Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις'

Τα τρία λεπτά ενός θαύματος

  [3 Σχόλια]

Όποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ξενυχτήσει για να δει τον δεύτερο ημιτελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες ανάμεσα στην Γκρέμιο και τη Ρίβερ Πλέιτ σίγουρα θα αποζημιώθηκε. Μία ακόμα μοναδική ποδοσφαιρική ιστορία στην πορεία του θεσμού γράφτηκε με γκολ, ανατροπές, συγκινήσεις, φασαρίες και φυσικά τις απαραίτητες γραφικότητες. Το ζευγάρι είχε κριθεί κατά πολλούς, μετά την πρώτη νίκη της Γκρέμιο μέσα στο Μονουμεντάλ με 0-1. Σε ένα σχετικά μέτριο παιχνίδι, χάρη σε μια στημένη φάση προς το τέλος, η ομάδα του Πόρτο Αλέγκρε συνέχισε την απίστευτη παράδοση που έχει χτίσει με τις ομάδες της Αργεντινής και πήρε το πρώτο παιχνίδι. Ο ενθουσιασμός ήταν τεράστιος στους Βραζιλιάνους που στο φετινό Λιμπερταδόρες είχαν σκοράρει 16 φορές και είχαν κερδίσει και τα πέντε τους εντός έδρας παιχνίδια, ενώ είχαν κερδίσει και τις προηγούμενες τέσσερις μονομαχίες τους με ομάδες της Αργεντινής. Ήταν το μεγάλο φαβορί στη ρεβάνς. Όλα τα σημάδια υπέρ τους.

Εδώ φανερός πράκτωρ Μου.Γκου. Από επίσημα σταδίου προς πάγκο.

Την ίδια στιγμή που ο πρόεδρος της Γκρέμιο επέλεγε αλαζονικά αντίπαλο στον τελικό (προτιμώντας την Μπόκα από την Παλμέιρας όπως είπε), η Ρίβερ απομονώθηκε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο για να γλιτώσει την παραδοσιακή επίσκεψη των Βραζιλιάνων οπαδών που κάθονται κάτω από τα παράθυρα των αντιπάλων και φωνάζουν όλο το βράδυ για να μην τους αφήσουν να κοιμηθούν. Η Ρίβερ είχε τιμωρημένο τον προπονητή της Μαρσέλο Γκαγιάρδο (τιμωρία της τελευταίας στιγμής) που παρά το γεγονός ότι δεν είχε δικαίωμα να επικοινωνεί με τον πάγκο του, κρατούσε ένα καθόλου διακριτικό… γουόκι τόκι στο χέρι και μιλούσε σαν τον Βέγγο με το βοηθό του χωρίς να ενδιαφέρεται για την τιμωρία.

Η ατμόσφαιρα στο Αρένα ντο Γκρέμιο ήταν απίστευτη από τους οπαδούς των Τρικολόρ, αλλά και από τους πολλούς εκδρομείς της Ρίβερ. Οι Αργεντίνοι δεν έδειξαν να επηρεάζονται από την έδρα πάντως και μπήκαν με πολλή δύναμη στο παιχνίδι, παίζοντας εξαιρετικά και χάνοντας σημαντικές ευκαιρίες στο πρώτο μισάωρο, με την Γκρέμιο να είναι τυχερή που η μπάλα δεν κατέληξε στα δίχτυα του Μαρσέλο Γκρό(χ)ε. Και όχι μόνο. Στο 36′ σε ένα κόρνερ και μετά από κόντρα άνοιξε το σκορ με τον Λέο Γκόμες. Οι ομάδες πήγαν στα αποδυτήρια με το 1-0 και το συνολικό 2-0 υπέρ της Γκρέμιο. Στα αποδυτήρια όμως πήγε και ένας άλλος. Σε μια στιγμή λατινοαμερικάνικης καλτίλας, ο τιμωρημένος Μαρσέλο Γκαγιάρδο, ωσάν κατάσκοπος και φορώντας καπέλο για να μην τον αναγνωρίσουν, μπήκε κρυφά για να δώσει οδηγίες στους παίκτες του. Οι Βραζιλιάνοι τον πήραν χαμπάρι τελικά και ο Γκαγιάρδο αποχώρησε, αφού βέβαια φώναζε στους Βραζιλιάνους φωτορεπόρτερ «βγάλε με καλύτερα» και σταματώντας για να ποζάρει. Οι Βραζιλιάνοι του φώναζαν «ντροπή, ντροπή», αλλά ο «Μουνιέκο» ατσαλάκωτος επέστρεψε στις εξέδρες.


Σαν τον κλέφτη

Η Ρίβερ πάντως δεν ήταν καλύτερη στο 2ο ημίχρονο, το παιχνίδι έχασε το ρυθμό και τις φάσεις του και η Γκρέμιο έχασε τεράστια ευκαιρία να το καθαρίσει όταν ο Έβερτον σε μοναδικό τετ-α-τετ σημάδεψε τον τερματοφύλακα της Ρίβερ Αρμάνι. Η καταρρακτώδης βροχή έδειχνε ότι κάτι θα συμβεί, δεν γίνεται να έχεις τέτοια σκηνοθεσία και να πάει χαμένη με ένα ξενέρωτο συνολικό 2-0. Η ώρα περνούσε βασανιστικά για τους Μιγιονάριος, οι Βραζιλιάνοι έκαναν καθυστερήσεις συνεχώς κι ο Γκαγιάρδο έκανε τις αλλαγές του. Σκόκο και Πίτι Μαρτίνες πέρασαν μέσα. Στο 81′, από ένα φάουλ του Πίτι, η μπάλα έφτασε στην περιοχή των Βραζιάνων. Ο Μπορέ πήρε την κεφαλιά (με τους Βραζιλιάνους να φωνάζουν για χέρι) και πέτυχε το πολυπόθητο γκολ. Η Ρίβερ ήθελε ακόμα ένα γκολ, τα εκτός έδρας μετράνε σε αυτή τη φάση του Λιμπερταδόρες, ώστε να πάρει την πρόκριση.


Ένα παλιό προφητικό πανό για τον Μπρεσάν. «Αν ο Μπρεσάν είναι ποδοσφαιριστής, εγώ είμαι αστροναύτης»

Στο 84′ έγινε η δεύτερη καθοριστική φάση και μέσα σε τρία λεπτά άλλαξε ο αγώνας. Σέντρα στην περιοχή, κατέβασμα του Σκόκο που σούταρε κι η μπάλα κόντραρε στον Μπρεσάν. Οι παίκτες της Ρίβερ δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι έγινε, ζητούν κόρνερ και πράγματι ο διαιτητής το δίνει. Αυτό που όμως δεν είχαν καταλάβει οι παίκτες της Ρίβερ, το κατάλαβε το VAR. Ο Ουρουγουανός διαιτητής Κούνια πήγε και είδε το βίντεο και ανακάλυψε ότι η μπάλα είχε χτυπήσει στο χέρι του αμυντικού της Γκρέμιο. Το πέναλτι δίνεται. Ο Μπρεσάν βλέπει τη δεύτερη κίτρινη κάρτα. Ο παίκτης που μπήκε αλλαγή χαντακώνει την ομάδα του. Επιτίθεται στο διαιτητή, άλλοι παίκτες ορμάνε στους επόπτες και στο γήπεδο επικρατεί χάος από τις διαμαρτυρίες.

Χρειάστηκε πολλή ώρα για εκτελεστεί το πέναλτι, περίπου 7-8 λεπτά μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα στον αγωνιστικό χώρο. Ο Πίτι Μαρτίνες πήρε την μπάλα και παρά το άγχος, έκανε μια εξαιρετική εκτέλεση πέναλτι γράφοντας το 1-2. Το θαύμα είχε ολοκληρωθεί. Τα υπόλοιπα λεπτά των πάρα πάρα πολλών καθυστερήσεων δεν έφεραν καμία αλλαγή στο τελικό σκορ. Το παιχνίδι έληξε περίπου στο… 103′, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει τη γιορτή της Ρίβερ.


Πόσο υπέροχη η φανέλα της Ρίβερ; (και ευκαιρία να ποστάρουμε λίγο Νάτσο)

Η Ρίβερ για τέταρτη φορά επί Γκαγιάρδο ανέτρεψε αποτέλεσμα σε 2ο αγώνα και έφτασε σε έναν τελικό που θα περιμένει το νικητή του Παλμέιρας-Μπόκα για να διεκδικήσει τον τέταρτο τίτλο της στη μεγαλύτερη Λατινοαμερικάνικη διασυλλογική διοργάνωση. Οι πιθανότητες για ένα Σούπερ Κλάσικο σε τελικό Λιμπερταδόρες είναι αρκετές, καθώς η Μπόκα έχει κερδίσει με 2-0, αλλά μετά τα όσα είδαμε στο Πόρτο Αλέγκρε, δεν θα είναι έκπληξη μία ακόμα ανατροπή. Την ίδια στιγμή, όπως έγραψε και ένας δημοσιογράφος, ό,τι και να γίνει στο Λιμπερταδόρες οι τελευταίες σκηνές σε κάθε ματς είναι αυτές:

Η ποδοσφαιρική οικογένεια Κιέζα

  [4 Σχόλια]

Το ιταλικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας παράδεισος μεγάλων παικτών. Ό,τι κορυφαίο κυκλοφορούσε στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά περνούσε από κάποια ιταλική ομάδα και όχι αποκλειστικά μόνο από τις μεγάλες. Ένα πρωτάθλημα δύσκολο, συναρπαστικό, με πολλούς υπερ-ήρωες. Μέσα όμως σε αυτή την πλημμύρα αστεριών, πάντα υπήρχαν λιγότερο προβεβλημένοι ήρωες, μεγάλοι παίκτες που έγραφαν καριέρες κυρίως ως πρωταγωνιστές β’ ανδρικού ρόλου. Ένας τέτοιος ήταν ο Ενρίκο Κιέζα.

Στο δύσκολο ιταλικό πρωτάθλημα, ο Κιέζα δεν είχε τα σωματικά προσόντα για να σε εντυπωσιάζει βλέποντάς τον στο γρασίδι. Όταν όμως έπαιρνε την μπάλα, τα πράγματα άλλαζαν. Γρήγορος και ικανός και με τα δύο πόδια, κυρίως όμως «ήξερε ποδόσφαιρο». Μοχθούσε στο γήπεδο, δεν φοβόταν τις επαφές, βρισκόταν συχνά εκεί που έπρεπε και τελείωνε γρήγορα τις φάσεις, χωρίς δεύτερη σκέψη, σε μια λίγκα που ο αμυντικός δεν σε άφηνε να αναπνεύσεις. Ένας ιδανικός παρτενέρ για κάθε επιθετικό, παίκτης που δεν ήταν βεντέτα, τον ένοιαζε η ομάδα και ας σκόραρε ο συμπαίκτης του περισσότερο, ενώ αυτός τραβιόταν στο πλάι για να ανοίξει διαδρόμους και να μοιράσει ασίστ.

Γενοβέζος στην καταγωγή, ξεκίνησε την καριέρα του στην Σαμπντόρια χωρίς όμως να τα βρει εύκολα. Πήγε δανεικός σε ομάδες Δ’, Γ’ και Β’ εθνικής και τελικά κατάφερε να κάνει το ξεπέταγμα στις Μόντενα και Κρεμονέζε και να πείσει την Σαμπ να του δώσει ακόμα μία ευκαιρία. Ο Κιέζα μπορούσε να παίξει στα πλάγια, αλλά όσο πιο κοντά στην εστία τον έβαζες, τόσο περισσότερο σκόραρε. Η τελευταία του χρονιά στη Γένοβα ήταν και και η καλύτερη. Βγήκε 3ος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 22 γκολ έχοντας μια εξαιρετική συνεργασία με τον Μαντσίνι, ξεπερνώντας παίκτες όπως ο Μπατιστούτα ή ο Μπίρχοφ, αλλά η Σαμπντόρια έχασε οριακά την έξοδο στην Ευρώπη. Ο Αντσελότι τον έφερε στην Πάρμα, ο Κιέζα ήταν επιτέλους σε μια ομάδα με σπουδαίους παίκτες και την επόμενη τριετία πήρε μια 2η θέση, κέρδισε ένα κύπελλο, ένα Σούπερ Καπ και φυσικά ένα ΟΥΕΦΑ στο οποίο ο Κιέζα βγήκε πρώτος σκόρερ και έβαλε γκολ στον τελικό. Η συνεργασία του με τον Κρέσπο ήταν ιδανική, οι ασίστ και τα γκολ πολλά, ο χαρακτήρας του εξαιρετικός. Ο Φάμπιο Καπέλο τον παρομοίωσε ως συνδυασμό Τζίτζι Ρίβα και Πάολο Ρόσι.

Σέντρα Βερόν, Κρέσπο αφήνει, Κιέζα μπουμπουνίζει στο «Γ»

Στη Φλωρεντία σκέφτηκαν «αφού το κάνει με τον Κρέσπο γιατί όχι και με τον Μπατιστούτα» κι ο Κιέζα άλλαξε και πάλι πόλη.  Δεν έκανε καλό ντεμπούτο στη Φιορεντίνα, χάνοντας συχνά τη θέση του από τον Μιγιάτοβιτς και η πρώτη σεζόν ήταν μέτρια. Ο Μπατιγκόλ όμως θα άφηνε τη Φιορεντίνα για τη Ρώμη κι ο Κιέζα κατέληξε να γίνει ο… μοναχικός λύκος στην επίθεση της Φιορεντίνα. Σε μια Φιορεντίνα σε φθίνουσα πορεία, ο Ρουί Κόστα και ο Κιέζα ήταν τα διαμάντια της ομάδας και ο Ενρίκο σκόραρε 22 φορές στο πρωτάθλημα, ενώ κατέκτησε ακόμα ένα κύπελλο το 2001. Δυστυχώς γι’ αυτόν, τα χρόνια είχαν αρχίσει να περνούν, οι τραυματισμοί που πάντα τον ταλαιπωρούσαν ήταν όλο και πιο συχνοί και παρά την τρομερή του αξία και αναγνώριση, δεν είχε κατακτήσει ένα πρωτάθλημα στα πιο παραγωγικά του χρόνια.

Ο οικονομικός και αγωνιστικός κατήφορος της Φιορεντίνα τον οδήγησε στην Λάτσιο χωρίς όμως να παίξει καλά. Αρκετοί βιάστηκαν να τον θεωρήσουν τελειωμένο, αλλά ο Κιέζα είχε ακόμα να προσφέρει πράγματα στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Στα 33 του γύρισε στην Τοσκάνη, αυτή τη φορά στη Σιένα και παρά τα χρονάκια του συνέχισε να σκοράρει και έγινε κι εκεί αγαπητός. Τις τρεις πρώτες χρονιές του έβαλε διψήφιο αριθμό γκολ και έπαιξε τελικά μέχρι τα 38 του εκεί, είδωλο των ντόπιων οπαδών. Άνθρωπος που αγαπούσε την μπάλα, κρέμασε τα παπούτσια στα 40 του τελικά. Η καριέρα του Κιέζα είχε παραπάνω από 500 παιχνίδια και περίπου 200 γκολ, τόσο με το αριστερό, όσο και με το δεξί και με χειρουργικό τελείωμα, δίχως ανάσα, πολλές φορές σε κάποιο παραθυράκι εστίας, ένα πόδι-διαβήτης.

Κάπου εδώ κανονικά θα τελείωνε το κείμενο, θα αγκαλιαζόμασταν για τα παλιά, θα λέγαμε πόσο χάλια είναι το ιταλικό ποδόσφαιρο πια και όλα καλά. Μόνο που το όνομα Κιέζα δεν ανήκει (μόνο) στο παρελθόν. Ο Φεντερικό Κιέζα, μόλις 20 ετών, προσπαθεί να ξεπεράσει την ταμπέλα του νεποτισμού και να αφήσει το δικό του στίγμα στο ποδόσφαιρο. Μάλιστα προσπαθεί να το κάνει σε μια ομάδα που ο μπαμπάς τίμησε. Στη Φιορεντίνα.

Πρώτη φορά τον είδα στο ματς με τον ΠΑΟΚ για το Γιουρόπα Λιγκ. Άκουσα το όνομα, είδα τις κινήσεις, σκέφτηκα «βρε λες;» και μετά έψαξα και βεβαιώθηκα. Ο Κιέζα τζούνιορ έχει ακόμα να δείξει πολλά, αλλά τα πρώτα δείγματα είναι θετικά. Διεθνής με τις μικρές εθνικές, βρίσκει όλο και περισσότερο χρόνο συμμετοχής στους Βιόλα. Ένα σημαντικό γκολ επί της Γιουβέντους αρχικά χρεώθηκε σε αυτόν, αλλά του το πήραν πίσω μετά τα ριπλέι, το μέλλον όμως του ανήκει. Στο 3-3 με την Τζένοα σκόραρε το δεύτερό του γκολ, στο ίδιο ματς που σκόραρε κι ο γιος Σιμεόνε και μαζί μας έκαναν να νιώσουμε πολύ γέροι.

Στο παιχνίδι της Φιορεντίνα με την ΣΠΑΛ σημείωσε το 2ο γκολ του για τη σεζόν 2017-18 γράφοντας το 3-0 για την ομάδα του. Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η κίνησή του μετά. Ο Φεντερίκο έφυγε για τον πάγκο και πήγε και αγκάλιασε έναν πιτσιρικά, ένα από τα ball boys της Φιορεντίνα. Δεν ήταν όμως κάποιο τυχαίο παιδάκι. Ήταν ο μικρός του αδερφός Λορέντσο, άξιο μέλος κι αυτός της οικογένειας Κιέζα. Οι πιο παλιοί θυμήθηκαν κάτι και άρχισαν να ψάχνουν το αρχείο. Τότε που ο μπαμπάς Ενρίκο φορώντας τη φανέλα της Σιένα είχε αγκαλιάσει ένα άλλο ball boy. Τον μικρό τότε Φεντερίκο. Κι η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται…

«Μπορείς να χάσεις, αλλά όχι χωρίς να τα έχεις δώσει όλα»

  [3 Σχόλια]

Αν δείξεις σε κάποιον άσχετο με το ποδόσφαιρο μια φωτογραφία του Ντιέγκο Λουγκάνο δύσκολα θα φανταστεί το επάγγελμά του. Αρκετά ευγενική φυσιογνωμία,  σχεδόν «ιντελεκτουέλ», με το μαλλάκι του ανέμελο. Δεν έχει αυτή τη φάτσα του βαρυποινίτη όπως π.χ. ο συμπατριώτης του Αρέβαλο Ρίος ή οι αντίστοιχοι Χιλιανοί με τα τατουάζ και τα κουρέματα. Αν είσαι ο επιθετικός και δεν τον ξέρεις μπορεί και να πεις «μα τι φλώρος είναι αυτός που με μαρκάρει». Όλα αυτά μέχρι να σφυρίξει ο διαιτητής τη σέντρα. Και αυτός ο συμπαθής ξανθούλης να μεταμορφωθεί σε ένα αμυντικό τέρας. Σε έναν παίκτη που θα κάνει τα πάντα για τη νίκη. Θα κλωτσήσει, θα χτυπήσει, θα ματώσει, θα συρθεί κάτω, θα κάνει το φάουλ, το πέναλτι, θα δει την κίτρινη και την κόκκινη. Κατ’ αρχήν ας βάλουμε τα πράγματα στη σειρά τους. Αν δηλώνεις ότι ποδοσφαιρικό σου ίνδαλμα είναι ο Πάολο Μοντέρο, πρέπει αυτό και μόνο να προϊδεάζει τον αντίπαλο. Και στο κάτω κάτω, ο Λουγκάνο είναι ο άνθρωπος που έχει φορέσει τις περισσότερες φορές από κάθε άλλον το περιβραχιόνιο της σελέστε. Λέτε να γινόταν κάποιος αρχηγός της Ουρουγουάης επειδή είναι προσηνής και καλούλης; Ας είμαστε σοβαροί.

Τα compilations με τον Λουγκάνο είναι πολλά στο Ίντερνετ, αλλά δύσκολα θα βρεις κάποιο με την τεχνική του ή με στιγμές μαγείας. Άντε να βρεις τα γκολ του. Τα περισσότερα είναι γεμάτα τάκλιν σαν να μην υπάρχει αύριο, όπου μπάλα και αντίπαλος γίνονται ένα και ονομάζονται απλά «ο στόχος». Ότι πιάσουμε. Βέβαια για κάποιους κι αυτά στιγμές μαγείας είναι. Και φυσικά όταν σηκωθούμε (ή ακόμα και πριν από αυτό, όπως βλέπουμε στην παρακάτω φωτογραφία) η κλασσική κίνηση. Σαν τον Κολοκοτρώνη με το χέρι να δείχνει την μπάλα, λες και θα πείσει κανέναν. Κι αν η μπάλα δεν είναι κάπου εκεί κοντά και έχει εκσφενδονιστεί, τότε άλλη κίνηση με τα χέρια να δείχνουν κάτι στρογγυλό. Πιο ειλικρινές θα ήταν να σήμαινε «ΟΚ, δεν του έκοψα και το κεφάλι», παρά το «βρήκα μπάλα» που θέλει να μας πείσει.

Ο Ντιέγκο Λουγκάνο δεν φοβάται να τσαλακώσει την εικόνα του, να ανοίξει κόντρες. Όπως για παράδειγμα με το καλόπαιδο Πάολο Γκερέρο. Μια κόντρα με ιστορία δέκα και πλέον ετών. Από τη πρώτη φορά που η μοίρα τους έφερε αντιπάλους σε ένα Κόπα Αμέρικα, το 2007 στο Ουρουγουάη-Περού. Το μισό ματς πρέπει να πέρασε με έναν από τους δύο να βρίσκεται κάτω (συχνότερα τον Γκερέρο), με κλωτσιές, αγκωνιές, σπρωξιές και ότι άλλο μπορούσε να συμβεί. Το Περού κέρδισε με 3-0 πάντως και ο Γκερέρο σκόραρε το τελευταίο γκολ στο 88′. Ήταν η αρχή μιας έχθρας ετών.

Το βίντεο έχει τίτλο Round 1 και 2, αλλά στην πραγματικότητα το μέτρημα έχει χαθεί

Ένα χρόνο αργότερα οι δυο παίκτες βρέθηκαν αντιμέτωποι στο Μοντεβιδέο, ο Λουγκάνο πρόλαβε και εκνεύρισε τον Γκερέρο, αυτός ήταν έξαλλος και έβρισε το διαιτητή, είδε την κόκκινη μόλις στο 39′ και άφησε το Περού με 10 παίκτες να φάει έξι ολόκληρα γκολ. Το 2011 ο Λουγκάνο έριξε μια μεγαλοπρεπέστατη αγκωνιά στον δόλιο τον Γκερέρο για την οποία πήρε μόλις κίτρινη (κανονικά έπρεπε να ήταν κόκκινη και αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων) και ο Γκερέρο βγήκε στα κανάλια να διαμαρτυρηθεί δείχνοντας το χτυπημένο στόμα του, ενώ παρ’ ότι τα χρόνια πέρασαν και για τους δύο η τελευταία δυνατή τους κόντρα ήταν το 2016 σε ένα Σάο Πάολο-Φλαμένγκο, όταν και ο Λουγκάνο σε μια φάση άνευ νοήματος έριξε μια γεμάτη αγκωνιά. Χωρίς ίχνος ντροπής μετά από εκείνο το ματς αποκάλεσε κλαψιάρη τον Γκερέρο και ότι εδώ και 10 χρόνια μόνο γκρινιάζει και πρέπει κάποια στιγμή να το ξεπεράσει. Μάλιστα σε ερώτηση για το τι έλεγαν μεταξύ τους είπε: «Εγώ απλά του είπα ότι αν θέλει να το συζητήσουμε, μπορεί να έρθει από το σπίτι του Κριστιάν Κουέβα (Περουβιανός συμπαίκτης του Λουγκάνο στη Σάο Πάολο) που θα είμαι το βράδυ. Εκείνος είπε όχι γιατί φοβήθηκε ότι θα τον χτυπούσα».

Ήταν την ίδια χρονιά που οι οπαδοί της ομάδας του έκαναν ντου στο προπονητικό κέντρο του συλλόγου για να διαμαρτυρηθούν για τις εμφανίσεις των παικτών. Μιλάμε τώρα για Λατινική Αμερική και οργανωμένους, όχι για διαμαρτυρία συνταξιούχων του ΙΚΑ. Ο Λουγκάνο σαν να μη συμβαίνει τίποτα, εμφανίστηκε ημίγυμνος για να απαντήσει στις απορίες των φανατικών. Το ντου κατέληξε σε αγκαλιές των οπαδών με τον Ουρουγουανό, με τον οποίον έβγαζαν selfies. Και αν αναρωτιέστε από πού να πήρε άραγε ο Ντιέγκο, η απάντηση είναι απλή. Από τον πατέρα του Αλφρέδο Λουγκάνο που κι αυτός ήταν κεντρικός αμυντικός, «ένας σκληρός άνθρωπος» όπως λέει ο Ντιέγκο.

Προσοχή. Σκληρές ποδοσφαιρικές εικόνες.

Το Νοέμβριο του 2005 η Ουρουγουάη αποκλείστηκε από την Αυστραλία στα πέναλτι και δεν πήρε την πρόκριση για το Μουντιάλ. Ο Λουγκάνο σκασμένος (στα ξεκινήματά του στην εθνική) γύρισε μετά από ένα κουραστικό ταξίδι στην πατρίδα του νωρίς το πρωί. Στο αεροδρόμιο τον περίμενε ο πατέρας του. Κανονικά ο μπαμπάς είναι εκεί για να σε παρηγορήσει, να σε πάρει αγκαλιά, να σου πει ένα «δεν πειράζει αγόρι μου». Ο κυρ-Αλφρέδο υποδέχεται τον γιο του με κατεβασμένα μούτρα λέγοντάς του «Πριν φύγουμε για Κανελόνες [σ.Σ. η μικρή πόλη καταγωγής του] θα σε πάω μια βόλτα από το Μοντεβιδέο για να δείτε τι κάνατε στον κόσμο». Ο Ντιέγκο Λουγκάνο λοιπόν υποχρεώθηκε να γυρίζει όλο το πρωί μέσα στην πόλη για να διαπιστώσει με τα μάτια του το… κακό και τη θλίψη που αυτός κι οι συμπαίκτες του έφεραν σε ολόκληρη χώρα. Ήταν η τιμωρία του.

«Δεν υπήρχε παιδάκι που να μην πήγαινε στο σχολείο με σκυμμένο το κεφάλι, ούτε ένας υπάλληλος που να μην κοιτούσε το πάτωμα, στα λεωφορεία δεν ακουγόταν τίποτα. Μια απόλυτη ησυχία, σαν να ήταν όλη η χώρα σε κηδεία»

Όλη η παλιοπαρέα ακούει με προσοχή τον αρχηγό πριν το ματς με το Μεξικό

Εκτός από τον πατέρα του πολλά έμαθε και από το ίνδαλμά του Πάολο Μοντέρο που διαδέχτηκε άλλωστε στην αρχηγία της εθνικής. Από τα αγαπημένα παιδιά του Όσκαρ Τάμπαρες, ο Λουγκάνο δεν φοβήθηκε να κοντραριστεί ούτε με την Ομοσπονδία, ούτε και με συμπαίκτες του μετά από ήττες. Πέντε χρόνια αργότερα, στα γήπεδα της Ν. Αφρικής η Ουρουγουάη έφτανε στην 4η θέση. Οι 800 χιλιάδες από το 1,5 εκατομμύριο κατοίκων του Μοντεβιδέο βρίσκονταν στους δρόμους και έκλαιγαν από χαρά. Η κατανάλωση φαγητού αυξήθηκε, ενώ και οι γεννήσεις σε εννιά μήνες έσπασαν κάθε ρεκόρ. Η Ουρουγουάη ζει για την μπάλα.

Είναι υποχρεωτικό να είσαι χασάπης για να φοράς το «2» στην Ουρουγουάη; (σ.Σ. στη Λ. Αμερική το 2 είναι σέντερ μπακ)
– Όχι, όχι. Κάποτε ήταν έτσι. Εμείς είμαστε αγγελούδια σε σύγκριση. Για μένα είναι υποχρεωτικό να πάω στην επαφή γιατί χάνω στην ταχύτητα. Η προσωπικότητα του Ουρουγουανού αμυντικού δεν είναι τα χτυπήματα. Είναι να δίνει τα πάντα στο χορτάρι, να είναι πιστός στον κόσμο και τους συμπαίκτες του.
(Από συνέντευξη)

Ο Λουγκάνο έπαιξε σε αρκετές ομάδες και αγαπήθηκε σχεδόν σε όλες με ελάχιστες εξαιρέσεις. Αλλά στην Τουρκία (με τη Φενέρ) και στη Βραζιλία (στη Σάο Πάουλο) λατρεύτηκε. Στην Πόλη, οι οπαδοί της Φενέρ τον σήκωσαν στα χέρια στο αεροδρόμιο για να τον αποχαιρετίσουν όταν πήρε μεταγραφή για τη ΠΣΖ. Κέρδισε εθνικά πρωταθλήματα, διεθνείς διασυλλογικούς τίτλους, αλλά αυτό που πάνω από όλα τον έκανε γνωστό και αγαπημένο στον κόσμο ήταν η εθνική Ουρουγουάης. Εκεί που εκτός από την 4η θέση στο Μουντιάλ του 2010, ένα χρόνο αργότερα κέρδισε το Κόπα Αμέρικα του 2011.

Αφίξεις αεροδρομίου έχουμε δει. Κόσμο να αποθεώνει παίκτη που φεύγει σπάνια.

Σχεδόν στα 38 του πλέον, ο Ντιέγκο Λουγκάνο αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του και πολλά καλάμια και κεφάλια αντιπάλων θα ηρεμήσουν. Η Σάο Πάολο του έκανε πρόταση να πάρει ένα πόστο στον σύλλογο και ο Ουρουγουανός δέχτηκε. Στο τελευταίο του παιχνίδι αποθεώθηκε. Αρχηγός και εκεί, έχοντας πάρει το περιβραχιόνιο από τον τεράστιο Σένι. Ο ίδιος, ταπεινός έξω από το γήπεδο και αρκετά ήρεμος, δεν θέλει να γίνει αγώνας προς τιμή του, καθώς δεν θεωρεί ότι δικαιούται ίδια τιμή με τον Σένι. Η είδηση της αποχώρησής του έφερε μηνύματα αγάπης από παίκτες όπως ο Σουάρες ή ο Γκοντίν. Ο Λουγκάνο ήταν η ψυχή της Ουρουγουάης, μιας χώρα που μπορεί να βγάζει τεράστια φορ και χαφ, αλλά στο DNA της έχει πάντα το σκληρό παιχνίδι, την αυτοθυσία και αρκετές φορές τα δολοφονικά χτυπήματα. Ο αρχηγός τα είχε όλα αυτά και ήταν και μια μεγάλη προσωπικότητα. Κι ο τίτλος του κειμένου, μια φράση του προς τους συμπαίκτες του πριν το Ουρουγουάη-Αγγλία του 2014, τα λέει όλα. Το όνομά του θα περάσει στο πάνθεον της σελέστε, είτε μας αρέσει σαν παίκτης, είτε όχι.

Η Κυριακή με την οικογένεια

  [Καθόλου σχόλια]

Η Πουέρτο Μοντ δεν είναι η πιο γνωστή ομάδα του κόσμου. Ο μόνος πιθανός λόγος να την ξέρετε (εκτός αν ζείτε στη Χιλή) είναι το γεγονός ότι ο 41 ετών Σεμπαστιάν «Λόκο» Αμπρέου είναι παίκτης της, ένας άρρωστος με την μπάλα ποδοσφαιριστής που θέλει να κάνει αυτό που αγαπά, ανεξάρτητα από χρήματα. Η Πουέρτο Μόντ όμως έχει ακόμα έναν Σεμπαστιάν. Τον 33χρονο οπαδό της Σεμπαστιάν Καρέρα που κι αυτός είναι άρρωστος με την μπάλα και την ομάδα. Μια ομάδα που βρίσκεται στη μέση της Β’ εθνικής της Χιλής και την Κυριακή που πέρασε αγωνιζόταν απέναντι στην Κοκίμπο Ουνίδο.

Η απόσταση μεταξύ των δύο πόλεων είναι περίπου 1500 χιλιόμετρα όπως βλέπετε και στο χάρτη και σίγουρα μπορεί κάποιος να σκεφτεί πολλά πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνει με το χρόνο του από το να τη διανύσει για να δει ένα ματς Β’ εθνικής που στο κάτω κάτω δεν ήταν και μεγάλης βαθμολογικής σημασίας. Όχι όμως ο Σεμπαστιάν που βρέθηκε στο Εστάδιο Μπισεντενάριο, ο μοναδικός οπαδός της Πουέρτο Μοντ στο πέταλο. Και φρόντισε να στηρίξει την ομάδα, να φωνάξει και στο τέλος να πανηγυρίσει σαν τρελός και τα δύο γκολ στη νίκη με 1-2 (με τον Λόκο Αμπρέου βασικό, αλλά χωρίς να σκοράρει).

Ο Σεμπαστιάν έγινε θέμα σε όλα τα σάιτ της Χιλής και η κίνησή του έφτασε μέχρι τη Γερμανία, με τον Αρτούρο Βιδάλ να τον αποθεώνει. Ο ίδιος πάντως δεν έδειξε να το θεωρεί κάτι ιδιαίτερο: «Είναι μακρύ, εξουθενωτικό ταξίδι, αλλά είναι πολύ σημαντικό να έρθω να δω την ομάδα μου. Είναι νομίζω η έκτη φορά που έρχομαι εδώ, υποστηρίζω την Πουέρτο Μοντ εδώ και 20 χρόνια. Είναι δύσκολο να υποστηρίζεις μια τέτοια ομάδα, καθώς στην πόλη οι περισσότεροι υποστηρίζουν τις ομάδες της πρωτεύουσας. Είναι λίγα τα νέα παιδιά που υποστηρίζουν την Πουέρτο Μοντ».

Λίγο φάλτσος, αλλά δεν σταματάει

Στη συνέχεια ο Σεμπαστιάν ζήτησε συγγνώμη από τη γυναίκα και το γιο του που τους στέρησε μια Κυριακή μαζί. Έπρεπε να είναι με την «άλλη οικογένειά του» όπως είπε, τους πράσινους. Τώρα αν η γυναίκα του τον περιμένει με τον πλάστη στην πόρτα δεν το ξέρουμε. Οι παίκτες και η διοίκηση της Πουέρτο Μοντ πάντως τον αποθέωσαν και τον τίμησαν για τη στήριξη. Ο Σεμπαστιάν δεν θα σταματήσει να ακολουθεί την ομάδα σε μια αγάπη χωρίς άλλα κίνητρα και χωρίς ανταπόδοση. Όπως έγραψε και ο ποδοσφαιριστής της ομάδας Χουάν Πάμπλο Αμπαρσούα:

«Αυτή η νίκη είναι για σένα. Σε ευχαριστούμε που μας πιστεύεις και μας ακολούθησες μέχρι εδώ χωρίς να σε νοιάζει τίποτα και έδωσες τα πάντα για την ομάδα σου»

ΥΓ Ευχαριστούμε τον αναγνώστη Μάνο που μας ενημέρωσε για το θέμα.

Η Ημέρα του Κάρλος Βαλντεράμα

  [Καθόλου σχόλια]

Παρά τις διάφορες προσπάθειες ώστε το ποδόσφαιρο να γίνει δημοφιλές στις ΗΠΑ, τα παλιότερα πρωταθλήματα ήταν αποτυχημένα (συχνά με εξαιρετικά γραφικές στιγμές όπως θυμόμαστε) και η μπαλίτσα παρέμενε το άθλημα των μικρών κοριτσιών και των μαμάδων με το station wagon. Στη δεκαετία του ’90 και με το Μουντιάλ του 1994 να γίνεται σε διάφορα μέρη της χώρας, μια ακόμα προσπάθεια έλαβε χώρα ώστε το πιο δημοφιλές άθλημα του πλανήτη να ριζώσει και στις ΗΠΑ. Το MLS (Major League Soccer) άρχισε σιγά σιγά να φτιάχνεται παρέα με το Μουντιάλ και παρ’ ότι ο στόχος ήταν να ξεκινήσει το 1995, αυτό έγινε ένα χρόνο αργότερα.

Δέκα ομάδες, χωρισμένες σε δύο περιφέρειες, αγωνίστηκαν για 32 ολόκληρα ματς και όλα αυτά για να προκριθούν στα πλέι-οφ οι οκτώ και να αποκλειστούν μόλις δύο, με ένα σύστημα με τρεις βαθμούς στη νίκη και μηδέν στην ήττα. Και αν ρωτάτε για την ισοπαλία, είστε αδιαβάστοι και πρέπει να δείτε εδώ πρώτα. Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα από τα αστέρια εκείνης της σεζόν, σε μια λίγκα που είχε πολλά από τα καλά ονόματα της εθνικής των ΗΠΑ (όπως ο ΜακΜπράιντ, ο Γουινάλντα και ο Μπαλμπόα), αλλά και ορισμένους Λατίνους για να προσελκύσει αντίστοιχο κοινό στα γήπεδα. Έτσι, ο αγαπημένος Χόρχε Κάμπος, ο υπερ-αγαπημένος και υποτιμημένος Μάρκο Ετσεβερί και φυσικά ο Κάρλος Βαλντεράμα στα 35 του αποτέλεσαν τις ατραξιόν της πρώτης σεζόν στην ιστορία του MLS.

Δώσε στον Αμερικάνο κάτι τζάμπα και πάρ’ του την ψυχή

Τα πράγματα όμως δεν πήγαιναν και τόσο καλά, οι θεατές ήταν μεν αρκετοί (για τα ελληνικά δεδομένα) αλλά όχι αυτό που περίμεναν οι διοργανωτές που όλα τα αναγάγουν σε χρήματα και έτσι σε κάποιο γραφείο, κάποιοι άσχετοι με το άθλημα, μαζεύτηκαν για να βρουν λύσεις. Τότε κάποιος προφανώς θα ρώτησε: «Ποιος είναι ο πιο αναγνωρίσιμος παίκτης;», ένας άλλος θα απάντησε: «εκείνος ο Κολομβιανός με το περίεργο μαλλί» και έτσι όλα πήραν το δρόμο τους.

Στις 18 Ιουλίου λοιπόν, η Τάμπα Μπέι Μιούτινι (σαναλέμε ανταρσία της Τάμπα Μπέι), μια ομάδα αρκετά καλή μεν, αλλά με λίγο κόσμο, ανακοίνωσε το μεγάλο event που θα γινόταν στο ματς απέναντι στους Κάνσας Σίτι Γουίζαρντς. Θα διοργάνωνε την «Ημέρα του Κάρλος Βαλντεράμα», για να τιμηθεί ο τεράστιος ποδοσφαιριστής που αγωνιζόταν στο σύλλογο. Τα εισιτήρια του αγώνα θα ήταν μισοτιμής και παράλληλα, κάθε φίλαθλος από τους πρώτους χίλιους θα έπαιρνε ως δώρο μια κατάξανθη περούκα που θα φορούσε για να τιμήσει τον «Ελ Πίμπε» και δικαίωμα σε παραπάνω φαγητό. Ναι, δεν κάνουμε πλάκα. Και η γραφικότητα δεν τελείωσε εδώ.

Το πρόσωπο του Νο12 τα λέει όλα

Οι διοργανωτές ανάγκασαν τους παίκτες και των δύο ομάδων, να φορέσουν τις περούκες κατά την είσοδό τους στον αγώνα και την ανάκρουση του εθνικού ύμνου, ενώ οι αναπληρωματικοί στους πάγκους φορούσαν τις περούκες σε όλη τη διάρκεια του αγώνα (και από όσα ξέρω, η Τάμπα στη Φλόριδα πρέπει να την έχει τη ζεστούλα της τον Ιούλιο). Την ίδια περούκα φορούσε (και έδινε οδηγίες με αυτή) και ο προπονητής του Κάνσας, κατά τη διάρκεια του αγώνα. Ο Κάρλος που το έχει η μοίρα του να ζει γραφικά παιχνίδια, αλλά και να κάνει κι ο ίδιος διάφορες τρέλες (για καλό σκοπό) δεν πτοήθηκε από τη γραφικότητα του εγχειρήματος.

Το ματς ήταν μια γιορτή του ποδοσφαίρου (δεν έχω ιδέα, έτσι το είπα) που έληξε με 3-2 υπέρ των γηπεδούχων. Οι Τάμπα Μπέι παρά το ελάχιστο ενδιαφέρον του κοινού της Τάμπα, έκαναν αξιόλογη πορεία βγαίνοντας 1οι στην περιφέρεια της Ανατολής, αλλά και στη συνολική βαθμολογία. Το πλεονέκτημα της έδρας πάντως δεν ήταν και τόσο ισχυρό και όλοι οι κόποι της χρονιάς χάθηκαν στους τελικούς της Ανατολής, όταν ηττήθηκαν δυο φορές από τη D.C. Γιουνάιτεντ.

Δεν διαλέγεις τους γονείς σου…

Ο Βαλντεράμα πάντως, βγήκε MVP της σεζόν, καθώς παρά τα 35 του χρόνια μπορούσε ακόμα να κάνει τη διαφορά. Έπαιξε μέχρι το 2002 και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν στις ΗΠΑ, ειδικά σε εκείνες τις εποχές των πρώτων ετών που η αδιαφορία του κοινού ήταν σημαντική σε αντίθεση με τώρα. Αρκετά πιο αργός, χρειαζόταν μόνο να βγάλει πολύ μικρό ποσοστό του ταλέντου του πάνω στο χορτάρι για να έχει πάνω από 100 ασίστ συνολικά απέναντι σε αρκετούς τσουρουκάδες αντιπάλους. Οι Τάμπα Μπέι από την άλλη, άντεξαν μόλις πέντε χρόνια και μετά λόγω χαμηλών εσόδων κόπηκαν από την λίγκα και διαλύθηκαν.

Μαθήματα διαχείρισης θυμού

  [3 Σχόλια]

Τον Νέλσον Βίβας ίσως να τον θυμάστε οι παλιότεροι από το πέρασμά του από την Άρσεναλ. Ο βετεράνος πλέον δεξιός μπακ, που έπαιξε και αρκετά ματς στην εθνική, είναι προπονητής στην πατρίδα του και συγκεκριμένα στην Εστουδιάντες. Αντιμετωπίζοντας την Μπόκα χθες, είδε σε μια φάση αυτό που θεώρησε πέναλτι (και μεταξύ μας μάλλον δεν ήταν). Ο διαιτητής δεν το καταλόγισε και ο Βίβας διαμαρτυρήθηκε έντονα με αποτέλεσμα να αποβληθεί. Εκεί πλέον ο Βίβας έδωσε το δικό του σόου, έριξε μια μεγαλοπρεπή κλωτσιά στο μικρόφωνο της τηλεόρασης και ξεπερνώντας τη φάση με το σάκακι του Ιωαννίδη και το βίντεο κλιπ του Σάκη Ρουβά άγγιξε πλέον επίπεδα Χουλκ (όχι του φορ) κι έφυγε σαν σταρ. Έβγαλε το πουκάμισο, θύμισε αθλητή του κατς και αποχώρησε ημίγυμνος με την κάμερα να εστιάζει στη γεμάτη τατουάζ πλάτη του.

Ο Νέλσον Βίβας, που στη συνέχεια ζήτησε συγγνώμη για την αντίδραση, δεν είναι άγνωστος σε τέτοιου είδους γραφικότητες. Πριν τέσσερα περίπου χρόνια, όταν και ήταν προπονητής στην Κίλμες, άνοιξε διάλογο με έναν οπαδό της ομάδας. Με το ματς να τελειώνει και την ισοπαλία να έρχεται, ο Βίβας έδειξε τον οπαδό και του είπε «να με περιμένεις κάτω», μαζί με άλλα κοσμητικά. Κοίταξε το χρονόμετρο που κρατούσε τότε πάντα και όταν το ματς έληξε, σαν άντρας που σέβεται τον λόγο του κατέβηκε κάτω. Εκεί βρήκε τον ατυχή κυριούλη (λεπτομέρεια το ακουστικό για να ακούει τι γίνεται στα άλλα ματς) και τον άρχισε στα κλωτσομπουνίδια, μέχρι που τον μάζεψαν 3-4 άτομα. Ο Βίβας μετά από το συμβάν είχε παραιτηθεί από την Κίλμες, αλλά ο χαρακτήρας του παραμένει ο ίδιος.

Προς το παρόν δεν έχει φύγει από την Εστουδιάντες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν το διασκέδασε στο Ίντερνετ:

Το μεγάλο ταξίδι για το γήπεδο

  [Καθόλου σχόλια]

Η αγάπη για την ομάδα είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος που δεν ασχολείται με το ποδόσφαιρο. Η ιεροτελεστία του γηπέδου αρκετές φορές δεν εκτιμάται ιδιαίτερα από όσους το έχουν κοντά τους, μπορούν ανά πάσα στιγμή να πάνε σε ένα παιχνίδι. Όλοι όσοι έχουμε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μας χωρίς τη δυνατότητα να βλέπουμε την αγαπημένη μας ομάδα μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε. Κι αν πάντα το «support your local team» είναι ένας κανόνας που αξίζει, το να ζεις μακριά από την ομάδα σου χωρίς να είσαι οπαδός «glory hunter», είναι ένα βασανιστήριο.

Εικόνες από την επαρχία Χουχούι

Ο Χουάν Μανουέλ ζει στο.. Χουχούι. Και παρ’ ότι, όπως και σε όλη την Αργεντινή, υπάρχουν πολλές ποδοσφαιρικές ομάδες (πιο γνωστή η Χιμνάσια Χουχούι που οι στοιχηματατζήδες πιθανώς να θυμούνται), αυτός επέλεξε να υποστηρίζει τη Ράσινγκ Κλουμπ από την πόλη Αβεγιανέδα κοντά στο Μπουένος Άιρες. Όπως έχουμε δει στο παρελθόν, η Ράσινγκ Κλουμπ σίγουρα δεν είναι μια ομάδα που την υποστηρίζεις για τους τίτλους. Μια ομάδα καταραμένη κατά πολλούς, αλλά και μια ομάδα με παθιασμένο κοινό. Ο Χουάν Μανουέλ την αγαπάει, αλλά δεν μπορεί να τη δει εύκολα. Η πόλη και η επαρχία Χουχούι βρίσκονται στα βορειοδυτικά της χώρας, στα σύνορα με τη Χιλή και τη Βολιβία, κάτω από τις Άνδεις και σε υψόμετρο περίπου 1300 μέτρων ανάμεσα σε σκληρά βουνά και σε δρόμους που είναι αρκετά επικίνδυνοι. Το γήπεδο της Ράσινγκ από το σπίτι του Χουάν Μανουέλ απέχουν περίπου 1500 χιλιόμετρα, ενός δρόμου που θέλει περίπου 20 ώρες για να τον κάνεις με το αυτοκίνητο (τουλάχιστον έτσι μου έβγαλε ο χάρτης της Google).

Δεν βρήκα παραπάνω πληροφορίες για τη φωτογραφία, δεν ξέρω πώς μετακινήθηκε, πόσο χρονών είναι (η πρώτη φορά στο γήπεδο δεν κοιτάει ηλικίες) ή άλλες λεπτομέρειες. Βρήκα μόνο την εικόνα. Ο Χουάν Μανουέλ που κατάφερε για πρώτη φορά στη ζωή του να πάει στο Ελ Σιλίντρο, το γήπεδο της Ράσινγκ. Να δει το χορτάρι, τους παίκτες, να τραγουδήσει με άλλους μαζί, να κάνει βόλτες στο μουσείο. Και κάπου εκεί, δίπλα στο άγαλμα του «μουστάρδα» Ρεϊνάλντο Μέρλο που έδωσε το ιστορικό πρωτάθλημα του 2001, να βγάλει μια ακόμα αναμνηστική φωτογραφία και να ξεσπάσει σε λυγμούς, ένα μίγμα χαράς και συγκίνησης. «22 μαλάκες που κυνηγούν μια μπάλα». Ποτέ μια έκφραση δεν ήταν τόσο λάθος, όσο αυτή η περιγραφή του ποδοσφαίρου.

Η μέρα που οι οπαδοί της Ράσινγκ γέμισαν δύο γήπεδα

  [Καθόλου σχόλια]

Υπάρχουν κάποιοι σύλλογοι που μοιάζουν καταραμένοι, σαν να έχουν φτιαχτεί για να ταλαιπωρούν τον κόσμο τους. Να αγγίζουν την επιτυχία και μετά να τη βλέπουν να εξαφανίζεται. Ένας τέτοιος είναι η Ράσινγκ Κλουμπ της Αργεντινής. Μία από τις «πέντε μεγάλες» ομάδες της χώρας που όμως μετά το 1966 δεν ξαναείδε πρωτάθλημα. Για 35 χρόνια από τότε ο κόσμος της έβλεπε κατά κύριο λόγο αποτυχίες, όνειρα που χάνονταν την τελευταία στιγμή, κακές σεζόν και έναν υποβιβασμό.  «Τι τα θες, αυτή είναι η Ράσινγκ» ήταν η συνήθης ατάκα των οπαδών μετά από κάθε νέα αποτυχία.

Το 2001 προπονητής ανέλαβε ο Ρεινάλντο Μέρλο με το παρατσούκλι «μουστάρδας» εξαιτίας του περίεργου χρώματος στο μαλλί του. Ο Μέρλο ανέλαβε μια ομάδα ποτισμένη στο DNA της αποτυχίας και προσπάθησε για τον τίτλο με ένα σύνολο που έπαιζε με πάθος βασιζόμενο κυρίως στην καλή άμυνα. Τη 16η αγωνιστική (από τις 19) η Ράσινγκ έφερε 1-1 με τη Ρίβερ και βρισκόταν πλέον πέντε βαθμούς μπροστά της. Οι υποψιασμένοι οπαδοί της Ράσινγκ όμως ήξεραν ότι δεν μπορούσε ο τίτλος να είναι τόσο απλός. Στο επόμενο ματς η «Ακαδημία» έφερε 0-0 με τη 18η Μπάνφιλντ κι έτσι η Ρίβερ ήταν ξανά σε απόσταση μιας νίκης. Φτάσαμε έτσι στην τελευταία αγωνιστική, με τη Ράσινγκ να θέλει μια ισοπαλία εκτός έδρας με τη Βέλεζ για να σηκώσει τον τίτλο μετά από 35 ολόκληρα χρόνια.

Ο νεαρός τότε Ντιέγκο Μιλίτο

Μιλάμε όμως για τη Ράσινγκ, τίποτα δεν πάει όπως το περιμένει. Το 2001 ήταν η έκρηξη της κρίσης στην Αργεντινή που είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια νωρίτερα, με ύφεση και με αρκετά προβλήματα εξαιτίας του υπερπληθωρισμού. Η κυβέρνηση ήταν αδύναμη κι ο πρόεδρος ντε λα Ρούα σε δύσκολη θέση εξαιτίας σκανδάλων. Αρκετά χρόνια πριν τα γατάκια οι Έλληνες ακολουθήσουν, η κυβέρνηση επέβαλε capital controls με τους λογαριασμούς να παγώνουν, να επιτρέπει η ανάληψη μόνο μικρό ποσού και μόνο από λογαριασμούς σε πέσος και όχι δολάρια. Η Αργεντινή ήταν ένα καζάνι έτοιμο να εκραγεί.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Φωτογραφίες από την μεγαλειώδη πορεία των οπαδών της Ράσινγκ στο Μπομπονέρα και από την κατάληψη του γηπέδου της Ουρακάν

Μέσα σε όλα αυτά, ο κόσμος της Ράσινγκ στήθηκε από το βράδυ της προηγούμενης της κυκλοφορίας των εισιτηρίων σε ατελείωτες ουρές. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν για τα 11.000 εισιτήρια που είχε αρχικά πάρει η Ράσινγκ. Ο κόσμος ξεκινούσε έξω από τα εκδοτήρια και έφτανε 15 τετράγωνα μακριά. Την ίδια στιγμή επεισόδια γίνονταν σε διάφορα μέρη του Μπουένος Άιρες και γρήγορα μετατράπηκαν σε γενικό ξεσηκωμό με τον κόσμο να χτυπάει τις κατσαρόλες στο δρόμο μη αντέχοντας άλλο την οικονομική κατάσταση. «Έχει περισσότερο κόσμο στην ουρά για ένα εισιτήριο της Ράσινγκ, παρά στις τράπεζες» είχε γράψει η εφημερίδα Ολέ. Άνθρωποι που πρωτοστατούσαν στις εξεγέρσεις, το βράδυ κοιμήθηκαν στην ουρά για τα εισιτήρια και το πρωί άφησαν κάποιον φίλο στη θέση τους για να πάνε στις διαδηλώσεις. Με τις αναλήψεις να είναι στα 250 πέσος την εβδομάδα, σε μερικές οικογένειες όλα τα χρήματα πήγαν σε εισιτήρια. «Μετά θα δούμε τι θα κάνουμε για το φαγητό της εβδομάδας» είχε δηλώσει κάποιος.

Τα γεγονότα του 2001 κι οι καβαλάρηδες της Αποκάλυψης

Με την κρίση να μεγαλώνει συνεχώς, ο πρόεδρος ντε λα Ρούα παραιτήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου, αποχωρώντας με ελικόπτερο από το προεδρικό μέγαρο. Η Αργεντινή άλλαξε πέντε προέδρους τις επόμενες δώδεκα ημέρες, ενώ 38 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ο σύνδεσμος των ποδοσφαιριστών της χώρας ανακοίνωσε ότι υπό αυτές τις συνθήκες οι αγώνες της 23ης Δεκεμβρίου δεν μπορούσαν να γίνουν και η τελευταία αγωνιστική πήγαινε για Φεβρουάριο. Στη Ράσινγκ δεν κρατιόντουσαν όμως και με τη χώρα υπό διάλυση και εκτός ελέγχου προκάλεσαν συμβούλιο παρουσία μάλιστα του προσωρινού προέδρου της Αργεντινής Ραμόν Πουέρτα (λες και δεν είχε σοβαρότερα θέματα). Οι οπαδοί της Ράσινγκ μαζεύτηκαν έξω από τα γραφεία του συνδέσμου ποδοσφαιριστών με ημιάγριες διαθέσεις και τελικά η «Ακαδημία» τα κατάφερε και το δικό της ματς, όπως και της Ρίβερ ορίστηκαν για τις 27 Δεκεμβρίου 2001 στις 5 το απόγευμα.

Την ώρα που ο κόσμος λεηλατούσε καταστήματα, οι 30.000 πιο τυχεροί οπαδοί της Ράσινγκ που κατάφεραν να βρουν εισιτήρια γέμιζαν το μεγαλύτερο μέρος του Χοσέ Αμαλφιτάνι της Βέλεζ Σάρσφιλντ (που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και πήρε σημαντική ανάσα) και 40.000 πιο άτυχοι το δικό τους Ελ Σιλίντρο, μπροστά σε γιγαντοοθόνες.  Στο Μονουμεντάλ η εξαιρετική Ρίβερ εκείνης της περιόδου (μάλλον καλύτερη της Ράσινγκ) διέλυε με 6-1 τη Ροσάριο Σεντράλ. Η Ράσινγκ όπως και στα περισσότερα ματς της κατέθετε ψυχή για να τα πάρει με το στανιό. Με παίκτες όπως ο «δικός μας» Αντριάν Μπαστία (ο άλλος «δικός μας» Κάρλος Αράνο στον πάγκο), ο νεαρός τότε Ντιέγκο Μιλίτο, ο Γκουστάβο Μπάρος Σκελότο και ο Μάξι Εστέβες έδειξε από την αρχή τη διάθεση να κερδίσει το παιχνίδι.

Οι τυχεροί που είδαν από κοντά την ομάδα τους

Η Βέλεζ όμως δεν έπαιζε ως αδιάφορη και άγγιξε το γκολ σε κάποιες περιπτώσεις. Ήταν τέτοιο το κλίμα και το πάθος, που στα αποδυτήρια, στο ημίχρονο με το σκορ στο 0-0, οι παίκτες των γηπεδούχων παραλίγο να έρθουν στα χέρια μεταξύ τους, όταν κάποιοι κατηγόρησαν άλλους ότι δεν έπαιζαν στο 100%. Στο 53′ η Ράσινγκ κέρδισε φάουλ, η σέντρα βγήκε και ο Γκαμπριέλ Λοεσμπόρ με κεφαλιά έστειλε την μπάλα στα δίχτυα. Ο παίκτης φαίνεται εκτεθειμένος, τα βλέμματα πέφτουν στον επόπτη Μπαριέντος. Εκείνος ζει τα πιο έντονα δευτερόλεπτα της ζωής του, φεύγει για τη σέντρα, το γκολ (κακώς) μετράει. Δύο γήπεδα πανηγυρίζουν. Μικρή λεπτομέρεια, ο Μπαριέντος είναι οπαδός της Ράσινγκ και παρ’ ότι υποστηρίζει ότι δεν έκανε εσκεμμένα το λάθος, λέει ότι δεν ήταν τυχαίο που τον έβαλαν σε αυτό το ματς, γνωρίζοντας τα συναισθήματά του. «Με όλα όσα γίνονταν στη χώρα, δεν θα έκανα εγώ τον ήρωα. Όλοι ήθελαν τη Ράσινγκ πρωταθλήτρια, ακόμα κι όσοι δεν ήταν Ράσινγκ. Στη FIFA μας λένε ότι η αμφιβολία είναι υπέρ του επιθετικού. Εγώ είχα αμφιβολία για τη φάση» δηλώνει μετά από χρόνια.

Ο κόσμος της Ράσινγκ που δεν βρήκε εισιτήριο και πήγε στο Ελ Σιλίντρο

Στο 67′ κάνει ντεμπούτο για τους γηπεδούχους ο νεαρός Μαριάνο Τσιρούμπολο, φοράει το σημαδιακό νούμερο 35 στην πλάτη (σαν τα χρόνια της Ράσινγκ χωρίς κούπα) και δέκα λεπτά αργότερα σκοράρει το πρώτο γκολ στην καριέρα του γράφοντας το 1-1. Όλα μοιάζουν σαν ένα κακόγουστο αστείο, το άγχος κυριεύει τους πάντες. Μένει ένα δεκάλεπτο αγωνίας με τον κόσμο έτοιμο να μπουκάρει. Δίπλα στο δοκάρι του τερματοφύλακα Καμπανιουόλο περιφέρονται αστυνομικοί με σκυλιά. Παρά τον παίκτη λιγότερο, οι αδιάφοροι γηπεδούχοι πιέζουν, γεμίζουν την περιοχή, μέχρι κι ο τερματοφύλακάς τους προωθείται. Η πυροσβεστική καταβρέχει τους οπαδούς της Ράσινγκ (κατακαλόκαιρο γαρ) που ήδη έχουν ανοίξει τρύπες στο συρματόπλεγμα και τελικά χωρίς ίχνος καθυστερήσεων ο διαιτητής σφυρίζει την λήξη. Τα πανηγύρια ξεκινούν και στα δύο γήπεδα, οι παίκτες αποθεώνονται και μένουν μόνο με τα εσώρουχα. Ένα ντελίριο εν μέσω κοινωνικών αναταραχών, ο κόσμος της Ράσινγκ ζει ένα όνειρο σαν να βρίσκεται σε άλλη χώρα.

Ο «Μουστάρδας» Μέρλο που έσπασε την κατάρα της Ράσινγκ

«Μπορούσαμε να παίξουμε ποδόσφαιρο σε αυτή τη χώρα;» αναρωτιέται ο δημοσιογράφος και οπαδός της Ράσινγκ Αλεχάντρο Γουόλ που έγραψε βιβλίο για εκείνο το πρωτάθλημα. «Πώς μπορείς όμως να σταματήσεις ένα πάθος, ποιο κουμπί να πατήσεις; Ποια στιγμή ένας οπαδός σταματάει να είναι οπαδός;» Ο Αλεχάντρο στις 20 Δεκεμβρίου ήταν στις διαδηλώσεις μαζί με χιλιάδες άλλους. Επτά μέρες αργότερα πατούσε το χορτάρι του Χοσέ Αμαλφιτάνι μετά το τέλος του ματς, πανηγυρίζοντας με μια σημαία της Ράσινγκ Κλουμπ. Το πάθος δεν αλλάζει όπως είδαμε στο οσκαρικό, γεμάτο Ράσινγκ, «Το μυστικό στα μάτια της», αυτό το ξέρουν καλά όσοι έκαναν 35 χρόνια για να δουν αυτή την κούπα.

22 χρόνια αναμονής

  [3 Σχόλια]

1480279866916

Το ανέκδοτο στο Σάο Πάουλο ρωτούσε «τι δεν έχει δει ένα παιδί που γεννήθηκε μετά το 1994». Η απάντηση ήταν την Παλμέιρας πρωταθλήτρια. Την τελευταία φορά που είχε συμβεί κάτι τέτοιο, οι πράσινοι είχαν αριστερό μπακ τον Ρομπέρτο Κάρλος, στα χαφ τον Σέζαρ Σαμπάιο και τον Μαζίνιο και πιο μπροστά τον Ριβάλντο με τον Εντμούντο. Ο Ζε Ρομπέρτο ήταν ανάμεσα σε αυτούς που πρόλαβε αυτή την ομάδα, ποδοσφαιριστής που ξεκινούσε τότε μια καριέρα στην Πορτουγκέζα. Είναι σίγουρο ότι δεν θα φανταζόταν τότε στα 20 του, ότι το 2016 θα σήκωνε ο ίδιος το πρωτάθλημα, κάνοντας τάκλιν αυτοθυσίας. Με 27 συμμετοχές (τις 25 βασικός), ο Ζε Ρομπέρτο στα 42 του γιόρτασε το έκτο πρωτάθλημά του, αλλά το πρώτο στη Βραζιλία μετά από αυτά σε Γερμανία και Ισπανία. Ίσως και το πιο σημαντικό και κατά πάσα πιθανότητα το τελευταίο του.

1994Η πρωταθλήτρια Βραζιλίας Παλμέιρας του 1994

Μαζί του γιόρτασαν και όλοι οι φίλοι της Παλμέιρας. 22 χρόνια μετά, με ρεκόρ εισιτηρίων. 40.986 άνθρωποι βρέθηκαν στο Αλιάνζ Πάρκε, σπάζοντας το ρεκόρ που κρατούσε από το 1976 για το Παουλίστα. Μέσα στα 22 χρόνια ανομβρίας για μια από τις επιτυχημένες ομάδες της χώρας συνολικά, οι πράσινοι είδαν ένα Λιμπερταδόρες το μακρινό 1999, 2 κύπελλα Βραζιλίας και κάποια λίγα Παουλίστα. Και είδαν και δυο πρωταθλήματα… Β’ εθνικής, αφού έζησαν το πικρό ποτήρι του υποβιβασμού το 2002 και το 2012. Γι’ αυτό και φώναζαν «η ώρα έφτασε» για μεγάλο διάστημα του αγώνα με την Τσαπεκοένσε. Αν ήταν Έλληνες, θα φώναζαν και «δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω». Η αστυνομία είχε φτιάξει μια ολόκληρη ζώνη έξω από το γήπεδο για να μπει κανείς χωρίς εισιτήριο. Πολλοί προσπάθησαν, επεισόδια έγιναν. Το πάθος ήταν τέτοιο που γέμιζαν πριν τους εκτός έδρας αγώνες μέχρι και το αεροδρόμιο.

CyTB_95WgAADzFSΣτα 42 μας εμείς σκεφτόμαστε πόσα χρόνια έχουμε για τη σύνταξη.
Ο Ζε Ρομπέρτο έβαλε σιδεράκια και κατέκτησε πρωτάθλημα.

Το πρωτάθλημα δεν ήρθε γκρανκινιολικά-χιτσκοκικά. Ήταν σχεδόν σίγουρο και απλά περίμεναν και την μαθηματική επιβεβαίωση. Η Παλμέιρας ήταν από την 9η αγωνιστική μόνη πρώτη στη βαθμολογία, σταθερά. Τα πράγματα όμως κάπου μπερδεύτηκαν όταν την 25η η Φλαμένγκο έφτασε στον 1 βαθμό, πριν το μεταξύ τους αγώνα. Σε ένα αρκετό αμφίρροπο ματς, η Φλαμένγκο προηγήθηκε στο 62′ παγώνοντας τους οπαδούς της Παλμέιρας που άρχισαν να βλέπουν εικόνες από το παρελθόν μπροστά από τα μάτια τους να περνούν και το 22 να γίνεται 23. Το άγχος μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα και η λύτρωση ήρθε στο 82′ με το γκολ του Γκαμπριέλ Ζεσούς, ενός από τα πρόσωπα της φετινής Παλμέιρας. Λίγους μήνες πριν φύγει για τη Σίτι, ο 19χρονος πρώτος σκόρερ των πράσινων έδωσε τη χρυσή ισοπαλία και η 1η θέση δεν άλλαξε χέρια.

Από εκεί και πέρα η Παλμέιρας κατάφερε και κρατήθηκε στην κορυφή και απλά περίμενε την επιβεβαίωση. Ο κόσμος της ζούσε γι’ αυτή και τελικά  ήρθε χθες με το γκολ του Φαμπιάνο στο 25′ να γράφει το τελικό 1-0:

Τα πανηγύρια ήταν έξαλλα. Ο Ζε Ρομπέρτο δήλωνε ότι θα συζητήσει με την οικογένειά του αν θα συνεχίσει (το κίνητρο του Λιμπερταδόρες είναι μεγάλο φαίνεται), ο Ζεσούς με δάκρυα στα μάτια άφηνε τη Βραζιλία για να πάει στην αγκαλιά του Γκουαρδιόλα και να ψάξει να βρει θέση εκεί, ο «δικός μας» Εντού Ντρασένα γιόρταζε στα 35 του ένα ακόμα πρωτάθλημα και ο προπονητής Κούκα ως ο άνθρωπος που έσπασε την γκίνια επέκτεινε το συμβόλαιό του που έληγε το Δεκέμβριο. Κι ο κόσμος ξεχύθηκε στην Αβενίδα Παουλίστα, οι παίκτες πάνω σε λεωφορείο χόρευαν ημίγυμνοι για το 9ο πρωτάθλημα του συλλόγου και σίγουρα ένα από τα πιο σημαντικά.

1480295235549

Αναπνέοντας για την ομάδα

  [Καθόλου σχόλια]

Έχουμε μιλήσει πολλές φορές για την αγάπη του φιλάθλου προς την ομάδα. Αυτή που τον οδηγεί να κάνει τρέλες, αυτή που δεν εξηγείται με λόγια, αυτή που δεν μπορεί να καταλάβει κάποιος που δεν αγαπά το ποδόσφαιρο. Αν σέβομαι κάποιο είδος οπαδικής αγάπης περισσότερο απ’ όλα, δεν είναι αυτή του συνδεσμίτη που θα σου πει «εκεί που έχω ταξιδέψει εγώ», είναι αυτή του απλού οπαδού που υποστηρίζει μια ομάδα χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς να περιμένει ότι θα τον γεμίσει με χαρές, καταδικασμένη να ζει χωρίς τίτλους και επιτυχίες.

13151710_10154145283349140_2625582853999909645_n

Ο πιτσιρικάς στη φωτογραφία ονομάζεται Μπαουτίστα Σουάρες και ζει περίπου στα 1300χμ μακριά από το Μπουένος Άιρες, στην επαρχία του Τουκουμάν και συγκεκριμένα στην πόλη του Σαν Μιγκέλ. Εκεί υποστηρίζει την αγαπημένη του ομάδα, την Σαν Μαρτίν του Τουκουμάν, μια ομάδα με ιστορία από το 1909 και μόλις έναν σοβαρό τίτλο, το κύπελλο του 1944. Οι φορές που έχει παίξει στην Α’ εθνική είναι μετρημένες στα δάχτυλα, τελευταία χρονιά το 2008-09 που υποβιβάστηκε αμέσως και από το 2011 μέχρι και τον Ιούνιο που μας πέρασε έπαιζε στη Γ’ εθνική. Από τον περασμένο Μάιο είναι κι η φωτογραφία, όταν ο μικρός Μπαουτίστα παρέα με τη συσκευή υποστήριξης της αναπνοής πήγε να δει την αγαπημένη του ομάδα με συγγενείς και φίλους.

Δεν περνούσε από το μυαλό του να χάσει το ματς, η Σαν Μαρτίν τον είχε ανάγκη, κι αυτός την Σαν Μαρτίν. Κάποιοι μπορεί να πουν για ασυνείδητους γονείς, η χαρά όμως του μικρού που είναι ίνδαλμα στις εξέδρες και η ανάγκη να έχει μια φυσιολογική ζωή είναι μεγαλύτερες. Παρά το σοβαρό πρόβλημα υγείας δεν θέλει να χάνει αγώνα κι ας πρέπει να κουβαλάει αυτό το ρημάδι μαζί του. Και χάρη σε αυτή τη φωτογραφία, αρκετός κόσμος ενδιαφέρθηκε και επικοινώνησε με την οικογένεια του παιδιού, να δει αν χρειάζονται κάποια βοήθεια.

Κι αν νομίζετε ότι ο Μπαουτίστα είναι μόνος του στην τρέλα για τον σύλλογο, κάνετε λάθος. Η Σαν Μαρτίν μπορεί να είναι μικρή σαν μέγεθος ιστορικά, αλλά οι οπαδοί της που με υπερηφάνεια αποκαλούνται «ρακοσυλλέκτες» (μια που η Σαν Μαρτίν είναι ένας σύλλογος των χαμηλών τάξεων και της φτωχολογιάς) δημιουργούν τέτοια ατμόσφαιρα στις χαμηλές κατηγορίες της χώρας που στη δική μας δεν την κάνουν ούτε αυτοί των μεγάλων. Κι όλα αυτά για μια ομάδα που απλά φτάνει στην Α’ εθνική μια φορά ανά δεκαετία. Το παραπάνω εντυπωσιακό βίντεο είναι από την είσοδο της ομάδας και τη γιορτή για τα 107 χρόνια του συλλόγου.

Η ομορφιά του ποδοσφαίρου

  [5 Σχόλια]

Πριν λίγο καιρό έτυχε να βρεθώ σε ένα σημείο της γειτονιάς στην οποία μεγάλωσα, ένα μέρος από το οποίο είχα να περάσω πάρα πολλά χρόνια. Στο σημείο εκείνο βρίσκεται μια μικρή αλάνα που περιτριγυρίζεται από πολυκατοικίες, την οποία πλέον οι κάτοικοι της περιοχής έχουν μετατρέψει σε ένα τεράστιο πάρκινγκ.

Κανονικά η εικόνα μιας αλάνας γεμάτης παρκαρισμένα αυτοκίνητα δεν θα μου έκανε ποτέ εντύπωση αλλά η συγκεκριμένη δεν ήταν μια οποιαδήποτε υπαίθρια έκταση. Κάποτε είχε όνομα. Την αποκαλούσαμε «Μαρακανά». (Ένα όνομα που φυσικά δεν θα κέρδιζε ποτέ κανένα βραβείο πρωτοτυπίας αλλά έτσι κι αλλιώς όταν είσαι 10 χρονών η αντισυμβατικότητα κάποιου τερματίζει στο «εγώ θα φοράω το 6», σε μια εποχή που όλοι ήθελαν να φοράνε το 10.)

Σε αντίθεση με το κανονικό, από το δικό μας «Μαρακανά» δεν περνούσε κανένας. Και δεν μιλάμε για τίποτα τυχαίους αντιπάλους. Στο πρωτάθλημα της περιοχής είχαμε να αντιμετωπίσουμε ομάδες όπως οι «Κανονιέρηδες» και οι «Μπέμπηδες», που από τα ονόματα καταλαβαίνεις πως δεν ήταν τίποτα κοντοί, φλώροι με γυαλάκια και παπούτσια με αυτοκόλλητα (μεταξύ μας, οι περισσότεροι ήταν κοντοί, φλώροι με γυαλάκια και παπούτσια με αυτοκόλλητα).

Όποιος ερχόταν να παίξει στο «Μαρακανά» ήξερε εξ αρχής πως στην καλύτερη περίπτωση θα επιστρέψει στη γειτονιά του με ένα τιμητικό σκορ. Ήταν το ‘οχυρό’ μας και το ξέραμε σπιθαμή προς σπιθαμή: Που ακριβώς βρισκόταν οι λακκούβες, πόση δύναμη χρειαζόταν για να φτάσει η μπάλα από τις δυο μεγάλες πέτρες που παρίσταναν την εστία τη μια εστία στην άλλη, που ήταν οι πέτρες που προεξείχαν και απειλούσαν να σου σπάσουν το πόδι αν δεν ήσουν προσεκτικός και πόσο μεγάλη ήταν η κλίση σε κάθε σημείο του γηπέδου.

Για έναν οποιοδήποτε ενήλικα της εποχής εκείνης ήταν μια κλασική άσχημη αλάνα, γεμάτη σκόνη και πιτσιρίκια που έκαναν εκνευριστική φασαρία την ώρα που αυτός ήθελε να δει την ‘Καλημέρα Ζωή’ ή να ακούσει Κώστα Μπίγαλη. Για εμάς ήταν ένας μικρός παράδεισος, μια εντυπωσιακή έδρα-φόβητρο, το πρώτο βήμα στο δρόμο για την ανάδειξη μας κάποτε σε «καλύτερο παίκτη του κόσμου». Βλέποντας την ξανά φέτος με το μυαλό ενός ενήλικα, έτσι ξενέρωτη και γεμάτη αυτοκίνητα από άκρη σε άκρη (και παλιότερα είχε παρκαρισμένα αμάξια αλλά, ευτυχώς, πολύ λιγότερα), ένιωσα για λίγο ένα γλυκόπικρο μείγμα θλίψης και νοσταλγίας το οποίο διαδέχτηκε μια πολύ βασική εσωτερική απορία: «Πώς στο διάολο βλέπαμε ένα κανονικό ποδοσφαιρικό γήπεδο σ’αυτό το παρατημένο, γεμάτο πέτρες και χαλίκια, οικόπεδο;»

Click on the image to enlarge it

                     (Πατήστε πάνω στη φωτογραφία για μεγέθυνση)

Πριν λίγες μέρες χαζεύοντας στο ίντερνετ πέτυχα αυτή την εκπληκτική εικόνα ενός Βραζιλιάνου φωτογράφου που έχει αφιερώσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής του στις δυο μεγαλύτερες αγάπες του: τη φωτογραφία και το ποδόσφαιρο. Είναι τραβηγμένη στην πολιτεία Αλαγκόας, στα ανατολικά της Βραζιλίας.

Παρατηρώντας όλες τις υπέροχες λεπτομέρειες της με προσοχή (τα έντονα χρώματα, τα βλέμματα τους, την απίστευτη λασπουριά, τα ξυπόλητα πόδια, το χαμόγελο του μικρότερου, τα υποτυπώδη δίχτυα, τα στραβά δοκάρια κτλ.) καταλήγω στο ότι αν χρειαστεί ποτέ στο μέλλον να εξηγήσω σε κάποιον γιατί είναι όμορφο το ποδόσφαιρο δεν θα του δείξω κάποιο βίντεο του Μέσσι, του Ροναλντίνιο ή του Ζιντάν. Θα του δείξω απλά αυτά τα εφτά παιδιά που μέσα στη βροχή και τη λάσπη, σε μια χώρα γεμάτη προβλήματα, αδιαφορούν για όλα τα σκατά της ανθρωπότητας και παίζουν ευτυχισμένα στο δικό τους «Μαρακανά».

Όταν ο Ντιέγκο αγάπησε τον Κλαούντιο

  [Καθόλου σχόλια]

1403927

Ένα από τα χαρακτηριστικά κάθε σωστού ανδρός είναι να τηρεί τις υποσχέσεις του. Το 1996 στο Μπουένος Άιρες ένα από τα πιο θρυλικά ποδοσφαιρικά δίδυμα βρέθηκε ξανά μαζί. Ο Μαραντόνα στα 36 του πλέον, αρκετά πιο βαρύς, πλησίαζε στο τέλος της καριέρας του παίζοντας στην Μπόκα. Ο Κλαούντιο Κανίγια μετά την περιπέτειά του με τα ναρκωτικά και το πέρασμά του από την Μπενφίκα ήθελε κι αυτός να επιστρέψει στην Αργεντινή, αλλά η Μπόκα δεν μπορούσε να καλύψει τα χρήματά του. Την κατάσταση διευκόλυνε ο Εντουάρντο Εουρνεκιάν, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στην Αργεντινή, καθώς κάλυψε μεγάλο ποσοστό των χρημάτων του Κανίγια με αντάλλαγμα οι αγώνες της Μπόκα να παίζουν στο δικό του κανάλι.

Η Μπόκα πάντως αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα. Ο Μαραντόνα βρισκόταν σε διαμάχη με τον Κάρλος Μπιλάρδο (μια από τις κλασικές περιπτώσεις του Ντιέγκο που μάλωνε με κάποιον που αγαπούσε παλιότερα για να αγαπήσει ξανά μετά και να ξαναμαλώσει) από το πέρασμά τους από τη Σεβίλλη. Την ίδια στιγμή ο Μαουρίσιο Μάκρι, πολλά χρόνια πριν γίνει πρόεδρος της Αργεντινής, προσπαθούσε να σουλουπώσει τα οικονομικά της Μπόκα και μείωνε μισθούς. Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα πάντως, η ομάδα τα πήγαινε πολύ καλά και στις 14 Ιουλίου υποδεχόταν τη Ρίβερ με μοναδικό στόχο τη νίκη που θα την κρατούσε γερά στην μάχη του τίτλου. Από την άλλη πλευρά, η Ρίβερ τα είχε σχεδόν παρατήσει στο πρωτάθλημα (τερμάτισε τελικά 14η), καθώς τα έδινε όλα για το Κόπα Λιμπερταδόρες (το οποίο και τελικά κατέκτησε). Ο Ντιεγκίτο λίγες μέρες πριν το ματς δήλωνε: «Αν ο Κλαούντιο σκοράρει με τη Ρίβερ, θα του δώσω ένα φιλάκι στα χείλη».

Το Μπομπονέρα ήταν ασφυκτικά γεμάτο και η ατμόσφαιρα ήταν καταπληκτική. Η Ρίβερ κατέβηκε χωρίς τον Κρέσπο και τον Ορτέγκα, αλλά με τον Φραντσέσκολι. Η κοφτή πάσα του Μαραντόνα στον Κανίγια, η σέντρα του τελευταίου, η κεφαλιά του Μπασουάλδο και το 1-0 της Μπόκα ήταν η αρχή μιας ιστορικής νίκης για τους Μποστέρος. Το γκολ πανηγυρίστηκε έξαλλα, o Ντιέγκο από το… πάθος του ξέχασε ότι είχε μιλήσει για γκολ του Κανίγια και όχι ασίστ, αλλά ήταν τόσο όμορφο το γκολ που ο έρως δεν μπορούσε να περιμένει και οι δυο παίκτες αντάλλαξαν ένα ιστορικό, παθιασμένο φιλί (ή έστω έτσι φάνηκε στην φωτογραφία γιατί στο βίντεο δεν φαίνεται τόσο τραγικό).

Στο δεύτερο ημίχρονο ο Κανίγια έκανε μια γκαμπέτα, περνώντας όποιον βρήκε μπροστά του και έγραψε το 2-0. Νέες αγκαλιές και φιλιά (αυτή τη φορά στο μάγουλο), μαζί τους κι ο πιτσιρικάς Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν. Μέχρι το τέλος του αγώνα ο Κανίγια είχε ολοκληρώσει ένα χατ τρικ. Πρώτα αφού εκμεταλλεύτηκε ένα μπέρδεμα στην άμυνα της Ρίβερ και πιο μετά παίρνοντας το ριμπάουντ από το χαμένο πέναλτι του Μαραντόνα. Το τελικό 4-1 ήταν η σφραγίδα όχι μόνο στη σχέση Ντιέγκο-Κλαούντιο (αυτό είχε ξεκινήσει από το Μουντιάλ του 1990), αλλά στη σχέση αγάπης του κόσμου της Μπόκα με τον Κανίγια. Ο Κανίγια έμεινε άλλες δυο σεζόν εκεί και πλέον οι περισσότεροι δεν θυμούνται ότι ξεκίνησε την καριέρα του από τη Ρίβερ. Η συνέχεια βέβαια δεν ήταν η καλύτερη για την Μπόκα καθώς έκανε δυο συνεχόμενες ήττες και μια ισοπαλία, μένοντας τελικά μόλις 5η στο πρωτάθλημα και εφτά βαθμούς πίσω από την Βέλεζ του Κάρλος Μπιάνκι.

caniggia_nannisΤο ζεύγος Κανίγια. Εδώ στο εξώφυλλο του πρώτου τους άλμπουμ.

Ο ασπασμός πάντως έμεινε για πάντα στην ιστορία και προκάλεσε την έκρηξη της γυναίκας του Κανίγια Μαριάννα Νάνις που δήλωσε ότι αηδίασε με το φιλί. Η σχέση του Ντιέγκο ήταν πάντα άσχημη μαζί της (από τις μέρες του 1990 ακόμα), καθώς η Μαριάννα τον θεωρούσε κακή επιρροή για τον άντρα της. «Μερικές φορές νομίζω ότι ο Μαραντόνα είναι ερωτευμένος με τον άντρα μου. Πρέπει να είναι επειδή έχει μακριά μαλλιά και μύες» είχε δηλώσει αργότερα η Μαριάννα και ο Μαραντόνα έφτασε μέχρι και στο σημείο να την απειλήσει με μήνυση. Μη νομίζετε ότι όλα είναι ξεχασμένα βέβαια. Μόλις το 2012 την είχε κριτικάρει πολύ για το πόσο κακή μητέρα είναι («τουλάχιστον τα δικά μου παιδιά ξέρουν σε ποια ήπειρο είναι η Αργεντινή»), ενώ είχε πει παλιότερα «ο Κανίγια είναι φίλος μου, αλλά πρέπει να μάθει να κουμαντάρει την γυναίκα του». Εμείς πάντως συμπάσχουμε με τον Κλαούντιο, δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να μην χωνεύει ο κολλητός σου, τη γυναίκα σου…

Γαλλία-Πορτογαλία: Αν συνεχιζόταν

  [2 Σχόλια]

123′ – Ο Μούσα Σισοκό κάνει μια κούρσα από τα δεξιά, περνάει τρεις αντιπάλους αλλά κανένας δεν έχει κατέβει στην περιοχή. Αναγκάζεται να τους ξεπεράσει επιστρέφοντας πίσω από τη σέντρα για να μοιράσει στον Πογκμπά. «Καλά ρε, κουραστήκατε κιόλας;» ρωτάει χωρίς να μπορεί να το πιστέψει.

123′ – Ο Κριστιάνο Ρονάλντο στέλνει μήνυμα στον Μέσσι: «Είσαι σπίτι; Βάλε ΕΡΤ, έχει ωραίο ντοκιμαντέρ. Το προλογίζει ο Μπακόπουλος».

124′ – Οι γαλλικές αρχές επιτέλους βρίσκουν λύση στο πρόβλημα με τις πεταλούδες στον αγωνιστικό χώρο, αμολάνε στο γήπεδο δεκάδες βατράχια και αυτά τις τρώνε. Οι γαλλικές αρχές συνεδριάζουν για να λύσουν το πρόβλημα με τα βατράχια στον αγωνιστικό χώρο.

125′ – Ο Εβρά κάνει μια γιόμα, ο Πέπε κερδίζει την κεφαλιά.

126′ – Στις εξέδρες δίπλα στον Γκιρτζίκη, ο Μίκαελ Σκίμπε μιλάει με κάποιον στο τηλέφωνο. «Θέμα χρόνου να με διώξουν Ρομάν μου. Θα χάσεις ευκαιρία με αυτόν τον Κόντε στο λέω, πάντα μου άρεσε το Λονδίνο τέτοια εποχή…» Ο Γκιρτζίκης δεν φαίνεται να ακούει, κρατάει ένα μικρό καθρεφτάκι και κάνει πρόβες στα φιλιά.

127′ – Ο Κριστιάνο Ρονάλντο στέλνει μήνυμα στον Μέσσι: «Ο αρχηγός της εθνικής που κερδίζει τρόπαιο, ανεβαίνει πρώτος ή τελευταίος για την κούπα; Κάτσε να στείλω και στον Κλαούντιο Μπράβο».

Όμορφες στιγμές, περήφανα τα εγγόνια του Καρβάλιο για τον παππού τους

128′ – Ο Φερνάντο Σάντος περνάει μέσα και τον Μπρούνο Άλβες μαζί με τον Ρικάρντο Καρβάλιο. Ο Πέπε φωνάζει «μην τις κουράζεις τις γερουσίες ρε κόουτς και μόνος μου να μείνω, δεν θα φάμε γκολ». Ο Ρουί Πατρίσιο συμφωνεί, ενώ πιάνει ακόμα μια κεφαλιά στο γάμα, με κλειστά τα μάτια.

«‘Αβε»

130′  – Ο Κουαρέσμα κοιτάζει τον διαιτητή και τον ρωτάει: «Μάστορα έχει πολλή ώρα ακόμα; Με φώναξαν άρον άρον από τα γυρίσματα του Αστερίξ και Οβελίξ εναντίον Καίσαρα και πρέπει να επιστρέψω».

131′ – Οι γαλλικές αρχές επιτέλους βρίσκουν λύση στο πρόβλημα με τα βατράχια, αμολάνε στο γήπεδο λυσσασμένα ρακούν και αυτά τα τρώνε. Ένα από αυτά δαγκώνει τον Πέπε, δηλητηριάζεται και ψοφάει. Φιλοζωικές οργανώσεις μαζεύονται έξω από το γήπεδο για να διαμαρτυρηθούν για την κακοποίηση του ποδοσφαίρου και των ζώων.

132′ – Ο Κομάν κάνει μια γιόμα, ο Πέπε κερδίζει την κεφαλιά. «Μπορώ να το κάνω όλη τη νύχτα» του φωνάζει και κλείνει το μάτι.

133′ – Ο Κριστιάνο Ρονάλντο στέλνει μήνυμα στον Μέσσι: «Σκέφτομαι να αποσυρθώ από την εθνική, τι λες κι εσύ;»

135′ – Ο Ανιέλι παίρνει τηλέφωνο τον Μουρίνιο για να βεβαιωθεί ότι ισχύει ακόμα η πρόταση των 120 εκατομμυρίων για τον Πογκμπά.

CnCEkQdUEAABBLJ
«Καθίστε παιδιά μου να σας πω για τον τελικό του 2016, σαν σήμερα τα θυμάμαι»

136′ – Στις εξέδρες, ο Λουίς Φίγκο ανοίγει τα μάτια, βλέπει το σκορ, καταλαβαίνει ότι ονειρεύεται ακόμα και συνεχίζει να κοιμάται.

137′ – Ο Ιβάν Σαββίδης ρωτάει για Σάντος. Τον ενημερώνουν ότι είχε προτιμήσει τον Άγγελο. Ο Ιβάν Σαββίδης ρωτάει για Άγγελο. Τον ενημερώνουν ότι πήγε στον Κούγια. Ο Ιβάν Σαββίδης ρωτάει για Κούγια.

Portugal v France - EURO 2016 - Final«Ναι, με δύο σίγμα το Μέσσι, πρόσεχε κοπελιά μην το στείλεις λάθος»

138′ – Ο Κριστιάνο Ρονάλντο στέλνει μήνυμα στον Μέσσι: «Και δεν μου λες ρε, αν πάμε στα πέναλτι, πού λες ότι είναι καλά να βαρέσουμε το πρώτο;»

139′ – Ο Ζιρού που βγήκε αλλαγή στο 78′ καταφέρνει να φτάσει στα αποδυτήρια για να αλλάξει.

160710165248-18-euro-finals-france-portugal-0710-super-169«Το είχα καταλάβει από την στιγμή που μου έκανε αφιέρωμα το Σομπρέρο»

140′ – Ο Γκριεζμάν επικοινωνεί με την πρεσβεία της Πορτογαλίας και ρωτάει αν προλαβαίνει να αλλάξει εθνική μέχρι την λήξη.

141′ – Ο Ντεσάμπ ετοιμάζεται να πάρει τηλέφωνο τον Καρίμ Μπενζεμά, αλλά ο διαιτητής σφυρίζει το τέλος του αγώνα. Ο Πογκμπά ρωτάει αν αρχίζει αμέσως η δεύτερη παράταση για να δείξει επιτέλους το ταλέντο του. Ο Πέπε ρίχνει αγκωνιά σε ένα ρακούν γιατί του φάνηκε να τον ειρωνεύεται. Ο Σάντος βρίσκει 35 SMS στο κινητό του από ανθρώπους που τον έλεγαν καρπουζά.

Ο Χαριστέας κλείνει την τηλεόραση χαμογελαστός, χαϊδεύει το μετάλλιο του και πέφτει για ύπνο…

Η αγκαλιά της ψυχής (νο2)

  [4 Σχόλια]

549484187b43f

Κάθε μεγάλος θρίαμβος έχει τις στιγμές και τις εικόνες που τον περιγράφουν καλύτερα. Μέσα και έξω από το γήπεδο. Ειδικά σε μέρη όπου το ποδόσφαιρο είναι κάτι πολύ παραπάνω από μία διασκέδαση. Τον Δεκέμβριο του 2014 το πανέμορφο Ελ Σιλίντρο ήταν γεμάτο με κόσμο παθιασμένο, κόσμο με τεράστια αγωνία και προσμονή. Η Ράσινγκ Κλουμπ ήθελε νίκη για να πάρει την πρώτη της κούπα μετά από 13 χρόνια. Για όσους το ξέχασαν ή δεν το είχαν δει, μπορούν να διαβάσουν το τότε κείμενό μας. Για όσους βαριούνται, η Ράσινγκ κέρδισε 1-0 με γκολ του Ρίκι Σεντουριόν και το μπλε κομμάτι της πόλης Αβεγιανέδα πανηγύρισε έξαλλα. Μέσα σε όλες τις φωτογραφίες ξεχώρισε η παραπάνω. Το κλάμα ενός παππού, αγκαλιά με το εγγονάκι του.

Τη φωτογραφία τράβηξε η Κλάρα Μέντες, δικηγόρος και οπαδός της Ράσινγκ που εκείνο το βράδυ βρισκόταν στο γήπεδο με τη 2η της ιδιότητα. «Έχω διαρκείας στη συγκεκριμένη θέση, πάντα βρίσκομαι εκεί. Το κάνω για να νιώθω ότι έρχομαι πιο κοντά στον πατέρα μου που έχει πεθάνει. Ήταν η πρώτη φορά που είδα ένα συναίσθημα τόσο φυσικό, έπρεπε να βρίσκεσαι εκεί για να το νιώσεις. Αγκάλιασε ο παππούς τον εγγονό και εγώ τους έβγαλα μια φωτογραφία». Η Κλάρα ανέβασε τη φωτογραφία στο Ίνσταγκραμ, κάποιος φίλος της την έβαλε στο τουίτερ και έγινε διάσημη σε όλη την Αργεντινή. Ο μπαμπάς τού μικρού επικοινώνησε με την κοπέλα και έτσι η φωτογράφος συνάντησε ξανά τον παππού Χουάν και τον εγγονό Οκτάβιο, για να τα πουν πιο ήρεμα από κοντά, σε μια συζήτηση που λογικά θα είχε να κάνει με τη Ράσινγκ στο συντριπτικό της ποσοστό.

B67Jt91IcAE-chS

Τον Χουάν τον εντόπισαν γρήγορα τα ΜΜΕ της χώρας. «Έχω πέντε γιους και μόνο οι δύο είναι Ράσινγκ» είπε με παράπονο που κάθε φυσιολογικός οπαδός καταλαβαίνει (το βλέπω σε φίλους που τα παιδιά τους πάνε να αλλαξοπιστήσουν). «Έχω μόνο έναν εγγονό, τον Οκτάβιο. Πριν τρία χρόνια έκανα επέμβαση στο ισχίο και περπατάω με μπαστούνι, αλλά είχα υποσχεθεί στον Οκτάβιο ότι θα τον πήγαινα στο γήπεδο να μας δει πρωταθλητές». Μια υπόσχεση του παππού στο εγγόνι για ποδόσφαιρο, πρέπει να τηρείται, ανεξάρτητα από το μέγεθος της θυσίας. Αυτό το πιστεύουν κι οι παίκτες της ομάδας που δεν θα μπορούσαν να αδιαφορήσουν , ειδικά ο Μιλίτο που είναι και σημαία της. Επικοινώνησε με τον Χουάν και συναντήθηκαν.

Πολλοί έκαναν σύγκριση αυτής της ιστορίας, με μια άλλη ιστορική ποδοσφαιρική φωτογραφία. Την αγκαλιά της ψυχής. Τα δάκρυα χαράς, τα συναισθήματα που το ποδόσφαιρο μπορεί να δώσει, η συμμετοχή στη χαρά μαζί με τα αγαπημένα σου άτομα. Κι αν κάποιος δεν μπορεί να καταλάβει την σημασία του τίτλου, ο Χουάν μέσα σε λίγα λόγια περιέγραψε τα συναισθήματά του για τη δική του αγκαλιά ψυχής:

Έζησα στα χρόνια της μεγάλης Ιντεπεντιέντε.
Της μισητής Ιντεπεντιέντε.
Είδα τους Κόκκινους να κερδίζουν το Κόπα Λιμπερταδόρες εφτά φορές στη ζωή μου, ενώ εμείς κερδίσαμε την Απερτούρα του 2001 και κανένα άλλο τρόπαιο από το 1967.
Αυτή η αγκαλιά με τον εγγονό μου ήταν σαν μια «τελετή παράδοσης», ελπίζοντας ότι αυτός θα έχει περισσότερη τύχη από μένα γιατί το να υποστηρίζεις την Ράσινγκ δεν είναι εύκολο. Αυτό ήταν ό,τι μπορούσα να του δώσω. Το να είσαι Ράσινγκ, σε τρώει από μέσα, αλλά δεν θα το άλλαζα για κανένα άλλο πράγμα στον κόσμο.

Η τρέλα πάει Euro

  [4 Σχόλια]

n.ireland

Πριν περίπου δύο χρόνια βλέπαμε την ιστορία μιας ομάδας γραφικών φιλάθλων από την Αργεντινή που ήθελαν να πάνε στο Μουντιάλ της Βραζιλίας. Με τα πενιχρά τους οικονομικά αγόρασαν ένα σαράβαλο αυτοκινούμενο τροχόσπιτο και έβαλαν όλο το μεράκι τους για να το κάνουν σπίτι τους. Φέτος, σε μια άλλη περιοχή του πλανήτη μας που η τρέλα τσακίζει, έχουμε κάτι παρόμοιο. Η Β. Ιρλανδία φτάνει σε τελικά μεγάλης διοργάνωσης μετά από 30 χρόνια, είναι δυνατόν να μην θέλεις να πας μαζί της στο Euro;

caravan

Ο Λι Μπρουκς και οι πέντε φίλοι του στο Μπέλφαστ αγόρασαν ένα τροχόσπιτο (και από caravan το ονόμασαν carafan), το έδεσαν στο αυτοκίνητό τους και ξεκίνησαν για τη Γαλλία. Το τροχόσπιτο έγινε πράσινο, τα συνθήματα γέμισαν τους «τοίχους» του και ο Λι (μάγειρας στη δουλειά) έβγαλε και την κουζίνα από μέσα. «Είμαι σε διακοπές, δεν θέλω να μαγειρεύω. Άλλωστε πρέπει να οδηγώ» δηλώνει στην κάμερα του ΒΒC, μια που ο αδερφός του χτύπησε το χέρι του (πού αλλού, σε ποδοσφαιρικό αγώνα οπαδών της Β. Ιρλανδίας) και δεν θα μπορέσει να οδηγήσει.

13383565_1813033955592308_96324409_o

Για κακή τους τύχη, η Β. Ιρλανδία παίζει όσο πιο νότια γίνεται στη Γαλλία. Η απόσταση ως τη Νίκαια είναι περίπου 2200 χιλιόμετρα και ο Λι δεν ανησυχεί για το πώς θα τους υποδεχτούν. Πιστεύει οι Γάλλοι θα παραξενευτούν, αλλά το carafan θα είναι κάτι διαφορετικό και θα τους αρέσει. Οι ετοιμασίες πήραν στο παρεάκι δυο εβδομάδες, με βαψίματα, τριψίματα και ό,τι άλλη δουλειά χρειαζόταν. Το παράδειγμά τους έχουν ακολουθήσει κι άλλες παρέες που μετατρέπουν οχήματα σε σπίτια για τις επόμενες μέρες, όπως η παρέα του Γκάμπριελ και του Πολ, που έβαλε πλαστικό χορτάρι στο πάτωμα του μίνι-βαν, τραπέζι για πόκερ και φυσικά πήρε όλα τα απαραίτητα σύνεργα (μπύρες και βιβλία).

alanandmichael

Κάποιοι άλλοι είναι πιο «τουριστικοί» τύποι. Ο Άλαν Μακλούρ το 1982 στο Μουντιάλ της Ισπανίας έκανε ζωάρα. Πήρε τη γυναίκα του, έστησαν μια σκηνή και είδαν όλα τα ματς του ομίλου της Β. Ιρλανδίας που έγιναν σε Βαλένθια και Θαραγόθα. «Οι αγώνες ήταν στις 9 το βράδυ και ήταν ιδανικό. Είχες όλη την μέρα να πας για μπάνιο και το βράδυ να δεις το ποδόσφαιρο». 34 χρόνια μετά, η γυναίκα του Άννα δεν μπορεί να ταξιδέψει μαζί του, αλλά αυτός θα έχει τον γιο του Μάικλ (αυτός με την περούκα). Εννοείται θα μείνουν και πάλι σε σκηνή.

Το εντυπωσιακό είναι ότι πολλοί φίλοι τους, γνωστοί τους, γείτονές τους δεν θα υποστηρίζουν την εθνική της Βόρειας Ιρλανδίας. Για αρκετό κόσμο, η εθνική σημαίνει προτεσταντισμός και Αγγλία, είναι η ομάδα των «ενωτικών» και γι’ αυτό δεν την υποστηρίζουν (σε αρκετά αθλήματα άλλωστε, υπάρχει μία εθνική ομάδα για την Ιρλανδία) και θα υποστηρίξουν την (σκέτη) Ιρλανδία (του Βορειο-ιρλανδού Μάρτιν Ο’ Νιλ). Tα πράγματα είναι κάπως καλύτερα από παλιότερα, σε μεγάλο βαθμό το μίσος έχει μειωθεί (με τους φανατικούς να υπάρχουν όμως πάντα, όπως σε μια παμπ στο Μπέλφαστ που δέχτηκε απειλές για να κατεβάσει τη σημαία της Β. Ιρλανδίας), φίλοι της Β. Ιρλανδίας κυκλοφορούν με φανέλες τους σε περιοχές που παλιότερα κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο. Και στο αεροδρόμιο του Μπέλφαστ πολλοί οπαδοί και των δύο ομάδων φωτογραφήθηκαν μαζί, ενώ γενικά υπάρχουν προσπάθειες να περάσει η διπλή συμμετοχή των «δύο Ιρλανδιών» στο Euro ως μια γιορτή για το νησί και ο κόσμος να υποστηρίξει και τις δύο. Το δεύτερο είναι αρκετά δύσκολο.

buseuro

Μια τέτοια ομάδα μουρλών Βορειο-Ιρλανδών (που ταξιδεύει για να υποστηρίξει το Έιρε, όπως το μάθαμε από τις μεταδόσεις της ΕΡΤ στα παιδικά μας χρόνια) χρειάστηκε δυο μήνες για να ετοιμάσει το δικό της όχημα. Ο Πίτερ και οι φίλοι του αγόρασαν ένα διώροφο πούλμαν και έπρεπε να του βάλουν κρεβάτια, τραπέζια και φυσικά ένα… μπάρμπεκιου. Αν βρίσκεστε κάπου στη Γαλλία τις επόμενες μέρες και πετύχετε ένα πράσινο όχημα με τις φάτσες των Ρόι Κιν και Μάρτιν Ο’ Νιλ και το σύνθημα «We’re not here to take over, We’re here to take part», τότε τους πετύχατε.

Σε ένα σχετικό άρθρο του Γκάρντιαν, δυο Βορειο-ιρλανδοί που ταξίδεψαν στη Γαλλία για να υποστηρίξουν το Έιρε έχουν διαφορετικές απόψεις. «Δεν  θέλω να περάσει η Β. Ιρλανδία στην επόμενη φάση. Θέλω να γυρίσω από τη Γαλλία και να είμαι εγώ αυτός που θα μπορώ να τους κοροϊδεύω. Είναι ένα ντέρμπι και θέλω να τους κοροϊδεύω που θα φύγουν νωρίτερα» λέει ο ένας. Ο φίλος του από την άλλη, έχει άλλα προβλήματα: «Δεν με πειράζει να προχωρήσουν, δεν με ενοχλεί η Βόρεια Ιρλανδία, αλλά η Αγγλία. Θέλω να αποτύχουν γιατί έτσι και το κερδίσουν θα μας πρήξουν. Ακόμα δεν το έχουν βουλώσει για το 1966, σκεφτείτε τι θα γίνει αν κερδίσουν το Euro«. Εικόνες από το Παρίσι με φιλάθλους της Ιρλανδίας και της Β. Ιρλανδίας να τραγουδάνε μαζί έχουν δημοσιευτεί και τα πράγματα δείχνουν να είναι καλά. Μένει να δούμε ποιοι θα γυρίσουν πίσω πιο χαρούμενοι.