Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'παγκόσμιο ποδόσφαιρο'

Όταν οι Ιρλανδοί δεν μπόρεσαν να χαρούν τη νίκη τους: H σφαγή του Λοκινάιλαντ

  [2 Σχόλια]

Όπως είναι λογικό, με λίγες μέρες να απομένουν για την έναρξη του Μουντιάλ, δεν θα μπορούσα να μην ασχοληθώ με ιστορίες που αφορούν το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου. Φρέσκες αλλά και παλαιότερες. Ιστορίες που έγραψαν με χρυσά γράμματα, αλλά ακόμα και με αίμα, την ιστορία του αθλήματος και όχι μόνο. Το ποδόσφαιρο δεν έμεινε άλλωστε ποτέ εκτός από μεγάλες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις που άλλαξαν αυτόν εδώ τον κόσμο. Ευτυχώς ή δυστυχώς. Σήμερα θα προσπαθήσω να παρουσιάσω κάποια γεγονότα που είχαν ως επίκεντρο το νησί της Ιρλανδίας πριν από περίπου 25 χρόνια, σε μία απ’ τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονής της ιστορίας (γνωστότερης και ως περίοδος των Ταραχών), και που εννοείται το ποδόσφαιρο δεν έμεινε έξω από όλο αυτό. Το μίσος άλλωστε που υπήρχε ανάμεσα στην Δημοκρατία της Ιρλανδίας  με την Βόρεια Ιρλανδία είχε ως καθρέφτη και τα γήπεδα του ποδοσφαίρου.

Στις 18 Ιουνίου του 1994, το Έιρε αντιμετώπιζε την Ιταλία, στην πρεμιέρα του Ε’ ομίλου για το Μουντιάλ των ΗΠΑ, μπροστά σε ένα κολασμένο από Ιρλανδούς κοινό. Την ίδια ώρα σε ένα αρκετά ήσυχο και μικρό χωριουδάκι με το όνομα Λοκινάιλαντ, κάπου στην Βόρεια Ιρλανδία, αρκετοί ποδοσφαιρόφιλοι είχαν γεμίσει την μοναδική παμπ που υπήρχε, για να παρακολουθήσουν το παιχνίδι. To Έιρε απέναντι στους πανίσχυρους Ιταλούς του Μπάτζιο, του Μπαρέζι και του Μαλντίνι. Αυτή η αναμέτρηση δεν μπορούσε να χαθεί για κανένα λόγο. Το ημίχρονο θα τους βρει να πίνουν τις μπύρες τους, καθώς το Έιρε προηγείται με 0-1 χάρις στο τέρμα του παλιού μέσου της Λίβερπουλ, Ρέιμοντ Χιούτον. Σε λίγα λεπτά βέβαια αυτό θα ήταν το λιγότερο που θα τους απασχολούσε, με το ποδόσφαιρο να περνά σε δεύτερη μοίρα. Η πόρτα θα ανοίξει βιαίως, και δύο κουκουλοφόροι θα εισβάλλουν βρίζοντας χυδαία για την καταγωγή των θαμώνων, ανοίγοντας πυρ προς πάσα κατεύθυνση. Αποτέλεσμα, έξι νεκροί και πέντε βαριά τραυματίες. Τα ερωτήματα πολλά. Ο πόνος περισσότερος.

Την ευθύνη ανέλαβε, λίγες ώρες μετά το συμβάν, η οργάνωση UVF, μια παραστρατιωτική οργάνωση που ήταν ακριβώς απέναντι στους Ιρλανδούς Republicans και φυσικά στον ΙRΑ. Το περίεργο της υπόθεσης είναι πως το μικρό χωριό που έγινε το τραγικό συμβάν δεν είχε καμία σχέση με τις ταραχές εκείνης της περιόδου. Στο χωριό ζούσαν αρμονικά Καθολικοί αλλά και Προτεστάντες και -όπως απεδείχθη αργότερα- κανένα απ’ τα έξι θύματα δεν είχε καμία πολιτική δράση, ούτε φυσικά είχε κάποια σχέση με τον ΙRΑ. Οι θαμώνες της παμπ ήταν κυρίως Καθολικοί. Ο βρετανικός Τύπος ψάχνει μάταια να βρει μια λογική εξήγηση (όσο κι αν δεν γίνεται να βρεθεί ποτέ «λογική εξήγηση» μετά από μια τέτοια πράξη) καθώς τα νέα ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα νέα -όπως ήταν λογικό- θα  φτάσουν και στους παίκτες του Έιρε που γιορτάζουν την τεράστιά τους νίκη. Ολόκληρη η Ιρλανδία ήταν ένα καζάνι που έβραζε και το τυφλό μίσος είχε φανεί -και σε ποδοσφαιρικό επίπεδο- λίγους μήνες νωρίτερα, την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών για το Μουντιάλ, όταν η Βόρειος Ιρλανδία είχε υποδεχθεί το Έιρε για την τελευταία αγωνιστική του Γ’ ομίλου. Στις 17 Νοεμβρίου του ’93. Το συμβάν -όσο κι ήταν καταδικαστέο- δεν μπορούσε να ξαφνιάσει κανένα.

Η Ισπανία με 17 βαθμούς στο σακούλι της, υποδέχονταν την Δανία, που ήταν πρώτη με 18 βαθμούς, στη Σεβίλλη, και ήθελε πάση θυσία τη νίκη για να προκριθεί στο Μουντιάλ. Την ίδια ώρα στο Μπέλφαστ η Βόρειος Ιρλανδία θα έπαιζε με το Έιρε, που είχε 17 βαθμούς επίσης, θέλοντας να του κόψει τον δρόμο για τις ΗΠΑ. Το διάστημα εκείνο οι πολιτικές ταραχές βρίσκονταν στην κορύφωσή τους και μάλιστα, ένα μήνα πριν την αναμέτρηση, είχαν χάσει τη ζωή τους στο Μπέλφαστ 23 άνθρωποι μετά από βομβιστική επίθεση. Η ΦΙΦΑ είχε προτείνει την διεξαγωγή της αναμέτρησης στο Όλντ Τράφορντ -ακόμα και στο Γουέμπλεϊ- κάτι όμως που δεν είχαν δεχθεί οι γηπεδούχοι. Μάλιστα ήταν τέτοιος ο φόβος για την σωματική ακεραιότητα των παικτών του Έιρε που ο προπονητής της ομάδας, ο θρυλικός Τζακ Τσάρλτον, πρότεινε την μεταφορά της αποστολής, απ’ το Δουβλίνο στο Μπέλφαστ, με αεροπλάνο και όχι με λεωφορείο, όπως ήταν δηλαδή προγραμματισμένο, μιας και η απόσταση δεν είναι απαγορευτική για κάτι τέτοιο. Μιλάμε για περίπου 150 χιλιόμετρα.

Το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν οι παίκτες του όταν έφτασαν ήταν μια συμμορία μικρών παιδιών που τους υποδέχτηκε με πέτρες, βρισιές και υψωμένο το μεσαίο δάχτυλο. Για το όμορφο καλωσόρισμα. Όταν δε, έφτασαν στο γήπεδο για προπόνηση, αυτό που είδαν δεν είχε καμία σχέση με ποδοσφαιρική αναμέτρηση αλλά με πραγματική εμπόλεμη ζώνη. Στρατιώτες με φουλ εξοπλισμό και αστυνομικοί με σκυλιά να τους γαβγίζουν μανιασμένα. Παντού συρματοπλέγματα και ένας τεράστιος όγκος οπαδών να προσπαθεί να τους τραμπουκίσει με κάθε τρόπο. Όπως είχε δηλώσει και ο Άλαν Μακ Λάφιν: «To μόνο μέρος που φάνταζε ασφαλές ήταν το γήπεδο την ώρα διεξαγωγής της αναμέτρησης». Και δεν είχε καθόλου άδικο.

H αναμέτρηση ξεκίνησε με το Έιρε να μην έχει οπαδούς στο γήπεδο και τους σπουδαίους αμυντικούς Πολ Μακ Γραθ και Τέρι Φίλαν να ακούνε ντροπιαστικούς ήχους πιθήκων κάθε φορά που ακουμπούσαν την μπάλα. Ήταν πλέον ολοφάνερο. Αυτή δεν ήταν μια κανονική ποδοσφαιρική αναμέτρηση αλλά κάτι πολύ πάνω του ποδοσφαίρου, της πολιτικής και φυσικά της τιμής του κάθε ποδοσφαιριστή. «Αν κερδίσετε σήμερα σε αυτό εδώ το κολαστήριο θα είστε ήρωες για μια ολόκληρη ζωή. Δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνουμε στο Μουντιάλ ή τι θα κερδίσετε με τις ομάδες που θα αγωνίζεστε από του χρόνου. Δεν με νοιάζει τίποτα. Κανένας τίτλος, κανένα συμβόλαιο, κανένας πόνος. Μπείτε μέσα και κερδίστε αυτό τον αγώνα. Αγωνιστείτε σαν να είναι ο τελευταίος αγώνας της ζωής σας, σαν να εξαρτάται η ίδια σας η ζωή από αυτό εδώ το 90λέπτο». Αυτά ήταν μερικά απ’ τα λόγια του Τσάρλτον λίγο πριν την έναρξη. Λόγια που αντηχούσαν σαν τύμπανα πολέμου στις καρδιές και το μυαλό των ποδοσφαιριστών. Σαν μια σκληρή και ξεσηκωτική μελωδία των Thin Lizzy στ’ αυτιά. Το δικό τους Emerald. Βέβαια για να έρθει η πρόκριση, χρειάστηκε και μια μεγάλη δόση τύχης, σε μία απ΄τις αστειότερες στιγμές στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Με το σκορ στο 0-0 (και αφού η Ισπανία προηγούνταν με 1-0 της Δανίας απ’ το 63′) ο Τσάρλτον θα φωνάξει τον θεούλη Τόνι Κασκαρίνο για να πάρει τη θέση του Ρέι Χιούτον, που είχε φάει το ξύλο της ζωής του απ’ τους αντιπάλους. Ο Κασκαρίνο θα ανοίξει την φόρμα του και θα δει πως έχει ξεχάσει την φανέλα του στα αποδυτήρια της ομάδας. Αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο αυτός σε μια τέτοια αναμέτρηση. Ο Τσάρλτον θα γίνει έξαλλος και θα βάλει στην θέση του τον Μακ Λάφιν. Δεν είναι καιρός άλλωστε για χρονοτριβές. Σε εκείνο το σημείο μάλιστα το Έιρε θα δεχθεί γκολ από τον Τζίμι Κουίν, με τον Κασκαρίνο να ψάχνει μέρος για να κρυφτεί. «Έτρεξα για τα αποδυτήρια για να βρω τη φανέλα μου και μόλις κατάλαβα πως δεχτήκαμε γκολ σκέφτηκα να φύγω τρέχοντας για το Δουβλίνο. Το πολύ πολύ να με σκότωνε καμιά αδέσποτη σφαίρα. Σίγουρα πιο ήσυχος θάνατος απ’ το να με περιλάβει ο Τζακ (Τσάρλτον) στα χέρια του» θα πει μεταξύ σοβαρού κι αστείου ο Κασκαρίνο μετά από χρόνια για το συμβάν σε τηλεοπτική εκπομπή. Για καλή του τύχη, ο Μακ Λάφιν που είχε περάσει από σπόντα στο γήπεδο, ισοφάρισε στο τελικό 1-1 και κάπως έτσι το Έιρε σφράγισε στο Μπέλφαστ τα εισιτήρια για το Μουντιάλ, περνώντας ως δεύτερο πίσω από την Ισπανία.

Λίγους μήνες αργότερα ο σαξοφωνίστας/ερωτιάρης πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, θα έρθει σε μετωπική σύγκρουση με το FBI, την CIA αλλά και την ΜΙ6 για την χορήγηση βίζας στον Τζέρι Άνταμς, μιας εκ των ηγετικών μορφών του ΙRΑ εκείνης της περιόδου, διχάζοντας όπως ήταν λογικό μεγάλη μερίδα των Ιρλανδών σε ολόκληρο τον πλανήτη και κυρίως αυτών που ζούσαν στις ΗΠΑ. Το κουβάρι τελικά θα ξετυλιχθεί αρκετά μετά από μήνες, όταν θα βγει στην επιφάνεια το όνομα του Μπιλ Φλιν. Ο Μπιλ Φλιν ήταν σημαντική προσωπικότητα στην κοινωνία των Ιρλανδών της Αμερικής και ήταν αυτός που ουσιαστικά πίεσε και έβγαλε την βίζα στον Τζέρι Άνταμς. Αφορμή μάλιστα για το φονικό στην παμπ «The Heights Bar» στάθηκε και η καταγωγή του. Οι ρίζες του Φλιν κρατούσαν από το μικρό Λοκινάιλαντ. Το συμβάν, γνωστότερο και ως «Η σφαγή του Λοκινάιλαντ» θεωρείται ως η στιγμή εκείνη που άμβλυνε την κατάσταση ανάμεσα στις παραστρατιωτικές οργανώσεις, για να φτάσουμε σε συνθήκες ανακωχής. αρκετό καιρό αργότερα.

Το γεγονός αυτό όσο σκληρό κι αν ήταν -που ήταν- δεν πήρε πάνω του μεγάλη προβολή (ή την προβολή που του άξιζε) μιας και σε εκείνο το Μουντιάλ την παράσταση έκλεψε η υπόθεση ντόπινγκ του Μαραντόνα, το χαμένο πέναλτι του Ρομπέρτο Μπάτζιο και φυσικά η δολοφονία του Κολομβιανού αμυντικού Αντρές Εσκομπάρ, για το αυτογκόλ του απέναντι στις ΗΠΑ, από πληρωμένους δολοφόνους γνωστού καρτέλ ναρκωτικών, επειδή με αυτό το αυτογκόλ είχαν χαθεί εκατομμύρια δολάρια από παράνομο στοιχηματισμό. Όπως έγραψα και στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου, το ποδόσφαιρο δεν έμεινε ποτέ εντός των τεσσάρων γραμμών ενός γηπέδου, με τραγικές συνέπειες πολλές φορές για τους ποδοσφαιριστές αλλά και τους απλούς φιλάθλους.

(Όσοι θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την ιστορία και φυσικά πολύ πιο αναλυτικά, υπάρχει το ντοκιμαντέρ του EPSN «Ceasefire Massacre» της εξαιρετικής σειράς 30 for 30.)

Ο άνθρωπος που αγάπησε και μίσησε η Πολωνία

  [2 Σχόλια]

Η Σιλεσία είναι μια περιοχή που ανήκει κατά κύριο λόγο στην Πολωνία. Τμήματά της βρίσκονται μέσα στην Τσεχία αλλά και τη Γερμανία. Σπουδαιότερη πόλη της είναι το Βρότσλαβ, εκτός αν είσαι Αρειανός και θυμάσαι μελαγχολικά το Κατοβίτσε. Την πόλη στην οποία γεννήθηκε και ο σημερινός μας πρωταγωνιστής. Ο Έρνεστ Ότο Πραντέλα γεννήθηκε όταν το Κατοβίτσε ήταν μέρος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σύντομα η περιοχή πέρασε στην Πολωνία. Οι γονείς του ήταν γερμανικής καταγωγής και ο πατέρας του έχασε τη ζωή του στο Δυτικό Μέτωπο ως στρατιώτης της Γερμανίας. Τότε ήταν που ο Έρνεστ άλλαξε και το επώνυμό του σε Βιλιμόφσκι καθώς η μητέρα του παντρεύτηκε έναν Πολωνό και ο γιος της έπρεπε να πάρει το όνομα του πατριού.

Ο Βιλιμόφσκι δεν αγαπούσε το σχολείο, αλλά ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, ένας επιθετικός που μπορούσε να ντριμπλάρει και να σκοράρει με εξαιρετική άνεση. Το ταλέντο του γρήγορα έγινε γνωστό με τα χρώματα της Κατοβίτσε (που ήταν «γερμανική» ομάδα) και σύντομα μετακόμισε στην πολύ δυνατή τότε Ρουχ Χόρζοφ (γνωστή σε μας ως η ομάδα του Κριστόφ Βαζέχα). Για να γίνει εκείνη η μεταγραφή δόθηκε στην Κατοβίτσε ένα ποσό ίσα με 10 μισθούς, συν τα έσοδα από δύο φιλικά, συν μια δουλειά για τον πατριό του σε ένα χυτήριο. Ο Βιλιμόφσκι ήταν ταχύτατος, συνήθως έπαιζε αριστερό εξτρέμ στο W-M, ενώ οι διηγήσεις της εποχής λένε ότι είχε έξι δάκτυλα στο δεξί του πόδι (και δύο μεγάλα αυτιά όπως βλέπουμε στις φωτογραφίες).

Το ιστορικό σύστημα W-M που έπαιζαν τότε οι περισσότερες ομάδες

Τα νούμερά του ήταν μυθικά. Έγινε ο πρώτος παίκτης στο πολωνικό πρωτάθλημα που σκόραρε 7, 8, 9 και 10 γκολ σε ένα ματς. Κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα με τη Ρουχ Χόρζοφ, βγήκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ και φυσικά κλήθηκε και στην εθνική Πολωνίας. Το 1934 μάλιστα σκόραρε εναντίον της Γερμανίας, της πατρίδας των γονιών του. Στον ελεύθερό του χρόνο έπαιζε χάντμπολ, χόκεϊ επί πάγου και πινγκ πονγκ, ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής σε ό,τι έκανε, ένα μεγάλο αθλητικό ταλέντο.

 «Σκαρφάλωσα στα κλαδιά ενός δέντρου για να τον δω καλύτερα. Μπορούσε να ντριμπλάρει μερικούς αντιπάλους και να σταματήσει με την μπάλα στη γραμμή, περιμένοντας τους αμυντικούς πριν σπρώξει την μπάλα στα δίχτυα. Κι όλα αυτά χαμογελώντας.»
– Καζιμίρ Γκόρσκι (στη φωτογραφία η Ρουχ Χόρζοφ της εποχής)

Έξω από τα γήπεδα ζούσε τη ζωή του όσο καλύτερα μπορούσε και είχε μεγάλη αγάπη στο ποτό. Μια ημέρα πριν μαζευτούν οι παίκτες της εθνικής Πολωνίας, ο ίδιος το έριξε έξω με συμπαίκτες του στην Κρακοβία. Το επόμενο πρωί εμφανίστηκε σουρωμένος και ο προπονητής τον έδιωξε. Η Ομοσπονδία τον τιμώρησε με ένα χρόνο αποβολή από την εθνική, κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς έχασε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Πολλοί λένε ότι με αυτόν η Πολωνία θα είχε κατακτήσει το χρυσό. Λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το συμβάν, σκόραρε έξι γκολ σε ένα ματς και πήγε στους δημοσιογράφους λέγοντάς τους: «Έτσι παίζει ένας αλκοολικός». Ο Βιλιμόφσκι επέστρεψε αργότερα στην εθνική και γνώρισε ίσως την μεγαλύτερη του ποδοσφαιρική στιγμή στο Μουντιάλ του 1938. Εκεί που ήταν πρωταγωνιστής στο ιστορικό Βραζιλία-Πολωνία 6-5, όταν και έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε τέσσερις φορές σε αγώνα Μουντιάλ, ενώ κέρδισε και πέναλτι. Χρειάστηκε ο Όλεγκ Σαλένκο το 1994 απέναντι στο Καμερούν για να ξεπεραστεί το ρεκόρ του. Οι δυο ομάδες τελείωσαν το παιχνίδι με 4-4 και οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν τελικά με 6-5 στην παράταση. Με τη λήξη του αγώνα οι 13.000 θεατές στο Στρασβούργο αποθέωσαν τους κατάκοπους παίκτες για το φοβερό ποδοσφαιρικό σόου.

