Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'παγκόσμιο ποδόσφαιρο'

Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [6 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».

Μαλάουι: To δικαίωμα στη ζωή μέσα απ’ το ποδόσφαιρο

  [3 Σχόλια]

Το Μαλάουι είναι μία απ’ τις πιο φτωχές χώρες στον κόσμο με πληθυσμό γύρω στους 19.000.000 κατοίκους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ζουν -όπως είναι λογικό- σε συνθήκες πλήρης ανέχειας. Το μορφωτικό επίπεδο είναι απ’ τα πιο χαμηλά που μπορείς να συναντήσεις και οι υπερβολικές εξάρσεις βίας είναι καθημερινό φαινόμενο. Σε μια τέτοια κοινωνία -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν ιδανικές συνθήκες για να αθληθεί κάποιος και κατ’επέκταση να παίξει ποδόσφαιρο. Όσο και αν το αγαπά. Οι Aφρικανοί άλλωστε έχουν μεγάλη τρέλα με την μπάλα. Ακόμα και στις φυλακές Μάουλα -τις σκληρότερες φυλακές που υπάρχουν στην πρωτεύουσα της χώρας- στη Λιλόνγκουε, όταν οι κρατούμενοι βγαίνουν στον προαύλιο χώρο (κι ας μην έχουν καθόλου δυνάμεις μιας και η έλλειψη τροφής είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερά τους προβλήματα) επιδίδονται με τις αυτοσχέδιες μπάλες τους στο άθλημα του ποδοσφαίρου.

Φωτογραφία του Luca Sola, πηγή: the Guardian

Η αίσθηση της ελευθερίας άλλωστε που μπορεί να χαρίσει το ποδόσφαιρο είναι κάτι το μοναδικά υπέροχο. Κάτι το αδύνατο να περιγραφεί με λόγια. «Βγαίνουμε στον ήλιο για να μαζέψουμε λίγη βιταμίνη D» συνηθίζουν να λένε αστειεύομενοι οι κρατούμενοι  (οι περισσότεροι εξ αυτών μετανάστες απ’ την Αιθιοπία), «Ας σπαταλήσουμε και λίγη δύναμη απ’ αυτή που μαζεύουμε για την τρέλα μας». Πολλοί απ’ αυτούς θα πεθάνουν στη φυλακή. Απ’ τους υπόλοιπους, που θα καταφέρουν να βγουν, οι περισσότεροι δεν θα ξαναδούν τα συγγενικά τους πρόσωπα και δεν θα μάθουμε ποτέ που «χάθηκαν» και πως. Για την ιστορία, η σημαία του Μαλάουι είναι μία απ’ τις συνολικά 49 που υπάρχουν στο εξώφυλλο του δίσκου-σταθμός, Survival του Μπομπ Μάρλεϊ. Ένας δίσκος που κυκλοφόρησε το 1979 και μιλάει με μοναδικό τρόπο για μια ενωμένη και δυνατή Αφρική. 40 χρόνια μετά -δυστυχώς- όλο αυτό παραμένει μια άπιαστη Ουτοπία.

Στο Μαλάουι η επίσημη γλώσσα είναι τα Αγγλικά αλλά στη διάλεκτο Τουμπούκα η λέξη Lughano σημαίνει Αγάπη. Αυτό (Lughano) είναι και το όνομα της πιο ταλαντούχας πιτσιρίκας που έχει βγάλει η χώρα τα τελευταία χρόνια. Μια παίκτρια που βγήκε απ’ την Ακαδημία Chichewa. Chichewa στη γλώσσα του Μαλάουι σημαίνει η λέξη που όταν τη λέμε -οι περισσότεροι από εμάς τουλάχιστον- ανεβάζουμε σφυγμούς, χοροπηδάμε σαν παιδάκια και αγκαλιάζουμε όποιον βρούμε μπροστά μας. Η λέξη αυτή, όπως θα καταλάβατε, είναι η λέξη Γκολ. Σε μια χώρα που μόνο το 12% των παιδιών πηγαίνουν σχολείο μετά το Δημοτικό και ένα στα έξι θα δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση πριν καν ενηλικιωθεί είναι πολύ δύσκολο να τολμήσει κάποιος να φτιάξει μια ποδοσφαιρική Ακαδημία. Κι όμως, οι Άγγλοι Τζώρτζ Μαγκουάιρ και Άλεξ Σκοτ -ευτυχώς- το τόλμησαν. Και πέτυχαν. Ο Σκοτ είχε φτάσει στο Μαλάουι πρώτη φορά το 2008, απεσταλμένος της Πρέμιερ Λιγκ ώστε να δημιουργήσει ένα ποδοσφαιρικό πρόγραμμα για παιδιά κάτω των 14 ώστε να προωθήσει το άθλημα του ποδοσφαίρου. Αυτό που έζησε εκεί ήταν κάτι το μοναδικό και όπως είπε ο ίδιος στον Βρετανικό Τύπο είχε μείνει έκθαμβος απ’ το ταλέντο -το ακατέργαστο ταλέντο- που υπήρχε στα παιδιά στο Μαλάουι. Η επιστροφή στο Νησί τον βρήκε να έχει στο μυαλό του ένα και μόνο πράγμα. Να δημιουργήσει μια κανονική Ακαδημία στη Λιλόνγκουε. Ευτυχώς το κατάφερε μερικά χρόνια αργότερα με τη βοήθεια του καλού του φίλου, Άλεξ Σκοτ.

Ο Μαγκουάιρ και ο Σκοτ γνωρίζονταν πολύ καλά απ’ τα χρόνια που έπαιζαν ποδόσφαιρο. Ο πρώτος με την φανέλα της Μπρίστολ Σίτι και ο δεύτερος με αυτή της Νιουκάστλ, με τις ιδέες τους να ταιριάζουν άψογα εντός και εκτός ποδοσφαιρικών θεμάτων. «Συνηθίζαμε να παρακολουθούμε παρέα ένα σωρό παιχνίδια της Πρέμιερ Λιγκ, πίνοντας τις μπύρες μας, αλλά κάτι μας έτρωγε μιας και οι δύο είχαμε αυτό το υπέροχο όραμα για το ποδόσφαιρο» θα πει ο Σκοτ στην Αγγλική τηλεόραση λίγο πριν το 2014. Λίγο καιρό δηλαδή πριν μπει σε κανονική λειτουργία η ποδοσφαιρική Ακαδημία Chigoli. «Πως είναι δυνατόν να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις ένα τόσο μεγάλο καλό σε παιδιά, σε μια χώρα τόσο φτωχή, και να μην το κάνεις;» θα συμπληρώσει ο Μαγκουάιρ, και αυτό είναι ολόκληρο το νόημα του σκεπτικού τους κατά την δική μου γνώμη. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν κάναμε όλοι κάτι, που μπορούμε, για να βοηθήσουμε κάποιον ή κάποιους; Eίναι τόσο απλό. Η Ακαδημία προσφέρει σε αγόρια και κορίτσια την γνώση στο ποδόσφαιρο, προσπαθώντας να βρει νέα μεγάλα ταλέντα και παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα της φοίτησης στο σχολείο και μετά το Δημοτικό. Μάλιστα ακόμα και αν κάποιο παιδί κοπεί απ’ το ποδοσφαιρικό πρόγραμμα (δεν θα γίνουν όλοι ποδοσφαιριστές άλλωστε) η Ακαδημία του δίνει το δικαίωμα να συνεχίσει να πηγαίνει σχολείο, με πληρωμένα τα δίδακτρα απ’ την ίδια. Και αυτό είναι το σημαντικότερο.

Ο 13χρόνος Μισέκ, ένας απ’ τους καλύτερους μαθητές που υπάρχουν στην Ακαδημία και ένας απ’ τους πιο ταλαντούχους παίκτες, θα πει: «To ποδόσφαιρο χωρίς την μόρφωση δεν είναι κάτι σημαντικό. Ο πατέρας μου είναι οδηγός ενός ποδηλάτου-Ταξί και η μητέρα μου πουλάει φρούτα για να ζήσουμε εγώ και τα εφτά αδέρφια μου. Θέλω να σπουδάσω, αν και το μεγάλο μου όνειρο είναι να γίνω ποδοσφαιριστής και να οδηγήσω το Μαλάουι στο Μουντιάλ». Τα ίδια θα σου πουν και η Ιρέν με την Μέρσι, δύο 14χρόνια κορίτσια που μαθαίνουν ποδόσφαιρο στην Ακαδημία, έχοντας ως στόχο και όνειρο να φτάσουν την Ταμπίθα Τσαγούινκα που παίζει ποδόσφαιρο στην Σουηδία και σκοράρει περισσότερα γκολ απ’ τις συμμετοχές της. Η 21χρόνη Ταμπίθα γεννήθηκε στο Μαλάουι και έφυγε για την Σουηδία το 2014, όταν δηλαδή μπήκε σε κανονική λειτουργία το πρόγραμμα Chigoli. Θεωρείται -και λογικά είναι- η κορυφαία παίκτρια της χώρας.

H εκμάθηση αρχίζει με τα βασικά. Πολύ δουλειά στο κοντρόλ και την πάσα με την μία. Πολύ δουλειά στο αδύναμο πόδι κάθε παιδιού. Πολύ δουλειά στην κίνηση, αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα, πολύ δουλειά στην κατανόηση του αθλήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλα αυτά τα παιδιά δεν έχουν δουλέψει ποτέ πριν με προπονητές και δεν είναι εύκολο να μπουν σε καλούπια. Σε μια κανονική ομάδα. Μάλιστα την ώρα των προπονήσεων δεν είναι λίγοι αυτοί που μαζεύονται και παρακολουθούν αυτό το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα. Κάποιος να δίνει οδηγίες και να προσπαθεί να τιθασεύσει ένα παιδί. Επίσης τα παιδιά της Ακαδημίας μαθαίνουν τις θέσεις με τον παλιό βρετανικό τρόπο. Αυτός που φορά το νούμερο 2 -παίζει στο 2- είναι δηλαδή ο δεξιός πλάγιος αμυντικός. Ο πιτσιρίκος με το 6 είναι ο αμυντικός μέσος και αυτός με το 7, αυτός που τους βασανίζει όλους με την ταχύτητά του και την δεξιοτεχνία του στο δεξί άκρο της επίθεσης. Τα πάντα, ακόμα και αυτά που μοιάζουν να μην έχουν τόσο μεγάλη σημασία, είναι μελετημένα μέχρι και στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια ώστε να γίνει η δουλειά όπως πρέπει να γίνεται. Σωστά. Ο βαθμός δυσκολίας άλλωστε είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι είναι σε μια σύγχρονη Ακαδημία χωρών όπως η Ισπανία, η Γερμανία και η Αγγλία.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές ένα παιδί στο Μαλάουι πεθαίνει από κάποια σοβαρή ασθένεια. Ένα μικρό παιδάκι που μπορεί να γεννήθηκε με σπάνιο αθλητικό (και ποδοσφαιρικό DNA) και που -λογικά- δεν έπαιξε ποτέ ποδόσφαιρο με τους φίλους του φορώντας παπούτσια. Όχι ποδοσφαιρικά παπούτσια αλλά απλά παπούτσια, τρύπια και χιλιοφορεμένα από άλλους. Την ίδια στιγμή, κάπου δίπλα μας, στον «πολιτισμένο κόσμο» που ζούμε κάποιο άλλο παιδάκι ανοίγει ένα κουτί και βλέπει το τελευταίο μοντέλο παπουτσιών του Μέσι, αξίας 200 δολλαρίων. Δεν θα χαρεί ιδιαίτερα. Το δώρο είναι συνηθισμένο άλλωστε. Το παιδάκι αυτό δεν παίζει ποδόσφαιρο, δεν διαθέτει κάποιο ποδοσφαιρικό ταλέντο (το ακριβώς αντίθετο μάλιστα) και αφού φορέσει τα παπούτσια 2-3 φορές, θα τα βαρεθεί και θα τα τοποθετήσει δίπλα σε αυτά του Ρονάλντο, του Λε Μπρον, του Τζόρνταν, του Κακά και σε όλα τα υπόλοιπα που έχει στη συλλογή του. Μετά από λίγο καιρό μπορεί και να τα πετάξει ακόμα επειδή δεν θα είναι πλέον στη μόδα. Χάρις στους δύο Άγγλους αυτό έχει αλλάξει για αρκετά παιδιά και αυτή είναι μια σπουδαία νίκη απ’ το ποδόσφαιρο στην κοινωνία. Ίσως και η σπουδαιότερη.

To πρόγραμμα της Ακαδημίας Chigoli απασχολεί περίπου 2.500 παιδιά το χρόνο, δίνοντάς τους το δικαίωμα και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Ακόμα και αυτά που δεν θα ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο επαγγελματικά, έχουν τη δυνατότητα να μορφωθούν και να σπουδάσουν, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο για τη ζωή τους, μακριά απ’ τη φτώχεια και τη δυστυχία. Το σημαντικότερο απ’ όλα αυτά όμως είναι πως έχουν μια ακόμα μια πιθανότητα να κάνουν αυτό που στους περισσότερους από εμάς φαντάζει ως κάτι απλούστερο του απλού. Να ζήσουν.

Η αλήθεια πίσω από τα ball boys

  [5 Σχόλια]

Τα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο. Η νεολαία, οι ελπίδες του ποδοσφαίρου, πιθανότατα οι επόμενοι μεγάλοι σταρ. Χαρούμενες, αθώες παιδικές φάτσες, με μόνο στόχο να βρεθούν κοντά στα ινδάλματά τους, να βοηθήσουν στην τέλεση του αγώνα και κάποτε να πρωταγωνιστήσουν. Τα αθώα ball boys. Ή έτσι νομίζει ο απλός κόσμος. Όποιος δεν έχει βρεθεί σε γήπεδο εκεί στο 90′ που η ομάδα ψάχνει το ένα γκολ και κάθε δευτερόλεπτο που χάνεται είναι αιώνας, δεν μπορεί να καταλάβει. Όποιος έχει δει τερματοφύλακα να περιμένει την μπάλα πίσω από το τέρμα με βλέμμα απόγνωσης σαν να πήγε σε δημόσια υπηρεσία και να του είπαν «δυστυχώς είναι σε άδεια ο υπάλληλος», ξέρει. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι η αγγελική φάτσα είναι απλά το προσωπείο που κρύβει έναν ποδοσφαιρικό Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και μπορεί οι παίκτες συχνά να αντιδρούν, αλλά τα ball boys συνεχίζουν ακάθεκτα. Βελτιώνονται και γίνονται ακόμα πιο προκλητικά και φυσικά οι παίκτες απαντούν. Κι αν δεν μας πιστεύετε, συγκεντρώσαμε τα «καλύτερα» περιστατικά με ball boys και παίκτες που έγιναν μόλις τον τελευταίο μήνα και τα αξιολογούμε.

Ξεκινάμε από την Αυστραλία. Στον τελικό του κυπέλλου το παιχνίδι έχει φτάσει στην παράταση και το Σίδνεϊ προηγείται της Αδελαΐδας με 2-1. Η μπάλα έχει βγει πλάγιο στη σέντρα και ο Μάικλ Μαρόνε πάει να την πάρει. Το ball boy όχι απλά δεν την δίνει γρήγορα, αλλά καθώς ο Μαρόνε πλησιάζει πάει να την καλύψει με το σώμα του για να μην την πάρει ο παίκτης της Αδελαΐδας. Ο Μαρόνε έχει ανεχτεί αρκετή κοροϊδία από τα διαβολικά ball boys στη ζωή του και ρίχνει ένα μεγαλοπρεπές σπρώξιμο στον πιτσιρικά που πάνω που πας να τον λυπηθείς πέφτει κάτω συνεχίζοντας να μην αφήνει την μπάλα από τα χέρια του λες και είναι ο Φρόντο, ενώ κάνει τον τραυματία. Το περιστατικό καταδικάζεται απερίφραστα (αν και σίγουρα οι οπαδοί της Αδελαΐδας νιώθουν μια ηθική ικανοποίηση), ο Μαρόνε όχι μόνο καταφέρνει να χάσει παραπάνω χρόνο με όλη αυτή τη φάση, αλλά όπως είναι φυσικό αποβάλλεται και τιμωρείται με τέσσερις αγώνες. Το σκορ δεν αλλάζει και το Σίδνεϊ πανηγυρίζει την κούπα.

Βαθμός αλητείας Ball Boy: 7 (απλή καθυστέρηση, μπόνους θεατρινισμός)

Μεταφερόμαστε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, εκεί που πριν λίγες μέρες έγινε ο πρώτος τελικός του Κόπα Λιμπερταδόρες μεταξύ της Γκρέμιο και της Λανούς. Η ομάδα από την Αργεντινή κρατούσε σχετικά άνετα το 0-0, αλλά σε μια ανύποπτη φάση οι Βραζιλιάνοι άνοιξαν το σκορ και τα τελευταία λεπτά απέκτησαν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η Λανούς βιαζόταν να ισοφαρίσει για να πάει στον επαναληπτικό με καλύτερο σκορ. Σε μια επίθεση της Γκρέμιο η μπάλα κατέληξε άουτ, κάπου βρήκε και επέστρεψε στο χώρο πίσω από την εστία. Ο γκολκίπερ Αντράντα γνωρίζοντας την μοίρα του φιλοξενούμενου, δεν περίμενε και έτρεξε να πάει την μαζέψει. Αυτό το είδε και το ball boy παλικάρι της Γκρέμιο που είτε είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον, είτε έμεινε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη καθώς μοιάζει 30 χρονών. Έφυγε σφαίρα να προλάβει την μπάλα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας ήταν ένα κλικ πιο αργός, αλλά σαφώς πιο δυνατός και έσπρωξε το Βραζιλιάνο παίρνοντας την μπάλα. Το ball boy man σηκώθηκε γρήγορα και έκανε προσπάθεια να προλάβει και να χτυπήσει τον τερματοφύλακα (!), αστοχώντας για λίγο. Το αποκορύφωμα ήταν που δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πήγε πίσω από την εστία και συνέχισε να μανουριάζει.

