Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ποδόσφαιρο Λατινικής Αμερικής'

Καλώς ήρθατε στη Σιναλόα

  [4 Σχόλια]

Πριν λίγους μήνες άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην περιπετειώδη προπονητική καριέρα του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ο Μαραντόνα, αφού έκανε μια βόλτα από τη Λευκορωσία, πήγε στο Μεξικό και τη Σιναλόα. Το όνομα μπορεί να σας μην λέει πολλά, αλλά όσοι είδαν την πιο πρόσφατη σεζόν της σειράς Narcos (ή και το El Chapo) θα γνωρίζουν περισσότερα πράγματα. Η Σιναλόα είναι μια παραθαλάσσια πολιτεία στα βορειοδυτικά της χώρας και είναι γνωστή για δύο πράγματα. Το ένα είναι τα ψάρια της. Το δεύτερο είναι το καρτέλ ναρκωτικών της. Η περιοχή από τα 70s ακόμα είχε τεράστια παραγωγή μαριχουάνας κι οι έμποροι ναρκωτικών από τα μέρη της ήταν αυτοί που άρχισαν να τη διοχετεύουν για πρώτη φορά στις ΗΠΑ με τη χρήση ιδιωτικών αεροπλάνων.

Για πολλά χρόνια το εμπόριο ναρκωτικών ήταν αρκετά ανοργάνωτο κι ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Φέλιξ Γκαγιάρδο που το οργάνωσε, συνεργάστηκε με… συναδέλφους από όλη τη χώρα και το έκανε μια επιχείρηση που έβγαζε τεράστια ποσά από το εμπόριο μαριχουάνας στις ΗΠΑ. Αυτό όμως δεν αρκούσε για τον «Ελ Παδρίνο». Άλλοι έχουν όραμα να θεραπεύσουν τον καρκίνο, άλλοι να γίνουν ποδοσφαιριστές ή τραγουδιστές, ο Γκαγιάρδο ήθελε να γίνει ο πιο ισχυρός έμπορος ναρκωτικών. Και μπορεί το εμπόριο μαριχουάνας να ήταν επικερδές, αλλά ακόμα πιο επικερδής είναι η κοκαΐνη. Έτσι λοιπόν, έστησε το καρτέλ της Γουαδαλαχάρα αναλαμβάνοντας τη μεταφορά της κοκαΐνης από την Κολομβία και τα εκεί καρτέλ στις ΗΠΑ. Οι «διάδοχοί του» έφτιαξαν αργότερα το καρτέλ της Σιναλόα που θεωρείται από τις αρχές των ΗΠΑ η μεγαλύτερη εγκληματική οργάνωση και η μεγαλύτερη οργάνωση εμπορίας ναρκωτικών στον κόσμο, ενώ ο Χοακίν «Ελ Τσάπο» Γκουζμάν που ήταν για χρόνια ηγέτης του καρτέλ, βρισκόταν μέσα στις λίστες του Forbes με τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του κόσμου. Σε αυτό το μέρος πήγε λοιπόν ο Ντιέγκο να προπονήσει.

Το γήπεδο των Ντοράδος

Βέβαια, για να είμαστε σωστοί, ο Μαραντόνα δεν είναι ο πρώτος γνωστός μας που έβγαλε το ψωμί του στη Σιναλόα. Οι Ντοράδος της Σιναλόα ιδρύθηκαν το 2003 σε μια χώρα που το ποδόσφαιρο είναι πολύ δημοφιλές μεν, αλλά η οργάνωσή του έχει μέσα και λίγο από το «franchise» των ΗΠΑ με ομάδες να ξεφυτρώνουν ξεφνικά. Κάπως έτσι γεννήθηκε κι η ομάδα με έδρα την πόλη Κουλιακάν της Σιναλόα και σήμα ένα τεράστιο ψάρι (από τα χειρότερα εμβλήματαα ομάδας που έχω δει ποτέ). Σε αυτή την ομάδα συνέπεσαν το 2006 δυο ιστορικές μορφές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Πεπ Γκουαρδιόλα κι ο Σεμπαστιάν «Λόκο» Αμπρέου. Κι αν για τον Αμπρέου ήταν απλά μια ακόμα μέρα στη δουλειά, σε μια ακόμα ομάδα, ο Γκουαρδιόλα ήταν λίγο περίεργο που έφτασε ως εκεί. Οφείλεται στον τότε προπονητή των Ντοράδος, τον Ισπανό Χουάνμα Λίγιο που ήταν φίλος του Πεπ. Ο Γκουαρδιόλα είχε κάνει την αρπαχτή του στο Κατάρ και την Αλ Αχλί, είχε κάνει το κομπόδεμά του και ήθελε να ασχοληθεί με την προπονητική. Πήγε λοιπόν στους Ντοράδος για να θητεύσει ως παίκτης μεν, αλλά να πάρει στοιχεία από τον Λίγιο από τον οποίο έχει συναντήσει όταν ακόμα έπαιζε στην Μπαρτσελόνα κι ο Λίγιο ήταν κόουτς στη Ρεάλ Οβιέδο. Τότε, σε ένα ματς μεταξύ των δύο, εντυπωσιάστηκε από τη δουλειά του Λίγιο και έγιναν φίλοι.

Ο Πεπ στους Ντοράδος μάθαινε τα πάντα από τον Λίγιο, αλλά μετέδιδε και τα πάντα. Όπως γλαφυρά είχε πει κι ο Αμπρέου σε συνέντευξή του στο περιοδικό El Grafico: «Μου έσπαγε τα @@ με τις θέσεις που έπρεπε να παίρνω μεταξύ των γραμμών. Εγώ πάντα έπαιζα με τον κώλο προς τον αμυντικό και έπαιρνα την μπάλα με πλάτη. Αυτός επέμενε να παίρνω διαγώνιες θέσεις για να βλέπω καλύτερα γήπεδο. Έτσι έμαθα να κάνω πάσες με τη μία». Η ομάδα αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και έδινε μάχη για τη σωτηρία, με τους παίκτες να προπονούνται σε ένα… water park. Ο Γκουαρδιόλα είχε μείνει απλήρωτος για καιρό και όπως θυμούνται οι άνθρωποι του συλλόγου βοηθούσε οικονομικά τους υπαλλήλους και έβγαζε έξω για φαγητό τους συμπαίκτες του πληρώνοντας αυτός. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου που πήγαινε συχνά ο Γκουαρδιόλα θυμάται σε συνέντευξή του στον Guardian ότι ήταν λίγο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος κατά των καρτέλ. Οι μάχες με πυροβολισμούς και νεκρούς στους δρόμους του Κουλιακάν ήταν συχνές, αλλά ο Γκουαρδιόλα έφυγε μερικούς μήνες πριν η κατάσταση κλιμακωθεί για να γίνει ανεξέλεγκτη μετά το 2008, με τον πόλεμο που άνοιξε η κυβέρνηση στους narcos της Σιναλόα. Αμπρέου και Γκουαρδιόλα κατάφεραν να συνεισφέρουν σε μια σχετικά καλή πορεία των Ντοράδος στο πρωτάθλημα, αλλά το σύστημα βαθμολογίας με το promedio οδήγησε τους Ντοράδος στον υποβιβασμό. Ο Πεπ σταμάτησε το ποδόσφαιρο και αφιερώθηκε στην προπονητική. Το πέρασμά του από το Μεξικό μπορεί να είχε καμιά δεκαριά ματς όλα κι όλα λόγω των τραυματισμών, αλλά πάντα θεωρεί ότι τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξή του ως προπονητής. Από την άλλη, ο Λόκο Αμπρέου σκόραρε 22 φορές σε 34 ματς και μετακόμισε στο Μοντερέι.

Οι Ντοράδος πέρασαν στην αφάνεια και πάλι κι έπρεπε να έρθει ο Χόρχε Χανκ Ρον να αναλάβει το σύλλογο για να τους ξαναθυμηθούμε. Ο Ρον είναι ιδιοκτήτης του Γκρουπ Καλιέντε (σαναλέμε Όμιλος Ζεστό) ενός γκρουπ που ελέγχει ένα σωρό διαφορετικές εταιρείες. Ο Ρον ξεκίνησε με μαγαζιά με κατοικίδια και έχει τώρα ένα γκρουπ εταιρειών που περιλαμβάνουν καζίνο, στοιχηματικές εταιρίες, ιππόδρομο, ξενοδοχεία, πίστα για κυνοδρομίες, ταξιδιωτικά γραφεία, ένα ιδιωτικό σχολείο, 22 αίθουσες μπίνγκο και δύο ποδοσφαιρικές ομάδες. Τους Τσόλος της Τιχουάνα και τους Ντοράδος της Σιναλόα.


Ένα από τα καζίνο του ομίλου Καλιέντε

Ο Χόρχε Ρον είναι, ας πούμε ευγενικά, μια πολύ πολύ αμφιλεγόμενη μορφή στο Μεξικό. Κατάφερε και βγήκε δήμαρχος στην Τιχουάνα, ενώ κατέβηκε και υποψήφιος για την πολιτεία της Μπάχα Καλιφόρνια, χάνοντας τελικά. Ο Ρον που προέρχεται από οικογένεια πολιτικών έχει μεγάλη αγάπη για τα εξωτικά ζώα κι ο αστικός μύθος λέει ότι έχει προσπαθήσει να διασταυρώσει αρκετά από αυτά. Φυσικά, έχει αδυναμία και στις γυναίκες για τις οποίες έχει πει την καθόλου προσβλητική ατάκα: «Οι γυναίκες είναι το αγαπημένο μου ζώο». Το 1988, ο Έκτορ «Ελ Γάτο» Φέλιξ Μιράντα, ένας δημοσιογράφος τοπικής εφημερίδας δολοφονήθηκε. Οι φονιάδες ήταν κατά σύμπτωση υπάλληλοι του Ρον στον ιππόδρομο ως σεκιουριτάδες. Κατά επίσης διαβολική σύμπτωση, ο Μιράντα ήταν από τους μεγαλύτερους επικριτές των επιχειρήσεων της οικογένειας Ρον με άρθρα του. Ο Ρον θεωρείται ηθικός αυτουργός και η εφημερίδα σε κάθε εβδομαδιαίο τεύχος της έχει τη φωτογραφία του αποκαλώντας τον δολοφόνο, αλλά ποτέ δεν κατηγορήθηκε από τις αρχές.


Ο Χόρχε Χανκ κι ο έρωτας της ζωής του. Αριστερά, η γυναίκα του (η τρίτη).

Ο Ρον στο παρελθόν είχε συλληφθεί όταν βρέθηκαν 88 πολεμικά όπλα στο σπίτι του και 9.000 σφαίρες, αλλά αφέθηκε ελεύθερος παρ’ ότι κάποια από τα όπλα είχαν χρησιμοποιηθεί σε εγκλήματα. Κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για σωρεία αδικημάτων. Εκτός από τον φόνο του δημοσιογράφου, το όνομά του έχει εμπλακεί σε παράνομο εμπόριο ζώων, στο φόνο μιας γυναίκας και φυσικά έχει σχέσεις με εμπόρους ναρκωτικών της Σιναλόα αφού είχε κατηγορηθεί παλιότερα από τις ΗΠΑ τόσο για διακίνηση, όσο και για ξέπλυμα χρημάτων. Το πού τελειώνει η αλήθεια και που ξεκινάει ο μύθος για τον Ρον δεν το γνωρίζουμε. Οι ιστορίες για την τεκίλα που φτιάχνει ο ίδιος και ζυμώνεται με κομμένα πέη από λιοντάρια και τίγρεις π.χ., μπορεί να είναι και μεξικάνικος μύθος. Το σίγουρο είναι ότι για να βρίσκεσαι μέσα στα αρχεία των υπηρεσιών των ΗΠΑ, σίγουρα δεν είσαι απλά ένας μεροκαματιάρης. Από την άλλη, για να βγει δήμαρχος πρέπει να έχει και ένα άλλο πρόσωπο. Βοηθάει τους φτωχούς, έχει φιλανθρωπικό έργο και όπως συχνά συμβαίνει, το εκμεταλλεύτηκε πολιτικά φτάνοντας ως τη δημαρχία της Τιχουάνα.

Το ερώτημα «πώς βρέθηκε ο Μαραντόνα εδώ» έχει έναν άλλον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα ως πρωταγωνιστή. Τον Αργεντινό μάνατζερ Κρίστιαν Μπράγκαρνικ, τον τύπο που θα μπορούσε κανείς να πει «Ζόρζε Μέντεζ της Αργεντινής». Η ιστορία του βγαλμένη από ταινία (κυριολεκτικά). Έπαιξε μπάλα ερασιτεχνικά, δούλευε σε βίντεο κλαμπ και στον ελεύθερό του χρόνο του άρεσε να κάνει μοντάζ σε βιντεοκασέτες, κάτι που είχε μάθει κάνοντας βίντεο γάμου. Φυσικά λάτρευε το ποδόσφαιρο. Στο βίντεο κλαμπ της γειτονιάς είχε πελάτη τον Μαριάνο Μονρόι έναν ποδοσφαιριστή της Άρσεναλ Σαραντί. Ο πολυμήχανος Μπράγκαρνικ του είπε να του φέρει βίντεο από αγώνες της ομάδας του. Πριν τα χρόνια του YouTube και των compilations, έκατσε και έφτιαξε μόνος βίντεο με τα καλύτερα και ζήτησε από έναν άλλον πελάτη του, τον Μεξικάνο ποδοσφαιριστή Φουέντες να μεσολαβήσει ώστε η… κασέτα να φτάσει σε ομάδες του Μεξικού. Οι Μεξικάνοι ενθουσιάστηκαν και αγόρασαν τον Μονρόι με 400 χιλιάδες δολάρια. Η Άρσεναλ ήταν η ομάδα του ισόβιου προέδρου της Π.Ο. της Αργεντινής δον Χούλιο Γκροντόνα κι αυτό του άνοιξε πολλές πόρτες. Ο Μπράγκαρνικ όμως άνοιξε και δουλειές με το Μεξικό. Η ομάδα που αγόρασε τον Μονρόι ήταν θυγατρική μιας μεγαλύτερης και ο Μπράγκαρνικ έπιασε δουλειά εκεί. Σε έναν χρόνο έγινε από «το παιδί που μας έφερε τον ταλαντούχο Αργεντίνο», πρόεδρος της Κερέταρο.

Ο Μπράγκαρνικ δίνει συνέντευξη στην εφημερίδα La Nacion λέγοντας «οι δουλειές μου είναι πεντακάθαρες».
Στο φόντο ο Αλ Πατσίνο στο Scarface.

Στον ίδιο σύλλογο υπήρχαν ως «στελέχη» και δύο Κολομβιανοί, οι οποίοι αργότερα ήταν καταζητούμενοι από την DEA των ΗΠΑ ως συνεργάτες του «Ελ Τσάπο».  Ιδιοκτήτης της ομάδας ήταν ο Τίρσο Μαρτίνες, γνωστός και ως «Ελ Φουτμπολίστα», αρχηγός ενός κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών που συνεργαζόταν τόσο με το καρτέλ της Σιναλόα, όσο και με το αντίπαλο καρτέλ του Χουάρες. Ο Μαρτίνες, για τον οποίο οι αρχές των ΗΠΑ έδιναν αμοιβή 5 εκατομμυρίων δολαρίων, είχε αρρώστια με το ποδόσφαιρο και ήταν ιδιοκτήτης πέντε συλλόγων στο Μεξικό, ανάμεσά τους κι η Κερετέρο του προέδρου Μπράγκαρνικ. Ο Μαρτίνες συνελήφθη τελικά το 2014 και μάλιστα κατέθεσε και στη δίκη του Ελ Τσάπο για να τύχει καλύτερης μεταχείρισης. Υπολογίζεται ότι μόνο την περίοδο 2000-2003 έβγαλε περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια από τη διακίνηση κοκαΐνης. Ο Μπράγκαρνικ υποστηρίζει ότι δεν είναι ντετέκτιβ για να γνωρίζει τι κάνουν οι κατά καιρούς συνεργάτες του.


Ο «Ελ Φουτμπολίστα» κατά την έκδοσή του στις ΗΠΑ.
Είχε ομάδες στις πόλεις Κερέταρο, Σελάγια, Ιραπουάτο, Λα Πιεδάδ και Μέριδα.

Μπορεί απλά βρε αδερφέ να είναι πολύ άτυχος στις φιλίες του (ας μην ξεχνάμε το τεκμήριο της αθωότητας). Σιγά σιγά πάντως, ανέβηκε στο ποδόσφαιρο τόσο της Αργεντινής, όσο και του Μεξικού. Έχει περάσει από διάφορες ομάδες κι έχει μεσολαβήσει σε πολλές μεταγραφές. Υπολογίζεται ότι έχει λάβει μέρος σε μεταγραφές αξίας 25 εκατομμυρίων δολαρίων τα τρία τελευταία χρόνια στο Μεξικό, ενώ εκπροσωπεί περίπου 100 ποδοσφαιριστές και 25 προπονητές. Αλλάζει προπονητές σε ιστορικούς συλλόγους, έχει άριστες σχέσεις με διοικήσεις ομάδων όπως η Ράσινγκ κι η Ιντεπεντιέντε, φιλικές σχέσεις με τον πρόεδρο της Μπόκα, ενώ ήταν αυτός που απεγκλώβισε τον Σαμπαόλι από τη Σεβίλλη για να πάει κόουτς στην εθνική. Κάπως έτσι απέκτησε εξαιρετικές σχέσεις και με τον Χόρχε Χανκ, καθώς μεσολάβησε στη μεταγραφή του αγαπημένου Νταρίο Μπενεντέτο στην Τιχουάνα. Ο Μπάγκαρνικ είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος των ομάδων του Χανκ σε κάθε «μπίζνα», που θα έλεγε κι ο Μάκης Ψωμιάδης, με ανθρώπους από την Αργεντινή.

Ο Αργεντινός μάνατζερ ήταν φυσικά αυτός που μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις του Γκρούπο Καλιέντε και του Μαραντόνα κι έκλεισε τη συμφωνία, με τον Ντιέγκο να παίρνει 180.000 δολάρια τον μήνα από τους Ντοράδος. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ο Ντιέγκο έκανε το σόου του στη Σιναλόα, η αλήθεια είναι ότι βελτίωσε την εικόνα της ομάδας, αλλά οι Ντοράδος δεν κατάφεραν τελικά να κερδίσουν την άνοδό τους, χάνοντας στην παράταση. Το μέλλον του Μαραντόνα ήταν αβέβαιο, αλλά τελικά παρέμεινε στην ομάδα για έναν ακόμα χρόνο. Με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει δεν μπόρεσε να είναι στον πάγκο στην πρεμιέρα, όπου οι Ντοράδος έχασαν εντός έδρας. Το αν θα ολοκληρώσει τη χρονιά δεν το ξέρει κάνεις. Άλλωστε στη διαβόητη Σιναλόα των narcos τα πράγματα αλλάζουν πολύ εύκολα.

Η Ποδοσφαιρομάνα Παραδεισένια Κοιλάδα της Χιλής

  [5 Σχόλια]

Με αφορμή το κείμενο του duendes για τον Κάρλος Καζέλι, ήθελα να κάνω μια αναφορά, μάλλον φόρο τιμής, στην πόλη στην οποία έχει γεννηθεί το ποδόσφαιρο στη Χιλή. Και φυσικά αυτή δεν είναι η πρωτεύουσα, Σαντιάγο, όπως καταλαβαίνετε. Η Χιλή είναι γνωστή (ποδοσφαιρικά μιλάμε πάντα) για τις ομάδες των μεταλλωρύχων της, όμως το ποδόσφαιρο, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ξεκίνησε από ένα λιμάνι.

Το Βαλπαραΐσο (Παραδεισένια κοιλάδα στα Ισπανικά) ανακαλύφθηκε από τους Κονκισταδόρες το 1532. Για χρόνια παρέμενε ένα μικρό λιμάνι, μέχρι που το 18ο αιώνα έγινε το σημαντικότερο λιμάνι της Λατινικής Αμερικής στον Ειρηνικό. Αυτό δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Βρίσκεται 120χλμ βόρειο-δυτικά του Σαντιάγο και θυμίζει ελάχιστα κοιλάδα, πρέπει να πούμε. Λόγω του λιμανιού εγκαταστάθηκαν εκεί Άγγλοι στα μέσα του 19ου αιώνα και μαζί τους έφεραν και το ποδόσφαιρο. Το 1882 ιδρύεται σε αγγλικό κολέγιο ο Μακέι & Σούθερλαντ, πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος στη χώρα, φυσικά στο Βαλπαραΐσο. Από εκεί ξεκινάει μια γενικά μπλεγμένη ιστορία (Λατινική Αμερική είπαμε, πώς νομίζετε ότι χτίστηκε η παράδοση διοργανώσεων όπως τα πρωταθλήματα του Περού και της Ουρουγουάης).

Το 1895 σε ένα καφέ της πόλης ιδρύεται η «Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία Χιλής», η οποία έχει αρχικά τα εξής μέλη: Μακέι & Σούθερλαντ, Βαλπαραΐσο, Τσίλιαν, Βικτόρια Ρέιντζερς, Νασιονάλ & Βαλπαραΐσο Γουόντερερς. Οι σύλλογοι πλήρωσαν το εξωφρενικό ποσό των $5 για να γίνουν μέλη. Στα 4 ιδρυτικά μέλη τα 3 είναι Άγγλοι. Ο Ντέβιντ Σκοτ γίνεται πρόεδρος, ο δημοσιογράφος Ρόμπερτ Ρέιντ ταμίας και ο Ανδρές Χεμέιγ είναι ο γραμματέας ενώ ο ιδρυτής Ρόμπερτ Μπάιλι ταξιδεύει μέχρι την Αγγλία για να φέρει μια επίσημη μπάλα (τότε μιλάμε για ταξίδι περίπου 40 ημερών). Πέρα του Ρέιντ οι άλλοι είναι όλοι έμποροι. Στο πρώτο επίσημο ματς της χιλιάνικης ιστορίας η Βικτόρια Ρέιντζερς ισοπεδώνει με 8-0 τη Βαλπαραΐσο Γουόντερερς.

Ως εδώ όλα νορμάλ: Άγγλοι, αστοί, έμποροι, κολέγια. Αλλά είπαμε λιμάνι και Λατινική Αμερική. Έτσι λοιπόν πάμε στο 1905 όπου ο Τύπος της εποχής αναφέρει ότι ο ποδοσφαιρικός σύλλογος Ρόαγιαλ Φούτμπολ Κλαμπστο στη γειτονιά Μανκομουνάλ δε Βαλπαραΐσο είναι μέρος συνάντησης και μαζικοποίησης της εργατικής τάξης της πόλης. Γύρω από τη Ρόαγιαλ στη Μανκομουνάλ, όπως γράφει στο βιβλίο του «Ζήτω η Αναρχία» ο Μανουέλ Λάγος, συναθροίζεται η εργατική τάξη του Βαλπαραΐσο που περιλαμβάνει τόσο αναρχικούς, όσο και σοσιαλιστές κομμουνιστές. Έτσι λοιπόν, στο φύλλο της 2ας Μαΐου του 1907 της εφημερίδας «Ελ Τσιλένο» του Βαλπαραΐσο διαβάζουμε ότι:

«Σήμερα στις 07:30 θα συνέλθουν στο σαλόνι στης Ομοσπονδίας της Μανκομουνάλ στη Βίνια δελ Μαρ (σημ: όνομα της επαρχίας), οδός Βαλπαραΐσο Νο12, οι εκπρόσωποι των εργατών ποδοσφαιριστών της περιοχής, με σκοπό τη σύσταση της Εργατικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου. Χαιρετίζουμε την αποφασιστικότητα των συντρόφων μας και θέτουμε εαυτούς στη διάθεση όσων επιθυμούν αυτή η προσπάθεια να ευδοκιμήσει».

H Deportivo Kegan ήταν μία από τις ομάδες των αναρχικών στο Βιλαπαραΐσο. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο «Η αναρχία στη Χιλή».

Έτσι στην ποδοσφαιρομάνα του Βαλπαραΐσο το 1907 υπήρχαν δύο ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες που λειτουργούσαν παράλληλα. Το επιβεβαιώνει η εφημερίδα «Λα Δεφένσα» στο φύλλο της 23ης Μαΐου του 1907. Τα πράγματα παραμένουν έτσι ξεκάθαρα (ναι, τι;) με τους εργάτες να έχουν τη δική τους ομοσπονδία και πρωτάθλημα και τους Άγγλους με τους αστούς τη δική τους πάλι και είναι όλοι ευτυχισμένοι μέχρι το 1909. Τότε οι πρωτευουσιάνοι του Σαντιάγο κάνουν δική τους Αθλητική Ομοσπονδία και θέλουν να αφομοιώσουν την ποδοσφαιρική του Βαλπαραΐσο. Οι Βαλπαραδεισένιοι όμως κάνουν αίτημα ένταξης στη ΦΙΦΑ που το 1913 τους αποδέχεται αρχικά. Μετά πλακώνονται οι Σαντιαγαίοι με τους Βαλπαραδεισένιους για το ποια είναι η σωστή Ομοσπονδία και μέχρι το 1917 διοργανώνονται δυο παράλληλα πρωταθλήματα, ένα στο Βαλπαραΐσο και ένα στο Σαντιάγο. Παράλληλα με αφορμή ένα άρθρο του Περιοδικού «Σοσιαλίστα» το 1915 όπου αναφέρεται στο ποδόσφαιρο «ως άθλημα που προωθείται ως τέτοιο αλλά δεν είναι» έχει ξεκινήσει ένα μπέρδεμα μεταξύ των αναρχικών και των σοσιαλιστών στο άλλο κομμάτι του Βαλπαραΐσο. Οι Αναρχικοί συνασπίζονται γύρω από το σύλλογο Αουρόρα Ρόχα (Κόκκινη Αυγή) που είχε αρχικά ιδρυθεί από εργάτες σε σαπουνάδικα και βυρσοδεψεία και τον παραδοσιακά αναρχικό σύλλογο της Δεπορτίβο Κέγκαν. Οι σοσιαλιστές γύρω από τον Θέντρο Κουλτουράλ ι Δεπορτίβο (την ομάδα δηλαδή που συνέστησε το πολιτιστικό τμήμα του εργατικού κέντρου).

Μέσα σε αυτό τον αγαπημένο λατίνικο χαμό, φτάνουμε στα σωτήρια έτη 1922 με 1924. Το 1922 αποφασίζεται να γίνει μια «Κόκκινη Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία» από το Χιλιάνικο Εργατικό Κέντρο του Βαλπαραΐσο. Στις 14 Απριλίου του 1922 ιδρύεται η «Εργατική Ομοσπονδία Φουτ-Μπολ», όπως αναφέρει η Κριστίνα Ματέου στο βιβλίο της «Πολιτική και Ιδεολογία της Εργατικής Αθλητικής Ομοσπονδίας». Στόχος ήταν να ενσωματώσει σε μία διοργάνωση και κάτω από την ίδια στέγη όλους τους συλλόγους του αριστερού ιδεολογικού φάσματος που είχαν έρθει σε ρήξη από το 1915. Πετυχαίνει το στόχο της το 1924 και έτσι μέχρι το 1928, όλοι οι αναρχικοί και σοσιαλιστικοί σύλλογοι βρίσκονται εγγεγραμμένοι στην Εργατική Ομοσπονδία.

Εικόνα από ματς του 1895 στο Βαλπαραΐσο. Η ομάδα είναι η Βικτόρια. Από το βιβλίο «Η Αρχή του Ποδοσφαίρου στη Χιλή».

Παράλληλα στο μπουρζουά στρατόπεδο, το 1923 οι Βαλπαραδεισένιοι με τους Σαντιαγαίους τα βρίσκουν επιτέλους και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία δε θα ενσωματωθεί τελικά στην εθνική Αθλητική Ομοσπονδία, αλλά θα ιδρυθεί νέος φορέας, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Χιλής, που είναι ο ίδιος που έχει παραμείνει ως σήμερα. Η ενσωμάτωση θεώρησαν ότι έπρεπε να είναι σταδιακή, έτσι ως το 1935 διεξάγεται κανονικά το τοπικό πρωτάθλημα του Βαλπαραΐσο, ενώ η έδρα της Ομοσπονδίας στο Σαντιάγο μεταφέρθηκε μόλις το 1929. Η Σαντιάγο Γουόντερες πήρε τον τελευταίο τοπικό τίτλο σπίτι της. Παρόλο που λέγεται έτσι είναι σύλλογος του Βαλπαραΐσο που ιδρύθηκε από ανθρώπους που κατάγονταν από το Σαντιάγο και πήγαν να δουλέψουν στο λιμάνι.

Από το 1929 ξεκινάει ο τρίτος κύκλος ανάπτυξης του ποδοσφαίρου στη Χιλή. Πια ακόμα και η Εργατική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έχει διαλυθεί και έχει απορροφηθεί από την κεντρική. Η κεντροποίηση της διοίκησης του ποδοσφαίρου όμως έδωσε την ευκαιρία η ιδεολογική ή/και η επαγγελματική ταυτότητα να μεταφερθεί στους συλλόγους. Έτσι οι ανθρακωρύχοι συνασπίστηκαν γύρω από την Κόλο-Κόλο, οι φοιτητές γύρω από την Ουνιβερσιδάδ και πάει λέγοντας. Η ιστορία της Χιλής μοιάζει με εκείνη αρκετών άλλων Λατίνικων Ομοσπονδιών. Η παράλληλη διοργάνωση όμως, έστω για τέσσερα χρόνια, τριών διαφορετικών πρωταθλημάτων, λόγω γεωγραφίας και ιδεολογίας, είναι μια υπέροχη μοναδικότητα που κατέχουν.

Φίλες και φίλοι, το Uruguayo 2018

  [12 Σχόλια]

Από την αρχή τούτου εδώ του μπλογκ, υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα βίτσιο μαζί μας. Την ανάλυση των συστημάτων των διοργανώσεων της Λ. Αμερικής. Κάτι που συχνά χρειάζεται διαφορικές εξισώσεις, ψυχοφάρμακα και πολύ χρόνο, αλλά έχει μία ανείπωτη γοητεία, είναι μία μικρή ένοχη απόλαυση. Αν ανήκετε σε αυτό το γκρουπ αναγνωστών συνεχίστε άφοβα, σήμερα θα μιλήσουμε για το Καμπεονάτο Ουρουγκουάγιο 2018. Αν θέλετε να μπείτε σε αυτό το γκρουπ, ξεκινήστε διαβάζοντας τι έγινε το 2015. Θα περιμένουμε για λίγο. Αν δεν σας ενδιαφέρει, κάντε κάτι πιο χρήσιμο, λύστε ένα σουντόκου. Διαβάσατε για το 2015; Ωραία, ξεχάστε ό,τι ξέρατε (όχι όλα) γιατί τα πράγματα από τότε άλλαξαν.

Το πρωτάθλημα της Α’ εθνικής της Ουρουγουάης το 2015-16 έγινε όπως και την προηγούμενη, με Απερτούρα και Κλαουζούρα. Μετά όμως, οι Ουρουγουανοί κάθισαν, σκέφτηκαν και το συζήτησαν. «Παιδιά δεν πάει άλλο. Ως πότε θα βγάζει θέματα το Σομπρέρο από μας;», ειπώθηκε σύμφωνα με πληροφορίες. «Πρέπει να πάρουμε μέτρα να γίνουμε πιο σοβαροί». Και κάπως έτσι η λύση δόθηκε. Το πρόβλημα φίλες και φίλοι ήταν ότι το πρωτάθλημα γινόταν με τον «ευρωπαϊκό» τρόπο. Ξεκινούσε δηλαδή Αύγουστο και τελείωνε τον επόμενο Ιούνιο. «Όχι, πρέπει να γυρίσουμε στις ρίζες μας», (ίσως να) είπε κάποιος. Γι’ αυτό το λόγο, δεν είχαμε 2016-17 με Απερτούρες και Κλαουζούρες. Έγινε ένα μεταβατικό πρωτάθλημα που ξεκίνησε τέλη Αυγούστου 2016 και τελείωσε με διαδικασίες fast track το Δεκέμβριο. Βγήκε ο πρωταθλητής 2016 (μετά από αυτόν του 2015-16) με 15 αγώνες και όλα εντάξει. Έτσι, μετά από 11 σεζόν, το 2017 επιστρέψαμε στα πατροπαράδοτα «ημερολογιακά πρωταθλήματα».

Από πέρσι λοιπόν ξεκινάμε το Φεβρουάριο και τελειώνουμε (ανάλογα και με τα κέφια) κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο. Ωραία μέχρι εδώ; Ωραία. Έχουμε Απερτούρα και Κλαουζούρα. Ωραία; Ωραία. Τώρα όμως αρχίζουν τα παλαβά. Γιατί σου λέει, μόνο 30 αγώνες; Τι θα κάνουμε τον υπόλοιπο καιρό; Θα βαρεθούμε. Και κάπως έτσι δόθηκε η λύση. Μεταξύ της Απερτούρα και της Κλαουζούρα θα βάλουμε ακόμα ένα πρωτάθλημα. Το Ιντερμέδιο. Και πώς θα το παίξουμε; Θα χωρίσουμε τις 16 ομάδες σε δύο γκρουπ. Πώς θα τις χωρίσουμε; Με βάση τα χρώματα; Το ζώδιο; Με κλήρωση; Όχι. Θα παίξουμε το σύστημα μονά ζυγά. Όσες τερμάτισαν σε μονές θέσεις στην Απερτούρα σε ένα γκρουπ, όσες σε ζυγές σε άλλο γκρουπ. Αν θυμίζει κάτι σε κάποιους, μας συγκινείτε. Είναι βγαλμένο από εκείνο το μαγικό πρωτάθλημα του Περού με τις 44 αγωνιστικές (προσοχή, σκληρές εικόνες γραφικότητας). Κάπως έτσι λοιπόν, οι δυο όμιλοι του Ιντερμέδιο παίζουν μικρά πρωταθληματάκια κι οι δύο νικητές των ομίλων έναν τελικό, ο νικητής του οποίου δεν έχει καμία σημασία για τον τελικό πρωταθλητή (κρατήστε το όμως, θα μας χρειαστεί αργότερα). Μετά το τέλος του Ιντερμέδιο ξεκινά κι η Κλαουζούρα.

Το Εστάδιο Καμπεόνες Ολίμπικος, έδρα της Σίσλεϊ τα τελευταία χρόνια

Με αυτό το σύστημα ξεκίνησε η Α’ εθνική του 2018 με το όνομα Χούλιο Σέσαρ Φρανσίνι, ένα πρωτάθλημα με 16 ομάδες, οι 13 από το Μοντεβιδέο. Ανάμεσά τους κι η ιστορική Σέντρο Κουλτουράλ υ Ντεπορτίβο Ελ Τάνκε Σίσλεϊ ή για συντομία CCyDETS ή για τους φίλους «Ελ Τάνκε Σίσλεϊ». [Το όνομα της ομάδας που ιδρύθηκε το 1941 προέρχεται από από μία δεξαμενή πετρελαίου που υπήρχε στη γωνία δύο δρόμων κοντά στην έδρα της ομάδας, σκέφτηκαν ότι ίσως θα έπαιρναν χορηγία από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, κάτι που δεν έγινε ποτέ]. Η Ελ Τάνκε σώθηκε πέρσι τελευταία στιγμή στα μπαράζ, αλλά τα οικονομικά της προβλήματα και κάποια χρέη δεν την άφησαν να λάβει μέρος. Η Ομοσπονδία δεν σκέφτηκε να την αντικαταστήσει και το πρωτάθλημα έγινε με 15 ομάδες. Όλοι όσοι θα έπαιζαν κανονικά με τη Σίσλεϊ, έπαιρναν βαθμούς νίκης. Κανένα πρόβλημα θα πει κάποιος αθώος κι εμείς θα γελάσουμε.

Η Απερτούρα τελείωσε με νικήτρια τη Νασιονάλ κι οι ομάδες μπήκαν στο Ιντερμέδιο. Εκεί είχαμε ξαφνικά όμως δυο ομίλους διαφορετικούς. Ο ένας με 8 κι ο άλλος με 7 ομάδες. Η Νασιονάλ και η Τόρκε κέρδισαν τα δυο μικρά πρωταθληματάκια και πήγαν στον τελικό του Ιντερμέδιο, όπου νικήτρια ήταν η Νασιονάλ. Μετά ξεκίνησε η Κλαουζούρα. Με ένα ντεμαράζ η Πενιαρόλ, με μόλις μία ήττα, την κατέκτησε. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ερώτημα. Ποιος θα βγει πρωταθλητής; Η Ομοσπονδία τα είχε προβλέψει όλα. Θα παίξουν ημιτελικό ο νικητής της Απερτούρα με το νικητή της Κλαουζούρα (αν είναι διαφορετικοί φυσικά). Ο νικητής των νικητών όμως, θα παίξει στον «τελικό» τελικό. Εκεί που θα αντιμετωπίσει την ομάδα με τους περισσότερους συνολικούς πόντους στην «Ετήσια» βαθμολογία. Η ετήσια βαθμολογία βγαίνει από το άθροισμα των βαθμών Απερτούρα, Κλαουζούρα και Ιντερμέδιο. Αυτό όμως που δεν είχε υπολογιστεί ήταν η απουσία της Τάνκε Σίσλεϊ. Οι ομάδες στο Ιντερμέδιο δεν είχαν παίξει τα ίδια ματς, δεν θα είναι άδικο στη συνολική βαθμολογία;

Μία βαθμολογία Ουρουγουάης να πέσει στα μαθηματικά των πανελληνίων και να μπαίνεις Πολυτεχνείο για πλάκα αναγνώστη

Θα είναι, λέμε εμείς. Το ίδιο είπε κι η Ομοσπονδία. Γι’ αυτό φίλες και φίλοι η λύση βρέθηκε. Οι ομάδες στο γκρουπ των 7, θα κάνουν μια… διόρθωση. Θα πάρουν τους βαθμούς τους, θα τους διαιρέσουν με τα έξι παιχνίδια που έπαιξαν και θα τους πολλαπλασιάσουν με τα εφτά παιχνίδια που έπαιξαν οι ομάδες του άλλου γκρουπ. Ναι, καλά καταλάβατε. Το αποτέλεσμα του μαθηματικού τύπου 7x/6 ήταν αυτό που βλέπετε στην παραπάνω εικόνα. Η συνολική βαθμολογία της χρονιάς είχε μέσα δεκαδικούς αριθμούς. Για παράδειγμα η Ατένας τελείωσε με 38,333 βαθμούς ξεφτιλίζοντας την Μπόστον Ρίβερ που είχε μόλις 37,666 (οι στρογγυλοποιήσεις δεν είναι για τους άντρες). Χάρη στα… κλάσματα λοιπόν, η Πενιαρόλ πήρε δύο παραπάνω βαθμούς από αυτούς που κατέκτησε κανονικά και έτσι πέρασε τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία. Μείνετε μαζί μας, κοντεύουμε.

Οι νικητές Απερτούρα και Κλαουζούρα έπαιξαν στον ημιτελικό του πρωταθλήματος. Ήταν ακόμα ένα κλάσικο Νασιονάλ και Πενιαρόλ που κρίθηκε στο 95′ με πέναλτι του γνωστού και με την εθνική Κρίστιαν Ροντρίγκες που έχει πλέον πολλά κιλάκια. Το ματς είχε ένα γκολ για κάθε ομάδα που ήταν οφσάιντ και έληξε με 1-2. Η Πενιαρόλ κέρδισε έτσι τον ημιτελικό και επειδή χάρη στον τύπο του 7/6 είχε περάσει τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία, κατέκτησε και απευθείας το πρωτάθλημα γιατί δεν μπορούσε να παίξει με τον εαυτό της στον τελικό. Αν η Νασιονάλ είχε καταφέρει να κερδίσει θα διεκδικούσε το πρωτάθλημα στον τελικό με την Πενιαρόλ. Και κάπως έτσι, το 115ο πρωτάθλημα Ουρουγουάης έληξε πριν μερικές ημέρες, σίγουρα με βαθιά ικανοποίηση από τους διοργανωτές που θα έδιναν συγχαρητήρια ο ένας στον άλλον.

Α, ναι. Θυμάστε τον τελικό του Ιντερμέδιο που σας είπαμε να κρατήσετε; Ναι, λοιπόν. Ήρθε η ώρα του. Ο νικητής του Ιντερμέδιο παίρνει μια θέση στο Σουνταμερικάνα. Βέβαια η Νασιονάλ θα παίζει στο Λιμπερταδόρες, οπότε δεν την απασχολεί. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι ο νικητής του Ιντερμέδιο παίζει και στο ΣούπερΚόπα της Ουρουγουάης. Μικρή λεπτομέρεια: Δεν υπάρχει κύπελλο στην Ουρουγουάη. Και τι θα κάνουμε ρε παιδιά, ίσως αναρωτήθηκε κάθιδρος κάποιος από την Ομοσπονδία. Εύκολη λύση. Θα παίξει με τον πρωταθλητή. Έτσι, λίγο πριν ξεκινήσει το επόμενο πρωτάθλημα, θα έχουμε το Σούπερ Καπ με ποιους άλλους; Νασιονάλ και Πενιαρόλ. Κι η ζωή συνεχίζεται κι εμείς απλά δεν θέλουμε να αλλάξει ποτέ όλο αυτό γιατί θα πέσουμε σε κατάθλιψη.

Ο ποδοσφαιριστής που αντιστάθηκε σ’έναν δικτάτορα

  [8 Σχόλια]

Η αίθουσα δεξιώσεων του Κέντρου Πολιτισμού ‘Γκαμπριέλα Μιστράλ’ στο Σαντιάγκο είναι γεμάτη. Στη μια πλευρά της είναι παρατεταγμένοι οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδας της Χιλής, που τις επόμενες ημέρες θα πετάξουν για τη Γερμανία, όπου θα λάβουν μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει και στην αίθουσα εισέρχεται, συνοδευόμενους από αρκετούς παρατρεχάμενους, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Στη θέα του δικτάτορα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκόμενων σχηματίζεται στιγμιαία ένα ψεύτικο χαμόγελο. Κανένας, άλλωστε, δεν θέλει να ρισκάρει τη ζωή του.

(Ο Αουγκούστο Πινοσέτ έχει καταλάβει την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα από τις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Από την επόμενη κιόλας ημέρα χιλιάδες Χιλιανοί «αντιφρονούντες» συλλαμβάνονται ή εξορίζονται. Οι περισσότεροι εξ αυτών βασανίζονται για μεγάλο διάστημα. Πολλοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα κρατητήρια ή στα κέντρα κράτησης. Με τις φυλακές ασφυκτικά γεμάτες, η Χούντα μετατρέπει σε χώρο κράτησης και βασανιστηρίων αρκετά από τα γήπεδα της χώρας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν για πάντα, χωρίς να μάθουν ποτέ οι συγγενείς τους τι απέγιναν. Αρκετά χρόνια μετά οι εξεταστικές επιτροπές αποκάλυψαν πως ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων ξεπερνάει τις 40.000! Ανάμεσα σ’αυτούς που υποφέρουν βρίσκονται συγγενείς ποδοσφαιριστών της εθνικής ομάδας, πρώην παίκτες που είχαν αριστερές πεποιθήσεις και ο γιατρός της εθνικής, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε για περισσότερους από 11 μήνες.)

Ο Πινοσέτ κατευθύνεται αμέσως προς την πλευρά των μεγάλων πρωταγωνιστών της βραδιάς, δηλαδή των παικτών που έχουν οδηγήσει τη χώρα στο Μουντιάλ (έστω και μετά από έναν κωμικοτραγικό αγώνα μπαράζ που κανένας τους δεν θέλει να θυμάται). Ο δικτάτορας στέκεται για λίγο μπροστά από κάθε παίκτη, ανταλλάσσει μαζί του μια χειραψία και του εύχεται καλή επιτυχία στη διοργάνωση. Αφού έχει προχωρήσει αρκετά στη σειρά, βρίσκεται μπροστά σ’έναν βραχύσωμο, σγουρομάλλη, μελαχρινό τύπο με πυκνό μουστάκι. Ο Πινοσέτ χαμογελάει και ετοιμάζεται να σηκώσει ασυναίσθητα το χέρι του για την καθιερωμένη χειραψία. Τότε με έκπληξη συνειδητοποιεί ότι ο παίκτης που βρίσκεται μπροστά του δεν φαίνεται διατεθειμένος να μιμηθεί την κίνηση του.

Ο 24χρονος Κάρλος Καζέλι νιώθει το φόβο να κυριεύει το σώμα του. Τον νιώθει από την πρώτη στιγμή που είδε τον δικτάτορα να μπαίνει στην αίθουσα. Παρ’όλα αυτά, καταφέρνει να βρει τρόπο να παραμείνει ψύχραιμος και απαθής. Όταν τελικά ο στρατηγός στέκεται μπροστά του, ο Καζέλι είναι πλέον αποφασισμένος. Δεν γίνεται να παίξει το παιχνίδι της Χούντας. Δεν γίνεται να παίξει θέατρο έχοντας μπροστά του τον άνθρωπο που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δεν γίνεται να το κάνει αυτό, όταν οι απόψεις, η κοσμοθεωρία και τα ιδανικά του είναι τελείως διαφορετικά από αυτά του στρατηγού.

(Ο Κάρλος Καζέλι είναι παιδί μιας οικογένειας εργατών, που μεγάλωσε σε ένα πολιτικοποιημένο περιβάλλον και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, έχει ξεκάθαρη πολιτική άποψη και θέση, στηρίζοντας την αριστερά, και έχει εκφραστεί δημόσια τα προηγούμενα χρόνια υπέρ της παράταξης του Αλιέντε. Ταυτόχρονα η επιθυμία του να συνεισφέρει στα κοινά επεκτείνεται και στο ποδόσφαιρο, εκεί όπου παλεύει για περισσότερα δικαιώματα στους παίκτες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής φτάνει ακόμα και στο σημείο να ακυρώσει μια συμφωνία 130.000 δολαρίων για τη μεταγραφή του στη Σάντος, επειδή η ομάδα του, η Κόλο-Κόλο, συμφώνησε χωρίς να τον ρωτήσει πρώτα.)

Τα χέρια του μένουν ‘δεμένα’ πίσω από την πλάτη του. Για λίγα δευτερόλεπτα οι δυο τους στέκονται ακίνητοι με μέτωπο ο ένας στον άλλον. Ο Πινοσέτ καταλαβαίνει τι συμβαίνει και αμέσως προχωράει στον επόμενο παίκτη, για να μην δώσει αξία και προβολή σ’αυτό το πρωτοφανές γεγονός που μόλις έχει διαδραματιστεί. Δυστυχώς γι’αυτόν, ένας αφελής δημοσιογράφος της ‘La Segunda’ καταγράφει στην ανταπόκριση του την πράξη του Καζέλι, θέλοντας να τον στιγματίσει στα μάτια του λαού και να κερδίσει έτσι την εύνοια του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά το ακριβώς αντίθετο. Ο δημοσιογράφος απολύεται άμεσα και η κίνηση του Καζέλι να μην χαιρετήσει τον δικτάτορα μένει στο μυαλό των Χιλιανών ως μια από τις πρώτες μορφές αντίδρασης και αντίστασης κατά του δικτάτορα.

Ο Αουγκούστο Πινοσέτ δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται εύκολα τις διαφορετικές απόψεις. Ο Καζέλι μπορεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο λόγω της φήμης του (πρόκειται άλλωστε για έναν από τους καλύτερους επιθετικούς της χώρας, που έχει οδηγήσει την Κόλο-Κόλο σε δυο πρωταθλήματα και στον τελικό του Λιμπερταδόρες – η πρώτη ομάδα από τη Χιλή που το κατάφερνε αυτό – λίγους μήνες πριν) και του γεγονότος ότι εκείνη την εποχή αγωνίζεται στην Ισπανία, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τους δικούς του ανθρώπους. Το διάστημα που βρίσκεται στη Γερμανία για το Μουντιάλ, ένα αμάξι σταματάει μπροστά στο σπίτι των γονιών του. Λίγες ώρες μετά οι γείτονες ανακαλύπτουν ότι η μητέρα του έχει εξαφανιστεί. Όταν επιστρέφει στο σπίτι της δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της και το σώμα της είναι γεμάτο πληγές, εγκαύματα και μελανιές. Για αρκετό καιρό η ίδια αρνείται να περιγράψει όλα όσα πέρασε, ενώ ο γιος της μαθαίνει για την απαγωγή πολλές ημέρες μετά και αφού έχει ολοκληρωθεί το Μουντιάλ.

Η εκδίκηση του Πινοσέτ δεν σταματάει εκεί. Με εντολή του δικτάτορα ο Καζέλι μένει εκτός εθνικής στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, μια σοκαριστική απόφαση που ο επιθετικός της Χιλής την μαθαίνει τελευταία στιγμή κι ενώ βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, έτοιμος να πάρει το αεροπλάνο για να ενσωματωθεί στην εθνική ομάδα. Χωρίς τον μεγάλο της σκόρερ η ‘La Roja’ μένει εκτός Μουντιάλ αλλά κανένας στην ομοσπονδία δεν τολμάει να εκφράσει την δυσαρέσκεια του για την επιλογή των ανώτερων.

Το 1978 τελικά, και μετά από ένα επιτυχημένο πέρασμα από την Λεβάντε και την Εσπανιόλ (σε μια εποχή που ελάχιστοι Λατινοαμερικάνοι δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ευρώπη), o Καζέλι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της αγαπημένης του Κόλο-Κόλο, που έχει μείνει άτιτλη από τότε που τον έχασε, και επιστρέφει στην πατρίδα του για να τη βοηθήσει. Με τον «βασιλιά του τετραγωνικού μέτρου», όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω της τρομερής ικανότητας του να ξεμαρκάρεται και να εκτελεί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη σύνθεση της, η Κόλο-Κόλο επιστρέφει άμεσα στην κορυφή της Χιλής και τα επόμενα χρόνια κερδίζει 3 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα!

Οι επιτυχίες του με την Κόλο-Κόλο αναγκάζουν το καθεστώς να υποχωρήσει στο θέμα της κλήσης του και με τον Καζέλι σε τρομερή φόρμα (αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης) η Χιλή φτάνει ως τον τελικό του Κόπα Αμέρικα το 1979 και προκρίνεται για το Μουντιάλ του 1982. Στα 32 του είναι πλέον θρύλος στη χώρα και αυτό του επιτρέπει να μένει πιστός στις ιδέες και τις θέσεις του, μπροστά στον Πινοσέτ.

Σε μια νέα συνάντηση τους, το 1985, ο δικτάτορας σχολιάζει το ντύσιμο του Καζέλι λέγοντας: «Βλέπω ότι δεν αποχωρίζεσαι ποτέ την κόκκινη γραβάτα σου». Ο Καζέλι χωρίς ίχνος φόβου του απαντάει «Τη φοράω πάντα και την έχω κοντά στην καρδιά». Ο Πινοσέτ κλείνει την κουβέντα με την προειδοποίηση πως μια μέρα θα του την κόψει αυτή τη γραβάτα. (Ο μύθος λέει ότι ο Καζέλι απάντησε ξανά, λέγοντας «Ακόμα κι αν το κάνεις, η καρδιά μου θα παραμείνει κόκκινη», αλλά αυτό ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε.)

Λίγους μήνες μετά ο Καζέλι θα προσθέσει στο ενεργητικό του άλλη μια άτυπη νίκη κατά της δικτατορίας. Στις 12 Οκτωβρίου 1985 η Κόλο-Κόλο θα τιμήσει τον μεγάλο σκόρερ της, που αποχωρεί από την ομάδα έχοντας παίξει περισσότερα από 350 παιχνίδια και έχοντας σκοράρει πάνω από 200 φορές, με ένα φιλικό απέναντι σε επίλεκτους από όλη τη Ν. Αμερική. Το φιλικό διεξάγεται στο Εθνικό Στάδιο, οι κερκίδες είναι κατάμεστες και ο αγώνας περνάει σε δεύτερη μοίρα αφού αποκτάει γρήγορα μια πολιτική διάσταση. Το καθεστώς βέβαια απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση, με αποτέλεσμα να μη δει ποτέ η χώρα τα πανό κατά της δικτατορίας που σηκώνονται στις κερκίδες, ούτε το ξύλο που πέφτει μεταξύ της αστυνομίας και των φιλάθλων που τα κρατάνε. Ένας ραδιοφωνικός σταθμός όμως τολμάει να καλύψει ραδιοφωνικά τον αγώνα και έτσι στα σπίτια των Χιλιανών μπαίνει για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια σκληρής δικτατορίας η κραυγή χιλιάδων ανθρώπων που φωνάζουν με πάθος: «Ναι, θα πέσει! Ναι, θα πέσει!»

Ο Καζέλι όμως ξέρει ότι δεν αρκεί αυτό για να επιστρέψει η δημοκρατία στη χώρα. Τρία χρόνια αργότερα, και μετά από έντονες διεθνές πιέσεις, ο Πινοσέτ δέχεται να γίνει δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 1988 δίνει στους Χιλιανούς τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στον τερματισμό ή την ανανέωση της διακυβέρνησης από τον δικτάτορα για άλλη μία οκταετία. Οι δυο πλευρές (το «ΝΑΙ» και το «ΟΧΙ») έχουν στη διάθεση τους κάθε μέρα 15 λεπτά για να προβάλουν τα τηλεοπτικά τους σποτ που στηρίζουν τη θέση τους (αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να δει την πολύ καλή ταινία του Πάμπλο Λαρέν ‘No’). Το καθεστώς θεωρεί σίγουρη τη νίκη του και τα πρώτα γκάλοπ επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Μέχρι που ένα βράδυ στο τηλεοπτικό σποτ του «ΟΧΙ» εμφανίζεται μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο πουκάμισο, η οποία δηλώνει: «Μια μέρα έπεσα θύμα απαγωγής έξω από το σπίτι μου. Μου έδεσαν τα μάτια και με πήγαν σ’ένα άγνωστο μέρος, όπου βασανίστηκα για ώρες. Δέχτηκα τόσα χτυπήματα που δεν θέλω να τα θυμάμαι, από σεβασμό στα παιδιά μου, στην οικογένεια μου αλλά και στον εαυτό μου. Μπορώ να ξεχάσω τον σωματικό πόνο που ένιωσα αλλά υπάρχουν άλλες πληγές που δεν θα ξεχαστούν ποτέ». Όσο μιλάει, από κάτω αναγράφεται το όνομα της: Όλγα Γαρίδο.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά το τηλεοπτικό κάδρο ανοίγει και αποκαλύπτεται ότι δίπλα της κάθεται ένας μεσήλικας σγουρομάλλης με μουστάκι, μια γνωστή φιγούρα που όλοι οι Χιλιανοί αναγνωρίζουν. Ο Καζέλι κοιτάει την κάμερα και κρατώντας το χέρι της κυρίας δηλώνει: «Γι’αυτό ακριβώς ψηφίζω ΟΧΙ. Γιατί η χαρά σου, είναι και δικιά μου χαρά. Γιατί τα συναισθήματα σου, είναι και δικά μου συναισθήματα. Γιατί αύριο μπορούμε να ζήσουμε σε μια δημοκρατία που θα μας παρέχει ελευθερία, υγεία και στήριξη. Γιατί αυτή η υπέροχη κυρία είναι η μητέρα μου».

Δεκαπέντε χρόνια μετά από την απαγωγή, οι Χιλιανοί μαθαίνουν ότι η μητέρα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ήρωα της χώρας ήταν ανάμεσα στα θύματα της δικτατορίας. Το συγκεκριμένο σποτ αποδεικνύεται ένα από τα πιο πετυχημένα της καμπάνιας. H εξομολόγηση της κυρίας Γαρίδο δίπλα στον διάσημο γιο της δίνουν στο κίνημα του «ΟΧΙ» την ώθηση που χρειαζόταν για να κάνει την ανατροπή. Το «ΟΧΙ» παίρνει 56% και το αποτέλεσμα αυτό σηματοδοτεί το τέλος της δικτατορίας.

Ο Κάρλος Καζέλι είναι για τους στατιστικολόγους ο 5ος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Χιλής και ο 1ος σκόρερ στην ιστορία της Κόλο-Κόλο αλλά για τους περισσότερους Χιλιανούς που έζησαν εκείνη τη σκληρή εποχή του φόβου και της ανελευθερίας θα είναι για πάντα ο παίκτης που αρνήθηκε να δώσει το χέρι του σε έναν δικτάτορα και αυτός που συνέβαλλε με όποιο τρόπο μπορούσε στην πτώση του. Κι αυτή η συλλογική ανάμνηση είναι ένα επίτευγμα πολύ πιο μεγάλο και σημαντικό από οποιαδήποτε επιτυχία εντός των τεσσάρων γραμμών.

Τα τρία λεπτά ενός θαύματος

  [3 Σχόλια]

Όποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ξενυχτήσει για να δει τον δεύτερο ημιτελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες ανάμεσα στην Γκρέμιο και τη Ρίβερ Πλέιτ σίγουρα θα αποζημιώθηκε. Μία ακόμα μοναδική ποδοσφαιρική ιστορία στην πορεία του θεσμού γράφτηκε με γκολ, ανατροπές, συγκινήσεις, φασαρίες και φυσικά τις απαραίτητες γραφικότητες. Το ζευγάρι είχε κριθεί κατά πολλούς, μετά την πρώτη νίκη της Γκρέμιο μέσα στο Μονουμεντάλ με 0-1. Σε ένα σχετικά μέτριο παιχνίδι, χάρη σε μια στημένη φάση προς το τέλος, η ομάδα του Πόρτο Αλέγκρε συνέχισε την απίστευτη παράδοση που έχει χτίσει με τις ομάδες της Αργεντινής και πήρε το πρώτο παιχνίδι. Ο ενθουσιασμός ήταν τεράστιος στους Βραζιλιάνους που στο φετινό Λιμπερταδόρες είχαν σκοράρει 16 φορές και είχαν κερδίσει και τα πέντε τους εντός έδρας παιχνίδια, ενώ είχαν κερδίσει και τις προηγούμενες τέσσερις μονομαχίες τους με ομάδες της Αργεντινής. Ήταν το μεγάλο φαβορί στη ρεβάνς. Όλα τα σημάδια υπέρ τους.

Εδώ φανερός πράκτωρ Μου.Γκου. Από επίσημα σταδίου προς πάγκο.

Την ίδια στιγμή που ο πρόεδρος της Γκρέμιο επέλεγε αλαζονικά αντίπαλο στον τελικό (προτιμώντας την Μπόκα από την Παλμέιρας όπως είπε), η Ρίβερ απομονώθηκε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο για να γλιτώσει την παραδοσιακή επίσκεψη των Βραζιλιάνων οπαδών που κάθονται κάτω από τα παράθυρα των αντιπάλων και φωνάζουν όλο το βράδυ για να μην τους αφήσουν να κοιμηθούν. Η Ρίβερ είχε τιμωρημένο τον προπονητή της Μαρσέλο Γκαγιάρδο (τιμωρία της τελευταίας στιγμής) που παρά το γεγονός ότι δεν είχε δικαίωμα να επικοινωνεί με τον πάγκο του, κρατούσε ένα καθόλου διακριτικό… γουόκι τόκι στο χέρι και μιλούσε σαν τον Βέγγο με το βοηθό του χωρίς να ενδιαφέρεται για την τιμωρία.

Η ατμόσφαιρα στο Αρένα ντο Γκρέμιο ήταν απίστευτη από τους οπαδούς των Τρικολόρ, αλλά και από τους πολλούς εκδρομείς της Ρίβερ. Οι Αργεντίνοι δεν έδειξαν να επηρεάζονται από την έδρα πάντως και μπήκαν με πολλή δύναμη στο παιχνίδι, παίζοντας εξαιρετικά και χάνοντας σημαντικές ευκαιρίες στο πρώτο μισάωρο, με την Γκρέμιο να είναι τυχερή που η μπάλα δεν κατέληξε στα δίχτυα του Μαρσέλο Γκρό(χ)ε. Και όχι μόνο. Στο 36′ σε ένα κόρνερ και μετά από κόντρα άνοιξε το σκορ με τον Λέο Γκόμες. Οι ομάδες πήγαν στα αποδυτήρια με το 1-0 και το συνολικό 2-0 υπέρ της Γκρέμιο. Στα αποδυτήρια όμως πήγε και ένας άλλος. Σε μια στιγμή λατινοαμερικάνικης καλτίλας, ο τιμωρημένος Μαρσέλο Γκαγιάρδο, ωσάν κατάσκοπος και φορώντας καπέλο για να μην τον αναγνωρίσουν, μπήκε κρυφά για να δώσει οδηγίες στους παίκτες του. Οι Βραζιλιάνοι τον πήραν χαμπάρι τελικά και ο Γκαγιάρδο αποχώρησε, αφού βέβαια φώναζε στους Βραζιλιάνους φωτορεπόρτερ «βγάλε με καλύτερα» και σταματώντας για να ποζάρει. Οι Βραζιλιάνοι του φώναζαν «ντροπή, ντροπή», αλλά ο «Μουνιέκο» ατσαλάκωτος επέστρεψε στις εξέδρες.


Σαν τον κλέφτη

Η Ρίβερ πάντως δεν ήταν καλύτερη στο 2ο ημίχρονο, το παιχνίδι έχασε το ρυθμό και τις φάσεις του και η Γκρέμιο έχασε τεράστια ευκαιρία να το καθαρίσει όταν ο Έβερτον σε μοναδικό τετ-α-τετ σημάδεψε τον τερματοφύλακα της Ρίβερ Αρμάνι. Η καταρρακτώδης βροχή έδειχνε ότι κάτι θα συμβεί, δεν γίνεται να έχεις τέτοια σκηνοθεσία και να πάει χαμένη με ένα ξενέρωτο συνολικό 2-0. Η ώρα περνούσε βασανιστικά για τους Μιγιονάριος, οι Βραζιλιάνοι έκαναν καθυστερήσεις συνεχώς κι ο Γκαγιάρδο έκανε τις αλλαγές του. Σκόκο και Πίτι Μαρτίνες πέρασαν μέσα. Στο 81′, από ένα φάουλ του Πίτι, η μπάλα έφτασε στην περιοχή των Βραζιάνων. Ο Μπορέ πήρε την κεφαλιά (με τους Βραζιλιάνους να φωνάζουν για χέρι) και πέτυχε το πολυπόθητο γκολ. Η Ρίβερ ήθελε ακόμα ένα γκολ, τα εκτός έδρας μετράνε σε αυτή τη φάση του Λιμπερταδόρες, ώστε να πάρει την πρόκριση.


Ένα παλιό προφητικό πανό για τον Μπρεσάν. «Αν ο Μπρεσάν είναι ποδοσφαιριστής, εγώ είμαι αστροναύτης»

Στο 84′ έγινε η δεύτερη καθοριστική φάση και μέσα σε τρία λεπτά άλλαξε ο αγώνας. Σέντρα στην περιοχή, κατέβασμα του Σκόκο που σούταρε κι η μπάλα κόντραρε στον Μπρεσάν. Οι παίκτες της Ρίβερ δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι έγινε, ζητούν κόρνερ και πράγματι ο διαιτητής το δίνει. Αυτό που όμως δεν είχαν καταλάβει οι παίκτες της Ρίβερ, το κατάλαβε το VAR. Ο Ουρουγουανός διαιτητής Κούνια πήγε και είδε το βίντεο και ανακάλυψε ότι η μπάλα είχε χτυπήσει στο χέρι του αμυντικού της Γκρέμιο. Το πέναλτι δίνεται. Ο Μπρεσάν βλέπει τη δεύτερη κίτρινη κάρτα. Ο παίκτης που μπήκε αλλαγή χαντακώνει την ομάδα του. Επιτίθεται στο διαιτητή, άλλοι παίκτες ορμάνε στους επόπτες και στο γήπεδο επικρατεί χάος από τις διαμαρτυρίες.

Χρειάστηκε πολλή ώρα για εκτελεστεί το πέναλτι, περίπου 7-8 λεπτά μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα στον αγωνιστικό χώρο. Ο Πίτι Μαρτίνες πήρε την μπάλα και παρά το άγχος, έκανε μια εξαιρετική εκτέλεση πέναλτι γράφοντας το 1-2. Το θαύμα είχε ολοκληρωθεί. Τα υπόλοιπα λεπτά των πάρα πάρα πολλών καθυστερήσεων δεν έφεραν καμία αλλαγή στο τελικό σκορ. Το παιχνίδι έληξε περίπου στο… 103′, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει τη γιορτή της Ρίβερ.


Πόσο υπέροχη η φανέλα της Ρίβερ; (και ευκαιρία να ποστάρουμε λίγο Νάτσο)

Η Ρίβερ για τέταρτη φορά επί Γκαγιάρδο ανέτρεψε αποτέλεσμα σε 2ο αγώνα και έφτασε σε έναν τελικό που θα περιμένει το νικητή του Παλμέιρας-Μπόκα για να διεκδικήσει τον τέταρτο τίτλο της στη μεγαλύτερη Λατινοαμερικάνικη διασυλλογική διοργάνωση. Οι πιθανότητες για ένα Σούπερ Κλάσικο σε τελικό Λιμπερταδόρες είναι αρκετές, καθώς η Μπόκα έχει κερδίσει με 2-0, αλλά μετά τα όσα είδαμε στο Πόρτο Αλέγκρε, δεν θα είναι έκπληξη μία ακόμα ανατροπή. Την ίδια στιγμή, όπως έγραψε και ένας δημοσιογράφος, ό,τι και να γίνει στο Λιμπερταδόρες οι τελευταίες σκηνές σε κάθε ματς είναι αυτές:

Τα ευλογημένα ποδοσφαιρικά παπούτσια

  [Καθόλου σχόλια]

Για αρκετούς το ποδόσφαιρο είναι μία θρησκεία. Το γήπεδο ένας ναός. Οι παίκτες θεοί και άγιοι. Και μερικές φορές γίνονται θαύματα. Ειδικά στη Λατινική Αμερική, εκεί που η θρησκεία και το ποδόσφαιρο συχνά μπερδεύονται. Αυτή είναι η ιστορία του Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο (ή Μπασούρκο ανάλογα με το μέρος), ενός Βάσκου που γεννήθηκε το 1944. Ο Χουάν Μανουέλ από μικρός έδειξε αγάπη για το χριστιανισμό και αποφάσισε να γίνει ιερέας σπουδάζοντας σε ιερατική σχολή. Παράλληλα όμως λάτρευε και τη στρογγυλή θεά. Όχι απλά για να την παρακολουθεί, αλλά για να γίνεται κοινωνός της, παίζοντας στη μικρούλα ομάδα Μότρικο της Γ’ εθνικής σε μια κωμόπολη της χώρας των Βάσκων. Λέγεται ότι η Ρεάλ Σοσιεδάδ ενδιαφέρθηκε, αλλά ο ίδιος είχε αποφασίσει οριστικά να γίνει ιερέας κι αυτό έκανε.

Ο Μπαθούρκο τελείωσε τις σπουδές του και επειδή ήταν μάχιμος, αποφάσισε να γίνει ιεραπόστολος και να πάει στη Λατινική Αμερική. Προορισμός του το Εκουαδόρ και η εκκλησία του Σαν Κριστομπάλ, εκεί που ταξίδεψε με μία βίβλο και μία βαλίτσα. Σε μια γωνία της βαλίτσας υπήρχαν και τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Το σαράκι της μπάλας τον έτρωγε. Ο πάτερ Χουάν Μανουέλ δοκιμάστηκε και έγινε παίκτης της τοπικής Σαν Καμίλο. Γρήγορα ο Βάσκος έγινε ατραξιόν και η φήμη του «ιερέα ποδοσφαιριστή» άρχισε να ταξιδεύει σε όλη τη χώρα. Δεν ήταν όμως μόνο το επάγγελμά του, ήταν και το ταλέντο του. Το ποδόσφαιρο στον Ισημερινό δεν ήταν στο επίπεδο της Ισπανίας και φαινόταν ότι ο Μπαθούρκο ήταν για… παραπάνω. Ήταν ένας ψηλός και δυνατός επιθετικός που έβλεπε εστία.


Ο Μπαθούρκο αριστερά, ο Σπένσερ στη μέση

Κάπως έτσι, μια από τις καλές ομάδες εκείνης της εποχής, η Λίγκα Πορτοβιέχο του έκανε επίσημη πρόταση για την Α’ εθνική. Ο Μπαθούρκο έπρεπε να ζητήσει φυσικά άδεια από την εκκλησία και όταν την πήρε έγινε για πρώτη φορά στη ζωή του επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Ο Βάσκος πάντα έβαζε πρώτα τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα και μετά το ποδόσφαιρο. Μέσα σε μια χρονιά στο Εκουαδόρ έφτασε σε επαγγελματικό επίπεδο και μετά από άλλα δύο χρόνια πήρε μεταγραφή για την Μπαρσελόνα Σπόρτινγκ Κλουμπ, την πρωταθλήτρια που τον δήλωσε και για τα παιχνίδια του Κόπα Λιμπερταδόρες για το 1971 μαζί με τον σπουδαίο Αλμπέρτο Σπένσερ, τον άνθρωπο που σχεδόν εξήντα χρόνια μετά είναι ακόμα ο 1ος σκόρερ στην ιστορία του θεσμού. Ο Βραζιλιάνος κόουτς της Μπαρσελόνα δεν ενθουσιάστηκε και έκανε παράπονα στη διοίκηση, «εγώ ήθελα γκολεαδόρ και εσείς μου φέρατε παπά» τους πει. Ο κόσμος τον έβλεπε ως ατραξιόν πάντως και όταν ήταν στον πάγκο φώναζε στον κόουτς να βάλει τον ιερέα μπας και σκοράρει η ομάδα.

Στους ομίλους του Λιμπερταδόρες η Μπαρσελόνα αντιμετώπισε την τοπική μισητή αντίπαλο την Έμελεκ και δύο ομάδες από την Κολομβία. Τερμάτισε πρώτη και πήρε την πρόκριση στη φάση των… 6, εκεί που οι ομάδες χωρισμένες σε δύο ομίλους των τριών διεκδίκησαν τα δύο εισιτήρια για τον τελικό. Ο σύλλογος από το Εκουαδόρ βρέθηκε στον ίδιο όμιλο με τη Ουνιόν Εσπανιόλα από τη Χιλή και την τεράστια τότε και απίστευτα σκληρή Εστουδιάντες Λα Πλάτα, την ομάδα που είχε κατακτήσει τρεις σερί τίτλους Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Στο παιχνίδι του Εκουαδόρ η Εστουδιάντες κέρδισε με 0-1. Οι υπερόπτες Αργεντίνοι δημοσιογράφοι έγραψαν για την πανεύκολη νίκη της ομάδας του, απέναντι σε μια ομάδα πολύ χαμηλής δυναμικότητας, επιπέδου Γ’ εθνικής και ότι το πιο δύσκολο ήταν οι 35 βαθμοί Κελσίου στο γήπεδο και όχι ο αντίπαλος. Τα άρθρα μεταφέρθηκαν και στους παίκτες της Μπαρσελόνα.

Ο πάτερ με τα ρούχα της δουλειάς. Και της μιας και της άλλης.

Η αλαζονεία δεν ήταν και τόσο αδικαιολόγητη, η Εστουδιάντες είχε να ηττηθεί στο θεσμό από τον Απρίλιο του 1968 και είχαμε φτάσει στην άνοιξη του 1971. Το δε εντός έδρας ρεκόρ της ήταν ακόμα πιο μεγάλο, με μόλις μία ισοπαλία τα τελευταία χρόνια. Κάπως έτσι στις 29 Απριλίου του 1971 η Μπαρσελόνα ταξίδεψε στη Λα Πλάτα σε μια καυτή (αυτή τη φορά όχι εξαιτίας της θερμοκρασίας) έδρα. Στην 11αδα της ομάδας βρέθηκε κι ο παπάς που γενικά είχε παίξει σε λίγα παιχνίδια με την ομάδα του, καθώς είχε και… υποχρεώσεις προς τους πιστούς της ενορίας του. Βλέπετε είχε συμφωνήσει με τη Μητρόπολη να παίζει μόνο όταν δεν είχε λειτουργία ή κατηχητικό με τα παιδιά. Αλλά το παιχνίδι αυτό έγινε Τετάρτη κι ο Βάσκος βρέθηκε στην Αργεντινή και μάλιστα βασικός.

Σιγά σιγά καταλαβαίνετε πού πάει η ιστορία. Το σενάριο μοιάζει πιο τραβηγμένο από τα μαλλιά και από τις τρομερές υπερβολές ισπανόφωνου σίριαλ (υπερτιμημένο Casa de Papel εσένα κοιτάζω), αλλά έγινε αυτό που καταλάβατε. Λίγο μετά τα μέσα του 2ου ημιχρόνου μία πάσα του Σπένσερ (που τα αργεντίνικα άρθρα έγραφαν πριν το ματς ότι κολλούσε τα τελευταία του ένσημα) έφερε την μπάλα στον Μπαθούρκο που την έστειλε με το δεξί στην εστία της Εστουδιάντες. Το τελικό 0-1 ήταν μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του θεσμού. Το ματς έμεινε γνωστό ως «το κατόρθωμα της Λα Πλάτα» και είναι μία από τις σπουδαιότερες επιτυχίες όχι μόνο του συλλόγου (που κέρδισε πολλούς οπαδούς στη χώρα), αλλά και γενικά του Εκουαδόρ. Όπως φαντάζεστε, οι παίκτες έγιναν δεκτοί εν μέσω αποθέωσης στην επιστροφή της ομάδας, με τον κόσμο να βγαίνει στους δρόμους της πόλης κι ακόμα και τον Πρόεδρο του Εκουαδόρ να υποδέχεται την αποστολή με τιμές ηρώων. Ήταν η πρώτη νίκη ομάδας του Εκουαδόρ στην Αργεντινή.

«Τα ευλογημένα παπούτσια του πατέρα Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο»
εξώφυλλο της εποχής

Δυστυχώς για την Μπαρσελόνα, η ήττα της από τους Χιλιανούς την έφερε τελικά στους 4 βαθμούς και η Εστουδιάντες πήρε την πρόκριση στον τελικό (που τελικά έχασε από τη Νασιονάλ) με 6. Όσο για το μεγάλο σκόρερ, δεν τελείωσε τη σεζόν στην ομάδα. Η υπερβολική πίεση που ένιωθε στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο και η δημοσιότητα δεν ήταν γι’ αυτόν. Η εκκλησία τον έστειλε πίσω στην αρχική του ενορία, συνέχισε εκεί να παίζει για λίγο μέχρι που άφησε ολοκληρωτικά το ποδόσφαιρο και αφοσιώθηκε στην εκκλησία τα επόμενα χρόνια. Επέστρεψε τελικά στην Ισπανία, έγινε κοσμικός (απογοητευμένος από το θεσμό της εκκλησίας όπως δήλωσε) και έζησε στο Σαν Σεμπαστιάν ως δάσκαλος σε δημοτικό, κάνοντας και δική του οικογένεια. Τελευταία φορά που είδε τους συμπαίκτες του ήταν όταν ο σύλλογος γιόρτασε την 25η επέτειο της νίκης και πήγε στο Εκουαδόρ. Από τότε δεν ταξίδεψε ξανά στη χώρα που έγινε διάσημος, μια που φοβόταν και τα αεροπλάνα. Ένας ήσυχος άνθρωπος που τα τελευταία του χρόνια καλλιεργούσε ντομάτες στον κήπο του σπιτιού του, διάβαζε τα βιβλία του και έβλεπε ποδόσφαιρο (γιατί τελικά κάποια πράγματα δεν αλλάζουν). Ο Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο πέθανε το 2014. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αφιερώθηκε στις δύο αγάπες του, την μπάλα και την εκκλησία, αλλά όπως έλεγαν στον Ισημερινό: «Στον άμβωνα ήταν καλός, στη μεγάλη περιοχή ακόμα καλύτερος».

Ο μεταλάς που αγαπούσε τη φανέλα

  [2 Σχόλια]

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο κάποιος ποδοσφαιριστής να μην λατρεύει το ποδόσφαιρο. Αρκετοί διάσημοι σταρ έχουν πει ότι δεν πολυβλέπουν μπάλα (πιο πρόσφατα ο Κάρλος Τέβες). Ένας ποδοσφαιριστής που δεν ήταν θαυμαστής του αθλήματος ήταν κι ο Νταρίο Ντουμπουά, ένας μέτριος Αργεντινός ποδοσφαιριστής που πέρασε την καριέρα του σε ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών. Τα ονόματά τους φολκλορικά: Λουγκάνο, Μίντλαντ (καμία εκ των δύο ευρωπαϊκή), Ριέστρα, Κανιουέλας και Ντεπορτίβο Παραγκουάγιο μερικά από αυτά. Ο Νταρίο έπαιζε κεντρικός αμυντικός και όπως είχε δηλώσει: «για την Α’ εθνική δεν υπάρχω, για τη Β’ δεν είμαι τόσο καλός, για τη Γ’ είμαι καλός, για τη Δ’ πολύ καλός και στην Ε’ είμαι ο καλύτερος αμυντικός». Αν θα έπρεπε να βρούμε μια λέξη για να τον περιγράψουμε, θα ήταν «μεταλάς». Το μεγάλο πάθους του Νταρίο ήταν η μουσική κι έπαιζε μπάσο σε μια tribute μπάντα αφιερωμένη στους Vox Dei, ένα ιστορικό συγκρότημα της χώρας με επιρροές από τους Stones, τους Doors, τους Beatles.

Άκουγε φανατικά Black Metal και όπως ίσως κάποιοι γνωρίζετε, αρκετά συγκροτήματα αυτού του είδους εμφανίζονται επί σκηνής με βαμμένο το πρόσωπο. Κάπως έτσι είχε την έμπνευση και πριν από ένα «κλάσικο» της Μίντλαντ με τη Μέρλο αποφάσισε να βάψει ασπρόμαυρο το πρόσωπό του θυμίζοντας κάτι μεταξύ Kiss και Dimmu Borgir. Μια που στους κανονισμούς δεν υπήρχε κάποια ειδική αναφορά, ο διαιτητής δεν το απαγόρευσε κι ο Ντουμπουά έπαιξε κανονικά έτσι. Και το έκανε και στο επόμενο και στο μεθεπόμενο ματς. Η εμφάνισή του έγινε φυσικά γνωστή στη χώρα και ο Νταρίο έδωσε συνέντευξη στην Ole: «Το κάνω γιατί μου δίνει δύναμη. Βάφεσαι, βγαίνεις έξω να πολεμήσεις και να σκοτώσεις τους αντιπάλους σου. Οι συμπαίκτες μου το πήραν στην πλάκα, αλλά αρκετοί από τους αντιπάλους μου φοβήθηκαν. Είμαι ένας κλόουν με βαμμένο πρόσωπο, αλλά έτοιμος να πεθάνω για τη φανέλα».

«Δεν μου αρέσει το ποδόσφαιρο. Παίζω γιατί είναι κάτι ανταγωνιστικό και γυμνάζομαι κιόλας. Βγάζω και λίγα χρήματα από αυτό. Βοηθάνε γιατί η οικονομική μου κατάσταση είναι καταστροφή».

Κάπως έτσι μετατράπηκε σε μία καλτ φιγούρα των εξίσου καλτ μικρότερων κατηγοριών της Αργεντινής που όπως γνωρίζετε αν μας διαβάζετε, έχουν το δικό τους πολύ φανατικό κοινό. Ο Ντουμπουά έπαιξε συνολικά σε 16 ματς με βαμμένο πρόσωπο, μέχρι η Ομοσπονδία να βγάλει οδηγία ότι απαγορευόταν πλέον κάτι τέτοιο. Κάθε φορά που έβαζε γκολ πανηγύριζε με τη γλώσσα έξω σαν τον Τζιν Σίμονς των Kiss. Δεν ήταν μόνο όμως μόνο η βαμμένη μούρη για την οποία ξεχώριζε. Ο Ντουμπουά ήταν γενικά μορφάρα, ένας ωραίος τύπος που ο απλός κόσμος των χαμηλών κατηγοριών λάτρευε. Το 1995, όταν αγωνιζόταν στη Λουγκάνο, ο σπόνσορας της ομάδας υποσχέθηκε πριμ 40 πέσος σε κάθε ποδοσφαιριστή αν η ομάδα κέρδιζε. Η Λουγκάνο έκανε σερί τριών νικών, αλλά κανείς δεν πήρε ούτε μισό πέσο. Τότε ο Νταρίο αποφάσισε να εκδικηθεί τον σπόνσορα. Πριν το ματς με την Ακασούσο, πήρε μαζί του μαύρη μονωτική ταινία για να την κολλήσει πάνω στη φανέλα στο σημείο της διαφήμισης. Βγαίνοντας για ζέσταμα όμως, ξεχάστηκε και δεν το έκανε. Για καλή του τύχη, εκείνη την ημέρα έβρεχε και το γήπεδο ήταν χάλια. Ο Νταρίο πήρε λάσπη και την έτριψε πάνω στη φανέλα. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμα καλύτερο πάνω στην πορτοκαλί φανέλα.

Ένα από τα πιο κλασσικά κομμάτια των Vox Dei

Όταν έπαιζε στη Βικτοριάνο Αρένας (τελευταία του ομάδα), ένα μέλος της διοίκησης της Χουβεντούδ Ουνίδα τον πλησίασε και προσπάθησε να τον δωροδοκήσει. Πίστευε ότι αν η ομάδα του κέρδιζε την άνοδο, αυτός θα εκλεγόταν ξανά στο δημοτικό συμβούλιο. Παρ’ ότι ο Νταρίο δεν ήταν κανένας πλούσιος αρνήθηκε και τον έκανε βούκινο στο ραδιόφωνο, αποκαλώντας τον αρουραίο. Πέρα από την καλτ εμφάνιση, ο Νταρίο ήταν άνθρωπος που σιχαινόταν τη βρωμιά του ποδοσφαίρου.

Ακόμα πιο γραφική είναι η ιστορία σε ένα Μίντλαντ-Εξκουρσιονίστας. Ο διαιτητής Χουάν Κάρλος Μορένο του έβγαλε τη 2η κίτρινη κάρτα για ένα φάουλ. Όταν πήγε να βγάλει την κόκκινη όμως, του έπεσε από την τσέπη ένα χαρτονόμισμα των 500 πέσος. Ο Ντουμπουά με απίστευτα αντανακλαστικά, έσκυψε το πήρε και άρχισε να τρέχει. Σύντομα τον κυνηγούσαν ο διαιτητής, οι αντίπαλοι, οι συμπαίκτες του και οι προπονητές, μέχρι που τελικά κάποια στιγμή τον στρίμωξαν σε μία γωνία. «Είναι η τιμωρία σου που μου στερείς το πριμ του αγώνα» φώναζε ο Ελ Λόκο. Ο Ντουμπουά είχε βάλει τα χρήματα μέσα στο μανίκι, αλλά τελικά αναγκάστηκε να τα επιστρέψει γιατί όπως είπε: «θα μου έριχναν 20 αγωνιστικές». Σε ένα άλλο ματς πάλι απέναντι στους Εξκουρσιονίστας, η τότε ομάδα του δέχτηκε πέντε γκολ. Οι αντίπαλοι οπαδοί περίμεναν απ’ έξω το πούλμαν των ηττημένων για να πετάξουν αντικείμενα και να βρίσουν τους παίκτες. Το παράθυρο άνοιξε, ο Νταρίο βγήκε μισός έξω και τους είπε: «ηρεμήστε ρε παιδιά, όχι κι έτσι, ποδόσφαιρο είναι και μας βάλατε και πέντε γκολ». Οι βρισιές σύντομα έγιναν αποθέωση από τους χούλιγκαν που του έδιναν τα χέρια και του έλεγαν ότι έχει κοχόνες και τον θέλουν στην ομάδα τους.

Στις καλτ στιγμές του (κάποιες υπάρχουν και στο παραπάνω βίντεο αφιέρωμα) ξεχωρίζουν η φορά που καθόταν στον πάγκο φορώντας γυαλιά ηλίου σαν τον Ρόι Όρμπισον (κάτι που του στοίχισε και μια θέση στην ομάδα στη συνέχεια) και η μέρα που αποχώρησε από το γήπεδο βγάζοντας τα ρούχα του (όλα) για να πανηγυρίσει μία άνοδο. Ο Νταρίο έπαθε έναν σοβαρό τραυματισμό το 2005, αλλά η Βικτοριάνο δεν του κάλυπτε τα έξοδα για την επέμβαση στους συνδέσμους. Η Ομοσπονδία με την οποία είχε έρθει σε κόντρα, δεν βοήθησε επίσης. Σαν να τον εκδικήθηκε για τους μπελάδες που την είχε βάλει. Σταμάτησε το ποδόσφαιρο κι έβγαζε χρήματα παίζοντας μουσική με την μπάντα του και κυρίως δουλεύοντας ως ηχολήπτης. Το 2007 έδωσε μία συνέντευξη σε ένα αργεντίνικο ποδοσφαιρικό μπλογκ λέγοντας ότι ονειρεύεται να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο, να κερδίσει μία άνοδο και να σταματήσει να παίζει μπάλα στα 40 του (σκεφτείτε να του άρεσε και το ποδόσφαιρο). Δυστυχώς όμως η ζωή τα ‘φερε αλλιώς.

Τον Μάρτιο του 2008 επιστρέφοντας στο σπίτι μαζί με την κοπέλα του δέχθηκε επίθεση. Οι δράστες άφησαν την κοπέλα να φύγει, αλλά πήραν το ποδήλατο και το κινητό του Ντουμπουά και τον πυροβόλησαν δύο φορές, στα πόδια και το στομάχι. Οι συνθήκες είναι λίγο μυστηριώδεις και μάλλον δεν ήταν μια απλή ληστεία, αλλά είχε και προσωπικά κίνητρα. Ο Ντουμπουά υπεβλήθη σε δύσκολη επέμβαση, του αφαιρέθηκε μέρος του πνεύμονα και του εντέρου. Συνήλθε, ευχαρίστησε και το χειρουργό στον οποίο υποσχέθηκε να κάνει δώρο δύο ηχεία «για να ακούει δυνατή μουσική», έδωσε μεγάλη μάχη τις επόμενες ημέρες αλλά τελικά στις 17 Μαρτίου 2008 σε ηλικία μόλις 37 ετών, αυτή η φοβερή φιγούρα του ποδοσφαίρου έφυγε από τη ζωή.

Περίπου 17 χρόνια νωρίτερα, οι Kiss βγάζουν το τραγούδι «God Gave Rock ‘N’ Roll to You II». Ο ντράμερ Έρικ Καρ πάσχει από καρκίνο, δεν μπορεί να συμμετάσχει στην ηχογράφηση του τραγουδιού και αντικαθίσταται, τραγουδώντας απλά τον στίχο «to everyone he gave the song to be sung». Όταν έρχεται η ώρα να γυριστεί το βίντεο κλιπ, παρακαλεί τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας να λάβει μέρος, παρ’ ότι η υγεία του είναι σε άθλια κατάσταση. Αυτοί δέχονται, ο Καρ φοράει περούκα καθώς έχει χάσει τα μαλλιά του από τις χημειοθεραπείες και δίνει τα πάντα στα γυρίσματα. Λίγους μήνες αργότερα πεθαίνει. Ο Ντουμπουά δεν θα μπει ποτέ σε κάποιο αφιέρωμα με τους καλύτερους ποδοσφαιριστές, ούτε με τους καλύτερους μπασίστες, αλλά στη σύντομη ζωή του έδωσε μεγάλες χαρές στο κοινό του και άγγιξε αρκετές ζωές. Κι όπως λένε κι οι στίχοι των Kiss, τραγούδησε κι αυτός το δικό του τραγούδι. Σύντομο, αλλά δυνατό, όπως του άρεσε.

Το τέλος του κόσμου κι ο Κάρλος Ρόα

  [4 Σχόλια]

Στη μουσική υπάρχει ο όρος «one hit wonder» για καλλιτέχνες ή μπάντες που έκαναν τρομερή επιτυχία με ένα τραγούδι και μετά το απόλυτο χάος. Από τον… Vanilla Ice και τις 4 Non Blondes μέχρι τους Bombfunk MC’s, η μουσική βιομηχανία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Στο ποδόσφαιρο δεν ξέρω αν υπάρχει αντίστοιχος όρος, άλλωστε με ένα γκολ είναι δύσκολο να κάνεις καριέρα, αλλά έχουμε δει δεκάδες ποδοσφαιριστές να κερδίζουν εντυπώσεις σε μία διοργάνωση ή μία σεζόν, να παίρνουν μια μεταγραφή και μετά να εξαφανίζονται, κινούμενοι στη μετριότητα. Συνήθως όλοι αυτοί (καλλιτέχνες και αθλητές) δεν ήταν μάλλον τόσο καλοί, συνέπεσαν σε μια περίοδο που τους πήγαν όλα καλά, ήταν τυχεροί, πείτε το όπως θέλετε. Ο πρωταγωνιστής της σημερινής μας ιστορίας όμως, είναι μία κατηγορία μόνος του. Γιατί ενώ έχει όλα τα τυπικά προσόντα του «one hit wonder» (έφτασε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα στην κορυφή), στην πραγματικότητα θα μπορούσε να κάνει πολύ πιο σπουδαία πράγματα αν μόνος του δεν κατέστρεφε το μέλλον του. Αυτή είναι η πολύ περίεργη ιστορία του Κάρλος Άνχελ Ρόα, ενός σπουδαίου τερματοφύλακα και ακόμα πιο περίεργου ανθρώπου.

Παρ’ ότι γεννήθηκε στη Σάντε Φε, δεν έπαιξε μπάλα σε κάποια από τις ομάδες της. Φόρεσε τα γάντια του στη Ράσινγκ Κλουμπ, παίρνοντας την πρώτη του συμμετοχή μόλις στα 19 του, όταν ο μεγάλος «Πάτο» Φιλιόλ αποβλήθηκε σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Ρόα έπαιξε μέχρι το 1994 στη Ράσινγκ και κατά τη διάρκεια της καριέρας του εκεί, συνέβη το πρώτο περίεργο. Τον Αύγουστο του 1990 η Ράσινγκ ταξίδεψε στην Αφρική για να κάνει εκεί ορισμένα φιλικά με ομάδες όπως η εθνική Μπενίν, το Τόγκο κι η Μπουρκίνα Φάσο. Ο Κάρλος Ρόα επιστρέφοντας από το Κονγκό εμφάνισε συμπτώματα ελονοσίας κι έφτασε ένα βήμα πριν το θάνατο. Η ασθένεια στην Αργεντινή ήταν πρακτικά άγνωστη και δεν υπήρχαν τα κατάλληλα φάρμακα για να θεραπευθεί, ενώ οι γιατροί που ήξεραν μόνο από τα βιβλία του έδωσαν εξιτήριο πολύ νωρίς. Αποτέλεσμα, ο Ρόα να επιστρέψει σε χειρότερη κατάσταση στο νοσοκομείο κι οι γονείς του αναγκάστηκαν να φέρουν τα φάρμακα από τη Βραζιλία. Ο πρόεδρος της Ράσινγκ δήλωσε ότι Ρόα αρνήθηκε να τα πάρει εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, κάτι που ο Ρόα πάντως το διέψευσε. Έτσι κι αλλιώς όμως, ο ίδιος θεώρησε ότι σώθηκε από θαύμα. Η πίστη του στον Θεό έγινε πολύ πιο έντονη.


«Η κατάκτηση της Αφρικής», τίτλος της εποχής για την τουρνέ στην Αφρική

Ο Ρόα έχασε μια σεζόν περίπου, επέστρεψε βασικός μετά τη φυγή του Γκοϊκοετσέα και τελικά το 1994 πήρε μεταγραφή στη Λανούς, σε μια απόφαση που άλλαξε την καριέρα του. Εκεί συνέπεσε σε μία χρυσή εποχή του συλλόγου, με το νεαρό τότε Έκτορ Ραούλ Κούπερ να κάνει σπουδαία δουλειά και συμπαίκτες καλούς παίκτες όπως ο Αριέλ Ιμπαγάσα και οι Μοράλες και Σούρερ. Όπως φυσικά ξέρουμε, ομάδα του Κούπερ και αυτοκτονία είναι έννοιες συνυφασμένες, ο Ρόα άγγιξε ένα πρωτάθλημα, αλλά το έχασε. Πρόλαβε όμως στη θητεία του να σημειωσει και το πρώτο του γκολ, με πέναλτι απέναντι στο… συνάδελφό του Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ. Το 1997 ο Κούπερ πηγαίνει στη Μαγιόρκα και για να υπογράψει, βάζει όρο στους νησιώτες να πάρουν τον «Λετσούγκα» (παρατσούκλι που σημαίνει μαρούλι, μια που ο Ρόα ήταν vegetarian πολύ πριν γίνει… μόδα,) για να τους βρει ένα χρόνο αργότερα κι ο Ιμπαγκάσα. Το 1997-98 είναι η χρονιά του… wonder για τον Ρόα.

Η νεοφώτιστη Μαγιόρκα του Έκτορ του Ραούλ του Κούπερ, με παίκτες όπως οι Στάνκοβιτς και Βαλερόν, κάνει μια συγκλονιστική σεζόν που τη φέρνει στην 5η θέση του πρωταθλήματος, ενώ φτάνει και στον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι στο Μεστάγια απέναντι στην Μπάρτσα του φαν Χάαλ. Αν αγαπητέ αναγνώστη περιμένεις happy ending σε τελικό με Κούπερ, μάλλον είσαι αισιόδοξος. Η Μαγιόρκα ανοίγει το σκορ στο 6′, ισοφαρίζεται από το Ριβάλντο, μένει με 10 παίκτες αρχικά και στην παράταση με 9. Κι όμως, καταφέρνει και κρατάει το 1-1 πηγαίνοντας το ματς στα πέναλτι.

Ένα βίντεο γεμάτο παιχταράδες (τα πέναλτι ξεκινούν περίπου στο 8.30)

Ο Ρόα αποκρούει τα πέναλτι των Ριβάλντο και Θελάδες και σκοράρει ο ίδιος στο 5ο και κρίσιμο. Στη συνέχεια αποκρούει το 6ο πέναλτι του Λουίς Φίγκο. Τι άλλο να κάνει ο άνθρωπος; Ο Στάνκοβιτς όμως στέλνει την μπάλα άουτ και η διαδικασία συνεχίζεται με την Μπαρσελόνα να κατακτά το κύπελλο χάρη και στον Χεσπ που κάνει τελικά κι αυτός τρεις αποκρούσεις. Η Μαγιόρκα αγγίζει το θαύμα. Ο Ρόα πάντως με την απόδοσή του έχει κερδίσει την κλήση στην εθνική ομάδα για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Πασαρέλα τον προτιμά από τον Χερμάν Μπούργκος και τον Καβαγιέρο και δικαιώνεται. Η Αργεντινή περνάει με τρεις νίκες από τον όμιλό της και ο Κάρλος Ρόα δεν δέχεται κανένα γκολ.

Στη φάση των 16 έχουμε ένα από καλύτερα παιχνίδια σε Μουντιάλ, το περίφημο Αργεντινή-Αγγλία με μερικές ιστορικές φάσεις. Μπατιστούτα-Ζανέτι, Σίρερ-Όουεν σκοράρουν και το παιχνίδι μετά από 120 λεπτά πηγαίνει στα πέναλτι. Ο Πασαρέλα πλησιάζει τον Ρόα και του λέει: «Πρέπει να κερδίσουμε στα πέναλτι, ε» και τον χτυπάει στην πλάτη, σαν να του λέει «κανόνισε να μην περάσουμε και θα δεις». Ο Ρόα νιώθε όλο το βάρος πάνω του, αλλά αν περιμένεις φίλε αναγνώστη καλή κατάληξη για την Αγγλία στα πέναλτι, πάλι κάνεις λάθος. Ο Σίμαν πιάνει το πέναλτι του Κρέσπο, αλλά ο Ρόα είναι σε τρομερή κατάσταση. Αποκρούει τα πέναλτι τόσο του Ινς, όσο και του Μπάτι. Η Αργεντινή παίρνει την πρόκριση κι ο Ρόα γίνεται εθνικός ήρωας, ο νέος Γκοϊκοετσέα. Μπορεί στη συνέχεια η χώρα να πικραίνεται από τον αποκλεισμό στο τέλος από την Ολλανδία (ναι, ο Ρόα είναι ο τερματοφύλακας σε αυτό το γκολ του Μπέργκαμπ), αλλά ο Λετσούγκα θεωρείται πλέον από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στον κόσμο.

Η Μαγιόρκα κάνει μια ακόμα εξαιρετική σεζόν και τερματίζει 3η το 1999. Ο Ρόα είναι σταθερά στους διακριθέντες, είναι ο τερματοφύλακας που δέχεται τα λιγότερα γκολ στην Πριμέρα, παίρνοντας το βραβείο Θαμόρα. Είναι ο μόλις τρίτος μη Ισπανός που το κατακτά. Το καλοκαίρι του 1999 ξεκινάει το τέλος του όμως. Ο Σμάιχελ φεύγει από τη Γιουνάιτεντ και ο σερ Άλεξ ψάχνει τον αντικαταστάτη του. Οι Άγγλοι προσφέρουν 10 ολόκληρα εκατομμύρια (τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής) και φυσικά η Μαγιόρκα δεν λέει όχι. Αυτός που λέει όχι όμως είναι ο Ρόα. Ανήκει στην εκκλησία των Ανβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας, μια εκκλησία Προτεσταντών που θεωρούν ότι το Σάββατο είναι η έβδομη ημέρα της εβδομάδας και μάλιστα ιερή. Ο Ρόα λέει ότι δεν μπορεί να πάει στην Αγγλία και να παίζει το Σάββατο κι ότι ήταν κακός Χριστιάνος όταν το έκανε. Λίγο αργότερα αρνείται να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Μαγιόρκα (που ας μην ξεχνάμε ότι είχε κερδίσει τη συμμετοχή της στο Τσάμπιονς Λιγκ) και δηλώνει ότι σταματάει το ποδόσφαιρο (στα 29 του) για να αφοσιωθεί στη θρησκεία του. Πολλοί άνθρωποι του ποδοσφαίρου προσπαθούν να τον μεταπείσουν, ακόμα κι ο προπονητής της εθνικής Χοσέ Πέκερμαν. Αυτός δεν αλλάζει γνώμη.


«Ποτέ δεν ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής και δεν μου λείπει το ποδόσφαιρο. Είμαι χαρούμενος χωρίς το ποδόσφαιρο. Βρίσκομαι σε ψυχική ηρεμία γιατί έβγαλα ένα βάρος από πάνω μου και το έκανα από αγάπη.»
– Κάρλος Ρόα, σε συνέντευξή του στην Ole

Γίνεται όμως ακόμα καλύτερο. Ο Ρόα δεν σταματά απλά το ποδόσφαιρο. Εγκαταλείπει τα εγκόσμια, αφήνει πίσω τα υπάρχοντά του και εξαφανίζεται. Πιστεύει ότι το Μιλένιουμ, σηματοδοτεί και το τέλος του κόσμου ή μάλλον καλύτερα, το τέλος των αμαρτωλών, καθώς υπάρχει η πεποίθηση στη θρησκεία του ότι ο Χριστός θα επιστρέψει στη Γη και μόνο οι σωστοί Χριστιανοί θα γλιτώσουν. Ο Ρόα γίνεται πάστορας κάπου στην εξοχή της Αργεντινής, απομονωμένος μαζί με την οικογένειά του, για να προσευχηθεί και να έρθει κοντά στον Θεό. Τελικά, το 2000 έρχεται, ο κόσμος κι οι υπολογιστές δεν καταστρέφονται και τον Απρίλιο ο Ρόα επιστρέφει στην Ισπανία και την μπαλίτσα, παρά τα όσα έλεγε σε συνέντευξή του. Η Μαγιόρκα τον δέχεται πίσω με αγάπη, αλλά ο Ρόα είναι κάθετος: Δεν θα αγωνίζεται τα Σάββατα, εκτός κι ο αγώνας είναι βραδινός. Μια που η Μαγιόρκα παίζει στους ομίλους, πολλά παιχνίδια της γίνονται Σάββατο, ενώ ήδη αγωνίζεται βασικός ο συμπατριώτης του Λέο Φράνκο.

Ο Ρόα όπως είναι φυσικό γίνεται παγκίτης, καθώς εκτός των άλλων έχει χάσει και τη φόρμα του. Μένει μέχρι το τέλος του συμβολαίου του και στη συνέχεια πηγαίνει στη Σεγόυντα και την Αλμπαθέτε. Εκεί βρίσκει τον εαυτό του, παίζει σε αρκετά παιχνίδια και κερδίζει την άνοδο στην Πριμέρα. Τα πράγματα φαίνονται να επιστρέφουν σε κανονικούς ρυθμούς, αλλά οι περιπέτειες δεν έχουν τελειώσει. Τη σεζόν 2003-04 και ενώ αγωνίζεται βασικός στην Αλμπαθέτε, αρχίζει να έχει πόνους στους κοιλιακούς ή έτσι νομίζει. Αφού οι γιατροί αρχικά δεν βγάζουν άκρη, οι εξετάσεις όμως δείχνουν την άσχημη αλήθεια. Καρκίνος στους όρχεις. Η Ισπανία τελειώνει οριστικά και απότομα. Ο Ρόα κάνει επέμβαση και συνεχίζει με χημειοθεραπείες.

Ο «Λετσούγκα» μένει εκτός δράσης σχεδόν για 2 σεζόν και φυσικά γνωρίζει ότι η καριέρα του έχει τελειώσει. Τουλάχιστον σε υψηλό επίπεδο, καθώς επιστρέφει στην ενεργό δράση με τη φανέλα της Ολίμπο (συναντώντας και τον Ισμαέλ Μπλάνκο). Φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τον παλιό τερματοφύλακα και απλά γράφει το τέλος του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Μετά το κρέμασμα των γαντιών του, ακολούθησε ως βοηθός του Ματίας Αλμέιδα σε διάφορες ομάδες, μέχρι να γίνει προπονητής τερματοφυλάκων στη Γουαδαλαχάρα. Η ζωή του κι η καριέρα του ήταν γεμάτη μάχες, ποδόσφαιρο, θρησκεία και ασθένειες. Κατάφερε να κερδίσει μόλις ένα Σούπερ Καπ στην Ισπανία (τη… ρεβάνς του τελικού με την Μπαρτσελόνα) και δύο διεθνείς τίτλους στη Λ. Αμερική με Λανούς και Ράσινγκ. Ίσως είναι άδικο να τον πούμε one hit wonder, είχε αρκετές καλές σεζόν συνολικά, αλλά είναι ο άνθρωπος που μέσα σε 2 χρόνια έφτασε απίστευτα ψηλά και προτίμησε να τα παρατήσει όλα. Πάντα αξίζουν σεβασμού όσοι μπορούν να πουν όχι στα χρήματα και στη δόξα για να κάνουν αυτό που θέλουν, αλλά υπάρχει και το ερώτημα αν αυτό το κάτι αξίζει. Ο ίδιος ο Ρόα σε συνεντεύξεις του πάντως δηλώνει ότι δεν μετάνιωσε ποτέ.

Μέσα στο ναό, έχουν για θεό

  [Καθόλου σχόλια]

Το γήπεδο είναι κάτι ιερό για τον φίλαθλο. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί λογικά η σχέση του με την έδρα του. Είναι το σπίτι του. Και δεν θα διστάσει να τα βάλει με κανέναν για να το προστατεύσει. Και συχνά είναι «ναός» για τη θρησκεία του, την ομάδα του. Τι γίνεται όμως όταν στο ίδιο μέρος υπάρχει και μια άλλη θρησκεία, κανονική αυτή τη φορά, με νομική υπόσταση, που θέλει το δικό της ναό; Η απάντηση ήρθε χθες με τα κωμικοτραγικά που συνέβησαν στη Λίμα του Περού που δεν έχουν προηγούμενο.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Η Αλιάνζα της Λίμα είναι μία από τις μεγαλύτερες ομάδες στο Περού, η 2η σε τίτλους στη χώρα. Από το 1974 αγωνίζεται στο ομώνυμό γήπεδό της που από το 2000 έχει μετονομαστεί σε Εστάδιο Αλεχάντρο Βιγιανουέβα. Τίποτα το περίεργο μέχρι εδώ. Ο σύλλογος όμως πρόσφατα πέρασε δύσκολες καταστάσεις οικονομικά και έφτασε να έχει περάσει ουσιαστικά στα χέρια των πιστωτών του. Έτσι, βγήκαν κάποιες φήμες ότι μέσα σε όλα αυτά, μπορεί το στάδιο να πουληθεί. Η τότε διοίκηση το διέψευσε, αλλά οι πιστωτές θα μπορούσαν κάλλιστα να το κάνουν.

Με τούτα και με εκείνα, η Αλιάνζα άλλαξε διοίκηση. Εμφανίστηκε όμως ένας από τους ενδιαφερόμενους να δηλώνει ότι μέρος της έκτασης που βρίσκεται στο γήπεδο ανήκει σε αυτόν. Ήταν ο πάστορας Αλμπέρτο Σαντάνα, των ευαγγελιστών της «Υψηλής Αίθουσας» (η δική μου ελεύθερη μετάφραση). Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η εκκλησία του, που αριθμεί αρκετά μέλη σε όλη τη χώρα, αγόρασε την έκταση δίνοντας 600 χιλιάδες δολάρια. Η κατάσταση παρέμεινε έτσι για αρκετό καιρό, με την Αλιάνζα να υποστηρίζει ότι δεν έχει γίνει καμιά αγοραπωλησία.

Ο πάστορας δήλωσε σχετικά: «Αγοράσαμε την έκταση. Ο Θεός το επέλεξε, όχι εγώ. Είναι μια τιμή για την Αλιάνζα. Θα χτίσουμε εκεί μία εκκλησία». Το θέμα είχε μείνει κυρίως στα λόγια για καιρό, με τις δυο πλευρές να βάζουν δικηγόρους και να καταφεύγουν στη δικαιοσύνη. Μέχρι που χθες έγινε το κακό, αφού οι ευαγγελιστές είπαν να πάρουν το… θέλημα του Θεού στα χέρια τους. Περίπου 1500 πιστοί της εκκλησίας (ανάλογα με τα ρεπορτάζ τα νούμερα παίζουν), φορώντας κίτρινα κράνη εργοταξίου και τα ίδια μπλουζάκια πήγαν στις εγκαταστάσεις τα χαράματα.  Εκεί κρατώντας βίβλους και τραγουδώντας «ο Χριστός ζει» έσβησαν το έμβλημα της Αλιάνζα και το όνομά της και ξεκίνησαν να βάφουν τις εικόνες των θρύλων του συλλόγου που βρίσκονται στον περιβάλλοντα χώρο. Παράλληλα, κρεμούσαν τα δικά τους μηνύματα και φρόντισαν να αποκλειστούν τοποθετώντας ξύλινες τάβλες και λουκέτα στις εισόδους.

Η έγκυρη ρεπόρτερ του πρωινάδικου παρούσα όσο οι ευαγγελιστές κάνουν… μερεμέτια

Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και σόκαραν τον κόσμο της ομάδας. Αν και η διοίκηση της Αλιάνζα είχε βγάλει ανακοίνωση για να είναι ψύχραιμοι οι οπαδοί, μόλις έγινε γνωστό το θέμα πολλοί έφυγαν αμέσως για το στάδιο. Η αστυνομία υπήρχε ήδη και έτσι αρχικά συγκεντρώθηκαν απ’ έξω, έξαλλοι για τα όσα γίνονταν. Στη συνέχεια όμως, κουβαλώντας διάφορα σύνεργα, έσπασαν το… τείχος που είχαν στήσει οι ευαγγελιστές και άρχισαν οι ομορφιές. Ιστορίες γραφικότητας με οπαδούς και πιστούς να κυνηγιούνται.

Χαμός…

Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι τραγικά, ευτυχώς όμως είχαμε συγκριτικά λίγους τραυματίες μέχρι να επέμβει η αστυνομία με δακρυγόνα και το θέμα να λήξει. Να λήξει φυσικά προσωρινά. Οι οπαδοί που κέρδισαν πίσω το χώρο, άρχισαν να βγάζουν τις μπογιές των ευαγγελιστών και το όνομα της Αλιάνζα εμφανίστηκε ξανά. Το αν ήταν απλά μία μάχη κερδισμένη θα φανεί στο μέλλον, καθώς οι ευαγγελιστές έχουν παρουσιάσει χαρτιά σύμφωνα με τα οποία αγόρασαν δύο εκτάσεις που περιλαμβάνουν εκτός από το πάρκινγκ και κάποια εξωτερικά προπονητικά γήπεδα. Ο δικηγόρος της εκκλησίας Σάντρο Μπαλμπίν ήταν κάθετος: «Εδώ είναι το σπίτι του Θεού. Έχουμε όλα τα έγγραφα, είμαστε οι ιδιοκτήτες».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η σκυλίτσα βοηθός προπονητή

  [5 Σχόλια]

Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο η ανάγκη του προπονητή να έχει ένα καλό βοηθό είναι τεράστια. Για να προσέχει τα πάντα, να του κάνει τη ζωή πιο εύκολη, ενίοτε να τον ξυπνάει και να κάνει καμία αλλαγή (όπως λέμε από τις εξέδρες). Και κυρίως, να είναι πιστός στον κόουτς. Στην περίπτωση της ομάδας «2 Μαΐου» της Παραγουάης πήγαμε ένα βήμα παραπάνω. (Παρένθεση κι επεξήγηση: Η ομάδα «2 Μαΐου ιδρύθηκε στις… 6 Δεκεμβρίου του 1935 από βετεράνους ενός από τους σκληρότερους πολέμους της Λ. Αμερικής. Αυτού μεταξύ Βολιβίας και Παραγουάης. Οι βετεράνοι του πολέμου ίδρυσαν το σύλλογο και του έδωσαν το όνομα από το σύνταγμα του πεζικού στο οποίο υπηρέτησαν, αυτό της 2ας Μαΐου.)

Ο σύλλογος δίνει τη μάχη του για να ανέβει στην Α’ εθνική της χώρας και κόουτς είναι ο Κάρλος Χάρα Σαγιέρ, ένας σημαντικός προπονητής με αρκετές επιτυχίες στις μικρές ομάδες της χώρας. Κάποιοι (ανάμεσά τους κι εγώ) έχει τύχει να τον δούμε και από κοντά, όταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 ήταν προπονητής της εθνικής Παραγουάης του τεράστιου Κάρλος Γκαμάρα οδηγώντας τη στο ασημένιο μετάλλιο. Εδώ και μερικούς μήνες είναι κόουτς στην ομάδα από την πόλη Πέδρο Χουάν Καμπαγιέρο (ναι, έτσι τη λένε). Η ιστορία θα ήταν απολύτως βαρετή και δεν θα μας απασχολούσε αν πριν λίγο καιρό ο Κάρλος δεν έβλεπε ένα σκυλάκι, τη 10χρονη Τεσαπάρα, ένα αδέσποτο που τριγυρίζει στην περιοχή, να τον πλησιάζει. Ο (σχετικά τροφαντός) Κάρλος αποφάσισε να της δώσει λίγη από την εμπανάδα (ότι πιο κοντινό στην τυρόπιτα κουρού υπάρχει στη Λ. Αμερική) που έτρωγε.


Η Τεσαπάρα δεν τεμπελιάζει. Προπονείται μαζί με τους παίκτες και κάνει τις ασκήσεις.

Ήταν σαν να υπέγραψαν συμβόλαιο. Από εκείνη την ημέρα η Τεσαπάρα αποφάσισε πως έπρεπε να ξεπληρώσει αυτή την τεράστια κίνηση (ας μην κάνω σύγκριση μεταξύ σκυλιών και γατιών). Υποδέχεται κάθε πρωί τον Σαγιέρ όταν πιάνει δουλειά και το βράδυ μένει και κοιμάται φυλώντας τις εγκαταστάσεις. «Το πρωί είναι φιλική, μένει δίπλα μου συνέχεια, αλλά αφήνει να τη χαϊδεύουν όλοι. Ήρεμη και γλυκιά. Το βράδυ γίνεται φύλακας και αγριεύει σε όποιον πλησιάζει», λέει ο κόουτς για τη σκυλίτσα που έχει πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο του φύλακα. Η Τεσαπάρα συνοδεύει παντού τον προστάτη της. Στα γραφεία, στα αποδυτήρια, στις προπονήσεις και φυσικά στους αγώνες όταν ο διαιτητής την αφήνει. Αλλιώς πηγαίνει στην εξέδρα και βλέπει από εκεί το ματς.


Παρούσα στη συνέντευξη, μήπως ο ρεπόρτερ κάνει προβοκατόρικη ερώτηση

Είναι πολύ χρήσιμη ειδικά όταν ο διαιτητής θέλει να κάνει παρατήρηση στον Σεγιάρ κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, καθώς αγριεύει. Δίπλα στον Σεγιάρ πάντως δεν κάνει κίνηση να μπει μέσα, όταν το κοράκι την αφήνει να «κάτσει» στον πάγκο. Έχει μάθει και βρίσκεται εκτός της γραμμής (και όπως βλέπουμε στην 1η φωτογραφία μέσα στο χώρο του κόουτς). Η Τεσαπάρα όπως είναι φυσικό, έγινε το σύμβολο του συλλόγου. Στα αποδυτήρια πανηγυρίζει μαζί με τους παίκτες μετά από νίκες. Το όνομά της έχει βγει από τα μάτια της που αλλάζουν χρώμα κατά τη διάρκεια της ημέρας σύμφωνα με τους ανθρώπους του συλλόγου. Το πρωί είναι τόσο ανοιχτά γαλάζια που ο Σεγιάρ στην αρχή νόμιζε ότι ήταν τυφλή. Καθώς πέφτει το φως το χρώμα τους αλλάζει.


Το κοράκι δεν την άφησε να κάτσει στον πάγκο στο συγκεκριμένο ματς, αλλά αυτή έτοιμη από τις εξέδρες να πει στον κόουτς ότι πρέπει να το γυρίσει σε 4-3-3

Ο Σεγιάρ την έχει αγαπήσει και φυσικά το ίδιο ισχύει και για όλους τους οπαδούς της ομάδας. Όπως λέει κι ο ίδιος, «Έχω και στο σπίτι ένα σκυλί. Είναι κουταβάκι και είναι κακομαθημένο. Είναι όμως μέλος της οικογένειας.» Κάτι αντίστοιχο με την Τεσαπάρα, που έγινε μέλος της οικογένειας της «2 Μαΐου».

Ντρίμπλες, μαγικά και αλκοόλ: η καριέρα και η ζωή του Ορέστε Κορμπάτα

  [1 Σχόλιο]

Αν κάποιος έχει την τύχη να επισκεφτεί ένα από τα πιο ιστορικά γήπεδα του κόσμου, το Ελ Σιλίντρο, την έδρα της Ράσινγκ Κλουμπ θα δει ότι ο ένας δρόμος δίπλα του μετονομάστηκε σε οδό Ντιέγκο Μιλίτο. Αν τύχει και πάει από την αντίθετη πλευρά του γηπέδου θα βρει ένα άλλο δρομάκι, πιο στενό, πετρόστρωτο, με χαμόσπιτα κι αρκετά πιο βρώμικο. Το δρομάκι Ορέστε Κορμπάτα. Βγαλμένο από έναν από τους σπουδαιότερους παίκτες της Ράσινγκ και της Αργεντινής, ένα ατελείωτο ταλέντο, αλλά και έναν άνθρωπο με θλιβερή ζωή και θάνατο, γνήσιο εκπρόσωπο ενός ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει πια.

Ο Κορμπάτα γεννήθηκε στο Ντερό, λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες κι όταν έχασε τον πατέρα του μόλις στα πέντε του μετακόμισε στη Λα Πλάτα με την μητέρα του και τα επτά αδέρφια του. Όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, δούλευε κι αυτός από το πρωί, κάνοντας ότι μπορεί, για να φέρει κάποιο εισόδημα στο πάμφτωχο σπιτικό του που δεν είχε καν πόρτα. Ο Ορέστε ξυπόλητος τριγύριζε στο δρόμο με τυλιγμένα σκόρδα στο λαιμό του, όχι για να μην τον ματιάσουν, αλλά για να τα πουλήσει μαζί με φρούτα και ό,τι άλλο μπορούσε να βρει. Η μητέρα του Ισαμπέλ ήταν πλύστρα και καθαρίστρια. Ο μικρός, όταν δεν έβγαζε το ψωμί του, ήταν πάντα ξυποληταρία, μέσα στις λάσπες να παίζει μπάλα. Στο σχολείο πήγε μέχρι 2α δημοτικού, δεν το τελείωσε ποτέ, όχι τόσο γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν είχε χρόνο με τις δουλειές που έκανε το πρωί. Ποτέ δεν έμαθε να γράφει ή να διαβάζει κι αυτό τον στοίχειωσε.

Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Εστουδιάντες και το 1955 πηγαίνει στη Ράσινγκ Κλουμπ. Στην πόρτα των ακαδημιών τον ρωτάνε πού είναι η βαλίτσα του. Εκείνος με αφοπλιστική ειλικρίνεια απαντάει: «Ποια βαλίτσα;» Όλα τα υπάρχοντά του είναι τα ρούχα που φοράει. Περπατάει στην οδό Μότσαρτ (κάθετη στο δρόμο που χρόνια αργότερα θα πάρει το όνομά του) και ξεκινά μια ιστορία αγάπης με την «Ακαδημία».

Ο Κορμπάτα δεν εντυπωσιάζει κανέναν με την εξωτερική του εμφάνιση. Είναι κοντούλης, ατημέλητος και αδύνατος σε σημείο υποσιτισμού. Όταν παίρνει την μπάλα όμως, όλα αλλάζουν. Παίζει δεξί εξτρέμ κι αυτός είναι κι ο τίτλος του βιβλίου του Αλεχάντρο Γουόλ: «Corbatta, El Wing» από το οποίο προέρχονται αρκετές από τις πληροφορίες του κειμένου. Ο Κορμπάτα είναι ταχύτατος, εξαιρετικός ντριμπλέρ, ξεσηκώνει το κοινό με τις προσπάθειές του, αλλά και με ιδιαίτερη τεχνική, καθώς ήξερε ακριβώς πώς να χτυπάει την μπάλα για να τη στείλει συστημένη στην καρδιά της περιοχής. Έπαιζε πάντα με κατεβασμένες κάλτσες, χωρίς επικαλαμίδες, με το μαλλί να ανεμίζει, το πρόσωπο συχνά λασπωμένο κι ένα πονηρό χαμόγελο. Γρήγορα έγινε ο «Λόκο» των οπαδών και ο κόσμος άρχισε να μιλά γι’ αυτόν. Το δεύτερο παρατσούκλι του ήταν «ο Αρλεκίνος».

Ελάχιστα πλάνα υπάρχουν από την καριέρα του δυστυχώς

Οι ιστορίες πολλές. Όπως τότε που άρχισε να τρέχει προς την εστία της Ράσινγκ, μέχρι να καταλάβει ότι απέναντί του ήταν ο δικός του τερματοφύλακας. Οι αντίπαλοι επιθετικοί ήρθαν πάνω του, εκείνος τους ντρίμπλαρε και έκανε κούρσα προς τη σωστή περιοχή. Ή όταν τον μάρκαρε ασφυκτικά ο Σιλβέιρα σε ένα ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Ο Κορμπάτα για να ξεφύγει βγήκε εκτός γραμμής, πήγε πίσω από τους αστυνομικούς, κρύφτηκε για λίγο εκεί και βγήκε από την άλλη. Αλλά από όσες ιστορίες κυκλοφορούν, δύο είναι κατ’ εμέ οι κορυφαίες. Μία για το παιχνίδι του και η άλλη για τον χαρακτήρα του. Η πρώτη έγινε σε ένα «φιλικό» (με πολλά εισαγωγικά) απέναντι στην Ουρουγουάη. Ο 21 ετών μόλις Κορμπάτα αποφάσισε να κάνει χαζό τον σέντερ μπακ της Ουρουγουάης Χοσέ «Πέπε» Σασία με το παρατσούκλι «ο Σκληρός». Μόνο από αυτό ανατριχιάζεις, αν σκεφτείς ότι ο Κορμπάτα ήταν 1.65 και 62 κιλά κι ο Πέπε κοντά στο 1.81. Η φάση θύμιζε κάτι από Βέγγο και Τρύφωνα. Ο Ορέστε όμως είχε άγνοια κινδύνου. Έκανε ένα σομπρέρο και πέρασε τον Σασία. Στη συνέχεια σταμάτησε και τον περίμενε. Ο Σασία ξαναήρθε πάνω του, ο Κορμπάτα του έκανε ένα τούνελ (ή γέφυρα όπως το λένε εκεί) με την μπάλα και έφυγε και πάλι λίγο πιο μπροστά. Εκεί κοντοστάθηκε, με την πλάτη του προς τον Σασία. Ο Ουρουγουανός πλησίασε ξανά και αυτή τη φορά ο Κορμπάτα του έκανε ακόμα ένα τούνελ, με πλάτη και χωρίς να βλέπει. Ο Σασία φυσικά είχε φουντώσει και περίμενε την εκδίκησή του. Λίγο αργότερα, ένας συμπαίκτης του έριξε τον Κορμπάτα στο έδαφος. Ο Σασία πλησίασε κάνοντας ότι θέλει να δει τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και του έχωσε μια μεγαλοπρεπή μπουνιά στο πρόσωπο. Ο Κορμπάτα έχασε δύο μπροστινά δόντια, τα οποία φυσικά δεν αναπλήρωσε ποτέ.


Το κενό στα δόντια του Κορμπάτα (που έμοιαζε και αρκετά με το Μανόλο Χιμένεθ)
Πηγή: Ντοκιμαντέρ «El Arlequin»

Ο Κορμπάτα όμως δεν ήταν κάποιος που λόγω κακίας ήθελε να εξευτελίζει τους αντιπάλους. Απλά λάτρευε το παιχνίδι, το σόου και το θέαμα. Για να καταλάβουμε τι παλικάρι ήταν, θα αναφέρουμε και μία δεύτερη ιστορία. Εκείνα τα χρόνια το trash talking ήταν στα φόρτε του στη Λ. Αμερική. Σε ένα ματς με τη Ρίβερ τον μάρκαρε ο Φεντερίκο Βάιρο. Μόλις τον πλησίασε, ο Κορμπάτα τον ρώτησε: «τι κάνει η μάνα σου;». Ο Βάιρο στράβωσε. Ο Κορμπάτα επέμεινε: «η αδερφή σου είναι καλά;». «Σκάσε και παίζε» απάντησε ο Βάιρο και για τα υπόλοιπα 90 λεπτά τον πελεκούσε όπου τον έβρισκε (κι όταν τον προλάβαινε). Ο Κορμπάτα δεν αντέδρασε σε κανένα χτύπημα. Μετά το τέλος του παιχνιδιού, ο Βάιρο είδε έκπληκτος τον Κορμπάτα να έρχεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Η πρώτη σκέψη ήταν ότι ήρθε για… καβγά. Ο Κορμπάτα όμως απλά ήρθε να του πει να βγουν βόλτα μαζί. Οι ερωτήσεις για την μαμά και την αδερφή του Βάιρο δεν ήταν προσβολές. Ήταν κανονικό ενδιαφέρον, ήθελε απλά να κάνει κουβέντα.

Παίζει για 7 χρόνια στη Ράσινγκ, φοράει το 7 και σκοράρει 7 φορές σε ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Αν τα μαγικά του δεν αρκούν, αυτά τα γκολ τον κάνουν ίνδαλμα στον κόσμο. Συνολικά βάζει 72 γκολ και δίνει πολλές ασίστ. Σπεσιαλίστας στα πέναλτι, έχασε ελάχιστα στην καριέρα του. Κάποτε έβαλε στοίχημα με τον τεράστιο τερματοφύλακα της εποχής Αμαντέο Καρίσο. Αν ο Καρίσο απέκρουε 10 από τα 50 πέναλτι θα κέρδιζε. Ο Κορμπάτα του έβαλε τα 49 και το ένα το έστειλε στο δοκάρι. Στη Ράσινγκ κερδίζει δύο πρωταθλήματα Αργεντινής, ενώ στα 20 του μόλις καλείται στην εθνική.

Το 1957 κατακτά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο (όπως λεγόταν τότε το Κόπα Αμέρικα) με μια από τις καλύτερες ομάδες που είχε ποτέ η Αργεντινή. Σε 6 ματς η αλμπισελέστε σκοράρει 25 φορές, κερδίζοντας μάλιστα και τη Βραζιλία με 3-0. Μια Βραζιλία που ένα χρόνο αργότερα με τον Πελέ θα κέρδιζε το Μουντιάλ. Ο Κορμπάτα δίνει το παρόν κι αυτός στο Μουντιάλ, αλλά η ομάδα του έχει ελλείψεις κυρίως λόγω των πολιτικών εξελίξεων. Ο ίδιος σκοράρει τρεις φορές, αλλά η Αργεντινή βγαίνει τελευταία στον όμιλο και αποκλείεται. Το 1959 κατακτά ξανά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο, παρά τα 8 γκολ του Πελέ. Παίζει στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1962, αλλά δεν ταξιδεύει στη διοργάνωση.

Τα καρέ του απίστευτου γκολ από τη στιγμή που ο Κορμπάτα πάτησε περιοχή.

Σκόραρε 18 φορές σε 43 αγώνες με την εθνική, αλλά το ένα από τα γκολ έμεινε αξέχαστο και μέχρι ο Μαραντόνα να περάσει όλη την Αγγλία το 1986 ήταν αυτό που θεωρούσαν στην Αργεντινή ως το καλύτερο γκολ της εθνικής. Τον Οκτώβριο του 1957 μέσα στο Μπομπονέρα απέναντι στη Χιλή για τα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ. Η Αργεντινή είχε βάλει ήδη τρία γκολ μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, τα δύο ο Κορμπάτα. Το επόμενο όμως ήταν η μαγεία. Πήρε την μπάλα λίγο κάτω από το κέντρο, πέρασε δύο παίκτες και έφτασε στην περιοχή της Χιλής. Εκεί σταμάτησε, περίμενε αυτόν που είχε περάσει να τον φτάσει και του έκανε νέα ντρίμπλα. Βρέθηκε απέναντι στον τερματοφύλακα εκ νέου, αλλά και πάλι δεν εκτέλεσε. Σαν τον ταυρομάχο απέναντι στον ταύρο περιμένει να πλησιάσουν ο δόλιος Αστόργκα (αυτός με τις δύο ντρίμπλες) κι ακόμα ένας κι όταν ο τερματοφύλακας αποφασίζει να κάνει έξοδο, προσποιείται, τον ρίχνει κάτω τελειώνει τη φάση και γράφει το 4-0. Το γκολ απέκτησε μυθικές διαστάσεις και όχι άδικα.

Μετά την απουσία του από το Μουντιάλ του 1962 αρχίζει κι η πτώση του. Κι αυτό, γιατί πέρα από το γήπεδο, υπήρχε και το έξω. Ο «Αργεντίνος Γκαρίντσα» δεν έμοιαζε μόνο στο παιχνίδι του, έμοιαζε και στη ζωή του με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο αντίπαλό του. Όπως λέει κι ο Αλεχάντρο Γουόλ: «Η ζωή ήταν πολύ σκληρή μαζί του, αλλά κι αυτός ήταν σκληρός με τη ζωή. Η Αγία Τριάδα της ζωής ήταν η φτώχεια, ο αναλφαβητισμός και το αλκοόλ». Όλοι τον θυμούνται και χαμογελούν και αμέσως μετά μελαγχολούν. Ο αρχηγός τότε της Ράσινγκ «Τίτο» Πιτούτσι λέει ότι ήταν ένα παιδί έξω καρδιά που το αγαπούσαν όλοι. Αλλά ήταν πολύ μόνος. Τον ενοχλούσε πολύ που δεν ήξερε να διαβάζει. Πήγαινε όταν είχε ρεπό στο πάρκο με μια εφημερίδα και απλά κοιτούσε τις γελοιογραφίες, τα σχέδια. Ντρεπόταν πάρα πολύ γι’ αυτό. Συχνά έβαζε συμπαίκτες του που το ήξεραν να του διαβάζουν άρθρα που μιλούσαν γι’ αυτόν και το απολάμβανε.

Το γκολ του απέναντι στη Δ. Γερμανία

Η φτώχεια ήταν κάτι που βίωνε πάντα και με τα χρήματα δεν είχε καλή σχέση. Όταν τον ρωτούν τι τα έκανε τα λεφτά, εκείνος απαντάει: «Είναι μεγάλη ιστορία. Πάντα έδινα χρήματα, χωρίς αντάλλαγμα. Έτσι μου έμαθαν οι γονείς μου. Αν κάποιος έρθει και μου πει ότι δεν έχει χρήματα για το λεωφορείο γίνεται να μην του δώσω;» Έπαιρνε έναν πενιχρό μισθό και είχε και ένα σπίτι από τη Ράσινγκ, αλλά ήταν ένας γενναιόδωρος άνθρωπος με μεγάλη ψυχή. Δυστυχώς όμως υπήρχε και το αλκοόλ. Από τα χρόνια της Ράσινγκ έπινε. Πολλές φορές έπαιζε σε αγώνες μετά από μεθύσι. Οι συμπαίκτες του θυμούνται ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες που τους έλεγε ότι δεν έβλεπε μπροστά του τίποτα και να μην του δίνουν την μπάλα. Είχε σκαρφαλώσει τον τοίχο, πίσω από το σπίτι που έμεναν οι μικροί της Ράσινγκ, σουρωμένος στις έξι το πρωί. Ακόμα κι έτσι, κατάφερε και σκόραρε δυο φορές χάρη και στη βοήθεια πολλαπλών μπουγέλων με παγωμένο νερό. Όσο τα χρόνια περνούσαν όμως, τα προβλήματα μεγάλωναν. Ο Κορμπάτα κάποιες φορές είχε καταλήξει στο νοσοκομείο από το ποτό.

Ο αλκοολισμός όπως είναι φυσικό του προκαλούσε προβλήματα και στην προσωπική του ζωή. Μέχρι που μια μέρα γύρισε και βρήκε τη γυναίκα του να λείπει, μαζί με ότι μπορούσε να πάρει από το σπίτι και φυσικά τη νεογέννητη κόρη της. Δεν του έμεινε σχεδόν τίποτα. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές και χώρισε ισάριθμες. Το ποτό τον έσπρωχνε μακριά τους, αυτές έφευγαν κι αυτός έπινε περισσότερο. Ένας φαύλος κύκλος. Όπως, με χιούμορ, δήλωσε κάποτε πάντως: «Με την πρώτη γυναίκα μου τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα, με τη δεύτερη άσχημα, με την τρίτη άσχημα και με την τέταρτη άσχημα. Όλες με παράτησαν, αλλά εγώ τις αγαπώ ακόμα

Το 1962 έρχεται μια μεγάλη πρόταση και η Ράσινγκ έξυπνα πράττοντας, τον πουλάει στην Μπόκα που τον θέλει για το Λιμπερταδόρες. Από τα 12 εκατομμύρια πέσος που παίρνει η Ράσινγκ για να φτιάξει το γήπεδο, ελάχιστα φτάνουν στον ποδοσφαιριστή. Ο Κορμπάτα δυστυχώς όμως δεν είναι ο ίδιος παίκτης. Το αλκοόλ έχει αυξηθεί πολύ, το ίδιο και τα νυχτοπερπατήματα. Σκοράρει 7 φορές και κερδίζει δύο πρωταθλήματα με την Μπόκα, αλλά η συμμετοχή του είναι ελάχιστη. Παίζει σε μόλις 18 αγώνες πριν φύγει για την Κολομβία που ζει την περίοδο του Ελ Ντοράντο. Εκεί κάνει το δεύτερο γάμο του, εκεί πίνει δεκαπέντε μπύρες την ημέρα, εκεί κάνει δύο ακόμα παιδιά, εκεί τον αφήνει και η δεύτερη γυναίκα του. Εκεί όμως τον λατρεύει κι ο κόσμος της Ιντεπεντιέντε του Μεντεγίν (πολύ πριν την εποχή των Narcos). Μπορεί να μην έχει σχέση με τον παίκτη του παρελθόντος, αλλά κάνει τα μαγικά του. Δυστυχώς όμως ό,τι χρήματα βγάζει τα σκορπάει.

Επική φωτογραφία από το αρχείο του El Grafico.
Ο Κορμπάτα κοιμάται στα αποδυτήρια λίγο πριν ένα φιλικό Αργεντινής-Τσεχοσλοβακίας.

Στα 34 του επιστρέφει στην Αργεντινή και παίζει πλέον σε μικρότερες ομάδες, ίσα ίσα για να έχει να φάει και να μείνει κάπου. Και φυσικά να αγοράσει τσιγάρα και αλκοόλ. Παίζει στην Σαν Τέλμο και καταλήγει σε ακόμα μικρότερες ομάδες και κατηγορίες. Φυσικά δεν έχει φράγκο. Τελικά γυρίζει πίσω εκεί που όλα ξεκίνησαν. Στην πόλη Αβεγιανέδα του Μπουένος Άιρες. Η Ράσινγκ του έδωσε ένα μικρό δωματιάκι στα αποδυτήρια για να μείνει. Κοιμάται κάτω από τις εξέδρες που ο κόσμος τον αποθέωνε. Αυτός σε αντάλλαγμα προπονεί πιτσιρίκια όποτε είναι νηφάλιος. Και φυσικά όταν δεν είναι στο νοσοκομείο Φιορίτο εξαιτίας του κατεστραμμένου συκωτιού του. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1991 ο Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα φεύγει από τη ζωή, φτωχός (όπως πάντα) και ταλαιπωρημένος από καρκίνο στο λάρυγγα. Πεθαίνει σε μια κλινική της Λα Πλάτα, ανάμεσα μόνο στις αδερφές του που βρέθηκαν κοντά του. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εξτρέμ στην ιστορία της Αργεντινής και είναι ένας θρύλος για τη Ράσινγκ Κλουμπ.

«Ξέρεις γιατί δεν μπορούν να μου πάρουν την μπάλα; Γιατί δεν θέλει να φύγει από το πλάι μου. Άλλα πράγματα έφευγαν από μένα, η μπάλα όχι».
– Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα, 11 Μαρτίου 1936 – 6 Δεκεμβρίου 1991

Το δρομάκι Κορμπάτα δίπλα στο Ελ Σιλίντρο

Ο Λιονέλ, ο Ντένις και τα πέντε σερί χαμένα πέναλτι του Ντιέγκο

  [1 Σχόλιο]

Ήταν ένα ακόμα από τα κλασσικά παιχνίδια της Αργεντινής επί θητείας Σαμπαόλι. Αρκετές κακές επιλογές στην 11αδα, ομάδα χωρίς πλάνο, δύο αμυντικά χαφ απέναντι σε μια ομάδα που δεν απειλούσε και ένας Μέσι να προσπαθεί να τα κάνει όλα μόνος και να είναι ξανά μετριότατος με τη φανέλα της Αργεντινής. Μέχρι που ο Μάξι Μέσα κέρδισε το πέναλτι. Η εκτέλεση πήγε στον αρχηγό. Ο Μέσι έχει χάσει αρκετά πέναλτι τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Κι αυτή τη φορά όμως απέτυχε. Ο Ισλανδός τερματοφύλακας μάντεψε καλά. Οι μνήμες από τον τελικό του Κόπα Αμέρικα γέμισαν και πάλι τους Αργεντίνους. Τότε που ο Λιονέλ ήταν ξανά από τους μοιραίους απέναντι στη Χιλή.

Στην εξέδρα ο Ντιέγκο καπνίζει το πούρο του ακριβώς κάτω από το απαγορευτικό σήμα. Με το που ο διάδοχός του χάνει το πέναλτι σηκώνεται όρθιος. Αρχίζει να οργανώνει και τους δίπλα του. «Ολέ, ολέ, ολέ, Λέο, Λέο», σύνθημα στήριξης. Το ματς τελειώνει. Ο θεός των Αργεντίνων κάνει και πάλι σκληρή κριτική στο Σαμπάολι (και όχι άδικα). Παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξος. «Εγώ έχασα σε ντεμπούτο μου σε Μουντιάλ, όχι απλά ισοπαλία. Κι όμως φτάσαμε στον τελικό το 1990, παρά τους τραυματισμούς, χάρη στον Γκόικο.» Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για τον Μέσι, το κάνει με κατανόηση. «Η ομάδα και το παιχνίδι που έπαιξε, δεν είχαν σχέση με το χαμένο του πέναλτι. Εγώ έχασα πέντε πέναλτι συνεχόμενα και συνέχισα να είμαι ο Μαραντόνα», δηλώνει.

Δεν είναι μία από τις κλασικές φολκλορικές δηλώσεις του Ντιεγκίτο γεμάτες υπερβολή. Είναι η αλήθεια. Είναι η Κλαουζούρα του 1996, ο Μαραντόνα έχει γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και την αγαπημένη του Μπόκα, υπό τις οδηγίες του Κάρλος Μπιάνκι. Η Μπόκα κυνηγάει τη Βέλεζ και τη Χιμνάσια Λα Πλάτα στη μάχη του τίτλου. Την 6η αγωνιστική στο Ροσάριο απέναντι στους Νιούελ’ς σημαδεύει ελάχιστα δίπλα από το κάθετο δοκάρι. Η Μπόκα τελικά χάνει με 1-0. Έξι αγωνιστικές αργότερα στο Μπομπονέρα εκτελεί το επόμενό του πέναλτι. Πάλι στην ίδια πλευρά, αλλά αυτή τη φορά ο «Σούπερμαν» Λαμπάρε αποκρούει. Επιστρέφει στο Ροσάριο αυτή τη φορά απέναντι στη Σεντράλ. Το πέναλτί του είναι άθλιο, αδύναμο και στο κέντρο. Ο Καστεγιάνο αποκρούει, ο Ντιέγκο παίρνει το ριμπάουντ αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνει.

Η λογική λέει ότι κάπου εκεί κάνεις ένα διάλειμμα. Όχι αυτός. 16η αγωνιστική, το ντέρμπι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Μαραντόνα κάνει μία μικρή προσποίηση, στέλνει τον τερματοφύλακα στην απέναντι γωνία, αλλά αυτός σημαδεύει το κάθετο δοκάρι. Ο Κανίγια παίρνει το ριμπάουντ και σκοράρει. Ο Μαραντόνα δεν πανηγυρίζει, η κακοδαιμονία συνεχίζεται, ευτυχώς η Μπόκα κερδίζει το ντέρμπι. Μία αγωνιστική αργότερα. Νέο πέναλτι, το πέμπτο συνεχόμενο που θα εκτελέσει. Ο Μαραντόνα παίρνει και πάλι την μπάλα. Ο Νάτσο Γκονζάλες της Ράσινγκ κάνει μια εξαιρετική απόκρουση. Η Μπόκα χάνει με 1-0 και μαζί τις τελευταίες της ελπίδες για πρωτάθλημα.

Η Μπόκα κερδίζει τα τρία από τα πέντε παιχνίδια στα οποία έχασε πέναλτι ο Ντιέγκο, αλλά και πάλι πέντε σερί χαμένα είναι ένα απίστευτο αρνητικό ρεκόρ για ομάδα τίτλου. Τρομερά εγωιστής; Με μεγάλη πίστη στον εαυτό του; Όπως και να το δεις είναι ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ, ειδικά για έναν τόσο τεράστιο παίκτη. Βέβαια, δεν πιστεύει κανείς ότι σε άλλη περίπτωση μετά το τρίτο πέναλτι κάποιος κόουτς θα άφηνε τον ίδιο παίκτη να συνεχίσει να εκτελεί. Την αντίθετη ακριβώς προσέγγιση από τον Ντιέγκο είχε ένας άλλος σπουδαίος.

Πείτε ό,τι θέλετε για τους Πεπ, τους Κλοπ, τους Σαουδάραβες και Ρώσους ιδιοκτήτες, αλλά για μένα αυτή ήταν η καλύτερη εποχή της Πρέμιερ Λιγκ

1999, επαναληπτικός ημιτελικός FA Cup μεταξύ Άρσεναλ και Γιουνάιτεντ στο Μπέρμιγχαμ. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ άνοιξε το σκορ με ένα υπέροχο γκολ κι ο Μπέργκαμπ ισοφάρισε. Λίγο αργότερα ο Ρόι Κιν είδε την κόκκινη κάρτα για φάουλ πάνω στον αγαπημένο Μαρκ Όφερμαρς. Στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων ο Φιλ Νέβιλ ανέτρεψε το Ρέι Πάρλορ και ο διαιτητής έδειξε το σημείο του πέναλτι. Σαν τον Ντιέγκο, ο Μπέργκαμπ είχε χάσει το τελευταίο του πέναλτι απέναντι στην Μπλάκμπερν. Πήρε την μπάλα χωρίς δισταγμό. Μερικά βήματα φόρα, η μπάλα στην αριστερή πλευρά της εστίας, ο Σμάιχελ στην ίδια πλευρά και απόκρουση. Η Γιουνάιτεντ ζωντανή. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση κι ο Ράιν Γκιγκς έκανε ένα αξέχαστο σόλο, περνώντας τέσσερις παίκτες προτού εκτελέσει τον Σίμαν, βγάλει τη φανέλα και πανηγυρίσει με το δασύτριχο στήθος του σε κοινή θέα.

Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε το κύπελλο στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα για τον Ντένις. Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα (έναν βαθμό περισσότερο από Άρσεναλ), όσο και το Τσάμπιονς Λιγκ στον συγκλονιστικό τελικό με την Μπάγερν. Το τρεμπλ ήταν γεγονός. «Ακόμα μπορώ να ακούσω τις κραυγές τους όταν κέρδισαν. Ήταν με 10 παίκτες και πέναλτι στο 90′ εις βάρος τους και κέρδισαν. Αυτό νομίζω τους έδωσε τη ψυχολογία να συνεχίσουν εκείνη τη χρονιά», λέει ο Βενγκέρ για εκείνο το μοιραίο ματς. Την ίδια στιγμή, ο Μπέργκαμπ επηρεάστηκε πάρα πολύ από το γεγονός και φυσικά όταν ολοκληρώθηκε το τρεμπλ, ακόμα περισσότερο. «Δεν ήμουν ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι, αλλά εκείνη τη στιγμή έπρεπε να πάρω την ευθύνη. Τα άφηνα με μεγάλη χαρά στον Ίαν Ράιτ πριν από μένα και στον Ανρί μετά από μένα. Ήταν πιο ψυχροί. Στο δικό μου το μυαλό, το πέναλτι πρέπει να είναι και λίγο ωραίο, να πάει παραθυράκι. Αυτό το πέναλτι ήταν ένα τεράστιο σοκ για μένα, μία από τις χειρότερες στιγμές στην καριέρα μου».

Σε αντίθεση με τον Ντιεγκίτο, ο Ολλανδός όχι απλά δεν εκτέλεσε το επόμενο, αλλά προτίμησε να μην εκτελέσει ξανά κανένα πέναλτι στην Άρσεναλ. Το 2014 ο Βενγκέρ μετά το χαμένο πέναλτι του Οζίλ απέναντι στην Μπάγερν, θυμήθηκε την ιστορία και φοβήθηκε ότι ο Γερμανός θα γίνει ένας νέος Μπέργκαμπ και θα σταματήσει να εκτελεί τα πέναλτι. Κι ο Λιονέλ; Με ποσοστό 81% στην Ισπανία και 75% στην Αργεντινή, πρέπει να γίνει νέος Ντιέγκο και σε αυτό; (την ίδια στιγμή ο Κριστιάνο έχει μεγαλύτερο ποσοστό, αλλά κι αυτός έχει χάσει αρκετά κρίσιμα πέναλτι στην καριέρα του) Μήπως να γίνει αν όχι ένας Μπέργκαμπ, τουλάχιστον κάποιος που θα κάνει πίσω; Ας μην ξεχνάμε ότι το τελευταίο καιρό ο Λιονέλ χάνει σχεδόν τα μισά από τα πέναλτι που εκτελεί. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, ο Αγκουέρο βρίσκεται στο 81% ποσοστό καριέρας.

Από τα αζήτητα στο Μουντιάλ, η παραλίγο τελειωμένη καριέρα του Χουάν Κιντέρο

  [Καθόλου σχόλια]

Μεντεγίν, Κολομβία 1993. Ο Πάμπλο Εσκομπάρ πέφτει νεκρός μετά από επιχείρηση των εκπαιδευμένων από το στρατό, αστυνομικών του ειδικού τμήματος για την καταπολέμηση των καρτέλ. Η 17χρονη Λίνα έχει γεννήσει πριν λίγους μήνες τον μικρό Χουάν Φερνάντο Κιντέρο στην ίδια πόλη. Ο μπαμπάς Χάιμε Ενρίκε είναι λίγο μεγαλύτερος και προσπαθεί να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Παίζει στις μικρές ομάδες της Ατλέτικο Νασιονάλ και όσοι τον βλέπουν λένε ότι είναι τεχνίτης, κοντός και γρήγορος. Όσο περνάει ο καιρός, ο Χάιμε βλέπει ότι δεν μπορεί να περιμένει ακόμα να πάρει ευκαιρίες στην πρώτη ομάδα. Έχει πλέον και ένα στόμα να ταΐσει, πρέπει να στηρίξει κάπως την οικογένειά του και ακόμα δεν είναι επαγγελματίας. Ο Εσκομπάρ πεθαίνει, αλλά τα καρτέλ δεν σταματούν. Η μάχη εναντίον τους συνεχίζεται κι η αστυνομία ψάχνει νέους ανθρώπους να μπουν στις δυνάμεις της.

Την 1η Μαρτίου 1995 ο Χάιμε Ενρίκε Κιντέρο φεύγει από το σπίτι του στο Μεντεγίν. Πηγαίνει να καταταχθεί στην αστυνομία που πληρώνει καλά. Είναι η τελευταία φορά που τον βλέπει κάποιος δικός του, κάθε επαφή χάνεται. Η οικογένειά του μετά από δύο βδομάδες του στέλνει μία κάρτα για να πει πόσο τους λείπει. Ο Χάιμε Ενρίκε δεν απαντάει ποτέ. Οι άνθρωποί του αρχίζουν να τον ψάχνουν και παίρνουν συνεχώς διαφορετικές εκδοχές από τους αρμόδιους. Κάποιοι λένε ότι ο Χάιμε έκανε χρήση ναρκωτικών, τον έδιωξαν και γύρισε στο Μεντεγίν. Άλλοι ότι στο δρόμο της επιστροφής έπεσε θύμα παραστρατωτικής οργάνωσης που τον απήγαγε. Η αδερφή του μαθαίνει τελικά ότι είχε ένα επεισόδιο με έναν ανώτερο και του επιτέθηκε με ένα μπουκάλι. Ο Χάιμε μπήκε σε ένα κελί και από εκεί και πέρα “εξαφανίστηκε”, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι εκείνα τα μαύρα χρόνια για την Κολομβία.

Ο μικρός Χουάν Φερνάντο Κιντέρο μεγαλώνει χωρίς πατέρα, ενώ οι προσπάθειες των δικών του συνεχίζονται για να βρεθεί ο μπαμπάς του. Όσο μεγαλώνει, αρχίζει να μοιάζει στον πατέρα του. Μικροκαμωμένος και με εξαιρετική τεχνική (αλλά αριστεροπόδαρος), ο Κιντέρο μαγεύει τους ανιχνευτές ταλέντων. Παίζει απέναντι σε μεγαλύτερα παιδιά και ξεχωρίζει. Υπάρχει όμως πάντα ένα «αλλά». Ο Κιντέρο είναι πολύ κοντός και παρ’ ότι αρκετοί τον βλέπουν να μαγεύει στην ομάδα του την Ενβιγκάδο, δεν τολμούν να τον επιλέξουν. Όταν οι άνθρωποι της Ομοσπονδίας τον βλέπουν για να τον πάρουν στην εθνική, λένε ότι είναι πολύ κοντός. Με τέτοιο ύψος καλύτερα να γίνει γιατρός. Ο Κιντέρο παίρνει τηλέφωνο την μητέρα του κλαίγοντας. Πιστεύει ότι ποτέ δεν θα πείσει για το ταλέντο του. Στην Ενβιγκάδο τον στηρίζουν, του πληρώνουν ενοίκιο και σχολείο και μόλις στα 16 του κάνει το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα. Γρήγορα γίνεται βασικός και κάνει τα μαγικά του. Μέχρι που ένας σκληροτράχηλος αμυντικός, μην αντέχοντας τις ντρίμπλες του, κάνει ένα βρώμικο λατινοαμερικάνικο τάκλιν. Ο Κιντέρο πέφτει κάτω. Κάταγμα περόνης. Με το σπασμένο πόδι χάνει το Κ20 της Ν. Αμερικής και μια τεράστια ευκαιρία να δείξει το ταλέντο του.

Δεν χάνει την πίστη του, επιστρέφει σε χρόνο ρεκόρ, προλαβαίνει τελικά τη διοργάνωση και κάνει φοβερά πράγματα. Κερδίζει μια μεταγραφή στην Ατλέτικο Νασιονάλ, την ομάδα του πατέρα του. Το ταλέντο του λάμπει εκεί και μόλις την επόμενη χρονιά έρχεται η μεταγραφή στην Ιταλία και την Πεσκάρα. Μπαίνει σε όλες αυτές τις λίστες με τα νέα ταλέντα του κόσμου στο Ίντερνετ, ειδικά μετά τις εμφανίσεις του το 2013 στο Παγκόσμιο Κ20. Το ίδιο καλοκαίρι η Πόρτο πουλάει τον Χάμες Ροντρίγκες στη Μονακό και αποφασίζει να φέρει έναν άλλο Κολομβιανό. Η πορεία του Κιντέρο είναι σε τρομερή άνοδο. Στα 21 του παίζει σε μια σπουδαία ευρωπαϊκή ομάδα και το καλοκαίρι στο Μουντιάλ της Βραζιλίας σκοράρει το 2ο γκολ της Κολομβίας επί της Ακτής Ελεφαντοστού. Ο Βενγκέρ τον θέλει, άλλες ομάδες ενδιαφέρονται. Τι μπορεί να πάει στραβά;

Α, αυτός είναι ο Κιντέρο; Μα, πώς χάθηκε;

Αυτή τη φορά δεν θα φταίει η ατυχία, ούτε κάποιος τραυματισμός. Θα φταίει ο ίδιος ο Κιντέρο. Ο Χουάνφερ όπως τον φωνάζουν, καβαλάει το καλάμι. Αρχίζει να βεντετίζει, να μην προπονείται καλά και να μην κάνει καλή ζωή. Ο χαρακτήρας του δεν είναι κάτι καινούριο. Λέγεται ότι στα 12 του έκανε παρατηρήσεις σε έναν προπονητή του να αλλάξει σύστημα στο ημίχρονο. Μόνο που τώρα αρχίζουν και εξαγωνιστικά ζητήματα. Κακές παρέες και αγάπη για την μουσική ρεγκετόν που τον φτάνει να παίζει μέχρι και σε βίντεο κλιπ κάνοντας τον τραγουδιστή:

Μισοντυμένες παρουσίες κι ο Κιντέρο να λέει τα δικά του

Από βασικός, στον πάγκο και από τον πάγκο, στο σπίτι του. Η Πόρτο δεν τον υπολογίζει πλέον. Πηγαίνει δανεικός στη Ρεν χωρίς να έχει καμία όρεξη για μπάλα και οι εμφανίσεις του είναι μετριότατες. Έχει χάσει την κάψα για το ποδόσφαιρο. Θέλει να ακολουθήσει… καλλιτεχνική καριέρα. Τελικά έρχεται πρόταση από την Κολομβία. Η Ιντεπεντιέντε του Μεντεγίν τον θέλει και η Πόρτο τον δανείζει με μεγάλη της χαρά. Είναι ουσιαστικά η τελευταία ευκαιρία να σώσει την καριέρα του. Αυτή του ποδοσφαιριστή τουλάχιστον. Ευτυχώς για τον ίδιο, αλλά και για όσους αγαπούν αυτά τα δυσεύρετα και υπό εξαφάνιση 10αρια παλιάς κοπής, τα καταφέρνει. Κάνει πράγματα και θαύματα στην πατρίδα του, θυμίζει ξανά αυτόν τον τεχνίτη που μάγευε. Στο Μεντεγίν θέλουν να τον κρατήσουν, αλλά η Πόρτο θέλει να τον πουλήσει καλά και γι’ αυτό πρέπει να τον δώσει κάπου που θα φαίνεται περισσότερο. Έτσι λοιπόν, ο Κιντέρο τον Ιανουάριο πηγαίνει δανεικός στη Ρίβερ Πλέιτ της Αργεντινής. Όταν φτάνει εκεί, ακούγονται οι πρώτες φωνές για τη φυσική κατάστασή του και πόσο χοντρός είναι. Αυτός απαντάει: «Απλά έχω μεγάλο κώλο». Ο Γκαγιάρδο τον πιστεύει και του δίνει όλο και περισσότερο χρόνο. Ο Κιντέρο δεν γίνεται βασικούρα, είναι ένας αναπληρωματικός, αλλά γίνεται τουλάχιστον ξανά ένας κανονικός ποδοσφαιριστής σε μια καλή ομάδα. Αρπάζει την ευκαιρία από τα μαλλιά. Ο Πέκερμαν που τον εκτιμά πολύ τον καλεί μετά από καιρό στην εθνική, σκοράρει σε φιλικό στο Παρίσι επί της Γαλλίας και τελικά μπαίνει στην αποστολή της Κολομβίας.

Αυτή τη φορά η τύχη είναι μαζί του. Ο Χάμες δεν είναι 100% έτοιμος και ο Κιντέρο ξεκινά βασικός στην πρεμιέρα με την Ιαπωνία. Το παιχνίδι στραβώνει από νωρίς και πολλοί περιμένουν ότι μετά την κόκκινη κάρτα, αυτός θα θυσιαστεί. Ο Πέκερμαν τελικά επιλέγει τον Κουαδράδο. Ο Κιντέρο εκτελεί αυτό το πονηρό φάουλ που μόνο μια λατινοαμερικάνικη μπαλαδόφατσα μπορεί και ισοφαρίζει το ματς. Γίνεται ο πρώτος Κολομβιανός που σκοράρει σε δύο συνεχόμενα Μουντιάλ. Η Κολομβία χάνει, αλλά ο Κιντέρο κερδίζει μια θέση στην ομάδα.

Παίζει βασικός στον “τελικό” με την Πολωνία, κάνει καλή εμφάνιση και δίνει μια ασίστ που μας προσφέρει ένα υπέροχο τελείωμα από τον Φαλκάο. Παρά τις προσπάθειες της οικογένειάς του και κυρίως της θείας του, κανείς δεν μαθαίνει το τέλος του πατέρα του. Επίσημα, είναι ακόμα ένας αγνοούμενος. Ο Χουάν παραλίγο να τον ακολουθήσει ποδοσφαιρικά. Ο παίκτης που το 2014 ήταν ένα από τα πιο καυτά ονόματα στην Ευρώπη, κόντεψε να σταματήσει το ποδόσφαιρο. Από τα αζήτητα, τις τελευταίες μέρες ακούγεται ότι ενδιαφέρεται κι η Ρεάλ γι’ αυτόν, φαίνεται ότι τελικά ίσως και να σώσει την καριέρα του. Θα ακολουθήσει για μια ακόμα φορά τα βήματα του Χάμες; Του παιδικού του φίλου που στο Μεντεγίν πήγαινε στο σπίτι του και έπαιζαν μαζί στην ίδια τοπική ομάδα. Το σημαντικό πάντως είναι ότι δεν τον βλέπουμε σε μουσικά κανάλια, αλλά σε ποδοσφαιρικούς αγώνες. Κι αυτό είναι κέρδος για μας.

Τζιοβάνε Έλμπερ: Ο Βραζιλιάνος που έγινε Γερμανός

  [5 Σχόλια]

Για να γίνεις μεγάλος παίκτης, θέλει ταλέντο και πολλή δουλειά. Θέλει ώρες προπόνησης, θέλει μυαλό, εργατικότητα (ή υπερβολικά πολύ ταλέντο αν είσαι λίγο τεμπελάκος). Για να γίνεις από τους κορυφαίους όλων των εποχών θέλει και λίγη τύχη. Γιατί συχνά εμφανίζονται παίκτες που δεν υστερούν σε τίποτα, που σταθερά κι αμείωτα παίζουν εξαιρετικά σε υψηλό επίπεδο, αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν θα μπουν σε λίστες των κορυφαίων, δεν θα μονοπωλήσουν τα φώτα όπως άλλοι. Αυτούς τους παίκτες τους συμπαθώ πάντα λίγο παραπάνω και πιστεύω ότι ανάμεσά τους είναι κι ο Έλμπερ ντε Σόουζα.

Για πολλά χρόνια πίστευα, όπως μάλλον κι οι περισσότεροι, ότι το μικρό του είναι το Τζιοβάνε ή έστω Τζιοβάνι και το επώνυμο το Έλμπερ. Η αλήθεια όμως είναι ότι το Έλμπερ είναι το μικρό του και το «τζιοβάνε» το παρατσούκλι που του είχε κολλήσει η θεία του για να τον φωνάζει «ο μικρός Έλμπερ». Όπως κι οι άλλοι συγγενείς του όμως, τον έχασε από κοντά της πριν καλά καλά μεγαλώσει. Ο Έλμπερ ξεκίνησε να παίζει μπάλα στη Λοντρίνα Εσπόρτε Κλουμπε, έναν άσημο σύλλογο στα νότια της χώρας, αλλά οι εμφανίσεις του τον έφεραν γρήγορα στις μικρές εθνικές, κατακτώντας έναν τίτλο Ν. Αμερικής και συμμετέχοντας στο Μουντιάλ U20 της Πορτογαλίας, όπου η Βραζιλία έχασε τον τελικό στα πέναλτι. Οι εμφανίσεις του όμως προσέλκυσαν το ενδιαφέρον.

Η Μίλαν έδωσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ρεκόρ τότε για νεαρό Βραζιλιάνο χωρίς εμπειρία από επαγγελματικό ποδόσφαιρο, και τον έφερε στην Ιταλία. Μπροστά του βρήκε την ολλανδική τριπλέτα φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ κι ο «τζόβανε» δεν μπορούσε να παίξει, καθώς επιτρέπονταν μόνο τρεις ξένοι. Την πρώτη χρονιά του την πέρασε ως θεατής της Μίλαν και η ζωή ήταν δύσκολη. Ένας 18χρονος Βραζιλιάνος ξαφνικά στην Ιταλία και μάλιστα στο Μιλάνο. «Ήθελα να φύγω μετά τους δύο πρώτους μήνες. Δεν υπήρχαν τότε κινητά, δεν υπήρχε Ίντερνετ. Μου έλειπε η οικογένειά μου. Έκλαιγα μέρα-βράδυ. Έπρεπε να μάθω να μαγειρεύω. Δεν είχα δίπλωμα και γύριζα με το λεωφορείο».

Την επόμενη σεζόν ο Έλμπερ έκανε ξανά προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά όταν τελείωνε το καλοκαίρι και τα σχολεία ξεκινούσαν, μετακόμισε στην Ελβετία, δανεικός στην Γκρασχόπερ. Όχι ότι και εκεί δεν ήταν δύσκολα, ειδικά τον πρώτο χειμώνα στη Ζυρίχη, κι ας είχε μαζί του για παρέα τον αδερφό του. Το κρύο ήταν πολύ, η επικοινωνία δύσκολη και το φαγητό γρίφος. Στη βιογραφία του περιγράφονται οι δύσκολες στιγμές. Την πρώτη εβδομάδα η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όταν ο αδερφός του πέτυχε μια πινακίδα έξω από μαγαζί που με κιμωλία έγραφε τρεις… μαγικές λέξεις: «chili con carne». Ήταν κάτι σαν παράδεισος για τους δυο Βραζιλιάνους που επιτέλους ανακάλυψαν κάτι που ήξεραν τι είναι. Κάθε μέρα έτρωγαν κρέας με φασόλια και έξτρα μερίδα τηγανιτές πατάτες. Παρ’ ότι αγωνιστικά ο Έλμπερ δεν είχε προβλήματα, δεν του άρεσε καθόλου η Ελβετία: «Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία για τη χειμερινή διακοπή του πρωταθλήματος δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήταν η μητέρα που μου έπεισε. Μου είπε ότι θα μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής και θα πάω να γίνω ποδοσφαιριστής, αυτό που ήθελα πάντα». Ο Έλμπερ τελικά μπήκε και έμεινε στην Ευρώπη για 15 χρόνια συνολικά. Τα επόμενα δύο καλοκαίρια έκανε και πάλι προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά επέστρεψε ξανά στην Ελβετία όπου και έκανε σπουδαίες εμφανίσεις (ακόμα και στην Ευρώπη), ενώ στην τελευταία του σεζόν βγήκε πρώτος σκόρερ και κατέκτησε το κύπελλο.


Das magische Dreieck

Το μέλλον του στη Μίλαν δεν φαινόταν λαμπρό (0 εμφανίσεις σε 4 σεζόν) κι ο Έλμπερ ζήτησε να πάει δανεικός κάπου στην Ιταλία, αφού ένιωθε ότι πλέον είχε μάθει ό,τι μπορούσε στο ελβετικό πρωτάθλημα μετά από τρεις χρονιές. Οι άνθρωποι της Μίλαν του είπαν ότι έχουν μια πρόταση από τη Στουτγκάρδη που τον παρακολουθούσε. Ο Έλμπερ που είχε ήδη μάθει γερμανικά την αποδέχτηκε και έτσι μετακόμισε στη Γερμανία. Στη Σουηβία μπήκε σε μια εξαιρετική ομάδα και άρχισε να δείχνει την ποιότητά του. Παρ’ ότι την πρώτη σεζόν σκόραρε μόλις 8 γκολ, στις άλλες δύο πήρε μπρος και μαζί με το Φρέντι Μπόμπιτς και τον Κράσιμιρ Μπαλάκοφ έφτιαξαν το ιστορικό «μαγικό τρίγωνο» για τη Στουτγκάρδη του μόλις 36χρονου τότε προπονητή Γιόακιμ Λεβ που ξεκινούσε να φτιάχνει όνομα. Ο Έλμπερ κατέκτησε το κύπελλο του 1997, αλλά δεν ήταν εκεί στην σπουδαία πορεία της ομάδας στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1998. Είχε ήδη συμφωνήσει να μετακομίσει στο Μόναχο λίγες μέρες πριν τον τελικό με την Κότμπους στον οποίο σκόραρε δυο γκολ. Γύρισε στο ξενοδοχείο και δεν μπορούσε να πανηγυρίσει, στενοχωρημένος επειδή θα έφευγε. Ο Μπόμπιτς (με τον οποίον είναι κολλητοί ακόμα και σήμερα) πήγε στο δωμάτιό του και του είπε: «Σήμερα είσαι ακόμα ένας από μας, οπότε θα έρθεις να το γιορτάσουμε. Από αύριο μπορείς να πας να γαμηθείς».

Ένα από τα καλύτερα γκολ του, το πέτυχε επί της Μπάγερν

Ο Έλμπερ είχε αγαπήσει τη Στουτγκάρδη και πολλοί του έλεγαν ότι δεν θα έβρισκε το ίδιο οικογενειακό κλίμα στην Μπάγερν. Δεν πίστευε καν ότι είχε ενδιαφερθεί ένας τόσο μεγάλος σύλλογος, το συνειδητοποίησε όταν τον πήρε τηλέφωνο ο Ματέους. Μέσα του όμως είχε ένα μεγάλο όνειρο, να φορέσει τη φανέλα της Σελεσάο και ήξερε ότι δύσκολα θα τα κατάφερνε αν δεν πήγαινε σε μεγαλύτερο σύλλογο. Παρά το τότε ενδιαφέρον της Άρσεναλ, ο Έλμπερ πήγε στους Βαυαρούς και μια τρομερή πορεία ξεκίνησε. Το άκρως οικογενειακό κλίμα χάθηκε, αλλά τα γκολ, οι τίτλοι και οι επιτυχίες ξεκίνησαν.

Ο Έλμπερ ήταν ένας από τους πληρέστερους επιθετικούς που είδαμε ποτέ. Με φοβερά ποσοστά επιτυχίας, γρήγορος, δυνατός, καλός και στον αέρα χωρίς να είναι πρώτο μπόι. Το γεγονός ότι μετακόμισε στην Ευρώπη τόσο νωρίς, τον έκανε αρκετά πιο Ευρωπαίο ποδοσφαιρικά. Η μπάλα έπρεπε να μπει στα δίχτυα. Αυτός ήταν ο σκοπός. Αν έπρεπε να ντριμπλάρει, θα το έκανε. Αν έπρεπε να σουτάρει, θα το έκανε. Τακουνάκια, ψαλιδάκια, σουτ εκτός περιοχής, τεράστια γκάμα. Σημασία είχε όμως το γκολ.

Η απόφαση να πάει στην Μπάγερν είχε άμεσο αντίκτυπο. Μόλις σε μία σεζόν, κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Βραζιλίας. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο, έπεσε σε μια φουρνιά σπουδαίων παικτών. Ριβάλντο-Ρονάλντο-Μπεμπέτο-Ρομάριο (αν και μεγάλος), αλλά και άλλοι όπως ο Εντμούντο κι ο Ντενίλσον του έπαιρναν τη θέση. Το γερμανικό ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο δημοφιλές κι ο Έλμπερ δεν είχε παίξει ποτέ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα με αποτέλεσμα να είναι άγνωστος σε πολύ κόσμο πίσω στην πατρίδα και να μην έχει μεγάλο έρεισμα σε κόσμο και κυρίως προπονητές.

Τον Δεκέμβριο του 1997 οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον Μάριο Ζαγκάλο αν ο Έλμπερ θα είναι στις επιλογές του για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Ζαγκάλο απαντά με πολύ άσχημο τρόπο: «Πόσους Έλμπερ έχουμε στη Βραζιλία; Χιλιάδες! Ας αγοράσει ένα αεροπορικό και να πάει για διακοπές»

Ο Έλμπερ από τη Γερμανία απαντάει στο Ζαγκάλο, λέγοντάς του ότι είναι γέρος και έχει αρχίσει να ξεχνάει. Τελικά, ο Ζαγκάλο τον παίρνει στο αδιάφορο Gold Cup που συμμετείχε κι η Βραζιλία στις αρχές του 1998, αλλά τον έχει στον πάγκο κατά κύριο λόγο. Τον φωνάζει «μικρό» γιατί δεν θυμόταν το όνομά του.  Ο Έλμπερ μοχθεί για να επιλεγεί στην ομάδα, αλλά ένας τραυματισμός διαλύει τις λίγες ελπίδες του για να δώσει το παρόν στο Μουντιάλ.

Το 2002 η αδικία ήταν μεγαλύτερη, με παίκτες όπως ο Λουιζάο και ο Εντμίλσον (οι επιθετικοί και όχι οι συνονόματοί τους σε άλλες θέσεις, αν δεν τους θυμάστε δεν φταίτε εσείς) να προτιμώνται από τον Τζιοβάνε, σαφώς κατώτεροί του. Στο τέλος παίζει ρόλο και η απόφαση της Μπάγερν να μην του δώσει άδεια να πάει στη Βραζιλία για δυο αγώνες στα προκριματικά και μένει ξανά εκτός Μουντιάλ. Ο Έλμπερ, τελείωσε την καριέρα του με μόλις 15 εμφανίσεις με τη Βραζιλία. Φυσικά σε αυτά τα ματς σκόραρε 7 φορές, γεγονός που έδειχνε πόσο μπορούσε να βοηθήσει. Είπαμε. Εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά μια συμμετοχή σε ένα Μουντιάλ πιθανότατα να τον είχε βάλει ανάμεσα στους καλύτερους. Είναι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες που στο τέλος καθορίζουν πώς θα σε θυμάται ο κόσμος.

Αν δεν τον προλάβετε, μάθετέ τον τώρα
Αν τον θυμάστε, ξαναδείτε ορισμένα του γκολ

Η καριέρα του όμως σε συλλόγους ήταν πάντα σπουδαία. Στο Μόναχο κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα, τρία κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και ένα Διηπειρωτικό. Έγινε ο πρώτος ξένος σκόρερ όλων των εποχών στην Μπάγερν και μόνο ο Κλαούντιο Πιζάρο και πλέον ο Λεβαντόφσκι τον ξεπερνούν σε συνολικά γκολ ξένου στην Μπουντεσλίγκα. 133 γκολ σε 260 ματς συνολικά στην Μπουντεσλίγκα με Στουτγκάρδη και Μπάγερν. Το 1999 χάνει τον περίφημο τελικό της Βαρκελώνης απέναντι στη Γιουνάιτεντ λόγω τραυματισμού. Χάνει όμως και την ανατροπή: «Κατεβήκαμε με το Λιζαραζού κάτω λίγο πριν το τέλος. Ήταν κι αυτός τραυματίας και πήγαμε στο τούνελ για να ετοιμαστούμε για την απονομή. Όταν φτάσαμε το σκορ είχε γίνει 1-2. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Εγώ σηκώθηκα και έφυγα, γύρισα μόνος στο ξενοδοχείο. Δεν ήθελε να βλέπω κανέναν». Τελικά, το κατέκτησε δυο χρόνια αργότερα.

Σχεδόν συλλεκτική φωτογραφία του Έλμπερ με τη φανέλα της εθνικής

Ο Έλμπερ μετά την Μπάγερν συνέχισε την καριέρα του στη Λυών με αρκετά καλή παρουσία και τελικά την έκλεισε παίζοντας για πρώτη φορά μπάλα στην πατρίδα του με την Κρουζέιρο. Η ζωή του όμως συνδέθηκε άρρηκτα με τη Γερμανία. Είναι «πρέσβης» της Μπάγερν και συνεχίζει να έχει άμεση σχέση με το σύλλογο. Ταξιδεύει συχνά στο Μόναχο για να βλέπει την ομάδα, όταν δεν βρίσκεται στη Βραζιλία που εκτός των άλλων έχει ιδρύσει ακαδημία ποδοσφαίρου για τα παιδιά του δρόμου και κάνει τον… καουμπόη στα συνολικά 6000 βοειδή που έχει σε μια σειρά από εκτάσεις που αγόρασε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνέντευξη που έδωσε πριν το πρόσφατο φιλικό Γερμανίας-Βραζιλίας είπε ότι… δεν είναι πραγματικός Βραζιλιάνος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο περιβόητο ματς 7-1, η γυναίκα του ήταν στο γήπεδο με μια σημαία της Βραζιλίας, τα παιδιά του με φανέλες Γερμανίας κι ο ίδιος ένιωθε πολύ πιο κοντά με Γερμανούς όπως ο Τόμας Μίλερ τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, ενώ είχε ζωγραφίσει και μια σημαία της Γερμανίας στο πρόσωπό του. Κι όταν η γυναίκα του μετά το 3-0 δεν άντεξε άλλο και αποχώρησε, αυτός έκατσε να δει το ματς. «Πέρασα όλη τη ποδοσφαιρική μου ζωή εκεί», λέει με ειλικρίνεια. Ίσως βαθιά μέσα του, να μην έχει ξεπεράσει το γεγονός ότι στην εθνική ποτέ δεν τον αγκάλιασαν και γι’ αυτό δεν έχει τόση συμπάθεια στη Σελεσάο. Κι ας έφευγε στα 16 του για να κάνει δυο μέρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και να βρεθεί στο Μαρακανά και να δει από κοντά το μεγάλο του ίνδαλμα, τον Ζίκο.

Το πέναλτι με τα δύο πόδια

  [Καθόλου σχόλια]

Υπήρξε ένας από τους ιστορικότερους παίκτες της Μπόκα. Ο Μαρτίν Παλέρμο μπορεί να μην είχε ποτέ την ποιότητα άλλων φορ της Αργεντινής, αλλά έγραψε τη δική του ιστορία. Κι η ιστορία αυτή είναι γεμάτη διάφορες περίεργα συμβάντα, λες και οι συμπτώσεις και τα περίεργα γεγονότα τον κυνηγούσαν πάντα. Όπως η ιστορία με τα πόσα γκολ έπρεπε να βάλει τελικά για να τον αναγνωρίσουν όλοι ως τον πρώτο σκόρερ στην ιστορία της Μπόκα. Όπως φυσικά και η ιστορία με τα απανωτά χαμένα πέναλτι στον ίδιο αγώνα. Όπως και ο τραυματισμός του σε πανηγυρισμό. Και σήμερα ασχολούμαστε με μια ακόμα ιστορία. Αυτή του περιβόητου «πέναλτι με τα δύο πόδια».

Ήταν η βροχερή 24η Απριλίου του 1999 όταν η Μπόκα υποδεχόταν την Πλατένσε στην έδρα της Βέλεζ. Το ματς αποδείχτηκε δύσκολο για τους γηπεδούχους που δεν μπορούσαν να διασπάσουν την άμυνα των «καλαμαριών». Μέχρι που ο διαιτητής Μαντοράν σφύριξε το πέναλτι υπέρ της Μπόκα. Το πέναλτι αμφισβητήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα πιο περίεργη. Ο Παλέρμο ανέλαβε την εκτέλεση απέναντι στον τερματοφύλακα Φαμπιάν «Τερέζα» Κανσελάριτς. Παίρνοντας φόρα για να εκτελέσει με το αριστερό, ο Μαρτίν γλίστρησε. Βρήκε μεν την μπάλα με το αριστερό, αυτή πήρε περίεργη τροχιά, χτύπησε στο δεξί του πόδι (!) και κατέληξε στα δίχτυα. Η Μπόκα καθάρισε το ματς με ένα γκολ του Αραουμπαρένα, αλλά το πέναλτι με τα δύο πόδια ξεκίνησε μεγάλη κουβέντα.

Αν δεν το βλέπετε με την πρώτη, μετά το 1ο λεπτό έχει το καλύτερο ριπλέι

Οι άνθρωποι της Πλατένσε (και οι αντίπαλοι της Μπόκα) υποστήριζαν ότι το γκολ του Παλέρμο δεν έπρεπε να μετρήσει σύμφωνα με τους κανονισμούς. Ο υπεύθυνος της… ΚΕΔ της Αργεντινής Χουάν Κάρλος Λουστάου δήλωσε αδυναμία να αποφασίσει αν το γκολ ήταν έγκυρο. Ο ίδιος ανέφερε τον κανόνα 14 που λέει ότι ο εκτελεστής ενός πέναλτι δεν μπορεί να χτυπήσει την μπάλα δυο φορές συνεχόμενα και αυτό τιμωρείται με έμμεσο υπέρ του αντιπάλου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν υπήρξε πρόθεση όπως είπε ο Λουστάου και συνεπώς ο κανονισμός δεν το είχε προβλέψει. Έτσι λοιπόν, το παραλίγο μπλούπερ του Παλέρμο, έφτασε στα υψηλά κλιμάκια. Η Ομοσπονδία της Αργεντινής έστειλε το βίντεο του αγώνα στη FIFA για να αποφανθεί αυτή (δημιουργώντας και δεδικασμένο). Αφού μαζεύτηκαν οι ειδήμονες της διαιτησίας, η απάντηση της ΦΙΦΑ ήταν ότι το γκολ έπρεπε να μετρήσει.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Αλεξάντρε Πάτο σε ένα φιλικό της Βραζιλίας με τη Σουηδία το 2012 κλήθηκε με το σκορ στο 0-2 να εκτελέσει το πέναλτι. Το Ρασούντα μάλλον δεν ήταν πολύ στεγνό, ο Πάτο γλίστρησε και πέφτοντας επανέλαβε το κατόρθωμα του Αργεντίνου φορ. Ο Παλέρμο δεν το άφησε φυσικά έτσι. Ως βετεράνος, το 2015 σε ένα φιλικό των θρύλων της Μπόκα και της Γιούβε γλίστρησε και πάλι και επανέλαβε το κατόρθωμα, άγνωστο αν το προσπάθησε επίτηδες. Έτσι κι αλλιώς, πέρασε στην ιστορία μεταξύ άλλων ως ο ποδοσφαιριστής που ανάγκασε τη ΦΙΦΑ να αλλάξει (ή έστω να βάλει μια υποσημείωση) στον κανονισμό.