Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ποδόσφαιρο Λατινικής Αμερικής'

Ποιος θα πάρει τούτη τη φανέλα;

  [Καθόλου σχόλια]

Όσοι από εμάς πηγαίνουμε ή πηγαίναμε παλιότερα στο γήπεδο έχουμε συνηθίσει μια σκηνή, ειδικά σε εκτός έδρας παιχνίδια, εκεί που είσαι στοιβαγμένος συνήθως σε ένα πέταλο.  Την στιγμή που οι ποδοσφαιριστές θα έρθουν μετά την μεγάλη επιτυχία να σε ευχαριστήσουν και κάποιος θα σου πετάξει μια φανέλα. Η φανέλα αυτή είναι ικανή να ξεκινήσει εμφύλιο πόλεμο, αφού γίνεται ένας πολύτιμος θησαυρός που φτάνει μερικές φορές να οδηγήσει μέχρι και σε ξύλο. Κάποιες φορές σκίζεται η φανέλα, κάποιες φορές σκίζονται τα ρούχα αυτών που μαλώνουν, καρδιές χαλάνε, φιλίες καταστρέφονται. Φαίνεται όμως, ότι κάπου αλλού έχουν βρει την λύση.

Ο Τσίτσο Μινγκοράνσε είναι ένας Αργεντινός ποδοσφαιριστής που βγάζει το ψωμί του στη Μουνισιπάλ της Γουαταμέλας. Μετά το νικηφόρο εκτός έδρας ματς επί της Πεταπά, ο Τσίτσο έδινε συνέντευξη στην τηλεόραση και οι οπαδοί ζητούσαν να πάει κοντά τους, καθώς είναι ιδιαίτερα αγαπητός. Τους άκουσε και πήγε στους εκδρομείς (μην φανταστείτε καμιά τεράστια απόσταση) για να αποθεωθεί, να βγει φωτογραφίες μαζί τους και στο τέλος να πετάξει τη φανέλα του. Ως συνήθως σε τέτοιες στιγμές επικρατεί το χάος. Δυο φίλοι της Μουνισιπάλ άρχισαν να τραβούν τη φανέλα (που έδειξε μεγάλες αντοχές) και το ματς ήταν ισοπαλία. Κάπου εκεί επικράτησε η δημοκρατία ή έστω η κωλοφαρδία. Ένας σχετικά ογκώδης συνοπαδός τους πήρε την κατάσταση στα χέρια, τους χώρισε και αποφάσισε να κρίνει το ματς με την επιστημονική μέθοδο κορώνα ή γράμματα. Το αποτέλεσμα έγινε σεβαστό από τον χαμένο, οι δύο (προφανώς) γνωστοί αγκαλιάστηκαν σαν Άγγλοι λόρδοι σε κλαμπ κυρίων και μια ακόμα νίκη κατά της (εμφύλιας) βίας στα γήπεδα επιτεύχθηκε.

Ο ακούραστος Ράφα Μάρκες

  [2 Σχόλια]

Η αλήθεια είναι ότι στα προκριματικά για το Μουντιάλ, λίγοι ασχολούνται με τη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική. Οι περισσότερες ομάδες που συμμετέχουν είναι απλά παραδεισένιοι προορισμοί διακοπών ή παραδεισένιοι προορισμοί μαύρου χρήματος (ή και τα δύο μαζί). Από αυτές τις ομάδες καταλήγουμε σε ένα πρωταθληματάκι έξι χωρών, εκ των οποίων προκρίνονται οι τρεις και η τέταρτη παίζει μπαράζ με ομάδα της Ασίας. Είναι συνεπώς αρκετά δύσκολο για τις «μεγάλες» ομάδες να μείνουν εκτός. Το ενδιαφέρον κινείται περισσότερο στο ας πούμε «κλάσικο» μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού. Το πιο μεγάλο παιχνίδι ποδοσφαίρου εθνικών χωρών σε αυτόν τον όμιλο.

Και αν πάντα υπήρχε σημαντικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ματς, η μοίρα έφερε τη συνάντησή τους να γίνεται το Νοέμβριο ελάχιστες μέρες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Μεξικάνοι ταξίδεψαν στο Οχάιο νιώθοντας το βάρος ότι εκπροσωπούν ένα ολόκληρο έθνος, απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ που αποκάλεσε τους Μεξικάνους μετανάστες «εγκληματίες και βιαστές» και υποσχέθηκε να χτίσει ένα τείχος που θα τους κρατήσει εκτός των ΗΠΑ. Το Μεξικό βέβαια δεν βρήκε κάποιο εχθρικό γήπεδο απέναντί του, το κλίμα ήταν όπως πάντα ένα κλίμα ποδοσφαιρικού και μόνο ντέρμπι. Οι παίκτες μάλιστα πριν τον αγώνα αποφάσισαν να αλλάξουν τελετουργικό και δεν βγήκαν χωριστά φωτογραφίες, αλλά μία κοινή, προς τιμή των Αμερικάνων ποδοσφαιριστών που ήθελαν να περάσουν το δικό τους μήνυμα συναδελφικότητας.

Το παιχνίδι ήταν όπως πάντα με ένταση και το Μεξικό εκτός από το ψυχολογικό βάρος του Τραμπ είχε να αντιμετωπίσει και την κακή παράδοση με τέσσερις σερί ήττες (μάλιστα με το ίδιο σκορ, 2-0) στο Κολόμπους. Οι Μεξικάνοι προηγήθηκαν με ένα τυχερό γκολ με κόντρα, αλλά οι ΗΠΑ ισοφάρισαν και κυριάρχησαν στο 2ο ημίχρονο ψάχνοντας το 2ο γκολ. Αυτό δεν ήρθε ποτέ και όλα έδειχναν ότι πηγαίναμε για μια ισοπαλία, όταν στο 88′ το Μεξικό κέρδισε κόρνερ. Μεταξύ όσων προωθήθηκαν ήταν κι ένας άνθρωπος που έκανε ντεμπούτο με τη φανέλα της «Τρι» το… 1997, σχεδόν 20 χρόνια πριν. Ο αρχηγός Ράφα Μάρκες βρέθηκε αμαρκάριστος, πήρε μια πανέξυπνη κεφαλιά και με ένα buzzer beater έδωσε τη σημαντική νίκη στη χώρα του, νίκη που πανηγυρίστηκε έξαλλα.

Γκολ ντε ΜέΧικο, Ράφα, Ράφα, Ράφα….

Μετά το τέλος του αγώνα, ο «Κάιζερ» κράτησε το επίπεδο εκεί που έπρεπε όταν ρωτήθηκε αν είναι μια άσχημη περίοδος για το Μεξικό. «Δεν γνωρίζω αν είναι μια άσχημη περίοδος, σίγουρα είναι μια περίοδος έλλειψης ανεκτικότητας. Με αυτή τη νίκη μπορούμε να ξεχάσουμε λίγο, όσα συμβαίνουν εδώ στις ΗΠΑ». Περίπου δυο μήνες μετά, ο Μάρκες έδινε ακόμα μια φορά το μήνυμά του όταν ο Τραμπ υπέγραφε ως πρόεδρος πλέον την απόφαση για το τείχος. Ανέβασε ένα γκολ του από τα χρόνια της Μπαρσελόνα με φάουλ πάνω από το τείχος και το χαρακτηριστικό μήνυμα «δεν υπάρχει τείχος να μας κρατήσει, όσο πιστεύουμε στους εαυτούς μας»

Ο Μάρκες πέρασε επτά χρόνια στη Βαρκελώνη, τα καλύτερά του χρόνια όπως λέει κι ο ίδιος, φεύγοντας το 2010 σε ηλικία 31 ετών. «Μου είχε φανεί καλή ιδέα να πάω στις ΗΠΑ να παίξω, να ρίξω λίγο τους ρυθμούς. Αλλά όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι και ήθελα και μπορούσα να παίξω σε υψηλότερο επίπεδο, το μετάνιωσα που έφυγα από την Μπάρτσα». Το MLS πολλές φορές είναι κάτι σαν ένα τιμητικό νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, εκεί πάνε όσοι θέλουν να φύγουν με το κεφάλι ψηλά. Για τον Μάρκες δεν έγινε έτσι. 7 χρόνια μετά, στα 38 του, ο Ράφα όχι μόνο δεν έχει παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο. Πιστός στρατιώτης, αρχηγός ακόμα στην εθνική του, έχει όνειρο να φτάσει τα πέντε Μουντιάλ, μαζί με το συνομήλικό του Μπουφόν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τίθεται πάντα το ερώτημα κατά πόσο κάποιος παίζει τιμής ένεκεν επειδή δεν έχουν κουράγιο να του πουν να σταματήσει. Ο ίδιος ο Μάρκες δηλώνει ότι είναι σε καλή κατάσταση και αν συνεχίσει να είναι έτσι θα βρίσκεται στη Ρωσία το 2018, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο προπονητής του Χουάν Κάρλος Οσόριο. «Η αγάπη του Ράφα για το άθλημα δεν βρίσκεται σε άλλον. Προπονείται πιο σκληρά από όλους και θέλει να παίζει πάντα.»

Τον Ράφα και την προσπάθειά του στηρίζει και ο θρυλικός Ούγκο Σάντσες, ενώ κι ο απλός κόσμος τον αποθεώνει. Πριν μερικές μέρες, ξεκίνησε βασικός στο ματς με την Ισλανδία, ήταν και πάλι εξαιρετικός σε έναν ελεύθερο ρόλο στην άμυνα (μια που τα τρεξίματα που δεν είχε σχεδόν ποτέ, δεν τα έχει ούτε τώρα) και στο 4ο λεπτό (εξαιτίας της φανέλας με το «4») οι Μεξικάνοι στις εξέδρες άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του. Αν είναι υγιής και αν το Μεξικό περάσει, θα τον δούμε σίγουρα.

«Είμαι το ίδιο άτομο, όπως όταν ήρθα για πρώτη φορά στην εθνική. Ίσως είναι η παιδεία που μου έδωσε η οικογένεια μου, η ταπεινότητα αυτή, να μπορώ να μοιράζομαι και να μεταφέρω τις εμπειρίες μου στους άλλους, αφήνοντας μια κληρονομιά και δίνοντας το παράδειγμα»

Ο Ράφα μετά από μια καριέρα σπουδαία με πρωτάθλημα και κύπελλο στη Γαλλία με την Μονακό και ένα σωρό κούπες στη Βαρκελώνη, έχει γυρίσει στην πρώτη του ομάδα την Άτλας. Πάντα με το ίδιο πάθος, το πάθος που αρκετές φορές τον έχει φέρει να τον κατηγορούν, όπως στην αποβολή του στο πρώτο Μουντιάλ, στη φάση των 16 με αντίπαλο τις ΗΠΑ, μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες των Αμερικάνων με τη νίκη 2-0 και την πρόκρισή τους. Ο Μάρκες στο 88′ με το ματς να έχει κριθεί έριξε μια άνευ λόγου και αιτίας καρατιά στον δύσμοιρο Τζόουνς. Σε ερώτηση που του έγινε για την πιο δύσκολη στιγμή της 20ετους του πορεία στην εθνική, ο Μάρκες είπε ότι ο κόσμος θα θυμάται πάντα αυτή τη φάση. Ο ίδιος δεν μετανιώνει, ήταν κάτι που έγινε από την απογοήτευσή του, από το γεγονός ότι δεν θέλει να χάνει και αυτό είναι κομμάτι του χαρακτήρα του. Στα επόμενα δύο Μουντιάλ άλλωστε, σκόραρε από μία φορά, ελπίζει να το κάνει και το 2018.

