Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ποδόσφαιρο Λατινικής Αμερικής'

Ο Λιονέλ, ο Ντένις και τα πέντε σερί χαμένα πέναλτι του Ντιέγκο

  [1 Σχόλιο]

Ήταν ένα ακόμα από τα κλασσικά παιχνίδια της Αργεντινής επί θητείας Σαμπαόλι. Αρκετές κακές επιλογές στην 11αδα, ομάδα χωρίς πλάνο, δύο αμυντικά χαφ απέναντι σε μια ομάδα που δεν απειλούσε και ένας Μέσι να προσπαθεί να τα κάνει όλα μόνος και να είναι ξανά μετριότατος με τη φανέλα της Αργεντινής. Μέχρι που ο Μάξι Μέσα κέρδισε το πέναλτι. Η εκτέλεση πήγε στον αρχηγό. Ο Μέσι έχει χάσει αρκετά πέναλτι τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Κι αυτή τη φορά όμως απέτυχε. Ο Ισλανδός τερματοφύλακας μάντεψε καλά. Οι μνήμες από τον τελικό του Κόπα Αμέρικα γέμισαν και πάλι τους Αργεντίνους. Τότε που ο Λιονέλ ήταν ξανά από τους μοιραίους απέναντι στη Χιλή.

Στην εξέδρα ο Ντιέγκο καπνίζει το πούρο του ακριβώς κάτω από το απαγορευτικό σήμα. Με το που ο διάδοχός του χάνει το πέναλτι σηκώνεται όρθιος. Αρχίζει να οργανώνει και τους δίπλα του. «Ολέ, ολέ, ολέ, Λέο, Λέο», σύνθημα στήριξης. Το ματς τελειώνει. Ο θεός των Αργεντίνων κάνει και πάλι σκληρή κριτική στο Σαμπάολι (και όχι άδικα). Παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξος. «Εγώ έχασα σε ντεμπούτο μου σε Μουντιάλ, όχι απλά ισοπαλία. Κι όμως φτάσαμε στον τελικό το 1990, παρά τους τραυματισμούς, χάρη στον Γκόικο.» Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για τον Μέσι, το κάνει με κατανόηση. «Η ομάδα και το παιχνίδι που έπαιξε, δεν είχαν σχέση με το χαμένο του πέναλτι. Εγώ έχασα πέντε πέναλτι συνεχόμενα και συνέχισα να είμαι ο Μαραντόνα», δηλώνει.

Δεν είναι μία από τις κλασικές φολκλορικές δηλώσεις του Ντιεγκίτο γεμάτες υπερβολή. Είναι η αλήθεια. Είναι η Κλαουζούρα του 1996, ο Μαραντόνα έχει γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και την αγαπημένη του Μπόκα, υπό τις οδηγίες του Κάρλος Μπιάνκι. Η Μπόκα κυνηγάει τη Βέλεζ και τη Χιμνάσια Λα Πλάτα στη μάχη του τίτλου. Την 6η αγωνιστική στο Ροσάριο απέναντι στους Νιούελ’ς σημαδεύει ελάχιστα δίπλα από το κάθετο δοκάρι. Η Μπόκα τελικά χάνει με 1-0. Έξι αγωνιστικές αργότερα στο Μπομπονέρα εκτελεί το επόμενό του πέναλτι. Πάλι στην ίδια πλευρά, αλλά αυτή τη φορά ο «Σούπερμαν» Λαμπάρε αποκρούει. Επιστρέφει στο Ροσάριο αυτή τη φορά απέναντι στη Σεντράλ. Το πέναλτί του είναι άθλιο, αδύναμο και στο κέντρο. Ο Καστεγιάνο αποκρούει, ο Ντιέγκο παίρνει το ριμπάουντ αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνει.

Η λογική λέει ότι κάπου εκεί κάνεις ένα διάλειμμα. Όχι αυτός. 16η αγωνιστική, το ντέρμπι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Μαραντόνα κάνει μία μικρή προσποίηση, στέλνει τον τερματοφύλακα στην απέναντι γωνία, αλλά αυτός σημαδεύει το κάθετο δοκάρι. Ο Κανίγια παίρνει το ριμπάουντ και σκοράρει. Ο Μαραντόνα δεν πανηγυρίζει, η κακοδαιμονία συνεχίζεται, ευτυχώς η Μπόκα κερδίζει το ντέρμπι. Μία αγωνιστική αργότερα. Νέο πέναλτι, το πέμπτο συνεχόμενο που θα εκτελέσει. Ο Μαραντόνα παίρνει και πάλι την μπάλα. Ο Νάτσο Γκονζάλες της Ράσινγκ κάνει μια εξαιρετική απόκρουση. Η Μπόκα χάνει με 1-0 και μαζί τις τελευταίες της ελπίδες για πρωτάθλημα.

Η Μπόκα κερδίζει τα τρία από τα πέντε παιχνίδια στα οποία έχασε πέναλτι ο Ντιέγκο, αλλά και πάλι πέντε σερί χαμένα είναι ένα απίστευτο αρνητικό ρεκόρ για ομάδα τίτλου. Τρομερά εγωιστής; Με μεγάλη πίστη στον εαυτό του; Όπως και να το δεις είναι ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ, ειδικά για έναν τόσο τεράστιο παίκτη. Βέβαια, δεν πιστεύει κανείς ότι σε άλλη περίπτωση μετά το τρίτο πέναλτι κάποιος κόουτς θα άφηνε τον ίδιο παίκτη να συνεχίσει να εκτελεί. Την αντίθετη ακριβώς προσέγγιση από τον Ντιέγκο είχε ένας άλλος σπουδαίος.

Πείτε ό,τι θέλετε για τους Πεπ, τους Κλοπ, τους Σαουδάραβες και Ρώσους ιδιοκτήτες, αλλά για μένα αυτή ήταν η καλύτερη εποχή της Πρέμιερ Λιγκ

1999, επαναληπτικός ημιτελικός FA Cup μεταξύ Άρσεναλ και Γιουνάιτεντ στο Μπέρμιγχαμ. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ άνοιξε το σκορ με ένα υπέροχο γκολ κι ο Μπέργκαμπ ισοφάρισε. Λίγο αργότερα ο Ρόι Κιν είδε την κόκκινη κάρτα για φάουλ πάνω στον αγαπημένο Μαρκ Όφερμαρς. Στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων ο Φιλ Νέβιλ ανέτρεψε το Ρέι Πάρλορ και ο διαιτητής έδειξε το σημείο του πέναλτι. Σαν τον Ντιέγκο, ο Μπέργκαμπ είχε χάσει το τελευταίο του πέναλτι απέναντι στην Μπλάκμπερν. Πήρε την μπάλα χωρίς δισταγμό. Μερικά βήματα φόρα, η μπάλα στην αριστερή πλευρά της εστίας, ο Σμάιχελ στην ίδια πλευρά και απόκρουση. Η Γιουνάιτεντ ζωντανή. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση κι ο Ράιν Γκιγκς έκανε ένα αξέχαστο σόλο, περνώντας τέσσερις παίκτες προτού εκτελέσει τον Σίμαν, βγάλει τη φανέλα και πανηγυρίσει με το δασύτριχο στήθος του σε κοινή θέα.

Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε το κύπελλο στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα για τον Ντένις. Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα (έναν βαθμό περισσότερο από Άρσεναλ), όσο και το Τσάμπιονς Λιγκ στον συγκλονιστικό τελικό με την Μπάγερν. Το τρεμπλ ήταν γεγονός. «Ακόμα μπορώ να ακούσω τις κραυγές τους όταν κέρδισαν. Ήταν με 10 παίκτες και πέναλτι στο 90′ εις βάρος τους και κέρδισαν. Αυτό νομίζω τους έδωσε τη ψυχολογία να συνεχίσουν εκείνη τη χρονιά», λέει ο Βενγκέρ για εκείνο το μοιραίο ματς. Την ίδια στιγμή, ο Μπέργκαμπ επηρεάστηκε πάρα πολύ από το γεγονός και φυσικά όταν ολοκληρώθηκε το τρεμπλ, ακόμα περισσότερο. «Δεν ήμουν ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι, αλλά εκείνη τη στιγμή έπρεπε να πάρω την ευθύνη. Τα άφηνα με μεγάλη χαρά στον Ίαν Ράιτ πριν από μένα και στον Ανρί μετά από μένα. Ήταν πιο ψυχροί. Στο δικό μου το μυαλό, το πέναλτι πρέπει να είναι και λίγο ωραίο, να πάει παραθυράκι. Αυτό το πέναλτι ήταν ένα τεράστιο σοκ για μένα, μία από τις χειρότερες στιγμές στην καριέρα μου».

Σε αντίθεση με τον Ντιεγκίτο, ο Ολλανδός όχι απλά δεν εκτέλεσε το επόμενο, αλλά προτίμησε να μην εκτελέσει ξανά κανένα πέναλτι στην Άρσεναλ. Το 2014 ο Βενγκέρ μετά το χαμένο πέναλτι του Οζίλ απέναντι στην Μπάγερν, θυμήθηκε την ιστορία και φοβήθηκε ότι ο Γερμανός θα γίνει ένας νέος Μπέργκαμπ και θα σταματήσει να εκτελεί τα πέναλτι. Κι ο Λιονέλ; Με ποσοστό 81% στην Ισπανία και 75% στην Αργεντινή, πρέπει να γίνει νέος Ντιέγκο και σε αυτό; (την ίδια στιγμή ο Κριστιάνο έχει μεγαλύτερο ποσοστό, αλλά κι αυτός έχει χάσει αρκετά κρίσιμα πέναλτι στην καριέρα του) Μήπως να γίνει αν όχι ένας Μπέργκαμπ, τουλάχιστον κάποιος που θα κάνει πίσω; Ας μην ξεχνάμε ότι το τελευταίο καιρό ο Λιονέλ χάνει σχεδόν τα μισά από τα πέναλτι που εκτελεί. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, ο Αγκουέρο βρίσκεται στο 81% ποσοστό καριέρας.

Τζιοβάνε Έλμπερ: Ο Βραζιλιάνος που έγινε Γερμανός

  [5 Σχόλια]

Για να γίνεις μεγάλος παίκτης, θέλει ταλέντο και πολλή δουλειά. Θέλει ώρες προπόνησης, θέλει μυαλό, εργατικότητα (ή υπερβολικά πολύ ταλέντο αν είσαι λίγο τεμπελάκος). Για να γίνεις από τους κορυφαίους όλων των εποχών θέλει και λίγη τύχη. Γιατί συχνά εμφανίζονται παίκτες που δεν υστερούν σε τίποτα, που σταθερά κι αμείωτα παίζουν εξαιρετικά σε υψηλό επίπεδο, αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν θα μπουν σε λίστες των κορυφαίων, δεν θα μονοπωλήσουν τα φώτα όπως άλλοι. Αυτούς τους παίκτες τους συμπαθώ πάντα λίγο παραπάνω και πιστεύω ότι ανάμεσά τους είναι κι ο Έλμπερ ντε Σόουζα.

Για πολλά χρόνια πίστευα, όπως μάλλον κι οι περισσότεροι, ότι το μικρό του είναι το Τζιοβάνε ή έστω Τζιοβάνι και το επώνυμο το Έλμπερ. Η αλήθεια όμως είναι ότι το Έλμπερ είναι το μικρό του και το «τζιοβάνε» το παρατσούκλι που του είχε κολλήσει η θεία του για να τον φωνάζει «ο μικρός Έλμπερ». Όπως κι οι άλλοι συγγενείς του όμως, τον έχασε από κοντά της πριν καλά καλά μεγαλώσει. Ο Έλμπερ ξεκίνησε να παίζει μπάλα στη Λοντρίνα Εσπόρτε Κλουμπε, έναν άσημο σύλλογο στα νότια της χώρας, αλλά οι εμφανίσεις του τον έφεραν γρήγορα στις μικρές εθνικές, κατακτώντας έναν τίτλο Ν. Αμερικής και συμμετέχοντας στο Μουντιάλ U20 της Πορτογαλίας, όπου η Βραζιλία έχασε τον τελικό στα πέναλτι. Οι εμφανίσεις του όμως προσέλκυσαν το ενδιαφέρον.

Η Μίλαν έδωσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ρεκόρ τότε για νεαρό Βραζιλιάνο χωρίς εμπειρία από επαγγελματικό ποδόσφαιρο, και τον έφερε στην Ιταλία. Μπροστά του βρήκε την ολλανδική τριπλέτα φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ κι ο «τζόβανε» δεν μπορούσε να παίξει, καθώς επιτρέπονταν μόνο τρεις ξένοι. Την πρώτη χρονιά του την πέρασε ως θεατής της Μίλαν και η ζωή ήταν δύσκολη. Ένας 18χρονος Βραζιλιάνος ξαφνικά στην Ιταλία και μάλιστα στο Μιλάνο. «Ήθελα να φύγω μετά τους δύο πρώτους μήνες. Δεν υπήρχαν τότε κινητά, δεν υπήρχε Ίντερνετ. Μου έλειπε η οικογένειά μου. Έκλαιγα μέρα-βράδυ. Έπρεπε να μάθω να μαγειρεύω. Δεν είχα δίπλωμα και γύριζα με το λεωφορείο».

Την επόμενη σεζόν ο Έλμπερ έκανε ξανά προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά όταν τελείωνε το καλοκαίρι και τα σχολεία ξεκινούσαν, μετακόμισε στην Ελβετία, δανεικός στην Γκρασχόπερ. Όχι ότι και εκεί δεν ήταν δύσκολα, ειδικά τον πρώτο χειμώνα στη Ζυρίχη, κι ας είχε μαζί του για παρέα τον αδερφό του. Το κρύο ήταν πολύ, η επικοινωνία δύσκολη και το φαγητό γρίφος. Στη βιογραφία του περιγράφονται οι δύσκολες στιγμές. Την πρώτη εβδομάδα η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όταν ο αδερφός του πέτυχε μια πινακίδα έξω από μαγαζί που με κιμωλία έγραφε τρεις… μαγικές λέξεις: «chili con carne». Ήταν κάτι σαν παράδεισος για τους δυο Βραζιλιάνους που επιτέλους ανακάλυψαν κάτι που ήξεραν τι είναι. Κάθε μέρα έτρωγαν κρέας με φασόλια και έξτρα μερίδα τηγανιτές πατάτες. Παρ’ ότι αγωνιστικά ο Έλμπερ δεν είχε προβλήματα, δεν του άρεσε καθόλου η Ελβετία: «Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία για τη χειμερινή διακοπή του πρωταθλήματος δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήταν η μητέρα που μου έπεισε. Μου είπε ότι θα μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής και θα πάω να γίνω ποδοσφαιριστής, αυτό που ήθελα πάντα». Ο Έλμπερ τελικά μπήκε και έμεινε στην Ευρώπη για 15 χρόνια συνολικά. Τα επόμενα δύο καλοκαίρια έκανε και πάλι προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά επέστρεψε ξανά στην Ελβετία όπου και έκανε σπουδαίες εμφανίσεις (ακόμα και στην Ευρώπη), ενώ στην τελευταία του σεζόν βγήκε πρώτος σκόρερ και κατέκτησε το κύπελλο.


Das magische Dreieck

Το μέλλον του στη Μίλαν δεν φαινόταν λαμπρό (0 εμφανίσεις σε 4 σεζόν) κι ο Έλμπερ ζήτησε να πάει δανεικός κάπου στην Ιταλία, αφού ένιωθε ότι πλέον είχε μάθει ό,τι μπορούσε στο ελβετικό πρωτάθλημα μετά από τρεις χρονιές. Οι άνθρωποι της Μίλαν του είπαν ότι έχουν μια πρόταση από τη Στουτγκάρδη που τον παρακολουθούσε. Ο Έλμπερ που είχε ήδη μάθει γερμανικά την αποδέχτηκε και έτσι μετακόμισε στη Γερμανία. Στη Σουηβία μπήκε σε μια εξαιρετική ομάδα και άρχισε να δείχνει την ποιότητά του. Παρ’ ότι την πρώτη σεζόν σκόραρε μόλις 8 γκολ, στις άλλες δύο πήρε μπρος και μαζί με το Φρέντι Μπόμπιτς και τον Κράσιμιρ Μπαλάκοφ έφτιαξαν το ιστορικό «μαγικό τρίγωνο» για τη Στουτγκάρδη του μόλις 36χρονου τότε προπονητή Γιόακιμ Λεβ που ξεκινούσε να φτιάχνει όνομα. Ο Έλμπερ κατέκτησε το κύπελλο του 1997, αλλά δεν ήταν εκεί στην σπουδαία πορεία της ομάδας στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1998. Είχε ήδη συμφωνήσει να μετακομίσει στο Μόναχο λίγες μέρες πριν τον τελικό με την Κότμπους στον οποίο σκόραρε δυο γκολ. Γύρισε στο ξενοδοχείο και δεν μπορούσε να πανηγυρίσει, στενοχωρημένος επειδή θα έφευγε. Ο Μπόμπιτς (με τον οποίον είναι κολλητοί ακόμα και σήμερα) πήγε στο δωμάτιό του και του είπε: «Σήμερα είσαι ακόμα ένας από μας, οπότε θα έρθεις να το γιορτάσουμε. Από αύριο μπορείς να πας να γαμηθείς».

Ένα από τα καλύτερα γκολ του, το πέτυχε επί της Μπάγερν

Ο Έλμπερ είχε αγαπήσει τη Στουτγκάρδη και πολλοί του έλεγαν ότι δεν θα έβρισκε το ίδιο οικογενειακό κλίμα στην Μπάγερν. Δεν πίστευε καν ότι είχε ενδιαφερθεί ένας τόσο μεγάλος σύλλογος, το συνειδητοποίησε όταν τον πήρε τηλέφωνο ο Ματέους. Μέσα του όμως είχε ένα μεγάλο όνειρο, να φορέσει τη φανέλα της Σελεσάο και ήξερε ότι δύσκολα θα τα κατάφερνε αν δεν πήγαινε σε μεγαλύτερο σύλλογο. Παρά το τότε ενδιαφέρον της Άρσεναλ, ο Έλμπερ πήγε στους Βαυαρούς και μια τρομερή πορεία ξεκίνησε. Το άκρως οικογενειακό κλίμα χάθηκε, αλλά τα γκολ, οι τίτλοι και οι επιτυχίες ξεκίνησαν.

Ο Έλμπερ ήταν ένας από τους πληρέστερους επιθετικούς που είδαμε ποτέ. Με φοβερά ποσοστά επιτυχίας, γρήγορος, δυνατός, καλός και στον αέρα χωρίς να είναι πρώτο μπόι. Το γεγονός ότι μετακόμισε στην Ευρώπη τόσο νωρίς, τον έκανε αρκετά πιο Ευρωπαίο ποδοσφαιρικά. Η μπάλα έπρεπε να μπει στα δίχτυα. Αυτός ήταν ο σκοπός. Αν έπρεπε να ντριμπλάρει, θα το έκανε. Αν έπρεπε να σουτάρει, θα το έκανε. Τακουνάκια, ψαλιδάκια, σουτ εκτός περιοχής, τεράστια γκάμα. Σημασία είχε όμως το γκολ.

Η απόφαση να πάει στην Μπάγερν είχε άμεσο αντίκτυπο. Μόλις σε μία σεζόν, κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Βραζιλίας. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο, έπεσε σε μια φουρνιά σπουδαίων παικτών. Ριβάλντο-Ρονάλντο-Μπεμπέτο-Ρομάριο (αν και μεγάλος), αλλά και άλλοι όπως ο Εντμούντο κι ο Ντενίλσον του έπαιρναν τη θέση. Το γερμανικό ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο δημοφιλές κι ο Έλμπερ δεν είχε παίξει ποτέ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα με αποτέλεσμα να είναι άγνωστος σε πολύ κόσμο πίσω στην πατρίδα και να μην έχει μεγάλο έρεισμα σε κόσμο και κυρίως προπονητές.

Τον Δεκέμβριο του 1997 οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον Μάριο Ζαγκάλο αν ο Έλμπερ θα είναι στις επιλογές του για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Ζαγκάλο απαντά με πολύ άσχημο τρόπο: «Πόσους Έλμπερ έχουμε στη Βραζιλία; Χιλιάδες! Ας αγοράσει ένα αεροπορικό και να πάει για διακοπές»

Ο Έλμπερ από τη Γερμανία απαντάει στο Ζαγκάλο, λέγοντάς του ότι είναι γέρος και έχει αρχίσει να ξεχνάει. Τελικά, ο Ζαγκάλο τον παίρνει στο αδιάφορο Gold Cup που συμμετείχε κι η Βραζιλία στις αρχές του 1998, αλλά τον έχει στον πάγκο κατά κύριο λόγο. Τον φωνάζει «μικρό» γιατί δεν θυμόταν το όνομά του.  Ο Έλμπερ μοχθεί για να επιλεγεί στην ομάδα, αλλά ένας τραυματισμός διαλύει τις λίγες ελπίδες του για να δώσει το παρόν στο Μουντιάλ.

Το 2002 η αδικία ήταν μεγαλύτερη, με παίκτες όπως ο Λουιζάο και ο Εντμίλσον (οι επιθετικοί και όχι οι συνονόματοί τους σε άλλες θέσεις, αν δεν τους θυμάστε δεν φταίτε εσείς) να προτιμώνται από τον Τζιοβάνε, σαφώς κατώτεροί του. Στο τέλος παίζει ρόλο και η απόφαση της Μπάγερν να μην του δώσει άδεια να πάει στη Βραζιλία για δυο αγώνες στα προκριματικά και μένει ξανά εκτός Μουντιάλ. Ο Έλμπερ, τελείωσε την καριέρα του με μόλις 15 εμφανίσεις με τη Βραζιλία. Φυσικά σε αυτά τα ματς σκόραρε 7 φορές, γεγονός που έδειχνε πόσο μπορούσε να βοηθήσει. Είπαμε. Εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά μια συμμετοχή σε ένα Μουντιάλ πιθανότατα να τον είχε βάλει ανάμεσα στους καλύτερους. Είναι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες που στο τέλος καθορίζουν πώς θα σε θυμάται ο κόσμος.

Αν δεν τον προλάβετε, μάθετέ τον τώρα
Αν τον θυμάστε, ξαναδείτε ορισμένα του γκολ

Η καριέρα του όμως σε συλλόγους ήταν πάντα σπουδαία. Στο Μόναχο κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα, τρία κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και ένα Διηπειρωτικό. Έγινε ο πρώτος ξένος σκόρερ όλων των εποχών στην Μπάγερν και μόνο ο Κλαούντιο Πιζάρο και πλέον ο Λεβαντόφσκι τον ξεπερνούν σε συνολικά γκολ ξένου στην Μπουντεσλίγκα. 133 γκολ σε 260 ματς συνολικά στην Μπουντεσλίγκα με Στουτγκάρδη και Μπάγερν. Το 1999 χάνει τον περίφημο τελικό της Βαρκελώνης απέναντι στη Γιουνάιτεντ λόγω τραυματισμού. Χάνει όμως και την ανατροπή: «Κατεβήκαμε με το Λιζαραζού κάτω λίγο πριν το τέλος. Ήταν κι αυτός τραυματίας και πήγαμε στο τούνελ για να ετοιμαστούμε για την απονομή. Όταν φτάσαμε το σκορ είχε γίνει 1-2. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Εγώ σηκώθηκα και έφυγα, γύρισα μόνος στο ξενοδοχείο. Δεν ήθελε να βλέπω κανέναν». Τελικά, το κατέκτησε δυο χρόνια αργότερα.

Σχεδόν συλλεκτική φωτογραφία του Έλμπερ με τη φανέλα της εθνικής

Ο Έλμπερ μετά την Μπάγερν συνέχισε την καριέρα του στη Λυών με αρκετά καλή παρουσία και τελικά την έκλεισε παίζοντας για πρώτη φορά μπάλα στην πατρίδα του με την Κρουζέιρο. Η ζωή του όμως συνδέθηκε άρρηκτα με τη Γερμανία. Είναι «πρέσβης» της Μπάγερν και συνεχίζει να έχει άμεση σχέση με το σύλλογο. Ταξιδεύει συχνά στο Μόναχο για να βλέπει την ομάδα, όταν δεν βρίσκεται στη Βραζιλία που εκτός των άλλων έχει ιδρύσει ακαδημία ποδοσφαίρου για τα παιδιά του δρόμου και κάνει τον… καουμπόη στα συνολικά 6000 βοειδή που έχει σε μια σειρά από εκτάσεις που αγόρασε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνέντευξη που έδωσε πριν το πρόσφατο φιλικό Γερμανίας-Βραζιλίας είπε ότι… δεν είναι πραγματικός Βραζιλιάνος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο περιβόητο ματς 7-1, η γυναίκα του ήταν στο γήπεδο με μια σημαία της Βραζιλίας, τα παιδιά του με φανέλες Γερμανίας κι ο ίδιος ένιωθε πολύ πιο κοντά με Γερμανούς όπως ο Τόμας Μίλερ τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, ενώ είχε ζωγραφίσει και μια σημαία της Γερμανίας στο πρόσωπό του. Κι όταν η γυναίκα του μετά το 3-0 δεν άντεξε άλλο και αποχώρησε, αυτός έκατσε να δει το ματς. «Πέρασα όλη τη ποδοσφαιρική μου ζωή εκεί», λέει με ειλικρίνεια. Ίσως βαθιά μέσα του, να μην έχει ξεπεράσει το γεγονός ότι στην εθνική ποτέ δεν τον αγκάλιασαν και γι’ αυτό δεν έχει τόση συμπάθεια στη Σελεσάο. Κι ας έφευγε στα 16 του για να κάνει δυο μέρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και να βρεθεί στο Μαρακανά και να δει από κοντά το μεγάλο του ίνδαλμα, τον Ζίκο.

Το πέναλτι με τα δύο πόδια

  [Καθόλου σχόλια]

Υπήρξε ένας από τους ιστορικότερους παίκτες της Μπόκα. Ο Μαρτίν Παλέρμο μπορεί να μην είχε ποτέ την ποιότητα άλλων φορ της Αργεντινής, αλλά έγραψε τη δική του ιστορία. Κι η ιστορία αυτή είναι γεμάτη διάφορες περίεργα συμβάντα, λες και οι συμπτώσεις και τα περίεργα γεγονότα τον κυνηγούσαν πάντα. Όπως η ιστορία με τα πόσα γκολ έπρεπε να βάλει τελικά για να τον αναγνωρίσουν όλοι ως τον πρώτο σκόρερ στην ιστορία της Μπόκα. Όπως φυσικά και η ιστορία με τα απανωτά χαμένα πέναλτι στον ίδιο αγώνα. Όπως και ο τραυματισμός του σε πανηγυρισμό. Και σήμερα ασχολούμαστε με μια ακόμα ιστορία. Αυτή του περιβόητου «πέναλτι με τα δύο πόδια».

Ήταν η βροχερή 24η Απριλίου του 1999 όταν η Μπόκα υποδεχόταν την Πλατένσε στην έδρα της Βέλεζ. Το ματς αποδείχτηκε δύσκολο για τους γηπεδούχους που δεν μπορούσαν να διασπάσουν την άμυνα των «καλαμαριών». Μέχρι που ο διαιτητής Μαντοράν σφύριξε το πέναλτι υπέρ της Μπόκα. Το πέναλτι αμφισβητήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα πιο περίεργη. Ο Παλέρμο ανέλαβε την εκτέλεση απέναντι στον τερματοφύλακα Φαμπιάν «Τερέζα» Κανσελάριτς. Παίρνοντας φόρα για να εκτελέσει με το αριστερό, ο Μαρτίν γλίστρησε. Βρήκε μεν την μπάλα με το αριστερό, αυτή πήρε περίεργη τροχιά, χτύπησε στο δεξί του πόδι (!) και κατέληξε στα δίχτυα. Η Μπόκα καθάρισε το ματς με ένα γκολ του Αραουμπαρένα, αλλά το πέναλτι με τα δύο πόδια ξεκίνησε μεγάλη κουβέντα.

Αν δεν το βλέπετε με την πρώτη, μετά το 1ο λεπτό έχει το καλύτερο ριπλέι

Οι άνθρωποι της Πλατένσε (και οι αντίπαλοι της Μπόκα) υποστήριζαν ότι το γκολ του Παλέρμο δεν έπρεπε να μετρήσει σύμφωνα με τους κανονισμούς. Ο υπεύθυνος της… ΚΕΔ της Αργεντινής Χουάν Κάρλος Λουστάου δήλωσε αδυναμία να αποφασίσει αν το γκολ ήταν έγκυρο. Ο ίδιος ανέφερε τον κανόνα 14 που λέει ότι ο εκτελεστής ενός πέναλτι δεν μπορεί να χτυπήσει την μπάλα δυο φορές συνεχόμενα και αυτό τιμωρείται με έμμεσο υπέρ του αντιπάλου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν υπήρξε πρόθεση όπως είπε ο Λουστάου και συνεπώς ο κανονισμός δεν το είχε προβλέψει. Έτσι λοιπόν, το παραλίγο μπλούπερ του Παλέρμο, έφτασε στα υψηλά κλιμάκια. Η Ομοσπονδία της Αργεντινής έστειλε το βίντεο του αγώνα στη FIFA για να αποφανθεί αυτή (δημιουργώντας και δεδικασμένο). Αφού μαζεύτηκαν οι ειδήμονες της διαιτησίας, η απάντηση της ΦΙΦΑ ήταν ότι το γκολ έπρεπε να μετρήσει.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Αλεξάντρε Πάτο σε ένα φιλικό της Βραζιλίας με τη Σουηδία το 2012 κλήθηκε με το σκορ στο 0-2 να εκτελέσει το πέναλτι. Το Ρασούντα μάλλον δεν ήταν πολύ στεγνό, ο Πάτο γλίστρησε και πέφτοντας επανέλαβε το κατόρθωμα του Αργεντίνου φορ. Ο Παλέρμο δεν το άφησε φυσικά έτσι. Ως βετεράνος, το 2015 σε ένα φιλικό των θρύλων της Μπόκα και της Γιούβε γλίστρησε και πάλι και επανέλαβε το κατόρθωμα, άγνωστο αν το προσπάθησε επίτηδες. Έτσι κι αλλιώς, πέρασε στην ιστορία μεταξύ άλλων ως ο ποδοσφαιριστής που ανάγκασε τη ΦΙΦΑ να αλλάξει (ή έστω να βάλει μια υποσημείωση) στον κανονισμό.

Η μέρα που ο Αριέλ Ορτέγκα αρνήθηκε να βγει αλλαγή

  [1 Σχόλιο]

Είναι ευλογία για έναν προπονητή να έχει παίκτες που ξέρουν μπάλα, παίκτες που μπορούν να κρίνουν έναν αγώνα χάρη στο ξεχωριστό ταλέντο τους. Από την άλλη είναι κατάρα να έχει παίκτες που είναι ικανοί για το χειρότερο, που είναι ατίθασοι, που συχνά έχουν προσωπικά προβλήματα και μπορούν να κάνουν ζημιά στην ψυχολογία των υπολοίπων στα αποδυτήρια. Ένας τέτοιος παίκτης ήταν και ο Αριέλ Ορτέγκα που είτε τον αντιπαθείς, είτε όχι, αν θες να είσαι αντικειμενικός, τα είχε όλα τα παραπάνω και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό. Κι αν δεν εμπιστεύεστε εμένα που τα γράφω, γιατί στο κάτω κάτω ποιος είμαι, η παρακάτω ιστορία μάλλον θα σας πείσει.

Ταξιδεύουμε στο Δεκέμβριο του 1996. Την 4η ημέρα εκείνου του μήνα η Ρίβερ, που ήταν πρωτοπόρος στην Απερτούρα, υποδεχόταν τη Ράσινγκ Κλουμπ στο Μονουμεντάλ του Μπουένος Άιρες για την 15η από τις συνολικά 19 αγωνιστικές. Οι «εκατομμυριούχοι» είχαν αρκετούς καλούς παίκτες εκείνη την περίοδο, στην επίθεση υπήρχε σε εξαιρετική κατάσταση ο Χούλιο Κρουζ και ο 22χρονος Μαρσέλο Σάλας, στην άμυνα ο Χουάν Πάμπλο Σορίν, αρχηγός ήταν ο 35χρονος Έντσο Φραντσέσκολι, στον πάγκο ο πιτσιρικάς Μαρσέλο Γκαγιάρδο και φυσικά ο πρωταγωνιστής μας. Ο Αριέλ Ορτέγκα.

Το σκορ ανοίγει με υπογραφή Ορτέγκα. Ο «Μπουρίτο» κάνει μια μαγική ντρίμπλα στην άκρη της περιοχής, αδειάζει τον αντίπαλό του, βγάζει τη σέντρα και ο Φραντσέσκολι ανοίγει το σκορ. Λίγα λεπτά αργότερα όμως γίνεται η φάση που αλλάζει τον αγώνα. Ο τερματοφύλακας της Ρίβερ Ρομπέρτο Μπονάνο κάνει έξοδο εκτός περιοχής και σταματά την μπάλα με το χέρι του, αποβάλλεται με απευθείας κόκκινη λίγο πριν τελειώσει το 1ο ημίχρονο και αποχωρεί. Ο σπουδαίος Ραμόν Ντίας που βρίσκεται στον πάγκο πρέπει να βάλει τον Μπούργος, τον αναπληρωματικό τερματοφύλακά του. Όπως πολλοί προπονητές θα έκαναν στη θέση του, με την ομάδα του να προηγείται 1-0 αποφασίζει να βγάλει έναν επιθετικογενή παίκτη που γνωρίζει ότι δεν θα μαρκάρει ιδιαίτερα, δεν θα τρέξει, δεν θα αμυνθεί. Τον Αριέλ. Η εντολή από τον πάγκο δίνεται.

Όλος ο Αριέλ Ορτέγκα μέσα σε 2 λεπτά.

Ο Μπούργος μπαίνει και πηγαίνει στον Ορτέγκα να του πει να βγει. Ο νεαρός τότε Ορτέγκα κοιτάζει προς τον πάγκο σαν να μην το πιστεύει. Είναι στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του (λίγους μήνες αργότερα θα πάρει μεταγραφή στη Βαλένθια) στα 22 του, ο κόσμος σε έναν από τους ναούς του ποδοσφαίρου φωνάζει ρυθμικά το όνομά του, η Ρίβερ τα δίνει όλα για ένα ακόμα πρωτάθλημα. Δεν μπορεί να το αποδεχτεί. Ο Ραμόν Ντίας κάνει εκνευρισμένος νεύματα στον Ορτέγκα να βγει. Αυτός κοιτάει τον πάγκο και δεν κουνιέται. Οι αντίπαλοι έχουν δει την αλλαγή και προσπαθούν να τον βγάλουν, εκείνος ως γνήσιο πεισματάρικο γαϊδουράκι (μπουρίτο) δεν κουνιέται. Για καλή τύχη του Ορτέγκα, την κατάσταση σώζουν δύο συμπαίκτες. Ο Ρομπέρτο Μονσεράτ νιώθει ενοχλήσεις, ο Έντσο Φραντσέσκολι το βλέπει και παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Οι σχέσεις του με τον Ντίας δεν ήταν καλές έτσι κι αλλιώς, στα 35 του ένιωθε και λίγο προπονητής και το παίρνει πάνω του. Λέει στον Μονσεράτ να βγει και δίνει ο ίδιος την εντολή στον πάγκο για την… αλλαγή της αλλαγής. Ο Ντίας αποδέχεται την απόφαση και ο Ορτέγκα μένει στον αγωνιστικό χώρο.

Το 1ο ημίχρονο τελειώνει και είναι άγνωστο τι γίνεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Αυτό που ξέρουμε είναι τι γίνεται όταν ξεκινάει το 2ο ημίχρονο. Οι γηπεδούχοι προσπαθούν να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους με τη σέντρα, η μπάλα καταλήγει στα πόδια του Πρίγκιπα, αυτός βλέπει τον Ορτέγκα να κάνει κίνηση, του βγάζει την μπαλιά, ο Αριέλ παίρνει την μπάλα με το εσωτερικό με έναν πανέμορφο τρόπο, κλείνεται από τερματοφύλακα και αμυντικό, προσποιείται και καθώς πέφτει τσιμπάει την μπάλα και τη στέλνει στα δίχτυα. «Ορτεγκίτο, Ορτεγκίτο» φωνάζει ο σπίκερ, αλλά αυτός ήδη έχει βγάλει τη φανέλα, την ανεμίζει και πηγαίνει προς το πέταλο. Οι κάμερες γυρνούν στο Ραμόν Ντίας (με πουκάμισο βγαλμένο από τους Απαραδέκτους) να χαμογελά και να λέει το κλασσικό λατινοαμερικάνικο «la puta que ta pario» που ανάλογα με τη χρήση, μπορεί να είναι από χοντρή βρισιά μέχρι μια μικρή αποθέωση όπως σε αυτή την ιστορία.

Τα γκολ του αγώνα (η φοβερή ενέργεια του Αριέλ στο 1ο)

Το παιχνίδι βέβαια δεν τελείωσε έτσι απλά. Σε μια αντεπίθεση της Ρίβερ ο Σορίν γράφει το 3-0, αλλά η Ράσινγκ απαντάει με δυο γκολ (το δεύτερο με πέναλτι που εκτελεί ο τερματοφύλακάς της). Το 4-2 γράφεται με νέο πέναλτι που εκτελεί ο Φραντσέσκολι, η Ρίβερ μένει με 9 και η Ράσινγκ γράφει προς το τέλος το τελικό 4-3 που κρατάει τη Ρίβερ με διαφορά στην πρώτη θέση. Με ένα σερί νικών τις επόμενες αγωνιστικές καθαρίζει τον τίτλο. Από εκεί και πέρα η καριέρα του Ορτέγκα είναι γνωστή. Με τα πάνω της και τα πολλά κάτω της (κυρίως σε Ευρώπη, αλλά και εθνική). Ένας ζογκλέρ που έπαιζε πρώτα για τον εαυτό του και το θέαμα και μετά για την ομάδα και την ουσία. Αυτό όμως δεν εμπόδισε να γίνει ένα από τα μεγάλα ινδάλματα της Ρίβερ, παρά τα όσα προσωπικά του προβλήματα στο τέλος της καριέρας του. Και όταν το 2013 έγινε το αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του, 65.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν για να του πουν το μεγάλο αντίο, με πολλούς από αυτούς να δακρύζουν.

«Δεν έχω λόγια για να σας ευχαριστήσω, ούτε εσάς τους οπαδούς, ούτε τους συμπαίκτες μου. Είχα προγραμματίσει να πω χίλια πράγματα, αλλά το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι αυτό: Ευχαριστώ τον Θεό που με έκανε οπαδό της Ρίβερ»

Κι ο Ορτεγκίτο με το ίδιο μαλλί-χαίτη (100% λατινοαμερικάνικη πατέντα), έστω και γκριζαρισμένο, με λίγες παραπάνω γραμμές στο πρόσωπο (πάντα μου θύμιζε τον Καραγκούνη στη φάτσα, δικάστε με) να βλέπει παλιά κατορθώματα και να δακρύζει κι αυτός. Το παρόν στο παιχνίδι έδωσαν πολλοί. Ο Φαλκάο και ο Φραντσέσκολι, ο Γκαγιάρδο κι ο Μπουονανότε και φυσικά ο Ραμόν Ντίας, ο πρωταγωνιστής εκείνου του επεισοδίου που 17 χρόνια αργότερα δήλωνε: «Ο Αριέλ είναι τεράστιος, μου άρεσε πώς του συμπεριφέρθηκε ο κόσμος γιατί κι αυτός τα έδινε όλα γι’ αυτούς. Τι του έμαθα; Δεν του έμαθα τίποτα. Αυτός μου έμαθε να απολαμβάνω το ποδόσφαιρο».

Οι Ξεχασμένοι της Αγιοτσινάπα

  [2 Σχόλια]

Στις 26 Σεπτεμβρίου του 2014, 6 άνθρωποι πέφτουν νεκροί και 43 εξαφανίζονται (απαγάγονται) από την πόλη Ιγουάλα στο Μεξικό. Ήταν όλοι τους φοιτητές. Η τραγωδία της Αγιοτσινάπα, το μέρος όπου πήγαιναν οι φοιτητές, είναι μια ακόμα ιστορία βίας στη χώρα. Τρία χρόνια μετά ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει αν ήταν σκέτη αστυνομική βία ή κομμάτι της δράσης των Νάρκος. Σχεδόν παράλληλα, στη νότια έξοδο της πόλης Ιγουάλα, ένα μινιμπάς μετέφερε την ποδοσφαιρική ομάδα Αβισπόνες δε Τσιλπανσίνγο, σύλλογο που είχε πάει στην πόλη για να παίξει εκτός έδρας ματς της 3ης κατηγορίας του Μεξικού.

Περνώντας τα σύνορα της πόλης δέχθηκαν 300 σφαίρες από την αστυνομία, που είχε στήσει ενέδρα εκεί και μπέρδεψε το δικό τους μινιμπάς με άλλο. Ο μεξικανικός Τύπος εικάζει πως το μπέρδεψαν με αυτό των φοιτητών, που περίμεναν να περάσει από εκείνο το σημείο. Παρά τις 300 σφαίρες που έπεσαν υπήρξαν μόλις 3 νεκροί, ο παίχτης Δαβίδ Θουρδίτο Γαρσία, 15 ετών, ο οδηγός του μινιμπάς και μία γυναίκα που επέβαινε σε ένα ταξί που πέρναγε δίπλα από το μινιμπάς την ώρα των πυροβολισμών. Σύμφωνα με τους υπόλοιπους παίχτες, όλοι τους ζουν διότι ο νεκρός Δαβίδ Γαρσία έπεσε μπροστά στην πόρτα του μινιμπάς και την μπλόκαρε με το σώμα του. Έτσι οι αστυνομικοί δεν μπόρεσαν να κάνουν έφοδο κατευθείαν και να τους πυροβολήσουν ή να τους συλλάβουν (ή εξαφανίσουν) και πρόλαβαν να καταλάβουν το λάθος τους. Άλλοι 12 τραυματίστηκαν και 26 νοσηλεύτηκαν.

Στην εφημερίδα «Λα Χορνάδα» αναφέρεται ότι όταν η αστυνομία προσπάθησε να εισβάλει στο μινιμπάς και δεν μπόρεσε λόγω του πτώματος του Δαβίδ Γαρσία, κάποιος φώναξε στους αστυνομικούς ότι ήταν μια ποδοσφαιρική ομάδα. Μετά όλα πάγωσαν και επικράτησε απόλυτη σιγή. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι δεν υπήρχε κανένας πια, οι επιζήσαντες άρχισαν να σπάνε τα τζάμια και να βγαίνουν από το μινιμπάς. Πολλοί σε κατάσταση σοκ άρχισαν να τρέχουν στα χωράφια με φυτείες από καλαμπόκια που βρισκόντουσαν γύρω στην περιοχή. Άλλοι απλώς κατέρρευσαν γύρω από το μινιμπάς.

Στην ίδια εφημερίδα ο ποδοσφαιριστής Μιγέλ Γαρσία, 19 ετών τότε, λέει ότι αρχικά κρατούσαν 1 λεπτού σιγή για το Δαβίδ στα γήπεδα, αλλά μετά η υπόθεση ξεχάστηκε διότι όλη η προσοχή των ΜΜΕ έπεσε στους αγνοούμενους του Αγιοσινάπα. Ο ίδιος είχε δεχθεί 5 σφαίρες που του προκάλεσαν επιπόλαια τραύματα. Είναι θυμωμένος που δεν έλαβαν καμία βοήθεια, ούτε από εκείνους που τους την υποσχέθηκαν. «Ο φόβος στο σώμα των ποδοσφαιριστών θα είναι αιώνιος», λέει.  Και συμπληρώνει για τον οδηγό: «Για εμάς είναι ένας ήρωας. Αν είχε ανοίξει τον πόρτα πιθανότατα να ήμασταν όλοι νεκροί ή εξαφανισμένοι».

Η οικογένεια του δολοφονημένου παίχτη βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη διότι 3 χρόνια τώρα, παρά τις υποσχέσεις, δεν έχει λάβει καμία αποζημίωση ή κάποιου είδους επανόρθωση ούτε από την αστυνομία, ούτε από την Μεξικανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Η τελευταία μάλιστα σε μια ένδειξη απίστευτης αλητείας επέβαλε πρόστιμο 20.000 πέσος στο σύλλογο επειδή στις εξέδρες του σταδίου σηκώθηκαν πανό υποστήριξης της οικογένειας του παίχτη στην επέτειο του συμβάντος. Αντίθετα όμως με το γεγονός των 43, όπου Μεξικανοί ποδοσφαιριστές σε όλον τον κόσμο εξέφρασαν την υποστήριξη και την αλληλεγγύη τους στο συμβάν, για τους νεκρούς της Αβισπόνες μόνο ο Μαρσέλο Αλατόρε της Λεόνες Νέγρος και ο Εδουάρδο Ερέρα της Πούμας μίλησαν δημόσια ως ένδειξη υποστήριξης για τον «Θουρδίτο».

Σε άλλη συνέντευξη, στο αργεντίνικο Ράδιο Σουρ, ο τεχνικός διευθυντής της ομάδος Φακούνδο Σεράδο είπε ότι όταν ξεκίνησαν οι πυροβολισμοί φώναξε να πέσουν όλοι στο πάτωμα. Ο Δαβίδ Γαρσία ήταν ο μόνος που πάγωσε και τελικά αυτό του κόστισε τη ζωή. Έσωσε όμως τη ζωή των συμπαιχτών του. Ο Σεράδο θεωρεί ότι ο θάνατος του 15χρονου είναι σε κάποιο βαθμό δική του ευθύνη. Διότι είχε σε αυτό το παιχνίδι ενδώσει στις πιέσεις του να τον πάρει επιτέλους στην αποστολή της πρώτης ομάδος. Την ίδια πεποίθηση έχει και ο προπονητής της Αβισπόνες Πέδρο Ρεντερία. Λέει ότι παρά τις εισηγήσεις του Σεράδο αυτός βγάζει την αποστολή. Τον πήρε μαζί του για να του δώσει την ευκαιρία να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και τελικά τον σκότωσαν και θα φέρει αυτό το βάρος σε όλη του τη ζωή.

Μετά το συμβάν οι Σεράδο και Ρεντερία πήγαν στη διοίκηση και αποφάσισαν όλοι μαζί να αποσύρουν την ομάδα από το πρωτάθλημα. Όμως οι παίχτες αρνήθηκαν να συμβιβαστούν και η Αβισπόνες συνέχισε κανονικά. Στο πρώτο παιχνίδι μετά το συμβάν κόντρα στην Μπράβος δε Τσιλπανσίνγο κέρδισαν 8-0. Ο Ρεντερία είπε μετά το ματς ότι «Μετατραπήκαμε σε μια ομάδα εύθραυστη, που βγαίνει με πολλή ψυχή στο χορτάρι, αλλά αρκούσε να δεχθούμε μόλις 2 γκολ για να καταρρεύσει όλη η ομάδα». Όσο δε δέχονταν γκολ, έβαζαν για το «Θουρδίτο».

Φυσικά και δεν είναι εύκολα να συνεχίσει να ζει κάποιος με τον πόνο και με τις εικόνες ενός τέτοιου συμβάντος. «Η μάχη είναι καθημερινή. Την κάνει ακόμα πιο δύσκολη όταν σε αγνοούν τα ΜΜΕ και οι Αρχές, ακόμα χειρότερο όταν αρχίσει να ξεχνά και ο κόσμος», λέει η μητέρα του Δαβίδ Γαρσία. Σε μια χώρα που είναι καθημερινότητα οι απαγωγές και οι δολοφονίες, ο πόλεμος των συμμοριών των νάρκος και η διαφθορά της κρατικής μηχανής, το να παίζεις ποδόσφαιρο είναι ένας τζόγος όχι μόνο για τα πέσος, αλλά και για την ίδια σου τη ζωή.

Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».

Ο Ρίκι, το ταλέντο του και το Thug Life

  [1 Σχόλιο]

Δεν πέρασε πάνω από ένας χρόνος από τότε που ο μεγάλος Ρομπέρτο Μπάτζιο έδινε συνέντευξη στην Κοριέρε ντελο Σπορτ. Ανάμεσα σε άλλα σημεία, επανέλαβε την αγάπη του για το ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής. Ο Μπάτζιο αγαπάει την Μπόκα και όταν ρωτήθηκε για το αν βλέπει κάποιον διάδοχό του είπε: «τον Ρίκι Σεντουριόν, αλλά πρέπει να βελτιώσει τη συμπεριφορά του έξω από το γήπεδο». Όπως βλέπετε, δεν αναρωτήθηκε για αυτά που κάνει στο γήπεδο. Αν και ομολογώ ότι δεν βλέπω πολλά κοινά στον 25χρονο Αργεντίνο χαφ και τον Μπάτζιο (περισσότερο μου θυμίζει το Νεϊμάρ), ο Σεντουριόν ξέρει καντάρια μπάλας και βγάζει μια ποδοσφαιρική αλητεία από τα παλιά. Τεχνίτης, γρήγορος, καλός παίκτης που δύσκολα μαρκάρεις. Δυστυχώς όμως η αλητεία δεν σταματάει μέσα στο γήπεδο.

Πράγματα που έκανε ο Ρίκι πριν κλείσει τα 21 του

Μόλις στα 19 του, ως ταλαντούχος παίκτης της Ράσινγκ Κλουμπ, πρωταγωνίστησε στο πρώτο του σκάνδαλο. Η φωτογραφία του να κραδαίνει ένα όπλο και να καμαρώνει με αυτό σαν συμμορίτης κυκλοφόρησε παντού. Λίγο η ηλικία, λίγο ότι ήταν το πρώτο παράπτωμα, λίγο τα «παιδί είναι μωρέ» και στον Αντριάν Ρικάρντο Σεντουριόν δόθηκε άφεση αμαρτιών. Για αρκετό καιρό, τα παραπτώματά του ήταν ήσσονος σημασίας. Από το 2016 και μετά όμως, ο Ρίκι είναι κάθε λίγο και λιγάκι πρώτη είδηση και όχι για καλούς λόγους. Η αρχή έγινε όταν πρωταγωνίστησε σε έναν καβγά, όντας μεθυσμένος και κατηγορήθηκε για πρόκληση σωματικών βλαβών. Δυο ήταν οι τραυματίες και ο Ρίκι την κοπάνησε για να γλιτώσει τη σύλληψη. Τον ίδιο μήνα τράκαρε το αυτοκίνητό του τα χαράματα γυρίζοντας από διασκέδαση και οδηγώντας υπό την επήρεια. Τον επόμενο μήνα κυκλοφόρησαν «σέξι» φωτογραφίες του που έστελνε σε κοριτσόπουλα μέσω κινητού.


Μαλώνεις ρε;

Το 2017 μπήκε όπως έφυγε το 2016. Με την Μπόκα να βρίσκεται στη Μαρ ντελ Πλάτα για το καλοκαιρινό φιλικό με τη Ρίβερ, ο Ρίκι επέστρεψε σε κατάσταση μέθης στο ξενοδοχείο της Μπόκα αργά το βράδυ και πρωταγωνίστησε σε ένα επεισόδιο που έπιασαν οι κάμερες ασφαλείας. Εκεί σε έξαλλη κατάσταση συγκρατείται από τρεις συμπαίκτες του, άγνωστο με ποιον τα είχε βάλει. Τον Μάϊο του ίδιου έτους, η τότε κοπελιά του προσέφυγε στη δικαιοσύνη και τον κατηγόρησε για βία και απειλές, υποστηρίζοντας ότι μεταξύ άλλων της έσπασε τρία δόντια. Για να κάνει ακόμα πιο έντονο το προφίλ του κακού παιδιού, ο Ρίκι ανεβάζει λίγο καιρό αργότερα καινούρια φωτογραφία του με μια καραμπίνα. Η Μπόκα το καλοκαίρι αποφασίζει να μην τον αγοράσει (ο Σεντουριόν ήταν δανεικός με option αγοράς από τη Τζένοα), αλλάζει άποψη στην πορεία και τελικά όλα δείχνουν ότι ο Ρίκι θα συνεχίσει στο Μπομπονέρα. Ξαφνικά, η μεταγραφή χαλάει. Ο λόγος; Λίγες μέρες πιο πριν ο Σεντουριόν έχει μπλέξει ξανά σε έναν καβγά, ενώ έχει πάει με την παρέα του για… μπόουλινγκ (γνωστό επικίνδυνο παιχνίδι που προάγει τη βία). Ο Ρίκι κι οι φίλοι του (ταινία που θα μπορούσε να σκηνοθετήσει ο Σκορτσέζε) απειλούν έναν τυπάκο που ήταν οπαδός της Μπόκα και απλά ήθελε να βρεθεί κοντά στο είδωλό του. Η Μπόκα αποφασίζει να βάλει πολύ αυστηρούς όρους στο συμβόλαιο του Σεντουριόν. Να δει κάποιον ψυχολόγο για τη συμπεριφορά του, να σταματήσει να ποστάρει προκλητικά πράγματα στα social media και κυρίως, να έχει η Μπόκα το δικαίωμα να διακόψει το συμβόλαιό του για κάποιο παράπτωμα χωρίς να πληρώσει ούτε ένα πέσο για την υπόλοιπη διάρκειά του.

Το πιο σημαντικό γκολ του Ρίκι με τη φανέλα της Μπόκα, με ένα σομπρέρο

Ο Σεντουριόν αρνείται και ωσάν κάτι δικούς μας διοικητικούς παράγοντες ποστάρει στίχους στα social media: «Δεν ακούω και συνεχίζω, γιατί πολλά από αυτά που απαγορεύονται είναι αυτά που με κάνουν να ζω». Από το τραγούδι «Απαγορευμένο» των Καγιεχέρος (αγαπημένο συγκρότημα και του κόουτς Χόρχε Σαμπάολι). Επιστρέφει τελικά στη Γένοβα και το μόνο αξιόλογο που κάνει με τη φανέλα της Τζένοα συμβαίνει όταν ο κόουτς τον τιμωρεί γιατί την ώρα της προπόνησης ανεβάζει live video στα social media πίνοντας μάτε. Με αυτά τα μυαλά παίζει 52 ολόκληρα λεπτά από την αρχή της σεζόν μέχρι το Δεκέμβριο και η Τζένοα ψάχνει να τον στείλει κάπου. Η Μπόκα παρ’ ότι έχει την ευκαιρία να τον πάρει δανεικό, εμμένει στην καλοκαιρινή απόφασή της και τελικά η ομάδα στην οποία έμαθε μπάλα και έφτιαξε το όνομά του, η Ράσινγκ Κλουμπ αγοράζει με 4 περίπου εκατομμύρια το 70% του παίκτη. Μια νέα αρχή για τον παίκτη και μια μεγάλη μεταγραφή για το σύλλογο.

Βλέποντας αυτό το τυπάκι, θα ποντάρατε ότι έχει παίξει σε Αργεντινή, Βραζιλία, Ιταλία και έχουν ξοδευτεί αρκετά εκατομμύρια για πάρτη του;

Ο Ρίκι επιστρέφει και κάνει μέσα στο γήπεδο αυτό που ξέρει. Δημιουργεί, σκοράρει, ξεσηκώνει. Δεν περνάνε καλά καλά τρεις μήνες όμως και χτυπάει ξανά. Τα ξημερώματα μιας από τις προηγούμενες μέρες περνάει δυο φανάρια με κόκκινο και συλλαμβάνεται. Αρνείται να κάνει αλκοτέστ και είναι αρκετά επιθετικός. Στη συνέχεια προσπαθεί να «λαδώσει» τον έναν αστυνομικό όπως φαίνεται σε βίντεο που κυκλοφόρησε. Το χειρότερο όμως είναι άλλο. Το «ξημερώματα» μάλλον είναι τιμητικό, καθώς η ώρα που συλλαμβάνεται είναι 8.10 το πρωί και τα φανάρια που πέρασε με κόκκινο βρίσκονται σε περιοχή με σχολείο, την ώρα που μαθητές πηγαίνουν εκεί. Δυστυχώς, ο πρόεδρος της Ράσινγκ Βίκτορ Μπλάνκο τον υπερασπίζεται, λέγοντας ότι τέτοια ώρα δεν είναι λογικό να κάνεις αλκοτέστ και ότι το γεγονός διογκώθηκε επειδή επρόκειτο για το Ρίκι. Θυμίζοντας Έλληνα παράγοντα λέει και το αμίμητο: «ποιος από μας δεν έχει περάσει με κόκκινο ένα φανάρι;»

10 από τα καλύτερα μαγικά του Ρίκι

Δυστυχώς για τον Σεντουριόν φαίνεται ότι η κανονική αλητεία θα υπερισχύσει της καλώς εννοούμενης ποδοσφαιρικής αλητείας. Ο Ρίκι δεν είναι πια παιδί. Είναι 25 χρονών. Οι δικαιολογίες τελείωσαν. Θα μπορούσε να έχει κληθεί στην εθνική, να έχει θέση σε κάποιο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Κι όμως. Απέτυχε παταγωδώς στην Ιταλία, ένας τεράστιος σύλλογος όπως η Μπόκα αποφάσισε ότι τα αρνητικά είναι περισσότερα από τα θετικά και τώρα ξεκινάει με τον ίδιο τρόπο στη Ράσινγκ. Το τεράστιο ταλέντο του συνεχίζει να μένει ανεκμετάλλευτο, όταν το αμαυρώνει με ένα σωρό ανοησίες. Και είναι κρίμα, γιατί θα μπορούσαμε σήμερα να μιλάμε για τα μαγικά του και όχι για το ποινικό του μητρώο.

