Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ποδόσφαιρο Λατινικής Αμερικής'

Ο αλκοολικός που έφτασε στην Πριμέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Κάπου στα 1.700 περίπου μέτρα υψόμετρο, κοντά σχετικά στην πρωτεύουσα της Κολομβίας Μπογκοτά, αλλά αποκλεισμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκεται το χωριουδάκι Κάκεσα. Εκεί έζησε τα πρώτα του χρόνια ο Ντανιέλ Αλεχάντρο Τόρες, μέχρι που αποφάσισε να ακολουθήσει την καριέρα του ποδοσφαιριστή. Ένα παιδί από το χωριό ταξίδεψε στην μεγάλη πόλη, έμενε σε έναν ξενώνα και έπαιζε μπάλα στις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε. Το ταλέντο του άρχισε να ξεχωρίζει και σιγά σιγά ο Ντάνι όπως τον φωνάζουν οι φίλοι κατάλαβε ότι θα γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

«Ήταν μια ευλογία για μένα. Για όλους όσοι θέλουμε να γίνουμε ποδοσφαιριστές είναι ένα όνειρο όταν τα καταφέρεις». Μόνο που εκεί άρχισαν και τα προβλήματα. Ο Ντανιέλ Τόρες βίωσε πολύ διαφορετικά την αλλαγή αυτή και δεν μπόρεσε να τη διαχειριστεί. «Ποτέ δεν έπινα, δεν μου άρεσε το ποτό. Στην Κολομβία πίνουμε αγουαρντιέντε [σ.Σ. ένα απόσταγμα με γλυκάνισο]. Αλλά εμένα δεν μου άρεσε. Έτσι δοκίμασα το ουίσκι. Κατέληξα να πίνω δυο μπουκάλια.» Ο Ντανιέλ Τόρες έπινε κάθε βράδυ και το επόμενο πρωί πήγαινε κανονικά στην προπόνηση. Απορεί κι ο ίδιος, δεν ξέρει πώς άντεξε το κορμί του, πώς τα κατάφερνε, πώς δεν είχε τραυματισμούς.

Φυσικά, δεν είναι εύκολο να κρύψεις ένα τέτοιο πρόβλημα. Ειδικά όταν έκαναν εξετάσεις στην ομάδα. Ήταν πάρα πολλές φορές που ο Τόρες βρέθηκε με αλκοόλ στο αίμα του, αλλά ο γιατρός και η διοίκηση του τη χάριζαν. Όλα αυτά μέχρι που ήρθε το 2011 στην ομάδα ένας πιο αυστηρός προπονητής. Ο αμυντικός χαφ Τόρες έμεινε εκτός αγώνων για περίπου ένα εξάμηνο και στο τέλος της σεζόν ζήτησε να φύγει γιατί ήξερε πώς δεν θα έπαιζε. Η διοίκηση αποφάσισε να τον δώσει δανεικό για να δει μήπως η αλλαγή περιβάλλοντος τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημά του.

Κάπως έτσι ο Τόρες πήγε δανεικός στην Ατλέτικο Νασιονάλ. Το Μεντεγίν όμως είναι μια πόλη με νυχτερινή ζωή. Ο Τόρες άρχισε να βγαίνει συνέχεια έξω, να πίνει ακόμα περισσότερο, το πρόβλημα μεγάλωσε αντί να λυθεί. Οι καβγάδες στο σπίτι άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Και όπως πολύ συχνά συμβαίνει στους αλκοολικούς, κάθε πρόβλημα (υπαρκτό ή όχι) οδηγούσε στο ποτό. Μια ήττα για την ομάδα, μια αναποδιά, μια διαφωνία με τη γυναίκα του. Στα γενέθλια του βγήκε να διασκεδάσει, ήπιε και εμφανίστηκε στην προπόνηση μετά από τρεις ημέρες και με 40′ καθυστέρηση. Η Ατλέτικο του έκανε αλκοτέστ, βγήκε θετικός και τιμωρήθηκε για αρκετά παιχνίδια στο πιο κρίσιμο σημείο της σεζόν. Λίγο πριν το τελευταίο παιχνίδι που θα έκρινε τη συμμετοχή στα πλέι-οφ, ο πρόεδρος τον πλησίασε και του είπε ότι είτε θα δώσει την νίκη, είτε θα φύγει. Λίγο άδικο να το πεις σε έναν παίκτη, αλλά έτσι είναι. Η Ατλέτικο έχασε με 1-0, η σεζόν τελείωσε και οι παίκτες έφυγαν για διακοπές. Ο πρόεδρος της Σάντα Φε του είπε ότι η Νασιονάλ δεν τον θέλει άλλο και ότι θα πρέπει να πάει σε μια μικρή ομάδα πλέον. Ήταν Ιανουάριος του 2012. Η γυναίκα του τον είχε παρατήσει μαζί με το παιδί, οι δημοσιογράφοι τον αποκαλούσαν μεθύστακα, καμία μεγάλη ομάδα δεν τον ήθελε, κανένας οπαδός δεν τον στήριζε. Ο Τόρες έπιασε πάτο.

Πάντα τὸν τόπον, οὗ ἐὰν πατήσῃ τὸ ἴχνος τοῦ ποδὸς ὑμῶν, ὑμῖν ἔσται
– Δευτερονόμιον 11:24

Σεπτέμβριος 2016. Η Ντεπορτίβο Αλαβές έχει ήδη πάρει μια ισοπαλία στο Βιθέντε Καλντερόν στο 95′ και πηγαίνει στο Καμπ Νου. Λίγο πριν το ματς, ένας από τους ποδοσφαιριστές των φιλοξενούμενων, στην καθιερωμένη βόλτα των παικτών, φτάνει στο χορτάρι, βγάζει τα παπούτσια και το πατάει ξυπόλητος με ένα κινητό στο αυτί. Δεν μιλάει καθόλου, φαίνεται να ακούει μόνο. Λίγη ώρα αργότερα, ο ίδιος αυτός τύπος μπαίνει με τη φανέλα που γράφει Τόρες πάνω από το νούμερο 16 και 90 λεπτά μετά φεύγει νικητής με 1-2 από το Καμπ Νου. Ο Τόρες παίζει 17 ματς βασικός στην Πριμέρα και άλλα 4 στο κύπελλο μέχρι τον τελικό (όπου δεν αγωνίζεται). Την ίδια στιγμή έχει φτάσει τις 15 συμμετοχές με την εθνική Κολομβίας και είναι αρκετά πιθανό να τον δούμε στο Μουντιάλ της Ρωσίας αν η χώρα του τα καταφέρει.

Οικογενειακή γαλήνη

Τι μεσολάβησε και ένας τελειωμένος παίκτης με πολλά προβλήματα αγωνίζεται στο υψηλότερο επίπεδο; Όταν ο Ντάνι έφυγε από τη Νασιονάλ, γύρισε τελικά πίσω στην Ιντεπεντιέντε καθώς δεν βρέθηκε ομάδα. Ο Τόρες αποφάσισε να καθαρίσει. Τα βρήκε με τη γυναίκα του, προσπάθησε να αποδείξει ότι θα άλλαζε. Μην ξέροντας από πού να πιαστεί, άκουσε τη συμβουλή του φίλου του και συμπαίκτη του Καμίλο Βάργκας που του γνώρισε μια… πνευματικό, την πεθερά του. Η κυρία Σάντρα Μερίνο ξεκίνησε τον προσηλυτισμό, αλλά ο Τόρες δεν πείστηκε ιδιαίτερα. Μέχρι που μια μέρα στα πολύ άσχημά του, άνοιξε τη Βίβλο και διάβασε ότι όποιος ακολουθήσει το Θεό διαγράφει το παρελθόν του, γίνεται καινούριος άνθρωπος και ξεκινάει από την αρχή. Ο Τόρες είπε να δοκιμάσει και τη μέθοδο της θρησκείας. Αυτή η νέα αρχή ήταν που αποζητούσε. Ξαναμίλησε με την κυρία Σάντρα, η οποία του έκανε κάτι μεταξύ κατήχησης και ψυχοθεραπείας και κάπως έτσι άρχισε η ανάκαμψή του.

Φυσικά όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. Η καχυποψία υπήρχε από όλους. Δημοσιογράφους, οπαδούς, προπονητές, ακόμα και συμπαίκτες. Τύχαινε να αργήσει καμία φορά στην προπόνηση γιατί είχε κίνηση ή είχε συμβεί κάτι και το έβλεπε στα μάτια όλων. «Ο Ντάνι ξανακύλησε, τον πήρε ο κατήφορος πάλι». Είχε λίγο διαφορετική διάθεση και όλοι πίστευαν ότι είχε πει ξανά το προηγούμενο βράδυ. Κανείς δεν πίστευε σε αυτόν, ένας άνθρωπος με εθισμούς δεν είναι εύκολο να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη.

Η κυρία Σάντρα Μερίνο. Όποιος περίμενε μια γιαγιούλα με μαύρα ατύχησε. Δείχνει έτοιμη να στήσει ένα τουρνουά μπιρίμπας.

Ο Τόρες όμως δεν ήταν ο μοναδικός που εμπιστεύτηκε την κυρία Σάντρα. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε είχε να δει πρωτάθλημα 37 ολόκληρα χρόνια. Η ομάδα ξεκίνησε παίζοντας καλά το 2012, αλλά δεν μπορούσε να κερδίσει με τίποτα. Όλο κάτι γινόταν, όλο κάτι στράβωνε. Επτά ματς χωρίς νίκη. Ο προπονητής ήταν υπό κρίση, αλλά οι παίκτες τον πίστευαν. Τον πίστευαν γιατί ήταν σίγουροι ότι κάτι μεταφυσικό συνέβαινε, ότι κάποιος τους είχε καταραστεί, η ρίζα του κακού δεν ήταν αγωνιστική. Ο πρόεδρος βλέποντας την ομάδα να ξεκινάει με σερί ισοπαλιών, έδωσε τελεσίγραφο στον προπονητή για το ντέρμπι με τους Μιγιονάριος. Οι παίκτες το πήραν πάνω τους. Πήγαν στη διοίκηση και είπαν τις σκέψεις τους, δεν φταίει ο κόουτς, φταίει το κακό το μάτι. Ζήτησαν από τον πρόεδρο να αφήσει να μπει ο Θεός στην ομάδα μέσω της σενιόρας Σάντρα. Όπως έχουμε δει και στο παρελθόν, αυτά τα πράγματα στην Κολομβία δεν είναι ασυνήθιστα. Ο πρόεδρος αφού είδε ότι τίποτα άλλο δεν είχε πιάσει δέχτηκε, αλλά μια που η πνευματικός έμενε μακριά, η πρώτη… συνεδρία έγινε μέσω Skype (δεν τα βγάζω από το μυαλό μου, αλήθεια λέω).

Το ματς που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε

Η κυρία Σάντρα είπε ένα σωρό πράγματα. Τι ότι είχε όραμα το 2010 όταν ο Θεός της αποκάλυψε ότι η Σάντα Φε θα έπαιρνε το πρωτάθλημα. Τι ότι το όνομα (σάντα και φε, αγία δύναμη σαναλέμε) δεν είναι τυχαίο, τι ότι το κόκκινο χρώμα της είναι το αίμα του Ιησού, τι ότι αυτός θα είναι ο έβδομος τίτλος της Σάντα Φε και όλοι ξέρουμε ότι αυτός ο αριθμός έχει μεγάλη σημασία. Ένα σωρό τέτοια «προφητικά» και ανεβαστικά που θα έκαναν τον Αλ Πατσίνο να κρυφτεί από ντροπή. Και μετά, ταξίδεψε στην Μπογκοτά. Και το Σάββατο πριν το ματς, συνάντησε τους παίκτες και σαν τους 12 11 μαθητές της, τους έπλυνε τα πόδια. Εσείς πείτε ό,τι θέλετε, αλλά την επόμενη μέρα η Ιντεπεντιέντε στο ημίχρονο κέρδιζε 0-4 τους Μιγιονάριος. Φαίνεται πάντως ότι δεν αρκούσε η θεία δύναμη, γιατί στο 2ο ημίχρονο άρχισαν τις πλακίτσες, τις ντριμπλίτσες, τα τούνελ σε αντιπάλους και τελικά αυτοί μείωσαν σε 4-3. Η νίκη όμως ήρθε και μαζί ξεκίνησε ένα σερί επτά νικών. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε κέρδισε πρωτάθλημα και πάλι μετά από 37 χρόνια και άντε να πείσεις εσύ τώρα τους παίκτες της ότι δεν είχε μεγαλύτερη συμβολή η πνευματικός από τον δόλιο προπονητή. Αν δεν με πιστεύετε υπάρχει βίντεο στα πανηγύρια που αρκετοί παίκτες την αναφέρουν στις δηλώσεις τους, ενώ για τον κόουτς δεν λένε τίποτα.

Οι εμφανίσεις του Τόρες σε Κολομβία και σε Λιμπερταδόρες έκαναν το όνομά του γνωστό και ο Κολομβιανός πήγε στην Αλαβές. Ακόμα και μετά την μεταγραφή του στην Ισπανία όμως, η ιεροτελεστία δεν σταμάτησε. Μια ώρα πριν τον αγώνα, ο Ντάνι απομονώνεται από τους υπόλοιπους, πατάει χορτάρι, παίρνει τηλέφωνο την κυρία Σάντρα και την ακούει να του απαγγέλει (είναι αυτή η σωστή λέξη;) κομμάτια από τη Βίβλο (ειδικά αυτό από το Δευτερονόμιο). Τόσο για να του φέρει καλή τύχη, όσο και για κρατήσει τους παλιούς… δαίμονες μακριά του. Το βασικότερο όμως είναι ο Τόρες έσωσε την καριέρα του και κυρίως την οικογένειά του και την προσωπική του ζωή. Έστω και με έναν όχι επιστημονικό τρόπο.

Τα δάκρυα της γιαγιάς και η πρόταση γάμου στον Χάιντσε

  [1 Σχόλιο]

Τα συναισθήματα χαράς ή λύπης για έναν τίτλο είναι μεγάλα. Αν όμως υποστηρίζεις ομάδες που είναι μικρές, που απέχουν από τη διεκδίκηση πρωταθλημάτων, όλα αυτά τα συναισθήματα (και μάλιστα συχνά σε μεγαλύτερο βαθμό) εκδηλώνονται σε υποβιβασμούς ή ανόδους. Οι Αρχεντίνος Τζούνιορς είναι μεν μια ιστορική ομάδα της Αργεντινής με τρία πρωταθλήματα που έχει βγάλει γνωστούς παίκτες όπως ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Εστεμπάν Καμπιάσο, ο Χουάν Πάμπλο Σορίν, ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε κι ο Φερνάντο Ρεδόνδο, αλλά και μια «μικρή» ομάδα με ένα πολύ ιδιαίτερο κοινό, καθώς αν θυμάστε καλά το Ελ Πατερνάλ (ή επίσημα στάδιο Ντιέγκο Μαραντόνα) είναι εκεί που έχουμε δει έναν οπαδό να πετάει εξοργισμένος στο γήπεδο το παπούτσι του και έναν άλλον να πετάει τη… μασέλα του.

Πέρσι οι Αρχεντίνος υποβιβάστηκαν ξανά και έτσι ξεκίνησε ακόμα μια προσπάθεια ανόδου. Στο χθεσινό παιχνίδι με τη Χιμνάσια Χουχούι η νίκη αρκούσε για την άνοδο των Μπίτσος. Στις εξέδρες βρέθηκε αρκετός κόσμος, ανάμεσά τους και μια ηλικιωμένη κυρία που βλέποντας το γήπεδο σχεδόν γεμάτο, δεν άντεξε από την αγωνία και ξέσπασε σε δάκρυα. Δάκρυα χαράς και προσμονής. Κι όταν στο 42′ ο Νίκο Γκονζάλες έβαλε το γκολ της νίκης, η γιαγιά ξέσπασε σε πανηγυρισμούς, σαν μία από μας. Ξεχνώντας κάθε είδους καθωσπρεπισμό, φορώντας την ιερή, αγαπημένη φανέλα, η «γιαγιά των Αρχεντίνος» πανηγύρισε έξαλλα δείχνοντας το τιμημένο έμβλημα στη φανέλα και έγινε θέμα σε όλη τη χώρα (όπως πρόσφατα και ο 94χρονος παππούς σε ένα άλλο γήπεδο).

