Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Προσωπογραφίες'

Η ιστορία του πιο τρελού τερματοφύλακα

  [1 Σχόλιο]

Το ποδόσφαιρο της Λ. Αμερικής το λατρεύεις για δύο πράγματα. Το θέαμά του και όλη αυτή τη γραφικότητα που το περιβάλλει και το κάνει να ξεχωρίζει. Μέσα στη γραφικότητα φυσικά είναι κι οι ιστορίες με τους τερματοφύλακες, τους λίγο ως πολύ παλαβούς τερματοφύλακες. Ρενέ Χιγκίτα, Χόρχε Κάμπος, Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ και στην κορυφή ο Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Γενικά καταλαβαίνεις ότι αν τερματοφύλακας έχει παρατσούκλι «Ελ Λόκο» δεν είναι ό,τι καλύτερο. Από τον τερματοφύλακα θες μια σιγουριά. Να είναι πιο βαρετός και από ασφαλιστή που ήρθε σπίτι σου. Να είναι πιο σταθερός και από τους Σκόρπιονς στις περιοδείες τους. «Ο Τρελός» όμως ήταν ένας σόουμαν. Με την κορδέλα του, τα μακριά στενά παντελονάκια και τη φάτσα κομπάρσου σε γουέστερν που παίζει κάποιον ανώνυμο Ινδιάνο που ο Τζον Γουέιν σκοτώνει πριν καπνίσει ένα τσιγαράκι.

Ο Γκάτι ξεκίνησε την καριέρα του από την Ατλάντα. Όταν πήγε να δοκιμαστεί στην παιδική ομάδα έφαγε… 14 γκολ. Στο ίδιο παιχνίδι. Έβαλε τα κλάματα και έφυγε για τα αποδυτήρια, αλλά ο προπονητής τον κράτησε. Ήταν από τους πρωτοπόρους τερματοφύλακες στο παιχνίδι έξω από την περιοχή. Του άρεσε να παίζει με την μπάλα, να συμμετέχει στη δημιουργία, να κοντρολάρει με το στήθος, να κάνει κεφαλιές, να προωθείται, να βγαίνει σαν μανιακός από την περιοχή για να κόψει κάποιον αντίπαλο, να εκτελεί πλάγια. Αγαπημένη του κίνηση, να βγαίνει τελευταία στιγμή στην έξοδο και να μπλοκάρει την μπάλα ακριβώς πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου επιδεικτικά. Είχε και έφεση στην απόκρουση πέναλτι, στην μεγάλη του καριέρα απέκρουσε 26 φορές κάποιο χτύπημα.

Η Ρίβερ έδωσε αρκετά χρήματα για να τον πάρει καθώς ο Αμαντέο Καρίσο ήταν στα 37 του. Τελικά ο Γκάτι έμεινε στην σκιά του τεράστιου Καρίσο αφού ο τελευταίος έπαιξε για πέντε σεζόν ακόμα. Έφυγε για άλλα μέρη και για τον Καρίσο είχε δηλώσει: «Ποτέ δεν άκουσα τις συμβουλές του Καρίσο, λογικό αφού ήξερα παραπάνω από αυτόν». Στη συνέχεια πήγε στη Χιμνάσια όπου έκανε τα καλύτερά του ματς και φυσικά τις καλύτερές του τρέλες. Ήταν μια πραγματική ατραξιόν του πρωταθλήματος. Κόσμος ταξίδευε μέχρι την Λα Πλάτα για να τον δει ή πήγαινε σε εκτός έδρας ματς της Χιμνάσια, παρ΄ ότι δεν υποστήριζε καμία ομάδα.

Το γήπεδο της Χιμνάσια γεμάτο, μέχρι και ένα πουλί στο δοκάρι παρακολουθεί τον Γκάτι

Τελείωσε την καριέρα του στην Μπόκα στην οποία πήγε στα 32 του και έφτασε να παίζει μέχρι τα 44 του. Εκεί με μία από τις 26 του αποκρούσεις σε πέναλτι έδωσε το πρώτο Λιμπερταδόρες στην ιστορία του συλλόγου απέναντι στην Κρουζέιρο. Στο Μπομπονέρα κέρδισε τρία πρωταθλήματα, ακόμα ένα Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Θεωρείται από τους θρύλους του κλαμπ. Όταν στη δεκαετία του ’70 τον ρώτησαν γιατί κάνει όλες αυτές τις παλαβομάρες απάντησε με ειλικρίνεια: «Το ποδοσφαιρικό θέαμα που προσφέρουμε στο κοινό είναι θλιβερό και νιώθω την υποχρέωση να κάνω ορισμένα παράξενα πράγματα που θα διασκεδάσουν και θα δώσουν χαρά στον κόσμο». Ο Γκάτι έπαιζε για να κερδίσει, αλλά κυρίως έπαιζε και για να ψυχαγωγήσει το κοινό (τώρα αν αυτό είναι συμβατό με τους οπαδούς μιας ομάδας έτοιμους να πάθουν εγκεφαλικό για κάθε ντρίμπλα ή προώθηση του Γκάτι είναι άλλο ζήτημα). Όταν έπαιζε στην Ατλάντα είχε τιμωρηθεί για μια αγωνιστική από τη διοίκηση γιατί σε ένα ματς αποφάσισε να… δώσει πάσα σε έναν συμπαίκτη του σουτάροντας την μπάλα πρώτα στο οριζόντιο δοκάρι της εστίας του για να πάει μετά εκεί που έπρεπε.

«Σε ένα παιχνίδι αποφάσισα να μείνω στη γραμμή και μη φύγω από την εστία. Πολύ γρήγορα ένιωσα σαν ένα πνεύμα να με σπρώχνει να πάω να ανακατευτώ στο παιχνίδι»

Η γραφικότητα όπως είπαμε και στην αρχή είχε και άμεση σχέση με την εξωτερική εμφάνιση. Την εποχή που οι περισσότεροι τερματοφύλακες φορούσαν μαύρα, ο Γκάτι φορούσε ροζ, πορτοκαλί ή μπορντό εμφανίσεις. Από τους πρώτους μακρυμάλληδες εκείνα τα χρόνια και από τους πρώτους που αποφάσισαν να φοράνε ομοιόμορφο σορτσάκι (στενό και αρκετές φορές μακρύ)-φανέλα-κάλτσες. Και φυσικά ο πρώτος που είχε… προσωπική διαφήμιση στη φανέλα, ξεχωριστή από της ομάδας. Μια εταιρεία ηλεκτρονικών παιχνιδιών και το εστιατόριο «Παπαράτσι» διαφημίζονταν στη φανέλα του, ενώ η Μπόκα είχε άλλους χορηγούς. Μετά για κανά δύο σεζόν είχε την ίδια διαφήμιση με την υπόλοιπη ομάδα, μέχρι που το 1984 η Μπόκα δεν βρήκε σπόνσορα, αλλά ο Γκάτι βρήκε γι’ αυτόν μια τράπεζα να διαφημίζεται στη φανέλα του.


Αριστερά ο Γκάτι με την ατομική του διαφήμιση, δεξιά η φανέλα της Μπόκα

Οι ιστορίες είναι δεκάδες για την τρέλα του ανθρώπου. Του πετούσαν φρούτα και αυτός τα έτρωγε, ξάπλωνε μπροστά στην εστία του και έκανε ηλιοθεραπεία. Μια φορά απέναντι στην Μπόκα (ως παίκτης της Χιμνάσια) είχε προωθηθεί και η μπάλα βγήκε πλάγιο υπέρ της Μπόκα με τον Γκάτι να είναι κάτω από τη σέντρα. Ήξερε ότι δεν προλάβαινε να γυρίσει, οπότε άρχισε να μαλώνει για την μπάλα με τον αντίπαλο παίκτη μέχρι να διακοπεί το ματς και να κερδίσει χρόνο. Πάλι κόντρα στην Μπόκα, οι οπαδοί της του πέταξαν μια σκούπα και αυτός άρχισε να σκουπίζει την περιοχή του την ώρα του αγώνα. Πριν από κάθε ματς έπινε λίγο κρασί. «Έριχνε το «χεσόμετρό» μου πιο χαμηλά, δεν χεζόμουν από φόβο. Αυτό που ο Βαλντάνο ονομάζει «φόβο της σκηνής», είναι το ίδιο πράγμα με άλλες λέξεις, ο Χόρχε είναι πιο κουλτουριάρης». Στα λίγα ματς που έπαιξε με την εθνική Αργεντινής ταξίδεψε σε αρκετά κρύα μέρη. Στο χιονισμένο Κίεβο, απέναντι στην ΕΣΣΔ, είχε στην εστία ένα μπουκαλάκι ουίσκι για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει το κρύο. Κάθε λίγο έπινε και μια γουλιά. «Ήταν το καλύτερο μου παιχνίδι γιατί στο τέλος δεν ήξερα τι έκανα» δήλωσε.

Υπερ-καλτ διαφήμιση με τον Γκάτι να πίνει τζιν την ώρα του αγώνα και να σκοράρει

Όταν ο 18χρονος Όσκαρ Ρουτζιέρι πήγε στην Μπόκα, ο Γκάτι τον πλησίασε. «Μικρέ, πίνεις κρασί;», τον ρώτησε. Ο Ρουτζιέρι απάντησε αρνητικά. «Από σήμερα θα τρως μαζί μου» του είπε ο Λόκο. Ο Όσκαρ μέσα στη χαρά, πήρε την ίδια μέρα τηλέφωνο την μάνα του, τους φίλους του και όποιον άλλον ήξερε, για να τους πει ότι τον κάλεσε για φαγητό ο τεράστιος Γκάτι. Τελικά η αλήθεια ήταν διαφορετική. Η Μπόκα στα γεύματα έβαζε ένα μπουκάλι κρασί σε κάθε τραπέζι. Ο Γκάτι βρήκε τρεις πιτσιρικάδες να κάθονται μαζί του και φυσικά έπινε μόνος του το μπουκάλι κρασί.

Η ασίστ με την Εστουδιάντες

Το 1981 με συμπαίκτη τον Μαραντόνα (με τον οποίο έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά την κρατάμε για άλλη φορά) κατέκτησε το πρωτάθλημα. Εξαιτίας ενός λάθους του, είχε χάσει τη θέση βασικού για μεγάλο διάστημα. Όταν ο προπονητής αποφάσισε να του δώσει ξανά μετά από καιρό φανέλα βασικού σε ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες, έκανε μια τρέλα που την έσωσε τελευταία στιγμή πάνω στη γραμμή ένας συμπαίκτης του. Αγέρωχος ο Γκάτι, λίγα λεπτά αργότερα έκανε μια έξοδο σχεδόν μέχρι το κέντρο για να κόψει έναν αντίπαλο, δεν άφησε την μπάλα στον αμυντικό του και έφτασε στη μεσαία γραμμή για να τη δώσει στον Περότι. Ο τελευταίος έκανε ένα σλάλομ και σκόραρε το μοναδικό γκολ του αγώνα, ένα κρίσιμο γκολ για την κούπα. Οι περισσότεροι συμπαίκτες αντί να αγκαλιάσουν τον σκόρερ, πήγαν στον Γκάτι. Το γκολ ήταν δικό του.

Όπως έχει γίνει αντιληπτό, εκτός από τις τρέλες και τις καλές αποκρούσεις, ο Γκάτι είχε και πολλά, πάρα πολλά λάθη. Και αυτά ουσιαστικά του στοίχισαν την καριέρα του, καθώς έχοντας ξεπεράσει τα 40 είχε χάσει την εκρηκτικότητα, αλλά συνέχιζε να παίζει ριψοκίνδυνα. Τον Οκτώβριο του 1987 κάνει μια τραγική εμφάνιση απέναντι στη Νιούελ’ς. Αποφασίζει να κάνει κόλπο και να τσιμπήσει την μπάλα πάνω από τον αντίπαλο την τελευταία στιγμή. Γίνεται το 0-1. Οι φανατικοί της «La 12» τον γιουχάρουν. Αρκετοί τον βρίζουν. Λίγο αργότερα τρώει μια κεφαλιά που περνάει μέσα από τα χέρια του και γίνεται το 0-2. Ο κόσμος αρχίζει να σφυρίζει σε κάθε επαφή του με την μπάλα. Χωρίς να φταίει ιδιαίτερα δέχεται και τρίτο γκολ. Στα αποδυτήρια ζητάει αλλαγή και ζητάει συγγνώμη. Μένει για αρκετό καιρό εκτός αγώνων, παίζει σποραδικά. Στο επόμενο πρωτάθλημα ξεκινάει βασικός στην πρεμιέρα απέναντι στην άσημη Ντεπορτίβο Αρμένιο. Κάνει μια τραγική έξοδο, δέχεται το γκολ κι η Μπόκα χάνει. Ο προπονητής τον αφήνει εκτός ομάδος οριστικά. Είναι το τελευταίο επίσημο ματς του Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Φεύγει με άσχημο τρόπο.

Το αντίο του Γκάτι στα 54 του…

Δέκα χρόνια αργότερα η Μπόκα αποφασίζει να τον τιμήσει. Η τρέλα του Γκάτι συνεχίζεται ακόμα και στο αντίο. Δεν γίνεται κανένα φιλικό της πλάκας τύπου «φίλοι Γκάτι». Η Μπόκα παίζει σε φιλικό τουρνουά με αντίπαλο την Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα. Εντάξει, δεν είναι και επίσημο ματς, αλλά είναι κανονικός αγώνας και ο Γκάτι είναι 54 ετών πια. Σε μια εντεκάδα που βρίσκεται και ο παλιός γνώριμός μας Φερνάντο Νάβας, ο Γκάτι με ξανθό μαλλί, κορδέλα και μπορδοροδοκόκκινη έντονη φανέλα κατεβαίνει για τελευταία φορά στο Μπομπονέρα. Ο κόσμος τον αποθεώνει, το αντίο του τρελού, ενός τύπου που με τα καλά και τα άσχημά του έγραψε τη δική του ιστορία στο ποδόσφαιρο μιας χώρας και θεωρείται από τους καλύτερους τερματοφύλακες της Λατινικής Αμερικής.

«Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο»

  [4 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στο 1999, η αποστολή της Γιουβέντους είναι έτοιμη να αναχωρήσει για ένα εκτός έδρας παιχνίδι αλλά ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι εξαφανισμένος. Όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης του πέφτουν στο κενό, καθώς το κινητό του είναι κλειστό. Ο ενοχλημένος Κάρλο Αντσελότι, που βρίσκεται στο τιμόνι της ομάδας μόλις μερικές εβδομάδες και ακόμα προσπαθεί να κερδίσει τον σεβασμό των παικτών του, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: «Δεν περιμένουμε άλλο. Φεύγουμε». Ένας εκ των βοηθών του απορεί: «Μα, Καρλίτο, πως θα μας προλάβει;». Ο Αντσελότι όμως είναι ανένδοτος: «Αυτό είναι δικό του πρόβλημα».

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, από το βάθος του λεωφορείου, μια φωνή ακούγεται: «Κόουτς, πρέπει να μιλήσουμε». Ο Πάολο Μοντέρο σηκώνεται από τη θέση του και αρχίζει να προχωράει στο διάδρομο. «Φυσικά Πάολο, τώρα ξεκινάμε και στη διαδρομή είμαι όλος αυτιά». Τότε ο Μοντέρο φτάνει δίπλα στον οδηγό, σταυρώνει τα χέρια, κοιτάει τον προπονητή του στα μάτια και λέει. «Όχι, γι’αυτό το θέμα είναι που θέλω να μιλήσουμε. Κανένας δεν φεύγει από εδώ χωρίς τον Ζιντάν».

Ακολουθούν αρκετά δευτερόλεπτα σιγής και περισυλλογής. Ο Αντσελότι βρίσκεται μπροστά σε έναν μανιακό που τον κοιτάει οργισμένα στα μάτια ενώ ταυτόχρονα και ασυναίσθητα σφίγγει και ξεσφίγγει τις γροθιές του. Κάποιον ο οποίος στα διλήμματα μεταξύ του καλού και του όχι-και-τόσο-καλού, θυσιάζει πάντα το καλό: Όταν στοχεύει τη μπάλα, κλωτσάει το πόδι σου. Όταν στοχεύει το πόδι σου, φυσικά κλωτσάει το πόδι σου. Τελικά μετά από ώριμη σκέψη αποφασίζει να μη ρισκάρει τη σωματική του ακεραιότητα την ψυχική του ηρεμία και υποχωρεί: «Καλά Πάολο. Ας τον περιμένουμε λοιπόν». Δέκα λεπτά αργότερα ο Ζιζού καταφτάνει, ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση και το λεωφορείο αναχωρεί κανονικά. Χωρίς κανένας να έχει χτυπήσει.

Η παραπάνω περιγραφή (καθώς και τα διάφορα σχόλια αλλά και οι χαρακτηρισμοί) δεν είναι δική μου. Προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Κάρλο Αντσελότι που κυκλοφόρησε το 2010. Στο βιβλίο αυτό ο Καρλίτο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη σχέση του με τον Ζιντάν αλλά και με τους «δικηγόρους» του μέσα στην ομάδα: τον Τζιοβάνι Ανιέλι και τον Πάολο Μοντέρο. «Ήταν η σκιά του, οι φύλακες άγγελοι του. Δεν τον άφηναν ποτέ μόνο. Ο Ανιέλι ήταν τρελός γι’αυτόν. Ο Μοντέρο ήταν απλά τρελός».

Ένα περίπου χρόνο μετά το συμβάν στο πούλμαν, ο Αντσελότι κατάλαβε πόσο ορθά έπραξε όταν δεν τράβηξε τη διαφωνία με τον Μοντέρο στα άκρα. Είναι Νοέμβριος του 2000, η Γιουβέντους επιστρέφει από την Αθήνα, όπου είχε ηττηθεί με 3-1 από τον Παναθηναϊκό, και στο αεροδρόμιο του Τορίνο κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί οπαδοί περιμένουν καρτερικά για να ‘στολίσουν’ τους παίκτες που είχαν καταφέρει να βγουν τελευταίοι στον όμιλο και να μείνουν εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων από το φθινόπωρο. Την ώρα που ο Ζιντάν περνάει ανάμεσα τους, πάνω στην ένταση ένας εξ αυτών τον σπρώχνει. Λάθος. Μεγάλο λάθος.

Ο Πάολο Μοντέρο, αν και βρίσκεται πολλά μέτρα μακριά από το όλο σκηνικό, βλέπει την ενέργεια των οπαδών. Ο αποσβολωμένος Αντσελότι παρατηρεί τη φάση από απόσταση και περιγράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μοντέρο βγάζει ήρεμα τα γυαλιά του και με μια, αταίριαστη για τη στιγμή, κομψή χειρονομία τα τοποθετεί προσεκτικά στη θήκη τους. Αυτό ήταν κακό σημάδι για τους νεαρούς. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, τρέχει με φουλ ταχύτητα προς τη μεριά των οπαδών με τις γροθιές του να πετάνε στον αέρα. Δίπλα του τρέχει για βοήθεια και ο Ντανιέλ Φονσέκα, ένας άλλος πρόθυμος καβγατζής. Στο μυαλό μου, φαντάστηκα έναν εκφωνητή πυγμαχίας ακριβώς πίσω τους, να περιγράφει λίγα μέτρα μακριά από το ρινγκ: ‘Να ένα δεξί, τώρα ένα αριστερό hook, κι ένα ακόμα αριστερό hook. Τελικά έχουμε ένα τεχνικό νοκ άουτ. Ο Ζιντάν είναι ασφαλής. Επαναλαμβάνω, ο Ζιντάν είναι ασφαλής».

Ο Πάολο Μοντέρο είναι Ουρουγουανός. Αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι πλέον. Όμως, ο Μοντέρο ήταν Ουρουγουανός αμυντικός σε μια εποχή λίγο πιο άγρια και πιο έξαλλη από τη σημερινή. Με απλά λόγια, ο τέλειος συνδυασμός υλικών για να βγει από το μίξερ ένας μαγνήτης καβγάδων. «Μετά από αρκετά παιχνίδια πηγαίναμε στα αποδυτήρια ψάχνοντας αντιπάλους για μανούρα», θυμάται ο ίδιος. «Δεν υπήρχε κανένα θέμα τότε. Γινόταν συχνά και με πολλές ομάδες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν καβγά με τον Τόλντο αλλά και με τη Σαλερνιτάνα, όταν έπαιζε εκεί ο Γκατούζο (ω, τι έκπληξη, δεν το περίμενε κανείς!)».

Η εικόνα του Μοντέρο να μπλέκεται σε καβγά ή να κατεδαφίζει κάποιον αντίπαλο ήταν τόσο συνηθισμένη εκείνη την εποχή που στην ιταλική τηλεόραση υπήρχε σε μια χιουμοριστική εκπομπή ένας σωσίας του που σε κάθε ευκαιρία κλωτσούσε και χτυπούσε τους γύρω του, ζητώντας συγγνώμη κάθε φορά που το χτύπημα του δεν πετύχαινε κάποιον καλά. «Ήταν αστείο. Ποτέ δεν ένιωσα προσβεβλημένος απ’αυτό» ήταν η αντίδραση του Πάολο, που δεν προσπάθησε ποτέ να παριστάνει κάτι που δεν είναι: «Η φήμη μου είναι απόλυτα δίκαιη. Ήμουν σκληρός παίκτης αλλά ποτέ δεν έκανα κακό σε κανέναν. Επίσης, δεν αντέχω τους παίκτες που ζητάνε από τον διαιτητή να δείξει κάρτα. Έχω δεχτεί κλωτσιές, φτυσίματα και αγκωνιές αλλά ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκα στον διαιτητή. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο.»

Στα 9 χρόνια που έπαιξε στη Γιουβέντους κέρδισε πρωταθλήματα, Σούπερ Καπ, Διηπειρωτικό, δεκάδες κίτρινες κάρτες και τον τίτλο του παίκτη με τις περισσότερες αποβολές στο Καμπιονάτο (21 συνολικά στην καριέρα του), ένα ‘παράσημο’ που διατηρεί ακόμα και σήμερα, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 12 χρόνια από το τελευταίο του παιχνίδι εκεί. Το πιο σημαντικό όμως όλων είναι ότι κέρδισε μια θέση στη καρδιά των οπαδών της. Εκεί που οι υπόλοιποι έβλεπαν ένα αιμοβόρο τσεκούρι που στο μάθημα του Fair play ήταν απασχολημένο ακονίζοντας τις τάπες του με τροχό, οι οπαδοί της ‘Μεγάλης Κυρίας’ έβλεπαν έναν παθιασμένο αμυντικό που δεν μασούσε να βάλει τα πόδια του στη φωτιά ή να χωθεί σε έναν τσαμπουκά για το καλό της ομάδας.