Βαθμός αλητείας ball boy: 8 (έχασε την αρχική μάχη, αλλά σημασία έχει να σηκώνεσαι όταν πέφτεις)

Και για να μην πείτε «ναι αλλά στην Ευρώπη αυτά δεν γίνονται» (άλλωστε η φωτογραφία του Αζάρ στην αρχή δεν μπήκε τυχαία), κλείνουμε με λίγη Ισπανία. Η Βαλένθια παρ’ ότι έπαιζε για πάνω από ένα ημίχρονο με παίκτη παραπάνω, υποχρεώθηκε στην πρώτη της ήττας από τη Χετάφε με 1-0 και δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη γκέλα της Μπαρτσελόνα. Η Χετάφε με θεατρικό ηγέτη τον Νταμιάν, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το αποτέλεσμα (αξίζει το βίντεο ολόκληρο για το σόου που έδωσε), αλλά εμείς θα σταθούμε στο βραβείου 2ου ανδρικού ρόλου, το ανώνυμο ball boy της Χετάφε (περίπου στο 0.20). Αυτή τη φορά ο πιτσιρικάς δεν χρειάστηκε καν να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Περίμενε τον βιαστικό Σάντι Μίνα να έρθει κοντά και μόλις αυτός πλησίασε πέταξε την μπάλα μακριά του. Ο Σάντι Μίνα θέλοντας να κυνηγήσει την μπάλα, δεν τον φύτεψε στο χώμα, αλλά του είπε κάτι για συγκεκριμένο μέρος του σώματος της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο μικρός το επανέλαβε με τον Σιμόνε Ζάζα. Ο Ιταλός όμως διαθέτει εμφανώς ατσάλινα νεύρα, αφού απλά χαμογέλασε και μετά από λίγο του έκανε ένα χαριτωμένο «θα τις φας», σαν να ήταν η μαμά του που ενθουσιάστηκε με την σκανταλιά του κανακάρη της. Αποτέλεσμα ο μπόμπιρας, αληθινός αυτήν τη φορά, όχι σαν της Γκρέμιο, να μην πάρει το μάθημά του και σίγουρα να περιμένει το επόμενο εντός της Χετάφε για να συνεχίσει το έργο του.

Βαθμός αλητείας ball boy: 9 (τρολάρισμα σε δύο στιγμές, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του και χωρίς να κάψει ούτε θερμίδα)

Θα κλείσουμε με κάτι ρετρό και διαφορετικό. Για να μη φανεί ότι είμαστε άδικοι και σκληροί, υπάρχουν και περιπτώσεις που τα παιδιά δίπλα στη γραμμή δεν έχουν έρθει στη Γη για να μας βασανίζουν, αλλά είναι ό,τι κι εμείς. Απλοί οπαδοί που πονούν την ομάδα τους και ζουν γι’ αυτή. Γυρίζουμε στη Βραζιλία και το μακρινό 1988, για να δούμε ένα ball girl αυτή τη φορά στο θρυλικό Μαρακανά. Το παιχνίδι ήταν Βάσκο ντα Γκάμα με Μποταφόγκο και με το σκορ στο 3-0 ο δαιμόνιος Βραζιλιάνος ρεπόρτερ πλησίασε το κοριτσάκι που έκλαιγε, βλέποντας την ομάδα του να χάνει. Οι ερωτήσεις του ρεπόρτερ ήταν παντελώς ανόητες, αλλά αρκούν οι μονολεκτικές απαντήσεις για να απαντηθεί το ερώτημα «πώς είναι να αγαπάς πολύ την ομάδα σου;» (προχωρήστε στο 3.58 του βίντεο εκτός αν θέλετε ρετρό γκολ) και να συνεχίζεις να το κάνεις ενώ σε πονάει. Και ένα κοριτσάκι (που τώρα θα έχει γίνει γυναίκα και πιθανώς να πηγαίνει με τα παιδιά της στο γήπεδο και να έχει ακόμα τη φανέλα που της χάρισε ένας παίκτης της αγαπημένης της ομάδας) μας βάζει τα γυαλιά:

Κλαις που χάνει η Μποταφόγκο;
Ναι
Ήρθες για να δεις το παιχνίδι;
– Ναι
Δεν ήρθες πρώτα για τη δουλειά ε; (δουλειά = ball boy)
Όχι, ήρθα για να δω το παιχνίδι
Πίστευες ότι θα κερδίσει η Μποταφόγκο;
Ναι το πίστευα
Θα σταματήσεις να είσαι Μποταφόγκο;
Όχι

Η καλύτερη τελευταία ημέρα προκριματικών Μουντιάλ ποτέ

  [5 Σχόλια]

Το Μουντιάλ είναι η μεγαλύτερη και πιο ιερή στιγμή ενός ποδοσφαιρόφιλου, η αποθέωση της ποδοσφαιρικής ιεροτελεστίας. Γίνεται όμως τα προκαταρκτικά να είναι ακόμα καλύτερα από το… κυρίως γεύμα που θα δούμε στη Ρωσία; Με αυτά που ζήσαμε τις προηγούμενες μέρες μπήκαμε σε σκέψεις. Ο 45χρονος Αιγύπτιος τερματοφύλακας, ο πανηγυρισμός του οπαδού χωρίς πόδι, η μικρούλα Ισλανδία, η αυτοκτονία της Σκωτίας. Με αυτά που έγιναν χθες όμως σιγουρευτήκαμε. Όσα συνέβησαν σε διάφορα μέρη του κόσμου έγραψαν ιστορία, χάρισαν στιγμές και εικόνες που είναι αδύνατο να χωρέσουμε σε ένα κείμενο. Θα το προσπαθήσουμε όμως.

Όλα ξεκίνησαν χθες το μεσημέρι Ελλάδας με την ομάδα χωρίς έδρα, τη Συρία, να κάνει την ύστατη προσπάθεια στη ρεβάνς με την Αυστραλία και να ανοίγει μόλις στο 6′ το σκορ απέναντι στο μεγάλο φαβορί. Ο αειθαλής Τιμ Κέιχιλ με τι άλλο, με κεφαλιά ισοφάρισε γρήγορα αλλά οι Αυστραλοί δεν κατάφεραν να βάλουν ένα δεύτερο γκολ. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση, η Συρία έμεινε με 10, ο Τιμ Κέιχιλ έκανε το 2-1 (ω τι έκπληξη, με κεφαλιά) και ενώ όλοι πίστευαν ότι η Συρία είχε αποχαιρετίσει οριστικά, ο σταρ της Ομάρ Αλ Σομά πήγε να κάνει το έπος όταν στο 120′ εκτέλεσε φάουλ και η μπάλα σταμάτησε στο δοκάρι της Αυστραλίας. Η Συρία άγγιξε το όνειρο. Ένας αποκλεισμός που στενοχώρησε πολλούς ουδέτερους, ένα όμορφο παραμύθι που δεν είχε καλό τέλος.

Οι ταλαιπωρημένοι από τον πόλεμο Σύριοι, σε πλατεία της Δαμασκού

Αυτό ήταν το προειδοποιητικό χτύπημα. Γιατί μπορεί τα ευρωπαϊκά πλην της Πορτογαλίας και της τεράστιας αγωνίας της δικής μας εθνικής με το Γιβραλτάρ να είχαν καθαρίσει, στη Ν. Αμερική όμως είχαμε έξι ομάδες να διεκδικούν την τελευταία αγωνιστική τέσσερις θέσεις. Και πριν προλάβουμε να συνέλθουμε εμείς και να πάρουν καμία ανάσα οι παίκτες της Αργεντινής στο υψόμετρο του Κίτο, το Εκουαδόρ έπαιξε βόλεϊ με απανωτές κεφαλιές και σκόραρε στα 40″ μόλις δευτερόλεπτα, το πιο γρήγορο γκολ που έχει δεχτεί ποτέ η Αργεντινή.

Με το 1-0 αυτό φυσικά η Αργεντινή πήγαινε σπίτι της. Οι φίλαθλοι του Εκουαδόρ άρχισαν τα ειρωνικά Όλε-Όλε σε κάθε πάσα. Πίστευε κανείς ότι η 2η χειρότερη επίθεση, χωρίς ψυχολογία θα τα κατάφερνε; Κι όμως, ο Λιονέλ Μέσι έκανε το ματς που μήνες τώρα περιμέναμε, αυτό που τον βάζει στο πάνθεον της εθνικής, δίπλα σε παίκτες όπως ο Παλέρμο, παίκτες που χάρισαν προκρίσεις στο τέλος, παίκτες που έκαναν κατάθεση ψυχής και ταλέντου. Με δυο δικά του γκολ η Αργεντινή έφερε τούμπα το ματς στο 13′, ενώ το «αδιάφορο» Εκουαδόρ έκανε αλλαγή στο 40′, βάζοντας και τον τραυματία (!) Ένερ Βαλένσια για να τα παίξει όλα για όλα.

Λέγοντας για αδιάφορους, η Βολιβία χαλούσε το πάρτι της Ουρουγουάης με 0-1, αλλά οι γηπεδούχοι το γύρισαν κι αυτοί σε 2-1 πριν το ημίχρονο. Με τα αποτελέσματα ημιχρόνου Βραζιλία, Ουρουγουάη, Χιλή, Αργεντινή έπαιρναν την πρόκριση και η Κολομβία πήγαινε στα μπαράζ. Παραγουάη και Περού στα σπίτια τους. Το 2ο ημίχρονο ξεκινάει και ήταν η τρίτη αδιάφορη της ημέρας που το πήρε πάνω της. Μπορεί Χιλιανοί και Βραζιλιάνοι πριν το ματς να αγκαλιάζονταν έξω από το γήπεδο και να έλεγαν ότι θα αφήσουν εκτός την Αργεντινή, αλλά οι τίμιοι Βραζιλιάνοι ποδοσφαιριστές με τον Παουλίνιο έκαναν το 1-0, μετά από κακή απόκρουση του Κλαούντιο Μπράβο. Ακόμα και με αυτό το αποτέλεσμα όμως, η Χιλή πήγαινε τουλάχιστον στα μπαράζ στην ισοβαθμία με το Περού εξαιτίας καλύτερης διαφοράς τερμάτων.

Στο αμέσως επόμενο λεπτό ο Χάμες Ροντρίγκες έβαζε φωτιά στη Λίμα. Περού-Κολομβία 0-1. Προκρίνονται Βραζιλία, Ουρουγουάη, Κολομβία, Αργεντινή και η Χιλή στα μπαράζ. Πριν προλάβουν τα ραδιοφωνάκια να ενημερώσουν Βιδάλ και Αλέξις Σάντσες, η Βραζιλία πέτυχε στο ξέφωτο τη Χιλή και με τον Γκαμπριέλ Ζεσούς έκανε το 2-0. Ένα αποτέλεσμα που συνέφερε την Αργεντινή σε περίπτωση ισοβαθμίας, αλλά και το Περού αν μπορούσε να σκοράρει. Γρήγορα γρήγορα η Αργεντινή τελείωσε κάθε συζήτηση με τον Λιονέλ Μέσι να πετυχαίνει το πρώτο χατ τρικ του σε προκριματικά, ενώ ταυτόχρονα γινόταν και ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής σε προκριματικά ξεπερνώντας τον Ερνάν Κρέσπο.

Γκολ-γκολ-γκολ. Χένιο-χένιο-χένιο.

Η Χιλή προσπαθούσε να σώσει την παρτίδα βάζοντας ένα γκολ για να έχει καλύτερη διαφορά, η Παραγουάη ήταν σταθερά στο 0-0 με την τελευταία και αδιάφορη Βενεζουέλα και ένα γκολ θα την έβαζε στην πρόκριση, ενώ στη Λίμα το Περού έκανε τα πάντα για την ισοφάριση. Και τα κατάφερε με τον ηρωικό Πάολο Γκερέρο που εν μέσω αποθέωσης έκανε στο 76′ το 1-1, έβαλε το Περού στα μπαράζ και έστελνε τη δις πρωταθλήτρια Ν. Αμερικής πίσω στη Χιλή και στον καναπέ της. Βραζιλία, Ουρουγουάη (είχε κάνει ήδη το 4-1) και Αργεντινή παρακολουθούσαν πλέον διακριτικά. Όλοι περίμεναν το μπαμ στη Βραζιλία (με γκολ της Χιλής) ή στην Παραγουάη.

Λα τοκό, λα τοκό, λα τοκό
(μετάφραση: το φάουλ ήταν έμμεσο, αλλά ο Οσπίνα ακούμπησε την μπάλα, το γκολ μέτρησε και το Περού πήρε το χρυσό βαθμό εξαιτίας του τερματοφύλακα)

Έγινε το δεύτερο, αλλά στην… ανάποδη. Η τελευταία Βενεζουέλα που έπαιζε εξαιρετικά στις αντεπιθέσεις, έγραψε το 0-1 με τον Ερέρα, κάνοντας μάλλον τη μεγαλύτερη έκπληξη της βραδιάς. Πίσω στην Λίμα το γκολ πανηγυρίστηκε έξαλλα, καθώς το Χ φαινόταν να μην αλλάζει και ο φόβος ήταν πλέον για τη Χιλή. Η Βραζιλία είναι όμως με διαφορά η καλύτερη ομάδα της ηπείρου και δεν ήθελε να δεχτεί ούτε γκολ. Στο 92′ με όλη τη Χιλή πλέον μπροστά, οι Βραζιλιάνοι πήραν την μπάλα και ο Γκαμπριέλ Ζεσούς στη χωρίς τερματοφύλακα εστία έβαλε το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των Χιλιανών. 3-0. Πανωλεθρία.

Τα ματς έληξαν. Στο Κίτο ο Μέσι κι η παρέα του πανηγύριζαν, στο Μοντεβιδέο ο τεράστιος κόουτς Όσκαρ Ταμπάρες έπαιρνε την 4η συνεχόμενη πρόκριση σε Μουντιάλ με την Ουρουγουάη, η Κολομβία που πήγε να αυτοκτονήσει στις τελευταίες αγωνιστικές με το Χ τσέκαρε εισιτήριο για Ρωσία, το Περού στα μπαράζ με τη Ν. Ζηλανδία και η Χιλή που ακόμα και με ήττα είχε πολλές πιθανότητες να περάσει κατάφερε να φάει τρία γκολ (και φυσικά να εκμεταλλευτεί την ανοησία του Οσπίνα που έδωσε το Χ στο Περού και άφησε τον συμπαίκτη του Αλέξις Σάντσες χωρίς Μουντιάλ). Κλου φυσικά η Παραγουάη που έβλεπε τους άλλους να σφάζονται και αντί να κερδίσει, έχασε από την τελευταία Βενεζουέλα που έκανε μόλις τη 2η της νίκη στα προκριματικά. Να το κάνουμε ακόμα πιο σαδιστικό; Αν θυμάστε η Χιλή είχε κάνει ένσταση για το ματς με τη Βολιβία. Οι Βολιβιανοί είχαν χρησιμοποιήσει παίκτη που δεν είχε δικαίωμα. Η Χιλή δικαιώθηκε, πήρε το ματς στα χαρτιά (ενώ είχε έρθει Χ). Μόνο που ο ίδιος παίκτης έπαιξε και με το Περού. Το Περού που είχε χάσει το αντίστοιχο παιχνίδι, πήρε και αυτό το ματς στα χαρτιά. Αν η Χιλή δεν είχε κάνει ποτέ αυτή την ένσταση, θα είχε σήμερα ένα βαθμό παραπάνω από το Περού και θα ήταν αυτή στα μπαράζ. Το λες και θεία δίκη.

Ιδανικοί αυτόχειρες, αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά

Η μέρα Η νύχτα όμως δεν είχε ακόμα τελειώσει. Όσοι ξενύχτησαν πήραν χαμπάρι ότι στον όμιλο της Βόρειας και Κεντρικής Αμερικής τα πράγματα ήταν ακόμα ρευστά. Οι ΗΠΑ ξεκινούσαν με 12 βαθμούς τη στιγμή που Ονδούρα και Παναμάς ήταν στους 10 και ήξεραν ότι είχαν την τύχη στα χέρια τους. Με το τελευταίο Τρινιντάντ Τομπάγκο έπαιζαν διάολε. Τη χώρα που είναι γνωστή για τον Ντουάιτ Γιορκ. Τη χώρα με ρεκόρ 1-0-8 στα προκριματικά.

Τη χώρα που προηγήθηκε στο 17′ μόλις με τραγικό αυτογκόλ. Αλλά ευτυχώς. Οι Μεξικάνοι στο ίδιο λεπτό σκόραραν μέσα στην Ονδούρα. Καμία ανησυχία, όλα γυρίζουν. Η Ονδούρα ισοφαρίζει το Μεξικό, αλλά αμέσως μετά το Μεξικό γράφει το 1-2. Η δε Κόστα Ρίκα ανοίγει το σκορ στον Παναμά. Οι ΗΠΑ δέχονται δεύτερο γκολ (απίστευτο σουτ), αλλά τα αποτελέσματα βολεύουν ακόμα τους «Αμερικάνους».

Το γκολ του Παναμά στο 87′ και τα απανωτά εγκεφαλικά του σπίκερ

Ο Πούλισιτς μειώνει για τις ΗΠΑ, αλλά τα χειρότερα δεν έχουν τελειώσει. Πρώτα είναι η Ονδούρα που γυρίζει το ματς με το Μεξικό από 1-2 σε 3-2, ενώ ο Παναμάς ισοφαρίζει (με γκολ φάντασμα). Ακόμα κι έτσι οι ΗΠΑ πηγαίνουν σε μπαράζ με την Αυστραλία (βλέπε αρχή κειμένου). Ψάχνουν το γκολ της ισοφάρισης, ενώ περιμένουν τα νέα. Το γκολ δεν έρχεται ποτέ και τα νέα είναι και πάλι άσχημα. Ο Ρομάν Τόρες στο 87′ κάνει το 2-1 για τον Παναμά και το απίστευτο συμβαίνει. Παναμάς και Ονδούρα αφήνουν τις ΗΠΑ εκτός Μουντιάλ. Ο Παναμάς κερδίζει τη χρυσή πρόκριση και η Ονδούρα θα πάει στα μπαράζ, ενώ οι Αμερικάνοι αποκλείστηκαν από το αδιάφορο και αδύναμο Τρινιντάντ (και το Τομπάγκο μαζί).

Και κάπως έτσι το ξενύχτι έλαβε τέλος. Με συγκλονιστικές εναλλαγές, με αδιάφορους να παίζουν μέχρι το τέλος τα ματς (και μερικοί να τα κερδίζουν), με λάθη εγκληματικά, με πρωταγωνιστές όπως ο Μέσι και ο Γκερέρο, αλλά κι πιο αφανείς όπως ο Τόρες κι ο Κιότο. Και αν το Μουντιάλ έχει έστω τη μισή αγωνία από αυτά που ζήσαμε τις τελευταίες μέρες, θα περάσουμε ωραία.