Φαίνεται πάντως ότι το Πατερνάλ εκτός από ιπτάμενες μασέλες και παπούτσια έχει αρκετές γιαγιάδες στο γήπεδο. Πριν δυο χρόνια ο Λαουτάρο Ρινάλντι (του ΠΑΟ) μετά από ένα γκολ απέναντι στους Νιούελ΄ς είχε φύγει σφαίρα για τις εξέδρες για να αγκαλιάσει την 86χρονη τότε γιαγιά του που ήταν παρούσα ώστε να καμαρώσει το εγγονούδι της.

Το παιχνίδι χθες έληξε τελικά με 1-0 και τα έξαλλα πανηγύρια συνεχίστηκαν. Με πρωταγωνιστή τον προπονητή Γκαμπριέλ Χάιντσε, ναι τον γνωστό μας πρώην διεθνή αμυντικό. Ο Χάιντσε πέρσι ξεκίνησε την καριέρα του ως προπονητής από τη Γοδόι Κρους, μόνο που δεν είχε ακόμα πάρει δίπλωμα προπονητή. Έτσι αναγκαζόταν να προπονεί την ομάδα κανονικά, αλλά να παρακολουθεί όλα τα παιχνίδια από τις εξέδρες. Αυτό ενοχλούσε μεγάλο μέρος του κόσμου και όταν τα αποτελέσματα δεν πήγαν καλά, οι βρισιές και οι εκκλήσεις για απόλυση πολλαπλασιάστηκαν. Υπό την πίεση του κόσμου αλλά και των αποτελεσμάτων (ρεκόρ 2-2-6), η Γοδόι Κρους τον έδιωξε, πριν καν προλάβει να πάρει την προσωρινή του άδεια (ο Χάιντσε δεν είχε τελειώσει ακόμα τα μαθήματα). Ο προπονητής που δεν ήταν προπονητής έφυγε ως αποτυχημένος.

Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί έλεγαν ότι μέσα στην εβδομάδα έκανε καλή δουλειά στις προπονήσεις. Σε αυτό βασίστηκαν και στους Τζούνιορς και τον προσέλαβαν για προπονητή στην προσπάθεια ανόδου. Η πρόσληψη του Γκρίνγκο δεν άρεσε σε κανέναν. Δημοσιογράφοι, οπαδοί, ακόμα και μέλη της διοίκησης ήταν εναντίον του. Ο Χάιντσε σε κάθε ματς άκουγε τα μύρια όσα από το απαιτητικό κοινό του Πατερνάλ. Μιλάμε για ένα γήπεδο που έχει δει από Μαραντόνα μέχρι Ρικέλμε. Φανταστείτε γκρίνια. Τα αποτελέσματα ήταν και πάλι μέτρια στην αρχή, το βάρος αυξανόταν, η καρέκλα έτριζε. Ο Χάιντσε στωικά τα αντιμετώπιζε όλα αυτά χωρίς πολλά λόγια. Κι όταν οι Αρχεντίνος άρχισαν να παίζουν μπάλα και η ομάδα να κερδίζει άνετα τα ματς, να δημιουργεί διψήφια διαφορά από τους κάτω, οι βρισιές έγιναν αποθέωση. «Το χέρι του Γκρίνγκο θα μας ανεβάσει» και άλλα συνθήματα αποθέωσης, μέχρι τα πιο πρόσφατα «Να μείνει ο Γκρίνγκο»  (μια που αρκετές ομάδες ενδιαφέρονται γι’ αυτόν). Ο Χάιντσε και πάλι τα αντιμετώπισε ήρεμα. «Με τσάκισαν στις κατηγορίες και τις βρισιές, αλλά δεν έσπασα. Γιατί να πιστέψω τώρα την αποθέωση» δήλωσε προ καιρού.

Και χθες το έργο του τελείωσε. Οι Αρχεντίνος με το γκολ εξασφάλισαν μαθηματικά την άνοδο, ο Χάιντσε που ξεκίνησε μέτρια στην αρχή της σεζόν και κανείς δεν τον ήθελε, τα κατάφερε. Κι όπως συχνά συμβαίνει στο ποδόσφαιρο (ακόμα περισσότερο στη Ν. Αμερική που ο κόσμος κουβαλάει τρέλα), ο άσχετος έγινε Θεός. Την ώρα που ο Χάιντσε ετοιμαζόταν να κάνει δηλώσεις λίγο πιο πέρα από τους παίκτες του που χόρευαν, ένας παχουλός οπαδός κατάφερε να μπει μέσα, να διασχίσει το γήπεδο παρά τα κιλά του, να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει λέγοντάς του: «Θέλω να σε παντρευτώ». Η ποδοσφαιρική παράνοια στο μεγαλείο της. Όλη η γκάμα των συναισθημάτων, από τα δάκρυα της γιαγιάς μέχρι τα πανηγύρια και την πρόταση γάμου, απόδειξη ότι μέσα σε 90 περίπου ποδοσφαιρικά λεπτά μπορείς να τα ζήσεις όλα.

Η ιστορία του πιο τρελού τερματοφύλακα

  [6 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο της Λ. Αμερικής το λατρεύεις για δύο πράγματα. Το θέαμά του και όλη αυτή τη γραφικότητα που το περιβάλλει και το κάνει να ξεχωρίζει. Μέσα στη γραφικότητα φυσικά είναι κι οι ιστορίες με τους τερματοφύλακες, τους λίγο ως πολύ παλαβούς τερματοφύλακες. Ρενέ Χιγκίτα, Χόρχε Κάμπος, Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ και στην κορυφή ο Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Γενικά καταλαβαίνεις ότι αν τερματοφύλακας έχει παρατσούκλι «Ελ Λόκο» δεν είναι ό,τι καλύτερο. Από τον τερματοφύλακα θες μια σιγουριά. Να είναι πιο βαρετός και από ασφαλιστή που ήρθε σπίτι σου. Να είναι πιο σταθερός και από τους Σκόρπιονς στις περιοδείες τους. «Ο Τρελός» όμως ήταν ένας σόουμαν. Με την κορδέλα του, τα μακριά στενά παντελονάκια και τη φάτσα κομπάρσου σε γουέστερν που παίζει κάποιον ανώνυμο Ινδιάνο που ο Τζον Γουέιν σκοτώνει πριν καπνίσει ένα τσιγαράκι.

Ο Γκάτι ξεκίνησε την καριέρα του από την Ατλάντα. Όταν πήγε να δοκιμαστεί στην παιδική ομάδα έφαγε… 14 γκολ. Στο ίδιο παιχνίδι. Έβαλε τα κλάματα και έφυγε για τα αποδυτήρια, αλλά ο προπονητής τον κράτησε. Ήταν από τους πρωτοπόρους τερματοφύλακες στο παιχνίδι έξω από την περιοχή. Του άρεσε να παίζει με την μπάλα, να συμμετέχει στη δημιουργία, να κοντρολάρει με το στήθος, να κάνει κεφαλιές, να προωθείται, να βγαίνει σαν μανιακός από την περιοχή για να κόψει κάποιον αντίπαλο, να εκτελεί πλάγια. Αγαπημένη του κίνηση, να βγαίνει τελευταία στιγμή στην έξοδο και να μπλοκάρει την μπάλα ακριβώς πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου επιδεικτικά. Είχε και έφεση στην απόκρουση πέναλτι, στην μεγάλη του καριέρα απέκρουσε 26 φορές κάποιο χτύπημα.

Η Ρίβερ έδωσε αρκετά χρήματα για να τον πάρει καθώς ο Αμαντέο Καρίσο ήταν στα 37 του. Τελικά ο Γκάτι έμεινε στην σκιά του τεράστιου Καρίσο αφού ο τελευταίος έπαιξε για πέντε σεζόν ακόμα. Έφυγε για άλλα μέρη και για τον Καρίσο είχε δηλώσει: «Ποτέ δεν άκουσα τις συμβουλές του Καρίσο, λογικό αφού ήξερα παραπάνω από αυτόν». Στη συνέχεια πήγε στη Χιμνάσια όπου έκανε τα καλύτερά του ματς και φυσικά τις καλύτερές του τρέλες. Ήταν μια πραγματική ατραξιόν του πρωταθλήματος. Κόσμος ταξίδευε μέχρι την Λα Πλάτα για να τον δει ή πήγαινε σε εκτός έδρας ματς της Χιμνάσια, παρ΄ ότι δεν υποστήριζε καμία ομάδα.

Το γήπεδο της Χιμνάσια γεμάτο, μέχρι και ένα πουλί στο δοκάρι παρακολουθεί τον Γκάτι

Τελείωσε την καριέρα του στην Μπόκα στην οποία πήγε στα 32 του και έφτασε να παίζει μέχρι τα 44 του. Εκεί με μία από τις 26 του αποκρούσεις σε πέναλτι έδωσε το πρώτο Λιμπερταδόρες στην ιστορία του συλλόγου απέναντι στην Κρουζέιρο. Στο Μπομπονέρα κέρδισε τρία πρωταθλήματα, ακόμα ένα Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Θεωρείται από τους θρύλους του κλαμπ. Όταν στη δεκαετία του ’70 τον ρώτησαν γιατί κάνει όλες αυτές τις παλαβομάρες απάντησε με ειλικρίνεια: «Το ποδοσφαιρικό θέαμα που προσφέρουμε στο κοινό είναι θλιβερό και νιώθω την υποχρέωση να κάνω ορισμένα παράξενα πράγματα που θα διασκεδάσουν και θα δώσουν χαρά στον κόσμο». Ο Γκάτι έπαιζε για να κερδίσει, αλλά κυρίως έπαιζε και για να ψυχαγωγήσει το κοινό (τώρα αν αυτό είναι συμβατό με τους οπαδούς μιας ομάδας έτοιμους να πάθουν εγκεφαλικό για κάθε ντρίμπλα ή προώθηση του Γκάτι είναι άλλο ζήτημα). Όταν έπαιζε στην Ατλάντα είχε τιμωρηθεί για μια αγωνιστική από τη διοίκηση γιατί σε ένα ματς αποφάσισε να… δώσει πάσα σε έναν συμπαίκτη του σουτάροντας την μπάλα πρώτα στο οριζόντιο δοκάρι της εστίας του για να πάει μετά εκεί που έπρεπε.

«Σε ένα παιχνίδι αποφάσισα να μείνω στη γραμμή και μη φύγω από την εστία. Πολύ γρήγορα ένιωσα σαν ένα πνεύμα να με σπρώχνει να πάω να ανακατευτώ στο παιχνίδι»

Η γραφικότητα όπως είπαμε και στην αρχή είχε και άμεση σχέση με την εξωτερική εμφάνιση. Την εποχή που οι περισσότεροι τερματοφύλακες φορούσαν μαύρα, ο Γκάτι φορούσε ροζ, πορτοκαλί ή μπορντό εμφανίσεις. Από τους πρώτους μακρυμάλληδες εκείνα τα χρόνια και από τους πρώτους που αποφάσισαν να φοράνε ομοιόμορφο σορτσάκι (στενό και αρκετές φορές μακρύ)-φανέλα-κάλτσες. Και φυσικά ο πρώτος που είχε… προσωπική διαφήμιση στη φανέλα, ξεχωριστή από της ομάδας. Μια εταιρεία ηλεκτρονικών παιχνιδιών και το εστιατόριο «Παπαράτσι» διαφημίζονταν στη φανέλα του, ενώ η Μπόκα είχε άλλους χορηγούς. Μετά για κανά δύο σεζόν είχε την ίδια διαφήμιση με την υπόλοιπη ομάδα, μέχρι που το 1984 η Μπόκα δεν βρήκε σπόνσορα, αλλά ο Γκάτι βρήκε γι’ αυτόν μια τράπεζα να διαφημίζεται στη φανέλα του.


Αριστερά ο Γκάτι με την ατομική του διαφήμιση, δεξιά η φανέλα της Μπόκα

Οι ιστορίες είναι δεκάδες για την τρέλα του ανθρώπου. Του πετούσαν φρούτα και αυτός τα έτρωγε, ξάπλωνε μπροστά στην εστία του και έκανε ηλιοθεραπεία. Μια φορά απέναντι στην Μπόκα (ως παίκτης της Χιμνάσια) είχε προωθηθεί και η μπάλα βγήκε πλάγιο υπέρ της Μπόκα με τον Γκάτι να είναι κάτω από τη σέντρα. Ήξερε ότι δεν προλάβαινε να γυρίσει, οπότε άρχισε να μαλώνει για την μπάλα με τον αντίπαλο παίκτη μέχρι να διακοπεί το ματς και να κερδίσει χρόνο. Πάλι κόντρα στην Μπόκα, οι οπαδοί της του πέταξαν μια σκούπα και αυτός άρχισε να σκουπίζει την περιοχή του την ώρα του αγώνα. Πριν από κάθε ματς έπινε λίγο κρασί. «Έριχνε το «χεσόμετρό» μου πιο χαμηλά, δεν χεζόμουν από φόβο. Αυτό που ο Βαλντάνο ονομάζει «φόβο της σκηνής», είναι το ίδιο πράγμα με άλλες λέξεις, ο Χόρχε είναι πιο κουλτουριάρης». Στα λίγα ματς που έπαιξε με την εθνική Αργεντινής ταξίδεψε σε αρκετά κρύα μέρη. Στο χιονισμένο Κίεβο, απέναντι στην ΕΣΣΔ, είχε στην εστία ένα μπουκαλάκι ουίσκι για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει το κρύο. Κάθε λίγο έπινε και μια γουλιά. «Ήταν το καλύτερο μου παιχνίδι γιατί στο τέλος δεν ήξερα τι έκανα» δήλωσε.

Υπερ-καλτ διαφήμιση με τον Γκάτι να πίνει τζιν την ώρα του αγώνα και να σκοράρει

Όταν ο 18χρονος Όσκαρ Ρουτζιέρι πήγε στην Μπόκα, ο Γκάτι τον πλησίασε. «Μικρέ, πίνεις κρασί;», τον ρώτησε. Ο Ρουτζιέρι απάντησε αρνητικά. «Από σήμερα θα τρως μαζί μου» του είπε ο Λόκο. Ο Όσκαρ μέσα στη χαρά, πήρε την ίδια μέρα τηλέφωνο την μάνα του, τους φίλους του και όποιον άλλον ήξερε, για να τους πει ότι τον κάλεσε για φαγητό ο τεράστιος Γκάτι. Τελικά η αλήθεια ήταν διαφορετική. Η Μπόκα στα γεύματα έβαζε ένα μπουκάλι κρασί σε κάθε τραπέζι. Ο Γκάτι βρήκε τρεις πιτσιρικάδες να κάθονται μαζί του και φυσικά έπινε μόνος του το μπουκάλι κρασί.

Η ασίστ με την Εστουδιάντες

Το 1981 με συμπαίκτη τον Μαραντόνα (με τον οποίο έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά την κρατάμε για άλλη φορά) κατέκτησε το πρωτάθλημα. Εξαιτίας ενός λάθους του, είχε χάσει τη θέση βασικού για μεγάλο διάστημα. Όταν ο προπονητής αποφάσισε να του δώσει ξανά μετά από καιρό φανέλα βασικού σε ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες, έκανε μια τρέλα που την έσωσε τελευταία στιγμή πάνω στη γραμμή ένας συμπαίκτης του. Αγέρωχος ο Γκάτι, λίγα λεπτά αργότερα έκανε μια έξοδο σχεδόν μέχρι το κέντρο για να κόψει έναν αντίπαλο, δεν άφησε την μπάλα στον αμυντικό του και έφτασε στη μεσαία γραμμή για να τη δώσει στον Περότι. Ο τελευταίος έκανε ένα σλάλομ και σκόραρε το μοναδικό γκολ του αγώνα, ένα κρίσιμο γκολ για την κούπα. Οι περισσότεροι συμπαίκτες αντί να αγκαλιάσουν τον σκόρερ, πήγαν στον Γκάτι. Το γκολ ήταν δικό του.