Στο 2.13 περίπου η κίνηση μεγάλου παίκτου:

Το σκυλάκι πάνω από τα χρήματα

  [2 Σχόλια]

Ο Χουάν Μανουέλ Μαρτίνες είναι από τους παίκτες που ο κόσμος λατρεύει να βλέπει γιατί τον ξεσηκώνουν. Εξαιρετική τεχνική, φοβερή ντρίμπλα, κινήσεις μεταξύ ζογκλέρ και ποδοσφαιριστή και αρκετά γκολ. Μετά από μια εξαιρετική πορεία στη Βέλεζ Σάρσφιλντ και μεταγραφές σε σημαντικές ομάδες όπως Κορίνθιανς και Μπόκα, ο «Μπουρίτο» βρήκε ένα πολύ γερό συμβόλαιο στο MLS και τη Ρεάλ Σολτ Λέικ Σίτι. Έχοντας ρίξει κάπως την απόδοσή του με τα χρόνια, τα χρήματα των Αμερικάνων ήταν μια καλή ευκαιρία.

Στις ΗΠΑ ο Μαρτίνες συνέχισε τις ίδιες εξωαγωνιστικές δραστηριότητες. Μην πάει ο νους σας στο κακό. Συνηθίζει με τη γυναίκα του να βοηθάει κόσμο, να δίνει φαγητό ή ρούχα σε φτωχούς. Η μεγάλη αγάπη του όμως είναι άλλη. Όπως γράφει και στην περιγραφή του στο τουίτερ, ο Μαρτίνες αγαπάει τα ζώα. Δεν συμμετέχει σε κάποια φιλοζωϊκή οργάνωση, απλά έχει τη συνήθεια να μαζεύει αδέσποτα από το δρόμο. Τα παίρνει στο σπίτι του, τα ταΐζει, τα φροντίζει, τα πηγαίνει στον κτηνίατρο και μετά ψάχνει οικογένειες για να τα υιοθετήσουν.

Όταν πριν μερικά χρόνια το σπίτι του πήρε φωτιά, ο Μαρτίνες κοιμήθηκε κάπως έτσι

Αυτή δεν είναι μια συνήθεια καινούρια, την κάνει χρόνια. Σε συνέντευξή του υπολόγισε ότι έχει σώσει πάνω από 300 σκυλάκια, ενώ από το σπίτι του έχουν περάσει πάνω από 100. Η δουλειά του όμως δεν σταματάει εκεί, καθώς από ότι λέει ο ίδιος, συχνά επισκέπτεται κάποια από τα σκυλιά στα νέα σπίτια τους για να δει… πώς περνάνε και αν είναι χαρούμενα. Κάτι σαν κοινωνικός λειτουργός σκύλων. Φυσικά στο σπίτι του έχει και τέσσερα μόνιμα σκυλιά, «πάντα λέμε δεν είμαστε τέσσερις [μαζί με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά του], αλλά οκτώ στην οικογένεια».

Το πιο διάσημο γκολ του Χουάν Μανουέλ Μαρτίνες

Ο Μπουρίτο έπαιξε αρκετά παιχνίδια στην Σολτ Λέικ Σίτι και παρ’ ότι είναι πια 31 και σίγουρα πιο βαρύς από παλιά, μπορεί να ξεσηκώνει τα πλήθη και ο κόσμος να τον αποθεώνει. Έτσι, προκάλεσε έκπληξη η είδηση πριν λίγο καιρό ότι  ζήτησε να φύγει, αφήνοντας ένα πολύ βαρύ συμβόλαιο (της τάξης του άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων). Η είδηση έλεγε ότι ο Μαρτίνες αποφάσισε να φύγει για οικογενειακούς-προσωπικούς λόγους και κυκλοφόρησε κυρίως ότι η γυναίκα του δεν άντεχε άλλο στη Γιούτα. Κάτι που δεν είναι πολύ περίεργο αν στα ενδιαφέροντά σου δεν είναι το κρύο, το χιόνι και οι Μορμόνοι. Ο Μαρτίνες εγκατέλειψε τις ΗΠΑ και γύρισε στην Αργεντινή. Η αλήθεια όμως για τη φυγή του αποκαλύφθηκε λίγο καιρό αργότερα, όταν αφού είχε σχεδόν συμφωνήσει με την Βέλεζ για να παίξει εκεί για έξι μήνες, η μεταγραφή χάλασε.

Τα χρόνια πέρασαν, αλλά τα μαγικά συνεχίζουν

«Ένα από τα σκυλιά μου έχει καρκίνο και του κάνουμε χημειοθεραπεία. Του έδωσαν έξι μήνες ζωής. Ακύρωσα το συμβόλαιό μου για να μπορώ να καθορίσω πού θα πάω. Γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση στη Βέλεζ που δεν μπορεί να αγοράσει παίκτες ή να δανειστεί μεγάλα συμβόλαια και επειδή αγαπάω τον σύλλογο, αποφάσισα να πάω για έξι μήνες και να παίξω εκεί, μέχρι να «φύγει» το σκυλί μου και στη συνέχεια να συνεχίσω την καριέρα μου και τις φιλοδοξίες μου».

Τα πράγματα όμως δεν πήγαν τόσο καλά. Η Βέλεζ του είπε ότι δεν γίνεται ένα απλό εξάμηνο συμβόλαιο και συμφώνησαν να υπογράψουν για 6 μήνες + 1 χρόνο. Το καλοκαίρι, χωρίς κόστος, αν δεν ήθελαν και οι δύο θα μπορούσαν να το σπάσουν. Ο Μαρτίνες συμφώνησε με ένα αρκετά χαμηλό ποσό (σε σχέση με αυτά που έπαιρνε στις ΗΠΑ) και όταν πήγε να υπογράψει, είδε προς έκπληξή του ότι οι πονηροί της Βέλεζ είχαν βάλει όρο 2 εκατομμύρια δολάρια για να φύγει. Ο παίκτης έγινε έξαλλος, δεν υπέγραψε και με αφορμή την συμπεριφορά της αγαπημένης του ομάδας, αποκάλυψε και την ιστορία με τον σκύλο του. «Μπορεί να έχω βλακόφατσα, αλλά δεν σημαίνει ότι είμαι και βλάκας. Κατέβασα τα βρακιά μου στις διαπραγματεύσεις, δεν ξέρω τι άλλο θέλουν.» Ο Μαρτίνες είναι αυτή τη στιγμή χωρίς ομάδα και ψάχνει να δει αν θα παραμείνει στην Αργεντινή όπως σκόπευε ή θα συνεχίσει αλλού. Το σίγουρο είναι πάντως ότι δεν μετάνιωσε ούτε στιγμή που άφησε τόσα χρήματα πίσω του, αφού γι’ αυτόν προτεραιότητα ήταν να είναι κοντά στο «μέλος της οικογένειάς του». Κι ας είναι τετράποδο…

Το μεγάλο ταξίδι για το γήπεδο

  [Καθόλου σχόλια]

Η αγάπη για την ομάδα είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος που δεν ασχολείται με το ποδόσφαιρο. Η ιεροτελεστία του γηπέδου αρκετές φορές δεν εκτιμάται ιδιαίτερα από όσους το έχουν κοντά τους, μπορούν ανά πάσα στιγμή να πάνε σε ένα παιχνίδι. Όλοι όσοι έχουμε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μας χωρίς τη δυνατότητα να βλέπουμε την αγαπημένη μας ομάδα μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε. Κι αν πάντα το «support your local team» είναι ένας κανόνας που αξίζει, το να ζεις μακριά από την ομάδα σου χωρίς να είσαι οπαδός «glory hunter», είναι ένα βασανιστήριο.

Εικόνες από την επαρχία Χουχούι

Ο Χουάν Μανουέλ ζει στο.. Χουχούι. Και παρ’ ότι, όπως και σε όλη την Αργεντινή, υπάρχουν πολλές ποδοσφαιρικές ομάδες (πιο γνωστή η Χιμνάσια Χουχούι που οι στοιχηματατζήδες πιθανώς να θυμούνται), αυτός επέλεξε να υποστηρίζει τη Ράσινγκ Κλουμπ από την πόλη Αβεγιανέδα κοντά στο Μπουένος Άιρες. Όπως έχουμε δει στο παρελθόν, η Ράσινγκ Κλουμπ σίγουρα δεν είναι μια ομάδα που την υποστηρίζεις για τους τίτλους. Μια ομάδα καταραμένη κατά πολλούς, αλλά και μια ομάδα με παθιασμένο κοινό. Ο Χουάν Μανουέλ την αγαπάει, αλλά δεν μπορεί να τη δει εύκολα. Η πόλη και η επαρχία Χουχούι βρίσκονται στα βορειοδυτικά της χώρας, στα σύνορα με τη Χιλή και τη Βολιβία, κάτω από τις Άνδεις και σε υψόμετρο περίπου 1300 μέτρων ανάμεσα σε σκληρά βουνά και σε δρόμους που είναι αρκετά επικίνδυνοι. Το γήπεδο της Ράσινγκ από το σπίτι του Χουάν Μανουέλ απέχουν περίπου 1500 χιλιόμετρα, ενός δρόμου που θέλει περίπου 20 ώρες για να τον κάνεις με το αυτοκίνητο (τουλάχιστον έτσι μου έβγαλε ο χάρτης της Google).

Δεν βρήκα παραπάνω πληροφορίες για τη φωτογραφία, δεν ξέρω πώς μετακινήθηκε, πόσο χρονών είναι (η πρώτη φορά στο γήπεδο δεν κοιτάει ηλικίες) ή άλλες λεπτομέρειες. Βρήκα μόνο την εικόνα. Ο Χουάν Μανουέλ που κατάφερε για πρώτη φορά στη ζωή του να πάει στο Ελ Σιλίντρο, το γήπεδο της Ράσινγκ. Να δει το χορτάρι, τους παίκτες, να τραγουδήσει με άλλους μαζί, να κάνει βόλτες στο μουσείο. Και κάπου εκεί, δίπλα στο άγαλμα του «μουστάρδα» Ρεϊνάλντο Μέρλο που έδωσε το ιστορικό πρωτάθλημα του 2001, να βγάλει μια ακόμα αναμνηστική φωτογραφία και να ξεσπάσει σε λυγμούς, ένα μίγμα χαράς και συγκίνησης. «22 μαλάκες που κυνηγούν μια μπάλα». Ποτέ μια έκφραση δεν ήταν τόσο λάθος, όσο αυτή η περιγραφή του ποδοσφαίρου.

Το πέναλτι που άργησε είκοσι τέσσερις μέρες

  [Καθόλου σχόλια]

«Αυτό το χτύπημα πέναλτι διήρκεσε μια εβδομάδα, και, εκτός κι αν κάποιος έχει αντίθετη γνώμη, ήταν το μακρύτερο πέναλτι στην ιστορία». Ο άνθρωπος που μας προκαλεί να τον διαψεύσουμε, είναι ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο και γνωρίζει πολύ καλά ότι λέει ανακρίβειες.

Ο Σοριάνο έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παταγονία και έπαιξε πολλή μπάλα πριν γίνει δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος  και εξαιρετικά αγαπητός στην πατρίδα του αλλά και έξω από αυτήν: μετά τον θάνατό του, το 1997, στην Ιταλία ιδρύθηκε ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομά του. Είναι η μεικτή συγγραφέων, στην οποία παίζει, για παράδειγμα, ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Το απραγματοποίητο όνειρο του Σοριάνο ήταν να παίξει σέντερ φορ στην ομάδα που υποστήριζε φανατικά, τη Σαν Λορένσο. Όταν μετά τη δικτατορία κατέφυγε στην Ευρώπη,  δεν παρέλειπε να τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα στους παιδικούς του φίλους  στην Αργεντινή για να μαθαίνει τι είχαν κάνει τα Κοράκια.

Γκραφίτι με τον Οσβάλντο Σοριάνο στο Μποέδο, στη γειτονιά της Σαν Λορένσο

Τον Οκτώβριο του 2003, το Υπουργείο Παιδείας και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής είχαν μια καταπληκτική ιδέα. Να καταπολεμήσουν τη βία στα γήπεδα μοιράζοντας βιβλία λογοτεχνίας στους θεατές. Το σύνθημα της εκστρατείας ήταν «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα» και η κεντρική ιδέα ότι, σε περίπτωση που η διαιτησία ή το θέαμα δεν ήταν ικανοποιητικά, οι θεατές θα ξεχνιούνταν με το διάβασμα αντί να παίζουν ξύλο –είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά ότι η εκστρατεία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Στην πορεία ανέκυψαν κάποια μεθοδολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα, τα βιβλία έπρεπε να είναι ολιγοσέλιδα ώστε να μην έχει νόημα να χρησιμοποιηθούν ως όπλα εναντίον των διαιτητών ή των αντιπάλων σε περίπτωση που το μέτρο δεν ήταν αποτελεσματικό. Εκδόθηκαν λοιπόν βιβλιαράκια με διηγήματα, μεταξύ άλλων του μεγάλου Χόρχε Λουίς Μπόρχες –ο ίδιος απεχθανόταν το ποδόσφαιρο– και πολλών εκλεκτών συναδέλφων του, κάπως πιο φιλάθλων, όπως ο αγαπημένος Εδουάρδο Γκαλεάνο. Θέμα, συνήθως, η μπάλα, για προφανείς λόγους.

Η αρχή έγινε σε ένα ματς της Σαν Λορένσο και, βέβαια, δεν μπορούσε παρά να επιλεγεί ο Σοριάνο και το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου», για πολλούς το καλύτερο διήγημα που έχει γραφτεί ποτέ για το ποδόσφαιρο.

Σύντομη περίληψη του: είμαστε στα 1958. Ο Πολικός Αστέρας είναι η ποδοσφαιρική ομάδα ενός παρηκμασμένου μπιλιαρδάδικου, κάπου στην άκρη του κόσμου, στην Παταγονία. Τίποτε αξιοσημείωτο, ούτε καν οι συνεχείς της αποτυχίες –δεν τερμάτισε ποτέ πάνω από τη μέση της βαθμολογίας. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια ομάδα με παίκτες «αργούς σαν γαϊδούρια και βαριούς σαν ντουλάπες»; Μέχρι που μια σεζόν, ως άλλη Λέστερ, ο Αστέρας αρχίζει να κάνει τη μια νίκη μετά την άλλη. Οι περισσότερες 1-0, αλλά τι σημασία έχει; Όσο περνάει ο καιρός, όλοι, ακόμη κι οι λιγοστοί της φίλοι, έρχονται στο γήπεδο με την ελπίδα να είναι μπροστά όταν συμβεί το αναπόφευκτο, δηλαδή όχι απλώς η ήττα αλλά η κατάρρευση. Οι ήττες έρχονται αλλά το ηθικό είναι ακμαίο, οι παίκτες μάχονται σαν σκυλιά κι η ομάδα αντέχει.

Μέχρι που την τελευταία αγωνιστική οι ήρωες του Πολικού Αστέρα παίζουν για τον τίτλο, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Θέλουν νίκη εκτός έδρας απέναντι στη μόνιμη πρωταθλήτρια, την Ντεπορτίβο Μπελγκράνο, η οποία, παρεμπιπτόντως, τους είχε διαλύσει στον πρώτο γύρο 0-7. Σα να μην έφτανε αυτό, ο όχι ιδιαίτερα αδέκαστος διαιτητής έχει λόγους να θέλει να μη χάσει η Μπελγκράνο. Σχεδόν στη λήξη, κι ενώ ο Αστέρας, προς γενική έκπληξη, προηγείται 2-1 κι αγγίζει τον τίτλο, ο διαιτητής σφυρίζει πέτσινο πέναλτι. Ακολουθούν τρομακτικά επεισόδια –οι φίλαθλοι του Αστέρα εισβάλλουν στο γήπεδο, πέφτουν πυροβολισμοί– και διακοπή. Τα είκοσι δευτερόλεπτα που απομένουν, ουσιαστικά το χτύπημα του κερδισμένου πέναλτι της Ντεπορτίβο, θα παιχτούν κεκλεισμένων των θυρών μια εβδομάδα μετά, γεγονός που αφήνει στον τερματοφύλακα του Αστέρα, τον Ινδιάνο «Γάτο» Ντιάζ, εφτά ολόκληρα εικοσιτετράωρα αμφιβολιών, σκληρής προπόνησης κι εξαιρετικής μεταχείρισης από μέρους των φιλάθλων –αντρών και γυναικών– της ομάδας. Τι θα γίνει;

Ας αφήσουμε όμως τη λογοτεχνία κι ας μιλήσουμε για την άγρια πραγματικότητα των αργεντίνικων γηπέδων. Ξαναγυρνάμε στο 2003, τον Απρίλιο. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της αξιέπαινης πρωτοβουλίας «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα», κάπου στο Μπουένος Άιρες, οι Ντεφενσόρες ντε Καμπασέρες και η Ατλέτικο Ατλάντα παίζουν για την Πριμέρα Β Μετροπολιτάνα. Η Ατλέτικο μάχεται για την σωτηρία της, θέλει νίκη οπωσδήποτε. Απομένουν πέντε λεπτά για το τέλος, το σκορ είναι 0-0, ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος των Ντεφενσόρες, τη συνέχεια τη φανταζόμαστε: οι οπαδοί μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ξύλο, χαμός, διακοπή.

Ο Λούκας Φερέιρο κουράστηκε να περιμένει

Το ματς θα συνεχιστεί κεκλεισμένων των θυρών από κει που διακόπηκε, όχι μια εβδομάδα αλλά είκοσι τέσσερις μέρες μετά. Το ρεκόρ του Σοριάνο καταρρίπτεται –αλλά θα επανέλθουμε.

Άραγε, ο τερματοφύλακας των Ντεφενσόρες, ο Σέζαρ Γκονζάλες, είχε στο μυαλό του τον ήρωα του Σοριάνο, τον «Γάτο», τον θλιβερό τερματοφύλακα του Πολικού Αστέρα που ήθελε οπωσδήποτε να αποκρούσει το πέναλτι ώστε η όμορφη ξανθιά του χωριού να δεχτεί να τον φιλήσει; Έθεσε κι αυτός ερωτήματα, που στις μέρες μας τα εξετάζει η θεωρία των παιγνίων, αλλά είχαν απασχολήσει και παλιότερα τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο; «Τα χτυπάει  πάντα δεξιά. Αλλά ξέρει ότι το ξέρω. Όμως κι εγώ ξέρω ότι το ξέρει ότι το ξέρω». Άραγε, ο πρόεδρος της ομάδας τον συμβούλεψε «Ε, πέσε αριστερά να τελειώνουμε»; Ο διαιτητής του αγώνα, ο Αλεχάντρο Τόια, φοβήθηκε, άραγε, μην πάθει κι αυτός, όπως στο διήγημα του Σοριάνο, επιληπτική κρίση και δε διαπιστώσει αν τελικά το πέναλτι ήταν εύστοχο; Ο Λούκας Φερέιρο της Ατλέτικο προπονήθηκε τόσο επίπονα στην διάρκεια αυτών των εικοσιτεσσάρων ημερών ώστε να μπορεί να χτυπάει πέναλτι ακόμη και κοιμισμένος; Όπως και να΄χει, τα κατάφερε. Ο Γκονσάλες έπεσε σωστά αλλά δεν ήταν αρκετό. Η Ατλέτικο Ατλάντα κέρδισε και έκανε ένα σπουδαίο βήμα για την παραμονή της –τον Ιούνιο την οριστικοποίησε. Κι η όλη ιστορία επανέφερε στο προσκήνιο το εξαιρετικό διήγημα του Σοριάνο.

Ένας συγγραφέας που έφηβος έπαιξε σέντερ φορ στα τοπικά του Ρίο Νέγρο γνωρίζει τόσο καλά το ποδόσφαιρο ώστε να μπορεί να περιγράψει τα πάντα πριν ακόμη συμβούν; Στην πραγματικότητα, ο Σοριάνο, ως συγγραφέας, είχε ένα άλλο προνόμιο, να δείχνει την πραγματικότητα έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.

Το 1953, στο Τσιπολέτι της Παταγονίας, ο δεκάχρονος Οσβάλντο Σοριάνο γνωρίζει μια από τις πρώτες απογοητεύσεις της ζωής του. Η άσημη τοπική ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά στην ιστορία της έναν τίτλο απέναντι στην ισχυρή Ουνιόν Άλλεν Προγκρεσίστα της γειτονικής πόλης. 0-0 λίγα λεπτά πριν τη λήξη, πέναλτι εις βάρος της Άλλεν, εισβολή, διακοπή, το πέναλτι που χτυπιέται δυο εβδομάδες αργότερα. Στην πραγματική ιστορία, η ισχυρή ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα. Και στη λογοτεχνία; Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος, το  διήγημα είναι εδώ, στα αγγλικά. Ο «Γάτος» Ντιάζ, πάντως, παντρεύτηκε τελικά την αδερφή του σκληροτράχηλου δεξιού μπακ του Πολικού Αστέρα.

* Το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου» έχει εμπνεύσει μια μετριότατη κινηματογραφική ταινία. Συστήνουμε καλύτερα μια άλλη, στην οποία βρίσκουμε πολλούς ήρωες του Σοριάνο,«Το ξεχασμένο Μουντιάλ».

Η μέρα που οι οπαδοί της Ράσινγκ γέμισαν δύο γήπεδα

  [Καθόλου σχόλια]

Υπάρχουν κάποιοι σύλλογοι που μοιάζουν καταραμένοι, σαν να έχουν φτιαχτεί για να ταλαιπωρούν τον κόσμο τους. Να αγγίζουν την επιτυχία και μετά να τη βλέπουν να εξαφανίζεται. Ένας τέτοιος είναι η Ράσινγκ Κλουμπ της Αργεντινής. Μία από τις «πέντε μεγάλες» ομάδες της χώρας που όμως μετά το 1966 δεν ξαναείδε πρωτάθλημα. Για 35 χρόνια από τότε ο κόσμος της έβλεπε κατά κύριο λόγο αποτυχίες, όνειρα που χάνονταν την τελευταία στιγμή, κακές σεζόν και έναν υποβιβασμό.  «Τι τα θες, αυτή είναι η Ράσινγκ» ήταν η συνήθης ατάκα των οπαδών μετά από κάθε νέα αποτυχία.

Το 2001 προπονητής ανέλαβε ο Ρεινάλντο Μέρλο με το παρατσούκλι «μουστάρδας» εξαιτίας του περίεργου χρώματος στο μαλλί του. Ο Μέρλο ανέλαβε μια ομάδα ποτισμένη στο DNA της αποτυχίας και προσπάθησε για τον τίτλο με ένα σύνολο που έπαιζε με πάθος βασιζόμενο κυρίως στην καλή άμυνα. Τη 16η αγωνιστική (από τις 19) η Ράσινγκ έφερε 1-1 με τη Ρίβερ και βρισκόταν πλέον πέντε βαθμούς μπροστά της. Οι υποψιασμένοι οπαδοί της Ράσινγκ όμως ήξεραν ότι δεν μπορούσε ο τίτλος να είναι τόσο απλός. Στο επόμενο ματς η «Ακαδημία» έφερε 0-0 με τη 18η Μπάνφιλντ κι έτσι η Ρίβερ ήταν ξανά σε απόσταση μιας νίκης. Φτάσαμε έτσι στην τελευταία αγωνιστική, με τη Ράσινγκ να θέλει μια ισοπαλία εκτός έδρας με τη Βέλεζ για να σηκώσει τον τίτλο μετά από 35 ολόκληρα χρόνια.

Ο νεαρός τότε Ντιέγκο Μιλίτο

Μιλάμε όμως για τη Ράσινγκ, τίποτα δεν πάει όπως το περιμένει. Το 2001 ήταν η έκρηξη της κρίσης στην Αργεντινή που είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια νωρίτερα, με ύφεση και με αρκετά προβλήματα εξαιτίας του υπερπληθωρισμού. Η κυβέρνηση ήταν αδύναμη κι ο πρόεδρος ντε λα Ρούα σε δύσκολη θέση εξαιτίας σκανδάλων. Αρκετά χρόνια πριν τα γατάκια οι Έλληνες ακολουθήσουν, η κυβέρνηση επέβαλε capital controls με τους λογαριασμούς να παγώνουν, να επιτρέπει η ανάληψη μόνο μικρό ποσού και μόνο από λογαριασμούς σε πέσος και όχι δολάρια. Η Αργεντινή ήταν ένα καζάνι έτοιμο να εκραγεί.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Φωτογραφίες από την μεγαλειώδη πορεία των οπαδών της Ράσινγκ στο Μπομπονέρα και από την κατάληψη του γηπέδου της Ουρακάν

Μέσα σε όλα αυτά, ο κόσμος της Ράσινγκ στήθηκε από το βράδυ της προηγούμενης της κυκλοφορίας των εισιτηρίων σε ατελείωτες ουρές. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν για τα 11.000 εισιτήρια που είχε αρχικά πάρει η Ράσινγκ. Ο κόσμος ξεκινούσε έξω από τα εκδοτήρια και έφτανε 15 τετράγωνα μακριά. Την ίδια στιγμή επεισόδια γίνονταν σε διάφορα μέρη του Μπουένος Άιρες και γρήγορα μετατράπηκαν σε γενικό ξεσηκωμό με τον κόσμο να χτυπάει τις κατσαρόλες στο δρόμο μη αντέχοντας άλλο την οικονομική κατάσταση. «Έχει περισσότερο κόσμο στην ουρά για ένα εισιτήριο της Ράσινγκ, παρά στις τράπεζες» είχε γράψει η εφημερίδα Ολέ. Άνθρωποι που πρωτοστατούσαν στις εξεγέρσεις, το βράδυ κοιμήθηκαν στην ουρά για τα εισιτήρια και το πρωί άφησαν κάποιον φίλο στη θέση τους για να πάνε στις διαδηλώσεις. Με τις αναλήψεις να είναι στα 250 πέσος την εβδομάδα, σε μερικές οικογένειες όλα τα χρήματα πήγαν σε εισιτήρια. «Μετά θα δούμε τι θα κάνουμε για το φαγητό της εβδομάδας» είχε δηλώσει κάποιος.

Τα γεγονότα του 2001 κι οι καβαλάρηδες της Αποκάλυψης

Με την κρίση να μεγαλώνει συνεχώς, ο πρόεδρος ντε λα Ρούα παραιτήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου, αποχωρώντας με ελικόπτερο από το προεδρικό μέγαρο. Η Αργεντινή άλλαξε πέντε προέδρους τις επόμενες δώδεκα ημέρες, ενώ 38 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ο σύνδεσμος των ποδοσφαιριστών της χώρας ανακοίνωσε ότι υπό αυτές τις συνθήκες οι αγώνες της 23ης Δεκεμβρίου δεν μπορούσαν να γίνουν και η τελευταία αγωνιστική πήγαινε για Φεβρουάριο. Στη Ράσινγκ δεν κρατιόντουσαν όμως και με τη χώρα υπό διάλυση και εκτός ελέγχου προκάλεσαν συμβούλιο παρουσία μάλιστα του προσωρινού προέδρου της Αργεντινής Ραμόν Πουέρτα (λες και δεν είχε σοβαρότερα θέματα). Οι οπαδοί της Ράσινγκ μαζεύτηκαν έξω από τα γραφεία του συνδέσμου ποδοσφαιριστών με ημιάγριες διαθέσεις και τελικά η «Ακαδημία» τα κατάφερε και το δικό της ματς, όπως και της Ρίβερ ορίστηκαν για τις 27 Δεκεμβρίου 2001 στις 5 το απόγευμα.

Την ώρα που ο κόσμος λεηλατούσε καταστήματα, οι 30.000 πιο τυχεροί οπαδοί της Ράσινγκ που κατάφεραν να βρουν εισιτήρια γέμιζαν το μεγαλύτερο μέρος του Χοσέ Αμαλφιτάνι της Βέλεζ Σάρσφιλντ (που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και πήρε σημαντική ανάσα) και 40.000 πιο άτυχοι το δικό τους Ελ Σιλίντρο, μπροστά σε γιγαντοοθόνες.  Στο Μονουμεντάλ η εξαιρετική Ρίβερ εκείνης της περιόδου (μάλλον καλύτερη της Ράσινγκ) διέλυε με 6-1 τη Ροσάριο Σεντράλ. Η Ράσινγκ όπως και στα περισσότερα ματς της κατέθετε ψυχή για να τα πάρει με το στανιό. Με παίκτες όπως ο «δικός μας» Αντριάν Μπαστία (ο άλλος «δικός μας» Κάρλος Αράνο στον πάγκο), ο νεαρός τότε Ντιέγκο Μιλίτο, ο Γκουστάβο Μπάρος Σκελότο και ο Μάξι Εστέβες έδειξε από την αρχή τη διάθεση να κερδίσει το παιχνίδι.

Οι τυχεροί που είδαν από κοντά την ομάδα τους

Η Βέλεζ όμως δεν έπαιζε ως αδιάφορη και άγγιξε το γκολ σε κάποιες περιπτώσεις. Ήταν τέτοιο το κλίμα και το πάθος, που στα αποδυτήρια, στο ημίχρονο με το σκορ στο 0-0, οι παίκτες των γηπεδούχων παραλίγο να έρθουν στα χέρια μεταξύ τους, όταν κάποιοι κατηγόρησαν άλλους ότι δεν έπαιζαν στο 100%. Στο 53′ η Ράσινγκ κέρδισε φάουλ, η σέντρα βγήκε και ο Γκαμπριέλ Λοεσμπόρ με κεφαλιά έστειλε την μπάλα στα δίχτυα. Ο παίκτης φαίνεται εκτεθειμένος, τα βλέμματα πέφτουν στον επόπτη Μπαριέντος. Εκείνος ζει τα πιο έντονα δευτερόλεπτα της ζωής του, φεύγει για τη σέντρα, το γκολ (κακώς) μετράει. Δύο γήπεδα πανηγυρίζουν. Μικρή λεπτομέρεια, ο Μπαριέντος είναι οπαδός της Ράσινγκ και παρ’ ότι υποστηρίζει ότι δεν έκανε εσκεμμένα το λάθος, λέει ότι δεν ήταν τυχαίο που τον έβαλαν σε αυτό το ματς, γνωρίζοντας τα συναισθήματά του. «Με όλα όσα γίνονταν στη χώρα, δεν θα έκανα εγώ τον ήρωα. Όλοι ήθελαν τη Ράσινγκ πρωταθλήτρια, ακόμα κι όσοι δεν ήταν Ράσινγκ. Στη FIFA μας λένε ότι η αμφιβολία είναι υπέρ του επιθετικού. Εγώ είχα αμφιβολία για τη φάση» δηλώνει μετά από χρόνια.

Ο κόσμος της Ράσινγκ που δεν βρήκε εισιτήριο και πήγε στο Ελ Σιλίντρο

Στο 67′ κάνει ντεμπούτο για τους γηπεδούχους ο νεαρός Μαριάνο Τσιρούμπολο, φοράει το σημαδιακό νούμερο 35 στην πλάτη (σαν τα χρόνια της Ράσινγκ χωρίς κούπα) και δέκα λεπτά αργότερα σκοράρει το πρώτο γκολ στην καριέρα του γράφοντας το 1-1. Όλα μοιάζουν σαν ένα κακόγουστο αστείο, το άγχος κυριεύει τους πάντες. Μένει ένα δεκάλεπτο αγωνίας με τον κόσμο έτοιμο να μπουκάρει. Δίπλα στο δοκάρι του τερματοφύλακα Καμπανιουόλο περιφέρονται αστυνομικοί με σκυλιά. Παρά τον παίκτη λιγότερο, οι αδιάφοροι γηπεδούχοι πιέζουν, γεμίζουν την περιοχή, μέχρι κι ο τερματοφύλακάς τους προωθείται. Η πυροσβεστική καταβρέχει τους οπαδούς της Ράσινγκ (κατακαλόκαιρο γαρ) που ήδη έχουν ανοίξει τρύπες στο συρματόπλεγμα και τελικά χωρίς ίχνος καθυστερήσεων ο διαιτητής σφυρίζει την λήξη. Τα πανηγύρια ξεκινούν και στα δύο γήπεδα, οι παίκτες αποθεώνονται και μένουν μόνο με τα εσώρουχα. Ένα ντελίριο εν μέσω κοινωνικών αναταραχών, ο κόσμος της Ράσινγκ ζει ένα όνειρο σαν να βρίσκεται σε άλλη χώρα.

Ο «Μουστάρδας» Μέρλο που έσπασε την κατάρα της Ράσινγκ

«Μπορούσαμε να παίξουμε ποδόσφαιρο σε αυτή τη χώρα;» αναρωτιέται ο δημοσιογράφος και οπαδός της Ράσινγκ Αλεχάντρο Γουόλ που έγραψε βιβλίο για εκείνο το πρωτάθλημα. «Πώς μπορείς όμως να σταματήσεις ένα πάθος, ποιο κουμπί να πατήσεις; Ποια στιγμή ένας οπαδός σταματάει να είναι οπαδός;» Ο Αλεχάντρο στις 20 Δεκεμβρίου ήταν στις διαδηλώσεις μαζί με χιλιάδες άλλους. Επτά μέρες αργότερα πατούσε το χορτάρι του Χοσέ Αμαλφιτάνι μετά το τέλος του ματς, πανηγυρίζοντας με μια σημαία της Ράσινγκ Κλουμπ. Το πάθος δεν αλλάζει όπως είδαμε στο οσκαρικό, γεμάτο Ράσινγκ, «Το μυστικό στα μάτια της», αυτό το ξέρουν καλά όσοι έκαναν 35 χρόνια για να δουν αυτή την κούπα.

Η επιστροφή του αρχηγού

  [2 Σχόλια]

Δεν είναι μυστικό ότι μας αρέσει ο Αντρές ντ’ Αλεσάντρο. Τον τελευταίο καιρό ασχολούμαστε συχνά μαζί του, φταίει κι αυτός όμως. Τον είδαμε να τρελαίνεται επειδή θέλει να παίζει, να βοηθάει ένα μικρό παιδάκι και να αποχωρεί εν μέσω αποθέωσης από την αγαπημένη του Ρίβερ. Εκεί που είχε πάει δανεικός από την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε όπου και ανήκει, μια άλλη ομάδα που τον αγάπησε και την αγάπησε. Μια ομάδα που πριν λίγες μέρες έπεσε στη Β’ εθνική για πρώτη φορά στην ιστορία της.

Στα 35 του θα μπορούσε να ζητήσει να μείνει κι άλλο στη Ρίβερ, μια ομάδα που κερδίζει τίτλους, που παίζει στο Λιμπερταδόρες και στο κάτω κάτω αγαπάει. Ο ίδιος όμως έχει έναν σοβαρό σκοπό. Την στιγμή που π.χ. ο Καρλίτος Τέβες αποχωρεί για τα πολλά λεφτά των Κινέζων, ο «κεφάλας» Αντρεσίτο θέλει να βοηθήσει την Ιντερνασιονάλ να επιστρέψει στην Α’ εθνική. Το θεωρεί υποχρέωσή του. Ο κόσμος τον λατρεύει, το αναγνωρίζει και στο αεροδρόμιο του Πόρτο Αλέγκρε εκατοντάδες οπαδοί τον περίμεναν. Ο Αντρεσίτο τους έδωσε το χέρι, πήρε μια σημαία και στη συνέχεια σαν γνήσιος οπαδός πήρε το τύμπανο και έδωσε τον ρυθμό για το τραγούδι των Βραζιλιάνων. «Ο αρχηγός γύρισε» ήταν ένα από τα συνθήματα…

Το τραγούδι του πούμα (παραπάμ)

  [3 Σχόλια]

Στην Λατινική Αμερική της ποδοσφαιρικής γραφικότητας (συνήθως με καλό τρόπο), οι σπίκερ παίζουν έναν τεράστιο ρόλο στη δημιουργία της ατμόσφαιρας (όταν δεν τη ζεις μέσα στο γήπεδο). Ο τόνος της φωνής, ο ρυθμός, η μουσικότητα που δείχνουν και σε κάνουν να παρακολουθείς ακόμα και βαρετά ματς πιο ευχάριστα και φυσικά το γεγονός ότι δεν υπάρχει πάντα πολιτική ορθότητα. Κι αν στους μεγάλους σταθμούς συνήθως γίνονται και σοβαρές αναλύσεις για τους αγώνες, στα μικρότερα ραδιόφωνα επικρατεί το πάθος και ο οπαδισμός από τους σχολιαστές.

Ένας τέτοιος τύπος είναι ο Ντανιέλ Μόγιο, ένας θεούλης με επικό μαλλί φωλιά πουλιού συν λασπωτήρα, που πολύ παραπάνω από δημοσιογράφος είναι οπαδός της Μπόκα. Ανάμεσα στους δεκάδες παρεμφερείς, ο Μόγιο έμεινε γνωστός για μια συγκεκριμένη περιγραφή του στον αγώνα Ρίβερ-Μπόκα για το Κόπα Σουνταμερικάνα του 2014. Μια περιγραφή που έγινε viral και σχεδόν σε κάνει να τον λυπάσαι. Σχεδόν. Η Μπόκα κέρδισε πέναλτι κι ο Εμανουέλ Τζιλιότι πήρε την μπάλα στα χέρια του για να δώσει το προβάδισμα στον εξαιρετικά κρίσιμο αγώνα. Εκεί ξεκίνησε το σόου του Μόγιο. Ο Τζιλιότι με παρατσούκλι «το πούμα» ήταν η πηγή έμπνευσης του σπίκερ. «Παραπάμ, έβαλα το τραγούδι του πούμα. Παραπάμ, έχει την μπάλα το πούμα Τζιλιότι. Θα το χτυπήσει ο Τζιλιότι. Παραπάμ.»

Mε τον Τζιλιότι να αντιδρά στα λέιζερ των οπαδών της Ρίβερ και το πέναλτι να καθυστερεί, ο Μόγιο συνεχίζει το σόου μιλώντας για τις ψυχές στο γήπεδο, τη ζωή του Τζιλιότι που αυτό που ήθελε το έχει στα χέρια του και άλλα τέτοια. Το πούμα αντιμετωπίζει τον τερματοφύλακα Μπαροβέρο και καθώς παίρνει φόρα τα παραπάμ γίνονται πιο έντονα. Ο Μπαροβέρο αποκρούει και για περίπου 15″ δεν ακούγεται κιχ από τον σπίκερ που μέσα του πρέπει να περνάει έναν κυκεώνα συναισθημάτων οργής, στενοχώριας, απογοήτευσης. Όταν βρίσκει το κουράγιο και αποφασίζει να μιλήσει λέει την επική ατάκα: «Πόσα πράγματα χάθηκαν με αυτό το πέναλτι, ε;» και μετά να σχολιάσει το πόσο κακοχτυπημένο ήταν το πέναλτι.

Ο Τζιλιότι

Φυσικά η περιγραφή αυτή έμεινε θρυλική στους οπαδούς της Ρίβερ και το παραπάμ χρησιμοποιήθηκε σε άπειρα memes, καθώς η Ρίβερ κέρδισε τελικά. Ο Μόγιο έχει προσφέρει φυσικά και άλλες τέτοιες ατάκες όπως στο Σούπερ Καπ Αργεντινής, όταν η Μπόκα έχασε με 4-0 από την Σαν Λορένσο. Στο πρώτο (τρομερό) γκολ του Φερνάντο Μπελούτσι είπε το επικό: «Στην ανιψιά μου αρέσει ο Μπελούτσι κι εγώ της είπα ‘αυτός ο ποδοσφαιριστής δεν υπάρχει'», ενώ στο 2-0 του Μάτος έσκασε λέγοντας: «Θα με αρρωστήσουν! Θα με αρρωστήσουν! Θα με αρρωστήσουν! Θα με αρρωστήσουν! Θα με αρρωστήσουν!» σαν μάντρα θιβετιανού μοναχού.

Στο 0.28′ η γκολάρα Μπελούτσι, στο 2.10′ ο Μόγιο αρρωσταίνει

Ο Μόγιο πάντως πήρε (μια μικρή) εκδίκηση από όλους αυτούς που τον κοροϊδεύουν, σε ένα επόμενο Ρίβερ-Μπόκα 0-1, όταν στο γκολ τoυ Νικολάς Λοντέιρο άρχισε τα παραπάμ-παμ-παμ και πανηγυρίζοντας έβγαλε όλα αυτά που κρατούσε μέσα του με φωνή Διονύση Παπαγιαννόπουλου: «Θέλατε το παραπάμ; Τώρα το έχετε. Παραπάμ-παραπάμ-παραπάμ, το θέλατε για ringtone στα κινητά σας; Πάρτε το». Κι η ζωή στα αθλητικά ραδιόφωνα της Αργεντινής συνεχίζεται.

Οι εικόνες του ντέρμπι

  [Καθόλου σχόλια]

Για όσους είχαμε απογοητευτεί από τα περισσότερα εκ των τελευταίων Superclásico, το χθεσινό ήταν η καλύτερη ανταμοιβή. Κυριακή βράδυ σε καλή ώρα, με πολλούς πρωταγωνιστές και ένα παιχνίδι που ξεκίνησε με το 0-1 της Μπόκα, γύρισε σε 2-1, για να λήξει με 2-4. Αρκετά καλό ποδόσφαιρο, πάθος, ωραίες εικόνες, το ποδόσφαιρο που αγαπάμε να βλέπουμε. Για όσους δεν το είδαν ή για όσους θέλουν να θυμηθούν, μαζέψαμε εικόνες και βίντεο που δίνουν το κλίμα ενός αγώνα που θα περάσει στην ιστορία.

Love is in the air

Μια ακόμα εντυπωσιακή υποδοχή στο Μονουμεντάλ. Βεγγαλικά, χαρτάκια, μπαλόνια, τραγούδια, σφυρίγματα και… φουσκωτές κούκλες. Ο Γκαγιάρδο μπαίνει μέσα και αποθεώνεται, με το πουκάμισο να κρέμεται έξω από το παντελόνι λες και ήρθε από ξενύχτι. Μπορεί να μην απέχει από την αλήθεια πολύ. Πώς να κοιμηθεί ένας προπονητής πριν από τέτοιο αγώνα; Αν εμείς το παθαίνουμε στο Football Manager, σκέψου στην κανονική ζωή…

Για έναν περίεργο λόγο χάλασε ο κλιματισμός στα αποδυτήρια της Μπόκα. Κι αν εσείς κρυώνετε, αυτές τις μέρες η θερμοκρασία στο Μπουένος Άιρες αγγίζει τους 34 το μεσημέρι. Οι φιλοξενούμενοι πάντως ήταν προετοιμασμένοι και με τους ανεμιστήρες προσπάθησαν να κάνουν δουλειά.

Η εφήμερη χαρά της προσωρινής ανατροπής

Ο Αντρές ντ’ Αλεσάντρο είναι ο κορυφαίος της Ρίβερ για να γυρίσει το ματς από το 0-1. Αποχωρεί στο 2-1, στο τελευταίο του ντέρμπι, μέσα στο δεύτερό του σπίτι, το Μονουμεντάλ. Ο κόσμος όρθιος τον χειροκροτεί και φωνάζει το όνομά του Ο προπονητής της Μπόκα Γκιγιέρμο Μπάρος Σκελότο διαμαρτύρεται που καθυστερεί να βγει. Η Μπόκα χάνει 2-1, αυτό έχει σημασία γι’ αυτόν. «Άσε με, είναι το τελευταίο μου παιχνίδι ρε μαλάκα» απαντάει με τον δικό του τρόπο ο αγαπημένος «κεφάλας». Ο ντ’ Αλεσάντρο βγαίνει, το ματς γυρίζει σε 2-4, ο προπονητής Γκαγιάρδο κατηγορείται για την αλλαγή του. Η αγαπημένη Ιντερνασιονάλ του Αντρεσίτο υποβιβάζεται στη Βραζιλία για πρώτη φορά στην ιστορία της (ήδη γράφεται ότι τον θέλουν πίσω για να ανέβει η ομάδα ξανά μαζί του) και η ακόμα πιο αγαπημένη Ρίβερ χάνει ένα superclasico μέσα στην έδρα της. Μαύρη Κυριακή.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ο Τέβες δεν είναι γενικά σε καλή κατάσταση, ακούει και αρκετή κριτική, σκέφτεται να φύγει για την Κίνα. Κάνει όμως ίσως το καλύτερό του παιχνίδι από τότε που γύρισε στην Αργεντινή στο ίσως τελευταίο του σούπερ Κλάσικο. Τρομερό πάθος και τρέξιμο. Ξαφνική αλλαγή πορείας, επιτάχυνση και ασίστ στο πρώτο γκολ, σκοράρει τα δύο επόμενα (το τρίτο μια μαγεία στο παραθυράκι της εστίας) και γράφει το όνομά του για πάντα σε ένα από τα καλύτερα Ρίβερ-Μπόκα των τελευταίων πολλών ετών. Αποθεώνεται από όλα τα Μέσα, αποχωρεί σαν μεγάλος ηγέτης υπό τις ασπίδες της αστυνομίας.

Τα πανηγύρια δεν σταματούν. Οι παίκτες της Μπόκα πανηγυρίζουν στον αγωνιστικό χώρο, οι αντίπαλοί τους φεύγουν με σκυμμένο το κεφάλι. Το Μονουμεντάλ όπως και στο παρελθόν, δεν κοιτάει, δεν βρίζει τους παίκτες του. Αρχίζει και τραγουδάει συνθήματα υπέρ της Ρίβερ, την στιγμή που οι μισητοί αντίπαλοι τραγουδάν τα δικά τους. Συγκλονιστικές σκηνές (στο τέλος του πρώτου βίντεο για όσους ενδιαφέρονται).

Στα αποδυτήρια ακόμα ένα γλέντι. Πολλοί θυμίζουν τον Ριβάλντο και βγαίνουν στην αναμνηστική φωτογραφία με τα τέσσερα δάχτυλα. Το ίδιο κάνει κι ο Μαραντόνα που ποστάρει αντίστοιχη φωτογραφία. Τα μοντάζ και τα memes στο Ίντερνετ πολλαπλασιάζονται. Είναι οι Γενοβέζοι αυτή τη φορά που βγαίνουν από πάνω. Η νίκη δεν είναι απλά γοήτρου, η Μπόκα ανεβαίνει στην 1η θέση του πρωταθλήματος.

Μαζί στην κορυφή, μαζί και στον πάτο

  [2 Σχόλια]

Απρίλιος του 1909. Τα τρία αδέρφια Λεάο, με επικεφαλής τον 28χρονο δημοσιογράφο Ενρίκε, οργανώνουν μια συνάντηση σε μια περιοχή του Πόρτο Αλέγκρε στην οποία μένουν κυρίως φοιτητές και μετανάστες. Σκοπός της συγκέντρωσης είναι η δημιουργία μιας νέας ποδοσφαιρικής ομάδας. Στην πόλη υπάρχει ήδη μια ομάδα, η Γκρέμιο, αλλά ελάχιστοι μπορούν να παίξουν εκεί καθώς, άτυπα, πρόκειται για κλειστό κλαμπ που δέχεται μόνο όσους έχουν γερμανική καταγωγή (κάτι που εκείνα τα χρόνια ήταν αρκετά συνηθισμένο στη Βραζιλία, με αντίστοιχα παραδείγματα την Σάο Πάολο των Ιταλών και τη Βάσκο των Πορτογάλων).

Περισσότεροι από 40 άνθρωποι παρευρίσκονται στη συνάντηση και συμφωνούν πως σε αντίθεση με τη Γκρέμιο, την ομάδα της μεσαίας και ανώτερης τάξης της πόλης, ο δικός τους σύλλογος θα ήταν ανοιχτός σε όλους, ανεξαρτήτως εθνικότητας και κοινωνικής τάξης. Γι’αυτό και την ονομάζουν Αθλητικός Σύλλογος Ιντερνασιονάλ.

Λίγους μόλις μήνες μετά, οι άνθρωποι της ομάδας προσκαλούν σε φιλικό τη «γειτόνισσα». Περισσότεροι από 2000 άνθρωποι μαζεύονται για να δούνε το πρώτο παιχνίδι μεταξύ των δυο ομάδων, μια κόντρα που αργότερα θα γίνει γνωστή ως «Gre-Nal». Η Γκρέμιο, ως πιο οργανωμένη και δυνατή, ζητάει να παίξει με τους αναπληρωματικούς της αλλά η Ιντερνασιονάλ είναι ανένδοτη: να παίξουν οι βασικοί. Το παιχνίδι λήγει 0-10 και παραμένει μέχρι και σήμερα η μεγαλύτερη νίκη της Γκρέμιο στα Gre-Nal.

Με τα χρόνια η Ιντερνασιονάλ μεγαλώνει και κερδίζει σχεδόν τα πάντα: εγχώριους τίτλους (μέχρι και σήμερα είναι η μοναδική που έχει πάρει πρωτάθλημα Βραζιλίας αήττητη), Λιμπερταδόρες, Σουνταμερικάνα και Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων (νικώντας τη Μπαρτσελόνα του Ροναλντίνιο). Τα μέλη της που πληρώνουν ετήσια συνδρομή ξεπερνάνε τις 100.000, ένα νούμερο που την φέρνει στην 6η θέση παγκοσμίως και στην κορυφή της ηπείρου.


Πανηγυρισμοί για το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων, το 2006

Δεκέμβριος του 2016. Η Ιντερνασιονάλ βρίσκεται στη ζώνη του υποβιβασμού εδώ και καιρό και την τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος φιλοξενείται στην έδρα της Φλουμινένσε. Παρ’ ότι οι ελπίδες σωτηρίας της είναι απειροελάχιστες μερικές εκατοντάδες οπαδοί της δίνουν το παρών στο ένα πέταλο, εμψυχώνουν τους παίκτες και τραγουδάνε ακατάπαυστα. Ο τερματοφύλακας Ντανίλο αποκρούει ακόμα και πέναλτι αλλά το παιχνίδι λήγει τελικά 1-1. Η Ιντερνασιονάλ υποβιβάζεται για πρώτη φορά στην ιστορία της στη δεύτερη κατηγορία και οι οπαδοί της ξεσπούν αμέσως σε κλάματα.

Ακόμα και τότε όμως, στη χειρότερη στιγμή στα 107 χρόνια ιστορίας της ομάδας, μια δεκαετία μετά από τη μέρα που έφτανε στην κορυφή της Λατινικής Αμερικής αλλά και του κόσμου, ακόμα και με δάκρυα στα μάτια, 1500 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη τους (στους δρόμους της οποίας οι οπαδοί της Γκρέμιο έστηναν κανονικό πάρτι), οι οπαδοί βρίσκουν το κουράγιο και συνεχίζουν να τραγουδάνε. Και κάπως έτσι, με αυτόν τον τρόπο (τον πιο απλό για κάποιους και τον πιο δύσκολο για κάποιους άλλους), κερδίζουν μια θέση στην καρδιά μας, δίπλα ακριβώς στους συντετριμμένους οπαδούς της Ιντεπεντιέντε, που τρία χρόνια πριν, βλέποντας την ομάδα τους να υποβιβάζεται για πρώτη φορά, έκλαιγαν και τραγουδούσαν ταυτόχρονα.

Γιατί εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η ομορφιά και η αξία του οπαδισμού. Στις πίκρες.

22 χρόνια αναμονής

  [3 Σχόλια]

1480279866916

Το ανέκδοτο στο Σάο Πάουλο ρωτούσε «τι δεν έχει δει ένα παιδί που γεννήθηκε μετά το 1994». Η απάντηση ήταν την Παλμέιρας πρωταθλήτρια. Την τελευταία φορά που είχε συμβεί κάτι τέτοιο, οι πράσινοι είχαν αριστερό μπακ τον Ρομπέρτο Κάρλος, στα χαφ τον Σέζαρ Σαμπάιο και τον Μαζίνιο και πιο μπροστά τον Ριβάλντο με τον Εντμούντο. Ο Ζε Ρομπέρτο ήταν ανάμεσα σε αυτούς που πρόλαβε αυτή την ομάδα, ποδοσφαιριστής που ξεκινούσε τότε μια καριέρα στην Πορτουγκέζα. Είναι σίγουρο ότι δεν θα φανταζόταν τότε στα 20 του, ότι το 2016 θα σήκωνε ο ίδιος το πρωτάθλημα, κάνοντας τάκλιν αυτοθυσίας. Με 27 συμμετοχές (τις 25 βασικός), ο Ζε Ρομπέρτο στα 42 του γιόρτασε το έκτο πρωτάθλημά του, αλλά το πρώτο στη Βραζιλία μετά από αυτά σε Γερμανία και Ισπανία.

1994Η πρωταθλήτρια Βραζιλίας Παλμέιρας του 1994

Μαζί του γιόρτασαν και όλοι οι φίλοι της Παλμέιρας. 22 χρόνια μετά, με ρεκόρ εισιτηρίων. 40.986 άνθρωποι βρέθηκαν στο Αλιάνζ Πάρκε, σπάζοντας το ρεκόρ που κρατούσε από το 1976 για το Παουλίστα. Μέσα στα 22 χρόνια ανομβρίας για μια από τις επιτυχημένες ομάδες της χώρας συνολικά, οι πράσινοι είδαν ένα Λιμπερταδόρες το μακρινό 1999, 2 κύπελλα Βραζιλίας και κάποια λίγα Παουλίστα. Και είδαν και δυο πρωταθλήματα… Β’ εθνικής, αφού έζησαν το πικρό ποτήρι του υποβιβασμού το 2002 και το 2012. Γι’ αυτό και φώναζαν «η ώρα έφτασε» για μεγάλο διάστημα του αγώνα με την Τσαπεκοένσε. Αν ήταν Έλληνες, θα φώναζαν και «δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω». Η αστυνομία είχε φτιάξει μια ολόκληρη ζώνη έξω από το γήπεδο για να μπει κανείς χωρίς εισιτήριο. Πολλοί προσπάθησαν, επεισόδια έγιναν. Το πάθος ήταν τέτοιο που γέμιζαν πριν τους εκτός έδρας αγώνες μέχρι και το αεροδρόμιο.

CyTB_95WgAADzFSΣτα 42 μας εμείς σκεφτόμαστε πόσα χρόνια έχουμε για τη σύνταξη.
Ο Ζε Ρομπέρτο έβαλε σιδεράκια και κατέκτησε πρωτάθλημα.

Το πρωτάθλημα δεν ήρθε γκρανκινιολικά-χιτσκοκικά. Ήταν σχεδόν σίγουρο και απλά περίμεναν και την μαθηματική επιβεβαίωση. Η Παλμέιρας ήταν από την 9η αγωνιστική μόνη πρώτη στη βαθμολογία, σταθερά. Τα πράγματα όμως κάπου μπερδεύτηκαν όταν την 25η η Φλαμένγκο έφτασε στον 1 βαθμό, πριν το μεταξύ τους αγώνα. Σε ένα αρκετό αμφίρροπο ματς, η Φλαμένγκο προηγήθηκε στο 62′ παγώνοντας τους οπαδούς της Παλμέιρας που άρχισαν να βλέπουν εικόνες από το παρελθόν μπροστά από τα μάτια τους να περνούν και το 22 να γίνεται 23. Το άγχος μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα και η λύτρωση ήρθε στο 82′ με το γκολ του Γκαμπριέλ Ζέσους, ενός από τα πρόσωπα της φετινής Παλμέιρας. Λίγους μήνες πριν φύγει για τη Σίτι, ο 19χρονος πρώτος σκόρερ των πράσινων έδωσε τη χρυσή ισοπαλία και η 1η θέση δεν άλλαξε χέρια.

Από εκεί και πέρα η Παλμέιρας κατάφερε και κρατήθηκε στην κορυφή και απλά περίμενε την επιβεβαίωση. Ο κόσμος της ζούσε γι’ αυτή και τελικά  ήρθε χθες με το γκολ του Φαμπιάνο στο 25′ να γράφει το τελικό 1-0:

Τα πανηγύρια ήταν έξαλλα. Ο Ζε Ρομπέρτο δήλωνε ότι θα συζητήσει με την οικογένειά του αν θα συνεχίσει (το κίνητρο του Λιμπερταδόρες είναι μεγάλο φαίνεται), ο Ζέσους με δάκρυα στα μάτια άφηνε τη Βραζιλία για να πάει στην αγκαλιά του Γκουαρδιόλα και να ψάξει να βρει θέση εκεί, ο «δικός μας» Εντού Ντρασένα γιόρταζε στα 35 του ένα ακόμα πρωτάθλημα και ο προπονητής Κούκα ως ο άνθρωπος που έσπασε την γκίνια επέκτεινε το συμβόλαιό του που έληγε το Δεκέμβριο. Κι ο κόσμος ξεχύθηκε στην Αβενίδα Παουλίστα, οι παίκτες πάνω σε λεωφορείο χόρευαν ημίγυμνοι για το 9ο πρωτάθλημα του συλλόγου και σίγουρα ένα από τα πιο σημαντικά.

1480295235549

Μια βροχερή μέρα συνάντησα το είδωλό μου

  [Καθόλου σχόλια]

Ο καιρός ήταν μουντός και έβρεχε στο Μπουένος Άιρες όταν ο μικρός Ελίας Πεδερνέρα μαζί με φίλους του επισκέφτηκαν το Μονουμεντάλ. Οι μικροί είναι παίκτες της Ρίβερ Πλέιτ ντε Αρεσίφες, μιας θυγατρικής της κανονικής Ρίβερ και είχαν την ευκαιρία να κάνουν ένα τουρ στο ιστορικό στάδιο, αλλά να δουν και τα ινδάλματά τους στην προπόνηση. Ο προετοιμασμένος Ελίας (της κλάσης του 2005) είχε μαζί του μια φανέλα της Ρίβερ και πάνω της υπέγραψαν κάποιοι από τους αγαπημένους του παίκτες. Η ημέρα έμοιαζε ιδανική για ένα παιδάκι που ίσως δεν θα είχε ξανά την ευκαιρία να δει από τόσο κοντά όλους αυτούς τους ποδοσφαιριστές.

Πάνω στην αναμπουμπούλα όμως, ο μικρός Ελίας κάπου άφησε την υπογεγραμμένη φανέλα και την έχασε. Κατάλαβε ότι θα γύριζε στην πόλη του χωρίς αυτή και έβαλε τα κλάματα. Κλάματα που δεν σταματούσαν όσο κι αν οι άνθρωποι της ομάδας του προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν. Έψαξαν, αλλά δεν βρήκαν τη φανέλα. Ούτε καν όταν ζήτησαν από μερικούς παίκτες της Ρίβερ να βγουν φωτογραφία μαζί του, δεν χαμογέλασε ο Ελίας. Σε τέτοιες καταστάσεις όμως, χρειάζονται οι προσωπικότητες. Ο τεράστιος (όχι σε ύψος, αλλά σε καρδιά όπως έχουμε δει) Αντρές ντ’ Αλεσάντρο είδε τον μικρό και όταν ο Ελίας του είπε τι είχε συμβεί, τον πήρε αγκαλιά σαν να ήταν το παιδί του, του έπιασε κουβέντα και πήγαν μαζί μέχρι τα αποδυτήρια. Ζήτησε από τον φροντιστή μια φανέλα, ο Ελίας τη φόρεσε και φεύγοντας όταν τον ρώτησαν πώς νιώθει χαμογέλασε επιτέλους (και μετά βέβαια δάκρυσε και πάλι, αυτή τη φορά από χαρά). Οι πιθανότητες να μην κοιμήθηκε το βράδυ με τη φανέλα είναι απειροελάχιστες.

Πιάνοντας την μύτη σου στο Μπομπονέρα

  [5 Σχόλια]

teo_ok_1

Ο Τεόφιλο Γκουτιέρες είναι ένας Κολομβιανός επιθετικός που σκοράρει στις εστίες, αλλά συχνότερα σκοράρει σε εξωαγωνιστικές υποθέσεις. Οι παλιότεροι ίσως να τον θυμούνται όταν έβγαλε στα αποδυτήρια της Ράσινγκ Κλουμπ αεροβόλο και απείλησε τον συμπαίκτη του Σάχα. Από τότε πέρασε από διάφορες ομάδες και όταν πήγε στη Ρίβερ έγινε κόκκινο πανί για τους οπαδούς της Μπόκα που δεν χάνουν ευκαιρία να τον κοροϊδέψουν. Ο δρόμος πέρσι τον έβγαλε στην Πορτογαλία και την Σπόρτινγκ, ενώ φέτος επέστρεψε στην Αργεντινή με τα χρώματα της Ροσάριο Σεντράλ. Η μοίρα τον έφερε να σκοράρει το πρώτο του γκολ μέσα στο Μπομπονέρα ισοφαρίζοντας σε 1-1 την Μπόκα.

Δεν αρκούσε όμως που έβαλε γκολ, έπρεπε να το τρίψει και στην μούρη των οπαδών, καθώς πήγε στο σημαιάκι του κόρνερ και με χαρακτηριστική κίνηση έκανε τη διαγώνια ρίγα της φανέλας της Ρίβερ επανειλημμένα, για να εκνευριστεί κι ο πιο ψύχραιμος. Οι παίκτες της Μπόκα δεν το είδαν με καλό μάτι, διαμαρτυρήθηκαν στον διαιτητή τόσο για οφσάιντ (που δεν υπήρχε), όσο και για την κίνηση του Τέο. Στη συνέχεια πήγαν να καθαρίσουν οι ίδιοι, καθώς την έπεσαν στον Κολομβιανό που το έπαιζε Κινέζος σε στιλ Άσπα Τσίνα «δεν καταλαβαίνω την έκρηξή σας». Μέσα στον κακό χαμό, σε κάποια φάση σε ένα αθώο σπρώξιμο έπεσε θεαματικά κάτω.

Το αποτέλεσμα ήταν ο διαιτητής να τον αποβάλλει μαζί με τον Σεντουριόν της Μπόκα (όπως και στον στρατό, έτσι και στην μπάλα, κάποιος είναι η λεγόμενη καμπανόφατσα που μπορεί να πλακώνονται 22 παίκτες αλλά θα την πληρώσει αυτός). Το σόου όμως του Τέο δεν σταμάτησε εκεί. Γράφοντας μια ακόμα σελίδα στις κόντρες Μπόκα-Ρίβερ (όπως η περιβόητη είσοδος Πασαρέλα με την ομπρέλα, και η έξοδος Τσάβες στο Μονουμεντάλ) ο Γκουτιέρες πήρε αργά αργά τον δρόμο προς τα αποδυτήρια. Φεύγοντας προς το πέταλο των φανατικών, δηκτικά πανηγύρισε ξανά το γκολ δείχνοντας τον ουρανό, στη συνέχεια έπιασε επιδεικτικά την μύτη του και στο τέλος έκανε ξανά την κίνηση για τη φανέλα της Ρίβερ, υπό την προστασία της ασπίδας ενός αστυνομικού.

0011854871Ο πρωτοπόρος Ανχελίτο Λαμπρούνα κάτω δεξιά και οι μαθητές του

Κι αν αναρωτιέστε για την κίνηση με την μύτη, υπάρχει εξήγηση και δεν είναι η πρώτη φορά. Πρώτος διδάξας ήταν ο Άνχελ Λαμπρούνα, ίσως η μεγαλύτερη μορφή της Ρίβερ Πλέιτ, καθώς σκόραρε περίπου 300 φορές με τα χρώματά της και κέρδισε ως παίκτης και προπονητής 15 πρωταθλήματα. Όταν ήταν προπονητής τη δεκαετία του 1970, σε μια είσοδό του στο Μπομπονέρα και πηγαίνοντας προς τον πάγκο έπιασε την μύτη του. Οι δημοσιογράφοι μετά το τέλος του αγώνα τον ρώτησαν τον λόγο και ο ίδιος απάντησε: «μα δεν νιώσατε την μυρωδιά της κοπριάς;» (μπόστα, ένα από τα παρατσούκλια της Μπόκα σημαίνει κοπριά κι οι οπαδοί περήφανα αποκαλούνται Μποστέρος). Η κίνηση αυτή έμεινε γνωστή και στο μέλλον επαναλήφθηκε και από άλλους Μιγιονάριος μέσα στο Μπομπονέρα. Τον Ραμόν Ντίας, τον Φερνάντο Καβενάγκι, τον Μαρσέλο Γκαγιάρδο (αν και κάποιοι λένε ότι ήταν τυχαίο) και φυσικά τον ίδιο τον Τεόφιλο Γκουτιέρες το 2013 ξανά.

River-Bombonera-Boca-Lorena-Lucca_CLAIMA20141121_0088_17Επιστροφή στον τόπο του εγκλήματος

Τρία χρόνια αργότερα, με άλλη φανέλα πλέον, ο Γκουτιέρες δεν σταμάτησε να δείχνει ότι αν έχεις παίξει σε έναν από τους δύο συλλογούς είσαι για πάντα μέλος τους, για πάντα υπερασπίζεσαι τα χρώματα της ομάδας όταν πετυχαίνεις τον μισητό αντίπαλο. Είναι από αυτές τις στιγμές που λες ότι οι ασόβαροι παίκτες προκαλούν τη βία, από την άλλη δεν μπορείς να μην συναρπάζεσαι από τέτοιες ιστορίες ποδοσφαιρικής γραφικότητας.

Αναπνέοντας για την ομάδα

  [Καθόλου σχόλια]

Έχουμε μιλήσει πολλές φορές για την αγάπη του φιλάθλου προς την ομάδα. Αυτή που τον οδηγεί να κάνει τρέλες, αυτή που δεν εξηγείται με λόγια, αυτή που δεν μπορεί να καταλάβει κάποιος που δεν αγαπά το ποδόσφαιρο. Αν σέβομαι κάποιο είδος οπαδικής αγάπης περισσότερο απ’ όλα, δεν είναι αυτή του συνδεσμίτη που θα σου πει «εκεί που έχω ταξιδέψει εγώ», είναι αυτή του απλού οπαδού που υποστηρίζει μια ομάδα χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς να περιμένει ότι θα τον γεμίσει με χαρές, καταδικασμένη να ζει χωρίς τίτλους και επιτυχίες.

13151710_10154145283349140_2625582853999909645_n

Ο πιτσιρικάς στη φωτογραφία ονομάζεται Μπαουτίστα Σουάρες και ζει περίπου στα 1300χμ μακριά από το Μπουένος Άιρες, στην επαρχία του Τουκουμάν και συγκεκριμένα στην πόλη του Σαν Μιγκέλ. Εκεί υποστηρίζει την αγαπημένη του ομάδα, την Σαν Μαρτίν του Τουκουμάν, μια ομάδα με ιστορία από το 1909 και μόλις έναν σοβαρό τίτλο, το κύπελλο του 1944. Οι φορές που έχει παίξει στην Α’ εθνική είναι μετρημένες στα δάχτυλα, τελευταία χρονιά το 2008-09 που υποβιβάστηκε αμέσως και από το 2011 μέχρι και τον Ιούνιο που μας πέρασε έπαιζε στη Γ’ εθνική. Από τον περασμένο Μάιο είναι κι η φωτογραφία, όταν ο μικρός Μπαουτίστα παρέα με τη συσκευή υποστήριξης της αναπνοής πήγε να δει την αγαπημένη του ομάδα με συγγενείς και φίλους.

Δεν περνούσε από το μυαλό του να χάσει το ματς, η Σαν Μαρτίν τον είχε ανάγκη, κι αυτός την Σαν Μαρτίν. Κάποιοι μπορεί να πουν για ασυνείδητους γονείς, η χαρά όμως του μικρού που είναι ίνδαλμα στις εξέδρες και η ανάγκη να έχει μια φυσιολογική ζωή είναι μεγαλύτερες. Παρά το σοβαρό πρόβλημα υγείας δεν θέλει να χάνει αγώνα κι ας πρέπει να κουβαλάει αυτό το ρημάδι μαζί του. Και χάρη σε αυτή τη φωτογραφία, αρκετός κόσμος ενδιαφέρθηκε και επικοινώνησε με την οικογένεια του παιδιού, να δει αν χρειάζονται κάποια βοήθεια.

Κι αν νομίζετε ότι ο Μπαουτίστα είναι μόνος του στην τρέλα για τον σύλλογο, κάνετε λάθος. Η Σαν Μαρτίν μπορεί να είναι μικρή σαν μέγεθος ιστορικά, αλλά οι οπαδοί της που με υπερηφάνεια αποκαλούνται «ρακοσυλλέκτες» (μια που η Σαν Μαρτίν είναι ένας σύλλογος των χαμηλών τάξεων και της φτωχολογιάς) δημιουργούν τέτοια ατμόσφαιρα στις χαμηλές κατηγορίες της χώρας που στη δική μας δεν την κάνουν ούτε αυτοί των μεγάλων. Κι όλα αυτά για μια ομάδα που απλά φτάνει στην Α’ εθνική μια φορά ανά δεκαετία. Το παραπάνω εντυπωσιακό βίντεο είναι από την είσοδο της ομάδας και τη γιορτή για τα 107 χρόνια του συλλόγου.

Κόπα Αμέρικα 2001: Το πιο ό,τι να’ναι τουρνουά της ιστορίας

  [3 Σχόλια]

ca2011

1 Ιουλίου 2001. Η Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία Νοτίου Αμερικής (γνωστή και ως CONMEBOL, ή πιο λαϊκά «η UEFA της Ν. Αμερικής») ανακοινώνει ότι το Κόπα Αμέρικα της Κολομβίας ακυρώνεται για λόγους ασφαλείας. Η ακύρωση ενός μεγάλου τουρνουά εθνικών ομάδων είναι από μόνη της ένα σοκαριστικό νέο αλλά η συγκεκριμένη απόφαση αποκτάει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις σοκ, δεδομένου ότι η πρώτη σέντρα της διοργάνωσης είχε προγραμματιστεί για τις 11 Ιουλίου, 10 μόλις μέρες μετά! Και κάπως έτσι ξεκίνησε το… πανηγύρι που εξελίχθηκε στο πιο «ό,τι να’ναι μεγάλο τουρνουά στην ιστορία του ποδοσφαίρου».

Για να ακριβολογούμε πάντως, η αρχή είχε γίνει καιρό πριν και πιο συγκεκριμένα τη μέρα που ανατέθηκε η διοργάνωση στην Κολομβία. Μια χώρα η οποία δεν είχε καταφέρει ακόμα να μειώσει τη δύναμη των καρτέλ και των διάφορων παραστρατιωτικών οργανώσεων που έκαναν ό,τι ήθελαν στο εσωτερικό της, σε έναν άτυπο εγχώριο πόλεμο που μετρούσε κάθε χρόνο εκατοντάδες αθώα θύματα. Οι όποιες ανησυχίες για την ασφάλεια των ομάδων αυξήθηκαν ραγδαία τους τελευταίους μήνες πριν την έναρξη του τουρνουά όταν η μεγαλύτερη Μαρξιστική ομάδα ανταρτών της χώρας απήγαγε τον αντιπρόεδρο της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

Έτσι, δέκα μέρες πριν το πρώτο παιχνίδι και μετά από αμέτρητες φήμες που κυκλοφορούσαν όλο το προηγούμενο διάστημα μπερδεύοντας τον κόσμο, οι ομάδες ενημερώθηκαν πως μπορούν να στείλουν τους παίκτες τους για διακοπές. Κάπου εδώ κανονικά η ιστορία θα τελείωνε και αυτό θα αποτελούσε απλά τον πρόλογο από ένα κείμενο αφιερωμένο στο Κόπα Αμέρικα του 2004. Αλλά εδώ μιλάμε για τη Λατινική Αμερική, ένα μέρος που μπορείς άνετα να αποκαλέσεις «το Βατερλώ της λογικής».

ca2001d

Πέντε μέρες μετά την ανακοίνωση της ακύρωσης και πέντε μέρες πριν το πρώτο προγραμματισμένο ματς (και αφού ακολούθησαν εκκλήσεις για αλλαγή της απόφασης από τον πρόεδρο της Κολομβίας αλλά και μια πρόταση από τη Βενεζουέλα να διοργανώσει αυτή το τουρνουά) η CONMEBOL κάνει επική κωλοτούμπα και παίρνει πίσω την απόφαση. Ακολουθεί ένα μικρό χάος. Ο Καναδάς (που μαζί με το Μεξικό ήταν οι ομάδες εκτός Ν. Αμερικής που είχαν προσκληθεί να πάρουν μέρος στη διοργάνωση) ανακοινώνει πως οι παίκτες του έχουν ήδη επιστρέψει στις ομάδες τους και είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν ξανά. Θυμίζοντας λίγο παρέα που έχει κλείσει 5Χ5 και τελευταία στιγμή κάποιος ασυνείδητος ακυρώνει, αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να ξεπέσουν σε παρακαλετά προς οποιονδήποτε γνωστό έχει δυο υγιή πόδια, οι υπεύθυνοι της Κολομβίας αρχίζουν τα τηλέφωνα απελπισίας και στέκονται τυχεροί καθώς η Κόστα Ρίκα, του γνωστού μας από τον ΟΦΗ Ρόναλντ Γκόμεζ, είναι πρόθυμη να καλύψει άμεσα το κενό. Τότε σκάει το δεύτερο και μεγαλύτερο πρόβλημα.

Η πιο δυνατή ομάδα της ηπείρου εκείνη τη χρονιά, η Αργεντινή του Μαρσέλο Μπιέλσα, αρνείται να ταξιδέψει στην Κολομβία, επικαλούμενη θέματα ασφαλείας και πιο συγκεκριμένα απειλές θανάτου προς τους παίκτες της από τρομοκρατικές οργανώσεις της Κολομβίας. Οι Κολομβιανοί κάνουν ό,τι μπορούν για να τους μεταπείσουν, προτείνοντας εξτρά μέτρα ασφαλείας για τους Αργεντινούς, και όταν αντιλαμβάνονται πως η απόφαση είναι οριστική ανοίγουν πάλι την ατζέντα με τα τηλέφωνα, ψάχνοντας νέο διαθέσιμο αντικαταστατή. Όλα αυτά ελάχιστες μέρες πριν την πρώτη σέντρα!

Κάποιες φορές η σωτηρία έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Κάτι τέτοιο συνέβη και το 2001. Το Κόπα Αμέρικα της Κολομβίας πραγματοποιήθηκε γιατί η αδιάφορη και αντιεμπορική Ονδούρα σκέφτηκε «δεν γαμείς, δεν έχω ξαναπαίξει ποτέ σε Κόπα Αμέρικα, ευκαιρία είναι, τι έχω να χάσω;» και έκανε το αδιανόητο: μέσα σε μια μέρα συγκέντρωσε όσους παίκτες μπορούσε, τους έχωσε σε ένα αεροπλάνο της πολεμικής αεροπορίας της Κολομβίας και τους μετέφερε άρον-άρον στο, φημισμένο, Μεντεγίν.

Η επιλογή της αποστολής ήταν φυσικά εναρμονισμένη με τον «ό,τι να’ναι» χαρακτήρα της διοργάνωσης. Οι περισσότεροι καλοί παίκτες της χώρας έμειναν πίσω καθώς εκείνη την περίοδο κρινόταν ο τίτλος του εγχώριου πρωταθλήματος. Όσο για το επίπεδο του σασπένς, αυτό είχε ήδη πιάσει ταβάνι, αφού το αεροπλάνο που μετέφερε την ομάδα προσγειώθηκε στην Κολομβία μερικές ώρες αφότου είχε ξεκινήσει η διοργάνωση και, ταυτόχρονα, μερικές ώρες πριν το εναρκτήριο παιχνίδι της Ονδούρας! Ποιος ήταν ο αντίπαλος; Η ομάδα που επίσης έμαθε ότι θα λάβει μέρος στο τουρνουά λίγες μέρες πριν, η Κόστα Ρίκα.

Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, με το που κύλησε η μπάλα στο χορτάρι όλα τα προβλήματα ξεχάστηκαν και η προσοχή στράφηκε στο αγωνιστικό σκέλος. Εκεί το τουρνουά συνέχισε να επιβεβαιώνει τη διαφορετικότητα του, ενισχύοντας το… υφάκι «εγώ δεν είμαι σαν τα άλλα τουρνουά που έχεις γνωρίσει». Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καν προετοιμαστεί για να παίξουν μπάλα εκείνη την εποχή (θυμίζοντας λίγο από Δανία του Euro 1992), Κόστα Ρίκα και Ονδούρα τερμάτισαν πάνω από την Ουρουγουάη και τη Βολιβία και προκρίθηκαν στα νοκ άουτ μαζί με όλα τα υποτιθέμενα φαβορί. Και εκεί ήρθε το μεγαλύτερο σοκ απ’όλα.

Η αποδεκατισμένη, απροετοίμαστη και χαμηλής δυναμικότητας «εκ γενετής» Ονδούρα των άγνωστων παικτών πέταξε εκτός διοργάνωσης με 2-0 την μεγάλη και τρανή Βραζιλία, που μπορεί να μην ταξίδεψε στην Κολομβία με όλα της τα αστέρια αλλά ακόμα κι έτσι είχε στο ρόστερ της παίκτες του επιπέδου του Ζουνίνιο, του Έμερσον, του Ντενίλσον, του Ντίντα, του Ρόκε Ζούνιορ, παίκτες δηλαδή που ένα χρόνο μετά συμμετείχαν στην ομάδα που κέρδισε το Μουντιάλ. «Εγώ, ο Μπιγκ Φιλ, θα μείνω στην ιστορία ως ο Βραζιλιάνος προπονητής που έχασε από την Ονδούρα. Είναι τραγικό αλλά η Ονδούρα έπαιξε καλύτερα από εμάς και άξιζε τη νίκη» κατάφερε να ψελλίσει μετά το τέλος ο, μετέπειτα παγκόσμιος πρωταθλητής, Φελίπε Σκολάρι, που όντας τιμωρημένος από το προηγούμενο ματς με την Παραγουάη, είδε το παιχνίδι από την κερκίδα.

Η ηρωική Ονδούρα δεν κατάφερε να πάει πιο μακριά, καθώς στον ημιτελικό οι διοργανωτές, υποψιασμένοι μετά το κάζο των Βραζιλιάνων, δεν τους άφησαν περιθώρια για μεγαλύτερα όνειρα, ανοίγοντας το σκορ μόλις στο 6′. Το τελευταίο σφύριγμα έστειλε την Κολομβία για πρώτη φορά στην ιστορία της σε τελικό και άφησε την Ονδούρα με τη γλυκιά ανάμνηση του θριάμβου επί των Βραζιλιάνων, μια νίκη που ακόμα και σήμερα θεωρείται, δικαιωματικά, η μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του θεσμού.

ca2001c

Αντίπαλος της Κολομβίας στον μεγάλο τελικό ήταν άλλη μια ομάδα που δεν είχε σηκώσει ποτέ Κόπα Αμέρικα, το Μεξικό. Η δίψα των Κολομβιανών για έναν τίτλο ήταν τεράστια, ειδικά σε μια εποχή κατά την οποία η χώρα υπέφερε από αμέτρητα εσωτερικά προβλήματα. Το μεγαλύτερο στάδιο της Μπογκοτά ήταν κατάμεστο από 47.000 ανθρώπους αλλά μια τέτοια κωμικοτραγική διοργάνωση δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς μερικά ακόμα ευτράπελα.

Λίγα λεπτά μετά τη σέντρα του αγώνα ο διαιτητής αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά το παιχνίδι όταν ξαφνικά έπεσαν στο γήπεδο δυο αλεξιπτωτιστές! Όπως αποδείχτηκε αργότερα, η εμφάνιση τους ήταν μέρος του μικρού τελετουργικού που είχε οργανωθεί για το pre-game show, όμως για λόγους που κανένας ποτέ δεν έμαθε, οι δύσμοιροι αλεξιπτωτιστές κάπου καθυστέρησαν στη… διαδρομή, με αποτέλεσμα να προσγειωθούν στο γήπεδο κατόπιν εορτής.

ca2001

Όπως θα περίμενε κανείς από έναν τελικό Κόπα Αμέρικα, τα τάκλιν – κάθε είδους – είχαν την τιμητική τους, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το Μεξικό να τελειώσει το παιχνίδι με 9 παίκτες! Με ένα γκολ στο δεύτερο ημίχρονο του Ιβάν Κόρντομπα, της Ίντερ, η Κολομβία κέρδισε με 1-0, πανηγύρισε τον πρώτο σπουδαίο τίτλο της και πέρασε στην Ιστορία ως η νικήτρια της πιο κουλής μεγάλης διοργάνωσης που έχει υπάρξει ποτέ, μια διοργάνωση που πέντε μέρες πριν την έναρξη της οι παίκτες των ομάδων ετοίμαζαν τις βαλίτσες τους, είτε για να επιστρέψουν στους συλλόγους τους, είτε για να πάνε διακοπές.

ca2001b