Όταν οι Μπαφάνα Μπαφάνα πανηγύριζαν έναν αποκλεισμό

  [8 Σχόλια]

Στην ιστορία των epic fail των εθνικών ομάδων έχουμε δει αρκετές μεγαλειώδεις στιγμές. Λίγες όμως αγγίζουν αυτό που συνέβη στις 8 Οκτωβρίου του 2011 όταν η Νότια Αφρική υποδεχόταν τη Σιέρα Λεόνε για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών που οδηγούσαν στην τελική φάση του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής του 2012. Ο Νίγηρας των 9 βαθμών πήγαινε στην αδιάφορη και αποκλεισμένη Αίγυπτο, ενώ η Ν. Αφρική και η Σιέρα Λεόνε είχαν από 8 βαθμούς. Οι «Μπαφάνα Μπαφάνα» μπήκαν στο παιχνίδι έχοντας τα αυτιά τους στο ραδιοφωνάκι για να ακούν τι γίνεται και στο άλλο ματς, καθώς μόνο ο πρώτος προκρινόταν.

Τα ευχάριστα νέα από το Κάιρο έφτασαν στο Μπομπέλα Στάντιουμ στο 48′. Η Αίγυπτος είχε ανοίξει το σκορ. Με το 0-0 να παραμένει στη Ν. Αφρική είχαμε τριπλή ισοβαθμία και πλεονέκτημα για τους Μπαφάνα Μπαφάνα με την καλύτερη διαφορά τερμάτων. Ο Μοχάμεντ Σαλάχ έγραψε αργότερα το 2-0, οι κερκίδες πήραν φωτιά και όταν στο 71′ έγινε το 3-0, οι Νοτιοαφρικανοί ήξεραν ότι πλέον το Χ ήταν αρκετό. Οι βουβουζέλες ξεκούφαναν τους παίκτες της Σιέρα Λεόνε κι ο τερματοφύλακας Ιτουμελένγκ Κούνε (που είναι αυτό εδώ το τρελοκομείο που παριστάνει το Χιγκίτα) έπεσε χάμου και κυλιόταν σαν να τον είχε βρει σφαίρα σε μια φάση που οι διηγήσεις λένε ότι έφαγε τουλάχιστον πέντε λεπτά κάνοντας θέατρο. Οι δύσμοιροι παίκτες της Σιέρα Λεόνε διαμαρτύρονταν στο διαιτητή από την Κένυα, αλλά όταν πρόκειται για τερματοφύλακα προέχει η υγεία. Την ίδια στιγμή ο κόουτς Πίτσο Μοσιμάνε έβγαζε επιθετικό για να περάσει κι άλλο χαφ και να κλειδώσει το Χ.

Χοροί και πανηγύρια κι ο Κούνε που ξανάνιωσε

Η Σιέρα Λεόνε δεν τα κατάφερε να βάλει κάποιο γκολ, οι καθυστερήσεις και το κατενάτσιο της Ν. Αφρικής πέτυχαν, το ματς ήρθε 0-0 (όπως και ο πρώτος αγώνας) και στην τριπλή ισοβαθμία η Ν. Αφρική είχε +2 γκολ, η Σιέρα Λεόνε 0 και ο Νίγηρας μετά την τριάρα από τους τίμιους και αδιάφορους Αιγύπτιους -2. Ο βαρύτατα τραυματίας Κούνε ξανάνιωσε και χοροπηδούσε σαν το κατσίκι, οι παίκτες έκαναν το γύρο του θριάμβου χορεύοντας αυτά τα παραδοσιακά καλτ αφρικάνικα και ο πρόεδρος της Π.Ο. Κίρστεν Νεματαντανί έκανε δηλώσεις στα κανάλια περήφανος για την πρόκριση. Στον ίδιο ρυθμό τα κανάλια και τα σάιτ που μιλούσαν για την επιτυχία της χώρας.

Happy Times

Λίγο αργότερα όμως ήρθε η επίσημη ανακοίνωση της CAF που έλεγε ότι ο Νίγηρας ήταν η ομάδα που πήρε πρόκριση. Το πρόβλημα βλέπετε ήταν ότι κανένας δεν διάβασε το Άρθρο 14 του κανονισμού. Εκεί που έλεγε ότι σε περίπτωση ισοβαθμίας μετρούν τα αποτελέσματα μεταξύ των ομάδων και όχι τα γκολ. Και μαντέψτε. Ο Νίγηρας είχε κερδίσει εντός τη Ν. Αφρική, η Ν. Αφρική εντός το Νίγηρα, αλλά ο Νίγηρας είχε κερδίσει εντός και τη Σιέρα Λεόνε και έτσι είχε 6 βαθμούς στην τριπλή, με τη Ν. Αφρική να μείνει στους 5. Τα χαμόγελα πάγωσαν. Η αλήθεια είναι ότι στα περισσότερα προκριματικά εθνικών μετρούν τα γκολ, αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία. Ο Νίγηρας πήρε την πρόκριση, οι χαρές, τα πανηγύρια, οι χοροί, τα θέατρα και οι αναθεματισμένες βουβουζέλες πήγαν χαμένες. Ο προπονητής δεν το πίστευε: «Λέτε αν το ήξερα θα έβγαζα επιθετικό;» ψέλλιζε στη συνέντευξη τύπου.

Η Ομοσπονδία της Ν. Αφρικής έκανε ένσταση με επιχειρήματα της πλάκας «παγκοσμίως είναι συνηθισμένο να περνάει αυτός με την καλύτερη διαφορά, αλλά εσείς χρησιμοποιείτε το άρθρο 14.1» (λες και ο κανονισμός είναι καμιά λαδόκολλα που παραγγέλνεις σε ταβέρνα) και άλλα τέτοια κωμικά όπως ότι δεν συνάδει με τους κανονισμούς της FIFA αλλά και με την… παράδοση. Η ένσταση φυσικά απορρίφθηκε και ο Νίγηρας πήγε πανηγυρικά στα τελικά, όπου τερμάτισε και τελευταίος στον όμιλό του με τρεις ήττες σε τρία παιχνίδια, ενώ οι Νοτιοαφρικάνοι έπαιζαν πένθιμα τις βουβουζέλες τους από τους καναπέδες.

Ο Χουάν Μάτα θέλει να αλλάξει το ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν την άνοιξη του 2003 όταν ο έφηβος Χουάν Μάτα γυρνούσε σπίτι με τον πατέρα του μετά από ένα παιχνίδι παίδων της Ρεάλ Οβιέδο, στην οποία αγωνιζόταν τότε. Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες φορές όμως, εκείνη τη μέρα ο πατέρας του Χουάν ακολούθησε διαφορετική διαδρομή κι έτσι αντί για το σπίτι βρέθηκαν σε ένα υπαίθριο πάρκινγκ, στο οποίο ήταν σταθμευμένο ένα μόνο αμάξι.

Ο Χουάν Μάτα ο πρεσβύτερος πάρκαρε δίπλα, κατέβηκε, μίλησε με τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου για μερικά λεπτά και όταν επέστρεψε, μετέφερε στον Χουάν τζούνιορ τα μαντάτα. Η Ρεάλ Μαδρίτης ενδιαφερόταν να τον εντάξει στις ακαδημίες της. “Η Μαδρίτη; Η Ρεάλ Μαδρίτης; Θέλει εμένα;” ήταν το μόνο που θυμάται να λέει ο Χουάν Μάτα, εξιστορώντας τα γεγονότα πολλά χρόνια μετά.

Από εκείνη τη μέρα και μετά, το ποδόσφαιρο έπαψε πλέον να είναι ένα απλό παιχνίδια για τον Μάτα. “Στην ακαδημία της Ρεάλ έμαθα πως να ζω μόνος μου, μακριά από τους γονείς μου. Εκεί σκεφτόμουν συχνά πόσες θυσίες έκαναν οι γονείς μου και ο παππούς μου για να βρεθώ εγώ στο σημείο που βρισκόμουν. Και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να δουλέψω σκληρά για να μη χάσω την ευκαιρία”. Η ευκαιρία που περίμενε για χρόνια τελικά δεν ήρθε, παρά το γεγονός ότι ανέβαινε τα επίπεδα των ακαδημιών της Ρεάλ με εντυπωσιακή ευκολία, κι έτσι to 2007 μετακόμισε στη Βαλένθια, εκεί όπου ουσιαστικά έμαθε όλα όσα χρειαζόταν για το ποδόσφαιρο (“ήταν σαν να έκανα το μάστερ μου εκεί”).

Μια δεκαετία μετά, ο Χουάν Μάτα είναι ένας από τους πιο γνωστούς Ευρωπαίους μέσους, παίζει στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και αμείβεται πλουσιοπάροχα. Το τελευταίο σκέλος της προηγούμενης πρότασης φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τον 29χρονο Ισπανό. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές ο Μάτα δεν διστάζει να μιλήσει για το ‘καυτό’ θέμα των ασύλληπτων απολαβών των σύγχρονων ποδοσφαιριστών.

Τον Απρίλη του 2016, σε μια εμφάνιση του σε ισπανική τηλεοπτική εκπομπή, όταν κλήθηκε να σχολιάσει την κατάσταση του σύγχρονου ποδοσφαίρου δήλωσε: “Όταν ένας παίκτης παίρνει μεταγραφή σε μια μεγάλη ομάδα, τότε αυτόματα νομίζει πως έγινε Μαραντόνα. Βλέπεις νεαρά παιδιά που αμέσως πιστεύουν πως είναι ροκ σταρς. Φοράνε πανάκριβα ρούχα και οδηγάνε φανταχτερά αμάξια”. Αλλά ο Μάτα δεν έμεινε εκεί. “Εμείς οι ποδοσφαιριστές ζούμε σε μια φούσκα. Η πραγματική ζωή είναι αυτή που ζούνε οι φίλοι μου, που ψάχνουν για δουλειά και αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Η δικιά μου ζωή δεν είναι φυσιολογική. Με τρομάζει μερικές φορές το πόσο προστατευόμενος είμαι”.

Το να παραδέχεται ένας διάσημος ποδοσφαιριστής ότι η αμοιβή του είναι υπερβολική δεν είναι κάτι συνηθισμένο κι έτσι οι απόψεις του Ισπανού έγιναν γρήγορα θέμα σ’όλο τον πλανήτη. Μαζί με τα πολλά εύσημα όμως ήρθαν και πολλές (δικαιολογημένες) ενστάσεις: “Καλά τα λόγια, ωραία η κρίση αυτογνωσίας αλλά από πράξεις μηδέν”. Ένας χρόνος κύλησε από τότε, ο Μάτα πανηγύρισε άλλη μια ευρωπαϊκή κούπα και… τσέπωσε μερικά ακόμα εκατομμύρια ευρώ αλλά φαίνεται ότι δεν ξέχασε και τις απόψεις του.

Στη διάρκεια των διακοπών του, και την ώρα που οι περισσότεροι συνάδελφοι του απολάμβαναν τα μπάνια τους σε κάποια εξωτική παραλία του πλανήτη, επισκέφτηκε την Ινδία και πιο συγκεκριμένα τις φτωχογειτονιές του Μουμπάι. “Κανένα παιδί δεν πρέπει να ζει έτσι” ήταν ένα από τα σχόλια που έκανε στο blog του βλέποντας τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων. Γυρνώντας στην Ευρώπη για να ξεκινήσει προετοιμασία με τη Γιουνάιτεντ, έβαλε μπροστά το σχέδιο του, το οποίο πριν λίγες μέρες ανακοίνωσε στον κόσμο με ένα μεγάλο κείμενο που είχε τίτλο “Ένας κοινός στόχος”.

Η ιδέα είναι απλή. Πολύ απλή. “Σκέφτηκα καλά τι μου έχει προσφέρει το ποδόσφαιρο. Ξέρω πόσο τυχερός ήμουν που είχα όλες αυτές τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν. Παρ’όλο που έχω ασχοληθεί και με άλλες φιλανθρωπικές ενέργειες στο παρελθόν, ξέρω καλά ότι πρέπει να κάνω περισσότερα. Θέλω να βοηθήσω ώστε κι άλλα παιδιά να έχουν τις ευκαιρίες που είχα κι εγώ. Έτσι από σήμερα, χαρίζω το 1% των αμοιβών μου σε ένα συλλογικό ταμείο που θα λέγεται ‘Κοινός Στόχος’, του οποίου τη διαχείριση έχει ένα αναλάβει ένα γκρουπ 120 φιλανθρωπικών οργανώσεων με έργο σε περισσότερες από 80 χώρες”.

Το ποσοστό φυσικά είναι μικρό. Αλλά είναι “εύκολο” και ρεαλιστικό κι αυτό έχει σημασία. Και, το βασικότερο όλων, είναι μια αρχή. Γιατί ο στόχος του Μάτα δεν είναι να σώσει τον κόσμο μόνος του. “Καλώ όλους τους ποδοσφαιριστές να με βοηθήσουν σ’αυτό. Έχουμε τόσες πολλές ευκαιρίες απλά γιατί παίζουμε ένα παιχνίδι. Ας ενωθούμε για να βοηθήσουμε παιδιά απ’όλο τον κόσμο να ζήσουν την ίδια χαρά. Μπορεί να ηγούμαι αυτής της προσπάθειας αλλά δεν θέλω να είμαι μόνος. Ένα από τα πρώτα μαθήματα που έμαθα στο ποδόσφαιρο είναι ότι χρειάζεται μια ομάδα για να πραγματοποιήσεις τα όνειρα σου. To ποδόσφαιρο πρέπει να προσφέρει στην κοινωνία”.

To αρχικό κάλεσμα του έχει ως στόχο άλλους διάσημους ποδοσφαιριστές (“Ψάχνω 10 άτομα ακόμα. Προπονητές, ποδοσφαιριστές, ποδοσφαιρίστριες, προέδρους, ομάδες, ομοσπονδίες…”) αλλά η ιδέα δεν σταματάει εκεί. Απώτερος στόχος του πρότζεκτ είναι να καθιερωθεί η ιδέα του 1% σε όλες τις ποδοσφαιρικές συναλλαγές, από τους μισθούς παικτών, προπονητών και διοικούντων μέχρι και τις μεταγραφές και τις εμπορικές συναλλαγές. Το “1% προς τον ‘Κοινό Στόχο’” να θεωρείται δεδομένη παρακράτηση σε κάθε ποδοσφαιρική συμφωνία. Για παράδειγμα, η μεταγραφή Νειμάρ από μόνη της θα πρόσφερε άμεσα περισσότερα από 2 εκατομμύρια στο ταμείο της δράσης.

Σήμερα το βράδυ στα Σκόπια, ο Χουάν Μάτα θα προσπαθήσει να κερδίσει το μοναδικό ευρωπαϊκό τρόπαιο που λείπει από τη συλλογή του, το Σούπερ Καπ. Απέναντι του θα βρεθεί μια γνώριμη του ομάδα, αυτή που το 2003 τον ανακάλυψε και του ζήτησε να μετακομίσει στη Μαδρίτη. Ο νεαρός συνοδηγός του ενός εκ των δυο αμαξιών σ’εκείνο το πάρκινγκ στο Οβιέδο μεγάλωσε, έζησε για τα καλά το ποδόσφαιρο από μέσα και αποφάσισε πως κάτι πρέπει να κάνει για να εκμεταλλευτεί τη δύναμη του: “Το ποδόσφαιρο δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο. Πιθανόν μόνο η μουσική να έχει την ίδια δύναμη να αλλάξει την κοινωνία. Πρέπει να το μετατρέψουμε όλo αυτό σε κάτι αληθινό”. Ακόμα κι αν αποτύχει κι αυτό το εγχείρημα, κανείς δεν θα μπορεί να κατηγορήσει τον Μάτα ότι δεν προσπάθησε.

Αλεξάντερ Τζούριτς: Ο αθλητής πρόσφυγας

  [3 Σχόλια]

Το Ντόμποϊ είναι μια πόλη που βρίσκεται στα βόρεια της Βοσνίας, αρκετά κοντά στα σύνορα με την Κροατία. Όταν όμως ο Αλεξάνταρ Τζούριτς μεγάλωνε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η πόλη ήταν μέρος μια άλλης χώρας, της Γιουγκοσλαβίας που δεν υπάρχει πια. Ο Τζούριτς λάτρευε το ποδόσφαιρο και έπαιζε συνέχεια, πολλές φορές ξεχνώντας να πάει και στο σχολείο. Τα παιδιά ήταν όλα φτωχά, έπαιζαν στο δρόμο με πέτρες για δοκάρια, χωρισμένα σε δυο ομάδες (με μπλουζάκια και ημίγυμνα), πολύ συχνά ξυπόλητα για να μη φθείρουν τα μοναδικά παπούτσια που είχαν στην ιδιοκτησία τους. Αυτή ήταν η απλή ζωή του Άλεξ μέχρι που στα 15 του γνώρισε ένα άλλο άθλημα από τους γείτονές του. Το κανόε-καγιάκ τον συνεπήρε, ο Τζούριτς κολυμπούσε στο παγωμένο και πενταβρώμικο από το κοντινό εργοστάσιο ποτάμι που μύριζε πετρέλαιο, πολλές φορές δίπλα σε νεκρά ψάρια. Ο Τζούριτς ήταν ένας καταπληκτικός αθλητής, άρχισε προπονήσεις στο κανόε-καγιάκ, τα πήγε εξαιρετικά και στα 15 του ήταν πρωταθλητής νέων της Γιουγκοσλαβίας και ένας από τους πιο ταλαντούχους στον κόσμο, παίρνοντας την 8η θέση το 1987. Το όνειρό του ήταν να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 στη Βαρκελώνη, αλλά τα πράγματα όπως ξέρουμε δεν πήγαν καλά στη γειτονική χώρα.

Η Γιουγκοσλαβία ήταν υπό διάλυση. Το κλίμα είχε αλλάξει και αυτό ήταν εμφανές. Ακόμα πιο εμφανές για τον πιτσιρικά Τζούριτς που έκανε την υποχρεωτική θητεία του στον στρατό και καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Τζούριτς ήταν Σέρβος στην καταγωγή, αλλά μεγαλωμένος στο Ντόμποϊ με μουσουλμανική πλειοψηφία και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο φανατισμός και το μίσος μεγάλωναν συνεχώς στη χώρα. Όταν έφτασε η ώρα να πάρει βαθμό, οι ανώτεροί του τον φώναξαν και του έκαναν ερωτήσεις για το αν του αρέσει ο Πρόεδρος, ποια η γνώμη του για τους Αμερικάνους, αν συμπαθεί την αστυνομία και άλλα τέτοια. Υπήρχε και το κακό προηγούμενο με τον πατέρα του που δεν ήταν υπέρ του κομμουνισμού και για κάποια αρνητικά του σχόλια για το καθεστώς είχε πάει στη φυλακή. Ο Άλεξ όμως ήταν εξαιρετικός αθλητής και φυσικά στρατιώτης και τελικά έγινε αξιωματικός. Δεν του άρεσε όμως ο πόλεμος και δεν μπορούσε να υπακούει τυφλά σε εντολές. Σε μια αποστολή μετέφερε πυρομαχικά στη Βοσνία (καθώς άρχιζαν οι προετοιμασίες για έναν εμφύλιο) και όταν του ζητήθηκε να το ξανακάνει, αρνήθηκε. Τον συνέλαβαν, τον αποκάλεσαν δειλό, τον έδειραν και τον πέταξαν σε ένα κελί.

Ο τοπικός σύλλογος καγιάκ στη Γιουγκοσλαβία (ο Άλεξ δεύτερος από αριστερά στην κάτω σειρά)

Ο κόσμος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η χώρα πήγαινε σε εμφύλιο. Ο πατέρας του Άλεξ, ένας απλός άνθρωπος με προβλήματα αλκοολισμού που πολλές φορές όταν έπινε γινόταν βίαιος, αποφάσισε ότι τουλάχιστον ένας από τους γιους του έπρεπε να φύγει, να γλιτώσει από τον επερχόμενο πόλεμο, να κρατήσει ζωντανή την οικογένεια. Επιλέχθηκε ο μικρότερος Άλεξ που ήταν και αθλητής και πιο… αντιδραστικό στοιχείο. Στα 21 του ο Άλεξ χαιρέτισε τους δικούς του, μπήκε σε ένα φορτηγό και πέρασε κρυφά με έναν ακόμα φίλο στην Ουγγαρία. Τόσο ο πατέρας του, όσο και ο αδερφός του πολέμησαν στον εμφύλιο. Ελάχιστες οικογένειες βγήκαν αλώβητες από τον πόλεμο. Το Ντόμποϊ έγινε γνωστό αργότερα για εγκλήματα πολέμου και την εκεί σφαγή, ένα από τα πολλά δράματα του πολέμου.

Ο Τζούριτς ήταν ένας πρόσφυγας σε μια ξένη χώρα, χωρίς χρήματα, ψάχνοντας να βρει ομάδα. Κατάφερε να φτάσει μέχρι και τη Σουηδία όπου προπονήθηκε στην ΑΪΚ αλλά τελικά επέστρεψε πίσω στην Ουγγαρία. Χωρίς χαρτιά πλέον μετά και την επίσημη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Για καλή του τύχη μια οικογένεια του έδωσε στέγη, ενώ βρήκε και θέση σε μια ομάδα Β’ εθνικής. «Δεν είχα καμία επαφή με τη χώρα μου. Δεν ήξερα τι είχαν γίνει οι δικοί μου. Πάλευα για ένα συμβόλαιο, πάλευα για τη ζωή μου. Δεν μπορούσα να δείξω τα συναισθήματά μου στους συμπαίκτες μου, έπρεπε να φανώ δυνατός. Πήγαινα κάθε μέρα στην προπόνηση, γύριζα στο σπίτι, έβλεπα τις ειδήσεις και έκλαιγα

Μέσα σε όλα αυτά ήρθε η πρόταση από την Ολυμπιακή Επιτροπή της Βοσνίας να εκπροσωπήσει τη χώρα στη Βαρκελώνη το καλοκαίρι του 1992 ως αθλητής του καγιάκ. Η ΔΟΕ πρότεινε να στείλει η Βοσνία δέκα αθλητές, για να δείξει ότι όλα τα έθνη πρέπει να συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Τζούριτς ήταν όμως Σέρβος και δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να εκπροσωπήσει μια χώρα με την οποία η Σερβία βρισκόταν σε πόλεμο; «Ήταν μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις που πήρα στη ζωή μου. Καθόμουν μόνος στο δωμάτιό μου. Ήξερα ότι μπορούσα να αντιμετωπίσω τους φίλους μου. Δεν ήθελα όμως να απογοητεύσω τους γονείς μου και τον αδερφό μου

Η αποστολή της Βοσνίας το 1992 στη Βαρκελώνη

Τελικά πήρε την απόφαση με βάση όσα του είχαν μάθει οι γονείς του. «Όταν μεγάλωνα μου είπαν ότι πρέπει να σέβομαι όλους τους ανθρώπους, ακόμα και αυτούς που δεν μου φέρονται καλά. Όλοι οι φίλοι μου ήταν Βόσνιοι, ήμουν κι εγώ Βόσνιος.» Σε αυτό τον βοήθησαν και τα λόγια ενός φίλου του. «Είσαι Σέρβος, αλλά πρώτα είσαι Βόσνιος. Μπορείς να δείξεις ότι Βοσνία δεν σημαίνει απαραίτητα Μουσουλμάνος, ότι είναι μια χώρα με διαφορετικούς ανθρώπους. Έζησες όλη σου τη ζωή εκεί, την μισή κολυμπώντας στον ποταμό Μπόσνα. Αξίζεις να γίνεις Ολυμπιακός αθλητής αυτής της χώρας».

Ο Τζούριτς πήρε την απόφαση, αλλά αυτό ήταν ο μισός κόπος. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να φτάσει στη Σλοβενία για να βρει τους υπόλοιπους αθλητές. Με τον σάκο του, ένα κουπί που του είχαν κάνει δώρο και 20 δολάρια στην τσέπη ξεκίνησε. Πήρε ένα λεωφορείο, έκανε οτοστόπ σε ένα φορτηγό και σε άλλα δύο αυτοκίνητα μέχρι να καταφέρει να φτάσει στα σύνορα Αυστρίας-Ουγγαρίας. Ένας από τους οδηγούς ήταν Σέρβος και όταν έμαθε ότι ο Άλεξ θα αγωνιζόταν με τα χρώματα της Βοσνίας δεν ενθουσιάστηκε καθόλου. Στα σύνορα και χωρίς χαρτιά, οι Αυστριακοί δεν τον άφηναν να περάσει. Παραλίγο το όνειρο να σταματήσει εκεί, αλλά τελικά μετά από επικοινωνία με την αυστριακή Ολυμπιακή Επιτροπή πέρασε. Έφτασε στη Σλοβενία, ταξίδεψε με την αποστολή και αγωνίστηκε έστω και χωρίς καμία προπόνηση για σχεδόν δύο χρόνια. Ήταν μια από τις σημαντικότερες στιγμές στη ζωή του. Κατάφερε να φτάσει στην ημιτελική φάση, όπου όμως τερμάτισε 19ος και τελευταίος. Ο συνολικός χρόνος που αγωνίστηκε ήταν περίπου 4,5 λεπτά, αλλά η ταλαιπωρία άξιζε. Κανείς δεν ξέρει αν η ζωή του ήταν φυσιολογική και με προπονήσεις, τι επίδοση θα μπορούσε να είχε.

Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία μπόρεσε να έχει επικοινωνία με τους γονείς του στο τηλέφωνο, να μάθει ότι ζούσαν, να μιλήσει μαζί τους. Έστω και έτσι τους ξαναβρήκε. Μέχρι που μια μέρα πριν τα γενέθλιά του το 1993 η μητέρα του έχασε τη ζωή της. Παρ’ ότι υπήρχε τυπικά εκεχειρία, στην πράξη οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν. Κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών από τους Μουσουλμάνους, ένα βλήμα έσκασε στο σπίτι της οικογένειας Τζούριτς. Η μητέρα του σκοτώθηκε στον κήπο και ο πατέρας του τραυματίστηκε. Ο Άλεξ δεν μπόρεσε να πάρει άδεια από την ουγγρική κυβέρνηση να ταξιδέψει στη Βοσνία για την κηδεία, δεν ξαναείδε την μητέρα του ποτέ μετά εκείνο το βράδυ που μπήκε στο φορτηγό για τα σύνορα. Για μήνες έκλαιγε καθημερινά και μόνη διέξοδος ήταν το ποδόσφαιρο. Παίζοντας μπάλα κατάφερνε να ξεχνιέται. Η καριέρα του τον ταξίδεψε σε διάφορα μέρη. Αυστραλία, Κίνα και ξανά Αυστραλία.

Ο Τζούριτς επιτελεί μεγάλο φιλανθρωπικό έργο, ενώ έχει υιοθετήσει και ένα παιδάκι από ίδρυμα

Παρ’ ότι πήρε την υπηκοότητα δεν κατάφερε να παίξει στην εθνική της Αυστραλίας όπως ήθελε. Πήγε τελικά στη Σιγκαπούρη, σε μια χώρα πολύ πίσω ποδοσφαιρικά, αλλά με καλές συνθήκες. Εκεί, εξαιτίας της κορμοστασιάς του, ο προπονητής τον μετέτρεψε στα 29 του σε επιθετικό, ενώ αγωνιζόταν πάντα ως χαφ ή αριστερό μπακ. Στη Σιγκαπούρη λατρεύτηκε, έγινε από τους πιο σημαντικούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Κατέκτησε οχτώ πρωταθλήματα και τρία κύπελλα με διάφορες ομάδες, όπως και τίτλους πολυτιμότερου παίκτη. Το 2000 επέστρεψε για πρώτη φορά στην πατρίδα του. Ο πατέρας του είχε καρκίνο και ήταν ετοιμοθάνατος. Ο Άλεξ γύρισε στο σπίτι του και αυτή τη φορά πρόλαβε να μιλήσει μαζί του λίγο πριν πεθάνει. Να λύσουν διαφορές, να συμφιλιωθούν για τα παιδικά χρόνια, να θυμηθούν την μητέρα του.

Ένα μικρό αφιέρωμα στον Τζούριτς από το FourFourTwo

Παρά την προχωρημένη αθλητικά ηλικία του, ο Τζούριτς συνέχισε να παίζει μπάλα σε υψηλό (για τα δεδομένα της Σιγκαπούρης) επίπεδο. Την στιγμή που οι ντόπιοι έβγαιναν έξω και ξενυχτούσαν, αυτός σηκωνόταν στις έξι το πρωί και έκανε μόνος του προπόνηση τρέχοντας και κάνοντας ασκήσεις. Πήγαινε τα παιδιά του με το ποδήλατο στο σχολείο και το απόγευμα ξανά ατομική προπόνηση. Κοιμόταν από τις 10 το βράδυ, πρόσεχε τι έτρωγε. Έβαζε κάτω σε αντοχή ποδοσφαιριστές με τα μισά του χρόνια σχεδόν. Η Σιγκαπούρη του άρεσε γιατί είχε πολυεθνικό χαρακτήρα. Μεγαλωμένος σε ένα τέτοιο περιβάλλον στη Βοσνία, ποτέ του δεν ξεχώριζε ανθρώπους για την εθνικότητα ή τη θρησκεία τους. Άνθρωποι άλλης θρησκείας ήταν υπεύθυνοι για το χαμό της μητέρας του, αλλά ο Τζούριτς δεν ένιωσε ποτέ μίσος.

Στα 29 έγινε επιθετικός, στα 37 διεθνής (και σκόρερ δύο γκολ)

Ο Τζούριτς είχε το απωθημένο να παίξει στην εκεί εθνική. Δυο φορές έκανε αίτηση για υπηκοότητα και δυο φορές δεν έγινε αποδεκτή, όταν την τρίτη φορά τα κατάφερε είχε φτάσει πλέον 37 ετών. Παρ’ όλα αυτά η αξία του δεν έμενε απαρατήρητη. Κλήθηκε στην εθνική της Σιγκαπούρης και έγινε ο πρώτος μη γηγενής που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της. Το ντεμπούτο το 2007 απέναντι στο Τατζικιστάν ήταν ονειρικό, καθώς σκόραρε και τα δύο γκολ της νίκης με 2-0. Σε 53 συμμετοχές σκόραρε 24 φορές και μαζί της κατέκτησε το AFF Cup, το κύπελλο των ομάδων της νοτιοανατολικής Ασίας σε ηλικία 42 ετών, σκοράροντας μάλιστα μέσα στην Μαλαισία στον τελικό. Έπαιξε μπάλα για ακόμα δύο χρόνια και στα 44 του εγκατέλειψε την ενεργό δράση σκοράροντας πάνω από 300 φορές για 16 διαφορετικούς συλλόγους και μέχρι την στιγμή εκείνη ο πρώτος στο κόσμο εν ενεργεία σκόρερ σε ένα πρωτάθλημα. Η αθλητική του πορεία από τα δύσκολα χρόνια στη Γιουγκοσλαβία, τον στρατό, τη φυγή του, μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την λατρεία που γνώρισε σε μια εξωτική γι’ αυτόν χώρα έλαβε τέλος. Μετά το τέλος της καριέρας του προσπαθεί να βοηθάει παιδιά και συμμετέχει σε διάφορες φιλανθρωπίες. Δεν ξεχνά ποτέ τα δικά του παιδικά χρόνια και όσα έζησε με τη διάλυση μιας χώρας.

Κάποιοι ποδοσφαιριστές βγάζουν αυτοβιογραφία στα 24 τους. Κανείς δεν έζησε τη ζωή του Τζούριτς.

Πηγές:
The Olympians
Red Sports

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντιντιέ Ντρογκμπά

  [2 Σχόλια]

8 Οκτωβρίου 2005. Η Ακτή Ελεφαντοστού φιλοξενείται στο Σουδάν για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών του Μουντιάλ της Γερμανίας. Οι φιλοξενούμενοι θέλουν οπωσδήποτε τη νίκη για να τερματίσουν πρώτοι στον όμιλο τους και να πάρουν την πρόκριση απ’ευθείας. Οι παίκτες του, γνωστού μας από το πέρασμα του από τον Άρη, Ανρί Μισέλ, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίδρασης στους αδιάφορους γηπεδούχους και καθαρίζουν το ματς από τα μισά του δευτέρου ημιχρόνου. Το παιχνίδι λήγει τελικά 1-3, η εθνική ομάδα της Ακτής Ελεφαντοστού προκρίνεται για πρώτη φορά σ’ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι κάτοικοι της Ακτής ξεχύνονται στους δρόμους να πανηγυρίσουν. Είναι η πρώτη μεγάλη χαρά που παίρνουν μετά από πολλά χρόνια. Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση εμφυλίου από το 2002, όταν οι αντάρτες κατέλαβαν το βόρειο μέρος της χώρας. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένοπλες συγκρούσεις σε διάφορα σημεία της χώρας, η οποία ουσιαστικά πλέον ήταν χωρισμένη στη μέση, αναγκάζοντας όσους θέλουν να μεταβούν από το το νότο στο βορρά, ή το αντίστροφο, να περνάνε από δυο σημεία ελέγχου. Οι δυο πλευρές αδυνατούσαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση, οι εντάσεις συνεχιζόταν σε διάφορα σημεία της χώρας και οι εκλογές πήγαιναν από αναβολή σε αναβολή.

Πίσω στο Σουδάν, στα αποδυτήρια έχει στηθεί το αναμενόμενο πανηγύρι. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο μπαίνει για να πάρει τις πρώτες δηλώσεις από τους πρωταγωνιστές που χοροπηδάνε, τραγουδάνε και μπουγελώνονται. Κάποια στιγμή ο 27χρονος επιθετικός Ντιντιέ Ντρογκμπά παίρνει το μικρόφωνο, ζητάει από τους υπόλοιπους να κάνουν ησυχία και ξεκινάει να μιλάει στην κάμερα:

«Άντρες και γυναίκες της Ακτής Ελεφαντοστού, από το βορρά, το νότο, το κέντρο και τη δύση. Αποδείξαμε σήμερα ότι όλοι οι Ιβοριανοί μπορούμε να συνυπάρξουμε και να παίξουμε μαζί για ένα κοινό σκοπό, να προκριθούμε στο Μουντιάλ. Υποσχεθήκαμε ότι οι πανηγυρισμοί θα ενώσουν τον κόσμο. Σήμερα σας ικετεύουμε πέφτοντας στα γόνατα…»

Σ’αυτό το σημείο όλη η ομάδα γονατίζει μπροστά στην κάμερα και ο Ντρογκμπα συνεχίζει:

«Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Μια χώρα της Αφρικής με τόσο πλούτο δεν πρέπει να χαραμίζεται πολεμώντας. Σας παρακαλώ, αφήστε τα όπλα σας και κάντε εκλογές. Όλα θα είναι καλύτερα…»

Η έκκληση μοιάζει και ακούγεται λίγο παιδική αλλά το μομέντουμ και ο άνθρωπος που την κάνει της δίνουν μια ασύλληπτη δυναμική που πιθανόν κανείς εκτός Αφρικής δεν μπορεί να αντιληφθεί. Οι Ιβοριανοί αγαπάνε το ποδόσφαιρο (όταν παίζει η εθνική όλη η χώρα βρίσκεται μπροστά από μια τηλεόραση) και λατρεύουν τον Ντρογκμπά, που εκτός από ηγέτης της εθνικής είναι ήδη και παγκόσμιος σούπερ σταρ, σαν πρωταθλητής Αγγλίας με την Τσέλσι. Η φάτσα του βρίσκεται σχεδόν σε κάθε γειτονιά της χώρας, είτε σε αφίσα, είτε σε τοιχογραφία, είτε σε κάποια διαφήμιση. Το ποδόσφαιρο μπορεί για κάποιους να είναι 22 τύποι που κυνηγάνε μια μπάλα αλλά ο συγκεκριμένος τύπος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι ο πιο αγαπητός και αποδεκτός άνθρωπος μιας χώρας 22 εκατομμυρίων κατοίκων που υποφέρει από διχόνοια και εμφύλιο μίσος.

«Όταν είδα τον Ντρογκμπά να βγάζει αυτόν τον λόγο στην τηλεόραση συγκινήθηκα» δήλωσε λίγα χρόνια μετά ο Κριστόφ Ντικέτ, ένα από τα ανώτατα στελέχη της ΠΟ της Ακτής. «Δίπλα μου η γυναικά μου έκλαιγε. Οι άνθρωποι στην τηλεόραση έκλαιγαν. Αυτό που έγινε δεν θα μπορούσε να γίνει από κανέναν άλλον. Μόνο από τον Ντρογκμπά. Είναι αυτός που ουσιαστικά μας θεράπευσε από τον πόλεμο». Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου αθλητισμού: «Εμείς οι πολιτικοί πήγαμε στα καλύτερα πανεπιστήμια και θεωρούμαστε οι μορφωμένοι, οι υποτιθέμενοι ηγέτες της χώρας. Κι όμως στο θέμα της επίτευξης ειρήνης αποτύχαμε. Μια ομάδα παικτών κατάφερε να μας ενώσει. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά εμφανίστηκε από το πουθενά και έγινε ήρωας για όλους μας».

Η χαρά της πρόκρισης, το μήνυμα του Ντρογκμπά και η εικόνα των αγκαλιασμένων παικτών της εθνικής που προερχόταν από διαφορετικά σημεία της χώρας (κάποιοι εξ αυτών και από το βόρειο τμήμα που κατείχαν οι αντάρτες) ‘ανάγκασε’ τους ηγέτες των δυο αντιμαχόμενων πλευρών να αρχίσουν ξανά νέο κύκλο επαφών και διαβουλεύσεων για την ανεύρεση μιας ειρηνικής λύσης. Οι ένοπλες συγκρούσεις σταμάτησαν και ακολούθησαν δυο χρόνια όπου ο εμφύλιος συνεχιζόταν μεν αλλά κυρίως σε διπλωματικό επίπεδο. Τότε ο Ντρογκμπά βρήκε την ευκαιρία να βγει ξανά μπροστά.

Στις 3 Ιουνίου του 2007 η Ακτή υποδεχόταν τη Μαδαγασκάρη για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής. Ο Ιβοριανός επιθετικός, του οποίου η φήμη και η δύναμη είχαν μεγαλώσει κι άλλο χάρη στις συνεχιζόμενες επιτυχίες του εντός γηπέδων (νέοι τίτλοι με Τσέλσι, ‘Καλύτερος Αφρικανός παίκτης για το 2006, νίκες και γκολ με την καλύτερη φουρνιά παικτών που είδε ποτέ η εθνική της Ακτής), προσέγγισε τον πρόεδρο της χώρας και του ζήτησε να αλλάξει η έδρα διεξαγωγής του αγώνα και αντί για την πρωτεύουσα να γίνει στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, το Μπουακέ, που βρισκόταν στα εδάφη που κατείχαν οι αντάρτες.

(Ο Ντρογκμπά είχε ήδη κάνει μια εξίσου σημαντική και συμβολική επίσκεψη στο Μπουακέ λίγους μήνες πριν, όταν βρέθηκε στην πόλη για να γιορτάσει εκεί την ανάδειξη του σαν καλύτερος Αφρικανός παίκτης της χρονιάς. «Ήρθα εδώ για να δείξω ότι αυτή η Χρυσή Μπάλα ανήκει σε όλη την Ακτή Ελεφαντοστού» ανέφερε στην ομιλία του πριν κάνει μια νέα έκκληση για ειρήνη, εν μέσω αποθέωσης από τους κατοίκους της πόλης που στο πρόσωπο του έβλεπαν έναν ουδέτερο που το μόνο που ήθελε ήταν να τα βρούνε οι δυο πλευρές. «Πάνω απ’όλα είμαι ένας απ’αυτούς» όπως έχει πει και ο ίδιος.)

Η πρόταση του για αλλαγή έδρας εισακούστηκε και έτσι για πρώτη φορά η εθνική ομάδα έπαιξε στο βόρειο κομμάτι της χώρας, σε ένα κατάμεστο γήπεδο (που με αφορμή τον συγκεκριμένο αγώνα ανακαινίστηκε με λεφτά της κυβέρνησης), στα επίσημα του οποίου βρισκόταν μέλη των ηγεσιών και των δυο πλευρών. Για πρώτη φορά μετά από πέντε πολύ δύσκολα χρόνια η Ακτή Ελεφαντοστού ήταν ουσιαστικά ενωμένη, χάρη σ’ένα από τα λίγα πράγματα που τα χρόνια του εμφυλίου την κρατούσαν ενωμένη: το ποδόσφαιρο. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά είχε πετύχει το στόχο του: «Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που μου έχει συμβεί. Ήταν κάτι παραπάνω από μπάλα πλέον. To να βλέπεις τους αρχηγούς και των δυο πλευρών να τραγουδάνε δίπλα-δίπλα τον εθνικό ύμνο είναι πολύ ξεχωριστό. Ένιωσα ότι η Ακτή Ελεφαντοστού σήμερα ξαναγεννήθηκε. Όλο αυτό δείχνει πως το ποδόσφαιρο μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους».

Το – εξίσου – σημαντικό είναι ότι πέτυχε τον στόχο του χωρίς ποτέ η επιτυχία αυτή να επηρεάσει ιδιαίτερα την συλλογική του καριέρα ή την εικόνα του στην Ευρώπη. Η εμπλοκή του στα δρώμενα της χώρας του δεν κέρδισε καμία ιδιαίτερη προβολή στον ευρωπαϊκό Τύπο και όταν μετά από χρόνια ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε σχετικά, ο Ντρογκμπά αρκέστηκε να σχολιάσει: «Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω οτιδήποτε σε οποιονδήποτε για το ποιος είμαι στην Αφρική».

Δέκα χρόνια (και έναν δεύτερο – ευτυχώς – πολύ μικρότερο εμφύλιο) μετά, ο 39χρονος Ντρογκμπά, αν και συνεχίζει να παίζει μπάλα στις ΗΠΑ, έχει αποσυρθεί από την εθνική ομάδα. Στην περίοδο αυτή κατέκτησε μερικά ακόμα τρόπαια, κέρδισε κάμποσες ατομικές διακρίσεις και βραβεία, καθόρισε έναν τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, έπαιξε σε δυο ακόμα Μουντιάλ, έγινε πρώτος σκόρερ της εθνικής και έφτασε δυο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής. Αναμφίβολα όμως, το μεγαλύτερο κατόρθωμα της σπουδαίας καριέρας του ήταν, είναι και θα παραμείνει για πάντα το ότι βοήθησε σημαντικά στο να ενωθεί ένας διχασμένος λαός.

Η Ημέρα του Κάρλος Βαλντεράμα

  [Καθόλου σχόλια]

Παρά τις διάφορες προσπάθειες ώστε το ποδόσφαιρο να γίνει δημοφιλές στις ΗΠΑ, τα παλιότερα πρωταθλήματα ήταν αποτυχημένα (συχνά με εξαιρετικά γραφικές στιγμές όπως θυμόμαστε) και η μπαλίτσα παρέμενε το άθλημα των μικρών κοριτσιών και των μαμάδων με το station wagon. Στη δεκαετία του ’90 και με το Μουντιάλ του 1994 να γίνεται σε διάφορα μέρη της χώρας, μια ακόμα προσπάθεια έλαβε χώρα ώστε το πιο δημοφιλές άθλημα του πλανήτη να ριζώσει και στις ΗΠΑ. Το MLS (Major League Soccer) άρχισε σιγά σιγά να φτιάχνεται παρέα με το Μουντιάλ και παρ’ ότι ο στόχος ήταν να ξεκινήσει το 1995, αυτό έγινε ένα χρόνο αργότερα.

Δέκα ομάδες, χωρισμένες σε δύο περιφέρειες, αγωνίστηκαν για 32 ολόκληρα ματς και όλα αυτά για να προκριθούν στα πλέι-οφ οι οκτώ και να αποκλειστούν μόλις δύο, με ένα σύστημα με τρεις βαθμούς στη νίκη και μηδέν στην ήττα. Και αν ρωτάτε για την ισοπαλία, είστε αδιαβάστοι και πρέπει να δείτε εδώ πρώτα. Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα από τα αστέρια εκείνης της σεζόν, σε μια λίγκα που είχε πολλά από τα καλά ονόματα της εθνικής των ΗΠΑ (όπως ο ΜακΜπράιντ, ο Γουινάλντα και ο Μπαλμπόα), αλλά και ορισμένους Λατίνους για να προσελκύσει αντίστοιχο κοινό στα γήπεδα. Έτσι, ο αγαπημένος Χόρχε Κάμπος, ο υπερ-αγαπημένος και υποτιμημένος Μάρκο Ετσεβερί και φυσικά ο Κάρλος Βαλντεράμα στα 35 του αποτέλεσαν τις ατραξιόν της πρώτης σεζόν στην ιστορία του MLS.

Δώσε στον Αμερικάνο κάτι τζάμπα και πάρ’ του την ψυχή

Τα πράγματα όμως δεν πήγαιναν και τόσο καλά, οι θεατές ήταν μεν αρκετοί (για τα ελληνικά δεδομένα) αλλά όχι αυτό που περίμεναν οι διοργανωτές που όλα τα αναγάγουν σε χρήματα και έτσι σε κάποιο γραφείο, κάποιοι άσχετοι με το άθλημα, μαζεύτηκαν για να βρουν λύσεις. Τότε κάποιος προφανώς θα ρώτησε: «Ποιος είναι ο πιο αναγνωρίσιμος παίκτης;», ένας άλλος θα απάντησε: «εκείνος ο Κολομβιανός με το περίεργο μαλλί» και έτσι όλα πήραν το δρόμο τους.

Στις 18 Ιουλίου λοιπόν, η Τάμπα Μπέι Μιούτινι (σαναλέμε ανταρσία της Τάμπα Μπέι), μια ομάδα αρκετά καλή μεν, αλλά με λίγο κόσμο, ανακοίνωσε το μεγάλο event που θα γινόταν στο ματς απέναντι στους Κάνσας Σίτι Γουίζαρντς. Θα διοργάνωνε την «Ημέρα του Κάρλος Βαλντεράμα», για να τιμηθεί ο τεράστιος ποδοσφαιριστής που αγωνιζόταν στο σύλλογο. Τα εισιτήρια του αγώνα θα ήταν μισοτιμής και παράλληλα, κάθε φίλαθλος από τους πρώτους χίλιους θα έπαιρνε ως δώρο μια κατάξανθη περούκα που θα φορούσε για να τιμήσει τον «Ελ Πίμπε» και δικαίωμα σε παραπάνω φαγητό. Ναι, δεν κάνουμε πλάκα. Και η γραφικότητα δεν τελείωσε εδώ.

Το πρόσωπο του Νο12 τα λέει όλα

Οι διοργανωτές ανάγκασαν τους παίκτες και των δύο ομάδων, να φορέσουν τις περούκες κατά την είσοδό τους στον αγώνα και την ανάκρουση του εθνικού ύμνου, ενώ οι αναπληρωματικοί στους πάγκους φορούσαν τις περούκες σε όλη τη διάρκεια του αγώνα (και από όσα ξέρω, η Τάμπα στη Φλόριδα πρέπει να την έχει τη ζεστούλα της τον Ιούλιο). Την ίδια περούκα φορούσε (και έδινε οδηγίες με αυτή) και ο προπονητής του Κάνσας, κατά τη διάρκεια του αγώνα. Ο Κάρλος που το έχει η μοίρα του να ζει γραφικά παιχνίδια, αλλά και να κάνει κι ο ίδιος διάφορες τρέλες (για καλό σκοπό) δεν πτοήθηκε από τη γραφικότητα του εγχειρήματος.

Το ματς ήταν μια γιορτή του ποδοσφαίρου (δεν έχω ιδέα, έτσι το είπα) που έληξε με 3-2 υπέρ των γηπεδούχων. Οι Τάμπα Μπέι παρά το ελάχιστο ενδιαφέρον του κοινού της Τάμπα, έκαναν αξιόλογη πορεία βγαίνοντας 1οι στην περιφέρεια της Ανατολής, αλλά και στη συνολική βαθμολογία. Το πλεονέκτημα της έδρας πάντως δεν ήταν και τόσο ισχυρό και όλοι οι κόποι της χρονιάς χάθηκαν στους τελικούς της Ανατολής, όταν ηττήθηκαν δυο φορές από τη D.C. Γιουνάιτεντ.

Δεν διαλέγεις τους γονείς σου…

Ο Βαλντεράμα πάντως, βγήκε MVP της σεζόν, καθώς παρά τα 35 του χρόνια μπορούσε ακόμα να κάνει τη διαφορά. Έπαιξε μέχρι το 2002 και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν στις ΗΠΑ, ειδικά σε εκείνες τις εποχές των πρώτων ετών που η αδιαφορία του κοινού ήταν σημαντική σε αντίθεση με τώρα. Αρκετά πιο αργός, χρειαζόταν μόνο να βγάλει πολύ μικρό ποσοστό του ταλέντου του πάνω στο χορτάρι για να έχει πάνω από 100 ασίστ συνολικά απέναντι σε αρκετούς τσουρουκάδες αντιπάλους. Οι Τάμπα Μπέι από την άλλη, άντεξαν μόλις πέντε χρόνια και μετά λόγω χαμηλών εσόδων κόπηκαν από την λίγκα και διαλύθηκαν.

Το πρωτάθλημα στο οποίο οι σκόρερς είναι πραγματικοί φονιάδες

  [2 Σχόλια]

Λογικά δεν το ξέρετε αλλά το 2016 η Λίβερπουλ κατέκτησε τον τίτλο. Για να καταφέρει να σηκώσει την κούπα, στον τελικό επικράτησε της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 1-0. Το μοναδικό γκολ πέτυχε ο φονιάς Μπένον Λουγίμα, ο οποίος στον ημιτελικό είχε κάνει χατ-τρικ, παρά το γεγονός ότι παίζει ξυπόλητος (όπως ακριβώς κάποιοι συμπατριώτες του αρκετές δεκαετίες πριν). Η λέξη φονιάς στην προηγούμενη πρόταση δεν είναι κάποια κλασική δημοσιογραφική μεταφορά, που συνοδεύει συνήθως τους γκολτζήδες. Ο Μπένον εκτίει στη Λουζίρα ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.

Η φυλακή Λουζίρα βρίσκεται στην πρωτεύουσα Καμπάλα και είναι η μόνη φυλακή υψίστης ασφαλείας που έχει η Ουγκάντα. Μέσα σ’αυτήν μπορεί κανείς να βρει όλων των ειδών τα «λουλούδια» της χώρας. Από δολοφόνους, βιαστές και απαγωγείς, μέχρι αθώους ανθρώπους που έχουν συλληφθεί αλλά δεν έχουν καταδικαστεί και απλά περιμένουν τη δίκη τους, η οποία αρκετές φορές καθυστερεί να γίνει ακόμα και μερικά χρόνια.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Λουζίρα εντοπίζεται στους… αριθμούς. Το κτίριο σχεδιάστηκε για να φιλοξενήσει 500 κρατούμενους αλλά οι τελευταίες καταμετρήσεις βγάζουν πως οι έγκλειστοι είναι περίπου 3500! Αν σ’αυτό προστεθεί και το γεγονός ότι για τη φύλαξη τους υπάρχουν μόλις 100 δεσμοφύλακες, καταλαβαίνει κανείς ότι η ισορροπία εντός της φυλακής κρέμεται συνεχώς από μια κλωστή. Το 1993 οι φυλακισμένοι ξεσηκώθηκαν και η κατάσταση ξέφυγε τόσο που αναγκάστηκε να επέμβει ο στρατός, μια εξέγερση που άφησε πίσω της 2 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες.

Το 1999 όμως όλα άλλαξαν, όταν ανέλαβε επίτροπος της Υπηρεσίας Φυλακών ο Τζόζεφ Ετίμα, που εξ αρχής δοκίμασε μια νέα, πιο προοδευτική, προσέγγιση στο θέμα. Η φυλακή άνοιξε τις πόρτες της στον έξω κόσμο, επιτρέποντας σε διάφορες οργανώσεις και ιδρύματα (ανάμεσα τους ο ‘Ερυθρός Σταυρός’, η εκκλησία και πανεπιστήμια) να εμπλακούν στη φροντίδα των φυλακισμένων. Η αλλαγή ήταν θεαματική. Από επίκεντρο ταραχών η Λουζίρα έγινε μια από τις πιο προοδευτικές φυλακές της Αφρικής, με καθημερινά σχολεία που προσφέρουν σε όλους τους κρατούμενους από βασική εκπαίδευση και εργαστηριακά μαθήματα (ραπτική και ξυλουργική) μέχρι και πτυχίο, σε συνεργασία με τα τοπικά πανεπιστήμια. Κάπως έτσι, το ποσοστό υποτροπής των ανθρώπων που αποφυλακίζονται από εκεί είναι ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο.

Ανάμεσα στις διάφορες καθημερινές δραστηριότητες των φυλακισμένων (που ουσιαστικά λειτουργούν τη φυλακή μόνοι τους, σαν ένα μικρό χωριό, έχοντας οργανώσει ένα ολόκληρο δίκτυο παραγωγής και διανομής του φαγητού και των ειδών πρώτης ανάγκης), υπάρχει μια που ξεχωρίζει: το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Η ύπαρξη ενός τόσο οργανωμένου και πειθαρχημένου πρωταθλήματος μέσα σε μια φυλακή τέτοιου είδους είναι τόσο εντυπωσιακή που τα τελευταία χρόνια δημοσιογράφοι από διάφορα μέρη του κόσμου έχουν επισκεφτεί τη Λουζίρα, απλά και μόνο για να μελετήσουν αυτό το ιδιαίτερο εγχείρημα.

Όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες φυλακές του κόσμου, οι φυλακισμένοι έπαιζαν μπάλα στην αυλή εδώ και δεκαετίες. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όμως το 2003, όταν δημιουργήθηκε η UPSA, δηλαδή η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της φυλακής! Και κάπου εδώ ξεκινάνε τα ωραία. Δουλειά των μελών της UPSA (τα οποία βγαίνουν με εκλογές κάθε χρόνο και πρόεδρος τους αυτή την εποχή είναι ένας πρώην αστυνομικός που είναι μέσα για ανθρωποκτονία) είναι η οργάνωση και επίβλεψη του πρωταθλήματος, ο ορισμός διαιτητών, ο έλεγχος για την τήρηση των κανονισμών (υπάρχει ένα 30σελιδο τετράδιο στο οποίο είναι καθαρογραμμένοι) και η εύρεση εξωτερικών χορηγών που παρέχουν τα τρόπαια, τις μπάλες και ό,τι άλλο χρειάζεται ένα σωστό τουρνουά.

Αυτή τη στιγμή στη Λουζίρα υπάρχουν 10 επίσημα καταγεγραμμένες ομάδες, κάθε μια με τους οπαδούς της, με το καταστατικό της, τον πρόεδρο, τον προπονητή, έναν γραμματέα, ένα λογιστή και ένα ρόστερ που απαρτίζεται από 16 έως 25 παίκτες. Βλέποντας κανείς τα ονόματα τους (Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ, Λίβερπουλ, Άρσεναλ, Τσέλσι, Άστον Βίλα, Έβερτον, Νιούκαστλ, Μπαρτσελόνα, Γιουβέντους και Αμβούργο) αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αγαπάνε οι Αφρικανοί το αγγλικό ποδόσφαιρο, που μπήκε στα σπίτια τους χάρη στη δορυφορική τηλεόραση στις αρχές των 00s.

Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Γκόλντμπαλτ, της Γκάρντιαν, που επισκέφτηκε τη φυλακή πριν τρία χρόνια, 9 στους 10 φυλακισμένους υποστηρίζουν μια ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ, ενώ σχεδόν όλοι οι φρουροί είναι οπαδοί της Άρσεναλ (λογική απόρροια της επιτυχίας της ομάδας των «Invincibles» που είχε φτιάξει ο Βενγκέρ την προηγούμενη δεκαετία). Όπως θυμάται ο δημοσιογράφος: «Όσο ήμουν εκεί, κάθε μέρα με ακολουθούσε ένας νεαρός κρατούμενος με παρατσούκλι ‘Λευκός Άγγελος’, που ήθελε συνέχεια να συζητήσουμε τα τελευταία νέα της Άρσεναλ και της Τότεναμ, κάνοντας ερωτήσεις όπως: ‘Πιστεύεις ότι η μεταγραφή του Σολδάδο ήταν πεταμένα λεφτά;'»

Η ιστορία και τα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας παρουσιάζουν κι αυτά ενδιαφέρον. Η Λίβερπουλ, που είναι η πιο παλιά ομάδα στη φυλακή, δημιουργήθηκε κάπου στο 2000 από μια παρέα πρώην στρατιωτικών που το είχαν γυρίσει σε ένοπλες ληστείες. Χάρη στα λάφυρα που είχαν μαζέψει από αυτές, είχαν τη δυνατότητα εξ αρχής να αγοράζουν τους καλύτερους παίκτες, κάνοντας τους ‘κόκκινους’ μια από τις πιο δυνατές ομάδες της Λουζίρα. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ απ’την άλλη, ξεκίνησε ως ομάδα των περιθωριοποιημένων κρατούμενων, που συνήθως προέρχονταν από αγροτικές περιοχές.

Η Άστον Βίλα ξεκίνησε ως «Kitchen FC» (προφανώς γιατί ήταν η ομάδα των κρατούμενων που εργαζόταν στην κουζίνα της φυλακής), μετονομάστηκε σύντομα σε «Γερμανία» και τελικά κατέληξε στο σημερινό της όνομα όταν οι άνθρωποι της ανακάλυψαν ότι ελάχιστοι συμπαθούσαν τους Γερμανούς. Το Αμβούργο ξεκίνησε με το όνομα «Police FC», από κρατούμενους που ήταν πρώην αστυνομικοί, μετά έγινε Λιντς και όταν η ιστορική ομάδα πήρε την κάτω βόλτα και εξαφανίστηκε από την Πρέμιερ Λιγκ και τις τηλεοράσεις των κατοίκων της Ουγκάντα, απέκτησε το σημερινό της όνομα – αν και κάποιοι ρομαντικοί οπαδοί της εξακολουθούν να την αποκαλούν Λιντς. Οι άτυπες συνεργασίες μεταξύ των ομάδων δεν λείπουν κι έτσι το Αμβούργο θεωρείται «feeder club» της Γιουνάιτεντ και η Νιούκαστλ συνηθίζει να τροφοδοτεί με ταλέντα τη Λίβερπουλ.

Οι αντίπαλοι του τελικού του 2016, Λίβερπουλ και Γιουνάιτεντ, είναι κι αυτοί με τους περισσότερους οπαδούς. Και όπως συμβαίνει και στο κανονικό ποδόσφαιρο, οι οπαδοί είναι σημαντικοί και στη φυλακή. Εκτός από την αναμενόμενη υποστήριξη την ώρα των αγώνων, οι οπαδοί-κρατούμενοι προσφέρουν στην ομάδα με διάφορους τρόπους: Επιδιορθώνουν τα παπούτσια, βοηθάνε τους τραυματίες, φροντίζουν τις στολές και, το πιο σημαντικό όλων, χαρίζουν υλικά αγαθά και τρόφιμα στην ομάδα την περίοδο των μεταγραφών (το πρωτάθλημα είναι τόσο οργανωμένο που, όπως ακριβώς και η ΦΙΦΑ, έχει δυο περιόδους μεταγραφών) για να μπορέσει να προσελκύσει τους καλούς παίκτες.

Όπως καταλάβατε, λεφτά δεν υπάρχουν στο πρωτάθλημα αυτό. Οι παίκτες συνήθως δελεάζονται με εξτρά τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης ή άλλα αντικείμενα που μπορεί να τους φανούν χρήσιμα σε μια φυλακή και η UPSA είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο των μεταγραφών, ώστε να μην υπάρχουν εκβιασμοί και προτάσεις κάτω από το τραπέζι. Η ομάδα που κατακτάει τον τίτλο, εκτός από μια μικρή συμβολική κούπα, κερδίζει και πολύτιμα αγαθά για τα μέλη της: Από σαπούνια, οδοντόβουρτσες, ζάχαρη, ρύζι και τετράδια μέχρι μια ζωντανή κατσίκα!

Αν κάποιος δεν έχει εντυπωσιαστεί ήδη με όλη αυτή την περιγραφή, μπορεί να αναζητήσει και το 25λεπτο ντοκιμαντέρ του Vice (για την ώρα υπάρχει στο youtube αλλά σε χάλια ποιότητα), που είναι γεμάτο με ωραία πλάνα από τους ημιτελικούς και τον τελικό του 2016, πλάνα που τα βλέπεις και πιάνεις συνέχεια τον εαυτό σου να αναρωτιέται «πώς γίνεται να υπάρχει αυτό το πρωτάθλημα σε αυτό το μέρος».

Βλέποντας εικόνες από τα παιχνίδια μπορεί κάποιος να επιβεβαιώσει και την διαπίστωση των δημοσιογράφων που επισκέφτηκαν τη φυλακή, ότι το επίπεδο αρκετών παικτών είναι αναπάντεχα υψηλό, δεδομένων πάντα των συνθηκών. Επίσης, εντύπωση προκαλεί η έλλειψη εντάσεων και λογομαχιών, είτε μέσα στο γήπεδο, είτε γύρω απ’αυτό, κάτι που δεν περιμένεις να δεις σε ένα μέρος όπου συνωστίζονται εκατοντάδες εγκληματίες, αρκετοί εκ των οποίων βρίσκονται εκεί για φόνο. Ο σεβασμός για το παιχνίδι είναι τόσο μεγάλος που η συμπεριφορά όλων είναι άψογη. Για την ακρίβεια, είναι τόσο υποδειγματική που ακόμα και οι ελάχιστοι φύλακες την ώρα των αγώνων αφοσιώνονται στο ματς. Εντός των τεσσάρων γραμμών, η κόκκινη κάρτα τιμωρείται με 2 μήνες εκτός αγώνων, μια τιμωρία που κανένας δεν θέλει να υποστεί.

Το μικρό ντοκιμαντέρ κλείνει με μια εκπληκτική σκηνή που οι παίκτες και οι οπαδοί της νικήτριας Λίβερπουλ χοροπηδάνε και χορεύουν ευτυχισμένοι μέσα στις λάσπες, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του τίτλου υπό καταρρακτώδη βροχή, υπενθυμίζοντας μας για πολλοστή φορά πως όσο κι αν έχει εξελιχθεί και μεταλλαχθεί με τα χρόνια, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα όμορφο και απλό παιχνίδι που σε κάνει να ξεχνάς τα προβλήματα σου και την τραγική πραγματικότητα. Ακόμα κι αν είσαι έγκλειστος σε μια άθλια φυλακή κάπου στην ανατολική Αφρική.

Η μέρα που ο Ρονάλντο και ο Μπατιστούτα έπαιξαν μαζί

  [2 Σχόλια]

«Είναι τόσο διαφορετικοί που θα μπορούσαν να παίξουν μαζί. Θα συνέθεταν ένα απίστευτο δίδυμο. Ο Μπατιστούτα έχει τη δύναμη και την ακρίβεια. Όσο για τον Ρονάλντο, δεν έχω ξαναδεί κάποιον τόσο γρήγορο με τη μπάλα στα πόδια. Θα ταίριαζαν τέλεια. Αν έπαιζαν μαζί θα προκαλούσαν πανωλεθρία».

Οι παραπάνω σκέψεις ανήκουν στον μεγάλο Πάολο Ρόσι. Βρισκόμαστε στον Σεπτέμβρη του 1997, ο Ρονάλντο κλείνει εκείνες τις μέρες τα 21 του και τα πόδια του, εκτός από πολύ γρήγορα, είναι ακόμα γερά. Είναι ακόμα μικρός αλλά δεν έχει καμία σχέση με τους περισσότερους «ταλαντούχους πιτσιρικάδες» που έχει δει το ποδόσφαιρο. Έχει μόλις πάρει μεταγραφή από τη Μπαρτσελόνα για την Ίντερ και βρίσκεται ακόμα στο στάδιο προσαρμογής στο ιταλικό ποδόσφαιρο.

Ένα ποδόσφαιρο το οποίο ξέρει πολύ καλά ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, ο οποίος διανύει την 7η χρονιά του στη Φλωρεντία, στην οποία ήδη λατρεύεται σαν μικρός Θεός. Ο Αργεντινός έχει κλείσει τα 28 και παρ’ ότι η Φιορεντίνα δεν πρωταγωνιστεί στο πρωτάθλημα, ο ίδιος σπάνια τελειώνει μια σεζόν με λιγότερα από 20 γκολ.

Προχωράμε λίγους μήνες μπροστά. Είναι 4 Δεκεμβρίου και όλη η προσοχή είναι στραμμένη στη Μασσαλία, εκεί που γίνεται η κλήρωση των ομίλων του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Γαλλίας. Η μέρα όμως δεν περιλαμβάνει μόνο την κλασική διαδικασία της κλήρωσης. Βλέποντας τις 32 ομάδες της διοργάνωσης, κάποιος μέσα στη ΦΙΦΑ έχει μια περίεργη ιδέα: «Γιατί να μην διοργανώσουμε κι ένα φιλικό με παίκτες από όλες τις χώρες;» Και κάπως έτσι γεννιέται το «Ευρώπη Vs Υπόλοιπος Κόσμος».

Η λογική είναι απλή: Κάθε χώρα που συμμετέχει στο Μουντιάλ θα δώσει έναν παίκτη. Από τη μια πλευρά θα είναι οι 15 Ευρωπαίοι (συν ένας από το Ιράν, για να συμπληρωθεί 16αδα) και από την άλλη 16 παίκτες από τις ομάδες του υπόλοιπου πλανήτη. Στους πάγκους θα κάτσουν οι νικητές των δυο τελευταίων Μουντιάλ. Σ’αυτόν της Ευρώπης ο Γερμανός Φράντς Μπεκενμπάουερ και στην άλλη πλευρά ο Βραζιλιάνος Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα. Η επιλογή των παικτών φυσικά δεν είναι καθόλου εύκολη, ειδικά με τον περιορισμό του ενός παίκτη από κάθε χώρα. Στην αποστολή της Ευρώπης ξεχωρίζουν ο Ζιντάν, ο Κοστακούρτα, ο Ιέρο, ο Μπαλάκοφ, ο Κλάιφερτ, ο Ινς και ο Μπόκσιτς. Στην ομάδα των υπολοίπων υπάρχει ο Κανού, ο Νακάτα και ο Ναιμπέτ. Στο θέμα της ατομικής ποιότητας με μια πρώτη ματιά η ζυγαριά γέρνει για τα καλά από τη μια πλευρά. Όλα αλλάζουν όμως όταν βλέπεις το επιθετικό δίδυμο των μη Ευρωπαίων: Ρονάλντο Λουίς Ναζάριο ντε Λίμα και Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα.

Για πρώτη φορά δυο από τους καλύτερους επιθετικούς του πλανήτη εκείνη την εποχή (και, φυσικά, όχι μόνο εκείνη την εποχή) και οι δυο καλύτεροι επιθετικοί που έχει βγάλει η Βραζιλία και η Αργεντινή, θα παίξουν συμπαίκτες. Κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο δίδυμο και ως «cheat» του παιχνιδιού, χωρίς ποτέ κανείς να τολμήσει να τον πει υπερβολικό. Η προσμονή γι’αυτή την ιδιαίτερη συνεργασία είναι μεγάλη και για το λόγο αυτό περισσότεροι από 38.000 Γάλλοι αψηφούν την παγωνιά και πηγαίνουν στο ‘Βελοντρόμ’ για να δούνε ένα φιλικό παιχνίδι.

Οι Ευρωπαίοι θα ξεκινήσουν καλύτερα το παιχνίδι και θα προηγηθούν 1-0 αλλά κάπου εκεί το «Φαινόμενο» θα αποφασίσει να πάρει το ματς στα σοβαρά. Θα ακολουθήσουν άμεσα 3 ασίστ, εκ των οποίων οι δυο με προορισμό τον Μπατιστούτα, και 2 ατομικά γκολ (το δεύτερο μάλιστα με τον πολυαγαπημένο του τρόπο: προσπερνώντας και τον τερματοφύλακα) και κάπως έτσι το ημίχρονο θα λήξει με τους «Rest of the world» να βρίσκονται μπροστά με το εμφατικό 5-1. Στην επανάληψη οι δυο προπονητές θα κάνουν πολλές αλλαγές, Ρονάλντο και «Μπατιγκόλ» θα αντικατασταθούν, ο Ζιντάν θα βρει τρόπο να χριστεί κι αυτός σκόρερ και το παιχνίδι θα λήξει τελικά με 5-2.

Στο τέλος εκείνης της σεζόν η Ίντερ θα τερματίσει 2η και η Φιορεντίνα 5η. Ο Αργεντινός θα τελειώσει τη χρονιά με 21 γκολ, ο Βραζιλιάνος στην πρώτη του σεζόν στην Ιταλία θα φτάσει τα 25. Στο Μουντιάλ που ακολούθησε ο ‘Ζιζού’ πήρε την εκδίκηση του και με το παραπάνω. Παρά την αποτυχία των ομάδων τους, Ρονάλντο και Μπατιστούτα βρέθηκαν και σ’αυτή τη λίστα των Top Scorers, πετυχαίνοντας 4 και 5 γκολ αντίστοιχα, μένοντας πίσω μόνο από τον Σούκερ που έβαλε 6.

Ένα χρόνο μετά το φιλικό στη Μασσαλία, τον Δεκέμβρη του 1998, μια ομάδα με παίκτες από όλο τον κόσμο προσκλήθηκε να δώσει ένα παιχνίδι με την εθνική Ιταλίας στο ‘Ολίμπικο’, στη γιορτή για τα 100 χρόνια της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Οι επίλεκτοι αυτή τη φορά είναι πραγματικά επίλεκτοι, έχοντας από το κέντρο και μπροστά τους Ζιντάν, Ρούι Κόστα, Γουεά, Μπατιστούτα και Ρονάλντο και στον πάγκο τους Σούκερ, Σάλας και Μπίρχοφ. Με τον Ρονάλντο στο χόρτο, οι Ιταλοί βρίσκονται νωρίς πίσω στο σκορ με 1-2. Τα γκολ των επίλεκτων έχουν βάλει ο Γουέα και ο Μπατιστούτα. Μετά την πρόωρη αλλαγή του Βραζιλιάνου, κάπου στο μισάωρο, οι γηπεδούχοι παίρνουν μπρος και φτάνουν σε ένα θριαμβευτικό 6-2.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που Ρονάλντο και Μπατιστούτα έπαιξαν συμπαίκτες. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα γινόταν αν μια ομάδα αγόραζε και τους δυο. Έχοντας απολαύσει πάντως τον καθένα ξεχωριστά και βλέποντας και τα δείγματα από τα λίγα λεπτά που έπαιξαν συμπαίκτες αντιλαμβάνεται κανείς ότι η λέξη «πανωλεθρία» που χρησιμοποίησε ο Πάολο Ρόσι είναι μάλλον μια πολύ καλή επιλογή για να περιγράψει αυτό που λογικά θα συνέβαινε στις αντίπαλες άμυνες.

Ο ακούραστος Ράφα Μάρκες

  [2 Σχόλια]

Η αλήθεια είναι ότι στα προκριματικά για το Μουντιάλ, λίγοι ασχολούνται με τη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική. Οι περισσότερες ομάδες που συμμετέχουν είναι απλά παραδεισένιοι προορισμοί διακοπών ή παραδεισένιοι προορισμοί μαύρου χρήματος (ή και τα δύο μαζί). Από αυτές τις ομάδες καταλήγουμε σε ένα πρωταθληματάκι έξι χωρών, εκ των οποίων προκρίνονται οι τρεις και η τέταρτη παίζει μπαράζ με ομάδα της Ασίας. Είναι συνεπώς αρκετά δύσκολο για τις «μεγάλες» ομάδες να μείνουν εκτός. Το ενδιαφέρον κινείται περισσότερο στο ας πούμε «κλάσικο» μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού. Το πιο μεγάλο παιχνίδι ποδοσφαίρου εθνικών χωρών σε αυτόν τον όμιλο.

Και αν πάντα υπήρχε σημαντικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ματς, η μοίρα έφερε τη συνάντησή τους να γίνεται το Νοέμβριο ελάχιστες μέρες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Μεξικάνοι ταξίδεψαν στο Οχάιο νιώθοντας το βάρος ότι εκπροσωπούν ένα ολόκληρο έθνος, απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ που αποκάλεσε τους Μεξικάνους μετανάστες «εγκληματίες και βιαστές» και υποσχέθηκε να χτίσει ένα τείχος που θα τους κρατήσει εκτός των ΗΠΑ. Το Μεξικό βέβαια δεν βρήκε κάποιο εχθρικό γήπεδο απέναντί του, το κλίμα ήταν όπως πάντα ένα κλίμα ποδοσφαιρικού και μόνο ντέρμπι. Οι παίκτες μάλιστα πριν τον αγώνα αποφάσισαν να αλλάξουν τελετουργικό και δεν βγήκαν χωριστά φωτογραφίες, αλλά μία κοινή, προς τιμή των Αμερικάνων ποδοσφαιριστών που ήθελαν να περάσουν το δικό τους μήνυμα συναδελφικότητας.

Το παιχνίδι ήταν όπως πάντα με ένταση και το Μεξικό εκτός από το ψυχολογικό βάρος του Τραμπ είχε να αντιμετωπίσει και την κακή παράδοση με τέσσερις σερί ήττες (μάλιστα με το ίδιο σκορ, 2-0) στο Κολόμπους. Οι Μεξικάνοι προηγήθηκαν με ένα τυχερό γκολ με κόντρα, αλλά οι ΗΠΑ ισοφάρισαν και κυριάρχησαν στο 2ο ημίχρονο ψάχνοντας το 2ο γκολ. Αυτό δεν ήρθε ποτέ και όλα έδειχναν ότι πηγαίναμε για μια ισοπαλία, όταν στο 88′ το Μεξικό κέρδισε κόρνερ. Μεταξύ όσων προωθήθηκαν ήταν κι ένας άνθρωπος που έκανε ντεμπούτο με τη φανέλα της «Τρι» το… 1997, σχεδόν 20 χρόνια πριν. Ο αρχηγός Ράφα Μάρκες βρέθηκε αμαρκάριστος, πήρε μια πανέξυπνη κεφαλιά και με ένα buzzer beater έδωσε τη σημαντική νίκη στη χώρα του, νίκη που πανηγυρίστηκε έξαλλα.

Γκολ ντε ΜέΧικο, Ράφα, Ράφα, Ράφα….

Μετά το τέλος του αγώνα, ο «Κάιζερ» κράτησε το επίπεδο εκεί που έπρεπε όταν ρωτήθηκε αν είναι μια άσχημη περίοδος για το Μεξικό. «Δεν γνωρίζω αν είναι μια άσχημη περίοδος, σίγουρα είναι μια περίοδος έλλειψης ανεκτικότητας. Με αυτή τη νίκη μπορούμε να ξεχάσουμε λίγο, όσα συμβαίνουν εδώ στις ΗΠΑ». Περίπου δυο μήνες μετά, ο Μάρκες έδινε ακόμα μια φορά το μήνυμά του όταν ο Τραμπ υπέγραφε ως πρόεδρος πλέον την απόφαση για το τείχος. Ανέβασε ένα γκολ του από τα χρόνια της Μπαρσελόνα με φάουλ πάνω από το τείχος και το χαρακτηριστικό μήνυμα «δεν υπάρχει τείχος να μας κρατήσει, όσο πιστεύουμε στους εαυτούς μας»

Ο Μάρκες πέρασε επτά χρόνια στη Βαρκελώνη, τα καλύτερά του χρόνια όπως λέει κι ο ίδιος, φεύγοντας το 2010 σε ηλικία 31 ετών. «Μου είχε φανεί καλή ιδέα να πάω στις ΗΠΑ να παίξω, να ρίξω λίγο τους ρυθμούς. Αλλά όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι και ήθελα και μπορούσα να παίξω σε υψηλότερο επίπεδο, το μετάνιωσα που έφυγα από την Μπάρτσα». Το MLS πολλές φορές είναι κάτι σαν ένα τιμητικό νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, εκεί πάνε όσοι θέλουν να φύγουν με το κεφάλι ψηλά. Για τον Μάρκες δεν έγινε έτσι. 7 χρόνια μετά, στα 38 του, ο Ράφα όχι μόνο δεν έχει παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο. Πιστός στρατιώτης, αρχηγός ακόμα στην εθνική του, έχει όνειρο να φτάσει τα πέντε Μουντιάλ, μαζί με το συνομήλικό του Μπουφόν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τίθεται πάντα το ερώτημα κατά πόσο κάποιος παίζει τιμής ένεκεν επειδή δεν έχουν κουράγιο να του πουν να σταματήσει. Ο ίδιος ο Μάρκες δηλώνει ότι είναι σε καλή κατάσταση και αν συνεχίσει να είναι έτσι θα βρίσκεται στη Ρωσία το 2018, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο προπονητής του Χουάν Κάρλος Οσόριο. «Η αγάπη του Ράφα για το άθλημα δεν βρίσκεται σε άλλον. Προπονείται πιο σκληρά από όλους και θέλει να παίζει πάντα.»

Τον Ράφα και την προσπάθειά του στηρίζει και ο θρυλικός Ούγκο Σάντσες, ενώ κι ο απλός κόσμος τον αποθεώνει. Πριν μερικές μέρες, ξεκίνησε βασικός στο ματς με την Ισλανδία, ήταν και πάλι εξαιρετικός σε έναν ελεύθερο ρόλο στην άμυνα (μια που τα τρεξίματα που δεν είχε σχεδόν ποτέ, δεν τα έχει ούτε τώρα) και στο 4ο λεπτό (εξαιτίας της φανέλας με το «4») οι Μεξικάνοι στις εξέδρες άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του. Αν είναι υγιής και αν το Μεξικό περάσει, θα τον δούμε σίγουρα.

«Είμαι το ίδιο άτομο, όπως όταν ήρθα για πρώτη φορά στην εθνική. Ίσως είναι η παιδεία που μου έδωσε η οικογένεια μου, η ταπεινότητα αυτή, να μπορώ να μοιράζομαι και να μεταφέρω τις εμπειρίες μου στους άλλους, αφήνοντας μια κληρονομιά και δίνοντας το παράδειγμα»

Ο Ράφα μετά από μια καριέρα σπουδαία με πρωτάθλημα και κύπελλο στη Γαλλία με την Μονακό και ένα σωρό κούπες στη Βαρκελώνη, έχει γυρίσει στην πρώτη του ομάδα την Άτλας. Πάντα με το ίδιο πάθος, το πάθος που αρκετές φορές τον έχει φέρει να τον κατηγορούν, όπως στην αποβολή του στο πρώτο Μουντιάλ, στη φάση των 16 με αντίπαλο τις ΗΠΑ, μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες των Αμερικάνων με τη νίκη 2-0 και την πρόκρισή τους. Ο Μάρκες στο 88′ με το ματς να έχει κριθεί έριξε μια άνευ λόγου και αιτίας καρατιά στον δύσμοιρο Τζόουνς. Σε ερώτηση που του έγινε για την πιο δύσκολη στιγμή της 20ετους του πορεία στην εθνική, ο Μάρκες είπε ότι ο κόσμος θα θυμάται πάντα αυτή τη φάση. Ο ίδιος δεν μετανιώνει, ήταν κάτι που έγινε από την απογοήτευσή του, από το γεγονός ότι δεν θέλει να χάνει και αυτό είναι κομμάτι του χαρακτήρα του. Στα επόμενα δύο Μουντιάλ άλλωστε, σκόραρε από μία φορά, ελπίζει να το κάνει και το 2018.

Στο 2.13 περίπου η κίνηση μεγάλου παίκτου:

Από τη Λιβερία στην Ευρώπη, η ιστορία του Ζορζ Γουεά

  [7 Σχόλια]

Δυστυχώς τα πράγματα στην Αφρική δεν έχουν προχωρήσει πολύ τα τελευταία χρόνια. Οι συνθήκες δεν είναι καλύτερες, τα οικονομικά προβλήματα, οι πόλεμοι και η εκμετάλλευση δεν σταμάτησαν. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι η διέξοδος του ποδοσφαίρου, με πολλούς ανθρώπους από την Αφρική να καταφέρνουν μέσα από το ταλέντο τους να ξεφεύγουν, να καταφέρνουν να ζουν οι ίδιοι και οι συγγενείς τους σε καλύτερο επίπεδο. Πολύ πριν όμως φτάσουμε σε αυτό το σημείο, υπήρξαν κάποιοι πρωτοπόροι. Κάποιοι που σε πολύ πιο πέτρινα χρόνια για το αφρικανικό ποδόσφαιρο κατάφεραν να το δοξάσουν και να ανοίξουν τις πόρτες για τους επόμενους. Ένας από πιο σημαντικούς είναι ο Ζορζ Γουεά.

Ο Γουεά μεγάλωσε στα γκέτο της Μονρόβια στη Λιβερία. Παρ’ ότι έπαιζε μπάλα από μικρός ήξερε ότι οι πιθανότητες το ποδόσφαιρο να φέρει φαγητό στο τραπέζι ήταν λίγες και έτσι παράλληλα δούλευε και σαν τεχνικός-ηλεκτρολόγος. Σιγά σιγά όμως άρχισε να ξεχωρίζει στις τοπικές ομάδες, να κερδίζει τίτλους στην Λιβερία με δύο διαφορετικές ομάδες και να καλείται στην εθνική της χώρας. Οι εμφανίσεις του έφεραν μια μεταγραφή στο Καμερούν και στην πρωτεύουσα Γιαουντέ.

«Σε μια εποχή που υπήρχε μεγάλος ρατσισμός, ο Βενγκέρ μου συμπεριφερόταν σαν να ήμουν ο γιος του.
Κάθε φορά που έβγαινα στο γήπεδο έπαιζα γι’ αυτόν, για όλα όσα είχε κάνει για μένα.
Θα έσπαγα το πόδι μου, το πρόσωπό μου, το χέρι μου γι’ αυτόν»

Χρωστάμε πολλά στον Αρσέν Βενγκέρ που έφερε τον Λιβεριανό επιθετικό στην Μονακό από το Καμερούν. Σε χρόνια που γενικά δεν υπήρχε το ίντερνετ, τα δίκτυα σκάουτινγκ, τόσο ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, ήταν πραγματικά δύσκολο να βρίσκονται τα «διαμάντια» της Αφρικής. Ο Βενγκέρ έψαχνε επιθετικό, ρώτησε έναν φίλο του και εκείνος του μίλησε για τον Γουεά. Με ελάχιστα χρήματα, ο Βενγκέρ τον έφερε στο πριγκιπάτο, του έδειξε εμπιστοσύνη και γρήγορα κατάλαβε ότι είχε βρει έναν εξαιρετικό ποδοσφαιριστή.

Το ιστορικό γκολ στο Μόναχο, η ΠΣΖ έκανε έξι στα έξι στον όμιλό της

Την πρώτη του χρονιά ο Γουεά κάνει ήδη τη διαφορά σκοράροντας αρκετά στο γαλλικό πρωτάθλημα, τόσο ώστε να γίνει ο πρώτος Λιβεριανός που κατακτά το βραβείο του καλύτερου παίκτη της Αφρικής, το 1989. Θα το κατάφερνε άλλες δύο φορές στο μέλλον, το 1994 και το 1995. Ο Γουεά έμεινε τέσσερις σεζόν στην Μονακό, κατακτώντας ένα κύπελλο, πριν πάει στην Παρί Σεν Ζερμέν. Ήταν ένας πολύ γρήγορος επιθετικός, αρκετά καλός με την μπάλα στα πόδια και δυνατός ώστε να αντέχει στο σκληρό παιχνίδι των αντιπάλων. Δεν είχε τα απίστευτα ρεκόρ στο σκοράρισμα, αν δεις τα στατιστικά του δεν μάτωνε τόσο τα δίχτυα όσο πίστευες, αλλά ήταν ένας πολύ χρήσιμος επιθετικός και φαινόταν πάντα να έχει έφεση στο σκοράρισμα στα διεθνή παιχνίδια. Στο Παρίσι κατέκτησε ένα πρωτάθλημα, δύο ακόμα κύπελλα και είχε μια εξαιρετική πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ του 1995, όταν η ΠΣΖ έφτασε στα ημιτελικά και ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης. Αυτές οι εμφανίσεις του έδωσαν τη Χρυσή Μπάλα μπροστά από Κλίνσμαν και Λιτμάνεν. Εξίσου καλές πορείες είχε και στο ΟΥΕΦΑ, αλλά και το Κυπελλούχων όπου η ΠΣΖ έκανε πορείες ως τα ημιτελικά.

Το μακρινό ριμπάουντ (το σημαντικότερο πράγμα στο μπάσκετ) και το coast-to-coast

Οι εμφανίσεις του τον έφεραν ακόμα ένα σκαλί πιο ψηλά, αυτή τη φορά στο Μιλάνο. Ο Γουεά εκεί πλέον θα γινόταν στα μάτια όλων ένας από τους κορυφαίους επιθετικούς του κόσμου. Στην Μίλαν συνεργάστηκε με επιτυχία με πολλά μεγάλα ονόματα της εποχής. Σιμόνε, Μπίρχοφ, Σαβίσεβιτς, Μπάτζιο, Λεονάρντο, Κλάιφερτ και προς το τέλος της καριέρας του και με τον Αντρέι Σεβτσένκο. Ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της Μίλαν κάποιες σεζόν και χωρίς να πετυχαίνει απίστευτα νούμερα (σκεφτείτε βέβαια και τις άμυνες εκείνης της περιόδου στην Ιταλία) ήταν ένας από τους σημαντικούς παίκτες της ομάδας. Έτρεχε, πίεζε, έβαζε το εγώ κάτω από την ομάδα και μοίραζε ασίστ και έβαζε και κάποια μαγικά γκολ όπως αυτό με τη Βερόνα. Στην Μίλαν κατέκτησε δύο πρωταθλήματα και φυσικά ένα σωρό προσωπικούς τίτλους.

Στο τέλος της καριέρας του πέρασε και από την Αγγλία. Παρ’ ότι δεν έλαμψε, στην Τσέλσι αγαπήθηκε αρκετά από τον κόσμο μια που είχε και σημαντική συνεισφορά στο κύπελλο του 2000. Γενικά, λόγω και της απόδοσης, αλλά και του χαρακτήρα του έκανε φίλους παντού. Σεμνός, ταπεινός και μετρημένος, δεν άλλαξε σαν χαρακτήρας παρά τη δόξα και τα χρήματα. Το μόνο του παράπονο ίσως από μια τεράστια καριέρα είναι ότι δεν κατάφερε να παίξει σε ένα Μουντιάλ, να οδηγήσει εκεί τη Λιβερία. Στα προκριματικά του 2002, η Λιβερία έχασε μόλις για έναν βαθμό την πρόκριση από τη Νιγηρία. Στο Κύπελλο Εθνών της Αφρικής που έγινε λίγους μήνες αργότερα στο Μάλι, έπαιξε για τελευταία φορά στα 36 του πια με την εθνική, σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Νιγηρία. Σκόραρε 22 φορές, το τελευταίο του γκολ λίγες μέρες πιο πριν με το Μάλι σε μια ισοπαλία.

Η βράβευση και μια μίνι συνέντευξή του

Ο Γουεά (που όσο γερνάει μοιάζει με έναν παχουλό Ίντρις Έλμπα) μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την πολιτική. Κι ενώ πάντα είμαστε επιφυλακτικοί με κάτι τέτοιο (Μάριο Ζαρντέλ εσένα κοιτάω), ο Γουεά φαίνεται ότι δεν «λερώθηκε» από αυτή. Μετά το ποδόσφαιρο βοήθησε ως πρέσβης της UNICEF στην ενημέρωση για την καταπολέμηση του AIDS και στην επανένταξη παιδιών που είχαν γίνει στρατιώτες, έφτιαξε ποδοσφαιρικές ομάδες που το μόνο κριτήριο εισαγωγής ήταν να μην παρατάς το σχολείο και συνεχίζει να προσπαθεί για το καλό της πατρίδας του. Κατέβηκε στις εκλογές για την προεδρία της χώρας το 2005, αλλά οι αντίπαλοί του αντιπαρέταξαν το γεγονός ότι δεν έχει σπουδάσει. Το κόμμα του Γουεά βγήκε δεύτερο και ο Ζορζ κατέβηκε ξανά και το 2011 αυτή τη φορά ως υποψήφιος αντιπρόεδρος της χώρας, χάνοντας ξανά. Κατάφερε όμως να εκλεγεί πανηγυρικά γερουσιαστής. Με τις εκλογές να γίνονται το 2017 και τη γυναίκα πρόεδρο της χώρας να έχει συμπληρώσει δεύτερη 6ετία και να μην έχει δικαίωμα να κατέβει ξανά, ο Γουεά θα δοκιμάσει και πάλι για πρόεδρος. Το αν είναι καλός ή κακός ως πολιτικός δεν το ξέρουμε. Αρκεί να παραμείνει ο ίδιος συμπαθής άνθρωπος.

Η μέρα που η Μίλαν επιβίωσε από το “ανθρωποκυνηγητό στο Μπομπονέρα”

  [Καθόλου σχόλια]

Το ‘International Stadium’ της Γιοκοχάμα είναι ένα εντυπωσιακό γήπεδο 72.000 θέσεων που φέτος έκλεισε 18 χρόνια ζωής. Το απόγευμα της Πέμπτης στις κερκίδες του βρέθηκαν περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι από αρκετές χώρες. Κάποιοι λιγοστοί ήταν εκδρομείς-οπαδοί της Ρεάλ Μαδρίτης, κάποιοι ήταν οπαδοί της Μεξικάνικης Αμέρικα και οι περισσότεροι ήταν ντόπιοι φίλαθλοι ή τουρίστες που ήθελαν να θαυμάσουν από κοντά, κατά κύριο λόγο, τα αστέρια της Ρεάλ.

Οι πρωταθλητές Ευρώπης επικράτησαν τελικά με 2-0, καπαρώνοντας το δεύτερο εισιτήριο για τον τελικό της Κυριακής, εκεί που θα αντιμετωπίσουν την Κασίμα Άντλερς, που στο φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων εκπροσωπεί τη διοργανώτρια Ιαπωνία ως πρωταθλήτρια της. Η ομάδα από την πόλη Κασίμα έκανε την έκπληξη, φιλοδωρώντας στον ημιτελικό με τρία γκολ την νικήτρια του Λιμπερταδόρες, Ατλέτικο Νασιονάλ και έγινε η πρώτη εκπρόσωπος της Ασίας που φτάνει στον τελικό. Έτσι, το πρωί της Κυριακής στο κατάμεστο όπως αναμένεται γήπεδο της Γιοκοχάμα οι Ισπανοί και οι Γιαπωνέζοι θα αναμετρηθούν για τον βαρύγδουπο τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, σε έναν τελικό που μπορεί να μην έχει την αίγλη του Τσάμπιονς Λιγκ αλλά εκτός Ευρώπης συγκινεί αρκετό κόσμο.

Τα πράγματα δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Πριν από το 2005, όταν ουσιαστικά οριστικοποιήθηκε η διεξαγωγή ενός τουρνουά με τις καλύτερες ομάδες όλων των ηπείρων, ο τίτλος “καλύτερη ομάδα του πλανήτη” ήταν υπόθεση της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής. Το Διηπειρωτικό Κύπελλο, όπως ήταν το όνομα του, κράτησε από το 1960 έως το 2004, αρχικά ως διπλά παιχνίδια και στη συνέχεια ως μονός τελικός σε κάποια ουδέτερη χώρα, η οποία συνήθως ήταν η Ιαπωνία. Και αν στα τελευταία του χρόνια το Διηπειρωτικό έμοιαζε αρκετά με την τωρινή διοργάνωση, χάρη στην ουδέτερη έδρα και στην εμφάνιση των χορηγών, στα πρώτα χρόνια ύπαρξης του η κατάσταση ήταν… λιγάκι διαφορετική. Για την ακρίβεια, ήταν πάρα πολύ διαφορετική.

22 Οκτωβρίου 1969. Η Μίλαν ταξιδεύει στο Μπουένος Άιρες για τη ρεβάνς απέναντι στην πρωταθλήτρια Ν. Αμερικής, Εστουντιάντες. Το πρώτο παιχνίδι στο Μιλάνο έχει εξελιχθεί σε θρίαμβο, με τους Ιταλούς να κερδίζουν εύκολα με 3-0 και να επιβεβαιώνουν πως το 4-1 στον τελικό του Πρωταθλητριών απέναντι στον Άγιαξ του Κρόιφ δεν ήταν ένα τυχαίο αποτέλεσμα.

