Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'παγκόσμιο ποδόσφαιρο'

Αλεξάντερ Τζούριτς: Ο αθλητής πρόσφυγας

  [3 Σχόλια]

Το Ντόμποϊ είναι μια πόλη που βρίσκεται στα βόρεια της Βοσνίας, αρκετά κοντά στα σύνορα με την Κροατία. Όταν όμως ο Αλεξάνταρ Τζούριτς μεγάλωνε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η πόλη ήταν μέρος μια άλλης χώρας, της Γιουγκοσλαβίας που δεν υπάρχει πια. Ο Τζούριτς λάτρευε το ποδόσφαιρο και έπαιζε συνέχεια, πολλές φορές ξεχνώντας να πάει και στο σχολείο. Τα παιδιά ήταν όλα φτωχά, έπαιζαν στο δρόμο με πέτρες για δοκάρια, χωρισμένα σε δυο ομάδες (με μπλουζάκια και ημίγυμνα), πολύ συχνά ξυπόλητα για να μη φθείρουν τα μοναδικά παπούτσια που είχαν στην ιδιοκτησία τους. Αυτή ήταν η απλή ζωή του Άλεξ μέχρι που στα 15 του γνώρισε ένα άλλο άθλημα από τους γείτονές του. Το κανόε-καγιάκ τον συνεπήρε, ο Τζούριτς κολυμπούσε στο παγωμένο και πενταβρώμικο από το κοντινό εργοστάσιο ποτάμι που μύριζε πετρέλαιο, πολλές φορές δίπλα σε νεκρά ψάρια. Ο Τζούριτς ήταν ένας καταπληκτικός αθλητής, άρχισε προπονήσεις στο κανόε-καγιάκ, τα πήγε εξαιρετικά και στα 15 του ήταν πρωταθλητής νέων της Γιουγκοσλαβίας και ένας από τους πιο ταλαντούχους στον κόσμο, παίρνοντας την 8η θέση το 1987. Το όνειρό του ήταν να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 στη Βαρκελώνη, αλλά τα πράγματα όπως ξέρουμε δεν πήγαν καλά στη γειτονική χώρα.

Η Γιουγκοσλαβία ήταν υπό διάλυση. Το κλίμα είχε αλλάξει και αυτό ήταν εμφανές. Ακόμα πιο εμφανές για τον πιτσιρικά Τζούριτς που έκανε την υποχρεωτική θητεία του στον στρατό και καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Τζούριτς ήταν Σέρβος στην καταγωγή, αλλά μεγαλωμένος στο Ντόμποϊ με μουσουλμανική πλειοψηφία και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο φανατισμός και το μίσος μεγάλωναν συνεχώς στη χώρα. Όταν έφτασε η ώρα να πάρει βαθμό, οι ανώτεροί του τον φώναξαν και του έκαναν ερωτήσεις για το αν του αρέσει ο Πρόεδρος, ποια η γνώμη του για τους Αμερικάνους, αν συμπαθεί την αστυνομία και άλλα τέτοια. Υπήρχε και το κακό προηγούμενο με τον πατέρα του που δεν ήταν υπέρ του κομμουνισμού και για κάποια αρνητικά του σχόλια για το καθεστώς είχε πάει στη φυλακή. Ο Άλεξ όμως ήταν εξαιρετικός αθλητής και φυσικά στρατιώτης και τελικά έγινε αξιωματικός. Δεν του άρεσε όμως ο πόλεμος και δεν μπορούσε να υπακούει τυφλά σε εντολές. Σε μια αποστολή μετέφερε πυρομαχικά στη Βοσνία (καθώς άρχιζαν οι προετοιμασίες για έναν εμφύλιο) και όταν του ζητήθηκε να το ξανακάνει, αρνήθηκε. Τον συνέλαβαν, τον αποκάλεσαν δειλό, τον έδειραν και τον πέταξαν σε ένα κελί.

Ο τοπικός σύλλογος καγιάκ στη Γιουγκοσλαβία (ο Άλεξ δεύτερος από αριστερά στην κάτω σειρά)

Ο κόσμος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η χώρα πήγαινε σε εμφύλιο. Ο πατέρας του Άλεξ, ένας απλός άνθρωπος με προβλήματα αλκοολισμού που πολλές φορές όταν έπινε γινόταν βίαιος, αποφάσισε ότι τουλάχιστον ένας από τους γιους του έπρεπε να φύγει, να γλιτώσει από τον επερχόμενο πόλεμο, να κρατήσει ζωντανή την οικογένεια. Επιλέχθηκε ο μικρότερος Άλεξ που ήταν και αθλητής και πιο… αντιδραστικό στοιχείο. Στα 21 του ο Άλεξ χαιρέτισε τους δικούς του, μπήκε σε ένα φορτηγό και πέρασε κρυφά με έναν ακόμα φίλο στην Ουγγαρία. Τόσο ο πατέρας του, όσο και ο αδερφός του πολέμησαν στον εμφύλιο. Ελάχιστες οικογένειες βγήκαν αλώβητες από τον πόλεμο. Το Ντόμποϊ έγινε γνωστό αργότερα για εγκλήματα πολέμου και την εκεί σφαγή, ένα από τα πολλά δράματα του πολέμου.

Ο Τζούριτς ήταν ένας πρόσφυγας σε μια ξένη χώρα, χωρίς χρήματα, ψάχνοντας να βρει ομάδα. Κατάφερε να φτάσει μέχρι και τη Σουηδία όπου προπονήθηκε στην ΑΪΚ αλλά τελικά επέστρεψε πίσω στην Ουγγαρία. Χωρίς χαρτιά πλέον μετά και την επίσημη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Για καλή του τύχη μια οικογένεια του έδωσε στέγη, ενώ βρήκε και θέση σε μια ομάδα Β’ εθνικής. «Δεν είχα καμία επαφή με τη χώρα μου. Δεν ήξερα τι είχαν γίνει οι δικοί μου. Πάλευα για ένα συμβόλαιο, πάλευα για τη ζωή μου. Δεν μπορούσα να δείξω τα συναισθήματά μου στους συμπαίκτες μου, έπρεπε να φανώ δυνατός. Πήγαινα κάθε μέρα στην προπόνηση, γύριζα στο σπίτι, έβλεπα τις ειδήσεις και έκλαιγα

Μέσα σε όλα αυτά ήρθε η πρόταση από την Ολυμπιακή Επιτροπή της Βοσνίας να εκπροσωπήσει τη χώρα στη Βαρκελώνη το καλοκαίρι του 1992 ως αθλητής του καγιάκ. Η ΔΟΕ πρότεινε να στείλει η Βοσνία δέκα αθλητές, για να δείξει ότι όλα τα έθνη πρέπει να συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Τζούριτς ήταν όμως Σέρβος και δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να εκπροσωπήσει μια χώρα με την οποία η Σερβία βρισκόταν σε πόλεμο; «Ήταν μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις που πήρα στη ζωή μου. Καθόμουν μόνος στο δωμάτιό μου. Ήξερα ότι μπορούσα να αντιμετωπίσω τους φίλους μου. Δεν ήθελα όμως να απογοητεύσω τους γονείς μου και τον αδερφό μου

Η αποστολή της Βοσνίας το 1992 στη Βαρκελώνη

Τελικά πήρε την απόφαση με βάση όσα του είχαν μάθει οι γονείς του. «Όταν μεγάλωνα μου είπαν ότι πρέπει να σέβομαι όλους τους ανθρώπους, ακόμα και αυτούς που δεν μου φέρονται καλά. Όλοι οι φίλοι μου ήταν Βόσνιοι, ήμουν κι εγώ Βόσνιος.» Σε αυτό τον βοήθησαν και τα λόγια ενός φίλου του. «Είσαι Σέρβος, αλλά πρώτα είσαι Βόσνιος. Μπορείς να δείξεις ότι Βοσνία δεν σημαίνει απαραίτητα Μουσουλμάνος, ότι είναι μια χώρα με διαφορετικούς ανθρώπους. Έζησες όλη σου τη ζωή εκεί, την μισή κολυμπώντας στον ποταμό Μπόσνα. Αξίζεις να γίνεις Ολυμπιακός αθλητής αυτής της χώρας».

Ο Τζούριτς πήρε την απόφαση, αλλά αυτό ήταν ο μισός κόπος. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να φτάσει στη Σλοβενία για να βρει τους υπόλοιπους αθλητές. Με τον σάκο του, ένα κουπί που του είχαν κάνει δώρο και 20 δολάρια στην τσέπη ξεκίνησε. Πήρε ένα λεωφορείο, έκανε οτοστόπ σε ένα φορτηγό και σε άλλα δύο αυτοκίνητα μέχρι να καταφέρει να φτάσει στα σύνορα Αυστρίας-Ουγγαρίας. Ένας από τους οδηγούς ήταν Σέρβος και όταν έμαθε ότι ο Άλεξ θα αγωνιζόταν με τα χρώματα της Βοσνίας δεν ενθουσιάστηκε καθόλου. Στα σύνορα και χωρίς χαρτιά, οι Αυστριακοί δεν τον άφηναν να περάσει. Παραλίγο το όνειρο να σταματήσει εκεί, αλλά τελικά μετά από επικοινωνία με την αυστριακή Ολυμπιακή Επιτροπή πέρασε. Έφτασε στη Σλοβενία, ταξίδεψε με την αποστολή και αγωνίστηκε έστω και χωρίς καμία προπόνηση για σχεδόν δύο χρόνια. Ήταν μια από τις σημαντικότερες στιγμές στη ζωή του. Κατάφερε να φτάσει στην ημιτελική φάση, όπου όμως τερμάτισε 19ος και τελευταίος. Ο συνολικός χρόνος που αγωνίστηκε ήταν περίπου 4,5 λεπτά, αλλά η ταλαιπωρία άξιζε. Κανείς δεν ξέρει αν η ζωή του ήταν φυσιολογική και με προπονήσεις, τι επίδοση θα μπορούσε να είχε.

Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία μπόρεσε να έχει επικοινωνία με τους γονείς του στο τηλέφωνο, να μάθει ότι ζούσαν, να μιλήσει μαζί τους. Έστω και έτσι τους ξαναβρήκε. Μέχρι που μια μέρα πριν τα γενέθλιά του το 1993 η μητέρα του έχασε τη ζωή της. Παρ’ ότι υπήρχε τυπικά εκεχειρία, στην πράξη οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν. Κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών από τους Μουσουλμάνους, ένα βλήμα έσκασε στο σπίτι της οικογένειας Τζούριτς. Η μητέρα του σκοτώθηκε στον κήπο και ο πατέρας του τραυματίστηκε. Ο Άλεξ δεν μπόρεσε να πάρει άδεια από την ουγγρική κυβέρνηση να ταξιδέψει στη Βοσνία για την κηδεία, δεν ξαναείδε την μητέρα του ποτέ μετά εκείνο το βράδυ που μπήκε στο φορτηγό για τα σύνορα. Για μήνες έκλαιγε καθημερινά και μόνη διέξοδος ήταν το ποδόσφαιρο. Παίζοντας μπάλα κατάφερνε να ξεχνιέται. Η καριέρα του τον ταξίδεψε σε διάφορα μέρη. Αυστραλία, Κίνα και ξανά Αυστραλία.

Ο Τζούριτς επιτελεί μεγάλο φιλανθρωπικό έργο, ενώ έχει υιοθετήσει και ένα παιδάκι από ίδρυμα

Παρ’ ότι πήρε την υπηκοότητα δεν κατάφερε να παίξει στην εθνική της Αυστραλίας όπως ήθελε. Πήγε τελικά στη Σιγκαπούρη, σε μια χώρα πολύ πίσω ποδοσφαιρικά, αλλά με καλές συνθήκες. Εκεί, εξαιτίας της κορμοστασιάς του, ο προπονητής τον μετέτρεψε στα 29 του σε επιθετικό, ενώ αγωνιζόταν πάντα ως χαφ ή αριστερό μπακ. Στη Σιγκαπούρη λατρεύτηκε, έγινε από τους πιο σημαντικούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Κατέκτησε οχτώ πρωταθλήματα και τρία κύπελλα με διάφορες ομάδες, όπως και τίτλους πολυτιμότερου παίκτη. Το 2000 επέστρεψε για πρώτη φορά στην πατρίδα του. Ο πατέρας του είχε καρκίνο και ήταν ετοιμοθάνατος. Ο Άλεξ γύρισε στο σπίτι του και αυτή τη φορά πρόλαβε να μιλήσει μαζί του λίγο πριν πεθάνει. Να λύσουν διαφορές, να συμφιλιωθούν για τα παιδικά χρόνια, να θυμηθούν την μητέρα του.

Ένα μικρό αφιέρωμα στον Τζούριτς από το FourFourTwo

Παρά την προχωρημένη αθλητικά ηλικία του, ο Τζούριτς συνέχισε να παίζει μπάλα σε υψηλό (για τα δεδομένα της Σιγκαπούρης) επίπεδο. Την στιγμή που οι ντόπιοι έβγαιναν έξω και ξενυχτούσαν, αυτός σηκωνόταν στις έξι το πρωί και έκανε μόνος του προπόνηση τρέχοντας και κάνοντας ασκήσεις. Πήγαινε τα παιδιά του με το ποδήλατο στο σχολείο και το απόγευμα ξανά ατομική προπόνηση. Κοιμόταν από τις 10 το βράδυ, πρόσεχε τι έτρωγε. Έβαζε κάτω σε αντοχή ποδοσφαιριστές με τα μισά του χρόνια σχεδόν. Η Σιγκαπούρη του άρεσε γιατί είχε πολυεθνικό χαρακτήρα. Μεγαλωμένος σε ένα τέτοιο περιβάλλον στη Βοσνία, ποτέ του δεν ξεχώριζε ανθρώπους για την εθνικότητα ή τη θρησκεία τους. Άνθρωποι άλλης θρησκείας ήταν υπεύθυνοι για το χαμό της μητέρας του, αλλά ο Τζούριτς δεν ένιωσε ποτέ μίσος.

Στα 29 έγινε επιθετικός, στα 37 διεθνής (και σκόρερ δύο γκολ)

Ο Τζούριτς είχε το απωθημένο να παίξει στην εκεί εθνική. Δυο φορές έκανε αίτηση για υπηκοότητα και δυο φορές δεν έγινε αποδεκτή, όταν την τρίτη φορά τα κατάφερε είχε φτάσει πλέον 37 ετών. Παρ’ όλα αυτά η αξία του δεν έμενε απαρατήρητη. Κλήθηκε στην εθνική της Σιγκαπούρης και έγινε ο πρώτος μη γηγενής που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της. Το ντεμπούτο το 2007 απέναντι στο Τατζικιστάν ήταν ονειρικό, καθώς σκόραρε και τα δύο γκολ της νίκης με 2-0. Σε 53 συμμετοχές σκόραρε 24 φορές και μαζί της κατέκτησε το AFF Cup, το κύπελλο των ομάδων της νοτιοανατολικής Ασίας σε ηλικία 42 ετών, σκοράροντας μάλιστα μέσα στην Μαλαισία στον τελικό. Έπαιξε μπάλα για ακόμα δύο χρόνια και στα 44 του εγκατέλειψε την ενεργό δράση σκοράροντας πάνω από 300 φορές για 16 διαφορετικούς συλλόγους και μέχρι την στιγμή εκείνη ο πρώτος στο κόσμο εν ενεργεία σκόρερ σε ένα πρωτάθλημα. Η αθλητική του πορεία από τα δύσκολα χρόνια στη Γιουγκοσλαβία, τον στρατό, τη φυγή του, μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την λατρεία που γνώρισε σε μια εξωτική γι’ αυτόν χώρα έλαβε τέλος. Μετά το τέλος της καριέρας του προσπαθεί να βοηθάει παιδιά και συμμετέχει σε διάφορες φιλανθρωπίες. Δεν ξεχνά ποτέ τα δικά του παιδικά χρόνια και όσα έζησε με τη διάλυση μιας χώρας.

Κάποιοι ποδοσφαιριστές βγάζουν αυτοβιογραφία στα 24 τους. Κανείς δεν έζησε τη ζωή του Τζούριτς.

Πηγές:
The Olympians
Red Sports

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντιντιέ Ντρογκμπά

  [2 Σχόλια]

8 Οκτωβρίου 2005. Η Ακτή Ελεφαντοστού φιλοξενείται στο Σουδάν για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών του Μουντιάλ της Γερμανίας. Οι φιλοξενούμενοι θέλουν οπωσδήποτε τη νίκη για να τερματίσουν πρώτοι στον όμιλο τους και να πάρουν την πρόκριση απ’ευθείας. Οι παίκτες του, γνωστού μας από το πέρασμα του από τον Άρη, Ανρί Μισέλ, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίδρασης στους αδιάφορους γηπεδούχους και καθαρίζουν το ματς από τα μισά του δευτέρου ημιχρόνου. Το παιχνίδι λήγει τελικά 1-3, η εθνική ομάδα της Ακτής Ελεφαντοστού προκρίνεται για πρώτη φορά σ’ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι κάτοικοι της Ακτής ξεχύνονται στους δρόμους να πανηγυρίσουν. Είναι η πρώτη μεγάλη χαρά που παίρνουν μετά από πολλά χρόνια. Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση εμφυλίου από το 2002, όταν οι αντάρτες κατέλαβαν το βόρειο μέρος της χώρας. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένοπλες συγκρούσεις σε διάφορα σημεία της χώρας, η οποία ουσιαστικά πλέον ήταν χωρισμένη στη μέση, αναγκάζοντας όσους θέλουν να μεταβούν από το το νότο στο βορρά, ή το αντίστροφο, να περνάνε από δυο σημεία ελέγχου. Οι δυο πλευρές αδυνατούσαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση, οι εντάσεις συνεχιζόταν σε διάφορα σημεία της χώρας και οι εκλογές πήγαιναν από αναβολή σε αναβολή.

Πίσω στο Σουδάν, στα αποδυτήρια έχει στηθεί το αναμενόμενο πανηγύρι. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο μπαίνει για να πάρει τις πρώτες δηλώσεις από τους πρωταγωνιστές που χοροπηδάνε, τραγουδάνε και μπουγελώνονται. Κάποια στιγμή ο 27χρονος επιθετικός Ντιντιέ Ντρογκμπά παίρνει το μικρόφωνο, ζητάει από τους υπόλοιπους να κάνουν ησυχία και ξεκινάει να μιλάει στην κάμερα:

«Άντρες και γυναίκες της Ακτής Ελεφαντοστού, από το βορρά, το νότο, το κέντρο και τη δύση. Αποδείξαμε σήμερα ότι όλοι οι Ιβοριανοί μπορούμε να συνυπάρξουμε και να παίξουμε μαζί για ένα κοινό σκοπό, να προκριθούμε στο Μουντιάλ. Υποσχεθήκαμε ότι οι πανηγυρισμοί θα ενώσουν τον κόσμο. Σήμερα σας ικετεύουμε πέφτοντας στα γόνατα…»

Σ’αυτό το σημείο όλη η ομάδα γονατίζει μπροστά στην κάμερα και ο Ντρογκμπα συνεχίζει:

«Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Μια χώρα της Αφρικής με τόσο πλούτο δεν πρέπει να χαραμίζεται πολεμώντας. Σας παρακαλώ, αφήστε τα όπλα σας και κάντε εκλογές. Όλα θα είναι καλύτερα…»

Η έκκληση μοιάζει και ακούγεται λίγο παιδική αλλά το μομέντουμ και ο άνθρωπος που την κάνει της δίνουν μια ασύλληπτη δυναμική που πιθανόν κανείς εκτός Αφρικής δεν μπορεί να αντιληφθεί. Οι Ιβοριανοί αγαπάνε το ποδόσφαιρο (όταν παίζει η εθνική όλη η χώρα βρίσκεται μπροστά από μια τηλεόραση) και λατρεύουν τον Ντρογκμπά, που εκτός από ηγέτης της εθνικής είναι ήδη και παγκόσμιος σούπερ σταρ, σαν πρωταθλητής Αγγλίας με την Τσέλσι. Η φάτσα του βρίσκεται σχεδόν σε κάθε γειτονιά της χώρας, είτε σε αφίσα, είτε σε τοιχογραφία, είτε σε κάποια διαφήμιση. Το ποδόσφαιρο μπορεί για κάποιους να είναι 22 τύποι που κυνηγάνε μια μπάλα αλλά ο συγκεκριμένος τύπος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι ο πιο αγαπητός και αποδεκτός άνθρωπος μιας χώρας 22 εκατομμυρίων κατοίκων που υποφέρει από διχόνοια και εμφύλιο μίσος.

«Όταν είδα τον Ντρογκμπά να βγάζει αυτόν τον λόγο στην τηλεόραση συγκινήθηκα» δήλωσε λίγα χρόνια μετά ο Κριστόφ Ντικέτ, ένα από τα ανώτατα στελέχη της ΠΟ της Ακτής. «Δίπλα μου η γυναικά μου έκλαιγε. Οι άνθρωποι στην τηλεόραση έκλαιγαν. Αυτό που έγινε δεν θα μπορούσε να γίνει από κανέναν άλλον. Μόνο από τον Ντρογκμπά. Είναι αυτός που ουσιαστικά μας θεράπευσε από τον πόλεμο». Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου αθλητισμού: «Εμείς οι πολιτικοί πήγαμε στα καλύτερα πανεπιστήμια και θεωρούμαστε οι μορφωμένοι, οι υποτιθέμενοι ηγέτες της χώρας. Κι όμως στο θέμα της επίτευξης ειρήνης αποτύχαμε. Μια ομάδα παικτών κατάφερε να μας ενώσει. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά εμφανίστηκε από το πουθενά και έγινε ήρωας για όλους μας».

Η χαρά της πρόκρισης, το μήνυμα του Ντρογκμπά και η εικόνα των αγκαλιασμένων παικτών της εθνικής που προερχόταν από διαφορετικά σημεία της χώρας (κάποιοι εξ αυτών και από το βόρειο τμήμα που κατείχαν οι αντάρτες) ‘ανάγκασε’ τους ηγέτες των δυο αντιμαχόμενων πλευρών να αρχίσουν ξανά νέο κύκλο επαφών και διαβουλεύσεων για την ανεύρεση μιας ειρηνικής λύσης. Οι ένοπλες συγκρούσεις σταμάτησαν και ακολούθησαν δυο χρόνια όπου ο εμφύλιος συνεχιζόταν μεν αλλά κυρίως σε διπλωματικό επίπεδο. Τότε ο Ντρογκμπά βρήκε την ευκαιρία να βγει ξανά μπροστά.

Στις 3 Ιουνίου του 2007 η Ακτή υποδεχόταν τη Μαδαγασκάρη για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής. Ο Ιβοριανός επιθετικός, του οποίου η φήμη και η δύναμη είχαν μεγαλώσει κι άλλο χάρη στις συνεχιζόμενες επιτυχίες του εντός γηπέδων (νέοι τίτλοι με Τσέλσι, ‘Καλύτερος Αφρικανός παίκτης για το 2006, νίκες και γκολ με την καλύτερη φουρνιά παικτών που είδε ποτέ η εθνική της Ακτής), προσέγγισε τον πρόεδρο της χώρας και του ζήτησε να αλλάξει η έδρα διεξαγωγής του αγώνα και αντί για την πρωτεύουσα να γίνει στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, το Μπουακέ, που βρισκόταν στα εδάφη που κατείχαν οι αντάρτες.

(Ο Ντρογκμπά είχε ήδη κάνει μια εξίσου σημαντική και συμβολική επίσκεψη στο Μπουακέ λίγους μήνες πριν, όταν βρέθηκε στην πόλη για να γιορτάσει εκεί την ανάδειξη του σαν καλύτερος Αφρικανός παίκτης της χρονιάς. «Ήρθα εδώ για να δείξω ότι αυτή η Χρυσή Μπάλα ανήκει σε όλη την Ακτή Ελεφαντοστού» ανέφερε στην ομιλία του πριν κάνει μια νέα έκκληση για ειρήνη, εν μέσω αποθέωσης από τους κατοίκους της πόλης που στο πρόσωπο του έβλεπαν έναν ουδέτερο που το μόνο που ήθελε ήταν να τα βρούνε οι δυο πλευρές. «Πάνω απ’όλα είμαι ένας απ’αυτούς» όπως έχει πει και ο ίδιος.)

Η πρόταση του για αλλαγή έδρας εισακούστηκε και έτσι για πρώτη φορά η εθνική ομάδα έπαιξε στο βόρειο κομμάτι της χώρας, σε ένα κατάμεστο γήπεδο (που με αφορμή τον συγκεκριμένο αγώνα ανακαινίστηκε με λεφτά της κυβέρνησης), στα επίσημα του οποίου βρισκόταν μέλη των ηγεσιών και των δυο πλευρών. Για πρώτη φορά μετά από πέντε πολύ δύσκολα χρόνια η Ακτή Ελεφαντοστού ήταν ουσιαστικά ενωμένη, χάρη σ’ένα από τα λίγα πράγματα που τα χρόνια του εμφυλίου την κρατούσαν ενωμένη: το ποδόσφαιρο. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά είχε πετύχει το στόχο του: «Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που μου έχει συμβεί. Ήταν κάτι παραπάνω από μπάλα πλέον. To να βλέπεις τους αρχηγούς και των δυο πλευρών να τραγουδάνε δίπλα-δίπλα τον εθνικό ύμνο είναι πολύ ξεχωριστό. Ένιωσα ότι η Ακτή Ελεφαντοστού σήμερα ξαναγεννήθηκε. Όλο αυτό δείχνει πως το ποδόσφαιρο μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους».

Το – εξίσου – σημαντικό είναι ότι πέτυχε τον στόχο του χωρίς ποτέ η επιτυχία αυτή να επηρεάσει ιδιαίτερα την συλλογική του καριέρα ή την εικόνα του στην Ευρώπη. Η εμπλοκή του στα δρώμενα της χώρας του δεν κέρδισε καμία ιδιαίτερη προβολή στον ευρωπαϊκό Τύπο και όταν μετά από χρόνια ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε σχετικά, ο Ντρογκμπά αρκέστηκε να σχολιάσει: «Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω οτιδήποτε σε οποιονδήποτε για το ποιος είμαι στην Αφρική».

Δέκα χρόνια (και έναν δεύτερο – ευτυχώς – πολύ μικρότερο εμφύλιο) μετά, ο 39χρονος Ντρογκμπά, αν και συνεχίζει να παίζει μπάλα στις ΗΠΑ, έχει αποσυρθεί από την εθνική ομάδα. Στην περίοδο αυτή κατέκτησε μερικά ακόμα τρόπαια, κέρδισε κάμποσες ατομικές διακρίσεις και βραβεία, καθόρισε έναν τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, έπαιξε σε δυο ακόμα Μουντιάλ, έγινε πρώτος σκόρερ της εθνικής και έφτασε δυο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής. Αναμφίβολα όμως, το μεγαλύτερο κατόρθωμα της σπουδαίας καριέρας του ήταν, είναι και θα παραμείνει για πάντα το ότι βοήθησε σημαντικά στο να ενωθεί ένας διχασμένος λαός.

Η Ημέρα του Κάρλος Βαλντεράμα

  [Καθόλου σχόλια]

Παρά τις διάφορες προσπάθειες ώστε το ποδόσφαιρο να γίνει δημοφιλές στις ΗΠΑ, τα παλιότερα πρωταθλήματα ήταν αποτυχημένα (συχνά με εξαιρετικά γραφικές στιγμές όπως θυμόμαστε) και η μπαλίτσα παρέμενε το άθλημα των μικρών κοριτσιών και των μαμάδων με το station wagon. Στη δεκαετία του ’90 και με το Μουντιάλ του 1994 να γίνεται σε διάφορα μέρη της χώρας, μια ακόμα προσπάθεια έλαβε χώρα ώστε το πιο δημοφιλές άθλημα του πλανήτη να ριζώσει και στις ΗΠΑ. Το MLS (Major League Soccer) άρχισε σιγά σιγά να φτιάχνεται παρέα με το Μουντιάλ και παρ’ ότι ο στόχος ήταν να ξεκινήσει το 1995, αυτό έγινε ένα χρόνο αργότερα.

Δέκα ομάδες, χωρισμένες σε δύο περιφέρειες, αγωνίστηκαν για 32 ολόκληρα ματς και όλα αυτά για να προκριθούν στα πλέι-οφ οι οκτώ και να αποκλειστούν μόλις δύο, με ένα σύστημα με τρεις βαθμούς στη νίκη και μηδέν στην ήττα. Και αν ρωτάτε για την ισοπαλία, είστε αδιαβάστοι και πρέπει να δείτε εδώ πρώτα. Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα από τα αστέρια εκείνης της σεζόν, σε μια λίγκα που είχε πολλά από τα καλά ονόματα της εθνικής των ΗΠΑ (όπως ο ΜακΜπράιντ, ο Γουινάλντα και ο Μπαλμπόα), αλλά και ορισμένους Λατίνους για να προσελκύσει αντίστοιχο κοινό στα γήπεδα. Έτσι, ο αγαπημένος Χόρχε Κάμπος, ο υπερ-αγαπημένος και υποτιμημένος Μάρκο Ετσεβερί και φυσικά ο Κάρλος Βαλντεράμα στα 35 του αποτέλεσαν τις ατραξιόν της πρώτης σεζόν στην ιστορία του MLS.

Δώσε στον Αμερικάνο κάτι τζάμπα και πάρ’ του την ψυχή

Τα πράγματα όμως δεν πήγαιναν και τόσο καλά, οι θεατές ήταν μεν αρκετοί (για τα ελληνικά δεδομένα) αλλά όχι αυτό που περίμεναν οι διοργανωτές που όλα τα αναγάγουν σε χρήματα και έτσι σε κάποιο γραφείο, κάποιοι άσχετοι με το άθλημα, μαζεύτηκαν για να βρουν λύσεις. Τότε κάποιος προφανώς θα ρώτησε: «Ποιος είναι ο πιο αναγνωρίσιμος παίκτης;», ένας άλλος θα απάντησε: «εκείνος ο Κολομβιανός με το περίεργο μαλλί» και έτσι όλα πήραν το δρόμο τους.

Στις 18 Ιουλίου λοιπόν, η Τάμπα Μπέι Μιούτινι (σαναλέμε ανταρσία της Τάμπα Μπέι), μια ομάδα αρκετά καλή μεν, αλλά με λίγο κόσμο, ανακοίνωσε το μεγάλο event που θα γινόταν στο ματς απέναντι στους Κάνσας Σίτι Γουίζαρντς. Θα διοργάνωνε την «Ημέρα του Κάρλος Βαλντεράμα», για να τιμηθεί ο τεράστιος ποδοσφαιριστής που αγωνιζόταν στο σύλλογο. Τα εισιτήρια του αγώνα θα ήταν μισοτιμής και παράλληλα, κάθε φίλαθλος από τους πρώτους χίλιους θα έπαιρνε ως δώρο μια κατάξανθη περούκα που θα φορούσε για να τιμήσει τον «Ελ Πίμπε» και δικαίωμα σε παραπάνω φαγητό. Ναι, δεν κάνουμε πλάκα. Και η γραφικότητα δεν τελείωσε εδώ.

Το πρόσωπο του Νο12 τα λέει όλα

Οι διοργανωτές ανάγκασαν τους παίκτες και των δύο ομάδων, να φορέσουν τις περούκες κατά την είσοδό τους στον αγώνα και την ανάκρουση του εθνικού ύμνου, ενώ οι αναπληρωματικοί στους πάγκους φορούσαν τις περούκες σε όλη τη διάρκεια του αγώνα (και από όσα ξέρω, η Τάμπα στη Φλόριδα πρέπει να την έχει τη ζεστούλα της τον Ιούλιο). Την ίδια περούκα φορούσε (και έδινε οδηγίες με αυτή) και ο προπονητής του Κάνσας, κατά τη διάρκεια του αγώνα. Ο Κάρλος που το έχει η μοίρα του να ζει γραφικά παιχνίδια, αλλά και να κάνει κι ο ίδιος διάφορες τρέλες (για καλό σκοπό) δεν πτοήθηκε από τη γραφικότητα του εγχειρήματος.

Το ματς ήταν μια γιορτή του ποδοσφαίρου (δεν έχω ιδέα, έτσι το είπα) που έληξε με 3-2 υπέρ των γηπεδούχων. Οι Τάμπα Μπέι παρά το ελάχιστο ενδιαφέρον του κοινού της Τάμπα, έκαναν αξιόλογη πορεία βγαίνοντας 1οι στην περιφέρεια της Ανατολής, αλλά και στη συνολική βαθμολογία. Το πλεονέκτημα της έδρας πάντως δεν ήταν και τόσο ισχυρό και όλοι οι κόποι της χρονιάς χάθηκαν στους τελικούς της Ανατολής, όταν ηττήθηκαν δυο φορές από τη D.C. Γιουνάιτεντ.

Δεν διαλέγεις τους γονείς σου…

Ο Βαλντεράμα πάντως, βγήκε MVP της σεζόν, καθώς παρά τα 35 του χρόνια μπορούσε ακόμα να κάνει τη διαφορά. Έπαιξε μέχρι το 2002 και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν στις ΗΠΑ, ειδικά σε εκείνες τις εποχές των πρώτων ετών που η αδιαφορία του κοινού ήταν σημαντική σε αντίθεση με τώρα. Αρκετά πιο αργός, χρειαζόταν μόνο να βγάλει πολύ μικρό ποσοστό του ταλέντου του πάνω στο χορτάρι για να έχει πάνω από 100 ασίστ συνολικά απέναντι σε αρκετούς τσουρουκάδες αντιπάλους. Οι Τάμπα Μπέι από την άλλη, άντεξαν μόλις πέντε χρόνια και μετά λόγω χαμηλών εσόδων κόπηκαν από την λίγκα και διαλύθηκαν.

Το πρωτάθλημα στο οποίο οι σκόρερς είναι πραγματικοί φονιάδες

  [2 Σχόλια]

Λογικά δεν το ξέρετε αλλά το 2016 η Λίβερπουλ κατέκτησε τον τίτλο. Για να καταφέρει να σηκώσει την κούπα, στον τελικό επικράτησε της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 1-0. Το μοναδικό γκολ πέτυχε ο φονιάς Μπένον Λουγίμα, ο οποίος στον ημιτελικό είχε κάνει χατ-τρικ, παρά το γεγονός ότι παίζει ξυπόλητος (όπως ακριβώς κάποιοι συμπατριώτες του αρκετές δεκαετίες πριν). Η λέξη φονιάς στην προηγούμενη πρόταση δεν είναι κάποια κλασική δημοσιογραφική μεταφορά, που συνοδεύει συνήθως τους γκολτζήδες. Ο Μπένον εκτίει στη Λουζίρα ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.

Η φυλακή Λουζίρα βρίσκεται στην πρωτεύουσα Καμπάλα και είναι η μόνη φυλακή υψίστης ασφαλείας που έχει η Ουγκάντα. Μέσα σ’αυτήν μπορεί κανείς να βρει όλων των ειδών τα «λουλούδια» της χώρας. Από δολοφόνους, βιαστές και απαγωγείς, μέχρι αθώους ανθρώπους που έχουν συλληφθεί αλλά δεν έχουν καταδικαστεί και απλά περιμένουν τη δίκη τους, η οποία αρκετές φορές καθυστερεί να γίνει ακόμα και μερικά χρόνια.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Λουζίρα εντοπίζεται στους… αριθμούς. Το κτίριο σχεδιάστηκε για να φιλοξενήσει 500 κρατούμενους αλλά οι τελευταίες καταμετρήσεις βγάζουν πως οι έγκλειστοι είναι περίπου 3500! Αν σ’αυτό προστεθεί και το γεγονός ότι για τη φύλαξη τους υπάρχουν μόλις 100 δεσμοφύλακες, καταλαβαίνει κανείς ότι η ισορροπία εντός της φυλακής κρέμεται συνεχώς από μια κλωστή. Το 1993 οι φυλακισμένοι ξεσηκώθηκαν και η κατάσταση ξέφυγε τόσο που αναγκάστηκε να επέμβει ο στρατός, μια εξέγερση που άφησε πίσω της 2 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες.

Το 1999 όμως όλα άλλαξαν, όταν ανέλαβε επίτροπος της Υπηρεσίας Φυλακών ο Τζόζεφ Ετίμα, που εξ αρχής δοκίμασε μια νέα, πιο προοδευτική, προσέγγιση στο θέμα. Η φυλακή άνοιξε τις πόρτες της στον έξω κόσμο, επιτρέποντας σε διάφορες οργανώσεις και ιδρύματα (ανάμεσα τους ο ‘Ερυθρός Σταυρός’, η εκκλησία και πανεπιστήμια) να εμπλακούν στη φροντίδα των φυλακισμένων. Η αλλαγή ήταν θεαματική. Από επίκεντρο ταραχών η Λουζίρα έγινε μια από τις πιο προοδευτικές φυλακές της Αφρικής, με καθημερινά σχολεία που προσφέρουν σε όλους τους κρατούμενους από βασική εκπαίδευση και εργαστηριακά μαθήματα (ραπτική και ξυλουργική) μέχρι και πτυχίο, σε συνεργασία με τα τοπικά πανεπιστήμια. Κάπως έτσι, το ποσοστό υποτροπής των ανθρώπων που αποφυλακίζονται από εκεί είναι ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο.

Ανάμεσα στις διάφορες καθημερινές δραστηριότητες των φυλακισμένων (που ουσιαστικά λειτουργούν τη φυλακή μόνοι τους, σαν ένα μικρό χωριό, έχοντας οργανώσει ένα ολόκληρο δίκτυο παραγωγής και διανομής του φαγητού και των ειδών πρώτης ανάγκης), υπάρχει μια που ξεχωρίζει: το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Η ύπαρξη ενός τόσο οργανωμένου και πειθαρχημένου πρωταθλήματος μέσα σε μια φυλακή τέτοιου είδους είναι τόσο εντυπωσιακή που τα τελευταία χρόνια δημοσιογράφοι από διάφορα μέρη του κόσμου έχουν επισκεφτεί τη Λουζίρα, απλά και μόνο για να μελετήσουν αυτό το ιδιαίτερο εγχείρημα.

Όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες φυλακές του κόσμου, οι φυλακισμένοι έπαιζαν μπάλα στην αυλή εδώ και δεκαετίες. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όμως το 2003, όταν δημιουργήθηκε η UPSA, δηλαδή η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της φυλακής! Και κάπου εδώ ξεκινάνε τα ωραία. Δουλειά των μελών της UPSA (τα οποία βγαίνουν με εκλογές κάθε χρόνο και πρόεδρος τους αυτή την εποχή είναι ένας πρώην αστυνομικός που είναι μέσα για ανθρωποκτονία) είναι η οργάνωση και επίβλεψη του πρωταθλήματος, ο ορισμός διαιτητών, ο έλεγχος για την τήρηση των κανονισμών (υπάρχει ένα 30σελιδο τετράδιο στο οποίο είναι καθαρογραμμένοι) και η εύρεση εξωτερικών χορηγών που παρέχουν τα τρόπαια, τις μπάλες και ό,τι άλλο χρειάζεται ένα σωστό τουρνουά.

Αυτή τη στιγμή στη Λουζίρα υπάρχουν 10 επίσημα καταγεγραμμένες ομάδες, κάθε μια με τους οπαδούς της, με το καταστατικό της, τον πρόεδρο, τον προπονητή, έναν γραμματέα, ένα λογιστή και ένα ρόστερ που απαρτίζεται από 16 έως 25 παίκτες. Βλέποντας κανείς τα ονόματα τους (Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ, Λίβερπουλ, Άρσεναλ, Τσέλσι, Άστον Βίλα, Έβερτον, Νιούκαστλ, Μπαρτσελόνα, Γιουβέντους και Αμβούργο) αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αγαπάνε οι Αφρικανοί το αγγλικό ποδόσφαιρο, που μπήκε στα σπίτια τους χάρη στη δορυφορική τηλεόραση στις αρχές των 00s.

Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Γκόλντμπαλτ, της Γκάρντιαν, που επισκέφτηκε τη φυλακή πριν τρία χρόνια, 9 στους 10 φυλακισμένους υποστηρίζουν μια ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ, ενώ σχεδόν όλοι οι φρουροί είναι οπαδοί της Άρσεναλ (λογική απόρροια της επιτυχίας της ομάδας των «Invincibles» που είχε φτιάξει ο Βενγκέρ την προηγούμενη δεκαετία). Όπως θυμάται ο δημοσιογράφος: «Όσο ήμουν εκεί, κάθε μέρα με ακολουθούσε ένας νεαρός κρατούμενος με παρατσούκλι ‘Λευκός Άγγελος’, που ήθελε συνέχεια να συζητήσουμε τα τελευταία νέα της Άρσεναλ και της Τότεναμ, κάνοντας ερωτήσεις όπως: ‘Πιστεύεις ότι η μεταγραφή του Σολδάδο ήταν πεταμένα λεφτά;'»

Η ιστορία και τα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας παρουσιάζουν κι αυτά ενδιαφέρον. Η Λίβερπουλ, που είναι η πιο παλιά ομάδα στη φυλακή, δημιουργήθηκε κάπου στο 2000 από μια παρέα πρώην στρατιωτικών που το είχαν γυρίσει σε ένοπλες ληστείες. Χάρη στα λάφυρα που είχαν μαζέψει από αυτές, είχαν τη δυνατότητα εξ αρχής να αγοράζουν τους καλύτερους παίκτες, κάνοντας τους ‘κόκκινους’ μια από τις πιο δυνατές ομάδες της Λουζίρα. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ απ’την άλλη, ξεκίνησε ως ομάδα των περιθωριοποιημένων κρατούμενων, που συνήθως προέρχονταν από αγροτικές περιοχές.

Η Άστον Βίλα ξεκίνησε ως «Kitchen FC» (προφανώς γιατί ήταν η ομάδα των κρατούμενων που εργαζόταν στην κουζίνα της φυλακής), μετονομάστηκε σύντομα σε «Γερμανία» και τελικά κατέληξε στο σημερινό της όνομα όταν οι άνθρωποι της ανακάλυψαν ότι ελάχιστοι συμπαθούσαν τους Γερμανούς. Το Αμβούργο ξεκίνησε με το όνομα «Police FC», από κρατούμενους που ήταν πρώην αστυνομικοί, μετά έγινε Λιντς και όταν η ιστορική ομάδα πήρε την κάτω βόλτα και εξαφανίστηκε από την Πρέμιερ Λιγκ και τις τηλεοράσεις των κατοίκων της Ουγκάντα, απέκτησε το σημερινό της όνομα – αν και κάποιοι ρομαντικοί οπαδοί της εξακολουθούν να την αποκαλούν Λιντς. Οι άτυπες συνεργασίες μεταξύ των ομάδων δεν λείπουν κι έτσι το Αμβούργο θεωρείται «feeder club» της Γιουνάιτεντ και η Νιούκαστλ συνηθίζει να τροφοδοτεί με ταλέντα τη Λίβερπουλ.

Οι αντίπαλοι του τελικού του 2016, Λίβερπουλ και Γιουνάιτεντ, είναι κι αυτοί με τους περισσότερους οπαδούς. Και όπως συμβαίνει και στο κανονικό ποδόσφαιρο, οι οπαδοί είναι σημαντικοί και στη φυλακή. Εκτός από την αναμενόμενη υποστήριξη την ώρα των αγώνων, οι οπαδοί-κρατούμενοι προσφέρουν στην ομάδα με διάφορους τρόπους: Επιδιορθώνουν τα παπούτσια, βοηθάνε τους τραυματίες, φροντίζουν τις στολές και, το πιο σημαντικό όλων, χαρίζουν υλικά αγαθά και τρόφιμα στην ομάδα την περίοδο των μεταγραφών (το πρωτάθλημα είναι τόσο οργανωμένο που, όπως ακριβώς και η ΦΙΦΑ, έχει δυο περιόδους μεταγραφών) για να μπορέσει να προσελκύσει τους καλούς παίκτες.

Όπως καταλάβατε, λεφτά δεν υπάρχουν στο πρωτάθλημα αυτό. Οι παίκτες συνήθως δελεάζονται με εξτρά τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης ή άλλα αντικείμενα που μπορεί να τους φανούν χρήσιμα σε μια φυλακή και η UPSA είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο των μεταγραφών, ώστε να μην υπάρχουν εκβιασμοί και προτάσεις κάτω από το τραπέζι. Η ομάδα που κατακτάει τον τίτλο, εκτός από μια μικρή συμβολική κούπα, κερδίζει και πολύτιμα αγαθά για τα μέλη της: Από σαπούνια, οδοντόβουρτσες, ζάχαρη, ρύζι και τετράδια μέχρι μια ζωντανή κατσίκα!

Αν κάποιος δεν έχει εντυπωσιαστεί ήδη με όλη αυτή την περιγραφή, μπορεί να αναζητήσει και το 25λεπτο ντοκιμαντέρ του Vice (για την ώρα υπάρχει στο youtube αλλά σε χάλια ποιότητα), που είναι γεμάτο με ωραία πλάνα από τους ημιτελικούς και τον τελικό του 2016, πλάνα που τα βλέπεις και πιάνεις συνέχεια τον εαυτό σου να αναρωτιέται «πώς γίνεται να υπάρχει αυτό το πρωτάθλημα σε αυτό το μέρος».

Βλέποντας εικόνες από τα παιχνίδια μπορεί κάποιος να επιβεβαιώσει και την διαπίστωση των δημοσιογράφων που επισκέφτηκαν τη φυλακή, ότι το επίπεδο αρκετών παικτών είναι αναπάντεχα υψηλό, δεδομένων πάντα των συνθηκών. Επίσης, εντύπωση προκαλεί η έλλειψη εντάσεων και λογομαχιών, είτε μέσα στο γήπεδο, είτε γύρω απ’αυτό, κάτι που δεν περιμένεις να δεις σε ένα μέρος όπου συνωστίζονται εκατοντάδες εγκληματίες, αρκετοί εκ των οποίων βρίσκονται εκεί για φόνο. Ο σεβασμός για το παιχνίδι είναι τόσο μεγάλος που η συμπεριφορά όλων είναι άψογη. Για την ακρίβεια, είναι τόσο υποδειγματική που ακόμα και οι ελάχιστοι φύλακες την ώρα των αγώνων αφοσιώνονται στο ματς. Εντός των τεσσάρων γραμμών, η κόκκινη κάρτα τιμωρείται με 2 μήνες εκτός αγώνων, μια τιμωρία που κανένας δεν θέλει να υποστεί.

Το μικρό ντοκιμαντέρ κλείνει με μια εκπληκτική σκηνή που οι παίκτες και οι οπαδοί της νικήτριας Λίβερπουλ χοροπηδάνε και χορεύουν ευτυχισμένοι μέσα στις λάσπες, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του τίτλου υπό καταρρακτώδη βροχή, υπενθυμίζοντας μας για πολλοστή φορά πως όσο κι αν έχει εξελιχθεί και μεταλλαχθεί με τα χρόνια, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα όμορφο και απλό παιχνίδι που σε κάνει να ξεχνάς τα προβλήματα σου και την τραγική πραγματικότητα. Ακόμα κι αν είσαι έγκλειστος σε μια άθλια φυλακή κάπου στην ανατολική Αφρική.

Η μέρα που ο Ρονάλντο και ο Μπατιστούτα έπαιξαν μαζί

  [2 Σχόλια]

«Είναι τόσο διαφορετικοί που θα μπορούσαν να παίξουν μαζί. Θα συνέθεταν ένα απίστευτο δίδυμο. Ο Μπατιστούτα έχει τη δύναμη και την ακρίβεια. Όσο για τον Ρονάλντο, δεν έχω ξαναδεί κάποιον τόσο γρήγορο με τη μπάλα στα πόδια. Θα ταίριαζαν τέλεια. Αν έπαιζαν μαζί θα προκαλούσαν πανωλεθρία».

Οι παραπάνω σκέψεις ανήκουν στον μεγάλο Πάολο Ρόσι. Βρισκόμαστε στον Σεπτέμβρη του 1997, ο Ρονάλντο κλείνει εκείνες τις μέρες τα 21 του και τα πόδια του, εκτός από πολύ γρήγορα, είναι ακόμα γερά. Είναι ακόμα μικρός αλλά δεν έχει καμία σχέση με τους περισσότερους «ταλαντούχους πιτσιρικάδες» που έχει δει το ποδόσφαιρο. Έχει μόλις πάρει μεταγραφή από τη Μπαρτσελόνα για την Ίντερ και βρίσκεται ακόμα στο στάδιο προσαρμογής στο ιταλικό ποδόσφαιρο.

Ένα ποδόσφαιρο το οποίο ξέρει πολύ καλά ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, ο οποίος διανύει την 7η χρονιά του στη Φλωρεντία, στην οποία ήδη λατρεύεται σαν μικρός Θεός. Ο Αργεντινός έχει κλείσει τα 28 και παρ’ ότι η Φιορεντίνα δεν πρωταγωνιστεί στο πρωτάθλημα, ο ίδιος σπάνια τελειώνει μια σεζόν με λιγότερα από 20 γκολ.

Προχωράμε λίγους μήνες μπροστά. Είναι 4 Δεκεμβρίου και όλη η προσοχή είναι στραμμένη στη Μασσαλία, εκεί που γίνεται η κλήρωση των ομίλων του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Γαλλίας. Η μέρα όμως δεν περιλαμβάνει μόνο την κλασική διαδικασία της κλήρωσης. Βλέποντας τις 32 ομάδες της διοργάνωσης, κάποιος μέσα στη ΦΙΦΑ έχει μια περίεργη ιδέα: «Γιατί να μην διοργανώσουμε κι ένα φιλικό με παίκτες από όλες τις χώρες;» Και κάπως έτσι γεννιέται το «Ευρώπη Vs Υπόλοιπος Κόσμος».

Η λογική είναι απλή: Κάθε χώρα που συμμετέχει στο Μουντιάλ θα δώσει έναν παίκτη. Από τη μια πλευρά θα είναι οι 15 Ευρωπαίοι (συν ένας από το Ιράν, για να συμπληρωθεί 16αδα) και από την άλλη 16 παίκτες από τις ομάδες του υπόλοιπου πλανήτη. Στους πάγκους θα κάτσουν οι νικητές των δυο τελευταίων Μουντιάλ. Σ’αυτόν της Ευρώπης ο Γερμανός Φράντς Μπεκενμπάουερ και στην άλλη πλευρά ο Βραζιλιάνος Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα. Η επιλογή των παικτών φυσικά δεν είναι καθόλου εύκολη, ειδικά με τον περιορισμό του ενός παίκτη από κάθε χώρα. Στην αποστολή της Ευρώπης ξεχωρίζουν ο Ζιντάν, ο Κοστακούρτα, ο Ιέρο, ο Μπαλάκοφ, ο Κλάιφερτ, ο Ινς και ο Μπόκσιτς. Στην ομάδα των υπολοίπων υπάρχει ο Κανού, ο Νακάτα και ο Ναιμπέτ. Στο θέμα της ατομικής ποιότητας με μια πρώτη ματιά η ζυγαριά γέρνει για τα καλά από τη μια πλευρά. Όλα αλλάζουν όμως όταν βλέπεις το επιθετικό δίδυμο των μη Ευρωπαίων: Ρονάλντο Λουίς Ναζάριο ντε Λίμα και Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα.

Για πρώτη φορά δυο από τους καλύτερους επιθετικούς του πλανήτη εκείνη την εποχή (και, φυσικά, όχι μόνο εκείνη την εποχή) και οι δυο καλύτεροι επιθετικοί που έχει βγάλει η Βραζιλία και η Αργεντινή, θα παίξουν συμπαίκτες. Κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο δίδυμο και ως «cheat» του παιχνιδιού, χωρίς ποτέ κανείς να τολμήσει να τον πει υπερβολικό. Η προσμονή γι’αυτή την ιδιαίτερη συνεργασία είναι μεγάλη και για το λόγο αυτό περισσότεροι από 38.000 Γάλλοι αψηφούν την παγωνιά και πηγαίνουν στο ‘Βελοντρόμ’ για να δούνε ένα φιλικό παιχνίδι.

Οι Ευρωπαίοι θα ξεκινήσουν καλύτερα το παιχνίδι και θα προηγηθούν 1-0 αλλά κάπου εκεί το «Φαινόμενο» θα αποφασίσει να πάρει το ματς στα σοβαρά. Θα ακολουθήσουν άμεσα 3 ασίστ, εκ των οποίων οι δυο με προορισμό τον Μπατιστούτα, και 2 ατομικά γκολ (το δεύτερο μάλιστα με τον πολυαγαπημένο του τρόπο: προσπερνώντας και τον τερματοφύλακα) και κάπως έτσι το ημίχρονο θα λήξει με τους «Rest of the world» να βρίσκονται μπροστά με το εμφατικό 5-1. Στην επανάληψη οι δυο προπονητές θα κάνουν πολλές αλλαγές, Ρονάλντο και «Μπατιγκόλ» θα αντικατασταθούν, ο Ζιντάν θα βρει τρόπο να χριστεί κι αυτός σκόρερ και το παιχνίδι θα λήξει τελικά με 5-2.

Στο τέλος εκείνης της σεζόν η Ίντερ θα τερματίσει 2η και η Φιορεντίνα 5η. Ο Αργεντινός θα τελειώσει τη χρονιά με 21 γκολ, ο Βραζιλιάνος στην πρώτη του σεζόν στην Ιταλία θα φτάσει τα 25. Στο Μουντιάλ που ακολούθησε ο ‘Ζιζού’ πήρε την εκδίκηση του και με το παραπάνω. Παρά την αποτυχία των ομάδων τους, Ρονάλντο και Μπατιστούτα βρέθηκαν και σ’αυτή τη λίστα των Top Scorers, πετυχαίνοντας 4 και 5 γκολ αντίστοιχα, μένοντας πίσω μόνο από τον Σούκερ που έβαλε 6.

Ένα χρόνο μετά το φιλικό στη Μασσαλία, τον Δεκέμβρη του 1998, μια ομάδα με παίκτες από όλο τον κόσμο προσκλήθηκε να δώσει ένα παιχνίδι με την εθνική Ιταλίας στο ‘Ολίμπικο’, στη γιορτή για τα 100 χρόνια της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Οι επίλεκτοι αυτή τη φορά είναι πραγματικά επίλεκτοι, έχοντας από το κέντρο και μπροστά τους Ζιντάν, Ρούι Κόστα, Γουεά, Μπατιστούτα και Ρονάλντο και στον πάγκο τους Σούκερ, Σάλας και Μπίρχοφ. Με τον Ρονάλντο στο χόρτο, οι Ιταλοί βρίσκονται νωρίς πίσω στο σκορ με 1-2. Τα γκολ των επίλεκτων έχουν βάλει ο Γουέα και ο Μπατιστούτα. Μετά την πρόωρη αλλαγή του Βραζιλιάνου, κάπου στο μισάωρο, οι γηπεδούχοι παίρνουν μπρος και φτάνουν σε ένα θριαμβευτικό 6-2.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που Ρονάλντο και Μπατιστούτα έπαιξαν συμπαίκτες. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα γινόταν αν μια ομάδα αγόραζε και τους δυο. Έχοντας απολαύσει πάντως τον καθένα ξεχωριστά και βλέποντας και τα δείγματα από τα λίγα λεπτά που έπαιξαν συμπαίκτες αντιλαμβάνεται κανείς ότι η λέξη «πανωλεθρία» που χρησιμοποίησε ο Πάολο Ρόσι είναι μάλλον μια πολύ καλή επιλογή για να περιγράψει αυτό που λογικά θα συνέβαινε στις αντίπαλες άμυνες.

Ο ακούραστος Ράφα Μάρκες

  [2 Σχόλια]

Η αλήθεια είναι ότι στα προκριματικά για το Μουντιάλ, λίγοι ασχολούνται με τη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική. Οι περισσότερες ομάδες που συμμετέχουν είναι απλά παραδεισένιοι προορισμοί διακοπών ή παραδεισένιοι προορισμοί μαύρου χρήματος (ή και τα δύο μαζί). Από αυτές τις ομάδες καταλήγουμε σε ένα πρωταθληματάκι έξι χωρών, εκ των οποίων προκρίνονται οι τρεις και η τέταρτη παίζει μπαράζ με ομάδα της Ασίας. Είναι συνεπώς αρκετά δύσκολο για τις «μεγάλες» ομάδες να μείνουν εκτός. Το ενδιαφέρον κινείται περισσότερο στο ας πούμε «κλάσικο» μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού. Το πιο μεγάλο παιχνίδι ποδοσφαίρου εθνικών χωρών σε αυτόν τον όμιλο.

Και αν πάντα υπήρχε σημαντικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ματς, η μοίρα έφερε τη συνάντησή τους να γίνεται το Νοέμβριο ελάχιστες μέρες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Μεξικάνοι ταξίδεψαν στο Οχάιο νιώθοντας το βάρος ότι εκπροσωπούν ένα ολόκληρο έθνος, απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ που αποκάλεσε τους Μεξικάνους μετανάστες «εγκληματίες και βιαστές» και υποσχέθηκε να χτίσει ένα τείχος που θα τους κρατήσει εκτός των ΗΠΑ. Το Μεξικό βέβαια δεν βρήκε κάποιο εχθρικό γήπεδο απέναντί του, το κλίμα ήταν όπως πάντα ένα κλίμα ποδοσφαιρικού και μόνο ντέρμπι. Οι παίκτες μάλιστα πριν τον αγώνα αποφάσισαν να αλλάξουν τελετουργικό και δεν βγήκαν χωριστά φωτογραφίες, αλλά μία κοινή, προς τιμή των Αμερικάνων ποδοσφαιριστών που ήθελαν να περάσουν το δικό τους μήνυμα συναδελφικότητας.

Το παιχνίδι ήταν όπως πάντα με ένταση και το Μεξικό εκτός από το ψυχολογικό βάρος του Τραμπ είχε να αντιμετωπίσει και την κακή παράδοση με τέσσερις σερί ήττες (μάλιστα με το ίδιο σκορ, 2-0) στο Κολόμπους. Οι Μεξικάνοι προηγήθηκαν με ένα τυχερό γκολ με κόντρα, αλλά οι ΗΠΑ ισοφάρισαν και κυριάρχησαν στο 2ο ημίχρονο ψάχνοντας το 2ο γκολ. Αυτό δεν ήρθε ποτέ και όλα έδειχναν ότι πηγαίναμε για μια ισοπαλία, όταν στο 88′ το Μεξικό κέρδισε κόρνερ. Μεταξύ όσων προωθήθηκαν ήταν κι ένας άνθρωπος που έκανε ντεμπούτο με τη φανέλα της «Τρι» το… 1997, σχεδόν 20 χρόνια πριν. Ο αρχηγός Ράφα Μάρκες βρέθηκε αμαρκάριστος, πήρε μια πανέξυπνη κεφαλιά και με ένα buzzer beater έδωσε τη σημαντική νίκη στη χώρα του, νίκη που πανηγυρίστηκε έξαλλα.

Γκολ ντε ΜέΧικο, Ράφα, Ράφα, Ράφα….

Μετά το τέλος του αγώνα, ο «Κάιζερ» κράτησε το επίπεδο εκεί που έπρεπε όταν ρωτήθηκε αν είναι μια άσχημη περίοδος για το Μεξικό. «Δεν γνωρίζω αν είναι μια άσχημη περίοδος, σίγουρα είναι μια περίοδος έλλειψης ανεκτικότητας. Με αυτή τη νίκη μπορούμε να ξεχάσουμε λίγο, όσα συμβαίνουν εδώ στις ΗΠΑ». Περίπου δυο μήνες μετά, ο Μάρκες έδινε ακόμα μια φορά το μήνυμά του όταν ο Τραμπ υπέγραφε ως πρόεδρος πλέον την απόφαση για το τείχος. Ανέβασε ένα γκολ του από τα χρόνια της Μπαρσελόνα με φάουλ πάνω από το τείχος και το χαρακτηριστικό μήνυμα «δεν υπάρχει τείχος να μας κρατήσει, όσο πιστεύουμε στους εαυτούς μας»

Ο Μάρκες πέρασε επτά χρόνια στη Βαρκελώνη, τα καλύτερά του χρόνια όπως λέει κι ο ίδιος, φεύγοντας το 2010 σε ηλικία 31 ετών. «Μου είχε φανεί καλή ιδέα να πάω στις ΗΠΑ να παίξω, να ρίξω λίγο τους ρυθμούς. Αλλά όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι και ήθελα και μπορούσα να παίξω σε υψηλότερο επίπεδο, το μετάνιωσα που έφυγα από την Μπάρτσα». Το MLS πολλές φορές είναι κάτι σαν ένα τιμητικό νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, εκεί πάνε όσοι θέλουν να φύγουν με το κεφάλι ψηλά. Για τον Μάρκες δεν έγινε έτσι. 7 χρόνια μετά, στα 38 του, ο Ράφα όχι μόνο δεν έχει παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο. Πιστός στρατιώτης, αρχηγός ακόμα στην εθνική του, έχει όνειρο να φτάσει τα πέντε Μουντιάλ, μαζί με το συνομήλικό του Μπουφόν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τίθεται πάντα το ερώτημα κατά πόσο κάποιος παίζει τιμής ένεκεν επειδή δεν έχουν κουράγιο να του πουν να σταματήσει. Ο ίδιος ο Μάρκες δηλώνει ότι είναι σε καλή κατάσταση και αν συνεχίσει να είναι έτσι θα βρίσκεται στη Ρωσία το 2018, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο προπονητής του Χουάν Κάρλος Οσόριο. «Η αγάπη του Ράφα για το άθλημα δεν βρίσκεται σε άλλον. Προπονείται πιο σκληρά από όλους και θέλει να παίζει πάντα.»

Τον Ράφα και την προσπάθειά του στηρίζει και ο θρυλικός Ούγκο Σάντσες, ενώ κι ο απλός κόσμος τον αποθεώνει. Πριν μερικές μέρες, ξεκίνησε βασικός στο ματς με την Ισλανδία, ήταν και πάλι εξαιρετικός σε έναν ελεύθερο ρόλο στην άμυνα (μια που τα τρεξίματα που δεν είχε σχεδόν ποτέ, δεν τα έχει ούτε τώρα) και στο 4ο λεπτό (εξαιτίας της φανέλας με το «4») οι Μεξικάνοι στις εξέδρες άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του. Αν είναι υγιής και αν το Μεξικό περάσει, θα τον δούμε σίγουρα.

«Είμαι το ίδιο άτομο, όπως όταν ήρθα για πρώτη φορά στην εθνική. Ίσως είναι η παιδεία που μου έδωσε η οικογένεια μου, η ταπεινότητα αυτή, να μπορώ να μοιράζομαι και να μεταφέρω τις εμπειρίες μου στους άλλους, αφήνοντας μια κληρονομιά και δίνοντας το παράδειγμα»

Ο Ράφα μετά από μια καριέρα σπουδαία με πρωτάθλημα και κύπελλο στη Γαλλία με την Μονακό και ένα σωρό κούπες στη Βαρκελώνη, έχει γυρίσει στην πρώτη του ομάδα την Άτλας. Πάντα με το ίδιο πάθος, το πάθος που αρκετές φορές τον έχει φέρει να τον κατηγορούν, όπως στην αποβολή του στο πρώτο Μουντιάλ, στη φάση των 16 με αντίπαλο τις ΗΠΑ, μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες των Αμερικάνων με τη νίκη 2-0 και την πρόκρισή τους. Ο Μάρκες στο 88′ με το ματς να έχει κριθεί έριξε μια άνευ λόγου και αιτίας καρατιά στον δύσμοιρο Τζόουνς. Σε ερώτηση που του έγινε για την πιο δύσκολη στιγμή της 20ετους του πορεία στην εθνική, ο Μάρκες είπε ότι ο κόσμος θα θυμάται πάντα αυτή τη φάση. Ο ίδιος δεν μετανιώνει, ήταν κάτι που έγινε από την απογοήτευσή του, από το γεγονός ότι δεν θέλει να χάνει και αυτό είναι κομμάτι του χαρακτήρα του. Στα επόμενα δύο Μουντιάλ άλλωστε, σκόραρε από μία φορά, ελπίζει να το κάνει και το 2018.

Στο 2.13 περίπου η κίνηση μεγάλου παίκτου:

Από τη Λιβερία στην Ευρώπη, η ιστορία του Ζορζ Γουεά

  [7 Σχόλια]

Δυστυχώς τα πράγματα στην Αφρική δεν έχουν προχωρήσει πολύ τα τελευταία χρόνια. Οι συνθήκες δεν είναι καλύτερες, τα οικονομικά προβλήματα, οι πόλεμοι και η εκμετάλλευση δεν σταμάτησαν. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι η διέξοδος του ποδοσφαίρου, με πολλούς ανθρώπους από την Αφρική να καταφέρνουν μέσα από το ταλέντο τους να ξεφεύγουν, να καταφέρνουν να ζουν οι ίδιοι και οι συγγενείς τους σε καλύτερο επίπεδο. Πολύ πριν όμως φτάσουμε σε αυτό το σημείο, υπήρξαν κάποιοι πρωτοπόροι. Κάποιοι που σε πολύ πιο πέτρινα χρόνια για το αφρικανικό ποδόσφαιρο κατάφεραν να το δοξάσουν και να ανοίξουν τις πόρτες για τους επόμενους. Ένας από πιο σημαντικούς είναι ο Ζορζ Γουεά.

Ο Γουεά μεγάλωσε στα γκέτο της Μονρόβια στη Λιβερία. Παρ’ ότι έπαιζε μπάλα από μικρός ήξερε ότι οι πιθανότητες το ποδόσφαιρο να φέρει φαγητό στο τραπέζι ήταν λίγες και έτσι παράλληλα δούλευε και σαν τεχνικός-ηλεκτρολόγος. Σιγά σιγά όμως άρχισε να ξεχωρίζει στις τοπικές ομάδες, να κερδίζει τίτλους στην Λιβερία με δύο διαφορετικές ομάδες και να καλείται στην εθνική της χώρας. Οι εμφανίσεις του έφεραν μια μεταγραφή στο Καμερούν και στην πρωτεύουσα Γιαουντέ.

«Σε μια εποχή που υπήρχε μεγάλος ρατσισμός, ο Βενγκέρ μου συμπεριφερόταν σαν να ήμουν ο γιος του.
Κάθε φορά που έβγαινα στο γήπεδο έπαιζα γι’ αυτόν, για όλα όσα είχε κάνει για μένα.
Θα έσπαγα το πόδι μου, το πρόσωπό μου, το χέρι μου γι’ αυτόν»

Χρωστάμε πολλά στον Αρσέν Βενγκέρ που έφερε τον Λιβεριανό επιθετικό στην Μονακό από το Καμερούν. Σε χρόνια που γενικά δεν υπήρχε το ίντερνετ, τα δίκτυα σκάουτινγκ, τόσο ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, ήταν πραγματικά δύσκολο να βρίσκονται τα «διαμάντια» της Αφρικής. Ο Βενγκέρ έψαχνε επιθετικό, ρώτησε έναν φίλο του και εκείνος του μίλησε για τον Γουεά. Με ελάχιστα χρήματα, ο Βενγκέρ τον έφερε στο πριγκιπάτο, του έδειξε εμπιστοσύνη και γρήγορα κατάλαβε ότι είχε βρει έναν εξαιρετικό ποδοσφαιριστή.

Το ιστορικό γκολ στο Μόναχο, η ΠΣΖ έκανε έξι στα έξι στον όμιλό της

Την πρώτη του χρονιά ο Γουεά κάνει ήδη τη διαφορά σκοράροντας αρκετά στο γαλλικό πρωτάθλημα, τόσο ώστε να γίνει ο πρώτος Λιβεριανός που κατακτά το βραβείο του καλύτερου παίκτη της Αφρικής, το 1989. Θα το κατάφερνε άλλες δύο φορές στο μέλλον, το 1994 και το 1995. Ο Γουεά έμεινε τέσσερις σεζόν στην Μονακό, κατακτώντας ένα κύπελλο, πριν πάει στην Παρί Σεν Ζερμέν. Ήταν ένας πολύ γρήγορος επιθετικός, αρκετά καλός με την μπάλα στα πόδια και δυνατός ώστε να αντέχει στο σκληρό παιχνίδι των αντιπάλων. Δεν είχε τα απίστευτα ρεκόρ στο σκοράρισμα, αν δεις τα στατιστικά του δεν μάτωνε τόσο τα δίχτυα όσο πίστευες, αλλά ήταν ένας πολύ χρήσιμος επιθετικός και φαινόταν πάντα να έχει έφεση στο σκοράρισμα στα διεθνή παιχνίδια. Στο Παρίσι κατέκτησε ένα πρωτάθλημα, δύο ακόμα κύπελλα και είχε μια εξαιρετική πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ του 1995, όταν η ΠΣΖ έφτασε στα ημιτελικά και ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης. Αυτές οι εμφανίσεις του έδωσαν τη Χρυσή Μπάλα μπροστά από Κλίνσμαν και Λιτμάνεν. Εξίσου καλές πορείες είχε και στο ΟΥΕΦΑ, αλλά και το Κυπελλούχων όπου η ΠΣΖ έκανε πορείες ως τα ημιτελικά.

Το μακρινό ριμπάουντ (το σημαντικότερο πράγμα στο μπάσκετ) και το coast-to-coast

Οι εμφανίσεις του τον έφεραν ακόμα ένα σκαλί πιο ψηλά, αυτή τη φορά στο Μιλάνο. Ο Γουεά εκεί πλέον θα γινόταν στα μάτια όλων ένας από τους κορυφαίους επιθετικούς του κόσμου. Στην Μίλαν συνεργάστηκε με επιτυχία με πολλά μεγάλα ονόματα της εποχής. Σιμόνε, Μπίρχοφ, Σαβίσεβιτς, Μπάτζιο, Λεονάρντο, Κλάιφερτ και προς το τέλος της καριέρας του και με τον Αντρέι Σεβτσένκο. Ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της Μίλαν κάποιες σεζόν και χωρίς να πετυχαίνει απίστευτα νούμερα (σκεφτείτε βέβαια και τις άμυνες εκείνης της περιόδου στην Ιταλία) ήταν ένας από τους σημαντικούς παίκτες της ομάδας. Έτρεχε, πίεζε, έβαζε το εγώ κάτω από την ομάδα και μοίραζε ασίστ και έβαζε και κάποια μαγικά γκολ όπως αυτό με τη Βερόνα. Στην Μίλαν κατέκτησε δύο πρωταθλήματα και φυσικά ένα σωρό προσωπικούς τίτλους.

Στο τέλος της καριέρας του πέρασε και από την Αγγλία. Παρ’ ότι δεν έλαμψε, στην Τσέλσι αγαπήθηκε αρκετά από τον κόσμο μια που είχε και σημαντική συνεισφορά στο κύπελλο του 2000. Γενικά, λόγω και της απόδοσης, αλλά και του χαρακτήρα του έκανε φίλους παντού. Σεμνός, ταπεινός και μετρημένος, δεν άλλαξε σαν χαρακτήρας παρά τη δόξα και τα χρήματα. Το μόνο του παράπονο ίσως από μια τεράστια καριέρα είναι ότι δεν κατάφερε να παίξει σε ένα Μουντιάλ, να οδηγήσει εκεί τη Λιβερία. Στα προκριματικά του 2002, η Λιβερία έχασε μόλις για έναν βαθμό την πρόκριση από τη Νιγηρία. Στο Κύπελλο Εθνών της Αφρικής που έγινε λίγους μήνες αργότερα στο Μάλι, έπαιξε για τελευταία φορά στα 36 του πια με την εθνική, σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Νιγηρία. Σκόραρε 22 φορές, το τελευταίο του γκολ λίγες μέρες πιο πριν με το Μάλι σε μια ισοπαλία.

Η βράβευση και μια μίνι συνέντευξή του

Ο Γουεά (που όσο γερνάει μοιάζει με έναν παχουλό Ίντρις Έλμπα) μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την πολιτική. Κι ενώ πάντα είμαστε επιφυλακτικοί με κάτι τέτοιο (Μάριο Ζαρντέλ εσένα κοιτάω), ο Γουεά φαίνεται ότι δεν «λερώθηκε» από αυτή. Μετά το ποδόσφαιρο βοήθησε ως πρέσβης της UNICEF στην ενημέρωση για την καταπολέμηση του AIDS και στην επανένταξη παιδιών που είχαν γίνει στρατιώτες, έφτιαξε ποδοσφαιρικές ομάδες που το μόνο κριτήριο εισαγωγής ήταν να μην παρατάς το σχολείο και συνεχίζει να προσπαθεί για το καλό της πατρίδας του. Κατέβηκε στις εκλογές για την προεδρία της χώρας το 2005, αλλά οι αντίπαλοί του αντιπαρέταξαν το γεγονός ότι δεν έχει σπουδάσει. Το κόμμα του Γουεά βγήκε δεύτερο και ο Ζορζ κατέβηκε ξανά και το 2011 αυτή τη φορά ως υποψήφιος αντιπρόεδρος της χώρας, χάνοντας ξανά. Κατάφερε όμως να εκλεγεί πανηγυρικά γερουσιαστής. Με τις εκλογές να γίνονται το 2017 και τη γυναίκα πρόεδρο της χώρας να έχει συμπληρώσει δεύτερη 6ετία και να μην έχει δικαίωμα να κατέβει ξανά, ο Γουεά θα δοκιμάσει και πάλι για πρόεδρος. Το αν είναι καλός ή κακός ως πολιτικός δεν το ξέρουμε. Αρκεί να παραμείνει ο ίδιος συμπαθής άνθρωπος.

Βουλγαρία ’93-’94: Ωδή στην πιο καλτ ομάδα όλων των εποχών

  [8 Σχόλια]

Trifon IVANOV et Hristo STIOCKHOV 2

Ο Χρίστο Στόιτσκοφ, γνωστός θεολόγος-ποδοσφαιριστής στον οποίο χρωστάμε το δόγμα «Υπάρχουν δυο Χριστοί, ο ένας στον ουρανό, εγώ παίζω στην Μπαρτσελόνα», θα επαναλάβει πολλές φορές την άποψή του για την εθνικότητα του Μεγαλοδύναμου στη διάρκεια των εννιά μηνών που σημάδεψαν την ιστορία της Εθνικής Βουλγαρίας: «Ο Θεός είναι Βούλγαρος». Ένα βράδυ του Ιουλίου του 1994 θα προσθέσει, πικραμένος: «Ο διαιτητής, όμως, ήταν Γάλλος». Έκτοτε, ο εν λόγω διαιτητής και διάφοροι συμπατριώτες του (Πλατινί, Ντεσαγί, Ριμπερί…) θα ακούνε σε κάθε ευκαιρία τα σχετικά γαλλικά από τον Χρίστο, που αντίθετα με τον Θεό, δεν συγχωρεί. Μα τι ακριβώς είχε συμβεί;

Οκτώβριος του 1993. Προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου των Η.Π.Α. Η Γαλλία προκρίνεται σχεδόν σίγουρα αν στα δυο τελευταία ματς, με Ισραήλ και Βουλγαρία στην έδρα της, κάνει μια ισοπαλία. Μια Εθνική Γαλλίας θεωρητικά πανίσχυρη, με το δίδυμο Ζαν-Πιέρ Παπέν (Χρυσή Μπάλα το 1991) και Ερίκ Καντονά, μερικούς μελλοντικούς παγκόσμιους πρωταθλητές και τον «Ελ Μανίφικο» Νταβίντ Ζινολά. Καταφέρνουν να χάσουν από το Ισραήλ, που πετυχαίνει την πρώτη εκτός έδρα νίκη του στην Ευρώπη. Απομένει το ματς με τη Βουλγαρία. Τη συνέχεια τη φαντάζονται όσοι γνωρίζουν τι γίνεται συνήθως όταν πάει κανείς για τα περίφημα «δύο αποτελέσματα».

Αν οι Γάλλοι είχαν μεγάλους παίκτες, οι Βούλγαροι είχαν ημίθεους. Και δεν αναφερόμαστε στο ότι πολλοί από αυτούς έπαιξαν ωραία μπάλα σε δυτικοευρωπαϊκές ομάδες. Αναρωτιέται κανείς πότε στη ιστορία του ποδοσφαίρου εμφανίστηκε ξανά ομάδα με τόσο μυθικές χαίτες –όχι όλες φυσικές–, τέτοιες ξενυχτισμένες φάτσες, τέτοιους ανεπανάληπτους παλιοχαρακτήρες. Ο Στόιτσκοφ στα 19 του τιμωρήθηκε με ισόβιο αποκλεισμό από το ποδόσφαιρο επειδή έπαιξε ξύλο σε έναν τελικό κυπέλλου –η ποινή μειώθηκε κι έτσι μπόρεσε να τιμωρηθεί και στην Ισπανία, όπου πάτησε έναν διαιτητή. Ο άσπονδός του φίλος, Εμίλ Κοσταντίνοφ, πανηγύριζε συχνά τα γκολ του δείχνοντας στους θεατές το μεσαίο του δάχτυλο. Ο αξέχαστος Τρίφον Ιβάνοφ αγόρασε κάποτε ένα άρμα μάχης για να κόβει βόλτες στους αγρούς του Βέλικο Τάρνοβο και τσατιζόταν όταν του το ανέφεραν σαν κάτι περίεργο: «Πώς κάνετε έτσι; Λίγους μήνες μόνο το κράτησα, ήθελα να δω πώς είναι να οδηγείς τανκς». Ο Γιόρνταν Λέτσκοφ, ο άνθρωπος που υποψιαζόμαστε ότι ενέπνευσε το κούρεμα του «Φαινόμενου» Ρονάλντο το 2002, υποστήριζε πως απέκτησε τη μυθική τούφα στο μπροστινό μέρος του γυμνού του κρανίου εξαιτίας του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ. Δυστυχώς η βουλγάρικη δικαιοσύνη δεν έδειξε την απαραίτητη ευαισθησία στο δράμα του και το 2013 καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκιση για μια υπόθεση διαφθοράς, στην οποία μπλέχτηκε όντας δήμαρχος. Ο τερματοφύλακας Μπόμπι Μιχαΐλοφ, άλλο θύμα του Τσερνομπίλ, έπαιζε για χρόνια με περουκίνι. Τώρα είναι ο μισητός πρόεδρος της βουτηγμένης στα σκάνδαλα Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

 bulgaria

Νοέμβριος του 1993. Η εντατική προετοιμασία για τη μητέρα των μαχών κόντρα στη Γαλλία διακόπτεται κακήν κακώς και η Εθνική Βουλγαρίας εγκαταλείπει εσπευσμένα τη χώρα. Ο προπονητής Ντιμίταρ Πένεφ, θείος του Λιούμπο, υποψιάζεται ότι οι παίκτες του είχαν μια κάποια τάση στο ξενύχτι. Βάζει λοιπόν, άδεια πακέτα τσιγάρων μπροστά από τις ρόδες των αυτοκινήτων τους και διαπιστώνει ότι τη νύχτα οι περισσότεροι το έσκαγαν από το ξενοδοχείο και απολάμβαναν ανενόχλητοι τις χαρές της μετακομμουνιστικής νυχτερινής Σόφιας. Για να διασταυρώσει τις πληροφορίες του, δεν διστάζει να καταφύγει και σε άλλα σατανικά τεχνάσματα. Το πρωί έλεγε στον Στόιτσκοφ: «Χρίστο, ο Λιούμπο είπε ότι βγήκες χτες, ισχύει;». Μετά πήγαινε στον ανιψιό του:«Λιούμπο, τι έμαθα από τον Χρίστο, ξενύχτησες;». Επόμενος προορισμός της ομάδας ο Μέλας Δρυμός, όπου οι πειρασμοί ήταν, λογικά, μικρότεροι, κι όπου οι Γερμανοί παραχώρησαν τις προπονητικές τους εγκαταστάσεις ώστε να μαντρωθούν για μια εβδομάδα οι Βαλκάνιοι γλεντζέδες.

Νέο πρόβλημα: ο (θείος) Πένεφ ανακαλύπτει τρεις μέρες πριν το ματς ότι ο (ανιψιός) Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ δεν μπορούν να πάνε στη Γαλλία καθώς δεν έχουν βίζα. Η ομάδα κάνει επίδειξη πνεύματος συνεργασίας: ο αμυντικός Ζλάτκο Γιάνκοφ τούς προτείνει να περάσουν παράνομα τα σύνορα με το αυτοκίνητό του, ο  Μιχαΐλοφ, παίκτης τότε της Μιλούζ, υποδεικνύει ένα αφύλακτο πέρασμα στο τριεθνές Γαλλία-Γερμανία-Ελβετία, ο Γκεόργκι Γκεοργκίεφ, συμπαίκτης του Μιχαΐλοφ, αναλαμβάνει να οδηγήσει τους δυο παράτυπους μετανάστες στην ανατολική Γαλλία. Κοιμούνται σπίτι του και ξεκινούν για το Παρίσι. Αλλά, επειδή, όπως είπαμε, έχουμε να κάνουμε με μυθικές φυσιογνωμίες, βαριούνται να κάνουν οδικώς 500 χλμ.  και προτιμούν την άνεση του αεροπλάνου. Μόνο που υπάρχει κι εδώ έλεγχος διαβατηρίων. Στο αεροδρόμιο, οι μεγαλόθυμοι Γάλλοι αστυνομικοί, που τους αναγνωρίζουν, τους αφήνουν να ταξιδέψουν χωρίς χαρτιά.

17 Νοεμβρίου 1993. Οι Γάλλοι είναι κάπως μαγκωμένοι μετά τη νίλα με το Ισραήλ, πάντως υπάρχει αισιοδοξία. Το ματς ξεκινάει σχεδόν κανονικά, αν εξαιρέσουμε έναν νεαρό κόκορα που κόβει βόλτες στο γήπεδο, ξεφεύγοντας από το μαρκάρισμα παικτών και των δυο ομάδων. Ο Καντονά ανοίγει το σκορ, ο Κοσταντίνοφ ισοφαρίζει εφτά λεπτά αργότερα. Μερικά δευτερόλεπτα πριν τη λήξη, η Γαλλία κερδίζει φάουλ. Ο Ζινολά, αντί να ψάξει να κερδίσει χρόνο, κάνει μια ακατανόητη σέντρα –μετά το ματς ο προπονητής του, Ζεράρ Ουγιέ, θα τον αποκαλέσει «εγκληματία» και είκοσι χρόνια μετά, πιο αποστασιοποιημένος, «κάθαρμα». Κερδίζουν οι Βούλγαροι, ασίστ του Πένεφ κι ο Κοσταντίνοφ βυθίζει τη Γαλλία στο πένθος.

«Στη Βουλγαρία παράγουμε μόνο γιαούρτι αλλά σήμερα οι φτωχοί νίκησαν τους πλούσιους», δηλώνει ο Στόιτσκοφ. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» ουρλιάζει ο σχολιαστής της βουλγαρικής τηλεόρασης. Οι 67 (!) δημοσιογράφοι της αποστολής και οι λιγοστοί Βούλγαροι φίλαθλοι τρελαίνονται. Οι θριαμβευτές, μαζί με τον Ρομάριο που βρίσκεται στο Παρίσι για ιατρικούς λόγους αλλά αναρρώνει σαν από θαύμα για να γιορτάσει με τον φίλο του τον Χρίστο, στήνουν γλέντι στο γνωστότερο παρισινό κλαμπ, το Bains Douches. Ο θρύλος λέει ότι στην παρέα τους βρέθηκε κι ο Λένι Κράβιτζ.

Ο δρόμος μέχρι την άλλη μεριά του Ατλαντικού θα είναι μακρύς. Οι παίκτες μαλώνουν για τα πριμ και απειλούν ακόμη και με απεργία, ο Λιούμπο Πένεφ μπαίνει στο νοσοκομείο (διαγνώστηκε με καρκίνο στους όρχεις), ο Στόιτσκοφ τσακώνεται με τον σπόνσορα, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας παραιτείται.

ÓÔÏÉÔÓÊÏÖ / ÅËËÁÄÁ - ÂÏÕËÃÁÑÉÁ (ÐÁÃÊÏÓÌÉÏ 94)

Το 3-0 από τη Νιγηρία έρχεται σαν φυσιολογική τιμωρία μιας ομάδας που μοιάζει αδιάφορη και απειθάρχητη. Ευτυχώς υπάρχει η Ελλάδα του Παναγούλια και η Βουλγαρία καταφέρνει να πετύχει την πρώτη της νίκη μετά από έξι συμμετοχές σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Πριν τον κρίσιμο αγώνα με την Αργεντινή, ο Μαραντόνα βρίσκεται θετικός στην εφεδρίνη. 2-0 και η Βουλγαρία περνάει στην επόμενη φάση. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος», δηλώνει ο Στόιτσκοφ.

Το ματς με το Μεξικό πάει στα πέναλτι, ο Μιχαΐλοφ πιάνει δύο και γίνεται ο ήρωας της ημέρας, γεγονός που δημιουργεί τις πρώτες εντάσεις με τις υπόλοιπες πριμαντόνες της ομάδας. Ευτυχώς, η καλή προπόνηση λύνει όλα τα προβλήματα. «Μετά το ματς με την Αργεντινή, δεν μας ένοιαζε τίποτε. Βγαίναμε μέχρι τα ξημερώματα, τη μέρα καθόμασταν στην πισίνα, παίζαμε χαρτιά, πίναμε μπύρες και τρώγαμε πατάτες», θα αποκαλύψει τα μυστικά της επιτυχίας τους ο ομιλητικός Στόιτσκοφ. Κι ο προπονητής; «Δεν πιστεύω στην αυστηρή πειθαρχία. Προτιμώ οι παίκτες μου να καπνίζουν μπροστά μου. Ο Κρόιφ, που κάπνιζε τρία πακέτα τη μέρα, ήταν κακός παίκτης;».

bulgaria2

Στα προημιτελικά αντιμετωπίζουν μια ομάδα με κάπως διαφορετική φιλοσοφία, την παγκόσμια πρωταθλήτρια Γερμανία. Οι Γερμανοί προηγούνται, όμως ένα μαγικό φάουλ του Στόιτσκοφ και μια υπέροχη κεφαλιά του Λέτσκοφ επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζουμε. «Ο Θεός είναι Βούλγαρος» επαναλαμβάνει ο Στόιτσκοφ, «αλλά το ματς ήταν εύκολο».

Στον ημιτελικό υπάρχει μια διαφωνία ανάμεσα στον Ιβάνοφ και τον Γιάνκοφ σχετικά με το ποιος έπρεπε να φυλάει τον Μπάτζιο, και, μέχρι να λυθεί, ο Ρομπέρτο βάζει δυο γκολ. Μειώνει ο Στόιτσκοφ αλλά η εποποιία τελειώνει κάπου εδώ. Οι Βούλγαροι θα διαμαρτυρηθούν για ένα ως τρία πέναλτι που δεν τους δόθηκαν. Ο Στόιτσκοφ διατυπώνει τη θεωρία ότι ο Χαβελάνζε κι η ΦΙΦΑ έκαναν τα πάντα για να εμποδίσουν έναν αντιεμπορικό τελικό Βραζιλία-Βουλγαρία. Όργανό τους ο Ζοέλ Κινιού, ο αθεόφοβος Γάλλος διαιτητής, τον οποίο ο Χρίστο έφτυσε μετά το ματς, όπως περήφανα του αρέσει να διηγείται. Ο ίδιος θα βγει πρώτος σκόρερ του τουρνουά, μαζί με τον Ρώσο Όλεγκ Σαλένκο. Στον μικρό τελικό θα διαλυθούν 4-0 από τη Σουηδία, εν μέσω καυγάδων και επεισοδίων μέσα κι έξω από το γήπεδο. Τίποτε δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν.

Ο θρύλος της Εθνικής Βουλγαρίας θα σβήσει τέσσερα χρόνια αργότερα εκεί που άρχισε, στη Γαλλία. Το τέλος θα είναι άδοξο, ένα 6-1 από την Ισπανία στη Λανς, κάτω από τα ασταμάτητα γιουχαΐσματα των Γάλλων θεατών. Θα είναι το τελευταίο, μέχρι σήμερα, παιχνίδι τους σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Όταν οι Αμερικάνοι εξαφάνισαν τις ισοπαλίες από το ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1996 ο Μπραντ Φρίντελ ήταν ένας ανερχόμενος Αμερικανός τερματοφύλακας που έψαχνε ακόμα το μεγάλο βήμα στην καριέρα του, το οποίο κατά προτίμηση θα γινόταν προς κάποια γνωστή ευρωπαϊκή ομάδα. Η μοίρα το έφερε όμως έτσι που την άνοιξη του 1996, και μετά από ένα σύντομο πέρασμα από Αγγλία, Δανία και Τουρκία, ο Φρίντελ έδινε το παρών στο πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα των ΗΠΑ, γνωστό και ως MLS, μαζί με διάφορους άλλους διάσημους Αμερικανούς και μη (όπως ο Αλέξι Λάλας, ο Χόρχε Κάμπος και ο Κάρλος Βαλντεράμα). “Σε ένα από τα πρώτα μου παιχνίδια το ματς τέλειωσε 1-1, οπότε μάζεψα τα πράγματα μου και πήγα στα αποδυτήρια. Τότε ένας από τους βοηθούς προπονητή έτρεξε από πίσω μου και μου είπε: “Τι κάνεις; Έχουμε τα πέναλτι. Δεν σε ενημέρωσε κανείς;”. Έπρεπε να φορέσω ξανά τα ρούχα μου και να επιστρέψω στον αγωνιστικό χώρο!”

Ως γνωστόν, το ποδόσφαιρο στις ΗΠΑ είναι μια πονεμένη ιστορία. Σε αντίθεση με τους περισσότερους λαούς του πλανήτη οι Αμερικάνοι δεν συμπάθησαν ποτέ αυτό το σπορ που 22 τύποι τρέχουν πάνω-κάτω και μετά από 90 ολόκληρα λεπτά το σκορ είναι 1-0. Ακόμα περισσότερο απ’αυτό δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την έννοια της ισοπαλίας, θεωρώντας αδιανόητο να πρέπει να γυρίσει κάποιος το βράδυ στο σπίτι του χωρίς να έχει υπάρξει νικητής στην αναμέτρηση που παρακολούθησε. Έτσι, στα πρώτα πρωταθλήματα MLS οι υπεύθυνοι προσπάθησαν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των άσχετων με το ποδόσφαιρο συμπατριωτών τους αλλάζοντας τους κανόνες, φέρνοντας τους λίγο πιο κοντά στα αμερικάνικα πρότυπα.

 
Το εναρκτήριο παιχνίδι του πρωταθλήματος MLS το 1996

Η πρώτη ριζική αλλαγή ήταν η κατάργηση της ισοπαλίας. Κάποιος έπρεπε να κερδίζει. Η επιλογή του νικητή μετά από κάποιο ισόπαλο σκορ έγινε με τον πιο απλό τρόπο: με τη διαδικασία των πέναλτι. Όμως ακόμα και εκεί δεν έλειψαν οι αλλαγές. Για λόγους που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί, οι Αμερικάνοι δεν γούσταραν την κλασική διαδικασία των πέναλτι, γι’αυτό και στη θέση της έβαλαν μια διαδικασία που έμοιαζε αρκετά με αυτή του χόκει επί πάγου. Αντί η μπάλα να στηθεί ακίνητη στα 11 μέτρα, ο παίκτης την λάμβανε από το διαιτητή λίγο έξω από την περιοχή (στα 32 μέτρα από την εστία συγκεκριμένα) και έπρεπε μέσα σε 5 δευτερόλεπτα να βρει τρόπο να τη στείλει στα δίχτυα, είτε με ένα κλασικό πλασέ σε κατάσταση τετ-α-τετ, είτε προσπαθώντας να προσπεράσει τον τερματοφύλακα, που είχε το ελεύθερο να κινηθεί όπως ήθελε για να προστατεύσει την εστία του. Ο νικητής της διαδικασίας αυτής έπαιρνε 1 βαθμό.

Η αλλόκοτη αυτή, για τα ποδοσφαιρικά δεδομένα, διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα να προκύψουν μερικές ακόμα πιο κουλές στιγμές, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις που ένας παίκτης αποφάσιζε να ντριπλάρει και τον τερματοφύλακα και αυτός τον ανέτρεπε. Εκεί ακολουθούσε κάτι σαν… inception. Πέναλτι μέσα στη διαδικασία των πέναλτι! Η μπάλα στηνόταν κανονικά στα 11 μέτρα και ο παίκτης εκτελούσε ένα κλασικό πέναλτι, όπως αυτά με τα οποία μεγάλωσαν δισεκατομμύρια άνθρωποι αυτού του κόσμου.

Η περίεργη αυτή πατέντα κράτησε ως το 1999 και όταν αποδείχτηκε ότι όχι μόνο δεν προσέλκυσε νέους φιλάθλους αλλά ξενέρωσε και όσους ποδοσφαιρόφιλους υπήρχαν ήδη, καταργήθηκε για να ακολουθήσει τελικά το MLS τους κλασικούς κανονισμούς της FIFA. Μαζί με τα “τετ-α-τετ/πέναλτι” καταργήθηκε και μια άλλη καινοτομία που είχαν εισάγει οι Αμερικάνοι το 1996, το αντίστροφο ρολόι! Κοινώς, ένα ρολόι που ξεκινούσε στο πρώτο σφύριγμα να μετράει αντίστροφα, μέχρι να φτάσει στο 0 όταν και ακουγόταν η τελική κόρνα, μια εμπειρία που είναι γνώριμη σε όλους μας από το μπάσκετ.

Δυο δεκαετίες μετά τα πράγματα έχουν βελτιωθεί αισθητά. Σε αντίθεση με τις πρώτες απογοητευτικές χρονιές, ο κόσμος δείχνει σιγά-σιγά να αγκαλιάζει το άθλημα (στο φετινό πρωτάθλημα ο μ.ο. εισιτηρίων ξεπερνάει τα 20.000 ενώ έχουν καταγραφεί 9 τουλάχιστον ματς με περισσότερα από 40.000 εισιτήρια), με αποτέλεσμα οι ομάδες να είναι πλέον κερδοφόρες, κάτι που τις επιτρέπει να κάνουν σημαντικά ανοίγματα με στόχο μεγάλους Ευρωπαίους παίκτες που ψάχνουν κάτι διαφορετικό πριν βγουν στη “σύνταξη”.

Στη φετινή σεζόν, που βρίσκεται λίγο πριν την ολοκλήρωση της κανονικής περιόδου (κατά τη διάρκεια της οποίας έγιναν μόνο 3 αλλαγές προπονητών σε όλες τις ομάδες, ένα νούμερο που πιθανόν θα προκαλούσε σοκ στον Χρήστο Πανόπουλο), την παράσταση έχουν κλέψει αρκετοί γνωστοί ‘βετεράνοι’ όπως ο Νταβίντ Βίγια με τα 17 του γκολ (1ος στη σχετική λίστα), ο Στίβεν Τζέραρντ με τις 11 ασίστ (3ος στη σχετική λίστα) και ο Φράνκ Λάμπαρντ, που αν και έχασε το πρώτο κομμάτι της σεζόν λόγω τραυματισμού, το τελευταίο διάστημα βρίσκεται σε τρομερή φόρμα έχοντας σκοράρει 9 φορές στα τελευταία 9 παιχνίδια.

Είκοσι χρόνια μετά από εκείνο το πρώτο πρωτάθλημα και τα περίεργα πειράματα του, το MLS έχει μεγαλώσει και έχει ωριμάσει αρκετά. Αν και, όπως φαίνεται από τα όσα έγιναν στο πρόσφατο Μουντιάλ που η εθνική ομάδων των ΗΠΑ ήθελε απλά μια ισοπαλία με τους Γερμανούς για να περάσει στην επόμενη φάση, ακόμα δυσκολεύεται να πείσει τους Αμερικάνους πως η ισοπαλία σαν τελικό αποτέλεσμα ενός αγώνα είναι μια φυσιολογική εξέλιξη.

Το Πιο Άχρηστο Τουρνουά του Κόσμου

  [10 Σχόλια]

Αν ρωτήσεις τον οποιοδήποτε άνθρωπο που «έχει παίξει μπάλα αυτός και ξέρει», τι γίνεται κάθε τέσσερα χρόνια, η απάντηση θα είναι φυσικά «Μουντιάλ». Ενδεχομένως να σου το πει με ύφος Λιονέλ Μέσι όταν δεν του δίνουν φάουλ σε αγώνα στη Λατινική Αμερική. Σε λίγο πιο ψαγμένες περιπτώσεις θα σου πουν και για το «Γιούρο», βεβαίως-βεβαίως. Κάτι νεοχίπστερς θα σ’ ενημερώσουν ότι και το Κόπα Αμέρικα πλέον γίνεται κάθε 4 χρόνια και όχι κάθε 2. Άντε και κανένας που έχει πάει κουβά από το αποτέλεσμα του Γκαμπόν-Λεσότο να σου μιλήσει και για το Κόπα Άφρικα.

olympic-football

Υπάρχει κάτι που ξεχνάμε… ναι διάολε! Αυτό το τέτοιο, το πως το λένε, που πάνε τα άλλα αθλήματα και δεν ξέρω’γω τι. Εύρηκα! Τους Ολυμπιακούς Αγώνες! Οι Ολυμπιακοί είναι η μεγαλύτερη αθλητική μάζωξη του κόσμου, πλην του ποδοσφαίρου (και του τένις και του ράγκμπυ, που δεν είναι ολυμπιακό, αλλά αυτό είναι εκτός θέματος). Για το στίβο είναι το απόλυτο ραντεβού, για το μπάσκετ επίσης η σπουδαιότερη διοργάνωση καθώς εκεί στέλνουν τις καλές τους ομάδες, πράγμα που ξεκίνησε με τη «Ντριμ Τιμ» το 1992 και συνεχίστηκε με τα κακέκτυπά της μετά. Υπάρχει και το ποδόσφαιρο στη διοργάνωση, αλλά μάλλον φαίνεται ότι είναι μια καλή αβάντα που κάνει η ΔΟΕ στους εκάστοτε εργολάβους της διοργανώτριας χώρας.

Το πόσο δε μετράει το ποδόσφαιρο ως ολυμπιακό άθλημα φαίνεται από διάφορα μικρά και μεγάλα πράγματα, όπως ότι η Ισπανία είχε πάρει χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο, αλλά μέχρι το Γιούρο του 2008 θεωρούνταν υπέρτατος λούζερ, ότι ο Μέσι έχει πάρει χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο με την Αργεντινή, αλλά παραμένει η ρετσινιά του «δεν έχει κερδίσει τίποτα με την αλμπισελέστε», ότι η Βραζιλία είναι γιόλο κάθε φορά στη διοργάνωση και συνεχίζει να θεωρείται η πιο πετυχημένη εθνική ομάδα. Δεν έχει νόημα να εξαντλήσω τα παραδείγματα για να φανεί το αυταπόδεικτο.

messi, kun gold

Το οποίο αυταπόδεικτο είναι ότι το ποδόσφαιρο δεν έχει καμία δουλεία στη συγκεκριμένη διοργάνωση, που στην πραγματικότητα περισσότερα μπλεξίματα προκαλεί στα καλεντάρια παρά προσφέρει κάτι. Οι Ολυμπιακοί γίνονται τον Αύγουστο, πράγμα που δεδομένα είναι προβληματικό. Τα περισσότερα πρωταθλήματα αρχίζουν μέσα Αυγούστου και ως εκ τούτου οι «Ολυμπιακοί» (κατά το Μουντιαλικοί) παίχτες και χάνουν την προετοιμασία και έχουν άλλο οργανόγραμμα προπόνησης, φόρμας κτλ. Ειδικά αν οι Ολυμπιακοί συμπίπτουν με άλλη διοργάνωση, τότε γίνεται ένα τρελό πανηγύρι μεταξύ συλλόγων και ομοσπονδιών για το που και πότε θα παίξει ο κάθε παίχτης. Ο φετινός ήρωας μιας τέτοιας ιστορίας είναι ο Νεϋμάρ.

Ο Βραζιλιάνος της Μπάρσα πέρασε μια περίοδο ντεφορμαρίσματος που, εντελώς τυχαία, συνέπεσε με την κουβέντα που γινόταν μεταξύ της Μπαρσελόνα και της Βραζιλιάνικης ομοσπονδίας ποδοσφαίρου για το σε ποιο τουρνουά θα συμμετάσχει με την εθνική του. Αρχικά οι Βραζιλιάνοι ζήτησαν να παίξει ο καλύτερος παίχτης της εθνικής και στο Κόπα Αμέρικα στις ΗΠΑ και στους Ολυμπιακούς του Ρίο. Η Μπαρσελόνα απάντησε με πιο ευγενικό τρόπο: «Δεν πάτε καλά μου φαίνεται». Μετά από μια περίοδο ανταλλαγών φιλοφρονήσεων, τελικά ο Νεϋμάρ θα παίξει μόνο στους Ολυμπιακούς της χώρας του.

neymar-cropped_c7e00segvks51mv388bouow68

Θα λέγαμε ότι είναι μια λογική απόφαση, αν στην πορεία του Κόπα Αμέρικα η Βραζιλία δεν έπαιζε χάλια, δεν αποκλείονταν νωρίς και δεν απολύονταν ο Ντούνκα (το μετράμε ως νίκη του ποδοσφαίρου). Δηλαδή πριν τη διοργάνωση που γίνεται στη χώρα τους, για την οποία πάλεψαν με ένα από τα μεγαλύτερα μπράντ/κλαμπ στον κόσμο για να έχουν τον αστέρα τους, που προετοιμάζονταν 2 χρόνια γι’ αυτό, απέλυσαν τον προπονητή που εμπιστεύθηκαν γι’αυτή τη διοργάνωση, λόγω μιας αποτυχίας σε άλλη διοργάνωση, την οποία υποτίθεται θα άφηναν σε δεύτερη μοίρα επίτηδες (!!!).