Όπως έχει γίνει αντιληπτό, εκτός από τις τρέλες και τις καλές αποκρούσεις, ο Γκάτι είχε και πολλά, πάρα πολλά λάθη. Και αυτά ουσιαστικά του στοίχισαν την καριέρα του, καθώς έχοντας ξεπεράσει τα 40 είχε χάσει την εκρηκτικότητα, αλλά συνέχιζε να παίζει ριψοκίνδυνα. Τον Οκτώβριο του 1987 κάνει μια τραγική εμφάνιση απέναντι στη Νιούελ’ς. Αποφασίζει να κάνει κόλπο και να τσιμπήσει την μπάλα πάνω από τον αντίπαλο την τελευταία στιγμή. Γίνεται το 0-1. Οι φανατικοί της «La 12» τον γιουχάρουν. Αρκετοί τον βρίζουν. Λίγο αργότερα τρώει μια κεφαλιά που περνάει μέσα από τα χέρια του και γίνεται το 0-2. Ο κόσμος αρχίζει να σφυρίζει σε κάθε επαφή του με την μπάλα. Χωρίς να φταίει ιδιαίτερα δέχεται και τρίτο γκολ. Στα αποδυτήρια ζητάει αλλαγή και ζητάει συγγνώμη. Μένει για αρκετό καιρό εκτός αγώνων, παίζει σποραδικά. Στο επόμενο πρωτάθλημα ξεκινάει βασικός στην πρεμιέρα απέναντι στην άσημη Ντεπορτίβο Αρμένιο. Κάνει μια τραγική έξοδο, δέχεται το γκολ κι η Μπόκα χάνει. Ο προπονητής τον αφήνει εκτός ομάδος οριστικά. Είναι το τελευταίο επίσημο ματς του Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Φεύγει με άσχημο τρόπο.

Το αντίο του Γκάτι στα 54 του…

Δέκα χρόνια αργότερα η Μπόκα αποφασίζει να τον τιμήσει. Η τρέλα του Γκάτι συνεχίζεται ακόμα και στο αντίο. Δεν γίνεται κανένα φιλικό της πλάκας τύπου «φίλοι Γκάτι». Η Μπόκα παίζει σε φιλικό τουρνουά με αντίπαλο την Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα. Εντάξει, δεν είναι και επίσημο ματς, αλλά είναι κανονικός αγώνας και ο Γκάτι είναι 54 ετών πια. Σε μια εντεκάδα που βρίσκεται και ο παλιός γνώριμός μας Φερνάντο Νάβας, ο Γκάτι με ξανθό μαλλί, κορδέλα και μπορδοροδοκόκκινη έντονη φανέλα κατεβαίνει για τελευταία φορά στο Μπομπονέρα. Ο κόσμος τον αποθεώνει, το αντίο του τρελού, ενός τύπου που με τα καλά και τα άσχημά του έγραψε τη δική του ιστορία στο ποδόσφαιρο μιας χώρας και θεωρείται από τους καλύτερους τερματοφύλακες της Λατινικής Αμερικής.

Τα σεντόνια τραγουδούν ακόμα

  [Καθόλου σχόλια]

Είναι πάντα λίγο ξενερωτικό όταν κερδίζεις έναν τίτλο χωρίς να έχεις παίξει. Αυτό έγινε χθες για την Μπόκα που με την ήττα της Μπάνφιλντ από τη Σαν Λορένσο κατέκτησε και μαθηματικά το πρωτάθλημα, τον 66ο τίτλο στην ιστορία της. Η Μπόκα εκμεταλλεύτηκε αρχικά την ήττα της Ρίβερ από τη Ράσινγκ εντός έδρας και στη συνέχεια αυτή της Μπάνφιλντ και οι παίκτες της στέφθηκαν πρωταθλητές στο ξενοδοχείο της Μπαΐα Μπλάνα στα νοτιοδυτικά της χώρας, όπου ταξίδεψαν για τον αγώνα με την Ολίμπο. Όσο όμως και να είναι λίγο ξενέρωτο, όταν κατακτάς έναν τίτλο σε ένα πρωτάθλημα που συμμετέχουν 30 ολόκληρες ομάδες, σίγουρα χαίρεσαι. Και χαίρεσαι ακόμα περισσότερο, όταν το έχεις κάνει εις βάρος του μισητού σου αντίπαλου, που σε κέρδισε στο σπίτι σου μόλις πριν έναν μήνα (το μοναδικό από τα 5 κλάσικο που έχασε φέτος η Μπόκα), μείωσε τη διαφορά και… «έβγαλε γλώσσα».

Ένα σεντόνι του βάζεις και απογειώνεται

Η Μπόκα ήταν μάλλον η δίκαια πρωταθλήτρια. Σκαρφάλωσε στην κορυφή τον μακρινό Νοέμβριο και δεν έπεσε από εκεί ξανά. Έχει μέχρι στιγμής την καλύτερη επίθεση, την 2η καλύτερη άμυνα (την καλύτερη την έχει η Ντεφένσα ι Χουστίσια, αλλά με τέτοιο όνομα είναι λογικό) και έχασε μόλις 3 από τα 28 της παιχνίδια. Όπως συχνά συμβαίνει στην Λ. Αμερική, οι πανηγυρισμοί ήταν περισσότερο εις βάρος του αντιπάλου. Οι παίκτες της Μπόκα, είχαν φάει το βραδινό τους, είδαν το ματς και βγήκαν από το ξενοδοχείο καλυμμένοι με σεντόνια, συνεχίζοντας το αστείο (που φαίνεται δεν παλιώνει ποτέ στην Αργεντινή) με το φάντασμα της Β’ εθνικής για την αντίπαλο Ρίβερ που υποβιβάστηκε πριν μερικά χρόνια. Τα φαντάσματα βγήκαν έξω κάνοντας «μποοοουυυυυυ» και μαζί με τους ντόπιους οπαδούς της Μπόκα στην Μπαΐα Μπλάνκα τραγουδούσαν «όποιος δε χοροπηδάει, έπεσε στη Β'».

Ενός λεπτού σιγή για τη Ρίβερ

Το πανηγύρι συνεχίστηκε στο ξενοδοχείο. Την ώρα που ο αρχηγός Γκάγκο προσπαθούσε να κάνει δηλώσεις, δίπλα του οι συμπαίκτες έδωσαν σόου. Το ποτ πουρί ξεκίνησε με το άκρως φιλικό σύνθημα: «Είναι για σένα, είναι για σένα, π..τάνα κότα (το γνωστό παρατσούκλι της Ρίβερ)» με το κανάλι της τηλεόρασης να μην κόβει τίποτα και να αφήνει κανονικά τον ήχο να μπαίνει σε χιλιάδες σπίτια (μεταξύ τους σίγουρα και πολλά μαζοχιστών οπαδών της Ρίβερ που δεν έκλεισαν την τηλεόραση), συνεχίστηκε με το «Πάμε, πάμε Γενοβέζοι, όσοι είναι από κάτω μας είναι κότες και δεν θα μας φτάσουν» και ολοκληρώθηκε με το χιτ-σινγκλ «ενός λεπτού σιγή, σσσσσσσστττττ, η Ρίβερ έχει πεθάνει» που συνοδευόταν από χαρακτηριστικές κινήσεις των παικτών.

Φυσικά σε όλα αυτά δεν υπήρξε κάποια αντίδραση, αθλητικοί δικαστές, ομάδες να βγάζουν ανακοινώσεις κ.ο.κ. Σε μια χώρα με έντονα φαινόμενα βίας, ίσως κάποιοι να πουν ότι τέτοιοι πανηγυρισμοί δεν βοηθούν στο πρόβλημα, από την άλλη είναι η ποδοσφαιρική κουλτούρα (ή υποκουλτούρα για όσους δεν συμφωνούν) μιας χώρας (και μιας ηπείρου γενικότερα) που έχει μάθει να ζει έτσι. Οι Μποστέρος πανηγυρίζουν το πολύ σημαντικό φετινό πρωτάθλημα και οι Μιγιονάριος ήδη σκέφτονται την εκδίκησή τους.

Ένα ταξί να φύγω

  [Καθόλου σχόλια]

Στα 38 του, ο τερματοφύλακας Φάμπιο βρήκε ξανά ένα σχετικά καλό συμβόλαιο στη Β’ εθνική της Βραζιλίας. Σε μια καριέρα με ελάχιστες συμμετοχές στην Α’ εθνική, όπου κυρίως ήταν μεταξύ τοπικών πρωταθλημάτων Παουλίστα και Δ’ εθνικής και έχει ως μεγαλύτερο επίτευγμα ότι πέρασε για ένα φεγγάρι ως δεύτερος τερματοφύλακας από την Μαρίτιμο, το ότι τα κατάφερε σε μια τόσο μεγάλη ηλικία να φτάσει στη Φιγκειρένσε ήταν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Έτσι, όταν ήρθε η ευκαιρία του στην 4η αγωνιστική, έβαλε τη φανέλα, φόρεσε τα γάντια του και μπήκε στο Εστάδιο Ορλάντο Σκαρπέλι (που ακούγεται σαν πανάκριβη φίρμα ιταλικών παπουτσιών που η κοπέλα σου ξέρει όλα τα μοντέλα της) στη Φλοριανόπολις της Σάντα Καταρίνα.

Η Φιγκειρένσε αντιμετώπιζε την Μπόα και το γήπεδο ήταν πολύ βρεγμένο από τις βαριές βροχές των τελευταίων ημερών. Στο 24′ ο Ντόουγκλας Ασίς των φιλοξενούμενων έκανε μια αγγλική γιόμα από το κέντρο του γηπέδου, ο Φάμπιο βγήκε με μεγαλύτερη ταχύτητα από εξοδούχο φαντάρι μετά από εμπλοκή, την μπάλα δεν τη βρήκε κανείς και έτσι έγινε το 0-1. Μερικά λεπτά αργότερα η Μπόα κέρδισε πέναλτι, η Φιγκειρένσε έμεινε με 10 και το ημίχρονο έληξε 0-2, καθώς ο Φάμπιο έπεσε στην άλλη γωνία. Όταν οι παίκτες βγήκαν για το 2ο ημίχρονο, ο 38χρονος γκολέιρο (που λένε και στη Βραζιλία) δεν υπήρχε πουθενά στον αγωνιστικό χώρο. Ο προπονητής δήλωσε ότι δεν υπήρξε κάποιος τραυματισμός και ότι η αλλαγή έγινε για άλλους λόγους.

Οι πιο παρατηρητικοί είδαν ότι ο Φάμπιο δεν εμφανίστηκε ούτε στον πάγκο, ούτε στις εξέδρες. Μετά το τέλος του αγώνα έμαθαν την αλήθεια. Ο παίκτης επικαλέστηκε προσωπικά προβλήματα (άγνωστο το τι έγινε στα αποδυτήρια), κάλεσε ένα ταξί και σηκώθηκε και έφυγε. Έτσι απλά. Ο γενικός διευθυντής του συλλόγου είπε ότι ο παίκτης ζήτησε συγγνώμη και είπε να μεταβιβάσει τη συγγνώμη του και σε όλους και κάπως έτσι χάθηκε με το ταξί στους δρόμους της Φλοριανόπολις. Ζήτησε κι ο ίδιος συγγνώμη από τον κόσμο γιατί ο παίκτης ήταν δική του επιλογή και είπε ότι ο έμπειρος τερματοφύλακας θα έπρεπε να τους είχε βρει, να τους είχε μιλήσει για τα προβλήματά του. Με παίκτη λιγότερο, με 0-2 στην πλάτη και μια αλλαγή χαμένη σε τερματοφύλακα, το παιχνίδι χάθηκε εύκολα.

Οι δημοσιογράφοι κατάφεραν και βρήκαν τον Φάμπιο και τελικά η αλήθεια μαθεύτηκε. Αποκάλυψε ότι δεν ήταν συγκεντρωμένος στον αγώνα γιατί σκεφτόταν την υγεία της μητέρας του και ότι ήταν λάθος του που ζήτησε να παίξει γιατί δεν είχε καμία διάθεση να αγωνιστεί. Το συμβόλαιό του λύθηκε και έτσι ο Φάμπιο θα μείνει στην ιστορία για τα 45′ που έπαιξε και το ταξί που πήρε για να φύγει, αποδεικνύοντας ότι πολλές φορές αγνοούμε τι μπορεί να βρίσκεται στο κεφάλι ενός αθλητή και ότι μπορεί να είναι κάτι πολύ ανθρώπινο.

Το μικρό θαύμα της Σαπεκοένσε

  [1 Σχόλιο]

Είναι αυτή η άτιμη η μπάλα που έχει μέσα όλα τα συναισθήματα. Από τη μεγάλη χαρά, μέχρι τη μεγάλη λύπη, γλυκόπικρη σαν την ίδια τη ζωή. Κι αν δεν πιστεύετε εμένα, το έχει πει κι ο Ρίτσαρντ ο Άσκροφτ με τους Verve. Μόνο που δε συμβαίνουν όλα στον ίδιο βαθμό, δεν υπάρχει ομοιομορφία, δεν υπάρχει ισορροπία. Η Σαπεκοένσε έγινε γνωστή πριν λίγους μήνες για μια μεγάλη τραγωδία, για ένα αεροπορικό δυστύχημα που μας συγκλόνισε όλους. Η ποδοσφαιρική ζωή συνεχίζεται όμως, παρ’ ότι τα τραύματα δεν έχουν επουλωθεί. Η συμμετοχή στο Κόπα Λιμπερταδόρες ήταν μια μεγάλη χαρά, μια μεγάλη τιμή και οι Βραζιλιάνοι προσπάθησαν να το ζήσουν όσο πιο όμορφα μπορούσαν, γνωρίζοντας ότι θα είναι δύσκολο να βρεθούν ξανά στην μεγαλύτερη διοργάνωση συλλόγων της Ν. Αμερικής.

Το ξεκίνημα ήταν ιδανικό με νίκη μέσα στη Βενεζουέλα επί της Ζούλια. Η συνέχεια όμως δεν ήταν τόσο καλή, με τη Σαπεκοένσε να παίρνει μόλις έναν πόντο εντός έδρας απέναντι στη Λανούς από την Αργεντινή και τη Νασιονάλ της Ουρουγουάης και να χάνει στη συνέχεια στο Μοντεβιδέο. Οι Βραζιλιάνοι ταξίδεψαν όμως στα νότια του Μπουένος Άιρες και πήραν μια μεγάλη νίκη επί της Λανούς στη λήξη του αγώνα  με 1-2, μια ιστορική νίκη που τους έφερε μία αγωνιστική πριν το τέλος έναν βαθμό μακριά από την πρώτη θέση και μάλιστα, έχοντας την τύχη στα χέρια τους αφού με νίκη στο τελευταίο ματς θα περνούσαν στους 16 του Λιμπερταδόρες.

Η Σαπεκοένσε όμως φαίνεται έχει το δράμα της μέσα. Πριν προλάβει καλά καλά να χαρεί το διπλό, έζησε μια περιπέτεια, μια άρρωστη κατάσταση, όταν το αεροπλάνο που μετέφερε τους παίκτες πίσω στη Βραζιλία έκανε αναγκαστική προσγείωση στο Πόρτο Αλέγκε γιατί υπήρχε φόβος για την κατάσταση του αεροδρομίου του Σαπεκό λόγω κακοκαιρίας. Οι μνήμες από τα όσα έγιναν πριν λίγους μήνες ήταν έντονες. Η αποστολή του συλλόγου μετά από μία ταλαιπωρία 11 ωρών με πούλμαν έφτασε στη βάση της. Τα κακά μαντάτα όμως είχαν ήδη κυκλοφορήσει. Η «Σαπέ» κινδύνευε να χάσει το ματς με τη Λανούς στα χαρτιά γιατί ο σκόρερ της νίκης Λουίζ Οτάβιο ήταν τιμωρημένος με τρεις αγωνιστικές εξαιτίας μιας αποβολής. Ο κίνδυνος έγινε πραγματικότητα, οι δικαιολογίες της Σαπεκοένσε ότι δεν έλαβαν ποτέ e-mail και ότι ίσως πήγε στα spam (δεν το βγάζω από το μυαλό μου, αυτή ήταν η υπερασπιστική γραμμή) δεν έπεισαν και τελικά οι Βραζιλιάνοι έμειναν και μαθηματικά εκτός των 16 του Λιμπερταδόρες, πληρώνοντας την έλλειψη οργάνωσης.