Απίστευτα ρετρό πλάνα από 70 χρόνια πριν στο Βραζιλία-Πολωνία

Οι Βραζιλιάνοι τον λάτρεψαν. Ο τότε σούπερ σταρ της Φλαμένγκο Λεωνίδας ντα Σίλβα μίλησε με τα καλύτερα λόγια τόσο για την Πολωνία, όσο και για τον ίδιο τον παίκτη. Στο Βιλιμόφσκι προτάθηκε να υπογράψει συμβόλαιο και να παίξει στη Βραζιλία. Το σκέφτηκε και τελικά συμφώνησε. Οι πολωνικές αρχές όμως δεν του επέτρεψαν να φύγει από τη χώρα. Άλλη διήγηση λέει ότι εκείνο το βράδυ ήταν τόσο μεθυσμένος που υπέγραψε συμβόλαια με τρεις διαφορετικές ομάδες και οι συμπαίκτες του τα έσκισαν. Άγνωστο ποια είναι η αλήθεια, το μόνο σίγουρο πάντως ότι ήταν από τους κορυφαίους στον κόσμο. Έμεινε τελικά και συνέχισε να παίζει στην Πολωνία, αλλά με το κλίμα μεταξύ Πολωνίας-Γερμανίας να είναι πολύ άσχημο, ήδη κάποιες εφημερίδες τον κατηγορούσαν ότι νιώθει περισσότερο Γερμανός παρά Πολωνός. Ο Βιλιμόφσκι μαζί με τους Πέτερεκ και Βόνταρζ ονομάζονται οι «τρεις μάγοι» της Κατοβίτσε που έμπαινε σφήνα ανάμεσα στις ομάδες της Κρακοβίας και του Πόζναν.

Στις 27 Αυγούστου του 1939 ο Βιλιμόφσκι έδωσε το τελευταίο του σόου με τη φανέλα της Πολωνίας σε ένα 4-2 επί της φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ Ουγγαρίας, στο οποίο σκόραρε τρεις φορές και κέρδισε ένα πέναλτι. Η καριέρα του με την Πολωνία έκλεινε με 21 γκολ σε 22 συμμετοχές. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο γερμανικός ναζιστικός στρατός εισέβαλε στην Πολωνία, ενώ στις 17 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε και η επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης. Σε λιγότερο από έναν μήνα η Πολωνία είχε κατακτηθεί και μοιραστεί από Γερμανία και ΕΣΣΔ. Η Σιλεσία κατέληξε στα χέρια των Γερμανών.

Με τη φανέλα της Πολωνίας

Ο Βιλιμόφσκι κρύβεται για να γλιτώσει το γερμανικό στρατό. Όπως και πολλοί ακόμα κάτοικοι της Σιλεσίας παίρνει τη γερμανική υπηκοότητα. Μιλούσε άλλωστε τα γερμανικά ως πρώτη γλώσσα του. Γυρίζει στην πατρίδα του το Κατοβίτσε και για να συνεχίσει να παίζει μπάλα κατατάσσεται αναγκαστικά στην αστυνομία. Αλλάζει ελαφρώς το όνομά του, το Έρνεστ γίνεται Ερνστ για να μοιάζει πιο γερμανικό. Το ταλέντο του τον σώζει, όταν κάποιος γνωστός του και μεγαλοστέλεχος του ναζιστικού κόμματος τον καταγγέλλει ως «Πολωνό» επειδή δεν τον συγχώρεσε ποτέ για την μεταγραφή του από την Κατοβίτσε το 1933 (!!). Ο οπαδισμός δεν κοιτάζει πολέμους.

Ο Βιλιμόφσκι όμως παίζει ακόμα μπάλα και οι Γερμανοί εκτιμούν το ταλέντο του, με αποτέλεσμα να μην υποστεί συνέπειες. Η Κατοβίτσε γίνεται σύλλογος-πρότυπο με πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές να πηγαίνουν εκεί, ώστε να προάγουν το… Άριο ποδόσφαιρο. Αργότερα συλλαμβάνεται και η μητέρα του Παουλίνα. Οι Ναζί την στέλνουν στο Άουσβιτς γιατί έχει σχέση με έναν Ρώσο εβραΐκής καταγωγής. Τεράστιο έγκλημα για τη ναζιστική Γερμανία. Ο Βιλιμόφσκι εκμεταλλεύεται την ποδοσφαιρική του φήμη, τις όποιες γνωριμίες του και τελικά σώζει τη ζωή και της μητέρας του, που μένει έξι μήνες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ανάμεσα στους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ξεψυχούν εκεί. Αντάλλαγμα, μερικοί αγώνες επίδειξης του γιου της. Πληρώνει την ελευθερία της με γκολ.

Μετακομίζει ξανά και παίζει στην ομάδα της αστυνομίας στο Κέμνιτς. Αργότερα μετακομίζει και στο Μόναχο και παίζει στην 1860, με τον κόσμο να τον αποθεώνει όταν κατακτά στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου το πρώτο κύπελλο στην ιστορία του συλλόγου (έγραψε ρεκόρ κυπέλλου Γερμανίας σκοράροντας 14 γκολ το 1942). Φυσικά έρχεται και η εθνική Γερμανίας. Ο Βιλιμόφσκι φοράει 8 φορές τη φανέλα της και σκοράρει 13 γκολ.

Με τη φανέλα της Γερμανίας και τον απαραίτητο ναζιστικό χαιρετισμό

Δεν προκύπτει από κάπου (με βάση τα λίγα είναι η αλήθεια κείμενα που υπάρχουν) ότι ο Βιλιμόφσκι έχει κάποια πολιτική δράση ή ασπάζεται τις ιδέες του ναζισμού. Γεννιέται ως Γερμανός στην Πολωνία, γίνεται Πολωνός και ξανά Γερμανός, καθώς πέφτει θύμα των πολιτικών εξελίξεων. «Αν δεν γινόταν ο πόλεμος δεν θα είχα φύγει ποτέ από τη Σιλεσία» δηλώνει. Αγαπάει το ποδόσφαιρο και προσπαθεί να γλιτώσει τον εαυτό του, την καριέρα του και τους αγαπημένους του χάρη σε αυτό. Δεν πολεμάει με τη Γερμανία, δεν τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα πολιτικά, δέχεται όμως να αλλάξει ομάδες, να φορέσει οποιαδήποτε φανέλα, ακόμα κι αυτή με τη σβάστικα στο στήθος.

Το τελευταίο οι Πολωνοί δεν το συγχωρούν, όταν τον βλέπουν με τη φανέλα της ναζιστικής Γερμανίας είναι το τέλος. Ο Βιλιμόφσκι θεωρείται προδότης γι’ αυτούς και το καθεστώς της Πολωνίας του απαγορεύει να επιστρέψει στη Σιλεσία μετά το τέλος του πολέμου. Ο Βιλιμόφσκι συνεχίζει να παίζει μπάλα, φτάνει μέχρι και το Στρασβούργο και σταματάει το ποδόσφαιρο στα 43 του. Μένει για πάντα στη Γερμανία στην οποία φόρεσε τις φανέλες επτά συλλόγων. Στο Μουντιάλ του 1974 θέλει να επισκεφτεί την εθνική της Πολωνίας στη Στουτγκάρδη, αλλά η Π.Ο. της χώρας δεν τον αφήνει. Δυστυχώς, ζει μεγάλο μέρος της ζωής του σε εποχές που δεν υπάρχουν αρχεία και πληροφορίες ή καταστρέφονται. Τα γκολ του υπολογίζονται από 500 μέχρι 1000 (σύμφωνα με κάποια στατιστικά είναι ο 12ος σκόρερ όλων των εποχών στον κόσμο), είναι ένας παίκτης που αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές μπορεί να είχε τώρα το στάτους ενός Πούσκας. Κι όμως, μένει άγνωστος σχεδόν στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Προδότης για μεγάλο μέρος των Πολωνών γιατί άλλαξε πατρίδα και μέρος μιας περιόδου της Γερμανίας που οι Γερμανοί θέλουν να ξεχάσουν. «Ο καλύτερος Πολωνός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών» τον περιγράφει το Κίκερ πριν τον πόλεμο. Ο Βιλιμόφκσι πέθανε στις 30 Αυγούστου του 1997 στην Καρσλρούη, όχι ακριβώς ξεχασμένος, σίγουρα όμως με πολύ μικρές τιμές σε σχέση με την ποδοσφαιρική αξία του.

Όταν δάκρυσε ο Γκάζα

  [3 Σχόλια]

Στις 19 Ιουνίου (σε λιγότερο από δύο μήνες δηλαδή) αρχίζει το Μουντιάλ. Κανονικά αρχίζει 5 μέρες νωρίτερα αλλά για εμένα το Μουντιάλ αρχίζει πάντα τη μέρα που ρίχνεται στη μάχη η εθνική Αγγλίας. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, το φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο αρχίζει με τη μάχη των Άγγλων κόντρα στο μεγαθήριο με το όνομα Τυνησία. Δεν θέλω γέλια και ειρωνείες. Μετά το 1966 και την κατάκτηση του παγκοσμίου κυπέλλου η Εθνική Αγγλίας δεν έχει φτάσει σε κάποια πρωτιά σε παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό κύπελλο. Σε δύο περιπτώσεις έφτασε μάλιστα πολύ κοντά αλλά η Γερμανία και τα πέναλτι της στέρησαν αυτή τη χαρά. Το Γιούρο του 1996 στην Αγγλία και φυσικά το Μουντιάλ της Ιταλίας του 1990 είναι δύο διοργανώσεις που πόνεσαν -και συνεχίζουν να πονάνε- πολύ τους Άγγλους αλλά και όλους εμάς τους αληθινούς φίλους των «τριών λιονταριών». Με το Μουντιάλ του ’90 και τον αγαπημένο Άγγλο του El Sombrero, τον Πολ Γκασκόιν, θα ασχοληθώ σήμερα και καλά θα κάνετε να διαβάσετε αυτό εδώ το κείμενο. Δεν τα γράφω άλλωστε για ‘μένα, ούτε για να τσακώνομαι με τον Ramon στο twitter.

Οι Άγγλοι ταξίδεψαν στην Ιταλία με προπονητή τον Σερ Μπόμπι Ρόμπσον και ίσως το πληρέστερο ρόστερ που είχαν ποτέ μετά το ’66. Οι νεότεροι ίσως διαβάσουν ονόματα που δεν θα τους θυμίσουν τίποτα, οι παλιότεροι όμως λογικά θα νιώσουν το ρίγος της συγκίνησης να τους διαπερνά την ραχοκοκαλιά. Στο τέρμα υπήρχε ο Πίτερ Σίλτον. Στην άμυνα ο Τέρι Μπούτσερ και ο Μαρκ Ράιτ. O ψυχάκιας Στιούαρτ Πιρς και ο Γκάρι Στίβενς στα άκρα της άμυνας. Στο κέντρο υπήρχαν μύθοι όπως ο Μπράιαν Ρόμπσον, o Ντέιβιντ Πλατ, o σέξι Κρις Γουόντλ, ο Τζον Μπαρνς και ο Νιλ Γουέμπ και στην επίθεση οι φονιάδες Γκάρι Λίνεκερ, Στιβ Μπουλ και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Αστέρι της ομάδας ο ποιοτικότερος παίκτης που έχουν βγάλει οι Άγγλοι τα τελευταία 30 χρόνια. Φυσικά και μιλάω για τον τρισμέγιστο Πολ Γκασκόιν. O όμιλος με Ολλανδία, Ιρλανδία και Αίγυπτο φυσικά και δεν ήταν εύκολος αλλά τα «λιοντάρια» κατάφεραν και πήραν την πρωτιά χάρις στη μοναδική νίκη που έγινε στον όμιλο. Εκείνο το 1-0 απέναντι στην Αίγυπτο (με το γκολ του Ράιτ) έστειλε τους Άγγλους στους τέσσερις βαθμούς, αφήνοντας τους σπουδαίους Ολλανδούς στη δεύτερη θέση. Κάπως έτσι στη φάση των «16» η Αγγλία θα αντιμετώπιζε το Βέλγιο έχοντας τον τίτλο του φαβορί. Στην Αγγλία το τρόπαιο είχε ήδη βαφτεί στα χρώματα της Βρετανίας.

O Γκάζα ήταν η ατραξιόν εκείνης της Αγγλίας και ένας από τους ήρωες ολόκληρου του Μουντιάλ. Ο μέσος από το εργατικό Ντάνστον ήταν ο παίκτης που ανέβαζε επίπεδο τα «λιοντάρια» με τις περίτεχνές του ενέργειες και φυσικά με τα ηγετικά του χαρίσματα και έστρεφε -όπως ήταν λογικό- πάνω του όλα τα βλέμματα. Όταν μάλιστα οι Άγγλοι έχασαν με τραυματισμό στην φάση των ομίλων τον αρχηγό τους, Μπράιαν Ρόμπσον, ο Γκασκόιν ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα πως έπρεπε να ανεβάσει ακόμα περισσότερο την απόδοσή του. Ακόμα πιο πολύ το πάθος του. Όσο περισσότερο μπορούσε να βρει κι άλλες δυνάμεις. Ψυχικές αλλά και σωματικές. Και τα κατάφερε. Όταν ήθελε άλλωστε ο Γκάζα ήταν ένας ανάμεσα στους κορυφαίους -όχι της Αγγλίας αλλά ολόκληρου του πλανήτη. Μετά το 1-0 με το Βέλγιο στην παράταση και το 3-2 με το μαχητικό Καμερούν και πάλι στην παράταση, οι Άγγλοι θα αντιμετώπιζαν τους Γερμανούς στα ημιτελικά με φόντο τον τελικό της Ρώμης.

Τα πάντσερ είχαν στις τάξεις τους σπουδαίους ποδοσφαιριστές όπως ο Αντρέας Μπρέμε, o Γιούργκεν Κλίνσμαν, o Ρούντι Φέλερ και φυσικά ο Λόταρ Ματέους (όλοι τους αγωνίζονταν μάλιστα στο Καμπιονάτο), με προπονητή έναν εκ των μεγαλύτερων εγκεφάλων που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Τον σπουδαίο Φρανζ Μπεκεμπάουερ. Οι Γερμανοί απείλησαν πρώτοι με τον Όλαφ Θον και είχαν τον έλεγχο του αγώνα στα πρώτα λεπτά αλλά οι Άγγλοι βρήκαν τον τρόπο να φέρουν το παιχνίδι στα δικά τους μέτρα δείχνοντας μάλιστα ικανοί για το καλύτερο. Αυτό δεν συνέβη -πως θα μπορούσαν να κάνουν οι Άγγλοι το «καλύτερο»άλλωστε;- και οι Γερμανοί άνοιξαν το σκορ στο 60′ με τον Μπρέμε. O παίκτης της Ίντερ εκτέλεσε φάουλ. Η μπάλα άλλαξε πορεία, αφού βρήκε σε σώμα παίκτη των Άγγλων, και κρέμασε τον Σίλτον σε μια χαρακτηριστική στιγμή αγγλικής γκαντεμιάς από αυτές που βλέπουμε για 28 σερί χρόνια. Οι Άγγλοι πάντως δεν λύγισαν και βρήκαν τα ψυχικά αποθέματα για να αντιδράσουν.

Άντεξαν στην πίεση των Γερμανών για δεύτερο γκολ και χτύπησαν με τον παραδοσιακό βρετανικό τρόπο στο 80. Αφού κυκλοφόρησαν τη μπάλα και πάγωσαν τον ρυθμό, ο Πολ Πάρκερ σέντραρε για τον Λίνεκερ που είχε χωθεί ανάμεσα στους στόπερ των Γερμανών ψάχνοντας εκείνη την μισή ευκαιρία για να σκοράρει. Και την βρήκε. Αυτοί δεν έδιωξαν σωστά και ο Λίνεκερ με διαγώνιο αριστερό σουτ έγραψε το 1-1. Πανζουρλισμός. Χαμός. Το πήραμε. Κανείς δεν λογάριαζε πως απλά ήταν ο ημιτελικός και το σκορ ήταν απλά στην ισοπαλία. Στην παράταση δεν άλλαξε κάτι, με μοναδικό σημαντικό γεγονός την κίτρινη κάρτα που δέχθηκε ο Γκασκόιν στο 98′ για ένα χαζό φάουλ. Με αυτή την κάρτα μάλιστα ο ηγέτης των Άγγλων δεν θα είχε δικαίωμα στον τελικό, αν φυσικά η ομάδα του περνούσε. Αυτό δυστυχώς δεν συνέβη μιας και στη διαδικασία των πέναλτι οι Άγγλοι ηττήθηκαν με 4-3. Ο Πιρς και ο Γουόντλ αστόχησαν στα δύο τελευταία πέναλτι και στέρησαν απ’ την ομάδα τους την παρουσία στο μεγάλο τελικό κόντρα στην Αργεντινή του Μαραντόνα. Ο Γκάζα, που έκλαιγε εδώ και αρκετά λεπτά, δεν άντεξε και λύγισε χαρίζοντάς μας μια μοναδικά ανθρώπινη στιγμή από αυτές που σε παρασέρνουν να βουρκώσεις μαζί τους.

Τα δάκρυα του Γκάζα αλλά και ο τρόπος που έδειξε τη φανέλα στο κοινό των Άγγλων, φιλώντας το εθνόσημο, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες εκείνης της διοργάνωσης. Ο κόσμος ίσως να θυμάται εκείνες τις στιγμές περισσότερο κι από τις ντρίμπλες και τα μαγικά του σπουδαίου ποδοσφαιριστή ή τον τελικό ανάμεσα στην Αργεντινή και την Γερμανία. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η κατάρα των Άγγλων στη διαδικασία των πέναλτι όπως και ο έρωτας του κοινού της Ιταλίας και φυσικά της Ρώμης με τον σπουδαίο Άγγλο μέσο. Το 1992 η Λάτσιο θα κάνει δικό της τον παίκτη για 5μίση εκατομμύρια λίρες αλλά ο Πολ Γκασκόιν δεν θα κάνει σπουδαίες εμφανίσεις στo, κορυφαίο εκείνα τα χρόνια, ιταλικό πρωτάθλημα.

Έξι χρόνια αργότερα (και αφού είχε βρει και πάλι τη φόρμα του στους Ρέιντζερς της Γλασκόβης), είχε τη χαρά να εκπροσωπήσει τη χώρα του -μπροστά στο κοινό της- για το Γιούρο. Και τότε μας μάγεψε. Και τότε μας χάρισε μοναδικές ποδοσφαιρικές στιγμές και συγκινήσεις. Και τότε αποκλείστηκε από τους Γερμανούς και πάλι στα ημιτελικά. Και πάλι στα πέναλτι. Η ίδια δακρύβρεχτη ιστορία γραφόταν και πάλι με τα ίδια «θύματα». Οι ίδιες γκαντέμικες στιγμές περνούσαν μπροστά μας και πάλι σαν κακόγουστο φιλμ σε κάποιο θερινό σινεμά. Ένα πάντρεμα νέων και παλαιότερων τραγικών ηρώων με το ίδιο ακριβώς τέλος και τον Γκάρι Λίνεκερ να μονολογεί απογοητευμένος το κορυφαίο απόφθεγμα της ζωής του και της καριέρας του.

