Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Προσωπογραφίες'

Ο ποδοσφαιριστής που αντιστάθηκε σ’έναν δικτάτορα

  [5 Σχόλια]

Η αίθουσα δεξιώσεων του Κέντρου Πολιτισμού ‘Γκαμπριέλα Μιστράλ’ στο Σαντιάγκο είναι γεμάτη. Στη μια πλευρά της είναι παρατεταγμένοι οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδας της Χιλής, που τις επόμενες ημέρες θα πετάξουν για τη Γερμανία, όπου θα λάβουν μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει και στην αίθουσα εισέρχεται, συνοδευόμενους από αρκετούς παρατρεχάμενους, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Στη θέα του δικτάτορα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκόμενων σχηματίζεται στιγμιαία ένα ψεύτικο χαμόγελο. Κανένας, άλλωστε, δεν θέλει να ρισκάρει τη ζωή του.

(Ο Αουγκούστο Πινοσέτ έχει καταλάβει την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα από τις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Από την επόμενη κιόλας ημέρα χιλιάδες Χιλιανοί «αντιφρονούντες» συλλαμβάνονται ή εξορίζονται. Οι περισσότεροι εξ αυτών βασανίζονται για μεγάλο διάστημα. Πολλοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα κρατητήρια ή στα κέντρα κράτησης. Με τις φυλακές ασφυκτικά γεμάτες, η Χούντα μετατρέπει σε χώρο κράτησης και βασανιστηρίων αρκετά από τα γήπεδα της χώρας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν για πάντα, χωρίς να μάθουν ποτέ οι συγγενείς τους τι απέγιναν. Αρκετά χρόνια μετά οι εξεταστικές επιτροπές αποκάλυψαν πως ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων ξεπερνάει τις 40.000! Ανάμεσα σ’αυτούς που υποφέρουν βρίσκονται συγγενείς ποδοσφαιριστών της εθνικής ομάδας, πρώην παίκτες που είχαν αριστερές πεποιθήσεις και ο γιατρός της εθνικής, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε για περισσότερους από 11 μήνες.)

Ο Πινοσέτ κατευθύνεται αμέσως προς την πλευρά των μεγάλων πρωταγωνιστών της βραδιάς, δηλαδή των παικτών που έχουν οδηγήσει τη χώρα στο Μουντιάλ (έστω και μετά από έναν κωμικοτραγικό αγώνα μπαράζ που κανένας τους δεν θέλει να θυμάται). Ο δικτάτορας στέκεται για λίγο μπροστά από κάθε παίκτη, ανταλλάσσει μαζί του μια χειραψία και του εύχεται καλή επιτυχία στη διοργάνωση. Αφού έχει προχωρήσει αρκετά στη σειρά, βρίσκεται μπροστά σ’έναν βραχύσωμο, σγουρομάλλη, μελαχρινό τύπο με πυκνό μουστάκι. Ο Πινοσέτ χαμογελάει και ετοιμάζεται να σηκώσει ασυναίσθητα το χέρι του για την καθιερωμένη χειραψία. Τότε με έκπληξη συνειδητοποιεί ότι ο παίκτης που βρίσκεται μπροστά του δεν φαίνεται διατεθειμένος να μιμηθεί την κίνηση του.

Ο 24χρονος Κάρλος Καζέλι νιώθει το φόβο να κυριεύει το σώμα του. Τον νιώθει από την πρώτη στιγμή που είδε τον δικτάτορα να μπαίνει στην αίθουσα. Παρ’όλα αυτά, καταφέρνει να βρει τρόπο να παραμείνει ψύχραιμος και απαθής. Όταν τελικά ο στρατηγός στέκεται μπροστά του, ο Καζέλι είναι πλέον αποφασισμένος. Δεν γίνεται να παίξει το παιχνίδι της Χούντας. Δεν γίνεται να παίξει θέατρο έχοντας μπροστά του τον άνθρωπο που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δεν γίνεται να το κάνει αυτό, όταν οι απόψεις, η κοσμοθεωρία και τα ιδανικά του είναι τελείως διαφορετικά από αυτά του στρατηγού.

(Ο Κάρλος Καζέλι είναι παιδί μιας οικογένειας εργατών, που μεγάλωσε σε ένα πολιτικοποιημένο περιβάλλον και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, έχει ξεκάθαρη πολιτική άποψη και θέση, στηρίζοντας την αριστερά, και έχει εκφραστεί δημόσια τα προηγούμενα χρόνια υπέρ της παράταξης του Αλιέντε. Ταυτόχρονα η επιθυμία του να συνεισφέρει στα κοινά επεκτείνεται και στο ποδόσφαιρο, εκεί όπου παλεύει για περισσότερα δικαιώματα στους παίκτες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής φτάνει ακόμα και στο σημείο να ακυρώσει μια συμφωνία 130.000 δολαρίων για τη μεταγραφή του στη Σάντος, επειδή η ομάδα του, η Κόλο-Κόλο, συμφώνησε χωρίς να τον ρωτήσει πρώτα.)

Τα χέρια του μένουν ‘δεμένα’ πίσω από την πλάτη του. Για λίγα δευτερόλεπτα οι δυο τους στέκονται ακίνητοι με μέτωπο ο ένας στον άλλον. Ο Πινοσέτ καταλαβαίνει τι συμβαίνει και αμέσως προχωράει στον επόμενο παίκτη, για να μην δώσει αξία και προβολή σ’αυτό το πρωτοφανές γεγονός που μόλις έχει διαδραματιστεί. Δυστυχώς γι’αυτόν, ένας αφελής δημοσιογράφος της ‘La Segunda’ καταγράφει στην ανταπόκριση του την πράξη του Καζέλι, θέλοντας να τον στιγματίσει στα μάτια του λαού και να κερδίσει έτσι την εύνοια του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά το ακριβώς αντίθετο. Ο δημοσιογράφος απολύεται άμεσα και η κίνηση του Καζέλι να μην χαιρετήσει τον δικτάτορα μένει στο μυαλό των Χιλιανών ως μια από τις πρώτες μορφές αντίδρασης και αντίστασης κατά του δικτάτορα.

Ο Αουγκούστο Πινοσέτ δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται εύκολα τις διαφορετικές απόψεις. Ο Καζέλι μπορεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο λόγω της φήμης του (πρόκειται άλλωστε για έναν από τους καλύτερους επιθετικούς της χώρας, που έχει οδηγήσει την Κόλο-Κόλο σε δυο πρωταθλήματα και στον τελικό του Λιμπερταδόρες – η πρώτη ομάδα από τη Χιλή που το κατάφερνε αυτό – λίγους μήνες πριν) και του γεγονότος ότι εκείνη την εποχή αγωνίζεται στην Ισπανία, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τους δικούς του ανθρώπους. Το διάστημα που βρίσκεται στη Γερμανία για το Μουντιάλ, ένα αμάξι σταματάει μπροστά στο σπίτι των γονιών του. Λίγες ώρες μετά οι γείτονες ανακαλύπτουν ότι η μητέρα του έχει εξαφανιστεί. Όταν επιστρέφει στο σπίτι της δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της και το σώμα της είναι γεμάτο πληγές, εγκαύματα και μελανιές. Για αρκετό καιρό η ίδια αρνείται να περιγράψει όλα όσα πέρασε, ενώ ο γιος της μαθαίνει για την απαγωγή πολλές ημέρες μετά και αφού έχει ολοκληρωθεί το Μουντιάλ.

Η εκδίκηση του Πινοσέτ δεν σταματάει εκεί. Με εντολή του δικτάτορα ο Καζέλι μένει εκτός εθνικής στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, μια σοκαριστική απόφαση που ο επιθετικός της Χιλής την μαθαίνει τελευταία στιγμή κι ενώ βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, έτοιμος να πάρει το αεροπλάνο για να ενσωματωθεί στην εθνική ομάδα. Χωρίς τον μεγάλο της σκόρερ η ‘La Roja’ μένει εκτός Μουντιάλ αλλά κανένας στην ομοσπονδία δεν τολμάει να εκφράσει την δυσαρέσκεια του για την επιλογή των ανώτερων.

Το 1978 τελικά, και μετά από ένα επιτυχημένο πέρασμα από την Λεβάντε και την Εσπανιόλ (σε μια εποχή που ελάχιστοι Λατινοαμερικάνοι δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ευρώπη), o Καζέλι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της αγαπημένης του Κόλο-Κόλο, που έχει μείνει άτιτλη από τότε που τον έχασε, και επιστρέφει στην πατρίδα του για να τη βοηθήσει. Με τον «βασιλιά του τετραγωνικού μέτρου», όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω της τρομερής ικανότητας του να ξεμαρκάρεται και να εκτελεί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη σύνθεση της, η Κόλο-Κόλο επιστρέφει άμεσα στην κορυφή της Χιλής και τα επόμενα χρόνια κερδίζει 3 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα!

Οι επιτυχίες του με την Κόλο-Κόλο αναγκάζουν το καθεστώς να υποχωρήσει στο θέμα της κλήσης του και με τον Καζέλι σε τρομερή φόρμα (αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης) η Χιλή φτάνει ως τον τελικό του Κόπα Αμέρικα το 1979 και προκρίνεται για το Μουντιάλ του 1982. Στα 32 του είναι πλέον θρύλος στη χώρα και αυτό του επιτρέπει να μένει πιστός στις ιδέες και τις θέσεις του, μπροστά στον Πινοσέτ.

Σε μια νέα συνάντηση τους, το 1985, ο δικτάτορας σχολιάζει το ντύσιμο του Καζέλι λέγοντας: «Βλέπω ότι δεν αποχωρίζεσαι ποτέ την κόκκινη γραβάτα σου». Ο Καζέλι χωρίς ίχνος φόβου του απαντάει «Τη φοράω πάντα και την έχω κοντά στην καρδιά». Ο Πινοσέτ κλείνει την κουβέντα με την προειδοποίηση πως μια μέρα θα του την κόψει αυτή τη γραβάτα. (Ο μύθος λέει ότι ο Καζέλι απάντησε ξανά, λέγοντας «Ακόμα κι αν το κάνεις, η καρδιά μου θα παραμείνει κόκκινη», αλλά αυτό ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε.)

Λίγους μήνες μετά ο Καζέλι θα προσθέσει στο ενεργητικό του άλλη μια άτυπη νίκη κατά της δικτατορίας. Στις 12 Οκτωβρίου 1985 η Κόλο-Κόλο θα τιμήσει τον μεγάλο σκόρερ της, που αποχωρεί από την ομάδα έχοντας παίξει περισσότερα από 350 παιχνίδια και έχοντας σκοράρει πάνω από 200 φορές, με ένα φιλικό απέναντι σε επίλεκτους από όλη τη Ν. Αμερική. Το φιλικό διεξάγεται στο Εθνικό Στάδιο, οι κερκίδες είναι κατάμεστες και ο αγώνας περνάει σε δεύτερη μοίρα αφού αποκτάει γρήγορα μια πολιτική διάσταση. Το καθεστώς βέβαια απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση, με αποτέλεσμα να μη δει ποτέ η χώρα τα πανό κατά της δικτατορίας που σηκώνονται στις κερκίδες, ούτε το ξύλο που πέφτει μεταξύ της αστυνομίας και των φιλάθλων που τα κρατάνε. Ένας ραδιοφωνικός σταθμός όμως τολμάει να καλύψει ραδιοφωνικά τον αγώνα και έτσι στα σπίτια των Χιλιανών μπαίνει για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια σκληρής δικτατορίας η κραυγή χιλιάδων ανθρώπων που φωνάζουν με πάθος: «Ναι, θα πέσει! Ναι, θα πέσει!»

Ο Καζέλι όμως ξέρει ότι δεν αρκεί αυτό για να επιστρέψει η δημοκρατία στη χώρα. Τρία χρόνια αργότερα, και μετά από έντονες διεθνές πιέσεις, ο Πινοσέτ δέχεται να γίνει δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 1988 δίνει στους Χιλιανούς τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στον τερματισμό ή την ανανέωση της διακυβέρνησης από τον δικτάτορα για άλλη μία οκταετία. Οι δυο πλευρές (το «ΝΑΙ» και το «ΟΧΙ») έχουν στη διάθεση τους κάθε μέρα 15 λεπτά για να προβάλουν τα τηλεοπτικά τους σποτ που στηρίζουν τη θέση τους (αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να δει την πολύ καλή ταινία του Πάμπλο Λαρέν ‘No’). Το καθεστώς θεωρεί σίγουρη τη νίκη του και τα πρώτα γκάλοπ επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Μέχρι που ένα βράδυ στο τηλεοπτικό σποτ του «ΟΧΙ» εμφανίζεται μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο πουκάμισο, η οποία δηλώνει: «Μια μέρα έπεσα θύμα απαγωγής έξω από το σπίτι μου. Μου έδεσαν τα μάτια και με πήγαν σ’ένα άγνωστο μέρος, όπου βασανίστηκα για ώρες. Δέχτηκα τόσα χτυπήματα που δεν θέλω να τα θυμάμαι, από σεβασμό στα παιδιά μου, στην οικογένεια μου αλλά και στον εαυτό μου. Μπορώ να ξεχάσω τον σωματικό πόνο που ένιωσα αλλά υπάρχουν άλλες πληγές που δεν θα ξεχαστούν ποτέ». Όσο μιλάει, από κάτω αναγράφεται το όνομα της: Όλγα Γαρίδο.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά το τηλεοπτικό κάδρο ανοίγει και αποκαλύπτεται ότι δίπλα της κάθεται ένας μεσήλικας σγουρομάλλης με μουστάκι, μια γνωστή φιγούρα που όλοι οι Χιλιανοί αναγνωρίζουν. Ο Καζέλι κοιτάει την κάμερα και κρατώντας το χέρι της κυρίας δηλώνει: «Γι’αυτό ακριβώς ψηφίζω ΟΧΙ. Γιατί η χαρά σου, είναι και δικιά μου χαρά. Γιατί τα συναισθήματα σου, είναι και δικά μου συναισθήματα. Γιατί αύριο μπορούμε να ζήσουμε σε μια δημοκρατία που θα μας παρέχει ελευθερία, υγεία και στήριξη. Γιατί αυτή η υπέροχη κυρία είναι η μητέρα μου».

Δεκαπέντε χρόνια μετά από την απαγωγή, οι Χιλιανοί μαθαίνουν ότι η μητέρα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ήρωα της χώρας ήταν ανάμεσα στα θύματα της δικτατορίας. Το συγκεκριμένο σποτ αποδεικνύεται ένα από τα πιο πετυχημένα της καμπάνιας. H εξομολόγηση της κυρίας Γαρίδο δίπλα στον διάσημο γιο της δίνουν στο κίνημα του «ΟΧΙ» την ώθηση που χρειαζόταν για να κάνει την ανατροπή. Το «ΟΧΙ» παίρνει 56% και το αποτέλεσμα αυτό σηματοδοτεί το τέλος της δικτατορίας.

Ο Κάρλος Καζέλι είναι για τους στατιστικολόγους ο 5ος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Χιλής και ο 1ος σκόρερ στην ιστορία της Κόλο-Κόλο αλλά για τους περισσότερους Χιλιανούς που έζησαν εκείνη τη σκληρή εποχή του φόβου και της ανελευθερίας θα είναι για πάντα ο παίκτης που αρνήθηκε να δώσει το χέρι του σε έναν δικτάτορα και αυτός που συνέβαλλε με όποιο τρόπο μπορούσε στην πτώση του. Κι αυτή η συλλογική ανάμνηση είναι ένα επίτευγμα πολύ πιο μεγάλο και σημαντικό από οποιαδήποτε επιτυχία εντός των τεσσάρων γραμμών.

Στο Λιβόρνο υπάρχει μόνο ένας Κριστιάνο και τον λένε Λουκαρέλι

  [1 Σχόλιο]

Ο Αύγουστος γλιστρούσε στον Σεπτέμβριο όταν το τρένο άφηνε το Λιβόρνο για την μικρή επαρχία Σάντα Κρόσε της Τοσκάνης εκείνο το ζεστό πρωινό. Εκεί όπου ο 16χρόνος Κριστιάνο Λουκαρέλι θα ξεκινούσε τα πρώτα του επαγγελματικά, ποδοσφαιρικά, βήματα με την φανέλα της άσημης Κουϊοπέλι. Μακριά απ’ το σπίτι του, μακριά απ’ τους φίλους του αλλά και μακριά απ’ την σιγουριά που δίνει -τις περισσότερες φορές- σε κάθε παιδί η γενέτειρά του. Οι περισσότεροι νεαροί που θα είχαν μόλις υπογράψει κάποιο συμβόλαιο, θα ήταν χαρούμενοι και χαλαροί μπαίνοντας στο τρένο για τον προορισμό τους – όχι όμως και ο Λουκαρέλι, που είχε βυθιστεί στο κάθισμά του, ξεσπώντας σε κλάματα και δίνοντας στον εαυτό του την υπόσχεση πως κάποτε θα επέστρεφε για να αγωνιστεί για την ομάδα της πόλης και της καρδιάς του. Για την ομάδα που γι’ αυτόν -αλλά και για όλους τους κατοίκους του Λιβόρνο- είναι κάτι παραπάνω από μια ομάδα. Σε μια φράση που -όσο κι αν ακούγεται τετριμμένη- στο Λιβόρνο είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Για τους κατοίκους της πόλης -και φυσικά για τον σκληρό πυρήνα των Ultras- η Λιβόρνο δεν είναι μόνο η ποδοσφαιρική τους ομάδα, αλλά και ο «χώρος» που θα βρίσκουν πάντα, στην δική της κερκίδα, για να εκφραστούν. Για να «μιλήσουν». Για να διαμαρτυρηθούν, και φυσικά για να βρεθούν απέναντι από κάθε τι που αυτοί θεωρούν ως «κακό», ως «λάθος», ως «κάτι που αξίζει να το πολεμήσουν». Άλλωστε, πάντα έτσι ήταν στο Λιβόρνο και πάντα έτσι θα είναι. Κάτι που και ο Λουκαρέλι έμαθε από πολύ μικρός και φυσικά το έβαλε στο κεφάλι του ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ιδανικά της ζωής του. Ένα μάθημα ζωής για να πορευτεί μαζί του και να μάθει να μην κατεβάζει το κεφάλι μπροστά σε καμία κακουχία. Σε τίποτα.

Ο Κριστιάνο Λουκαρέλι γεννήθηκε στην περιοχή Σανγκάι, το 1975 στο Λιβόρνο. Εκεί μεγάλωσε, εκεί έμαθε να παίζει ποδόσφαιρο, στους δρόμους, εκεί έμαθε να επιβιώνει, και φυσικά εκεί γαλουχήθηκε με τα ιδανικά που πρεσβεύει το Εργατικό Κίνημα. Η γειτονιά του άλλωστε χτίστηκε κατά την περίοδο της Δικτατορίας του Μουσολίνι και αποτελούσε, από εκείνα τα χρόνια, το κεντρικό σημείο συνάντησης των Αριστερών της εποχής. Το προπύργιο της Επανάστασης. Μιλάμε για ένα «τρελό», εργατικό προάστιο -που λάτρευε και λατρεύει το ποδόσφαιρο- και έχει μέσα του βαθιά ριζωμένο τον Σοσιαλισμό. Τον Σοσιαλισμό όμως στις πράξεις – και όχι στα λόγια. Ένα Σοσιαλισμό που είναι και το κεντρικό στοιχείο της ταυτότητας της πόλης εδώ και πάρα πολλά χρόνια -ίσως κι από πάντα.

Δεν είναι τυχαίο πως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας ιδρύθηκε στο Λιβόρνο, στις 21 Ιανουαρίου του 1921, και δεν είναι επίσης τυχαίο πως ο ίδιος ο Μπενίτο Μουσολίνι για να τιμωρήσει τους κατοίκους του Λιβόρνο, που ήταν αντίθετοι με το Φασιστικό του Καθεστώς, έδωσε στο νεόκτιστο τότε γήπεδο της πόλης (το 1935) το όνομα της κόρης του, Έντα Τσιάνο. Με την πτώση του Μουσολίνι, και του Φασισμού, το γήπεδο κατάφερε να αλλάξει όνομα, φτάνοντας στις μέρες μας να είναι γνωστό ως «Στάδιο Αρμάντο Πίτσι» προς τιμήν του σπουδαίου Ιταλού λίμπερο, πρώην της Λιβόρνο και μέλους της σπουδαίας Ίντερ των 60s. H αντιφασιστική -και η αντικαπιταλιστική- δράση, εννοείται, πως κυριαρχεί ακόμα και στις μέρες μας στις εξέδρες του γηπέδου και φυσικά σε όλους τους δρόμους του Λιβόρνο. Οι φανατικοί άλλωστε της ομάδας όταν δεν φωνάζουν στο γήπεδο, φωνάζουν για κοινωνικά και πολιτικά θέματα σε πορείες.

Έχοντας διαγράψει μια αξιοπρόσεκτη καριέρα σε ομάδες όπως η Περούτζια, η Πάντοβα, η Αταλάντα και η Βαλένθια, ο Λουκαρέλι βρέθηκε στην Τορίνο, στην μεγάλη κατηγορία της χώρας, στις αρχές της νέας χιλιετίας, έχοντας φτιάξει ένα αρκετά καλό όνομα ως ο παλαιάς κοπής Ιταλός επιθετικός με τα βρετανικά όμως χαρακτηριστικά. Ψηλός, δυνατός και με φαρμακερό σουτ από κάθε απόσταση δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος και δεν μπορούσε να μην προκαλεί τον τρόμο σε κάθε αντίπαλη άμυνα. Την τελευταία αγωνιστική της σεζόν 2002/2003 η Λιβόρνο, που έπαιζε τότε στην Β κατηγορία, θα σφράγιζε το εισιτήριο της ανόδου. Την ίδια ώρα η Τορίνο του Λουκαρέλι είχε αγώνα για την μεγάλη κατηγορία. Εννοείται πως δεν υπήρχε κανένα δίλημμα για το γήπεδο στο οποίο θα βρίσκονταν εκείνη τη μέρα ο Ιταλός επιθετικός.

Ο δηλωμένος οπαδός της Λιβόρνο ήξερε πως δεν γινόταν να χάσει αυτό το παιχνίδι, ήταν άλλωστε το γεγονός της χρονιάς τόσο για τον ίδιο, όσο και την ομάδα του, και κατ’ επέκταση για ολόκληρη την πόλη. Ήταν τότε που θα έβαζε για πρώτη φορά το πάθος του πάνω από την επαγγελματική του ιδιότητα. Λίγους μήνες αργότερα θα το έκανε και πάλι, για δεύτερη φορά, ταρακουνώντας ολόκληρο το «σύστημα» στο ήδη αποστειρωμένο και γεμάτο από «μπίζνες» ποδόσφαιρο (και) της Ιταλίας. Ο Λουκαρέλι θα δηλώσει τραυματίας. Θα μείνει εκτός αποστολής, και φυσικά θα ταξιδέψει για το Λιβόρνο, για το παιχνίδι απέναντι στην Τρεβίζο, όχι όμως ως κάποιος γνωστός ποδοσφαιριστής αλλά ως ένας απλός και «άρρωστος» οπαδός της ομάδας. Το τελικό σφύριγμα θα τον βρει εντός του αγωνιστικού χώρου να πανηγυρίζει με τα υπόλοιπα «αδέρφια» του την σπουδαία άνοδο, σοκάροντας τους ανθρώπους της Τορίνο αλλά όχι και αυτούς που γνώριζαν τον άνθρωπο και όχι τον ποδοσφαιριστή Λουκαρέλι. Το παιδί που έπαιζε όλη μέρα ποδόσφαιρο με σκισμένα ρούχα και τρύπια παπούτσια, στους δρόμους, στις φτωχογειτονιές του Λιβόρνο, ανάμεσα σε βρώμικα σοκάκια, έβλεπε την ομάδα του να κερδίζει την τεράστια άνοδο. Αυτό που αυτομάτως ήρθε στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή ήταν -τι άλλο;- η δική του εικόνα, να την οδηγεί στα σαλόνια της Serie A.

Για να το καταφέρει έκανε κάτι που ελάχιστοι θα έκαναν στο σύγχρονο αθλητισμό που τα χρήματα αποτελούν το σημαντικότερο «αγαθό» για τους περισσότερους, θυσιάζοντας 500.000 ευρώ για να υπογράψει στην Λιβόρνο που -εννοείται- δεν μπορούσε να του προσφέρει το παχυλό συμβόλαιο που είχε στην Τορίνο. «Πολλοί άνθρωποι αγοράζουν μια Φεράρι ή ένα σκάφος με αυτά τα χρήματα. Εγώ προτίμησα να αγοράσω την φανέλα της Λιβόρνο για μένα» θα δηλώσει ο ίδιος σε μια φράση που θα κάνει το κοινό της Λιβόρνο να τον λατρέψει. Θα διαλέξει -όχι το νούμερο 9 αλλά- το 99 για να τιμήσει με αυτό τον τρόπο τον σύνδεσμο οπαδών «Αυτόνομη Ταξιαρχία του Λιβόρνο» που ιδρύθηκε το ’99 και θα λανσάρει τον πανηγυρισμό με την υψωμένη γροθιά ως πανηγυρισμό που όπως είναι γνωστό, είναι το σήμα-κατατεθέν του Κομμουνιστικού Κόμματος και της εργατικής Τάξης.

Το σπουδαιότερο όλων φυσικά ήταν το γεγονός πως τα παλικάρια που ξελαρυγγιάζονταν στις εξέδρες του Αρμάντο Πίτσι έβλεπαν στο πρόσωπό του το δικό τους πρόσωπο. Στα γκολ που σκόραρε, τα γκολ που αυτοί έβαζαν στα γήπεδα 5χ5 που πήγαιναν να παίξουν για ξεμούδιασμα. Στην υψωμένη του γροθιά, τους δικούς τους κόπους και τους δικούς τους αγώνες. Όλες εκείνες τις μάχες που έδιναν καθημερινά για μια καλύτερη καθημερινότητα και μια αξιοπρεπή ζωή, μέσα σε ξεχασμένες αξίες και άρρωστα ιδανικά μιας νέας εποχής. Με το ίδιο το «Σύστημα» άλλωστε είχε ανοίξει κόντρα και ο ίδιος από πολύ μικρός, όταν είχε πανηγυρίσει ένα γκολ του με την εθνική Ελπίδων, το 1997, δείχνοντας το μπλουζάκι με τον Τσε Γκεβάρα  που φορούσε κάτω απ’ τη φανέλα και που γι’ αυτή του την κίνηση είχε μπει στον «γύψο», για τα εθνικά χρώματα, μέχρι και το 2005, στην εποχή Μπερλουσκόνι δηλαδή. Ενός Μπερλουσκόνι που ήταν κόκκινο πανί για όλους τους Ultras της Λιβόρνο και φυσικά για τον ίδιο τον Λουκαρέλι. «Στο Λιβόρνο δεν κερδίζουμε πέναλτι επειδή είμαστε Κομμουνιστές» θα δηλώσει την ίδια περίοδο, ρίχνοντας κι άλλο λάδι στην φωτιά στην κόντρα που υπήρχε με ένα ολόκληρο κράτος. Ένα κράτος που έβλεπε τους οπαδούς της Λιβόρνο ως παρείσακτους και ανένταχτους σε αυτό.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Κριστιάνο Λουκαρέλι κατάφερε να ζήσει μοναδικές στιγμές με την Λιβόρνο. Καλές και κακές. Πρώτος σκόρερ στην Μεγάλη Κατηγορία με 24 τέρματα το 2005 κατάφερε να την οδηγήσει στους ομίλους του ΟΥΕΦΑ (μετά και το σκάνδαλο Calciopolis που στέρησε βαθμούς για πολλούς μεγάλους και μια ολόκληρη κατηγορία για την Γιουβέντους). Εκεί ζήσαμε και ένα ιστορικό παιχνίδι για την Λιβόρνο, κόντρα στην Μακάμπι Χάιφα, με τους οπαδούς των Ιταλών να γεμίζουν το πέταλο με σημαίες της Παλαιστίνης για να διαμαρτυρηθούν για την κατάσταση που επικρατούσε (και επικρατεί) εκεί και αυτή την «αιώνια διαμάχη» με θύματα τόσες αθώες ψυχές. Έζησε την δύσκολη περίοδο όταν είδε τους οργανωμένους να τον κατηγορούν, μετά τον υποβιβασμό (το 2007), που τον οδήγησε εν τέλει στην Ουκρανία με ένα τεράστιο συμβόλαιο αξίας 2.8 εκατομμυρίων ευρώ, ως κομμάτι πλέον και ο ίδιος του μοντέρνου ποδοσφαίρου. Με τους οπαδούς να τον βρίζουν, μη μπορώντας να καταπιούν πως το δικό τους λαϊκό παιδί είχε υπογράψει για μια ομάδα που είχε ως ιδιοκτήτη κάποιον ανήθικο καπιταλιστή, και φυσικά πρόλαβε να απογειώσει την έννοια της κόντρας ανάμεσα σε δύο κόσμους τόσο διαφορετικούς.

Η μάχη της Λιβόρνο με την Λάτσιο, στα χρόνια του Λουκαρέλι ήταν όντως κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι. Από την μία η Αριστερή Λιβόρνο με μπροστάρη τον Λουκαρέλι και απ’ την άλλη η Λάτσιο με το ακροδεξιό προφίλ και ηγέτη τον δηλωμένο φασίστα Πάολο Ντι Κάνιο. Η Ρώμη είναι ένα υπέροχο μέρος. Η αιώνια πόλη. Μπορείς να θαυμάσεις εκείνες τις όμορφες και ερημικές βίλες με τα πανύψηλα κυπαρίσσια, τα γοητευτικά λιβάδια του Αβεντίνο και του Τσέλιο, εκείνη την επισημότητα που έχουν τα ερείπια στους παλιούς δρόμους της Άππια και φυσικά το υπέροχο πράσινο του Τίβερη, έχει όμως και την Λάτσιο να της χαλάει την ομορφιά. Το «σβέρκωμα» άλλωστε του Λουκαρέλι στον Ντι Κάνιο το 2005, όπως και το γκολ του στην κλειστή γωνία του Ματέο Σερένι, που είχε γράψει και το τελικό 2-1,  θα βρίσκονται πάντα σε περίοπτη θέση στις καρδιές των αληθινών -και φανατικών- οπαδών της Λιβόρνο.

Η επιστροφή του στο Λιβόρνο, το 2010, στα 35 του, συνδυάστηκε με μια μεγάλη αποτυχία και ένα ακόμα υποβιβασμό που ο ίδιος δυσκολεύτηκε να ξεπεράσει, βάζοντας οριστικά τέλος στην καριέρα του δύο χρόνια αργότερα στη Νάπολι, όχι ως βασικός αλλά ως ένας παγκίτης πολυτελείας που θα έδινε μερικές ποιοτικές ανάσες στον Καβάνι και στον «εχθρό» του απ’ τα ντέρμπι με την Λάτσιο, Γκόραν Πάντεφ. Το περασμένο καλοκαίρι και μετά από το «αγροτικό» σε πάγκους μικρών ομάδων της χώρας όπως η Βιαρέτζιο και η Τουτοκοΐο, αθόρυβα, υπέγραψε ως ο νέος προπονητής της Λιβόρνο, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ιστορίας της, στην Β’ Κατηγορία Ιταλίας. Μάλιστα τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές η Λιβόρνο βρίσκεται στον πάτο του βαθμολογικού πίνακα, με 5 ήττες σε 8 παιχνίδια, και δείχνει πως πολύ δύσκολα θα αποφύγει τον υποβιβασμό. Η αγάπη πάντως που τρέφει το κοινό της ομάδας προς τον Λουκαρέλι δεν έχει χαθεί κάτι που το έδειξε περίτρανα και το χιουμοριστικό tweet στον επίσημο λογαριασμό της ομάδας, όταν η Γιουβέντους είχε ανακοινώσει τον Ρονάλντο, λέγοντας πως «Στην Ιταλία υπάρχει μόνο ένας Κριστιάνο και τον έχουμε εμείς».

Δεν ξέρω αν θα πέσει ή αν θα σωθεί η Λιβόρνο. Δεν έχω ιδέα αν ο Κριστιάνο Λουκαρέλι θα συνεχίσει να είναι ο προπονητής της ή αν θα απολυθεί αν συνεχιστούν τα κάκιστα αποτελέσματα. Αυτό που ξέρω σίγουρα, ως κάποιος που θυμάται αρκετά καλά τον παίκτη με τη φανέλα της Λιβόρνο, και ως κάποιος που ξέρει πολύ καλά αυτή την σχέση αγάπης που έχει ο ίδιος για τον τόπο του, και κατ’ επέκταση οι οπαδοί της Λιβόρνο γι’ αυτόν, είναι πως ο Κριστιάνο Λουκαρέλι δεν θα πάψει ποτέ να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ήρωες που γνώρισε αυτή η ομάδα.

Το γνήσιο λαϊκό παιδί με τις αριστερές καταβολές. Ο αγωνιστής για την ισότητα και την ελευθερία. Ο ήρωας της εργατικής Τάξης, σαν αυτόν που τραγούδησε τόσο μοναδικά ο Τζον Λένον πριν 50 χρόνια. Ο κύριος εκφραστής των πολιτικών τους πεποιθήσεων και αυτός που κράτησε ψηλότερα από όλους τους ποδοσφαιριστές την Bandiera Rossa, υψώνοντας την γροθιά του και κατεβάζοντας αυτή με μανία, πολλές φορές, προς κάθε μορφή σύγχρονου Φασισμού σε αυτή την «πουτάνα τη ζωή» που έγραψε ο Ρικάρντο Ταλεσνίκ στην τελευταία φράση του έργου του εξαιρετικού «Βαριέμαι». Καυτηριάζοντας με μοναδικό τρόπο την αγορά εργασίας, τον καπιταλισμό και όλα όσα θυσιάζει, για να επιβιώσει, ο απλός καθημερινός άνθρωπος. Ο Κριστιάνο Λουκαρέλι απ’ την άλλη, δεν βαρέθηκε ποτέ. Δεν θυσίασε τα «πιστεύω» και τα ιδανικά του και αν και υπέπεσε και αυτός σε λάθη κατάφερε να βρει την δική του «Ιθάκη» στον τόπο που λάτρεψε, λατρεύτηκε, και θα λατρεύεται για πάντα, ως ένας απ’ τους τελευταίους ρομαντικούς ποδοσφαιριστές.

Ο μεταλάς που αγαπούσε τη φανέλα

  [2 Σχόλια]

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο κάποιος ποδοσφαιριστής να μην λατρεύει το ποδόσφαιρο. Αρκετοί διάσημοι σταρ έχουν πει ότι δεν πολυβλέπουν μπάλα (πιο πρόσφατα ο Κάρλος Τέβες). Ένας ποδοσφαιριστής που δεν ήταν θαυμαστής του αθλήματος ήταν κι ο Νταρίο Ντουμπουά, ένας μέτριος Αργεντινός ποδοσφαιριστής που πέρασε την καριέρα του σε ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών. Τα ονόματά τους φολκλορικά: Λουγκάνο, Μίντλαντ (καμία εκ των δύο ευρωπαϊκή), Ριέστρα, Κανιουέλας και Ντεπορτίβο Παραγκουάγιο μερικά από αυτά. Ο Νταρίο έπαιζε κεντρικός αμυντικός και όπως είχε δηλώσει: «για την Α’ εθνική δεν υπάρχω, για τη Β’ δεν είμαι τόσο καλός, για τη Γ’ είμαι καλός, για τη Δ’ πολύ καλός και στην Ε’ είμαι ο καλύτερος αμυντικός». Αν θα έπρεπε να βρούμε μια λέξη για να τον περιγράψουμε, θα ήταν «μεταλάς». Το μεγάλο πάθους του Νταρίο ήταν η μουσική κι έπαιζε μπάσο σε μια tribute μπάντα αφιερωμένη στους Vox Dei, ένα ιστορικό συγκρότημα της χώρας με επιρροές από τους Stones, τους Doors, τους Beatles.

Άκουγε φανατικά Black Metal και όπως ίσως κάποιοι γνωρίζετε, αρκετά συγκροτήματα αυτού του είδους εμφανίζονται επί σκηνής με βαμμένο το πρόσωπο. Κάπως έτσι είχε την έμπνευση και πριν από ένα «κλάσικο» της Μίντλαντ με τη Μέρλο αποφάσισε να βάψει ασπρόμαυρο το πρόσωπό του θυμίζοντας κάτι μεταξύ Kiss και Dimmu Borgir. Μια που στους κανονισμούς δεν υπήρχε κάποια ειδική αναφορά, ο διαιτητής δεν το απαγόρευσε κι ο Ντουμπουά έπαιξε κανονικά έτσι. Και το έκανε και στο επόμενο και στο μεθεπόμενο ματς. Η εμφάνισή του έγινε φυσικά γνωστή στη χώρα και ο Νταρίο έδωσε συνέντευξη στην Ole: «Το κάνω γιατί μου δίνει δύναμη. Βάφεσαι, βγαίνεις έξω να πολεμήσεις και να σκοτώσεις τους αντιπάλους σου. Οι συμπαίκτες μου το πήραν στην πλάκα, αλλά αρκετοί από τους αντιπάλους μου φοβήθηκαν. Είμαι ένας κλόουν με βαμμένο πρόσωπο, αλλά έτοιμος να πεθάνω για τη φανέλα».

«Δεν μου αρέσει το ποδόσφαιρο. Παίζω γιατί είναι κάτι ανταγωνιστικό και γυμνάζομαι κιόλας. Βγάζω και λίγα χρήματα από αυτό. Βοηθάνε γιατί η οικονομική μου κατάσταση είναι καταστροφή».

Κάπως έτσι μετατράπηκε σε μία καλτ φιγούρα των εξίσου καλτ μικρότερων κατηγοριών της Αργεντινής που όπως γνωρίζετε αν μας διαβάζετε, έχουν το δικό τους πολύ φανατικό κοινό. Ο Ντουμπουά έπαιξε συνολικά σε 16 ματς με βαμμένο πρόσωπο, μέχρι η Ομοσπονδία να βγάλει οδηγία ότι απαγορευόταν πλέον κάτι τέτοιο. Κάθε φορά που έβαζε γκολ πανηγύριζε με τη γλώσσα έξω σαν τον Τζιν Σίμονς των Kiss. Δεν ήταν μόνο όμως μόνο η βαμμένη μούρη για την οποία ξεχώριζε. Ο Ντουμπουά ήταν γενικά μορφάρα, ένας ωραίος τύπος που ο απλός κόσμος των χαμηλών κατηγοριών λάτρευε. Το 1995, όταν αγωνιζόταν στη Λουγκάνο, ο σπόνσορας της ομάδας υποσχέθηκε πριμ 40 πέσος σε κάθε ποδοσφαιριστή αν η ομάδα κέρδιζε. Η Λουγκάνο έκανε σερί τριών νικών, αλλά κανείς δεν πήρε ούτε μισό πέσο. Τότε ο Νταρίο αποφάσισε να εκδικηθεί τον σπόνσορα. Πριν το ματς με την Ακασούσο, πήρε μαζί του μαύρη μονωτική ταινία για να την κολλήσει πάνω στη φανέλα στο σημείο της διαφήμισης. Βγαίνοντας για ζέσταμα όμως, ξεχάστηκε και δεν το έκανε. Για καλή του τύχη, εκείνη την ημέρα έβρεχε και το γήπεδο ήταν χάλια. Ο Νταρίο πήρε λάσπη και την έτριψε πάνω στη φανέλα. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμα καλύτερο πάνω στην πορτοκαλί φανέλα.

Ένα από τα πιο κλασσικά κομμάτια των Vox Dei

Όταν έπαιζε στη Βικτοριάνο Αρένας (τελευταία του ομάδα), ένα μέλος της διοίκησης της Χουβεντούδ Ουνίδα τον πλησίασε και προσπάθησε να τον δωροδοκήσει. Πίστευε ότι αν η ομάδα του κέρδιζε την άνοδο, αυτός θα εκλεγόταν ξανά στο δημοτικό συμβούλιο. Παρ’ ότι ο Νταρίο δεν ήταν κανένας πλούσιος αρνήθηκε και τον έκανε βούκινο στο ραδιόφωνο, αποκαλώντας τον αρουραίο. Πέρα από την καλτ εμφάνιση, ο Νταρίο ήταν άνθρωπος που σιχαινόταν τη βρωμιά του ποδοσφαίρου.

Ακόμα πιο γραφική είναι η ιστορία σε ένα Μίντλαντ-Εξκουρσιονίστας. Ο διαιτητής Χουάν Κάρλος Μορένο του έβγαλε τη 2η κίτρινη κάρτα για ένα φάουλ. Όταν πήγε να βγάλει την κόκκινη όμως, του έπεσε από την τσέπη ένα χαρτονόμισμα των 500 πέσος. Ο Ντουμπουά με απίστευτα αντανακλαστικά, έσκυψε το πήρε και άρχισε να τρέχει. Σύντομα τον κυνηγούσαν ο διαιτητής, οι αντίπαλοι, οι συμπαίκτες του και οι προπονητές, μέχρι που τελικά κάποια στιγμή τον στρίμωξαν σε μία γωνία. «Είναι η τιμωρία σου που μου στερείς το πριμ του αγώνα» φώναζε ο Ελ Λόκο. Ο Ντουμπουά είχε βάλει τα χρήματα μέσα στο μανίκι, αλλά τελικά αναγκάστηκε να τα επιστρέψει γιατί όπως είπε: «θα μου έριχναν 20 αγωνιστικές». Σε ένα άλλο ματς πάλι απέναντι στους Εξκουρσιονίστας, η τότε ομάδα του δέχτηκε πέντε γκολ. Οι αντίπαλοι οπαδοί περίμεναν απ’ έξω το πούλμαν των ηττημένων για να πετάξουν αντικείμενα και να βρίσουν τους παίκτες. Το παράθυρο άνοιξε, ο Νταρίο βγήκε μισός έξω και τους είπε: «ηρεμήστε ρε παιδιά, όχι κι έτσι, ποδόσφαιρο είναι και μας βάλατε και πέντε γκολ». Οι βρισιές σύντομα έγιναν αποθέωση από τους χούλιγκαν που του έδιναν τα χέρια και του έλεγαν ότι έχει κοχόνες και τον θέλουν στην ομάδα τους.

Στις καλτ στιγμές του (κάποιες υπάρχουν και στο παραπάνω βίντεο αφιέρωμα) ξεχωρίζουν η φορά που καθόταν στον πάγκο φορώντας γυαλιά ηλίου σαν τον Ρόι Όρμπισον (κάτι που του στοίχισε και μια θέση στην ομάδα στη συνέχεια) και η μέρα που αποχώρησε από το γήπεδο βγάζοντας τα ρούχα του (όλα) για να πανηγυρίσει μία άνοδο. Ο Νταρίο έπαθε έναν σοβαρό τραυματισμό το 2005, αλλά η Βικτοριάνο δεν του κάλυπτε τα έξοδα για την επέμβαση στους συνδέσμους. Η Ομοσπονδία με την οποία είχε έρθει σε κόντρα, δεν βοήθησε επίσης. Σαν να τον εκδικήθηκε για τους μπελάδες που την είχε βάλει. Σταμάτησε το ποδόσφαιρο κι έβγαζε χρήματα παίζοντας μουσική με την μπάντα του και κυρίως δουλεύοντας ως ηχολήπτης. Το 2007 έδωσε μία συνέντευξη σε ένα αργεντίνικο ποδοσφαιρικό μπλογκ λέγοντας ότι ονειρεύεται να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο, να κερδίσει μία άνοδο και να σταματήσει να παίζει μπάλα στα 40 του (σκεφτείτε να του άρεσε και το ποδόσφαιρο). Δυστυχώς όμως η ζωή τα ‘φερε αλλιώς.

Τον Μάρτιο του 2008 επιστρέφοντας στο σπίτι μαζί με την κοπέλα του δέχθηκε επίθεση. Οι δράστες άφησαν την κοπέλα να φύγει, αλλά πήραν το ποδήλατο και το κινητό του Ντουμπουά και τον πυροβόλησαν δύο φορές, στα πόδια και το στομάχι. Οι συνθήκες είναι λίγο μυστηριώδεις και μάλλον δεν ήταν μια απλή ληστεία, αλλά είχε και προσωπικά κίνητρα. Ο Ντουμπουά υπεβλήθη σε δύσκολη επέμβαση, του αφαιρέθηκε μέρος του πνεύμονα και του εντέρου. Συνήλθε, ευχαρίστησε και το χειρουργό στον οποίο υποσχέθηκε να κάνει δώρο δύο ηχεία «για να ακούει δυνατή μουσική», έδωσε μεγάλη μάχη τις επόμενες ημέρες αλλά τελικά στις 17 Μαρτίου 2008 σε ηλικία μόλις 37 ετών, αυτή η φοβερή φιγούρα του ποδοσφαίρου έφυγε από τη ζωή.

Περίπου 17 χρόνια νωρίτερα, οι Kiss βγάζουν το τραγούδι «God Gave Rock ‘N’ Roll to You II». Ο ντράμερ Έρικ Καρ πάσχει από καρκίνο, δεν μπορεί να συμμετάσχει στην ηχογράφηση του τραγουδιού και αντικαθίσταται, τραγουδώντας απλά τον στίχο «to everyone he gave the song to be sung». Όταν έρχεται η ώρα να γυριστεί το βίντεο κλιπ, παρακαλεί τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας να λάβει μέρος, παρ’ ότι η υγεία του είναι σε άθλια κατάσταση. Αυτοί δέχονται, ο Καρ φοράει περούκα καθώς έχει χάσει τα μαλλιά του από τις χημειοθεραπείες και δίνει τα πάντα στα γυρίσματα. Λίγους μήνες αργότερα πεθαίνει. Ο Ντουμπουά δεν θα μπει ποτέ σε κάποιο αφιέρωμα με τους καλύτερους ποδοσφαιριστές, ούτε με τους καλύτερους μπασίστες, αλλά στη σύντομη ζωή του έδωσε μεγάλες χαρές στο κοινό του και άγγιξε αρκετές ζωές. Κι όπως λένε κι οι στίχοι των Kiss, τραγούδησε κι αυτός το δικό του τραγούδι. Σύντομο, αλλά δυνατό, όπως του άρεσε.

Τα άλλα τρένα να περνούν…

  [Καθόλου σχόλια]

Ο κόσμος σιγά σιγά αυξανόταν. Η ώρα ήταν κάπου ανάμεσα στις 8 και 9 το βράδυ και στο σταθμό Μίρφιλντ του Γιόρκσαϊρ όλοι περίμεναν το επόμενο τρένο. Ανάμεσά τους και ένας πιτσιρικάς. Μόνος, βυθισμένος σε σκέψεις. Αν κάποιος έδινε λίγη παραπάνω σημασία, ίσως να παρατηρούσε ότι ο νεαρός καθόταν πολύ κοντά στην άκρη της πλατφόρμας, πολύ κοντά στις ράγες του τρένου. Το βλέμμα του απλανές, σαν μη βρισκόταν εκεί. Λίγα λεπτά αργότερα, από τα μεγάφωνα ακούστηκε μια ανακοίνωση. Το επόμενο τρένο είχε καθυστέρηση μερικών λεπτών. Ο νεαρός σαν να ξύπνησε ξαφνικά, σαν να επέστρεψε από εκεί που ταξίδευε ο νους του. Με δάκρυα στο νεανικό πρόσωπο, φεύγει από το σταθμό.

Ίσως κάποιος να τον αναγνώρισε. Ήταν ο Τζορτζ Γκριν, το ντόπιο ταλέντο του Ντιούσμπερι. Μόλις στα 15 του, μαθητής ακόμα στο σχολείο, πήγε στο Λονδίνο να δοκιμαστεί στην Τότεναμ. Τελικά όμως, τα 2 εκατομμύρια λίρες που έδωσε η Έβερτον στην Μπράντφορντ για ένα πιτσιρίκι άλλαξαν τον προορισμό του. Ο Γκριν έλαβε 45.000 πριμ και υπέγραψε συμβόλαιο στην ομάδα του Λίβερπουλ. Έφτασε στις μικρές εθνικές δίπλα στον Ντέλε Άλι και τον Ρος Μπάρκλεϊ. Για κάποιους ήταν ο νέος Γκάζα. Αλλά για κάθε μία επιτυχημένη ιστορία πιτσιρικά, υπάρχουν αρκετές αποτυχημένες. Κι ανάμεσα σ’ αυτές, ορισμένες τραγικές, όπως του Γκριν που τελικά έμοιαζε στον Γκάζα μόνο εκτός ποδοσφαίρου.

Ο Γκριν δεν ξεκίνησε αμέσως τις εξόδους και την κακή ζωή. Αλλά μόλις έγινε επαγγελματίας, άρχισε να βγάζει αρκετές χιλιάδες λίρες το χρόνο και κυρίως έγινε 18 και μπορούσε να βγαίνει, η ζωή του άλλαξε. Ήταν ο συνδυασμός της πίεσης που ένιωθε εξαιτίας της επένδυσης ενός σπουδαίου συλλόγου και της άνεσης που είχε, νομίζοντας ότι έχει ήδη κατακτήσει τον κόσμο. Έπαιρνε πολλά περισσότερα από τους συνομήλικούς του, οι απαιτήσεις της ομάδας ήταν μεγάλες. Κι αυτό δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. «Μια καλή έξοδος στοίχιζε 1.500 λίρες. Έπαιρνα μια σαμπάνια, ερχόταν μια κοπέλα και έπαιρνα ακόμα μία γι’ αυτήν». Ο Γκριν αγόρασε ένα ακριβό αυτοκίνητο και το χτύπησε οδηγώντας μεθυσμένος. Έμπλεξε με άτομα που δεν είχαν καμία διάθεση να τον βοηθήσουν. «Το μεγαλύτερο πρόβλημά μου δεν ήταν το ποτό. Ήταν τα ναρκωτικά. Την πρώτη φορά που μου προσέφεραν ναρκωτικά, είχα βγει να δω μπάλα με κάτι φίλους σε μια παμπ. Δοκίμασα κοκαΐνη και αυτό άλλαξε όλη τη ζωή μου».

Ο Γκριν μίλησε σε κάποιους ανθρώπους του συλλόγου, η Έβερτον πλήρωσε 5.000 λίρες για κάθε μία από τις πέντε βδομάδες που ο πιτσιρικάς μπήκε σε νοσοκομείο του Λονδίνου εξειδικευμένο σε διαφόρων ειδών εθισμούς. Ο Γκριν όμως δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματά του. Πήγε δανεικός στην Τρανμίρ και τελικά η Έβερτον που είχε επενδύσει τόσα σε αυτόν, ανακοίνωσε ότι τον αφήνει ελεύθερο. Δεν μπορούσαν να στηρίξουν άλλο έναν πιτσιρικά που συχνά έχανε προπονήσεις και δεν φαινόταν να έχει καμία διάθεση για προσπάθεια. Ο μικρός προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στους εθισμούς του και την κατάθλιψη.

Η καριέρα του Γκριν ήταν από εκεί και πέρα μια συνεχής ελεύθερη πτώση από ομάδα σε ομάδα. Έμεινε ελάχιστα στην Όλνταμ, χωρίς καμία διάθεση για μπάλα και κατέληξε πέντε μήνες αργότερα σε μια ομάδα 8ης κατηγορίας, να παίρνει 80 λίρες για κάθε αγώνα (σχεδόν τα μισά από όσα ξόδευε στο φαγητό στις εξόδους του). Στην Κιλμάρνοκ ο κόουτς τον έδιωξε γιατί πίστεψε ότι πήγε μια μέρα στην προπόνηση ζέχνοντας αλκοόλ. Ο Γκριν έφτασε κοντά στον θάνατο από υπερβολική δόση χαπιών. Μετά από ένα σερί 4-5 ημερών που σαν χαρακτήρας του Trainspotting ήπιε και πήρε ό,τι ναρκωτικό μπορούσε, αποφάσισε να πάρει και ό,τι χάπια μπορούσε. «Ήταν μια κραυγή απόγνωσης, να με λυπηθούν και να με συγχωρέσουν οι άνθρωποί μου». Έφτασε μέχρι τη Νορβηγία να προσπαθεί να βγάλει χρήματα. Δανειζόταν από φίλους και συγγενείς, δεν επέστρεφε ποτέ τα δανεικά. Οι δικοί του άνθρωποι σιγά σιγά απομακρύνθηκαν. «Τους κατηγορούσα γι’ αυτό. Έλεγα ότι φταίνε αυτοί για όλα. Ήμουν τόσο αλαζόνας».

Ο Γκριν επέστρεψε στην Αγγλία, βρήκε ακόμα μία ομάδα, αλλά κυρίως βρήκε τον Γκάρι Τσαρλς (παλιό παίκτη της Βίλα και της Ντέρμπι που έφτασε μέχρι και την Μπενφίκα). Ο Τσαρλς, πρώην αλκοολικός κι αυτός, βοηθάει ανθρώπους να ξεπερνούν τους εθισμούς τους και σε συνεργασία με την οργάνωσή του, τη GC Sports Care στάθηκε δίπλα στον Γκριν. Ίσως να έβλεπε και τον εαυτό του στο νεαρό ποδοσφαίριστή. Από το καλοκαίρι του 2017 ο Γκριν σταμάτησε τις ουσίες, αν και τον περασμένο Απρίλιο είχε μία υποτροπή. Η μάχη με τον εθισμό δίνεται καθημερινά δυστυχώς και ποτέ δεν είσαι σίγουρος. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα φαίνονται καλύτερα. Ο Γκριν έχει τους ανθρώπους του πιο κοντά γιατί αναγνωρίζουν ότι προσπαθεί. Γνωρίζει ότι σε στιγμές αδυναμίες μπορεί να πάρει τηλέφωνο τον αδερφό του. Έχει μια μικρή κορούλα και την αρραβωνιαστικιά του και προσπαθεί να σώσει και την ποδοσφαιρική του καριέρα. Μπορεί να έχει ζήσει όσα άλλοι δεν θα ζήσουν ποτέ (και ευτυχώς), αλλά είναι μόλις 22 ετών. Πηγαίνει κάθε βδομάδα σε συναντήσεις ομάδων για εθισμό, ενώ πλέον ανήκει στην Τσέστερ. Τα οικονομικά φυσικά είναι άσχημα. Η Μερσεντές που κάποτε είχε, έχει γίνει ένα ΚΙΑ, αλλά σημασία έχει να είναι καλά.

Το βράδυ εκείνο, ο Γκριν πήγε στον σταθμό όχι για να πάρει το τρένο για κάπου. Αλλά για να δώσει τέλος στη ζωή του. Ήταν πνιγμένος στα χρέη, η κοκαΐνη είναι ακριβό σπορ, η κοπέλα του τον είχε αφήσει εξαιτίας του εθισμού του και η ποδοσφαιρική του καριέρα είχε πιάσει πάτο. Εκείνη η ανακοίνωση από το μεγάφωνο για την καθυστέρηση του έσωσε τη ζωή, όπως λέει. Ήταν ένα σημάδι. Τα χρόνια πέρασαν όμως, ο Γκριν δεν θα φοράει τα τρία λιοντάρια δίπλα στους Ντέλε Άλι και Μπάρκλεϊ. «Πίστευα και τότε ότι είχα μεγάλο ταλέντο, ότι ήμουν εξίσου καλός με τον Ντέλε Άλι. Το ποδόσφαιρο είναι το μοναδικό πράγμα στο οποίο είμαι καλός. Νόμιζα ότι αν μιλήσω για το πρόβλημά μου, η καριέρα μου θα τελειώσει. Αλλά είπα στον εαυτό μου: μήπως να είσαι για μια φορά στη ζωή σου ειλικρινής και να παραδεχτείς το πρόβλημά σου; Αν φτάσω σε καλή φυσική κατάσταση και πάρω και λίγο χρόνο στην Τσέστερ νομίζω ότι μπορώ να γίνω ξανά ποδοσφαιριστής. Να φτάσω να παίζω στην League 1 και την Championship και να μπορώ να συντηρώ την οικογένειά μου. Έβγαλα 500.000 λίρες από το ποδόσφαιρο και το μόνο που έχω κρατήσει είναι ένα iPad.»

Η ωραία αλητεία του Ντάνι Οσβάλντο

  [3 Σχόλια]

«Να δίνεις στον κόσμο ό,τι θέλει, ακόμα κι αν αυτό σε σκοτώνει. Ακόμα και αν αυτό σε ξεζουμίζει. Ό,τι κι αν συμβεί, όσο κι αν πονάς, δεν σταματάς να χορεύεις και να χαμογελάς και -εννοείται- τους δίνεις ό,τι θέλουν». Η φράση που μόλις διαβάσατε δεν ανήκει σε κάποιο σπουδαίο, υπαρκτό, πρόσωπο αλλά στον πρωταγωνιστή της animation σειράς του Netflix, ΒοJack Horseman και είναι κάτι παραπάνω από μια σκληρή κι αληθινή συμβουλή, προς κάποιον που βρίσκεται μπροστά από λαμπερά φώτα, και εκατομμύρια ανθρώπους, που απλά θέλουν να τον βλέπουν να τους χαρίζει αυτό που αυτοί επιθυμούν. Χωρίς φυσικά να νοιάζονται καθόλου για τα δικά του «θέλω» και «μπορώ». Στο άκουσμα άλλωστε των υπέρογκων ποσών που αμείβονται όλοι οι σταρ των ημερών μας, ασυναίσθητα, ζητάμε από αυτούς τα πάντα, ξεχνώντας τις περισσότερες φορές αυτό που έχει πάντα και την μεγαλύτερη σημασία.  Την δική τους ανθρώπινη φύση και υπόσταση.

Εδώ και λίγες μέρες μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ανακύκλωση μιας φράσης του Ντάνι Οσβάλντο για το πως ακριβώς έβλεπε, και βλέπει, ο ίδιος το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Ο παλαίμαχος -πλέον- επιθετικός έχει σταματήσει το άθλημα από το 2016 (μόλις στα 30 του χρόνια), επειδή πολύ απλά αυτό δεν τον γέμιζε και επειδή, ακόμα πιο απλά, ήθελε να ζήσει ανέμελα την ζωή του, μακριά από την πίεση του επαγγελματία αθλητή που δυστυχώς στερεί πολλές -ή και τις περισσότερες- από τις καθημερινές απολαύσεις ενός ανθρώπου. Ο Οσβάλντο μίλησε για τα «χρυσά κελιά» που ζουν οι κορυφαίοι παίκτες. Για την προσοχή που πρέπει να έχουν για το σώμα τους σε κάθε λεπτό της μέρας και για τα πράγματα που δεν μπορούν να απολαύσουν, ασχέτως αν βγάζουν χρήματα που όλοι εμείς δεν μπορούμε ούτε καν να σκεφτούμε. «Ο Ρονάλντο γυρίζει στο σπίτι και κάνει γυμναστική. Εγώ γυρίζω στο σπίτι και θέλω να κάνω μπάρμπεκιου με φίλους». Αυτή ήταν μια φράση που δείχνει όλη την κοσμοθεωρία του Οσβάλντο γύρω από τη ζωή και το ποδόσφαιρο. Λάθος ή σωστή, αυτό είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό. Με αυτή την λογική όμως, στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, δεν γίνεται να προχωρήσεις, όσα κιλά μπάλα και να γνωρίζεις. Και ο Οσβάλντο έχει πάνω του πολλά από αυτά τα κιλά.

Τον θυμάμαι στην Σαουθάμπτον του Ποτσετίνο την σεζόν 2013/2014. Σε μια ομάδα γεμάτη ταλαντούχους παίκτες που όλοι έκαναν, και συνεχίζουν να κάνουν, σημαντική καριέρα. Ο Οσβάλντο ήταν ο μοναδικός -από τα ονόματα- που έμπαινε, συνήθως, αλλαγή. Τις περισσότερες φορές βαριόταν, και όταν δεν βαριόταν μας χάριζε μερικές στιγμές σπάνιας ποδοσφαιρικής ομορφιάς. Έπαιξε στην Ίντερ χωρίς να μας κάνει να τον θαυμάσουμε. Αγωνίστηκε στην Ρόμα, ίσως στα καλύτερά του, και κατάφερε όμως να φτάσει τον σπουδαίο Φραντσέσκο Τότι στα όριά του. Πήγε στην Γιουβέντους και φίλος μου που παρακολουθεί την ομάδα τακτικά εδώ και πολλά χρόνια μου έλεγε πως «’Οταν τον βλέπω να μπαίνει στο γήπεδο θέλω να κλείσω την τηλεόραση». Αγωνίστηκε στην Πόρτο με πλήρη αποτυχία επίσης, αν και εκείνα τα χρόνια -και επειδή το ταλέντο του είναι αδιαμφισβήτητο- έφτασε ακόμα και στην εθνική Ιταλίας. Αν και Αργεντινός. Αν το ποδόσφαιρο ήταν ένα λαμπερό πάρτι. Γεμάτο από ανθρώπους με σμόκιν και γυναίκες με λαμπερές τουαλέτες, ο Ντάνι Οσβάλντο θα ήταν εκείνος ο σούπερ-κουλ τύπος που σε κάποια φάση, και ενώ εσύ έχεις πάει να φέρεις ποτά, έχει πιάσει κουβεντούλα με την κοπέλα σου, και αυτή δείχνει να περνάει μαζί του τόσο υπέροχα. Σαν εκείνη την πρώτη φορά που είχατε βγει μαζί, σε εκείνο το ωραίο μπαράκι και αυτή δεν σταματούσε να χαμογελάει. Κάπως έτσι. Θα ζηλέψεις λίγο την «γαματοσύνη» του αλλά όταν φτάσεις εκεί, θα σε χαιρετίσει, θα χαμογελάσει και απλά θα φύγει, γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει κανένας λόγος για κάτι περισσότερο. Έκλεψε για λίγο τις εντυπώσεις και μπορεί πλέον να επιστρέψει στην δική του παρέα.

Τον Δεκέμβρη του ’16, και ενώ βρίσκεται στην Μπόκα, θα του τηλεφωνήσει ο Χόρχε Σαμπαόλι, τότε προπονητής της Σεβίλης, και θα τον παρακαλέσει να έρθει στην Ισπανία μιας και η ομάδα έχει πολύ δύσκολο πρόγραμμα τους δύο προσεχείς μήνες και η επιθετική της γραμμή δεν είναι και στα καλύτερά της. «Μεσιέ σε αγαπώ και σε εκτιμώ αλλά αρχές Φεβρουαρίου έχω να πάω στο Cosquin Rock Festival στην Ουρουγουάη. Όπως καταλαβαίνεις δεν γίνεται να χάσω με τίποτα αυτό το γεγονός». Ο ροκάς Σαμπαόλι δεν θα μιλήσει για μερικές στιγμές και θα του απαντήσει αυτό που κάθε άνθρωπος που σέβεται, πάνω από όλα την ζωή, και φυσικά κουβαλά και αυτός πολλά κιλά τρέλας, θα απαντούσε «Το είχα ξεχάσει αγόρι μου αυτό. Εννοείται να πας. Καλό σου απόγευμα». Λίγο καιρό αργότερα ο προπονητής της Μπόκα, Γκιγιέρμο Μπάρος Σελότο, θα έρθει σε πλήρη ρήξη μαζί του μετά από ένα παιχνίδι με την Νασιονάλ για το Κόπα Λιμπερταδόρες και κάπως έτσι ο Ντάνι Οσβάλντο θα σταματήσει το ποδόσφαιρο και θα αφιερωθεί σε αυτό που πραγματικά αγαπά. Την ροκ μουσική, τα ταξίδια, τις μπύρες και τα μπάρμπεκιου. Μάλιστα ο ίδιος ο Σελότο είχε δηλώσει πως όταν είχε κάνει έφοδο ένα βράδυ στο δωμάτιο του Οσβάλντο, πριν από κάποιο σπουδαίο παιχνίδι, Τον είχε πιάσει να καπνίζει και να πίνει μπύρες. «Όχι μόνο δεν έσβησε το τσιγάρο όταν με είδε, αλλά όταν άρχισα να του φωνάζω, και ενώ το είχε καπνίσει, άναψε ακόμα ένα και με κοιτούσε γεμάτος απορία».

Γίνεται κάποιος που θέλει να ζει τόσο ανέμελα να αγωνιστεί με επιτυχία στο κορυφαίο επίπεδο; Αν μιλούσαμε για το ποδόσφαιρο μέχρι και την δεκαετία του ’90, τότε η απάντηση θα ήταν ναι. Πολλοί κορυφαίοι άλλωστε, μέχρι εκείνα τα χρόνια, έπιναν, κάπνιζαν και δεν ήταν όπως οι αθλητικές μηχανές στον σημερινό κόσμο των σπορ, στο κορυφαίο επίπεδο. Ο Οσβάλντο δεν έχει το ταλέντο του Μέσι, του Ρονάλντο, του Σαλάχ και του Αγουέρο αλλά θα μπορούσε σίγουρα να έχει κάνει μια σπουδαία καριέρα αν έβαζε νερό στο κρασί του και αποφάσιζε να μειώσει την «Ντόλτσε Βίτα». Δεν ήθελε και προσωπικά δεν τον αδικώ. Έτσι ήθελε – Έτσι έκανε. Η ουσία άλλωστε είναι ο κάθε άνθρωπος να ζει την ζωή του όπως αυτός επιθυμεί. Με τα καλά και τα άσχημα, που αυτή έχει.

Στο βιβλίο «Ζάχαρη στην άκρη» της Ευγενίας Φακίνου, ένας εκ των βασικών ηρώων και αγαπημένος μου από αυτό το διήγημα, ο Αργύρης, λέει στον ‘φίλο’ του, τον Ιάσωνα: «Όταν κάνουμε όνειρα, δεν επιτρέπεται ύστερα να τα συρρικνώνουμε. Να τ’ αφυδατώνουμε. Ν’ αρχίζουμε τις εκπτώσεις και τους συμβιβασμούς. Να φοβόμαστε τι θα πει ο ένας κι ο άλλος και να τα μικραίνουμε, να τα μικραίνουμε, μέχρι που να γίνονται ένα γιουβέτσι και ένα κομμάτι μπακλαβάς». Ο Οσβάλντο δεν έβαλε φρένο τελικά σε κανένα όνειρό του και διάλεξε αυτό που πραγματικά επιθυμούσε. Γι’ αυτό προσωπικά θα τον σέβομαι για πάντα. Για την ωραία του αλητεία. Την γαματοσύνη του και φυσικά το γεγονός πως έκανε αυτό που γούσταρε χωρίς να νοιαστεί για τις συνέπειες. Μόνο που στην δική του περίπτωση δεν υπάρχει «ζάχαρη στην άκρη», μπακλαβάδες και γιουβέτσι, αλλά μπάρμπερκιου με μπριζόλες, μπύρες και πολλή ροκ μουσική.

Ματ Γιάνσεν: O ποδοσφαιριστής που έχασε μια καριέρα και κέρδισε μια ήρεμη ζωή

  [1 Σχόλιο]

Στις 2 Μαΐου του 2001 στο Ήγουντ Παρκ η γηπεδούχος Μπλάκμπερν υποδέχτηκε την Πρέστον σε ένα ιστορικό -για την ίδια- παιχνίδι. Οι γηπεδούχοι, αν έπαιρναν το τρίποντο, θα σφράγιζαν και μαθηματικά την άνοδο στην Πρέμιερ Λιγκ, αποφεύγοντας  έτσι την, πάντα δύσκολη, διαδικασία των πλέι-οφ. Το γεγονός μάλιστα πως πριν λίγους μήνες ο λατρεμένος πρόεδρος της ομάδας, Τζακ Γουόκερ, είχε αφήσει την τελευταία του πνοή, μετά από σκληρή μάχη με τον καρκίνο, είχε δώσει στην αναμέτρηση ένα πανηγυρικό χαρακτήρα, μιας και όλοι ήθελαν να αφιερώσουν στον εκλιπόντα την νίκη και φυσικά την άνοδο. Άλλωστε μία απ’ τις αγαπημένες φράσεις που χρησιμοποιούσε αρκετά συχνά ο Γουόκερ ήταν το ‘Think Big‘ και όλοι στο Μπλάκμπερν, εκείνη τη μέρα, έκαναν μεγάλα όνειρα για την πορεία της ομάδας. Δεν μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά άλλωστε, μιας και η ομάδα του Γκρέαμ Σούνες, ήταν μια ανάσα από μια -πανάξια- άνοδο, στο κορυφαίο πρωτάθλημα της Ευρώπης.

Mε το σκορ στο 0-0, και την αναμέτρηση να μπαίνει σιγά-σιγά στο κρίσιμο τελευταίο τέταρτο, όλα έδειχναν πως το τρίποντο δεν ήταν εφικτό εκείνη την μέρα, γεμίζοντας με περίσσιο άγχος οπαδούς, προπονητικό τιμ, και φυσικά τους ποδοσφαιριστές, για την συνέχεια και την σκληρή μάχη της ανόδου. Όλα αυτά μέχρι το 73′. Μετά από κόρνερ, η μπάλα δεν θα φύγει ποτέ απ’ την περιοχή της Πρέστον, με το αγγλικό λαγωνικό, που ακούει στο όνομα Ματ Γιάνσεν να σκοράρει με υπέροχη κεφαλιά και να γράφει το 1-0, προκαλώντας πανζουρλισμό στις εξέδρες. Αυτό ήταν και το αποτέλεσμα, με τους παίκτες και τους φιλάθλους να γίνονται ένα κουβάρι με το τελικό σφύριγμα. Ο στόχος είχε πλέον επιτευχθεί. Ο Τζακ Γουόκερ μπορούσε να χαμογελάσει από ψηλά και η Πρέμιερ Λιγκ ήταν πανέτοιμη να υποδεχτεί -και πάλι- τους πρωταθλητές του 1995. Το γκολ του Άγγλου επιθετικού ήταν ένα απ’ τα συνολικά 24 εκείνης της σεζόν. Μια σεζόν που τον είχε βρει πρώτο σκορ στην Τσάμπιονσιπ, μαζί με τον Λουίς Σαχά της πρωταθλήτριας Φούλαμ, και έβαζε το όνομά του ολοένα και περισσότερο στα χείλη των φιλάθλων ολόκληρης της χώρας αλλά και στο μυαλό του Σβεν Γκόραν Έρικσον, για τις επιλογές του στην εθνική ομάδα. Ο Ματ Γιάνσεν άλλωστε, στα 24 του χρόνια, έδειχνε να είναι πανέτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ, κάτι που -αν ρωτάτε εμένα- βάσει ταλέντου, εννοείται πως το άξιζε.

‘Όταν οι άνθρωποι κάνουν όνειρα, ο Θεός τα βλέπει και γελά’. Αυτή είναι μια φράση που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να μιλήσουμε για μια κακοτυχία. Για μια αποτυχία. Για μια ανώτερη δύναμη που στάθηκε τροχοπέδη σε κάτι καλό. Είναι στην ανθρώπινη φύση άλλωστε να ψάχνει δικαιολογίες για καθετί καλό ή κακό και είναι επίσης στην ανθρώπινη φύση να μάθει να ζει με αυτές. ‘Είναι η ζωή που μας στήνει παγίδες’ όπως θα γνωρίζετε άλλωστε όλοι όσοι έχετε δει το καλτ αριστούργημα του Σταύρου Τσιώλη ‘Ας περιμένουν οι γυναίκες’. Αν και για τον Γιάνσεν, δεν έφταιξε καμία γυναίκα για να ακριβολογούμε, αλλά η κακή του τύχη και μια όχι δική του επιλογή που του άλλαξε όμως ολόκληρη την ζωή και την κοσμοθεωρία.

Ο Ματ Γιάνσεν γεννήθηκε στην περιοχή Καρλάιλ, στην Κάμπρια, κι από μικρός ήταν φανατικός με την Νιουκάστλ και το ποδόσφαιρο. Ασχέτως αν υπήρξε και πολύ καλός παίκτης του ράγκμπι στα σχολικά του χρόνια. Όπως έχει δηλώσει σε παλιότερη συνέντευξή του, αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής μετά από εκείνο το 5-0 της Νιουκάστλ, επί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, το 1995. ‘Είχα βρεθεί στο γήπεδο εκείνη τη μέρα με τα φιλαράκια μου φορώντας την φανέλα της αγαπημένης μου ομάδας και είδα να διαλύουμε την ομάδα του Σερ Άλεξ. Ήμουν μόλις 17 ετών και είχα ξεκινήσει να παίζω για την Καρλάιλ και τα πήγαινα πολύ καλά. Είχα μόλις βρει τι θα έκανα για την υπόλοιπη ζωή μου. Θα παίζω ποδόσφαιρο’. Το ’98 κι αφού έχει φτιάξει ήδη το όνομά του με την ομάδα της γενέτειράς του θα ενδιαφερθούν γι’ αυτόν δύο ομάδες. Απ’ τη μία η Κρίσταλ Πάλας – και απ’ την άλλη η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Φέργκιουσον ήθελε σαν τρελός τον νεαρό Άγγλο, σε μια περίοδο που είχε στην ομάδα του την καλύτερη φουρνιά βρετανών παικτών της τελευταίας 15ετίας, βλέποντας στο πρόσωπό του τον παίκτη που θα αντικαθιστούσε σιγά-σιγά τους Τέντι Σέριγχαμ, Ντουάιτ Γιορκ και Άντι Κόουλ. Ο Γιάνσεν όμως ήθελε να παίζει. Δεν ήθελε να είναι κάποιος που θα ζέσταινε τον πάγκο και στο Ολντ Τράφορντ εκείνη την περίοδο κανένας δεν μπορούσε να του υποσχεθεί κάτι τέτοιο. Κάπως έτσι έγινε παίκτης της Πάλας, με το ποσό να αγγίζει το 1 εκατομμύριο λίρες. Η σύντομη -αλλά εξαιρετική- παρουσία που στο Σέλχαρτ Παρκ θα ωθήσει την Μπλάκμπερν να βγάλει απ’ τα ταμεία της σχεδόν 5 εκατομμύρια λίρες, τον Γενάρη του ’99, πιστεύοντας στο ταλέντο του ανερχομένου επιθετικού.

Την σεζόν 2001-2002, ο Γιάνσεν ήταν ένας από αυτούς τους παίκτες που, αν έβλεπες φανατικά Πρέμιερ Λιγκ, δεν μπορούσες να μην ασχοληθείς μαζί τους. Το ωραίο του παρουσιαστικό. Η εξαιρετική του τεχνική. Τα όμορφα τέρματα που φόρτωνε τις αντίπαλες εστίες, αλλά και η εξαιρετική του ηλικία, έδειχναν πως θα μας απασχολούσε για πάρα πολύ καιρό. Όταν κέρδισε και τον πρώτο του σημαντικό τίτλο, το Λιγκ Καπ του 2002 απέναντι στην ομάδα που όλοι θέλουν για αντίπαλο σε τελικούς (την Τότεναμ δηλαδή) σκοράροντας και στον τελικό, άρχισε να χτυπά δυνατά, ακόμα και την πόρτα της εθνικής. Μιας εθνικής που σε λίγους μήνες θα ταξίδευε στο Μουντιάλ της Ιαπωνίας και της N. Κορέας με ένα ρόστερ γεμάτο από αστέρες και στόχο -τι άλλο;- ακόμα μια πρωτιά. Στις 17 Απριλίου ο Έρικσον θα πάρει μαζί του τον Γιάνσεν στο Άνφιλντ, για το φιλικό κόντρα στην Παραγουάη, αλλά λίγη ώρα πριν το παιχνίδι ο νεαρός θα μείνει εκτός αποστολής επειδή είχε προσβληθεί από γαστρεντερίτιδα και, όπως ήταν φυσικό, δεν θα μπορέσει να αγωνιστεί και να κάνει το ντεμπούτο, αντ’ αυτού θα δει τον Ντάριους Βασέλ να περνάει ως αλλαγή (τι έχουμε ζήσει κι εμείς) και να κερδίζει και μια θέση για το Μουντιάλ. Λίγο καιρό αργότερα, μετά το παιχνίδι του Άνφιλντ, ανάμεσα στην Λίβερπουλ και την Μπλάκμπερν για το πρωτάθλημα, ο εκλέκτορας της Αγγλίας θα οριστικοποιήσει πως δεν θα πάρει μαζί του στο Μουντιάλ τον Γιάνσεν (ή κάποιον άλλο επιθετικό), αλλά ακόμα έναν στόπερ, προκαλώντας σύγχυση στα βρετανικά ταμπλόιντς. Κάπως έτσι, ο Μάρτιν Κίον, της Άρσεναλ, θα πάρει την -σχεδόν- σίγουρη (για πολλούς) θέση του Γιάνσεν, με το νεαρό να ταξιδεύει απογοητευμένος, με την κοπέλα του, όχι  στα γήπεδα του Μουντιάλ, αλλά στα αξιοθέατα της Ρώμης. Για να ηρεμήσει και να ξεπεράσει αυτή την -ποδοσφαιρική- απόρριψη, στο ταξίδι, αναψυχής, που -δυστυχώς- έμελλε να του αλλάξει ολόκληρη την ζωή.

Ο Γιάνσεν και η Λούσι (η κοπέλα του εκείνο τον καιρό – που στις μέρες μας είναι γυναίκα του) θα νοικιάσουν ένα μοτοποδήλατο και με αυτό θα αρχίσουν να τριγυρνούν σε ολόκληρη την Ρώμη. Είναι χαμογελαστοί, νέοι, πλούσιοι και ερωτευμένοι άλλωστε. Όλα αυτά μέχρι εκείνο το καταραμένο σταυροδρόμι. Εκεί που σταμάτησαν για μερικές στιγμές και είδαν ένα ταξί να πέφτει πάνω τους ενώ βρίσκονταν και οι δυο πάνω στο δίκυκλο. Η Λούσι θα τραυματιστεί ευτυχώς ελαφρά, με τον Γιάνσεν όμως να μένει 6 μέρες σε κώμα μετά την σφοδρή σύγκρουση. Η αποκατάσταση του παίκτη ήρθε αργά αλλά σταθερά και η επιστροφή του έγινε στα μέσα της επόμενης σεζόν (μετά από 6 μήνες) χωρίς καθόλου κινητικά προβλήματα. Ο παίκτης όμως δεν μπορούσε να αγωνιστεί αν και οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν κανένα πρόβλημα. Αιτία ήταν τα ψυχολογικά θέματα που του είχε αφήσει το ατύχημα. Για την ακρίβεια, δεν μπορούσε με τίποτα να βρει ξανά τον κανονικό του -ποδοσφαιρικό- εαυτό. Η δύσκολη καθημερινότητα με ψυχολόγους δεν μπορούσε να  τον βοηθήσει στο να ξαναβρεί την φόρμα του και την δύναμη που χρειάζεται για να σταθεί κάποιος, ως παίκτης, στο κορυφαίο επίπεδο. Οι συμμετοχές άρχισαν μοιραία να μειώνονται και μια πορεία σε ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών (κυρίως ως δανεικός) ήταν ο μοναδικός τρόπος για να συνεχίσει ο Γιάνσεν να κάνει αυτό που αγαπούσε. Για να προσπαθήσει να το κάνει. Ουσιαστικά η καριέρα του παίκτη τελείωσε σε εκείνο το ατύχημα στην Ρώμη. Στην ίδια πόλη που ουσιαστικά τελείωσε και η καριέρα του μεγαλύτερου Άγγλου ποδοσφαιριστή των τελευταίων 30 ετών. Μόλις στα 24 του χρόνια. Από εκείνο το σημείο και έπειτα το μόνο που βλέπαμε απ’ τον ίδιο ήταν μερικές καλές παρενθέσεις σε ένα μέτριο και κακογραμμένο ‘ποδοσφαιρικό κείμενο’ λιγοστών συμμετοχών.

Τι θα είχε γίνει αν ο Σβεν Γκόραν Έρικσον είχε επιλέξει τον Γιάνσεν για την τελική 23αδα του Μουντιάλ του 2002 κανένας δεν το γνωρίζει και κανένας δεν θα το μάθει. Είναι από αυτές τις στιγμές που η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια σε βάρος των ανθρώπων και μέσα από αυτά μετρά τις πραγματικές τους δυνάμεις. Ο Γιάνσεν με τον καιρό ξεπέρασε τελικά τα προβλήματά του. Παντρεύτηκε την γυναίκα της ζωής του (που του στάθηκε στην δυσκολότερη περίοδο για τον ίδιο) και ζει μια ήρεμη ζωή στo Λανκασάιρ και το Σόρλεϊ, από το μετερίζι πλέον του προπονητή ακαδημιών και της ομάδας της πόλης στην 6η κατηγορία της Αγγλίας. Μακριά από το άγχος και τα προβλήματα που βρίσκεις στο κορυφαίο επίπεδο. Ως ένα απλό παιδί, απ’ τα αγαπημένα, για τους περισσότερους, της πόλης του. Εκεί θα τον βρεις στην αγαπημένη του παμπ να βλέπει τη Νιουκάστλ και να παίζει μπιλιάρδο, με φίλους και οπαδούς διαφόρων ομάδων, κάνοντας χαβαλέ. Θα σου μιλήσει για το κολασμένο κοντρόλ του Μαρκ Χιούζ όταν υπήρξαν συμπαίκτες στα ‘ρόδα’. Για τις γκολάρες που πέτυχε με τα χρώματα της Κρίσταλ Πάλας και της Μπλάκμπερν. Για το Λιγκ Καπ του 2002 στο Κάρντιφ και πως είναι να παίζεις σε ένα τελικό. Και φυσικά για το πως είναι να απορρίπτει κάποιος άσημος νεαρός τον κορυφαίο προπονητή στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ για να παίξει στο Σέλχαρστ Παρκ με την φανέλα της Πάλας. Ίσως σου πει επίσης, πως είναι να κερδίζεις και το μεγαλύτερο στοίχημα που μπορεί να βάλει κάποιος. Αυτό της ίδιας του της ζωής, απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, για να καταλήξει να είναι πραγματικά ευτυχισμένος μετά από ένα σωρό προβλήματα.

Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Deuce του Ιρλανδού Θεού, Rory Gallagher

Η ποδοσφαιρική οικογένεια Κιέζα

  [4 Σχόλια]

Το ιταλικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας παράδεισος μεγάλων παικτών. Ό,τι κορυφαίο κυκλοφορούσε στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά περνούσε από κάποια ιταλική ομάδα και όχι αποκλειστικά μόνο από τις μεγάλες. Ένα πρωτάθλημα δύσκολο, συναρπαστικό, με πολλούς υπερ-ήρωες. Μέσα όμως σε αυτή την πλημμύρα αστεριών, πάντα υπήρχαν λιγότερο προβεβλημένοι ήρωες, μεγάλοι παίκτες που έγραφαν καριέρες κυρίως ως πρωταγωνιστές β’ ανδρικού ρόλου. Ένας τέτοιος ήταν ο Ενρίκο Κιέζα.

Στο δύσκολο ιταλικό πρωτάθλημα, ο Κιέζα δεν είχε τα σωματικά προσόντα για να σε εντυπωσιάζει βλέποντάς τον στο γρασίδι. Όταν όμως έπαιρνε την μπάλα, τα πράγματα άλλαζαν. Γρήγορος και ικανός και με τα δύο πόδια, κυρίως όμως «ήξερε ποδόσφαιρο». Μοχθούσε στο γήπεδο, δεν φοβόταν τις επαφές, βρισκόταν συχνά εκεί που έπρεπε και τελείωνε γρήγορα τις φάσεις, χωρίς δεύτερη σκέψη, σε μια λίγκα που ο αμυντικός δεν σε άφηνε να αναπνεύσεις. Ένας ιδανικός παρτενέρ για κάθε επιθετικό, παίκτης που δεν ήταν βεντέτα, τον ένοιαζε η ομάδα και ας σκόραρε ο συμπαίκτης του περισσότερο, ενώ αυτός τραβιόταν στο πλάι για να ανοίξει διαδρόμους και να μοιράσει ασίστ.

Γενοβέζος στην καταγωγή, ξεκίνησε την καριέρα του στην Σαμπντόρια χωρίς όμως να τα βρει εύκολα. Πήγε δανεικός σε ομάδες Δ’, Γ’ και Β’ εθνικής και τελικά κατάφερε να κάνει το ξεπέταγμα στις Μόντενα και Κρεμονέζε και να πείσει την Σαμπ να του δώσει ακόμα μία ευκαιρία. Ο Κιέζα μπορούσε να παίξει στα πλάγια, αλλά όσο πιο κοντά στην εστία τον έβαζες, τόσο περισσότερο σκόραρε. Η τελευταία του χρονιά στη Γένοβα ήταν και και η καλύτερη. Βγήκε 3ος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 22 γκολ έχοντας μια εξαιρετική συνεργασία με τον Μαντσίνι, ξεπερνώντας παίκτες όπως ο Μπατιστούτα ή ο Μπίρχοφ, αλλά η Σαμπντόρια έχασε οριακά την έξοδο στην Ευρώπη. Ο Αντσελότι τον έφερε στην Πάρμα, ο Κιέζα ήταν επιτέλους σε μια ομάδα με σπουδαίους παίκτες και την επόμενη τριετία πήρε μια 2η θέση, κέρδισε ένα κύπελλο, ένα Σούπερ Καπ και φυσικά ένα ΟΥΕΦΑ στο οποίο ο Κιέζα βγήκε πρώτος σκόρερ και έβαλε γκολ στον τελικό. Η συνεργασία του με τον Κρέσπο ήταν ιδανική, οι ασίστ και τα γκολ πολλά, ο χαρακτήρας του εξαιρετικός. Ο Φάμπιο Καπέλο τον παρομοίωσε ως συνδυασμό Τζίτζι Ρίβα και Πάολο Ρόσι.

Σέντρα Βερόν, Κρέσπο αφήνει, Κιέζα μπουμπουνίζει στο «Γ»

Στη Φλωρεντία σκέφτηκαν «αφού το κάνει με τον Κρέσπο γιατί όχι και με τον Μπατιστούτα» κι ο Κιέζα άλλαξε και πάλι πόλη.  Δεν έκανε καλό ντεμπούτο στη Φιορεντίνα, χάνοντας συχνά τη θέση του από τον Μιγιάτοβιτς και η πρώτη σεζόν ήταν μέτρια. Ο Μπατιγκόλ όμως θα άφηνε τη Φιορεντίνα για τη Ρώμη κι ο Κιέζα κατέληξε να γίνει ο… μοναχικός λύκος στην επίθεση της Φιορεντίνα. Σε μια Φιορεντίνα σε φθίνουσα πορεία, ο Ρουί Κόστα και ο Κιέζα ήταν τα διαμάντια της ομάδας και ο Ενρίκο σκόραρε 22 φορές στο πρωτάθλημα, ενώ κατέκτησε ακόμα ένα κύπελλο το 2001. Δυστυχώς γι’ αυτόν, τα χρόνια είχαν αρχίσει να περνούν, οι τραυματισμοί που πάντα τον ταλαιπωρούσαν ήταν όλο και πιο συχνοί και παρά την τρομερή του αξία και αναγνώριση, δεν είχε κατακτήσει ένα πρωτάθλημα στα πιο παραγωγικά του χρόνια.

Ο οικονομικός και αγωνιστικός κατήφορος της Φιορεντίνα τον οδήγησε στην Λάτσιο χωρίς όμως να παίξει καλά. Αρκετοί βιάστηκαν να τον θεωρήσουν τελειωμένο, αλλά ο Κιέζα είχε ακόμα να προσφέρει πράγματα στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Στα 33 του γύρισε στην Τοσκάνη, αυτή τη φορά στη Σιένα και παρά τα χρονάκια του συνέχισε να σκοράρει και έγινε κι εκεί αγαπητός. Τις τρεις πρώτες χρονιές του έβαλε διψήφιο αριθμό γκολ και έπαιξε τελικά μέχρι τα 38 του εκεί, είδωλο των ντόπιων οπαδών. Άνθρωπος που αγαπούσε την μπάλα, κρέμασε τα παπούτσια στα 40 του τελικά. Η καριέρα του Κιέζα είχε παραπάνω από 500 παιχνίδια και περίπου 200 γκολ, τόσο με το αριστερό, όσο και με το δεξί και με χειρουργικό τελείωμα, δίχως ανάσα, πολλές φορές σε κάποιο παραθυράκι εστίας, ένα πόδι-διαβήτης.

Κάπου εδώ κανονικά θα τελείωνε το κείμενο, θα αγκαλιαζόμασταν για τα παλιά, θα λέγαμε πόσο χάλια είναι το ιταλικό ποδόσφαιρο πια και όλα καλά. Μόνο που το όνομα Κιέζα δεν ανήκει (μόνο) στο παρελθόν. Ο Φεντερικό Κιέζα, μόλις 20 ετών, προσπαθεί να ξεπεράσει την ταμπέλα του νεποτισμού και να αφήσει το δικό του στίγμα στο ποδόσφαιρο. Μάλιστα προσπαθεί να το κάνει σε μια ομάδα που ο μπαμπάς τίμησε. Στη Φιορεντίνα.

Πρώτη φορά τον είδα στο ματς με τον ΠΑΟΚ για το Γιουρόπα Λιγκ. Άκουσα το όνομα, είδα τις κινήσεις, σκέφτηκα «βρε λες;» και μετά έψαξα και βεβαιώθηκα. Ο Κιέζα τζούνιορ έχει ακόμα να δείξει πολλά, αλλά τα πρώτα δείγματα είναι θετικά. Διεθνής με τις μικρές εθνικές, βρίσκει όλο και περισσότερο χρόνο συμμετοχής στους Βιόλα. Ένα σημαντικό γκολ επί της Γιουβέντους αρχικά χρεώθηκε σε αυτόν, αλλά του το πήραν πίσω μετά τα ριπλέι, το μέλλον όμως του ανήκει. Στο 3-3 με την Τζένοα σκόραρε το δεύτερό του γκολ, στο ίδιο ματς που σκόραρε κι ο γιος Σιμεόνε και μαζί μας έκαναν να νιώσουμε πολύ γέροι.

Στο παιχνίδι της Φιορεντίνα με την ΣΠΑΛ σημείωσε το 2ο γκολ του για τη σεζόν 2017-18 γράφοντας το 3-0 για την ομάδα του. Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η κίνησή του μετά. Ο Φεντερίκο έφυγε για τον πάγκο και πήγε και αγκάλιασε έναν πιτσιρικά, ένα από τα ball boys της Φιορεντίνα. Δεν ήταν όμως κάποιο τυχαίο παιδάκι. Ήταν ο μικρός του αδερφός Λορέντσο, άξιο μέλος κι αυτός της οικογένειας Κιέζα. Οι πιο παλιοί θυμήθηκαν κάτι και άρχισαν να ψάχνουν το αρχείο. Τότε που ο μπαμπάς Ενρίκο φορώντας τη φανέλα της Σιένα είχε αγκαλιάσει ένα άλλο ball boy. Τον μικρό τότε Φεντερίκο. Κι η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται…

Το τέλος του κόσμου κι ο Κάρλος Ρόα

  [4 Σχόλια]

Στη μουσική υπάρχει ο όρος «one hit wonder» για καλλιτέχνες ή μπάντες που έκαναν τρομερή επιτυχία με ένα τραγούδι και μετά το απόλυτο χάος. Από τον… Vanilla Ice και τις 4 Non Blondes μέχρι τους Bombfunk MC’s, η μουσική βιομηχανία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Στο ποδόσφαιρο δεν ξέρω αν υπάρχει αντίστοιχος όρος, άλλωστε με ένα γκολ είναι δύσκολο να κάνεις καριέρα, αλλά έχουμε δει δεκάδες ποδοσφαιριστές να κερδίζουν εντυπώσεις σε μία διοργάνωση ή μία σεζόν, να παίρνουν μια μεταγραφή και μετά να εξαφανίζονται, κινούμενοι στη μετριότητα. Συνήθως όλοι αυτοί (καλλιτέχνες και αθλητές) δεν ήταν μάλλον τόσο καλοί, συνέπεσαν σε μια περίοδο που τους πήγαν όλα καλά, ήταν τυχεροί, πείτε το όπως θέλετε. Ο πρωταγωνιστής της σημερινής μας ιστορίας όμως, είναι μία κατηγορία μόνος του. Γιατί ενώ έχει όλα τα τυπικά προσόντα του «one hit wonder» (έφτασε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα στην κορυφή), στην πραγματικότητα θα μπορούσε να κάνει πολύ πιο σπουδαία πράγματα αν μόνος του δεν κατέστρεφε το μέλλον του. Αυτή είναι η πολύ περίεργη ιστορία του Κάρλος Άνχελ Ρόα, ενός σπουδαίου τερματοφύλακα και ακόμα πιο περίεργου ανθρώπου.

Παρ’ ότι γεννήθηκε στη Σάντε Φε, δεν έπαιξε μπάλα σε κάποια από τις ομάδες της. Φόρεσε τα γάντια του στη Ράσινγκ Κλουμπ, παίρνοντας την πρώτη του συμμετοχή μόλις στα 19 του, όταν ο μεγάλος «Πάτο» Φιλιόλ αποβλήθηκε σε ένα παιχνίδι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Ρόα έπαιξε μέχρι το 1994 στη Ράσινγκ και κατά τη διάρκεια της καριέρας του εκεί, συνέβη το πρώτο περίεργο. Τον Αύγουστο του 1990 η Ράσινγκ ταξίδεψε στην Αφρική για να κάνει εκεί ορισμένα φιλικά με ομάδες όπως η εθνική Μπενίν, το Τόγκο κι η Μπουρκίνα Φάσο. Ο Κάρλος Ρόα επιστρέφοντας από το Κονγκό εμφάνισε συμπτώματα ελονοσίας κι έφτασε ένα βήμα πριν το θάνατο. Η ασθένεια στην Αργεντινή ήταν πρακτικά άγνωστη και δεν υπήρχαν τα κατάλληλα φάρμακα για να θεραπευθεί, ενώ οι γιατροί που ήξεραν μόνο από τα βιβλία του έδωσαν εξιτήριο πολύ νωρίς. Αποτέλεσμα, ο Ρόα να επιστρέψει σε χειρότερη κατάσταση στο νοσοκομείο κι οι γονείς του αναγκάστηκαν να φέρουν τα φάρμακα από τη Βραζιλία. Ο πρόεδρος της Ράσινγκ δήλωσε ότι Ρόα αρνήθηκε να τα πάρει εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, κάτι που ο Ρόα πάντως το διέψευσε. Έτσι κι αλλιώς όμως, ο ίδιος θεώρησε ότι σώθηκε από θαύμα. Η πίστη του στον Θεό έγινε πολύ πιο έντονη.


«Η κατάκτηση της Αφρικής», τίτλος της εποχής για την τουρνέ στην Αφρική

Ο Ρόα έχασε μια σεζόν περίπου, επέστρεψε βασικός μετά τη φυγή του Γκοϊκοετσέα και τελικά το 1994 πήρε μεταγραφή στη Λανούς, σε μια απόφαση που άλλαξε την καριέρα του. Εκεί συνέπεσε σε μία χρυσή εποχή του συλλόγου, με το νεαρό τότε Έκτορ Ραούλ Κούπερ να κάνει σπουδαία δουλειά και συμπαίκτες καλούς παίκτες όπως ο Αριέλ Ιμπαγάσα και οι Μοράλες και Σούρερ. Όπως φυσικά ξέρουμε, ομάδα του Κούπερ και αυτοκτονία είναι έννοιες συνυφασμένες, ο Ρόα άγγιξε ένα πρωτάθλημα, αλλά το έχασε. Πρόλαβε όμως στη θητεία του να σημειωσει και το πρώτο του γκολ, με πέναλτι απέναντι στο… συνάδελφό του Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ. Το 1997 ο Κούπερ πηγαίνει στη Μαγιόρκα και για να υπογράψει, βάζει όρο στους νησιώτες να πάρουν τον «Λετσούγκα» (παρατσούκλι που σημαίνει μαρούλι, μια που ο Ρόα ήταν vegetarian πολύ πριν γίνει… μόδα,) για να τους βρει ένα χρόνο αργότερα κι ο Ιμπαγκάσα. Το 1997-98 είναι η χρονιά του… wonder για τον Ρόα.

Η νεοφώτιστη Μαγιόρκα του Έκτορ του Ραούλ του Κούπερ, με παίκτες όπως οι Στάνκοβιτς και Βαλερόν, κάνει μια συγκλονιστική σεζόν που τη φέρνει στην 5η θέση του πρωταθλήματος, ενώ φτάνει και στον τελικό του Κόπα ντελ Ρέι στο Μεστάγια απέναντι στην Μπάρτσα του φαν Χάαλ. Αν αγαπητέ αναγνώστη περιμένεις happy ending σε τελικό με Κούπερ, μάλλον είσαι αισιόδοξος. Η Μαγιόρκα ανοίγει το σκορ στο 6′, ισοφαρίζεται από το Ριβάλντο, μένει με 10 παίκτες αρχικά και στην παράταση με 9. Κι όμως, καταφέρνει και κρατάει το 1-1 πηγαίνοντας το ματς στα πέναλτι.

Ένα βίντεο γεμάτο παιχταράδες (τα πέναλτι ξεκινούν περίπου στο 8.30)

Ο Ρόα αποκρούει τα πέναλτι των Ριβάλντο και Θελάδες και σκοράρει ο ίδιος στο 5ο και κρίσιμο. Στη συνέχεια αποκρούει το 6ο πέναλτι του Λουίς Φίγκο. Τι άλλο να κάνει ο άνθρωπος; Ο Στάνκοβιτς όμως στέλνει την μπάλα άουτ και η διαδικασία συνεχίζεται με την Μπαρσελόνα να κατακτά το κύπελλο χάρη και στον Χεσπ που κάνει τελικά κι αυτός τρεις αποκρούσεις. Η Μαγιόρκα αγγίζει το θαύμα. Ο Ρόα πάντως με την απόδοσή του έχει κερδίσει την κλήση στην εθνική ομάδα για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Πασαρέλα τον προτιμά από τον Χερμάν Μπούργκος και τον Καβαγιέρο και δικαιώνεται. Η Αργεντινή περνάει με τρεις νίκες από τον όμιλό της και ο Κάρλος Ρόα δεν δέχεται κανένα γκολ.

Στη φάση των 16 έχουμε ένα από καλύτερα παιχνίδια σε Μουντιάλ, το περίφημο Αργεντινή-Αγγλία με μερικές ιστορικές φάσεις. Μπατιστούτα-Ζανέτι, Σίρερ-Όουεν σκοράρουν και το παιχνίδι μετά από 120 λεπτά πηγαίνει στα πέναλτι. Ο Πασαρέλα πλησιάζει τον Ρόα και του λέει: «Πρέπει να κερδίσουμε στα πέναλτι, ε» και τον χτυπάει στην πλάτη, σαν να του λέει «κανόνισε να μην περάσουμε και θα δεις». Ο Ρόα νιώθε όλο το βάρος πάνω του, αλλά αν περιμένεις φίλε αναγνώστη καλή κατάληξη για την Αγγλία στα πέναλτι, πάλι κάνεις λάθος. Ο Σίμαν πιάνει το πέναλτι του Κρέσπο, αλλά ο Ρόα είναι σε τρομερή κατάσταση. Αποκρούει τα πέναλτι τόσο του Ινς, όσο και του Μπάτι. Η Αργεντινή παίρνει την πρόκριση κι ο Ρόα γίνεται εθνικός ήρωας, ο νέος Γκοϊκοετσέα. Μπορεί στη συνέχεια η χώρα να πικραίνεται από τον αποκλεισμό στο τέλος από την Ολλανδία (ναι, ο Ρόα είναι ο τερματοφύλακας σε αυτό το γκολ του Μπέργκαμπ), αλλά ο Λετσούγκα θεωρείται πλέον από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στον κόσμο.

Η Μαγιόρκα κάνει μια ακόμα εξαιρετική σεζόν και τερματίζει 3η το 1999. Ο Ρόα είναι σταθερά στους διακριθέντες, είναι ο τερματοφύλακας που δέχεται τα λιγότερα γκολ στην Πριμέρα, παίρνοντας το βραβείο Θαμόρα. Είναι ο μόλις τρίτος μη Ισπανός που το κατακτά. Το καλοκαίρι του 1999 ξεκινάει το τέλος του όμως. Ο Σμάιχελ φεύγει από τη Γιουνάιτεντ και ο σερ Άλεξ ψάχνει τον αντικαταστάτη του. Οι Άγγλοι προσφέρουν 10 ολόκληρα εκατομμύρια (τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής) και φυσικά η Μαγιόρκα δεν λέει όχι. Αυτός που λέει όχι όμως είναι ο Ρόα. Ανήκει στην εκκλησία των Ανβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας, μια εκκλησία Προτεσταντών που θεωρούν ότι το Σάββατο είναι η έβδομη ημέρα της εβδομάδας και μάλιστα ιερή. Ο Ρόα λέει ότι δεν μπορεί να πάει στην Αγγλία και να παίζει το Σάββατο κι ότι ήταν κακός Χριστιάνος όταν το έκανε. Λίγο αργότερα αρνείται να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Μαγιόρκα (που ας μην ξεχνάμε ότι είχε κερδίσει τη συμμετοχή της στο Τσάμπιονς Λιγκ) και δηλώνει ότι σταματάει το ποδόσφαιρο (στα 29 του) για να αφοσιωθεί στη θρησκεία του. Πολλοί άνθρωποι του ποδοσφαίρου προσπαθούν να τον μεταπείσουν, ακόμα κι ο προπονητής της εθνικής Χοσέ Πέκερμαν. Αυτός δεν αλλάζει γνώμη.


«Ποτέ δεν ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής και δεν μου λείπει το ποδόσφαιρο. Είμαι χαρούμενος χωρίς το ποδόσφαιρο. Βρίσκομαι σε ψυχική ηρεμία γιατί έβγαλα ένα βάρος από πάνω μου και το έκανα από αγάπη.»
– Κάρλος Ρόα, σε συνέντευξή του στην Ole

Γίνεται όμως ακόμα καλύτερο. Ο Ρόα δεν σταματά απλά το ποδόσφαιρο. Εγκαταλείπει τα εγκόσμια, αφήνει πίσω τα υπάρχοντά του και εξαφανίζεται. Πιστεύει ότι το Μιλένιουμ, σηματοδοτεί και το τέλος του κόσμου ή μάλλον καλύτερα, το τέλος των αμαρτωλών, καθώς υπάρχει η πεποίθηση στη θρησκεία του ότι ο Χριστός θα επιστρέψει στη Γη και μόνο οι σωστοί Χριστιανοί θα γλιτώσουν. Ο Ρόα γίνεται πάστορας κάπου στην εξοχή της Αργεντινής, απομονωμένος μαζί με την οικογένειά του, για να προσευχηθεί και να έρθει κοντά στον Θεό. Τελικά, το 2000 έρχεται, ο κόσμος κι οι υπολογιστές δεν καταστρέφονται και τον Απρίλιο ο Ρόα επιστρέφει στην Ισπανία και την μπαλίτσα, παρά τα όσα έλεγε σε συνέντευξή του. Η Μαγιόρκα τον δέχεται πίσω με αγάπη, αλλά ο Ρόα είναι κάθετος: Δεν θα αγωνίζεται τα Σάββατα, εκτός κι ο αγώνας είναι βραδινός. Μια που η Μαγιόρκα παίζει στους ομίλους, πολλά παιχνίδια της γίνονται Σάββατο, ενώ ήδη αγωνίζεται βασικός ο συμπατριώτης του Λέο Φράνκο.

Ο Ρόα όπως είναι φυσικό γίνεται παγκίτης, καθώς εκτός των άλλων έχει χάσει και τη φόρμα του. Μένει μέχρι το τέλος του συμβολαίου του και στη συνέχεια πηγαίνει στη Σεγόυντα και την Αλμπαθέτε. Εκεί βρίσκει τον εαυτό του, παίζει σε αρκετά παιχνίδια και κερδίζει την άνοδο στην Πριμέρα. Τα πράγματα φαίνονται να επιστρέφουν σε κανονικούς ρυθμούς, αλλά οι περιπέτειες δεν έχουν τελειώσει. Τη σεζόν 2003-04 και ενώ αγωνίζεται βασικός στην Αλμπαθέτε, αρχίζει να έχει πόνους στους κοιλιακούς ή έτσι νομίζει. Αφού οι γιατροί αρχικά δεν βγάζουν άκρη, οι εξετάσεις όμως δείχνουν την άσχημη αλήθεια. Καρκίνος στους όρχεις. Η Ισπανία τελειώνει οριστικά και απότομα. Ο Ρόα κάνει επέμβαση και συνεχίζει με χημειοθεραπείες.

Ο «Λετσούγκα» μένει εκτός δράσης σχεδόν για 2 σεζόν και φυσικά γνωρίζει ότι η καριέρα του έχει τελειώσει. Τουλάχιστον σε υψηλό επίπεδο, καθώς επιστρέφει στην ενεργό δράση με τη φανέλα της Ολίμπο (συναντώντας και τον Ισμαέλ Μπλάνκο). Φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τον παλιό τερματοφύλακα και απλά γράφει το τέλος του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Μετά το κρέμασμα των γαντιών του, ακολούθησε ως βοηθός του Ματίας Αλμέιδα σε διάφορες ομάδες, μέχρι να γίνει προπονητής τερματοφυλάκων στη Γουαδαλαχάρα. Η ζωή του κι η καριέρα του ήταν γεμάτη μάχες, ποδόσφαιρο, θρησκεία και ασθένειες. Κατάφερε να κερδίσει μόλις ένα Σούπερ Καπ στην Ισπανία (τη… ρεβάνς του τελικού με την Μπαρτσελόνα) και δύο διεθνείς τίτλους στη Λ. Αμερική με Λανούς και Ράσινγκ. Ίσως είναι άδικο να τον πούμε one hit wonder, είχε αρκετές καλές σεζόν συνολικά, αλλά είναι ο άνθρωπος που μέσα σε 2 χρόνια έφτασε απίστευτα ψηλά και προτίμησε να τα παρατήσει όλα. Πάντα αξίζουν σεβασμού όσοι μπορούν να πουν όχι στα χρήματα και στη δόξα για να κάνουν αυτό που θέλουν, αλλά υπάρχει και το ερώτημα αν αυτό το κάτι αξίζει. Ο ίδιος ο Ρόα σε συνεντεύξεις του πάντως δηλώνει ότι δεν μετάνιωσε ποτέ.

Ο Όσκαρ ντε Μάρκος και το Αντί-Λάικ

  [1 Σχόλιο]

Στο Μπιλμπάο οι άνθρωποι είναι περήφανοι για τρία πράγματα: για την κουζίνα τους, για το μουσείο τους και για την Αθλέτικ Μπιλμπάο. Η Αθλέτικ, που ακόμα και σήμερα την μπερδεύουν με την Ατλέτικο, είναι ένας σύλλογος ιδιαίτερα συμπαθής γενικότερα λόγω της (<κλισέ_αλέρτ>) γνωστής ρομαντικής πολιτικής της περί του ποιος έχει δικαίωμα να φορέσει τη φανέλα της (που δεν είναι και τόσο ρομαντική αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστ). Μέσα σε αυτά τα τυχερά από τη γεωγραφία παιδιά είναι και ο Όσκαρ ντε Μάρκος.

Το δεξί μπακ της Αθλέτικ είναι ένας αρκετά καλός παίχτης, που ξεκίνησε από την Αλαβές πριν κάνει το μεγάλο βήμα για το Μπιλμπάο. Η Βασκωνία είναι μια ζόρικη περιοχή γενικά αλλά το Μπιλμπάο είναι μια πόλη στην οποία ο οποιοσδήποτε ζει άνετα, πόσο μάλλον ένας Βάσκος. Ο Όσκαρ ντε Μάρκος από την αρχή που πήγε, πριν καν καθιερωθεί στην ενδεκάδα, έκανε δύο καλούς φίλους στο σύλλογο: τον Ινιάκι Γουΐλιαμς και τον πρέσβη του συλλόγου (υπεύθυνο διεθνών σχέσεων δηλαδή) Κάρλος Γκουρπέγι. Και οι τρεις αυτοί συμμερίζονταν κάτι κοινό, μια διαφορετική, πιο αλληλέγγυα προσέγγιση για τον κόσμο. Και αν για τον Ινιάκι αυτό ήταν σχετικά εμφανές, καθώς μεγάλωσε ως ένα παιδί μαύρων σε μια κοινωνία όπου η καταγωγή, η ράτσα και το αίμα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, ή για τον Γκουρπέγι ήταν γνωστό αφού από το 2008 έχει ιδρύσει και προεδρεύει της ΜΚΟ «Ανάπτυξη και Ποδόσφαιρο», για τον Ντε Μάρκος δεν ήταν γνωστό.

Και ούτε θα το μαθαίναμε και ποτέ αν κάποιος από τους ανθρώπους που επισκεπτόταν δεν το έβγαζε δημόσια. Στις 28 Αυγούστου κάποιος από το αντικαρκινικό νοσοκομείο παίδων του Μπιλμπάο έκανε μια ανάρτηση στα σόσιαλ μίντια ρωτώντας αν αυτός που επισκέφθηκε τον πάσχοντα από λευχαιμία οχτάχρονο γιο φίλων του ήταν όντως ο Όσκαρ ντε Μάρκος. Η επιβεβαίωση ήταν άμεση από πάρα πολλούς. Του απάντησαν ότι ο Ντε Μάρκος πάει κάθε βδομάδα στο νοσοκομείο και επισκέπτεται τα παιδιά με καρκίνο. Είναι σταθερά εκεί, μιλάει με τα παιδιά, τους γονείς και τους γιατρούς, πηγαίνει πράγματα της Αθλέτικ Μπιλμπάο σε αυτά, τους κάνει παρέα. Μαζί με την επιβεβαίωση υπήρξε και η σχετική θλίψη για το σπάσιμο της ομερτά.

(Εδώ το ποστ από όπου έγινε γνωστό το περιστατικό)

Ο Ντε Μάρκος πήγαινε χρόνια εκεί κάθε Παρασκευή. Και όχι μόνο εκεί. Έκανε παρέα και έδινε κουράγιο σε παιδιά και γονείς χωρίς να το δημοσιεύσει ποτέ. Οι γιατροί, οι νοσοκόμες, οι γονείς και τα παιδιά δεν το έλεγαν. Στους δικούς μας καιρούς που για κάθε νέο κούρεμα ποδοσφαιριστή βγαίνουν 238 ποστς, 3581 ανακοινώσεις και 5837295 μέμες. Εκεί πήγαινε ένα παιδί του συλλόγου τους, του συμβόλου της πόλης τους και ήταν μυστικό. Από σεβασμό στην κίνηση, από τη χαρά που έδινε, από την απουσία υποχρέωσης. Όλοι έχουμε δει πάρα πολλούς αθλητές να πηγαίνουν μετά από αίτημα πασχόντων παιδιών. Να γνωρίσουν το Σουάρες, τον Μέσι, τον Κριστιάνο, τον Αζάρ, κτλ. Βγάζουν τις αντίστοιχες φωτογραφίες, ανεβαίνουν με λεζάντες «η ανθρώπινη πλευρά του…» και όλα καλά. Επίσης, υπάρχει και το επετειακό της επίσκεψης των Χριστουγέννων των συλλόγων σε παιδικά χωριά, ορφανοτροφεία ή νοσοκομεία. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις σαν τον Όσκαρ ντε Μάρκος.

Ο Όσκαρ ντε Μάρκος δεν είναι μόνο ότι δεν το δημοσίευε τόσα χρόνια, αλλά και μετά το ποστ, που έγινε θέμα σε όλες τις αθλητικές και πολιτικές εφημερίδες, δε βγήκε να πει τίποτα. Είναι κάτι που κάνει από μόνος του και δεν έχει σχέση με την εικόνα του. Όταν τον ρώτησαν σχετικά σε συνέντευξη τύπου, ντρίπλαρε την ερώτηση λέγοντας ότι απαντάει μόνο σε ό,τι έχει σχέση με το ματς. Ο Ντε Μάρκος συμμετέχει ενεργά στη ΜΚΟ του Γκουρπέγι και κάνει ταξίδια στη Λατινική Αμερική, κυρίως στο Περού, προωθώντας το ποδόσφαιρο ως εκπαίδευση και διαφυγή από τα ναρκωτικά και την παρανομία. Επίσης με τον Ινιάκι Γουΐλιαμς ταξιδεύει στην Αφρική, κυρίως στη Γκάνα, για τον ίδιο λόγο. Συμμετέχει και σε πολλές άλλες δράσεις άλλων ομάδων στο ίδιο το Μπιλμπάο.

Αντίθετα όμως με τους δύο του φίλους, που η δράση τους σχετίζεται με προσωπικές εμπειρίες και δεσμούς με τις χώρες όπου δραστηριοποιούνται, ο Όσκαρ ντε Μάρκος δεν έχει καμία καταγωγή από Γκάνα, Περού, Αφρική ή Λατινική Αμερική. Δεν έχει κάποια προσωπική ιστορία με καρκίνο στην οικογένειά του ή στο στενό του κύκλο φίλων που να τον ευαισθητοποίησε ώστε να πηγαίνει να βλέπει τα παιδιά. Διότι ο Όσκαρ ντε Μάρκος γεννήθηκε άνθρωπος και γι αυτό το λόγω δεν έχει καμία ανάγκη να το διαφημίσει για το ζητιανολάικ.

Ντρίμπλες, μαγικά και αλκοόλ: η καριέρα και η ζωή του Ορέστε Κορμπάτα

  [1 Σχόλιο]

Αν κάποιος έχει την τύχη να επισκεφτεί ένα από τα πιο ιστορικά γήπεδα του κόσμου, το Ελ Σιλίντρο, την έδρα της Ράσινγκ Κλουμπ θα δει ότι ο ένας δρόμος δίπλα του μετονομάστηκε σε οδό Ντιέγκο Μιλίτο. Αν τύχει και πάει από την αντίθετη πλευρά του γηπέδου θα βρει ένα άλλο δρομάκι, πιο στενό, πετρόστρωτο, με χαμόσπιτα κι αρκετά πιο βρώμικο. Το δρομάκι Ορέστε Κορμπάτα. Βγαλμένο από έναν από τους σπουδαιότερους παίκτες της Ράσινγκ και της Αργεντινής, ένα ατελείωτο ταλέντο, αλλά και έναν άνθρωπο με θλιβερή ζωή και θάνατο, γνήσιο εκπρόσωπο ενός ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει πια.

Ο Κορμπάτα γεννήθηκε στο Ντερό, λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες κι όταν έχασε τον πατέρα του μόλις στα πέντε του μετακόμισε στη Λα Πλάτα με την μητέρα του και τα επτά αδέρφια του. Όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, δούλευε κι αυτός από το πρωί, κάνοντας ότι μπορεί, για να φέρει κάποιο εισόδημα στο πάμφτωχο σπιτικό του που δεν είχε καν πόρτα. Ο Ορέστε ξυπόλητος τριγύριζε στο δρόμο με τυλιγμένα σκόρδα στο λαιμό του, όχι για να μην τον ματιάσουν, αλλά για να τα πουλήσει μαζί με φρούτα και ό,τι άλλο μπορούσε να βρει. Η μητέρα του Ισαμπέλ ήταν πλύστρα και καθαρίστρια. Ο μικρός, όταν δεν έβγαζε το ψωμί του, ήταν πάντα ξυποληταρία, μέσα στις λάσπες να παίζει μπάλα. Στο σχολείο πήγε μέχρι 2α δημοτικού, δεν το τελείωσε ποτέ, όχι τόσο γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν είχε χρόνο με τις δουλειές που έκανε το πρωί. Ποτέ δεν έμαθε να γράφει ή να διαβάζει κι αυτό τον στοίχειωσε.

Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Εστουδιάντες και το 1955 πηγαίνει στη Ράσινγκ Κλουμπ. Στην πόρτα των ακαδημιών τον ρωτάνε πού είναι η βαλίτσα του. Εκείνος με αφοπλιστική ειλικρίνεια απαντάει: «Ποια βαλίτσα;» Όλα τα υπάρχοντά του είναι τα ρούχα που φοράει. Περπατάει στην οδό Μότσαρτ (κάθετη στο δρόμο που χρόνια αργότερα θα πάρει το όνομά του) και ξεκινά μια ιστορία αγάπης με την «Ακαδημία».

Ο Κορμπάτα δεν εντυπωσιάζει κανέναν με την εξωτερική του εμφάνιση. Είναι κοντούλης, ατημέλητος και αδύνατος σε σημείο υποσιτισμού. Όταν παίρνει την μπάλα όμως, όλα αλλάζουν. Παίζει δεξί εξτρέμ κι αυτός είναι κι ο τίτλος του βιβλίου του Αλεχάντρο Γουόλ: «Corbatta, El Wing» από το οποίο προέρχονται αρκετές από τις πληροφορίες του κειμένου. Ο Κορμπάτα είναι ταχύτατος, εξαιρετικός ντριμπλέρ, ξεσηκώνει το κοινό με τις προσπάθειές του, αλλά και με ιδιαίτερη τεχνική, καθώς ήξερε ακριβώς πώς να χτυπάει την μπάλα για να τη στείλει συστημένη στην καρδιά της περιοχής. Έπαιζε πάντα με κατεβασμένες κάλτσες, χωρίς επικαλαμίδες, με το μαλλί να ανεμίζει, το πρόσωπο συχνά λασπωμένο κι ένα πονηρό χαμόγελο. Γρήγορα έγινε ο «Λόκο» των οπαδών και ο κόσμος άρχισε να μιλά γι’ αυτόν. Το δεύτερο παρατσούκλι του ήταν «ο Αρλεκίνος».