Για όσους βιάζονται, το πάρτι και τα «Βάμοους Σαααάπε» ξεκινούν στο 4.50 του βίντεο

Μια που όμως φέτος το σύστημα άλλαξε, η 3η θέση του ομίλου (περίπου όπως και στην Ευρώπη) οδηγεί στο Κόπα Σουνταμερικάνα (τον θεσμό που είναι ήδη νικήτρια η Σάπε, αλλά δεν έχει δικαίωμα δωρεάν συμμετοχής παρ’ όλα αυτά). Έτσι, το τελευταίο ματς με τη Ζούλια έγινε ένας μίνι-τελικός, η τελευταία προσπάθεια της Σαπέ να μείνει ζωντανή στους διεθνείς θεσμούς. Οι σφαλιάρες όμως δεν φαίνεται να είχαν τελειωμό. Ο 37χρονος ιστορικός Βενεζουελάνος φορ Χουάν Αράνγκο άνοιξε το σκορ για τη Ζούλια (κάνοντας καρδούλα στους πανηγυρισμούς ρε φίλε) και το 0-1 έμεινε μέχρι το 90′. Ίσως κάποιοι οπαδοί να είχαν σηκωθεί να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους μονολογώντας για την γκαντεμιά που δέρνει την αγαπημένη τους ομάδα. Οι περισσότεροι όμως έμειναν στις εξέδρες, έζησαν το θαύμα, έζησαν επιτέλους και μια μεγάλη χαρά μετά από τόσες πίκρες και είδαν τη Σαπεκοένσε να σκοράρει δυο φορές στο 91ο και 92ο λεπτό, το ματς να γυρίζει από το πουθενά σε 2-1 και τη Σάπε να παίρνει την πρόκριση για το Σουνταμερικάνα. Η εφτάψυχη Σαπέ θα μας κάνει παρέα κι άλλο για φέτος…

Μαθήματα διαχείρισης θυμού

  [2 Σχόλια]

Τον Νέλσον Βίβας ίσως να τον θυμάστε οι παλιότεροι από το πέρασμά του από την Άρσεναλ. Ο βετεράνος πλέον δεξιός μπακ, που έπαιξε και αρκετά ματς στην εθνική, είναι προπονητής στην πατρίδα του και συγκεκριμένα στην Εστουδιάντες. Αντιμετωπίζοντας την Μπόκα χθες, είδε σε μια φάση αυτό που θεώρησε πέναλτι (και μεταξύ μας μάλλον δεν ήταν). Ο διαιτητής δεν το καταλόγισε και ο Βίβας διαμαρτυρήθηκε έντονα με αποτέλεσμα να αποβληθεί. Εκεί πλέον ο Βίβας έδωσε το δικό του σόου, έριξε μια μεγαλοπρεπή κλωτσιά στο μικρόφωνο της τηλεόρασης και ξεπερνώντας τη φάση με το σάκακι του Ιωαννίδη και το βίντεο κλιπ του Σάκη Ρουβά άγγιξε πλέον επίπεδα Χουλκ (όχι του φορ) κι έφυγε σαν σταρ. Έβγαλε το πουκάμισο, θύμισε αθλητή του κατς και αποχώρησε ημίγυμνος με την κάμερα να εστιάζει στη γεμάτη τατουάζ πλάτη του.

Ο Νέλσον Βίβας, που στη συνέχεια ζήτησε συγγνώμη για την αντίδραση, δεν είναι άγνωστος σε τέτοιου είδους γραφικότητες. Πριν τέσσερα περίπου χρόνια, όταν και ήταν προπονητής στην Κίλμες, άνοιξε διάλογο με έναν οπαδό της ομάδας. Με το ματς να τελειώνει και την ισοπαλία να έρχεται, ο Βίβας έδειξε τον οπαδό και του είπε «να με περιμένεις κάτω», μαζί με άλλα κοσμητικά. Κοίταξε το χρονόμετρο που κρατούσε τότε πάντα και όταν το ματς έληξε, σαν άντρας που σέβεται τον λόγο του κατέβηκε κάτω. Εκεί βρήκε τον ατυχή κυριούλη (λεπτομέρεια το ακουστικό για να ακούει τι γίνεται στα άλλα ματς) και τον άρχισε στα κλωτσομπουνίδια, μέχρι που τον μάζεψαν 3-4 άτομα. Ο Βίβας μετά από το συμβάν είχε παραιτηθεί από την Κίλμες, αλλά ο χαρακτήρας του παραμένει ο ίδιος.

Προς το παρόν δεν έχει φύγει από την Εστουδιάντες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν το διασκέδασε στο Ίντερνετ:

Το Πρωτάθλημα που Κρίθηκε 30 Χρόνια Μετά

  [4 Σχόλια]

Η Ρόζα Μαρία Βέμπερ, ο Μάρκο Αυρέλιο Μέλο και ο Λουΐς Ρομπέρτο Μπαρόσο στήθηκαν μπροστά στις κάμερες. Οι τρεις Βραζιλιάνοι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας, μαζί με άλλος δυο που δεν βγήκαν στη συνέντευξη τύπου, μόλις είχαν πάρει μια σημαντική και, κυρίως, τελεσίδικη απόφαση.

Ξεκίνησε η Βέμπερ: «Το ποδόσφαιρο είναι πάθος και το ιδεατό είναι οι αποφάσεις που το αφορούν να μη φτάνουν στα δικαστήρια». Με ψήφους 3-1 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι το πρωτάθλημα του 1987, το οποίο είχαν πανηγυρίσει τόσο η Σπορτ Κλουμπ Ρεσίφε όσο και η Φλαμέγκο, ανήκει αποκλειστικά στη Σπορτ Κλουμπ. Από τους 5 δικαστές ο ένας απείχε λόγω του ότι ο γιος του ήταν στο δικηγορικό τιμ της Φλαμέγκο.

Ο Μέλο, οργανωμένο μέλος της Φλαμέγκο που ψήφισε κατά της ομάδας που υποστηρίζει, είπε: «Αυτό είναι το τελικό σκορ». Ο Μπαρόσο συμπλήρωσε: «40 εκατομμύρια οπαδοί θα νιώσουν ένα χτύπημα στην καρδιά. Και ανάμεσα σε αυτούς είμαι και εγώ».

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας εδώ και ενάμιση χρόνο πνίγεται στη δουλειά από τα πολιτικά σκάνδαλα που οδήγησαν την προηγούμενη πρόεδρο, Ντίλμα Ρούσεφ, και την κυβέρνησή της σε παραίτηση. Μέσα στον κακό χαμό των υποθέσεων διαφθοράς πολιτικών και της κρατικής πετρελαϊκής εταιρίας, το Δικαστήριο γνωμοδότησε πάνω στο ποδόσφαιρο, διότι, Βραζιλία είσαι.

Η Ρεσίφε ανάρτησε στους επίσημους λογαριασμούς της σε τουΐτερ και φέισμπουκ: «Το πρωτάθλημα του 1987 αδιαμφισβήτητα δικό μας». Η Φλαμέγκο απάντησε «Στη μπάλα, στο γήπεδο, πάντα Φλαμέγκο. Πρωταθλητές 1987». Λογικό μου φαίνεται, θα το μετράνε για πάντα. Όπως και οι οπαδοί της Μαρσέιγ μετράνε το αφαιρεμένο από τον υποβιβασμό πρωτάθλημα της υπόθεσης Ταπί ως δικό τους.

Εδώ αξίζει να πούμε πως η Φλαμέγκο είναι ο πιο δημοφιλής σύλλογος στη Βραζιλία. Επίσης δεν είναι η πρώτη φορά που στην ποδοσφαιρομάνα κρίνεται τίτλος δικαστικά. Έχει ξαναγίνει με τη Σάντος.

Τώρα όσοι βαριέστε να διαβάσετε άλλη μια λατίνικη ιστορία οργανωτικής και διοικητικής τρέλας σταματάτε την ανάγνωση εδώ. Οι υπόλοιποι ετοιμαστείτε για για ένα ταξίδι στα έιτις με οργάνωση πρωταθλήματος που θα ζήλευε και το Περού και ίντριγκες στην Ομοσπονδία που θα εκτιμούσαν και οι άσπονδοι εχθροί της Αργεντινής.

To 1986 στη Βραζιλία επικρατεί ένα χάος στα ποδοσφαιρικά δρώμενα της χώρας. Ένα χάος που έχει και πολιτικές προεκτάσεις και με την Ομοσπονδία («ΠΟΒ» από εδώ και στο εξής) να κάνει ό,τι μπορεί για να το βοηθήσει. Η ανικανότητα της ΠΟΒ είναι τόσο μεγάλη που σχηματίζεται για πρώτη φορά το «Κλούμπε Ντος 13», δηλαδή ο όμιλος των 13 ισχυρότερων συλλόγων της χώρας. Το πρωτάθλημα Μπραζιλεράο του 1986-87 είναι ένα μνημείο οργανωτικής τέχνης που ο ποδοσφαιρικός χρονογράφος Τζέιμς Γιανγκ χαρακτήρισε «ιστορία Καφκικής ανίας και ματαιότητας».

Τον Ιούνιο του 1986 ο πρόεδρος της ΠΟΒ δήλωσε επίσημα ότι η ομοσπονδία δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει το επόμενο πρωτάθλημα. Μέρος του προβλήματος είναι η ζήτηση της συμμετοχής. Για τα δύο εθνικού επιπέδου πρωταθλήματα, 1ης και 2ης κατηγορίας, μαζί με τα προκριματικά τουρνουά και και κάποια παράλληλα (πχ. κύπελλα) ο αριθμός των συλλόγων που ήθελαν να συμμετάσχουν ξεπερνούσε τους 80. Η αρχική ιδέα ήταν τότε να μειώσουν τους συμμετέχοντες στην 1η κατηγορία από 48 σε 24, αλλά επειδή Βραζιλία είσαι, έφτιαξαν πανικό.

Με δεδομένο ότι η ΠΟΒ έχει πει ότι αδυνατεί να χρηματοδοτήσει το επόμενο πρωτάθλημα, η απόφαση να μειωθούν οι ομάδες της 1ης κατηγορία στο μισό δημιουργεί χάος. Αυτό κυρίως συμβαίνει διότι δημοφιλείς και παραδοσιακοί σύλλογοι, όπως η Μποταφόγκο που είχε τερματίσει 31η στο προηγούμενο πρωτάθλημα, θα έμεναν στην απέξω. Μικρότεροι σύλλογοι είδαν την ευκαιρία να μπουν στα σαλόνια και άρχισαν να μπλέκουν στην ιστορία οι πολιτικοί που ασκούσαν πιέσεις στην ΠΟΒ να συμπεριλάβει τους συλλόγους της περιφέρειάς τους. Η ΠΟΒ εξετάζει να διοργανώσει πρωτάθλημα με περισσότερες ομάδες, αλλά οικονομικά δε βγαίνει. Οι αποστάσεις στη Βραζιλία και τα ταξίδια που αυτές αναγκάζουν τις ομάδες να κάνουν καθιστά ένα εθνικό πρωτάθλημα με πάνω από 24 συλλόγους μη βιώσιμο.

Κάπου εκεί οι πρόεδροι της Φλαμέγκο (Μάρσιο Μπράγκα) και της Σάο Πάουλο (Κάρλος Αϊντάρ) στήνουν το «Κλούμπε Ντος 13», ένα συνεταιρισμό των πιο γνωστών και δημοφιλών συλλόγων στη Βραζιλία. Βρίσκουν χορηγούς και προσλαμβάνουν ως πρόεδρο τον αντιπρόεδρο της ΠΟΒ, Ναμπί Αμπί Τσεντίντ, ο οποίος χαίρει αμέριστου σεβασμού στη χώρα. Μάλιστα ήταν αυτός που συνόδευε την εθνική Βραζιλίας στα διεθνή τουρνουά. Τη διοργάνωση που στήνουν τη λένε «Κόπα Ουνιάο» (Κύπελλο της Ένωσης). Σε συνέντευξή του τότε ο Μπράγκα δήλωνε «Θέλουμε να κάνουμε το πρωτάθλημα ένα ελκυστικό εμπορικό προϊόν, όπου η ατραξιόν θα είναι οι μεγάλες μάχες μεταξύ των πιο καλών ομάδων». Και αν οι Βραζιλιάνοι προσπάθησαν να φτιάξουν την Πρέμιερ Λιγκ πριν τους Άγγλους, μετά μπήκαν στη Λατίνικη πραγματικότητα.

Οι 13 αντιπροσώπευαν περίπου το 90% της συνολικής οπαδικής βάσης της Βραζιλίας. Βρήκαν χορηγούν πανεύκολα και μάλιστα το μεγαλύτερο τηλεοπτικό δίκτυο της χώρας (Γκλόμπο) έκλεισε συμφωνία για εθνική προβολή όλων των ματς. Πράγματα πρωτάκουστα στη Λατινική Αμερική. Όπως καταλαβαίνετε, οι υπόλοιποι 67 σύλλογοι δεν το πήραν με πολύ καλό μάτι όλο αυτό. Μετά από πολλές ίντριγκες, πιέσεις, παρασκήνια και πολιτικό μπλέξιμο η ΠΟΒ αποφάσισε να διοργανώσει ένα υβρίδιο.

Θα γινόντουσαν δύο όμιλοι σε μορφή πρωταθλήματος. Ο «Κίτρινος Όμιλος» στο οποίο θα συμμετείχαν  16 ομάδες από τις άλλες και ο «Πράσινος Όμιλος» που ήταν οι 13. Οι δύο πρώτοι των δυο ομίλων θα έπαιζαν σε πλέυ-οφς για να βγει ο τελικός πρωταθλητής. Στον όμιλο των 16 μπήκε και η Σπορτ Κλουμπ Ρεσίφε, η οποία τον προηγούμενο χρόνο ήταν ομάδα 2ης κατηγορίας. Όπως είναι φυσικό, οι 13 είπαν «Ναι, καλά. Δηλαδή θα σκοτωθούμε οι μεγάλοι μεταξύ μας και θα έρθει ο τσουρουκάς, που θα’χει παίξει με σχολές καποέιρας, να μας πάρει τον τίτλο; Πλέυ-οφς δεν παίζουμε».

Βασικά, όχι οι 13, οι 12. Διότι ο πρόεδρος της Βάσκο, Μιράντα, διαβεβαίωσε την ΠΟΒ, χωρίς να έχει ενημερώσει τους άλλους τους συνεταιρισμού, ότι οι «Πράσινοι» θα τιμήσουν την απόφαση της ΠΟΒ. Έτσι οι 13 έπαιζαν ένα πολύ σκληρό πρωτάθλημα μεταξύ τους, πιστεύοντας ότι είναι μόνοι τους, ενώ παράλληλα διεξαγόταν ένα πρωτάθλημα μετρίων. Τόσο μετρίων που ο σταρ ήταν ο τερματοφύλακας (ναι, Βραζιλιάνος τερματοφύλακας σταρ το 1986, τι;) Έμερσον Λεάο της Ρεσίφε, που ήταν ο τέρμας της Σελεσάο στα Μουντιάλ του 1970 και 1974. Ήταν τόσο μεγάλος που δεν έβγαλε καν όλη τη σεζόν στο γήπεδο, αλλά στα μισά το γύρισε σε προπονητής! Από την άλλη, στη Φλαμέγκο έπαιζαν οι Ζίκο, Μπεμπέτο, Λεονάρντο, Αλνταΐρ, Ζίνιο, Ζορζίνιο, Λεάνδρο, Ρενάτο Γκάουτσο, Εντίνιο, Ζε Κάρλος, Αντράντε και ο Μαρσελίνιο Καριόκα. Σχεδόν όλοι μέλη της εθνικής.

