Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'ποδόσφαιρο Λατινικής Αμερικής'

Οι 11 της Μνήμης

  [1 Σχόλιο]

Ο Εζεκιέλ Παρίγια, όταν γεννήθηκε ο γιος του, είχε ένα μεγάλο δίλημμα. Έπρεπε να βγάλει στο μωρό κάρτα μέλους της Μπάνφιλντ, συλλόγου που υποστήριζε από παιδί ο ίδιος και όλη του η οικογένεια; Μήπως ήταν μια κίνηση πατριαρχικής επιβολής να τον κάνει μέλος μια κοινότητας χωρίς το παιδί να έχει το δικαίωμα επιλογής; Οι φίλοι του, όλοι από την ίδια γειτονιά και μέλη της Μπάνφιλντ, του έλεγαν να τον αφήσει να διαλέξει. Ο Εζεκιέλ πέρασε κάποια στιγμή έξω από μια εκκλησία όπου γινόταν μια βάφτιση και είπε: Κε κοχόνες! Τόσα πράγματα επιβάλουμε στα παιδιά μας χωρίς να το διαλέξουν. Κατευθύνθηκε στο γήπεδο της Μπάνφιλντ και έβγαλε κάρτα μέλους στο μωρό. «Ας αλλάξει ομάδα όταν μεγαλώσει» είπε.

Στις 3 Οκτωβρίου ο Εζεκιέλ ήταν κεντρικός ομιλητής σε μια πρωτοβουλία του συλλόγου της Μπάνφιλντ. Η πρόεδρος της ομάδας, Λουσία Μπαρμπούτο, έστησε μια πλατφόρμα στο γήπεδο του συλλόγου, Στάδιο Φλορένθιο Σόλα, ώστε να αποκατασταθούν ως μέλη του συλλόγου 11 οπαδοί που είχαν διαγραφεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Βιδέλα. Η ενδεκάδα της τιμής αποτελείτο από τους: «Ελ Τέλα» Βεντούρα, Λιονέλ Σαουμπιέτε, Μάριο Πιερεπόντ, Σίλβια Στρέχερ, Χερμάν Γάβιο, Ραούλ Σέσι, Ρικάρδο Τσιριτσίμο και Ρομπέρτο Μάτες. Όλοι τους είχαν υπάρξει κρατούμενοι ή εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Έξω από το γήπεδο υπάρχει μια πλακέτα με τα ονόματα και τις φωτογραφίες της ενδεκάδας αυτής. Και ένα γράφιτι που τους απεικονίζει. Τιμή στην ιστορία της ομάδας, των οπαδών της και της γειτονιάς.

Η Μπαρμπούτο ξεκίνησε το λόγο της λέγοντας: «Ζητώ συγγνώμη από τους συγγενείς των ανθρώπων αυτών που αργήσαμε τόσο πολύ να τους αποκαταστήσουμε στην οικογένεια της Μπάνφιλντ». Στο πάνελ βρισκόταν αρκετοί συγγενείς των θυμάτων, συγκινημένοι που οι δικοί τους άνθρωποι τελικά δεν ξεχάστηκαν. Η Λίτα Μποιτάνο, πρόεδρος της επιτροπής αναζήτησης των αγνοουμένων της δικτατορίας Βιδέλα, μίλησε στην εκδήλωση: «Είναι μόλις η τέταρτη φορά που πηγαίνω σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο. Η πρώτη ήταν το 1978 στο Μουντιάλ που μοίραζα στις εισόδους φυλλάδια που έγραφαν ‘Πού είναι οι αγνοούμενοι;’».

Μια ιστορία ξεχωρίζει. H Σίλβια Στρέχερ συνελήφθη το 1977 και βρισκόταν φυλακισμένη στο «πηγάδι του Κίλμες». Εκεί μέσα στο σκοτάδι, και μετά από αρκετά βασανιστήρια, έμαθε ότι η κουνιάδα της ήταν στη φυλακή του Ντεβότο. Η διαδικασία ήταν να περνάνε τους κρατουμένους από βασανιστήρια, «λεύκανση» στην ορολογία του καθεστώτος, και μετά να τους μεταφέρουν στο Κίλμες. Ήθελε να στείλει ένα μήνυμα στην κουνιάδα της ότι ήταν εκεί και ότι ήταν ακόμα ζωντανή. Όταν έμαθε ότι ένας συγκρατούμενος της θα μεταφερόταν εκεί, έπλεξε μία μικρή φανέλα από πράσινες και λευκές κλωστές, στα χρώματα της αγαπημένης τους Μπάνφιλντ, ώστε όταν τη δει η κουνιάδα της να καταλάβει ότι είναι καλά. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που κάποιος είχε νέα της.

Όπως είπε και ένας από τους συγγενείς: «Η Μπάνφιλντ δεν είναι ούτε μεγάλος, ούτε μικρός σύλλογος. Είναι ο καλύτερος σύλλογος». Ο Εζεκιέλ Παρίγια έκλεισε την εκδήλωση λέγοντας «Ο σύλλογος είναι μέρος της ταυτότητάς μου. Εδώ που γνώρισα καταπληκτικούς ανθρώπους. Είναι οι δρόμοι, η γειτονιά, είναι αυτό που θέλω να μοιραστώ με το γιο μου».

VAR εσείς, αστρολόγο εμείς…

  [Καθόλου σχόλια]

Στα μεγάλα ντέρμπι δεν παίζουν ρόλο μόνο η τακτική και η ποιότητα. Οι εντολές και το καθαρό μυαλό. Παίζουν ρόλο κι άλλα πράγματα. Οι περισσότεροι θα σκεφτήκατε κάτι ανάμεσα στο «πάθος», την «τύχη» ή τη μέρα στην οποία θα βρεθούν οι παίκτες. Και ίσως σε έναν ορθολογιστικό κόσμο να είχατε δίκιο. Στον κόσμο της Λ. Αμερικής και στο Superclasico Μπόκα-Ρίβερ φαίνεται ότι μετρούν και άλλα πράγματα. Για όσους δεν έχουν ενημερωθεί, οι δύο προαιώνιοι εχθροί έφτασαν στα ημιτελικά του Κόπα Λιμπερταδόρες και εκεί η Ρίβερ κέρδισε με 2-0 το πρώτο παιχνίδι στην έδρα της. Η Μπόκα τα έβαλε με τη διαιτησία κατά κύριο λόγο και τη χρήση του VAR, όπως σωστά πρέπει να κάνει κάθε ομάδα που χάνει από τον αντίπαλό της. Κατηγόρησε τη Ρίβερ για τις εύκολες βουτιές και μάλιστα ότι οι παίκτες της προπονούνται στο πώς θα πέφτουν για να κερδίζουν φάουλ και πέναλτι. Οι μέρες όμως περνούν, η ρεβάνς έρχεται και πρέπει να ρίξουμε όλα τα όπλα μας στη μάχη.

Το τελευταίο όπλο ακούει στο όνομα Κάρλος Ολίβα. Δεν είναι ούτε γυμναστής, ούτε σέντερ φορ, ούτε ψυχολόγος, ούτε αναλυτής δεδομένων. Είναι αστρολόγος και μάλιστα με τη λατινοαμερικάνικη σημασία του όρου, που συχνά περιπλέκεται με τη λέξη «brujo». Με λίγα λόγια είναι μάγος/μέντιουμ/αστρολόγος. Μη γελάτε, έχει συνέχεια. Ο Ολίβα λοιπόν διεμήνυσε στους ανθρώπους της Μπόκα, πριν τον πρώτο ημιτελικό στο ιστορικό Εστάδιο Μονουμεντάλ, ότι η Ρίβερ είχε κάνει μαύρη μαγεία στα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων. Το αποτέλεσμα τον δικαίωσε (λέμε τώρα). Κι επειδή ο φαν Χέλσινγκ είναι αδειούχος, ο Ολίβα προσφέρθηκε να δώσει τη λύση. «Έχω τον τρόπο να λύσω τα μάγια και η Μπόκα να προκριθεί στον επόμενο γύρο», είπε στους ανθρώπους της ομάδας.

Και τι θα έκανε κάθε σοβαρός άνθρωπος; Φυσικά και θα τον πίστευε και θα προχωρούσε σε «πρόσληψή» του στην ομάδα. Την είδηση αποκάλυψε η εφημερίδα Ole, δεν διαψεύστηκε και στη συνέχεια ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε. Ο Ολίβα εργάζεται πυρετωδώς εδώ και μέρες και μάλιστα περιέγραψε την κατάσταση στην προσωπική του σελίδα στο Facebook. «Η ατμόσφαιρα θα είναι τεταμένη, με πολλά νεύρα, αλλά εμείς ελπίζουμε ότι θα υπερισχύσουμε των εξωτερικών παραγόντων που θα προσπαθήσουν να μας αποσυντονίσουν», αναφέρει μεταξύ άλλων στο μήνυμά του ο Ολίβα, που δηλώνει σίγουρος ότι ο αντίπαλος θα μείνει στο χορτάρι μετά το τελικό χτύπημα. Αλλά καλέ μου αναγνώστη, αν τα πράγματα ήταν τόσο απλά δεν θα γινόταν ο Χορταρέας ιερέας. Χρειάζεται κι η συμμετοχή του κοινού.

Ο Ολίβα σε ξένοιαστες στιγμές

Έτσι, σε δεύτερό του μήνυμα στο Facebook, o Ολίβα κάλεσε τον κόσμο της Μπόκα να βοηθήσει κι αυτός. Πώς; Το post είναι μεγαλειώδες. Αν είσαι κι εσύ φίλος της Μπόκα, έστω και στην Ελλάδα από την τηλεόραση, μην αμελήσεις. Χρειάζεται ένα μπλε κερί (χρώμα της Μπόκα). Πάνω σε αυτό θα γράψεις με ένα σπίρτο τον αριθμό 7 τρεις φορές. Από κάτω προς τα πάνω. Προσοχή (λέει ο Ολίβα) μην ζουπήξεις το κερί πολύ και το σπάσεις. Μετά παίρνεις το κερί στο χέρι και θυμάσαι μεγάλες στιγμές της Μπόκα που έζησες. Δεν χρειάζεται να είναι πρόσφατες. Μπορεί να είναι από τα χρόνια του Μαραντόνα (αν και τότε η ομάδα ήταν λίγο χάλια). ΠΡΟΣΟΧΗ! Δεν τελειώσαμε έτσι απλά. Στη συνέχεια, παίρνεις και βάζεις το κερί σε ένα πιάτο και δίπλα ένα ποτήρι με νερό. Στη συνέχεια προσεύχεσαι στον αρχάγγελο Μιχαήλ (όχι στον Γαβριήλ γιατί είναι γνωστός οπαδός της Ρίβερ) να κόψει όλα τα δεσμά που κρατούν τους παιχταράδες μας εγκλωβισμένους, να παίζουν χωρίς αυτοπεποίθηση. Ζήτησέ του να δώσει δύναμη και κουράγιο σε κάθε παίκτη, αλλά και στον κόουτς Αλφάρο. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν στις 14.15 ακριβώς. Το τελετουργικό πρέπει να γίνει ακόμα δύο φορές τις επόμενες δύο μέρες και το κερί πρέπει να μείνει στο πιάτο σε όλη τη διάρκεια. Αν έχετε μικρό παιδί προσέξτε μην το φάει, όχι γιατί θα πάθει κάτι το μούλικο, αλλά γιατί δεν θα κερδίσουμε τη Ρίβερ. Κι αν πιστεύετε ότι τα βγάζω από το μυαλό μου δείτε και το ποστ του μάγου (έστω και στα ισπανικά) στο Facebook.

Ο Ολίβα βγήκε στα κανάλια και είπε ότι αυτός βρισκόταν πίσω από τις τελευταίες επιτυχίες της Ρίβερ στις διεθνείς διοργανώσεις (όχι κανένας Γκαγιάρδο) και δηλώνει οπαδός της Ρίβερ, αλλά όπως λένε κι οι Έλληνες αναγνώστες: «σε αυτά δεν χωράν οπαδικά», καθώς το έργο του λέει δεν αναγνωρίστηκε από τη διοίκηση της Ρίβερ. Η πρόβλεψή του μιλάει για 4-0 υπέρ της Μπόκα (εκτός ίσως αν δεν βρεθούν αρκετά μπλε κεριά), μια νίκη που ούτε οι διαιτητές, ούτε το VAR θα καταφέρουν να χαλάσουν. Κάπου στα μικρά γράμματα, ο Ολίβα δήλωσε ότι οι μέθοδοί του έχουν επιτυχία 80%. Αυτά τα γραφικά συμβαίνουν συχνά στην Αργεντινή κι ο πρόεδρος της Μπόκα Αντζελίτσι παραδέχτηκε την αλήθεια, λέγοντας ότι ο ίδιος πιστεύει στη σκληρή δουλειά, αλλά αν ο κόσμος πιστεύει σε αυτά γιατί να πάει εναντίον τους; «Τα δέχομαι όλα», είπε επιβεβαιώνοντας το ρεπορτάζ που λέει ότι ο Ολίβα κόβει βόλτες στο Μπομπονέρα. Αν θα καταφέρει να φέρει και την πρόκριση θα το μάθουμε σύντομα.

Ο μιγάς με τα πράσινα μάτια

  [2 Σχόλια]

Το 1919 η Βραζιλία κέρδισε την Ουρουγουάη με 1-0 και αναδείχτηκε πρωταθλήτρια Νότιας Αμερικής στα γήπεδα του Ρίο ντε Τζανέιρο. Αυτός ήταν και ο πρώτος της τίτλος και αποκτούσε ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν συνυπολογίσουμε πως το ποδόσφαιρο της χώρας ήταν σε εμβρυακό στάδιο και σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Επίσης κουβαλούσε μαζί του και ένα σωρό ταξικά προβλήματα που έκαναν ακόμα δυσκολότερη την όλη κατάσταση. Αυτό φυσικά και δεν επηρέασε τον κόσμο που ξεχύθηκε στους δρόμους για να πανηγυρίσει το σπουδαίο γεγονός. Μπροστά μπροστά δεν δέσποζε καμία σημαία, και κανένα λάβαρο, αλλά αυτό το ρόλο τον είχε αναλάβει ένα λασπωμένο παπούτσι. Ένα λασπωμένο παπούτσι με μια δεμένη μικρή ταμπελίτσα πάνω του που έγραφε: ο glorioso pe de Friendenreich. Το δοξασμένο παπούτσι του Φρίντενραϊχ. Ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ ήταν ο μοναδικός σκόρερ της αναμέτρησης κάτι που τον είχε αναγάγει, όπως και ήταν λογικό, σε λαϊκό ήρωα για το Βραζιλιάνικο έθνος. Το εν λόγω παπούτσι μάλιστα έγινε τόσο διάσημο που μπήκε ως έκθεμα στη βιτρίνα του πιο ξακουστού, και ακριβού, κοσμηματοπωλείου στο κέντρο της πόλης. Εκεί μπορούσε να το θαυμάσει ο καθένας, χωρίς φυσικά να έχει το δικαίωμα να το αγγίξει, όπως δεν μπορούσε να «αγγίξει» και τα κοσμήματα, ως ένα από τα πιο σημαντικά κειμήλια της εποχής. Ίσως και το πιο σημαντικό.

Ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ γεννήθηκε το 1892 στο Σάο Πάολο, στη γωνία που σχημάτιζαν οι περιοχές Βιτόρια, που σημαίνει νίκη και η Τριούμφο που σημαίνει θρίαμβος. Γιος ενός Γερμανού επιχειρηματία, που είχε μεταναστεύσει εκεί χρόνια πριν, και μιας φτωχής μαύρης υπηρέτριας, και ήταν ο πρώτος μιγάς ποδοσφαιριστής της Βραζιλίας. Εκείνα τα χρόνια, με το ποδόσφαιρο να είναι ερασιτεχνικό, όπως έγραψα και νωρίτερα, δικαίωμα να παίξουν σε αυτό είχαν μόνο οι προνομιούχοι λευκοί της χώρας. Ο Φρίντενραϊχ δεν είχε γεννηθεί λευκός, ούτε και μαύρος. Ήταν μιγάς. Η καταγωγή και η θέση του πατέρα του στην κοινωνία του έδινε όμως το «ύψιστο δικαίωμα» ώστε να κλωτσά μια μπάλα και να παίζει μαζί της. Η εξαιρετική του τεχνική και η αλεγρία που ήταν εμφανέστατη στο παίξιμό του, σε συνδυασμό με την φοβερή του κορμοστασιά, δεν άργησαν να του δώσουν τα προσωνύμια Τίγρης και Μαύρο Διαμάντι. Αν και αυτό που ήταν ακόμα πιο εύηχο, και ρεαλιστικό, ήταν αυτό που έβλεπαν τα κορίτσια κυρίως της εποχής και δεν ήταν άλλο από το «Ο μιγάς με τα πράσινα μάτια».

Ένας ιδιαίτερος δηλαδή συνδυασμός. Κάποιος γεννημένος από δύο διαφορετικούς στο χρώμα ανθρώπους που, εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν και το πιο συνηθισμένο φαινόμενο. Κάθε άλλο. Για την ιστορία ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ θεωρείται και είναι, ακόμα και στις μέρες μας, ο σπουδαιότερος σκόρερ στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ακόμα και από τον σπουδαίο Πελέ. Έχει σκοράρει 1329 γκολ σε 1229 παιχνίδια την ίδια ώρα που ο Πελέ μετράει 1279 και είναι επίσης κάποιος που άλλαξε κατά πολύ τον τρόπο που έβλεπαν οι Βραζιλιάνοι και κατ’ επέκταση και ο υπόλοιπος πλανήτης το άθλημα. Ο Πελέ πάντως συνηθίζει αστειευόμενος, ακόμα και σήμερα, να δηλώνει πως τα γκολ του Φρίντενραϊχ είναι 1229 σε 1329 παιχνίδια. Την αλήθεια, επισήμως, δεν πρόκειται να την μάθουμε ποτέ μιας και τα αρχεία χάθηκαν, μυστηριωδώς, την δεκαετία του ’60 όταν και πέθανε ο κολλητός του, και συμπαίκτης του σε πολλές ομάδες, Μάριο ντε Αντράντε. Ο μοναδικός άνθρωπος δηλαδή που είχε καταγεγραμμένα όλα τα παιχνίδια και όλα τα γκολ αναλυτικά σε πλήρη συνεργασία με τον πατέρα του διάσημου ποδοσφαιριστή.

Η ποδοσφαιρική του καριέρα ξεκίνησε το 1909 στην ομάδα «Γερμανία», μια ομάδα που είχαν δημιουργήσει Γερμανοί μετανάστες και που έπαιζε φιλικά παιχνίδια με άλλες ομάδες λευκών, κυρίως, τα πρωινά της Κυριακής. Το σπάνιο ταλέντο του φυσικά και δεν μπορούσε να τον εγκλωβίσει σε μια τόσο μικρή ομάδα και κάπως έτσι δεν άργησαν οι κρούσεις για μεταγραφές από μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες ομάδες. Μέχρι το 1929, όταν και πήγε να αγωνιστεί στην σπουδαία Σάο Πάολο, είχε προλάβει να αναδειχθεί πρώτος σκόρερ με πέντε (5) διαφορετικές ομάδες στο πρωτάθλημα της περιοχής, κάτι που φυσικά και αποτελεί αξεπέραστο ρεκόρ μέχρι και στις μέρες μας. Αλλά δεν ήταν μόνο η σπάνια αίσθηση, και το ταλέντο του, στο να τελειώνει τις φάσεις σκοράροντας με το τσουβάλι τα γκολ αλλά και η μοναδική του ικανότητα στο να ντριμπλάρει τους αντιπάλους αμυντικούς με τέτοια μάλιστα μαεστρία που θεωρείται από μεγάλη μερίδα βραζιλιάνων καλύτερος ακόμα και από τον θρυλικό Γκαρίντσα. Ο πρώτος παίκτης που καθιέρωσε τον κλασικό βραζιλιάνικο τρόπο παιχνιδιού που στις μέρες μας είναι γνωστός ως Joga Bonito, «το όμορφο παιχνίδι», ήταν αυτός. Το παιδάκι που ήθελε μισή ώρα πριν από κάθε παιχνίδι ώστε να ισιώσει το άφρο μαλλί του για να μην χλευαστεί από το κοινό, εκείνος ο μιγάς που τους χάρισε το πρώτο τους μετάλλιο.

Ήταν ο πρώτος που περιφρόνησε ηθελημένα τις συντηρητικές τακτικές των Άγγλων και το κορυφαίο σύστημα της εποχής, το πασίγνωστο 2-3-5, που είχε φτάσει και στη Βραζιλία και το χρησιμοποιούσαν και οι εκεί ομάδες. Ένα σύστημα που ήθελε στην επίθεση πέντε (5) παίκτες να κυνηγούν κυρίως βαθιές μπαλιές. Αυτός έβαλε τον εαυτό του στην επίθεση, έχοντας όμως τέσσερις παίκτες πίσω του, στην ευθεία, ή έχοντας ως στήριγμα κάποιον με παρόμοια χαρακτηριστικά, σε δυάδα, σε ένα πρώιμο 2-4-2-2. Και αυτό πολύ απλά επειδή ήθελε να βρίσκει περισσότερους χώρους για να ντριμπλάρει στο «ένας με ένας». Μάλιστα αυτό ήρθε σε πλήρη εφαρμογή, για πρώτη φορά, απέναντι σε Άγγλους, στο ντεμπούτο του με τα χρώματα της χώρας, όταν και η εθνική Βραζιλίας έδωσε το πρώτο της διεθνές παιχνίδι απέναντι στην Έξετερ, το 1914, επικρατώντας μάλιστα με 2-0. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που ο κόσμος κατάλαβε πως εκτός από ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής ήταν και ένας σπουδαίος μαχητής, μένοντας στην αναμέτρηση ακόμα και μετά από μια βίαιη κλωτσιά που είχε δεχθεί στο πρόσωπο, χάνοντας τα δυο του μπροστινά δόντια και αγωνιζόμενος με αφόρητους πόνους μέχρι και το τελικό σφύριγμα.

Ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ ήταν ο πρώτος σπουδαίος σταρ του ποδοσφαίρου μιας χώρας που έχει γεννήσει αμέτρητους από δαύτους. Ο ποδοσφαιριστής που όπου έπαιζε γίνονταν κυριολεκτικά πανζουρλισμός. Αυτός που όταν μάγευε, στα τέλη του 1920, στην Παουλιστάνο, ουσιαστικά ώθησε το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό κοινό να  απαιτήσει μια περιοδεία της ομάδας για να μπορέσει να τον δει από κοντά να κάνει τα ζογκλερικά του με την μπάλα στα πόδια. Ο διάσημος αθλητής του ποδοσφαίρου που όταν κυκλοφορούσε, φορώντας τα πανάκριβα κοστούμια του στα καλύτερα νυκτερινά κλαμπ για να πιει τα ακριβά ποτά του και να φλερτάρει δίχως κανένα όριο με κάθε θηλυκό, υπήρχαν γύρω του ακόμα και σωματοφύλακες ώστε να εμποδίζουν τα πλήθη που ήθελαν απλά να τον ακουμπήσουν, ικετεύοντας για ένα αυτόγραφο. Ο μιγάς πρωταθλητής έπεσε όμως θύμα του προέδρου της χώρας, Επιτάσιο Πεσσόα, όταν ο δεύτερος αποφάσισε το 1920 και το 1921 να μην επιτραπεί στους μαύρους Βραζιλιάνους παίκτες να πάρουν μέρος στην εθνική. Ο λόγος; «Να μη χαλάσει η εικόνα της χώρας στο εξωτερικό και να δείξει η Βραζιλία το καλό της πρόσωπο». Τελικά πείστηκε να δώσει «χάρη» στον Φρίντενραϊχ το 1922 κι η Βραζιλία κατέκτησε τον τίτλο.

Το σπουδαιότερο όμως από όλα στην τεράστια καριέρα του «μιγά με τα πράσινα μάτια» ήταν ότι έφερε στο μεγαλοπρεπές στάδιο των λευκών, που ήταν γεμάτο από κανόνες και σκουριασμένες τακτικές, την ασέβεια και τον τρόπο παιχνιδιού των παιδιών σκούρου χρώματος που έμαθαν να διασκεδάζουν κλωτσώντας, σαν να χορεύουν πολλές φορές, μια κουρελιασμένη μπάλα στα προάστια. Εκεί δηλαδή που γεννήθηκε ένα στυλ γεμάτο φαντασία. Ένα στυλ που προτιμά την ευχαρίστηση από το αποτέλεσμα. Ένα στυλ άναρχο που πάντα θα προσφέρει καλύτερο θέαμα ακόμα και από την πιο οργανωμένη επίθεση. Ένα στυλ ποδοσφαίρου που πηγάζει από ένα πλούσιο σε συναισθήματα λαό που όταν τα εξωτερικεύει αυτά μετατρέπονται σε ποίηση. Ποδοσφαιρική ποίηση. Αυτή η πλαστικότητα και η ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει τους Βραζιλιάνους και που είναι δυσνόητη πολλές φορές για τους Ευρωπαίους. Τότε που, ευτυχώς για το άθλημα, «καταργήθηκαν όλες οι ποδοσφαιρικές γωνίες» όπως έγραψε και ο Γκαλεάνο, δίνοντας τη θέση τους στην ελευθερία. Σε μια πιο αφηρημένη Τέχνη ενός νέου ποδοσφαιρικού καμβά μακριά από κάθε συμβατική έννοια. Μια ελευθερία που έγινε όμορφη στο μάτι και έρωτας στην καρδιά και στο μυαλό για τον απλό φίλο του αθλήματος και που -ευτυχώς- συνεχίζει να συγκινεί ακόμα και στις μέρες μας.

Όταν το Μαρακανά έγινε ροντέο

  [3 Σχόλια]

Δύο από τις σταθερές του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου είναι ότι πρέπει να παίζεται συνέχεια ποδόσφαιρο κι ότι οι «βεντέτες» μεταξύ των παικτών κρατούν καιρό. Μεταξύ του 1956 και του 1970 έλαβε χώρα η διοργάνωση με το όνομα «Κύπελλο του Ατλαντικού» στην οποία έπαιζαν κατά κύριο λόγο η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Ουρουγουάη (γιατί ποτέ τα μεταξύ τους ματς δεν είναι αρκετά), αλλά και η Παραγουάη, παρ’ ότι αν δεν κάνω λάθος δεν βρέχεται ούτε από τον Ατλαντικό, ούτε από κάποια άλλη θάλασσα. Μη φανταστείτε ότι το κύπελλο γινόταν συχνά. Το κάναμε μια φορά το 1956, μια ακόμα το 1960 και το θυμηθήκαμε μετά από άλλα 16 χρόνια το 1976. Από τότε δεν έχει ξαναγίνει, αλλά με τις γραφικότητες του Κόπα Αμέρικα, δεν θα μου κάνει εντύπωση το 2056 να το ξαναδούμε για κάποιο επετειακό «σεντενάριο».

Η ιστορία που θα διηγηθούμε σήμερα έγινε στο τελευταίο Κόπα ντελ Ατλάντικο της ιστορίας. Οι τέσσερις ομάδες έπαιξαν μίνι πρωταθληματάκι με διπλούς αγώνες και κανονική βαθμολογία, ξεκινώντας το Φεβρουάριο και τελειώνοντας τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς. Στο πρώτο ματς μεταξύ Ουρουγουάης και Βραζιλίας στο Μοντεβιδέο, οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν με 1-2. Από δω και πέρα οι διηγήσεις έχουν διαφορά ανάλογα από ποια πλευρά τις διαβάζεις, αλλά θα προσπαθήσουμε να είμαστε όσο πιο πιστοί στα γεγονότα.  Το πρώτο παιχνίδι είχε τρεις αποβολές, μία εκ των οποίων ήταν αυτή του Ριβελίνο που πάτησε τον Μουνίς, εξοργίζοντας τους Ουρουγουανούς που κάτι τέτοια δεν τα ξεχνούν.

Στο δεύτερο ματς στο Μαρακανά εμφανίστηκαν προετοιμασμένοι. Όπως διηγήθηκε χρόνια αργότερα ο Χέμπερτ Ρεβέρτια (που μπήκε αλλαγή σε εκείνο το ματς), αρκετοί παίκτες της ομάδας έφαγαν ώρες με γυαλόχαρτο στο χέρι, για να κάνουν τις μεταλλικές τάπες στα παπούτσια τους πολύ αιχμηρές. Η Ουρουγουάη ήταν αυτή που βρέθηκε μπροστά στο σκορ με μια γκολάρα του Τόρες και πήγε στα αποδυτήρια με 0-1. Λίγα λεπτά αργότερα ο δυστυχής Μάρκος Αντόνιο βρέθηκε κάτω από ένα φάουλ Ουρουγουανού και ένας δεύτερος Ουρουγουανός, ο Νταρίο Περέιρα, προσγειώθηκε κατά λάθος (λέμε τώρα) στην πλάτη του Μάρκος Αντόνιο και με τα δύο πόδια (και φυσικά με τις μυτερές τάπες). Ο έξαλλος Ριβελίνο πήγε και τράβηξε το μαλλί του Περέιρα κι η πρώτη φασαρία της ημέρας ήταν γεγονός.

Το βίντεο του ιστορικού αγώνα. Αν βαριέστε να το δείτε ολόκληρο, ξεκινήστε από τα 7 λεπτά για να απολαύστε το επεισοδιακό τέλος.

Η Βραζιλία μετά από μία ωραία προσπάθεια του Ριβελίνο και ένα πολύ καλό σουτ ισοφάρισε σε 1-1 στο 2ο ημίχρονο. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Βραζιλιάνος διαιτητής (από τον οποίοι οι Ουρουγουανοί είχαν ήδη παράπονα) έδωσε ένα ανύπαρκτο πέναλτι υπέρ της χώρας του. Οι Ουρουγουανοί ήταν έξαλλοι. Ο Ζίκο το εκτέλεσε εύστοχα γράφοντας το 2-1 και το ματς έγινε ροντέο. Οι Ουρουγουανοί έμειναν με 10 παίκτες λίγο αργότερα, με μια μάλλον υπερβολική απευθείας κόκκινη για ένα φάουλ (σε ποιον άλλον) στον Ριβελίνο στο κέντρο του γηπέδου. Ο Βραζιλιάνος σταρ άνοιξε διαμάχη με τον Σέρχιο «Κολάτσο» Ραμίρες, ενώ λίγο αργότερα του έδωσε και μια αγκωνιά. Στο 89ο λεπτό του παιχνιδιού, ο Ζίκο πήρε την μπάλα λίγο μετά το κέντρο. Ο «λευκός Πελέ» έκανε μια μαγική προσπάθεια περνώντας τρεις αντιπάλους σε ένα σλάλομ βγαλμένο από highlights. Το highlight όμως ήταν τελικά το τέλος της προσπάθειας. Λίγο πριν ο Βραζιλιάνος πατήσει στην περιοχή και βρεθεί τετ-α-τετ, ο Ραμίρες πιστός στο ουρουγουανικό του DNA έκανε ένα δολοφονικό τάκλιν που στη wikipedia πρέπει να μπαίνει στον ορισμό του «ή ο παίκτης ή η μπάλα». Από αυτά που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο σηκώνεσαι, βλέπεις την κόκκινη, δίνεις το χέρι στον διαιτητή και αποχωρείς. Βέβαια, το 1976, ούτε ο κακός Βραζιλιάνος εκείνης της ημέρας δεν έδωσε κόκκινη.

Όπως ήταν λογικό, στο γήπεδο επικράτησε πανικός. Ο Ριβελίνο έτρεξε αμέσως πάνω από τον Ζίκο. Μέσα στο χαμό, ο Ρεβέρτια (με τις μυτερές του τάπες) έριξε μια γρήγορη κλωτσιά στο αριστερό πόδι του Ριβελίνο. Ο Ριβελίνο πιστεύοντας ότι τον χτύπησε ο Ραμίρες του δίνει μία στο πρόσωπο (με το Ραμίρες να ματώνει στα χείλη) και τελικά ο Ραμίρες που έχει θολώσει ακούει το: «Κολάτσο, όχι τώρα. Μόλις τελειώσει το παιχνίδι» και συγκρατείται. Ο διαιτητής ηρωικά ηρεμεί την κατάσταση χωρίς χρήση κάρτας (!!) και το φάουλ εκτελείται. Η Ουρουγουάη παίρνει την μπάλα, αλλά ο διαιτητής δεν αφήνει το παιχνίδι να συνεχιστεί και σφυρίζει τη λήξη. Τη στιγμή του σφυρίγματος την μπάλα την έχει ο «Κολάτσο» Ραμίρες και ο Ριβελίνο είναι λίγο πιο δίπλα του.

«Ήμουν μόλις 24, γεμάτος αδρεναλίνη και ορμόνες. Θυμήθηκα τι είχε συμβεί και απλά έτρεξα»
– Σέρχιο Ραμίρες, σε συνέντευξή του στη Globo το 2011

Ο Ριβελίνο κινείται προς τα αποδύτηρια. Ο Ραμίρες αφήνει την μπάλα και σαν τρελός γυρίζει προς το μέρος του εχθρού. Κάποιοι συμπαίκτες του τρέχουν να τον προλάβουν, ο Ριβελίνο αντιλαμβάνεται ότι έρχεται το τέλος και κάνει την πιο γρήγορη κούρσα της ζωής του, ενώ ο Ραμίρες τον κυνηγά να τον πιάσει. Τόσο γρήγορη, που κατεβαίνει τα σκαλιά των αποδυτηρίων με τον… κώλο, καθώς έχει γλιστρήσει, σε ένα τρομερά κωμικό στιγμιότυπο. Αναπληρωματικοί και διάφοροι… περαστικοί εμποδίζουν τον Ραμίρες και αρχίζει ένα σκηνικό από ταινία δράσης με μπουνιές και κλωτσιές. Γρήγορα έρχονται κι οι άλλοι παίκτες (ο θηριώδης τερματοφύλακας της Βραζιλίας Ζαΐρο ξεχωρίζει) και πέφτει το ξύλο της αρκούδας. Ο Ρεβέρτια τρέχει να μπει στα αποδυτήρια και να σωθεί όταν βλέπει έναν δημοσιογράφο να κραδαίνει το μαγνητοφωνάκι στο χέρι και να έρχεται κατά πάνω του. Χωρίς δεύτερη σκέψη του δίνει μια γερή στο πρόσωπο και κατεβαίνει τις σκάλες, βγάζοντας και τη φανέλα του για να μην τον αναγνωρίσουν. Οι Ουρουγουανοί κλειδώνονται στα αποδυτήρια. Οι Βραζιλιάνοι χτυπούν τις πόρτες φωνάζοντας «Αστυνομία, αστυνομία, ανοίξτε». Η απάντηση είναι «δεν είμαστε τρελοί για να ανοίξουμε».

Οι Βραζιλιάνοι… διαπραγματεύονται: «Ας έρθουν έξω το 6 και το 16 (Ραμίρες και Ρεβέρτια) και θα ηρεμήσουν τα πράγματα». Οι Ουρουγουανοί τελικά αποδέχονται (στον πόλεμο πρέπει να θυσιάζεις μερικούς στρατιώτες). Οι δυο παίκτες συλλαμβάνονται, μπαίνουν στο περιπολικό και πηγαίνουν στο τμήμα όπου γίνεται χαμός. Ο δημοσιογράφος που ο Ρεβέρτια χτύπησε είναι μες τα αίματα, με πρησμένο το στόμα του, τέσσερα σπασμένα δόντια και δεν μπορεί να μιλήσει. Κιμπάρης όμως, πείθεται τελικά να μην κάνει μήνυση. Ο Ρεβέρτια εκμυστηρεύεται στο Ραμίρες ότι αυτός χτύπησε κρυφά το Ριβελίνο και ο «Κολάτσο» γελάει. Οι παίκτες τελικά αποχωρούν, κουρασμένοι, με τον Ραμίρες να έχει μελανιάσει από το ξύλο που έφαγε. Όπως λέει ο Ρεβέρτια: «γράψαμε κι εμείς τη δική μας ιστορία στο Μαρακανά».

Ο Ραμίρες, ως κόουτς πια, δίνει εντολές…

Η Βραζιλία τελικά κατακτά τον τίτλο στα επόμενα παιχνίδια. Ο Ραμίρες την επομένη του ματς φιγουράρει σε όλες τις βραζιλιάνικες εφημερίδες να κυνηγά τον Ριβελίνο. Μια που ο Ριβελίνο ήταν παίκτης της Φλουμινένσε, η Φλαμένγκο, ως «μεγάλη αντίπαλος» δεν θέλει να χάσει την ευκαιρία και τον παίρνει με μεταγραφή μερικούς μήνες αργότερα. Ο Ραμίρες είχε γεννηθεί κοντά στα σύνορα των δύο χωρών, σε ένα μέρος που πολύς κόσμος έχει βραζιλιάνικες καταβολές και μιλάει πορτογαλικά. Μάλιστα, ο Ριβελίνο ήταν από τους αγαπημένους του ποδοσφαιριστές, ο «Κολάτσο» κολλούσε τα αυτοκόλλητά του στο δωμάτιό του. Δεν μπορούσε φυσικά να φανταστεί τότε ότι θα πλακωνόταν στο ξύλο με ένα είδωλό του. Οι δύο παίκτες πάντως τα βρήκαν στην πρώτη τους συνάντηση, ο Ραμίρες ζήτησε συγγνώμη και παρά τις προτροπές από τους οπαδούς της Φλαμένγκο, δεν ξαναχτύπησε βίαια το Ριβελίνο. Έπαιξε για δυο σεζόν στη Φλαμένγκο κατακτώντας και δύο πρωταθλήματα καριόκα. Η διαμάχη αυτή καθόρισε τη ζωή του Ουρουγουανού, καθώς μετά τη Φλαμένγκο έπαιξε και σε άλλες ομάδες και μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας έγινε προπονητής στη Βραζιλία. Έγινε… viral και πάλι, καθώς έδινε πολλές φορές εντολές στους παίκτες του κρατώντας έναν… κώνο για να τον ακούνε καλύτερα. Παράλληλα έγινε και τραγουδιστής και έβγαλε μέχρι και έναν προσωπικό δίσκο. Το παιχνίδι πάντως του 1976 για το κύπελλο Ατλαντικού, πέρασε για πάντα στην ιστορία των ντέρμπι Ουρουγουάης-Βραζιλίας ως πιθανότατα το πιο βίαιο, χάρη στον Ουρουγουανό ποδοσφαιριστή.

Όταν η Γκρέμιο έπαιξε τρεις αγώνες σε μια μέρα

  [5 Σχόλια]

Αρχές 1994. Στην αίθουσα συνεδριάσεων της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της πολιτείας Ρίο Γκράντε ντο Σουλ δεν πέφτει καρφίτσα. Το βασικό θέμα συζήτησης έχει αποφασιστεί σε μια προηγούμενη συνεδρίαση: Οι ομάδες της 1ης κατηγορίας του Καμπεονάτο Γκαούτσο, του πρωταθλήματος της συγκεκριμένης πολιτείας δηλαδή, πρέπει να μειωθούν. Ο μεγάλος στόχος είναι η διοργάνωση του 1995 να έχει μόλις 14 ομάδες, αντί για τις 23 που συμμετέχουν στο τουρνουά του 1994.

Οι συζητήσεις κρατάνε ώρα, οι ιδέες που πέφτουν στο τραπέζι είναι πολλές και όλοι συμφωνούν πως πρέπει να βρεθεί μια δίκαιη διαδικασία ξεσκαρταρίσματος, μιας και οι ομάδες που θα υποβιβαστούν είναι πάρα πολλές. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή, ακούγεται μια φωνή από το βάθος της αίθουσας: «Το πιο σωστό είναι να παίξουν όλοι με όλους, μέσα και έξω». Η πρόταση συνοδεύεται από επιφωνήματα επιδοκιμασίας. Όλοι με όλους. Λογικό, σωστό και απλό. Η λύση βρέθηκε, εύκολα και γρήγορα. Μόνο που πάντα υπάρχει ένα πνεύμα αντιλογίας. «Συγγνώμη ρε παιδιά αλλά αυτό που λέτε δεν γίνεται. Μιλάμε για 44 ματς για κάθε ομάδα. Και αρκετές από αυτές συμμετέχουν και σε πόσες άλλες διοργανώσεις φέτος. Πως θα προλάβουν; Δεν βγαίνει το πρόγραμμα».

Οι περισσότεροι σιωπούν. Η λήξη της συνεδρίασης αναβάλλεται προσωρινά. Ένας τύπος, από αυτούς τους μορφωμένους, «που έχουν βγάλει το σχολείο», βγαίνει μπροστά κρατώντας ένα χαρτί γεμάτο πράξεις ανώτερων μαθηματικών και ζητάει το λόγο επιτακτικά. «Συγγνώμη κύριοι αλλά γιατί δεν βγαίνει; Κάνω εδώ τους υπολογισμούς και δεν βλέπω κανένα πρόβλημα. Πόσες μέρες έχει ένας χρόνος;» «365» απαντάει κάποιος. «Τέλεια. Και πόσα περίπου παιχνίδια θα παίξει μια ομάδα που συμμετέχει σε όλες τις διοργανώσεις;» «Κάπου στα 90-100» απαντάει κάποιος άλλος. «Άψογα. Κάνω εδώ τις αφαιρέσεις και βλέπω ότι όχι μόνο προλαβαίνουν αλλά μας μένουν και πάρα πολλές κενές μέρες. Προσωπικά δεν βλέπω κανένα πρόβλημα». Ακολουθεί αποθέωση. Κάποιοι χειροκροτούν όρθιοι, κάποιοι άλλοι φωνάζουν «μπράβο». Η λογική υπερίσχυσε και πάλι, το πρόβλημα λύθηκε, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 ξεκινάει θριαμβευτικά.

Η πρώτη σέντρα έγινε στις αρχές Μαρτίου. Τον πρώτο καιρό όλα κύλησαν ομαλά. Οι μεγάλες ομάδες της περιφέρειας, όπως η Γκρέμιο και η Ιντερνασιονάλ, προσάρμοσαν το ρόστερ τους ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει σε όλες τις διοργανώσεις (περιφερειακό πρωτάθλημα, εθνικό πρωτάθλημα, Κύπελλο Βραζιλίας, διοργανώσεις της CONMEBOL). Οι ομάδες δεν έδειχναν διάθεση να αγνοήσουν κανένα τίτλο. Εκείνα τα χρόνια τα περιφερειακά πρωταθλήματα με τα μαζεμένα τοπικά ντέρμπι αποτελούσαν συχνά μεγαλύτερο γεγονός κι από το εθνικό πρωτάθλημα της Βραζιλίας, το οποίο κρατούσε μόνο 4 μήνες.

Όταν όμως το καλοκαίρι έφυγε και τα πανηγύρια από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από τη ‘σελεσάο’ κόπασαν (εννοείται φυσικά πως το πρωτάθλημα δεν διακόπηκε κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ των ΗΠΑ) άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ανησυχίας. Οι ‘μεγάλοι’ του πρωταθλήματος άρχισαν να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του φοιτητή που χρωστάει πολλά μαθήματα από διαφορετικά εξάμηνα. Οι αγώνες των διαφορετικών διοργανώσεων άρχισαν να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον. Στην αρχή οι αναβολές ήταν εύκολες. Με τον καιρό τα περιθώρια άρχισαν να στενεύουν. Και κάπου εκεί στο φθινόπωρο σήμανε γενικός συναγερμός.

Η αίθουσα συνεδριάσεων γέμισε και πάλι. «Κάτι δεν πήγε καλά. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι αλλά το θέμα τώρα είναι ότι το πρωτάθλημα τελειώνει σε λίγους μήνες και κάποιες ομάδες έχουν να δώσουν ακόμα πάρα πολλούς αγώνες. Τι θα κάνουμε;» Η ομοσπονδία έπεσε ξανά σε περισυλλογή. Τότε ο γνωστός μορφωμένος τυπάς, με το μικρό μολύβι περασμένο στο αυτί, βγήκε και πάλι μπροστά. «Συγγνώμη κύριοι συνάδελφοι. Αλλά ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα μας; Δεν μας φτάνουν οι μέρες; Πόσες ώρες έχει κάθε μέρα;» «24» απάντησε κάποιος με σίγουρο ύφος. «Ωραία. Και πόσο διαρκεί ένα ματς;» «2 ώρες το πολύ» πρόσθεσε κάποιος άλλος. «Ακριβώς. Άρα με μερικές απλές πράξεις βλέπω ότι σε μια μέρα χωράνε πολλά παιχνίδια. Χρόνος υπάρχει άφθονος κύριοι, γιατί πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό;». Η επιστήμη είχε μιλήσει πάλι, τα νούμερα δεν γίνεται να κάνουν λάθος, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 θα ολοκληρωνόταν κανονικά στην ώρα του.

Λίγες μέρες μετά από αυτή την αποθέωση του ορθολογισμού, ανακοινώθηκε το πρόγραμμα των τελευταίων αγωνιστικών. Για να καλυφθούν τα κενά κάποιες ομάδες έπρεπε να παίζουν κάθε μέρα κι έναν αγώνα, αρκετές φορές και σε διαφορετικές πόλεις. Κάποιες άλλες καλούνταν να παίξουν δυο αγώνες την ίδια μέρα. Και το αποκορύφωμα: Στις 11 Δεκεμβρίου η Γκρέμιο θα αντιμετώπιζε τρεις (3) αντιπάλους μέσα σε 6 ώρες!

Ακούγεται αδύνατο αλλά δεν είναι. H Γκρέμιο είχε μείνει ήδη πολύ πίσω στη μάχη του τίτλου, άρα τα παιχνίδια εκείνης της μέρας ήταν ουσιαστικά αδιάφορα γι’αυτήν, οπότε οι άνθρωποι της αποδέχτηκαν την πρόκληση με τη λογική «μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει». Ο, άγνωστος τότε, Λουίς Φελίπε Σκολάρι κλήθηκε να κατεβάσει τρεις διαφορετικές ομάδες σε μια μέρα. Η αρχή έγινε στις 2 το μεσημέρι. Αντίπαλος ήταν η Αϊμορέ. Μιας και το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά στη Βραζιλία και η θερμοκρασία είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς Κελσίου, στη μέση του πρώτου ημιχρόνου ο διαιτητής πήρε την περίεργη απόφαση να διακόψει το παιχνίδι για 3 λεπτά για να δροσιστούν οι παίκτες, μια ενέργεια που μπορεί να είναι συνηθισμένη πλέον αλλά τότε ήταν πρωτάκουστη. Η Γκρέμιο χρησιμοποίησε στο πρώτο αυτό ματς κυρίως πιτσιρικάδες και αναπληρωματικούς και ο αγώνας έληξε 0-0.

Την ώρα που οι δυο ενδεκάδες αποχωρούσαν, στον αγωνιστικό χώρο έμπαιναν 22 νέοι παίκτες. Στις 4 ήταν προγραμματισμένο το Γκρέμιο-Σάντα Κρουζ. Σ’αυτό το ματς ο Σκολάρι χρησιμοποίησε και αρκετούς βασικούς και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το θέαμα να είναι πιο υποφερτό. Η Γκρέμιο κέρδισε με 4-3 χάρη σ’ένα γκολ που μπήκε στις καθυστερήσεις του αγώνα.

Λίγα λεπτά μετά το τέλος κι αυτού του παιχνιδιού, ακούστηκε το πρώτο σφύριγμα του τρίτου αγώνα. Αντίπαλος της Γκρέμιο ήταν αυτή τη φορά η Μπραζίλ ντε Πελότας. Η Μπραζίλ είχε φτάσει στο γήπεδο νωρίς το μεσημέρι αλλά είχε φάει πόρτα στα αποδυτήρια, καθώς δεν υπήρχε ελεύθερος χώρος για να αλλάξουν οι παίκτες της. Για να περάσει η ώρα, οι ποδοσφαιριστές της πήγαν και έκατσαν στις κερκίδες, απ’όπου και παρακολούθησαν το προηγούμενο παιχνίδι, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα παγωτά που τους κέρασε ο προπονητής τους, Ερνέστο Γκουέδες.

Η Γκρέμιο κατάφερε να κερδίσει και αυτό το ματς, με 1-0, κλείνοντας αυτό το ποδοσφαιρικό φεστιβάλ με απολογισμό δυο νίκες και μια ισοπαλία. Για τις ανάγκες αυτής της περίεργης μέρας, ο Σκολάρι είχε καλέσει 42 παίκτες απ’όλες τις βαθμίδες του συλλόγου. Απ’αυτούς χρησιμοποίησε συνολικά 34 ποδοσφαιριστές. Τρεις εξ αυτών έπαιξαν σε ένα ματς βασικοί και σε ένα άλλο ως αλλαγή. Ανάμεσα τους και ο 18χρονος τότε Έμερσον, που στη συνέχεια της καριέρας του πέρασε από τη Ρεάλ, τη Γιουβέντους, τη Ρόμα και τη Μίλαν. Το ξεκίνημα του τρίτου παιχνιδιού καθυστέρησε λίγα λεπτά εξαιτίας του, καθώς έπρεπε να αλλάξει φανέλα, αφού από απροσεξία είχε ξεμείνει με αυτή που φορούσε στη δεύτερη αναμέτρηση. Όπως θυμάται ο ίδιος: «Χωρίς αμφιβολία ήταν μια πολύ ξεχωριστή μέρα και μια περίεργη εμπειρία. Οι ομιλίες πριν από κάθε αγώνα ήταν πάρα πολύ σύντομες γιατί ήταν τέλος της σεζόν, ο καιρός ήταν ζεστός και τα παιχνίδια δεν είχαν καμία σημασία για εμάς.» (Σε αντίθεση με τη Γκρέμιο, οι αντίπαλοι της είχαν βαθμολογικό ενδιαφέρον, αφού και οι τρεις ήταν κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού.)

Το μαρτύριο των παικτών του Σκολάρι δεν τέλειωσε όμως εκεί. Δυο μέρες μετά χρειάστηκε να ταξιδέψουν στην Πελότας για να αντιμετωπίσουν την ομώνυμη ομάδα. Το πρωτάθλημα ολοκληρώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου με τη Γκρέμιο να μετράει 11 αγώνες μόνο μέσα στον Δεκέμβρη και 95 συνολικά εκείνη τη χρονιά. Δεν ήταν όμως η μόνη. Το ίδιο βασανιστήριο πέρασαν κι άλλες ομάδες. Η Ζουβεντούδε, που τερμάτισε 2η, πέντε βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Ιντερνασιονάλ, έδωσε στο φινάλε της σεζόν 11 αγώνες σε 11 μέρες! Το ξεχωριστό κατόρθωμα της Γκρέμιο με τα τρία επίσημα παιχνίδια σε μια μέρα, της χάρισε μια θέση στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες ενώ το Καμπεονάτο Γκαούτσο εκείνης της χρονιάς έμεινε γνωστό ως «Το ατέλειωτο πρωτάθλημα».

[Encore]

(Οι αναγνώστες που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες και αυτοί που προέρχονται από δύσκολο 10ωρο στη δουλειά καλό είναι να αποχωρήσουν σ’αυτό το σημείο. Ας μείνουν μόνο οι μάχιμοι αναγνώστες, τα αρρωστάκια, οι Ι1 και Ι2 του Σομπρέρο, που διαβάζουν για «λατινοαμερικάνικο σύστημα διεξαγωγής» και αμέσως φτερουγίζει η καρδούλα τους.)

Κάποιος μπορεί σ’αυτό το σημείο να ρωτήσει: «Γιατί είπαμε έγιναν όλα αυτά;» Για να μειωθούν οι ομάδες της πρώτης κατηγορίας. «Και πως έγινε το πρωτάθλημα μετά;» Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Κλείστε τη μουσική, πιείτε μια καλή γουλιά αλκοόλ, πάρτε βαθιά ανάσα, συγκεντρωθείτε και ξεκινάμε. Κυρίες και κύριοι, αυτό είναι το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1995:

Η 1η κατηγορία αποτελείται από τις 14 ομάδες που επέζησαν από το μαρτύριο της προηγούμενης χρονιάς ενώ η 2η κατηγορία έχει 10 ομάδες. Το πρωτάθλημα ξεκινάει τον Φλεβάρη και όλοι παίζουν με όλους, μέσα και έξω. Μέχρι εδώ όλα απλά και ανθρώπινα. Μετά ξεκινάει το γλέντι. Οι 2 τελευταίοι της πρώτης κατηγορίας υποβιβάζονται αυτόματα στη 2η ενώ οι 6 πρώτοι προκρίνονται στην επόμενη φάση, εκεί που ουσιαστικά θα διεκδικήσουν και το πρωτάθλημα. Μια φάση που έχει το όνομα «Οκταγωνικός τελικός». Γιατί οκταγωνικός; Γιατί περιλαμβάνει 8 ομάδες. Μα πως είναι 8 ομάδες, αφού πέρασαν οι 6 πρώτοι; Μην προσπαθήσετε να προβλέψετε την απάντηση. Μάταιος κόπος. Δεν χωράει τόση φαντασία σε έναν μέσο ανθρώπινο εγκέφαλο.

Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! (Επαναλαμβάνουμε την πρόταση γιατί σίγουρα θα προσπαθήσετε να την ξαναδιαβάσετε.) Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! Πως προέκυψαν αυτοί οι δυο; Εννοείται πως όχι με τον κλασικό τρόπο «ήταν απλά οι 2 πρώτοι της βαθμολογίας». Οι 6 πρώτοι της 2ης κατηγορίας πέρασαν σε μια δεύτερη φάση. Εκεί, και την ώρα που οι τελευταίοι 4 έπαιζαν μεταξύ τους για το ποιοι θα υποβιβαστούν στην 3η κατηγορία, χωρίστηκαν σε δυο ομίλους των 3 ομάδων που έπαιξαν μεταξύ τους μέσα και έξω. Οι νικητές των 2 αυτών ομίλων δεν κέρδισαν απλά την άνοδο τους στην 1η κατηγορία αλλά αυτόματα μπήκαν στην τελική φάση για να διεκδικήσουν το πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς! Ανήκουστο; Ναι. Παράλογο; Ναι. Πτοήθηκε κανείς; Όχι.

Έτσι, στο τέλος της σεζόν οι 6 πρώτοι της 1ης κατηγορίας και οι 2 που προέκυψαν από τη 2η κατηγορία χωρίστηκαν ξανά σε δυο ομίλους, όπου όλοι έπαιξαν με όλους, μέσα και έξω. Οι 2 πρώτοι των ομίλων προχώρησαν στην επόμενη φάση, την επονομαζόμενη και ‘Τελική φάση’, εκεί που με διπλά παιχνίδια διεκδίκησαν μια θέση στον, επίσης διπλό, τελικό, τον οποίο για την ιστορία κέρδισε η Γκρέμιο, πιθανόν σαν ανταμοιβή για την ταλαιπωρία που πέρασε την προηγούμενη σεζόν.

Καταλήγοντας, και με μια προσεκτική ματιά των δεδομένων, παρατηρούμε ότι η Εσπορτίβο βρισκόταν την τελευταία αγωνιστική στην 6η θέση της 2ης κατηγορίας, μια μόλις θέση πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού. Με ένα λάθος αποτέλεσμα θα πάλευε στα μπαράζ για να μην πέσει στην 3η κατηγορία. Με ένα καλό αποτέλεσμα, βρέθηκε στα πλέι οφ ανόδου και από εκεί πέρασε άμεσα στην τελική φάση της 1ης κατηγορίας, όπου και διεκδίκησε το πρωτάθλημα (!), ένα μόλις μήνα μετά τη μέρα που βρισκόταν μια ανάσα απ’το να υποβιβαστεί στην 3η κατηγορία! Γιατί όπως είπε κάποτε εκείνος ο έξυπνος κυριούλης με τα ατίθασα άσπρα μαλλιά (όχι εσύ Πιερ): «Η λογική μπορεί να σε πάει από το Α στο Β. Η φαντασία σε πηγαίνει παντού».

Όμαρ Σίβορι: ο πρώτος Αργεντίνος που λατρεύτηκε στην Ιταλία

  [4 Σχόλια]

Όταν ο Χατέμ Μπεν Αρφά ανέφερε, ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές που θαυμάζει – Κρόιφ, Μαραντόνα, Ροναλντίνιο, Ρονάλντο – τον Όμαρ Ενρίκε Σίβορι, πολλοί το απέδωσαν στην εμμονική τάση των χίπστερ συνανθρώπων μας να διαφοροποιούνται από ό,τι θεωρείται συνηθισμένο, μέινστριμ. Υποψιάζομαι όμως ότι όταν ο μελετηρός Χατέμ διάβασε την ιστορία του εκνευριστικά ταλαντούχου αριστεροπόδαρου Αργεντινο-ιταλού συναδέλφου του, σίγουρα θα σκέφτηκε έναν άλλον παίκτη με παρόμοια χαρακτηριστικά: τον εαυτό του. Και μοιραζόμαστε την πίκρα που θα ένιωσε αναλογιζόμενος ότι υπήρξε κάποτε μια εποχή που το ποδόσφαιρο συγχωρούσε τα ελαττώματα – προβλήματα συμπεριφοράς, τεμπελιά, θράσος…– των εκνευριστικά ταλαντούχων αριστεροπόδαρων.

Αυτές οι εποχές όμως ανήκουν στο παρελθόν, το πολύ μακρινό. Ο Σίβορι φτάνει στην Ιταλία και στη Γιουβέντους το 1957, όταν είναι 22 χρονών. «Είναι κάτι περισσότερο από πρωταθλητής. Για όποιον αγαπάει το ποδόσφαιρο, ο Σίβορι είναι μια ένοχη απόλαυση»: μιλάει ένας άνθρωπος με αναμφισβήτητο γούστο, ο Τζιάνι Ανιέλι, που έδωσε το μυθικό ποσό των 180 εκ. λιρετών στη Ρίβερ Πλέιτ για να τον αποκτήσει – στην εποχή της ήταν η πιο ακριβή μεταγραφή στον κόσμο – και δεν θα το μετανιώσει. Παρά τα όσα δυσάρεστα ακολούθησαν, ο Σίβορι παρέμεινε, μαζί με τον Πλατινί, ο πιο αγαπημένος του ποδοσφαιριστής.

Όταν ο Αργεντινός έφτασε στο Τορίνο, η Γιουβέντους δεν ήταν αυτή που σήμερα γνωρίζουμε, η ομάδα που δεσπόζει στο ιταλικό και το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο – τις δύο προηγούμενες σεζόν είχε τερματίσει ένατη στο πρωτάθλημα. Πριν την τραγωδία της Σουπέργκα το 1949, δεν ήταν καν η καλύτερη ομάδα της πόλης της.

Ούτε κι ο Σίβορι έχει φτάσει ακόμη στην ακμή της καριέρας του, όχι επειδή είχε πετύχει λίγα μέχρι τότε αλλά επειδή επέπρωτο να κάνει ακόμη περισσότερα. Έχει ήδη έχει κερδίσει τρία πρωταθλήματα στη σειρά με τη Ρίβερ Πλέιτ ενώ λίγους μήνες πριν, τον Απρίλιο του 57, μαζί με τον Αντόνιο Βαλεντίν Ανχελίγιο και τον Ουμπέρτο Μάστσιο ήταν ένας από τους τρεις Αγγέλους με βρώμικο πρόσωπο που μεγαλούργησαν στα γήπεδα του Περού με τη φανέλα της Αργεντινής, κερδίζοντας το Κόπα Αμέρικα και διαλύοντας, μεταξύ άλλων, τη Βραζιλία 3-0. Και ο Σίβορι, που ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης, κι οι άλλοι δυο θα γίνουν ανάρπαστοι από τις ιταλικές ομάδες: ο Ανχελίγιο θα βρεθεί στην Ίντερ και ο Μάτσιο στη Αταλάντα. Και οι τρεις θα το πληρώσουν, καθώς εκείνα τα χρόνια στην Αργεντινή δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτούς τους ξενιτεμούς στη Γηραιά Ήπειρο. Δεν θα κληθούν στην Εθνική για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, όπου η Αλμπισελέστε θα αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο μετά από ένα ταπεινωτικό 6-1 από την Τσεχοσλοβακία. Και οι τρεις θα παίξουν αργότερα για την Εθνική Ιταλίας ως oriundi, δηλαδή ως έχοντες ιταλικές ρίζες – ρίζες υπαρκτές, χάρη στις οποίες ο Όμαρ συγγενεύει με έναν άλλο δημοφιλέστατο στην Ιταλία Αργεντίνο, τον Πάπα Φραγκίσκο του οποίου η μαμά ήταν από τη Λιγκουρία, όπως όλοι οι Σίβορι.

Μόνο που όταν ο σταρ της Ρίβερ φτάνει στην Ιταλία, ταλαιπωρημένος από το ταξίδι κι από μια εγχείριση στις αμυγδαλές, δεν πολυμοιάζει με ποδοσφαιριστή. Είναι κοντόχοντρος, με δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι – ένα από τα παρατσούκλια του του είναι El Cabezón, ο Κεφάλας αλλά κι ο ξεροκέφαλος– με κάπως εναλλακτική οδοντοστοιχία, και βαρύθυμος. Στην παρουσίασή, απαντάει στα πειράγματα του ελαφρώς ανήσυχου Ανιέλι – «καλός είσαι αλλά σα να μου φαίνεται ότι δεν χρησιμοποιείς πολύ το δεξί σου πόδι» – με μια επίδειξη ζογκλαρίσματος με το αριστερό γύρω γύρω από το γήπεδο και μια απάντηση : «Και με το δεξί, τι με συμβουλεύετε να κάνω;».

Οι πρώτες εντυπώσεις που αφήνει στα φιλικά ματς δεν είναι οι καλύτερες: ατομιστής, αργός, βαρύς, με κακή φυσική κατάσταση. Μια ζωντανή αντίθεση στις επιταγές του σύγχρονου ποδοσφαίρου που τις προσωποποιούν με τον καλύτερο τρόπο δυο συμπαίκτες του: ο επίσης νεοφερμένος Τζον Τσαρλς, ο πανύψηλος, αριστοκρατικός κι ομαδικός Ουαλλός της Λιντς κι ο Τζιανπιέρι Μπονιπέρτι, το απόλυτο τορινέζικο ίνδαλμα, και μελλοντικός πρόεδρος της ομάδας για μια εικοσαετία.

Il Trio Magico

Όμως, κι εδώ ο Χατέμ Μπεν Αρφά έχει κάθε λόγο να αισθάνεται αδικημένος από τη ζωή, η διοίκηση αποφασίζει να ακούσει τις υποδείξεις του μάνατζερ του παίκτη: είναι απαραίτητη μια κάποια ελαστικότητα στην πειθαρχία διότι ο Όμαρ είναι ασυνήθιστος στις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν στο Τορίνο, κυρίως στις πρωινές προπονήσεις, ειδικά χωρίς μπάλα· στην Αργεντινή ξυπνούσε το μεσημεράκι. Χρειάστηκε η κατανόηση του προπονητή Λιούμπισα Μπρόσιτς και μια μικρή βοήθεια από τον Μπονιπέρτι που δέχτηκε να υποχωρήσει λίγο προς το κέντρο ώστε να γλιτώσει το ξύλο που έτρωγε από τους αμυντικούς και να βολέψει τους νέους, ξένους συμπαίκτες του. Οι τρεις τους θα γίνουν η Μαγική Τριπλέτα της ομάδας που θα γίνει Μεγάλη Κυρία, αρχίζοντας με το ιστορικό πρωτάθλημα του 1957-8. Ιστορικό διότι είναι το δέκατο κι έτσι η Γιουβέντους γίνεται η πρώτη ομάδα που στολίζει την φανέλα της με το περίφημο αστέρι. Θα ακολουθήσουν το Κύπελλο Ιταλίας το 1958-9, το νταμπλ το 1959-60 και ξανά το πρωτάθλημα το 1960-1.

Και οι τρεις της Τριπλέτας είχαν φοβερό ταλέντο και η συγκυρία να ανταμώσουν για τέσσερα χρόνια ήταν ευτυχής για τη Γιουβέντους. Όμως, ο απόλυτος σταρ ήταν ο Όμαρ. Αυτός άλλωστε θα γίνει το 1961 ο πρώτος Γουβεντίνος κι ο πρώτος παίκτης της Σέριε Α που θα κερδίσει Χρυσή Μπάλα – θα ακολουθήσουν πολλοί.

Ο Σίβορι υπήρξε το αρχέτυπο του Αργεντίνου ποδοσφαιριστή έτσι όπως τον φανταζόμαστε οι περισσότεροι: κυνικός, ακούρευτος, τεχνικός, αδίστακτος, απείθαρχος, αλαζόνας, τσατίλας, προκλητικός και με μια ερωτική σχέση με την μπάλα η οποία του έκανε όλα τα χατίρια όταν τη χάιδευε με το μαγικό του αριστερό πόδι – ένα άλλο του παρατσούκλι ήταν El Gran Zurdo, ο Μεγάλος Αριστεροπόδαρος. Ακριβώς όπως για τον Μαραντόνα ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, ο κόσμος συνέρρεε στο γήπεδο από νωρίς για τον προλάβει στο ζέσταμα, να τον δει να ζογκλάρει με την μπάλα, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη, με κάθε δυνατό τρόπο, όρθιος ή ξαπλωμένος. Ο ίδιος εμπλουτίζει το σόου καλώντας μερικές φορές πιτσιρίκια από την εξέδρα με τα οποία παρουσιάζει το μπούμερανγκ: τους στέλνει με μια ελαφριά πάσα την μπάλα, αλλά βάζοντας τέτοιο φάλτσο που η μπάλα να γυρνάει ξανά σ΄αυτόν. Μια φορά με τη Μίλαν και κάτω από καταρρακτώδη βροχή, θρυλείται ότι κατάφερε να κατεβάσει την μπάλα και να σκοράρει σε ένα γήπεδο-λίμνη παίζοντας κουτσό, με την μπάλα κολλημένη στο κουτεπιέ του άλλου του ποδιού.

Στο πρώτο του ματς σκοράρει, κι έτσι θα συνεχίσει. Σε οχτώ σεζόν με τη Γιουβέντους, θα βάλει συνολικά 174 γκολ σε 259 ματς. Μπορούμε να αναφέρουμε και ένα ρεκόρ του αν και το πέτυχε σε ένα σκανδαλώδες ματς. Τον Ιούνιο του 1961, την χρονιά που κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα, έβαλε έξι γκολ στην Ίντερ· οι Μιλανέζοι είχαν κατεβάσει την ομάδα των νέων για να διαμαρτυρηθούν για την απόφαση ακύρωσης της τιμωρίας της Γιουβέντους και για την επανάληψη του αγώνα που έκρινε τον τίτλο.

Ο Κεφάλας, όμως, δεν ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που θα κέρδιζε ποτέ βραβείο fair play. Σε ένα ματς με την Πάντοβα, κι ενώ το σκορ είναι 3-0, σφυρίζεται ένα αμφισβητήσιμο πέναλτι. Διαμαρτυρίες, κακό, ο αγώνας έχει κριθεί, πλησιάζει λοιπόν τον τερματοφύλακα Πιν και του ψιθυρίζει «μην ανησυχείς, δίκιο έχετε κι εγώ θα το χτυπήσω προς τα αριστερά για να το πιάσεις». Σουτάρει εντελώς προς τα δεξιά και το βάζει. Ο Πιν τον κυνηγάει σε όλο το γήπεδο. «Εννοούσα αριστερά για μένα».

Ακόμη και σήμερα, όταν κανείς παρακολουθεί τα στιγμιότυπα των αγώνων, η αίσθηση που αποκομίζει είναι ότι ο άνθρωπος αυτός, που, με την απίστευτη τεχνική και φαντασία που διέθετε, μπορούσε να δημιουργήσει φάσεις από το τίποτε και είχε καταπληκτικά τελειώματα μέσα στην περιοχή, απολάμβανε ίσως λίγο περισσότερο όσα προηγούνταν του γκολ: «Είναι δύσκολο να κρατήσεις το ενδιαφέρον 60-70.000 θεατών. Πρέπει να τους προσφέρεις συνεχώς θέαμα, διασκέδαση»: αυτή ήταν η θεωρία του. Γι΄αυτό οι χορευτικές ντρίμπλες – ένα από τα τραγούδια που γράφτηκαν γι΄αυτόν λέγεται «Σίβορι τσα-τσα» –, συχνά με μια μικρή οπισθοχώρηση ώστε να ξαναβρεί τον παίκτη που μόλις ξεπέρασε και να τον ταπεινώσει πάλι, οι προσποιήσεις, οι διαγώνιες επελάσεις, οι αστραπιαίες αλλαγές κατεύθυνσης, και, η μεγάλη του σπεσιαλιτέ: οι ποδιές. Ο Σίβορι ανέδειξε σε τέχνη το να περνάει την μπάλα ανάμεσα στα πόδια των αντιπάλων, και, γενικότερα, να τους ξεφτιλίζει. Κάποτε είχε βάλει στοίχημα τον συμπαίκτη του Μπρούνο Γκαρτζένα πως σε κάθε ματς θα έκανε ποδιά στον πρώτο αντίπαλο που θα τον πλησίαζε μετά τη σέντρα. Ο Γκαρτζένα εγκατέλειψε μετά το τρίτο δείπνο που αναγκάστηκε να πληρώσει.

Ακόμη και η επιμονή του να παίζει με κατεβασμένες κάλτσες είχε ακριβώς την ίδια λογική, να δείξει σε κάθε αμυντικό που φιλοδοξούσε να τον σταματήσει ή, έστω, να του πατήσει καμιά σκαριά, ότι δεν τον φοβάται. Η αλήθεια είναι ότι τους φοβόταν λίγο – όταν εκνευρισμένοι άρχιζαν να τον κυνηγούν κρυβόταν πίσω από τον αγαθό γίγαντα Τζον Τσαρλς –, κι είχε ένα δίκιο. Εκείνα τα μακρινά χρόνια, οι αμυντικοί είχαν αιμοσταγή παρατσούκλια και ψιθύριζαν στο αυτί του σταρ της αντίπαλης ομάδας τρυφερά λόγια. «Κανόνισε να περάσεις τη γραμμή της περιοχής και θα σου σπάσω τα πόδια»: αυτό είπε μια μέρα του Φλεβάρη του 1961 στον Σίβορι ο Έλιο «ll Mastino [=το Πίτμπουλ]» Γκράνι της Κατάνια. «Σύμφωνοι, αλλά μην αργήσεις πολύ διότι δεν θα προλάβεις, θα χτυπήσω πρώτος». Σε λίγα λεπτά ο Πίτμπουλ φεύγει με φορείο και με κατεστραμμένο γόνατο.

Διότι ο Σίβορι, ακόμη και όταν πολιτογραφήθηκε Ιταλός, παρέμεινε ένα πιτσιρίκι που έμαθε μπάλα στις αλάνες του Σαν Νικολάς, διακόσια χιλιόμετρα μακριά από το Μπουένος Άιρες: έφτυνε, έσπρωχνε, τραβούσε μαλλιά, καμωνόταν πως πήγαινε να παρηγορήσει έναν πεσμένο αντίπαλο ενώ στην πραγματικότητα τον κλωτσούσε, έβριζε, τα έβαζε με τους διαιτητές. Κατάφερε να αποβληθεί δέκα φορές και να τιμωρηθεί συνολικά με 33 αγωνιστικές. Σε έναν ματς με την Ίντερ, ανάγκασε ακόμη και τον Τσαρλς, ο οποίος ήταν γνωστός για το φιλειρηνικό του πνεύμα και την ψυχραιμία με την οποία αντιμετώπιζε τα πάντα, να τον χαστουκίσει για να τον ηρεμήσει.

Το χαστούκι στο 2.10΄

Η Μαγική Τριπλέτα θα χωρίσει. Ο Μπονιπέρτι θα κρεμάσει νεότατος τα παπούτσια του το 1961, ο Τσαρλς θα γυρίσει στη Λιντς το 1962. Ο Σίβορι, κάτοχος πλέον του τίτλου του καλύτερου Ευρωπαίου ποδοσφαιριστή θα συνεχίσει να μαγεύει τα πλήθη, σκοράροντας, για παράδειγμα, απέναντι στη Ρεάλ του Ντι Στέφανο και χαρίζοντας στη Γιούβε την πρώτη της νίκη μέσα στο Μπερναμπέου.

Κι ο Μαραντόνα, πόσες Χρυσές Μπάλες έχει, είπαμε;

Αυτή η ιστορία αγάπης, όμως, δεν θα αποδώσει άλλους καρπούς και θα έχει πικρό τέλος. Το 1964, ο Παραγουανός προπονητής Εριμπέρτο Ερέρα έρχεται με όρεξη στο Τορίνο. Ο Ρομπέρτο Βιέρι, πατέρας του Κρίστιαν θυμάται: «Οι προπονήσεις του ήταν τόσο κουραστικές που ξεθεωνόμουν και μόνο που τις παρακολουθούσα». Αυστηρός, άτεγκτος, οπαδός της ομαδικής προσπάθειας, της συνεχούς κίνησης και της σκληρής προπόνησης, δεν εντυπωσιάζεται από τις χορευτικές ικανότητες του Σίβορι: «Είναι γελωτοποιός κι ατομιστής, φέρεται λες και το ποδόσφαιρο είναι ατομικό σπορ! Ή θα αλλάξει ή ένας από τους δυο μας θα φύγει».

Το καλοκαίρι του 1965, ο Όμαρ φεύγει από το Τορίνο. Το γεγονός είναι τόσο συγκλονιστικό που αποτελεί το σημείο εκκίνησης ενός κοινωνικού δράματος του Έντζο Μπατάλια. Από την ταινία, στην οποία παίζει ρόλο-κλειδί και ο ίδιος, που  φιγουράρει και με γαλάζια φανέλα στην αφίσα, μας έχει μείνει ένα υπέροχο τραγούδι του Ένιο Μορικόνε:

Ο Σίβορι, λοιπόν, πηγαίνει στη νεοφώτιστη Νάπολι όπου θα βρει έναν άλλο αποδιωγμένο σταρ, τον Ζοσέ Αλταφίνι. Υποτίθεται ότι δίνουν αμοιβαία υπόσχεση να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον ώστε να εκδικηθούν τις ομάδες που τους ανάγκασαν να φύγουν: τη Μίλαν και τη Γιούβε – ή μάλλον τον Ερέρα. Και είναι πιστοί στον όρκο τους: τη σεζόν 1965-6, οι δυο ισχυροί του Βορρά φεύγουν με ήττες 1-0 από το Σαν Πάολο. Σκόρερ με τη Μίλαν ο Σίβορι, με τη Γιούβε ο Αλταφίνι.

Μετά από μια τρίτη θέση στο πρωτάθλημα κι ένα Κύπελλο Άλπεων, ένας Μεγάλος Αριστεροπόδαρος γίνεται ο βασιλιάς της Νάπολης είκοσι χρόνια πριν τον Μαραντόνα. Ένα ξύλινο ομοίωμά του περιφέρεται στους δρόμους όπως το άγαλμα του Σαν Τζενάρο, του προστάτη της πόλης, ενώ ο θρύλος λέει ότι χήρες έκλαιγαν πάνω από τους τάφους των αντρών τους λέγοντας: «Πέθανες και δεν μπορείς να δεις τον Σίβορι και τον Αλαταφίνι να φοράνε τα γαλάζια!».

Και βέβαια δεν ξεχνά: κάθε αναμέτρηση με τη Γιούβε του Ερέρα είναι ευκαιρία για εκδίκηση. Πηγαίνει κοντά στον πάγκο, τον βρίζει, τον κοροϊδεύει, του κάνει χειρονομίες. Όχι ότι ο Παραγουανός πάει πίσω: κάθε φορά, οι εντολές που δίνονται στον αμυντικό που τον φυλάει είναι να του σπάσει τα νεύρα ώστε να αποβληθεί.

Η έκρηξη έρχεται τον Δεκέμβριο του 1968. Νάπολι-Γιουβέντους 2-1, με μια ασίστ του Αργεντίνου. Ο Ερμίνιο Φαβάλι πέφτει σφαδάζοντας κάπως υπερβολικά στο έδαφος μετά από επαφή με τον Σίβορι. Επεμβαίνει ο διαιτητής, σπρωξίματα, τσαμπουκάδες. Εφορμά ο εκδικητής Ντίνο Παντζανάτο και πατάει στο πρόσωπο τον ακόμη ξαπλωμένο στο χορτάρι Φαβάλι. Ανταπάντηση από τον Σάντρο Σαλβαντόρε που γκρεμίζει τον Ναπολιτάνο με μια εντυπωσιακή γροθιά. Γενική σύρραξη. Το ξύλο συνεχίζεται στα αποδυτήρια. Τρεις κόκκινες κάρτες, συνολικά είκοσι αγωνιστικές τιμωρία και πολλά ράμματα. Ο Σίβορι, όπως ο Μαραντόνα – μην τα ξαναλέμε! – πολλά χρόνια μετά, αποφασίζει ότι οι συνθήκες ωρίμασαν ώστε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Ιταλία και να επιστρέψει άρον άρον στα πάτρια χώματα.

Με σομπρέρο και τον Τζιάνι Ριβέρα

Αφοσιώνεται αμέσως στην προπονητική. Περνάει από τη Ροσάριο Σεντράλ, την Εστουδιάντες, τη Ρασίγκ, ακόμη κι από την Εθνική Αργεντινής στα προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1974. Αργότερα θα γίνει το μάτι της Γιουβέντους στα αργεντίνικα γήπεδα – λέγεται ότι είχε εισηγηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, την απόκτηση του Μαραντόνα –   και θα αποσυρθεί στα δυο αγροκτήματά του, που τα βάφτισε Γιουβέντους και Νάπολι.

Πέθανε το 2005, έχοντας γνωρίσει τη σπάνια τύχη να μπαίνει στο γήπεδο λίγο πριν αρχίσει ένα μεγάλο ντέρμπι ανάμεσα στις δυο μεγάλες ιταλικές ομάδες και να αποθεώνεται από τους οπαδούς και των δυο. Ίσως γιατί, όπως έγραψε το περιοδικό Guerin Sportivo «μέσα από τις ασπρόμαυρες εικόνες που διασώθηκαν, μας δείχνει το ποδόσφαιρο όταν ακόμη ήταν έγχρωμο». Το Μονουμεντάλ, το ιστορικό γήπεδο της Ρίβερ, που ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε με τα λεφτά της μεταγραφής του, ακόμη έχει μια κερκίδα με το όνομά του.

Ένα όχι και τόσο βαρετό 0-0

  [Καθόλου σχόλια]

Η Βενεζουέλα εδώ και καιρό ζει δύσκολες στιγμές, με τη χώρα να βρίσκεται εν μέσω πολιτικής αναταραχής, αλλά και μίας ανθρωπιστικής κρίσης με πολλούς πολίτες να υποφέρουν. Τις τελευταίες μέρες ένα μεγάλο μέρος της χώρας έμεινε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα με τις συνθήκες σε αρκετές περιοχές να είναι τραγικές. Ανάμεσα σε όλους τους τομείς, ένας από αυτούς που αντιμετώπισε προβλήματα ήταν κι ο αθλητισμός. Πολύ μικρότερη η σημασία του φυσικά από τα βασικά προβλήματα επιβίωσης, αλλά και πολύ μεγαλύτερη για την προς τα έξω εικόνα. Τον Ιανουάριο, που η χώρα μαστιζόταν από αναταραχές και πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ήταν προγραμματισμένος ο τελικός μπέιζμπολ μεταξύ των Λεόνες και των Καρντενάλες. Αρκετοί από τους αθλητές ήθελαν την ακύρωση του αγώνα, καθώς πίστευαν ότι να γίνει ένα τέτοιο αθλητικό γεγονός την ώρα που η χώρα ζούσε διαδηλώσεις και αναταραχές με κόσμο να σκοτώνεται ήταν εντελώς άστοχο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε τελικά, καθώς ο ίδιος ο πρόεδρος Μαδούρο πίεσε καταστάσεις και όπως λέγεται, αρκετοί παίκτες απειλήθηκαν ότι θα υπήρχαν συνέπειες αν δεν κατέβαιναν να αγωνιστούν. Ο Μαδούρο δήλωσε ότι ήταν ένα σχέδιο «από τους ιμπεριαλιστές ώστε να σαμποταριστεί ο αγώνας».

Μάιος του 2017, οι ποδοσφαιριστές κρατούν ενός λεπτού σιγή παρά την απαγόρευση

Με το πρόβλημα της ηλεκτροδότησης να είναι έντονο αυτές τις ημέρες, υπήρχαν σοβαρά ζητήματα στην διεξαγωγή του ήδη υπερβολικά ταλαιπωρημένου ποδοσφαίρου της χώρας. Η Π.Ο. της Βενεζουέλας που πρόσκειται στο καθεστώς Μαδούρο δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να φανεί ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Είναι η ίδια Ομοσπονδία που το 2017 αρνήθηκε να κρατηθεί ενός λεπτού σιγή για τους νεκρούς των φοιτητικών διαδηλώσεων. Οι παίκτες των Ντεπορτίβο Λάρα και Ντεπορτίβο Ανσοάτεγκι όμως τότε, και παρά την απαγόρευση, σταμάτησαν να παίζουν με το σφύριγμα της σέντρας. Έμειναν ακίνητοι και κράτησαν μόνοι τους το ένα λεπτό. Ο σπίκερ της τηλεόρασης σε φανερά δύσκολη θέση σκέφτηκε να περιγράψει τι γίνεται, αλλά έκοψε την πρόταση στη μέση και στη συνέχεια άρχισε να λέει πληροφορίες για τον αγώνα την ώρα που στο υπόλοιπο γήπεδο επικρατούσε ησυχία.

Η εικόνα στα αποδυτήρια του Εστάδιο Χοσέ Πατσέντσο Ρομέρο

Δύο χρόνια αργότερα, η Π.Ο. της χώρας αποφάσισε ότι δεν υπήρχαν προβλήματα για να γίνουν οι αγώνες. Το Μαρακαΐμπο, στα βορειοδυτικά της χώρας ήταν μια πόλη που ταλαιπωρήθηκε αρκετά, αφού έμεινε για τρεις συνεχόμενες ημέρες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Παρά τις εκκλήσεις της τοπικής ομάδας Σούλια ο αγώνας δεν αναβλήθηκε. Η φιλοξενούμενη Καράκας έφτασε μετά από τεράστια ταλαιπωρία και αναμονή πέντε ωρών στο αεροδρόμιο. Φυσικά, στο ξενοδοχείο δεν υπήρχε κλιματισμός (οι θερμοκρασίες στο Μαρακαΐμπο αυτές τις μέρες κυμαίνονται από 25 μέχρι 35 βαθμούς Κελσίου περίπου), ενώ οι παίκτες ήταν σχεδόν νηστικοί λόγω της γενικότερης έλλειψης τροφίμων. Ο αρχηγός των γηπεδούχων Εβέλιο Ερνάντες ρώτησε στο Τουίτερ αν η Π.Ο. πίστευε ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες να γίνει ο αγώνας, αλλά οι αρμόδιοι δεν συγκινήθηκαν. Η εικόνα στα αποδυτήρια ήταν τραγική, αφού δεν υπήρχε ούτε φως, ούτε νερό για τους παίκτες και φυσικά κανένας κλιματισμός.

Η Ομοσπονδία όμως δεν άλλαξε την απόφασή της κι οι παίκτες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους, καθώς δεν μπορούν να αγωνιστούν υπό αυτές τις συνθήκες. Ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη και αυτοί έμειναν έτσι ακίνητοι, χωρίς να κυνηγούν την μπάλα. Άρχισαν να στήνουν πηγαδάκια μεταξύ τους και να μιλάνε, χωρίς καμία πρόθεση να βάλουν γκολ. Στο ημίχρονο δεν πήγαν στα αποδυτήρια, τι να κάνουν άλλωστε εκεί στο σκοτάδι και τη ζέστη, και παρέμειναν στον αγωνιστικό χώρο. Παρά τις πιέσεις που δέχτηκαν ώστε να συνεχίσουν κανονικά στο 2ο ημίχρονο, οι ποδοσφαιριστές συνέχισαν τη διαμαρτυρία τους με τον διαιτητή να αναγκάζεται να «λήξει» το ματς. Ο Εβέλιο Ερνάντες ζήτησε συγγνώμη από τον κόσμο στο Twitter, αναγνωρίζοντας την προσπάθεια που κατέβαλαν όσοι πήγαν στο γήπεδο για να φτάσουν εκεί, αλλά τους επισήμανε ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν γίνεται να παιχτεί ποδόσφαιρο. Ο κόσμος, αν κρίνουμε μάλλον από το χειροκρότημα, δεν φάνηκε να διαφωνεί με τους αθλητές που αναγκάστηκαν να παίξουν ένα τέτοιο παιχνίδι. Η Σούλια χθες (κι ενώ το Μαρακαΐμπο κλείνει 90 ώρες χωρίς ηλεκτρισμό) έβγαλε ανακοίνωση ότι δεν θα κατέβει στα επόμενα παιχνίδια μέχρι να δημιουργηθούν ξανά οι κατάλληλες συνθήκες για τους εργαζομένους της, αλλά και το φίλαθλο κοινό, ώστε να μπορεί να διεξαχθεί κανονικά ένας ποδοσφαιρικός αγώνας.

Καλώς ήρθατε στη Σιναλόα

  [5 Σχόλια]

Πριν λίγους μήνες άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην περιπετειώδη προπονητική καριέρα του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ο Μαραντόνα, αφού έκανε μια βόλτα από τη Λευκορωσία, πήγε στο Μεξικό και τη Σιναλόα. Το όνομα μπορεί να σας μην λέει πολλά, αλλά όσοι είδαν την πιο πρόσφατη σεζόν της σειράς Narcos (ή και το El Chapo) θα γνωρίζουν περισσότερα πράγματα. Η Σιναλόα είναι μια παραθαλάσσια πολιτεία στα βορειοδυτικά της χώρας και είναι γνωστή για δύο πράγματα. Το ένα είναι τα ψάρια της. Το δεύτερο είναι το καρτέλ ναρκωτικών της. Η περιοχή από τα 70s ακόμα είχε τεράστια παραγωγή μαριχουάνας κι οι έμποροι ναρκωτικών από τα μέρη της ήταν αυτοί που άρχισαν να τη διοχετεύουν για πρώτη φορά στις ΗΠΑ με τη χρήση ιδιωτικών αεροπλάνων.

Για πολλά χρόνια το εμπόριο ναρκωτικών ήταν αρκετά ανοργάνωτο κι ήταν ο Μιγκέλ Άνχελ Φέλιξ Γκαγιάρδο που το οργάνωσε, συνεργάστηκε με… συναδέλφους από όλη τη χώρα και το έκανε μια επιχείρηση που έβγαζε τεράστια ποσά από το εμπόριο μαριχουάνας στις ΗΠΑ. Αυτό όμως δεν αρκούσε για τον «Ελ Παδρίνο». Άλλοι έχουν όραμα να θεραπεύσουν τον καρκίνο, άλλοι να γίνουν ποδοσφαιριστές ή τραγουδιστές, ο Γκαγιάρδο ήθελε να γίνει ο πιο ισχυρός έμπορος ναρκωτικών. Και μπορεί το εμπόριο μαριχουάνας να ήταν επικερδές, αλλά ακόμα πιο επικερδής είναι η κοκαΐνη. Έτσι λοιπόν, έστησε το καρτέλ της Γουαδαλαχάρα αναλαμβάνοντας τη μεταφορά της κοκαΐνης από την Κολομβία και τα εκεί καρτέλ στις ΗΠΑ. Οι «διάδοχοί του» έφτιαξαν αργότερα το καρτέλ της Σιναλόα που θεωρείται από τις αρχές των ΗΠΑ η μεγαλύτερη εγκληματική οργάνωση και η μεγαλύτερη οργάνωση εμπορίας ναρκωτικών στον κόσμο, ενώ ο Χοακίν «Ελ Τσάπο» Γκουζμάν που ήταν για χρόνια ηγέτης του καρτέλ, βρισκόταν μέσα στις λίστες του Forbes με τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του κόσμου. Σε αυτό το μέρος πήγε λοιπόν ο Ντιέγκο να προπονήσει.

Το γήπεδο των Ντοράδος

Βέβαια, για να είμαστε σωστοί, ο Μαραντόνα δεν είναι ο πρώτος γνωστός μας που έβγαλε το ψωμί του στη Σιναλόα. Οι Ντοράδος της Σιναλόα ιδρύθηκαν το 2003 σε μια χώρα που το ποδόσφαιρο είναι πολύ δημοφιλές μεν, αλλά η οργάνωσή του έχει μέσα και λίγο από το «franchise» των ΗΠΑ με ομάδες να ξεφυτρώνουν ξεφνικά. Κάπως έτσι γεννήθηκε κι η ομάδα με έδρα την πόλη Κουλιακάν της Σιναλόα και σήμα ένα τεράστιο ψάρι (από τα χειρότερα εμβλήματαα ομάδας που έχω δει ποτέ). Σε αυτή την ομάδα συνέπεσαν το 2006 δυο ιστορικές μορφές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο Πεπ Γκουαρδιόλα κι ο Σεμπαστιάν «Λόκο» Αμπρέου. Κι αν για τον Αμπρέου ήταν απλά μια ακόμα μέρα στη δουλειά, σε μια ακόμα ομάδα, ο Γκουαρδιόλα ήταν λίγο περίεργο που έφτασε ως εκεί. Οφείλεται στον τότε προπονητή των Ντοράδος, τον Ισπανό Χουάνμα Λίγιο που ήταν φίλος του Πεπ. Ο Γκουαρδιόλα είχε κάνει την αρπαχτή του στο Κατάρ και την Αλ Αχλί, είχε κάνει το κομπόδεμά του και ήθελε να ασχοληθεί με την προπονητική. Πήγε λοιπόν στους Ντοράδος για να θητεύσει ως παίκτης μεν, αλλά να πάρει στοιχεία από τον Λίγιο από τον οποίο έχει συναντήσει όταν ακόμα έπαιζε στην Μπαρτσελόνα κι ο Λίγιο ήταν κόουτς στη Ρεάλ Οβιέδο. Τότε, σε ένα ματς μεταξύ των δύο, εντυπωσιάστηκε από τη δουλειά του Λίγιο και έγιναν φίλοι.

Ο Πεπ στους Ντοράδος μάθαινε τα πάντα από τον Λίγιο, αλλά μετέδιδε και τα πάντα. Όπως γλαφυρά είχε πει κι ο Αμπρέου σε συνέντευξή του στο περιοδικό El Grafico: «Μου έσπαγε τα @@ με τις θέσεις που έπρεπε να παίρνω μεταξύ των γραμμών. Εγώ πάντα έπαιζα με τον κώλο προς τον αμυντικό και έπαιρνα την μπάλα με πλάτη. Αυτός επέμενε να παίρνω διαγώνιες θέσεις για να βλέπω καλύτερα γήπεδο. Έτσι έμαθα να κάνω πάσες με τη μία». Η ομάδα αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και έδινε μάχη για τη σωτηρία, με τους παίκτες να προπονούνται σε ένα… water park. Ο Γκουαρδιόλα είχε μείνει απλήρωτος για καιρό και όπως θυμούνται οι άνθρωποι του συλλόγου βοηθούσε οικονομικά τους υπαλλήλους και έβγαζε έξω για φαγητό τους συμπαίκτες του πληρώνοντας αυτός. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου που πήγαινε συχνά ο Γκουαρδιόλα θυμάται σε συνέντευξή του στον Guardian ότι ήταν λίγο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος κατά των καρτέλ. Οι μάχες με πυροβολισμούς και νεκρούς στους δρόμους του Κουλιακάν ήταν συχνές, αλλά ο Γκουαρδιόλα έφυγε μερικούς μήνες πριν η κατάσταση κλιμακωθεί για να γίνει ανεξέλεγκτη μετά το 2008, με τον πόλεμο που άνοιξε η κυβέρνηση στους narcos της Σιναλόα. Αμπρέου και Γκουαρδιόλα κατάφεραν να συνεισφέρουν σε μια σχετικά καλή πορεία των Ντοράδος στο πρωτάθλημα, αλλά το σύστημα βαθμολογίας με το promedio οδήγησε τους Ντοράδος στον υποβιβασμό. Ο Πεπ σταμάτησε το ποδόσφαιρο και αφιερώθηκε στην προπονητική. Το πέρασμά του από το Μεξικό μπορεί να είχε καμιά δεκαριά ματς όλα κι όλα λόγω των τραυματισμών, αλλά πάντα θεωρεί ότι τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξή του ως προπονητής. Από την άλλη, ο Λόκο Αμπρέου σκόραρε 22 φορές σε 34 ματς και μετακόμισε στο Μοντερέι.

Οι Ντοράδος πέρασαν στην αφάνεια και πάλι κι έπρεπε να έρθει ο Χόρχε Χανκ Ρον να αναλάβει το σύλλογο για να τους ξαναθυμηθούμε. Ο Ρον είναι ιδιοκτήτης του Γκρουπ Καλιέντε (σαναλέμε Όμιλος Ζεστό) ενός γκρουπ που ελέγχει ένα σωρό διαφορετικές εταιρείες. Ο Ρον ξεκίνησε με μαγαζιά με κατοικίδια και έχει τώρα ένα γκρουπ εταιρειών που περιλαμβάνουν καζίνο, στοιχηματικές εταιρίες, ιππόδρομο, ξενοδοχεία, πίστα για κυνοδρομίες, ταξιδιωτικά γραφεία, ένα ιδιωτικό σχολείο, 22 αίθουσες μπίνγκο και δύο ποδοσφαιρικές ομάδες. Τους Τσόλος της Τιχουάνα και τους Ντοράδος της Σιναλόα.


Ένα από τα καζίνο του ομίλου Καλιέντε

Ο Χόρχε Ρον είναι, ας πούμε ευγενικά, μια πολύ πολύ αμφιλεγόμενη μορφή στο Μεξικό. Κατάφερε και βγήκε δήμαρχος στην Τιχουάνα, ενώ κατέβηκε και υποψήφιος για την πολιτεία της Μπάχα Καλιφόρνια, χάνοντας τελικά. Ο Ρον που προέρχεται από οικογένεια πολιτικών έχει μεγάλη αγάπη για τα εξωτικά ζώα κι ο αστικός μύθος λέει ότι έχει προσπαθήσει να διασταυρώσει αρκετά από αυτά. Φυσικά, έχει αδυναμία και στις γυναίκες για τις οποίες έχει πει την καθόλου προσβλητική ατάκα: «Οι γυναίκες είναι το αγαπημένο μου ζώο». Το 1988, ο Έκτορ «Ελ Γάτο» Φέλιξ Μιράντα, ένας δημοσιογράφος τοπικής εφημερίδας δολοφονήθηκε. Οι φονιάδες ήταν κατά σύμπτωση υπάλληλοι του Ρον στον ιππόδρομο ως σεκιουριτάδες. Κατά επίσης διαβολική σύμπτωση, ο Μιράντα ήταν από τους μεγαλύτερους επικριτές των επιχειρήσεων της οικογένειας Ρον με άρθρα του. Ο Ρον θεωρείται ηθικός αυτουργός και η εφημερίδα σε κάθε εβδομαδιαίο τεύχος της έχει τη φωτογραφία του αποκαλώντας τον δολοφόνο, αλλά ποτέ δεν κατηγορήθηκε από τις αρχές.


Ο Χόρχε Χανκ κι ο έρωτας της ζωής του. Αριστερά, η γυναίκα του (η τρίτη).

Ο Ρον στο παρελθόν είχε συλληφθεί όταν βρέθηκαν 88 πολεμικά όπλα στο σπίτι του και 9.000 σφαίρες, αλλά αφέθηκε ελεύθερος παρ’ ότι κάποια από τα όπλα είχαν χρησιμοποιηθεί σε εγκλήματα. Κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για σωρεία αδικημάτων. Εκτός από τον φόνο του δημοσιογράφου, το όνομά του έχει εμπλακεί σε παράνομο εμπόριο ζώων, στο φόνο μιας γυναίκας και φυσικά έχει σχέσεις με εμπόρους ναρκωτικών της Σιναλόα αφού είχε κατηγορηθεί παλιότερα από τις ΗΠΑ τόσο για διακίνηση, όσο και για ξέπλυμα χρημάτων. Το πού τελειώνει η αλήθεια και που ξεκινάει ο μύθος για τον Ρον δεν το γνωρίζουμε. Οι ιστορίες για την τεκίλα που φτιάχνει ο ίδιος και ζυμώνεται με κομμένα πέη από λιοντάρια και τίγρεις π.χ., μπορεί να είναι και μεξικάνικος μύθος. Το σίγουρο είναι ότι για να βρίσκεσαι μέσα στα αρχεία των υπηρεσιών των ΗΠΑ, σίγουρα δεν είσαι απλά ένας μεροκαματιάρης. Από την άλλη, για να βγει δήμαρχος πρέπει να έχει και ένα άλλο πρόσωπο. Βοηθάει τους φτωχούς, έχει φιλανθρωπικό έργο και όπως συχνά συμβαίνει, το εκμεταλλεύτηκε πολιτικά φτάνοντας ως τη δημαρχία της Τιχουάνα.

Το ερώτημα «πώς βρέθηκε ο Μαραντόνα εδώ» έχει έναν άλλον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα ως πρωταγωνιστή. Τον Αργεντινό μάνατζερ Κρίστιαν Μπράγκαρνικ, τον τύπο που θα μπορούσε κανείς να πει «Ζόρζε Μέντεζ της Αργεντινής». Η ιστορία του βγαλμένη από ταινία (κυριολεκτικά). Έπαιξε μπάλα ερασιτεχνικά, δούλευε σε βίντεο κλαμπ και στον ελεύθερό του χρόνο του άρεσε να κάνει μοντάζ σε βιντεοκασέτες, κάτι που είχε μάθει κάνοντας βίντεο γάμου. Φυσικά λάτρευε το ποδόσφαιρο. Στο βίντεο κλαμπ της γειτονιάς είχε πελάτη τον Μαριάνο Μονρόι έναν ποδοσφαιριστή της Άρσεναλ Σαραντί. Ο πολυμήχανος Μπράγκαρνικ του είπε να του φέρει βίντεο από αγώνες της ομάδας του. Πριν τα χρόνια του YouTube και των compilations, έκατσε και έφτιαξε μόνος βίντεο με τα καλύτερα και ζήτησε από έναν άλλον πελάτη του, τον Μεξικάνο ποδοσφαιριστή Φουέντες να μεσολαβήσει ώστε η… κασέτα να φτάσει σε ομάδες του Μεξικού. Οι Μεξικάνοι ενθουσιάστηκαν και αγόρασαν τον Μονρόι με 400 χιλιάδες δολάρια. Η Άρσεναλ ήταν η ομάδα του ισόβιου προέδρου της Π.Ο. της Αργεντινής δον Χούλιο Γκροντόνα κι αυτό του άνοιξε πολλές πόρτες. Ο Μπράγκαρνικ όμως άνοιξε και δουλειές με το Μεξικό. Η ομάδα που αγόρασε τον Μονρόι ήταν θυγατρική μιας μεγαλύτερης και ο Μπράγκαρνικ έπιασε δουλειά εκεί. Σε έναν χρόνο έγινε από «το παιδί που μας έφερε τον ταλαντούχο Αργεντίνο», πρόεδρος της Κερέταρο.

Ο Μπράγκαρνικ δίνει συνέντευξη στην εφημερίδα La Nacion λέγοντας «οι δουλειές μου είναι πεντακάθαρες».
Στο φόντο ο Αλ Πατσίνο στο Scarface.

Στον ίδιο σύλλογο υπήρχαν ως «στελέχη» και δύο Κολομβιανοί, οι οποίοι αργότερα ήταν καταζητούμενοι από την DEA των ΗΠΑ ως συνεργάτες του «Ελ Τσάπο».  Ιδιοκτήτης της ομάδας ήταν ο Τίρσο Μαρτίνες, γνωστός και ως «Ελ Φουτμπολίστα», αρχηγός ενός κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών που συνεργαζόταν τόσο με το καρτέλ της Σιναλόα, όσο και με το αντίπαλο καρτέλ του Χουάρες. Ο Μαρτίνες, για τον οποίο οι αρχές των ΗΠΑ έδιναν αμοιβή 5 εκατομμυρίων δολαρίων, είχε αρρώστια με το ποδόσφαιρο και ήταν ιδιοκτήτης πέντε συλλόγων στο Μεξικό, ανάμεσά τους κι η Κερετέρο του προέδρου Μπράγκαρνικ. Ο Μαρτίνες συνελήφθη τελικά το 2014 και μάλιστα κατέθεσε και στη δίκη του Ελ Τσάπο για να τύχει καλύτερης μεταχείρισης. Υπολογίζεται ότι μόνο την περίοδο 2000-2003 έβγαλε περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια από τη διακίνηση κοκαΐνης. Ο Μπράγκαρνικ υποστηρίζει ότι δεν είναι ντετέκτιβ για να γνωρίζει τι κάνουν οι κατά καιρούς συνεργάτες του.


Ο «Ελ Φουτμπολίστα» κατά την έκδοσή του στις ΗΠΑ.
Είχε ομάδες στις πόλεις Κερέταρο, Σελάγια, Ιραπουάτο, Λα Πιεδάδ και Μέριδα.

Μπορεί απλά βρε αδερφέ να είναι πολύ άτυχος στις φιλίες του (ας μην ξεχνάμε το τεκμήριο της αθωότητας). Σιγά σιγά πάντως, ανέβηκε στο ποδόσφαιρο τόσο της Αργεντινής, όσο και του Μεξικού. Έχει περάσει από διάφορες ομάδες κι έχει μεσολαβήσει σε πολλές μεταγραφές. Υπολογίζεται ότι έχει λάβει μέρος σε μεταγραφές αξίας 25 εκατομμυρίων δολαρίων τα τρία τελευταία χρόνια στο Μεξικό, ενώ εκπροσωπεί περίπου 100 ποδοσφαιριστές και 25 προπονητές. Αλλάζει προπονητές σε ιστορικούς συλλόγους, έχει άριστες σχέσεις με διοικήσεις ομάδων όπως η Ράσινγκ κι η Ιντεπεντιέντε, φιλικές σχέσεις με τον πρόεδρο της Μπόκα, ενώ ήταν αυτός που απεγκλώβισε τον Σαμπαόλι από τη Σεβίλλη για να πάει κόουτς στην εθνική. Κάπως έτσι απέκτησε εξαιρετικές σχέσεις και με τον Χόρχε Χανκ, καθώς μεσολάβησε στη μεταγραφή του αγαπημένου Νταρίο Μπενεντέτο στην Τιχουάνα. Ο Μπάγκαρνικ είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος των ομάδων του Χανκ σε κάθε «μπίζνα», που θα έλεγε κι ο Μάκης Ψωμιάδης, με ανθρώπους από την Αργεντινή.

Ο Αργεντινός μάνατζερ ήταν φυσικά αυτός που μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις του Γκρούπο Καλιέντε και του Μαραντόνα κι έκλεισε τη συμφωνία, με τον Ντιέγκο να παίρνει 180.000 δολάρια τον μήνα από τους Ντοράδος. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ο Ντιέγκο έκανε το σόου του στη Σιναλόα, η αλήθεια είναι ότι βελτίωσε την εικόνα της ομάδας, αλλά οι Ντοράδος δεν κατάφεραν τελικά να κερδίσουν την άνοδό τους, χάνοντας στην παράταση. Το μέλλον του Μαραντόνα ήταν αβέβαιο, αλλά τελικά παρέμεινε στην ομάδα για έναν ακόμα χρόνο. Με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει δεν μπόρεσε να είναι στον πάγκο στην πρεμιέρα, όπου οι Ντοράδος έχασαν εντός έδρας. Το αν θα ολοκληρώσει τη χρονιά δεν το ξέρει κάνεις. Άλλωστε στη διαβόητη Σιναλόα των narcos τα πράγματα αλλάζουν πολύ εύκολα.

Η Ποδοσφαιρομάνα Παραδεισένια Κοιλάδα της Χιλής

  [5 Σχόλια]

Με αφορμή το κείμενο του duendes για τον Κάρλος Καζέλι, ήθελα να κάνω μια αναφορά, μάλλον φόρο τιμής, στην πόλη στην οποία έχει γεννηθεί το ποδόσφαιρο στη Χιλή. Και φυσικά αυτή δεν είναι η πρωτεύουσα, Σαντιάγο, όπως καταλαβαίνετε. Η Χιλή είναι γνωστή (ποδοσφαιρικά μιλάμε πάντα) για τις ομάδες των μεταλλωρύχων της, όμως το ποδόσφαιρο, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ξεκίνησε από ένα λιμάνι.

Το Βαλπαραΐσο (Παραδεισένια κοιλάδα στα Ισπανικά) ανακαλύφθηκε από τους Κονκισταδόρες το 1532. Για χρόνια παρέμενε ένα μικρό λιμάνι, μέχρι που το 18ο αιώνα έγινε το σημαντικότερο λιμάνι της Λατινικής Αμερικής στον Ειρηνικό. Αυτό δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Βρίσκεται 120χλμ βόρειο-δυτικά του Σαντιάγο και θυμίζει ελάχιστα κοιλάδα, πρέπει να πούμε. Λόγω του λιμανιού εγκαταστάθηκαν εκεί Άγγλοι στα μέσα του 19ου αιώνα και μαζί τους έφεραν και το ποδόσφαιρο. Το 1882 ιδρύεται σε αγγλικό κολέγιο ο Μακέι & Σούθερλαντ, πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος στη χώρα, φυσικά στο Βαλπαραΐσο. Από εκεί ξεκινάει μια γενικά μπλεγμένη ιστορία (Λατινική Αμερική είπαμε, πώς νομίζετε ότι χτίστηκε η παράδοση διοργανώσεων όπως τα πρωταθλήματα του Περού και της Ουρουγουάης).

Το 1895 σε ένα καφέ της πόλης ιδρύεται η «Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία Χιλής», η οποία έχει αρχικά τα εξής μέλη: Μακέι & Σούθερλαντ, Βαλπαραΐσο, Τσίλιαν, Βικτόρια Ρέιντζερς, Νασιονάλ & Βαλπαραΐσο Γουόντερερς. Οι σύλλογοι πλήρωσαν το εξωφρενικό ποσό των $5 για να γίνουν μέλη. Στα 4 ιδρυτικά μέλη τα 3 είναι Άγγλοι. Ο Ντέβιντ Σκοτ γίνεται πρόεδρος, ο δημοσιογράφος Ρόμπερτ Ρέιντ ταμίας και ο Ανδρές Χεμέιγ είναι ο γραμματέας ενώ ο ιδρυτής Ρόμπερτ Μπάιλι ταξιδεύει μέχρι την Αγγλία για να φέρει μια επίσημη μπάλα (τότε μιλάμε για ταξίδι περίπου 40 ημερών). Πέρα του Ρέιντ οι άλλοι είναι όλοι έμποροι. Στο πρώτο επίσημο ματς της χιλιάνικης ιστορίας η Βικτόρια Ρέιντζερς ισοπεδώνει με 8-0 τη Βαλπαραΐσο Γουόντερερς.

Ως εδώ όλα νορμάλ: Άγγλοι, αστοί, έμποροι, κολέγια. Αλλά είπαμε λιμάνι και Λατινική Αμερική. Έτσι λοιπόν πάμε στο 1905 όπου ο Τύπος της εποχής αναφέρει ότι ο ποδοσφαιρικός σύλλογος Ρόαγιαλ Φούτμπολ Κλαμπστο στη γειτονιά Μανκομουνάλ δε Βαλπαραΐσο είναι μέρος συνάντησης και μαζικοποίησης της εργατικής τάξης της πόλης. Γύρω από τη Ρόαγιαλ στη Μανκομουνάλ, όπως γράφει στο βιβλίο του «Ζήτω η Αναρχία» ο Μανουέλ Λάγος, συναθροίζεται η εργατική τάξη του Βαλπαραΐσο που περιλαμβάνει τόσο αναρχικούς, όσο και σοσιαλιστές κομμουνιστές. Έτσι λοιπόν, στο φύλλο της 2ας Μαΐου του 1907 της εφημερίδας «Ελ Τσιλένο» του Βαλπαραΐσο διαβάζουμε ότι:

«Σήμερα στις 07:30 θα συνέλθουν στο σαλόνι στης Ομοσπονδίας της Μανκομουνάλ στη Βίνια δελ Μαρ (σημ: όνομα της επαρχίας), οδός Βαλπαραΐσο Νο12, οι εκπρόσωποι των εργατών ποδοσφαιριστών της περιοχής, με σκοπό τη σύσταση της Εργατικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου. Χαιρετίζουμε την αποφασιστικότητα των συντρόφων μας και θέτουμε εαυτούς στη διάθεση όσων επιθυμούν αυτή η προσπάθεια να ευδοκιμήσει».

H Deportivo Kegan ήταν μία από τις ομάδες των αναρχικών στο Βιλαπαραΐσο. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο «Η αναρχία στη Χιλή».

Έτσι στην ποδοσφαιρομάνα του Βαλπαραΐσο το 1907 υπήρχαν δύο ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες που λειτουργούσαν παράλληλα. Το επιβεβαιώνει η εφημερίδα «Λα Δεφένσα» στο φύλλο της 23ης Μαΐου του 1907. Τα πράγματα παραμένουν έτσι ξεκάθαρα (ναι, τι;) με τους εργάτες να έχουν τη δική τους ομοσπονδία και πρωτάθλημα και τους Άγγλους με τους αστούς τη δική τους πάλι και είναι όλοι ευτυχισμένοι μέχρι το 1909. Τότε οι πρωτευουσιάνοι του Σαντιάγο κάνουν δική τους Αθλητική Ομοσπονδία και θέλουν να αφομοιώσουν την ποδοσφαιρική του Βαλπαραΐσο. Οι Βαλπαραδεισένιοι όμως κάνουν αίτημα ένταξης στη ΦΙΦΑ που το 1913 τους αποδέχεται αρχικά. Μετά πλακώνονται οι Σαντιαγαίοι με τους Βαλπαραδεισένιους για το ποια είναι η σωστή Ομοσπονδία και μέχρι το 1917 διοργανώνονται δυο παράλληλα πρωταθλήματα, ένα στο Βαλπαραΐσο και ένα στο Σαντιάγο. Παράλληλα με αφορμή ένα άρθρο του Περιοδικού «Σοσιαλίστα» το 1915 όπου αναφέρεται στο ποδόσφαιρο «ως άθλημα που προωθείται ως τέτοιο αλλά δεν είναι» έχει ξεκινήσει ένα μπέρδεμα μεταξύ των αναρχικών και των σοσιαλιστών στο άλλο κομμάτι του Βαλπαραΐσο. Οι Αναρχικοί συνασπίζονται γύρω από το σύλλογο Αουρόρα Ρόχα (Κόκκινη Αυγή) που είχε αρχικά ιδρυθεί από εργάτες σε σαπουνάδικα και βυρσοδεψεία και τον παραδοσιακά αναρχικό σύλλογο της Δεπορτίβο Κέγκαν. Οι σοσιαλιστές γύρω από τον Θέντρο Κουλτουράλ ι Δεπορτίβο (την ομάδα δηλαδή που συνέστησε το πολιτιστικό τμήμα του εργατικού κέντρου).

Μέσα σε αυτό τον αγαπημένο λατίνικο χαμό, φτάνουμε στα σωτήρια έτη 1922 με 1924. Το 1922 αποφασίζεται να γίνει μια «Κόκκινη Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία» από το Χιλιάνικο Εργατικό Κέντρο του Βαλπαραΐσο. Στις 14 Απριλίου του 1922 ιδρύεται η «Εργατική Ομοσπονδία Φουτ-Μπολ», όπως αναφέρει η Κριστίνα Ματέου στο βιβλίο της «Πολιτική και Ιδεολογία της Εργατικής Αθλητικής Ομοσπονδίας». Στόχος ήταν να ενσωματώσει σε μία διοργάνωση και κάτω από την ίδια στέγη όλους τους συλλόγους του αριστερού ιδεολογικού φάσματος που είχαν έρθει σε ρήξη από το 1915. Πετυχαίνει το στόχο της το 1924 και έτσι μέχρι το 1928, όλοι οι αναρχικοί και σοσιαλιστικοί σύλλογοι βρίσκονται εγγεγραμμένοι στην Εργατική Ομοσπονδία.

Εικόνα από ματς του 1895 στο Βαλπαραΐσο. Η ομάδα είναι η Βικτόρια. Από το βιβλίο «Η Αρχή του Ποδοσφαίρου στη Χιλή».

Παράλληλα στο μπουρζουά στρατόπεδο, το 1923 οι Βαλπαραδεισένιοι με τους Σαντιαγαίους τα βρίσκουν επιτέλους και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία δε θα ενσωματωθεί τελικά στην εθνική Αθλητική Ομοσπονδία, αλλά θα ιδρυθεί νέος φορέας, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Χιλής, που είναι ο ίδιος που έχει παραμείνει ως σήμερα. Η ενσωμάτωση θεώρησαν ότι έπρεπε να είναι σταδιακή, έτσι ως το 1935 διεξάγεται κανονικά το τοπικό πρωτάθλημα του Βαλπαραΐσο, ενώ η έδρα της Ομοσπονδίας στο Σαντιάγο μεταφέρθηκε μόλις το 1929. Η Σαντιάγο Γουόντερες πήρε τον τελευταίο τοπικό τίτλο σπίτι της. Παρόλο που λέγεται έτσι είναι σύλλογος του Βαλπαραΐσο που ιδρύθηκε από ανθρώπους που κατάγονταν από το Σαντιάγο και πήγαν να δουλέψουν στο λιμάνι.

Από το 1929 ξεκινάει ο τρίτος κύκλος ανάπτυξης του ποδοσφαίρου στη Χιλή. Πια ακόμα και η Εργατική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έχει διαλυθεί και έχει απορροφηθεί από την κεντρική. Η κεντροποίηση της διοίκησης του ποδοσφαίρου όμως έδωσε την ευκαιρία η ιδεολογική ή/και η επαγγελματική ταυτότητα να μεταφερθεί στους συλλόγους. Έτσι οι ανθρακωρύχοι συνασπίστηκαν γύρω από την Κόλο-Κόλο, οι φοιτητές γύρω από την Ουνιβερσιδάδ και πάει λέγοντας. Η ιστορία της Χιλής μοιάζει με εκείνη αρκετών άλλων Λατίνικων Ομοσπονδιών. Η παράλληλη διοργάνωση όμως, έστω για τέσσερα χρόνια, τριών διαφορετικών πρωταθλημάτων, λόγω γεωγραφίας και ιδεολογίας, είναι μια υπέροχη μοναδικότητα που κατέχουν.

Φίλες και φίλοι, το Uruguayo 2018

  [12 Σχόλια]

Από την αρχή τούτου εδώ του μπλογκ, υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα βίτσιο μαζί μας. Την ανάλυση των συστημάτων των διοργανώσεων της Λ. Αμερικής. Κάτι που συχνά χρειάζεται διαφορικές εξισώσεις, ψυχοφάρμακα και πολύ χρόνο, αλλά έχει μία ανείπωτη γοητεία, είναι μία μικρή ένοχη απόλαυση. Αν ανήκετε σε αυτό το γκρουπ αναγνωστών συνεχίστε άφοβα, σήμερα θα μιλήσουμε για το Καμπεονάτο Ουρουγκουάγιο 2018. Αν θέλετε να μπείτε σε αυτό το γκρουπ, ξεκινήστε διαβάζοντας τι έγινε το 2015. Θα περιμένουμε για λίγο. Αν δεν σας ενδιαφέρει, κάντε κάτι πιο χρήσιμο, λύστε ένα σουντόκου. Διαβάσατε για το 2015; Ωραία, ξεχάστε ό,τι ξέρατε (όχι όλα) γιατί τα πράγματα από τότε άλλαξαν.

Το πρωτάθλημα της Α’ εθνικής της Ουρουγουάης το 2015-16 έγινε όπως και την προηγούμενη, με Απερτούρα και Κλαουζούρα. Μετά όμως, οι Ουρουγουανοί κάθισαν, σκέφτηκαν και το συζήτησαν. «Παιδιά δεν πάει άλλο. Ως πότε θα βγάζει θέματα το Σομπρέρο από μας;», ειπώθηκε σύμφωνα με πληροφορίες. «Πρέπει να πάρουμε μέτρα να γίνουμε πιο σοβαροί». Και κάπως έτσι η λύση δόθηκε. Το πρόβλημα φίλες και φίλοι ήταν ότι το πρωτάθλημα γινόταν με τον «ευρωπαϊκό» τρόπο. Ξεκινούσε δηλαδή Αύγουστο και τελείωνε τον επόμενο Ιούνιο. «Όχι, πρέπει να γυρίσουμε στις ρίζες μας», (ίσως να) είπε κάποιος. Γι’ αυτό το λόγο, δεν είχαμε 2016-17 με Απερτούρες και Κλαουζούρες. Έγινε ένα μεταβατικό πρωτάθλημα που ξεκίνησε τέλη Αυγούστου 2016 και τελείωσε με διαδικασίες fast track το Δεκέμβριο. Βγήκε ο πρωταθλητής 2016 (μετά από αυτόν του 2015-16) με 15 αγώνες και όλα εντάξει. Έτσι, μετά από 11 σεζόν, το 2017 επιστρέψαμε στα πατροπαράδοτα «ημερολογιακά πρωταθλήματα».

Από πέρσι λοιπόν ξεκινάμε το Φεβρουάριο και τελειώνουμε (ανάλογα και με τα κέφια) κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο. Ωραία μέχρι εδώ; Ωραία. Έχουμε Απερτούρα και Κλαουζούρα. Ωραία; Ωραία. Τώρα όμως αρχίζουν τα παλαβά. Γιατί σου λέει, μόνο 30 αγώνες; Τι θα κάνουμε τον υπόλοιπο καιρό; Θα βαρεθούμε. Και κάπως έτσι δόθηκε η λύση. Μεταξύ της Απερτούρα και της Κλαουζούρα θα βάλουμε ακόμα ένα πρωτάθλημα. Το Ιντερμέδιο. Και πώς θα το παίξουμε; Θα χωρίσουμε τις 16 ομάδες σε δύο γκρουπ. Πώς θα τις χωρίσουμε; Με βάση τα χρώματα; Το ζώδιο; Με κλήρωση; Όχι. Θα παίξουμε το σύστημα μονά ζυγά. Όσες τερμάτισαν σε μονές θέσεις στην Απερτούρα σε ένα γκρουπ, όσες σε ζυγές σε άλλο γκρουπ. Αν θυμίζει κάτι σε κάποιους, μας συγκινείτε. Είναι βγαλμένο από εκείνο το μαγικό πρωτάθλημα του Περού με τις 44 αγωνιστικές (προσοχή, σκληρές εικόνες γραφικότητας). Κάπως έτσι λοιπόν, οι δυο όμιλοι του Ιντερμέδιο παίζουν μικρά πρωταθληματάκια κι οι δύο νικητές των ομίλων έναν τελικό, ο νικητής του οποίου δεν έχει καμία σημασία για τον τελικό πρωταθλητή (κρατήστε το όμως, θα μας χρειαστεί αργότερα). Μετά το τέλος του Ιντερμέδιο ξεκινά κι η Κλαουζούρα.

Το Εστάδιο Καμπεόνες Ολίμπικος, έδρα της Σίσλεϊ τα τελευταία χρόνια

Με αυτό το σύστημα ξεκίνησε η Α’ εθνική του 2018 με το όνομα Χούλιο Σέσαρ Φρανσίνι, ένα πρωτάθλημα με 16 ομάδες, οι 13 από το Μοντεβιδέο. Ανάμεσά τους κι η ιστορική Σέντρο Κουλτουράλ υ Ντεπορτίβο Ελ Τάνκε Σίσλεϊ ή για συντομία CCyDETS ή για τους φίλους «Ελ Τάνκε Σίσλεϊ». [Το όνομα της ομάδας που ιδρύθηκε το 1941 προέρχεται από από μία δεξαμενή πετρελαίου που υπήρχε στη γωνία δύο δρόμων κοντά στην έδρα της ομάδας, σκέφτηκαν ότι ίσως θα έπαιρναν χορηγία από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, κάτι που δεν έγινε ποτέ]. Η Ελ Τάνκε σώθηκε πέρσι τελευταία στιγμή στα μπαράζ, αλλά τα οικονομικά της προβλήματα και κάποια χρέη δεν την άφησαν να λάβει μέρος. Η Ομοσπονδία δεν σκέφτηκε να την αντικαταστήσει και το πρωτάθλημα έγινε με 15 ομάδες. Όλοι όσοι θα έπαιζαν κανονικά με τη Σίσλεϊ, έπαιρναν βαθμούς νίκης. Κανένα πρόβλημα θα πει κάποιος αθώος κι εμείς θα γελάσουμε.

Η Απερτούρα τελείωσε με νικήτρια τη Νασιονάλ κι οι ομάδες μπήκαν στο Ιντερμέδιο. Εκεί είχαμε ξαφνικά όμως δυο ομίλους διαφορετικούς. Ο ένας με 8 κι ο άλλος με 7 ομάδες. Η Νασιονάλ και η Τόρκε κέρδισαν τα δυο μικρά πρωταθληματάκια και πήγαν στον τελικό του Ιντερμέδιο, όπου νικήτρια ήταν η Νασιονάλ. Μετά ξεκίνησε η Κλαουζούρα. Με ένα ντεμαράζ η Πενιαρόλ, με μόλις μία ήττα, την κατέκτησε. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ερώτημα. Ποιος θα βγει πρωταθλητής; Η Ομοσπονδία τα είχε προβλέψει όλα. Θα παίξουν ημιτελικό ο νικητής της Απερτούρα με το νικητή της Κλαουζούρα (αν είναι διαφορετικοί φυσικά). Ο νικητής των νικητών όμως, θα παίξει στον «τελικό» τελικό. Εκεί που θα αντιμετωπίσει την ομάδα με τους περισσότερους συνολικούς πόντους στην «Ετήσια» βαθμολογία. Η ετήσια βαθμολογία βγαίνει από το άθροισμα των βαθμών Απερτούρα, Κλαουζούρα και Ιντερμέδιο. Αυτό όμως που δεν είχε υπολογιστεί ήταν η απουσία της Τάνκε Σίσλεϊ. Οι ομάδες στο Ιντερμέδιο δεν είχαν παίξει τα ίδια ματς, δεν θα είναι άδικο στη συνολική βαθμολογία;

Μία βαθμολογία Ουρουγουάης να πέσει στα μαθηματικά των πανελληνίων και να μπαίνεις Πολυτεχνείο για πλάκα αναγνώστη

Θα είναι, λέμε εμείς. Το ίδιο είπε κι η Ομοσπονδία. Γι’ αυτό φίλες και φίλοι η λύση βρέθηκε. Οι ομάδες στο γκρουπ των 7, θα κάνουν μια… διόρθωση. Θα πάρουν τους βαθμούς τους, θα τους διαιρέσουν με τα έξι παιχνίδια που έπαιξαν και θα τους πολλαπλασιάσουν με τα εφτά παιχνίδια που έπαιξαν οι ομάδες του άλλου γκρουπ. Ναι, καλά καταλάβατε. Το αποτέλεσμα του μαθηματικού τύπου 7x/6 ήταν αυτό που βλέπετε στην παραπάνω εικόνα. Η συνολική βαθμολογία της χρονιάς είχε μέσα δεκαδικούς αριθμούς. Για παράδειγμα η Ατένας τελείωσε με 38,333 βαθμούς ξεφτιλίζοντας την Μπόστον Ρίβερ που είχε μόλις 37,666 (οι στρογγυλοποιήσεις δεν είναι για τους άντρες). Χάρη στα… κλάσματα λοιπόν, η Πενιαρόλ πήρε δύο παραπάνω βαθμούς από αυτούς που κατέκτησε κανονικά και έτσι πέρασε τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία. Μείνετε μαζί μας, κοντεύουμε.

Οι νικητές Απερτούρα και Κλαουζούρα έπαιξαν στον ημιτελικό του πρωταθλήματος. Ήταν ακόμα ένα κλάσικο Νασιονάλ και Πενιαρόλ που κρίθηκε στο 95′ με πέναλτι του γνωστού και με την εθνική Κρίστιαν Ροντρίγκες που έχει πλέον πολλά κιλάκια. Το ματς είχε ένα γκολ για κάθε ομάδα που ήταν οφσάιντ και έληξε με 1-2. Η Πενιαρόλ κέρδισε έτσι τον ημιτελικό και επειδή χάρη στον τύπο του 7/6 είχε περάσει τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία, κατέκτησε και απευθείας το πρωτάθλημα γιατί δεν μπορούσε να παίξει με τον εαυτό της στον τελικό. Αν η Νασιονάλ είχε καταφέρει να κερδίσει θα διεκδικούσε το πρωτάθλημα στον τελικό με την Πενιαρόλ. Και κάπως έτσι, το 115ο πρωτάθλημα Ουρουγουάης έληξε πριν μερικές ημέρες, σίγουρα με βαθιά ικανοποίηση από τους διοργανωτές που θα έδιναν συγχαρητήρια ο ένας στον άλλον.

Α, ναι. Θυμάστε τον τελικό του Ιντερμέδιο που σας είπαμε να κρατήσετε; Ναι, λοιπόν. Ήρθε η ώρα του. Ο νικητής του Ιντερμέδιο παίρνει μια θέση στο Σουνταμερικάνα. Βέβαια η Νασιονάλ θα παίζει στο Λιμπερταδόρες, οπότε δεν την απασχολεί. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι ο νικητής του Ιντερμέδιο παίζει και στο ΣούπερΚόπα της Ουρουγουάης. Μικρή λεπτομέρεια: Δεν υπάρχει κύπελλο στην Ουρουγουάη. Και τι θα κάνουμε ρε παιδιά, ίσως αναρωτήθηκε κάθιδρος κάποιος από την Ομοσπονδία. Εύκολη λύση. Θα παίξει με τον πρωταθλητή. Έτσι, λίγο πριν ξεκινήσει το επόμενο πρωτάθλημα, θα έχουμε το Σούπερ Καπ με ποιους άλλους; Νασιονάλ και Πενιαρόλ. Κι η ζωή συνεχίζεται κι εμείς απλά δεν θέλουμε να αλλάξει ποτέ όλο αυτό γιατί θα πέσουμε σε κατάθλιψη.

Ο ποδοσφαιριστής που αντιστάθηκε σ’έναν δικτάτορα

  [8 Σχόλια]

Η αίθουσα δεξιώσεων του Κέντρου Πολιτισμού ‘Γκαμπριέλα Μιστράλ’ στο Σαντιάγκο είναι γεμάτη. Στη μια πλευρά της είναι παρατεταγμένοι οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδας της Χιλής, που τις επόμενες ημέρες θα πετάξουν για τη Γερμανία, όπου θα λάβουν μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει και στην αίθουσα εισέρχεται, συνοδευόμενους από αρκετούς παρατρεχάμενους, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Στη θέα του δικτάτορα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκόμενων σχηματίζεται στιγμιαία ένα ψεύτικο χαμόγελο. Κανένας, άλλωστε, δεν θέλει να ρισκάρει τη ζωή του.

(Ο Αουγκούστο Πινοσέτ έχει καταλάβει την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα από τις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Από την επόμενη κιόλας ημέρα χιλιάδες Χιλιανοί «αντιφρονούντες» συλλαμβάνονται ή εξορίζονται. Οι περισσότεροι εξ αυτών βασανίζονται για μεγάλο διάστημα. Πολλοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα κρατητήρια ή στα κέντρα κράτησης. Με τις φυλακές ασφυκτικά γεμάτες, η Χούντα μετατρέπει σε χώρο κράτησης και βασανιστηρίων αρκετά από τα γήπεδα της χώρας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν για πάντα, χωρίς να μάθουν ποτέ οι συγγενείς τους τι απέγιναν. Αρκετά χρόνια μετά οι εξεταστικές επιτροπές αποκάλυψαν πως ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων ξεπερνάει τις 40.000! Ανάμεσα σ’αυτούς που υποφέρουν βρίσκονται συγγενείς ποδοσφαιριστών της εθνικής ομάδας, πρώην παίκτες που είχαν αριστερές πεποιθήσεις και ο γιατρός της εθνικής, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε για περισσότερους από 11 μήνες.)

Ο Πινοσέτ κατευθύνεται αμέσως προς την πλευρά των μεγάλων πρωταγωνιστών της βραδιάς, δηλαδή των παικτών που έχουν οδηγήσει τη χώρα στο Μουντιάλ (έστω και μετά από έναν κωμικοτραγικό αγώνα μπαράζ που κανένας τους δεν θέλει να θυμάται). Ο δικτάτορας στέκεται για λίγο μπροστά από κάθε παίκτη, ανταλλάσσει μαζί του μια χειραψία και του εύχεται καλή επιτυχία στη διοργάνωση. Αφού έχει προχωρήσει αρκετά στη σειρά, βρίσκεται μπροστά σ’έναν βραχύσωμο, σγουρομάλλη, μελαχρινό τύπο με πυκνό μουστάκι. Ο Πινοσέτ χαμογελάει και ετοιμάζεται να σηκώσει ασυναίσθητα το χέρι του για την καθιερωμένη χειραψία. Τότε με έκπληξη συνειδητοποιεί ότι ο παίκτης που βρίσκεται μπροστά του δεν φαίνεται διατεθειμένος να μιμηθεί την κίνηση του.

Ο 24χρονος Κάρλος Καζέλι νιώθει το φόβο να κυριεύει το σώμα του. Τον νιώθει από την πρώτη στιγμή που είδε τον δικτάτορα να μπαίνει στην αίθουσα. Παρ’όλα αυτά, καταφέρνει να βρει τρόπο να παραμείνει ψύχραιμος και απαθής. Όταν τελικά ο στρατηγός στέκεται μπροστά του, ο Καζέλι είναι πλέον αποφασισμένος. Δεν γίνεται να παίξει το παιχνίδι της Χούντας. Δεν γίνεται να παίξει θέατρο έχοντας μπροστά του τον άνθρωπο που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δεν γίνεται να το κάνει αυτό, όταν οι απόψεις, η κοσμοθεωρία και τα ιδανικά του είναι τελείως διαφορετικά από αυτά του στρατηγού.

(Ο Κάρλος Καζέλι είναι παιδί μιας οικογένειας εργατών, που μεγάλωσε σε ένα πολιτικοποιημένο περιβάλλον και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, έχει ξεκάθαρη πολιτική άποψη και θέση, στηρίζοντας την αριστερά, και έχει εκφραστεί δημόσια τα προηγούμενα χρόνια υπέρ της παράταξης του Αλιέντε. Ταυτόχρονα η επιθυμία του να συνεισφέρει στα κοινά επεκτείνεται και στο ποδόσφαιρο, εκεί όπου παλεύει για περισσότερα δικαιώματα στους παίκτες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής φτάνει ακόμα και στο σημείο να ακυρώσει μια συμφωνία 130.000 δολαρίων για τη μεταγραφή του στη Σάντος, επειδή η ομάδα του, η Κόλο-Κόλο, συμφώνησε χωρίς να τον ρωτήσει πρώτα.)

Τα χέρια του μένουν ‘δεμένα’ πίσω από την πλάτη του. Για λίγα δευτερόλεπτα οι δυο τους στέκονται ακίνητοι με μέτωπο ο ένας στον άλλον. Ο Πινοσέτ καταλαβαίνει τι συμβαίνει και αμέσως προχωράει στον επόμενο παίκτη, για να μην δώσει αξία και προβολή σ’αυτό το πρωτοφανές γεγονός που μόλις έχει διαδραματιστεί. Δυστυχώς γι’αυτόν, ένας αφελής δημοσιογράφος της ‘La Segunda’ καταγράφει στην ανταπόκριση του την πράξη του Καζέλι, θέλοντας να τον στιγματίσει στα μάτια του λαού και να κερδίσει έτσι την εύνοια του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά το ακριβώς αντίθετο. Ο δημοσιογράφος απολύεται άμεσα και η κίνηση του Καζέλι να μην χαιρετήσει τον δικτάτορα μένει στο μυαλό των Χιλιανών ως μια από τις πρώτες μορφές αντίδρασης και αντίστασης κατά του δικτάτορα.

Ο Αουγκούστο Πινοσέτ δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται εύκολα τις διαφορετικές απόψεις. Ο Καζέλι μπορεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο λόγω της φήμης του (πρόκειται άλλωστε για έναν από τους καλύτερους επιθετικούς της χώρας, που έχει οδηγήσει την Κόλο-Κόλο σε δυο πρωταθλήματα και στον τελικό του Λιμπερταδόρες – η πρώτη ομάδα από τη Χιλή που το κατάφερνε αυτό – λίγους μήνες πριν) και του γεγονότος ότι εκείνη την εποχή αγωνίζεται στην Ισπανία, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τους δικούς του ανθρώπους. Το διάστημα που βρίσκεται στη Γερμανία για το Μουντιάλ, ένα αμάξι σταματάει μπροστά στο σπίτι των γονιών του. Λίγες ώρες μετά οι γείτονες ανακαλύπτουν ότι η μητέρα του έχει εξαφανιστεί. Όταν επιστρέφει στο σπίτι της δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της και το σώμα της είναι γεμάτο πληγές, εγκαύματα και μελανιές. Για αρκετό καιρό η ίδια αρνείται να περιγράψει όλα όσα πέρασε, ενώ ο γιος της μαθαίνει για την απαγωγή πολλές ημέρες μετά και αφού έχει ολοκληρωθεί το Μουντιάλ.

Η εκδίκηση του Πινοσέτ δεν σταματάει εκεί. Με εντολή του δικτάτορα ο Καζέλι μένει εκτός εθνικής στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, μια σοκαριστική απόφαση που ο επιθετικός της Χιλής την μαθαίνει τελευταία στιγμή κι ενώ βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, έτοιμος να πάρει το αεροπλάνο για να ενσωματωθεί στην εθνική ομάδα. Χωρίς τον μεγάλο της σκόρερ η ‘La Roja’ μένει εκτός Μουντιάλ αλλά κανένας στην ομοσπονδία δεν τολμάει να εκφράσει την δυσαρέσκεια του για την επιλογή των ανώτερων.

Το 1978 τελικά, και μετά από ένα επιτυχημένο πέρασμα από την Λεβάντε και την Εσπανιόλ (σε μια εποχή που ελάχιστοι Λατινοαμερικάνοι δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ευρώπη), o Καζέλι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της αγαπημένης του Κόλο-Κόλο, που έχει μείνει άτιτλη από τότε που τον έχασε, και επιστρέφει στην πατρίδα του για να τη βοηθήσει. Με τον «βασιλιά του τετραγωνικού μέτρου», όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω της τρομερής ικανότητας του να ξεμαρκάρεται και να εκτελεί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη σύνθεση της, η Κόλο-Κόλο επιστρέφει άμεσα στην κορυφή της Χιλής και τα επόμενα χρόνια κερδίζει 3 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα!

Οι επιτυχίες του με την Κόλο-Κόλο αναγκάζουν το καθεστώς να υποχωρήσει στο θέμα της κλήσης του και με τον Καζέλι σε τρομερή φόρμα (αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης) η Χιλή φτάνει ως τον τελικό του Κόπα Αμέρικα το 1979 και προκρίνεται για το Μουντιάλ του 1982. Στα 32 του είναι πλέον θρύλος στη χώρα και αυτό του επιτρέπει να μένει πιστός στις ιδέες και τις θέσεις του, μπροστά στον Πινοσέτ.

Σε μια νέα συνάντηση τους, το 1985, ο δικτάτορας σχολιάζει το ντύσιμο του Καζέλι λέγοντας: «Βλέπω ότι δεν αποχωρίζεσαι ποτέ την κόκκινη γραβάτα σου». Ο Καζέλι χωρίς ίχνος φόβου του απαντάει «Τη φοράω πάντα και την έχω κοντά στην καρδιά». Ο Πινοσέτ κλείνει την κουβέντα με την προειδοποίηση πως μια μέρα θα του την κόψει αυτή τη γραβάτα. (Ο μύθος λέει ότι ο Καζέλι απάντησε ξανά, λέγοντας «Ακόμα κι αν το κάνεις, η καρδιά μου θα παραμείνει κόκκινη», αλλά αυτό ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε.)

Λίγους μήνες μετά ο Καζέλι θα προσθέσει στο ενεργητικό του άλλη μια άτυπη νίκη κατά της δικτατορίας. Στις 12 Οκτωβρίου 1985 η Κόλο-Κόλο θα τιμήσει τον μεγάλο σκόρερ της, που αποχωρεί από την ομάδα έχοντας παίξει περισσότερα από 350 παιχνίδια και έχοντας σκοράρει πάνω από 200 φορές, με ένα φιλικό απέναντι σε επίλεκτους από όλη τη Ν. Αμερική. Το φιλικό διεξάγεται στο Εθνικό Στάδιο, οι κερκίδες είναι κατάμεστες και ο αγώνας περνάει σε δεύτερη μοίρα αφού αποκτάει γρήγορα μια πολιτική διάσταση. Το καθεστώς βέβαια απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση, με αποτέλεσμα να μη δει ποτέ η χώρα τα πανό κατά της δικτατορίας που σηκώνονται στις κερκίδες, ούτε το ξύλο που πέφτει μεταξύ της αστυνομίας και των φιλάθλων που τα κρατάνε. Ένας ραδιοφωνικός σταθμός όμως τολμάει να καλύψει ραδιοφωνικά τον αγώνα και έτσι στα σπίτια των Χιλιανών μπαίνει για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια σκληρής δικτατορίας η κραυγή χιλιάδων ανθρώπων που φωνάζουν με πάθος: «Ναι, θα πέσει! Ναι, θα πέσει!»

Ο Καζέλι όμως ξέρει ότι δεν αρκεί αυτό για να επιστρέψει η δημοκρατία στη χώρα. Τρία χρόνια αργότερα, και μετά από έντονες διεθνές πιέσεις, ο Πινοσέτ δέχεται να γίνει δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 1988 δίνει στους Χιλιανούς τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στον τερματισμό ή την ανανέωση της διακυβέρνησης από τον δικτάτορα για άλλη μία οκταετία. Οι δυο πλευρές (το «ΝΑΙ» και το «ΟΧΙ») έχουν στη διάθεση τους κάθε μέρα 15 λεπτά για να προβάλουν τα τηλεοπτικά τους σποτ που στηρίζουν τη θέση τους (αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να δει την πολύ καλή ταινία του Πάμπλο Λαρέν ‘No’). Το καθεστώς θεωρεί σίγουρη τη νίκη του και τα πρώτα γκάλοπ επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Μέχρι που ένα βράδυ στο τηλεοπτικό σποτ του «ΟΧΙ» εμφανίζεται μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο πουκάμισο, η οποία δηλώνει: «Μια μέρα έπεσα θύμα απαγωγής έξω από το σπίτι μου. Μου έδεσαν τα μάτια και με πήγαν σ’ένα άγνωστο μέρος, όπου βασανίστηκα για ώρες. Δέχτηκα τόσα χτυπήματα που δεν θέλω να τα θυμάμαι, από σεβασμό στα παιδιά μου, στην οικογένεια μου αλλά και στον εαυτό μου. Μπορώ να ξεχάσω τον σωματικό πόνο που ένιωσα αλλά υπάρχουν άλλες πληγές που δεν θα ξεχαστούν ποτέ». Όσο μιλάει, από κάτω αναγράφεται το όνομα της: Όλγα Γαρίδο.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά το τηλεοπτικό κάδρο ανοίγει και αποκαλύπτεται ότι δίπλα της κάθεται ένας μεσήλικας σγουρομάλλης με μουστάκι, μια γνωστή φιγούρα που όλοι οι Χιλιανοί αναγνωρίζουν. Ο Καζέλι κοιτάει την κάμερα και κρατώντας το χέρι της κυρίας δηλώνει: «Γι’αυτό ακριβώς ψηφίζω ΟΧΙ. Γιατί η χαρά σου, είναι και δικιά μου χαρά. Γιατί τα συναισθήματα σου, είναι και δικά μου συναισθήματα. Γιατί αύριο μπορούμε να ζήσουμε σε μια δημοκρατία που θα μας παρέχει ελευθερία, υγεία και στήριξη. Γιατί αυτή η υπέροχη κυρία είναι η μητέρα μου».

Δεκαπέντε χρόνια μετά από την απαγωγή, οι Χιλιανοί μαθαίνουν ότι η μητέρα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ήρωα της χώρας ήταν ανάμεσα στα θύματα της δικτατορίας. Το συγκεκριμένο σποτ αποδεικνύεται ένα από τα πιο πετυχημένα της καμπάνιας. H εξομολόγηση της κυρίας Γαρίδο δίπλα στον διάσημο γιο της δίνουν στο κίνημα του «ΟΧΙ» την ώθηση που χρειαζόταν για να κάνει την ανατροπή. Το «ΟΧΙ» παίρνει 56% και το αποτέλεσμα αυτό σηματοδοτεί το τέλος της δικτατορίας.

Ο Κάρλος Καζέλι είναι για τους στατιστικολόγους ο 5ος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Χιλής και ο 1ος σκόρερ στην ιστορία της Κόλο-Κόλο αλλά για τους περισσότερους Χιλιανούς που έζησαν εκείνη τη σκληρή εποχή του φόβου και της ανελευθερίας θα είναι για πάντα ο παίκτης που αρνήθηκε να δώσει το χέρι του σε έναν δικτάτορα και αυτός που συνέβαλλε με όποιο τρόπο μπορούσε στην πτώση του. Κι αυτή η συλλογική ανάμνηση είναι ένα επίτευγμα πολύ πιο μεγάλο και σημαντικό από οποιαδήποτε επιτυχία εντός των τεσσάρων γραμμών.

Τα τρία λεπτά ενός θαύματος

  [3 Σχόλια]

Όποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ξενυχτήσει για να δει τον δεύτερο ημιτελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες ανάμεσα στην Γκρέμιο και τη Ρίβερ Πλέιτ σίγουρα θα αποζημιώθηκε. Μία ακόμα μοναδική ποδοσφαιρική ιστορία στην πορεία του θεσμού γράφτηκε με γκολ, ανατροπές, συγκινήσεις, φασαρίες και φυσικά τις απαραίτητες γραφικότητες. Το ζευγάρι είχε κριθεί κατά πολλούς, μετά την πρώτη νίκη της Γκρέμιο μέσα στο Μονουμεντάλ με 0-1. Σε ένα σχετικά μέτριο παιχνίδι, χάρη σε μια στημένη φάση προς το τέλος, η ομάδα του Πόρτο Αλέγκρε συνέχισε την απίστευτη παράδοση που έχει χτίσει με τις ομάδες της Αργεντινής και πήρε το πρώτο παιχνίδι. Ο ενθουσιασμός ήταν τεράστιος στους Βραζιλιάνους που στο φετινό Λιμπερταδόρες είχαν σκοράρει 16 φορές και είχαν κερδίσει και τα πέντε τους εντός έδρας παιχνίδια, ενώ είχαν κερδίσει και τις προηγούμενες τέσσερις μονομαχίες τους με ομάδες της Αργεντινής. Ήταν το μεγάλο φαβορί στη ρεβάνς. Όλα τα σημάδια υπέρ τους.

Εδώ φανερός πράκτωρ Μου.Γκου. Από επίσημα σταδίου προς πάγκο.

Την ίδια στιγμή που ο πρόεδρος της Γκρέμιο επέλεγε αλαζονικά αντίπαλο στον τελικό (προτιμώντας την Μπόκα από την Παλμέιρας όπως είπε), η Ρίβερ απομονώθηκε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο για να γλιτώσει την παραδοσιακή επίσκεψη των Βραζιλιάνων οπαδών που κάθονται κάτω από τα παράθυρα των αντιπάλων και φωνάζουν όλο το βράδυ για να μην τους αφήσουν να κοιμηθούν. Η Ρίβερ είχε τιμωρημένο τον προπονητή της Μαρσέλο Γκαγιάρδο (τιμωρία της τελευταίας στιγμής) που παρά το γεγονός ότι δεν είχε δικαίωμα να επικοινωνεί με τον πάγκο του, κρατούσε ένα καθόλου διακριτικό… γουόκι τόκι στο χέρι και μιλούσε σαν τον Βέγγο με το βοηθό του χωρίς να ενδιαφέρεται για την τιμωρία.

Η ατμόσφαιρα στο Αρένα ντο Γκρέμιο ήταν απίστευτη από τους οπαδούς των Τρικολόρ, αλλά και από τους πολλούς εκδρομείς της Ρίβερ. Οι Αργεντίνοι δεν έδειξαν να επηρεάζονται από την έδρα πάντως και μπήκαν με πολλή δύναμη στο παιχνίδι, παίζοντας εξαιρετικά και χάνοντας σημαντικές ευκαιρίες στο πρώτο μισάωρο, με την Γκρέμιο να είναι τυχερή που η μπάλα δεν κατέληξε στα δίχτυα του Μαρσέλο Γκρό(χ)ε. Και όχι μόνο. Στο 36′ σε ένα κόρνερ και μετά από κόντρα άνοιξε το σκορ με τον Λέο Γκόμες. Οι ομάδες πήγαν στα αποδυτήρια με το 1-0 και το συνολικό 2-0 υπέρ της Γκρέμιο. Στα αποδυτήρια όμως πήγε και ένας άλλος. Σε μια στιγμή λατινοαμερικάνικης καλτίλας, ο τιμωρημένος Μαρσέλο Γκαγιάρδο, ωσάν κατάσκοπος και φορώντας καπέλο για να μην τον αναγνωρίσουν, μπήκε κρυφά για να δώσει οδηγίες στους παίκτες του. Οι Βραζιλιάνοι τον πήραν χαμπάρι τελικά και ο Γκαγιάρδο αποχώρησε, αφού βέβαια φώναζε στους Βραζιλιάνους φωτορεπόρτερ «βγάλε με καλύτερα» και σταματώντας για να ποζάρει. Οι Βραζιλιάνοι του φώναζαν «ντροπή, ντροπή», αλλά ο «Μουνιέκο» ατσαλάκωτος επέστρεψε στις εξέδρες.


Σαν τον κλέφτη

Η Ρίβερ πάντως δεν ήταν καλύτερη στο 2ο ημίχρονο, το παιχνίδι έχασε το ρυθμό και τις φάσεις του και η Γκρέμιο έχασε τεράστια ευκαιρία να το καθαρίσει όταν ο Έβερτον σε μοναδικό τετ-α-τετ σημάδεψε τον τερματοφύλακα της Ρίβερ Αρμάνι. Η καταρρακτώδης βροχή έδειχνε ότι κάτι θα συμβεί, δεν γίνεται να έχεις τέτοια σκηνοθεσία και να πάει χαμένη με ένα ξενέρωτο συνολικό 2-0. Η ώρα περνούσε βασανιστικά για τους Μιγιονάριος, οι Βραζιλιάνοι έκαναν καθυστερήσεις συνεχώς κι ο Γκαγιάρδο έκανε τις αλλαγές του. Σκόκο και Πίτι Μαρτίνες πέρασαν μέσα. Στο 81′, από ένα φάουλ του Πίτι, η μπάλα έφτασε στην περιοχή των Βραζιάνων. Ο Μπορέ πήρε την κεφαλιά (με τους Βραζιλιάνους να φωνάζουν για χέρι) και πέτυχε το πολυπόθητο γκολ. Η Ρίβερ ήθελε ακόμα ένα γκολ, τα εκτός έδρας μετράνε σε αυτή τη φάση του Λιμπερταδόρες, ώστε να πάρει την πρόκριση.


Ένα παλιό προφητικό πανό για τον Μπρεσάν. «Αν ο Μπρεσάν είναι ποδοσφαιριστής, εγώ είμαι αστροναύτης»

Στο 84′ έγινε η δεύτερη καθοριστική φάση και μέσα σε τρία λεπτά άλλαξε ο αγώνας. Σέντρα στην περιοχή, κατέβασμα του Σκόκο που σούταρε κι η μπάλα κόντραρε στον Μπρεσάν. Οι παίκτες της Ρίβερ δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι έγινε, ζητούν κόρνερ και πράγματι ο διαιτητής το δίνει. Αυτό που όμως δεν είχαν καταλάβει οι παίκτες της Ρίβερ, το κατάλαβε το VAR. Ο Ουρουγουανός διαιτητής Κούνια πήγε και είδε το βίντεο και ανακάλυψε ότι η μπάλα είχε χτυπήσει στο χέρι του αμυντικού της Γκρέμιο. Το πέναλτι δίνεται. Ο Μπρεσάν βλέπει τη δεύτερη κίτρινη κάρτα. Ο παίκτης που μπήκε αλλαγή χαντακώνει την ομάδα του. Επιτίθεται στο διαιτητή, άλλοι παίκτες ορμάνε στους επόπτες και στο γήπεδο επικρατεί χάος από τις διαμαρτυρίες.

Χρειάστηκε πολλή ώρα για εκτελεστεί το πέναλτι, περίπου 7-8 λεπτά μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα στον αγωνιστικό χώρο. Ο Πίτι Μαρτίνες πήρε την μπάλα και παρά το άγχος, έκανε μια εξαιρετική εκτέλεση πέναλτι γράφοντας το 1-2. Το θαύμα είχε ολοκληρωθεί. Τα υπόλοιπα λεπτά των πάρα πάρα πολλών καθυστερήσεων δεν έφεραν καμία αλλαγή στο τελικό σκορ. Το παιχνίδι έληξε περίπου στο… 103′, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει τη γιορτή της Ρίβερ.


Πόσο υπέροχη η φανέλα της Ρίβερ; (και ευκαιρία να ποστάρουμε λίγο Νάτσο)

Η Ρίβερ για τέταρτη φορά επί Γκαγιάρδο ανέτρεψε αποτέλεσμα σε 2ο αγώνα και έφτασε σε έναν τελικό που θα περιμένει το νικητή του Παλμέιρας-Μπόκα για να διεκδικήσει τον τέταρτο τίτλο της στη μεγαλύτερη Λατινοαμερικάνικη διασυλλογική διοργάνωση. Οι πιθανότητες για ένα Σούπερ Κλάσικο σε τελικό Λιμπερταδόρες είναι αρκετές, καθώς η Μπόκα έχει κερδίσει με 2-0, αλλά μετά τα όσα είδαμε στο Πόρτο Αλέγκρε, δεν θα είναι έκπληξη μία ακόμα ανατροπή. Την ίδια στιγμή, όπως έγραψε και ένας δημοσιογράφος, ό,τι και να γίνει στο Λιμπερταδόρες οι τελευταίες σκηνές σε κάθε ματς είναι αυτές:

Τα ευλογημένα ποδοσφαιρικά παπούτσια

  [Καθόλου σχόλια]

Για αρκετούς το ποδόσφαιρο είναι μία θρησκεία. Το γήπεδο ένας ναός. Οι παίκτες θεοί και άγιοι. Και μερικές φορές γίνονται θαύματα. Ειδικά στη Λατινική Αμερική, εκεί που η θρησκεία και το ποδόσφαιρο συχνά μπερδεύονται. Αυτή είναι η ιστορία του Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο (ή Μπασούρκο ανάλογα με το μέρος), ενός Βάσκου που γεννήθηκε το 1944. Ο Χουάν Μανουέλ από μικρός έδειξε αγάπη για το χριστιανισμό και αποφάσισε να γίνει ιερέας σπουδάζοντας σε ιερατική σχολή. Παράλληλα όμως λάτρευε και τη στρογγυλή θεά. Όχι απλά για να την παρακολουθεί, αλλά για να γίνεται κοινωνός της, παίζοντας στη μικρούλα ομάδα Μότρικο της Γ’ εθνικής σε μια κωμόπολη της χώρας των Βάσκων. Λέγεται ότι η Ρεάλ Σοσιεδάδ ενδιαφέρθηκε, αλλά ο ίδιος είχε αποφασίσει οριστικά να γίνει ιερέας κι αυτό έκανε.

Ο Μπαθούρκο τελείωσε τις σπουδές του και επειδή ήταν μάχιμος, αποφάσισε να γίνει ιεραπόστολος και να πάει στη Λατινική Αμερική. Προορισμός του το Εκουαδόρ και η εκκλησία του Σαν Κριστομπάλ, εκεί που ταξίδεψε με μία βίβλο και μία βαλίτσα. Σε μια γωνία της βαλίτσας υπήρχαν και τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Το σαράκι της μπάλας τον έτρωγε. Ο πάτερ Χουάν Μανουέλ δοκιμάστηκε και έγινε παίκτης της τοπικής Σαν Καμίλο. Γρήγορα ο Βάσκος έγινε ατραξιόν και η φήμη του «ιερέα ποδοσφαιριστή» άρχισε να ταξιδεύει σε όλη τη χώρα. Δεν ήταν όμως μόνο το επάγγελμά του, ήταν και το ταλέντο του. Το ποδόσφαιρο στον Ισημερινό δεν ήταν στο επίπεδο της Ισπανίας και φαινόταν ότι ο Μπαθούρκο ήταν για… παραπάνω. Ήταν ένας ψηλός και δυνατός επιθετικός που έβλεπε εστία.


Ο Μπαθούρκο αριστερά, ο Σπένσερ στη μέση

Κάπως έτσι, μια από τις καλές ομάδες εκείνης της εποχής, η Λίγκα Πορτοβιέχο του έκανε επίσημη πρόταση για την Α’ εθνική. Ο Μπαθούρκο έπρεπε να ζητήσει φυσικά άδεια από την εκκλησία και όταν την πήρε έγινε για πρώτη φορά στη ζωή του επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Ο Βάσκος πάντα έβαζε πρώτα τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα και μετά το ποδόσφαιρο. Μέσα σε μια χρονιά στο Εκουαδόρ έφτασε σε επαγγελματικό επίπεδο και μετά από άλλα δύο χρόνια πήρε μεταγραφή για την Μπαρσελόνα Σπόρτινγκ Κλουμπ, την πρωταθλήτρια που τον δήλωσε και για τα παιχνίδια του Κόπα Λιμπερταδόρες για το 1971 μαζί με τον σπουδαίο Αλμπέρτο Σπένσερ, τον άνθρωπο που σχεδόν εξήντα χρόνια μετά είναι ακόμα ο 1ος σκόρερ στην ιστορία του θεσμού. Ο Βραζιλιάνος κόουτς της Μπαρσελόνα δεν ενθουσιάστηκε και έκανε παράπονα στη διοίκηση, «εγώ ήθελα γκολεαδόρ και εσείς μου φέρατε παπά» τους πει. Ο κόσμος τον έβλεπε ως ατραξιόν πάντως και όταν ήταν στον πάγκο φώναζε στον κόουτς να βάλει τον ιερέα μπας και σκοράρει η ομάδα.

Στους ομίλους του Λιμπερταδόρες η Μπαρσελόνα αντιμετώπισε την τοπική μισητή αντίπαλο την Έμελεκ και δύο ομάδες από την Κολομβία. Τερμάτισε πρώτη και πήρε την πρόκριση στη φάση των… 6, εκεί που οι ομάδες χωρισμένες σε δύο ομίλους των τριών διεκδίκησαν τα δύο εισιτήρια για τον τελικό. Ο σύλλογος από το Εκουαδόρ βρέθηκε στον ίδιο όμιλο με τη Ουνιόν Εσπανιόλα από τη Χιλή και την τεράστια τότε και απίστευτα σκληρή Εστουδιάντες Λα Πλάτα, την ομάδα που είχε κατακτήσει τρεις σερί τίτλους Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Στο παιχνίδι του Εκουαδόρ η Εστουδιάντες κέρδισε με 0-1. Οι υπερόπτες Αργεντίνοι δημοσιογράφοι έγραψαν για την πανεύκολη νίκη της ομάδας του, απέναντι σε μια ομάδα πολύ χαμηλής δυναμικότητας, επιπέδου Γ’ εθνικής και ότι το πιο δύσκολο ήταν οι 35 βαθμοί Κελσίου στο γήπεδο και όχι ο αντίπαλος. Τα άρθρα μεταφέρθηκαν και στους παίκτες της Μπαρσελόνα.

Ο πάτερ με τα ρούχα της δουλειάς. Και της μιας και της άλλης.

Η αλαζονεία δεν ήταν και τόσο αδικαιολόγητη, η Εστουδιάντες είχε να ηττηθεί στο θεσμό από τον Απρίλιο του 1968 και είχαμε φτάσει στην άνοιξη του 1971. Το δε εντός έδρας ρεκόρ της ήταν ακόμα πιο μεγάλο, με μόλις μία ισοπαλία τα τελευταία χρόνια. Κάπως έτσι στις 29 Απριλίου του 1971 η Μπαρσελόνα ταξίδεψε στη Λα Πλάτα σε μια καυτή (αυτή τη φορά όχι εξαιτίας της θερμοκρασίας) έδρα. Στην 11αδα της ομάδας βρέθηκε κι ο παπάς που γενικά είχε παίξει σε λίγα παιχνίδια με την ομάδα του, καθώς είχε και… υποχρεώσεις προς τους πιστούς της ενορίας του. Βλέπετε είχε συμφωνήσει με τη Μητρόπολη να παίζει μόνο όταν δεν είχε λειτουργία ή κατηχητικό με τα παιδιά. Αλλά το παιχνίδι αυτό έγινε Τετάρτη κι ο Βάσκος βρέθηκε στην Αργεντινή και μάλιστα βασικός.

Σιγά σιγά καταλαβαίνετε πού πάει η ιστορία. Το σενάριο μοιάζει πιο τραβηγμένο από τα μαλλιά και από τις τρομερές υπερβολές ισπανόφωνου σίριαλ (υπερτιμημένο Casa de Papel εσένα κοιτάζω), αλλά έγινε αυτό που καταλάβατε. Λίγο μετά τα μέσα του 2ου ημιχρόνου μία πάσα του Σπένσερ (που τα αργεντίνικα άρθρα έγραφαν πριν το ματς ότι κολλούσε τα τελευταία του ένσημα) έφερε την μπάλα στον Μπαθούρκο που την έστειλε με το δεξί στην εστία της Εστουδιάντες. Το τελικό 0-1 ήταν μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του θεσμού. Το ματς έμεινε γνωστό ως «το κατόρθωμα της Λα Πλάτα» και είναι μία από τις σπουδαιότερες επιτυχίες όχι μόνο του συλλόγου (που κέρδισε πολλούς οπαδούς στη χώρα), αλλά και γενικά του Εκουαδόρ. Όπως φαντάζεστε, οι παίκτες έγιναν δεκτοί εν μέσω αποθέωσης στην επιστροφή της ομάδας, με τον κόσμο να βγαίνει στους δρόμους της πόλης κι ακόμα και τον Πρόεδρο του Εκουαδόρ να υποδέχεται την αποστολή με τιμές ηρώων. Ήταν η πρώτη νίκη ομάδας του Εκουαδόρ στην Αργεντινή.

«Τα ευλογημένα παπούτσια του πατέρα Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο»
εξώφυλλο της εποχής

Δυστυχώς για την Μπαρσελόνα, η ήττα της από τους Χιλιανούς την έφερε τελικά στους 4 βαθμούς και η Εστουδιάντες πήρε την πρόκριση στον τελικό (που τελικά έχασε από τη Νασιονάλ) με 6. Όσο για το μεγάλο σκόρερ, δεν τελείωσε τη σεζόν στην ομάδα. Η υπερβολική πίεση που ένιωθε στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο και η δημοσιότητα δεν ήταν γι’ αυτόν. Η εκκλησία τον έστειλε πίσω στην αρχική του ενορία, συνέχισε εκεί να παίζει για λίγο μέχρι που άφησε ολοκληρωτικά το ποδόσφαιρο και αφοσιώθηκε στην εκκλησία τα επόμενα χρόνια. Επέστρεψε τελικά στην Ισπανία, έγινε κοσμικός (απογοητευμένος από το θεσμό της εκκλησίας όπως δήλωσε) και έζησε στο Σαν Σεμπαστιάν ως δάσκαλος σε δημοτικό, κάνοντας και δική του οικογένεια. Τελευταία φορά που είδε τους συμπαίκτες του ήταν όταν ο σύλλογος γιόρτασε την 25η επέτειο της νίκης και πήγε στο Εκουαδόρ. Από τότε δεν ταξίδεψε ξανά στη χώρα που έγινε διάσημος, μια που φοβόταν και τα αεροπλάνα. Ένας ήσυχος άνθρωπος που τα τελευταία του χρόνια καλλιεργούσε ντομάτες στον κήπο του σπιτιού του, διάβαζε τα βιβλία του και έβλεπε ποδόσφαιρο (γιατί τελικά κάποια πράγματα δεν αλλάζουν). Ο Χουάν Μανουέλ Μπαθούρκο πέθανε το 2014. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αφιερώθηκε στις δύο αγάπες του, την μπάλα και την εκκλησία, αλλά όπως έλεγαν στον Ισημερινό: «Στον άμβωνα ήταν καλός, στη μεγάλη περιοχή ακόμα καλύτερος».

Ο μεταλάς που αγαπούσε τη φανέλα

  [4 Σχόλια]

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο κάποιος ποδοσφαιριστής να μην λατρεύει το ποδόσφαιρο. Αρκετοί διάσημοι σταρ έχουν πει ότι δεν πολυβλέπουν μπάλα (πιο πρόσφατα ο Κάρλος Τέβες). Ένας ποδοσφαιριστής που δεν ήταν θαυμαστής του αθλήματος ήταν κι ο Νταρίο Ντουμπουά, ένας μέτριος Αργεντινός ποδοσφαιριστής που πέρασε την καριέρα του σε ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών. Τα ονόματά τους φολκλορικά: Λουγκάνο, Μίντλαντ (καμία εκ των δύο ευρωπαϊκή), Ριέστρα, Κανιουέλας και Ντεπορτίβο Παραγκουάγιο μερικά από αυτά. Ο Νταρίο έπαιζε κεντρικός αμυντικός και όπως είχε δηλώσει: «για την Α’ εθνική δεν υπάρχω, για τη Β’ δεν είμαι τόσο καλός, για τη Γ’ είμαι καλός, για τη Δ’ πολύ καλός και στην Ε’ είμαι ο καλύτερος αμυντικός». Αν θα έπρεπε να βρούμε μια λέξη για να τον περιγράψουμε, θα ήταν «μεταλάς». Το μεγάλο πάθους του Νταρίο ήταν η μουσική κι έπαιζε μπάσο σε μια tribute μπάντα αφιερωμένη στους Vox Dei, ένα ιστορικό συγκρότημα της χώρας με επιρροές από τους Stones, τους Doors, τους Beatles.

Άκουγε φανατικά Black Metal και όπως ίσως κάποιοι γνωρίζετε, αρκετά συγκροτήματα αυτού του είδους εμφανίζονται επί σκηνής με βαμμένο το πρόσωπο. Κάπως έτσι είχε την έμπνευση και πριν από ένα «κλάσικο» της Μίντλαντ με τη Μέρλο αποφάσισε να βάψει ασπρόμαυρο το πρόσωπό του θυμίζοντας κάτι μεταξύ Kiss και Dimmu Borgir. Μια που στους κανονισμούς δεν υπήρχε κάποια ειδική αναφορά, ο διαιτητής δεν το απαγόρευσε κι ο Ντουμπουά έπαιξε κανονικά έτσι. Και το έκανε και στο επόμενο και στο μεθεπόμενο ματς. Η εμφάνισή του έγινε φυσικά γνωστή στη χώρα και ο Νταρίο έδωσε συνέντευξη στην Ole: «Το κάνω γιατί μου δίνει δύναμη. Βάφεσαι, βγαίνεις έξω να πολεμήσεις και να σκοτώσεις τους αντιπάλους σου. Οι συμπαίκτες μου το πήραν στην πλάκα, αλλά αρκετοί από τους αντιπάλους μου φοβήθηκαν. Είμαι ένας κλόουν με βαμμένο πρόσωπο, αλλά έτοιμος να πεθάνω για τη φανέλα».

«Δεν μου αρέσει το ποδόσφαιρο. Παίζω γιατί είναι κάτι ανταγωνιστικό και γυμνάζομαι κιόλας. Βγάζω και λίγα χρήματα από αυτό. Βοηθάνε γιατί η οικονομική μου κατάσταση είναι καταστροφή».

Κάπως έτσι μετατράπηκε σε μία καλτ φιγούρα των εξίσου καλτ μικρότερων κατηγοριών της Αργεντινής που όπως γνωρίζετε αν μας διαβάζετε, έχουν το δικό τους πολύ φανατικό κοινό. Ο Ντουμπουά έπαιξε συνολικά σε 16 ματς με βαμμένο πρόσωπο, μέχρι η Ομοσπονδία να βγάλει οδηγία ότι απαγορευόταν πλέον κάτι τέτοιο. Κάθε φορά που έβαζε γκολ πανηγύριζε με τη γλώσσα έξω σαν τον Τζιν Σίμονς των Kiss. Δεν ήταν μόνο όμως μόνο η βαμμένη μούρη για την οποία ξεχώριζε. Ο Ντουμπουά ήταν γενικά μορφάρα, ένας ωραίος τύπος που ο απλός κόσμος των χαμηλών κατηγοριών λάτρευε. Το 1995, όταν αγωνιζόταν στη Λουγκάνο, ο σπόνσορας της ομάδας υποσχέθηκε πριμ 40 πέσος σε κάθε ποδοσφαιριστή αν η ομάδα κέρδιζε. Η Λουγκάνο έκανε σερί τριών νικών, αλλά κανείς δεν πήρε ούτε μισό πέσο. Τότε ο Νταρίο αποφάσισε να εκδικηθεί τον σπόνσορα. Πριν το ματς με την Ακασούσο, πήρε μαζί του μαύρη μονωτική ταινία για να την κολλήσει πάνω στη φανέλα στο σημείο της διαφήμισης. Βγαίνοντας για ζέσταμα όμως, ξεχάστηκε και δεν το έκανε. Για καλή του τύχη, εκείνη την ημέρα έβρεχε και το γήπεδο ήταν χάλια. Ο Νταρίο πήρε λάσπη και την έτριψε πάνω στη φανέλα. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμα καλύτερο πάνω στην πορτοκαλί φανέλα.

Ένα από τα πιο κλασσικά κομμάτια των Vox Dei

Όταν έπαιζε στη Βικτοριάνο Αρένας (τελευταία του ομάδα), ένα μέλος της διοίκησης της Χουβεντούδ Ουνίδα τον πλησίασε και προσπάθησε να τον δωροδοκήσει. Πίστευε ότι αν η ομάδα του κέρδιζε την άνοδο, αυτός θα εκλεγόταν ξανά στο δημοτικό συμβούλιο. Παρ’ ότι ο Νταρίο δεν ήταν κανένας πλούσιος αρνήθηκε και τον έκανε βούκινο στο ραδιόφωνο, αποκαλώντας τον αρουραίο. Πέρα από την καλτ εμφάνιση, ο Νταρίο ήταν άνθρωπος που σιχαινόταν τη βρωμιά του ποδοσφαίρου.

Ακόμα πιο γραφική είναι η ιστορία σε ένα Μίντλαντ-Εξκουρσιονίστας. Ο διαιτητής Χουάν Κάρλος Μορένο του έβγαλε τη 2η κίτρινη κάρτα για ένα φάουλ. Όταν πήγε να βγάλει την κόκκινη όμως, του έπεσε από την τσέπη ένα χαρτονόμισμα των 500 πέσος. Ο Ντουμπουά με απίστευτα αντανακλαστικά, έσκυψε το πήρε και άρχισε να τρέχει. Σύντομα τον κυνηγούσαν ο διαιτητής, οι αντίπαλοι, οι συμπαίκτες του και οι προπονητές, μέχρι που τελικά κάποια στιγμή τον στρίμωξαν σε μία γωνία. «Είναι η τιμωρία σου που μου στερείς το πριμ του αγώνα» φώναζε ο Ελ Λόκο. Ο Ντουμπουά είχε βάλει τα χρήματα μέσα στο μανίκι, αλλά τελικά αναγκάστηκε να τα επιστρέψει γιατί όπως είπε: «θα μου έριχναν 20 αγωνιστικές». Σε ένα άλλο ματς πάλι απέναντι στους Εξκουρσιονίστας, η τότε ομάδα του δέχτηκε πέντε γκολ. Οι αντίπαλοι οπαδοί περίμεναν απ’ έξω το πούλμαν των ηττημένων για να πετάξουν αντικείμενα και να βρίσουν τους παίκτες. Το παράθυρο άνοιξε, ο Νταρίο βγήκε μισός έξω και τους είπε: «ηρεμήστε ρε παιδιά, όχι κι έτσι, ποδόσφαιρο είναι και μας βάλατε και πέντε γκολ». Οι βρισιές σύντομα έγιναν αποθέωση από τους χούλιγκαν που του έδιναν τα χέρια και του έλεγαν ότι έχει κοχόνες και τον θέλουν στην ομάδα τους.

Στις καλτ στιγμές του (κάποιες υπάρχουν και στο παραπάνω βίντεο αφιέρωμα) ξεχωρίζουν η φορά που καθόταν στον πάγκο φορώντας γυαλιά ηλίου σαν τον Ρόι Όρμπισον (κάτι που του στοίχισε και μια θέση στην ομάδα στη συνέχεια) και η μέρα που αποχώρησε από το γήπεδο βγάζοντας τα ρούχα του (όλα) για να πανηγυρίσει μία άνοδο. Ο Νταρίο έπαθε έναν σοβαρό τραυματισμό το 2005, αλλά η Βικτοριάνο δεν του κάλυπτε τα έξοδα για την επέμβαση στους συνδέσμους. Η Ομοσπονδία με την οποία είχε έρθει σε κόντρα, δεν βοήθησε επίσης. Σαν να τον εκδικήθηκε για τους μπελάδες που την είχε βάλει. Σταμάτησε το ποδόσφαιρο κι έβγαζε χρήματα παίζοντας μουσική με την μπάντα του και κυρίως δουλεύοντας ως ηχολήπτης. Το 2007 έδωσε μία συνέντευξη σε ένα αργεντίνικο ποδοσφαιρικό μπλογκ λέγοντας ότι ονειρεύεται να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο, να κερδίσει μία άνοδο και να σταματήσει να παίζει μπάλα στα 40 του (σκεφτείτε να του άρεσε και το ποδόσφαιρο). Δυστυχώς όμως η ζωή τα ‘φερε αλλιώς.

Τον Μάρτιο του 2008 επιστρέφοντας στο σπίτι μαζί με την κοπέλα του δέχθηκε επίθεση. Οι δράστες άφησαν την κοπέλα να φύγει, αλλά πήραν το ποδήλατο και το κινητό του Ντουμπουά και τον πυροβόλησαν δύο φορές, στα πόδια και το στομάχι. Οι συνθήκες είναι λίγο μυστηριώδεις και μάλλον δεν ήταν μια απλή ληστεία, αλλά είχε και προσωπικά κίνητρα. Ο Ντουμπουά υπεβλήθη σε δύσκολη επέμβαση, του αφαιρέθηκε μέρος του πνεύμονα και του εντέρου. Συνήλθε, ευχαρίστησε και το χειρουργό στον οποίο υποσχέθηκε να κάνει δώρο δύο ηχεία «για να ακούει δυνατή μουσική», έδωσε μεγάλη μάχη τις επόμενες ημέρες αλλά τελικά στις 17 Μαρτίου 2008 σε ηλικία μόλις 37 ετών, αυτή η φοβερή φιγούρα του ποδοσφαίρου έφυγε από τη ζωή.

Περίπου 17 χρόνια νωρίτερα, οι Kiss βγάζουν το τραγούδι «God Gave Rock ‘N’ Roll to You II». Ο ντράμερ Έρικ Καρ πάσχει από καρκίνο, δεν μπορεί να συμμετάσχει στην ηχογράφηση του τραγουδιού και αντικαθίσταται, τραγουδώντας απλά τον στίχο «to everyone he gave the song to be sung». Όταν έρχεται η ώρα να γυριστεί το βίντεο κλιπ, παρακαλεί τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας να λάβει μέρος, παρ’ ότι η υγεία του είναι σε άθλια κατάσταση. Αυτοί δέχονται, ο Καρ φοράει περούκα καθώς έχει χάσει τα μαλλιά του από τις χημειοθεραπείες και δίνει τα πάντα στα γυρίσματα. Λίγους μήνες αργότερα πεθαίνει. Ο Ντουμπουά δεν θα μπει ποτέ σε κάποιο αφιέρωμα με τους καλύτερους ποδοσφαιριστές, ούτε με τους καλύτερους μπασίστες, αλλά στη σύντομη ζωή του έδωσε μεγάλες χαρές στο κοινό του και άγγιξε αρκετές ζωές. Κι όπως λένε κι οι στίχοι των Kiss, τραγούδησε κι αυτός το δικό του τραγούδι. Σύντομο, αλλά δυνατό, όπως του άρεσε.

Το τέλος του κόσμου κι ο Κάρλος Ρόα

  [4 Σχόλια]

Στη μουσική υπάρχει ο όρος «one hit wonder» για καλλιτέχνες ή μπάντες που έκαναν τρομερή επιτυχία με ένα τραγούδι και μετά το απόλυτο χάος. Από τον… Vanilla Ice και τις 4 Non Blondes μέχρι τους Bombfunk MC’s, η μουσική βιομηχανία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Στο ποδόσφαιρο δεν ξέρω αν υπάρχει αντίστοιχος όρος, άλλωστε με ένα γκολ είναι δύσκολο να κάνεις καριέρα, αλλά έχουμε δει δεκάδες ποδοσφαιριστές να κερδίζουν εντυπώσεις σε μία διοργάνωση ή μία σεζόν, να παίρνουν μια μεταγραφή και μετά να εξαφανίζονται, κινούμενοι στη μετριότητα. Συνήθως όλοι αυτοί (καλλιτέχνες και αθλητές) δεν ήταν μάλλον τόσο καλοί, συνέπεσαν σε μια περίοδο που τους πήγαν όλα καλά, ήταν τυχεροί, πείτε το όπως θέλετε. Ο πρωταγωνιστής της σημερινής μας ιστορίας όμως, είναι μία κατηγορία μόνος του. Γιατί ενώ έχει όλα τα τυπικά προσόντα του «one hit wonder» (έφτασε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα στην κορυφή), στην πραγματικότητα θα μπορούσε να κάνει πολύ πιο σπουδαία πράγματα αν μόνος του δεν κατέστρεφε το μέλλον του. Αυτή είναι η πολύ περίεργη ιστορία του Κάρλος Άνχελ Ρόα, ενός σπουδαίου τερματοφύλακα και ακόμα πιο περίεργου ανθρώπου.

Παρ’ ότι γεννήθηκε στη Σάντε Φε, δεν έπαιξε μπάλα σε κάποια από τις ομάδες της. Φόρεσε τα γάντια του στη Ράσινγκ Κλουμπ, παίρνοντας την πρώτη του συμμετοχή μόλις στα 19 του, όταν ο μεγάλος «Πάτο» Φιλιόλ αποβλήθηκε σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Ρόα έπαιξε μέχρι το 1994 στη Ράσινγκ και κατά τη διάρκεια της καριέρας του εκεί, συνέβη το πρώτο περίεργο. Τον Αύγουστο του 1990 η Ράσινγκ ταξίδεψε στην Αφρική για να κάνει εκεί ορισμένα φιλικά με ομάδες όπως η εθνική Μπενίν, το Τόγκο κι η Μπουρκίνα Φάσο. Ο Κάρλος Ρόα επιστρέφοντας από το Κονγκό εμφάνισε συμπτώματα ελονοσίας κι έφτασε ένα βήμα πριν το θάνατο. Η ασθένεια στην Αργεντινή ήταν πρακτικά άγνωστη και δεν υπήρχαν τα κατάλληλα φάρμακα για να θεραπευθεί, ενώ οι γιατροί που ήξεραν μόνο από τα βιβλία του έδωσαν εξιτήριο πολύ νωρίς. Αποτέλεσμα, ο Ρόα να επιστρέψει σε χειρότερη κατάσταση στο νοσοκομείο κι οι γονείς του αναγκάστηκαν να φέρουν τα φάρμακα από τη Βραζιλία. Ο πρόεδρος της Ράσινγκ δήλωσε ότι Ρόα αρνήθηκε να τα πάρει εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, κάτι που ο Ρόα πάντως το διέψευσε. Έτσι κι αλλιώς όμως, ο ίδιος θεώρησε ότι σώθηκε από θαύμα. Η πίστη του στον Θεό έγινε πολύ πιο έντονη.


«Η κατάκτηση της Αφρικής», τίτλος της εποχής για την τουρνέ στην Αφρική

Ο Ρόα έχασε μια σεζόν περίπου, επέστρεψε βασικός μετά τη φυγή του Γκοϊκοετσέα και τελικά το 1994 πήρε μεταγραφή στη Λανούς, σε μια απόφαση που άλλαξε την καριέρα του. Εκεί συνέπεσε σε μία χρυσή εποχή του συλλόγου, με το νεαρό τότε Έκτορ Ραούλ Κούπερ να κάνει σπουδαία δουλειά και συμπαίκτες καλούς παίκτες όπως ο Αριέλ Ιμπαγάσα και οι Μοράλες και Σούρερ. Όπως φυσικά ξέρουμε, ομάδα του Κούπερ και αυτοκτονία είναι έννοιες συνυφασμένες, ο Ρόα άγγιξε ένα πρωτάθλημα, αλλά το έχασε. Πρόλαβε όμως στη θητεία του να σημειωσει και το πρώτο του γκολ, με πέναλτι απέναντι στο… συνάδελφό του Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ. Το 1997 ο Κούπερ πηγαίνει στη Μαγιόρκα και για να υπογράψει, βάζει όρο στους νησιώτες να πάρουν τον «Λετσούγκα» (παρατσούκλι που σημαίνει μαρούλι, μια που ο Ρόα ήταν vegetarian πολύ πριν γίνει… μόδα,) για να τους βρει ένα χρόνο αργότερα κι ο Ιμπαγκάσα. Το 1997-98 είναι η χρονιά του… wonder για τον Ρόα.

Η νεοφώτιστη Μαγιόρκα του Έκτορ του Ραούλ του Κούπερ, με παίκτες όπως οι Στάνκοβιτς και Βαλερόν, κάνει μια συγκλονιστική σεζόν που τη φέρνει στην 5η θέση του πρωταθλήματος, ενώ φτάνει και στον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι στο Μεστάγια απέναντι στην Μπάρτσα του φαν Χάαλ. Αν αγαπητέ αναγνώστη περιμένεις happy ending σε τελικό με Κούπερ, μάλλον είσαι αισιόδοξος. Η Μαγιόρκα ανοίγει το σκορ στο 6′, ισοφαρίζεται από το Ριβάλντο, μένει με 10 παίκτες αρχικά και στην παράταση με 9. Κι όμως, καταφέρνει και κρατάει το 1-1 πηγαίνοντας το ματς στα πέναλτι.

Ένα βίντεο γεμάτο παιχταράδες (τα πέναλτι ξεκινούν περίπου στο 8.30)

Ο Ρόα αποκρούει τα πέναλτι των Ριβάλντο και Θελάδες και σκοράρει ο ίδιος στο 5ο και κρίσιμο. Στη συνέχεια αποκρούει το 6ο πέναλτι του Λουίς Φίγκο. Τι άλλο να κάνει ο άνθρωπος; Ο Στάνκοβιτς όμως στέλνει την μπάλα άουτ και η διαδικασία συνεχίζεται με την Μπαρσελόνα να κατακτά το κύπελλο χάρη και στον Χεσπ που κάνει τελικά κι αυτός τρεις αποκρούσεις. Η Μαγιόρκα αγγίζει το θαύμα. Ο Ρόα πάντως με την απόδοσή του έχει κερδίσει την κλήση στην εθνική ομάδα για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Πασαρέλα τον προτιμά από τον Χερμάν Μπούργκος και τον Καβαγιέρο και δικαιώνεται. Η Αργεντινή περνάει με τρεις νίκες από τον όμιλό της και ο Κάρλος Ρόα δεν δέχεται κανένα γκολ.

Στη φάση των 16 έχουμε ένα από καλύτερα παιχνίδια σε Μουντιάλ, το περίφημο Αργεντινή-Αγγλία με μερικές ιστορικές φάσεις. Μπατιστούτα-Ζανέτι, Σίρερ-Όουεν σκοράρουν και το παιχνίδι μετά από 120 λεπτά πηγαίνει στα πέναλτι. Ο Πασαρέλα πλησιάζει τον Ρόα και του λέει: «Πρέπει να κερδίσουμε στα πέναλτι, ε» και τον χτυπάει στην πλάτη, σαν να του λέει «κανόνισε να μην περάσουμε και θα δεις». Ο Ρόα νιώθε όλο το βάρος πάνω του, αλλά αν περιμένεις φίλε αναγνώστη καλή κατάληξη για την Αγγλία στα πέναλτι, πάλι κάνεις λάθος. Ο Σίμαν πιάνει το πέναλτι του Κρέσπο, αλλά ο Ρόα είναι σε τρομερή κατάσταση. Αποκρούει τα πέναλτι τόσο του Ινς, όσο και του Μπάτι. Η Αργεντινή παίρνει την πρόκριση κι ο Ρόα γίνεται εθνικός ήρωας, ο νέος Γκοϊκοετσέα. Μπορεί στη συνέχεια η χώρα να πικραίνεται από τον αποκλεισμό στο τέλος από την Ολλανδία (ναι, ο Ρόα είναι ο τερματοφύλακας σε αυτό το γκολ του Μπέργκαμπ), αλλά ο Λετσούγκα θεωρείται πλέον από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στον κόσμο.

Η Μαγιόρκα κάνει μια ακόμα εξαιρετική σεζόν και τερματίζει 3η το 1999. Ο Ρόα είναι σταθερά στους διακριθέντες, είναι ο τερματοφύλακας που δέχεται τα λιγότερα γκολ στην Πριμέρα, παίρνοντας το βραβείο Θαμόρα. Είναι ο μόλις τρίτος μη Ισπανός που το κατακτά. Το καλοκαίρι του 1999 ξεκινάει το τέλος του όμως. Ο Σμάιχελ φεύγει από τη Γιουνάιτεντ και ο σερ Άλεξ ψάχνει τον αντικαταστάτη του. Οι Άγγλοι προσφέρουν 10 ολόκληρα εκατομμύρια (τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής) και φυσικά η Μαγιόρκα δεν λέει όχι. Αυτός που λέει όχι όμως είναι ο Ρόα. Ανήκει στην εκκλησία των Ανβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας, μια εκκλησία Προτεσταντών που θεωρούν ότι το Σάββατο είναι η έβδομη ημέρα της εβδομάδας και μάλιστα ιερή. Ο Ρόα λέει ότι δεν μπορεί να πάει στην Αγγλία και να παίζει το Σάββατο κι ότι ήταν κακός Χριστιάνος όταν το έκανε. Λίγο αργότερα αρνείται να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Μαγιόρκα (που ας μην ξεχνάμε ότι είχε κερδίσει τη συμμετοχή της στο Τσάμπιονς Λιγκ) και δηλώνει ότι σταματάει το ποδόσφαιρο (στα 29 του) για να αφοσιωθεί στη θρησκεία του. Πολλοί άνθρωποι του ποδοσφαίρου προσπαθούν να τον μεταπείσουν, ακόμα κι ο προπονητής της εθνικής Χοσέ Πέκερμαν. Αυτός δεν αλλάζει γνώμη.


«Ποτέ δεν ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής και δεν μου λείπει το ποδόσφαιρο. Είμαι χαρούμενος χωρίς το ποδόσφαιρο. Βρίσκομαι σε ψυχική ηρεμία γιατί έβγαλα ένα βάρος από πάνω μου και το έκανα από αγάπη.»
– Κάρλος Ρόα, σε συνέντευξή του στην Ole

Γίνεται όμως ακόμα καλύτερο. Ο Ρόα δεν σταματά απλά το ποδόσφαιρο. Εγκαταλείπει τα εγκόσμια, αφήνει πίσω τα υπάρχοντά του και εξαφανίζεται. Πιστεύει ότι το Μιλένιουμ, σηματοδοτεί και το τέλος του κόσμου ή μάλλον καλύτερα, το τέλος των αμαρτωλών, καθώς υπάρχει η πεποίθηση στη θρησκεία του ότι ο Χριστός θα επιστρέψει στη Γη και μόνο οι σωστοί Χριστιανοί θα γλιτώσουν. Ο Ρόα γίνεται πάστορας κάπου στην εξοχή της Αργεντινής, απομονωμένος μαζί με την οικογένειά του, για να προσευχηθεί και να έρθει κοντά στον Θεό. Τελικά, το 2000 έρχεται, ο κόσμος κι οι υπολογιστές δεν καταστρέφονται και τον Απρίλιο ο Ρόα επιστρέφει στην Ισπανία και την μπαλίτσα, παρά τα όσα έλεγε σε συνέντευξή του. Η Μαγιόρκα τον δέχεται πίσω με αγάπη, αλλά ο Ρόα είναι κάθετος: Δεν θα αγωνίζεται τα Σάββατα, εκτός κι ο αγώνας είναι βραδινός. Μια που η Μαγιόρκα παίζει στους ομίλους, πολλά παιχνίδια της γίνονται Σάββατο, ενώ ήδη αγωνίζεται βασικός ο συμπατριώτης του Λέο Φράνκο.

Ο Ρόα όπως είναι φυσικό γίνεται παγκίτης, καθώς εκτός των άλλων έχει χάσει και τη φόρμα του. Μένει μέχρι το τέλος του συμβολαίου του και στη συνέχεια πηγαίνει στη Σεγόυντα και την Αλμπαθέτε. Εκεί βρίσκει τον εαυτό του, παίζει σε αρκετά παιχνίδια και κερδίζει την άνοδο στην Πριμέρα. Τα πράγματα φαίνονται να επιστρέφουν σε κανονικούς ρυθμούς, αλλά οι περιπέτειες δεν έχουν τελειώσει. Τη σεζόν 2003-04 και ενώ αγωνίζεται βασικός στην Αλμπαθέτε, αρχίζει να έχει πόνους στους κοιλιακούς ή έτσι νομίζει. Αφού οι γιατροί αρχικά δεν βγάζουν άκρη, οι εξετάσεις όμως δείχνουν την άσχημη αλήθεια. Καρκίνος στους όρχεις. Η Ισπανία τελειώνει οριστικά και απότομα. Ο Ρόα κάνει επέμβαση και συνεχίζει με χημειοθεραπείες.

Ο «Λετσούγκα» μένει εκτός δράσης σχεδόν για 2 σεζόν και φυσικά γνωρίζει ότι η καριέρα του έχει τελειώσει. Τουλάχιστον σε υψηλό επίπεδο, καθώς επιστρέφει στην ενεργό δράση με τη φανέλα της Ολίμπο (συναντώντας και τον Ισμαέλ Μπλάνκο). Φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τον παλιό τερματοφύλακα και απλά γράφει το τέλος του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Μετά το κρέμασμα των γαντιών του, ακολούθησε ως βοηθός του Ματίας Αλμέιδα σε διάφορες ομάδες, μέχρι να γίνει προπονητής τερματοφυλάκων στη Γουαδαλαχάρα. Η ζωή του κι η καριέρα του ήταν γεμάτη μάχες, ποδόσφαιρο, θρησκεία και ασθένειες. Κατάφερε να κερδίσει μόλις ένα Σούπερ Καπ στην Ισπανία (τη… ρεβάνς του τελικού με την Μπαρτσελόνα) και δύο διεθνείς τίτλους στη Λ. Αμερική με Λανούς και Ράσινγκ. Ίσως είναι άδικο να τον πούμε one hit wonder, είχε αρκετές καλές σεζόν συνολικά, αλλά είναι ο άνθρωπος που μέσα σε 2 χρόνια έφτασε απίστευτα ψηλά και προτίμησε να τα παρατήσει όλα. Πάντα αξίζουν σεβασμού όσοι μπορούν να πουν όχι στα χρήματα και στη δόξα για να κάνουν αυτό που θέλουν, αλλά υπάρχει και το ερώτημα αν αυτό το κάτι αξίζει. Ο ίδιος ο Ρόα σε συνεντεύξεις του πάντως δηλώνει ότι δεν μετάνιωσε ποτέ.