Παρά την αδιαμφισβήτητη θέση σε κάθε λίστα «Σκληρών του ποδοσφαίρου» που σέβεται τον εαυτό της, ο Μοντέρο τονίζει συνεχώς πως κατά βάθος δεν είναι κακός και ότι όλα ήταν μέρος του αγώνα και της προσπάθειας του να φτάσει στη νίκη. «Όταν μπαίνω στο γήπεδο η μόνη μου επιθυμία είναι να κερδίσω. Δεν σκέφτομαι το πως θα γίνω πρότυπο για τα παιδιά μου ή για τους θεατές που με παρακολουθούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι εκπλήσσονται όταν το λέω αυτό».

Οι συμπαίκτες του πάντως έχουν να λένε για την τακτική που ακολουθούσε συνήθως. Ο Νταβίντ Τρεζεγκέ την περιέγραψε σε μια συνέντευξη του: «Έβλεπα τους αντίπαλους επιθετικούς και διέκρινα τον τρόμο στα μάτια τους. Όταν ο Πάολο πλησίαζε, προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Η τεχνική του ήταν απλή: Το πρώτο τάκλιν ήταν πάντα δυνατό για να καταλάβει ο αντίπαλος τι παίζει. Μετά ακολουθούσε το μπλα-μπλα, που τους αποτελείωνε».

Ο Ουρουγουανός εγκατέλειψε τη Γιουβέντους και την Ιταλία στα 34 του, όταν ήταν πλέον ξεκάθαρο και σ’αυτόν και στον κόσμο ότι οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, κοινώς τα τάκλιν του δεν έβρισκαν στόχο με την ίδια συχνότητα όπως παλιά. (Κι όταν λέμε στόχο, ο Μοντέρο ήταν ένας από τους πρώτους που θεμελίωσε τη φιλοσοφία: «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο», ατάκα η οποία χρησιμοποιήθηκε και σαν τίτλος σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2010 στην Ιταλία.)

Ψάχνοντας για τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, εξέτασε κάποιες προτάσεις από την Αργεντινή, πριν τελικά τον κερδίσει η Σαν Λορένσο. Η επιλογή του Μποέδο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή. Ένας εκ των θρύλων της ομάδας, ο Έκτορ Βέιρα, κάποτε είχε εκστομίσει τη μυθική ατάκα: «Η γειτονιά στην οποία βρίσκεται το γήπεδο της Σαν Λορένσο είναι τρομακτική. Ακόμα και ο Ράμπο έχει πέσει θύμα ληστείας εδώ πέρα». Τελικά το πάντρεμα δεν έπιασε αφού η ηλικία και οι συχνοί τραυματισμοί δεν επέτρεψαν στον Μοντέρο να παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και κάπως έτσι, ένα χρόνο αργότερα, και αφού έπαιξε μια σεζόν και στην ομάδα που τον γαλούχησε και τον ανέδειξε, την Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του.

Σήμερα, μια δεκαετία μετά από το τελευταίο του παιχνίδι, μπορεί κάποιος να τον βρει στον πάγκο της Ροσάριο Σεντράλ. Αδυνατισμένος, σοβαρός, συνήθως κουστουμαρισμένος, με γυαλιά μυωπίας και ήπιες, κατά βάση, αντιδράσεις δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνον τον ψυχάκια τύπο που έβγαινε τα βράδια στα ιταλικά κλαμπ με τον Ιουλιάνο για χορό και κατέληγε να παίζει ξύλο με οπαδούς άλλων ομάδων στα διπλανά σοκάκια και που κάποτε ανάγκασε μέχρι και τον προπονητή του να σκεφτεί (και να καταγράψει στην αυτοβιογραφία του) μετά από μια, σχεδόν αστεία, διαφωνία σε ένα λεωφορείο περιμένοντας τον Ζιντάν: «Στην τελική, το πιο σημαντικό όλων είναι η υγεία μας, σωστά;»

Μπράντι, μάλμπορο και γκολ: Η καριέρα του Ντάριο Χούμπνερ

  [9 Σχόλια]

Στις 31 Αυγούστου του 1997 το Σαν Σίρο ήταν κατάμεστο. Οι οπαδοί της Ίντερ είχαν κατακλύσει το γήπεδο θέλοντας να δούνε τον Ρονάλντο να φοράει για πρώτη φορά τη φανέλα της ομάδας τους. Όπως είναι λογικό, όλο το pre-game show ήταν αφιερωμένο στο ‘Φαινόμενο’, του οποίου η μετακίνηση από τη Μπαρτσελόνα είχε σπάσει το ρεκόρ μεταγραφής. Αντίπαλος της Ίντερ σ’εκείνο το πρώτο παιχνίδι ήταν η Μπρέσια, που μόλις είχε ανέβει από τη δεύτερη κατηγορία.

Το πρώτο ημίχρονο κύλησε με την Ίντερ να απειλεί συνεχώς αλλά να μη μπορεί να σκοράρει. Κάπου στα μισά της επανάληψης, ένας νεαρός μέσος της Μπρέσια έκανε μια πάσα στη μεγάλη περιοχή, ο επιθετικός της ομάδας κοντρόλαρε τη μπάλα με το δεξί γόνατο, έχοντας πλάτη στην εστία, και πριν προλάβει ο αμυντικός να καταλάβει τι θα κάνει, γύρισε και ‘εκτέλεσε’ με το αριστερό, στέλνοντας τη μπάλα ακριβώς στο παραθυράκι.

Η Ίντερ κατάφερε στα τελευταία λεπτά να γυρίσει το παιχνίδι, χάρη σε δυο γκολ ενός άλλου σπουδαίου Λατινοαμερικάνου που επίσης έκανε ντεμπούτο εκείνη τη μέρα, του Άλβαρο Ρεκόμπα, αλλά ακόμα κι έτσι στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου γράφτηκαν για πρώτη φορά τα ονόματα των δυο παικτών της νεοφώτιστης Μπρέσια.

Ο μέσος με το μακρύ μαλλάκι, που λίγους μήνες πριν είχε κλείσει τα 18, ήταν ο Αντρέα Πίρλο. Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι του στην πρώτη κατηγορία και εκείνη ήταν η πρώτη του ασίστ. Ο ψήλος επιθετικός με την περίεργη κορμοστασιά, που στο γκολ έκανε κίνηση έμπειρου σκόρερ, ήταν ο Ντάριο Χούμπνερ, που κι αυτός έκανε εκείνη τη μέρα ντεμπούτο στο Καμπιονάτο. H διαφορά του με όλους τους άλλους πρωτοεμφανιζόμενους είναι ότι ο Χούμπνερ λίγο καιρό πριν είχε κλείσει τα 30!

Μέσα στα επόμενα χρόνια όλοι στη χώρα θα καταλάβαιναν ότι η διαφορά του Χούμπνερ με τους υπόλοιπους επιθετικούς δεν περιοριζόταν στην ηλικία. Ο Ιταλός με το Γερμανικό επίθετο (κληρονομιά από τον παππού του, που πολλά χρόνια πριν είχε αφήσει την πατρίδα του ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή στην Ιταλία), που μοιάζει σαν καλτ χαρακτήρας που ξεπήδησε από ταινία των αδερφών Κοέν, έκανε το μεγάλο βήμα της καριέρας του σε μια ηλικία που η απόδοση των υπολοίπων αρχίζει σιγά-σιγά να πέφτει. Κι αυτό γιατί στην ηλικία που τα περισσότερα μεγάλα ταλέντα βρίσκονται ήδη σε κάποια καλή ακαδημία και βελτιώνονται στο θέμα της τακτικής, ο πιτσιρικάς Ντάριο προσπαθούσε να επιβιώσει δουλεύοντας είτε ως ξυλουργός φτιάχνοντας πόρτες, είτε ως σιδεράς.

Ακόμα και μετά από τόσες ώρες δουλειάς σε δύσκολες συνθήκες όμως, ο Χούμπνερ έβρισκε χρόνο για να παίξει μπάλα στις ομάδες της περιοχής του. Όποιος τον έβλεπε καταλάβαινε εύκολα πως ο μικρός δεν είναι κανένα τρομερό ταλέντο. Η τεχνική του ήταν μετριότατη, το παρουσιαστικό του τελείως αντιτουριστικό και το παίξιμο του χαρακτηριζόταν στην καλύτερη των περιπτώσεων δυναμικό αλλά άτσαλο. «Φυσικά και είμαι λίγο αγροίκος όταν παίζω. Θα ήθελα να σας δω κι εσάς πως θα ήσασταν μετά από 10 ώρες δουλειά» συνήθιζε να απαντάει κάθε φορά που τον κατηγορούσαν για έλλειψη… κομψότητας στο παιχνίδι του.

Υπάρχουν όμως μερικά χαρακτηριστικά στο ποδόσφαιρο που αν τα έχεις μπορείς να πας μπροστά ακόμα κι αν η μοίρα δεν σου έχει χαρίσει άφθονο τεχνικό ταλέντο: Πάθος και ένστικτο. Ο Ντάριο Χούμπνερ είχε κι από τα δυο τόσο πολύ που αν ήθελε μπορούσε να πουλήσει και λίγο σε κάποιον Βραζιλιάνο σαλτιμπάγκο. Παίζοντας στην κορυφή της επίθεσης από μικρός, έδειξε γρήγορα ότι μυρίζεται το γκολ όσο λίγοι και ότι όταν φτάνει η ώρα της εκτέλεσης το πόδι του τα καταφέρει μια χαρά κι αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα από τους σκάουτερς που παρακολουθούσαν τις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Κάπως έτσι ήρθαν οι πρώτοι μικροί μισθοί και μπόρεσε να αφήσει την πρωινή του δουλειά που ως τότε του επέτρεπε να κάνει όλες κι όλες δυο προπονήσεις την εβδομάδα και να παίρνει για ανταμοιβή ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό μετά το τέλος των αγώνων. Η συνέχεια ήταν μια μεγάλη ανηφόρα, την οποία ανέβηκε με μικρά και αργά βήματα αλλά με αρκετή δουλειά και αξιοπρόσεκτη συνέπεια στο σκοράρισμα. Από το ερασιτεχνικό πήγε στην 3η κατηγορία, μετά στην Τσεζένα, που έπαιζε στη Serie B, και από εκεί στη Μπρέσια και το Καμπιονάτο, έστω και στα 30 του. Κάλιο αργά παρά ποτέ, που – λογικά- λένε και στο χωριό του.

Αν το γκολ στο ντεμπούτο μέσα στο Σαν Σίρο ήταν το «καλώς σας βρήκα, με λένε Ντάριο», το χατ τρικ που ακολούθησε, στη 2η αγωνιστική απέναντι στη Σαμπντόρια, ήταν το «δεν πιστεύω να ξεχάσατε το όνομα μου». Το ογκώδες σκαρί του, το άγαρμπο και ιδιαίτερο τρέξιμο του και η δύναμη με την οποία χωνόταν σε όλες τις φάσεις του έδωσε το παρατσούκλι «Τατάνκα», το όνομα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς Αμερικάνοι για τα βουβάλια.


Το τρέξιμο του βουβαλιού

Ακόμα και στη μεγάλη κατηγορία της χώρας όμως, με αρκετούς προβολείς στραμμένους πάνω του, ο Χούμπνερ δεν ενδιαφέρθηκε να αλλάξει ιδιαίτερα τη ζωή του. Αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εμφάνιση του, έχοντας μόνιμα την εικόνα κάποιου που μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και έχει φύγει τρέχοντας από το σπίτι για να προλάβει, και συνέχιζε να απολαμβάνει καθημερινά δυο από τις μεγάλες αγάπες του: το ποτό και το τσιγάρο. Όσοι τον έζησαν έχουν να λένε πως ο «Τατάνκα» κατέβαζε για πλάκα μερικά ποτηράκια γκράπα (παραδοσιακό ιταλικό μπράντι) και κάπνιζε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, μια συνήθεια που δεν έκοβε ούτε την ώρα των αγώνων! Ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να το κρύψει, δηλώνοντας συχνά ότι το τσιγάρο τον ηρεμούσε, γι’αυτό και στο ημίχρονο μόλις ο προπονητής ολοκλήρωνε τις οδηγίες του, πήγαινε στις τουαλέτες, άναβε ένα Marlboro, έπαιρνε 3-4 ρουφηξιές και επέστρεφε ανανεωμένος στον αγώνα, έτοιμος να ματώσει ξανά τα δίχτυα. «Χωρίς το αλκοόλ και τα τσιγάρα ο Χούμπνερ θα ήταν ο πιο δυνατός όλων» έλεγε με παράπονο ο πρόεδρος της Μπρέσια, Λουίτζι Κοριόνι.

Σε ένα Καμπιονάτο που τότε ζούσε τα καλύτερα χρόνια του, όντας με διαφορά το πιο ποιοτικό πρωτάθλημα του κόσμου, ο μεσήλικας Χούμπνερ με την αντιαθλητική ζωή κατάφερε να βρει τρόπο να τρυπώσει ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς του πλανήτη, όπως ακριβώς έβρισκε τρόπους να χωθεί και να σκοράρει απέναντι σε μερικούς από τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου. Η Μπρέσια υποβιβάστηκε στο τέλος της σεζόν αλλά ο «Τατάνκα» είχε ήδη αποδείξει και με το παραπάνω ότι ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του σκοράροντας 16 φορές, ένα νούμερο που τον έφερε στην 8η θέση μιας λίστας που είχε μέσα τους Μπίρχοφ, Ρονάλντο, Μπάτζιο, Μπατιστούτα, Ντελ Πιέρο, Ινζάγκι. Όλως παραδόξως, η μεγάλη του στιγμή δεν είχε έρθει ακόμα.


Μπάτζιο και Χούμπνερ στη μοναδική σεζόν που έπαιξαν μαζί στη Μπρέσια πέτυχαν συνολικά 27 γκολ

Τη σεζόν 2001-02 η Πιατσέντσα τον αγόρασε από τη Μπρέσια, παραβλέποντας το γεγονός πως βρισκόταν σε συντάξιμη ποδοσφαιρικά ηλικία, κι αυτός τη δικαίωσε άμεσα. Το τέλος της χρονιάς βρήκε τη νεοφώτιστη ομάδα στην ασφάλεια της 12ης θέσης και τον Χούμπνερ στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ με 24 γκολ (μαζί με τον Τρεζεγκέ της πρωταθλήτριας Γιουβέντους, που όμως έπαιξε ένα ματς παραπάνω)! Το κατόρθωμα του δυσκολεύεσαι να το χωνέψεις ακόμα και σήμερα. Σ’ένα πρωτάθλημα γεμάτο πανάκριβους σούπερ σταρ, πρώτος σκόρερ βγήκε ένας 35χρονος, λίγο ατσούμπαλος επιθετικός που παίζει σε μια από τις μικρές ομάδες. Εκείνη τη χρονιά ο Χούμπνερ έγινε μόλις ο 2ος παίκτης που έχει βγει πρώτος σκόρερ και στις τρεις πρώτες κατηγορίες της Ιταλίας, ενώ ήταν και ο γηραιότερος που κέρδισε το σχετικό βραβείο (ρεκόρ που έσπασε τελικά το 2015 ένας άλλος ψηλός Ιταλός, ο Λούκα Τόνι).

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο προσόν του ήταν η αίσθηση του γκολ επέτρεψε στον Χούμπνερ να βγάζει τα προς το ζην από το ποδόσφαιρο, έστω και στις μικρές κατηγορίες, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ηλικία 40 ετών ολοκλήρωνε σεζόν σε τοπικό επίπεδο με 20 γκολ σε 18 ματς. Την ημέρα που τελικά κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, η… καμπούρα του μετρούσε 44 χρόνια ζωής και 24 χρόνια καριέρας!

Μια καριέρα σίγουρα αξιοπρεπέστατη, από την οποία είχε μόνο ένα μικρό παράπονο: Το ότι λόγω ατυχίας (έπαιξε μπάλα σε μια εποχή που οι Ιταλοί έβγαζαν καλούς επιθετικούς με το κιλό) δεν κλήθηκε ποτέ στην εθνική. Όπως λέει και ο ίδιος όμως: «Δεν μπορώ να έχω σοβαρό παράπονο. Όταν ήμουν νέος και δούλευα όλη μέρα πάνω στα αλουμίνια ποιος θα το φανταζόταν ότι θα έκανα κάποτε μια καριέρα σαν κι αυτή; Είμαι πολύ χαρούμενος με αυτά που κατάφερα».


Πόσο θεούλης; Τόσο θεούλης!

Χαλαρός και με αρκετές άσπρες τρίχες πλέον στο κεφάλι, δουλεύει στο μπαρ ‘Τατάνκα’ που άνοιξε με τη γυναίκα του σε ένα μικρό χωριό της Ιταλίας. Όταν τον ρωτάνε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο απαντάει: «Οι σύγχρονοι παίκτες είναι λίγο σαν ρομπότ, με όλες αυτές τις λεπτομέρειες που υπάρχουν στις προπονήσεις. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράγματα» και συνεχίζει: «Επίσης, βλέπω ότι αρκετοί ενδιαφέρονται μόνο για τα στατιστικά τους και δεν παίζουν για την ομάδα. Τότε εμείς κάναμε παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί για μπύρα τα απογεύματα για να γνωριστούμε καλύτερα», μια δήλωση που έχει άλλη δύναμη όταν γίνεται από κάποιον που κάθε φορά που του υπενθυμίζουν τα κατορθώματα του στο σκοράρισμα (τέλειωσε την καριέρα του με περισσότερα από 300 γκολ σε επίσημα παιχνίδια), σπεύδει να τονίσει ότι αν δεν υπήρχαν δίπλα του όλοι αυτοί που τον τροφοδοτούσαν δεν θα είχε πετύχει τίποτα απ’όσα πέτυχε.

Ο Ντάριο Χούμπνερ δεν έγινε ποτέ σούπερ σταρ, δεν πήρε ποτέ μεταγραφή σε κάποια από τις μεγάλες ομάδες (αν και έφτασε αρκετά κοντά και στη Μίλαν και στην, αγαπημένη του, Ίντερ), δεν έβγαλε πάρα πολλά λεφτά από το ποδόσφαιρο και δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κοσμική ζωή εκμεταλλευόμενος τη φήμη του Καμπιονάτο. Κατάφερε όμως να αφήσει ένα μικρό σημάδι στο ιταλικό ποδόσφαιρο και να αγαπηθεί από τους οπαδούς όλων των ομάδων στις οποίες έπαιξε για το πάθος, το φιλότιμο αλλά και την αποτελεσματικότητα που έδειχνε σε κάθε παιχνίδι. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, συχνά-πυκνά περαστικοί τον σταματάνε στο δρόμο και τον ευχαριστούν για κάποιο από τα εκατοντάδες γκολ που πέτυχε. Και, όπως και να το δει κανείς, για κάποιον που κατέβαζε μερικά ποτηράκια γκράπα και έκανε ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα, παίζοντας ταυτόχρονα στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, αυτό είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο κατόρθωμα.

Το Χρυσό Μυστρί του Λεονάρντο Ζαρντίμ

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Λεονάρντο Ζαρντίμ είναι Πορτογάλος και γεννήθηκε στη Βαρκελώνη. Τη Βαρκελώνη της Βενεζουέλας. Για αρκετά χρόνια, πιστεύαμε πως αυτή η πληροφορία ήταν το μόνο αξιοσημείωτο γεγονός στην καριέρα και τη ζωή του. Εντάξει, πέρασε κι από τον Ολυμπιακό, απ΄όπου έφυγε στα μισά της σεζόν, με την ομάδα αήττητη στο πρωτάθλημα και καμιά δεκαριά βαθμούς μπροστά από τη δεύτερη, επειδή δεν προσέφερε αρκετά θεαματικό ποδόσφαιρο. Αλλά αυτό ακόμη κι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι φίλοι κι ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, προτιμούν να το ξεχάσουν, ειδικά τώρα. Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, είχαν θυμηθεί να του στείλουν το μετάλλιο του πρωταθλητή ώστε να πλουτίσει τη φτωχή συλλογή του.

Αδιάφορο παρουσιαστικό, χλιαρή συμπεριφορά, ποδοσφαιρική καριέρα ανύπαρκτη –έπαιξε κυρίως χάντμπολ–, πέρασμα από τον πάγκο διάφορων πορτογαλικών, όχι ιδιαίτερα φωτογενών, ομάδων όπου είχε επιτυχίες χωρίς ποτέ να κατακτήσει τίτλο στην υψηλή κατηγορία. Όταν, προς γενική έκπληξη, ήρθε στη δευτεραθλήτρια Μονακό του Ρώσου μεγιστάνα Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ το καλοκαίρι του 2014 για να αντικαταστήσει τον χαρισματικό κι αγαπησιάρη Κλάουντιο Ρανιέρι, πολλοί σκέφτηκαν ότι οι φιλοδοξίες –δηλαδή το μπάτζετ– της ομάδας, περιορίστηκαν δραματικά. Δεν έκαναν λάθος.

Η αρχή ήταν δύσκολη. Ο Χάμες Ροντρίγκεζ μοσχοπουλιέται, ο Ραδαμέλ Φαλκάο φεύγει δανεικός αφού έχει αρχίσει το πρωτάθλημα, ο διαβόητος Πορτογάλος ατζέντης Ζόρζε Μέντεζ τρίβει τα χέρια του. Μετά τις δυο ήττες στις δυο πρώτες αγωνιστικές οι οπαδοί διαμαρτύρονται βίαια –για οπαδοί της Μονακό. (Υπενθυμίζουμε ότι οι λιγοστοί Μονεγάσκοι, οι οποίοι σπάνια γεμίζουν τα 18.523 κίτρινα καρεκλάκια του σταδίου Λουί ΙΙ, υποχρεώνονται να περάσουν τα σύνορα για να πιουν μια μπύρα πριν το γήπεδο διότι η κατανάλωση αλκοόλ απαγορεύεται τις ημέρες του ματς).

«Αν ποτέ δεν σε ζαλίζει του θριάμβου το κρασί»:  Ράντγιαρντ Κίπλινγκ,  «Αν»

Κι ο Ζαρντίμ; «Πολύ καλός ο Φαλκάο αλλά έφυγε. Συνεχίζουμε να δουλεύουμε». Τα ίδια πάνω κάτω είπε όταν την επόμενη σεζόν πουλήθηκαν και οι αντικατάστάτες του Φαλκάο και του Ροντρίγκεζ. Το συμπέρασμα βγήκε εύκολα: τα κύρια προτερήματα του νέου προπονητή ήταν η ικανότητά του να κάνει ό,τι του λένε και το ότι μιλούσε πορτογαλικά. Λίγοι πρόσεξαν ότι ο ίδιος δεν είχε μάνατζερ τον Μέντεζ και ότι οι προπονητές είναι βασικό εξαγώγιμο προϊόν της πορτογαλικής οικονομίας.

Η Μονακό συνέχισε να δουλεύει πολύ, σύμφωνα με τις επιθυμίες του Ζαρντίμ, ο οποίος παρατήρησε γρήγορα την τάση των νεαρών Γάλλων παικτών να τεμπελιάζουν. Άρχισε να φέρνει αποτελέσματα χωρίς να βγάζει μάτια με την απόδοσή της. Οι σκέψεις που αρχίζουν με το περίφημο «μόνο στην Ελλάδα…» είναι πάντα λανθασμένες: ο Πορτογάλος δεν γλίτωσε την άγρια κριτική ούτε στο Πριγκιπάτο. Εικάζουμε πως αν δεν απολύθηκε μετά την περσινή τελευταία αγωνιστική, την ταπεινωτική εξάρα από τη Λυόν και την απώλεια της δεύτερης θέσης, είναι επειδή ακριβώς ο ιδιοκτήτης της Μονακό δεν ήταν φίλαθλός της από παιδί –και ούτε συνηθίζει να κατεβαίνει στον αγωνιστικό χώρο με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι του κι ένα κουμπί να λείπει.

Τα προηγούμενα χρόνια, γράφτηκαν πολλά: «ο Ζαρντίμ καταστρέφει το ποδόσφαιρο», «αν έπαιζε τέτοια μπάλα Γάλλος προπονητής θα τον είχαν πάρει με τις πέτρες», «είναι βασανιστήριο να τους βλέπεις να παίζουν». Ορισμένοι καλοπροαίρετοι μετρούσαν πόσες φορές η Μονακό, με κύριο προσόν τη σφιχτή άμυνα, κέρδιζε με ένα γκολ διαφορά, γκολ που έμπαινε συνήθως στο β΄ ημίχρονο. Το 2014-15 κατάφερε να τερματίσει πρώτη στον όμιλό της στο Τσάμπιονς Λιγκ έχοντας βάλει όλα κι όλα τέσσερα γκολ σε έξι αγώνες –το ότι τα έβαλε μαζεμένα μετά στην Άρσεναλ θεωρήθηκε τυχαίο. Ο Ζαρντίμ δεν μασάει, είναι Πορτογάλος και ξέρει από νίκες με μισό-μηδέν: «Και νίκες και ωραία μπάλα; Αυτά είναι για την Μπαρτσελόνα».

Εν ολίγοις, η ομάδα ήταν μέσα στους στόχους της αλλά δεν ήταν σέξι. Κάτι σαν τον προπονητή της.

Ένα εκπαιδευμένο μάτι θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί, αν όχι τι μας περίμενε φέτος, τουλάχιστον ότι πίσω από το αφελές, ελαφρά προγναθικό χαμόγελο του Ζαρντίμ κρυβόταν κάποιος που πιθανότατα μας κορόιδευε μέσα στα μούτρα μας. Κατ΄αρχάς, κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι μιλάει ακόμη τόσο χάλια γαλλικά και κυρίως ότι επιμένει να τα μιλάει δημόσια. Κυκλοφορούν διάφορα βίντεο όπου τον ακούμε να δίνει συνεντεύξεις τύπου, με ταυτόχρονο υποτιτλισμό στα κανονικά γαλλικά των όσων μοιάζει να λέει: δεν βγαίνει νόημα αλλά ο ίδιος είναι σοβαρότατος και, κυρίως, λαλίστατος, είτε όταν αποκαλύπτει ότι αφήνει μούσι γιατί παρατήρησε πως είναι στη μόδα είτε όταν ανακαλεί τη σκέψη μεγάλων προπονητών: «Το 1910, ο ποιητής Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έγραψε ότι η νίκη και η ήττα είναι δυο απατεώνες που μας κάνουν να αλλάζουμε συμπεριφορά. Εμείς διατηρούμε την ίδια ηρεμία στις ήττες και τις νίκες»». Ο συμπατριώτης του, Σέρζιο Κονσεϊσάο, προπονητής της Ναντ, αποκάλυψε πρόσφατα ότι δυσκολεύεται να τον καταλάβει ακόμη κι όταν μιλάει πορτογαλικά.

Αντίθετα, ο Λεονάρντο Ζαρντίμ χειρίζεται ωραιότατα την ειρωνεία. Το 2016 και παρά τις επιτυχίες της Μονακό, δεν ήταν ανάμεσα στους τέσσερις υποψήφιους για τον τίτλο του καλύτερου προπονητή της Λιγκ 1: «Οι τέσσερις υποψήφιοι είναι οι τέσσερις καλύτεροι Γάλλοι προπονητές. Εγώ διαγωνίζομαι για καλύτερος Πορτογάλος οικοδόμος. Με την ευκαιρία, στέλνω τους χαιρετισμούς μου σε όλους τους Πορτογάλους οικοδόμους που με ακούν». Στη διάρκεια της πολύχρονης δικτατορίας του Σαλαζάρ, πολλοί συμπατριώτες του είχαν πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς για τη Γαλλία, όπου και διέπρεψαν σε βοηθητικές και κακοπληρωμένες δουλειές, πολύ συχνά ως θυρωροί και οικοδόμοι. Το «Πορτογάλος οικοδόμος» υπήρξε, λοιπόν, ιστορικά ο πρόγονος του «Πολωνού υδραυλικού». Φέτος, όταν επιτέλους αναγνωρίστηκε κάπως το έργο του–και χρειάστηκε ένα πρωτάθλημα κι ο ημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ γι΄αυτό– σχολίασε: «Τα προηγούμενα χρόνια είχα κερδίσει το Χρυσό Μυστρί. Αν φέτος τα πάω καλύτερα, θα έχω σημειώσει κάποια πρόοδο». Ο Λεονάρντο δεν ξεχνά.

Ούτε την υπόσχεση που είχε δώσει έφηβος στον πατέρα του, μια μέρα που παρακολουθούσαν μαζί την ομάδα τους, τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας: «Μια μέρα θα γίνω προπονητής της Σπόρτινγκ!». Το περίεργο δεν είναι που τελικά τα κατάφερε, ούτε το ότι την παρέλαβε ένα μάτσο χάλια και κατάφερε να τη βγάλει στο Τσάμπιονς Λιγκ το 2014, ούτε καν ότι η Μονακό πλήρωσε 3 εκατομμύρια για να σπάσει το συμβόλαιό του. Αυτό που μας εντυπωσιάζει είναι ότι ο μικρός Λεονάρντο ήθελε πάντα να γίνει προπονητής κι όχι ποδοσφαιριστής. Στα 16 προπονεί μια ομάδα χάντμπολ, στα 20, φοιτητής φυσικής αγωγής, μια ομάδα δεκάχρονων στη Μαδέρα. Αποκτά νεότατος το ανώτατο δίπλωμα προπονητή της ΟΥΕΦΑ. Στη διπλωματική του πήρε άριστα. Θέμα: «Η χρήση του κόρνερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996» -προσωπικά θυμόμαστε αυτό το πορτογαλικό κόρνερ.

Φέτος ο γεννημένος προπονητής Ζαρντίμ κέρδισε επιτέλους αυτό που αξίζει, έναν τίτλο, σε ένα από τα καλύτερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, με μια ομάδα η οποία δεν διέθετε μεγάλα ονόματα όπως η Παρί Σεν Ζερμέν ή η Μάντσεστερ Σίτι, δυο από τα θύματά του. Τι είχε στα χέρια του στην αρχή της σεζόν; Τον Φαμπίνιο, τον Μουτίνιο, μία από τις περσινές κατσίκες της Μαρσέιγ, συγκεκριμένα τον Μπενζαμέν Μεντί (αυτή που κάπνιζε ναργιλέ), τον τελειωμένο Φαλκάο, τον Βαλέρ Ζερμέν, τον Αντρέα Ράγκι, τον Ναμπίλ Ντιράρ και τον Ντάνιελ Σούμπασιτς που πέντε χρόνια πριν πάλευαν για να μην πέσει η Μονακό στην τρίτη κατηγορία, τον αιμοσταγή Καμίλ Γκλικ, διάφορα ταλεντάκια από μικρομεσαίες γαλλικές ομάδες (Σιντιμπέ, Μπακαγιοκό, Λεμάρ) και τον Μπερνάντο Σίλβα, έναν χλωμό, ντελικάτο παίκτη με μαύρους κύκλους, που δεν θα τον έλεγε κανείς και μπαλαδόφατσα. Πόσους απ΄αυτούς γωρίζαμε ή υπολογίζαμε τον Αύγουστο;

Το τι ακολούθησε, το γνωρίζουμε. Ασταμάτητο σκοράρισμα –107 γκολ στο πρωτάθλημα!–, ωραία μπάλα, ομαδικότητα, λαμπρά αποτελέσματα. Η Μονακό ήταν απόλαυση. Κι όλα αυτά πριν ο Ζαρντίμ εξαπολύσει το πυρηνικό του όπλο στο δεύτερο μισό της σεζόν. Ένα όπλο 18 ετών, ονόματι Κιλιάν Μμπαπέ στον οποίο είχε υποσχεθεί, δυο χρόνια πριν: «Θα σε κάνω μεγάλο ποδοσφαιριστή».

Μα ποιο είναι το μυστικό του; Τι ποδόσφαιρο παίζουν τελικά οι ομάδες του; Αμυντικό ή επιθετικό; Θεαματικό ή βαρετό; Κι αν η λύση δεν βρισκόταν στο 4-4-2 αλλά στη φιλοσοφία;

«Να πράττεις έτσι ώστε να προσφέρεις στον άλλον όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές»: μιλάει το είδωλο του Ζαρντίμ. Κάποιος προπονητής, εραστής της πάσας ακριβείας; Όχι. Ο 96χρονος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν, ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή Γάλλους διανοητές, πατέρας της έννοιας της «σύνθετης σκέψης», της παραδοχής ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι ποτέ μονοσήμαντος.

«Ο Μορέν έχει μια σφαιρική θεώρηση του κόσμου, της πολυπλοκότητας των παραγόντων που βρίσκονται διαρκώς σε αλληλεπίδραση. Όταν ήμουν φοιτητής, ένα καθηγητής μού πρότεινε να διαβάσω το «Science avec Conscience (=Επιστήμη με συνείδηση)«. Εφάρμοσα το μοντέλο στο ποδόσφαιρο. Έχουμε την τάση να απλοποιούμε. Αν μια ομάδα χάσει, είναι εύκολο να πει κανείς «Δεν είχαν καλή φυσική κατάσταση!», «Ο τάδε παίκτης έπαιξε χάλια!», «Φταίει ο προπονητής!». Όταν μια ομάδα παίζει ωραία, είναι σαν μια ορχήστρα όπου όλα τα όργανα παίζουν αρμονικά. Η αποτυχία είναι εξίσου πολυπαραγοντική: υπάρχουν οι μουσικοί, η ποιότητα των οργάνων, ο μαέστρος κι άλλα πολλά που δεν βλέπει ο εξωτερικός παρατηρητής. Το ποδόσφαιρο είναι σύνθετο φαινόμενο. Μόνο ως τέτοιο μπορούμε να το κατανοήσουμε».

Τον Μάρτιο, ο τρακαρισμένος προπονητής συνάντησε το είδωλό του. «Ήταν μεγάλη τιμή. Η προσέγγισή του σχετικά με την πολυπλοκότητα του κόσμου με έχει σημαδέψει και με έχει βοηθήσει να προσαρμόζομαι σε όλες τις καταστάσεις».

Ο γηραιός φιλόσοφος, ο άνθρωπος που έχει γράψει ότι «η ιδιοφυΐα εμφανίζεται στην ρωγμή του ανεξέλεγκτου», είχε κάτι να ρωτήσει τον Ζαρντίμ; Είχε: «Λεονάρντο, μιλήστε μου γι΄αυτόν τον καταπληκτικό Μμπαπέ!».

Ο ήρωας του τελικού του Μουντιάλ 1986 ήταν ένας λίμπερο

  [12 Σχόλια]

«Ραούλ, μη διανοηθείς να με βγάλεις έξω»

Αυτές ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφεραν να βγουν από το σφιγμένο στόμα του Χοσέ Λούις Μπράουν, όσο αυτός ήταν ξαπλωμένος στο χόρτο, με τον δεξιό ώμο εξαρθρωμένο και έναν πόνο που, όπως θυμάται ο ίδιος, τον έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Ο γιατρός της εθνικής Αργεντινής, Ραούλ Μαδέρο, αν και σοκαρισμένος από αυτό που άκουσε, χαμογέλασε, κοίταξε προς τον πάγκο και έκανε νόημα πως ο παίκτης μπορεί να συνεχίσει το παιχνίδι.

Ο Κάρλος Μπιλάρδο δεν το σκέφτηκε και πολύ. Παρ’όλο που μπορούσε να αντικαταστήσει τον σακατεμένο λίμπερο του με κάποιον ξεκούραστο και, το βασικότερο, υγιή αμυντικό, επέλεξε να τον αφήσει μέσα. Τις επόμενες μέρες και αφού καταλάγιασε ο ενθουσιασμός της κατάκτησης του τροπαίου, κάποιοι κατηγόρησαν τον Μπιλάρδο, σημειώνοντας πως πήρε τεράστιο ρίσκο που άφησε τον Μπράουν να ολοκληρώσει το παιχνίδι (παραβλέποντας βέβαια το γεγονός ότι δεν υπήρχε στον πάγκο κανένας που να ξέρει καλά τη θέση του λίμπερο). Χωρίς κανένα δισταγμό ο ιδιόρρυθμος ‘Μυταράς’ απάντησε: «Δεν υπάρχει κανένα ρίσκο στο να χρησιμοποιήσεις κάποιον ο οποίος είναι έτοιμος να πεθάνει στο χόρτο».

Κάπως έτσι, ο 30χρονος Χοσέ Λούις Μπράουν παρέμεινε στον αγωνιστικό χώρο για τα εναπομείναντα λεπτά του αγώνα, τα οποία δεν ήταν και λίγα. Βρισκόμασταν ακόμα στην αρχή του δευτέρου ημιχρόνου του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Η Αργεντινή προηγούνταν της Δυτικής Γερμανίας με 1-0. Το γκολ της δεν το είχε πετύχει κάποιος από τους διάσημους επιθετικογενείς παίκτες της. Το είχε βάλει ο Μπράουν, με κεφαλιά μετά από ένα φάουλ από τα δεξιά του Μπουρουτσάγα. Ήταν το πρώτο και μοναδικό γκολ του με τη φανέλα της εθνικής.

«Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε που να μην το σκέφτομαι» αποκάλυψε πρόσφατα ο ίδιος σε μια συνέντευξη. «Εκείνο το γκολ άλλαξε την ταυτότητα μου. Από εκείνη τη μέρα είμαι ο Χοσέ Λούις Μπράουν που σκόραρε στον τελικό ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Σκέψου ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν μόνο 5 ζωντανοί Αργεντινοί που έχουν πετύχει γκολ σε τελικό Μουντιάλ κι εγώ είμαι ένας από αυτούς τους 5! Εκείνη τη στιγμή το στήθος σου εκρήγνυται, όλα μέσα σου φουσκώνουν. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έγινε στον πανηγυρισμό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ούρλιαζα και έκλαιγα». Το να βάλεις τα κλάματα την ώρα ενός πανηγυρισμού μπορεί να ακούγεται λίγο υπερβολικό αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι. Γιατί ο άνθρωπος που άνοιξε το δρόμο για το δεύτερο κύπελλο στην ιστορία της Αργεντινής υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα βρισκόταν στο χόρτο εκείνο το απόγευμα.

Ο μόνος λόγος που ο Μπράουν ήταν εκείνο το μήνα στο Μεξικό λέγεται Κάρλος Μπιλάρδο. Με κάτι πρόχειρους υπολογισμούς, ο προπονητής της Αργεντινής πρέπει να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στη χώρα που πίστευε στον «Τάτα» (όπως ήταν το παρατσούκλι του) εκείνη την περίοδο. Ο 30χρονος αμυντικός είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα δυο προηγούμενα χρόνια με επεμβάσεις στα γόνατα του και είχε μείνει για καιρό εκτός δράσης. Η κατάσταση του ήταν τόσο απελπιστική που λίγους μήνες πριν το Μουντιάλ ήταν χωρίς ομάδα, μια κατάσταση που τον έκανε να σκεφτεί μέχρι και να αποσυρθεί πρόωρα από το ποδόσφαιρο. Ο «Μυταράς» όμως ήταν πεπεισμένος πως ο σκληροτράχηλος και πεισματάρης Μπράουν μπορεί να βοηθήσει, έστω και ως αλλαγή του Πασαρέλα, και η πίστη του αυτή προερχόταν από το ότι ήξερε πολύ καλά τον παίκτη από το πέρασμα του από τον πάγκο της Εστουτιάντες. Για την ακρίβεια, ήταν αυτός που τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα το 1975 και αυτός που τον έκανε αρχηγό το 1983, τη χρονιά που μαζί πανηγύρισαν το πρωτάθλημα. Γνώριζε καλά πως ακόμα και χωρίς ομάδα, ακόμα και με προβληματικό γόνατο, ο Μπράουν δεν θα τον απογοήτευε αν χρειαζόταν να παίξει. Και δεν έπεσε έξω.

Μπορεί ο «Τάτα» να μη φημιζόταν για την τεχνική του κατάρτιση αλλά τη δουλειά του στα μετόπισθεν ήξερε να την κάνει αρκετά καλά. Δυνατός, ψύχραιμος, ικανός στο ψηλό παιχνίδι, με καλές τοποθετήσεις και εντυπωσιακές αντοχές, ο Μπράουν ξεπερνούσε τα ελαττώματα του με το πάθος και την αποφασιστικότητα του, ένα χαρακτηριστικό που είχε φανεί από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του. «Όταν πρωτοπήγα στην Εστουντιάντες ξυπνούσα από τις 5.20, έπαιρνα το λεωφορείο για τη Λα Πλάτα, που είναι 80 χλμ. μακριά, έκανα προπόνηση, επέστρεφα στις 11 στο σπίτι, έτρωγα μεσημεριανό και μετά πήγαινα κατ’ ευθείαν για δουλειά στην εφημερίδα που εργαζόμουν. Το βράδυ βέβαια ήμουν νεκρός» θυμάται ο ίδιος.

Όταν ο Μπιλάρδο τον κάλεσε στην αποστολή του Μουντιάλ, όλα τα ΜΜΕ της χώρας (που από τα αποτυχημένα προκριματικά είχαν βάλει στο στόχαστρο τους πάντες στην εθνική – μεταξύ αυτών και τον Μαραντόνα) έπεσαν να τον φάνε, κατηγορώντας τον πως κάνει χάρη στο άνεργο φιλαράκι του. Για να μην απογοητεύσει τον προπονητή του, ο «Τάτα» πέρασε τους τελευταίους τρεις μήνες πριν το τουρνουά κάνοντας 3 φορές την εβδομάδα προπόνηση μόνος του (αρκετές φορές στους δρόμους του Μπουένος Άιρες) και 3 φορές προπόνηση με μια τοπική ομάδα. Ακόμα και έτσι όμως, θεωρούσε δεδομένο πως πηγαίνει στο Μεξικό ως η ρεζέρβα του σπουδαίου Πασαρέλα, που είχε καπαρωμένη τη θέση. Μέχρι που έφτασε η μέρα της πρεμιέρας με τη Νότια Κορέα.

«O Πασαρέλα δεν ήταν καλά αλλά κανένας δεν μου το είχε πει. Λίγες ώρες πριν το πρώτο ματς πέτυχα τον Μπιλάρδο εκεί που τρώγαμε πρωινό. Με ρώτησε πως νιώθω και του απάντησα, χωρίς να το πολυσκεφτώ, ότι επιτέλους έφτασε η μεγάλη μέρα. Μιλούσα γενικά, για όλους μας. Τότε μου είπε «το ξέρεις ότι θα παίξεις σήμερα, ε;». Για λίγο πίστεψα ότι θα πεθάνω». Κάπως έτσι, από το πουθενά, ο δακτυλοδεικτούμενος Μπράουν βρέθηκε στην 11αδα και δεν ξαναβγήκε από αυτήν, αφού ο Πασαρέλα δεν κατάφερε να αναρρώσει από τον τραυματισμό του.

Για τους περισσότερους ανθρώπους στο Μουντιάλ εκείνο η Αργεντινή κατέβηκε με «τον Μαραντόνα και 10 άλλους». Κάπου εκεί μέσα, στους αδικημένους «10 άλλους» (που ανάμεσα τους εκτός των διάσημων Βαλντάνο και Μπουρουτσάγα, υπήρχαν αρκετοί καλοί παίκτες, με κάμποσους εθνικούς και ηπειρωτικούς τίτλους στο παλμαρέ τους), βρίσκεται και ο Χοσέ Λούις Μπράουν, που από τελειωμένος σακάτης, μετατράπηκε σε εκείνο το τουρνουά σε λίμπερο παγκόσμιας κλάσης, που κατάφερε να παίξει άλλα τρία χρόνια μπάλα σε ικανοποιητικό επίπεδο, βρίσκοντας συμβόλαια και στην Ευρώπη. «Όταν έφυγα από το σπίτι μου για το Μουντιάλ, εκεί ήταν για να με αποχαιρετήσουν μόνο η γυναίκα μου, τα παιδιά μου και ένας καλός φίλος. Όταν επέστρεψα, με περίμεναν από έξω δεκάδες άνθρωποι».

Ο ‘Τάτα’ δεν ήταν προικισμένος με κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, ούτε τα βρήκε όλα εύκολα στη ζωή του. Η μοίρα το έφερε έτσι όμως που στις 29 Ιουνίου του 1986 βρέθηκε να πανηγυρίζει πεσμένος στα γόνατα, μπροστά σε 115.000 ανθρώπους ένα γκολ σε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Η μοίρα όμως δεν σε πηγαίνει πουθενά μόνη της. Στα 28 δευτερόλεπτα που χρειάστηκε να μείνει εκτός αγωνιστικού χώρου για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, μετά από μια δυνατή διεκδίκηση της μπάλας με τον Ρουμενίγκε, ο Μπράουν – σαν γνήσιος Λατινοαμερικάνος αμυντικός (έστω και με σκωτσέζικες ρίζες) – το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως θα επιστρέψει στο ματς όσο πιο γρήγορα γινόταν. «Για να μειώσω τον πόνο έκανα μια μικρή τρύπα στη φανέλα και μέσω αυτής στήριζα το χέρι με το δάχτυλο μου» δήλωσε πρόσφατα σε ένα αφιέρωμα που τον έδειχνε να παίζει όλο το δεύτερο ημίχρονο με το δεξί χέρι σχεδόν κολλημένο πάνω στο σώμα.

«Κάθε φορά που πλησίαζα την πλάγια γραμμή έβλεπα τον Μπιλάρδο να με κοιτάει στα μάτια, περιμένοντας μάλλον να του ζητήσω αλλαγή. Δεν υπήρχε όμως τέτοια περίπτωση. Μόνο ως νεκρός θα έφευγα από τον αγωνιστικό χώρο».

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Λουίς «Πούλγκα» Ροντρίγκες

  [1 Σχόλιο]

Δυστυχώς ή ευτυχώς το σύγχρονο ποδόσφαιρο θέλει ποδοσφαιριστές αθλητές, γυμνασμένους, με αντοχές. Στη Ν. Αμερική όμως που ακόμα δείχνει να διατηρεί τις παραδόσεις, επιβιώνουν ακόμα παίκτες-μορφές που στην Ευρώπη δεν θα έβρισκαν θέση, αλλά εκεί λατρεύονται σαν μικρές θεότητες. Αυτό εδώ το κείμενο αποτελεί μια ωδή στον «Πουλγκίτα» Ροντρίγκες, έναν από τους τελευταίους ποδοσφαιριστές που μπορούν να βγάζουν το φαγητό τους (και θέλουν και πολύ) παρά το αντι-αθλητικό σουλούπι τους και το σώμα τους που μοιάζει με άνθρωπο γραφείου, επειδή ακριβώς ξέρουν καντάρια μπαλίτσας. Ένα είδος προς εξαφάνιση, με κάποιους τελευταίους λαμπρούς εκπροσώπους του να απομένουν.

Σουτάρες, σκαψιματάκια, ψαλιδάκια, γκολ λίγο κάτω από το κέντρο, όλα τα έχει κάνει ο τύπος

Γεννημένος σε μια μικρή πόλη δέκα χιλιάδων κατοίκων, ο Λουίς Ροντρίγκες ως το μεγαλύτερο παιδί δούλευε μπογιατζής και χτίστης για να βοηθά τη φτωχή οικογένειά και τα οκτώ αδέρφια του. Δεν αποτέλεσε εξαίρεση κι όπως όλα τα παιδάκια λάτρευε κι αυτός την μπάλα και είχε ταλέντο. Παρά το μικρό του ύψος, την έλλειψη μυών, την όχι ιδιαίτερη ταχύτητά του και το αντιαθλητικό του σουλούπι με τα παραπάνω κοιλιά, είχε φοβερή τεχνική και άρχισε να ξεχωρίζει γρήγορα. Ο πατέρας του, που δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο να παίζει ξυπόλητος, του πήρε στα 11 τα πρώτα του παπούτσια, με το υστέρημά του. Μόνο που ήταν το τελευταίο διαθέισμο ζευγάρι και του ήταν λίγο μικρά. Ο «Πούλγκα» (σημαίνει ψύλλος, παρατσούκλι που έχει και ο Μέσι) αναγκαζόταν να στριμώχνει τα δάχτυλά του και ενώ μεγάλωνε κι άλλο μέσα σε αυτά και δυσκολευόταν ακόμα περισσότερο, έμαθε να παίζει έτσι. «Κάποιες φορές αναγκαζόμουν να τα βγάζω την ώρα του αγώνα, έπαιξα για αρκετούς μήνες με εκείνο το ζευγάρι.»

Αντιτουριστική φυσιογνωμία, μοιάζει 10 χρόνια μεγαλύτερος, αλλά στο γήπεδο μαγεύει

Η καριέρα του Ροντρίγκες θα είχε σταματήσει άδοξα, όταν στα 17 του πείστηκε από κάποιον μάνατζερ ότι του είχε βρει συμβόλαιο στη Ρουμανία. Ο Ροντρίγκες βρέθηκε χωρίς ομάδα, χωρίς λεφτά, σε μια χώρα που δεν ήξερε τη γλώσσα. Γύρισε πίσω αποφασισμένος να βρει «κανονική» δουλειά. Τελικά όμως βρήκε θέση στη Ράσινγκ της Κόρδοβα και αργότερα στην Ατλέτικο του Τουκουμάν, την ομάδα στην οποία θα γινόταν θρύλος. Μέσα σε τρεις σεζόν έφτασε από τη Γ’ εθνική στην Α΄σκοράροντας συνολικά 35 φορές και αποκτώντας μια ειδική σχέση με τους οπαδούς μιας ομάδας που είναι μαθημένη στα δύσκολα. Παίζοντας είτε σαν 10αρι, είτε σαν επιθετικός έζησε το θαύμα της Τουκουμάν, αλλά και την πτώση της στη συνέχεια, χαρίζοντας πάντα στιγμές ποδοσφαιρικής ιδιοφυΐας.

Το 2009 φτάνει στην μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του, όταν στα πλαίσια των δεκάδων κλήσεων του Μαραντόνα, ο Πουλγκίτα δέχεται την κλήση για την εθνική Αργεντινής. Σε ένα φιλικό στην Κόρδοβα, απέναντι στην Γκάνα, που η Αργεντινή κερδίζει με δυο γκολ του Παλέρμο, ο Ροντρίγκες μπαίνει αλλαγή και ζει το απόλυτο όνειρο. Ακολουθεί την ομάδα στη Β’ εθνική και μοχθεί ξανά εκεί βγαίνοντας πρώτος σκόρερ δυο σεζόν (με 20 και 17 γκολ αντίστοιχα). Ζει τελικά όλο το όνειρο με την άνοδο ξανά στην Α’ εθνική

Άνθρωπο που κάνει τούνελ στο διαιτητή, δεν γίνεται να μην τον αγαπήσεις

Πέρσι τον Απρίλιο φτάνει τα 99 γκολ με τη φανέλα της Τουκουμάν, έχοντας γίνει πλέον θρύλος του συλλόγου. Στο ματς με τη Ντιφένσα ι Χουστίσια, εκτελεί το πέναλτι (με ποδοσφαιρική αλητεία) για το 1-0 και σημειώνει το εκατοστό του γκολ. Ο κόσμος τον αποθεώνει με μια ασυνήθιστη ενέργεια, εκατό μπάλες εκτοξεύονται από τις εξέδρες μέσα στο γήπεδο. Έχουν πάνω το πρόσωπό του και γράφουν «Την ιστορία τη γράφουν λίγοι. Σε ευχαριστούμε Πούλγκα». Ζει όλη την απίστευτη περιπέτεια μέχρι την ιστορική έξοδο της συμπαθούς Ατλέτικο Τουκουμάν στο Κόπα Λιμπερταδόρες και την πρόκριση στους ομίλους (αξίζει να το διαβάσετε αν δεν το κάνατε πριν λίγο καιρό και έχετε χρόνο) .

Μετά τα 50″, η βροχή από μπάλες για χάρη του Ροντρίγκες

Ο Ροντρίγκες είναι το ποδόσφαιρο του παρελθόντος, αυτό που οι πιο νέοι δεν θα έχουν ζήσει, όπως εμείς αντίστοιχα δεν ζήσαμε των πατεράδων μας. Συνεχίζει να ζει στην πόλη του τη Σιμόκα. Κάνει 50 χιλιόμετρα κάθε μέρα για να πάει στην προπόνηση. Αλλά δεν το αλλάζει με τίποτα. «Είναι η πατρίδα μου, μπορώ να βγω με τους γονείς μου, να πάω σε ένα εστιατόριο, χωρίς να μου ζητήσει κανείς φωτογραφία. Με είδαν να μεγαλώνω εδώ μαζί τους». Έκανε αυτό που αγαπούσε, το έκανε καλά, έζησε μια ήσυχη ζωή, χωρίς να γίνει πλούσιος, αλλά μακριά από τη φτώχεια, αγαπήθηκε και έγινε ίνδαλμα ενός μικρού συλλόγου. Θα μπορούσε ίσως να πάει πιο ψηλά; Να κάνει αυτά τα μαγικά πιο συχνά; Να γυμναστεί περισσότερο, να τρώει λιγότερο ασάδο ή να μην πίνει (υπάρχει βίντεο που τον δείχνει σουρωμένο); Σίγουρα ναι. Αλλά όπως κι άλλοι τύποι που αγάπησαν π.χ. τον ύπνο, είναι ικανοποιημένος με αυτά που κατάφερε. Ο «Πουλγκίτα» λέει με κάθε σοβαρότητα ότι η μπάλα των έσωσε από τη φτώχεια και τις εξαρτήσεις. Γι’ αυτό κι ο ίδιος την υπηρετεί με αγάπη.

Στο 6μηνο που πήγε δανεικός στη Νιούελ΄ς έβαλε αυτή την γκολάρα στην Μπόκα

«Όταν κάποιος υποφέρει μικρός, ό,τι καταφέρνει αργότερα το εκτιμά διπλά. Δεν το ξεχνάς. Κάθε φορά που αγοράζω παπούτσια, θυμάμαι εκείνα τα στενά παπούτσια στα 11 μου»
(από συνέντευξή του στο El Grafico το 2016)

Κιλιάν Μμπαπέ ή πώς να είσαι σοβαρός στα 17 σου χρόνια

  [1 Σχόλιο]

«Τι λες, Τιερί; Ο Κιλιάν Μμπαπέ σου θυμίζει τον εαυτό σου; Είναι ο νέος Ανρί;» Η ερώτηση μοιάζει λογική για όσους θυμούνται τον επιθετικό της Άρσεναλ στην ίδια ηλικία: ίδια ομάδα, ίδια θέση, ίδιες δηλητηριώδεις προελάσεις, ίδια ευστοχία, ίδιο πονηρό βλέμμα. «Δεν μου αρέσουν οι συγκρίσεις. Πρέπει να γίνει ο Μμπαπέ». Η αρχή της απάντησης μοιάζει ξύλινη όμως ούτε ο ίδιος ο Ανρί δεν μπορεί να συγκρατηθεί: «Αλλά τι παικταράς!».

Αυτό ακριβώς. Μια λέξη αρκεί, οι αναλύσεις περιττεύουν. Κι ένας άσχετος με το ποδόσφαιρο μπορεί να δει ότι ο Μμπαπέ λάμπει μέσα στο γήπεδο και να ακούσει το βουητό που ανεβαίνει από τις κερκίδες όταν κατεβάζει με δαιμονιώδη ταχύτητα τη μπάλα, περνώντας σαν σταματημένους όσους προσπαθούν να τον ανακόψουν. Τα στατιστικά του προσφέρουν αποδείξεις και σε όσους δεν τον έχουν δει καν να παίζει –και δεν ξέρουν τι χάνουν. Ο Τιερί Ανρί γνωρίζει περισσότερα: «Μου αρέσει πολύ, μ΄αρέσει να τον βλέπω να παίζει. Σκέφτεται. Εκνευρίζομαι όταν λένε για έναν παίκτη: είναι γρήγορος, δυνατός, αλτικός. Δεν μιλάνε ποτέ για το μυαλό. Τον παρατηρώ, όταν ντριπλάρει το μυαλό του δουλεύει. Αυτό είναι το πιο βασικό σε έναν ποδοσφαιριστή: το μυαλό. Ο πιτσιρικάς είναι έξυπνος».

 Κι όχι μόνο μέσα στο γήπεδο. Μετά τις πρώτες εμφανίσεις με τη Μονακό, ειδικά τα δυο σπουδαία του ματς απέναντι στη Μάντσεστερ Σίτι που τον έκαναν γνωστό και σε όσους δεν παρακολουθούν ιδιαίτερα το γαλλικό πρωτάθλημα, οι υπεύθυνοι της ομάδας σκέφτηκαν να τον προστατέψουν από την υπερέκθεση στον Τύπο –όλοι ζητούσαν δηλώσεις και συνεντεύξεις, κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να πει οποιοσδήποτε μέσα στο μεθύσι της νίκης, σε οποιαδήποτε ηλικία. Άχρηστη προφύλαξη. Δημοσιογράφοι και τηλεσχολιαστές, όπως ο παλιός αμυντικός της Μαρσέιγ και της Μονακό, Ερίκ ντι Μεκό, λένε περίπου τα ίδια. «Όταν τον άκουσα να μιλάει, έπαθα την πλάκα μου. Πέρα από τις ποδοσφαιρικές του αρετές, δίνει την εντύπωση ότι έχει σωστούς ανθρώπους γύρω του, ότι το μυαλό του δουλεύει και ότι είναι εντελώς προσγειωμένος». Ήρεμος, με χιούμορ, εκφράζεται σωστά, δίνει πάντα τα εύσημα στους συμπαίκτες του, κάνει εύστοχες αναλύσεις. Και δεν παραλείπει να μιλήσει για τη χαρά του που του συμβαίνουν όλα αυτά: «Με βλέπετε; Τα μάτια μου λάμπουν! Ελπίζω να είναι μόνο η αρχή». Kαι όλα αυτά σε ηλικία 18 ετών και σχεδόν τεσσάρων μηνών.

Αφού πρώτα έσπασε ό,τι ρεκόρ άφησε πίσω του ο Τιερί Ανρί στη Μονακό κι έγινε, πριν κλείσει τα 16, ο νεότερος παίκτης της και, πριν κλείσει τα 17, ο νεότερος σκόρερ, τώρα συνεχίζει στη Εθνική. Το πρώτο ρεκόρ είναι συμβολικό: όταν κλήθηκε και έπαιξε στο ματς με το Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου, έγινε ο πρώτος διεθνής Γάλλος ποδοσφαιριστής που δεν είχε γεννηθεί όταν ο Ζιντάν κι η παρέα του σήκωναν το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ταυτόχρονα, ο πιο νέος στην Εθνική μετά τον Μαριάν Βιζνιεφσκί (που έπαιξε στο Μουντιάλ του 1955 λίγες μέρες πιο μικρός). Ο Βιζνιεφσκί, θαλερός ενενηντάχρονος πλέον, που παρακολουθεί ανελλιπώς τη Μονακό στην τηλεόραση, έχει μια συμβουλή για τον άνθρωπο που απείλησε το ρεκόρ του: «Ας μη βελτιωθεί άλλο, κινδυνεύει να χάσει αυτό που κάνει τη μοναδικότητά του. Για παράδειγμα, μην μπει στον πειρασμό να δίνει περισσότερες πάσες, να σκοράρει ο ίδιος».

Ο Κιλιάν προς το παρόν κάνει και τα δυο, και με τα δυο πόδια. 12 γκολ στο πρωτάθλημα, 19 συνολικά φέτος, 5 ασίστ, κι όλα αυτά μπαίνοντας στα μισά ματς αλλαγή, καθώς ο Φαλκάο, ο Βαλέρ Ζερμέν κι οι άλλοι πρεσβύτεροι συμπαίκτες του σκόραραν ακατάπαυστα, όπως έχουμε ήδη δει. Οι εραστές των στατιστικών στοιχείων κάθε είδους ανακάλυψαν πως, εκτός από τα διάφορα ρεκόρ που έχουν να κάνουν με την ηλικία του, ο Μμπαπέ τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο ήταν ο πιο παραγωγικός παίκτης των πέντε μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων –μπροστά από τον Μέσι και τον Λεβαντόφσκι– ενώ, λίγες μέρες πριν τον ξεπεράσει ο Καβάνι, ήταν πρώτος και σε συχνότητα σκοραρίσματος –ένα γκολ κάθε 82′ συμμετοχής.

Στο τελευταίο ματς των Μονεγάσκων, ο Ζαρντίμ προτίμησε να τον προφυλάξει –τον 18χρονο! – εν όψει του αγώνα που οι εραστές του ποδοσφαίρου σημείωσαν στην ατζέντα τους από τη στιγμή που βγήκε η κλήρωση: Ντόρτμουντ -Μονακό για τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Δυο αουτσάιντερ, δυο νεανικές ομάδες, που έχουν παίξει μέχρι τώρα ωραία και θεαματική μπάλα. Και μια τέλεια βιτρίνα για τα ταλέντα της Μονακό, με πρώτον απ΄όλους τον Μμπαπέ. Το ερώτημα είναι; Πόσα λεφτά πουλιέται το παιδάκι αυτό και ποια ομάδα μπορεί να τα δώσει;

Πέρσι οι Μονεγάσκοι κι ο ίδιος ο Μμπαπέ είχαν, λέγεται, απορρίψει προτάσεις ύψους 40 εκ., φέτος γράφηκε πως η Ρεάλ ζήτησε να τον κλείσει για το καλοκαίρι με 110. Ο άμεσα ενδιαφερόμενος λέει πως ξέρει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα στην καριέρα του αλλά ότι πρώτα θέλει να αφήσει κάτι πίσω του στη Μονακό: «Τους μεγάλους παίκτες τους θυμούνται για τους τίτλους». Υπενθυμίζουμε πως η Μονακό είναι πρώτη στο πρωτάθλημα. Ο φιλότιμος Σέρχιο Ράμος προσπαθεί να ρίξει την τιμή: «Καλός παίκτης, πολύ γρήγορος κι επικίνδυνος στην αντεπίθεση. Αν είναι καλός για την Ρεάλ; Έχουμε ήδη πολύ καλούς παίκτες. Αν έρθει θα τον υποδεχτούμε με συμπάθεια». Οι φήμες, στον ισπανικό τύπο, ό,τι κι αν αξίζουν, λένε ότι ο ίδιος ο Ράμος ζήτησε να παίξει στο φιλικό με τη Γαλλία για να τον μελετήσει από κοντά.

Στην πραγματικότητα η Ρεάλ τον θέλει εδώ και χρόνια. Ακολουθεί μια κάπως λυπητερή ιστορία όπου, ως συνήθως, οι φτωχοί χάνουν κι οι πλούσιοι κερδίζουν.

Είμαστε γύρω στο 2010. Ο  μικρός Κιλιάν Μμπαπέ παίζει με την ομάδα κάτω των 12 του Μποντί, του παριζιάνικου προαστίου όπου γεννήθηκε. Ήδη η ζωή του είναι γεμάτη, όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, ποδόσφαιρο: «Ζω, τρώω και κοιμάμαι με την μπάλα». Ένας απεσταλμένος της ομάδας της Καν (Caen, στη Νορμανδία, καμία σχέση με την Καν στις Κάννες) που βρίσκεται στο γήπεδο παίρνει τηλέφωνο τον υπεύθυνο για τα τμήματα νέων: «Έχω μπροστά μου μια μελλοντική Χρυσή Μπάλα». Ντρίπλες, ταχύτητα, ωριμότητα απίστευτη για την ηλικία του. «Ελάτε γρήγορα να πιάσουμε τους γονείς!». Ο γονείς: ο πατέρας παλιός παίκτης, προπονητής στην ομάδα νέων του Μποντί, γνωστός για τις παιδαγωγικές του ικανότητες. Η μητέρα: παλιά αθλήτρια χάντμπολ, αγαπητή στο Μποντί για την κοινωνική της δράση. Δεν εντυπωσιάζονται καθόλου από την πρόταση της Καν: «Τον θέλουν η Ρεάλ Μαδρίτης κι η Τσέλσι. Δεν βιαζόμαστε». Οι Νορμανδοί τα δίνουν όλα, τον παρακολουθούν στενά για μήνες, συνδέονται με τους γονείς, στέλνουν τον μικρό σε τουρνουά στο εξωτερικό, τον συμβουλεύουν, ο προπονητής Φρανκ Ντιμά υπόσχεται ότι θα τον βάζει βασικό από τα 16. Η Ρεάλ τού στέλνει εισιτήρια να δει το Μπερναμπέου και μήνυμα ότι ο Ζιντάν θέλει να τον γνωρίσει. Πηγαίνει στη Μαδρίτη, φωτογραφίζεται με το είδωλό του, τον Κριστιάνο Ρονάλντο –το παιδικό δωμάτιο του Κιλιάν είναι ταπετσαρισμένο με αφίσες του.

Οι γονείς όμως διστάζουν να τον στείλουν τόσο μικρό στο εξωτερικό και θέλουν οπωσδήποτε να τελειώσει το σχολείο. Αποφασίζουν να δεχτούν την πρόταση της Καν. Πρόβλημα: ο μικρός είναι 13 ετών και σε αυτήν την ηλικία η Ομοσπονδία απαγορεύει την υπογραφή συμβολαίων αν ο τόπος κατοικίας είναι μακριά από την έδρα της ομάδας. Οι λίγοι μήνες που ακολουθούν είναι αποφασιστικοί. Η Καν πέφτει κατηγορία κι εμφανίζεται η Μονακό, τα λεφτά της και τα γαλλόφωνα σχολεία της. Ο Μμπαπέ μετακομίζει με τη μαμά του στην Κυανή Ακτή στα 14. Εκεί θα είναι τυχερός και θα συναντήσει τον Ζαρντίμ.

Η συνέχεια γνωστή. Στις 19 Μαρτίου, με το απολυτήριο Λυκείου πλέον στην τσέπη –στις εξετάσεις φιλοσοφίας διάλεξε να αναπτύξει το θέμα: «Είμαστε πάντοτε σε θέση να δικαιολογήσουμε τις πεποιθήσεις μας;»– διέλυσε από μόνος του την Καν και δεν μιλάμε μόνο για τα δυο γκολ που έβαλε. Τελικό σκορ 0-3. Βγήκε αλλαγή στο 88′. Ολόκληρο το γήπεδο Μαλέρμπ τον αποθέωσε. Ο Κιλιάν στράφηκε στις κερκίδες και χειροκρότησε με τη σειρά του τους οπαδούς.

«Κανείς δεν είναι σοβαρός στα δεκαεπτά του χρόνια»: ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπό, γνωστό παιδί-θαύμα κι ο ίδιος, πρόλαβε να πεθάνει στα 37, να γράψει το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου μέχρι τα 19  και τον παραπάνω στίχο στα 16 του, 108 χρόνια πριν γεννηθεί ο Κιλιάν Μμπαπέ.

Ραμόν Αγκίρε Σουάρες: Ο πιο σκληρός παίκτης της Αργεντινής

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Λατινικής Αμερικής υπήρχαν πολλοί σκληροί και βρώμικοι παίκτες. Ελάχιστοι όμως άφησαν το στίγμα τους όπως ο Ραμόν Αγκίρε Σουάρες. Από πιτσιρικάς στις Ακαδημίες της Εστουδιάντες Λα Πλάτα, αυτός κι οι συνομήλικοί του αποτέλεσαν μια φουρνιά που ξεχώρισε στις μικρές ομάδες και ο σπουδαίος προπονητής Οσβάλντο Ζουμπελντία ανέβασε αρκετούς στην πρώτη ομάδα, μεταξύ τους και τον αργό, αλλά δυνατό Σουάρες, τον κεντρικό αμυντικό που έψαχνε. Ο Ραμόν στα 18 του έκανε ντεμπούτο το 1966 σε μια από τις σημαντικότερες ομάδες και πιο μισητές ομάδες όλων των εποχών στο ποδόσφαιρο. Η Εστουδιάντες μερικούς μήνες αργότερα, κατακτούσε το πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο. Γινόταν ο πρώτος σύλλογος της Αργεντινής εκτός από τους «μεγάλους πέντε» που κατακτούσε πρωτάθλημα στη χώρα.

Ο «Νέγκρο» (εξαιτίας του σκούρου δέρματος) δεν χρειαζόταν να λέει πολλά. Έμπαινε στο γήπεδο για να κάνει τη δουλειά. Σε ψάρωνε με το ύφος του και αν δεν αρκούσε αυτό, προχωρούσε στο παρασύνθημα. Χρησιμοποιούσε οποιονδήποτε τρόπο για να σε σταματήσει. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι παίκτες της Εστουδιάντες είχαν μαζί τους βελόνες για να τσιμπάνε τους αντιπάλους. Για τον Σουάρες αναφέρεται ότι όταν χτυπούσε κάποιον αντίπαλο, πήγαινε σαν μετανιωμένος να δει με ενδιαφέρον τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και στα κρυφά του ζουπούσε το μάτι με το δάχτυλο. Στη συνέχεια τον σήκωνε όρθιο τραβώντας τον από το δέρμα κάτω από τις μασχάλες, κάτι που πιστέψτε με, πονούσε πολύ. Στα κόρνερ είχε στα χέρια του χώμα και το πετούσε στα μάτια του αντίπαλου τερματοφύλακα. Αν ο τερματοφύλακας φορούσε καπέλο (κάτι σύνηθες εκείνα τα χρόνια), του το κατέβαζε την τελευταία στιγμή για να μη βλέπει. Για τραβήγματα μαλλιών και αγκωνιές δεν χρειάζεται να πω κάτι, αυτά ήταν συνηθισμένα. Μέχρι πού είναι η αλήθεια και πού η λατινοαμερικάνικη υπερβολή δεν ξέρει κανείς. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι εκτός από το πρωτάθλημα του 1967, είχε και μια ακόμα πρωτιά, εκείνη των περισσότερων καρτών. Με τις τιμωρίες να μην είναι τόσο αυστηρές εκείνα τα χρόνια, ο Σουάρες και τα άλλα καλόπαιδα της Εστουδιάντες είχαν ουσιαστικά μια ασυλία εκ του συστήματος και την εκμεταλλεύονταν.

«Δεν έχω δει ξανά κάποιον σαν αυτόν, είναι σαν να βλέπεις έναν άνθρωπο των σπηλαίων που προστατεύει μέχρι θανάτου την περιοχή του»
– Ρομπέρτο Περφούμο, παίκτης της Ράσινγκ

Το Μετροπολιτάνο όμως ήταν μόνο η αρχή. Η Εστουδιάντες, μια ομάδα παικτών-εργατών, με ηγέτη τον Κάρλος Μπιλάρδο και πιο ποιοτικό παίκτη τον Χουάν Ραμόν Βερόν που λίγα χρόνια αργότερα θα έπαιζε στον Παναθηναϊκό, την αμέσως επόμενη χρονιά κατέκτησε το Κόπα Λιμπερταδόρες απέναντι στην Παλμέιρας. Πιο πολύ όμως και από τον τελικό, έχουν μείνει οι ημιτελικοί-εμφύλιοι με τη Ράσινγκ Κλουμπ. Η Εστουδιάντες είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα του ’67 απέναντί της και η κόντρα πέρασε κάθε όριο σε εκείνα τα ματς. Η πρόκριση κρίθηκε σε τρίτο παιχνίδι και ο Σουάρες αποβλήθηκε μαζί με τον Άλφιο Μπαζίλε, σε έναν καβγά που δημιούργησαν οι ίδιοι και στον οποίο συμμετείχαν και οι πάγκοι των ομάδων. Ο Σουάρες (πολύ πριν από τον Βίνι Τζόουνς) είχε πιάσει τα… καλαμπαλίκια ενός αντιπάλου, ο Μπαζίλε πήγε και του έκανε το ίδιο, ο επόπτης ενημέρωσε τον διαιτητή, οι δυο παίκτες αποβλήθηκαν και ένας τρομερός καβγάς ξέσπασε στο γήπεδο. Η τότε χούντα της Αργεντινής για να αντιμετωπίζει το ξύλο που έπεφτε είχε φτιάξει έναν νόμο που οι παίκτες πήγαιναν φυλακή για 30 μέρες σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Σουάρες, ο Μπαζίλε (και ακόμα δυο παίκτες που αποβλήθηκαν αργότερα) κατέληξαν στις γνωστές μας φυλακές του Ντεβότο. Μετά από την επιμονή των ομάδων, βγήκαν πριν εκτίσουν όλη την ποινή. Σε μια συνέντευξή του, ο Κόκο Μπαζίλε είχε πει ότι σε εκείνα τα παιχνίδια υπήρχαν πάντα αρκετά ασθενοφόρα και περιπολικά έξω από το γήπεδο για κάθε ενδεχόμενο.

Συλλεκτικές ομορφιές από τον ημιτελικό (προσέχουμε το φάουλ στα 7″ και τον παίκτη που «ανησυχεί» για τον αντίπαλό του), το πανέμορφο γκολ της πρόκρισης με ψαλιδάκι του μπαμπά Βερόν, ο Σουάρες το είδε από το κρατητήριο

Η Εστουδιάντες είχε γίνει πλέον μια από τις πιο αντιπαθείς ομάδες στους ουδέτερους. Έτσι, ο πρόεδρος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και οργάνωσε φιλικό με την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε. Αλλά τα φιλικά είναι για τα κοριτσάκια, όπως όλοι στην ομάδα ήξεραν. Ο Σουάρες κατάφερε και αποβλήθηκε ξανά, ενώ η ομάδα του έχασε με 4-2. Να υπενθυμίσουμε ότι τότε δεν είχαμε αποβολές για ψύλλου πήδημα, έπρεπε να γίνει κάτι δολοφονικό. Παρ’ ότι δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για τον συγκεκριμένο αγώνα, αναφέρεται ότι ο διαιτητής δήλωσε: «κανονικά έπρεπε να το διακόψω, αλλά λυπήθηκα όλους αυτούς τους φιλάθλους που ήρθαν στο γήπεδο».


Το θύμα του Σουάρες, Νέστορ Κομπέν

Οι «πιντσαράτας» κέρδισαν και τα δυο επόμενα Λιμπερταδόρες και όπως ήταν φυσικό έπαιξαν ακόμα δύο Διηπειρωτικά. Λίγους μήνες αργότερα, το ποδόσφαιρο της Αργεντινής θα ζούσε μια από τις πιο μαύρες σελίδες του, στη ρεβάνς του 3-0 του πρώτου αγώνα με την Μίλαν για το Διηπειρωτικό, όταν και έπεσε το ξύλο της αρκούδας. Ο Σουάρες από τα πρώτα λεπτά είχε κάνει τουλάχιστον δυο δολοφονικά φάουλ με τις τάπες. Το ρέκβιέμ του ήταν η αγκωνιά στο δύσμοιρο Γαλλο-αργεντινό Νέστορ Κομπέν που αποχώρησε με κάταγμα στη μύτη και το ζυγωματικό. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Σουάρες πήγε φυλακή και καθώς αυτή τη φορά η κατακραυγή ήταν διεθνής, εξέτισε όλη την ποινή μετά από απαίτηση του καθεστώτος, ενώ τιμωρήθηκε και με πέντε χρόνια απουσίας από διεθνείς αγώνες. Πολλές ευρωπαϊκές ομάδες αποφάσισαν να σταματήσουν τη συμμετοχή τους (ας μην ξεχνάμε ότι ο Παναθηναϊκός έπαιξε αντί του Άγιαξ δυο χρόνια αργότερα) στο θεσμό. Ένα ακόμα παράσημο του Σουάρες.


Από τα χρόνια στην Ισπανία

Ο κύκλος του Σουάρες στην Εστουδιάντες έκλεισε το 1971, με ένα πρωτάθλημα, τρία Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Επόμενος σταθμός του η Ισπανία και η Γρανάδα. Εκεί, βρέθηκε και πάλι στο στοιχείο του. Μαζί με τον επίσης σέντερ μπακ Παραγουανό Πέδρο Φερνάντες και τον Ουρουγουανό Χούλιο Μοντέρο Καστίγιο (πατέρα του Πάoλο Μοντέρο, σέντερ μπακ της Γιουβέντους), αποτέλεσαν τους λεγόμενους «Χασάπηδες της Γρανάδα» και όχι γιατί έκαναν μπάρμπεκιου με τις οικογένειές τους. Μια μικρή ομάδα που μόλις είχε ανέβει στην Α’ εθνική της Ισπανίας, μεταμορφώθηκε σε «φονέας των γιγάντων» (με έμφαση στο φονέας). Τη σεζόν 1971-72 κέρδισαν σε τέσσερις συνεχόμενες αγωνιστικές Μπιλμπάο, Μπαρσελόνα, Ρεάλ Μαδρίτης και Σεβίλλη. Το ξύλο που έπεφτε ήταν ανελέητο. Σε χρόνια που οι κίτρινες έβγαιναν με μεγάλη δυσκολία, ο Σουάρες τις μάζευε σαν στραγάλια. Οι «Χασάπηδες» έκαναν μέχρι και «σκετσάκι», κάνοντας ότι μαλώνουν και πλακώνονται μεταξύ τους για να τρομάζουν οι αντίπαλοι. «Το να παίζεις στη Γρανάδα, είναι σαν να πηγαίνεις στον πόλεμο» είχε πει ο Ασένσι της Μπάρτσα, ενώ ο συμπαίκτης του Τσάρλι Ρέσακ είχε πει: «τι τυχεροί οι ταύροι που δεν περνούν αυτά που περνάμε εμείς σε αυτό το γήπεδο». Ο ντι Στέφανο είχε ανοίξει πόλεμο με τη Γρανάδα ως προπονητής της Βαλένθια τότε, αφού είδε σε δυο διαδοχικές σεζόν, δυο παίκτες του να τραυματίζονται από τον Σουάρες και να πηγαίνουν στο νοσοκομείο. Ο δεύτερος με διπλό κάταγμα στο πόδι του. Ο Κάρλος Σαντιγιάνα της Ρεάλ που έφαγε μια αγκωνιά στο σαγόνι, έμεινε έξω για καιρό. Πολλοί προπονητές φύλαγαν τους καλούς τους παίκτες όταν έπαιζαν με τη Γρανάδα, όπως π.χ. τον Κρόιφ. Την πρώτη σεζόν του Σουάρες, η Γρανάδα δεν έχασε κανένα παιχνίδι εντός, βγήκε έκτη και οριακά έμεινε εκτός Ευρώπης.

Χαρακτηριστική για τους «Χασάπηδες» έχει μείνει η ιστορία του Αμάνθιο Αμάρο, ενός εμβληματικού παίκτη της Ρεάλ, κάτι σαν τον Κριστιάνο της εποχής. Ο Φερνάντες σε ένα παιχνίδι τού είχε κάνει δολοφονικό τάκλιν στο καλάμι και ξεκίνησε βεντέτα. Δυο χρόνια μετά, στο Μπερναμπέου, Φερνάντες και Σουάρες είχαν εκνευρίσει τον Αμάρο με συνεχείς κλωτσιές και σε κάποια φάση ο τελευταίος έριξε μια κλωτσιά από πίσω στον Φερνάντες που οδήγησε σε γενική σύρραξη. Ο Φερνάντες τότε του είπε: «Αν ξαναπατήσεις στη Γρανάδα, θα σε σκοτώσω». Πράγματι, τις επόμενες δύο σεζόν ο Αμάρο έμεινε στη Μαδρίτη. Την τρίτη χρονιά όμως θεώρησε ότι το θέμα θα είχε ξεχαστεί (άνθρωποι είμαστε βρε αδερφέ) και έτσι συνάντησε ξανά τον Φερνάντες. Η συνέχεια επί της οθόνης, κάντε υπομονή μέχρι το τέλος, αξίζει:

«Δεν ήταν εσκεμμένο. Τέτοια χτυπήματα συμβαίνουν»
(αληθινά λόγια του Φερνάντες σε συνέντευξή του το 2011)

Ο Αμάρο είδε τον τετρακέφαλό του να διαλύεται, οι γιατροί (αφού έκαναν καμιά κατοσταριά ράμματα) είπαν ότι τέτοια ζημιά την είχαν δει μόνο σε ταυρομάχο που έπεσε πάνω του ταύρος με τα κέρατα. Το θύμα ουσιαστικά σταμάτησε το ποδόσφαιρο μετά από αυτό το χτύπημα. Ο Φερνάντες τιμωρήθηκε για 15 αγωνιστικές και σαράντα χρόνια περίπου μετά ακόμα λέει με παράπονο ότι ήταν από τους πρώτους που τιμωρήθηκαν χάρη στο βίντεο. Ο δε Αμάρο είχε κάνει την αμίμητη δήλωση: «‘Ήμουν τυχερός που δεν σηκώθηκα μετά το χτύπημα γιατί από πάνω μου ήταν ο Σουάρες». Σε ένα άλλο ματς, ο μπαμπάς Μοντέρο είχε πει στον Αργεντίνο «Μπαμπίνο» Βέιρα την εξής ατάκα: «Μπαμπίνο, σήμερα παίξε στα πλάγια» «Γιατί;» «Γιατί το κέντρο θα είναι Βιετνάμ».

Μετά τη Γρανάδα, ο Σουάρες πήγε στη Σαλαμάνκα και τελικά έκλεισε την καριέρα του στην Λανούς. Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, έγινε καθηγητής φυσικής αγωγής σε σχολείο. Το σπίτι του δεν έμοιαζε με αυτά των περισσότερων βετεράνων ποδοσφαιριστών. Δεν είχε φωτογραφίες, μετάλλια, ποδοσφαιρικά σουβενίρ. «Δεν είμαι νοσταλγικός. Μας έβαλαν την ταμπέλα του αντι-ποδοσφαίρου, ότι χρησιμοποιούσαμε καρφίτσες, ότι πετούσαμε χώμα στα μάτια των αντιπάλων. Τίποτα δεν ήταν αλήθεια. Ήταν όλα εφευρέσεις των δημοσιογράφων». Αν και δεν πείθει κανέναν, στα επόμενα λόγια είχε δίκιο. «Ήμασταν πρωτοπόροι. Κάναμε καλοκαιρινή προετοιμασία σαν κανέναν άλλον. Προπόνηση με χαλάζι, με βροχή. Ανάλυση τακτικής στον πίνακα. Κομπίνες στα στημένα. Ξέραμε τον κανονισμό τέλεια και πώς να τον εκμεταλλευτούμε. Παίξαμε πρώτοι το οφσάιντ και έλεγαν ότι είναι αντιποδοσφαιρικό, αλλά μετά μας ακολούθησαν». Ο Ραμόν Αλμπέρτο Αγκίρε Σουάρες, ο ψηφισμένος ως πιο σκληρός ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Αργεντινής, πέθανε σε ηλικία 68 ετών στις 29 Μαΐου του 2013, το πιο γνήσιο τέκνο μιας διαφορετικής ποδοσφαιρικής εποχής.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς μπορούσε να ντριπλάρει τα πάντα (εκτός από την ατυχία του)

  [5 Σχόλια]

Είναι 30 Ιουνίου του 1990, βρισκόμαστε στη Φλωρεντία, Αργεντινή και Γιουγκοσλαβία διεκδικούν μια θέση στους ημιτελικούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου και το παιχνίδι έχει φτάσει στα πέναλτι. Οι Αργεντινοί έχουν ήδη ευστοχήσει στην πρώτη τους προσπάθεια. Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς είναι ο πρώτος Γιουγκοσλάβος που παίρνει θέση απέναντι στον Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

(Ο 25χρονος μέσος του Ερυθρού Αστέρα είναι μια από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις της διοργάνωσης. Έχει σκοράρει δυο φορές απέναντι στους Ισπανούς στους ’16’, έχει δώσει μια ασίστ στον πρώτο γύρο, έχει ‘μοιράσει σακούλες’ σε αρκετούς δύσμοιρους αμυντικούς και είναι το επίκεντρο όλων των επιθετικών προσπαθειών της χαρισματικής εκείνης ομάδας, που είχε ακόμα στην αποστολή της τον Ντάρκο Πάντσεφ, τον Προσινέτσκι, τον Σαμπανάτζοβιτς, τον Σαβίσεβιτς, τον Σούσιτς και τους πιτσιρικάδες Σούκερ, Γιάρνι και Μπόκσιτς.

Ακόμα και στο συγκεκριμένο ματς, ο ‘Πίξι’ (όπως ήταν το παρατσούκλι του) είναι με τεράστια διαφορά ο καλύτερος στον αγωνιστικό χώρο: μοιράζει παιχνίδι, αλλάζει το ρυθμό όποτε θέλει, προσπερνάει Αργεντινούς με χαρακτηριστική ευκολία, σωριάζει στο έδαφος κάμποσους εξ αυτών ακόμα και μέσα στην περιοχή τους, φτιάχνει συνεχώς φάσεις που οι συμπαίκτες του αδυνατούν να τελειώσουν και σταματιέται μόνο με φάουλ (οι 3 από τις 4 κίτρινες κάρτες της Αργεντινής στον αγώνα οφείλονται σ’αυτόν). Κι αν ο τίτλος «κορυφαίος ενός προημιτελικού Μουντιάλ» δεν είναι αρκετός για να εντυπωσιαστεί κάποιος, ας προσθέσουμε και το δεδομένο ότι στον ίδιο αγωνιστικό χώρο βρίσκεται και ο 30χρονος Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, πρωταθλητής κόσμου από το 1986 και πρωταθλητής Ιταλίας λίγους μήνες πριν.)

Επιστρέφουμε όμως στο κρίσιμο πέναλτι. Ο Στόικοβιτς σηκώνει τη μπάλα από το έδαφος και μπροστά σε όλο τον κόσμο που παρακολουθεί με αγωνία ένα νοκ άουτ παιχνίδι Παγκοσμίου Κυπέλλου, με την κλασική δόση αυτοπεποίθησης και υπεροψίας που τον διακατείχε πάντα, αποφασίζει για να δείξει πόσο κουλ και άνετος είναι να κάνει επί τόπου τρία τσαλιμάκια! Στη συνέχεια, στήνει ψύχραιμα τη μπάλα στην άσπρη βούλα, παίρνει φόρα, στέλνει τον Γκοϊκοετσέα στη μια γωνία και τη μπάλα στο αντίθετο ‘παραθυράκι’. Αλλά όχι στα δίχτυα.

Αυτή η εκτέλεση πέναλτι μπορεί να περιγράψει πάνω-κάτω όλη την καριέρα του Ντράγκαν Στόικοβιτς. (Προς υπεράσπιση του, λίγα λεπτά αργότερα ο Μαραντόνα αστόχησε κι αυτός – εκτελώντας ένα πολύ χειρότερο πέναλτι από αυτό του Γιουγκοσλάβου – και επιβεβαίωσε ότι ακόμα και οι πολύ μεγάλοι κάποιες φορές «τα κάνουν θάλασσα» την κρίσιμη στιγμή.)

Το Μουντιάλ αυτό ήταν ουσιαστικά η πρώτη και τελευταία μεγάλη παράσταση του ‘Πίξι’. Η τύχη (ή η μοίρα) τον έκανε τόσο προικισμένο ποδοσφαιρικά που όσοι, λίγοι, τον απόλαυσαν ζωντανά στις καλές του μέρες, δεν τον ξέχασαν ποτέ. Η ατυχία (ή η μοίρα) τον έκανε να γεννηθεί στη Γιουγκοσλαβία την εποχή που η χώρα διασπάστηκε, με αποτέλεσμα να βρεθεί εκτός όλων των μεγάλων εθνικών διοργανώσεων που ακολούθησαν (Euro 1992 και 1996 και Μουντιάλ των ΗΠΑ). Κι αυτό είναι μόνο το ένα σκέλος της ατυχίας. Λίγους μήνες μετά το Μουντιάλ και σε ένα από τα πρώτα ματς της νέας του ομάδας, της πανάκριβης τότε Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο, έμεινε οχτώ μήνες εκτός δράσης και από τότε τίποτα δεν ήταν ξανά ίδιο, αφού οι τραυματισμοί άρχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Απογοητευμένος και σχεδόν «σακάτης» αποχαιρέτησε στα 29 του τη Μασσαλία και την Ευρώπη για να πάει να παίξει μπάλα στο, πιο ξεκούραστο και εύκολο, πρωτάθλημα της Ιαπωνίας.

Όσοι γεννήθηκαν στα 90s το πιθανότερο είναι να μην τον έχουν καν ακουστά. Όσοι τον πρόλαβαν ηλικιακά, το πιθανότερο είναι να τον έχουν δει ελάχιστα για να μπορούν να επιβεβαιώσουν τον ντόρο που υπήρχε εκείνη την εποχή γι’αυτόν. Όσοι όμως τον έζησαν λίγο παραπάνω, στα καλά χρόνια του με τον, σπουδαίο τότε, Ερυθρό Αστέρα και στις λίγες «γκέστ σταρ» εμφανίσεις με τη Μαρσέιγ, μιλάνε για έναν αδιανόητο φαντεζί παίκτη, που λάτρευε να ντριπλάρει όλη την αντίπαλη ομάδα, να στέλνει τους αντιπάλους του στο χόρτο με κάποια εντυπωσιακή προσποίηση, να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο (ανάμεσα τους υπάρχουν και γκολ από κόρνερ, όπως αυτό που είχε βάλει σε ηλικία 22 ετών σε ένα από τα πρώτα του εκτός έδρας ντέρμπι με την Παρτιζάν!), να μοιράζει ασίστ από το πουθενά, σαν παλιό κλασικό δημιουργικό 10αρι, και να κάνει τακουνάκια ακόμα και σε φάσεις που τις βλέπεις ξανά στο ριπλέι και αδυνατείς να αποδεχθείς ότι πράγματι σκέφτηκε και κατάφερε να κάνει τακουνάκι.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Μουντιάλ του 1990, ουσιαστικά στη μοναδική μεγάλη διοργάνωση που του δόθηκε η ευκαιρία να παίξει σε καλή ηλικία, ψηφίστηκε στην καλύτερη 11αδα. Δεν είναι τυχαίο το σχόλιο του Μαραντόνα γι’αυτόν αρκετά χρόνια μετά από εκείνο το μεταξύ τους παιχνίδι: «O Στόικοβιτς ήταν απίστευτος ποδοσφαιριστής. Οι κινήσεις του στο γήπεδο είχαν τέτοια χάρη και άνεση που ήταν σαν να χόρευε συνέχεια με την ομορφότερη γκόμενα». Δεν είναι τυχαίο που αν και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στη Μαρσέιγ στο νοσοκομείο και στο κρεβάτι οι οπαδοί της ομάδας τον ψήφισαν στην καλύτερη 11αδα όλων των εποχών. Και φυσικά δεν είναι τυχαίο που στα τέσσερα χρόνια που φόρεσε τη φανέλα του Ερυθρού Αστέρα πρόλαβε να γίνει θρύλος και να αγαπηθεί όσο λίγοι.

Και ο ‘Πίξι’ δεν το ξέχασε ποτέ αυτό. Όταν στο τέλος της πρώτης του, τραυματικής, χρόνιας στη Μαρσέιγ βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ερυθρό Αστέρα στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και ο προπονητής του ζήτησε να εκτελέσει ένα από τα πέναλτι, ο Στόικοβιτς, μένοντας πιστός στον ιδιόρρυθμο και λίγο μποέμ χαρακτήρα του, αρνήθηκε να πάρει τέτοια ευθύνη απέναντι στην αγαπημένη του ομάδα. Οι συμπατριώτες και πρώην συμπαίκτες του τελικά ευστόχησαν και στα πέντε και ο ‘Πίξι’ μαζί με τη Μαρσέιγ αναγκάστηκαν να περιμένουν άλλα δυο χρόνια για να βρεθούν στην κορυφή της Ευρώπης.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς δεν έγινε ποτέ αυτό που θα μπορούσε πραγματικά να γίνει. Το πιθανότερο είναι ότι δεν πλησίασε ούτε λίγο στο ‘ταβάνι’ του. Παρ’όλα αυτά με μια απλή αναζήτηση στο ίντερνετ μπορεί κάποιος να βρει αμέτρητα βιντεάκια πολλών λεπτών στα οποία σκοράρει, δημιουργεί και ‘χορεύει’ αντιπάλους (ανάμεσα τους και αρκετά μεγάλα αστέρια της εποχής) με μια άνεση που πιθανόν θα ζήλευε ακόμα και ο Γκαρίντσα. Και το ότι αυτή την εξέλιξη τη θεωρούμε «αποτυχία» τα λέει όλα.

Όταν ο Όλι γνώρισε τον Σάμι

  [10 Σχόλια]

Ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα δίδυμα στην ιστορία του ποδοσφαίρου ήταν αυτό μεταξύ των Όλιβερ Καν και Σάμουελ Κουφούρ. Δύο φαινομενικά ασύμβατοι τύποι που πέρασαν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους υπερασπιζόμενοι το μηδέν στην εστία της Μπάγερν Μονάχου, έγιναν το σήμα κατατεθέν των Βαυαρών στα μετόπισθεν. Ο θηριώδης, μόνιμα νευριασμένος Γερμανός βγαλμένος από τα χειρότερα αντιμνημονιακά στερεότυπα και τους παιδικούς εφιάλτες και ο συναισθηματικός Γκανέζος  με τις έντονες αντιδράσεις, τη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό και τις τραβηγμένες διαμαρτυρίες.

Διάφορες τρέλες του Καν και κυρίως το γκολ με το χέρι και η αποβολή

Οι καριέρες και των δύο είναι γεμάτες περίεργα στιγμιότυπα. Ο Καν με τις συμπεριφορές του στα ματς με την Ντόρτμουντ, έτοιμος να κατασπαράξει τους αντιπάλους, αλλά και το fair play με τον Κανιθάρες στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Βαλένθια. Και φυσικά το γκολ με τις γροθιές (!) σε ένα ματς με τη Χάνσα Ρόστοκ. Ο Μάρκους Μερκ του βγάζει την κάρτα, ο Καν αποβάλλεται και όλοι αναρωτιούνται «τι διάολο σκεφτόταν ο Όλι;». Προσέχουμε ότι ο πρώτος που πάει να διαμαρτυρηθεί είναι φυσικά ο Κουφούρ και αυτός που φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα για τα τελευταία δευτερόλεπτα είναι ο Τάρνατ.

Το προσέχουμε γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν καινούριο. Δυο χρόνια πριν, η Μπάγερν αντιμετώπιζε την Άιντραχτ, όταν ο Σάμι Κουφούρ συγκρούστηκε με τον Καν. Ο Καν έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε στο χορτάρι κι η Μπάγερν έκανε αναγκαστική αλλαγή με τον αιώνιο αναπληρωματικό Μπερντ Ντρέχερ να μπαίνει μέσα. Ο Ντρέχερ σε 10 χρόνια στην Μπάγερν είχε 13 συμμετοχές συνολικά, κατατάσσοντάς τον στην κατηγορία των αργόμισθων. Όπως ήταν λογικό, είχε σκεβρώσει στον πάγκο και σε μια έξοδό του, έσπασαν τα άλατα, γύρισε το γόνατό του και τραυματίστηκε σοβαρά. Η Μπάγερν αναγκάστηκε να παίξει 30 λεπτά με τον Τάρνατ στο τέρμα (φορώντας φανέλα που ήταν 3-4 νούμερα μεγαλύτερη), με τον χαφ της να κάνει μια απίστευτη απόκρουση αυτοθυσίας (το πλάνο πίσω από την εστία δείχνει το μεγαλείο της). Παρά το αριθμητικό μειονέκτημα και τον Τάρνατ στα γκολπόστ, η Μπάγερν γύρισε το ματς. Ισοφάρισε με τον Έλμπερ και ήταν τελικά ο Κουφούρ με κεφαλιά στο 83′ που έδωσε τη νίκη με 1-2. Ο Γκανέζος με το γκολ αυτό λυτρώθηκε για το χτύπημά του στον Όλι. Η ομάδα του Μονάχου κατέκτησε τελικά το πρωτάθλημα, σε ισοβαθμία με την καημένη Μπάγερ Λεβερκούζεν, και σίγουρα η απόκρουση του Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ έπαιξαν μεγάλο ρόλο.

Η γονατιά του Σάμι, ο Ντρέχερ, η απίστευτη απόκρουση Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ

Καν και Κουφούρ όμως ήταν πρωταγωνιστές σε ακόμα ένα περίεργο γεγονός. Βγαλμένοι από αμερικάνικη κωμωδία με χαρακτήρες αντιθέσεων (κάτι σαν το Φονικό Όπλο) ή όπως διάβασα κάπου, σαν ένα λιοντάρι που βρίσκει ένα απροστάτευτο παπάκι και το υιοθετεί (και όλοι ξέρουμε ποιος είναι ο Καν στη συγκεκριμένη παρομοίωση), η σχέση τους πήγε σε άλλο επίπεδο σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για το Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Καν και πάλι χτύπησε από μία σύγκρουση με τον Άντι Κόουλ (δυστυχώς παρά τις προσπάθειες δεν βρέθηκε βίντεο), σωριάστηκε κάτω και δεν φαινόταν να αντιδρά. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά για τον Σάμουελ Κουφούρ που δεν μπορούσε να περιμένει τους γιατρούς και πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Έπεσε κατάχαμα και έκανε το φιλί της ζωής στον Όλι. Ακόμα θυμάμαι να βλέπω το παιχνίδι στην τηλεόραση και να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις παρακολουθήσει. Τελικά, ο Καν επέζησε και οι δυο τους συνέχισαν το παιχνίδι και την παράλληλη πορεία τους.

Ο Κουφούρ ήταν λεβεντιά

Ο Όλι κι ο Σάμι ήταν δύο άνθρωποι που δεν κρατούσαν μέσα τους αυτά που ένιωθαν. Απλά ο ένας το έβγαζε συνήθως με οργή και θυμό και ο δεύτερος με άλλους τρόπους. Η προσωπικότητα του Κουφούρ ήταν αποτέλεσμα των παιδικών του χρόνων. Όπως έχει πει σε συνέντευξή του, ζούσε δύσκολα στο σπίτι με την μητέρα του και τις τρεις αδερφές του. Ήταν ένα κλασσικό κακό παιδί που για να μπορέσει να βγάλει χρήματα έγινε λούστρος και αργότερα έμπορος μαριχουάνας. Το πάθος του όμως ήταν το ποδόσφαιρο. Όταν πλέον ξεχώρισε και κλήθηκε στην εθνική Κ17 είχε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Δεν είχε παπούτσια. Η μητέρα του αναγκάστηκε να πουλήσει την τηλεόραση του σπιτιού και να πει στις αδερφές του ψέματα για να μπορέσει ο μικρός Σάμι να ακολουθήσει το όνειρό του. Εκ του αποτελέσματος έπραξε σωστά.

Ο Κουφούρ έγινε «κουλτ» είδωλο στο Μόναχο με κάτι τέτοια

Ο Κουφούρ έκλεισε την καριέρα του με έξι πρωταθλήματα, μερικά κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ, ένα Διηπειρωτικό (στο οποίο ο Κουφούρ σε ένα πολύ ζόρικο ματς απέναντι στην Μπόκα σκόραρε και έδωσε τη νίκη για να μάθει ότι την επόμενη μέρα ξεπούλησαν όλες οι φανέλες της Μπάγερν στο Μπουένος Άιρες από οπαδούς της Ρίβερ που ακόμα τον μνημονεύουν) και πολλές προσωπικές διακρίσεις. Μέχρι την τελευταία του ποδοσφαιρική στιγμή έπαιζε με το ίδιο πάθος, αντιμετώπιζε το κάθε ματς σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Έβγαζε τη χαρά του (όπως στο τραγούδι για τον τίτλο παραπάνω), την αγωνία του (όπως στο φιλί στον Καν) και την λύπη του στον υπερθετικό βαθμό με χαρακτηριστικό παράδειγμα το παρακάτω βίντεο. Τραυματίας στο 89′ βγαίνει έξω, ο διαιτητής δεν του δίνει την άδεια να μπει, αλλά αυτός το κάνει. Παίρνει τη 2η κίτρινη, αποβάλλεται και εκεί αρχίζει ένα ψυχόδραμα «why, why».

Ο Σάμι κάνει μια σκηνή από το Αποκάλυψη Τώρα

Η εικόνα του στον χαμένο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Γιουνάιτεντ, να χτυπάει απαρηγόρητος το χορτάρι με δύναμη έχει περάσει στο πάνθεον των στιγμών των τελικών του θεσμού. Ο Κουφούρ έμαθε από μικρός να ζει με τις δυσκολίες και συνέχισε να τις αντιμετωπίζει. Όπως όταν το 2003 έχασε την 8χρονη κόρη του που πνίγηκε σε πισίνα. Το ξεπέρασε όπως δήλωσε με την πίστη του στον Θεό και συνέχισε χωρίς να το βάζει κάτω. Μη νομίζετε βέβαια ότι αφού κρέμασε τα παπούτσια του ηρέμησε. Πριν από 2 χρόνια, στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής ως σχολιαστής πλέον, εξέφρασε τη σιγουριά του για τη νίκη της Γκάνας. «Πείτε στους παραγωγούς να φέρουν κουρέα. Αν δεν κερδίσουμε θα ξυρίσω το κεφάλι μου» είχε δηλώσει. Η συνέχεια;

Ούτε φυσικά ξεχνάει την αγαπημένη του Μπάγερν. Εδώ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013 που ως σχολιαστής πετάει από πάνω του κάθε ίχνος αντικειμενικότητας και γίνεται οπαδός:

Η Μπάγερν έχει και τώρα έναν σούπερ τερματοφύλακα, έχει και τώρα καλούς αμυντικούς. Αυτό το πηγαίο συναίσθημα όμως που είχε εκείνα τα χρόνια με το δίδυμο του Καν και του Κουφούρ δεν το ξαναπέτυχε. Πριν λίγες μέρες η μητέρα του Σάμι Κουφούρ έφυγε από τη ζωή. Χάρη σε αυτή τη γυναίκα και τη θυσία της να πουλήσει την τηλεόραση (που σε μια φτωχή οικογένεια στο Κουμάσι της Γκάνας είναι κάτι σαν θησαυρός) είχαμε εμείς την τύχη να μάθουμε αυτόν τον εξαιρετικό αμυντικό, ο Καν να βρει το έτερόν του ήμισυ και να ζήσουμε μια σειρά στιγμών με όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Ο ακούραστος Ράφα Μάρκες

  [2 Σχόλια]

Η αλήθεια είναι ότι στα προκριματικά για το Μουντιάλ, λίγοι ασχολούνται με τη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική. Οι περισσότερες ομάδες που συμμετέχουν είναι απλά παραδεισένιοι προορισμοί διακοπών ή παραδεισένιοι προορισμοί μαύρου χρήματος (ή και τα δύο μαζί). Από αυτές τις ομάδες καταλήγουμε σε ένα πρωταθληματάκι έξι χωρών, εκ των οποίων προκρίνονται οι τρεις και η τέταρτη παίζει μπαράζ με ομάδα της Ασίας. Είναι συνεπώς αρκετά δύσκολο για τις «μεγάλες» ομάδες να μείνουν εκτός. Το ενδιαφέρον κινείται περισσότερο στο ας πούμε «κλάσικο» μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού. Το πιο μεγάλο παιχνίδι ποδοσφαίρου εθνικών χωρών σε αυτόν τον όμιλο.

Και αν πάντα υπήρχε σημαντικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ματς, η μοίρα έφερε τη συνάντησή τους να γίνεται το Νοέμβριο ελάχιστες μέρες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Μεξικάνοι ταξίδεψαν στο Οχάιο νιώθοντας το βάρος ότι εκπροσωπούν ένα ολόκληρο έθνος, απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ που αποκάλεσε τους Μεξικάνους μετανάστες «εγκληματίες και βιαστές» και υποσχέθηκε να χτίσει ένα τείχος που θα τους κρατήσει εκτός των ΗΠΑ. Το Μεξικό βέβαια δεν βρήκε κάποιο εχθρικό γήπεδο απέναντί του, το κλίμα ήταν όπως πάντα ένα κλίμα ποδοσφαιρικού και μόνο ντέρμπι. Οι παίκτες μάλιστα πριν τον αγώνα αποφάσισαν να αλλάξουν τελετουργικό και δεν βγήκαν χωριστά φωτογραφίες, αλλά μία κοινή, προς τιμή των Αμερικάνων ποδοσφαιριστών που ήθελαν να περάσουν το δικό τους μήνυμα συναδελφικότητας.

Το παιχνίδι ήταν όπως πάντα με ένταση και το Μεξικό εκτός από το ψυχολογικό βάρος του Τραμπ είχε να αντιμετωπίσει και την κακή παράδοση με τέσσερις σερί ήττες (μάλιστα με το ίδιο σκορ, 2-0) στο Κολόμπους. Οι Μεξικάνοι προηγήθηκαν με ένα τυχερό γκολ με κόντρα, αλλά οι ΗΠΑ ισοφάρισαν και κυριάρχησαν στο 2ο ημίχρονο ψάχνοντας το 2ο γκολ. Αυτό δεν ήρθε ποτέ και όλα έδειχναν ότι πηγαίναμε για μια ισοπαλία, όταν στο 88′ το Μεξικό κέρδισε κόρνερ. Μεταξύ όσων προωθήθηκαν ήταν κι ένας άνθρωπος που έκανε ντεμπούτο με τη φανέλα της «Τρι» το… 1997, σχεδόν 20 χρόνια πριν. Ο αρχηγός Ράφα Μάρκες βρέθηκε αμαρκάριστος, πήρε μια πανέξυπνη κεφαλιά και με ένα buzzer beater έδωσε τη σημαντική νίκη στη χώρα του, νίκη που πανηγυρίστηκε έξαλλα.

Γκολ ντε ΜέΧικο, Ράφα, Ράφα, Ράφα….

Μετά το τέλος του αγώνα, ο «Κάιζερ» κράτησε το επίπεδο εκεί που έπρεπε όταν ρωτήθηκε αν είναι μια άσχημη περίοδος για το Μεξικό. «Δεν γνωρίζω αν είναι μια άσχημη περίοδος, σίγουρα είναι μια περίοδος έλλειψης ανεκτικότητας. Με αυτή τη νίκη μπορούμε να ξεχάσουμε λίγο, όσα συμβαίνουν εδώ στις ΗΠΑ». Περίπου δυο μήνες μετά, ο Μάρκες έδινε ακόμα μια φορά το μήνυμά του όταν ο Τραμπ υπέγραφε ως πρόεδρος πλέον την απόφαση για το τείχος. Ανέβασε ένα γκολ του από τα χρόνια της Μπαρσελόνα με φάουλ πάνω από το τείχος και το χαρακτηριστικό μήνυμα «δεν υπάρχει τείχος να μας κρατήσει, όσο πιστεύουμε στους εαυτούς μας»

Ο Μάρκες πέρασε επτά χρόνια στη Βαρκελώνη, τα καλύτερά του χρόνια όπως λέει κι ο ίδιος, φεύγοντας το 2010 σε ηλικία 31 ετών. «Μου είχε φανεί καλή ιδέα να πάω στις ΗΠΑ να παίξω, να ρίξω λίγο τους ρυθμούς. Αλλά όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι και ήθελα και μπορούσα να παίξω σε υψηλότερο επίπεδο, το μετάνιωσα που έφυγα από την Μπάρτσα». Το MLS πολλές φορές είναι κάτι σαν ένα τιμητικό νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, εκεί πάνε όσοι θέλουν να φύγουν με το κεφάλι ψηλά. Για τον Μάρκες δεν έγινε έτσι. 7 χρόνια μετά, στα 38 του, ο Ράφα όχι μόνο δεν έχει παρατήσει το ποδόσφαιρο, αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο. Πιστός στρατιώτης, αρχηγός ακόμα στην εθνική του, έχει όνειρο να φτάσει τα πέντε Μουντιάλ, μαζί με το συνομήλικό του Μπουφόν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τίθεται πάντα το ερώτημα κατά πόσο κάποιος παίζει τιμής ένεκεν επειδή δεν έχουν κουράγιο να του πουν να σταματήσει. Ο ίδιος ο Μάρκες δηλώνει ότι είναι σε καλή κατάσταση και αν συνεχίσει να είναι έτσι θα βρίσκεται στη Ρωσία το 2018, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο προπονητής του Χουάν Κάρλος Οσόριο. «Η αγάπη του Ράφα για το άθλημα δεν βρίσκεται σε άλλον. Προπονείται πιο σκληρά από όλους και θέλει να παίζει πάντα.»

Τον Ράφα και την προσπάθειά του στηρίζει και ο θρυλικός Ούγκο Σάντσες, ενώ κι ο απλός κόσμος τον αποθεώνει. Πριν μερικές μέρες, ξεκίνησε βασικός στο ματς με την Ισλανδία, ήταν και πάλι εξαιρετικός σε έναν ελεύθερο ρόλο στην άμυνα (μια που τα τρεξίματα που δεν είχε σχεδόν ποτέ, δεν τα έχει ούτε τώρα) και στο 4ο λεπτό (εξαιτίας της φανέλας με το «4») οι Μεξικάνοι στις εξέδρες άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του. Αν είναι υγιής και αν το Μεξικό περάσει, θα τον δούμε σίγουρα.

«Είμαι το ίδιο άτομο, όπως όταν ήρθα για πρώτη φορά στην εθνική. Ίσως είναι η παιδεία που μου έδωσε η οικογένεια μου, η ταπεινότητα αυτή, να μπορώ να μοιράζομαι και να μεταφέρω τις εμπειρίες μου στους άλλους, αφήνοντας μια κληρονομιά και δίνοντας το παράδειγμα»

Ο Ράφα μετά από μια καριέρα σπουδαία με πρωτάθλημα και κύπελλο στη Γαλλία με την Μονακό και ένα σωρό κούπες στη Βαρκελώνη, έχει γυρίσει στην πρώτη του ομάδα την Άτλας. Πάντα με το ίδιο πάθος, το πάθος που αρκετές φορές τον έχει φέρει να τον κατηγορούν, όπως στην αποβολή του στο πρώτο Μουντιάλ, στη φάση των 16 με αντίπαλο τις ΗΠΑ, μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες των Αμερικάνων με τη νίκη 2-0 και την πρόκρισή τους. Ο Μάρκες στο 88′ με το ματς να έχει κριθεί έριξε μια άνευ λόγου και αιτίας καρατιά στον δύσμοιρο Τζόουνς. Σε ερώτηση που του έγινε για την πιο δύσκολη στιγμή της 20ετους του πορεία στην εθνική, ο Μάρκες είπε ότι ο κόσμος θα θυμάται πάντα αυτή τη φάση. Ο ίδιος δεν μετανιώνει, ήταν κάτι που έγινε από την απογοήτευσή του, από το γεγονός ότι δεν θέλει να χάνει και αυτό είναι κομμάτι του χαρακτήρα του. Στα επόμενα δύο Μουντιάλ άλλωστε, σκόραρε από μία φορά, ελπίζει να το κάνει και το 2018.

Στο 2.13 περίπου η κίνηση μεγάλου παίκτου:

Ο Τρίφον Ιβανόφ δεν πέθανε ποτέ

  [4 Σχόλια]

Στις 20 Μαΐου του 2016 το Εθνικό Στάδιο στη Σόφια ήταν κατάμεστο. Ο Χρίστο Στόιτσκοφ γιόρταζε, έστω και με καθυστέρηση δυο μηνών, τα 50α του γενέθλια με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο: προσκαλώντας για ένα φιλικό φίλους και παγκόσμιους αστέρες, με τους οποίους είχε αγωνιστεί σαν συμπαίκτης ή αντίπαλος στη διάρκεια της καριέρας του. Ανάμεσα τους βρισκόταν ο Ζαμοράνο, ο Μαλντίνι, ο Χάτζι, ο Βαλντεράμα, ο Μπαλάκοφ και ο Μπερμπάτοφ. Λίγο πριν την έναρξη του εορταστικού φιλικού, στο μάτριξ εμφανίστηκε η φωτογραφία ενός μαλλιαρού, μουσάτου τύπου που λίγους μήνες πριν είχε αφήσει την τελευταία του πνοή.

Όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και ξεκίνησε να χειροκροτάει. Το χειροκρότημα κράτησε τρία ολόκληρα λεπτά. Στη διάρκεια αυτών ο 50χρονος Στόιτσκοφ, μπροστά σε όλους αυτούς τους ποδοσφαιρικούς θρύλους και τους χιλιάδες φιλάθλους που πήγαν εκεί για να γιορτάσουν τα γενέθλια του, έκατσε στα γόνατα στο κέντρο του γηπέδου, έκρυψε το πρόσωπο του με τα χέρια του και έβαλε τα κλάματα.

Για τον Τρίφον Ιβανόφ μπορείς να γράψεις αμέτρητες λέξεις. Για τη μέρα που η Βουλγαρία αντιμετώπιζε τη Γερμανία στα προημιτελικά του Μουντιάλ του 1994 και για να καθησυχάσει τον προπονητή του, του είπε «Χαλάρωσε. Μόλις με δούνε θα ‘χεστούν πάνω τους'». Για το ότι είναι ο μόνος παίκτης της ΤΣΣΚΑ Σόφιας που εκτιμούν ακόμα και οι ορκισμένοι εχθροί της Λέφσκι, γιατί όπως σχολίασε κι ένας Βούλγαρος δημοσιογράφος στο ESPN: «Τον Τρίφον τον σέβονται όλοι στη Βουλγαρία γιατί απλά δεν γίνεται να τον μισήσεις».

Για την ατάκα του Στόιτσκοφ, που όταν τον συμπεριέλαβε στην ιδανική 11αδα του, στην προσπάθεια του να περιγράψει το αγωνιστικό του στυλ είπε: «O Ιβανόφ δεν πήρε ποτέ του αιχμαλώτους». Για την πρώτη κόκκινη κάρτα που είδε παίζοντας με την εθνική, σε ένα φιλικό με την Ιταλία: «Έπαιζα εναντίον του Βιάλι. Κάποια στιγμή με έφτυσε στο πρόσωπο, γι’αυτό και βρέθηκε αμέσως στο πάτωμα. Ένας άνθρωπος δεν γίνεται να ελέγχει συνέχεια τα συναισθήματα του». Για τη μέρα που αντιμετώπισε, με επιτυχία, τον Καντονά στο Όλντ Τράφορντ και όταν στο τέλος όλοι οι συμπαίκτες του έτρεξαν στον Γάλλο για να ζητήσουν τη φανέλα αυτός τους ενημέρωσε ότι αυτή είναι κρατημένη για τον Ιβανόφ.

Για τότε που έπαιζε στην Ελβετία και ο προπονητής, με τον οποίο είχε κόντρα, τον ενημέρωσε πως είναι εκτός ομάδας και ο Ιβανόφ μάζεψε τα ρούχα του, πήγε στην κερκίδα και κάθισε να απολαύσει το ματς με καφέ και τσιγάρο, μέχρι που εμφανίστηκε ο πρόεδρος, του είπε «τι κάνεις εδώ; Έλα μαζί μου» και ο Βούλγαρος βρέθηκε από το πουθενά να μπαίνει αλλαγή στο 15′, σε ένα ματς που τελικά κρίθηκε από δικό του γκολ! Για την ατάκα του συμπαίκτη του στη Ραπίντ, Πίτερ Σότελ: «Ο Ιβανόφ είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρω που ξυρίζεται και τέσσερις ώρες μετά έχει κανονική γενειάδα». Για τότε που αγόρασε ένα τανκ απλά και μόνο για να δει πως είναι να οδηγάς ένα τέτοιο.

Για το καλτ τουρνουά ποδοσφαίρου ‘Κύπελλο Τρίφον Ιβανόφ’, που διεξάγεται κάθε χρόνο στο… Σάο Πάολο της Βραζιλίας (ναι, στη Βραζιλία) και στο οποίο σε συμβουλεύουν να παίξεις με μαύρα παπούτσια, επιτρέπονται τα γυαλιά ηλίου, το ποτό («αρκεί να μην πετάξεις τη μπύρα σου στον αντίπαλο») και το κάπνισμα («αρκεί να μην σου πέσει το τσιγάρο στο χλοοτάπητα») και απαγορεύεται να κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις όπως «ποιος είναι ο Τρίφον Ιβανόφ».

[διάβασε περισσότερα →]

Μια μικρή ωδή στον Φράνκι Λάμπαρντ

  [5 Σχόλια]

Για να φτάσεις στην κορυφή χρειάζονται αγώνες και θυσίες. Χρειάζεται να παλέψεις, να ματώσεις, να πονέσεις για να αποδείξεις πως αξίζεις (αν αξίζεις) ακόμα και αν προέρχεσαι από μια διάσημη οικογένεια, με μεγάλη ιστορία (και παράδοση) πάνω στο αντικείμενό σου. Μια τέτοια περίπτωση -στο χώρο του ποδοσφαίρου- είναι και ο Άγγλος ποδοσφαιριστής Φρανκ Λάμπαρντ. Τι και αν έχει πατέρα τον θρύλο της Γουέστ Χαμ, Φρανκ Λάμπαρντ (τον πρεσβύτερο). Τι και αν ο Χάρι Ρέντκναπ είναι θείος του. Τι και αν μεγάλωσε βλέποντας τον ξάδερφό του Τζέιμι (Ρέντκναπ) να εξελίσσεται σε ένα σπουδαίο παιδί-θαύμα για το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ο Φρανκ Λάμπαρντ δεν είδε τίποτα να του χαρίζεται. Δούλεψε το -σπάνιο είναι η αλήθεια- ταλέντο του και έγινε, για πολλούς, ο κορυφαίος μέσος στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Εδώ και λίγες μέρες ο Φράνκι (όπως είναι γνωστός στις τάξεις των φίλων της Τσέλσι) σταμάτησε επίσημα την πλούσια επαγγελματική του καριέρα και εμείς εδώ στο el sombrero δεν μπορούσαμε να μην του αφιερώσουμε μερικές όμορφες λέξεις. Πιστέψτε με, όσο και αν κάποιος δεν γουστάρει την Τσέλσι, δεν γίνεται να μη συμπαθεί τον Φρανκ Λάμπαρντ και να μην σέβεται την ποδοσφαιρική του αξία.

«Θυμάμαι να οδηγώ για τέσσερις ώρες χαρούμενος μετά το επιτυχημένο δοκιμαστικό που είχα στη Σουόνσι. Ήμουν τόσο χαρούμενος. Η ομάδα πάλευε για να σωθεί. Όταν άρχιζε να βρέχει (στην Ουαλία) ξεχνούσε να σταματήσει. Η κατηγορία ήταν πολύ σκληρή και τις περισσότερες φορές πλέναμε μόνοι τα ρούχα μας, εγώ ως μικρότερος έπλενα και άλλων συμπαικτών, αλλά ειλικρινά λάτρεψα το πέρασμά μου από τη Σουόνσι. Εκεί κατάλαβα πόσο δύσκολος είναι ο επαγγελματικός χώρος του ποδοσφαίρου. Εκεί έγινα παίκτης. Από τότε πάντα έριχνα και μια ματιά να δω τι είχαν κάνει οι «κύκνοι» κάθε αγωνιστική».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Φρανκ Λάμπαρντ για το δανεισμό του την περίοδο 1995-1996 στη Σουόνσι (στα 17 του χρόνια) ως παίκτης της Γουέστ Χαμ, σε μια περίοδο μάλιστα που προπονητής στην ομάδα ήταν ο Ρέντκναπ και βοηθός προπονητή ο πατέρας του και δείχνουν πολλά για την αξία, την ποδοσφαιρική αντίληψη και την ταπεινότητα που διέθετε από μικρός. Είπαμε και πιο πάνω άλλωστε, τίποτα μα τίποτα δεν του χαρίστηκε. Ο Λάμπαρντ μπορεί να βγήκε από την φημισμένη ποδοσφαιρική ακαδημία της Γουέστ Χαμ (όπως ο Τζο Κόουλ, ο Ρίο Φέρντιναντ και ο Μάικλ Κάρικ) αλλά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του στο Λονδίνο είχε την ρετσινιά του παιδιού που παίζει λόγω του ονόματός του. Όταν στις 31 Ιανουαρίου του ’96  απέναντι στην Κόβεντρι ο Ρέντκναπ έβγαζε τον μέσο Τζον Μονσούρ για να περάσει στη θέση του έναν άγουρο 18χρόνο μέσο, στις κερκίδες οι περισσότεροι φίλοι των «σφυριών» μιλούσαν για το ανελέητο σπρώξιμο που δέχεται η καριέρα του μικρού και για το πόσο υπερεκτιμημένος είναι. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι άλλοι που τα έβαζαν με τον Ρέντκναπ επειδή για να γίνει μέλος της πρώτης ομάδας ο Λάμπαρντ είχε «θυσιαστεί» ένας άλλος νεαρός μέσος, αγαπημένος σε αρκετούς οπαδούς, ο Σκοτ Κάνχαμ. Ο Κάνχαμ είχε πολλούς φανατικούς θαυμαστές από τα χρόνια που έπαιζε στην ακαδημία της Γουέστ Χαμ, με την μετέπειτα πορεία του πάντως να δικαιώνει απόλυτα την επιλογή του Ρέντκναπ. Μετά από μερικά χρόνια -και αφού τον είχαν δει να επιστρέφει από ένα σοβαρό τραυματισμό στα 18 του χρόνια- ήταν οι ίδιοι που τον αποκαλούσαν προδότη, όταν τους άφησε για την Τσέλσι, σε μια περίοδο μάλιστα που το ‘καράβι’ της Γουέστ Χαμ είχαν αφήσει τόσο ο θείος-προπονητής του όσο και ο πατέρας του. Το επόμενο βήμα και η απογείωση της καριέρας του ήταν ήδη γεγονός ή μήπως όχι;

Τα πρώτα χρόνια στην Τσέλσι η ομάδα δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας. Δεν κατακτούσε πρωταθλήματα και προσπαθούσε να μπει σφήνα στις μεγάλες δυνάμεις (την Γιουνάιτεντ, την Λίβερπουλ και την Άρσεναλ). Σιγά-σιγά τα κατάφερνε και ο Λάμπαρντ έδειχνε να γίνεται και αυτός σχετικά γρήγορα βασικό γρανάζι της μηχανής των Μπλε. Όλα αυτά μέχρι την έλευση του Αμπράμοβιτς και των εκατομμυρίων του. Η ομάδα ανέβαινε αυτόματα επίπεδο και ο Λάμπαρντ έβλεπε τον άξονα της να γεμίζει με ξένους παίκτες τεράστιας αξίας όπως ο Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν και ο Κλοντ Μακελελέ, κάτι που σήμαινε πως η θέση στην βασική 11αδα δεν ήταν εξασφαλισμένη για κανένα. Όταν μάλιστα είδε την πρεμιέρα της ομάδας στο Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν 2003-2004, απέναντι από την Σπάρτα Πράγας, από τον πάγκο (παρέα με τον Τέρι και τον Γκουντγιόνσεν) κατάλαβε πολύ καλά πως έπρεπε να δουλέψει σκληρότερα. Να γίνεται μέρα με τη μέρα καλύτερος, δυνατότερος, πληρέστερος. Να πλησιάσει να γίνει όχι μόνο ο ηγέτης της Τσέλσι αλλά και ένας εκ των καλύτερων παικτών στον πλανήτη. Και τα κατάφερε.

Δύο χρόνια αργότερα (τ0 2006) ο Λάμπαρντ ψηφίζονταν δεύτερος καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη, πίσω από τον πρώτο Ροναλντίνιο, είχε κερδίσει δύο σερί πρωταθλήματα με την Τσέλσι του Μουρίνιο και ήταν βασικός και αναντικατάστατος στην 11αδα της εθνικής Αγγλίας. Η έλευση του Μουρίνιο είχε παίξει σίγουρα το ρόλο της (ο Πορτογάλος ήταν ο Special One) όπως και οι ποιοτικοί συμπαίκτες. Για να φτάσει όμως να γίνει ο Λάμπαρντ ο ηγέτης της Τσέλσι ήταν εύκολο να γίνει κατανοητό πως είχε ρίξει απίστευτη δουλειά. Τα νούμερά και οι επιδόσεις του δεν μπορούσαν να γίνουν μόνο με το ατομικό ταλέντο  και τις τακτικές των προπονητών του. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως στα 32 του χρόνια -επί Αντσελότι- σκόραρε συνολικά 27 τέρματα σε 51 εμφανίσεις (κερδίζοντας και το πρωτάθλημα Αγγλίας), σε μια χρονιά (2009-2010) που όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ήταν η κορυφαία της καριέρας του σε ατομικό επίπεδο. Τα πρώτα χρόνια του Μουρίνιο στο Στάμφορντ Μπριζ μην ξεχνάμε επίσης πως του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «βιονικός» επειδή δεν έλειπε ποτέ (κυριολεκτικά όμως ποτέ) από κανένα παιχνίδι, ακόμα και από εκείνα τα «εύκολα» του Λιγκ Καπ. Ο Λάμπαρντ ήταν μαζί με τον Τζέραρντ και τον Πολ Σκόουλς οι κορυφαίοι μέσοι στο Νησί και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους θεωρούσαν ως τους κορυφαίους στον κόσμο εκείνα τα χρόνια. Κάτι που δεν απείχε και πολύ απ’ την πραγματικότητα αν θέλετε και τη δική μου -ταπεινή- γνώμη.

Δεν θα σταθώ στους τίτλους και τις ατομικές διακρίσεις του Λάμπαρντ, κέρδισε άλλωστε τα πάντα με την Τσέλσι, θα σταθώ σε αυτά που μπορούσε να κάνει στο γήπεδο και στο πως έμπαινε πάντα μπροστά στα δύσκολα παιχνίδια για την ομάδα του. Μπορούσε να οργανώσει τέλεια ως μαέστρος, παίζοντας ως deep lying playmaker δίπλα στον σπουδαίο Κλοντ Μακελελέ. Να αγωνιστεί ως καθαρός κόφτης δίπλα στον Μπάλακ και τον Ντέκο ή τον Στήβεν Τζέραρντ στην εθνική. Να πασάρει άψογα και να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένας μέσος με την αίσθηση του γκολ σπουδαίου επιθετικού και το ηγετικό χάρισμα παικτών άλλης εποχής. Ένας παίκτης που προσωπικά λάτρευα να χαζεύω να παίζει ποδόσφαιρο. Ένας παίκτης που ποτέ δεν προκάλεσε και που πάντα έδειχνε το σπουδαίο ήθος του χαρακτήρα του.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εξωπραγματική του εμφάνιση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ του 2008 λίγες μέρες μετά τον χαμό της μητέρας του. Εκείνο το γκολ κόντρα στην Τσέλσι (ως παίκτης της Σίτι) που είχε ισοφαρίσει το ματς σε μια περίοδο που ο σύλλογος που λάτρεψε και λατρεύτηκε του είχε φερθεί με πολύ άσχημο τρόπο και αυτός δεν το πανηγύρισε καθόλου. Τον διαπληκτισμό που είχε ως παίκτης της Γουέστ Χαμ με τον αστέρα της ομάδας Πάολο Ντι Κάνιο για μια εκτέλεση πέναλτι. Ένα πέναλτι που τελικά ο Ιταλός είχε εκτελέσει εύστοχα και καθώς έβριζε θεούς και δαίμονες ο νεαρός Φρανκ Λάμπαρντ τον αγκάλιασε και του έδωσε συγχαρητήρια δίνοντας τόπο στην οργή, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την ωριμότητα που διέθετε και που τον βοήθησε να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια σε παίκτη παγκόσμιας κλάσης, και φυσικά εκείνο το κάλεσμα που δέχθηκε από την Γουέστ Χαμ το 2010 για να παραστεί στο Μπολέιν Γκράουντ τη μέρα που τα «σφυριά» τίμησαν τον σπουδαίο προπονητή των ακαδημιών Τόνυ Καρ. Το περίεργο βέβαια δεν είναι πως ο Λάμπαρντ αποδέχτηκε την πρόσκληση αλλά το γεγονός πως παρουσιάστηκε μπροστά στους 15.000 φίλους της ομάδας που είχαν βρεθεί στη γιορτή (μαζί με αρκετούς Έλληνες από το fan club της ομάδας, να τα λέμε αυτά) φορώντας, ακομπλεξάριστος, ρετρό μπλουζάκι της Γουέστ Χαμ. Όσο κι αν υπάρχει ποδοσφαιρικός πολιτισμός στο Νησί, ελάχιστοι θα είχαν προβεί σε παρόμοια κίνηση ας μην γελιόμαστε. Να συμπληρώσω πως ο Λάμπαρντ είναι ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Τσέλσι (αν και μέσος). Ο μέσος με τα περισσότερα γκολ στην Πρέμιερ Λιγκ και ο παίκτης με τα περισσότερα γκολ εκτός περιοχής στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Προσωπικά θεωρώ πως η λέξη μύθος δεν είναι ικανή να τον χαρακτηρίσει.

Εν κατακλείδι. Ο Φρανκ Λάμπαρντ (παρέα με τον Τζον Τέρι) είναι η Τσέλσι στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Ο παίκτης που πάνω του χτίστηκε μια σπουδαία ομάδα και ο παίκτης που έγινε κορυφαίος δουλεύοντας σκληρά για όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και όχι πατώντας μόνο στο ταλέντο του. Ένας ποδοσφαιριστής που αμφισβητήθηκε τα πρώτα χρόνια της καριέρας του αλλά ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Ο ορισμός της μαχητικής ψυχής. Ένας ανάμεσα στις μεγαλύτερες ηγετικές προσωπικότητες που έχει γνωρίσει το άθλημα τα τελευταία 25 χρόνια. Ένας παίκτης που έκανε καλύτερο το άθλημα και που προσωπικά νιώθω τυχερός που τον έζησα να αγωνίζεται από την αρχή της -τεράστιας- καριέρας του. Και -πιστέψτε- με, ως φίλος της Λίβερπουλ, ειλικρινά δεν ξέρω πόσα παιχνίδια παρακολούθησα τον Λάμπαρντ αντίπαλο των «κόκκινων». Σε όλα τον χαιρόμουν. Ακόμα και σε αυτά που έπαιζε τέλεια απέναντί μας και ήταν ο βασικός υπαίτιος για τις νίκες των «μπλε».

Από τη Λιβερία στην Ευρώπη, η ιστορία του Ζορζ Γουεά

  [7 Σχόλια]

Δυστυχώς τα πράγματα στην Αφρική δεν έχουν προχωρήσει πολύ τα τελευταία χρόνια. Οι συνθήκες δεν είναι καλύτερες, τα οικονομικά προβλήματα, οι πόλεμοι και η εκμετάλλευση δεν σταμάτησαν. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι η διέξοδος του ποδοσφαίρου, με πολλούς ανθρώπους από την Αφρική να καταφέρνουν μέσα από το ταλέντο τους να ξεφεύγουν, να καταφέρνουν να ζουν οι ίδιοι και οι συγγενείς τους σε καλύτερο επίπεδο. Πολύ πριν όμως φτάσουμε σε αυτό το σημείο, υπήρξαν κάποιοι πρωτοπόροι. Κάποιοι που σε πολύ πιο πέτρινα χρόνια για το αφρικανικό ποδόσφαιρο κατάφεραν να το δοξάσουν και να ανοίξουν τις πόρτες για τους επόμενους. Ένας από πιο σημαντικούς είναι ο Ζορζ Γουεά.

Ο Γουεά μεγάλωσε στα γκέτο της Μονρόβια στη Λιβερία. Παρ’ ότι έπαιζε μπάλα από μικρός ήξερε ότι οι πιθανότητες το ποδόσφαιρο να φέρει φαγητό στο τραπέζι ήταν λίγες και έτσι παράλληλα δούλευε και σαν τεχνικός-ηλεκτρολόγος. Σιγά σιγά όμως άρχισε να ξεχωρίζει στις τοπικές ομάδες, να κερδίζει τίτλους στην Λιβερία με δύο διαφορετικές ομάδες και να καλείται στην εθνική της χώρας. Οι εμφανίσεις του έφεραν μια μεταγραφή στο Καμερούν και στην πρωτεύουσα Γιαουντέ.

«Σε μια εποχή που υπήρχε μεγάλος ρατσισμός, ο Βενγκέρ μου συμπεριφερόταν σαν να ήμουν ο γιος του.
Κάθε φορά που έβγαινα στο γήπεδο έπαιζα γι’ αυτόν, για όλα όσα είχε κάνει για μένα.
Θα έσπαγα το πόδι μου, το πρόσωπό μου, το χέρι μου γι’ αυτόν»

Χρωστάμε πολλά στον Αρσέν Βενγκέρ που έφερε τον Λιβεριανό επιθετικό στην Μονακό από το Καμερούν. Σε χρόνια που γενικά δεν υπήρχε το ίντερνετ, τα δίκτυα σκάουτινγκ, τόσο ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, ήταν πραγματικά δύσκολο να βρίσκονται τα «διαμάντια» της Αφρικής. Ο Βενγκέρ έψαχνε επιθετικό, ρώτησε έναν φίλο του και εκείνος του μίλησε για τον Γουεά. Με ελάχιστα χρήματα, ο Βενγκέρ τον έφερε στο πριγκιπάτο, του έδειξε εμπιστοσύνη και γρήγορα κατάλαβε ότι είχε βρει έναν εξαιρετικό ποδοσφαιριστή.

Το ιστορικό γκολ στο Μόναχο, η ΠΣΖ έκανε έξι στα έξι στον όμιλό της

Την πρώτη του χρονιά ο Γουεά κάνει ήδη τη διαφορά σκοράροντας αρκετά στο γαλλικό πρωτάθλημα, τόσο ώστε να γίνει ο πρώτος Λιβεριανός που κατακτά το βραβείο του καλύτερου παίκτη της Αφρικής, το 1989. Θα το κατάφερνε άλλες δύο φορές στο μέλλον, το 1994 και το 1995. Ο Γουεά έμεινε τέσσερις σεζόν στην Μονακό, κατακτώντας ένα κύπελλο, πριν πάει στην Παρί Σεν Ζερμέν. Ήταν ένας πολύ γρήγορος επιθετικός, αρκετά καλός με την μπάλα στα πόδια και δυνατός ώστε να αντέχει στο σκληρό παιχνίδι των αντιπάλων. Δεν είχε τα απίστευτα ρεκόρ στο σκοράρισμα, αν δεις τα στατιστικά του δεν μάτωνε τόσο τα δίχτυα όσο πίστευες, αλλά ήταν ένας πολύ χρήσιμος επιθετικός και φαινόταν πάντα να έχει έφεση στο σκοράρισμα στα διεθνή παιχνίδια. Στο Παρίσι κατέκτησε ένα πρωτάθλημα, δύο ακόμα κύπελλα και είχε μια εξαιρετική πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ του 1995, όταν η ΠΣΖ έφτασε στα ημιτελικά και ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης. Αυτές οι εμφανίσεις του έδωσαν τη Χρυσή Μπάλα μπροστά από Κλίνσμαν και Λιτμάνεν. Εξίσου καλές πορείες είχε και στο ΟΥΕΦΑ, αλλά και το Κυπελλούχων όπου η ΠΣΖ έκανε πορείες ως τα ημιτελικά.

Το μακρινό ριμπάουντ (το σημαντικότερο πράγμα στο μπάσκετ) και το coast-to-coast

Οι εμφανίσεις του τον έφεραν ακόμα ένα σκαλί πιο ψηλά, αυτή τη φορά στο Μιλάνο. Ο Γουεά εκεί πλέον θα γινόταν στα μάτια όλων ένας από τους κορυφαίους επιθετικούς του κόσμου. Στην Μίλαν συνεργάστηκε με επιτυχία με πολλά μεγάλα ονόματα της εποχής. Σιμόνε, Μπίρχοφ, Σαβίσεβιτς, Μπάτζιο, Λεονάρντο, Κλάιφερτ και προς το τέλος της καριέρας του και με τον Αντρέι Σεβτσένκο. Ο Γουεά βγήκε πρώτος σκόρερ της Μίλαν κάποιες σεζόν και χωρίς να πετυχαίνει απίστευτα νούμερα (σκεφτείτε βέβαια και τις άμυνες εκείνης της περιόδου στην Ιταλία) ήταν ένας από τους σημαντικούς παίκτες της ομάδας. Έτρεχε, πίεζε, έβαζε το εγώ κάτω από την ομάδα και μοίραζε ασίστ και έβαζε και κάποια μαγικά γκολ όπως αυτό με τη Βερόνα. Στην Μίλαν κατέκτησε δύο πρωταθλήματα και φυσικά ένα σωρό προσωπικούς τίτλους.

Στο τέλος της καριέρας του πέρασε και από την Αγγλία. Παρ’ ότι δεν έλαμψε, στην Τσέλσι αγαπήθηκε αρκετά από τον κόσμο μια που είχε και σημαντική συνεισφορά στο κύπελλο του 2000. Γενικά, λόγω και της απόδοσης, αλλά και του χαρακτήρα του έκανε φίλους παντού. Σεμνός, ταπεινός και μετρημένος, δεν άλλαξε σαν χαρακτήρας παρά τη δόξα και τα χρήματα. Το μόνο του παράπονο ίσως από μια τεράστια καριέρα είναι ότι δεν κατάφερε να παίξει σε ένα Μουντιάλ, να οδηγήσει εκεί τη Λιβερία. Στα προκριματικά του 2002, η Λιβερία έχασε μόλις για έναν βαθμό την πρόκριση από τη Νιγηρία. Στο Κύπελλο Εθνών της Αφρικής που έγινε λίγους μήνες αργότερα στο Μάλι, έπαιξε για τελευταία φορά στα 36 του πια με την εθνική, σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Νιγηρία. Σκόραρε 22 φορές, το τελευταίο του γκολ λίγες μέρες πιο πριν με το Μάλι σε μια ισοπαλία.

Η βράβευση και μια μίνι συνέντευξή του

Ο Γουεά (που όσο γερνάει μοιάζει με έναν παχουλό Ίντρις Έλμπα) μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την πολιτική. Κι ενώ πάντα είμαστε επιφυλακτικοί με κάτι τέτοιο (Μάριο Ζαρντέλ εσένα κοιτάω), ο Γουεά φαίνεται ότι δεν «λερώθηκε» από αυτή. Μετά το ποδόσφαιρο βοήθησε ως πρέσβης της UNICEF στην ενημέρωση για την καταπολέμηση του AIDS και στην επανένταξη παιδιών που είχαν γίνει στρατιώτες, έφτιαξε ποδοσφαιρικές ομάδες που το μόνο κριτήριο εισαγωγής ήταν να μην παρατάς το σχολείο και συνεχίζει να προσπαθεί για το καλό της πατρίδας του. Κατέβηκε στις εκλογές για την προεδρία της χώρας το 2005, αλλά οι αντίπαλοί του αντιπαρέταξαν το γεγονός ότι δεν έχει σπουδάσει. Το κόμμα του Γουεά βγήκε δεύτερο και ο Ζορζ κατέβηκε ξανά και το 2011 αυτή τη φορά ως υποψήφιος αντιπρόεδρος της χώρας, χάνοντας ξανά. Κατάφερε όμως να εκλεγεί πανηγυρικά γερουσιαστής. Με τις εκλογές να γίνονται το 2017 και τη γυναίκα πρόεδρο της χώρας να έχει συμπληρώσει δεύτερη 6ετία και να μην έχει δικαίωμα να κατέβει ξανά, ο Γουεά θα δοκιμάσει και πάλι για πρόεδρος. Το αν είναι καλός ή κακός ως πολιτικός δεν το ξέρουμε. Αρκεί να παραμείνει ο ίδιος συμπαθής άνθρωπος.

Μάριο Ζαρντέλ: Τα γκολ και ο κατήφορος ενός μεγάλου φορ

  [2 Σχόλια]

Όταν η Βάσκο ντα Γκάμα αποφάσιζε να δώσει περίπου 30 χιλιάδες δολάρια για να φέρει στο Ρίο έναν πιτσιρικά από την πόλη Φορταλέσα στα βορειοανατολικά της Βραζιλίας, ίσως δεν είχε καταλάβει τι παίκτη αποκτούσε. Ο ύψους 1.88 «Σούπερ Μάριο» Ζαρντέλ ξεκινούσε μια επαγγελματική καριέρα στην οποία θα τίναζε τα αντίπαλα δίχτυα μερικές εκατοντάδες φορές, θα γινόταν γνωστός σε όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο, ποτέ όμως δεν θα έπαιρνε την μεγάλη μεταγραφή, ποτέ δεν θα γινόταν βασικός στην εθνική Βραζιλίας και τελικά θα κατέστρεφε ο ίδιος μια μεγάλη καριέρα.

Ένα τραγικό γεγονός έχρισε τον μέχρι τότε αναπληρωματικό Ζαρντέλ βασικό στα 21 του στο πρωτάθλημα Καριόκα του 1994. Ο επιθετικός Ντένερ έχασε σε τροχαίο τη ζωή του και ξαφνικά ο Μάριο έγινε η μοναδική λύση της Βάσκο, σκοράροντας 17 γκολ για να την οδηγήσει στον τίτλο. Η Γκρέμιο ενδιαφέρθηκε και τελικά τον πήρε αμέσως δανεικό στην προσπάθειά της να κατακτήσει το Κόπα Λιμπερταδόρες του 1995. Ο Ζαρντέλ εκεί γνώρισε τον Λουίς Φελίπε Σκολάρι, έναν άνθρωπο ο οποίος τον επηρέασε δραματικά (θα επανέλθουμε αργότερα). Ο «Φελιπάο» έφτιαξε ένα κλασσικό δίδυμο ψηλός-κοντός με Ζαρντέλ και Πάουλο Νούνιες, ο Μάριο κάθε σέντρα την έβαζε με το κεφάλι στα δίχτυα και σκόραρε 67 φορές σε 73 ματς κερδίζοντας 2 πρωταθλήματα Γκαούτσο, ένα πρωτάθλημα Βραζιλίας, ένα Λιμπερταδόρες και ένα Σούπερ Καπ Ν. Αμερικής. Άγγιξε και το Διηπειρωτικό, αλλά ο Άγιαξ των Λιτμάνεν, Ντάβιτς, Κλάιφερτ κέρδισε στα πέναλτι 4-3. Η Γκρέμιο δεν μπορούσε να καλύψει το ποσοστό αγοράς (1,3 εκατομμύρια δολάρια) και αναγκάστηκε να ζητήσει από τον κόσμο να συνδράμει με την περίφημη καμπάνια «Μείνε Ζαρντέλ». Τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν δεν έφτασαν και χρειάστηκε δάνειο για να αγοραστεί ο παίκτης.

Ο Ζαρντέλ είχε ήδη κάνει καλό όνομα και οι ομάδες της Ευρώπης τον ζητούσαν. Κανείς δεν ξέρει αν η καριέρα του θα είχε εξελιχτεί διαφορετικά με την μεταγραφή του στην Γλασκώβη και στους Ρέιντζερς το 1996. Οι Σκωτσέζοι έδιναν 4,5 εκατομμύρια στην Γκρέμιο, η μεταγραφή είχε κλείσει, ο Σούπερ Μάριο ταξίδεψε, έκανε προπονήσεις, αλλά οι περιορισμοί στους ξένους χάλασαν την μεταγραφή. Ο Ζαρντέλ πήγε τελικά στην Πόρτο και εκεί σκόραρε συνολικά 166 γκολ σε 169 αγώνες, παρέα με παικταράδες όπως οι Ζόρζε Κόστα, Βίτορ Μπαΐα, Ζλάτκο Ζάχοβιτς, Νούνο Καπούσο και πολλοί ακόμα. Πάντα όμως βρισκόταν πίσω στις κλήσεις της εθνικής, πίσω από παίκτες όπως Ρομάριο, Μπεμπέτο, Ριβάλντο, Εντμούντο, κυρίως γιατί έπαιζε σε ένα σχετικά χαμηλό πρωτάθλημα.

Παράλληλα, έπρεπε να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για το Χρυσό Παπούτσι. Το κέρδισε το 1998-99, αλλά την επόμενη (και καλύτερή του) σεζόν στην Πόρτο σκόραρε 38 φορές στο πρωτάθλημα και λόγων των συντελεστών, ο Κέβιν Φίλιπς της Σάντερλαντ με 30 «μόλις» γκολ τού πήρε τον τίτλο. Ο Ζαρντέλ το είχε πάρει απόφαση να φύγει. Ενδιαφέρον πάντα υπήρχε, πάντα όμως κάτι χαλούσε. Οι Ρέιντζερς (που συνολικά τον ήθελαν σε τέσσερις διαφορετικές σεζόν) προτίμησαν τον Μάρκο Νέγκρι το 1997, η Μπάγερν δεν τον έπαιρνε για παρτενέρ του Έλμπερ κι η Ίντερ το 2000 κατέληξε στον… Χακάν Σουκούρ. Στο ντόμινο που δημιουργήθηκε, η Γαλατά με ζεστά χρήματα στα χέρια (και ως κάτοχος του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ) έδωσε 18 εκατομμύρια και τον απέκτησε.

Ο Ζαρντέλ έγινε δεκτός με τιμές αρχηγού κράτους από τους οπαδούς της Γαλατά και μπήκε στις καρδιές τους αμέσως. Δύο γκολ στο Λουί Ντε, στο Σούπερ Καπ απέναντι στη Ρεάλ τον Αύγουστο του 2000 κατέθεσαν διαπιστευτήρια. Αυτός θα ήταν κι ο μοναδικός διεθνής ευρωπαϊκός τίτλος του Ζαρντέλ. Η χρονιά του ήταν καλή, σκόραρε 34 γκολ σε 43 αγώνες φτάνοντας στους 8 του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά ο ψυχολογικός του κατήφορος είχε ξεκινήσει, τα καμώματά του πολλά (έκανε απεργία όταν του είχα καθυστερήσει χρήματα) και γρήγορα αποφάσισε ότι ήθελε να φύγει. Η Ίντερ έκλεισε Εμρέ και Οκάν από τη Γαλατά και ο Ζαρντέλ περίμενε και τη δική του σειρά που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Η Ίντερ δεν τον αγόρασε και πάλι.

Πολύ πριν τους διαστημικούς Λιονέλ-Κριστιάνο, ο Ζαρντέλ έβαζε 42 γκολ

Συμφώνησε με την Μπενφίκα, αλλά τα λεφτά δεν βρέθηκαν και πήγε στην Σπόρτινγκ που έκανε τα πάντα για να τον πάρει δίνοντας χρήματα και τρεις παίκτες. Ο Ζαρντέλ με τον Λάζλο Μπόλονι προπονητή έβαλε 42 γκολ στο πρωτάθλημα, κατέκτησε το 2ο Χρυσό Παπούτσι, και συνολικά πέτυχε 55 γκολ σε 42 αγώνες, απίστευτα νούμερα εκείνες τις εποχές. Ήταν η τελευταία χρονιά όμως του «κανονικού» Ζαρντέλ, από εκεί και πέρα ξεκίνησε η αποκαθήλωση. Με τον Σκολάρι προπονητή της Βραζιλίας, τον άνθρωπο που τον έκανε γνωστό στην Γκρέμιο, ο Ζαρντέλ πίστευε ότι επιτέλους είχε έρθει η ώρα του για να παίξει σε ένα Μουντιάλ. Έκανε μεν ένα πολύ κακό Κόπα Αμέρικα το 2001 μαζί και με την υπόλοιπη Βραζιλία, τα 42 του γκολ όμως την επόμενη σεζόν ήταν ένα δείγμα της καλής του κατάστασης. Ο ίδιος έκανε δηλώσεις του στιλ «θα σταματήσω το ποδόσφαιρο αν δεν με πάρουν στο Μουντιάλ». Κι όμως, στην αποστολή της Βραζιλίας για τα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Ν. Κορέας το 2002, ο Σκολάρι πήρε το Φαινόμενο Ρονάλντο και τους Ντενίλσον, Εντίλσον και Λουιζάο στην επίθεση. Ο Εντίλσον μετά από μια περιήγηση στην Ιαπωνία ήταν στην Κρουζέιρο και ο Λουιζάο στην Γκρέμιο. Συνολικά μαζί δεν είχαν ξεπεράσει τα 10 γκολ εκείνη τη χρονιά. Δίκαιο ή άδικο, η Βραζιλία κατέκτησε τον τίτλο χάρη στο Ρονάλντο (και το γελοίο του κούρεμα) και ο Σκολάρι έμεινε σταθερός στις δηλώσεις που είχε κάνει τον Φεβρουάριο πριν το Μουντιάλ:

«Ο Ζαρντέλ είναι παίκτης περιοχής για να εκμεταλλεύεται σέντρες.
Αν δεν υπάρχει κανείς να του βγάλει σέντρες, δεν λειτουργεί.

Είναι πιο εύκολο για μια ομάδα να προσαρμόζεται πάνω του, αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά σε μια εθνική.
Δεν μπορείς να χτίσεις μια εθνική πάνω σε έναν παίκτη.
Πρέπει να προσαρμοστεί.
«

Το καλοκαίρι του 2002 ήταν η στιγμή που ο Ζαρντέλ έπεσε στον βούρκο. Αποκλεισμός από το Μουντιάλ, ομάδες που ενδιαφέρονταν γι’ αυτόν (όπως οι Μαρσέιγ, Μπέτις, Μπαρτσελόνα), αλλά δεν έδιναν τα χρήματα που ζητούσε η Σπόρτινγκ και τέλος προσωπικά προβλήματα. Ο γάμος του με το μοντέλο Κάρεν Ριμπέιρο (με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά) πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Η γυναίκα του δεν άντεξε άλλο τα νυχτοπερπατήματα και τις απιστίες και αποφάσισε να τον διώξει. Ο Ζαρντέλ σαν γνήσιο αρσενικό βραζιλιάνικης σαπουνόπερας το πήρε πολύ βαριά. Έφτασε στο σημείο να μην επιστρέφει πίσω στην Πορτογαλία. Η Κάρεν τελικά πάει στην Πορτογαλία και αυτός έπαιξε στην Σπόρτινγκ το χαρτί του χωρισμού για να κερδίσει μερικές εβδομάδες ακόμα στη Βραζιλία, να γλιτώσει προετοιμασία και να «σώσει τη σχέση του». Αντί όμως να γυρίσει στην οικογένειά του, το έριξε στα έξαλλα πάρτι, τα ξενύχτια, τον τζόγο και τέλος στην κοκαΐνη. Αρνήθηκε να βοηθηθεί από ψυχολόγους της Σπόρτινγκ, αρνήθηκε να γυρίσει πίσω, η Σπόρτινγκ σταμάτησε να τον πληρώνει αφού εξαντλήθηκε η υπομονή της. Οι άνθρωποί του έλεγαν ότι ο Ζαρντέλ έχει κατάθλιψη, αλλά οι φήμες στη Βραζιλία έκαναν λόγο μέχρι και για εισαγωγή σε κλινική για αποτοξίνωση. Ο Ζαρντέλ έπαιξε τελικά το 2002-03 σε αρκετά παιχνίδια της Σπόρτινγκ (συμπαίκτης του πιτσιρικά Κριστιάνο Ρονάλντο), σκόραρε μάλιστα 12 γκολ, αλλά δεν ήταν ο ίδιος παίκτης, με παραπανίσια κιλά και χωρίς την ίδια φλόγα. Στη διακοπή του χειμώνα λέγεται ότι τραυματίστηκε από βουτιά σε πισίνα στη Βραζιλία. Έξι χρόνια αργότερα παραδεχόταν σε βραζιλιάνικο κανάλι την εξάρτησή του και την απέδιδε στις… κακές παρέες. Ούτε λόγος για αυτοκριτική.

Μόνο η Λίβερπουλ θα μπορούσε να φάει γκολ από τον χοντρούλη Ζαρντέλ

Το καλοκαίρι του 2003 η Σπόρτινγκ βρήκε ευκαιρία να τον ξεφορτωθεί και η πολυεθνική Μπόλτον του Σαμ Άλαρνταϊς πήρε έναν αγνώριστο Ζαρντέλ. Οι Άγγλοι γρήγορα τον έβγαλαν «Lardel» για το πάχος του και ο πάλαι ποτέ Σούπερ Μάριο ξεκίνησε να αλλάζει ομάδες σαν τα πουκάμισα. Κρατηθείτε. Ανκόνα, Νιούελ΄ς Ολντ Μπόις, Ανόρθωση, Γιουνάιτεντ Τζετς (δεν είναι αεροπορική, είναι ομάδα στην Αυστραλία), Κρισιούμα, Φεροβιάριο (η τοπική ομάδα όπου είχε ξεκινήσει), Αμέρικα και Φλαμένγκο (όχι οι γνωστές, απλή συνωνυμία), Τσέρνο Μόρε (ναι Βουλγαρία το 2008), Ρίο Νέγκρο και Αλ-Ταγουόν στη Σαουδική Αραβία όπου και τελείωσε την καριέρα του. Σίγουρα ο Ζαρντέλ «αδικήθηκε», τόσο στην εθνική, όσο και από μεγάλες ομάδες που όταν ήταν στα καλά του δεν τον πήραν ενώ έδιναν χρήματα για πολύ κατώτερους παίκτες. Από εκεί και πέρα όμως, τα υπόλοιπα είναι θέμα του δικού του χαρακτήρα.

Το 2012 ο Ζαρντέλ μιλάει για τα προβλήματα που «άφησε πίσω»
Πέντε χρόνια αργότερα κατηγορείται για σωρεία εγκλημάτων

Οι παλιότεροι ίσως θυμάστε ότι ακολούθησε… πολιτική καριέρα όπως είχαμε δει. Αργότερα, οι 40.000 ψηφοφόροι του μετάνιωσαν όταν είχε προσλάβει πόρνες ως… συμβούλους. Οι ψηφοφόροι του Πόρτο Αλέγκρε θυμήθηκαν την καμπάνια «Ζαρντέλ μείνε» (βλέπε αρχή κειμένου) και ξανάφεραν το σύνθημα στην μόδα, αυτή τη φορά για να σταματήσει τα ταξίδια στα οποία έτρωγε λεφτά του δημοσίου. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια, επιστρέφοντας από την Πορτογαλία, οι αρχές των σταμάτησαν γιατί στη βαλίτσα του είχε 10 κιλά ψάρια, 1,5 κιλό τυρί και πολλές σακούλες αμύγδαλα. Ο Ζαρντέλ καθαιρέθηκε από τα καθήκοντά του και οι δικαστικές περιπέτειες συνεχίζονται, καθώς κατηγορείται για ξέπλυμα, πλαστογραφίες, απάτες, ναρκωτικά και γενικά τον μισό ποινικό κώδικα. Η ιστορία του αν το καλοσκεφτείς μοιάζει λίγο με αυτή του Αντριάνο, αν και ο Σούπερ Μάριο έχει σκοράρει περίπου τετραπλάσια γκολ. Εμείς θα τον θυμόμαστε για τα γκολ του και τις καλοκαιρινές ονειρώξεις των Ελλήνων οπαδών σε μια ξαπλώστρα, με μια αθλητική εφημερίδα που έγραφε «Έρχεται ο Ζαρντέλ» σαν σεντόνι, την ώρα που το θαλασσινό αεράκι σε νανουρίζει.