Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Προσωπογραφίες'

Το τέλος του κόσμου κι ο Κάρλος Ρόα

  [3 Σχόλια]

Στη μουσική υπάρχει ο όρος «one hit wonder» για καλλιτέχνες ή μπάντες που έκαναν τρομερή επιτυχία με ένα τραγούδι και μετά το απόλυτο χάος. Από τον… Vanilla Ice και τις 4 Non Blondes μέχρι τους Bombfunk MC’s, η μουσική βιομηχανία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Στο ποδόσφαιρο δεν ξέρω αν υπάρχει αντίστοιχος όρος, άλλωστε με ένα γκολ είναι δύσκολο να κάνεις καριέρα, αλλά έχουμε δει δεκάδες ποδοσφαιριστές να κερδίζουν εντυπώσεις σε μία διοργάνωση ή μία σεζόν, να παίρνουν μια μεταγραφή και μετά να εξαφανίζονται, κινούμενοι στη μετριότητα. Συνήθως όλοι αυτοί (καλλιτέχνες και αθλητές) δεν ήταν μάλλον τόσο καλοί, συνέπεσαν σε μια περίοδο που τους πήγαν όλα καλά, ήταν τυχεροί, πείτε το όπως θέλετε. Ο πρωταγωνιστής της σημερινής μας ιστορίας όμως, είναι μία κατηγορία μόνος του. Γιατί ενώ έχει όλα τα τυπικά προσόντα του «one hit wonder» (έφτασε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα στην κορυφή), στην πραγματικότητα θα μπορούσε να κάνει πολύ πιο σπουδαία πράγματα αν μόνος του δεν κατέστρεφε το μέλλον του. Αυτή είναι η πολύ περίεργη ιστορία του Κάρλος Άνχελ Ρόα, ενός σπουδαίου τερματοφύλακα και ακόμα πιο περίεργου ανθρώπου.

Παρ’ ότι γεννήθηκε στη Σάντε Φε, δεν έπαιξε μπάλα σε κάποια από τις ομάδες της. Φόρεσε τα γάντια του στη Ράσινγκ Κλουμπ, παίρνοντας την πρώτη του συμμετοχή μόλις στα 19 του, όταν ο μεγάλος «Πάτο» Φιλιόλ αποβλήθηκε σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Ρόα έπαιξε μέχρι το 1994 στη Ράσινγκ και κατά τη διάρκεια της καριέρας του εκεί, συνέβη το πρώτο περίεργο. Τον Αύγουστο του 1990 η Ράσινγκ ταξίδεψε στην Αφρική για να κάνει εκεί ορισμένα φιλικά με ομάδες όπως η εθνική Μπενίν, το Τόγκο κι η Μπουρκίνα Φάσο. Ο Κάρλος Ρόα επιστρέφοντας από το Κονγκό εμφάνισε συμπτώματα ελονοσίας κι έφτασε ένα βήμα πριν το θάνατο. Η ασθένεια στην Αργεντινή ήταν πρακτικά άγνωστη και δεν υπήρχαν τα κατάλληλα φάρμακα για να θεραπευθεί, ενώ οι γιατροί που ήξεραν μόνο από τα βιβλία του έδωσαν εξιτήριο πολύ νωρίς. Αποτέλεσμα, ο Ρόα να επιστρέψει σε χειρότερη κατάσταση στο νοσοκομείο κι οι γονείς του αναγκάστηκαν να φέρουν τα φάρμακα από τη Βραζιλία. Ο πρόεδρος της Ράσινγκ δήλωσε ότι Ρόα αρνήθηκε να τα πάρει εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, κάτι που ο Ρόα πάντως το διέψευσε. Έτσι κι αλλιώς όμως, ο ίδιος θεώρησε ότι σώθηκε από θαύμα. Η πίστη του στον Θεό έγινε πολύ πιο έντονη.


«Η κατάκτηση της Αφρικής», τίτλος της εποχής για την τουρνέ στην Αφρική

Ο Ρόα έχασε μια σεζόν περίπου, επέστρεψε βασικός μετά τη φυγή του Γκοϊκοετσέα και τελικά το 1994 πήρε μεταγραφή στη Λανούς, σε μια απόφαση που άλλαξε την καριέρα του. Εκεί συνέπεσε σε μία χρυσή εποχή του συλλόγου, με το νεαρό τότε Έκτορ Ραούλ Κούπερ να κάνει σπουδαία δουλειά και συμπαίκτες καλούς παίκτες όπως ο Αριέλ Ιμπαγάσα και οι Μοράλες και Σούρερ. Όπως φυσικά ξέρουμε, ομάδα του Κούπερ και αυτοκτονία είναι έννοιες συνυφασμένες, ο Ρόα άγγιξε ένα πρωτάθλημα, αλλά το έχασε. Πρόλαβε όμως στη θητεία του να σημειωσει και το πρώτο του γκολ, με πέναλτι απέναντι στο… συνάδελφό του Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ. Το 1997 ο Κούπερ πηγαίνει στη Μαγιόρκα και για να υπογράψει, βάζει όρο στους νησιώτες να πάρουν τον «Λετσούγκα» (παρατσούκλι που σημαίνει μαρούλι, μια που ο Ρόα ήταν vegetarian πολύ πριν γίνει… μόδα,) για να τους βρει ένα χρόνο αργότερα κι ο Ιμπαγκάσα. Το 1997-98 είναι η χρονιά του… wonder για τον Ρόα.

Η νεοφώτιστη Μαγιόρκα του Έκτορ του Ραούλ του Κούπερ, με παίκτες όπως οι Στάνκοβιτς και Βαλερόν, κάνει μια συγκλονιστική σεζόν που τη φέρνει στην 5η θέση του πρωταθλήματος, ενώ φτάνει και στον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι στο Μεστάγια απέναντι στην Μπάρτσα του φαν Χάαλ. Αν αγαπητέ αναγνώστη περιμένεις happy ending σε τελικό με Κούπερ, μάλλον είσαι αισιόδοξος. Η Μαγιόρκα ανοίγει το σκορ στο 6′, ισοφαρίζεται από το Ριβάλντο, μένει με 10 παίκτες αρχικά και στην παράταση με 9. Κι όμως, καταφέρνει και κρατάει το 1-1 πηγαίνοντας το ματς στα πέναλτι.

Ένα βίντεο γεμάτο παιχταράδες (τα πέναλτι ξεκινούν περίπου στο 8.30)

Ο Ρόα αποκρούει τα πέναλτι των Ριβάλντο και Θελάδες και σκοράρει ο ίδιος στο 5ο και κρίσιμο. Στη συνέχεια αποκρούει το 6ο πέναλτι του Λουίς Φίγκο. Τι άλλο να κάνει ο άνθρωπος; Ο Στάνκοβιτς όμως στέλνει την μπάλα άουτ και η διαδικασία συνεχίζεται με την Μπαρσελόνα να κατακτά το κύπελλο χάρη και στον Χεσπ που κάνει τελικά κι αυτός τρεις αποκρούσεις. Η Μαγιόρκα αγγίζει το θαύμα. Ο Ρόα πάντως με την απόδοσή του έχει κερδίσει την κλήση στην εθνική ομάδα για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Πασαρέλα τον προτιμά από τον Χερμάν Μπούργκος και τον Καβαγιέρο και δικαιώνεται. Η Αργεντινή περνάει με τρεις νίκες από τον όμιλό της και ο Κάρλος Ρόα δεν δέχεται κανένα γκολ.

Στη φάση των 16 έχουμε ένα από καλύτερα παιχνίδια σε Μουντιάλ, το περίφημο Αργεντινή-Αγγλία με μερικές ιστορικές φάσεις. Μπατιστούτα-Ζανέτι, Σίρερ-Όουεν σκοράρουν και το παιχνίδι μετά από 120 λεπτά πηγαίνει στα πέναλτι. Ο Πασαρέλα πλησιάζει τον Ρόα και του λέει: «Πρέπει να κερδίσουμε στα πέναλτι, ε» και τον χτυπάει στην πλάτη, σαν να του λέει «κανόνισε να μην περάσουμε και θα δεις». Ο Ρόα νιώθε όλο το βάρος πάνω του, αλλά αν περιμένεις φίλε αναγνώστη καλή κατάληξη για την Αγγλία στα πέναλτι, πάλι κάνεις λάθος. Ο Σίμαν πιάνει το πέναλτι του Κρέσπο, αλλά ο Ρόα είναι σε τρομερή κατάσταση. Αποκρούει τα πέναλτι τόσο του Ινς, όσο και του Μπάτι. Η Αργεντινή παίρνει την πρόκριση κι ο Ρόα γίνεται εθνικός ήρωας, ο νέος Γκοϊκοετσέα. Μπορεί στη συνέχεια η χώρα να πικραίνεται από τον αποκλεισμό στο τέλος από την Ολλανδία (ναι, ο Ρόα είναι ο τερματοφύλακας σε αυτό το γκολ του Μπέργκαμπ), αλλά ο Λετσούγκα θεωρείται πλέον από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στον κόσμο.

Η Μαγιόρκα κάνει μια ακόμα εξαιρετική σεζόν και τερματίζει 3η το 1999. Ο Ρόα είναι σταθερά στους διακριθέντες, είναι ο τερματοφύλακας που δέχεται τα λιγότερα γκολ στην Πριμέρα, παίρνοντας το βραβείο Θαμόρα. Είναι ο μόλις τρίτος μη Ισπανός που το κατακτά. Το καλοκαίρι του 1999 ξεκινάει το τέλος του όμως. Ο Σμάιχελ φεύγει από τη Γιουνάιτεντ και ο σερ Άλεξ ψάχνει τον αντικαταστάτη του. Οι Άγγλοι προσφέρουν 10 ολόκληρα εκατομμύρια (τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής) και φυσικά η Μαγιόρκα δεν λέει όχι. Αυτός που λέει όχι όμως είναι ο Ρόα. Ανήκει στην εκκλησία των Ανβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας, μια εκκλησία Προτεσταντών που θεωρούν ότι το Σάββατο είναι η έβδομη ημέρα της εβδομάδας και μάλιστα ιερή. Ο Ρόα λέει ότι δεν μπορεί να πάει στην Αγγλία και να παίζει το Σάββατο κι ότι ήταν κακός Χριστιάνος όταν το έκανε. Λίγο αργότερα αρνείται να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Μαγιόρκα (που ας μην ξεχνάμε ότι είχε κερδίσει τη συμμετοχή της στο Τσάμπιονς Λιγκ) και δηλώνει ότι σταματάει το ποδόσφαιρο (στα 29 του) για να αφοσιωθεί στη θρησκεία του. Πολλοί άνθρωποι του ποδοσφαίρου προσπαθούν να τον μεταπείσουν, ακόμα κι ο προπονητής της εθνικής Χοσέ Πέκερμαν. Αυτός δεν αλλάζει γνώμη.


«Ποτέ δεν ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής και δεν μου λείπει το ποδόσφαιρο. Είμαι χαρούμενος χωρίς το ποδόσφαιρο. Βρίσκομαι σε ψυχική ηρεμία γιατί έβγαλα ένα βάρος από πάνω μου και το έκανα από αγάπη.»
– Κάρλος Ρόα, σε συνέντευξή του στην Ole

Γίνεται όμως ακόμα καλύτερο. Ο Ρόα δεν σταματά απλά το ποδόσφαιρο. Εγκαταλείπει τα εγκόσμια, αφήνει πίσω τα υπάρχοντά του και εξαφανίζεται. Πιστεύει ότι το Μιλένιουμ, σηματοδοτεί και το τέλος του κόσμου ή μάλλον καλύτερα, το τέλος των αμαρτωλών, καθώς υπάρχει η πεποίθηση στη θρησκεία του ότι ο Χριστός θα επιστρέψει στη Γη και μόνο οι σωστοί Χριστιανοί θα γλιτώσουν. Ο Ρόα γίνεται πάστορας κάπου στην εξοχή της Αργεντινής, απομονωμένος μαζί με την οικογένειά του, για να προσευχηθεί και να έρθει κοντά στον Θεό. Τελικά, το 2000 έρχεται, ο κόσμος κι οι υπολογιστές δεν καταστρέφονται και τον Απρίλιο ο Ρόα επιστρέφει στην Ισπανία και την μπαλίτσα, παρά τα όσα έλεγε σε συνέντευξή του. Η Μαγιόρκα τον δέχεται πίσω με αγάπη, αλλά ο Ρόα είναι κάθετος: Δεν θα αγωνίζεται τα Σάββατα, εκτός κι ο αγώνας είναι βραδινός. Μια που η Μαγιόρκα παίζει στους ομίλους, πολλά παιχνίδια της γίνονται Σάββατο, ενώ ήδη αγωνίζεται βασικός ο συμπατριώτης του Λέο Φράνκο.

Ο Ρόα όπως είναι φυσικό γίνεται παγκίτης, καθώς εκτός των άλλων έχει χάσει και τη φόρμα του. Μένει μέχρι το τέλος του συμβολαίου του και στη συνέχεια πηγαίνει στη Σεγόυντα και την Αλμπαθέτε. Εκεί βρίσκει τον εαυτό του, παίζει σε αρκετά παιχνίδια και κερδίζει την άνοδο στην Πριμέρα. Τα πράγματα φαίνονται να επιστρέφουν σε κανονικούς ρυθμούς, αλλά οι περιπέτειες δεν έχουν τελειώσει. Τη σεζόν 2003-04 και ενώ αγωνίζεται βασικός στην Αλμπαθέτε, αρχίζει να έχει πόνους στους κοιλιακούς ή έτσι νομίζει. Αφού οι γιατροί αρχικά δεν βγάζουν άκρη, οι εξετάσεις όμως δείχνουν την άσχημη αλήθεια. Καρκίνος στους όρχεις. Η Ισπανία τελειώνει οριστικά και απότομα. Ο Ρόα κάνει επέμβαση και συνεχίζει με χημειοθεραπείες.

Ο «Λετσούγκα» μένει εκτός δράσης σχεδόν για 2 σεζόν και φυσικά γνωρίζει ότι η καριέρα του έχει τελειώσει. Τουλάχιστον σε υψηλό επίπεδο, καθώς επιστρέφει στην ενεργό δράση με τη φανέλα της Ολίμπο (συναντώντας και τον Ισμαέλ Μπλάνκο). Φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τον παλιό τερματοφύλακα και απλά γράφει το τέλος του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Μετά το κρέμασμα των γαντιών του, ακολούθησε ως βοηθός του Ματίας Αλμέιδα σε διάφορες ομάδες, μέχρι να γίνει προπονητής τερματοφυλάκων στη Γουαδαλαχάρα. Η ζωή του κι η καριέρα του ήταν γεμάτη μάχες, ποδόσφαιρο, θρησκεία και ασθένειες. Κατάφερε να κερδίσει μόλις ένα Σούπερ Καπ στην Ισπανία (τη… ρεβάνς του τελικού με την Μπαρτσελόνα) και δύο διεθνείς τίτλους στη Λ. Αμερική με Λανούς και Ράσινγκ. Ίσως είναι άδικο να τον πούμε one hit wonder, είχε αρκετές καλές σεζόν συνολικά, αλλά είναι ο άνθρωπος που μέσα σε 2 χρόνια έφτασε απίστευτα ψηλά και προτίμησε να τα παρατήσει όλα. Πάντα αξίζουν σεβασμού όσοι μπορούν να πουν όχι στα χρήματα και στη δόξα για να κάνουν αυτό που θέλουν, αλλά υπάρχει και το ερώτημα αν αυτό το κάτι αξίζει. Ο ίδιος ο Ρόα σε συνεντεύξεις του πάντως δηλώνει ότι δεν μετάνιωσε ποτέ.

Ο Όσκαρ ντε Μάρκος και το Αντί-Λάικ

  [Καθόλου σχόλια]

Στο Μπιλμπάο οι άνθρωποι είναι περήφανοι για τρία πράγματα: για την κουζίνα τους, για το μουσείο τους και για την Αθλέτικ Μπιλμπάο. Η Αθλέτικ, που ακόμα και σήμερα την μπερδεύουν με την Ατλέτικο, είναι ένας σύλλογος ιδιαίτερα συμπαθής γενικότερα λόγω της (<κλισέ_αλέρτ>) γνωστής ρομαντικής πολιτικής της περί του ποιος έχει δικαίωμα να φορέσει τη φανέλα της (που δεν είναι και τόσο ρομαντική αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστ). Μέσα σε αυτά τα τυχερά από τη γεωγραφία παιδιά είναι και ο Όσκαρ ντε Μάρκος.

Το δεξί μπακ της Αθλέτικ είναι ένας αρκετά καλός παίχτης, που ξεκίνησε από την Αλαβές πριν κάνει το μεγάλο βήμα για το Μπιλμπάο. Η Βασκωνία είναι μια ζόρικη περιοχή γενικά αλλά το Μπιλμπάο είναι μια πόλη στην οποία ο οποιοσδήποτε ζει άνετα, πόσο μάλλον ένας Βάσκος. Ο Όσκαρ ντε Μάρκος από την αρχή που πήγε, πριν καν καθιερωθεί στην ενδεκάδα, έκανε δύο καλούς φίλους στο σύλλογο: τον Ινιάκι Γουΐλιαμς και τον πρέσβη του συλλόγου (υπεύθυνο διεθνών σχέσεων δηλαδή) Κάρλος Γκουρπέγι. Και οι τρεις αυτοί συμμερίζονταν κάτι κοινό, μια διαφορετική, πιο αλληλέγγυα προσέγγιση για τον κόσμο. Και αν για τον Ινιάκι αυτό ήταν σχετικά εμφανές, καθώς μεγάλωσε ως ένα παιδί μαύρων σε μια κοινωνία όπου η καταγωγή, η ράτσα και το αίμα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, ή για τον Γκουρπέγι ήταν γνωστό αφού από το 2008 έχει ιδρύσει και προεδρεύει της ΜΚΟ «Ανάπτυξη και Ποδόσφαιρο», για τον Ντε Μάρκος δεν ήταν γνωστό.

Και ούτε θα το μαθαίναμε και ποτέ αν κάποιος από τους ανθρώπους που επισκεπτόταν δεν το έβγαζε δημόσια. Στις 28 Αυγούστου κάποιος από το αντικαρκινικό νοσοκομείο παίδων του Μπιλμπάο έκανε μια ανάρτηση στα σόσιαλ μίντια ρωτώντας αν αυτός που επισκέφθηκε τον πάσχοντα από λευχαιμία οχτάχρονο γιο φίλων του ήταν όντως ο Όσκαρ ντε Μάρκος. Η επιβεβαίωση ήταν άμεση από πάρα πολλούς. Του απάντησαν ότι ο Ντε Μάρκος πάει κάθε βδομάδα στο νοσοκομείο και επισκέπτεται τα παιδιά με καρκίνο. Είναι σταθερά εκεί, μιλάει με τα παιδιά, τους γονείς και τους γιατρούς, πηγαίνει πράγματα της Αθλέτικ Μπιλμπάο σε αυτά, τους κάνει παρέα. Μαζί με την επιβεβαίωση υπήρξε και η σχετική θλίψη για το σπάσιμο της ομερτά.

(Εδώ το ποστ από όπου έγινε γνωστό το περιστατικό)

Ο Ντε Μάρκος πήγαινε χρόνια εκεί κάθε Παρασκευή. Και όχι μόνο εκεί. Έκανε παρέα και έδινε κουράγιο σε παιδιά και γονείς χωρίς να το δημοσιεύσει ποτέ. Οι γιατροί, οι νοσοκόμες, οι γονείς και τα παιδιά δεν το έλεγαν. Στους δικούς μας καιρούς που για κάθε νέο κούρεμα ποδοσφαιριστή βγαίνουν 238 ποστς, 3581 ανακοινώσεις και 5837295 μέμες. Εκεί πήγαινε ένα παιδί του συλλόγου τους, του συμβόλου της πόλης τους και ήταν μυστικό. Από σεβασμό στην κίνηση, από τη χαρά που έδινε, από την απουσία υποχρέωσης. Όλοι έχουμε δει πάρα πολλούς αθλητές να πηγαίνουν μετά από αίτημα πασχόντων παιδιών. Να γνωρίσουν το Σουάρες, τον Μέσι, τον Κριστιάνο, τον Αζάρ, κτλ. Βγάζουν τις αντίστοιχες φωτογραφίες, ανεβαίνουν με λεζάντες «η ανθρώπινη πλευρά του…» και όλα καλά. Επίσης, υπάρχει και το επετειακό της επίσκεψης των Χριστουγέννων των συλλόγων σε παιδικά χωριά, ορφανοτροφεία ή νοσοκομεία. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις σαν τον Όσκαρ ντε Μάρκος.

Ο Όσκαρ ντε Μάρκος δεν είναι μόνο ότι δεν το δημοσίευε τόσα χρόνια, αλλά και μετά το ποστ, που έγινε θέμα σε όλες τις αθλητικές και πολιτικές εφημερίδες, δε βγήκε να πει τίποτα. Είναι κάτι που κάνει από μόνος του και δεν έχει σχέση με την εικόνα του. Όταν τον ρώτησαν σχετικά σε συνέντευξη τύπου, ντρίπλαρε την ερώτηση λέγοντας ότι απαντάει μόνο σε ό,τι έχει σχέση με το ματς. Ο Ντε Μάρκος συμμετέχει ενεργά στη ΜΚΟ του Γκουρπέγι και κάνει ταξίδια στη Λατινική Αμερική, κυρίως στο Περού, προωθώντας το ποδόσφαιρο ως εκπαίδευση και διαφυγή από τα ναρκωτικά και την παρανομία. Επίσης με τον Ινιάκι Γουΐλιαμς ταξιδεύει στην Αφρική, κυρίως στη Γκάνα, για τον ίδιο λόγο. Συμμετέχει και σε πολλές άλλες δράσεις άλλων ομάδων στο ίδιο το Μπιλμπάο.

Αντίθετα όμως με τους δύο του φίλους, που η δράση τους σχετίζεται με προσωπικές εμπειρίες και δεσμούς με τις χώρες όπου δραστηριοποιούνται, ο Όσκαρ ντε Μάρκος δεν έχει καμία καταγωγή από Γκάνα, Περού, Αφρική ή Λατινική Αμερική. Δεν έχει κάποια προσωπική ιστορία με καρκίνο στην οικογένειά του ή στο στενό του κύκλο φίλων που να τον ευαισθητοποίησε ώστε να πηγαίνει να βλέπει τα παιδιά. Διότι ο Όσκαρ ντε Μάρκος γεννήθηκε άνθρωπος και γι αυτό το λόγω δεν έχει καμία ανάγκη να το διαφημίσει για το ζητιανολάικ.

Ντρίμπλες, μαγικά και αλκοόλ: η καριέρα και η ζωή του Ορέστε Κορμπάτα

  [1 Σχόλιο]

Αν κάποιος έχει την τύχη να επισκεφτεί ένα από τα πιο ιστορικά γήπεδα του κόσμου, το Ελ Σιλίντρο, την έδρα της Ράσινγκ Κλουμπ θα δει ότι ο ένας δρόμος δίπλα του μετονομάστηκε σε οδό Ντιέγκο Μιλίτο. Αν τύχει και πάει από την αντίθετη πλευρά του γηπέδου θα βρει ένα άλλο δρομάκι, πιο στενό, πετρόστρωτο, με χαμόσπιτα κι αρκετά πιο βρώμικο. Το δρομάκι Ορέστε Κορμπάτα. Βγαλμένο από έναν από τους σπουδαιότερους παίκτες της Ράσινγκ και της Αργεντινής, ένα ατελείωτο ταλέντο, αλλά και έναν άνθρωπο με θλιβερή ζωή και θάνατο, γνήσιο εκπρόσωπο ενός ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει πια.

Ο Κορμπάτα γεννήθηκε στο Ντερό, λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες κι όταν έχασε τον πατέρα του μόλις στα πέντε του μετακόμισε στη Λα Πλάτα με την μητέρα του και τα επτά αδέρφια του. Όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, δούλευε κι αυτός από το πρωί, κάνοντας ότι μπορεί, για να φέρει κάποιο εισόδημα στο πάμφτωχο σπιτικό του που δεν είχε καν πόρτα. Ο Ορέστε ξυπόλητος τριγύριζε στο δρόμο με τυλιγμένα σκόρδα στο λαιμό του, όχι για να μην τον ματιάσουν, αλλά για να τα πουλήσει μαζί με φρούτα και ό,τι άλλο μπορούσε να βρει. Η μητέρα του Ισαμπέλ ήταν πλύστρα και καθαρίστρια. Ο μικρός, όταν δεν έβγαζε το ψωμί του, ήταν πάντα ξυποληταρία, μέσα στις λάσπες να παίζει μπάλα. Στο σχολείο πήγε μέχρι 2α δημοτικού, δεν το τελείωσε ποτέ, όχι τόσο γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν είχε χρόνο με τις δουλειές που έκανε το πρωί. Ποτέ δεν έμαθε να γράφει ή να διαβάζει κι αυτό τον στοίχειωσε.

Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Εστουδιάντες και το 1955 πηγαίνει στη Ράσινγκ Κλουμπ. Στην πόρτα των ακαδημιών τον ρωτάνε πού είναι η βαλίτσα του. Εκείνος με αφοπλιστική ειλικρίνεια απαντάει: «Ποια βαλίτσα;» Όλα τα υπάρχοντά του είναι τα ρούχα που φοράει. Περπατάει στην οδό Μότσαρτ (κάθετη στο δρόμο που χρόνια αργότερα θα πάρει το όνομά του) και ξεκινά μια ιστορία αγάπης με την «Ακαδημία».

Ο Κορμπάτα δεν εντυπωσιάζει κανέναν με την εξωτερική του εμφάνιση. Είναι κοντούλης, ατημέλητος και αδύνατος σε σημείο υποσιτισμού. Όταν παίρνει την μπάλα όμως, όλα αλλάζουν. Παίζει δεξί εξτρέμ κι αυτός είναι κι ο τίτλος του βιβλίου του Αλεχάντρο Γουόλ: «Corbatta, El Wing» από το οποίο προέρχονται αρκετές από τις πληροφορίες του κειμένου. Ο Κορμπάτα είναι ταχύτατος, εξαιρετικός ντριμπλέρ, ξεσηκώνει το κοινό με τις προσπάθειές του, αλλά και με ιδιαίτερη τεχνική, καθώς ήξερε ακριβώς πώς να χτυπάει την μπάλα για να τη στείλει συστημένη στην καρδιά της περιοχής. Έπαιζε πάντα με κατεβασμένες κάλτσες, χωρίς επικαλαμίδες, με το μαλλί να ανεμίζει, το πρόσωπο συχνά λασπωμένο κι ένα πονηρό χαμόγελο. Γρήγορα έγινε ο «Λόκο» των οπαδών και ο κόσμος άρχισε να μιλά γι’ αυτόν. Το δεύτερο παρατσούκλι του ήταν «ο Αρλεκίνος».

Ελάχιστα πλάνα υπάρχουν από την καριέρα του δυστυχώς

Οι ιστορίες πολλές. Όπως τότε που άρχισε να τρέχει προς την εστία της Ράσινγκ, μέχρι να καταλάβει ότι απέναντί του ήταν ο δικός του τερματοφύλακας. Οι αντίπαλοι επιθετικοί ήρθαν πάνω του, εκείνος τους ντρίμπλαρε και έκανε κούρσα προς τη σωστή περιοχή. Ή όταν τον μάρκαρε ασφυκτικά ο Σιλβέιρα σε ένα ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Ο Κορμπάτα για να ξεφύγει βγήκε εκτός γραμμής, πήγε πίσω από τους αστυνομικούς, κρύφτηκε για λίγο εκεί και βγήκε από την άλλη. Αλλά από όσες ιστορίες κυκλοφορούν, δύο είναι κατ’ εμέ οι κορυφαίες. Μία για το παιχνίδι του και η άλλη για τον χαρακτήρα του. Η πρώτη έγινε σε ένα «φιλικό» (με πολλά εισαγωγικά) απέναντι στην Ουρουγουάη. Ο 21 ετών μόλις Κορμπάτα αποφάσισε να κάνει χαζό τον σέντερ μπακ της Ουρουγουάης Χοσέ «Πέπε» Σασία με το παρατσούκλι «ο Σκληρός». Μόνο από αυτό ανατριχιάζεις, αν σκεφτείς ότι ο Κορμπάτα ήταν 1.65 και 62 κιλά κι ο Πέπε κοντά στο 1.81. Η φάση θύμιζε κάτι από Βέγγο και Τρύφωνα. Ο Ορέστε όμως είχε άγνοια κινδύνου. Έκανε ένα σομπρέρο και πέρασε τον Σασία. Στη συνέχεια σταμάτησε και τον περίμενε. Ο Σασία ξαναήρθε πάνω του, ο Κορμπάτα του έκανε ένα τούνελ (ή γέφυρα όπως το λένε εκεί) με την μπάλα και έφυγε και πάλι λίγο πιο μπροστά. Εκεί κοντοστάθηκε, με την πλάτη του προς τον Σασία. Ο Ουρουγουανός πλησίασε ξανά και αυτή τη φορά ο Κορμπάτα του έκανε ακόμα ένα τούνελ, με πλάτη και χωρίς να βλέπει. Ο Σασία φυσικά είχε φουντώσει και περίμενε την εκδίκησή του. Λίγο αργότερα, ένας συμπαίκτης του έριξε τον Κορμπάτα στο έδαφος. Ο Σασία πλησίασε κάνοντας ότι θέλει να δει τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και του έχωσε μια μεγαλοπρεπή μπουνιά στο πρόσωπο. Ο Κορμπάτα έχασε δύο μπροστινά δόντια, τα οποία φυσικά δεν αναπλήρωσε ποτέ.


Το κενό στα δόντια του Κορμπάτα (που έμοιαζε και αρκετά με το Μανόλο Χιμένεθ)
Πηγή: Ντοκιμαντέρ «El Arlequin»

Ο Κορμπάτα όμως δεν ήταν κάποιος που λόγω κακίας ήθελε να εξευτελίζει τους αντιπάλους. Απλά λάτρευε το παιχνίδι, το σόου και το θέαμα. Για να καταλάβουμε τι παλικάρι ήταν, θα αναφέρουμε και μία δεύτερη ιστορία. Εκείνα τα χρόνια το trash talking ήταν στα φόρτε του στη Λ. Αμερική. Σε ένα ματς με τη Ρίβερ τον μάρκαρε ο Φεντερίκο Βάιρο. Μόλις τον πλησίασε, ο Κορμπάτα τον ρώτησε: «τι κάνει η μάνα σου;». Ο Βάιρο στράβωσε. Ο Κορμπάτα επέμεινε: «η αδερφή σου είναι καλά;». «Σκάσε και παίζε» απάντησε ο Βάιρο και για τα υπόλοιπα 90 λεπτά τον πελεκούσε όπου τον έβρισκε (κι όταν τον προλάβαινε). Ο Κορμπάτα δεν αντέδρασε σε κανένα χτύπημα. Μετά το τέλος του παιχνιδιού, ο Βάιρο είδε έκπληκτος τον Κορμπάτα να έρχεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Η πρώτη σκέψη ήταν ότι ήρθε για… καβγά. Ο Κορμπάτα όμως απλά ήρθε να του πει να βγουν βόλτα μαζί. Οι ερωτήσεις για την μαμά και την αδερφή του Βάιρο δεν ήταν προσβολές. Ήταν κανονικό ενδιαφέρον, ήθελε απλά να κάνει κουβέντα.

Παίζει για 7 χρόνια στη Ράσινγκ, φοράει το 7 και σκοράρει 7 φορές σε ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Αν τα μαγικά του δεν αρκούν, αυτά τα γκολ τον κάνουν ίνδαλμα στον κόσμο. Συνολικά βάζει 72 γκολ και δίνει πολλές ασίστ. Σπεσιαλίστας στα πέναλτι, έχασε ελάχιστα στην καριέρα του. Κάποτε έβαλε στοίχημα με τον τεράστιο τερματοφύλακα της εποχής Αμαντέο Καρίσο. Αν ο Καρίσο απέκρουε 10 από τα 50 πέναλτι θα κέρδιζε. Ο Κορμπάτα του έβαλε τα 49 και το ένα το έστειλε στο δοκάρι. Στη Ράσινγκ κερδίζει δύο πρωταθλήματα Αργεντινής, ενώ στα 20 του μόλις καλείται στην εθνική.

Το 1957 κατακτά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο (όπως λεγόταν τότε το Κόπα Αμέρικα) με μια από τις καλύτερες ομάδες που είχε ποτέ η Αργεντινή. Σε 6 ματς η αλμπισελέστε σκοράρει 25 φορές, κερδίζοντας μάλιστα και τη Βραζιλία με 3-0. Μια Βραζιλία που ένα χρόνο αργότερα με τον Πελέ θα κέρδιζε το Μουντιάλ. Ο Κορμπάτα δίνει το παρόν κι αυτός στο Μουντιάλ, αλλά η ομάδα του έχει ελλείψεις κυρίως λόγω των πολιτικών εξελίξεων. Ο ίδιος σκοράρει τρεις φορές, αλλά η Αργεντινή βγαίνει τελευταία στον όμιλο και αποκλείεται. Το 1959 κατακτά ξανά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο, παρά τα 8 γκολ του Πελέ. Παίζει στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1962, αλλά δεν ταξιδεύει στη διοργάνωση.

Τα καρέ του απίστευτου γκολ από τη στιγμή που ο Κορμπάτα πάτησε περιοχή.

Σκόραρε 18 φορές σε 43 αγώνες με την εθνική, αλλά το ένα από τα γκολ έμεινε αξέχαστο και μέχρι ο Μαραντόνα να περάσει όλη την Αγγλία το 1986 ήταν αυτό που θεωρούσαν στην Αργεντινή ως το καλύτερο γκολ της εθνικής. Τον Οκτώβριο του 1957 μέσα στο Μπομπονέρα απέναντι στη Χιλή για τα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ. Η Αργεντινή είχε βάλει ήδη τρία γκολ μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, τα δύο ο Κορμπάτα. Το επόμενο όμως ήταν η μαγεία. Πήρε την μπάλα λίγο κάτω από το κέντρο, πέρασε δύο παίκτες και έφτασε στην περιοχή της Χιλής. Εκεί σταμάτησε, περίμενε αυτόν που είχε περάσει να τον φτάσει και του έκανε νέα ντρίμπλα. Βρέθηκε απέναντι στον τερματοφύλακα εκ νέου, αλλά και πάλι δεν εκτέλεσε. Σαν τον ταυρομάχο απέναντι στον ταύρο περιμένει να πλησιάσουν ο δόλιος Αστόργκα (αυτός με τις δύο ντρίμπλες) κι ακόμα ένας κι όταν ο τερματοφύλακας αποφασίζει να κάνει έξοδο, προσποιείται, τον ρίχνει κάτω τελειώνει τη φάση και γράφει το 4-0. Το γκολ απέκτησε μυθικές διαστάσεις και όχι άδικα.

Μετά την απουσία του από το Μουντιάλ του 1962 αρχίζει κι η πτώση του. Κι αυτό, γιατί πέρα από το γήπεδο, υπήρχε και το έξω. Ο «Αργεντίνος Γκαρίντσα» δεν έμοιαζε μόνο στο παιχνίδι του, έμοιαζε και στη ζωή του με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο αντίπαλό του. Όπως λέει κι ο Αλεχάντρο Γουόλ: «Η ζωή ήταν πολύ σκληρή μαζί του, αλλά κι αυτός ήταν σκληρός με τη ζωή. Η Αγία Τριάδα της ζωής ήταν η φτώχεια, ο αναλφαβητισμός και το αλκοόλ». Όλοι τον θυμούνται και χαμογελούν και αμέσως μετά μελαγχολούν. Ο αρχηγός τότε της Ράσινγκ «Τίτο» Πιτούτσι λέει ότι ήταν ένα παιδί έξω καρδιά που το αγαπούσαν όλοι. Αλλά ήταν πολύ μόνος. Τον ενοχλούσε πολύ που δεν ήξερε να διαβάζει. Πήγαινε όταν είχε ρεπό στο πάρκο με μια εφημερίδα και απλά κοιτούσε τις γελοιογραφίες, τα σχέδια. Ντρεπόταν πάρα πολύ γι’ αυτό. Συχνά έβαζε συμπαίκτες του που το ήξεραν να του διαβάζουν άρθρα που μιλούσαν γι’ αυτόν και το απολάμβανε.

Το γκολ του απέναντι στη Δ. Γερμανία

Η φτώχεια ήταν κάτι που βίωνε πάντα και με τα χρήματα δεν είχε καλή σχέση. Όταν τον ρωτούν τι τα έκανε τα λεφτά, εκείνος απαντάει: «Είναι μεγάλη ιστορία. Πάντα έδινα χρήματα, χωρίς αντάλλαγμα. Έτσι μου έμαθαν οι γονείς μου. Αν κάποιος έρθει και μου πει ότι δεν έχει χρήματα για το λεωφορείο γίνεται να μην του δώσω;» Έπαιρνε έναν πενιχρό μισθό και είχε και ένα σπίτι από τη Ράσινγκ, αλλά ήταν ένας γενναιόδωρος άνθρωπος με μεγάλη ψυχή. Δυστυχώς όμως υπήρχε και το αλκοόλ. Από τα χρόνια της Ράσινγκ έπινε. Πολλές φορές έπαιζε σε αγώνες μετά από μεθύσι. Οι συμπαίκτες του θυμούνται ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες που τους έλεγε ότι δεν έβλεπε μπροστά του τίποτα και να μην του δίνουν την μπάλα. Είχε σκαρφαλώσει τον τοίχο, πίσω από το σπίτι που έμεναν οι μικροί της Ράσινγκ, σουρωμένος στις έξι το πρωί. Ακόμα κι έτσι, κατάφερε και σκόραρε δυο φορές χάρη και στη βοήθεια πολλαπλών μπουγέλων με παγωμένο νερό. Όσο τα χρόνια περνούσαν όμως, τα προβλήματα μεγάλωναν. Ο Κορμπάτα κάποιες φορές είχε καταλήξει στο νοσοκομείο από το ποτό.

Ο αλκοολισμός όπως είναι φυσικό του προκαλούσε προβλήματα και στην προσωπική του ζωή. Μέχρι που μια μέρα γύρισε και βρήκε τη γυναίκα του να λείπει, μαζί με ότι μπορούσε να πάρει από το σπίτι και φυσικά τη νεογέννητη κόρη της. Δεν του έμεινε σχεδόν τίποτα. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές και χώρισε ισάριθμες. Το ποτό τον έσπρωχνε μακριά τους, αυτές έφευγαν κι αυτός έπινε περισσότερο. Ένας φαύλος κύκλος. Όπως, με χιούμορ, δήλωσε κάποτε πάντως: «Με την πρώτη γυναίκα μου τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα, με τη δεύτερη άσχημα, με την τρίτη άσχημα και με την τέταρτη άσχημα. Όλες με παράτησαν, αλλά εγώ τις αγαπώ ακόμα

Το 1962 έρχεται μια μεγάλη πρόταση και η Ράσινγκ έξυπνα πράττοντας, τον πουλάει στην Μπόκα που τον θέλει για το Λιμπερταδόρες. Από τα 12 εκατομμύρια πέσος που παίρνει η Ράσινγκ για να φτιάξει το γήπεδο, ελάχιστα φτάνουν στον ποδοσφαιριστή. Ο Κορμπάτα δυστυχώς όμως δεν είναι ο ίδιος παίκτης. Το αλκοόλ έχει αυξηθεί πολύ, το ίδιο και τα νυχτοπερπατήματα. Σκοράρει 7 φορές και κερδίζει δύο πρωταθλήματα με την Μπόκα, αλλά η συμμετοχή του είναι ελάχιστη. Παίζει σε μόλις 18 αγώνες πριν φύγει για την Κολομβία που ζει την περίοδο του Ελ Ντοράντο. Εκεί κάνει το δεύτερο γάμο του, εκεί πίνει δεκαπέντε μπύρες την ημέρα, εκεί κάνει δύο ακόμα παιδιά, εκεί τον αφήνει και η δεύτερη γυναίκα του. Εκεί όμως τον λατρεύει κι ο κόσμος της Ιντεπεντιέντε του Μεντεγίν (πολύ πριν την εποχή των Narcos). Μπορεί να μην έχει σχέση με τον παίκτη του παρελθόντος, αλλά κάνει τα μαγικά του. Δυστυχώς όμως ό,τι χρήματα βγάζει τα σκορπάει.

Επική φωτογραφία από το αρχείο του El Grafico.
Ο Κορμπάτα κοιμάται στα αποδυτήρια λίγο πριν ένα φιλικό Αργεντινής-Τσεχοσλοβακίας.

Στα 34 του επιστρέφει στην Αργεντινή και παίζει πλέον σε μικρότερες ομάδες, ίσα ίσα για να έχει να φάει και να μείνει κάπου. Και φυσικά να αγοράσει τσιγάρα και αλκοόλ. Παίζει στην Σαν Τέλμο και καταλήγει σε ακόμα μικρότερες ομάδες και κατηγορίες. Φυσικά δεν έχει φράγκο. Τελικά γυρίζει πίσω εκεί που όλα ξεκίνησαν. Στην πόλη Αβεγιανέδα του Μπουένος Άιρες. Η Ράσινγκ του έδωσε ένα μικρό δωματιάκι στα αποδυτήρια για να μείνει. Κοιμάται κάτω από τις εξέδρες που ο κόσμος τον αποθέωνε. Αυτός σε αντάλλαγμα προπονεί πιτσιρίκια όποτε είναι νηφάλιος. Και φυσικά όταν δεν είναι στο νοσοκομείο Φιορίτο εξαιτίας του κατεστραμμένου συκωτιού του. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1991 ο Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα φεύγει από τη ζωή, φτωχός (όπως πάντα) και ταλαιπωρημένος από καρκίνο στο λάρυγγα. Πεθαίνει σε μια κλινική της Λα Πλάτα, ανάμεσα μόνο στις αδερφές του που βρέθηκαν κοντά του. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εξτρέμ στην ιστορία της Αργεντινής και είναι ένας θρύλος για τη Ράσινγκ Κλουμπ.

«Ξέρεις γιατί δεν μπορούν να μου πάρουν την μπάλα; Γιατί δεν θέλει να φύγει από το πλάι μου. Άλλα πράγματα έφευγαν από μένα, η μπάλα όχι».
– Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα, 11 Μαρτίου 1936 – 6 Δεκεμβρίου 1991

Το δρομάκι Κορμπάτα δίπλα στο Ελ Σιλίντρο

Πολ Μέρσον: Τι να μην κάνεις για να γίνεις επαγγελματίας ποδοσφαιριστής

  [6 Σχόλια]

Η σκηνή για την οποία θα διαβάσετε, θα μπορούσε να είναι -αρκετά εύκολα- σκηνή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι (όταν έκανε καλές ταινίες). Μια «βρώμικη» μελωδία κιθάρας να παίζει ως ηχητικό background. Σπιντάτο μοντάζ με κλασικές βρετανικές φάτσες στο κάδρο και φυσικά μπόλικες δόσεις χιούμορ να ισορροπούν με αυτές του δράματος. Προπονητικό κέντρο της Άστον Βίλα, μια μέρα πριν την έναρξη της Πρέμιερ Λιγκ της σεζόν 2001/2002, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική και βαριά. Ο Πολ Μέρσον ακουμπησμένος σε κάποιο τοίχο συνομιλεί με τον Μπόσκο Μπάλαμπαν. Με τον δεύτερο να έχει περισσότερο τον ρόλο του ακροατή παρά του συνομιλητή. Ο Μέρσον έχει πολλά παραπανίσια κιλά και χασκογελάει καθώς διηγείται στον Κροάτη επιθετικό την ιστορία, όταν είχε τιμωρηθεί απ’τους «χωριάτες» με 50.000 λίρες πρόστιμο, επειδή είχε βρεθεί να τζογάρει στην Νέα Υόρκη, ενώ κανονικά έπρεπε να βρίσκεται σε αποθεραπεία για το πρόβλημα που ταλαιπωρούσε την πλάτη του. Ένα μειδίαμα είχε μόλις ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Κροάτη, την ίδια στιγμή που ο προπονητής της ομάδας, ο Γκράχαμ Τέιλορ, πέρασε μπροστά τους, φανερά εκνευρισμένος, κοιτάζοντας κατάματα τον Μέρσον. «Μέρσι, στο γραφείο μου αυτή τη στιγμή» θα του πει, και θα νιώσει την σκιά του ποδοσφαιριστή του να τον ακολουθεί σαν σκιά μαθητή που γνωρίζει πολύ καλά πως έχει κάνει βλακεία, καθώς ο διευθυντής του σχολείου τον καλεί στο γραφείο για πιθανή αποβολή ή -στην καλύτερη- για μια σκληρή επίπληξη.

«Μέρσι ειλικρινά πες μου τι κάνεις εδώ. Σου έχω πει πως δεν βρίσκεσαι στα πλάνα μου για την φετινή σεζόν. Πρέπει να βρεις μια νέα ομάδα να αγωνιστείς και να χαρείς ξανά το ποδόσφαιρο, αν φυσικά θες κάτι τέτοιο».

«Έχω μιλήσει με τον πρόεδρο κύριε (εννοώντας τον Νταγκ Έλις) και μου είπε πως θα βρούμε ένα τρόπο για να συνεχίσω να είμαι μέλος της ομάδας και φέτος. Δεν σας έχει μιλήσει επ’ αυτού;»

O Tέιλορ αν μισούσε ένα πράγμα σε αυτή τη ζωή (και στο ποδόσφαιρο συγκεκριμένα μιας και αυτό είναι το θέμα μας) περισσότερο κι από γκολ στο 90′ κατά της ομάδας του, αυτό δεν ήταν άλλο απ’ το να μπλέκονται στα πόδια του διοικητικά στελέχη, πόσο μάλλον ο ίδιος ο πρόεδρος, σε καθαρά ποδοσφαιρικά θέματα. «Οι πρόεδροι άλλωστε είναι για να υπογράφουν τα τσεκ των επιταγών και μόνο». Ξαφνικά, και ενώ είχε αρχίσει να μουρμουρίζει βρισιές που δεν θα έβαζε σε ταινία του ούτε ο Γιάννης ο Οικονομίδης, έφυγε απ’ το γραφείο για να επιστρέψει μετά από μερικά λεπτά και να δει τον Μέρσον να κάθεται σταυροπόδι και να τον περιμένει χαμογελαστός με την ηρεμία κάποιου που είχε όλα τα προβλήματά του λυμένα και αγνοούσε πλήρως λέξεις όπως άγχος, πίεση και προπόνηση.

«Πόσα χρήματα θες για να μας αδειάσεις την γωνιά; Δεν είσαι κάποιο παιδάκι. Σε σέβομαι και με σέβεσαι. Λέγε».

«Βρίσκομαι σε προχωρημένη ηλικία. Έχω διαγράψει μια μεγάλη καριέρα και έχω κερδίσει ένα σωρό σπουδαίους τίτλους. Με ένα ποσό γύρω στις 100.000 λίρες πιστεύω θα είμαι ευχαριστημένος»

«Εντάξει Μέρσι. Θα τις πάρεις», του απάντησε -αρκετά πιο ήρεμος- ο Τέιλορ, και του έδειξε με νόημα την πόρτα. Ο Μέρσον σηκώθηκε αργά-αργά, χαιρέτησε με ένα ύπουλο βλέμμα τον προπονητή του και βγήκε απ’ το γραφείο χαμογελαστός. Στο δρόμο για το πάρκινγκ -και πριν την μπυραρία- πέρασε και πάλι μπροστά απ’ τον Μπάλαμπαν -που για κάποιο περίεργο λόγο είχε μείνει να περιμένει εκεί ακουμπώντας ακόμα στον τοίχο- και του είπε: «Ήθελε να  με ρωτήσει πόσα θέλω για να φύγω απ’ την ομάδα. Του είπα 100 χιλιάδες και δέχθηκε χωρίς συζήτηση. Ο βλάκας, έπρεπε να ζητήσω 200 χιλιάδες». Ο Μπάλαμπαν συνέχισε να ακουμπά στον τοίχο σφυρίζοντας καθώς έβλεπε τον συμπαίκτη του να φεύγει. Δεν είχε να πει τίποτα περισσότερο μαζί του. Βασικά δεν πολυγούσταρε κιόλας. Αν ήταν σκηνή ταινίας (ή σειράς) θα άναβε και ένα τσιγάρο χαϊδεύοντας το λαδωμένο του μαλλί όπως ο Τσέρνομπογκ στο American Gods. Ίσως να είχε ζηλέψει και λίγο μιας και δεν ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, ούτε αυτός, στο Μπέρμινγχαμ.  Ευτυχώς, άφησε την Βίλα για το Ζάγκρεμπ, μερικούς μήνες αργότερα.

Ο Πολ Μέρσον δεν ήταν ένας τυχαίος ποδοσφαιριστής. Όσοι δεν γνωρίζουν γι’ αυτόν, μάλλον δεν θα το κατάλαβαν διαβάζοντας, ως τώρα, το κείμενο. Αγωνίστηκε για περίπου 10 χρόνια στην Άρσεναλ, κατακτώντας μαζί της πολλούς και σπουδαίους τίτλους, πριν αναλάβει ο Βενγκέρ και αλλάξει την ιστορία και το προφίλ των Λονδρέζων. Υπήρξε επίσης σημαντικότατο στέλεχος της εθνικής Αγγλίας την δεκαετία του ’90 και πήρε μέρος στο Γιούρο του ’92 και στο Μουντιάλ του ’98 δίπλα σε αστέρες τεράστιου βεληνεκούς (όπως ήταν και ο ίδιος). Στο Μουντιάλ μάλιστα -και για να καταλάβετε καλύτερα την αξία του- είχε βρεθεί, ως παίκτης της Μίντλεσμπρο, μετά από μια εξαιρετική σεζόν που είχε πραγματοποιήσει στην 2η κατηγορία της Αγγλίας. Σε μια σεζόν που είχε βρει τη ‘Μπόρο’ να κερδίζει την άνοδο για τα σαλόνια της Πρέμιερ Λιγκ.

Λίγο πριν την έναρξη της σεζόν 1997-1998 ο Βενγκέρ είχε προτείνει στον Άγγλο επιθετικό (που είχε αρχίσει να αγωνίζεται ως δεκάρι) να παραμείνει στην Άρσεναλ, έχοντας όμως μειωμένες αποδοχές, μιας και τα χρόνια περνούσαν και ο ίδιος δεν ήταν ο παίκτης του παρελθόντος. Στην ίδια θέση άλλωστε εκείνη την περίοδο υπήρχε και ο σπουδαίος Ολλανδός Ντένις Μπέργκαμπ, όπως και οι Ίαν Ράιτ και Νικολάς Ανελκά. Ο Μέρσον δεν το δέχθηκε και ζήτησε να πωληθεί. Ήθελε να αγωνίζεται και να αμείβεται με πολλά χρήματα. Ήταν πολύ σίγουρος για την αξία του. Η Μίντλεσμπρο τον αγόρασε τελικά για 4,5 εκατομμύρια λίρες και ο ίδιος την ανέβασε στην μεγάλη κατηγορία 9 μήνες αργότερα, κερδίζοντας ένα μεγάλο στοίχημα με τον εαυτό του αλλά και τους επικριτές του. Όταν μάλιστα είχε κλείσει η συμφωνία, τηλεφώνησε ο ίδιος στον Βενγκέρ λέγοντάς του πως στο Ρίβερσαϊντ είχε μεγαλύτερο συμβόλαιο απ’ τον Μπέργκαμπ και πως οι οπαδοί της ομάδας τον αποκαλούσαν ήδη με το προσωνύμιο ‘Ο Μάγος’. «Ελπίζω να τα πούμε σε κάποιο κύπελλο αφεντικό» του είπε, κλείνοντας το τηλέφωνο, με μια δόση βρετανικής ειρωνείας: «Να δούμε πόσο αξίζω ακόμα». Ο Βενγκέρ του ευχήθηκε καλή τύχη και κατέβασε το ακουστικό. Το μόνο που ήθελε ήταν το καλό του πρώην παίκτη του. Είχε περάσει άλλωστε πολλά.

Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε οι δύο ομάδες να βρεθούν αντιμέτωπες στον 4ο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας στην έδρα της Μίντλεσμπρο. Η Άρσεναλ πήρε τελικά την πρόκριση, με 1-2, αλλά ο Μέρσον είχε κρατήσει ένα δωράκι για την πρώην ομάδα του. Με το σκορ στο 0-2, σκόραρε ένα πανέμορφο τέρμα, μειώνοντας το σκορ, και δίνοντας και πάλι ελπίδες στην Mίντλεσμπρο, δείχνοντας φυσικά με τον καλύτερο τρόπο στον Βενγκέρ το λάθος (;) που είχε κάνει. Η Μίντλεσμπρο πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία και στο Λιγκ Καπ εκείνη τη σεζόν. Ο Μπράιαν Ρόμπσον είδε την ομάδα του να φτάνει μέχρι και τον τελικό -έχοντας αποκλείσει μάλιστα και την Λίβερπουλ, στα ημιτελικά, με τον Μέρσον να σκοράρει και στα δύο παιχνίδια- και τελικά να γνωρίζει την ήττα με 2-0, από μια καλύτερη ομάδα, όπως ήταν εκείνη την περίοδο, η Τσέλσι του Τζόλα. Tον Τζόλα ο Μέρσον τον είχε κερδίσει το ’95 στον τελικό του Κυπελλούχων, όταν η Άρσεναλ είχε επικρατήσει της Πάρμα με 1-0, με την γκολάρα του Άλαν Σμιθ.

Ο Μέρσον ήταν ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής, απ’ τους τελευταίους που μπόρεσαν να συνδυάσουν καριέρα, με ένα σωρό εξωαγωνιστικά πάθη. Πάθη που στις μέρες μας δεν μπορούν να βρουν χώρο στο υψηλότερο επίπεδο του αθλητισμού, και αν βρουν, είναι ικανά να καταστρέψουν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, σε ελάχιστο χρόνο. Ο Πολ Μέρσον απ’ τις αρχές των 90s (λίγα χρόνια δηλαδή μετά το βραβείο του καλύτερου νέου παίκτη στην Αγγλία το ’89) όσο κι αν μάγευε στο γήπεδο, εκτός αυτού, πάλευε με τους «δαίμονες» του αλκοόλ, του άρρωστου τζόγου και της κοκαΐνης. Πάθη που του διέλυσαν δύο γάμους και τον έφτασαν πολλές φορές κυριολεκτικά (και μεταφορικά) στον πάτο της μπουκάλας. Σαν ποδοσφαιριστή, αλλά κυρίως σαν άνθρωπο. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

«Μπορεί να έπαιζα 80.000 λίρες σε ένα τραγούδι της Γιουροβίζιον, 20.000 σε μια κυνομαχία και 50.000 -χωρίς να έχω ιδέα για το άθλημα- στον τελικό του Super Bowl. Μετά από ένα σημείο έπαιζα απλά για να παίζω και για να με βλέπω να χάνω. Το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν πως εκτός του ότι έχανα σαν τζογαδόρος, έχανα και τον εαυτό μου, βλέποντας την καριέρα μου να έχει συνεχώς σκαμπανεβάσματα, και έχανα από δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπούσα και με αγαπούσαν. Την οικογένειά μου».

Η πρώτη φορά που ο σπουδαίος Άγγλος επιθετικός παραδέχτηκε δημοσίως το πρόβλημά του ήταν τον Νοέμβριο του ’94. Η FA σε συνεργασία με την Άρσεναλ έβαλε τον παίκτη σε τρίμηνο πρόγραμμα απεξάρτησης, με τον ίδιο να επιστρέφει νικητής τον Φεβρουάριο του ’95, και να κάνει εξαιρετικό τελείωμα στη σεζόν. Αξίζει να σημειωθεί πως ο πρώτος που είχε μιλήσει με πολύ σκληρά λόγια στον Μέρσον, και τον είχε επηρεάσει θετικά για να μιλήσει δημοσίως, για τα προβλήματα εθισμού που τον βασάνιζαν και φυσικά τον προέτρεψε να σώσει την καριέρα του -όσο ήταν εφικτό κάτι τέτοιο- ήταν ο Τέρι Βέναμπλς, προπονητής του εκείνο το διάστημα στην εθνική Αγγλίας. Η αλήθεια είναι πως μπορεί ο Μέρσον να έκανε μερικές εξαιρετικές σεζόν (κυρίως στην β’ κατηγορία της Αγγλίας) και να κέρδισε τεράστια συμβόλαια για την εποχή (η Άστον Βίλα τον είχε αγοράσει για 7 εκατομμύρια απ’ την ‘Μπόρο’), μετά την αποκάλυψη του προβλήματός του, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως σταθερά σε κορυφαίο επίπεδο δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά μετά την φυγή του από την Άρσεναλ. Στα 29 του χρόνια δηλαδή και ενώ απ’ τα 25 -ίσως και πολύ νωρίτερα- είχε σοβαρό πρόβλημα με το ποτό και τον τζόγο. Τελευταία του καλή σεζόν ήταν αυτή του 2002/2003 στην Πόρτσμουθ.

Ο Πολ Μέρσον για πολλούς ήταν ένας άσχημος Τζορτζ Μπεστ των 90s. Μόνο που απείχε έτη φωτός απ’ το προφίλ του γοητευτικού και αινιγματικού πρώην σούπερ σταρ της Γιουνάιτεντ. Επίσης όσο κι αν ήταν ένας τεχνίτης ποδοσφαιριστής δεν μπορούσε να αγγίξει τα επίπεδα μαγείας που είχε ο Μπεστ ως καλλιτέχνης της μπάλας. Απ΄την άλλη, όσο κι αν είδε την ζωή του να βαλτώνει, σε όλα τα επίπεδα, κατάφερε τελικά να βγει νικητής (σε πλήρη αντίθεση με τον Μπεστ), αν και πάντα θα βρίσκει μια ευκαιρία να πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω ή να τζογάρει, σε λογικά όμως πλαίσια. Κλείνοντας -κι αφού θα προτείνω σε όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την καριέρα -και τη ζωή- του Μέρσον το βιβλίο του «How Not To Be a Professional Footballer»–  θα θυμίσω μια ιστορία, δια στόματος του ιδίου, απ’ την περίοδο που ο Μέρσον βρέθηκε συμπαίκτης (και συγκάτοικος) με τον λατρεμένο του El Sombrero, Πολ Γκασκόιν, στην Μίντλεσμπρο το 1998.

«Ο Γκάζα είχε έρθει σε εμάς για τους τελευταίες μήνες της σεζόν απ’ τη Ρέιντζερς. Μας βοήθησε μάλιστα πολύ στα τελευταία παιχνίδια για να πάρουμε την άνοδο. Ο Ρόμπσον είχε τη φαεινή ιδέα να τον φιλοξενήσω εγώ στο σπίτι μου. Στο ίδιο σπίτι που ζούσα με τον αδερφό μου και τον Τζίμι Γκάρντνερ που τότε έπαιζε στην Έξετερ. Μιλάμε για τον κακό χαμό. Κάθε Παρασκευή παίζαμε ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δεν θα σας το προτείνω. Μετά την προπόνηση έδινα στον αδερφό μου και τον Τζίμι χρήματα για να αγοράσουν μερικά μπουκάλια κόκκινο κρασί. Χύναμε το κρασί σε μεγάλες γυάλινες κανάτες και καθόμασταν αντικριστά σε ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Ο Γκάζα κι ο αδερφός μου απ’ τη μία. Εγώ και ο λατρεμένος μου Σκοτσέζος, ο Τζίμι, απ’ την άλλη».

«Πίναμε πολύ εκείνη την περίοδο. Και ποιος δεν έπινε θα μου πείτε εκείνα τα χρόνια. Ήταν αλλιώς το ποδόσφαιρο. Στο τραπέζι έπεφταν τα χρήματα του στοιχήματος από όλους και αρχίζαμε να πίνουμε απ’ τις κανάτες. Κανονικά δεν έπρεπε να πίνουμε τις Παρασκευές, μιας και παίζαμε το Σάββατο, αλλά είχαμε βρει τρόπο για να κοιμόμαστε αρκετά και να ξυπνάμε ξεκούραστοι. Κάθε μία ώρα ρίχναμε μέσα στις κανάτες από ένα υπνωτικό και μοιραία έφτανε η στιγμή που μας έπαιρνε όλους ο ύπνος. Αυτός που έμενε ξύπνιος τελευταίος, άρπαζε τα χρήματα, μετέφερε τους υπόλοιπους στα κρεβάτια και έπεφτε για ύπνο πλουσιότερος κατά μερικές εκατοντάδες λίρες. Την επόμενη παίζαμε ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου».

Όσο για τον τζόγο. «Είναι ιδιαίτερα ύπουλο πράγμα» λέει κάπου στο βιβλίο του ο Μέρσον. «Ως παίκτης της Άστον Βίλα θυμάμαι μια φορά είχα πει στον Μποσνιτς, τον τερματοφύλακά μας τότε, πως αν με δει να ξαναπαίζω να έρθει και να μου σπάσει το χέρι. Ο Μπόσνιτς είχε τρομοκρατηθεί και φυσικά δεν το έκανε ποτέ. Αναγκάστηκα να το κάνω μόνος μου μια βραδιά που είχα πιει πάρα πολύ και είχα χάσει πολλές χιλιάδες λίρες σε παράνομο στοιχηματισμό. Ήταν καλό παιδί ο Μπόσνιτς. To ίδιο διάστημα μάθαμε δυστυχώς πως είχε εθιστεί κι αυτός στην κοκαΐνη. Ειλικρινά γι’ αυτό δεν ευθυνόμουν εγώ». Στις μέρες μας ο Πολ Μέρσον έχει νικήσει τους δαίμονές του και δουλεύει στο Skysports ως ποδοσφαιρικός αναλυτής. Παράλληλα διηγείται ωραίες ιστορίες από ένα ποδόσφαιρο που -ευτυχώς ή δυστυχώς – δεν υπάρχει πια και φυσικά αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για τα νέα παιδιά που θέλουν να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, για τα πράγματα που πρέπει να αποφύγουν για να πετύχουν τα όνειρά τους.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Defiance των Dead Moon.

Ο άνθρωπος που αγάπησε και μίσησε η Πολωνία

  [2 Σχόλια]

Η Σιλεσία είναι μια περιοχή που ανήκει κατά κύριο λόγο στην Πολωνία. Τμήματά της βρίσκονται μέσα στην Τσεχία αλλά και τη Γερμανία. Σπουδαιότερη πόλη της είναι το Βρότσλαβ, εκτός αν είσαι Αρειανός και θυμάσαι μελαγχολικά το Κατοβίτσε. Την πόλη στην οποία γεννήθηκε και ο σημερινός μας πρωταγωνιστής. Ο Έρνεστ Ότο Πραντέλα γεννήθηκε όταν το Κατοβίτσε ήταν μέρος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σύντομα η περιοχή πέρασε στην Πολωνία. Οι γονείς του ήταν γερμανικής καταγωγής και ο πατέρας του έχασε τη ζωή του στο Δυτικό Μέτωπο ως στρατιώτης της Γερμανίας. Τότε ήταν που ο Έρνεστ άλλαξε και το επώνυμό του σε Βιλιμόφσκι καθώς η μητέρα του παντρεύτηκε έναν Πολωνό και ο γιος της έπρεπε να πάρει το όνομα του πατριού.

Ο Βιλιμόφσκι δεν αγαπούσε το σχολείο, αλλά ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, ένας επιθετικός που μπορούσε να ντριμπλάρει και να σκοράρει με εξαιρετική άνεση. Το ταλέντο του γρήγορα έγινε γνωστό με τα χρώματα της Κατοβίτσε (που ήταν «γερμανική» ομάδα) και σύντομα μετακόμισε στην πολύ δυνατή τότε Ρουχ Χόρζοφ (γνωστή σε μας ως η ομάδα του Κριστόφ Βαζέχα). Για να γίνει εκείνη η μεταγραφή δόθηκε στην Κατοβίτσε ένα ποσό ίσα με 10 μισθούς, συν τα έσοδα από δύο φιλικά, συν μια δουλειά για τον πατριό του σε ένα χυτήριο. Ο Βιλιμόφσκι ήταν ταχύτατος, συνήθως έπαιζε αριστερό εξτρέμ στο W-M, ενώ οι διηγήσεις της εποχής λένε ότι είχε έξι δάκτυλα στο δεξί του πόδι (και δύο μεγάλα αυτιά όπως βλέπουμε στις φωτογραφίες).

Το ιστορικό σύστημα W-M που έπαιζαν τότε οι περισσότερες ομάδες

Τα νούμερά του ήταν μυθικά. Έγινε ο πρώτος παίκτης στο πολωνικό πρωτάθλημα που σκόραρε 7, 8, 9 και 10 γκολ σε ένα ματς. Κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα με τη Ρουχ Χόρζοφ, βγήκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ και φυσικά κλήθηκε και στην εθνική Πολωνίας. Το 1934 μάλιστα σκόραρε εναντίον της Γερμανίας, της πατρίδας των γονιών του. Στον ελεύθερό του χρόνο έπαιζε χάντμπολ, χόκεϊ επί πάγου και πινγκ πονγκ, ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής σε ό,τι έκανε, ένα μεγάλο αθλητικό ταλέντο.

 «Σκαρφάλωσα στα κλαδιά ενός δέντρου για να τον δω καλύτερα. Μπορούσε να ντριμπλάρει μερικούς αντιπάλους και να σταματήσει με την μπάλα στη γραμμή, περιμένοντας τους αμυντικούς πριν σπρώξει την μπάλα στα δίχτυα. Κι όλα αυτά χαμογελώντας.»
– Καζιμίρ Γκόρσκι (στη φωτογραφία η Ρουχ Χόρζοφ της εποχής)

Έξω από τα γήπεδα ζούσε τη ζωή του όσο καλύτερα μπορούσε και είχε μεγάλη αγάπη στο ποτό. Μια ημέρα πριν μαζευτούν οι παίκτες της εθνικής Πολωνίας, ο ίδιος το έριξε έξω με συμπαίκτες του στην Κρακοβία. Το επόμενο πρωί εμφανίστηκε σουρωμένος και ο προπονητής τον έδιωξε. Η Ομοσπονδία τον τιμώρησε με ένα χρόνο αποβολή από την εθνική, κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς έχασε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Πολλοί λένε ότι με αυτόν η Πολωνία θα είχε κατακτήσει το χρυσό. Λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το συμβάν, σκόραρε έξι γκολ σε ένα ματς και πήγε στους δημοσιογράφους λέγοντάς τους: «Έτσι παίζει ένας αλκοολικός». Ο Βιλιμόφσκι επέστρεψε αργότερα στην εθνική και γνώρισε ίσως την μεγαλύτερη του ποδοσφαιρική στιγμή στο Μουντιάλ του 1938. Εκεί που ήταν πρωταγωνιστής στο ιστορικό Βραζιλία-Πολωνία 6-5, όταν και έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε τέσσερις φορές σε αγώνα Μουντιάλ, ενώ κέρδισε και πέναλτι. Χρειάστηκε ο Όλεγκ Σαλένκο το 1994 απέναντι στο Καμερούν για να ξεπεραστεί το ρεκόρ του. Οι δυο ομάδες τελείωσαν το παιχνίδι με 4-4 και οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν τελικά με 6-5 στην παράταση. Με τη λήξη του αγώνα οι 13.000 θεατές στο Στρασβούργο αποθέωσαν τους κατάκοπους παίκτες για το φοβερό ποδοσφαιρικό σόου.

Απίστευτα ρετρό πλάνα από 70 χρόνια πριν στο Βραζιλία-Πολωνία

Οι Βραζιλιάνοι τον λάτρεψαν. Ο τότε σούπερ σταρ της Φλαμένγκο Λεωνίδας ντα Σίλβα μίλησε με τα καλύτερα λόγια τόσο για την Πολωνία, όσο και για τον ίδιο τον παίκτη. Στο Βιλιμόφσκι προτάθηκε να υπογράψει συμβόλαιο και να παίξει στη Βραζιλία. Το σκέφτηκε και τελικά συμφώνησε. Οι πολωνικές αρχές όμως δεν του επέτρεψαν να φύγει από τη χώρα. Άλλη διήγηση λέει ότι εκείνο το βράδυ ήταν τόσο μεθυσμένος που υπέγραψε συμβόλαια με τρεις διαφορετικές ομάδες και οι συμπαίκτες του τα έσκισαν. Άγνωστο ποια είναι η αλήθεια, το μόνο σίγουρο πάντως ότι ήταν από τους κορυφαίους στον κόσμο. Έμεινε τελικά και συνέχισε να παίζει στην Πολωνία, αλλά με το κλίμα μεταξύ Πολωνίας-Γερμανίας να είναι πολύ άσχημο, ήδη κάποιες εφημερίδες τον κατηγορούσαν ότι νιώθει περισσότερο Γερμανός παρά Πολωνός. Ο Βιλιμόφσκι μαζί με τους Πέτερεκ και Βόνταρζ ονομάζονται οι «τρεις μάγοι» της Κατοβίτσε που έμπαινε σφήνα ανάμεσα στις ομάδες της Κρακοβίας και του Πόζναν.

Στις 27 Αυγούστου του 1939 ο Βιλιμόφσκι έδωσε το τελευταίο του σόου με τη φανέλα της Πολωνίας σε ένα 4-2 επί της φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ Ουγγαρίας, στο οποίο σκόραρε τρεις φορές και κέρδισε ένα πέναλτι. Η καριέρα του με την Πολωνία έκλεινε με 21 γκολ σε 22 συμμετοχές. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο γερμανικός ναζιστικός στρατός εισέβαλε στην Πολωνία, ενώ στις 17 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε και η επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης. Σε λιγότερο από έναν μήνα η Πολωνία είχε κατακτηθεί και μοιραστεί από Γερμανία και ΕΣΣΔ. Η Σιλεσία κατέληξε στα χέρια των Γερμανών.

Με τη φανέλα της Πολωνίας

Ο Βιλιμόφσκι κρύβεται για να γλιτώσει το γερμανικό στρατό. Όπως και πολλοί ακόμα κάτοικοι της Σιλεσίας παίρνει τη γερμανική υπηκοότητα. Μιλούσε άλλωστε τα γερμανικά ως πρώτη γλώσσα του. Γυρίζει στην πατρίδα του το Κατοβίτσε και για να συνεχίσει να παίζει μπάλα κατατάσσεται αναγκαστικά στην αστυνομία. Αλλάζει ελαφρώς το όνομά του, το Έρνεστ γίνεται Ερνστ για να μοιάζει πιο γερμανικό. Το ταλέντο του τον σώζει, όταν κάποιος γνωστός του και μεγαλοστέλεχος του ναζιστικού κόμματος τον καταγγέλλει ως «Πολωνό» επειδή δεν τον συγχώρεσε ποτέ για την μεταγραφή του από την Κατοβίτσε το 1933 (!!). Ο οπαδισμός δεν κοιτάζει πολέμους.

Ο Βιλιμόφσκι όμως παίζει ακόμα μπάλα και οι Γερμανοί εκτιμούν το ταλέντο του, με αποτέλεσμα να μην υποστεί συνέπειες. Η Κατοβίτσε γίνεται σύλλογος-πρότυπο με πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές να πηγαίνουν εκεί, ώστε να προάγουν το… Άριο ποδόσφαιρο. Αργότερα συλλαμβάνεται και η μητέρα του Παουλίνα. Οι Ναζί την στέλνουν στο Άουσβιτς γιατί έχει σχέση με έναν Ρώσο εβραΐκής καταγωγής. Τεράστιο έγκλημα για τη ναζιστική Γερμανία. Ο Βιλιμόφσκι εκμεταλλεύεται την ποδοσφαιρική του φήμη, τις όποιες γνωριμίες του και τελικά σώζει τη ζωή και της μητέρας του, που μένει έξι μήνες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ανάμεσα στους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ξεψυχούν εκεί. Αντάλλαγμα, μερικοί αγώνες επίδειξης του γιου της. Πληρώνει την ελευθερία της με γκολ.

Μετακομίζει ξανά και παίζει στην ομάδα της αστυνομίας στο Κέμνιτς. Αργότερα μετακομίζει και στο Μόναχο και παίζει στην 1860, με τον κόσμο να τον αποθεώνει όταν κατακτά στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου το πρώτο κύπελλο στην ιστορία του συλλόγου (έγραψε ρεκόρ κυπέλλου Γερμανίας σκοράροντας 14 γκολ το 1942). Φυσικά έρχεται και η εθνική Γερμανίας. Ο Βιλιμόφσκι φοράει 8 φορές τη φανέλα της και σκοράρει 13 γκολ.

Με τη φανέλα της Γερμανίας και τον απαραίτητο ναζιστικό χαιρετισμό

Δεν προκύπτει από κάπου (με βάση τα λίγα είναι η αλήθεια κείμενα που υπάρχουν) ότι ο Βιλιμόφσκι έχει κάποια πολιτική δράση ή ασπάζεται τις ιδέες του ναζισμού. Γεννιέται ως Γερμανός στην Πολωνία, γίνεται Πολωνός και ξανά Γερμανός, καθώς πέφτει θύμα των πολιτικών εξελίξεων. «Αν δεν γινόταν ο πόλεμος δεν θα είχα φύγει ποτέ από τη Σιλεσία» δηλώνει. Αγαπάει το ποδόσφαιρο και προσπαθεί να γλιτώσει τον εαυτό του, την καριέρα του και τους αγαπημένους του χάρη σε αυτό. Δεν πολεμάει με τη Γερμανία, δεν τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα πολιτικά, δέχεται όμως να αλλάξει ομάδες, να φορέσει οποιαδήποτε φανέλα, ακόμα κι αυτή με τη σβάστικα στο στήθος.

Το τελευταίο οι Πολωνοί δεν το συγχωρούν, όταν τον βλέπουν με τη φανέλα της ναζιστικής Γερμανίας είναι το τέλος. Ο Βιλιμόφσκι θεωρείται προδότης γι’ αυτούς και το καθεστώς της Πολωνίας του απαγορεύει να επιστρέψει στη Σιλεσία μετά το τέλος του πολέμου. Ο Βιλιμόφσκι συνεχίζει να παίζει μπάλα, φτάνει μέχρι και το Στρασβούργο και σταματάει το ποδόσφαιρο στα 43 του. Μένει για πάντα στη Γερμανία στην οποία φόρεσε τις φανέλες επτά συλλόγων. Στο Μουντιάλ του 1974 θέλει να επισκεφτεί την εθνική της Πολωνίας στη Στουτγκάρδη, αλλά η Π.Ο. της χώρας δεν τον αφήνει. Δυστυχώς, ζει μεγάλο μέρος της ζωής του σε εποχές που δεν υπάρχουν αρχεία και πληροφορίες ή καταστρέφονται. Τα γκολ του υπολογίζονται από 500 μέχρι 1000 (σύμφωνα με κάποια στατιστικά είναι ο 12ος σκόρερ όλων των εποχών στον κόσμο), είναι ένας παίκτης που αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές μπορεί να είχε τώρα το στάτους ενός Πούσκας. Κι όμως, μένει άγνωστος σχεδόν στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Προδότης για μεγάλο μέρος των Πολωνών γιατί άλλαξε πατρίδα και μέρος μιας περιόδου της Γερμανίας που οι Γερμανοί θέλουν να ξεχάσουν. «Ο καλύτερος Πολωνός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών» τον περιγράφει το Κίκερ πριν τον πόλεμο. Ο Βιλιμόφκσι πέθανε στις 30 Αυγούστου του 1997 στην Καρσλρούη, όχι ακριβώς ξεχασμένος, σίγουρα όμως με πολύ μικρές τιμές σε σχέση με την ποδοσφαιρική αξία του.

Τζιοβάνε Έλμπερ: Ο Βραζιλιάνος που έγινε Γερμανός

  [5 Σχόλια]

Για να γίνεις μεγάλος παίκτης, θέλει ταλέντο και πολλή δουλειά. Θέλει ώρες προπόνησης, θέλει μυαλό, εργατικότητα (ή υπερβολικά πολύ ταλέντο αν είσαι λίγο τεμπελάκος). Για να γίνεις από τους κορυφαίους όλων των εποχών θέλει και λίγη τύχη. Γιατί συχνά εμφανίζονται παίκτες που δεν υστερούν σε τίποτα, που σταθερά κι αμείωτα παίζουν εξαιρετικά σε υψηλό επίπεδο, αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν θα μπουν σε λίστες των κορυφαίων, δεν θα μονοπωλήσουν τα φώτα όπως άλλοι. Αυτούς τους παίκτες τους συμπαθώ πάντα λίγο παραπάνω και πιστεύω ότι ανάμεσά τους είναι κι ο Έλμπερ ντε Σόουζα.

Για πολλά χρόνια πίστευα, όπως μάλλον κι οι περισσότεροι, ότι το μικρό του είναι το Τζιοβάνε ή έστω Τζιοβάνι και το επώνυμο το Έλμπερ. Η αλήθεια όμως είναι ότι το Έλμπερ είναι το μικρό του και το «τζιοβάνε» το παρατσούκλι που του είχε κολλήσει η θεία του για να τον φωνάζει «ο μικρός Έλμπερ». Όπως κι οι άλλοι συγγενείς του όμως, τον έχασε από κοντά της πριν καλά καλά μεγαλώσει. Ο Έλμπερ ξεκίνησε να παίζει μπάλα στη Λοντρίνα Εσπόρτε Κλουμπε, έναν άσημο σύλλογο στα νότια της χώρας, αλλά οι εμφανίσεις του τον έφεραν γρήγορα στις μικρές εθνικές, κατακτώντας έναν τίτλο Ν. Αμερικής και συμμετέχοντας στο Μουντιάλ U20 της Πορτογαλίας, όπου η Βραζιλία έχασε τον τελικό στα πέναλτι. Οι εμφανίσεις του όμως προσέλκυσαν το ενδιαφέρον.

Η Μίλαν έδωσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ρεκόρ τότε για νεαρό Βραζιλιάνο χωρίς εμπειρία από επαγγελματικό ποδόσφαιρο, και τον έφερε στην Ιταλία. Μπροστά του βρήκε την ολλανδική τριπλέτα φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ κι ο «τζόβανε» δεν μπορούσε να παίξει, καθώς επιτρέπονταν μόνο τρεις ξένοι. Την πρώτη χρονιά του την πέρασε ως θεατής της Μίλαν και η ζωή ήταν δύσκολη. Ένας 18χρονος Βραζιλιάνος ξαφνικά στην Ιταλία και μάλιστα στο Μιλάνο. «Ήθελα να φύγω μετά τους δύο πρώτους μήνες. Δεν υπήρχαν τότε κινητά, δεν υπήρχε Ίντερνετ. Μου έλειπε η οικογένειά μου. Έκλαιγα μέρα-βράδυ. Έπρεπε να μάθω να μαγειρεύω. Δεν είχα δίπλωμα και γύριζα με το λεωφορείο».

Την επόμενη σεζόν ο Έλμπερ έκανε ξανά προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά όταν τελείωνε το καλοκαίρι και τα σχολεία ξεκινούσαν, μετακόμισε στην Ελβετία, δανεικός στην Γκρασχόπερ. Όχι ότι και εκεί δεν ήταν δύσκολα, ειδικά τον πρώτο χειμώνα στη Ζυρίχη, κι ας είχε μαζί του για παρέα τον αδερφό του. Το κρύο ήταν πολύ, η επικοινωνία δύσκολη και το φαγητό γρίφος. Στη βιογραφία του περιγράφονται οι δύσκολες στιγμές. Την πρώτη εβδομάδα η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όταν ο αδερφός του πέτυχε μια πινακίδα έξω από μαγαζί που με κιμωλία έγραφε τρεις… μαγικές λέξεις: «chili con carne». Ήταν κάτι σαν παράδεισος για τους δυο Βραζιλιάνους που επιτέλους ανακάλυψαν κάτι που ήξεραν τι είναι. Κάθε μέρα έτρωγαν κρέας με φασόλια και έξτρα μερίδα τηγανιτές πατάτες. Παρ’ ότι αγωνιστικά ο Έλμπερ δεν είχε προβλήματα, δεν του άρεσε καθόλου η Ελβετία: «Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία για τη χειμερινή διακοπή του πρωταθλήματος δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήταν η μητέρα που μου έπεισε. Μου είπε ότι θα μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής και θα πάω να γίνω ποδοσφαιριστής, αυτό που ήθελα πάντα». Ο Έλμπερ τελικά μπήκε και έμεινε στην Ευρώπη για 15 χρόνια συνολικά. Τα επόμενα δύο καλοκαίρια έκανε και πάλι προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά επέστρεψε ξανά στην Ελβετία όπου και έκανε σπουδαίες εμφανίσεις (ακόμα και στην Ευρώπη), ενώ στην τελευταία του σεζόν βγήκε πρώτος σκόρερ και κατέκτησε το κύπελλο.


Das magische Dreieck

Το μέλλον του στη Μίλαν δεν φαινόταν λαμπρό (0 εμφανίσεις σε 4 σεζόν) κι ο Έλμπερ ζήτησε να πάει δανεικός κάπου στην Ιταλία, αφού ένιωθε ότι πλέον είχε μάθει ό,τι μπορούσε στο ελβετικό πρωτάθλημα μετά από τρεις χρονιές. Οι άνθρωποι της Μίλαν του είπαν ότι έχουν μια πρόταση από τη Στουτγκάρδη που τον παρακολουθούσε. Ο Έλμπερ που είχε ήδη μάθει γερμανικά την αποδέχτηκε και έτσι μετακόμισε στη Γερμανία. Στη Σουηβία μπήκε σε μια εξαιρετική ομάδα και άρχισε να δείχνει την ποιότητά του. Παρ’ ότι την πρώτη σεζόν σκόραρε μόλις 8 γκολ, στις άλλες δύο πήρε μπρος και μαζί με το Φρέντι Μπόμπιτς και τον Κράσιμιρ Μπαλάκοφ έφτιαξαν το ιστορικό «μαγικό τρίγωνο» για τη Στουτγκάρδη του μόλις 36χρονου τότε προπονητή Γιόακιμ Λεβ που ξεκινούσε να φτιάχνει όνομα. Ο Έλμπερ κατέκτησε το κύπελλο του 1997, αλλά δεν ήταν εκεί στην σπουδαία πορεία της ομάδας στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1998. Είχε ήδη συμφωνήσει να μετακομίσει στο Μόναχο λίγες μέρες πριν τον τελικό με την Κότμπους στον οποίο σκόραρε δυο γκολ. Γύρισε στο ξενοδοχείο και δεν μπορούσε να πανηγυρίσει, στενοχωρημένος επειδή θα έφευγε. Ο Μπόμπιτς (με τον οποίον είναι κολλητοί ακόμα και σήμερα) πήγε στο δωμάτιό του και του είπε: «Σήμερα είσαι ακόμα ένας από μας, οπότε θα έρθεις να το γιορτάσουμε. Από αύριο μπορείς να πας να γαμηθείς».

Ένα από τα καλύτερα γκολ του, το πέτυχε επί της Μπάγερν

Ο Έλμπερ είχε αγαπήσει τη Στουτγκάρδη και πολλοί του έλεγαν ότι δεν θα έβρισκε το ίδιο οικογενειακό κλίμα στην Μπάγερν. Δεν πίστευε καν ότι είχε ενδιαφερθεί ένας τόσο μεγάλος σύλλογος, το συνειδητοποίησε όταν τον πήρε τηλέφωνο ο Ματέους. Μέσα του όμως είχε ένα μεγάλο όνειρο, να φορέσει τη φανέλα της Σελεσάο και ήξερε ότι δύσκολα θα τα κατάφερνε αν δεν πήγαινε σε μεγαλύτερο σύλλογο. Παρά το τότε ενδιαφέρον της Άρσεναλ, ο Έλμπερ πήγε στους Βαυαρούς και μια τρομερή πορεία ξεκίνησε. Το άκρως οικογενειακό κλίμα χάθηκε, αλλά τα γκολ, οι τίτλοι και οι επιτυχίες ξεκίνησαν.

Ο Έλμπερ ήταν ένας από τους πληρέστερους επιθετικούς που είδαμε ποτέ. Με φοβερά ποσοστά επιτυχίας, γρήγορος, δυνατός, καλός και στον αέρα χωρίς να είναι πρώτο μπόι. Το γεγονός ότι μετακόμισε στην Ευρώπη τόσο νωρίς, τον έκανε αρκετά πιο Ευρωπαίο ποδοσφαιρικά. Η μπάλα έπρεπε να μπει στα δίχτυα. Αυτός ήταν ο σκοπός. Αν έπρεπε να ντριμπλάρει, θα το έκανε. Αν έπρεπε να σουτάρει, θα το έκανε. Τακουνάκια, ψαλιδάκια, σουτ εκτός περιοχής, τεράστια γκάμα. Σημασία είχε όμως το γκολ.

Η απόφαση να πάει στην Μπάγερν είχε άμεσο αντίκτυπο. Μόλις σε μία σεζόν, κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Βραζιλίας. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο, έπεσε σε μια φουρνιά σπουδαίων παικτών. Ριβάλντο-Ρονάλντο-Μπεμπέτο-Ρομάριο (αν και μεγάλος), αλλά και άλλοι όπως ο Εντμούντο κι ο Ντενίλσον του έπαιρναν τη θέση. Το γερμανικό ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο δημοφιλές κι ο Έλμπερ δεν είχε παίξει ποτέ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα με αποτέλεσμα να είναι άγνωστος σε πολύ κόσμο πίσω στην πατρίδα και να μην έχει μεγάλο έρεισμα σε κόσμο και κυρίως προπονητές.

Τον Δεκέμβριο του 1997 οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον Μάριο Ζαγκάλο αν ο Έλμπερ θα είναι στις επιλογές του για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Ζαγκάλο απαντά με πολύ άσχημο τρόπο: «Πόσους Έλμπερ έχουμε στη Βραζιλία; Χιλιάδες! Ας αγοράσει ένα αεροπορικό και να πάει για διακοπές»

Ο Έλμπερ από τη Γερμανία απαντάει στο Ζαγκάλο, λέγοντάς του ότι είναι γέρος και έχει αρχίσει να ξεχνάει. Τελικά, ο Ζαγκάλο τον παίρνει στο αδιάφορο Gold Cup που συμμετείχε κι η Βραζιλία στις αρχές του 1998, αλλά τον έχει στον πάγκο κατά κύριο λόγο. Τον φωνάζει «μικρό» γιατί δεν θυμόταν το όνομά του.  Ο Έλμπερ μοχθεί για να επιλεγεί στην ομάδα, αλλά ένας τραυματισμός διαλύει τις λίγες ελπίδες του για να δώσει το παρόν στο Μουντιάλ.

Το 2002 η αδικία ήταν μεγαλύτερη, με παίκτες όπως ο Λουιζάο και ο Εντμίλσον (οι επιθετικοί και όχι οι συνονόματοί τους σε άλλες θέσεις, αν δεν τους θυμάστε δεν φταίτε εσείς) να προτιμώνται από τον Τζιοβάνε, σαφώς κατώτεροί του. Στο τέλος παίζει ρόλο και η απόφαση της Μπάγερν να μην του δώσει άδεια να πάει στη Βραζιλία για δυο αγώνες στα προκριματικά και μένει ξανά εκτός Μουντιάλ. Ο Έλμπερ, τελείωσε την καριέρα του με μόλις 15 εμφανίσεις με τη Βραζιλία. Φυσικά σε αυτά τα ματς σκόραρε 7 φορές, γεγονός που έδειχνε πόσο μπορούσε να βοηθήσει. Είπαμε. Εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά μια συμμετοχή σε ένα Μουντιάλ πιθανότατα να τον είχε βάλει ανάμεσα στους καλύτερους. Είναι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες που στο τέλος καθορίζουν πώς θα σε θυμάται ο κόσμος.

Αν δεν τον προλάβετε, μάθετέ τον τώρα
Αν τον θυμάστε, ξαναδείτε ορισμένα του γκολ

Η καριέρα του όμως σε συλλόγους ήταν πάντα σπουδαία. Στο Μόναχο κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα, τρία κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και ένα Διηπειρωτικό. Έγινε ο πρώτος ξένος σκόρερ όλων των εποχών στην Μπάγερν και μόνο ο Κλαούντιο Πιζάρο και πλέον ο Λεβαντόφσκι τον ξεπερνούν σε συνολικά γκολ ξένου στην Μπουντεσλίγκα. 133 γκολ σε 260 ματς συνολικά στην Μπουντεσλίγκα με Στουτγκάρδη και Μπάγερν. Το 1999 χάνει τον περίφημο τελικό της Βαρκελώνης απέναντι στη Γιουνάιτεντ λόγω τραυματισμού. Χάνει όμως και την ανατροπή: «Κατεβήκαμε με το Λιζαραζού κάτω λίγο πριν το τέλος. Ήταν κι αυτός τραυματίας και πήγαμε στο τούνελ για να ετοιμαστούμε για την απονομή. Όταν φτάσαμε το σκορ είχε γίνει 1-2. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Εγώ σηκώθηκα και έφυγα, γύρισα μόνος στο ξενοδοχείο. Δεν ήθελε να βλέπω κανέναν». Τελικά, το κατέκτησε δυο χρόνια αργότερα.

Σχεδόν συλλεκτική φωτογραφία του Έλμπερ με τη φανέλα της εθνικής

Ο Έλμπερ μετά την Μπάγερν συνέχισε την καριέρα του στη Λυών με αρκετά καλή παρουσία και τελικά την έκλεισε παίζοντας για πρώτη φορά μπάλα στην πατρίδα του με την Κρουζέιρο. Η ζωή του όμως συνδέθηκε άρρηκτα με τη Γερμανία. Είναι «πρέσβης» της Μπάγερν και συνεχίζει να έχει άμεση σχέση με το σύλλογο. Ταξιδεύει συχνά στο Μόναχο για να βλέπει την ομάδα, όταν δεν βρίσκεται στη Βραζιλία που εκτός των άλλων έχει ιδρύσει ακαδημία ποδοσφαίρου για τα παιδιά του δρόμου και κάνει τον… καουμπόη στα συνολικά 6000 βοειδή που έχει σε μια σειρά από εκτάσεις που αγόρασε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνέντευξη που έδωσε πριν το πρόσφατο φιλικό Γερμανίας-Βραζιλίας είπε ότι… δεν είναι πραγματικός Βραζιλιάνος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο περιβόητο ματς 7-1, η γυναίκα του ήταν στο γήπεδο με μια σημαία της Βραζιλίας, τα παιδιά του με φανέλες Γερμανίας κι ο ίδιος ένιωθε πολύ πιο κοντά με Γερμανούς όπως ο Τόμας Μίλερ τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, ενώ είχε ζωγραφίσει και μια σημαία της Γερμανίας στο πρόσωπό του. Κι όταν η γυναίκα του μετά το 3-0 δεν άντεξε άλλο και αποχώρησε, αυτός έκατσε να δει το ματς. «Πέρασα όλη τη ποδοσφαιρική μου ζωή εκεί», λέει με ειλικρίνεια. Ίσως βαθιά μέσα του, να μην έχει ξεπεράσει το γεγονός ότι στην εθνική ποτέ δεν τον αγκάλιασαν και γι’ αυτό δεν έχει τόση συμπάθεια στη Σελεσάο. Κι ας έφευγε στα 16 του για να κάνει δυο μέρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και να βρεθεί στο Μαρακανά και να δει από κοντά το μεγάλο του ίνδαλμα, τον Ζίκο.

Τα μαγικά και πονεμένα πόδια του χαμογελαστού Σάντι

  [Καθόλου σχόλια]

Αν πριν περίπου δυο δεκαετίες κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να παρακολουθήσει τα παιχνίδια των ακαδημιών της Ρεάλ Οβιέδο, το μάτι του θα έπεφτε σε ένα μικροσκοπικό παιδάκι. Ο κοντούλης Σάντι ξεχώριζε αμέσως, όχι όμως μόνο για το ύψος του. Ήταν η μεγάλη ποιότητά του, η ταχύτητα σε σκέψη και εκτέλεση, η τεχνική, οι ντρίμπλες και φυσικά οι πάσες. Ο  Καθόρλα μπορεί να έμαθε μπάλα στην πατρίδα του τις Αστούριας, έφυγε πολύ γρήγορα όμως όταν οι άνθρωποι της Βιγιαρεάλ τον ανακάλυψαν και τον πήγαν πολύ πιο νότια στη χώρα.

Παρά το μεγάλο ταλέντο του και το γεγονός ότι έπαιξε για τρεις σεζόν στο κίτρινο υποβρύχιο, ο Καθόρλα δεν έκανε τελικά μεγάλο όνομα, δεν είχε την ανάλογη εξέλιξη. Το 2006 λοιπόν η Ουέλβα τον πήρε με το αστείο ποσό των 600 χιλιάδων Ευρώ.  Στα χέρια του απαιτητικού Μαρσελίνο μεταμορφώθηκε και μαζί του η Ρεκρεατίβο έφτασε σε μια 8η θέση, ενώ ο ίδιος ήταν από τους κορυφαίους παίκτες της σεζόν (το Δον Μπαλόν τον ανακήρυξε καλύτερο Ισπανό της χρονιάς). Η Βιγιαρεάλ ενεργώντας έξυπνα είχε βάλει ρήτρα επαναγοράς και τον πήρε αμέσως πίσω. Σε μια ονειρική χρονιά, ο Σάντι ήταν από τους πρωταγωνιστές που έφεραν την ομάδα στην ιστορική 2η θέση. Η ικανότητά του να κινείται σε μικρούς χώρους, να ντριμπλάρει ασταμάτητα, να πασάρει με ακρίβεια, αλλά και να μοχθεί αμυντικά και να σκοράρει τον έφεραν σταδιακά και στην εθνική της Ισπανίας. Άλλοτε με μεγαλύτερο, άλλοτε με μικρότερο ρόλο, ο Καθόρλα κέρδισε 2 ευρωπαϊκούς τίτλους.

«Αναρωτιέμαι. Γιατί η Μπαρτσελόνα δεν πήρε ποτέ τον Καθόρλα; Γνωρίζει ήδη τον τρόπο παιχνιδιού μας.»
– Τσάβι Ερνάντες

Το όνομά του φυσικά έπαιξε για άλλες, μεγαλύτερες ομάδες και η Ρεάλ έφτασε στο σημείο να προσφέρει το ποσό της ρήτρας του. Ενώ αρχικά φάνηκε ότι ο Καθόρλα θα κατέληγε στη Μαδρίτη, στα 23 του έκανε αυτό που λίγοι θα έκαναν. Αποφάσισε να μείνει στη Βιγιαρεάλ, να συζητήσει μαζί της, να υπογράψει ένα καλύτερο συμβόλαιο και να παραμείνει εκεί, λέγοντας ότι αγαπάει την ομάδα και αφού μίλησε μαζί της, δεν χρειαζόταν να πάρει μεταγραφή. Ο Σάντι συνέχισε να μαγεύει στη Βιγιαρεάλ μέχρι το 2011. Τότε που αποφάσισε να αφήσει πίσω την ομάδα του και να μετακομίσει στην Ανδαλουσία και τη Μάλαγα που μοίραζε χρήματα παντού. Αρκετοί τον κατηγόρησαν για εκείνη τη μεταγραφή. Ο ίδιος συνεχίζει να υποστηρίζει ότι δεν ήθελε να φύγει. Ότι η Βιγιαρεάλ αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα κι η διοίκηση αποφάσισε να πουλήσει είτε αυτόν ή τον Τζουζέπε Ρόσι και πως όταν ήρθε η πρόταση των 21 εκατομμυρίων (ρεκόρ για τη Μάλαγα) στο σύλλογο, δεν υπήρχε άλλη λύση από το να γίνει αποδεκτή.

6,5 λεπτά ποδοσφαιρικής ποιότητας

Κι αν ο ίδιος δεν ήθελε να φύγει, ακόμα περισσότερο δεν ήθελαν οι συμπαίκτες του που τον αγαπούσαν τόσο ως χαρακτήρα, πάντα με τα στραβά δόντια πίσω από ένα μόνιμο χαμόγελο, όσο και ως παίκτη. “Νιώθω σαν να έκοψαν ένα δάχτυλο από την ομάδα” δήλωνε ο Μάρκος Σένα, ενώ ο Μπόρχα Βαγιέρο υποστήριξε ότι η ομάδα έχασε την ταυτότητά της με τη φυγή του Σάντι. Ο Καθόρλα τα πήγε εξαιρετικά και στη Μάλαγα και έφτασε με την ομάδα στην έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ. Τότε ήταν που ο Αρσέν Βενγκέρ τον πήρε στην Άρσεναλ βλέποντας έναν παίκτη που θα μπορούσε να δώσει ποιότητα στο κέντρο της Άρσεναλ. Τα λόγια θαυμασμού από συμπαίκτες του πολλά. Ειδικά η πρώτη του σεζόν ήταν μαγική με 12 γκολ στο πρωτάθλημα. Ακόμα όμως κι όταν ήρθαν άλλοι παίκτες, όπως ο Οζίλ, ακόμα και αν ο Βενγκέρ τον δοκίμαζε σε άλλες θέσεις, στα αριστερά ή λίγο πιο μπροστά από τους αμυντικούς, ο Καθόρλα φρόντιζε να δίνει και πάλι ότι μπορεί και πολύ συχνά να κάνει τη διαφορά. Ο κόσμος της Άρσεναλ τον λάτρεψε και είδε στην ομάδα τον δικό της Ινιέστα. Καλύτερος παίκτης της Άρσεναλ το 2012-13 (12 γκολ, 14 ασίστ), δεύτερος σε ασίστ το 2014-15 στο πρωτάθλημα, δύο κατακτήσεις κυπέλλων.

«Έπαιξα πέντε χρόνια μαζί του και ακόμα δεν ξέρω αν είναι αριστεροπόδαρος ή δεξιοπόδαρος»
– Ζοάν Καπντεβίλα

Κάπου εδώ θα τελείωνε η ιστορία ή έστω δεν θα είχε τίποτα το τρομερό να πούμε πέρα από στατιστικά και επιτυχίες. Ένας εξαιρετικός παίκτης, ένας εξαιρετικός χαρακτήρας, αρκετές στιγμές ομορφιάς, αντίο και τα λέμε. Μόνο που ο Σάντι δεν είχε την τύχη μαζί του. Η σεζόν 2015-16 ξεκίνησε ιδανικά, με τον Καθόρλα να είναι ίσως ο πιο πολύτιμος παίκτης της Άρσεναλ. Ο κινητήριος μοχλός, ο άνθρωπος που το παιχνίδι της ομάδας περνούσε από τα πόδια του. Μέχρι που το φθινόπωρο τραυματίστηκε στο γόνατο. Αλλά δεν ήταν αυτό το βασικό πρόβλημα. Όσο περίεργο και αν ακούγεται για έναν άνθρωπο που έπαιζε συνέχεια, τα προβλήματα ξεκίνησαν το 2013. Σε ένα ματς Ισπανίας-Χιλής όπου ο Καθόρλα χτύπησε στον αστράγαλό του και τον ράγισε. Ο Σάντι έμεινε για λίγο καιρό εκτός, αλλά επέστρεψε και έβγαλε μια σεζόν με ενοχλήσεις απνευστί, τόσο με την Άρσεναλ, όσο και με την Ισπανία στο Μουντιάλ. Ο Καθόρλα όταν “ζεσταινόταν” έπαιζε καλά, αλλά μόλις το πόδι ηρεμούσε, τότε πονούσε. Όπως αποκάλυψε σε συνέντευξή του στη Marca “στο ημίχρονο, όταν το πόδι κρύωνε, έκλαιγα από τους πόνους”.

Ο Σάντι έμαθε να παίζει έτσι, μέχρι που τρία χρόνια αργότερα ήρθε ο τραυματισμός που αναφέραμε στο γόνατο και μια επέμβαση. Στο διάστημα αυτό όμως το πρόβλημα στον αστράγαλο χειροτέρεψε πολύ. Ο Καθόρλα έχασε όλη τη σεζόν 2015-16, επέστρεψε την επόμενη αλλά γρήγορα (και παρά τις καλές του εμφανίσεις) αναγκάστηκε να αποχωρήσει ξανά. Στις 19 Οκτωβρίου του 2016, η Άρσεναλ διέλυε την Λουντογκόρετς με 6-0 στο Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά κανείς δεν φανταζόταν ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο παιχνίδι του χαμογελαστού Σάντι. Ο αχίλλειος τένοντας είχε σοβαρό πρόβλημα, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του πόνου στον αστράγαλο και της προσπάθειας του παίκτη όλον αυτόν τον καιρό να τον αποφεύγει (πατώντας ίσως και διαφορετικά), με αποτέλεσμα να καταπονείται συνεχώς ο τένοντας. Ακόμα κι αυτό όμως, δεν θα ήταν τίποτα το απίστευτο, συμβαίνουν αυτά θα έλεγε κάποιος κυνικός.

Το ταλαιπωρημένο δεξί πόδι του Σάντι και το τατουάζ της κόρης του

Οι “λίγες εβδομάδες ξεκούρασης” πέρασαν, αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε και ο Καθόρλα μπήκε να χειρουργηθεί. Το τραύμα μολύνθηκε, ο Καθόρλα αναγκάστηκε να μπει στο χειρουργείο και πάλι. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Και για να μην το κουράζουμε, ο Καθόρλα έχει φτάσει πλέον τις οκτώ επεμβάσεις στο συγκεκριμένο σημείο (ας μην προσθέσουμε και το γόνατο), η τελευταία πριν κάποιους μήνες. Και τα πράγματα δεν ήταν του στιλ “πονάω λίγο γιατρέ”, η μόλυνση άρχισε να του κατατρώει τον τένοντα, κόβοντας 8 εκατοστά. Τα μικρόβια της γάγγραινας ήταν πολύ ισχυρά και ο Καθόρλα έφτασε στο σημείο να κινδυνεύει να χάσει το πόδι του, να χρειαστεί ακρωτηριασμός. Για να καλυφθεί όλο αυτό το δέρμα από τις επεμβάσεις, έκανε μεταμόσχευση από το χέρι του. Ο Σάντι επέλεξε το σημείο που είχε κάνει τατουάζ το όνομα της κόρης του. Πλέον στον αστράγαλο υπάρχει το μισό όνομα της Ίντια Καθόρλα. Το ερώτημα δεν ήταν πότε ή αν θα ξαναπαίξει ποδόσφαιρο, αλλά τι ποιότητα ζωής θα έχει. “Ο γιατρός μου είπε ότι αν μπορώ να περπατάω μαζί με το γιο μου στον κήπο θα πρέπει να είμαι ευχαριστημένος”, αποκάλυψε ο Ισπανός.

Δεν το έβαλε ποτέ κάτω όμως. Όπως λέει, δεν έχει κλάψει καθόλου τα δύο τελευταία χρόνια. Μετά και το τελευταίο χειρουργείο δούλεψε σκληρά στη Σαλαμάνκα μόνος του μένοντας σε ένα ξενοδοχείο, μακριά από την οικογένειά του συνεχίζει να ζει στο Λονδίνο καθώς τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο εκεί. Κάνει μεγάλη προσπάθεια για να επιστρέψει και όταν οι κάμερες τον βρήκαν, αυτός ήταν ο ίδιος αγαπημένος χαμογελαστός τύπος που έδειχνε με απόλυτη ψυχραιμία φωτογραφίες στο κινητό από μια τεράστια τρύπα στο μολυσμένο πόδι του.

Πώς να μην αγαπάς αυτόν τον τυπάκο; Ψάχνοντας φωτογραφίες του, στις περισσότερες χαμογελάει. Εδώ μετά από μία από τις περίπου 10 συνολικά επεμβάσεις που έχει κάνει στην καριέρα του.

Ο Ισπανός δεν τα παράτησε ποτέ. Ούτε το 2013 όταν χτύπησε για πρώτη φορά, ούτε το 2015 όταν χτύπησε στο γόνατο, ούτε το 2016 όταν άρχισαν τα προβλήματα στον τένοντα, ούτε αργότερα όταν τρεις τύποι επιθετικών μικροβίων άρχισαν να του τρώνε τον τένοντα. Κι αυτό το ξέρουν κι οι οπαδοί της Άρσεναλ που το αναγνωρίζουν και που πιστεύουν ότι ένας από τους βασικούς λόγους των απογοητευτικών σεζόν της ομάδας είναι η απουσία του κοντούλη Ισπανού. Πολλοί λένε ότι το πρωτάθλημα του 2016 θα ήταν πολύ διαφορετικό αν ο Σάντι ήταν υγιής. Πριν περίπου ένα μήνα, μετά το ματς με τη Μίλαν στο Σαν Σίρο, οι εκδρομείς της Άρσεναλ άρχισαν να τραγουδούν το όνομά του. Δείγμα ότι δεν τον ξεχνούν. Και όταν πριν λίγες ημέρες εμφανίστηκαν οι φωτογραφίες με τον Σάντι να κάνει για πρώτη φορά ξανά χαλαρή προπόνηση στο Έμιρεϊτς (όπως αυτή στην κορυφή του κειμένου) πριν τον αγώνα με την Ατλέτικο, οι οπαδοί της Άρσεναλ πλημμύρισαν το διαδίκτυο με τη χαρά τους και με συγκινητικά μηνύματα που είδαν τη φοβερή φάτσα να πατάει χορτάρι. Ο Σάντι δεν θα είναι στην 11αδα στο σημερινό Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Άρσεναλ, όπως δεν ήταν σε καμία εντεκάδα εδώ και 1,5 χρόνο. Το μέλλον του στην Άρσεναλ είναι άγνωστο, ειδικά μετά την αποχώρηση του Βενγκέρ. Το να φτάσει στα παλιά του επίπεδα θα είναι θαύμα, θαύμα θα είναι να ξαναπαίξει μπάλα εδώ που τα λέμε. Η μάχη που δίνει όμως εδώ και τόσο καιρό, θα πρέπει να αποτελεί παράδειγμα για όλους. Έστω και αν οι βιντεοσυλλογές με τα μαγικά του μπορεί να μην ανανεωθούν ποτέ ξανά.

Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».

Εσάμ Ελ-Χάνταρι, ετών 45: Ο επιμένων νικά

  [Καθόλου σχόλια]

18 Νοεμβρίου 2009. Ο Δημήτρης Σαλπιγίδης σκοράρει μέσα στην Ουκρανία και στέλνει την Ελλάδα στο Μουντιάλ της Ν. Αφρικής. Ο Ραούλ Μειρέλες κλειδώνει με το γκολ του μέσα στη Βοσνία την πρόκριση των Πορτογάλων. Ο Τιερί Ανρί βάζει το χεράκι του και οι Γάλλοι ξεπερνάνε το εμπόδιο των μαχητικών Ιρλανδών. Κι όμως, το σπουδαιότερο ματς της ημέρας δεν γίνεται σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα πιο νότια, στο Σουδάν, η Αίγυπτος αντιμετωπίζει την Αλγερία με έπαθλο το τελευταίο αφρικάνικο εισιτήριο για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Το κλίμα που υπάρχει πριν τη σέντρα δεν συγκρίνεται σε καμία περίπτωση με τα ευρωπαϊκά μπαράζ. Οι δυο ομάδες έχουν συναντηθεί ξανά τέσσερις μόλις μέρες πριν στο Κάιρο, στην τελευταία αγωνιστική των ομίλων. Οι Αλγερινοί ήθελαν απλά μια ισοπαλία. Οι Αιγύπτιοι οπαδοί υποδέχθηκαν το πούλμαν των αντιπάλων με τούβλα. Παρά τον τραυματισμό 3 παικτών, ο αγώνας έγινε κανονικά. Η Αίγυπτος επικράτησε με 2-0, οι δυο ομάδες ισοβάθμησαν και η CAF όρισε το μπαράζ σε ουδέτερο έδαφος.

Δεκάδες χιλιάδες φίλαθλοι και από τις δυο χώρες ταξίδεψαν στο Σουδάν και με κάποιο μαγικό τρόπο κατάφεραν να βρούνε όλοι θέση στην κερκίδα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των ντόπιων, σε γήπεδο με χωρητικότητα 41.000, βρέθηκαν τουλάχιστον 50.000 οπαδοί, παρά το γεγονός ότι είχαν εκδοθεί μόνο 36.000 εισιτήρια! Πριν τον αγώνα πάντως οι Αλγερινοί… πήραν εκδίκηση, σπάζοντας τα τζάμια του πούλμαν που μετέφερε την Αίγυπτο. Όπως αναμενόταν, οι παίκτες και των δυο μπήκαν στο γήπεδο έτοιμοι για όλα και για να σώσει ουσιαστικά το παιχνίδι ο διαιτητής από τις Σεϋχέλλες, έδειξε την πρώτη κίτρινη κάρτα στο πρώτο λεπτό!

Τελικά, με ένα γκολ λίγο πριν τη λήξη του ημιχρόνου η Αλγερία πήρε το ματς και μαζί το εισιτήριο για το Μουντιάλ, βυθίζοντας για άλλη μια φορά την Αίγυπτο σε πένθος. Σε λίγους μήνες θα συμπληρωνόταν 20 χρόνια από την τελευταία φορά που η χώρα βρέθηκε σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Την ώρα που οι Αλγερινοί πανηγύριζαν, στην άλλη πλευρά του γηπέδου ο τερματοφύλακας της Αιγύπτου, Εσάμ Ελ-Χάνταρι, ξεσπούσε σε κλάματα. Οι συμπαίκτες του έσπευσαν να του συμπαρασταθούν, του υπενθύμισαν ότι έχει καταφέρει ήδη πολλά και ότι φεύγει με ψηλά το κεφάλι, έχοντας αποδεδειγμένα κάνει ό,τι μπορούσε. Ο Ελ-Χάνταρι διαφώνησε, δεν αποδεχόταν ότι είχε φτάσει το τέλος. Ορκίστηκε μπροστά τους ότι δεν θα κρεμάσει τα γάντια του αν δεν παίξει σε ένα Μουντιάλ. Κανένας δεν τόλμησε να του απαντήσει στην κατάσταση που ήταν αλλά, προφανώς, και κανένας δεν τον πίστεψε. Άλλωστε ήταν  ήδη 36 χρονών. To όνειρο είχε πετάξει.

8 Οκτωβρίου 2017. Η Αίγυπτος υποδέχεται το Κονγκό, ο Μοχάμεντ Σαλάχ ευστοχεί στο κρίσιμο πέναλτι στις καθυστερήσεις και οι ‘Φαραώ’ εξασφαλίζουν και μαθηματικά μια θέση στο Μουντιάλ της Ρωσίας, που θα είναι το πρώτο τους μετά από 28 χρόνια. Στην απέναντι εστία απ’αυτή που εκτελεί το πέναλτι ο Σαλάχ, βρίσκεται μια γνώριμη φυσιογνωμία. Ο Εσάμ Ελ-Χάνταρι είναι πλέον 45 χρονών αλλά τα γάντια παραμένουν φορεμένα στα χέρια του, όσο αυτός προστατεύει την εστία της χώρας του.

Ο παράλογος όρκος που είχε δώσει οχτώ χρόνια πριν εκπληρώθηκε και το ‘Θηρίο της Αφρικής’ (όπως είναι ένα από τα παρατσούκλια του) θα βρεθεί, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, το καλοκαίρι στα γήπεδα της Ρωσίας. Με τη συμμετοχή του εκεί θα σπάσει φυσικά και το ρεκόρ του πιο μεγάλου σε ηλικία παίκτη στην ιστορία της διοργάνωσης, που κατέχει για την ώρα ο Κολομβιανός Μοντραγκόν που το 2014 αγωνίστηκε στο Μουντιάλ της Βραζιλίας όντας 43 χρονών.

“Από τη μέρα που προκριθήκαμε, προσπαθώ να πιέσω τον εαυτό μου περισσότερο. Πριν από κάθε προπόνηση της ομάδας, κάνω εξτρά γυμναστική μόνος μου. Είμαι απόλυτα επικεντρωμένος στο να εξελίσσομαι συνέχεια. Δεν θα αφήσω τίποτα να με σταματήσει. Θέλω να κερδίσω μια θέση στο Μουντιάλ μέσα από την προσπάθεια μου και όχι εξαιτίας του ονόματος και της ιστορίας μου” δήλωσε πριν λίγο καιρό στη σελίδα της FIFA ο Χάνταρι.

Το επερχόμενο ρεκόρ δεν θα είναι πάντως το πρώτο στην καριέρα του. Λίγες εβδομάδες μετά την πρόκριση στο Μουντιάλ, έγινε ο πρώτος ξένος τερματοφύλακας που σκοράρει σε αγώνα του πρωταθλήματος της Σαουδικής Αραβίας, εκεί όπου αγωνίζεται από το καλοκαίρι. Αυτό ήταν το 2ο γκολ της καριέρας του. Το 2002 στο Αφρικάνικο Σούπερ Καπ είχε στείλει τη μπάλα στα δίχτυα από τα 60 μέτρα, εκτελώντας γρήγορα ένα φάουλ που είχε κερδίσει η τότε ομάδα του, Αλ Αχλί.

Και ο κατάλογος των ρεκόρ δεν σταματάει εδώ. Τέτοια εποχή πέρσι έγινε ο μεγαλύτερος σε ηλικία παίκτης που παίζει σε Κόπα Άφρικα, ένα τουρνουά που γνωρίζει όσο λίγοι, αφού το έχει κερδίσει 4 φόρες! Όταν η Αίγυπτος του, γνωστού μας, Έκτορ Ραούλ Κούπερ, ξεκίνησε την περσινή διοργάνωση, όλοι πίστευαν πως ο Χάνταρι βρισκόταν στην αποστολή απλά για να βοηθήσει τους νεότερους με την εμπειρία του, σαν πατρική φιγούρα που θα δώσει τις κατάλληλες συμβουλές και παραινέσεις. Στην ομάδα άλλωστε υπάρχουν παίκτες που είναι στην ηλικία της κόρης του!

Ο βασικός τερματοφύλακας της Αιγύπτου όμως τραυματίστηκε στο πρώτο κιόλας παιχνίδι και ο Χάνταρι κλήθηκε εσπευσμένα να αποδείξει ότι δεν είναι τελειωμένος, παρά την, ακραία ποδοσφαιρικά, ηλικία του. Τελικά με τις εμφανίσεις του έδειξε στους νεότερους γιατί στην τροπαιοθήκη του έχει 7 ατομικά βραβεία (3 φορές καλύτερος τερματοφύλακας του αφρικάνικου Τσάμπιονς Λιγκ και 4 φορές καλύτερος τερματοφύλακας του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής!) και γιατί ο Ντιντιέ Ντρογκμπά τον αποκάλεσε το 2012 “τον καλύτερο αντίπαλο που είχε ποτέ”.

Η ομάδα του Κούπερ δέχτηκε σε 5 ματς μόνο 1 γκολ, με τον 44χρονο, τότε, τερματοφύλακα να συμπληρώνει άψογα την εξαιρετική άμυνα των ‘Φαραώ’. Σαν κερασάκι στην τούρτα ο Χάνταρι έπιασε τα δυο τελευταία πέναλτι των παικτών της Μπουρκίνα Φάσο στον ημιτελικό και έστειλε τη χώρα του σ’έναν ακόμα τελικό. Εκεί που η ‘κατάρα’ του Έκτορ Ραούλ Κούπερ μίλησε ξανά και το Καμερούν κατάφερε να γυρίσει το ματς και με γκολ στο 88′ να ανέβει στην κορυφή της Αφρικής.

Ένα χρόνο αργότερα, λίγοι στην Αίγυπτο θυμούνται πλέον εκείνη την αποτυχία, αφού η ιστορική πρόκριση στο Μουντιάλ σε συνδυασμό με την εξαιρετική πορεία του Σαλάχ στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ, έχει πείσει τους πάντες ότι αυτή είναι μια ακόμα σπουδαία φουρνιά παικτών. “Έχω παίξει με αρκετές γενιές και πιστεύω πως η σημερινή έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τη χρυσή γενιά που κερδίσαμε 3 συνεχόμενους τίτλους στην Αφρική (2006, 2008, 2010). Το μόνο που της λείπει είναι η εμπειρία” λέει ο, πλέον αρμόδιος να συγκρίνει, Εσάμ Ελ-Χάνταρι.

Όσο για τον ίδιο; “Έχω κερδίσει 37 τρόπαια στην καριέρα μου και έχω ζήσει μερικές αξιομνημόνευτες στιγμές, όπως η νίκη με 1-0 επί της Ιταλίας το 2009. Το μόνο πλέον που μου λείπει είναι μια συμμετοχή σε Παγκόσμιο Κύπελλο”. Ένα Παγκόσμιο Κύπελλο από το οποίο βέβαια θα απουσιάσει ο μεγάλος του ήρωας, Τζανλουίτζι Μπουφόν. “Ο Μπουφόν είναι το ίνδαλμα μου. Τον γνώρισα και από κοντά το 2009 στο Κονφεντερέισον, όταν παίξαμε με την Ιταλία. Περιέργως, μετά το τέλος του αγώνα ζήτησε τη φανέλα μου” σχολιάζει με περηφάνια ο Χάνταρι, που σ’εκείνο το ματς έκανε μια από τις καλύτερες εμφανίσεις της καριέρας του, σώζοντας την εστία του σε τρεις περιπτώσεις τετ-α-τετ!

Σήμερα το βράδυ στη Ζυρίχη, η Αίγυπτος θα αντιμετωπίσει την εθνική μας ομάδα σε ένα ακόμα φιλικό προετοιμασίας για το Μουντιάλ. Αν ο Κούπερ επιλέξει τον Χάνταρι για τη βασική 11αδα (στο φιλικό με την Πορτογαλία προτιμήθηκε ο 26χρονος Ελ-Σεναουί που βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση αυτή την περίοδο), αυτή θα είναι η 157η συμμετοχή του με το εθνόσημο. Εντελώς συμπτωματικά, μια μέρα σαν τη χθεσινή, είχε φορέσει για πρώτη φορά τη φανέλα της εθνικής, σε ένα φιλικό με τη Ν. Κορέα. Το ημερολόγιο εκείνη την ημέρα έδειχνε 26 Μαρτίου 1996. O Ραμαντάν Σομπί της Στόουκ, που επίσης βρίσκεται στην αποστολή της Αιγύπτου, δεν είχε καν γεννηθεί.

Ο Ρίκι, το ταλέντο του και το Thug Life

  [1 Σχόλιο]

Δεν πέρασε πάνω από ένας χρόνος από τότε που ο μεγάλος Ρομπέρτο Μπάτζιο έδινε συνέντευξη στην Κοριέρε ντελο Σπορτ. Ανάμεσα σε άλλα σημεία, επανέλαβε την αγάπη του για το ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής. Ο Μπάτζιο αγαπάει την Μπόκα και όταν ρωτήθηκε για το αν βλέπει κάποιον διάδοχό του είπε: «τον Ρίκι Σεντουριόν, αλλά πρέπει να βελτιώσει τη συμπεριφορά του έξω από το γήπεδο». Όπως βλέπετε, δεν αναρωτήθηκε για αυτά που κάνει στο γήπεδο. Αν και ομολογώ ότι δεν βλέπω πολλά κοινά στον 25χρονο Αργεντίνο χαφ και τον Μπάτζιο (περισσότερο μου θυμίζει το Νεϊμάρ), ο Σεντουριόν ξέρει καντάρια μπάλας και βγάζει μια ποδοσφαιρική αλητεία από τα παλιά. Τεχνίτης, γρήγορος, καλός παίκτης που δύσκολα μαρκάρεις. Δυστυχώς όμως η αλητεία δεν σταματάει μέσα στο γήπεδο.

Πράγματα που έκανε ο Ρίκι πριν κλείσει τα 21 του

Μόλις στα 19 του, ως ταλαντούχος παίκτης της Ράσινγκ Κλουμπ, πρωταγωνίστησε στο πρώτο του σκάνδαλο. Η φωτογραφία του να κραδαίνει ένα όπλο και να καμαρώνει με αυτό σαν συμμορίτης κυκλοφόρησε παντού. Λίγο η ηλικία, λίγο ότι ήταν το πρώτο παράπτωμα, λίγο τα «παιδί είναι μωρέ» και στον Αντριάν Ρικάρντο Σεντουριόν δόθηκε άφεση αμαρτιών. Για αρκετό καιρό, τα παραπτώματά του ήταν ήσσονος σημασίας. Από το 2016 και μετά όμως, ο Ρίκι είναι κάθε λίγο και λιγάκι πρώτη είδηση και όχι για καλούς λόγους. Η αρχή έγινε όταν πρωταγωνίστησε σε έναν καβγά, όντας μεθυσμένος και κατηγορήθηκε για πρόκληση σωματικών βλαβών. Δυο ήταν οι τραυματίες και ο Ρίκι την κοπάνησε για να γλιτώσει τη σύλληψη. Τον ίδιο μήνα τράκαρε το αυτοκίνητό του τα χαράματα γυρίζοντας από διασκέδαση και οδηγώντας υπό την επήρεια. Τον επόμενο μήνα κυκλοφόρησαν «σέξι» φωτογραφίες του που έστελνε σε κοριτσόπουλα μέσω κινητού.


Μαλώνεις ρε;

Το 2017 μπήκε όπως έφυγε το 2016. Με την Μπόκα να βρίσκεται στη Μαρ ντελ Πλάτα για το καλοκαιρινό φιλικό με τη Ρίβερ, ο Ρίκι επέστρεψε σε κατάσταση μέθης στο ξενοδοχείο της Μπόκα αργά το βράδυ και πρωταγωνίστησε σε ένα επεισόδιο που έπιασαν οι κάμερες ασφαλείας. Εκεί σε έξαλλη κατάσταση συγκρατείται από τρεις συμπαίκτες του, άγνωστο με ποιον τα είχε βάλει. Τον Μάϊο του ίδιου έτους, η τότε κοπελιά του προσέφυγε στη δικαιοσύνη και τον κατηγόρησε για βία και απειλές, υποστηρίζοντας ότι μεταξύ άλλων της έσπασε τρία δόντια. Για να κάνει ακόμα πιο έντονο το προφίλ του κακού παιδιού, ο Ρίκι ανεβάζει λίγο καιρό αργότερα καινούρια φωτογραφία του με μια καραμπίνα. Η Μπόκα το καλοκαίρι αποφασίζει να μην τον αγοράσει (ο Σεντουριόν ήταν δανεικός με option αγοράς από τη Τζένοα), αλλάζει άποψη στην πορεία και τελικά όλα δείχνουν ότι ο Ρίκι θα συνεχίσει στο Μπομπονέρα. Ξαφνικά, η μεταγραφή χαλάει. Ο λόγος; Λίγες μέρες πιο πριν ο Σεντουριόν έχει μπλέξει ξανά σε έναν καβγά, ενώ έχει πάει με την παρέα του για… μπόουλινγκ (γνωστό επικίνδυνο παιχνίδι που προάγει τη βία). Ο Ρίκι κι οι φίλοι του (ταινία που θα μπορούσε να σκηνοθετήσει ο Σκορτσέζε) απειλούν έναν τυπάκο που ήταν οπαδός της Μπόκα και απλά ήθελε να βρεθεί κοντά στο είδωλό του. Η Μπόκα αποφασίζει να βάλει πολύ αυστηρούς όρους στο συμβόλαιο του Σεντουριόν. Να δει κάποιον ψυχολόγο για τη συμπεριφορά του, να σταματήσει να ποστάρει προκλητικά πράγματα στα social media και κυρίως, να έχει η Μπόκα το δικαίωμα να διακόψει το συμβόλαιό του για κάποιο παράπτωμα χωρίς να πληρώσει ούτε ένα πέσο για την υπόλοιπη διάρκειά του.

Το πιο σημαντικό γκολ του Ρίκι με τη φανέλα της Μπόκα, με ένα σομπρέρο

Ο Σεντουριόν αρνείται και ωσάν κάτι δικούς μας διοικητικούς παράγοντες ποστάρει στίχους στα social media: «Δεν ακούω και συνεχίζω, γιατί πολλά από αυτά που απαγορεύονται είναι αυτά που με κάνουν να ζω». Από το τραγούδι «Απαγορευμένο» των Καγιεχέρος (αγαπημένο συγκρότημα και του κόουτς Χόρχε Σαμπάολι). Επιστρέφει τελικά στη Γένοβα και το μόνο αξιόλογο που κάνει με τη φανέλα της Τζένοα συμβαίνει όταν ο κόουτς τον τιμωρεί γιατί την ώρα της προπόνησης ανεβάζει live video στα social media πίνοντας μάτε. Με αυτά τα μυαλά παίζει 52 ολόκληρα λεπτά από την αρχή της σεζόν μέχρι το Δεκέμβριο και η Τζένοα ψάχνει να τον στείλει κάπου. Η Μπόκα παρ’ ότι έχει την ευκαιρία να τον πάρει δανεικό, εμμένει στην καλοκαιρινή απόφασή της και τελικά η ομάδα στην οποία έμαθε μπάλα και έφτιαξε το όνομά του, η Ράσινγκ Κλουμπ αγοράζει με 4 περίπου εκατομμύρια το 70% του παίκτη. Μια νέα αρχή για τον παίκτη και μια μεγάλη μεταγραφή για το σύλλογο.

Βλέποντας αυτό το τυπάκι, θα ποντάρατε ότι έχει παίξει σε Αργεντινή, Βραζιλία, Ιταλία και έχουν ξοδευτεί αρκετά εκατομμύρια για πάρτη του;

Ο Ρίκι επιστρέφει και κάνει μέσα στο γήπεδο αυτό που ξέρει. Δημιουργεί, σκοράρει, ξεσηκώνει. Δεν περνάνε καλά καλά τρεις μήνες όμως και χτυπάει ξανά. Τα ξημερώματα μιας από τις προηγούμενες μέρες περνάει δυο φανάρια με κόκκινο και συλλαμβάνεται. Αρνείται να κάνει αλκοτέστ και είναι αρκετά επιθετικός. Στη συνέχεια προσπαθεί να «λαδώσει» τον έναν αστυνομικό όπως φαίνεται σε βίντεο που κυκλοφόρησε. Το χειρότερο όμως είναι άλλο. Το «ξημερώματα» μάλλον είναι τιμητικό, καθώς η ώρα που συλλαμβάνεται είναι 8.10 το πρωί και τα φανάρια που πέρασε με κόκκινο βρίσκονται σε περιοχή με σχολείο, την ώρα που μαθητές πηγαίνουν εκεί. Δυστυχώς, ο πρόεδρος της Ράσινγκ Βίκτορ Μπλάνκο τον υπερασπίζεται, λέγοντας ότι τέτοια ώρα δεν είναι λογικό να κάνεις αλκοτέστ και ότι το γεγονός διογκώθηκε επειδή επρόκειτο για το Ρίκι. Θυμίζοντας Έλληνα παράγοντα λέει και το αμίμητο: «ποιος από μας δεν έχει περάσει με κόκκινο ένα φανάρι;»

10 από τα καλύτερα μαγικά του Ρίκι

Δυστυχώς για τον Σεντουριόν φαίνεται ότι η κανονική αλητεία θα υπερισχύσει της καλώς εννοούμενης ποδοσφαιρικής αλητείας. Ο Ρίκι δεν είναι πια παιδί. Είναι 25 χρονών. Οι δικαιολογίες τελείωσαν. Θα μπορούσε να έχει κληθεί στην εθνική, να έχει θέση σε κάποιο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Κι όμως. Απέτυχε παταγωδώς στην Ιταλία, ένας τεράστιος σύλλογος όπως η Μπόκα αποφάσισε ότι τα αρνητικά είναι περισσότερα από τα θετικά και τώρα ξεκινάει με τον ίδιο τρόπο στη Ράσινγκ. Το τεράστιο ταλέντο του συνεχίζει να μένει ανεκμετάλλευτο, όταν το αμαυρώνει με ένα σωρό ανοησίες. Και είναι κρίμα, γιατί θα μπορούσαμε σήμερα να μιλάμε για τα μαγικά του και όχι για το ποινικό του μητρώο.

Φερνάντο Ρεδόνδο: Η αποθέωση της ποδοσφαιρικής φινέτσας

  [3 Σχόλια]

Ήταν το 1979,  όταν ένας ακόμα πατέρας περνούσε με το 10χρονο παιδί του τις πόρτες των ακαδημιών των Αρχεντίνος Τζούνιορς. Μιας ομάδας που ποτέ δεν μπήκε στους μεγάλους του Μπουένος Άιρες, αλλά μπορεί να καμαρώνει ότι έβγαλε από το γήπεδο του Πατερνάλ παίκτες όπως ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, ο Κλαούντιο Μπόργκι, ο Εστεμπάν Καμπιάσο και εκείνο το 10χρονο παιδάκι που άκουγε στο όνομα Φερνάντο Ρεδόνδο. Ένα από τα πιο σπουδαία χαφ που έβγαλε ποτέ η Αργεντινή, ένας φίνος ποδοσφαιριστής που έγραψε ιστορία με την ποιότητά του, αλλά και το χαρακτήρα του. Ο Ρεδόνδο σε αντίθεση με πολλά από τα παιδιά που παίζουν μπάλα στη χώρα, δεν ήταν ένα φτωχόπαιδο που έπαιζε στους δρόμους. Η οικογένειά του ήταν μεσοαστική, είχε μια σχετική άνεση κι ο μικρός δεν στερήθηκε τα βασικά. Την μπάλα όμως την λάτρευε και ήθελε να παίζει 10αρι, στα χνάρια του ινδάλματός του, του τεράστιου Ρικάρντο Μποτσίνι.

Το πληθωρικό ταλέντο του μικρού Φερνάντο καλλιεργήθηκε και μόλις στα 16 του χρόνια έκανε ντεμπούτο στο πρωτάθλημα της Αργεντινής σε ένα ματς απέναντι στη Χιμνάσια Λα Πλάτα. Σιγά σιγά πήρε παιχνίδια και έμεινε για πέντε σεζόν εκεί, δείχνοντας τις ικανότητές του. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, όλοι έβλεπαν ένα εξαιρετικό «5αρι» (όπως ονομάζονται στην Αργεντινή τα αμυντικά χαφ), που έπεφτε στα τάκλιν, κυρίως όμως ήξερε πολλή μπάλα, ντρίμπλαρε, είχε ένα πολύ καλό αριστερό, οργάνωνε το παιχνίδι από πίσω, άλλαζε ρυθμό, έβλεπε γήπεδο και είχε μια αέρινη παρουσία στο γήπεδο, λες και ήταν κάτι το ανώτερο. Το παρατσούκλι «Πρίγκιπας» που του βγήκε αργότερα δεν είναι τυχαίο. Δεν ήταν όμως ένας καλομαθημένος γαλαζοαίματος, ήταν ο πρίγκιπας που δεν φοβόταν να βάλει τους αγκώνες, να ρίξει την κλοτσιά, να κυλιστεί στο χώμα.

Ο 16χρονος Φερνάντο

Το 1990 ήταν μια σημαδιακή χρονιά. Έχοντας κατακτήσει τίτλο με τις μικρές εθνικές, έφτασε η ώρα του για τους άνδρες. Ο Κάρλος Μπιλάρδο τον ήθελε στο Μουντιάλ. Ποιος δεν θα ήθελε στα 21 του να παίξει σε ένα Μουντιάλ; Μα, ο ιδεολόγος Φερνάντο Ρεδόνδο που αρνήθηκε, με επίσημη εκδοχή ότι… είχε εξεταστική στη Νομική όπου και σπούδαζε. Η αλήθεια όμως είναι ότι στην προαιώνια μάχη του αργεντίνικου ποδοσφαίρου μεταξύ «μπιλαρδίσμο» και «μενοτίσμο» ο Ρεδόνδο έχοντας σαφή θέση υπέρ του Μενότι, υπέρ του ωραίου ποδοσφαίρου, του θεάματος πάνω από αποτέλεσμα, δεν ήθελε να είναι μέλος μιας εθνικής του μακιαβελικού και αμυντικογενή Κάρλος Μπιλάρδο.

Το 1990 όμως ήταν σημαντικό και συλλογικά. Ένα λάθος της διοίκησης των Αρχεντίνος Τζούνιορς σε μια περίεργη υπόθεση που ποτέ δεν ξεκαθάρισε (λέγεται ότι ξέχασαν να στείλουν το φαξ με τις ανανεώσεις συμβολαίων στην ομοσπονδία), άφησε ουσιαστικά ελεύθερους τους περισσότερους παίκτες του συλλόγου. Αν και αρκετοί έμειναν τελικά στην ομάδα, ο Ρεδόνδο έφυγε. Με συστάσεις του Χόρχε Βαλντάνο η Τενερίφε τον αποκτά και ο Ρεδόνδο στα 21 του μόλις παίζει στην Πριμέρα, κάτοικος Καναρίων Νήσων για τέσσερις σεζόν.


«Πρίγκιπας και Βασιλιάς»

Μέσα σε όλα του τα παιχνίδια στα Κανάρια, υπάρχει κι ένα που έγραψε ιστορία. Το αργεντίνικο… ξεκαθάρισμα λογαριασμών, το Τενερίφε-Σεβίγια του 1993 που ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι, αλλά η κόντρα των δύο κόσμων. Από την μια πλευρά οι νησιώτες με τον Χόρχε Βαλντάνο στον πάγκο και βοηθό του τον Άνχελ Κάπα, φανατικοί λάτρεις του Μενότι και του καλού ποδοφαίρου. Από την άλλη, οι Αναδαλουσιάνοι με προπονητή τον ίδιο τον Μπιλάρδο και παίκτες όπως ο πιστός στρατιώτης Σιμεόνε και ο Ντιέγκο (που δεν είχε συγχωρέσει τον Ρεδόνδο για την άρνησή του το 1990). Στα Κανάρια το ματς διαφημιζόταν ως η μάχη του «βασιλιά» με τον «πρίγκιπα», η Σεβίγια είχε μόλις κερδίσει τη Ρεάλ με 2-0 και ήταν οκτώ ματς αήττητη. Τα εισιτήρια εξαφανίστηκαν και η Τενερίφε έκανε ρεκόρ εισπράξεων.

Ο Ντιέγκο, πιστός στο χαρακτήρα του, έκανε τις κλασσικές του δηλώσεις πριν τον αγώνα. «Ο Ρεδόνδο είναι τρομερός παίκτης, αλλά ήταν σαν μια γροθιά στο στομάχι για μένα, για τον προπονητή και για όλους η άρνησή του να έρθει στο Μουντιάλ της Ιταλίας. Θα του ζητήσω εξηγήσεις όταν τον δω». Την ίδια στιγμή ο Μπιλάρδο δήλωνε ότι δεν ξέρει ποιος είναι Κάπα, ενώ ο Βαλντάνο, γνωρίζοντας τις προλήψεις και τα γούρια του Μπιλάρδο, φρόντισε να γεμίσει τον πάγκο της Σεβίλλης με… χοντρό αλάτι (κάτι που θεωρείται γρουσουζιά  στην Αργεντινή). Το ματς ήταν σκληρό και είχε δύο αποβολές για τη Σεβίλλη, μία του Ντιεγκίτο με απευθείας κόκκινη για διαμαρτυρία. Οι νησιώτες με δυο γκολ του Αργεντίνου Πίτσι επικράτησαν με 3-0 επί μιας κακής Σεβίγια που έμεινε με τα έντονα παράπονα για τη διαιτησία.

Η Τενερίφη είχε πολύ καλή ομάδα και τελικά κατέκτησε την 5η θέση στο πρωτάθλημα, κερδίζοντας την έξοδό της στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, ενώ στα χρόνια του Ρεδόνδο δυο φορές στέρησε το πρωτάθλημα στη Ρεάλ στο τέλος (μια απίστευτη ιστορία με την οποία θα ασχοληθούμε άλλη φορά). Ο Βαλντάνο «ανταμείφθηκε» για το σπουδαίο του έργο και ανέλαβε προπονητής της Ρεάλ κι ίσως η μεγαλύτερη προσφορά του στο σύλλογο ήταν ότι έφερε μαζί του το Φερνάντο Ρεδόνδο, που έπαιξε την καλύτερή του μπάλα στα έξι χρόνια που έμεινε στη Μαδρίτη.

Ένας κι ένας

Η ιστορία Ρεδόνδο-Αργεντινή όμως δεν τέλειωσε το 1990. Ο Φερνάντο επέστρεψε στην εθνική όταν ανέλαβε ο Άλφιο Μπαζίλε παίζοντας εξαιρετικά, καθώς αναδείχτηκε καλύτερος παίχτης στο Συνομοσπονδιών του 1992, ενώ ένα χρόνο αργότερα κατέκτησε το Κόπα Αμέρικα του 1993 που παραμένει μέχρι σήμερα ο τελευταίος, στοιχειωμένος τίτλος της Αργεντινής.  Το 1994 παίζει στο Μουντιάλ των ΗΠΑ, η ομάδα επηρεάζεται από την τιμωρία του Ντιέγκο, αλλά κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι αυτό είναι το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο του Πρίγκιπα. Τότε συμβαίνει η έλευση του Ντανιέλ Πασαρέλα που αποφασίζει ότι χρειάζεται αυστηρός στρατιωτικός νόμος. Ένα σωρό παίκτες περνάνε βόλτα από τον μπαρμπέρη για να κόψουν τα μαλλιά τους, κανόνας σημαντικός για τον κόουτς. Μεταξύ τους κι οι Μπατιστούτα-Σορίν. Ο Κανίγια κι ο Ρεδόνδο δεν το κάνουν και δεν βρίσκονται στις κλήσεις. Οι εμφανίσεις του Φερνάντο στη Ρεάλ όμως, αναγκάζουν τον Πασαρέλα να ταξιδέψει στη Μαδρίτη.

Μιλάνε ώρες για μπάλα κι ο Πασαρέλα στο τέλος του βάζει τον όρο να κόψει το μαλλί. Ο Ρεδόνδο αρνείται, ο Πασαρέλα προσπαθεί να τον μεταπείσει και τελικά λέει στον κόσμο ότι ο παίκτης αρνήθηκε επειδή δεν ήθελε να παίξει στα αριστερά. Ο Φερνάντο δηλώνει: «Ο Πασαρέλα μου ανέλυσε τις ιδέες του και τις σκέψεις του για την εθνική. Συμφωνήσαμε σε αρκετά, εκτός από τα μαλλιά. Το καταλαβαίνω και το σέβομαι, αλλά τα μαλλιά μου είναι μέρος της προσωπικότητάς μου. Μπορεί να είμαι ποδοσφαιριστής, είμαι όμως πάνω από όλα ένας άνθρωπος και νιώθω όμορφα έτσι». Στην Αργεντινή ξεσπάει πόλεμος, δημοσιογράφοι χωρίζονται στα δύο, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γκροντόνα στηρίζει τον Πασαρέλα, ο Μαραντόνα παίρνει το μέρος του Φερνάντο δηλώνοντας: «Η ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου έχει γραφτεί με μακριά μαλλιά» (εννοώντας τον Κέμπες και τον Κανίγια), ενώ γίνεται ερώτηση μέχρι και στον πρόεδρο της χώρας στο Κοινοβούλιο για το θέμα. Τίποτα όμως δεν αλλάζει, η εθνική προχωράει χωρίς τον Ρεδόνδο. Ο ίδιος εμφανίζεται πριν το Μουντιάλ Γαλλίας το 1998 που βλέπει ως φίλαθλος με το μαλλί πιο κοντό, σαν να λέει «το κάνω όταν θέλω εγώ».

Πίσω στη Μαδρίτη ο Πρίγκιπας κερδίζει δύο πρωταθλήματα και δύο Τσάμπιονς Λιγκ, περνάει όμως στην ιστορία, ως αυτός ο παίκτης που έκανε αυτή την ντρίμπλα μέσα στο Ολντ Τράφορντ, αναγκάζοντας τον Άλεξ Φέργκιουσον να πει: «Mα τι έχει αυτός ο παίκτης στα παπούτσια του; Mαγνήτες;» Δεν είναι όμως μόνο εκείνο το στιγμιότυπο. Είναι ολόκληρο το παιχνίδι, καθώς στο περίεργο σύστημα που κατεβάζει ο ντελ Μπόσκε, ο Ρεδόνδο είναι ουσιαστικά το μοναδικό χαφ με κάποιες βοήθειες από τον ΜακΜάναμαν. Είναι η στιγμή που ο Πρίγκιπας περνάει στο ποδοσφαιρικό πάνθεον. Και ουσιαστικά το κύκνειο άσμα του. Κλείνει τη σεζόν στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στην επικράτηση επί της Βαλένθια στο Παρίσι και μαζί τον κύκλο του στη Μαδρίτη. Η επικράτηση στις εκλογές του συλλόγου του Φλορεντίνο Πέρεθ που ευαγγελιζόταν την εποχή των Γκαλάκτικος, είναι πλήγμα για τον Αργεντίνο χαφ που είχε στηρίξει δημόσια τον αντίπαλό του.

Ο Πέρεθ κέρδισε και ξόδεψε τριψήφιο αριθμό εκατομμυρίων για να φέρει παίκτες όπως ο Φίγκο και ο Μακελελέ. Ο 31χρονος Ρεδόνδο του φαινόταν περιττός και κυρίως ένας παίκτης που δεν ήταν «δικός του» στα αποδυτήρια. Ήταν όμως μια μορφή για τους συμπαίκτες του. Όπως περιγράφει η El Pais σε ένα άρθρο τής εποχής: «Φρόντιζε κάθε χιλιοστό του σώματός του. Έκανε διατάσεις μετά την προπόνηση, έφτιαχνε τα μαλλιά του, φρόντιζε το πρόσωπό του με ενυδατικές κρέμες, πρόσεχε με ακρίβεια γραμμαρίου τη δίαιτά του και επέστρεφε στο σπίτι όπου είχε αγοράσει όλα τα πανάκριβα όργανα γυμναστικής για κάθε πιθανή ομάδα μυών. Και πριν τον αγώνα φορούσε τα πιο καθαρά παπούτσια από όλους και τύλιγε τους αστραγάλους του με τεράστια προσοχή, χωρίς να τσαλακωθούν καν οι επίδεσμοι». Λάτρης της τελειότητας τόσο στο παιχνίδι, όσο και τη ζωή. Ο ντελ Μπόσκε ήταν ανένδοτος στη φυγή του Πρίγκιπα, ο πολυμήχανος Πέρεθ όμως δούλεψε υπόγεια και ήρθε σε συμφωνία με τη Μίλαν κι ο ποδοσφαιριστής εξαναγκάστηκε να πει το ναι. Για να μην ακούσει την γκρίνια του κόσμου, ο Πέρεθ ανακοίνωσε ότι ήταν επιθυμία του παίκτη να φύγει. Ο Ρεδόνδο εξοργίστηκε και στην συνέντευξη για το αντίο του είπε την αλήθεια λέγοντας: «Αρνούμαι να λερώσω το όνομά μου και την εικόνα μου, η απόφαση να φύγω ήταν της διοίκησης». Αρκετοί οπαδοί της Ρεάλ συγκεντρώθηκαν έξω από το προπονητικό κέντρο και διαμαρτυρήθηκαν. Οι «γκαλάκτικος» όμως ήρθαν για να μείνουν κι ο Ρεδόνδο δεν είχε θέση σε αυτούς.

Περάστε τα πρώτα 40″ και απολαύστε

Ενδιάμεσα, επέστρεψε στην εθνική με προπονητή πλέον τον Μαρσέλο Μπιέλσα. Παίζει σε δυο φιλικά με τη Βραζιλία και στο ένα βγαίνει MVP έχοντας εκμηδενίσει τον Ριβάλντο. Τελικά όμως δηλώνει ότι αποσύρεται από την εθνική, λέγοντας όχι στον Μπιέλσα. Είναι η τρίτη άρνηση του παίκτη, αυτή τη φορά χωρίς να φταίει κάποιος προπονητής. Οι τραυματισμοί έχουν αυξηθεί και ο Αργεντίνος λέει ότι δεν μπορεί να δώσει το 100% τόσο σε σύλλογο, όσο και σε εθνική. Ο Μπιέλσα το σέβεται, αρκετοί στην πατρίδα όμως τον επικρίνουν. Έτσι κι αλλιώς όμως, η καριέρα του αρχίζει την πτώση της στο Μιλάνο. Αρχικά δεν μπορεί να βρει σπίτι που να του αρέσει και έτσι αφήνει την οικογένεια στη βίλα του στη Μαδρίτη. Στη συνέχεια δεν του αρέσει το στιλ του παιχνιδιού. Κυρίως όμως έχει απανωτούς τραυματισμούς. Ο Ρεδόνδο πάντα ήταν επιρρεπής, αλλά στην Ιταλία ήταν πλέον και σε μεγαλύτερη ηλικία. Παίζει ελάχιστα στη Μίλαν, κερδίζει έστω και χωρίς συμμετοχή στον τελικό ένα ακόμα Τσάμπιονς Λιγκ. Το γόνατο όμως δεν αντέχει. Απανωτά προβλήματα στους χιαστούς, επεμβάσεις και νέα προβλήματα. Μέσα σε όλα, σταθερός στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και την στάση ζωής του, ζητάει από τη Μίλαν να σταματήσει να τον πληρώνει μέχρι να επανέλθει: «Γιατί η συνείδησή μου δεν μου επιτρέπει να είμαι ήρεμος και να αναρρώσω». Ζητάει να επιστρέψει και το αυτοκίνητο και το σπίτι (!), αλλά η Μίλαν δεν το δέχεται. Μετά από τέσσερις επεμβάσεις, καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει και αποχαιρετά το ποδόσφαιρο. Η φυγή του από τη Μαδρίτη ήταν καταστροφική τόσο για την καριέρα, όσο και για την ψυχολογία του.

Η Αργεντινή δεν βρήκε ποτέ ξανά έναν ισάξιο παίκτη. Όχι ότι τον είχε και πολύ. Πες τον περήφανο, πες τον περίεργο, αλλά ακολούθησε αυτά που πίστευε. Μόλις 29 φορές φόρεσε τη φανέλα της και σίγουρα το 1990 και το 1998 θα μπορούσε να είχε βοηθήσει. «Νέοι Ρεδόνδο» βγήκαν. Ίσως ο πιο κοντινός, ο συνονόματος Φερνάντο Γκάγκο. Ίδιο στιλ, παρόμοιο μαλλάκι, τεράστιο ταλέντο, αλλά όχι δεν ξεπέρασε, ούτε καν έφτασε τον Πρίγκιπα (με εξαίρεση ίσως τους τραυματισμούς). Εμείς θα μείνουμε πάντα με την απορία τι θα μπορούσε να δώσει παραπάνω στην εθνική και κυρίως με τις αναμνήσεις από τα χρόνια της Ρεάλ.

Ο Μάγος με τη μεγάλη καρδιά και τα πολλά γκολ

  [2 Σχόλια]

Αργά το βράδυ της Τετάρτης ένας παγωμένος αέρας από τον Βισκαϊκό κόλπο φυσούσε κι η ως συνήθως υγρή πόλη της Χιχόν καλυπτόταν από μία ομίχλη. Το θερμόμετρο έδειχνε 2 βαθμούς Κελσίου. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις 2 μετά τα μεσάνυχτα. Κι όμως υπήρχε κόσμος έξω από το δημοτικό στάδιο της πόλης, το Ελ Μολινόν. Λίγες ώρες αργότερα θα μαθαίναμε ότι ήταν η τελευταία μέρα που το γήπεδο-έδρα της Σπόρτινγκ Χιχόν θα είχε το όνομα του «μεγάλου μύλου». Για τον ίδιο λόγο που υπήρχε κόσμος απ’ έξω. Εξαιτίας του θανάτου του Ενρίκε Κάστρο Γκονθάλεθ, που έμεινε γνωστός ως Κίνι και υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Ισπανούς επιθετικούς όλων των εποχών και ένας μεγάλος άνθρωπος. Ο κόσμος έξω από τη θύρα 9 του Μολινόν άφηνε λουλούδια για τον άνθρωπο που σκόραρε πάνω από 230 γκολ στην αγαπημένη του ομάδα. Μεταξύ τους κι ο 69χρονος Χαβιέρ που έκανε τα 30 χιλιόμετρα από τη γειτονική πόλη Αβιλές. «Δεν πήγα καθόλου σπίτι. Το είχα μάθει και μόλις τελείωσα τη βάρδιά μου, πήρα το γιο μου και ήρθα εδώ. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω, να έρθω να βάλω ένα ερυθρόλευκο κερί. Ο γιος μου δεν τον πρόλαβε, αλλά ξέρει για τον Μάγο», δήλωσε στη Marca. Ήταν ένας από τους πολλούς που βρέθηκαν εκεί.

Λουλούδια, κεριά και συνθήματα έξω από το γήπεδο

Ο Κίνι ήταν ένας σπουδαίος επιθετικός που βγήκε 5 φορές πρώτος σκόρερ στην Ισπανία. Τις τρεις μάλιστα με τη Σπόρτινγκ Χιχόν. Παρ’ ότι γεννήθηκε στο γειτονικό Οβιέδο, ο «Μάγος» δεν έπαιξε ποτέ στη μεγάλη αντίπαλο Ρεάλ Οβιέδο. Από το 1968 ως το 1980 ο Κίνι μόνο μια σεζόν δεν σκόραρε διψήφιο αριθμό γκολ , ενώ στα 20 του μόλις στη 2η σεζόν του ανέβασε ουσιαστικά τη Χιχόν μόνος στην Πριμέρα. Το σύνθημα: «Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!» δονούσε τις εξέδρες του Μολινόν. Το δεύτερο βραβείο κορυφαίου σκόρερ μάλιστα, το κατέκτησε το 1976 μια σεζόν που η Χιχόν τερμάτισε τελευταία και υποβιβάστηκε. Ο ίδιος είχε βάλει 21 γκολ όμως. Ήταν τόσο επιθετική η ομάδα χάρη σ’ αυτόν, σε χρόνια που το ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται πολύ αμυντικό, που η ισπανική τηλεόραση άρχισε να μεταδίδει αγώνες Β’ εθνικής εξαιτίας εκείνης της Χιχόν.

Η Χιχόν ανέβηκε αμέσως και το 1977 σε μια απίστευτη σεζόν έφτασε στην ιστορική 2η θέση, μόλις 4 πόντους από τη πρωταθλήτρια Ρεάλ. Βγήκε τρίτη την επόμενη χρονιά με τον Κίνι να σκοράρει 25 φορές στο πρωτάθλημα στα 31 του. Η Μπαρτσελόνα που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει και μετά τον υποβιβασμό, τον πήρε τελικά το 1980. Αρκετοί οπαδοί, όπως και δημοσιογράφοι, δεν πίστευαν ότι ο Κίνι θα μπορούσε να προσφέρει στους Καταλανούς, αλλά αυτός χάρη στην ποιότητά του και το χαρακτήρα του τους κέρδισε. Και μαζί με τον κόσμο κέρδισε ακόμα δυο βραβεία πρώτου σκόρερ.

Ντιέγκο και Κίνι

Στα χρόνια του στην Μπαρτσελόνα, ο Κίνι συνυπήρξε με τον Μαραντόνα. Κι ο Ντιέγκο δεν θα μπορούσε να μη θυμηθεί την κοινή τους παρουσία. Σε ένα μήνυμά του στα social media με αφορμή τον θάνατό του, ο Μαραντόνα περιγράφει τον παλιό του συμπαίκτη: «Ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και ένας επιθετικός που δημιουργούσε ευκαιρίες για όλους. Δεν υπάρχουν πλέον τέτοια φορ, ήταν σαν τον Μαρτίν Παλέρμο. Ένα φορ που όταν σούταρε με το αριστερό, σούταρε σαν τον καλύτερο αριστεροπόδαρο. Όταν σούταρε με το δεξί, σούταρε σαν τον καλύτερο δεξιοπόδαρο.» Αυτό που δεν λέει ο Ντιέγκο, είναι ότι ο Κίνι είχε και εξαιρετική τεχνική.

Αποθέωση στο Καμπ Νου

Πάνω όμως και από τα γκολ του, το αρμονικό του ποδόσφαιρο (που κάποιοι συγκρίνουν με του Ινιέστα αν και επιθετικός) και την τεχνική του, ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός χαρακτήρας και άνθρωπος που αγαπήθηκε όχι μόνο στις ομάδες που έπαιξε, αλλά και σε μέρη που θα έπρεπε να τον μισούν. Κι όμως ήταν ένας παίκτης που με το ήθος του λατρεύτηκε και ο χαμός του συγκλόνισε όχι μόνο την πόλη της Χιχόν, αλλά ολόκληρη την ποδοσφαιρική Ισπανία. Και μεγαλύτερη απόδειξη για το χαρακτήρα του, ήταν όσα έγιναν με την απαγωγή του.

Ήταν 1η Μαρτίου του 1981 όταν ο Κίνι λίγο μετά τη νίκη επί της Χέρκουλες πήρε το αυτοκίνητό του για να υποδεχτεί στο αεροδρόμιο την οικογένειά του που γύριζε από τις Αστούριας στη Βαρκελώνη. Δυο ένοπλοι άντρες τον σταμάτησαν, τον έβαλαν σε ένα βαν και τον απήγαγαν. Το θέμα μονοπώλησε το ενδιαφέρον στα ισπανικά μέσα. Ο Κίνι είχε μεταφερθεί σε ένα μικρό υπόγειο ενός συνεργείου κάπου στη Θαραγόθα. Εκεί σε ένα χώρο περίπου 1,5×1,5 έμεινε για 25 ημέρες.

Αριστερά το εξώφυλλο της Σπορτ με τίτλο «Απήγαγαν τον Κίνι. 350εκ. πεσέτες ή τον σκοτώνουν»
Δεξιά πανό για την απαλευθέρωσή του

Για καλή ή κακή τύχη του Κίνι, οι απαγωγείς ήταν πολύ κακοί στη… δουλειά τους. Δεν ήξεραν πόσα χρήματα να ζητήσουν, δεν ήξεραν με ποιον να επικοινωνήσουν, δεν ήξεραν πού ήθελαν να μπουν τα χρήματα. Έκαναν την απαγωγή, χωρίς να ξέρουν τίποτα. Ο Κίνι τους είπε να επικοινωνήσουν με τη γυναίκα του και αυτή τους έφερε τελικά σε επαφή με την αστυνομία. Η υπόθεση ήταν πολύ δύσκολη καθώς ένα σωρό άσχετοι άνθρωποι έπαιρναν τηλέφωνα είτε για να δώσουν φανταστικές πληροφορίες, είτε για να κάνουν φάρσα, ενώ κι οι απαγωγείς δεν βοηθούσαν με τη παράλογη συμπεριφορά τους. Λέγεται μάλιστα ότι σε κάποια φάση διαμαρτυρήθηκαν γιατί είχαν ξοδέψει πολλά χρήματα ώστε να ταΐζουν τον Κίνι. Διαμεσολαβητής στην όλη υπόθεση έγινε ο συμπαίκτης του Αλεξάνκο, προσπαθώντας να βοηθήσει. Τα χρήματα τελικά κατατέθηκαν σε έναν ελβετικό λογαριασμό κι η αστυνομία περίμενε.

Τελικά ένας από τους απαγωγείς έκανε το μοιραίο λάθος, έκανε ανάληψη στη Γενεύη και σε συνεργασία με τις αρχές της Ελβετία συνελήφθη καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο για να φύγει στο Παρίσι. Ήταν ο ηλεκτρολόγος Βίκτορ Μανουέλ Ντίαθ Εστέμπαν. Ο απαγωγέας έδωσε τις πληροφορίες στην αστυνομία και σύντομα μια ειδική μονάδα πήγε στη Θαραγόθα, απελευθέρωσε τον Κίνι και έπιασε τους συνεργούς του ηλεκτρολόγου. Ο Κίνι ήταν φανερά ταλαιπωρημένος, αλλά κατά τα άλλα σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Πλήθος κόσμου τον περίμενε στο σπίτι του στην επιστροφή του στη Βαρκελώνη. Την ίδια ώρα που ο Κίνι απελευθερωνόταν, η Ισπανία έπαιζε στο Γουέμπλεϊ φιλικό με την Αγγλία και με τα νέα να κυκλοφορούν, οι συμπαίκτες του Κίνι κέρδισαν με 1-2, μοναδική νίκη στην ιστορία της Ισπανίας σε αυτό το γήπεδο.

Ο αποκαμωμένος Κίνι μετά την απελευθέρωσή του, μαζί με τη γυναίκα του

Οι 25 αυτές μέρες μπορεί τελικά να μην άφησαν σημάδια στον Κίνι, άφησαν στην Μπαρτσελόνα. Οι παίκτες της με πρωτοστάτη τον Σούστερ ζήτησαν να αναβληθούν τα παιχνίδια μόλις η είδηση έγινε γνωστή. Η Λίγκα δεν το έκανε δεκτό και έτσι η Μπαρτσελόνα, χωρίς τον Κίνι ηττήθηκε με 1-0 από την Ατλέτικο. Στο διάστημα της απουσίας του, οι Καταλανοί δεν κατάφεραν να κερδίσουν κανένα παιχνίδι τους, επηρεασμένοι τόσο αγωνιστικά από την απουσία του καλύτερου φορ, όσο και ψυχολογικά εξαιτίας της περιπέτειας του φίλου και συμπαίκτη τους. Ο Κίνι απελευθερώθηκε στις 25 Μαρτίου και ζήτησε να παίξει στο ντέρμπι του Μπερναμπέου τέσσερις μέρες αργότερα. Οι άνθρωποι της ομάδας δεν τον άφησαν και η Ρεάλ κέρδισε με 3-0. Η απουσία του έφτασε τους πέντε αγώνες στους οποίους η Μπαρτσελόνα έκανε τέσσερις ήττες και μια ισοπαλία εντός χωρίς γκολ με τη Θαραγόθα. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε, ότι η προσπάθεια της ομάδας καταδικάστηκε από εκείνη την απαγωγή. Σε ένα πολύ ισορροπημένο και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, η Μπαρτσελόνα βγήκε τελικά 5η αλλά μόλις 4 βαθμούς μακριά από την πρωταθλήτρια Ρεάλ Σοσιεδάδ. Η Μπαρτσελόνα έκανε αίτημα να ξαναπαιχτούν τα παιχνίδια, αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Κίνι συγχώρεσε τους απαγωγείς του. Δεν ζήτησε πίσω ούτε τα χρήματα από τα λύτρα, ούτε ήθελε να τους κάνει αγωγή. Δήλωσε ότι ήταν καλοί άνθρωποι που του φέρθηκαν καλά και μάλιστα του έφερναν και την Marca για να διαβάζει τα αθλητικά. Κάποιοι μιλούν για σύνδρομο της Στοκχόλμης, κάποιοι για την μεγάλη του καρδιά. Την καρδιά που δεν άντεξε πριν λίγες μέρες και ο Κίνι στα 68 του πέθανε την ώρα που περπατούσε στους δρόμους της Χιχόν κοντά στο σπίτι του. Την καρδιά που λίγες ώρες πριν την απαγωγή του και ενώ οι συμπαίκτες του πανηγύριζαν το έκτο γκολ απέναντι στη Χέρκουλες, τον έκανε να μην πανηγυρίζει και να πηγαίνει να δίνει κουράγιο στους παίκτες της ομάδας από το Αλικάντε, όπως θυμάται ο αμυντικός της Κίκε Σάλα. Αυτός ήταν ο «Μάγος».

Από τα χρόνια στη Χιχόν. Πόδια που θα ζήλευε κι ο Κριστιάνο.

Ο Κίνι πέρα από τους προσωπικούς τίτλους του πρώτου σκόρερ κέρδισε και τρόπαια. Δυο κύπελλα Ισπανίας, ένα Σούπερ Καπ και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1982. Μάλιστα το πρώτο του κύπελλο το κατέκτησε λίγους μήνες μετά την απαγωγή του, σκοράροντας δυο φορές εις βάρος της αγαπημένης του Χιχόν και στερώντας της έναν τίτλο. Τον συγχώρεσαν όμως. Ο Κίνι αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο το 1984 (αφού οι δυο τελευταίες του σεζόν στην Μπαρτσελόνα δεν ήταν καλές), αλλά τελικά άλλαξε απόφαση και γύρισε στη Χιχόν όπου έπαιξε για τρεις σεζόν μέχρι τα 38 του. Με τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας έπαιξε 35 φορές, σκοράροντας 8 γκολ (το ένα στο ντεμπούτο του σε φιλικό απέναντι στην Ελλάδα) και συμμετείχε σε 2 Μουντιάλ και 1 Euro.

«Μου ζήτησες να γίνω καλύτερος ποδοσφαιριστής από σένα. Σου ζητώ συγγνώμη γιατί δεν τα κατάφερα, ήταν μια ακατόρθωτη αποστολή.»
– Νταβίντ Βίγια, ποδοσφαιριστής της Σπόρτινγκ Χιχόν 1999-2003

15.000 περίπου άνθρωποι βρέθηκαν στο στάδιο Μολινόν, που από την Τετάρτη λέγεται πλέον Εστάδιο Μολινόν – Ενρίκε Κάστρο «Κίνι». Εκεί σε έναν αυτοσχέδιο ναό πάνω στο χορτάρι, είκοσι περίπου μέτρα από την είσοδο των αποδυτηρίων, το δεύτερο σπίτι του Κίνι, έλαβε χώρα η κηδεία του. Το φέρετρό του κουβαλούσαν συμπαίκτες του από τα χρόνια της Χιχόν. Η τελευταία είσοδος του Κίνι στο αγαπημένο σπίτι του έγινε όπως πάντα εν μέσω αποθέωσης και αυτή τη φορά μεγάλης συγκίνησης. Οι συγγενείς του παρακολουθούσαν την κηδεία καθισμένοι στον πάγκο των γηπεδούχων και πολλοί άνθρωποι μίλησαν. Μίλησαν για τον παίκτη και άνθρωπο Κίνι. Αυτόν που ξεπέρασε μια απαγωγή, συγχώρεσε τους απαγωγείς του, ξεπέρασε το θάνατο του αδερφό του το 1993 (που πνίγηκε καταφέρνοντας να σώσει άλλους δύο ανθρώπους από πνιγμό, προφανώς είναι οικογενειακό χαρακτηριστικό η καλοσύνη) και αγαπήθηκε από συμπαίκτες όπως ο Μαραντόνα και θαυμαστές του όπως ο Νταβίντ Βίγια.

«Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!»

Μπίλι Γουάιτχερστ: O κακός των κακών

  [2 Σχόλια]

Όπως όλα τα πράγματα σε αυτή την -ρημάδα- τη ζωή, που λέει και το γνωστό λαϊκό άσμα, έχουν δύο όψεις που αλληλοσυμπληρώνονται ανάμεσα στο καλό με το κακό και το όμορφο με το άσχημο, έτσι και το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτή την πραγματικότητα. Γιατί για κάθε φορά που μάτωνε τα δίχτυα ο Γκάρι Λίνεκερ, υπήρχε και ένα ταπεινωτικό καψώνι απ’ τον Μικ Χάρφορντ σε κάθε νέο παίκτη που έμπαινε στα αποδυτήρια της ομάδας του. Για κάθε φαντεζί ενέργεια που έκανε ο Ματ Λε Τισιέ, υπήρχε ένας καυγάς και ένα hangover για τον Ρόμπιν Φράιντεϊ, και φυσικά για κάθε νίκη που έκαναν ο Κένι Νταλγκλίς και ο Ίαν Ρας στα γήπεδα της Αγγλίας και της Ευρώπης, υπήρχε και μια ύπουλη αγκωνιά από τον -μετρ του είδους- Μπίλι Γουάιτχερστ.

Το παράδοξο είναι πως και οι τρεις βίαιοι χαρακτήρες που προανέφερα δεν αγωνίζονταν στην άμυνα ή στον χώρο της μεσαίας γραμμής, αλλά στην κορυφή της επίθεσης. Επίσης δεν υπήρξαν διόλου τυχαίοι παίκτες. Ο Χάρφορντ είχε βρεθεί, για παράδειγμα,  απ’ τη Λούτον μια ανάσα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 1992. Σε μια περίοδο που το διαλυμένο χορτάρι του Όλντ Τράφορντ δεν επέτρεπε να παιχτεί η μπάλα κάτω και ο Φέργκιουσον ήθελε να δοκιμάσει τις «καμινάδες» μπας και πάρει το πρωτάθλημα από τη Λιντς. Ο Φράιντεϊ -σύμφωνα με τους αναλυτές της εποχής- αν δεν είχε μπλέξει με τα ναρκωτικά, θα είχε φτάσει ακόμα και στην Εθνική Αγγλίας, γράφοντας ιστορία. Ο Γουάιτχερστ, απ’ την άλλη, είχε την τύχη να βρεθεί στη Νιουκάστλ σε μια περίοδο που υπήρχαν εκεί ο Πολ Γκασκόιν και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι φυσικά γι’ αυτόν. Τον παίκτη που έχει χαρακτηριστεί ως ο κακός των κακών αλλά και για όλους αυτούς που γουστάρουν τους κάθε λογής κακούς. Ανθρώπους δηλαδή που, στο τελευταίο Star Wars, λάτρεψαν τον Κάιλο Ρεν και όχι την Ρέι. Ποδοσφαιρόφιλους που στο εφηβικό «έπος» Karate Kid, δεν υποστήριζαν τον Ντάνιελ «Σον» Λαρούσο, αλλά εκείνο το κωλοπαίδι απ’ τους Cobra Kai, τον Τζόνι Λόρενς. Είμαι σίγουρος πως υπάρχουν πολλοί τέτοιοι.

Ο Γουάιτχερστ γεννήθηκε το καλοκαίρι του ’59, στο δυτικό Γιόρκσαϊρ, και λάτρεψε το ποδόσφαιρο και τους τραμπουκισμούς από αρκετά μικρή ηλικία. Αγωνίστηκε μάλιστα σε αρκετές ερασιτεχνικές ομάδες πριν τον κάνει επαγγελματία η Χαλ, την σεζόν 1979-1980, για περίπου 2.000 λίρες, σκορπώντας απλόχερα τον τρόμο σε ολόκληρη την Αγγλία. Απ’ την άλλη, αν ο Άγγλος επιθετικός κέρδιζε μία λίρα για κάθε αντιαθλητικό μαρκάρισμα που έκανε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο, λογικά σήμερα, θα είχε περισσότερα χρήματα ακόμα κι απ’ τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Οι αγκώνες του Γουάιτχερστ ήταν ο φόβος και ο τρόμος κάθε αντίπαλου αμυντικού για πάρα πολλά χρόνια, σε μια περίοδο μάλιστα που οι βρετανοί αμυντικοί δεν θύμιζαν ποδοσφαιριστές, αλλά μέλη κακόφημων συμμοριών ταινίας του Σκορσέζε. Εννοείται επίσης πως τα αντιαθλητικά του τάκλιν μνημονεύονται και θα μνημονεύονται, για όσο υπάρχει ποδόσφαιρο, από συμπαίκτες, αντιπάλους, δημοσιογράφους και απλούς φιλάθλους στις εξέδρες. Για πολλούς, όταν έπαιζε ο Μπίλι Γουάιτχερστ, ήταν ένα κράμα Τζο Πέσι (στο Goodfellas), Βίνι Τζόουνς, Ρόι Μακ Ντόναχ και Γκάρι Όλντμαν (στο Λεόν).

«Ήμουν τυχερός που η καριέρα μου δεν τελείωσε πριν καν αρχίσει».

Η παραπάνω ατάκα ανήκει στον παλιό διεθνή κεντρικό αμυντικό Μάρτιν Κίουν, και θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ειπωθεί από όλους όσους βρήκαν στο ντεμπούτο τους τον Γουάιτχερστ. Ως αντίπαλο φυσικά. Ο Κίουν έπαιζε τότε στην Άστον Βίλα και προσπαθούσε να φτιάξει το όνομά του στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε ήταν ένας εκ των πολλά υποσχόμενων κεντρικών αμυντικών. Για κακή του τύχη βρέθηκε αντίπαλος με τον Γουάιτχερστ και την Χαλ σε ένα παιχνίδι κυπέλλου. «Ήταν η πρώτη και μοναδική -ευτυχώς- φορά που τον βρήκα αντίπαλο και ειλικρινά δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήμουν πολύ νέος και ο Μπίλι βρήκε τότε ακόμα μια ευκαιρία για να τραμπουκίσει ένα νέο παιδί. Στο πρόσωπό μου έβλεπε ένα εύκολο θύμα. Θυμάμαι τον συμπαίκτη μου Άλαν Έβανς να με προειδοποιεί για τον αντίπαλο και να μου λέει να προσέχω στο πως θα μπαίνω στις φάσεις. Παίζει αρκετά βρώμικα και σκληρά, μου έλεγε, μην μπεις με τάκλιν στις διεκδικούμενες μπαλιές. Για το δικό σου καλό. Εγώ φυσικά και δεν τον άκουσα. Ήμουν νέος και ένιωθα πιο δυνατός απ’ τον καθένα. Ο Γουάιτχερστ ψιθύριζε στο αυτί μου διάφορες βρισιές και μετά από μερικά λεπτά μου έριξε την πρώτη του δυνατή αγκωνιά σε κάποιο κόρνερ. Φώναξα στον διαιτητή αλλά μου είπε απλά να συνεχίσω. Είχε βρει ήδη το πρώτο του πάτημα. Θυμάμαι ακόμα να μου κλείνει το μάτι με εκείνο το ύπουλο χαμόγελο σαν να με προετοιμάζει γι’ αυτό που θα ακολουθούσε.»

«Μερικά λεπτά αργότερα έγινε μια βαθιά μπαλιά προς την περιοχή μας. Ο Γουάιτχερστ κυνήγησε την μπάλα και έκανε ένα κάκιστο -ακόμα και γι’ αυτόν- κοντρόλ, με τη μπάλα να φεύγει γύρω στο ενάμιση μέτρο απ’ το πεδίο δράσης του. Η μπάλα ήταν ακριβώς μπροστά μου αν και ο αντίπαλος είχε σημαντικό πλεονέκτημα στο να την προλάβει. Αν ήθελε φυσικά. Όπως απεδείχθη, δεν το ήθελε. Με άφησε επίτηδες να κάνω πρώτος επαφή μαζί της και έκανε αυτό που είχε στο μυαλό του απ’ την έναρξη του αγώνα. Να με τελειώσει. Και το έκανε. To τάκλιν του ήταν τόσο βίαιο που η μία επικαλαμίδα μου έσπασε και η άλλη βρέθηκε πολλά μέτρα μακριά. Ο πόνος ήταν αφόρητος. Το σκίσιμο στο πόδι ήταν τόσο βαθύ που εννοείται δεν συνέχισα στον αγώνα και ήμουν μάλιστα πολύ τυχερός που δεν είχε σπάσει κάποιο οστό και δεν έπαθα κάποια πολύ σοβαρή ζημιά. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα σχεδόν τα πάντα για το άθλημα και πως, όλα σου τα όνειρα μπορούν να γκρεμιστούν μέσα σε μια στιγμή. Ευτυχώς δεν έπαιξα ποτέ ξανά αντίπαλός του.»

Παρόμοια περιστατικά υπήρχαν στους περισσότερους  αγώνες που πήρε μέρος ο Μπίλι Γουάιτχερστ. Τόσο με τα χρώματα της Χαλ Σίτι όσο και με αυτά της Νιουκάστλ αλλά και άλλων ομάδων, όπως η Όξφορντ, η Σάντερλαντ, η Στόουκ και η Ρέντινγκ. Ο παλιός αστέρας της Λίβερπουλ Άλαν Χάνσεν, στην αυτοβιογραφία του έχει χαρακτηρίσει τον Μπίλι Γουάιτχερστ ως τον σκληρότερο ποδοσφαιριστή που αντιμετώπισε ποτέ και ως τον μοναδικό άνθρωπο που του προκαλούσε τρόμο όλα τα χρόνια που έπαιξε επαγγελματικά, στο κορυφαίο μάλιστα επίπεδο. Κάπου αναφέρει. «Όταν τον είχες αντίπαλο δεν σε ενδιέφερε το αποτέλεσμα της αναμέτρησης αλλά μόνο η σωματική σου ακεραιότητα. Ακόμα και σήμερα είναι μέρες που όταν βλέπω μια σκληρή εικόνα στην τηλεόραση, ασυναίσθητα μου έρχεται στο μυαλό ο πόνος απ’ τους αγκώνες του. Ειλικρινά αυτό είναι κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.»

Ο Μπίλι Γουάιτχερστ -δυστυχώς- αντιδρούσε έτσι, και χειρότερα, και εκτός αγωνιστικών χώρων. Στην καθημερινότητά του δηλαδή. Μια καθημερινότητα γεμάτη αλκοόλ, ξενύχτια και κάθε είδους καυγάδες εντός των μπαρ που σύχναζε, και εκτός αυτών, σε σκοτεινά σοκάκια γεμάτα από λάσπες και βρετανική υγρασία. Κάποτε σε ένα τέτοιο στενό τον συνέλαβε και η αστυνομία. Ήταν η περίοδος που έπαιρνε μέρος σε παράνομους αγώνες πυγμαχίας -με γυμνά χέρια- με τσιγγάνους της περιοχής. Αγώνες που γέμιζαν την τσέπη του με χρήματα στοιχημάτων. Ήταν τότε που -όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος- πήρε μέρος στον μεγαλύτερο καυγά της ζωής του. Την περίοδο που έπαιζε στην Όξφορντ. Λίγες μέρες μάλιστα πριν από ένα σπουδαίο ματς με την Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλάφ.

Τρεις απέναντι σε έναν δεν το λες και το πιο έξυπνο πράγμα, μιλάμε όμως για τον Γουάιτχερστ και εκεί απουσιάζει η λογική. Τελικά την είχε γλιτώσει με μια σπασμένη μύτη και 30 ράμματα στο πρόσωπο. Επίσης είχε μια μεγάλη τρύπα στο μάγουλο που έφτανε μέχρι το στόμα από χτύπημα με λοστό. Η λέξη πόνος εννοείται πως δεν υπήρχε. Δεν τον ένοιαζε και ζήτησε μάλιστα να αγωνιστεί κανονικά στην επερχόμενη αναμέτρηση, με το αίτημα να γίνεται δεκτό απ’ τον προπονητή του. Ήταν μάλιστα τέτοια η ένταση και το πάθος του σε εκείνο το ματς, που δεν ζήτησε αλλαγή ακόμα και όταν δέχθηκε γροθιά στην σπασμένη του μύτη -κατά λάθος (;)- απ’ τον αντίπαλο τερματοφύλακα, μετά από κόρνερ και ενώ είχε σηκωθεί για κεφαλιά, με το αίμα να τρέχει ποτάμι απ’ την μύτη σε όλη την διάρκεια της αναμέτρησης.

Ο ίδιος πάντως ακόμα και σήμερα θεωρεί ως υπερβολικό όλο αυτό τον μύθο βίας γύρω απ’ το όνομά του, λέγοντας πως υπήρξε ένας μεγάλος -και αδικημένος- γκολτζής που ίσως είχε και μερικές εκρήξεις βίας. Λίγο πάνω απ’ το κανονικό. Θυμίζοντας σε όλους την ατάκα του Σερ Μπόμπι Τσάρλτον για τον ίδιο μετά από ένα παιχνίδι Νιουκάστλ-Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ της περιόδου 1985-1986. Μια ατάκα που σύμφωνα με τον ίδιο περικλείει όλο το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο και την θεωρεί ως το μεγαλύτερο του παράσημο. «Ήρθα στο γήπεδο για να δω τον Γκασκόιν και όταν έφυγα απ’ αυτό σκεφτόμουν για ώρες το τέλειο παιχνίδι που έκανε ο Γουάιτχερστ. Ηταν απίστευτος». Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσο -και αν- αδίκησε ο Μπίλι Γουάιτχερστ το ταλέντο του με την βίαιη συμπεριφορά του. Κανένας δεν θα το μάθει αυτό, όπως δεν το μάθαμε και γι’ άλλες τόσες περιπτώσεις παικτών. Όταν όμως έχεις μείνει στην ιστορία -ακόμα και για τόσο λάθος λόγους- σίγουρα κάτι θα έκανες σωστά. Άλλωστε δίχως τους «κακούς» δεν θα μπορούσαμε να δούμε τόσο καθαρά και το μεγαλείο των «καλών».

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Νέστορ Ορτιγόσα

  [Καθόλου σχόλια]

Ίσως ο τίτλος να αδικεί τον συγκεκριμένο παίκτη. Σίγουρα θα βρεθεί κάποιος και θα πει: «Μας δουλεύεις ρε Σομπρέρο; Δεν γνωρίζουμε τον χοντρούλη Νέστορα;», αλλά η αλήθεια είναι ότι σε αυτή την ενότητα κειμένων ασχολούμαστε μεν με παίκτες που έχουν κερδίσει την αγάπη του κόσμου, έχουν καταφέρει επιτυχίες, αλλά στο ευρύ ποδοσφαιρικό κοινό της Ευρώπης δεν είναι διάσημοι. Τέτοιος είναι και ο σημερινός πρωταγωνιστής μας. Ο Νέστορ Ορτιγόσα γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη έξω από το Μπουένος Άιρες, σε ένα μικρό και φτωχικό σπίτι από το οποίο έφευγε για να παίζει μπάλα με άλλα παιδιά. Πετούσε τα παπούτσια πάνω από τα σύρματα στους γείτονες, έβγαινε από την πόρτα, τα μάζευε μετά και πήγαινε για μπαλίτσα κρυφά. Μάλιστα δεν έπαιζε απλά μπάλα, τα παιδιά έπαιζαν με χρηματικό έπαθλο, με στοίχημα κι οι αγώνες ήταν κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση για τα φτωχά πιτσιρίκια. Έτσι ο Ορτιγόσα ξεκίνησε από μικρός να ξέρει ότι κάθε μπαλιά πρέπει να διεκδικηθεί, ότι κάθε ματς σημαίνει πολλά για την επιβίωση στη φτωχογειτονιά.

Ο πιτσιρικάς έκανε άλλωστε κάθε μέρα μεγάλες διαδρομές με το τρένο για να βρει πλανόδιους εμπόρους και να αγοράσει ό,τι μπορεί.  Τετράδια, πιπεριές, παγωτά, κουρελούδες, τσίγκινα κουτάκια από αναψυκτικά, σαπούνια. Αγόραζε κάθε χρήσιμο αντικείμενο και μετά το πουλούσε ο ίδιος. Είτε στους επιβάτες των τρένων στην επιστροφή, είτε στη γειτονιά του πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα. Ο αδερφός του ντρεπόταν να το κάνει, ο ίδιος πιστεύοντας στο «καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή» όχι. Μια παραμονή Χριστουγέννων η αστυνομία τον μάζεψε γιατί πουλούσε χωρίς άδεια. Για να τον λυπηθούν μετά (είχε ήδη κρύψει τα χρήματα και είπε ότι δεν έβγαλε τίποτα) και να συνεχίσει τη… δουλειά του. Και το βράδυ όταν έπεφτε για ύπνο μαζί με τον αδερφό του στο κρεβάτι που μοιράζονταν, ονειρευόταν ότι έβαζε το κρίσιμο πέναλτι, το μεγάλο γκολ. Περισσότερο όμως από την ίδια την επιτυχία, ο Ορτιγόσα τα ήθελε όλα αυτά για ένα όνειρο. Να αγοράσει με δικά του λεφτά ένα σπίτι για τους γονείς του, να τους πάρει από το μικρό φτωχικό οίκημα που δεν τους χωρούσε. Δύσκολα χρόνια, δύσκολες εποχές. Ακόμα και το όνομά του ήταν… δανεικό. Οι γονείς του ήθελαν να τον βγάλουν Τζόναθαν (με ισπανική προφορά), αλλά ο πόλεμος με την Αγγλία ήταν πολύ πρόσφατος και το ληξιαρχείο απαγόρευε κάθε τέτοιο αγγλικό όνομα. Ο Νέστορ βαπτίστηκε Νέστορ (μια που είναι ξενικό το γράφουμε με «ο»), αλλά οι συγγενείς του τον φωνάζουν «Γιόνα» από το Γιόναθαν.

Είναι πολύ εύκολο σε αυτά τα μέρη να παραστρατήσεις, να γίνει μέλος κάποιας συμμορίας. Ο πατέρας του Νέστορα (Παραγουανός στην καταγωγή) άρχισε να τον πηγαίνει για ποδόσφαιρο, για να γλιτώσει από συμμορίες. Ήταν για τον μπαμπά Ορτιγόσα η διέξοδος για το παιδί του, όχι για να γίνει πλούσιος, αλλά για να μην μπλέξει. Βρισκόταν πάντα εκεί, από τα παιδικά ματς μέχρι τα πιο σημαντικά αργότερα στην καριέρα του. Μόνο μια φορά δεν τον ακολούθησε, στο Μουντιάλ του 2010, γιατί δεν ήθελε να πληρώσει τόσα πολλά ο γιος του για το ταξίδι και τη διαμονή του.

Ο Ορτιγόσα δεν σου γεμίζει το μάτι αν τον δεις. Μετρίου αναστήματος, χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος παίκτης του κόσμου. Όπως λέει κι ο ίδιος όμως «το barrio είναι το μεγαλύτερο σχολείο». Στη γειτονιά δεν έχεις πολλές ευκαιρίες, ειδικά όταν παίζεις με πιο μεγαλόσωμους. «Αν δεν έδινα την μπάλα με τη μία, τότε θα με έκοβε στα δύο κάποιος άλλος». Οι βάσεις είχαν μπει ήδη και στο κανονικό σχολείο που είναι οι Αρχεντίνος Τζούνιορς, δούλεψε πάνω σε αυτές. Καθημερινά 40 λεπτά να δοκιμάζει πάσες με την μία και άλλα 40 λεπτά για κοντρόλ-πάσα. «Τρέχεις πολύ. Παίζε πιο απλά» του είχε πει ο μεγάλος κόουτς Κλαούντιο Μπόργκι. Ο Ορτιγόσα έγινε ένα κεντρικό χαφ που καλύπτει χώρους, μπαίνει στις μονομαχίες και ελέγχει το ρυθμό του παιχνιδιού, συνήθως σε αργό τέμπο, μοιράζοντας το παιχνίδι από πίσω με την πολύ καλή τεχνική του. Παίζει ένα σχετικά αργό ποδόσφαιρο που ταιριάζει ακόμα στη Λ. Αμερική και πιθανότατα είναι ένας από τους λόγους που δεν μετακόμισε στην Ευρώπη παρ’ ότι έφτασε να αγωνίζεται στην εθνική Παραγουάης (που προτίμησε από αυτή της Αργεντινής γιατί είχε περισσότερες πιθανότητες να παίξει, αν και επί Ντιέγκο είχαν γίνει συζητήσεις). Το «παχουλό» φιζίκ του, το σχετικά αντιτουριστικό του κορμί, δεν τον έκαναν ποθητό στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού. Αν θα έπιανε κανείς δεν το ξέρει.

Ο ίδιος φυσικά δεν αποδέχεται το παρατσούκλι «χοντρός» με το οποίο είναι γνωστός. Είναι ένας μύθος υποστηρίζει, ζυγίζει μόλις 82-83 κιλά (ύψος 1.78) και όπως λέει όλοι οι διατροφολόγοι στις ομάδες του το επιβεβαιώνουν (μοιάζει λίγο με Αστερίξ-Οβελίξ η ιστορία), είναι απλά μεγαλόσωμος και καμπουριάζει. Ο άνθρωπος με τα πολλά ονόματα. Στη γειτονιά Γιόνα, η γυναίκα του Νέστορ, στο γήπεδο «gordo», «orti» και «negro», κανένα δεν τον ενοχλεί πάντως, μιλάμε για Αργεντινή. Και τέλος πάντων, το θέμα είναι πώς παίζει, χοντρός ή αδύνατος, λευκός ή μαυριδερός, ο Ορτιγόσα τα καταφέρνει μια χαρά εδώ και χρόνια. Γίνεται από τα σημαντικότερα στελέχη στις ομάδες που παίζει. Τόσο στους Αρχεντίνος, όσο και στη Σαν Λορένσο είχε μεγάλες επιτυχίες και μεγάλη προσφορά. Παρέμεινε όμως ένα παιδί από το μπάριο. Θυμάται χαρακτηριστικά να παίζει την Κυριακή απέναντι στην Μπόκα, να σβήνει τον Ρικέλμε, να βγαίνει παίκτης της αγωνιστικής στην εφημερίδα Ole και την επόμενη μέρα στο ρεπό να παίζει πρωταθληματάκι για χρήματα στη γειτονιά του. Μέχρι που ο (αγαπημένος) Ρικάρντο Καρούσο το ανακάλυψε και του είπε: «Θέλεις να ζήσεις πουλώντας τετράδια στα τρένα ή να γίνεις ποδοσφαιριστής;». Όχι βέβαια ότι το έκοψε τελείως, συνέχισε να παίζει όποτε μπορούσε με τους φίλους του στη γειτονιά. Η μπάλα είναι τρόπος ζωής.

Το 2008, χωρίς να έχει κάνει ακόμα τεράστια καριέρα και όντας ακόμα παίκτης των Αρχεντίνος Τζούνιορς με λίγα χρήματα, ο «χοντρός» κάνει το πρώτο του όνειρο πραγματικότητα. Αγοράζει σπίτι στους δικούς του. Δεν ήθελε όμως να το πάρει έτσι, προτιμούσε να είναι κάτι που θα επιλέξουν αυτοί. Έτσι, μια μέρα η τύχη του χαμογέλασε και ενώ οδηγούσε με τη μητέρα του στο αυτοκίνητο, αυτή είδε ένα σπίτι και του είπε: «να, εδώ να έρθεις να μείνεις, είναι πολύ όμορφο». Ο Ορτιγόσα πήγε την άλλη μέρα και το αγόρασε. Αλλά δεν τους είπε κάτι. Ήθελε πρώτα να το φτιάξει, να το κάνει τέλειο για τους ανθρώπους που αγαπά. Όταν ξαναπέρασαν μια άλλη μέρα, η μητέρα του είπε: «Κοίτα, το φτιάχνουν. Κάποιος πρέπει να το αγόρασε» κι αυτός με το ζόρι κρατήθηκε να μην της το πει. Όταν τα μερεμέτια ολοκληρώθηκαν όμως, υπήρχε ακόμα ένα πρόβλημα. Η μαμά του δεν ήθελε να φύγει από τη γειτονιά. Κι ας μην είχε αποχέτευση, κι ας μην είχε αέριο κι ας ήταν το σπίτι μικρό. Εκεί έμεναν φίλοι και συγγενείς, εκεί είχε μάθει. Έτσι, ο σοφός Νέστωρ (εδώ με «ω») σκαρφίστηκε ένα κόλπο για να ξεπεράσει το ζήτημα. Μια μέρα που την επισκέφτηκε πάρκαρε μπροστά στο σπίτι και συνεννοήθηκε με μερικά από τα καλόπαιδα της γειτονιάς να του κλέψουν το ένα λάστιχο. Ο… έξαλλος Ορτιγόσα πήγε θεατρινίστικα και της ανέφερε την κλοπή, λέγοντάς της ότι το μέρος είναι επικίνδυνο και ότι μπορεί κάτι να του συμβεί. Μόνο έτσι πείστηκε η μητέρα του και έφυγε από εκεί. Ο Ορτιγόσα το αποκάλυψε σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξη που έδωσε τον περασμένο μήνα.

13 Αυγούστου 2014. Ο Ορτιγόσα βρίσκεται στην τέταρτη σεζόν του στη Σαν Λορένσο. Τελικός Κόπα Λιμπερταδόρες με τη Νασιονάλ της Παραγουάης. Το παιδί που πουλούσε τα τενεκεδάκια στα τρένα και ονειρευόταν το μεγάλο γκολ, έχει ήδη 10 χρόνια επαγγελματικής καριέρας. Έχει παίξει σε Μουντιάλ με την Παραγουάη, έχει κερδίσει δυο πρωταθλήματα Αργεντινής με δυο διαφορετικές ομάδες. Δεν το λες και λίγο. Εκείνα τα βράδια όμως στο μικρό σπιτάκι στο Σάν Αντόνιο, υπήρχε πάντα στα όνειρα το μεγάλο πέναλτι. Τις Παρασκευές και τα Σάββατα ο κόσμος που γύριζε από τη δουλειά στη γειτονιά έπαιζε πρωταθληματάκια πέναλτι. Τουρνουά με ομάδες των δύο (ένας εκτελεστής και ένας τερματοφύλακας) που εκτελούσαν από τρία. Ο Ορτιγόσα όμως έπαιζε μόνος. Έκανε και τον εκτελεστή και τον τερματοφύλακα για να μην μοιράζεται τα χρήματα του επάθλου που είχε ανάγκη. Τα πρωταθληματάκια ξεκινούσαν στις 10 το βράδυ και έφταναν πολλές φορές μέχρι τις 5 το πρωί. Εκεί έβγαλε κάποια χρήματα, εκεί έφτιαξε την τεχνική του που τον οδήγησε σε ένα επαγγελματικό ρεκόρ 19 συνεχόμενων επιτυχημένων πέναλτι. Στην ίδια ευθεία με την μπάλα για να μην ξέρει ο αντίπαλος πού θα βαρέσεις και την τελευταία στιγμή, μια κίνηση με τον αστράγαλο και το χτύπημα. Όχι δυνατό, αλλά συνήθως τεχνικό.

Η Σαν Λορένσο στο 35′ κερδίζει πέναλτι. Ο χοντρούλης παίρνει την μπάλα, δεν τίθεται θέμα για τον εκτελεστή. Το πέταλο στο Μποέδο που τον αγαπάει φωνάζει «Gordoooo, Gordoooo». Εκτελεί όπως έχει μάθει, σκοράρει, το παιχνίδι λήγει 1-0 και η ομάδα του κατακτά για πρώτη φορά στην ιστορία της το Λιμπερταδόρες. Ο Ορτιγόσα κρίνει τον τίτλο και μπαίνει στο πάνθεον. Για τον ίδιο πάντως δεν είναι το πιο δύσκολο πέναλτι. Δεν είχε κανένα άγχος. Όπως παραδέχτηκε, μόνο μία φορά αγχώθηκε σε πέναλτι. Ήταν αυτό απέναντι στην Ινστιτούτο, στα μπαράζ παραμονής. Το έβαλε και εκείνο. Στα 33 του μπορεί να έπαιξε μόνο στη Ν. Αμερική (και ένα φεγγάρι στα Εμιράτα), μπορεί να μην έβγαλε πολλά χρήματα, αλλά κατάφερε να κυνηγήσει τα όνειρά του, να ξεπεράσει τα σωματικά του μειονεκτήματα και να πάρει πίσω, όσα έδωσε στο όμορφο παιχνίδι.

Επιστρέφοντας εκεί που ξεκίνησαν όλα

  [Καθόλου σχόλια]

Στενοί δρόμοι, χαμηλές γέφυρες και ένα πολυτελές αυτοκίνητο να τους διασχίζει. Ήταν μια μέρα Μαΐου του 2002. Περίεργες, σχεδόν επικίνδυνες φάτσες με κασκόλ και αρκετή αστυνομία. Το παιχνίδι κρίσιμο, μια θέση στον τελικό των πλέι-οφ της Τσάμπιονσιπ. Μια ευκαιρία για άνοδο στην Πρέμιερ Λιγκ. Η Μίλγοουολ υποδεχόταν την Μπέρμιγχαμ στη ρεβάνς του 1-1 του πρώτου αγώνα. Γύρω από το The Den οι οπαδοί των γηπεδούχων περιμένουν τα καλόπαιδα των φιλοξενούμενων. Το ακριβό αυτοκίνητο προκαλεί, κάποιοι χτυπούν την οροφή του, αλλά οδηγός και συνοδηγός φτάνουν σώοι. Μετά από 90 λεπτά αγώνα η Μπέρμιγχαμ σκοράρει και παίρνει την πρόκριση. Οι γηπεδούχοι έχουν δοκάρι πιο πριν με τον Τιμ Κέιχιλ, τον παίκτη που ο συνοδηγός έχει βάλει στο μάτι. Ο μικροκαμωμένος Αυστραλός πέφτει κάτω σε κάθε τάκλιν, κερδίζει κεφαλιές, μάχεται για κάθε μπαλιά σαν να είναι η τελευταία. Κι όταν η Μίλγοουλ επιτίθεται, το δικό του μάτι γυαλίζει, ασορτί με τους τρελούς οπαδούς της Μίλγοουολ. Ο συνοδηγός Ντέιβιντ Μόγιες έχει δει όσα θέλει, το λέει και στον οδηγό και ιδιοκτήτη της Έβερτον Μπιλ Κένραιτ. “Αυτόν τον παίκτη τον θέλω”.

Ήδη η πορεία του Κέιχιλ μέχρι εκεί ήταν τεράστια. Γεννημένος στην Αυστραλία, σε μια οικογένεια που λατρεύει το ράγκμπι, αυτός επέλεξε το ποδόσφαιρο, το αγαπημένο άθλημα του Λονδρέζου πατέρα του. Η μητέρα του από τη Σαμόα, ο μπαμπάς Άγγλος ιρλανδικής καταγωγής κι ο Τιμ μεγαλωμένος στο Σύδνεϋ. Μια οικογένεια ανθρώπων του μόχθου, με τη μητέρα του κόρη αρχηγού φυλής να δουλεύει σε φυτείες μπανάνας και τον πατέρα του να μετακομίζει συχνά σε όλη την Αυστραλία για να βρει δουλειά. Ένα ζευγάρι που για καιρό δεν είχε καν χρήματα για ενοίκιο και το φιλοξενούσαν οικογενειακοί φίλοι. Ο Τιμ γεννήθηκε σε καλύτερα χρόνια και θυμάται το ποδόσφαιρο πάντα ως μια διέξοδο. Ακόμα έχει τις αναμνήσεις να ξυπνάει αργά το βράδυ (λόγω της διαφοράς ώρας) από φωνές στο σαλόνι ή τον ήχο της τηλεόρασης. Τον πατέρα του να βλέπει αγγλικό ποδόσφαιρο (φανατικός της Γουέστ Χαμ) κι αυτός κρυφά κρυφά να πηγαίνει να δει, μέχρι ο μπαμπάς του να τον πάρει χαμπάρι και να τον φωνάξει να δουν μαζί το ματς.

Ο Τιμ έμαθε μπάλα στην Αυστραλία, ζούσε για την μπάλα. Κάθε πρωί ξυπνούσε και φρόντιζε τα παπούτσια του να είναι πεντακάθαρα, ενώ είχε μια μεγάλη συλλογή από φανέλες ομάδων. Σιγά σιγά κατάφερε να φτάσει σε μια από τις πιο σπουδαίες ομάδες της Αυστραλίας, τη Σύδνεϋ Ολίμπικ, την ομάδα των Ελλήνων της Αυστραλίας, γνωστή και ως Πανελλήνιος, σύλλογο που έβγαλε παίκτες όπως ο Κρις Καλαντζής και ο Τζίμης Πατίκας. Στην αυτοβιογραφία του ο Κέιχιλ θυμάται στα 12 του να είναι ball boy στα παιχνίδια της ανδρικής ομάδας, σε μια ατμόσφαιρα που θύμιζε ευρωπαϊκό γήπεδο. Και φυσικά θυμάται το γύρο και το σουβλάκι στο γήπεδο, αλλά και τα σακουλάκια με σπόρια. Οι Έλληνες δεν ξεχνούν τις ρίζες τους ως γνωστόν.

Ο Κέιχιλ παίζει μπάλα για πέντε χρόνια στο αξιόλογο σύστημα της Ολίμπικ, μαθαίνει αρκετά ελληνικά, κάνει φίλους αλλά στο τέλος κόβεται. Το πρόβλημα; Δεν είναι ψηλός και δυνατός, είναι ένα αδύνατο παιδί που δεν είναι και γρήγορο. Στην Αυστραλία για να σε πάρουν σοβαρά πρέπει να έχεις το αντίστοιχο σωματότυπο. Απογοητεύεται, σχεδόν πείθεται ότι δεν είναι καλός για παραπάνω και τελικά πηγαίνει σε μια άλλη ελληνική ομάδα, τον Ηρακλή. Εκεί μαγεύει, σκοράρει και παρ’ ότι είναι κοντούλης πηδάει στον αέρα για κεφαλιές και τις κερδίζει από ψηλότερα παιδιά. Οι ελληνικές εφημερίδες γράφουν γι’ αυτόν, καθώς στα 15 του μπαίνει στην ανδρική ομάδα και παίζει μέχρι που γίνεται ίνδαλμα και σταρ του Ηρακλή. Εξακολουθεί όμως να είναι μια μικρή ομάδα, πιστεύει κι ο ίδιος ότι δεν είναι για παραπάνω. Μέχρι που μια μέρα γυρίζει σπίτι, βλέπει την μητέρα του να κλαίει και τον πατέρα του να τον φωνάζει για μια σοβαρή κουβέντα. “Γιε μου, πήρα κάποια τηλέφωνα στην Αγγλία. Θα έχεις την ευκαιρία να πας στην Αγγλία και να δοκιμαστείς. Θέλεις να το κάνεις;”

Έφυγε από την Αυστραλία γιατί δεν είχε ποδοσφαιρικό μέλλον και τελικά έγινε ένας από τους σημαντικότερους ποδοσφαιριστές της

Ο Κέιχιλ στα 16 του μόλις αποφασίζει ότι το ποδόσφαιρο είναι αυτό που θέλει να κάνει στη ζωή του. Και ξέρει ότι στην Αυστραλία η νοοτροπία είναι να παίζεις μόνο αν είσαι ψηλός και δυνατός. Οι γονείς του είχαν αποφασίσει να πάρουν δάνειο για να τον βοηθήσουν,  ο Σον, ο μεγαλύτερος αδερφός, παράτησε το σχολείο και έπιασε δουλειά ως μηχανικός για να βοηθήσει την οικογένεια στα έξοδα, να εκπληρώσει ο Τιμ το όνειρό του. Ένα όνειρο που είχε κι ο ίδιος ο Σον που ήταν τερματοφύλακας, αλλά το άφησε για τον μικρό αδερφό. Κάπως έτσι, ο μικρός, κοντός, αδύνατος Τιμ Κέιχιλ παίρνει τα λίγα ρούχα του, αφήνει πίσω οικογένεια, πατρίδα και μια ολόκληρη ήπειρο για να βρεθεί στην Αγγλία το 1997, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, φιλοξενούμενος κάποιων συγγενών που είχε δει μόνο σε φωτογραφίες.

Έξι βδομάδες αργότερα, ο φίλος του πατέρα του επικοινώνησε μαζί του. Κατάφερε να πείσει να τον δοκιμάσουν. Ίσως η πρώτη και τελευταία ευκαιρία του Κέιχιλ που σε όλο αυτό το διάστημα έτρεχε καθημερινά και έκανε προπονήσεις για να είναι καλά. Μετά από εβδομάδες δοκιμών και μόχθου, η Μίλγουολ προσέφερε το πρώτο συμβόλαιο στον Κέιχιλ. Τα χρήματα ήταν ελάχιστα φυσικά για το νεαρό (ίσα ίσα για να τρώει και να παίρνει τηλέφωνα στην Αυστραλία), αλλά η χαρά τεράστια. Μόνο που το νέο μαθεύτηκε και ήρθαν κι άλλες ομάδες να προσφέρουν χρήματα για το “ταλαντούχο Αυστραλό που έχει πάθος, αλλά θέλει δουλειά”. Ομάδες από μεγαλύτερες κατηγορίες (Φόρεστ και ΚΠΡ) και με περισσότερα λεφτά. Ο Κέιχιλ το σκέφτηκε και ένιωσε ότι θα πρόδιδε την ομάδα που του έδωσε την ευκαιρία. “Να αρνηθώ και να πάω αλλού μετά την ευκαιρία που μου έδωσαν, θα ήταν σαν να γινόμουν μισθοφόρος“. Έτσι ξεκίνησε και η ιστορία αγάπης του Αυστραλού με τη Μίλγουολ.

Ο ρόλος του στην αρχή ήταν να πλένει τα παπούτσια των μεγαλύτερων, να καθαρίζει τα ντους, το γήπεδο, τις τουαλέτες, το γυμναστήριο. Ήταν η περήφανη παράδοση των λιονταριών της Μίλγουολ. Οι μικροί να προσέχουν τις εγκαταστάσεις του συλλόγου. Γρήγορα όμως πήρε τις ευκαιρίες του. Δεν φοβόταν να μπει σε καμία μονομαχία. Ό,τι έχανε σε μέγεθος, το κέρδιζε σε ψυχή και τσαμπουκά. Ένα κάταγμα στο μετατάρσιο, χιαστοί, ράμματα στα πόδια, όλα αυτά σε μια ομάδα που έπαιζε στη Second Division. Ο Κέιχιλ ποτέ δεν φοβήθηκε. Σταθερά εκεί, σταθερά σκόρερ της ομάδας, σε μια ομάδα σκληρή, μέσα σε κάθε τάκλιν, εκατοντάδες κεφαλιές, πανηγύρια με τον κόσμο, η φανέλα βγαλμένη, ημίγυμνος να την κραδαίνει σαν σημαία και να πανηγυρίζει μέσα σε ιαχές.

No one likes us, no one likes us!
No one likes us, we don’t care!
We are Millwall, super Millwall
We are Millwall, from the Den!

c

Αν μπορείς να παίξεις στη Μίλγοουλ, μπορείς να παίξεις παντού, είχε πει ο παππούς της μέλλουσας γυναίκας του στον Τιμ. Κι ο Τιμ μπορούσε και μπορούσε καλά. Και αν κάποιο από τα γκολ του στη Μίλγοουολ έμεινε περισσότερο ήταν αυτό στον ημιτελικό του Ολντ Τράφορντ (το αγαπημένο γήπεδο του Τιμ, μια που είχε συμπάθεια στη Γιουνάιτεντ) απέναντι στη Σάντερλαντ το 2004. Το γκολ που έστειλε τη Μίλγουολ για πρώτη φορά σε 119 χρόνια ιστορίας σε έναν τελικό και έφερε τον Κέιχιλ στην εθνική Αυστραλίας. Το γκολ που ο Κέιχιλ πανηγύρισε παρέα με τους γονείς του που ταξίδεψαν για να τον δουν. Το γκολ που ολοκλήρωσε μια μεγάλη καριέρα στο Λονδίνο, έστω και στις μικρότερες κατηγορίες.

Μια από τις πιο ιστορικές φωτογραφίες από ντέρμπι Έβερτον-Λίβερπουλ με τον Κέιχιλ πρωταγωνιστή

Έφτασε δυο φορές σε ημιτελικά πλέι-οφ με τη Μίλγουολ και φυσικά στον τελικό του FA Cup απέναντισ τη Γιουνάιτεντ το 2004. Έπαιξε πάνω από 200 φορές με τη φανέλα της Μίλγουολ και σκόραρε 58 φορές. Η Μίλγουολ όμως δεν είχε τα χρήματα, δεν μπορούσε να κάνει το βήμα παραπάνω κι ο Κέιχιλ ήξερε ότι θα έπρεπε να φύγει για να παίξει μπάλα σε υψηλότερο επίπεδο. Ο Μόγιες τον πήρε τελικά στην Έβερτον και ο Κέιχιλ δέθηκε και με τους μπλε, τους αγάπησε εξίσου. Έπαιξε οκτώ χρόνια, με χαρές και λύπες, σκόραρε άλλα 68 γκολ, πόσα από αυτά άραγε με κεφαλιές; Το πιτσιρίκι που δεν πίστευαν στην Αυστραλία και τελικά κέρδιζε στον αέρα τα μεγαθήρια της Πρέμιερ Λιγκ.

Το πολύ ωραίο βίντεο που έφτιαξε η Μίλγουολ για την επιστροφή του Κέιχιλ
(στο μισό περίπου είναι ημίγυμνος με τη φανέλα στο χέρι να πανηγυρίζει)

Νέα Υόρκη, Κίνα και Αυστραλία οι επόμενοι προορισμοί του όταν αποφάσισε ότι ήθελε να χαρεί την οικογένειά του και οι ρυθμοί της Πρέμιερ τον εμπόδιζαν. Και τώρα στα 38 το τελευταίο όνειρο. Η συμμετοχή σε ένα ακόμα Μουντιάλ. Ο Κέιχιλ θέλει να γίνει ο μόλις τέταρτος ποδοσφαιριστής που έχει σκοράρει σε τέσσερα συνεχόμενα Μουντιάλ, σε ένα κλειστό κλαμπ με μέλη τον Πελέ, τον Μίροζλαβ Κλόζε και τον Ούβε Ζέλερ. Παίζοντας στην Αυστραλία, λίγο δύσκολο να μείνει σε τόσο καλή κατάσταση. Κι έτσι η βόμβα έσκασε. Στα 38 του ο Τιμ Κέιχιλ επιστρέφει στις ρίζες. Επιστρέφει εκεί δίπλα από τις ράγες του τρένου, εκεί που μισότρελοι οπαδοί πηγαίνουν να δουν την ομάδα τους. Στο Den, στη Μίλγουολ. Ο Κέιχιλ υπέγραψε, παρουσιάστηκε, αποθεώθηκε από τον κόσμο και περιμένει να πάρει παιχνίδια, να βοηθήσει όσο μπορεί την ομάδα του και να πάρει μέρος σε ακόμα ένα Μουντιάλ με την Αυστραλία. Δεν είναι ακόμα έτοιμος να βοηθήσει αλλά μόνο και μόνο η φυσική του παρουσία έχει αλλάξει το κλίμα στο σύλλογο. Κι αν είναι υγιής, μπορεί να πανηγυρίσει ξανά με την Αυστραλία κάποιο γκολ σε Μουντιάλ.