Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Μπάλα στο χαρτί'

Η χαμένη χαρά του παιχνιδιού

  [5 Σχόλια]

Σε ένα πολύ γνωστό ανέκδοτο που αναφέρεται στο βιβλίο του «Περί ηρώων και ταφών», ο Ερνέστο Σαμπάτο παρουσιάζει το «φιλοσοφικό δίπολο» του ποδοσφαίρου. Το μεταφέρω σε ελεύθερη απόδοση. Εκεί, ο κεντρικός χαρακτήρας ο Τζουλιάν ντ’ Αρκάντζελο, διηγείται στον ήρωα της νουβέλας, τον Μάρτιν, ένα περιστατικό στο οποίο πρωταγωνιστούσαν δύο επιθετικοί της Ιντεπεντιέντε στη δεκαετία του ’20, ο Αλμπέρτο Λαλίν, ένας απίστευτος ντριμπλαδόρος, και ο Μανουέλ Σεοανέ, ένα βαρύ σέντερ φορ, που ήξερε να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα, και οι οποίοι θεωρούνταν οι κύριοι εκφραστές των δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον τρόπο που έπρεπε να παίζεται το ποδόσφαιρο. Της αποτελεσματικότητας και του θεάματος της ευχαρίστησης. «Για να σου δείξω ποιες είναι αυτές οι δύο διαφορετικές φιλοσοφίες» λέει ο Ντ’ Αρκάντζελο στον Μαρτίν «θα σου διηγηθώ μια πολύ γνωστή ιστορία. Ένα απόγευμα, στο ημίχρονο που είχε λήξει δίχως γκολ, ο Σεοανέ λέει στον Λαλίν (που είχε ντριμπλάρει μέχρι και τα σημαιάκια του κόρνερ) ‘μόλις μπούμε μέσα κάνε μου μια μακρινή πάσα και θα βάλω γκολ’. Μόλις άρχισε το δεύτερο ημίχρονο ο Λαλίν έκανε μια μακρινή μπαλιά στον Σεοανέ, ο οποίος την πήρε, κατευθύνθηκε προς το τέρμα ντριμπλάροντας και σκόραρε. Αμέσως μετά, γυρίζει με τα χέρια ανοικτά και τρέχοντας προς τον Λαλίν φώναζε ‘το είδες Λαλίν; το είδες; σου το είπα’. Και ο Λαλίν απάντησε ‘ναι, αλλά δεν το φχαριστήθηκα΄.

Το παραπάνω μικρό απόσπασμα βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου «Η τέχνη του πολέμου για το ποδόσφαιρο» και στάθηκε αφορμή για αυτό εδώ το κείμενο. Κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου ποδοσφαίρου είναι η ταχύτητα, η δύναμη και φυσικά τα πολυπρόσωπα -κυρίως αμυντικά- συστήματα που δεν μπορούν να βοηθήσουν να φανούν οι παίκτες-αρτίστες. Ένα ποδόσφαιρο που σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται (δυστυχώς) άθλημα των προπονητών και όχι των παικτών. Αυτή την πραγματικότητα σήμερα, θα την πάω ένα βήμα παραπέρα και θα ρωτήσω «Στο σύγχρονο αυτό ποδόσφαιρο, πόσοι παίκτες κορυφαίου επιπέδου δείχνουν να απολαμβάνουν πραγματικά το άθλημα την ώρα διεξαγωγής μιας αναμέτρησης;»

Ειλικρινά δεν μπορώ να βρω εύκολα απάντηση. Ο τελευταίος κορυφαίος παίκτης που πραγματικά ζούσε το παιχνίδι όπως ένας πιτσιρικάς σε αλάνα και έπαιζε σε κορυφαία ομάδα, κατακτώντας μάλιστα σημαντικούς ατομικούς και ομαδικούς τίτλους, ήταν ο Ροναλντίνιο. Κι αυτός το έκανε μέχρι τα 27-28 του χρόνια. Μετά βαρέθηκε. Ήταν η περίοδος που το ποδόσφαιρο άλλαξε (γύρω στο 2008) -δυστυχώς προς το χειρότερο- και παίκτες αυτής της «πάστας» όπως ο Ροναλντίνιο, ο Κακά, ο Ρικέλμε αλλά και μικρότερου βεληνεκούς, όπως ο -λατρεμένος μου- Παμπλίτο Αϊμάρ ένιωθαν πως αυτό το ‘νέο’ άθλημα δεν έχει χώρο γι’ αυτούς. Το πράγμα είναι πολύ απλό. Μπορείς να τρέχεις για δύο ώρες; Θα παίξεις ακόμα και αν δεν μπορείς να βγάλεις σωστή πάσα στα 10 μέτρα. Δεν μπορείς να τρέχεις σαν μηχανάκι; Δεν θα παίξεις ακόμα και αν έχεις την τεχνική του Γκαρίντσα, του Σόκρατες και του Ζίκο. Για να μην παρεξηγηθώ, ο Ροναλντίνιο συνδύαζε άψογα ταχύτητα και τεχνική.

Συνεχίζω με τον Βραζιλιάνο μάγο και την Μπαρτσελόνα. Εκείνη η ομάδα είχε παίκτες όπως ο Ετο’ο, ο Λάρσον και ο Ντέκο, με προπονητή τον Φρανκ Ράικαρντ. Όποιον και να ρωτήσεις για εκείνη την σπουδαία  ομάδα θα σου πει πως εκείνη η Μπάρτσα, ήταν η ομάδα του Ροναλντίνιο. Μιλάμε για την περίοδο 2004-2007. Πάμε στην επόμενη Μπάρτσα των Ινιέστα, Τσάβι, Άλβες και φυσικά του σπουδαίου Λιονέλ Μέσι. Μιλάμε για την περίοδο 2008-2012. Εκείνη η ομάδα έχει μείνει ως η ομάδα του Πεπ Γκουαρντιόλα και του δικού του ‘τίκι-τάκα’. Αλλά γιατί; Υπήρχε σε αυτή ο κορυφαίος παίκτης της τελευταίας 20ετίας. Ο μικρός Αργεντινός ζογκλερ και -ίσως- μαζεμένοι μερικοί απ’ τους κορυφαίους Ισπανούς στην ιστορία της Λα Λίγκα. Κι όμως. Όποιον Καταλανό και να ρωτήσεις δεν θα σου βάλει κανένα από όλους αυτούς δίπλα στον Ροναλντίνιο για ένα απλό λόγο. Ο Ροναλντίνιο έπαιζε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που παίζει το παιδάκι της αλάνας, με εκείνο το υπέροχο χαμόγελο μονίμως στο πρόσωπό του, και όταν έπαιζε με την -άσημη- Έιμπαρ αλλά και όταν έπαιζε απέναντι στην μισητή (για τους Καταλανούς) Ρεάλ Μαδρίτης στο -πάντα εχθρικό- Σαντιάγκο Μπερναμπέου, και ο περισσότερος κόσμος αυτό θέλει να βλέπει. Ήταν απλό. Ο τρόπος παιχνιδιού του Ροναλντίνιο ήταν πάνω από κάθε τακτική και η αντίληψή του για το παιχνίδι δεν είχε καμία, μα καμία, σχέση με την αντίληψη που έχουν οι δύο κορυφαίοι παίκτες των ημερών μας (ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Λιονέλ Μέσι). Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο -και αν- ευχαριστιούνται την κάθε αναμέτρηση αυτοί οι δύο παίκτες, μα στα δικά μου μάτια κάθε τους -κορυφαία είναι αλήθεια- εμφάνιση, είναι ακόμα μια μέρα στο γραφείο. Μια άκρως επαγγελματική σχέση ρουτίνας. Απλά στη θέση του γραφείου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο και στη θέση ενός βαρετού 8ώρου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό 90λέπτο.

Οι ρυθμοί του σύγχρονου και άκρως επαγγελματικού ποδοσφαίρου ίσως μόνο έτσι μπορούν να δώσουν διάρκεια σε ένα κορυφαίο ποδοσφαιριστή αλλά ειλικρινά δεν ξέρω πόσο είναι όμορφο όλο αυτό για τον θεατή αλλά και για τον ίδιο τον ποδοσφαιριστή. Στα δικά μου μάτια δεν είναι. Έχουμε φτάσει να βλέπουμε τις φαντεζί ενέργειες με το σταγονόμετρο σε κάθε αναμέτρηση και αυτό σίγουρα τρομάζει τον μέσο θεατή που απλά θέλει να βλέπει ποδόσφαιρο. Οι τακτικές είναι ωραίες, όπως και οι άμυνες και οι τίτλοι απλά πρέπει να καταλάβουμε και τι είναι αυτό που βλέπουμε. Προσωπικά θέλω να βλέπω όμορφες ενέργειες και παίκτες-αρτίστες που χαίρονται πραγματικά το παιχνίδι. Θέλω να δω και πάλι τον Ροναλντίνιο, τον Κακά, τον Ρικέλμε, τον Ριβάλντο και τον Ρομάριο. Εκείνους τους παίκτες που έπαιζαν όπως το παιδάκι που έσκαγε μύτη στην αλάνα φορώντας τζιν παντελόνι και κατέβαινε απ’ το ποδήλατο για  να παίξει μαζί μας. Αφού λοιπόν μας είχε τρελάνει στην ντρίμπλα και έφτανε στο τετ α τετ με τον τερματoφύλακα -πολλές φορές- πέταγε την μπάλα, επίτηδες, άουτ  ζαλισμένο. Ζαλισμένο αλλά χαμογελαστό. Με το ίδιο χαμόγελο ανέβαινε στο ποδήλατο και έφευγε για να προλάβει το φροντιστήριο. Ευτυχώς ο Ροναλντίνιο μας θύμισε -έστω και για λίγο- εκείνο το ανέμελο παιδικό χαμόγελο και προσωπικά θα τον ευγνωμονώ πάντα γι’ αυτό.

Το πέναλτι που άργησε είκοσι τέσσερις μέρες

  [Καθόλου σχόλια]

«Αυτό το χτύπημα πέναλτι διήρκεσε μια εβδομάδα, και, εκτός κι αν κάποιος έχει αντίθετη γνώμη, ήταν το μακρύτερο πέναλτι στην ιστορία». Ο άνθρωπος που μας προκαλεί να τον διαψεύσουμε, είναι ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο και γνωρίζει πολύ καλά ότι λέει ανακρίβειες.

Ο Σοριάνο έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παταγονία και έπαιξε πολλή μπάλα πριν γίνει δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος  και εξαιρετικά αγαπητός στην πατρίδα του αλλά και έξω από αυτήν: μετά τον θάνατό του, το 1997, στην Ιταλία ιδρύθηκε ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομά του. Είναι η μεικτή συγγραφέων, στην οποία παίζει, για παράδειγμα, ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Το απραγματοποίητο όνειρο του Σοριάνο ήταν να παίξει σέντερ φορ στην ομάδα που υποστήριζε φανατικά, τη Σαν Λορένσο. Όταν μετά τη δικτατορία κατέφυγε στην Ευρώπη,  δεν παρέλειπε να τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα στους παιδικούς του φίλους  στην Αργεντινή για να μαθαίνει τι είχαν κάνει τα Κοράκια.

Γκραφίτι με τον Οσβάλντο Σοριάνο στο Μποέδο, στη γειτονιά της Σαν Λορένσο

Τον Οκτώβριο του 2003, το Υπουργείο Παιδείας και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής είχαν μια καταπληκτική ιδέα. Να καταπολεμήσουν τη βία στα γήπεδα μοιράζοντας βιβλία λογοτεχνίας στους θεατές. Το σύνθημα της εκστρατείας ήταν «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα» και η κεντρική ιδέα ότι, σε περίπτωση που η διαιτησία ή το θέαμα δεν ήταν ικανοποιητικά, οι θεατές θα ξεχνιούνταν με το διάβασμα αντί να παίζουν ξύλο –είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά ότι η εκστρατεία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Στην πορεία ανέκυψαν κάποια μεθοδολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα, τα βιβλία έπρεπε να είναι ολιγοσέλιδα ώστε να μην έχει νόημα να χρησιμοποιηθούν ως όπλα εναντίον των διαιτητών ή των αντιπάλων σε περίπτωση που το μέτρο δεν ήταν αποτελεσματικό. Εκδόθηκαν λοιπόν βιβλιαράκια με διηγήματα, μεταξύ άλλων του μεγάλου Χόρχε Λουίς Μπόρχες –ο ίδιος απεχθανόταν το ποδόσφαιρο– και πολλών εκλεκτών συναδέλφων του, κάπως πιο φιλάθλων, όπως ο αγαπημένος Εδουάρδο Γκαλεάνο. Θέμα, συνήθως, η μπάλα, για προφανείς λόγους.

Η αρχή έγινε σε ένα ματς της Σαν Λορένσο και, βέβαια, δεν μπορούσε παρά να επιλεγεί ο Σοριάνο και το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου», για πολλούς το καλύτερο διήγημα που έχει γραφτεί ποτέ για το ποδόσφαιρο.

Σύντομη περίληψη του: είμαστε στα 1958. Ο Πολικός Αστέρας είναι η ποδοσφαιρική ομάδα ενός παρηκμασμένου μπιλιαρδάδικου, κάπου στην άκρη του κόσμου, στην Παταγονία. Τίποτε αξιοσημείωτο, ούτε καν οι συνεχείς της αποτυχίες –δεν τερμάτισε ποτέ πάνω από τη μέση της βαθμολογίας. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια ομάδα με παίκτες «αργούς σαν γαϊδούρια και βαριούς σαν ντουλάπες»; Μέχρι που μια σεζόν, ως άλλη Λέστερ, ο Αστέρας αρχίζει να κάνει τη μια νίκη μετά την άλλη. Οι περισσότερες 1-0, αλλά τι σημασία έχει; Όσο περνάει ο καιρός, όλοι, ακόμη κι οι λιγοστοί της φίλοι, έρχονται στο γήπεδο με την ελπίδα να είναι μπροστά όταν συμβεί το αναπόφευκτο, δηλαδή όχι απλώς η ήττα αλλά η κατάρρευση. Οι ήττες έρχονται αλλά το ηθικό είναι ακμαίο, οι παίκτες μάχονται σαν σκυλιά κι η ομάδα αντέχει.

Μέχρι που την τελευταία αγωνιστική οι ήρωες του Πολικού Αστέρα παίζουν για τον τίτλο, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Θέλουν νίκη εκτός έδρας απέναντι στη μόνιμη πρωταθλήτρια, την Ντεπορτίβο Μπελγκράνο, η οποία, παρεμπιπτόντως, τους είχε διαλύσει στον πρώτο γύρο 0-7. Σα να μην έφτανε αυτό, ο όχι ιδιαίτερα αδέκαστος διαιτητής έχει λόγους να θέλει να μη χάσει η Μπελγκράνο. Σχεδόν στη λήξη, κι ενώ ο Αστέρας, προς γενική έκπληξη, προηγείται 2-1 κι αγγίζει τον τίτλο, ο διαιτητής σφυρίζει πέτσινο πέναλτι. Ακολουθούν τρομακτικά επεισόδια –οι φίλαθλοι του Αστέρα εισβάλλουν στο γήπεδο, πέφτουν πυροβολισμοί– και διακοπή. Τα είκοσι δευτερόλεπτα που απομένουν, ουσιαστικά το χτύπημα του κερδισμένου πέναλτι της Ντεπορτίβο, θα παιχτούν κεκλεισμένων των θυρών μια εβδομάδα μετά, γεγονός που αφήνει στον τερματοφύλακα του Αστέρα, τον Ινδιάνο «Γάτο» Ντιάζ, εφτά ολόκληρα εικοσιτετράωρα αμφιβολιών, σκληρής προπόνησης κι εξαιρετικής μεταχείρισης από μέρους των φιλάθλων –αντρών και γυναικών– της ομάδας. Τι θα γίνει;

Ας αφήσουμε όμως τη λογοτεχνία κι ας μιλήσουμε για την άγρια πραγματικότητα των αργεντίνικων γηπέδων. Ξαναγυρνάμε στο 2003, τον Απρίλιο. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της αξιέπαινης πρωτοβουλίας «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα», κάπου στο Μπουένος Άιρες, οι Ντεφενσόρες ντε Καμπασέρες και η Ατλέτικο Ατλάντα παίζουν για την Πριμέρα Β Μετροπολιτάνα. Η Ατλέτικο μάχεται για την σωτηρία της, θέλει νίκη οπωσδήποτε. Απομένουν πέντε λεπτά για το τέλος, το σκορ είναι 0-0, ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος των Ντεφενσόρες, τη συνέχεια τη φανταζόμαστε: οι οπαδοί μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ξύλο, χαμός, διακοπή.

Ο Λούκας Φερέιρο κουράστηκε να περιμένει

Το ματς θα συνεχιστεί κεκλεισμένων των θυρών από κει που διακόπηκε, όχι μια εβδομάδα αλλά είκοσι τέσσερις μέρες μετά. Το ρεκόρ του Σοριάνο καταρρίπτεται –αλλά θα επανέλθουμε.

Άραγε, ο τερματοφύλακας των Ντεφενσόρες, ο Σέζαρ Γκονζάλες, είχε στο μυαλό του τον ήρωα του Σοριάνο, τον «Γάτο», τον θλιβερό τερματοφύλακα του Πολικού Αστέρα που ήθελε οπωσδήποτε να αποκρούσει το πέναλτι ώστε η όμορφη ξανθιά του χωριού να δεχτεί να τον φιλήσει; Έθεσε κι αυτός ερωτήματα, που στις μέρες μας τα εξετάζει η θεωρία των παιγνίων, αλλά είχαν απασχολήσει και παλιότερα τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο; «Τα χτυπάει  πάντα δεξιά. Αλλά ξέρει ότι το ξέρω. Όμως κι εγώ ξέρω ότι το ξέρει ότι το ξέρω». Άραγε, ο πρόεδρος της ομάδας τον συμβούλεψε «Ε, πέσε αριστερά να τελειώνουμε»; Ο διαιτητής του αγώνα, ο Αλεχάντρο Τόια, φοβήθηκε, άραγε, μην πάθει κι αυτός, όπως στο διήγημα του Σοριάνο, επιληπτική κρίση και δε διαπιστώσει αν τελικά το πέναλτι ήταν εύστοχο; Ο Λούκας Φερέιρο της Ατλέτικο προπονήθηκε τόσο επίπονα στην διάρκεια αυτών των εικοσιτεσσάρων ημερών ώστε να μπορεί να χτυπάει πέναλτι ακόμη και κοιμισμένος; Όπως και να΄χει, τα κατάφερε. Ο Γκονσάλες έπεσε σωστά αλλά δεν ήταν αρκετό. Η Ατλέτικο Ατλάντα κέρδισε και έκανε ένα σπουδαίο βήμα για την παραμονή της –τον Ιούνιο την οριστικοποίησε. Κι η όλη ιστορία επανέφερε στο προσκήνιο το εξαιρετικό διήγημα του Σοριάνο.

Ένας συγγραφέας που έφηβος έπαιξε σέντερ φορ στα τοπικά του Ρίο Νέγρο γνωρίζει τόσο καλά το ποδόσφαιρο ώστε να μπορεί να περιγράψει τα πάντα πριν ακόμη συμβούν; Στην πραγματικότητα, ο Σοριάνο, ως συγγραφέας, είχε ένα άλλο προνόμιο, να δείχνει την πραγματικότητα έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.

Το 1953, στο Τσιπολέτι της Παταγονίας, ο δεκάχρονος Οσβάλντο Σοριάνο γνωρίζει μια από τις πρώτες απογοητεύσεις της ζωής του. Η άσημη τοπική ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά στην ιστορία της έναν τίτλο απέναντι στην ισχυρή Ουνιόν Άλλεν Προγκρεσίστα της γειτονικής πόλης. 0-0 λίγα λεπτά πριν τη λήξη, πέναλτι εις βάρος της Άλλεν, εισβολή, διακοπή, το πέναλτι που χτυπιέται δυο εβδομάδες αργότερα. Στην πραγματική ιστορία, η ισχυρή ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα. Και στη λογοτεχνία; Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος, το  διήγημα είναι εδώ, στα αγγλικά. Ο «Γάτος» Ντιάζ, πάντως, παντρεύτηκε τελικά την αδερφή του σκληροτράχηλου δεξιού μπακ του Πολικού Αστέρα.

* Το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου» έχει εμπνεύσει μια μετριότατη κινηματογραφική ταινία. Συστήνουμε καλύτερα μια άλλη, στην οποία βρίσκουμε πολλούς ήρωες του Σοριάνο,«Το ξεχασμένο Μουντιάλ».

Ο Άνθρωπος που Γλίτωσε από τον Πόλεμο και Χάθηκε στο Ποδόσφαιρο

  [2 Σχόλια]

Ένα από τα πράγματα που κάνουμε στο τέλος του χρόνου είναι η ανασκόπηση και ένα άλλο το να αγοράζουμε βιβλία. Κοιτώντας εδώ στο σάιτ κάποια πράγματα ξαναδιάβασα το ποστ για τον (πολυαγαπημένο ήρωα της Βαρκελώνης) Λάζλο Κουμπάλα. Παράλληλα, σε κάποιο βιβλιοπωλείο έπεσε το μάτι μου στη φρέσκια μετάφραση, στα Ισπανικά, του βιβλίου «Ο Περιπλανώμενος Προπονητής», αφιερωμένο στον Έρνο Ερμπστάιν, προπονητή και δημιουργό της «Γκραν Τορίνο».

Ο Έρνο Ερμπστάιν γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1898 στη Βουδαπέστη. Όπως φανερώνει το όνομά του ήταν ένας από τους πολυάριθμους Εβραίους της πόλης. Παράλληλα με τις διάφορες δουλειές που έκανε ως παιδί κλοτσούσε και μια μπάλα. Τελικά η μπάλα τον κέρδισε και έγινε ποδοσφαιριστής. Παρόλο που πολέμησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αμέσως μετά τη λήξη του και σίγουρος πια ότι το ποδόσφαιρο ήταν το επάγγελμα της ζωής του πείθει τη γυναίκα του να μετακομίσουν στην Ιταλία όπου το ποδόσφαιρο ήταν επαγγελματικό. Υπογράφει στην Φιουμάνα (σήμερα το Φιούμε ανήκει στην Κροατία) και παίρνει μεταγραφή σε λίγα χρόνια για τη Βιτσέντζα, ομάδα της Σέριε Β τότε. Το 1928 δέχεται ένα τηλεφώνημα από την Εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης να πάει να παίξει μπάλα εκεί. Πηγαίνει, χωρίς να τον ακολουθήσει αυτή τη φορά η γυναίκα του με την κόρη τους, οι οποίες έμειναν στην Ιταλία.

Στη Νέα Υόρκη δεν περνάει καλά μακρυά από την οικογένειά του, ενώ την ίδια ώρα ο Μουσολίνι κυβερνάει πια την Ιταλία, με την Εβραϊκή κοινότητα να υφίσταται τις πρώτες ρατσιστικές επιθέσεις. Κρεμάει τα παπούτσια του και γυρνάει στην Ιταλία ως προπονητής στο Μπάρι. Μετά από μερικές πετυχημένες χρονιές του γίνεται πρόταση να αναλάβει τον πιο ποθητό πάγκο της Ευρώπης τη δεκαετία του 1930, εκείνον της Τορίνο. Παρά τις σκληρές μεθόδους προπόνησης που εφήρμοσε (μαρτυρίες λένε ότι έδενε τα πόδια των ποδοσφαιριστών στους αστραγάλους και τους έβαζε να τρέχουν), οι παίχτες του τον λάτρευαν σε επίπεδο ειδωλολατρίας.

Εφαρμόζοντας το ρατσιστικό νόμο του Μουσολίνι «Μανιφέστο της Ράτσας», σύμφωνα με τον οποίο θα απελαύνονταν όλοι οι μη-Ιταλοί από τη χώρα, την 1η Δεκεμβρίου 1938 καραμπινιέροι βρέθηκαν έξω από το προπονητικό κέντρο της Τορίνο και τον ρώτησαν αν είναι Ιταλός. Απάντησε ότι είναι Ούγγρος. Μετά τον ρώτησαν αν είναι και Εβραίος. Τότε ο Ερμπστάιν έδωσε μια θρυλική απάντηση: «Ανήκω στη ράτσα των ανθρώπων. Άλλωστε εσείς ξέρετε ότι κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή βρίσκομαι στο γήπεδο». Παρόλα αυτά, δύο μέρες μετά με μια δημοσίευση στην εφημερίδα ‘Λα Στάμπα’, η Τορίνο τον απέλυε «ώστε να είναι σύμφωνη με τo ρατσιστικό νόμο».

Τότε ξεκινάει η περιπλάνησή του στην Ευρώπη. Προσπάθησε να μπει στην Ολλανδία, όπου τον είχε καλέσει ο παλιός του συμπαίχτης Άρμπαν Βάιτς, αλλά τον μπλόκαραν στα σύνορα, καθώς δεν ήταν Άριος. Επιστρέφει στη Βουδαπέστη και γλιτώνει από τους διωγμούς κατά των Εβραίων δουλεύοντας σε μια φάμπρικα κλωστοϋφαντουργίας. Εκεί συναντά τον μετέπειτα αρχηγό της Γκρανάτα, Φερρούτσιο Νόβο. Δουλεύει εκεί μέχρι το 1944, όταν και αναγκάζεται μαζί με την οικογένεια του να αφήσει το σπίτι του στο κέντρο της Βουδαπέστης. Στη μεγάλη σφαγή των Εβραίων της Βουδαπέστης, της 19ης Μαρτίου 1944, επιβιώνει διότι στο δίλημμα «στρατόπεδο συγκέντρωσης ή θάνατος» επιλέγει το πρώτο. Τον πηγαίνουν σε χωράφια καταναγκαστικής εργασίας, ενώ αγνοεί την τύχη της οικογένειάς του.

Μετά την απελευθέρωση της Ουγγαρίας από τον Κόκκινο Στρατό επανενώνεται με τους δικούς του και επιστρέφει άμεσα στο Τορίνο. Εκεί του ξαναδίνουν το πόστο του προπονητή και χτίζει μια θρυλική ομάδα που παίρνει 5 συνεχόμενα πρωταθλήματα και έχει 10 στους 11 παίχτες της Σκουάντρα Ατζούρα δικούς της. Το κόκκινο της Γκρανάτα βέβαια, μαζί με την προσωπική του ιστορία των διώξεων και την Εβραϊκή του καταγωγή, πλέον σημαίνουν ότι θεωρείται κομμουνιστής. Στο συντηρητικό Τορίνο αυτό ήταν πάλι ένα βαρύ φορτίο, πόσο μάλλον όταν ο εκδότης της κομμουνιστικής εφημερίδας, Ραφ Βαλλόνε, ήταν φίλος του. Τον κατηγόρησαν ότι ήταν Σοβιετικός κατάσκοπος και ότι είχε στήσει ένα παιχνίδι μεταξύ της Ιταλίας και της Σοβιετικής Ένωσης (φιλικό που δεν υπάρχει καταγεγραμμένο πουθενά, έγινε το 1947 και κέρδισαν 2-3 οι Σοβιετικοί). Ο ίδιος απαντούσε με τίτλους.

Ο Ερμπστάιν ήταν στο αεροπλάνο που έπεσε στη Σουμπέργκα, ένα από τα 31 θύματα του δυστυχήματος που εξαφάνισε την καλύτερη τότε ομάδα της Ευρώπης. Η κόρη του θεώρησε ότι ο πατέρας της δεν παίρνει την αναγνώριση που του αξίζει στον ποδοσφαιρικό κόσμο και γι’αυτό μαζί με τον δημοσιογράφο Λεονκάρλο Σεττιμέλι, έγραψαν τη βιογραφία του Έρνο Ερμπστάιν. Το βιβλίο «Περιπλανώμενος Προπονητής» απ’όσο έψαξα δεν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά. Για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει διαθέσιμο στα Ιταλικά, τα Ισπανικά και τα Αγγλικά.

Οι φυλακισμένοι του Ντεβότο

  [Καθόλου σχόλια]

devocarcel

Στα βορειοδυτικά του Μπουένος Άιρες υπάρχει το μπάριο Βίγια Ντεβότο. Είναι μια όμορφη περιοχή, με αρκετό ελεύθερο χώρο, κυρίως γιατί είχε αγοραστεί από μία τράπεζα και τον πρόεδρό της δον Αντόνιο Ντεβότο στις αρχές του περασμένου αιώνα, ώστε να φτιαχτεί εκεί ένας μεγάλος οικισμός. Το αποτέλεσμα είναι να μην μοιάζει με άλλες περιοχές της πόλης και εξαιτίας του πράσινου να λέγεται και «κήπος του Μπουένος Άιρες». Σε αυτή τη γειτονιά πριν μερικές δεκαετίες, ένας ηλικιωμένος κύριος ρώτησε ένα 11χρονο αγόρι πόσο ήρθε η Λαμαντρίντ. Ο πιτσιρίκος Μαρσέλο πρώτη φορά άκουγε ότι υπάρχει στη γειτονιά του μια ομάδα με το όνομα Κλουμπ Ατλέτικο Χενεράλ Λαμαντρίντ, όπως πρώτη φορά έμαθε ότι στην περιοχή υπάρχουν και φυλακές και μάλιστα το γήπεδο της Λαμαντρίντ είναι δίπλα ακριβώς σε αυτές.

lamadrid

Αρκετά χρόνια αργότερα, ο πιτσιρικάς Μαρσέλο Ισκιέρδο, μεγάλος πια και φανατικός οπαδός της Λαμαντρίντ, θα έγραφε ένα βιβλίο με την ιστορία του συλλόγου και όνομα «Φυλακισμένοι: Λαμαντρίντ, το κλαμπ και η φυλακή». Οι φυλακές χτίστηκαν στην περιοχή το 1927 και ο σύλλογος φτιάχτηκε το 1950. Οι άνθρωποί του έφτιαξαν το γήπεδο της ομάδας (το Εστάδιο Ενρίκε Σέξτο που χωράει σήμερα 3.500 κόσμο) ακριβώς δίπλα σε αυτές. Από τότε η ιστορία της ομάδας και των φυλακών είναι συνυφασμένες, μια σχέση μίσους και αγάπης όπως λέει ο Ισκιέρδο και όπως δείχνει το παρατσούκλι της ομάδας «Οι Φυλακισμένοι». Μίσους όταν για παράδειγμα οι άνθρωποι τον φυλακών αποφάσισαν να τις επεκτείνουν παίρνοντας κομμάτι των εγκαταστάσεων του συλλόγου. Βλέπετε, οι άνθρωποι της Λαμαντρίντ είχαν φτιάξει τις εγκαταστάσεις τους σε κρατική έκταση. Μέσα σε μια νύχτα πήγαν κι έχτισαν έναν τοίχο ως χώρισμα μεταξύ της φυλακής και του γηπέδου τους, τόσο κακοφτιαγμένος που έγερνε, έμεινε εκεί όμως για δεκαετίες, το σύνορό τους.

Λίγο καιρό αργότερα, το 1963, οι υπεύθυνοι των φυλακών αποφάσισαν να τους διώξουν. Οι φίλοι και οι διοικούντες του συλλόγου για να υπερασπιστούν το γήπεδο, ταμπουρώθηκαν στα γραφεία και δεν άνοιγαν στους ανθρώπους των φυλακών. Ένας εκ των ιδρυτών, ο Τίτο Λόπες, είχε μάλιστα δανειστεί και όπλο από έναν συγγενή του και ήταν έτοιμος για όλα.  Αποφάσισαν να μην πάνε στις δουλειές τους και να μείνουν εκεί, φωνάζοντας μάλιστα δημοσιογράφους. Τέσσερις μέρες κράτησε η… πολιορκία και τελικά προς έκπληξή τους, οι άνθρωποι της Λαμαντρίντ κατάφεραν να κρατήσουν το γήπεδό τους. Ο αγώνας τους δικαιώθηκε.

delamadridΚάποιος θεούλης έφτιαξε το γήπεδο και τις φυλακές για το PES

Η Λαμαντρίντ είχε εκείνα τα χρόνια μέχρι και… κατάσκοπο στις φυλακές. Ο επιθετικός της «Νέγκρο» Ρέινα δούλευε στο ίδρυμα και προσπαθούσε να μάθει κάθε κουτσομπολιό. Έμαθε π.χ. για τα πλάνα που είχαν οι δεσμοφύλακες να σκάψουν ένα τούνελ ώστε να μπορούν να βγαίνουν και να παίζουν στο γήπεδο κρυφά τις νύχτες. Από τότε η Λαμαντρίντ είχε έναν εθελοντή να παραφυλάει για κανένα κρυφό λαγούμι. Με την αλλαγή του διευθυντή των φυλακών, τα πράγματα εξομαλύνθηκαν. Οι σχέσεις όμως της ομάδας δεν ήταν μόνο με τους εργαζόμενους των φυλακών, αλλά και με τους εγκλείστους. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία του Μάριο «Λόκο» Οριέντε που ήταν φυλακισμένος στη δεκαετία του 1950 και οπαδός της Μπόκα. Από το παράθυρο στο κελί του έβλεπε όλα τα ματς της ομάδας και στο τέλος την αγάπησε. Όταν αποφυλακίστηκε έγινε όχι μόνο οπαδός, αλλά και μέλος της, γραμματέας της, διοικητικό στέλεχος και στο τέλος έγραψε και τον ύμνο της. Την αντίθετη πορεία είχε ο ήδη οπαδός της Λαμαντρίντ Πάμπλο Ροντρίγκες που μπήκε φυλακή και οργάνωνε κερκίδα μαζί με συγκρατούμενους, κρεμώντας μέχρι και πανό στο παράθυρο του κελιού του όποτε έπαιζε η «Λάμα». Όταν μεταφέρθηκε σε άλλη φυλακή ήταν απαρηγόρητος. Όπως φυσικά τύχαινε συχνά κάποιος φυλακισμένος να είναι οπαδός της αντίπαλης ομάδας και να κάνει εξέδρα γι’ αυτή. Άλλοι, λιγότερο ποδοσφαιρόφιλοι, ενοχλούνταν από την εικόνα των «ελεύθερων» οπαδών που φώναζαν τα Σαββατοκύριακα και δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαμε ανταλλαγές όχι κόσμιων χαρακτηρισμών μεταξύ οπαδών και εγκλείστων.

lamadrid_estadio

Στο βιβλίο του Ισκιέρδο υπάρχουν πολλές γραφικές ιστορίες. Ο πρόεδρος που ήταν ταυτόχρονα προπονητής και παίκτης, αλλά στο ημίχρονο αντί να δίνει οδηγίες πουλούσε λαχεία στον κόσμο, τα δυο αδέρφια που έπαιζαν αριστερό και δεξί μπακ και τις καθημερινές είχαν το καλύτερο τυροπωλείο της γειτονιάς, ο ποδοσφαιριστής που πριν αρχίσει το πρωτάθλημα έτρεχε γύρω από τη φυλακή για προετοιμασία με τους φυλακισμένους να τον αποθεώνουν ή ο κυριούλης που χτύπησε τον διαιτητή και κρυβόταν για να μην μπει για έναν μήνα στη φυλακή δίπλα στον τόπο του εγκλήματος. Αλλά και το ρεκόρ προσέλευσης κόσμου που έγινε βέβαια σε άλλο γήπεδο και για εντελώς κωμικό λόγο. Στο γήπεδο της Τίγκρε όταν το 1977 η Λαμαντρίντ πήρε το πρωτάθλημα της… Ε’ εθνικής. 15.000 κόσμος είδε την Λαμαντρίντ να κερδίζει 3-2 με πρωταγωνιστές τους αδερφούς Ροσέλ (τους τυρέμπορες που αναφέραμε). Ζήτημα όμως οι 1000 από αυτούς να ήταν οπαδοί της. Όπως ελάχιστοι ήταν και οι οπαδοί της αντιπάλου Ακασούσο. Λόγω όμως κακής συνεννόησης των διοργανωτών, το γήπεδο είχε γεμίσει από… Ευαγγελιστές που είχαν κάποια εκδήλωση αργότερα στο ίδιο γήπεδο και δεν είχαν ενημερωθεί για τη σωστή ώρα. Μπροστά σε 14.000 πιστούς (όχι δικούς της, αλλά του Ύψιστου), η ομάδα πέτυχε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Ποτέ ξανά δεν έπαιξε μπροστά σε τόσο κόσμο και ποτέ ξανά η έδρα της δεν ήταν «εκκλησία». Οι αδερφοί Ροσέλ έγιναν είδωλα στη γειτονιά και συνεχίζουν να έχουν το μαγαζί τους στο Ντεβότο.

Υπήρχαν όμως και λιγότερο ωραίες στιγμές. Ειδικά κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, όταν ένα στρατιωτικό ελικόπτερο προσγειώθηκε χωρίς καμία ενημέρωση στον αγωνιστικό χώρο και κατέβασε δυο ανθρώπους με κουκούλες για να οδηγηθούν στις φυλακές, μπροστά στους έκπληκτους ποδοσφαιριστές. Η επίδραση άλλωστε ήταν αμφίδρομη. Όπως ό,τι γινόταν στο χορτάρι επηρέαζε τους φυλακισμένους, έτσι και το αντίστροφο. Πώς να μην επηρεαστείς όταν πάνω από 60 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε επεισόδια στη φυλακή είτε από εγκαύματα, είτε από ασφυξία σε μια πολύ βρώμικη υπόθεση που έμεινε γνωστή ως η σφαγή του Παμπεγιόν Σέπτιμο το 1978 και προσπάθησε η χούντα της Αργεντινής να κουκουλώσει. Πώς να μην σε αγγίξει το ζευγάρι μιας δημοσιογράφου και του συντρόφου της αντιστασιακού που για 4 χρόνια επικοινωνούσαν μόνο από τα παράθυρά τους στα κελιά που βρίσκονταν απέναντι, με τη γλώσσα του σώματος και με μικρά καθρεφτάκια που αντανακλούσαν το φως του ήλιου.

Η Λαμαντρίντ είναι μια ακόμα μικρή ομάδα της Λ. Αμερικής με τις δεκάδες ιστορίες που βγάζει το άθλημα εκεί. Αλλά αυτή η ιδιαιτερότητά της να ζει δίπλα σε ένα τέτοιο μέρος την κάνει ξεχωριστή. Δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τις φυλακές δίπλα της και οι φυλακές δεν θα είναι ίδιες χωρίς αυτή. Για τους φίλους της όμως είναι απλά η ομάδα τους, αυτή που αγαπούν και δεν τους νοιάζει αν το μεγαλύτερό της κατόρθωμα είναι ότι έφτασε στη Γ’ εθνική το 2011 και έμεινε μόλις μια χρονιά και ότι πέρσι βγήκε 19η στους 20 και έπεσε στην Ε’ εθνική και πάλι. Το περιγράφει καλύτερα άλλωστε ο ίδιος ο Ισκέρδο:

Την ημέρα του τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ μεταξύ Γιουβέντους και Μπαρσελόνα με τον Τέβες και τον Μέσι να παίζουν αντίπαλοι, παίζαμε με την Χουβεντούδ Ουνίδα. Ούτε το σκεφτήκαμε με τον γιο μου. Πήγαμε στο ματς. Ήξερα ότι το πιο πιθανό ήταν να δούμε ένα 0-0 χωρίς φάσεις και χωρίς καμία τεχνική. Δεν είχαμε όμως καμία αμφιβολία για την απόφασή μας. Τελικά έτσι και έγινε, το ματς ήταν κακό και ήρθε 0-0. Το πάθος για την ομάδα είναι όμως πολύ πιο πάνω από τα αποτελέσματα.

I am Zlatan

  [4 Σχόλια]

zlatan_

Ζούμε σε μια εποχή που ο κάθε διάσημος αποφασίζει να γράψει για τη ζωή του, ανεξάρτητα από το πόσο ενδιαφέρουσα είναι. Αποκορύφωμα, οι βιογραφίες ποδοσφαιριστών που δεν έχουν καν τελειώσει την καριέρα τους και βιάζονται να τσιμπήσουν μερικά ευρώ ακόμα. Στα ποδοσφαιρικά βιβλία που διαβάζω, οι αυτοβιογραφίες ποδοσφαιριστών είναι σχετικά χαμηλά στην λίστα προτίμησης. Κυρίως, γιατί οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές είναι παντελώς αδιάφοροι σαν προσωπικότητες και δεν έχουν να πουν πολλά, ειδικά οι σύγχρονοι που σπάνια έζησαν κάτι αξιομνημόνευτο μέχρι να γίνουν γνωστοί, αλλά επίσης γιατί τα βιβλία τα γράφουν τρίτοι που βγάζουν ένα πρόσωπο του ποδοσφαιριστή που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει.

Με αυτή την αρνητική προδιάθεση ξεκίνησα να διαβάζω τη βιογραφία του Ζλάταν, ενός τύπου που γενικά δεν μου είναι συμπαθής, με τον τίτλο «I am Zlatan». Τελικά έπεσα έξω, όχι για την αντιπάθειά μου για τον Ζλάταν μια που αυτή ίσως αυξήθηκε, αλλά για το βιβλίο που ήταν όντως ενδιαφέρον. Οι κριτικές ήταν πολύ θετικές όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε και παρ’ ότι ο συγγραφέας Ντέιβιντ Λάγκερκραντζ παραδέχτηκε πρόσφατα ότι οι περισσότερες ατάκες ήταν δικής του έμπνευσης και όχι ακριβής μεταφορά των λέξεων του Ζλάταν, ίσως αυτό να αποδείχθηκε ευργετικό. Διαβάζοντας τις σελίδες του βιβλίου, νιώθεις ότι πράγματι έχεις απέναντί σου τον Ζλάταν με τη βραχνή φωνή και τα σπαστά αγγλικά να περιγράφει την ιστορία του.

zlatan23j

Τα παιδικά χρόνια, όπου ο κοντούλης (!!) Ζλάταν ζει σε ένα τοξικό περιβάλλον, ανάμεσα σε έναν πατέρα που παλεύει με τους δαίμονές του από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, μια μάνα που κουβαλάει λίγη τρέλα (και με την καλή και με την κακή έννοια) και διάφορα αδέρφια που μπλέκουν με ναρκωτικά. Ο Ζλάταν είναι ο μικρός αλητάκος που έχει ξεπηδήσει από κάποια ταινία του Κουστουρίτσα, κλέβει ποδήλατα, μαλώνει, είναι ο μετανάστης που ζει σε ένα γκέτο στη Σουηδία και πρέπει να επιβιώσει ανάμεσα στους Σουηδούς που όσο φιλελεύθεροι να είναι πάντα θα κοιτάξουν τον μετανάστη διαφορετικά. Και φυσικά παίζει μπάλα. Η μπάλα που για τον Ζλάταν δεν είναι απλά μια καριέρα, είναι κάτι πολύ πιο αναγκαίο γι’ αυτόν. Η προσπάθεια να κερδίσει βλέμματα, χειροκροτήματα, να παίξει για την πάρτη του, να αποθεωθεί, να δοξαστεί. Ο Ζλάταν για να επιβιώσει πρέπει να συντηρεί το τεράστιο «εγώ» του και αυτό τροφοδοτείται αποκλειστικά με θαυμασμό και χειροκρότημα. Να δείξει ότι ο μικρός αλητάκος τα κατάφερε. Δεν διαφέρει πολύ από τότε σαν χαρακτήρας. Όπως λέει ο ίδιος (ή ο συγγραφέας): «Μπορείς να βγάλεις το παιδί από το γκέτο, αλλά όχι το γκέτο από το παιδί

Το γεγονός ότι το βιβλίο είναι περισσότερο ίσως μια νουβέλα και όχι μια ακριβής δημοσιογραφική μεταφορά γεγονότων, δεν στρογγυλεύει τα αρνητικά. Ο Ζλάταν μονίμως βρίσκει (ή κατασκευάζει) εχθρούς. Όλο κάποιος τον αδικεί, όλο κάτι τον ενοχλεί και τελικά όλο βάζει το εγώ του πάνω από την κάθε ομάδα του. Λογικό θα πει κανείς, επαγγελματίας ποδοσφαιριστής είναι, αλλά κι εγώ ερασιτέχνης οπαδός κάποιας ομάδας, δεν μπορώ να συμπάσχω με τον ποδοσφαιριστή που έχει ψυχολογικά προβλήματα γιατί παίζει στο πλάι, αλλά συμπάσχω με τη Γιουβέντους που την άφησε στη Β’ Εθνική ή με τον εκβιασμό για να φύγει από τον Άγιαξ ή με το γεγονός ότι παρά την στήριξη που είχε από τον Μοράτι δεν το ξανασκέφτηκε ούτε δευτερόλεπτο να φύγει από την Ίντερ. Ο Ζλάταν μεταπηδά από μία μπίζνα σε μια άλλη μπίζνα, όχι ακριβώς για το οικονομικό, αλλά για την ικανοποίηση του εγωισμού του και μόνο.

IbrahimovicFerrari

Είναι ίσως το συγκεκριμένο βιβλίο μια ακόμα καλή ματιά και ένα ακόμα χαστούκι στον ρομαντισμό με τον οποίο βλέπουμε αρκετοί το ποδόσφαιρο. Αλλά είναι και μια συλλογή ωραίων ιστοριών με διάφορους πρωταγωνιστές. Τον σεβασμό και την αγάπη του Ζλάταν στον Καπέλο, αλλά και στον Μουρίνιο, το ξύλο με τον Ινιέγου, τον κόσμο του Άγιαξ που προτιμούσε τον… Μαχλά στην αρχή, την κόντρα με τον φαν ντερ Φάαρτ, τον Νέντβεντ που πριν την προπόνηση έκανε μια ώρα ποδήλατο και μετά έτρεχε ακόμα μια ωρίτσα. Και φυσικά την τεράστια αντιπάθεια που έχει για τον Γκουαρδιόλα, τον άνθρωπο που ο Ζλάταν υποστηρίζει ότι φοβάται τη σκιά του, που τον χαράμισε (κατά τον Ζλάταν) για να μην χαλάσει το χατίρι στις παλιοσειρές, που τον αδίκησε χωρίς αυτός να δώσει δικαιώματα. Ο Ζλάταν παρουσιάζει τον Πεπ σαν έναν φοβισμένο τύπο, μονίμως αγχωμένο και το κλίμα στην Μπαρσελόνα σαν ένα κολλέγιο με καλά παιδιά που δεν πρέπει να δείξουν τα ακριβά τους αυτοκίνητα. Στη Βαρκελώνη, το παιδί από το γκέτο έπρεπε να γίνει κάποιος άλλος, να καταπιέσει τον εαυτό του, να μην εκφράζεται. Και παρ’ ότι τα έκανε όλα αυτά, δεν έδωσε δικαιώματα, έγινε άλλος άνθρωπος, κανείς δεν το εκτίμησε. Το πού τελειώνει η αλήθεια και που αρχίζει η μεγαλομανία του Ζλάταν θα το κρίνει ο αναγνώστης. Το βιβλίο διαβάζεται πολύ ευχάριστα, μαθαίνεις πράγματα τόσο για τον ίδιο, όσο και για άλλους (έστω μέσα από το πρίσμα του Ζλάταν) και δεν είναι χάσιμο χρόνου, μια που κατ’ εμέ είναι καλύτερο από τον μέσο όρο των ποδοσφαιρικών βιογραφιών. Και ένα κομμάτι του που μου άρεσε είναι η περιγραφή από τον ίδιο τον Ζλάταν κάποιων σπουδαίων γκολ που έβαλε. Κρίμα που δεν πρόλαβε και το χθεσινό που έστειλε την Σουηδία σε ακόμα ένα Euro:

Βαθμολογία:
sombrero sombrero sombrerosombrerosombrero

Δεν είναι απλά ένα σπορ

  [2 Σχόλια]

ballplayers-on-the-beach-1928

«Το ποδόσφαιρο έχει προκαλέσει τουλάχιστον έναν πόλεμο και αρκετές μάχες. Συνήθως εκτός γηπέδου». Αυτή η φράση ανήκει στον Μέλβιν Μπραγκ και δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα. Ο Βρετανός συγγραφέας και δημοσιογράφος το 2006 κυκλοφόρησε το βιβλίο «12 Βιβλία που άλλαξαν τον κόσμο» και εκεί υπάρχει ολόκληρο κεφάλαιο για το «Βιβλίο των Κανονισμών Ποδοσφαίρου» του 1863. Η εξέλιξη του ποδοσφαίρου αλλά και η επιρροή που αυτό έχει στην Ποπ κουλτούρα και σε σοβαρά κοινωνικά και πολιτικά θέματα τα τελευταία 100 (και βάλε) χρόνια δεν μπορούν να αφήσουν ασυγκίνητο κανένα. Τι είναι το ποδόσφαιρο (εκτός από ένα όμορφο σπορ) τα έχουν πει – και γράψει – εδώ και πολλά χρόνια τεράστιες προσωπικότητες όπως ο Σάνκλι και ο Κλαφ (εντός του χώρου) αλλά και άλλοι σπουδαίοι (εκτός του χώρου) όπως ο Ιταλός σκηνοθέτης Πάολο Σορεντίνο, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο σπουδαίος ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο (στον πίνακα του «Ποδοσφαιριστές στην παραλία» που βλέπουμε στην αρχή του κειμένου) και σπουδαίες μορφές της πολιτικής, όπως ο Νέλσον Μαντέλα. Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως το ποδόσφαιρο είναι κάτι παραπάνω από ένα παιχνίδι και κρύβει – δυστυχώς – πολλά μελανά σημεία. Ας ξεχάσουμε λοιπόν την ποδοσφαιρική αφέλεια του 1860 και ας δούμε με χρονολογική σειρά τα 6 παιχνίδια που άλλαξαν το λαοφιλέστερο άθλημα.

Ο Τσάρλς Γουίλιαμ Άνκοκ και το πρώτο γκολ

uk_batt_pk_1863_group-320x213

Εφτά χρόνια πριν διεξαχθεί ο πρώτος ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα στην Αγγλία και τη Σκωτία το 1871, η μπάλα μπήκε για πρώτη φορά γκολ στο Μπάτερσι Παρκ του Λονδίνου. Βρισκόμαστε στο 1864 και 22 άνδρες (ανάμεσα τους και ο Τσαρλς Γουίλιαμ Άνκοκ ή ο Μέσι της εποχής) θα βρεθούν αντιμέτωποι για πρώτη φορά σε ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι. Υπάρχει φήμη πως είχαν αναμετρηθεί δύο ομάδες των 14 παικτών αλλά δε βρήκα να ρωτήσω κάποιον εν ζωή  αν αυτό αληθεύει. Η ομάδα των «Γραμματέων» απέναντι σε αυτή των «Προέδρων» σε μια αναμέτρηση που τα τέρματα δεν είχαν δοκάρια και δεν υπήρχε ο κανονισμός του οφ-σάιντ. Ο Άνκοκ ήταν αυτός που βοήθησε να γραφτούν οι πρώτοι κανονισμοί, σκόραρε τα δύο γκολ της ομάδας του (2-0 είχε λήξει η αναμέτρηση) και διοργάνωσε εφτά χρόνια αργότερα το παιχνίδι Αγγλία-Σκωτία. Το 1890 ο Τσαρλς Γουίλιαμ Μίλλερ θα βρεθεί με τους – νέους – κανονισμούς στη Βραζιλία. Εκεί θα διαδώσει το άθλημα στη χώρα του καφέ και θα μας χαρίσει – άθελα του – τη μαγική πλευρά του αθλήματος. Όσο κι αν δε συμπαθώ τη Σελεσάο δεν έχει υπάρξει κάτι πιο ελκυστικό απ’ το Βραζιλιάνικο κοντρόλ. Φήμη που θέλει το Μίλλερ να αλλάζει μερικούς κανονισμούς μετά από συνομιλία που είχε με ταξιτζή (γιατί πάντα και παντού υπάρχει ένας ταξιτζής που ξέρει τα πάντα) κρίνεται αναληθής σύμφωνα με το Βραζιλιάνο συγγραφέα Τζος Λάσεϊ στο βιβλίο του «Ο Θεός είναι Βραζιλιάνος»

Το Θαύμα της Βέρνης

puskas_73345c

To Μουντιάλ του 1954 στην Ελβετία ήταν κομβικής σημασίας για τους Γερμανούς. Απ’ τη μία – αν το δεις επιφανειακά – έδωσε τη δυνατότητα σε ένα άκρως περήφανο (αλλά διχασμένο τότε) έθνος να φτάσει για πρώτη φορά στην κατάκτηση του ποδοσφαιρικού πλανήτη, απ’ την άλλη όμως άλλαξε προς το καλύτερο κοινωνικά ένα ολόκληρο λαό. Οι Γερμανοί προέρχονταν από ένα πόλεμο που τους είχε βρει ηττημένους κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά. Ο απλός λαός έψαχνε για μια νέα ελπίδα. Για κάτι που θα τον κάνει – και πάλι – να κοιτάξει αφ υψηλού τον υπόλοιπο πλανήτη. Και το βρήκε στην ομάδα του Ζεπ Χέρμπεργκερ. Η Δυτική Γερμανία (έχοντας αρκετούς ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές στο ρόστερ της) είχε γνωρίσει την ήττα απ’ την – καλύτερη ομάδα του πλανήτη – Ουγγαρία με 8-3 την πρώτη αγωνιστική αλλά κατάφερε να επικρατήσει των Ούγγρων του Πούσκας με 3-2 στον τελικό της διοργάνωσης. Το «Θαύμα της Βέρνης» έδωσε τη δυνατότητα στη Γερμανία να χτίσει το μύθο της. «Ήταν ένα είδος απελευθέρωσης για όλα εκείνα που είχαν οδηγήσει τους Γερμανούς σε κακή κατάσταση μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο» είχε γράψει ο ιστορικός Γιοακίν Φεστ και δεν είχε καθόλου άδικο. Η 4η Ιουλίου του ’54 είναι η μέρα ίδρυσης της Δημοκρατίας της Γερμανίας. Από εκείνη τη μέρα η Γερμανία άκμασε οικονομικά και έφτασε να θεωρείται η μεγάλη δύναμη των ημερών μας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε εκείνο το 90λέπτο γεννήθηκε η μοντέρνα Γερμανία. Όπως απεδείχθη, όχι με τόσο έντιμους τρόπους. Όπως όλοι γνωρίζουμε, κάπως έτσι συνεχίζει η κατάσταση και στις μέρες μας. Από την άλλη, 4 χρόνια αργότερα η Ουγγρική επανάσταση θα διέλυε την τεράστια Χόντβεντ, στέλνοντας τον Πούσκας και τους λοιπούς αστέρες (όπως ο Κζίμπορ και ο Κόσιτς) σε άλλες ομάδες της Ευρώπης. Και κάπως έτσι διαλύθηκε το Ουγγρικό ποδόσφαιρο.

Ποδόσφαιρο vs Άπαρχαϊντ

305066_heroa

Όποιος θέλει να μάθει για τον άνθρωπο Μαντέλα προτείνω το βιβλίο του Τζων Κάρλιν «Γνωρίζοντας το Μαντέλα» και συνεχίζω το κείμενο μου. Στο νησί Ρόμπεν o Νέλσον Μαντέλα βρέθηκε φυλακισμένος απ’ το 1964 μέχρι και το 1982, λόγω του Άπαρχαϊντ, ως πολιτικός κρατούμενος . Το 1966 μετά από έντονες πιέσεις και αρκετά βασανιστήρια δόθηκε στους κρατουμένους η άδεια να παίξουν και αυτοί ποδόσφαιρο. Κάπως έτσι στήθηκε πρόχειρα η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Μακάνα από κρατουμένους που με αυτό τον τρόπο – παίζοντας ποδόσφαιρο – θα έσπαγαν τη μονοτονία της φυλακής κάθε Σάββατο. Το πρώτο παιχνίδι έγινε ανάμεσα στους Ρέιντζερς και τους Μπακς και από τότε κρατήθηκαν όλα τα στατιστικά των αγώνων. Στους Μπακς υπήρχε τότε ένας σκληροτράχηλος – στο βαθμό του αντιαθλητικού – αμυντικός με το όνομα Γιάκομπ Ζούμα. Μαζί με τον Μαντέλα πρωτοέστησαν την ποδοσφαιρική λίγκα της φυλακής, με τον Ζούμα να διορίζεται στη συνέχεια αρχιδιαιτητής του πρωταθλήματος (λογικά επειδή ήταν πολύ ατσούμπαλος ως παίκτης). Στις μέρες μας ο Ζούμα είναι ο πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής. Μαζί με τον Νέλσον Μαντέλα είδαν το 2007 τη ΦΙΦΑ να δίνει στη Μακάνα τιμητικό βραβείο, δείχνοντας σε ολόκληρο τον κόσμο τη δύναμη που έχει το ποδόσφαιρο. Εκείνο το παιχνίδι Ρέιντζερς-Μπακς δεν ήταν ένα απλό παιχνίδι ποδοσφαίρου αλλά μια νίκη κόντρα στο Άπαρχαϊντ. Μια δυνατή γροθιά στο κατεστημένο. Μια (μικρή) ωδή στην ελευθερία. Η πρώτη κοινωνική νίκη των μαύρων απέναντι στο άδικο καθεστώς των λευκών της χώρας. Αξίζει να σημειωθεί πως το «Βιβλίο των κανονισμών του ποδοσφαίρου» ήταν ένα από τα ελάχιστα βιβλία που υπήρχαν τότε στη βιβλιοθήκη της φυλακής.

Το ματωμένο παιχνίδι των Βρυξελλών

Heysel Stadium Disaster

Ήταν 29 Μαΐου του 1985 όταν βρέθηκαν αντιμέτωπες στον Τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης δύο πραγματικά σπουδαίες ομάδες. Απ’ τη μια η Λίβερπουλ (και κάτοχος του τίτλου) του Νταλγκλίς και απ’ την άλλη η Γιουβέντους του Πλατινί. Περίπου μια ώρα πριν αρχίσει η αναμέτρηση του Χέιζελ οπαδοί των δύο ομάδων άρχισαν να πετούν πέτρες, μπουκάλια και ότι άλλο έβρισκαν μπροστά τους εκατέρωθεν. Οι Άγγλοι γκρέμισαν το διαχωριστικό κιγκλίδωμα και μπήκαν στην κερκίδα των Ιταλών κρατώντας μαχαίρια, καδρόνια και άλλα αυτοσχέδια όπλα. Αυτό που ακολούθησε είναι γνωστό. Απόλυτο χάος, 39 νεκροί άνθρωποι και τουλάχιστον 400 τραυματίες. Η έναρξη του αγώνα με τους νεκρούς να βρίσκονται ακόμα στην εξέδρα έκανε την αναμέτρηση ακόμα πιο τραγική. Μια αναμέτρηση που κρίθηκε με ένα ανύπαρκτο πέναλτι που έκανε γκολ ο Πλατινί. Ένας Πλατινί που το πανηγύρισε έξαλλα και αρκετά προκλητικά μπροστά στους φίλους των «κόκκινων». Ο Γάλλος αστέρας έδειξε εκείνη τη μέρα για τι ήταν ακριβώς φτιαγμένος. Ένας άνθρωπος που μπορεί να πατήσει κυριολεκτικά και μεταφορικά επί πτωμάτων για να φτάσει ψηλά. Κάτι που και έκανε. Στις μέρες μας διοικεί το ποδόσφαιρο και βρίσκεται μπλεγμένος σε ένα σωρό βρωμιές. Από την άλλη, οι Άγγλοι είδαν τις ομάδες τους να μένουν εκτός Ευρώπης για 5 χρόνια (στα 6 η Λίβερπουλ) από τη Θάτσερ, με πολλούς χούλιγκανς να μπαίνουν φυλακή και τελικά το Αγγλικό ποδόσφαιρο να φτάνει στην κάθαρση και να θεωρείται στις μέρες μας – καθόλου άδικα – ως το κορυφαίο του πλανήτη. Ο Πλατινί πάντως συνεχίζει ως ένας χαιρέκακος, αηδιαστικός τύπος, που θυμίζει περισσότερο Έλληνα παράγοντα παρά κάποιον που αγαπήθηκε από εκατομμύρια λάτρεις του ποδοσφαίρου ως παίκτης.

Δυνάμο Ζάγκρεμπ – Ερυθρός Αστέρας σημειώσατε πόλεμος

qNdwfvG

Ο Κομμουνισμός είχε αρχίσει να καταρρέει. Το τείχος του Βερολίνου είχε πέσει. Η Ευρώπη ήταν μπροστά σε πολλές αλλαγές και η Ενωμένη Γιουγκοσλαβία είχε αρχίσει και αυτή να μπαίνει στην πιο κρίσιμη της περίοδο. Ήδη οι Κροάτες είχαν αρχίσει να φωνάζουν για ανεξαρτησία με τους εθνικιστές της χώρας να προκαλούν όπου και αν βρίσκονταν. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το περιστατικό με τη σημαία της Κροατίας και το Βλάντε Ντίβατς λίγα δευτερόλεπτα μετά τη νίκη στον τελικό του Μουντομπάσκετ του 1990; Εκείνη η στιγμή χώρισε δύο αδερφικούς φίλους (τον Πέτροβιτς και τον Ντίβατς) και πυροδότησε κι άλλο τις σχέσεις στο αθλητικό κομμάτι των δύο λαών και όχι μόνο. Έγραψα – κι άλλο – γιατί είχε προηγηθεί το ντέρμπι στις 13 Μαΐου στο Στάδιο Μάξιμιρ του Ζάγκρεμπ. Εκεί οπαδοί των δύο ομάδων ξεκίνησαν επεισόδια – εκτός γηπέδου – που συνεχίστηκαν και εντός του αγωνιστικού χώρου. 3.000 οπαδοί του Ερυθρού Αστέρα με αρχηγό τον Σέρβο εγκληματία Ζέλικο Ραζνάτοβιτς (γνωστός και ως Αρκάν) ταξίδεψαν στο Ζάγκρεμπ με μοναδικό σκοπό να προκαλέσουν χάος και διχασμό. Αυτό και έγινε. Όταν Σέρβοι και Βόσνιοι αστυνομικοί άρχισαν να χτυπούν Κροάτες οπαδούς εντός του αγωνιστικού χώρου ο ηγέτης της Δυνάμο και παιδί θαύμα του Κροατικού ποδοσφαίρου, Ζβόνιμιρ Μπόμπαν έγραψε ιστορία (πατώντας ουσιαστικά το start στο τέλος των σχέσεων των δύο λαών). Ο νεαρός μέσος έριξε μια μεγαλοπρεπέστατη κλωτσιά σε αστυνόμο που χτυπούσε Κροάτη φίλο της Δυνάμο και αυτόματα έγινε λαϊκός ήρωας στα μάτια όλης της Κροατίας. «Ρίσκαρα τη ζωή μου, την καριέρα μου και κάθε τι καλό που θα μπορούσα να βρω  με αυτή μου την κίνηση για μια ιδέα» θα πει χρόνια αργότερα χωρίς να έχει φυσικά καθόλου άδικο. Λίγο αργότερα ξεκίνησε ο 5ετής πόλεμος που διέλυσε τη Γιουγκοσλαβία και οδήγησε στο θάνατο περισσότερους από 140.000 ανθρώπους. Έξω από το γήπεδο Μάξιμιρ υπάρχει ένα άγαλμα με Κροάτες στρατιώτες αφιερωμένο σε αυτούς που ξεκίνησαν τον πόλεμο. Η ακριβής φράση είναι η εξής «Αφιερωμένο στους οπαδούς της ομάδας. Αυτούς που ξεκίνησαν τον πόλεμο με τη Σερβία σε αυτό το γήπεδο στις 13 Μαΐου του 1990».

Η «θυσία» της μάνας στο Ιράκ

IraqFans_468x339

O αρχηγός της ποδοσφαιρικής ομάδας του Ιράκ, Γιουνίς Μαχμούντ έχει μόλις σκοράρει το μοναδικό (και νικητήριο) γκολ της αναμέτρησης  στον τελικό του Ασιατικού Κυπέλλου του 2007. Αντίπαλος η Σαουδική Αραβία και το γκολ είναι κάτι παραπάνω από ένας τίτλος για ολόκληρο το Ιράκ. Είναι Ιούλιος και ένα μήνα πριν οι Αμερικανικές δυνάμεις έχουν βομβαρδίσει την πόλη της Βαγδάτης 1.700 φορές. Είναι η στιγμή που ο λαός της Βαγδάτης θα βγει στο δρόμο να πανηγυρίσει. Είναι η στιγμή που οι δρόμοι θα γεμίσουν με σημαίες του Ιράκ μετά την πτώση του Σαντάμ στις 9 Απριλίου του 2003. Είναι μια σπουδαία και άκρως περήφανη στιγμή για ένα αρκετά βασανισμένο λαό. Λίγες μέρες πριν, όταν το Ιράκ είχε επικρατήσει της Νοτίου Κορέας στα πέναλτι στον ημιτελικό, καμικάζι αυτοκτονίας είχε ανατινάξει τον εαυτό του ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν βγει να γιορτάσουν, στερώντας τη ζωή σε 50 από αυτούς. Ανάμεσα τους και ένα παιδί 12 ετών. Οι παίκτες του Ιράκ μόλις είχαν μάθει το περιστατικό – στα αποδυτήρια της ομάδας – είχαν αποφασίσει να αποσυρθούν απ’ τη διοργάνωση ως ένδειξη πένθους. Αυτό που τους έκανε να συνεχίσουν ήταν η δήλωση της μάνας μπροστά στο άψυχο σώμα του νεκρού γιου της. «Προσφέρω τη θυσία του γιού μου στην Εθνική ομάδα. Πρέπει να κερδίσουμε». Μετά τη νίκη στον τελικό οι βομβαρδισμοί μειώθηκαν κατά το ήμισυ το μήνα του Αυγούστου.

Πάμε στο παιχνίδι

  [Καθόλου σχόλια]

O Πρζέμεκ Νισιεζέφσκι είναι ένας ακόμα μεγάλος λάτρης του – όμορφου – αθλήματος που λέγεται ποδόσφαιρο. Εδώ και σχεδόν 25 χρόνια ταξιδεύει ανά τον κόσμο για να παρακολουθήσει σπουδαία ποδοσφαιρικά γεγονότα αλλά και να συναναστραφεί με ανθρώπους που αγαπούν πραγματικά το λαοφιλέστερο σπορ. Όλα αυτά τα αποτυπώνει – εκτός της καρδιάς και του μυαλού του – και στη φωτογραφική του μηχανή. Δεν σας είπα, ο κύριος Νισιέζεφσκι κατάγεται από την Πολωνία και είναι ένας από τους καλύτερους φωτογράφους που υπάρχουν στον αθλητικό χώρο μιας και έχει διατηρήσει τη ρομαντική (εκτός της επαγγελματικής) πλευρά και οπτική που βλέπει τα πράγματα.

Niciejewski600

Θα τον δεις να φωτογραφίζει τη Μπαρτσελόνα στο Καμπ Νου κόντρα στη Ρεάλ Μαδρίτης. Θα τον δεις στο Αλιάνζ Αρίνα σε κάποιο σπουδαίο παιχνίδι της Μπάγερν. Θα τον δεις σε παιχνίδια εθνικών ομάδων αλλά θα τον δεις και στο πιο ταπεινό (και χωμάτινο) γήπεδο ερασιτεχνικής κατηγορίας της Πολωνίας και φυσικά της Γερμανίας. Εκεί που ξεκίνησε και ο έρωτας του με το ποδόσφαιρο δηλαδή. Ένας έρωτας που εξελίχθηκε σε αληθινή και παντοτινή αγάπη. Δανειζόμενος το στίχο του Κ.Π Καβάφη απ’ την υπέροχη «Ιθάκη» μιλά γεμάτος ενθουσιασμό για τα ταξίδια του και τις εμπειρίες που αυτά του έδωσαν. Στα πρότζεκτ του θα διαβάσεις για κάποιο «τρελό» στο Νότινγκχαμ που είχε δει τη Φόρεστ σε 1.500 σερί παιχνίδια . Θα μάθεις για τη φημισμένη παμπ δίπλα στο Άνφιλντ που οι φίλοι των «κόκκινων» έχουν σαν δεύτερο σπίτι τους και φυσικά θα διαβάσεις για τον οπαδό της Γκλάντμπαχ που έχει στην κατοικία του όλα τα προγράμματα της Μπορούσια από το 1970 και έπειτα. Μοναδικές και απίστευτες ιστορίες ποδοσφαιρικής αφοσίωσης και αγάπης. Το πιο πρόσφατο του πρότζεκτ έχει σχέση με την οπαδική κουλτούρα της Γκλάντμπαχ απ’ τα 90’s μέχρι και τις μέρες μας με ένα σπάνιο φωτογραφικό αφιέρωμα, αλλά αυτό που βρίσκεται στα σκαριά φαντάζει να είναι και το πιο ενδιαφέρον.

Ο Νισιεζέφσκι δεν θέλει να παρουσιάσει ακόμα ένα βιβλίο με φωτογραφίες από λαμπερά γήπεδα και κάποια άψογα πορτραίτα του Ζλάταν ή του Σουάρεζ αλλά τη μαγεία των τοπικών ερασιτεχνικών πρωταθλημάτων. Εκεί που οι παίκτες αγωνίζονται μετά το μεροκάματο και φυσικά οι οπαδοί κάθονται – ακόμα – σε τσιμεντένιες κερκίδες ορθίων ή σε αυτοσχέδια καθίσματα. Εκεί που υπάρχει ακόμα αυτή η αγάπη που όλοι έχουμε νιώσει για την ομάδα της γειτονιάς μας. Κάποτε που (μερικοί) είχαμε την τύχη να φορέσουμε και τη φανέλα της (και οι ακόμα πιο τυχεροί να φορέσουν και το περιβραχιόνιο) σκοράρωντας και το νικητήριο γκολ υπό το βλέμμα του πατέρα, του παππού ή της κοπελιάς. Το πρότζεκτ για να υλοποιηθεί χρειάζεται τη βοήθεια μας και πληροφορίες γι’ αυτό μπορείτε να βρείτε εδώ ακούγοντας το YNWA. Αξίζει.

Είμαστε παντού

  [Καθόλου σχόλια]

Η σχέση οπαδού-ομάδας είναι Ιερή. Το συναίσθημα να ακολουθείς την ομάδα σου παντού ή έστω νοητά – αν βρίσκεσαι σε άλλη χώρα – δεν μπορεί να περιγραφτεί με λέξεις. Ή μήπως μπορεί; Ο Σαχίν Νακράνι και ο Καρλ Κόπακ έγραψαν ένα εξαιρετικό βιβλίο για αυτή τη σχέση και την αγαπημένη τους ομάδα. Τη Λίβερπουλ. Με μία όμως μεγάλη διαφορά. Οι δύο συγγραφείς δεν καταπιάνονται με ταξίδια παλαιότερων εποχών και σπουδαίων επιτυχιών αλλά με την περσινή – σχεδόν καταστροφική – σεζόν. Οι σχέσεις και οι μεγάλες αγάπες άλλωστε έτσι δοκιμάζονται. Στα δύσκολα.

gZp7m8e9

Οι δύο φίλοι των «κόκκινων» μας εξηγούν τι σημαίνει να υποστηρίζεις την τεράστια αυτή Αγγλική ομάδα, πλέκοντας ένα εξαιρετικό στόρυ που εξυμνεί τη φιλία και τους οικογενειακούς δεσμούς φιλτράροντας τα όμως μέσα απ’ τις εργασιακές σχέσεις, τα ταξίδια και τις μεγάλες αποτυχίες και στο πως όλα αυτά μπορούν να συνδυαστούν με επίκεντρο την αγάπη για το ποδοσφαιρικό σου κλαμπ. Το βιβλίο είναι άκρως διασκεδαστικό και περιγράφει με εξαιρετικές «εικόνες» μια σεζόν που οι περισσότεροι φίλοι της Λίβερπουλ θα ήθελαν να ξεχάσουν. Τα πάντα βρίσκονται εδώ. Όλα – μα όλα τα παιχνίδια – της σεζόν 2014-2015. Συζητήσεις με θρύλους της ομάδας αλλά και με σπουδαίες μορφές άλλων συλλόγων όπως της Τσέλσι και της Έβερτον. Ένα ψηφιδωτό αποτυχίας που χάρισε όμως μοναδικές στιγμές στους φίλους της ομάδας κάνοντας τους να καταλάβουν περισσότερο πόσο την αγαπούν. Στα εύκολα άλλωστε είναι όλοι εκεί, σχολιάζοντας τα θετικά με ένα μόνιμο χαμόγελο. Στα δύσκολα;

Στο sombrero στις 19 Ιανουαρίου του 2015 ο duendes είχε γράψει ένα πολύ ωραίο κειμενάκι με τίτλο «Σαν το γκολ δεν έχει» και είχε περιγράψει τέλεια τι συναισθήματα σου γεννά ένα γκολ. Απερίγραπτα θα συμπληρώσω εγώ. Στο βιβλίο «We’ re Everywhere, Us'» υπάρχει μια φράση που περικλείει όλα αυτά και με αυτή θα κλείσω και εγώ αυτό το μικρό κειμενάκι μιας και μιλάει για εκείνο το γκολ που είχε σκοράρει ο Ρίκι Λάμπερτ κόντρα στην Άστον Βίλα. Από εκεί είναι και το βιντεάκι στο παραπάνω κείμενο του καλού μου φίλου, του duendes.

«Να χοροπηδάς πάνω-κάτω και να αγκαλιάζεσαι με τρεις ανθρώπους που δεν έχεις ξαναδεί στη ζωή σου, μου άφησε μια αίσθηση εξαιρετικά οικείου. Μια φευγαλέα αίσθηση που δεν γίνεται να αποτυπωθεί σε κανένα χαρτί ή να περιγραφτεί με καμία λέξη»

Το Football Manager μου έκλεψε τη ζωή

  [32 Σχόλια]

hi-res-cover

Ο πομπώδης τίτλος δεν είναι δικός μας, αλλά ενός βιβλίου που εκδόθηκε το 2012 και μιλάει για τι άλλο, για το παιχνίδι που αν δεν έχει κλέψει ζωή, έχει κλέψει άπειρες ώρες από πολλούς εξ ημών. Το Football Manager, FM για τους φίλους, CM ή ChampMan για τους παλιότερους, είναι ένας γλυκός εθισμός και αυτό έχει ως στόχο να δείξει το συγκεκριμένο πόνημα. Το βιβλίο προσπαθεί να κάνει αρκετά πράγματα μαζί, από το να παρουσιάζει την ιστορία του παιχνιδιού μέχρι να μιλάει για τις φιλανθρωπίες της εταιρείας, σε κάποια τα καταφέρνει και σε κάποια άλλα όχι. Το αποτέλεσμα είναι να μοιάζει σε πολλά σημεία σαν συρραφή άρθρων και συνεντεύξεων και να είναι αλλού ενδιαφέρον και αλλού αρκετά βαρετό. Παρ’ όλα αυτά, χωρίς να είναι από τα καλύτερα ποδοσφαιρικά βιβλία που διαβάσαμε, έχει κεφάλαια που αξίζουν.

tonton1554

Τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια είναι οι ποδοσφαιριστές-θρύλοι του παιχνιδιού και κάποιες από τις προσωπικές ιστορίες των άρρωστων παικτών. Το τιμ του βιβλίου κατάφερε και βρήκε πολλούς από τους μεγαλύτερους παίκτες στην ιστορία του FM που δεν έκαναν τίποτα στην καριέρα τους. Μαρκ Κερ, Κένεντι Μπακιρτσίογλου, Τσέρνο Σάμπα, Άντερς Σβένσον, Μάικλ Νταφ, Στέφαν Σελάκοβιτς, Τόμι Σβίνταλ Λάρσεν και φυσικά ο τεράστιος Τοντόν Ζόλα Μουκόκο μεταξύ άλλων μιλάνε για την αγάπη του κόσμου που έζησαν και ζουν παρ’ ότι έκαναν μετριότατες καριέρες (το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς πέρασαν από την Ελλάδα, λέει πολλά για τη χώρα μας), όπως και για το αν ξέρουν το παιχνίδι ή το έχουν παίξει. Έχει πλάκα να βλέπεις πώς βίωσαν την περίεργη αυτή διασημότητά τους και να λένε για τον κόσμο που τους ήξερε και τους ζητούσε αυτόγραφα.

Στο κομμάτι με τις… προσωπικές μαρτυρίες υπάρχουν κι εκεί κάποια διαμαντάκια. Yπάρχει η ιστορία του κοστουμάτου τύπου που είχαν φύγει οι γονείς του και ντύθηκε για τον τελικό του ΟΥΕΦΑ ουρλιάζοντας όταν ο Άντι Κάρολ ισοφάρισε, με αποτέλεσμα οι γείτονες που ήξεραν ότι είναι μόνος να καλέσουν την αστυνομία. Υπάρχει η ιστορία του γίγαντα που η γυναίκα του κανόνιζε μήνα του μέλιτος σε Ελλάδα ή Ιταλία και αυτός την πήγε στη… Βουλγαρία για να πάει στην πόλη Νέσεμπαρ μια που την είχε αναλάβει στο FM στη Β’ εθνική της χώρας. Και ίσως αυτή που με αγγίζει πολύ, με τον τύπο που έφτασε στα πέναλτι με την Πάτρικ Θιστλ απέναντι στoυς Ρέιντζερς έχοντας βάλει ένα ποτήρι κρασί, ακούγοντας την δισκάρα Moon Safari των Air και βλέποντας τους παίκτες του να ευστοχούν στα δυο πρώτα και τους αντιπάλους να χάνουν τα δικά τους. Εκείνη την στιγμή χτύπησε το κουδούνι, γύρισε η κοπέλα του, τον έπιασε στην πάρλα, έβαλε ένα ριάλιτι σόου να φωνάζει στην τιβί χαλώντας το mood και ο ήρωάς μας πάτησε το Pause ξανά για να δει την Πάτρικ Θιστλ να χάνει τα τρία επόμενα και τους Ρέιντζερς να σκοράρει. Δεν είναι τυχαίο ότι σύμφωνα με το βιβλίο σε τουλάχιστον 35 περιπτώσεις διαζυγίου έχει αναφερθεί το παιχνίδι ως ένας από τους λόγους.

B_VwKVdW8AIdrIe

Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια ψιλοαπέχω από το παιχνίδι, κυρίως λόγω χρόνου αλλά και γιατί μου λείπουν οι παλιές ωραίες εποχές χωρίς τα γραφικά και γιατί με κουράζει το υπερβολικό micro-management των νέων εκδόσεων. Οι σημαντικότερες στιγμές που μου έχουν μείνει είναι αυτές στα πρώτα χρόνια, στο multiplayer παιχνίδι που στήναμε. Εκείνη την περίοδο, στα τέλη του περασμένου αιώνα με αρχές αυτού (πόσο ωραίο ακούγεται) δεν υπήρχαν ζμαρτφόν και adsl (στην Ελλάδα), υπήρχε απλή dial-up με το μόντεμ να κάνει τον ηδονικό ήχο όταν συνδέεσαι. Με τα πενιχρά 28.8k και 56k συνδεόμασταν μετά τις 23.00 (που μετρούσε ως μία τηλεφωνική μονάδα η σύνδεση ή κάτι τέτοιο), διαλέγαμε ένα πρωτάθλημα και παίρναμε σχετικά ισοδύναμες ομάδες. Αυτό που ξεχώριζε όμως δεν ήταν ότι παίζαμε ονλάιν, αλλά ότι το παιχνίδι γινόταν Simulation και R.P.G. Σε κάθε καινούρια λίγκα, ο καθένας μας έπαιζε μια διαφορετική περσόνα. Στο ένα π.χ. ήμουν ένας Γάλλος ψυχρός προπονητής που ανέλαβε να σώσει τη Ρέντινγκ και στο άλλο ένας γραφικός λαϊκός Σουριναμέζος κόουτς της ΑΖ. Το ίδιο κι οι αντίπαλοι φίλοι. Στα χρόνια που παίζαμε παρέλασαν Ιρλανδοί μπεκρήδες, Ρώσοι καπνιστές, Ιταλοί λαϊκιστές κ.ο.κ. Το μισό παιχνίδι ήταν το FM και το άλλο μισό το chat όπου γράφαμε τίτλους εφημερίδων και κάναμε συνεντεύξεις τύπου μετά από τα ντέρμπι. Εκεί ο κάθε προπονητής μιλούσε για τον αγώνα και δεχόταν ερωτήσεις από τους άλλους δύο που έκαναν τους δημοσιογράφους. Συχνά οι ερωτήσεις ήταν προβοκατόρικες και καθώς είχε προηγηθεί ένας αγώνας μίσους και αγωνίας υπήρχε πάντα ψου-ψου για τη διαιτησία και για τις ικανότητες του αντιπάλου, με τις αποχωρήσεις να είναι συχνές. Από εκείνα τα ανέμελα χρόνια μας έμειναν πολλές ιστορίες, τρεις εκ των οποίων θα αναφέρω σε αυτό παραλήρημα δίχως τέλος για το FM:

cm3-7

1. Το χάρτινο πρωτάθλημα της Μπορούσια Ντόρτμουντ

Πρέπει να ήταν το πρώτο μας ονλάιν παιχνίδι με τρία άτομα και ήταν κάπου κοντά στο 2001-2002. Επιλέξαμε Μπουντεσλίγκα, εγώ πήρα τη Νεβερκούζεν, ο duendes την Ντόρτμουντ και ένας τρίτος φίλος την Σάλκε. Η πρώτη μου χρονιά ήταν εξαιρετική, ο γερόλυκος Ουλφ Κίρστεν σκόραρε κατά ριπάς και ο Ζε Ρομπέρτο όργωνε την αριστερή πλευρά. Δεν θυμάμαι τι έγινε στο τέλος, νομίζω βγήκα Ευρώπη και η Μπαγερν πήρε τον τίτλο. Τα χτυπήματα της μοίρας ήταν απανωτά το καλοκαίρι. Ο Κίρστεν αποφάσισε να σταματήσει μόλις στα 36 του. Τον έκανα χρυσό να συνεχίσει, αλλά όχι, αυτός εκεί. Ο Ζε Ρομπέρτο ήθελε μεταγραφή, την αρνήθηκα και μετά σερνόταν σαν το φίδι τη 2η χρόνια. Την ίδια στιγμή ο Μέλερ αποφάσισε να σταματήσει από την Σάλκε. Συνεννοήθηκα με τον φίλο μου και κλείσαμε ένα φιλικό στο τέλος της σεζόν προς τιμήν των γερόλυκων. Βγάλαμε και οι δυο αλλαγή Μέλερ-Κίρστεν στο ίδιο λεπτό για να αποθεωθούν από τον κόσμο (στο δικό μας μυαλό τουλάχιστον έγινε έτσι), συγκινητικές στιγμές στο τσατ.

Η 2η σεζόν ήταν μέτρια, με τον Μπαστούρκ να απογοητεύει. Αντίθετα, τα πράγματα πήγαιναν τέλεια για την Ντόρτμουντ. Αν είχες μεγάλο γήπεδο είχες και φράγκα και έτσι δεν μπορούσε να συγκριθεί η ταπεινή Μπαϊαρίνα με το Βεστφάλεν. Οι κιτρινόμαυροι σκόρπισαν μερικά δεκάδες εκατομμύρια πήραν παικταράδες και η ομάδα του duendes πήγαινε για την κούπα δίνοντας μάχη με την Μπάγερν. Την τελευταία αγωνιστική έπαιζε εκτός έδρας με ένα λιμό και με νίκη έπαιρνε την κούπα. Βρέθηκε πίσω στο σκορ από νωρίς κι οι άλλοι δύο τρίβαμε τα χέρια μας (ναι δεν το κρύβουμε, θέλαμε το κακό του φίλου μας). Το ματς τελειώνει και ο duendes μας στέλνει μήνυμα ότι έχει αποσυνδεθεί κατά τη διάρκεια του αγώνα, οπότε έπρεπε να ξαναρχίσουμε το παιχνίδι. Σχεδόν 15 χρόνια μετά δεν το πιστεύουμε και είμαστε σίγουροι ότι τράβηξε το καλώδιο. Ξαναφορτώσαμε το save game πριν τον αγώνα, σίγουροι ότι θα κάνει το πρέπον και θα κάτσει να χάσει, αλλά αυτός έπαιξε κανονικά και κέρδισε το ματς, μαζί και το πρωτάθλημα. Σχεδόν 15 χρόνια μετά και δεν του το αναγνωρίζουμε ως τίτλο. Το πρωτάθλημα της νοθείας της Ντόρτμουντ το θυμούνται όλοι στη δικιά μας Γερμανία.

pic-0-norm

Ο Δέλλιος δεν έκανε την καριέρα που περίμεναν όλοι στην Μασσαλία…

2. Η κλοπή του Κλαούντιο Λόπες

Εγώ και ο φίλος μου διαλέξαμε τη Γαλλία και αναλάβαμε Μαρσέιγ εγώ και Μονακό αυτός. Τα λεφτά λίγα, οι ομάδες ψιλοτραγικές εκείνη την περίοδο. Καταλήξαμε να πάρουμε τερματοφύλακες τον Αλέκο τον Δέλλιο και τον Διλμπέρη αντίστοιχα. Μιλάμε για φτώχεια, όχι αστεία. Ψάχνοντας στο πανέρι με τους ελεύθερους διαπιστώνω ότι ο αγαπημένος Κλαούντιο Λόπες είναι χωρίς ομάδα. Ταμάμ για την Μαρσέιγ μου των άμπαλων παικτών. Κλείνουμε το παιχνίδι (φοιτητές τότε και αργόσχολοι) και κανονίζουμε για καφέ. Βρισκόμαστε και αντί να συζητήσουμε για γυναίκες, μουσική, σινεμά συζητάμε για το CM. «Βρήκα μια εξαιρετική περίπτωση» του λέω. «Σώπα, για πες» μου λέει. «Όχι δεν μπορώ, θα το δεις όταν κλείσει» λέω μια που είχα κάνει ήδη μια αρκετά καλή πρόταση και περίμενα την απάντηση στο επόμενο «continue». «Όχι ρε, πες μου. Δεν θα τον χτυπήσω τον παίκτη ακόμα και να μου κάνει«. Ο υποφαινόμενος, αθώος γαρ και πιστεύοντας στο moto «Bros before striker hoes» του λέει. Το ίδιο βράδυ συνεχίζουμε το παιχνίδι, ο «φίλος» μου κάνει πρόταση στον Αργεντίνο, ως Μονεγάσκος έχει παραπάνω φράγκα και παίρνει τον παίκτη. Ο Κλαούντιο Λόπες όχι μόνο δεν ήρθε στην Μαρσέιγ, σκόραρε και εναντίον μου. Σχεδόν 15 χρόνια μετά, ακόμα και φίλοι που δεν έχουν ιδέα από CM, έχουν να το λένε στην παρέα. Είμαι ο ηθικός νικητής (αλλά χωρίς τον Κλαούντιο Λόπες).

LAGOS_AEK

Αδικημένος στην Ελλάδα, βρήκε ένα απάγκιο λιμάνι στην Μαδρίτη (ναι το ξέρω δεν έχει θάλασσα)

3. Η βρώμικη έξοδος στο CL

Η ιστορία αυτή γίνεται λίγα χρόνια μετά, πάνω κάτω το 2004 ας πούμε. Παίζουμε στην Ισπανία οι τρεις μας. Εγώ έχω αναλάβει την Ατλέτικο κι οι άλλοι δυο τη Βιγιαρεάλ του Ρικέλμε και την Μπέτις του Χοακίν. Μετά από μία εξαιρετική πρώτη σεζόν με τον Τόρρες να βγάζει φωτιές, η 2η είναι ακόμα καλύτερη παρά το γεγονός ότι ο Φερνάντο μουρμουρίζει επειδή θέλει να φύγει. Με έναν μαγικό Παναγιώτη Λαγό στα αριστερά (δακρύζω που το λέω), Αντόνιο Λόπεθ, Πιερ Λουξάν, Κουν Αγκουέρο που έχω πάρει πριν πάει στην πραγματικότητα στην Μαδρίτη και Μάξι Ροντρίγκες, η Ατλέτικο παίζει το καλύτερο ποδόσφαιρο στην Ευρώπη.

Την στιγμή που καθαρίζω στη 2η σεζόν το πρωτάθλημα από νωρίς, οι άλλοι δίνουν μεγάλη μάχη για την τελευταία θέση του CL. Η βαθμολογία πάει πόντο πόντο, οι τοπικές εφημερίδες κατηγορούν την αντίπαλη ομάδα για σπρώξιμο από τη διαιτησία και φτάνουμε στην τελευταία αγωνιστική που θα κριθούν όλα. Δυο σχετικά όχι πλούσιες ομάδες ξέρουν ότι τα λεφτά του CL θα δώσουν την κατάλληλη ώθηση. Η αδιάφορη Ατλέτικό μου ταξιδεύει στο Μαδριγάλ να παίξει με τη Βιγιαρεάλ του ενός φίλου και η Μπέτις του duendes παίζει εντός. Οι φήμες οργιάζουν. Κάποιοι λένε ότι σε private chat ζήτησα 100 χιλιάδες ευρώ (τα οποία θα έπαιρνα πουλώντας στην Βιγιαρεάλ ένα σαπάκι της β’ ομάδας με αυτό το ποσό), άλλοι ότι θα αγόραζα σε καλή τιμή τον τότε τερματοφύλακα της Βιγιαρέαλ. Οι τοπικές εφημερίδες της Σεβίλλης για μια εβδομάδα έριχναν λάσπη στο πρόσωπό μου. Σχεδόν 15 χρόνια μετά μόνο οι δυο προπονητές ξέρουν τι έγινε. Η Ατλέτικο κατέβηκε με πολλές αλλαγές στην εντεκάδα της, η Βιγιαρεάλ επικράτησε (νομίζω με κάτι σαν 3-1 ή 2-1) και κούνησε το σεντόνι και ο προπονητής μου ακόμα είναι ανεπιθύμητος στην πράσινη πλευρά της Σεβίλλης.

Ο άνθρωπος που χάθηκε στην ομίχλη

  [Καθόλου σχόλια]

bartram

Όσοι παρακολούθησαν προχθές την ποδοσφαιρική αναμέτρηση ΠΑΣ Γιάννινα – Παναθηναϊκός έγιναν μάρτυρες της πιο κακιασμένης ομίχλης που έχει συναντήσει ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Πως είναι δυνατόν να στερεί αυτό το φυσικό φαινόμενο από όλους εμάς το δικαίωμα να δούμε μπαλίτσα και φυσικά πως είναι δυνατόν ο επιστήμονας διαιτητής να σκέφτεται επί 30 – και βάλε – λεπτά το αν θα διακόψει οριστικά αυτή τη φαρσοκωμωδία; Ειλικρινά ήταν στιγμές, όταν έβλεπα την αναμέτρηση, που σκεφτόμουν εικόνες απ’ την ταινία του Φρανκ Ντάραμποντ «Η Ομίχλη» και περίμενα να εμφανιστεί κάποιο τέρας και να φάει τον Αρετόπουλο. Δυσκολευόμαστε – που δυσκολευόμαστε – να δούμε κάποια ωραία φάση σε αυτή τη λίγκα ήρθε και η ομίχλη και μας έκοψε κάθε «σύνδεση» με το «υπερθέαμα». Όχι, αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα για τη σούπερ λίγκα εν έτει 2015.

Οι πιο ψαγμένοι ποδοσφαιρικά – μετά τα χθεσινά – θα έφεραν στο μυαλό τους εικόνες του 1937 όταν η Τσέλσι είχε υποδεχθεί την πρωτοπόρο Τσάρλτον (ανήμερα των Χριστουγέννων) με την ομίχλη να σκεπάζει τα πάντα στο Στάμφορντ Μπριτζ και το θρύλο τερματοφύλακα των Ρέντ Ρόμπινς, Σαμ Μπάρτραμ να μας χαρίζει μια μοναδικά αστεία ιστορία. Στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου και ενώ το σκορ ήταν στο 1-1 η ομίχλη άρχισε να πέφτει πολύ βαριά και πυκνή σε σημείο που δεν έβλεπε κανένας τίποτα ούτε στο μισό μέτρο. Σύμφωνα πάντα με τον παίκτη. Ο Άγγλος keeper, όπως έχει γράψει στην αυτοβιογραφία του, έμεινε στο τέρμα αλλά άρχισε να μην καταλαβαίνει το λόγο που είχε να δει κάποιο παίκτη, να ακούσει κάποια φωνή ή να δεχθεί μια μπάλα από αντίπαλο ή συμπαίκτη για αρκετή ώρα. Σε κάποιο σημείο τρόμου βαρεμάρας είδε μπροστά του ένα αστυνομικό και έμαθε το «μοιραίο». Ο αγώνας είχε διακοπεί πριν 15 λεπτά.

51zXlZuSekL._SX258_BO1,204,203,200_

Το όργανο της τάξης τον βοήθησε να φτάσει μέχρι τα αποδυτήρια όπου και βρήκε τους συμπαίκτες του να έχουν έχουν πλυθεί, να έχουν ντυθεί και να είναι έτοιμοι να αφήσουν το γήπεδο. Τα πειράγματα που δέχθηκε ο Μπάρτραμ όπως είναι εύκολο να καταλάβει κάποιος συζητιούνται ακόμα στο Τσάρλτον και φυσικά μεταφέρονται από γενιά σε γενιά (με τις απαραίτητες σάλτσες) μιας και ο Big Sam ήταν, είναι και θα είναι θρύλος για την ομάδα του Νοτιοανατολικού Λονδίνου. Αυτή είναι η δεύτερη πιο διάσημη Λονδρέζικη ομίχλη μετά απ’ αυτή που συνάντησε ο Κλάπτον στο καμαρίνι του Μάρλευ στο διάσημο κλαμπ Χάμερσμιθ το 1974. Όσοι θέλετε να μάθετε περισσότερα για τον Μπάρτραμ υπάρχει το υπέροχο βιβλίο του Μαϊκ Μπλέηκ «The Story Of A Goalkeeping Legend». Απ’ την άλλη αν θέλετε κάποια ωραία ιστορία ομίχλης υπάρχει και ο Στίβεν Κινγκ.

Η Φυσική του Ποδοσφαίρου

  [2 Σχόλια]

Αναφερθήκαμε πρόσφατα σε μία επιστημονική έρευνα που δεν είπε και πολλά για το παιχνίδι. Αντίθετα με τους Ιάπωνες νευρολόγους, κάποιοι Αμερικανοί φυσικοί έβγαλαν μια σειρά ερευνών που την ονόμασαν “The Physics of Football”, που λένε αρκετά σημαντικά πράγματα για το ποδόσφαιρο και το πώς παίζεται, σε μία γλώσσα βέβαια που δεν μπορούν να καταλάβουν οι περισσότεροι αφισιονάδος του αθλήματος. Γλώσσα όμως εξαιρετικά καταληπτή από τους εργοφυσιολόγους και τα επιστημονικά τιμ των ομάδων. Τη σειρά μπορείτε να τη βρείτε εδώ. Θα αναφέρουμε ενδεικτικά τις δύο μελέτες που μας έκαναν περισσότερη εντύπωση.

Football physics

Η πρώτη τιτλοφορείται «Η Οικουμενικότητα της Απόστασης Μεταξύ Δύο Ομάδων σε Ένα Ποδοσφαιρικό Τουρνουά». Οι μελετητές χρησιμοποιούν μαθηματικά μοντέλα με στόχο να αποδείξουν ότι μία ομάδα έχει συγκεκριμένες πιθανότητες νίκης, ισοπαλίας ή ήττας σε σχέση με κάποιον αντίπαλο σε ένα τουρνουά που συμμετέχουν ομάδες και βρήκαν μία φόρμουλα να υπολογίσουν πόσα γκολ χρειάζεται η ομάδα σε κάθε περίσταση. Επειδή τα παιχνίδια στα διεθνή τουρνουά είναι πάντα τόσο εντός, όσο και εκτός έδρας (πλην του τελικού) αφαίρεσαν τη μεταβλητή της έδρας. Παρατήρησαν ότι η κατανομή των αποτελεσμάτων σε διάφορες χώρες από όλον τον κόσμο είναι σχεδόν ομοιογενής. Οι ομάδες ίδιας δυναμικότητας σε διαφορετικές χώρες, χρειάζονται περίπου τα ίδια γκολ για να νικήσουν αντιπάλους παρεμφερούς δυναμικότητας (όχι με τις ίδιες, αλλά με τις άλλες χώρες). Έτσι με διάφορους πολύπλοκους μαθηματικούς τύπους καταλήγουν ότι η απόσταση μεταξύ των δύο ομάδων που κατεβαίνουν σε ένα γήπεδο είναι μια παγκόσμια σταθερά. Όση προσπάθεια και απόδοση χρειάζεται να καταβάλει μια καλή ομάδα στην Αγγλία για να νικήσει μια μέτρια ομάδα της ίδιας χώρας, χρειάζεται και μια καλή ομάδα στη Βραζιλία για να νικήσει μια μέτρια ομάδα της Βραζιλίας.

Η δεύτερη έρευνα ονομάζεται «Κανονικότητες στη Διανομή των Γκολ στο Ποδόσφαιρο». Κάθισε ένας μαθηματικός από τη Βραζιλία και ένας Βρετανός φυσικός και ασχολήθηκαν με το πόσα γκολ μπαίνουν σε τέσσερα ανταγωνιστικά πρωταθλήματα (Αγγλία, Ιταλία, Ισπανία και Βραζιλία) και πως μοιράζονται τα γκολ στους παίχτες. Περιττό να πω ότι και εδώ χρησιμοποίησαν διάφορες φόρμουλες και αποδείξεις, όμως το κεντρικό στοιχείο ήταν ότι η κατανομή των γκολ μεταξύ επιθετικών, μέσων και αμυντικών παρέμενε σχετικά σταθερή. Προφανώς και δεν είναι και καμία είδηση ότι οι επιθετικοί σκοράρουν περισσότερο, όμως όταν σε τέσσερα πρωταθλήματα που μπαίνουν περίπου 800 γκολ το χρόνο η κατανομή των σκόρερ είναι σχεδόν όμοια, αυτό κάτι δείχνει. Κυρίως ότι το παιχνίδι παίζεται με τον ίδιο τρόπο.

Αυτές οι δύο έρευνες για παράδειγμα μπορούν να αποβούν εξαιρετικά χρήσιμες σε γυμναστές, εργοφυσιολόγους, σκάουτς και προπονητές. Η πρώτη μπορεί να βγάλει μοντέλα προπόνησης ανάλογα με τον αντίπαλο, το πότε παίζεται το επόμενο παιχνίδι, το πόση ενέργεια θα πρέπει να καταναλώσουν οι παίχτες, το αν επιτρέπεται το ροτέισον και τόσα άλλα σημαντικά. Η δεύτερη μπορεί με τη σειρά της να γίνει οδηγός μεταγραφών. Αν πχ. τα χαφ μιας ομάδας σκοράρουν κάτω από το μέσο όρο, πρέπει να αγοραστεί ένα χαφ που να έχει γκολ. Αν η κατανομή των γκολ αποκλίνει από τις σταθερές θα πρέπει να αποκτηθούν παίχτες που να δώσουν μεγαλύτερη ποικιλία στο σκοράρισμα και μέσω των ίδιων μοντέλων να βρεθούν αυτοί σε διάφορα σημεία του πλανήτη.

Ξέρω ότι χαλάω αρκετά ρομαντικά στοιχεία του παιχνιδιού, αλλά οι περισσότεροι τοπ σύλλογοι δουλεύουν πια έτσι και δεν είναι μόνο εκείνος ο περίεργος Αλσατός με τα μοντελάκια του. Η αλήθεια είναι ότι τη φυσική την πρωτοέβαλε στο ποδόσφαιρο ο σπουδαίος Βαλερύ Λομπανόφσκι, απόφοιτος κβαντομηχανικής ο ίδιος. Η σειρά περιέχει πολλά στοιχεία που ξεφεύγουν από τα γκολ και τη τις κατανομές, αλλά δυστυχώς είναι για φυσικομαθηματικούς. Εμείς ακόμα προσπαθούμε να καταλάβουμε πώς στο κέρατο πάνε έτσι τα φάουλ του Πίρλο.

Μια ομάδα διαφορετική από τις άλλες

  [Καθόλου σχόλια]

banksy

Τον Ιανουάριο του 2001 μια Αγγλική ομάδα από το Μπρίστολ φτάνει στην περιοχή Τσιάπας στο νότιο Μεξικό για να δώσει μερικά φιλικά παιχνίδια με την ομάδα των Ζαπατίστας. Ενδιάμεσα από τους αγώνες η αποστολή της ομάδας συμμετέχει σε διάφορες τοπικές εκδηλώσεις, προσφέροντας εθελοντική εργασία όπου χρειάζεται και δίνοντας στους οικοδεσπότες ένα ποσό αρκετών χιλιάδων λιρών, το οποίο είχε συγκεντρωθεί από δωρεές, για να βελτιωθεί το τοπικό σύστημα παροχής νερού και να δημιουργηθούν αθλητικές υποδομές για τα παιδιά της περιοχής. Εκτός όλων αυτών, ένας εκ των τερματοφυλάκων ζωγραφίζει μερικές τοιχογραφίες που σχετίζονται με την απελευθερωτική δράση του κινήματος.

Το πραγματικό όνομα του τερματοφύλακα (το πρόσωπο του οποίου καλύπτεται από θολά πίξελ στην παραπάνω φωτογραφία από το ταξίδι αυτό) δεν έχει γίνει ακόμα γνωστό. Όλος ο πλανήτης όμως τον γνωρίζει με το ψευδώνυμο ‘Banksy’. Το όνομα της ιδιαίτερης αυτής ομάδας που πραγματοποίησε όλο το παραπάνω εγχείρημα είναι «Easton Cowboys’.

easton

Η μικρή ομάδα από το Μπρίστολ (πόλη από την οποία προέρχεται και ο Banksy, που εκτός από την περιοδεία αυτή συμμετείχε την εποχή εκείνη και σε άλλα παιχνίδια ως τερματοφύλακας) δημιουργήθηκε το 1992 και εξελίχθηκε σε κάτι πολύ παραπάνω από μια ακόμα ερασιτεχνική, ποδοσφαιρική ομάδα γειτονιάς. Όπως δήλωνε χαρακτηριστικά στο BBC ο Γουίλ Σίμπσον, συγγραφέας του βιβλίου ‘Freedom through football’ που, έχοντας σαν τίτλο το σλόγκαν του συλλόγου, διηγείται όλη την πορεία του μέσα στα χρόνια: «Δεν δηλώνουμε πως είμαστε μια σοσιαλιστική ομάδα ή μια αναρχική ομάδα. Είμαστε μια αθλητική ομάδα που απλά έχει και μια πολιτική διάσταση. Είμαστε αντι-ρατσιστές, αντι-σεξιστές και εναντίον της ομοφοβίας».

Είκοσι και πλέον χρόνια μετά την ίδρυση της η ομάδα των Καουμπόηδων εκτός από το ανδρικό ποδόσφαιρο και τη συμμετοχή της με διάφορες υπο-ομάδες στο πρωτάθλημα της περιοχής του Μπρίστολ, δραστηριοποιείται πλέον και στο γυναικείο ποδόσφαιρο, καθώς και στο μπάσκετ και στο κρίκετ. Από το δυναμικό της έχουν περάσει εκατοντάδες παίκτες και παίκτριες καθώς οι πόρτες της είναι ανοιχτές για οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως ηλικίας ή ταλέντου, ενστερνίζεται τη φιλοσοφία της και ενδιαφέρεται να συνεισφέρει είτε αθλητικά είτε σε κάποιο από τα υπόλοιπα πρότζεκτ που οργανώνουν οι άνθρωποι της.

Εκτός του ότι είναι ο πρώτος Ευρωπαϊκός σύλλογος που τόλμησε να ταξιδέψει στο Μεξικό για να αντιμετωπίσει αλλά και να στηρίξει έμπρακτα τους επαναστάτες Ζαπατίστας, η ομάδα έχει να επιδείξει αρκετά ακόμα ανάλογα κατορθώματα τα οποία μπορεί κάποιος να διαβάσει αναλυτικά στη σελίδα της. Κάποια από τα πιο αξιομνημόνευτα είναι η διοργάνωση φιλανθρωπικών τουρνουά, η συμμετοχή σε φιλανθρωπικά παιχνίδια σε όλο τον κόσμο, η συγκέντρωση χρημάτων για τη μάχη κατά του καρκίνου του στήθους, υπέρ των γυναικών της Ν. Αφρικής που πέφτουν θύμα βιασμού και υπέρ της Παλαιστίνης.

Η στήριξη της στην προσπάθεια της Παλαιστίνης πάντως, δεν παρέμεινε μόνο σε οικονομικό επίπεδο. Αψηφώντας τους όποιους κινδύνους υπήρχαν, οι ερασιτέχνες παίκτες της ταξίδεψαν δυο φορές στην Παλαιστίνη (το 2007 και το 2010), έπαιξαν με διάφορες μικρές, τοπικές ομάδες βλέποντας από κοντά τις συνθήκες διαβίωσης στη Δυτική Όχθη και στις άλλες περιοχές της χώρας και χάρισαν χαμόγελα στους ντόπιους πιτσιρικάδες, και όχι μόνο, που είδαν κάποιους ξένους να ενδιαφέρονται πραγματικά γι’ αυτούς. Το δεύτερο ταξίδι μάλιστα μετατράπηκε και σε μικρό ντοκιμαντέρ με τίτλο ‘Over the wall’, ένα μικρό μέρος του οποίου μπορείς να δεις παρακάτω:

Ο Ξένος Κάτω Από τα Δοκάρια

  [16 Σχόλια]

camus

Στις 6 Ιουνίου 1932 τελειώνει άδοξα στα 18 του μόλις χρόνια η καριέρα ενός σπουδαίου ταλέντου, όταν διαγνώστηκε με φυματίωση. Γεννημένος στην Αλγερία, ο Αλμπέρ Καμύ έπαιζε τερματοφύλακας στη σχολική ομάδα όταν τον εντόπισε ο μεγαλύτερος σύλλογος της Αλγερίας, η RUA (Racing Universitaire Algerios) και τον πήρε στις ακαδημίες της. Στα 17 του ήταν ήδη βασικός και είχαν αρχίσει να έρχονται να τον βλέπουν σκάουτς από τη Μασσαλία. Στα 18 του όμως η φυματίωση του κόβει την καριέρα, εμπεδώνοντας την πίστη του στο παράλογο που τον συνόδευε από την αρχή της ζωής του και του χάρισε ένα Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1957.

«Το παράλογο της ύπαρξης είχε τρεις επιπτώσεις στη ζωή μου: την επανάστασή μου, την ελευθερία μου και το πάθος μου».

Ο Καμύ έχασε τον πατέρα του πριν κλείσει 1 χρόνο ζωής. Ο Λουσιέν Καμύ πέθανε το 1914 στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Aπό τότε ξεκινά η ζωή του Αλμπέρ ως ‘ξένος’. Μεγάλωσε ως ‘Πιέ Νουάρ’ (μαυροπόδαρος, όπως μειωτικά χαρακτηρίζουν οι Γάλλοι όσους προέρχονται από τη Βόρεια Αφρική), με μια κουφή μητέρα και έναν κωφάλαλο αδερφό. Τότε ανέπτυξε το πάθος για το ποδόσφαιρο. Στις αλάνες του Αλγερίου με τους πρωταγωνιστές της ζωής και της στιγμής.

«Τα λίγα πράγματα που γνωρίζω για την ηθική, τα έμαθα σε ποδοσφαιρικά γήπεδα και θεατρικές σκηνές, αυτά είναι τα πραγματικά μου πανεπιστήμια».

Αυτό δήλωσε στο περιοδικό του RUA το 1950. Το ποδόσφαιρο για τον Καμύ είχε μια εσωτερική τάξη σε ένα παράλογο κόσμο. Αντίθετα με την υποκρισία των ελιτίστικων σπορ, το ποδόσφαιρο έβαζε τις βάσεις του στις αλάνες. Οι κανόνες του είναι απλοί και εύκολα κατανοήσιμοι. Αυτή η απλότητα είναι που το κάνει μαζικό και δημοφιλές. Μακρυά από πολιτικές που δημιουργούν πολύπλοκα συστήματα, όπου οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και ξεχνιούνται γρήγορα, το ποδόσφαιρο είναι αφοπλιστικά πειθαρχημένο. Το γήπεδο είναι το ίδιο για όλους, η μπάλα κοινή και εκείνο που κάνει κάποιον να ξεχωρίσει είναι το ταλέντο και η σκληρή δουλειά. Η τάξη στο παράλογο.

«Το 1940 προσπάθησα να ξαναπαίξω ποδόσφαιρο στη Γαλλία. Πριν το τέλος του πρώτου ημιχρόνου, η γλώσσα μου κρεμόταν όπως εκείνων των σκυλιών των Καμπίλ που βλέπεις στις 2 το μεσημέρι στο Τίζι Ούζου».

Το Τίζι Ούζου είναι ένα χωριό στην καρδιά της ερήμου. Από εκεί το 1953 το ζεύγος Ζιντάν ξεκίνησε για να πάει στη Μασσαλία ως Πιέ Νουάρ. 45 χρόνια μετά, το παράλογο ολοκληρώθηκε με το παιδί αυτών των Καμπίλ να γίνεται ο εθνικός ήρωας και σπουδαιότερος αθλητής της Γαλλίας. Λάθος, δεν ολοκληρώθηκε τότε. Ο Καμύ έλεγε για το θάνατό του:

«Είχα μονάχα ευχηθεί ότι την ημέρα της εκτέλεσής μου θα υπήρχε ένα τεράστιο πλήθος θεατών και ότι θα με υποδέχονταν με κραυγές απέχθειας».

Τελικός Μουντιάλ 2006, με μια κουτουλιά ένας άλλος Γάλλο-Αλγερινός ολοκληρώνει την πράξη.

Ο Ζανέτι, οι Ζαπατίστας και η Ίντερ

  [2 Σχόλια]

Ο απελθών αγέραστος αρχηγός της Ίντερ Χαβιέρ Ζανέτι, εκτός από μεγάλη παιχτούρα ήταν και ένας πολιτικοποιημένος άνθρωπος. Από τη στιγμή που βρέθηκε στο Μιλάνο έφτιαξε ένα ίδρυμα στην Αργεντινή με τη γυναίκα του για την κοινωνική ενσωμάτωση και εκπαίδευση των παιδιών από τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις της Αργεντινής. Όμως, το μεγαλύτερό του παράσημο είναι ότι έπεισε την Ίντερ να υποστηρίξει τον αγώνα των Ζαπατίστας στο Μεξικό.

Μετά από μια επίθεση του Μεξικανικού στρατού στις θέσεις των Ζαπατίστας στα σύνορα Μεξικού-Γουατεμάλας στις αρχές του 2005, ο Ζανέτι πείθει την Ίντερ να στείλει €5.000 στους Ζαπατίστας, να πληρώσει ένα ασθενοφόρο και να τους δώσει ποδοσφαιρικό εξοπλισμό. Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν από τα πρόστιμα που πλήρωναν οι παίχτες της Ίντερ για παραβιάσεις του εσωτερικού κανονισμού. Στο γράμμα που συνόδευε τη βοήθεια, ο Ζανέτι έγραψε:

‘Πιστεύουμε σε έναν καλύτερο κόσμο, ένα μη παγκοσμιοποιημένο κόσμο, εμπλουτισμένο με τις πολιτιστικές διαφορές και τα έθιμα όλων των ανθρώπων. Αυτός είναι ο λόγος που θέλουμε να σας υποστηρίξουμε σε αυτόν τον αγώνα να διατηρήσετε τις ρίζες σας και να πολεμήσετε για τα ιδανικά σας’.

zanetti, zapas

Ο αρχηγός των Ζαπατίστας Subcomandante Marcos απάντησε σε αυτήν την κίνηση με ένα γράμμα στον Μάσιμο Μοράτι προσωπικά, ευχαριστώντας τον και προτείνοντας κάτι σουρεάλ, ένα φιλικό ματς μεταξύ Ίντερ και επίλεκτων Ζαπατίστας. Αρχικά η Ίντερ δέχτηκε και ο Μάρκος αποκάλυψε τα σχέδιά του σε ένα δεύτερο γράμμα, που δε μου πάει καρδιά να το κόψω (είναι μεγάλο, αλλά αξίζει):

25 Μαΐου 2005

Δον Μάσιμο,

Λάβαμε ένα γράμμα σας στο οποίο μας ενημερώνετε ότι η ποδοσφαιρική σας ομάδα, Internazionale F.C., αποδέχτηκε την αδερφική πρόκληση που σας κάναμε. Εκτιμούμε την καλοσύνη και την ειλικρίνεια της απάντησής σας.

Σας ενημερώνω ότι εκτός από το ότι είμαι ο εκπρόσωπος τύπου των Ζαπατίστας, τοποθετήθηκα μετά από ομόφωνη απόφαση πρώτος προπονητής και επικεφαλής των Διαγαλαξιακών Σχέσεων της ποδοσφαιρικής ομάδας των Ζαπατίστας (βασικά, στην πραγματικότητα κανείς άλλος δεν ήθελε τη δουλειά). Με αυτήν την ιδιότητα πρέπει, μάλλον, να χρησιμοποιήσω αυτό το γράμμα ώστε να κανονίσω τις λεπτομέρειες για το παιχνίδι.

Ίσως, για παράδειγμα, να προτείνω ότι αντί του να περιοριστούμε σε ένα παιχνίδι, να γίνουν δύο. Ένα στο Μεξικό και ένα άλλο στην Ιταλία ή ένα εντός και ένα εκτός έδρας. Και να παίξουμε για το τρόπαιο που θα γίνει γνωστό στον κόσμο ως ‘Το Πόζολ (σσ. Παραδοσιακό κιούπι των Αζτέκων) της Λάσπης’.

Και ενδεχομένως θα πρότεινα σε εσάς το παιχνίδι το οποίο θα παιχτεί στο Μεξικό και θα είστε φιλοξενούμενοι, να διεξαχθεί στο Ολυμπιακό στάδιο του ’68 του Μεξικού, στην ομοσπονδιακή περιοχή της Κοαουΐλα και τα έσοδα από τα εισιτήρια να δοθούν στους παραστρατιωτικούς στο Λος Άλτος του Τσιάπας που εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους… Και ίσως να συμφωνήσουμε, δεδομένου του ότι θα είστε ήδη στο Μεξικό, να διοργανώσουμε ένα δεύτερο παιχνίδι στη Γκουαδαλαχάρα και τα έσοδα να διατεθούν ώστε να παραχθεί νομική υποστήριξη στους altermundistas, άδικα φυλακισμένους στις φυλακές αυτής της επαρχίας του Μεξικού και στους πολιτικούς κρατούμενους σε όλη τη χώρα…

Και ίσως, αν συμφωνείτε, για τους αγώνες στο Μεξικό οι Ζαπατίστας να απευθυνθούν στο Ντιέγο Αρμάντο Μαραντόνα και να του ζητήσουν να είναι διαιτητής, στους Χαβιέρ Ελ Βάσκο Αγκίρε και Χόρχε Βαλδάνο για να είναι βοηθοί (ή επόπτες) και στο Σόκρατες, μέσο από τη Βραζιλία, να είναι 4ος. Ενδεχομένως να καλέσουμε και δύο διαγαλαξιακούς που ταξιδεύουν με Ουρουγουανικό διαβατήριο: Εδουάρδο Γκαλεάνο και Μάριο Μπενεντέτι να κάνουν φάση με φάση σχολιασμό για τη Διαγαλαξιακή Τηλεόραση του Συστήματος των Ζαπατίστας (‘η μόνη τηλεόραση που διαβάζεται’). Στην Ιταλία ο Τζιάνι Μίνα και ο Πέδρο Λουΐς Σούγιο μπορούν να είναι σχολιαστές.

Και ίσως, για να διαφοροποιηθούμε από τη χρήση της γυναίκας ως αντικείμενο που προωθείται στα ποδοσφαιρικά παιχνίδια και στις διαφημίσεις, οι Ζαπατίστας θα ζητήσουν από την εθνική κοινότητα γκέυ και λεσβιών και ειδικά από τραβεστί και τρανσέξουαλ, να οργανωθούν και να διασκεδάσουν τους ‘σεβάσμιους’ με πιρουέτες ομογενών κατά τη διάρκεια των παιχνιδιών στο Μεξικό…

Ίσως για να ισορροπήσουμε το εμφανές μειονέκτημά σας κάπως, θα σας δώσω μερικές μυστικές πληροφορίες. Για παράδειγμα η ομάδα των Ζαπατίστας θα είναι μεικτή (δηλαδή, θα υπάρχουν άντρες και γυναίκες), παίζουμε με τις αποκαλούμενες ‘μπότες του ανθρακωρύχου’ (έχουν ατσάλι στα δάχτυλα, γι’ αυτό τρυπούν τις μπάλες). Σύμφωνα με τους κανόνες και τα έθιμά μας το παιχνίδι τελειώνει μόνο εάν δε μείνει κανένας όρθιος από οποιαδήποτε ομάδα (δηλαδή έχουν πολύ μεγάλη αντοχή). Η ομάδα των Ζαπατίστας μπορεί να ενισχυθεί κατά το δοκούν (δηλαδή, οι Μεξικανοί ‘Μπόφο’ Μπαυτίστα και Μαριμπέλ ‘Μαριγκόλ’ Ντομίνγκεζ μπορούν να εμφανιστούν στην ενδεκάδα, αν το δεχτούν). Έχουμε σχεδιάσει στολές χαμαιλέοντα (αν χάνουμε, μαύρες και μπλε ρίγες εμφανίζονται στις φανέλες μπερδεύοντας τους αντιπάλους, τον διαιτητή και τους οπαδούς). Επίσης εξασκούμαστε, με σχετική επιτυχία, σε δύο νέα συστήματα: τη maquiña avanti fortiori (σημείωση: μεταφρασμένη σε γαστριμαργικούς όρους θα ήταν κάτι μεταξύ πίτσας και σάντουϊτς γουακαμόλε) και τη ‘maquiña caracoliña con variante intensa’ (σημείωση: ισοδύναμο με σπαγγέτι με βραστά φασόλια, αλλά κατεστραμμένο).

Με όλα αυτά (και μερικές άλλες εκπλήξεις), μπορούμε, ενδεχομένως, να επαναστατικοποιήσουμε το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, και τότε, ίσως, το ποδόσφαιρο να μην είναι απλώς μπίζνες, και να γίνει ξανά ένα ψυχαγωγικό παιχνίδι. Ένα παιχνίδι φτιαγμένο, όπως είπατε και εσείς πολύ σωστά, από αληθινά αισθήματα.

Ίσως… Παρ’ όλα αυτά, αυτό είναι απλώς για να επιστρέψουμε σε εσάς, στην οικογένειά σας, στους άντρες και τις γυναίκες της Ίντερ και στους νερατζούρι οπαδούς την εκτίμηση και το θαυμασμό μας προς εσάς (παρόλο που σας προειδοποιώ ότι μπροστά από το τέρμα, δε θα υπάρχει ούτε οίκτος, ούτε συμπόνοια).Όσα για τα υπόλοιπα, καλά… ίσως… αλλά…

Εντάξει. Υγεία και ας είναι το πράσινο, άσπρο και κόκκινο που ντύνει της αξιοπρέπειά μας σύντομα να βρει τον εαυτό του και στις δύο χώρες.

Από τα βουνά του Νότιο-Ανατολικού Μεξικού,
Subcomandante Insurgente Marcos

(σχεδιάζοντας συστήματα στο μαυροπίνακα και διαφωνώντας με τον Ντουρίτο επειδή αυτός επιμένει ότι αντί από το παραδοσιακό 4-2-4, πρέπει να παρουσιάσουμε ένα 1-1-1-1-1-1-1-1-1-1, το οποίο, λέει, μπερδεύει τον αντίπαλο)

ΥΓ. Για τη Μεξικανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, τη Ρεάλ Μαδρίτης, τη Μπάγερν Μονάχου, την Οσασούνα, τον Άγιαξ, τη Λίβερπουλ και την ομάδα της Φερατερία Γκονσάλες: Συγγνώμη, αλλά έχω αποκλειστικό συμβόλαιο με την Εσεταλεένε.

sub interista

Οι Ζαπατίστας δρουν από το 1994 στην επαρχία Τσιάπας του Μεξικού. Χρησιμοποιώντας τα λόγια του Ζανέτι, ‘τους υποστηρίζω διότι η αλληλεγγύη δε γνωρίζει χρώμα, θρησκεία ή πολιτική θέση. Αυτές οι κοινότητες παλεύουν για να αναγνωριστεί η κουλτούρα τους όπως και μια διαφορετική μορφή οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης, επιβίωσης και ταυτότητας. Όσο για το Subcomandante Marcos, πολεμάει για να δώσει πίσω ζωή και αξιοπρέπεια στους προ-Κολομβιανούς πληθυσμούς του Μεξικού. Είναι ένας στρατιώτης των ηττημένων της γης, των ξεχασμένων, των μη αναγνωρισμένων που έχουν μάθει να μην παραιτούνται ποτέ, υπό καμία συνθήκη’.

Τα φιλικά τελικά δεν έγιναν, λόγω πιέσεων των χορηγών και αρκετών οπαδών της Ίντερ που ανήκαν παραδοσιακά στο συντηρητικό κομμάτι του Ιταλικού Βορρά. Η εκτίμηση όμως του Subcomandante για το Ζανέτι θεμελιώθηκε. Δύο βδομάδες πριν ο ‘εμβληματικός αρχηγός’ των Ζαπατίστας ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από την ηγεσία τους, λίγες βδομάδες μόλις μετά από την ανακοίνωση του Ζανέτι ότι αποχωρεί από το ποδόσφαιρο. Μπορεί να είναι τυχαίο, αλλά με τον τρόπο που ορίζεται η φιλία στη Λατινική Αμερική, θα μου επιτρέψετε το ρομαντισμό να πω πως όχι.

Ο οπαδός πίσω από το Τείχος του Βερολίνου

  [13 Σχόλια]

 hkcd4044f25b35ebf28de1722521

Βερολίνο, 1961.

Το καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποφασίζει να χωρίσει στα δύο το Βερολίνο για να προστατεύσει τους κατοίκους του ανατολικού τμήματος από τα «φασιστικά στοιχεία που ήθελαν να υποσκάψουν τη θέληση του λαού στη δημιουργία ενός σοσιαλιστικού κράτους στην Ανατολική Γερμανία«. Γιατί πάντα μπορείς να ντύσεις κάτι άσχημο με όμορφες λέξεις, ακόμα και αν εσύ είσαι ο δυνάστης. Οι κάτοικοι της πόλης χωρίζονται στα δύο, μαζί τους και οι παίκτες αλλά κι οι οπαδοί της Χέρτα Βερολίνου. Ανάμεσά τους κι ο Χέλμουτ Κλοπφλάις.

Γεννημένος το 1948 ο Χέλμουτ δούλευε ως ηλεκτρολόγος για το κράτος και αργότερα ως καθαριστής τζαμιών σε μια από τις ελάχιστες ιδιωτικές εταιρείες της χώρας. Ο Χέλμουτ γρήγορα μπήκε στα αρχεία της Στάζι μια που έκανε δυο σοβαρά εγκλήματα για το καθεστώς: ενημερωνόταν από Δυτικά μέσα και παρακολουθούσε Μπουντεσλίγκα. Ήταν φανατικός οπαδός της Χέρτα και όταν στα 13 του ένα Τείχος μπήκε στον δρόμο του για το γήπεδο της Χέρτα, αυτός μαζί με άλλους πήγαινε εκεί για να ακούσει τις φωνές από το γήπεδο της Χέρτα που ήταν πολύ κοντά στο Τείχος. Οι φρουροί μετά τους πρώτους μήνες το απαγόρευσαν και αυτό και αργότερα η Χέρτα μετακόμισε στο μακρινό Ολυμπιακό Στάδιο της πόλης.

Μαζί με άλλους ίδρυσαν ένα παράνομο κλαμπ της Χέρτα και συναντιόντουσαν κρυφά σε διαφορετικά μέρη. Πολύ συχνά κάποιος προπονητής της ομάδας ή μερικές φορές παίκτες και διοικούντες επισκέπτονταν το παράνομο φαν κλαμπ. Όταν στην Στάζι το έμαθαν αυτό, άρχισαν να ελέγχουν ακόμα περισσότερο τους προπονητές της Χέρτα που περνούσαν τα σύνορα. Ο Χέλμουτ υποστήριζε τη Χέρτα, αλλά μαζί υποστήριζε και την Μπάγερν και την εθνική της Δ. Γερμανίας και γενικότερα κάθε δυτική ομάδα. Κάθε φορά που μια δυτική ομάδα επισκεπτόταν το Ανατολικό Βερολίνο για να αντιμετωπίσει την Διναμό Βερολίνου ο Χέλμουτ ήταν εκεί. Φυσικά για να υποστηρίξει τον αντίπαλο της Διναμό, της ομάδας που κατά διαβολική σύμπτωση είχε κερδίσει 10 σερί πρωταθλήματα Ανατολικής Γερμανίας και κέρδιζε πολλά ματς στο 95′ με πέναλτι, την ομάδα της Στάζι και του καθεστώτος.

O Χέλμουτ Κλοπφλάις όμως δεν μπορούσε να δει τη Χέρτα… Σε τριάντα χρόνια κατάφερε να δει μια φορά την ομάδα και αυτή ήταν στην Πολωνία (μια που του επέτρεπαν να ταξιδεύει σε χώρες μόνο του ανατολικού μπλοκ, προφανώς για να τον προστατέψουν από τις σατανικές επιροές του Δυτικού κόσμου) κόντρα στην Λεχ Πόζναν. Για να τα καταφέρει να περάσει τα σύνορα όμως αναγκάστηκε να πάρει και την μητέρα του μαζί για να δηλώσει στους στρατιώτες ότι την πάει να δει το πατρικό της. Για πολλά χρόνια νόμιζε ότι είχε κοροϊδέψει το σύστημα, αλλά αργότερα όταν τα αρχεία της Στάζι έγιναν προσβάσιμα ανακάλυψε ότι στον φάκελό του υπήρχε και αυτό το ταξίδι: «Η οικογένεια χρησιμοποιεί όλες τις ευκαιρίες για να δει ομάδες της Μπουντεσλίγκα«. Όλη του η ζωή ήταν γραμμένη αναλυτικά στους φακέλους: «Ο Κ. με την συμπεριφορά του στον αγώνα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Βουλγαρίας με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (σ.Σ. Δυτική Γερμανία) έβλαψε σοβαρά τη διεθνή φήμη της ΛΔΓ«. Όταν το 1981 η Μπάγερν πήγε να παίξει στην Τσεχοσλοβακία, η Στάζι «πήρε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αποτρέψει την άφιξη επιβλαβών και αρνητικών στοιχείων, επικίνδυνων ατόμων και ξεπεσμένων νέων«. Ο Χέλμουτ ήταν εκεί και κινηματογράφησε τις επιθέσεις των Τσεχοσλοβάκων με γκλομπ εναντίον όσων απλά μαζεύτηκαν έξω από το ξενοδοχείο της Μπάγερν.

ηκapd-71453655

«Δεν ξέρω γιατί με θεωρούσαν εχθρό του συστήματος. Ο παππούς μου ήταν αντι-Ναζί και πάντα έλεγε πόσο φριχτή ήταν η Ανατολική Γερμανία. Ήξερα ότι η Δύση ήταν πιο πλούσια, αλλά δεν με ένοιαζε. Εγώ απλά ήθελα να μπορώ να διαβάζω ότι μου άρεσε, να βλέπω ότι μου άρεσε και να ακούω ότι μου άρεσε»

Το ταξίδι αυτό τον έφερε να ανακρίνεται από την Στάζι και να του αφαιρείται για ένα διάστημα η ταυτότητα και μαζί η δυνατότητα να ταξιδεύει. Οι ανακρίσεις και οι κρατήσεις σε κελιά έγιναν πιο συχνές. Σιγά σιγά δεν μπορούσε να βρει ούτε εισιτήρια για τους αγώνες στο Βερολίνο, καθώς δεν τον άφηναν να αγοράσει. Αυτός όμως πάντα τα κατάφερνε να πηγαίνει στους αγώνες. Σε ένα ματς της Διναμό με το Αμβούργο τα εισιτήρια δόθηκαν μόλις μια ώρα πριν το ματς σε «συντρόφους». Ο Χέλμουτ ήταν και πάλι εκεί: «Πάντα τα καταφέρναμε να μπούμε μέσα γιατί οι περισσότεροι κομμουνιστές μισούσαν το ποδόσφαιρο και μας πουλούσαν τα εισιτήρια«. Συνελήφθη ξανά το 1985 όταν και πάλι ταξίδεψε για να δει αγώνα Τσεχοσλοβακίας-Δ. Γερμανίας και να δώσει στον κόουτς Μπεκενμπάουερ ένα αρκουδάκι, σύμβολο και των δύο Βερολίνων. Στην επιστροφή τον σταμάτησαν, έψαξαν το αυτοκίνητο βγάζοντας μέχρι και τα τάσια από τις ρόδες και βρήκαν το πειστήριο του εγκλήματος. Τη φωτογραφία του με τον Φραντς. «Αφήστε με ήσυχο ή θα πάρω τον φίλο μου τον Φραντς» φώναζε ο Χέλμουτ και υπό το φόβο ενός σκανδάλου που θα γινόταν γνωστό στις δυτικές εφημερίδες, ο Κ. αφέθηκε ελεύθερος.

Η επόμενη σύλληψή του έγινε πριν το Μουντιάλ στο Μεξικό, όταν και έστειλε τηλεγράφημα για καλή τύχη στην εθνική της Δ. Γερμανίας. «Πώς τολμάς να εύχεσαι καλή τύχη στον εχθρό της Εργατικής Τάξης;» τον ρώτησαν από την Στάζι. «Το ποδόσφαιρο σε αυτή τη χώρα είναι χειρότερο και από του Λουξεμβούργου» απάντησε ο Χέλμουτ. «Μόνο 5.000 άτομα πηγαίνουν να δουν την εθνική και αναγκάζονται μετά να μεταφέρουν παιδιά με λεωφορεία για να γεμίζουν το γήπεδο». H ζωή του Χέλμουτ συνέχισε έτσι γεμάτη περιπέτειες, με το απολυταρχικό καθεστώς να είναι πάντα εναντίον του. Ο γιος του Ραλφ βγήκε ταλέντο ποδοσφαιρικά και αγωνιζόταν στη Διναμό και στην εθνική Νέων, όταν όμως υπέστη ρήξη συνδέσμων στα υποχρεωτικά στρατιωτικά γυμνάσια αρνήθηκαν να του δώσουν πρώτες βοήθειες και αργότερα να γίνει επέμβαση γιατί «ήταν εχθροί του κράτους». Ο Ραλφ δεν ξανάπαιξε μπάλα.

Το 1986 η οικογένεια Κλοπφλάις έκανε αίτηση για βίζα για να μεταναστεύσει, μια που το κράτος είχε αρχίσει να διώχνει τους αντιφρονούντες. Τρία χρόνια μετά η αίτηση έγινε δεκτή, αλλά σε καθόλου τυχαία στιγμή. Η μητέρα του Χέλμουτ ήταν ετοιμοθάνατη. Παρακάλεσε την Στάζι να μείνει μερικές μέρες ακόμα, μια που ο γιατρός έλεγε ότι είχε λίγες ώρες να ζήσει. Εκείνοι σαδιστικά αρνήθηκαν και είπαν ή τώρα ή ποτέ. Η οικογένεια αναγκάστηκε να φύγει. Πέντε μέρες αργότερα η μητέρα του πέθανε και του απαγόρευσαν να επιστρέψει για την κηδεία. Ήταν η εκδίκηση του κράτους.

Το τείχος έπεσε το Νοέμβριο του 1989. Στο επόμενο ματς υπήρχαν 59.000 άνθρωποι να δουν τη Χέρτα στη Β’ Εθνική. Όλος ο κόσμος της από το Ανατολικό Βερολίνο πήγε στο γήπεδο. Η διοίκηση της Χέρτα κάλεσε σε ένδειξη καλής πρόθεσης στο γήπεδο τους διοικούντες της Διναμό και της Ουνιόν, σχεδόν όλοι κομματικά στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος. Ο Χέλμουτ δεν μπορούσε να το πιστέψει και ένιωσε προδομένος. Οι καταπιεστές του ήταν και πάλι μπροστά του, σαν τιμώμενα πρόσωπα. Κάτι μέσα του ράγισε και παρέδωσε την κάρτα μέλους του. Στο επόμενο παιχνίδι μόλις 16.000 φίλαθλοι ήταν στο γήπεδο. Ο Χέλμουτ παρά την πικρία του συνέχισε να πηγαίνει στο γήπεδο. «Είναι η ομάδα του Βερολίνου, ακόμα κι αυτοί που δεν βλέπουν τα παιχνίδια ενημερώνονται για το αποτέλεσμα» είπε αφοπλιστικά.

kuper80752848778

Η ιστορία προέρχεται από το βιβλίο του Σάιμον Κούπερ «Football against the enemy» (υπάρχει και αμερικάνικη έκδοση όπου το λένε σόκερ) και κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα». Παρ΄ότι θεωρείται γενικά ένα από τα κορυφαία ποδοσφαιρικά βιβλία, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα. Η ιστορία του Χέλμουτ μαζί με δυο-τρεις ακόμα ήταν ό,τι άξιζε. Πολλές από τις υπόλοιπες ήταν αδιάφορες με αποτέλεσμα το βιβλίο να κάνει κοιλιά, ενώ αρκετές ήταν ήδη γνωστές. Βέβαια για να είμαι απόλυτα σωστός, όταν το βιβλίο γράφτηκε πίσω στο 1994 χωρίς πολύ ίντερνετ και μετάδοση πληροφορίας σίγουρα πολλά από όσα έγραφε ο Κούπερ θα φαινόντουσαν πολύ πιο ενδιαφέροντα και ενημερωτικά. Πάντως αν σας αρέσουν τα ποδοσφαιρικά βιβλία και θέλετε να μάθετε λίγο περισσότερο για το ποδόσφαιρο και το πώς το εκμεταλλεύονται οι πολιτικοί (από τη χούντα της Αργεντινής μέχρι τα κομμουνιστικά καθεστώτα της ΕΣΣΔ και τον Ροζέ Μιλά στο Καμερούν), τότε σίγουρα αξίζει να το διαβάσετε. Έστω και αν σας αρέσουν μόνο λίγα κεφάλαια ή αν σας την δώσει λίγο το ειρωνικό στυλάκι του Κούπερ.