Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ποδόσφαιρο Λατινικής Αμερικής'

Το μικρό θαύμα της Σαπεκοένσε

  [1 Σχόλιο]

Είναι αυτή η άτιμη η μπάλα που έχει μέσα όλα τα συναισθήματα. Από τη μεγάλη χαρά, μέχρι τη μεγάλη λύπη, γλυκόπικρη σαν την ίδια τη ζωή. Κι αν δεν πιστεύετε εμένα, το έχει πει κι ο Ρίτσαρντ ο Άσκροφτ με τους Verve. Μόνο που δε συμβαίνουν όλα στον ίδιο βαθμό, δεν υπάρχει ομοιομορφία, δεν υπάρχει ισορροπία. Η Σαπεκοένσε έγινε γνωστή πριν λίγους μήνες για μια μεγάλη τραγωδία, για ένα αεροπορικό δυστύχημα που μας συγκλόνισε όλους. Η ποδοσφαιρική ζωή συνεχίζεται όμως, παρ’ ότι τα τραύματα δεν έχουν επουλωθεί. Η συμμετοχή στο Κόπα Λιμπερταδόρες ήταν μια μεγάλη χαρά, μια μεγάλη τιμή και οι Βραζιλιάνοι προσπάθησαν να το ζήσουν όσο πιο όμορφα μπορούσαν, γνωρίζοντας ότι θα είναι δύσκολο να βρεθούν ξανά στην μεγαλύτερη διοργάνωση συλλόγων της Ν. Αμερικής.

Το ξεκίνημα ήταν ιδανικό με νίκη μέσα στη Βενεζουέλα επί της Ζούλια. Η συνέχεια όμως δεν ήταν τόσο καλή, με τη Σαπεκοένσε να παίρνει μόλις έναν πόντο εντός έδρας απέναντι στη Λανούς από την Αργεντινή και τη Νασιονάλ της Ουρουγουάης και να χάνει στη συνέχεια στο Μοντεβιδέο. Οι Βραζιλιάνοι ταξίδεψαν όμως στα νότια του Μπουένος Άιρες και πήραν μια μεγάλη νίκη επί της Λανούς στη λήξη του αγώνα  με 1-2, μια ιστορική νίκη που τους έφερε μία αγωνιστική πριν το τέλος έναν βαθμό μακριά από την πρώτη θέση και μάλιστα, έχοντας την τύχη στα χέρια τους αφού με νίκη στο τελευταίο ματς θα περνούσαν στους 16 του Λιμπερταδόρες.

Η Σαπεκοένσε όμως φαίνεται έχει το δράμα της μέσα. Πριν προλάβει καλά καλά να χαρεί το διπλό, έζησε μια περιπέτεια, μια άρρωστη κατάσταση, όταν το αεροπλάνο που μετέφερε τους παίκτες πίσω στη Βραζιλία έκανε αναγκαστική προσγείωση στο Πόρτο Αλέγκε γιατί υπήρχε φόβος για την κατάσταση του αεροδρομίου του Σαπεκό λόγω κακοκαιρίας. Οι μνήμες από τα όσα έγιναν πριν λίγους μήνες ήταν έντονες. Η αποστολή του συλλόγου μετά από μία ταλαιπωρία 11 ωρών με πούλμαν έφτασε στη βάση της. Τα κακά μαντάτα όμως είχαν ήδη κυκλοφορήσει. Η «Σαπέ» κινδύνευε να χάσει το ματς με τη Λανούς στα χαρτιά γιατί ο σκόρερ της νίκης Λουίζ Οτάβιο ήταν τιμωρημένος με τρεις αγωνιστικές εξαιτίας μιας αποβολής. Ο κίνδυνος έγινε πραγματικότητα, οι δικαιολογίες της Σαπεκοένσε ότι δεν έλαβαν ποτέ e-mail και ότι ίσως πήγε στα spam (δεν το βγάζω από το μυαλό μου, αυτή ήταν η υπερασπιστική γραμμή) δεν έπεισαν και τελικά οι Βραζιλιάνοι έμειναν και μαθηματικά εκτός των 16 του Λιμπερταδόρες, πληρώνοντας την έλλειψη οργάνωσης.

Για όσους βιάζονται, το πάρτι και τα «Βάμοους Σαααάπε» ξεκινούν στο 4.50 του βίντεο

Μια που όμως φέτος το σύστημα άλλαξε, η 3η θέση του ομίλου (περίπου όπως και στην Ευρώπη) οδηγεί στο Κόπα Σουνταμερικάνα (τον θεσμό που είναι ήδη νικήτρια η Σάπε, αλλά δεν έχει δικαίωμα δωρεάν συμμετοχής παρ’ όλα αυτά). Έτσι, το τελευταίο ματς με τη Ζούλια έγινε ένας μίνι-τελικός, η τελευταία προσπάθεια της Σαπέ να μείνει ζωντανή στους διεθνείς θεσμούς. Οι σφαλιάρες όμως δεν φαίνεται να είχαν τελειωμό. Ο 37χρονος ιστορικός Βενεζουελάνος φορ Χουάν Αράνγκο άνοιξε το σκορ για τη Ζούλια (κάνοντας καρδούλα στους πανηγυρισμούς ρε φίλε) και το 0-1 έμεινε μέχρι το 90′. Ίσως κάποιοι οπαδοί να είχαν σηκωθεί να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους μονολογώντας για την γκαντεμιά που δέρνει την αγαπημένη τους ομάδα. Οι περισσότεροι όμως έμειναν στις εξέδρες, έζησαν το θαύμα, έζησαν επιτέλους και μια μεγάλη χαρά μετά από τόσες πίκρες και είδαν τη Σαπεκοένσε να σκοράρει δυο φορές στο 91ο και 92ο λεπτό, το ματς να γυρίζει από το πουθενά σε 2-1 και τη Σάπε να παίρνει την πρόκριση για το Σουνταμερικάνα. Η εφτάψυχη Σαπέ θα μας κάνει παρέα κι άλλο για φέτος…

Μαθήματα διαχείρισης θυμού

  [2 Σχόλια]

Τον Νέλσον Βίβας ίσως να τον θυμάστε οι παλιότεροι από το πέρασμά του από την Άρσεναλ. Ο βετεράνος πλέον δεξιός μπακ, που έπαιξε και αρκετά ματς στην εθνική, είναι προπονητής στην πατρίδα του και συγκεκριμένα στην Εστουδιάντες. Αντιμετωπίζοντας την Μπόκα χθες, είδε σε μια φάση αυτό που θεώρησε πέναλτι (και μεταξύ μας μάλλον δεν ήταν). Ο διαιτητής δεν το καταλόγισε και ο Βίβας διαμαρτυρήθηκε έντονα με αποτέλεσμα να αποβληθεί. Εκεί πλέον ο Βίβας έδωσε το δικό του σόου, έριξε μια μεγαλοπρεπή κλωτσιά στο μικρόφωνο της τηλεόρασης και ξεπερνώντας τη φάση με το σάκακι του Ιωαννίδη και το βίντεο κλιπ του Σάκη Ρουβά άγγιξε πλέον επίπεδα Χουλκ (όχι του φορ) κι έφυγε σαν σταρ. Έβγαλε το πουκάμισο, θύμισε αθλητή του κατς και αποχώρησε ημίγυμνος με την κάμερα να εστιάζει στη γεμάτη τατουάζ πλάτη του.

Ο Νέλσον Βίβας, που στη συνέχεια ζήτησε συγγνώμη για την αντίδραση, δεν είναι άγνωστος σε τέτοιου είδους γραφικότητες. Πριν τέσσερα περίπου χρόνια, όταν και ήταν προπονητής στην Κίλμες, άνοιξε διάλογο με έναν οπαδό της ομάδας. Με το ματς να τελειώνει και την ισοπαλία να έρχεται, ο Βίβας έδειξε τον οπαδό και του είπε «να με περιμένεις κάτω», μαζί με άλλα κοσμητικά. Κοίταξε το χρονόμετρο που κρατούσε τότε πάντα και όταν το ματς έληξε, σαν άντρας που σέβεται τον λόγο του κατέβηκε κάτω. Εκεί βρήκε τον ατυχή κυριούλη (λεπτομέρεια το ακουστικό για να ακούει τι γίνεται στα άλλα ματς) και τον άρχισε στα κλωτσομπουνίδια, μέχρι που τον μάζεψαν 3-4 άτομα. Ο Βίβας μετά από το συμβάν είχε παραιτηθεί από την Κίλμες, αλλά ο χαρακτήρας του παραμένει ο ίδιος.

Προς το παρόν δεν έχει φύγει από την Εστουδιάντες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν το διασκέδασε στο Ίντερνετ:

Το Πρωτάθλημα που Κρίθηκε 30 Χρόνια Μετά

  [4 Σχόλια]

Η Ρόζα Μαρία Βέμπερ, ο Μάρκο Αυρέλιο Μέλο και ο Λουΐς Ρομπέρτο Μπαρόσο στήθηκαν μπροστά στις κάμερες. Οι τρεις Βραζιλιάνοι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας, μαζί με άλλος δυο που δεν βγήκαν στη συνέντευξη τύπου, μόλις είχαν πάρει μια σημαντική και, κυρίως, τελεσίδικη απόφαση.

Ξεκίνησε η Βέμπερ: «Το ποδόσφαιρο είναι πάθος και το ιδεατό είναι οι αποφάσεις που το αφορούν να μη φτάνουν στα δικαστήρια». Με ψήφους 3-1 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι το πρωτάθλημα του 1987, το οποίο είχαν πανηγυρίσει τόσο η Σπορτ Κλουμπ Ρεσίφε όσο και η Φλαμέγκο, ανήκει αποκλειστικά στη Σπορτ Κλουμπ. Από τους 5 δικαστές ο ένας απείχε λόγω του ότι ο γιος του ήταν στο δικηγορικό τιμ της Φλαμέγκο.

Ο Μέλο, οργανωμένο μέλος της Φλαμέγκο που ψήφισε κατά της ομάδας που υποστηρίζει, είπε: «Αυτό είναι το τελικό σκορ». Ο Μπαρόσο συμπλήρωσε: «40 εκατομμύρια οπαδοί θα νιώσουν ένα χτύπημα στην καρδιά. Και ανάμεσα σε αυτούς είμαι και εγώ».

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας εδώ και ενάμιση χρόνο πνίγεται στη δουλειά από τα πολιτικά σκάνδαλα που οδήγησαν την προηγούμενη πρόεδρο, Ντίλμα Ρούσεφ, και την κυβέρνησή της σε παραίτηση. Μέσα στον κακό χαμό των υποθέσεων διαφθοράς πολιτικών και της κρατικής πετρελαϊκής εταιρίας, το Δικαστήριο γνωμοδότησε πάνω στο ποδόσφαιρο, διότι, Βραζιλία είσαι.

Η Ρεσίφε ανάρτησε στους επίσημους λογαριασμούς της σε τουΐτερ και φέισμπουκ: «Το πρωτάθλημα του 1987 αδιαμφισβήτητα δικό μας». Η Φλαμέγκο απάντησε «Στη μπάλα, στο γήπεδο, πάντα Φλαμέγκο. Πρωταθλητές 1987». Λογικό μου φαίνεται, θα το μετράνε για πάντα. Όπως και οι οπαδοί της Μαρσέιγ μετράνε το αφαιρεμένο από τον υποβιβασμό πρωτάθλημα της υπόθεσης Ταπί ως δικό τους.

Εδώ αξίζει να πούμε πως η Φλαμέγκο είναι ο πιο δημοφιλής σύλλογος στη Βραζιλία. Επίσης δεν είναι η πρώτη φορά που στην ποδοσφαιρομάνα κρίνεται τίτλος δικαστικά. Έχει ξαναγίνει με τη Σάντος.

Τώρα όσοι βαριέστε να διαβάσετε άλλη μια λατίνικη ιστορία οργανωτικής και διοικητικής τρέλας σταματάτε την ανάγνωση εδώ. Οι υπόλοιποι ετοιμαστείτε για για ένα ταξίδι στα έιτις με οργάνωση πρωταθλήματος που θα ζήλευε και το Περού και ίντριγκες στην Ομοσπονδία που θα εκτιμούσαν και οι άσπονδοι εχθροί της Αργεντινής.

To 1986 στη Βραζιλία επικρατεί ένα χάος στα ποδοσφαιρικά δρώμενα της χώρας. Ένα χάος που έχει και πολιτικές προεκτάσεις και με την Ομοσπονδία («ΠΟΒ» από εδώ και στο εξής) να κάνει ό,τι μπορεί για να το βοηθήσει. Η ανικανότητα της ΠΟΒ είναι τόσο μεγάλη που σχηματίζεται για πρώτη φορά το «Κλούμπε Ντος 13», δηλαδή ο όμιλος των 13 ισχυρότερων συλλόγων της χώρας. Το πρωτάθλημα Μπραζιλεράο του 1986-87 είναι ένα μνημείο οργανωτικής τέχνης που ο ποδοσφαιρικός χρονογράφος Τζέιμς Γιανγκ χαρακτήρισε «ιστορία Καφκικής ανίας και ματαιότητας».

Τον Ιούνιο του 1986 ο πρόεδρος της ΠΟΒ δήλωσε επίσημα ότι η ομοσπονδία δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει το επόμενο πρωτάθλημα. Μέρος του προβλήματος είναι η ζήτηση της συμμετοχής. Για τα δύο εθνικού επιπέδου πρωταθλήματα, 1ης και 2ης κατηγορίας, μαζί με τα προκριματικά τουρνουά και και κάποια παράλληλα (πχ. κύπελλα) ο αριθμός των συλλόγων που ήθελαν να συμμετάσχουν ξεπερνούσε τους 80. Η αρχική ιδέα ήταν τότε να μειώσουν τους συμμετέχοντες στην 1η κατηγορία από 48 σε 24, αλλά επειδή Βραζιλία είσαι, έφτιαξαν πανικό.

Με δεδομένο ότι η ΠΟΒ έχει πει ότι αδυνατεί να χρηματοδοτήσει το επόμενο πρωτάθλημα, η απόφαση να μειωθούν οι ομάδες της 1ης κατηγορία στο μισό δημιουργεί χάος. Αυτό κυρίως συμβαίνει διότι δημοφιλείς και παραδοσιακοί σύλλογοι, όπως η Μποταφόγκο που είχε τερματίσει 31η στο προηγούμενο πρωτάθλημα, θα έμεναν στην απέξω. Μικρότεροι σύλλογοι είδαν την ευκαιρία να μπουν στα σαλόνια και άρχισαν να μπλέκουν στην ιστορία οι πολιτικοί που ασκούσαν πιέσεις στην ΠΟΒ να συμπεριλάβει τους συλλόγους της περιφέρειάς τους. Η ΠΟΒ εξετάζει να διοργανώσει πρωτάθλημα με περισσότερες ομάδες, αλλά οικονομικά δε βγαίνει. Οι αποστάσεις στη Βραζιλία και τα ταξίδια που αυτές αναγκάζουν τις ομάδες να κάνουν καθιστά ένα εθνικό πρωτάθλημα με πάνω από 24 συλλόγους μη βιώσιμο.

Κάπου εκεί οι πρόεδροι της Φλαμέγκο (Μάρσιο Μπράγκα) και της Σάο Πάουλο (Κάρλος Αϊντάρ) στήνουν το «Κλούμπε Ντος 13», ένα συνεταιρισμό των πιο γνωστών και δημοφιλών συλλόγων στη Βραζιλία. Βρίσκουν χορηγούς και προσλαμβάνουν ως πρόεδρο τον αντιπρόεδρο της ΠΟΒ, Ναμπί Αμπί Τσεντίντ, ο οποίος χαίρει αμέριστου σεβασμού στη χώρα. Μάλιστα ήταν αυτός που συνόδευε την εθνική Βραζιλίας στα διεθνή τουρνουά. Τη διοργάνωση που στήνουν τη λένε «Κόπα Ουνιάο» (Κύπελλο της Ένωσης). Σε συνέντευξή του τότε ο Μπράγκα δήλωνε «Θέλουμε να κάνουμε το πρωτάθλημα ένα ελκυστικό εμπορικό προϊόν, όπου η ατραξιόν θα είναι οι μεγάλες μάχες μεταξύ των πιο καλών ομάδων». Και αν οι Βραζιλιάνοι προσπάθησαν να φτιάξουν την Πρέμιερ Λιγκ πριν τους Άγγλους, μετά μπήκαν στη Λατίνικη πραγματικότητα.

Οι 13 αντιπροσώπευαν περίπου το 90% της συνολικής οπαδικής βάσης της Βραζιλίας. Βρήκαν χορηγούν πανεύκολα και μάλιστα το μεγαλύτερο τηλεοπτικό δίκτυο της χώρας (Γκλόμπο) έκλεισε συμφωνία για εθνική προβολή όλων των ματς. Πράγματα πρωτάκουστα στη Λατινική Αμερική. Όπως καταλαβαίνετε, οι υπόλοιποι 67 σύλλογοι δεν το πήραν με πολύ καλό μάτι όλο αυτό. Μετά από πολλές ίντριγκες, πιέσεις, παρασκήνια και πολιτικό μπλέξιμο η ΠΟΒ αποφάσισε να διοργανώσει ένα υβρίδιο.

Θα γινόντουσαν δύο όμιλοι σε μορφή πρωταθλήματος. Ο «Κίτρινος Όμιλος» στο οποίο θα συμμετείχαν  16 ομάδες από τις άλλες και ο «Πράσινος Όμιλος» που ήταν οι 13. Οι δύο πρώτοι των δυο ομίλων θα έπαιζαν σε πλέυ-οφς για να βγει ο τελικός πρωταθλητής. Στον όμιλο των 16 μπήκε και η Σπορτ Κλουμπ Ρεσίφε, η οποία τον προηγούμενο χρόνο ήταν ομάδα 2ης κατηγορίας. Όπως είναι φυσικό, οι 13 είπαν «Ναι, καλά. Δηλαδή θα σκοτωθούμε οι μεγάλοι μεταξύ μας και θα έρθει ο τσουρουκάς, που θα’χει παίξει με σχολές καποέιρας, να μας πάρει τον τίτλο; Πλέυ-οφς δεν παίζουμε».

Βασικά, όχι οι 13, οι 12. Διότι ο πρόεδρος της Βάσκο, Μιράντα, διαβεβαίωσε την ΠΟΒ, χωρίς να έχει ενημερώσει τους άλλους τους συνεταιρισμού, ότι οι «Πράσινοι» θα τιμήσουν την απόφαση της ΠΟΒ. Έτσι οι 13 έπαιζαν ένα πολύ σκληρό πρωτάθλημα μεταξύ τους, πιστεύοντας ότι είναι μόνοι τους, ενώ παράλληλα διεξαγόταν ένα πρωτάθλημα μετρίων. Τόσο μετρίων που ο σταρ ήταν ο τερματοφύλακας (ναι, Βραζιλιάνος τερματοφύλακας σταρ το 1986, τι;) Έμερσον Λεάο της Ρεσίφε, που ήταν ο τέρμας της Σελεσάο στα Μουντιάλ του 1970 και 1974. Ήταν τόσο μεγάλος που δεν έβγαλε καν όλη τη σεζόν στο γήπεδο, αλλά στα μισά το γύρισε σε προπονητής! Από την άλλη, στη Φλαμέγκο έπαιζαν οι Ζίκο, Μπεμπέτο, Λεονάρντο, Αλνταΐρ, Ζίνιο, Ζορζίνιο, Λεάνδρο, Ρενάτο Γκάουτσο, Εντίνιο, Ζε Κάρλος, Αντράντε και ο Μαρσελίνιο Καριόκα. Σχεδόν όλοι μέλη της εθνικής.

Για να καταλάβετε για τι επίπεδο μιλάμε, η πρωταθλήτρια Λιμπερταδόρες του 1986 Ατλέτικο Μινέιρο, διέλυσε στον τελικό του διηπειρωτικού 3-0 τη Λίβερπουλ. Τώρα η Μινέιρο κέρδισε τον πρώτο γύρο, διότι, σαν να μην έφτανε το από πάνω μπλέξιμο, η διοργάνωση εξελισσόταν ως εξής: Οι ομάδες χωρίστηκαν σε 2 γκρουπ. Στην πρώτη φάση, οι ομάδες του γκρουπ Α, αντιμετώπισαν τις ομάδες του γκρουπ Β. Στην δεύτερη φάση, οι ομάδες του κάθε γκρουπ έπαιξαν μεταξύ τους. Μετά οι δυο πρώτοι κάθε γκρουπ έπαιζαν ημιτελικούς και διπλό τελικό. Απλούστατο. Η Φλαμέγκο τερματίζει 2η στο Β γκρουπ, πίσω από την Ιντερνασιονάλ. Παίζει ημιτελικό με την  του Α γκρουπ, Ατλέτικο Μινέιρο, και την κερδίζει με συνολικό σκορ 4-2 (1-1 στο Πόρτο Αλέγκρε, 3-1 στο Μαρακανά). Πάει τελικό με την Ιντερνασιονάλ και την κερδίζει συνολικά 2-1 (1-0, 1-1). Πανηγυρίζει τον τίτλο στο Μαρακανά, μπροστά σε 91.000 κόσμο και κάτω από πλακάτ χορηγών όπως η Κόκα-Κόλα, τα ΜακΝτόναλντς, κτλ.

Παράλληλα η Ρεσίφε κερδίζει 3-1 την Γκουαρανί και είναι «Κίτρινη Πρωταθλήτρια». Μη γνωρίζοντας τις διαβεβαιώσεις του Μιράντα στην ΠΟΒ, Ιντερνασιονάλ και Φλαμέγκο τον Ιανουάριο του 1988 αρνούνται να συμμετάσχουν στα πλέυ-οφς μεταξύ «Κιτρίνων» και «Πρασίνων». Η Ρεσίφε ξαναπαίζει κόντρα στην Γκουαρανί, την κερδίζει και στέφεται εθνική πρωταθλήτρια από την ΠΟΒ. Η Φλαμέγκο διαμαρτύρεται και σε μία κίνηση η οποία ουσιαστικά ήταν και η νομική βάση της απόφασης 30 χρόνια μετά, η ΠΟΒ στέλνει τη Ρεσίφε στο Κόπα Λιμπερταδόρες της επόμενης χρονιάς.

Αρκετά χρόνια μετά, ο Ζίκο σε συνέντευξή του δήλωσε ότι «όλοι ξέρουν ότι η Φλαμένγκο δεν έγινε πρωταθλήτρια Βραζιλίας για πολιτικούς λόγους». Η δήλωση έχει μια μεγάλη δόση αλήθειας, καθώς το όλο εγχείρημα των 13 η ΠΟΒ το είδε πολύ άσχημα και ουσιαστικά ανακήρυξε εθνικό πρωταθλητή τον 1ο της δικής της διοργάνωσης. Το μόνο ρομαντικό εδώ είναι ότι ένας μικρούλης σύλλογος έγινε, ντε γιούρε, εθνικός πρωταθλητής, νικώντας, στα δικαστήρια, το γίγαντα της Φλαμένγκο. Χαρίζοντας όμως μηδενικές ποδοσφαιρικές στιγμές μέσα στο χορτάρι, που, για τη Βραζιλία εκείνης της εποχής, ήταν το χειρότερο έγκλημα.

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Λουίς «Πούλγκα» Ροντρίγκες

  [1 Σχόλιο]

Δυστυχώς ή ευτυχώς το σύγχρονο ποδόσφαιρο θέλει ποδοσφαιριστές αθλητές, γυμνασμένους, με αντοχές. Στη Ν. Αμερική όμως που ακόμα δείχνει να διατηρεί τις παραδόσεις, επιβιώνουν ακόμα παίκτες-μορφές που στην Ευρώπη δεν θα έβρισκαν θέση, αλλά εκεί λατρεύονται σαν μικρές θεότητες. Αυτό εδώ το κείμενο αποτελεί μια ωδή στον «Πουλγκίτα» Ροντρίγκες, έναν από τους τελευταίους ποδοσφαιριστές που μπορούν να βγάζουν το φαγητό τους (και θέλουν και πολύ) παρά το αντι-αθλητικό σουλούπι τους και το σώμα τους που μοιάζει με άνθρωπο γραφείου, επειδή ακριβώς ξέρουν καντάρια μπαλίτσας. Ένα είδος προς εξαφάνιση, με κάποιους τελευταίους λαμπρούς εκπροσώπους του να απομένουν.

Σουτάρες, σκαψιματάκια, ψαλιδάκια, γκολ λίγο κάτω από το κέντρο, όλα τα έχει κάνει ο τύπος

Γεννημένος σε μια μικρή πόλη δέκα χιλιάδων κατοίκων, ο Λουίς Ροντρίγκες ως το μεγαλύτερο παιδί δούλευε μπογιατζής και χτίστης για να βοηθά τη φτωχή οικογένειά και τα οκτώ αδέρφια του. Δεν αποτέλεσε εξαίρεση κι όπως όλα τα παιδάκια λάτρευε κι αυτός την μπάλα και είχε ταλέντο. Παρά το μικρό του ύψος, την έλλειψη μυών, την όχι ιδιαίτερη ταχύτητά του και το αντιαθλητικό του σουλούπι με τα παραπάνω κοιλιά, είχε φοβερή τεχνική και άρχισε να ξεχωρίζει γρήγορα. Ο πατέρας του, που δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο να παίζει ξυπόλητος, του πήρε στα 11 τα πρώτα του παπούτσια, με το υστέρημά του. Μόνο που ήταν το τελευταίο διαθέισμο ζευγάρι και του ήταν λίγο μικρά. Ο «Πούλγκα» (σημαίνει ψύλλος, παρατσούκλι που έχει και ο Μέσι) αναγκαζόταν να στριμώχνει τα δάχτυλά του και ενώ μεγάλωνε κι άλλο μέσα σε αυτά και δυσκολευόταν ακόμα περισσότερο, έμαθε να παίζει έτσι. «Κάποιες φορές αναγκαζόμουν να τα βγάζω την ώρα του αγώνα, έπαιξα για αρκετούς μήνες με εκείνο το ζευγάρι.»

Αντιτουριστική φυσιογνωμία, μοιάζει 10 χρόνια μεγαλύτερος, αλλά στο γήπεδο μαγεύει

Η καριέρα του Ροντρίγκες θα είχε σταματήσει άδοξα, όταν στα 17 του πείστηκε από κάποιον μάνατζερ ότι του είχε βρει συμβόλαιο στη Ρουμανία. Ο Ροντρίγκες βρέθηκε χωρίς ομάδα, χωρίς λεφτά, σε μια χώρα που δεν ήξερε τη γλώσσα. Γύρισε πίσω αποφασισμένος να βρει «κανονική» δουλειά. Τελικά όμως βρήκε θέση στη Ράσινγκ της Κόρδοβα και αργότερα στην Ατλέτικο του Τουκουμάν, την ομάδα στην οποία θα γινόταν θρύλος. Μέσα σε τρεις σεζόν έφτασε από τη Γ’ εθνική στην Α΄σκοράροντας συνολικά 35 φορές και αποκτώντας μια ειδική σχέση με τους οπαδούς μιας ομάδας που είναι μαθημένη στα δύσκολα. Παίζοντας είτε σαν 10αρι, είτε σαν επιθετικός έζησε το θαύμα της Τουκουμάν, αλλά και την πτώση της στη συνέχεια, χαρίζοντας πάντα στιγμές ποδοσφαιρικής ιδιοφυΐας.

Το 2009 φτάνει στην μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του, όταν στα πλαίσια των δεκάδων κλήσεων του Μαραντόνα, ο Πουλγκίτα δέχεται την κλήση για την εθνική Αργεντινής. Σε ένα φιλικό στην Κόρδοβα, απέναντι στην Γκάνα, που η Αργεντινή κερδίζει με δυο γκολ του Παλέρμο, ο Ροντρίγκες μπαίνει αλλαγή και ζει το απόλυτο όνειρο. Ακολουθεί την ομάδα στη Β’ εθνική και μοχθεί ξανά εκεί βγαίνοντας πρώτος σκόρερ δυο σεζόν (με 20 και 17 γκολ αντίστοιχα). Ζει τελικά όλο το όνειρο με την άνοδο ξανά στην Α’ εθνική

Άνθρωπο που κάνει τούνελ στο διαιτητή, δεν γίνεται να μην τον αγαπήσεις

Πέρσι τον Απρίλιο φτάνει τα 99 γκολ με τη φανέλα της Τουκουμάν, έχοντας γίνει πλέον θρύλος του συλλόγου. Στο ματς με τη Ντιφένσα ι Χουστίσια, εκτελεί το πέναλτι (με ποδοσφαιρική αλητεία) για το 1-0 και σημειώνει το εκατοστό του γκολ. Ο κόσμος τον αποθεώνει με μια ασυνήθιστη ενέργεια, εκατό μπάλες εκτοξεύονται από τις εξέδρες μέσα στο γήπεδο. Έχουν πάνω το πρόσωπό του και γράφουν «Την ιστορία τη γράφουν λίγοι. Σε ευχαριστούμε Πούλγκα». Ζει όλη την απίστευτη περιπέτεια μέχρι την ιστορική έξοδο της συμπαθούς Ατλέτικο Τουκουμάν στο Κόπα Λιμπερταδόρες και την πρόκριση στους ομίλους (αξίζει να το διαβάσετε αν δεν το κάνατε πριν λίγο καιρό και έχετε χρόνο) .

Μετά τα 50″, η βροχή από μπάλες για χάρη του Ροντρίγκες

Ο Ροντρίγκες είναι το ποδόσφαιρο του παρελθόντος, αυτό που οι πιο νέοι δεν θα έχουν ζήσει, όπως εμείς αντίστοιχα δεν ζήσαμε των πατεράδων μας. Συνεχίζει να ζει στην πόλη του τη Σιμόκα. Κάνει 50 χιλιόμετρα κάθε μέρα για να πάει στην προπόνηση. Αλλά δεν το αλλάζει με τίποτα. «Είναι η πατρίδα μου, μπορώ να βγω με τους γονείς μου, να πάω σε ένα εστιατόριο, χωρίς να μου ζητήσει κανείς φωτογραφία. Με είδαν να μεγαλώνω εδώ μαζί τους». Έκανε αυτό που αγαπούσε, το έκανε καλά, έζησε μια ήσυχη ζωή, χωρίς να γίνει πλούσιος, αλλά μακριά από τη φτώχεια, αγαπήθηκε και έγινε ίνδαλμα ενός μικρού συλλόγου. Θα μπορούσε ίσως να πάει πιο ψηλά; Να κάνει αυτά τα μαγικά πιο συχνά; Να γυμναστεί περισσότερο, να τρώει λιγότερο ασάδο ή να μην πίνει (υπάρχει βίντεο που τον δείχνει σουρωμένο); Σίγουρα ναι. Αλλά όπως κι άλλοι τύποι που αγάπησαν π.χ. τον ύπνο, είναι ικανοποιημένος με αυτά που κατάφερε. Ο «Πουλγκίτα» λέει με κάθε σοβαρότητα ότι η μπάλα των έσωσε από τη φτώχεια και τις εξαρτήσεις. Γι’ αυτό κι ο ίδιος την υπηρετεί με αγάπη.

Στο 6μηνο που πήγε δανεικός στη Νιούελ΄ς έβαλε αυτή την γκολάρα στην Μπόκα

«Όταν κάποιος υποφέρει μικρός, ό,τι καταφέρνει αργότερα το εκτιμά διπλά. Δεν το ξεχνάς. Κάθε φορά που αγοράζω παπούτσια, θυμάμαι εκείνα τα στενά παπούτσια στα 11 μου»
(από συνέντευξή του στο El Grafico το 2016)

Παίζοντας σε δύο γήπεδα την ίδια ημέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Στα αρκετά χρόνια παρουσίας του Σομπρέρο έχουμε μιλήσει για αρκετές κωμικοτραγικές καταστάσεις. Είδαμε παίκτες να παίζουν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε δύο αγώνες (και επίσης εδώ), αλλά και ομάδες να «παίζουν» σε άλλες ηπείρους χωρίς να το ξέρουν. Σήμερα, ήρθε η ώρα ίσως για το κορυφαίο (μέχρι το επόμενο) γραφικό γεγονός τέτοιου είδους. Την ημέρα που δύο ομάδες έπρεπε να παίξουν τόσο μεταξύ τους, όσο και ακόμα έναν αγώνα (έκαστη), με άλλον αντίπαλο σε μια άλλη χώρα. Καλά διαβάσατε. Ταξιδεύουμε στο 1997 και φυσικά πού αλλού; Στην Αργεντινή.

Τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς έγινε η κλήρωση για τη φάση των ομίλων του Κόπα Λιμπερταδόρες. Το σύστημα ήθελε σε κάθε όμιλο να παίζουν ομάδες από δύο χώρες. Έτσι, η κληρωτίδα έφερε στον πέμπτο όμιλο τις Ράσινγκ και Βέλεζ μαζί με δυο ομάδες από το Εκουαδόρ, τις Ελ Νασιονάλ και Εμελέκ. Στις 2 Μαρτίου και ώρα 2 το μεσημέρι η Ράσινγκ θα έπαιζε στο Κίτο με τη Νασιονάλ και στις 8 το βράδυ η Βέλεζ με την Εμελέκ στο Γκουαγιακίλ. Τίποτα το περίεργο θα πει κανείς, εκτός από το γεγονός ότι 2 Μαρτίου ήταν ημέρα Κυριακή, ημέρα περίεργη για διεθνείς διοργανώσεις.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Π.Ο. της Αργεντινής (γνωστή για διάφορες γραφικότητες) συνεδρίασε για το πρόγραμμα της Κλαουζούρα του 1997. Το παιχνίδι Ράσινγκ-Βέλεζ στο Ελ Σιλίντρο προέκυψε τη δεύτερη αγωνιστική και ορίστηκε την Κυριακή 2 Μαρτίου στις 5 το απόγευμα. Ναι, δεν διαβάσατε λάθος. Την ημέρα που κι οι δύο ομάδες θα βρίσκονταν στο Εκουαδόρ, έπρεπε να παίξουν στην Αργεντινή μεταξύ τους για το πρωτάθλημα. Παρά τα αιτήματα και των δύο συλλόγων, η Ομοσπονδία αρνήθηκε κάθε συζήτηση για αναβολή του αγώνα, σε στιλ «τότε εμείς τους είπαμε και αυτοί μας είπαν, αυτό ακριβώς, τίποτα άλλο».

Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να βλέπαμε τι θα γινόταν αν οι δύο σύλλογοι της Αργεντινής έπαιζαν εντός. Στιγμές όπου θα είχαμε οπαδούς να βλέπουν δυο σερί αγώνες, παίκτες να φεύγουν από το ένα γήπεδο για να πάνε στο άλλο και άλλα τέτοια γραφικά, δυστυχώς όμως χάθηκε αυτή η ευκαιρία. Το γεγονός ότι τα ματς ήταν στον Ισημερινό, δεν άφηνε πολλές επιλογές στους συλλόγους. Η Ράσινγκ που είχε ως στόχο το πρωτάθλημα αποφάσισε να ρίξει το βάρος εκεί. Στις 28 Φεβρουαρίου έπαιξε για το Λιμπερταδόρες στο Γκουαγιακίλ με την Εμελέκ και έφερε 2-2. Οι βασικοί αποχώρησαν για την Αργεντινή και οι αναπληρωματικοί έμειναν για το δεύτερο σερί ματς στο Εκουαδόρ. Μαζί τους κι ο προπονητής Κόκο Μπαζίλε που πρόλαβε και γριπώθηκε. Για να μην κολλήσει τη «βασική» ομάδα, έμεινε με τις ρεζέρβες που θα έπαιζαν στο Λιμπερταδόρες. Η Βέλεζ αντίθετα, έστειλε τη βασική της ομάδα στο Εκουαδόρ και κράτησε τις ρεζέρβες στο Μπουένος Άιρες.

Αριστερά ο Μέντσο Σααβέδρα έπαιζε στο Εκουαδόρ
Δεξιά οι συμπαίκτες του στην Αργεντινή

Έτσι λοιπόν, έφτασε η μεγάλη ημέρα. Στις 2 το μεσημέρι, ο Κόκο Μπαζίλε είδε τη Ράσινγκ υπό αφόρητη ζέστη, στο υψόμετρο του Κίτο να χάνει με 2-0. Όταν κάπου στο 2ο ημίχρονο έκανε την τελευταία του αλλαγή, με την είσοδο του Γιένες, ο Μπαζίλε έμεινε μόνος του στον πάγκο, χωρίς κανέναν δίπλα του. Λίγη ώρα μετά την ήττα,  ο βοηθός τού Μπαζίλε κατέβαζε τη βασική εντεκάδα στο Ελ Σιλίντρο κι η Ράσινγκ έπαιζε το 2ο παιχνίδι της ημέρας. Αυτή τη φορά κέρδισε με 2-0 τη Βέλεζ που είχε κι αυτή το βοηθό προπονητή της στον πάγκο, παρέα με τον τρίτο τερματοφύλακα και δυο πιτσιρικάδες. Οι οπαδοί της Ακαδημίας με ρεκόρ 1 νίκη-1 ήττα τελείωναν την ήμερα τους (άντε να το εξηγήσεις στην κοπέλα σου και να σε πιστέψει ότι γι’ αυτό δεν βγήκατε), αλλά οι οπαδοί της Βέλεζ μόλις είχαν αρχίσει.

Ρετρό γκολ και λάτιν μουσική

Ήταν η ώρα για το βραδινό ματς στο Γκουαγιακίλ. Με τους οπαδούς της ίσα ίσα να έχουν γυρίσει στο σπίτι τους από τον αγώνα του πρωταθλήματος και να ανοίγουν την τηλεόραση, η Βέλεζ αντιμετώπισε την Εμελέκ σε ένα ματς που τελικά έληξε 2-3. Οι Αργεντίνοι κατέβηκαν  με τον Τσιλαβέρτ στον τέρμα και μαζί του παίκτες όπως ο Μαουρίσιο Πελεγκρίνο και ο γνωστός μας από τον ΠΑΟΚ Πατρίσιο Καμπς. Ο Καμπς μάλιστα σκόραρε δυο φορές και ήταν αυτός που έδωσε τη νίκη. Τελικός απολογισμός και για τη Βέλεζ, 1 νίκη-1 ήττα.

Οι δυο ομάδες κατάφεραν τελικά να κερδίσουν στους θεσμούς που τους ένοιαζε περισσότερο, αλλά το μακροπρόθεσμο πλάνο τους απέτυχε. Η Βέλεζ βγήκε μεν 1η στον όμιλο, αποκλείστηκε όμως αμέσως μετά στους 16 από την Σπόρτινγκ Κριστάλ. Η Ράσινγκ προκρίθηκε ως τρίτη και τελικά έκανε καλύτερη πορεία, φτάνοντας ως τα ημιτελικά του Λιμπερταδόρες, όπου την άφησε εκτός η Κριστάλ. Το δε πρωτάθλημα που η Ράσινγκ είχε θεωρητικά ως στόχο κατέληξε στα χέρια της Ρίβερ. Η Ράσινγκ βγήκε μόλις 7η, ενώ η… αδιάφορη της δεύτερης αγωνιστικής Βέλεζ κατέκτησε την 5η θέση. Αν είχε κερδίσει εκείνο το ματς με τη Ράσινγκ θα μπορούσε να είχε βγει 2η. Ο όρος «χρειαζόμαστε μεγάλο ρόστερ» πήρε άλλη ερμηνεία μετά από εκείνη την ημέρα.

Σκοτώνοντας για τα χρώματα

  [2 Σχόλια]

Σε μια χώρα όπως η Αργεντινή που ζει με το ποδόσφαιρο και έχει ομάδες με κόσμο ανεξάρτητα από τίτλους και επιτυχίες, υπάρχουν και πολλά «κλάσικο». Δυστυχώς όμως, στην ίδια χώρα η βία στο ποδόσφαιρο συνεχίζει με τον ίδιο ασταμάτητο ρυθμό. Το «κλάσικο» της πόλης Κόρδοβα δεν είναι διάσημο διεθνώς, για τους κατοίκους της όμως είναι το πιο σημαντικό ματς της χρονιάς. Με περηφάνια θα σας πουν ότι είναι το τρίτο αρχαιότερο ντέρμπι της Αργεντινής μετά το Μπόκα-Ρίβερ και το ντέρμπι του Ροσάριο. Μπελγκράνο και Ταγιέρες αναμετρήθηκαν για πρώτη φορά το 1914 και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να χωρίζουν την Κόρδοβα στα δύο.

Μια που οι δύο σύλλογοι δεν είναι και οι πιο μεγάλοι στη χώρα, για 15 χρόνια δεν συναντήθηκαν στην Α’ εθνική, με το τελευταίο τους ματς στην Πριμέρα να είναι αυτό του μακρινού πλέον 2002. Έτσι, ο αγώνας του περασμένου Σαββάτου στο Εστάδιο Μάριο Αλμπέρτο Κέμπες ήταν ένα τεράστιο γεγονός για την πόλη, χωρίς να κοιτούν ότι η 29η (!) Μπελγκράνο υποδεχόταν την 10η Ταγιέρες. Υπό κανονικές συνθήκες, ο κόσμος θα μιλούσε για έναν αγώνα που έληξε με 1-1. Δυστυχώς όμως, ήρθε ένα άλλο γεγονός να επισκιάσει τα όσα έγιναν.

Σε έναν ιδανικό κόσμο θα μιλούσαμε για την υποδοχή των 57.000 οπαδών της Μπελγκράνο

Για όσους δεν το διάβασαν κάπου, η ιστορία είναι τραγική. Στο ημίχρονο του ντέρμπι, οι κάμερες κατέγραψαν ένα απίστευτο γεγονός. Οπαδοί της Μπελγκράνο χτυπούσαν έναν άνθρωπο, τον οδήγησαν στα κάγκελα και τον εξανάγκασαν να πέσει από την κερκίδα. Ο άτυχος οπαδός μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο με σοβαρό χτύπημα στο κεφάλι, ήταν κλινικά νεκρός και τελικά έχασε τη ζωή του αργότερα. Ήταν ο 20χρονος Εμανουέλ Μπάλμπο που πήγε στο γήπεδο για να δει την αγαπημένη του Μπελγκράνο. Αρχικά, αναφέρθηκε ότι έγιναν κάποιες συγκρούσεις μεταξύ οπαδών, ότι ένας φίλος της Ταγιέρες βρέθηκε ανάμεσα σε αυτούς της Μπελγκράνο. Τα πράγματα είναι όμως ακόμα χειρότερα γιατί απ’ ότι φαίνεται δεν ήταν ένα τυχαίο αποτέλεσμα μιας φασαρίας, αλλά ουσιαστικά μια εντολή θανάτου που πάτησε πάνω στο τυφλό μίσος της οπαδικής βίας.

Πριν πέντε χρόνια, ο Εμανουέλ είχε χάσει τον τότε 14χρονο αδερφό του. Ο πιτσιρικάς σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μιας αυτοσχέδιας κόντρας και η οικογένεια Μπάλμπο πιστεύει ότι οδηγός που χτύπησε, παράτησε και σκότωσε τον γιο της ήταν ο Όσκαρ Γκόμες. Για κακή τύχη όλων, ο Όσκαρ είναι κι αυτός οπαδός της Μπελγκράνο και βρέθηκε στην ίδια εξέδρα με τον Εμανουέλ στο ντέρμπι του Σαββάτου. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο Εμανουέλ  όταν είδε τον «φονιά» του αδερφού του, πήγε να του ζητήσει τον λόγο. Η συζήτηση ξέφυγε κι ο Όσκαρ (που μάλλον είναι και οργανωμένος οπαδός της ομάδας) για να γλιτώσει, έκανε κάτι αισχρό. Άρχισε να φωνάζει ότι ο Εμανουέλ είναι οπαδός της Ταγιέρες. Οι φίλοι του ανέλαβαν από εκεί και πέρα και άρχισαν να χτυπούν τον Εμανουέλ, μέχρι που από αυτός έπεσε από την εξέδρα. Οι αρχές έχουν συλλάβει τέσσερα ακόμα άτομα, ενώ η δικηγόρος του Όσκαρ δήλωσε ότι ο πελάτης της είναι αθώος και ότι το θύμα… αυτοκτόνησε. Κάπου στην κόλαση, υπάρχει ειδική αίθουσα γι’ αυτούς τους δικηγόρους.

Από αυτή την τραγική ιστορία εγκληματικότητας και τυφλής βίας που μοιάζει με σενάριο ταινίας, το μόνο καλό είναι ότι ο κόσμος στην Κόρδοβα εμφανίστηκε ενωμένος. Οπαδοί των Μπελγκράνο και Ταγιέρες βγήκαν στους δρόμους με τις φανέλες τους, μαζί με οπαδούς άλλων ομάδων, ζητώντας δικαιοσύνη με το σύνθημα «Ούτε ένας οπαδός λιγότερος». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το χάσταγκ «Δεν είμαστε εχθροί», οπαδοί της Ταγιέρες φωτογραφίζονταν με τις φανέλες της ομάδας τους κλείνοντας το ένα μάτι (το παρατσούκλι της Μπελγκράνο είναι πειρατές), ενώ οπαδοί της Μπελγκράνο σχημάτιζαν το «Τ» της Ταγιέρες. Μία από τις λίγες φορές που οι εχθροί βρέθηκαν τόσο κοντά.

Το ερώτημα όμως είναι αν αρκούν όλα αυτά ή θα ξεχαστούν και μόνο η οικογένεια Μπάλμπο θα ζει με το πένθος του χαμού δύο παιδιών της. Ένα εξαιτίας της ηλιθιότητας αυτών που κάνουν κόντρες και ένα εξαιτίας του μίσους που ζει στα γήπεδα. Το παρελθόν της χώρας στη βία δεν μας αφήνει να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι.

Ραμόν Αγκίρε Σουάρες: Ο πιο σκληρός παίκτης της Αργεντινής

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Λατινικής Αμερικής υπήρχαν πολλοί σκληροί και βρώμικοι παίκτες. Ελάχιστοι όμως άφησαν το στίγμα τους όπως ο Ραμόν Αγκίρε Σουάρες. Από πιτσιρικάς στις Ακαδημίες της Εστουδιάντες Λα Πλάτα, αυτός κι οι συνομήλικοί του αποτέλεσαν μια φουρνιά που ξεχώρισε στις μικρές ομάδες και ο σπουδαίος προπονητής Οσβάλντο Ζουμπελντία ανέβασε αρκετούς στην πρώτη ομάδα, μεταξύ τους και τον αργό, αλλά δυνατό Σουάρες, τον κεντρικό αμυντικό που έψαχνε. Ο Ραμόν στα 18 του έκανε ντεμπούτο το 1966 σε μια από τις σημαντικότερες ομάδες και πιο μισητές ομάδες όλων των εποχών στο ποδόσφαιρο. Η Εστουδιάντες μερικούς μήνες αργότερα, κατακτούσε το πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο. Γινόταν ο πρώτος σύλλογος της Αργεντινής εκτός από τους «μεγάλους πέντε» που κατακτούσε πρωτάθλημα στη χώρα.

Ο «Νέγκρο» (εξαιτίας του σκούρου δέρματος) δεν χρειαζόταν να λέει πολλά. Έμπαινε στο γήπεδο για να κάνει τη δουλειά. Σε ψάρωνε με το ύφος του και αν δεν αρκούσε αυτό, προχωρούσε στο παρασύνθημα. Χρησιμοποιούσε οποιονδήποτε τρόπο για να σε σταματήσει. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι παίκτες της Εστουδιάντες είχαν μαζί τους βελόνες για να τσιμπάνε τους αντιπάλους. Για τον Σουάρες αναφέρεται ότι όταν χτυπούσε κάποιον αντίπαλο, πήγαινε σαν μετανιωμένος να δει με ενδιαφέρον τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και στα κρυφά του ζουπούσε το μάτι με το δάχτυλο. Στη συνέχεια τον σήκωνε όρθιο τραβώντας τον από το δέρμα κάτω από τις μασχάλες, κάτι που πιστέψτε με, πονούσε πολύ. Στα κόρνερ είχε στα χέρια του χώμα και το πετούσε στα μάτια του αντίπαλου τερματοφύλακα. Αν ο τερματοφύλακας φορούσε καπέλο (κάτι σύνηθες εκείνα τα χρόνια), του το κατέβαζε την τελευταία στιγμή για να μη βλέπει. Για τραβήγματα μαλλιών και αγκωνιές δεν χρειάζεται να πω κάτι, αυτά ήταν συνηθισμένα. Μέχρι πού είναι η αλήθεια και πού η λατινοαμερικάνικη υπερβολή δεν ξέρει κανείς. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι εκτός από το πρωτάθλημα του 1967, είχε και μια ακόμα πρωτιά, εκείνη των περισσότερων καρτών. Με τις τιμωρίες να μην είναι τόσο αυστηρές εκείνα τα χρόνια, ο Σουάρες και τα άλλα καλόπαιδα της Εστουδιάντες είχαν ουσιαστικά μια ασυλία εκ του συστήματος και την εκμεταλλεύονταν.

«Δεν έχω δει ξανά κάποιον σαν αυτόν, είναι σαν να βλέπεις έναν άνθρωπο των σπηλαίων που προστατεύει μέχρι θανάτου την περιοχή του»
– Ρομπέρτο Περφούμο, παίκτης της Ράσινγκ

Το Μετροπολιτάνο όμως ήταν μόνο η αρχή. Η Εστουδιάντες, μια ομάδα παικτών-εργατών, με ηγέτη τον Κάρλος Μπιλάρδο και πιο ποιοτικό παίκτη τον Χουάν Ραμόν Βερόν που λίγα χρόνια αργότερα θα έπαιζε στον Παναθηναϊκό, την αμέσως επόμενη χρονιά κατέκτησε το Κόπα Λιμπερταδόρες απέναντι στην Παλμέιρας. Πιο πολύ όμως και από τον τελικό, έχουν μείνει οι ημιτελικοί-εμφύλιοι με τη Ράσινγκ Κλουμπ. Η Εστουδιάντες είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα του ’67 απέναντί της και η κόντρα πέρασε κάθε όριο σε εκείνα τα ματς. Η πρόκριση κρίθηκε σε τρίτο παιχνίδι και ο Σουάρες αποβλήθηκε μαζί με τον Άλφιο Μπαζίλε, σε έναν καβγά που δημιούργησαν οι ίδιοι και στον οποίο συμμετείχαν και οι πάγκοι των ομάδων. Ο Σουάρες (πολύ πριν από τον Βίνι Τζόουνς) είχε πιάσει τα… καλαμπαλίκια ενός αντιπάλου, ο Μπαζίλε πήγε και του έκανε το ίδιο, ο επόπτης ενημέρωσε τον διαιτητή, οι δυο παίκτες αποβλήθηκαν και ένας τρομερός καβγάς ξέσπασε στο γήπεδο. Η τότε χούντα της Αργεντινής για να αντιμετωπίζει το ξύλο που έπεφτε είχε φτιάξει έναν νόμο που οι παίκτες πήγαιναν φυλακή για 30 μέρες σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Σουάρες, ο Μπαζίλε (και ακόμα δυο παίκτες που αποβλήθηκαν αργότερα) κατέληξαν στις γνωστές μας φυλακές του Ντεβότο. Μετά από την επιμονή των ομάδων, βγήκαν πριν εκτίσουν όλη την ποινή. Σε μια συνέντευξή του, ο Κόκο Μπαζίλε είχε πει ότι σε εκείνα τα παιχνίδια υπήρχαν πάντα αρκετά ασθενοφόρα και περιπολικά έξω από το γήπεδο για κάθε ενδεχόμενο.

Συλλεκτικές ομορφιές από τον ημιτελικό (προσέχουμε το φάουλ στα 7″ και τον παίκτη που «ανησυχεί» για τον αντίπαλό του), το πανέμορφο γκολ της πρόκρισης με ψαλιδάκι του μπαμπά Βερόν, ο Σουάρες το είδε από το κρατητήριο

Η Εστουδιάντες είχε γίνει πλέον μια από τις πιο αντιπαθείς ομάδες στους ουδέτερους. Έτσι, ο πρόεδρος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και οργάνωσε φιλικό με την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε. Αλλά τα φιλικά είναι για τα κοριτσάκια, όπως όλοι στην ομάδα ήξεραν. Ο Σουάρες κατάφερε και αποβλήθηκε ξανά, ενώ η ομάδα του έχασε με 4-2. Να υπενθυμίσουμε ότι τότε δεν είχαμε αποβολές για ψύλλου πήδημα, έπρεπε να γίνει κάτι δολοφονικό. Παρ’ ότι δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για τον συγκεκριμένο αγώνα, αναφέρεται ότι ο διαιτητής δήλωσε: «κανονικά έπρεπε να το διακόψω, αλλά λυπήθηκα όλους αυτούς τους φιλάθλους που ήρθαν στο γήπεδο».


Το θύμα του Σουάρες, Νέστορ Κομπέν

Οι «πιντσαράτας» κέρδισαν και τα δυο επόμενα Λιμπερταδόρες και όπως ήταν φυσικό έπαιξαν ακόμα δύο Διηπειρωτικά. Λίγους μήνες αργότερα, το ποδόσφαιρο της Αργεντινής θα ζούσε μια από τις πιο μαύρες σελίδες του, στη ρεβάνς του 3-0 του πρώτου αγώνα με την Μίλαν για το Διηπειρωτικό, όταν και έπεσε το ξύλο της αρκούδας. Ο Σουάρες από τα πρώτα λεπτά είχε κάνει τουλάχιστον δυο δολοφονικά φάουλ με τις τάπες. Το ρέκβιέμ του ήταν η αγκωνιά στο δύσμοιρο Γαλλο-αργεντινό Νέστορ Κομπέν που αποχώρησε με κάταγμα στη μύτη και το ζυγωματικό. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Σουάρες πήγε φυλακή και καθώς αυτή τη φορά η κατακραυγή ήταν διεθνής, εξέτισε όλη την ποινή μετά από απαίτηση του καθεστώτος, ενώ τιμωρήθηκε και με πέντε χρόνια απουσίας από διεθνείς αγώνες. Πολλές ευρωπαϊκές ομάδες αποφάσισαν να σταματήσουν τη συμμετοχή τους (ας μην ξεχνάμε ότι ο Παναθηναϊκός έπαιξε αντί του Άγιαξ δυο χρόνια αργότερα) στο θεσμό. Ένα ακόμα παράσημο του Σουάρες.


Από τα χρόνια στην Ισπανία

Ο κύκλος του Σουάρες στην Εστουδιάντες έκλεισε το 1971, με ένα πρωτάθλημα, τρία Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Επόμενος σταθμός του η Ισπανία και η Γρανάδα. Εκεί, βρέθηκε και πάλι στο στοιχείο του. Μαζί με τον επίσης σέντερ μπακ Παραγουανό Πέδρο Φερνάντες και τον Ουρουγουανό Χούλιο Μοντέρο Καστίγιο (πατέρα του Πάoλο Μοντέρο, σέντερ μπακ της Γιουβέντους), αποτέλεσαν τους λεγόμενους «Χασάπηδες της Γρανάδα» και όχι γιατί έκαναν μπάρμπεκιου με τις οικογένειές τους. Μια μικρή ομάδα που μόλις είχε ανέβει στην Α’ εθνική της Ισπανίας, μεταμορφώθηκε σε «φονέας των γιγάντων» (με έμφαση στο φονέας). Τη σεζόν 1971-72 κέρδισαν σε τέσσερις συνεχόμενες αγωνιστικές Μπιλμπάο, Μπαρσελόνα, Ρεάλ Μαδρίτης και Σεβίλλη. Το ξύλο που έπεφτε ήταν ανελέητο. Σε χρόνια που οι κίτρινες έβγαιναν με μεγάλη δυσκολία, ο Σουάρες τις μάζευε σαν στραγάλια. Οι «Χασάπηδες» έκαναν μέχρι και «σκετσάκι», κάνοντας ότι μαλώνουν και πλακώνονται μεταξύ τους για να τρομάζουν οι αντίπαλοι. «Το να παίζεις στη Γρανάδα, είναι σαν να πηγαίνεις στον πόλεμο» είχε πει ο Ασένσι της Μπάρτσα, ενώ ο συμπαίκτης του Τσάρλι Ρέσακ είχε πει: «τι τυχεροί οι ταύροι που δεν περνούν αυτά που περνάμε εμείς σε αυτό το γήπεδο». Ο ντι Στέφανο είχε ανοίξει πόλεμο με τη Γρανάδα ως προπονητής της Βαλένθια τότε, αφού είδε σε δυο διαδοχικές σεζόν, δυο παίκτες του να τραυματίζονται από τον Σουάρες και να πηγαίνουν στο νοσοκομείο. Ο δεύτερος με διπλό κάταγμα στο πόδι του. Ο Κάρλος Σαντιγιάνα της Ρεάλ που έφαγε μια αγκωνιά στο σαγόνι, έμεινε έξω για καιρό. Πολλοί προπονητές φύλαγαν τους καλούς τους παίκτες όταν έπαιζαν με τη Γρανάδα, όπως π.χ. τον Κρόιφ. Την πρώτη σεζόν του Σουάρες, η Γρανάδα δεν έχασε κανένα παιχνίδι εντός, βγήκε έκτη και οριακά έμεινε εκτός Ευρώπης.

Χαρακτηριστική για τους «Χασάπηδες» έχει μείνει η ιστορία του Αμάνθιο Αμάρο, ενός εμβληματικού παίκτη της Ρεάλ, κάτι σαν τον Κριστιάνο της εποχής. Ο Φερνάντες σε ένα παιχνίδι τού είχε κάνει δολοφονικό τάκλιν στο καλάμι και ξεκίνησε βεντέτα. Δυο χρόνια μετά, στο Μπερναμπέου, Φερνάντες και Σουάρες είχαν εκνευρίσει τον Αμάρο με συνεχείς κλωτσιές και σε κάποια φάση ο τελευταίος έριξε μια κλωτσιά από πίσω στον Φερνάντες που οδήγησε σε γενική σύρραξη. Ο Φερνάντες τότε του είπε: «Αν ξαναπατήσεις στη Γρανάδα, θα σε σκοτώσω». Πράγματι, τις επόμενες δύο σεζόν ο Αμάρο έμεινε στη Μαδρίτη. Την τρίτη χρονιά όμως θεώρησε ότι το θέμα θα είχε ξεχαστεί (άνθρωποι είμαστε βρε αδερφέ) και έτσι συνάντησε ξανά τον Φερνάντες. Η συνέχεια επί της οθόνης, κάντε υπομονή μέχρι το τέλος, αξίζει:

«Δεν ήταν εσκεμμένο. Τέτοια χτυπήματα συμβαίνουν»
(αληθινά λόγια του Φερνάντες σε συνέντευξή του το 2011)

Ο Αμάρο είδε τον τετρακέφαλό του να διαλύεται, οι γιατροί (αφού έκαναν καμιά κατοσταριά ράμματα) είπαν ότι τέτοια ζημιά την είχαν δει μόνο σε ταυρομάχο που έπεσε πάνω του ταύρος με τα κέρατα. Το θύμα ουσιαστικά σταμάτησε το ποδόσφαιρο μετά από αυτό το χτύπημα. Ο Φερνάντες τιμωρήθηκε για 15 αγωνιστικές και σαράντα χρόνια περίπου μετά ακόμα λέει με παράπονο ότι ήταν από τους πρώτους που τιμωρήθηκαν χάρη στο βίντεο. Ο δε Αμάρο είχε κάνει την αμίμητη δήλωση: «‘Ήμουν τυχερός που δεν σηκώθηκα μετά το χτύπημα γιατί από πάνω μου ήταν ο Σουάρες». Σε ένα άλλο ματς, ο μπαμπάς Μοντέρο είχε πει στον Αργεντίνο «Μπαμπίνο» Βέιρα την εξής ατάκα: «Μπαμπίνο, σήμερα παίξε στα πλάγια» «Γιατί;» «Γιατί το κέντρο θα είναι Βιετνάμ».

Μετά τη Γρανάδα, ο Σουάρες πήγε στη Σαλαμάνκα και τελικά έκλεισε την καριέρα του στην Λανούς. Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, έγινε καθηγητής φυσικής αγωγής σε σχολείο. Το σπίτι του δεν έμοιαζε με αυτά των περισσότερων βετεράνων ποδοσφαιριστών. Δεν είχε φωτογραφίες, μετάλλια, ποδοσφαιρικά σουβενίρ. «Δεν είμαι νοσταλγικός. Μας έβαλαν την ταμπέλα του αντι-ποδοσφαίρου, ότι χρησιμοποιούσαμε καρφίτσες, ότι πετούσαμε χώμα στα μάτια των αντιπάλων. Τίποτα δεν ήταν αλήθεια. Ήταν όλα εφευρέσεις των δημοσιογράφων». Αν και δεν πείθει κανέναν, στα επόμενα λόγια είχε δίκιο. «Ήμασταν πρωτοπόροι. Κάναμε καλοκαιρινή προετοιμασία σαν κανέναν άλλον. Προπόνηση με χαλάζι, με βροχή. Ανάλυση τακτικής στον πίνακα. Κομπίνες στα στημένα. Ξέραμε τον κανονισμό τέλεια και πώς να τον εκμεταλλευτούμε. Παίξαμε πρώτοι το οφσάιντ και έλεγαν ότι είναι αντιποδοσφαιρικό, αλλά μετά μας ακολούθησαν». Ο Ραμόν Αλμπέρτο Αγκίρε Σουάρες, ο ψηφισμένος ως πιο σκληρός ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Αργεντινής, πέθανε σε ηλικία 68 ετών στις 29 Μαΐου του 2013, το πιο γνήσιο τέκνο μιας διαφορετικής ποδοσφαιρικής εποχής.

Αεροπλάνα, λεωφορεία και δανεικές φανέλες

  [Καθόλου σχόλια]

Σε μια χώρα που περίπου τα 13 από τα 40 εκατομμύρια των κατοίκων της βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Μπουένος Άιρες, είναι λογικό και στο πρωτάθλημά της οι περισσότεροι σύλλογοι να είναι από εκεί.  Όταν πάρθηκε η (κωμική) απόφαση να γίνει ένα πρωτάθλημα με 30 ομάδες, μία από τις δικαιολογίες ήταν και το να εκπροσωπηθούν κι άλλα μέρη της Αργεντινής στην Α’ Εθνική. Ένα από αυτά κι η επαρχία Τουκουμάν, η μικρότερη της Αργεντινής, κάπου στα βορειοδυτικά της χώρας. 1300 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, το Σαν Μιγκέλ είχε ελάχιστες φορές τη χαρά να δει την αρχαιότερη ομάδα του, την Ατλέτικο Τουκουμάν στην 1η κατηγορία. Η Τουκουμάν, που ιδρύθηκε το 1902, κατάφερε πέρσι να συμμετέχει στο πρωτάθλημα των 30 ομάδων (ή αλλιώς γνωστό και ως «είδα φως και μπήκα»). Δεν μπήκε όμως απλά, έκανε μια ονειρική χρονιά και πήρε την 3η θέση στο 2ο όμιλο του πρωταθλήματος, κάνοντας ταυτόχρονα όνειρα για να παίξει πρώτη φορά στο Λιμπερταδόρες.

Η Αργεντινή βγάζει έξι ομάδες στη διοργάνωση, τις τέσσερις πρώτες του πρωταθλήματος, την κυπελλούχο και μία ακόμα. Η πέμπτη συνολικά στη βαθμολογία ήταν η Τουκουμάν. Ένα εισιτήριο για το Λιμπερταδόρες, μπορεί να μην έχει τα χρήματα του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά είναι μια τεράστια ευκαιρία για κάθε σύλλογο.  Με τους κανονισμούς όμως να αλλάζουν συχνά, οι «μεγάλοι» θεώρησαν την μικρή Ατλέτικο ως εύκολο θύμα και πήγαν να την πετάξουν έξω. Αρχικά ήταν η Ιντεπεντιέντε αυτή που ήθελε μπαράζ με την Ατλέτικο, καθώς είχε βγει 3η στον 1ο όμιλο και το θεωρούσε δίκαιο (παρ’ ότι είχε 3 βαθμούς λιγότερους στη συνολική βαθμολογία). Κάπου εκεί μπήκε στην κουβέντα κι η Ράσινγκ που ζητούσε να βγει η ομάδα με τον καλύτερο συντελεστή promedio (μ.ο. βαθμών ανά αγώνα), που χρησιμοποιείται κυρίως για τον υποβιβασμό. Μαντεύετε ποια ομάδα τον είχε; Φυσικά η Ράσινγκ. Η αποθέωση ήταν όταν εμφανίστηκαν ομάδες που ζητούσαν το εισιτήριο να δοθεί στο επόμενο πρωτάθλημα (2016-17) χωρίς να έχει λήξει. Πρότειναν όποια ομάδα θα ήταν πιο μπροστά στις 31 Δεκεμβρίου του 2016 να πάρει και το έκτο εισιτήριο.


Οι περήφανοι… Τουκουμάνοι βγήκαν στους δρόμους για το 6ο εισιτήριο

Ο πρόεδρος της Τουκουμάν, έχοντας την προκήρυξη του πρωταθλήματος (και το δίκαιο) μαζί του, βγήκε στην αντεπίθεση, ενώ κι οι οπαδοί κατέβηκαν στους δρόμους της πόλης. Όταν είσαι μια ομάδα με σκάρτες δέκα παρουσίες στην Α’ Εθνική και τόσο μακριά από τα κέντρα αποφάσεων, πρέπει να κυνηγάς ακόμα και τα αυτονόητα. Τελικά, κατά τα μέσα Οκτωβρίου, η Ατλέτικο δικαιώθηκε από την Ομοσπονδία και σφράγισε το διαβατήριο.

Η κλήρωση έφερε στα προκριματικά αντίπαλο την Ελ Νασιονάλ από το Εκουαδόρ. Το κατάμεστο Μονουμεντάλ Χοσέ Φιέρο έζησε το 1-0 μόλις στο 1ο λεπτό της συνάντησης, η συνέχεια δεν ήταν όμως ιδανική. Πρώτα ο μέγας γκολεαδόρ-παστελωτής Φέλιξ Μπόρχα (ναι, ΑΥΤΟΣ ο Μπόρχα) πήδηξε σαν την κόμπρα μετά από γιόμα σε πλάγιο και ισοφάρισε κι αργότερα η Ελ Νασιονάλ ισοφάρισε ξανά για το τελικό 2-2.

Εκτός από το σκορ, ήταν και τα 2800 μέτρα υψόμετρο του Κίτο που έκαναν τη ρεβάνς δύσκολη. Η διοίκηση αποφάσισε η ομάδα να πάει τελευταία στιγμή, ώστε οι παίκτες να επηρεαστούν το λιγότερο δυνατό από την έλλειψη οξυγόνου. Η Ατλέτικο έφτασε στο Γκουαγιακίλ του Εκουαδόρ, αλλά εκεί άρχισαν τα προβλήματα. Ενώ ήταν να πετάξει στις τρεις το μεσημέρι για το Κίτο, η απογείωση καθυστερούσε και τελικά οι αρχές απαγόρευσαν την πτήση, με τη δικαιολογία ότι η αεροπορική εταιρεία δεν είχε άδεια για πτήσεις τσάρτερ στο Εκουαδόρ.

Οι πανικόβλητοι άνθρωποι της Ατλέτικο βρήκαν άλλη αεροπορική εταιρεία και μια πτήση που έφευγε… 40 λεπτά πριν την έναρξη του αγώνα. Όσοι ήταν πιο χρήσιμοι (προπονητής και παίκτες) μπήκαν στο αεροπλάνο και όσοι δεν χωρούσαν έμειναν πίσω, μεταξύ τους και 88 φίλαθλοι που θα έπαιρναν επόμενη πτήση. Την ίδια στιγμή, άλλοι φίλοι της Τουκουμάν, είχαν εγκλωβιστεί στο Περού αφού το ταξιδιωτικό τους γραφείο τα θαλάσσωσε. Αυτοί δυστυχώς δεν βρήκαν λύση.

«Παιδιά στην άκρη, έχουμε ματς»

Πίσω στο Κίτο, η Ελ Νασιονάλ συμφώνησε να μετατεθεί ο αγώνας για 45 λεπτά (όσο ορίζει ο κανονισμός), αλλά ούτε λεπτό παραπάνω. Με ώρα έναρξης τις 21.15, το αεροπλάνο προσγειώθηκε στις 21.30. Την στιγμή που ο πρόεδρος της Ελ Νασιονάλ δήλωνε ότι έπρεπε να τηρηθεί ο κανονισμός, ο προπονητής ότι «θα περιμένουν 5-10 λεπτά ακόμη» (λες και ήταν ματσάκι 5Χ5) και οι παίκτες της ότι θέλουν να περιμένουν, ο πρέσβης της Αργεντινής, περιπολικά και άντρες του στρατού συνόδευαν το λεωφορείο της Τουκουμάν που πήγαινε σφαίρα για να προλάβει τη σέντρα.

Κατά τις 22.10 το λεωφορείο έφτασε στο γήπεδο, οι παίκτες με τα παπούτσια στο χέρι, ετοιμάζονταν στα γρήγορα και όρθιοι, αλλά υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Οι φανέλες δεν είχαν φτάσει. Για καλή τύχη της Ατλέτικο Τουκουμάν, τις ίδιες μέρες στο Κίτο βρισκόταν η εθνική U20 της Αργεντινής για το πρωτάθλημα Ν. Αμερικής και έτσι δανείστηκε τις φανέλες της. Οι παίκτες της Τουκουμάν ένιωσαν διεθνείς για τα καλά, φόρεσαν αλμπισελέστε εμφανίσεις, στις 22.38 βγήκαν στο χορτάρι και με 5′ ζέσταμα το ματς ξεκίνησε περίπου 1,5 ώρα μετά την κανονική του ώρα.

Οι ταλαιπωρημένοι παίκτες της Τουκουμάν, με άλλα ονόματα και άλλες φανέλες κυριάρχησαν στο χορτάρι και κατάφεραν να κάνουν την ανατροπή. Ένα γκολ του Φερνάντο Σαμπέδρι (του οποίου η φανέλα έγραφε Λαουτάρο Μαρτίνες) στο 63΄έγραψε το τελικό 0-1 και οι παίκτες πανηγύρισαν με τους ηρωικούς εκδρομείς, πολλοί εκ των οποίων είχαν κάνει οδικώς το ταξίδι των 4.600 χιλιομέτρων που κράτησε πέντε μέρες. Ο προπονητής Πάμπλο Λαβαγιέν σε κατάσταση ευφορίας δήλωνε ότι όλα οφείλονται στους παίκτες και υπονόησε ότι πίσω από το φιάσκο με το αεροπλάνο ήταν η Ελ Νασιονάλ (Σημείωση: η αεροπορική εταιρεία επέμενε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με την άδειά της, ενώ η Ελ Νασιονάλ είναι η ομάδα του στρατού του Εκουαδόρ) για να κλείσει δείχνοντας τον ουρανό και λέγοντας «Ο Θεός είναι δίκαιος». Δυστυχώς δεν ήταν δίκαιος για έναν 24χρονο φίλαθλο της Ατλέτικο με καρδιακά προβλήματα που από την αγωνία του δεν άντεξε και έφυγε από τη ζωή περίπου στο 15′ του αγώνα, ενώ έβλεπε το ματς στο Τουκουμάν.

Η φοβερή υποδοχή στη ρεβάνς με την Τζούνιορ

Στην επόμενη φάση η Ατλέτικο κληρώθηκε με την Ατλέτικο Τζούνιορ από την Κολομβία και μετά από την ήττα με 1-0 εκτός έδρας (για την οποία κάποιοι φίλαθλοι έκαναν πάνω από 7.000 χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο από το Τουκουμάν), κατάφερε στη ρεβάνς με ένα εξαιρετικό 1ο ημίχρονο να κερδίσει 3-1 και να προκριθεί για πρώτη φορά στην ιστορία της στη φάση των ομίλων του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η Πλατεία Ανεξαρτησίας γέμισε από τους κυανόλευκους οπαδούς που πανηγύρισαν την τεράστια πρόκριση σε έναν όμιλο με την Παλμέιρας, τη Χόρχε Βίστελρμαν και την Πενιαρόλ. Οι ελπίδες της μικρούλας Ατλέτικο Τουκουμάν για πορεία στο Λιμπερταδόρες είναι λίγες, αλλά όταν έχει ξεπεράσει τόσες αναποδιές, το λιγότερο που δικαιούται είναι να διασκεδάσει με την ψυχή της αυτή τη συμμετοχή. Μαζί με τον πιστό της κόσμο που έχει γράψει χιλιάδες χιλιόμετρα.

Ποιος θα πάρει τούτη τη φανέλα;

  [Καθόλου σχόλια]

Όσοι από εμάς πηγαίνουμε ή πηγαίναμε παλιότερα στο γήπεδο έχουμε συνηθίσει μια σκηνή, ειδικά σε εκτός έδρας παιχνίδια, εκεί που είσαι στοιβαγμένος συνήθως σε ένα πέταλο.  Την στιγμή που οι ποδοσφαιριστές θα έρθουν μετά την μεγάλη επιτυχία να σε ευχαριστήσουν και κάποιος θα σου πετάξει μια φανέλα. Η φανέλα αυτή είναι ικανή να ξεκινήσει εμφύλιο πόλεμο, αφού γίνεται ένας πολύτιμος θησαυρός που φτάνει μερικές φορές να οδηγήσει μέχρι και σε ξύλο. Κάποιες φορές σκίζεται η φανέλα, κάποιες φορές σκίζονται τα ρούχα αυτών που μαλώνουν, καρδιές χαλάνε, φιλίες καταστρέφονται. Φαίνεται όμως, ότι κάπου αλλού έχουν βρει την λύση.

Ο Τσίτσο Μινγκοράνσε είναι ένας Αργεντινός ποδοσφαιριστής που βγάζει το ψωμί του στη Μουνισιπάλ της Γουαταμέλας. Μετά το νικηφόρο εκτός έδρας ματς επί της Πεταπά, ο Τσίτσο έδινε συνέντευξη στην τηλεόραση και οι οπαδοί ζητούσαν να πάει κοντά τους, καθώς είναι ιδιαίτερα αγαπητός. Τους άκουσε και πήγε στους εκδρομείς (μην φανταστείτε καμιά τεράστια απόσταση) για να αποθεωθεί, να βγει φωτογραφίες μαζί τους και στο τέλος να πετάξει τη φανέλα του. Ως συνήθως σε τέτοιες στιγμές επικρατεί το χάος. Δυο φίλοι της Μουνισιπάλ άρχισαν να τραβούν τη φανέλα (που έδειξε μεγάλες αντοχές) και το ματς ήταν ισοπαλία. Κάπου εκεί επικράτησε η δημοκρατία ή έστω η κωλοφαρδία. Ένας σχετικά ογκώδης συνοπαδός τους πήρε την κατάσταση στα χέρια, τους χώρισε και αποφάσισε να κρίνει το ματς με την επιστημονική μέθοδο κορώνα ή γράμματα. Το αποτέλεσμα έγινε σεβαστό από τον χαμένο, οι δύο (προφανώς) γνωστοί αγκαλιάστηκαν σαν Άγγλοι λόρδοι σε κλαμπ κυρίων και μια ακόμα νίκη κατά της (εμφύλιας) βίας στα γήπεδα επιτεύχθηκε.

Ο ακούραστος Ράφα Μάρκες

  [2 Σχόλια]

Η αλήθεια είναι ότι στα προκριματικά για το Μουντιάλ, λίγοι ασχολούνται με τη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική. Οι περισσότερες ομάδες που συμμετέχουν είναι απλά παραδεισένιοι προορισμοί διακοπών ή παραδεισένιοι προορισμοί μαύρου χρήματος (ή και τα δύο μαζί). Από αυτές τις ομάδες καταλήγουμε σε ένα πρωταθληματάκι έξι χωρών, εκ των οποίων προκρίνονται οι τρεις και η τέταρτη παίζει μπαράζ με ομάδα της Ασίας. Είναι συνεπώς αρκετά δύσκολο για τις «μεγάλες» ομάδες να μείνουν εκτός. Το ενδιαφέρον κινείται περισσότερο στο ας πούμε «κλάσικο» μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού. Το πιο μεγάλο παιχνίδι ποδοσφαίρου εθνικών χωρών σε αυτόν τον όμιλο.

Και αν πάντα υπήρχε σημαντικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ματς, η μοίρα έφερε τη συνάντησή τους να γίνεται το Νοέμβριο ελάχιστες μέρες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Μεξικάνοι ταξίδεψαν στο Οχάιο νιώθοντας το βάρος ότι εκπροσωπούν ένα ολόκληρο έθνος, απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ που αποκάλεσε τους Μεξικάνους μετανάστες «εγκληματίες και βιαστές» και υποσχέθηκε να χτίσει ένα τείχος που θα τους κρατήσει εκτός των ΗΠΑ. Το Μεξικό βέβαια δεν βρήκε κάποιο εχθρικό γήπεδο απέναντί του, το κλίμα ήταν όπως πάντα ένα κλίμα ποδοσφαιρικού και μόνο ντέρμπι. Οι παίκτες μάλιστα πριν τον αγώνα αποφάσισαν να αλλάξουν τελετουργικό και δεν βγήκαν χωριστά φωτογραφίες, αλλά μία κοινή, προς τιμή των Αμερικάνων ποδοσφαιριστών που ήθελαν να περάσουν το δικό τους μήνυμα συναδελφικότητας.

Το παιχνίδι ήταν όπως πάντα με ένταση και το Μεξικό εκτός από το ψυχολογικό βάρος του Τραμπ είχε να αντιμετωπίσει και την κακή παράδοση με τέσσερις σερί ήττες (μάλιστα με το ίδιο σκορ, 2-0) στο Κολόμπους. Οι Μεξικάνοι προηγήθηκαν με ένα τυχερό γκολ με κόντρα, αλλά οι ΗΠΑ ισοφάρισαν και κυριάρχησαν στο 2ο ημίχρονο ψάχνοντας το 2ο γκολ. Αυτό δεν ήρθε ποτέ και όλα έδειχναν ότι πηγαίναμε για μια ισοπαλία, όταν στο 88′ το Μεξικό κέρδισε κόρνερ. Μεταξύ όσων προωθήθηκαν ήταν κι ένας άνθρωπος που έκανε ντεμπούτο με τη φανέλα της «Τρι» το… 1997, σχεδόν 20 χρόνια πριν. Ο αρχηγός Ράφα Μάρκες βρέθηκε αμαρκάριστος, πήρε μια πανέξυπνη κεφαλιά και με ένα buzzer beater έδωσε τη σημαντική νίκη στη χώρα του, νίκη που πανηγυρίστηκε έξαλλα.

Γκολ ντε ΜέΧικο, Ράφα, Ράφα, Ράφα….

Μετά το τέλος του αγώνα, ο «Κάιζερ» κράτησε το επίπεδο εκεί που έπρεπε όταν ρωτήθηκε αν είναι μια άσχημη περίοδος για το Μεξικό. «Δεν γνωρίζω αν είναι μια άσχημη περίοδος, σίγουρα είναι μια περίοδος έλλειψης ανεκτικότητας. Με αυτή τη νίκη μπορούμε να ξεχάσουμε λίγο, όσα συμβαίνουν εδώ στις ΗΠΑ». Περίπου δυο μήνες μετά, ο Μάρκες έδινε ακόμα μια φορά το μήνυμά του όταν ο Τραμπ υπέγραφε ως πρόεδρος πλέον την απόφαση για το τείχος. Ανέβασε ένα γκολ του από τα χρόνια της Μπαρσελόνα με φάουλ πάνω από το τείχος και το χαρακτηριστικό μήνυμα «δεν υπάρχει τείχος να μας κρατήσει, όσο πιστεύουμε στους εαυτούς μας»

Ο Μάρκες πέρασε επτά χρόνια στη Βαρκελώνη, τα καλύτερά του χρόνια όπως λέει κι ο ίδιος, φεύγοντας το 2010 σε ηλικία 31 ετών. «Μου είχε φανεί καλή ιδέα να πάω στις ΗΠΑ να παίξω, να ρίξω λίγο τους ρυθμούς. Αλλά όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι και ήθελα και μπορούσα να παίξω σε υψηλότερο επίπεδο, το μετάνιωσα που έφυγα από την Μπάρτσα». Το MLS πολλές φορές είναι κάτι σαν ένα τιμητικό νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, εκεί πάνε όσοι θέλουν να φύγουν με το κεφάλι ψηλά. Για τον Μάρκες δεν έγινε έτσι. 7 χρόνια μετά, στα 38 του, ο Ράφα όχι μόνο δεν έχει παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο. Πιστός στρατιώτης, αρχηγός ακόμα στην εθνική του, έχει όνειρο να φτάσει τα πέντε Μουντιάλ, μαζί με το συνομήλικό του Μπουφόν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τίθεται πάντα το ερώτημα κατά πόσο κάποιος παίζει τιμής ένεκεν επειδή δεν έχουν κουράγιο να του πουν να σταματήσει. Ο ίδιος ο Μάρκες δηλώνει ότι είναι σε καλή κατάσταση και αν συνεχίσει να είναι έτσι θα βρίσκεται στη Ρωσία το 2018, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο προπονητής του Χουάν Κάρλος Οσόριο. «Η αγάπη του Ράφα για το άθλημα δεν βρίσκεται σε άλλον. Προπονείται πιο σκληρά από όλους και θέλει να παίζει πάντα.»

Τον Ράφα και την προσπάθειά του στηρίζει και ο θρυλικός Ούγκο Σάντσες, ενώ κι ο απλός κόσμος τον αποθεώνει. Πριν μερικές μέρες, ξεκίνησε βασικός στο ματς με την Ισλανδία, ήταν και πάλι εξαιρετικός σε έναν ελεύθερο ρόλο στην άμυνα (μια που τα τρεξίματα που δεν είχε σχεδόν ποτέ, δεν τα έχει ούτε τώρα) και στο 4ο λεπτό (εξαιτίας της φανέλας με το «4») οι Μεξικάνοι στις εξέδρες άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του. Αν είναι υγιής και αν το Μεξικό περάσει, θα τον δούμε σίγουρα.

«Είμαι το ίδιο άτομο, όπως όταν ήρθα για πρώτη φορά στην εθνική. Ίσως είναι η παιδεία που μου έδωσε η οικογένεια μου, η ταπεινότητα αυτή, να μπορώ να μοιράζομαι και να μεταφέρω τις εμπειρίες μου στους άλλους, αφήνοντας μια κληρονομιά και δίνοντας το παράδειγμα»

Ο Ράφα μετά από μια καριέρα σπουδαία με πρωτάθλημα και κύπελλο στη Γαλλία με την Μονακό και ένα σωρό κούπες στη Βαρκελώνη, έχει γυρίσει στην πρώτη του ομάδα την Άτλας. Πάντα με το ίδιο πάθος, το πάθος που αρκετές φορές τον έχει φέρει να τον κατηγορούν, όπως στην αποβολή του στο πρώτο Μουντιάλ, στη φάση των 16 με αντίπαλο τις ΗΠΑ, μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες των Αμερικάνων με τη νίκη 2-0 και την πρόκρισή τους. Ο Μάρκες στο 88′ με το ματς να έχει κριθεί έριξε μια άνευ λόγου και αιτίας καρατιά στον δύσμοιρο Τζόουνς. Σε ερώτηση που του έγινε για την πιο δύσκολη στιγμή της 20ετους του πορεία στην εθνική, ο Μάρκες είπε ότι ο κόσμος θα θυμάται πάντα αυτή τη φάση. Ο ίδιος δεν μετανιώνει, ήταν κάτι που έγινε από την απογοήτευσή του, από το γεγονός ότι δεν θέλει να χάνει και αυτό είναι κομμάτι του χαρακτήρα του. Στα επόμενα δύο Μουντιάλ άλλωστε, σκόραρε από μία φορά, ελπίζει να το κάνει και το 2018.

Στο 2.13 περίπου η κίνηση μεγάλου παίκτου:

Το σκυλάκι πάνω από τα χρήματα

  [2 Σχόλια]

Ο Χουάν Μανουέλ Μαρτίνες είναι από τους παίκτες που ο κόσμος λατρεύει να βλέπει γιατί τον ξεσηκώνουν. Εξαιρετική τεχνική, φοβερή ντρίμπλα, κινήσεις μεταξύ ζογκλέρ και ποδοσφαιριστή και αρκετά γκολ. Μετά από μια εξαιρετική πορεία στη Βέλεζ Σάρσφιλντ και μεταγραφές σε σημαντικές ομάδες όπως Κορίνθιανς και Μπόκα, ο «Μπουρίτο» βρήκε ένα πολύ γερό συμβόλαιο στο MLS και τη Ρεάλ Σολτ Λέικ Σίτι. Έχοντας ρίξει κάπως την απόδοσή του με τα χρόνια, τα χρήματα των Αμερικάνων ήταν μια καλή ευκαιρία.

Στις ΗΠΑ ο Μαρτίνες συνέχισε τις ίδιες εξωαγωνιστικές δραστηριότητες. Μην πάει ο νους σας στο κακό. Συνηθίζει με τη γυναίκα του να βοηθάει κόσμο, να δίνει φαγητό ή ρούχα σε φτωχούς. Η μεγάλη αγάπη του όμως είναι άλλη. Όπως γράφει και στην περιγραφή του στο τουίτερ, ο Μαρτίνες αγαπάει τα ζώα. Δεν συμμετέχει σε κάποια φιλοζωϊκή οργάνωση, απλά έχει τη συνήθεια να μαζεύει αδέσποτα από το δρόμο. Τα παίρνει στο σπίτι του, τα ταΐζει, τα φροντίζει, τα πηγαίνει στον κτηνίατρο και μετά ψάχνει οικογένειες για να τα υιοθετήσουν.

Όταν πριν μερικά χρόνια το σπίτι του πήρε φωτιά, ο Μαρτίνες κοιμήθηκε κάπως έτσι

Αυτή δεν είναι μια συνήθεια καινούρια, την κάνει χρόνια. Σε συνέντευξή του υπολόγισε ότι έχει σώσει πάνω από 300 σκυλάκια, ενώ από το σπίτι του έχουν περάσει πάνω από 100. Η δουλειά του όμως δεν σταματάει εκεί, καθώς από ότι λέει ο ίδιος, συχνά επισκέπτεται κάποια από τα σκυλιά στα νέα σπίτια τους για να δει… πώς περνάνε και αν είναι χαρούμενα. Κάτι σαν κοινωνικός λειτουργός σκύλων. Φυσικά στο σπίτι του έχει και τέσσερα μόνιμα σκυλιά, «πάντα λέμε δεν είμαστε τέσσερις [μαζί με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά του], αλλά οκτώ στην οικογένεια».

Το πιο διάσημο γκολ του Χουάν Μανουέλ Μαρτίνες

Ο Μπουρίτο έπαιξε αρκετά παιχνίδια στην Σολτ Λέικ Σίτι και παρ’ ότι είναι πια 31 και σίγουρα πιο βαρύς από παλιά, μπορεί να ξεσηκώνει τα πλήθη και ο κόσμος να τον αποθεώνει. Έτσι, προκάλεσε έκπληξη η είδηση πριν λίγο καιρό ότι  ζήτησε να φύγει, αφήνοντας ένα πολύ βαρύ συμβόλαιο (της τάξης του άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων). Η είδηση έλεγε ότι ο Μαρτίνες αποφάσισε να φύγει για οικογενειακούς-προσωπικούς λόγους και κυκλοφόρησε κυρίως ότι η γυναίκα του δεν άντεχε άλλο στη Γιούτα. Κάτι που δεν είναι πολύ περίεργο αν στα ενδιαφέροντά σου δεν είναι το κρύο, το χιόνι και οι Μορμόνοι. Ο Μαρτίνες εγκατέλειψε τις ΗΠΑ και γύρισε στην Αργεντινή. Η αλήθεια όμως για τη φυγή του αποκαλύφθηκε λίγο καιρό αργότερα, όταν αφού είχε σχεδόν συμφωνήσει με την Βέλεζ για να παίξει εκεί για έξι μήνες, η μεταγραφή χάλασε.

Τα χρόνια πέρασαν, αλλά τα μαγικά συνεχίζουν

«Ένα από τα σκυλιά μου έχει καρκίνο και του κάνουμε χημειοθεραπεία. Του έδωσαν έξι μήνες ζωής. Ακύρωσα το συμβόλαιό μου για να μπορώ να καθορίσω πού θα πάω. Γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση στη Βέλεζ που δεν μπορεί να αγοράσει παίκτες ή να δανειστεί μεγάλα συμβόλαια και επειδή αγαπάω τον σύλλογο, αποφάσισα να πάω για έξι μήνες και να παίξω εκεί, μέχρι να «φύγει» το σκυλί μου και στη συνέχεια να συνεχίσω την καριέρα μου και τις φιλοδοξίες μου».

Τα πράγματα όμως δεν πήγαν τόσο καλά. Η Βέλεζ του είπε ότι δεν γίνεται ένα απλό εξάμηνο συμβόλαιο και συμφώνησαν να υπογράψουν για 6 μήνες + 1 χρόνο. Το καλοκαίρι, χωρίς κόστος, αν δεν ήθελαν και οι δύο θα μπορούσαν να το σπάσουν. Ο Μαρτίνες συμφώνησε με ένα αρκετά χαμηλό ποσό (σε σχέση με αυτά που έπαιρνε στις ΗΠΑ) και όταν πήγε να υπογράψει, είδε προς έκπληξή του ότι οι πονηροί της Βέλεζ είχαν βάλει όρο 2 εκατομμύρια δολάρια για να φύγει. Ο παίκτης έγινε έξαλλος, δεν υπέγραψε και με αφορμή την συμπεριφορά της αγαπημένης του ομάδας, αποκάλυψε και την ιστορία με τον σκύλο του. «Μπορεί να έχω βλακόφατσα, αλλά δεν σημαίνει ότι είμαι και βλάκας. Κατέβασα τα βρακιά μου στις διαπραγματεύσεις, δεν ξέρω τι άλλο θέλουν.» Ο Μαρτίνες είναι αυτή τη στιγμή χωρίς ομάδα και ψάχνει να δει αν θα παραμείνει στην Αργεντινή όπως σκόπευε ή θα συνεχίσει αλλού. Το σίγουρο είναι πάντως ότι δεν μετάνιωσε ούτε στιγμή που άφησε τόσα χρήματα πίσω του, αφού γι’ αυτόν προτεραιότητα ήταν να είναι κοντά στο «μέλος της οικογένειάς του». Κι ας είναι τετράποδο…

Το μεγάλο ταξίδι για το γήπεδο

  [Καθόλου σχόλια]

Η αγάπη για την ομάδα είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος που δεν ασχολείται με το ποδόσφαιρο. Η ιεροτελεστία του γηπέδου αρκετές φορές δεν εκτιμάται ιδιαίτερα από όσους το έχουν κοντά τους, μπορούν ανά πάσα στιγμή να πάνε σε ένα παιχνίδι. Όλοι όσοι έχουμε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μας χωρίς τη δυνατότητα να βλέπουμε την αγαπημένη μας ομάδα μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε. Κι αν πάντα το «support your local team» είναι ένας κανόνας που αξίζει, το να ζεις μακριά από την ομάδα σου χωρίς να είσαι οπαδός «glory hunter», είναι ένα βασανιστήριο.

Εικόνες από την επαρχία Χουχούι

Ο Χουάν Μανουέλ ζει στο.. Χουχούι. Και παρ’ ότι, όπως και σε όλη την Αργεντινή, υπάρχουν πολλές ποδοσφαιρικές ομάδες (πιο γνωστή η Χιμνάσια Χουχούι που οι στοιχηματατζήδες πιθανώς να θυμούνται), αυτός επέλεξε να υποστηρίζει τη Ράσινγκ Κλουμπ από την πόλη Αβεγιανέδα κοντά στο Μπουένος Άιρες. Όπως έχουμε δει στο παρελθόν, η Ράσινγκ Κλουμπ σίγουρα δεν είναι μια ομάδα που την υποστηρίζεις για τους τίτλους. Μια ομάδα καταραμένη κατά πολλούς, αλλά και μια ομάδα με παθιασμένο κοινό. Ο Χουάν Μανουέλ την αγαπάει, αλλά δεν μπορεί να τη δει εύκολα. Η πόλη και η επαρχία Χουχούι βρίσκονται στα βορειοδυτικά της χώρας, στα σύνορα με τη Χιλή και τη Βολιβία, κάτω από τις Άνδεις και σε υψόμετρο περίπου 1300 μέτρων ανάμεσα σε σκληρά βουνά και σε δρόμους που είναι αρκετά επικίνδυνοι. Το γήπεδο της Ράσινγκ από το σπίτι του Χουάν Μανουέλ απέχουν περίπου 1500 χιλιόμετρα, ενός δρόμου που θέλει περίπου 20 ώρες για να τον κάνεις με το αυτοκίνητο (τουλάχιστον έτσι μου έβγαλε ο χάρτης της Google).

Δεν βρήκα παραπάνω πληροφορίες για τη φωτογραφία, δεν ξέρω πώς μετακινήθηκε, πόσο χρονών είναι (η πρώτη φορά στο γήπεδο δεν κοιτάει ηλικίες) ή άλλες λεπτομέρειες. Βρήκα μόνο την εικόνα. Ο Χουάν Μανουέλ που κατάφερε για πρώτη φορά στη ζωή του να πάει στο Ελ Σιλίντρο, το γήπεδο της Ράσινγκ. Να δει το χορτάρι, τους παίκτες, να τραγουδήσει με άλλους μαζί, να κάνει βόλτες στο μουσείο. Και κάπου εκεί, δίπλα στο άγαλμα του «μουστάρδα» Ρεϊνάλντο Μέρλο που έδωσε το ιστορικό πρωτάθλημα του 2001, να βγάλει μια ακόμα αναμνηστική φωτογραφία και να ξεσπάσει σε λυγμούς, ένα μίγμα χαράς και συγκίνησης. «22 μαλάκες που κυνηγούν μια μπάλα». Ποτέ μια έκφραση δεν ήταν τόσο λάθος, όσο αυτή η περιγραφή του ποδοσφαίρου.

Το πέναλτι που άργησε είκοσι τέσσερις μέρες

  [Καθόλου σχόλια]

«Αυτό το χτύπημα πέναλτι διήρκεσε μια εβδομάδα, και, εκτός κι αν κάποιος έχει αντίθετη γνώμη, ήταν το μακρύτερο πέναλτι στην ιστορία». Ο άνθρωπος που μας προκαλεί να τον διαψεύσουμε, είναι ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο και γνωρίζει πολύ καλά ότι λέει ανακρίβειες.

Ο Σοριάνο έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παταγονία και έπαιξε πολλή μπάλα πριν γίνει δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος  και εξαιρετικά αγαπητός στην πατρίδα του αλλά και έξω από αυτήν: μετά τον θάνατό του, το 1997, στην Ιταλία ιδρύθηκε ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομά του. Είναι η μεικτή συγγραφέων, στην οποία παίζει, για παράδειγμα, ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Το απραγματοποίητο όνειρο του Σοριάνο ήταν να παίξει σέντερ φορ στην ομάδα που υποστήριζε φανατικά, τη Σαν Λορένσο. Όταν μετά τη δικτατορία κατέφυγε στην Ευρώπη,  δεν παρέλειπε να τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα στους παιδικούς του φίλους  στην Αργεντινή για να μαθαίνει τι είχαν κάνει τα Κοράκια.

Γκραφίτι με τον Οσβάλντο Σοριάνο στο Μποέδο, στη γειτονιά της Σαν Λορένσο

Τον Οκτώβριο του 2003, το Υπουργείο Παιδείας και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής είχαν μια καταπληκτική ιδέα. Να καταπολεμήσουν τη βία στα γήπεδα μοιράζοντας βιβλία λογοτεχνίας στους θεατές. Το σύνθημα της εκστρατείας ήταν «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα» και η κεντρική ιδέα ότι, σε περίπτωση που η διαιτησία ή το θέαμα δεν ήταν ικανοποιητικά, οι θεατές θα ξεχνιούνταν με το διάβασμα αντί να παίζουν ξύλο –είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά ότι η εκστρατεία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Στην πορεία ανέκυψαν κάποια μεθοδολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα, τα βιβλία έπρεπε να είναι ολιγοσέλιδα ώστε να μην έχει νόημα να χρησιμοποιηθούν ως όπλα εναντίον των διαιτητών ή των αντιπάλων σε περίπτωση που το μέτρο δεν ήταν αποτελεσματικό. Εκδόθηκαν λοιπόν βιβλιαράκια με διηγήματα, μεταξύ άλλων του μεγάλου Χόρχε Λουίς Μπόρχες –ο ίδιος απεχθανόταν το ποδόσφαιρο– και πολλών εκλεκτών συναδέλφων του, κάπως πιο φιλάθλων, όπως ο αγαπημένος Εδουάρδο Γκαλεάνο. Θέμα, συνήθως, η μπάλα, για προφανείς λόγους.

Η αρχή έγινε σε ένα ματς της Σαν Λορένσο και, βέβαια, δεν μπορούσε παρά να επιλεγεί ο Σοριάνο και το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου», για πολλούς το καλύτερο διήγημα που έχει γραφτεί ποτέ για το ποδόσφαιρο.

Σύντομη περίληψη του: είμαστε στα 1958. Ο Πολικός Αστέρας είναι η ποδοσφαιρική ομάδα ενός παρηκμασμένου μπιλιαρδάδικου, κάπου στην άκρη του κόσμου, στην Παταγονία. Τίποτε αξιοσημείωτο, ούτε καν οι συνεχείς της αποτυχίες –δεν τερμάτισε ποτέ πάνω από τη μέση της βαθμολογίας. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια ομάδα με παίκτες «αργούς σαν γαϊδούρια και βαριούς σαν ντουλάπες»; Μέχρι που μια σεζόν, ως άλλη Λέστερ, ο Αστέρας αρχίζει να κάνει τη μια νίκη μετά την άλλη. Οι περισσότερες 1-0, αλλά τι σημασία έχει; Όσο περνάει ο καιρός, όλοι, ακόμη κι οι λιγοστοί της φίλοι, έρχονται στο γήπεδο με την ελπίδα να είναι μπροστά όταν συμβεί το αναπόφευκτο, δηλαδή όχι απλώς η ήττα αλλά η κατάρρευση. Οι ήττες έρχονται αλλά το ηθικό είναι ακμαίο, οι παίκτες μάχονται σαν σκυλιά κι η ομάδα αντέχει.

Μέχρι που την τελευταία αγωνιστική οι ήρωες του Πολικού Αστέρα παίζουν για τον τίτλο, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Θέλουν νίκη εκτός έδρας απέναντι στη μόνιμη πρωταθλήτρια, την Ντεπορτίβο Μπελγκράνο, η οποία, παρεμπιπτόντως, τους είχε διαλύσει στον πρώτο γύρο 0-7. Σα να μην έφτανε αυτό, ο όχι ιδιαίτερα αδέκαστος διαιτητής έχει λόγους να θέλει να μη χάσει η Μπελγκράνο. Σχεδόν στη λήξη, κι ενώ ο Αστέρας, προς γενική έκπληξη, προηγείται 2-1 κι αγγίζει τον τίτλο, ο διαιτητής σφυρίζει πέτσινο πέναλτι. Ακολουθούν τρομακτικά επεισόδια –οι φίλαθλοι του Αστέρα εισβάλλουν στο γήπεδο, πέφτουν πυροβολισμοί– και διακοπή. Τα είκοσι δευτερόλεπτα που απομένουν, ουσιαστικά το χτύπημα του κερδισμένου πέναλτι της Ντεπορτίβο, θα παιχτούν κεκλεισμένων των θυρών μια εβδομάδα μετά, γεγονός που αφήνει στον τερματοφύλακα του Αστέρα, τον Ινδιάνο «Γάτο» Ντιάζ, εφτά ολόκληρα εικοσιτετράωρα αμφιβολιών, σκληρής προπόνησης κι εξαιρετικής μεταχείρισης από μέρους των φιλάθλων –αντρών και γυναικών– της ομάδας. Τι θα γίνει;

Ας αφήσουμε όμως τη λογοτεχνία κι ας μιλήσουμε για την άγρια πραγματικότητα των αργεντίνικων γηπέδων. Ξαναγυρνάμε στο 2003, τον Απρίλιο. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της αξιέπαινης πρωτοβουλίας «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα», κάπου στο Μπουένος Άιρες, οι Ντεφενσόρες ντε Καμπασέρες και η Ατλέτικο Ατλάντα παίζουν για την Πριμέρα Β Μετροπολιτάνα. Η Ατλέτικο μάχεται για την σωτηρία της, θέλει νίκη οπωσδήποτε. Απομένουν πέντε λεπτά για το τέλος, το σκορ είναι 0-0, ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος των Ντεφενσόρες, τη συνέχεια τη φανταζόμαστε: οι οπαδοί μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ξύλο, χαμός, διακοπή.

Ο Λούκας Φερέιρο κουράστηκε να περιμένει

Το ματς θα συνεχιστεί κεκλεισμένων των θυρών από κει που διακόπηκε, όχι μια εβδομάδα αλλά είκοσι τέσσερις μέρες μετά. Το ρεκόρ του Σοριάνο καταρρίπτεται –αλλά θα επανέλθουμε.

Άραγε, ο τερματοφύλακας των Ντεφενσόρες, ο Σέζαρ Γκονζάλες, είχε στο μυαλό του τον ήρωα του Σοριάνο, τον «Γάτο», τον θλιβερό τερματοφύλακα του Πολικού Αστέρα που ήθελε οπωσδήποτε να αποκρούσει το πέναλτι ώστε η όμορφη ξανθιά του χωριού να δεχτεί να τον φιλήσει; Έθεσε κι αυτός ερωτήματα, που στις μέρες μας τα εξετάζει η θεωρία των παιγνίων, αλλά είχαν απασχολήσει και παλιότερα τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο; «Τα χτυπάει  πάντα δεξιά. Αλλά ξέρει ότι το ξέρω. Όμως κι εγώ ξέρω ότι το ξέρει ότι το ξέρω». Άραγε, ο πρόεδρος της ομάδας τον συμβούλεψε «Ε, πέσε αριστερά να τελειώνουμε»; Ο διαιτητής του αγώνα, ο Αλεχάντρο Τόια, φοβήθηκε, άραγε, μην πάθει κι αυτός, όπως στο διήγημα του Σοριάνο, επιληπτική κρίση και δε διαπιστώσει αν τελικά το πέναλτι ήταν εύστοχο; Ο Λούκας Φερέιρο της Ατλέτικο προπονήθηκε τόσο επίπονα στην διάρκεια αυτών των εικοσιτεσσάρων ημερών ώστε να μπορεί να χτυπάει πέναλτι ακόμη και κοιμισμένος; Όπως και να΄χει, τα κατάφερε. Ο Γκονσάλες έπεσε σωστά αλλά δεν ήταν αρκετό. Η Ατλέτικο Ατλάντα κέρδισε και έκανε ένα σπουδαίο βήμα για την παραμονή της –τον Ιούνιο την οριστικοποίησε. Κι η όλη ιστορία επανέφερε στο προσκήνιο το εξαιρετικό διήγημα του Σοριάνο.

Ένας συγγραφέας που έφηβος έπαιξε σέντερ φορ στα τοπικά του Ρίο Νέγρο γνωρίζει τόσο καλά το ποδόσφαιρο ώστε να μπορεί να περιγράψει τα πάντα πριν ακόμη συμβούν; Στην πραγματικότητα, ο Σοριάνο, ως συγγραφέας, είχε ένα άλλο προνόμιο, να δείχνει την πραγματικότητα έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.

Το 1953, στο Τσιπολέτι της Παταγονίας, ο δεκάχρονος Οσβάλντο Σοριάνο γνωρίζει μια από τις πρώτες απογοητεύσεις της ζωής του. Η άσημη τοπική ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά στην ιστορία της έναν τίτλο απέναντι στην ισχυρή Ουνιόν Άλλεν Προγκρεσίστα της γειτονικής πόλης. 0-0 λίγα λεπτά πριν τη λήξη, πέναλτι εις βάρος της Άλλεν, εισβολή, διακοπή, το πέναλτι που χτυπιέται δυο εβδομάδες αργότερα. Στην πραγματική ιστορία, η ισχυρή ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα. Και στη λογοτεχνία; Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος, το  διήγημα είναι εδώ, στα αγγλικά. Ο «Γάτος» Ντιάζ, πάντως, παντρεύτηκε τελικά την αδερφή του σκληροτράχηλου δεξιού μπακ του Πολικού Αστέρα.

* Το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου» έχει εμπνεύσει μια μετριότατη κινηματογραφική ταινία. Συστήνουμε καλύτερα μια άλλη, στην οποία βρίσκουμε πολλούς ήρωες του Σοριάνο,«Το ξεχασμένο Μουντιάλ».

Η μέρα που οι οπαδοί της Ράσινγκ γέμισαν δύο γήπεδα

  [Καθόλου σχόλια]

Υπάρχουν κάποιοι σύλλογοι που μοιάζουν καταραμένοι, σαν να έχουν φτιαχτεί για να ταλαιπωρούν τον κόσμο τους. Να αγγίζουν την επιτυχία και μετά να τη βλέπουν να εξαφανίζεται. Ένας τέτοιος είναι η Ράσινγκ Κλουμπ της Αργεντινής. Μία από τις «πέντε μεγάλες» ομάδες της χώρας που όμως μετά το 1966 δεν ξαναείδε πρωτάθλημα. Για 35 χρόνια από τότε ο κόσμος της έβλεπε κατά κύριο λόγο αποτυχίες, όνειρα που χάνονταν την τελευταία στιγμή, κακές σεζόν και έναν υποβιβασμό.  «Τι τα θες, αυτή είναι η Ράσινγκ» ήταν η συνήθης ατάκα των οπαδών μετά από κάθε νέα αποτυχία.

Το 2001 προπονητής ανέλαβε ο Ρεινάλντο Μέρλο με το παρατσούκλι «μουστάρδας» εξαιτίας του περίεργου χρώματος στο μαλλί του. Ο Μέρλο ανέλαβε μια ομάδα ποτισμένη στο DNA της αποτυχίας και προσπάθησε για τον τίτλο με ένα σύνολο που έπαιζε με πάθος βασιζόμενο κυρίως στην καλή άμυνα. Τη 16η αγωνιστική (από τις 19) η Ράσινγκ έφερε 1-1 με τη Ρίβερ και βρισκόταν πλέον πέντε βαθμούς μπροστά της. Οι υποψιασμένοι οπαδοί της Ράσινγκ όμως ήξεραν ότι δεν μπορούσε ο τίτλος να είναι τόσο απλός. Στο επόμενο ματς η «Ακαδημία» έφερε 0-0 με τη 18η Μπάνφιλντ κι έτσι η Ρίβερ ήταν ξανά σε απόσταση μιας νίκης. Φτάσαμε έτσι στην τελευταία αγωνιστική, με τη Ράσινγκ να θέλει μια ισοπαλία εκτός έδρας με τη Βέλεζ για να σηκώσει τον τίτλο μετά από 35 ολόκληρα χρόνια.

Ο νεαρός τότε Ντιέγκο Μιλίτο

Μιλάμε όμως για τη Ράσινγκ, τίποτα δεν πάει όπως το περιμένει. Το 2001 ήταν η έκρηξη της κρίσης στην Αργεντινή που είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια νωρίτερα, με ύφεση και με αρκετά προβλήματα εξαιτίας του υπερπληθωρισμού. Η κυβέρνηση ήταν αδύναμη κι ο πρόεδρος ντε λα Ρούα σε δύσκολη θέση εξαιτίας σκανδάλων. Αρκετά χρόνια πριν τα γατάκια οι Έλληνες ακολουθήσουν, η κυβέρνηση επέβαλε capital controls με τους λογαριασμούς να παγώνουν, να επιτρέπει η ανάληψη μόνο μικρό ποσού και μόνο από λογαριασμούς σε πέσος και όχι δολάρια. Η Αργεντινή ήταν ένα καζάνι έτοιμο να εκραγεί.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Φωτογραφίες από την μεγαλειώδη πορεία των οπαδών της Ράσινγκ στο Μπομπονέρα και από την κατάληψη του γηπέδου της Ουρακάν

Μέσα σε όλα αυτά, ο κόσμος της Ράσινγκ στήθηκε από το βράδυ της προηγούμενης της κυκλοφορίας των εισιτηρίων σε ατελείωτες ουρές. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν για τα 11.000 εισιτήρια που είχε αρχικά πάρει η Ράσινγκ. Ο κόσμος ξεκινούσε έξω από τα εκδοτήρια και έφτανε 15 τετράγωνα μακριά. Την ίδια στιγμή επεισόδια γίνονταν σε διάφορα μέρη του Μπουένος Άιρες και γρήγορα μετατράπηκαν σε γενικό ξεσηκωμό με τον κόσμο να χτυπάει τις κατσαρόλες στο δρόμο μη αντέχοντας άλλο την οικονομική κατάσταση. «Έχει περισσότερο κόσμο στην ουρά για ένα εισιτήριο της Ράσινγκ, παρά στις τράπεζες» είχε γράψει η εφημερίδα Ολέ. Άνθρωποι που πρωτοστατούσαν στις εξεγέρσεις, το βράδυ κοιμήθηκαν στην ουρά για τα εισιτήρια και το πρωί άφησαν κάποιον φίλο στη θέση τους για να πάνε στις διαδηλώσεις. Με τις αναλήψεις να είναι στα 250 πέσος την εβδομάδα, σε μερικές οικογένειες όλα τα χρήματα πήγαν σε εισιτήρια. «Μετά θα δούμε τι θα κάνουμε για το φαγητό της εβδομάδας» είχε δηλώσει κάποιος.

Τα γεγονότα του 2001 κι οι καβαλάρηδες της Αποκάλυψης

Με την κρίση να μεγαλώνει συνεχώς, ο πρόεδρος ντε λα Ρούα παραιτήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου, αποχωρώντας με ελικόπτερο από το προεδρικό μέγαρο. Η Αργεντινή άλλαξε πέντε προέδρους τις επόμενες δώδεκα ημέρες, ενώ 38 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ο σύνδεσμος των ποδοσφαιριστών της χώρας ανακοίνωσε ότι υπό αυτές τις συνθήκες οι αγώνες της 23ης Δεκεμβρίου δεν μπορούσαν να γίνουν και η τελευταία αγωνιστική πήγαινε για Φεβρουάριο. Στη Ράσινγκ δεν κρατιόντουσαν όμως και με τη χώρα υπό διάλυση και εκτός ελέγχου προκάλεσαν συμβούλιο παρουσία μάλιστα του προσωρινού προέδρου της Αργεντινής Ραμόν Πουέρτα (λες και δεν είχε σοβαρότερα θέματα). Οι οπαδοί της Ράσινγκ μαζεύτηκαν έξω από τα γραφεία του συνδέσμου ποδοσφαιριστών με ημιάγριες διαθέσεις και τελικά η «Ακαδημία» τα κατάφερε και το δικό της ματς, όπως και της Ρίβερ ορίστηκαν για τις 27 Δεκεμβρίου 2001 στις 5 το απόγευμα.

Την ώρα που ο κόσμος λεηλατούσε καταστήματα, οι 30.000 πιο τυχεροί οπαδοί της Ράσινγκ που κατάφεραν να βρουν εισιτήρια γέμιζαν το μεγαλύτερο μέρος του Χοσέ Αμαλφιτάνι της Βέλεζ Σάρσφιλντ (που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και πήρε σημαντική ανάσα) και 40.000 πιο άτυχοι το δικό τους Ελ Σιλίντρο, μπροστά σε γιγαντοοθόνες.  Στο Μονουμεντάλ η εξαιρετική Ρίβερ εκείνης της περιόδου (μάλλον καλύτερη της Ράσινγκ) διέλυε με 6-1 τη Ροσάριο Σεντράλ. Η Ράσινγκ όπως και στα περισσότερα ματς της κατέθετε ψυχή για να τα πάρει με το στανιό. Με παίκτες όπως ο «δικός μας» Αντριάν Μπαστία (ο άλλος «δικός μας» Κάρλος Αράνο στον πάγκο), ο νεαρός τότε Ντιέγκο Μιλίτο, ο Γκουστάβο Μπάρος Σκελότο και ο Μάξι Εστέβες έδειξε από την αρχή τη διάθεση να κερδίσει το παιχνίδι.

Οι τυχεροί που είδαν από κοντά την ομάδα τους

Η Βέλεζ όμως δεν έπαιζε ως αδιάφορη και άγγιξε το γκολ σε κάποιες περιπτώσεις. Ήταν τέτοιο το κλίμα και το πάθος, που στα αποδυτήρια, στο ημίχρονο με το σκορ στο 0-0, οι παίκτες των γηπεδούχων παραλίγο να έρθουν στα χέρια μεταξύ τους, όταν κάποιοι κατηγόρησαν άλλους ότι δεν έπαιζαν στο 100%. Στο 53′ η Ράσινγκ κέρδισε φάουλ, η σέντρα βγήκε και ο Γκαμπριέλ Λοεσμπόρ με κεφαλιά έστειλε την μπάλα στα δίχτυα. Ο παίκτης φαίνεται εκτεθειμένος, τα βλέμματα πέφτουν στον επόπτη Μπαριέντος. Εκείνος ζει τα πιο έντονα δευτερόλεπτα της ζωής του, φεύγει για τη σέντρα, το γκολ (κακώς) μετράει. Δύο γήπεδα πανηγυρίζουν. Μικρή λεπτομέρεια, ο Μπαριέντος είναι οπαδός της Ράσινγκ και παρ’ ότι υποστηρίζει ότι δεν έκανε εσκεμμένα το λάθος, λέει ότι δεν ήταν τυχαίο που τον έβαλαν σε αυτό το ματς, γνωρίζοντας τα συναισθήματά του. «Με όλα όσα γίνονταν στη χώρα, δεν θα έκανα εγώ τον ήρωα. Όλοι ήθελαν τη Ράσινγκ πρωταθλήτρια, ακόμα κι όσοι δεν ήταν Ράσινγκ. Στη FIFA μας λένε ότι η αμφιβολία είναι υπέρ του επιθετικού. Εγώ είχα αμφιβολία για τη φάση» δηλώνει μετά από χρόνια.

Ο κόσμος της Ράσινγκ που δεν βρήκε εισιτήριο και πήγε στο Ελ Σιλίντρο

Στο 67′ κάνει ντεμπούτο για τους γηπεδούχους ο νεαρός Μαριάνο Τσιρούμπολο, φοράει το σημαδιακό νούμερο 35 στην πλάτη (σαν τα χρόνια της Ράσινγκ χωρίς κούπα) και δέκα λεπτά αργότερα σκοράρει το πρώτο γκολ στην καριέρα του γράφοντας το 1-1. Όλα μοιάζουν σαν ένα κακόγουστο αστείο, το άγχος κυριεύει τους πάντες. Μένει ένα δεκάλεπτο αγωνίας με τον κόσμο έτοιμο να μπουκάρει. Δίπλα στο δοκάρι του τερματοφύλακα Καμπανιουόλο περιφέρονται αστυνομικοί με σκυλιά. Παρά τον παίκτη λιγότερο, οι αδιάφοροι γηπεδούχοι πιέζουν, γεμίζουν την περιοχή, μέχρι κι ο τερματοφύλακάς τους προωθείται. Η πυροσβεστική καταβρέχει τους οπαδούς της Ράσινγκ (κατακαλόκαιρο γαρ) που ήδη έχουν ανοίξει τρύπες στο συρματόπλεγμα και τελικά χωρίς ίχνος καθυστερήσεων ο διαιτητής σφυρίζει την λήξη. Τα πανηγύρια ξεκινούν και στα δύο γήπεδα, οι παίκτες αποθεώνονται και μένουν μόνο με τα εσώρουχα. Ένα ντελίριο εν μέσω κοινωνικών αναταραχών, ο κόσμος της Ράσινγκ ζει ένα όνειρο σαν να βρίσκεται σε άλλη χώρα.

Ο «Μουστάρδας» Μέρλο που έσπασε την κατάρα της Ράσινγκ

«Μπορούσαμε να παίξουμε ποδόσφαιρο σε αυτή τη χώρα;» αναρωτιέται ο δημοσιογράφος και οπαδός της Ράσινγκ Αλεχάντρο Γουόλ που έγραψε βιβλίο για εκείνο το πρωτάθλημα. «Πώς μπορείς όμως να σταματήσεις ένα πάθος, ποιο κουμπί να πατήσεις; Ποια στιγμή ένας οπαδός σταματάει να είναι οπαδός;» Ο Αλεχάντρο στις 20 Δεκεμβρίου ήταν στις διαδηλώσεις μαζί με χιλιάδες άλλους. Επτά μέρες αργότερα πατούσε το χορτάρι του Χοσέ Αμαλφιτάνι μετά το τέλος του ματς, πανηγυρίζοντας με μια σημαία της Ράσινγκ Κλουμπ. Το πάθος δεν αλλάζει όπως είδαμε στο οσκαρικό, γεμάτο Ράσινγκ, «Το μυστικό στα μάτια της», αυτό το ξέρουν καλά όσοι έκαναν 35 χρόνια για να δουν αυτή την κούπα.

Η επιστροφή του αρχηγού

  [2 Σχόλια]

Δεν είναι μυστικό ότι μας αρέσει ο Αντρές ντ’ Αλεσάντρο. Τον τελευταίο καιρό ασχολούμαστε συχνά μαζί του, φταίει κι αυτός όμως. Τον είδαμε να τρελαίνεται επειδή θέλει να παίζει, να βοηθάει ένα μικρό παιδάκι και να αποχωρεί εν μέσω αποθέωσης από την αγαπημένη του Ρίβερ. Εκεί που είχε πάει δανεικός από την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε όπου και ανήκει, μια άλλη ομάδα που τον αγάπησε και την αγάπησε. Μια ομάδα που πριν λίγες μέρες έπεσε στη Β’ εθνική για πρώτη φορά στην ιστορία της.

Στα 35 του θα μπορούσε να ζητήσει να μείνει κι άλλο στη Ρίβερ, μια ομάδα που κερδίζει τίτλους, που παίζει στο Λιμπερταδόρες και στο κάτω κάτω αγαπάει. Ο ίδιος όμως έχει έναν σοβαρό σκοπό. Την στιγμή που π.χ. ο Καρλίτος Τέβες αποχωρεί για τα πολλά λεφτά των Κινέζων, ο «κεφάλας» Αντρεσίτο θέλει να βοηθήσει την Ιντερνασιονάλ να επιστρέψει στην Α’ εθνική. Το θεωρεί υποχρέωσή του. Ο κόσμος τον λατρεύει, το αναγνωρίζει και στο αεροδρόμιο του Πόρτο Αλέγκρε εκατοντάδες οπαδοί τον περίμεναν. Ο Αντρεσίτο τους έδωσε το χέρι, πήρε μια σημαία και στη συνέχεια σαν γνήσιος οπαδός πήρε το τύμπανο και έδωσε τον ρυθμό για το τραγούδι των Βραζιλιάνων. «Ο αρχηγός γύρισε» ήταν ένα από τα συνθήματα…