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Νέστορ Ορτιγόσα

  [Καθόλου σχόλια]

Ίσως ο τίτλος να αδικεί τον συγκεκριμένο παίκτη. Σίγουρα θα βρεθεί κάποιος και θα πει: «Μας δουλεύεις ρε Σομπρέρο; Δεν γνωρίζουμε τον χοντρούλη Νέστορα;», αλλά η αλήθεια είναι ότι σε αυτή την ενότητα κειμένων ασχολούμαστε μεν με παίκτες που έχουν κερδίσει την αγάπη του κόσμου, έχουν καταφέρει επιτυχίες, αλλά στο ευρύ ποδοσφαιρικό κοινό της Ευρώπης δεν είναι διάσημοι. Τέτοιος είναι και ο σημερινός πρωταγωνιστής μας. Ο Νέστορ Ορτιγόσα γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη έξω από το Μπουένος Άιρες, σε ένα μικρό και φτωχικό σπίτι από το οποίο έφευγε για να παίζει μπάλα με άλλα παιδιά. Πετούσε τα παπούτσια πάνω από τα σύρματα στους γείτονες, έβγαινε από την πόρτα, τα μάζευε μετά και πήγαινε για μπαλίτσα κρυφά. Μάλιστα δεν έπαιζε απλά μπάλα, τα παιδιά έπαιζαν με χρηματικό έπαθλο, με στοίχημα κι οι αγώνες ήταν κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση για τα φτωχά πιτσιρίκια. Έτσι ο Ορτιγόσα ξεκίνησε από μικρός να ξέρει ότι κάθε μπαλιά πρέπει να διεκδικηθεί, ότι κάθε ματς σημαίνει πολλά για την επιβίωση στη φτωχογειτονιά.

Ο πιτσιρικάς έκανε άλλωστε κάθε μέρα μεγάλες διαδρομές με το τρένο για να βρει πλανόδιους εμπόρους και να αγοράσει ό,τι μπορεί.  Τετράδια, πιπεριές, παγωτά, κουρελούδες, τσίγκινα κουτάκια από αναψυκτικά, σαπούνια. Αγόραζε κάθε χρήσιμο αντικείμενο και μετά το πουλούσε ο ίδιος. Είτε στους επιβάτες των τρένων στην επιστροφή, είτε στη γειτονιά του πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα. Ο αδερφός του ντρεπόταν να το κάνει, ο ίδιος πιστεύοντας στο «καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή» όχι. Μια παραμονή Χριστουγέννων η αστυνομία τον μάζεψε γιατί πουλούσε χωρίς άδεια. Για να τον λυπηθούν μετά (είχε ήδη κρύψει τα χρήματα και είπε ότι δεν έβγαλε τίποτα) και να συνεχίσει τη… δουλειά του. Και το βράδυ όταν έπεφτε για ύπνο μαζί με τον αδερφό του στο κρεβάτι που μοιράζονταν, ονειρευόταν ότι έβαζε το κρίσιμο πέναλτι, το μεγάλο γκολ. Περισσότερο όμως από την ίδια την επιτυχία, ο Ορτιγόσα τα ήθελε όλα αυτά για ένα όνειρο. Να αγοράσει με δικά του λεφτά ένα σπίτι για τους γονείς του, να τους πάρει από το μικρό φτωχικό οίκημα που δεν τους χωρούσε. Δύσκολα χρόνια, δύσκολες εποχές. Ακόμα και το όνομά του ήταν… δανεικό. Οι γονείς του ήθελαν να τον βγάλουν Τζόναθαν (με ισπανική προφορά), αλλά ο πόλεμος με την Αγγλία ήταν πολύ πρόσφατος και το ληξιαρχείο απαγόρευε κάθε τέτοιο αγγλικό όνομα. Ο Νέστορ βαπτίστηκε Νέστορ (μια που είναι ξενικό το γράφουμε με «ο»), αλλά οι συγγενείς του τον φωνάζουν «Γιόνα» από το Γιόναθαν.

Είναι πολύ εύκολο σε αυτά τα μέρη να παραστρατήσεις, να γίνει μέλος κάποιας συμμορίας. Ο πατέρας του Νέστορα (Παραγουανός στην καταγωγή) άρχισε να τον πηγαίνει για ποδόσφαιρο, για να γλιτώσει από συμμορίες. Ήταν για τον μπαμπά Ορτιγόσα η διέξοδος για το παιδί του, όχι για να γίνει πλούσιος, αλλά για να μην μπλέξει. Βρισκόταν πάντα εκεί, από τα παιδικά ματς μέχρι τα πιο σημαντικά αργότερα στην καριέρα του. Μόνο μια φορά δεν τον ακολούθησε, στο Μουντιάλ του 2010, γιατί δεν ήθελε να πληρώσει τόσα πολλά ο γιος του για το ταξίδι και τη διαμονή του.

Ο Ορτιγόσα δεν σου γεμίζει το μάτι αν τον δεις. Μετρίου αναστήματος, χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος παίκτης του κόσμου. Όπως λέει κι ο ίδιος όμως «το barrio είναι το μεγαλύτερο σχολείο». Στη γειτονιά δεν έχεις πολλές ευκαιρίες, ειδικά όταν παίζεις με πιο μεγαλόσωμους. «Αν δεν έδινα την μπάλα με τη μία, τότε θα με έκοβε στα δύο κάποιος άλλος». Οι βάσεις είχαν μπει ήδη και στο κανονικό σχολείο που είναι οι Αρχεντίνος Τζούνιορς, δούλεψε πάνω σε αυτές. Καθημερινά 40 λεπτά να δοκιμάζει πάσες με την μία και άλλα 40 λεπτά για κοντρόλ-πάσα. «Τρέχεις πολύ. Παίζε πιο απλά» του είχε πει ο μεγάλος κόουτς Κλαούντιο Μπόργκι. Ο Ορτιγόσα έγινε ένα κεντρικό χαφ που καλύπτει χώρους, μπαίνει στις μονομαχίες και ελέγχει το ρυθμό του παιχνιδιού, συνήθως σε αργό τέμπο, μοιράζοντας το παιχνίδι από πίσω με την πολύ καλή τεχνική του. Παίζει ένα σχετικά αργό ποδόσφαιρο που ταιριάζει ακόμα στη Λ. Αμερική και πιθανότατα είναι ένας από τους λόγους που δεν μετακόμισε στην Ευρώπη παρ’ ότι έφτασε να αγωνίζεται στην εθνική Παραγουάης (που προτίμησε από αυτή της Αργεντινής γιατί είχε περισσότερες πιθανότητες να παίξει, αν και επί Ντιέγκο είχαν γίνει συζητήσεις). Το «παχουλό» φιζίκ του, το σχετικά αντιτουριστικό του κορμί, δεν τον έκαναν ποθητό στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού. Αν θα έπιανε κανείς δεν το ξέρει.

Ο ίδιος φυσικά δεν αποδέχεται το παρατσούκλι «χοντρός» με το οποίο είναι γνωστός. Είναι ένας μύθος υποστηρίζει, ζυγίζει μόλις 82-83 κιλά (ύψος 1.78) και όπως λέει όλοι οι διατροφολόγοι στις ομάδες του το επιβεβαιώνουν (μοιάζει λίγο με Αστερίξ-Οβελίξ η ιστορία), είναι απλά μεγαλόσωμος και καμπουριάζει. Ο άνθρωπος με τα πολλά ονόματα. Στη γειτονιά Γιόνα, η γυναίκα του Νέστορ, στο γήπεδο «gordo», «orti» και «negro», κανένα δεν τον ενοχλεί πάντως, μιλάμε για Αργεντινή. Και τέλος πάντων, το θέμα είναι πώς παίζει, χοντρός ή αδύνατος, λευκός ή μαυριδερός, ο Ορτιγόσα τα καταφέρνει μια χαρά εδώ και χρόνια. Γίνεται από τα σημαντικότερα στελέχη στις ομάδες που παίζει. Τόσο στους Αρχεντίνος, όσο και στη Σαν Λορένσο είχε μεγάλες επιτυχίες και μεγάλη προσφορά. Παρέμεινε όμως ένα παιδί από το μπάριο. Θυμάται χαρακτηριστικά να παίζει την Κυριακή απέναντι στην Μπόκα, να σβήνει τον Ρικέλμε, να βγαίνει παίκτης της αγωνιστικής στην εφημερίδα Ole και την επόμενη μέρα στο ρεπό να παίζει πρωταθληματάκι για χρήματα στη γειτονιά του. Μέχρι που ο (αγαπημένος) Ρικάρντο Καρούσο το ανακάλυψε και του είπε: «Θέλεις να ζήσεις πουλώντας τετράδια στα τρένα ή να γίνεις ποδοσφαιριστής;». Όχι βέβαια ότι το έκοψε τελείως, συνέχισε να παίζει όποτε μπορούσε με τους φίλους του στη γειτονιά. Η μπάλα είναι τρόπος ζωής.

Το 2008, χωρίς να έχει κάνει ακόμα τεράστια καριέρα και όντας ακόμα παίκτης των Αρχεντίνος Τζούνιορς με λίγα χρήματα, ο «χοντρός» κάνει το πρώτο του όνειρο πραγματικότητα. Αγοράζει σπίτι στους δικούς του. Δεν ήθελε όμως να το πάρει έτσι, προτιμούσε να είναι κάτι που θα επιλέξουν αυτοί. Έτσι, μια μέρα η τύχη του χαμογέλασε και ενώ οδηγούσε με τη μητέρα του στο αυτοκίνητο, αυτή είδε ένα σπίτι και του είπε: «να, εδώ να έρθεις να μείνεις, είναι πολύ όμορφο». Ο Ορτιγόσα πήγε την άλλη μέρα και το αγόρασε. Αλλά δεν τους είπε κάτι. Ήθελε πρώτα να το φτιάξει, να το κάνει τέλειο για τους ανθρώπους που αγαπά. Όταν ξαναπέρασαν μια άλλη μέρα, η μητέρα του είπε: «Κοίτα, το φτιάχνουν. Κάποιος πρέπει να το αγόρασε» κι αυτός με το ζόρι κρατήθηκε να μην της το πει. Όταν τα μερεμέτια ολοκληρώθηκαν όμως, υπήρχε ακόμα ένα πρόβλημα. Η μαμά του δεν ήθελε να φύγει από τη γειτονιά. Κι ας μην είχε αποχέτευση, κι ας μην είχε αέριο κι ας ήταν το σπίτι μικρό. Εκεί έμεναν φίλοι και συγγενείς, εκεί είχε μάθει. Έτσι, ο σοφός Νέστωρ (εδώ με «ω») σκαρφίστηκε ένα κόλπο για να ξεπεράσει το ζήτημα. Μια μέρα που την επισκέφτηκε πάρκαρε μπροστά στο σπίτι και συνεννοήθηκε με μερικά από τα καλόπαιδα της γειτονιάς να του κλέψουν το ένα λάστιχο. Ο… έξαλλος Ορτιγόσα πήγε θεατρινίστικα και της ανέφερε την κλοπή, λέγοντάς της ότι το μέρος είναι επικίνδυνο και ότι μπορεί κάτι να του συμβεί. Μόνο έτσι πείστηκε η μητέρα του και έφυγε από εκεί. Ο Ορτιγόσα το αποκάλυψε σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξη που έδωσε τον περασμένο μήνα.

13 Αυγούστου 2014. Ο Ορτιγόσα βρίσκεται στην τέταρτη σεζόν του στη Σαν Λορένσο. Τελικός Κόπα Λιμπερταδόρες με τη Νασιονάλ της Παραγουάης. Το παιδί που πουλούσε τα τενεκεδάκια στα τρένα και ονειρευόταν το μεγάλο γκολ, έχει ήδη 10 χρόνια επαγγελματικής καριέρας. Έχει παίξει σε Μουντιάλ με την Παραγουάη, έχει κερδίσει δυο πρωταθλήματα Αργεντινής με δυο διαφορετικές ομάδες. Δεν το λες και λίγο. Εκείνα τα βράδια όμως στο μικρό σπιτάκι στο Σάν Αντόνιο, υπήρχε πάντα στα όνειρα το μεγάλο πέναλτι. Τις Παρασκευές και τα Σάββατα ο κόσμος που γύριζε από τη δουλειά στη γειτονιά έπαιζε πρωταθληματάκια πέναλτι. Τουρνουά με ομάδες των δύο (ένας εκτελεστής και ένας τερματοφύλακας) που εκτελούσαν από τρία. Ο Ορτιγόσα όμως έπαιζε μόνος. Έκανε και τον εκτελεστή και τον τερματοφύλακα για να μην μοιράζεται τα χρήματα του επάθλου που είχε ανάγκη. Τα πρωταθληματάκια ξεκινούσαν στις 10 το βράδυ και έφταναν πολλές φορές μέχρι τις 5 το πρωί. Εκεί έβγαλε κάποια χρήματα, εκεί έφτιαξε την τεχνική του που τον οδήγησε σε ένα επαγγελματικό ρεκόρ 19 συνεχόμενων επιτυχημένων πέναλτι. Στην ίδια ευθεία με την μπάλα για να μην ξέρει ο αντίπαλος πού θα βαρέσεις και την τελευταία στιγμή, μια κίνηση με τον αστράγαλο και το χτύπημα. Όχι δυνατό, αλλά συνήθως τεχνικό.

Η Σαν Λορένσο στο 35′ κερδίζει πέναλτι. Ο χοντρούλης παίρνει την μπάλα, δεν τίθεται θέμα για τον εκτελεστή. Το πέταλο στο Μποέδο που τον αγαπάει φωνάζει «Gordoooo, Gordoooo». Εκτελεί όπως έχει μάθει, σκοράρει, το παιχνίδι λήγει 1-0 και η ομάδα του κατακτά για πρώτη φορά στην ιστορία της το Λιμπερταδόρες. Ο Ορτιγόσα κρίνει τον τίτλο και μπαίνει στο πάνθεον. Για τον ίδιο πάντως δεν είναι το πιο δύσκολο πέναλτι. Δεν είχε κανένα άγχος. Όπως παραδέχτηκε, μόνο μία φορά αγχώθηκε σε πέναλτι. Ήταν αυτό απέναντι στην Ινστιτούτο, στα μπαράζ παραμονής. Το έβαλε και εκείνο. Στα 33 του μπορεί να έπαιξε μόνο στη Ν. Αμερική (και ένα φεγγάρι στα Εμιράτα), μπορεί να μην έβγαλε πολλά χρήματα, αλλά κατάφερε να κυνηγήσει τα όνειρά του, να ξεπεράσει τα σωματικά του μειονεκτήματα και να πάρει πίσω, όσα έδωσε στο όμορφο παιχνίδι.

«Μπορείς να χάσεις, αλλά όχι χωρίς να τα έχεις δώσει όλα»

  [3 Σχόλια]

Αν δείξεις σε κάποιον άσχετο με το ποδόσφαιρο μια φωτογραφία του Ντιέγκο Λουγκάνο δύσκολα θα φανταστεί το επάγγελμά του. Αρκετά ευγενική φυσιογνωμία,  σχεδόν «ιντελεκτουέλ», με το μαλλάκι του ανέμελο. Δεν έχει αυτή τη φάτσα του βαρυποινίτη όπως π.χ. ο συμπατριώτης του Αρέβαλο Ρίος ή οι αντίστοιχοι Χιλιανοί με τα τατουάζ και τα κουρέματα. Αν είσαι ο επιθετικός και δεν τον ξέρεις μπορεί και να πεις «μα τι φλώρος είναι αυτός που με μαρκάρει». Όλα αυτά μέχρι να σφυρίξει ο διαιτητής τη σέντρα. Και αυτός ο συμπαθής ξανθούλης να μεταμορφωθεί σε ένα αμυντικό τέρας. Σε έναν παίκτη που θα κάνει τα πάντα για τη νίκη. Θα κλωτσήσει, θα χτυπήσει, θα ματώσει, θα συρθεί κάτω, θα κάνει το φάουλ, το πέναλτι, θα δει την κίτρινη και την κόκκινη. Κατ’ αρχήν ας βάλουμε τα πράγματα στη σειρά τους. Αν δηλώνεις ότι ποδοσφαιρικό σου ίνδαλμα είναι ο Πάολο Μοντέρο, πρέπει αυτό και μόνο να προϊδεάζει τον αντίπαλο. Και στο κάτω κάτω, ο Λουγκάνο είναι ο άνθρωπος που έχει φορέσει τις περισσότερες φορές από κάθε άλλον το περιβραχιόνιο της σελέστε. Λέτε να γινόταν κάποιος αρχηγός της Ουρουγουάης επειδή είναι προσηνής και καλούλης; Ας είμαστε σοβαροί.

Τα compilations με τον Λουγκάνο είναι πολλά στο Ίντερνετ, αλλά δύσκολα θα βρεις κάποιο με την τεχνική του ή με στιγμές μαγείας. Άντε να βρεις τα γκολ του. Τα περισσότερα είναι γεμάτα τάκλιν σαν να μην υπάρχει αύριο, όπου μπάλα και αντίπαλος γίνονται ένα και ονομάζονται απλά «ο στόχος». Ότι πιάσουμε. Βέβαια για κάποιους κι αυτά στιγμές μαγείας είναι. Και φυσικά όταν σηκωθούμε (ή ακόμα και πριν από αυτό, όπως βλέπουμε στην παρακάτω φωτογραφία) η κλασσική κίνηση. Σαν τον Κολοκοτρώνη με το χέρι να δείχνει την μπάλα, λες και θα πείσει κανέναν. Κι αν η μπάλα δεν είναι κάπου εκεί κοντά και έχει εκσφενδονιστεί, τότε άλλη κίνηση με τα χέρια να δείχνουν κάτι στρογγυλό. Πιο ειλικρινές θα ήταν να σήμαινε «ΟΚ, δεν του έκοψα και το κεφάλι», παρά το «βρήκα μπάλα» που θέλει να μας πείσει.

Ο Ντιέγκο Λουγκάνο δεν φοβάται να τσαλακώσει την εικόνα του, να ανοίξει κόντρες. Όπως για παράδειγμα με το καλόπαιδο Πάολο Γκερέρο. Μια κόντρα με ιστορία δέκα και πλέον ετών. Από τη πρώτη φορά που η μοίρα τους έφερε αντιπάλους σε ένα Κόπα Αμέρικα, το 2007 στο Ουρουγουάη-Περού. Το μισό ματς πρέπει να πέρασε με έναν από τους δύο να βρίσκεται κάτω (συχνότερα τον Γκερέρο), με κλωτσιές, αγκωνιές, σπρωξιές και ότι άλλο μπορούσε να συμβεί. Το Περού κέρδισε με 3-0 πάντως και ο Γκερέρο σκόραρε το τελευταίο γκολ στο 88′. Ήταν η αρχή μιας έχθρας ετών.

Το βίντεο έχει τίτλο Round 1 και 2, αλλά στην πραγματικότητα το μέτρημα έχει χαθεί

Ένα χρόνο αργότερα οι δυο παίκτες βρέθηκαν αντιμέτωποι στο Μοντεβιδέο, ο Λουγκάνο πρόλαβε και εκνεύρισε τον Γκερέρο, αυτός ήταν έξαλλος και έβρισε το διαιτητή, είδε την κόκκινη μόλις στο 39′ και άφησε το Περού με 10 παίκτες να φάει έξι ολόκληρα γκολ. Το 2011 ο Λουγκάνο έριξε μια μεγαλοπρεπέστατη αγκωνιά στον δόλιο τον Γκερέρο για την οποία πήρε μόλις κίτρινη (κανονικά έπρεπε να ήταν κόκκινη και αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων) και ο Γκερέρο βγήκε στα κανάλια να διαμαρτυρηθεί δείχνοντας το χτυπημένο στόμα του, ενώ παρ’ ότι τα χρόνια πέρασαν και για τους δύο η τελευταία δυνατή τους κόντρα ήταν το 2016 σε ένα Σάο Πάολο-Φλαμένγκο, όταν και ο Λουγκάνο σε μια φάση άνευ νοήματος έριξε μια γεμάτη αγκωνιά. Χωρίς ίχνος ντροπής μετά από εκείνο το ματς αποκάλεσε κλαψιάρη τον Γκερέρο και ότι εδώ και 10 χρόνια μόνο γκρινιάζει και πρέπει κάποια στιγμή να το ξεπεράσει. Μάλιστα σε ερώτηση για το τι έλεγαν μεταξύ τους είπε: «Εγώ απλά του είπα ότι αν θέλει να το συζητήσουμε, μπορεί να έρθει από το σπίτι του Κριστιάν Κουέβα (Περουβιανός συμπαίκτης του Λουγκάνο στη Σάο Πάολο) που θα είμαι το βράδυ. Εκείνος είπε όχι γιατί φοβήθηκε ότι θα τον χτυπούσα».

Ήταν την ίδια χρονιά που οι οπαδοί της ομάδας του έκαναν ντου στο προπονητικό κέντρο του συλλόγου για να διαμαρτυρηθούν για τις εμφανίσεις των παικτών. Μιλάμε τώρα για Λατινική Αμερική και οργανωμένους, όχι για διαμαρτυρία συνταξιούχων του ΙΚΑ. Ο Λουγκάνο σαν να μη συμβαίνει τίποτα, εμφανίστηκε ημίγυμνος για να απαντήσει στις απορίες των φανατικών. Το ντου κατέληξε σε αγκαλιές των οπαδών με τον Ουρουγουανό, με τον οποίον έβγαζαν selfies. Και αν αναρωτιέστε από πού να πήρε άραγε ο Ντιέγκο, η απάντηση είναι απλή. Από τον πατέρα του Αλφρέδο Λουγκάνο που κι αυτός ήταν κεντρικός αμυντικός, «ένας σκληρός άνθρωπος» όπως λέει ο Ντιέγκο.

Προσοχή. Σκληρές ποδοσφαιρικές εικόνες.

Το Νοέμβριο του 2005 η Ουρουγουάη αποκλείστηκε από την Αυστραλία στα πέναλτι και δεν πήρε την πρόκριση για το Μουντιάλ. Ο Λουγκάνο σκασμένος (στα ξεκινήματά του στην εθνική) γύρισε μετά από ένα κουραστικό ταξίδι στην πατρίδα του νωρίς το πρωί. Στο αεροδρόμιο τον περίμενε ο πατέρας του. Κανονικά ο μπαμπάς είναι εκεί για να σε παρηγορήσει, να σε πάρει αγκαλιά, να σου πει ένα «δεν πειράζει αγόρι μου». Ο κυρ-Αλφρέδο υποδέχεται τον γιο του με κατεβασμένα μούτρα λέγοντάς του «Πριν φύγουμε για Κανελόνες [σ.Σ. η μικρή πόλη καταγωγής του] θα σε πάω μια βόλτα από το Μοντεβιδέο για να δείτε τι κάνατε στον κόσμο». Ο Ντιέγκο Λουγκάνο λοιπόν υποχρεώθηκε να γυρίζει όλο το πρωί μέσα στην πόλη για να διαπιστώσει με τα μάτια του το… κακό και τη θλίψη που αυτός κι οι συμπαίκτες του έφεραν σε ολόκληρη χώρα. Ήταν η τιμωρία του.

«Δεν υπήρχε παιδάκι που να μην πήγαινε στο σχολείο με σκυμμένο το κεφάλι, ούτε ένας υπάλληλος που να μην κοιτούσε το πάτωμα, στα λεωφορεία δεν ακουγόταν τίποτα. Μια απόλυτη ησυχία, σαν να ήταν όλη η χώρα σε κηδεία»

Όλη η παλιοπαρέα ακούει με προσοχή τον αρχηγό πριν το ματς με το Μεξικό

Εκτός από τον πατέρα του πολλά έμαθε και από το ίνδαλμά του Πάολο Μοντέρο που διαδέχτηκε άλλωστε στην αρχηγία της εθνικής. Από τα αγαπημένα παιδιά του Όσκαρ Τάμπαρες, ο Λουγκάνο δεν φοβήθηκε να κοντραριστεί ούτε με την Ομοσπονδία, ούτε και με συμπαίκτες του μετά από ήττες. Πέντε χρόνια αργότερα, στα γήπεδα της Ν. Αφρικής η Ουρουγουάη έφτανε στην 4η θέση. Οι 800 χιλιάδες από το 1,5 εκατομμύριο κατοίκων του Μοντεβιδέο βρίσκονταν στους δρόμους και έκλαιγαν από χαρά. Η κατανάλωση φαγητού αυξήθηκε, ενώ και οι γεννήσεις σε εννιά μήνες έσπασαν κάθε ρεκόρ. Η Ουρουγουάη ζει για την μπάλα.

Είναι υποχρεωτικό να είσαι χασάπης για να φοράς το «2» στην Ουρουγουάη; (σ.Σ. στη Λ. Αμερική το 2 είναι σέντερ μπακ)
– Όχι, όχι. Κάποτε ήταν έτσι. Εμείς είμαστε αγγελούδια σε σύγκριση. Για μένα είναι υποχρεωτικό να πάω στην επαφή γιατί χάνω στην ταχύτητα. Η προσωπικότητα του Ουρουγουανού αμυντικού δεν είναι τα χτυπήματα. Είναι να δίνει τα πάντα στο χορτάρι, να είναι πιστός στον κόσμο και τους συμπαίκτες του.
(Από συνέντευξη)

Ο Λουγκάνο έπαιξε σε αρκετές ομάδες και αγαπήθηκε σχεδόν σε όλες με ελάχιστες εξαιρέσεις. Αλλά στην Τουρκία (με τη Φενέρ) και στη Βραζιλία (στη Σάο Πάουλο) λατρεύτηκε. Στην Πόλη, οι οπαδοί της Φενέρ τον σήκωσαν στα χέρια στο αεροδρόμιο για να τον αποχαιρετίσουν όταν πήρε μεταγραφή για τη ΠΣΖ. Κέρδισε εθνικά πρωταθλήματα, διεθνείς διασυλλογικούς τίτλους, αλλά αυτό που πάνω από όλα τον έκανε γνωστό και αγαπημένο στον κόσμο ήταν η εθνική Ουρουγουάης. Εκεί που εκτός από την 4η θέση στο Μουντιάλ του 2010, ένα χρόνο αργότερα κέρδισε το Κόπα Αμέρικα του 2011.

Αφίξεις αεροδρομίου έχουμε δει. Κόσμο να αποθεώνει παίκτη που φεύγει σπάνια.

Σχεδόν στα 38 του πλέον, ο Ντιέγκο Λουγκάνο αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του και πολλά καλάμια και κεφάλια αντιπάλων θα ηρεμήσουν. Η Σάο Πάολο του έκανε πρόταση να πάρει ένα πόστο στον σύλλογο και ο Ουρουγουανός δέχτηκε. Στο τελευταίο του παιχνίδι αποθεώθηκε. Αρχηγός και εκεί, έχοντας πάρει το περιβραχιόνιο από τον τεράστιο Σένι. Ο ίδιος, ταπεινός έξω από το γήπεδο και αρκετά ήρεμος, δεν θέλει να γίνει αγώνας προς τιμή του, καθώς δεν θεωρεί ότι δικαιούται ίδια τιμή με τον Σένι. Η είδηση της αποχώρησής του έφερε μηνύματα αγάπης από παίκτες όπως ο Σουάρες ή ο Γκοντίν. Ο Λουγκάνο ήταν η ψυχή της Ουρουγουάης, μιας χώρα που μπορεί να βγάζει τεράστια φορ και χαφ, αλλά στο DNA της έχει πάντα το σκληρό παιχνίδι, την αυτοθυσία και αρκετές φορές τα δολοφονικά χτυπήματα. Ο αρχηγός τα είχε όλα αυτά και ήταν και μια μεγάλη προσωπικότητα. Κι ο τίτλος του κειμένου, μια φράση του προς τους συμπαίκτες του πριν το Ουρουγουάη-Αγγλία του 2014, τα λέει όλα. Το όνομά του θα περάσει στο πάνθεον της σελέστε, είτε μας αρέσει σαν παίκτης, είτε όχι.

Το αμάρτημα της ανταλλαγής φανέλας

  [Καθόλου σχόλια]

Σε μια χώρα που έχει τόσα «κλάσικο», τόσα ντέρμπι από γειτονιά σε γειτονιά, από πόλη σε πόλη, που κάνει μια αγωνιστική στο πρωτάθλημά της ώστε να παίζονται όλα τα ντέρμπι μαζί, είναι βέβαιο ότι ισχύουν διαφορετικοί κανόνες. Λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες (και μέσα στην «επαρχία» της πρωτεύουσας) βρίσκεται η Λα Πλάτα. Η Λα Πλάτα δεν θα μπορούσε να έχει μία ομάδα μόνο. Δεν θα είχε τότε «κλάσικο» και δεν είναι δυνατόν στην Αργεντινή να έχουμε πόλη χωρίς κλάσικο. Η αλήθεια είναι ότι το μεγάλο ματς της πόλης είναι κομματάκι άνισο, η Εστουδιάντες είναι πολύ μεγαλύτερη ομάδα σε μέγεθος, με διεθνείς τίτλους, αλλά αυτό δεν επηρεάζει τόσο τους οπαδούς της πιο ταπεινής Χιμνάσια.

Τα ματς των δύο χωρίζουν την πόλη και συμβαίνουν ένα σωρό φολκλορικά, καθώς για να εξασφαλιστεί η νίκη χρησιμοποιείται κάθε τρόπος. Την ημέρα των αγώνων δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για συμβιβασμούς, για φιλίες. Κι αυτό το έμαθε καλά ο Λουσιάνο Λεγκισαμόν, ο Αργεντινός μεσοεπιθετικός που έπαιζε το 2007 στη Χιμνάσια Λα Πλάτα. Εκείνη την 4η Νοεμβρίου η Χιμνάσια έχασε πέναλτι στο 23′ με τον Αντούχαρ να κάνει φοβερές αποκρούσεις, κι η Εστουδιάντες του προπονητή Τσόλο Σιμεόνε κέρδιζε (όπως συνήθως κάνει) την αντίπαλό της με 1-0 στο 45′. Ο κόσμος της Χιμνάσια ήταν έξαλλος με την τροπή του ματς.

Το ιστορικό «κλάσικο» της Λα Πλάτα το 2007

Για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, οι φιλοξενούμενοι οπαδοί είδαν στην ανάπαυλα τον Λεγκισαμόν να αλλάζει φανέλα με έναν αντίπαλο. Και όχι όποιον όποιον. Τον Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν. Πριν πείτε «μα καλά, παιχταράς ο Χουάν», σκεφτείτε ότι μιλάμε για ένα ίνδαλμα των αντιπάλων, τον αρχηγό και έναν από τους σημαντικότερους παίκτες και φυσικά φανατικό οπαδό της Εστουδιάντες. Οι οπαδοί της Χιμνάσια το πήραν κατάκαρδα, ένιωσαν να μπήγεται βαθιά η παγωμένη λεπίδα του μαχαιριού της προδοσίας (ΟΚ, το παράκανα ίσως λίγο). Τα συνθήματα άρχισαν να δονούν την ατμόσφαιρα: «Βγάλε το 8, τον π…ας γιο» (σε ελεύθερη μετάφραση) προς τον προπονητή Φαλσιόνι και «Λεγκισαμόν φύγε», συνοδευόμενα από καθόλου κόσμιες εκφράσεις για τη μητέρα του «Λέγκι».

26 λεπτά αργότερα το θέλημα των οπαδών έγινε πραγματικότητα, για αγωνιστικούς λόγους ή εξαιτίας τους δεν ξέρει κανείς. Πάντως όσοι αντικειμενικοί είδαν το ματς, έλεγαν ότι ο Λέγκι ήταν από τους καλύτερους της Χιμνάσια, κερδίζοντας μάλιστα μια αποβολή, οπότε αγωνιστικά δεν ήταν δικαιολογημένη η αλλαγή. Ακόμα πιο αστείο είναι ότι ήθελε να κτυπήσει το πέναλτι στο 23′, αλλά ο Ερέρα επέμεινε και το έχασε. Η μοίρα της Χιμνάσια πάντως δεν άλλαξε και το ματς έληξε τελικά με 1-0. Ο Λουσιάνο δεν έκανε δηλώσεις μετά τον αγώνα, αλλά τα πράγματα είχαν πάρει την τροπή τους. Το τηλέφωνο στο σπίτι του δεν σταμάτησε να χτυπάει με τα πιο light να είναι οι βρισιές και τα πιο βαριά απειλές. Οπαδοί της ομάδας εμφανίστηκαν στην προπόνηση βρίζοντάς τον. Κάπου εδώ θα πει κανείς, είναι η ώρα της διοίκησης να προστατέψει έναν από τους καλύτερους παίκτες της, ένα περιουσιακό της στοιχείο στο κάτω κάτω.

Μην περιμένετε λογική. Η διοίκηση αποφάσισε ο παίκτης να προπονείται μόνος του, μέχρι «να εκτιμηθεί» η κατάσταση. Με λίγα λόγια τιμωρήθηκε μένοντας εκτός ομάδας. Ο γραμματέας του συλλόγου τον καταδίκασε λέγοντας «Ο Λεγκισαμόν έκανε λάθος, είμαι απογοητευμένος. Εκείνη τη στιγμή πρέπει να κοιτάς πώς να κερδίσεις το παιχνίδι. Δεν πρέπει να δημιουργηθεί προηγούμενο». Ο παίκτης έδειξε απίστευτη στωικότητα, ζητώντας συγγνώμη και λέγοντας ότι καταλαβαίνει την ψυχοσύνθεση του φιλάθλου της Αργεντινής και δεν ήθελε να δείξει ασέβεια στον κόσμο της Χιμνάσια. Το καλύτερο όμως ήταν όταν αποκαλύφθηκε η πλήρης αλήθεια. Ο Βερόν και ο Λεγκισαμόν μιλούσαν πριν την έναρξη του αγώνα και ο Χουάν ήταν αυτός που του ζήτησε τη φανέλα του. Βλέπετε, ο σταρ της Εστουδιάντες είχε ένα ανιψάκι που του ξέφυγε και έγινε Χιμνάσια και μάλιστα είχε είδωλο τον Λεγκισαμόν. Έτσι ζήτησε από τον θείο Χουάν μια φανέλα του αγαπημένου του παίκτη. Φυσικά αυτό δεν το ήξερε κανείς και όλοι πίστεψαν ότι έγινε το αντίστροφο. Ούτε αυτό όμως μέτρησε τελικά στη συνείδηση των οπαδών. Ο «προδότης» έμεινε έξω στις τελευταίες αγωνιστικές του πρωταθλήματος και παρ’ ότι ο μικρούλης οπαδός της Χιμνάσια πήρε στα χέρια του τη φανέλα της Χιμνάσια, αυτή τη φανέλα ο Λεγκισαμόν δεν τη φόρεσε ποτέ ξανά.

Good guy Leguizamón

Ο «προδότης» πήρε μεταγραφή για την Άρσεναλ Σαραντί και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2008, υποδέχτηκε την πρώην ομάδα του. Από τη στιγμή που μπήκε στο γήπεδο και μέχρι κάθε φάση που ακουμπούσε την μπάλα, οι φιλοξενούμενοι οπαδοί της Χιμνάσια τον αποδοκίμαζαν. Η μοίρα όμως τον έφερε να σκοράρει. Ο ίδιος συνεχίζοντας να δείχνει υπερβολικά μεγάλη καρδιά και ανωτερότητα παρά τα όσα άκουγε, δεν πανηγύρισε. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, ζητώντας ξανά συγγνώμη από τον κόσμο της Χιμνάσια Λα Πλάτα. Η Άρσεναλ κέρδισε με 1-0 χάρη στο γκολ του. Μερικές φορές όμως ό,τι και να κάνει κάποιος δεν μπορεί να αλλάξει τα πιστεύω του όχλου. Η νέα συγγνώμη δεν έπεισε τον κόσμο της Χιμνάσια.

Το δεύτερο σερί γκολ και το πανό στο τέλος

Οι ομάδες συναντήθηκαν και πάλι το Νοέμβριο του 2008, ένα χρόνο περίπου μετά την περίφημη ανταλλαγή φανέλας. Οι οπαδοί της Χιμνάσια είχαν μέχρι και πανό που έγραφε «Λέγκι δεν θα καταλάβεις ποτέ αυτό το πάθος, προδότη» και φυσικά συνέχισαν να αποδοκιμάζουν τον πρώην παίκτη τους. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Γκολ Λεγκισαμόν και 0-1 ήττα. Αυτή τη φορά όμως δεν υπήρχαν συγγνώμες, ο Λεγκισαμόν πανηγύρισε κανονικά. Ο Λέγκι πανηγύρισε κι άλλα γκολ απέναντι στη Χιμνάσια, πάντα με τη φανέλα της Άρσεναλ, μιας ομάδας στην οποία έγινε πρώτος σκόρερ στην ιστορία της και μάλιστα κατέκτησε ένα απίστευτο πρωτάθλημα το 2012. Ίσως τελικά η αχαριστία και η υπερβολή των οπαδών της Χιμνάσια να ήταν ευεργετική γιατί είναι άγνωστο αν θα κατακτούσε ποτέ κάποιον τίτλο αν έμενε στη Λα Πλάτα.

Κλαούντιο «Πιόχο» Λόπες: Ο ψύλλος της Βαλένθια

  [1 Σχόλιο]

Το καλοκαίρι του 1996 ένα παλικαράκι με καμπούρα προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο Μανίσες της Βαλένθια. Οι περισσότεροι που τον έβλεπαν δύσκολα θα τον έκαναν ποδοσφαιριστή από το παρουσιαστικό του. Ακόμα κι αυτοί που ήξεραν ποιος ήταν σίγουρα δεν θα εντυπωσιάστηκαν. Βλέπετε, η Βαλένθια είχε τερματίσει την προηγούμενη σεζόν στη 2η θέση με τον Λουίς Αραγονές στον πάγκο, πίσω μόνο από την Ατλέτικο Μαδρίτης κι οι οπαδοί της έβλεπαν την ομάδα να αποδυναμώνεται. Ο πρώτος της σκόρερ με 28 γκολ, και παίκτης της χρονιάς στη Λα Λίγκα, Πέτζα Μιγιάτοβιτς πήρε το δρόμο για τη Μαδρίτη και το Μπερναμπέου.

Οι πιο πολλοί είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο 30χρονο Ρομάριο που (χωρίς να το ξέρουμε τότε) έκανε τα τελευταία του 5 ματς στην Ευρώπη μέχρι που η κόντρα με τον Αραγονές τον έφερε πίσω στη Φλαμένγκο. Εκτός από το Βραζιλιάνο στην επίθεση ήρθε και ο Γκόραν Βλάοβιτς, ενώ στα χαφ προστέθηκε και ο Βαλερί Κάρπιν. Το σχετικά μικρό ποσό που δόθηκε για τον καμπούρη, ξερακιανό τύπο που έφτασε στο αεροδρόμιο χωρίς πολύ κόσμο να τον υποδέχεται, δεν εντυπωσίασε κανείς. Κι όμως, ο Κλαούντιο Λόπες δεν ήταν κάποιος άγνωστος στον κόσμο της Αργεντινής.

Μπορεί να ξεκίνησε τον αθλητισμό παίζοντας ως πλέι-μέικερ σε ομάδα μπάσκετ, γρήγορα όμως βρήκε την κλίση του και αυτή ήταν το ποδόσφαιρο. Αφού έμαθε τα βασικά στην Εστουδιάντες, έκανε το ντεμπούτο του στη Ράσινγκ παίρνοντας κάποια παιχνίδια, χωρίς όμως να εντυπωσιάζει. Η στιγμή του ήρθε στα 18. Με την εθνική Αργεντινής να αγωνίζεται στο Κόπα Αμέρικα του 1993, οι Αργεντίνοι βαρέθηκαν να περιμένουν πότε θα ξεκινήσει η επόμενη Απερτούρα και είπαν να παίξουν ένα πρωταθληματάκι για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Π.Ο. της χώρας. Στο Κόπα Σεντενάριο έπαιξαν 18 ομάδες με αρκετές αλλαγές (αφού πολλά πρώτα ονόματα έπαιζαν σε εθνικές ή ξεκουράζονταν). Ο «Πιόχο» (ψύλλος) έκανε όργια στα δυο ντέρμπι με την Ιντεπεντιέτε σκοράροντας, αλλά δίνοντας και ασίστ, ενώ συνέχισε με τον ίδιο τρόπο στα ματς με τη Βέλεζ και τη Ρίβερ Πλέιτ.

Ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πλέον κανονικό μέλος του ρόστερ, αλλά η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Η Ράσινγκ εκείνης της περιόδου ήταν μια μέτρια ομάδα συνήθως, με πολλές αλλαγές προπονητών και ο «Πιόχο» κινούταν συνήθως κι αυτός σε μια μετριότητα. Τη σεζόν 1995-96 η Ράσινγκ απέκτησε τρεις επιθετικούς και ο ρόλος του Κλαούντιο Λόπες θα ήταν πολύ περιορισμένος. Ίσως η μετέπειτα πορεία του να μην ήταν η ίδια, ίσως να μην τον θυμόταν κανείς μας, αν η ομάδα δεν είχε χτυπηθεί από τραυματισμούς και δεν είχε κάποια προβλήματα με καινούριους παίκτες που δεν είχαν ακόμα το δικαίωμα να παίξουν. Κατ’ ανάγκη ο Λόπες έπαιξε αριστερό χαφ στην πρεμιέρα και μάγεψε. Μονιμοποιήθηκε εκεί, η Ράσινγκ βγήκε 2η σχεδόν μετά από δύο δεκαετίες και ο «χαφ» έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας. Τότε ήταν που η Βαλένθια αποφάσισε να δώσει 4 εκατομμύρια περίπου για να τον πάρει. Ο Λόπες έπαιξε το τελευταίο του ματς απέναντι στους Νιούελ’ς στο Ροσάριο, σε ένα κακό ματς που η ομάδα του έχασε με 0-1, λίγο πριν φύγει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ως ένα από τα νέα παιδιά του Πασαρέλα στις εθνικές, ο Λόπες ήταν μέλος μια φουρνιάς που είχε μέσα παίκτες όπως ο Ερνάν Κρέσπο, ο Αριέλ Ορτέγκα και ο Μαρσέλο Ντελγκάδο. Κατέκτησαν το ασημένιο ολυμπιακό μετάλλιο και παρά την επιτυχία αυτή και το γεγονός ότι ετοιμαζόταν για μια καριέρα στην Ισπανία, δεν ένιωθε καλά. Ήθελε να παίξει ξανά με την αγαπημένη του Ράσινγκ, να την αποχαιρετίσει σωστά, όχι με μια ήττα. Με τη μεταγραφή κλεισμένη και τον κίνδυνο ενός τραυματισμού, επέμεινε και τελικά κατάφερα να παίξει στο ντέρμπι της Ράσινγκ με την Μπόκα. Την Μπόκα που είχε στη σύνθεσή της Μαραντόνα, Κανίγια και Βερόν. Με το ματς στο 0-0 η μπάλα έφτασε στα πόδια του στο 81′ και με ένα από τα σουτ με το αριστερό που τόσο πολύ μάθαμε τα επόμενα χρόνια κεραυνοβόλησε την εστία των Μποστέρος. Ο Μαραντόνα έχασε πέναλτι, το 1-0 έμεινε μέχρι το τέλος και ο Κλαούντιο Λόπες αποχαιρέτισε το Ελ Σιλίντρο ανεβασμένος πάνω στο οριζόντιο δοκάρι με τον κόσμο να τον αποθεώνει:

Παρά τη δημοσιότητά του όμως, στη Βαλένθια έφτασε ως σχετικά άγνωστος. Η πρώτη χρονιά του ήταν δύσκολη, όπως δύσκολη ήταν και για τη Βαλένθια που έδιωξε τον Αραγονές και είχε συνολικά τρεις προπονητές για να πέσει στη 10η θέση από τη 2η της περασμένης σεζόν. Ο Ρομάριο έφυγε, ο Ορτέγκα (που πήγε κι αυτός στη Βαλένθια) μαζί με τον Βλάοβιτς έβαλαν κάποια γκολ, αλλά η σεζόν κινήθηκε στην μετριότητα. Με τη Βαλένθια να αγοράζει αρκετούς ξένους το καλοκαίρι, ο Λόπες κινδύνευσε να μείνει εκτός ομάδας αφού αρχικά δεν υπήρχαν αρκετές θέσεις. Η φυγή του Βαλντάνο και η έλευση του Κλαούντιο Ρανιέρι στις αρχές της επόμενης σεζόν υπήρξε ευεργετική για αρκετούς παίκτες. Ο Γκαΐθκα Μεντιέντα από ένας ταλαντούχος, φιλότιμος χαφ μετατράπηκε σε παίκτη ορχήστρα, ο Ρουμάνος Ίλιε σκόραρε ακατάπαυστα και ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πρωταγωνιστής.

Ένα από τα σπουδαιότερα ματς στην ιστορία της Πριμέρα.
Η Μπαρτσελόνα κερδίζει 3-0 στο 68′ και στο 88′ η Βαλένθια κάνει το 3-4.

Παρελαύνουν: Φίγκο, ντε λα Πένια, Λουίς Ενρίκε, Ριβάλντο, Γκουαρδιόλα, Μεντιέτα, Κλαούντιο Λόπες, Ορτέγκα, Θουμπιθαρέτα

Με τον Ιταλό προπονητή, η Βαλένθια έγινε μια ομάδα που χτυπούσε στην αντεπίθεση και η ταχύτητα του Λόπες ταίριαζε ιδανικά. Η Βαλένθια μπορεί να τερμάτισε μόλις 9η, αλλά έδωσε μερικές μεγάλες ποδοσφαιρικές παραστάσεις. Η τεράστια νίκη στο Καμπ Νου, όταν από 3-0 στο ημίχρονο έφτασε στο 3-4 με μια ασίστ και δυο γκολ του Πιόχο και η νίκη στο Μπερναμπέου ήταν δείγμα του τι θα ακολουθούσε. Ο Λόπες σκόραρε 12 φορές στη 2η του σεζόν στο Μεστάγια, έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας και οι κούρσες του άρχισαν να γράφουν ιστορία.

Κόπα ντελ Ρέι 1999, το σόου της Βαλένθια

Η ερωτική σχέση του Πιόχο με την Μπαρτσελόνα συνεχίστηκε σε όλη την πορεία του στη Βαλένθια. 12 γκολ σε 15 παιχνίδια απέναντι στους Καταλανούς, ρεκόρ που δύσκολα συναντάς. Τη σεζόν 1998-99 βγήκε 2ος σκόρερ στο πρωτάθλημα πίσω μόνο από τον Ραούλ (και συνολικά σκόραρε 37 φορές σε 47 αγώνες, ρεκόρ που έπρεπε να περάσουν 10 χρόνια για να το καταρρίψει κάποιος Αργεντίνος με όνομα Λιονέλ Μέσι), ενώ κατέκτησε το Ιντερτότο και το Κόπα ντελ Ρέι (ρίχνοντας και μια αξέχαστη 6αρα στη Ρεάλ Μαδρίτης). Στον τελικό σκόραρε δυο φορές απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης κι η Βαλένθια έδειξε ότι είχε μπει για τα καλά στην ελίτ του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Ένα από τα καλύτερα γκολ στην ιστορία του Τσάμπιονς Λιγκ

Ο Ρανιέρι έφυγε, ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ήρθε. Η Βαλένθια έγινε ακόμα πιο σκληρή, πιο κυνική, αλλά και πιο επικίνδυνη με την έλευση του Κίλι Γκονζάλες. Η ιστορία είναι γνωστή, Σούπερ Καπ, 3η θέση στο πρωτάθλημα και μια τρελή πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ. Αντιμετώπισε Μπάγερν, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Λάτσιο και Μπαρτσελόνα μέχρι να φτάσει στον τελικό και έκανε πολλούς πιτσιρικάδες να γίνουν οπαδοί της. Ο συνδυασμός Ρεάλ Μαδρίτης σε τελικό μαζί με Έκτορ Ραούλ Κούπερ δεν μπορούσε να είχε άλλη κατάληξη. Ο Λόπες στο τέλος της σεζόν έζησε μια δεύτερη αποθέωση και ένα δεύτερο αντίο σκοράροντας. Αυτή τη φορά όχι με τα γαλάζια της Ράσινγκ, αλλά με τα ασπρόμαυρα της Βαλένθια, απέναντι στη Θαραγόθα. Σε αντίθεση με τον Μιγιάτοβιτς που έφυγε σχεδόν σαν προδότης, ο «Πιόχο» έφυγε σαν είδωλο.

Τα περίπου 35 εκατομμύρια Ευρώ που έδωσε η Λάτσιο τον έφεραν στη Ρώμη, ένα χρόνο πριν κάνει την ίδια διαδρομή κι ο συνοδοιπόρος Μεντιέτα. Σαν όμως να μην το ήθελε η μοίρα να πετύχουν εκτός Βαλένθια. Σαν να έχασαν τη δύναμή τους φεύγοντας από το Μεστάγια. Αν και ο Λόπες τα πήγε σαφώς καλύτερα από τον Γκαΐθκα (έπαιξε πάνω από 100 ματς, σε μια Λάτσιο που είχε γίνει αργεντίνικη αποικία εκείνα τα χρόνια, υγρό όνειρο κάθε παίκτη Football Manager με παίκτες όπως Κρέσπο, Βερόν, Σιμεόνε) δεν έφτασε ποτέ στα ίδια επίπεδα απόδοσης. Εγκατέλειψε την Ευρώπη στα 30 και έπαιξε αρκετά στο Μεξικό, ένα διάστημα ξανά στη Ράσινγκ και στο τέλος της καριέρας του στις ΗΠΑ. Η καλύτερή του περίοδος ήταν πάντα τα τέσσερα χρόνια στη Βαλένθια, με τις ατελείωτες κούρσες, είτε ως πλάγιος, είτε ως σέντερ φορ και τα πολλά εντυπωσιακά γκολ, με το σήμα κατατεθέν βολέ με το αριστερό. Όταν κανείς δεν τον πίστευε, όταν είχε έρθει ως ρεζέρβα του Ρομάριο και τελικά έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της ιστορίας ενός συλλόγου.

Εκεί που μισούν τον Ροναλντίνιο

  [7 Σχόλια]

Η εικόνα είναι γνωστή: 19 Νοεμβρίου 2005, το Σαντιάγο Μπερναμπέου χειροκροτά τον άνθρωπο που μόλις πέτυχε το 0-3 εις βάρος της Ρεάλ. Λιγότερη γνωστή μια παρόμοια φάση, δυόμισι χρόνια νωρίτερα, όταν ο ίδιος Ροναλντίνιο –διότι περί αυτού πρόκειται, βέβαια– με τη φανέλα της Παρί τότε, κατάφερε να αποσπάσει το χειροκρότημα των Μαρσεγέζων μέσα στο φανατισμένο Βελοντρόμ, μετά από μια απίστευτη ενέργεια που κατέληξε, πάλι, σε ένα ταπεινωτικό 0-3. Ποιος μπορεί να αντισταθεί στο ταλέντο του καλύτερου και του θεαματικότερου παίκτη στον κόσμο, ακόμη κι αν αυτός φορά τη φανέλα της μισητής αντιπάλου; Σε ποιο μέρος του πλανήτη οι φίλοι του ποδοσφαίρου δεν λατρεύουν το γελαστό παιδί από το Πόρτο Αλέγκρε που στις αρχές του 21ου αιώνα ενσάρκωσε όσο κανείς άλλος το jogo bonito;

Υπάρχει ένα τέτοιο μέρος, μια πόλη όπου το όνομα του Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα ανακαλεί τραγωδίες και προκαλεί γκριμάτσες αηδίας και δηλώσεις όπως: «Δεν θέλω να μιλήσω για τον Ροναλντίνιο, αν μιλήσω θα πω χοντράδες». Είναι ακριβώς η πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, εκεί όπου πιτσιρικάς κάθε απόγευμα έπαιζε ατέλειωτες ώρες μπάλα με τα γειτονόπουλά του στους χωματόδρομους της συνοικίας Βίλα Νόβα, ή όπου, λίγο πιο πέρα, στο γήπεδο «Περικίτο» η οικογένεια ντε Ασίς –τα αδέρφια, τα ξαδέρφια, οι θείοι του– κατέβαζε πλήρη ενδεκάδα στα ματς του σαββατοκύριακου, ενδεκάδα ανίκητη όταν στη ζούλα έπαιζε κι ο Ρομπέρτο, ο μεγάλος αδερφός και τότε σπουδαίο ταλέντο της Γκρέμιο.

Τι μεσολάβησε ώστε να είναι, αντί για είδωλο, αντικείμενο μίσους και θέμα ταμπού στις συζητήσεις; Ώστε η μητέρα του, η Ντόνα Μιγκελίνα, κι η αδερφή του να αναγκάζονται να ζουν σχεδόν έγκλειστες στη μυθικών διαστάσεων βίλα τους, απέναντι από την υπερπολυτελή ντισκοτέκ που έφτιαξε κάποτε ο Ροναλντίνιο (φήμες λένε πως υπάρχει ένα υπόγειο τούνελ που του επέτρεπε να πηγαίνει ινκόγκνιτο κατευθείαν από το σπίτι του); Ώστε οι μονοκατοικίες που έχτισε η οικογένεια στη θέση του παλιού σπιτιού τους να παραμένουν ανοίκιαστες κι ερημωμένες; Ώστε ο ίδιος ο Ροναλντίνιο, μόνιμος κάτοικος Ρίο πλέον, όταν θέλει να κάνει μια βόλτα στις γειτονιές που μεγάλωσε, να φροντίζει να περνά απαρατήρητος ή να συνοδεύεται από σωματοφύλακες ;


Ρομπέρτο και Ρονάλντο ντε Ασίς

Ο Ζοάο ντε Ασίς υπήρξε στα νιάτα του ένας καλούτσικος επιθετικός μέσος αλλά στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 πολεμάει να θρέψει την οικογένειά του κάνοντας μεροκάματα τα σαββατοκύριακα ως φύλακας στο πάρκινγκ του γηπέδου της Γκρέμιο. Στο χορτάρι του ίδιου γηπέδου, διαπρέπει ο μεγάλος του γιος, ο 17χρονος Ρομπέρτο, διεθνής και καμάρι της ομάδας. Έχει ήδη γυαλίσει σε πολλές ευρωπαϊκές ομάδες, κυρίως στην Τορίνο. Η Γκρέμιο, θα κάνει τα πάντα για να τον κρατήσει, ο Ζοάο θα το παρακάνει λίγο στα παζάρια και, την τελευταία στιγμή λίγο πριν την υπογραφή των τελικών συμβολαίων, θα απαιτήσει λίγο εκβιαστικά και μια βίλα με πισίνα. Λίγους μήνες αργότερα, κι ενώ η υπόλοιπη οικογένεια ντε Ασίς σε πλήρη σύνθεση είναι μαζεμένη γύρω από το μπάρμπεκιου της εν λόγω βίλας, ο 8χρονος Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα θα βγει να ψάξει τον άφαντο πατέρα του στα γύρω σπίτια –κυρίως στα γύρω μπαρ, καθώς ο Ζοάο έχει μια ορισμένη τάση προς το αλκοόλ. Θα τον βρουν αργότερα, πνιγμένο στα βρώμικα νερά της περίφημης πισίνας που τόσο επιθύμησε.

Θα αφήσει ως ανάμνηση αμέτρητες βιντεοκασέτες που είχε τραβήξει με την κάμερά του. Πολύτιμο υλικό με πρωταγωνιστή όχι τον Ρομπέρτο  αλλά τον μικρό του γιο, που πριν ακόμη πάει σχολείο σκανδάλιζε τους γονείς των συνομηλίκων του με τις ικανότητές του: «Δεν μπορεί να παίζει με τα μικρά, τα κομπλάρει με αυτά που κάνει!». Όχι ότι όταν έπαιζε με τα μεγαλύτερα παιδιά δεν έκανε τέρατα: ο τοπικός θρύλος λέει ότι κάποτε πέρασε με τη μπάλα ολόκληρος κάτω από τα πόδια ενός ψηλότερου αντιπάλου. Σε μια από τις βιντεοκασέτες ο Ζοάο σχολιάζει: «Ροναλντίνιο, άκουσέ με καλά: εσύ μια μέρα θα σηκώσεις το Παγκόσμιο Κύπελλο!».

Ο επίδοξος παγκόσμιος πρωταθλητής συνεχίζει, όπως γνωρίζουμε, την ξέφρενη πορεία του και μετά τον θάνατο του πατέρα του. Είναι ένα ντροπαλό κι ευγενικό πιτσιρίκι που από μαθήματα προτιμάει το διάλειμμα (και λίγο τα τεχνικά), διαπρέπει στα σχολικά τουρνουά που αρχίζουν γρήγορα να μαζεύουν πλήθος θεατών, προβάρει ντρίπλες με τα σκυλιά του, τον Μπονμπόν και την Μπάλα, κάνει σομπρέρο στη μαμά του («Το είχε κάνει τόσες φορές που και τώρα να μου πετάξεις μια μπάλα πάνω από το κεφάλι ούτε που θα το προσέξω», θυμάται η βασανισμένη μητέρα), και ηγείται μιας εφηβικής ομάδας ποδοσφαίρου σάλας, της Procergs, η οποία κερδίζει όλους τους πιθανούς τίτλους από το 1990 ως το 1994. Από τους αγώνες της Procergs προέρχονται και οι πιο εντυπωσιακές εικόνες του μικρού Ροναλντίνιο. Ήδη σταρ, ήδη «νέος Πελέ» για όσους τον είδαν με τα μάτια τους, 12 χρονών, να μιμείται την περίφημη προσποίηση στον τερματοφύλακα που έγινε αθάνατη από τον παλιό Πελέ στο Μεξικό ή να βάζει και τα 23 γκολ της ομάδας του σε ένα ματς. Τα καλοκαίρια, οι παραστάσεις συνεχίζονται στην παραλία Καπάο Νόβο, όπου ο Ροναλντίνιο κι οι φίλοι του χορεύουν στην άμμο ως «Παλμεϊρίνιας», «μικρή Παλμέιρας» από το όνομα της ομάδας του Σάο Πάολο στη οποία, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, έπαιζαν αστέρια όπως ο Ριβάλντο κι ο Ρομπέρτο Κάρλος.

Το 1994, η Γκρέμιο αποφασίζει ότι τα τριπλά σομπρέρο στο ποδόσφαιρο σάλας είναι καλά αλλά καλύτερο να βάλει ένα χαλινάρι στον μικρό καλλιτέχνη. Στα 14 του μπαίνει στις Ακαδημίες. Σε δυο χρόνια έχει ήδη συμβόλαιο με τη Nike κι ετοιμάζεται να κερδίσει με τη Βραζιλία το Παγκόσμιο Κύπελλο U17. Το 1998, αρχίζει να παίζει με την πρώτη ομάδα της Γκρέμιο, ένα χρόνο αργότερα κερδίζει, με το νούμερο 10 στην πλάτη, το πρωτάθλημα του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, τον τίτλο του καλύτερου παίκτη και του πρώτου σκόρερ, ταπεινώνοντας, στο ματς με την Ιντερνασιονάλ, τον Ντούνγκα. Θα ακολουθήσει η Εθνική Βραζιλίας, το Κόπα Αμέρικα κι η Ιστορία. Το Πόρτο Αλέγκρε λατρεύει τον Ροναλντίνιο.

Ο Ρομπέρτο, ο μεγάλος αδερφός που δεν έγινε ποτέ ο μεγάλος παίκτης που υποσχόταν λόγω του εύθραυστου σώματός του, έχει ήδη αναλάβει τα ηνία της οικογένειας και την καριέρα του Ροναλντίνιο. Η Γκρέμιο, μέσα στην ευφορία των επιτυχιών, ολιγωρεί, δεν ανανεώνει έγκαιρα το συμβόλαιο του ήρωά της, που ενώ βρισκόταν ήδη στην κορυφή του κόσμου πληρωνόταν, συγκριτικά πάντα, ψίχουλα. Ενώ οι διαπραγματεύσεις με τον Ρομπέρτο φαίνεται να συνεχίζονται σε καλό κλίμα, ενώ ο Ροναλντίνιο δηλώνει δημόσια ότι λατρεύει την ομάδα του, ενώ η ντόνα Μιγκελίνα παρακαλάει τη διοίκηση να κάνει ό,τι μπορεί για να μην ξενιτευτεί ο γιόκας της, ο άνθρωπος που θα γινόταν ο νέος Πελέ επωφελείται από τον ολοκαίνουργιο «νόμο Πελέ», που επιτρέπει, σε όσους παίκτες βρίσκονται στο τέλος του συμβολαίου τους, να μείνουν ελεύθεροι, και υπογράφει με την Παρί Σεν Ζερμέν. Η εξέδρα σφυρίζει άγρια τον πρώην αγαπημένο της στα υπόλοιπα ματς του πρωταθλήματος, η διοίκηση τον καταγγέλει στη ΦΙΦΑ, το όνομά του απουσιάζει από το Hall of Fame στις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια του συλλόγου.

Μετά την Παρί, έρχεται το Παγκόσμιο Κύπελλο, η Μπαρτσελόνα, η Μίλαν, οι τίτλοι, τα κορίτσια, το ποτό, το φαγητό, η κούραση. Στις αρχές της νέας δεκαετίας αποφασίζει ότι η Ευρώπη τελείωσε γι΄αυτόν. Η νέα διοίκηση της Γκρέμιο το μαθαίνει από τον γνωστό Ρομπέρτο: «Γυρίζει! Γυρίζει στη Βραζιλία για την Γκρέμιο!». Ο πρόεδρος της ομάδας διστάζει, είναι από αυτούς που δεν ξεχνούν. Τελικά πείθεται: ο Ροναλντίνιο θα είναι η απάντηση της ομάδας στο Κόπα Λιμπερταδόρες που κέρδισε η μισητή Ιντερνασιονάλ. Θα είναι ο καλύτερος τρόπος να εγκαινιαστεί το νέο γήπεδο, η πιο ελκυστική υπόσχεση για τους χορηγούς που ρίχνουν άφθονα λεφτά με την προοπτική του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Αρχικά κρυφά, για να μην εξαγριωθούν οι φίλαθλοι που δεν τον έχουν συγχωρέσει, αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις για τη επιστροφή του Άσωτου Υιού.


«Απατεώνα»

Τα ηχεία κι οι εξέδρες στήνονται ήδη στο Ολίμπικο Μονουμεντάλ για το μεγάλο πάρτι που θα ακολουθήσει την υπογραφή, οι γύρω δρόμοι στολίζονται με γιρλάντες και γκράφιτι αλλά ο Ρομπέρτο, άξιος γιος του πατέρα του, ζητάει όλο και πιο πολλά. 25 εκατομμύρια για τρία χρόνια. Ένα θεωρείο στα επίσημα. 12 εκατομμύρια για τη Μίλαν. Πριν προλάβει η διοίκηση να αρνηθεί την τελευταία απαίτηση, ο Ροναλντίνιο, μουδιασμένος ενώ αστράφτουν τα φλας των φωτογράφων, υπογράφει στη Φλαμένγκο. Στην Γκρέμιο το μαθαίνουν από την τηλεόραση. Ακόμη κι οι λίγοι υποστηρικτές του στο Πόρτο Αλέγκρε τον εγκαταλείπουν οριστικά. Στο πρώτο ματς κόντρα στην Φλαμένγκο, τα σφυρίγματα είναι εκκωφαντικά. «Φίλαθλοι, μην του πετάτε λεφτά, θα τα μαζέψει».

Η Γκρέμιο μετακόμισε στην Αρένα, το Ολίμπικο έχει γίνει στέκι όπου τα βράδια μαζεύονται τζάνκια, η συνοικία ολόκληρη ερήμωσε. Η ντισκοτέκ του Ροναλντίνιο έκλεισε το 2012, μετά τη δολοφονία ενός νεαρού από έναν μπράβο. Το Περικίτο είναι εγκαταλελειμμένο, το τσιμεντένιο γήπεδο του παλιού του σχολείου ρημάζει. Στο Πόρτο Αλέγκρε δεν έχει μείνει ούτε η σκόνη από τα παπούτσια ή μάλλον από τις τάπες του πιο λαμπρού ταλέντου που γέννησε η πόλη.

Κατά της Συνδρομητικής Τηλεόρασης

  [Καθόλου σχόλια]

Πριν από οχτώ χρόνια στην Αργεντινή, η τότε πρόεδρος Κριστίνα Κίρσνερ έβαλε σε εφαρμογή το πρόγραμμα «Ποδόσφαιρο για Όλους». Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι σε όλες τις κατηγορίες της Αργεντινής καμία συνδρομητική τηλεόραση δε θα μπορούσε να έχει αποκλειστικά δικαιώματα μετάδοσης των αγώνων. Όλοι έπρεπε να παίζουν σε ανοιχτά κανάλια εθνικής εμβέλειας. Αυτό το μέτρο ουσιαστικά έδιωξε όλες τις πλατφόρμες ιδιωτικής τηλεόρασης, καθότι ποιος θα επιβίωνε δείχνοντας μόνο το Τσάμπιονς Λιγκ ή το ΝΒΑ;

Αυτό όμως τελείωσε τον Αύγουστο που μας πέρασε. Ο νέος πρόεδρος της Αργεντινής, Μαουρίσιο Μάκρι, στο πρόγραμμα γενικότερων περικοπών τελείωσε το «Ποδόσφαιρο για όλους», κόβοντας κάθε κρατική επιχορήγηση του προγράμματος. Αυτό όπως καταλαβαίνετε δεν έκατσε καλά στους οργανωμένους και μη οπαδούς των ομάδων. Ειδικά όταν τα δικαιώματα πήγαν στη «Φοξ Τέρνερ» τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα. Άρχισαν λοιπόν οι σύνδεσμοι οργανωμένων οπαδών να συνεργάζονται κατά της ιδιωτικοποίησης των ποδοσφαιρικών τηλεοπτικών δικαιωμάτων.

Πρωτεργάτης της κίνησης είναι ο Ερνάν Άισενμπεργκ. Σε συνέντευξή του στον μεγαλύτερο αθλητικό ραδιόφωνο της Αργεντινής, «Ράδιο Σουρ», τον Αύγουστο λάνσαρε την καμπάνια. Το βασικό θέμα του Άισενμπεργκ ήταν το πόσο άλλαξαν όλα τόσο ξαφνικά. Ότι ΠΑΕ, η Λίγκα και η Φοξ Τέρνερ κάθισαν και έκλεισαν τα συμβόλαια χωρίς να ρωτήσουν κανέναν. Λέει λοιπόν ότι οι αργεντίνικοι σύλλογοι δεν είναι ακριβώς ΠΑΕ, κάτι που και ο ίδιος ο Μάκρι παραδέχθηκε. Ο πρόεδρος όταν έληξε το «Ποδόσφαιρο για Όλους» είπε ότι «Αν όλοι οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι του πλανήτη είναι Ανώνυμες Εταιρίες, το αργεντίνικο ποδόσφαιρο πρέπει να προσαρμοστεί». Ο Άισενμπεργκ τονίζει ότι οι αργεντίνικοι σύλλογοι λειτουργούν ως ΠΑΕ, ενώ δεν είναι. Υπάρχουν εξαιτίας των οπαδών που τους χρηματοδοτούν με συνδρομές και εισιτήρια. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, αν κάποιος δεν είναι μέλος ενός συλλόγου δεν έχει δικαίωμα αγοράς εισιτηρίου για να πάει να δει την ομάδα του.

Η λογική του Άισενμπεργκ είναι ξεκάθαρη: Οι σύλλογοι υπάρχουν εξαιτίας των οπαδών, οπότε δεν γίνεται να μας στερούν τις μισές δυνατότητες να δούμε τις ομάδες μας χωρίς να μας ρωτήσουν. Επίσης πέταξε το καρφί ότι όλη τη διαδικασία την έτρεξε η εταιρία «Κλαρίν», τηλεπικοινωνιακός γίγαντας στην Αργεντινή που διευθύνει ο γαμπρός του Μάκρι. Επίσης, εντελώς τυχαία, το πρώτο ματς που μεταδόθηκε συνδρομητικά ήταν το πρώτο σουπερκλάσικο της χρονιάς.

Η πρόταση για αντίδραση είναι επίσης απλή: Μποϊκοτάζ. «Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να παρακολουθούμε τους αγαπημένους μας συλλόγους χωρίς να δώσουμε ούτε ένα πέσο σε αυτούς τους ανθρώπους. Όταν εγώ πλήρωσα τη συνδρομή μου στο σύλλογο δε μου είπαν τίποτα για μεταδόσεις των αγώνων από τη συνδρομητική τηλεόραση. Τι προνόμια έχω εγώ σαν οπαδός από την προβολή των αγώνων;». Στην τελική εκεί που απευθύνεται το προϊόν είναι οι οπαδοί των συλλόγων. «Γίνονται συμφωνίες εκατομμυρίων με κάτι που είναι δικό μας» κατέληξε ο Άισενμπεργκ.

Και αν σας φαίνεται όλο αυτό ένα ρομαντικό κίνημα κατά του σύγχρονου ποδοσφαίρου, της εμπορευματοποίησης του και των πολυεθνικών, ακούστε την πρόταση του: Μοντέλο ΝΒΑ. Προτείνει λοιπόν ο Άισενμπεργκ τα παιχνίδια του κάθε συλλόγου να μεταδίδονται ελεύθερα στην πόλη από την οποία προέρχεται και για την υπόλοιπη επικράτεια ας κάνουν ότι θέλουν. Ας είναι συνδρομητικά. Διότι το βασικό ζητούμενο είναι να μην επιβαρύνονται παραπάνω οι οπαδοί που πάνε και στο γήπεδο.

Όλοι βέβαια ξέρουμε ότι η αποτελεσματικότητα τέτοιων κινήσεων είναι αμφίβολη. Στο σουπερκλάσικο, για παράδειγμα, υπήρξαν αρκετές γειτονιές και καφετέριες όπου είτε είχαν συνδρομητική, είτε το έκλεβαν μέσω στριμ, έβγαλαν γιγαντοοθόνες στους δρόμους. Αυτό όμως δε θα μπορούσε να κρατήσει πολύ, αντίθετα μια κίνηση που έκανε ένα τοπικό κανάλι μπορεί να αλλάξει το σκηνικό ριζικά. Πρόκειται για το κανάλι Luján Pares TV, το οποίο μετέδιδε τα τελευταία 5 χρόνια τα παιχνίδια των δύο ομάδων της επαρχίας, Φλάνδρια και Λουχάν, και φυσικά συνέχισε να το κάνει και φέτος.

Δε θα υπήρχε κανένα θέμα αν η Φλάνδρια δεν είχε ανέβει στη Νασιονάλ Β, δηλαδή σε εθνικής εμβέλειας κατηγορία, της οποίας τα δικαιώματα μετάδοσης έχει το Φοξ. Το αθλητικό τμήμα του καναλιού καταγγέλλει ότι η Αργεντίνικη Ομοσπονδία έχει πει στους άλλους συλλόγους της κατηγορίας να μην επιτρέπουν την είσοδο των καμερών τους στα γήπεδά τους, έτσι περιορίζεται στο να μεταδίδει μόνο τα εντός έδρας ματς του συλλόγου της Φλάνδρια. Όπως όμως δηλώνει ο προϊστάμενος του αθλητικού προγράμματος του σταθμού, «δε μας δίνουν τα παιχνίδια να τα μεταδίδουμε δωρεάν και επειδή δεν είναι εμπορικά, το Φοξ τα αγόρασε για να μην τα μεταδίδει καθόλου. Αυτή τη στιγμή οι κάτοικοι του Λουχάν δεν μπορούν να δουν τα εκτός έδρας παιχνίδια της ομάδας τους καθόλου».

Το περίεργο της υπόθεσης είναι ότι το κανάλι έχει το νόμο με το μέρος του. Όπως είναι τώρα το νομικό πλαίσιο στην Αργεντινή, ο νόμος περί Υπηρεσιών Οπτικοακουστικών Επικοινωνιών στο άρθρο 77 ορίζει ότι σε μια δεδομένη περιοχή «τα αθλητικά γεγονότα οφείλουν να παρέχονται σε δωρεάν μορφή». Εντελώς τυχαία, γίνεται συζήτηση για αλλαγή του συγκεκριμένου άρθρου. Οπότε όλη η μαφιόζικου τύπου ιστορία με το κανάλι Λουχάν Πάρες είναι ότι κάνει χρήση ενός άρθρου που αν εφαρμοστεί καθολικά, όλη η συμφωνία των τηλεοπτικών με τη Φοξ καταρρέει. Δηλαδή αν σε κάθε επαρχία της Αργεντινής, περιλαμβανομένου και του Μπουένος Άιρες, γίνει αυτό, τότε το Φοξ θα υπάρχει μόνο για να μεταδίδει τα παιχνίδια σε εθνική εμβέλεια. Παράνοια.

Η μάχη που δίνουν το κίνημα «Ποδόσφαιρο για Όλους» και το κανάλι Λουχάν Πάρες απέναντι σε ένα διεθνή κολοσσό όπως το Φοξ είναι άνιση, ειδικά όταν έχουν απέναντι τους και την ποδοσφαιρική ομοσπονδία. Η διαφορά τους με τα παρεμφερή κινήματα στην Ευρώπη είναι πως αυτό που διεκδικούν είναι νόμιμο. Αλλά όπως συμβαίνει παντού στον κόσμο έξω από τις τέσσερις γραμμές στο χορτάρι, το πιο πιθανό σε μια τέτοια περίπτωση είναι να αλλάξει ο νόμος.

Ισαμπελίνο Γκραντίν: Ο ποδοσφαιριστής που τα έβαλε με το ρατσισμό

  [1 Σχόλιο]

Η ανθρωπότητα έχει κάνει τεράστια βήματα κατά τους τελευταίους αιώνες. Προχώρησε τεχνολογικά και επιστημονικά, δεν ξεπέρασε όμως ακόμα άλλα πολύ σοβαρά προβλήματα. Ένα από αυτά είναι και ο ρατσισμός. Ο ρατσισμός που υπάρχει και στο ποδόσφαιρο, στις εξέδρες και όχι μόνο. Ακόμα κι έτσι όμως, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται και εκεί έχουν γίνει άλματα και ορισμένα από αυτά οφείλονται σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Αυτή είναι η ιστορία του Ισαμπελίνο Γκραντίν, ενός τεράστιου αθλητή που έζησε πριν από 100 χρόνια, αλλά πέρα από το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο ήταν ο πρώτος που νίκησε το ρατσισμό.

Ο Ισαμπελίνο γεννήθηκε Ουρουγουανός. Γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο το 1897 και εκεί μεγάλωσε. Ο προπάππους του ήταν από την Αφρική και το Λεσότο και είχε μεταφερθεί ως σκλάβος στη Ν. Αμερική. Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλιότερα κείμενά μας, το ποδόσφαιρο έγινε  δημοφιλές στις χώρες της Ν. Αμερικής εξαιτίας των Άγγλων που είχαν μεταναστεύσει και εργάζονταν εκεί κι έγιναν κάτι σαν ποδοσφαιρικοί ιεραπόστολοι. Η διαφορά όμως ήταν ότι μετέφεραν το ποδόσφαιρο ως κάτι πολύτιμο και για λίγους, ως μια ενασχόληση για συγκεκριμένες κάστες. Δεν μπόρεσαν όμως να το περιορίσουν μόνο εκεί. Σαν μια θρησκεία το ποδόσφαιρο μεταλαμπαδεύτηκε σε ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα και αντί να παίζεται μόνο σε ελεγχόμενους χώρους πριν το τσάι, έγινε το άθλημα της γειτονιάς. Εκεί που οι Λατινοαμερικάνοι έβαλαν μέσα τα στοιχεία της δικής τους κουλτούρας, αυτά που έναν αιώνα μετά εξακολουθούμε να βλέπουμε.

Σε μια τέτοια γειτονιά, στην οδό Μινί του Μπάριο Σουρ (γνωστό για τα τύμπανά του και την μουσική του), ο Ισαμπελίνο άρχισε να κάνει τα πρώτα του κόλπα με την μπάλα. Ο Γκραντίν είχε τρομερά φυσικά προσόντα και ήταν εξαιρετικός αθλητής, εκτός από τεχνίτης ποδοσφαιριστής.  Μια που η Νασιονάλ τότε δεν δεχόταν μαύρους παίκτες, ο Γκραντίν έγινε παίκτης της Πενιαρόλ που ήταν ανοιχτή. Παράλληλα, καθώς η Πενιαρόλ δεν είχε τμήμα στίβου, αγωνιζόταν και σαν δρομέας στην Ολίμπια του Μοντεβιδέο.

Τα κατορθώματά του τον έφεραν στην εθνική Ουρουγουάης μαζί με ακόμα έναν μαύρο ποδοσφαιριστή της Πενιαρόλ τον Χουάν Ντελγκάδο και φυσικά ήταν μέρος της ομάδας που πήρε μέρος στο 1ο Κύπελλο Εθνών όλων των εποχών το 1916, τον θεσμό που ξέρουμε πλέον ως Κόπα Αμέρικα. Η διοργάνωση αυτή όπως φαντάζεστε είχε ένα σωρό γραφικές στιγμές για τις οποίες γράψαμε παλιότερα, αλλά κυρίως είχε την παρουσία των δύο μαύρων παικτών της Ουρουγουάης. Για πρώτη φορά μαύροι ποδοσφαιριστές φόρεσαν φανέλα εθνικής και αγωνίστηκαν σε διεθνές τουρνουά ποδοσφαίρου. Και με τι τρόπο. Στις 2 Ιουλίου του 1916 στο γήπεδο της Χιμνάσια στο Μπουένος Άιρες, 3000 θεατές είδαν την Ουρουγουάη να διαλύει τη Χιλή με 4-0 και τον Γκραντίν να σκοράρει δυο φορές. Οι Χιλιανοί δεν μπόρεσαν να ανεχτούν την ήττα και έκαναν ένσταση στην Ομοσπονδία, ζητώντας να πάρουν το ματς στα χαρτιά «γιατί η Ουρουγουάη είχε κατεβάσει δύο Αφρικανούς», γιατί κανείς «δεν ξέρει από πού μπορεί να είναι». Η ένσταση ευτυχώς απορρίφθηκε και ο Γκραντίν συνέχισε λίγες μέρες αργότερα, σκοράροντας και απέναντι στη Βραζιλία. Η λευκή ισοπαλία την τελευταία αγωνιστική με τη διοργανώτρια Αργεντινή έδωσε το κύπελλο στον Γκραντίν, μαζί και τον τίτλο του 1ου σκόρερ και του καλύτερου παίκτη της διοργάνωσης. Ο μεγαλύτερος όμως τίτλος ήταν η παρουσία του (όπως και του Ντελγκάδο βέβαια για να μην είμαστε άδικοι), η επισημοποίηση ότι το ποδόσφαιρο είναι ανοιχτό σε όλους, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε χαρακτηριστικό, ότι είναι ένα άθλημα για τον φτωχό και τον πλούσιο, τον λευκό και τον μαύρο.

Κυρίες της Λα Πλάτα που θαύμασαν την πρεμιέρα του Γκραντίν με τη Χιλή

Ο Γκραντίν συνέχισε να παίζει στην Πενιαρόλ σκοράροντας 101 φορές σε 212 αγώνες για τους κιτρινόμαυρους, κερδίζοντας και δύο πρωταθλήματα. Οι τίτλοι θα μπορούσαν να είναι περισσότεροι, το ίδιο κι οι συμμετοχές με την εθνική, αλλά ένα σχίσμα στο ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης έκανε την Πενιαρόλ να απέχει από κάποιες διοργανώσεις της Ομοσπονδίας και τους παίκτες της να μη συμμετέχουν στην εθνική για κάποιο διάστημα. Παρ’ όλα αυτά, το στίγμα του έμεινε. Ο Γκαλεάνο με το γνωστό υπερβολικό, αλλά τόσο ζεστό στιλ του περιγράφει: «Ο κόσμος σηκωνόταν από τις θέσεις του όταν ο Γκραντίν ξεκινούσε να τρέχει, είχε τον έλεγχο της μπάλας λες και περπατούσε και χωρίς να σταματάει περνούσε όλους τους αντιπάλους μέχρι να τελειώσει την κούρσα του. Είχε αγγελικό πρόσωπο, ήταν ένας από αυτούς τους τύπους που και κάτι κακό να έκαναν, κανείς δεν θα το πίστευε». Ο Περουβιανός ποιητής Χουάν Πάρα ντελ Ριέγο έγραψε ένα ποίημα γι’ αυτόν. Ήταν τόσο σπουδαίος.

Παρ’ ότι ήταν στην ομάδα της Ουρουγουάης και στο επόμενο Κόπα Αμέρικα ένα χρόνο μετά, δεν έπαιξε σε κάποιο ματς. Έπαιξε όμως στο μεθεπόμενο, αυτό του 1919 που έγινε στη Βραζιλία, έχοντας ξανά να αντιμετωπίσει το ρατσισμό. Σε μια χώρα που είχε καταργήσει τη δουλεία περίπου 20 χρόνια πιο πριν, οι φυλετικές διαφορές δεν είχαν ξεπεραστεί (και δεν έχουν ξεπεραστεί και περίπου 100 χρόνια μετά). Οι μαύροι εξακολουθούσαν να μην έχουν ίσα δικαιώματα και σίγουρα το ποδόσφαιρο «δεν ήταν γι’ αυτούς».  Χαρακτηριστικό ήταν και το παράδειγμα του Βραζιλιάνου Άρθουρ Φρίντενριχ, ενός εξαιρετικού ποδοσφαιριστή που έγραψε ιστορία, αλλά έμεινε εκτός εθνικής για κάποια χρόνια λόγω του χρώματός του (μια ιστορία με την οποία θα ασχοληθούμε μελλοντικά). Η παρουσία του Γκραντίν ενοχλούσε αρκετούς. Όχι στο σημείο να γίνουν ενστάσεις από τους Βραζιλιάνους, αλλά στο να γίνεται στόχος «αστείων» σκίτσων στις εφημερίδες της εποχής, αλλά και άρθρων που έκαναν κριτική στη συμμετοχή μαύρων ποδοσφαιριστών, όπως περιγράφει ο ιστορικός Λεονάρντο Περέιρα. Τα ΜΜΕ της Βραζιλίας προσπαθούσαν να προπαγανδίσουν ότι οι μαύροι της Βραζιλίας συμφωνούν πως δεν πρέπει να συμμετέχουν σε διεθνείς διοργανώσεις. Στο γήπεδο όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο Γκραντίν είχε γίνει σύμβολο και οι μαύροι φίλαθλοι στα γήπεδα της Βραζιλίας τον αποθέωναν σε κάθε παιχνίδι του. Ήταν παραπάνω από ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ήταν ένα σύμβολο αντίστασης στην καταπίεση και στην μάχη για τα ίσα δικαιώματα. Ο Γκραντίν μάλιστα σκόραρε στο 2-2 με τη Βραζιλία και οι δυο ομάδες έπαιξαν μπαράζ. Οι γηπεδούχοι κέρδισαν στην παράταση με γκολ του Φρίντενριχ και ο Γκραντίν δεν μπόρεσε να κατακτήσει το 2ο Κόπα Αμέρικα.

Από τα χρόνια στην Πενιαρόλ

Οι επιτυχίες όμως δεν έμεναν στο ποδόσφαιρο. Από το 1918 ως το 1922 κέρδισε 4 χρυσά στα 400 μέτρα στους Αγώνες Ν. Αμερικής, άλλα 2 χρυσά και ένα χάλκινο στα 200 μέτρα και ακόμα 2 χρυσά στα 4×400. Ο Γκραντίν ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής, ένας θρύλος για την Ουρουγουάη. Παρά τις επιτυχίες όμως, την λατρεία και την αγάπη του κόσμου, η ζωή του μετά τον αθλητισμό ήταν βυθισμένη στη φτώχεια. Το ποδόσφαιρο έγινε επαγγελματικό στην Ουρουγουάη από το 1932 και έτσι ο Γκραντίν δεν έβγαλε χρήματα από αυτό. Πέρασε δύσκολα και αντιμετώπισε προβλήματα υγείας που τον ανάγκασαν το 1944 να μπει σε νοσοκομείο του Μοντεβιδέο. Η Πενιαρόλ εκείνη την περίοδο έδινε μάχη για το πρωτάθλημα, το πρώτο μετά από 6 χρόνια. Μόνο που στα τελευταία ντέρμπι με τη Νασιονάλ δεν τα πήγαινε καλά. Ο Γκραντίν ανήμπορος να φύγει από το δωμάτιο 17 του νοσοκομείου Παστέρ, επικοινώνησε με έναν δημοσιογράφο της εφημερίδας Λα Ρασόν και έστειλε μήνυμα στους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας λίγο πριν το ντέρμπι με τη Νασιονάλ. Εκεί τους εξηγούσε τι σημαίνει η Πενιαρόλ, τι συμβολίζει αυτός ο σύλλογος και ότι δεν γίνεται να χάνουν τόσο εύκολα από τη Νασιονάλ, ότι η Πενιαρόλ παλεύει μέχρι το τέλος σε κάθε ματς.

Οι παίκτες της Πενιαρόλ είχαν ακόμα έναν λόγο να τα δώσουν όλα. Το παιχνίδι όμως στις 10 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε με τον χειρότερο τρόπο. Μόλις στο 1ο λεπτό η Νασιονάλ κέρδισε πέναλτι. Ο Γκραντίν που το άκουγε στο ραδιόφωνο, στο αίθριο του νοσοκομείο, μαζί με άλλους ασθενείς δεν άντεξε και αποχώρησε για το δωμάτιό του. Ο σπεσιαλίστας Σαπιραΐν με το φαρμακερό αριστερό το εκτέλεσε. Ο Γκραντίν από το δωμάτιο άκουσε πανηγύρια, πανηγύρια όμως οπαδών της Πενιαρόλ. Ο τερματοφύλακας το είχε αποκρούσει. Γύρισε πίσω. Στο 17′ ένα σουτ κεραυνός του Ουμπντούλιο Βαρέλα άνοιξε το σκορ και μέχρι τη λήξη η Πενιαρόλ είχε σκοράρει ακόμα μια φορά. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους να πανηγυρίσει τη μεγάλη νικη, αλλά όλοι οι παίκτες πήγαν κατευθείαν στο νοσοκομείο, πήγαν να ευχαριστήσουν τον Γκραντίν, βγήκαν φωτογραφίες μαζί του, μίλησαν για ώρα, ειδικά ο Βαρέλα που ο Γκραντίν εκτιμούσε ιδιαίτερα. Η Πενιαρόλ έφτασε στην ισοβαθμία στο πρωτάθλημα και πήγε στα μπαράζ. Το πρώτο παιχνίδι ήρθε 0-0 και στο δεύτερο έχανε 0-2 στο 28′. Το πνεύμα του Γκραντίν ήταν όμως ακόμα μαζί με τους παίκτες. Η Πενιαρόλ το γύρισε σε 3-2 και πανηγύρισε το 15ο πρωτάθλημά της, αφιερωμένο στον Ισαμπελίνο.  Ήταν 17 Δεκεμβρίου του 1944 και ο Γκραντίν ήταν ακόμα στο νοσοκομείο [σ.Σ. κατά άλλους η επίσκεψη των παικτών έγινε μετά από αυτό το ματς, αλλά πιο πιθανή είναι η πρώτη εκδοχή]. Τέσσερις μέρες αργότερα στις 21 Δεκεμβρίου πέθανε μόλις στα 47 του, φτωχός σε υλικά αγαθά, πλούσιος από χαρά και αγάπη του κόσμου και περήφανος που έγινε ίνδαλμα τόσων ανθρώπων.

Όπως άλλωστε γράφει και το Χρυσό Ιωβηλαίο της Πενιαρόλ:

«Ο Ισαμπελίνο Γκραντίν ως αστέρι κατάφερε να πραγματοποιήσει τρεις ευχές του: να λάμψει στα γήπεδα τους ποδοσφαίρου και τις πίστες του στίβου, να γραφτούν ποιήματα γι’ αυτόν και να μείνει αξέχαστος για πάντα».

Η αλήθεια πίσω από τα ball boys

  [5 Σχόλια]

Τα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο. Η νεολαία, οι ελπίδες του ποδοσφαίρου, πιθανότατα οι επόμενοι μεγάλοι σταρ. Χαρούμενες, αθώες παιδικές φάτσες, με μόνο στόχο να βρεθούν κοντά στα ινδάλματά τους, να βοηθήσουν στην τέλεση του αγώνα και κάποτε να πρωταγωνιστήσουν. Τα αθώα ball boys. Ή έτσι νομίζει ο απλός κόσμος. Όποιος δεν έχει βρεθεί σε γήπεδο εκεί στο 90′ που η ομάδα ψάχνει το ένα γκολ και κάθε δευτερόλεπτο που χάνεται είναι αιώνας, δεν μπορεί να καταλάβει. Όποιος έχει δει τερματοφύλακα να περιμένει την μπάλα πίσω από το τέρμα με βλέμμα απόγνωσης σαν να πήγε σε δημόσια υπηρεσία και να του είπαν «δυστυχώς είναι σε άδεια ο υπάλληλος», ξέρει. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι η αγγελική φάτσα είναι απλά το προσωπείο που κρύβει έναν ποδοσφαιρικό Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και μπορεί οι παίκτες συχνά να αντιδρούν, αλλά τα ball boys συνεχίζουν ακάθεκτα. Βελτιώνονται και γίνονται ακόμα πιο προκλητικά και φυσικά οι παίκτες απαντούν. Κι αν δεν μας πιστεύετε, συγκεντρώσαμε τα «καλύτερα» περιστατικά με ball boys και παίκτες που έγιναν μόλις τον τελευταίο μήνα και τα αξιολογούμε.

Ξεκινάμε από την Αυστραλία. Στον τελικό του κυπέλλου το παιχνίδι έχει φτάσει στην παράταση και το Σίδνεϊ προηγείται της Αδελαΐδας με 2-1. Η μπάλα έχει βγει πλάγιο στη σέντρα και ο Μάικλ Μαρόνε πάει να την πάρει. Το ball boy όχι απλά δεν την δίνει γρήγορα, αλλά καθώς ο Μαρόνε πλησιάζει πάει να την καλύψει με το σώμα του για να μην την πάρει ο παίκτης της Αδελαΐδας. Ο Μαρόνε έχει ανεχτεί αρκετή κοροϊδία από τα διαβολικά ball boys στη ζωή του και ρίχνει ένα μεγαλοπρεπές σπρώξιμο στον πιτσιρικά που πάνω που πας να τον λυπηθείς πέφτει κάτω συνεχίζοντας να μην αφήνει την μπάλα από τα χέρια του λες και είναι ο Φρόντο, ενώ κάνει τον τραυματία. Το περιστατικό καταδικάζεται απερίφραστα (αν και σίγουρα οι οπαδοί της Αδελαΐδας νιώθουν μια ηθική ικανοποίηση), ο Μαρόνε όχι μόνο καταφέρνει να χάσει παραπάνω χρόνο με όλη αυτή τη φάση, αλλά όπως είναι φυσικό αποβάλλεται και τιμωρείται με τέσσερις αγώνες. Το σκορ δεν αλλάζει και το Σίδνεϊ πανηγυρίζει την κούπα.

Βαθμός αλητείας Ball Boy: 7 (απλή καθυστέρηση, μπόνους θεατρινισμός)

Μεταφερόμαστε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, εκεί που πριν λίγες μέρες έγινε ο πρώτος τελικός του Κόπα Λιμπερταδόρες μεταξύ της Γκρέμιο και της Λανούς. Η ομάδα από την Αργεντινή κρατούσε σχετικά άνετα το 0-0, αλλά σε μια ανύποπτη φάση οι Βραζιλιάνοι άνοιξαν το σκορ και τα τελευταία λεπτά απέκτησαν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η Λανούς βιαζόταν να ισοφαρίσει για να πάει στον επαναληπτικό με καλύτερο σκορ. Σε μια επίθεση της Γκρέμιο η μπάλα κατέληξε άουτ, κάπου βρήκε και επέστρεψε στο χώρο πίσω από την εστία. Ο γκολκίπερ Αντράντα γνωρίζοντας την μοίρα του φιλοξενούμενου, δεν περίμενε και έτρεξε να πάει την μαζέψει. Αυτό το είδε και το ball boy παλικάρι της Γκρέμιο που είτε είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον, είτε έμεινε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη καθώς μοιάζει 30 χρονών. Έφυγε σφαίρα να προλάβει την μπάλα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας ήταν ένα κλικ πιο αργός, αλλά σαφώς πιο δυνατός και έσπρωξε το Βραζιλιάνο παίρνοντας την μπάλα. Το ball boy man σηκώθηκε γρήγορα και έκανε προσπάθεια να προλάβει και να χτυπήσει τον τερματοφύλακα (!), αστοχώντας για λίγο. Το αποκορύφωμα ήταν που δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πήγε πίσω από την εστία και συνέχισε να μανουριάζει.

Βαθμός αλητείας ball boy: 8 (έχασε την αρχική μάχη, αλλά σημασία έχει να σηκώνεσαι όταν πέφτεις)

Και για να μην πείτε «ναι αλλά στην Ευρώπη αυτά δεν γίνονται» (άλλωστε η φωτογραφία του Αζάρ στην αρχή δεν μπήκε τυχαία), κλείνουμε με λίγη Ισπανία. Η Βαλένθια παρ’ ότι έπαιζε για πάνω από ένα ημίχρονο με παίκτη παραπάνω, υποχρεώθηκε στην πρώτη της ήττας από τη Χετάφε με 1-0 και δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη γκέλα της Μπαρτσελόνα. Η Χετάφε με θεατρικό ηγέτη τον Νταμιάν, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το αποτέλεσμα (αξίζει το βίντεο ολόκληρο για το σόου που έδωσε), αλλά εμείς θα σταθούμε στο βραβείου 2ου ανδρικού ρόλου, το ανώνυμο ball boy της Χετάφε (περίπου στο 0.20). Αυτή τη φορά ο πιτσιρικάς δεν χρειάστηκε καν να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Περίμενε τον βιαστικό Σάντι Μίνα να έρθει κοντά και μόλις αυτός πλησίασε πέταξε την μπάλα μακριά του. Ο Σάντι Μίνα θέλοντας να κυνηγήσει την μπάλα, δεν τον φύτεψε στο χώμα, αλλά του είπε κάτι για συγκεκριμένο μέρος του σώματος της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο μικρός το επανέλαβε με τον Σιμόνε Ζάζα. Ο Ιταλός όμως διαθέτει εμφανώς ατσάλινα νεύρα, αφού απλά χαμογέλασε και μετά από λίγο του έκανε ένα χαριτωμένο «θα τις φας», σαν να ήταν η μαμά του που ενθουσιάστηκε με την σκανταλιά του κανακάρη της. Αποτέλεσμα ο μπόμπιρας, αληθινός αυτήν τη φορά, όχι σαν της Γκρέμιο, να μην πάρει το μάθημά του και σίγουρα να περιμένει το επόμενο εντός της Χετάφε για να συνεχίσει το έργο του.

Βαθμός αλητείας ball boy: 9 (τρολάρισμα σε δύο στιγμές, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του και χωρίς να κάψει ούτε θερμίδα)

Θα κλείσουμε με κάτι ρετρό και διαφορετικό. Για να μη φανεί ότι είμαστε άδικοι και σκληροί, υπάρχουν και περιπτώσεις που τα παιδιά δίπλα στη γραμμή δεν έχουν έρθει στη Γη για να μας βασανίζουν, αλλά είναι ό,τι κι εμείς. Απλοί οπαδοί που πονούν την ομάδα τους και ζουν γι’ αυτή. Γυρίζουμε στη Βραζιλία και το μακρινό 1988, για να δούμε ένα ball girl αυτή τη φορά στο θρυλικό Μαρακανά. Το παιχνίδι ήταν Βάσκο ντα Γκάμα με Μποταφόγκο και με το σκορ στο 3-0 ο δαιμόνιος Βραζιλιάνος ρεπόρτερ πλησίασε το κοριτσάκι που έκλαιγε, βλέποντας την ομάδα του να χάνει. Οι ερωτήσεις του ρεπόρτερ ήταν παντελώς ανόητες, αλλά αρκούν οι μονολεκτικές απαντήσεις για να απαντηθεί το ερώτημα «πώς είναι να αγαπάς πολύ την ομάδα σου;» (προχωρήστε στο 3.58 του βίντεο εκτός αν θέλετε ρετρό γκολ) και να συνεχίζεις να το κάνεις ενώ σε πονάει. Και ένα κοριτσάκι (που τώρα θα έχει γίνει γυναίκα και πιθανώς να πηγαίνει με τα παιδιά της στο γήπεδο και να έχει ακόμα τη φανέλα που της χάρισε ένας παίκτης της αγαπημένης της ομάδας) μας βάζει τα γυαλιά:

Κλαις που χάνει η Μποταφόγκο;
Ναι
Ήρθες για να δεις το παιχνίδι;
– Ναι
Δεν ήρθες πρώτα για τη δουλειά ε; (δουλειά = ball boy)
Όχι, ήρθα για να δω το παιχνίδι
Πίστευες ότι θα κερδίσει η Μποταφόγκο;
Ναι το πίστευα
Θα σταματήσεις να είσαι Μποταφόγκο;
Όχι