Όταν σου λείπει η μπάλα στο εξωτερικό

  [1 Σχόλιο]

Η ξενιτιά είναι δύσκολη. Είτε πας για να σπουδάσεις και σου λείπουν τα φασολάκια με τη φέτα, είτε πας για να δουλέψεις και έχεις χρήματα που πλέον δεν μπορείς να τα σκορπίσεις όπως θέλεις. Και μπορεί πολλές φορές τα πράγματα εκεί στο εξωτερικό να είναι καλύτερα, να μην κοιτάζεις πίσω, αλλά πάντα υπάρχει κάτι που θα σου λείπει. Ακόμα κι αν είσαι ένας Βρετανός διάσημος με πολλά χρήματα στην όμορφη δυτική ακτή των ΗΠΑ, μπορεί να μην σου λείπουν τα φασόλια για πρωινό ή το φις-εν-τσιπς, η μπαλίτσα όμως θα σου λείπει. Δεν θα ψάχνεις εστιατόριο της Αστόρια με κίονες και το μενού να γράφει με αρχαιοελληνική γραμματοσειρά «μουζάκα», αλλά ψάχνεις τις παραδόσεις του νησιού. Κάπως έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, πολλοί Βρετανοί «μετανάστες» σύχναζαν στο Cat & Fiddle μια παμπ στη Sunset Boulevard της Δυτικής Ακτής για να πιουν τις μπύρες τους και να συζητήσουν για μπαλίτσα.

Και φυσικά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η μια κουβέντα έφερε την άλλη και αποφάσισαν να παίξουν μπαλίτσα. Μεταξύ τους οι Πολ Κουκ και Στιβ Τζόουνς των Sex Pistols, ο Ίαν Άστμπουρι από τους Cult κι ο Βίβιαν Κάμπελ των Def Leppard. Μαζί με άλλους ανθρώπους της show-biz έφτιαξαν τη δική τους ομάδα, τη Hollywood United FC μέσα σε έναν κόσμο που δεν τους καταλάβαινε. «Δεν αντέχω να ακούω τους Αμερικάνους και το σόκερ. Εμείς παίζουμε το πραγματικό ποδόσφαιρο, χωρίς κράνη και στεροειδή» έλεγε βλέποντας ένα Τότεναμ-Άρσεναλ στην παμπ, ο Χίλτον, ένας Λονδρέζος κάμεραμάν που ήταν αρχηγός στη Hollywood μέχρι που χτύπησε το γόνατό του. Η ομάδα δεν ήταν αποκλειστικά για διάσημους ή πλούσιους. Αλλά αυτοί όσο μπορούσαν έπαιζαν και βοηθούσαν. Το νούμερο 4 π.χ. ήταν κρατημένο για τον Βίνι Τζόουνς όποτε είχε χρόνο, ενώ ο Στιβ Τζόουνς (που μαζί με τον Ρέι Γουίνστοον είναι από τους ιδρυτές) με τις γνωριμίες του μπόρεσε και βρήκε εμφανίσεις για την ομάδα από την Puma.

Όπως περιγράφει ο Σεμπάστιαν Ντόγκαρντ (παραγωγός και σκηνοθέτης), όποιος μπορούσε ερχόταν. Ο Ρόμπι Γουίλιαμς π.χ. ήταν ένα δυναμικό εξτρέμ με πολύ καλή ντρίμπλα, ενώ ο Μάικ Μάιερς άκουγε κοροϊδευτικά «oh behave» όποτε έκανε κάτι εξεζητημένο. Η ομάδα γρήγορα έγινε κάτι παραπάνω από αμιγώς βρετανική. Κι άλλοι Ευρωπαίοι, αλλά και λατινοαμερικάνοι προστέθηκαν, αλλά όπως γράφει ο Ντόγκαρντ σε ένα άρθρο του, οι Γερμανοί και οι Αργεντίνοι γενικά δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Είπαμε, είμαστε Βρετανοί στο κάτω κάτω. Η επιτυχία της ομάδας ήταν μεγάλη και γρήγορα έγινε κανονικός σύλλογος που με την πορεία του χρόνου απέκτησε τρεις ομάδες. Την «κανονική» με το όνομα Hollywood United Hitmen που αγωνίζεται πλέον στο NPSL, την… πάνω από 30 και αυτή των πάνω από 40 που παίζουν οι παλιοσειρές που ίδρυσαν τη Hollywood.

Τουλάχιστον πρέπει να τρώνε καλά

Όλο και περισσότεροι διάσημοι άρχισαν να παίζουν κατά καιρούς. Ιδιοκτήτης-πρόεδρος και τερματοφύλακας έγινε ο Άντονι Λα Πάλια που εξαφάνιζε τα αντίπαλα σουτ «Χωρίς Ίχνος» (ναι το ξέρω, πολύ κακό…). Τη φανέλα του συλλόγου έχουν φορέσει κατά καιρούς ο λοχίας Μπρόντι (που όπως ξέρουμε αγαπάει την μπάλα), ο Τζέισον Στέιθαμ που είναι αρκετά αναλώσιμος (το πιάσατε ε;), ο Μπράντον Ρουθ (να κρατηθώ να μην πω κάτι για τον Σούπερμαν), ο Ζίγκι Μάρλεϊ, ο Ντόναλ Λογκ (γνωστός ως βασιλιάς Χόρικ στους Βίκινγκς) αλλά και πολλοί ποδοσφαιριστές όπως ο Άλεξ Λάλας, ο Φρανκ Λεμπέφ, ο Γιούρι Τζορκαέφ, ο Χόρχε Κάμπος που πέρασαν για μια γκεστ εμφάνιση.

Ο Λα Πάλια (Αυστραλός με ιταλο-ολλανδική καταγωγή) από τα χρόνια που έπαιζε μπάλα στην Αυστραλία

Μέσα σε όλα τα περίεργα της ομάδας είναι κι ένα γράμμα που έλαβε ο Λα Πάλια από έναν τύπο που το 2006 έκλεψε μια από τις μπάλες Μπραζούκα της ομάδας όταν αυτή έφυγε στο δρόμο. Ο τύπος τη βρήκε να κυλάει και αντί να την επιστρέψει, την πήρε κι έφυγε. Οκτώ χρόνια αργότερα, στο πλαίσιο των 12-βημάτων για τα άτομα που κάνουν απεξάρτηση, ο… κλέφτης έστειλε μια επιστολή στον πρόεδρο Λα Πάλια ζητώντας συγγνώμη. Η μπάλα δεν επιστράφηκε βέβαια, αλλά ήταν ένα καλό βήμα για να σωθεί ένας άνθρωπος.

Στιβ Τζόουνς σε φιλανθρωπική εκδήλωση

Πέρα από την πλάκα όμως (και την όχι και τόσο πλάκα, γιατί αρκετοί όπως ο Τζόουνς παίρνουν πολύ στα σοβαρά το παιχνίδι και αρνούνται να χάσουν ή να μην παίζουν βασικοί), η Χόλιγουντ έχει όπως είναι αναμενόμενο και φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Διοργανώνει συχνά φιλικά παιχνίδια για διάφορους σκοπούς και τα ποσά που μαζεύονται δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα. Όχι και άσχημα για μια ομάδα ξενιτεμένων που τους έλειπε η μπαλίτσα.

Ρε, τον πρόεδρο ρε;

  [2 Σχόλια]

Το Μπουρουντί είναι μια μικρή χώρα της Αφρικής κάπου στα ανατολικά και λίγο νότια, δίπλα στην Τανζανία και τη Ρουάντα. Όσοι ασχολούνται παραπάνω, μπορεί να γνωρίζουν για τους εμφύλιους πολέμους και τις γενοκτονίες που έλαβαν χώρα κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, με πάρα πολλά θύματα, φριχτά εγκλήματα και πρόσφυγες. Τα πράγματα όμως δεν έχουν βελτιωθεί ακόμα. Όπως μας ενημερώνει και η γουικιπίντια, το 2017 ήταν η δεύτερη λιγότερη χαρούμενη χώρα στον κόσμο. Αυτό δεν φαίνεται να πτοεί τον πρόεδρο Πιερ Νκουρουζίζα, έναν από αυτούς τους κλασικούς προέδρους σε ταλαιπωρημένη χώρα που κέρδισε τον κόσμο κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση αποδείχτηκε σκάρτος. Ο Πιερ είναι πρόεδρος της χώρας από το 2005 και δεν φαίνεται να θέλει να αποχωρήσει.

Το 2010 εκλέχθηκε και πάλι με ένα ποσοστό κοντά στο 90% και την αντιπολίτευση να απέχει από τις εκλογές. Τα προβλήματα όμως μεγάλωσαν όταν κατέβηκε για τρίτη φορά πρόεδρος το 2015, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει βάσει νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει αν είχε δικαίωμα. Οι τέσσερις από τους επτά δικαστές έφυγαν από τη χώρα μετά από απειλές για τη ζωή τους, με αποτέλεσμα να αποφασίσουν όσοι έμειναν και να δικαιώσουν τον πρόεδρο με την αιτιολογία ότι «πρέπει να προστατεύσει το σύνταγμα της χώρας». Το Μπουρουντί μπήκε σε μια νέα περίοδο κρίσης και μια προσπάθεια πραξικοπήματος έλαβε χώρα, αλλά γρήγορα καταπνίγηκε, όπως και στην περίπτωση Ερντογάν. Ο Νκουρουζίζα εκλέχθηκε αυτή τη φορά με το… χαμηλό 69%, με την αντιπολίτευση και πάλι να κάνει μποϊκοτάζ στις εκλογές και η συμμετοχή να περιορίζεται περίπου στο 30%. Εξαιτίας των αναταραχών, χιλιάδες πολίτες της χώρας αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν, ενώ αρκετοί έχασαν τη ζωή τους.

80% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας
57% των παιδιών είναι υποσιτισμένο
Σε μια έρευνα σε 178 χώρες, το Μπουρουντί είχε το χαμηλότερο δείκτη «ικανοποίησης από τη ζωή»

Την παρούσα περίοδο ο πρόεδρος έχει ορισμένες σκοτούρες, καθώς οργανώνει δημοψήφισμα για την αλλαγή του συντάγματος ώστε να μπορέσει να έχει ακόμα δυο θητείες μετά το 2020. Η αντιπολίτευση και ο ΟΗΕ τον κατηγορούν, αλλά ο Πιερ δεν φαίνεται να χολοσκάει. Βρίσκει διέξοδο από τα προβλήματα της προεδρικής καθημερινότητας στην μπαλίτσα. Αν και αθλητικός τύπος, πριν τέσσερα χρόνια κατήργησε το τζόκινγκ στη χώρα. Το τζόκινγκ είναι μια αγαπημένη συνήθεια των κατοίκων του Μπουρουντί από τα χρόνια των εμφυλίων, καθώς μην αντέχοντας τα προβλήματα έβγαιναν είτε μόνοι, είτε σε παρέα και έτρεχαν στους δρόμους. Ένα σπάνιο φαινόμενο, μέχρι που ο Νκουρουζίζα το απαγόρευσε γιατί υπήρχε φόβος ανατροπής της κυβέρνησης. Η μπάλα πάντως δεν έχει απαγορευτεί. Ο πολυπράγμων Πιερ βλέπετε είναι καθηγητής φυσικής αγωγής και λατρεύει το ποδόσφαιρο, καθώς παίζει από πέντε χρονών, ενώ αργότερα έγινε ποδοσφαιριστής και προπονητής μιας ομάδας Α’ εθνικής.

Μια που έχει μεγαλώσει όμως και δεν μπορεί να παίζει κανονικά, έφτιαξε μαζί με φίλους του βετεράνους την Αλληλούια FC. Αν τύχει και βρεθείς στο Μπουρουντί κάποια στιγμή το απόγευμα, μπορεί να δεις έναν αστυνομικό να σου φωνάζει να φύγεις αμέσως από το δρόμο. Να το κάνεις φίλε αναγνώστη. Σε λίγο θα περάσει ένα κονβόι. Ένα φορτηγάκι με αστυνομικούς, από πίσω ένα ακόμα με στρατιώτες με στολή παραλλαγής και κάποιον να κρατάει ένα πολυβόλο, στη συνέχεια μια σειρά από τζιπ με φιμέ τζάμια και στη συνέχεια κι άλλοι αστυνομικοί, μαζί με άλλους στρατιώτες. Σε κάποιο από αυτά τα τζιπάκια είναι ο πρόεδρος φορώντας τα αθλητικά του και πιθανότατα κρατώντας μια μπάλα στα χέρια στο πίσω κάθρισμα και φωνάζοντας «πιο γρήγορα» στον οδηγό. Είναι η ώρα για το απογευματινό του ματσάκι. Οι κακές γλώσσες λένε ότι ο Πιερ έχει μεγαλύτερο άγχος για την ομάδα του, παρά για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Πολύ ωραίο στιλ, βεβαίως, βεβαίως

Στο χωριό του, λίγο έξω από την πρωτεύουσα Μπουτζουμπούρα, ο πρόεδρος έχει χτίσει ένα γήπεδο για να μπορεί να παίζει. Μη φανταστείτε ένα 5×5 με λίγο χορτάρι. Ο δημοσιογράφος Τιμ Φρανκς του BBC που το επισκέφτηκε το περιγράφει ως ένα «σύμπλεγμα βγαλμένο από μεσογειακό θέρετρο και μια αρένα μεγαλειωδών διαστάσεων». Χωράει περίπου 10.000 θεατές και φαίνεται ακόμα πιο τεράστιο, σε σύγκριση με τις καλύβες της περιοχής. Είναι όλο σκεπαστό και έχει προβολείς (φορτίζουν την ημέρα από τον ήλιο) που το βράδυ φαίνονται από χιλιόμετρα μακρυά, σε μια χώρα που πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα έχει μόλις το 2% του πληθυσμού. Στον έναν τοίχο του γηπέδου υπάρχει μια τεράστια τοιχογραφία που τον δείχνει να κλωτσάει μια μπάλα προς τον γιο του (που φοράει φανέλα της Λίβερπουλ). Δίπλα στο γήπεδο, υπάρχει ένα πολυτελές ξενοδοχείο, στο οποίο μένει η ομάδα όταν δεν κάνει τουρνέ σε διάφορα μέρη της χώρας. Ο μόνος στρωμένος δρόμος είναι αυτός που οδηγεί στο αθλητικό κέντρο και έχει το όνομα της γυναίκας του προέδρου. Τριγύρω, παιδάκια που φοράνε κουρέλα παίζουν, χωρίς να έχουν δικαίωμα να μπουν μέσα.

Πλάνα αρχείου, με τον Πιερ να κάνει μαγικά

Όπως αρμόζει σε αυτόν που φέρνει την μπάλα ή είναι πρόεδρος της χώρας, ο Πιερ παίζει στην επίθεση της Αλληλούια. Και μάλιστα είναι πρώτος σκόρερ της. Οι κακές γλώσσες βέβαια λένε ότι οι αντίπαλοι μαρκάρουν στην καλύτερη με τα μάτια. Κάπως έτσι ταξίδεψε ο Πιερ στη μικρή πόλη/χωριό (δυστυχώς δεν βρήκα πολλές πληροφορίες) Κιρέμπα στα νότια της χώρας πριν μερικές εβδομάδες. Έτοιμος για ακόμα ένα ποδοσφαιρικό σόου μαγείας και πολλών γκολ. Μόνο που οι άνθρωποι της ομάδας, είχαν πάρει και ορισμένους Κογκολέζους πρόσφυγες για ποδοσφαιριστές. Αυτοί χωρίς να γνωρίζουν ποιος είναι ο αντίπαλος, τον μάρκαραν κανονικά. Ο Πιερ έφαγε και μερικές κλωτσιές. Ο Πιερ έπεσε και κάτω. Κυρίως όμως, δεν σκόραρε. Κι όταν ο Πιερ δεν σκοράρει, κάποιος πρέπει να την πληρώσει. Ο πρόεδρος του Μπουρουντί λοιπόν, έδωσε εντολή και οι άντρες που τον συνόδευαν ανέλαβαν. Ο προπονητής και ο βοηθός προπονητή της ομάδας του Κιρέμπα συνελήφθησαν. Η κατηγορία; Ότι δεν είχαν δώσει σωστές εντολές στους παίκτες τους και συνεπώς έκαναν συνωμοσία κατά του προέδρου της χώρας. Οι άτυχοι πέρασαν την ημέρα τους στη φυλακή και δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες για το τι απέγιναν. Ελπίζουμε να είναι καλά.

Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [6 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».

Μαλάουι: To δικαίωμα στη ζωή μέσα απ’ το ποδόσφαιρο

  [3 Σχόλια]

Το Μαλάουι είναι μία απ’ τις πιο φτωχές χώρες στον κόσμο με πληθυσμό γύρω στους 19.000.000 κατοίκους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ζουν -όπως είναι λογικό- σε συνθήκες πλήρης ανέχειας. Το μορφωτικό επίπεδο είναι απ’ τα πιο χαμηλά που μπορείς να συναντήσεις και οι υπερβολικές εξάρσεις βίας είναι καθημερινό φαινόμενο. Σε μια τέτοια κοινωνία -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν ιδανικές συνθήκες για να αθληθεί κάποιος και κατ’επέκταση να παίξει ποδόσφαιρο. Όσο και αν το αγαπά. Οι Aφρικανοί άλλωστε έχουν μεγάλη τρέλα με την μπάλα. Ακόμα και στις φυλακές Μάουλα -τις σκληρότερες φυλακές που υπάρχουν στην πρωτεύουσα της χώρας- στη Λιλόνγκουε, όταν οι κρατούμενοι βγαίνουν στον προαύλιο χώρο (κι ας μην έχουν καθόλου δυνάμεις μιας και η έλλειψη τροφής είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερά τους προβλήματα) επιδίδονται με τις αυτοσχέδιες μπάλες τους στο άθλημα του ποδοσφαίρου.

Φωτογραφία του Luca Sola, πηγή: the Guardian

Η αίσθηση της ελευθερίας άλλωστε που μπορεί να χαρίσει το ποδόσφαιρο είναι κάτι το μοναδικά υπέροχο. Κάτι το αδύνατο να περιγραφεί με λόγια. «Βγαίνουμε στον ήλιο για να μαζέψουμε λίγη βιταμίνη D» συνηθίζουν να λένε αστειεύομενοι οι κρατούμενοι  (οι περισσότεροι εξ αυτών μετανάστες απ’ την Αιθιοπία), «Ας σπαταλήσουμε και λίγη δύναμη απ’ αυτή που μαζεύουμε για την τρέλα μας». Πολλοί απ’ αυτούς θα πεθάνουν στη φυλακή. Απ’ τους υπόλοιπους, που θα καταφέρουν να βγουν, οι περισσότεροι δεν θα ξαναδούν τα συγγενικά τους πρόσωπα και δεν θα μάθουμε ποτέ που «χάθηκαν» και πως. Για την ιστορία, η σημαία του Μαλάουι είναι μία απ’ τις συνολικά 49 που υπάρχουν στο εξώφυλλο του δίσκου-σταθμός, Survival του Μπομπ Μάρλεϊ. Ένας δίσκος που κυκλοφόρησε το 1979 και μιλάει με μοναδικό τρόπο για μια ενωμένη και δυνατή Αφρική. 40 χρόνια μετά -δυστυχώς- όλο αυτό παραμένει μια άπιαστη Ουτοπία.

Στο Μαλάουι η επίσημη γλώσσα είναι τα Αγγλικά αλλά στη διάλεκτο Τουμπούκα η λέξη Lughano σημαίνει Αγάπη. Αυτό (Lughano) είναι και το όνομα της πιο ταλαντούχας πιτσιρίκας που έχει βγάλει η χώρα τα τελευταία χρόνια. Μια παίκτρια που βγήκε απ’ την Ακαδημία Chichewa. Chichewa στη γλώσσα του Μαλάουι σημαίνει η λέξη που όταν τη λέμε -οι περισσότεροι από εμάς τουλάχιστον- ανεβάζουμε σφυγμούς, χοροπηδάμε σαν παιδάκια και αγκαλιάζουμε όποιον βρούμε μπροστά μας. Η λέξη αυτή, όπως θα καταλάβατε, είναι η λέξη Γκολ. Σε μια χώρα που μόνο το 12% των παιδιών πηγαίνουν σχολείο μετά το Δημοτικό και ένα στα έξι θα δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση πριν καν ενηλικιωθεί είναι πολύ δύσκολο να τολμήσει κάποιος να φτιάξει μια ποδοσφαιρική Ακαδημία. Κι όμως, οι Άγγλοι Τζώρτζ Μαγκουάιρ και Άλεξ Σκοτ -ευτυχώς- το τόλμησαν. Και πέτυχαν. Ο Σκοτ είχε φτάσει στο Μαλάουι πρώτη φορά το 2008, απεσταλμένος της Πρέμιερ Λιγκ ώστε να δημιουργήσει ένα ποδοσφαιρικό πρόγραμμα για παιδιά κάτω των 14 ώστε να προωθήσει το άθλημα του ποδοσφαίρου. Αυτό που έζησε εκεί ήταν κάτι το μοναδικό και όπως είπε ο ίδιος στον Βρετανικό Τύπο είχε μείνει έκθαμβος απ’ το ταλέντο -το ακατέργαστο ταλέντο- που υπήρχε στα παιδιά στο Μαλάουι. Η επιστροφή στο Νησί τον βρήκε να έχει στο μυαλό του ένα και μόνο πράγμα. Να δημιουργήσει μια κανονική Ακαδημία στη Λιλόνγκουε. Ευτυχώς το κατάφερε μερικά χρόνια αργότερα με τη βοήθεια του καλού του φίλου, Άλεξ Σκοτ.

Ο Μαγκουάιρ και ο Σκοτ γνωρίζονταν πολύ καλά απ’ τα χρόνια που έπαιζαν ποδόσφαιρο. Ο πρώτος με την φανέλα της Μπρίστολ Σίτι και ο δεύτερος με αυτή της Νιουκάστλ, με τις ιδέες τους να ταιριάζουν άψογα εντός και εκτός ποδοσφαιρικών θεμάτων. «Συνηθίζαμε να παρακολουθούμε παρέα ένα σωρό παιχνίδια της Πρέμιερ Λιγκ, πίνοντας τις μπύρες μας, αλλά κάτι μας έτρωγε μιας και οι δύο είχαμε αυτό το υπέροχο όραμα για το ποδόσφαιρο» θα πει ο Σκοτ στην Αγγλική τηλεόραση λίγο πριν το 2014. Λίγο καιρό δηλαδή πριν μπει σε κανονική λειτουργία η ποδοσφαιρική Ακαδημία Chigoli. «Πως είναι δυνατόν να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις ένα τόσο μεγάλο καλό σε παιδιά, σε μια χώρα τόσο φτωχή, και να μην το κάνεις;» θα συμπληρώσει ο Μαγκουάιρ, και αυτό είναι ολόκληρο το νόημα του σκεπτικού τους κατά την δική μου γνώμη. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν κάναμε όλοι κάτι, που μπορούμε, για να βοηθήσουμε κάποιον ή κάποιους; Eίναι τόσο απλό. Η Ακαδημία προσφέρει σε αγόρια και κορίτσια την γνώση στο ποδόσφαιρο, προσπαθώντας να βρει νέα μεγάλα ταλέντα και παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα της φοίτησης στο σχολείο και μετά το Δημοτικό. Μάλιστα ακόμα και αν κάποιο παιδί κοπεί απ’ το ποδοσφαιρικό πρόγραμμα (δεν θα γίνουν όλοι ποδοσφαιριστές άλλωστε) η Ακαδημία του δίνει το δικαίωμα να συνεχίσει να πηγαίνει σχολείο, με πληρωμένα τα δίδακτρα απ’ την ίδια. Και αυτό είναι το σημαντικότερο.

Ο 13χρόνος Μισέκ, ένας απ’ τους καλύτερους μαθητές που υπάρχουν στην Ακαδημία και ένας απ’ τους πιο ταλαντούχους παίκτες, θα πει: «To ποδόσφαιρο χωρίς την μόρφωση δεν είναι κάτι σημαντικό. Ο πατέρας μου είναι οδηγός ενός ποδηλάτου-Ταξί και η μητέρα μου πουλάει φρούτα για να ζήσουμε εγώ και τα εφτά αδέρφια μου. Θέλω να σπουδάσω, αν και το μεγάλο μου όνειρο είναι να γίνω ποδοσφαιριστής και να οδηγήσω το Μαλάουι στο Μουντιάλ». Τα ίδια θα σου πουν και η Ιρέν με την Μέρσι, δύο 14χρόνια κορίτσια που μαθαίνουν ποδόσφαιρο στην Ακαδημία, έχοντας ως στόχο και όνειρο να φτάσουν την Ταμπίθα Τσαγούινκα που παίζει ποδόσφαιρο στην Σουηδία και σκοράρει περισσότερα γκολ απ’ τις συμμετοχές της. Η 21χρόνη Ταμπίθα γεννήθηκε στο Μαλάουι και έφυγε για την Σουηδία το 2014, όταν δηλαδή μπήκε σε κανονική λειτουργία το πρόγραμμα Chigoli. Θεωρείται -και λογικά είναι- η κορυφαία παίκτρια της χώρας.

H εκμάθηση αρχίζει με τα βασικά. Πολύ δουλειά στο κοντρόλ και την πάσα με την μία. Πολύ δουλειά στο αδύναμο πόδι κάθε παιδιού. Πολύ δουλειά στην κίνηση, αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα, πολύ δουλειά στην κατανόηση του αθλήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλα αυτά τα παιδιά δεν έχουν δουλέψει ποτέ πριν με προπονητές και δεν είναι εύκολο να μπουν σε καλούπια. Σε μια κανονική ομάδα. Μάλιστα την ώρα των προπονήσεων δεν είναι λίγοι αυτοί που μαζεύονται και παρακολουθούν αυτό το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα. Κάποιος να δίνει οδηγίες και να προσπαθεί να τιθασεύσει ένα παιδί. Επίσης τα παιδιά της Ακαδημίας μαθαίνουν τις θέσεις με τον παλιό βρετανικό τρόπο. Αυτός που φορά το νούμερο 2 -παίζει στο 2- είναι δηλαδή ο δεξιός πλάγιος αμυντικός. Ο πιτσιρίκος με το 6 είναι ο αμυντικός μέσος και αυτός με το 7, αυτός που τους βασανίζει όλους με την ταχύτητά του και την δεξιοτεχνία του στο δεξί άκρο της επίθεσης. Τα πάντα, ακόμα και αυτά που μοιάζουν να μην έχουν τόσο μεγάλη σημασία, είναι μελετημένα μέχρι και στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια ώστε να γίνει η δουλειά όπως πρέπει να γίνεται. Σωστά. Ο βαθμός δυσκολίας άλλωστε είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι είναι σε μια σύγχρονη Ακαδημία χωρών όπως η Ισπανία, η Γερμανία και η Αγγλία.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές ένα παιδί στο Μαλάουι πεθαίνει από κάποια σοβαρή ασθένεια. Ένα μικρό παιδάκι που μπορεί να γεννήθηκε με σπάνιο αθλητικό (και ποδοσφαιρικό DNA) και που -λογικά- δεν έπαιξε ποτέ ποδόσφαιρο με τους φίλους του φορώντας παπούτσια. Όχι ποδοσφαιρικά παπούτσια αλλά απλά παπούτσια, τρύπια και χιλιοφορεμένα από άλλους. Την ίδια στιγμή, κάπου δίπλα μας, στον «πολιτισμένο κόσμο» που ζούμε κάποιο άλλο παιδάκι ανοίγει ένα κουτί και βλέπει το τελευταίο μοντέλο παπουτσιών του Μέσι, αξίας 200 δολλαρίων. Δεν θα χαρεί ιδιαίτερα. Το δώρο είναι συνηθισμένο άλλωστε. Το παιδάκι αυτό δεν παίζει ποδόσφαιρο, δεν διαθέτει κάποιο ποδοσφαιρικό ταλέντο (το ακριβώς αντίθετο μάλιστα) και αφού φορέσει τα παπούτσια 2-3 φορές, θα τα βαρεθεί και θα τα τοποθετήσει δίπλα σε αυτά του Ρονάλντο, του Λε Μπρον, του Τζόρνταν, του Κακά και σε όλα τα υπόλοιπα που έχει στη συλλογή του. Μετά από λίγο καιρό μπορεί και να τα πετάξει ακόμα επειδή δεν θα είναι πλέον στη μόδα. Χάρις στους δύο Άγγλους αυτό έχει αλλάξει για αρκετά παιδιά και αυτή είναι μια σπουδαία νίκη απ’ το ποδόσφαιρο στην κοινωνία. Ίσως και η σπουδαιότερη.

To πρόγραμμα της Ακαδημίας Chigoli απασχολεί περίπου 2.500 παιδιά το χρόνο, δίνοντάς τους το δικαίωμα και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Ακόμα και αυτά που δεν θα ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο επαγγελματικά, έχουν τη δυνατότητα να μορφωθούν και να σπουδάσουν, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο για τη ζωή τους, μακριά απ’ τη φτώχεια και τη δυστυχία. Το σημαντικότερο απ’ όλα αυτά όμως είναι πως έχουν μια ακόμα μια πιθανότητα να κάνουν αυτό που στους περισσότερους από εμάς φαντάζει ως κάτι απλούστερο του απλού. Να ζήσουν.

Η αλήθεια πίσω από τα ball boys

  [5 Σχόλια]

Τα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο. Η νεολαία, οι ελπίδες του ποδοσφαίρου, πιθανότατα οι επόμενοι μεγάλοι σταρ. Χαρούμενες, αθώες παιδικές φάτσες, με μόνο στόχο να βρεθούν κοντά στα ινδάλματά τους, να βοηθήσουν στην τέλεση του αγώνα και κάποτε να πρωταγωνιστήσουν. Τα αθώα ball boys. Ή έτσι νομίζει ο απλός κόσμος. Όποιος δεν έχει βρεθεί σε γήπεδο εκεί στο 90′ που η ομάδα ψάχνει το ένα γκολ και κάθε δευτερόλεπτο που χάνεται είναι αιώνας, δεν μπορεί να καταλάβει. Όποιος έχει δει τερματοφύλακα να περιμένει την μπάλα πίσω από το τέρμα με βλέμμα απόγνωσης σαν να πήγε σε δημόσια υπηρεσία και να του είπαν «δυστυχώς είναι σε άδεια ο υπάλληλος», ξέρει. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι η αγγελική φάτσα είναι απλά το προσωπείο που κρύβει έναν ποδοσφαιρικό Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και μπορεί οι παίκτες συχνά να αντιδρούν, αλλά τα ball boys συνεχίζουν ακάθεκτα. Βελτιώνονται και γίνονται ακόμα πιο προκλητικά και φυσικά οι παίκτες απαντούν. Κι αν δεν μας πιστεύετε, συγκεντρώσαμε τα «καλύτερα» περιστατικά με ball boys και παίκτες που έγιναν μόλις τον τελευταίο μήνα και τα αξιολογούμε.

Ξεκινάμε από την Αυστραλία. Στον τελικό του κυπέλλου το παιχνίδι έχει φτάσει στην παράταση και το Σίδνεϊ προηγείται της Αδελαΐδας με 2-1. Η μπάλα έχει βγει πλάγιο στη σέντρα και ο Μάικλ Μαρόνε πάει να την πάρει. Το ball boy όχι απλά δεν την δίνει γρήγορα, αλλά καθώς ο Μαρόνε πλησιάζει πάει να την καλύψει με το σώμα του για να μην την πάρει ο παίκτης της Αδελαΐδας. Ο Μαρόνε έχει ανεχτεί αρκετή κοροϊδία από τα διαβολικά ball boys στη ζωή του και ρίχνει ένα μεγαλοπρεπές σπρώξιμο στον πιτσιρικά που πάνω που πας να τον λυπηθείς πέφτει κάτω συνεχίζοντας να μην αφήνει την μπάλα από τα χέρια του λες και είναι ο Φρόντο, ενώ κάνει τον τραυματία. Το περιστατικό καταδικάζεται απερίφραστα (αν και σίγουρα οι οπαδοί της Αδελαΐδας νιώθουν μια ηθική ικανοποίηση), ο Μαρόνε όχι μόνο καταφέρνει να χάσει παραπάνω χρόνο με όλη αυτή τη φάση, αλλά όπως είναι φυσικό αποβάλλεται και τιμωρείται με τέσσερις αγώνες. Το σκορ δεν αλλάζει και το Σίδνεϊ πανηγυρίζει την κούπα.

Βαθμός αλητείας Ball Boy: 7 (απλή καθυστέρηση, μπόνους θεατρινισμός)

Μεταφερόμαστε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, εκεί που πριν λίγες μέρες έγινε ο πρώτος τελικός του Κόπα Λιμπερταδόρες μεταξύ της Γκρέμιο και της Λανούς. Η ομάδα από την Αργεντινή κρατούσε σχετικά άνετα το 0-0, αλλά σε μια ανύποπτη φάση οι Βραζιλιάνοι άνοιξαν το σκορ και τα τελευταία λεπτά απέκτησαν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η Λανούς βιαζόταν να ισοφαρίσει για να πάει στον επαναληπτικό με καλύτερο σκορ. Σε μια επίθεση της Γκρέμιο η μπάλα κατέληξε άουτ, κάπου βρήκε και επέστρεψε στο χώρο πίσω από την εστία. Ο γκολκίπερ Αντράντα γνωρίζοντας την μοίρα του φιλοξενούμενου, δεν περίμενε και έτρεξε να πάει την μαζέψει. Αυτό το είδε και το ball boy παλικάρι της Γκρέμιο που είτε είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον, είτε έμεινε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη καθώς μοιάζει 30 χρονών. Έφυγε σφαίρα να προλάβει την μπάλα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας ήταν ένα κλικ πιο αργός, αλλά σαφώς πιο δυνατός και έσπρωξε το Βραζιλιάνο παίρνοντας την μπάλα. Το ball boy man σηκώθηκε γρήγορα και έκανε προσπάθεια να προλάβει και να χτυπήσει τον τερματοφύλακα (!), αστοχώντας για λίγο. Το αποκορύφωμα ήταν που δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πήγε πίσω από την εστία και συνέχισε να μανουριάζει.

Βαθμός αλητείας ball boy: 8 (έχασε την αρχική μάχη, αλλά σημασία έχει να σηκώνεσαι όταν πέφτεις)

Και για να μην πείτε «ναι αλλά στην Ευρώπη αυτά δεν γίνονται» (άλλωστε η φωτογραφία του Αζάρ στην αρχή δεν μπήκε τυχαία), κλείνουμε με λίγη Ισπανία. Η Βαλένθια παρ’ ότι έπαιζε για πάνω από ένα ημίχρονο με παίκτη παραπάνω, υποχρεώθηκε στην πρώτη της ήττας από τη Χετάφε με 1-0 και δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη γκέλα της Μπαρτσελόνα. Η Χετάφε με θεατρικό ηγέτη τον Νταμιάν, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το αποτέλεσμα (αξίζει το βίντεο ολόκληρο για το σόου που έδωσε), αλλά εμείς θα σταθούμε στο βραβείου 2ου ανδρικού ρόλου, το ανώνυμο ball boy της Χετάφε (περίπου στο 0.20). Αυτή τη φορά ο πιτσιρικάς δεν χρειάστηκε καν να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Περίμενε τον βιαστικό Σάντι Μίνα να έρθει κοντά και μόλις αυτός πλησίασε πέταξε την μπάλα μακριά του. Ο Σάντι Μίνα θέλοντας να κυνηγήσει την μπάλα, δεν τον φύτεψε στο χώμα, αλλά του είπε κάτι για συγκεκριμένο μέρος του σώματος της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο μικρός το επανέλαβε με τον Σιμόνε Ζάζα. Ο Ιταλός όμως διαθέτει εμφανώς ατσάλινα νεύρα, αφού απλά χαμογέλασε και μετά από λίγο του έκανε ένα χαριτωμένο «θα τις φας», σαν να ήταν η μαμά του που ενθουσιάστηκε με την σκανταλιά του κανακάρη της. Αποτέλεσμα ο μπόμπιρας, αληθινός αυτήν τη φορά, όχι σαν της Γκρέμιο, να μην πάρει το μάθημά του και σίγουρα να περιμένει το επόμενο εντός της Χετάφε για να συνεχίσει το έργο του.

Βαθμός αλητείας ball boy: 9 (τρολάρισμα σε δύο στιγμές, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του και χωρίς να κάψει ούτε θερμίδα)

Θα κλείσουμε με κάτι ρετρό και διαφορετικό. Για να μη φανεί ότι είμαστε άδικοι και σκληροί, υπάρχουν και περιπτώσεις που τα παιδιά δίπλα στη γραμμή δεν έχουν έρθει στη Γη για να μας βασανίζουν, αλλά είναι ό,τι κι εμείς. Απλοί οπαδοί που πονούν την ομάδα τους και ζουν γι’ αυτή. Γυρίζουμε στη Βραζιλία και το μακρινό 1988, για να δούμε ένα ball girl αυτή τη φορά στο θρυλικό Μαρακανά. Το παιχνίδι ήταν Βάσκο ντα Γκάμα με Μποταφόγκο και με το σκορ στο 3-0 ο δαιμόνιος Βραζιλιάνος ρεπόρτερ πλησίασε το κοριτσάκι που έκλαιγε, βλέποντας την ομάδα του να χάνει. Οι ερωτήσεις του ρεπόρτερ ήταν παντελώς ανόητες, αλλά αρκούν οι μονολεκτικές απαντήσεις για να απαντηθεί το ερώτημα «πώς είναι να αγαπάς πολύ την ομάδα σου;» (προχωρήστε στο 3.58 του βίντεο εκτός αν θέλετε ρετρό γκολ) και να συνεχίζεις να το κάνεις ενώ σε πονάει. Και ένα κοριτσάκι (που τώρα θα έχει γίνει γυναίκα και πιθανώς να πηγαίνει με τα παιδιά της στο γήπεδο και να έχει ακόμα τη φανέλα που της χάρισε ένας παίκτης της αγαπημένης της ομάδας) μας βάζει τα γυαλιά:

Κλαις που χάνει η Μποταφόγκο;
Ναι
Ήρθες για να δεις το παιχνίδι;
– Ναι
Δεν ήρθες πρώτα για τη δουλειά ε; (δουλειά = ball boy)
Όχι, ήρθα για να δω το παιχνίδι
Πίστευες ότι θα κερδίσει η Μποταφόγκο;
Ναι το πίστευα
Θα σταματήσεις να είσαι Μποταφόγκο;
Όχι

Η καλύτερη τελευταία ημέρα προκριματικών Μουντιάλ ποτέ

  [5 Σχόλια]

Το Μουντιάλ είναι η μεγαλύτερη και πιο ιερή στιγμή ενός ποδοσφαιρόφιλου, η αποθέωση της ποδοσφαιρικής ιεροτελεστίας. Γίνεται όμως τα προκαταρκτικά να είναι ακόμα καλύτερα από το… κυρίως γεύμα που θα δούμε στη Ρωσία; Με αυτά που ζήσαμε τις προηγούμενες μέρες μπήκαμε σε σκέψεις. Ο 45χρονος Αιγύπτιος τερματοφύλακας, ο πανηγυρισμός του οπαδού χωρίς πόδι, η μικρούλα Ισλανδία, η αυτοκτονία της Σκωτίας. Με αυτά που έγιναν χθες όμως σιγουρευτήκαμε. Όσα συνέβησαν σε διάφορα μέρη του κόσμου έγραψαν ιστορία, χάρισαν στιγμές και εικόνες που είναι αδύνατο να χωρέσουμε σε ένα κείμενο. Θα το προσπαθήσουμε όμως.