Η αντίπαλος τους όμως δεν είναι μια τυχαία λατινοαμερικάνικη ομάδα. Η Εστουντιάντες έχει κερδίσει το προηγούμενο Διηπειρωτικό, με αντίπαλο τη Γιουνάιτεντ, και μετράει ήδη δυο σερί Λιμπερταδόρες (τα οποία την επόμενη χρονιά έγιναν τρία), ένα τρομερό κατόρθωμα για μια ομάδα που δεν συμπεριλαμβανόταν καν στις “πέντε μεγάλες” του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Δεν είναι όμως οι τίτλοι της που τρομάζουν αλλά η συνοδευτική φήμη που λέει ότι πρόκειται για μια από τις πιο καλές, σκληρές και βρώμικες ομάδες που έχει δει η ήπειρος. H Μίλαν θα το μάθαινε από πρώτο χέρι εκείνο το βράδυ.

Το παιχνίδι διεξάγεται στο Μπομπονέρα, στο οποίο δεν πέφτει καρφίτσα. Παρά το αποτρεπτικό σκορ του πρώτου αγώνα οι Αργεντινοί είναι αποφασισμένοι να μην παραδώσουν το ‘στέμμα’ τους τόσο εύκολα και για το σκοπό αυτό φαίνονται διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα. Οι Ιταλοί το ανακαλύπτουν αυτό πολύ νωρίς. Αρχικά, δυσκολεύονται να κάνουν προθέρμανση, καθώς διάφορες μπάλες πετάγονται συνεχώς προς το μέρος τους, και στη συνέχεια, όταν αποφασίζουν να γυρίσουν στα αποδυτήρια, οπαδοί τους περιμένουν στο τούνελ και τους πετάνε ζεστό καφέ! Ο εφιάλτης τους έχει μόλις ξεκινήσει.

Το εναρκτήριο σφύριγμα δίνει το σύνθημα για να εξαπολύσουν την επίθεση τους οι Αργεντίνοι. Ο Χιλιανός διαιτητής κάνει τα στραβά μάτια στα πρώτα λεπτά και οι κλωτσιές και αγκωνιές διαδέχονται η μια την άλλη. “Όταν έπαιρνες τη μπάλα, αμέσως κάποιος ερχόταν από το πουθενά και σε χτυπούσε” θυμάται χαρακτηριστικά ο Τζιοβάνι Λοντέτι. Όσο το σκορ παραμένει 0-0 οι γηπεδούχοι γίνονται όλο και πιο επιθετικοί. Και με τον όρο επίθεση δεν εννοούμε μόνο αυτή που στόχο έχει το γκολ. Πριν καν συμπληρωθεί το 20λεπτο, ο Πιερίνο Πράτι, βρίσκεται στο έδαφος μετά από σοβαρό χτύπημα. Ο γιατρός της ομάδας θα διαγνώσει ήπια διάσειση αλλά ο Ιταλός επιθετικός θα επιλέξει να μείνει στον αγώνα, πριν τελικά αντικατασταθεί στο 38′ όταν και άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του (και – σύμφωνα με το μύθο – μέρος της μνήμης του).

Όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται, ο Πράτι – που όσο βρισκόταν στο έδαφος δέχτηκε και μια ύπουλη κλωτσιά από τον τερματοφύλακα της Εστουντιάντες – αποδεικνύεται ο τυχερός της υπόθεσης. Ο βασικός στόχος των Αργεντινών ήταν κάποιος που θεωρούσαν προδότη: ο Νέστορ Κομπέν, ένας συμπατριώτης τους επιθετικός που από τα 20 του είχε αφήσει την πατρίδα του για να κάνει καριέρα στην Ευρώπη. Ο Κομπέν, που είχε σκοράρει στο πρώτο παιχνίδι στην Ιταλία, το κατάλαβε αυτό κάπου στο μισάωρο όταν και δέχτηκε το πρώτο χτύπημα, μια κλωτσιά στο πρόσωπο, ένα χτύπημα από αυτά που άνετα αποκαλείς “δολοφονικό” και κανείς δεν σε χαρακτηρίζει υπερβολικό. Αυτή ήταν όμως μόνο η αρχή. Σε κάποια επόμενη φάση, ο (περιβόητος) αμυντικός Αγκίρε Σουάρες με μια αγκωνιά τον έστειλε απ’ευθείας εκτός αγώνα.

Ξαπλωμένος στο χόρτο, αιμόφυρτος, με σπασμένη μύτη και ζυγωματικό, ο Κομπέν προσπάθησε να επανέλθει στο γήπεδο, χωρίς όμως επιτυχία αφού λιποθύμησε και αναγκάστηκε να μεταφερθεί εκτός με φορείο. Το τελειωτικό χτύπημα όμως δεν του το έδωσε κάποιος αντίπαλος παίκτης αλλά η αστυνομία! Την ώρα που ο αγώνας παιζόταν ο δύσμοιρος Αργεντινός πληροφορήθηκε πως συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι είχε φύγει από τη χώρα χωρίς να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Οδηγήθηκε στο κρατητήριο όπου και παρέμεινε για ώρες, πριν αφεθεί τελικά ελεύθερος με παρέμβαση της πρεσβείας της Ιταλίας και των ανθρώπων της Μίλαν, που δεν έφευγαν από τη χώρα χωρίς αυτόν.

Όσο ο Κομπέν ζούσε το δικό του δράμα, εντός των τεσσάρων γραμμών η Μίλαν συνέχιζε να υποφέρει. Από τα χτυπήματα των γηπεδούχων δεν γλίτωσε ούτε ο φημισμένος Τζιάνι Ριβέρα, το “Χρυσό παιδί” του ιταλικού ποδοσφαίρου, ο οποίος έπεσε θύμα του τερματοφύλακα Αλμπέρτο Πολέτι, που αν και συνήθως βρισκόταν μακριά από τα γεγονότα, λόγω θέσης, με κάποιο μοναδικό τρόπο κατάφερνε να έχει ενεργή συμμετοχή στους περισσότερους καυγάδες. Η Εστουντιάντες είχε πάει το βρώμικο παιχνίδι σε τέτοιο επίπεδο που κάποιοι Ιταλοί ισχυρίστηκαν μετά το παιχνίδι πως κάποιος αντίπαλος κουβαλούσε μαζί του βελόνα, με την οποία τους τσιμπούσε κρυφά από τον διαιτητή!

Με κάποιο μαγικό τρόπο, το παιχνίδι ολοκληρώθηκε κανονικά στα 90 λεπτά. Η Εστουντιάντες κέρδισε μεν το ματς με 2-1, ανατρέποντας μάλιστα το σκορ μέσα σε 2 λεπτά, αλλά όχι και το τρόπαιο. Οι σοκαρισμένοι Ιταλοί έκαναν καταγγελία για τα όσα έζησαν, έχοντας τη στήριξη όλων όσων είδαν το παιχνίδι, το οποίο είχε τηλεοπτική κάλυψη. Η ‘Gazzetta dello Sport’ το χαρακτήρισε “90 λεπτά ανθρωποκυνηγητού” ενώ άλλοι το αποκαλούν “η σφαγή του Μπομπονέρα”.

Ο δικτάτορας της Αργεντινής εκείνη την περίοδο, Χουάν Κάρλος Ονγκάνια, ενοχλημένος από την παγκόσμια κατακραυγή ζήτησε την άμεση και παραδειγματική τιμωρία όσων αμαύρωσαν την εικόνα της χώρας. Ο τερματοφύλακας Πολέτι και οι αμυντικοί Σουάρες και Μανέρο συνελήφθησαν ελάχιστες ώρες μετά το τέλος του αγώνα και οδηγήθηκαν σε μια φυλακή στα νότια της χώρας. Έμειναν εκεί ένα ολόκληρο μήνα, την ίδια ώρα που ο Κάρλος Μπιλάρδο, ηγέτης της ομάδας τότε και μετέπειτα προπονητής της εθνικής Αργεντινής στο Μουντιάλ του 1986, έκανε απεργία πείνας έξω από τη φυλακή, ζητώντας την απελευθέρωση τους.

Οι περισσότεροι παίκτες της Μίλαν κατάφεραν τα επόμενα χρόνια να κερδίσουν κι άλλα τρόπαια αλλά η λογική λέει πως στη μνήμη τους μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας τους θα είναι πάντα το ότι κατάφεραν να φύγουν ζωντανοί εκείνο το βράδυ από το χόρτο του Μπομπονέρα.

Βίος και πολιτεία του Κουαουτέμοκ Μπλάνκο

  [Καθόλου σχόλια]

H Κλουμπ Αμέρικα ταξίδεψε από την πόλη του Μεξικού στην Ιαπωνία για τη φετινή έκδοση του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων με έναν σκοπό. Να μην επαναληφθεί το περσινό φιάσκο του αποκλεισμού από την κινέζικη Γκουανγκζού, όταν κέρδιζαν ως το 80′ με 1-0 και τελικά έχασαν με 2-1. Πριν τον πρώτο αγώνα με την Χιουντάι, κάποιοι παίκτες μίλησαν για εκδίκηση, παρ’ ότι αντίπαλος ήταν αυτή τη φορά μια ομάδα από τη Ν. Κορέα και όχι από την Κίνα. Μόλις στο 23′ του αγώνα της Κυριακής η Χιουντάι βρέθηκε μπροστά στο σκορ, αλλά τα δύο γκολ του Αργεντινού Σίλβιο Ρομέρο έγραψαν το τελικό 2-1 και έφεραν πρόκριση και ανακούφιση. Ο ημιτελικός της Πέμπτης με τη Ρεάλ Μαδρίτης θα γίνει πλέον χωρίς άγχος, με στόχο απλά μία καλή εμφάνιση και ο Αργεντινός κόουτς Ρικάρντο Λα Βόλπε ελπίζει η ομάδα τού Ζιντάν να τους υποτιμήσει, αφού όπως δήλωσε μόνο έτσι θα έχουν ελπίδες.

Η Αμέρικα πέτυχε τον στόχο της, την πρόκριση στα ημιτελικά όπως και το 2006 στην πρώτη της συμμετοχή, όταν κέρδισε την Χιουντάι ξανά και αντιμετώπισε και πάλι μια ισπανική ομάδα στα ημιτελικά, την Μπαρτσελόνα. Η πορεία της σταμάτησε στα γκολ των Γκούντγιονσεν, Ράφα Μάρκες, Ροναλντίνιο και Ντέκο και τελικά έφυγε με την 4η θέση. Τότε στην Αμέρικα έπαιζε ο Κουαουτέμοκ Μπλάνκο στη βρεφική ηλικία των 33 (αφού παράτησε το ποδόσφαιρο στα 43 του). Για τους περισσότερους ο Μπλάνκο είναι “αυτός ο παίκτης που κρατούσε την μπάλα ανάμεσα στα πόδια και πηδούσε πάνω από τους αντιπάλους“. Εκτός όμως από αυτή την πατενταρισμένη του ντρίμπλα “κουαουτεμίνια”, ο Μπλάνκο είναι και ο 2ος σκόρερ όλων των εποχών στην ιστορία της Αμέρικα στις συνολικά τέσσερις περιόδους που φόρεσε τη φανέλα των “αετών”. Ή μάλλον στις πέντε. Αφού φέτος (στα 43 του είπαμε) η Αμέρικα τον υπέγραψε ξανά μόνο και μόνο για να ξεκινήσει σε ένα ματς και να βγει στο 36′ ώστε να αποθεωθεί από τον κόσμο της ομάδας για το οριστικό αντίο.

 

Ο Μπλάνκο στα 341 του παιχνίδια με τη φανέλα της Αμέρικα από το 1992 μέχρι το 2016 σκόραρε 153 φορές, ευστόχησε σε πολλά πέναλτι, έκανε ακόμα περισσότερες ντρίμπλες που ξεσήκωσαν τον κόσμο και έδωσε πολλά σόου. Ένας σκόρερ, ζογκλέρ, διασκεδαστής των γηπέδων γεμάτος τρέλα. Τόσο καλή τρέλα, όσο και άσχημη. Οι καβγάδες του πολλοί. Και δεν μιλάμε μόνο για τους κλασικούς καβγάδες του με τους διαιτητές με τους οποίους είχε άσχημη σχέση. Αποκορύφωμα το 2004 όταν η πρώτη Μεξικάνα διαιτητής έκανε ντεμπούτο σε αγώνα Α εθνικής ποτέ και τόλμησε να καταλογίσει πέναλτι εις βάρος της Αμέρικα. Ο Μπλάνκο την στόλισε κανονικά, της είπε να γυρίσει σπίτι και να πλύνει πιάτα, δεχόμενος έντονη κριτική για τα σεξιστικά σχόλιά του.

Ήταν ικανός να μαλώσει με οποιονδήποτε (διαιτητή, αντίπαλο, συμπαίκτη, δημοσιογράφο, προπονητή, παράγοντα) και κρατούσε κόντρες για καιρό. Πριν ακριβώς 20 χρόνια, η Αμέρικα είχε όπως και τώρα προπονητή τον Λα Βόλπε. Ο μουστάκιας καβγάδισε με τον Μπλάνκο στα αποδυτήρια και τον έστειλε εκτός ομάδας, μια κόντρα που συνεχίστηκε για μια δεκαετία τουλάχιστον, όταν ο Λα Βόλπε ως προπονητής της εθνικής του Μεξικού τον άφησε εκτός Μουντιάλ 2006. Ο Μπλάνκο τελικά συμμετείχε σε τρία Μουντιάλ, τριών δεκαετιών (1998, 2002 και 2010), σκοράροντας και στα τρία, βγήκε πρώτος σκόρερ σε ένα Κονφεντερέισονς δίνοντας και τη νίκη επί της Βραζιλίας και είχε μια καριέρα γεμάτη επιτυχίες με τη φανέλα της τρικολόρ.

 

Όταν ο Μπλάνκο πέτυχε τον παλιό του φίλο για πρώτη φορά

Για τον αποκλεισμό του από το Μουντιάλ του 2006 κατηγορούσε και τρεις ποδοσφαιριστές που λέγεται στήριξαν τον Λα Βόλπε. Πρώτο τον τερματοφύλακα, συμπαίκτη και φίλο του Οσβάλντο Σάντσες. Για 2,5 χρόνια ήταν μαζί στην Αμέρικα, μέχρι που το 1999 ο Σάντσες αποφάσισε να πάει στην Τσίβας. Ο Μπλάνκο δεν τον συγχώρεσε ποτέ για την προδοσία. Στο πρώτο ντέρμπι που βρέθηκαν αντίπαλοι ο Σάντσες δήλωσε ότι δεν θα τον αφήσει να βάλει γκολ. Η απάντηση του Μπλάνκο ήταν “τι θα κάνει; θα με μαρκάρει;“. Η Αμέρικα κέρδισε με 2-0 και ο Μπλάνκο έβαλε και τα δύο γκολ. Το πρώτο ήταν με κερδισμένο του πέναλτι που εκτέλεσε ο ίδιος. Σκόραρε, έφυγε για τον πάγκο, έβγαλε τα δυο του παπούτσια και τα χρησιμοποίησε σε έναν σκυμμένο συμπαίκτη του ως ταυρομάχος που αποτελειώνει τον ταύρο. Στο δεύτερο απλά λίκνισε ρυθμικά τα οπίσθία του αφού υποκλίθηκε στον κόσμο.

Εκτός του Σάντσες, ενάντια στην κλήση του Μπλάνκο ήταν δύο ακόμα ποδοσφαιριστές. Ο επίσης συμπαίκτης του Πάρντο (για τον οποίο λέγεται ότι ο Σάντσες ήταν η πέτρα του σκανδάλου πίσω από το διαζύγιό του) και ο τεράστιος Ράφα Μάρκες (για να κάνουμε έναν μεγάλο κύκλο και να επανέρθουμε στον ημιτελικό του 2006 με την Μπαρτσελόνα). Με τον Μάρκες η κόντρα του Μπλάνκο συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Ο Μπλάνκο λέει ότι ο Μάρκες (που έχει την ίδια τρέλα και παίζει ως τα βαθιά γεράματα) δεν έχει “αυγά” για να είναι αρχηγός της εθνικής, ο Μάρκες απαντάει “ότι αν τα έλεγε κάποιος άλλος θα με ένοιαζε, αλλά όχι ο Μπλάνκο που είναι αμόρφωτος” και οι διάλογοί τους γεμίζουν στήλες στις εφημερίδες στο Μεξικό.

Κεφαλιά, προσποίηση για κεφαλιά, αγκωνιά και μετά χαμός…

Πολλές φορές βέβαια οι κόντρες του Μπλάνκο δεν έμεναν στα λόγια ή στις… θεατρικές του παραστάσεις. Όπως όταν έδωσε μπουνιά μέσα από ένα παράθυρο των αποδυτηρίων σε έναν σχολιαστή της τηλεόρασης. Ο μεγαλύτερος χαμός όμως έγινε το 2004 σε ένα αγώνα του Λιμπερταδόρες με αντίπαλο τη Σάο Καετάνο. Ο Μπλάνκο μπλέχτηκε σε μια φασαρία προς το τέλος του αγώνα και τελικά αποβλήθηκε γιατί χτύπησε αντίπαλο. Το ματς έληξε τελικά 1-1 και οι Βραζιλιάνοι πήραν την πρόκριση. Δεν είχε πει όμως την τελευταία του λέξη. Γύρισε στο γήπεδο και επιτέθηκε στους Βραζιλιάνους. Η ένταση με ηθικό αυτουργό τον ίδιο οδήγησε σε σύρραξη και τελικά είχαμε μέχρι και είσοδο οπαδών που πήραν στο κυνήγι τους παίκτες της Σάο Καετάνο, σε επεισόδια που πέρασαν στην ιστορία του Λιμπερταδόρες ως από τα χειρότερα. Ο Μπλάνκο τιμωρήθηκε για έναν χρόνο από τη CONMEBOL και με πρόστιμο από την Αμέρικα που στη συνέχεια αποφάσισε να τον αφήσει να πάει σε άλλη ομάδα. Όταν επέστρεψε κατέκτησε τόσο το μοναδικό πρωτάθλημα της καριέρας του, όσο και το “πρωταθλητριών” της Κεντρικής και Βόρειας Αμερικής και ταυτόχρονα το εισιτήριο για το πρώτο Κύπελλο Συλλόγων που έπαιξε η Αμέρικα. Δέκα χρόνια αργότερα, οι… ποδοσφαιρικοί του απόγονοι βρίσκονται στην ίδια θέση.