Για να καταλάβετε για τι επίπεδο μιλάμε, η πρωταθλήτρια Λιμπερταδόρες του 1986 Ατλέτικο Μινέιρο, διέλυσε στον τελικό του διηπειρωτικού 3-0 τη Λίβερπουλ. Τώρα η Μινέιρο κέρδισε τον πρώτο γύρο, διότι, σαν να μην έφτανε το από πάνω μπλέξιμο, η διοργάνωση εξελισσόταν ως εξής: Οι ομάδες χωρίστηκαν σε 2 γκρουπ. Στην πρώτη φάση, οι ομάδες του γκρουπ Α, αντιμετώπισαν τις ομάδες του γκρουπ Β. Στην δεύτερη φάση, οι ομάδες του κάθε γκρουπ έπαιξαν μεταξύ τους. Μετά οι δυο πρώτοι κάθε γκρουπ έπαιζαν ημιτελικούς και διπλό τελικό. Απλούστατο. Η Φλαμέγκο τερματίζει 2η στο Β γκρουπ, πίσω από την Ιντερνασιονάλ. Παίζει ημιτελικό με την  του Α γκρουπ, Ατλέτικο Μινέιρο, και την κερδίζει με συνολικό σκορ 4-2 (1-1 στο Πόρτο Αλέγκρε, 3-1 στο Μαρακανά). Πάει τελικό με την Ιντερνασιονάλ και την κερδίζει συνολικά 2-1 (1-0, 1-1). Πανηγυρίζει τον τίτλο στο Μαρακανά, μπροστά σε 91.000 κόσμο και κάτω από πλακάτ χορηγών όπως η Κόκα-Κόλα, τα ΜακΝτόναλντς, κτλ.

Παράλληλα η Ρεσίφε κερδίζει 3-1 την Γκουαρανί και είναι «Κίτρινη Πρωταθλήτρια». Μη γνωρίζοντας τις διαβεβαιώσεις του Μιράντα στην ΠΟΒ, Ιντερνασιονάλ και Φλαμέγκο τον Ιανουάριο του 1988 αρνούνται να συμμετάσχουν στα πλέυ-οφς μεταξύ «Κιτρίνων» και «Πρασίνων». Η Ρεσίφε ξαναπαίζει κόντρα στην Γκουαρανί, την κερδίζει και στέφεται εθνική πρωταθλήτρια από την ΠΟΒ. Η Φλαμέγκο διαμαρτύρεται και σε μία κίνηση η οποία ουσιαστικά ήταν και η νομική βάση της απόφασης 30 χρόνια μετά, η ΠΟΒ στέλνει τη Ρεσίφε στο Κόπα Λιμπερταδόρες της επόμενης χρονιάς.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Ζίκο σε συνέντευξή του δήλωσε ότι «όλοι ξέρουν ότι η Φλαμένγκο δεν έγινε πρωταθλήτρια Βραζιλίας για πολιτικούς λόγους». Η δήλωση έχει μια μεγάλη δόση αλήθειας, καθώς το όλο εγχείρημα των 13 η ΠΟΒ το είδε πολύ άσχημα και ουσιαστικά ανακήρυξε εθνικό πρωταθλητή τον 1ο της δικής της διοργάνωσης. Το μόνο ρομαντικό εδώ είναι ότι ένας μικρούλης σύλλογος έγινε, ντε γιούρε, εθνικός πρωταθλητής, νικώντας, στα δικαστήρια, το γίγαντα της Φλαμένγκο. Χαρίζοντας όμως μηδενικές ποδοσφαιρικές στιγμές μέσα στο χορτάρι, που, για τη Βραζιλία εκείνης της εποχής, ήταν το χειρότερο έγκλημα.

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Λουίς «Πούλγκα» Ροντρίγκες

  [1 Σχόλιο]

Δυστυχώς ή ευτυχώς το σύγχρονο ποδόσφαιρο θέλει ποδοσφαιριστές αθλητές, γυμνασμένους, με αντοχές. Στη Ν. Αμερική όμως που ακόμα δείχνει να διατηρεί τις παραδόσεις, επιβιώνουν ακόμα παίκτες-μορφές που στην Ευρώπη δεν θα έβρισκαν θέση, αλλά εκεί λατρεύονται σαν μικρές θεότητες. Αυτό εδώ το κείμενο αποτελεί μια ωδή στον «Πουλγκίτα» Ροντρίγκες, έναν από τους τελευταίους ποδοσφαιριστές που μπορούν να βγάζουν το φαγητό τους (και θέλουν και πολύ) παρά το αντι-αθλητικό σουλούπι τους και το σώμα τους που μοιάζει με άνθρωπο γραφείου, επειδή ακριβώς ξέρουν καντάρια μπαλίτσας. Ένα είδος προς εξαφάνιση, με κάποιους τελευταίους λαμπρούς εκπροσώπους του να απομένουν.

Σουτάρες, σκαψιματάκια, ψαλιδάκια, γκολ λίγο κάτω από το κέντρο, όλα τα έχει κάνει ο τύπος

Γεννημένος σε μια μικρή πόλη δέκα χιλιάδων κατοίκων, ο Λουίς Ροντρίγκες ως το μεγαλύτερο παιδί δούλευε μπογιατζής και χτίστης για να βοηθά τη φτωχή οικογένειά και τα οκτώ αδέρφια του. Δεν αποτέλεσε εξαίρεση κι όπως όλα τα παιδάκια λάτρευε κι αυτός την μπάλα και είχε ταλέντο. Παρά το μικρό του ύψος, την έλλειψη μυών, την όχι ιδιαίτερη ταχύτητά του και το αντιαθλητικό του σουλούπι με τα παραπάνω κοιλιά, είχε φοβερή τεχνική και άρχισε να ξεχωρίζει γρήγορα. Ο πατέρας του, που δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο να παίζει ξυπόλητος, του πήρε στα 11 τα πρώτα του παπούτσια, με το υστέρημά του. Μόνο που ήταν το τελευταίο διαθέισμο ζευγάρι και του ήταν λίγο μικρά. Ο «Πούλγκα» (σημαίνει ψύλλος, παρατσούκλι που έχει και ο Μέσι) αναγκαζόταν να στριμώχνει τα δάχτυλά του και ενώ μεγάλωνε κι άλλο μέσα σε αυτά και δυσκολευόταν ακόμα περισσότερο, έμαθε να παίζει έτσι. «Κάποιες φορές αναγκαζόμουν να τα βγάζω την ώρα του αγώνα, έπαιξα για αρκετούς μήνες με εκείνο το ζευγάρι.»

Αντιτουριστική φυσιογνωμία, μοιάζει 10 χρόνια μεγαλύτερος, αλλά στο γήπεδο μαγεύει

Η καριέρα του Ροντρίγκες θα είχε σταματήσει άδοξα, όταν στα 17 του πείστηκε από κάποιον μάνατζερ ότι του είχε βρει συμβόλαιο στη Ρουμανία. Ο Ροντρίγκες βρέθηκε χωρίς ομάδα, χωρίς λεφτά, σε μια χώρα που δεν ήξερε τη γλώσσα. Γύρισε πίσω αποφασισμένος να βρει «κανονική» δουλειά. Τελικά όμως βρήκε θέση στη Ράσινγκ της Κόρδοβα και αργότερα στην Ατλέτικο του Τουκουμάν, την ομάδα στην οποία θα γινόταν θρύλος. Μέσα σε τρεις σεζόν έφτασε από τη Γ’ εθνική στην Α΄σκοράροντας συνολικά 35 φορές και αποκτώντας μια ειδική σχέση με τους οπαδούς μιας ομάδας που είναι μαθημένη στα δύσκολα. Παίζοντας είτε σαν 10αρι, είτε σαν επιθετικός έζησε το θαύμα της Τουκουμάν, αλλά και την πτώση της στη συνέχεια, χαρίζοντας πάντα στιγμές ποδοσφαιρικής ιδιοφυΐας.

Το 2009 φτάνει στην μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του, όταν στα πλαίσια των δεκάδων κλήσεων του Μαραντόνα, ο Πουλγκίτα δέχεται την κλήση για την εθνική Αργεντινής. Σε ένα φιλικό στην Κόρδοβα, απέναντι στην Γκάνα, που η Αργεντινή κερδίζει με δυο γκολ του Παλέρμο, ο Ροντρίγκες μπαίνει αλλαγή και ζει το απόλυτο όνειρο. Ακολουθεί την ομάδα στη Β’ εθνική και μοχθεί ξανά εκεί βγαίνοντας πρώτος σκόρερ δυο σεζόν (με 20 και 17 γκολ αντίστοιχα). Ζει τελικά όλο το όνειρο με την άνοδο ξανά στην Α’ εθνική

Άνθρωπο που κάνει τούνελ στο διαιτητή, δεν γίνεται να μην τον αγαπήσεις

Πέρσι τον Απρίλιο φτάνει τα 99 γκολ με τη φανέλα της Τουκουμάν, έχοντας γίνει πλέον θρύλος του συλλόγου. Στο ματς με τη Ντιφένσα ι Χουστίσια, εκτελεί το πέναλτι (με ποδοσφαιρική αλητεία) για το 1-0 και σημειώνει το εκατοστό του γκολ. Ο κόσμος τον αποθεώνει με μια ασυνήθιστη ενέργεια, εκατό μπάλες εκτοξεύονται από τις εξέδρες μέσα στο γήπεδο. Έχουν πάνω το πρόσωπό του και γράφουν «Την ιστορία τη γράφουν λίγοι. Σε ευχαριστούμε Πούλγκα». Ζει όλη την απίστευτη περιπέτεια μέχρι την ιστορική έξοδο της συμπαθούς Ατλέτικο Τουκουμάν στο Κόπα Λιμπερταδόρες και την πρόκριση στους ομίλους (αξίζει να το διαβάσετε αν δεν το κάνατε πριν λίγο καιρό και έχετε χρόνο) .

Μετά τα 50″, η βροχή από μπάλες για χάρη του Ροντρίγκες

Ο Ροντρίγκες είναι το ποδόσφαιρο του παρελθόντος, αυτό που οι πιο νέοι δεν θα έχουν ζήσει, όπως εμείς αντίστοιχα δεν ζήσαμε των πατεράδων μας. Συνεχίζει να ζει στην πόλη του τη Σιμόκα. Κάνει 50 χιλιόμετρα κάθε μέρα για να πάει στην προπόνηση. Αλλά δεν το αλλάζει με τίποτα. «Είναι η πατρίδα μου, μπορώ να βγω με τους γονείς μου, να πάω σε ένα εστιατόριο, χωρίς να μου ζητήσει κανείς φωτογραφία. Με είδαν να μεγαλώνω εδώ μαζί τους». Έκανε αυτό που αγαπούσε, το έκανε καλά, έζησε μια ήσυχη ζωή, χωρίς να γίνει πλούσιος, αλλά μακριά από τη φτώχεια, αγαπήθηκε και έγινε ίνδαλμα ενός μικρού συλλόγου. Θα μπορούσε ίσως να πάει πιο ψηλά; Να κάνει αυτά τα μαγικά πιο συχνά; Να γυμναστεί περισσότερο, να τρώει λιγότερο ασάδο ή να μην πίνει (υπάρχει βίντεο που τον δείχνει σουρωμένο); Σίγουρα ναι. Αλλά όπως κι άλλοι τύποι που αγάπησαν π.χ. τον ύπνο, είναι ικανοποιημένος με αυτά που κατάφερε. Ο «Πουλγκίτα» λέει με κάθε σοβαρότητα ότι η μπάλα των έσωσε από τη φτώχεια και τις εξαρτήσεις. Γι’ αυτό κι ο ίδιος την υπηρετεί με αγάπη.

Στο 6μηνο που πήγε δανεικός στη Νιούελ΄ς έβαλε αυτή την γκολάρα στην Μπόκα

«Όταν κάποιος υποφέρει μικρός, ό,τι καταφέρνει αργότερα το εκτιμά διπλά. Δεν το ξεχνάς. Κάθε φορά που αγοράζω παπούτσια, θυμάμαι εκείνα τα στενά παπούτσια στα 11 μου»
(από συνέντευξή του στο El Grafico το 2016)

Παίζοντας σε δύο γήπεδα την ίδια ημέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Στα αρκετά χρόνια παρουσίας του Σομπρέρο έχουμε μιλήσει για αρκετές κωμικοτραγικές καταστάσεις. Είδαμε παίκτες να παίζουν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε δύο αγώνες (και επίσης εδώ), αλλά και ομάδες να «παίζουν» σε άλλες ηπείρους χωρίς να το ξέρουν. Σήμερα, ήρθε η ώρα ίσως για το κορυφαίο (μέχρι το επόμενο) γραφικό γεγονός τέτοιου είδους. Την ημέρα που δύο ομάδες έπρεπε να παίξουν τόσο μεταξύ τους, όσο και ακόμα έναν αγώνα (έκαστη), με άλλον αντίπαλο σε μια άλλη χώρα. Καλά διαβάσατε. Ταξιδεύουμε στο 1997 και φυσικά πού αλλού; Στην Αργεντινή.

Τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς έγινε η κλήρωση για τη φάση των ομίλων του Κόπα Λιμπερταδόρες. Το σύστημα ήθελε σε κάθε όμιλο να παίζουν ομάδες από δύο χώρες. Έτσι, η κληρωτίδα έφερε στον πέμπτο όμιλο τις Ράσινγκ και Βέλεζ μαζί με δυο ομάδες από το Εκουαδόρ, τις Ελ Νασιονάλ και Εμελέκ. Στις 2 Μαρτίου και ώρα 2 το μεσημέρι η Ράσινγκ θα έπαιζε στο Κίτο με τη Νασιονάλ και στις 8 το βράδυ η Βέλεζ με την Εμελέκ στο Γκουαγιακίλ. Τίποτα το περίεργο θα πει κανείς, εκτός από το γεγονός ότι 2 Μαρτίου ήταν ημέρα Κυριακή, ημέρα περίεργη για διεθνείς διοργανώσεις.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Π.Ο. της Αργεντινής (γνωστή για διάφορες γραφικότητες) συνεδρίασε για το πρόγραμμα της Κλαουζούρα του 1997. Το παιχνίδι Ράσινγκ-Βέλεζ στο Ελ Σιλίντρο προέκυψε τη δεύτερη αγωνιστική και ορίστηκε την Κυριακή 2 Μαρτίου στις 5 το απόγευμα. Ναι, δεν διαβάσατε λάθος. Την ημέρα που κι οι δύο ομάδες θα βρίσκονταν στο Εκουαδόρ, έπρεπε να παίξουν στην Αργεντινή μεταξύ τους για το πρωτάθλημα. Παρά τα αιτήματα και των δύο συλλόγων, η Ομοσπονδία αρνήθηκε κάθε συζήτηση για αναβολή του αγώνα, σε στιλ «τότε εμείς τους είπαμε και αυτοί μας είπαν, αυτό ακριβώς, τίποτα άλλο».

Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να βλέπαμε τι θα γινόταν αν οι δύο σύλλογοι της Αργεντινής έπαιζαν εντός. Στιγμές όπου θα είχαμε οπαδούς να βλέπουν δυο σερί αγώνες, παίκτες να φεύγουν από το ένα γήπεδο για να πάνε στο άλλο και άλλα τέτοια γραφικά, δυστυχώς όμως χάθηκε αυτή η ευκαιρία. Το γεγονός ότι τα ματς ήταν στον Ισημερινό, δεν άφηνε πολλές επιλογές στους συλλόγους. Η Ράσινγκ που είχε ως στόχο το πρωτάθλημα αποφάσισε να ρίξει το βάρος εκεί. Στις 28 Φεβρουαρίου έπαιξε για το Λιμπερταδόρες στο Γκουαγιακίλ με την Εμελέκ και έφερε 2-2. Οι βασικοί αποχώρησαν για την Αργεντινή και οι αναπληρωματικοί έμειναν για το δεύτερο σερί ματς στο Εκουαδόρ. Μαζί τους κι ο προπονητής Κόκο Μπαζίλε που πρόλαβε και γριπώθηκε. Για να μην κολλήσει τη «βασική» ομάδα, έμεινε με τις ρεζέρβες που θα έπαιζαν στο Λιμπερταδόρες. Η Βέλεζ αντίθετα, έστειλε τη βασική της ομάδα στο Εκουαδόρ και κράτησε τις ρεζέρβες στο Μπουένος Άιρες.

Αριστερά ο Μέντσο Σααβέδρα έπαιζε στο Εκουαδόρ
Δεξιά οι συμπαίκτες του στην Αργεντινή

Έτσι λοιπόν, έφτασε η μεγάλη ημέρα. Στις 2 το μεσημέρι, ο Κόκο Μπαζίλε είδε τη Ράσινγκ υπό αφόρητη ζέστη, στο υψόμετρο του Κίτο να χάνει με 2-0. Όταν κάπου στο 2ο ημίχρονο έκανε την τελευταία του αλλαγή, με την είσοδο του Γιένες, ο Μπαζίλε έμεινε μόνος του στον πάγκο, χωρίς κανέναν δίπλα του. Λίγη ώρα μετά την ήττα,  ο βοηθός τού Μπαζίλε κατέβαζε τη βασική εντεκάδα στο Ελ Σιλίντρο κι η Ράσινγκ έπαιζε το 2ο παιχνίδι της ημέρας. Αυτή τη φορά κέρδισε με 2-0 τη Βέλεζ που είχε κι αυτή το βοηθό προπονητή της στον πάγκο, παρέα με τον τρίτο τερματοφύλακα και δυο πιτσιρικάδες. Οι οπαδοί της Ακαδημίας με ρεκόρ 1 νίκη-1 ήττα τελείωναν την ήμερα τους (άντε να το εξηγήσεις στην κοπέλα σου και να σε πιστέψει ότι γι’ αυτό δεν βγήκατε), αλλά οι οπαδοί της Βέλεζ μόλις είχαν αρχίσει.

Ρετρό γκολ και λάτιν μουσική

Ήταν η ώρα για το βραδινό ματς στο Γκουαγιακίλ. Με τους οπαδούς της ίσα ίσα να έχουν γυρίσει στο σπίτι τους από τον αγώνα του πρωταθλήματος και να ανοίγουν την τηλεόραση, η Βέλεζ αντιμετώπισε την Εμελέκ σε ένα ματς που τελικά έληξε 2-3. Οι Αργεντίνοι κατέβηκαν  με τον Τσιλαβέρτ στον τέρμα και μαζί του παίκτες όπως ο Μαουρίσιο Πελεγκρίνο και ο γνωστός μας από τον ΠΑΟΚ Πατρίσιο Καμπς. Ο Καμπς μάλιστα σκόραρε δυο φορές και ήταν αυτός που έδωσε τη νίκη. Τελικός απολογισμός και για τη Βέλεζ, 1 νίκη-1 ήττα.

Οι δυο ομάδες κατάφεραν τελικά να κερδίσουν στους θεσμούς που τους ένοιαζε περισσότερο, αλλά το μακροπρόθεσμο πλάνο τους απέτυχε. Η Βέλεζ βγήκε μεν 1η στον όμιλο, αποκλείστηκε όμως αμέσως μετά στους 16 από την Σπόρτινγκ Κριστάλ. Η Ράσινγκ προκρίθηκε ως τρίτη και τελικά έκανε καλύτερη πορεία, φτάνοντας ως τα ημιτελικά του Λιμπερταδόρες, όπου την άφησε εκτός η Κριστάλ. Το δε πρωτάθλημα που η Ράσινγκ είχε θεωρητικά ως στόχο κατέληξε στα χέρια της Ρίβερ. Η Ράσινγκ βγήκε μόλις 7η, ενώ η… αδιάφορη της δεύτερης αγωνιστικής Βέλεζ κατέκτησε την 5η θέση. Αν είχε κερδίσει εκείνο το ματς με τη Ράσινγκ θα μπορούσε να είχε βγει 2η. Ο όρος «χρειαζόμαστε μεγάλο ρόστερ» πήρε άλλη ερμηνεία μετά από εκείνη την ημέρα.

Σκοτώνοντας για τα χρώματα

  [2 Σχόλια]

Σε μια χώρα όπως η Αργεντινή που ζει με το ποδόσφαιρο και έχει ομάδες με κόσμο ανεξάρτητα από τίτλους και επιτυχίες, υπάρχουν και πολλά «κλάσικο». Δυστυχώς όμως, στην ίδια χώρα η βία στο ποδόσφαιρο συνεχίζει με τον ίδιο ασταμάτητο ρυθμό. Το «κλάσικο» της πόλης Κόρδοβα δεν είναι διάσημο διεθνώς, για τους κατοίκους της όμως είναι το πιο σημαντικό ματς της χρονιάς. Με περηφάνια θα σας πουν ότι είναι το τρίτο αρχαιότερο ντέρμπι της Αργεντινής μετά το Μπόκα-Ρίβερ και το ντέρμπι του Ροσάριο. Μπελγκράνο και Ταγιέρες αναμετρήθηκαν για πρώτη φορά το 1914 και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να χωρίζουν την Κόρδοβα στα δύο.

Μια που οι δύο σύλλογοι δεν είναι και οι πιο μεγάλοι στη χώρα, για 15 χρόνια δεν συναντήθηκαν στην Α’ εθνική, με το τελευταίο τους ματς στην Πριμέρα να είναι αυτό του μακρινού πλέον 2002. Έτσι, ο αγώνας του περασμένου Σαββάτου στο Εστάδιο Μάριο Αλμπέρτο Κέμπες ήταν ένα τεράστιο γεγονός για την πόλη, χωρίς να κοιτούν ότι η 29η (!) Μπελγκράνο υποδεχόταν την 10η Ταγιέρες. Υπό κανονικές συνθήκες, ο κόσμος θα μιλούσε για έναν αγώνα που έληξε με 1-1. Δυστυχώς όμως, ήρθε ένα άλλο γεγονός να επισκιάσει τα όσα έγιναν.

Σε έναν ιδανικό κόσμο θα μιλούσαμε για την υποδοχή των 57.000 οπαδών της Μπελγκράνο

Για όσους δεν το διάβασαν κάπου, η ιστορία είναι τραγική. Στο ημίχρονο του ντέρμπι, οι κάμερες κατέγραψαν ένα απίστευτο γεγονός. Οπαδοί της Μπελγκράνο χτυπούσαν έναν άνθρωπο, τον οδήγησαν στα κάγκελα και τον εξανάγκασαν να πέσει από την κερκίδα. Ο άτυχος οπαδός μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο με σοβαρό χτύπημα στο κεφάλι, ήταν κλινικά νεκρός και τελικά έχασε τη ζωή του αργότερα. Ήταν ο 20χρονος Εμανουέλ Μπάλμπο που πήγε στο γήπεδο για να δει την αγαπημένη του Μπελγκράνο. Αρχικά, αναφέρθηκε ότι έγιναν κάποιες συγκρούσεις μεταξύ οπαδών, ότι ένας φίλος της Ταγιέρες βρέθηκε ανάμεσα σε αυτούς της Μπελγκράνο. Τα πράγματα είναι όμως ακόμα χειρότερα γιατί απ’ ότι φαίνεται δεν ήταν ένα τυχαίο αποτέλεσμα μιας φασαρίας, αλλά ουσιαστικά μια εντολή θανάτου που πάτησε πάνω στο τυφλό μίσος της οπαδικής βίας.

Πριν πέντε χρόνια, ο Εμανουέλ είχε χάσει τον τότε 14χρονο αδερφό του. Ο πιτσιρικάς σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μιας αυτοσχέδιας κόντρας και η οικογένεια Μπάλμπο πιστεύει ότι οδηγός που χτύπησε, παράτησε και σκότωσε τον γιο της ήταν ο Όσκαρ Γκόμες. Για κακή τύχη όλων, ο Όσκαρ είναι κι αυτός οπαδός της Μπελγκράνο και βρέθηκε στην ίδια εξέδρα με τον Εμανουέλ στο ντέρμπι του Σαββάτου. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο Εμανουέλ  όταν είδε τον «φονιά» του αδερφού του, πήγε να του ζητήσει τον λόγο. Η συζήτηση ξέφυγε κι ο Όσκαρ (που μάλλον είναι και οργανωμένος οπαδός της ομάδας) για να γλιτώσει, έκανε κάτι αισχρό. Άρχισε να φωνάζει ότι ο Εμανουέλ είναι οπαδός της Ταγιέρες. Οι φίλοι του ανέλαβαν από εκεί και πέρα και άρχισαν να χτυπούν τον Εμανουέλ, μέχρι που από αυτός έπεσε από την εξέδρα. Οι αρχές έχουν συλλάβει τέσσερα ακόμα άτομα, ενώ η δικηγόρος του Όσκαρ δήλωσε ότι ο πελάτης της είναι αθώος και ότι το θύμα… αυτοκτόνησε. Κάπου στην κόλαση, υπάρχει ειδική αίθουσα γι’ αυτούς τους δικηγόρους.

Από αυτή την τραγική ιστορία εγκληματικότητας και τυφλής βίας που μοιάζει με σενάριο ταινίας, το μόνο καλό είναι ότι ο κόσμος στην Κόρδοβα εμφανίστηκε ενωμένος. Οπαδοί των Μπελγκράνο και Ταγιέρες βγήκαν στους δρόμους με τις φανέλες τους, μαζί με οπαδούς άλλων ομάδων, ζητώντας δικαιοσύνη με το σύνθημα «Ούτε ένας οπαδός λιγότερος». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το χάσταγκ «Δεν είμαστε εχθροί», οπαδοί της Ταγιέρες φωτογραφίζονταν με τις φανέλες της ομάδας τους κλείνοντας το ένα μάτι (το παρατσούκλι της Μπελγκράνο είναι πειρατές), ενώ οπαδοί της Μπελγκράνο σχημάτιζαν το «Τ» της Ταγιέρες. Μία από τις λίγες φορές που οι εχθροί βρέθηκαν τόσο κοντά.

Το ερώτημα όμως είναι αν αρκούν όλα αυτά ή θα ξεχαστούν και μόνο η οικογένεια Μπάλμπο θα ζει με το πένθος του χαμού δύο παιδιών της. Ένα εξαιτίας της ηλιθιότητας αυτών που κάνουν κόντρες και ένα εξαιτίας του μίσους που ζει στα γήπεδα. Το παρελθόν της χώρας στη βία δεν μας αφήνει να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι.

Ραμόν Αγκίρε Σουάρες: Ο πιο σκληρός παίκτης της Αργεντινής

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Λατινικής Αμερικής υπήρχαν πολλοί σκληροί και βρώμικοι παίκτες. Ελάχιστοι όμως άφησαν το στίγμα τους όπως ο Ραμόν Αγκίρε Σουάρες. Από πιτσιρικάς στις Ακαδημίες της Εστουδιάντες Λα Πλάτα, αυτός κι οι συνομήλικοί του αποτέλεσαν μια φουρνιά που ξεχώρισε στις μικρές ομάδες και ο σπουδαίος προπονητής Οσβάλντο Ζουμπελντία ανέβασε αρκετούς στην πρώτη ομάδα, μεταξύ τους και τον αργό, αλλά δυνατό Σουάρες, τον κεντρικό αμυντικό που έψαχνε. Ο Ραμόν στα 18 του έκανε ντεμπούτο το 1966 σε μια από τις σημαντικότερες ομάδες και πιο μισητές ομάδες όλων των εποχών στο ποδόσφαιρο. Η Εστουδιάντες μερικούς μήνες αργότερα, κατακτούσε το πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο. Γινόταν ο πρώτος σύλλογος της Αργεντινής εκτός από τους «μεγάλους πέντε» που κατακτούσε πρωτάθλημα στη χώρα.

Ο «Νέγκρο» (εξαιτίας του σκούρου δέρματος) δεν χρειαζόταν να λέει πολλά. Έμπαινε στο γήπεδο για να κάνει τη δουλειά. Σε ψάρωνε με το ύφος του και αν δεν αρκούσε αυτό, προχωρούσε στο παρασύνθημα. Χρησιμοποιούσε οποιονδήποτε τρόπο για να σε σταματήσει. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι παίκτες της Εστουδιάντες είχαν μαζί τους βελόνες για να τσιμπάνε τους αντιπάλους. Για τον Σουάρες αναφέρεται ότι όταν χτυπούσε κάποιον αντίπαλο, πήγαινε σαν μετανιωμένος να δει με ενδιαφέρον τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και στα κρυφά του ζουπούσε το μάτι με το δάχτυλο. Στη συνέχεια τον σήκωνε όρθιο τραβώντας τον από το δέρμα κάτω από τις μασχάλες, κάτι που πιστέψτε με, πονούσε πολύ. Στα κόρνερ είχε στα χέρια του χώμα και το πετούσε στα μάτια του αντίπαλου τερματοφύλακα. Αν ο τερματοφύλακας φορούσε καπέλο (κάτι σύνηθες εκείνα τα χρόνια), του το κατέβαζε την τελευταία στιγμή για να μη βλέπει. Για τραβήγματα μαλλιών και αγκωνιές δεν χρειάζεται να πω κάτι, αυτά ήταν συνηθισμένα. Μέχρι πού είναι η αλήθεια και πού η λατινοαμερικάνικη υπερβολή δεν ξέρει κανείς. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι εκτός από το πρωτάθλημα του 1967, είχε και μια ακόμα πρωτιά, εκείνη των περισσότερων καρτών. Με τις τιμωρίες να μην είναι τόσο αυστηρές εκείνα τα χρόνια, ο Σουάρες και τα άλλα καλόπαιδα της Εστουδιάντες είχαν ουσιαστικά μια ασυλία εκ του συστήματος και την εκμεταλλεύονταν.

«Δεν έχω δει ξανά κάποιον σαν αυτόν, είναι σαν να βλέπεις έναν άνθρωπο των σπηλαίων που προστατεύει μέχρι θανάτου την περιοχή του»
– Ρομπέρτο Περφούμο, παίκτης της Ράσινγκ

Το Μετροπολιτάνο όμως ήταν μόνο η αρχή. Η Εστουδιάντες, μια ομάδα παικτών-εργατών, με ηγέτη τον Κάρλος Μπιλάρδο και πιο ποιοτικό παίκτη τον Χουάν Ραμόν Βερόν που λίγα χρόνια αργότερα θα έπαιζε στον Παναθηναϊκό, την αμέσως επόμενη χρονιά κατέκτησε το Κόπα Λιμπερταδόρες απέναντι στην Παλμέιρας. Πιο πολύ όμως και από τον τελικό, έχουν μείνει οι ημιτελικοί-εμφύλιοι με τη Ράσινγκ Κλουμπ. Η Εστουδιάντες είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα του ’67 απέναντί της και η κόντρα πέρασε κάθε όριο σε εκείνα τα ματς. Η πρόκριση κρίθηκε σε τρίτο παιχνίδι και ο Σουάρες αποβλήθηκε μαζί με τον Άλφιο Μπαζίλε, σε έναν καβγά που δημιούργησαν οι ίδιοι και στον οποίο συμμετείχαν και οι πάγκοι των ομάδων. Ο Σουάρες (πολύ πριν από τον Βίνι Τζόουνς) είχε πιάσει τα… καλαμπαλίκια ενός αντιπάλου, ο Μπαζίλε πήγε και του έκανε το ίδιο, ο επόπτης ενημέρωσε τον διαιτητή, οι δυο παίκτες αποβλήθηκαν και ένας τρομερός καβγάς ξέσπασε στο γήπεδο. Η τότε χούντα της Αργεντινής για να αντιμετωπίζει το ξύλο που έπεφτε είχε φτιάξει έναν νόμο που οι παίκτες πήγαιναν φυλακή για 30 μέρες σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Σουάρες, ο Μπαζίλε (και ακόμα δυο παίκτες που αποβλήθηκαν αργότερα) κατέληξαν στις γνωστές μας φυλακές του Ντεβότο. Μετά από την επιμονή των ομάδων, βγήκαν πριν εκτίσουν όλη την ποινή. Σε μια συνέντευξή του, ο Κόκο Μπαζίλε είχε πει ότι σε εκείνα τα παιχνίδια υπήρχαν πάντα αρκετά ασθενοφόρα και περιπολικά έξω από το γήπεδο για κάθε ενδεχόμενο.

Συλλεκτικές ομορφιές από τον ημιτελικό (προσέχουμε το φάουλ στα 7″ και τον παίκτη που «ανησυχεί» για τον αντίπαλό του), το πανέμορφο γκολ της πρόκρισης με ψαλιδάκι του μπαμπά Βερόν, ο Σουάρες το είδε από το κρατητήριο

Η Εστουδιάντες είχε γίνει πλέον μια από τις πιο αντιπαθείς ομάδες στους ουδέτερους. Έτσι, ο πρόεδρος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και οργάνωσε φιλικό με την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε. Αλλά τα φιλικά είναι για τα κοριτσάκια, όπως όλοι στην ομάδα ήξεραν. Ο Σουάρες κατάφερε και αποβλήθηκε ξανά, ενώ η ομάδα του έχασε με 4-2. Να υπενθυμίσουμε ότι τότε δεν είχαμε αποβολές για ψύλλου πήδημα, έπρεπε να γίνει κάτι δολοφονικό. Παρ’ ότι δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για τον συγκεκριμένο αγώνα, αναφέρεται ότι ο διαιτητής δήλωσε: «κανονικά έπρεπε να το διακόψω, αλλά λυπήθηκα όλους αυτούς τους φιλάθλους που ήρθαν στο γήπεδο».


Το θύμα του Σουάρες, Νέστορ Κομπέν

Οι «πιντσαράτας» κέρδισαν και τα δυο επόμενα Λιμπερταδόρες και όπως ήταν φυσικό έπαιξαν ακόμα δύο Διηπειρωτικά. Λίγους μήνες αργότερα, το ποδόσφαιρο της Αργεντινής θα ζούσε μια από τις πιο μαύρες σελίδες του, στη ρεβάνς του 3-0 του πρώτου αγώνα με την Μίλαν για το Διηπειρωτικό, όταν και έπεσε το ξύλο της αρκούδας. Ο Σουάρες από τα πρώτα λεπτά είχε κάνει τουλάχιστον δυο δολοφονικά φάουλ με τις τάπες. Το ρέκβιέμ του ήταν η αγκωνιά στο δύσμοιρο Γαλλο-αργεντινό Νέστορ Κομπέν που αποχώρησε με κάταγμα στη μύτη και το ζυγωματικό. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Σουάρες πήγε φυλακή και καθώς αυτή τη φορά η κατακραυγή ήταν διεθνής, εξέτισε όλη την ποινή μετά από απαίτηση του καθεστώτος, ενώ τιμωρήθηκε και με πέντε χρόνια απουσίας από διεθνείς αγώνες. Πολλές ευρωπαϊκές ομάδες αποφάσισαν να σταματήσουν τη συμμετοχή τους (ας μην ξεχνάμε ότι ο Παναθηναϊκός έπαιξε αντί του Άγιαξ δυο χρόνια αργότερα) στο θεσμό. Ένα ακόμα παράσημο του Σουάρες.


Από τα χρόνια στην Ισπανία

Ο κύκλος του Σουάρες στην Εστουδιάντες έκλεισε το 1971, με ένα πρωτάθλημα, τρία Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Επόμενος σταθμός του η Ισπανία και η Γρανάδα. Εκεί, βρέθηκε και πάλι στο στοιχείο του. Μαζί με τον επίσης σέντερ μπακ Παραγουανό Πέδρο Φερνάντες και τον Ουρουγουανό Χούλιο Μοντέρο Καστίγιο (πατέρα του Πάoλο Μοντέρο, σέντερ μπακ της Γιουβέντους), αποτέλεσαν τους λεγόμενους «Χασάπηδες της Γρανάδα» και όχι γιατί έκαναν μπάρμπεκιου με τις οικογένειές τους. Μια μικρή ομάδα που μόλις είχε ανέβει στην Α’ εθνική της Ισπανίας, μεταμορφώθηκε σε «φονέας των γιγάντων» (με έμφαση στο φονέας). Τη σεζόν 1971-72 κέρδισαν σε τέσσερις συνεχόμενες αγωνιστικές Μπιλμπάο, Μπαρσελόνα, Ρεάλ Μαδρίτης και Σεβίλλη. Το ξύλο που έπεφτε ήταν ανελέητο. Σε χρόνια που οι κίτρινες έβγαιναν με μεγάλη δυσκολία, ο Σουάρες τις μάζευε σαν στραγάλια. Οι «Χασάπηδες» έκαναν μέχρι και «σκετσάκι», κάνοντας ότι μαλώνουν και πλακώνονται μεταξύ τους για να τρομάζουν οι αντίπαλοι. «Το να παίζεις στη Γρανάδα, είναι σαν να πηγαίνεις στον πόλεμο» είχε πει ο Ασένσι της Μπάρτσα, ενώ ο συμπαίκτης του Τσάρλι Ρέσακ είχε πει: «τι τυχεροί οι ταύροι που δεν περνούν αυτά που περνάμε εμείς σε αυτό το γήπεδο». Ο ντι Στέφανο είχε ανοίξει πόλεμο με τη Γρανάδα ως προπονητής της Βαλένθια τότε, αφού είδε σε δυο διαδοχικές σεζόν, δυο παίκτες του να τραυματίζονται από τον Σουάρες και να πηγαίνουν στο νοσοκομείο. Ο δεύτερος με διπλό κάταγμα στο πόδι του. Ο Κάρλος Σαντιγιάνα της Ρεάλ που έφαγε μια αγκωνιά στο σαγόνι, έμεινε έξω για καιρό. Πολλοί προπονητές φύλαγαν τους καλούς τους παίκτες όταν έπαιζαν με τη Γρανάδα, όπως π.χ. τον Κρόιφ. Την πρώτη σεζόν του Σουάρες, η Γρανάδα δεν έχασε κανένα παιχνίδι εντός, βγήκε έκτη και οριακά έμεινε εκτός Ευρώπης.

Χαρακτηριστική για τους «Χασάπηδες» έχει μείνει η ιστορία του Αμάνθιο Αμάρο, ενός εμβληματικού παίκτη της Ρεάλ, κάτι σαν τον Κριστιάνο της εποχής. Ο Φερνάντες σε ένα παιχνίδι τού είχε κάνει δολοφονικό τάκλιν στο καλάμι και ξεκίνησε βεντέτα. Δυο χρόνια μετά, στο Μπερναμπέου, Φερνάντες και Σουάρες είχαν εκνευρίσει τον Αμάρο με συνεχείς κλωτσιές και σε κάποια φάση ο τελευταίος έριξε μια κλωτσιά από πίσω στον Φερνάντες που οδήγησε σε γενική σύρραξη. Ο Φερνάντες τότε του είπε: «Αν ξαναπατήσεις στη Γρανάδα, θα σε σκοτώσω». Πράγματι, τις επόμενες δύο σεζόν ο Αμάρο έμεινε στη Μαδρίτη. Την τρίτη χρονιά όμως θεώρησε ότι το θέμα θα είχε ξεχαστεί (άνθρωποι είμαστε βρε αδερφέ) και έτσι συνάντησε ξανά τον Φερνάντες. Η συνέχεια επί της οθόνης, κάντε υπομονή μέχρι το τέλος, αξίζει:

«Δεν ήταν εσκεμμένο. Τέτοια χτυπήματα συμβαίνουν»
(αληθινά λόγια του Φερνάντες σε συνέντευξή του το 2011)

Ο Αμάρο είδε τον τετρακέφαλό του να διαλύεται, οι γιατροί (αφού έκαναν καμιά κατοσταριά ράμματα) είπαν ότι τέτοια ζημιά την είχαν δει μόνο σε ταυρομάχο που έπεσε πάνω του ταύρος με τα κέρατα. Το θύμα ουσιαστικά σταμάτησε το ποδόσφαιρο μετά από αυτό το χτύπημα. Ο Φερνάντες τιμωρήθηκε για 15 αγωνιστικές και σαράντα χρόνια περίπου μετά ακόμα λέει με παράπονο ότι ήταν από τους πρώτους που τιμωρήθηκαν χάρη στο βίντεο. Ο δε Αμάρο είχε κάνει την αμίμητη δήλωση: «‘Ήμουν τυχερός που δεν σηκώθηκα μετά το χτύπημα γιατί από πάνω μου ήταν ο Σουάρες». Σε ένα άλλο ματς, ο μπαμπάς Μοντέρο είχε πει στον Αργεντίνο «Μπαμπίνο» Βέιρα την εξής ατάκα: «Μπαμπίνο, σήμερα παίξε στα πλάγια» «Γιατί;» «Γιατί το κέντρο θα είναι Βιετνάμ».

Μετά τη Γρανάδα, ο Σουάρες πήγε στη Σαλαμάνκα και τελικά έκλεισε την καριέρα του στην Λανούς. Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, έγινε καθηγητής φυσικής αγωγής σε σχολείο. Το σπίτι του δεν έμοιαζε με αυτά των περισσότερων βετεράνων ποδοσφαιριστών. Δεν είχε φωτογραφίες, μετάλλια, ποδοσφαιρικά σουβενίρ. «Δεν είμαι νοσταλγικός. Μας έβαλαν την ταμπέλα του αντι-ποδοσφαίρου, ότι χρησιμοποιούσαμε καρφίτσες, ότι πετούσαμε χώμα στα μάτια των αντιπάλων. Τίποτα δεν ήταν αλήθεια. Ήταν όλα εφευρέσεις των δημοσιογράφων». Αν και δεν πείθει κανέναν, στα επόμενα λόγια είχε δίκιο. «Ήμασταν πρωτοπόροι. Κάναμε καλοκαιρινή προετοιμασία σαν κανέναν άλλον. Προπόνηση με χαλάζι, με βροχή. Ανάλυση τακτικής στον πίνακα. Κομπίνες στα στημένα. Ξέραμε τον κανονισμό τέλεια και πώς να τον εκμεταλλευτούμε. Παίξαμε πρώτοι το οφσάιντ και έλεγαν ότι είναι αντιποδοσφαιρικό, αλλά μετά μας ακολούθησαν». Ο Ραμόν Αλμπέρτο Αγκίρε Σουάρες, ο ψηφισμένος ως πιο σκληρός ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Αργεντινής, πέθανε σε ηλικία 68 ετών στις 29 Μαΐου του 2013, το πιο γνήσιο τέκνο μιας διαφορετικής ποδοσφαιρικής εποχής.

Αεροπλάνα, λεωφορεία και δανεικές φανέλες

  [Καθόλου σχόλια]

Σε μια χώρα που περίπου τα 13 από τα 40 εκατομμύρια των κατοίκων της βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Μπουένος Άιρες, είναι λογικό και στο πρωτάθλημά της οι περισσότεροι σύλλογοι να είναι από εκεί.  Όταν πάρθηκε η (κωμική) απόφαση να γίνει ένα πρωτάθλημα με 30 ομάδες, μία από τις δικαιολογίες ήταν και το να εκπροσωπηθούν κι άλλα μέρη της Αργεντινής στην Α’ Εθνική. Ένα από αυτά κι η επαρχία Τουκουμάν, η μικρότερη της Αργεντινής, κάπου στα βορειοδυτικά της χώρας. 1300 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, το Σαν Μιγκέλ είχε ελάχιστες φορές τη χαρά να δει την αρχαιότερη ομάδα του, την Ατλέτικο Τουκουμάν στην 1η κατηγορία. Η Τουκουμάν, που ιδρύθηκε το 1902, κατάφερε πέρσι να συμμετέχει στο πρωτάθλημα των 30 ομάδων (ή αλλιώς γνωστό και ως «είδα φως και μπήκα»). Δεν μπήκε όμως απλά, έκανε μια ονειρική χρονιά και πήρε την 3η θέση στο 2ο όμιλο του πρωταθλήματος, κάνοντας ταυτόχρονα όνειρα για να παίξει πρώτη φορά στο Λιμπερταδόρες.

Η Αργεντινή βγάζει έξι ομάδες στη διοργάνωση, τις τέσσερις πρώτες του πρωταθλήματος, την κυπελλούχο και μία ακόμα. Η πέμπτη συνολικά στη βαθμολογία ήταν η Τουκουμάν. Ένα εισιτήριο για το Λιμπερταδόρες, μπορεί να μην έχει τα χρήματα του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά είναι μια τεράστια ευκαιρία για κάθε σύλλογο.  Με τους κανονισμούς όμως να αλλάζουν συχνά, οι «μεγάλοι» θεώρησαν την μικρή Ατλέτικο ως εύκολο θύμα και πήγαν να την πετάξουν έξω. Αρχικά ήταν η Ιντεπεντιέντε αυτή που ήθελε μπαράζ με την Ατλέτικο, καθώς είχε βγει 3η στον 1ο όμιλο και το θεωρούσε δίκαιο (παρ’ ότι είχε 3 βαθμούς λιγότερους στη συνολική βαθμολογία). Κάπου εκεί μπήκε στην κουβέντα κι η Ράσινγκ που ζητούσε να βγει η ομάδα με τον καλύτερο συντελεστή promedio (μ.ο. βαθμών ανά αγώνα), που χρησιμοποιείται κυρίως για τον υποβιβασμό. Μαντεύετε ποια ομάδα τον είχε; Φυσικά η Ράσινγκ. Η αποθέωση ήταν όταν εμφανίστηκαν ομάδες που ζητούσαν το εισιτήριο να δοθεί στο επόμενο πρωτάθλημα (2016-17) χωρίς να έχει λήξει. Πρότειναν όποια ομάδα θα ήταν πιο μπροστά στις 31 Δεκεμβρίου του 2016 να πάρει και το έκτο εισιτήριο.


Οι περήφανοι… Τουκουμάνοι βγήκαν στους δρόμους για το 6ο εισιτήριο

Ο πρόεδρος της Τουκουμάν, έχοντας την προκήρυξη του πρωταθλήματος (και το δίκαιο) μαζί του, βγήκε στην αντεπίθεση, ενώ κι οι οπαδοί κατέβηκαν στους δρόμους της πόλης. Όταν είσαι μια ομάδα με σκάρτες δέκα παρουσίες στην Α’ Εθνική και τόσο μακριά από τα κέντρα αποφάσεων, πρέπει να κυνηγάς ακόμα και τα αυτονόητα. Τελικά, κατά τα μέσα Οκτωβρίου, η Ατλέτικο δικαιώθηκε από την Ομοσπονδία και σφράγισε το διαβατήριο.

Η κλήρωση έφερε στα προκριματικά αντίπαλο την Ελ Νασιονάλ από το Εκουαδόρ. Το κατάμεστο Μονουμεντάλ Χοσέ Φιέρο έζησε το 1-0 μόλις στο 1ο λεπτό της συνάντησης, η συνέχεια δεν ήταν όμως ιδανική. Πρώτα ο μέγας γκολεαδόρ-παστελωτής Φέλιξ Μπόρχα (ναι, ΑΥΤΟΣ ο Μπόρχα) πήδηξε σαν την κόμπρα μετά από γιόμα σε πλάγιο και ισοφάρισε κι αργότερα η Ελ Νασιονάλ ισοφάρισε ξανά για το τελικό 2-2.

Εκτός από το σκορ, ήταν και τα 2800 μέτρα υψόμετρο του Κίτο που έκαναν τη ρεβάνς δύσκολη. Η διοίκηση αποφάσισε η ομάδα να πάει τελευταία στιγμή, ώστε οι παίκτες να επηρεαστούν το λιγότερο δυνατό από την έλλειψη οξυγόνου. Η Ατλέτικο έφτασε στο Γκουαγιακίλ του Εκουαδόρ, αλλά εκεί άρχισαν τα προβλήματα. Ενώ ήταν να πετάξει στις τρεις το μεσημέρι για το Κίτο, η απογείωση καθυστερούσε και τελικά οι αρχές απαγόρευσαν την πτήση, με τη δικαιολογία ότι η αεροπορική εταιρεία δεν είχε άδεια για πτήσεις τσάρτερ στο Εκουαδόρ.

Οι πανικόβλητοι άνθρωποι της Ατλέτικο βρήκαν άλλη αεροπορική εταιρεία και μια πτήση που έφευγε… 40 λεπτά πριν την έναρξη του αγώνα. Όσοι ήταν πιο χρήσιμοι (προπονητής και παίκτες) μπήκαν στο αεροπλάνο και όσοι δεν χωρούσαν έμειναν πίσω, μεταξύ τους και 88 φίλαθλοι που θα έπαιρναν επόμενη πτήση. Την ίδια στιγμή, άλλοι φίλοι της Τουκουμάν, είχαν εγκλωβιστεί στο Περού αφού το ταξιδιωτικό τους γραφείο τα θαλάσσωσε. Αυτοί δυστυχώς δεν βρήκαν λύση.

«Παιδιά στην άκρη, έχουμε ματς»

Πίσω στο Κίτο, η Ελ Νασιονάλ συμφώνησε να μετατεθεί ο αγώνας για 45 λεπτά (όσο ορίζει ο κανονισμός), αλλά ούτε λεπτό παραπάνω. Με ώρα έναρξης τις 21.15, το αεροπλάνο προσγειώθηκε στις 21.30. Την στιγμή που ο πρόεδρος της Ελ Νασιονάλ δήλωνε ότι έπρεπε να τηρηθεί ο κανονισμός, ο προπονητής ότι «θα περιμένουν 5-10 λεπτά ακόμη» (λες και ήταν ματσάκι 5Χ5) και οι παίκτες της ότι θέλουν να περιμένουν, ο πρέσβης της Αργεντινής, περιπολικά και άντρες του στρατού συνόδευαν το λεωφορείο της Τουκουμάν που πήγαινε σφαίρα για να προλάβει τη σέντρα.

Κατά τις 22.10 το λεωφορείο έφτασε στο γήπεδο, οι παίκτες με τα παπούτσια στο χέρι, ετοιμάζονταν στα γρήγορα και όρθιοι, αλλά υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Οι φανέλες δεν είχαν φτάσει. Για καλή τύχη της Ατλέτικο Τουκουμάν, τις ίδιες μέρες στο Κίτο βρισκόταν η εθνική U20 της Αργεντινής για το πρωτάθλημα Ν. Αμερικής και έτσι δανείστηκε τις φανέλες της. Οι παίκτες της Τουκουμάν ένιωσαν διεθνείς για τα καλά, φόρεσαν αλμπισελέστε εμφανίσεις, στις 22.38 βγήκαν στο χορτάρι και με 5′ ζέσταμα το ματς ξεκίνησε περίπου 1,5 ώρα μετά την κανονική του ώρα.

Οι ταλαιπωρημένοι παίκτες της Τουκουμάν, με άλλα ονόματα και άλλες φανέλες κυριάρχησαν στο χορτάρι και κατάφεραν να κάνουν την ανατροπή. Ένα γκολ του Φερνάντο Σαμπέδρι (του οποίου η φανέλα έγραφε Λαουτάρο Μαρτίνες) στο 63΄έγραψε το τελικό 0-1 και οι παίκτες πανηγύρισαν με τους ηρωικούς εκδρομείς, πολλοί εκ των οποίων είχαν κάνει οδικώς το ταξίδι των 4.600 χιλιομέτρων που κράτησε πέντε μέρες. Ο προπονητής Πάμπλο Λαβαγιέν σε κατάσταση ευφορίας δήλωνε ότι όλα οφείλονται στους παίκτες και υπονόησε ότι πίσω από το φιάσκο με το αεροπλάνο ήταν η Ελ Νασιονάλ (Σημείωση: η αεροπορική εταιρεία επέμενε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με την άδειά της, ενώ η Ελ Νασιονάλ είναι η ομάδα του στρατού του Εκουαδόρ) για να κλείσει δείχνοντας τον ουρανό και λέγοντας «Ο Θεός είναι δίκαιος». Δυστυχώς δεν ήταν δίκαιος για έναν 24χρονο φίλαθλο της Ατλέτικο με καρδιακά προβλήματα που από την αγωνία του δεν άντεξε και έφυγε από τη ζωή περίπου στο 15′ του αγώνα, ενώ έβλεπε το ματς στο Τουκουμάν.

Η φοβερή υποδοχή στη ρεβάνς με την Τζούνιορ

Στην επόμενη φάση η Ατλέτικο κληρώθηκε με την Ατλέτικο Τζούνιορ από την Κολομβία και μετά από την ήττα με 1-0 εκτός έδρας (για την οποία κάποιοι φίλαθλοι έκαναν πάνω από 7.000 χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο από το Τουκουμάν), κατάφερε στη ρεβάνς με ένα εξαιρετικό 1ο ημίχρονο να κερδίσει 3-1 και να προκριθεί για πρώτη φορά στην ιστορία της στη φάση των ομίλων του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η Πλατεία Ανεξαρτησίας γέμισε από τους κυανόλευκους οπαδούς που πανηγύρισαν την τεράστια πρόκριση σε έναν όμιλο με την Παλμέιρας, τη Χόρχε Βίστελρμαν και την Πενιαρόλ. Οι ελπίδες της μικρούλας Ατλέτικο Τουκουμάν για πορεία στο Λιμπερταδόρες είναι λίγες, αλλά όταν έχει ξεπεράσει τόσες αναποδιές, το λιγότερο που δικαιούται είναι να διασκεδάσει με την ψυχή της αυτή τη συμμετοχή. Μαζί με τον πιστό της κόσμο που έχει γράψει χιλιάδες χιλιόμετρα.

Ποιος θα πάρει τούτη τη φανέλα;

  [Καθόλου σχόλια]

Όσοι από εμάς πηγαίνουμε ή πηγαίναμε παλιότερα στο γήπεδο έχουμε συνηθίσει μια σκηνή, ειδικά σε εκτός έδρας παιχνίδια, εκεί που είσαι στοιβαγμένος συνήθως σε ένα πέταλο.  Την στιγμή που οι ποδοσφαιριστές θα έρθουν μετά την μεγάλη επιτυχία να σε ευχαριστήσουν και κάποιος θα σου πετάξει μια φανέλα. Η φανέλα αυτή είναι ικανή να ξεκινήσει εμφύλιο πόλεμο, αφού γίνεται ένας πολύτιμος θησαυρός που φτάνει μερικές φορές να οδηγήσει μέχρι και σε ξύλο. Κάποιες φορές σκίζεται η φανέλα, κάποιες φορές σκίζονται τα ρούχα αυτών που μαλώνουν, καρδιές χαλάνε, φιλίες καταστρέφονται. Φαίνεται όμως, ότι κάπου αλλού έχουν βρει την λύση.

Ο Τσίτσο Μινγκοράνσε είναι ένας Αργεντινός ποδοσφαιριστής που βγάζει το ψωμί του στη Μουνισιπάλ της Γουαταμέλας. Μετά το νικηφόρο εκτός έδρας ματς επί της Πεταπά, ο Τσίτσο έδινε συνέντευξη στην τηλεόραση και οι οπαδοί ζητούσαν να πάει κοντά τους, καθώς είναι ιδιαίτερα αγαπητός. Τους άκουσε και πήγε στους εκδρομείς (μην φανταστείτε καμιά τεράστια απόσταση) για να αποθεωθεί, να βγει φωτογραφίες μαζί τους και στο τέλος να πετάξει τη φανέλα του. Ως συνήθως σε τέτοιες στιγμές επικρατεί το χάος. Δυο φίλοι της Μουνισιπάλ άρχισαν να τραβούν τη φανέλα (που έδειξε μεγάλες αντοχές) και το ματς ήταν ισοπαλία. Κάπου εκεί επικράτησε η δημοκρατία ή έστω η κωλοφαρδία. Ένας σχετικά ογκώδης συνοπαδός τους πήρε την κατάσταση στα χέρια, τους χώρισε και αποφάσισε να κρίνει το ματς με την επιστημονική μέθοδο κορώνα ή γράμματα. Το αποτέλεσμα έγινε σεβαστό από τον χαμένο, οι δύο (προφανώς) γνωστοί αγκαλιάστηκαν σαν Άγγλοι λόρδοι σε κλαμπ κυρίων και μια ακόμα νίκη κατά της (εμφύλιας) βίας στα γήπεδα επιτεύχθηκε.

Ο ακούραστος Ράφα Μάρκες

  [2 Σχόλια]

Η αλήθεια είναι ότι στα προκριματικά για το Μουντιάλ, λίγοι ασχολούνται με τη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική. Οι περισσότερες ομάδες που συμμετέχουν είναι απλά παραδεισένιοι προορισμοί διακοπών ή παραδεισένιοι προορισμοί μαύρου χρήματος (ή και τα δύο μαζί). Από αυτές τις ομάδες καταλήγουμε σε ένα πρωταθληματάκι έξι χωρών, εκ των οποίων προκρίνονται οι τρεις και η τέταρτη παίζει μπαράζ με ομάδα της Ασίας. Είναι συνεπώς αρκετά δύσκολο για τις «μεγάλες» ομάδες να μείνουν εκτός. Το ενδιαφέρον κινείται περισσότερο στο ας πούμε «κλάσικο» μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού. Το πιο μεγάλο παιχνίδι ποδοσφαίρου εθνικών χωρών σε αυτόν τον όμιλο.

Και αν πάντα υπήρχε σημαντικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ματς, η μοίρα έφερε τη συνάντησή τους να γίνεται το Νοέμβριο ελάχιστες μέρες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Μεξικάνοι ταξίδεψαν στο Οχάιο νιώθοντας το βάρος ότι εκπροσωπούν ένα ολόκληρο έθνος, απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ που αποκάλεσε τους Μεξικάνους μετανάστες «εγκληματίες και βιαστές» και υποσχέθηκε να χτίσει ένα τείχος που θα τους κρατήσει εκτός των ΗΠΑ. Το Μεξικό βέβαια δεν βρήκε κάποιο εχθρικό γήπεδο απέναντί του, το κλίμα ήταν όπως πάντα ένα κλίμα ποδοσφαιρικού και μόνο ντέρμπι. Οι παίκτες μάλιστα πριν τον αγώνα αποφάσισαν να αλλάξουν τελετουργικό και δεν βγήκαν χωριστά φωτογραφίες, αλλά μία κοινή, προς τιμή των Αμερικάνων ποδοσφαιριστών που ήθελαν να περάσουν το δικό τους μήνυμα συναδελφικότητας.

Το παιχνίδι ήταν όπως πάντα με ένταση και το Μεξικό εκτός από το ψυχολογικό βάρος του Τραμπ είχε να αντιμετωπίσει και την κακή παράδοση με τέσσερις σερί ήττες (μάλιστα με το ίδιο σκορ, 2-0) στο Κολόμπους. Οι Μεξικάνοι προηγήθηκαν με ένα τυχερό γκολ με κόντρα, αλλά οι ΗΠΑ ισοφάρισαν και κυριάρχησαν στο 2ο ημίχρονο ψάχνοντας το 2ο γκολ. Αυτό δεν ήρθε ποτέ και όλα έδειχναν ότι πηγαίναμε για μια ισοπαλία, όταν στο 88′ το Μεξικό κέρδισε κόρνερ. Μεταξύ όσων προωθήθηκαν ήταν κι ένας άνθρωπος που έκανε ντεμπούτο με τη φανέλα της «Τρι» το… 1997, σχεδόν 20 χρόνια πριν. Ο αρχηγός Ράφα Μάρκες βρέθηκε αμαρκάριστος, πήρε μια πανέξυπνη κεφαλιά και με ένα buzzer beater έδωσε τη σημαντική νίκη στη χώρα του, νίκη που πανηγυρίστηκε έξαλλα.

Γκολ ντε ΜέΧικο, Ράφα, Ράφα, Ράφα….

Μετά το τέλος του αγώνα, ο «Κάιζερ» κράτησε το επίπεδο εκεί που έπρεπε όταν ρωτήθηκε αν είναι μια άσχημη περίοδος για το Μεξικό. «Δεν γνωρίζω αν είναι μια άσχημη περίοδος, σίγουρα είναι μια περίοδος έλλειψης ανεκτικότητας. Με αυτή τη νίκη μπορούμε να ξεχάσουμε λίγο, όσα συμβαίνουν εδώ στις ΗΠΑ». Περίπου δυο μήνες μετά, ο Μάρκες έδινε ακόμα μια φορά το μήνυμά του όταν ο Τραμπ υπέγραφε ως πρόεδρος πλέον την απόφαση για το τείχος. Ανέβασε ένα γκολ του από τα χρόνια της Μπαρσελόνα με φάουλ πάνω από το τείχος και το χαρακτηριστικό μήνυμα «δεν υπάρχει τείχος να μας κρατήσει, όσο πιστεύουμε στους εαυτούς μας»

Ο Μάρκες πέρασε επτά χρόνια στη Βαρκελώνη, τα καλύτερά του χρόνια όπως λέει κι ο ίδιος, φεύγοντας το 2010 σε ηλικία 31 ετών. «Μου είχε φανεί καλή ιδέα να πάω στις ΗΠΑ να παίξω, να ρίξω λίγο τους ρυθμούς. Αλλά όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι και ήθελα και μπορούσα να παίξω σε υψηλότερο επίπεδο, το μετάνιωσα που έφυγα από την Μπάρτσα». Το MLS πολλές φορές είναι κάτι σαν ένα τιμητικό νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, εκεί πάνε όσοι θέλουν να φύγουν με το κεφάλι ψηλά. Για τον Μάρκες δεν έγινε έτσι. 7 χρόνια μετά, στα 38 του, ο Ράφα όχι μόνο δεν έχει παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο. Πιστός στρατιώτης, αρχηγός ακόμα στην εθνική του, έχει όνειρο να φτάσει τα πέντε Μουντιάλ, μαζί με το συνομήλικό του Μπουφόν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τίθεται πάντα το ερώτημα κατά πόσο κάποιος παίζει τιμής ένεκεν επειδή δεν έχουν κουράγιο να του πουν να σταματήσει. Ο ίδιος ο Μάρκες δηλώνει ότι είναι σε καλή κατάσταση και αν συνεχίσει να είναι έτσι θα βρίσκεται στη Ρωσία το 2018, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο προπονητής του Χουάν Κάρλος Οσόριο. «Η αγάπη του Ράφα για το άθλημα δεν βρίσκεται σε άλλον. Προπονείται πιο σκληρά από όλους και θέλει να παίζει πάντα.»

Τον Ράφα και την προσπάθειά του στηρίζει και ο θρυλικός Ούγκο Σάντσες, ενώ κι ο απλός κόσμος τον αποθεώνει. Πριν μερικές μέρες, ξεκίνησε βασικός στο ματς με την Ισλανδία, ήταν και πάλι εξαιρετικός σε έναν ελεύθερο ρόλο στην άμυνα (μια που τα τρεξίματα που δεν είχε σχεδόν ποτέ, δεν τα έχει ούτε τώρα) και στο 4ο λεπτό (εξαιτίας της φανέλας με το «4») οι Μεξικάνοι στις εξέδρες άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του. Αν είναι υγιής και αν το Μεξικό περάσει, θα τον δούμε σίγουρα.

«Είμαι το ίδιο άτομο, όπως όταν ήρθα για πρώτη φορά στην εθνική. Ίσως είναι η παιδεία που μου έδωσε η οικογένεια μου, η ταπεινότητα αυτή, να μπορώ να μοιράζομαι και να μεταφέρω τις εμπειρίες μου στους άλλους, αφήνοντας μια κληρονομιά και δίνοντας το παράδειγμα»

Ο Ράφα μετά από μια καριέρα σπουδαία με πρωτάθλημα και κύπελλο στη Γαλλία με την Μονακό και ένα σωρό κούπες στη Βαρκελώνη, έχει γυρίσει στην πρώτη του ομάδα την Άτλας. Πάντα με το ίδιο πάθος, το πάθος που αρκετές φορές τον έχει φέρει να τον κατηγορούν, όπως στην αποβολή του στο πρώτο Μουντιάλ, στη φάση των 16 με αντίπαλο τις ΗΠΑ, μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες των Αμερικάνων με τη νίκη 2-0 και την πρόκρισή τους. Ο Μάρκες στο 88′ με το ματς να έχει κριθεί έριξε μια άνευ λόγου και αιτίας καρατιά στον δύσμοιρο Τζόουνς. Σε ερώτηση που του έγινε για την πιο δύσκολη στιγμή της 20ετους του πορεία στην εθνική, ο Μάρκες είπε ότι ο κόσμος θα θυμάται πάντα αυτή τη φάση. Ο ίδιος δεν μετανιώνει, ήταν κάτι που έγινε από την απογοήτευσή του, από το γεγονός ότι δεν θέλει να χάνει και αυτό είναι κομμάτι του χαρακτήρα του. Στα επόμενα δύο Μουντιάλ άλλωστε, σκόραρε από μία φορά, ελπίζει να το κάνει και το 2018.

Στο 2.13 περίπου η κίνηση μεγάλου παίκτου: