Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Προσωπογραφίες'

Ρόμπι Φάουλερ: O θεός των φίλων της Λίβερπουλ

  [4 Σχόλια]

Το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω δεν είναι ακριβώς ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο. Μάλλον, είναι ένα κείμενο για το ποδόσφαιρο  αλλά έχει πολύ μικρή σχέση με το ποδόσφαιρο των ημερών μας. Το κείμενο που θα διαβάσετε -όσοι το διαβάσετε- δεν πρόκειται να σας κάνει σοφότερους σε ποδοσφαιρικά θέματα. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του κι ας είναι ο κεντρικός ήρωάς του κάποιος που βρίσκεται ανάμεσα στους κορυφαίους παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα της Λίβερπουλ. Το κείμενο αυτό είναι για τον Ρόμπι Φάουλερ. Όχι όμως για τον αριστεροπόδαρο τεχνίτη επιθετικό αλλά γι’ αυτόν που βρίσκεται κάτω από την αθλητική φανέλα και λατρεύτηκε όσο λίγοι από τους ανθρώπους του μεγάλου λιμανιού της πόλης των Beatles και του Έλβις Κοστέλο.

O Φάουλερ γεννήθηκε στο Τόξτεθ του Λίβερπουλ το 1975 και βίωσε στην τρυφερή ηλικία των 6 ετών (ευτυχώς ως θεατής) -ενώ είχε αρχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και να δηλώνει φίλος της Έβερτον- μια από τις μεγαλύτερες ταραχές που έζησε αυτή η πόλη. Ήταν 3 Ιουλίου του ’81 όταν η αστυνομία του Λίβερπουλ συνέλαβε τον μαύρο Λιρόι Αλφόνς Κούπερ χρησιμοποιώντας υπερβολική βία (τι περίεργο!) και -ουσιαστικά- βάζοντας το μπαρούτι στην έτοιμη από καιρό να εκραγεί κοινωνία των μαύρων της περιοχής. Αυτά που ακολούθησαν δεν θα τα αναφέρω σε αυτό εδώ το κείμενο. Όποιος θέλει μπορεί να τα βρει στο διαδίκτυο. Απλά να αναφέρω, για όσους δεν το γνωρίζουν, πως εκείνη την περίοδο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα στην Αγγλία με τους μαύρους (και στο Λίβερπουλ φυσικά) και δεν είναι τυχαίο πως o πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα των «κόκκινων» ήταν ο Χάουαρντ Γκέιλ που το είχε πραγματοποιήσει πάντως την ίδια δύσκολη περίοδο. Για να το πω πιο απλά: Ένας ρατσισμός υπήρχε.  Και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αρνηθεί κανείς. Ο μικρός Ρόμπι όπως ήταν φυσικό, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη δεν μπορούσε να μην μάθει να εναντιώνεται σε κάθε μορφής κοινωνική αδικία. Μιλάμε άλλωστε για τα εκρηκτικά 80s της Μάργκαρετ Θάτσερ που έφεραν τεράστιες αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη (και) της Βρετανίας. Ο Φάουλερ όσο τα χρόνια περνούσαν άρχισε να αφήνει τους «πλούσιους» της -τότε- Έβερτον και να γίνεται ένα με τους «κόκκινους» της εργατικής τάξης της Λίβερπουλ. Την ομάδα δηλαδή που λάτρεψε και λατρεύτηκε από τους φίλους της σε ολόκληρο τον κόσμο, όχι μόνο για τις γκολάρες του και το πάθος που έβγαζε εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου. Το λαϊκό «κωλόπαιδο» άλλωστε δεν είχε αρχίσει ακόμα να ζει το ποδοσφαιρικό του παραμύθι.

Ο Φάουλερ έγινε παίκτης της Λίβερπουλ το 1993, επί Σούνες. Σε μια περίοδο που στην πόλη κυριαρχούσαν οι συχνές εντάσεις ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και τα όργανα της τάξης, καθώς οι κυβερνώντες είχαν αποφασίσει να εξαθλιώσουν οικονομικά την εργατική τάξη και τα τόσα στόματα που θρέφονταν απ’ αυτή. Η μεγάλη απεργία που είχε ξεσπάσει στο λιμάνι της πόλης, δυστυχώς, δεν είχε βοηθήσει στην καλυτέρευση της κατάστασης σχεδόν καθόλου μιας και τα οικονομικά μέτρα που ακολούθησαν γίνονταν ολοένα και πιο σκληρά. Ήδη από τα τέλη των 80s η Θάτσερ και η κυβέρνησή της είχαν ουσιαστικά διαλύσει οικονομικά τους εργάτες στο λιμάνι και είχαν μειώσει το εργατικό δυναμικό πάνω από το 50%. Οι περισσότεροι από αυτούς υποστήριζαν φανατικά τους «κόκκινους» από την εποχή που ο σπουδαιός Μπιλ Σάνκλι βρίσκονταν στον πάγκο της ομάδας, αλλάζοντας ουσιαστικά τον χάρτη του Αγγλικού ποδοσφαίρου, διδάσκοντας όχι μόνο ποδόσφαιρο αλλά και αξίες που χρειάζεται να έχει ο κάθε άνθρωπος για να ζει μια αξιοπρεπή ζωή. (Τι σημαίνει αξιοπρεπή ζωή για τον κάθε εργάτη το έχει γράψει μοναδικά ο Τζακ Λόντον στο αριστούργημά του «Η σιδερένια φτέρνα»). Ο Φάουλερ είχε ήδη γίνει ο βασικός επιθετικός της Λίβερπουλ. Ήταν μέλος της εθνικής Αγγλίας και -εννοείται- έβγαζε ένα κάρο χρήματα μιας και ήταν το νέο «παιδί-θαύμα» των Άγγλων πριν τον Μπέκαμ και τον Μάικλ Όουεν. Ήταν η περίοδος που η αφίσα του (με ξανθό μαλλί παρακαλώ) κοσμούσε πολλά εφηβικά δωμάτια. Όχι μόνο φίλων της Λίβερπουλ. Ο Φάουλερ ήταν ένα είδωλο της ποπ κουλτούρας, από αυτά που οι Άγγλοι ξέρουν να φτιάχνουν μοναδικά. Ολόκληρος ο κόσμος έδειχνε να του ανήκει.

Στις 20 Μαρτίου του 1997, όταν η Λίβερπουλ αντιμετώπισε την Νορβηγική Μπρανν για τα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων (επικρατώντας  με 3-0), έγινε αυτό που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και -εννοείται- την καριέρα του νεαρού επιθετικού της Λίβερπουλ. Το πρώτο παιχνίδι (στη Νορβηγία) είχε λήξει με 1-1 με τον Φάουλερ να σκοράρει ένα από τα πιο όμορφα γκολ της καριέρας του, δίνοντας στη ρεβάνς χαρακτήρα τυπικό.

Στο παιχνίδι του Άνφιλντ ο Φάουλερ θα σκοράρει για το 3-0 στο 77′ και θα μπει για πάντα στις καρδιές όλων των πραγματικών φίλων της ομάδας. Όχι όμως για το γκολ. Η πρόκριση άλλωστε είχε από ώρα κριθεί και στο Άνφιλντ γνωρίζουν πολύ καλά να σέβονται τον αντίπαλο. Όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Φάουλερ θα σηκώσει την φανέλα της Λίβερπουλ και θα πανηγυρίσει δείχνοντας στις κάμερες το κατακόκκινο μπλουζάκι που φορούσε κάτω από αυτή, σοκάροντας (;) την «ηθική» UEFA που δεν γουστάρει ιδιαίτερα πολιτικά και αιχμηρά μηνύματα. Στο μπλουζάκι αναγράφονταν επί λέξη «500 λιμενεργάτες του Λίβερπουλ έχουν απολυθεί από το 1995» και ήταν γραμμένο -διόλου τυχαία- πάνω στο διάσημο λογότυπο της φίρμας Calvin Klein. DoCKer είναι ο λιμενεργάτης εις την αγγλικήν για όσους δεν το γνωρίζουν. Το λογότυπο ήταν όντως «σοκαριστικό», έτσι συμβαίνει συνήθως με την αλήθεια, για όλους αυτούς τους υποκριτές που γουστάρουν να έχουν πελάτη τον φτωχό εργάτη (μέσα από το ποδόσφαιρο άλλωστε παίζονται πολλά και μεγάλα πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια, όπως όλοι γνωρίζουμε) αλλά δεν θα νοιαστούν για τον αγώνα και για τις όποιες θυσίες έκανε ή κάνει αυτός για να βρει το «μαγικό» χαρτάκι και την ρέπλικα της ομάδας του.

Με αυτή του την κίνηση ο Φάουλερ έβαζε πλάτη στους λιμενεργάτες του Λίβερπουλ και έδειχνε σε ολόκληρη την Ευρώπη (και τον κόσμο) αυτό που πραγματικά συνέβαινε εκείνο το διάστημα στο διάσημο λιμάνι της πόλης του και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου. Από το 1995 και τις μαζικές απολύσεις της εταιρείας Torside μέχρι το 1997 είχαν συμβεί ένα σωρό «περίεργα» περιστατικά με αρνητικούς αποδέκτες -ποιους άλλους;- τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Το εργατικό κίνημα σήκωσε το ανάστημά του, βρήκε βοήθεια και από εργατικά κινήματα άλλων χωρών και τελικά κέρδισε την μάχη και αυτά που του αναλογούσαν. Εννοείται πως για να αλλάξουν όλα αυτά η κίνηση του ποδοσφαιριστή δεν ήταν κάτι το σημαντικό, ήταν όμως η καλύτερη διαφήμιση  και έδειξε πως ακόμα και πίσω από τα φώτα του ποδοσφαίρου, των τεράστιων ποσών, των όμορφων σταρλετίτσων που λειτουργούν ως «ουρές» και «βιτρίνες» για ένα σωρό παίκτες και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των χαρτογιακάδων, υπάρχουν ακόμα ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται ουσιαστικά για κάτι, τσαλακώνοντας την αστραφτερή τους εικόνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ρόμπι Φάουλερ. Για την ιστορία η UEFA είχε τιμωρήσει τον Φάουλερ με πρόστιμο που είχε αγγίξει τα 2.000 ελβετικά φράγκα.

O Φάουλερ πανηγύρισε αρκετούς σημαντικούς τίτλους, έκανε πολλά ατομικά ρεκόρ και σκόραρε μερικά από τα ομορφότερα γκολ στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ και των κυπέλλων Αγγλίας. Έφυγε για τη Λιντς, αγωνίστηκε στη Σίτι -δυναμιτίζοντας κι άλλο τα ντέρμπι του Μάντσεστερ- και επέστρεψε στην ομάδα της καρδιάς του (με πολλά παραπανίσια κιλά και λαβωμένος από τραυματισμούς) για όλους αυτούς που τον λάτρεψαν. Τσακώθηκε με αρκετούς μιας και δεν μπορούσε να κρυφτεί ποτέ πίσω από το δάχτυλό του. Τίμιος μέχρι το τέλος της καριέρας του. Αληθινός και ρομαντικός, όπως τότε που έπαιζε ποδόσφαιρο στους δρόμους με τα παιδικά του φιλαράκια. Όπως τότε που πανηγύρισε σαν να «σνιφάρει» μπροστά από τους φίλους της Έβερτον, που τον κατηγορούσαν για χρήση ναρκωτικών. Όπως τότε που έγινε ένα κουβάρι με τους φίλους της Λίβερπουλ στις κερκίδες του Ατατούρκ κλαίγοντας από χαρά για το 5ο Πρωταθλητριών (ως παίκτης της Σίτι).

Περισσότερο από όλα αυτά όμως λατρεύτηκε από τους πραγματικούς φίλους της ομάδας (αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ως γνήσιοι scousers) για εκείνη την κίνησή του στο ματς με την Μπρανν και για την εν γένει στάση του απέναντι στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους της πόλης του. Γι’ αυτό και το παρατσούκλι που του κόλλησαν στο KOP ήταν πάνω και από το «βασιλιάς» που θα ακολουθεί πάντα τον Κένι Νταλγκλίς (τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της ομάδας) και αυτό δεν είναι άλλο από το «Θεός». Γιατί ακριβώς αυτό είναι ο Ρόμπι Φάουλερ. Για όλους αυτούς που έζησαν τα δύσκολα χρόνια της ομάδας στα 90s (μετά το Χέιζελ και το Χίλσμπορο) αλλά και της τσέπης τους,  λόγω του «πολέμου» που δέχθηκαν επί Θάτσερ στα 80s. Ένας από αυτούς που τους έδινε δύναμη να παλέψουν στη δύσκολη καθημερινότητα για ένα καλύτερο αύριο, εκτός φυσικά των εκπληκτικών τερμάτων που σκόραρε για την ομάδα τους, κάνοντάς τους να ξεχάσουν τα όποια προβλήματα -έστω- για 90 λεπτά. Ο ΘΕΟΣ τους.

Ερνάν Κρέσπο: Ο άνθρωπος στη σκιά του Μπατιστούτα

  [6 Σχόλια]

Για σχεδόν είκοσι χρόνια φιλοδώρησε ένα σωρό εστίες με πολλά, πάρα πολλά τέρματα. Ένας ολοκληρωμένος φορ που χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος του κόσμου ή ο πιο δυνατός ή ο πιο τεχνίτης, τα είχε όλα σε μεγάλο ποσοστό και τα έκανε όλα σε βαθμό παραπάνω από ικανοποιητικό. Ένα πλήρες πακέτο. Θες κοντινά τελειώματα; Θες κεφαλιές; Θες βρωμόσουτα; Θες ψαλιδάκια; Θες τακουνάκια; Θες με το δεξί; Θες με το αριστερό; Ο Ερνάν Χόρχε Κρέσπο είχε σκοράρει με όλους αυτούς τους τρόπους (και μερικούς ακόμα), τελειώνοντας μια καριέρα με περίπου 300 γκολ σε συλλόγους και εθνική, πανάκριβες μεταγραφές και αρκετές επιτυχίες.

Κι όμως, αυτή η ιστορία ενός ανθρώπου που κατέκτησε πρωταθλήματα σε Αργεντινή, Ιταλία, Αγγλία, ένα Λιμπερταδόρες και ένα ΟΥΕΦΑ και μερικά ακόμα κύπελλα, βρισκόταν σχεδόν πάντα ως δεύτερη, πίσω από αυτή ενός άλλου παίκτη. Όταν γεννήθηκε ο Κρέσπο, ο μικρός τότε Γκαμπριέλ Μπατιστούτα πιθανότατα να έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα σε κάποια αλάνα καθώς τους χώριζαν έξι χρόνια. Όπως ο Μπατιγκόλ παραλίγο να μην παίξει μπάλα γιατί ήθελε να σπουδάσει, έτσι κι ο Κρέσπο παραλίγο στα 14 του να σταματήσει την μπάλα, όταν του είπαν από τις ακαδημίες της Ρίβερ ότι θα τον αφήσουν ελεύθερο. Ευτυχώς για τον Κρέσπο, ένας ιστορικός παίκτης της ομάδας που πίστευε σε αυτόν, ο Νορμπέτο Αλόνσο, επέμεινε έντονα και τελικά ο Ερνάν έμεινε στην αγαπημένη του Ρίβερ.

Η ιστορία Κρέσπο-Μπατιστούτα έχει πολλά κοινά. Κάποιες φορές ο ένας ακολουθούσε τα βήματα του άλλου, κάποιες φορές έκαναν παράλληλα τα ίδια πράγματα και κάποιες λίγες βρίσκονταν μαζί (και πάλι όμως ως ανταγωνιστές). Ο Μπατιστούτα έφυγε το 1990 από τη Ρίβερ Πλέιτ και ο Κρέσπο ξεκίνησε εκεί την καριέρα του τρία χρόνια αργότερα. Ήταν στα μέσα του 1993 όταν ετοιμαζόταν να πάει πενταήμερη με τους συμμαθητές του στην πανέμορφη περιοχή Μπαριλότσε της Αργεντινής. Δέχτηκε όμως ένα τηλεφώνημα και αμέσως ακύρωσε τις ετοιμασίες. Ο Πασαρέλα τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα της Ρίβερ και μια μεγάλη καριέρα ξεκινούσε.

Ήδη ο Μπατιγκόλ είχε πάει στη Φιορεντίνα και το 1996 ο Κρέσπο (μετά από το προσωπικό του σόου στο Λιμπερταδόρες εκείνης της σεζόν) έκανε σχεδόν το ίδιο ταξίδι για μια εξίσου μικρομεσαία ομάδα, 200 περίπου χιλιόμετρα πιο βόρεια, την Πάρμα. Εκεί βρήκε ένα σύνολο που είχε ήδη κατακτήσει ένα κύπελλο και ένα ΟΥΕΦΑ τα προηγούμενα χρόνια. Η νέα Πάρμα του Αντσελότι (και αργότερα του Μαλεζάνι) στηρίχθηκε στον Κρέσπο μαζί με άλλους παίκτες, όπως ο πιτσιρικάς Μπουφόν και ο Λιλιάν Τουράμ και ήταν μια από τις πιο συμπαθητικές και ενδιαφέρουσες ομάδες που είδαμε. Στην Πάρμα τον έμαθε πλέον όλος ο ποδοσφαιρικός κόσμος με τα κατορθώματά του.


Σενσίνι, Τουράμ, Βερόν, Μπουφόν, Κιέζα, Καναβάρο, Κρέσπο, δεν περιγράφω άλλο…

Ο Μπατιστούτα με τα βιολετί και ο Κρέσπο με τα κίτρινα-μπλε πυροβολούσαν συνεχώς. Σε μια χώρα όπως η Αργεντινή, που παθιάζεται με την μπάλα και ψάχνει συνεχώς να δημιουργεί διλήμματα, που είναι χωρισμένη σε οπαδούς του ρομαντικού Σέζαρ Λουίς Μενότι και του μακιαβελικού Κάρλος Μπιλάρδο, το νέο καυτό ποδοσφαιρικό ερώτημα δημιουργήθηκε γρήγορα: «Χωράνε Μπατιστούτα και Κρέσπο μαζί στην ίδια εντεκάδα;» Ο Πασαρέλα δεν ενθουσιάστηκε από αυτή την ιδέα. Στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1998 οι δυο τους συνυπήρξαν στην εντεκάδα μόλις δύο φορές με τον «Βαλνταντίτο» (εξαιτίας της ομοιότητας Κρέσπο-Βαλντάνο) να μπαίνει αλλαγή. 34 λεπτά στο 0-0 στην Ουρουγουάη και άλλα 34 απέναντι στην Κολομβία και πάλι σε ισοπαλία 1-1. Πριν το Μουντιάλ της Γαλλίας, ο Πασαρέλα φαινόταν ότι προετοίμαζε τον Κρέσπο για βασικό, αλλά οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά και το γεγονός ότι ο Κρέσπο προερχόταν από τραυματισμό τού άλλαξαν τη γνώμη. Ο Μπατιγκόλ έκανε ένα εξαιρετικό Μουντιάλ με πέντε γκολ, ενώ δίπλα του αγωνιζόταν κυρίως ο Κλαούντιο Λόπες. Ο Κρέσπο μπήκε αλλαγή μόνο σε ένα ματς, αυτό απέναντι στην Αγγλία, έχασε ένα πέναλτι αλλά τελικά η Αργεντινή πέρασε με 4-3. Φτωχή παρουσία.

Οι παράλληλοι βίοι συνεχίστηκαν και το καλοκαίρι του 2000 όταν Ρόμα και Λάτσιο έδωσαν περίπου 80 εκατομμύρια για να τους φέρουν στην αιώνια πόλη. Ήταν η ώρα να κάνουν το βήμα παραπάνω να πάρουν το σκουντέτο που τους έλειπε. Ο Κρέσπο το είχε αγγίξει στην πρώτη του χρονιά, όταν η Πάρμα έμεινε μόλις 2 βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Γιουβέντους και τώρα πήγαινε στην πρωταθλήτρια Λάτσιο. Βγήκε τελικά πρώτος σκόρερ μπροστά από Σεβτσένκο, Κιέζα, Μπατιστούτα και Βιέρι, αλλά ο Μπατιγκόλ ήταν και πάλι αυτός που χαμογέλασε, καθώς η Ρόμα πήρε τον τίτλο κι η Λάτσιο βγήκε τρίτη.

Τα συλλεκτικά λεπτά συνύπαρξης Κρέσπο-Μπατιστούτα το 1999

Το 2002 με τον Μαρσέλο Μπιέλσα προπονητή της ίσως καλύτερης Αργεντινής από άποψη ταλέντου όλων των εποχών, ο κόσμος ήθελε να δει στα γήπεδα της Κορέας-Ιαπωνίας το ντουέτο βασικό μαζί. Η πίεση από τα ΜΜΕ και τον κόσμο αφόρητη, αλλά ο Μπιέλσα όπως και ο Πασαρέλα δεν το τόλμησε ποτέ. Συνυπήρξαν ξανά μόλις για εννιά λεπτά, σε ένα από τα πρώτα φιλικά της εποχής Μπιέλσα. Στο Άμστερνταμ με την Ολλανδία, ο Μπιέλσα έκανε αλεφαντίσια αλλαγή στην αλλαγή και πέρασε τον Κρέσπο στη θέση του Τζιουλιμινπιέτρο. Για εννιά συλλεκτικά λεπτά πάτησαν χορτάρι μαζί και σε μια ωραία προσπάθεια του Κλαούντιο Λόπες από τα αριστερά, ο Κρέσπο άφησε (ή δεν έφτασε, αλλά εμείς προτιμούμε την πρώτη εξήγηση) την μπάλα και ο Μπατιστούτα κεραυνοβόλησε τον φαν ντερ Σαρ για το 1-1. Οι οπαδοί στο Άμστερνταμ Αρένα ήταν οι τελευταίοι που τους είδαν μαζί να πατούν περιοχή.

Ο Μπιέλσα ήταν κάθετα αντίθετος στην ταυτόχρονη χρησιμοποίησή τους, είχε ένα ρόστερ με πολλή ποιότητα και φαινόταν ότι τελικά κατέληγε στον Κρέσπο για βασικό. Τελικά, όπως και το 1998, οι εμφανίσεις του Μπατιστούτα στα φιλικά άλλαξαν γνώμη στον προπονητή. O 33χρονος Μπατιστούτα ξεκίνησε βασικός τρεις φορές, σκόραρε μόνο με τη Νιγηρία και τρεις φορές ο Κρέσπο τον αντικατέστησε. Ισοφάρισε στο 88′ στο ματς με τη Σουηδία αλλά η Αργεντινή δεν γλίτωσε το φιάσκο του αποκλεισμού.

Το μοναδικό γκολ του Κρέσπο το 2002 και τα δάκρυα του Μπατιστούτα

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2014, όταν ο Λόκο Μπιέλσα ήταν στην Μαρσέιγ ξαναθυμήθηκε την ιστορία. Έχοντας στην Μασσαλία τους  Ζινιάκ και Μπατσουαγί, έπρεπε να πείσει τον κόσμο ότι δεν χωρούν κι οι δύο στην ομάδα του ως βασικοί.

«Εδώ και 15 χρόνια το σκέφτομαι. Όποιον Αργεντινό και αν ρωτήσεις, θα σου μιλήσει άσχημα για μένα στο συγκεκριμένο θέμα. Δεν νομίζω ότι είναι πρόβλημα να χρησιμοποιήσω δύο επιθετικούς. Το πρόβλημα είναι ότι αφαιρώ έναν άλλον από την ομάδα. Για να βάλεις ένα ακόμα φορ, θα πρέπει να αφαιρέσεις κάποιον από τις πτέρυγες ή κάποιον δημιουργικό παίκτη και καμία από αυτές τις λύσεις δεν με βρίσκει σύμφωνο»

Τα παιχνίδια της μοίρας δεν τελείωσαν όμως. Τον Ιανουάριο του 2003 ο Κρέσπο, ως παίκτης της Ίντερ πλέον, τραυματίστηκε μένοντας για αρκετό καιρό έξω κι ο Μπατιστούτα ήρθε δανεικός από τη Ρόμα. Ήταν η πρώτη φορά ουσιαστικά που αντιστράφηκαν οι ρόλοι, που ο Μπατιγκόλ έγινε η ρεζέρβα του Κρέσπο. Ο Μπατιστούτα ήταν ο παρτενέρ του Βιέρι, με το κορμί του όμως πλέον να τον πονάει και να βρίσκεται σε πτώση. Η ταυτόχρονη παρουσία Κρέσπο-Μπατιγκολ σε σύλλογο, έφερε ελπίδες να τους δούμε επιτέλους βασικούς μαζί. Τον Απρίλιο του 2003, με τον Κρέσπο να έχει επιστρέψει και τον Βιέρι τραυματία οι Ιταλοί περίμεναν ότι στο Ίντερ-Λάτσιο θα ζούσαμε την ιστορική στιγμή. Τα αργεντίνικα ΜΜΕ έκαναν εκτενείς αναφορές στο γεγονός. Τελικά ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ξεκίνησε τον Ρεκόμπα πλάι στον Κρέσπο και αργότερα πέρασε τον Μάρτινς στη θέση του. Η ιστορία μάς άφησε με τα 81 συνολικά λεπτά των δύο επί Πασαρέλα και Μπιέλσα. Το ερώτημα δεν θα απαντηθεί ποτέ.

Κανείς δεν μιλάει για το υπέροχο τσίμπημα του Κρέσπο

Ο γηραιότερος Μπατιστούτα αποσύρθηκε, αλλά ο Κρέσπο συνέχισε την σπουδαία του καριέρα. Η πρώτη του σεζόν στην Τσέλσι ήταν θετική, αλλά ο έρωτας του Μουρίνιο για τον Ντρογκμπά τον έφερε δανεικό στην Μίλαν την επόμενη σεζόν. Θα μπορούσαμε ακόμα να μιλάμε για το Τσάμπιονς Λιγκ του Κρέσπο αν τα δυο γκολ του στον τελικό της Πόλης, δεν τα είχαν σβήσει ο Ντούντεκ και η επική νίκη της Λίβερπουλ. Ακόμα μια στιγμή δόξας που χάθηκε. Ένα χρόνο αργότερα, χωρίς Μπατιστούτα πλέον, ο Κρέσπο κατάφερνε να πάρει επιτέλους θέση βασικού σε ένα Μουντιάλ. Στα γήπεδα της Γερμανίας, απαλλαγμένος από τις συγκρίσεις, σκόραρε τρεις φορές σε τέσσερις συμμετοχές, αλλά η Αργεντινή έπεσε στις μακριές άσπρες κάλτσες του Γενς Λέμαν και αποκλείστηκε. Ο Ερνάν συνέχισε να παίζει μπάλα και σταμάτησε στην Πάρμα, όταν πια με γκρίζο κοντό μαλλί και όχι αληταμπουροαργεντίνικη μαλλούρα στα 36 του βγήκε πρώτος σκόρερ της με 9 γκολ. Παρακολούθησε την καταστροφή της ομάδας, ανήμπορος να βοηθήσει, έχοντας αποσυρθεί. Ένας από τους πιο πλήρεις επιθετικούς όλων των εποχών, με μια καριέρα γεμάτη προσωπικές και συλλογικές επιτυχίες, αλλά πάντα πίσω από έναν εξίσου τεράστιο παίκτη στην εθνική της χώρας.

Ο Άνθρωπος που Γλίτωσε από τον Πόλεμο και Χάθηκε στο Ποδόσφαιρο

  [2 Σχόλια]

Ένα από τα πράγματα που κάνουμε στο τέλος του χρόνου είναι η ανασκόπηση και ένα άλλο το να αγοράζουμε βιβλία. Κοιτώντας εδώ στο σάιτ κάποια πράγματα ξαναδιάβασα το ποστ για τον (πολυαγαπημένο ήρωα της Βαρκελώνης) Λάζλο Κουμπάλα. Παράλληλα, σε κάποιο βιβλιοπωλείο έπεσε το μάτι μου στη φρέσκια μετάφραση, στα Ισπανικά, του βιβλίου «Ο Περιπλανώμενος Προπονητής», αφιερωμένο στον Έρνο Ερμπστάιν, προπονητή και δημιουργό της «Γκραν Τορίνο».

Ο Έρνο Ερμπστάιν γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1898 στη Βουδαπέστη. Όπως φανερώνει το όνομά του ήταν ένας από τους πολυάριθμους Εβραίους της πόλης. Παράλληλα με τις διάφορες δουλειές που έκανε ως παιδί κλοτσούσε και μια μπάλα. Τελικά η μπάλα τον κέρδισε και έγινε ποδοσφαιριστής. Παρόλο που πολέμησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αμέσως μετά τη λήξη του και σίγουρος πια ότι το ποδόσφαιρο ήταν το επάγγελμα της ζωής του πείθει τη γυναίκα του να μετακομίσουν στην Ιταλία όπου το ποδόσφαιρο ήταν επαγγελματικό. Υπογράφει στην Φιουμάνα (σήμερα το Φιούμε ανήκει στην Κροατία) και παίρνει μεταγραφή σε λίγα χρόνια για τη Βιτσέντζα, ομάδα της Σέριε Β τότε. Το 1928 δέχεται ένα τηλεφώνημα από την Εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης να πάει να παίξει μπάλα εκεί. Πηγαίνει, χωρίς να τον ακολουθήσει αυτή τη φορά η γυναίκα του με την κόρη τους, οι οποίες έμειναν στην Ιταλία.

Στη Νέα Υόρκη δεν περνάει καλά μακρυά από την οικογένειά του, ενώ την ίδια ώρα ο Μουσολίνι κυβερνάει πια την Ιταλία, με την Εβραϊκή κοινότητα να υφίσταται τις πρώτες ρατσιστικές επιθέσεις. Κρεμάει τα παπούτσια του και γυρνάει στην Ιταλία ως προπονητής στο Μπάρι. Μετά από μερικές πετυχημένες χρονιές του γίνεται πρόταση να αναλάβει τον πιο ποθητό πάγκο της Ευρώπης τη δεκαετία του 1930, εκείνον της Τορίνο. Παρά τις σκληρές μεθόδους προπόνησης που εφήρμοσε (μαρτυρίες λένε ότι έδενε τα πόδια των ποδοσφαιριστών στους αστραγάλους και τους έβαζε να τρέχουν), οι παίχτες του τον λάτρευαν σε επίπεδο ειδωλολατρίας.

Εφαρμόζοντας το ρατσιστικό νόμο του Μουσολίνι «Μανιφέστο της Ράτσας», σύμφωνα με τον οποίο θα απελαύνονταν όλοι οι μη-Ιταλοί από τη χώρα, την 1η Δεκεμβρίου 1938 καραμπινιέροι βρέθηκαν έξω από το προπονητικό κέντρο της Τορίνο και τον ρώτησαν αν είναι Ιταλός. Απάντησε ότι είναι Ούγγρος. Μετά τον ρώτησαν αν είναι και Εβραίος. Τότε ο Ερμπστάιν έδωσε μια θρυλική απάντηση: «Ανήκω στη ράτσα των ανθρώπων. Άλλωστε εσείς ξέρετε ότι κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή βρίσκομαι στο γήπεδο». Παρόλα αυτά, δύο μέρες μετά με μια δημοσίευση στην εφημερίδα ‘Λα Στάμπα’, η Τορίνο τον απέλυε «ώστε να είναι σύμφωνη με τo ρατσιστικό νόμο».

Τότε ξεκινάει η περιπλάνησή του στην Ευρώπη. Προσπάθησε να μπει στην Ολλανδία, όπου τον είχε καλέσει ο παλιός του συμπαίχτης Άρμπαν Βάιτς, αλλά τον μπλόκαραν στα σύνορα, καθώς δεν ήταν Άριος. Επιστρέφει στη Βουδαπέστη και γλιτώνει από τους διωγμούς κατά των Εβραίων δουλεύοντας σε μια φάμπρικα κλωστοϋφαντουργίας. Εκεί συναντά τον μετέπειτα αρχηγό της Γκρανάτα, Φερρούτσιο Νόβο. Δουλεύει εκεί μέχρι το 1944, όταν και αναγκάζεται μαζί με την οικογένεια του να αφήσει το σπίτι του στο κέντρο της Βουδαπέστης. Στη μεγάλη σφαγή των Εβραίων της Βουδαπέστης, της 19ης Μαρτίου 1944, επιβιώνει διότι στο δίλημμα «στρατόπεδο συγκέντρωσης ή θάνατος» επιλέγει το πρώτο. Τον πηγαίνουν σε χωράφια καταναγκαστικής εργασίας, ενώ αγνοεί την τύχη της οικογένειάς του.

Μετά την απελευθέρωση της Ουγγαρίας από τον Κόκκινο Στρατό επανενώνεται με τους δικούς του και επιστρέφει άμεσα στο Τορίνο. Εκεί του ξαναδίνουν το πόστο του προπονητή και χτίζει μια θρυλική ομάδα που παίρνει 5 συνεχόμενα πρωταθλήματα και έχει 10 στους 11 παίχτες της Σκουάντρα Ατζούρα δικούς της. Το κόκκινο της Γκρανάτα βέβαια, μαζί με την προσωπική του ιστορία των διώξεων και την Εβραϊκή του καταγωγή, πλέον σημαίνουν ότι θεωρείται κομμουνιστής. Στο συντηρητικό Τορίνο αυτό ήταν πάλι ένα βαρύ φορτίο, πόσο μάλλον όταν ο εκδότης της κομμουνιστικής εφημερίδας, Ραφ Βαλλόνε, ήταν φίλος του. Τον κατηγόρησαν ότι ήταν Σοβιετικός κατάσκοπος και ότι είχε στήσει ένα παιχνίδι μεταξύ της Ιταλίας και της Σοβιετικής Ένωσης (φιλικό που δεν υπάρχει καταγεγραμμένο πουθενά, έγινε το 1947 και κέρδισαν 2-3 οι Σοβιετικοί). Ο ίδιος απαντούσε με τίτλους.

Ο Ερμπστάιν ήταν στο αεροπλάνο που έπεσε στη Σουμπέργκα, ένα από τα 31 θύματα του δυστυχήματος που εξαφάνισε την καλύτερη τότε ομάδα της Ευρώπης. Η κόρη του θεώρησε ότι ο πατέρας της δεν παίρνει την αναγνώριση που του αξίζει στον ποδοσφαιρικό κόσμο και γι’αυτό μαζί με τον δημοσιογράφο Λεονκάρλο Σεττιμέλι, έγραψαν τη βιογραφία του Έρνο Ερμπστάιν. Το βιβλίο «Περιπλανώμενος Προπονητής» απ’όσο έψαξα δεν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά. Για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει διαθέσιμο στα Ιταλικά, τα Ισπανικά και τα Αγγλικά.

Η μέρα που κάποιος τόλμησε να κατεβάσει τον γιακά του Καντονά

  [4 Σχόλια]

1 Οκτωβρίου 1995. Το Όλντ Τράφορντ είναι έτοιμο να φιλοξενήσει ένα ακόμα παιχνίδι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Λίβερπουλ. Οι φίλαθλοι που έχουν γεμίσει το γήπεδο όμως δεν αδημονούν μόνο για το ντέρμπι. Το ματς έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αξία χάρη και στην τύχη, που έστειλε το συγκεκριμένο ζευγάρι να παίξει στη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μια μόλις ημέρα πριν είχε λήξει η οχτάμηνη τιμωρία του Ερίκ Καντονά. Και όποιος έζησε εκείνους τους μήνες την τρέλα των αγγλικών ΜΜΕ με τον ιδιότροπο Γάλλο – τις τελευταίες εβδομάδες της τιμωρίας κάποιες εφημερίδες είχαν καθιερώσει ακόμα και καθημερινή αντίστροφη μέτρηση – μπορεί να επιβεβαιώσει πως δεν υπήρχε άνθρωπος στο Νησί που δεν ήθελε να δει την επιστροφή του ‘Βασιλιά Ερίκ’ στη δράση.

(Οχτώ μήνες πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με την Κρίσταλ Πάλας, ο Καντονά είδε την κόκκινη κάρτα. Στο δρόμο για τα αποδυτήρια ένας οπαδός των γηπεδούχων τον έβρισε. Ένας φυσιολογικός επαγγελματίας παίκτης δεν θα έδινε σημασία. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Η συνέχεια της συγκεκριμένης σκηνής είναι γνωστή σε όλους.

Ο οπαδός μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή που ξεστόμισε τα μπινελίκια και ο Καντονά πέρασε την υπόλοιπη εβδομάδα μαθαίνοντας τις τιμωρίες του. Έφαγε πρόστιμο και από την ομάδα και από την Ομοσπονδία, έχασε το περιβραχιόνιου του αρχηγού της εθνικής Γαλλίας, στην οποία μάλιστα δεν κλήθηκε ποτέ ξανά, και έμεινε 8 μήνες εκτός αγώνων, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των φιλικών.

Ενοχλημένος από το μέγεθος της τιμωρίας ζήτησε να φύγει από την Αγγλία. Από τον Απρίλιο κιόλας τα αγγλικά ΜΜΕ υποστήριζαν πως έχει συμφωνήσει με την Ίντερ. Τις φήμες αυτές ήρθε να ενισχύσει η φυγή του στο Παρίσι, κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι. Κι εκεί που όλα έδειχναν τελειωμένα ο Άλεξ Φέργκιουσον πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Μπήκε στο πρώτο αεροπλάνο για Γαλλία, κορόιδεψε τους δημοσιογράφους που τον ακολουθούσαν βγαίνοντας κρυφά από την κουζίνα του ξενοδοχείου, καβάλησε μια Χάρλει παρέα με τον ατζέντη του Γάλλου – true story – και συναντήθηκε με τον Καντονά σε ένα εστιατόριο ενός φίλου, το οποίο για την περίσταση είχε κλείσει για τους υπόλοιπους πελάτες. «Εκείνη η συνάντηση με τον Ερίκ, σε εκείνο το τεράστιο άδειο εστιατόριο είναι μια από τις πιο χρήσιμες πράξεις που έκανα ποτέ στα χρόνια που είμαι σ’αυτή τη δουλειά» υποστήριξε χρόνια μετά ο Σερ Άλεξ.)

Όταν οι δυο ομάδες βγαίνουν για προθέρμανση τα βλέμματα είναι όλα πάνω στον Γάλλο. Όλες οι κινήσεις του αναλύονται διεξοδικά. Το μεγάλο ερώτημα, για την ώρα, δεν είναι το αν θα μπορέσει να φτάσει γρήγορα στα παλιά επίπεδα απόδοσης αλλά το πως θα αντιδράσει από εδώ και πέρα στις προκλήσεις των αντιπάλων οπαδών και παικτών. Η μοίρα, ξανά, τα έχει φέρει έτσι που η πρώτη δοκιμασία φαίνεται να είναι και η πιο δύσκολη καθώς ο πρώτος αντίπαλος του είναι ο Νιλ Ράντοκ.

(Ο Νιλ Ράντοκ ήταν ένας αμυντικός από αυτούς που χαϊδευτικά αποκαλούμε «old school». Ψηλός, δυνατός, με περισσευούμενα κιλάκια, μεγάλο στόμα, άγαρμπα πόδια, μια μικρή ροπή προς το αλκοόλ και μια μόνιμη επιθυμία για καβγάδες και φάρσες. Σε απλά ελληνικά: Ένας τεράστιος τραμπούκος, μιας εποχής που έβγαζε τέτοιους τσόγλανους με το τσουβάλι. Στην περιβόητη λίστα του ‘France Football’ με τα «κακά παιδιά του ποδοσφαίρου», στην οποία ο Στιγκ Τόφτινγκ ήταν 3ος, ο Ράντοκ φιγούραρε στη δεύτερη θέση.

Ο Ράντοκ ήταν από εκείνους τους τύπους που τη μια στιγμή, και όσο περιμένετε να εκτελεστεί ένα κόρνερ, σου λέει ανέκδοτα και πρόστυχα αστειάκια και την επόμενη σου δίνει στο χέρι τα δυο σου πόδια, ξεχωριστά από τα παπούτσια, τις κάλτσες και τις επικαλαμίδες, και σε ρωτάει με σαρδόνιο χαμόγελο: «Μήπως θέλετε να σας τα τυλίξω, να τα πάρετε για το σπίτι;»

Στην αυτοβιογραφία του ο Σταν Κόλιμορ θυμάται μια φορά που αυτός και ο Ράντοκ ακολουθούσαν πρόγραμμα αποθεραπείας στο γυμναστήριο και ο φυσιοθεραπευτής της Λίβερπουλ είπε στον Ράντοκ να κάνει μισή ώρα διάδρομο και μετά να ξεκουραστεί. Όταν έμειναν μόνοι, ο ‘Razor’ (= «ξυράφι») έβαλε σε λειτουργία τον διάδρομο, πήρε τη ‘Sun’, έβγαλε ένα σάντουιτς με αυγό και μπέικον από την τσάντα και άραξε στη γωνία. Λίγο πριν επιστρέψει ο φυσιοθεραπευτής σηκώθηκε χαλαρά και ψύχραιμα, έτριψε δυο παγάκια στο πρόσωπο του για να μοιάζει ιδρωμένος και ανέβηκε νωχελικά στο διάδρομο. «Κοιτάξτε πόσο γαμάτος επαγγελματίας είναι ο ‘Razor'» ήταν το μόνο σχόλιο που έκανε ο αθώος φυσιοθεραπευτής, δείχνοντας τον ταλαιπωρημένο Ράντοκ σε κάτι μαθητευόμενα πιτσιρίκια που τον ακολουθούσαν.

Στη δικιά του αυτοβιογραφία πάντως, ο Άντι Κόουλ λογικά θα μνημονεύει ένα παιχνίδι β’ ομάδων στο Άνφιλντ, στο οποίο είχε αντιμετωπίσει τον Ράντοκ. Οι δυο παίκτες έπεσαν μαζί για να διεκδικήσουν τη μπάλα και το αποτέλεσμα είναι τόσο ακραίο που καταλήγει να ακούγεται σχεδόν αστείο: Ο Κόουλ αποχώρησε από το γήπεδο με δυο σπασμένα πόδια! Παραδόξως, ο επιθετικός της Γιουνάιτεντ ποτέ δεν του κράτησε κακία, πιστεύοντας πως ο αντίπαλος του δεν είχε πρόθεση να τον τραυματίσει. Ο ίδιος ο Ράντοκ βέβαια, μένοντας πιστός στο προκλητικό στυλάκι που τον έκανε διάσημο, χρόνια μετά πέταξε την κάφρικη ατάκα: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα να του σπάσω και τα δυο πόδια. Πήγαινα μόνο για το ένα».

Μιλώντας για σπασμένα πόδια, ο Ράντοκ είχε βρεθεί με ένα τέτοιο στα 18 του. Το πιο εντυπωσιακό μέρος αυτής της ιστορίας δεν είναι όμως ότι έσπασε το πόδι του στο ντεμπούτο του με τη φανέλα της Τότεναμ – όλως τυχαίως απέναντι στη Λίβερπουλ – αλλά ότι δεν το κατάλαβε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί για μια ολόκληρη εβδομάδα με χτυπημένο πόδι!)

Όσοι ανησυχούν για τη μονομαχία Ράντοκ-Καντονά δεν το κάνουν τυχαία. Ένα χρόνο πριν, τον Σεπτέμβρη του 1994, ο ευφάνταστος Άγγλος είχε ανακαλύψει τον καλύτερο και πιο απλό τρόπο για να εκνευρίσει τον οξύθυμο Γάλλο. Την ώρα που όλοι ετοιμαζόταν για ένα ελεύθερο, αυτός πήγαινε από πίσω του και του κατέβαζε τον, μόνιμα σηκωμένο, γιακά! Σατανικό; Αναμφισβήτητα. Αποτελεσματικό; Εν μέρει, αφού ακόμα και εκνευρισμένος ο Καντονά έβρισκε τρόπους να είναι αποτελεσματικός.

«Την πρώτη φορά που το έκανα απλά ψέλλισε κάτι θυμωμένος. Τη δεύτερη φορά προσπάθησε να μου πιάσει τη μύτη» θυμάται ο Ράντοκ, που συνέχιζε απτόητος, ποντάροντας σε μεγάλο βαθμό και στη φήμη του σκληρού που τον συνόδευε, που από μόνη της απέτρεπε αρκετούς από το να του απαντήσουν. Ο Καντονά όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος παίκτης. Δεν ήταν ποτέ πρότυπο καλής συμπεριφοράς, ούτε θιασώτης της φιλοσοφίας «όταν σε χτυπάνε στο ένα μάγουλο, γύρνα τους και το άλλο».

Την τρίτη φορά που ο φημισμένος γιακάς κατέβηκε κάτω χωρίς τη συγκατάθεση του νευρικού ιδιοκτήτη του, η κατάσταση σοβάρεψε. «Διάλεξα τον μοναδικό Γάλλο που ψαχνόταν για καυγά» δήλωσε μετά ο αμυντικός της Λίβερπουλ, που αποκάλυψε πως ο μέσος της Γιουνάιτεντ, αφού πρώτα απάντησε στα mind games του κοροϊδεύοντας τον για τα παραπανίσια του κιλά και αφού τον έστειλε στο έδαφος με ένα τάκλιν από πίσω, που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο τιμωρείται τουλάχιστον με κόκκινη, του έδωσε ραντεβού στη φυσούνα μετά το τέλος του αγώνα. Εκεί που, για καλό και για κακό, ο Ράντοκ επέλεξε να πάει παρέα με τον θηριώδη Ντέιβιντ Τζέιμς, κίνηση που πιθανόν αποδείχτηκε σωτήρια για τη σωματική του ακεραιότητα. «Ήταν τρελός αλλά τον αγαπούσα, είναι ένας από τους αγαπημένους μου παίκτες» ομολόγησε ο Ράντοκ πριν λίγα χρόνια.

Ένα χρόνο μετά, η κόντρα τους αποδεικνύεται λιγότερο θεαματική. Ο Ράντοκ συνεχίζει να πειράζει τον γιακά του Γάλλου αλλά αυτό δεν είναι αρκετό αυτή τη φορά για να τον αποπροσανατολίσει. Δυο μόλις λεπτά μετά τη σέντρα και οχτώ μήνες μετά την τελευταία φορά που έπαιξε σε αγώνα ο ‘Βασιλιάς Ερίκ’ δίνει την ασίστ για το 1-0. Η Λίβερπουλ γυρνάει το παιχνίδι χάρη σε έναν ταλαντούχο 20χρονο πιτσιρικά, που κάποιοι αποκαλούσαν Ρόμπι Φάουλερ και κάποιοι άλλοι ‘Θεό’, αλλά η τελευταία λέξη του ματς ανήκει στον μεγάλο πρωταγωνιστή του. Ο Καντονά πασάρει στον Γκίγκς, αυτός ανατρέπεται στην περιοχή, ο Γάλλος εκτελεί ψύχραιμα το πέναλτι και γράφει το τελικό 2-2 εν μέσω αποθέωσης.

Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Ο ‘Βασιλιάς’ έχει επιστρέψει, κάποιος πρέπει απλά να ξεσκονίσει το θρόνο. Στο τέλος της σεζόν η ομάδα του Σερ Άλεξ στέφεται πρωταθλήτρια. Το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά. Στα πέντε χρόνια που έκατσε στο Μάντσεστερ ο Καντονά, η Γιουνάιτεντ έχασε μόνο ένα πρωτάθλημα. Ναι, σωστά μαντέψατε: Το πρωτάθλημα στο οποίο ο Γάλλος ήταν εκτός δράσης λόγω της τιμωρίας.

Δυο χρόνια μετά από το ματς αυτό με τη Λίβερπουλ, τον Μάιο του 1997, ο Καντονά ανακοινώνει πως αποσύρεται από το ποδόσφαιρο. Ήταν μόλις 31 χρονών. Μιλώντας για την απρόσμενη αυτή απόφαση του λίγα χρόνια μετά είπε: «Αγαπούσα το παιχνίδι αλλά δεν είχα πλέον τη διάθεση και το πάθος να πηγαίνω νωρίς για ύπνο, να μη βγαίνω με τους φίλους μου, να μην πίνω όσο θέλω και να μην κάνω όλα τα υπόλοιπα πράγματα που μου αρέσει να κάνω σ’αυτή τη ζωή». Ο Ερίκ Καντονά δεν ήταν ποτέ ένας συνηθισμένος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας

  [9 Σχόλια]

Δεν μπορώ να ξέρω πόσοι από εσάς έχετε ανοίξει κουβέντα με κάποιο φίλο της Λίβερπουλ για τον Λούκας Λέιβα αλλά είμαι σίγουρος πως όσοι το έχετε τολμήσει μιλούσατε ώρα για τον Βραζιλιάνο αμυντικό μέσο των «κόκκινων» του Μέρσεϊσάιντ. Επίσης είμαι -σχεδόν- σίγουρος πως δεν βγάλατε καμία μα καμία άκρη για το ταλέντο του και τι είναι αυτό που τον έχει κάνει να είναι ο παλαιότερος στο υπάρχον ρόστερ (και ανάμεσα στους αρχηγούς)  μιας και ο Λούκας το καλοκαίρι που θα έρθει θα έχει συμπληρώσει αισίως τα 10 χρόνια στο Άνφιλντ. Ήταν 26 Ιουλίου του 2007 όταν ο Ράφα Μπενίτεζ έβγαλε από τα ταμεία της ομάδας το ποσό των 5 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει στο Άνφιλντ τον ταλαντούχο Βραζιλιάνο αμυντικό χαφ της Γκρέμιο, βλέποντας στο πρόσωπό του τον παίκτη που θα έδινε τις απαιτούμενες ανάσες στους Αλόνσο και Μασκεράνο μιας και ο Στήβεν Τζέραρντ προοριζόταν να μετατεθεί πιο μπροστά στη διάταξη του Ράφα και να παίξει πίσω ακριβώς από τον Φερνάντο Τόρες που έφτασε -και αυτός- εκείνο το καλοκαίρι για να δώσει το εύκολο γκολ που η ομάδα έψαχνε από τα χρόνια του ‘Ιαν Ρας και του Ρόμπι του Φάουλερ. Το τελευταίο είναι αστείο αλλά θα μπορούσε να γίνει εύκολα πιστευτό από αρκετούς.

Ο Λούκας αυτές τις 10 σεζόν δεν κατάφερε να γίνει ποτέ ο βασικός αμυντικός μέσος της ομάδας μιας και το ταλέντο του δεν υπήρξε ποτέ σπουδαίο και επίσης είχε να συναγωνιστεί μερικούς εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές που πέρασαν από την ομάδα για τις θέσεις των αμυντικών-κεντρικών χαφ. Ο Λούκας Λέιβα δεν είναι ο καλύτερος αμυντικός αλλά είναι και δύσκολο να τον περάσεις. Δεν έχει κάποια σπουδαία τεχνική αλλά μπορεί να παίξει την μπάλα με τη μία σε μικρές αποστάσεις (τι όχι;). Δεν έχει με τίποτα το γκολ. Δεν έχει την μακρινή μπαλιά. Δεν είναι πολύ γρήγορος αλλά δεν είναι και αργός. Δεν είναι δυνατός στο ψηλό παιχνίδι αλλά ξέρει να παίρνει σωστές θέσεις -γι’ αυτό καλύπτει επιτυχώς και τη θέση του στόπερ- και επίσης μπορεί να κόψει μπάλες δίχως να χρειαστεί να κάνει ένα δυνατό (βρετανικό) τάκλιν. Ο Λούκας Λέιβα είναι η μετριότητα προσωποποιημένη σε ένα όμορφο πρόσωπο με ξανθά μαλλιά και λαμπερό χαμόγελο. Ο Λούκας Λέιβα επίσης έχει κατακτήσει όλα αυτά τα χρόνια μόνο ένα λιγκ καπ (κόντρα στην Κάρντιφ το 2012) χωρίς όμως να βρίσκεται καν στην αποστολή του τελικού αλλά έχει επιβιώσει, ως άλλος Χαιλάντερ, και έχει καταφέρει να βρίσκεται σε κάθε ρόστερ με κάθε προπονητή. Με Μπενίτεζ, με Χότζσον, με Νταλγκλίς, με Ρότζερς και τώρα και με Κλοπ, κυρίως ως κεντρικός -γκαφατζής- αμυντικός που σκορπά απλόχερα το γέλιο ακόμα και στους συμπαίκτες του τρολλάροντας ακόμα και ο ίδιος τον εαυτό του μετά από κάποιος -συχνό- λάθος.

Και πάμε στο παράδοξο της υπόθεσης. Όταν ήρθε ο Λούκας, στην ομάδα υπήρχαν ο Αλόνσο, ο Τζέραρντ, ο Μασκεράνο και ο νέος Βιεϊρά, Μοχάμεντ Σισοκό (αγαπημένο παιδί του Ράφα από την κοινή τους παρουσία στη Βαλένθια) για τις θέσεις στον άξονα. Το Γενάρη του 2008 ο Ρανιέρι αγόρασε τον Σισοκό στη Γιουβέντους για 11 εκατομμύρια λίρες δίνοντας έτσι δίχως να το γνωρίζει στον Βραζιλιάνο τον απαραίτητο χώρο για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Αυτό φυσικά και δεν έγινε ποτέ και μάλιστα από τότε άρχισε μια ωραιότατη ιστορία με ένα σωρό παίκτες να έρχονται και να φεύγουν (άλλοι ως αποτυχημένοι-άλλοι ως επιτυχημένοι), όλοι για τις θέσεις των κεντρικών χαφ δίπλα πάντα στον λατρεμένο μας Λούκας. Ποιος όμως από όλους αυτούς δεν έφυγε ποτέ αλλά δεν κατάφερε και ποτέ να ηγηθεί; Πολύ σωστά μαντέψατε. Ο αγαπημένος ξανθομάλλης Βραζιλιάνος. To καλοκαίρι του 2009 η Λίβερπουλ θα χάσει τον Αλόνσο που θα φύγει για τη Ρεάλ και ο Μπενίτεζ θα φέρει ως αντικαταστάτη τον τραυματία Αλμπέρτο Ακουιλάνι (έλα μη γελάτε) σε μια μεταγραφή που θα τη θυμόμαστε πάντα  όταν θα έχουμε τις μαύρες μας. Εκείνη η σεζόν θα είναι η πιο γεμάτη για τον Λούκας αλλά τραγική δυστυχώς για την ομάδα. Το επόμενο καλοκαίρι η Λίβερπουλ θα χάσει και τον Μασκεράνο που θα φύγει για τη Βαρκελώνη και θα δει τον άξονά της να γεμίζει με παίκτες όπως ο Πόουλσεν, ο Μεϊρέλες και ο Τζόντζο ο Σέλβεϊ. Και οι τρεις θα πωληθούν τα επόμενα χρόνια. Ο Λούκας φυσικά θα μείνει παρέα με τον Τζέραρντ και τον Τζέι τον Σπίρινγκ αλλά χωρίς ποτέ να λογίζεται σαν βασικός. Ούτε όταν ήρθε ο Χέντερσον και ο Τσάρλι ο Άνταμ επί Νταλγκλίς, ούτε όταν ήρθε ο Άλεν και ο Τσαν επί Ρότζερς, ούτε όταν ήρθε ο Βαινάλντουμ και ο Γρούγκιτς επί Κλοπ. Σε όλους αυτούς βάλτε και μερικά ταλέντα που ποτέ δεν βρήκαν χώρο όπως ο Ρόσιτερ και ο Σούσο και κάντε τη σούμα. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσο θα παίξει στη συνέχεια ο Λούκας και αν θα καταφέρει να κερδίσει κάποιο σπουδαίο τίτλο με την ομάδα αλλά τον φαντάζομαι στα 50 με τη φανέλα της Λίβερπουλ να ανανεώνει για ακόμα ένα χρόνο και να ονειρεύεται πως επιτέλους θα κάνει μια μεγάλη σεζόν με την ομάδα. Άλλωστε όπως έγραψα και στον τίτλο «Στο τέλος θα μείνει μόνο ο Λούκας».

Ο τερματοφύλακας που δεν ήθελε να κάτσει τέρμα

  [1 Σχόλιο]

Όταν ο Μανουέλ Νόιερ πήγαινε, ο Πασκάλ Ολμετά ερχόταν. Δυστυχώς γι΄αυτόν και τις ομάδες όπου έπαιξε, καμιά φορά δεν προλάβαινε να γυρίσει στο τέρμα του. Αποτέλεσμα, να τρώει μερικά –όχι πολλά, είναι η αλήθεια– θεαματικά γκολ, όπως αυτό που βλέπουμε εδώ: ένα πλασεδάκι εξήντα μέτρων, σε ένα ματς από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν έπαιζε στη Τουλόν, τότε που οι σχολιαστές έκαναν ακόμη τον κόπο να αναρωτηθούν «μα τι στο καλό σκέφτηκε;» όταν τον έβλεπαν να φτάνει, ντριμπλάροντας τους αντίπαλους επιθετικούς, μέχρι τη σέντρα κι ακόμη παραπέρα.

Ο Ολμετά ήταν ένας πολύ καλός τερματοφύλακας που προτιμούσε όμως να παίζει μακριά, πολύ μακριά από τη εστία του. Οπωσδήποτε υπήρξε ο πιο περιζήτητος και δημοφιλής γκολκίπερ στη Γαλλία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90. Όμως, οι παράτολμες έξοδοί του, η εντυπωσιακή επιδεξιότητά του με την μπάλα στα πόδια, τα καμώματά του όταν βαριόταν στο γήπεδο και η εκκεντρικότητά του έξω από αυτό, τον έκαναν γνωστό και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Η συμμετοχή του στο φιλικό ματς που οργανώθηκε στο Ολντ Τράφορντ το 1998 για τα πενήντα χρόνια από την αεροπορική τραγωδία του Μονάχου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Εκείνο το βράδυ τα έκανε σχεδόν όλα: έφτασε κυριολεκτικά μέχρι την άλλη άκρη του γηπέδου κυνηγώντας την μπάλα πριν βγει κι ο ίδιος άουτ, έφαγε πολλά γκολ μεταξύ των οποίων ένα όρθιος  από τον Καντονά, χτύπησε ένα ωραιότατο φάουλ που έξυσε το οριζόντιο δοκάρι, διασκέδασε μέχρι δακρύων τον Φέργκιουσον και τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, έκανε την εξέδρα να ζητά ρυθμικά τη μεταγραφή του στη Γιουνάιτεντ («Fergie, Fergie, sign him up») και, επειδή προφανώς θεώρησε ότι όλα αυτά δεν αρκούσαν, έκανε τον καραγκιόζη στα διαλείμματα της δράσης.

Ο Ολμετά γεννήθηκε στην Κορσική, διακρίθηκε από νωρίς ως ιδιαίτερα ταλαντούχος και ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην Μπαστιά πριν διασχίσει τα λίγα ναυτικά μίλια που χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή και βρεθεί στην ομάδα της Τουλόν. Στα 25 του, ανέβηκε στην πρωτεύουσα, στην πολύ φιλόδοξη Ρασίγκ (Ματρά τότε, λόγω της εξαγοράς της απο τον ομώνυμο βιομηχανικό κολοσσό) όπου έπαιξε συμπαίκτης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Πιέτρ Λιτμπάρσκι, τον Νταβίντ Ζινολά και τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Όταν το εγχείρημα της Ματρά ναυάγησε κι η ομάδα χρεοκόπησε, βρέθηκε, και μάλιστα με θέση βασικού εξασφαλισμένη από το συμβόλαιό του θέση, στην μεγάλη Μαρσέιγ, ήδη δυο χρόνια στη σειρά πρωταθλήτρια –θα συνέχιζε το σερί μέχρι τα τέσσερα. Ο τότε ιδιοκτήτης της, Μπερνάρ Ταπί είχε μεγάλα σχέδια, που δεν περιορίζονταν, όπως θα το μάθαιναν αργότερα και οι οπαδοί της ΑΕΚ, στην αγορά παικτών αλλά επεκτάθηκαν και στη εξαγορά αγώνων και διαιτητών. Όπως και να΄χει, ο Πασκάλ βρέθηκε να έχει προπονητή τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ –ο Κάιζερ άντεξε μόνο λίγους μήνες– και συμπαίκτες τον Ερίκ Καντονά, τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, τον Ζαν-Πιέρ Παπέν, τον Κρις Γουάντλ κ.α., σε μια ομάδα που τα επόμενα τρία χρόνια θα έπαιζε σε δυο τελικούς Πρωταθλητριών Ευρώπης –και θα κέρδιζε τον έναν, απέναντι στη Μίλαν, παρακαλώ. Στον πρώτο, τον χαμένο, ο Πασκάλ ήταν βασικός, στον δεύτερο ήταν στον πάγκο, αντικαταστάτης πια ενός άλλου γνωστού μας, του νεαρού Φαμπιάν Μπαρτέζ. Αυτή θα ήταν και η τελευταία χρονιά του Ολμετά στη Μαρσέιγ.

Ενδιάμεσα γνώρισε τη φρίκη του αιματοβαμμένου ημιτελικού του Κυπέλλου Γαλλίας ανάμεσα στη Μαρσέιγ και την ομάδα από την οποία ξεκίνησε, την Μπαστιά. Η διοίκηση των Κορσικανών σκέφτηκε ότι το ματς  με την υπερομάδα των μισητών γειτόνων ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γεμίσουν τα ταμεία. Καθώς το στάδιο Φουριανί (που έχει απαθανατιστεί σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες με θέμα το ποδόσφαιρο –σκηνοθέτης ο Ζακ Τατί) δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έστησαν βιαστικά μια προσωρινή κερκίδα 10.000 θέσεων. Στις 5 Μαΐου 1992, η κερκίδα θα καταρρεύσει σε απευθείας μετάδοση λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς. 18 νεκροί και 2.300 τραυματίες.  Η μικρή κόρη κι η γυναίκα του Ολμετά είναι στο γήπεδο αλλά θα γλιτώσουν.

Μετά τη Μαρσέιγ, ο Πασκάλ θα πάει στο αντίπαλο δέος της Λυόν, κι εκεί θα αποθεωθεί. Γίνεται το αντικείμενο λατρείας της εξέδρας  και αρχηγός της ομάδας, πανηγυρίζει, εξαργυρώνει τη δόξα του βγάζοντας ένα φριχτό σιντί στο οποίο τον ακούμε να ραπάρει (;) τη μεγάλη του αποτυχία «Κλώτσα το τόπι» (με μήνυμα εναντίον των ναρκωτικών), κάνει πολλά θεαματικά ματς, βάζει αυτογκόλ με τον αγκώνα, δίνει τη τελική πάσα για ένα κερδισμένο πέναλτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πανηγυρίζει, τσατίζεται, κυνηγάει τους αντίπαλους φιλάθλους για να παίξει ξύλο –όλα αυτά στο βίντεο που ακολουθεί, απολαύστε υπεύθυνα.

Δυστυχώς η καριέρα του στη Λυόν θα τελειώσει όπως ακριβώς του ταίριαζε: κωμικοτραγικά. 20 Δεκεμβρίου 1996.  Η Λυόν έχει φάει μια εφτάρα από την Οσέρ, γνωρίζει δύσκολες στιγμές, θέλει οπωσδήποτε νίκη στον αγώνα εντός έδρας με τη Ναντ για να κάνουν καλές γιορτές οι φίλαθλοι κι οι παίκτες –δεν θα κάνουν. Μετά την ήττα, που βυθίζει την ομάδα στα τάρταρα της βαθμολογίας, ο Πασκάλ Ολμετά ψάχνει στα αποδυτήρια τον συμπαίκτη του Ζαν-Λυκ Σασύς. Τον βρίσκει. Απολογισμός: σπασμένη μύτη και διάσειση για τον εύθραυστο Σασύς που είχε, ο δόλιος,  βγει τραυματίας στο ματς που προηγήθηκε. Μα τι είχε συμβεί; Οι δυο άντρες, φίλοι κατά τα άλλα, είχαν μια μικρή διαφωνία, εξωγηπεδικής φύσεως. Το θύμα είχε βάλει λόγια στην κοπέλα του θύτη. Συγκεκριμένα, απάντησε σε σχετική της ερώτηση («Αχ, μου αρέσει ο Πασκάλ. Τι τύπος είναι;») ότι ο Κορσικανός είναι μεν πολύ καλό παιδί αλλά καμιά φορά μπορεί να έχει κάποιες, χμ, βίαιες εξάρσεις. Η κοπέλα δεν τρομάζει ιδιαίτερα, τα φτιάχνει με τον τερματοφύλακα, του μεταφέρει τον διάλογο, ο Ολμετά διαφωνεί  με τις χαρακτηρολογικές εκτιμήσεις του Σασύς και γίνεται ένας από τους λίγους, ελπίζουμε,  ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τις γροθιές τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι βίαιοι.

Η διοίκηση της Λυόν, που, παρεμπιπτόντως, έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί έτσι κι αλλιώς τον Ολμετά –είχε ήδη βρεθεί ο αντικαταστάτης, ο μετέπειτα διεθνής Γκρεγκορί Κουπέ– τον απολύει. Πάει στην Εσπανιόλ, όπου μένει μόλις δυο μήνες –μεσολάβησε πάλι μια διαφωνία, σχετικά με τον χρόνο συμμετοχής του. Γυρίζει στην Κορσική και τελειώνει την καριέρα του σε χαμηλές κατηγορίες. Αλλά δεν τον νοιάζει και πολύ.

Το άλλο μεγάλο πάθος στη ζωή του Ολμετά, εκτός από την μπάλα και τη διασημότητα –πριν μερικά χρόνια κέρδισε πανεύκολα ένα ριάλιτι σόου όπου επώνυμοι έκαναν τους αγρότες– ήταν και είναι το αγριογούρουνο. Αρκεί να πούμε ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που ίδρυσε, με σκοπό την προστασία των άρρωστων παιδιών, έχει ως έμβλημα το τρυφερό θηλαστικό. Η Κορσική είναι σημαντικός βιότοπος για τα αγριογούρουνα και κυρίως ένα μέρος όπου το κυνήγι τους επιτρέπεται όλον τον χρόνο.

Κι ο Πασκάλ κυνηγάει από την ηλικία των πέντε ετών. Όχι μόνο το αγριογούρουνο. Συμπαίκτες του στη Μαρσέιγ τον θυμούνται να γδέρνει λαγούς που μόλις είχε σκοτώσει στα ντους των αποδυτηρίων. Το αγριογούρουνο απλώς είναι η αδυναμία του, και μια από τις μεγάλες του στιγμές ήταν όταν έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Πάθος για αγριογούρουνο» – ναι, υπάρχει. Πρόσφατα, όμως, γνώρισε την κατακραυγή όταν εμφανίστηκαν φωτογραφίες του δίπλα σ’ έναν σκοτωμένο ελέφαντα. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι σκότωσε το παχύδερμο από αγάπη για τη φύση –οι ελέφαντες στη Ζιμπάμπουε, υποστηρίζει ο Πασκάλ, είναι υπερβολικά πολλοί κι η κυβέρνηση ενθαρρύνει το κυνήγι. Ακολουθώντας, στην επιχειρηματολογία του, την ίδια, κάπως διεστραμμένη λογική, που τον βοήθησε στην ποδοσφαιρική του καριέρα, μια καριέρα τερματοφύλακα-κυνηγού.

Ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα (αφού πρώτα σώθηκε από μια τραγωδία)

  [6 Σχόλια]

kubala

To μεσημέρι της 17ης Μαΐου του 2002 η Μπαρτσελόνα παρουσίαζε στους δημοσιογράφους τον Λούις Φαν Χαάλ, που επέστρεφε στον πάγκο της ομάδας δυο μόλις χρόνια αφότου τον είχε αφήσει. Στο τέλος της παρουσίασης ο πρόεδρος της ομάδας Ζοάν Γκασπάρ ανακοίνωσε στους παρευρισκόμενους τα άσχημα νέα και ζήτησε να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή: Ο Λάζλο Κουμπάλα είχε αφήσει την τελευταία του πνοή λίγη ώρα πριν.

Ο Κουμπάλα είχε εισαχθεί τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς σε μια κλινική της Βαρκελώνης με ανεπάρκεια ασβεστίου στο αίμα. Τρεις μήνες κράτησε η μάχη που έδωσε με την ασθένεια του. Τελικά έφυγε από τη ζωή μερικές μέρες πριν κλείσει τα 75 του. Στο σαλόνι του σπιτιού του υπήρχαν όλα τα μετάλλια και τα τρόπαια που κατέκτησε φορώντας τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, παρ’ όλα αυτά τα μεγαλύτερα κατορθώματα του δεν χωράνε σε καμία τροπαιοθήκη. Το 1999, τη χρονιά που η Μπάρτσα συμπλήρωνε 100 χρόνια ζωής, σε ένα γκάλοπ μεταξύ των οπαδών της, ο Κουμπάλα ψηφίστηκε «ο καλύτερος παίκτης που έχει φορέσει ποτέ τη φανέλα της ομάδας» και δεν χρειάζεται να είναι κανένας μεγάλος γνώστης του ποδοσφαίρου για να αντιληφθεί για πόσο σπουδαία διάκριση μιλάμε.

Ο, γεννημένος στη Βουδαπέστη, Κουμπάλα έφτασε στη Βαρκελώνη το 1950 και φόρεσε τα μπλαουγκράνα για μια ολόκληρη δεκαετία, κατά την οποία κέρδισε σχεδόν τα πάντα, καθοδηγώντας την ομάδα μαεστρικά και σκοράροντας ασταμάτητα. Η αγωνιστική υπεροχή του ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη και η προσωπικότητα του τόσο έντονη που όλοι όσοι έζησαν εκείνη τη Μπαρτσελόνα συμφωνούν πως αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που η ομάδα άλλαξε επίπεδο. Και αυτό δεν έγινε μόνο στα λόγια.

Ο ταλαντούχος και επιδειξίας Κουμπάλα ήταν το επίκεντρο της προσοχής και τα κατορθώματα του εντός και εκτός γηπέδων συζητιόταν σε όλη τη χώρα. Κάπως έτσι το παλιό γήπεδο της Μπάρτσα, το Λες Κορτς, σύντομα αποδείχτηκε πολύ μικρό για να χωρέσει τους ανθρώπους που ήθελαν να απολαύσουν τον Κουμπάλα και την ομάδα του. Όσοι δεν κατάφερναν να βρουν εισιτήριο για κάποιο από τα εντός έδρας παιχνίδια των Καταλανών έκαναν βόλτες γύρω από το γήπεδο με ένα ραδιοφωνάκι στο χέρι, σε μια προσπάθεια να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στις παραστάσεις του Ούγγρου. Βλέποντας όλη αυτή την απήχηση η διοίκηση της ομάδας επιτάχυνε τις διαδικασίες ανέγερσης νέου γηπέδου και κάπως έτσι οι ‘μπλαουγκράνα’ μετακόμισαν το 1957 στο τεράστιο Καμπ Νου.

kubala4

Η λατρεία του κόσμου για τον Κουμπάλα συνεχίστηκε και στο νέο γήπεδο και ο Ισπανός πλέον (αφού σύντομα απέκτησε την υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος παίκτης που παίζει για 3 διαφορετικές εθνικές, έχοντας φορέσει προηγουμένως και τη φανέλα της Τσεχοσλοβακίας) επιθετικός σπάνια τον άφηνε παραπονεμένο. Σε ένα παιχνίδι πρωταθλήματος με τη Σεβίλλη η Μπάρτσα βρέθηκε νωρίς πίσω στο σκορ με 3-0. Την ώρα που όλοι οι συμπαίκτες του έδειχναν να τα έχουν χαμένα ο Κουμπάλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα μετά το τρίτο γκολ και την κουβάλησε μέχρι τη σέντρα. Όταν έφτασε εκεί, την άφησε κάτω και έχοντας πλέον την προσοχή όλων, με αργές και ψύχραιμες κινήσεις μάζεψε ψηλά τα μανίκια της φανέλας του. Όλοι στο γήπεδο πήραν το μήνυμα. Είχε φτάσει η ώρα της απάντησης. Η Μπαρτσελόνα γύρισε τελικά το παιχνίδι και η φράση «τώρα μαζεύω τα μανίκια μου», συνώνυμη του «τα πράγματα σοβάρεψαν», έγινε μόδα στη Βαρκελώνη τα επόμενα χρόνια.

Ο Κουμπάλα δεν περιόριζε πάντως τις παραστάσεις του εντός αγωνιστικού χώρου. Τη δεκαετία εκείνη κάμποσοι ιδιωτικοί ντετέκτιβ ζούσαν κυριολεκτικά χάρη σε εκείνον, καθώς η διοίκηση προσπαθούσε να είναι ενήμερη ανά πάσα στιγμή για τα αμέτρητα νυχτοπερπατήματα του. Ο Ούγγρος αγαπούσε τη νύχτα, το αλκοόλ και τα πάρτι σε τέτοιο βαθμό που αρκετές φορές χρειαζόταν ειδικά μασάζ, κρύα ντουζ και καφέδες με αλάτι για να μπορέσει να συνέλθει πριν από τα παιχνίδια ή έστω να φτάσει σε μια ανεκτή κατάσταση νηφαλιότητας . Παρά τις αμέτρητες παρατηρήσεις που δεχόταν για τον τρόπο ζωής του, ο ίδιος αντιμετώπιζε το θέμα με ένα μείγμα χαλαρότητας και υπεροψίας, φτάνοντας στο σημείο να κλείνει συμφωνίες με τον προπονητή του μετά από ξενύχτια και πριν από φιλικά: «Αν σκοράρω δυο φορές, θα με αφήσεις να πάω σπίτι».

Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είχε συμβεί αν μια μέρα, μερικά χρόνια πριν από την εποχή της αποθέωσης στη Βαρκελώνη, ο Κουμπάλα δεν άλλαζε τελευταία στιγμή την απόφαση του να μπει σε ένα αεροπλάνο. Στις αρχές του 1949 ο Λάζλο Κουμπάλα εγκατέλειπε τη χώρα του στην καρότσα ενός φορτηγού, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή μακριά από την κομμουνιστική Ουγγαρία. Ο δρόμος τον έβγαλε στην Ιταλία, όπου για αρκετό καιρό έμεινε σε ένα καμπ προσφύγων. Η μικρούλα Προ Πάτρια, με έδρα τη Λομβαρδία, ήταν η μόνη που δέχτηκε να τον εντάξει στο δυναμικό της. καθώς η ΦΙΦΑ του είχε επιβάλλει τιμωρία ενός έτους μετά από καταγγελία της Ουγγρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, η οποία τον κατηγορούσε για αθέτηση του συμβολαίου που είχε με την Ουγγρική Βάσας, λιποταξία και έξοδο από τη χώρα χωρίς άδεια.

Στην πρώτη προπόνηση του με την Προ Πάτρια ο πρόεδρος της ομάδας τον προκάλεσε να κάνει 400 τσαλιμάκια, βάζοντας ως έπαθλο το ρολόι του. «Πίστευε ότι είναι αδύνατον, οπότε κι εγώ ξεκίνησα, αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί, μερικές συνεχόμενες κεφαλιές, 398, 399, 400, κανένα πρόβλημα. Για παν ενδεχόμενο στο τέλος έκανα και ένα γύρο του γηπέδου με τη μπάλα στον αέρα. Είχε μείνει έκπληκτος. Το ίδιο όμως κι εγώ. Ήταν ένα πραγματικά ωραίο ρολόι!» θυμόταν αρκετά χρόνια μετά ο Κουμπάλα.

kubala2

Η παρουσία του Ούγγρου στο ιταλικό ποδόσφαιρο δεν πέρασε απαρατήρητη και λίγους μήνες μετά αρκετές μεγάλες ομάδες ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση του. Κορυφαία όλων η Τορίνο, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε εντός συνόρων και αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή παικτών της εθνικής Ιταλίας. Οι άνθρωποι της προσέγγισαν τον Κουμπάλα και γρήγορα συμφώνησαν μαζί του. Το μόνο που έμενε ήταν να διευθετηθεί το πρόβλημα με την τιμωρία του.

Στις αρχές Μαΐου του 1949 η Μπενφίκα κάλεσε την Τορίνο στη Λισαβόνα για ένα φιλικό προς τιμήν του αρχηγού της, Φρανσίσκο Φερέιρα. Ήταν μια ιδανική ευκαιρία για τον Κουμπάλα να αγωνιστεί με τη νέα του ομάδα και να πάρει παιχνίδια στα πόδια του. Μερικές μόλις ώρες πριν την αναχώρηση όμως τα σχέδια του Ούγγρου άλλαξαν. Ο μικρός του γιος, που είχε καταφθάσει στην Ιταλία μαζί με τη μητέρα του λίγες μόλις μέρες πριν, αρρώστησε και ο Κουμπάλα δίχως να το σκεφτεί πολύ ακύρωσε τη συμμετοχή του στο φιλικό, επιλέγοντας να κάτσει μαζί του. Η Τορίνο ταξίδεψε στην Πορτογαλία χωρίς αυτόν αλλά με όλα τα υπόλοιπα αστέρια της. Εκεί ηττήθηκε με 4-3 αλλά αυτό είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο έμεινε στην ιστορία εκείνο το ταξίδι.

basilica-di-superga

Κατά την επιστροφή στην Ιταλία, στις 4 Μαΐου, το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή προσέκρουσε στο λόφο Σουπέργκα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι 31 επιβάτες του. Η Τορίνο έχασε μέσα σε μια στιγμή την καλύτερη φουρνιά παικτών της ιστορίας της και η εθνική Ιταλίας τους περισσότερους διεθνείς της. Δυο μέρες αργότερα η Ιταλική ομοσπονδία ανακήρυξε την (πρωτοπόρο σε εκείνο το σημείο, με 4 βαθμούς διαφορά από τη δεύτερη Ίντερ) Τορίνο πρωταθλήτρια, παρ’ότι υπήρχαν ακόμα 4 παιχνίδια, στα οποία οι αντίπαλοι της αγωνίστηκαν με τη δεύτερη ομάδα τους.

Ο Λάζλο Κουμπάλα δεν φόρεσε ποτέ τελικά τη φανέλα της Ιταλικής ομάδας. Η απόφαση του να μην ανέβει σε εκείνο το αεροπλάνο όχι μόνο έσωσε τη δικιά του ζωή αλλά βοήθησε σε μεγάλο βαθμό να αλλάξει και η ιστορία μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες σήμερα του πλανήτη. Το 2012, δεκατρία χρόνια μετά την ανακήρυξη του ως «ο καλύτερος παίκτης που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μπάρτσα», τρία χρόνια μετά τη μέρα που ένα άγαλμα του τοποθετήθηκε έξω από το Καμπ Νου και λίγους μήνες αφότου ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα δήλωσε στην 10η επέτειο του θανάτου του «ήταν αυτός που έκανε το Λες Κορτς τόσο μικρό για τους φιλάθλους μας», κυκλοφόρησε στην Ισπανία η βιογραφία του. Ο τίτλος της; «Ο ήρωας που άλλαξε την ιστορία της Μπαρτσελόνα».

kubala3

Το ιστορικό ντεμπούτο του Τόνυ Κότον

  [Καθόλου σχόλια]

Birmingham-City-goalkeeper-Tony-Coton-in-1984

-Με τέτοιον αέρα δεν πρέπει να σουτάρουν τόσο ψηλά. Ξέρετε ποιες ομάδες παίζουν και ποια είναι η κατάταξή τους;

-Κι εγώ ξένος είμαι. Δεν έχω ιδέα. Είμαι πλασιέ και περαστικός από εδώ.

-Οι παίκτες φωνάζουν υπερβολικά. Το καλό παιχνίδι είναι σιωπηλό.

-Δεν υπάρχει προπονητής να τους συμβουλέψει.

-Σε τόσο μικρό γήπεδο χρειάζεται ταχύτητα.

(παύση)

-Μια φορά είδα πως έσπασε το πόδι του ένας παίκτης. Το σπάσιμο ακούστηκε ως την τελευταία σειρά.

-Μια φορά έπαιξα ενάντια σε μια ομάδα όπου όλοι έπαιζαν ξυπόλητοι. Ο ήχος όταν χτυπούσαν τη μπάλα με το πόδι ήταν συγκλονιστικός. Έχετε προσπαθήσει ποτέ σε μια αναμέτρηση να μην επικεντρωθείτε στον επιθετικό αλλά στον τερματοφύλακα; Είναι δύσκολο να τραβήξεις το βλέμμα και να κοιτάξεις τον τερματοφύλακα. Πρέπει να το τραβήξεις από τη μπάλα και να κοιτάξεις τον τερματοφύλακα που τρέχει μπρος πίσω με τα χέρια στους μηρούς. Που σκύβει αριστερά, δεξιά και φωνάζει στους αμυντικούς. Συνήθως τον προσέχουμε μόνο όταν η μπάλα πλησιάσει στο τέρμα. Είναι παράξενη εικόνα ο τερματοφύλακας να τρέχει πέρα δώθε, χωρίς μπάλα αλλά με την αγωνία του σουτ.

-Δεν μπορώ να κοιτάξω πολύ ώρα. Χωρίς να το θέλω κοιτάω πάλι τον επιθετικό. Νιώθω σαν να αλληθωρίζω. Όταν δεις κάποιον να πλησιάζει μια πόρτα δεν κοιτάς το πόμολο. Πονάει το κεφάλι σου.

-Δεν μπορείς να αναπνεύσεις σωστά.

Το συνηθίζεις. Αλλά είναι γελοίο.

(παύση)

-Πέναλτι. Ο τερματοφύλακας αναρωτιέται σε ποια γωνία θα σουτάρει ο άλλος. Αν τον ξέρει από προηγούμενους αγώνες, ξέρει που θα σουτάρει. Ίσως όμως να σκέφτεται το ίδιο κι αυτός που εκτελεί το πέναλτι. Οπότε ο τερματοφύλακας υποθέτει πως θα ρίξει στην άλλη γωνία. Τι γίνεται αν ο παίκτης σκεφτεί σαν τον τερματοφύλακα και ρίξει τη μπάλα στη συνηθισμένη γωνία; Και ούτω καθ’ εξής.

(ο παίκτης εκτελεί και ο τερματοφύλακας πιάνει το πέναλτι)

_89526172_pa-546130

Ο παραπάνω σύντομος διάλογος που καταλήγει στον υπέροχο μονόλογο του ήρωα Μπλοχ (ο βασικός πρωταγωνιστής της πρώτης ταινίας του Βιμ Βέντερς «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι») θα μπορούσε να ήταν κάλλιστα ένας διάλογος στο γήπεδο Σεντ Άντριους ακριβώς με την έναρξη του αγώνα, εκείνο το μουντό απόγευμα στο Μπέρμινγχαμ αρκετά χρόνια πίσω. Ήταν 27 Δεκεμβρίου του 1980 με την Μπέρμινγχαμ του Τζιμ Σμιθ να υποδέχεται την Σάντερλαντ του Κεν Νάιτον. Ο προπονητής των «μπλε» 30 λεπτά πριν την αναμέτρηση είχε δώσει τη φανέλα με το νούμερο-1 στον νεαρό Τόνυ Κότον, λόγω ενός μυικού τραυματισμού του βασικού τερματοφύλακα Τζεφ Γουίλαντς, και κάπως έτσι ο 19χρόνος (δηλωμένος οπαδός της ομάδας) έκανε το επίσημο ντεμπούτο του (και όνειρό του) αγωνιζόμενος μπροστά στο πέταλο των φανατικών. Σε ένα πέταλο που μέχρι πριν λίγο καιρό πήγαινε κι αυτός για να ξελαρυγγιαστεί για την ομάδα της καρδιάς του. Με την έναρξη της αναμέτρησης το όνειρο για τον νεαρό θα μπορούσε βέβαια να είχε εξελιχθεί σε εφιάλτη, μιας και μερικά δευτερόλεπτα μετά τη σέντρα είδε τον βασικό αμυντικό χαφ της ομάδας του Τζόε Γκάλαχερ να κάνει πέναλτι. Στην κερκίδα επικράτησε αμέσως η τυπική βρετανική -άκρως ποδοσφαιρική πάντα- γκρίνια.

O Τζον Χόλεϊ (γυρολόγος επιθετικός στο Νησί και τότε παίκτης της Σάντερλαντ) έστησε την μπάλα στα 11 βήματα και σούταρε δυνατά. Ο Τόνυ Κότον μάντεψε σωστά και έπιασε το πέναλτι με τους φανατικούς στο πέταλο να ξεσπούν σε τρελούς πανηγυρισμούς. Ο νεαρός έγινε -σε ένα απόγευμα- ο νέος ήρωας της ομάδας και πάνω σε αυτό το πέναλτι (και το ταλέντο που σίγουρα διέθετε) έχτισε μια αξιοσέβαστη καριέρα για σχεδόν 20 χρόνια. Ήταν το 54ο δευτερόλεπτο της αναμέτρησης και φυσικά αποτελεί ρεκόρ ως «η πιο γρήγορη απόκρουση πέναλτι σε ντεμπούτο τερματοφύλακα» κάτι που μόνο οι θεούληδες Άγγλοι θα είχαν κρατήσει ως στατιστικό. Το τελικό 3-2 χάρισε στη Μπέρμινγχαμ ένα σπουδαίο «τρίποντο» και έδωσε φυσικά στον νεαρό τερματοφύλακα το δικαίωμα να γίνει ο νέος «βασιλιάς» της πόλης του. Καθόλου άσχημα για ένα 19χρόνο παιδί στα δύσκολα χρόνια των αρχών της δεκαετίας του ’80. Ο Κότον χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του για το επιτυχημένο του ντεμπούτο θα σταθεί στο «μέγεθος» του γηπέδου και το πόσο μικρό ήταν στα μάτια του έχοντας τους φανατικούς στην πλάτη του. «Τα πάντα ήταν τόσο μικρά που δεν ήταν δυνατό να νικηθώ από τη θέση του πέναλτι» θα πει ο ίδιος και θα δώσει μια νέα διάσταση στο πως βλέπει κάποιος τα πάντα εντός του γηπέδου, ιδίως με την «τρέλα» και το άγχος ενός ψαρωμένου πιτσιρικά που ζει -εντελώς ξαφνικά- το όνειρό του.

1988: Watford goalkeeper Tony Coton indicates to team mates during a Barclays League Division One match against Chelsea at Stamford Bridge in London. The match ended in a 2-2 draw. Mandatory Credit: David Cannon/Allsport

Τη σεζόν 1983-1984 η Μπέρμινγχαμ θα υποβιβαστεί στην δεύτερη κατηγορία, η Γουότφορντ θα βγάλει από τα ταμεία της το ποσό των 300.000 λιρών και θα κάνει δικό της τον ελπιδοφόρο τερματοφύλακα. Ο Κότον θα γίνει το νούμερο-1 της ομάδας για 6 σεζόν και θα φτάσει να προταθεί για το Hall of Fame της Γουότφορντ ως ο δεύτερος παίκτης πίσω από τον βασικό επιθετικό εκείνης της περιόδου Λούθερ Μπλίσετ. Ακολούθησε το επιτυχημένο πέρασμα από τη Μάντσεστερ Σίτι για 6 σεζόν, η μεταγραφή στη Γιουνάιτεντ και το άδοξο φινάλε στη Σάντερλαντ πριν ακριβώς 20 χρόνια. Φυσικά και όλοι οι φίλοι του Αγγλικού ποδοσφαίρου θα τον θυμόμαστε για το πέναλτι κόντρα στη Σάντερλαντ και φυσικά για εκείνη την εξωπραγματική εμφάνιση που είχε πραγματοποιήσει στο Άνφιλντ κόντρα φυσικά στη Λίβερπουλ για τον 6ο γύρο του Κυπέλλου. Ήταν 11 Μαρτίου του 1986 με τη Γουότφορντ να φεύγει με ένα άκρως τιμητικό 0-0 από το Άνφιλντ (ηττήθηκε με 1-2 στη ρεβάνς) και τον Κότον να χειροκροτείται από ολόκληρο το γήπεδο ακριβώς με τη λήξη του αγώνα. Ο ίδιος θεωρεί ακόμα και σήμερα εκείνη την αναμέτρηση ως την κορυφαία της πλούσιας καριέρας του.

Ντέιβιντ Μπέντλεϊ: Η καριέρα που δεν έγινε

  [2 Σχόλια]

_66039317_bentley2_pa

H φράση «Ονειρικό ντεμπούτο» είναι αρκετά κλισέ. Αν όμως η εν λόγω φράση πρέπει να βρει και να ταιριάξει -απόλυτα- με μια ποδοσφαιρική στιγμή, αυτή δεν είναι άλλη από το ντεμπούτο του Ντέιβιντ Μπέντλεϊ με τη φανέλα της Μπλάκμπερν το 2006. Και όχι κόντρα σε κάποια τυχαία ομάδα αλλά κόντρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Σε μια περίοδο που ήταν -ακόμα- ο φόβος και ο τρόμος στο Νησί αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Άγγλος μεσοεπιθετικός ανήκε στην Άρσεναλ και είχε δοθεί δανεικός στην ομάδα του Ίγουντ Παρκ λίγο μετά την έναρξη της σεζόν 2005-2006. Οι καλές του εμφανίσεις  -και το γεγονός πως ο Αλσατός έψαχνε να τον πουλήσει- έκαναν τον Μαρκ Χιούζ να βγάλει από τα ταμεία της ομάδας δύο εκατομμύρια λίρες και να κάνει δικό του τον Άγγλο, γεμίζοντας χαρά τους φίλους της ομάδας. Οι υπογραφές έπεσαν ακριβώς 24 ώρες πριν το παιχνίδι κόντρα στη Γιουνάιτεντ, εκεί δηλαδή που ο παίκτης θα έπαιζε για πρώτη φορά ως κανονικός παίκτης των «ρόδων» και όχι ως δανεικός.

Την 1η Φεβρουαρίου του 2006 η Μπλάκμπερν κέρδισε την Γιουνάιτεντ με 4-3 με τον Μπέντλεϊ να σκοράρει χατ-τρικ (το πρώτο και τελευταίο της καριέρας του) και να τρελαίνει ολόκληρη την Αγγλία (και όχι μόνο). Αυτά τα τρία γκολ  ήταν και τα μοναδικά του εκείνη τη σεζόν για το πρωτάθλημα, με τους φίλους της ομάδας να βλέπουν στο πρόσωπό του τον νέο τους ηγέτη. Την ίδια περίοδο οι Άγγλοι δημοσιογράφοι είχαν αρχίσει τις συγκρίσεις με έναν άλλο Ντέιβιντ, τον Μπέκαμ, και η αθλητική εταιρεία Puma υπέγραφε μαζί του ένα παχυλό συμβόλαιο. Ο Μπέντλεϊ ήταν στα 22 του χρόνια και ολόκληρος ο κόσμος ήταν ολότελα δικός του. Από την άλλη, το Αγγλικό ποδόσφαιρο έψαχνε ένα νέο (όμορφο και ταλαντούχο) παίκτη για να ασχοληθεί και κάπου εδώ αρχίζει η ωραία ιστορία μας.

Δεν ξέρω πόσοι θυμάστε τον παίκτη να αγωνίζεται. Γι’ αυτούς που δεν τον θυμούνται απλά να πω πως ο Μπέντλεϊ είχε πολλά από τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά του Μπέκαμ. Δεν ήταν ο τυπικός Βρετανός εξτρέμ (που τρέχει πάνω-κάτω ακατάπαυστα) αλλά έπαιζε άψογα τη θέση. Μπορούσε να παίξει επίσης ως κεντρικός μέσος (έχοντας περισσότερο δημιουργικό ρόλο), όπως και ως δεύτερος επιθετικός (ο Μπέκαμ δεν το έκανε αυτό) χωρίς όμως να έχει στο ρεπερτόριό του το εύκολο γκολ. Είχε εξαιρετική τεχνική και ένα δεξί πόδι που ήταν ικανό να «σβήσει πολλές μπάλες σε πλάτες αμυντικών» αλλά και να στείλει τη μπάλα στο παραθυράκι βρεγμένων και παγωμένων Αγγλικών δοκών. Επίσης, τον λάτρευαν οι δημοσιογράφοι, ο γυναικείος πληθυσμός και φυσικά ο προπονητής της εθνικής Αγγλίας εκείνης της περιόδου. Αναφέρομαι στον Στηβ ΜακΛάρεν, όπως πολύ καλά θα καταλάβατε οι φίλοι των «Τριών Λιονταριών». Οι  τρεις σεζόν του παίκτη στο Ίγουντ Παρκ ήταν πολύ καλές, η Μπλάκμπερν εκείνα τα χρόνια δεν είχε το χάλι των ημερών μας και οι μεγαλύτερες ομάδες είχαν αρχίσει να γλυκοκοιτάζουν τον παίκτη. Ο Ντέιβιντ Μπέντλεϊ ήταν ένα βήμα πριν να πιάσει την ποδοσφαιρική ελίτ και να ζήσει αυτό που κάθε παιδάκι ονειρεύεται να ζήσει με το που κλωτσάει μια μπάλα. Δόξα, χρήμα και τίτλους.

image-14-for-people-8th-july-gallery-327921651

Την ίδια περίοδο ο Μπέντλεϊ έγινε και διεθνής και όλοι -μα όλοι- μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για το νέο μεγάλο αστέρι του Αγγλικού ποδοσφαίρου σε μια περίοδο που άρχιζε να αχνοφαίνεται η λάμψη του Γουόλκοτ, ο Ουαλός Γκάρι Σπιντ έφτανε τις 500 συμμετοχές στην Πρέμιερ Λιγκ (ο πρώτος που πετύχαινε κάτι τέτοιο), εμείς τσακωνόμασταν ποιος είναι καλύτερος «ο Τζέραρντ ή ο Λάμπαρντ» και ο Ζοσέ ο Μουρίνιο ήταν όντως ο Special One. Συγκινήθηκα, το παραδέχομαι. Πάμε παρακάτω όμως γιατί κάπου εδώ πρέπει να βάλω στην εξίσωση και την Τότεναμ για να ολοκληρωθεί η ιστορία. Προπονητής των «σπιρουνιών» ήταν ο Χάρι ο Ρέντκναπ και στο ρόστερ υπήρχε ένας εξαιρετικός νεαρός Ουαλός αριστερός μπακ, ένας Μαροκινός μάγος, μερικοί σούπερ ταλαντούχοι Άγγλοι παίκτες (οι μισοί εννοείται δεν έκαναν σπουδαία καριέρα) και ο Πασκάλ ο Τσιμποντά εκ Σάντερλαντ ορμώμενος και πολλά υποσχόμενος. Τι χρειαζόταν η ομάδα για να απογειωθεί; Μα φυσικά τον νέο Μπέκαμ. Πόσα χρήματα έφτασε εκείνη η μεταγραφή; Γύρω στις 21 εκατομμύρια λίρες («καθαρά πράγματα» που θα λέγε και ο Χάρι). Καλοκαίρι του 2008 -εν μέσω διακοπών σε μακρινό νησί- θυμάμαι τον Ρέντκναπ να του δίνει τη φανέλα με το νούμερο 5. «Αυτό το νούμερο φορούσε και ο Ζιντάν στη Ρεάλ» πρόλαβαν να ξεστομίσουν αρκετοί φίλοι της ομάδας και κάπου εκεί -ουσιαστικά- τελείωσε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα πριν καν αρχίσει. Αστειεύομαι αν και δεν θα έπρεπε.

Ο Μπέντλεϊ δεν έκανε ποτέ τις σπουδαίες εμφανίσεις με τη φανέλα της Τότεναμ πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Δεν έγινε ποτέ σταθερό και βασικό μέλος της εθνικής και μάλιστα δεν κλήθηκε ποτέ ξανά μετά το 2008 (στα 24 του χρόνια). Μοιραία ξεκίνησαν και οι δανεισμοί. Όσο πιο μικρό όνομα είχε η ομάδα τόσο χειρότερη γινόταν και η απόδοση του παίκτη. Μπέρμινγχαμ, Γουέστ Χαμ ακόμα και στη Ρωσική Χάνσα το 2012, μπας και μπορέσει να ξαναβρεί την χαμένη του φόρμα. Αυτό ήταν πλέον ξεκάθαρο. Όλοι έβλεπαν ένα μέτριο, ένα κακό ποδοσφαιριστή. Αυτό όμως που δεν μπορούσε να δει κανείς ήταν το γεγονός πως ο παίκτης δεν είχε χάσει μόνο τη φόρμα του αλλά και την όρεξη για ποδόσφαιρο (όπως ο ίδιος παραδέχθηκε λίγο αργότερα-τον βασικό λόγο θα τον διαβάσετε παρακάτω). Το ποδόσφαιρο είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα για τον παίκτη και αναπόφευκτα ήρθε και η απόσυρση από αυτό το 2013. Στα 29 του χρόνια. Πλέον στα 32 του απέχει εντελώς από το ποδόσφαιρο, και την Αγγλική ποδοσφαιρική πραγματικότητα, έχοντας μετακομίσει με την οικογένειά του στην Ισπανία.

Το παλικάρι που είχε ονομαστεί «Νέος Μπέκαμ» – και που κάποτε ο Βενγκέρ του έδωσε επαγγελματικό συμβόλαιο στα 16, έχοντας στα 18 του στο σπίτι του το περιβραχιόνιο των μικρών εθνικών ομάδων – δεν έκανε ποτέ την καριέρα που του αναλογούσε βάσει ταλέντου. Ακόμα ένας παίκτης που δεν μπόρεσε να σηκώσει το βάρος και την πίεση των Βρετανικών μίντια και των χρημάτων που δαπανήθηκαν για πάρτη του. Ακόμα ένας παίκτης που δεν άντεξε στην «τρέλα» και τους ρυθμούς της εποχής. Ακόμα ένας σούπερ ταλαντούχος ποδοσφαιριστής που το σύγχρονο ποδόσφαιρο αποβάλλει άθελά του. Από αυτούς που βλέπουν να τους παίρνει τη θέση κάποιος που δεν έχει ούτε το 1/5 του ταλέντου τους επειδή τρέχει σαν μηχανή για όσο διαρκεί μια αναμέτρηση. Ο Ντέιβιντ Μπέντλεϊ είναι από τους λίγους (ίσως και ο μοναδικός) που δεν συνέχισε σε αυτό το ποδόσφαιρο. Δεν συνέχισε γιατί σε αυτό δεν μπορούσε να βρει πράγματα να τον γεμίζουν και να τον κάνουν να ευχαριστιέται το παιχνίδι. Θα μπορούσε να συνεχίσει και να βγάζει αρκετά χρήματα μέχρι σήμερα και για αρκετά χρόνια ακόμα και δεν το έκανε. Το παραδέχτηκε και έφυγε με ψηλά το κεφάλι και αυτό είναι από μόνο του κάτι το μοναδικό και το πραγματικά υπέροχο.

Ο Ιρλανδός που έσωσε την Μπαρτσελόνα

  [5 Σχόλια]

1458224832_118107_1458229442_album_grande

Μπλέχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα, έσωσε την Μπαρτσελόνα από τον αφανισμό, οδήγησε την Μπέτις στην κατάκτηση του μοναδικού της πρωταθλήματος, χάρισε στην πατρίδα του τον πρώτο της τίτλο.

Τον έλεγαν και Πάτρικ και Ο΄Κόνελ, πατρίδα του δεν μπορεί παρά να ήταν η Ιρλανδία. Μια Ιρλανδία πάμφτωχη, καθολική, με άσβεστο μίσος για τον Άγγλο δυνάστη. Έτσι, όταν το 1909, ο 22χρονος «Πάντι» άφησε τη Σέλτικ Μπέλφαστ για τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ και τις πέντε λίρες μηνιάτικο που του έταξαν, έγραψε στους γονείς του για να τους ζητήσει συγγνώμη: «Δεν είμαι προδότης. Αγόρασαν τον ποδοσφαιριστή, όχι τις πεποιθήσεις μου. Τους μισώ αλλά λατρεύω τα λεφτά τους».

Το 1914, κι ενώ κορυφώνονται οι αψιμαχίες γύρω από τη νομοθετική πράξη για τη μερική αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας, η ποδοσφαιρική της ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά τον τίτλο στο British Home Championship, το πρωτάθλημα των εθνοτήτων που συγκροτούσαν το Ηνωμένο Βασίλειο. Με σημερινούς όρους, κάτι σαν παγκόσμιο πρωτάθλημα, δηλαδή. Οι Ιρλανδοί παίζουν το τελευταίο τους ματς με τη Σκοτία στο Μπέλφαστ και δεν πρέπει να χάσουν. Παίζουν χωρίς τον καλύτερό τους παίκτη, ο τερματοφύλακάς τους σπάει την κλείδα του και μένουν με δέκα –μην πούμε με εννιά και κάτι, καθώς κι ο αρχηγός Ο΄Κόνελ σπάει το χέρι του αλλά αρνείται να βγει. Στο 70΄ η Σκοτία ανοίγει το σκορ, η υπόθεση μοιάζει χαμένη μέχρι που ο πονεμένος κι ηρωικός Πάντι δίνει την ασίστ και ο συμπαίκτης του Σαμ Γιανγκ ισοφαρίζει. Οι Ιρλανδοί στέφονται πρωταθλητές αφήνοντας πίσω τους Άγγλους, τους οποίους είχαν ήδη διαλύσει 3-0 στο Μίντλεσμπρο.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα δώσει χίλιες λίρες για να τον αποκτήσει. Γρήγορα θα γίνει ο πρώτος Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας, η οποία, βέβαια, δεν έχει ακόμη την αίγλη που γνωρίζουμε –για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε. Τόσο, που όταν το 1915 η Γιουνάιτεντ κινδυνεύει με υποβιβασμό και παίζει με τη Λίβερπουλ, παίκτες των δυο ομάδων, μαζί με έναν ξέμπαρκο της Σίτι, στήνουν το αγώνα σε μια παμπ. Το 2-0 δίνει 7 προς 1 στους μπουκμέικερς: να μια ευκαιρία να βγει χαρτζιλίκι σε εποχές πολύ δύσκολες. Έχει αρχίσει ο πόλεμος, το πρωτάθλημα θα διακοπεί, οι περισσότεροι παίκτες θα φύγουν στο μέτωπο, μερικοί ίσως δεν ξαναπαίξουν ποτέ ούτε ποδόσφαιρο, ούτε στοίχημα.

PatrickOConnellManUtd1914

Η Λίβερπουλ τρώει ωραιότατα τα δυο γκολ αλλά το στήσιμο είναι τόσο φανερό που οι φίλαθλοι γιουχάρουν και οι παίκτες που δεν είναι στο κόλπο πλακώνονται με αυτούς που είναι. Σε κάποια φάση η Γιουνάιτεντ κερδίζει πέναλτι, και παραδόξως, καθώς δεν το συνηθίζει, αναλαμβάνει να το χτυπήσει ο Πάντι: στέλνει την μπάλα επιδεικτικά κόρνερ. Μετά το ματς θα αποκαλύψει το στήσιμο και θα κατονομάσει οχτώ ενόχους. Ένας από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές, δεν θα πάψει να λέει ότι είναι αθώος κι ότι υπήρξε θύμα της εκδίκησης του Ιρλανδού, ένας άλλος θα σκοτωθεί στον πόλεμο, όλοι θα τιμωρηθούν με ισόβιο αποκλεισμό.

Μετά τον πόλεμο, ο Ο΄Κόνελ κι η βαριά φήμη που πια τον συνοδεύει περιπλανιούνται σε διάφορες ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1922, κι ενώ στην Ιρλανδία ξεσπάει εμφύλιος, ο Πάντι εξαφανίζεται, αφήνοντας τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Σε λίγους μήνες, η ανήσυχη οικογένεια αρχίζει να παίρνει με το ταχυδρομείο μυστηριώδεις φακέλους με ισπανικές πεσέτες. Ο γιος του, Ντάνιελ, θα ξαναβρεί τα ίχνη του το 1955, ρωτώντας παίκτες της Εθνικής Ισπανίας που είχαν έρθει στο Δουβλίνο για φιλικό αν έχουν ακουστά έναν Ο΄Κόνελ –είχαν.

02941ea2-2f86-4c55-88c5-ca23d5f94781-bestSizeAvailable

Η δεύτερη ζωή του Πάντι αρχίζει, λοιπόν, στην Ισπανία, στη Ρασίγκ Σανταντέρ και κατόπιν στην Οβιέδο. Γίνεται προπονητής και μάλιστα πολύ καλός. Οι μέθοδοί του θεωρούνται επαναστατικές –δίδαξε, λέγεται, στους Ισπανούς το τεχνητό οφσάιντ σύμφωνα με τους τότε νέους κανονισμούς. Το 1931 κατεβαίνει στην Ανδαλουσία κι αναλαμβάνει την Μπέτις, την δεύτερη και περιφρονημένη ομάδα της Σεβίλλης. Ο Πάντι, που έχει γίνει πια «Δον Πατρίθιο», συναντά ξανά και τον έρωτα, στο πρόσωπο μιας Ιρλανδής, την οποία και παντρεύεται –το ότι ήταν ήδη παντρεμένος είναι λεπτομέρεια– αγαπιέται με πάθος από τους οπαδούς και τους παίκτες της Μπέτις κι αλλάζει την ιστορία της. Την επόμενη χρονιά την ανεβάζει στην πρώτη κατηγορία και το 1935, πράγμα ανήκουστο, την οδηγεί στο πρώτο και μοναδικό της πρωτάθλημα μπροστά από τη Ρεάλ Μαδρίτης –που τότε λέγεται απλώς Μαδρίτη, καθώς από το 1931 η χώρα είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Όπλα της Μπέτις του Ο΄Κόνελ η σφιχτή άμυνα κι η ομαδικότητα. Στο τελευταίο ματς θέλει νίκη. Αντίπαλος η παλιά αγαπημένη Ρασίγκ Σανταντέρ. Ο θρύλος λέει ότι ο Δον Πατρίθιο συνάντησε τους παλιούς του παίκτες και τους είπε, εν ολίγοις, ότι δεν υπάρχει λόγος να παίξουν με πολύ πάθος. Οι της Ρασίγκ απάντησαν πως, ίσα ίσα, ο πρόεδρός τους τούς είχε τάξει πριμ νίκης χίλιες πεσέτες στον καθένα, καθώς ήταν οπαδός της Μαδρίτης. Όπως και να έχει, οι Σεβιλλιάνοι κερδίζουν 5-0.

Κάπου εδώ αρχίζει η επόμενη ζωή του Ιρλανδού. Αναλαμβάνει την Μπαρτσελόνα, την οποία οδηγεί το 1936 στον τελικό του Κυπέλλου. O περιπλανώμενος Ιρλανδός συναντά έναν ακόμη πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1936 ξεσπάει ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα και βουλευτής Τζουζέπ Σουνιόλ δολοφονείται από τους ανθρώπους του Φράνκο. Ο Δον Πατρίθιο βρίσκεται στην Ιρλανδία, αλλά δεν διστάζει να γυρίσει πίσω στην ταραγμένη Βαρκελώνη. Την επόμενη σεζόν η Μπαρτσελόνα κερδίζει τη Μεσογειακή Λίγκα, το πρωτάθλημα που οργάνωσαν οι ομάδες της ελεύθερης ζώνης –οι Καταλανοί ζητούν ακόμη την αναγνώριση του τίτλου από την ισπανική ομοσπονδία. Αντιμετωπίζει όμως ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα. Τον Απρίλιο του 1937, καταφτάνει μια πρόταση από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Ένας παλιός μπασκετμπολίστας της ομάδας, επιχειρηματίας πλέον στο Μεξικό, καλεί την Μπαρτσελόνα για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Ο΄Κόνελ δέχεται αμέσως. Σε αυτό το ταξίδι βλέπει, όπως κι οι περισσότεροι παίκτες, μια λύση για τη σωτηρία της ομάδας αλλά και για τη δική τους επιβίωση. Αυτός είχε την ιδέα τα λεφτά της αμοιβής (15.000 δολλάρια) να κατατεθούν σε γαλλική τράπεζα ώστε να μην πέσουν ποτέ στα χέρια των ισπανικών αρχών. Κατάφερε να βγάλει από την κόλαση του εμφυλίου ακόμη και τον κηπουρό του γηπέδου, ο οποίος συνόδεψε την ομάδα ως μασέρ –«δεν είναι τίποτα δύσκολο, θα σου δείξω εγώ τι θα κάνεις».

Η τουρνέ στο Μεξικό λίγη σημασία έχει. Μια τοπική εφημερίδα έγραψε: «Ίσως η Μπαρτσελόνα να μην είναι η καλύτερη ισπανική ομάδα, από όσες όμως ομάδες ήρθαν στο Μεξικό είναι εκείνη που κέρδισε τους περισσότερους φίλους. Δεν παίζει μόνο ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά έχει και παίκτες που συμπεριφέρονται σαν σωστοί τζέντλεμεν». Μετά το Μεξικό οι Καταλανοί τζέντλεμεν πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος της τουρνέ, η οποία διήρκεσε όχι τρεις εβδομάδες όπως ήταν προγραμματισμένο αλλά τρεις μήνες, ελάχιστοι θα γυρίσουν πίσω. Οι περισσότεροι θα μείνουν στο Μεξικό, άλλοι θα πάνε στη Γαλλία. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε σωθεί και ο προπονητής της θα μείνει στη μνήμη των φίλων της ως ο άνθρωπος που την έσωσε.

Ο Ο΄Κόνελ θα γυρίσει στην πατρίδα του. Μεταπολεμικά θα ξαναδουλέψει προπονητής στην Ισπανία χωρίς ποτέ να γνωρίσει τις επιτυχίες του παρελθόντος. Θα πεθάνει το 1959 στο Λονδίνο και θα θαφτεί ανώνυμος στο καθολικό κοιμητήριο του Κένσαλ Γκριν. Το 2015 η οικογένειά του οργάνωσε μια εκστρατεία ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την κατασκευή τάφου με το όνομά του. Ανάμεσα σε αυτούς που βοήθησαν βρίσκουμε τον Γιόχαν Κρόιφ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Πάολο Μαλντίνι, τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ, τον Κένι Νταλγκλίς, τον Λούις Φίγκο. Πορτρέτο του βρίσκεται στο Μουσείο της Μπαρτσελόνα και ένα μεγάλο γκράφιτι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Όπως γράφει πλέον στον τάφο του: «Τον θυμούνται πολλοί στην Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ισπανία». Και αλλού.

Patrick-OConnell-Mural-1_-Lewis

Ο Ντάνιελ Ο΄Κόνελ κατάφερε τελικά να συναντήσει τον εξαφανισμένο πατέρα του. Λέγεται η μόνη ερώτηση που του έκανε εκείνος ήταν: «Ντάνιελ, πες μου κάτι. Η Μάντσεστερ τι έκανε;». Ποιος ξέρει, ίσως να το είχε παίξει στο στοίχημα.

Το τελευταίο γκολ του Ινζάγκι

  [2 Σχόλια]

13 Μαΐου 2012, η Μίλαν υποδέχεται στο Σαν Σίρο τη Νοβάρα στα πλαίσια της τελευταίας αγωνιστικής του Καμπιονάτο. Στο 82ο λεπτό του αγώνα και με το σκορ στο 1-1 ο Κλάρενς Ζέεντορφ βγάζει μια τρομερή μπαλιά στην πλάτη της άμυνας των φιλοξενούμενων. Ο Φίλιπο Ινζάγκι, που έχει μπει ως αλλαγή 15 λεπτά πριν, ξεκινάει τη μικρή κούρσα του σχεδόν από την ίδια ευθεία με τον τελευταίο αμυντικό, κάτι που μας παρακινεί να θυμηθούμε την αξέχαστη ατάκα του Άλεξ Φέργκιουσον, «αυτός ο τύπος πρέπει να γεννήθηκε οφσάιντ», στην οποία ο Ιταλός είχε απαντήσει κατάλληλα, λίγα χρόνια αργότερα: «Το σχόλιο του Φέργκιουσον είναι το πιο άδικο απ’όλα όσα έχω δεχτεί. Αν έχω μόνο μια αρετή, αυτή είναι η ικανότητα μου να σπάω την παγίδα του οφσάιντ».

Παρά το γεγονός ότι είναι 39 χρονών ο ‘Πίπο’ θα κοντρολάρει τη μπάλα υπέροχα με το στήθος και από αρκετά πλάγια θέση θα τη στείλει με ωραίο σουτ στα δίχτυα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φάσης δεν θα κοιτάξει καθόλου προς την εστία. Δεν χρειάζεται να κοιτάξει. Ξέρει.

pipo2

(Ο Ινζάγκι ξέρει ανά πάσα στιγμή που ακριβώς βρίσκεται το τέρμα αλλά και που είναι ο ίδιος σε σχέση μ’αυτό. Το ξέρει γιατί έχει ζήσει μια ολόκληρη ζωή μέσα στη μεγάλη περιοχή. Την ξέρει όπως ακριβώς γνωρίζεις εσύ το σαλόνι σου. Εκεί μέσα βρίσκεται το βασίλειο του. Δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα γρήγορος, δεν ήταν τεχνίτης, δεν ήταν ανίκητος στον αέρα, δεν είχε ούτε το μισό ταλέντο των περισσότερων μεγάλων παικτών της εποχής του, δεν είχε τρομερό εκτόπισμα με το σώμα του, δεν είχε την κάθετη μπαλιά, δεν είχε μακρινό σουτ, δεν έκανε ραμπόνες, τακουνάκια και άλλα μαγικά με τη μπάλα. Άλλα έβαζε γκολ. Κι αυτό, φυσικά, αρκούσε.

Ο Φίλιπο Ινζάγκι είχε την αίσθηση του γκολ, ένα χαρακτηριστικό που δεν μπορείς να μετρήσεις και να συγκρίνεις αλλά ξέρεις καλά ότι υπάρχει εκεί έξω, κυκλοφορεί μέσα στα σκαριά διαφόρων επιθετικών. Όποιος τον έχει δει να παίζει και έχει εστιάσει έστω και λίγο στο παιχνίδι του ξέρει ότι αν πετούσες μια μπάλα σε μια μεγάλη περιοχή γεμάτη λάσπη, στην οποία βρίσκονται παρατεταγμένοι οι καλύτεροι αμυντικοί του κόσμου, ο Ινζάγκι θα έβρισκε τρόπο να σκοράρει. Με το καλάμι, με τη φτέρνα, με τον κώλο, με το γόνατο. Δεν έχει σημασία πως. Σημασία έχει μόνο η κατάληξη.

Ο ‘Πίπο’ υπήρξε ο πιο προικισμένος άμπαλος που έχει δει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια. «Την πρώτη φορά που κλήθηκε στην εθνική είχαμε μείνει όλοι εμβρόντητοι στην προπόνηση. Η τεχνική του ήταν από τις χειρότερες που είχαμε δει σε τέτοιο επίπεδο. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, δεν σταματούσε να σκοράρει» είχε εξομολογηθεί ένας διεθνής Ιταλός στον απεσταλμένο του FourFourTwo, Τζέιμς Ρίτσαρντσον ενώ ο Γιόχαν Κρόιφ είχε σχολιάσει κάποτε: «Κοιτάξτε, το θέμα με τον Ινζάγκι είναι ότι δεν μπορεί στην πραγματικότητα να παίξει ποδόσφαιρο. Είναι απλά πάντα στη σωστή θέση».

Ένας κανονικός άνθρωπος που ξεκίνησε λίγο πιο πίσω από την κλασική αφετηρία που ξεκινάνε οι υπόλοιποι ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και παρ’ όλα αυτά κατάφερε με αρκετή δουλειά και ατέλειωτη μελέτη, αγάπη και προσήλωση σ’αυτό που κάνει, να ξεπεράσει στην πορεία τους περισσότερους απ’αυτούς και να παραμείνει χρήσιμος και ουσιαστικός μέχρι τα βαθιά ποδοσφαιρικά του γεράματα.)

pipo

Πριν καν προλάβει η μπάλα να ακουμπήσει το δίχτυ της εστίας ο Ινζάγκι βρίσκεται ήδη αλλού. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το παιχνίδι είναι αδιάφορο, η Μίλαν ό,τι κι αν γίνει είναι σίγουρα 2η ενώ η Νοβάρα έχει ήδη υποβιβαστεί. Ο ίδιος ο σκόρερ είναι πλέον 39 χρονών, ώριμος, χαλαρός, κατασταλαγμένος, κανονικός ‘παππούς’ στην ποδοσφαιρική ηλικιακή κλίμακα. Αλλά ο Ινζάγκι δεν δίνει δεκάρα γι’αυτές τις τυπικές λεπτομέρειες. Μέχρι να επιστρέψει σ’αυτόν το πλάνο βρίσκεται ήδη εκτός γηπέδου, χοροπηδάει σαν τρελός, αγκαλιάζει αγνώστους και πανηγυρίζει σαν μικρό παιδί που μόλις έχει βάλει το πρώτο γκολ της καριέρας του. Τα δευτερόλεπτα που δεν τον είδαμε στο βίντεο όλοι ξέρουμε πως έτρεχε προς την κερκίδα με τα χέρια να κουνιούνται ακατάσχετα προς όλες τις κατευθύνσεις και με το στόμα μόνιμα ανοιχτό να εκσφενδονίζει ασταμάτητα κραυγές χαράς. Ο Ινζάγκι βιώνει μια κατάσταση οργασμού σε δημόσια θέα. Και όχι, η εξαλλοσύνη αυτή δεν οφείλεται στο γεγονός ότι ξέρει πως αυτό είναι το τελευταίο του παιχνίδι άρα αυτό είναι και το τελευταίο του γκολ.

(Ο Φίλιπο Ινζάγκι πανηγύριζε κάθε γκολ σαν να ήταν το πρώτο και τελευταίο του. Ανεξαρτήτως αντιπάλου, διοργάνωσης, σημασίας ή δυσκολίας. Αρκετά χρόνια πριν, σε ένα εκτός έδρας ματς με τη Μπάγερν για τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ ο Ζέεντορφ – πάλι – έπαιξε ένα εξαιρετικό ένα-δυο μέσα στη μεγάλη περιοχή και όταν βρέθηκε απέναντι στον Καν από θέση πλάγια αριστερά έδωσε έτοιμο γκολ στον ‘Πίπο’, που βρισκόταν στα τρία μέτρα από την ανυπεράσπιστη εστία και το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να βάλει το ποδάρι του. Αν κάποιος έβλεπε μόνο τον πανηγυρισμό που ακολούθησε θα πίστευε ότι ο σκόρερ είχε μόλις πετύχει γκολ που μπορεί να συγκριθεί με εκείνο του Μαραντόνα το 1986.

Σε μια εποχή όμως που η μόδα επιτάσσει να κάνεις καρδούλες ή να αντιγράφεις μια ακατανόητη και άνευ νοήματος φιγούρα κάποιων χιπχοπάδων, που κυκλοφορεί με το κωμικό όνομα «νταμπ», οι έξαλλοι πανηγυρισμοί του Ινζάγκι, που έβγαζαν προς τα έξω ένα γαμηστερό μείγμα καύλας και ευτυχίας, φαίνονται τόσο ωραίοι και αυθεντικοί. Ο αλλόφρων ‘Πίπο’ έδινε, συνειδητά ή όχι, σε κάθε γκολ του την αξία που του αναλογούσε, υπενθυμίζοντας σε όλους πως εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή, σε εκείνο το συγκεκριμένο μέρος, το γκολ είναι το πιο ωραίο και σημαντικό πράγμα στον κόσμο, «μια μυστικιστική εμπειρία» όπως την έχει χαρακτηρίσει ο ίδιος.)

Στα οχτώ λεπτά που απομένουν δεν αλλάζει τίποτα κι έτσι η Μίλαν κλείνει τη χρονιά με νίκη. Ο Φίλιπο Ινζάγκι αποχαιρέτησε εκείνη τη μέρα το ποδόσφαιρο έχοντας πετύχει 313 γκολ και είμαστε όλοι σίγουροι πως και τα 313 τα χάρηκε και τα πανηγύρισε με την ψυχή του.

pipo3

Στηβ Μπλούμερ: To Καμάρι της Ντέρμπι

  [3 Σχόλια]

523976-large

Αν βρεθεί κάποιος στο Πράιντ Παρκ, έδρα της Ντέρμπι Κάουντι, θα ζήσει σίγουρα δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η αύρα του τεράστιου Μπράιαν Κλάφ -μια αύρα που οδήγησε την ομάδα στα δύο μοναδικά της πρωταθλήματα στη δεκαετία του ’70- και το δεύτερο η συγκίνηση (ή η πώρωση) με το τραγούδι «Steve Bloomer’s Watching» για τον σπουδαίο επιθετικό της ομάδας των πρώτων ετών του 20ου αιώνα. Έναν εκ των σπουδαιότερων επιθετικών που έχει βγάλει το Αγγλικό ποδόσφαιρο και που η ζωή τον συνδέει με τον Κλαφ για δύο πράγματα. Τη Ντέρμπι και τη Μίντλεσμπρο. Ο Μπλούμερ φόρεσε τη φανέλα των δύο ομάδων και ο «Κλάφι» τη φανέλα της δεύτερης (ως παίκτης) και φυσικά κάθισε με -τεράστια- επιτυχία στον πάγκο της πρώτης. Φυσικά και οι δύο λατρεύτηκαν, λατρεύονται και θα λατρεύονται για πάντα στο γήπεδο της ιστορικής ομάδας (στα χρόνια του Μπλούμερ έδρα ήταν το Μπέιζμπολ Γκράουντ) για όσα χρόνια αυτή συνεχίσει να υπάρχει. «Για πάντα» δηλαδή, όπως θα σου πουν όλοι οι φίλοι των «κριαριών». Με την περίπτωση του Στηβ Μπλούμερ θα ασχοληθούμε σήμερα.

«Ποιος είναι ο Στηβ Μπλούμερ» θα αναρωτηθείτε οι περισσότεροι και άδικο δεν θα σας ρίξω. Καθόλου μάλιστα. Οι πιο φανατικοί με την εθνική Αγγλίας (και το αγγλικό ποδόσφαιρο) λογικά θα τον έχουν ακούσει μιας και συγκαταλέγεται στους κορυφαίους σκόρερ των τριών λιονταριών αλλά και της Ντέρμπι Κάουντι. Ένας παίκτης που δόξασε την ομάδα και το ποδόσφαιρο μέχρι και τα 40 του χρόνια, φόρτωσε τις αντίπαλες εστίες με ένα σωρό τέρματα (σπάνιας ομορφιάς) και δεν έφτασε ποτέ στη χαρά ενός τίτλου. Δυστυχώς. Ο Μπλούμερ ανήκει σε μια -μεγάλη- κατηγορία σπουδαίων Άγγλων ποδοσφαιριστών που δεν κατέκτησαν ποτέ κάποιο τρόπαιο (πρωτάθλημα ή κύπελλο). H πιο πρόσφατη τέτοια περίπτωση είναι φυσικά ο Ματ Λε Τισιέρ της Σαουθάμπτον. Το παιδάκι  που γεννήθηκε το 1874 και κάποτε -στα παιδικά του χρόνια-  είχε σκοράρει 14 γκολ σε μία αναμέτρηση για το σχολικό πρωτάθλημα του Ντέρμπισάιρ, στα 17 του υπέγραψε στη Ντέρμπι Κάουντι ως το νέο παιδί-θαύμα του Αγγλικού ποδοσφαίρου, για να χτιστεί πάνω του η νέα Ντέρμπι. Στο πρώτο φιλικό μάλιστα που έδωσε η ομάδα, κόντρα στη Ντάρλεϊ Ντέιλ, ο Μπλούμερ σκόραρε τέσσερα τέρματα δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο αυτό που θα ακολουθούσε. Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1892 ο νεαρός επιθετικός θα ντεμπουτάρει κόντρα στη Στόουκ και το τέλος εκείνης της χρονιάς θα τον βρει με 11 τέρματα (σε 28 αγώνες). Η Ντέρμπι θα γλιτώσει τον υποβιβασμό στο τέλος αλλά θα κερδίσει τον παίκτη που θα αποτελέσει για 19 σεζόν τον ηγέτη της. Τον αρχισκόρερ της. Τον άνθρωπό της και αρχηγό της. Τον ένα και μοναδικό Στηβ Μπλούμερ.

H ποδοσφαιρική καριέρα του νεαρού επιθετικού είχε μπει για τα καλά στο δρόμο της. Ο Μπλούμερ θα σκοράρει 18 τέρματα και θα βοηθήσει τη Ντέρμπι να τερματίσει στην 3η θέση τη σεζόν 1893-1894 και θα κερδίσει με το σπαθί του την πρώτη του κλήση στην εθνική Αγγλίας, παρέα με τους μέντορές του Τζον Γκούνταλ και Μπίλι Μπάσετ, κόντρα στους Ιρλανδούς. Η Αγγλία θα επικρατήσει με 9-0 και ο Μπλούμερ θα σκοράρει δύο τέρματα. Το ίδιο θα κάνει και στη δεύτερή του εμφάνιση κόντρα στους μαχητικούς Σκωτσέζους λίγους μήνες αργότερα. Η Αγγλία θα κερδίσει με 3-0 με τον παίκτης της Ντέρμπι να σκοράρει ένα μοναδικής ομορφιάς τέρμα. Ο Φρέντερικ Γουόλ (πρόεδρος της FA εκείνα τα χρόνια) θεωρούσε πως εκείνο το γκολ του Μπλούμερ ήταν το καλύτερο που είχε δει ποτέ στη ζωή του. Ένα απίστευτο σκάψιμο της μπάλας -εν κινήσει- με το αριστερό πόδι αρκετά μέτρα εκτός περιοχής, με τον κήπερ όμως να μην έχει βγει πολύ μακριά από την εστία του. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως για πολλά χρόνια ουδείς μπορούσε να καταλάβει ποιο πόδι του παίκτη ήταν το καλό. Ο Μπλούμερ είχε τη δυνατότητα να σουτάρει εξαιρετικά και με τα δύο πόδια και επίσης διέθετε το σπάνιο χάρισμα να παίζει τη μπάλα «με τη μία». Σύμφωνα με τον Χάρι Νιούμπουλντ (τότε προπονητή του) ήταν ο κορυφαίος σε αυτό τον τομέα σε ολόκληρο το Νησί εκείνα τα χρόνια. O Μπλούμερ έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε δύο χατ-τρικ για την Αγγλία και ο πρώτος που σκόραρε τέσσερα τέρματα σε ένα παιχνίδι. Τα 28 του γκολ σε 23 παιχνίδια είναι απλά απλησίαστο ρεκόρ αν συνυπολογίσουμε και την ηλικία του.

Πλέον είχε καθιερωθεί στους κορυφαίους (ίσως και ο κορυφαίος) σκόρερ του Αγγλικού πρωταθλήματος αλλά δεν κατάφερνε να οδηγήσει τη Ντέρμπι σε ένα πρωτάθλημα. 22 γκολ και πρώτος σκόρερ τη σεζόν 1895-1896, αλλά 2ος πίσω από την Άστον Βίλα του τεράστιου Τζόρτζ Ράμσεϊ. 24 γκολ την επόμενη και 3ος πίσω από Σέφιλντ Γιουνάιτεντ και φυσικά την Άστον Βίλα που ήταν η πρωταθλήτρια. Εκείνη την περίοδο μάλιστα ο Μπλούμερ παραλίγο να σταματήσει το επαγγελματικό ποδόσφαιρο λόγω του θανάτου του μικρότερου αδερφού του Φίλιπ από περιτονίτιδα. Ο Φίλιπ ήταν εκείνα τα χρόνια ο αριστερός μπακ της Ντέρμπι και εκτός από λατρεμένος αδερφός ήταν και ένας εξαιρετικός συμπαίκτης για τον Στηβ Μπλούμερ. Συνέχισε στη Ντέρμπι μέχρι και το 1906, χωρίς να φτάσει σε κάποιο πρωτάθλημα και γνωρίζοντας την ήττα σε τρεις τελικούς κυπέλλου. Το 1898, το 1899 και το 1903. Όπως είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ο Στηβ Μπλούμερ ήταν τσακωμένος με τα τρόπαια. Υπέγραψε στη Μίντλεσμπρο για το ποσό ρεκόρ της εποχής των 750 λιρών, στα 32 του χρόνια, και εκείνη την περίοδο μάλιστα αποσύρθηκε και από την εθνική, κρατώντας πάντως μια τελευταία εξαιρετική παράσταση για το κοινό του.

59d56d1db89539c0dcc971d9e13cb4598aed77de

‘Ήταν 6 Απριλίου του 1907 με την Αγγλία να παίζει κόντρα στη μισητή αντίπαλο Σκωτία με το σκορ να μένει στο 1-1. Το μοναδικό γκολ της Αγγλίας το είχε σκοράρει ο Μπλούμερ, με την εμφάνισή του να θεωρείται από τις πιο ηγετικές που έχουν γίνει ποτέ από παίκτη των τριών λιονταριών. Μία τέτοια περιγράφει και ο σπουδαίος δημοσιογράφος Τζέιμς Κάτον -και πάλι κόντρα στη Σκωτία- το 1901. «Ήταν μια βροχερή μέρα. Το έδαφος ήταν γεμάτο λάσπες και η μπάλα ζύγιζε πολύ περισσότερο από το κανονικό. Δέκα λεπτά πριν τη λήξη η Σκωτία προηγούνταν με 2-1. Δεν ήλπιζα σε κάτι μιας και δεν παίζαμε καθόλου καλά. Σηκώθηκα από τη θέση μου, φανερά απογοητευμένος, και κινήθηκα προς την έξοδο. Θα γλίτωνα τις ερωτήσεις πολλών για το τι έφταιξε σε αυτή την ήττα και πιστέψτε με, δεν είχα καμία μα καμία όρεξη. Εκείνη τη στιγμή η άκρη του ματιού μου είδε τον Μπλούμερ να γλιστρά στη λάσπη και να υποδέχεται τη μπάλα με ένα εξωπραγματικό κοντρόλ, μετά από ένα τραγικό λάθος των αντιπάλων αμυντικών αρκετά μέτρα μακριά από την περιοχή. Ζύγισε την μπάλα και την έστειλε με ένα σπάνιας ομορφιάς πλασέ στο παραθυράκι του τερματοφύλακα της Σκωτίας. Ο ίδιος δήλωσε πως δεν είχε καθόλου δυνάμεις. Καθόλου ανάσες και πως πονούσε σε ολόκληρο το κορμί του από τα βίαια μαρκαρίσματα των αντιπάλων. Δεν μπορούσε όμως να αφήσει τους Σκωτσέζους να μας κερδίσουν. Αυτός ήταν ο Στηβ Μπλούμερ. Ο μεγαλύτερος μαχητής που γνώρισα στη ζωή μου».

Ο Μπλούμερ επέστρεψε στη Ντέρμπι το 1910 και έκλεισε την καριέρα του το 1914 σε ηλικία 40 ετών στην αγαπημένη του ομάδα. Σκόραρε 352 τέρματα σε 600 εμφανίσεις με τη φανέλα της Ντέρμπι (κυρίως) αλλά και της «Μπόρο» και αποσύρθηκε οριστικά από το ποδόσφαιρο με τη Ρεάλ Ούνιον το 1925 ως προπονητής. Με τον Ισπανικό σύλλογο κατέκτησε μάλιστα και το Κύπελλο Ισπανίας το 1924 με 1-0 κόντρα στη Ρεάλ Μαδρίτης. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε βρεθεί ως Πολιτικός κρατούμενος στο Βερολίνο μιας και τότε είχε ξεκινήσει την προπονητική του καριέρα στη Γερμανία. Γι’ αυτή την ιστορία όμως θα γράψουμε άλλη φορά. Στις 16 Απριλίου του 1938 άφησε την τελευταία του πνοή -που αλλού- στο Ντέρμπι βυθίζοντας στο πένθος όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο της Αγγλίας. Αν βρεθείτε λοιπόν ποτέ στο Ντέρμπι, περάστε μία από το γήπεδο της ομάδας και αν έχετε την τύχη να βρεθείτε σε αγώνα, τραγουδήστε και εσείς δυνατά το «Steve Bloomer’s Watching«. Την αξίζει αυτή την αγάπη ο Μπλούμερ.

Ο μονόχειρας Θεός της Ουρουγουάης

  [1 Σχόλιο]

To απόγευμα της 27ης Μαίου 1934 η προσοχή όλων στην Ουρουγουάη ήταν στραμμένη στο ‘Σεντενάριο’, εκεί όπου οι δυο μεγαλύτερες ομάδες της χώρας, η Πενιαρόλ και η Νασιονάλ, έπαιζαν το πρωτάθλημα σε ένα παιχνίδι μπαράζ, καθώς το τέλος της σεζόν τις είχε βρει ισόβαθμες στην κορυφή της βαθμολογίας.

Στο 70ο λεπτό του αγώνα και με το σκορ στο 0-0 σε μια πολύ περίεργη φάση η μπάλα βρήκε το βαλιτσάκι των πρώτων βοηθειών που είχε αφήσει κατά λάθος ο γιατρός της Νασιονάλ δίπλα ακριβώς στη γραμμή του άουτ και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Ο διαιτητής δεν είδε την παράβαση, η Πενιαρόλ συνέχισε την επίθεση σαν να μην έχει συμβεί τίποτα και ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά πέτυχε γκολ (το οποίο έμεινε γνωστό ως «το γκολ της βαλίτσας»). Ακολούθησε χαμός.

Οι παίκτες της Νασιονάλ διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον διαιτητή και πάνω στα νεύρα και την ένταση έπεσαν και μερικές ‘ψιλές’. Αποτέλεσμα; Τρεις παίκτες της Νασιονάλ αποβλήθηκαν, ο διαιτητής οδηγήθηκε στο ιατρείο και τον αγώνα κλήθηκε να συνεχίσει μετά από αρκετή ώρα ο 4ος διαιτητής, που σαν καλός διπλωμάτης και με αφορμή την έλλειψη κατάλληλου φωτισμού (αφού είχε πλέον νυχτώσει για τα καλά), διέκοψε το παιχνίδι οριστικά.

0000384293

Το περιβόητο βαλιτσάκι και η μπάλα του αγώνα βρίσκονται πλέον στο μουσείο της Νασιονάλ

Δυο ολόκληρους μήνες μετά (!), στις 30 Ιουλίου, η ομοσπονδία κατάφερε να βγάλει απόφαση για τη μοίρα του ‘τελικού’: Το γκολ της Πενιαρόλ ακυρωνόταν, όπως και μια από τις τρεις αποβολές της Νασιονάλ, και οι δυο ομάδες θα έπρεπε να παίξουν τα εναπομείναντα 20 λεπτά κεκλεισμένων των θυρών. Στις 25 Αυγούστου λοιπόν, έναν ολόκληρο μήνα μετά την απόφαση και τρεις μήνες μετά τη μέρα που έγινε το μπαράζ, οι 20 παίκτες (11 της Πενιαρόλ και 9 της Νασιονάλ) επέστρεψαν στο Σεντενάριο για να συνεχίσουν τον ‘τελικό’.

Το 20λεπτο έληξε χωρίς σκορ κι έτσι αποφασίστηκε να υπάρξει 30λεπτη παράταση. Η παράταση έληξε κι αυτή χωρίς σκορ και τότε (* drum roll *) σε μια στιγμή αυθεντικής λατινοαμερικάνικης μαγείας αποφασίστηκε να υπάρξει και δεύτερη 30λεπτη παράταση! (Γιατί; Γιατί… Ουρουγουάη, διάολε! Πηγαίνουμε σιγά-σιγά κοντά στη Λογική, της κάνουμε τάκλιν από πίσω, την τσαλαπατάμε με τις βρώμικες τάπες του αριστερού ποδιού μας, την αφήνουμε μερικά δευτερόλεπτα να συνέλθει και μετά την πατάμε ξανά με μεγαλύτερη δύναμη με τις τάπες του «καλού» δεξιού ποδιού μας.)

Αν και αγωνιζόταν για 20+30+30 λεπτά αγώνα με δυο παίκτες λιγότερους η ηρωική Νασιονάλ κατάφερε να κρατήσει το 0-0 ως το τελευταίο σφύριγμα και της δεύτερης παράτασης κι έτσι το ‘μπαλάκι’ επέστρεψε στην Ομοσπονδία. Κάπως έπρεπε να κριθεί το πρωτάθλημα. Η απόφαση αυτή τη φορά ήταν άμεση: Νέο μπαράζ, σε μια εβδομάδα, ξανά στο Σεντενάριο, αυτή τη φορά με κόσμο. Αποτέλεσμα 90λεπτου; 0-0. Τι κάνουμε; Ξανά παράταση. Αποτέλεσμα παράτασης; 0-0. Και τώρα; (* drum roll ξανά αρχίζει να παίζει ο εθνικός ύμνος της Ουρουγουάης *) Τι ερωτήσεις είναι αυτές; Ξανά δεύτερη 30λεπτη παράταση, μα τον Τουτάτη μα τον Ομπντούλιο Βαρέλα! Γιατί; Γιατί όχι; Τελικό αποτέλεσμα μετά από 90+30+30 λεπτά αγώνα; Αυτό ακριβώς που φαντάστηκες. Μηδέν-μηδέν.

Έχουμε πλέον μπει κανονικά στο φθινόπωρο του 1934 και η χώρα δεν έχει ακόμα πρωταθλητή για τη σεζόν 1932-33! Απεγνωσμένη από το όλο φιάσκο η Ομοσπονδία ψάχνει ξανά λύσεις και τελικά με ρυθμούς Βασίλη Τσιάρτα παίρνει μια εξαιρετικά πρωτότυπη απόφαση μετά από δυο ολόκληρους μήνες συλλογισμού: να ξαναπαίξουν! Στις 18 Νοεμβρίου, λοιπόν, Πενιαρόλ και Νασιονάλ πηγαίνουν για τέταρτη φορά στο Σεντενάριο και, ευτυχώς, για το καλό όλων αυτή τη φορά βρίσκουν δίχτυα. Με χατ-τρικ του Έκτορ Κάστρο η Νασιονάλ κερδίζει με 3-2 και έξι μήνες μετά το πρώτο μπαράζ ανακηρύσσεται πρωταθλήτρια Ουρουγουάης.

hector_castro4

Και ενώ έχεις φτάσει στο σημείο που πιστεύεις ότι τίποτα άλλο δεν μπορεί να σε εκπλήξει, βλέπεις τον άνθρωπο που με το χατ-τρικ του χάρισε τον τίτλο στη Νασιονάλ (και έσωσε όλη τη χώρα από ένα, πιθανόν, ατέλειωτο μαρτύριο κατά το οποίο μέχρι και σήμερα οι δυο ομάδες θα έπαιζαν μπαράζ για τον τίτλο του 1933, μπαράζ που μετά από δυο παρατάσεις θα έληγαν πάντα 0-0) και συνειδητοποιείς ότι κάτι λείπει.

—–

Ο Έκτορ Κάστρο γεννήθηκε στο Μοντεβίδεο 29 χρόνια πριν από τα μπαράζ του «μεγαλύτερου πρωταθλήματος του κόσμου», όπως έμεινε στην ιστορία το πρωτάθλημα του 1933. Η οικογένεια του ήταν τόσο φτωχή που αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά από τα 10 του σε ένα κοντινό ξυλουργείο. Στα 13 του και μετά από ένα λάθος χειρισμό του ηλεκτρικού πριονιού έχασε το ένα του χέρι από τον αγκώνα και κάτω. Παρά το σοβαρό του ατύχημα ο Κάστρο έδειξε από μικρός ότι είχε μέσα του μπόλικο από το περίφημο «garra» των Ουρουγουανών. Ακόμα και με ένα χέρι συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο και μάλιστα με αξιοσημείωτη επιτυχία.

Μόλις στα 19 του βρέθηκε στη φημισμένη Νασιονάλ, την οποία και βοήθησε να κατακτήσει το πρωτάθλημα εκείνης της σεζόν. Με την ταχύτητα, τη δύναμη, τον τσαμπουκά και την εξαιρετική αίσθηση του γκολ που είχε, κατάφερνε να υπερκαλύψει την έλλειψη τεχνικής αλλά και το σωματικό του μειονέκτημα, μη διστάζοντας μάλιστα να χρησιμοποιήσει το κουτσουρεμένο χέρι του για να σπρώξει αντιπάλους και για να κερδίσει μονομαχίες στον αέρα. Ο δυναμικός τρόπος παιχνιδιού του δεν άφηνε περιθώριο σε κανέναν αντίπαλο να τον λυπηθεί. Όσο ατίθασος και ζωηρός ήταν στον αγωνιστικό χώρο άλλο τόσο ήταν και εκτός γηπέδων: Μεγάλος πότης, φημισμένος γυναικάς, λάτρης της νύχτας, δεινός χορευτής, φανατικός καπνιστής και άρρωστος τζογαδόρος.

hector_castro2

Οι επιτυχίες του σε συλλογικό επίπεδο του έδωσαν γρήγορα μια θέση και στην επίθεση της εθνικής, σε μια εποχή που η Ουρουγουάη σάρωνε όποιον έβρισκε αντίπαλο. Ο Κάστρο αποσύρθηκε από την εθνική το 1935, σε ηλικία 31 χρονών, με 4 σημαντικά τρόπαια στο παλμαρέ του. Δυο Κόπα Αμέρικα, χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1928 και ένα Παγκόσμιο Κύπελλο κι όλα αυτά μέσα σε εννιά χρόνια είναι ένας απολογισμός που δεν συναντάς συχνά. Στα 25 παιχνίδια που έπαιξε με τη φανέλα της ‘Σελέστε’ σκόραρε 18 φορές. Τα δυο πιο διάσημα γκολ του μπήκαν στο Μουντιάλ του 1930, που ήταν και το πρώτο της ιστορίας. Ήταν αυτός που πέτυχε το πρώτο γκολ της Ουρουγουάης στη διοργάνωση, στο εναρκτήριο παιχνίδι με το Περού, και αυτός που στο 89′ του τελικού με την Αργεντινή καθάρισε το παιχνίδι, κάνοντας το 4-2.

(Στα αξιοσημείωτα εκείνου του πρώτου τελικού συγκαταλέγεται το ότι επειδή οι δυο αντίπαλοι είχαν ήδη πολλά προηγούμενα, δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν ούτε καν για τη μπάλα του αγώνα. Έτσι, για να ικανοποιήσει τους πάντες, ο διαιτητής αποφάσισε να παιχτεί ένα ημίχρονο με τη μπάλα των γηπεδούχων Ουρουγουανών και ένα με τη μπάλα που είχαν φέρει οι Αργεντίνοι. Συμπτωματικά ή όχι, η Αργεντινή κέρδιζε με 1-2 στο πρώτο ημίχρονο που παίχτηκε με τη μπάλα της και κατέρρευσε στο δεύτερο που παίχτηκε με τη μπάλα των Ουρουγουανών.)

hector_castro3

Ένα χρόνο μετά την απόσυρση του από την εθνική, ο Κάστρο κρέμασε οριστικά τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Λίγα χρόνια μετά έγινε προπονητής της Νασιονάλ και πανηγύρισε μαζί της από τον πάγκο άλλα 6 πρωταθλήματα. Τον Σεπτέμβρη του 1960, σε ηλικία 56 ετών, πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Λίγους μόλις μήνες πριν είχε αναλάβει προπονητής της εθνικής Ουρουγουάης. Μέχρι και σήμερα παραμένει ο μόνος μη αρτιμελής παίκτης που κατάφερε να κερδίσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα κατόρθωμα που πολύ δύσκολα θα επαναληφθεί.

Ο μικρός «σακάτης», όπως τον αποκαλούσαν τα πρώτα χρόνια οι αντίπαλοι σε μια προσπάθεια να τον εκνευρίσουν και να του τσακίσουν την ψυχολογία, έφυγε από τη ζωή έχοντας γράψει με μεγάλα γράμματα το όνομα του στην ποδοσφαιρική ιστορία της Ουρουγουάης. Εκτός αυτού, κατάφερε να αποκτήσει και ένα πολύ καλύτερο παρατσούκλι, που θα τον συνοδεύει για πάντα: Ο μονόχειρας Θεός.

hector_castro5

Ο άνθρωπος που δεν νοιάστηκε για τίποτα

  [2 Σχόλια]

JS52871783

«Έχεις αποφασίσει να σταματήσεις το ποδόσφαιρο, γνωρίζεις πόσο χρονών είσαι;». Αυτή ήταν μία απ’ τις τελευταίες ερωτήσεις του προπονητή της Ρέντινγκ, Μαουρίς Έβανς προς τον Ρόμπιν Φράιντεϊ, για να εισπράξει την αποστομωτική απάντηση «Έχω τα μισά σου χρόνια αλλά έχω ζήσει όσα εσύ δεν πρόκειται να ζήσεις σε δύο ζωές». Ο Άγγλος επιθετικός θα αφήσει -οριστικά- το επαγγελματικό ποδόσφαιρο λίγους μήνες αργότερα ως παίκτης της Κάρντιφ, μόλις στα 25 του χρόνια, σοκάροντας το φίλαθλο κοινό της Αγγλίας αλλά όχι αυτούς που τον γνώριζαν προσωπικά. 13 χρόνια αργότερα θα βρεθεί νεκρός από υπερβολική δόση ναρκωτικών στο Άκτον του Λονδίνου. Ήταν μόλις 38 ετών αλλά είχε προλάβει να διαγράψει μια «κινηματογραφική» πορεία και να μείνει -για πάντα- στις συνειδήσεις των Άγγλων φίλων του ποδοσφαίρου ως μία εκ των πιο καλτ μορφών των 70s, των γηπέδων και όχι μόνο. Άλλωστε η ζωή του Φράιντεϊ θύμιζε περισσότερο ροκ σταρ (σκληρό ροκ ήταν άλλωστε και η αγαπημένη του μουσική) παρά επαγγελματία αθλητή.

Υπερβολικά ταλαντούχος αλλά και αυτοκαταστροφικός. Γυναικάς αλλά και σύζυγος (και πατέρας). Βίαιος και καλλιτεχνική φύση. Ο Ρόμπιν Φράιντεϊ συνδύαζε όλα τα παραπάνω, αποτέλεσμα αυτού του «κοκτέιλ μολότωφ», ένας χαρακτήρας που δεν ήθελες με τίποτα και για κανένα λόγο απέναντί σου αν ήσουν ποδοσφαιριστής, θαμώνας κάποιας σκοτεινής παμπ ή φιλήσυχος οικογενειάρχης που απλά ήθελες να πιεις το τσάι σου παρακολουθώντας Dr Who στην τηλεόραση. Πολλά χρόνια δεν έπαιξε ποδόσφαιρο σε επαγγελματικό επίπεδο ο Φράιντεϊ. Τέσσερα όλα κι όλα. Τέσσερα χρόνια γεμάτα φασαρίες, τσαμπουκάδες, μπλεξίματα με το νόμο, ναρκωτικά, άπειρα λίτρα αλκοόλ και φυσικά μερικά γκολ μοναδικής ομορφιάς. Από το ’74 μέχρι το ’76 με τη Ρέντινγκ και απ’ το ’76 μέχρι το 1977 με την ουαλική Κάρντιφ ήταν ο άνθρωπος που δεν έμπαινε σε σύστημα εντός και εκτός γηπέδου. Ένα παράδειγμα προς αποφυγήν. Αυτός που όλοι οι γονείς δεν θέλουν να γίνει ο γιος τους. Τόσο απλά. Με τη φανέλα της πρώτης είχε πραγματοποιήσει (όταν είχε όρεξη για μπάλα) τεράστιες εμφανίσεις, με τη φανέλα της δεύτερης είχε ήδη ξεκινήσει η κατιούσα αλλά και πάλι είχε σκοράρει μερικά (αν και λίγα) σπάνιας ομορφιάς γκολ. Όσοι τον πρόλαβαν να αγωνίζεται συμφωνούσαν σε ένα και μόνο πράγμα. Στη μέρα του ήταν ικανός να διαλύσει την καλύτερη άμυνα. Όταν νευρίαζε -κάτι πολύ συχνό- ήταν ικανός να τινάξει στον αέρα τα πάντα εις βάρος τόσο του εαυτού του όσο και της ομάδας του. Ο παλιός διαιτητής Κλάιβ Τόμας θεωρούσε πάντα πως το ένα από τα δύο γκολ που είχε σκοράρει ο Φράιντεϊ στο ντεμπούτο του ως παίκτης της Κάρντιφ κόντρα στη Φούλαμ του Μπόμπι Μουρ (σε ένα παιχνίδι που ο Φράιντεϊ έκανε ό,τι ήθελε την άμυνα των κότατζερς) ήταν το καλύτερο που είχε δει στη ζωή του. Και είχε δει πολλούς παικταράδες ο Τόμας όπως και αμέτρητες γκολάρες. Την ίδια περίοδο που το γκολ του Φράιντεϊ ήταν νούμερο ένα θέμα συζήτησης στα ποδοσφαιρικά στέκια του Νησιού ο ίδιος συνελήφθη να χορεύει γυμνός και μεθυσμένος (σε επίπεδα που θα έκαναν τον Νίκολας Κέιτζ στο «Αφήνοντας το Λας Βέγκας» να δείχνει απλά ζαλισμένος)  σε κλαμπ του Λονδίνου. Αυτό ήταν φυσικά το μεγάλο πρόβλημα του παίκτη. Όταν έκλειναν τα φώτα των προβολέων και έβγαινε από το γήπεδο οι «δαίμονες» που τον ακολουθούσαν από τα παιδικά του χρόνια τον οδηγούσαν πάντα στο ποτό, τις φασαρίες και τα ναρκωτικά. Ο Φράιντεϊ στο σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν θα άντεχε ούτε ένα μήνα. Εκείνες τις εποχές βέβαια ήταν πολλοί αυτού του είδους οι παίκτες. Τόσο των άκρων -εννοείται- ήταν μόνο αυτός.

Cardiff City's Robin Friday gives a two finger salute to Luton goalkeeper Milija Aleksic after scoring his second goal at Ninian Park on Saturday. 16th April 1977.

Από τα 15 του χρόνια, όταν και άφησε το σχολείο, ως παίκτης της ακαδημίας της Κρίσταλ Πάλας είχε πολλά μπλεξίματα. Είχε συλληφθεί πολλάκις για μικροκλοπές, βανδαλισμούς, καυγάδες και μέθη και αυτοί ήταν και οι λόγοι που μέχρι να ενηλικιωθεί είχε περάσει από τέσσερις διαφορετικές ακαδημίες Λονδρέζικων συλλόγων (μεταξύ αυτών ήταν η Τσέλσι και η ΚΠΡ). Εκείνο το διάστημα πέρασε και για πρώτη φορά τα κάγκελα της φυλακής (για 14 μήνες) όπου και κατάφερε να γίνει θρύλος στο πρωτάθλημα των κρατουμένων χάρις στα σπάνιας ομορφιάς τέρματά του. Μάλιστα είχε ψηφιστεί στην καλύτερη εντεκάδα των φυλακών κάτι που το θεωρούσε ως το μεγαλύτερο παράσημο της καριέρας του. Δεν είχε κι άλλο είναι η αλήθεια. Μετά την αποφυλάκισή του βρέθηκε στη γενέτειρα του (το Άκτον του Λονδίνου) προσπαθώντας να τα βρει με τον εαυτό του και να ζήσει μια ήρεμη ζωή. Εννοείται δεν τα κατάφερε. Μέχρι τα 20 του είχε προλάβει να παντρευτεί δύο φορές και να γίνει πατέρας παίζοντας ποδόσφαιρο σε μικρές ομάδες για τα προς το ζην. Τα ναρκωτικά και το ποτό όμως είχαν επιστρέψει και πάλι στη ζωή του. Όπως και οι πολλές εφήμερες εξωσυζυγικές σχέσεις. Όπως -εννοείται- και οι βίαιες συμπεριφορές. Ο Φράιντεϊ είχε σπάσει σαγόνι συμπαίκτη του σε προπόνηση επειδή γέλασε μαζί του για ένα λάθος κοντρόλ. Η κλωτσιά του στον Μάρκ Λόρενσον θεωρείται στις πιο επικίνδυνες που έχουν γίνει ποτέ σε γήπεδο ποδοσφαίρου και οι χειρονομίες του (μαζί με φτυσιές και βρισιές) μετά από κάποιο τέρμα έχουν μείνει κυριολεκτικά στην ιστορία. Η πιο γνωστή είναι φυσικά αυτή στον τερματοφύλακα της Λούτον Τάουν, Μίγια Αλέξις. Μια χειρονομία που -ευτυχώς- είχε απαθανατιστεί από τους φωτογράφους και πλέον βρίσκεται στο πάνθεον των πιο καλτ στιγμών της ιστορίας του αγγλικού ποδοσφαίρου. Τη δεκαετία του ’80 είχε ένα μικρό ήρεμο διάστημα όπου δούλεψε ως ντεκορατέρ αλλά οι μικροκλοπές, το ποτό και τα ναρκωτικά (που για ακόμα μια φορά είχαν επιστρέψει ξαφνικά στη ζωή του) τον οδήγησαν για ακόμα μια φορά στη φυλακή.  Λίγο καιρό μετά την αποφυλάκισή του ήρθε και το τέλος.

«Στο γήπεδο τους μισώ όλους. Δεν με νοιάζει για κανένα και για τίποτα» αυτή ήταν μια χαρακτηριστική δήλωσή του από τα τέλη των 70s. Μια δήλωση που αρκετά χρόνια αργότερα οδήγησε τη Βρετανική μπάντα Super Furry Animals να γράψει το τραγούδι «The man don’ t give a fuck». Το εξώφυλλο του σινγκλ είχε κυκλοφορήσει -για την ιστορία- με τη φωτογραφία του Φράιντεϊ να χειρονομεί στον Αλέξις και είχε κάνει μεγάλη επιτυχία. Ο Ρόμπιν Φράιντεϊ ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που έβγαλε η Αγγλία στη θέση του σέντερ φορ και -σύμφωνα με τους ειδικούς αναλυτές της εποχής- αν είχε μυαλό για ποδόσφαιρο θα είχε φτάσει ακόμα και στην εθνική. Μεγάλη μερίδα του κοινού της εποχής τον θεωρεί μεγαλύτερο ταλέντο για τη θέση του επιθετικού ακόμα και από τον Άλαν Σίρερ. Όλοι εμείς που δε τον έχουμε δει να αγωνίζεται αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ. Όπως άλλωστε  δεν το έμαθε και ο ίδιος. Εννοείται πως αυτό δεν τον ένοιαξε και ποτέ. Όσοι θέλουν να μάθουν -σχεδόν- τα πάντα για τον παίκτη υπάρχει το εξαιρετικό βιβλίο των Πολ ΜακΓκίγκαν και Πάολο Χιούιτ «The Greatest Footballer You Never Saw». Όσοι βαριέστε το διάβασμα θα περιμένετε λίγο καιρό ακόμη μιας και αναμένεται λογικά μέσα στην επόμενη χρονιά  η ταινία «Friday» με τη ζωή του παίκτη. Κλείνοντας, για να προλάβω πιθανή ερώτηση αν στην πρώτη φωτογραφία του κειμένου είναι ο Μπον Σκοτ των ΘΕΩΝ AC-DC. Εννοείται πως όχι. Λογικά πάντως ο Φράιντεϊ θα είχε κάνει περισσότερες καταχρήσεις κι από τον αδικοχαμένο τραγουδιστή των Αυστραλών rockers.

Ο αιώνιος αρχηγός της Ουρουγουάης

  [2 Σχόλια]

Το απόγευμα της 16ης Ιουλίου 1950 η εθνική ομάδα της Ουρουγουάης επέστρεφε στο ξενοδοχείο της, έχοντας στα χέρια της το παγκόσμιο κύπελλο. Ένα τρόπαιο που ήταν τόσο σίγουρο πως θα κατέληγε στη διοργανώτρια Βραζιλία, που ο πρόεδρος της ΦΙΦΑ και εμπνευστής της διοργάνωσης, Ζυλ Ριμέ, είχε ετοιμάσει από πριν ένα λόγο για να συγχαρεί τους νικητές οικοδεσπότες. Το χαρτί στο οποίο είχε γραφτεί τελικά έμεινε στην τσέπη του Γάλλου, ο οποίος μέσα σε ένα κλίμα πένθους και αναστάτωσης παρέδωσε όπως-όπως, το τρόπαιο στον αρχηγό της Ουρουγουάης, Ομπντούλιο Βαρέλα, και εξαφανίστηκε από το γήπεδο, μαζί με τους δεκάδες χιλιάδες θλιμμένους Βραζιλιάνους.

varela2

Το βράδυ εκείνο οι υπεύθυνοι της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Ουρουγουάης, οι ίδιοι άνθρωποι που λίγη ώρα πριν τη σέντρα έλεγαν στα αποδυτήρια πως ο βασικός στόχος ήταν να μη διασυρθούν από τους ανώτερους Βραζιλιάνους και οι οποίοι τελικά κράτησαν τα χρυσά μετάλλια και έδωσαν στους παίκτες ασημένια αντίγραφα, βγήκαν σε ένα καμπαρέ για να γιορτάσουν την τεράστια νίκη. Οι πραγματικοί ήρωες της βραδιάς ξέμειναν στο ξενοδοχείο σχεδόν απένταροι, στήνοντας ένα μικρό πάρτι στα δωμάτια τους με κρύα σάντουιτς και φτηνές μπύρες που αγόρασαν χρησιμοποιώντας τα τελευταία χρήματα που τους είχαν απομείνει. Ο μοναδικός που έλειπε ήταν ο αρχηγός, ο άνθρωπος που κράτησε όρθιους τους συμπαίκτες του μετά το 1-0, αυτός που πριν το ματς στα αποδυτήρια – όταν έφυγαν οι άνθρωποι της Ομοσπονδίας – έπειθε τους υπόλοιπους ότι ο στόχος δεν είναι να παραμείνει το σκορ σε λογικά επίπεδα αλλά το κύπελλο («μην ακούτε τους δειλούς, ο στόχος μας θα ολοκληρωθεί μόνο όταν γίνουμε πρωταθλητές» ήταν μια από τις ατάκες που εκστόμισε) και ότι οι 200.000 αντίπαλοι θεατές στις κερκίδες «δεν παίζουν μπάλα».

Ο Ομπντούλιο Βαρέλα αγνόησε τις εντολές και μαζί με τον φυσιοθεραπευτή βγήκαν μόνοι τους βόλτα στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Δεν χρειάστηκαν παρά λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της τραγωδίας που βίωνε η Βραζιλία, που είχε ετοιμάσει για εκείνο το βράδυ το «μεγαλύτερο και καλύτερο πάρτι καρναβαλιού που θα έβλεπε η χώρα». Αρκετά από τα μπαρ ήταν κλειστά ή άδεια ενώ δεν ήταν λίγοι αυτοί που έκλαιγαν, ακόμα και στο δρόμο. Σε ένα από τα μπαρ που επισκέφτηκαν κάποιος τον αναγνώρισε. Όπως δήλωσε χρόνια μετά ο Βαρέλα, για λίγο φοβήθηκε πως θα τον λιντσάρουν. Τελικά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Κάποιοι του έδωσαν συγχαρητήρια, μερικοί εξέφρασαν τον θαυμασμό τους για το πως έπαιξε και κάποιοι άλλοι τον προσκάλεσαν να πιούνε παρέα. Ο ποδοσφαιριστής που γύρισε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου ξενύχτησε μόνος του, μακριά από πανηγύρια, κάμερες και δημοσιογράφους, πίνοντας μαζί με τους ανθρώπους τους οποίους είχε πικράνει.

varela

Ο Ομπντούλιο γύρισε μεθυσμένος στο ξενοδοχείο στις 7 το πρωί, προσπαθώντας ακόμα να αποδεχτεί τη θλίψη που είχε προκαλέσει σε εκατομμύρια ανθρώπους («το ήξερα ότι οι άνθρωποι στην Ουρουγουάη εκείνη τη στιγμή θα πανηγύριζαν χαρούμενοι αλλά εγώ δεν ήμουν εκεί, ήμουν στο Ρίο και έβλεπα τη θλίψη εκείνων των ανθρώπων» έλεγε χρόνια μετά). Την επόμενη μέρα η αποστολή επέστρεψε στο Μοντεβίδεο. Στο αεροδρόμιο είχε στηθεί μια φιέστα υποδοχής ενώ για τις επόμενες ημέρες είχαν προγραμματιστεί τιμητικές εκδηλώσεις και συνεντεύξεις με δεκάδες δημοσιογράφους. Ο Ομπντούλιο Βαρέλα δεν εμφανίστηκε σε καμία απ’αυτές, παρ’όλο που το όνομα του ήταν πρώτο σε όλες τις πινακίδες και αφίσες. Όπως έγραψε ο συμπατριώτης του Εντουάρντο Γκαλεάνο: «Μέσα στη γενική ευφορία το έσκασε μεταμφιεσμένος σε Χάμφρει Μπόγκαρτ, με το καπέλο του κατεβασμένο μέχρι τη μύτη και ένα αδιάβροχο με σηκωμένους γιακάδες».

Την άποψη του για τους ανθρώπους που διοικούσαν το ποδόσφαιρο αλλά και για τους δημοσιογράφους την ήξεραν όλοι. Οι πρώτοι τον θεωρούσαν εχθρό από τότε που είχε πρωτοστατήσει λίγα χρόνια πριν στην απεργία των ποδοσφαιριστών που ζητούσαν περισσότερα βασικά δικαιώματα. Τους δεύτερους τους απέφευγε με κάθε τρόπο. «Τα μόνα αληθινά πράγματα που μπορείς να βρεις σε μια εφημερίδα είναι η ημερομηνία και η τιμή της» έλεγε πάντα. Την εποχή που έπαιζε στην Πενιαρόλ αρκετές φορές αρνούνταν ακόμα και να φωτογραφηθεί με την υπόλοιπη ομάδα για τα ρεπορτάζ των εφημερίδων. «Ήρθα εδώ για να παίξω μπάλα, όχι για να κάνω το μοντέλο» ήταν η απάντηση του σε κάποιον που προσπάθησε μια φορά να τον μεταπείσει.

Το 1955, πέντε χρόνια μετά το ‘Maracanazo’, και αφού είχε φτάσει πλέον στα 38 και είχε κατακτήσει τίτλους και με την εθνική και με την αγαπημένη του Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του. Η μοίρα το έφερε έτσι που το τελευταίο του ματς διεξήχθη στο Μαρακανά. Αντίπαλος ήταν η Βραζιλιάνικη Αμέρικα. Ο Ομπντούλιο, που είχε αναλάβει θέση παίκτη-προπονητή στην Πενιαρόλ, μπήκε αλλαγή στο δεύτερο ημίχρονο αλλά όταν συνειδητοποίησε ότι πλέον ήταν αρκετά μεγάλος και ανήμπορος να βοηθήσει την ομάδα του όπως αυτός ήθελε, αποχώρησε μόνος του από τον αγωνιστικό χώρο και ταυτόχρονα και από το ποδόσφαιρο.

Αν και για τα κατορθώματα του γράφτηκαν βιβλία και αμέτρητα αφιερώματα σε εφημερίδες και περιοδικά ο ίδιος έζησε την υπόλοιπη ζωή του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μαζί με τη γυναίκα του, τα δυο του παιδιά και μερικούς καλούς φίλους. Δεν εμφανιζόταν σε γιορτές και εκδηλώσεις, δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ στην τηλεόραση ή το ράδιο για να σχολιάσει το σύγχρονο ποδόσφαιρο ή να πει την άποψη του για την εθνική και δεν απαντούσε στις εκκλήσεις των δημοσιογράφων που του ζητούσαν να θυμηθεί ιστορίες από το Μουντιάλ της Βραζιλίας. Από τη μέρα που αποσύρθηκε μέχρι τη μέρα που πέθανε το 1996 έδωσε τόσες λίγες συνεντεύξεις που μπορείς να τις μετρήσεις στα δάχτυλα του ενός χεριού. Μια από τις τελευταίες ήταν το 1990, σε ένα Βραζιλιάνο δημοσιογράφο που ήταν τόσο αποφασισμένος να μιλήσει μαζί του που έκατσε πέντε μέρες έξω από το σπίτι του.

Στις ελάχιστες συνεντεύξεις που καταδέχτηκε να δώσει αρνιόταν οποιαδήποτε θρυλική υπόσταση και υποβίβαζε χωρίς δεύτερη σκέψη την επιτυχία του Μαρακανά («Ήταν απλά μια νίκη. 100 φορές να παίζαμε, δεν θα τους κερδίζαμε άλλη φορά») και τη δική του συνεισφορά σ’αυτή («Με παρουσίασαν σαν τον ένοχο για την ήττα της Βραζιλίας και σαν τον αποκλειστικό υπεύθυνο για τη νίκη της Ουρουγουάης. Τίποτα απ’αυτά δεν ισχύει. Κανένας δεν κέρδισε Παγκόσμιο Κύπελλο μόνος του»).

—–

Πριν λίγες μέρες ο αναπληρωτής γραμματέας της Εθνικής Γραμματείας Αθλητισμού της Ουρουγουάης δήλωσε ότι το 2017 (το έτος δηλαδή που συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του) θα είναι αφιερωμένο στον Ομπντούλιο Βαρέλα, μια πρόταση την οποία είδε με πολύ καλό μάτι και ο πρόεδρος της χώρας, Ταμπαρέ Βάσκες. Μια επιτροπή τεσσάρων ανθρώπων που, ειρωνικά θα λέγαμε, αποτελείται από δημοσιογράφους και ανθρώπους του ποδοσφαίρου της χώρας, θα ανακοινώσει στο άμεσο μέλλον μια σειρά ενεργειών και εκδηλώσεων προς τιμή του μεγαλύτερου αρχηγού που έχει δει η χώρα («Αιώνιος αρχηγός» είναι ένα από τα πολλά παρατσούκλια που του κόλλησαν μετά την επιτυχία του 1950), οι οποίες θα πραγματοποιηθούν από τον Μάρτιο έως τις 20 Σεπτεμβρίου, που είναι και η ημέρα που ο Βαρέλα θα γινόταν 100 εάν ζούσε. Ανάμεσα στις ενέργειες αυτές είναι και η μετονομασία κάποιου βασικού δρόμου της πρωτεύουσας.

obdulio4

Μ’αυτόν τον τρόπο, έστω και πολύ καθυστερημένα, η Ουρουγουάη θα τιμήσει τον σπουδαιότερο παίκτη που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της, αυτόν που ουσιαστικά κουβάλησε το ποδόσφαιρο της στους ώμους του σε μερικές από τις πιο ζόρικες στιγμές του (και εντός αλλά και εκτός γηπέδου, αν αναλογιστούμε ότι η απεργία άλλαξε τη μοίρα όλων των υπόλοιπων Ουρουγουανών ποδοσφαιριστών), τον μεγαλύτερο μάγκα της Ιστορίας, αυτόν για τον οποίο το περιοδικό ‘El Grafico’ της γειτονικής και θεωρητικά ‘εχθρικής’ Αργεντινής έγραψε κάποτε:

«Δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά αν ο Βαρέλα είναι ο καλύτερος Ουρουγουανός παίκτης στην ιστορία, ούτε αν ήταν ένας από τους καλύτερους μέσους όλων των εποχών. Σ’αυτή τη θέση έχουν υπάρξει παίκτες με πολύ καλύτερη τεχνική και παίκτες που ήταν πολύ πιο εγκεφαλικοί. Αλλά κανένας, ούτε στην Ουρουγουάη, ούτε οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, δεν έχει φτάσει στα επίπεδα που έφτασε αυτός σαν ηγέτης, σαν αδιαφιλονίκητος αρχηγός».