Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ποδόσφαιρο Λατινικής Αμερικής'

Ο χοντρός του Ροσάριο

  [7 Σχόλια]

Ο κόσμος στις εξέδρες είναι σκληρός, αλλά πολλές φορές και με χιούμορ. Η προσπάθεια να μειώσεις τον αντίπαλο, ο στόχος να του πάρεις τον αέρα με οποιονδήποτε τρόπο. Όσοι έχουν περάσει από τα ελληνικά γήπεδα θα το έχουν διαπιστώσει. Πολύ συχνά ξεχωρίζει σε μια κερκίδα κάποια γραφική μορφή. Ένας ηλικιωμένος που βλέπει όρθιος στο κάγκελο το ματς. Ένας τύπος που για 90 λεπτά βρίζει έναν συγκεκριμένο αντίπαλο παίκτη. Κάποιος που αρχίζει και γκρινιάζει πριν καν ξεκινήσει το ματς. Τύποι ωραίοι, τύποι ενοχλητικοί, τύποι που συχνά πέφτουν στην αντίληψη των αντιπάλων οπαδών και εκεί ξεκινάει το πάρτι, η εκμετάλλευση της αδυναμίας του αντιπάλου.

Στην Αργέντινη υπήρχε (πιθανώς να υπάρχει ακόμα) το reality show «Αστυνομία εν δράσει» που παρακολουθούσε αστυνομικούς σε διάφορες επιχειρήσεις τους. Σε ένα από τα επεισόδια της σειράς, η αστυνομία πήγε στην πρεμιέρα της Κλαουζούρα του 2008 στο Εστάδιο Γιγάντε ντε Αρογίτο για το δύσκολο ματς μεταξύ της Ροσάριο Σεντράλ και της Μπόκα. Οι φιλοξενούμενοι πήραν περίπου 4.000 εισιτήρια αλλά τοποθετήθηκαν σε μια σχετικά μικρή εξέδρα όπου δεν χωρούσαν. Πολλοί πήδηξαν στην διπλανή, κάνοντας παράπονα αφού κινδύνευε η σωματική ακεραιότητά τους, στην κερκίδα υπήρχαν γυναίκες και παιδιά. Η κάμερα ακολουθούσε όλη τη δράση, τις ανταλλαγές ευχών, με τους οπαδούς της Μπόκα να λένε ότι η Ροσάριο Σεντράλ θα πέσει στη Β’ και τους ντόπιους να αποκαλούν τους φιλοξενούμενους Βολιβιανούς (ρατσιστική φράση που χρησιμοποιείται συχνά για τους οπαδούς της Μπόκα για να τους πικάρουν ως φτωχούς, σκουρόχρωμους και «κατώτερους») και να κρατάνε διαβατήρια στα χέρια (δείγμα ότι αυτοί είναι ντόπιοι), ενώ τους κατηγορούν ότι πληρώνονται για να πάνε στο γήπεδο. Μέχρι που εμφανίστηκε ο σταρ της ημέρας.

Μερικά λεπτά γηπεδικής λατινοαμερικάνικης γραφικότητας

Ο τύπος που για τα επόμενα χρόνια έμεινε γνωστός ως «ο χοντρός της Σεντράλ» εμφανίστηκε σαν οπτασία στους τηλεοπτικούς δέκτες, εκεί δίπλα στο διαχωριστικό. Με μαύρο τιραντέ (κασκορσέ) φανελάκι, στην πρώτη του σκηνή δείχνει αδιάφορος για τα προβλήματα των αντιπάλων που δεν χωράνε στην εξέδρα και εύχεται να είχαν κι αυτοί τόσα εισιτήρια στο Μπομπονέρα. Αργότερα σκοντάφτει και παραλίγο να πέσει. Οι οπαδοί της Μπόκα αρχίζουν τις φιλοφρονήσεις με το «ο χοντρός την τρώει» (και όχι αυτή τη φορά δεν εννοούν το φαγητό). Ο ήρωάς μας απαντάει «δυο φορές το χρόνο σας την ταΐζω» και αρχίζει να τους κοροϊδεύει ότι δεν πηγαίνουν στο γήπεδο ποτέ. «Όποιος δεν χοροπηδάει, είναι χοντρός» έρχεται το σύνθημα από το πέταλο των αντιπάλων. Ο γίγαντας βάζει τα χέρια στα αυτιά και λέει «όπως ο Ρικέλμε, δεν σας ακούω», η «Λα 12» συνεχίζει το τραγούδι με συνθήματα όπως «είναι θέμα βάρους» (κάνοντας πολλούς Ροσαρίνους να γελάσουν), ενώ οι φίλοι του χοντρού υπερασπίζονται τον φίλο τους, λέγοντας ότι οι αντίπαλοι τρώνε γάτες και μια φορά το χρόνο πουλάνε σόγια (σαν Βολιβιανοί δηλαδή).

«Πηγαίνετε στο γήπεδο βλάκες»

Το trolling συνεχίζεται με το «βάλε σουτιέν», ο ηγέτης χειροκροτά ειρωνικά, σηκώνει το μπλουζάκι ακομπλεξάριστος, δείχνει την κοιλάρα, την χτυπάει με το χέρι και απαντάει «εγώ τουλάχιστον πηγαίνω στο γήπεδο μαλάκες, όχι σαν εσάς που πάτε δυο φορές το χρόνο». Η Μπόκα ανοίγει το σκορ με τον Ροντρίγκο Παλάσιο μετά από μία σέξι ασίστ του Ρικέλμε, αλλά ισοφαρίζεται σε 1-1 από μια σουτάρα του Κίλι Γκονζάλες και ο χοντρός και οι φίλοι του παίρνουν το αίμα τους πίσω. Το ματς λήγει. Μια ισοπαλία μεταξύ των δύο ομάδων, αλλά ισοπαλία και στις εξέδρες όπου ο χοντρός τα βάζει με τους περίπου 4.000 αντιπάλους οπαδούς.

Μια πιο πρόσφατη φωτογραφία του γνωστού «ανώνυμου χοντρού», τα χρόνια πέρασαν, το πάθος όχι

Η μορφή του «χοντρού» έμεινε για χρόνια έτσι, έγινε μέχρι και εφαρμογή για κινητά Android μέχρι που σχετικά πρόσφατα μια εφημερίδα ανακάλυψε ότι έχει περίπτερο αρκετά κοντά στο γήπεδο της Σεντράλ και φυσικά συνεχίζει να πηγαίνει στα ματς. Λίγο πιο γερασμένος και χωρίς την κοτσίδα, αλλά πάντα αρκετά χοντρός και φωνακλάς, όπως τον έμαθε ο κόσμος. Εκεί που τα παιδάκια θα πηγαίνουν να αγοράσουν παγωτό, θα τους λέει για την ημέρα που έδωσε τη μάχη του με ένα ολόκληρο πέταλο.

Μια μέρα στη δουλειά για τον Πάμπλο Εσκομπάρ

  [Καθόλου σχόλια]

Είναι αρκετές οι ποδοσφαιρικές κόντρες μεταξύ των χωρών της Λ. Αμερικής, κάποιες αμιγώς αθλητικές, όπως για παράδειγμα το Βραζιλία-Αργεντινή, κάποιες αρκετά πιο πολιτικές όπως το Χιλή-Αργεντινή. Μια από τις όχι τόσες γνωστές διαμάχες στον πολύ κόσμο είναι αυτή μεταξύ της Βολιβίας και της Χιλής που πριν από περίπου 140 χρόνια έφτασαν σε ένοπλη σύγκρουση σε αυτό που έγινε γνωστό και ως Πόλεμος του Ειρηνικού. Η Βολιβία μαζί με το σύμμαχό της το Περού πολέμησαν τη Χιλή, το αποτέλεσμα ήταν η Χιλή να κερδίσει και τις δύο και να τους πάρει σημαντικά εδάφη, με τη Βολιβία να χάνει κάθε την έξοδό της προς τη θάλασσα (για όσους ενδιαφέρονται για περισσότερα, εδώ κάποια γενικά).

Όπως συχνά συμβαίνει, η κόντρα μεταφέρθηκε και σε ποδοσφαιρικό επίπεδο. Για χρόνια οι Βολιβιανοί είχαν το καμάρι τους, το Κόπα Αμέρικα του 1963 απέναντι στους μηδέν τίτλους της Χιλής που είχε την ταμπέλα του λούζερ της ηπείρου. Ξέρουμε όλοι όμως ότι η Χιλή περνάει την καλύτερη περίοδο στο ποδόσφαιρό της με δύο συνεχόμενα Κόπα Αμέρικα, τη στιγμή που η Βολιβία είναι εδώ και καιρό πολύ αδύναμη, οπότε και αυτό το πλεονέκτημα χάθηκε. Πριν ένα χρόνο περίπου η Χιλή φιλοξένησε τη Βολιβία για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Οι Βολιβιανοί με ηρωική εμφάνιση πήραν ένα σπουδαίο 0-0, χωρίς μεγάλη βαθμολογική σημασία μεν, αλλά πολύ σημαντικό ψυχολογικά.

Ο Καμπρέρα

Μόνο που αυτό που κέρδισαν στο γήπεδο, το έχασαν έξω από αυτό. Βλέπετε η Βολιβία είχε κατέβει στο ματς (όπως και σε αυτό με το Περού) με το Νέλσον Καμπρέρα, έναν Παραγουανό  που τα τελευταία χρόνια παίζει στη Βολιβία και πήρε την υπηκοότητα. Ο Καμπρέρα είχε παίξει παλιότερα σε ένα φιλικό της Παραγουαής, κάτι που δεν ήταν όμως πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ότι στη Βολιβία η υπηκοότητα δίνεται στα τρία χρόνια, σε αντίθεση με τη ΦΙΦΑ που για να δώσει το ΟΚ να αγωνιστεί κάποιος με μια εθνική θέλει πέντε χρόνια παραμονής. Οι Χιλιανοί το πήραν χαμπάρι, έχουν και καλές διασυνδέσεις, το κυνήγησαν, δικαιώθηκαν και κέρδισαν το ματς με 3-0 στα χαρτιά.

Οι Βολιβιανοί δεν ξέχασαν. Παρά την έλλειψη βαθμολογικού κινήτρου, ήξεραν ότι το ματς του 2ου γύρου θα ήταν ευκαιρία για μια εκδίκηση. Ειδικά απέναντι σε μια Χιλή που είναι ντεφορμέ. Ο Καμπρέρα δεν ήταν στο γήπεδο, αλλά ήταν ο Πάμπλο Εσκομπάρ. Όχι ο έμπορος ναρκωτικών. Ένας ακόμα Παραουγανός που πήρε την υπηκοότητα, αυτή τη φορά νόμιμα. Ο 39χρονος (!!) σούπερ σταρ της αγαπημένης Δε Στρόνγκεστ είχε σκοράρει 3 φορές και είχε δώσει μία ασίστ στα προηγούμενα 7 εντός έδρας παιχνίδια της Βολιβίας και ήθελε και πάλι να χριστεί πρωταγωνιστής.

Ως συνήθως, η Βολιβία εκμεταλλευόμενη το υψόμετρο της Λα Πας μεταμορφώθηκε και έκανε πολλές φάσεις, αρκετές από αυτές από το γλυκό δεξί του Εσκομπάρ, ενός πολύ καλού τεχνίτη, που έβγαζε μπαλιές και σέντρες για τους συμπαίκτες του. Το γκολ δεν ήρθε όμως, ενώ για τη Χιλή ο μοιραίος Βιδάλ (που όπως σε κάθε κλήση του στη Χιλή βρέθηκε να μπεκροπίνει πριν τους αγώνες) μετά το αυτογκόλ του στο προηγούμενο παιχνίδι με την Παραγουάη, έχασε απίστευτη ευκαιρία για να ανοίξει το σκορ. Ο Εσκομπάρ πριν βγει αλλαγή στο ημίχρονο (δύσκολο σε τέτοια ηλικία να αντέξει παραπάνω) φρόντισε να κάνει το σόου του, ένας γνήσιος προβοκάτορας. Έτρεξε βιαστικά να εκτελέσει ένα κόρνερ, ο επόπτης δεν τον άφησε, ο Παμπλίτο με φοβερό στιλάκι «άσε μας κι εσύ» απάντησε, ο επόπτης επέμεινε και ο Βολιβιανός συνέχισε έξαλλος τα παράπονά του σε στιλ «μα τι θέλει» σπρώχνοντας μακριά τον επόπτη λες και ήταν κανένας περαστικός, ενώ με απαράμιλλο θράσος ζήτησε και κάρτα για έναν αντίπαλό του. Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που ο Εσκομπάρ τα βάζει με επόπτες ή διαιτητές, το έχει κάνει και παλιότερα.

Ούτε σε συγχρονισμένη κολύμβηση τέτοιο ταυτόχρονο πιάσιμο καλαμπαλικιών από δύο συμπαίκτες

Μπορεί ο Εσκομπάρ να βγήκε αλλαγή, αλλά το σόου δεν είχε τελειώσει. Η Βολιβία με πέναλτι που κέρδισε άνοιξε το σκορ και οι κόντρες μεταξύ των δύο πάγκων ξέφυγαν όσο πλησιάζαμε στην λήξη. Ο Εσκομπάρ μπορεί να μην βοηθούσε πλέον στο χορτάρι, το πήρε πάνω του όμως εκτός γηπέδου. Ξεκίνησε με ένα λάιτ «πηγαίνετε να κλάψετε στην ΦΙΦΑ» και ανέβασε τον πήχη με το «πηγαίνετε τώρα να ζητήσετε τους βαθμούς πίσω ‘πούτος'». Το αποκορύφωμα ήταν η κίνηση, βγαλμένη από οπαδό σε πέταλο, κατά την οποία έπιασε μεγαλοπρεπώς τα καλαμπαλίκια του και τα έδειξε στον αντίπαλο πάγκο (σε απόλυτη συνεργασία με άλλον συμπαίκτη του), επισκιάζοντας όλους τους άλλους πρωταγωνιστές του ματς. Το trash-talking συνεχίστηκε λίγο αργότερα όταν και ο Αρτούρο Βιδάλ βγήκε αλλαγή, ο Εσκομπάρ άνοιξε διάλογο μαζί του και ο Βιδάλ τα έβαλε με όλους και όλα, πετώντας το νερό του με δύναμη και στη συνέχεια ξεσπώντας σε κλάματα. Το γεγονός ότι δήλωσε αργότερα ότι θα σταματήσει από την εθνική αν αυτή δεν προκριθεί, ο Εσκομπάρ μπορεί να το πήρε και ως προσωπική επιτυχία.

Μετά το ξέσπασμα του Βιντάλ, ήρθαν τα δάκρυα

Το κλίμα δεν ηρέμησε ούτε μετά τη λήξη με τον προπονητή της Βολιβίας να δέχεται μια μπάλα από τον πάγκο της Χιλής και να δηλώνει αργότερα «τώρα θα δουν κι αυτοί το Μουντιάλ από την τηλεόραση» (απαντώντας σε ατάκα Χιλιανού παίκτη), ενώ στο κέντρο του γηπέδου πολλοί παίκτες ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο ανταλλάσσοντας ευχές για υγεία και ευημερία. Ο πρόεδρος της Βολιβίας Έβο Μοράλες μίλησε για νίκη της αξιοπρέπειας και της ταπεινότητας (ευτυχώς δεν μίλησε για νίκη του ποδοσφαίρου), τη στιγμή που οι παίκτες της Βολιβίας έβγαζαν φωτογραφίες στα αποδυτήρια κοροϊδεύοντας τον Βιδάλ (που είχε δυναμιτίσει το κλίμα με φωτογραφίες του πριν τον αγώνα). Κάποιος είπε «επιτέλους απέκτησε θάλασσα η Βολιβία, θάλασσα από τα δάκρυα των Χιλιανών στα αποδυτήρια» για μια νίκη απέναντι στη Χιλή περίπου μετά από 17 χρόνια.

Για τον Εσκομπάρ πάντως που ζήτησε συγγνώμη (προφανώς για να γλιτώσει τιμωρία), δεν ήταν και τίποτα πρωτόγνωρο, καθώς του αρέσει να προκαλεί. Πριν από έναν αγώνα της Δε Στρόνγκεστ με τη Ρίβερ Πλέιτ είχε ανεβάσει μια φωτογραφία που έγραφε ότι η δική του ομάδα δεν έπεσε ποτέ. Είναι ένας καταπληκτικός τεχνίτης που κουβαλάει τρέλα και ένα βαρύ επώνυμο, που παραλίγο να τον βάλει και σε μπελάδες. Όταν ως παίκτης ακόμα της Σέρο Πορτένιο ταξίδεψε για ματς του Λιμπερταδόρες στο Μεντεγίν οι αρχές τον σταμάτησαν μόλις ένας αστυνομικός είδε το διαβατήριο του. Τον ρώτησε αν ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε στην Κολομβία, αν είχε συγγενείς εκεί και ένα σωρό περίεργες ερωτήσεις. Προφανώς υποψιασμένος, του είπε να τον ακολουθήσει και εκεί μαζεύτηκαν και άλλοι άνθρωποι της ασφάλειας του αεροδρομίου. Ευτυχώς για τον Πάμπλο Ντανιέλ Εσκομπάρ Ολιβέτι, οι διοικούντες της Σέρο Πορτένιο μεσολάβησαν και έλυσαν την παρεξήγηση. «Είναι μια συνωνυμία, δεν έχω καμία σχέση με τον άνθρωπο που έκανε τόσο κακό σε τόσο κόσμο» δήλωσε. Ο δικός του στόχος είναι να μοιράζει γκολ, να μοιράζει ασίστ και να ανάβει σπίθες μεταξύ χωρών.

Τραγουδώντας στην Κόλαση

  [5 Σχόλια]

Ψάχνοντας κανείς πληροφορίες για τη Νέα Ορλεάνη, διαπιστώνει σχετικά εύκολα ότι ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κουλτούρας της πόλης είναι οι τζαζ κηδείες. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας κηδείας, μια μπάντα ακολουθεί τους συγγενείς του νεκρού στην πορεία τους μέχρι το νεκροταφείο, παίζοντας κάποιο πένθιμο εμβατήριο ή κάποιον μελαγχολικό ρυθμό. Όταν όμως ο νεκρός αφεθεί στην ‘τελευταία του κατοικία’ και η συνοδεία του πάρει το δρόμο της επιστροφής, το κλίμα σιγά-σιγά αλλάζει. Οι μελωδίες των μουσικών γίνονται πιο χαρούμενες και γρήγορες και ο κόσμος αρχίζει να χορεύει στο δρόμο (ένα χορό που πολλές φορές τον αποκαλούν «καθαρτικό»), σε μια προσπάθεια να τιμήσει το νεκρό και τη γεμάτη ζωή που έζησε αλλά και σε μια συμβολική κίνηση που δείχνει ότι η ζωή συνεχίζεται.

H Ρίβερ Πλέιτ ‘γεννήθηκε’ στις 25 Μαΐου του 1901 σε μια συνοικία δίπλα σε αυτή της Μπόκα. Μεγαλώνοντας κατέκτησε τα πάντα. Η ιστορία της είναι γεμάτη σπουδαίες επιτυχίες: Κατέκτησε πρωταθλήματα, κύπελλα, Λιμπερταδόρες, Σουνταμερικάνα, Διηπειρωτικό, ανέδειξε μερικούς από τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο, έφτιαξε μια από τις πιο φημισμένες ομάδες στην ιστορία του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, κουβάλησε περισσότερους από 15.000 οπαδούς (ανάμεσα τους κι έναν ολομόναχο τυφλό) στην άλλη άκρη της γης και ψηφίστηκε ως η 9η καλύτερη ομάδα του προηγούμενου αιώνα. Αν έπρεπε κάποιος να διαλέξει την πιο μεγάλη στιγμή της ιστορίας της όμως, θα έπρεπε να αδιαφορήσει για όλα αυτά τα αξιοσημείωτα κατορθώματα στα οποία οι ‘Μιλιονάριος’ βρέθηκαν στην κορυφή και να κοιτάξει πιο χαμηλά. Πολύ πιο χαμηλά. Για την ακρίβεια, στον πάτο.

Οι περισσότεροι θα σκεφτούν ότι η Ρίβερ ακούμπησε τον δικό της πάτο στα τέλη Ιουνίου του 2011, όταν και υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία. Αλλά εκείνο ήταν μόνο το πρώτο βήμα, όπως ακριβώς ένας δύτης ακουμπάει στο βυθό με το πρώτο πόδι. Ο πραγματικός πάτος βρίσκεται όταν και τα δυο πόδια πατήσουν γερά στον πυθμένα και βουλιάξουν και λίγο στο χώμα από το βάρος και για τη Ρίβερ αυτή η στιγμή ήρθε δυο περίπου μήνες μετά.

Ένα χειμωνιάτικο (για την Αργεντινή) και βροχερό απόγευμα του Αυγούστου του 2011, η Ρίβερ υποδεχόταν στην έδρα της την Τσακαρίτα Τζούνιορς. Ήταν η πρώτη αγωνιστική της δεύτερης κατηγορίας. Εκείνος ο αγώνας ήταν ο πραγματικός πάτος της, το απόλυτο ναδίρ μιας ένδοξης ιστορίας 110 χρόνων, η οριστική συνειδητοποίηση της τραγωδίας την οποία ζούσε μια από τις μεγαλύτερες ομάδες του πλανήτη, η μέρα που λογικά ακούστηκε η πρώτη, γεμάτη ειρωνεία και καζούρα, ερώτηση από φίλους και γνωστούς που υποστηρίζουν τους ‘άλλους’: «Mε ποιο μεγαθήριο παίζετε σήμερα;»

Το σοκ του υποβιβασμού αποτελούσε πλέον παρελθόν και μπροστά βρισκόταν μόνο η εφιαλτική αποδοχή της κατάστασης και ο αναπόφευκτος συμβιβασμός με αυτή. Όταν όλοι οι υπόλοιποι ‘μεγάλοι’ της χώρας ετοιμαζόταν για τη δεύτερη αγωνιστική της πρώτης κατηγορίας, κάνοντας σχέδια και όνειρα για τίτλους και φιέστες, η Ρίβερ Πλέιτ ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την ανάβαση του δικού της Γολγοθά, μέσω μιας δύσκολης διαδρομής που δεν είχε ξανακάνει ποτέ.

Εκεί λοιπόν, σ’εκείνο το κρύο και μίζερο Αυγουστιάτικο απόγευμα εντοπίζω εγώ τη μεγαλύτερη και ομορφότερη στιγμή στην τεράστια ιστορία αυτού του συλλόγου. Και όχι φυσικά στο χόρτο του Μονουμεντάλ, αλλά στις κερκίδες. Εκεί που βρέθηκαν μερικές δεκάδες χιλιάδες ανώνυμοι οπαδοί, που έβαλαν στην άκρη τη θλίψη, το θυμό και τον εγωισμό τους, που πιθανόν τους φώναζε «Ρίβερ είσαι, είναι δυνατόν να τρέχεις χειμωνιάτικα να δεις αγώνα δεύτερης κατηγορίας;» και πήγαν να στηρίξουν μια ομάδα που μπορεί να μη θύμιζε αυτή με την οποία μεγάλωσαν και να μην έμοιαζε καθόλου μ’αυτή που οι ίδιοι ονειρευόταν αλλά ακόμα και άσχημη, ανίκανη και αποτυχημένη παρέμενε «η δικιά τους Ρίβερ».

Η πιο ωραία στιγμή είναι αυτό το σχεδόν ανατριχιαστικό, ακόμα και για κάποιον τρίτο -όπως εμείς- που απλά εκτιμάει την αγνή οπαδική αγάπη, βίντεο στο οποίο μερικές χιλιάδες οπαδοί, άνθρωποι που μεγάλωσαν υποστηρίζοντας ένα μεγαθήριο του ποδοσφαίρου, που κατά κύριο λόγο τους πρόσφερε χαρές και μια αίσθηση ανωτερότητας και μεγαλείου, άνθρωποι που λογικά έχουν ζήσει θρυλικές νίκες και τις κατακτήσεις αρκετών τίτλων, άνθρωποι που βρέθηκαν ξαφνικά σε μια ποδοσφαιρική και οπαδική Κόλαση που θα έκανε πολλούς να το παίξουν αδιάφοροι ή να κλειστούν τις Κυριακές στα σπίτια τους από ντροπή, σ’ένα σκατένιο σημείο δηλαδή στο οποίο το μόνο που σε κρατάει δεμένο με την ομάδα είναι η γνήσια, μη ανταποδοτική αγάπη σου γι’αυτή και όχι κάποια προσδοκία για βραχυπρόθεσμες χαρές και πανηγύρια, σε μια κατάσταση που αν και απ’έξω βρωμάει αποτυχία και μιζέρια, μέσα της αρκετές φορές γεννιούνται πραγματικοί οπαδοί, χοροπηδάνε και τραγουδάνε μέσα στη βροχή, αδιαφορώντας για τις αμέτρητες καζούρες και τα άπειρα υποτιμητικά σχόλια των αντιπάλων, τραγουδάνε και χοροπηδάνε πικραμένοι αλλά και ταυτόχρονα χαρούμενοι, σαν τελείωμα τζαζ κηδείας που έχει μόλις αφήσει πίσω της το πένθος και προσπαθεί να σου υπενθυμίσει ότι η ζωή συνεχίζεται, χοροπηδάνε και τραγουδάνε όλο και πιο δυνατά όσο περνάει η ώρα, κάποιους στίχους που, πιθανόν, αμέτρητοι άλλοι έχουν φωνάξει αλλά λίγοι τους εννοούν πραγματικά, γιατί σχεδόν πάντα η θεωρία απέχει από την πράξη πολύ περισσότερο απ’όσο θα θέλαμε να απέχει, ένα τραγούδι που στον επίλογο του λέει «…εμένα δεν με νοιάζει που παίζεις, εγώ θα πηγαίνω παντού, γιατί Ρίβερ Πλέιτ σ’αγαπάω όλο και περισσότερο».

Το δέντρο που φυτέψαμε

  [2 Σχόλια]

Πριν από εκατό χρόνια περίπου, στη γειτονιά Ρικάρντο Μπρουγάδα της πρωτεύουσας της Παραγουάης Ασουνσιόν γεννήθηκε ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος. Το όνομά του Ρεσιστένσια Σπορτ Κλουμπ (Αντίσταση με λίγα λόγια). Ήταν εργάτες από το λιμάνι, το σιδηροδρομικό σταθμό και τον σταθμό λεωφορείων που την ίδρυσαν, θέλοντας να μεταφέρουν την επαναστατικότητα των συνδικάτων της εποχής στο ποδόσφαιρο, να φτιάξουν μια ομάδα ποδοσφαίρου που θα ένωνε ανθρώπους της εργατιάς που ζούσαν σε ένα από τα φτωχά barrio της πόλης.

Ο σύλλογος από το 1917 που ιδρύθηκε δεν είχε πολλές επιτυχίες. Κατάφερε τέσσερις φορές να κερδίσει την άνοδό του στην Α’ εθνική με τελευταία αυτή το 1999. Η πρώτη ήταν το 1966 με τον πρόεδρο δον Τομάς Μπέγκαν Κορέα, αλλά τελικά δεν πήρε άδεια συμμετοχής γιατί δεν είχε τίτλους ιδιοκτησίας για το γήπεδό της. Βλέπετε ο χώρος στον οποίο έπαιζε η ομάδα ήταν δημόσιος και δεν ήταν δικός της. Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι του συλλόγου δεν το έβαλαν κάτω, συνέχισαν να συντηρούν την ομάδα, δίνοντας έτσι διέξοδο για πολλά παιδιά που ζούσαν σε μια υποβαθμισμένη περιοχή με υψηλή εγκληματικότητα.

Πόσων αστέρων ΟΥΕΦΑ θα ήταν λέτε;

Η ιστορία δεν θα είχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, αν δεν παρουσίαζε μια μεγάλη ιδιαιτερότητα. Ο σύλλογος αγωνίζεται σε ένα μικρό γηπεδάκι, το Εστάδιο Τομάς Μπέγκαν Κορέα (αφιερωμένο στον πρόεδρο με τον οποίο κατέκτησε το πρωτάθλημα Β’ εθνικής, αλλά όπως είπαμε δεν ανέβηκε) και πρόσφατα ξεκίνησε εργασίες ώστε να χτιστεί μια ακόμα εξέδρα που θα ανέβαζε το συνολικό αριθμό των θεατών σε 6.500. Μόνο που ο προγραμματισμός δεν είναι στο φόρτε των Παραουγανών. Πριν μερικά χρόνια, όταν έκαναν κάποιες ανακατασκευές στις εγκαταστάσεις αποφάσισαν να φυτέψουν και ορισμένα δέντρα για να ομορφύνει ο περιβάλλοντας χώρος. Ένα από τα δέντρα, που οι ντόπιοι ονομάζουν λαπάτσο και από το οποίο φτιάχνεται κι ένα τσάι που λέγεται ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες, βρίσκεται στην έκταση του γηπέδου που αποφασίστηκε να χτιστεί η βόρεια εξέδρα.

Το δέντρο μεγάλωσε πολύ όλα αυτά τα χρόνια, έχει την ίδια ηλικία με πολλούς από τους μικρούς οπαδούς του συλλόγου και όταν έφτασε η ώρα να χτιστεί η εξέδρα, η διοίκηση δεν το σκέφτηκε καν. «Είχαμε φτιάξει το 50% της εξέδρας και όταν ξεκινήσαμε για το υπόλοιπο 50% είχαμε μπροστά μας το δέντρο που είχε μεγαλώσει. Σε κανένα σημείο δεν σκεφτήκαμε να καταστρέψουμε αυτό που μας έδωσε η φύση» δηλώνει ο πρόεδρος του συλλόγου. Η διοίκηση της Ρεσιστένσια κάλεσε μηχανικούς και αρχιτέκτονες ώστε να βρεθεί η λύση για μια ασφαλή εξέδρα που παράλληλα θα άφηνε το δέντρο (των περίπου 20 μέτρων) να μεγαλώσει κι άλλο. Η κερκίδα φτιάχτηκε γύρω από το δέντρο που συνεχίζει να δίνει το παρόν σε κάθε ματς της ομάδας.

Όμως η νοτιαμερικάνικη γραφικότητα δεν τελείωσε εκεί. Φέτος ο σύλλογος κλείνει και γιορτάζει τα 100 χρόνια του και μέσα σε όλα ήθελε να περάσει ένα οικολογικό μήνυμα, τιμώντας το δέντρο. Αποφάσισε λοιπόν να το κάνει μέλος του συλλόγου. Ναι, μην το γελάτε. «Είναι πιο πολύ μέλος από οποιονδήποτε άλλον μας. Βρίσκεται εκεί 24 ώρες το 24ωρο.» Η ομάδα έκανε δώρο μια φανέλα της (μην με ρωτάτε αν τη φόρεσε το δέντρο ή τι νούμερο γράφει) και μαζί την κάρτα μέλους Νο. 1000. «Είναι σαν το σύμβολό μας, έχουμε γίνει γνωστοί σε άλλα μέρη εξαιτίας του». Η Ρεσιστένσια συνεργάστηκε με αρμόδιους φορείς και προσπάθησε να κάνει την εκδήλωση γνωστή, για να περάσει ένα μήνυμα για τη διάσωση των δέντρων της Ν. Αμερικής που βρίσκονται σε συνεχή κίνδυνο. Σε μια πολύ όμορφη κάρτα που έβγαλε στο Ίντερνετ, περνάει το μήνυμά της με ένα πολύ συγκινητικό κείμενο.

«Ελάτε να υποστηρίξετε τη μοναδική ομάδα που οι οπαδοί της μεγαλώνουν μέρα με τη μέρα»

Μέσα στα πολλά όμορφα που αναφέρονται είναι ότι κανείς δεν το έχει δει να έρχεται και ακόμα περισσότερο κανείς να φεύγει, πάντα βρίσκεται εκεί σαν ένας φυσικός μάρτυρας, με θρησκευτική ευλάβεια, πάντα στο ίδιο σημείο χωρίς να επηρεάζεται ακόμα και από τις πιο βαριές ήττες. Για 45 λεπτά φυλάει τα νώτα του τερματοφύλακα (όπως βλέπετε η κερκίδα βρίσκεται πίσω από την μία εστία) και για άλλα 45 κάνει trash talking στον αντίπαλο τερματοφύλακα. Και γι΄αυτούς τους λόγους οι οπαδοί το έκαναν μέλος, ένα σημείο αναφοράς, καθώς η ομάδα ψάχνει τους νέους οπαδούς της που θα γεννηθούν και θα είναι όπως αυτό. Το δέντρο που κάθε βδομάδα μετατρέπεται σε δάσος.

Η Ρεσιστένσια δεν έχει ανέβει από το 1999 ξανά όπως είπαμε και το δέντρο δεν έχει ανθίσει ποτέ (ένα δέντρο που κάνει πολύ όμορφα μωβ-κίτρινα-μπλε λουλούδια) από τότε που βρίσκεται στο στάδιο. Είναι σαν να περιμένει την κατάλληλη περίσταση για το να κάνει, όπως λέει κι ο πρόεδρος Ρομπέρτο Γκαρσέτε: «Φέτος η ομάδα στα 100 της χρόνια θα ανέβει και το δέντρο θα ανθίσει με το μπλε χρώμα της φανέλας

Το ταξίδι του Θαλή

  [Καθόλου σχόλια]

Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η τρέλα ενός οπαδού για την ομάδα του; Ποιες θυσίες και ποια ταλαιπωρία μπορεί να υπομείνει; Και κυρίως, με τι αντίκρυσμα; Την προπερασμένη Κυριακή είχαμε τα προημιτελικά της Δ’ εθνικής της Βραζιλίας. Ένα πρωτάθλημα που ξεκινάει με 68 ομάδες που παίζουν σε… 17 ομίλους χωρισμένους με γεωγραφικά κριτήρια με τις 32 να προκρίνονται. Από εκεί και πέρα το σύστημα είναι σαν κυπέλλου, με διπλά ματς. Κάπως έτσι έφτασε στους «8» η Εσπόρτε Κλουμπ Σάο Ζοσέ από το Πόρτο Αλέγκρε και αντιμετώπισε την Ατλέτικο Ακρεάνο.

Στο πρώτο ματς στο Πόρτο Αλέγκρε η Σάο Ζοσέ μπροστά σε περίπου 300 οπαδούς της (εκ των οποίων μόλις 122 είχαν πληρώσει εισιτήριο) έχασε με 0-1 μετά από ένα κόρνερ των φιλοξενούμενων. Ανάμεσα σε αυτούς τους οπαδούς βρισκόταν και ο Θαλής Ένγκελ (τουλάχιστον έτσι το προφέρω εγώ γιατί έχει πλάκα να είναι μισό ελληνικό και μισό τραγούδι των Rammstein). Με το 0-1 η πρόκριση για τα ημιτελικά της Δ’ εθνικής ήταν μάλλον χαμένη υπόθεση. Μιλάμε για μια ομάδα με λίγους νοματαίους για οπαδούς που έχει ως μεγαλύτερη επιτυχία δύο πρωταθλήματα Β’ εθνικής του τοπικού Καμπεονάτο Γκαούτσο, το τελευταίο πριν 30κατι χρόνια. Με λίγα λόγια, καμία ελπίδα για κάτι καλό. Κι όμως, ο Θαλής αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να χάσει την εκτός έδρας ρεβάνς για την πρόκριση στα ημιτελικά.

-Μάνα πάω στο ματς
-Εφόδια για τέσσερις μέρες να πάρεις

Πριν πείτε «σιγά ρε μεγάλε, είχα πάει κι εγώ με την ομάδα μου από το χωριό σε εκτός έδρας», ας κάνουμε λίγη Γεωγραφία. Το Πόρτο Αλέγκρε βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της χώρας, σχετικά κοντά στην Ουρουγουάη. Η έδρα της Ατλέτικο Ακρεάνο είναι στο Ρίο Μπράνκο της επαρχίας Άκρε, στα βορειοδυτικά της χώρας, κοντά στο… τριεθνές με Περού και Βολιβία. Μιλάμε για μια απόσταση 4.000 χιλιομέτρων με το αυτοκίνητο ή πτήση περίπου 6,5 ωρών με το αεροπλάνο. Ο Θαλής φυσικά δεν έχει αυτοκίνητο, ούτε χρήματα για μια τόσο μεγάλη πτήση. Έτσι, αφού παρακολούθησε το πρώτο ματς, μπήκε την Τετάρτη στο βραζιλιάνικο ΚΤΕΛ από το Πόρτο Αλέγκρε μέχρι τη Φλοριανόπολις της Σάντα Καταρίνα [μικρή σημείωση, ο Θαλής δεν ζει στο Πόρτο Αλέγκρε, είχε ήδη κάνει περίπου 500 χιλιόμετρα για το πρώτο ματς]. Πήγε στο σπίτι του, έφτιαξε τα πράγματά του και έφυγε για τον σταθμό. Μόνο που όταν έφτασε είδε ότι το λεωφορείο ήταν γεμάτο και δεν υπήρχαν εισιτήρια.

Σαν βγεις στον πηγαιμό για το Ρίο Μπράνκο

Οι περισσότεροι στη θέση του θα τα παρατούσαμε κάπου εκεί. Όχι όμως ο 22χρονος ήρωας της ιστορίας μας. Μην έχοντας πολλές επιλογές αναγκάστηκε να πάρει άλλο λεωφορείο για να αλλάξει μετά διαδρομή σε άλλη πόλη. Φυσικά αυτή η 2η επιλογή ήταν με περισσότερα χιλιόμετρα, δεκάδες στάσεις σε κάθε χωριό της βραζιλιάνικης υπαίθρου και είχε και μια βλάβη του λεωφορείου, με αποτέλεσμα οι επιβάτες να περιμένουν ώρες για να έρθει καινούριο. Ο Θαλής έκανε μπάνιο σε κάποιες στάσεις, έτρωγε ελαφριά σνακ από τις προμήθειές του και έκανε υπομονή. Παρά την ταλαιπωρία, έφτασε στον προορισμό του το πρωί της Κυριακής μετά από 4 ημέρες συνολικά στο δρόμο και πήγε κατευθείαν στο ξενοδοχείο της αγαπημένης του ομάδας. Εκεί βρήκε άλλον έναν συνοπαδό του (που είχε την οικονομική άνεση να πάρει αεροπλάνο) και τους περιποιήθηκαν οι οπαδοί της τοπικής Ρίο Μπράνκο (μεγάλης αντιπάλου της Ατλέτικο που φυσικά στήριζαν τους φιλοξενούμενους) με ένα μπάρμπεκιου με τις ευχές να προκριθεί η Σάο Ζοσέ.

Δυστυχώς για τον Θαλή το ματς δεν είχε καλό αποτέλεσμα. Η Σάο Ζοσέ έφαγε γκολ μόλις στο 6′, ισοφάρισε αργότερα, αλλά με το τελικό 1-1 αποκλείστηκε. Ο Θαλής ετοιμάστηκε να πάρει τον πικρό δρόμο της επιστροφής, κάτι που όλοι όσοι έχουμε ταξιδέψει μετά από ήττα σε εκτός έδρας ματς γνωρίζουμε ότι είναι από τα πιο ζόρικα πράγματα στον κόσμο. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Το επόμενο λεωφορείο έφευγε τη Δευτέρα. Ο φίλος μας, χωρίς λεφτά και με μια βαλίτσα, έπρεπε να μείνει στο δρόμο. Ευτυχώς όμως γι’ αυτόν, κάποιοι ποδοσφαιριστές της ομάδας συγκινήθηκαν από την περιπέτεια και κυρίως την αγάπη του οπαδού για τον μικρό σύλλογο, μάζεψαν χρήματα και του τα έδωσαν μαζί με κάποια τρόφιμα.

Ο Θαλής όχι μόνο κατάφερε να βρει ξενοδοχείο να μείνει την Κυριακή το βράδυ, αλλά χάρη στους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας (μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για παίκτες Δ’ εθνικής Βραζιλίας και για χρήματα από το υστέρημά τους, μια τεράστια κίνηση για φτωχούς ανθρώπους) πήρε μόλις ένα λεωφορείο και στη συνέχεια κατάφερε να βρει αεροπορικό εισιτήριο από το Πόρτο Βέγιο μέχρι την πατρίδα του μειώνοντας κατά πολύ την ταλαιπωρία. Ο Θαλής θα μπορούσε να υποστηρίζει μια από τις δυο τεράστιες ομάδες του Πόρτο Αλέγκρε, ομάδες που σηκώνουν πρωταθλήματα, Λιμπερταδόρες, παίζουν καλή μπάλα, έχουν τεράστιες ποδοσφαιριστές, διάλεξε όμως μια μικρή ομάδα. «Ο πατέρας μου είναι Γκρέμιο, η μητέρα μου είναι Ιντερνασιονάλ και δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί υποστηρίζω μια ομάδα Δ’ εθνικής.» Όσο δε για την απορία αν θα το ξαναέκανε, ο Θαλής είναι κάθετος. «Όπου κι αν παίζει η ομάδα, ακόμα κι αν πρέπει να πάω με λεωφορείο, θέλω να είμαι εκεί. Πλέον είμαι ακόμα πιο σίγουρος για την επιλογή μου, διάλεξα τη σωστή ομάδα να υποστηρίζω. Οι ποδοσφαιριστές μού έδωσαν ότι μπορούσαν. Χάρη σε αυτούς βρήκα δωμάτιο και εισιτήριο, συγκινήθηκα από την κίνησή τους και παραλίγο να βάλω τα κλάματα όταν μου το είπαν.»

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Κρίστιαν «Γκομίτο» Γκόμες

  [4 Σχόλια]

Υπάρχουν πολλοί ποδοσφαιριστές που αγαπήθηκαν σε μικρές ομάδες, που απόλαυσαν το χειροκρότημα του κόσμου. Υπάρχουν αρκετοί που κατάφεραν με τις εμφανίσεις τους να παίξουν και σε μεγαλύτερες, πιο ιστορικές ομάδες. Υπάρχουν κάποιοι που κατάφεραν να βγάλουν χρήματα παίζοντας σε άλλες χώρες και χιλιάδες που κέρδισαν τίτλους. Φυσικά υπάρχουν και ορισμένοι που γύρισαν στα ποδοσφαιρικά γεράματα στην αγαπημένη τους ομάδα για να κλείσουν την καριέρα τους. Υπάρχουν όλοι αυτοί, υπάρχει και ο Κρίστιαν Γκόμες.

Ο Γκομίτο ξεκίνησε από πολύ μικρός στις ακαδημίες της Νουέβα Σικάγο, μόλις στα 6 του. Είχε ταλέντο, δούλεψε και έγινε ένα χαφ με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση. Εντοπίστηκε από τον προπονητή του και στα 18 του ήταν έτοιμος για το ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα. Ο κόουτς τον φώναξε, του είπε να είναι έτοιμος για το παιχνίδι της επόμενης ημέρας, αλλά η μοίρα του επιφύλαξε μια έκπληξη. Η Σικάγο έμεινε με 10, ο προπονητής αναγκάστηκε να περάσει αμυντικό και να αλλάξει τα πλάνα του κι ο Γκομίτο δεν έπαιξε. Λίγες μέρες μετά τραυματίστηκε και το ντεμπούτο του καθυστέρησε μερικούς μήνες, αλλά όταν ξεκίνησε δεν σταμάτησε. Ο Γκόμες έπαιξε 155 παιχνίδια και σκόραρε 47 φορές, ένας από τους βασικούς λόγους που η Σικάγο ανέβηκε το 2011 μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια στην Α’ εθνική. Ο Σέζαρ Λουίς Μενότι τον είδε και τον πήρε στην Ιντεπεντιέντε. Εκεί ο Γκόμες κέρδισε ένα πρωτάθλημα, αλλά χωρίς να είναι ηγέτης ή τόσο σημαντικός, παίζοντας και σε άλλη θέση.

Αξέχαστο φινάλε στα μπαράζ του 2012

Στη συνέχεια Αρχεντίνος Τζούνιορς, ξανά Νουέβα Σικάγο (για να τη βοηθήσει να σώσει την κατηγορία), ξανά Ιντεπεντιέντε, Άρσεναλ Σαραντί και μετά η μετανάστευση στις ΗΠΑ. Έπαιξε έξι χρόνια εκεί, βγάζοντας τα προς το ζην και κατακτώντας δύο πρωταθλήματα και πλέον στα 37 του γύρισε στην αγαπημένη του ομάδα που βρισκόταν στην Γ’ εθνική. Ήθελε να την ανεβάσει και να κρεμάσει τα παπούτσια του εκεί. Η Σικάγο κέρδισε την είσοδό της στα μπαράζ όπου θα έπρεπε να παίξει με μια ομάδα Β’ εθνικής για ένα εισιτήριο. Η μοίρα το έφερε και αντίπαλος ήταν η «εχθρός» της Σικάγο, Τσακαρίτα. Στο πρώτο ματς η Σικάγο κέρδισε με 1-0 με ασίστ φυσικά του Γκομίτο. Στην εκτός έδρας ρεβάνς η Σικάγο κέρδιζε με 0-1, ισοφαρίστηκε και ενώ όλα έδειχναν ότι θα κέρδιζε την άνοδο, ένα χέρι στην περιοχή της έδωσε πέναλτι στο 93′ στους αντιπάλους. Σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε σε ματς στην Αργεντινή των τελευταίων ετών, οι οπαδοί της Τσακαρίτα πανηγύριζαν για την παραμονή, ο προπονητής ευχαριστούσε το Θεό. Μέχρι που ο τερματοφύλακας Μονγιόρ έκανε μια καταπληκτική απόκρουση, ο προπονητής της Τσακαρίτα που είχε φύγει ήδη να πανηγυρίσει κατάλαβε τι έγινε και ο Γκομίτο με την παρέα του πανηγύρισαν μια απίστευτη άνοδο.

Ο Γκομίτο πείστηκε και τελικά συνέχισε, αλλά η Νουέβα Σικάγο τερμάτισε τελευταία στη Β’ εθνική και έπεσε ξανά. Στα 39 του αποφάσισε να συνεχίσει και ανέβασε και πάλι την ομάδα στη Β’ εθνική, αυτή τη φορά χωρίς άγχος, βγαίνοντας πρώτη, με τον Γκόμες να σκοράρει συνολικά 10 φορές. Ο προπονητής του Πάμπλο Γκουέδε είχε δηλώσει τότε: «Είναι μαγικό αυτό που συμβαίνει. Είναι τέρας. Κάποιος μπορεί να έχει αμφιβολίες όταν έρθει, αλλά από τη δεύτερη προπόνηση αυτές χάνονται. Δουλεύει στο ίδιο και καλύτερο επίπεδο από 18αρηδες συμπαίκτες του».

Στα 41 του, μετά από επτά μήνες απραξίας επιστρέφει από χιαστούς

Τα καλύτερα όμως δεν είχαν έρθει. Το 2014 σε ηλικία 40 ετών αγωνίζεται 20 φορές και οδηγεί τη Νουέβα Σικάγο σε μια ακόμα άνοδο αυτή τη φορά στην Α’ εθνική (το είχε ξανακάνει το 2001) και είναι έτοιμος να ζήσει το όνειρο, να γίνει ένας από τους γηραιότερους παίκτες στην 1η κατηγορία της χώρας. Μια βδομάδα μόλις πριν την έναρξη του πρωταθλήματος γίνεται το κακό. Στο τελευταίο φιλικό παθαίνει ρήξη χιαστών στο δεξί του πόδι και μπαίνει στο χειρουργείο. Οι περισσότεροι θα τα παρατούσαν. Ο Γκομίτο δουλεύει δυο φορές πιο σκληρά, θέλει να προλάβει να επιστρέψει έστω και για λίγο, να πατήσει χορτάρι Α’ εθνικής. Τα καταφέρνει 5 αγωνιστικές πριν το τέλος, στη νίκη επί της Αλντοσίβι. Μπαίνει αλλαγή εν μέσω αποθέωσης, επτά μήνες μετά τον τραυματισμό του. Θέλεις η αύρα του; Θέλεις το ταλέντο του; Η «Τορίτο» κάνει μαγικό φινάλε με πέντε σερί νίκες και χάνει την παραμονή για μόλις έναν βαθμό. Όλοι σκέφτονται τι θα είχε γίνει αν ο Γκομίτο επέστρεφε λίγο πιο νωρίς.

Τον Απρίλιο η Νουέβα Σικάγο έχανε 2-0 και έπαιζε με 10. Ο Γκομίτο σκόραρε δυο πανέμορφα γκολ και έδωσε μια ασίστ για το 2-3.

Ο Γκομίτο δεν έχει σταματήσει το ποδόσφαιρο. Έπαιξε ακόμα δύο σεζόν στη Β’ εθνική, ετοιμάζεται να παίξει ακόμα μία, οδεύοντας προς τα 43 του, και συνεχίζει να προσφέρει αυτά που μπορεί. Στο τελευταίο εντός έδρας ματς της σεζόν, σε αυτό που είδαμε το το ζευγάρι των δύο τυφλών παιδιών Μαρτίν και Σίντια, έβγαλε μια ασίστ πάρε-βάλε για το γκολ (στο παρακάτω βίντεο). Έχει σπάσει πλέον όλα τα ρεκόρ συμμετοχών του συλλόγου και οι οπαδοί μαζεύουν χρήματα για να του φτιάξουν ένα άγαλμα στο γήπεδο. Ο στόχος είναι να είναι έτοιμο στα 43α του γενέθλια το Νοέμβριο. Μπορεί να μην έκανε την καριέρα ή να μην είχε το όνομα του Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, αλλά είναι κι αυτός ένας άνθρωπος που αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή στο αγαπημένο του άθλημα (σκεφτείτε ότι παίζει από τα έξι του χρόνια) και ένα μεγάλο μέρος αυτής στην αγαπημένη του ομάδα.

Συνεχίζω να παίζω ποδόσφαιρο γιατί το αγαπώ. Την ημέρα που θα σταματήσω να έχω αγωνία για ένα ματς το προηγούμενο βράδυ ή που δεν θα είναι ιδρωμένα τα χέρια μου πριν βγω στο γήπεδο, θα σταματήσω.
– Κρίστιαν «Γκομίτο» Γκόμες

Ο αγώνας των 5 λεπτών (σε 2 ημίχρονα)

  [1 Σχόλιο]

Σας φαίνεται το ποδόσφαιρο λίγο βαρετό; Πιστεύετε ότι κρατάει πολλή ώρα; Μην στενοχωριέστε. Η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Αργεντινής είναι εδώ για να δώσει λύση. Όπως το έκανε στο μπαράζ ανόδου της Γ’ εθνικής. Εκεί που στον τελικό βρέθηκαν η Ντεπορτίβο Ριέστρα και οι Κομουνικασιόνες (που όπως σωστά μαντεύετε σημαίνει «Επικοινωνίες» και ήταν το όνομα που βρήκαν οι υπάλληλοι των αργεντίνικων ΕΛΤΑ που την ίδρυσαν). Η Ριέστρα είναι μια από τις αγαπημένες ομάδες του Μαραντόνα, καθώς το 2013 ανέλαβε ως «πνευματικός προπονητής» της, κάτι που ακούγεται πολύ ως μέντιουμ, αλλά στην ουσία σήμαινε ο Ντιέγκο να πηγαίνει να βλέπει τα ματς και να βγάζει κανέναν πύρινο λόγο στα αποδυτήρια.

Ας επιστρέψουμε όμως στο θέμα μας. Οι Κομουνικασιόνες κέρδισαν το πρώτο ματς με 1-0 και στις 3 Αυγούστου πήγαν για τη ρεβάνς. Η ομάδα του Ντιέγκο (εμπνευσμένη από τις ευχές που έστειλε από τα Εμιράτα λίγο πριν παρακολουθήσει από την τηλεόραση το ματς) κατάφερε μέχρι το 33′ να έχει κάνει το 2-0 και να κρατάει την άνοδο στα χέρια της. Φτάνοντας στο 89ο λεπτό ο βοηθός έδειξε πέντε λεπτά καθυστερήσεις, πέντε λεπτά για να γίνει το όνειρο πραγματικότητα. Με το παιχνίδι να παίζεται ακόμα όμως, κάποιοι οπαδοί της Ριέστρα μπήκαν μέσα στον αγωνιστικό χώρο για να πανηγυρίσουν κι ένας από αυτούς που ήταν πολύ πιο θαρραλέος, μπήκε για τα καλά στο χορτάρι και συμμετείχε κανονικά στο παιχνίδι, μαρκάροντας κιόλας παίκτες των φιλοξενούμενων. Ορισμένοι από αυτούς του επιτέθηκαν και εκεί τα πράγματα ξέφυγαν, αφού μπήκαν μέσα κι άλλοι οπαδοί και έπεσαν μερικές ψιλές.

Προσέχουμε τον κουκουλοφόρο που μαρκάρει

Ο διαιτητής μην έχοντας άλλη λύση διέκοψε το παιχνίδι, την ίδια στιγμή που οι γηπεδούχοι (αλλά κι ο Ντιέγκο που έστειλε και ανάλογο βίντεο) πανηγύριζαν για την άνοδο (!!). Το κορυφαίο ήταν πως ο… πρωτομάστορας των επεισοδίων αποκαλύφθηκε τελικά ότι δεν ήταν κάποιος γνωστός άγνωστος. Ήταν γνωστότατος με όνομα Λεάντρο Φρέιρα και μάλιστα ποδοσφαιριστής της Ριέστρα που ήταν εκτός αποστολής. Πριν παραλάβει το Όσκαρ Εξυπνάδας βγήκε στα ΜΜΕ και είπε ότι από την πολλή χαρά του μπήκε να πανηγυρίσει, αλλά δυστυχώς δεν εξήγησε γιατί μετέτρεψε το σύστημα της ομάδας του σε 5-4-2 με την παρουσία του.

Η Ομοσπονδία έτσι πήρε στα χέρια της την κατάσταση και αυτό συνήθως στην Αργεντινή δεν είναι καλό. Παρά το χαμό και το ντου αποφάσισε το ματς να συνεχιστεί κανονικά από εκεί που είχε διακοπεί, να γίνουν δηλαδή τα πέντε λεπτά των καθυστερήσεων που απέμεναν. Το ακόμα πιο ωραίο ήταν πως αποφασίστηκε αυτά να γίνουν σε δύο ημίχρονα. Το 1ο με τρία λεπτά και το 2ο με δύο λεπτά. Σπάζοντας φυσικά το ματς έτσι, ήταν ακόμα πιο άδικο για τους Κομουνικασιόνες που ήθελαν ένα γκολ για να πάει το ματς στα πέναλτι. Η απόφαση όμως δεν τελείωσε εκεί. Εκεί τελείωσαν μόνο τα ευχάριστα για την Ντεπορτίβο Ριέστρα. Η ομάδα τιμωρήθηκε με 10 αγωνιστικές, πρόστιμο 600 χιλιάδες πέσος (που λογικά είναι βαρύ για μια μικρή ομάδα) και -20 βαθμούς σε οποιαδήποτε κατηγορία και αν παίζει του χρόνου.

Η κωμική αυτή απόφαση έφερε αντιδράσεις. Ουσιαστικά τιμωρούσε πολύ βαριά μια ομάδα ως υπεύθυνη για τα επεισόδια, αλλά της έδινε τεράστιες πιθανότητες ανόδου στη Β’ εθνική και ταυτόχρονα νέας πτώσης (μιλάμε για -20 βαθμούς σε μια κατηγορία που υποβιβάζονται έξι ομάδες). Οι φιλοξενούμενοι αν και αρχικά έλεγαν ότι δεν θα κατέβουν να παίξουν, το έκαναν. Μπήκαν στα αποδυτήρια τραγουδώντας το «Δώσε μου πέντε λεπτά και τίποτα άλλο» του Ουρουγουανού Λούκας Σάγο, ενώ εμφανίστηκαν στον αγωνιστικό χώρο κρατώντας ένα πανό που έγραφε μια φράση του Μαρσέλο Μπιέλσα: «Το ποδόσφαιρο φτιάχτηκε για να επικρατείς επί του αντιπάλου με την αξία σου».

Οι καλύτερες φάσεις του αγώνα των πέντε λεπτών

Μπιέλσα αυτοί; Μαραντόνα εμείς. Ο Ντιεγκίτο από τη Σ. Αραβία πήρε τηλέφωνο τον κόουτς που ετοιμαζόταν να κατέβει με 6-3-1 για το πεντάλεπτο και του «έδωσε χαρτάκι» με το 4-3-3 της επιτυχίας. Ο κόουτς δεν αρνήθηκε, η Ριέστρα κατέβηκε έτσι και άντεξε και στα 3 λεπτά του 1ου ημιχρόνου, αλλά και στα 2 του 2ου. Το πιο αξιοσημείωτο ήταν ένα κόρνερ και τίποτα παραπάνω. Έτσι, η Ντεπορτίβο Ριέστρα θα πραγματοποιήσει το όνειρό της, να παίξει για πρώτη φορά στη Β’ εθνική, αλλά θα το κάνει με λιγότερα χρήματα, λιγότερους βαθμούς και χωρίς οπαδούς. Και μια ακόμα ιστορία γραφικότητας έλαβε τέλος στη Λ. Αμερική.

Ακούω την αγάπη

  [4 Σχόλια]

Την προπερασμένη Κυριακή ο Μαρτίν ξύπνησε γεμάτος προσμονή. Ήταν βλέπεις το τελευταίο εντός έδρας ματς της σεζόν. Ο Μαρτίν δεν χάνει παιχνίδι της αγαπημένης του ομάδας. Όταν η ώρα έφτασε, έβαλε τη φανέλα της ομάδας. Δε νοείται να πηγαίνεις στο γήπεδο χωρίς αυτή. Μια που αυτή τη περίοδο έχει και κρύο, έβαλε από πάνω και μια ζακέτα. Κι αυτή φυσικά με τα χρώματα της ομάδας του. Τα πράσινα μαύρα της Νουέβα Σικάγο, ενός συλλόγου με 106 χρόνια ιστορία εκεί στα δυτικά του Μπουένος Άιρες. Τι κι αν το παιχνίδι ήταν αδιάφορο για την ομάδα του που ήταν μακριά από τις θέσεις της ανόδου. Τι κι αν η ομάδα έχει περάσει μόλις 7 σεζόν στην Α’ εθνική στα χρόνια του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και συνολικά 18 από την πρώτη φορά που τα κατάφερε το 1919. Ο Μαρτίν δεν θα το έχανε. Ειδικά από τη στιγμή που θα ήταν απέναντι σε μία από τις ομάδες που θεωρούνται κλασικοί αντίπαλοι, όπως η Τσακαρίτα.

Αυτή τη φορά μαζί του και η κοπέλα του η Σίντια. Η Σίντια δεν γκρινιάζει που θα χάσουν την Κυριακή τους. Ο Μαρτίν παρακολουθεί φανατικά την ομάδα, ήταν εκεί στις δυο τελευταίες ανόδους το 2012 και το 2014, η Σίντια είναι πιο καινούρια, άρχισε να τον συνοδεύει τη φετινή σεζόν. Ο Μαρτίν παίρνει μαζί και το ραδιοφωνάκι του, βάζει τα ακουστικά και ακούει την περιγραφή του αγώνα. Τη χρειάζεται γιατί δεν βλέπει, είναι τυφλός. Το ίδιο κι η Σίντια. Αυτή όμως δεν ακούει την περιγραφή, αρκείται στο να βρίσκεται εκεί μαζί του. Χωρίς να βλέπει. Είναι κι αυτή τυφλή. Ο Μαρτίν της λέει τι γίνεται, αυτή χαμογελάει. Του μιλάει, αυτός απαντάει και το ματς αρχίζει. Αγαπούν μια ομάδα και αγαπούν ο ένας τον άλλον. Κι αυτό αρκεί πολλές φορές…

Ακούω τους ήλιους
και τους πλανήτες σου
Ακούω τις χαρές σου
ακούω τις λύπες σου
Τρύπες – Ακούω την αγάπη

Ο αλκοολικός που έφτασε στην Πριμέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Κάπου στα 1.700 περίπου μέτρα υψόμετρο, κοντά σχετικά στην πρωτεύουσα της Κολομβίας Μπογκοτά, αλλά αποκλεισμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκεται το χωριουδάκι Κάκεσα. Εκεί έζησε τα πρώτα του χρόνια ο Ντανιέλ Αλεχάντρο Τόρες, μέχρι που αποφάσισε να ακολουθήσει την καριέρα του ποδοσφαιριστή. Ένα παιδί από το χωριό ταξίδεψε στην μεγάλη πόλη, έμενε σε έναν ξενώνα και έπαιζε μπάλα στις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε. Το ταλέντο του άρχισε να ξεχωρίζει και σιγά σιγά ο Ντάνι όπως τον φωνάζουν οι φίλοι κατάλαβε ότι θα γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

«Ήταν μια ευλογία για μένα. Για όλους όσοι θέλουμε να γίνουμε ποδοσφαιριστές είναι ένα όνειρο όταν τα καταφέρεις». Μόνο που εκεί άρχισαν και τα προβλήματα. Ο Ντανιέλ Τόρες βίωσε πολύ διαφορετικά την αλλαγή αυτή και δεν μπόρεσε να τη διαχειριστεί. «Ποτέ δεν έπινα, δεν μου άρεσε το ποτό. Στην Κολομβία πίνουμε αγουαρντιέντε [σ.Σ. ένα απόσταγμα με γλυκάνισο]. Αλλά εμένα δεν μου άρεσε. Έτσι δοκίμασα το ουίσκι. Κατέληξα να πίνω δυο μπουκάλια.» Ο Ντανιέλ Τόρες έπινε κάθε βράδυ και το επόμενο πρωί πήγαινε κανονικά στην προπόνηση. Απορεί κι ο ίδιος, δεν ξέρει πώς άντεξε το κορμί του, πώς τα κατάφερνε, πώς δεν είχε τραυματισμούς.

Φυσικά, δεν είναι εύκολο να κρύψεις ένα τέτοιο πρόβλημα. Ειδικά όταν έκαναν εξετάσεις στην ομάδα. Ήταν πάρα πολλές φορές που ο Τόρες βρέθηκε με αλκοόλ στο αίμα του, αλλά ο γιατρός και η διοίκηση του τη χάριζαν. Όλα αυτά μέχρι που ήρθε το 2011 στην ομάδα ένας πιο αυστηρός προπονητής. Ο αμυντικός χαφ Τόρες έμεινε εκτός αγώνων για περίπου ένα εξάμηνο και στο τέλος της σεζόν ζήτησε να φύγει γιατί ήξερε πώς δεν θα έπαιζε. Η διοίκηση αποφάσισε να τον δώσει δανεικό για να δει μήπως η αλλαγή περιβάλλοντος τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημά του.

Κάπως έτσι ο Τόρες πήγε δανεικός στην Ατλέτικο Νασιονάλ. Το Μεντεγίν όμως είναι μια πόλη με νυχτερινή ζωή. Ο Τόρες άρχισε να βγαίνει συνέχεια έξω, να πίνει ακόμα περισσότερο, το πρόβλημα μεγάλωσε αντί να λυθεί. Οι καβγάδες στο σπίτι άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Και όπως πολύ συχνά συμβαίνει στους αλκοολικούς, κάθε πρόβλημα (υπαρκτό ή όχι) οδηγούσε στο ποτό. Μια ήττα για την ομάδα, μια αναποδιά, μια διαφωνία με τη γυναίκα του. Στα γενέθλια του βγήκε να διασκεδάσει, ήπιε και εμφανίστηκε στην προπόνηση μετά από τρεις ημέρες και με 40′ καθυστέρηση. Η Ατλέτικο του έκανε αλκοτέστ, βγήκε θετικός και τιμωρήθηκε για αρκετά παιχνίδια στο πιο κρίσιμο σημείο της σεζόν. Λίγο πριν το τελευταίο παιχνίδι που θα έκρινε τη συμμετοχή στα πλέι-οφ, ο πρόεδρος τον πλησίασε και του είπε ότι είτε θα δώσει την νίκη, είτε θα φύγει. Λίγο άδικο να το πεις σε έναν παίκτη, αλλά έτσι είναι. Η Ατλέτικο έχασε με 1-0, η σεζόν τελείωσε και οι παίκτες έφυγαν για διακοπές. Ο πρόεδρος της Σάντα Φε του είπε ότι η Νασιονάλ δεν τον θέλει άλλο και ότι θα πρέπει να πάει σε μια μικρή ομάδα πλέον. Ήταν Ιανουάριος του 2012. Η γυναίκα του τον είχε παρατήσει μαζί με το παιδί, οι δημοσιογράφοι τον αποκαλούσαν μεθύστακα, καμία μεγάλη ομάδα δεν τον ήθελε, κανένας οπαδός δεν τον στήριζε. Ο Τόρες έπιασε πάτο.

Πάντα τὸν τόπον, οὗ ἐὰν πατήσῃ τὸ ἴχνος τοῦ ποδὸς ὑμῶν, ὑμῖν ἔσται
– Δευτερονόμιον 11:24

Σεπτέμβριος 2016. Η Ντεπορτίβο Αλαβές έχει ήδη πάρει μια ισοπαλία στο Βιθέντε Καλντερόν στο 95′ και πηγαίνει στο Καμπ Νου. Λίγο πριν το ματς, ένας από τους ποδοσφαιριστές των φιλοξενούμενων, στην καθιερωμένη βόλτα των παικτών, φτάνει στο χορτάρι, βγάζει τα παπούτσια και το πατάει ξυπόλητος με ένα κινητό στο αυτί. Δεν μιλάει καθόλου, φαίνεται να ακούει μόνο. Λίγη ώρα αργότερα, ο ίδιος αυτός τύπος μπαίνει με τη φανέλα που γράφει Τόρες πάνω από το νούμερο 16 και 90 λεπτά μετά φεύγει νικητής με 1-2 από το Καμπ Νου. Ο Τόρες παίζει 17 ματς βασικός στην Πριμέρα και άλλα 4 στο κύπελλο μέχρι τον τελικό (όπου δεν αγωνίζεται). Την ίδια στιγμή έχει φτάσει τις 15 συμμετοχές με την εθνική Κολομβίας και είναι αρκετά πιθανό να τον δούμε στο Μουντιάλ της Ρωσίας αν η χώρα του τα καταφέρει.

Οικογενειακή γαλήνη

Τι μεσολάβησε και ένας τελειωμένος παίκτης με πολλά προβλήματα αγωνίζεται στο υψηλότερο επίπεδο; Όταν ο Ντάνι έφυγε από τη Νασιονάλ, γύρισε τελικά πίσω στην Ιντεπεντιέντε καθώς δεν βρέθηκε ομάδα. Ο Τόρες αποφάσισε να καθαρίσει. Τα βρήκε με τη γυναίκα του, προσπάθησε να αποδείξει ότι θα άλλαζε. Μην ξέροντας από πού να πιαστεί, άκουσε τη συμβουλή του φίλου του και συμπαίκτη του Καμίλο Βάργκας που του γνώρισε μια… πνευματικό, την πεθερά του. Η κυρία Σάντρα Μερίνο ξεκίνησε τον προσηλυτισμό, αλλά ο Τόρες δεν πείστηκε ιδιαίτερα. Μέχρι που μια μέρα στα πολύ άσχημά του, άνοιξε τη Βίβλο και διάβασε ότι όποιος ακολουθήσει το Θεό διαγράφει το παρελθόν του, γίνεται καινούριος άνθρωπος και ξεκινάει από την αρχή. Ο Τόρες είπε να δοκιμάσει και τη μέθοδο της θρησκείας. Αυτή η νέα αρχή ήταν που αποζητούσε. Ξαναμίλησε με την κυρία Σάντρα, η οποία του έκανε κάτι μεταξύ κατήχησης και ψυχοθεραπείας και κάπως έτσι άρχισε η ανάκαμψή του.

Φυσικά όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. Η καχυποψία υπήρχε από όλους. Δημοσιογράφους, οπαδούς, προπονητές, ακόμα και συμπαίκτες. Τύχαινε να αργήσει καμία φορά στην προπόνηση γιατί είχε κίνηση ή είχε συμβεί κάτι και το έβλεπε στα μάτια όλων. «Ο Ντάνι ξανακύλησε, τον πήρε ο κατήφορος πάλι». Είχε λίγο διαφορετική διάθεση και όλοι πίστευαν ότι είχε πει ξανά το προηγούμενο βράδυ. Κανείς δεν πίστευε σε αυτόν, ένας άνθρωπος με εθισμούς δεν είναι εύκολο να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη.

Η κυρία Σάντρα Μερίνο. Όποιος περίμενε μια γιαγιούλα με μαύρα ατύχησε. Δείχνει έτοιμη να στήσει ένα τουρνουά μπιρίμπας.

Ο Τόρες όμως δεν ήταν ο μοναδικός που εμπιστεύτηκε την κυρία Σάντρα. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε είχε να δει πρωτάθλημα 37 ολόκληρα χρόνια. Η ομάδα ξεκίνησε παίζοντας καλά το 2012, αλλά δεν μπορούσε να κερδίσει με τίποτα. Όλο κάτι γινόταν, όλο κάτι στράβωνε. Επτά ματς χωρίς νίκη. Ο προπονητής ήταν υπό κρίση, αλλά οι παίκτες τον πίστευαν. Τον πίστευαν γιατί ήταν σίγουροι ότι κάτι μεταφυσικό συνέβαινε, ότι κάποιος τους είχε καταραστεί, η ρίζα του κακού δεν ήταν αγωνιστική. Ο πρόεδρος βλέποντας την ομάδα να ξεκινάει με σερί ισοπαλιών, έδωσε τελεσίγραφο στον προπονητή για το ντέρμπι με τους Μιγιονάριος. Οι παίκτες το πήραν πάνω τους. Πήγαν στη διοίκηση και είπαν τις σκέψεις τους, δεν φταίει ο κόουτς, φταίει το κακό το μάτι. Ζήτησαν από τον πρόεδρο να αφήσει να μπει ο Θεός στην ομάδα μέσω της σενιόρας Σάντρα. Όπως έχουμε δει και στο παρελθόν, αυτά τα πράγματα στην Κολομβία δεν είναι ασυνήθιστα. Ο πρόεδρος αφού είδε ότι τίποτα άλλο δεν είχε πιάσει δέχτηκε, αλλά μια που η πνευματικός έμενε μακριά, η πρώτη… συνεδρία έγινε μέσω Skype (δεν τα βγάζω από το μυαλό μου, αλήθεια λέω).

Το ματς που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε

Η κυρία Σάντρα είπε ένα σωρό πράγματα. Τι ότι είχε όραμα το 2010 όταν ο Θεός της αποκάλυψε ότι η Σάντα Φε θα έπαιρνε το πρωτάθλημα. Τι ότι το όνομα (σάντα και φε, αγία δύναμη σαναλέμε) δεν είναι τυχαίο, τι ότι το κόκκινο χρώμα της είναι το αίμα του Ιησού, τι ότι αυτός θα είναι ο έβδομος τίτλος της Σάντα Φε και όλοι ξέρουμε ότι αυτός ο αριθμός έχει μεγάλη σημασία. Ένα σωρό τέτοια «προφητικά» και ανεβαστικά που θα έκαναν τον Αλ Πατσίνο να κρυφτεί από ντροπή. Και μετά, ταξίδεψε στην Μπογκοτά. Και το Σάββατο πριν το ματς, συνάντησε τους παίκτες και σαν τους 12 11 μαθητές της, τους έπλυνε τα πόδια. Εσείς πείτε ό,τι θέλετε, αλλά την επόμενη μέρα η Ιντεπεντιέντε στο ημίχρονο κέρδιζε 0-4 τους Μιγιονάριος. Φαίνεται πάντως ότι δεν αρκούσε η θεία δύναμη, γιατί στο 2ο ημίχρονο άρχισαν τις πλακίτσες, τις ντριμπλίτσες, τα τούνελ σε αντιπάλους και τελικά αυτοί μείωσαν σε 4-3. Η νίκη όμως ήρθε και μαζί ξεκίνησε ένα σερί επτά νικών. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε κέρδισε πρωτάθλημα και πάλι μετά από 37 χρόνια και άντε να πείσεις εσύ τώρα τους παίκτες της ότι δεν είχε μεγαλύτερη συμβολή η πνευματικός από τον δόλιο προπονητή. Αν δεν με πιστεύετε υπάρχει βίντεο στα πανηγύρια που αρκετοί παίκτες την αναφέρουν στις δηλώσεις τους, ενώ για τον κόουτς δεν λένε τίποτα.

Οι εμφανίσεις του Τόρες σε Κολομβία και σε Λιμπερταδόρες έκαναν το όνομά του γνωστό και ο Κολομβιανός πήγε στην Αλαβές. Ακόμα και μετά την μεταγραφή του στην Ισπανία όμως, η ιεροτελεστία δεν σταμάτησε. Μια ώρα πριν τον αγώνα, ο Ντάνι απομονώνεται από τους υπόλοιπους, πατάει χορτάρι, παίρνει τηλέφωνο την κυρία Σάντρα και την ακούει να του απαγγέλει (είναι αυτή η σωστή λέξη;) κομμάτια από τη Βίβλο (ειδικά αυτό από το Δευτερονόμιο). Τόσο για να του φέρει καλή τύχη, όσο και για κρατήσει τους παλιούς… δαίμονες μακριά του. Το βασικότερο όμως είναι ο Τόρες έσωσε την καριέρα του και κυρίως την οικογένειά του και την προσωπική του ζωή. Έστω και με έναν όχι επιστημονικό τρόπο.

Τα δάκρυα της γιαγιάς και η πρόταση γάμου στον Χάιντσε

  [1 Σχόλιο]

Τα συναισθήματα χαράς ή λύπης για έναν τίτλο είναι μεγάλα. Αν όμως υποστηρίζεις ομάδες που είναι μικρές, που απέχουν από τη διεκδίκηση πρωταθλημάτων, όλα αυτά τα συναισθήματα (και μάλιστα συχνά σε μεγαλύτερο βαθμό) εκδηλώνονται σε υποβιβασμούς ή ανόδους. Οι Αρχεντίνος Τζούνιορς είναι μεν μια ιστορική ομάδα της Αργεντινής με τρία πρωταθλήματα που έχει βγάλει γνωστούς παίκτες όπως ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Εστεμπάν Καμπιάσο, ο Χουάν Πάμπλο Σορίν, ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε κι ο Φερνάντο Ρεδόνδο, αλλά και μια «μικρή» ομάδα με ένα πολύ ιδιαίτερο κοινό, καθώς αν θυμάστε καλά το Ελ Πατερνάλ (ή επίσημα στάδιο Ντιέγκο Μαραντόνα) είναι εκεί που έχουμε δει έναν οπαδό να πετάει εξοργισμένος στο γήπεδο το παπούτσι του και έναν άλλον να πετάει τη… μασέλα του.

Πέρσι οι Αρχεντίνος υποβιβάστηκαν ξανά και έτσι ξεκίνησε ακόμα μια προσπάθεια ανόδου. Στο χθεσινό παιχνίδι με τη Χιμνάσια Χουχούι η νίκη αρκούσε για την άνοδο των Μπίτσος. Στις εξέδρες βρέθηκε αρκετός κόσμος, ανάμεσά τους και μια ηλικιωμένη κυρία που βλέποντας το γήπεδο σχεδόν γεμάτο, δεν άντεξε από την αγωνία και ξέσπασε σε δάκρυα. Δάκρυα χαράς και προσμονής. Κι όταν στο 42′ ο Νίκο Γκονζάλες έβαλε το γκολ της νίκης, η γιαγιά ξέσπασε σε πανηγυρισμούς, σαν μία από μας. Ξεχνώντας κάθε είδους καθωσπρεπισμό, φορώντας την ιερή, αγαπημένη φανέλα, η «γιαγιά των Αρχεντίνος» πανηγύρισε έξαλλα δείχνοντας το τιμημένο έμβλημα στη φανέλα και έγινε θέμα σε όλη τη χώρα (όπως πρόσφατα και ο 94χρονος παππούς σε ένα άλλο γήπεδο).

Φαίνεται πάντως ότι το Πατερνάλ εκτός από ιπτάμενες μασέλες και παπούτσια έχει αρκετές γιαγιάδες στο γήπεδο. Πριν δυο χρόνια ο Λαουτάρο Ρινάλντι (του ΠΑΟ) μετά από ένα γκολ απέναντι στους Νιούελ΄ς είχε φύγει σφαίρα για τις εξέδρες για να αγκαλιάσει την 86χρονη τότε γιαγιά του που ήταν παρούσα ώστε να καμαρώσει το εγγονούδι της.

Το παιχνίδι χθες έληξε τελικά με 1-0 και τα έξαλλα πανηγύρια συνεχίστηκαν. Με πρωταγωνιστή τον προπονητή Γκαμπριέλ Χάιντσε, ναι τον γνωστό μας πρώην διεθνή αμυντικό. Ο Χάιντσε πέρσι ξεκίνησε την καριέρα του ως προπονητής από τη Γοδόι Κρους, μόνο που δεν είχε ακόμα πάρει δίπλωμα προπονητή. Έτσι αναγκαζόταν να προπονεί την ομάδα κανονικά, αλλά να παρακολουθεί όλα τα παιχνίδια από τις εξέδρες. Αυτό ενοχλούσε μεγάλο μέρος του κόσμου και όταν τα αποτελέσματα δεν πήγαν καλά, οι βρισιές και οι εκκλήσεις για απόλυση πολλαπλασιάστηκαν. Υπό την πίεση του κόσμου αλλά και των αποτελεσμάτων (ρεκόρ 2-2-6), η Γοδόι Κρους τον έδιωξε, πριν καν προλάβει να πάρει την προσωρινή του άδεια (ο Χάιντσε δεν είχε τελειώσει ακόμα τα μαθήματα). Ο προπονητής που δεν ήταν προπονητής έφυγε ως αποτυχημένος.

Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί έλεγαν ότι μέσα στην εβδομάδα έκανε καλή δουλειά στις προπονήσεις. Σε αυτό βασίστηκαν και στους Τζούνιορς και τον προσέλαβαν για προπονητή στην προσπάθεια ανόδου. Η πρόσληψη του Γκρίνγκο δεν άρεσε σε κανέναν. Δημοσιογράφοι, οπαδοί, ακόμα και μέλη της διοίκησης ήταν εναντίον του. Ο Χάιντσε σε κάθε ματς άκουγε τα μύρια όσα από το απαιτητικό κοινό του Πατερνάλ. Μιλάμε για ένα γήπεδο που έχει δει από Μαραντόνα μέχρι Ρικέλμε. Φανταστείτε γκρίνια. Τα αποτελέσματα ήταν και πάλι μέτρια στην αρχή, το βάρος αυξανόταν, η καρέκλα έτριζε. Ο Χάιντσε στωικά τα αντιμετώπιζε όλα αυτά χωρίς πολλά λόγια. Κι όταν οι Αρχεντίνος άρχισαν να παίζουν μπάλα και η ομάδα να κερδίζει άνετα τα ματς, να δημιουργεί διψήφια διαφορά από τους κάτω, οι βρισιές έγιναν αποθέωση. «Το χέρι του Γκρίνγκο θα μας ανεβάσει» και άλλα συνθήματα αποθέωσης, μέχρι τα πιο πρόσφατα «Να μείνει ο Γκρίνγκο»  (μια που αρκετές ομάδες ενδιαφέρονται γι’ αυτόν). Ο Χάιντσε και πάλι τα αντιμετώπισε ήρεμα. «Με τσάκισαν στις κατηγορίες και τις βρισιές, αλλά δεν έσπασα. Γιατί να πιστέψω τώρα την αποθέωση» δήλωσε προ καιρού.

Και χθες το έργο του τελείωσε. Οι Αρχεντίνος με το γκολ εξασφάλισαν μαθηματικά την άνοδο, ο Χάιντσε που ξεκίνησε μέτρια στην αρχή της σεζόν και κανείς δεν τον ήθελε, τα κατάφερε. Κι όπως συχνά συμβαίνει στο ποδόσφαιρο (ακόμα περισσότερο στη Ν. Αμερική που ο κόσμος κουβαλάει τρέλα), ο άσχετος έγινε Θεός. Την ώρα που ο Χάιντσε ετοιμαζόταν να κάνει δηλώσεις λίγο πιο πέρα από τους παίκτες του που χόρευαν, ένας παχουλός οπαδός κατάφερε να μπει μέσα, να διασχίσει το γήπεδο παρά τα κιλά του, να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει λέγοντάς του: «Θέλω να σε παντρευτώ». Η ποδοσφαιρική παράνοια στο μεγαλείο της. Όλη η γκάμα των συναισθημάτων, από τα δάκρυα της γιαγιάς μέχρι τα πανηγύρια και την πρόταση γάμου, απόδειξη ότι μέσα σε 90 περίπου ποδοσφαιρικά λεπτά μπορείς να τα ζήσεις όλα.

Η ιστορία του πιο τρελού τερματοφύλακα

  [6 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο της Λ. Αμερικής το λατρεύεις για δύο πράγματα. Το θέαμά του και όλη αυτή τη γραφικότητα που το περιβάλλει και το κάνει να ξεχωρίζει. Μέσα στη γραφικότητα φυσικά είναι κι οι ιστορίες με τους τερματοφύλακες, τους λίγο ως πολύ παλαβούς τερματοφύλακες. Ρενέ Χιγκίτα, Χόρχε Κάμπος, Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ και στην κορυφή ο Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Γενικά καταλαβαίνεις ότι αν τερματοφύλακας έχει παρατσούκλι «Ελ Λόκο» δεν είναι ό,τι καλύτερο. Από τον τερματοφύλακα θες μια σιγουριά. Να είναι πιο βαρετός και από ασφαλιστή που ήρθε σπίτι σου. Να είναι πιο σταθερός και από τους Σκόρπιονς στις περιοδείες τους. «Ο Τρελός» όμως ήταν ένας σόουμαν. Με την κορδέλα του, τα μακριά στενά παντελονάκια και τη φάτσα κομπάρσου σε γουέστερν που παίζει κάποιον ανώνυμο Ινδιάνο που ο Τζον Γουέιν σκοτώνει πριν καπνίσει ένα τσιγαράκι.

Ο Γκάτι ξεκίνησε την καριέρα του από την Ατλάντα. Όταν πήγε να δοκιμαστεί στην παιδική ομάδα έφαγε… 14 γκολ. Στο ίδιο παιχνίδι. Έβαλε τα κλάματα και έφυγε για τα αποδυτήρια, αλλά ο προπονητής τον κράτησε. Ήταν από τους πρωτοπόρους τερματοφύλακες στο παιχνίδι έξω από την περιοχή. Του άρεσε να παίζει με την μπάλα, να συμμετέχει στη δημιουργία, να κοντρολάρει με το στήθος, να κάνει κεφαλιές, να προωθείται, να βγαίνει σαν μανιακός από την περιοχή για να κόψει κάποιον αντίπαλο, να εκτελεί πλάγια. Αγαπημένη του κίνηση, να βγαίνει τελευταία στιγμή στην έξοδο και να μπλοκάρει την μπάλα ακριβώς πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου επιδεικτικά. Είχε και έφεση στην απόκρουση πέναλτι, στην μεγάλη του καριέρα απέκρουσε 26 φορές κάποιο χτύπημα.

Η Ρίβερ έδωσε αρκετά χρήματα για να τον πάρει καθώς ο Αμαντέο Καρίσο ήταν στα 37 του. Τελικά ο Γκάτι έμεινε στην σκιά του τεράστιου Καρίσο αφού ο τελευταίος έπαιξε για πέντε σεζόν ακόμα. Έφυγε για άλλα μέρη και για τον Καρίσο είχε δηλώσει: «Ποτέ δεν άκουσα τις συμβουλές του Καρίσο, λογικό αφού ήξερα παραπάνω από αυτόν». Στη συνέχεια πήγε στη Χιμνάσια όπου έκανε τα καλύτερά του ματς και φυσικά τις καλύτερές του τρέλες. Ήταν μια πραγματική ατραξιόν του πρωταθλήματος. Κόσμος ταξίδευε μέχρι την Λα Πλάτα για να τον δει ή πήγαινε σε εκτός έδρας ματς της Χιμνάσια, παρ΄ ότι δεν υποστήριζε καμία ομάδα.

Το γήπεδο της Χιμνάσια γεμάτο, μέχρι και ένα πουλί στο δοκάρι παρακολουθεί τον Γκάτι

Τελείωσε την καριέρα του στην Μπόκα στην οποία πήγε στα 32 του και έφτασε να παίζει μέχρι τα 44 του. Εκεί με μία από τις 26 του αποκρούσεις σε πέναλτι έδωσε το πρώτο Λιμπερταδόρες στην ιστορία του συλλόγου απέναντι στην Κρουζέιρο. Στο Μπομπονέρα κέρδισε τρία πρωταθλήματα, ακόμα ένα Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Θεωρείται από τους θρύλους του κλαμπ. Όταν στη δεκαετία του ’70 τον ρώτησαν γιατί κάνει όλες αυτές τις παλαβομάρες απάντησε με ειλικρίνεια: «Το ποδοσφαιρικό θέαμα που προσφέρουμε στο κοινό είναι θλιβερό και νιώθω την υποχρέωση να κάνω ορισμένα παράξενα πράγματα που θα διασκεδάσουν και θα δώσουν χαρά στον κόσμο». Ο Γκάτι έπαιζε για να κερδίσει, αλλά κυρίως έπαιζε και για να ψυχαγωγήσει το κοινό (τώρα αν αυτό είναι συμβατό με τους οπαδούς μιας ομάδας έτοιμους να πάθουν εγκεφαλικό για κάθε ντρίμπλα ή προώθηση του Γκάτι είναι άλλο ζήτημα). Όταν έπαιζε στην Ατλάντα είχε τιμωρηθεί για μια αγωνιστική από τη διοίκηση γιατί σε ένα ματς αποφάσισε να… δώσει πάσα σε έναν συμπαίκτη του σουτάροντας την μπάλα πρώτα στο οριζόντιο δοκάρι της εστίας του για να πάει μετά εκεί που έπρεπε.

«Σε ένα παιχνίδι αποφάσισα να μείνω στη γραμμή και μη φύγω από την εστία. Πολύ γρήγορα ένιωσα σαν ένα πνεύμα να με σπρώχνει να πάω να ανακατευτώ στο παιχνίδι»

Η γραφικότητα όπως είπαμε και στην αρχή είχε και άμεση σχέση με την εξωτερική εμφάνιση. Την εποχή που οι περισσότεροι τερματοφύλακες φορούσαν μαύρα, ο Γκάτι φορούσε ροζ, πορτοκαλί ή μπορντό εμφανίσεις. Από τους πρώτους μακρυμάλληδες εκείνα τα χρόνια και από τους πρώτους που αποφάσισαν να φοράνε ομοιόμορφο σορτσάκι (στενό και αρκετές φορές μακρύ)-φανέλα-κάλτσες. Και φυσικά ο πρώτος που είχε… προσωπική διαφήμιση στη φανέλα, ξεχωριστή από της ομάδας. Μια εταιρεία ηλεκτρονικών παιχνιδιών και το εστιατόριο «Παπαράτσι» διαφημίζονταν στη φανέλα του, ενώ η Μπόκα είχε άλλους χορηγούς. Μετά για κανά δύο σεζόν είχε την ίδια διαφήμιση με την υπόλοιπη ομάδα, μέχρι που το 1984 η Μπόκα δεν βρήκε σπόνσορα, αλλά ο Γκάτι βρήκε γι’ αυτόν μια τράπεζα να διαφημίζεται στη φανέλα του.


Αριστερά ο Γκάτι με την ατομική του διαφήμιση, δεξιά η φανέλα της Μπόκα

Οι ιστορίες είναι δεκάδες για την τρέλα του ανθρώπου. Του πετούσαν φρούτα και αυτός τα έτρωγε, ξάπλωνε μπροστά στην εστία του και έκανε ηλιοθεραπεία. Μια φορά απέναντι στην Μπόκα (ως παίκτης της Χιμνάσια) είχε προωθηθεί και η μπάλα βγήκε πλάγιο υπέρ της Μπόκα με τον Γκάτι να είναι κάτω από τη σέντρα. Ήξερε ότι δεν προλάβαινε να γυρίσει, οπότε άρχισε να μαλώνει για την μπάλα με τον αντίπαλο παίκτη μέχρι να διακοπεί το ματς και να κερδίσει χρόνο. Πάλι κόντρα στην Μπόκα, οι οπαδοί της του πέταξαν μια σκούπα και αυτός άρχισε να σκουπίζει την περιοχή του την ώρα του αγώνα. Πριν από κάθε ματς έπινε λίγο κρασί. «Έριχνε το «χεσόμετρό» μου πιο χαμηλά, δεν χεζόμουν από φόβο. Αυτό που ο Βαλντάνο ονομάζει «φόβο της σκηνής», είναι το ίδιο πράγμα με άλλες λέξεις, ο Χόρχε είναι πιο κουλτουριάρης». Στα λίγα ματς που έπαιξε με την εθνική Αργεντινής ταξίδεψε σε αρκετά κρύα μέρη. Στο χιονισμένο Κίεβο, απέναντι στην ΕΣΣΔ, είχε στην εστία ένα μπουκαλάκι ουίσκι για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει το κρύο. Κάθε λίγο έπινε και μια γουλιά. «Ήταν το καλύτερο μου παιχνίδι γιατί στο τέλος δεν ήξερα τι έκανα» δήλωσε.

Υπερ-καλτ διαφήμιση με τον Γκάτι να πίνει τζιν την ώρα του αγώνα και να σκοράρει

Όταν ο 18χρονος Όσκαρ Ρουτζιέρι πήγε στην Μπόκα, ο Γκάτι τον πλησίασε. «Μικρέ, πίνεις κρασί;», τον ρώτησε. Ο Ρουτζιέρι απάντησε αρνητικά. «Από σήμερα θα τρως μαζί μου» του είπε ο Λόκο. Ο Όσκαρ μέσα στη χαρά, πήρε την ίδια μέρα τηλέφωνο την μάνα του, τους φίλους του και όποιον άλλον ήξερε, για να τους πει ότι τον κάλεσε για φαγητό ο τεράστιος Γκάτι. Τελικά η αλήθεια ήταν διαφορετική. Η Μπόκα στα γεύματα έβαζε ένα μπουκάλι κρασί σε κάθε τραπέζι. Ο Γκάτι βρήκε τρεις πιτσιρικάδες να κάθονται μαζί του και φυσικά έπινε μόνος του το μπουκάλι κρασί.

Η ασίστ με την Εστουδιάντες

Το 1981 με συμπαίκτη τον Μαραντόνα (με τον οποίο έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά την κρατάμε για άλλη φορά) κατέκτησε το πρωτάθλημα. Εξαιτίας ενός λάθους του, είχε χάσει τη θέση βασικού για μεγάλο διάστημα. Όταν ο προπονητής αποφάσισε να του δώσει ξανά μετά από καιρό φανέλα βασικού σε ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες, έκανε μια τρέλα που την έσωσε τελευταία στιγμή πάνω στη γραμμή ένας συμπαίκτης του. Αγέρωχος ο Γκάτι, λίγα λεπτά αργότερα έκανε μια έξοδο σχεδόν μέχρι το κέντρο για να κόψει έναν αντίπαλο, δεν άφησε την μπάλα στον αμυντικό του και έφτασε στη μεσαία γραμμή για να τη δώσει στον Περότι. Ο τελευταίος έκανε ένα σλάλομ και σκόραρε το μοναδικό γκολ του αγώνα, ένα κρίσιμο γκολ για την κούπα. Οι περισσότεροι συμπαίκτες αντί να αγκαλιάσουν τον σκόρερ, πήγαν στον Γκάτι. Το γκολ ήταν δικό του.

Όπως έχει γίνει αντιληπτό, εκτός από τις τρέλες και τις καλές αποκρούσεις, ο Γκάτι είχε και πολλά, πάρα πολλά λάθη. Και αυτά ουσιαστικά του στοίχισαν την καριέρα του, καθώς έχοντας ξεπεράσει τα 40 είχε χάσει την εκρηκτικότητα, αλλά συνέχιζε να παίζει ριψοκίνδυνα. Τον Οκτώβριο του 1987 κάνει μια τραγική εμφάνιση απέναντι στη Νιούελ’ς. Αποφασίζει να κάνει κόλπο και να τσιμπήσει την μπάλα πάνω από τον αντίπαλο την τελευταία στιγμή. Γίνεται το 0-1. Οι φανατικοί της «La 12» τον γιουχάρουν. Αρκετοί τον βρίζουν. Λίγο αργότερα τρώει μια κεφαλιά που περνάει μέσα από τα χέρια του και γίνεται το 0-2. Ο κόσμος αρχίζει να σφυρίζει σε κάθε επαφή του με την μπάλα. Χωρίς να φταίει ιδιαίτερα δέχεται και τρίτο γκολ. Στα αποδυτήρια ζητάει αλλαγή και ζητάει συγγνώμη. Μένει για αρκετό καιρό εκτός αγώνων, παίζει σποραδικά. Στο επόμενο πρωτάθλημα ξεκινάει βασικός στην πρεμιέρα απέναντι στην άσημη Ντεπορτίβο Αρμένιο. Κάνει μια τραγική έξοδο, δέχεται το γκολ κι η Μπόκα χάνει. Ο προπονητής τον αφήνει εκτός ομάδος οριστικά. Είναι το τελευταίο επίσημο ματς του Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Φεύγει με άσχημο τρόπο.

Το αντίο του Γκάτι στα 54 του…

Δέκα χρόνια αργότερα η Μπόκα αποφασίζει να τον τιμήσει. Η τρέλα του Γκάτι συνεχίζεται ακόμα και στο αντίο. Δεν γίνεται κανένα φιλικό της πλάκας τύπου «φίλοι Γκάτι». Η Μπόκα παίζει σε φιλικό τουρνουά με αντίπαλο την Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα. Εντάξει, δεν είναι και επίσημο ματς, αλλά είναι κανονικός αγώνας και ο Γκάτι είναι 54 ετών πια. Σε μια εντεκάδα που βρίσκεται και ο παλιός γνώριμός μας Φερνάντο Νάβας, ο Γκάτι με ξανθό μαλλί, κορδέλα και μπορδοροδοκόκκινη έντονη φανέλα κατεβαίνει για τελευταία φορά στο Μπομπονέρα. Ο κόσμος τον αποθεώνει, το αντίο του τρελού, ενός τύπου που με τα καλά και τα άσχημά του έγραψε τη δική του ιστορία στο ποδόσφαιρο μιας χώρας και θεωρείται από τους καλύτερους τερματοφύλακες της Λατινικής Αμερικής.

Τα σεντόνια τραγουδούν ακόμα

  [Καθόλου σχόλια]

Είναι πάντα λίγο ξενερωτικό όταν κερδίζεις έναν τίτλο χωρίς να έχεις παίξει. Αυτό έγινε χθες για την Μπόκα που με την ήττα της Μπάνφιλντ από τη Σαν Λορένσο κατέκτησε και μαθηματικά το πρωτάθλημα, τον 66ο τίτλο στην ιστορία της. Η Μπόκα εκμεταλλεύτηκε αρχικά την ήττα της Ρίβερ από τη Ράσινγκ εντός έδρας και στη συνέχεια αυτή της Μπάνφιλντ και οι παίκτες της στέφθηκαν πρωταθλητές στο ξενοδοχείο της Μπαΐα Μπλάνα στα νοτιοδυτικά της χώρας, όπου ταξίδεψαν για τον αγώνα με την Ολίμπο. Όσο όμως και να είναι λίγο ξενέρωτο, όταν κατακτάς έναν τίτλο σε ένα πρωτάθλημα που συμμετέχουν 30 ολόκληρες ομάδες, σίγουρα χαίρεσαι. Και χαίρεσαι ακόμα περισσότερο, όταν το έχεις κάνει εις βάρος του μισητού σου αντίπαλου, που σε κέρδισε στο σπίτι σου μόλις πριν έναν μήνα (το μοναδικό από τα 5 κλάσικο που έχασε φέτος η Μπόκα), μείωσε τη διαφορά και… «έβγαλε γλώσσα».

Ένα σεντόνι του βάζεις και απογειώνεται

Η Μπόκα ήταν μάλλον η δίκαια πρωταθλήτρια. Σκαρφάλωσε στην κορυφή τον μακρινό Νοέμβριο και δεν έπεσε από εκεί ξανά. Έχει μέχρι στιγμής την καλύτερη επίθεση, την 2η καλύτερη άμυνα (την καλύτερη την έχει η Ντεφένσα ι Χουστίσια, αλλά με τέτοιο όνομα είναι λογικό) και έχασε μόλις 3 από τα 28 της παιχνίδια. Όπως συχνά συμβαίνει στην Λ. Αμερική, οι πανηγυρισμοί ήταν περισσότερο εις βάρος του αντιπάλου. Οι παίκτες της Μπόκα, είχαν φάει το βραδινό τους, είδαν το ματς και βγήκαν από το ξενοδοχείο καλυμμένοι με σεντόνια, συνεχίζοντας το αστείο (που φαίνεται δεν παλιώνει ποτέ στην Αργεντινή) με το φάντασμα της Β’ εθνικής για την αντίπαλο Ρίβερ που υποβιβάστηκε πριν μερικά χρόνια. Τα φαντάσματα βγήκαν έξω κάνοντας «μποοοουυυυυυ» και μαζί με τους ντόπιους οπαδούς της Μπόκα στην Μπαΐα Μπλάνκα τραγουδούσαν «όποιος δε χοροπηδάει, έπεσε στη Β'».

Ενός λεπτού σιγή για τη Ρίβερ

Το πανηγύρι συνεχίστηκε στο ξενοδοχείο. Την ώρα που ο αρχηγός Γκάγκο προσπαθούσε να κάνει δηλώσεις, δίπλα του οι συμπαίκτες έδωσαν σόου. Το ποτ πουρί ξεκίνησε με το άκρως φιλικό σύνθημα: «Είναι για σένα, είναι για σένα, π..τάνα κότα (το γνωστό παρατσούκλι της Ρίβερ)» με το κανάλι της τηλεόρασης να μην κόβει τίποτα και να αφήνει κανονικά τον ήχο να μπαίνει σε χιλιάδες σπίτια (μεταξύ τους σίγουρα και πολλά μαζοχιστών οπαδών της Ρίβερ που δεν έκλεισαν την τηλεόραση), συνεχίστηκε με το «Πάμε, πάμε Γενοβέζοι, όσοι είναι από κάτω μας είναι κότες και δεν θα μας φτάσουν» και ολοκληρώθηκε με το χιτ-σινγκλ «ενός λεπτού σιγή, σσσσσσσστττττ, η Ρίβερ έχει πεθάνει» που συνοδευόταν από χαρακτηριστικές κινήσεις των παικτών.

Φυσικά σε όλα αυτά δεν υπήρξε κάποια αντίδραση, αθλητικοί δικαστές, ομάδες να βγάζουν ανακοινώσεις κ.ο.κ. Σε μια χώρα με έντονα φαινόμενα βίας, ίσως κάποιοι να πουν ότι τέτοιοι πανηγυρισμοί δεν βοηθούν στο πρόβλημα, από την άλλη είναι η ποδοσφαιρική κουλτούρα (ή υποκουλτούρα για όσους δεν συμφωνούν) μιας χώρας (και μιας ηπείρου γενικότερα) που έχει μάθει να ζει έτσι. Οι Μποστέρος πανηγυρίζουν το πολύ σημαντικό φετινό πρωτάθλημα και οι Μιγιονάριος ήδη σκέφτονται την εκδίκησή τους.

Ένα ταξί να φύγω

  [Καθόλου σχόλια]

Στα 38 του, ο τερματοφύλακας Φάμπιο βρήκε ξανά ένα σχετικά καλό συμβόλαιο στη Β’ εθνική της Βραζιλίας. Σε μια καριέρα με ελάχιστες συμμετοχές στην Α’ εθνική, όπου κυρίως ήταν μεταξύ τοπικών πρωταθλημάτων Παουλίστα και Δ’ εθνικής και έχει ως μεγαλύτερο επίτευγμα ότι πέρασε για ένα φεγγάρι ως δεύτερος τερματοφύλακας από την Μαρίτιμο, το ότι τα κατάφερε σε μια τόσο μεγάλη ηλικία να φτάσει στη Φιγκειρένσε ήταν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Έτσι, όταν ήρθε η ευκαιρία του στην 4η αγωνιστική, έβαλε τη φανέλα, φόρεσε τα γάντια του και μπήκε στο Εστάδιο Ορλάντο Σκαρπέλι (που ακούγεται σαν πανάκριβη φίρμα ιταλικών παπουτσιών που η κοπέλα σου ξέρει όλα τα μοντέλα της) στη Φλοριανόπολις της Σάντα Καταρίνα.

Η Φιγκειρένσε αντιμετώπιζε την Μπόα και το γήπεδο ήταν πολύ βρεγμένο από τις βαριές βροχές των τελευταίων ημερών. Στο 24′ ο Ντόουγκλας Ασίς των φιλοξενούμενων έκανε μια αγγλική γιόμα από το κέντρο του γηπέδου, ο Φάμπιο βγήκε με μεγαλύτερη ταχύτητα από εξοδούχο φαντάρι μετά από εμπλοκή, την μπάλα δεν τη βρήκε κανείς και έτσι έγινε το 0-1. Μερικά λεπτά αργότερα η Μπόα κέρδισε πέναλτι, η Φιγκειρένσε έμεινε με 10 και το ημίχρονο έληξε 0-2, καθώς ο Φάμπιο έπεσε στην άλλη γωνία. Όταν οι παίκτες βγήκαν για το 2ο ημίχρονο, ο 38χρονος γκολέιρο (που λένε και στη Βραζιλία) δεν υπήρχε πουθενά στον αγωνιστικό χώρο. Ο προπονητής δήλωσε ότι δεν υπήρξε κάποιος τραυματισμός και ότι η αλλαγή έγινε για άλλους λόγους.

Οι πιο παρατηρητικοί είδαν ότι ο Φάμπιο δεν εμφανίστηκε ούτε στον πάγκο, ούτε στις εξέδρες. Μετά το τέλος του αγώνα έμαθαν την αλήθεια. Ο παίκτης επικαλέστηκε προσωπικά προβλήματα (άγνωστο το τι έγινε στα αποδυτήρια), κάλεσε ένα ταξί και σηκώθηκε και έφυγε. Έτσι απλά. Ο γενικός διευθυντής του συλλόγου είπε ότι ο παίκτης ζήτησε συγγνώμη και είπε να μεταβιβάσει τη συγγνώμη του και σε όλους και κάπως έτσι χάθηκε με το ταξί στους δρόμους της Φλοριανόπολις. Ζήτησε κι ο ίδιος συγγνώμη από τον κόσμο γιατί ο παίκτης ήταν δική του επιλογή και είπε ότι ο έμπειρος τερματοφύλακας θα έπρεπε να τους είχε βρει, να τους είχε μιλήσει για τα προβλήματά του. Με παίκτη λιγότερο, με 0-2 στην πλάτη και μια αλλαγή χαμένη σε τερματοφύλακα, το παιχνίδι χάθηκε εύκολα.

Οι δημοσιογράφοι κατάφεραν και βρήκαν τον Φάμπιο και τελικά η αλήθεια μαθεύτηκε. Αποκάλυψε ότι δεν ήταν συγκεντρωμένος στον αγώνα γιατί σκεφτόταν την υγεία της μητέρας του και ότι ήταν λάθος του που ζήτησε να παίξει γιατί δεν είχε καμία διάθεση να αγωνιστεί. Το συμβόλαιό του λύθηκε και έτσι ο Φάμπιο θα μείνει στην ιστορία για τα 45′ που έπαιξε και το ταξί που πήρε για να φύγει, αποδεικνύοντας ότι πολλές φορές αγνοούμε τι μπορεί να βρίσκεται στο κεφάλι ενός αθλητή και ότι μπορεί να είναι κάτι πολύ ανθρώπινο.

Το μικρό θαύμα της Σαπεκοένσε

  [1 Σχόλιο]

Είναι αυτή η άτιμη η μπάλα που έχει μέσα όλα τα συναισθήματα. Από τη μεγάλη χαρά, μέχρι τη μεγάλη λύπη, γλυκόπικρη σαν την ίδια τη ζωή. Κι αν δεν πιστεύετε εμένα, το έχει πει κι ο Ρίτσαρντ ο Άσκροφτ με τους Verve. Μόνο που δε συμβαίνουν όλα στον ίδιο βαθμό, δεν υπάρχει ομοιομορφία, δεν υπάρχει ισορροπία. Η Σαπεκοένσε έγινε γνωστή πριν λίγους μήνες για μια μεγάλη τραγωδία, για ένα αεροπορικό δυστύχημα που μας συγκλόνισε όλους. Η ποδοσφαιρική ζωή συνεχίζεται όμως, παρ’ ότι τα τραύματα δεν έχουν επουλωθεί. Η συμμετοχή στο Κόπα Λιμπερταδόρες ήταν μια μεγάλη χαρά, μια μεγάλη τιμή και οι Βραζιλιάνοι προσπάθησαν να το ζήσουν όσο πιο όμορφα μπορούσαν, γνωρίζοντας ότι θα είναι δύσκολο να βρεθούν ξανά στην μεγαλύτερη διοργάνωση συλλόγων της Ν. Αμερικής.

Το ξεκίνημα ήταν ιδανικό με νίκη μέσα στη Βενεζουέλα επί της Ζούλια. Η συνέχεια όμως δεν ήταν τόσο καλή, με τη Σαπεκοένσε να παίρνει μόλις έναν πόντο εντός έδρας απέναντι στη Λανούς από την Αργεντινή και τη Νασιονάλ της Ουρουγουάης και να χάνει στη συνέχεια στο Μοντεβιδέο. Οι Βραζιλιάνοι ταξίδεψαν όμως στα νότια του Μπουένος Άιρες και πήραν μια μεγάλη νίκη επί της Λανούς στη λήξη του αγώνα  με 1-2, μια ιστορική νίκη που τους έφερε μία αγωνιστική πριν το τέλος έναν βαθμό μακριά από την πρώτη θέση και μάλιστα, έχοντας την τύχη στα χέρια τους αφού με νίκη στο τελευταίο ματς θα περνούσαν στους 16 του Λιμπερταδόρες.

Η Σαπεκοένσε όμως φαίνεται έχει το δράμα της μέσα. Πριν προλάβει καλά καλά να χαρεί το διπλό, έζησε μια περιπέτεια, μια άρρωστη κατάσταση, όταν το αεροπλάνο που μετέφερε τους παίκτες πίσω στη Βραζιλία έκανε αναγκαστική προσγείωση στο Πόρτο Αλέγκε γιατί υπήρχε φόβος για την κατάσταση του αεροδρομίου του Σαπεκό λόγω κακοκαιρίας. Οι μνήμες από τα όσα έγιναν πριν λίγους μήνες ήταν έντονες. Η αποστολή του συλλόγου μετά από μία ταλαιπωρία 11 ωρών με πούλμαν έφτασε στη βάση της. Τα κακά μαντάτα όμως είχαν ήδη κυκλοφορήσει. Η «Σαπέ» κινδύνευε να χάσει το ματς με τη Λανούς στα χαρτιά γιατί ο σκόρερ της νίκης Λουίζ Οτάβιο ήταν τιμωρημένος με τρεις αγωνιστικές εξαιτίας μιας αποβολής. Ο κίνδυνος έγινε πραγματικότητα, οι δικαιολογίες της Σαπεκοένσε ότι δεν έλαβαν ποτέ e-mail και ότι ίσως πήγε στα spam (δεν το βγάζω από το μυαλό μου, αυτή ήταν η υπερασπιστική γραμμή) δεν έπεισαν και τελικά οι Βραζιλιάνοι έμειναν και μαθηματικά εκτός των 16 του Λιμπερταδόρες, πληρώνοντας την έλλειψη οργάνωσης.

Για όσους βιάζονται, το πάρτι και τα «Βάμοους Σαααάπε» ξεκινούν στο 4.50 του βίντεο

Μια που όμως φέτος το σύστημα άλλαξε, η 3η θέση του ομίλου (περίπου όπως και στην Ευρώπη) οδηγεί στο Κόπα Σουνταμερικάνα (τον θεσμό που είναι ήδη νικήτρια η Σάπε, αλλά δεν έχει δικαίωμα δωρεάν συμμετοχής παρ’ όλα αυτά). Έτσι, το τελευταίο ματς με τη Ζούλια έγινε ένας μίνι-τελικός, η τελευταία προσπάθεια της Σαπέ να μείνει ζωντανή στους διεθνείς θεσμούς. Οι σφαλιάρες όμως δεν φαίνεται να είχαν τελειωμό. Ο 37χρονος ιστορικός Βενεζουελάνος φορ Χουάν Αράνγκο άνοιξε το σκορ για τη Ζούλια (κάνοντας καρδούλα στους πανηγυρισμούς ρε φίλε) και το 0-1 έμεινε μέχρι το 90′. Ίσως κάποιοι οπαδοί να είχαν σηκωθεί να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους μονολογώντας για την γκαντεμιά που δέρνει την αγαπημένη τους ομάδα. Οι περισσότεροι όμως έμειναν στις εξέδρες, έζησαν το θαύμα, έζησαν επιτέλους και μια μεγάλη χαρά μετά από τόσες πίκρες και είδαν τη Σαπεκοένσε να σκοράρει δυο φορές στο 91ο και 92ο λεπτό, το ματς να γυρίζει από το πουθενά σε 2-1 και τη Σάπε να παίρνει την πρόκριση για το Σουνταμερικάνα. Η εφτάψυχη Σαπέ θα μας κάνει παρέα κι άλλο για φέτος…

Μαθήματα διαχείρισης θυμού

  [2 Σχόλια]

Τον Νέλσον Βίβας ίσως να τον θυμάστε οι παλιότεροι από το πέρασμά του από την Άρσεναλ. Ο βετεράνος πλέον δεξιός μπακ, που έπαιξε και αρκετά ματς στην εθνική, είναι προπονητής στην πατρίδα του και συγκεκριμένα στην Εστουδιάντες. Αντιμετωπίζοντας την Μπόκα χθες, είδε σε μια φάση αυτό που θεώρησε πέναλτι (και μεταξύ μας μάλλον δεν ήταν). Ο διαιτητής δεν το καταλόγισε και ο Βίβας διαμαρτυρήθηκε έντονα με αποτέλεσμα να αποβληθεί. Εκεί πλέον ο Βίβας έδωσε το δικό του σόου, έριξε μια μεγαλοπρεπή κλωτσιά στο μικρόφωνο της τηλεόρασης και ξεπερνώντας τη φάση με το σάκακι του Ιωαννίδη και το βίντεο κλιπ του Σάκη Ρουβά άγγιξε πλέον επίπεδα Χουλκ (όχι του φορ) κι έφυγε σαν σταρ. Έβγαλε το πουκάμισο, θύμισε αθλητή του κατς και αποχώρησε ημίγυμνος με την κάμερα να εστιάζει στη γεμάτη τατουάζ πλάτη του.

Ο Νέλσον Βίβας, που στη συνέχεια ζήτησε συγγνώμη για την αντίδραση, δεν είναι άγνωστος σε τέτοιου είδους γραφικότητες. Πριν τέσσερα περίπου χρόνια, όταν και ήταν προπονητής στην Κίλμες, άνοιξε διάλογο με έναν οπαδό της ομάδας. Με το ματς να τελειώνει και την ισοπαλία να έρχεται, ο Βίβας έδειξε τον οπαδό και του είπε «να με περιμένεις κάτω», μαζί με άλλα κοσμητικά. Κοίταξε το χρονόμετρο που κρατούσε τότε πάντα και όταν το ματς έληξε, σαν άντρας που σέβεται τον λόγο του κατέβηκε κάτω. Εκεί βρήκε τον ατυχή κυριούλη (λεπτομέρεια το ακουστικό για να ακούει τι γίνεται στα άλλα ματς) και τον άρχισε στα κλωτσομπουνίδια, μέχρι που τον μάζεψαν 3-4 άτομα. Ο Βίβας μετά από το συμβάν είχε παραιτηθεί από την Κίλμες, αλλά ο χαρακτήρας του παραμένει ο ίδιος.

Προς το παρόν δεν έχει φύγει από την Εστουδιάντες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν το διασκέδασε στο Ίντερνετ: