Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Προσωπογραφίες'

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Λουίς «Πούλγκα» Ροντρίγκες

  [Καθόλου σχόλια]

Δυστυχώς ή ευτυχώς το σύγχρονο ποδόσφαιρο θέλει ποδοσφαιριστές αθλητές, γυμνασμένους, με αντοχές. Στη Ν. Αμερική όμως που ακόμα δείχνει να διατηρεί τις παραδόσεις, επιβιώνουν ακόμα παίκτες-μορφές που στην Ευρώπη δεν θα έβρισκαν θέση, αλλά εκεί λατρεύονται σαν μικρές θεότητες. Αυτό εδώ το κείμενο αποτελεί μια ωδή στον «Πουλγκίτα» Ροντρίγκες, έναν από τους τελευταίους ποδοσφαιριστές που μπορούν να βγάζουν το φαγητό τους (και θέλουν και πολύ) παρά το αντι-αθλητικό σουλούπι τους και το σώμα τους που μοιάζει με άνθρωπο γραφείου, επειδή ακριβώς ξέρουν καντάρια μπαλίτσας. Ένα είδος προς εξαφάνιση, με κάποιους τελευταίους λαμπρούς εκπροσώπους του να απομένουν.

Σουτάρες, σκαψιματάκια, ψαλιδάκια, γκολ λίγο κάτω από το κέντρο, όλα τα έχει κάνει ο τύπος

Γεννημένος σε μια μικρή πόλη δέκα χιλιάδων κατοίκων, ο Λουίς Ροντρίγκες ως το μεγαλύτερο παιδί δούλευε μπογιατζής και χτίστης για να βοηθά τη φτωχή οικογένειά και τα οκτώ αδέρφια του. Δεν αποτέλεσε εξαίρεση κι όπως όλα τα παιδάκια λάτρευε κι αυτός την μπάλα και είχε ταλέντο. Παρά το μικρό του ύψος, την έλλειψη μυών, την όχι ιδιαίτερη ταχύτητά του και το αντιαθλητικό του σουλούπι με τα παραπάνω κοιλιά, είχε φοβερή τεχνική και άρχισε να ξεχωρίζει γρήγορα. Ο πατέρας του, που δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο να παίζει ξυπόλητος, του πήρε στα 11 τα πρώτα του παπούτσια, με το υστέρημά του. Μόνο που ήταν το τελευταίο διαθέισμο ζευγάρι και του ήταν λίγο μικρά. Ο «Πούλγκα» (σημαίνει ψύλλος, παρατσούκλι που έχει και ο Μέσι) αναγκαζόταν να στριμώχνει τα δάχτυλά του και ενώ μεγάλωνε κι άλλο μέσα σε αυτά και δυσκολευόταν ακόμα περισσότερο, έμαθε να παίζει έτσι. «Κάποιες φορές αναγκαζόμουν να τα βγάζω την ώρα του αγώνα, έπαιξα για αρκετούς μήνες με εκείνο το ζευγάρι.»

Αντιτουριστική φυσιογνωμία, μοιάζει 10 χρόνια μεγαλύτερος, αλλά στο γήπεδο μαγεύει

Η καριέρα του Ροντρίγκες θα είχε σταματήσει άδοξα, όταν στα 17 του πείστηκε από κάποιον μάνατζερ ότι του είχε βρει συμβόλαιο στη Ρουμανία. Ο Ροντρίγκες βρέθηκε χωρίς ομάδα, χωρίς λεφτά, σε μια χώρα που δεν ήξερε τη γλώσσα. Γύρισε πίσω αποφασισμένος να βρει «κανονική» δουλειά. Τελικά όμως βρήκε θέση στη Ράσινγκ της Κόρδοβα και αργότερα στην Ατλέτικο του Τουκουμάν, την ομάδα στην οποία θα γινόταν θρύλος. Μέσα σε τρεις σεζόν έφτασε από τη Γ’ εθνική στην Α΄σκοράροντας συνολικά 35 φορές και αποκτώντας μια ειδική σχέση με τους οπαδούς μιας ομάδας που είναι μαθημένη στα δύσκολα. Παίζοντας είτε σαν 10αρι, είτε σαν επιθετικός έζησε το θαύμα της Τουκουμάν, αλλά και την πτώση της στη συνέχεια, χαρίζοντας πάντα στιγμές ποδοσφαιρικής ιδιοφυΐας.

Το 2009 φτάνει στην μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του, όταν στα πλαίσια των δεκάδων κλήσεων του Μαραντόνα, ο Πουλγκίτα δέχεται την κλήση για την εθνική Αργεντινής. Σε ένα φιλικό στην Κόρδοβα, απέναντι στην Γκάνα, που η Αργεντινή κερδίζει με δυο γκολ του Παλέρμο, ο Ροντρίγκες μπαίνει αλλαγή και ζει το απόλυτο όνειρο. Ακολουθεί την ομάδα στη Β’ εθνική και μοχθεί ξανά εκεί βγαίνοντας πρώτος σκόρερ δυο σεζόν (με 20 και 17 γκολ αντίστοιχα). Ζει τελικά όλο το όνειρο με την άνοδο ξανά στην Α’ εθνική

Άνθρωπο που κάνει τούνελ στο διαιτητή, δεν γίνεται να μην τον αγαπήσεις

Πέρσι τον Απρίλιο φτάνει τα 99 γκολ με τη φανέλα της Τουκουμάν, έχοντας γίνει πλέον θρύλος του συλλόγου. Στο ματς με τη Ντιφένσα ι Χουστίσια, εκτελεί το πέναλτι (με ποδοσφαιρική αλητεία) για το 1-0 και σημειώνει το εκατοστό του γκολ. Ο κόσμος τον αποθεώνει με μια ασυνήθιστη ενέργεια, εκατό μπάλες εκτοξεύονται από τις εξέδρες μέσα στο γήπεδο. Έχουν πάνω το πρόσωπό του και γράφουν «Την ιστορία τη γράφουν λίγοι. Σε ευχαριστούμε Πούλγκα». Ζει όλη την απίστευτη περιπέτεια μέχρι την ιστορική έξοδο της συμπαθούς Ατλέτικο Τουκουμάν στο Κόπα Λιμπερταδόρες και την πρόκριση στους ομίλους (αξίζει να το διαβάσετε αν δεν το κάνατε πριν λίγο καιρό και έχετε χρόνο) .

Μετά τα 50″, η βροχή από μπάλες για χάρη του Ροντρίγκες

Ο Ροντρίγκες είναι το ποδόσφαιρο του παρελθόντος, αυτό που οι πιο νέοι δεν θα έχουν ζήσει, όπως εμείς αντίστοιχα δεν ζήσαμε των πατεράδων μας. Συνεχίζει να ζει στην πόλη του τη Σιμόκα. Κάνει 50 χιλιόμετρα κάθε μέρα για να πάει στην προπόνηση. Αλλά δεν το αλλάζει με τίποτα. «Είναι η πατρίδα μου, μπορώ να βγω με τους γονείς μου, να πάω σε ένα εστιατόριο, χωρίς να μου ζητήσει κανείς φωτογραφία. Με είδαν να μεγαλώνω εδώ μαζί τους». Έκανε αυτό που αγαπούσε, το έκανε καλά, έζησε μια ήσυχη ζωή, χωρίς να γίνει πλούσιος, αλλά μακριά από τη φτώχεια, αγαπήθηκε και έγινε ίνδαλμα ενός μικρού συλλόγου. Θα μπορούσε ίσως να πάει πιο ψηλά; Να κάνει αυτά τα μαγικά πιο συχνά; Να γυμναστεί περισσότερο, να τρώει λιγότερο ασάδο ή να μην πίνει (υπάρχει βίντεο που τον δείχνει σουρωμένο); Σίγουρα ναι. Αλλά όπως κι άλλοι τύποι που αγάπησαν π.χ. τον ύπνο, είναι ικανοποιημένος με αυτά που κατάφερε. Ο «Πουλγκίτα» λέει με κάθε σοβαρότητα ότι η μπάλα των έσωσε από τη φτώχεια και τις εξαρτήσεις. Γι’ αυτό κι ο ίδιος την υπηρετεί με αγάπη.

Στο 6μηνο που πήγε δανεικός στη Νιούελ΄ς έβαλε αυτή την γκολάρα στην Μπόκα

«Όταν κάποιος υποφέρει μικρός, ό,τι καταφέρνει αργότερα το εκτιμά διπλά. Δεν το ξεχνάς. Κάθε φορά που αγοράζω παπούτσια, θυμάμαι εκείνα τα στενά παπούτσια στα 11 μου»
(από συνέντευξή του στο El Grafico το 2016)

Ραμόν Αγκίρε Σουάρες: Ο πιο σκληρός παίκτης της Αργεντινής

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Λατινικής Αμερικής υπήρχαν πολλοί σκληροί και βρώμικοι παίκτες. Ελάχιστοι όμως άφησαν το στίγμα τους όπως ο Ραμόν Αγκίρε Σουάρες. Από πιτσιρικάς στις Ακαδημίες της Εστουδιάντες Λα Πλάτα, αυτός κι οι συνομήλικοί του αποτέλεσαν μια φουρνιά που ξεχώρισε στις μικρές ομάδες και ο σπουδαίος προπονητής Οσβάλντο Ζουμπελντία ανέβασε αρκετούς στην πρώτη ομάδα, μεταξύ τους και τον αργό, αλλά δυνατό Σουάρες, τον κεντρικό αμυντικό που έψαχνε. Ο Ραμόν στα 18 του έκανε ντεμπούτο το 1966 σε μια από τις σημαντικότερες ομάδες και πιο μισητές ομάδες όλων των εποχών στο ποδόσφαιρο. Η Εστουδιάντες μερικούς μήνες αργότερα, κατακτούσε το πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο. Γινόταν ο πρώτος σύλλογος της Αργεντινής εκτός από τους «μεγάλους πέντε» που κατακτούσε πρωτάθλημα στη χώρα.

Ο «Νέγκρο» (εξαιτίας του σκούρου δέρματος) δεν χρειαζόταν να λέει πολλά. Έμπαινε στο γήπεδο για να κάνει τη δουλειά. Σε ψάρωνε με το ύφος του και αν δεν αρκούσε αυτό, προχωρούσε στο παρασύνθημα. Χρησιμοποιούσε οποιονδήποτε τρόπο για να σε σταματήσει. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι παίκτες της Εστουδιάντες είχαν μαζί τους βελόνες για να τσιμπάνε τους αντιπάλους. Για τον Σουάρες αναφέρεται ότι όταν χτυπούσε κάποιον αντίπαλο, πήγαινε σαν μετανιωμένος να δει με ενδιαφέρον τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και στα κρυφά του ζουπούσε το μάτι με το δάχτυλο. Στη συνέχεια τον σήκωνε όρθιο τραβώντας τον από το δέρμα κάτω από τις μασχάλες, κάτι που πιστέψτε με, πονούσε πολύ. Στα κόρνερ είχε στα χέρια του χώμα και το πετούσε στα μάτια του αντίπαλου τερματοφύλακα. Αν ο τερματοφύλακας φορούσε καπέλο (κάτι σύνηθες εκείνα τα χρόνια), του το κατέβαζε την τελευταία στιγμή για να μη βλέπει. Για τραβήγματα μαλλιών και αγκωνιές δεν χρειάζεται να πω κάτι, αυτά ήταν συνηθισμένα. Μέχρι πού είναι η αλήθεια και πού η λατινοαμερικάνικη υπερβολή δεν ξέρει κανείς. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι εκτός από το πρωτάθλημα του 1967, είχε και μια ακόμα πρωτιά, εκείνη των περισσότερων καρτών. Με τις τιμωρίες να μην είναι τόσο αυστηρές εκείνα τα χρόνια, ο Σουάρες και τα άλλα καλόπαιδα της Εστουδιάντες είχαν ουσιαστικά μια ασυλία εκ του συστήματος και την εκμεταλλεύονταν.

«Δεν έχω δει ξανά κάποιον σαν αυτόν, είναι σαν να βλέπεις έναν άνθρωπο των σπηλαίων που προστατεύει μέχρι θανάτου την περιοχή του»
– Ρομπέρτο Περφούμο, παίκτης της Ράσινγκ

Το Μετροπολιτάνο όμως ήταν μόνο η αρχή. Η Εστουδιάντες, μια ομάδα παικτών-εργατών, με ηγέτη τον Κάρλος Μπιλάρδο και πιο ποιοτικό παίκτη τον Χουάν Ραμόν Βερόν που λίγα χρόνια αργότερα θα έπαιζε στον Παναθηναϊκό, την αμέσως επόμενη χρονιά κατέκτησε το Κόπα Λιμπερταδόρες απέναντι στην Παλμέιρας. Πιο πολύ όμως και από τον τελικό, έχουν μείνει οι ημιτελικοί-εμφύλιοι με τη Ράσινγκ Κλουμπ. Η Εστουδιάντες είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα του ’67 απέναντί της και η κόντρα πέρασε κάθε όριο σε εκείνα τα ματς. Η πρόκριση κρίθηκε σε τρίτο παιχνίδι και ο Σουάρες αποβλήθηκε μαζί με τον Άλφιο Μπαζίλε, σε έναν καβγά που δημιούργησαν οι ίδιοι και στον οποίο συμμετείχαν και οι πάγκοι των ομάδων. Ο Σουάρες (πολύ πριν από τον Βίνι Τζόουνς) είχε πιάσει τα… καλαμπαλίκια ενός αντιπάλου, ο Μπαζίλε πήγε και του έκανε το ίδιο, ο επόπτης ενημέρωσε τον διαιτητή, οι δυο παίκτες αποβλήθηκαν και ένας τρομερός καβγάς ξέσπασε στο γήπεδο. Η τότε χούντα της Αργεντινής για να αντιμετωπίζει το ξύλο που έπεφτε είχε φτιάξει έναν νόμο που οι παίκτες πήγαιναν φυλακή για 30 μέρες σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Σουάρες, ο Μπαζίλε (και ακόμα δυο παίκτες που αποβλήθηκαν αργότερα) κατέληξαν στις γνωστές μας φυλακές του Ντεβότο. Μετά από την επιμονή των ομάδων, βγήκαν πριν εκτίσουν όλη την ποινή. Σε μια συνέντευξή του, ο Κόκο Μπαζίλε είχε πει ότι σε εκείνα τα παιχνίδια υπήρχαν πάντα αρκετά ασθενοφόρα και περιπολικά έξω από το γήπεδο για κάθε ενδεχόμενο.

Συλλεκτικές ομορφιές από τον ημιτελικό (προσέχουμε το φάουλ στα 7″ και τον παίκτη που «ανησυχεί» για τον αντίπαλό του), το πανέμορφο γκολ της πρόκρισης με ψαλιδάκι του μπαμπά Βερόν, ο Σουάρες το είδε από το κρατητήριο

Η Εστουδιάντες είχε γίνει πλέον μια από τις πιο αντιπαθείς ομάδες στους ουδέτερους. Έτσι, ο πρόεδρος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και οργάνωσε φιλικό με την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε. Αλλά τα φιλικά είναι για τα κοριτσάκια, όπως όλοι στην ομάδα ήξεραν. Ο Σουάρες κατάφερε και αποβλήθηκε ξανά, ενώ η ομάδα του έχασε με 4-2. Να υπενθυμίσουμε ότι τότε δεν είχαμε αποβολές για ψύλλου πήδημα, έπρεπε να γίνει κάτι δολοφονικό. Παρ’ ότι δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για τον συγκεκριμένο αγώνα, αναφέρεται ότι ο διαιτητής δήλωσε: «κανονικά έπρεπε να το διακόψω, αλλά λυπήθηκα όλους αυτούς τους φιλάθλους που ήρθαν στο γήπεδο».


Το θύμα του Σουάρες, Νέστορ Κομπέν

Οι «πιντσαράτας» κέρδισαν και τα δυο επόμενα Λιμπερταδόρες και όπως ήταν φυσικό έπαιξαν ακόμα δύο Διηπειρωτικά. Λίγους μήνες αργότερα, το ποδόσφαιρο της Αργεντινής θα ζούσε μια από τις πιο μαύρες σελίδες του, στη ρεβάνς του 3-0 του πρώτου αγώνα με την Μίλαν για το Διηπειρωτικό, όταν και έπεσε το ξύλο της αρκούδας. Ο Σουάρες από τα πρώτα λεπτά είχε κάνει τουλάχιστον δυο δολοφονικά φάουλ με τις τάπες. Το ρέκβιέμ του ήταν η αγκωνιά στο δύσμοιρο Γαλλο-αργεντινό Νέστορ Κομπέν που αποχώρησε με κάταγμα στη μύτη και το ζυγωματικό. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Σουάρες πήγε φυλακή και καθώς αυτή τη φορά η κατακραυγή ήταν διεθνής, εξέτισε όλη την ποινή μετά από απαίτηση του καθεστώτος, ενώ τιμωρήθηκε και με πέντε χρόνια απουσίας από διεθνείς αγώνες. Πολλές ευρωπαϊκές ομάδες αποφάσισαν να σταματήσουν τη συμμετοχή τους (ας μην ξεχνάμε ότι ο Παναθηναϊκός έπαιξε αντί του Άγιαξ δυο χρόνια αργότερα) στο θεσμό. Ένα ακόμα παράσημο του Σουάρες.


Από τα χρόνια στην Ισπανία

Ο κύκλος του Σουάρες στην Εστουδιάντες έκλεισε το 1971, με ένα πρωτάθλημα, τρία Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Επόμενος σταθμός του η Ισπανία και η Γρανάδα. Εκεί, βρέθηκε και πάλι στο στοιχείο του. Μαζί με τον επίσης σέντερ μπακ Παραγουανό Πέδρο Φερνάντες και τον Ουρουγουανό Χούλιο Μοντέρο Καστίγιο (πατέρα του Πάoλο Μοντέρο, σέντερ μπακ της Γιουβέντους), αποτέλεσαν τους λεγόμενους «Χασάπηδες της Γρανάδα» και όχι γιατί έκαναν μπάρμπεκιου με τις οικογένειές τους. Μια μικρή ομάδα που μόλις είχε ανέβει στην Α’ εθνική της Ισπανίας, μεταμορφώθηκε σε «φονέας των γιγάντων» (με έμφαση στο φονέας). Τη σεζόν 1971-72 κέρδισαν σε τέσσερις συνεχόμενες αγωνιστικές Μπιλμπάο, Μπαρσελόνα, Ρεάλ Μαδρίτης και Σεβίλλη. Το ξύλο που έπεφτε ήταν ανελέητο. Σε χρόνια που οι κίτρινες έβγαιναν με μεγάλη δυσκολία, ο Σουάρες τις μάζευε σαν στραγάλια. Οι «Χασάπηδες» έκαναν μέχρι και «σκετσάκι», κάνοντας ότι μαλώνουν και πλακώνονται μεταξύ τους για να τρομάζουν οι αντίπαλοι. «Το να παίζεις στη Γρανάδα, είναι σαν να πηγαίνεις στον πόλεμο» είχε πει ο Ασένσι της Μπάρτσα, ενώ ο συμπαίκτης του Τσάρλι Ρέσακ είχε πει: «τι τυχεροί οι ταύροι που δεν περνούν αυτά που περνάμε εμείς σε αυτό το γήπεδο». Ο ντι Στέφανο είχε ανοίξει πόλεμο με τη Γρανάδα ως προπονητής της Βαλένθια τότε, αφού είδε σε δυο διαδοχικές σεζόν, δυο παίκτες του να τραυματίζονται από τον Σουάρες και να πηγαίνουν στο νοσοκομείο. Ο δεύτερος με διπλό κάταγμα στο πόδι του. Ο Κάρλος Σαντιγιάνα της Ρεάλ που έφαγε μια αγκωνιά στο σαγόνι, έμεινε έξω για καιρό. Πολλοί προπονητές φύλαγαν τους καλούς τους παίκτες όταν έπαιζαν με τη Γρανάδα, όπως π.χ. τον Κρόιφ. Την πρώτη σεζόν του Σουάρες, η Γρανάδα δεν έχασε κανένα παιχνίδι εντός, βγήκε έκτη και οριακά έμεινε εκτός Ευρώπης.

Χαρακτηριστική για τους «Χασάπηδες» έχει μείνει η ιστορία του Αμάνθιο Αμάρο, ενός εμβληματικού παίκτη της Ρεάλ, κάτι σαν τον Κριστιάνο της εποχής. Ο Φερνάντες σε ένα παιχνίδι τού είχε κάνει δολοφονικό τάκλιν στο καλάμι και ξεκίνησε βεντέτα. Δυο χρόνια μετά, στο Μπερναμπέου, Φερνάντες και Σουάρες είχαν εκνευρίσει τον Αμάρο με συνεχείς κλωτσιές και σε κάποια φάση ο τελευταίος έριξε μια κλωτσιά από πίσω στον Φερνάντες που οδήγησε σε γενική σύρραξη. Ο Φερνάντες τότε του είπε: «Αν ξαναπατήσεις στη Γρανάδα, θα σε σκοτώσω». Πράγματι, τις επόμενες δύο σεζόν ο Αμάρο έμεινε στη Μαδρίτη. Την τρίτη χρονιά όμως θεώρησε ότι το θέμα θα είχε ξεχαστεί (άνθρωποι είμαστε βρε αδερφέ) και έτσι συνάντησε ξανά τον Φερνάντες. Η συνέχεια επί της οθόνης, κάντε υπομονή μέχρι το τέλος, αξίζει:

«Δεν ήταν εσκεμμένο. Τέτοια χτυπήματα συμβαίνουν»
(αληθινά λόγια του Φερνάντες σε συνέντευξή του το 2011)

Ο Αμάρο είδε τον τετρακέφαλό του να διαλύεται, οι γιατροί (αφού έκαναν καμιά κατοσταριά ράμματα) είπαν ότι τέτοια ζημιά την είχαν δει μόνο σε ταυρομάχο που έπεσε πάνω του ταύρος με τα κέρατα. Το θύμα ουσιαστικά σταμάτησε το ποδόσφαιρο μετά από αυτό το χτύπημα. Ο Φερνάντες τιμωρήθηκε για 15 αγωνιστικές και σαράντα χρόνια περίπου μετά ακόμα λέει με παράπονο ότι ήταν από τους πρώτους που τιμωρήθηκαν χάρη στο βίντεο. Ο δε Αμάρο είχε κάνει την αμίμητη δήλωση: «‘Ήμουν τυχερός που δεν σηκώθηκα μετά το χτύπημα γιατί από πάνω μου ήταν ο Σουάρες». Σε ένα άλλο ματς, ο μπαμπάς Μοντέρο είχε πει στον Αργεντίνο «Μπαμπίνο» Βέιρα την εξής ατάκα: «Μπαμπίνο, σήμερα παίξε στα πλάγια» «Γιατί;» «Γιατί το κέντρο θα είναι Βιετνάμ».

Μετά τη Γρανάδα, ο Σουάρες πήγε στη Σαλαμάνκα και τελικά έκλεισε την καριέρα του στην Λανούς. Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, έγινε καθηγητής φυσικής αγωγής σε σχολείο. Το σπίτι του δεν έμοιαζε με αυτά των περισσότερων βετεράνων ποδοσφαιριστών. Δεν είχε φωτογραφίες, μετάλλια, ποδοσφαιρικά σουβενίρ. «Δεν είμαι νοσταλγικός. Μας έβαλαν την ταμπέλα του αντι-ποδοσφαίρου, ότι χρησιμοποιούσαμε καρφίτσες, ότι πετούσαμε χώμα στα μάτια των αντιπάλων. Τίποτα δεν ήταν αλήθεια. Ήταν όλα εφευρέσεις των δημοσιογράφων». Αν και δεν πείθει κανέναν, στα επόμενα λόγια είχε δίκιο. «Ήμασταν πρωτοπόροι. Κάναμε καλοκαιρινή προετοιμασία σαν κανέναν άλλον. Προπόνηση με χαλάζι, με βροχή. Ανάλυση τακτικής στον πίνακα. Κομπίνες στα στημένα. Ξέραμε τον κανονισμό τέλεια και πώς να τον εκμεταλλευτούμε. Παίξαμε πρώτοι το οφσάιντ και έλεγαν ότι είναι αντιποδοσφαιρικό, αλλά μετά μας ακολούθησαν». Ο Ραμόν Αλμπέρτο Αγκίρε Σουάρες, ο ψηφισμένος ως πιο σκληρός ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Αργεντινής, πέθανε σε ηλικία 68 ετών στις 29 Μαΐου του 2013, το πιο γνήσιο τέκνο μιας διαφορετικής ποδοσφαιρικής εποχής.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς μπορούσε να ντριπλάρει τα πάντα (εκτός από την ατυχία του)

  [5 Σχόλια]

Είναι 30 Ιουνίου του 1990, βρισκόμαστε στη Φλωρεντία, Αργεντινή και Γιουγκοσλαβία διεκδικούν μια θέση στους ημιτελικούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου και το παιχνίδι έχει φτάσει στα πέναλτι. Οι Αργεντινοί έχουν ήδη ευστοχήσει στην πρώτη τους προσπάθεια. Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς είναι ο πρώτος Γιουγκοσλάβος που παίρνει θέση απέναντι στον Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

(Ο 25χρονος μέσος του Ερυθρού Αστέρα είναι μια από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις της διοργάνωσης. Έχει σκοράρει δυο φορές απέναντι στους Ισπανούς στους ’16’, έχει δώσει μια ασίστ στον πρώτο γύρο, έχει ‘μοιράσει σακούλες’ σε αρκετούς δύσμοιρους αμυντικούς και είναι το επίκεντρο όλων των επιθετικών προσπαθειών της χαρισματικής εκείνης ομάδας, που είχε ακόμα στην αποστολή της τον Ντάρκο Πάντσεφ, τον Προσινέτσκι, τον Σαμπανάτζοβιτς, τον Σαβίσεβιτς, τον Σούσιτς και τους πιτσιρικάδες Σούκερ, Γιάρνι και Μπόκσιτς.

Ακόμα και στο συγκεκριμένο ματς, ο ‘Πίξι’ (όπως ήταν το παρατσούκλι του) είναι με τεράστια διαφορά ο καλύτερος στον αγωνιστικό χώρο: μοιράζει παιχνίδι, αλλάζει το ρυθμό όποτε θέλει, προσπερνάει Αργεντινούς με χαρακτηριστική ευκολία, σωριάζει στο έδαφος κάμποσους εξ αυτών ακόμα και μέσα στην περιοχή τους, φτιάχνει συνεχώς φάσεις που οι συμπαίκτες του αδυνατούν να τελειώσουν και σταματιέται μόνο με φάουλ (οι 3 από τις 4 κίτρινες κάρτες της Αργεντινής στον αγώνα οφείλονται σ’αυτόν). Κι αν ο τίτλος «κορυφαίος ενός προημιτελικού Μουντιάλ» δεν είναι αρκετός για να εντυπωσιαστεί κάποιος, ας προσθέσουμε και το δεδομένο ότι στον ίδιο αγωνιστικό χώρο βρίσκεται και ο 30χρονος Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, πρωταθλητής κόσμου από το 1986 και πρωταθλητής Ιταλίας λίγους μήνες πριν.)

Επιστρέφουμε όμως στο κρίσιμο πέναλτι. Ο Στόικοβιτς σηκώνει τη μπάλα από το έδαφος και μπροστά σε όλο τον κόσμο που παρακολουθεί με αγωνία ένα νοκ άουτ παιχνίδι Παγκοσμίου Κυπέλλου, με την κλασική δόση αυτοπεποίθησης και υπεροψίας που τον διακατείχε πάντα, αποφασίζει για να δείξει πόσο κουλ και άνετος είναι να κάνει επί τόπου τρία τσαλιμάκια! Στη συνέχεια, στήνει ψύχραιμα τη μπάλα στην άσπρη βούλα, παίρνει φόρα, στέλνει τον Γκοϊκοετσέα στη μια γωνία και τη μπάλα στο αντίθετο ‘παραθυράκι’. Αλλά όχι στα δίχτυα.

Αυτή η εκτέλεση πέναλτι μπορεί να περιγράψει πάνω-κάτω όλη την καριέρα του Ντράγκαν Στόικοβιτς. (Προς υπεράσπιση του, λίγα λεπτά αργότερα ο Μαραντόνα αστόχησε κι αυτός – εκτελώντας ένα πολύ χειρότερο πέναλτι από αυτό του Γιουγκοσλάβου – και επιβεβαίωσε ότι ακόμα και οι πολύ μεγάλοι κάποιες φορές «τα κάνουν θάλασσα» την κρίσιμη στιγμή.)

Το Μουντιάλ αυτό ήταν ουσιαστικά η πρώτη και τελευταία μεγάλη παράσταση του ‘Πίξι’. Η τύχη (ή η μοίρα) τον έκανε τόσο προικισμένο ποδοσφαιρικά που όσοι, λίγοι, τον απόλαυσαν ζωντανά στις καλές του μέρες, δεν τον ξέχασαν ποτέ. Η ατυχία (ή η μοίρα) τον έκανε να γεννηθεί στη Γιουγκοσλαβία την εποχή που η χώρα διασπάστηκε, με αποτέλεσμα να βρεθεί εκτός όλων των μεγάλων εθνικών διοργανώσεων που ακολούθησαν (Euro 1992 και 1996 και Μουντιάλ των ΗΠΑ). Κι αυτό είναι μόνο το ένα σκέλος της ατυχίας. Λίγους μήνες μετά το Μουντιάλ και σε ένα από τα πρώτα ματς της νέας του ομάδας, της πανάκριβης τότε Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο, έμεινε οχτώ μήνες εκτός δράσης και από τότε τίποτα δεν ήταν ξανά ίδιο, αφού οι τραυματισμοί άρχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Απογοητευμένος και σχεδόν «σακάτης» αποχαιρέτησε στα 29 του τη Μασσαλία και την Ευρώπη για να πάει να παίξει μπάλα στο, πιο ξεκούραστο και εύκολο, πρωτάθλημα της Ιαπωνίας.

Όσοι γεννήθηκαν στα 90s το πιθανότερο είναι να μην τον έχουν καν ακουστά. Όσοι τον πρόλαβαν ηλικιακά, το πιθανότερο είναι να τον έχουν δει ελάχιστα για να μπορούν να επιβεβαιώσουν τον ντόρο που υπήρχε εκείνη την εποχή γι’αυτόν. Όσοι όμως τον έζησαν λίγο παραπάνω, στα καλά χρόνια του με τον, σπουδαίο τότε, Ερυθρό Αστέρα και στις λίγες «γκέστ σταρ» εμφανίσεις με τη Μαρσέιγ, μιλάνε για έναν αδιανόητο φαντεζί παίκτη, που λάτρευε να ντριπλάρει όλη την αντίπαλη ομάδα, να στέλνει τους αντιπάλους του στο χόρτο με κάποια εντυπωσιακή προσποίηση, να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο (ανάμεσα τους υπάρχουν και γκολ από κόρνερ, όπως αυτό που είχε βάλει σε ηλικία 22 ετών σε ένα από τα πρώτα του εκτός έδρας ντέρμπι με την Παρτιζάν!), να μοιράζει ασίστ από το πουθενά, σαν παλιό κλασικό δημιουργικό 10αρι, και να κάνει τακουνάκια ακόμα και σε φάσεις που τις βλέπεις ξανά στο ριπλέι και αδυνατείς να αποδεχθείς ότι πράγματι σκέφτηκε και κατάφερε να κάνει τακουνάκι.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Μουντιάλ του 1990, ουσιαστικά στη μοναδική μεγάλη διοργάνωση που του δόθηκε η ευκαιρία να παίξει σε καλή ηλικία, ψηφίστηκε στην καλύτερη 11αδα. Δεν είναι τυχαίο το σχόλιο του Μαραντόνα γι’αυτόν αρκετά χρόνια μετά από εκείνο το μεταξύ τους παιχνίδι: «O Στόικοβιτς ήταν απίστευτος ποδοσφαιριστής. Οι κινήσεις του στο γήπεδο είχαν τέτοια χάρη και άνεση που ήταν σαν να χόρευε συνέχεια με την ομορφότερη γκόμενα». Δεν είναι τυχαίο που αν και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στη Μαρσέιγ στο νοσοκομείο και στο κρεβάτι οι οπαδοί της ομάδας τον ψήφισαν στην καλύτερη 11αδα όλων των εποχών. Και φυσικά δεν είναι τυχαίο που στα τέσσερα χρόνια που φόρεσε τη φανέλα του Ερυθρού Αστέρα πρόλαβε να γίνει θρύλος και να αγαπηθεί όσο λίγοι.

Και ο ‘Πίξι’ δεν το ξέχασε ποτέ αυτό. Όταν στο τέλος της πρώτης του, τραυματικής, χρόνιας στη Μαρσέιγ βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ερυθρό Αστέρα στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και ο προπονητής του ζήτησε να εκτελέσει ένα από τα πέναλτι, ο Στόικοβιτς, μένοντας πιστός στον ιδιόρρυθμο και λίγο μποέμ χαρακτήρα του, αρνήθηκε να πάρει τέτοια ευθύνη απέναντι στην αγαπημένη του ομάδα. Οι συμπατριώτες και πρώην συμπαίκτες του τελικά ευστόχησαν και στα πέντε και ο ‘Πίξι’ μαζί με τη Μαρσέιγ αναγκάστηκαν να περιμένουν άλλα δυο χρόνια για να βρεθούν στην κορυφή της Ευρώπης.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς δεν έγινε ποτέ αυτό που θα μπορούσε πραγματικά να γίνει. Το πιθανότερο είναι ότι δεν πλησίασε ούτε λίγο στο ‘ταβάνι’ του. Παρ’όλα αυτά με μια απλή αναζήτηση στο ίντερνετ μπορεί κάποιος να βρει αμέτρητα βιντεάκια πολλών λεπτών στα οποία σκοράρει, δημιουργεί και ‘χορεύει’ αντιπάλους (ανάμεσα τους και αρκετά μεγάλα αστέρια της εποχής) με μια άνεση που πιθανόν θα ζήλευε ακόμα και ο Γκαρίντσα. Και το ότι αυτή την εξέλιξη τη θεωρούμε «αποτυχία» τα λέει όλα.

Όταν ο Όλι γνώρισε τον Σάμι

  [10 Σχόλια]

Ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα δίδυμα στην ιστορία του ποδοσφαίρου ήταν αυτό μεταξύ των Όλιβερ Καν και Σάμουελ Κουφούρ. Δύο φαινομενικά ασύμβατοι τύποι που πέρασαν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους υπερασπιζόμενοι το μηδέν στην εστία της Μπάγερν Μονάχου, έγιναν το σήμα κατατεθέν των Βαυαρών στα μετόπισθεν. Ο θηριώδης, μόνιμα νευριασμένος Γερμανός βγαλμένος από τα χειρότερα αντιμνημονιακά στερεότυπα και τους παιδικούς εφιάλτες και ο συναισθηματικός Γκανέζος  με τις έντονες αντιδράσεις, τη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό και τις τραβηγμένες διαμαρτυρίες.

Διάφορες τρέλες του Καν και κυρίως το γκολ με το χέρι και η αποβολή

Οι καριέρες και των δύο είναι γεμάτες περίεργα στιγμιότυπα. Ο Καν με τις συμπεριφορές του στα ματς με την Ντόρτμουντ, έτοιμος να κατασπαράξει τους αντιπάλους, αλλά και το fair play με τον Κανιθάρες στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Βαλένθια. Και φυσικά το γκολ με τις γροθιές (!) σε ένα ματς με τη Χάνσα Ρόστοκ. Ο Μάρκους Μερκ του βγάζει την κάρτα, ο Καν αποβάλλεται και όλοι αναρωτιούνται «τι διάολο σκεφτόταν ο Όλι;». Προσέχουμε ότι ο πρώτος που πάει να διαμαρτυρηθεί είναι φυσικά ο Κουφούρ και αυτός που φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα για τα τελευταία δευτερόλεπτα είναι ο Τάρνατ.

Το προσέχουμε γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν καινούριο. Δυο χρόνια πριν, η Μπάγερν αντιμετώπιζε την Άιντραχτ, όταν ο Σάμι Κουφούρ συγκρούστηκε με τον Καν. Ο Καν έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε στο χορτάρι κι η Μπάγερν έκανε αναγκαστική αλλαγή με τον αιώνιο αναπληρωματικό Μπερντ Ντρέχερ να μπαίνει μέσα. Ο Ντρέχερ σε 10 χρόνια στην Μπάγερν είχε 13 συμμετοχές συνολικά, κατατάσσοντάς τον στην κατηγορία των αργόμισθων. Όπως ήταν λογικό, είχε σκεβρώσει στον πάγκο και σε μια έξοδό του, έσπασαν τα άλατα, γύρισε το γόνατό του και τραυματίστηκε σοβαρά. Η Μπάγερν αναγκάστηκε να παίξει 30 λεπτά με τον Τάρνατ στο τέρμα (φορώντας φανέλα που ήταν 3-4 νούμερα μεγαλύτερη), με τον χαφ της να κάνει μια απίστευτη απόκρουση αυτοθυσίας (το πλάνο πίσω από την εστία δείχνει το μεγαλείο της). Παρά το αριθμητικό μειονέκτημα και τον Τάρνατ στα γκολπόστ, η Μπάγερν γύρισε το ματς. Ισοφάρισε με τον Έλμπερ και ήταν τελικά ο Κουφούρ με κεφαλιά στο 83′ που έδωσε τη νίκη με 1-2. Ο Γκανέζος με το γκολ αυτό λυτρώθηκε για το χτύπημά του στον Όλι. Η ομάδα του Μονάχου κατέκτησε τελικά το πρωτάθλημα, σε ισοβαθμία με την καημένη Μπάγερ Λεβερκούζεν, και σίγουρα η απόκρουση του Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ έπαιξαν μεγάλο ρόλο.

Η γονατιά του Σάμι, ο Ντρέχερ, η απίστευτη απόκρουση Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ

Καν και Κουφούρ όμως ήταν πρωταγωνιστές σε ακόμα ένα περίεργο γεγονός. Βγαλμένοι από αμερικάνικη κωμωδία με χαρακτήρες αντιθέσεων (κάτι σαν το Φονικό Όπλο) ή όπως διάβασα κάπου, σαν ένα λιοντάρι που βρίσκει ένα απροστάτευτο παπάκι και το υιοθετεί (και όλοι ξέρουμε ποιος είναι ο Καν στη συγκεκριμένη παρομοίωση), η σχέση τους πήγε σε άλλο επίπεδο σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για το Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Καν και πάλι χτύπησε από μία σύγκρουση με τον Άντι Κόουλ (δυστυχώς παρά τις προσπάθειες δεν βρέθηκε βίντεο), σωριάστηκε κάτω και δεν φαινόταν να αντιδρά. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά για τον Σάμουελ Κουφούρ που δεν μπορούσε να περιμένει τους γιατρούς και πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Έπεσε κατάχαμα και έκανε το φιλί της ζωής στον Όλι. Ακόμα θυμάμαι να βλέπω το παιχνίδι στην τηλεόραση και να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις παρακολουθήσει. Τελικά, ο Καν επέζησε και οι δυο τους συνέχισαν το παιχνίδι και την παράλληλη πορεία τους.

Ο Κουφούρ ήταν λεβεντιά

Ο Όλι κι ο Σάμι ήταν δύο άνθρωποι που δεν κρατούσαν μέσα τους αυτά που ένιωθαν. Απλά ο ένας το έβγαζε συνήθως με οργή και θυμό και ο δεύτερος με άλλους τρόπους. Η προσωπικότητα του Κουφούρ ήταν αποτέλεσμα των παιδικών του χρόνων. Όπως έχει πει σε συνέντευξή του, ζούσε δύσκολα στο σπίτι με την μητέρα του και τις τρεις αδερφές του. Ήταν ένα κλασσικό κακό παιδί που για να μπορέσει να βγάλει χρήματα έγινε λούστρος και αργότερα έμπορος μαριχουάνας. Το πάθος του όμως ήταν το ποδόσφαιρο. Όταν πλέον ξεχώρισε και κλήθηκε στην εθνική Κ17 είχε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Δεν είχε παπούτσια. Η μητέρα του αναγκάστηκε να πουλήσει την τηλεόραση του σπιτιού και να πει στις αδερφές του ψέματα για να μπορέσει ο μικρός Σάμι να ακολουθήσει το όνειρό του. Εκ του αποτελέσματος έπραξε σωστά.

Ο Κουφούρ έγινε «κουλτ» είδωλο στο Μόναχο με κάτι τέτοια

Ο Κουφούρ έκλεισε την καριέρα του με έξι πρωταθλήματα, μερικά κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ, ένα Διηπειρωτικό (στο οποίο ο Κουφούρ σε ένα πολύ ζόρικο ματς απέναντι στην Μπόκα σκόραρε και έδωσε τη νίκη για να μάθει ότι την επόμενη μέρα ξεπούλησαν όλες οι φανέλες της Μπάγερν στο Μπουένος Άιρες από οπαδούς της Ρίβερ που ακόμα τον μνημονεύουν) και πολλές προσωπικές διακρίσεις. Μέχρι την τελευταία του ποδοσφαιρική στιγμή έπαιζε με το ίδιο πάθος, αντιμετώπιζε το κάθε ματς σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Έβγαζε τη χαρά του (όπως στο τραγούδι για τον τίτλο παραπάνω), την αγωνία του (όπως στο φιλί στον Καν) και την λύπη του στον υπερθετικό βαθμό με χαρακτηριστικό παράδειγμα το παρακάτω βίντεο. Τραυματίας στο 89′ βγαίνει έξω, ο διαιτητής δεν του δίνει την άδεια να μπει, αλλά αυτός το κάνει. Παίρνει τη 2η κίτρινη, αποβάλλεται και εκεί αρχίζει ένα ψυχόδραμα «why, why».

Ο Σάμι κάνει μια σκηνή από το Αποκάλυψη Τώρα

Η εικόνα του στον χαμένο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Γιουνάιτεντ, να χτυπάει απαρηγόρητος το χορτάρι με δύναμη έχει περάσει στο πάνθεον των στιγμών των τελικών του θεσμού. Ο Κουφούρ έμαθε από μικρός να ζει με τις δυσκολίες και συνέχισε να τις αντιμετωπίζει. Όπως όταν το 2003 έχασε την 8χρονη κόρη του που πνίγηκε σε πισίνα. Το ξεπέρασε όπως δήλωσε με την πίστη του στον Θεό και συνέχισε χωρίς να το βάζει κάτω. Μη νομίζετε βέβαια ότι αφού κρέμασε τα παπούτσια του ηρέμησε. Πριν από 2 χρόνια, στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής ως σχολιαστής πλέον, εξέφρασε τη σιγουριά του για τη νίκη της Γκάνας. «Πείτε στους παραγωγούς να φέρουν κουρέα. Αν δεν κερδίσουμε θα ξυρίσω το κεφάλι μου» είχε δηλώσει. Η συνέχεια;

Ούτε φυσικά ξεχνάει την αγαπημένη του Μπάγερν. Εδώ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013 που ως σχολιαστής πετάει από πάνω του κάθε ίχνος αντικειμενικότητας και γίνεται οπαδός:

Η Μπάγερν έχει και τώρα έναν σούπερ τερματοφύλακα, έχει και τώρα καλούς αμυντικούς. Αυτό το πηγαίο συναίσθημα όμως που είχε εκείνα τα χρόνια με το δίδυμο του Καν και του Κουφούρ δεν το ξαναπέτυχε. Πριν λίγες μέρες η μητέρα του Σάμι Κουφούρ έφυγε από τη ζωή. Χάρη σε αυτή τη γυναίκα και τη θυσία της να πουλήσει την τηλεόραση (που σε μια φτωχή οικογένεια στο Κουμάσι της Γκάνας είναι κάτι σαν θησαυρός) είχαμε εμείς την τύχη να μάθουμε αυτόν τον εξαιρετικό αμυντικό, ο Καν να βρει το έτερόν του ήμισυ και να ζήσουμε μια σειρά στιγμών με όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Ο ακούραστος Ράφα Μάρκες

  [2 Σχόλια]

Η αλήθεια είναι ότι στα προκριματικά για το Μουντιάλ, λίγοι ασχολούνται με τη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική. Οι περισσότερες ομάδες που συμμετέχουν είναι απλά παραδεισένιοι προορισμοί διακοπών ή παραδεισένιοι προορισμοί μαύρου χρήματος (ή και τα δύο μαζί). Από αυτές τις ομάδες καταλήγουμε σε ένα πρωταθληματάκι έξι χωρών, εκ των οποίων προκρίνονται οι τρεις και η τέταρτη παίζει μπαράζ με ομάδα της Ασίας. Είναι συνεπώς αρκετά δύσκολο για τις «μεγάλες» ομάδες να μείνουν εκτός. Το ενδιαφέρον κινείται περισσότερο στο ας πούμε «κλάσικο» μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού. Το πιο μεγάλο παιχνίδι ποδοσφαίρου εθνικών χωρών σε αυτόν τον όμιλο.

Και αν πάντα υπήρχε σημαντικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ματς, η μοίρα έφερε τη συνάντησή τους να γίνεται το Νοέμβριο ελάχιστες μέρες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Μεξικάνοι ταξίδεψαν στο Οχάιο νιώθοντας το βάρος ότι εκπροσωπούν ένα ολόκληρο έθνος, απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ που αποκάλεσε τους Μεξικάνους μετανάστες «εγκληματίες και βιαστές» και υποσχέθηκε να χτίσει ένα τείχος που θα τους κρατήσει εκτός των ΗΠΑ. Το Μεξικό βέβαια δεν βρήκε κάποιο εχθρικό γήπεδο απέναντί του, το κλίμα ήταν όπως πάντα ένα κλίμα ποδοσφαιρικού και μόνο ντέρμπι. Οι παίκτες μάλιστα πριν τον αγώνα αποφάσισαν να αλλάξουν τελετουργικό και δεν βγήκαν χωριστά φωτογραφίες, αλλά μία κοινή, προς τιμή των Αμερικάνων ποδοσφαιριστών που ήθελαν να περάσουν το δικό τους μήνυμα συναδελφικότητας.

Το παιχνίδι ήταν όπως πάντα με ένταση και το Μεξικό εκτός από το ψυχολογικό βάρος του Τραμπ είχε να αντιμετωπίσει και την κακή παράδοση με τέσσερις σερί ήττες (μάλιστα με το ίδιο σκορ, 2-0) στο Κολόμπους. Οι Μεξικάνοι προηγήθηκαν με ένα τυχερό γκολ με κόντρα, αλλά οι ΗΠΑ ισοφάρισαν και κυριάρχησαν στο 2ο ημίχρονο ψάχνοντας το 2ο γκολ. Αυτό δεν ήρθε ποτέ και όλα έδειχναν ότι πηγαίναμε για μια ισοπαλία, όταν στο 88′ το Μεξικό κέρδισε κόρνερ. Μεταξύ όσων προωθήθηκαν ήταν κι ένας άνθρωπος που έκανε ντεμπούτο με τη φανέλα της «Τρι» το… 1997, σχεδόν 20 χρόνια πριν. Ο αρχηγός Ράφα Μάρκες βρέθηκε αμαρκάριστος, πήρε μια πανέξυπνη κεφαλιά και με ένα buzzer beater έδωσε τη σημαντική νίκη στη χώρα του, νίκη που πανηγυρίστηκε έξαλλα.

Γκολ ντε ΜέΧικο, Ράφα, Ράφα, Ράφα….

Μετά το τέλος του αγώνα, ο «Κάιζερ» κράτησε το επίπεδο εκεί που έπρεπε όταν ρωτήθηκε αν είναι μια άσχημη περίοδος για το Μεξικό. «Δεν γνωρίζω αν είναι μια άσχημη περίοδος, σίγουρα είναι μια περίοδος έλλειψης ανεκτικότητας. Με αυτή τη νίκη μπορούμε να ξεχάσουμε λίγο, όσα συμβαίνουν εδώ στις ΗΠΑ». Περίπου δυο μήνες μετά, ο Μάρκες έδινε ακόμα μια φορά το μήνυμά του όταν ο Τραμπ υπέγραφε ως πρόεδρος πλέον την απόφαση για το τείχος. Ανέβασε ένα γκολ του από τα χρόνια της Μπαρσελόνα με φάουλ πάνω από το τείχος και το χαρακτηριστικό μήνυμα «δεν υπάρχει τείχος να μας κρατήσει, όσο πιστεύουμε στους εαυτούς μας»

Ο Μάρκες πέρασε επτά χρόνια στη Βαρκελώνη, τα καλύτερά του χρόνια όπως λέει κι ο ίδιος, φεύγοντας το 2010 σε ηλικία 31 ετών. «Μου είχε φανεί καλή ιδέα να πάω στις ΗΠΑ να παίξω, να ρίξω λίγο τους ρυθμούς. Αλλά όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι και ήθελα και μπορούσα να παίξω σε υψηλότερο επίπεδο, το μετάνιωσα που έφυγα από την Μπάρτσα». Το MLS πολλές φορές είναι κάτι σαν ένα τιμητικό νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, εκεί πάνε όσοι θέλουν να φύγουν με το κεφάλι ψηλά. Για τον Μάρκες δεν έγινε έτσι. 7 χρόνια μετά, στα 38 του, ο Ράφα όχι μόνο δεν έχει παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο. Πιστός στρατιώτης, αρχηγός ακόμα στην εθνική του, έχει όνειρο να φτάσει τα πέντε Μουντιάλ, μαζί με το συνομήλικό του Μπουφόν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τίθεται πάντα το ερώτημα κατά πόσο κάποιος παίζει τιμής ένεκεν επειδή δεν έχουν κουράγιο να του πουν να σταματήσει. Ο ίδιος ο Μάρκες δηλώνει ότι είναι σε καλή κατάσταση και αν συνεχίσει να είναι έτσι θα βρίσκεται στη Ρωσία το 2018, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο προπονητής του Χουάν Κάρλος Οσόριο. «Η αγάπη του Ράφα για το άθλημα δεν βρίσκεται σε άλλον. Προπονείται πιο σκληρά από όλους και θέλει να παίζει πάντα.»

Τον Ράφα και την προσπάθειά του στηρίζει και ο θρυλικός Ούγκο Σάντσες, ενώ κι ο απλός κόσμος τον αποθεώνει. Πριν μερικές μέρες, ξεκίνησε βασικός στο ματς με την Ισλανδία, ήταν και πάλι εξαιρετικός σε έναν ελεύθερο ρόλο στην άμυνα (μια που τα τρεξίματα που δεν είχε σχεδόν ποτέ, δεν τα έχει ούτε τώρα) και στο 4ο λεπτό (εξαιτίας της φανέλας με το «4») οι Μεξικάνοι στις εξέδρες άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του. Αν είναι υγιής και αν το Μεξικό περάσει, θα τον δούμε σίγουρα.

«Είμαι το ίδιο άτομο, όπως όταν ήρθα για πρώτη φορά στην εθνική. Ίσως είναι η παιδεία που μου έδωσε η οικογένεια μου, η ταπεινότητα αυτή, να μπορώ να μοιράζομαι και να μεταφέρω τις εμπειρίες μου στους άλλους, αφήνοντας μια κληρονομιά και δίνοντας το παράδειγμα»

Ο Ράφα μετά από μια καριέρα σπουδαία με πρωτάθλημα και κύπελλο στη Γαλλία με την Μονακό και ένα σωρό κούπες στη Βαρκελώνη, έχει γυρίσει στην πρώτη του ομάδα την Άτλας. Πάντα με το ίδιο πάθος, το πάθος που αρκετές φορές τον έχει φέρει να τον κατηγορούν, όπως στην αποβολή του στο πρώτο Μουντιάλ, στη φάση των 16 με αντίπαλο τις ΗΠΑ, μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες των Αμερικάνων με τη νίκη 2-0 και την πρόκρισή τους. Ο Μάρκες στο 88′ με το ματς να έχει κριθεί έριξε μια άνευ λόγου και αιτίας καρατιά στον δύσμοιρο Τζόουνς. Σε ερώτηση που του έγινε για την πιο δύσκολη στιγμή της 20ετους του πορεία στην εθνική, ο Μάρκες είπε ότι ο κόσμος θα θυμάται πάντα αυτή τη φάση. Ο ίδιος δεν μετανιώνει, ήταν κάτι που έγινε από την απογοήτευσή του, από το γεγονός ότι δεν θέλει να χάνει και αυτό είναι κομμάτι του χαρακτήρα του. Στα επόμενα δύο Μουντιάλ άλλωστε, σκόραρε από μία φορά, ελπίζει να το κάνει και το 2018.

Στο 2.13 περίπου η κίνηση μεγάλου παίκτου:

Ο Τρίφον Ιβανόφ δεν πέθανε ποτέ

  [4 Σχόλια]

Στις 20 Μαΐου του 2016 το Εθνικό Στάδιο στη Σόφια ήταν κατάμεστο. Ο Χρίστο Στόιτσκοφ γιόρταζε, έστω και με καθυστέρηση δυο μηνών, τα 50α του γενέθλια με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο: προσκαλώντας για ένα φιλικό φίλους και παγκόσμιους αστέρες, με τους οποίους είχε αγωνιστεί σαν συμπαίκτης ή αντίπαλος στη διάρκεια της καριέρας του. Ανάμεσα τους βρισκόταν ο Ζαμοράνο, ο Μαλντίνι, ο Χάτζι, ο Βαλντεράμα, ο Μπαλάκοφ και ο Μπερμπάτοφ. Λίγο πριν την έναρξη του εορταστικού φιλικού, στο μάτριξ εμφανίστηκε η φωτογραφία ενός μαλλιαρού, μουσάτου τύπου που λίγους μήνες πριν είχε αφήσει την τελευταία του πνοή.

Όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και ξεκίνησε να χειροκροτάει. Το χειροκρότημα κράτησε τρία ολόκληρα λεπτά. Στη διάρκεια αυτών ο 50χρονος Στόιτσκοφ, μπροστά σε όλους αυτούς τους ποδοσφαιρικούς θρύλους και τους χιλιάδες φιλάθλους που πήγαν εκεί για να γιορτάσουν τα γενέθλια του, έκατσε στα γόνατα στο κέντρο του γηπέδου, έκρυψε το πρόσωπο του με τα χέρια του και έβαλε τα κλάματα.

Για τον Τρίφον Ιβανόφ μπορείς να γράψεις αμέτρητες λέξεις. Για τη μέρα που η Βουλγαρία αντιμετώπιζε τη Γερμανία στα προημιτελικά του Μουντιάλ του 1994 και για να καθησυχάσει τον προπονητή του, του είπε «Χαλάρωσε. Μόλις με δούνε θα ‘χεστούν πάνω τους'». Για το ότι είναι ο μόνος παίκτης της ΤΣΣΚΑ Σόφιας που εκτιμούν ακόμα και οι ορκισμένοι εχθροί της Λέφσκι, γιατί όπως σχολίασε κι ένας Βούλγαρος δημοσιογράφος στο ESPN: «Τον Τρίφον τον σέβονται όλοι στη Βουλγαρία γιατί απλά δεν γίνεται να τον μισήσεις».

Για την ατάκα του Στόιτσκοφ, που όταν τον συμπεριέλαβε στην ιδανική 11αδα του, στην προσπάθεια του να περιγράψει το αγωνιστικό του στυλ είπε: «O Ιβανόφ δεν πήρε ποτέ του αιχμαλώτους». Για την πρώτη κόκκινη κάρτα που είδε παίζοντας με την εθνική, σε ένα φιλικό με την Ιταλία: «Έπαιζα εναντίον του Βιάλι. Κάποια στιγμή με έφτυσε στο πρόσωπο, γι’αυτό και βρέθηκε αμέσως στο πάτωμα. Ένας άνθρωπος δεν γίνεται να ελέγχει συνέχεια τα συναισθήματα του». Για τη μέρα που αντιμετώπισε, με επιτυχία, τον Καντονά στο Όλντ Τράφορντ και όταν στο τέλος όλοι οι συμπαίκτες του έτρεξαν στον Γάλλο για να ζητήσουν τη φανέλα αυτός τους ενημέρωσε ότι αυτή είναι κρατημένη για τον Ιβανόφ.

Για τότε που έπαιζε στην Ελβετία και ο προπονητής, με τον οποίο είχε κόντρα, τον ενημέρωσε πως είναι εκτός ομάδας και ο Ιβανόφ μάζεψε τα ρούχα του, πήγε στην κερκίδα και κάθισε να απολαύσει το ματς με καφέ και τσιγάρο, μέχρι που εμφανίστηκε ο πρόεδρος, του είπε «τι κάνεις εδώ; Έλα μαζί μου» και ο Βούλγαρος βρέθηκε από το πουθενά να μπαίνει αλλαγή στο 15′, σε ένα ματς που τελικά κρίθηκε από δικό του γκολ! Για την ατάκα του συμπαίκτη του στη Ραπίντ, Πίτερ Σότελ: «Ο Ιβανόφ είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρω που ξυρίζεται και τέσσερις ώρες μετά έχει κανονική γενειάδα». Για τότε που αγόρασε ένα τανκ απλά και μόνο για να δει πως είναι να οδηγάς ένα τέτοιο.

Για το καλτ τουρνουά ποδοσφαίρου ‘Κύπελλο Τρίφον Ιβανόφ’, που διεξάγεται κάθε χρόνο στο… Σάο Πάολο της Βραζιλίας (ναι, στη Βραζιλία) και στο οποίο σε συμβουλεύουν να παίξεις με μαύρα παπούτσια, επιτρέπονται τα γυαλιά ηλίου, το ποτό («αρκεί να μην πετάξεις τη μπύρα σου στον αντίπαλο») και το κάπνισμα («αρκεί να μην σου πέσει το τσιγάρο στο χλοοτάπητα») και απαγορεύεται να κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις όπως «ποιος είναι ο Τρίφον Ιβανόφ».

[διάβασε περισσότερα →]

Μια μικρή ωδή στον Φράνκι Λάμπαρντ

  [5 Σχόλια]

Για να φτάσεις στην κορυφή χρειάζονται αγώνες και θυσίες. Χρειάζεται να παλέψεις, να ματώσεις, να πονέσεις για να αποδείξεις πως αξίζεις (αν αξίζεις) ακόμα και αν προέρχεσαι από μια διάσημη οικογένεια, με μεγάλη ιστορία (και παράδοση) πάνω στο αντικείμενό σου. Μια τέτοια περίπτωση -στο χώρο του ποδοσφαίρου- είναι και ο Άγγλος ποδοσφαιριστής Φρανκ Λάμπαρντ. Τι και αν έχει πατέρα τον θρύλο της Γουέστ Χαμ, Φρανκ Λάμπαρντ (τον πρεσβύτερο). Τι και αν ο Χάρι Ρέντκναπ είναι θείος του. Τι και αν μεγάλωσε βλέποντας τον ξάδερφό του Τζέιμι (Ρέντκναπ) να εξελίσσεται σε ένα σπουδαίο παιδί-θαύμα για το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ο Φρανκ Λάμπαρντ δεν είδε τίποτα να του χαρίζεται. Δούλεψε το -σπάνιο είναι η αλήθεια- ταλέντο του και έγινε, για πολλούς, ο κορυφαίος μέσος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Εδώ και λίγες μέρες ο Φράνκι (όπως είναι γνωστός στις τάξεις των φίλων της Τσέλσι) σταμάτησε επίσημα την πλούσια επαγγελματική του καριέρα και εμείς εδώ στο el sombrero δεν μπορούσαμε να μην του αφιερώσουμε μερικές όμορφες λέξεις. Πιστέψτε με, όσο και αν κάποιος δεν γουστάρει την Τσέλσι, δεν γίνεται να μη συμπαθεί τον Φρανκ Λάμπαρντ και να μην σέβεται την ποδοσφαιρική του αξία.

«Θυμάμαι να οδηγώ για τέσσερις ώρες χαρούμενος μετά το επιτυχημένο δοκιμαστικό που είχα στη Σουόνσι. Ήμουν τόσο χαρούμενος. Η ομάδα πάλευε για να σωθεί. Όταν άρχιζε να βρέχει (στην Ουαλία) ξεχνούσε να σταματήσει. Η κατηγορία ήταν πολύ σκληρή και τις περισσότερες φορές πλέναμε μόνοι τα ρούχα μας, εγώ ως μικρότερος έπλενα και άλλων συμπαικτών, αλλά ειλικρινά λάτρεψα το πέρασμά μου από τη Σουόνσι. Εκεί κατάλαβα πόσο δύσκολος είναι ο επαγγελματικός χώρος του ποδοσφαίρου. Εκεί έγινα παίκτης. Από τότε πάντα έριχνα και μια ματιά να δω τι είχαν κάνει οι «κύκνοι» κάθε αγωνιστική».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Φρανκ Λάμπαρντ για το δανεισμό του την περίοδο 1995-1996 στη Σουόνσι (στα 17 του χρόνια) ως παίκτης της Γουέστ Χαμ, σε μια περίοδο μάλιστα που προπονητής στην ομάδα ήταν ο Ρέντκναπ και βοηθός προπονητή ο πατέρας του και δείχνουν πολλά για την αξία, την ποδοσφαιρική αντίληψη και την ταπεινότητα που διέθετε από μικρός. Είπαμε και πιο πάνω άλλωστε, τίποτα μα τίποτα δεν του χαρίστηκε. Ο Λάμπαρντ μπορεί να βγήκε από την φημισμένη ποδοσφαιρική ακαδημία της Γουέστ Χαμ (όπως ο Τζο Κόουλ, ο Ρίο Φέρντιναντ και ο Μάικλ Κάρικ) αλλά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του στο Λονδίνο είχε την ρετσινιά του παιδιού που παίζει λόγω του ονόματός του. Όταν στις 31 Ιανουαρίου του ’96  απέναντι στην Κόβεντρι ο Ρέντκναπ έβγαζε τον μέσο Τζον Μονσούρ για να περάσει στη θέση του έναν άγουρο 18χρόνο μέσο, στις κερκίδες οι περισσότεροι φίλοι των «σφυριών» μιλούσαν για το ανελέητο σπρώξιμο που δέχεται η καριέρα του μικρού και για το πόσο υπερεκτιμημένος είναι. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι άλλοι που τα έβαζαν με τον Ρέντκναπ επειδή για να γίνει μέλος της πρώτης ομάδας ο Λάμπαρντ είχε «θυσιαστεί» ένας άλλος νεαρός μέσος, αγαπημένος σε αρκετούς οπαδούς, ο Σκοτ Κάνχαμ. Ο Κάνχαμ είχε πολλούς φανατικούς θαυμαστές από τα χρόνια που έπαιζε στην ακαδημία της Γουέστ Χαμ, με την μετέπειτα πορεία του πάντως να δικαιώνει απόλυτα την επιλογή του Ρέντκναπ. Μετά από μερικά χρόνια -και αφού τον είχαν δει να επιστρέφει από ένα σοβαρό τραυματισμό στα 18 του χρόνια- ήταν οι ίδιοι που τον αποκαλούσαν προδότη, όταν τους άφησε για την Τσέλσι, σε μια περίοδο μάλιστα που το ‘καράβι’ της Γουέστ Χαμ είχαν αφήσει τόσο ο θείος-προπονητής του όσο και ο πατέρας του. Το επόμενο βήμα και η απογείωση της καριέρας του ήταν ήδη γεγονός ή μήπως όχι;

Τα πρώτα χρόνια στην Τσέλσι η ομάδα δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας. Δεν κατακτούσε πρωταθλήματα και προσπαθούσε να μπει σφήνα στις μεγάλες δυνάμεις (την Γιουνάιτεντ, την Λίβερπουλ και την Άρσεναλ). Σιγά-σιγά τα κατάφερνε και ο Λάμπαρντ έδειχνε να γίνεται και αυτός σχετικά γρήγορα βασικό γρανάζι της μηχανής των Μπλε. Όλα αυτά μέχρι την έλευση του Αμπράμοβιτς και των εκατομμυρίων του. Η ομάδα ανέβαινε αυτόματα επίπεδο και ο Λάμπαρντ έβλεπε τον άξονα της να γεμίζει με ξένους παίκτες τεράστιας αξίας όπως ο Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν και ο Κλοντ Μακελελέ, κάτι που σήμαινε πως η θέση στην βασική 11αδα δεν ήταν εξασφαλισμένη για κανένα. Όταν μάλιστα είδε την πρεμιέρα της ομάδας στο Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν 2003-2004, απέναντι από την Σπάρτα Πράγας, από τον πάγκο (παρέα με τον Τέρι και τον Γκουντγιόνσεν) κατάλαβε πολύ καλά πως έπρεπε να δουλέψει σκληρότερα. Να γίνεται μέρα με τη μέρα καλύτερος, δυνατότερος, πληρέστερος. Να πλησιάσει να γίνει όχι μόνο ο ηγέτης της Τσέλσι αλλά και ένας εκ των καλύτερων παικτών στον πλανήτη. Και τα κατάφερε.

Δύο χρόνια αργότερα (τ0 2006) ο Λάμπαρντ ψηφίζονταν δεύτερος καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη, πίσω από τον πρώτο Ροναλντίνιο, είχε κερδίσει δύο σερί πρωταθλήματα με την Τσέλσι του Μουρίνιο και ήταν βασικός και αναντικατάστατος στην 11αδα της εθνικής Αγγλίας. Η έλευση του Μουρίνιο είχε παίξει σίγουρα το ρόλο της (ο Πορτογάλος ήταν ο Special One) όπως και οι ποιοτικοί συμπαίκτες. Για να φτάσει όμως να γίνει ο Λάμπαρντ ο ηγέτης της Τσέλσι ήταν εύκολο να γίνει κατανοητό πως είχε ρίξει απίστευτη δουλειά. Τα νούμερά και οι επιδόσεις του δεν μπορούσαν να γίνουν μόνο με το ατομικό ταλέντο  και τις τακτικές των προπονητών του. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως στα 32 του χρόνια -επί Αντσελότι- σκόραρε συνολικά 27 τέρματα σε 51 εμφανίσεις (κερδίζοντας και το πρωτάθλημα Αγγλίας), σε μια χρονιά (2009-2010) που όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ήταν η κορυφαία της καριέρας του σε ατομικό επίπεδο. Τα πρώτα χρόνια του Μουρίνιο στο Στάμφορντ Μπριζ μην ξεχνάμε επίσης πως του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «βιονικός» επειδή δεν έλειπε ποτέ (κυριολεκτικά όμως ποτέ) από κανένα παιχνίδι, ακόμα και από εκείνα τα «εύκολα» του Λιγκ Καπ. Ο Λάμπαρντ ήταν μαζί με τον Τζέραρντ και τον Πολ Σκόουλς οι κορυφαίοι μέσοι στο Νησί και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους θεωρούσαν ως τους κορυφαίους στον κόσμο εκείνα τα χρόνια. Κάτι που δεν απείχε και πολύ απ’ την πραγματικότητα αν θέλετε και τη δική μου -ταπεινή- γνώμη.

Δεν θα σταθώ στους τίτλους και τις ατομικές διακρίσεις του Λάμπαρντ, κέρδισε άλλωστε τα πάντα με την Τσέλσι, θα σταθώ σε αυτά που μπορούσε να κάνει στο γήπεδο και στο πως έμπαινε πάντα μπροστά στα δύσκολα παιχνίδια για την ομάδα του. Μπορούσε να οργανώσει τέλεια ως μαέστρος, παίζοντας ως deep lying playmaker δίπλα στον σπουδαίο Κλοντ Μακελελέ. Να αγωνιστεί ως καθαρός κόφτης δίπλα στον Μπάλακ και τον Ντέκο ή τον Στήβεν Τζέραρντ στην εθνική. Να πασάρει άψογα και να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένας μέσος με την αίσθηση του γκολ σπουδαίου επιθετικού και το ηγετικό χάρισμα παικτών άλλης εποχής. Ένας παίκτης που προσωπικά λάτρευα να χαζεύω να παίζει ποδόσφαιρο. Ένας παίκτης που ποτέ δεν προκάλεσε και που πάντα έδειχνε το σπουδαίο ήθος του χαρακτήρα του.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εξωπραγματική του εμφάνιση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ του 2008 λίγες μέρες μετά τον χαμό της μητέρας του. Εκείνο το γκολ κόντρα στην Τσέλσι (ως παίκτης της Σίτι) που είχε ισοφαρίσει το ματς σε μια περίοδο που ο σύλλογος που λάτρεψε και λατρεύτηκε του είχε φερθεί με πολύ άσχημο τρόπο και αυτός δεν το πανηγύρισε καθόλου. Τον διαπληκτισμό που είχε ως παίκτης της Γουέστ Χαμ με τον αστέρα της ομάδας Πάολο Ντι Κάνιο για μια εκτέλεση πέναλτι. Ένα πέναλτι που τελικά ο Ιταλός είχε εκτελέσει εύστοχα και καθώς έβριζε θεούς και δαίμονες ο νεαρός Φρανκ Λάμπαρντ τον αγκάλιασε και του έδωσε συγχαρητήρια δίνοντας τόπο στην οργή, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την ωριμότητα που διέθετε και που τον βοήθησε να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια σε παίκτη παγκόσμιας κλάσης, και φυσικά εκείνο το κάλεσμα που δέχθηκε από την Γουέστ Χαμ το 2010 για να παραστεί στο Μπολέιν Γκράουντ τη μέρα που τα «σφυριά» τίμησαν τον σπουδαίο προπονητή των ακαδημιών Τόνυ Καρ. Το περίεργο βέβαια δεν είναι πως ο Λάμπαρντ αποδέχτηκε την πρόσκληση αλλά το γεγονός πως παρουσιάστηκε μπροστά στους 15.000 φίλους της ομάδας που είχαν βρεθεί στη γιορτή (μαζί με αρκετούς Έλληνες από το fan club της ομάδας, να τα λέμε αυτά) φορώντας, ακομπλεξάριστος, ρετρό μπλουζάκι της Γουέστ Χαμ. Όσο κι αν υπάρχει ποδοσφαιρικός πολιτισμός στο Νησί, ελάχιστοι θα είχαν προβεί σε παρόμοια κίνηση ας μην γελιόμαστε. Να συμπληρώσω πως ο Λάμπαρντ είναι ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Τσέλσι (αν και μέσος). Ο μέσος με τα περισσότερα γκολ στην Πρέμιερ Λιγκ και ο παίκτης με τα περισσότερα γκολ εκτός περιοχής στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Προσωπικά θεωρώ πως η λέξη μύθος δεν είναι ικανή να τον χαρακτηρίσει.

Εν κατακλείδι. Ο Φρανκ Λάμπαρντ (παρέα με τον Τζον Τέρι) είναι η Τσέλσι στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Ο παίκτης που πάνω του χτίστηκε μια σπουδαία ομάδα και ο παίκτης που έγινε κορυφαίος δουλεύοντας σκληρά για όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και όχι πατώντας μόνο στο ταλέντο του. Ένας ποδοσφαιριστής που αμφισβητήθηκε τα πρώτα χρόνια της καριέρας του αλλά ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Ο ορισμός της μαχητικής ψυχής. Ένας ανάμεσα στις μεγαλύτερες ηγετικές προσωπικότητες που έχει γνωρίσει το άθλημα τα τελευταία 25 χρόνια. Ένας παίκτης που έκανε καλύτερο το άθλημα και που προσωπικά νιώθω τυχερός που τον έζησα να αγωνίζεται από την αρχή της -τεράστιας- καριέρας του. Και -πιστέψτε- με, ως φίλος της Λίβερπουλ, ειλικρινά δεν ξέρω πόσα παιχνίδια παρακολούθησα τον Λάμπαρντ αντίπαλο των «κόκκινων». Σε όλα τον χαιρόμουν. Ακόμα και σε αυτά που έπαιζε τέλεια απέναντί μας και ήταν ο βασικός υπαίτιος για τις νίκες των «μπλε».

Από τη Λιβερία στην Ευρώπη, η ιστορία του Ζορζ Γουεά

  [7 Σχόλια]

Δυστυχώς τα πράγματα στην Αφρική δεν έχουν προχωρήσει πολύ τα τελευταία χρόνια. Οι συνθήκες δεν είναι καλύτερες, τα οικονομικά προβλήματα, οι πόλεμοι και η εκμετάλλευση δεν σταμάτησαν. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι η διέξοδος του ποδοσφαίρου, με πολλούς ανθρώπους από την Αφρική να καταφέρνουν μέσα από το ταλέντο τους να ξεφεύγουν, να καταφέρνουν να ζουν οι ίδιοι και οι συγγενείς τους σε καλύτερο επίπεδο. Πολύ πριν όμως φτάσουμε σε αυτό το σημείο, υπήρξαν κάποιοι πρωτοπόροι. Κάποιοι που σε πολύ πιο πέτρινα χρόνια για το αφρικανικό ποδόσφαιρο κατάφεραν να το δοξάσουν και να ανοίξουν τις πόρτες για τους επόμενους. Ένας από πιο σημαντικούς είναι ο Ζορζ Γουεά.

Ο Γουεά μεγάλωσε στα γκέτο της Μονρόβια στη Λιβερία. Παρ’ ότι έπαιζε μπάλα από μικρός ήξερε ότι οι πιθανότητες το ποδόσφαιρο να φέρει φαγητό στο τραπέζι ήταν λίγες και έτσι παράλληλα δούλευε και σαν τεχνικός-ηλεκτρολόγος. Σιγά σιγά όμως άρχισε να ξεχωρίζει στις τοπικές ομάδες, να κερδίζει τίτλους στην Λιβερία με δύο διαφορετικές ομάδες και να καλείται στην εθνική της χώρας. Οι εμφανίσεις του έφεραν μια μεταγραφή στο Καμερούν και στην πρωτεύουσα Γιαουντέ.

«Σε μια εποχή που υπήρχε μεγάλος ρατσισμός, ο Βενγκέρ μου συμπεριφερόταν σαν να ήμουν ο γιος του.
Κάθε φορά που έβγαινα στο γήπεδο έπαιζα γι’ αυτόν, για όλα όσα είχε κάνει για μένα.
Θα έσπαγα το πόδι μου, το πρόσωπό μου, το χέρι μου γι’ αυτόν»

Χρωστάμε πολλά στον Αρσέν Βενγκέρ που έφερε τον Λιβεριανό επιθετικό στην Μονακό από το Καμερούν. Σε χρόνια που γενικά δεν υπήρχε το ίντερνετ, τα δίκτυα σκάουτινγκ, τόσο ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, ήταν πραγματικά δύσκολο να βρίσκονται τα «διαμάντια» της Αφρικής. Ο Βενγκέρ έψαχνε επιθετικό, ρώτησε έναν φίλο του και εκείνος του μίλησε για τον Γουεά. Με ελάχιστα χρήματα, ο Βενγκέρ τον έφερε στο πριγκιπάτο, του έδειξε εμπιστοσύνη και γρήγορα κατάλαβε ότι είχε βρει έναν εξαιρετικό ποδοσφαιριστή.

Το ιστορικό γκολ στο Μόναχο, η ΠΣΖ έκανε έξι στα έξι στον όμιλό της

Την πρώτη του χρονιά ο Γουεά κάνει ήδη τη διαφορά σκοράροντας αρκετά στο γαλλικό πρωτάθλημα, τόσο ώστε να γίνει ο πρώτος Λιβεριανός που κατακτά το βραβείο του καλύτερου παίκτη της Αφρικής, το 1989. Θα το κατάφερνε άλλες δύο φορές στο μέλλον, το 1994 και το 1995. Ο Γουεά έμεινε τέσσερις σεζόν στην Μονακό, κατακτώντας ένα κύπελλο, πριν πάει στην Παρί Σεν Ζερμέν. Ήταν ένας πολύ γρήγορος επιθετικός, αρκετά καλός με την μπάλα στα πόδια και δυνατός ώστε να αντέχει στο σκληρό παιχνίδι των αντιπάλων. Δεν είχε τα απίστευτα ρεκόρ στο σκοράρισμα, αν δεις τα στατιστικά του δεν μάτωνε τόσο τα δίχτυα όσο πίστευες, αλλά ήταν ένας πολύ χρήσιμος επιθετικός και φαινόταν πάντα να έχει έφεση στο σκοράρισμα στα διεθνή παιχνίδια. Στο Παρίσι κατέκτησε ένα πρωτάθλημα, δύο ακόμα κύπελλα και είχε μια εξαιρετική πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ του 1995, όταν η ΠΣΖ έφτασε στα ημιτελικά και ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης. Αυτές οι εμφανίσεις του έδωσαν τη Χρυσή Μπάλα μπροστά από Κλίνσμαν και Λιτμάνεν. Εξίσου καλές πορείες είχε και στο ΟΥΕΦΑ, αλλά και το Κυπελλούχων όπου η ΠΣΖ έκανε πορείες ως τα ημιτελικά.

Το μακρινό ριμπάουντ (το σημαντικότερο πράγμα στο μπάσκετ) και το coast-to-coast

Οι εμφανίσεις του τον έφεραν ακόμα ένα σκαλί πιο ψηλά, αυτή τη φορά στο Μιλάνο. Ο Γουεά εκεί πλέον θα γινόταν στα μάτια όλων ένας από τους κορυφαίους επιθετικούς του κόσμου. Στην Μίλαν συνεργάστηκε με επιτυχία με πολλά μεγάλα ονόματα της εποχής. Σιμόνε, Μπίρχοφ, Σαβίσεβιτς, Μπάτζιο, Λεονάρντο, Κλάιφερτ και προς το τέλος της καριέρας του και με τον Αντρέι Σεβτσένκο. Ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της Μίλαν κάποιες σεζόν και χωρίς να πετυχαίνει απίστευτα νούμερα (σκεφτείτε βέβαια και τις άμυνες εκείνης της περιόδου στην Ιταλία) ήταν ένας από τους σημαντικούς παίκτες της ομάδας. Έτρεχε, πίεζε, έβαζε το εγώ κάτω από την ομάδα και μοίραζε ασίστ και έβαζε και κάποια μαγικά γκολ όπως αυτό με τη Βερόνα. Στην Μίλαν κατέκτησε δύο πρωταθλήματα και φυσικά ένα σωρό προσωπικούς τίτλους.

Στο τέλος της καριέρας του πέρασε και από την Αγγλία. Παρ’ ότι δεν έλαμψε, στην Τσέλσι αγαπήθηκε αρκετά από τον κόσμο μια που είχε και σημαντική συνεισφορά στο κύπελλο του 2000. Γενικά, λόγω και της απόδοσης, αλλά και του χαρακτήρα του έκανε φίλους παντού. Σεμνός, ταπεινός και μετρημένος, δεν άλλαξε σαν χαρακτήρας παρά τη δόξα και τα χρήματα. Το μόνο του παράπονο ίσως από μια τεράστια καριέρα είναι ότι δεν κατάφερε να παίξει σε ένα Μουντιάλ, να οδηγήσει εκεί τη Λιβερία. Στα προκριματικά του 2002, η Λιβερία έχασε μόλις για έναν βαθμό την πρόκριση από τη Νιγηρία. Στο Κύπελλο Εθνών της Αφρικής που έγινε λίγους μήνες αργότερα στο Μάλι, έπαιξε για τελευταία φορά στα 36 του πια με την εθνική, σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Νιγηρία. Σκόραρε 22 φορές, το τελευταίο του γκολ λίγες μέρες πιο πριν με το Μάλι σε μια ισοπαλία.

Η βράβευση και μια μίνι συνέντευξή του

Ο Γουεά (που όσο γερνάει μοιάζει με έναν παχουλό Ίντρις Έλμπα) μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την πολιτική. Κι ενώ πάντα είμαστε επιφυλακτικοί με κάτι τέτοιο (Μάριο Ζαρντέλ εσένα κοιτάω), ο Γουεά φαίνεται ότι δεν «λερώθηκε» από αυτή. Μετά το ποδόσφαιρο βοήθησε ως πρέσβης της UNICEF στην ενημέρωση για την καταπολέμηση του AIDS και στην επανένταξη παιδιών που είχαν γίνει στρατιώτες, έφτιαξε ποδοσφαιρικές ομάδες που το μόνο κριτήριο εισαγωγής ήταν να μην παρατάς το σχολείο και συνεχίζει να προσπαθεί για το καλό της πατρίδας του. Κατέβηκε στις εκλογές για την προεδρία της χώρας το 2005, αλλά οι αντίπαλοί του αντιπαρέταξαν το γεγονός ότι δεν έχει σπουδάσει. Το κόμμα του Γουεά βγήκε δεύτερο και ο Ζορζ κατέβηκε ξανά και το 2011 αυτή τη φορά ως υποψήφιος αντιπρόεδρος της χώρας, χάνοντας ξανά. Κατάφερε όμως να εκλεγεί πανηγυρικά γερουσιαστής. Με τις εκλογές να γίνονται το 2017 και τη γυναίκα πρόεδρο της χώρας να έχει συμπληρώσει δεύτερη 6ετία και να μην έχει δικαίωμα να κατέβει ξανά, ο Γουεά θα δοκιμάσει και πάλι για πρόεδρος. Το αν είναι καλός ή κακός ως πολιτικός δεν το ξέρουμε. Αρκεί να παραμείνει ο ίδιος συμπαθής άνθρωπος.

Μάριο Ζαρντέλ: Τα γκολ και ο κατήφορος ενός μεγάλου φορ

  [2 Σχόλια]

Όταν η Βάσκο ντα Γκάμα αποφάσιζε να δώσει περίπου 30 χιλιάδες δολάρια για να φέρει στο Ρίο έναν πιτσιρικά από την πόλη Φορταλέσα στα βορειοανατολικά της Βραζιλίας, ίσως δεν είχε καταλάβει τι παίκτη αποκτούσε. Ο ύψους 1.88 «Σούπερ Μάριο» Ζαρντέλ ξεκινούσε μια επαγγελματική καριέρα στην οποία θα τίναζε τα αντίπαλα δίχτυα μερικές εκατοντάδες φορές, θα γινόταν γνωστός σε όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο, ποτέ όμως δεν θα έπαιρνε την μεγάλη μεταγραφή, ποτέ δεν θα γινόταν βασικός στην εθνική Βραζιλίας και τελικά θα κατέστρεφε ο ίδιος μια μεγάλη καριέρα.

Ένα τραγικό γεγονός έχρισε τον μέχρι τότε αναπληρωματικό Ζαρντέλ βασικό στα 21 του στο πρωτάθλημα Καριόκα του 1994. Ο επιθετικός Ντένερ έχασε σε τροχαίο τη ζωή του και ξαφνικά ο Μάριο έγινε η μοναδική λύση της Βάσκο, σκοράροντας 17 γκολ για να την οδηγήσει στον τίτλο. Η Γκρέμιο ενδιαφέρθηκε και τελικά τον πήρε αμέσως δανεικό στην προσπάθειά της να κατακτήσει το Κόπα Λιμπερταδόρες του 1995. Ο Ζαρντέλ εκεί γνώρισε τον Λουίς Φελίπε Σκολάρι, έναν άνθρωπο ο οποίος τον επηρέασε δραματικά (θα επανέλθουμε αργότερα). Ο «Φελιπάο» έφτιαξε ένα κλασσικό δίδυμο ψηλός-κοντός με Ζαρντέλ και Πάουλο Νούνιες, ο Μάριο κάθε σέντρα την έβαζε με το κεφάλι στα δίχτυα και σκόραρε 67 φορές σε 73 ματς κερδίζοντας 2 πρωταθλήματα Γκαούτσο, ένα πρωτάθλημα Βραζιλίας, ένα Λιμπερταδόρες και ένα Σούπερ Καπ Ν. Αμερικής. Άγγιξε και το Διηπειρωτικό, αλλά ο Άγιαξ των Λιτμάνεν, Ντάβιτς, Κλάιφερτ κέρδισε στα πέναλτι 4-3. Η Γκρέμιο δεν μπορούσε να καλύψει το ποσοστό αγοράς (1,3 εκατομμύρια δολάρια) και αναγκάστηκε να ζητήσει από τον κόσμο να συνδράμει με την περίφημη καμπάνια «Μείνε Ζαρντέλ». Τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν δεν έφτασαν και χρειάστηκε δάνειο για να αγοραστεί ο παίκτης.

Ο Ζαρντέλ είχε ήδη κάνει καλό όνομα και οι ομάδες της Ευρώπης τον ζητούσαν. Κανείς δεν ξέρει αν η καριέρα του θα είχε εξελιχτεί διαφορετικά με την μεταγραφή του στην Γλασκώβη και στους Ρέιντζερς το 1996. Οι Σκωτσέζοι έδιναν 4,5 εκατομμύρια στην Γκρέμιο, η μεταγραφή είχε κλείσει, ο Σούπερ Μάριο ταξίδεψε, έκανε προπονήσεις, αλλά οι περιορισμοί στους ξένους χάλασαν την μεταγραφή. Ο Ζαρντέλ πήγε τελικά στην Πόρτο και εκεί σκόραρε συνολικά 166 γκολ σε 169 αγώνες, παρέα με παικταράδες όπως οι Ζόρζε Κόστα, Βίτορ Μπαΐα, Ζλάτκο Ζάχοβιτς, Νούνο Καπούσο και πολλοί ακόμα. Πάντα όμως βρισκόταν πίσω στις κλήσεις της εθνικής, πίσω από παίκτες όπως Ρομάριο, Μπεμπέτο, Ριβάλντο, Εντμούντο, κυρίως γιατί έπαιζε σε ένα σχετικά χαμηλό πρωτάθλημα.

Παράλληλα, έπρεπε να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για το Χρυσό Παπούτσι. Το κέρδισε το 1998-99, αλλά την επόμενη (και καλύτερή του) σεζόν στην Πόρτο σκόραρε 38 φορές στο πρωτάθλημα και λόγων των συντελεστών, ο Κέβιν Φίλιπς της Σάντερλαντ με 30 «μόλις» γκολ τού πήρε τον τίτλο. Ο Ζαρντέλ το είχε πάρει απόφαση να φύγει. Ενδιαφέρον πάντα υπήρχε, πάντα όμως κάτι χαλούσε. Οι Ρέιντζερς (που συνολικά τον ήθελαν σε τέσσερις διαφορετικές σεζόν) προτίμησαν τον Μάρκο Νέγκρι το 1997, η Μπάγερν δεν τον έπαιρνε για παρτενέρ του Έλμπερ κι η Ίντερ το 2000 κατέληξε στον… Χακάν Σουκούρ. Στο ντόμινο που δημιουργήθηκε, η Γαλατά με ζεστά χρήματα στα χέρια (και ως κάτοχος του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ) έδωσε 18 εκατομμύρια και τον απέκτησε.

Ο Ζαρντέλ έγινε δεκτός με τιμές αρχηγού κράτους από τους οπαδούς της Γαλατά και μπήκε στις καρδιές τους αμέσως. Δύο γκολ στο Λουί Ντε, στο Σούπερ Καπ απέναντι στη Ρεάλ τον Αύγουστο του 2000 κατέθεσαν διαπιστευτήρια. Αυτός θα ήταν κι ο μοναδικός διεθνής ευρωπαϊκός τίτλος του Ζαρντέλ. Η χρονιά του ήταν καλή, σκόραρε 34 γκολ σε 43 αγώνες φτάνοντας στους 8 του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά ο ψυχολογικός του κατήφορος είχε ξεκινήσει, τα καμώματά του πολλά (έκανε απεργία όταν του είχα καθυστερήσει χρήματα) και γρήγορα αποφάσισε ότι ήθελε να φύγει. Η Ίντερ έκλεισε Εμρέ και Οκάν από τη Γαλατά και ο Ζαρντέλ περίμενε και τη δική του σειρά που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Η Ίντερ δεν τον αγόρασε και πάλι.

Πολύ πριν τους διαστημικούς Λιονέλ-Κριστιάνο, ο Ζαρντέλ έβαζε 42 γκολ

Συμφώνησε με την Μπενφίκα, αλλά τα λεφτά δεν βρέθηκαν και πήγε στην Σπόρτινγκ που έκανε τα πάντα για να τον πάρει δίνοντας χρήματα και τρεις παίκτες. Ο Ζαρντέλ με τον Λάζλο Μπόλονι προπονητή έβαλε 42 γκολ στο πρωτάθλημα, κατέκτησε το 2ο Χρυσό Παπούτσι, και συνολικά πέτυχε 55 γκολ σε 42 αγώνες, απίστευτα νούμερα εκείνες τις εποχές. Ήταν η τελευταία χρονιά όμως του «κανονικού» Ζαρντέλ, από εκεί και πέρα ξεκίνησε η αποκαθήλωση. Με τον Σκολάρι προπονητή της Βραζιλίας, τον άνθρωπο που τον έκανε γνωστό στην Γκρέμιο, ο Ζαρντέλ πίστευε ότι επιτέλους είχε έρθει η ώρα του για να παίξει σε ένα Μουντιάλ. Έκανε μεν ένα πολύ κακό Κόπα Αμέρικα το 2001 μαζί και με την υπόλοιπη Βραζιλία, τα 42 του γκολ όμως την επόμενη σεζόν ήταν ένα δείγμα της καλής του κατάστασης. Ο ίδιος έκανε δηλώσεις του στιλ «θα σταματήσω το ποδόσφαιρο αν δεν με πάρουν στο Μουντιάλ». Κι όμως, στην αποστολή της Βραζιλίας για τα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Ν. Κορέας το 2002, ο Σκολάρι πήρε το Φαινόμενο Ρονάλντο και τους Ντενίλσον, Εντίλσον και Λουιζάο στην επίθεση. Ο Εντίλσον μετά από μια περιήγηση στην Ιαπωνία ήταν στην Κρουζέιρο και ο Λουιζάο στην Γκρέμιο. Συνολικά μαζί δεν είχαν ξεπεράσει τα 10 γκολ εκείνη τη χρονιά. Δίκαιο ή άδικο, η Βραζιλία κατέκτησε τον τίτλο χάρη στο Ρονάλντο (και το γελοίο του κούρεμα) και ο Σκολάρι έμεινε σταθερός στις δηλώσεις που είχε κάνει τον Φεβρουάριο πριν το Μουντιάλ:

«Ο Ζαρντέλ είναι παίκτης περιοχής για να εκμεταλλεύεται σέντρες.
Αν δεν υπάρχει κανείς να του βγάλει σέντρες, δεν λειτουργεί.

Είναι πιο εύκολο για μια ομάδα να προσαρμόζεται πάνω του, αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά σε μια εθνική.
Δεν μπορείς να χτίσεις μια εθνική πάνω σε έναν παίκτη.
Πρέπει να προσαρμοστεί.
«

Το καλοκαίρι του 2002 ήταν η στιγμή που ο Ζαρντέλ έπεσε στον βούρκο. Αποκλεισμός από το Μουντιάλ, ομάδες που ενδιαφέρονταν γι’ αυτόν (όπως οι Μαρσέιγ, Μπέτις, Μπαρτσελόνα), αλλά δεν έδιναν τα χρήματα που ζητούσε η Σπόρτινγκ και τέλος προσωπικά προβλήματα. Ο γάμος του με το μοντέλο Κάρεν Ριμπέιρο (με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά) πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Η γυναίκα του δεν άντεξε άλλο τα νυχτοπερπατήματα και τις απιστίες και αποφάσισε να τον διώξει. Ο Ζαρντέλ σαν γνήσιο αρσενικό βραζιλιάνικης σαπουνόπερας το πήρε πολύ βαριά. Έφτασε στο σημείο να μην επιστρέφει πίσω στην Πορτογαλία. Η Κάρεν τελικά πάει στην Πορτογαλία και αυτός έπαιξε στην Σπόρτινγκ το χαρτί του χωρισμού για να κερδίσει μερικές εβδομάδες ακόμα στη Βραζιλία, να γλιτώσει προετοιμασία και να «σώσει τη σχέση του». Αντί όμως να γυρίσει στην οικογένειά του, το έριξε στα έξαλλα πάρτι, τα ξενύχτια, τον τζόγο και τέλος στην κοκαΐνη. Αρνήθηκε να βοηθηθεί από ψυχολόγους της Σπόρτινγκ, αρνήθηκε να γυρίσει πίσω, η Σπόρτινγκ σταμάτησε να τον πληρώνει αφού εξαντλήθηκε η υπομονή της. Οι άνθρωποί του έλεγαν ότι ο Ζαρντέλ έχει κατάθλιψη, αλλά οι φήμες στη Βραζιλία έκαναν λόγο μέχρι και για εισαγωγή σε κλινική για αποτοξίνωση. Ο Ζαρντέλ έπαιξε τελικά το 2002-03 σε αρκετά παιχνίδια της Σπόρτινγκ (συμπαίκτης του πιτσιρικά Κριστιάνο Ρονάλντο), σκόραρε μάλιστα 12 γκολ, αλλά δεν ήταν ο ίδιος παίκτης, με παραπανίσια κιλά και χωρίς την ίδια φλόγα. Στη διακοπή του χειμώνα λέγεται ότι τραυματίστηκε από βουτιά σε πισίνα στη Βραζιλία. Έξι χρόνια αργότερα παραδεχόταν σε βραζιλιάνικο κανάλι την εξάρτησή του και την απέδιδε στις… κακές παρέες. Ούτε λόγος για αυτοκριτική.

Μόνο η Λίβερπουλ θα μπορούσε να φάει γκολ από τον χοντρούλη Ζαρντέλ

Το καλοκαίρι του 2003 η Σπόρτινγκ βρήκε ευκαιρία να τον ξεφορτωθεί και η πολυεθνική Μπόλτον του Σαμ Άλαρνταϊς πήρε έναν αγνώριστο Ζαρντέλ. Οι Άγγλοι γρήγορα τον έβγαλαν «Lardel» για το πάχος του και ο πάλαι ποτέ Σούπερ Μάριο ξεκίνησε να αλλάζει ομάδες σαν τα πουκάμισα. Κρατηθείτε. Ανκόνα, Νιούελ΄ς Ολντ Μπόις, Ανόρθωση, Γιουνάιτεντ Τζετς (δεν είναι αεροπορική, είναι ομάδα στην Αυστραλία), Κρισιούμα, Φεροβιάριο (η τοπική ομάδα όπου είχε ξεκινήσει), Αμέρικα και Φλαμένγκο (όχι οι γνωστές, απλή συνωνυμία), Τσέρνο Μόρε (ναι Βουλγαρία το 2008), Ρίο Νέγκρο και Αλ-Ταγουόν στη Σαουδική Αραβία όπου και τελείωσε την καριέρα του. Σίγουρα ο Ζαρντέλ «αδικήθηκε», τόσο στην εθνική, όσο και από μεγάλες ομάδες που όταν ήταν στα καλά του δεν τον πήραν ενώ έδιναν χρήματα για πολύ κατώτερους παίκτες. Από εκεί και πέρα όμως, τα υπόλοιπα είναι θέμα του δικού του χαρακτήρα.

Το 2012 ο Ζαρντέλ μιλάει για τα προβλήματα που «άφησε πίσω»
Πέντε χρόνια αργότερα κατηγορείται για σωρεία εγκλημάτων

Οι παλιότεροι ίσως θυμάστε ότι ακολούθησε… πολιτική καριέρα όπως είχαμε δει. Αργότερα, οι 40.000 ψηφοφόροι του μετάνιωσαν όταν είχε προσλάβει πόρνες ως… συμβούλους. Οι ψηφοφόροι του Πόρτο Αλέγκρε θυμήθηκαν την καμπάνια «Ζαρντέλ μείνε» (βλέπε αρχή κειμένου) και ξανάφεραν το σύνθημα στην μόδα, αυτή τη φορά για να σταματήσει τα ταξίδια στα οποία έτρωγε λεφτά του δημοσίου. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια, επιστρέφοντας από την Πορτογαλία, οι αρχές των σταμάτησαν γιατί στη βαλίτσα του είχε 10 κιλά ψάρια, 1,5 κιλό τυρί και πολλές σακούλες αμύγδαλα. Ο Ζαρντέλ καθαιρέθηκε από τα καθήκοντά του και οι δικαστικές περιπέτειες συνεχίζονται, καθώς κατηγορείται για ξέπλυμα, πλαστογραφίες, απάτες, ναρκωτικά και γενικά τον μισό ποινικό κώδικα. Η ιστορία του αν το καλοσκεφτείς μοιάζει λίγο με αυτή του Αντριάνο, αν και ο Σούπερ Μάριο έχει σκοράρει περίπου τετραπλάσια γκολ. Εμείς θα τον θυμόμαστε για τα γκολ του και τις καλοκαιρινές ονειρώξεις των Ελλήνων οπαδών σε μια ξαπλώστρα, με μια αθλητική εφημερίδα που έγραφε «Έρχεται ο Ζαρντέλ» σαν σεντόνι, την ώρα που το θαλασσινό αεράκι σε νανουρίζει.

Ρόμπι Φάουλερ: O θεός των φίλων της Λίβερπουλ

  [5 Σχόλια]

Το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω δεν είναι ακριβώς ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο. Μάλλον, είναι ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο  αλλά έχει πολύ μικρή σχέση με το ποδόσφαιρο των ημερών μας. Το κείμενο που θα διαβάσετε -όσοι το διαβάσετε- δεν πρόκειται να σας κάνει σοφότερους σε ποδοσφαιρικά θέματα. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του κι ας είναι ο κεντρικός ήρωάς του κάποιος που βρίσκεται ανάμεσα στους κορυφαίους παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ. Το κείμενο αυτό είναι για τον Ρόμπι Φάουλερ. Όχι όμως για τον αριστεροπόδαρο τεχνίτη επιθετικό αλλά γι’ αυτόν που βρίσκεται κάτω από την αθλητική φανέλα και λατρεύτηκε όσο λίγοι από τους ανθρώπους του μεγάλου λιμανιού της πόλης των Beatles και του Έλβις Κοστέλο.

O Φάουλερ γεννήθηκε στο Τόξτεθ του Λίβερπουλ το 1975 και βίωσε στην τρυφερή ηλικία των 6 ετών (ευτυχώς ως θεατής) -ενώ είχε αρχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και να δηλώνει φίλος της Έβερτον- μια από τις μεγαλύτερες ταραχές που έζησε αυτή η πόλη. Ήταν 3 Ιουλίου του ’81 όταν η αστυνομία του Λίβερπουλ συνέλαβε τον μαύρο Λιρόι Αλφόνς Κούπερ χρησιμοποιώντας υπερβολική βία (τι περίεργο!) και -ουσιαστικά- βάζοντας το μπαρούτι στην έτοιμη από καιρό να εκραγεί κοινωνία των μαύρων της περιοχής. Αυτά που ακολούθησαν δεν θα τα αναφέρω σε αυτό εδώ το κείμενο. Όποιος θέλει μπορεί να τα βρει στο διαδίκτυο. Απλά να αναφέρω, για όσους δεν το γνωρίζουν, πως εκείνη την περίοδο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα στην Αγγλία με τους μαύρους (και στο Λίβερπουλ φυσικά) και δεν είναι τυχαίο πως o πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα των «κόκκινων» ήταν ο Χάουαρντ Γκέιλ που το είχε πραγματοποιήσει πάντως την ίδια δύσκολη περίοδο. Για να το πω πιο απλά: Ένας ρατσισμός υπήρχε.  Και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αρνηθεί κανείς. Ο μικρός Ρόμπι όπως ήταν φυσικό, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη δεν μπορούσε να μην μάθει να εναντιώνεται σε κάθε μορφής κοινωνική αδικία. Μιλάμε άλλωστε για τα εκρηκτικά 80s της Μάργκαρετ Θάτσερ που έφεραν τεράστιες αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη (και) της Βρετανίας. Ο Φάουλερ όσο τα χρόνια περνούσαν άρχισε να αφήνει τους «πλούσιους» της -τότε- Έβερτον και να γίνεται ένα με τους «κόκκινους» της εργατικής τάξης της Λίβερπουλ. Την ομάδα δηλαδή που λάτρεψε και λατρεύτηκε από τους φίλους της σε ολόκληρο τον κόσμο, όχι μόνο για τις γκολάρες του και το πάθος που έβγαζε εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου. Το λαϊκό «κωλόπαιδο» άλλωστε δεν είχε αρχίσει ακόμα να ζει το ποδοσφαιρικό του παραμύθι.

Ο Φάουλερ έγινε παίκτης της Λίβερπουλ το 1993, επί Σούνες. Σε μια περίοδο που στην πόλη κυριαρχούσαν οι συχνές εντάσεις ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και τα όργανα της τάξης, καθώς οι κυβερνώντες είχαν αποφασίσει να εξαθλιώσουν οικονομικά την εργατική τάξη και τα τόσα στόματα που θρέφονταν απ’ αυτή. Η μεγάλη απεργία που είχε ξεσπάσει στο λιμάνι της πόλης, δυστυχώς, δεν είχε βοηθήσει στην καλυτέρευση της κατάστασης σχεδόν καθόλου μιας και τα οικονομικά μέτρα που ακολούθησαν γίνονταν ολοένα και πιο σκληρά. Ήδη από τα τέλη των 80s η Θάτσερ και η κυβέρνησή της είχαν ουσιαστικά διαλύσει οικονομικά τους εργάτες στο λιμάνι και είχαν μειώσει το εργατικό δυναμικό πάνω από το 50%. Οι περισσότεροι από αυτούς υποστήριζαν φανατικά τους «κόκκινους» από την εποχή που ο σπουδαιός Μπιλ Σάνκλι βρίσκονταν στον πάγκο της ομάδας, αλλάζοντας ουσιαστικά τον χάρτη του Αγγλικού ποδοσφαίρου, διδάσκοντας όχι μόνο ποδόσφαιρο αλλά και αξίες που χρειάζεται να έχει ο κάθε άνθρωπος για να ζει μια αξιοπρεπή ζωή. (Τι σημαίνει αξιοπρεπή ζωή για τον κάθε εργάτη το έχει γράψει μοναδικά ο Τζακ Λόντον στο αριστούργημά του «Η σιδερένια φτέρνα»). Ο Φάουλερ είχε ήδη γίνει ο βασικός επιθετικός της Λίβερπουλ. Ήταν μέλος της εθνικής Αγγλίας και -εννοείται- έβγαζε ένα κάρο χρήματα μιας και ήταν το νέο «παιδί-θαύμα» των Άγγλων πριν τον Μπέκαμ και τον Μάικλ Όουεν. Ήταν η περίοδος που η αφίσα του (με ξανθό μαλλί παρακαλώ) κοσμούσε πολλά εφηβικά δωμάτια. Όχι μόνο φίλων της Λίβερπουλ. Ο Φάουλερ ήταν ένα είδωλο της ποπ κουλτούρας, από αυτά που οι Άγγλοι ξέρουν να φτιάχνουν μοναδικά. Ολόκληρος ο κόσμος έδειχνε να του ανήκει.

Στις 20 Μαρτίου του 1997, όταν η Λίβερπουλ αντιμετώπισε την Νορβηγική Μπρανν για τα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων (επικρατώντας  με 3-0), έγινε αυτό που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και -εννοείται- την καριέρα του νεαρού επιθετικού της Λίβερπουλ. Το πρώτο παιχνίδι (στη Νορβηγία) είχε λήξει με 1-1 με τον Φάουλερ να σκοράρει ένα από τα πιο όμορφα γκολ της καριέρας του, δίνοντας στη ρεβάνς χαρακτήρα τυπικό.

Στο παιχνίδι του Άνφιλντ ο Φάουλερ θα σκοράρει για το 3-0 στο 77′ και θα μπει για πάντα στις καρδιές όλων των πραγματικών φίλων της ομάδας. Όχι όμως για το γκολ. Η πρόκριση άλλωστε είχε από ώρα κριθεί και στο Άνφιλντ γνωρίζουν πολύ καλά να σέβονται τον αντίπαλο. Όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Φάουλερ θα σηκώσει την φανέλα της Λίβερπουλ και θα πανηγυρίσει δείχνοντας στις κάμερες το κατακόκκινο μπλουζάκι που φορούσε κάτω από αυτή, σοκάροντας (;) την «ηθική» UEFA που δεν γουστάρει ιδιαίτερα πολιτικά και αιχμηρά μηνύματα. Στο μπλουζάκι αναγράφονταν επί λέξη «500 λιμενεργάτες του Λίβερπουλ έχουν απολυθεί από το 1995» και ήταν γραμμένο -διόλου τυχαία- πάνω στο διάσημο λογότυπο της φίρμας Calvin Klein. DoCKer είναι ο λιμενεργάτης εις την αγγλικήν για όσους δεν το γνωρίζουν. Το λογότυπο ήταν όντως «σοκαριστικό», έτσι συμβαίνει συνήθως με την αλήθεια, για όλους αυτούς τους υποκριτές που γουστάρουν να έχουν πελάτη τον φτωχό εργάτη (μέσα από το ποδόσφαιρο άλλωστε παίζονται πολλά και μεγάλα πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια, όπως όλοι γνωρίζουμε) αλλά δεν θα νοιαστούν για τον αγώνα και για τις όποιες θυσίες έκανε ή κάνει αυτός για να βρει το «μαγικό» χαρτάκι και την ρέπλικα της ομάδας του.

Με αυτή του την κίνηση ο Φάουλερ έβαζε πλάτη στους λιμενεργάτες του Λίβερπουλ και έδειχνε σε ολόκληρη την Ευρώπη (και τον κόσμο) αυτό που πραγματικά συνέβαινε εκείνο το διάστημα στο διάσημο λιμάνι της πόλης του και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου. Από το 1995 και τις μαζικές απολύσεις της εταιρείας Torside μέχρι το 1997 είχαν συμβεί ένα σωρό «περίεργα» περιστατικά με αρνητικούς αποδέκτες -ποιους άλλους;- τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Το εργατικό κίνημα σήκωσε το ανάστημά του, βρήκε βοήθεια και από εργατικά κινήματα άλλων χωρών και τελικά κέρδισε την μάχη και αυτά που του αναλογούσαν. Εννοείται πως για να αλλάξουν όλα αυτά η κίνηση του ποδοσφαιριστή δεν ήταν κάτι το σημαντικό, ήταν όμως η καλύτερη διαφήμιση  και έδειξε πως ακόμα και πίσω από τα φώτα του ποδοσφαίρου, των τεράστιων ποσών, των όμορφων σταρλετίτσων που λειτουργούν ως «ουρές» και «βιτρίνες» για ένα σωρό παίκτες και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των χαρτογιακάδων, υπάρχουν ακόμα ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται ουσιαστικά για κάτι, τσαλακώνοντας την αστραφτερή τους εικόνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ρόμπι Φάουλερ. Για την ιστορία η UEFA είχε τιμωρήσει τον Φάουλερ με πρόστιμο που είχε αγγίξει τα 2.000 ελβετικά φράγκα.

O Φάουλερ πανηγύρισε αρκετούς σημαντικούς τίτλους, έκανε πολλά ατομικά ρεκόρ και σκόραρε μερικά από τα ομορφότερα γκολ στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ και των κυπέλλων Αγγλίας. Έφυγε για τη Λιντς, αγωνίστηκε στη Σίτι -δυναμιτίζοντας κι άλλο τα ντέρμπι του Μάντσεστερ- και επέστρεψε στην ομάδα της καρδιάς του (με πολλά παραπανίσια κιλά και λαβωμένος από τραυματισμούς) για όλους αυτούς που τον λάτρεψαν. Τσακώθηκε με αρκετούς μιας και δεν μπορούσε να κρυφτεί ποτέ πίσω από το δάχτυλό του. Τίμιος μέχρι το τέλος της καριέρας του. Αληθινός και ρομαντικός, όπως τότε που έπαιζε ποδόσφαιρο στους δρόμους με τα παιδικά του φιλαράκια. Όπως τότε που πανηγύρισε σαν να «σνιφάρει» μπροστά από τους φίλους της Έβερτον, που τον κατηγορούσαν για χρήση ναρκωτικών. Όπως τότε που έγινε ένα κουβάρι με τους φίλους της Λίβερπουλ στις κερκίδες του Ατατούρκ κλαίγοντας από χαρά για το 5ο Πρωταθλητριών (ως παίκτης της Σίτι).

Περισσότερο από όλα αυτά όμως λατρεύτηκε από τους πραγματικούς φίλους της ομάδας (αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ως γνήσιοι scousers) για εκείνη την κίνησή του στο ματς με την Μπρανν και για την εν γένει στάση του απέναντι στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους της πόλης του. Γι’ αυτό και το παρατσούκλι που του κόλλησαν στο KOP ήταν πάνω και από το «βασιλιάς» που θα ακολουθεί πάντα τον Κένι Νταλγκλίς (τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της ομάδας) και αυτό δεν είναι άλλο από το «Θεός». Γιατί ακριβώς αυτό είναι ο Ρόμπι Φάουλερ. Για όλους αυτούς που έζησαν τα δύσκολα χρόνια της ομάδας στα 90s (μετά το Χέιζελ και το Χίλσμπορο) αλλά και της τσέπης τους,  λόγω του «πολέμου» που δέχθηκαν επί Θάτσερ στα 80s. Ένας από αυτούς που τους έδινε δύναμη να παλέψουν στη δύσκολη καθημερινότητα για ένα καλύτερο αύριο, εκτός φυσικά των εκπληκτικών τερμάτων που σκόραρε για την ομάδα τους, κάνοντάς τους να ξεχάσουν τα όποια προβλήματα -έστω- για 90 λεπτά. Ο ΘΕΟΣ τους.

Ερνάν Κρέσπο: Ο άνθρωπος στη σκιά του Μπατιστούτα

  [6 Σχόλια]

Για σχεδόν είκοσι χρόνια φιλοδώρησε ένα σωρό εστίες με πολλά, πάρα πολλά τέρματα. Ένας ολοκληρωμένος φορ που χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος του κόσμου ή ο πιο δυνατός ή ο πιο τεχνίτης, τα είχε όλα σε μεγάλο ποσοστό και τα έκανε όλα σε βαθμό παραπάνω από ικανοποιητικό. Ένα πλήρες πακέτο. Θες κοντινά τελειώματα; Θες κεφαλιές; Θες βρωμόσουτα; Θες ψαλιδάκια; Θες τακουνάκια; Θες με το δεξί; Θες με το αριστερό; Ο Ερνάν Χόρχε Κρέσπο είχε σκοράρει με όλους αυτούς τους τρόπους (και μερικούς ακόμα), τελειώνοντας μια καριέρα με περίπου 300 γκολ σε συλλόγους και εθνική, πανάκριβες μεταγραφές και αρκετές επιτυχίες.

Κι όμως, αυτή η ιστορία ενός ανθρώπου που κατέκτησε πρωταθλήματα σε Αργεντινή, Ιταλία, Αγγλία, ένα Λιμπερταδόρες και ένα ΟΥΕΦΑ και μερικά ακόμα κύπελλα, βρισκόταν σχεδόν πάντα ως δεύτερη, πίσω από αυτή ενός άλλου παίκτη. Όταν γεννήθηκε ο Κρέσπο, ο μικρός τότε Γκαμπριέλ Μπατιστούτα πιθανότατα να έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα σε κάποια αλάνα καθώς τους χώριζαν έξι χρόνια. Όπως ο Μπατιγκόλ παραλίγο να μην παίξει μπάλα γιατί ήθελε να σπουδάσει, έτσι κι ο Κρέσπο παραλίγο στα 14 του να σταματήσει την μπάλα, όταν του είπαν από τις ακαδημίες της Ρίβερ ότι θα τον αφήσουν ελεύθερο. Ευτυχώς για τον Κρέσπο, ένας ιστορικός παίκτης της ομάδας που πίστευε σε αυτόν, ο Νορμπέτο Αλόνσο, επέμεινε έντονα και τελικά ο Ερνάν έμεινε στην αγαπημένη του Ρίβερ.

Η ιστορία Κρέσπο-Μπατιστούτα έχει πολλά κοινά. Κάποιες φορές ο ένας ακολουθούσε τα βήματα του άλλου, κάποιες φορές έκαναν παράλληλα τα ίδια πράγματα και κάποιες λίγες βρίσκονταν μαζί (και πάλι όμως ως ανταγωνιστές). Ο Μπατιστούτα έφυγε το 1990 από τη Ρίβερ Πλέιτ και ο Κρέσπο ξεκίνησε εκεί την καριέρα του τρία χρόνια αργότερα. Ήταν στα μέσα του 1993 όταν ετοιμαζόταν να πάει πενταήμερη με τους συμμαθητές του στην πανέμορφη περιοχή Μπαριλότσε της Αργεντινής. Δέχτηκε όμως ένα τηλεφώνημα και αμέσως ακύρωσε τις ετοιμασίες. Ο Πασαρέλα τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα της Ρίβερ και μια μεγάλη καριέρα ξεκινούσε.

Ήδη ο Μπατιγκόλ είχε πάει στη Φιορεντίνα και το 1996 ο Κρέσπο (μετά από το προσωπικό του σόου στο Λιμπερταδόρες εκείνης της σεζόν) έκανε σχεδόν το ίδιο ταξίδι για μια εξίσου μικρομεσαία ομάδα, 200 περίπου χιλιόμετρα πιο βόρεια, την Πάρμα. Εκεί βρήκε ένα σύνολο που είχε ήδη κατακτήσει ένα κύπελλο και ένα ΟΥΕΦΑ τα προηγούμενα χρόνια. Η νέα Πάρμα του Αντσελότι (και αργότερα του Μαλεζάνι) στηρίχθηκε στον Κρέσπο μαζί με άλλους παίκτες, όπως ο πιτσιρικάς Μπουφόν και ο Λιλιάν Τουράμ και ήταν μια από τις πιο συμπαθητικές και ενδιαφέρουσες ομάδες που είδαμε. Στην Πάρμα τον έμαθε πλέον όλος ο ποδοσφαιρικός κόσμος με τα κατορθώματά του.


Σενσίνι, Τουράμ, Βερόν, Μπουφόν, Κιέζα, Καναβάρο, Κρέσπο, δεν περιγράφω άλλο…

Ο Μπατιστούτα με τα βιολετί και ο Κρέσπο με τα κίτρινα-μπλε πυροβολούσαν συνεχώς. Σε μια χώρα όπως η Αργεντινή, που παθιάζεται με την μπάλα και ψάχνει συνεχώς να δημιουργεί διλήμματα, που είναι χωρισμένη σε οπαδούς του ρομαντικού Σέζαρ Λουίς Μενότι και του μακιαβελικού Κάρλος Μπιλάρδο, το νέο καυτό ποδοσφαιρικό ερώτημα δημιουργήθηκε γρήγορα: «Χωράνε Μπατιστούτα και Κρέσπο μαζί στην ίδια εντεκάδα;» Ο Πασαρέλα δεν ενθουσιάστηκε από αυτή την ιδέα. Στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1998 οι δυο τους συνυπήρξαν στην εντεκάδα μόλις δύο φορές με τον «Βαλνταντίτο» (εξαιτίας της ομοιότητας Κρέσπο-Βαλντάνο) να μπαίνει αλλαγή. 34 λεπτά στο 0-0 στην Ουρουγουάη και άλλα 34 απέναντι στην Κολομβία και πάλι σε ισοπαλία 1-1. Πριν το Μουντιάλ της Γαλλίας, ο Πασαρέλα φαινόταν ότι προετοίμαζε τον Κρέσπο για βασικό, αλλά οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά και το γεγονός ότι ο Κρέσπο προερχόταν από τραυματισμό τού άλλαξαν τη γνώμη. Ο Μπατιγκόλ έκανε ένα εξαιρετικό Μουντιάλ με πέντε γκολ, ενώ δίπλα του αγωνιζόταν κυρίως ο Κλαούντιο Λόπες. Ο Κρέσπο μπήκε αλλαγή μόνο σε ένα ματς, αυτό απέναντι στην Αγγλία, έχασε ένα πέναλτι αλλά τελικά η Αργεντινή πέρασε με 4-3. Φτωχή παρουσία.

Οι παράλληλοι βίοι συνεχίστηκαν και το καλοκαίρι του 2000 όταν Ρόμα και Λάτσιο έδωσαν περίπου 80 εκατομμύρια για να τους φέρουν στην αιώνια πόλη. Ήταν η ώρα να κάνουν το βήμα παραπάνω να πάρουν το σκουντέτο που τους έλειπε. Ο Κρέσπο το είχε αγγίξει στην πρώτη του χρονιά, όταν η Πάρμα έμεινε μόλις 2 βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Γιουβέντους και τώρα πήγαινε στην πρωταθλήτρια Λάτσιο. Βγήκε τελικά πρώτος σκόρερ μπροστά από Σεβτσένκο, Κιέζα, Μπατιστούτα και Βιέρι, αλλά ο Μπατιγκόλ ήταν και πάλι αυτός που χαμογέλασε, καθώς η Ρόμα πήρε τον τίτλο κι η Λάτσιο βγήκε τρίτη.

Τα συλλεκτικά λεπτά συνύπαρξης Κρέσπο-Μπατιστούτα το 1999

Το 2002 με τον Μαρσέλο Μπιέλσα προπονητή της ίσως καλύτερης Αργεντινής από άποψη ταλέντου όλων των εποχών, ο κόσμος ήθελε να δει στα γήπεδα της Κορέας-Ιαπωνίας το ντουέτο βασικό μαζί. Η πίεση από τα ΜΜΕ και τον κόσμο αφόρητη, αλλά ο Μπιέλσα όπως και ο Πασαρέλα δεν το τόλμησε ποτέ. Συνυπήρξαν ξανά μόλις για εννιά λεπτά, σε ένα από τα πρώτα φιλικά της εποχής Μπιέλσα. Στο Άμστερνταμ με την Ολλανδία, ο Μπιέλσα έκανε αλεφαντίσια αλλαγή στην αλλαγή και πέρασε τον Κρέσπο στη θέση του Τζιουλιμινπιέτρο. Για εννιά συλλεκτικά λεπτά πάτησαν χορτάρι μαζί και σε μια ωραία προσπάθεια του Κλαούντιο Λόπες από τα αριστερά, ο Κρέσπο άφησε (ή δεν έφτασε, αλλά εμείς προτιμούμε την πρώτη εξήγηση) την μπάλα και ο Μπατιστούτα κεραυνοβόλησε τον φαν ντερ Σαρ για το 1-1. Οι οπαδοί στο Άμστερνταμ Αρένα ήταν οι τελευταίοι που τους είδαν μαζί να πατούν περιοχή.

Ο Μπιέλσα ήταν κάθετα αντίθετος στην ταυτόχρονη χρησιμοποίησή τους, είχε ένα ρόστερ με πολλή ποιότητα και φαινόταν ότι τελικά κατέληγε στον Κρέσπο για βασικό. Τελικά, όπως και το 1998, οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά άλλαξαν γνώμη στον προπονητή. O 33χρονος Μπατιστούτα ξεκίνησε βασικός τρεις φορές, σκόραρε μόνο με τη Νιγηρία και τρεις φορές ο Κρέσπο τον αντικατέστησε. Ισοφάρισε στο 88′ στο ματς με τη Σουηδία αλλά η Αργεντινή δεν γλίτωσε το φιάσκο του αποκλεισμού.

Το μοναδικό γκολ του Κρέσπο το 2002 και τα δάκρυα του Μπατιστούτα

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2014, όταν ο Λόκο Μπιέλσα ήταν στην Μαρσέιγ ξαναθυμήθηκε την ιστορία. Έχοντας στην Μασσαλία τους  Ζινιάκ και Μπατσουαγί, έπρεπε να πείσει τον κόσμο ότι δεν χωρούν κι οι δύο στην ομάδα του ως βασικοί.

«Εδώ και 15 χρόνια το σκέφτομαι. Όποιον Αργεντινό και αν ρωτήσεις, θα σου μιλήσει άσχημα για μένα στο συγκεκριμένο θέμα. Δεν νομίζω ότι είναι πρόβλημα να χρησιμοποιήσω δύο επιθετικούς. Το πρόβλημα είναι ότι αφαιρώ έναν άλλον από την ομάδα. Για να βάλεις ένα ακόμα φορ, θα πρέπει να αφαιρέσεις κάποιον από τις πτέρυγες ή κάποιον δημιουργικό παίκτη και καμία από αυτές τις λύσεις δεν με βρίσκει σύμφωνο»

Τα παιχνίδια της μοίρας δεν τελείωσαν όμως. Τον Ιανουάριο του 2003 ο Κρέσπο, ως παίκτης της Ίντερ πλέον, τραυματίστηκε μένοντας για αρκετό καιρό έξω κι ο Μπατιστούτα ήρθε δανεικός από τη Ρόμα. Ήταν η πρώτη φορά ουσιαστικά που αντιστράφηκαν οι ρόλοι, που ο Μπατιγκόλ έγινε η ρεζέρβα του Κρέσπο. Ο Μπατιστούτα ήταν ο παρτενέρ του Βιέρι, με το κορμί του όμως πλέον να τον πονάει και να βρίσκεται σε πτώση. Η ταυτόχρονη παρουσία Κρέσπο-Μπατιγκολ σε σύλλογο, έφερε ελπίδες να τους δούμε επιτέλους βασικούς μαζί. Τον Απρίλιο του 2003, με τον Κρέσπο να έχει επιστρέψει και τον Βιέρι τραυματία οι Ιταλοί περίμεναν ότι στο Ίντερ-Λάτσιο θα ζούσαμε την ιστορική στιγμή. Τα αργεντίνικα ΜΜΕ έκαναν εκτενείς αναφορές στο γεγονός. Τελικά ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ξεκίνησε τον Ρεκόμπα πλάι στον Κρέσπο και αργότερα πέρασε τον Μάρτινς στη θέση του. Η ιστορία μάς άφησε με τα 81 συνολικά λεπτά των δύο επί Πασαρέλα και Μπιέλσα. Το ερώτημα δεν θα απαντηθεί ποτέ.

Κανείς δεν μιλάει για το υπέροχο τσίμπημα του Κρέσπο

Ο γηραιότερος Μπατιστούτα αποσύρθηκε, αλλά ο Κρέσπο συνέχισε την σπουδαία του καριέρα. Η πρώτη του σεζόν στην Τσέλσι ήταν θετική, αλλά ο έρωτας του Μουρίνιο για τον Ντρογκμπά τον έφερε δανεικό στην Μίλαν την επόμενη σεζόν. Θα μπορούσαμε ακόμα να μιλάμε για το Τσάμπιονς Λιγκ του Κρέσπο αν τα δυο γκολ του στον τελικό της Πόλης, δεν τα είχαν σβήσει ο Ντούντεκ και η επική νίκη της Λίβερπουλ. Ακόμα μια στιγμή δόξας που χάθηκε. Ένα χρόνο αργότερα, χωρίς Μπατιστούτα πλέον, ο Κρέσπο κατάφερνε να πάρει επιτέλους θέση βασικού σε ένα Μουντιάλ. Στα γήπεδα της Γερμανίας, απαλλαγμένος από τις συγκρίσεις, σκόραρε τρεις φορές σε τέσσερις συμμετοχές, αλλά η Αργεντινή έπεσε στις μακριές άσπρες κάλτσες του Γενς Λέμαν και αποκλείστηκε. Ο Ερνάν συνέχισε να παίζει μπάλα και σταμάτησε στην Πάρμα, όταν πια με γκρίζο κοντό μαλλί και όχι αληταμπουροαργεντίνικη μαλλούρα στα 36 του βγήκε πρώτος σκόρερ της με 9 γκολ. Παρακολούθησε την καταστροφή της ομάδας, ανήμπορος να βοηθήσει, έχοντας αποσυρθεί. Ένας από τους πιο πλήρεις επιθετικούς όλων των εποχών, με μια καριέρα γεμάτη προσωπικές και συλλογικές επιτυχίες, αλλά πάντα πίσω από έναν εξίσου τεράστιο παίκτη στην εθνική της χώρας.

Ο Άνθρωπος που Γλίτωσε από τον Πόλεμο και Χάθηκε στο Ποδόσφαιρο

  [2 Σχόλια]

Ένα από τα πράγματα που κάνουμε στο τέλος του χρόνου είναι η ανασκόπηση και ένα άλλο το να αγοράζουμε βιβλία. Κοιτώντας εδώ στο σάιτ κάποια πράγματα ξαναδιάβασα το ποστ για τον (πολυαγαπημένο ήρωα της Βαρκελώνης) Λάζλο Κουμπάλα. Παράλληλα, σε κάποιο βιβλιοπωλείο έπεσε το μάτι μου στη φρέσκια μετάφραση, στα Ισπανικά, του βιβλίου «Ο Περιπλανώμενος Προπονητής», αφιερωμένο στον Έρνο Ερμπστάιν, προπονητή και δημιουργό της «Γκραν Τορίνο».

Ο Έρνο Ερμπστάιν γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1898 στη Βουδαπέστη. Όπως φανερώνει το όνομά του ήταν ένας από τους πολυάριθμους Εβραίους της πόλης. Παράλληλα με τις διάφορες δουλειές που έκανε ως παιδί κλοτσούσε και μια μπάλα. Τελικά η μπάλα τον κέρδισε και έγινε ποδοσφαιριστής. Παρόλο που πολέμησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αμέσως μετά τη λήξη του και σίγουρος πια ότι το ποδόσφαιρο ήταν το επάγγελμα της ζωής του πείθει τη γυναίκα του να μετακομίσουν στην Ιταλία όπου το ποδόσφαιρο ήταν επαγγελματικό. Υπογράφει στην Φιουμάνα (σήμερα το Φιούμε ανήκει στην Κροατία) και παίρνει μεταγραφή σε λίγα χρόνια για τη Βιτσέντζα, ομάδα της Σέριε Β τότε. Το 1928 δέχεται ένα τηλεφώνημα από την Εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης να πάει να παίξει μπάλα εκεί. Πηγαίνει, χωρίς να τον ακολουθήσει αυτή τη φορά η γυναίκα του με την κόρη τους, οι οποίες έμειναν στην Ιταλία.

Στη Νέα Υόρκη δεν περνάει καλά μακρυά από την οικογένειά του, ενώ την ίδια ώρα ο Μουσολίνι κυβερνάει πια την Ιταλία, με την Εβραϊκή κοινότητα να υφίσταται τις πρώτες ρατσιστικές επιθέσεις. Κρεμάει τα παπούτσια του και γυρνάει στην Ιταλία ως προπονητής στο Μπάρι. Μετά από μερικές πετυχημένες χρονιές του γίνεται πρόταση να αναλάβει τον πιο ποθητό πάγκο της Ευρώπης τη δεκαετία του 1930, εκείνον της Τορίνο. Παρά τις σκληρές μεθόδους προπόνησης που εφήρμοσε (μαρτυρίες λένε ότι έδενε τα πόδια των ποδοσφαιριστών στους αστραγάλους και τους έβαζε να τρέχουν), οι παίχτες του τον λάτρευαν σε επίπεδο ειδωλολατρίας.

Εφαρμόζοντας το ρατσιστικό νόμο του Μουσολίνι «Μανιφέστο της Ράτσας», σύμφωνα με τον οποίο θα απελαύνονταν όλοι οι μη-Ιταλοί από τη χώρα, την 1η Δεκεμβρίου 1938 καραμπινιέροι βρέθηκαν έξω από το προπονητικό κέντρο της Τορίνο και τον ρώτησαν αν είναι Ιταλός. Απάντησε ότι είναι Ούγγρος. Μετά τον ρώτησαν αν είναι και Εβραίος. Τότε ο Ερμπστάιν έδωσε μια θρυλική απάντηση: «Ανήκω στη ράτσα των ανθρώπων. Άλλωστε εσείς ξέρετε ότι κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή βρίσκομαι στο γήπεδο». Παρόλα αυτά, δύο μέρες μετά με μια δημοσίευση στην εφημερίδα ‘Λα Στάμπα’, η Τορίνο τον απέλυε «ώστε να είναι σύμφωνη με τo ρατσιστικό νόμο».

Τότε ξεκινάει η περιπλάνησή του στην Ευρώπη. Προσπάθησε να μπει στην Ολλανδία, όπου τον είχε καλέσει ο παλιός του συμπαίχτης Άρμπαν Βάιτς, αλλά τον μπλόκαραν στα σύνορα, καθώς δεν ήταν Άριος. Επιστρέφει στη Βουδαπέστη και γλιτώνει από τους διωγμούς κατά των Εβραίων δουλεύοντας σε μια φάμπρικα κλωστοϋφαντουργίας. Εκεί συναντά τον μετέπειτα αρχηγό της Γκρανάτα, Φερρούτσιο Νόβο. Δουλεύει εκεί μέχρι το 1944, όταν και αναγκάζεται μαζί με την οικογένεια του να αφήσει το σπίτι του στο κέντρο της Βουδαπέστης. Στη μεγάλη σφαγή των Εβραίων της Βουδαπέστης, της 19ης Μαρτίου 1944, επιβιώνει διότι στο δίλημμα «στρατόπεδο συγκέντρωσης ή θάνατος» επιλέγει το πρώτο. Τον πηγαίνουν σε χωράφια καταναγκαστικής εργασίας, ενώ αγνοεί την τύχη της οικογένειάς του.

Μετά την απελευθέρωση της Ουγγαρίας από τον Κόκκινο Στρατό επανενώνεται με τους δικούς του και επιστρέφει άμεσα στο Τορίνο. Εκεί του ξαναδίνουν το πόστο του προπονητή και χτίζει μια θρυλική ομάδα που παίρνει 5 συνεχόμενα πρωταθλήματα και έχει 10 στους 11 παίχτες της Σκουάντρα Ατζούρα δικούς της. Το κόκκινο της Γκρανάτα βέβαια, μαζί με την προσωπική του ιστορία των διώξεων και την Εβραϊκή του καταγωγή, πλέον σημαίνουν ότι θεωρείται κομμουνιστής. Στο συντηρητικό Τορίνο αυτό ήταν πάλι ένα βαρύ φορτίο, πόσο μάλλον όταν ο εκδότης της κομμουνιστικής εφημερίδας, Ραφ Βαλλόνε, ήταν φίλος του. Τον κατηγόρησαν ότι ήταν Σοβιετικός κατάσκοπος και ότι είχε στήσει ένα παιχνίδι μεταξύ της Ιταλίας και της Σοβιετικής Ένωσης (φιλικό που δεν υπάρχει καταγεγραμμένο πουθενά, έγινε το 1947 και κέρδισαν 2-3 οι Σοβιετικοί). Ο ίδιος απαντούσε με τίτλους.

Ο Ερμπστάιν ήταν στο αεροπλάνο που έπεσε στη Σουμπέργκα, ένα από τα 31 θύματα του δυστυχήματος που εξαφάνισε την καλύτερη τότε ομάδα της Ευρώπης. Η κόρη του θεώρησε ότι ο πατέρας της δεν παίρνει την αναγνώριση που του αξίζει στον ποδοσφαιρικό κόσμο και γι’αυτό μαζί με τον δημοσιογράφο Λεονκάρλο Σεττιμέλι, έγραψαν τη βιογραφία του Έρνο Ερμπστάιν. Το βιβλίο «Περιπλανώμενος Προπονητής» απ’όσο έψαξα δεν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά. Για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει διαθέσιμο στα Ιταλικά, τα Ισπανικά και τα Αγγλικά.

Η μέρα που κάποιος τόλμησε να κατεβάσει τον γιακά του Καντονά

  [4 Σχόλια]

1 Οκτωβρίου 1995. Το Όλντ Τράφορντ είναι έτοιμο να φιλοξενήσει ένα ακόμα παιχνίδι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Λίβερπουλ. Οι φίλαθλοι που έχουν γεμίσει το γήπεδο όμως δεν αδημονούν μόνο για το ντέρμπι. Το ματς έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αξία χάρη και στην τύχη, που έστειλε το συγκεκριμένο ζευγάρι να παίξει στη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μια μόλις ημέρα πριν είχε λήξει η οχτάμηνη τιμωρία του Ερίκ Καντονά. Και όποιος έζησε εκείνους τους μήνες την τρέλα των αγγλικών ΜΜΕ με τον ιδιότροπο Γάλλο – τις τελευταίες εβδομάδες της τιμωρίας κάποιες εφημερίδες είχαν καθιερώσει ακόμα και καθημερινή αντίστροφη μέτρηση – μπορεί να επιβεβαιώσει πως δεν υπήρχε άνθρωπος στο Νησί που δεν ήθελε να δει την επιστροφή του ‘Βασιλιά Ερίκ’ στη δράση.

(Οχτώ μήνες πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με την Κρίσταλ Πάλας, ο Καντονά είδε την κόκκινη κάρτα. Στο δρόμο για τα αποδυτήρια ένας οπαδός των γηπεδούχων τον έβρισε. Ένας φυσιολογικός επαγγελματίας παίκτης δεν θα έδινε σημασία. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Η συνέχεια της συγκεκριμένης σκηνής είναι γνωστή σε όλους.

Ο οπαδός μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή που ξεστόμισε τα μπινελίκια και ο Καντονά πέρασε την υπόλοιπη εβδομάδα μαθαίνοντας τις τιμωρίες του. Έφαγε πρόστιμο και από την ομάδα και από την Ομοσπονδία, έχασε το περιβραχιόνιου του αρχηγού της εθνικής Γαλλίας, στην οποία μάλιστα δεν κλήθηκε ποτέ ξανά, και έμεινε 8 μήνες εκτός αγώνων, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των φιλικών.

Ενοχλημένος από το μέγεθος της τιμωρίας ζήτησε να φύγει από την Αγγλία. Από τον Απρίλιο κιόλας τα αγγλικά ΜΜΕ υποστήριζαν πως έχει συμφωνήσει με την Ίντερ. Τις φήμες αυτές ήρθε να ενισχύσει η φυγή του στο Παρίσι, κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι. Κι εκεί που όλα έδειχναν τελειωμένα ο Άλεξ Φέργκιουσον πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Μπήκε στο πρώτο αεροπλάνο για Γαλλία, κορόιδεψε τους δημοσιογράφους που τον ακολουθούσαν βγαίνοντας κρυφά από την κουζίνα του ξενοδοχείου, καβάλησε μια Χάρλει παρέα με τον ατζέντη του Γάλλου – true story – και συναντήθηκε με τον Καντονά σε ένα εστιατόριο ενός φίλου, το οποίο για την περίσταση είχε κλείσει για τους υπόλοιπους πελάτες. «Εκείνη η συνάντηση με τον Ερίκ, σε εκείνο το τεράστιο άδειο εστιατόριο είναι μια από τις πιο χρήσιμες πράξεις που έκανα ποτέ στα χρόνια που είμαι σ’αυτή τη δουλειά» υποστήριξε χρόνια μετά ο Σερ Άλεξ.)

Όταν οι δυο ομάδες βγαίνουν για προθέρμανση τα βλέμματα είναι όλα πάνω στον Γάλλο. Όλες οι κινήσεις του αναλύονται διεξοδικά. Το μεγάλο ερώτημα, για την ώρα, δεν είναι το αν θα μπορέσει να φτάσει γρήγορα στα παλιά επίπεδα απόδοσης αλλά το πως θα αντιδράσει από εδώ και πέρα στις προκλήσεις των αντιπάλων οπαδών και παικτών. Η μοίρα, ξανά, τα έχει φέρει έτσι που η πρώτη δοκιμασία φαίνεται να είναι και η πιο δύσκολη καθώς ο πρώτος αντίπαλος του είναι ο Νιλ Ράντοκ.

(Ο Νιλ Ράντοκ ήταν ένας αμυντικός από αυτούς που χαϊδευτικά αποκαλούμε «old school». Ψηλός, δυνατός, με περισσευούμενα κιλάκια, μεγάλο στόμα, άγαρμπα πόδια, μια μικρή ροπή προς το αλκοόλ και μια μόνιμη επιθυμία για καβγάδες και φάρσες. Σε απλά ελληνικά: Ένας τεράστιος τραμπούκος, μιας εποχής που έβγαζε τέτοιους τσόγλανους με το τσουβάλι. Στην περιβόητη λίστα του ‘France Football’ με τα «κακά παιδιά του ποδοσφαίρου», στην οποία ο Στιγκ Τόφτινγκ ήταν 3ος, ο Ράντοκ φιγούραρε στη δεύτερη θέση.

Ο Ράντοκ ήταν από εκείνους τους τύπους που τη μια στιγμή, και όσο περιμένετε να εκτελεστεί ένα κόρνερ, σου λέει ανέκδοτα και πρόστυχα αστειάκια και την επόμενη σου δίνει στο χέρι τα δυο σου πόδια, ξεχωριστά από τα παπούτσια, τις κάλτσες και τις επικαλαμίδες, και σε ρωτάει με σαρδόνιο χαμόγελο: «Μήπως θέλετε να σας τα τυλίξω, να τα πάρετε για το σπίτι;»

Στην αυτοβιογραφία του ο Σταν Κόλιμορ θυμάται μια φορά που αυτός και ο Ράντοκ ακολουθούσαν πρόγραμμα αποθεραπείας στο γυμναστήριο και ο φυσιοθεραπευτής της Λίβερπουλ είπε στον Ράντοκ να κάνει μισή ώρα διάδρομο και μετά να ξεκουραστεί. Όταν έμειναν μόνοι, ο ‘Razor’ (= «ξυράφι») έβαλε σε λειτουργία τον διάδρομο, πήρε τη ‘Sun’, έβγαλε ένα σάντουιτς με αυγό και μπέικον από την τσάντα και άραξε στη γωνία. Λίγο πριν επιστρέψει ο φυσιοθεραπευτής σηκώθηκε χαλαρά και ψύχραιμα, έτριψε δυο παγάκια στο πρόσωπο του για να μοιάζει ιδρωμένος και ανέβηκε νωχελικά στο διάδρομο. «Κοιτάξτε πόσο γαμάτος επαγγελματίας είναι ο ‘Razor'» ήταν το μόνο σχόλιο που έκανε ο αθώος φυσιοθεραπευτής, δείχνοντας τον ταλαιπωρημένο Ράντοκ σε κάτι μαθητευόμενα πιτσιρίκια που τον ακολουθούσαν.

Στη δικιά του αυτοβιογραφία πάντως, ο Άντι Κόουλ λογικά θα μνημονεύει ένα παιχνίδι β’ ομάδων στο Άνφιλντ, στο οποίο είχε αντιμετωπίσει τον Ράντοκ. Οι δυο παίκτες έπεσαν μαζί για να διεκδικήσουν τη μπάλα και το αποτέλεσμα είναι τόσο ακραίο που καταλήγει να ακούγεται σχεδόν αστείο: Ο Κόουλ αποχώρησε από το γήπεδο με δυο σπασμένα πόδια! Παραδόξως, ο επιθετικός της Γιουνάιτεντ ποτέ δεν του κράτησε κακία, πιστεύοντας πως ο αντίπαλος του δεν είχε πρόθεση να τον τραυματίσει. Ο ίδιος ο Ράντοκ βέβαια, μένοντας πιστός στο προκλητικό στυλάκι που τον έκανε διάσημο, χρόνια μετά πέταξε την κάφρικη ατάκα: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα να του σπάσω και τα δυο πόδια. Πήγαινα μόνο για το ένα».

Μιλώντας για σπασμένα πόδια, ο Ράντοκ είχε βρεθεί με ένα τέτοιο στα 18 του. Το πιο εντυπωσιακό μέρος αυτής της ιστορίας δεν είναι όμως ότι έσπασε το πόδι του στο ντεμπούτο του με τη φανέλα της Τότεναμ – όλως τυχαίως απέναντι στη Λίβερπουλ – αλλά ότι δεν το κατάλαβε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί για μια ολόκληρη εβδομάδα με χτυπημένο πόδι!)

Όσοι ανησυχούν για τη μονομαχία Ράντοκ-Καντονά δεν το κάνουν τυχαία. Ένα χρόνο πριν, τον Σεπτέμβρη του 1994, ο ευφάνταστος Άγγλος είχε ανακαλύψει τον καλύτερο και πιο απλό τρόπο για να εκνευρίσει τον οξύθυμο Γάλλο. Την ώρα που όλοι ετοιμαζόταν για ένα ελεύθερο, αυτός πήγαινε από πίσω του και του κατέβαζε τον, μόνιμα σηκωμένο, γιακά! Σατανικό; Αναμφισβήτητα. Αποτελεσματικό; Εν μέρει, αφού ακόμα και εκνευρισμένος ο Καντονά έβρισκε τρόπους να είναι αποτελεσματικός.

«Την πρώτη φορά που το έκανα απλά ψέλλισε κάτι θυμωμένος. Τη δεύτερη φορά προσπάθησε να μου πιάσει τη μύτη» θυμάται ο Ράντοκ, που συνέχιζε απτόητος, ποντάροντας σε μεγάλο βαθμό και στη φήμη του σκληρού που τον συνόδευε, που από μόνη της απέτρεπε αρκετούς από το να του απαντήσουν. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος παίκτης. Δεν ήταν ποτέ πρότυπο καλής συμπεριφοράς, ούτε θιασώτης της φιλοσοφίας «όταν σε χτυπάνε στο ένα μάγουλο, γύρνα τους και το άλλο».

Την τρίτη φορά που ο φημισμένος γιακάς κατέβηκε κάτω χωρίς τη συγκατάθεση του νευρικού ιδιοκτήτη του, η κατάσταση σοβάρεψε. «Διάλεξα τον μοναδικό Γάλλο που ψαχνόταν για καυγά» δήλωσε μετά ο αμυντικός της Λίβερπουλ, που αποκάλυψε πως ο μέσος της Γιουνάιτεντ, αφού πρώτα απάντησε στα mind games του κοροϊδεύοντας τον για τα παραπανίσια του κιλά και αφού τον έστειλε στο έδαφος με ένα τάκλιν από πίσω, που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο τιμωρείται τουλάχιστον με κόκκινη, του έδωσε ραντεβού στη φυσούνα μετά το τέλος του αγώνα. Εκεί που, για καλό και για κακό, ο Ράντοκ επέλεξε να πάει παρέα με τον θηριώδη Ντέιβιντ Τζέιμς, κίνηση που πιθανόν αποδείχτηκε σωτήρια για τη σωματική του ακεραιότητα. «Ήταν τρελός αλλά τον αγαπούσα, είναι ένας από τους αγαπημένους μου παίκτες» ομολόγησε ο Ράντοκ πριν λίγα χρόνια.

Ένα χρόνο μετά, η κόντρα τους αποδεικνύεται λιγότερο θεαματική. Ο Ράντοκ συνεχίζει να πειράζει τον γιακά του Γάλλου αλλά αυτό δεν είναι αρκετό αυτή τη φορά για να τον αποπροσανατολίσει. Δυο μόλις λεπτά μετά τη σέντρα και οχτώ μήνες μετά την τελευταία φορά που έπαιξε σε αγώνα ο ‘Βασιλιάς Ερίκ’ δίνει την ασίστ για το 1-0. Η Λίβερπουλ γυρνάει το παιχνίδι χάρη σε έναν ταλαντούχο 20χρονο πιτσιρικά, που κάποιοι αποκαλούσαν Ρόμπι Φάουλερ και κάποιοι άλλοι ‘Θεό’, αλλά η τελευταία λέξη του ματς ανήκει στον μεγάλο πρωταγωνιστή του. Ο Καντονά πασάρει στον Γκίγκς, αυτός ανατρέπεται στην περιοχή, ο Γάλλος εκτελεί ψύχραιμα το πέναλτι και γράφει το τελικό 2-2 εν μέσω αποθέωσης.

Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Ο ‘Βασιλιάς’ έχει επιστρέψει, κάποιος πρέπει απλά να ξεσκονίσει το θρόνο. Στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Σερ Άλεξ στέφεται πρωταθλήτρια. Το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά. Στα πέντε χρόνια που έκατσε στο Μάντσεστερ ο Καντονά, η Γιουνάιτεντ έχασε μόνο ένα πρωτάθλημα. Ναι, σωστά μαντέψατε: Το πρωτάθλημα στο οποίο ο Γάλλος ήταν εκτός δράσης λόγω της τιμωρίας.

Δυο χρόνια μετά από το ματς αυτό με τη Λίβερπουλ, τον Μάιο του 1997, ο Καντονά ανακοινώνει πως αποσύρεται από το ποδόσφαιρο. Ήταν μόλις 31 χρονών. Μιλώντας για την απρόσμενη αυτή απόφαση του λίγα χρόνια μετά είπε: «Αγαπούσα το παιχνίδι αλλά δεν είχα πλέον τη διάθεση και το πάθος να πηγαίνω νωρίς για ύπνο, να μη βγαίνω με τους φίλους μου, να μην πίνω όσο θέλω και να μην κάνω όλα τα υπόλοιπα πράγματα που μου αρέσει να κάνω σ’αυτή τη ζωή». Ο Ερίκ Καντονά δεν ήταν ποτέ ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας

  [9 Σχόλια]

Δεν μπορώ να ξέρω πόσοι από εσάς έχετε ανοίξει κουβέντα με κάποιο φίλο της Λίβερπουλ για τον Λούκας Λέιβα αλλά είμαι σίγουρος πως όσοι το έχετε τολμήσει μιλούσατε ώρα για τον Βραζιλιάνο αμυντικό μέσο των «κόκκινων» του Μέρσεϊσάιντ. Επίσης είμαι -σχεδόν- σίγουρος πως δεν βγάλατε καμία μα καμία άκρη για το ταλέντο του και τι είναι αυτό που τον έχει κάνει να είναι ο παλαιότερος στο υπάρχον ρόστερ (και ανάμεσα στους αρχηγούς)  μιας και ο Λούκας το καλοκαίρι που θα έρθει θα έχει συμπληρώσει αισίως τα 10 χρόνια στο Άνφιλντ. Ήταν 26 Ιουλίου του 2007 όταν ο Ράφα Μπενίτεζ έβγαλε από τα ταμεία της ομάδας το ποσό των 5 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει στο Άνφιλντ τον ταλαντούχο Βραζιλιάνο αμυντικό χαφ της Γκρέμιο, βλέποντας στο πρόσωπό του τον παίκτη που θα έδινε τις απαιτούμενες ανάσες στους Αλόνσο και Μασκεράνο μιας και ο Στήβεν Τζέραρντ προοριζόταν να μετατεθεί πιο μπροστά στη διάταξη του Ράφα και να παίξει πίσω ακριβώς από τον Φερνάντο Τόρες που έφτασε -και αυτός- εκείνο το καλοκαίρι για να δώσει το εύκολο γκολ που η ομάδα έψαχνε από τα χρόνια του ‘Ιαν Ρας και του Ρόμπι του Φάουλερ. Το τελευταίο είναι αστείο αλλά θα μπορούσε να γίνει εύκολα πιστευτό από αρκετούς.

Ο Λούκας αυτές τις 10 σεζόν δεν κατάφερε να γίνει ποτέ ο βασικός αμυντικός μέσος της ομάδας μιας και το ταλέντο του δεν υπήρξε ποτέ σπουδαίο και επίσης είχε να συναγωνιστεί μερικούς εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές που πέρασαν από την ομάδα για τις θέσεις των αμυντικών-κεντρικών χαφ. Ο Λούκας Λέιβα δεν είναι ο καλύτερος αμυντικός αλλά είναι και δύσκολο να τον περάσεις. Δεν έχει κάποια σπουδαία τεχνική αλλά μπορεί να παίξει την μπάλα με τη μία σε μικρές αποστάσεις (τι όχι;). Δεν έχει με τίποτα το γκολ. Δεν έχει την μακρινή μπαλιά. Δεν είναι πολύ γρήγορος αλλά δεν είναι και αργός. Δεν είναι δυνατός στο ψηλό παιχνίδι αλλά ξέρει να παίρνει σωστές θέσεις -γι’ αυτό καλύπτει επιτυχώς και τη θέση του στόπερ- και επίσης μπορεί να κόψει μπάλες δίχως να χρειαστεί να κάνει ένα δυνατό (βρετανικό) τάκλιν. Ο Λούκας Λέιβα είναι η μετριότητα προσωποποιημένη σε ένα όμορφο πρόσωπο με ξανθά μαλλιά και λαμπερό χαμόγελο. Ο Λούκας Λέιβα επίσης έχει κατακτήσει όλα αυτά τα χρόνια μόνο ένα λιγκ καπ (κόντρα στην Κάρντιφ το 2012) χωρίς όμως να βρίσκεται καν στην αποστολή του τελικού αλλά έχει επιβιώσει, ως άλλος Χαιλάντερ, και έχει καταφέρει να βρίσκεται σε κάθε ρόστερ με κάθε προπονητή. Με Μπενίτεζ, με Χότζσον, με Νταλγκλίς, με Ρότζερς και τώρα και με Κλοπ, κυρίως ως κεντρικός -γκαφατζής- αμυντικός που σκορπά απλόχερα το γέλιο ακόμα και στους συμπαίκτες του τρολλάροντας ακόμα και ο ίδιος τον εαυτό του μετά από κάποιος -συχνό- λάθος.

Και πάμε στο παράδοξο της υπόθεσης. Όταν ήρθε ο Λούκας, στην ομάδα υπήρχαν ο Αλόνσο, ο Τζέραρντ, ο Μασκεράνο και ο νέος Βιεϊρά, Μοχάμεντ Σισοκό (αγαπημένο παιδί του Ράφα από την κοινή τους παρουσία στη Βαλένθια) για τις θέσεις στον άξονα. Το Γενάρη του 2008 ο Ρανιέρι αγόρασε τον Σισοκό στη Γιουβέντους για 11 εκατομμύρια λίρες δίνοντας έτσι δίχως να το γνωρίζει στον Βραζιλιάνο τον απαραίτητο χώρο για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Αυτό φυσικά και δεν έγινε ποτέ και μάλιστα από τότε άρχισε μια ωραιότατη ιστορία με ένα σωρό παίκτες να έρχονται και να φεύγουν (άλλοι ως αποτυχημένοι-άλλοι ως επιτυχημένοι), όλοι για τις θέσεις των κεντρικών χαφ δίπλα πάντα στον λατρεμένο μας Λούκας. Ποιος όμως από όλους αυτούς δεν έφυγε ποτέ αλλά δεν κατάφερε και ποτέ να ηγηθεί; Πολύ σωστά μαντέψατε. Ο αγαπημένος ξανθομάλλης Βραζιλιάνος. To καλοκαίρι του 2009 η Λίβερπουλ θα χάσει τον Αλόνσο που θα φύγει για τη Ρεάλ και ο Μπενίτεζ θα φέρει ως αντικαταστάτη τον τραυματία Αλμπέρτο Ακουιλάνι (έλα μη γελάτε) σε μια μεταγραφή που θα τη θυμόμαστε πάντα  όταν θα έχουμε τις μαύρες μας. Εκείνη η σεζόν θα είναι η πιο γεμάτη για τον Λούκας αλλά τραγική δυστυχώς για την ομάδα. Το επόμενο καλοκαίρι η Λίβερπουλ θα χάσει και τον Μασκεράνο που θα φύγει για τη Βαρκελώνη και θα δει τον άξονά της να γεμίζει με παίκτες όπως ο Πόουλσεν, ο Μεϊρέλες και ο Τζόντζο ο Σέλβεϊ. Και οι τρεις θα πωληθούν τα επόμενα χρόνια. Ο Λούκας φυσικά θα μείνει παρέα με τον Τζέραρντ και τον Τζέι τον Σπίρινγκ αλλά χωρίς ποτέ να λογίζεται σαν βασικός. Ούτε όταν ήρθε ο Χέντερσον και ο Τσάρλι ο Άνταμ επί Νταλγκλίς, ούτε όταν ήρθε ο Άλεν και ο Τσαν επί Ρότζερς, ούτε όταν ήρθε ο Βαινάλντουμ και ο Γρούγκιτς επί Κλοπ. Σε όλους αυτούς βάλτε και μερικά ταλέντα που ποτέ δεν βρήκαν χώρο όπως ο Ρόσιτερ και ο Σούσο και κάντε τη σούμα. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσο θα παίξει στη συνέχεια ο Λούκας και αν θα καταφέρει να κερδίσει κάποιο σπουδαίο τίτλο με την ομάδα αλλά τον φαντάζομαι στα 50 με τη φανέλα της Λίβερπουλ να ανανεώνει για ακόμα ένα χρόνο και να ονειρεύεται πως επιτέλους θα κάνει μια μεγάλη σεζόν με την ομάδα. Άλλωστε όπως έγραψα και στον τίτλο «Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας».

Ο τερματοφύλακας που δεν ήθελε να κάτσει τέρμα

  [1 Σχόλιο]

Όταν ο Μανουέλ Νόιερ πήγαινε, ο Πασκάλ Ολμετά ερχόταν. Δυστυχώς γι΄αυτόν και τις ομάδες όπου έπαιξε, καμιά φορά δεν προλάβαινε να γυρίσει στο τέρμα του. Αποτέλεσμα, να τρώει μερικά –όχι πολλά, είναι η αλήθεια– θεαματικά γκολ, όπως αυτό που βλέπουμε εδώ: ένα πλασεδάκι εξήντα μέτρων, σε ένα ματς από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν έπαιζε στη Τουλόν, τότε που οι σχολιαστές έκαναν ακόμη τον κόπο να αναρωτηθούν «μα τι στο καλό σκέφτηκε;» όταν τον έβλεπαν να φτάνει, ντριμπλάροντας τους αντίπαλους επιθετικούς, μέχρι τη σέντρα κι ακόμη παραπέρα.

Ο Ολμετά ήταν ένας πολύ καλός τερματοφύλακας που προτιμούσε όμως να παίζει μακριά, πολύ μακριά από τη εστία του. Οπωσδήποτε υπήρξε ο πιο περιζήτητος και δημοφιλής γκολκίπερ στη Γαλλία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90. Όμως, οι παράτολμες έξοδοί του, η εντυπωσιακή επιδεξιότητά του με την μπάλα στα πόδια, τα καμώματά του όταν βαριόταν στο γήπεδο και η εκκεντρικότητά του έξω από αυτό, τον έκαναν γνωστό και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Η συμμετοχή του στο φιλικό ματς που οργανώθηκε στο Ολντ Τράφορντ το 1998 για τα πενήντα χρόνια από την αεροπορική τραγωδία του Μονάχου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Εκείνο το βράδυ τα έκανε σχεδόν όλα: έφτασε κυριολεκτικά μέχρι την άλλη άκρη του γηπέδου κυνηγώντας την μπάλα πριν βγει κι ο ίδιος άουτ, έφαγε πολλά γκολ μεταξύ των οποίων ένα όρθιος  από τον Καντονά, χτύπησε ένα ωραιότατο φάουλ που έξυσε το οριζόντιο δοκάρι, διασκέδασε μέχρι δακρύων τον Φέργκιουσον και τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, έκανε την εξέδρα να ζητά ρυθμικά τη μεταγραφή του στη Γιουνάιτεντ («Fergie, Fergie, sign him up») και, επειδή προφανώς θεώρησε ότι όλα αυτά δεν αρκούσαν, έκανε τον καραγκιόζη στα διαλείμματα της δράσης.

Ο Ολμετά γεννήθηκε στην Κορσική, διακρίθηκε από νωρίς ως ιδιαίτερα ταλαντούχος και ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην Μπαστιά πριν διασχίσει τα λίγα ναυτικά μίλια που χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή και βρεθεί στην ομάδα της Τουλόν. Στα 25 του, ανέβηκε στην πρωτεύουσα, στην πολύ φιλόδοξη Ρασίγκ (Ματρά τότε, λόγω της εξαγοράς της απο τον ομώνυμο βιομηχανικό κολοσσό) όπου έπαιξε συμπαίκτης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Πιέτρ Λιτμπάρσκι, τον Νταβίντ Ζινολά και τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Όταν το εγχείρημα της Ματρά ναυάγησε κι η ομάδα χρεοκόπησε, βρέθηκε, και μάλιστα με θέση βασικού εξασφαλισμένη από το συμβόλαιό του θέση, στην μεγάλη Μαρσέιγ, ήδη δυο χρόνια στη σειρά πρωταθλήτρια –θα συνέχιζε το σερί μέχρι τα τέσσερα. Ο τότε ιδιοκτήτης της, Μπερνάρ Ταπί είχε μεγάλα σχέδια, που δεν περιορίζονταν, όπως θα το μάθαιναν αργότερα και οι οπαδοί της ΑΕΚ, στην αγορά παικτών αλλά επεκτάθηκαν και στη εξαγορά αγώνων και διαιτητών. Όπως και να΄χει, ο Πασκάλ βρέθηκε να έχει προπονητή τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ –ο Κάιζερ άντεξε μόνο λίγους μήνες– και συμπαίκτες τον Ερίκ Καντονά, τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, τον Ζαν-Πιέρ Παπέν, τον Κρις Γουάντλ κ.α., σε μια ομάδα που τα επόμενα τρία χρόνια θα έπαιζε σε δυο τελικούς Πρωταθλητριών Ευρώπης –και θα κέρδιζε τον έναν, απέναντι στη Μίλαν, παρακαλώ. Στον πρώτο, τον χαμένο, ο Πασκάλ ήταν βασικός, στον δεύτερο ήταν στον πάγκο, αντικαταστάτης πια ενός άλλου γνωστού μας, του νεαρού Φαμπιάν Μπαρτέζ. Αυτή θα ήταν και η τελευταία χρονιά του Ολμετά στη Μαρσέιγ.

Ενδιάμεσα γνώρισε τη φρίκη του αιματοβαμμένου ημιτελικού του Κυπέλλου Γαλλίας ανάμεσα στη Μαρσέιγ και την ομάδα από την οποία ξεκίνησε, την Μπαστιά. Η διοίκηση των Κορσικανών σκέφτηκε ότι το ματς  με την υπερομάδα των μισητών γειτόνων ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γεμίσουν τα ταμεία. Καθώς το στάδιο Φουριανί (που έχει απαθανατιστεί σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες με θέμα το ποδόσφαιρο –σκηνοθέτης ο Ζακ Τατί) δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έστησαν βιαστικά μια προσωρινή κερκίδα 10.000 θέσεων. Στις 5 Μαΐου 1992, η κερκίδα θα καταρρεύσει σε απευθείας μετάδοση λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς. 18 νεκροί και 2.300 τραυματίες.  Η μικρή κόρη κι η γυναίκα του Ολμετά είναι στο γήπεδο αλλά θα γλιτώσουν.

Μετά τη Μαρσέιγ, ο Πασκάλ θα πάει στο αντίπαλο δέος της Λυόν, κι εκεί θα αποθεωθεί. Γίνεται το αντικείμενο λατρείας της εξέδρας  και αρχηγός της ομάδας, πανηγυρίζει, εξαργυρώνει τη δόξα του βγάζοντας ένα φριχτό σιντί στο οποίο τον ακούμε να ραπάρει (;) τη μεγάλη του αποτυχία «Κλώτσα το τόπι» (με μήνυμα εναντίον των ναρκωτικών), κάνει πολλά θεαματικά ματς, βάζει αυτογκόλ με τον αγκώνα, δίνει τη τελική πάσα για ένα κερδισμένο πέναλτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πανηγυρίζει, τσατίζεται, κυνηγάει τους αντίπαλους φιλάθλους για να παίξει ξύλο –όλα αυτά στο βίντεο που ακολουθεί, απολαύστε υπεύθυνα.

Δυστυχώς η καριέρα του στη Λυόν θα τελειώσει όπως ακριβώς του ταίριαζε: κωμικοτραγικά. 20 Δεκεμβρίου 1996.  Η Λυόν έχει φάει μια εφτάρα από την Οσέρ, γνωρίζει δύσκολες στιγμές, θέλει οπωσδήποτε νίκη στον αγώνα εντός έδρας με τη Ναντ για να κάνουν καλές γιορτές οι φίλαθλοι κι οι παίκτες –δεν θα κάνουν. Μετά την ήττα, που βυθίζει την ομάδα στα τάρταρα της βαθμολογίας, ο Πασκάλ Ολμετά ψάχνει στα αποδυτήρια τον συμπαίκτη του Ζαν-Λυκ Σασύς. Τον βρίσκει. Απολογισμός: σπασμένη μύτη και διάσειση για τον εύθραυστο Σασύς που είχε, ο δόλιος,  βγει τραυματίας στο ματς που προηγήθηκε. Μα τι είχε συμβεί; Οι δυο άντρες, φίλοι κατά τα άλλα, είχαν μια μικρή διαφωνία, εξωγηπεδικής φύσεως. Το θύμα είχε βάλει λόγια στην κοπέλα του θύτη. Συγκεκριμένα, απάντησε σε σχετική της ερώτηση («Αχ, μου αρέσει ο Πασκάλ. Τι τύπος είναι;») ότι ο Κορσικανός είναι μεν πολύ καλό παιδί αλλά καμιά φορά μπορεί να έχει κάποιες, χμ, βίαιες εξάρσεις. Η κοπέλα δεν τρομάζει ιδιαίτερα, τα φτιάχνει με τον τερματοφύλακα, του μεταφέρει τον διάλογο, ο Ολμετά διαφωνεί  με τις χαρακτηρολογικές εκτιμήσεις του Σασύς και γίνεται ένας από τους λίγους, ελπίζουμε,  ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τις γροθιές τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι βίαιοι.

Η διοίκηση της Λυόν, που, παρεμπιπτόντως, έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί έτσι κι αλλιώς τον Ολμετά –είχε ήδη βρεθεί ο αντικαταστάτης, ο μετέπειτα διεθνής Γκρεγκορί Κουπέ– τον απολύει. Πάει στην Εσπανιόλ, όπου μένει μόλις δυο μήνες –μεσολάβησε πάλι μια διαφωνία, σχετικά με τον χρόνο συμμετοχής του. Γυρίζει στην Κορσική και τελειώνει την καριέρα του σε χαμηλές κατηγορίες. Αλλά δεν τον νοιάζει και πολύ.

Το άλλο μεγάλο πάθος στη ζωή του Ολμετά, εκτός από την μπάλα και τη διασημότητα –πριν μερικά χρόνια κέρδισε πανεύκολα ένα ριάλιτι σόου όπου επώνυμοι έκαναν τους αγρότες– ήταν και είναι το αγριογούρουνο. Αρκεί να πούμε ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που ίδρυσε, με σκοπό την προστασία των άρρωστων παιδιών, έχει ως έμβλημα το τρυφερό θηλαστικό. Η Κορσική είναι σημαντικός βιότοπος για τα αγριογούρουνα και κυρίως ένα μέρος όπου το κυνήγι τους επιτρέπεται όλον τον χρόνο.

Κι ο Πασκάλ κυνηγάει από την ηλικία των πέντε ετών. Όχι μόνο το αγριογούρουνο. Συμπαίκτες του στη Μαρσέιγ τον θυμούνται να γδέρνει λαγούς που μόλις είχε σκοτώσει στα ντους των αποδυτηρίων. Το αγριογούρουνο απλώς είναι η αδυναμία του, και μια από τις μεγάλες του στιγμές ήταν όταν έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Πάθος για αγριογούρουνο» – ναι, υπάρχει. Πρόσφατα, όμως, γνώρισε την κατακραυγή όταν εμφανίστηκαν φωτογραφίες του δίπλα σ’ έναν σκοτωμένο ελέφαντα. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι σκότωσε το παχύδερμο από αγάπη για τη φύση –οι ελέφαντες στη Ζιμπάμπουε, υποστηρίζει ο Πασκάλ, είναι υπερβολικά πολλοί κι η κυβέρνηση ενθαρρύνει το κυνήγι. Ακολουθώντας, στην επιχειρηματολογία του, την ίδια, κάπως διεστραμμένη λογική, που τον βοήθησε στην ποδοσφαιρική του καριέρα, μια καριέρα τερματοφύλακα-κυνηγού.