Όλα ξεκίνησαν χθες το μεσημέρι Ελλάδας με την ομάδα χωρίς έδρα, τη Συρία, να κάνει την ύστατη προσπάθεια στη ρεβάνς με την Αυστραλία και να ανοίγει μόλις στο 6′ το σκορ απέναντι στο μεγάλο φαβορί. Ο αειθαλής Τιμ Κέιχιλ με τι άλλο, με κεφαλιά ισοφάρισε γρήγορα αλλά οι Αυστραλοί δεν κατάφεραν να βάλουν ένα δεύτερο γκολ. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση, η Συρία έμεινε με 10, ο Τιμ Κέιχιλ έκανε το 2-1 (ω τι έκπληξη, με κεφαλιά) και ενώ όλοι πίστευαν ότι η Συρία είχε αποχαιρετίσει οριστικά, ο σταρ της Ομάρ Αλ Σομά πήγε να κάνει το έπος όταν στο 120′ εκτέλεσε φάουλ και η μπάλα σταμάτησε στο δοκάρι της Αυστραλίας. Η Συρία άγγιξε το όνειρο. Ένας αποκλεισμός που στενοχώρησε πολλούς ουδέτερους, ένα όμορφο παραμύθι που δεν είχε καλό τέλος.

Οι ταλαιπωρημένοι από τον πόλεμο Σύριοι, σε πλατεία της Δαμασκού

Αυτό ήταν το προειδοποιητικό χτύπημα. Γιατί μπορεί τα ευρωπαϊκά πλην της Πορτογαλίας και της τεράστιας αγωνίας της δικής μας εθνικής με το Γιβραλτάρ να είχαν καθαρίσει, στη Ν. Αμερική όμως είχαμε έξι ομάδες να διεκδικούν την τελευταία αγωνιστική τέσσερις θέσεις. Και πριν προλάβουμε να συνέλθουμε εμείς και να πάρουν καμία ανάσα οι παίκτες της Αργεντινής στο υψόμετρο του Κίτο, το Εκουαδόρ έπαιξε βόλεϊ με απανωτές κεφαλιές και σκόραρε στα 40″ μόλις δευτερόλεπτα, το πιο γρήγορο γκολ που έχει δεχτεί ποτέ η Αργεντινή.

Με το 1-0 αυτό φυσικά η Αργεντινή πήγαινε σπίτι της. Οι φίλαθλοι του Εκουαδόρ άρχισαν τα ειρωνικά Όλε-Όλε σε κάθε πάσα. Πίστευε κανείς ότι η 2η χειρότερη επίθεση, χωρίς ψυχολογία θα τα κατάφερνε; Κι όμως, ο Λιονέλ Μέσι έκανε το ματς που μήνες τώρα περιμέναμε, αυτό που τον βάζει στο πάνθεον της εθνικής, δίπλα σε παίκτες όπως ο Παλέρμο, παίκτες που χάρισαν προκρίσεις στο τέλος, παίκτες που έκαναν κατάθεση ψυχής και ταλέντου. Με δυο δικά του γκολ η Αργεντινή έφερε τούμπα το ματς στο 13′, ενώ το «αδιάφορο» Εκουαδόρ έκανε αλλαγή στο 40′, βάζοντας και τον τραυματία (!) Ένερ Βαλένσια για να τα παίξει όλα για όλα.

Λέγοντας για αδιάφορους, η Βολιβία χαλούσε το πάρτι της Ουρουγουάης με 0-1, αλλά οι γηπεδούχοι το γύρισαν κι αυτοί σε 2-1 πριν το ημίχρονο. Με τα αποτελέσματα ημιχρόνου Βραζιλία, Ουρουγουάη, Χιλή, Αργεντινή έπαιρναν την πρόκριση και η Κολομβία πήγαινε στα μπαράζ. Παραγουάη και Περού στα σπίτια τους. Το 2ο ημίχρονο ξεκινάει και ήταν η τρίτη αδιάφορη της ημέρας που το πήρε πάνω της. Μπορεί Χιλιανοί και Βραζιλιάνοι πριν το ματς να αγκαλιάζονταν έξω από το γήπεδο και να έλεγαν ότι θα αφήσουν εκτός την Αργεντινή, αλλά οι τίμιοι Βραζιλιάνοι ποδοσφαιριστές με τον Παουλίνιο έκαναν το 1-0, μετά από κακή απόκρουση του Κλαούντιο Μπράβο. Ακόμα και με αυτό το αποτέλεσμα όμως, η Χιλή πήγαινε τουλάχιστον στα μπαράζ στην ισοβαθμία με το Περού εξαιτίας καλύτερης διαφοράς τερμάτων.

Στο αμέσως επόμενο λεπτό ο Χάμες Ροντρίγκες έβαζε φωτιά στη Λίμα. Περού-Κολομβία 0-1. Προκρίνονται Βραζιλία, Ουρουγουάη, Κολομβία, Αργεντινή και η Χιλή στα μπαράζ. Πριν προλάβουν τα ραδιοφωνάκια να ενημερώσουν Βιδάλ και Αλέξις Σάντσες, η Βραζιλία πέτυχε στο ξέφωτο τη Χιλή και με τον Γκαμπριέλ Ζεσούς έκανε το 2-0. Ένα αποτέλεσμα που συνέφερε την Αργεντινή σε περίπτωση ισοβαθμίας, αλλά και το Περού αν μπορούσε να σκοράρει. Γρήγορα γρήγορα η Αργεντινή τελείωσε κάθε συζήτηση με τον Λιονέλ Μέσι να πετυχαίνει το πρώτο χατ τρικ του σε προκριματικά, ενώ ταυτόχρονα γινόταν και ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής σε προκριματικά ξεπερνώντας τον Ερνάν Κρέσπο.

Γκολ-γκολ-γκολ. Χένιο-χένιο-χένιο.

Η Χιλή προσπαθούσε να σώσει την παρτίδα βάζοντας ένα γκολ για να έχει καλύτερη διαφορά, η Παραγουάη ήταν σταθερά στο 0-0 με την τελευταία και αδιάφορη Βενεζουέλα και ένα γκολ θα την έβαζε στην πρόκριση, ενώ στη Λίμα το Περού έκανε τα πάντα για την ισοφάριση. Και τα κατάφερε με τον ηρωικό Πάολο Γκερέρο που εν μέσω αποθέωσης έκανε στο 76′ το 1-1, έβαλε το Περού στα μπαράζ και έστελνε τη δις πρωταθλήτρια Ν. Αμερικής πίσω στη Χιλή και στον καναπέ της. Βραζιλία, Ουρουγουάη (είχε κάνει ήδη το 4-1) και Αργεντινή παρακολουθούσαν πλέον διακριτικά. Όλοι περίμεναν το μπαμ στη Βραζιλία (με γκολ της Χιλής) ή στην Παραγουάη.

Λα τοκό, λα τοκό, λα τοκό
(μετάφραση: το φάουλ ήταν έμμεσο, αλλά ο Οσπίνα ακούμπησε την μπάλα, το γκολ μέτρησε και το Περού πήρε το χρυσό βαθμό εξαιτίας του τερματοφύλακα)

Έγινε το δεύτερο, αλλά στην… ανάποδη. Η τελευταία Βενεζουέλα που έπαιζε εξαιρετικά στις αντεπιθέσεις, έγραψε το 0-1 με τον Ερέρα, κάνοντας μάλλον τη μεγαλύτερη έκπληξη της βραδιάς. Πίσω στην Λίμα το γκολ πανηγυρίστηκε έξαλλα, καθώς το Χ φαινόταν να μην αλλάζει και ο φόβος ήταν πλέον για τη Χιλή. Η Βραζιλία είναι όμως με διαφορά η καλύτερη ομάδα της ηπείρου και δεν ήθελε να δεχτεί ούτε γκολ. Στο 92′ με όλη τη Χιλή πλέον μπροστά, οι Βραζιλιάνοι πήραν την μπάλα και ο Γκαμπριέλ Ζεσούς στη χωρίς τερματοφύλακα εστία έβαλε το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των Χιλιανών. 3-0. Πανωλεθρία.

Τα ματς έληξαν. Στο Κίτο ο Μέσι κι η παρέα του πανηγύριζαν, στο Μοντεβιδέο ο τεράστιος κόουτς Όσκαρ Ταμπάρες έπαιρνε την 4η συνεχόμενη πρόκριση σε Μουντιάλ με την Ουρουγουάη, η Κολομβία που πήγε να αυτοκτονήσει στις τελευταίες αγωνιστικές με το Χ τσέκαρε εισιτήριο για Ρωσία, το Περού στα μπαράζ με τη Ν. Ζηλανδία και η Χιλή που ακόμα και με ήττα είχε πολλές πιθανότητες να περάσει κατάφερε να φάει τρία γκολ (και φυσικά να εκμεταλλευτεί την ανοησία του Οσπίνα που έδωσε το Χ στο Περού και άφησε τον συμπαίκτη του Αλέξις Σάντσες χωρίς Μουντιάλ). Κλου φυσικά η Παραγουάη που έβλεπε τους άλλους να σφάζονται και αντί να κερδίσει, έχασε από την τελευταία Βενεζουέλα που έκανε μόλις τη 2η της νίκη στα προκριματικά. Να το κάνουμε ακόμα πιο σαδιστικό; Αν θυμάστε η Χιλή είχε κάνει ένσταση για το ματς με τη Βολιβία. Οι Βολιβιανοί είχαν χρησιμοποιήσει παίκτη που δεν είχε δικαίωμα. Η Χιλή δικαιώθηκε, πήρε το ματς στα χαρτιά (ενώ είχε έρθει Χ). Μόνο που ο ίδιος παίκτης έπαιξε και με το Περού. Το Περού που είχε χάσει το αντίστοιχο παιχνίδι, πήρε και αυτό το ματς στα χαρτιά. Αν η Χιλή δεν είχε κάνει ποτέ αυτή την ένσταση, θα είχε σήμερα ένα βαθμό παραπάνω από το Περού και θα ήταν αυτή στα μπαράζ. Το λες και θεία δίκη.

Ιδανικοί αυτόχειρες, αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά

Η μέρα Η νύχτα όμως δεν είχε ακόμα τελειώσει. Όσοι ξενύχτησαν πήραν χαμπάρι ότι στον όμιλο της Βόρειας και Κεντρικής Αμερικής τα πράγματα ήταν ακόμα ρευστά. Οι ΗΠΑ ξεκινούσαν με 12 βαθμούς τη στιγμή που Ονδούρα και Παναμάς ήταν στους 10 και ήξεραν ότι είχαν την τύχη στα χέρια τους. Με το τελευταίο Τρινιντάντ Τομπάγκο έπαιζαν διάολε. Τη χώρα που είναι γνωστή για τον Ντουάιτ Γιορκ. Τη χώρα με ρεκόρ 1-0-8 στα προκριματικά.

Τη χώρα που προηγήθηκε στο 17′ μόλις με τραγικό αυτογκόλ. Αλλά ευτυχώς. Οι Μεξικάνοι στο ίδιο λεπτό σκόραραν μέσα στην Ονδούρα. Καμία ανησυχία, όλα γυρίζουν. Η Ονδούρα ισοφαρίζει το Μεξικό, αλλά αμέσως μετά το Μεξικό γράφει το 1-2. Η δε Κόστα Ρίκα ανοίγει το σκορ στον Παναμά. Οι ΗΠΑ δέχονται δεύτερο γκολ (απίστευτο σουτ), αλλά τα αποτελέσματα βολεύουν ακόμα τους «Αμερικάνους».

Το γκολ του Παναμά στο 87′ και τα απανωτά εγκεφαλικά του σπίκερ

Ο Πούλισιτς μειώνει για τις ΗΠΑ, αλλά τα χειρότερα δεν έχουν τελειώσει. Πρώτα είναι η Ονδούρα που γυρίζει το ματς με το Μεξικό από 1-2 σε 3-2, ενώ ο Παναμάς ισοφαρίζει (με γκολ φάντασμα). Ακόμα κι έτσι οι ΗΠΑ πηγαίνουν σε μπαράζ με την Αυστραλία (βλέπε αρχή κειμένου). Ψάχνουν το γκολ της ισοφάρισης, ενώ περιμένουν τα νέα. Το γκολ δεν έρχεται ποτέ και τα νέα είναι και πάλι άσχημα. Ο Ρομάν Τόρες στο 87′ κάνει το 2-1 για τον Παναμά και το απίστευτο συμβαίνει. Παναμάς και Ονδούρα αφήνουν τις ΗΠΑ εκτός Μουντιάλ. Ο Παναμάς κερδίζει τη χρυσή πρόκριση και η Ονδούρα θα πάει στα μπαράζ, ενώ οι Αμερικάνοι αποκλείστηκαν από το αδιάφορο και αδύναμο Τρινιντάντ (και το Τομπάγκο μαζί).

Και κάπως έτσι το ξενύχτι έλαβε τέλος. Με συγκλονιστικές εναλλαγές, με αδιάφορους να παίζουν μέχρι το τέλος τα ματς (και μερικοί να τα κερδίζουν), με λάθη εγκληματικά, με πρωταγωνιστές όπως ο Μέσι και ο Γκερέρο, αλλά κι πιο αφανείς όπως ο Τόρες κι ο Κιότο. Και αν το Μουντιάλ έχει έστω τη μισή αγωνία από αυτά που ζήσαμε τις τελευταίες μέρες, θα περάσουμε ωραία.

Όταν οι Μπαφάνα Μπαφάνα πανηγύριζαν έναν αποκλεισμό

  [8 Σχόλια]

Στην ιστορία των epic fail των εθνικών ομάδων έχουμε δει αρκετές μεγαλειώδεις στιγμές. Λίγες όμως αγγίζουν αυτό που συνέβη στις 8 Οκτωβρίου του 2011 όταν η Νότια Αφρική υποδεχόταν τη Σιέρα Λεόνε για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών που οδηγούσαν στην τελική φάση του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής του 2012. Ο Νίγηρας των 9 βαθμών πήγαινε στην αδιάφορη και αποκλεισμένη Αίγυπτο, ενώ η Ν. Αφρική και η Σιέρα Λεόνε είχαν από 8 βαθμούς. Οι «Μπαφάνα Μπαφάνα» μπήκαν στο παιχνίδι έχοντας τα αυτιά τους στο ραδιοφωνάκι για να ακούν τι γίνεται και στο άλλο ματς, καθώς μόνο ο πρώτος προκρινόταν.

Τα ευχάριστα νέα από το Κάιρο έφτασαν στο Μπομπέλα Στάντιουμ στο 48′. Η Αίγυπτος είχε ανοίξει το σκορ. Με το 0-0 να παραμένει στη Ν. Αφρική είχαμε τριπλή ισοβαθμία και πλεονέκτημα για τους Μπαφάνα Μπαφάνα με την καλύτερη διαφορά τερμάτων. Ο Μοχάμεντ Σαλάχ έγραψε αργότερα το 2-0, οι κερκίδες πήραν φωτιά και όταν στο 71′ έγινε το 3-0, οι Νοτιοαφρικανοί ήξεραν ότι πλέον το Χ ήταν αρκετό. Οι βουβουζέλες ξεκούφαναν τους παίκτες της Σιέρα Λεόνε κι ο τερματοφύλακας Ιτουμελένγκ Κούνε (που είναι αυτό εδώ το τρελοκομείο που παριστάνει το Χιγκίτα) έπεσε χάμου και κυλιόταν σαν να τον είχε βρει σφαίρα σε μια φάση που οι διηγήσεις λένε ότι έφαγε τουλάχιστον πέντε λεπτά κάνοντας θέατρο. Οι δύσμοιροι παίκτες της Σιέρα Λεόνε διαμαρτύρονταν στο διαιτητή από την Κένυα, αλλά όταν πρόκειται για τερματοφύλακα προέχει η υγεία. Την ίδια στιγμή ο κόουτς Πίτσο Μοσιμάνε έβγαζε επιθετικό για να περάσει κι άλλο χαφ και να κλειδώσει το Χ.

Χοροί και πανηγύρια κι ο Κούνε που ξανάνιωσε

Η Σιέρα Λεόνε δεν τα κατάφερε να βάλει κάποιο γκολ, οι καθυστερήσεις και το κατενάτσιο της Ν. Αφρικής πέτυχαν, το ματς ήρθε 0-0 (όπως και ο πρώτος αγώνας) και στην τριπλή ισοβαθμία η Ν. Αφρική είχε +2 γκολ, η Σιέρα Λεόνε 0 και ο Νίγηρας μετά την τριάρα από τους τίμιους και αδιάφορους Αιγύπτιους -2. Ο βαρύτατα τραυματίας Κούνε ξανάνιωσε και χοροπηδούσε σαν το κατσίκι, οι παίκτες έκαναν το γύρο του θριάμβου χορεύοντας αυτά τα παραδοσιακά καλτ αφρικάνικα και ο πρόεδρος της Π.Ο. Κίρστεν Νεματαντανί έκανε δηλώσεις στα κανάλια περήφανος για την πρόκριση. Στον ίδιο ρυθμό τα κανάλια και τα σάιτ που μιλούσαν για την επιτυχία της χώρας.

Happy Times

Λίγο αργότερα όμως ήρθε η επίσημη ανακοίνωση της CAF που έλεγε ότι ο Νίγηρας ήταν η ομάδα που πήρε πρόκριση. Το πρόβλημα βλέπετε ήταν ότι κανένας δεν διάβασε το Άρθρο 14 του κανονισμού. Εκεί που έλεγε ότι σε περίπτωση ισοβαθμίας μετρούν τα αποτελέσματα μεταξύ των ομάδων και όχι τα γκολ. Και μαντέψτε. Ο Νίγηρας είχε κερδίσει εντός τη Ν. Αφρική, η Ν. Αφρική εντός το Νίγηρα, αλλά ο Νίγηρας είχε κερδίσει εντός και τη Σιέρα Λεόνε και έτσι είχε 6 βαθμούς στην τριπλή, με τη Ν. Αφρική να μείνει στους 5. Τα χαμόγελα πάγωσαν. Η αλήθεια είναι ότι στα περισσότερα προκριματικά εθνικών μετρούν τα γκολ, αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία. Ο Νίγηρας πήρε την πρόκριση, οι χαρές, τα πανηγύρια, οι χοροί, τα θέατρα και οι αναθεματισμένες βουβουζέλες πήγαν χαμένες. Ο προπονητής δεν το πίστευε: «Λέτε αν το ήξερα θα έβγαζα επιθετικό;» ψέλλιζε στη συνέντευξη τύπου.

Η Ομοσπονδία της Ν. Αφρικής έκανε ένσταση με επιχειρήματα της πλάκας «παγκοσμίως είναι συνηθισμένο να περνάει αυτός με την καλύτερη διαφορά, αλλά εσείς χρησιμοποιείτε το άρθρο 14.1» (λες και ο κανονισμός είναι καμιά λαδόκολλα που παραγγέλνεις σε ταβέρνα) και άλλα τέτοια κωμικά όπως ότι δεν συνάδει με τους κανονισμούς της FIFA αλλά και με την… παράδοση. Η ένσταση φυσικά απορρίφθηκε και ο Νίγηρας πήγε πανηγυρικά στα τελικά, όπου τερμάτισε και τελευταίος στον όμιλό του με τρεις ήττες σε τρία παιχνίδια, ενώ οι Νοτιοαφρικάνοι έπαιζαν πένθιμα τις βουβουζέλες τους από τους καναπέδες.

Ο Χουάν Μάτα θέλει να αλλάξει το ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν την άνοιξη του 2003 όταν ο έφηβος Χουάν Μάτα γυρνούσε σπίτι με τον πατέρα του μετά από ένα παιχνίδι παίδων της Ρεάλ Οβιέδο, στην οποία αγωνιζόταν τότε. Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες φορές όμως, εκείνη τη μέρα ο πατέρας του Χουάν ακολούθησε διαφορετική διαδρομή κι έτσι αντί για το σπίτι βρέθηκαν σε ένα υπαίθριο πάρκινγκ, στο οποίο ήταν σταθμευμένο ένα μόνο αμάξι.

Ο Χουάν Μάτα ο πρεσβύτερος πάρκαρε δίπλα, κατέβηκε, μίλησε με τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου για μερικά λεπτά και όταν επέστρεψε, μετέφερε στον Χουάν τζούνιορ τα μαντάτα. Η Ρεάλ Μαδρίτης ενδιαφερόταν να τον εντάξει στις ακαδημίες της. “Η Μαδρίτη; Η Ρεάλ Μαδρίτης; Θέλει εμένα;” ήταν το μόνο που θυμάται να λέει ο Χουάν Μάτα, εξιστορώντας τα γεγονότα πολλά χρόνια μετά.

Από εκείνη τη μέρα και μετά, το ποδόσφαιρο έπαψε πλέον να είναι ένα απλό παιχνίδια για τον Μάτα. “Στην ακαδημία της Ρεάλ έμαθα πως να ζω μόνος μου, μακριά από τους γονείς μου. Εκεί σκεφτόμουν συχνά πόσες θυσίες έκαναν οι γονείς μου και ο παππούς μου για να βρεθώ εγώ στο σημείο που βρισκόμουν. Και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να δουλέψω σκληρά για να μη χάσω την ευκαιρία”. Η ευκαιρία που περίμενε για χρόνια τελικά δεν ήρθε, παρά το γεγονός ότι ανέβαινε τα επίπεδα των ακαδημιών της Ρεάλ με εντυπωσιακή ευκολία, κι έτσι to 2007 μετακόμισε στη Βαλένθια, εκεί όπου ουσιαστικά έμαθε όλα όσα χρειαζόταν για το ποδόσφαιρο (“ήταν σαν να έκανα το μάστερ μου εκεί”).

Μια δεκαετία μετά, ο Χουάν Μάτα είναι ένας από τους πιο γνωστούς Ευρωπαίους μέσους, παίζει στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και αμείβεται πλουσιοπάροχα. Το τελευταίο σκέλος της προηγούμενης πρότασης φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τον 29χρονο Ισπανό. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές ο Μάτα δεν διστάζει να μιλήσει για το ‘καυτό’ θέμα των ασύλληπτων απολαβών των σύγχρονων ποδοσφαιριστών.

Τον Απρίλη του 2016, σε μια εμφάνιση του σε ισπανική τηλεοπτική εκπομπή, όταν κλήθηκε να σχολιάσει την κατάσταση του σύγχρονου ποδοσφαίρου δήλωσε: “Όταν ένας παίκτης παίρνει μεταγραφή σε μια μεγάλη ομάδα, τότε αυτόματα νομίζει πως έγινε Μαραντόνα. Βλέπεις νεαρά παιδιά που αμέσως πιστεύουν πως είναι ροκ σταρς. Φοράνε πανάκριβα ρούχα και οδηγάνε φανταχτερά αμάξια”. Αλλά ο Μάτα δεν έμεινε εκεί. “Εμείς οι ποδοσφαιριστές ζούμε σε μια φούσκα. Η πραγματική ζωή είναι αυτή που ζούνε οι φίλοι μου, που ψάχνουν για δουλειά και αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Η δικιά μου ζωή δεν είναι φυσιολογική. Με τρομάζει μερικές φορές το πόσο προστατευόμενος είμαι”.

Το να παραδέχεται ένας διάσημος ποδοσφαιριστής ότι η αμοιβή του είναι υπερβολική δεν είναι κάτι συνηθισμένο κι έτσι οι απόψεις του Ισπανού έγιναν γρήγορα θέμα σ’όλο τον πλανήτη. Μαζί με τα πολλά εύσημα όμως ήρθαν και πολλές (δικαιολογημένες) ενστάσεις: “Καλά τα λόγια, ωραία η κρίση αυτογνωσίας αλλά από πράξεις μηδέν”. Ένας χρόνος κύλησε από τότε, ο Μάτα πανηγύρισε άλλη μια ευρωπαϊκή κούπα και… τσέπωσε μερικά ακόμα εκατομμύρια ευρώ αλλά φαίνεται ότι δεν ξέχασε και τις απόψεις του.

Στη διάρκεια των διακοπών του, και την ώρα που οι περισσότεροι συνάδελφοι του απολάμβαναν τα μπάνια τους σε κάποια εξωτική παραλία του πλανήτη, επισκέφτηκε την Ινδία και πιο συγκεκριμένα τις φτωχογειτονιές του Μουμπάι. “Κανένα παιδί δεν πρέπει να ζει έτσι” ήταν ένα από τα σχόλια που έκανε στο blog του βλέποντας τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων. Γυρνώντας στην Ευρώπη για να ξεκινήσει προετοιμασία με τη Γιουνάιτεντ, έβαλε μπροστά το σχέδιο του, το οποίο πριν λίγες μέρες ανακοίνωσε στον κόσμο με ένα μεγάλο κείμενο που είχε τίτλο “Ένας κοινός στόχος”.

Η ιδέα είναι απλή. Πολύ απλή. “Σκέφτηκα καλά τι μου έχει προσφέρει το ποδόσφαιρο. Ξέρω πόσο τυχερός ήμουν που είχα όλες αυτές τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν. Παρ’όλο που έχω ασχοληθεί και με άλλες φιλανθρωπικές ενέργειες στο παρελθόν, ξέρω καλά ότι πρέπει να κάνω περισσότερα. Θέλω να βοηθήσω ώστε κι άλλα παιδιά να έχουν τις ευκαιρίες που είχα κι εγώ. Έτσι από σήμερα, χαρίζω το 1% των αμοιβών μου σε ένα συλλογικό ταμείο που θα λέγεται ‘Κοινός Στόχος’, του οποίου τη διαχείριση έχει ένα αναλάβει ένα γκρουπ 120 φιλανθρωπικών οργανώσεων με έργο σε περισσότερες από 80 χώρες”.

Το ποσοστό φυσικά είναι μικρό. Αλλά είναι “εύκολο” και ρεαλιστικό κι αυτό έχει σημασία. Και, το βασικότερο όλων, είναι μια αρχή. Γιατί ο στόχος του Μάτα δεν είναι να σώσει τον κόσμο μόνος του. “Καλώ όλους τους ποδοσφαιριστές να με βοηθήσουν σ’αυτό. Έχουμε τόσες πολλές ευκαιρίες απλά γιατί παίζουμε ένα παιχνίδι. Ας ενωθούμε για να βοηθήσουμε παιδιά απ’όλο τον κόσμο να ζήσουν την ίδια χαρά. Μπορεί να ηγούμαι αυτής της προσπάθειας αλλά δεν θέλω να είμαι μόνος. Ένα από τα πρώτα μαθήματα που έμαθα στο ποδόσφαιρο είναι ότι χρειάζεται μια ομάδα για να πραγματοποιήσεις τα όνειρα σου. To ποδόσφαιρο πρέπει να προσφέρει στην κοινωνία”.

To αρχικό κάλεσμα του έχει ως στόχο άλλους διάσημους ποδοσφαιριστές (“Ψάχνω 10 άτομα ακόμα. Προπονητές, ποδοσφαιριστές, ποδοσφαιρίστριες, προέδρους, ομάδες, ομοσπονδίες…”) αλλά η ιδέα δεν σταματάει εκεί. Απώτερος στόχος του πρότζεκτ είναι να καθιερωθεί η ιδέα του 1% σε όλες τις ποδοσφαιρικές συναλλαγές, από τους μισθούς παικτών, προπονητών και διοικούντων μέχρι και τις μεταγραφές και τις εμπορικές συναλλαγές. Το “1% προς τον ‘Κοινό Στόχο’” να θεωρείται δεδομένη παρακράτηση σε κάθε ποδοσφαιρική συμφωνία. Για παράδειγμα, η μεταγραφή Νειμάρ από μόνη της θα πρόσφερε άμεσα περισσότερα από 2 εκατομμύρια στο ταμείο της δράσης.

Σήμερα το βράδυ στα Σκόπια, ο Χουάν Μάτα θα προσπαθήσει να κερδίσει το μοναδικό ευρωπαϊκό τρόπαιο που λείπει από τη συλλογή του, το Σούπερ Καπ. Απέναντι του θα βρεθεί μια γνώριμη του ομάδα, αυτή που το 2003 τον ανακάλυψε και του ζήτησε να μετακομίσει στη Μαδρίτη. Ο νεαρός συνοδηγός του ενός εκ των δυο αμαξιών σ’εκείνο το πάρκινγκ στο Οβιέδο μεγάλωσε, έζησε για τα καλά το ποδόσφαιρο από μέσα και αποφάσισε πως κάτι πρέπει να κάνει για να εκμεταλλευτεί τη δύναμη του: “Το ποδόσφαιρο δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο. Πιθανόν μόνο η μουσική να έχει την ίδια δύναμη να αλλάξει την κοινωνία. Πρέπει να το μετατρέψουμε όλo αυτό σε κάτι αληθινό”. Ακόμα κι αν αποτύχει κι αυτό το εγχείρημα, κανείς δεν θα μπορεί να κατηγορήσει τον Μάτα ότι δεν προσπάθησε.

Ο αμφιλεγόμενος Ίγκορ Ακινφέεφ

  [Καθόλου σχόλια]

Αρχές του δευτέρου ημιχρόνου στο τελευταίο παιχνίδι του 1ου ομίλου του Confederations Cup. Ρωσία και Μεξικό είναι στο 1-1, ένα σκορ που δεν βολεύει τους οικοδεσπότες Ρώσους, που θέλουν μόνο τη νίκη και γι’αυτό πιέζουν. Στο 52ο λεπτό ένας μέσος των Μεξικάνων σε μια προσπάθεια να διώξει τη μπάλα όσο πιο μακριά γίνεται από την εστία του τη στέλνει να σκάσει λίγο έξω από την περιοχή των Ρώσων. Ο Ίγκορ Ακινφέεφ έχει αρκετά δευτερόλεπτα στη διάθεση του να αξιολογήσει την κατάσταση. Την αξιολογεί. Λανθασμένα. Ο μικροκαμωμένος Λοζάνο προλαβαίνει την καθυστερημένη έξοδο του και στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα. Το Μεξικό κερδίζει το ματς, η Ρωσία μένει εκτός, το πάρτι στα ρωσικά (και όχι μόνο) σόσιαλ μίντια ξεκινάει.

Τα σχόλια σκάνε κατά δεκάδες. Οι ξένοι φίλαθλοι αναρωτιούνται “καλά, ολόκληρη Ρωσία, τόσα χρόνια δεν μπόρεσε να βρει έναν άλλον τερματοφύλακα”. Οι Ρώσοι αρθρογράφοι από την πλευρά τους επαναφέρουν παλιότερα κείμενα τους στα οποία έγραφαν ότι ίσως έχει έρθει η ώρα για μια ανανέωση στη θέση κάτω από τα γκολπόστ. Τα περισσότερα εξ αυτών είχαν γραφτεί μετά το καταστροφικό για τη Ρωσία και τον ίδιο Μουντιάλ του 2014, εκεί που ο Ακινφέεφ έδειχνε πιο ευάλωτος και από 12χρονο παιδάκι που το βάζουν στην εστία να σταματήσει φάουλ του Ρομπέρτο Κάρλος. Χωρίς τείχος.

Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά το ντεμπούτο του (στο οποίο κράτησε το μηδέν στην εστία του, αποκρούοντας και πέναλτι παρ’ότι ήταν μόλις 16 χρονών!) κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πόσο καλός τερματοφύλακας είναι ο Ίγκορ Ακινφέεφ. Ο – απίστευτο κι όμως αληθινό – μόλις 31χρονος Ρώσος είναι μια από εκείνες τις περίεργες περιπτώσεις παικτών που μπορείς να συμφωνήσεις εύκολα με κάποιον που θα τον χαρακτηρίσει υπερτιμημένο και λίγα λεπτά μετά να βρεις λογικά τα επιχειρήματα κάποιου που θα τον αποκαλέσει υποτιμημένο. Είναι άλλωστε πολύ πιθανό να τον πετύχεις να κάνει σε ένα ματς μια εκπληκτική διπλή επέμβαση και λίγο μετά κάποιο ολέθριο λάθος.

Αν κάτι δεν αμφισβητείται από κανέναν πάντως, αυτό είναι η αγάπη και η αφοσίωση του στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Ο Ακινφέεφ πέρασε πρώτη φορά τις πόρτες του προπονητικού κέντρου της ομάδας το 1991, όταν ήταν ακόμα 4,5 χρονών, και 26 χρόνια μετά συνεχίζει να τις περνάει κάθε μέρα για να πάει στην προπόνηση. Με τη φανέλα της σήκωσε 19 κούπες μέχρι τώρα (ανάμεσα τους και το ΟΥΕΦΑ το 2005), έκανε αμέτρητες εκπληκτικές επεμβάσεις χάρη στα εντυπωσιακά του αντανακλαστικά, αρκετές εκ των οποίων έδωσαν σημαντικές νίκες και τίτλους στην ΤΣΣΚΑ, κέρδισε τον τίτλο του καλύτερου Ρώσου τερματοφύλακα 6 φορές και μια θέση ανάμεσα στους κορυφαίους πορτιέρο της χώρας, πίσω μόνο από τους θρύλους Λεβ Γιασίν και Ρινάτ Ντασάεφ.

O καλός Ακινφέεφ: Εντυπωσιακή επέμβαση στις καθυστερήσεις

Ο δεύτερος τον έχει χρίσει εδώ και χρόνια διάδοχο του ενώ στο άτυπο ‘κλαμπ’ του πρώτου, που έχουν δημιουργήσει οι δημοσιογράφοι και στο οποίο μπαίνουν όσοι Ρώσοι τερματοφύλακες μετράνε τουλάχιστον 100 αγώνες χωρίς να δεχτούν γκολ, δεν είναι ένα απλό μέλος αλλά ο κορυφαίος στη λίστα: Πρώτος σε συνολικά ματς χωρίς γκολ, πρώτος σε ευρωπαϊκά ματς χωρίς γκολ, πρώτος και σε ματς χωρίς γκολ της εθνικής. Κι όλα αυτά πριν καν κλείσει τα 31 του, σε μια ηλικία δηλαδή που ξεκινάει η ‘ώριμη περίοδος’ αρκετών τερματοφυλάκων.

Ο ίδιος πάντως δεν έδειξε ποτέ σημάδια βεντετισμού ή υπεροψίας. “Οι σημερινές μου επεμβάσεις ήταν σε μεγάλο βαθμό θέμα τύχης. Σήμερα στάθηκε τυχερός και θέλω να ευχαριστήσω τους συμπαίκτες μου που με βοήθησαν” ήταν η μοναδική του δήλωση μετά από έναν τελικό κυπέλλου στον οποίο είχε βγάλει σχεδόν τα πάντα ενώ πριν λίγες μέρες όταν κλήθηκε να παραλάβει το βραβείο του καλύτερου παίκτη της χρονιάς, δήλωσε πως δεν ήταν αυτός ο καλύτερος αλλά ο Μάριο Φερνάντες και εκεί, μπροστά στις κάμερες και τις φωτογραφικές μηχανές, παραχώρησε στον Βραζιλιάνο αμυντικό το βραβείο του.

O κακός Ακινφέεφ: Απίστευτη γκάφα σε αγώνα της ΤΣΣΚΑ

Η αγάπη του για την ΤΣΣΚΑ φαίνεται να είναι και ένας από τους σημαντικότερους λόγους που ζει ακόμα στη Ρωσία. Για αρκετά χρόνια το όνομα του βρισκόταν συνεχώς στις μεταγραφικές φήμες των μεγαλύτερων συλλόγων της Ευρώπης. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Τσέλσι, Μπάγερν και Άρσεναλ έχουν ενδιαφερθεί έντονα για την απόκτηση του στο παρελθόν, χωρίς όμως το φλερτ να γίνει γάμος. Το δέσιμο του Ακινφέεφ με την ομάδα (“είμαι από τα 4,5 μου εδώ, οπότε είναι απόλυτα φυσικό που νιώθω σαν να είναι το δεύτερο σπίτι μου, υπάρχουν άνθρωποι που τους βλέπω καθημερινά εδώ και χρόνια, νιώθω σαν να είναι η οικογένεια μου”) και ο καλός μισθός σε συνδυασμό με τη χαμηλή φορολογία που υπάρχει στη Ρωσία τον κράτησαν στη Μόσχα και έτσι τα κατορθώματα του εντός συνόρων μένουν μακριά από τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ, που στο πρόσωπο του έχουν βρει τα τελευταία χρόνια έναν τραγικό ήρωα με ένα ρεκόρ απ’αυτά που κανείς δεν θέλει να τον συνοδεύουν.

Ο Ρώσος μετράει 43 παιχνίδια Τσάμπιονς Λιγκ και πάνω από 10 χρόνια από την τελευταία φορά (ένα ματς με την Άρσεναλ τον Νοέμβριο του 2006) που κράτησε αλώβητη την εστία του. Όλα αυτά τα χρόνια η ΤΣΣΚΑ κατάφερε δυο μόνο φορές να μη δεχτεί γκολ σε αγώνα της μεγαλύτερης διασυλλογικής διοργάνωσης αλλά, όπως πιθανόν μαντέψατε, ο Ακινφέεφ έλειπε και από τα δυο λόγω τραυματισμού.

Όταν τον ρωτάνε σχετικά, απαντάει πως δεν τον απασχολεί πλέον αυτό το αντι-ρεκόρ: “Δεν μ’ενδιαφέρει τι λένε οι άνθρωποι για μένα, ούτε ασχολούμαι με ρεκόρ και κριτικές. Στην αρχή με ενοχλούσε αλλά πλέον δεν δίνω σημασία”. Αρκετοί συμπαίκτες του πάντως τονίζουν το προφανές, πως η ευθύνη γι’αυτό το τραγικό στατιστικό βαραίνει όλη την άμυνα της ομάδας.

Δεν είναι λίγα άλλωστε τα ματς που η ΤΣΣΚΑ δέχτηκε γκολ αλλά ο Ακινφέεφ ήταν ο καλύτερος παίκτης της, σώζοντας την σε αρκετές περιπτώσεις. “Θέλω να συγχαρώ συγκεκριμένα τον Ακινφέεφ που ήταν ο ήρωας του αγώνα. Έκανε τουλάχιστον 2-3 σωτήριες επεμβάσεις” είχε δηλώσει τον Οκτώβρη ο Λεονάρντο Ζαρντίμ μετά το 1-1 της Μονακό στη Μόσχα, ένα ματς που οι Ρώσοι κρατούσαν το μηδέν ως το 87′.

Σήμερα το βράδυ ο Ίγκορ Ακινφέεφ θα καθίσει κάτω από τα δοκάρια του ΟΑΚΑ σε ένα ακόμα παιχνίδι Τσάμπιονς Λιγκ. Ένα παιχνίδι που περίμεναν δέκα ολόκληρα χρόνια οι φίλοι της ΑΕΚ, οι οποίοι σίγουρα εύχονται να συνεχιστεί το τρομερό αντι-ρεκόρ του Ρώσου και να αναγκαστεί για μια ακόμα φορά να μαζέψει τη μπάλα από τα δίχτυα του.

Αλεξάντερ Τζούριτς: Ο αθλητής πρόσφυγας

  [3 Σχόλια]

Το Ντόμποϊ είναι μια πόλη που βρίσκεται στα βόρεια της Βοσνίας, αρκετά κοντά στα σύνορα με την Κροατία. Όταν όμως ο Αλεξάνταρ Τζούριτς μεγάλωνε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η πόλη ήταν μέρος μια άλλης χώρας, της Γιουγκοσλαβίας που δεν υπάρχει πια. Ο Τζούριτς λάτρευε το ποδόσφαιρο και έπαιζε συνέχεια, πολλές φορές ξεχνώντας να πάει και στο σχολείο. Τα παιδιά ήταν όλα φτωχά, έπαιζαν στο δρόμο με πέτρες για δοκάρια, χωρισμένα σε δυο ομάδες (με μπλουζάκια και ημίγυμνα), πολύ συχνά ξυπόλητα για να μη φθείρουν τα μοναδικά παπούτσια που είχαν στην ιδιοκτησία τους. Αυτή ήταν η απλή ζωή του Άλεξ μέχρι που στα 15 του γνώρισε ένα άλλο άθλημα από τους γείτονές του. Το κανόε-καγιάκ τον συνεπήρε, ο Τζούριτς κολυμπούσε στο παγωμένο και πενταβρώμικο από το κοντινό εργοστάσιο ποτάμι που μύριζε πετρέλαιο, πολλές φορές δίπλα σε νεκρά ψάρια. Ο Τζούριτς ήταν ένας καταπληκτικός αθλητής, άρχισε προπονήσεις στο κανόε-καγιάκ, τα πήγε εξαιρετικά και στα 15 του ήταν πρωταθλητής νέων της Γιουγκοσλαβίας και ένας από τους πιο ταλαντούχους στον κόσμο, παίρνοντας την 8η θέση το 1987. Το όνειρό του ήταν να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 στη Βαρκελώνη, αλλά τα πράγματα όπως ξέρουμε δεν πήγαν καλά στη γειτονική χώρα.

Η Γιουγκοσλαβία ήταν υπό διάλυση. Το κλίμα είχε αλλάξει και αυτό ήταν εμφανές. Ακόμα πιο εμφανές για τον πιτσιρικά Τζούριτς που έκανε την υποχρεωτική θητεία του στον στρατό και καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Τζούριτς ήταν Σέρβος στην καταγωγή, αλλά μεγαλωμένος στο Ντόμποϊ με μουσουλμανική πλειοψηφία και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο φανατισμός και το μίσος μεγάλωναν συνεχώς στη χώρα. Όταν έφτασε η ώρα να πάρει βαθμό, οι ανώτεροί του τον φώναξαν και του έκαναν ερωτήσεις για το αν του αρέσει ο Πρόεδρος, ποια η γνώμη του για τους Αμερικάνους, αν συμπαθεί την αστυνομία και άλλα τέτοια. Υπήρχε και το κακό προηγούμενο με τον πατέρα του που δεν ήταν υπέρ του κομμουνισμού και για κάποια αρνητικά του σχόλια για το καθεστώς είχε πάει στη φυλακή. Ο Άλεξ όμως ήταν εξαιρετικός αθλητής και φυσικά στρατιώτης και τελικά έγινε αξιωματικός. Δεν του άρεσε όμως ο πόλεμος και δεν μπορούσε να υπακούει τυφλά σε εντολές. Σε μια αποστολή μετέφερε πυρομαχικά στη Βοσνία (καθώς άρχιζαν οι προετοιμασίες για έναν εμφύλιο) και όταν του ζητήθηκε να το ξανακάνει, αρνήθηκε. Τον συνέλαβαν, τον αποκάλεσαν δειλό, τον έδειραν και τον πέταξαν σε ένα κελί.

Ο τοπικός σύλλογος καγιάκ στη Γιουγκοσλαβία (ο Άλεξ δεύτερος από αριστερά στην κάτω σειρά)

Ο κόσμος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η χώρα πήγαινε σε εμφύλιο. Ο πατέρας του Άλεξ, ένας απλός άνθρωπος με προβλήματα αλκοολισμού που πολλές φορές όταν έπινε γινόταν βίαιος, αποφάσισε ότι τουλάχιστον ένας από τους γιους του έπρεπε να φύγει, να γλιτώσει από τον επερχόμενο πόλεμο, να κρατήσει ζωντανή την οικογένεια. Επιλέχθηκε ο μικρότερος Άλεξ που ήταν και αθλητής και πιο… αντιδραστικό στοιχείο. Στα 21 του ο Άλεξ χαιρέτισε τους δικούς του, μπήκε σε ένα φορτηγό και πέρασε κρυφά με έναν ακόμα φίλο στην Ουγγαρία. Τόσο ο πατέρας του, όσο και ο αδερφός του πολέμησαν στον εμφύλιο. Ελάχιστες οικογένειες βγήκαν αλώβητες από τον πόλεμο. Το Ντόμποϊ έγινε γνωστό αργότερα για εγκλήματα πολέμου και την εκεί σφαγή, ένα από τα πολλά δράματα του πολέμου.

Ο Τζούριτς ήταν ένας πρόσφυγας σε μια ξένη χώρα, χωρίς χρήματα, ψάχνοντας να βρει ομάδα. Κατάφερε να φτάσει μέχρι και τη Σουηδία όπου προπονήθηκε στην ΑΪΚ αλλά τελικά επέστρεψε πίσω στην Ουγγαρία. Χωρίς χαρτιά πλέον μετά και την επίσημη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Για καλή του τύχη μια οικογένεια του έδωσε στέγη, ενώ βρήκε και θέση σε μια ομάδα Β’ εθνικής. «Δεν είχα καμία επαφή με τη χώρα μου. Δεν ήξερα τι είχαν γίνει οι δικοί μου. Πάλευα για ένα συμβόλαιο, πάλευα για τη ζωή μου. Δεν μπορούσα να δείξω τα συναισθήματά μου στους συμπαίκτες μου, έπρεπε να φανώ δυνατός. Πήγαινα κάθε μέρα στην προπόνηση, γύριζα στο σπίτι, έβλεπα τις ειδήσεις και έκλαιγα

Μέσα σε όλα αυτά ήρθε η πρόταση από την Ολυμπιακή Επιτροπή της Βοσνίας να εκπροσωπήσει τη χώρα στη Βαρκελώνη το καλοκαίρι του 1992 ως αθλητής του καγιάκ. Η ΔΟΕ πρότεινε να στείλει η Βοσνία δέκα αθλητές, για να δείξει ότι όλα τα έθνη πρέπει να συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Τζούριτς ήταν όμως Σέρβος και δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να εκπροσωπήσει μια χώρα με την οποία η Σερβία βρισκόταν σε πόλεμο; «Ήταν μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις που πήρα στη ζωή μου. Καθόμουν μόνος στο δωμάτιό μου. Ήξερα ότι μπορούσα να αντιμετωπίσω τους φίλους μου. Δεν ήθελα όμως να απογοητεύσω τους γονείς μου και τον αδερφό μου

Η αποστολή της Βοσνίας το 1992 στη Βαρκελώνη

Τελικά πήρε την απόφαση με βάση όσα του είχαν μάθει οι γονείς του. «Όταν μεγάλωνα μου είπαν ότι πρέπει να σέβομαι όλους τους ανθρώπους, ακόμα και αυτούς που δεν μου φέρονται καλά. Όλοι οι φίλοι μου ήταν Βόσνιοι, ήμουν κι εγώ Βόσνιος.» Σε αυτό τον βοήθησαν και τα λόγια ενός φίλου του. «Είσαι Σέρβος, αλλά πρώτα είσαι Βόσνιος. Μπορείς να δείξεις ότι Βοσνία δεν σημαίνει απαραίτητα Μουσουλμάνος, ότι είναι μια χώρα με διαφορετικούς ανθρώπους. Έζησες όλη σου τη ζωή εκεί, την μισή κολυμπώντας στον ποταμό Μπόσνα. Αξίζεις να γίνεις Ολυμπιακός αθλητής αυτής της χώρας».

Ο Τζούριτς πήρε την απόφαση, αλλά αυτό ήταν ο μισός κόπος. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να φτάσει στη Σλοβενία για να βρει τους υπόλοιπους αθλητές. Με τον σάκο του, ένα κουπί που του είχαν κάνει δώρο και 20 δολάρια στην τσέπη ξεκίνησε. Πήρε ένα λεωφορείο, έκανε οτοστόπ σε ένα φορτηγό και σε άλλα δύο αυτοκίνητα μέχρι να καταφέρει να φτάσει στα σύνορα Αυστρίας-Ουγγαρίας. Ένας από τους οδηγούς ήταν Σέρβος και όταν έμαθε ότι ο Άλεξ θα αγωνιζόταν με τα χρώματα της Βοσνίας δεν ενθουσιάστηκε καθόλου. Στα σύνορα και χωρίς χαρτιά, οι Αυστριακοί δεν τον άφηναν να περάσει. Παραλίγο το όνειρο να σταματήσει εκεί, αλλά τελικά μετά από επικοινωνία με την αυστριακή Ολυμπιακή Επιτροπή πέρασε. Έφτασε στη Σλοβενία, ταξίδεψε με την αποστολή και αγωνίστηκε έστω και χωρίς καμία προπόνηση για σχεδόν δύο χρόνια. Ήταν μια από τις σημαντικότερες στιγμές στη ζωή του. Κατάφερε να φτάσει στην ημιτελική φάση, όπου όμως τερμάτισε 19ος και τελευταίος. Ο συνολικός χρόνος που αγωνίστηκε ήταν περίπου 4,5 λεπτά, αλλά η ταλαιπωρία άξιζε. Κανείς δεν ξέρει αν η ζωή του ήταν φυσιολογική και με προπονήσεις, τι επίδοση θα μπορούσε να είχε.

Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία μπόρεσε να έχει επικοινωνία με τους γονείς του στο τηλέφωνο, να μάθει ότι ζούσαν, να μιλήσει μαζί τους. Έστω και έτσι τους ξαναβρήκε. Μέχρι που μια μέρα πριν τα γενέθλιά του το 1993 η μητέρα του έχασε τη ζωή της. Παρ’ ότι υπήρχε τυπικά εκεχειρία, στην πράξη οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν. Κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών από τους Μουσουλμάνους, ένα βλήμα έσκασε στο σπίτι της οικογένειας Τζούριτς. Η μητέρα του σκοτώθηκε στον κήπο και ο πατέρας του τραυματίστηκε. Ο Άλεξ δεν μπόρεσε να πάρει άδεια από την ουγγρική κυβέρνηση να ταξιδέψει στη Βοσνία για την κηδεία, δεν ξαναείδε την μητέρα του ποτέ μετά εκείνο το βράδυ που μπήκε στο φορτηγό για τα σύνορα. Για μήνες έκλαιγε καθημερινά και μόνη διέξοδος ήταν το ποδόσφαιρο. Παίζοντας μπάλα κατάφερνε να ξεχνιέται. Η καριέρα του τον ταξίδεψε σε διάφορα μέρη. Αυστραλία, Κίνα και ξανά Αυστραλία.

Ο Τζούριτς επιτελεί μεγάλο φιλανθρωπικό έργο, ενώ έχει υιοθετήσει και ένα παιδάκι από ίδρυμα

Παρ’ ότι πήρε την υπηκοότητα δεν κατάφερε να παίξει στην εθνική της Αυστραλίας όπως ήθελε. Πήγε τελικά στη Σιγκαπούρη, σε μια χώρα πολύ πίσω ποδοσφαιρικά, αλλά με καλές συνθήκες. Εκεί, εξαιτίας της κορμοστασιάς του, ο προπονητής τον μετέτρεψε στα 29 του σε επιθετικό, ενώ αγωνιζόταν πάντα ως χαφ ή αριστερό μπακ. Στη Σιγκαπούρη λατρεύτηκε, έγινε από τους πιο σημαντικούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Κατέκτησε οχτώ πρωταθλήματα και τρία κύπελλα με διάφορες ομάδες, όπως και τίτλους πολυτιμότερου παίκτη. Το 2000 επέστρεψε για πρώτη φορά στην πατρίδα του. Ο πατέρας του είχε καρκίνο και ήταν ετοιμοθάνατος. Ο Άλεξ γύρισε στο σπίτι του και αυτή τη φορά πρόλαβε να μιλήσει μαζί του λίγο πριν πεθάνει. Να λύσουν διαφορές, να συμφιλιωθούν για τα παιδικά χρόνια, να θυμηθούν την μητέρα του.

Ένα μικρό αφιέρωμα στον Τζούριτς από το FourFourTwo

Παρά την προχωρημένη αθλητικά ηλικία του, ο Τζούριτς συνέχισε να παίζει μπάλα σε υψηλό (για τα δεδομένα της Σιγκαπούρης) επίπεδο. Την στιγμή που οι ντόπιοι έβγαιναν έξω και ξενυχτούσαν, αυτός σηκωνόταν στις έξι το πρωί και έκανε μόνος του προπόνηση τρέχοντας και κάνοντας ασκήσεις. Πήγαινε τα παιδιά του με το ποδήλατο στο σχολείο και το απόγευμα ξανά ατομική προπόνηση. Κοιμόταν από τις 10 το βράδυ, πρόσεχε τι έτρωγε. Έβαζε κάτω σε αντοχή ποδοσφαιριστές με τα μισά του χρόνια σχεδόν. Η Σιγκαπούρη του άρεσε γιατί είχε πολυεθνικό χαρακτήρα. Μεγαλωμένος σε ένα τέτοιο περιβάλλον στη Βοσνία, ποτέ του δεν ξεχώριζε ανθρώπους για την εθνικότητα ή τη θρησκεία τους. Άνθρωποι άλλης θρησκείας ήταν υπεύθυνοι για το χαμό της μητέρας του, αλλά ο Τζούριτς δεν ένιωσε ποτέ μίσος.

Στα 29 έγινε επιθετικός, στα 37 διεθνής (και σκόρερ δύο γκολ)

Ο Τζούριτς είχε το απωθημένο να παίξει στην εκεί εθνική. Δυο φορές έκανε αίτηση για υπηκοότητα και δυο φορές δεν έγινε αποδεκτή, όταν την τρίτη φορά τα κατάφερε είχε φτάσει πλέον 37 ετών. Παρ’ όλα αυτά η αξία του δεν έμενε απαρατήρητη. Κλήθηκε στην εθνική της Σιγκαπούρης και έγινε ο πρώτος μη γηγενής που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της. Το ντεμπούτο το 2007 απέναντι στο Τατζικιστάν ήταν ονειρικό, καθώς σκόραρε και τα δύο γκολ της νίκης με 2-0. Σε 53 συμμετοχές σκόραρε 24 φορές και μαζί της κατέκτησε το AFF Cup, το κύπελλο των ομάδων της νοτιοανατολικής Ασίας σε ηλικία 42 ετών, σκοράροντας μάλιστα μέσα στην Μαλαισία στον τελικό. Έπαιξε μπάλα για ακόμα δύο χρόνια και στα 44 του εγκατέλειψε την ενεργό δράση σκοράροντας πάνω από 300 φορές για 16 διαφορετικούς συλλόγους και μέχρι την στιγμή εκείνη ο πρώτος στο κόσμο εν ενεργεία σκόρερ σε ένα πρωτάθλημα. Η αθλητική του πορεία από τα δύσκολα χρόνια στη Γιουγκοσλαβία, τον στρατό, τη φυγή του, μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την λατρεία που γνώρισε σε μια εξωτική γι’ αυτόν χώρα έλαβε τέλος. Μετά το τέλος της καριέρας του προσπαθεί να βοηθάει παιδιά και συμμετέχει σε διάφορες φιλανθρωπίες. Δεν ξεχνά ποτέ τα δικά του παιδικά χρόνια και όσα έζησε με τη διάλυση μιας χώρας.

Κάποιοι ποδοσφαιριστές βγάζουν αυτοβιογραφία στα 24 τους. Κανείς δεν έζησε τη ζωή του Τζούριτς.

Πηγές:
The Olympians
Red Sports

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντιντιέ Ντρογκμπά

  [2 Σχόλια]

8 Οκτωβρίου 2005. Η Ακτή Ελεφαντοστού φιλοξενείται στο Σουδάν για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών του Μουντιάλ της Γερμανίας. Οι φιλοξενούμενοι θέλουν οπωσδήποτε τη νίκη για να τερματίσουν πρώτοι στον όμιλο τους και να πάρουν την πρόκριση απ’ευθείας. Οι παίκτες του, γνωστού μας από το πέρασμα του από τον Άρη, Ανρί Μισέλ, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίδρασης στους αδιάφορους γηπεδούχους και καθαρίζουν το ματς από τα μισά του δευτέρου ημιχρόνου. Το παιχνίδι λήγει τελικά 1-3, η εθνική ομάδα της Ακτής Ελεφαντοστού προκρίνεται για πρώτη φορά σ’ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι κάτοικοι της Ακτής ξεχύνονται στους δρόμους να πανηγυρίσουν. Είναι η πρώτη μεγάλη χαρά που παίρνουν μετά από πολλά χρόνια. Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση εμφυλίου από το 2002, όταν οι αντάρτες κατέλαβαν το βόρειο μέρος της χώρας. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένοπλες συγκρούσεις σε διάφορα σημεία της χώρας, η οποία ουσιαστικά πλέον ήταν χωρισμένη στη μέση, αναγκάζοντας όσους θέλουν να μεταβούν από το το νότο στο βορρά, ή το αντίστροφο, να περνάνε από δυο σημεία ελέγχου. Οι δυο πλευρές αδυνατούσαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση, οι εντάσεις συνεχιζόταν σε διάφορα σημεία της χώρας και οι εκλογές πήγαιναν από αναβολή σε αναβολή.

Πίσω στο Σουδάν, στα αποδυτήρια έχει στηθεί το αναμενόμενο πανηγύρι. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο μπαίνει για να πάρει τις πρώτες δηλώσεις από τους πρωταγωνιστές που χοροπηδάνε, τραγουδάνε και μπουγελώνονται. Κάποια στιγμή ο 27χρονος επιθετικός Ντιντιέ Ντρογκμπά παίρνει το μικρόφωνο, ζητάει από τους υπόλοιπους να κάνουν ησυχία και ξεκινάει να μιλάει στην κάμερα:

«Άντρες και γυναίκες της Ακτής Ελεφαντοστού, από το βορρά, το νότο, το κέντρο και τη δύση. Αποδείξαμε σήμερα ότι όλοι οι Ιβοριανοί μπορούμε να συνυπάρξουμε και να παίξουμε μαζί για ένα κοινό σκοπό, να προκριθούμε στο Μουντιάλ. Υποσχεθήκαμε ότι οι πανηγυρισμοί θα ενώσουν τον κόσμο. Σήμερα σας ικετεύουμε πέφτοντας στα γόνατα…»

Σ’αυτό το σημείο όλη η ομάδα γονατίζει μπροστά στην κάμερα και ο Ντρογκμπα συνεχίζει:

«Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Μια χώρα της Αφρικής με τόσο πλούτο δεν πρέπει να χαραμίζεται πολεμώντας. Σας παρακαλώ, αφήστε τα όπλα σας και κάντε εκλογές. Όλα θα είναι καλύτερα…»

Η έκκληση μοιάζει και ακούγεται λίγο παιδική αλλά το μομέντουμ και ο άνθρωπος που την κάνει της δίνουν μια ασύλληπτη δυναμική που πιθανόν κανείς εκτός Αφρικής δεν μπορεί να αντιληφθεί. Οι Ιβοριανοί αγαπάνε το ποδόσφαιρο (όταν παίζει η εθνική όλη η χώρα βρίσκεται μπροστά από μια τηλεόραση) και λατρεύουν τον Ντρογκμπά, που εκτός από ηγέτης της εθνικής είναι ήδη και παγκόσμιος σούπερ σταρ, σαν πρωταθλητής Αγγλίας με την Τσέλσι. Η φάτσα του βρίσκεται σχεδόν σε κάθε γειτονιά της χώρας, είτε σε αφίσα, είτε σε τοιχογραφία, είτε σε κάποια διαφήμιση. Το ποδόσφαιρο μπορεί για κάποιους να είναι 22 τύποι που κυνηγάνε μια μπάλα αλλά ο συγκεκριμένος τύπος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι ο πιο αγαπητός και αποδεκτός άνθρωπος μιας χώρας 22 εκατομμυρίων κατοίκων που υποφέρει από διχόνοια και εμφύλιο μίσος.

«Όταν είδα τον Ντρογκμπά να βγάζει αυτόν τον λόγο στην τηλεόραση συγκινήθηκα» δήλωσε λίγα χρόνια μετά ο Κριστόφ Ντικέτ, ένα από τα ανώτατα στελέχη της ΠΟ της Ακτής. «Δίπλα μου η γυναικά μου έκλαιγε. Οι άνθρωποι στην τηλεόραση έκλαιγαν. Αυτό που έγινε δεν θα μπορούσε να γίνει από κανέναν άλλον. Μόνο από τον Ντρογκμπά. Είναι αυτός που ουσιαστικά μας θεράπευσε από τον πόλεμο». Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου αθλητισμού: «Εμείς οι πολιτικοί πήγαμε στα καλύτερα πανεπιστήμια και θεωρούμαστε οι μορφωμένοι, οι υποτιθέμενοι ηγέτες της χώρας. Κι όμως στο θέμα της επίτευξης ειρήνης αποτύχαμε. Μια ομάδα παικτών κατάφερε να μας ενώσει. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά εμφανίστηκε από το πουθενά και έγινε ήρωας για όλους μας».

Η χαρά της πρόκρισης, το μήνυμα του Ντρογκμπά και η εικόνα των αγκαλιασμένων παικτών της εθνικής που προερχόταν από διαφορετικά σημεία της χώρας (κάποιοι εξ αυτών και από το βόρειο τμήμα που κατείχαν οι αντάρτες) ‘ανάγκασε’ τους ηγέτες των δυο αντιμαχόμενων πλευρών να αρχίσουν ξανά νέο κύκλο επαφών και διαβουλεύσεων για την ανεύρεση μιας ειρηνικής λύσης. Οι ένοπλες συγκρούσεις σταμάτησαν και ακολούθησαν δυο χρόνια όπου ο εμφύλιος συνεχιζόταν μεν αλλά κυρίως σε διπλωματικό επίπεδο. Τότε ο Ντρογκμπά βρήκε την ευκαιρία να βγει ξανά μπροστά.

Στις 3 Ιουνίου του 2007 η Ακτή υποδεχόταν τη Μαδαγασκάρη για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής. Ο Ιβοριανός επιθετικός, του οποίου η φήμη και η δύναμη είχαν μεγαλώσει κι άλλο χάρη στις συνεχιζόμενες επιτυχίες του εντός γηπέδων (νέοι τίτλοι με Τσέλσι, ‘Καλύτερος Αφρικανός παίκτης για το 2006, νίκες και γκολ με την καλύτερη φουρνιά παικτών που είδε ποτέ η εθνική της Ακτής), προσέγγισε τον πρόεδρο της χώρας και του ζήτησε να αλλάξει η έδρα διεξαγωγής του αγώνα και αντί για την πρωτεύουσα να γίνει στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, το Μπουακέ, που βρισκόταν στα εδάφη που κατείχαν οι αντάρτες.

(Ο Ντρογκμπά είχε ήδη κάνει μια εξίσου σημαντική και συμβολική επίσκεψη στο Μπουακέ λίγους μήνες πριν, όταν βρέθηκε στην πόλη για να γιορτάσει εκεί την ανάδειξη του σαν καλύτερος Αφρικανός παίκτης της χρονιάς. «Ήρθα εδώ για να δείξω ότι αυτή η Χρυσή Μπάλα ανήκει σε όλη την Ακτή Ελεφαντοστού» ανέφερε στην ομιλία του πριν κάνει μια νέα έκκληση για ειρήνη, εν μέσω αποθέωσης από τους κατοίκους της πόλης που στο πρόσωπο του έβλεπαν έναν ουδέτερο που το μόνο που ήθελε ήταν να τα βρούνε οι δυο πλευρές. «Πάνω απ’όλα είμαι ένας απ’αυτούς» όπως έχει πει και ο ίδιος.)

Η πρόταση του για αλλαγή έδρας εισακούστηκε και έτσι για πρώτη φορά η εθνική ομάδα έπαιξε στο βόρειο κομμάτι της χώρας, σε ένα κατάμεστο γήπεδο (που με αφορμή τον συγκεκριμένο αγώνα ανακαινίστηκε με λεφτά της κυβέρνησης), στα επίσημα του οποίου βρισκόταν μέλη των ηγεσιών και των δυο πλευρών. Για πρώτη φορά μετά από πέντε πολύ δύσκολα χρόνια η Ακτή Ελεφαντοστού ήταν ουσιαστικά ενωμένη, χάρη σ’ένα από τα λίγα πράγματα που τα χρόνια του εμφυλίου την κρατούσαν ενωμένη: το ποδόσφαιρο. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά είχε πετύχει το στόχο του: «Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που μου έχει συμβεί. Ήταν κάτι παραπάνω από μπάλα πλέον. To να βλέπεις τους αρχηγούς και των δυο πλευρών να τραγουδάνε δίπλα-δίπλα τον εθνικό ύμνο είναι πολύ ξεχωριστό. Ένιωσα ότι η Ακτή Ελεφαντοστού σήμερα ξαναγεννήθηκε. Όλο αυτό δείχνει πως το ποδόσφαιρο μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους».

Το – εξίσου – σημαντικό είναι ότι πέτυχε τον στόχο του χωρίς ποτέ η επιτυχία αυτή να επηρεάσει ιδιαίτερα την συλλογική του καριέρα ή την εικόνα του στην Ευρώπη. Η εμπλοκή του στα δρώμενα της χώρας του δεν κέρδισε καμία ιδιαίτερη προβολή στον ευρωπαϊκό Τύπο και όταν μετά από χρόνια ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε σχετικά, ο Ντρογκμπά αρκέστηκε να σχολιάσει: «Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω οτιδήποτε σε οποιονδήποτε για το ποιος είμαι στην Αφρική».

Δέκα χρόνια (και έναν δεύτερο – ευτυχώς – πολύ μικρότερο εμφύλιο) μετά, ο 39χρονος Ντρογκμπά, αν και συνεχίζει να παίζει μπάλα στις ΗΠΑ, έχει αποσυρθεί από την εθνική ομάδα. Στην περίοδο αυτή κατέκτησε μερικά ακόμα τρόπαια, κέρδισε κάμποσες ατομικές διακρίσεις και βραβεία, καθόρισε έναν τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, έπαιξε σε δυο ακόμα Μουντιάλ, έγινε πρώτος σκόρερ της εθνικής και έφτασε δυο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής. Αναμφίβολα όμως, το μεγαλύτερο κατόρθωμα της σπουδαίας καριέρας του ήταν, είναι και θα παραμείνει για πάντα το ότι βοήθησε σημαντικά στο να ενωθεί ένας διχασμένος λαός.

Ιταλία-Δυτική Γερμανία: Το παιχνίδι του αιώνα

  [Καθόλου σχόλια]

Χαζεύοντας κανείς απ’έξω το επιβλητικό γήπεδο Αζτέκα, μπορεί να πετύχει στον τοίχο μια αναμνηστική χάλκινη πλάκα στην οποία αναγράφεται: “Το Στάδιο Αζτέκα αποτίει φόρο τιμής στις εθνικές ομάδες της Ιταλίας και της Γερμανίας, που πρωταγωνίστησαν στο ‘Παιχνίδι του αιώνα’, για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970”. Κάτω από τις προτάσεις αυτές υπάρχει μια ημερομηνία. 17 Ιουνίου 1970.

Καλοκαίρι του 1970 λοιπόν, ώρα 4 το μεσημέρι και στην Πόλη του Μεξικού, στα 2200 μέτρα υψόμετρο, η ζέστη και η υγρασία κάνουν την ατμόσφαιρα αφόρητη. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, στο Αζτέκα βρίσκονται περισσότεροι από 102.000 θεατές, έτοιμοι να παρακολουθήσουν έναν σπουδαίο ημιτελικό. Από τη μια πλευρά βρίσκεται η Δυτική Γερμανία, που έκανε εύκολα το 3/3 στον όμιλο, έχει την καλύτερη επίθεση της διοργάνωσης ως τώρα και προέρχεται από μια δύσκολη και σπουδαία πρόκριση απέναντι στην κάτοχο του τροπαίου, Αγγλία. Μια πρόκριση που όμως της έχει στοιχίσει σε δυνάμεις, αφού για να νικηθούν οι Άγγλοι χρειάστηκε υπερπροσπάθεια (οι Γερμανοί ήταν πίσω στο σκορ με 2-0 ως το 68′) και παράταση.

Στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι Ιταλοί που έχουν φτάσει στα νοκ άουτ με τον πιο γνήσιο ιταλικό τρόπο που υπάρχει: Τρία παιχνίδια, ένα γκολ υπέρ, κανένα γκολ κατά! Η μόνη ομάδα με χειρότερη επίθεση στη φάση των ομίλων ήταν το αδύναμο Ελ Σαλβαδόρ. Κάπως έτσι, όταν στα προημιτελικά βρέθηκαν απέναντι στους φιλόδοξους διοργανωτές αρκετοί επικριτές της ομάδας πίσω στην πατρίδα ετοίμαζαν τα… ζαρζαβατικά για την επικείμενη επιστροφή. Αποτέλεσμα; Ιταλία-Μεξικό 4-1. Κανόνας: Ποτέ δεν υποτιμάς τους Ιταλούς.

Εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι είναι πιο ξεκούραστη (οι Γερμανοί ταλαιπωρήθηκαν και με τις μετακινήσεις μεταξύ προημιτελικών και ημιτελικών) η Ιταλία μπαίνει στο ματς πιο δυνατά και ανοίγει το σκορ μόλις στο 8′, με ωραίο σουτ του Μπονινσένια. 1-0, ο στόχος επετεύχθη, σφύρα το να πάμε στο ξενοδοχείο να φάμε τη μακαρονάδα μας. Το παιχνίδι όμως έχει πολύ δρόμο ακόμα και η Δυτική Γερμανία ξεκινάει την πίεση της. Οι Ιταλοί που έχουν σπουδάσει το θέμα άμυνα δεν πτοούνται. Ο χρόνος κυλάει, ευκαιρίες χάνονται αλλά η εστία του Αλμπερτόσι δεν παραβιάζεται.

Όσο ο διαθέσιμος χρόνος λιγοστεύει, οι Γερμανοί εκνευρίζονται. Η μπάλα δεν μπαίνει με τίποτα στα δίχτυα και εκτός αυτού – κατά την άποψη τους πάντα – ο διαιτητής σφυρίζει απροκάλυπτα Ιταλία. Τα ‘πάντσερ’ διαμαρτύρονται συνεχώς και μέχρι και σήμερα έχουν να λένε για δυο (κατ’άλλους τρεις) περιπτώσεις πέναλτι. Σε μια απ’αυτές, στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου, ο Φραντς Μπεκενμπάουερ προωθείται στην περιοχή και ανατρέπεται στα όρια της.

Όση ώρα οι συμπαίκτες του μαλώνουν με τον διαιτητή για το αν η παράβαση έγινε εντός ή εκτός, ο Μπεκενμπάουερ ασχολείται με τον δεξιό του ώμο, αυτόν που συγκρούστηκε άτσαλα με το έδαφος. Ο γιατρός τον ενημερώνει ότι έχει πάθει εξάρθρωση αλλά ο προπονητής του υπενθυμίζει ότι έχουν γίνει και οι δυο επιτρεπόμενες αλλαγές. Ο 25χρονος, μετέπειτα θρύλος του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, δεν το σκέφτεται και πολύ. Η περίσταση απαιτεί μεγάλες αποφάσεις και ηρωικές επιλογές. Μένει κανονικά στο παιχνίδι και βγάζει σχεδόν μια ώρα απαιτητικότατου αγώνα με το χέρι κολλημένο αρχικά πάνω στο σώμα και στη συνέχεια στηριγμένο με δυο επιδέσμους.

Έχουμε φτάσει πλέον στις καθυστερήσεις, η μπάλα εξακολουθεί να μη μπαίνει και η Ιταλία είναι αγκαλιά με μια μεγάλη πρόκριση. Τίποτα όμως δεν τελειώνει αν δεν βγει να τραγουδήσει η χοντρή – δεν είναι καθόλου τυχαίο που το συγκεκριμένο απόφθεγμα έχει Γερμανικές ρίζες. Στην τελευταία φάση του αγώνα, γίνεται μια σέντρα από τα αριστερά και, παραδόξως, στην καρδιά της περιοχής ένας Γερμανός βρίσκεται ολομόναχος. Είναι ο αριστερός μπακ, Καρλ-Χάιντζ Σνέλινγκερ. “Απ’όλους τους παίκτες είναι ο Σνέλινγκερ” τσιρίζει στο μικρόφωνο ο Γερμανός σπίκερ, υπενθυμίζοντας σε όλους την ειρωνεία: Ο φιλότιμος Σνέλινγκερ, με το ταιριαστό παρατσούκλι “Volkswagen”, αγωνιζόταν τα προηγούμενα 7 χρόνια στο ιταλικό πρωτάθλημα. Αυτό ήταν το πρώτο και το τελευταίο γκολ που έβαλε στην καριέρα του με τη φανέλα της Δυτικής Γερμανίας.

Το ματς πάει στην παράταση και πριν προλάβουν θεατές και τηλεθεατές να ηρεμήσουν από την ένταση της τελευταίας φάσης, ξεκινάει το πραγματικό σόου: Οι Γερμανοί παίρνουν το προβάδισμα με τον Γκέρντ Μύλερ στο 94′. Οι Ιταλοί ισοφαρίζουν γρήγορα στο 98′ και έξι λεπτά μετά μπαίνουν αυτοί ξανά μπροστά στο σκορ με τον Ρίβα. Οι Γερμανοί, παραμένοντας πάντα Γερμανοί, δεν τα παρατάνε ούτε τώρα και στο 110′ ο Μύλερ ισοφαρίζει ξανά. Και ενώ όλοι πλέον πιστεύουν ότι είναι γραφτό να μην κερδίσει κανείς, ο Τζιάνι Ριβέρα κάνει στο 111′ το 4-3.

Πέντε γκολ σε 21 λεπτά παράτασης σε ημιτελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου! Η εναλλαγή συναισθημάτων αγγίζει τα επίπεδα της τρέλας. Ένας συντάκτης της Bild, που στη διάρκεια του αγώνα συμμετέχει σε ιατρική δοκιμή κάνοντας ηλεκτροκαρδιογράφημα, φτάνει τους 139 παλμούς το λεπτό. “Τόσο ενθουσιασμένος δεν ήταν ούτε ο πρώτος άνθρωπος στο φεγγάρι. Η καρδιά του Νίλ Άρμστρονγκ έφτασε μόλις μέχρι τους 120 χτύπους” δηλώνει μετά ο επιβλέπων γιατρός.

Οι Δυτικογερμανοί κάνουν μια ύστατη προσπάθεια να τρελάνουν ξανά όλο τον πλανήτη αλλά ο διαθέσιμος χρόνος είναι λίγος, οι περισσότεροι παίκτες τους στα όρια της εξάντλησης και ο Μπεκενμπάουερ στα όρια της λιποθυμίας. Το τελευταίο σφύριγμα λυτρώνει τους πάντες στον αγωνιστικό χώρο και αναγκάζει όλο το γήπεδο να σηκωθεί και να χειροκροτήσει και τις δυο ομάδες. Ο αρχηγός Ούβε Ζέελερ δεν διστάζει να δηλώσει μετά το ματς: “Αν έπρεπε να παίξουμε στον τελικό με τη Βραζιλία μετά τις παρατάσεις με Αγγλία και Ιταλία θα χάναμε με 5 γκολ. Τουλάχιστον έτσι γυρνάμε σπίτι ως ηττημένοι αλλά χαρούμενοι ήρωες”. Όλοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτό που έζησαν δεν ήταν κάτι συνηθισμένο.

Όταν ο προπονητής της Δυτικής Γερμανίας μπαίνει στην αίθουσα τύπου οι δημοσιογράφοι τον αποθεώνουν. Ο ίδιος δηλώνει: “Έχω ζήσει πολλά στο ποδόσφαιρο αλλά το σημερινό δύσκολα θα βρεθεί κάτι να το ξεπεράσει”. Ο Ιταλός ομόλογος του είναι ακόμα πιο λιτός: “Είμαι πολύ μεγάλος για τέτοιες συγκινήσεις”. (Είναι μόλις 51 χρονών.) Την ίδια ώρα, ο τερματοφύλακας των Γερμανών, Σεπ Μάγερ, είναι μάλλον ο πρώτος που δίνει στο παιχνίδι τον τίτλο που τελικά θα το συνοδεύει για πάντα: “Ήταν το παιχνίδι του αιώνα”.

Πίσω στην Ευρώπη, όπου το ματς προβαλλόταν σε μεταμεσονύκτιες ώρες, οι αντιδράσεις είναι από υπερβολικές έως γραφικές. Περισσότεροι από 35 εκατομμύρια Γερμανοί παρακολουθούσαν το ματς. Στη Φραγκονία καταγράφεται περιστατικό όπου δυο νεαροί τράκαραν με το αμάξι και επέλεξαν να το εγκαταλείψουν χτυπημένο στην άκρη του δρόμου και να μπούνε στο πιο κοντινό μπαρ για να μη χάσουν τα τελευταία λεπτά. Μετά το τέλος του ματς αρκετοί απογοητευμένοι ξεσπούν σε κλάματα σε δρόμους και πλατείες. Κάποιοι λιγότεροι ψύχραιμοι ψάχνουν εκδίκηση, σπάζοντας αυτοκίνητα Ιταλών, αναγκάζοντας την αστυνομία να μείνει σε επιφυλακή όλη τη νύχτα.

Στην Ιταλία η κατάσταση, όπως είναι λογικό, ξεφεύγει ακόμα περισσότερο. Η τηλεθέαση του αγώνα σπάει κάθε ρεκόρ, παρά το γεγονός ότι το ρολόι δείχνει 2 το βράδυ. Ανάμεσα στους τηλεθεατές κι ένας 16χρονος σερβιτόρος στο ξενοδοχείο Ντουόμο. “Βλέποντας το συγκεκριμένο ματς αποφάσισα, με μαθηματική σιγουριά, ότι δεν ήθελα τελικά να γίνω σερβιτόρος. Ήθελα να παίξω μπάλα. Αισθάνθηκα ότι το μέλλον μου βρίσκεται στο ποδόσφαιρο”. Το όνομα του; Μάρκο Ταρντέλι.

Κάπου αλλού, μπροστά σε μια άλλη τηλεόραση, ένας υπάλληλος τράπεζας πεθαίνει από καρδιακή προσβολή πριν λήξει το παιχνίδι. Κυκλοφορεί επίσης μια ιστορία πως στη Ρώμη ένας ταξιτζής που κουβαλούσε μια έγκυο ακινητοποίησε το όχημα για να παρακολουθήσει μέρος της παράτασης σε μια τηλεόραση που είχε στηθεί σε εξωτερικό χώρο, λέγοντας στην επιβάτισσα πως θα επιστρέψει αμέσως. Όταν γύρισε η έντρομη γυναίκα ήταν έτοιμη να γεννήσει. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι δεν άντεξε και γέννησε μέσα στο ταξί με τη βοήθεια περαστικών. Μύθος; Πιθανόν. Αλλά είναι τέτοια η τρέλα των Ιταλών με το ποδόσφαιρο που ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος.