είχε φάει σκάλωμα με τον επιθετικό της ομάδας Λι Τσάπμαν, που έχασε αρκετές προσωπικές μονομαχίες και βρέθηκε κάμποσες φορές εύκολα στο έδαφος. «Σήκω πάνω αγόρι μου, Τσάπμαν. Πως γίνεται να πέφτεις τόσο συχνά;» ήταν κάποιες από τις πιο ήπιες φράσεις που φώναξε ο απηυδισμένος Στιβ.

Όσο τα λεπτά κυλούσαν και ο Τσάπμαν ζοριζόταν να κάνει κάτι θετικό, η αγανάκτηση του Στιβ μεγάλωνε. Από ένα σημείο και μετά αποδέκτης των παραπόνων του ήταν πλέον ο Ρέντναπ, που τον άφηνε στο παιχνίδι: «Έλα Χάρι, δεν πρόκειται να παίξουμε μ’αυτόν μπροστά φέτος, ε; Αν είναι να παίζει, να ξέρω να μην έρχομαι κάθε εβδομάδα». Όποιος πηγαίνει στο γήπεδο, σίγουρα μπορεί να ανακαλέσει μια παρόμοια περίπτωση οπαδού που έχει… ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιον παίκτη και τον ‘στολίζει’ με κάθε πιθανή αφορμή. Κανένας απ’αυτούς τους ακούραστους γκρινιάρηδες όμως δεν πρόκειται να βιώσει αυτό που έζησε ο Στιβ Ντέιβις.

Λίγο μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, ένας παίκτης της Γουέστ Χαμ τραυματίστηκε. Το πρόβλημα για τον Ρέντναπ ήταν ότι στο ημίχρονο είχε βάλει αλλαγή όλους όσους είχε στον πάγκο, κάτι που σήμαινε ότι τα ‘Σφυριά’ έπρεπε να συνεχίσουν με παίκτη λιγότερο. Τότε του ήρθε μια πραγματικά αλλόκοτη ιδέα. «Γύρισα προς την πλευρά του πολυλογά και τον ρώτησα: Φίλε, μπορείς να παίξεις τόσο καλά όσο μιλάς;». Αδυνατώντας να τον πάρει στα σοβαρά, ο Στιβ (που όπως δήλωσε μετά, είχε κατεβάσει ήδη μερικές μπύρες στο πρώτο ημίχρονο, τις οποίες συνόδεψε με κάμποσα τσιγάρα) του απάντησε χωρίς να το σκεφτεί πολύ:

«Είμαι σίγουρα καλύτερος απ’τον Τσάπμαν».
«Τότε, φόρα τη φανέλα σου και ετοιμάσου» συνέχισε με σοβαρό ύφος ο Ρέντναπ.
Ο Στιβ  κόλλησε για λίγο: «Τι εννοείς;»
«Θα παίξεις για τη Γουέστ Χαμ.»

Οι πιο σπουδαίες στιγμές στη ζωή μας λένε ότι συνήθως έρχονται από το πουθενά. Για τον Στιβ Ντέιβις ήρθε στις 27 Ιουλίου 1994 σε ένα γηπεδάκι στην Οξφόρδη. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε, βρισκόταν ήδη στα αποδυτήρια μαζί με τον φροντιστή της ομάδας που έψαχνε παπούτσια στο νούμερο του. «Το μόνο πράγμα που σκεφτόμουν είναι πως δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Έλεγα συνέχεια: Δεν πρόκειται να παίξω για τη Γουέστ Χαμ. Απλά δεν γίνεται. Ντύθηκα, γυρίσαμε στο γήπεδο και ακόμα νόμιζα ότι ο Χάρι μου κάνει πλάκα. Δεν πίστευα ότι θα με βάλει πραγματικά μέσα ή έστω αν το κάνει θα είναι για 1-2 λεπτά, σαν φάρσα». Μόνο που ο Ρέντναπ δεν έκανε πλάκα.

«Γύρισε από τα αποδυτήρια ντυμένος και τον ρώτησα που παίζει. Μου απάντησε μπροστά και του είπα, ‘ωραία, θα δούμε τότε αν είσαι καλύτερος απ’τον Τσάπμαν’. Και τον έβαλα μέσα». Κάπως έτσι, εκείνο ακριβώς το λεπτό που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον αγωνιστικό χώρο, φορώντας τη φανέλα με το νούμερο 3, ο Στιβ Ντέιβις έγινε μέρος της ιστορίας της αγαπημένης του ομάδας. «Όταν βρέθηκα στο χόρτο όλοι οι ήχοι από τον κόσμο εξαφανίστηκαν. Είναι αλήθεια αυτό που λένε οι παίκτες. Ξαφνικά δεν άκουγα κανέναν απ’τους φίλους μου που φώναζαν από την κερκίδα. Προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος αλλά μετά τα πρώτα λεπτά τα πόδια μου έτρεμαν. Έπαιζα για τη Γουέστ Χαμ! Το μόνο που σκεφτόμουν συνέχεια είναι: Μη τα σκατώσεις Στιβ, μη τα σκατώσεις».

Όσο ο Στιβ έτρεμε, προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της τιμής που του έγινε, ο Ρέντναπ το διασκέδαζε με την ψυχή του: «Με το που έγινε η αλλαγή, ήρθε ένας άνθρωπος της Οξφόρδης και με ρώτησε ποιος είναι αυτός που μπήκε, ώστε να τον ανακοινώσουν από τα μεγάφωνα. ‘Καλά, δεν είδατε το Μουντιάλ;’ τον ρώτησα με υφάκι. ‘Αυτός είναι ο Βούλγαρος Τιτίσεφ που έβαλε 3 γκολ’. Τότε ο τύπος μου απάντησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του: ‘Α, ναι. Το φαντάστηκα πως είναι αυτός’ και έφυγε».

Το όνειρο του ευτυχισμένου οπαδού δεν κράτησε τελικά 1-2 λεπτά, όπως φοβόταν. Έμεινε μέσα μέχρι το τέλος του αγώνα και σύμφωνα με τον ίδιο τα πήγε μια χαρά. «Εννοείται πως δεν γύρισα ποτέ πίσω από το κέντρο. Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ γρήγορο παιχνίδι για μένα. Αυτοί έπαιζαν κανονικό ποδόσφαιρο, εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο επιπέδου παμπ. Δεν μπορούσα ποτέ να βρεθώ μόνος. Εκεί οι αμυντικοί δεν σ’άφηναν ποτέ ελεύθερο. Δεν ήταν σαν το ποδόσφαιρο παρέας. Έπαιζα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, με σίγουρες κοντινές πάσες.»

Κάπου στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου όμως έγινε μια φάση που έμελλε να μεγαλώσει λίγο ακόμα το μύθο, όσο αδύνατο κι αν ακούγεται αυτό. Η Γουέστ Χαμ έκανε μια επέλαση από τα αριστερά, ένας χαφ έκανε μια συρτή σέντρα στο ύψος της μικρής περιοχής και ο Στιβ βρέθηκε για ένα δευτερόλεπτο ανενόχλητος, φάτσα με την εστία. «Απλά σούταρα. Σούταρα με όλη μου τη δύναμη». Γκολ! «Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η καλύτερη στιγμή στη ζωή μου. Έτρεξα προς το κόρνερ πανηγυρίζοντας και ρίχνοντας γροθιές στον αέρα. Ήταν όλα τελείως σουρεαλιστικά. Είχα βάλει γκολ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Νομίζω πως αυτό είναι το καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο».

Δυστυχώς γι’αυτόν, ακόμα και στα καλύτερα όνειρα κάποιος θα βρεθεί να σε προσγειώσει. Όσο ο Στιβ πανηγύριζε σαν τρελός, ο διαιτητής ακύρωνε το γκολ, μετά από υπόδειξη του επόπτη, ως οφσάιντ. «Η αλήθεια είναι πως ήμουν δυο γιάρδες μπροστά από τον αμυντικό. Έτρεξα προς τον διαιτητή, έβαλα τα χέρια μου στους ώμους του και του είπα: ‘Άτιμε, αυτή ήταν η στιγμή μου. Μου κατέστρεψες το όνειρο’. Με κοίταξε στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο και σφύριξε να συνεχιστεί το παιχνίδι».

Μαζί με το τελευταίο σφύριγμα, που βρήκε τη Γουέστ Χαμ να κερδίζει με 4-0, ολοκληρώθηκε και το παραμύθι που ζούσε ο Στιβ. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε για να μεταπείσει τον φροντιστή, εκείνος δεν του επέτρεψε να κρατήσει τη φανέλα που φορούσε, παρ’όλα αυτά έφυγε με το δικό του μπλουζάκι γεμάτο αυτόγραφα από όλους τους παίκτες. Την επόμενη μέρα η ιστορία του έγινε θέμα στον τοπικό Τύπο ενώ για χρόνια κάθε φορά που του ζητούσαν να διηγηθεί το περιστατικό, πρώτα έλεγε μια εκδοχή στην οποία το γκολ του είχε μετρήσει κανονικά.

To 2013 σε μια ποδοσφαιρική εκπομπή του BBC οι δυο πρωταγωνιστές συναντήθηκαν ξανά αλλά όταν αναφέρθηκε το γκολ, ο Στιβ ζήτησε από τον Ρέντναπ να μην πει σε κανέναν τι πραγματικά έγινε. Λίγο καιρό μετά διέρρευσε ένα μικρό απόσπασμα από την επερχόμενη αυτοβιογραφία του Ρέντναπ, στο οποίο περιγράφει τη συγκεκριμένη, θρυλική πλέον στις τάξεις των οπαδών της Γουέστ Χαμ, ιστορία. Όπως αποδείχτηκε από τον επίλογο εκείνου του αποσπάσματος και την απουσία αναφοράς στο οφσάιντ, ο Άγγλος προπονητής πιστεύει στην ιδέα ‘μην αφήνεις μερικές λεπτομέρειες να χαλάσουν μια πολύ όμορφη ιστορία’:

«Κι όμως σκόραρε! Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Έτρεχε πάνω-κάτω εκστασιασμένος σαν να κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ εμείς είχαμε πεθάνει απ’τα γέλια στον πάγκο. Πάντως είχε δίκιο. Εκείνο το βράδυ ήταν πράγματι καλύτερος από τον Λι Τσάπμαν».

Λούθερ Μπλίσετ: το παλτό που έγινε έμπνευση ενός κινήματος

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είναι δύσκολο να πετύχεις ιστορία σαν κι αυτή του Τζαμακαϊνού φορ Λούθερ Μπλίσετ που έγινε τόσο διάσημος, χωρίς να έχει τόσο μεγάλη ποδοσφαιρική πορεία. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Αν ασχολείστε λίγο με το Ίντερνετ ή με τη λογοτεχνία ή απλά με pop culture αναφορές ή είστε ακτιβιστής, όλο και κάπου θα έχετε πετύχει το όνομα Λούθερ Μπλίσετ. Είτε ως φαρσέρ, είτε ως συγγραφέα, είτε ως κάποιο ψευδώνυμο.  Το όνομα Λούθερ Μπλίσετ ήταν (χονδρικά) οι Anonymous πολύ πριν αυτοί εμφανιστούν, αλλά σε μια χρήση φάρσας-διασποράς ψευδών ειδήσεων. Ένα παρατσούκλι που το χρησιμοποιούσαν (και χρησιμοποιούν) πολλοί άνθρωποι, ξεκινώντας από μια κολλεκτίβα καλλιτεχνών και ακτιβιστών που επέλεξαν το όνομα ενός πραγματικού προσώπου, του ποδοσφαιριστή Λούθερ Μπλίσετ.

Παίκτης της Γουότφορντ, την ακολούθησε από τη 4η ως την 1η κατηγορία και μάλιστα τη σεζόν 1982-83 βγήκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 27 γκολ, μπροστά από τον Γκάρι Λίνεκερ. Η Γουότφορντ έκανε εξαιρετική χρονιά και βγήκε 2η, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Λίβερπουλ. Εκείνο το καλοκαίρι η Μίλαν αποφασίζει να δαπανήσει ένα σεβαστό ποσό και να τον αγοράσει. Ο αστικός μύθος (άλλωστε στην ιστορία του Μπλίσετ με τις φάρσες ταιριάζει απόλυτα) λέει ότι οι Μιλανέζοι ήθελαν να πάρουν τον Τζον Μπαρνς και μπέρδεψαν τους παίκτες. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν επιβεβαιώνεται, αλλά βάζει λίγη σάλτσα στην ιστορία.

Ο Μπλίσετ πήγε με ανεβασμένη την ψυχολογία ως πρώτος σκόρερ και φτάνοντας στην Ιταλία έκανε δηλώσεις γεμάτος σιγουριά. «Ο Πλατινί σκόραρε πέρσι 18 γκολ; Εγώ θα βάλω περισσότερα, θα γίνω το είδωλο των πιτσιρικάδων» δήλωσε περιχαρής. Η Γκατζέτα τον παρουσιάζει ως την μεταγραφή του καλοκαιριού, βάζοντάς τον πάνω από τον Τονίνιο Σερέζο της Ρόμα και πάνω ακόμα και από τον… Ζίκο που πηγαίνει στο Ούντινε. Η πίστη στον Μπλίσετ αυξήθηκε κι οι άνθρωποι της Μίλαν έτριβαν τα χέρια τους, καθώς στα φιλικά ματς σκόραρε πολύ. Καθώς όμως όλοι γνωρίζουμε, τα καλοκαιρινά πρωτοσέλιδα τα βλέπει ο οπαδός το χειμώνα και γελά. Μιλάμε για τα 80s και μιλάμε για την Ιταλία. Τα πράγματα ήταν… άγρια και ειδικά η Μίλαν ήταν στα χειρότερα χρόνια της, μετά από υποβιβασμούς. Ο Μπλίσετ σκόραρε ελάχιστα και περνούσε τεράστιες περιόδους ανομβρίας που κρατούσαν μέχρι και τρεις μήνες. Δεν βοήθησαν και ορισμένες μεγάλες ευκαιρίες που έχασε, ένα πέναλτι που έστειλε στα πουλιά και ειδικά μία φάση στο ντέρμπι την Ίντερ σχεδόν σε κενή εστία, με τον Τζένγκα εξουδετερωμένο. Τελείωσε τη σεζόν με μόλις 5 γκολ σε 30 παιχνίδια και μετριότατη παρουσία, καθώς δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο ιταλικό στιλ παιχνιδιού. Η Μίλαν βγήκε τελικά όγδοη.

Τα κατορθώματα του Μπλίσετ στην Ιταλία, προς το τέλος το άχαστο με την Ίντερ

Ο Μπλίσετ ήταν ένα παλτό, αλλά όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις μερίδα του κόσμου αγαπάει τέτοιους παίκτες που γίνονται τελικά cult ινδάλματα. Ο Τζαμαϊκανός έγινε μάλιστα και πανό των οπαδών της Λιβόρνο, καθώς ένα από τα λίγα του γκολ ήταν αυτό που έριξε την Πίζα στη Β’ εθνική και οι άσπονδοι γείτονες το χάρηκαν πολύ. Ένας δεύτερος αστικός μύθος χρεώνει την αποτυχία του Μπλίσετ στο γεγονός ότι στη Μίλαν πήγε ο… αδερφός του και όχι ο ίδιος. Τώρα το τι έκανε ο κανονικός Μπλίσετ όλη εκείνη τη σεζόν δεν το απαντάει κανείς, όπως καταλαβαίνουμε. Στον ποδοσφαιριστή αποδίδεται και η ατάκα: «Στην Ιταλία όσα λεφτά και να έχεις δεν μπορείς να βρεις Rice Krispies», ένα δημητριακό που άρεσε πολύ στον φορ. Το να πηγαίνεις από την Αγγλία στην Ιταλία και να γκρινιάζεις για το φαγητό είναι ύβρις, αλλά μπορεί τα Rice Krispies να ήταν σαν να έχασε ο Σαμψών την κοτσίδα του ας πούμε. Το παρατσούκλι Luther Miss-it είχε κολλήσει για τα καλά πάντως.

Παρόμοια ήταν η πορεία του και στην εθνική. Με τον Μπλίσετ να κάνει χατ τρικ στην πρώτη του εμφάνιση (ένας από τους πρώτους μαύρους με τα χρώματα της Αγγλίας) απέναντι στο Λουξεμβούργο, αλλά να μη σκοράρει ξανά στις υπόλοιπες 13 εμφανίσεις του με την Αγγλία. Ο Μπλίσετ το επόμενο καλοκαίρι γύρισε με συνοπτικές διαδικασίες στη Γουότφορντ για τα μισά χρήματα και συνέχισε εκεί την καριέρα του. Η κληρονομιά του έμεινε όμως ανεξίτηλη στην Ιταλία. Έστω και όχι ποδοσφαιρικά. Το όνομά του άρχισε κάποια χρόνια αργότερα να χρησιμοποιείται από ακτιβιστές και φαρσέρ. Κανείς δεν ξέρει τον ακριβή λόγο. Μια ερμηνεία είναι ότι ο Μπλίσετ είχε πέσει θύμα ρατσιστικών επιθέσεων σε ορισμένα γήπεδα, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Ο ίδιος πιστεύει ότι επειδή ακριβώς ήταν ένας από τους λίγους μαύρους ποδοσφαιριστές εκείνα τα χρόνια, ενέπνευσε. Το Luther Blissett Project ξεκίνησε το 1994 από την Μπολόνια, ως μια κολεκτίβα αναρχικών και το όνομα άρχισε να χρησιμοποιείται σε διάφορες φάρσες. Φάρσες που ξεγέλασαν από εφημερίδες μέχρι κανάλια.

Το πρόσωπο του φανταστικού Λούθερ Μπλίσετ

Μάλιστα, η ομάδα αυτή έγραψε και ένα βιβλίο που το υπέγραψε ως Λούθερ Μπλίσετ. Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας λαϊκός ήρωας μέσα στην εποχή της πληροφορίας, με τη διαδικασία της μυθοποίησης. Ένας Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής. Κάπως έτσι, ο Λούθερ Μπλίσετ άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορα μέρη, αφού από την Μπολόνια πήγε και σε άλλες πόλεις και χώρες και… αναλάμβανε την ευθύνη για διάφορες ιστορίες. Μαϊμού εξαφανίσεις καλλιτεχνών (που δεν υπήρχαν) σε τηλεοπτικές εκπομπές τύπου Νικολούλη, ρέιβ πάρτι σε τραμ με την αστυνομία να συλλαμβάνει τα άτομα και όλα να δηλώνουν όνομα Λούθερ Μπλίσετ, αιφνίδιοι θάνατοι φανταστικών προσώπων. Φέικ νιουζ πολύ πριν γίνουν μόδα, όλα με πρωταγωνιστή το ίδιο όνομα. Λούθερ Μπλίσετ. Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δεν ενοχλήθηκε ποτέ που το όνομά του πήρε πλέον άλλη σημασία, άρχισε να μοιράζεται από εδώ και από εκεί. Μετά από 5 χρόνια παρουσίας, οι υπεύθυνοι έκαναν ένα… συμβολικό σεπούκου (χαρακίρι) και σκότωσαν τον χαρακτήρα.

Μετά το 1′, η αποτυχία να πάρει σωστά τη στροφή

Όσο για τα ποδοσφαιρικά, ο Μπλίσετ έζησε κανονικά και έπαιξε αρκετά χρόνια ακόμα στην Αγγλία, έβαλε αρκετά γκολ στη Γουότφορντ και αλλού, αλλά δεν έφτασε ποτέ ξανά στις προ-Μίλαν επιδόσεις του. Θεωρείται πάντως από τους θρύλους της Γουότφορντ. Μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με τον ποδοσφαιρικό  σχολιασμό, αλλά και την αυτοκίνηση, καθώς έκανε μαζί με τον Μπαρνς και τον Λες Φέρντιναντ μια σχολή αγωνιστικής οδήγησης για νεαρούς από την Καραϊβική. Αργότερα ασχολήθηκε κι ο ίδιος με αγώνες οδήγησης και μάλιστα συμμετείχε το 2011 στο Silvestone Classic, όπου ανάμεσα σε άλλες διασημότητες τράκαρε λίγο μετά την εκκίνηση και έκανε αρκετές σβούρες. Ευτυχώς βγήκε σώος.

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Νέστορ Ορτιγόσα

  [Καθόλου σχόλια]

Ίσως ο τίτλος να αδικεί τον συγκεκριμένο παίκτη. Σίγουρα θα βρεθεί κάποιος και θα πει: «Μας δουλεύεις ρε Σομπρέρο; Δεν γνωρίζουμε τον χοντρούλη Νέστορα;», αλλά η αλήθεια είναι ότι σε αυτή την ενότητα κειμένων ασχολούμαστε μεν με παίκτες που έχουν κερδίσει την αγάπη του κόσμου, έχουν καταφέρει επιτυχίες, αλλά στο ευρύ ποδοσφαιρικό κοινό της Ευρώπης δεν είναι διάσημοι. Τέτοιος είναι και ο σημερινός πρωταγωνιστής μας. Ο Νέστορ Ορτιγόσα γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη έξω από το Μπουένος Άιρες, σε ένα μικρό και φτωχικό σπίτι από το οποίο έφευγε για να παίζει μπάλα με άλλα παιδιά. Πετούσε τα παπούτσια πάνω από τα σύρματα στους γείτονες, έβγαινε από την πόρτα, τα μάζευε μετά και πήγαινε για μπαλίτσα κρυφά. Μάλιστα δεν έπαιζε απλά μπάλα, τα παιδιά έπαιζαν με χρηματικό έπαθλο, με στοίχημα κι οι αγώνες ήταν κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση για τα φτωχά πιτσιρίκια. Έτσι ο Ορτιγόσα ξεκίνησε από μικρός να ξέρει ότι κάθε μπαλιά πρέπει να διεκδικηθεί, ότι κάθε ματς σημαίνει πολλά για την επιβίωση στη φτωχογειτονιά.

Ο πιτσιρικάς έκανε άλλωστε κάθε μέρα μεγάλες διαδρομές με το τρένο για να βρει πλανόδιους εμπόρους και να αγοράσει ό,τι μπορεί.  Τετράδια, πιπεριές, παγωτά, κουρελούδες, τσίγκινα κουτάκια από αναψυκτικά, σαπούνια. Αγόραζε κάθε χρήσιμο αντικείμενο και μετά το πουλούσε ο ίδιος. Είτε στους επιβάτες των τρένων στην επιστροφή, είτε στη γειτονιά του πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα. Ο αδερφός του ντρεπόταν να το κάνει, ο ίδιος πιστεύοντας στο «καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή» όχι. Μια παραμονή Χριστουγέννων η αστυνομία τον μάζεψε γιατί πουλούσε χωρίς άδεια. Για να τον λυπηθούν μετά (είχε ήδη κρύψει τα χρήματα και είπε ότι δεν έβγαλε τίποτα) και να συνεχίσει τη… δουλειά του. Και το βράδυ όταν έπεφτε για ύπνο μαζί με τον αδερφό του στο κρεβάτι που μοιράζονταν, ονειρευόταν ότι έβαζε το κρίσιμο πέναλτι, το μεγάλο γκολ. Περισσότερο όμως από την ίδια την επιτυχία, ο Ορτιγόσα τα ήθελε όλα αυτά για ένα όνειρο. Να αγοράσει με δικά του λεφτά ένα σπίτι για τους γονείς του, να τους πάρει από το μικρό φτωχικό οίκημα που δεν τους χωρούσε. Δύσκολα χρόνια, δύσκολες εποχές. Ακόμα και το όνομά του ήταν… δανεικό. Οι γονείς του ήθελαν να τον βγάλουν Τζόναθαν (με ισπανική προφορά), αλλά ο πόλεμος με την Αγγλία ήταν πολύ πρόσφατος και το ληξιαρχείο απαγόρευε κάθε τέτοιο αγγλικό όνομα. Ο Νέστορ βαπτίστηκε Νέστορ (μια που είναι ξενικό το γράφουμε με «ο»), αλλά οι συγγενείς του τον φωνάζουν «Γιόνα» από το Γιόναθαν.

Είναι πολύ εύκολο σε αυτά τα μέρη να παραστρατήσεις, να γίνει μέλος κάποιας συμμορίας. Ο πατέρας του Νέστορα (Παραγουανός στην καταγωγή) άρχισε να τον πηγαίνει για ποδόσφαιρο, για να γλιτώσει από συμμορίες. Ήταν για τον μπαμπά Ορτιγόσα η διέξοδος για το παιδί του, όχι για να γίνει πλούσιος, αλλά για να μην μπλέξει. Βρισκόταν πάντα εκεί, από τα παιδικά ματς μέχρι τα πιο σημαντικά αργότερα στην καριέρα του. Μόνο μια φορά δεν τον ακολούθησε, στο Μουντιάλ του 2010, γιατί δεν ήθελε να πληρώσει τόσα πολλά ο γιος του για το ταξίδι και τη διαμονή του.

Ο Ορτιγόσα δεν σου γεμίζει το μάτι αν τον δεις. Μετρίου αναστήματος, χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος παίκτης του κόσμου. Όπως λέει κι ο ίδιος όμως «το barrio είναι το μεγαλύτερο σχολείο». Στη γειτονιά δεν έχεις πολλές ευκαιρίες, ειδικά όταν παίζεις με πιο μεγαλόσωμους. «Αν δεν έδινα την μπάλα με τη μία, τότε θα με έκοβε στα δύο κάποιος άλλος». Οι βάσεις είχαν μπει ήδη και στο κανονικό σχολείο που είναι οι Αρχεντίνος Τζούνιορς, δούλεψε πάνω σε αυτές. Καθημερινά 40 λεπτά να δοκιμάζει πάσες με την μία και άλλα 40 λεπτά για κοντρόλ-πάσα. «Τρέχεις πολύ. Παίζε πιο απλά» του είχε πει ο μεγάλος κόουτς Κλαούντιο Μπόργκι. Ο Ορτιγόσα έγινε ένα κεντρικό χαφ που καλύπτει χώρους, μπαίνει στις μονομαχίες και ελέγχει το ρυθμό του παιχνιδιού, συνήθως σε αργό τέμπο, μοιράζοντας το παιχνίδι από πίσω με την πολύ καλή τεχνική του. Παίζει ένα σχετικά αργό ποδόσφαιρο που ταιριάζει ακόμα στη Λ. Αμερική και πιθανότατα είναι ένας από τους λόγους που δεν μετακόμισε στην Ευρώπη παρ’ ότι έφτασε να αγωνίζεται στην εθνική Παραγουάης (που προτίμησε από αυτή της Αργεντινής γιατί είχε περισσότερες πιθανότητες να παίξει, αν και επί Ντιέγκο είχαν γίνει συζητήσεις). Το «παχουλό» φιζίκ του, το σχετικά αντιτουριστικό του κορμί, δεν τον έκαναν ποθητό στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού. Αν θα έπιανε κανείς δεν το ξέρει.

Ο ίδιος φυσικά δεν αποδέχεται το παρατσούκλι «χοντρός» με το οποίο είναι γνωστός. Είναι ένας μύθος υποστηρίζει, ζυγίζει μόλις 82-83 κιλά (ύψος 1.78) και όπως λέει όλοι οι διατροφολόγοι στις ομάδες του το επιβεβαιώνουν (μοιάζει λίγο με Αστερίξ-Οβελίξ η ιστορία), είναι απλά μεγαλόσωμος και καμπουριάζει. Ο άνθρωπος με τα πολλά ονόματα. Στη γειτονιά Γιόνα, η γυναίκα του Νέστορ, στο γήπεδο «gordo», «orti» και «negro», κανένα δεν τον ενοχλεί πάντως, μιλάμε για Αργεντινή. Και τέλος πάντων, το θέμα είναι πώς παίζει, χοντρός ή αδύνατος, λευκός ή μαυριδερός, ο Ορτιγόσα τα καταφέρνει μια χαρά εδώ και χρόνια. Γίνεται από τα σημαντικότερα στελέχη στις ομάδες που παίζει. Τόσο στους Αρχεντίνος, όσο και στη Σαν Λορένσο είχε μεγάλες επιτυχίες και μεγάλη προσφορά. Παρέμεινε όμως ένα παιδί από το μπάριο. Θυμάται χαρακτηριστικά να παίζει την Κυριακή απέναντι στην Μπόκα, να σβήνει τον Ρικέλμε, να βγαίνει παίκτης της αγωνιστικής στην εφημερίδα Ole και την επόμενη μέρα στο ρεπό να παίζει πρωταθληματάκι για χρήματα στη γειτονιά του. Μέχρι που ο (αγαπημένος) Ρικάρντο Καρούσο το ανακάλυψε και του είπε: «Θέλεις να ζήσεις πουλώντας τετράδια στα τρένα ή να γίνεις ποδοσφαιριστής;». Όχι βέβαια ότι το έκοψε τελείως, συνέχισε να παίζει όποτε μπορούσε με τους φίλους του στη γειτονιά. Η μπάλα είναι τρόπος ζωής.

Το 2008, χωρίς να έχει κάνει ακόμα τεράστια καριέρα και όντας ακόμα παίκτης των Αρχεντίνος Τζούνιορς με λίγα χρήματα, ο «χοντρός» κάνει το πρώτο του όνειρο πραγματικότητα. Αγοράζει σπίτι στους δικούς του. Δεν ήθελε όμως να το πάρει έτσι, προτιμούσε να είναι κάτι που θα επιλέξουν αυτοί. Έτσι, μια μέρα η τύχη του χαμογέλασε και ενώ οδηγούσε με τη μητέρα του στο αυτοκίνητο, αυτή είδε ένα σπίτι και του είπε: «να, εδώ να έρθεις να μείνεις, είναι πολύ όμορφο». Ο Ορτιγόσα πήγε την άλλη μέρα και το αγόρασε. Αλλά δεν τους είπε κάτι. Ήθελε πρώτα να το φτιάξει, να το κάνει τέλειο για τους ανθρώπους που αγαπά. Όταν ξαναπέρασαν μια άλλη μέρα, η μητέρα του είπε: «Κοίτα, το φτιάχνουν. Κάποιος πρέπει να το αγόρασε» κι αυτός με το ζόρι κρατήθηκε να μην της το πει. Όταν τα μερεμέτια ολοκληρώθηκαν όμως, υπήρχε ακόμα ένα πρόβλημα. Η μαμά του δεν ήθελε να φύγει από τη γειτονιά. Κι ας μην είχε αποχέτευση, κι ας μην είχε αέριο κι ας ήταν το σπίτι μικρό. Εκεί έμεναν φίλοι και συγγενείς, εκεί είχε μάθει. Έτσι, ο σοφός Νέστωρ (εδώ με «ω») σκαρφίστηκε ένα κόλπο για να ξεπεράσει το ζήτημα. Μια μέρα που την επισκέφτηκε πάρκαρε μπροστά στο σπίτι και συνεννοήθηκε με μερικά από τα καλόπαιδα της γειτονιάς να του κλέψουν το ένα λάστιχο. Ο… έξαλλος Ορτιγόσα πήγε θεατρινίστικα και της ανέφερε την κλοπή, λέγοντάς της ότι το μέρος είναι επικίνδυνο και ότι μπορεί κάτι να του συμβεί. Μόνο έτσι πείστηκε η μητέρα του και έφυγε από εκεί. Ο Ορτιγόσα το αποκάλυψε σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξη που έδωσε τον περασμένο μήνα.

13 Αυγούστου 2014. Ο Ορτιγόσα βρίσκεται στην τέταρτη σεζόν του στη Σαν Λορένσο. Τελικός Κόπα Λιμπερταδόρες με τη Νασιονάλ της Παραγουάης. Το παιδί που πουλούσε τα τενεκεδάκια στα τρένα και ονειρευόταν το μεγάλο γκολ, έχει ήδη 10 χρόνια επαγγελματικής καριέρας. Έχει παίξει σε Μουντιάλ με την Παραγουάη, έχει κερδίσει δυο πρωταθλήματα Αργεντινής με δυο διαφορετικές ομάδες. Δεν το λες και λίγο. Εκείνα τα βράδια όμως στο μικρό σπιτάκι στο Σάν Αντόνιο, υπήρχε πάντα στα όνειρα το μεγάλο πέναλτι. Τις Παρασκευές και τα Σάββατα ο κόσμος που γύριζε από τη δουλειά στη γειτονιά έπαιζε πρωταθληματάκια πέναλτι. Τουρνουά με ομάδες των δύο (ένας εκτελεστής και ένας τερματοφύλακας) που εκτελούσαν από τρία. Ο Ορτιγόσα όμως έπαιζε μόνος. Έκανε και τον εκτελεστή και τον τερματοφύλακα για να μην μοιράζεται τα χρήματα του επάθλου που είχε ανάγκη. Τα πρωταθληματάκια ξεκινούσαν στις 10 το βράδυ και έφταναν πολλές φορές μέχρι τις 5 το πρωί. Εκεί έβγαλε κάποια χρήματα, εκεί έφτιαξε την τεχνική του που τον οδήγησε σε ένα επαγγελματικό ρεκόρ 19 συνεχόμενων επιτυχημένων πέναλτι. Στην ίδια ευθεία με την μπάλα για να μην ξέρει ο αντίπαλος πού θα βαρέσεις και την τελευταία στιγμή, μια κίνηση με τον αστράγαλο και το χτύπημα. Όχι δυνατό, αλλά συνήθως τεχνικό.

Η Σαν Λορένσο στο 35′ κερδίζει πέναλτι. Ο χοντρούλης παίρνει την μπάλα, δεν τίθεται θέμα για τον εκτελεστή. Το πέταλο στο Μποέδο που τον αγαπάει φωνάζει «Gordoooo, Gordoooo». Εκτελεί όπως έχει μάθει, σκοράρει, το παιχνίδι λήγει 1-0 και η ομάδα του κατακτά για πρώτη φορά στην ιστορία της το Λιμπερταδόρες. Ο Ορτιγόσα κρίνει τον τίτλο και μπαίνει στο πάνθεον. Για τον ίδιο πάντως δεν είναι το πιο δύσκολο πέναλτι. Δεν είχε κανένα άγχος. Όπως παραδέχτηκε, μόνο μία φορά αγχώθηκε σε πέναλτι. Ήταν αυτό απέναντι στην Ινστιτούτο, στα μπαράζ παραμονής. Το έβαλε και εκείνο. Στα 33 του μπορεί να έπαιξε μόνο στη Ν. Αμερική (και ένα φεγγάρι στα Εμιράτα), μπορεί να μην έβγαλε πολλά χρήματα, αλλά κατάφερε να κυνηγήσει τα όνειρά του, να ξεπεράσει τα σωματικά του μειονεκτήματα και να πάρει πίσω, όσα έδωσε στο όμορφο παιχνίδι.