Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'παγκόσμιο ποδόσφαιρο'

Ο Άνθρωπος που το Ποδόσφαιρο τον Έσωσε από μία Γενοκτονία

  [3 Σχόλια]

Στις 6 Μαρτίου του 1994 ο Γιουζέν Τότο Μουράνγκουα γύρισε εξαντλημένος στο σπίτι του. Μετά από ένα μακρύ ταξίδι προς το Νότιο Σουδάν όπου η ομάδα του, η Ραγιόν Σπορτς, είχε παίξει κόντρα στην Αλ Χιλάλ και το οποίο έγινε με λεωφορείο, ήταν πτώμα. Ο ίδιος, βασικός τερματοφύλακας της ομάδας, στον πηγαιμό είχε παρατηρήσει κάτι περίεργο. Στα σύνορα υπήρχαν μπλόκα από πολιτοφύλακες και στρατιωτικούς που εξέταζαν ποιος είναι Τούτσι και ποιος είναι Χούτου. Στη Ρουάντα η Ραγιόν Σπορτς ήταν η πιο δημοφιλής ομάδα. Είχε στο ρόστερ της τρεις μόνο Τούτσις. Ο ένας ήταν ο Έρικ Τότο, 19 ετών τότε.

Ο Τότο αφηγείται ότι δεν έδινε σημασία στο τι γινόταν στη χώρα εκείνη την εποχή. Το λεωφορείο από το Κιγκάλι πέρασε από οδοφράγματα, μέρη όπου καίγονταν λάστιχα, ενώ παράλληλα η ιαχή «Τούτσι κατσαρίδες» ακουγόταν παντού. Ο ίδιος όμως σκεφτόταν μόνο το ματς. Η Ραγιόν κέρδισε τελικά με 0-1. Όταν επέστρεψε στη Ρουάντα, οι παίκτες αντίκρισαν εικόνες χάους. Μέσα στο χάος όμως οι πολιτοφύλακες είχαν δέσει σημαίες της ομάδας στα ΑΚ-47 και κερνούσαν μπύρες στα μέλη της, που φαίνεται να ήταν η μόνη που δεν είχε μπει στη δίνη Χούτου-Τούτσι.

Στις 6 Απριλίου 1994 στις 4 τα χαράματα η πόρτα του σπιτιού όπου έμενε ο Έρικ Τότο ανοίγει βίαια. Ο Τότο και ο συγκάτοικός του ξυπνάνε και αντικρίζουν κάνες και ματσέτες να τους απειλούν. Ένας απ τους πολιτοφύλακες κλωτσάει το τραπέζι και ένα άλμπουμ πέφτει στο πάτωμα. Ο Τότο και ο συγκάτοικος έχουν πέσει στο πάτωμα, όπως τους διέταξαν. Ο Τότο λέει στους πολιτοφύλακες ότι είναι δύο απλοί ποδοσφαιριστές, αλλά εκείνοι δεν τους ακούν. Αρχίζουν να καταστρέφουν το σπίτι, κατεδαφίζοντας βιβλιοθήκες, ντουλάπια, πιατικά, πόρτες. Ο αρχηγός της ομάδας της πολιτοφυλακής κλωτσάει μια καρέκλα και κάθεται πάνω από τα κεφάλια των δύο παιχτών για να τους σκοτώσει. Το μάτι του πέφτει στο άλμπουμ που είναι ανοιχτό σε μια φωτογραφία της ομάδας της Ραγιόν.

-Ποιοι είναι αυτοί; Ρωτάει επιτακτικά

-Είναι οι συμπαίχτες μου! Απαντάει ο Τότο.

-Τι εννοείς «συμπαίχτες»;

-Παίζω στη Ραγιόν Σπορτς!

-Προσπαθείς να μου πεις ψέματα;

Τότε σηκώνει το άλμπουμ και κοιτάει τη φωτογραφία. Κοιτάει τον Τότο και του λέει:

-Είσαι ο Τότο;

-Ναι! Εγώ είμαι!

Τότε ο αρχηγός της ομάδας διώχνει τους πάντες από το σπίτι και μένει μόνος του με τον Τότο. Αρχίζουν να μιλάνε για το ματς. Του λέει πόσο τους θαύμασε και πόσο περήφανος ένιωσε για τη νίκη κόντρα στην Αλ Χιλάλ. Πριν φύγει του λέει να αφήσει ανοιχτές τις κουρτίνες και την πόρτα ώστε το σπίτι να δείχνει άδειο.

Ο Τότο τρομοκρατημένος περιμένει στο σπίτι του, αλλά δεν μπορεί να μείνει για πάντα εκεί. Σκέφτεται να πάει στο σπίτι κάποιου Χούτου συμπαίχτη του. Υπήρχε κοντά ένα κτήριο στο οποίο έμεναν οι περισσότεροι Χούτου της ομάδας. Περπάτησε προσέχοντας τις αλλαγές στις βάρδιες των πολιτοφυλάκων και διένυσε μερικά τετράγωνα γεμάτα πτώματα. Πήγε στο σπίτι όπου όλα ήταν μια εικονική πραγματικότητα. Οι συμπαίχτες έπαιζαν χαρτιά και έβλεπαν τηλεόραση για να περάσει η ώρα. Οι Χούτου της ομάδας ρίσκαραν κρύβοντας τον Τότο σπίτι τους. Αν τους έπιαναν θα τους εκτελούσαν και αυτούς. Ειδικά ο Λογκίν που ήταν αυτός που έφερε τον Τότο μέσα στο κτίριο και τα έτρεχε όλα.

Ο Λογκίν έψαχνε τρόπο να βγάλει τον Τότο από τη χώρα. Επειδή είχε σχέση με τον Ζούζου, ο οποίος ήταν οπαδός της ομάδας, είχε μια τρελή ιδέα. Δεν υπήρχε πιο ασφαλές μέλος για έναν Τούτσι από το σπίτι ενός βασικού εκτελεστή της γενοκτονίας. Ο Λογκίν και ο Τότο ξεκινούν κρυφά και πάνε στο σπίτι του Ζούζου, παρά το φόβο του Τότο. Όταν χτύπησαν την πόρτα τους άνοιξε ο ίδιος και με χαμόγελο τους είπε «χαίρομαι που είσαι ζωντανός».

Ο Τότο έμεινε μια βδομάδα στο σπίτι του Ζούζου. Τον έβλεπε να φεύγει κάθε πρωί ξέροντας ότι πήγαινε να σκοτώσει Τούτσις. Ο Λόγκιν ερχόταν να τον ενημερώσει τακτικά για το τι συνέβαινε στους δρόμους. Στη βδομάδα πάνω οι γείτονες του Ζούζου κατέδωσαν ότι υπάρχει ένας Τούτσι στο σπίτι του. Ο Τότο πήγε σε κάποιο τοπικό φύλαρχο μαζί με το Λογκίν ώστε να πάρει πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα και να φύγει από τη χώρα.

Μόλις μπήκε στο γραφείο ένας φρουρός τον είδε και τον πυροβόλησε. Η σφαίρα του έσκισε τον ώμο. Επειδή υπήρχε μια αφίσα της Ραγιόν Σπορτς στον τοίχο τον αναγνώρισαν. Του είπαν «τρέξε!». Γύρισε στο σπίτι του Λογκίν. Αυτός ξανά είπε ότι έπρεπε να τον βγάλει από τη χώρα ο Ζούζου. Πήγαν ξανά στο σπίτι του Ζούζου, όπου έμεινε τρεις μέρες. Τότε ο Ζούζου τον έβαλε σε ένα τζιπ, με ένα φρουρό μπροστά και ένα φρουρό πίσω του. Αν τους σταματούσαν θα έλεγαν ότι πάνε να τον εκτελέσουν. Μόλις πέρασαν τα σύνορα με το Σουδάν τον άφησαν στην ζούγκλα. Είχε φύγει από τη χώρα.

Μετά τη γενοκτονία ο Τότο επέστρεψε στη Ρουάντα. Από την ομάδα της Ραγιόν είχαν επιζήσει μόλις έξι παίκτες. Το πρώτο ματς κόντρα στην Κιβόγιου Σπορτς ήταν το πρώτο ματς μετά τη γενοκτονία. 15.000 θεατές βρέθηκαν εκεί για να ξεπλύνουν μνήμες, φόνους, τρόμο και πληγές. Κανείς δε θυμάται πόσο τελείωσε εκείνο το ματς. Και κανέναν δεν ενδιέφερε. Το σημαντικό ήταν ότι το ματς έγινε χωρίς να σκοτωθεί κανένας.

Ο Τότο σε ένα ματς της εθνικής του στην Αγγλία ζήτησε άσυλο. Πήγε στην Μεγάλη Βρετανία, όπου ζει από τότε, και ίδρυσε έναν οργανισμό όπου μέσω του ποδοσφαίρου διδάσκει τα παιδιά διαχείριση κρίσεων. Ο Ζούζου μετά τη γενοκτονία άλλαξε όνομα και πήγε στο Σικάγο όπου κρυβόταν δουλεύοντας ως κληρικός και έμπορος σε μαγαζί με οπωροκηπευτικά. Το 2011 οι αμερικανικές αρχές τον συνέλαβαν και τον εξέδωσαν στη Ρουάντα για να δικαστεί ως εγκληματίας για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο Λογκίν συνελήφθη ως προδότης και εκτελέστηκε. Όπως και ο συγκάτοικος του στην αρχή της ιστορίας. Πάνω από 30 μέλη της οικογένειας του Τότο δολοφονήθηκαν κατά τη γενοκτονία της Ρουάντα. Σε μια χώρα που προσπαθεί να καλύψει τις πληγές της και με το ποδόσφαιρο.

Σώζοντας τον Χακίμ: Η ιστορία ενός ποδοσφαιριστή που είχε φωνή

  [Καθόλου σχόλια]

Υποτίθεται ότι θα ήταν η πιο ευτυχισμένη εκδρομή της ζωής τους. Ο Χακίμ κι η σύζυγός του (η οποία κρατάει την ανωνυμία της για λόγους που θα καταλάβετε αργότερα) έφτασαν στις 27 Νοεμβρίου στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης. Ήταν το ταξίδι του μέλιτος για το ζευγάρι. Ήταν επίσης κι η πρώτη φορά μετά από σχεδόν 5 χρόνια που ο Χακίμ θα έφευγε από την Αυστραλία, το μέρος που έγινε το σπίτι του. Ο Χακίμ Αλ-Αραϊμπί προέρχεται από το Μπαχρέιν και είναι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Δεν γνωρίζουμε πόσο καλός είναι, ούτε έχει και κάποια σημασία για την ιστορία μας, αλλά έφτασε μέχρι και την εθνική ομάδα της χώρας.

Ο Χακίμ, όπως κι άλλα μέλη της οικογένειάς του, πήρε μέρος στα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης του 2011 με τον αδερφό του να έχει έντονο ρόλο. Στο Μπαχρέιν τα βασικά αιτήματα ήταν η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι πολιτικές ελευθερίες των Σιιτών. Μετά όμως από τα όσα έγιναν, το καθεστώς εκεί φρόντισε να βάλει στο στόχο όποιους αθλητές είχαν συμμετοχή στις πορείες. Ο Αλ-Αραϊμπί συνελήφθη το 2012 για τη συμμετοχή του στις διαδηλώσεις κι όπως υποστηρίζει βασανίστηκε. Πολλά από τα χτυπήματα ήταν στα πόδια με στόχο να του κόψουν την καριέρα. Το 2014, με τις διώξεις από το καθεστώς να μην έχουν τελειώσει, διέφυγε και ζήτησε άσυλο ως πρόσφυγας στην Αυστραλία. Ζούσε εκεί τα τελευταία χρόνια και έγινε δεκτός ως μόνιμος κάτοικος μερικά χρόνια αργότερα. Συνέχισε φυσικά να παίζει μπάλα εκεί ως αμυντικός σε διάφορες ομάδες με τελευταία την Πάσκο Βέιλ, ημιεπαγγελματική ομάδα της Αυστραλίας. Τουλάχιστον άλλοι έξι ποδοσφαιριστές έφυγαν από τη χώρα για να γλιτώσουν τις διώξεις.

Το γεγονός ότι διέφυγε από το Μπαχρέιν δεν σημαίνει βέβαια ότι πίσω στην πατρίδα τον ξέχασαν. Οι αρχές της χώρας τον είχαν κατηγορήσει για βανδαλισμό σε ένα αστυνομικό τμήμα μαζί με άλλους διαδηλωτές, κάτι που ο ίδιος αρνείται. Λέει μάλιστα ότι την ώρα του γεγονότος έπαιζε σε ποδοσφαιρικό αγώνα ο οποίος μάλιστα προβλήθηκε ζωντανά και από την τηλεόραση. Πιο τέλειο άλλοθι δεν γίνεται. Αυτό φυσικά δεν εμπόδισε τις αρχές να προχωρήσουν σε δίκη, που η Διεθνής Αμνηστία χαρακτήρισε ως παρωδία. Ο Χακίμ καταδικάστηκε ερήμην σε κάθειρξη δέκα ετών για τον βανδαλισμό. Χωρίς να έχει την υπηκοότητα, αλλά με την επίσημη ιδιότητα του πρόσφυγα ο Χακίμ ζούσε τα τελευταία χρόνια στην Αυστραλία, χωρίς να σταματάει να μιλάει για τα πράγματα στην πατρίδα του. Για παράδειγμα, κατηγόρησε τον τότε πρόεδρο της Π.Ο. της χώρας (και τώρα πρόεδρο της Ασιατικής Ομοσπονδίας της ΦΙΦΑ) Σεΐχη Σαλμάν Μπιν Ιμπραχίμ Αλ-Καλίφα ότι δεν στήριξε τους ποδοσφαιριστές που κατηγορήθηκαν τότε. Φρόντισε μάλιστα στις εκλογές για την προεδρία της ΦΙΦΑ όπου ο Σαλμάν ήταν υποψήφιος απέναντι στον Ινφαντίνο (φαντάσου αγαπητέ αναγνώστη τον Ινφαντίνο να είναι «ο καλός» της υπόθεσης) να μιλήσει για τα βασανιστήρια τα οποία υπέστησαν αρκετοί ποδοσφαιριστές. Το να καταφέρεσαι εναντίον μέλους της (πολύ μεγάλης) βασιλικής οικογένειας δεν είναι πάντα το καλύτερο. Αυτός όμως το έκανε. Ο Σαλμάν έχασε κι αν, μεταξύ μας, ελάχιστοι από τους ψηφοφόρους επηρεάζονται από τέτοια κριτήρια, σίγουρα δεν τον συγχώρεσε.

Επιστρέφοντας στην αρχική μας ιστορία, ο Χακίμ για πρώτη φορά έφυγε από την Αυστραλία πιστεύοντας ότι θα ζήσει μερικές χαρούμενες μέρες με τη σύζυγό του. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, πήρε διαβεβαιώσεις από την αστυνομία της Αυστραλίας ότι δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα σε αυτό. Τα πράγματα όμως δεν πήγαν όπως τα περίμενε. Συνελήφθη με το που έφτασε από τις αρχές της Ταϊλάνδης, καθώς εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα από την Ίντερπολ μετά από αίτημα του Μπαχρέιν, κάτι που υποστηρίζεται ότι είναι εκτός κανόνων καθώς σε περιπτώσεις προσφύγων η Ίντερπολ βάση κανονισμού αρνείται τα αιτήματα της χώρας προέλευσης. Όντως, σύμφωνα με τα όσα λέγονται, η Ίντερπολ απέσυρε αυτό το αίτημα στη συνέχεια, αλλά ήταν ήδη αργά. Η πρώτη νύχτα του ζεύγους στο ταξίδι του μέλιτος δεν ήταν σε κάποιο ξενοδοχείο δίπλα σε αμμουδιές και όμορφες παραλίες. Ήταν σε ένα κελί. Η σύζυγος του Χακίμ έμεινε μαζί του στο κελί για περίπου 2 εβδομάδες, μέχρι που ο Χακίμ μεταφέρθηκε στη φυλακή κι αυτή δεν μπορούσε να είναι μαζί του. Για την ασφάλειά της έχει επιστρέψει πίσω στην Αυστραλία, προσπαθώντας από εκεί να κάνει το αίτημα γνωστό, πάντα κρατώντας την ανωνυμία της. Μέχρι πρόσφατα δεν είχε μιλήσει μαζί του και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με κάποιον τρόπο.

Το Μπαχρέιν ζητάει την έκδοσή του κι η Ταϊλάνδη εξετάζει το αίτημα, ενώ ο Χακίμ εκλιπαρεί να μην τον στείλουν πίσω γιατί όπως λέει θα πέσει θύμα βασανιστηρίων στην καλύτερη και θα τον σκοτώσουν στη χειρότερη. Οι αρχές της Ταϊλάνδης παρά τις εκκλήσεις της Αυστραλίας ζήτησαν χρόνο για να εξετάσουν το αίτημα του Μπαχρέιν. Ο Χακίμ παρουσιάστηκε στις 4 Φεβρουαρίου στο δικαστήριο ξυπόλητος και με δεμένα τα πόδια (αρχική εικόνα κειμε΄νου) λες και ήταν ο πιο επικίνδυνος κακοποιός, για να απαντήσει αν δέχεται ή όχι το αίτημα έκδοσης.

Πολύς κόσμος έχει πάρει θέση. Ο Κρεγκ Φόστερ, ο Αυστραλός διεθνής ποδοσφαιριστής με καριέρα και στην Αγγλία είναι από τους σημαντικότερους υποστηρικτές, καθώς βρίσκεται στην Ταϊλάνδη στηρίζοντας τον ποδοσφαιριστή (μπορείτε να δείτε κι εδώ τις δηλώσεις του στο CNN). Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά, ο Τζέιμι Βάρντι, ο Γκάρι Λίνεκερ κι ο Ρόμπι Φάουλερ είναι μεταξύ αυτών που έχουν πάρει θέση προσπαθώντας να κάνουν το θέμα ακόμα πιο γνωστό. Το hashtag #SaveHakeem στα social media παίρνει όλο και μεγαλύτερη δημοσιότητα και οι πιέσεις στην κυβέρνηση της Ταϊλάνδης αυξάνονται. Οι αρχές εκεί λένε ότι είναι καθαρά θέμα της δικαιοσύνης. Ο Χακίμ θα περάσει ακόμα 60 ημέρες σε ένα κελί καθώς χθες ζήτησε χρόνο για να ετοιμάσει την υπεράσπισή του ενάντια στο αίτημα του Μπαχρέιν.

Η Αυστραλία ζητάει να επιστραφεί πίσω ο Χακίμ και συνεχίζει τις πιέσεις, αλλά υπάρχει θέμα καθώς δεν είναι ακόμα υπήκοός της και το status του ως πρόσφυγα δεν αναγνωρίζεται από την Ταϊλάνδη. Στο πρόσφατο παρελθόν, πολλοί άνθρωποι έχουνε εκδοθεί από την Ταϊλάνδη, κάτι που σίγουρα δεν είναι καθησυχαστικό. Μεταξύ τους κινέζοι αντικαθεστωτικοί, Χριστιανοί του Πακιστάν, ενώ το 2014 η Ταϊλάνδη επέστρεψε πίσω στον Μπαχρέιν έναν άνθρωπο που είχε πάρει μέρος στα γεγονότα του 2011. Το μαρτύριο του Χακίμ φαίνεται ότι θα συνεχιστεί τουλάχιστον για ακόμα δύο μήνες και ίσως αυτή η καθυστέρηση να είναι καλή ώστε να γίνει ακόμα περισσότερο ενεργοποίηση του κόσμου διεθνώς.

Ινδικό ποδόσφαιρο: ψάχνοντας το ταλέντο, την ισότητα και την ελευθερία

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν μέρες του 2013 όταν έσκασε η είδηση μιας νέας ποδοσφαιρικής λίγκας. Όχι στην Βραζιλία, την Αργεντινή, τις ΗΠΑ ή σε κάποια Ευρωπαϊκή χώρα, αλλά στην Ινδία. Η IMG-Reliance Industries και η Star India, σε συνεργασία με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας, βγήκαν μπροστά και χρηματοδότησαν τη νέα αυτή κλειστή λίγκα που αποτελούνταν από 8 ομάδες (πλέον είναι 10), με μοναδικό σκοπό -όπως είπαν- να διαδώσουν το άθλημα του ποδοσφαίρου σε μια χώρα που -στην πλειοψηφία της- το αγνοεί παντελώς. Σύμφωνα με έρευνα εκείνης της περιόδου, στην Ινδία υπήρχαν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι, όλων των ηλικιών, που δεν ήξεραν (ή δεν είχαν ακούσει ποτέ) ονόματα παικτών όπως του Μέσι και του Ρονάλντο. Φυσικά και ο ισχυρός άνδρας της ΦΙΦΑ, Σεπ Μπλάτερ, είχε βοηθήσει στο όλο εγχείρημα, όχι επειδή είχε ενδιαφερθεί στο να μάθουν οι Ινδοί το ποδόσφαιρο, αλλά επειδή έβλεπε πολλά δισεκατομμύρια να εισρέουν, στις τσέπες του, από μια τεράστια «παρθένα» αγορά, που είχε, έχει, και φυσικά θα έχει πάντα, το άθλημα του κρίκετ ως «θρησκεία». Το Eurosport ανέλαβε τα τηλεοπτικά δικαιώματα και άρχισε να βάζει αυτό το νέο προϊόν στα σπίτια των Ευρωπαίων κάθε Σαββατοκύριακο. Στην αρχή με επιτυχία.

Είναι αλήθεια ότι το ποδόσφαιρο στην Ινδία δεν είναι καθόλου διαδεδομένο. Δεν είναι επίσης τυχαίο πως σπανίως βλέπουμε ποδοσφαιριστές με καταγωγή απ’ την Ινδία να βρίσκονται σε ομάδες μεγάλων πρωταθλημάτων, κάτι που γίνεται ακόμα πιο περίεργο αν αναλογιστούμε πως μιλάμε για μια χώρα που βρέθηκε υποταγμένη σε μια χώρα που λατρεύει το ποδόσφαιρο, την Βρετανία, για πολλά χρόνια. Τα πρώτα χρόνια μάλιστα που το ποδόσφαιρο ξεκίνησε να υπάρχει ως άθλημα. Ακόμα πιο περίεργο είναι πως στην Ινδία υπάρχουν ομάδες πιο παλιές ακόμα κι από ιστορικά κλαμπ της Ευρώπης όπως είναι η Λίβερπουλ, η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης. Το 1947 η Βρετανική Ινδία έφτανε μέχρι το Πακιστάν, με την Βεγγάλη να έχει χωριστεί στα δύο. Μετά την ανεξαρτησία, ένας τεράστιος όγκος προσφύγων άφησε το ανατολικό Πακιστάν (μετέπειτα Μπαγκλαντές) και βρέθηκε στην Νότια Βεγγάλη. Ήταν τόσοι πολλοί που η τοπική οικονομία δεν μπόρεσε με τίποτα να τους απορροφήσει και να τους βοηθήσει.

Όπως ήταν φυσικό, η οικονομία της περιοχής κατέρρευσε και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να σταθούν στα πόδια τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος όγκος Ινδουιστών είχε μείνει στο ανατολικό Πακιστάν. Στην Βεγγάλη δημιουργήθηκε, μετά από όλες αυτές τις κοινωνικές ανακατατάξεις, και η μεγαλύτερη κόντρα του Ινδικού ποδοσφαίρου, ανάμεσα στην Ανατολική Βεγγάλη και την Μοχούν Μπαγκάν, που ιδρύθηκε από αριστοκρατικές οικογένειες Βεγγαλών της Βόρειας Καλκούτας το 1889. Δύο ομάδες που υπάρχουν για πάνω από 120 χρόνια, έχουν κερδίσει πάνω από 170 τρόπαια (με όλες τις άλλες ομάδες να μετρούν περίπου 40) και θεωρούνται οι δύο πιο επιτυχημένες ομάδες στην Ινδία με την κόντρα τους να αγγίζει επίπεδα μίσους. Οι δύο αυτές ομάδες δεν αγωνίζονται στην Ινδική Σούπερ Λίγκα.

«Η κόντρα ανάμεσα στις δύο ομάδες ξεκίνησε μετά την ανεξαρτησία» σύμφωνα με τον Σιρανζίτ Οτζίχα, έναν εκ των σπουδαιότερων αθλητικογράφων της χώρας, σε μια περίοδο που η χώρα κέρδισε την «ελευθερία» της στηριζόμενη στις διδαχές του Γκάντι περί επανάστασης άνευ βίας. Η δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν μια πολύ καλή περίοδος για το ποδόσφαιρο της χώρας. Η Ανατολική Βεγγάλη γιγαντώθηκε ποδοσφαιρικά και έφτασε να πάρει μέρος ακόμα και σε διεθνή τουρνουά με ομάδες της Σοβιετικής Ένωσης. Η επιτυχία μάλιστα ήταν τόσο μεγάλη που η εθνική της χώρας κέρδισε ομάδες όπως η Βόρεια Κορέα, η Ταϊλάνδη και το Ιράν. Η Ινδία μάλιστα είχε προσκληθεί να πάρει μέρος στο Μουντιάλ του 1950 αλλά δεν είχε δεχθεί μιας και η πλειοψηφία των παικτών δεν ήθελε να αγωνιστεί φορώντας παπούτσια. Μετά από συζητήσεις -και όπως ήταν λογικό- η ΦΙΦΑ δεν δέχθηκε το αίτημα και ακύρωσε την συμμετοχή. Μια συμμετοχή που ίσως να είχε καταφέρει να αλλάξει το ποδόσφαιρο της χώρας -εννοείται- προς το καλύτερο. Για την ιστορία, η Ανατολική Βεγγάλη είναι η πρώτη -και μοναδική- ομάδα της χώρας που έχει κερδίσει το διεθνές τουρνουά Asian Club Championship, το 2003. Για να καταλάβουμε καλύτερα την κόντρα ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες αξίζει να αναφέρω τα γεγονότα του IFA Shield το μακρινό 1975.

Η Ανατολική Βεγγάλη ήταν ανίκητη σε ντέρμπι για 6 σερί χρόνια και έφτασε να διεκδικεί το τρόπαιο στον τελικό με την Μοχούν Μπαγκάν. Η Ανατολική Βεγγάλη θα παρουσιάσει εξαιρετικό ποδόσφαιρο, και στον τελικό θα διασύρει την μεγάλη της αντίπαλο με 5-0. Ένας απ’ τους φανατικότερους οπαδούς των ηττημένων, ο Ουμακάντο Παλοντχί, μη μπορώντας να αντέξει και να διαχειριστεί αυτή την ήττα, θα δώσει τέλος στη ζωή του, αφήνοντας ένα ανατριχιαστικό σημείωμα, δείχνοντας με τον χειρότερο τρόπο τον φανατισμό που μπορεί να προκαλέσει ένα τόσο όμορφο σπορ (ένα παιχνίδι) όπως είναι το ποδόσφαιρο. «Δεν μπορώ να αντέξω αυτή την ήττα και αυτή την ντροπή. Ελπίζω στην επόμενή μου ζωή να επιστρέψω ως παίκτης της ομάδας, που αποτελεί το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου, και να μπορέσω να πάρω εκδίκηση γι’ αυτή την ντροπιαστική μας ήττα. Μια ήττα από αυτούς που μισώ». Η κόντρα και το μίσος ανάμεσα στις δύο ομάδες παραμένει ακόμα και στις μέρες μας και μάλιστα σε ντέρμπι το 2012, οι οπαδοί της Μοχούν Μπαγκάν είχαν δημιουργήσει σοβαρά επεισόδια πετώντας τούβλα προς τους αντίπαλους οπαδούς και παίκτες. Μάλιστα ένα από αυτά είχε τραυματίσει σοβαρά τον δικό τους παίκτη, Σιντ Ραχίμ Ναμπί, που είχε προσπαθήσει να τους ηρεμήσει.

Το μοντέρνο ποδόσφαιρο της Ινδίας δεν γίνεται να υπάρξει δίχως αυτή την κόντρα και δίχως αυτό το ντέρμπι μίσους. Μια κόντρα που είναι πολύ δύσκολο να συγκριθεί με οποιαδήποτε άλλη μιας και οι ρίζες της βρίσκονται στην πτώση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, την διαίρεση μιας αρχαίας φυλής, την κόντρα για την θρησκεία και όλα αυτά ξέροντας πως ό,τι και να συμβεί, αυτές οι δύο ομάδες, θα βρίσκονται στην σκιά του πιο δημοφιλούς σπορ της χώρας. Του κρίκετ. Αξίζει να σημειώσω πως η Δυτική Βεγγάλη κυβερνήθηκε για 34 χρόνια (1977-2011) απ’ την Καλκούτα και το Αριστερό Μέτωπο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδίας δηλαδή. Αυτή ήταν η μακροβιότερη δημοκρατικά εκλεγμένη κομμουνιστική κυβέρνηση στον κόσμο. Το 2011 το Αριστερό Μέτωπο έχασε τις εκλογές απ’ το συνέδριο Τριναμούλ. Παράλληλα ξεκίνησαν οι διώξεις πολλών Ινδών Κομμουνιστών, με αρκετούς από αυτούς να δέχονται ακόμα και δολοφονικές επιθέσεις. Φαινόμενα και γεγονότα που δεν διαβάζουμε γι’ αυτά στον Δυτικό (και «πολιτισμένο») κόσμο που ζούμε.

Αν υπάρχει κάποιος που κατάφερε να ενώσει -έστω και λίγο- όλους τους ανθρώπους που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο της Ινδίας αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον παλαίμαχο διεθνή ποδοσφαιριστή, Μπάτσουνγκ Μπουτία. Ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής τόσο για γι’ αυτά που έκανε εντός των αγωνιστικών χώρων αλλά και εκτός αυτών, δίνοντας σπουδαία μαθήματα ζωής. Ο Μπουτία είχε την τύχη να αγωνιστεί και στις δύο ομάδες που προανέφερα, ενώνοντας το φανατικό τους κοινό, όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Το σημαντικότερο όλων βέβαια είναι το γεγονός πως αγωνίστηκε στην Αγγλία με τα χρώματα της Μπέρι, δίνοντας όραμα και ελπίδα σε όλα τα νέα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο στην Ινδία για να ακολουθήσουν τα όνειρά τους.

Ο σπουδαίος Ινδός αθλητικογράφος, Μπαρμπάγκ Σαρμάχ έγραψε πρόσφατα για τον Μπουτία: «Ακόμα και μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, συνέχισε να αποτελεί μια κυριαρχική φιγούρα για το ποδόσφαιρο της Ινδίας. Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε λατρεύοντας τον. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα παιδιά ξεκίνησαν να κλωτσάνε μια μπάλα, βλέποντας τις επιτυχίες του. Το σημαντικότερο πράγμα που έκανε ήταν να εμπνεύσει ένα έθνος να ασχοληθεί πραγματικά με το ποδόσφαιρο. Το άλλο -και ακόμα πιο σημαντικό- ήταν να σπάσει τα δεσμά για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές και να ακολουθήσει μια ξεκάθαρα δική του διαδρομή, ανοίγοντας το δρόμο για ακόμα πιο σημαντικά πράγματα, δείχνοντας σε ολόκληρο τον πλανήτη πως υπάρχει ποδόσφαιρο και στην δική του χώρα».

Τον Μπουτία τον έφερε στη Μπέρι, στην Φούτμπολ Λιγκ, το ’99 ο Νιλ Γουόρνοκ, κάνοντας τον τον πρώτο Ινδό ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε στην Ευρώπη (και την Αγγλία) μετά τον σπουδαίο Μοχάμεντ Σαλίμ, πίσω στο μακρινό 1936. Γνωστός και ως «ο ξυπόλητος ποδοσφαιριστής». Ο Μπουτία ήταν για πολλά χρόνια το κεντρικό πρόσωπο της Nike και της Adidas, στην Ινδία, κερδίζοντας πολλά εκατομμύρια. Βέβαια η δόξα και τα χρήματα δεν μπόρεσαν ποτέ να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του, τις αξίες του και τα ιδανικά του, πιστεύοντας πάντα σε ένα καλύτερο κόσμο. Όπως είχε μάθει δηλαδή από τα παιδικά του χρόνια, ζώντας φτωχικά και κλωτσώντας φθαρμένες μπάλες στο χωριό του, στο Σικκίμ στα ανατολικά Ιμαλάια. Μια απ’ τις πιο σημαντικές στιγμές του θα είναι πάντα η άρνηση του να τρέξει με την Ολυμπιακή Φλόγα στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου το 2008, διαμαρτυρόμενος, και βάζοντας ασπίδα υπεράσπισης για την Ελευθερία του Θιβέτ. Βέβαια ο κόσμος του ποδοσφαίρου θα τον θυμάται πάντα ως τον άνθρωπο που άνοιξε τον δρόμο, και έσπασε τα στερεότυπα, για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές στο να κάνουν μια καριέρα στην Ευρώπη, παίρνοντας -επιτέλους- ίσες ευκαιρίες με όλους τους άλλους και αποβάλλοντας από πάνω τους αυτό τον «ποδοσφαιρικό ρατσισμό».

Θυμάμαι τον προπονητή της Λιντς, Τζορτζ Γκρέιαμ, να δηλώνει, εκείνη την περίοδο: «Η Λίβερπουλ μπορεί να έχει τον Μάικλ Όουεν αλλά και εμείς έχουμε τον Χάρπαλ Σινγκ» για τον 20χρόνο ταλαντούχο επιθετικό του, που τελικά δεν μπόρεσε να καθιερωθεί. Ήταν η εποχή που οι Ινδοί δεν έφταναν στην Αγγλία για να παίξουν κρίκετ, αλλά και ποδόσφαιρο. Tελικά ο Σινγκ δεν μπόρεσε να καθιερωθεί στα «παγώνια» και λίγο καιρό αργότερα, έγινε και αυτός παίκτης της Μπέρι, δίπλα στον μέντορά του. Ήταν μια εξαιρετική περίοδος για αρκετούς Ινδούς ποδοσφαιριστές, μιας και το αγγλικό ποδόσφαιρο έδωσε το πράσινο φως σε πολλούς να δοκιμαστούν, μπας και μπορέσουν να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Ο Αιβάρ Ουντίν βρέθηκε στην Γουέστ Χαμ, ο Μάικλ Τσόπρα στην Νιούκαστλ, ο Αμρίτ Σίντμπου στην Ντέρμπι, ο Ναβίν Σαρόγια στην Μπρέντφορντ και ο Ραβίντρα Μαθάρου επίσης στη Λιντς. Όλα αυτά δεν λένε -σχεδόν- τίποτα στην μεγαλύτερη μερίδα των ποδοσφαιρόφιλων, και το ταλέντο όλων των παραπάνω  -για να είμαι ειλικρινής- δεν ήταν τόσο μεγάλο για να σταθούν στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και της Τσάμπιονσιπ, αλλά στα μάτια εκατομμυρίων Ινδών ήταν μια μεγάλη νίκη. Μια νίκη ισότητας. Επιτέλους μπορούσαν και αυτοί να δοκιμαστούν σε ένα επαγγελματικό χώρο με πολλά φώτα. Ο τοίχος είχε πλέον γκρεμιστεί και η λέξη ευκαιρία υπήρχε πλέον στα στόματα όλων των παιδιών που κλωτσούσαν μια μπάλα κάπου στην Ινδία. Όπως δηλαδή συνέβαινε με τα περισσότερα μέρη αυτού εδώ του κόσμου. Επιτέλους το όραμα που είχε ο Μαχάτμα Γκάντι για την ισότητα και την ελευθερία, και μέσα απ’ το ποδόσφαιρο- αποκτούσε σάρκα και οστά, έστω και μετά από πολλά χρόνια.

Ο Γκάντι είχε βρεθεί ως ασκούμενος δικηγόρος στην Νότια Αφρική το 1893 σε μια περίοδο που το ποδόσφαιρο είχε αρχίσει να γίνεται ευρέως γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκεί ανακάλυψε την δύναμη αυτού του νέου σπορ και το πώς (και πόσο) μπορούσε να επιδράσει θετικά στις μάζες. Μέσω αυτού του υπέροχου σπορ, ο σπουδαίος Ινδός ακτιβιστής, επαναστάτης και πολιτικός κατάφερε να φέρει πολύ κοντά μια διχασμένη από τον ρατσισμό μερίδα του κόσμου. Λευκούς και μαύρους. Για την ιστορία ο Γκάντι είχε δημιουργήσει την πρώτη ερασιτεχνική ομάδα ποδοσφαίρου από μη-λευκούς. Μια νίκη κατά του ρατσισμού, πολύ πριν απογειωθεί η μάχη κατά του Απαρτχάιντ από τον Νέλσον Μαντέλα. Αν και όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, ήταν ένας κάκιστος παίκτης, όσες φορές τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να παίξει, έβλεπε στο ποδόσφαιρο αυτό που οι περισσότεροι θεωρητικοί της εποχής αδυνατούσαν να δουν. Την δύναμη που αυτό είχε. Την επίδρασή του στην κοινωνία, φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά, ασχέτως χρώματος, θρησκείας και κοινωνικού-οικονομικού επιπέδου του καθενός. Βοήθησε μάλιστα να στηθούν τρεις ομάδες, στο Ντούρμπαν, στην Πρετόρια και φυσικά στο Γιοχανεσμπουργκ διαδίδοντας ένα άθλημα που μπορεί να μην γνώριζε καλά, αλλά έβλεπε σε αυτό, όλα τα καλά που μπορούσε να προσφέρει στην κοινωνία.

Το ποδόσφαιρο μπορεί να προσφέρει ένα μέσο για κοινωνικό διάλογο, όταν κάποιος νιώθει να απειλείται κάθε μορφή -και έννοια- δημοκρατίας και ισότητας. Ο Γκάντι -μέσω και του ποδοσφαίρου- ήταν ο πρώτος άνθρωπος της πολιτικής που μπόρεσε να αναγνωρίσει τον σημαντικό ρόλο που μπορούσε να διαδραματίσει το ποδόσφαιρο. Ένα σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της ηθικής των μαζών, προωθώντας πάνω απ’ όλα την ισότητα και την ομαδικότητα του πνεύματος των παικτών και κατ’ επέκταση των θεατών. Ο Γκάντι έβλεπε το ποδόσφαιρο ως ένα σπουδαίο λαϊκό φαινόμενο (όπως και είναι) με τεράστιες δυνατότητες στο να κάνει τον κόσμο καλύτερο, προσφέροντας σε όλους όσους ασχολούνται με αυτό, την πνευματική διαύγεια για να κατανοήσουν καλύτερα το γενικό ομαδικό πνεύμα της κοινωνίας, την αγάπη προς τον πλησίον και φυσικά την αίσθηση της αλληλεγγύης, πράγματα δηλαδή που χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι για να γίνονται ολοένα και καλύτεροι. Πράγματα που ευτυχώς για όλο τον κόσμο κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει στην ανθρωπότητα και να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Πράγματα που δυστυχώς στις εποχές που ζούμε, αυτοί που ηγούνται του ποδοσφαίρου αλλά πάνω απ’ όλα αυτοί που ηγούνται των εθνών δεν μπορούν -ή δεν θέλουν- να κατανοήσουν, κάνοντας τον κόσμο καλύτερο.

Δικτάτορες, βουντού και σκάνδαλα: Η Αϊτή στο Μουντιάλ του 1974

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1971 ο πρόεδρος της Αϊτής επί 14 χρόνια, Φρανσουά Ντουβαλιέ, γνωστότερος ως Πάπα Ντοκ πεθαίνει. Μια από αυτές τις φιγούρες που όταν από την άνεση του σπιτιού σου διαβάζεις τα πεπραγμένα τους, μπορεί να βρεις φολκλορικές με τη γραφικότητά τους (όπως για παράδειγμα όταν ο Πάπα Ντοκ διέταξε να θανατωθούν όλα τα μαύρα σκυλιά στη χώρα γιατί πίστεψε ότι μεγάλος του εχθρός είχε μεταμορφωθεί σε τέτοιο για να σωθεί από τον ίδιο), αλλά μετά αναλογίζεσαι τι πέρασε ο κόσμος και το ξανασκέφτεσαι. Ο Ντουβαλιέ, που μεταξύ άλλων υποστήριζε ότι ο JFK σκοτώθηκε επειδή ο ίδιος τον είχε καταραστεί (μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την Αϊτή) ευθύνεται για τους θανάτους και βασανισμούς πολλών ανθρώπων, ειδικά από την Τοντόν Μακούτ, την παραστρατιωτική του ομάδα.

Με το θάνατο του Πάπα Ντοκ, δεν είχαμε εκλογές. Τι να τις κάνεις άλλωστε, όταν μόλις το 1961 ο Πάπα είχε σαρώσει (με τη λεπτομέρεια ότι ήταν ο μοναδικός υποψήφιος) με 100%. Ναι καλά διαβάσετε. Μερικά χρόνια αργότερα άλλαξε το Σύνταγμα για πολλοστή φορά και με δημοψήφισμα ανακηρύχθηκε ισόβιος πρόεδρος. Εκεί μέτρησε μερικές απώλειες, καθώς πήρε το 99,9%. Σύμφωνα με την ιστορία, τα ψηφοδέλτια είχαν μόνο ΝΑΙ, ενώ δεν υπήρχε και περιορισμός στο πόσες φορές μπορούσε να ψηφίσει κάποιος. Για να μην σας κουράζω με άλλα τέτοια και να μπούμε στο θέμα μας, την εξουσία ανέλαβε ο γιος του, Ζαν-Κλωντ Ντουβαλιέ ή αλλιώς Μπέιμπι Ντοκ. Ο πιο νέος αρχηγός κράτους στον κόσμο, μόλις στα 20 του, ήταν ένα παλικαράκι που το μόνο που έκανε ήταν να ξοδεύει χρήματα και να ζει τη μεγάλη ζωή, την ώρα που ο κόσμος στη χώρα δεινοπαθούσε.


Baby Doc και Papa Doc

Παρ’ ότι σε γενικές γραμμές είχε αφήσει τη διακυβέρνηση σε διάφορους συμβούλους, ο Μπέιμπι Ντοκ προσπάθησε να φτιάξει το προφίλ της χώρας κάπως, απελευθερώνοντας ορισμένους πολιτικούς κρατούμενους και κάνοντας κάποιες πολύ βασικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να μειώσει τη διεθνή κατακραυγή και κυρίως να μπορέσει να διεκδικήσει οικονομική βοήθεια από άλλες χώρες (ώστε έχει χρήματα να σκορπά, μια που ο γάμος του στοίχισε μόλις 2 εκατομμύρια δολάρια). Ανάμεσα σε όλα αυτά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοια καθεστώτα, στόχος του ήταν να κάνει την Αϊτή γνωστή στον κόσμο αθλητικά και να δώσει έτσι χαρά στο λαό του.

Ο Ντουβαλιέ τζούνιορ άρχισε να μοιράζει αρκετά χρήματα στην Π.Ο. της χώρας και ταυτόχρονα ανακαίνισε το στάδιo Σίλβιο Κατόρ και διοργάνωσε το πρωτάθλημα της CONCACAF του 1973. Έπαθλό του, ένα εισιτήριο για το Μουντιάλ του 1974. Ο Μπέιμπι Ντοκ ήταν κάτι σαν ιδιοκτήτης της εθνικής ομάδας. Αυτός έκανε κουμάντο στα πάντα και συχνά παρακολουθούσε μέχρι και τις προπονήσεις. Ο γιος ήθελε να κάνει πραγματικότητα το όνειρο του μπαμπά. Βλέπετε, μόλις τέσσερα χρόνια πριν, η Αϊτή έχασε την τελευταία στιγμή την πρόκριση από το Ελ Σαλβαδόρ που είχε ήδη προκαλέσει έναν… πόλεμο με την Ονδούρα εξαιτίας των παιχνιδιών τους στα ημιτελικά. Η Αϊτή ηττήθηκε εντός 1-2, αλλά πήγε στη ρεβάνς και νίκησε με 0-3. Δυστυχώς για τους Αϊτινούς, τα γκολ δεν μετρούσαν και έγινε τρίτο παιχνίδι, αυτή τη φορά στην ουδέτερη Τζαμάικα. Εκεί, το Ελ Σαλβαδόρ νίκησε με 1-0 στην παράταση και πήγε στο Μουντιάλ που έγινε στο Μεξικό.

Καλτίλα από το Αϊτή-Γουατεμάλα 2-1

Σε μια καυτή ατμόσφαιρα στο ανακαινισμένο στάδιο, η Αϊτή, το Τρινιντάντ (και Τομπάγκο), το Μεξικό, η Ονδούρα, η Γουατεμάλα και οι Ολλανδικές Αντίλες έδωσαν τη μάχη για το ένα εισιτήριο μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, με αντικείμενα να ίπτανται και αντιπάλους παίκτες να απειλούνται. Μέσα στη γραφικότητα, υπήρχαν και οι καταγγελίες για τη χρήση ενός εθνικού προϊόντος της χώρας, του βουντού. Δεν κάνουμε πλάκα, αρκετοί αντίπαλοι υποστήριξαν ότι είχαν γίνει τελετές βουντού και είχαν πέσει θύματα κατάρας από τους Αϊτινούς, καθώς στις εξέδρες υπήρχαν κυρίες που έκαναν μάγια. Ο Μπέιμπι Ντοκ πάντως δεν είχε μείνει στα μεταφυσικά, αλλά το έδεσε και… φυσικά, με την παραδοσιακή βοήθεια από τη διαιτησία. Ο αστικός μύθος λέει ότι στο παιχνίδι με το Τρινιντάντ Τομπάγκο, ακυρώθηκαν πέντε (ή τέσσερα ανάλογα με τη διήγηση) γκολ των φιλοξενούμενων και δεν τους δόθηκαν δύο πέναλτι. Σε αυτές τις ιστορίες πάντα υπάρχει η υπερβολή, αλλά και το… 25% αυτών να ισχύει το τελικό 2-1 υπέρ της Αϊτής θα έπρεπε να είχε αλλάξει. Οι παίκτες του Τρινιντάντ περίμεναν την Π.Ο. της χώρας να κάνει έφεση για το αποτέλεσμα, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Ο γραμματέας όμως Τζακ Γουόρνερ περιέργως δεν έκανε τίποτα. Κι αν το όνομα σας θυμίζει κάτι, καλά κάνει. Κατά διαβολική σύμπτωση, ο Γουόρνερ έκανε καριέρα, κατάφερε κι έγινε αντιπρόεδρος στη FIFA και τελικά το 2015 ήταν ανάμεσα σε αυτούς που κατηγορήθηκε για δωροληψία, με ένα ποσό στα 10 εκατομμύρια δολάρια. Όλοι από κάπου πρέπει να ξεκινούν κι ο Γουόρνερ από το 1973 προχώρησε πολύ. Τόσο, ώστε να δώσει γραφικές στιγμές επιπέδου Τσακ Μπλέιζερ, όταν τα έβαλε με τον Τζον Όλιβερ και είχαμε αυτό το αποτέλεσμα:

Ο Τζακ Γουόρνερ κι ο Τζον Όλιβερ σε μια μάχη με πολλή μουσική και φωτιά

Έτσι λοιπόν, ο Γουόρνερ δεν έκανε κάτι και παρ’ ότι το Μεξικό διαμαρτυρήθηκε έντονα, τίποτα δεν άλλαξε και το παιχνίδι μέτρησε υπέρ της Αϊτής. Μετά από κάθε νίκη της Αϊτής, ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους και διοργάνωνε καρναβάλια, η χώρα ζούσε μια τρέλα για το όνειρο. Πριν το κρίσιμο ματς με τη Γουατεμάλα, ο Ντουβαλιέ είχε κλειδωθεί μέσα στα αποδυτήρια με τους παίκτες και τους έβγαζε εμψυχωτικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, σε κάθε εξέδρα υπήρχαν… ανιματέρ (για να το πούμε ευγενικά) που ανάγκαζαν τον κόσμο να ουρλιάζει για την ομάδα. Η Αϊτή τερμάτισε τελικά με 8 βαθμούς πρώτη, μπροστά από το Μεξικό και το Τρίνινταντ και πήρε το εισιτήριο για το Μουντιάλ. Όλη η χώρα πανηγύριζε στους δρόμους την τεράστια επιτυχία. Κατά σύμπτωση, ο διαιτητής κι ο επόπτης του αγώνα με το Τρινιντάντ τιμωρήθηκαν μετά από ένα χρόνο με ισόβιο αποκλεισμό από τη ΦΙΦΑ.

Η Αϊτή κέρδισε το εισιτήριο και ταξίδεψε στα γήπεδα της Γερμανίας σε έναν όμιλο με Ιταλία, Αργεντινή και την Πολωνία, με ελάχιστες πιθανότητες για κάτι καλό. Η πρεμιέρα ήταν στις 15 Ιουνίου του 1974 στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου απέναντι στην Ιταλία, τη βασίλισσα της άμυνας και με έναν Ντίνο Τζοφ να έχει σπάσει το ρεκόρ ανέπαφης εστίας με 12 αγώνες. Οι Αϊτινοί δέχτηκαν την πίεση των Ιταλών, αλλά ο τερματοφύλακάς τους Φρανκιγιόν είχε κατεβάσει τα ρολά. Το 0-0 στο ημίχρονο ήταν άθλος, αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα πιο απίστευτη. Στο 46′ ο πιτσιρικάς Εμανουέλ Σανόν έφυγε σφαίρα στην αντεπίθεση, ντρίμπλαρε και τον Τζοφ, άνοιξε το σκορ και έσπασε το ρεκόρ των 1.143 λεπτών. Ήταν μία απίστευτη στιγμή στα χρονικά του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και φυσικά στην Αϊτή έγινε χαμός, όπου υπήρχαν τηλεοράσεις και οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί.

Το όνειρο όμως έσβησε γρήγορα, καθώς οι Ιταλοί πείσμωσαν και τελικά επέβαλαν την ανωτερότητά τους κερδίζοντας με 3-1. Ακόμα κι αυτό το σκορ όμως, ήταν σαν νίκη για τους Αϊτινούς. Δυστυχώς, η συνέχεια δεν ήταν εξίσου καλή. Ο Σανόν κλήθηκε για έλεγχο ντόπινγκ και μαζί του κι ο κοκκινομάλλης μιγάς αμυντικός Ερνστ Ζαν-Ζοζέφ, ένας από τους ελάχιστους ποιοτικούς παίκτες της Αϊτής. Δύο ημέρες αργότερα, ο Ζαν-Ζοζέφ έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία των Μουντιάλ που πιάστηκε ντοπέ. Αμέσως, ο Αϊτινός αμυντικός βγήκε και δήλωσε ότι παίρνει ένα φάρμακο για το άσθμα και ότι δεν ήξερε ότι ήταν απαγορευμένο γιατί ο γιατρός της ομάδας δεν τον είχε ενημερώσει. Προς έκπληξη πολλών, ο γιατρός της Αϊτής διέψευσε τον παίκτη του με το χειρότερο τρόπο. Διέψευσε ότι γνώριζε κάτι, ότι δεν έχει άσθμα και υποστήριξε ότι όλα αυτά είναι προφάσεις και ότι είναι φανερό ότι ο παίκτης πήρε την ουσία για να ντοπαριστεί. Έκλεισε μάλιστα με το «το παιδί δεν έχει την πνευματική ικανότητα να καταλαβαίνει τι λέει και τι κάνει». Ο Ζαν-Ζοζέφ έμεινε ξεκρέμαστος.


Τρίτος από αριστερά ο Ζαν-Ζοζέφ

Την επόμενη μέρα αξιωματούχοι της Αϊτής πήραν σηκωτό τον Ζαν-Ζοζέφ από το λόμπι του ξενοδοχείου και μπροστά στα έκπληκτα μάτια όσον βρίσκονταν εκεί, τον ξυλοφόρτωσαν και τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο. Ο Ζαν-Ζοζέφ εξαφανίστηκε και πολλοί φοβήθηκαν ότι κανείς δεν θα τον έβλεπε ξανά. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Αϊτη έπαιξε το δεύτερο παιχνίδι της στο Μουντιάλ και διασύρθηκε με 7-0 από την Πολωνία. Το όμορφο παραμύθι τελείωσε. Ο Ζαν-Ζοζέφ πήρε τηλέφωνο λίγο πριν το τελευταίο ματς να πει στους φίλους του ότι είναι ζωντανός κι η Αϊτή τελείωσε το Μουντιάλ με μία ακόμα τιμητική ήττα με 3-1 από την Αργεντινή. Σκόρερ και πάλι ο Σανόν που στη συνέχεια έκανε και καριέρα στο Βέλγιο. Πίσω στην πατρίδα του έγινε εθνικός ήρωας και όταν πέθανε από καρκίνο, η κηδεία του μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση και πάνω από 20.000 άνθρωποι έδωσαν το παρόν, με τους συμπαίκτες του να κρατούν το φέρετρο.


Ο Ζαν-Ζοζέφ από την καριέρα του στις ΗΠΑ

Αντίθετα, ο Ζαν-Ζοζέφ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Φήμες λένε ότι ο Μπέιμπι Ντοκ έβαλε και του έσπασαν τα χέρια, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Αναφέρεται επίσης ότι δικάστηκε κρυφά και βασανίστηκε. Ο ποδοσφαιριστής εξαφανίστηκε (πιθανότατα σε κάποια φυλακή) και τελικά εμφανίστηκε δύο χρόνια αργότερα. Ο ίδιος ο παίκτης δεν μίλησε ποτέ ξανά δημόσια, συγγενείς του λένε ότι νιώθει τύψεις για την ντροπή που έφερε στη χώρα του, αλλά κανείς δεν γνωρίζει και την αλήθεια. Η συμπεριφορά των ανθρώπων της εθνικής ήταν τουλάχιστον ύποπτη στο τι πραγματικά έγινε και οι ευθύνες πήγαν αποκλειστικά στον άτυχο παίκτη. Ήταν όντως ντοπαρισμένος με σχέδιο της χώρας; Ήταν μία αβλεψία του γιατρού που φρόντισε να καλύψει τον εαυτό του; Κάποιοι λένε ότι ο Ζαν-Ζοζέφ γλίτωσε τον θάνατο επειδή τον συμπαθούσε ο Μπέιμπι Ντοκ. Κάποιοι ότι επειδή δεν είχε άλλους καλούς παίκτες η εθνική. Ο αμυντικός επέστρεψε και στην εθνική και έπαιξε στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, ενώ το τελευταίο του διεθνές ματς ήταν το 1980 απέναντι στις Ολλανδικές Αντίλες. Το καλό είναι ο Ζαν-Ζοζέφ δεν είχε την τύχη του Τζο Γκαετιένς, του ιστορικού σκόρερ σε μια άλλη ιστορική έκπληξη Μουντιάλ μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, που απ’ ό,τι λέγεται έπεσε θύμα του Πάπα Ντοκ μερικά χρόνια πιο πριν. Η ιστορία της Αϊτής των 70s είναι μια από τις πιο περίεργες, γεμάτη μυστήριο, βουντού και αρκετά σκάνδαλα.

Όταν η Μπαρτσελόνα έμαθε τον Ρικέλμε

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν καλοκαίρι του 1999 όταν ένα φαινομενικά αδιάφορο φιλικό έλαβε χώρα στην Ισπανία. Η εταιρεία αθλητικών ειδών που έντυνε την Μπαρτσελόνα και την Μπόκα Τζούνιορς αποφάσισε να διοργανώσει ένα φιλικό που το ονόμασε “κύπελλο των πρωταθλητών”. Οι Καταλανοί και οι Αργεντίνοι είχαν κατακτήσει τα πρωταθλήματα στις χώρες τους και ήταν μια καλή ευκαιρία να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους. Οι ομάδες της Λατινικής Αμερικής ήταν πολύ πιο ισχυρές τότε, καθώς δεν φυλλορροούσαν όπως τώρα που χάνουν τους παίκτες τους από τα 16, ενώ τα οικονομικά μεγέθη στην Ευρώπη δεν είχαν ξεφύγει.

Έτσι λοιπόν, στις 11 Αυγούστου του 1999 οι δυο πρωταθλητές έπαιξαν στο Αλικάντε, έναν αρκετά θερινό ισπανικό προορισμό. Οι δυο σπουδαίοι προπονητές τους, Λουίς φαν Χάαλ και Κάρλος Μπιάνκι, δεν φάνηκε να θεωρούν το διακύβευμα ιδιαίτερα σημαντικό και κράτησαν αρκετούς βασικούς παίκτες στον πάγκο. Η Μπόκα είχε ξεκινήσει μόλις τρεις μέρες πριν τις υποχρεώσεις της για την Απερτούρα με έναν θρίαμβο επί της Ιντεπεντιέντε, ενώ το κλίμα δεν ήταν και τόσο καλό καθώς ο πρόεδρος Μαουρίσιο Μάκρι (και σημερινός πρόεδρος της χώρας) στην προσπάθειά του να κάνει περικοπές, ζήτησε μειώσεις στα συμβόλαια των παικτών μέχρι και 40%.

Το ματς είχε αρκετές ιδιαιτερότητες καθώς στις δυο ενδεκάδες είχαμε 4 δίδυμα αδέρφια. Τους Ρόναλντ και Φρανκ ντε Μπουρ για τους Ισπανούς και τους Γκουστάβο και Γκιγιέρμο Μπάρος Σκελότο για τους Αργεντίνους, στατιστικό που δύσκολα συναντά κανείς. Το ακόμα πιο ενδιαφέρον ήταν ότι ο φαν Γκάαλ βρισκόταν μεν στον πάγκο, αλλά σαν παρατηρητής, καθώς τις οδηγίες έδινε ο βοηθός του Ζοσέ Μουρίνιο στο πιθανότατα πρώτο παιχνίδι που κοουτσάρισε την Μπάρτσα (το ίδιο έγινε και στο Κόπα Καταλούνια μερικούς μήνες αργότερα). Πέρα από αυτά όμως, το παιχνίδι θα το είχαμε ξεχάσει εύκολα και δεν θα το θυμόμασταν καλοκαιριάτικα, αν ο αρκετά βαρετός και ράθυμος ρυθμός του δεν άλλαζε πολύ σύντομα. Στα πρώτα λεπτά, ατραξιόν ήταν ο Γουίνστον Μπογκάρντε που το είχε πάρει στο χαβαλέ και έκανε σόλο κατεβάζοντας την μπάλα, κάνοντας προσποιήσεις και ντρίμπλες, δοκίμαζε μαγικές πάσες και το κοινό του Αλικάντε είχε αρχίσει τα “όλε, όλε”.

Δυστυχώς δεν βρέθηκε φωτογραφία από εκείνο το ματς, αλλά και από αυτή καταλαβαίνετε πάνω κάτω

Εκτός από τους αρκετούς Αργεντίνους στις εξέδρες, αυτό δεν άρεσε και σε ορισμένους παίκτες της Μπόκα. Ένας από αυτούς ήταν κι ο φορ της Αντόνιο “Τσίπι” Μπαρίχο που έμοιαζε περισσότερο με μέλος συμμορίας και λιγότερο με διάσημο ποδοσφαιριστή. Ο Μπαρίχο δεν είχε συμπαθήσει ιδιαίτερα τον Ολλανδό, καθώς ο Μπογκάρντε εμφανίστηκε στο γήπεδο σαν σούπερ σταρ του χιπ χοπ. Ο Τσίπι (όνομα και πράμα όπως θα δούμε) αποφάσισε να πάρει την εκδίκησή του. “Ήταν μέσα στο χρυσάφι, έλαμπε. Στο λαιμό του πρέπει να είχε κρεμασμένες καμιά τριανταριά αλυσίδες. Σε κάποια φάση μου κάνουν μια σέντρα, πηδάω για κεφαλιά και μπαίνω με δύναμη στη διεκδίκηση. Πηγαίνω το χέρι μου στο λαιμό του και τραβάω την αλυσίδα, τη βγάζω και πέφτει κάτω. Άστραφτε στο κέντρο του γηπέδου. Δεν πήρε χαμπάρι. Την πήρα στα χέρια μου και την πήγα στον πάγκο μας. Φορούσε τόσες αλυσίδες που δεν το κατάλαβε“, δήλωσε ο Αργεντίνος φορ αρκετά χρόνια αργότερα. Ο Μπαρίχο όμως, εκτός από πορτοφολάς, ήταν και καλός παίκτης και ουσιαστικά έβαλε φωτιά στο ματς. Στο 17′ πήρε την μπάλα έξω από την περιοχή και εν στάσει, έπιασε ένα καταπληκτικό τεχνικό σουτ που κρέμασε τον Αρνάου. Η μπάλα χτύπησε στο οριζόντιο δοκάρι, στο κάθετο δοκάρι και τελικά στο έδαφος. Προς έκπληξη όλων, ο επόπτης έδειξε γκολ παρ’ ότι η μπάλα δεν είχε περάσει τη γραμμή και η Μπόκα πήρε άδικα το προβάδισμα. Οι έξαλλες διαμαρτυρίες του Φιλίπ Κοκού δεν είχαν αποτέλεσμα.

Στην μπάλα αρκεί πολλές φορές ένα γεγονός για να δυναμιτίσει ένα ματς, ακόμα κι αν είναι αδιάφορο. Ακόμα και στην αλάνα με τους φίλους. Το γκολ του Μπαρίχο ήταν αυτό που ξύπνησε τους παίκτες. Η Μπάρτσα άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο και να πιέζει, η Μπόκα να παίζει πιο δυνατά και σκληρά και οι ομάδες να ξεχνούν ότι τους περιμένουν κανονικές υποχρεώσεις (ο φαν Χάαλ ήθελε να ξεκουράσει παίκτες για το Σούπερ Καπ με τη Βαλένθια, ενώ η Μπόκα μετά από ένα ακόμα μεγάλο ταξίδι θα έπαιζε ένα ακόμα ντέρμπι για τη 2η αγωνιστική). Η μπάλα είναι μπάλα όμως κι όταν μιλάμε για πρωταθλήτριες ομάδες, καμιά φορά το γόητρο παίζει σημαντικό ρόλο. Οι Καταλανοί πίεσαν, έκαναν κάποιες φάσεις, αλλά ο Όσκαρ Κόρντομπα έκανε μια μεγάλη απόκρουση σε σουτ του Κοκού. Απόρροια του παιχνιδιού που είχε γίνει σκληρό, ήταν κι ο τραυματισμός του Σιμάο Σαμπρόσα στο τέλος του ημιχρόνου. Ο Μουρίνιο/φαν Χάαλ πέρασε μέσα τον Λουίς Φίγκο.

Στο 57′ η Μπόκα σημείωσε ένα ακόμα γκολ μετά από φάουλ του Λα Πάλια. Το 0-2 ήταν αρκετά βαρύ για να μην αντιδράσουν οι Καταλανοί. Αμέσως έκαναν τρεις αλλαγές και πέρασαν μέσα τους Ζέντεν, Κλάιφερτ και Λιτμάνεν. Δεν υπήρχε πλέον “έλα μωρέ φιλικό είναι, ποιος νοιάζεται”. Σχεδόν δύο λεπτά αργότερα, Φίγκο-Κλάιφερτ και Ζέντεν έκρυψαν την μπάλα και η Μπάρτσα μείωσε σε 1-2. Ήταν η σειρά του Μπιάνκι να δείξει ότι το ματς είχε αποκτήσει ενδιαφέρον. Απάντησε κι αυτός με τριπλή αλλαγή, βάζοντας μέσα και τον 21χρονο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε. Οι ομάδες ήταν πλέον σχεδόν πλήρεις. Τα επόμενα λεπτά ήταν γεμάτα με θέαμα που θα ικανοποιούσε το κοινό του Αλικάντε πολύ περισσότερο από τις ντρίμπλες του Μπογκάρντε. Ο Ρικέλμε άγγιζε την μπάλα με τρόπο μαγικό, τη θώπευε κι αυτή τον υπάκουε. Στην Αργεντινή τον ήξεραν, αλλά τότε στα… άγουρα χρόνια του Ίντερνετ δεν ήταν πολλοί οι Ευρωπαίοι που τον είχαν δει. Εκείνο το βράδυ τον έμαθαν.

Στο 66′ μπήκε κι ο Παλέρμο, το παιχνίδι είχε πάρει πλέον φωτιά. Ο Σέρνα μάλωνε με το Φίγκο, ο Ρικέλμε με τον Γκάμπρι, ο Αρουαμπαρένα έκανε τσαλιμάκια στο Φίγκο. Κυρίως όμως όλοι θαύμαζαν τον αγέλαστο 21χρονο, ενώ οι παίκτες της Μπάρτσα προσπαθούσαν να τον σταματήσουν με οποιονδήποτε τρόπο. Ο Ρικέλμε παραλίγο να σκοράρει ο ίδιος με ένα φάουλ, αλλά ήταν λίγο αργότερα όταν άφησε το σημάδι του. Πήρε την μπάλα έξω από την περιοχή της Μπόκα, ανάμεσα σε 2-3 αντιπάλους, την έδωσε όμορφα, απελευθερώθηκε κι η Μπόκα βγήκε στην αντεπίθεση. Ο ίδιος έκανε ένα σπριντ, πήρε την μπάλα καλυπτόμενος και μπήκε από τα δεξιά στη μεγάλη περιοχή. Ο Αρνάου έκανε έξοδο και του έκλεισε κάπως το οπτικό πεδίο. Ο Ρικέλμε σταματά και κρατάει την μπάλα. Οι περισσότεροι σκέφτονται ότι ίσως έχει το τρακ ενός νεαρού και κόλλησε. Η αλήθεια είναι όμως ότι από το μυαλό του περνούν δεκάδες σκέψεις και πιθανές λύσεις, όλες γεμάτες ποδοσφαιρική μαγεία. Την ίδια στιγμή ο Παλέρμο κάνει την κίνηση. Ο Ρικέλμε παίρνει την απόφασή του και σαν παίκτης σνούκερ αγγίζει με το εξωτερικό την μπάλα, της δίνει τα κατάλληλα φάλτσα και ο Παλέρμο τελειώνει τη φάση. Είναι το 1-3. Το γκολ του Φίγκο αργότερα θα γράψει απλά το τελικό 2-3 σε ένα ματς που από βαρεμάρα στον καύσωνα, έγινε κάτι σαν κανονικός τελικός.

Ένα χρόνο αργότερα στο Διηπειρωτικό απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης ο Ρικέλμε βλέπει ξανά την κίνηση του Παλέρμο και του κάνει μια μακρινή μπαλιά ακριβείας, αυτός δεν καταλαβαίνει από το μαρκάρισμα του Γέρεμι και σκοράρει. Η Μπόκα κερδίζει τους Μαδριλένους. Πλέον μαθαίνουν κι οι τελευταίοι Ισπανοί τι εστί Ρικέλμε. Το καλοκαίρι του 2002 μετακομίζει στην Ισπανία και τη Βαρκελώνη. Οι άνθρωποι της Μπάρτσα που τον πρωτοείδαν σε εκείνο το ματς, ξέρουν ότι αγοράζουν έναν κάτοχο Λιμπερταδόρες και Διηπειρωτικού. Περιμένουν πολλά από αυτόν, αλλά τελικά η πορεία του στους μπλαουγκράνα δεν είναι καλή. Αναγκάζεται να μετακομίσει αργότερα στη Βιγιαρεάλ για να δείξει ότι τελικά μπορεί να παίξει καλά και στην Ευρώπη. Κατά σύμπτωση, Μπαρτσελόνα και Μπόκα θα παίξουν 19 χρόνια μετά, απόψε στο κύπελλο Ζοάν Γκαμπέρ ενώ είναι και πάλι πρωταθλήτριες στη χώρα τους, ενώ η Μπόκα έπαιξε όπως και τότε, ήδη μία αγωνιστική στο πρωτάθλημα Αργεντινής. Μια δοκιμή πριν η Μπάρτσα προσπαθήσει να κατακτήσει και φέτος το πρωτάθλημα στην Ισπανία, ενώ η Μπόκα θέλει να επαναλάβει τον θρίαμβό της σε ένα πρωτάθλημα-γίγας με 26 ομάδες. Το ταλέντο πλέον δεν παραμένει το ίδιο στην Μπόκα, οι παίκτες αποχαιρετούν γρήγορα κι η διαφορά δυναμικότητας έχει μεγαλώσει. Στις εξέδρες δύσκολα θα απολαύσουν κάποιον νέο Χουάν Ρομάν.

Η μέρα που πέθανε το joga bonito

  [5 Σχόλια]

Λένε ότι ο πρώτος είναι πρώτος και οι υπόλοιποι δεν είναι τίποτα αλλά έχει αποδειχτεί ότι αυτή η ατάκα δεν λέει πάντα την αλήθεια. Στην ιστορία του παιχνιδιού δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η αίγλη και η γοητεία του χαμένου επισκίασε ακόμα και τη δόξα του νικητή και το Παγκόσμιο Κύπελλο, η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική διοργάνωση του πλανήτη, δεν θα μπορούσε να μην έχει κάποιες τέτοιες ιστορίες. Στα 82 χρόνια ύπαρξης του, το Μουντιάλ έχει να παρουσιάσει μια λίστα χαμένων που σημάδεψαν ένα παιχνίδι, μια διοργάνωση ή ακόμα και μια ολόκληρη εποχή. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν η Ουγγαρία των 50s, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο το 1994, η Ολλανδία των 70s, ο Ζινεντίν Ζιντάν το 2006 και πάνω, ίσως, απ’όλους η Βραζιλία του 1982. Η Βραζιλία του Τέλε Σαντάνα, του Σώκρατες και του Ζίκο.

5 Ιουλίου 1982. Το γήπεδο Σαριά στη Βαρκελώνη, έδρα της Εσπανιόλ εκείνη την εποχή, είναι ασφυκτικά γεμάτο. Περισσότεροι από 45.000 άνθρωποι έχουν στοιβαχτεί για να δούνε ποια θα είναι η ομάδα που θα συμπληρώσει την 4αδα των ημιτελικών. Παρ’όλο που στο γήπεδο μπαίνουν δυο μεγαθήρια του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όλοι γνωρίζουν πως το συγκεκριμένο παιχνίδι έχει ξεκάθαρο φαβορί.

Η Βραζιλία έχει φτάσει εκεί μετρώντας 4 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια. Αλλά τα αποτελέσματα λένε μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Η ‘σελεσάο’ εκείνη δεν έχει καμία σχέση με την ομάδα των προηγούμενων δυο διοργανώσεων, στις οποίες είχαν εμφανιστεί για πρώτη φορά στο παιχνίδι της κάποιες επιρροές από το ευρωπαϊκό στυλ. Η Βραζιλία του 1982 προσπαθεί να επιστρέψει στις ρίζες της, στο παιχνίδι με το οποίο μεγάλωσαν οι προηγούμενες γενιές των βραζιλιάνων, ένα παιχνίδι που σαν πρωταρχικό και βασικό στόχο έχει τη χαρά και τη διασκέδαση.

Εμπνευστής και καθοδηγητής του όλου εγχειρήματος είναι ο προπονητής της. Ο Τέλε Σαντάνα δεν πιστεύει στο δόγμα “νίκη με κάθε κόστος” και στήνει μια εθνική πλήρως εναρμονισμένη στη ρομαντική κοσμοθεωρία του. Δίνει το περιβραχιόνιο του αρχηγού στον αντισυμβατικό, πότη και μανιώδη καπνιστή, Σώκρατες και παρατάσσει μια ομάδα που μπορεί το σύστημα της να μην αποκρυπτογραφείται εύκολα (οι αναλυτές της τακτικής βλέπουν ένα ιδιαίτερο 4-2-2-2, κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν πως ήταν ένα πειραματικό 2-7-1) αλλά η διάθεση της είναι ξεκάθαρη από την αρχή: επίθεση, επίθεση και πάλι επίθεση.

Μια ομάδα γεμάτη απίστευτη ποιότητα στο κέντρο, που μπορούσε να ‘ζωγραφίσει’ απέναντι σε οποιαδήποτε άμυνα, είτε με κάποια γρήγορη ομαδική συνεργασία, είτε με κάποια θεαματική, ατομική έμπνευση. Όμως και μια ομάδα που έχει δυο βασικότατα ελαττώματα: Στην κορυφή και στη βάση της. Ο 31χρονος Πέρες κάτω από τα δοκάρια θεωρείται πολύ λίγος για μια τέτοια διοργάνωση και ο 29χρονος ανεπαρκέστατος Σερτζίνιο βρίσκεται ξαφνικά να φοράει τη βαριά φανέλα με το 9, καθώς τρεις μόλις μέρες πριν το εναρκτήριο ματς τραυματίζεται σοβαρά ο Καρέκα, που προοριζόταν για τη θέση του σέντερ φορ.

Παρά τις δυο σημαντικές αυτές ατέλειες, μπαίνει στο τουρνουά με πατημένο το γκάζι, κερδίζοντας με το ποδόσφαιρο της όχι μόνο τους συμπατριώτες της αλλά και εκατομμύρια θεατές και τηλεθεατές απ’όλο τον κόσμο. Η ‘σελεσάο’ περνάει εύκολα στο δεύτερο γύρο, που τότε περιλάμβανε ένα νέο μοίρασμα σε ομίλους των τριών. Η μοίρα τα φέρνει έτσι που στο Group C βρίσκονται τρία από τα μεγαλύτερα ονόματα του κόσμου: Βραζιλία, Αργεντινή και Ιταλία αναγκάζονται να παλέψουν για μια μόνο θέση στα ημιτελικά.

Οι Βραζιλιάνοι δείχνουν όμως να μην έχουν αντίπαλο. Κερδίζουν με χαρακτηριστική άνεση την Αργεντινή του Κέμπες, του Πασαρέλα και του ανερχόμενου Μαραντόνα, με 3-1 και στέλνουν το μήνυμα σε όλους πως είναι αποφασισμένοι να συνδυάσουν το όμορφο ποδόσφαιρο με το κύπελλο, όπως ακριβώς είχε κάνει η παρέα του Πελέ 12 χρόνια πριν στο Μεξικό. Το μόνο που χρειάζονται στο τελευταίο ματς των ομίλων για να βρεθούν απέναντι στην αδύναμη Πολωνία στους ΄4′, είναι μια ισοπαλία.

Απέναντι στους εντυπωσιακούς και τρομακτικούς Βραζιλιάνους (“Δεν έδειχναν απ’αυτόν τον πλανήτη, ήταν σίγουρα η καλύτερη ομάδα που έχω δει” παραδέχτηκε λίγα χρόνια μετά ο Ρόσι) υπάρχει ένα σύνολο που ακόμα ψάχνει τα πατήματα του. Η Ιταλία φτάνει σ’εκείνον τον πρόωρο ‘τελικό’ με τον πιο ιταλικό τρόπο που υπάρχει. Τρεις ισοπαλίες στα ισάριθμα βατά παιχνίδια του πρώτου ομίλου, πρόκριση ουσιαστικά χάρη στην τύχη (αφού το ισόβαθμο Καμερούν είχε απλά πετύχει ένα γκολ λιγότερο) και αμέτρητη γκρίνια: Για τον προπονητή, για το σύστημα, για τις επιλογές των παικτών, για τα πάντα.

Στο επίκεντρο της κουβέντας βρίσκεται ο Πάολο Ρόσι. Ο 26χρονος επιθετικός της Γιουβέντους είχε μπλεχτεί το 1980 στο σκάνδαλο “Totonero”, που αφορούσε στημένα παιχνίδια, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τιμωρηθεί με 3 χρόνια αποκλεισμό από τα γήπεδα. Λίγους μήνες πριν το Μουντιάλ όμως η ποινή μειώθηκε και ο Ρόσι όχι μόνο πρόλαβε να παίξει στα τελευταία ματς της Γιουβέντους εκείνης της σεζόν αλλά κλήθηκε και στην αποστολή της εθνικής για το Μουντιάλ. Η επιλογή του προκάλεσε κύμα αντιδράσεων, αφού ουσιαστικά ο επιθετικός προερχόταν από δίχρονη απραγία, αλλά ο προπονητής Έντσο Μπεαρζότ πίστευε πολύ στην ικανότητα του να δημιουργεί κινδύνους από το πουθενά και να τελειώνει φάσεις αποτελεσματικά.

Παρά τη στήριξη του Μπεαρζότ όμως, ο Ρόσι αποδείχτηκε πλήρως ανέτοιμος στα πρώτα ματς της διοργάνωσης, στα οποία ούτε σκόραρε, ούτε βοήθησε δημιουργικά. Ένας δημοσιογράφος τον αποκάλεσε “φάντασμα που περιπλανιέται άσκοπα στο γήπεδο”. Η κόντρα των Ιταλών ρεπόρτερ με τον προπονητή έφτασε σε τέτοιο σημείο που ο Μπεαρζότ σταμάτησε να δίνει συνεντεύξεις από ένα σημείο και μετά. Η νίκη επί της Αργεντινής με 2-1 στον δεύτερο γύρο έδωσε στην Ιταλία την ψυχολογική ώθηση που χρειαζόταν αλλά το γεγονός ότι οι Βραζιλιάνοι είχαν κερδίσει με 3-1 σήμαινε πως στο τελευταίο παιχνίδι η ‘Σκουάντρα Ατζούρα’ δεν βολευόταν με την ισοπαλία.

Κάπως έτσι, στο χόρτο του γηπέδου της Βαρκελώνης παρατάχθηκαν δυο πολύ διαφορετικές σχολές του ποδοσφαίρου, σ’ένα ματς που όλοι καταλάβαιναν πως είναι σημαντικό αλλά πιθανόν κανένας δεν γνώριζε πόσο καθοριστικό θα αποδεικνυόταν για το μέλλον όχι μόνο της διοργάνωσης αλλά και του ποδοσφαίρου γενικότερα.

Οι Βραζιλιάνοι μπήκαν στο παιχνίδι με μια αύρα ανωτερότητας και μια μικρή δόση υπεροψίας που σίγουρα στους μεγαλύτερους θα θύμισε το πατατράκ του 1950 απέναντι στην Ουρουγουάη, όταν και πάλι τους αρκούσε η ισοπαλία. Χρειάστηκαν όμως μόνο 5 λεπτά για να προσγειωθούν στην πραγματικότητα. Σέντρα από τα αριστερά, καρφωτή κεφαλιά του Ρόσι, που είχε τρυπώσει κρυφά στη μικρή περιοχή, 0-1. Μετά από τέσσερα στείρα 90λεπτα, ο Πάολο Ρόσι δήλωνε παρών στο κατάλληλο μέρος, την κατάλληλη στιγμή.

Ο αιφνιδιασμός των νοτιοαμερικάνων δεν κράτησε πολύ. Το μήνυμα από τον πάγκο της Βραζιλίας ήταν σαφές: Παίζουμε κανονικά το παιχνίδι μας, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που η ‘σελεσάο’ έμενε πίσω στο σκορ. Είχε συμβεί και στα δυο πρώτα ματς της διοργάνωσης, με τη Σοβιετική Ένωση και τη Σκωτία. Η απάντηση έρχεται γρήγορα και είναι πλήρως αντιπροσωπευτική του joga bonito εκείνης της ομάδας. Ζίκο και Σώκρατες κρύβουν τη μπάλα στα δεξιά και όταν ο Ντίνο Τζοφ τη βλέπει, είναι ήδη στα δίχτυα του. 1-1 μόλις στο 12′.

Η Ιταλία όμως δεν καταρρέει. Πριν καν συμπληρωθεί μισή ώρα αγώνα, ο Ρόσι εκμεταλλεύεται μια λάθος πάσα στο κέντρο της άμυνας της Βραζιλίας, βγαίνει απέναντι στον Πέρες και ευστοχεί ξανά, θυμίζοντας επιτέλους τον επιθετικό που είχε βάλει 52 γκολ στο Καμπιονάτο τα 3 τελευταία χρόνια πριν την τιμωρία του. Στην πλευρά των Βραζιλιάνων εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα ανησυχίας και εκνευρισμού. Στο ημίχρονο στα αποδυτήρια ο Σερέζο που έκανε τη λάθος πάσα ξεσπάει σε κλάματα από τα νεύρα του. Ο Σώκρατες τον παρηγορεί και μαζί με τον Σαντάνα πείθουν τους πάντες ότι η πρόκριση παραμένει στο χέρι τους, αν παίξουν όπως ξέρουν.

Η Βραζιλία επιτίθεται από παντού στην επανάληψη αλλά η Ιταλία αντέχει. Η προσωρινή λύτρωση για τους λατινοαμερικάνους έρχεται στο 68′ όταν ο Φαλκάο βρίσκει λίγο ελεύθερο χώρο στο ύψος της μεγάλης περιοχής και με δυνατό σουτ ισοφαρίζει. Η κανονικότητα επιστρέφει, οι οπαδοί της Βραζιλίας – που είναι η ατραξιόν της διοργάνωσης – χορεύουν στις κερκίδες, οι Βραζιλιάνοι είναι αγκαλιά με την πρόκριση. Τους αρκεί να αμυνθούν σωστά για 20 μόνο λεπτά.

Εκείνη η Βραζιλία όμως δεν ξέρει να παίζει για το αποτέλεσμα. Ο Σαντάνα κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να καλύψει τις αμυντικές τρύπες, βγάζοντας τον Σερτζίνιο και βάζοντας έναν ακόμα χαφ, αλλά οι παίκτες του δεν φαίνονται διατεθειμένοι να ‘σκοτώσουν’ το παιχνίδι. Δεν ξέρουν πως να το κάνουν, δεν τους ενδιαφέρει να το κάνουν. Κάθε φάση είναι γι’αυτούς μια νέα ευκαιρία για επίθεση. Κάποιοι το αποκαλούν ρομαντισμό, κάποιοι άλλοι αφέλεια. Όλα στη ζωή είναι θέμα οπτικής.

Η ‘σελεσάο’ συνεχίζει να επιτίθεται, ψάχνοντας με κάθε τρόπο κι άλλο γκολ. Ο ρυθμός ανοίγει επικίνδυνα, η Ιταλία αναγκάζεται να ρισκάρει, ο κόσμος στις κερκίδες ενθουσιάζεται. Μια λανθασμένη κεφαλιά προς τα πίσω δίχως πίεση χαρίζει στην Ιταλία το πρώτο της κόρνερ, στο 75ο λεπτό του αγώνα. Γίνεται μια σέντρα, η μπάλα δεν απομακρύνεται καλά, ο Ταρντέλι πιάνει ένα κακό σουτ αλλά στην πορεία της βρίσκεται το γνώριμο πλέον πόδι του Ρόσι. Κοντινή προβολή, χατ τρικ και 3-2!

Στα λεπτά που απομένουν η Βραζιλία αγγίζει ξανά την ισοφάριση με κεφαλιά μετά από στημένη μπάλα αλλά ο 40χρονος θρύλος Ντίνο Τζοφ πιάνει τη μπάλα ακριβώς πάνω στη γραμμή. Είναι το σημείο στο οποίο όλοι πλέον πείθονται ότι η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη. Το τελευταίο σφύριγμα του Ισραηλινού διαιτητή στέλνει τους Ιταλούς στον ημιτελικό. Ένα από τα καλύτερα και πιο διάσημα παιχνίδια των Παγκοσμίων Κυπέλλων έχει μόλις περάσει στην ιστορία.

Στα αποδυτήρια της Βραζιλίας κανένας δεν μπορεί να πιστέψει τι έχει συμβεί. Κάποιοι κλαίνε, κάποιοι μονολογούν εκνευρισμένοι, κάποιοι κρύβουν το πρόσωπο τους. O Σαντάνα μπαίνει χαλαρός και με το πιο ήρεμο ύφος του κόσμου τους λέει ότι είναι περήφανος γι’αυτούς γιατί έκαναν ό,τι μπορούσαν. “Θέλω να ξέρετε ότι όλος ο κόσμος σας θαύμασε” προσθέτει και δεν έχει άδικο. Λίγα λεπτά αργότερα στη συνέντευξη τύπου δημοσιογράφοι απ’όλες τις χώρες τον αποθεώνουν και κατά την είσοδο του και κατά την έξοδο.

Κατά την επιστροφή στη Βραζιλία, η αποστολή θα γνωρίσει αποθεωτική υποδοχή. Κάποιοι δημοσιογράφοι θα κριτικάρουν τον Σαντάνα, κατηγορώντας τον ότι δεν είχε τις απαιτούμενες λύσεις για να πάρει η ομάδα την πολυπόθητη ισοπαλία. Πολλά χρόνια μετά, ο λάτρης της θεωρίας ‘ο σκοπός αγιάζει τα μέσα’ και παγκόσμιος πρωταθλητής το 1994, Ντούνγκα θα αποκαλέσει εκείνη την ομάδα “σπεσιαλίστες στο να χάνουν” ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων. Αμέτρητες αναλύσεις θα γραφτούν σ’όλο τον κόσμο για το συγκεκριμένο παιχνίδι. Σε μια από τις πιο γνωστές, ο Τζόναθαν Γουίλσον της Γκάρντιαν θα γράψει πως “εκείνη τη μέρα δεν πέθανε το ποδόσφαιρο αλλά η αφέλεια”, απαντώντας στην περίφημη φράση που χρησιμοποίησαν αρκετοί (ανάμεσα τους και οι Ζίκο και Σώκρατες) μετά το ματς, πως “εκείνη τη μέρα πέθανε το ποδόσφαιρο”.

“H ήττα μας στη Βαρκελώνη ήταν ένα σοκ για το βραζιλιάνικο στυλ. Από εκείνο το σημείο και μετά δόθηκε έμφαση στα αποτελέσματα. Η επιχειρηματική πλευρά του παιχνιδιού κέρδισε έδαφος και το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο δεν ήταν ποτέ ξανά ίδιο. Προσπαθώντας να αντιγράψουμε τον πραγματισμό των Ευρωπαίων το παιχνίδι μας έχει γίνει πιο ορθολογικό και τακτικά πιο άκαμπτο κι έτσι έχουμε χάσει μέρος της ταυτότητας μας” έγραψε στην αυτοβιογραφία του ο ‘γιατρός’ Σώκρατες.

“Δεν ήταν η Βραζιλία που έχασε εκείνη τη μέρα. Ήταν το ποδόσφαιρο. Αν είχαμε κερδίσει εκείνον τον τίτλο, αυτό θα σήμαινε μια αλλαγή στον τρόπο που παίζεται το παιχνίδι” δήλωσε πριν λίγα χρόνια ο Φαλκάο, ο μόνος από εκείνη την 11αδα που ήξερε καλά τι εστί Ιταλία, αφού αγωνιζόταν τότε στη Ρόμα (όλοι οι υπόλοιποι έπαιζαν στο πρωτάθλημα Βραζιλίας): “Τους είχα προειδοποιήσει ότι η Ιταλία είναι καλύτερη ομάδα απ’αυτό που δείχνουν τα αποτελέσματα της”.

Λίγες μέρες αργότερα η ‘Σκουάντρα Ατζούρα’ κατακτούσε το 3ο κύπελλο της ιστορίας της, χάρη στον φορμαρισμένο Πάολο Ρόσι που σκόραρε 6 φορές στα τελευταία 3 ματς της διοργάνωσης. Οι Βραζιλιάνοι επέστρεψαν στην κορυφή του κόσμου 12 χρόνια μετά, στις ΗΠΑ, παρουσιάζοντας όμως μια εξευρωπαϊσμένη εκδοχή που δεν θάμπωσε κανέναν. Μια διαφορετική Βραζιλία που ήξερε πως να μαρκάρει, ήξερε πως να κερδίζει αλλά δεν μπορούσε να χορτάσει ποδόσφαιρο τους φίλους της.

Για τους περισσότερους (Βραζιλιάνους και όχι μόνο), το joga bonito πέθανε εκείνη τη μέρα του Ιουλίου στη Βαρκελώνη, σ’ένα ματς που στη Βραζιλία έμεινε γνωστό ως “η τραγωδία της Σαριά”. “Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να χάνεις με αξιοπρέπεια” δήλωσε λίγο καιρό μετά ο Ζίκο, επαναλαμβάνοντας μια από τις αγαπημένες ατάκες του Σαντάνα, και συνέχισε: “Δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να μας πει ο Σαντάνα να κάτσουμε πίσω. Η δέσμευση μας ήταν να πηγαίνουμε πάντα για τη νίκη. Αυτός είναι ο αληθινός βραζιλιάνικος τρόπος. Φυσικά και λυπηθήκαμε για το αποτέλεσμα αλλά είχαμε καθαρή τη συνείδηση μας. Μείναμε πιστοί στις ιδέες μας μέχρι τέλους και δεν επιτρέψαμε στη νοοτροπία ‘κερδίζω με κάθε κόστος’ να υπονομεύσει την πίστη μας στο όμορφο παιχνίδι”.

Στην αυτοβιογραφία του ο Φαλκάο έγραψε: “Χάσαμε εκείνο το παιχνίδι αλλά κερδίσαμε μια θέση στην ιστορία. Είμαι ευγνώμων που συμμετείχα σ’ένα από τα σπουδαιότερα παιχνίδια στην ιστορία του ποδοσφαίρου και που ήμουν μέρος μιας ομάδας που συνδέθηκε με το όμορφο ποδόσφαιρο. Ήταν ένα μεγάλο προνόμιο το ότι έπαιξα δίπλα σ’αυτούς τους ανθρώπους”. Εκατομμύρια άνθρωποι απ’όλο τον κόσμο που είχαν την τύχη να απολαύσουν εκείνες τις παραστάσεις της τελευταίας πραγματικής Βραζιλίας, έστω και από την τηλεόραση, νιώθουν σίγουρα την ίδια ευγνωμοσύνη.

Όταν οι Ιρλανδοί δεν μπόρεσαν να χαρούν τη νίκη τους: H σφαγή του Λοκινάιλαντ

  [2 Σχόλια]

Όπως είναι λογικό, με λίγες μέρες να απομένουν για την έναρξη του Μουντιάλ, δεν θα μπορούσα να μην ασχοληθώ με ιστορίες που αφορούν το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου. Φρέσκες αλλά και παλαιότερες. Ιστορίες που έγραψαν με χρυσά γράμματα, αλλά ακόμα και με αίμα, την ιστορία του αθλήματος και όχι μόνο. Το ποδόσφαιρο δεν έμεινε άλλωστε ποτέ εκτός από μεγάλες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις που άλλαξαν αυτόν εδώ τον κόσμο. Ευτυχώς ή δυστυχώς. Σήμερα θα προσπαθήσω να παρουσιάσω κάποια γεγονότα που είχαν ως επίκεντρο το νησί της Ιρλανδίας πριν από περίπου 25 χρόνια, σε μία απ’ τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονής της ιστορίας (γνωστότερης και ως περίοδος των Ταραχών), και που εννοείται το ποδόσφαιρο δεν έμεινε έξω από όλο αυτό. Το μίσος άλλωστε που υπήρχε ανάμεσα στην Δημοκρατία της Ιρλανδίας  με την Βόρεια Ιρλανδία είχε ως καθρέφτη και τα γήπεδα του ποδοσφαίρου.

Στις 18 Ιουνίου του 1994, το Έιρε αντιμετώπιζε την Ιταλία, στην πρεμιέρα του Ε’ ομίλου για το Μουντιάλ των ΗΠΑ, μπροστά σε ένα κολασμένο από Ιρλανδούς κοινό. Την ίδια ώρα σε ένα αρκετά ήσυχο και μικρό χωριουδάκι με το όνομα Λοκινάιλαντ, κάπου στην Βόρεια Ιρλανδία, αρκετοί ποδοσφαιρόφιλοι είχαν γεμίσει την μοναδική παμπ που υπήρχε, για να παρακολουθήσουν το παιχνίδι. To Έιρε απέναντι στους πανίσχυρους Ιταλούς του Μπάτζιο, του Μπαρέζι και του Μαλντίνι. Αυτή η αναμέτρηση δεν μπορούσε να χαθεί για κανένα λόγο. Το ημίχρονο θα τους βρει να πίνουν τις μπύρες τους, καθώς το Έιρε προηγείται με 0-1 χάρις στο τέρμα του παλιού μέσου της Λίβερπουλ, Ρέιμοντ Χιούτον. Σε λίγα λεπτά βέβαια αυτό θα ήταν το λιγότερο που θα τους απασχολούσε, με το ποδόσφαιρο να περνά σε δεύτερη μοίρα. Η πόρτα θα ανοίξει βιαίως, και δύο κουκουλοφόροι θα εισβάλλουν βρίζοντας χυδαία για την καταγωγή των θαμώνων, ανοίγοντας πυρ προς πάσα κατεύθυνση. Αποτέλεσμα, έξι νεκροί και πέντε βαριά τραυματίες. Τα ερωτήματα πολλά. Ο πόνος περισσότερος.

Την ευθύνη ανέλαβε, λίγες ώρες μετά το συμβάν, η οργάνωση UVF, μια παραστρατιωτική οργάνωση που ήταν ακριβώς απέναντι στους Ιρλανδούς Republicans και φυσικά στον ΙRΑ. Το περίεργο της υπόθεσης είναι πως το μικρό χωριό που έγινε το τραγικό συμβάν δεν είχε καμία σχέση με τις ταραχές εκείνης της περιόδου. Στο χωριό ζούσαν αρμονικά Καθολικοί αλλά και Προτεστάντες και -όπως απεδείχθη αργότερα- κανένα απ’ τα έξι θύματα δεν είχε καμία πολιτική δράση, ούτε φυσικά είχε κάποια σχέση με τον ΙRΑ. Οι θαμώνες της παμπ ήταν κυρίως Καθολικοί. Ο βρετανικός Τύπος ψάχνει μάταια να βρει μια λογική εξήγηση (όσο κι αν δεν γίνεται να βρεθεί ποτέ «λογική εξήγηση» μετά από μια τέτοια πράξη) καθώς τα νέα ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα νέα -όπως ήταν λογικό- θα  φτάσουν και στους παίκτες του Έιρε που γιορτάζουν την τεράστιά τους νίκη. Ολόκληρη η Ιρλανδία ήταν ένα καζάνι που έβραζε και το τυφλό μίσος είχε φανεί -και σε ποδοσφαιρικό επίπεδο- λίγους μήνες νωρίτερα, την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών για το Μουντιάλ, όταν η Βόρειος Ιρλανδία είχε υποδεχθεί το Έιρε για την τελευταία αγωνιστική του Γ’ ομίλου. Στις 17 Νοεμβρίου του ’93. Το συμβάν -όσο κι ήταν καταδικαστέο- δεν μπορούσε να ξαφνιάσει κανένα.

Η Ισπανία με 17 βαθμούς στο σακούλι της, υποδέχονταν την Δανία, που ήταν πρώτη με 18 βαθμούς, στη Σεβίλλη, και ήθελε πάση θυσία τη νίκη για να προκριθεί στο Μουντιάλ. Την ίδια ώρα στο Μπέλφαστ η Βόρειος Ιρλανδία θα έπαιζε με το Έιρε, που είχε 17 βαθμούς επίσης, θέλοντας να του κόψει τον δρόμο για τις ΗΠΑ. Το διάστημα εκείνο οι πολιτικές ταραχές βρίσκονταν στην κορύφωσή τους και μάλιστα, ένα μήνα πριν την αναμέτρηση, είχαν χάσει τη ζωή τους στο Μπέλφαστ 23 άνθρωποι μετά από βομβιστική επίθεση. Η ΦΙΦΑ είχε προτείνει την διεξαγωγή της αναμέτρησης στο Όλντ Τράφορντ -ακόμα και στο Γουέμπλεϊ- κάτι όμως που δεν είχαν δεχθεί οι γηπεδούχοι. Μάλιστα ήταν τέτοιος ο φόβος για την σωματική ακεραιότητα των παικτών του Έιρε που ο προπονητής της ομάδας, ο θρυλικός Τζακ Τσάρλτον, πρότεινε την μεταφορά της αποστολής, απ’ το Δουβλίνο στο Μπέλφαστ, με αεροπλάνο και όχι με λεωφορείο, όπως ήταν δηλαδή προγραμματισμένο, μιας και η απόσταση δεν είναι απαγορευτική για κάτι τέτοιο. Μιλάμε για περίπου 150 χιλιόμετρα.

Το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν οι παίκτες του όταν έφτασαν ήταν μια συμμορία μικρών παιδιών που τους υποδέχτηκε με πέτρες, βρισιές και υψωμένο το μεσαίο δάχτυλο. Για το όμορφο καλωσόρισμα. Όταν δε, έφτασαν στο γήπεδο για προπόνηση, αυτό που είδαν δεν είχε καμία σχέση με ποδοσφαιρική αναμέτρηση αλλά με πραγματική εμπόλεμη ζώνη. Στρατιώτες με φουλ εξοπλισμό και αστυνομικοί με σκυλιά να τους γαβγίζουν μανιασμένα. Παντού συρματοπλέγματα και ένας τεράστιος όγκος οπαδών να προσπαθεί να τους τραμπουκίσει με κάθε τρόπο. Όπως είχε δηλώσει και ο Άλαν Μακ Λάφιν: «To μόνο μέρος που φάνταζε ασφαλές ήταν το γήπεδο την ώρα διεξαγωγής της αναμέτρησης». Και δεν είχε καθόλου άδικο.

H αναμέτρηση ξεκίνησε με το Έιρε να μην έχει οπαδούς στο γήπεδο και τους σπουδαίους αμυντικούς Πολ Μακ Γραθ και Τέρι Φίλαν να ακούνε ντροπιαστικούς ήχους πιθήκων κάθε φορά που ακουμπούσαν την μπάλα. Ήταν πλέον ολοφάνερο. Αυτή δεν ήταν μια κανονική ποδοσφαιρική αναμέτρηση αλλά κάτι πολύ πάνω του ποδοσφαίρου, της πολιτικής και φυσικά της τιμής του κάθε ποδοσφαιριστή. «Αν κερδίσετε σήμερα σε αυτό εδώ το κολαστήριο θα είστε ήρωες για μια ολόκληρη ζωή. Δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνουμε στο Μουντιάλ ή τι θα κερδίσετε με τις ομάδες που θα αγωνίζεστε από του χρόνου. Δεν με νοιάζει τίποτα. Κανένας τίτλος, κανένα συμβόλαιο, κανένας πόνος. Μπείτε μέσα και κερδίστε αυτό τον αγώνα. Αγωνιστείτε σαν να είναι ο τελευταίος αγώνας της ζωής σας, σαν να εξαρτάται η ίδια σας η ζωή από αυτό εδώ το 90λέπτο». Αυτά ήταν μερικά απ’ τα λόγια του Τσάρλτον λίγο πριν την έναρξη. Λόγια που αντηχούσαν σαν τύμπανα πολέμου στις καρδιές και το μυαλό των ποδοσφαιριστών. Σαν μια σκληρή και ξεσηκωτική μελωδία των Thin Lizzy στ’ αυτιά. Το δικό τους Emerald. Βέβαια για να έρθει η πρόκριση, χρειάστηκε και μια μεγάλη δόση τύχης, σε μία απ΄τις αστειότερες στιγμές στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Με το σκορ στο 0-0 (και αφού η Ισπανία προηγούνταν με 1-0 της Δανίας απ’ το 63′) ο Τσάρλτον θα φωνάξει τον θεούλη Τόνι Κασκαρίνο για να πάρει τη θέση του Ρέι Χιούτον, που είχε φάει το ξύλο της ζωής του απ’ τους αντιπάλους. Ο Κασκαρίνο θα ανοίξει την φόρμα του και θα δει πως έχει ξεχάσει την φανέλα του στα αποδυτήρια της ομάδας. Αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο αυτός σε μια τέτοια αναμέτρηση. Ο Τσάρλτον θα γίνει έξαλλος και θα βάλει στην θέση του τον Μακ Λάφιν. Δεν είναι καιρός άλλωστε για χρονοτριβές. Σε εκείνο το σημείο μάλιστα το Έιρε θα δεχθεί γκολ από τον Τζίμι Κουίν, με τον Κασκαρίνο να ψάχνει μέρος για να κρυφτεί. «Έτρεξα για τα αποδυτήρια για να βρω τη φανέλα μου και μόλις κατάλαβα πως δεχτήκαμε γκολ σκέφτηκα να φύγω τρέχοντας για το Δουβλίνο. Το πολύ πολύ να με σκότωνε καμιά αδέσποτη σφαίρα. Σίγουρα πιο ήσυχος θάνατος απ’ το να με περιλάβει ο Τζακ (Τσάρλτον) στα χέρια του» θα πει μεταξύ σοβαρού κι αστείου ο Κασκαρίνο μετά από χρόνια για το συμβάν σε τηλεοπτική εκπομπή. Για καλή του τύχη, ο Μακ Λάφιν που είχε περάσει από σπόντα στο γήπεδο, ισοφάρισε στο τελικό 1-1 και κάπως έτσι το Έιρε σφράγισε στο Μπέλφαστ τα εισιτήρια για το Μουντιάλ, περνώντας ως δεύτερο πίσω από την Ισπανία.

Λίγους μήνες αργότερα ο σαξοφωνίστας/ερωτιάρης πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, θα έρθει σε μετωπική σύγκρουση με το FBI, την CIA αλλά και την ΜΙ6 για την χορήγηση βίζας στον Τζέρι Άνταμς, μιας εκ των ηγετικών μορφών του ΙRΑ εκείνης της περιόδου, διχάζοντας όπως ήταν λογικό μεγάλη μερίδα των Ιρλανδών σε ολόκληρο τον πλανήτη και κυρίως αυτών που ζούσαν στις ΗΠΑ. Το κουβάρι τελικά θα ξετυλιχθεί αρκετά μετά από μήνες, όταν θα βγει στην επιφάνεια το όνομα του Μπιλ Φλιν. Ο Μπιλ Φλιν ήταν σημαντική προσωπικότητα στην κοινωνία των Ιρλανδών της Αμερικής και ήταν αυτός που ουσιαστικά πίεσε και έβγαλε την βίζα στον Τζέρι Άνταμς. Αφορμή μάλιστα για το φονικό στην παμπ «The Heights Bar» στάθηκε και η καταγωγή του. Οι ρίζες του Φλιν κρατούσαν από το μικρό Λοκινάιλαντ. Το συμβάν, γνωστότερο και ως «Η σφαγή του Λοκινάιλαντ» θεωρείται ως η στιγμή εκείνη που άμβλυνε την κατάσταση ανάμεσα στις παραστρατιωτικές οργανώσεις, για να φτάσουμε σε συνθήκες ανακωχής. αρκετό καιρό αργότερα.

Το γεγονός αυτό όσο σκληρό κι αν ήταν -που ήταν- δεν πήρε πάνω του μεγάλη προβολή (ή την προβολή που του άξιζε) μιας και σε εκείνο το Μουντιάλ την παράσταση έκλεψε η υπόθεση ντόπινγκ του Μαραντόνα, το χαμένο πέναλτι του Ρομπέρτο Μπάτζιο και φυσικά η δολοφονία του Κολομβιανού αμυντικού Αντρές Εσκομπάρ, για το αυτογκόλ του απέναντι στις ΗΠΑ, από πληρωμένους δολοφόνους γνωστού καρτέλ ναρκωτικών, επειδή με αυτό το αυτογκόλ είχαν χαθεί εκατομμύρια δολάρια από παράνομο στοιχηματισμό. Όπως έγραψα και στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου, το ποδόσφαιρο δεν έμεινε ποτέ εντός των τεσσάρων γραμμών ενός γηπέδου, με τραγικές συνέπειες πολλές φορές για τους ποδοσφαιριστές αλλά και τους απλούς φιλάθλους.

(Όσοι θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την ιστορία και φυσικά πολύ πιο αναλυτικά, υπάρχει το ντοκιμαντέρ του EPSN «Ceasefire Massacre» της εξαιρετικής σειράς 30 for 30.)

Ο άνθρωπος που αγάπησε και μίσησε η Πολωνία

  [2 Σχόλια]

Η Σιλεσία είναι μια περιοχή που ανήκει κατά κύριο λόγο στην Πολωνία. Τμήματά της βρίσκονται μέσα στην Τσεχία αλλά και τη Γερμανία. Σπουδαιότερη πόλη της είναι το Βρότσλαβ, εκτός αν είσαι Αρειανός και θυμάσαι μελαγχολικά το Κατοβίτσε. Την πόλη στην οποία γεννήθηκε και ο σημερινός μας πρωταγωνιστής. Ο Έρνεστ Ότο Πραντέλα γεννήθηκε όταν το Κατοβίτσε ήταν μέρος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σύντομα η περιοχή πέρασε στην Πολωνία. Οι γονείς του ήταν γερμανικής καταγωγής και ο πατέρας του έχασε τη ζωή του στο Δυτικό Μέτωπο ως στρατιώτης της Γερμανίας. Τότε ήταν που ο Έρνεστ άλλαξε και το επώνυμό του σε Βιλιμόφσκι καθώς η μητέρα του παντρεύτηκε έναν Πολωνό και ο γιος της έπρεπε να πάρει το όνομα του πατριού.

Ο Βιλιμόφσκι δεν αγαπούσε το σχολείο, αλλά ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, ένας επιθετικός που μπορούσε να ντριμπλάρει και να σκοράρει με εξαιρετική άνεση. Το ταλέντο του γρήγορα έγινε γνωστό με τα χρώματα της Κατοβίτσε (που ήταν «γερμανική» ομάδα) και σύντομα μετακόμισε στην πολύ δυνατή τότε Ρουχ Χόρζοφ (γνωστή σε μας ως η ομάδα του Κριστόφ Βαζέχα). Για να γίνει εκείνη η μεταγραφή δόθηκε στην Κατοβίτσε ένα ποσό ίσα με 10 μισθούς, συν τα έσοδα από δύο φιλικά, συν μια δουλειά για τον πατριό του σε ένα χυτήριο. Ο Βιλιμόφσκι ήταν ταχύτατος, συνήθως έπαιζε αριστερό εξτρέμ στο W-M, ενώ οι διηγήσεις της εποχής λένε ότι είχε έξι δάκτυλα στο δεξί του πόδι (και δύο μεγάλα αυτιά όπως βλέπουμε στις φωτογραφίες).

Το ιστορικό σύστημα W-M που έπαιζαν τότε οι περισσότερες ομάδες

Τα νούμερά του ήταν μυθικά. Έγινε ο πρώτος παίκτης στο πολωνικό πρωτάθλημα που σκόραρε 7, 8, 9 και 10 γκολ σε ένα ματς. Κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα με τη Ρουχ Χόρζοφ, βγήκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ και φυσικά κλήθηκε και στην εθνική Πολωνίας. Το 1934 μάλιστα σκόραρε εναντίον της Γερμανίας, της πατρίδας των γονιών του. Στον ελεύθερό του χρόνο έπαιζε χάντμπολ, χόκεϊ επί πάγου και πινγκ πονγκ, ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής σε ό,τι έκανε, ένα μεγάλο αθλητικό ταλέντο.

 «Σκαρφάλωσα στα κλαδιά ενός δέντρου για να τον δω καλύτερα. Μπορούσε να ντριμπλάρει μερικούς αντιπάλους και να σταματήσει με την μπάλα στη γραμμή, περιμένοντας τους αμυντικούς πριν σπρώξει την μπάλα στα δίχτυα. Κι όλα αυτά χαμογελώντας.»
– Καζιμίρ Γκόρσκι (στη φωτογραφία η Ρουχ Χόρζοφ της εποχής)

Έξω από τα γήπεδα ζούσε τη ζωή του όσο καλύτερα μπορούσε και είχε μεγάλη αγάπη στο ποτό. Μια ημέρα πριν μαζευτούν οι παίκτες της εθνικής Πολωνίας, ο ίδιος το έριξε έξω με συμπαίκτες του στην Κρακοβία. Το επόμενο πρωί εμφανίστηκε σουρωμένος και ο προπονητής τον έδιωξε. Η Ομοσπονδία τον τιμώρησε με ένα χρόνο αποβολή από την εθνική, κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς έχασε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Πολλοί λένε ότι με αυτόν η Πολωνία θα είχε κατακτήσει το χρυσό. Λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το συμβάν, σκόραρε έξι γκολ σε ένα ματς και πήγε στους δημοσιογράφους λέγοντάς τους: «Έτσι παίζει ένας αλκοολικός». Ο Βιλιμόφσκι επέστρεψε αργότερα στην εθνική και γνώρισε ίσως την μεγαλύτερη του ποδοσφαιρική στιγμή στο Μουντιάλ του 1938. Εκεί που ήταν πρωταγωνιστής στο ιστορικό Βραζιλία-Πολωνία 6-5, όταν και έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε τέσσερις φορές σε αγώνα Μουντιάλ, ενώ κέρδισε και πέναλτι. Χρειάστηκε ο Όλεγκ Σαλένκο το 1994 απέναντι στο Καμερούν για να ξεπεραστεί το ρεκόρ του. Οι δυο ομάδες τελείωσαν το παιχνίδι με 4-4 και οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν τελικά με 6-5 στην παράταση. Με τη λήξη του αγώνα οι 13.000 θεατές στο Στρασβούργο αποθέωσαν τους κατάκοπους παίκτες για το φοβερό ποδοσφαιρικό σόου.

Απίστευτα ρετρό πλάνα από 70 χρόνια πριν στο Βραζιλία-Πολωνία

Οι Βραζιλιάνοι τον λάτρεψαν. Ο τότε σούπερ σταρ της Φλαμένγκο Λεωνίδας ντα Σίλβα μίλησε με τα καλύτερα λόγια τόσο για την Πολωνία, όσο και για τον ίδιο τον παίκτη. Στο Βιλιμόφσκι προτάθηκε να υπογράψει συμβόλαιο και να παίξει στη Βραζιλία. Το σκέφτηκε και τελικά συμφώνησε. Οι πολωνικές αρχές όμως δεν του επέτρεψαν να φύγει από τη χώρα. Άλλη διήγηση λέει ότι εκείνο το βράδυ ήταν τόσο μεθυσμένος που υπέγραψε συμβόλαια με τρεις διαφορετικές ομάδες και οι συμπαίκτες του τα έσκισαν. Άγνωστο ποια είναι η αλήθεια, το μόνο σίγουρο πάντως ότι ήταν από τους κορυφαίους στον κόσμο. Έμεινε τελικά και συνέχισε να παίζει στην Πολωνία, αλλά με το κλίμα μεταξύ Πολωνίας-Γερμανίας να είναι πολύ άσχημο, ήδη κάποιες εφημερίδες τον κατηγορούσαν ότι νιώθει περισσότερο Γερμανός παρά Πολωνός. Ο Βιλιμόφσκι μαζί με τους Πέτερεκ και Βόνταρζ ονομάζονται οι «τρεις μάγοι» της Κατοβίτσε που έμπαινε σφήνα ανάμεσα στις ομάδες της Κρακοβίας και του Πόζναν.

Στις 27 Αυγούστου του 1939 ο Βιλιμόφσκι έδωσε το τελευταίο του σόου με τη φανέλα της Πολωνίας σε ένα 4-2 επί της φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ Ουγγαρίας, στο οποίο σκόραρε τρεις φορές και κέρδισε ένα πέναλτι. Η καριέρα του με την Πολωνία έκλεινε με 21 γκολ σε 22 συμμετοχές. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο γερμανικός ναζιστικός στρατός εισέβαλε στην Πολωνία, ενώ στις 17 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε και η επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης. Σε λιγότερο από έναν μήνα η Πολωνία είχε κατακτηθεί και μοιραστεί από Γερμανία και ΕΣΣΔ. Η Σιλεσία κατέληξε στα χέρια των Γερμανών.

Με τη φανέλα της Πολωνίας

Ο Βιλιμόφσκι κρύβεται για να γλιτώσει το γερμανικό στρατό. Όπως και πολλοί ακόμα κάτοικοι της Σιλεσίας παίρνει τη γερμανική υπηκοότητα. Μιλούσε άλλωστε τα γερμανικά ως πρώτη γλώσσα του. Γυρίζει στην πατρίδα του το Κατοβίτσε και για να συνεχίσει να παίζει μπάλα κατατάσσεται αναγκαστικά στην αστυνομία. Αλλάζει ελαφρώς το όνομά του, το Έρνεστ γίνεται Ερνστ για να μοιάζει πιο γερμανικό. Το ταλέντο του τον σώζει, όταν κάποιος γνωστός του και μεγαλοστέλεχος του ναζιστικού κόμματος τον καταγγέλλει ως «Πολωνό» επειδή δεν τον συγχώρεσε ποτέ για την μεταγραφή του από την Κατοβίτσε το 1933 (!!). Ο οπαδισμός δεν κοιτάζει πολέμους.

Ο Βιλιμόφσκι όμως παίζει ακόμα μπάλα και οι Γερμανοί εκτιμούν το ταλέντο του, με αποτέλεσμα να μην υποστεί συνέπειες. Η Κατοβίτσε γίνεται σύλλογος-πρότυπο με πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές να πηγαίνουν εκεί, ώστε να προάγουν το… Άριο ποδόσφαιρο. Αργότερα συλλαμβάνεται και η μητέρα του Παουλίνα. Οι Ναζί την στέλνουν στο Άουσβιτς γιατί έχει σχέση με έναν Ρώσο εβραΐκής καταγωγής. Τεράστιο έγκλημα για τη ναζιστική Γερμανία. Ο Βιλιμόφσκι εκμεταλλεύεται την ποδοσφαιρική του φήμη, τις όποιες γνωριμίες του και τελικά σώζει τη ζωή και της μητέρας του, που μένει έξι μήνες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ανάμεσα στους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ξεψυχούν εκεί. Αντάλλαγμα, μερικοί αγώνες επίδειξης του γιου της. Πληρώνει την ελευθερία της με γκολ.

Μετακομίζει ξανά και παίζει στην ομάδα της αστυνομίας στο Κέμνιτς. Αργότερα μετακομίζει και στο Μόναχο και παίζει στην 1860, με τον κόσμο να τον αποθεώνει όταν κατακτά στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου το πρώτο κύπελλο στην ιστορία του συλλόγου (έγραψε ρεκόρ κυπέλλου Γερμανίας σκοράροντας 14 γκολ το 1942). Φυσικά έρχεται και η εθνική Γερμανίας. Ο Βιλιμόφσκι φοράει 8 φορές τη φανέλα της και σκοράρει 13 γκολ.

Με τη φανέλα της Γερμανίας και τον απαραίτητο ναζιστικό χαιρετισμό

Δεν προκύπτει από κάπου (με βάση τα λίγα είναι η αλήθεια κείμενα που υπάρχουν) ότι ο Βιλιμόφσκι έχει κάποια πολιτική δράση ή ασπάζεται τις ιδέες του ναζισμού. Γεννιέται ως Γερμανός στην Πολωνία, γίνεται Πολωνός και ξανά Γερμανός, καθώς πέφτει θύμα των πολιτικών εξελίξεων. «Αν δεν γινόταν ο πόλεμος δεν θα είχα φύγει ποτέ από τη Σιλεσία» δηλώνει. Αγαπάει το ποδόσφαιρο και προσπαθεί να γλιτώσει τον εαυτό του, την καριέρα του και τους αγαπημένους του χάρη σε αυτό. Δεν πολεμάει με τη Γερμανία, δεν τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα πολιτικά, δέχεται όμως να αλλάξει ομάδες, να φορέσει οποιαδήποτε φανέλα, ακόμα κι αυτή με τη σβάστικα στο στήθος.

Το τελευταίο οι Πολωνοί δεν το συγχωρούν, όταν τον βλέπουν με τη φανέλα της ναζιστικής Γερμανίας είναι το τέλος. Ο Βιλιμόφσκι θεωρείται προδότης γι’ αυτούς και το καθεστώς της Πολωνίας του απαγορεύει να επιστρέψει στη Σιλεσία μετά το τέλος του πολέμου. Ο Βιλιμόφσκι συνεχίζει να παίζει μπάλα, φτάνει μέχρι και το Στρασβούργο και σταματάει το ποδόσφαιρο στα 43 του. Μένει για πάντα στη Γερμανία στην οποία φόρεσε τις φανέλες επτά συλλόγων. Στο Μουντιάλ του 1974 θέλει να επισκεφτεί την εθνική της Πολωνίας στη Στουτγκάρδη, αλλά η Π.Ο. της χώρας δεν τον αφήνει. Δυστυχώς, ζει μεγάλο μέρος της ζωής του σε εποχές που δεν υπάρχουν αρχεία και πληροφορίες ή καταστρέφονται. Τα γκολ του υπολογίζονται από 500 μέχρι 1000 (σύμφωνα με κάποια στατιστικά είναι ο 12ος σκόρερ όλων των εποχών στον κόσμο), είναι ένας παίκτης που αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές μπορεί να είχε τώρα το στάτους ενός Πούσκας. Κι όμως, μένει άγνωστος σχεδόν στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Προδότης για μεγάλο μέρος των Πολωνών γιατί άλλαξε πατρίδα και μέρος μιας περιόδου της Γερμανίας που οι Γερμανοί θέλουν να ξεχάσουν. «Ο καλύτερος Πολωνός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών» τον περιγράφει το Κίκερ πριν τον πόλεμο. Ο Βιλιμόφκσι πέθανε στις 30 Αυγούστου του 1997 στην Καρσλρούη, όχι ακριβώς ξεχασμένος, σίγουρα όμως με πολύ μικρές τιμές σε σχέση με την ποδοσφαιρική αξία του.

Όταν δάκρυσε ο Γκάζα

  [3 Σχόλια]

Στις 19 Ιουνίου (σε λιγότερο από δύο μήνες δηλαδή) αρχίζει το Μουντιάλ. Κανονικά αρχίζει 5 μέρες νωρίτερα αλλά για εμένα το Μουντιάλ αρχίζει πάντα τη μέρα που ρίχνεται στη μάχη η εθνική Αγγλίας. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, το φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο αρχίζει με τη μάχη των Άγγλων κόντρα στο μεγαθήριο με το όνομα Τυνησία. Δεν θέλω γέλια και ειρωνείες. Μετά το 1966 και την κατάκτηση του παγκοσμίου κυπέλλου η Εθνική Αγγλίας δεν έχει φτάσει σε κάποια πρωτιά σε παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό κύπελλο. Σε δύο περιπτώσεις έφτασε μάλιστα πολύ κοντά αλλά η Γερμανία και τα πέναλτι της στέρησαν αυτή τη χαρά. Το Γιούρο του 1996 στην Αγγλία και φυσικά το Μουντιάλ της Ιταλίας του 1990 είναι δύο διοργανώσεις που πόνεσαν -και συνεχίζουν να πονάνε- πολύ τους Άγγλους αλλά και όλους εμάς τους αληθινούς φίλους των «τριών λιονταριών». Με το Μουντιάλ του ’90 και τον αγαπημένο Άγγλο του El Sombrero, τον Πολ Γκασκόιν, θα ασχοληθώ σήμερα και καλά θα κάνετε να διαβάσετε αυτό εδώ το κείμενο. Δεν τα γράφω άλλωστε για ‘μένα, ούτε για να τσακώνομαι με τον Ramon στο twitter.

Οι Άγγλοι ταξίδεψαν στην Ιταλία με προπονητή τον Σερ Μπόμπι Ρόμπσον και ίσως το πληρέστερο ρόστερ που είχαν ποτέ μετά το ’66. Οι νεότεροι ίσως διαβάσουν ονόματα που δεν θα τους θυμίσουν τίποτα, οι παλιότεροι όμως λογικά θα νιώσουν το ρίγος της συγκίνησης να τους διαπερνά την ραχοκοκαλιά. Στο τέρμα υπήρχε ο Πίτερ Σίλτον. Στην άμυνα ο Τέρι Μπούτσερ και ο Μαρκ Ράιτ. O ψυχάκιας Στιούαρτ Πιρς και ο Γκάρι Στίβενς στα άκρα της άμυνας. Στο κέντρο υπήρχαν μύθοι όπως ο Μπράιαν Ρόμπσον, o Ντέιβιντ Πλατ, o σέξι Κρις Γουόντλ, ο Τζον Μπαρνς και ο Νιλ Γουέμπ και στην επίθεση οι φονιάδες Γκάρι Λίνεκερ, Στιβ Μπουλ και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Αστέρι της ομάδας ο ποιοτικότερος παίκτης που έχουν βγάλει οι Άγγλοι τα τελευταία 30 χρόνια. Φυσικά και μιλάω για τον τρισμέγιστο Πολ Γκασκόιν. O όμιλος με Ολλανδία, Ιρλανδία και Αίγυπτο φυσικά και δεν ήταν εύκολος αλλά τα «λιοντάρια» κατάφεραν και πήραν την πρωτιά χάρις στη μοναδική νίκη που έγινε στον όμιλο. Εκείνο το 1-0 απέναντι στην Αίγυπτο (με το γκολ του Ράιτ) έστειλε τους Άγγλους στους τέσσερις βαθμούς, αφήνοντας τους σπουδαίους Ολλανδούς στη δεύτερη θέση. Κάπως έτσι στη φάση των «16» η Αγγλία θα αντιμετώπιζε το Βέλγιο έχοντας τον τίτλο του φαβορί. Στην Αγγλία το τρόπαιο είχε ήδη βαφτεί στα χρώματα της Βρετανίας.

O Γκάζα ήταν η ατραξιόν εκείνης της Αγγλίας και ένας από τους ήρωες ολόκληρου του Μουντιάλ. Ο μέσος από το εργατικό Ντάνστον ήταν ο παίκτης που ανέβαζε επίπεδο τα «λιοντάρια» με τις περίτεχνές του ενέργειες και φυσικά με τα ηγετικά του χαρίσματα και έστρεφε -όπως ήταν λογικό- πάνω του όλα τα βλέμματα. Όταν μάλιστα οι Άγγλοι έχασαν με τραυματισμό στην φάση των ομίλων τον αρχηγό τους, Μπράιαν Ρόμπσον, ο Γκασκόιν ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα πως έπρεπε να ανεβάσει ακόμα περισσότερο την απόδοσή του. Ακόμα πιο πολύ το πάθος του. Όσο περισσότερο μπορούσε να βρει κι άλλες δυνάμεις. Ψυχικές αλλά και σωματικές. Και τα κατάφερε. Όταν ήθελε άλλωστε ο Γκάζα ήταν ένας ανάμεσα στους κορυφαίους -όχι της Αγγλίας αλλά ολόκληρου του πλανήτη. Μετά το 1-0 με το Βέλγιο στην παράταση και το 3-2 με το μαχητικό Καμερούν και πάλι στην παράταση, οι Άγγλοι θα αντιμετώπιζαν τους Γερμανούς στα ημιτελικά με φόντο τον τελικό της Ρώμης.

Τα πάντσερ είχαν στις τάξεις τους σπουδαίους ποδοσφαιριστές όπως ο Αντρέας Μπρέμε, o Γιούργκεν Κλίνσμαν, o Ρούντι Φέλερ και φυσικά ο Λόταρ Ματέους (όλοι τους αγωνίζονταν μάλιστα στο Καμπιονάτο), με προπονητή έναν εκ των μεγαλύτερων εγκεφάλων που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Τον σπουδαίο Φρανζ Μπεκεμπάουερ. Οι Γερμανοί απείλησαν πρώτοι με τον Όλαφ Θον και είχαν τον έλεγχο του αγώνα στα πρώτα λεπτά αλλά οι Άγγλοι βρήκαν τον τρόπο να φέρουν το παιχνίδι στα δικά τους μέτρα δείχνοντας μάλιστα ικανοί για το καλύτερο. Αυτό δεν συνέβη -πως θα μπορούσαν να κάνουν οι Άγγλοι το «καλύτερο»άλλωστε;- και οι Γερμανοί άνοιξαν το σκορ στο 60′ με τον Μπρέμε. O παίκτης της Ίντερ εκτέλεσε φάουλ. Η μπάλα άλλαξε πορεία, αφού βρήκε σε σώμα παίκτη των Άγγλων, και κρέμασε τον Σίλτον σε μια χαρακτηριστική στιγμή αγγλικής γκαντεμιάς από αυτές που βλέπουμε για 28 σερί χρόνια. Οι Άγγλοι πάντως δεν λύγισαν και βρήκαν τα ψυχικά αποθέματα για να αντιδράσουν.

Άντεξαν στην πίεση των Γερμανών για δεύτερο γκολ και χτύπησαν με τον παραδοσιακό βρετανικό τρόπο στο 80. Αφού κυκλοφόρησαν τη μπάλα και πάγωσαν τον ρυθμό, ο Πολ Πάρκερ σέντραρε για τον Λίνεκερ που είχε χωθεί ανάμεσα στους στόπερ των Γερμανών ψάχνοντας εκείνη την μισή ευκαιρία για να σκοράρει. Και την βρήκε. Αυτοί δεν έδιωξαν σωστά και ο Λίνεκερ με διαγώνιο αριστερό σουτ έγραψε το 1-1. Πανζουρλισμός. Χαμός. Το πήραμε. Κανείς δεν λογάριαζε πως απλά ήταν ο ημιτελικός και το σκορ ήταν απλά στην ισοπαλία. Στην παράταση δεν άλλαξε κάτι, με μοναδικό σημαντικό γεγονός την κίτρινη κάρτα που δέχθηκε ο Γκασκόιν στο 98′ για ένα χαζό φάουλ. Με αυτή την κάρτα μάλιστα ο ηγέτης των Άγγλων δεν θα είχε δικαίωμα στον τελικό, αν φυσικά η ομάδα του περνούσε. Αυτό δυστυχώς δεν συνέβη μιας και στη διαδικασία των πέναλτι οι Άγγλοι ηττήθηκαν με 4-3. Ο Πιρς και ο Γουόντλ αστόχησαν στα δύο τελευταία πέναλτι και στέρησαν απ’ την ομάδα τους την παρουσία στο μεγάλο τελικό κόντρα στην Αργεντινή του Μαραντόνα. Ο Γκάζα, που έκλαιγε εδώ και αρκετά λεπτά, δεν άντεξε και λύγισε χαρίζοντάς μας μια μοναδικά ανθρώπινη στιγμή από αυτές που σε παρασέρνουν να βουρκώσεις μαζί τους.

Τα δάκρυα του Γκάζα αλλά και ο τρόπος που έδειξε τη φανέλα στο κοινό των Άγγλων, φιλώντας το εθνόσημο, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες εκείνης της διοργάνωσης. Ο κόσμος ίσως να θυμάται εκείνες τις στιγμές περισσότερο κι από τις ντρίμπλες και τα μαγικά του σπουδαίου ποδοσφαιριστή ή τον τελικό ανάμεσα στην Αργεντινή και την Γερμανία. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η κατάρα των Άγγλων στη διαδικασία των πέναλτι όπως και ο έρωτας του κοινού της Ιταλίας και φυσικά της Ρώμης με τον σπουδαίο Άγγλο μέσο. Το 1992 η Λάτσιο θα κάνει δικό της τον παίκτη για 5μίση εκατομμύρια λίρες αλλά ο Πολ Γκασκόιν δεν θα κάνει σπουδαίες εμφανίσεις στo, κορυφαίο εκείνα τα χρόνια, ιταλικό πρωτάθλημα.

Έξι χρόνια αργότερα (και αφού είχε βρει και πάλι τη φόρμα του στους Ρέιντζερς της Γλασκόβης), είχε τη χαρά να εκπροσωπήσει τη χώρα του -μπροστά στο κοινό της- για το Γιούρο. Και τότε μας μάγεψε. Και τότε μας χάρισε μοναδικές ποδοσφαιρικές στιγμές και συγκινήσεις. Και τότε αποκλείστηκε από τους Γερμανούς και πάλι στα ημιτελικά. Και πάλι στα πέναλτι. Η ίδια δακρύβρεχτη ιστορία γραφόταν και πάλι με τα ίδια «θύματα». Οι ίδιες γκαντέμικες στιγμές περνούσαν μπροστά μας και πάλι σαν κακόγουστο φιλμ σε κάποιο θερινό σινεμά. Ένα πάντρεμα νέων και παλαιότερων τραγικών ηρώων με το ίδιο ακριβώς τέλος και τον Γκάρι Λίνεκερ να μονολογεί απογοητευμένος το κορυφαίο απόφθεγμα της ζωής του και της καριέρας του.

Όταν σου λείπει η μπάλα στο εξωτερικό

  [1 Σχόλιο]

Η ξενιτιά είναι δύσκολη. Είτε πας για να σπουδάσεις και σου λείπουν τα φασολάκια με τη φέτα, είτε πας για να δουλέψεις και έχεις χρήματα που πλέον δεν μπορείς να τα σκορπίσεις όπως θέλεις. Και μπορεί πολλές φορές τα πράγματα εκεί στο εξωτερικό να είναι καλύτερα, να μην κοιτάζεις πίσω, αλλά πάντα υπάρχει κάτι που θα σου λείπει. Ακόμα κι αν είσαι ένας Βρετανός διάσημος με πολλά χρήματα στην όμορφη δυτική ακτή των ΗΠΑ, μπορεί να μην σου λείπουν τα φασόλια για πρωινό ή το φις-εν-τσιπς, η μπαλίτσα όμως θα σου λείπει. Δεν θα ψάχνεις εστιατόριο της Αστόρια με κίονες και το μενού να γράφει με αρχαιοελληνική γραμματοσειρά «μουζάκα», αλλά ψάχνεις τις παραδόσεις του νησιού. Κάπως έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, πολλοί Βρετανοί «μετανάστες» σύχναζαν στο Cat & Fiddle μια παμπ στη Sunset Boulevard της Δυτικής Ακτής για να πιουν τις μπύρες τους και να συζητήσουν για μπαλίτσα.

Και φυσικά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η μια κουβέντα έφερε την άλλη και αποφάσισαν να παίξουν μπαλίτσα. Μεταξύ τους οι Πολ Κουκ και Στιβ Τζόουνς των Sex Pistols, ο Ίαν Άστμπουρι από τους Cult κι ο Βίβιαν Κάμπελ των Def Leppard. Μαζί με άλλους ανθρώπους της show-biz έφτιαξαν τη δική τους ομάδα, τη Hollywood United FC μέσα σε έναν κόσμο που δεν τους καταλάβαινε. «Δεν αντέχω να ακούω τους Αμερικάνους και το σόκερ. Εμείς παίζουμε το πραγματικό ποδόσφαιρο, χωρίς κράνη και στεροειδή» έλεγε βλέποντας ένα Τότεναμ-Άρσεναλ στην παμπ, ο Χίλτον, ένας Λονδρέζος κάμεραμάν που ήταν αρχηγός στη Hollywood μέχρι που χτύπησε το γόνατό του. Η ομάδα δεν ήταν αποκλειστικά για διάσημους ή πλούσιους. Αλλά αυτοί όσο μπορούσαν έπαιζαν και βοηθούσαν. Το νούμερο 4 π.χ. ήταν κρατημένο για τον Βίνι Τζόουνς όποτε είχε χρόνο, ενώ ο Στιβ Τζόουνς (που μαζί με τον Ρέι Γουίνστοον είναι από τους ιδρυτές) με τις γνωριμίες του μπόρεσε και βρήκε εμφανίσεις για την ομάδα από την Puma.

Όπως περιγράφει ο Σεμπάστιαν Ντόγκαρντ (παραγωγός και σκηνοθέτης), όποιος μπορούσε ερχόταν. Ο Ρόμπι Γουίλιαμς π.χ. ήταν ένα δυναμικό εξτρέμ με πολύ καλή ντρίμπλα, ενώ ο Μάικ Μάιερς άκουγε κοροϊδευτικά «oh behave» όποτε έκανε κάτι εξεζητημένο. Η ομάδα γρήγορα έγινε κάτι παραπάνω από αμιγώς βρετανική. Κι άλλοι Ευρωπαίοι, αλλά και λατινοαμερικάνοι προστέθηκαν, αλλά όπως γράφει ο Ντόγκαρντ σε ένα άρθρο του, οι Γερμανοί και οι Αργεντίνοι γενικά δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Είπαμε, είμαστε Βρετανοί στο κάτω κάτω. Η επιτυχία της ομάδας ήταν μεγάλη και γρήγορα έγινε κανονικός σύλλογος που με την πορεία του χρόνου απέκτησε τρεις ομάδες. Την «κανονική» με το όνομα Hollywood United Hitmen που αγωνίζεται πλέον στο NPSL, την… πάνω από 30 και αυτή των πάνω από 40 που παίζουν οι παλιοσειρές που ίδρυσαν τη Hollywood.

Τουλάχιστον πρέπει να τρώνε καλά

Όλο και περισσότεροι διάσημοι άρχισαν να παίζουν κατά καιρούς. Ιδιοκτήτης-πρόεδρος και τερματοφύλακας έγινε ο Άντονι Λα Πάλια που εξαφάνιζε τα αντίπαλα σουτ «Χωρίς Ίχνος» (ναι το ξέρω, πολύ κακό…). Τη φανέλα του συλλόγου έχουν φορέσει κατά καιρούς ο λοχίας Μπρόντι (που όπως ξέρουμε αγαπάει την μπάλα), ο Τζέισον Στέιθαμ που είναι αρκετά αναλώσιμος (το πιάσατε ε;), ο Μπράντον Ρουθ (να κρατηθώ να μην πω κάτι για τον Σούπερμαν), ο Ζίγκι Μάρλεϊ, ο Ντόναλ Λογκ (γνωστός ως βασιλιάς Χόρικ στους Βίκινγκς) αλλά και πολλοί ποδοσφαιριστές όπως ο Άλεξ Λάλας, ο Φρανκ Λεμπέφ, ο Γιούρι Τζορκαέφ, ο Χόρχε Κάμπος που πέρασαν για μια γκεστ εμφάνιση.

Ο Λα Πάλια (Αυστραλός με ιταλο-ολλανδική καταγωγή) από τα χρόνια που έπαιζε μπάλα στην Αυστραλία

Μέσα σε όλα τα περίεργα της ομάδας είναι κι ένα γράμμα που έλαβε ο Λα Πάλια από έναν τύπο που το 2006 έκλεψε μια από τις μπάλες Μπραζούκα της ομάδας όταν αυτή έφυγε στο δρόμο. Ο τύπος τη βρήκε να κυλάει και αντί να την επιστρέψει, την πήρε κι έφυγε. Οκτώ χρόνια αργότερα, στο πλαίσιο των 12-βημάτων για τα άτομα που κάνουν απεξάρτηση, ο… κλέφτης έστειλε μια επιστολή στον πρόεδρο Λα Πάλια ζητώντας συγγνώμη. Η μπάλα δεν επιστράφηκε βέβαια, αλλά ήταν ένα καλό βήμα για να σωθεί ένας άνθρωπος.

Στιβ Τζόουνς σε φιλανθρωπική εκδήλωση

Πέρα από την πλάκα όμως (και την όχι και τόσο πλάκα, γιατί αρκετοί όπως ο Τζόουνς παίρνουν πολύ στα σοβαρά το παιχνίδι και αρνούνται να χάσουν ή να μην παίζουν βασικοί), η Χόλιγουντ έχει όπως είναι αναμενόμενο και φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Διοργανώνει συχνά φιλικά παιχνίδια για διάφορους σκοπούς και τα ποσά που μαζεύονται δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα. Όχι και άσχημα για μια ομάδα ξενιτεμένων που τους έλειπε η μπαλίτσα.

Ρε, τον πρόεδρο ρε;

  [2 Σχόλια]

Το Μπουρουντί είναι μια μικρή χώρα της Αφρικής κάπου στα ανατολικά και λίγο νότια, δίπλα στην Τανζανία και τη Ρουάντα. Όσοι ασχολούνται παραπάνω, μπορεί να γνωρίζουν για τους εμφύλιους πολέμους και τις γενοκτονίες που έλαβαν χώρα κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, με πάρα πολλά θύματα, φριχτά εγκλήματα και πρόσφυγες. Τα πράγματα όμως δεν έχουν βελτιωθεί ακόμα. Όπως μας ενημερώνει και η γουικιπίντια, το 2017 ήταν η δεύτερη λιγότερη χαρούμενη χώρα στον κόσμο. Αυτό δεν φαίνεται να πτοεί τον πρόεδρο Πιερ Νκουρουζίζα, έναν από αυτούς τους κλασικούς προέδρους σε ταλαιπωρημένη χώρα που κέρδισε τον κόσμο κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση αποδείχτηκε σκάρτος. Ο Πιερ είναι πρόεδρος της χώρας από το 2005 και δεν φαίνεται να θέλει να αποχωρήσει.

Το 2010 εκλέχθηκε και πάλι με ένα ποσοστό κοντά στο 90% και την αντιπολίτευση να απέχει από τις εκλογές. Τα προβλήματα όμως μεγάλωσαν όταν κατέβηκε για τρίτη φορά πρόεδρος το 2015, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει βάσει νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει αν είχε δικαίωμα. Οι τέσσερις από τους επτά δικαστές έφυγαν από τη χώρα μετά από απειλές για τη ζωή τους, με αποτέλεσμα να αποφασίσουν όσοι έμειναν και να δικαιώσουν τον πρόεδρο με την αιτιολογία ότι «πρέπει να προστατεύσει το σύνταγμα της χώρας». Το Μπουρουντί μπήκε σε μια νέα περίοδο κρίσης και μια προσπάθεια πραξικοπήματος έλαβε χώρα, αλλά γρήγορα καταπνίγηκε, όπως και στην περίπτωση Ερντογάν. Ο Νκουρουζίζα εκλέχθηκε αυτή τη φορά με το… χαμηλό 69%, με την αντιπολίτευση και πάλι να κάνει μποϊκοτάζ στις εκλογές και η συμμετοχή να περιορίζεται περίπου στο 30%. Εξαιτίας των αναταραχών, χιλιάδες πολίτες της χώρας αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν, ενώ αρκετοί έχασαν τη ζωή τους.

80% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας
57% των παιδιών είναι υποσιτισμένο
Σε μια έρευνα σε 178 χώρες, το Μπουρουντί είχε το χαμηλότερο δείκτη «ικανοποίησης από τη ζωή»

Την παρούσα περίοδο ο πρόεδρος έχει ορισμένες σκοτούρες, καθώς οργανώνει δημοψήφισμα για την αλλαγή του συντάγματος ώστε να μπορέσει να έχει ακόμα δυο θητείες μετά το 2020. Η αντιπολίτευση και ο ΟΗΕ τον κατηγορούν, αλλά ο Πιερ δεν φαίνεται να χολοσκάει. Βρίσκει διέξοδο από τα προβλήματα της προεδρικής καθημερινότητας στην μπαλίτσα. Αν και αθλητικός τύπος, πριν τέσσερα χρόνια κατήργησε το τζόκινγκ στη χώρα. Το τζόκινγκ είναι μια αγαπημένη συνήθεια των κατοίκων του Μπουρουντί από τα χρόνια των εμφυλίων, καθώς μην αντέχοντας τα προβλήματα έβγαιναν είτε μόνοι, είτε σε παρέα και έτρεχαν στους δρόμους. Ένα σπάνιο φαινόμενο, μέχρι που ο Νκουρουζίζα το απαγόρευσε γιατί υπήρχε φόβος ανατροπής της κυβέρνησης. Η μπάλα πάντως δεν έχει απαγορευτεί. Ο πολυπράγμων Πιερ βλέπετε είναι καθηγητής φυσικής αγωγής και λατρεύει το ποδόσφαιρο, καθώς παίζει από πέντε χρονών, ενώ αργότερα έγινε ποδοσφαιριστής και προπονητής μιας ομάδας Α’ εθνικής.

Μια που έχει μεγαλώσει όμως και δεν μπορεί να παίζει κανονικά, έφτιαξε μαζί με φίλους του βετεράνους την Αλληλούια FC. Αν τύχει και βρεθείς στο Μπουρουντί κάποια στιγμή το απόγευμα, μπορεί να δεις έναν αστυνομικό να σου φωνάζει να φύγεις αμέσως από το δρόμο. Να το κάνεις φίλε αναγνώστη. Σε λίγο θα περάσει ένα κονβόι. Ένα φορτηγάκι με αστυνομικούς, από πίσω ένα ακόμα με στρατιώτες με στολή παραλλαγής και κάποιον να κρατάει ένα πολυβόλο, στη συνέχεια μια σειρά από τζιπ με φιμέ τζάμια και στη συνέχεια κι άλλοι αστυνομικοί, μαζί με άλλους στρατιώτες. Σε κάποιο από αυτά τα τζιπάκια είναι ο πρόεδρος φορώντας τα αθλητικά του και πιθανότατα κρατώντας μια μπάλα στα χέρια στο πίσω κάθρισμα και φωνάζοντας «πιο γρήγορα» στον οδηγό. Είναι η ώρα για το απογευματινό του ματσάκι. Οι κακές γλώσσες λένε ότι ο Πιερ έχει μεγαλύτερο άγχος για την ομάδα του, παρά για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Πολύ ωραίο στιλ, βεβαίως, βεβαίως

Στο χωριό του, λίγο έξω από την πρωτεύουσα Μπουτζουμπούρα, ο πρόεδρος έχει χτίσει ένα γήπεδο για να μπορεί να παίζει. Μη φανταστείτε ένα 5×5 με λίγο χορτάρι. Ο δημοσιογράφος Τιμ Φρανκς του BBC που το επισκέφτηκε το περιγράφει ως ένα «σύμπλεγμα βγαλμένο από μεσογειακό θέρετρο και μια αρένα μεγαλειωδών διαστάσεων». Χωράει περίπου 10.000 θεατές και φαίνεται ακόμα πιο τεράστιο, σε σύγκριση με τις καλύβες της περιοχής. Είναι όλο σκεπαστό και έχει προβολείς (φορτίζουν την ημέρα από τον ήλιο) που το βράδυ φαίνονται από χιλιόμετρα μακρυά, σε μια χώρα που πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα έχει μόλις το 2% του πληθυσμού. Στον έναν τοίχο του γηπέδου υπάρχει μια τεράστια τοιχογραφία που τον δείχνει να κλωτσάει μια μπάλα προς τον γιο του (που φοράει φανέλα της Λίβερπουλ). Δίπλα στο γήπεδο, υπάρχει ένα πολυτελές ξενοδοχείο, στο οποίο μένει η ομάδα όταν δεν κάνει τουρνέ σε διάφορα μέρη της χώρας. Ο μόνος στρωμένος δρόμος είναι αυτός που οδηγεί στο αθλητικό κέντρο και έχει το όνομα της γυναίκας του προέδρου. Τριγύρω, παιδάκια που φοράνε κουρέλα παίζουν, χωρίς να έχουν δικαίωμα να μπουν μέσα.

Πλάνα αρχείου, με τον Πιερ να κάνει μαγικά

Όπως αρμόζει σε αυτόν που φέρνει την μπάλα ή είναι πρόεδρος της χώρας, ο Πιερ παίζει στην επίθεση της Αλληλούια. Και μάλιστα είναι πρώτος σκόρερ της. Οι κακές γλώσσες βέβαια λένε ότι οι αντίπαλοι μαρκάρουν στην καλύτερη με τα μάτια. Κάπως έτσι ταξίδεψε ο Πιερ στη μικρή πόλη/χωριό (δυστυχώς δεν βρήκα πολλές πληροφορίες) Κιρέμπα στα νότια της χώρας πριν μερικές εβδομάδες. Έτοιμος για ακόμα ένα ποδοσφαιρικό σόου μαγείας και πολλών γκολ. Μόνο που οι άνθρωποι της ομάδας, είχαν πάρει και ορισμένους Κογκολέζους πρόσφυγες για ποδοσφαιριστές. Αυτοί χωρίς να γνωρίζουν ποιος είναι ο αντίπαλος, τον μάρκαραν κανονικά. Ο Πιερ έφαγε και μερικές κλωτσιές. Ο Πιερ έπεσε και κάτω. Κυρίως όμως, δεν σκόραρε. Κι όταν ο Πιερ δεν σκοράρει, κάποιος πρέπει να την πληρώσει. Ο πρόεδρος του Μπουρουντί λοιπόν, έδωσε εντολή και οι άντρες που τον συνόδευαν ανέλαβαν. Ο προπονητής και ο βοηθός προπονητή της ομάδας του Κιρέμπα συνελήφθησαν. Η κατηγορία; Ότι δεν είχαν δώσει σωστές εντολές στους παίκτες τους και συνεπώς έκαναν συνωμοσία κατά του προέδρου της χώρας. Οι άτυχοι πέρασαν την ημέρα τους στη φυλακή και δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες για το τι απέγιναν. Ελπίζουμε να είναι καλά.

Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [8 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».

Η μέρα που ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε συστήθηκε στον πλανήτη

  [Καθόλου σχόλια]

28 Νοεμβρίου 2000, Εθνικό Στάδιο του Τόκιο. Η καλύτερη ομάδα της Ευρώπης αντιμετωπίζει την καλύτερη ομάδα της Ν. Αμερικής. Από τη μια πλευρά η πρώτη φουρνιά των ‘Γκαλάκτικος’ του Φλορεντίνο Πέρεθ με παίκτες όπως ο Φίγκο, ο Ραούλ, ο Γκούτι, ο Ρομπέρτο Κάρλος, ο Μακελελέ και ο Μοριέντες και από την άλλη πλευρά η Μπόκα Τζούνιορς, η ομάδα του Κάρλος Μπιάνκι που είχε επιστρέψει στην κορυφή της ηπείρου της για πρώτη φορά μετά από 22 χρόνια, χάρη σ’ένα σύνολο γεμάτο ταλέντο αλλά και τακτική πειθαρχία, απ’το οποίο ξεχώριζαν δυο παίκτες: Ο 27χρονος Μάρτιν Παλέρμο και ο 22χρονος Χουάν Ρομάν Ρικέλμε. Το πιο περίεργο δίδυμο ίσως και στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Όση τέχνη έλειπε από τον Παλέρμο, την έβρισκες στον Ρικέλμε. Όση ψυχή έλειπε από τον Ρικέλμε, την έβρισκες στον Παλέρμο. Δυο παίκτες που εξελίχθηκαν σε ινδάλματα της Μπόκα, απέκτησαν δικά τους αγάλματα, αγαπήθηκαν σαν Θεοί στο Μπομπονέρα, συνεργάστηκαν στην επίθεση για αρκετά χρόνια και κατέκτησαν αρκετούς τίτλους με την κιτρινο-μπλέ φανέλα και παρ’ όλα αυτά δεν τα βρήκαν ποτέ μεταξύ τους! “Το μόνο πράγμα που μας ενώνει είναι το να υπερασπιζόμαστε τα χρώματα της Μπόκα” δήλωσε με απόλυτη ειλικρίνεια κάποια στιγμή ο Παλέρμο. Η κόντρα μεταξύ τους μπορεί να ξέφυγε από κάθε έλεγχο και όριο στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά υπήρχε από τα πρώτα χρόνια της συνύπαρξης τους. Και αυτό το γνώριζαν όλοι.

Τα αποδυτήρια και το ξενοδοχείο της ομάδας ήταν σαν εμπόλεμη ζώνη, αφού κάποιοι παίκτες ήταν στην ‘κλίκα’ Ρικέλμε και κάποιοι σ’αυτή του Παλέρμο. Ακόμα και τις μέρες πριν τον τελικό με τη Ρεάλ οι εντάσεις δεν αποφεύχθηκαν, αφού το 10αρι της Μπόκα ήθελε στην επίθεση τον φίλο του Μαρσέλο Ντελγκάδο ενώ ο Παλέρμο προτιμούσε για παρτενέρ του τον δικό του φίλο, Γκιγέρμο Σκελότο. Άτυπος νικητής αναδείχθηκε ο Ρικέλμε αφού ο Μπιάνκι προτίμησε τον Ντελγκάδο, σε μια 11αδα που, με πλήρη επίγνωση της ποιοτικής διαφοράς των δυο ομάδων, είχε ως βασική φιλοσοφία την ιδέα: “Κρατάμε τη Ρεάλ όσο πιο μακριά γίνεται από την περιοχή μας και όταν πάρουμε τη μπάλα την δίνουμε στον Ρικέλμε. Αυτός θα βρει τι θα την κάνει”.

Τρία μόλις λεπτά μετά την πρώτη σέντρα το γήπεδο ήταν όλο στο πόδι. Ο Ντελγκάδο ξέφυγε μόνος του στα αριστερά, βρήκε με σέντρα τον Παλέρμο στη μικρή περιοχή κι αυτός έκανε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Την έστειλε στα δίχτυα. Ακολούθησε πανηγύρι. Εκτός από τους Γιαπωνέζους φιλάθλους, που είχαν δείξει τις προθέσεις τους εξ αρχής αποθεώνοντας σε κάθε ευκαιρία τους παίκτες της Μπόκα, στο γήπεδο βρισκόταν και 10.000 Αργεντίνοι, που φυσικά δεν πτοήθηκαν από την απόσταση. Ανάμεσα τους κι ένας μικρός ήρωας τρελός οπαδός που, όπως αποκάλυψε ο ίδιος ο Μπιάνκι λίγο καιρό μετά, για να βρει λεφτά να ταξιδέψει ως την Ιαπωνία έβαλε υποθήκη το σπίτι του, κάτι που φυσικά δεν άρεσε καθόλου στη γυναίκα του.

Τρία λεπτά αργότερα και πριν προλάβει η Ρεάλ να συνέλθει, η Μπόκα έκλεψε τη μπάλα στο ύψος της μεγάλης της περιοχής, η μπάλα πήγε – όπως ακριβώς ήταν το σχέδιο – στον Ρικέλμε, αυτός έκανε μια επαφή, μέσα σ’ένα κλάσμα δευτερολέπτου αποφάσισε τι ακριβώς πρέπει να κάνει μαζί της (“Μπορείς να μάθεις πως να σουτάρεις ή πως να κοντρολάρεις τη μπάλα αλλά το να μπορείς να αντιληφθείς άμεσα ό,τι συμβαίνει στο γήπεδο δεν μαθαίνεται. Είναι κάτι που γεννιέσαι μ’αυτό” είχε πει κάποτε ο ίδιος θέλοντας να υμνήσει τον Αντρές Ινιέστα), την έστρωσε μπροστά του και με 50αρα μπαλιά ακριβείας την έστειλε σ’εκείνο ακριβώς το σημείο που ο Παλέρμο δεν χρειαζόταν καν να την κοντρολάρει. Σουτ με το αριστερό με τη μια και 2-0!

Όπως ήταν αναμενόμενο η Ρεάλ αντέδρασε. Και το έκανε γρήγορα. Μέσα στα επόμενα έξι λεπτά είχε ένα δοκάρι με τον Ρομπέρτο Κάρλος και ένα γκολ με τον ίδιο παίκτη, το οποίο την έβαλε άμεσα ξανά στο παιχνίδι. Αυτό αποδείχτηκε όμως και το ταβάνι της στο συγκεκριμένο ματς. Η Μπόκα αμύνθηκε άψογα εξουδετερώνοντας όλα τα αστέρια των ‘Μερένχες’ και τελικά κράτησε το 2-1, μια απρόοπτη εξέλιξη που έβγαλε από τα ρούχα του τον Πέρεθ (“Πως θα κερδίσουμε την Ασιατική αγορά με εμφανίσεις σαν αυτές;” φώναζε στα αποδυτήρια μετά το ματς, όπως αποκάλυψε αργότερα ο Στιβ ΜακΜάναμαν). Για να αντέξει φυσικά την πίεση 80 λεπτών χρειαζόταν οπωσδήποτε ανάσες, τις οποίες και έβρισκε χάρη στο 10αρι της, που κάθε φορά που έπαιρνε τη μπάλα έβρισκε τρόπους να κερδίζει ταυτόχρονα και χρόνο και μέτρα στο χόρτο.

Με έναν μαγικό τρόπο ο Ρικέλμε μπορούσε να κρατήσει και να προστατεύσει τη μπάλα ανάμεσα σε 3 και 4 παίκτες της Ρεάλ που έπεφταν κατ’ευθείαν πάνω του, παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπήρχε κανένας συμπαίκτης του κοντά για να του δώσει στήριγμα. Αυτός που υπέφερε περισσότερο απ’όλους ήταν ο Κλοντ Μακελελέ, που ουκ ολίγες φορές βρέθηκε στο χόρτο προσπαθώντας μάταια να κάνει τάκλιν στον θρασύτατο πιτσιρικά που ήθελε να τα βάλει με όλη την άμυνα των Ισπανών.

Το όνομα και μόνο του αντιπάλου που ταλαιπωρούσε συστηματικά θα μπορούσε από μόνο του να είναι ένα παράσημο για τον ανερχόμενο τότε Ρικέλμε, αφού ήταν κοινό μυστικό πως, παρά τους αμέτρητους αστέρες στην επίθεση, ο Γάλλος αμυντικός χαφ με την αθόρυβη δουλειά στο κέντρο, ήταν σταθερά ένας από τους καλύτερους παίκτες της Ρεάλ. “Ποιο το νόημα να προσθέσεις μια ακόμα χρυσή στρώση στη Μπέντλει σου όταν χάνεις ολόκληρη τη μηχανή της;” φέρεται να είχε πει ο Ζιντάν όταν ο Πέρεθ άφησε τον Μακελελέ να φύγει, επιλέγοντας να επενδύσει τα λεφτά του στον Μπέκαμ.

Ο Μάρτιν Παλέρμο αναδείχτηκε φυσιολογικά Man of the Match για τα δυο του γκολ αλλά στη μνήμη όλων ο τελικός έμεινε χαραγμένος ως η πρώτη και, μάλλον, καλύτερη παράσταση του Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, μια εμφάνιση που τον έκανε γνωστό παντού και αποτέλεσε ουσιαστικά το εισιτήριο του για την Ισπανία 1,5 χρόνο μετά. “Έχω φτάσει σε δυο τελικούς Διηπειρωτικού. Τον έναν τον κερδίσαμε και τον δεύτερο τον κέρδισε ο Ρικέλμε” δήλωσε χαρακτηριστικά ο αμυντικός θρύλος της Ρεάλ, ‘Μανόλο’ Σαντσίς. Όταν την επόμενη μέρα κόπασαν τα πανηγύρια στο Μπουένος Άιρες κάποιος βρήκε έναν καθαρό τοίχο σε ένα παλιό κτίριο κοντά στο Μπομπονέρα και έγραψε: “Ρομάν, πέρασε ο Μακελελέ και ρωτούσε για σένα”.

Μαλάουι: To δικαίωμα στη ζωή μέσα απ’ το ποδόσφαιρο

  [3 Σχόλια]

Το Μαλάουι είναι μία απ’ τις πιο φτωχές χώρες στον κόσμο με πληθυσμό γύρω στους 19.000.000 κατοίκους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ζουν -όπως είναι λογικό- σε συνθήκες πλήρης ανέχειας. Το μορφωτικό επίπεδο είναι απ’ τα πιο χαμηλά που μπορείς να συναντήσεις και οι υπερβολικές εξάρσεις βίας είναι καθημερινό φαινόμενο. Σε μια τέτοια κοινωνία -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν ιδανικές συνθήκες για να αθληθεί κάποιος και κατ’επέκταση να παίξει ποδόσφαιρο. Όσο και αν το αγαπά. Οι Aφρικανοί άλλωστε έχουν μεγάλη τρέλα με την μπάλα. Ακόμα και στις φυλακές Μάουλα -τις σκληρότερες φυλακές που υπάρχουν στην πρωτεύουσα της χώρας- στη Λιλόνγκουε, όταν οι κρατούμενοι βγαίνουν στον προαύλιο χώρο (κι ας μην έχουν καθόλου δυνάμεις μιας και η έλλειψη τροφής είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερά τους προβλήματα) επιδίδονται με τις αυτοσχέδιες μπάλες τους στο άθλημα του ποδοσφαίρου.

Φωτογραφία του Luca Sola, πηγή: the Guardian

Η αίσθηση της ελευθερίας άλλωστε που μπορεί να χαρίσει το ποδόσφαιρο είναι κάτι το μοναδικά υπέροχο. Κάτι το αδύνατο να περιγραφεί με λόγια. «Βγαίνουμε στον ήλιο για να μαζέψουμε λίγη βιταμίνη D» συνηθίζουν να λένε αστειεύομενοι οι κρατούμενοι  (οι περισσότεροι εξ αυτών μετανάστες απ’ την Αιθιοπία), «Ας σπαταλήσουμε και λίγη δύναμη απ’ αυτή που μαζεύουμε για την τρέλα μας». Πολλοί απ’ αυτούς θα πεθάνουν στη φυλακή. Απ’ τους υπόλοιπους, που θα καταφέρουν να βγουν, οι περισσότεροι δεν θα ξαναδούν τα συγγενικά τους πρόσωπα και δεν θα μάθουμε ποτέ που «χάθηκαν» και πως. Για την ιστορία, η σημαία του Μαλάουι είναι μία απ’ τις συνολικά 49 που υπάρχουν στο εξώφυλλο του δίσκου-σταθμός, Survival του Μπομπ Μάρλεϊ. Ένας δίσκος που κυκλοφόρησε το 1979 και μιλάει με μοναδικό τρόπο για μια ενωμένη και δυνατή Αφρική. 40 χρόνια μετά -δυστυχώς- όλο αυτό παραμένει μια άπιαστη Ουτοπία.

Στο Μαλάουι η επίσημη γλώσσα είναι τα Αγγλικά αλλά στη διάλεκτο Τουμπούκα η λέξη Lughano σημαίνει Αγάπη. Αυτό (Lughano) είναι και το όνομα της πιο ταλαντούχας πιτσιρίκας που έχει βγάλει η χώρα τα τελευταία χρόνια. Μια παίκτρια που βγήκε απ’ την Ακαδημία Chichewa. Chichewa στη γλώσσα του Μαλάουι σημαίνει η λέξη που όταν τη λέμε -οι περισσότεροι από εμάς τουλάχιστον- ανεβάζουμε σφυγμούς, χοροπηδάμε σαν παιδάκια και αγκαλιάζουμε όποιον βρούμε μπροστά μας. Η λέξη αυτή, όπως θα καταλάβατε, είναι η λέξη Γκολ. Σε μια χώρα που μόνο το 12% των παιδιών πηγαίνουν σχολείο μετά το Δημοτικό και ένα στα έξι θα δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση πριν καν ενηλικιωθεί είναι πολύ δύσκολο να τολμήσει κάποιος να φτιάξει μια ποδοσφαιρική Ακαδημία. Κι όμως, οι Άγγλοι Τζώρτζ Μαγκουάιρ και Άλεξ Σκοτ -ευτυχώς- το τόλμησαν. Και πέτυχαν. Ο Σκοτ είχε φτάσει στο Μαλάουι πρώτη φορά το 2008, απεσταλμένος της Πρέμιερ Λιγκ ώστε να δημιουργήσει ένα ποδοσφαιρικό πρόγραμμα για παιδιά κάτω των 14 ώστε να προωθήσει το άθλημα του ποδοσφαίρου. Αυτό που έζησε εκεί ήταν κάτι το μοναδικό και όπως είπε ο ίδιος στον Βρετανικό Τύπο είχε μείνει έκθαμβος απ’ το ταλέντο -το ακατέργαστο ταλέντο- που υπήρχε στα παιδιά στο Μαλάουι. Η επιστροφή στο Νησί τον βρήκε να έχει στο μυαλό του ένα και μόνο πράγμα. Να δημιουργήσει μια κανονική Ακαδημία στη Λιλόνγκουε. Ευτυχώς το κατάφερε μερικά χρόνια αργότερα με τη βοήθεια του καλού του φίλου, Άλεξ Σκοτ.

Ο Μαγκουάιρ και ο Σκοτ γνωρίζονταν πολύ καλά απ’ τα χρόνια που έπαιζαν ποδόσφαιρο. Ο πρώτος με την φανέλα της Μπρίστολ Σίτι και ο δεύτερος με αυτή της Νιουκάστλ, με τις ιδέες τους να ταιριάζουν άψογα εντός και εκτός ποδοσφαιρικών θεμάτων. «Συνηθίζαμε να παρακολουθούμε παρέα ένα σωρό παιχνίδια της Πρέμιερ Λιγκ, πίνοντας τις μπύρες μας, αλλά κάτι μας έτρωγε μιας και οι δύο είχαμε αυτό το υπέροχο όραμα για το ποδόσφαιρο» θα πει ο Σκοτ στην Αγγλική τηλεόραση λίγο πριν το 2014. Λίγο καιρό δηλαδή πριν μπει σε κανονική λειτουργία η ποδοσφαιρική Ακαδημία Chigoli. «Πως είναι δυνατόν να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις ένα τόσο μεγάλο καλό σε παιδιά, σε μια χώρα τόσο φτωχή, και να μην το κάνεις;» θα συμπληρώσει ο Μαγκουάιρ, και αυτό είναι ολόκληρο το νόημα του σκεπτικού τους κατά την δική μου γνώμη. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν κάναμε όλοι κάτι, που μπορούμε, για να βοηθήσουμε κάποιον ή κάποιους; Eίναι τόσο απλό. Η Ακαδημία προσφέρει σε αγόρια και κορίτσια την γνώση στο ποδόσφαιρο, προσπαθώντας να βρει νέα μεγάλα ταλέντα και παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα της φοίτησης στο σχολείο και μετά το Δημοτικό. Μάλιστα ακόμα και αν κάποιο παιδί κοπεί απ’ το ποδοσφαιρικό πρόγραμμα (δεν θα γίνουν όλοι ποδοσφαιριστές άλλωστε) η Ακαδημία του δίνει το δικαίωμα να συνεχίσει να πηγαίνει σχολείο, με πληρωμένα τα δίδακτρα απ’ την ίδια. Και αυτό είναι το σημαντικότερο.

Ο 13χρόνος Μισέκ, ένας απ’ τους καλύτερους μαθητές που υπάρχουν στην Ακαδημία και ένας απ’ τους πιο ταλαντούχους παίκτες, θα πει: «To ποδόσφαιρο χωρίς την μόρφωση δεν είναι κάτι σημαντικό. Ο πατέρας μου είναι οδηγός ενός ποδηλάτου-Ταξί και η μητέρα μου πουλάει φρούτα για να ζήσουμε εγώ και τα εφτά αδέρφια μου. Θέλω να σπουδάσω, αν και το μεγάλο μου όνειρο είναι να γίνω ποδοσφαιριστής και να οδηγήσω το Μαλάουι στο Μουντιάλ». Τα ίδια θα σου πουν και η Ιρέν με την Μέρσι, δύο 14χρόνια κορίτσια που μαθαίνουν ποδόσφαιρο στην Ακαδημία, έχοντας ως στόχο και όνειρο να φτάσουν την Ταμπίθα Τσαγούινκα που παίζει ποδόσφαιρο στην Σουηδία και σκοράρει περισσότερα γκολ απ’ τις συμμετοχές της. Η 21χρόνη Ταμπίθα γεννήθηκε στο Μαλάουι και έφυγε για την Σουηδία το 2014, όταν δηλαδή μπήκε σε κανονική λειτουργία το πρόγραμμα Chigoli. Θεωρείται -και λογικά είναι- η κορυφαία παίκτρια της χώρας.

H εκμάθηση αρχίζει με τα βασικά. Πολύ δουλειά στο κοντρόλ και την πάσα με την μία. Πολύ δουλειά στο αδύναμο πόδι κάθε παιδιού. Πολύ δουλειά στην κίνηση, αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα, πολύ δουλειά στην κατανόηση του αθλήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλα αυτά τα παιδιά δεν έχουν δουλέψει ποτέ πριν με προπονητές και δεν είναι εύκολο να μπουν σε καλούπια. Σε μια κανονική ομάδα. Μάλιστα την ώρα των προπονήσεων δεν είναι λίγοι αυτοί που μαζεύονται και παρακολουθούν αυτό το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα. Κάποιος να δίνει οδηγίες και να προσπαθεί να τιθασεύσει ένα παιδί. Επίσης τα παιδιά της Ακαδημίας μαθαίνουν τις θέσεις με τον παλιό βρετανικό τρόπο. Αυτός που φορά το νούμερο 2 -παίζει στο 2- είναι δηλαδή ο δεξιός πλάγιος αμυντικός. Ο πιτσιρίκος με το 6 είναι ο αμυντικός μέσος και αυτός με το 7, αυτός που τους βασανίζει όλους με την ταχύτητά του και την δεξιοτεχνία του στο δεξί άκρο της επίθεσης. Τα πάντα, ακόμα και αυτά που μοιάζουν να μην έχουν τόσο μεγάλη σημασία, είναι μελετημένα μέχρι και στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια ώστε να γίνει η δουλειά όπως πρέπει να γίνεται. Σωστά. Ο βαθμός δυσκολίας άλλωστε είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι είναι σε μια σύγχρονη Ακαδημία χωρών όπως η Ισπανία, η Γερμανία και η Αγγλία.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές ένα παιδί στο Μαλάουι πεθαίνει από κάποια σοβαρή ασθένεια. Ένα μικρό παιδάκι που μπορεί να γεννήθηκε με σπάνιο αθλητικό (και ποδοσφαιρικό DNA) και που -λογικά- δεν έπαιξε ποτέ ποδόσφαιρο με τους φίλους του φορώντας παπούτσια. Όχι ποδοσφαιρικά παπούτσια αλλά απλά παπούτσια, τρύπια και χιλιοφορεμένα από άλλους. Την ίδια στιγμή, κάπου δίπλα μας, στον «πολιτισμένο κόσμο» που ζούμε κάποιο άλλο παιδάκι ανοίγει ένα κουτί και βλέπει το τελευταίο μοντέλο παπουτσιών του Μέσι, αξίας 200 δολλαρίων. Δεν θα χαρεί ιδιαίτερα. Το δώρο είναι συνηθισμένο άλλωστε. Το παιδάκι αυτό δεν παίζει ποδόσφαιρο, δεν διαθέτει κάποιο ποδοσφαιρικό ταλέντο (το ακριβώς αντίθετο μάλιστα) και αφού φορέσει τα παπούτσια 2-3 φορές, θα τα βαρεθεί και θα τα τοποθετήσει δίπλα σε αυτά του Ρονάλντο, του Λε Μπρον, του Τζόρνταν, του Κακά και σε όλα τα υπόλοιπα που έχει στη συλλογή του. Μετά από λίγο καιρό μπορεί και να τα πετάξει ακόμα επειδή δεν θα είναι πλέον στη μόδα. Χάρις στους δύο Άγγλους αυτό έχει αλλάξει για αρκετά παιδιά και αυτή είναι μια σπουδαία νίκη απ’ το ποδόσφαιρο στην κοινωνία. Ίσως και η σπουδαιότερη.

To πρόγραμμα της Ακαδημίας Chigoli απασχολεί περίπου 2.500 παιδιά το χρόνο, δίνοντάς τους το δικαίωμα και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Ακόμα και αυτά που δεν θα ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο επαγγελματικά, έχουν τη δυνατότητα να μορφωθούν και να σπουδάσουν, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο για τη ζωή τους, μακριά απ’ τη φτώχεια και τη δυστυχία. Το σημαντικότερο απ’ όλα αυτά όμως είναι πως έχουν μια ακόμα μια πιθανότητα να κάνουν αυτό που στους περισσότερους από εμάς φαντάζει ως κάτι απλούστερο του απλού. Να ζήσουν.

Η αλήθεια πίσω από τα ball boys

  [5 Σχόλια]

Τα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο. Η νεολαία, οι ελπίδες του ποδοσφαίρου, πιθανότατα οι επόμενοι μεγάλοι σταρ. Χαρούμενες, αθώες παιδικές φάτσες, με μόνο στόχο να βρεθούν κοντά στα ινδάλματά τους, να βοηθήσουν στην τέλεση του αγώνα και κάποτε να πρωταγωνιστήσουν. Τα αθώα ball boys. Ή έτσι νομίζει ο απλός κόσμος. Όποιος δεν έχει βρεθεί σε γήπεδο εκεί στο 90′ που η ομάδα ψάχνει το ένα γκολ και κάθε δευτερόλεπτο που χάνεται είναι αιώνας, δεν μπορεί να καταλάβει. Όποιος έχει δει τερματοφύλακα να περιμένει την μπάλα πίσω από το τέρμα με βλέμμα απόγνωσης σαν να πήγε σε δημόσια υπηρεσία και να του είπαν «δυστυχώς είναι σε άδεια ο υπάλληλος», ξέρει. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι η αγγελική φάτσα είναι απλά το προσωπείο που κρύβει έναν ποδοσφαιρικό Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και μπορεί οι παίκτες συχνά να αντιδρούν, αλλά τα ball boys συνεχίζουν ακάθεκτα. Βελτιώνονται και γίνονται ακόμα πιο προκλητικά και φυσικά οι παίκτες απαντούν. Κι αν δεν μας πιστεύετε, συγκεντρώσαμε τα «καλύτερα» περιστατικά με ball boys και παίκτες που έγιναν μόλις τον τελευταίο μήνα και τα αξιολογούμε.

Ξεκινάμε από την Αυστραλία. Στον τελικό του κυπέλλου το παιχνίδι έχει φτάσει στην παράταση και το Σίδνεϊ προηγείται της Αδελαΐδας με 2-1. Η μπάλα έχει βγει πλάγιο στη σέντρα και ο Μάικλ Μαρόνε πάει να την πάρει. Το ball boy όχι απλά δεν την δίνει γρήγορα, αλλά καθώς ο Μαρόνε πλησιάζει πάει να την καλύψει με το σώμα του για να μην την πάρει ο παίκτης της Αδελαΐδας. Ο Μαρόνε έχει ανεχτεί αρκετή κοροϊδία από τα διαβολικά ball boys στη ζωή του και ρίχνει ένα μεγαλοπρεπές σπρώξιμο στον πιτσιρικά που πάνω που πας να τον λυπηθείς πέφτει κάτω συνεχίζοντας να μην αφήνει την μπάλα από τα χέρια του λες και είναι ο Φρόντο, ενώ κάνει τον τραυματία. Το περιστατικό καταδικάζεται απερίφραστα (αν και σίγουρα οι οπαδοί της Αδελαΐδας νιώθουν μια ηθική ικανοποίηση), ο Μαρόνε όχι μόνο καταφέρνει να χάσει παραπάνω χρόνο με όλη αυτή τη φάση, αλλά όπως είναι φυσικό αποβάλλεται και τιμωρείται με τέσσερις αγώνες. Το σκορ δεν αλλάζει και το Σίδνεϊ πανηγυρίζει την κούπα.

Βαθμός αλητείας Ball Boy: 7 (απλή καθυστέρηση, μπόνους θεατρινισμός)

Μεταφερόμαστε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, εκεί που πριν λίγες μέρες έγινε ο πρώτος τελικός του Κόπα Λιμπερταδόρες μεταξύ της Γκρέμιο και της Λανούς. Η ομάδα από την Αργεντινή κρατούσε σχετικά άνετα το 0-0, αλλά σε μια ανύποπτη φάση οι Βραζιλιάνοι άνοιξαν το σκορ και τα τελευταία λεπτά απέκτησαν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η Λανούς βιαζόταν να ισοφαρίσει για να πάει στον επαναληπτικό με καλύτερο σκορ. Σε μια επίθεση της Γκρέμιο η μπάλα κατέληξε άουτ, κάπου βρήκε και επέστρεψε στο χώρο πίσω από την εστία. Ο γκολκίπερ Αντράντα γνωρίζοντας την μοίρα του φιλοξενούμενου, δεν περίμενε και έτρεξε να πάει την μαζέψει. Αυτό το είδε και το ball boy παλικάρι της Γκρέμιο που είτε είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον, είτε έμεινε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη καθώς μοιάζει 30 χρονών. Έφυγε σφαίρα να προλάβει την μπάλα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας ήταν ένα κλικ πιο αργός, αλλά σαφώς πιο δυνατός και έσπρωξε το Βραζιλιάνο παίρνοντας την μπάλα. Το ball boy man σηκώθηκε γρήγορα και έκανε προσπάθεια να προλάβει και να χτυπήσει τον τερματοφύλακα (!), αστοχώντας για λίγο. Το αποκορύφωμα ήταν που δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πήγε πίσω από την εστία και συνέχισε να μανουριάζει.

Βαθμός αλητείας ball boy: 8 (έχασε την αρχική μάχη, αλλά σημασία έχει να σηκώνεσαι όταν πέφτεις)

Και για να μην πείτε «ναι αλλά στην Ευρώπη αυτά δεν γίνονται» (άλλωστε η φωτογραφία του Αζάρ στην αρχή δεν μπήκε τυχαία), κλείνουμε με λίγη Ισπανία. Η Βαλένθια παρ’ ότι έπαιζε για πάνω από ένα ημίχρονο με παίκτη παραπάνω, υποχρεώθηκε στην πρώτη της ήττας από τη Χετάφε με 1-0 και δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη γκέλα της Μπαρτσελόνα. Η Χετάφε με θεατρικό ηγέτη τον Νταμιάν, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το αποτέλεσμα (αξίζει το βίντεο ολόκληρο για το σόου που έδωσε), αλλά εμείς θα σταθούμε στο βραβείου 2ου ανδρικού ρόλου, το ανώνυμο ball boy της Χετάφε (περίπου στο 0.20). Αυτή τη φορά ο πιτσιρικάς δεν χρειάστηκε καν να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Περίμενε τον βιαστικό Σάντι Μίνα να έρθει κοντά και μόλις αυτός πλησίασε πέταξε την μπάλα μακριά του. Ο Σάντι Μίνα θέλοντας να κυνηγήσει την μπάλα, δεν τον φύτεψε στο χώμα, αλλά του είπε κάτι για συγκεκριμένο μέρος του σώματος της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο μικρός το επανέλαβε με τον Σιμόνε Ζάζα. Ο Ιταλός όμως διαθέτει εμφανώς ατσάλινα νεύρα, αφού απλά χαμογέλασε και μετά από λίγο του έκανε ένα χαριτωμένο «θα τις φας», σαν να ήταν η μαμά του που ενθουσιάστηκε με την σκανταλιά του κανακάρη της. Αποτέλεσμα ο μπόμπιρας, αληθινός αυτήν τη φορά, όχι σαν της Γκρέμιο, να μην πάρει το μάθημά του και σίγουρα να περιμένει το επόμενο εντός της Χετάφε για να συνεχίσει το έργο του.

Βαθμός αλητείας ball boy: 9 (τρολάρισμα σε δύο στιγμές, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του και χωρίς να κάψει ούτε θερμίδα)

Θα κλείσουμε με κάτι ρετρό και διαφορετικό. Για να μη φανεί ότι είμαστε άδικοι και σκληροί, υπάρχουν και περιπτώσεις που τα παιδιά δίπλα στη γραμμή δεν έχουν έρθει στη Γη για να μας βασανίζουν, αλλά είναι ό,τι κι εμείς. Απλοί οπαδοί που πονούν την ομάδα τους και ζουν γι’ αυτή. Γυρίζουμε στη Βραζιλία και το μακρινό 1988, για να δούμε ένα ball girl αυτή τη φορά στο θρυλικό Μαρακανά. Το παιχνίδι ήταν Βάσκο ντα Γκάμα με Μποταφόγκο και με το σκορ στο 3-0 ο δαιμόνιος Βραζιλιάνος ρεπόρτερ πλησίασε το κοριτσάκι που έκλαιγε, βλέποντας την ομάδα του να χάνει. Οι ερωτήσεις του ρεπόρτερ ήταν παντελώς ανόητες, αλλά αρκούν οι μονολεκτικές απαντήσεις για να απαντηθεί το ερώτημα «πώς είναι να αγαπάς πολύ την ομάδα σου;» (προχωρήστε στο 3.58 του βίντεο εκτός αν θέλετε ρετρό γκολ) και να συνεχίζεις να το κάνεις ενώ σε πονάει. Και ένα κοριτσάκι (που τώρα θα έχει γίνει γυναίκα και πιθανώς να πηγαίνει με τα παιδιά της στο γήπεδο και να έχει ακόμα τη φανέλα που της χάρισε ένας παίκτης της αγαπημένης της ομάδας) μας βάζει τα γυαλιά:

Κλαις που χάνει η Μποταφόγκο;
Ναι
Ήρθες για να δεις το παιχνίδι;
– Ναι
Δεν ήρθες πρώτα για τη δουλειά ε; (δουλειά = ball boy)
Όχι, ήρθα για να δω το παιχνίδι
Πίστευες ότι θα κερδίσει η Μποταφόγκο;
Ναι το πίστευα
Θα σταματήσεις να είσαι Μποταφόγκο;
Όχι