Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Προσωπογραφίες'

Ο ιερέας οπαδός: Από το πέταλο στην Αφρική

  [Καθόλου σχόλια]

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αφιερώσεις τη ζωή σου στα πράγματα που αγαπάς; Από την μία, υπάρχουν πολλοί ιερείς που δεν φροντίζουν να δίνουν το παράδειγμα με τη ζωή τους και την προσφορά τους. Από την άλλη, υπάρχει κι ο πατέρας Χουάν Γκαμπριέλ Αρίας. Ένας ιερέας που έχει αφοσιωθεί στο να βοηθάει τον κόσμο, αλλά και να λατρεύει εκτός των άλλων την αγαπημένη του Ράσινγκ Κλουμπ ντε Αβεγιανέδα. Δεν είναι λίγοι οι παπάδες που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, είχαμε και έχουμε παραδείγματα και στην Ελλάδα. Η περίπτωση του Αργεντινού ιερέα όμως είναι ξεχωριστή, γιατί είναι καλός και στα δύο. Και στο ποίμνιο και στην εξέδρα. Τόσο ξεχωριστή που στο μπράτσο του έχει τατουάζ τον Ιησού με το σήμα της Ράσινγκ στην καρδιά του. «Η ιδέα μού ήρθε από τον Κάρλος Αράνο (ναι, τον παλιό αριστερό μπακ του Άρη) που έχει στο ύψος της καρδιάς του το σήμα της Ράσινγκ».

Η εκκλησία της Γέννησης της Θεοτόκου στο Μπουένος Άιρες είναι γαλάζια και άσπρη, βαμμένη στα χρώματα του συλλόγου του και το μόνο κόκκινο (της μισητής Ιντεπεντιέντε) βρίσκεται στο χιτώνα του… Αγίου Εξπέντιτο. Αν κάποια νύφη θέλει να κάνει μεγαλειώδη γάμο με κόκκινο χαλί, πρέπει να βρει άλλη εκκλησία. Στο ναό του Χουάν Γκαμπριέλ το χαλί είναι καφέ, το χρώμα του διαβόλου δεν υπάρχει πουθενά. Ο Χουάν Γκαμπριέλ δεν είναι όμως απλά ένας φίλαθλος της Ράσινγκ. Το 2008 πρωτοστάτησε στις πορείες του κόσμου του συλλόγου, οργανώνοντας πολλούς ανθρώπους ώστε να βγουν στο δρόμο ειρηνικά για να μπορέσει να αλλάξει η διοικητική κατάσταση στο σύλλογο που βρισκόταν στα όρια χρεοκοπίας. Ο ιερέας έγινε σύμβολο για τους οπαδούς της «Ακαδημίας». Άλλωστε είχε καταφέρει να σώσει αρκετούς από τους οργανωμένους από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τη βία. Καλές σχέσεις όμως έχει και με προπονητές και παίκτες, αρκετούς τους έχει παντρέψει. Εκτός από γάμους και βαφτίσεις όμως, το πιο εντυπωσιακό είναι ότι έχει συμμετάσχει και σε αποτεφρώσεις οπαδών της ομάδας, με τις στάχτες να ρίχνονται στο θρυλικό στάδιο Ελ Σιλίντρο. «Ναι μου το έχουν ζητήσει και το έχω κάνει. Μια τελετή απ’ έξω και μετά οι στάχτες στο γήπεδο. Απλά μας ζήτησαν από το σύλλογο να μην το κάνουμε πια. Χαλάει το γρασίδι» περιγράφει με απλότητα. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου: «Θα το κάνατε κι εσείς;», απαντάει δίχως δισταγμό «Δεν με απασχολεί τι θα απογίνει το σώμα μου. Θα το δώσω είτε για μεταμόσχευση, είτε στην επιστήμη». Στην επόμενη ερώτηση «κι αν η καρδιά σας πάει σε έναν οπαδό της Ιντεπεντιέντε;», η απάντηση είναι και πάλι άμεση: «Τότε το πρόβλημα είναι δικό του».

Όταν η Ιντεπεντιέντε έπεσε στη Β’, η ενορία το γιόρτασε με μπάρμπεκιου
Ο κόσμος ήταν ντυμένος «φάντασμα της Β’ εθνικής»

Ο ιερέας όμως έκανε και πραγματικότητα το σύνθημα «για σένα έχω κάνει κρατητήριο», καθώς σε μια από τις πορείες η αστυνομία συνέλαβε έναν φίλο του. «Πήγα να τους ρωτήσω γιατί έπιασαν τον φίλο μου και τελικά κατέληξα μέσα. Έφαγα και μερικές μπουνιές» θυμάται. Αυτή βέβαια δεν ήταν η μόνη φορά που ο παπα-Αρίας κατέληξε μέσα. «Μια φορά στο γήπεδο της Βέλεζ συνέλαβαν άδικα τον «Ιταλό», έναν ιστορικό συνδεσμίτη που έδινε μάχη να απεξαρτηθεί με το αλκοόλ. Ήξερα ότι αν τον έβαζαν μέσα, δεν θα άντεχε και θα κυλούσε πάλι. Αντέδρασα. Με συνέλαβαν, μου φέρθηκαν σαν οποιονδήποτε οπαδό, έφαγα αρκετές με τα γκλομπ» λέει ο θαρραλέος παπάς. Πολλοί τον θυμούνται να τελειώνει κατά τις 11 τη λειτουργία της Κυριακής, να παίρνει το αυτοκίνητό του για το Ροσάριο (απόσταση 300 χιλιομέτρων) και να κρεμάει πανό στην εξέδρα εναντίον του τότε προέδρου της Ράσινγκ. «Ντε Τομάσο θα δώσεις λογαριασμό στο Θεό για όσα έχεις κάνει» έγραφε και το είχε εμπνευστεί από τα λόγια του πάπα Ιωάννη Πάυλου του 2ου για τον Τζορτζ Μπους και τον πόλεμο στο Ιράκ.

Μια φορά είπα σε ενορίτισσά μου ότι πρέπει να πάω να αποχαιρετίσω έναν φίλο. Όταν τα παιδιά της είδαν αργότερα φάσεις από το τελευταίο ματς του Ντιέγκο Σιμεόνε, είπαν στην μαμά τους ότι ο πατέρας Χουάν Γκαμπριέλ είναι εκεί. «Όχι, ο πατέρας είχε να πάει να αποχαιρετίσει ένα φίλο του» απάντησε αυτή. «Μαμά, ο φίλος είναι ο Τσόλο» της είπαν οι γιοι της.

Κι όμως, όλα αυτά δεν του δημιούργησαν πρόβλημα; Κάποτε ένας επίσκοπος του είχε πει ότι πρέπει να πάει στην όπερα, να ακούσει κλασσική μουσική. Αλλά ο πατέρας Αρίας προτιμά να βλέπει ματς από το πέταλο και να ακούει ροκ. Άλλωστε ήταν τυχερός. Γιατί Αρχιεπίσκοπος στο Μπουένος Άιρες ήταν ο Χόρχε Μπεργκόλιο, ο μετέπειτα Πάπας, οπαδός και μέλος της Σαν Λορένσο. «Ο Μπεργκόλιο πάντα ήταν σύμφωνος με αυτά που έκανα. Ήμουν κοντά στον κόσμο έτσι». Άλλωστε, στον Πάπα Φραγκίσκο οφείλει ότι τελικά έγινε παπάς. Όταν ήταν ακόμα διάκονος, λίγους μήνες πριν χειροτονηθεί ιερέας ταξίδεψε για αγώνα του Κόπα Λιμπερταδόρες στο Περού, έχοντας ζητήσει άδεια από τον τότε Αρχιεπίσκοπο. Η κατάσταση ήταν τεταμένη, με τους Περουβιανούς να κατηγορούν την Αργεντινή ότι τους πρόδωσε πουλώντας όπλα στο Εκουαδόρ. Οι εκδρομείς της Ράσινγκ δέχτηκαν επίθεση, ο Αρίας προσπάθησε να βοηθήσει γυναίκες και παιδιά. Μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα τον έκανε εξώφυλλο με τίτλο «Ο χούλιγκαν παπάς της Ράσινγκ». Κάποιος άλλος θα μπορούσε να του είχε κόψει την «καριέρα», να τον έδιωχνε. Ο Φραγκίσκος όχι.

Ωραία όλα αυτά θα πει κανείς, αλλά αν μέναμε μόνο εδώ, θα είχαμε απλά έναν οπαδό που έτυχε να είναι ιερέας. Και θα ήταν άδικο για έναν άνθρωπο όπως ο Χουάν Γκαμπριέλ που αφιερώνει τη ζωή του στο να βοηθάει το συνάνθρωπό του, επιτελώντας σπουδαίο έργο, αφήνοντας τη ζωή του. Το 2000 έκανε το πρώτο του ταξίδι στη Μοζαμβίκη. Έμεινε για τρία χρόνια περίπου και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αργεντινή. Είχε ήδη αγαπήσει όμως τη χώρα, ήξερε ότι εκεί θα μπορούσε να επιτελέσει μεγαλύτερο έργο. Κάθε χρόνο πήγαινε για 2-3 μήνες για να βοηθήσει στη διδασκαλία της θρησκείας του, αλλά και για να βοηθήσει τους (πολλούς) φτωχούς της χώρας. Μέχρι που το 2014 το πήρε οριστικά απόφαση να αφήσει τη θέση του στο Μπουένος Άιρες, την άνεσή του, την μπάλα και να πάει μόνιμα στη Μοζαμβίκη, στο κέντρο της χώρας, στη Μανγκούντζε. Η ενορία του περιλαμβάνει 39 κοινότητες με αποστάσεις μέχρι και 90 χιλιόμετρα μεταξύ τους που καθημερινά καλύπτει. Αυτό δεν τον πτοεί. «Πάντα μου αρέσει να δουλεύω εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη, μεγαλύτερη φτώχεια. Οι βασικές ανάγκες είναι φαγητό, νερό, περίθαλψη, σχολείο και δουλειά». Καθημερινά είναι υπεύθυνος ώστε περίπου 15.000 παιδιά σε 50 σχολεία να μπορούν να τρώνε. Κατάφερε να βρει βοήθεια και από το ίδρυμα του Λιονέλ Μέσι. Βρίσκει εθελοντές ώστε να χτιστούν κι άλλες αίθουσες, φιλοξενεί παιδιά χωρίς σπίτι, ενώ ήδη έχει καταφέρει να στείλει κάποια για σπουδές πίσω στην Αργεντινή. Το έργο του και η προσφορά του τον έχουν κάνει εξαιρετικά δημοφιλή.

Οι χριστουγεννιάτικες λειτουργίες γίνονται συχνά κάπου στη ζούγκλα, σε εκκλησίες από άχυρο. Η απόσταση από την Αργεντινή είναι τεράστια, περίπου 8.000 χιλιόμετρα, αλλά στην ερώτηση τι του λείπει από την πατρίδα η απάντηση είναι γρήγορη: «Η Ράσινγκ. Να πηγαίνω στην εξέδρα, να ταξιδεύω για την ομάδα. Αλλά κι εδώ συνεχίζω να τη ζω με άλλον τρόπο. Δεν μου λείπουν οι πιστοί της Αργεντινής. Το να είσαι ιερέας εδώ, είναι σαν να είσαι ποδοσφαιριστής που παίζει στο Μουντιάλ. Είναι το υψηλότερο που μπορώ να κάνω στην καριέρα μου. Παίζω στην Α’ εθνική, κοιτάζω με αγάπη τη μάχη για την άνοδο, αλλά δεν μπορώ να επιστρέψω εκεί». Έχετε ακούσει παπά να μιλάει έτσι;


Η Ράσινγκ της Μοζαμβίκης

Ο πατέρας Αρίας συνεχίζει να προσφέρει στην Αφρική, αλλά δεν ξεχνά την αγαπημένη του ομάδα. Βλέπει όσα παιχνίδια μπορεί μέσω Ίντερνετ και χει φτιάξει σχολή ποδοσφαίρου, τα παιδιά είναι όλα ντυμένα με τις φανέλες της Ράσινγκ, έχει κουβαλήσει σημαίες και μπάλες και τα έχει κάνει όλα οπαδούς της «Ακαδημίας».  Η ομάδα φυσικά λέγεται Ράσινγκ. «Δεν ξέρουν καλό ποδόσφαιρο τα παιδιά, αλλά τρέχουμε πολύ και σιγά σιγά τα πιτσιρίκια βελτιώνονται. Θυμίζουμε ομάδα του Καρούσο Λομπάρντι. Παίζουμε άμυνα και τα δίνουμε όλα σε κάθε ματς». Ο ιερέας που άφησε το Μπουένος Άιρες και τη γαλανόλευκη εκκλησία του δεν έχει μετανιώσει για τίποτα. «Θα ήθελα να πεθάνω εδώ, στη Μοζαμβίκη και αν γίνεται στην ενορία που είμαι τώρα, ακόμα καλύτερα. Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω εδώ μέχρι την τελευταία μου ημέρα».

Ζντένεκ Ζέμαν: Ο λούζερ που έχανε ωραία

  [3 Σχόλια]

Αν ψάξεις στη λίστα με τους καλύτερους προπονητές που έχουν περάσει από το Καμπιονάτο δεν θα τον εντοπίσεις. Αν ανοίξεις τη σελίδα του στη wikipedia και κοιτάξεις το παλμαρέ του δεν θα βρεις ούτε ένα σοβαρό κύπελλο. Αν όμως αναφέρεις το όνομα του σε κάποιον που παρακολουθούσε συστηματικά ιταλικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 90′, τότε το πιθανότερο είναι να δεις ένα τεράστιο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σ’αυτό το νοσταλγικό χαμόγελο του τυχαίου ποδοσφαιρόφιλου κρύβεται όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του Ζντένεκ Ζέμαν.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 90′. Στην Ισπανία η ‘Dream Team’ του Γιόχαν Κρόιφ κερδίζει τους τίτλους τον έναν μετά τον άλλο αποδίδοντας κατά διαστήματα μαγικό ποδόσφαιρο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Σάο Πάολο του ‘τελευταίου των ρομαντικών’ Τέλε Σαντάνα σαρώνει όποιον βρει στο πέρασμα της, κρατώντας ουσιαστικά στη ζωή το περίφημο jogo bonito που η εθνική Βραζιλίας του ίδιου προπονητή είχε μάθει στον κόσμο λίγα χρόνια πριν. Την ίδια εποχή στην Ιταλία, ο Ζντένεκ Ζέμαν αναλαμβάνει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια τη θέση του προπονητή στην μικρούλα Φότζια.

Η ομάδα από τη νότια Ιταλία έχει περάσει όλη τη δεκαετία του 80′ μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας και το σενάριο της επιστροφής στο Καμπιονάτο φαίνεται πλέον σχεδόν ουτοπικό. Ο 42χρονος εκείνη την εποχή Τσέχος, που μετακόμισε μόνιμα στην Ιταλία στα 21 του, έχει ήδη στο βιογραφικό του μερικές αποτυχίες και γι’αυτό η πρόσληψη του δεν ενθουσιάζει κανέναν στην πόλη. Η διάψευση όλων δεν θα μπορούσε να είναι πιο πανηγυρική.

Με ένα ρόστερ παντελώς άγνωστων ως τότε νέων παικτών ο Τσέχος καταφέρνει να παρουσιάσει στο χόρτο μια ομάδα που δεν μοιάζει με καμία άλλη του επιπέδου της. Η Φότζια παίζει ένα άκρως επιθετικό 4-3-3, με τους ακραίους μπακ να ανεβαίνουν συνεχώς, τον τερματοφύλακα να μετατρέπεται συχνά σε λίμπερο, παίζοντας αρκετά μακριά από την εστία όταν η ομάδα βρίσκεται στην επίθεση, με ασταμάτητη κίνηση όλων των παικτών, γρήγορο ρυθμό και ένα ανελέητο πρέσινγκ που συνοδεύεται από συχνή εφαρμογή του τεχνητού οφσάιντ.

Εκμεταλλευόμενος το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων παικτών του, ο Ζέμαν περνάει στο μυαλό τους χωρίς καμία αντίσταση όλες τις ρομαντικές ιδέες του, συνοδεύει την άκρως επιθετική του θεωρία με εξαντλητικές προπονήσεις που στόχο έχουν να φτάσουν τους παίκτες σε ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης που θα τους επιτρέπει να αντέχουν στον ρυθμό αυτό για όλο το ματς και το αποτέλεσμα ξεπερνάει τις προσδοκίες ακόμα και του πιο πιστού οπαδού της ομάδας.

Στη δεύτερη σεζόν του στον πάγκο, η Φότζια όχι μόνο κερδίζει την άνοδο για το Καμπιονάτο αλλά το κάνει και με εμφατικό τρόπο: Τερματίζει πρώτη, με διαφορά ασφαλείας και με 14 γκολ παραπάνω από τη δεύτερη καλύτερη επίθεση της Serie B! Σε ένα πρωτάθλημα που φημίζεται για τα under της και που οι περισσότερες ομάδες τελειώνουν τη σεζόν με μέσο όρο κάτω από 1 γκολ/αγώνα, η ομάδα του Ζέμαν σκοράρει σχεδόν 2 γκολ/παιχνίδι, στέλνοντας ένα πρώτο μήνυμα προς τους φιλάθλους της χώρας.

Η συμμετοχή στο φημισμένο Καμπιονάτο, που εκείνη την εποχή είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δεν αλλάζει καθόλου τη φιλοσοφία του Ζέμαν. «Το 0-0 είναι βαρετό. Είναι καλύτερο να χάνεις με 5-4, τουλάχιστον αυτό σου προσφέρει μια έξαψη». Η Φότζια κατεβαίνει σε κάθε ματς προετοιμασμένη για να παίξει επιθετικό ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας αν απέναντι της είναι η Άσκολι ή η Μίλαν.

Η αρχική εκτίμηση, πως με τέτοιο στυλ παιχνιδιού οι άσημοι πιτσιρικάδες της θα διασυρθούν από τις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας και θα επιστρέψουν σύντομα στις κατηγορίες που σύχναζαν τα προηγούμενα χρόνια, πάει περίπατο από τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές. Εβδομάδα με την εβδομάδα η ομάδα ανεβάζει στροφές και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα που εκπλήσσουν. Είναι και οι εμφανίσεις. Η Φότζια προσφέρει απλόχερα θέαμα που δεν περιμένεις σε καμία περίπτωση να δεις από μια νεοφώτιστη και άπειρη ομάδα που ξεκινάει με βασικό στόχο να επιβιώσει στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου.

Ο Ζέμαν δεν καταδέχεται να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του ούτε στις έδρες-φόβητρο της χώρας. Οι απόψεις του γίνονται σιγά-σιγά γνωστές σε όλους: «Στην Ιταλία οι προπονητές φοβούνται πως αν χάσουν ένα ματς, μπορεί να χάσουν και τη δουλειά τους. Γι’αυτό και οι περισσότερες ομάδες προσπαθούν κυρίως να χαλάσουν το παιχνίδι του αντίπαλου, παρά να παίξουν οι ίδιες. Αυτό απέχει χιλιόμετρα από τη δικιά μου νοοτροπία».

Η ρομαντική προσέγγιση του στο παιχνίδι («Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές όχι λόγω των εταιρειών και των… φαρμακευτικών. Αλλά γιατί σε κάθε μία γωνία του πλανήτη υπάρχει ένα παιδάκι που κλωτσάει μία μπάλα») σε συνδυασμό με την λίγο μποέμ εικόνα του στις συνεντεύξεις και στον πάγκο, εκεί όπου κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο («Δεν μετράω πόσα καπνίζω τη μέρα γιατί αυτό θα μου προκαλούσε νευρικότητα κι έτσι θα κάπνιζα περισσότερο»), τον μετέτρεψαν σύντομα σε μια γαμάτη καλτ φιγούρα του ιταλικού ποδοσφαίρου. Ένας μικρός ποδοσφαιρικός χίπης σε μια χώρα που η επαγγελματική νίκη με 1-0 θα μπορούσε άνετα να ήταν στίχος στον εθνικό της ύμνο. «Ειλικρινά πιστεύεις ότι μια ομάδα που κερδίζει με 1-0 είναι πιο ισορροπημένη από μια που κερδίζει με 5-4;» είχε ρωτήσει σε μια συνέντευξη έναν Ιταλό δημοσιογράφο.

Σε αντίθεση με τον κουλ Ζέμαν των αγώνων, που ζούσε για το θέαμα της Κυριακής («Παραμένω στο ποδόσφαιρο για τη διασκέδαση. Δεν πηγαίνω στον κινηματογράφο από τότε που απαγόρεψαν το κάπνισμα στην αίθουσα. Στον πάγκο όμως μπορώ να σταθώ με ένα τσιγάρο για δυο ώρες και να απολαύσω μια υπέροχη κίνηση της ομάδας μου. Αυτό είναι το μόνο που επιζητώ»), ο Ζέμαν των προπονήσεων ήταν ένα αυστηρό αφεντικό που έφτανε τους παίκτες του στα όρια τους. Όταν τον κατηγορούσαν για την ένταση των προπονήσεων του, απαντούσε «κανένας δεν έχει πεθάνει εξαιτίας τους».

«Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης μαζί του δεν μπορούσα να ανέβω ούτε τα σκαλιά του σπιτιού μου. Αλλά όλη αυτή η δουλειά είχε ένα στόχο κι εσύ, σαν παίκτης, τον καταλάβαινες πολύ καλά. Δεινοπαθούσαμε στην προπόνηση αλλά όταν τελικά η ομάδα έμπαινε στο γήπεδο και έπαιζε όπως μας είχε δείξει, τότε το αποτέλεσμα ήταν μια απόλαυση. Και όλοι μας το ευχαριστιόμασταν» δήλωσε αρκετά χρόνια μετά ο Τζουζέπε Σινιόρι, που ήταν ένας από εκείνους τους άγνωστους νεαρούς που γαλουχήθηκαν δίπλα του και μετά έκαναν σπουδαία καριέρα σε μεγαλύτερες ομάδες.

Η ανάδειξη νέων ταλέντων ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό που έκανε ξεχωριστό τον «Il Boemo», που δεν δίστασε ποτέ να χρησιμοποιήσει έναν μικρό σε κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Υπάρχουν πολλοί προπονητές σήμερα που απλά δίνουν οδηγίες στο γήπεδο, χωρίς να προσπαθούν να βελτιώσουν τους παίκτες. Υπάρχουν και κάποιοι λίγοι όμως που προσπαθούν να τους διαμορφώσουν. Νιώθω ότι είμαι ένας απ’αυτούς τους λίγους». Από τη χρυσή εκείνη φουρνιά της Φότζια τέσσερις παίκτες έφτασαν μέχρι την εθνική Ιταλίας. Τα επόμενα χρόνια από τα χέρια του Τσέχου πέρασαν πιτσιρίκια που πλέον τα ξέρει όλος ο πλανήτης. Ανάμεσα τους ο Τόττι, ο Νέστα, ο Ινσίνιε, ο Βεράτι και o Ιμόμπιλε. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι εξέλιξη θα είχαν αν δεν βρισκόταν στο δρόμο τους ο Ζέμαν και η ιδιαίτερη ποδοσφαιρική αντίληψη του. Το σίγουρο είναι ότι σχεδόν όλοι τους όταν μιλάνε γι’αυτόν, το στόμα τους στάζει μέλι.

Οι δρόμοι του Ζέμαν και της Φότζια χώρισαν το 1994, όταν δέχτηκε την πρόταση της Λάτσιο, θεωρώντας πως είχε φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Στα τρία χρόνια που πέρασε με τη Φότζια στην πρώτη κατηγορία η ομάδα όχι μόνο δεν απειλήθηκε ποτέ με υποβιβασμό αλλά έφτασε κοντά και στην πρώτη έξοδο της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Την πρώτη της σεζόν μάλιστα τέλειωσε το πρωτάθλημα με την δεύτερη καλύτερη επίθεση (πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Μίλαν των τρομερών Ολλανδών), σκοράροντας σε 7 παιχνίδια τουλάχιστον 3 γκολ! Το ‘Θαύμα της Φότζια’ ή αλλιώς η ‘Zemanlandia’, όπως έμεινε γνωστό το πέρασμα του από εκεί, έβαλε την ομάδα για τα καλά στον εγχώριο ποδοσφαιρικό χάρτη, της πρόσφερε αρκετούς νέους φιλάθλους, έγινε τραγούδι από τον Αντονέλο Βεντίτι, θέμα αρκετών ποδοσφαιρικών ντοκιμαντέρ και σημάδεψε το Καμπιονάτο εκείνης της εποχής. Με τη φυγή του Ζέμαν η Φότζια επανήλθε άμεσα στην ανυποληψία: υποβιβάστηκε και δεν επέστρεψε ποτέ στην πρώτη κατηγορία.

Ούτε όμως και ο ίδιος ο Ζέμαν κατάφερε κάπου αλλού κάποια ανάλογη επιτυχία. Το πέρασμα του από τις δυο μεγάλες ομάδες της Ρώμης δεν κατέστρεψε τον μύθο του αλλά δεν του χάρισε και κάποιον τίτλο. Οι κατηγορίες για ντοπάρισμα που εξαπέλυσε αργότερα εναντίον της Γιουβέντους τον στιγμάτισαν και, σύμφωνα με τον ίδιο τουλάχιστον, τον έστειλαν στη λίστα των ανεπιθύμητων της Ιταλίας. Ακολούθησαν αρκετές μικρές αλλά και μεγάλες αποτυχίες εντός και εκτός Ιταλίας. Το 2010 επέστρεψε στη Φότζια που τότε έπαιζε στην 3η κατηγορία. Τη μέρα της ανακοίνωσης της πρόσληψης η ομάδα έδωσε 3.000 εισιτήρια διαρκείας! Ο στόχος όμως της ανόδου δεν υλοποιήθηκε και στο τέλος της σεζόν ο Ζέμαν παραιτήθηκε.

Λίγους μήνες μετά ανέλαβε να οδηγήσει την Πεσκάρα στο Καμπιονάτο και τα κατάφερε με έναν τρόπο που θύμισε κάτι από τη Φότζια των 90s: Φουλ επιθετικό ποδόσφαιρο, αρκετοί ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και πρώτη θέση στη Serie B με 90 γκολ σε 42 ματς («Αν μπορείς να σκοράρεις 90 γκολ τότε δεν πρέπει να σε ανησυχεί ιδιαίτερα πόσα θα δεχτείς»)! Ακολούθησαν η Ρόμα, η Κάλιαρι και η ελβετική Λουγκάνο πριν επιστρέψει πέρσι στον πάγκο της Πεσκάρα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Κολλημένος στις ιδέες του, αρνείται να συμβιβαστεί και να αλλάξει οπτική κι αυτό το πληρώνει συνέχεια τα τελευταία χρόνια. «Θέλω η ομάδα μου να διασκεδάζει πάντα το κοινό και να του προσφέρει έντονα συναισθήματα». Η απόλυση και η αγωνιστική αποτυχία δεν τον φόβιζαν ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα ατιμωτικό στο να τερματίζεις τελευταίος, αν έχεις παίξει με αξιοπρέπεια» δηλώνει με πάθος.

Το 2012 σε μια συνέντευξη του όταν ρωτήθηκε για τον Ζοσέ Μουρίνιο τον αποκάλεσε «μέτριο προπονητή» που, αν και κοουτσάρει παίκτες παγκόσμιας κλάσης, συχνά-πυκνά ο πρωταρχικός στόχος του είναι να καταστρέψει το παιχνίδι των αντιπάλων. Η πρόκληση του δεν έμεινε, φυσικά, αναπάντητη από τον Πορτογάλο. «Ώστε εγώ είμαι ένας μέτριος προπονητής; Ok! Σέβομαι κάθε άποψη. Ποιος είναι όμως ο Ζέμαν; Δεν τον γνωρίζω. Που ακριβώς παίζει; Είναι προπονητής; Συγγνώμη αλλά δεν το ήξερα. Τώρα που έχω μερικές μέρες άδεια θα ψάξω στο google για να δω ποιος είναι και τι έχει κερδίσει στην καριέρα του».

Αν ο Πορτογάλος έκανε πράγματι την αναζήτηση, είναι σίγουρο πως δεν θα εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα. Ο Ζντένεκ Ζέμαν πρόσφερε θέαμα κάθε Κυριακή σε χιλιάδες ανθρώπους τη δεκαετία του 90′, έφτιαξε από το πουθενά ένα υπέροχο ποδοσφαιρικό παραμύθι σε ένα πρωτάθλημα στο οποίο κυριαρχούσε μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και βοήθησε στην ανάδειξη μερικών πολύ σπουδαίων παικτών, μεταλαμπαδεύοντας τους μερικές αυθεντικά ρομαντικές ποδοσφαιρικές ιδέες και αντιλήψεις, αλλά από τίτλους και βραβεία το μόνο που έχει να επιδείξει είναι δυο πρωταθλήματα στη Serie B.

Η έλλειψη χειροπιαστών επιτυχιών τον κατατάσσει άμεσα στους αποτυχημένους. Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν και «αιώνιο λούζερ». Η απάντηση του; «Μερικές φορές οι ηττημένοι είναι αυτοί που δίνουν περισσότερα στο ποδόσφαιρο από τους νικητές. Ελπίζω εγώ να έχω δώσει κάτι παραπάνω και κάτι διαφορετικό όλα αυτά τα χρόνια».

Τζόνι Χέινς: O μαέστρος του Λονδίνου

  [1 Σχόλιο]

Αν υπάρχει κάτι στο αγγλικό ποδόσφαιρο που το κάνει τόσο διαφορετικό και περισσότερο αγαπητό -για μεγάλη μερίδα ποδοσφαιρόφιλων ανά τον κόσμο- αυτό δεν είναι άλλο από τις πολλές ιστορίες αγάπης και αφοσίωσης κορυφαίων παικτών σε «μικρές» και μικρομεσαίες ομάδες. Αυτός ο ποδοσφαιρικός ρομαντισμός που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Από την αρχή της FA υπάρχουν πάρα πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Άλλες γνωστές και άλλες όχι. Ποδοσφαιριστές που έμειναν πιστοί σε ένα και μόνο σύλλογο, στερώντας απ’ τον εαυτό τους τη διεκδίκηση τροπαίων. Σπουδαίοι σούπερ σταρ, που «σφάζονταν» για την υπογραφή τους τα κορυφαία κλαμπ εντός αλλά και αρκετές φορές εκτός Νησιού. Παίκτες-σύμβολα που έμειναν πιστοί στο σύλλογο που τους ανέδειξε και στους οπαδούς αυτού, ακόμα και όταν είδαν την ομάδα τους να πέφτει κατηγορία (ή να μην ανεβαίνει) ενώ πολλοί εξ αυτών -ανάλογα με την περίοδο- υπήρξαν ακόμα και αρχηγοί για τη φανέλα με τα «Τρία Λιοντάρια» στο στήθος.

Στη σκέψη αν υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που  να ταιριάζουν -άψογα- όλα τα παραπάνω στο πρόσωπό του, αυτός μπορεί να βρεθεί εύκολα στο πρόσωπο του Τζόνι Χέινς της Φούλαμ. Τον «μαέστρο» του Λονδίνου όπως τον βάφτισαν οι δημοσιογράφοι της εποχής. Ένα προσωνύμιο που δεν απείχε καθόλου απ’ την πραγματικότητα. Ίσως τον κορυφαίο μεσοεπιθετικό που έβγαλε η Αγγλία στα 50s και τα 60s. Έναν απ΄τους κορυφαίους παίκτες που γνώρισε ποτέ το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο και που πολλοί ποδοσφαιρόφιλοι των ημερών μας -δυστυχώς- αγνοούν τα κατορθώματά του λόγω του γεγονότος πως δεν έπαιζε σε κάποιο μεγαθήριο αλλά σε μια πραγματικά «μικρή» και αδύναμη ομάδα.

Αυτό που χαρακτήριζε τον Χέινς (εκτός του μαγικού αριστερού του ποδιού) ήταν ο συνδυασμός της άρτιας τεχνικής με την απίστευτη αντίληψη που είχε για το παιχνίδι. O συμπαίκτης του για πολλά χρόνια, Τόνι Μπάρτον, έλεγε πως το κοντρόλ του Χέινς ήταν το καλύτερο που είχε δει ποτέ και πως οι γνώσεις του σε θέματα τακτικής ήταν στα ίδια επίπεδα με των κορυφαίων προπονητών της εποχής. Ο Χέινς κινούμενος -κυρίως- πίσω από τους φουνταριστούς επιθετικούς είχε την ικανότητα να βγάζει τέλειες πάσες -και με τα δυο του πόδια- εν κινήσει, ακόμα και όταν είχε πλάτη σε αυτούς, και δεν ήταν δυνατό να δει τις κινήσεις τους και τα κοψίματά τους. Ακόμα και όταν είχε κολλημένο πάνω του ένα ή και δύο αντιπάλους ήταν ασταμάτητος λόγω της καταπληκτικής του τεχνικής και της οξυδέρκειας του. Απ’ την άλλη, το γεγονός πως διέθετε και τρομακτικά αθλητικά προσόντα και μπορούσε να τρέχει όπως ένας τυπικός αμυντικός χαφ της εποχής, και κυρίως να πρεσάρει ανελέητα, τους αντιπάλους του, τού έδινε τον χαρακτήρα του παίκτη που -πολύ απλά- ήταν έτη φωτός μπροστά απ’ την εποχή του. Και αυτή ήταν η αλήθεια, δίχως κανένα ίχνος υπερβολής.

Όταν η Αγγλία ταξίδεψε στο Μαρακανά το 1959 για να αγωνιστεί μπροστά σε 160.000 κόσμο, απέναντι στην Βραζιλία του Πελέ (σε μια «φιλική» αναμέτρηση που είχε βρει νικήτρια τη Σελεσάο με 2-0), το παιχνίδι του Χέινς ήταν τόσο τέλειο και οι πάσες του είχαν τέτοιο ποσοστό επιτυχίας που έκαναν τον σπουδαίο Βραζιλιάνο να δηλώσει πως: «O Τζόνι Χέινς είναι ο κορυφαίος πασέρ που έχω δει στη ζωή μου». Μια φράση που ακολουθούσε τον σπουδαίο Άγγλο μέχρι το τέλος της καριέρας του και έδειχνε περίτρανα το μέγεθος της τεράστιας αξίας του. Φυσικά και ο Χέινς δεν ήταν διάσημος μόνο για τις περίφημές του πάσες, το οργανωτικό του χάρισμα και τις ασίστ του αλλά και για τα φοβερά του τελειώματα. Τελειώματα από κάθε απόσταση και με τα δύο πόδια. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως μέχρι να εμφανιστεί  στα 80s ο σπουδαίος Ουαλός επιθετικός Γκόρντον Ντέιβις και να σπάσει το ρεκόρ τερμάτων του Άγγλου «μαέστρου», ο Τζόνι Χέινς ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Φούλαμ με 158 γκολ. Τα περισσότερα από αυτά, με σουτ εκτός περιοχής, να φεύγουν μοιρασμένα (και ζυγισμένα) και από το αριστερό αλλά και από το δεξί του πόδι.

Ο Χέινς γεννήθηκε το ’34 στο Λονδίνο και στα 15 του χρόνια -αφού άφησε το σχολείο-, και ενώ τον ήθελαν τόσο η Άρσεναλ όσο και η Τότεναμ, επέλεξε να υπογράψει στην άσημη Φούλαμ μιας και γνώριζε ότι εκεί θα είχε περισσότερες πιθανότητες και ευκαιρίες για να διακριθεί και να ξεδιπλώσει το σπουδαίο ταλέντο του. Θα πραγματοποιήσει το επίσημο ντεμπούτο του για τη Φούλαμ στην Boxin’ Day του 1952 απέναντι στη Σαουθάμπτον και δύο χρόνια αργότερα, λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, θα κάνει ντεμπούτο και για την Αγγλία σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Βόρεια Ιρλανδία στο Μπέλφαστ. Σε εκείνο το παιχνίδι μάλιστα έγινε ο πρώτος παίκτης που εκπροσωπούσε την Αγγλία και στα 5 ηλικιακά επίπεδα, από την σχολική ομάδα δηλαδή μέχρι και τους άνδρες, σκοράροντας και το ένα απ’ τα δύο τέρματα των Άγγλων, στη νίκη με 2-0. Το αγγλικό ποδόσφαιρο είχε βρει τον νέο του ήρωα. Τον τέλειο παίκτη που θα εξελισσόταν σε ηγέτη και αρχηγό της εθνικής, σε μια περίοδο μάλιστα που η Βρετανία διέθετε (και έβγαζε) πολλούς παίκτες με σπάνια τεχνικά χαρίσματα και ηγετικά προσόντα. Σε μια εποχή που η εθνική Αγγλίας είχε δύο ισάξιες 11αδες, γεμάτες και οι δύο με αθλητές σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας.

Ο ηγέτης της Φούλαμ ήταν το σημείο αναφοράς της ομάδας του Γουόλτερ Γουίντερμποτομ στα 50s. Ο σπουδαίος αρχηγός. Ο ηγέτης εντός και εκτός των τεσσάρων γραμμών. Αυτός που ανέβαζε αγωνιστικά αλλά και πνευματικά τους συμπαίκτες του κι ας αγωνίζονταν οι περισσότεροι σε ομάδες που έκαναν πρωταθλητισμό -σε πλήρη αντίθεση δηλαδή με τον ίδιο. Ο ποδοσφαιριστής που όταν ήταν στην μέρα του (πολύ συχνά δηλαδή) η Αγγλία δεν έχανε με τίποτα, και για κανένα λόγο και αν έχανε, έχανε ματώνοντας στο χορτάρι. Για να καταλάβει καλύτερα κάποιος την αξία του Χέινς  να αναφέρω πως μέτρησε 56 συμμετοχές με το εθνόσημο, σημειώνοντας 18 τέρματα, φορώντας το περιβραχιόνιο 22 φορές και εκπροσωπώντας τη χώρα του σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα (’58 και 62′), σε μια περίοδο μάλιστα που η Φούλαμ δεν αγωνίζονταν στην πρώτη κατηγορία της χώρας αλλά στη δεύτερη. Κάτι που φυσικά αποτελεί μοναδικό και σπάνιο φαινόμενο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο Τζόνι Χέινς διαδέχτηκε στην αρχηγία της εθνικής τον σπουδαίο, και πρώτο παίκτη που έφτασε τις 100 συμμετοχές με την Αγγλία, τον Μπίλι Ράιτ. Ένα παίκτη που πέρασε και αυτός ολόκληρη την καριέρα του με τα χρώματα μίας και μόνο ομάδας. Της Γουλβς. Σε μία περίοδο όμως που οι «λύκοι» ήταν μια ομάδα που διεκδικούσε -και κατακτούσε- πολλούς και σπουδαίους τίτλους.

Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ο Τζόνι Χέινς πέρασε τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του στην δεύτερη κατηγορία της Αγγλίας και αν και -ανά περιόδους- είχε σπουδαίους συμπαίκτες όπως ο Μπόμπι Ρόμπσον, ο Τζορτζ Κόεν και ο Τος Τσαμπερλέιν, η Φουλάμ εκείνων των ετών έμεινε γνωστή ως «Η Φούλαμ του Χέινς και των 10 υπολοίπων» κυρίως επειδή δεν κατάφερε ποτέ να κερδίσει κάποιο τρόπαιο. Κάτι που συνεχίζεται μέχρι και στις μέρες μας. Απ’ την άλλη, ο σπουδαίος μεσοεπιθετικός δεν βρέθηκε ούτε στο Μουντιάλ του ’66 μιας και είχε αποσυρθεί απ’ την εθνική στα 27 του χρόνια λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού που είχε στο γόνατο και του στερούσε -στο δικό του πάντα μυαλό- τη δυνατότητα να αγωνίζεται στο 100% των δυνατοτήτων του. Κάπως έτσι ο Χέινς έχασε την σπουδαία ευκαιρία να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο μπροστά σε ένα κοινό που τον λάτρευε στο Ναό του ποδοσφαίρου. Το ιστορικό Γουέμπλεϊ. Το περίεργο είναι πως ο τραυματισμός προήλθε σε ατύχημα με αυτοκίνητο και όχι σε κάποιο γήπεδο, την ίδια περίοδο μάλιστα που τον ήθελαν τόσο η ιταλική Μίλαν όσο και η Τότεναμ του Μπιλ Νίκολσον, στην καλύτερη περίοδο της ιστορίας της.

Ο Νίκολσον ήθελε τον Χέινς για να αντικαταστήσει τον σπουδαίο Τζον Γουάιτ που είχε σκοτωθεί από κεραυνό καθώς έπαιζε γκολφ με τον συμπαίκτη του Τέρι Μέντγουικ το ’64 στην έναρξη της σεζόν και αποτελούσε τότε τον ηγέτη των «σπριρουνιών». Την ίδια περίοδο η Φούλαμ και ενώ βρίσκεται πλέον στην πρώτη κατηγορία, θα κάνει τον Χέινς τον πιο ακριβοπληρωμένο ποδοσφαιριστή στην Βρετανία αμείβοντας τον με 100 λίρες τη βδομάδα, σε μια περίοδο που ο μέσος μισθός στην Αγγλία δεν ξεπερνούσε τις 15 λίρες. Για να καταλάβετε καλύτερα τα μεγέθη της εποχής να πω πως ο μισθός του σπουδαίου εξτρέμ Τζίμι Χιλ της Νόριτς -που είχε πάρει μεταγραφή για 25.οοο λίρες στην Έβερτον- δεν ξεπερνούσε τις 20 λίρες. Οι 20 λίρες ήταν πάνω-κάτω ο μάξιμουμ μισθός ενός κορυφαίου ποδοσφαιριστή της εποχής για την Αγγλία. Σύμφωνα πάντα με τον Τζόνι Τζάιλς της Λιντς -έναν εκ των πιο σκληρών παικτών που γνώρισε ποτέ το άθλημα- ο Τζόνι Χέινς ήταν ο καλύτερος παίκτης που είχε δει ποτέ να αγωνίζεται. Και εκείνα τα χρόνια, για όσους δεν το γνωρίζουν, οι παίκτες της Λιντς δεν είχαν να πουν καλή κουβέντα για κανένα αντίπαλο και για καμία ομάδα.

Ο Τζόνι Χέινς ήταν για 18 χρόνια η «όαση» του Κρέιβεν Κότζατζ για την μικρούλα Φούλαμ και ο παίκτης που χάριζε σπάνιες ποδοσφαιρικές παραστάσεις -και συγκινήσεις- στους φιλάθλους ολόκληρης της Αγγλίας. Οι 658 συμμετοχές του δεν πρόκειται να ξεπεραστούν ποτέ για τον σύλλογο όπως και το γεγονός πως δεν άφησε ποτέ το κλαμπ γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται να διεκδικήσει με αξιώσεις κάποιο τρόπαιο. Όπως και έγινε δηλαδή. Οι Άγγλοι θα τον μνημονεύουν πάντα για εκείνη την απίστευτη εμφάνισή του απέναντι στην Σοβιετική Ένωση στο Γουέμπλεϊ, στις 22 Οκτωβρίου του ’58 όταν και οδήγησε την ομάδα στον θρίαμβο με 5-0, σε μια αναμέτρηση που σκόραρε χατ-τρικ δείχνοντας σε ολόκληρη την Ευρώπη το μέγεθος του -τεράστιου- ταλέντου του. Με το σφύριγμα της λήξης μάλιστα κόντρα στους Σοβιετικούς, συμπαίκτες και απλοί φίλαθλοι σήκωσαν τον Χέινς στον αέρα κάνοντας τον γύρο του θριάμβου και δίνοντάς του να καταλάβει πόσο σπουδαίος ήταν για ολόκληρο το ποδόσφαιρο της Αγγλίας αλλά και για την ίδια τη χώρα που στο πρόσωπό του έβλεπε έναν σπουδαίο «ήρωα».

Στις 17 Ιανουαρίου του 1970 ο Τζόνι Χέινς θα αγωνιστεί για τελευταία φορά μπροστά στο κοινό της Φούλαμ, στην ισοπαλία με 1-1 με την  Στόκπορτ Κάουντρι για την 3η κατηγορία, και λίγους μήνες αργότερα, έχοντας ουσιαστικά αποσυρθεί από την ενεργό δράση, στα 36 του χρόνια, θα αποδεχτεί την πρόσκληση του καλού του φίλου Μπάτζι Μπάιρν, που έχει αναλάβει εκείνα τα χρόνια την Ντούρμπαν Σίτι στη Νότια Αφρική, για να  αγωνιστεί για μία σεζόν με τα χρώματά της, σε -σχεδόν- ερασιτεχνικό επίπεδο. Το τέλος της σεζόν θα τον βρει πρωταθλητή για πρώτη και μοναδική φορά στην τεράστια καριέρα του.

Ο Χέινς θα λατρέψει τη ζωή στην Αφρική και θα παραμείνει εκεί μέχρι τα μέσα του 1980 παίζοντας γκολφ και δίνοντας απλόχερα τις συμβουλές του για την ανάπτυξη του αθλήματος στην αφρικανική χώρα. Η επιστροφή στην Ευρώπη θα τον βρει στο Εδιμβούργο όπου και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 18 Οκτωβρίου του 2005 μετά από τροχαίο, έχοντας ως συνοδηγό την τρίτη του σύζυγο. Στις 29 Αυγούστου του 2009 η Φούλαμ θα τιμήσει τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή τοποθετώντας το άγαλμά του έξω από το γήπεδο της και θυμίζοντας σε όλους πως για την λευκή της φανέλα αγωνίστηκε κάποτε ένας απ’ τους σπουδαιότερους παίκτες που έβγαλε η Αγγλία. Ο Τζόνι Χέινς. Ο κορυφαίος «μαέστρος» του Λονδίνου και ένας απ΄τους μεγαλύτερους αρχηγούς που γνώρισε ποτέ η εθνική Αγγλίας.

Γκι Ρου: Ο άνθρωπος που έφτιαξε την Οσέρ

  [6 Σχόλια]

Ήταν περισσότερα από 50 χρόνια πριν, όταν μια μικρή, παντελώς άγνωστη ομάδα της Βουργουνδίας, έψαχνε προπονητή. Ένας 22χρονος νεαρός έστειλε γραπτά την αίτησή του. Μέσα σε αυτή έγραφε ότι ήταν διατεθειμένος να κάνει τα πάντα γι’ αυτή τη δουλειά, ακόμα και να κόβει ξύλα. Ο γεννημένος στην Αλσατία, αλλά μεγαλωμένος στην περιοχή της μικρής πόλης Οσέρ, Γκι Ρου δεν είχε καμία προπονητική εμπειρία. Ήταν ποδοσφαιριστής, η αλήθεια όμως είναι ότι ποτέ δεν ήταν τόσο καλός και το ήξερε κι ο ίδιος. Γι’ αυτό αποφάσισε να αλλάξει καριέρα. Ο Ρου είχε μόλις επιστρέψει από την Αγγλία όπου κατάφερε να παρακολουθήσει για περίπου ένα μήνα τις προπονήσεις της Κρίσταλ Πάλας (που ήταν στις πολύ χαμηλές κατηγορίες τότε). Αυτά ήταν όλα κι όλα τα προσόντα στο βιογραφικό του.

Ίσως όμως αυτό που μέτρησε παραπάνω ήταν ότι υποσχέθηκε πως θα έχει πάντα ισορροπημένο ισολογισμό, δεν θα ξόδευε τα χρήματα της ομάδας και κυρίως ότι ζητούσε τα λιγότερα χρήματα από τους άλλους υποψήφιους, μόλις 600 γαλλικά φράγκα τον μήνα. Ο πρόεδρος Αμέλ κατέληξε στο Ρου και παρ’ ότι δεν το ήξερε τότε, άλλαξε για πάντα την ιστορία ενός συλλόγου που πιθανότατα δεν θα ήξερε κανείς μας τώρα, μια που όταν ανέλαβε ο Ρου βρισκόταν στην 5η κατηγορία του γαλλικού πρωταθλήματος, στα τοπικά της Βουργουνδίας.

Ο Γκι Ρου χαλάει φωλιές από τυφλοπόντικες… (μη ρωτάτε)

Ο Γκι Ρου δεν έγινε απλά ο προπονητής της Οσέρ, έγινε η ίδια η Οσέρ ξεπερνώντας παραδείγματα όπως του Ευγένιου Γκέραρντ και του Άλεξ Φέργκιουσον. Ο σύλλογος ήταν ουσιαστικά δικός του, αναλαμβάνοντας τα πάντα. Αρχικά πήγε ο ίδιος στους κτηνοτρόφους της περιοχής για να τους πείσει να κάνουν δωρεά την κοπριά τους για το χορτάρι των γηπέδων. Έκανε πάντα τον έλεγχο για την εξωγηπεδική ζωή των παικτών του. Έφτιαξε το δικό του δίκτυο κατασκόπων που τον ενημέρωνε για κάθε παράπτωμα ποδοσφαιριστή. Όταν έγινε γνωστό ότι ο πιτσιρικάς Μπαζίλ Μπολί (που θα γινόταν ένας από τους σπουδαιότερους αμυντικούς στο γαλλικό πρωτάθλημα) έκανε… μαντραπήδα από τις εγκαταστάσεις της Οσέρ τις νύχτες, ο Γκι Ρου πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Ο Μπολί πήδηξε τα κάγκελα, αλλά βρήκε το παπί του κλειδωμένο με λουκέτο και τον κόουτς να κρατάει το κλειδί. Μάλιστα ο Μπολί για τιμωρία έπρεπε να πληρώσει από τον μισθό του, τα έξοδα για το λουκέτο. Ήταν τέτοια η ενασχόληση του Γάλλου προπονητή με τους παίκτες, που η γαλλική κωμική σειρά Les Guignols με τις κούκλες τον παρουσίαζε σε επεισόδιο να βάζει τους ποδοσφαιριστές του για ύπνο και να τους σκεπάζει. Ο αστικός μύθος λέει ότι έχει θεαθεί μεταμεσονύχτια να τραβάει παίκτες από το γιακά έξω από νυχτερινά κέντρα, ενώ τον έχουν δει χαράματα να είναι έξω από το σπίτι ποδοσφαιριστών και να βάζει τα χέρια στη μηχανή για να δει αν είναι ακόμα ζεστή ή να ελέγχει τα χιλιόμετρα του αυτοκινήτου.

Για όποιον ξέρει γαλλικά αξίζει, περίπου στο 1′ είναι στο.. μαιευτήριο για να βρει νέα ταλέντα

O Γκι Ρου ήταν ο μπαμπάς του λόχου. Όχι όμως ο καλοκάγαθος πατερούλης. Το αντίθετο. Όλοι μιλάνε για έναν μικρό δικτάτορα κι οι εχθροί του λένε για έναν τύραννο. Έτσι όμως, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια, ο Γκι Ρου κατάφερε να κοουτσάρει την Οσέρ για πάνω από 2000 αγώνες και να σπάσει κάθε ρεκόρ με 44 σεζόν στους πάγκους της ομάδας. Από τα χέρια του βγήκαν μερικά από τα μεγαλύτερα ταλέντα του γαλλικού ποδοσφαίρου. Ερίκ Καντονά, Τζιμπρίλ Σισέ, Φιλίπ Μεξές, Λοράν Μπλαν, Μπαζίλ Μπολί. Ο Ρου ξεκίνησε το 1961 ως παίκτης-προπονητής, αλλά σύντομα αρκέστηκε μόνο στο δεύτερο. Το 1979 η Οσέρ έφτασε στον τελικό του κυπέλλου Γαλλίας (χάνοντας στην παράταση από την πρωταθλήτρια Ναντ), παρ’ ότι ομάδα Β’ εθνικής και την επόμενη σεζόν ανέβηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της στη Λιγκ 1. Κατέκτησε 4 κύπελλα Γαλλίας, 1 Ιντερτότο και έφτασε στην μεγαλύτερη στιγμή της ιστορίας της το 1995-96 όταν και κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα και ταυτόχρονα νταμπλ στην ιστορία της. Με παίκτες όπως οι Μπλαν, Ταρίμπο Γουέστ, Γκιβάρς, Ντανζού, Λαμουσί και Μαρτάν. Ο Ρου δεν έμενε στάσιμος, ψαχνόταν πάντα, άλλαζε τακτικές, αλλά όχι χαρακτήρα.

Είχε όμως και ευρωπαϊκές πορείες με μεγάλες νίκες απέναντι σε ομάδες όπως η Μίλαν ή αργότερα ο Άγιαξ του φαν Γκαλ τον οποίο και απέκλεισε για να φτάσει στα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ και να χάσει στα πέναλτι από τη Ντόρτμουντ. Ο Ρου γνωρίζοντας ότι η Οσέρ δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταγωνιστεί πλούσιες ομάδες είχε αποφασίσει η ομάδα να επενδύει στις Ακαδημίες. Αυτό έκανε όταν το 1980 κέρδισε την άνοδο στη Λιγκ 1. Αντί η ομάδα να κάνει μεταγραφές, έριξε όλα τα χρήματα στις υποδομές.

Επική διαφήμιση με τον Γκι Ρου να αναλαμβάνει παίκτη, να τον γυμνάζει, να του μαγειρεύει και στο τέλος να του χαλάει το τυχερό

Οι ιστορίες για τη ζωή του Γκι Ρου είναι τόσες πολλές που δεν χωράνε σε ένα κείμενο. Όπως αυτή που διηγήθηκε για το ταξίδι του στην Κούβα το 1993 για διακοπές. Ένα βράδυ και ενώ κοιμόταν, κατά τις 5 το πρωί η πόρτα του χτύπησε. Ήταν η αστυνομία και του είπε να ντυθεί γιατί τον ήθελε ο… αρχηγός του κράτους. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχεις πολλές επιλογές. Ο Γκι Ρου ετοιμάστηκε και πήγε στον Φιντέλ Κάστρο. Ο Κάστρο δεν άντεχε να βλέπει τα παιδιά της χώρας να παίζουν μπέιζμπολ (για όσους δεν γνωρίζουν η Κούβα είναι μεγάλη μπειζμπολομάνα), ένα αμερικάνικο άθλημα. Τα μικρά «κουβανεζάκια» πρέπει να μάθουν ποδόσφαιρο, που είναι το άθλημα των επαναστατών. Γι’ αυτό προτείνει στο Ρου να αφήσει την Οσέρ να έρθει να μάθει μπαλίτσα στη νεολαία της χώρας και αν σε δυο χρόνια τα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο αντί για μπέιζμπολ θα του χαρίσει ένα νησί (!). Ο Ρου σύμφωνα με τα λεγόμενά του αρνήθηκε, πρότεινε να έρθει μετά από ένα χρόνο για να διδάξει προπονητές, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Γνωστός τσιγκούνης (λέγεται ότι καλούσε δημοσιογράφους για δείπνο και στο τέλος τους έλεγε: «η εφημερίδα σου τα πάει καλά, πουλάει αρκετά» για να πληρώσουν αυτοί), έχει παίξει σε πολλές διαφημίσεις επειδή ακριβώς «για να το αγοράζει αυτό ο Ρου, θα είναι ευκαιρία», ενώ το Football Manager κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1993 ως Γκι Ρου Μάνατζερ προς τιμήν του. Η προσωπικότητά του ξεφεύγει από το αθλητικό. Πολλοί λένε, ότι αν θέλει κάποιος να βγει δήμαρχος στην Οσέρ πρέπει να έχει τον Ρου μαζί του. Ο Σιράκ του έστελνε κάρτες τα Χριστούγεννα, ο Ζοσπέν ήταν φίλος του από τον στρατό, ενώ λέγεται ότι οι υπουργοί του Μιτεράν δεν έβρισκαν τον Πρόεδρο ποτέ, ενώ αν έπαιρνε ο Γκι Ρου, ο Φρανσουά το σήκωνε αμέσως.

Ο Γκι Ρου ήταν προπονητής της Οσέρ από το 1961 μέχρι το 2005. Με δύο μικρές διακοπές, μία όταν πήγε στρατό και μία πολύ αργότερα όταν αποφάσισε να γίνει τεχνικός διευθυντής, αλλά πολύ γρήγορα αναγκάστηκε να γυρίσει στους πάγκους της Οσέρ. Τελικά εγκατέλειψε την ομάδα με τον δικό του τρόπο, φεύγοντας σαν νικητής, μετά την κατάκτηση του κυπέλλου το 2005 (δυο χρόνια πριν το είχε κατακτήσει και πάλι, με μια καταπληκτική ομάδα με Σισέ, Μεξές, Καπό, Φαντιγκά απέναντι στην ΠΣΖ του Ροναλντίνιο). Ο Ρου έκανε ένα αποτυχημένο πέρασμα από τη Λανς δυο χρόνια αργότερα, όταν υπέγραψε διετές συμβόλαιο, αλλά έμεινε μόλις για 4 ματς και μετά έφυγε. Παρά τη συνταξιοδότησή του συνεχίζει να εμφανίζεται με διάφορα σχόλιά του. Το 2016 σε ένα φιλικό Γαλλίας-Ελβετίας στο Πιερ Μορουά της Λιλ δεν άντεξε να μη μιλήσει για το άθλιο χορτάρι. «Στη Γαλλία φτιάχνουμε AirBus, αλλά δεν ξέρουμε να κάνουμε χλοοτάπητες. Φτιάχνουμε ωραίους κήπους με λουλούδια, θάμνους σε σχηματισμούς, αλλά με το χορτάρι δεν ασχολούμαστε. Το μόνο γήπεδο με καλό χορτάρι είναι αυτό της ΠΣΖ και δεν είναι τυχαίο. Έφεραν άνθρωπο από την Αγγλία για να το φροντίζει». Πρόσφατα ήρθε σε κόντρα με τον Ζαν Πιερ Παπέν, όταν το όνομα του τελευταίου ακούστηκε για τον πάγκο της Οσέρ. Ο Ρου δεν ενέκρινε την επιλογή (η Οσέρ άντεξε επτά χρόνια χωρίς τον Γκι Ρου και το 2012 υποβιβάστηκε) και μίλησε υποτιμητικά για τον παλιό επιθετικό, ενώ μόλις πέρσι ξεσήκωσε αντιδράσεις όταν είπε ότι ο Πορτογάλος Ρενάτο Σάντσες αποκλείεται να είναι 18 και πρέπει να είναι 23 με 24. Στα 78 του συνεχίζει να σχολιάζει, να έχει άποψη και τη ζωντάνια που τον έκανε για 44 σεζόν να κάθεται στους πάγκους. Ένας παλιομοδίτης προπονητής με ένα αντιαισθητικό σκουφί, το στερεότυπο του Γάλλου επαρχιώτη, που κατάφερε όχι απλά να επιβιώσει στο ποδόσφαιρο, αλλά να αφήσει μια τεράστια κληρονομιά στο γαλλικό ποδόσφαιρο.

«Δεν είναι εύκολο να τα καταφέρεις για 44 χρόνια σε μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων, αν δεν έχεις τηλεοπτικό κανάλι, εργοστάσιο αυτοκινήτων ή δεν είσαι πρίγκιπας.»
– Γκι Ρου

 

Μπίλι Μπρέμνερ: Ο σπουδαιότερος παίκτης στην ιστορία της Λιντς

  [15 Σχόλια]

Αγγλία δεκαετία του 1960. Ο βρετανικός συντηρητισμός βρίσκεται στο απόγειό του. Η εθνική Αγγλίας ζει στιγμές δόξας μιας και υπάρχει μια σπουδαία φουρνιά ποδοσφαιριστών που, εν τέλει, θα οδηγήσει τα «τρία λιοντάρια» στην κορυφή του κόσμου το ’66, και φυσικά υπάρχουν ένα σωρό δυνατές ομάδες που σιγά-σιγά αρχίζουν να πρωταγωνιστούν και στην Ευρώπη. Ο Έρικ Κλάπτοπ θεωρείται (καθόλου άδικα) Θεός, οι Beatles γεμίζουν στάδια και πουλούν εκατομμύρια δίσκους και  το άθλημα του ποδοσφαίρου είναι σκληρό -πολλές φορές- στα όρια του αντιαθλητικού. Στο τελευταίο -που είναι και το θέμα μας- βρίσκει χώρο ένας κοντούλης, κοκκινοτρίχης, σκοτσέζος κεντρικός χαφ, πάντα έτοιμος να τσακωθεί με όλους (συμπαίκτες, προπονητές και κυρίως αντιπάλους), ακόμα και για την πιο αστεία αιτία. Το όνομά του είναι Μπίλι Μπρέμνερ και θεωρείται ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που έχει φορέσει τιμήσει την φανέλα της πάλαι ποτέ σπουδαίας ομάδας του Δυτικού Γιορκσάιρ. Αυτή -πάνω κάτω- είναι η δική του ιστορία.

Ο Μπρέμνερ γεννήθηκε το ’42 στο μικρό Στίρλινγκ, 70 χιλιόμετρα έξω από το Εδιμβούργο, από οικογένεια Προτεσταντών και αυτός ήταν ουσιαστικά και ο λόγος που -σε νεαρή ηλικία- αν και τον ήθελε η μεγάλη Σέλτικ, ο πατέρας του τού απαγόρευσε τη μεταγραφή λόγω της κόντρας που υπήρχε (υπάρχει και θα υπάρχει) ανάμεσα στις δύο ομάδες – η Σέλτικ για όσους δεν το γνωρίζουν είναι ομάδα των Καθολικών και ανάμεσα σε αυτή και την Ρέιντζερς υπάρχει σχέση μίσους (και όχι μόνο). Το ίδιο διάστημα, και ενώ ο Μπρέμνερ θεωρείται ένας κορυφαίος παίκτης στα σχολικά πρωταθλήματα της Σκωτίας, θα κοπεί τόσο από την Άρσεναλ όσο και απ’ την Τσέλσι λόγω του ύψους του, μιας και μετά βίας άγγιζε το 1.65 (στις μύτες των ποδιών). Τελικά, στα 17 του χρόνια, το τμήμα σκάουτινγκ της Λιντς θα τον φέρει στο Έλαντ Ρόουντ όπου θα υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο.

Προπονητής σε εκείνη τη Λιντς ήταν ο Τζακ Τέιλορ και συμπαίκτης του Μπρέμνερ ο άνθρωπος που τα επόμενα χρόνια θα οδηγούσε την ομάδα στις ενδοξότερες μέρες της, δημιουργώντας φυσικά τον σπουδαίο αγωνιστικό χαρακτήρα του παίκτη και μετατρέποντάς τον στον μεγαλύτερο ηγέτη που είχε ποτέ η ομάδα. Φυσικά και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντον Ρέβι. Τον μεγαλύτερο εχθρό δηλαδή που είχε ένας άλλος σπουδαίος εκείνων των ετών, ο Μπράιαν Κλαφ.

Ο Ρέβι υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μεσοεπιθετικούς στην Αγγλία και όταν ανέλαβε τα ηνία της Λιντς (το 1961) τα «παγώνια» δεν είχαν κερδίσει κανένα σπουδαίο τρόπαιο. Ποτέ. Με αυτόν στον πάγκο και τον Μπίλι Μπρέμνερ ηγέτη στη μεσαία γραμμή η Λιντς ανέβηκε στην μεγάλη κατηγορία και κατέκτησε τα πρωταθλήματα Αγγλίας του ’69 και του ’74. Επίσης κέρδισε το κύπελλο του ’72 και το Λιγκ Καπ του ’68 συμπληρώνοντας όλους τους εγχώριους τίτλους και βρέθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1973, όπου και ηττήθηκε απ’ την σπουδαία Μίλαν. Η «βρώμικη Λιντς» -όπως την αποκαλούσαν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι στο Νησί- ήταν το σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια στο αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά μετρούσε πολλούς περισσότερους εχθρούς από φίλους. Το παράδοξο βέβαια με εκείνη την ομάδα ήταν πως έπαιζε βρώμικα αν και είχε στις τάξεις της μερικούς εκ των σπουδαιότερων και ποιοτικότερων βρετανών παικτών της εποχής. Το αντιαθλητικό παιχνίδι της, όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, δεν ήταν λοιπόν από ανάγκη αλλά από καθαρή επιλογή του προπονητή και των παικτών της.

Ο Μπρέμνερ φυσικά και δεν ήταν ο ποιοτικότερος σε εκείνη την Λιντς μιας και υπήρχαν παίκτες όπως ο Τζακ Τσάρλτον, ο Έντι Γκρέι, ο Τζό Τζόρνταν και ο Πήτερ Λόριμερ. Ήταν όμως ο αρχηγός. Ο ηγέτης. Μια τεράστια σωματική και ψυχική δύναμη εγκλωβισμένη σε ένα τόσο δα μικρό σώμα. Το μεγαλύτερο σκατόπαιδο που μπορούσες να βρεις στο γήπεδο. Ο τραμπούκος που όταν κοιτάζει οι άλλοι χαμηλώνουν το κεφάλι. Ο αγροίκος θείος που έρχεται στο γιορτινό τραπέζι απ’ το χωριό και τρώει και το τραπεζομάντηλο. Ο παίκτης που δεν τολμούσες να περάσεις με μια περίτεχνη ντρίμπλα και φυσικά αυτός που δεν ήθελες με τίποτα να βρεθεί στο δρόμο σου όταν πας για γκολ, με τις ακονισμένες του τάπες να σε τρυπούν -όχι στα πόδια- αλλά σε ολόκληρο το σώμα. Ένα λυσσασμένο πίτμπουλ -ανεξέλεγκτο εντός των τεσσάρων γραμμών- να «γαβγίζει», να «δαγκώνει» και ενίοτε να χρησιμοποιεί και τις γροθιές του στα πρόσωπα των αντιπάλων, μέσα στα λασπωμένα γήπεδα της εποχής.

Ο Ρέβι απ’ την άλλη, ένιωθε περήφανος για το «δημιούργημά» του και την δική του Λιντς. «Σημασία έχει η νίκη και οι τίτλοι» έλεγε, μεγαλώνοντας κι άλλο την κόντρα με τον λάτρη του «όμορφου παιχνιδιού» Μπράιαν Κλαφ. Μια κόντρα που συνεχίστηκε ακόμα και όταν ο Κλαφ ανέλαβε την Λιντς, την ομάδα που τον μισούσε και την ομάδα που αυτός μισούσε, ίσως στον πιο περίεργο ποδοσφαιρικό «γάμο» που έχει γίνει ποτέ στα χρονικά του αθλήματος.

Αν πρέπει να βρούμε τρεις στιγμές (ανάμεσα σε τόσες πολλές) που να μπορούν να χαρακτηρίσουν -όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο- τον Μπίλι Μπρέμνερ και την φιλοσοφία εκείνης της Λιντς, αυτές δεν είναι άλλες από αυτές που θα διαβάσετε παρακάτω: Tο περιβόητο τάκλιν στον σπουδαίο Ντέιβ Μακάι της Τότεναμ το 1966 στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος. Το δολοφονικό μαρκάρισμα -από πίσω εννοείται- στον κορυφαίο επιθετικό της Τσέλσι Πήτερ Όσγκουντ (γνωστός και ως Μάγος του Ος), το 1970 στον επαναληπτικό του κυπέλλου Αγγλίας. Και φυσικά οι μπουνιές με τον Κέβιν Κίγκαν στο Γουέμπλεϊ στο Charity Shield του 1974, στις 9 Αυγούστου, κόντρα φυσικά στην Λίβερπουλ, με τον Κλαφ στον πάγκο της Λιντς, στο τελευταίο παιχνίδι του Σάνκλι στον πάγκο των «κόκκινων». Ένα ματς-γιορτή που οι Άγγλοι ήθελαν να παρουσιάσουν ως τέτοιο και κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο.

Ο Μακάι προέρχονταν από σοβαρό τραυματισμό με τον Μπρέμνερ να του κάνει ένα δυνατό τάκλιν στο πόδι που είχε σπάσει -όχι μία- αλλά δύο φορές. Η αντίδραση του παίκτη της Τότεναμ εννοείται δεν ήταν κόσμια. Η φωτογραφία με τον εκτός εαυτού αμυντικό να έχει πιάσει απ’ την μπλούζα τον Σκοτσέζο, έτοιμος να του κάνει ό,τι κακό μπορεί κάποιος να φανταστεί, θεωρείται στις κλασικότερες εκείνης της περιόδου και όχι μόνο για το αγγλικό ποδόσφαιρο. «Ήθελα να τον σκοτώσω» θα δηλώσει χρόνια αργότερα ο Μακάι «Με χτύπησε επίτηδες στο πόδι που είχα σπάσει δύο φορές. Είναι σίγουρα ο πιο βρώμικος παίκτης που έχω συναντήσει ποτέ στην καριέρα μου». Για πολλά χρόνια μάλιστα ο σπουδαίος αμυντικός υπέγραφε τα αυτόγραφά του πάνω σε αυτή την φωτογραφία, κάτι που όπως είχε δηλώσει, είχε μετανιώσει κατά πολύ στα γεράματά του μιας και θεωρούσε πως με αυτό τον τρόπο έδινε περισσότερη αξία στον Μπρέμνερ. Τον άνθρωπο δηλαδή που είχε μισήσει (και αυτός).

Ο επαναληπτικός του τελικού κυπέλλου του ’70 θεωρείται -καθόλου άδικα- ως ένα απ’ τα βιαιότερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ και παράλληλα απ’ τα καλύτερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ. Μάλιστα σε έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στην Αγγλία το 1997 για το εν λόγω παιχνίδι ο διαιτητής Ντέιβ Έλερεϊ είχε δηλώσει πως έπρεπε να έχουν βγει συνολικά 12 κίτρινες και 6 κόκκινες κάρτες -σύμφωνα πάντα με το παιχνίδι των ημερών μας.  Πάντως το μαρκάρισμα του Μπρέμνερ συζητιέται ακόμα από τους φίλους και των δύο ομάδων μιας και η λέξη «δολοφονικό» είναι υπερβολικά φτωχή για να το χαρακτηρίσει. Μάλιστα ήταν τέτοια η ένταση εκείνου του αγώνα (που είχε βρει τροπαιούχους τους «μπλε») και τόσο μεγάλη η απογοήτευση για τους παίκτες της Λιντς που ο Τζέφρι Γκριν των The Times είχε γράψει πως: «H Λιντς μοιάζει με την ιστορία του Σίσυφου, που ενώ έχει σπρώξει ένα μεγάλο βράχο -σχεδόν- στην κορυφή ενός ψηλού βουνού, λίγο πριν τον δει να αγγίζει το ψηλότερο σημείο και να στέκεται εκεί, αυτός πέφτει προς την κοιλάδα και πάλι απ’ την αρχή». Όλα αυτά ενώ ο Μπίλι Μπρέμνερ κάπνιζε βουρκωμένος και αμίλητος στην γωνία των αποδυτηρίων. Το ίδιο φυσικά έκαναν και οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή που έβρισκες καπνίζοντες ακόμα και  σε αίθουσες χειρουργείων, πόσο μάλλον αποδυτηρίων.

Το παιχνίδι του ΄74 ανήκει στις 44 μέρες του Κλαφ στην Λιντς και είναι η στιγμή που απέδειξε περίτρανα πως αυτό το πάντρεμα δεν έπρεπε να έχει γίνει ποτέ και για κανένα λόγο. Ο Κλαφ έχοντας αντίπαλο την ομάδα που σέβονταν όσο καμία του ανθρώπου που λάτρευε ως προπονητή, την Λίβερπουλ δηλαδή του Σάνκλι, είχε πει στους παίκτες του πως δεν θέλει να παίξουν βρώμικα και αντιαθλητικά ως δείγμα σεβασμού στον σπουδαίο Σκοτσέζο προπονητή και την ομάδα του. Φυσικά ο Μπρέμνερ και η παρέα του βρήκαν την κατάλληλη στιγμή για να δείξουν στον προπονητή τους πως ούτε τον σέβονται αλλά και ούτε και τον δέχονται ως προπονητή τους, επιλέγοντας αντί για ποδόσφαιρο να παρουσιάσουν την αγαπημένη τους κλωτσοπατινάδα εις διπλούν (και βάλε), ρεζιλεύοντας έτσι τον Κλαφ μπροστά στο ίνδαλμά του και σε ολόκληρο το κοινό της Αγγλίας που περίμενε μια σπουδαία ποδοσφαιρική παράσταση. Ο παίκτης που κυρίως στόχευαν ήταν ο αστέρας της Λίβερπουλ, Κέβιν Κίγκαν και σκοπός τους ήταν να τον νευριάσουν πριν φυσικά τον αποτελειώσουν με κάποιο fatality δυνατό μαρκάρισμα. Όπερ και εγένετο στο 60′ με το παιχνίδι να διακόπτεται και να μετατρέπεται σε ρινγκ.

O Τζόνι Τζάιλς της Λιντς θα κάνει πρώτος ένα αντιαθλητικό μαρκάρισμα στον Κίγκαν (και θα ανάψει την σπίθα) με τον επιθετικό των «κόκκινων» να χτυπά κι αυτός αντιαθλητικά τον Ιρλανδό στην αμέσως επόμενη φάση. Ο Τζάιλς ως σωστός Ιρλανδός θα αντιδράσει σαν να βρίσκεται μεθυσμένος σε μπαρ και όχι στο Γουέμπλεϊ και θα γρονθοκοπήσει τον Κίγκαν στο πρόσωπο. Δευτερόλεπτα αργότερα και ενώ η κάμερα δεν είναι πάνω τους, ο Μπρέμνερ και ο Κίγκαν θα την δουν «ΜακΓκρέγκορ-Μέιγουέδερ» και θα αρχίσουν τις μπουνιές. Εννοείται θα αποβληθούν και οι δύο πετώντας τις φανέλες τους στο χόρτο του γηπέδου γεμάτοι απορία (;). Αξίζει να σημειωθεί πως ο Τζάιλς δεν είχε τιμωρηθεί για την μπουνιά στον Κίγκαν (Ιρλανδός γαρ). O Κλαφ θα τιμωρήσει πολλούς από τους βασικούς του μετά το παιχνίδι (που είχε βρει νικήτρια τη Λίβερπουλ) και ουσιαστικά θα «υπογράψει» την απόλυσή του από την ομάδα λίγες μέρες αργότερα.

Στην επικότερη ζωντανή συνέντευξη που έχει γίνει ποτέ -αυτή ανάμεσα στον Ρέβι και τον Κλαφ με «διαιτητή» τον παρουσιαστή Όστιν Μίτσελ- όταν ο Ρέβι θα ρωτήσει τον Κλαφ «Γιατί πήγες στη Λιντς αφού σε μισούν και τους μισείς» ο Κλαφ θα απαντήσει -σε μια στιγμή σύγχυσης αλλά και πλήρης ειλικρίνειας- πως «Πήγα στη Λιντς επειδή μισώ εσένα και ήθελα να κατακτήσω με την ομάδα σου αυτό που εσύ δεν κατάφερες. Το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης». Διαφημίσεις!

Ο Μπρέμνερ το 1985 θα αναλάβει τον πάγκο της Λιντς και θα μείνει στο Έλαντ Ρόουντ μέχρι το ’88 πριν απολυθεί και επιστρέψει στην ομάδα που έφτιαξε το προπονητικό του όνομα, την Ντόνκαστερ. Στη Λιντς θα τον θυμούνται -ως κόουτς- να καλεί κάθε πρωί στο γραφείο του τον Ντέιβ Μπάτι και να τον αναγκάζει να πιει λίγο κρασί με κρόκους αυγών για να δυναμώσει, και να γίνει ο νέος Μπίλι Μπρέμνερ της ομάδας. Περίεργος τύπος ο Μπίλι. To 1997, έχοντας αποσυρθεί απ’ το ποδόσφαιρο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή μετά από πνευμονία. Για την Λιντς θα είναι πάντα ο σπουδαιότερος αρχηγός που είχε ποτέ και για την Σκωτία ο άνθρωπος που ηγήθηκε στο Μουντιάλ του 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας. Για εμάς τους υπόλοιπους θα είναι πάντα ένας απ’ τους σκληρότερους ποδοσφαιριστές που έβγαλε ποτέ το άθλημα, σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο -και δη το αγγλικό- ήταν γεμάτο από δυνατά μαρκαρίσματα και παίκτες που μάτωναν -κυριολεκτικά- τη φανέλα. Τη δική τους φανέλα, αλλά και του αντιπάλου.

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Κρίστιαν «Γκομίτο» Γκόμες

  [4 Σχόλια]

Υπάρχουν πολλοί ποδοσφαιριστές που αγαπήθηκαν σε μικρές ομάδες, που απόλαυσαν το χειροκρότημα του κόσμου. Υπάρχουν αρκετοί που κατάφεραν με τις εμφανίσεις τους να παίξουν και σε μεγαλύτερες, πιο ιστορικές ομάδες. Υπάρχουν κάποιοι που κατάφεραν να βγάλουν χρήματα παίζοντας σε άλλες χώρες και χιλιάδες που κέρδισαν τίτλους. Φυσικά υπάρχουν και ορισμένοι που γύρισαν στα ποδοσφαιρικά γεράματα στην αγαπημένη τους ομάδα για να κλείσουν την καριέρα τους. Υπάρχουν όλοι αυτοί, υπάρχει και ο Κρίστιαν Γκόμες.

Ο Γκομίτο ξεκίνησε από πολύ μικρός στις ακαδημίες της Νουέβα Σικάγο, μόλις στα 6 του. Είχε ταλέντο, δούλεψε και έγινε ένα χαφ με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση. Εντοπίστηκε από τον προπονητή του και στα 18 του ήταν έτοιμος για το ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα. Ο κόουτς τον φώναξε, του είπε να είναι έτοιμος για το παιχνίδι της επόμενης ημέρας, αλλά η μοίρα του επιφύλαξε μια έκπληξη. Η Σικάγο έμεινε με 10, ο προπονητής αναγκάστηκε να περάσει αμυντικό και να αλλάξει τα πλάνα του κι ο Γκομίτο δεν έπαιξε. Λίγες μέρες μετά τραυματίστηκε και το ντεμπούτο του καθυστέρησε μερικούς μήνες, αλλά όταν ξεκίνησε δεν σταμάτησε. Ο Γκόμες έπαιξε 155 παιχνίδια και σκόραρε 47 φορές, ένας από τους βασικούς λόγους που η Σικάγο ανέβηκε το 2011 μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια στην Α’ εθνική. Ο Σέζαρ Λουίς Μενότι τον είδε και τον πήρε στην Ιντεπεντιέντε. Εκεί ο Γκόμες κέρδισε ένα πρωτάθλημα, αλλά χωρίς να είναι ηγέτης ή τόσο σημαντικός, παίζοντας και σε άλλη θέση.

Αξέχαστο φινάλε στα μπαράζ του 2012

Στη συνέχεια Αρχεντίνος Τζούνιορς, ξανά Νουέβα Σικάγο (για να τη βοηθήσει να σώσει την κατηγορία), ξανά Ιντεπεντιέντε, Άρσεναλ Σαραντί και μετά η μετανάστευση στις ΗΠΑ. Έπαιξε έξι χρόνια εκεί, βγάζοντας τα προς το ζην και κατακτώντας δύο πρωταθλήματα και πλέον στα 37 του γύρισε στην αγαπημένη του ομάδα που βρισκόταν στην Γ’ εθνική. Ήθελε να την ανεβάσει και να κρεμάσει τα παπούτσια του εκεί. Η Σικάγο κέρδισε την είσοδό της στα μπαράζ όπου θα έπρεπε να παίξει με μια ομάδα Β’ εθνικής για ένα εισιτήριο. Η μοίρα το έφερε και αντίπαλος ήταν η «εχθρός» της Σικάγο, Τσακαρίτα. Στο πρώτο ματς η Σικάγο κέρδισε με 1-0 με ασίστ φυσικά του Γκομίτο. Στην εκτός έδρας ρεβάνς η Σικάγο κέρδιζε με 0-1, ισοφαρίστηκε και ενώ όλα έδειχναν ότι θα κέρδιζε την άνοδο, ένα χέρι στην περιοχή της έδωσε πέναλτι στο 93′ στους αντιπάλους. Σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε σε ματς στην Αργεντινή των τελευταίων ετών, οι οπαδοί της Τσακαρίτα πανηγύριζαν για την παραμονή, ο προπονητής ευχαριστούσε το Θεό. Μέχρι που ο τερματοφύλακας Μονγιόρ έκανε μια καταπληκτική απόκρουση, ο προπονητής της Τσακαρίτα που είχε φύγει ήδη να πανηγυρίσει κατάλαβε τι έγινε και ο Γκομίτο με την παρέα του πανηγύρισαν μια απίστευτη άνοδο.

Ο Γκομίτο πείστηκε και τελικά συνέχισε, αλλά η Νουέβα Σικάγο τερμάτισε τελευταία στη Β’ εθνική και έπεσε ξανά. Στα 39 του αποφάσισε να συνεχίσει και ανέβασε και πάλι την ομάδα στη Β’ εθνική, αυτή τη φορά χωρίς άγχος, βγαίνοντας πρώτη, με τον Γκόμες να σκοράρει συνολικά 10 φορές. Ο προπονητής του Πάμπλο Γκουέδε είχε δηλώσει τότε: «Είναι μαγικό αυτό που συμβαίνει. Είναι τέρας. Κάποιος μπορεί να έχει αμφιβολίες όταν έρθει, αλλά από τη δεύτερη προπόνηση αυτές χάνονται. Δουλεύει στο ίδιο και καλύτερο επίπεδο από 18αρηδες συμπαίκτες του».

Στα 41 του, μετά από επτά μήνες απραξίας επιστρέφει από χιαστούς

Τα καλύτερα όμως δεν είχαν έρθει. Το 2014 σε ηλικία 40 ετών αγωνίζεται 20 φορές και οδηγεί τη Νουέβα Σικάγο σε μια ακόμα άνοδο αυτή τη φορά στην Α’ εθνική (το είχε ξανακάνει το 2001) και είναι έτοιμος να ζήσει το όνειρο, να γίνει ένας από τους γηραιότερους παίκτες στην 1η κατηγορία της χώρας. Μια βδομάδα μόλις πριν την έναρξη του πρωταθλήματος γίνεται το κακό. Στο τελευταίο φιλικό παθαίνει ρήξη χιαστών στο δεξί του πόδι και μπαίνει στο χειρουργείο. Οι περισσότεροι θα τα παρατούσαν. Ο Γκομίτο δουλεύει δυο φορές πιο σκληρά, θέλει να προλάβει να επιστρέψει έστω και για λίγο, να πατήσει χορτάρι Α’ εθνικής. Τα καταφέρνει 5 αγωνιστικές πριν το τέλος, στη νίκη επί της Αλντοσίβι. Μπαίνει αλλαγή εν μέσω αποθέωσης, επτά μήνες μετά τον τραυματισμό του. Θέλεις η αύρα του; Θέλεις το ταλέντο του; Η «Τορίτο» κάνει μαγικό φινάλε με πέντε σερί νίκες και χάνει την παραμονή για μόλις έναν βαθμό. Όλοι σκέφτονται τι θα είχε γίνει αν ο Γκομίτο επέστρεφε λίγο πιο νωρίς.

Τον Απρίλιο η Νουέβα Σικάγο έχανε 2-0 και έπαιζε με 10. Ο Γκομίτο σκόραρε δυο πανέμορφα γκολ και έδωσε μια ασίστ για το 2-3.

Ο Γκομίτο δεν έχει σταματήσει το ποδόσφαιρο. Έπαιξε ακόμα δύο σεζόν στη Β’ εθνική, ετοιμάζεται να παίξει ακόμα μία, οδεύοντας προς τα 43 του, και συνεχίζει να προσφέρει αυτά που μπορεί. Στο τελευταίο εντός έδρας ματς της σεζόν, σε αυτό που είδαμε το το ζευγάρι των δύο τυφλών παιδιών Μαρτίν και Σίντια, έβγαλε μια ασίστ πάρε-βάλε για το γκολ (στο παρακάτω βίντεο). Έχει σπάσει πλέον όλα τα ρεκόρ συμμετοχών του συλλόγου και οι οπαδοί μαζεύουν χρήματα για να του φτιάξουν ένα άγαλμα στο γήπεδο. Ο στόχος είναι να είναι έτοιμο στα 43α του γενέθλια το Νοέμβριο. Μπορεί να μην έκανε την καριέρα ή να μην είχε το όνομα του Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, αλλά είναι κι αυτός ένας άνθρωπος που αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή στο αγαπημένο του άθλημα (σκεφτείτε ότι παίζει από τα έξι του χρόνια) και ένα μεγάλο μέρος αυτής στην αγαπημένη του ομάδα.

Συνεχίζω να παίζω ποδόσφαιρο γιατί το αγαπώ. Την ημέρα που θα σταματήσω να έχω αγωνία για ένα ματς το προηγούμενο βράδυ ή που δεν θα είναι ιδρωμένα τα χέρια μου πριν βγω στο γήπεδο, θα σταματήσω.
– Κρίστιαν «Γκομίτο» Γκόμες

Ο Χουάν Μάτα θέλει να αλλάξει το ποδόσφαιρο

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν την άνοιξη του 2003 όταν ο έφηβος Χουάν Μάτα γυρνούσε σπίτι με τον πατέρα του μετά από ένα παιχνίδι παίδων της Ρεάλ Οβιέδο, στην οποία αγωνιζόταν τότε. Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες φορές όμως, εκείνη τη μέρα ο πατέρας του Χουάν ακολούθησε διαφορετική διαδρομή κι έτσι αντί για το σπίτι βρέθηκαν σε ένα υπαίθριο πάρκινγκ, στο οποίο ήταν σταθμευμένο ένα μόνο αμάξι.

Ο Χουάν Μάτα ο πρεσβύτερος πάρκαρε δίπλα, κατέβηκε, μίλησε με τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου για μερικά λεπτά και όταν επέστρεψε, μετέφερε στον Χουάν τζούνιορ τα μαντάτα. Η Ρεάλ Μαδρίτης ενδιαφερόταν να τον εντάξει στις ακαδημίες της. “Η Μαδρίτη; Η Ρεάλ Μαδρίτης; Θέλει εμένα;” ήταν το μόνο που θυμάται να λέει ο Χουάν Μάτα, εξιστορώντας τα γεγονότα πολλά χρόνια μετά.

Από εκείνη τη μέρα και μετά, το ποδόσφαιρο έπαψε πλέον να είναι ένα απλό παιχνίδια για τον Μάτα. “Στην ακαδημία της Ρεάλ έμαθα πως να ζω μόνος μου, μακριά από τους γονείς μου. Εκεί σκεφτόμουν συχνά πόσες θυσίες έκαναν οι γονείς μου και ο παππούς μου για να βρεθώ εγώ στο σημείο που βρισκόμουν. Και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να δουλέψω σκληρά για να μη χάσω την ευκαιρία”. Η ευκαιρία που περίμενε για χρόνια τελικά δεν ήρθε, παρά το γεγονός ότι ανέβαινε τα επίπεδα των ακαδημιών της Ρεάλ με εντυπωσιακή ευκολία, κι έτσι to 2007 μετακόμισε στη Βαλένθια, εκεί όπου ουσιαστικά έμαθε όλα όσα χρειαζόταν για το ποδόσφαιρο (“ήταν σαν να έκανα το μάστερ μου εκεί”).

Μια δεκαετία μετά, ο Χουάν Μάτα είναι ένας από τους πιο γνωστούς Ευρωπαίους μέσους, παίζει στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και αμείβεται πλουσιοπάροχα. Το τελευταίο σκέλος της προηγούμενης πρότασης φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τον 29χρονο Ισπανό. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές ο Μάτα δεν διστάζει να μιλήσει για το ‘καυτό’ θέμα των ασύλληπτων απολαβών των σύγχρονων ποδοσφαιριστών.

Τον Απρίλη του 2016, σε μια εμφάνιση του σε ισπανική τηλεοπτική εκπομπή, όταν κλήθηκε να σχολιάσει την κατάσταση του σύγχρονου ποδοσφαίρου δήλωσε: “Όταν ένας παίκτης παίρνει μεταγραφή σε μια μεγάλη ομάδα, τότε αυτόματα νομίζει πως έγινε Μαραντόνα. Βλέπεις νεαρά παιδιά που αμέσως πιστεύουν πως είναι ροκ σταρς. Φοράνε πανάκριβα ρούχα και οδηγάνε φανταχτερά αμάξια”. Αλλά ο Μάτα δεν έμεινε εκεί. “Εμείς οι ποδοσφαιριστές ζούμε σε μια φούσκα. Η πραγματική ζωή είναι αυτή που ζούνε οι φίλοι μου, που ψάχνουν για δουλειά και αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Η δικιά μου ζωή δεν είναι φυσιολογική. Με τρομάζει μερικές φορές το πόσο προστατευόμενος είμαι”.

Το να παραδέχεται ένας διάσημος ποδοσφαιριστής ότι η αμοιβή του είναι υπερβολική δεν είναι κάτι συνηθισμένο κι έτσι οι απόψεις του Ισπανού έγιναν γρήγορα θέμα σ’όλο τον πλανήτη. Μαζί με τα πολλά εύσημα όμως ήρθαν και πολλές (δικαιολογημένες) ενστάσεις: “Καλά τα λόγια, ωραία η κρίση αυτογνωσίας αλλά από πράξεις μηδέν”. Ένας χρόνος κύλησε από τότε, ο Μάτα πανηγύρισε άλλη μια ευρωπαϊκή κούπα και… τσέπωσε μερικά ακόμα εκατομμύρια ευρώ αλλά φαίνεται ότι δεν ξέχασε και τις απόψεις του.

Στη διάρκεια των διακοπών του, και την ώρα που οι περισσότεροι συνάδελφοι του απολάμβαναν τα μπάνια τους σε κάποια εξωτική παραλία του πλανήτη, επισκέφτηκε την Ινδία και πιο συγκεκριμένα τις φτωχογειτονιές του Μουμπάι. “Κανένα παιδί δεν πρέπει να ζει έτσι” ήταν ένα από τα σχόλια που έκανε στο blog του βλέποντας τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων. Γυρνώντας στην Ευρώπη για να ξεκινήσει προετοιμασία με τη Γιουνάιτεντ, έβαλε μπροστά το σχέδιο του, το οποίο πριν λίγες μέρες ανακοίνωσε στον κόσμο με ένα μεγάλο κείμενο που είχε τίτλο “Ένας κοινός στόχος”.

Η ιδέα είναι απλή. Πολύ απλή. “Σκέφτηκα καλά τι μου έχει προσφέρει το ποδόσφαιρο. Ξέρω πόσο τυχερός ήμουν που είχα όλες αυτές τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν. Παρ’όλο που έχω ασχοληθεί και με άλλες φιλανθρωπικές ενέργειες στο παρελθόν, ξέρω καλά ότι πρέπει να κάνω περισσότερα. Θέλω να βοηθήσω ώστε κι άλλα παιδιά να έχουν τις ευκαιρίες που είχα κι εγώ. Έτσι από σήμερα, χαρίζω το 1% των αμοιβών μου σε ένα συλλογικό ταμείο που θα λέγεται ‘Κοινός Στόχος’, του οποίου τη διαχείριση έχει ένα αναλάβει ένα γκρουπ 120 φιλανθρωπικών οργανώσεων με έργο σε περισσότερες από 80 χώρες”.

Το ποσοστό φυσικά είναι μικρό. Αλλά είναι “εύκολο” και ρεαλιστικό κι αυτό έχει σημασία. Και, το βασικότερο όλων, είναι μια αρχή. Γιατί ο στόχος του Μάτα δεν είναι να σώσει τον κόσμο μόνος του. “Καλώ όλους τους ποδοσφαιριστές να με βοηθήσουν σ’αυτό. Έχουμε τόσες πολλές ευκαιρίες απλά γιατί παίζουμε ένα παιχνίδι. Ας ενωθούμε για να βοηθήσουμε παιδιά απ’όλο τον κόσμο να ζήσουν την ίδια χαρά. Μπορεί να ηγούμαι αυτής της προσπάθειας αλλά δεν θέλω να είμαι μόνος. Ένα από τα πρώτα μαθήματα που έμαθα στο ποδόσφαιρο είναι ότι χρειάζεται μια ομάδα για να πραγματοποιήσεις τα όνειρα σου. To ποδόσφαιρο πρέπει να προσφέρει στην κοινωνία”.

To αρχικό κάλεσμα του έχει ως στόχο άλλους διάσημους ποδοσφαιριστές (“Ψάχνω 10 άτομα ακόμα. Προπονητές, ποδοσφαιριστές, ποδοσφαιρίστριες, προέδρους, ομάδες, ομοσπονδίες…”) αλλά η ιδέα δεν σταματάει εκεί. Απώτερος στόχος του πρότζεκτ είναι να καθιερωθεί η ιδέα του 1% σε όλες τις ποδοσφαιρικές συναλλαγές, από τους μισθούς παικτών, προπονητών και διοικούντων μέχρι και τις μεταγραφές και τις εμπορικές συναλλαγές. Το “1% προς τον ‘Κοινό Στόχο’” να θεωρείται δεδομένη παρακράτηση σε κάθε ποδοσφαιρική συμφωνία. Για παράδειγμα, η μεταγραφή Νειμάρ από μόνη της θα πρόσφερε άμεσα περισσότερα από 2 εκατομμύρια στο ταμείο της δράσης.

Σήμερα το βράδυ στα Σκόπια, ο Χουάν Μάτα θα προσπαθήσει να κερδίσει το μοναδικό ευρωπαϊκό τρόπαιο που λείπει από τη συλλογή του, το Σούπερ Καπ. Απέναντι του θα βρεθεί μια γνώριμη του ομάδα, αυτή που το 2003 τον ανακάλυψε και του ζήτησε να μετακομίσει στη Μαδρίτη. Ο νεαρός συνοδηγός του ενός εκ των δυο αμαξιών σ’εκείνο το πάρκινγκ στο Οβιέδο μεγάλωσε, έζησε για τα καλά το ποδόσφαιρο από μέσα και αποφάσισε πως κάτι πρέπει να κάνει για να εκμεταλλευτεί τη δύναμη του: “Το ποδόσφαιρο δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο. Πιθανόν μόνο η μουσική να έχει την ίδια δύναμη να αλλάξει την κοινωνία. Πρέπει να το μετατρέψουμε όλo αυτό σε κάτι αληθινό”. Ακόμα κι αν αποτύχει κι αυτό το εγχείρημα, κανείς δεν θα μπορεί να κατηγορήσει τον Μάτα ότι δεν προσπάθησε.

Φάας Βίλκες: O ατάλαντος ξυλουργός και η τέχνη του γκολ (και της ντρίμπλας)

  [3 Σχόλια]

Ολλανδία. Άμστερνταμ και Ρότερνταμ. Το περίφημο Coffee Shop «The Bulldog» και τα χιλιάδες ποδήλατα. Η περίφημη ντρίμπλα του Γιόχαν Κρόιφ κόντρα στη Σουηδία το ’74. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των «Οράνιε» και του Αίαντα στα 70s. Ο Νέσκενς και ο Άρι Χάαν. Ο «δάσκαλος» Ρίνους Μίχελς και εκείνο το ασύλληπτο 4-3-3. Το γκολ του Φαν Μπάστεν κόντρα στους εξωπραγματικούς Σοβιετικούς του Λομπανόφσκι, το 1988. Ο Γκούλιτ, ο Ράικαρντ και ο Κούμαν. Ο Ντένις Μπέργκαμπ και ο Άριεν Ρόμπεν πολύ αργότερα. Το ποίημα «Στο Λιμάνι του Άμστερνταμ» του Ζακ Μπρελ που διασκεύασε και έκανε υπέροχο τραγούδι ο Ντέιβιντ Μπόουι και φυσικά ο Ρέμπραντ και ο Βαν Γκογκ με τους αριστουργηματικούς πίνακές τους. Κάτι ξεχνάμε όμως οι περισσότεροι -ή ίσως αγνοούμε- όταν μιλάμε για τη χώρα της τουλίπας και τα όμορφα πράγματα που αυτή μας χάρισε (ή αναφορές σε αυτή). Ποιο είναι αυτό; Μα φυσικά ο ποδοσφαιριστής Σέρφαας Βίλκες. Ένας από τους πρώτους μεγάλους αρτίστες που έβγαλε το ολλανδικό ποδόσφαιρο και που αποτέλεσε μαζί με τους Γκέριτ Κάιζερ, Μπεπ Μπάκχους και Γκέριτ Βρέκεν τα πρώτα εξαγώγιμα ποδοσφαιρικά «προϊόντα», σε μια εποχή που εκτός συνόρων κάθε χώρας έβγαιναν αποκλειστικά και μόνο οι κορυφαίοι, μιας και μιλάμε για τα τέλη του 1940.

O Βίλκες γεννήθηκε το 1923 στο Ρότερνταμ και πρωτοέπαιξε ποδόσφαιρο στην ομάδα της γεννέτειράς του, RFC Xerxes, υπογράφοντας μάλιστα το πρώτο του συμβόλαιο λίγο μετά αφότου έκλεισε τα 18 του έτη. Παράλληλα βοηθούσε τον πατέρα του στην οικογενειακή τους επιχείρηση. Ο πατέρας του «Φάας» -όπως ήταν το προσωνύμιο του νεαρού- ήταν ξυλουργός και με τον πόλεμο να μαίνεται σε ολόκληρο τον κόσμο (βρισκόμαστε άλλωστε στο 1941), αυτό που ήθελε από τον γιο του ήταν να τον δει όχι να πετυχαίνει στο ποδόσφαιρο αλλά απλά να επιβιώνει, προσπαθώντας να ζήσει αξιοπρεπώς. Η ζωή του νεαρού -ευτυχώς- δεν ήταν γραφτό να κυλήσει σε ένα ξυλουργείο (ταλέντο ξυλουργού άλλωστε ο Φάας δεν είχε) μα στα καλύτερα ποδοσφαιρικά γήπεδα της εποχής, με τον Βίλκες να φορτώνει τα αντίπαλα δίχτυα με δεκάδες γκολ και να ζαλίζει τους αντιπάλους αμυντικούς με τις περίτεχνες του ντρίμπλες. Ο Βίλκες σκόραρε το πρώτο του τέρμα στο ντεμπούτο του ως ποδοσφαιριστής, σε ένα 6-0 επί της Γκούντα εκτός έδρας, και πολύ σύντομα απέδειξε πως τα σύνορα της μικρής Ολλανδίας δεν ήταν ικανά να κρατήσουν το ποδοσφαιρικό του ταλέντο και την «ερωτική» σχέση που είχε συνάψει με τα αντίπαλα δίχτυα. Όλα αυτά φυσικά με το τέλος του πολέμου, όταν και ξεκίνησαν πάλι τα εθνικά πρωταθλήματα το 1945. Από το ’41 ως και το ’45 ως γνωστόν- δεν υπήρχαν επίσημοι αγώνες και πρωταθλήματα.

Παρέα με τους σπουδαίους αρτίστες, Αμπέλ Λένστρα και Κίις Ράιβερς, δημιούργησαν στο Ρότερνταμ αυτό που ονομάστηκε από τους δημοσιογράφους της εποχής ως «Η χρυσή επιθετική τριάδα». Μια «θανατηφόρα τριπλέτα» που στο μυαλό της υπήρχε μόνο ένα πράγμα: To γκολ. Τα τέρματα μπορεί να έπεφταν βροχή αλλά η ομάδα δεν μπορούσε να κάνει με τίποτα την υπέρβαση και να κατακτήσει το πρωτάθλημα, ούτε καν να το διεκδικήσει, και ήταν θέμα χρόνου οι τύχες των τριών αυτών σούπερ σταρ να χωρίσουν για άλλες πολιτείες (και χώρες). Παράλληλα ο Βίλκες ήταν και η αιχμή του δόρατος στην επίθεση της εθνικής Ολλανδίας. Στο ντεμπούτο του μάλιστα με το Λουξεμβούργο είχε σκοράρει τέσσερα τέρματα, στη νίκη με 6-2, και συνέχισε με χατ-τρικ απέναντι στο Βέλγιο. Αυτά τα δύο αποτελέσματα έστειλαν τους «Οράνιε» στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1948 στο Λονδίνο, εκεί που ολόκληρη η Ευρώπη -και ο κόσμος- έμαθε για τα καλά το όνομα του σπουδαίου επιθετικού από το Ρότερνταμ.

H Ολλανδία μπορεί να αποκλείστηκε από τη Βρετανία, μα τα τέρματα του κόντρα στους οικοδεσπότες αλλά και τους Ιρλανδούς τον βοήθησαν να φτιάξει για τα καλά τη φήμη του στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Ολόκληρος ο παγκόσμιος αθλητικός Τύπος μέσα σε λίγες μέρες είχε αρχίσει να ασχολείται με τον Ολλανδό επιθετικό. Εκείνο το παλικάρι με την απαράμιλλη τεχνική και το φονικό ένστικτο που «χόρευε» τις αντίπαλες άμυνες. Το χρυσό μετάλλιο κατέληξε στους Σουηδούς της «παρέας» Gre-No-Li ή αλλιώς τους Γκούναρ Γκρεν, Γκούναρ Γκρόναλ και Νιλς Λίντχολμ, το μαγικό τρίο της Μίλαν δηλαδή που λίγο αργότερα ο Βιλκες θα έβρισκε ως αντίπαλος, φορώντας τη φανέλα της συμπολίτισσας Ίντερ και χαρίζοντας στο κοινό του Μιλάνου μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις. Ο Ολλανδός βέβαια είχε αποδείξει πως ανήκε στην παγκόσμια ελίτ του ποδοσφαίρου, πανέτοιμος να κατακτήσει ό,τι του αναλογούσε και πολλά περισσότερα από αυτά.

Πολλές ομάδες του εξωτερικού άρχισαν αμέσως να δείχνουν ενδιαφέρον για τον Ολλανδό στράικερ, τον ερασιτέχνη Ολλανδό στράικερ για την ακρίβεια μιας και το ποδόσφαιρο στη χώρα του δεν είχε γίνει ακόμα επαγγελματικό, με πρώτη και καλύτερη την αγγλική Τσάρλτον -σε μια περίοδο που κατακτούσε και διεκδικούσε τίτλους- αλλά και ομάδες από την Ιταλία και την Ισπανία, μικρότερου πάντως βεληνεκούς. Ο Βίλκες τελικά έδωσε τα χέρια με την ομάδα του Μάαστριχτ, δίχως χρήματα παρά μόνο για ένα φορτηγό (!), που θα βοηθούσε την επιχείρηση του πατέρα του να μεγαλώσει. H ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας θεώρησε αυτή την μεταγραφή ως παράνομη μιας και υπήρξε χρηματικό όφελος για τον παίκτη και τιμώρησε τον διεθνή επιθετικό με ένα χρόνο εκτός ποδοσφαίρου για το εθνικό πρωτάθλημα και 5 χρόνια για τη φανέλα με το εθνόσημο. Ο Βίλκες τελικά δεν ολοκλήρωσε την μεταγραφή, επέστρεψε στην πρώην ομάδα του και απάντησε με μια απίστευτη σεζόν στους «επικριτές» του. Το γυαλί πάντως είχε ήδη ραγίσει και όλα έδειχναν πως εκείνη η σεζόν (βρισκόμαστε στο 1950) θα ήταν και η τελευταία του ως παίκτης στα γήπεδα της Ολλανδίας (την περίοδο της top φόρμας του).

Ο Ολλανδός τελικά έφυγε για την Ιταλία και το Μιλάνο για να γίνει παίκτης της Ίντερ. Εκεί παρέα με τον Ούγγρο Ίστβαν Νάιερς και τον Ιταλό Αμαντέο Αμαντέι συνέθεσαν μια νέα μαγική τριπλέτα, την απάντηση στην τριπλέτα της Μίλαν Gre-No-Li, ματώνοντας τα αντίπαλα δίχτυα κάθε Κυριακή. Δεν είναι τυχαίο πως στην πρώτη τους σεζόν, όλοι μαζί, σκόραραν 67 τέρματα αλλά δεν κατάφεραν να κερδίσουν το πρωτάθλημα, τερματίζοντας στο -1 από την πρώτη -και μεγάλη αντίπαλο- Μίλαν. Εκείνη τη σεζόν μάλιστα η Ίντερ είχε κάνει μια τεράστια νίκη με 6-5 επί της Μίλαν κι ας είχε βρεθεί να χάνει ακόμα και τρία γκολ διαφορά. Μπροστάρης σε εκείνη τη μυθική ανατροπή εννοείται ήταν ο Βίλκες. Το γεγονός πως δεν μπόρεσε να οδηγήσει την Ίντερ σε κάποιο τίτλο και ο σοβαρός τραυματισμός που είχε στο γόνατο την επόμενη σεζόν τον έστειλαν στην Τορίνο μπας και μπορέσει να ξαναβρεί τη φόρμα του. Δυστυχώς για τον ίδιο ένας νέος τραυματισμός τον έστειλε να δει -σχεδόν- ολόκληρη τη σεζόν 1952-1953 από την εξέδρα.

Έχοντας πατήσει τα 30 και με δύο σοβαρούς τραυματισμούς (σε μια περίοδο που αρκούσε ένας όχι και τόσο σοβαρός τραυματισμός για να βάλει φρένο σε μια καριέρα) δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεωρούσαν πως οι καλές μέρες για τον Ολλανδό αρτίστα είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Όλοι φυσικά λογάριαζαν χωρίς τον ίδιο. Ο Βίλκες μίλησε με τη Βαλένθια, τα βρήκε, και τελικά μπήκε στο αεροπλάνο για να γίνει ο νέος ηγέτης των «νυχτερίδων». Τα χρόνια του στο Μεστάγια μάλιστα ήταν τόσο καλά που οι φίλοι του κλαμπ λένε ακόμα πως «Η Ρεάλ είχε τον Ντι Στέφανο, η Μπάρτσα τον Κουμπάλα και εμείς τον Φάας». Η τύχη πάντως τα έφερε έτσι ώστε ο Βίλκες να μην κατακτήσει ούτε με τη Βαλένθια κάποιο τίτλο και τελικά το ’56 να φύγει για τη Βένλο, στη γεννέτειρά του.

Οι καλές μέρες έδειχναν να ανήκουν σιγά-σιγά στο παρελθόν με τον παίκτη πάντως να συνεχίζει να παίζει με την εθνική της χώρας του μέχρι τα 38 του χρόνια κρατώντας μάλιστα το ρεκόρ του πρώτου σκόρερ (με 35 τέρματα) για σχεδόν 40 χρόνια, πριν το σπάσει ο Μπέργκαμπ το 1999 (από τότε ακολούθησε ο Κλάιφερτ με 40 τέρματα, ο Χούντελαρ με 42 και φυσικά ο Φαν Πέρσι με τα 50 του γκολ). To 1964, με τον Βίλκες στην τελευταία του σεζόν, έκανε ντεμπούτο για τον Άγιαξ ένα ψιλόλιγνο παιδάκι με λιγδιασμένο μαλλί και ένα αέρινο στυλ που έκανε τους πάντες να μην μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω του. Ήταν 16 ετών και ο Φάας τον έχρισε αμέσως διάδοχό του όταν τον είδε να πατάει για πρώτη φορά χορτάρι και να ερωτοτρωπεί με τη μπάλα. Το παιδάκι φυσικά δεν ήταν άλλος από τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ.

Το 1999 ο Κρόιφ διοργάνωσε ένα σπουδαίο παιχνίδι παλαιμάχων και -εννοείται- κάλεσε και τον Σέρβας Βίλκες: «Τον αγαπημένο μου παίκτη όταν ήμουν παιδάκι» όπως δήλωσε ο ίδιος συγκινημένος κατά την παρουσίαση των ομάδων. Αυτά τα λόγια του Κρόιφ περικλείουν όλη την αλήθεια για τον Βίλκες. Γιατί μπορεί η γενιά του Κρόιφ να πήγε το ποδόσφαιρο και ένα και δυο και δέκα βήματα μπροστά αλλά ο Φάας Βίλκες ήταν αυτός που άναψε πρώτος τη «φλόγα» για να ξεκινήσει το νέο ποδοσφαιρικό μοντέλο κυριαρχίας των Ολλανδών. Ο ίδιος φυσικά ταπεινός – μέχρι το 2006 που άφησε αυτόν εδώ τον κόσμο- συνήθιζε να λέει πως: «Δεν ξέρω αν ήμουν καλός ντριμπλέρ, φοβερός σκόρερ και ικανός ποδοσφαιριστής απλά όταν έβαζα ένα γκολ, ήταν ένα όμορφο γκολ». Αυτή του η δήλωση εννοείται συνεχίζει να εμπνέει τους Ολλανδούς και το «μοντέλο» τους, μέχρι τις μέρες μας και εννοείται θα συνεχίζει να εμπνέει.

  • H φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή του κειμένου είναι από το κόμικ Kick Wilstra που ούτε λίγο, ούτε πολύ δείχνει το μέγεθος του Βίκελς στην τότε ποπ ποδοσφαιρική κουλτούρα και την επιρροή που αυτός είχε -και ασκούσε- στους νέους της εποχής. Το όνομα βγαίνει από τον Βίλκες (Wilkes) και τους Κικ Βίλστρα (Kick) και Άμπε Λένστρα (Lenstra).

Ο αλκοολικός που έφτασε στην Πριμέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Κάπου στα 1.700 περίπου μέτρα υψόμετρο, κοντά σχετικά στην πρωτεύουσα της Κολομβίας Μπογκοτά, αλλά αποκλεισμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκεται το χωριουδάκι Κάκεσα. Εκεί έζησε τα πρώτα του χρόνια ο Ντανιέλ Αλεχάντρο Τόρες, μέχρι που αποφάσισε να ακολουθήσει την καριέρα του ποδοσφαιριστή. Ένα παιδί από το χωριό ταξίδεψε στην μεγάλη πόλη, έμενε σε έναν ξενώνα και έπαιζε μπάλα στις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε. Το ταλέντο του άρχισε να ξεχωρίζει και σιγά σιγά ο Ντάνι όπως τον φωνάζουν οι φίλοι κατάλαβε ότι θα γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

«Ήταν μια ευλογία για μένα. Για όλους όσοι θέλουμε να γίνουμε ποδοσφαιριστές είναι ένα όνειρο όταν τα καταφέρεις». Μόνο που εκεί άρχισαν και τα προβλήματα. Ο Ντανιέλ Τόρες βίωσε πολύ διαφορετικά την αλλαγή αυτή και δεν μπόρεσε να τη διαχειριστεί. «Ποτέ δεν έπινα, δεν μου άρεσε το ποτό. Στην Κολομβία πίνουμε αγουαρντιέντε [σ.Σ. ένα απόσταγμα με γλυκάνισο]. Αλλά εμένα δεν μου άρεσε. Έτσι δοκίμασα το ουίσκι. Κατέληξα να πίνω δυο μπουκάλια.» Ο Ντανιέλ Τόρες έπινε κάθε βράδυ και το επόμενο πρωί πήγαινε κανονικά στην προπόνηση. Απορεί κι ο ίδιος, δεν ξέρει πώς άντεξε το κορμί του, πώς τα κατάφερνε, πώς δεν είχε τραυματισμούς.

Φυσικά, δεν είναι εύκολο να κρύψεις ένα τέτοιο πρόβλημα. Ειδικά όταν έκαναν εξετάσεις στην ομάδα. Ήταν πάρα πολλές φορές που ο Τόρες βρέθηκε με αλκοόλ στο αίμα του, αλλά ο γιατρός και η διοίκηση του τη χάριζαν. Όλα αυτά μέχρι που ήρθε το 2011 στην ομάδα ένας πιο αυστηρός προπονητής. Ο αμυντικός χαφ Τόρες έμεινε εκτός αγώνων για περίπου ένα εξάμηνο και στο τέλος της σεζόν ζήτησε να φύγει γιατί ήξερε πώς δεν θα έπαιζε. Η διοίκηση αποφάσισε να τον δώσει δανεικό για να δει μήπως η αλλαγή περιβάλλοντος τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημά του.

Κάπως έτσι ο Τόρες πήγε δανεικός στην Ατλέτικο Νασιονάλ. Το Μεντεγίν όμως είναι μια πόλη με νυχτερινή ζωή. Ο Τόρες άρχισε να βγαίνει συνέχεια έξω, να πίνει ακόμα περισσότερο, το πρόβλημα μεγάλωσε αντί να λυθεί. Οι καβγάδες στο σπίτι άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Και όπως πολύ συχνά συμβαίνει στους αλκοολικούς, κάθε πρόβλημα (υπαρκτό ή όχι) οδηγούσε στο ποτό. Μια ήττα για την ομάδα, μια αναποδιά, μια διαφωνία με τη γυναίκα του. Στα γενέθλια του βγήκε να διασκεδάσει, ήπιε και εμφανίστηκε στην προπόνηση μετά από τρεις ημέρες και με 40′ καθυστέρηση. Η Ατλέτικο του έκανε αλκοτέστ, βγήκε θετικός και τιμωρήθηκε για αρκετά παιχνίδια στο πιο κρίσιμο σημείο της σεζόν. Λίγο πριν το τελευταίο παιχνίδι που θα έκρινε τη συμμετοχή στα πλέι-οφ, ο πρόεδρος τον πλησίασε και του είπε ότι είτε θα δώσει την νίκη, είτε θα φύγει. Λίγο άδικο να το πεις σε έναν παίκτη, αλλά έτσι είναι. Η Ατλέτικο έχασε με 1-0, η σεζόν τελείωσε και οι παίκτες έφυγαν για διακοπές. Ο πρόεδρος της Σάντα Φε του είπε ότι η Νασιονάλ δεν τον θέλει άλλο και ότι θα πρέπει να πάει σε μια μικρή ομάδα πλέον. Ήταν Ιανουάριος του 2012. Η γυναίκα του τον είχε παρατήσει μαζί με το παιδί, οι δημοσιογράφοι τον αποκαλούσαν μεθύστακα, καμία μεγάλη ομάδα δεν τον ήθελε, κανένας οπαδός δεν τον στήριζε. Ο Τόρες έπιασε πάτο.

Πάντα τὸν τόπον, οὗ ἐὰν πατήσῃ τὸ ἴχνος τοῦ ποδὸς ὑμῶν, ὑμῖν ἔσται
– Δευτερονόμιον 11:24

Σεπτέμβριος 2016. Η Ντεπορτίβο Αλαβές έχει ήδη πάρει μια ισοπαλία στο Βιθέντε Καλντερόν στο 95′ και πηγαίνει στο Καμπ Νου. Λίγο πριν το ματς, ένας από τους ποδοσφαιριστές των φιλοξενούμενων, στην καθιερωμένη βόλτα των παικτών, φτάνει στο χορτάρι, βγάζει τα παπούτσια και το πατάει ξυπόλητος με ένα κινητό στο αυτί. Δεν μιλάει καθόλου, φαίνεται να ακούει μόνο. Λίγη ώρα αργότερα, ο ίδιος αυτός τύπος μπαίνει με τη φανέλα που γράφει Τόρες πάνω από το νούμερο 16 και 90 λεπτά μετά φεύγει νικητής με 1-2 από το Καμπ Νου. Ο Τόρες παίζει 17 ματς βασικός στην Πριμέρα και άλλα 4 στο κύπελλο μέχρι τον τελικό (όπου δεν αγωνίζεται). Την ίδια στιγμή έχει φτάσει τις 15 συμμετοχές με την εθνική Κολομβίας και είναι αρκετά πιθανό να τον δούμε στο Μουντιάλ της Ρωσίας αν η χώρα του τα καταφέρει.

Οικογενειακή γαλήνη

Τι μεσολάβησε και ένας τελειωμένος παίκτης με πολλά προβλήματα αγωνίζεται στο υψηλότερο επίπεδο; Όταν ο Ντάνι έφυγε από τη Νασιονάλ, γύρισε τελικά πίσω στην Ιντεπεντιέντε καθώς δεν βρέθηκε ομάδα. Ο Τόρες αποφάσισε να καθαρίσει. Τα βρήκε με τη γυναίκα του, προσπάθησε να αποδείξει ότι θα άλλαζε. Μην ξέροντας από πού να πιαστεί, άκουσε τη συμβουλή του φίλου του και συμπαίκτη του Καμίλο Βάργκας που του γνώρισε μια… πνευματικό, την πεθερά του. Η κυρία Σάντρα Μερίνο ξεκίνησε τον προσηλυτισμό, αλλά ο Τόρες δεν πείστηκε ιδιαίτερα. Μέχρι που μια μέρα στα πολύ άσχημά του, άνοιξε τη Βίβλο και διάβασε ότι όποιος ακολουθήσει το Θεό διαγράφει το παρελθόν του, γίνεται καινούριος άνθρωπος και ξεκινάει από την αρχή. Ο Τόρες είπε να δοκιμάσει και τη μέθοδο της θρησκείας. Αυτή η νέα αρχή ήταν που αποζητούσε. Ξαναμίλησε με την κυρία Σάντρα, η οποία του έκανε κάτι μεταξύ κατήχησης και ψυχοθεραπείας και κάπως έτσι άρχισε η ανάκαμψή του.

Φυσικά όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. Η καχυποψία υπήρχε από όλους. Δημοσιογράφους, οπαδούς, προπονητές, ακόμα και συμπαίκτες. Τύχαινε να αργήσει καμία φορά στην προπόνηση γιατί είχε κίνηση ή είχε συμβεί κάτι και το έβλεπε στα μάτια όλων. «Ο Ντάνι ξανακύλησε, τον πήρε ο κατήφορος πάλι». Είχε λίγο διαφορετική διάθεση και όλοι πίστευαν ότι είχε πει ξανά το προηγούμενο βράδυ. Κανείς δεν πίστευε σε αυτόν, ένας άνθρωπος με εθισμούς δεν είναι εύκολο να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη.

Η κυρία Σάντρα Μερίνο. Όποιος περίμενε μια γιαγιούλα με μαύρα ατύχησε. Δείχνει έτοιμη να στήσει ένα τουρνουά μπιρίμπας.

Ο Τόρες όμως δεν ήταν ο μοναδικός που εμπιστεύτηκε την κυρία Σάντρα. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε είχε να δει πρωτάθλημα 37 ολόκληρα χρόνια. Η ομάδα ξεκίνησε παίζοντας καλά το 2012, αλλά δεν μπορούσε να κερδίσει με τίποτα. Όλο κάτι γινόταν, όλο κάτι στράβωνε. Επτά ματς χωρίς νίκη. Ο προπονητής ήταν υπό κρίση, αλλά οι παίκτες τον πίστευαν. Τον πίστευαν γιατί ήταν σίγουροι ότι κάτι μεταφυσικό συνέβαινε, ότι κάποιος τους είχε καταραστεί, η ρίζα του κακού δεν ήταν αγωνιστική. Ο πρόεδρος βλέποντας την ομάδα να ξεκινάει με σερί ισοπαλιών, έδωσε τελεσίγραφο στον προπονητή για το ντέρμπι με τους Μιγιονάριος. Οι παίκτες το πήραν πάνω τους. Πήγαν στη διοίκηση και είπαν τις σκέψεις τους, δεν φταίει ο κόουτς, φταίει το κακό το μάτι. Ζήτησαν από τον πρόεδρο να αφήσει να μπει ο Θεός στην ομάδα μέσω της σενιόρας Σάντρα. Όπως έχουμε δει και στο παρελθόν, αυτά τα πράγματα στην Κολομβία δεν είναι ασυνήθιστα. Ο πρόεδρος αφού είδε ότι τίποτα άλλο δεν είχε πιάσει δέχτηκε, αλλά μια που η πνευματικός έμενε μακριά, η πρώτη… συνεδρία έγινε μέσω Skype (δεν τα βγάζω από το μυαλό μου, αλήθεια λέω).

Το ματς που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε

Η κυρία Σάντρα είπε ένα σωρό πράγματα. Τι ότι είχε όραμα το 2010 όταν ο Θεός της αποκάλυψε ότι η Σάντα Φε θα έπαιρνε το πρωτάθλημα. Τι ότι το όνομα (σάντα και φε, αγία δύναμη σαναλέμε) δεν είναι τυχαίο, τι ότι το κόκκινο χρώμα της είναι το αίμα του Ιησού, τι ότι αυτός θα είναι ο έβδομος τίτλος της Σάντα Φε και όλοι ξέρουμε ότι αυτός ο αριθμός έχει μεγάλη σημασία. Ένα σωρό τέτοια «προφητικά» και ανεβαστικά που θα έκαναν τον Αλ Πατσίνο να κρυφτεί από ντροπή. Και μετά, ταξίδεψε στην Μπογκοτά. Και το Σάββατο πριν το ματς, συνάντησε τους παίκτες και σαν τους 12 11 μαθητές της, τους έπλυνε τα πόδια. Εσείς πείτε ό,τι θέλετε, αλλά την επόμενη μέρα η Ιντεπεντιέντε στο ημίχρονο κέρδιζε 0-4 τους Μιγιονάριος. Φαίνεται πάντως ότι δεν αρκούσε η θεία δύναμη, γιατί στο 2ο ημίχρονο άρχισαν τις πλακίτσες, τις ντριμπλίτσες, τα τούνελ σε αντιπάλους και τελικά αυτοί μείωσαν σε 4-3. Η νίκη όμως ήρθε και μαζί ξεκίνησε ένα σερί επτά νικών. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε κέρδισε πρωτάθλημα και πάλι μετά από 37 χρόνια και άντε να πείσεις εσύ τώρα τους παίκτες της ότι δεν είχε μεγαλύτερη συμβολή η πνευματικός από τον δόλιο προπονητή. Αν δεν με πιστεύετε υπάρχει βίντεο στα πανηγύρια που αρκετοί παίκτες την αναφέρουν στις δηλώσεις τους, ενώ για τον κόουτς δεν λένε τίποτα.

Οι εμφανίσεις του Τόρες σε Κολομβία και σε Λιμπερταδόρες έκαναν το όνομά του γνωστό και ο Κολομβιανός πήγε στην Αλαβές. Ακόμα και μετά την μεταγραφή του στην Ισπανία όμως, η ιεροτελεστία δεν σταμάτησε. Μια ώρα πριν τον αγώνα, ο Ντάνι απομονώνεται από τους υπόλοιπους, πατάει χορτάρι, παίρνει τηλέφωνο την κυρία Σάντρα και την ακούει να του απαγγέλει (είναι αυτή η σωστή λέξη;) κομμάτια από τη Βίβλο (ειδικά αυτό από το Δευτερονόμιο). Τόσο για να του φέρει καλή τύχη, όσο και για κρατήσει τους παλιούς… δαίμονες μακριά του. Το βασικότερο όμως είναι ο Τόρες έσωσε την καριέρα του και κυρίως την οικογένειά του και την προσωπική του ζωή. Έστω και με έναν όχι επιστημονικό τρόπο.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντιντιέ Ντρογκμπά

  [2 Σχόλια]

8 Οκτωβρίου 2005. Η Ακτή Ελεφαντοστού φιλοξενείται στο Σουδάν για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών του Μουντιάλ της Γερμανίας. Οι φιλοξενούμενοι θέλουν οπωσδήποτε τη νίκη για να τερματίσουν πρώτοι στον όμιλο τους και να πάρουν την πρόκριση απ’ευθείας. Οι παίκτες του, γνωστού μας από το πέρασμα του από τον Άρη, Ανρί Μισέλ, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίδρασης στους αδιάφορους γηπεδούχους και καθαρίζουν το ματς από τα μισά του δευτέρου ημιχρόνου. Το παιχνίδι λήγει τελικά 1-3, η εθνική ομάδα της Ακτής Ελεφαντοστού προκρίνεται για πρώτη φορά σ’ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι κάτοικοι της Ακτής ξεχύνονται στους δρόμους να πανηγυρίσουν. Είναι η πρώτη μεγάλη χαρά που παίρνουν μετά από πολλά χρόνια. Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση εμφυλίου από το 2002, όταν οι αντάρτες κατέλαβαν το βόρειο μέρος της χώρας. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένοπλες συγκρούσεις σε διάφορα σημεία της χώρας, η οποία ουσιαστικά πλέον ήταν χωρισμένη στη μέση, αναγκάζοντας όσους θέλουν να μεταβούν από το το νότο στο βορρά, ή το αντίστροφο, να περνάνε από δυο σημεία ελέγχου. Οι δυο πλευρές αδυνατούσαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση, οι εντάσεις συνεχιζόταν σε διάφορα σημεία της χώρας και οι εκλογές πήγαιναν από αναβολή σε αναβολή.

Πίσω στο Σουδάν, στα αποδυτήρια έχει στηθεί το αναμενόμενο πανηγύρι. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο μπαίνει για να πάρει τις πρώτες δηλώσεις από τους πρωταγωνιστές που χοροπηδάνε, τραγουδάνε και μπουγελώνονται. Κάποια στιγμή ο 27χρονος επιθετικός Ντιντιέ Ντρογκμπά παίρνει το μικρόφωνο, ζητάει από τους υπόλοιπους να κάνουν ησυχία και ξεκινάει να μιλάει στην κάμερα:

«Άντρες και γυναίκες της Ακτής Ελεφαντοστού, από το βορρά, το νότο, το κέντρο και τη δύση. Αποδείξαμε σήμερα ότι όλοι οι Ιβοριανοί μπορούμε να συνυπάρξουμε και να παίξουμε μαζί για ένα κοινό σκοπό, να προκριθούμε στο Μουντιάλ. Υποσχεθήκαμε ότι οι πανηγυρισμοί θα ενώσουν τον κόσμο. Σήμερα σας ικετεύουμε πέφτοντας στα γόνατα…»

Σ’αυτό το σημείο όλη η ομάδα γονατίζει μπροστά στην κάμερα και ο Ντρογκμπα συνεχίζει:

«Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Μια χώρα της Αφρικής με τόσο πλούτο δεν πρέπει να χαραμίζεται πολεμώντας. Σας παρακαλώ, αφήστε τα όπλα σας και κάντε εκλογές. Όλα θα είναι καλύτερα…»

Η έκκληση μοιάζει και ακούγεται λίγο παιδική αλλά το μομέντουμ και ο άνθρωπος που την κάνει της δίνουν μια ασύλληπτη δυναμική που πιθανόν κανείς εκτός Αφρικής δεν μπορεί να αντιληφθεί. Οι Ιβοριανοί αγαπάνε το ποδόσφαιρο (όταν παίζει η εθνική όλη η χώρα βρίσκεται μπροστά από μια τηλεόραση) και λατρεύουν τον Ντρογκμπά, που εκτός από ηγέτης της εθνικής είναι ήδη και παγκόσμιος σούπερ σταρ, σαν πρωταθλητής Αγγλίας με την Τσέλσι. Η φάτσα του βρίσκεται σχεδόν σε κάθε γειτονιά της χώρας, είτε σε αφίσα, είτε σε τοιχογραφία, είτε σε κάποια διαφήμιση. Το ποδόσφαιρο μπορεί για κάποιους να είναι 22 τύποι που κυνηγάνε μια μπάλα αλλά ο συγκεκριμένος τύπος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι ο πιο αγαπητός και αποδεκτός άνθρωπος μιας χώρας 22 εκατομμυρίων κατοίκων που υποφέρει από διχόνοια και εμφύλιο μίσος.

«Όταν είδα τον Ντρογκμπά να βγάζει αυτόν τον λόγο στην τηλεόραση συγκινήθηκα» δήλωσε λίγα χρόνια μετά ο Κριστόφ Ντικέτ, ένα από τα ανώτατα στελέχη της ΠΟ της Ακτής. «Δίπλα μου η γυναικά μου έκλαιγε. Οι άνθρωποι στην τηλεόραση έκλαιγαν. Αυτό που έγινε δεν θα μπορούσε να γίνει από κανέναν άλλον. Μόνο από τον Ντρογκμπά. Είναι αυτός που ουσιαστικά μας θεράπευσε από τον πόλεμο». Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου αθλητισμού: «Εμείς οι πολιτικοί πήγαμε στα καλύτερα πανεπιστήμια και θεωρούμαστε οι μορφωμένοι, οι υποτιθέμενοι ηγέτες της χώρας. Κι όμως στο θέμα της επίτευξης ειρήνης αποτύχαμε. Μια ομάδα παικτών κατάφερε να μας ενώσει. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά εμφανίστηκε από το πουθενά και έγινε ήρωας για όλους μας».

Η χαρά της πρόκρισης, το μήνυμα του Ντρογκμπά και η εικόνα των αγκαλιασμένων παικτών της εθνικής που προερχόταν από διαφορετικά σημεία της χώρας (κάποιοι εξ αυτών και από το βόρειο τμήμα που κατείχαν οι αντάρτες) ‘ανάγκασε’ τους ηγέτες των δυο αντιμαχόμενων πλευρών να αρχίσουν ξανά νέο κύκλο επαφών και διαβουλεύσεων για την ανεύρεση μιας ειρηνικής λύσης. Οι ένοπλες συγκρούσεις σταμάτησαν και ακολούθησαν δυο χρόνια όπου ο εμφύλιος συνεχιζόταν μεν αλλά κυρίως σε διπλωματικό επίπεδο. Τότε ο Ντρογκμπά βρήκε την ευκαιρία να βγει ξανά μπροστά.

Στις 3 Ιουνίου του 2007 η Ακτή υποδεχόταν τη Μαδαγασκάρη για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής. Ο Ιβοριανός επιθετικός, του οποίου η φήμη και η δύναμη είχαν μεγαλώσει κι άλλο χάρη στις συνεχιζόμενες επιτυχίες του εντός γηπέδων (νέοι τίτλοι με Τσέλσι, ‘Καλύτερος Αφρικανός παίκτης για το 2006, νίκες και γκολ με την καλύτερη φουρνιά παικτών που είδε ποτέ η εθνική της Ακτής), προσέγγισε τον πρόεδρο της χώρας και του ζήτησε να αλλάξει η έδρα διεξαγωγής του αγώνα και αντί για την πρωτεύουσα να γίνει στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, το Μπουακέ, που βρισκόταν στα εδάφη που κατείχαν οι αντάρτες.

(Ο Ντρογκμπά είχε ήδη κάνει μια εξίσου σημαντική και συμβολική επίσκεψη στο Μπουακέ λίγους μήνες πριν, όταν βρέθηκε στην πόλη για να γιορτάσει εκεί την ανάδειξη του σαν καλύτερος Αφρικανός παίκτης της χρονιάς. «Ήρθα εδώ για να δείξω ότι αυτή η Χρυσή Μπάλα ανήκει σε όλη την Ακτή Ελεφαντοστού» ανέφερε στην ομιλία του πριν κάνει μια νέα έκκληση για ειρήνη, εν μέσω αποθέωσης από τους κατοίκους της πόλης που στο πρόσωπο του έβλεπαν έναν ουδέτερο που το μόνο που ήθελε ήταν να τα βρούνε οι δυο πλευρές. «Πάνω απ’όλα είμαι ένας απ’αυτούς» όπως έχει πει και ο ίδιος.)

Η πρόταση του για αλλαγή έδρας εισακούστηκε και έτσι για πρώτη φορά η εθνική ομάδα έπαιξε στο βόρειο κομμάτι της χώρας, σε ένα κατάμεστο γήπεδο (που με αφορμή τον συγκεκριμένο αγώνα ανακαινίστηκε με λεφτά της κυβέρνησης), στα επίσημα του οποίου βρισκόταν μέλη των ηγεσιών και των δυο πλευρών. Για πρώτη φορά μετά από πέντε πολύ δύσκολα χρόνια η Ακτή Ελεφαντοστού ήταν ουσιαστικά ενωμένη, χάρη σ’ένα από τα λίγα πράγματα που τα χρόνια του εμφυλίου την κρατούσαν ενωμένη: το ποδόσφαιρο. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά είχε πετύχει το στόχο του: «Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που μου έχει συμβεί. Ήταν κάτι παραπάνω από μπάλα πλέον. To να βλέπεις τους αρχηγούς και των δυο πλευρών να τραγουδάνε δίπλα-δίπλα τον εθνικό ύμνο είναι πολύ ξεχωριστό. Ένιωσα ότι η Ακτή Ελεφαντοστού σήμερα ξαναγεννήθηκε. Όλο αυτό δείχνει πως το ποδόσφαιρο μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους».

Το – εξίσου – σημαντικό είναι ότι πέτυχε τον στόχο του χωρίς ποτέ η επιτυχία αυτή να επηρεάσει ιδιαίτερα την συλλογική του καριέρα ή την εικόνα του στην Ευρώπη. Η εμπλοκή του στα δρώμενα της χώρας του δεν κέρδισε καμία ιδιαίτερη προβολή στον ευρωπαϊκό Τύπο και όταν μετά από χρόνια ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε σχετικά, ο Ντρογκμπά αρκέστηκε να σχολιάσει: «Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω οτιδήποτε σε οποιονδήποτε για το ποιος είμαι στην Αφρική».

Δέκα χρόνια (και έναν δεύτερο – ευτυχώς – πολύ μικρότερο εμφύλιο) μετά, ο 39χρονος Ντρογκμπά, αν και συνεχίζει να παίζει μπάλα στις ΗΠΑ, έχει αποσυρθεί από την εθνική ομάδα. Στην περίοδο αυτή κατέκτησε μερικά ακόμα τρόπαια, κέρδισε κάμποσες ατομικές διακρίσεις και βραβεία, καθόρισε έναν τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, έπαιξε σε δυο ακόμα Μουντιάλ, έγινε πρώτος σκόρερ της εθνικής και έφτασε δυο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής. Αναμφίβολα όμως, το μεγαλύτερο κατόρθωμα της σπουδαίας καριέρας του ήταν, είναι και θα παραμείνει για πάντα το ότι βοήθησε σημαντικά στο να ενωθεί ένας διχασμένος λαός.

Τάκης Λουκανίδης: Ο άνθρωπος που έκανε τα πάντα

  [3 Σχόλια]

Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπήρχαν ένα σωρό ποδοσφαιριστές που έπαιζαν σε πολλές -και διαφορετικές- θέσεις με αρκετή μάλιστα επιτυχία. Ο πλάγιος μπακ άλλαζε θέση και πήγαινε στην επίθεση ως εξτρέμ, ο στόπερ ανέβαινε στο κέντρο και ο κεντρικός χαφ γίνονταν δεύτερος (και τρίτος πολλές φορές) σέντερ φορ. Όλα αυτά μοιάζουν να έχουν λογική μιας και μιλάμε για το ποδόσφαιρο σε πολύ πρώιμη φάση. Στην πραγματικότητα όμως, αν υπήρχε ένας ποδοσφαιριστής που μπορούσε να αγωνιστεί με απόλυτη επιτυχία (και είναι σημαντικό αυτό) και στις 11 θέσεις μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, αυτός δεν ήταν άλλος από τον Τάκη Λουκανίδη. Τον πληρέστερο Έλληνα ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, όπως έχει χαρακτηριστεί από όλους όσους τον πρόλαβαν να αγωνίζεται και από όλους τους μεταγενέστους (όπως είμαι και εγώ), που μεγαλώσαμε ακούγοντας από τους παλαιότερους για τα κατορθώματά του και τα σπάνια τεχνικά του χαρίσματα.

O άνθρωπος που διέκρινε πρώτος αυτό το σπάνιο χάρισμα του Λουκανίδη δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Πάγκαλο. Τον προπονητή του στη Δόξα Δράμας τη δεκαετία του ’50, πριν ο παίκτης δηλαδή πάρει μεταγραφή για τον Παναθηναϊκό του Άγγλου Χάρι Γκέιμ το 1961, και συνθέσει με τον σπουδαίο Μίμη Δομάζο το κορυφαίο δίδυμο που έχει δει ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Τουλάχιστον από Έλληνες παίκτες, για να είμαι ακριβοδίκαιος. Ο Λουκανίδης είχε χάσει τον πατέρα του στην τρυφερή ηλικία των 5 ετών, στην περίοδο της Κατοχής, και λόγω της τραγικής οικονομικής κατάστασης που βίωνε η μητέρα του είχε αναγκαστεί να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο της Δράμας. Μακριά -όχι μόνο από τη μητέρα του αλλά- και από τα αδέρφια του. Εκεί, οι δάσκαλοί του ήρθαν σε πρώτη επαφή με το σπάνιο ταλέντο του μιας και το ποδόσφαιρο (με αυτοσχέδιες μπάλες από κουρέλια) ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής και το μοναδικό παιχνίδι γι’ αυτόν και τα υπόλοιπα ταλαιπωρημένα παιδάκια.

«Πατερούλη» αποκαλούσε ο Λουκανίδης τον Πάγκαλο όσα χρόνια αγωνίστηκε στη Δράμα, βλέποντας στο πρόσωπό του και τον γονιό που τόσο πολύ στερήθηκε στα παιδικά του χρόνια και όχι έναν προπονητή. Ο Νίκος Πάγκαλος ως προπονητής πάντως άλλαζε θέση στον παίκτη από αγωνιστική σε αγωνιστική για να καλύπτει τις τρύπες που άφηναν οι συμπαίκτες του που έλειπαν λόγω κάποιου τραυματισμού. «Τακούλη θα παίξεις τερματοφύλακας γιατί ο Σαμλίδης έχει χτυπήσει στο κεφάλι» του λέει ο Πάγκαλος πριν από κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Ναι Πατερούλη»  απαντά ο Λουκανίδης, κατεβάζοντας τα ρολά. «Τακούλη μου σήμερα θα παίξεις με το 9 στην πλάτη γιατί ο Κουίρουκίδης έχει βαρύ διάστρεμμα». Σέντερ φορ ο Λουκανίδης και νίκη για τη Δράμα με δικό του μάλιστα γκολ.

Κάπως έτσι -και ενώ η φυσική του θέση ήταν κεντρικός χαφ και στόπερ- ολοένα και μεγάλωνε ο μύθος για τον νεαρό που μπορούσε να αγωνιστεί παντού. Ένας μύθος που έγινε πραγματικότητα και που τον έφερε στα τέλη των 60s μια ανάσα από την ιταλική Γιουβέντους, σε μια περίοδο που τέτοιες μεταγραφές -για Έλληνες παίκτες- έμοιαζαν μόνο ως κακόγουστο ανέκδοτο. Τελικά το «φλερτ» δεν κατέληξε σε «γάμο» μιας και ο Λουκανίδης δεν τόλμησε ποτέ το μεγάλο ταξίδι για το Τορίνο με τον βασικό λόγο αυτής του της άρνησης το γεγονός πως δεν ήξερε καθόλου Ιταλικά. «Εμείς καλά καλά δεν μιλάμε σωστά ελληνικά, ιταλικά θα μάθουμε;» είχε πει σε κολλητό του και τελικά έφυγε για την Κύπρο και τα χρώματα του ΑΠΟΕΛ.

Βρισκόμαστε στο 1960 και τον παίκτη έχει ήδη προσεγγίσει η ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός και φυσικά η ομάδα της καρδιάς του, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ο Παναθηναϊκός. Ο αθλητικός όμως νόμος που ίσχυε τότε δεν έδινε το δικαίωμα σε κάποιο παίκτη να πάρει μεταγραφή για άλλη Ελληνική ομάδα αν πρώτα δεν είχε αγωνιστεί σε ομάδα του εξωτερικού. Κάπως έτσι η επιλογή του ΑΠΟΕΛ δεν ήταν δύσκολη, καθαρά λόγω γλώσσας. Επιτέλους, θα μπορούσε μετά από ένα χρόνο να αγωνιστεί στην ομάδα που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο Λουκανίδης ήταν φίλος του ΠΑΟ από τα χρόνια που έπαιζε στη Δράμα, όταν η Δόξα είχε για σήμα το μαύρο τριφύλλι ως ένδειξη πένθους στη βουλγαροκρατία (χρόνια αργότερα το έμβλημα άλλαξε και έγινε ένας μαυραετός) και αποφάσισε οριστικά πως πρέπει να ντυθεί στα πράσινα το 1959, μετά από ένα ιστορικό παιχνίδι της Δόξας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας κόντρα στον ΠΑΟ.

Η ομάδα του έπαιζε με 9 παίκτες και ο ίδιος έκανε τα πάντα στο γήπεδο αγωνιζόμενος στον άξονα και μάλιστα παραλίγο να κερδίσει το παιχνίδι -σχεδόν- μόνος του. Έτρεχε, έκοβε, μοίραζε, απειλούσε. Τελικά ο ΠΑΟ με ένα γκολ του Μίμη Μπενάρδου κέρδισε στις καθυστερήσεις, με τους φίλους των πρασίνων όμως να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο και να σηκώνουν εκστασιασμένοι τον -αντίπαλο- Λουκανίδη στον αέρα, απαιτώντας την μεταγραφή του στην ομάδα τους και φωνάζοντας υπέρ του συνθήματα. Ο Λουκανίδης δεν μπορούσε να πιστέψει αυτή την έκρηξη λατρείας όπως και οι περισσότεροι συμπαίκτες και αντίπαλοι. Το ’61 και ενώ ο Ολυμπιακός προσφέρει περισσότερα χρήματα στον παίκτη, ο Λουκανίδης θα υπογράψει στον ΠΑΟ και το ίδιο βράδυ θα τα σπάσει με τον αδερφό του Θανάση (παίκτη του Ολυμπιακού) στο μαγαζί που τραγουδούσε ο αγαπημένος του Πάνος Γαβαλάς στην Αχαρνών. Τα μπουζούκια και η καλή ζωή ήταν κάτι που ποτέ δεν έλειψαν στο Λουκανίδη όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και για πολλούς ήταν και το μοναδικό του ψεγάδι. Τα γλέντια στη Φωκίωνως Νέγρη (τότε καρδιά της νυχτερινής Αθήνας), πριν αλλά και μετά από σπουδαίες αναμετρήσεις, έχουν μείνει ανεξίτηλα χαραγμένα τόσο στον ίδιο όσο και σε συμπαίκτες και απλούς φιλάθλους.

Τον Ιούλιο του 1963 ο ΠΑΟ θα δώσει τα κλειδιά της ομάδας στον Στέφαν Μπόμπεκ με τον σπουδαίο Γιουγκοσλάβο να μετατρέπει τους πράσινους από μια εξαιρετική ομάδα σε κάτι πραγματικά το ανίκητο. Ο Μπόμπεκ δουλεύει και τελειοποιεί το 4-3-3 πατώντας στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έχοντας στον άξονα τους Δομάζο και Λουκανίδη θα φτιάξει την ανίκητη -στην κυριολεξία- ομάδα της σεζόν 1963/64. Ο ΠΑΟ θα κατακτήσει αήττητος το πρωτάθλημα (όντας η μοναδική Ελληνική ομάδα που το έχει καταφέρει) και θα συνεχίσει με μόλις μία ήττα και την επόμενη σεζόν (3-2 από τον Εθνικό), κατακτώντας και πάλι την κούπα του πρωταθλητή. Η αθηναϊκή ομάδα είχε αγγίξει το τέλειο  και συνδύαζε την ηρεμία με τα επιθετικά ξεσπάσματα με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούν να αποτυπώσουν τα λόγια. Για να καταλάβετε. Γνωστός μουσικός των Αθηνών -και φίλος των πρασίνων- είχε παρομοιάσει το παιχνίδι της ομάδας με τη μελωδία του Σοπέν «Imrpomptu no4», λέγοντας πως αν αυτή η μελωδία έπρεπε να παιχτεί από ποδοσφαιριστές σε κάποιο γήπεδο, βάζοντας αντί για νότες τις κινήσεις των νούμερων που διέκρινες στις φανέλες των παικτών, ακριβώς αυτό θα άκουγες στην «παρτιτούρα» του γηπέδου. Η δήλωση αυτή όσο κι αν έχει μια δόση υπερβολής (που την έχει) δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού εκείνης της ομάδας. Εννοείται πως και με τον Μπόμπεκ στον πάγκο ο Λουκανίδης συνέχιζε να αλλάζει θέσεις δίνοντας πάντα πολύτιμες λύσεις στην ομάδα του και οδηγώντας τη σε σπουδαίες νίκες.

Η κόντρα του Μπόμπεκ με τους περισσότερους παίκτες το 1967 θα στείλει τον Λουκανίδη στον πάγκο και τελικά στη φυγή, με προορισμό τον Άρη Θεσσαλονίκης το 1969. Οι ένδοξες μέρες σιγά-σιγά άρχισαν να ανήκουν στο παρελθόν και τελικά ο σπουδαίος ποδοσφαιριστής θα βάλει τέλος στην καριέρα του το καλοκαίρι του 1970. Έχοντας κατακτήσει και ένα κύπελλο Ελλάδος με τον Άρη. Ήταν 33 ετών. Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν πως αν ο ΠΑΟ είχε και τον Λουκανίδη τη χρονιά του Γουέμπλεϊ δεν θα είχε χάσει με τίποτα εκείνο το παιχνίδι κόντρα στον Άγιαξ και πολλοί περισσότεροι πως αν ο παίκτης δεν είχε αδικήσει τον εαυτό του και το ταλέντο του, δουλεύοντας περισσότερο, θα είχε κάνει τεράστια καριέρα -όχι στο ελληνικό ποδόσφαιρο- αλλά στο Ευρωπαϊκό, και σε κορυφαία ομάδα.

«Η γνώση της σταθερότητας είναι διορατικότητα. Η άγνοια της σταθερότητας φέρνει συμφορά. Η γνώση της σταθερότητας κρατά το μυαλό ανοικτό. Μ’ ανοικτό μυαλό θα είσαι ανοιχτόκαρδος. Ανοιχτόκαρδος, το φέρσιμό σου θα είναι αρχοντικό. Αρχοντικός, θα πλησιάζεις το θεϊκό». Η παραπάνω φράση βρίσκεται στο βιβλίο του Λάο Τσε «Ταο Τε Κινγκ»και μπορεί να χαρακτηρίσει το στυλ, το παίξιμο και τη ζωή του Λουκανίδη. Ο κορυφαίος των κορυφαίων εντός του αγωνιστικού χώρου. Με το αρχοντικό του -στα όρια του θεϊκού- παίξιμο και έχοντας νιώσει από τα παιδικά του χρόνια τη σκληρότητα και τη συμφορά. Ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, με πάθη που ακόμα και σήμερα όταν τον βλέπεις, στα 80 του χρόνια, δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις νιώθοντας την καλοσύνη του και τη θετική του αύρα.

Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

  [2 Σχόλια]

Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένα παιδί από την Μπαδαλόνα. Όπως τα περισσότερα παιδιά στην Καταλωνία παράλληλα με το σχολείο του έπαιζε από χόμπι ποδόσφαιρο. Επειδή ήταν λίγο καλύτερος από το μέσο όρο, χωρίς να είναι κάτι το σπουδαίο, και καθώς του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο, άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά τις κατηγορίες. Πήγε από την ομάδα της γειτονιάς, σε εκείνη της περιοχής και άρχισε να παίζει στα τοπικά πρωταθλήματα. Μια κανονική ζωή ερασιτέχνη παίχτη, που παράλληλα σπούδαζε Μηχανολόγος Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πομπέου Φάμπρα στη Βαρκελώνη.

To πάθος του για τη μπάλα δεν έσβησε και συνέχισε να παίζει ακόμα και ως βετεράνος. Μέλος του συλλόγου Λιουρέδα δε Μπαδαλόνα, αγωνιζόταν κανονικά στη Λα Λίγα των βετεράνων. Στις 26 Απριλίου του 2014 η Λιουρέδα αντιμετώπιζε την Έκουα Καλέλια. Το ματς ήταν αρκετά νευρικό, με πολλά σκληρά μαρκαρίσματα, βρισίδια και πλακώματα. Κάποια στιγμή ένας παίχτης της Καλέλια το παράκανε, ακόμα και για παιχνίδι βετεράνων, και αποβλήθηκε. Όπως πήγαινε προς τα αποδυτήρια ξαφνικά του γύρισε το μάτι και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Πήρε φόρα, σήκωσε το μποτάκι και το έφερε στη μέση του Ραούλ Σάντσεθ. Αυτός έπεσε κάτω, μην μπορώντας να κινηθεί. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου διεγνώσθη μετατόπιση των σπονδύλων C3 και C4. Ο Ραούλ θα έμενε για όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπληγικός, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης συνελήφθη.

Η Λιουρέδα υπερασπιζόμενη τον παίχτη της ζήτησε αποβολή της Έκουα Καλέλια από κάθε διοργάνωση. Από μόνη της η Καλέλια διέγραψε άμεσα το δράστη από το ρόστερ της και του απαγόρευσε δια βίου την είσοδο στο γήπεδό της. Η ομοσπονδία αποφάσισε ότι η Καλέλια δεν ευθύνεται για το δράστη και δεν την τιμώρησε, όμως ο σύλλογος από μόνος του αποσύρθηκε από το υπόλοιπο του συγκεκριμένου πρωταθλήματος.

Από την πλευρά του ο Ραούλ είδε τη ζωή του να αλλάζει σε μια στιγμή και το χειρότερο να του στερεί για πάντα την κίνησή του και εκείνο που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, το ποδόσφαιρο. Πήρε το χρόνο του, το σκέφτηκε, και είπε κάπου «Όχι ρε κερατά (αυτολεξεί μετάφραση του καμπρόν), εγώ θα συνεχίσω, αλλά από άλλο πόστο». Ο Ραούλ άφησε τη δουλειά του ως σχεδιαστής μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικής παραγωγής και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ενημέρωση του κόσμου για τη βία στο ποδόσφαιρο. Πήγε στο δήμο της Μπαδαλόνα και της Βαρκελώνης, στην τοπική κυβέρνηση του Ζενεραλιτάτ και σε κανάλια και στούντιο της Καταλωνίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κόσμου ώστε να μάθει ν’ αντιμετωπίζει το άθλημα αλλιώς.

Ο Ραούλ πάει σε σχολεία, σε ακαδημίες ποδοσφαίρου, σε ομάδες γειτονιάς, παντού για να πει την ιστορία του. Σε κάποια τέτοια ομιλία τον συνάντησε ο Γκιγιέρμο Κρούθ, σκηνοθέτης του Ινστιτούτου Γκούτμαν. Εκεί του πρότεινε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο Ραούλ Σάντσεθ δέχθηκε αμέσως. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βαρκελώνης τον Οκτώβρη και έχει τίτλο «26 Απριλίου, Παίξε το ξανά». Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσημα το Αθλητικό Ινστιτούτο Βαρκελώνης, το Υπουργείο Αθλητισμού της τοπικής κυβέρνησης και η Καταλανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Ο Ραούλ Σάντσεθ δηλώνει ότι «όλος ο κόσμος με βοηθάει, θέλω να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά και σ’όλο τον κόσμο σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτεται αλλιώς. Να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό αλλιώς». Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένας σπουδαίος υπηρέτης του αθλήματος. Ένας άνθρωπος που ακόμα και η αναπηρία του δεν του στέρησε τη διάθεση να γίνει κοινωνός του αθλήματος. Προσπαθεί να αλλάξει τα μυαλά του κόσμου, όπως εκείνου που τον άφησε ανάπηρο και τρία χρόνια μετά δεν του έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη.

Η ιστορία του πιο τρελού τερματοφύλακα

  [6 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο της Λ. Αμερικής το λατρεύεις για δύο πράγματα. Το θέαμά του και όλη αυτή τη γραφικότητα που το περιβάλλει και το κάνει να ξεχωρίζει. Μέσα στη γραφικότητα φυσικά είναι κι οι ιστορίες με τους τερματοφύλακες, τους λίγο ως πολύ παλαβούς τερματοφύλακες. Ρενέ Χιγκίτα, Χόρχε Κάμπος, Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ και στην κορυφή ο Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Γενικά καταλαβαίνεις ότι αν τερματοφύλακας έχει παρατσούκλι «Ελ Λόκο» δεν είναι ό,τι καλύτερο. Από τον τερματοφύλακα θες μια σιγουριά. Να είναι πιο βαρετός και από ασφαλιστή που ήρθε σπίτι σου. Να είναι πιο σταθερός και από τους Σκόρπιονς στις περιοδείες τους. «Ο Τρελός» όμως ήταν ένας σόουμαν. Με την κορδέλα του, τα μακριά στενά παντελονάκια και τη φάτσα κομπάρσου σε γουέστερν που παίζει κάποιον ανώνυμο Ινδιάνο που ο Τζον Γουέιν σκοτώνει πριν καπνίσει ένα τσιγαράκι.

Ο Γκάτι ξεκίνησε την καριέρα του από την Ατλάντα. Όταν πήγε να δοκιμαστεί στην παιδική ομάδα έφαγε… 14 γκολ. Στο ίδιο παιχνίδι. Έβαλε τα κλάματα και έφυγε για τα αποδυτήρια, αλλά ο προπονητής τον κράτησε. Ήταν από τους πρωτοπόρους τερματοφύλακες στο παιχνίδι έξω από την περιοχή. Του άρεσε να παίζει με την μπάλα, να συμμετέχει στη δημιουργία, να κοντρολάρει με το στήθος, να κάνει κεφαλιές, να προωθείται, να βγαίνει σαν μανιακός από την περιοχή για να κόψει κάποιον αντίπαλο, να εκτελεί πλάγια. Αγαπημένη του κίνηση, να βγαίνει τελευταία στιγμή στην έξοδο και να μπλοκάρει την μπάλα ακριβώς πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου επιδεικτικά. Είχε και έφεση στην απόκρουση πέναλτι, στην μεγάλη του καριέρα απέκρουσε 26 φορές κάποιο χτύπημα.

Η Ρίβερ έδωσε αρκετά χρήματα για να τον πάρει καθώς ο Αμαντέο Καρίσο ήταν στα 37 του. Τελικά ο Γκάτι έμεινε στην σκιά του τεράστιου Καρίσο αφού ο τελευταίος έπαιξε για πέντε σεζόν ακόμα. Έφυγε για άλλα μέρη και για τον Καρίσο είχε δηλώσει: «Ποτέ δεν άκουσα τις συμβουλές του Καρίσο, λογικό αφού ήξερα παραπάνω από αυτόν». Στη συνέχεια πήγε στη Χιμνάσια όπου έκανε τα καλύτερά του ματς και φυσικά τις καλύτερές του τρέλες. Ήταν μια πραγματική ατραξιόν του πρωταθλήματος. Κόσμος ταξίδευε μέχρι την Λα Πλάτα για να τον δει ή πήγαινε σε εκτός έδρας ματς της Χιμνάσια, παρ΄ ότι δεν υποστήριζε καμία ομάδα.

Το γήπεδο της Χιμνάσια γεμάτο, μέχρι και ένα πουλί στο δοκάρι παρακολουθεί τον Γκάτι

Τελείωσε την καριέρα του στην Μπόκα στην οποία πήγε στα 32 του και έφτασε να παίζει μέχρι τα 44 του. Εκεί με μία από τις 26 του αποκρούσεις σε πέναλτι έδωσε το πρώτο Λιμπερταδόρες στην ιστορία του συλλόγου απέναντι στην Κρουζέιρο. Στο Μπομπονέρα κέρδισε τρία πρωταθλήματα, ακόμα ένα Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Θεωρείται από τους θρύλους του κλαμπ. Όταν στη δεκαετία του ’70 τον ρώτησαν γιατί κάνει όλες αυτές τις παλαβομάρες απάντησε με ειλικρίνεια: «Το ποδοσφαιρικό θέαμα που προσφέρουμε στο κοινό είναι θλιβερό και νιώθω την υποχρέωση να κάνω ορισμένα παράξενα πράγματα που θα διασκεδάσουν και θα δώσουν χαρά στον κόσμο». Ο Γκάτι έπαιζε για να κερδίσει, αλλά κυρίως έπαιζε και για να ψυχαγωγήσει το κοινό (τώρα αν αυτό είναι συμβατό με τους οπαδούς μιας ομάδας έτοιμους να πάθουν εγκεφαλικό για κάθε ντρίμπλα ή προώθηση του Γκάτι είναι άλλο ζήτημα). Όταν έπαιζε στην Ατλάντα είχε τιμωρηθεί για μια αγωνιστική από τη διοίκηση γιατί σε ένα ματς αποφάσισε να… δώσει πάσα σε έναν συμπαίκτη του σουτάροντας την μπάλα πρώτα στο οριζόντιο δοκάρι της εστίας του για να πάει μετά εκεί που έπρεπε.

«Σε ένα παιχνίδι αποφάσισα να μείνω στη γραμμή και μη φύγω από την εστία. Πολύ γρήγορα ένιωσα σαν ένα πνεύμα να με σπρώχνει να πάω να ανακατευτώ στο παιχνίδι»

Η γραφικότητα όπως είπαμε και στην αρχή είχε και άμεση σχέση με την εξωτερική εμφάνιση. Την εποχή που οι περισσότεροι τερματοφύλακες φορούσαν μαύρα, ο Γκάτι φορούσε ροζ, πορτοκαλί ή μπορντό εμφανίσεις. Από τους πρώτους μακρυμάλληδες εκείνα τα χρόνια και από τους πρώτους που αποφάσισαν να φοράνε ομοιόμορφο σορτσάκι (στενό και αρκετές φορές μακρύ)-φανέλα-κάλτσες. Και φυσικά ο πρώτος που είχε… προσωπική διαφήμιση στη φανέλα, ξεχωριστή από της ομάδας. Μια εταιρεία ηλεκτρονικών παιχνιδιών και το εστιατόριο «Παπαράτσι» διαφημίζονταν στη φανέλα του, ενώ η Μπόκα είχε άλλους χορηγούς. Μετά για κανά δύο σεζόν είχε την ίδια διαφήμιση με την υπόλοιπη ομάδα, μέχρι που το 1984 η Μπόκα δεν βρήκε σπόνσορα, αλλά ο Γκάτι βρήκε γι’ αυτόν μια τράπεζα να διαφημίζεται στη φανέλα του.


Αριστερά ο Γκάτι με την ατομική του διαφήμιση, δεξιά η φανέλα της Μπόκα

Οι ιστορίες είναι δεκάδες για την τρέλα του ανθρώπου. Του πετούσαν φρούτα και αυτός τα έτρωγε, ξάπλωνε μπροστά στην εστία του και έκανε ηλιοθεραπεία. Μια φορά απέναντι στην Μπόκα (ως παίκτης της Χιμνάσια) είχε προωθηθεί και η μπάλα βγήκε πλάγιο υπέρ της Μπόκα με τον Γκάτι να είναι κάτω από τη σέντρα. Ήξερε ότι δεν προλάβαινε να γυρίσει, οπότε άρχισε να μαλώνει για την μπάλα με τον αντίπαλο παίκτη μέχρι να διακοπεί το ματς και να κερδίσει χρόνο. Πάλι κόντρα στην Μπόκα, οι οπαδοί της του πέταξαν μια σκούπα και αυτός άρχισε να σκουπίζει την περιοχή του την ώρα του αγώνα. Πριν από κάθε ματς έπινε λίγο κρασί. «Έριχνε το «χεσόμετρό» μου πιο χαμηλά, δεν χεζόμουν από φόβο. Αυτό που ο Βαλντάνο ονομάζει «φόβο της σκηνής», είναι το ίδιο πράγμα με άλλες λέξεις, ο Χόρχε είναι πιο κουλτουριάρης». Στα λίγα ματς που έπαιξε με την εθνική Αργεντινής ταξίδεψε σε αρκετά κρύα μέρη. Στο χιονισμένο Κίεβο, απέναντι στην ΕΣΣΔ, είχε στην εστία ένα μπουκαλάκι ουίσκι για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει το κρύο. Κάθε λίγο έπινε και μια γουλιά. «Ήταν το καλύτερο μου παιχνίδι γιατί στο τέλος δεν ήξερα τι έκανα» δήλωσε.

Υπερ-καλτ διαφήμιση με τον Γκάτι να πίνει τζιν την ώρα του αγώνα και να σκοράρει

Όταν ο 18χρονος Όσκαρ Ρουτζιέρι πήγε στην Μπόκα, ο Γκάτι τον πλησίασε. «Μικρέ, πίνεις κρασί;», τον ρώτησε. Ο Ρουτζιέρι απάντησε αρνητικά. «Από σήμερα θα τρως μαζί μου» του είπε ο Λόκο. Ο Όσκαρ μέσα στη χαρά, πήρε την ίδια μέρα τηλέφωνο την μάνα του, τους φίλους του και όποιον άλλον ήξερε, για να τους πει ότι τον κάλεσε για φαγητό ο τεράστιος Γκάτι. Τελικά η αλήθεια ήταν διαφορετική. Η Μπόκα στα γεύματα έβαζε ένα μπουκάλι κρασί σε κάθε τραπέζι. Ο Γκάτι βρήκε τρεις πιτσιρικάδες να κάθονται μαζί του και φυσικά έπινε μόνος του το μπουκάλι κρασί.

Η ασίστ με την Εστουδιάντες

Το 1981 με συμπαίκτη τον Μαραντόνα (με τον οποίο έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά την κρατάμε για άλλη φορά) κατέκτησε το πρωτάθλημα. Εξαιτίας ενός λάθους του, είχε χάσει τη θέση βασικού για μεγάλο διάστημα. Όταν ο προπονητής αποφάσισε να του δώσει ξανά μετά από καιρό φανέλα βασικού σε ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες, έκανε μια τρέλα που την έσωσε τελευταία στιγμή πάνω στη γραμμή ένας συμπαίκτης του. Αγέρωχος ο Γκάτι, λίγα λεπτά αργότερα έκανε μια έξοδο σχεδόν μέχρι το κέντρο για να κόψει έναν αντίπαλο, δεν άφησε την μπάλα στον αμυντικό του και έφτασε στη μεσαία γραμμή για να τη δώσει στον Περότι. Ο τελευταίος έκανε ένα σλάλομ και σκόραρε το μοναδικό γκολ του αγώνα, ένα κρίσιμο γκολ για την κούπα. Οι περισσότεροι συμπαίκτες αντί να αγκαλιάσουν τον σκόρερ, πήγαν στον Γκάτι. Το γκολ ήταν δικό του.

Όπως έχει γίνει αντιληπτό, εκτός από τις τρέλες και τις καλές αποκρούσεις, ο Γκάτι είχε και πολλά, πάρα πολλά λάθη. Και αυτά ουσιαστικά του στοίχισαν την καριέρα του, καθώς έχοντας ξεπεράσει τα 40 είχε χάσει την εκρηκτικότητα, αλλά συνέχιζε να παίζει ριψοκίνδυνα. Τον Οκτώβριο του 1987 κάνει μια τραγική εμφάνιση απέναντι στη Νιούελ’ς. Αποφασίζει να κάνει κόλπο και να τσιμπήσει την μπάλα πάνω από τον αντίπαλο την τελευταία στιγμή. Γίνεται το 0-1. Οι φανατικοί της «La 12» τον γιουχάρουν. Αρκετοί τον βρίζουν. Λίγο αργότερα τρώει μια κεφαλιά που περνάει μέσα από τα χέρια του και γίνεται το 0-2. Ο κόσμος αρχίζει να σφυρίζει σε κάθε επαφή του με την μπάλα. Χωρίς να φταίει ιδιαίτερα δέχεται και τρίτο γκολ. Στα αποδυτήρια ζητάει αλλαγή και ζητάει συγγνώμη. Μένει για αρκετό καιρό εκτός αγώνων, παίζει σποραδικά. Στο επόμενο πρωτάθλημα ξεκινάει βασικός στην πρεμιέρα απέναντι στην άσημη Ντεπορτίβο Αρμένιο. Κάνει μια τραγική έξοδο, δέχεται το γκολ κι η Μπόκα χάνει. Ο προπονητής τον αφήνει εκτός ομάδος οριστικά. Είναι το τελευταίο επίσημο ματς του Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Φεύγει με άσχημο τρόπο.

Το αντίο του Γκάτι στα 54 του…

Δέκα χρόνια αργότερα η Μπόκα αποφασίζει να τον τιμήσει. Η τρέλα του Γκάτι συνεχίζεται ακόμα και στο αντίο. Δεν γίνεται κανένα φιλικό της πλάκας τύπου «φίλοι Γκάτι». Η Μπόκα παίζει σε φιλικό τουρνουά με αντίπαλο την Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα. Εντάξει, δεν είναι και επίσημο ματς, αλλά είναι κανονικός αγώνας και ο Γκάτι είναι 54 ετών πια. Σε μια εντεκάδα που βρίσκεται και ο παλιός γνώριμός μας Φερνάντο Νάβας, ο Γκάτι με ξανθό μαλλί, κορδέλα και μπορδοροδοκόκκινη έντονη φανέλα κατεβαίνει για τελευταία φορά στο Μπομπονέρα. Ο κόσμος τον αποθεώνει, το αντίο του τρελού, ενός τύπου που με τα καλά και τα άσχημά του έγραψε τη δική του ιστορία στο ποδόσφαιρο μιας χώρας και θεωρείται από τους καλύτερους τερματοφύλακες της Λατινικής Αμερικής.

«Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο»

  [4 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στο 1999, η αποστολή της Γιουβέντους είναι έτοιμη να αναχωρήσει για ένα εκτός έδρας παιχνίδι αλλά ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι εξαφανισμένος. Όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης του πέφτουν στο κενό, καθώς το κινητό του είναι κλειστό. Ο ενοχλημένος Κάρλο Αντσελότι, που βρίσκεται στο τιμόνι της ομάδας μόλις μερικές εβδομάδες και ακόμα προσπαθεί να κερδίσει τον σεβασμό των παικτών του, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: «Δεν περιμένουμε άλλο. Φεύγουμε». Ένας εκ των βοηθών του απορεί: «Μα, Καρλίτο, πως θα μας προλάβει;». Ο Αντσελότι όμως είναι ανένδοτος: «Αυτό είναι δικό του πρόβλημα».

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, από το βάθος του λεωφορείου, μια φωνή ακούγεται: «Κόουτς, πρέπει να μιλήσουμε». Ο Πάολο Μοντέρο σηκώνεται από τη θέση του και αρχίζει να προχωράει στο διάδρομο. «Φυσικά Πάολο, τώρα ξεκινάμε και στη διαδρομή είμαι όλος αυτιά». Τότε ο Μοντέρο φτάνει δίπλα στον οδηγό, σταυρώνει τα χέρια, κοιτάει τον προπονητή του στα μάτια και λέει. «Όχι, γι’αυτό το θέμα είναι που θέλω να μιλήσουμε. Κανένας δεν φεύγει από εδώ χωρίς τον Ζιντάν».

Ακολουθούν αρκετά δευτερόλεπτα σιγής και περισυλλογής. Ο Αντσελότι βρίσκεται μπροστά σε έναν μανιακό που τον κοιτάει οργισμένα στα μάτια ενώ ταυτόχρονα και ασυναίσθητα σφίγγει και ξεσφίγγει τις γροθιές του. Κάποιον ο οποίος στα διλήμματα μεταξύ του καλού και του όχι-και-τόσο-καλού, θυσιάζει πάντα το καλό: Όταν στοχεύει τη μπάλα, κλωτσάει το πόδι σου. Όταν στοχεύει το πόδι σου, φυσικά κλωτσάει το πόδι σου. Τελικά μετά από ώριμη σκέψη αποφασίζει να μη ρισκάρει τη σωματική του ακεραιότητα την ψυχική του ηρεμία και υποχωρεί: «Καλά Πάολο. Ας τον περιμένουμε λοιπόν». Δέκα λεπτά αργότερα ο Ζιζού καταφτάνει, ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση και το λεωφορείο αναχωρεί κανονικά. Χωρίς κανένας να έχει χτυπήσει.

Η παραπάνω περιγραφή (καθώς και τα διάφορα σχόλια αλλά και οι χαρακτηρισμοί) δεν είναι δική μου. Προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Κάρλο Αντσελότι που κυκλοφόρησε το 2010. Στο βιβλίο αυτό ο Καρλίτο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη σχέση του με τον Ζιντάν αλλά και με τους «δικηγόρους» του μέσα στην ομάδα: τον Τζιοβάνι Ανιέλι και τον Πάολο Μοντέρο. «Ήταν η σκιά του, οι φύλακες άγγελοι του. Δεν τον άφηναν ποτέ μόνο. Ο Ανιέλι ήταν τρελός γι’αυτόν. Ο Μοντέρο ήταν απλά τρελός».

Ένα περίπου χρόνο μετά το συμβάν στο πούλμαν, ο Αντσελότι κατάλαβε πόσο ορθά έπραξε όταν δεν τράβηξε τη διαφωνία με τον Μοντέρο στα άκρα. Είναι Νοέμβριος του 2000, η Γιουβέντους επιστρέφει από την Αθήνα, όπου είχε ηττηθεί με 3-1 από τον Παναθηναϊκό, και στο αεροδρόμιο του Τορίνο κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί οπαδοί περιμένουν καρτερικά για να ‘στολίσουν’ τους παίκτες που είχαν καταφέρει να βγουν τελευταίοι στον όμιλο και να μείνουν εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων από το φθινόπωρο. Την ώρα που ο Ζιντάν περνάει ανάμεσα τους, πάνω στην ένταση ένας εξ αυτών τον σπρώχνει. Λάθος. Μεγάλο λάθος.

Ο Πάολο Μοντέρο, αν και βρίσκεται πολλά μέτρα μακριά από το όλο σκηνικό, βλέπει την ενέργεια των οπαδών. Ο αποσβολωμένος Αντσελότι παρατηρεί τη φάση από απόσταση και περιγράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μοντέρο βγάζει ήρεμα τα γυαλιά του και με μια, αταίριαστη για τη στιγμή, κομψή χειρονομία τα τοποθετεί προσεκτικά στη θήκη τους. Αυτό ήταν κακό σημάδι για τους νεαρούς. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, τρέχει με φουλ ταχύτητα προς τη μεριά των οπαδών με τις γροθιές του να πετάνε στον αέρα. Δίπλα του τρέχει για βοήθεια και ο Ντανιέλ Φονσέκα, ένας άλλος πρόθυμος καβγατζής. Στο μυαλό μου, φαντάστηκα έναν εκφωνητή πυγμαχίας ακριβώς πίσω τους, να περιγράφει λίγα μέτρα μακριά από το ρινγκ: ‘Να ένα δεξί, τώρα ένα αριστερό hook, κι ένα ακόμα αριστερό hook. Τελικά έχουμε ένα τεχνικό νοκ άουτ. Ο Ζιντάν είναι ασφαλής. Επαναλαμβάνω, ο Ζιντάν είναι ασφαλής».

Ο Πάολο Μοντέρο είναι Ουρουγουανός. Αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι πλέον. Όμως, ο Μοντέρο ήταν Ουρουγουανός αμυντικός σε μια εποχή λίγο πιο άγρια και πιο έξαλλη από τη σημερινή. Με απλά λόγια, ο τέλειος συνδυασμός υλικών για να βγει από το μίξερ ένας μαγνήτης καβγάδων. «Μετά από αρκετά παιχνίδια πηγαίναμε στα αποδυτήρια ψάχνοντας αντιπάλους για μανούρα», θυμάται ο ίδιος. «Δεν υπήρχε κανένα θέμα τότε. Γινόταν συχνά και με πολλές ομάδες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν καβγά με τον Τόλντο αλλά και με τη Σαλερνιτάνα, όταν έπαιζε εκεί ο Γκατούζο (ω, τι έκπληξη, δεν το περίμενε κανείς!)».

Η εικόνα του Μοντέρο να μπλέκεται σε καβγά ή να κατεδαφίζει κάποιον αντίπαλο ήταν τόσο συνηθισμένη εκείνη την εποχή που στην ιταλική τηλεόραση υπήρχε σε μια χιουμοριστική εκπομπή ένας σωσίας του που σε κάθε ευκαιρία κλωτσούσε και χτυπούσε τους γύρω του, ζητώντας συγγνώμη κάθε φορά που το χτύπημα του δεν πετύχαινε κάποιον καλά. «Ήταν αστείο. Ποτέ δεν ένιωσα προσβεβλημένος απ’αυτό» ήταν η αντίδραση του Πάολο, που δεν προσπάθησε ποτέ να παριστάνει κάτι που δεν είναι: «Η φήμη μου είναι απόλυτα δίκαιη. Ήμουν σκληρός παίκτης αλλά ποτέ δεν έκανα κακό σε κανέναν. Επίσης, δεν αντέχω τους παίκτες που ζητάνε από τον διαιτητή να δείξει κάρτα. Έχω δεχτεί κλωτσιές, φτυσίματα και αγκωνιές αλλά ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκα στον διαιτητή. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο.»

Στα 9 χρόνια που έπαιξε στη Γιουβέντους κέρδισε πρωταθλήματα, Σούπερ Καπ, Διηπειρωτικό, δεκάδες κίτρινες κάρτες και τον τίτλο του παίκτη με τις περισσότερες αποβολές στο Καμπιονάτο (21 συνολικά στην καριέρα του), ένα ‘παράσημο’ που διατηρεί ακόμα και σήμερα, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 12 χρόνια από το τελευταίο του παιχνίδι εκεί. Το πιο σημαντικό όμως όλων είναι ότι κέρδισε μια θέση στη καρδιά των οπαδών της. Εκεί που οι υπόλοιποι έβλεπαν ένα αιμοβόρο τσεκούρι που στο μάθημα του Fair play ήταν απασχολημένο ακονίζοντας τις τάπες του με τροχό, οι οπαδοί της ‘Μεγάλης Κυρίας’ έβλεπαν έναν παθιασμένο αμυντικό που δεν μασούσε να βάλει τα πόδια του στη φωτιά ή να χωθεί σε έναν τσαμπουκά για το καλό της ομάδας.

Παρά την αδιαμφισβήτητη θέση σε κάθε λίστα «Σκληρών του ποδοσφαίρου» που σέβεται τον εαυτό της, ο Μοντέρο τονίζει συνεχώς πως κατά βάθος δεν είναι κακός και ότι όλα ήταν μέρος του αγώνα και της προσπάθειας του να φτάσει στη νίκη. «Όταν μπαίνω στο γήπεδο η μόνη μου επιθυμία είναι να κερδίσω. Δεν σκέφτομαι το πως θα γίνω πρότυπο για τα παιδιά μου ή για τους θεατές που με παρακολουθούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι εκπλήσσονται όταν το λέω αυτό».

Οι συμπαίκτες του πάντως έχουν να λένε για την τακτική που ακολουθούσε συνήθως. Ο Νταβίντ Τρεζεγκέ την περιέγραψε σε μια συνέντευξη του: «Έβλεπα τους αντίπαλους επιθετικούς και διέκρινα τον τρόμο στα μάτια τους. Όταν ο Πάολο πλησίαζε, προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Η τεχνική του ήταν απλή: Το πρώτο τάκλιν ήταν πάντα δυνατό για να καταλάβει ο αντίπαλος τι παίζει. Μετά ακολουθούσε το μπλα-μπλα, που τους αποτελείωνε».

Ο Ουρουγουανός εγκατέλειψε τη Γιουβέντους και την Ιταλία στα 34 του, όταν ήταν πλέον ξεκάθαρο και σ’αυτόν και στον κόσμο ότι οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, κοινώς τα τάκλιν του δεν έβρισκαν στόχο με την ίδια συχνότητα όπως παλιά. (Κι όταν λέμε στόχο, ο Μοντέρο ήταν ένας από τους πρώτους που θεμελίωσε τη φιλοσοφία: «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο», ατάκα η οποία χρησιμοποιήθηκε και σαν τίτλος σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2010 στην Ιταλία.)

Ψάχνοντας για τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, εξέτασε κάποιες προτάσεις από την Αργεντινή, πριν τελικά τον κερδίσει η Σαν Λορένσο. Η επιλογή του Μποέδο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή. Ένας εκ των θρύλων της ομάδας, ο Έκτορ Βέιρα, κάποτε είχε εκστομίσει τη μυθική ατάκα: «Η γειτονιά στην οποία βρίσκεται το γήπεδο της Σαν Λορένσο είναι τρομακτική. Ακόμα και ο Ράμπο έχει πέσει θύμα ληστείας εδώ πέρα». Τελικά το πάντρεμα δεν έπιασε αφού η ηλικία και οι συχνοί τραυματισμοί δεν επέτρεψαν στον Μοντέρο να παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και κάπως έτσι, ένα χρόνο αργότερα, και αφού έπαιξε μια σεζόν και στην ομάδα που τον γαλούχησε και τον ανέδειξε, την Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του.

Σήμερα, μια δεκαετία μετά από το τελευταίο του παιχνίδι, μπορεί κάποιος να τον βρει στον πάγκο της Ροσάριο Σεντράλ. Αδυνατισμένος, σοβαρός, συνήθως κουστουμαρισμένος, με γυαλιά μυωπίας και ήπιες, κατά βάση, αντιδράσεις δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνον τον ψυχάκια τύπο που έβγαινε τα βράδια στα ιταλικά κλαμπ με τον Ιουλιάνο για χορό και κατέληγε να παίζει ξύλο με οπαδούς άλλων ομάδων στα διπλανά σοκάκια και που κάποτε ανάγκασε μέχρι και τον προπονητή του να σκεφτεί (και να καταγράψει στην αυτοβιογραφία του) μετά από μια, σχεδόν αστεία, διαφωνία σε ένα λεωφορείο περιμένοντας τον Ζιντάν: «Στην τελική, το πιο σημαντικό όλων είναι η υγεία μας, σωστά;»

Μπράντι, μάλμπορο και γκολ: Η καριέρα του Ντάριο Χούμπνερ

  [9 Σχόλια]

Στις 31 Αυγούστου του 1997 το Σαν Σίρο ήταν κατάμεστο. Οι οπαδοί της Ίντερ είχαν κατακλύσει το γήπεδο θέλοντας να δούνε τον Ρονάλντο να φοράει για πρώτη φορά τη φανέλα της ομάδας τους. Όπως είναι λογικό, όλο το pre-game show ήταν αφιερωμένο στο ‘Φαινόμενο’, του οποίου η μετακίνηση από τη Μπαρτσελόνα είχε σπάσει το ρεκόρ μεταγραφής. Αντίπαλος της Ίντερ σ’εκείνο το πρώτο παιχνίδι ήταν η Μπρέσια, που μόλις είχε ανέβει από τη δεύτερη κατηγορία.

Το πρώτο ημίχρονο κύλησε με την Ίντερ να απειλεί συνεχώς αλλά να μη μπορεί να σκοράρει. Κάπου στα μισά της επανάληψης, ένας νεαρός μέσος της Μπρέσια έκανε μια πάσα στη μεγάλη περιοχή, ο επιθετικός της ομάδας κοντρόλαρε τη μπάλα με το δεξί γόνατο, έχοντας πλάτη στην εστία, και πριν προλάβει ο αμυντικός να καταλάβει τι θα κάνει, γύρισε και ‘εκτέλεσε’ με το αριστερό, στέλνοντας τη μπάλα ακριβώς στο παραθυράκι.

Η Ίντερ κατάφερε στα τελευταία λεπτά να γυρίσει το παιχνίδι, χάρη σε δυο γκολ ενός άλλου σπουδαίου Λατινοαμερικάνου που επίσης έκανε ντεμπούτο εκείνη τη μέρα, του Άλβαρο Ρεκόμπα, αλλά ακόμα κι έτσι στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου γράφτηκαν για πρώτη φορά τα ονόματα των δυο παικτών της νεοφώτιστης Μπρέσια.

Ο μέσος με το μακρύ μαλλάκι, που λίγους μήνες πριν είχε κλείσει τα 18, ήταν ο Αντρέα Πίρλο. Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι του στην πρώτη κατηγορία και εκείνη ήταν η πρώτη του ασίστ. Ο ψήλος επιθετικός με την περίεργη κορμοστασιά, που στο γκολ έκανε κίνηση έμπειρου σκόρερ, ήταν ο Ντάριο Χούμπνερ, που κι αυτός έκανε εκείνη τη μέρα ντεμπούτο στο Καμπιονάτο. H διαφορά του με όλους τους άλλους πρωτοεμφανιζόμενους είναι ότι ο Χούμπνερ λίγο καιρό πριν είχε κλείσει τα 30!

Μέσα στα επόμενα χρόνια όλοι στη χώρα θα καταλάβαιναν ότι η διαφορά του Χούμπνερ με τους υπόλοιπους επιθετικούς δεν περιοριζόταν στην ηλικία. Ο Ιταλός με το Γερμανικό επίθετο (κληρονομιά από τον παππού του, που πολλά χρόνια πριν είχε αφήσει την πατρίδα του ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή στην Ιταλία), που μοιάζει σαν καλτ χαρακτήρας που ξεπήδησε από ταινία των αδερφών Κοέν, έκανε το μεγάλο βήμα της καριέρας του σε μια ηλικία που η απόδοση των υπολοίπων αρχίζει σιγά-σιγά να πέφτει. Κι αυτό γιατί στην ηλικία που τα περισσότερα μεγάλα ταλέντα βρίσκονται ήδη σε κάποια καλή ακαδημία και βελτιώνονται στο θέμα της τακτικής, ο πιτσιρικάς Ντάριο προσπαθούσε να επιβιώσει δουλεύοντας είτε ως ξυλουργός φτιάχνοντας πόρτες, είτε ως σιδεράς.

Ακόμα και μετά από τόσες ώρες δουλειάς σε δύσκολες συνθήκες όμως, ο Χούμπνερ έβρισκε χρόνο για να παίξει μπάλα στις ομάδες της περιοχής του. Όποιος τον έβλεπε καταλάβαινε εύκολα πως ο μικρός δεν είναι κανένα τρομερό ταλέντο. Η τεχνική του ήταν μετριότατη, το παρουσιαστικό του τελείως αντιτουριστικό και το παίξιμο του χαρακτηριζόταν στην καλύτερη των περιπτώσεων δυναμικό αλλά άτσαλο. «Φυσικά και είμαι λίγο αγροίκος όταν παίζω. Θα ήθελα να σας δω κι εσάς πως θα ήσασταν μετά από 10 ώρες δουλειά» συνήθιζε να απαντάει κάθε φορά που τον κατηγορούσαν για έλλειψη… κομψότητας στο παιχνίδι του.

Υπάρχουν όμως μερικά χαρακτηριστικά στο ποδόσφαιρο που αν τα έχεις μπορείς να πας μπροστά ακόμα κι αν η μοίρα δεν σου έχει χαρίσει άφθονο τεχνικό ταλέντο: Πάθος και ένστικτο. Ο Ντάριο Χούμπνερ είχε κι από τα δυο τόσο πολύ που αν ήθελε μπορούσε να πουλήσει και λίγο σε κάποιον Βραζιλιάνο σαλτιμπάγκο. Παίζοντας στην κορυφή της επίθεσης από μικρός, έδειξε γρήγορα ότι μυρίζεται το γκολ όσο λίγοι και ότι όταν φτάνει η ώρα της εκτέλεσης το πόδι του τα καταφέρει μια χαρά κι αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα από τους σκάουτερς που παρακολουθούσαν τις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Κάπως έτσι ήρθαν οι πρώτοι μικροί μισθοί και μπόρεσε να αφήσει την πρωινή του δουλειά που ως τότε του επέτρεπε να κάνει όλες κι όλες δυο προπονήσεις την εβδομάδα και να παίρνει για ανταμοιβή ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό μετά το τέλος των αγώνων. Η συνέχεια ήταν μια μεγάλη ανηφόρα, την οποία ανέβηκε με μικρά και αργά βήματα αλλά με αρκετή δουλειά και αξιοπρόσεκτη συνέπεια στο σκοράρισμα. Από το ερασιτεχνικό πήγε στην 3η κατηγορία, μετά στην Τσεζένα, που έπαιζε στη Serie B, και από εκεί στη Μπρέσια και το Καμπιονάτο, έστω και στα 30 του. Κάλιο αργά παρά ποτέ, που – λογικά- λένε και στο χωριό του.

Αν το γκολ στο ντεμπούτο μέσα στο Σαν Σίρο ήταν το «καλώς σας βρήκα, με λένε Ντάριο», το χατ τρικ που ακολούθησε, στη 2η αγωνιστική απέναντι στη Σαμπντόρια, ήταν το «δεν πιστεύω να ξεχάσατε το όνομα μου». Το ογκώδες σκαρί του, το άγαρμπο και ιδιαίτερο τρέξιμο του και η δύναμη με την οποία χωνόταν σε όλες τις φάσεις του έδωσε το παρατσούκλι «Τατάνκα», το όνομα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς Αμερικάνοι για τα βουβάλια.


Το τρέξιμο του βουβαλιού

Ακόμα και στη μεγάλη κατηγορία της χώρας όμως, με αρκετούς προβολείς στραμμένους πάνω του, ο Χούμπνερ δεν ενδιαφέρθηκε να αλλάξει ιδιαίτερα τη ζωή του. Αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εμφάνιση του, έχοντας μόνιμα την εικόνα κάποιου που μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και έχει φύγει τρέχοντας από το σπίτι για να προλάβει, και συνέχιζε να απολαμβάνει καθημερινά δυο από τις μεγάλες αγάπες του: το ποτό και το τσιγάρο. Όσοι τον έζησαν έχουν να λένε πως ο «Τατάνκα» κατέβαζε για πλάκα μερικά ποτηράκια γκράπα (παραδοσιακό ιταλικό μπράντι) και κάπνιζε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, μια συνήθεια που δεν έκοβε ούτε την ώρα των αγώνων! Ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να το κρύψει, δηλώνοντας συχνά ότι το τσιγάρο τον ηρεμούσε, γι’αυτό και στο ημίχρονο μόλις ο προπονητής ολοκλήρωνε τις οδηγίες του, πήγαινε στις τουαλέτες, άναβε ένα Marlboro, έπαιρνε 3-4 ρουφηξιές και επέστρεφε ανανεωμένος στον αγώνα, έτοιμος να ματώσει ξανά τα δίχτυα. «Χωρίς το αλκοόλ και τα τσιγάρα ο Χούμπνερ θα ήταν ο πιο δυνατός όλων» έλεγε με παράπονο ο πρόεδρος της Μπρέσια, Λουίτζι Κοριόνι.

Σε ένα Καμπιονάτο που τότε ζούσε τα καλύτερα χρόνια του, όντας με διαφορά το πιο ποιοτικό πρωτάθλημα του κόσμου, ο μεσήλικας Χούμπνερ με την αντιαθλητική ζωή κατάφερε να βρει τρόπο να τρυπώσει ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς του πλανήτη, όπως ακριβώς έβρισκε τρόπους να χωθεί και να σκοράρει απέναντι σε μερικούς από τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου. Η Μπρέσια υποβιβάστηκε στο τέλος της σεζόν αλλά ο «Τατάνκα» είχε ήδη αποδείξει και με το παραπάνω ότι ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του σκοράροντας 16 φορές, ένα νούμερο που τον έφερε στην 8η θέση μιας λίστας που είχε μέσα τους Μπίρχοφ, Ρονάλντο, Μπάτζιο, Μπατιστούτα, Ντελ Πιέρο, Ινζάγκι. Όλως παραδόξως, η μεγάλη του στιγμή δεν είχε έρθει ακόμα.


Μπάτζιο και Χούμπνερ στη μοναδική σεζόν που έπαιξαν μαζί στη Μπρέσια πέτυχαν συνολικά 27 γκολ

Τη σεζόν 2001-02 η Πιατσέντσα τον αγόρασε από τη Μπρέσια, παραβλέποντας το γεγονός πως βρισκόταν σε συντάξιμη ποδοσφαιρικά ηλικία, κι αυτός τη δικαίωσε άμεσα. Το τέλος της χρονιάς βρήκε τη νεοφώτιστη ομάδα στην ασφάλεια της 12ης θέσης και τον Χούμπνερ στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ με 24 γκολ (μαζί με τον Τρεζεγκέ της πρωταθλήτριας Γιουβέντους, που όμως έπαιξε ένα ματς παραπάνω)! Το κατόρθωμα του δυσκολεύεσαι να το χωνέψεις ακόμα και σήμερα. Σ’ένα πρωτάθλημα γεμάτο πανάκριβους σούπερ σταρ, πρώτος σκόρερ βγήκε ένας 35χρονος, λίγο ατσούμπαλος επιθετικός που παίζει σε μια από τις μικρές ομάδες. Εκείνη τη χρονιά ο Χούμπνερ έγινε μόλις ο 2ος παίκτης που έχει βγει πρώτος σκόρερ και στις τρεις πρώτες κατηγορίες της Ιταλίας, ενώ ήταν και ο γηραιότερος που κέρδισε το σχετικό βραβείο (ρεκόρ που έσπασε τελικά το 2015 ένας άλλος ψηλός Ιταλός, ο Λούκα Τόνι).

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο προσόν του ήταν η αίσθηση του γκολ επέτρεψε στον Χούμπνερ να βγάζει τα προς το ζην από το ποδόσφαιρο, έστω και στις μικρές κατηγορίες, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ηλικία 40 ετών ολοκλήρωνε σεζόν σε τοπικό επίπεδο με 20 γκολ σε 18 ματς. Την ημέρα που τελικά κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, η… καμπούρα του μετρούσε 44 χρόνια ζωής και 24 χρόνια καριέρας!

Μια καριέρα σίγουρα αξιοπρεπέστατη, από την οποία είχε μόνο ένα μικρό παράπονο: Το ότι λόγω ατυχίας (έπαιξε μπάλα σε μια εποχή που οι Ιταλοί έβγαζαν καλούς επιθετικούς με το κιλό) δεν κλήθηκε ποτέ στην εθνική. Όπως λέει και ο ίδιος όμως: «Δεν μπορώ να έχω σοβαρό παράπονο. Όταν ήμουν νέος και δούλευα όλη μέρα πάνω στα αλουμίνια ποιος θα το φανταζόταν ότι θα έκανα κάποτε μια καριέρα σαν κι αυτή; Είμαι πολύ χαρούμενος με αυτά που κατάφερα».


Πόσο θεούλης; Τόσο θεούλης!

Χαλαρός και με αρκετές άσπρες τρίχες πλέον στο κεφάλι, δουλεύει στο μπαρ ‘Τατάνκα’ που άνοιξε με τη γυναίκα του σε ένα μικρό χωριό της Ιταλίας. Όταν τον ρωτάνε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο απαντάει: «Οι σύγχρονοι παίκτες είναι λίγο σαν ρομπότ, με όλες αυτές τις λεπτομέρειες που υπάρχουν στις προπονήσεις. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράγματα» και συνεχίζει: «Επίσης, βλέπω ότι αρκετοί ενδιαφέρονται μόνο για τα στατιστικά τους και δεν παίζουν για την ομάδα. Τότε εμείς κάναμε παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί για μπύρα τα απογεύματα για να γνωριστούμε καλύτερα», μια δήλωση που έχει άλλη δύναμη όταν γίνεται από κάποιον που κάθε φορά που του υπενθυμίζουν τα κατορθώματα του στο σκοράρισμα (τέλειωσε την καριέρα του με περισσότερα από 300 γκολ σε επίσημα παιχνίδια), σπεύδει να τονίσει ότι αν δεν υπήρχαν δίπλα του όλοι αυτοί που τον τροφοδοτούσαν δεν θα είχε πετύχει τίποτα απ’όσα πέτυχε.

Ο Ντάριο Χούμπνερ δεν έγινε ποτέ σούπερ σταρ, δεν πήρε ποτέ μεταγραφή σε κάποια από τις μεγάλες ομάδες (αν και έφτασε αρκετά κοντά και στη Μίλαν και στην, αγαπημένη του, Ίντερ), δεν έβγαλε πάρα πολλά λεφτά από το ποδόσφαιρο και δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κοσμική ζωή εκμεταλλευόμενος τη φήμη του Καμπιονάτο. Κατάφερε όμως να αφήσει ένα μικρό σημάδι στο ιταλικό ποδόσφαιρο και να αγαπηθεί από τους οπαδούς όλων των ομάδων στις οποίες έπαιξε για το πάθος, το φιλότιμο αλλά και την αποτελεσματικότητα που έδειχνε σε κάθε παιχνίδι. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, συχνά-πυκνά περαστικοί τον σταματάνε στο δρόμο και τον ευχαριστούν για κάποιο από τα εκατοντάδες γκολ που πέτυχε. Και, όπως και να το δει κανείς, για κάποιον που κατέβαζε μερικά ποτηράκια γκράπα και έκανε ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα, παίζοντας ταυτόχρονα στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, αυτό είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο κατόρθωμα.