Αν δε σας φτάνουν αυτά για το πόσο περιττό είναι το ποδόσφαιρο στους Ολυμπιακούς, προσέξτε το πρόγραμμα. Πολλά ματς, ακόμα και ημιτελικοί ή και τελικοί παίζονται καταμεσήμερο ή απογευματάκι. Τώρα Δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα ή τη Βαρκελώνη να παίζεις μπάλα 2 ή 3 η ώρα το μεσημέρι είναι δοκιμασία για πολύ μυημένους. Τουλάχιστον στο Ρίο θα είναι χειμώνας, αλλά ημιτροπικός χειμώνας, και «έλα μωρέ τώρα τόσα λεφτά παίρνουν να πα να παίξουν μπάλα να πούμε».

Όταν η ΦΙΦΑ τελειώσει με τις εσωτερικές εκκαθαρίσεις και αλλάξουν τα κόζα με τη βούλα, ας κάνει κάποιος ένα δώρο στο άθλημα και ας το αποσύρει από τους Ολυμπιακούς.

Θα έκανες ποτέ τάκλιν στον Πάμπλο Εσκομπάρ;

  [9 Σχόλια]

escobar2

Το 1991 ο Κολομβιανός Όσκαρ Παρέχα ήταν το αστέρι και ο αρχηγός της Ιντεπεντιέντε Μεντεγίν. Κάποια στιγμή μέσα στη σεζόν ο 23χρονος τότε μέσος ξεκίνησε για να πάει στην προπόνηση της ομάδας και κατέληξε σε μια φυλακή. «Εκείνη τη μέρα δεν θα την ξεχάσω ποτέ» διηγείται ο ίδιος, 25 χρόνια μετά, όντας πλέον προπονητής στο πρωτάθλημα MLS στις ΗΠΑ. «Ο προπονητής μας είπε ότι η προπόνηση ακυρώθηκε». Ο λόγος; Ο Παρέχα και έξι ακόμα συμπαίκτες του είχαν κληθεί να επισκεφτούν τη φυλακή ‘Catedral’, στην οποία βρισκόταν έγκλειστος ο Πάμπλο Εσκομπάρ, για να παίξουν έναν αγώνα.

Η πρόσκληση ήταν ανοιχτή, ο Εσκομπάρ δεν διέταξε κανέναν να τον επισκεφτεί. Αλλά και ποτέ κανένας δεν τόλμησε να πει όχι σε έναν άνθρωπο που ήταν υπεύθυνος για περισσότερους από 3000 θανάτους, σε έναν αρχηγό καρτέλ τόσο ισχυρό που ζούσε σε μια φυλακή με τζακούζι, μπαρ και καταρράκτη, που χτίστηκε αποκλειστικά γι’αυτόν και στην οποία έκανε ό,τι ήθελε, μακριά από τον έλεγχο της κυβέρνησης που θεωρητικά τον είχε ως κρατούμενο! Όπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει ο Φρανσίσκο Ματουράνα, προπονητής της εθνικής Κολομβίας αλλά και της Νασιονάλ, της άλλης μεγάλης ομάδας του Μεντεγίν: «Αν ο Δον Βίτο Κορλεόνε σε καλέσει για δείπνο, απλά πηγαίνεις».

Ο Παρέχα και οι συμπαίκτες του δεν ήταν φυσικά οι πρώτοι που θα έπαιζαν μπάλα με τον Εσκομπάρ. Πριν τη φυλάκιση του, ο 7ος πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο εκείνη την εποχή, διοργάνωνε συχνά αγώνες στην περίφημη βίλα του. Εκεί, αυτός και άλλοι ναρκέμποροι έφτιαχναν από μια ομάδα, επιλέγοντας παίκτες από διάφορους συλλόγους της χώρας, και στη συνέχεια έβαζαν στοιχήματα εκατομμυρίων σχετικά με την έκβαση του αγώνα, στον οποίο τις περισσότερες φορές συμμετείχαν και οι ίδιοι. Κάθε παίκτης πληρωνόταν αδρά για τη συμμετοχή του. Τα λεφτά δεν ήταν ποτέ πρόβλημα για τον Εσκομπάρ, ειδικά όταν προοριζόταν για τη διασκέδαση του. Μιλάμε άλλωστε για έναν άνθρωπο που στο απόγειο της «καριέρας» του έφτασε να βγάζει 420 εκατομμύρια δολάρια. Την εβδομάδα! Τόσα πολλά που αναγκαστικά ξόδευε 2500 δολάρια το μήνα μόνο σε λαστιχάκια, για να μπορεί να τα κρατάει σε δεσμίδες.

escobar

«Μας μετέφεραν στη φυλακή και μας έβαλαν να περιμένουμε σε ένα φανταχτερό δωμάτιο με εντυπωσιακούς καναπέδες, τηλεοράσεις και σωματοφύλακες. Μας έδωσαν κάτι να τσιμπήσουμε και όσο περιμέναμε τον Εσκομπάρ σκέφτηκα ‘ποιος ακριβώς είναι ο φυλακισμένος εδώ μέσα;’” συνεχίζει τη διήγηση του ο Παρέχα. Και τότε μπήκε στο δωμάτιο ο ‘Δον Πάμπλο’. «Ήρθε και κάθισε δίπλα μου και άρχισε να μου μιλάει για τη μπάλα με πάθος για τουλάχιστον μια ώρα. Ήξερε τα πάντα. Κάποια στιγμή μάλιστα μου είπε: ‘Γιατί διαμαρτύρεσαι τόσο πολύ στους διαιτητές; Δεν έχει νόημα. Αφού τους πληρώνουμε’».

Όταν έπεσε ο ήλιος ο Εσκομπάρ, οι καλεσμένοι του και κάποιοι από τους, τρόπος του λέγειν, φύλακες πήγαν στο γήπεδο της φυλακής (το οποίο συμπεριλαμβανόταν στις απαιτήσεις του Εσκομπάρ όταν διαπραγματευόταν με την κυβέρνηση της Κολομβίας το θέμα της φυλάκισης του), χωρίστηκαν σε δυο ομάδες και έπαιξαν για μιάμιση ώρα. «Ο Εσκομπάρ έπαιξε αριστερά στο κέντρο, παρ’ ότι ήταν δεξιοπόδαρος. Μου έκανε εντύπωση το ότι ήταν αρκετά καλός. Και αυτός και οι φρουροί του». Η ομάδα στην οποία βρισκόταν οι παίκτες της Ιντεπεντιέντε κέρδισε, έστω και δύσκολα. Ο Εσκομπάρ τους ευχαρίστησε προσωπικά όλους, τους κάλεσε να τον επισκεφτούν κι άλλη φορά και στη συνέχεια οι άνθρωποι του τους συνόδεψαν πίσω στο Μεντεγίν. «Μετά από τόσα χρόνια σκέφτομαι όλα όσα θα μπορούσαν να μας συμβούν εκεί μέσα. Δεν υπήρχε αστυνομία. Ούτε έλεγχος από κανέναν. Θα μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε. Αλλά δεν συνέβη».

Αν υπάρχει μια περίπτωση κάποτε ο Παρέχα να ξεχάσει κάποιες λεπτομέρειες από εκείνη τη μέρα, ο συμπαίκτης του Κάρλος Άλβαρες είναι σίγουρο πως δεν θα τις ξεχάσει ποτέ, καθώς ήταν αυτός που ανέλαβε να μαρκάρει προσωπικά τον Εσκομπάρ σε μια κλασική κατάσταση ‘μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα’: Αν τον μαρκάρεις πολύ χαλαρά υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να το δει σαν ασέβεια. Αν όμως τον μαρκάρεις στενά και σκληρά κινδυνεύεις να τον εκνευρίσεις και αν υπήρχε ένας άνθρωπος σε όλη την ήπειρο που δεν ήθελες να θυμώσει μαζί σου ήταν αναμφίβολα ο τύπος με το κοντό σορτσάκι, την ψηλή άσπρη κάλτσα και το χαρακτηριστικό μουστάκι, που βρισκόταν δίπλα σου στο γήπεδο. «Πρόσεχε γιατί αν με κλωτσήσεις, θα μείνεις εδώ μαζί μας» φέρεται να του είπε στην αρχή του αγώνα χιουμοριστικά ο Εσκομπάρ. «Ο Κάρλος απλά προσποιούνταν πως τον μαρκάρει. Δεν του πήρε τη μπάλα ούτε μια φορά» θυμάται ο Παρέχα.

alvarez

Δεν είναι όμως όλοι οι ποδοσφαιριστές ρεαλιστές και λογικοί την ώρα του αγώνα. Ο Λεονέλ Άλβαρεζ, που όπως είναι ξεκάθαρο από την παραπάνω φωτογραφία είχε παρουσιαστικό που θα του επέτρεπε να παίξει και στην ομάδα των επαγγελματιών παικτών αλλά και σ’αυτή του καρτέλ, ήταν ένας κλασικός αμυντικός χαφ που το παιχνίδι του φημιζόταν για την έλλειψη τακτ, κοινώς ένας από εκείνους τους Λατινοαμερικάνους αμυντικούς που σ’ένα φιλικό παιχνίδι σε 5Χ5, στην προτροπή «παιδιά, εδώ απαγορεύονται τα τάκλιν», βάζει τα γέλια, την ώρα που καθαρίζει τις τάπες του με ματωμένο μαντιλάκι.

Ο Άλβαρεζ επισκέφτηκε τη φυλακή του Πάμπλο Εσκομπάρ μαζί με τον Ρενέ Χιγκίτα και μερικούς ακόμα παίκτες από τις ομάδες της περιοχής (ένας εξ αυτών ήταν και ο Αντρές Εσκομπάρ) και βρέθηκε κι αυτός αντιμέτωπος με τον διαβόητο ‘El patron’ στο γηπεδάκι της. Αλλά ο Άλβαρεζ όταν έπαιζε μπάλα, έπαιζε μπάλα, δεν έκανε δημόσιες σχέσεις. Όπως χαρακτηριστικά θυμάται ο αδερφός του Εσκομπάρ, Ρομπέρτο, που ήταν επίσης φυλακισμένος εκεί, καθώς ο Πάμπλο τον χρησιμοποιούσε ως λογιστή του: «Η παρέα του Χιγκίτα είχε έρθει πρώτη για να παίξει μαζί μας, τη μέρα που γιόρταζε ο πολιούχος των φυλακισμένων. Πριν το ματς ο Πάμπλο τους προειδοποίησε ότι εκεί οι αγώνες καμιά φορά κρατάνε 3 και 4 ώρες, χωρίς ξεκούραση και με δυο μόνο αλλαγές να επιτρέπονται. Σε περίπτωση ισοπαλίας, είχαμε πέναλτι. Αυτοί φόρεσαν τις κανονικές τους φανέλες, εμείς φορούσαμε τα χρώματα της εθνικής Γερμανίας. Ο Πάμπλο ήταν καλός παίκτης αλλά στο συγκεκριμένο ματς τον μάρκαρε σκληρά ο Λεονέλ Άλβαρεζ».

Το μεγαλείο της διήγησης δεν τελειώνει όμως εκεί. Κάποια στιγμή του αγώνα ο κουρασμένος από το δυνατό παιχνίδι του αντιπάλου του, Εσκομπάρ γύρισε προς το μέρος του για να διαμαρτυρηθεί για τα τζαρτζαρίσματα και τα τάκλιν του. Και τότε ο Άλβαρεζ, με την άνεση και το υφάκι που περιμένεις να δεις μόνο σε κάποιον αγώνα του Λιμπερταδόρες και όχι σε ένα παιχνίδι που γίνεται σε μια φυλακή στη μέση του πουθενά, στην οποία κουμάντο κάνει ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος στη χώρα, που κάποτε ανατίναξε ένα γεμάτο εμπορικό αεροπλάνο επειδή ήθελε να σκοτώσει τον μελλοντικό πρόεδρο της Κολομβίας, γύρισε και του απάντησε: «Έτσι παίζεται το ποδόσφαιρο, αδερφέ».

Μια θρυλική ατάκα που σίγουρα θα έκανε περήφανο τον Κλαούντιο Τζεντίλε, και, αν το σκεφτείς λιγάκι, αποτελεί από μόνη της τη μεγαλύτερη ωδή που μπορεί να υπάρξει για το ποδόσφαιρο, που αν και αρκετές φορές επηρεάζεται από τα δεδομένα της κοινωνίας που το περιτριγυρίζει, στη βάση του παραμένει ένα μέρος με δικές του συνθήκες, ένα μέρος στο οποίο όσα ισχύουν εκτός των τεσσάρων γραμμών του δεν έχουν σημασία και αξία εντός αυτών, ένα μέρος που ο Λεονέλ Άλβαρεζ είναι το ίδιο με τον Πάμπλο Εμίλιο Εσκομπάρ Γκαβίρια. Και για όσους αναρωτιούνται: Δυο και πλέον δεκαετίες αργότερα ο Άλβαρεζ είναι ακόμα ζωντανός, αρτιμελής και μάλιστα αυτή την εποχή προπονεί την Ιντεπεντιέντε του Μεντεγίν.

alvarez2

Την Παρασκευή που μας πέρασε η σελίδα της εξαιρετικής σειράς ‘Narcos’ του Netflix, μας ενημέρωσε πως συμπληρώθηκαν 24 χρόνια από τη μέρα που ο άνθρωπος που έχτισε τη δικιά του φυλακή, απέδρασε από αυτή. Μια φυλακή από την οποία πέρασαν πολλοί διάσημοι Κολομβιανοί, αμέτρητα μοντέλα και δεκάδες επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ντιέγκο Μαραντόνα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία…

Τα σωστά ρεκόρ από τις σωστές χώρες

  [2 Σχόλια]

Uruguay1-482399

Ήταν 13 Ιουνίου του 1986 όταν η πόλη Κερέταρο στο Μεξικό φιλοξενούσε ένα αταίριαστο ζευγάρι για την τελευταία αγωνιστική της πρώτης φάσης του Μουντιάλ. Ουρουγουάη και Σκωτία έμπαιναν στην μάχη γνωρίζοντας τα αποτελέσματα των άλλων ομίλων και διεκδικώντας μια θέση «καλύτερης τρίτης» για να περάσουν στους «16». Η εντυπωσιακή Δανία των Λάουντρουπ, Όλσεν, Λέρμπι, Έλκιερ και των λοιπών είχε κάνει το 3/3 κερδίζοντας ακόμα και τη Δ. Γερμανία και ρίχνοντας έξι γκολ στους Ουρουγουανούς. H Γερμανία είχε εξασφαλίσει τη 2η θέση και η Ουρουγουάη ήξερε ότι με το Χ προκρινόταν στην επόμενη φάση. Από την άλλη, οι Σκωτσέζοι ήθελαν οπωσδήποτε τη νίκη.

Το ματς θα περνούσε στην ιστορία ως ένα ακόμα βαρετό παιχνίδι που θα είχαμε ξεγράψει από τις μνήμες μας, αν δεν υπήρχαν δύο γεγονότα. Πρώτον, τα άθλια σορτσάκια της Σκωτίας που ήταν άσπρα με μια μπλε οριζόντια γραμμή πάνω από τα επίμαχα σημεία, λες και είχες βάλει κολλητική ταινία και δεύτερον, ένα ιστορικό ρεκόρ. Ο Χοσέ Μπατίστα, παίκτης τότε της Ντεπορτίβο Εσπανιόλ, μόλις στα 56″ έκανε ένα τάκλιν που στην Ουρουγουάη το λένε «ζέσταμα» ή «έτσι για χαβαλέ», αλλά στον υπόλοιπο ποδοσφαιρικό κόσμο το παίρνουν πιο σοβαρά. Και το έκανε σε μια επαναφορά από πλάγιο, σε μια φάση χωρίς κανέναν κίνδυνο, χωρίς κανέναν λόγο. Ο Γκόρντον Στράχαν διπλώθηκε στο έδαφος και ο Ζοέλ Κινιού προς έκπληξη όλων έβγαλε την κόκκινη κάρτα. Ο Μπατίστα αποχώρησε σπάζοντας το ρεκόρ πιο γρήγορης κόκκινης στην ιστορία των Μουντιάλ και φήμες λένε ότι πίσω στην Κολόνια ντελ Σακραμέντο (πατρίδα του) στήθηκε ένας ανδριάντας προς τιμήν του, δίπλα σε άλλες ιστορικές φιγούρες που έβγαλε η πόλη.

Την ίδια στιγμή, ο τότε παίκτης της Πενιαρόλ και μετά της Βαλένθια, Μιγκέλ Μπόσιο, σίγουρα θα τα έβαζε με τον εαυτό του μονολογώντας «πώς δεν το σκέφτηκα εγώ». Βλέπετε, στο προηγούμενο ματς (την εξάρα με τη Δανία) είχε καταφέρει να πάρει την πρώτη κίτρινη στο 13′ και τη δεύτερη στο 19′ για ένα παντελώς αψυχολόγητο σκληρό τάκλιν κάπου στο κέντρο του γηπέδου. Ο Μπόσιο μετά από αυτό σίγουρα θα ένιωθε αφεντικό στα αποδυτήρια. Ο Μπατίστα επισκίαζε αυτό το κατόρθωμα και τον ξεπερνούσε. Παρά τις διαμαρτυρίες του αρχηγού Χόρχε Μπάριος, ο Γάλλος διαιτητής δεν άλλαξε την απόφασή του. Το παιχνίδι συνεχίστηκε και τελείωσε με ακόμα πέντε κίτρινες (τρεις για την Ουρουγουάη) και έληξε με 0-0 με τους Ουρουγουανούς να μην πτοούνται από το γεγονός ότι έπαιξαν 89 λεπτά με παίκτη λιγότερο. Με μόλις δύο βαθμούς σε τρία παιχνίδια η Ουρουγουάη πήρε την πρόκριση και η ομάδα του Φραντσέσκολι πήγε να αντιμετωπίσει την Αργεντινή του Μαραντόνα.

Όταν ο Μισέλ Πλατινί ξάπλωνε στο χορτάρι

  [2 Σχόλια]

16

Είναι ο μεγάλος απών αυτού του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος αλλά η σκιά του βαραίνει, κατά κάποιον τρόπο, ακόμη περισσότερο, κι όχι μόνο εξαιτίας της φαραωνικής του έμπνευσης για ευρωπαϊκό πρωτάθλημα των 24 ομάδων.

Ο Μισέλ Πλατινί, με τα παραπάνω κιλά που του φόρτωσαν τόσα χρόνια καλοπέρασης και το υπνωτιστικό και άδειο χαμόγελο του επαγγελματία παράγοντα που αποφάσισε να γίνει, μοιάζει εδώ και καιρό με εισοδηματία φούρναρη, με έναν από αυτούς τους δευτερεύοντες χαρακτήρες των γαλλικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα, εκεί όπου παραπέμπει, βέβαια, κι η μυθιστορηματική πτώση του.

Κάποτε, όμως, ήταν ένας λαμπρός ποδοσφαιριστής: αέρινος, ακούρευτος, με τη φανέλα έξω από το σορτσάκι και με ένα χαρακτηριστικό σουλούπι που τον έκανε να μοιάζει σα να παίζει πάντα με κατεβασμένες κάλτσες. Χρυσή Μπάλα και πρώτος σκόρερ της Serie A τρία συνεχόμενα χρόνια (1983, 1984, 1985) κι ένας από τους ελάχιστους που κατάφερε να ανεβάσει, από την ανυποληψία –τον αποκλεισμό από τα τελικά των Μουντιάλ του 70 και του 74 και από τα Ευρωπαϊκά του 68, του 72, του 76– στην κορυφή, το ποδόσφαιρο μιας ολόκληρης χώρας. Για να καταφέρεις κάτι τέτοιο, όπως γνωρίζουμε, δεν αρκεί να είσαι ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς, πρέπει να είσαι ο Γιόχαν Κρόιφ ή ο Πλατινί. Κι όλα αυτά χωρίς να τραγουδήσει ποτέ πριν τη σέντρα τη Μασσαλιώτιδα, «αυτόν τον πολεμικό ύμνο. Αν ήταν ύμνος στη αγάπη θα τον τραγουδούσα»: αχ, αυτοί οι Γάλλοι.

Εκείνος ο Μισέλ Πλατινί, λοιπόν, λείπει πολύ σε όσους αγαπούν το ποδόσφαιρο.

Τον θυμηθήκαμε στις 21 Ιουνίου, επειδή έκλεινε τα 61 του χρόνια, κάπου μακριά από τους προβολείς των γηπέδων, και επειδή έκλειναν τριάντα χρόνια από την πρόκριση της Γαλλίας επί της Βραζιλίας, στα προημιτελικά του Μουντιάλ του Μεξικού. Εκεί, στην Γκουανταλαχάρα, με τη θερμοκρασία στους 45 βαθμούς, άκεφος, με ένα τραυματισμό στην κνήμη να τον βασανίζει, ισοφαρίζει με το λιγότερο καλό του πόδι, το αριστερό: θα είναι το τελευταίο από τα 41 γκολ που θα βάλει με τη Γαλλία. Μετά, στα πέναλτι, θα αστοχήσει φριχτά αλλά λίγη σημασία είχε, αυτός, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους παίκτες που είδαμε πρόσφατα,  ήταν τυχερός, η ομάδα του επιβλήθηκε.

Θα τον θυμηθούμε οπωσδήποτε στις 8 Ιουλίου, επέτειο του αξέχαστου ημιτελικού του Μουντιάλ στη Σεβίλη το 1982, κόντρα στη Γερμανία. Η ωραία μπαλιά του στον Πατρίκ Μπατιστόν, η δολοφονική έξοδος του χασάπη Χάραλντ Σουμάχερ, ο Μισέλ να σκύβει και να παίρνει στα χέρια του τον αναίσθητο και λευκό σαν πανί συμπαίκτη και φίλο του: μια μεταμοντέρνα Αποκαθήλωση που έληξε με Ανάσταση του θύματος –με τρία δόντια λιγότερα, μετατοπισμένο σπόνδυλο και αμνησία– μερικές ώρες μετά. Ο αγώνας έληξε στα πέναλτι και κέρδισε, φυσικά, η Γερμανία: το ποδόσφαιρο είναι μια σπουδή στην αδικία, και δεν θα διαφωνήσει, μάλλον, ούτε ο Χάραλντ Σουμάχερ ούτε ο Ολλανδός διαιτητής που δεν του έδωσε κάρτα, απλώς χαριεντιζόταν μαζί του ενόσω ο Μπατιστόν έβγαινε πάνω στο φορείο.

battiston

Θυμόμαστε, και ποιος ξέρει για πόσα χρόνια ακόμη, το ψαρωτικό ρεκόρ του Πλατινί: εννιά γκολ σε ένα μόνο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα –χρειάστηκαν σχεδόν τέσσερα (19 αγώνες) στον Κριστιάνο Ρονάλντο για να πετύχει οχτώ. Θυμόμαστε και τον τίτλο που χάρισε με αυτά τα γκολ στη Γαλλία το 1984 και την κατεστραμμένη καριέρα του δόλιου Αρκονάδα μετά από τη φοβερή του γκάφα στον τελικό: ένα μέτριο χτύπημα φάουλ από τον Πλατινί, μια μπάλα που γλιστράει μέσα από τα χέρια, ένας τίτλος.

Για μια γενιά Γάλλων –και Ιταλών, αλλά θα επανέλθουμε– φιλάθλων, η παρουσία του Πλατινί στο χόρτο ισοδυναμούσε με τη σιγουριά ότι θα σκοράρει. Συχνά σε κρίσιμους αγώνες, συχνά με φάουλ, αν και όταν έκανε το περίφημο ρεκόρ του πέτυχε σε δυο ματς τη λεγόμενη «σπεσιαλιτέ Πλατινί», το πραγματικό χατ τρικ: γκολ με το δεξί, γκολ με το αριστερό, γκολ με κεφαλιά. Αυτή τη σιγουριά την ένιωθε χωρίς αμφιβολία κι αυτός. Πρώτη εμφάνιση με την Εθνική Ανδρών, σε ένα φιλικό με την Τσεχοσλοβακία, πριν 40 χρόνια. Η Γαλλία είναι πίσω στο σκορ, κερδίζει έμμεσο. Ο πιτσιρικάς Μισέλ λέει στον έμπειρο Ανρί Μισέλ: «Δώσε μου πάσα. Θα το βάλω».

Ο Μισέλ Πλατινί, εγγονός Πιεμοντέζου μετανάστη στη Λοραίνη, θα ξαναγυρίσει στη γη των προγόνων του, την Ιταλία, και θα λατρευτεί κι εκεί. Και από όλα του τα γκολ με τη Γιουβέντους, θυμόμαστε αυτό το κάπως άγνωστο αριστούργημά του. Γιατί, με τον ίδιο τρόπο που το ωραιότερο γκολ ενός μεγάλου συμπατριώτη του ήταν μια πάσα, το ωραιότερο γκολ του Πλατινί  ήταν οφσάιντ.

8 Δεκεμβρίου 1985. Διηπειρωτικό Κύπελλο στο Εθνικό Στάδιο του Τόκυο. Η κάτοχος του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης Γιουβέντους αντιμετωπίζει τους νικητές του Κόπα Λιμπερταδόρες Αρχεντίνος Ζούνιορς του Κλαούντιο Μπόργκι. Η Γιουβέντους κυνηγάει τον πρώτο της τίτλο στη διοργάνωση και θεωρητικά είναι το φαβορί. Προηγούνται οι Αργεντίνοι στο 55΄, ισοφαρίζει με πέναλτι ο Πλατινί. Και στο 69΄, το θαύμα: στοπάρισμα με το στήθος, εναέριο κοντρόλ με το δεξί, άπιαστο βολέ με το αριστερό, γκολ. Πανηγυρισμοί, σερπαντίνες και κόρνες από τις κερκίδες, οι Γιουβεντίνοι ένα κουβάρι γύρω από το αστέρι τους, το ταμπλό δείχνει 2-1.

Και ξαφνικά, η απότομη προσγείωση: αυτό το ποίημα σφυρίζεται οφσάιντ. Ο Πλατινί, δεν μπορεί να το πιστέψει, τραβάει τα μαλλιά του και μοιάζει να καταρρέει στο χορτάρι. Μοιάζει: στην πραγματικότητα ξαπλώνει κάπως ράθυμα, ακουμπάει το κεφάλι του στο χέρι του και, σαν δεκάχρονο παιδάκι, κάνει μούτρα στον διαιτητή, στη μοίρα, στον κόσμο όλον. Μετά ανακάθεται, χειροκροτεί ειρωνικά, παίρνει μερικές ανάσες. Οι Αρχεντίνος θα ξαναπεράσουν μπροστά αλλά, λίγα λεπτά μετά, το μουτρωμένο δεκάρι θα βρει το κουράγιο και τη διαύγεια που χρειάζεται για να κάνει το μακρινό ένα-δυο με τον Μίκαελ Λάουντρουπ που θα ισοφαρίσει. Η Γιουβέντους θα κερδίσει στα πέναλτι –ένα από αυτά θα το χτυπήσει με επιτυχία ο Πλατινί.

Όπως θα έλεγε ένας άλλος ήρωας με ασπρόμαυρη φανέλα, το μυστικό είναι ότι επιτρέπεται να ξαπλώσεις στο χορτάρι  αλλά επιβάλλεται να σηκωθείς -και, ει δυνατόν, να σκοράρεις.

Η Αργεντινή του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα

  [32 Σχόλια]

Ας ξεκινήσω από κάτι απλό: Δεν πιστεύω στην ιδέα «Καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Δεν θέλω να διαλέξω, δεν μπορώ να διαλέξω και δεν το θεωρώ και δίκαιο να διαλέξω. Το ποδόσφαιρο πέρα από τις τρομερές διαφορές που έχει ανάλογα με την περιοχή στην οποία παίζεται, εξελίσσεται συνέχεια και έχει αλλάξει σε τέτοιο βαθμό σε σχέση με 30-40 χρόνια πριν που θεωρώ αδύνατο να συγκρίνω, για παράδειγμα, τον Ζιντάν με τον Τοστάο. Παρ’ όλα αυτά κατανοώ απόλυτα την ανάγκη ύπαρξης μιας τέτοιας κουβέντας (οι άνθρωποι χρειαζόμαστε τέτοιες συζητήσεις και λογομαχίες για να ξεφεύγουμε και να ξεχνάμε τα σκατά της καθημερινότητας) και την παρακολουθώ αρκετές φορές με ενδιαφέρον.

diego

Την περίοδο αυτή μια τέτοια συζήτηση έχει ξανά την τιμητική της. Μια συζήτηση που αναθερμαίνεται κάθε φορά που ο Μέσσι αποτυγχάνει να κερδίσει κάτι με την εθνική Αργεντινής, κάτι που όλοι ξέρουμε πως συμβαίνει αρκετά συχνά τελευταία. Το πρόβλημα, πάντα κατ’ εμέ, με αυτή την κουβέντα δεν βρίσκεται στη γενική διαπίστωση της και στο σκεπτικό των περισσότερων πως «Ο Μέσσι δεν θα γίνει ποτέ Μαραντόνα». Όπως είπα και στην αρχή, δεν με απασχολεί αυτό το θέμα, ούτε καν σε καφενειακή βάση, δεν μ’ενδιαφέρει να συγκρίνω τους δυο παίκτες (Απολαμβάνω κάθε στιγμή που μου προσφέρει ο Μέσσι εδώ και μια δεκαετία και συνεχίζω να γοητεύομαι από κάθε βίντεο ή ιστορία ανακαλύπτω για τον Ντιεγκίτο.) και δεν μπορώ να επιχειρηματολογήσω ούτε εναντίον του, ούτε υπέρ του (μπορώ όμως να γελάσω με σχόλια όπως το υπέροχο «κοντέ φοροφυγά, δεν θα γίνεις ποτέ Ντιέγκο», με το οποίο γελάνε λογικά ακόμα και τα πολυτελή ρολόγια που έδωσε ο Μαραντόνα στην εφορία της Ιταλίας για να καλύψει μέρος των υπέρογκων ποσών που της χρωστάει από την εποχή της Νάπολι).

Δεν πιστεύω βασικά ότι μπορεί κανένας να επιχειρηματολογήσει και να περιμένει από τον άλλον να το αποδεχθεί. Κανένας δεν μπορεί να ορίσει τι θεωρείται πιο σημαντικό για τον «καλύτερο όλων των εποχών», είναι όλα υποκειμενικά κριτήρια, άρα όλα είναι αποδεκτά. Ποιος ορίζει, άλλωστε, αν είναι πιο σημαντική η διάρκεια στο Χρόνο ή η κατάκτηση ενός τουρνουά 6-7 αγώνων κι ας λέγεται αυτό Μουντιάλ; Και γιατί ποτέ δεν υπάρχουν σ’αυτές τις συζητήσεις αμυντικοί (ή και τερματοφύλακες);

Το πρόβλημα μου με την συζήτηση αυτή εντοπίζεται στις λεπτομέρειες και στα εξτρά θέματα που προκύπτουν συνήθως, και μεταξύ πολλών άλλων, από τέτοιες λογομαχίες. Θέματα όπως η παρελθοντολατρεία (η θεοποίηση των παλιών, που είναι θρύλοι, και η ισοπέδωση των σύγχρονων, που συνήθως είναι «κατασκευάσματα των media») και η κλασική λογική «δοκάρι και μέσα=βασιλιάς και μάγκας, δοκάρι και έξω=ανίκανος και loser».

Ας μπούμε όμως στην ουσία. Η εθνική Αργεντινής απέτυχε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά να κερδίσει έναν τελικό, ο Μέσσι αστόχησε στο πέναλτι του και το όνομα που εμφανίστηκε όσο κανένα άλλο στα διάφορα σχόλια ήταν αυτό του μεγάλου Ντιέγκο. Σε αντίθεση με το μπάσκετ, στο οποίο ένα μεγάλο ποσοστό όσων συγκρίνουν αυτή την περίοδο Τζόρνταν και Λεμπρόν έχει δει και τους δυο και κρίνει χρησιμοποιώντας σε μεγάλο βαθμό και την προσωπική του εμπειρία, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που μιλάνε για τον Μαραντόνα δεν τον έχει ζήσει καθόλου ενώ και από αυτούς τους λίγους που τον πρόλαβαν (το ποσοστό των ανθρώπων που είναι άνω των 45-50 και σχολιάζει στα social media του σομπρέρο, για παράδειγμα, είναι μονοψήφιο) οι περισσότεροι έχουν δει ελάχιστα ολόκληρα παιχνίδια του.

Για τους περισσότερους από εμάς ο Ντιέγκο δεν είναι ένας απλός παίκτης. Είναι μια Ιδέα. Μεγαλώσαμε με τις ιστορίες για το Μουντιάλ του 1986 και τη σκέψη ότι ο Ντιέγκο το πήρε μόνος του, έχουμε δει αμέτρητες φορές συγκεκριμένες φάσεις από το Μουντιάλ αυτό, έχουμε φτιαχτεί κάμποσες φορές με την ιδέα της μικρής Νάπολι που από το πουθενά γίνεται πρωταγωνίστρια. Όπως και να το δει κανείς, ο Μαραντόνα ήταν τεράστιος και εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου, τόσο τεράστιος που κάθε φορά που έκανε μια κουτσουκέλα ψάχναμε δικαιολογίες για να την αγνοήσουμε, πριν καταλήξουμε τις περισσότερες φορές στο απελευθερωτικό: «Ο Ντιέγκο είναι, ό,τι θέλει μπορεί να κάνει».

Φτάσαμε να το κάνουμε ακόμα και στις μεγαλύτερες κωλοτούμπες του, όταν ο «επαναστάτης» Μαραντόνα, που μια ζωή έκραζε τον Πελέ, μεταξύ πολλών άλλων και για τις διάφορες μπίζνες που έκανε εκμεταλλευόμενος το όνομα του, πήγαινε στα Εμιράτα για να προπονήσει μια ομάδα για ένα σκασμό λεφτά, έπαιρνε μέρος σε διαφήμιση στην οποία φορούσε τη στολή της Βραζιλίας ή, στην πιο ακραία και πιο πρόσφατη απ’όλες τις περιπτώσεις, όταν εξυμνούσε τον ίδιο Πελέ που τόσα χρόνια έκραζε. Που; Σε διαφημιστικό event εταιρείας ρολογιών πολυτελείας!

Ακόμα και με όλα τα παραπάνω όμως, ο Μαραντόνα παραμένει ένας μύθος στο μυαλό των περισσότερων από εμάς. Το πρόβλημα και ταυτόχρονα η αδικία ξεκινάει όταν προσπαθεί κάποιος να τον συγκρίνει με κάποιον άλλον, χρησιμοποιώντας στη σύγκριση αυτή τα γενικά χαρακτηριστικά του μύθου που μαθαίνουμε και ακούμε από μικρά παιδιά, τα οποία αγαπάμε και στα οποία έχουμε δώσει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας. Ακολουθούν κάποια δεδομένα για την πορεία του Ντιέγκο με την Αργεντινή (μιας και αυτό το σκέλος είναι που έχει την τιμητική του αυτή την εποχή) που συνήθως κρύβονται στη σκιά των μεγάλων στιγμών του, σε τέτοιο βαθμό που είμαι σχεδόν σίγουρος ότι λίγοι γνωρίζουν ή θυμούνται.

diego3

«Η Αργεντινή του Μαραντόνα τη Χιλή την είχε για πλάκα. Ο Ντιέγκο θα τους κέρδιζε μόνος του». Χμμμ… Δεν το νομίζω. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, η Αργεντινή του Ντιέγκο δεν κέρδιζε συχνά! Στα 91 παιχνίδια που έπαιξε ο Μαραντόνα η Αλμπισελέστε δεν κέρδισε ούτε τα μισά (42 για την ακρίβεια)! Το ποσοστό αυτό (46%) είναι μικρότερο από κάθε άλλου μεγάλου παίκτη μπορείς να σκεφτείς, ανεξαρτήτως εθνικότητας και εποχής: Ο Πελέ έχει 73%, ο Ρονάλντο έχει 70%, o Μπεκενμπάουερ έχει 67%, o Μπάτζιο έχει 54%, ο Ζιντάν έχει 69%, o Πούσκας 74%, ο Κρόιφ έχει 65%, ο Μαλντίνι έχει 56%, ο Ρομάριο έχει 70%, ο Μπατιστούτα έχει 54%, ο Μέσσι έχει 62% και η λίστα είναι ατέλειωτη. Εδώ κάποιος πιθανόν να απαντήσει, «ναι, αλλά ο Ντιεγκίτο ήταν ηγέτης που ξεχώριζε στα μεγάλα τουρνουά». Χμμμ…

Ο Μαραντόνα έπαιξε σε 7 μεγάλα τουρνουά στην καριέρα του. Τέσσερα Μουντιάλ και 3 Κόπα Αμέρικα. Στο Κόπα Αμέρικα του 1979, στο οποίο η Αργεντινή κατέβηκε ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Ντιεγκίτο ήταν 19 χρονών, οπότε μπορούμε να θεωρήσουμε ως πολύ φυσιολογικό το ότι δεν μπόρεσε να βοηθήσει την ομάδα να περάσει τη φάση των ομίλων (τερμάτισε τελευταία πίσω από Βραζιλία και Βολιβία, με τον Ντιέγκο να σκοράρει μια φορά στη νίκη 3-0 επί των Βολιβιανών).

Στο Μουντιάλ του 1982, δίπλα στους μεγάλους Κέμπες, Αρντίλες και Πασαρέλα και μπροστά στο ισπανικό κοινό που τον περίμενε με αγωνία, λόγω της μεταγραφής στη Μπαρτσελόνα, πήγε άπατος μαζί με όλη την προβληματική Αργεντινή. Σε 5 παιχνίδια πρόλαβε να σκοράρει 2 φορές απέναντι στους Ούγγρους στους ομίλους και να αποβληθεί εκνευρισμένος στην ήττα με 3-1 από τη Βραζιλία στον 2ο γύρο που έστειλε τους Αργεντινούς πρόωρα σπίτι τους.

Το 1987, και ενώ βρισκόταν στην καλύτερη φάση της καριέρας του, έδωσε το παρών στο Κόπα Αμέρικα που διοργάνωσε η Αργεντινή. Οι διοργανωτές, που έμπαιναν στο τουρνουά ως απόλυτο φαβορί όντας ταυτόχρονα και παγκόσμιοι πρωταθλητές, είχαν να κατακτήσουν τον τίτλο από το 1959. Η δίψα του κόσμου ήταν τεράστια. Τελικό αποτέλεσμα; Η Αργεντινή των Μαραντόνα και Κανίγια δεν έφτασε ούτε στον τελικό. Έχασε μέσα στο κατάμεστο Μονουμεντάλ με 0-1 από την Ουρουγουάη και στο τέλος κατέληξε 4η.

Δυο χρόνια αργότερα, ο 29χρονος τότε Ντιέγκο (που στη Νάπολι εκείνες τις χρονιές έκανε μαγικά πράγματα) είχε μια ακόμα καλή ευκαιρία να σηκώσει ένα Κόπα Αμέρικα. Το αποτέλεσμα ήταν εξίσου απογοητευτικό. Η Αργεντινή τερμάτισε 3η , καταφέρνοντας να ολοκληρώσει το τουρνουά με μόλις 2 γκολ ενεργητικό σε 7 αγώνες! Και τα δυο τα πέτυχε ο Κλαούντιο Κανίγια. Αυτό ήταν το τελευταίο Κόπα Αμέρικα που συμμετείχε ο Ντιεγκίτο. Στα επόμενα δυο τουρνουά, του 1991 και του 1993, η Αργεντινή κατέκτησε ισάριθμα τρόπαια με μπροστάρη και σκόρερ τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα.

Η 6η μεγάλη διοργάνωση της καριέρας του ήταν το Μουντιάλ του 1990. Ο ίδιος ήταν σε μέτρια κατάσταση, η Αργεντινή ήταν σε μια παρόμοια, περίεργη φάση (ακόμα και τον όμιλο τον πέρασε με το ζόρι, ως καλύτερη 3η) αλλά παρ’ όλα αυτά κατάφερε να φτάσει σε έναν δεύτερο τελικό, πάλι απέναντι στους Γερμανούς, τον οποίο και έχασε με 1-0. Ο Ντιέγκο τέλειωσε τη διοργάνωση χωρίς να σκοράρει, με μια διάσημη ασίστ στον Κανίγια, στο ματς με τη Βραζιλία, και ένα χαμένο πέναλτι στη διαδικασία των πέναλτι με τη Γιουγκοσλαβία, το οποίο όμως ξεχάστηκε αφού οι Γιούγκοι έχασαν ένα παραπάνω και οι Αργεντινοί προκρίθηκαν.

Το τελευταίο μεγάλο τουρνουά και ταυτόχρονα το φινάλε της καριέρας του με την εθνική ήταν φυσικά το Μουντιάλ του 1994, όταν και πιάστηκε ντοπαρισμένος μετά το παιχνίδι με την Ελλάδα, κάτι που αν συνέβαινε φυσικά σε κάποιον από τους τωρινούς μεγάλους σταρ θα… κατέρρεε το ίντερνετ από κακία και χολή. H Αργεντινή αποκλείστηκε στον 2ο γύρο, από τη Ρουμανία. Ρεζουμέ; Eφτά μεγάλα τουρνουά, 2 προκρίσεις στον τελικό, 1 κατάκτηση. Κάπου εδώ αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι ότι η ατάκα μάλλον θα έπρεπε να γίνει: «Η Αργεντινή του Ντιέγκο του 1986, τη Χιλή την είχε για πλάκα».

mara2

Ο Ντιέγκο του 1986 λοιπόν. Το κερασάκι στην τούρτα του θρύλου. Το Μουντιάλ του Θεού. Το τουρνουά που κάνει τη διαφορά στις περισσότερες συγκρίσεις και, όπως προείπαμε, κρύβει με τη λάμψη του όλα τα παραπάνω τουρνουά που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν. Το Παγκόσμιο Κύπελλο που πήρε μόνος του. Χμμμ… Όχι ακριβώς. Ο Μαραντόνα έκανε ένα εκπληκτικό τουρνουά, αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Και σκόραρε και έβγαλε ασίστ. Φορμαρίστηκε την κατάλληλη στιγμή, στο κατάλληλο μέρος. Αλλά δεν ήταν μόνος του (αν εξαιρέσεις τη φάση του γκολ με τους Άγγλους φυσικά). Είχε στον πάγκο τον μεγάλο Κάρλος Μπιλάρδο, που παρέδωσε μαθήματα τακτικής στη διοργάνωση. Είχε δίπλα του τον Βαλντάνο που εκείνη τη χρονιά έκανε όργια στη Ρεάλ και την Ισπανία και στο Μουντιάλ σκόραρε 4 φορές, εκ των οποίων η μια ήταν στον τελικό. Είχε τον Μπουρουτσάγα, τον καλύτερο ξένο του Γαλλικού πρωταθλήματος και πρώτο σκόρερ του προηγούμενου Κόπα Αμέρικα. Τέλος, είχε μαζί και μια ομάδα έμπειρων, καλών παικτών που οι 5 εξ αυτών είχαν κατακτήσει (ή θα κατακτούσαν τα επόμενα χρόνια) ένα σκασμό τίτλους στη Λατινική Αμερική, μαζί και το Διηπειρωτικό, σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής ήταν εξίσου ανταγωνιστικό με το ευρωπαϊκό, κρατούσε τους μεγάλους παίκτες του (από τη Βραζιλία του 1986 στην Ευρώπη έπαιζαν όλοι κι όλοι 2 παίκτες) και κυριαρχούσε στις μεταξύ τους αναμετρήσεις (7/10 Διηπειρωτικά εκείνης της δεκαετίας πήγαν στη Νότια Αμερική).

Το να αναλύσω διεξοδικά τη συγκεκριμένη διοργάνωση το θεωρώ υπερβολικό. Αν κάποιος θεωρεί ένα Μουντιάλ το πιο σημαντικό κριτήριο για να αξιολογήσει έναν παίκτη, θα συνεχίσει να το θεωρεί ό,τι κι αν γραφτεί γι’αυτό. Μιλάμε για ένα Παγκόσμιο Κύπελλο και η αύρα του παραμένει μεγάλη όσα «ναι, αλλά» και αν προσθέσεις. Δεν παύει όμως ποτέ στη βάση του να παραμένει ένα τουρνουά λίγων αγώνων με αντιπάλους κάποιες φορές ομάδες αμφίβολης ποιότητας. Μετά τον όμιλο οι Αργεντινοί νίκησαν 1-0 την Ουρουγουάη, η οποία μια εβδομάδα πριν, στον όμιλο της, είχε φάει 6 από τους Δανούς. Μετά ακολούθησε το ιστορικό ματς με τους Άγγλους, που όσο κι αν νιώθω μια αίσθηση ιεροσυλίας να με διαπερνάει και μόνο που το ‘αγγίζω’, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ήταν ένα ματς με τους Άγγλους, το κογιότ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, που στους ομίλους τερμάτισαν κάτω από το Μαρόκο, που στο προηγούμενο Μουντιάλ αποκλείστηκαν από τον 2ο γύρο, που στο προηγούμενο Euro του 1984 δεν κατάφεραν καν να πάνε! Ακολούθησε ο ημιτελικός με το γεμάτο ταλέντο τότε Βέλγιο (που μεταξύ μας, ό,τι κι αν λέμε, παραμένει πάντα Βέλγιο) πριν έρθει η ώρα των Γερμανών σε έναν τελικό που ο Ντιέγκο βρήκε χώρο να δράσει μια στιγμή μόνο και σ’αυτήν μπόρεσε και έβγαλε την ασίστ για το 3-2. Το ευτύχημα γι’αυτόν ήταν πως ο Μπουρουτσάγα δεν αστόχησε. Ούτε ο Βαλντάνο πιο νωρίς, ούτε ο Μπράουν στην αρχή του αγώνα.

(L-R) Argentina's Diego Maradona takes on England's Terry Butcher and Kenny Sansom.

Κάπου εδώ κρύβεται και η απάντηση σε κάποιο άλλο σχόλιο: «Στα κρίσιμα ματς ο πραγματικά μεγάλος παίκτης όταν βλέπει πως δεν μπορούν να τα βάλουν οι άλλοι, τα βάζει μόνος του». Χμμμ… Ο Ντιέγκο δεν σκόραρε στον τελικό του 1986. Ούτε σ’αυτόν του 1990. Για την ακρίβεια, ο Ντιεγκίτο δεν έβαζε γκολ στους τελικούς. Στους 9 που έπαιξε (2 με την εθνική, 2 με τη Μπάρτσα, 2 διπλούς με τη Νάπολι, με αντιπάλους την Αταλάντα και τη Στουτγκάρδη και ένα Σούπερ Καπ με αντίπαλο τη Γιούβε) σκόραρε μια φορά μόνο κι αυτή με πέναλτι. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ανύπαρκτος. Σε κάποιους από αυτούς ήταν πολύ καλός χωρίς να κάνει τη διαφορά, σε κάποιους άλλους έδωσε καθοριστικές πάσες που κάποιος άλλος τις μετέτρεψε σε γκολ.

Καταλήγοντας (επιτέλους), ο Ντιέγκο είναι μύθος. Ένας θεοποιημένος ποδοσφαιριστής. Και θα μείνει τέτοιος για πάρα πολλά χρόνια ακόμα, πολύ πιθανόν και για πάντα, όσο θα παίζουν άνθρωποι αυτό το παιχνίδι που λέγεται ποδόσφαιρο. Θα τον αγαπάμε, θα τον υμνούμε και θα τον αντιμετωπίζουμε σαν κάτι μαγικό που κάποτε εμφανίστηκε σ’αυτόν τον μικροσκοπικό πλανήτη. Ένας μύθος τραβηγμένος στα άκρα φυσικά, όπως κάθε άλλος μύθος στη ζωή που σχετίζεται με κάτι που έγινε στο παρελθόν και του οποίου τα αρνητικά ή τα πεζά χαρακτηριστικά του έχουν ξεφτίσει στη μνήμη μας. Θα τον αντιμετωπίζουμε έτσι όταν γράφουμε αφιερώματα γι’αυτόν και όταν νοσταλγούμε κάποιες αξέχαστες στιγμές του. Αλλά είναι άδικο να χρησιμοποιούμε τον μύθο του για να τον συγκρίνουμε με ρεαλιστικά δεδομένα κάποιου σύγχρονου παίκτη.

Γιατί αν είναι να το κάνουμε αυτό, χρησιμοποιώντας μόνο τα όμορφα στοιχεία του μύθου και παραβλέποντας όλες τις πραγματικές μαύρες στιγμές του, ο Γκαρίντσα, ο άνθρωπος που κέρδισε δυο Μουντιάλ, έπαιξε 50 αγώνες με τη Βραζιλία χάνοντας μόνο έναν (!) και ο οποίος, σύμφωνα με τις μαρτυρίες πολλών που τον πρόλαβαν, αδιαφορούσε για τη δυναμική των αντιπάλων, ντρίπλαρε με χαρακτηριστική άνεση όλη την ομάδα και τον τερματοφύλακα, έφτανε στη γραμμή του γκολ και μετά επέστρεφε πίσω για να το επαναλάβει, δεν θα είχε κανέναν αντίπαλο.

Όταν οι ΗΠΑ έριχναν τριάρα στην Αργεντινή

  [Καθόλου σχόλια]

Ως σωστοί ποδοσφαιρόφιλοι νομίζω συμφωνούμε ότι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για μια χώρα που ονομάζει το ποδόσφαιρο «σόκερ». Είναι βάναυση προσβολή για το αγαπημένο μας άθλημα. Αν θέλουμε όμως να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να πούμε ότι οι ΗΠΑ κάνουν εδώ και δεκαετίες πολύ φιλότιμες προσπάθειες σε ένα άθλημα που εξακολουθεί να είναι πίσω σε δημοτικότητα στη χώρα τους. Το επετειακό Κόπα Αμέρικα Σεντενάριο στις ΗΠΑ δεν πήγε καθόλου άσχημα. Πολλά καλά ματς, πολλά γκολ και συνεχή ρεκόρ τηλεθέασης που σπάνε σε κάθε ματς των διοργανωτών. Ο αγώνας με το Εκουαδόρ ξεπέρασε τα 2 εκατομμύρια τηλεθεατές, την ίδια ώρα μάλιστα με τον 6ο τελικό του ΝΒΑ. Δεν είναι μικρό πράγμα να παίζουν Λεμπρόν και Κάρι και εσύ να βλέπεις τον Κλιντ Ντέμπσεϊ. Δεν είναι τυχαίο ότι το ποδόσφαιρο είναι για τα καλά ενταγμένο στις μικρές ηλικίες, το πρωτάθλημά τους μαζεύει καλούς παίκτες (έστω και για τα τελευταία ένσημα) και οι ΗΠΑ δεν τα πάνε άσχημα ως εθνική. Μόλις τέσσερις φορές με τη φετινή έχει πάρει μέρος ως καλεσμένη η «Αμερική» σε Κόπα Αμέρικα και τις δύο έφτασε στα ημιτελικά.

Την προηγούμενη φορά που οι ΗΠΑ έφτασαν στους «4» έκαναν έναν άθλο και μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες στην ιστορία τους, κερδίζοντας την ομαδάρα του Μπατιστούτα. Ήταν το 1995, στο Κόπα Αμέρικα της χειμωνιάτικης Ουρουγουάης. Το ποδόσφαιρο μόλις είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στη χώρα. Από την ομάδα των ΗΠΑ στο Κόπα Αμέρικα του 1993 μόλις οι 7 από τους 23 έπαιζαν σε κάποιον επαγγελματικό σύλλογο και όχι σε κάποιο κολλέγιο ή πανεπιστήμιο. Ένα χρόνο μετά, στο Μουντιάλ που έγινε στις ΗΠΑ, κατέβαζαν μια τίμια ομάδα στην οποία και πάλι αρκετοί παίκτες της δεν είχαν καμία εμπειρία. Ο Αλέξι Λάλας για παράδειγμα, όπως κι άλλοι, δεν έπαιζε σε κάποιον σύλλογο, βγήκε μέσα από τα προγράμματα της χώρας για το άθλημα. Ήξερε τα… θεωρητικά του αθλήματος, αλλά μέχρι εκεί. Κι όμως, εκείνη η ομάδα λύγισε μόλις στο 70κατι από ένα γκολ του Μπεμπέτο στη φάση των 16 του Μουντιάλ.

Το 1995 έπαιρναν μέρος στο δεύτερο Κόπα Αμέρικα της ιστορίας τους και αντιμετώπιζαν τον θεσμό με ταπεινότητα.  Ο Λάλας σε συνέντευξή του είχε πει: «διατηρήσαμε το πάθος και τον χαρακτήρα μας, αλλά διώξαμε την αφέλεια που μας διέκρινε». Την αφέλεια σε όλα τα ζητήματα θα μπορούσε να πει κάποιος. Η Ομοσπονδία των ΗΠΑ μετά από ένα επιτυχημένο Μουντιάλ είχε αρκετά χρήματα και οι παίκτες της εθνικής δεν έπαιρναν σχεδόν τίποτα. Η διοίκηση συμφώνησε να το αλλάξει και έκανε μια απαράδεκτη προσφορά για το Κόπα Αμέρικα του 1995 κατά την οποία οι παίκτες θα πληρώνονταν ανάλογα με τις εμφανίσεις τους. Αν είχες 0 ως 10 συμμετοχές μέχρι τότε και έπαιζες, δεν έπαιρνες φράγκο. Από 10 ως 25 θα έπαιρνες $500 για κάθε συμμετοχή και πάει λέγοντας. Ο αρχηγός Χαρκς κάλεσε συμβούλιο και οι παίκτες ενώ ήδη βρίσκονταν στην Ουρουγουάη απείλησαν να μην κατέβουν καθόλου στα παιχνίδια. Η Ομοσπονδία απάντησε ότι θα κατέβαζε την ολυμπιακή ομάδα (με κίνδυνο να βαρεθεί να μαζεύει γκολ), οι παίκτες έμειναν απροπόνητοι και μέχρι πριν την έναρξη του θεσμού κανείς δεν ήξερε τι θα γίνει. Την τελευταία στιγμή, οι δυο πλευρές τα βρήκαν, η απεργία έληξε και οι ΗΠΑ κατέβηκαν με δυο προπονήσεις να παίξουν.

Το πρώτο ματς ήταν μια μεγάλη έκπληξη, καθώς μπροστά στο κοινό της πόλης Παϊσαντού (που είχε συμπαθήσει πολύ τους Αμερικάνους) κέρδισαν με 2-1 τη Χιλή. Δυστυχώς όμως για τους Αμερικάνους, ο θρυλικός Μαρκ Ετσεβερί είχε άλλη άποψη στο δεύτερο παιχνίδι και η Βολιβία επικράτησε με 1-0. Για να καταφέρουν την ιστορική πρόκριση, οι Αμερικάνοι έπρεπε να κερδίσουν τους πρωταθλητές Αργεντινούς που είχαν ήδη το δύο στα δύο. Όπως και ο περισσότερος κόσμος, έτσι κι ο Ντανιέλ Πασαρέλα με τους παίκτες του δεν πίστευαν ότι κινδυνεύουν από τους «Γιάνκηδες». Η Αργεντινή κατέβηκε με αρκετές αλλαγές (Σιμεόνε, Ορτέγκα, Μπάλμπο έμειναν στον πάγκο), αλλά και πάλι διέθετε παίκτες όπως ο Μπατιγκόλ, ο Γκαγιάρδο κι ο Αγιάλα. Απέναντί της όμως είχε μια ομάδα που πλέον οι παίκτες της ήταν όλοι σε συλλόγους και δεν ήταν άπειρα παιδιά. Λίγο πριν το ματς ο… παγκίτης Σιμεόνε αποφάσισε να κάνει bullying. Πέτυχε τον Γουϊνάλντα και μερικούς άλλους στην έξοδο των αποδυτηρίων και άρχισε να τους βρίζει στα καλά καθούμενα στα ισπανικά για να τους κόψει τον αέρα. Ο Γουΐνάλντα απάντησε και λέγεται ότι οι δυο παίκτες άρχισαν να σπρώχνονται. Οι Αμερικάνοι που είχαν θιχτεί από την αλαζονεία των αντιπάλων τους μπήκαν με φοβερό πάθος στο αγώνα, πέφτοντας σε κάθε τάκλιν σαν να κρινόταν η ζωή τους.

Ο Μπατιστούτα δεν ήταν σε καλή μέρα, ο Λάλας έκανε καλά τη δουλειά του, κι οι ΗΠΑ ήταν αυτές που πάγωσαν τις φωνές των αρκετών Αργεντινών στο γήπεδο, όταν ο Φρανκ Κλόπας άνοιξε το σκορ. Με μια καριέρα γεμάτη σοβαρούς τραυματισμούς, ο παίκτης της ΑΕΚ και του Απόλλωνα Αθήνων δεν ήταν στην καλύτερή του κατάσταση, αλλά το ξερό σουτ που έπιασε κατέληξε στα δίχτυα του Κάρλος Μπόσιο. «Οι συμπαίκτες μου είπαν ότι δεν είχα ξανατρέξει ποτέ τόσο, όσο στον πανηγυρισμό του γκολ» δήλωσε ο Ελληνοαμερικάνος επιθετικός. Πριν καλά καλά το καταλάβουν οι παίκτες της αλμπισελέστε, μια μπαλιά του Κόμπι Τζόουνς στο ύψος της μικρής περιοχής βρήκε τον Λάλας, που κανείς δεν ξέρει τι γύρευε τόσο μπροστά, και αυτός με ένα μαγικό τελείωμα (σαν τακουνάκι) έγραψε το 2-0. Κανείς δεν μπορούσε να το πιστέψει. Αυτό ήταν και το σκορ του ημιχρόνου. Ο Ταμπ Ράμος που μπήκε αλλαγή στο 2ο ημίχρονο αντί του Κλόπα έλεγε στους συμπαίκτες του: «Έχετε καταλάβει ότι με ένα ακόμα γκολ προκρινόμαστε σαν πρώτοι και γλιτώνουμε τη Βραζιλία;». Ο Πασαρέλα πάντως το είχε καταλάβει και έβαζε άρον άρον Σιμεόνε και Ορτέγκα μέσα στο 46′ και αργότερα τον Μπάλμπο. Ο σκληροτράχηλος χαφ συνέχισε να προκαλεί, λέγοντας σύμφωνα με τους Αμερικάνους ότι θα τους σκοτώσει όλους (εμείς το πιστεύουμε).

Πριν σκοράρει απέναντι στον Αγιάλα, ο Φράνκι σκόραρε στην Ελλάδα

Η Αργεντινή πίεσε και έχασε μεγάλες φάσεις, ειδικά με τον Σιμεόνε να είναι άτυχος. Τον Σιμεόνε βέβαια που τον είχαν τσακίσει στις σπρωξιές, το trash-talking και τα τάκλιν οι Αμερικάνοι. Μέχρι που κόντρα στη ροή του αγώνα, μια τραγική αδράνεια του Αγιάλα έφερε τον Γουϊνάλντα σε πλεονεκτική θέση και αυτός έγραψε το 3-0. Το θαύμα έγινε. Οι ΗΠΑ όχι απλά προκρίθηκαν, αλλά άφησαν την Αργεντινή δεύτερη στον όμιλο και την έστειλαν πάνω στη Βραζιλία για ένα ιστορικό ματς. Η ομάδα του 1995 πέρασε στο πάνθεον της ιστορίας του αμερικάνικου «σόκερ», καθώς στη συνέχεια απέκλεισε και το Μεξικό στα πέναλτι και έφτασε στον ημιτελικό απέναντι στον κακό της δαίμονα τη Βραζιλία. Ένα γκολ του Αλνταΐρ νωρίς νωρίς έκρινε και πάλι το ματς με 1-0 και οι ΗΠΑ έφυγαν με την 4η θέση, καθώς οι παίκτες σχεδόν απογοητευμένοι τα παράτησαν στον μικρό τελικό και έχασαν με 4-1 από την Κολομβία των Βαλντεράμα και Ασπρίγια. Αργότερα, οι δήλωναν ότι μετάνιωσαν πολύ για εκείνον τον μικρό τελικό. Ίσως η απειρία τους και το αμερικάνικο πιστεύω ότι μόνο η πρώτη θέση αξίζει να τους επηρέασε, καθώς αγωνιστικά ήταν πολύ καλοί.