Ελάχιστα πλάνα υπάρχουν από την καριέρα του δυστυχώς

Οι ιστορίες πολλές. Όπως τότε που άρχισε να τρέχει προς την εστία της Ράσινγκ, μέχρι να καταλάβει ότι απέναντί του ήταν ο δικός του τερματοφύλακας. Οι αντίπαλοι επιθετικοί ήρθαν πάνω του, εκείνος τους ντρίμπλαρε και έκανε κούρσα προς τη σωστή περιοχή. Ή όταν τον μάρκαρε ασφυκτικά ο Σιλβέιρα σε ένα ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Ο Κορμπάτα για να ξεφύγει βγήκε εκτός γραμμής, πήγε πίσω από τους αστυνομικούς, κρύφτηκε για λίγο εκεί και βγήκε από την άλλη. Αλλά από όσες ιστορίες κυκλοφορούν, δύο είναι κατ’ εμέ οι κορυφαίες. Μία για το παιχνίδι του και η άλλη για τον χαρακτήρα του. Η πρώτη έγινε σε ένα «φιλικό» (με πολλά εισαγωγικά) απέναντι στην Ουρουγουάη. Ο 21 ετών μόλις Κορμπάτα αποφάσισε να κάνει χαζό τον σέντερ μπακ της Ουρουγουάης Χοσέ «Πέπε» Σασία με το παρατσούκλι «ο Σκληρός». Μόνο από αυτό ανατριχιάζεις, αν σκεφτείς ότι ο Κορμπάτα ήταν 1.65 και 62 κιλά κι ο Πέπε κοντά στο 1.81. Η φάση θύμιζε κάτι από Βέγγο και Τρύφωνα. Ο Ορέστε όμως είχε άγνοια κινδύνου. Έκανε ένα σομπρέρο και πέρασε τον Σασία. Στη συνέχεια σταμάτησε και τον περίμενε. Ο Σασία ξαναήρθε πάνω του, ο Κορμπάτα του έκανε ένα τούνελ (ή γέφυρα όπως το λένε εκεί) με την μπάλα και έφυγε και πάλι λίγο πιο μπροστά. Εκεί κοντοστάθηκε, με την πλάτη του προς τον Σασία. Ο Ουρουγουανός πλησίασε ξανά και αυτή τη φορά ο Κορμπάτα του έκανε ακόμα ένα τούνελ, με πλάτη και χωρίς να βλέπει. Ο Σασία φυσικά είχε φουντώσει και περίμενε την εκδίκησή του. Λίγο αργότερα, ένας συμπαίκτης του έριξε τον Κορμπάτα στο έδαφος. Ο Σασία πλησίασε κάνοντας ότι θέλει να δει τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και του έχωσε μια μεγαλοπρεπή μπουνιά στο πρόσωπο. Ο Κορμπάτα έχασε δύο μπροστινά δόντια, τα οποία φυσικά δεν αναπλήρωσε ποτέ.


Το κενό στα δόντια του Κορμπάτα (που έμοιαζε και αρκετά με το Μανόλο Χιμένεθ)
Πηγή: Ντοκιμαντέρ «El Arlequin»

Ο Κορμπάτα όμως δεν ήταν κάποιος που λόγω κακίας ήθελε να εξευτελίζει τους αντιπάλους. Απλά λάτρευε το παιχνίδι, το σόου και το θέαμα. Για να καταλάβουμε τι παλικάρι ήταν, θα αναφέρουμε και μία δεύτερη ιστορία. Εκείνα τα χρόνια το trash talking ήταν στα φόρτε του στη Λ. Αμερική. Σε ένα ματς με τη Ρίβερ τον μάρκαρε ο Φεντερίκο Βάιρο. Μόλις τον πλησίασε, ο Κορμπάτα τον ρώτησε: «τι κάνει η μάνα σου;». Ο Βάιρο στράβωσε. Ο Κορμπάτα επέμεινε: «η αδερφή σου είναι καλά;». «Σκάσε και παίζε» απάντησε ο Βάιρο και για τα υπόλοιπα 90 λεπτά τον πελεκούσε όπου τον έβρισκε (κι όταν τον προλάβαινε). Ο Κορμπάτα δεν αντέδρασε σε κανένα χτύπημα. Μετά το τέλος του παιχνιδιού, ο Βάιρο είδε έκπληκτος τον Κορμπάτα να έρχεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Η πρώτη σκέψη ήταν ότι ήρθε για… καβγά. Ο Κορμπάτα όμως απλά ήρθε να του πει να βγουν βόλτα μαζί. Οι ερωτήσεις για την μαμά και την αδερφή του Βάιρο δεν ήταν προσβολές. Ήταν κανονικό ενδιαφέρον, ήθελε απλά να κάνει κουβέντα.

Παίζει για 7 χρόνια στη Ράσινγκ, φοράει το 7 και σκοράρει 7 φορές σε ντέρμπι με την Ιντεπεντιέντε. Αν τα μαγικά του δεν αρκούν, αυτά τα γκολ τον κάνουν ίνδαλμα στον κόσμο. Συνολικά βάζει 72 γκολ και δίνει πολλές ασίστ. Σπεσιαλίστας στα πέναλτι, έχασε ελάχιστα στην καριέρα του. Κάποτε έβαλε στοίχημα με τον τεράστιο τερματοφύλακα της εποχής Αμαντέο Καρίσο. Αν ο Καρίσο απέκρουε 10 από τα 50 πέναλτι θα κέρδιζε. Ο Κορμπάτα του έβαλε τα 49 και το ένα το έστειλε στο δοκάρι. Στη Ράσινγκ κερδίζει δύο πρωταθλήματα Αργεντινής, ενώ στα 20 του μόλις καλείται στην εθνική.

Το 1957 κατακτά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο (όπως λεγόταν τότε το Κόπα Αμέρικα) με μια από τις καλύτερες ομάδες που είχε ποτέ η Αργεντινή. Σε 6 ματς η αλμπισελέστε σκοράρει 25 φορές, κερδίζοντας μάλιστα και τη Βραζιλία με 3-0. Μια Βραζιλία που ένα χρόνο αργότερα με τον Πελέ θα κέρδιζε το Μουντιάλ. Ο Κορμπάτα δίνει το παρόν κι αυτός στο Μουντιάλ, αλλά η ομάδα του έχει ελλείψεις κυρίως λόγω των πολιτικών εξελίξεων. Ο ίδιος σκοράρει τρεις φορές, αλλά η Αργεντινή βγαίνει τελευταία στον όμιλο και αποκλείεται. Το 1959 κατακτά ξανά το Καμπεονάτο Σουνταμερικάνο, παρά τα 8 γκολ του Πελέ. Παίζει στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1962, αλλά δεν ταξιδεύει στη διοργάνωση.

Τα καρέ του απίστευτου γκολ από τη στιγμή που ο Κορμπάτα πάτησε περιοχή.

Σκόραρε 18 φορές σε 43 αγώνες με την εθνική, αλλά το ένα από τα γκολ έμεινε αξέχαστο και μέχρι ο Μαραντόνα να περάσει όλη την Αγγλία το 1986 ήταν αυτό που θεωρούσαν στην Αργεντινή ως το καλύτερο γκολ της εθνικής. Τον Οκτώβριο του 1957 μέσα στο Μπομπονέρα απέναντι στη Χιλή για τα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ. Η Αργεντινή είχε βάλει ήδη τρία γκολ μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, τα δύο ο Κορμπάτα. Το επόμενο όμως ήταν η μαγεία. Πήρε την μπάλα λίγο κάτω από το κέντρο, πέρασε δύο παίκτες και έφτασε στην περιοχή της Χιλής. Εκεί σταμάτησε, περίμενε αυτόν που είχε περάσει να τον φτάσει και του έκανε νέα ντρίμπλα. Βρέθηκε απέναντι στον τερματοφύλακα εκ νέου, αλλά και πάλι δεν εκτέλεσε. Σαν τον ταυρομάχο απέναντι στον ταύρο περιμένει να πλησιάσουν ο δόλιος Αστόργκα (αυτός με τις δύο ντρίμπλες) κι ακόμα ένας κι όταν ο τερματοφύλακας αποφασίζει να κάνει έξοδο, προσποιείται, τον ρίχνει κάτω τελειώνει τη φάση και γράφει το 4-0. Το γκολ απέκτησε μυθικές διαστάσεις και όχι άδικα.

Μετά την απουσία του από το Μουντιάλ του 1962 αρχίζει κι η πτώση του. Κι αυτό, γιατί πέρα από το γήπεδο, υπήρχε και το έξω. Ο «Αργεντίνος Γκαρίντσα» δεν έμοιαζε μόνο στο παιχνίδι του, έμοιαζε και στη ζωή του με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο αντίπαλό του. Όπως λέει κι ο Αλεχάντρο Γουόλ: «Η ζωή ήταν πολύ σκληρή μαζί του, αλλά κι αυτός ήταν σκληρός με τη ζωή. Η Αγία Τριάδα της ζωής ήταν η φτώχεια, ο αναλφαβητισμός και το αλκοόλ». Όλοι τον θυμούνται και χαμογελούν και αμέσως μετά μελαγχολούν. Ο αρχηγός τότε της Ράσινγκ «Τίτο» Πιτούτσι λέει ότι ήταν ένα παιδί έξω καρδιά που το αγαπούσαν όλοι. Αλλά ήταν πολύ μόνος. Τον ενοχλούσε πολύ που δεν ήξερε να διαβάζει. Πήγαινε όταν είχε ρεπό στο πάρκο με μια εφημερίδα και απλά κοιτούσε τις γελοιογραφίες, τα σχέδια. Ντρεπόταν πάρα πολύ γι’ αυτό. Συχνά έβαζε συμπαίκτες του που το ήξεραν να του διαβάζουν άρθρα που μιλούσαν γι’ αυτόν και το απολάμβανε.

Το γκολ του απέναντι στη Δ. Γερμανία

Η φτώχεια ήταν κάτι που βίωνε πάντα και με τα χρήματα δεν είχε καλή σχέση. Όταν τον ρωτούν τι τα έκανε τα λεφτά, εκείνος απαντάει: «Είναι μεγάλη ιστορία. Πάντα έδινα χρήματα, χωρίς αντάλλαγμα. Έτσι μου έμαθαν οι γονείς μου. Αν κάποιος έρθει και μου πει ότι δεν έχει χρήματα για το λεωφορείο γίνεται να μην του δώσω;» Έπαιρνε έναν πενιχρό μισθό και είχε και ένα σπίτι από τη Ράσινγκ, αλλά ήταν ένας γενναιόδωρος άνθρωπος με μεγάλη ψυχή. Δυστυχώς όμως υπήρχε και το αλκοόλ. Από τα χρόνια της Ράσινγκ έπινε. Πολλές φορές έπαιζε σε αγώνες μετά από μεθύσι. Οι συμπαίκτες του θυμούνται ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες που τους έλεγε ότι δεν έβλεπε μπροστά του τίποτα και να μην του δίνουν την μπάλα. Είχε σκαρφαλώσει τον τοίχο, πίσω από το σπίτι που έμεναν οι μικροί της Ράσινγκ, σουρωμένος στις έξι το πρωί. Ακόμα κι έτσι, κατάφερε και σκόραρε δυο φορές χάρη και στη βοήθεια πολλαπλών μπουγέλων με παγωμένο νερό. Όσο τα χρόνια περνούσαν όμως, τα προβλήματα μεγάλωναν. Ο Κορμπάτα κάποιες φορές είχε καταλήξει στο νοσοκομείο από το ποτό.

Ο αλκοολισμός όπως είναι φυσικό του προκαλούσε προβλήματα και στην προσωπική του ζωή. Μέχρι που μια μέρα γύρισε και βρήκε τη γυναίκα του να λείπει, μαζί με ότι μπορούσε να πάρει από το σπίτι και φυσικά τη νεογέννητη κόρη της. Δεν του έμεινε σχεδόν τίποτα. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές και χώρισε ισάριθμες. Το ποτό τον έσπρωχνε μακριά τους, αυτές έφευγαν κι αυτός έπινε περισσότερο. Ένας φαύλος κύκλος. Όπως, με χιούμορ, δήλωσε κάποτε πάντως: «Με την πρώτη γυναίκα μου τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα, με τη δεύτερη άσχημα, με την τρίτη άσχημα και με την τέταρτη άσχημα. Όλες με παράτησαν, αλλά εγώ τις αγαπώ ακόμα

Το 1962 έρχεται μια μεγάλη πρόταση και η Ράσινγκ έξυπνα πράττοντας, τον πουλάει στην Μπόκα που τον θέλει για το Λιμπερταδόρες. Από τα 12 εκατομμύρια πέσος που παίρνει η Ράσινγκ για να φτιάξει το γήπεδο, ελάχιστα φτάνουν στον ποδοσφαιριστή. Ο Κορμπάτα δυστυχώς όμως δεν είναι ο ίδιος παίκτης. Το αλκοόλ έχει αυξηθεί πολύ, το ίδιο και τα νυχτοπερπατήματα. Σκοράρει 7 φορές και κερδίζει δύο πρωταθλήματα με την Μπόκα, αλλά η συμμετοχή του είναι ελάχιστη. Παίζει σε μόλις 18 αγώνες πριν φύγει για την Κολομβία που ζει την περίοδο του Ελ Ντοράντο. Εκεί κάνει το δεύτερο γάμο του, εκεί πίνει δεκαπέντε μπύρες την ημέρα, εκεί κάνει δύο ακόμα παιδιά, εκεί τον αφήνει και η δεύτερη γυναίκα του. Εκεί όμως τον λατρεύει κι ο κόσμος της Ιντεπεντιέντε του Μεντεγίν (πολύ πριν την εποχή των Narcos). Μπορεί να μην έχει σχέση με τον παίκτη του παρελθόντος, αλλά κάνει τα μαγικά του. Δυστυχώς όμως ό,τι χρήματα βγάζει τα σκορπάει.

Επική φωτογραφία από το αρχείο του El Grafico.
Ο Κορμπάτα κοιμάται στα αποδυτήρια λίγο πριν ένα φιλικό Αργεντινής-Τσεχοσλοβακίας.

Στα 34 του επιστρέφει στην Αργεντινή και παίζει πλέον σε μικρότερες ομάδες, ίσα ίσα για να έχει να φάει και να μείνει κάπου. Και φυσικά να αγοράσει τσιγάρα και αλκοόλ. Παίζει στην Σαν Τέλμο και καταλήγει σε ακόμα μικρότερες ομάδες και κατηγορίες. Φυσικά δεν έχει φράγκο. Τελικά γυρίζει πίσω εκεί που όλα ξεκίνησαν. Στην πόλη Αβεγιανέδα του Μπουένος Άιρες. Η Ράσινγκ του έδωσε ένα μικρό δωματιάκι στα αποδυτήρια για να μείνει. Κοιμάται κάτω από τις εξέδρες που ο κόσμος τον αποθέωνε. Αυτός σε αντάλλαγμα προπονεί πιτσιρίκια όποτε είναι νηφάλιος. Και φυσικά όταν δεν είναι στο νοσοκομείο Φιορίτο εξαιτίας του κατεστραμμένου συκωτιού του. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1991 ο Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα φεύγει από τη ζωή, φτωχός (όπως πάντα) και ταλαιπωρημένος από καρκίνο στο λάρυγγα. Πεθαίνει σε μια κλινική της Λα Πλάτα, ανάμεσα μόνο στις αδερφές του που βρέθηκαν κοντά του. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εξτρέμ στην ιστορία της Αργεντινής και είναι ένας θρύλος για τη Ράσινγκ Κλουμπ.

«Ξέρεις γιατί δεν μπορούν να μου πάρουν την μπάλα; Γιατί δεν θέλει να φύγει από το πλάι μου. Άλλα πράγματα έφευγαν από μένα, η μπάλα όχι».
– Ορέστε Ομάρ Κορμπάτα, 11 Μαρτίου 1936 – 6 Δεκεμβρίου 1991

Το δρομάκι Κορμπάτα δίπλα στο Ελ Σιλίντρο

Πολ Μέρσον: Τι να μην κάνεις για να γίνεις επαγγελματίας ποδοσφαιριστής

  [6 Σχόλια]

Η σκηνή για την οποία θα διαβάσετε, θα μπορούσε να είναι -αρκετά εύκολα- σκηνή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι (όταν έκανε καλές ταινίες). Μια «βρώμικη» μελωδία κιθάρας να παίζει ως ηχητικό background. Σπιντάτο μοντάζ με κλασικές βρετανικές φάτσες στο κάδρο και φυσικά μπόλικες δόσεις χιούμορ να ισορροπούν με αυτές του δράματος. Προπονητικό κέντρο της Άστον Βίλα, μια μέρα πριν την έναρξη της Πρέμιερ Λιγκ της σεζόν 2001/2002, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική και βαριά. Ο Πολ Μέρσον ακουμπησμένος σε κάποιο τοίχο συνομιλεί με τον Μπόσκο Μπάλαμπαν. Με τον δεύτερο να έχει περισσότερο τον ρόλο του ακροατή παρά του συνομιλητή. Ο Μέρσον έχει πολλά παραπανίσια κιλά και χασκογελάει καθώς διηγείται στον Κροάτη επιθετικό την ιστορία, όταν είχε τιμωρηθεί απ’τους «χωριάτες» με 50.000 λίρες πρόστιμο, επειδή είχε βρεθεί να τζογάρει στην Νέα Υόρκη, ενώ κανονικά έπρεπε να βρίσκεται σε αποθεραπεία για το πρόβλημα που ταλαιπωρούσε την πλάτη του. Ένα μειδίαμα είχε μόλις ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Κροάτη, την ίδια στιγμή που ο προπονητής της ομάδας, ο Γκράχαμ Τέιλορ, πέρασε μπροστά τους, φανερά εκνευρισμένος, κοιτάζοντας κατάματα τον Μέρσον. «Μέρσι, στο γραφείο μου αυτή τη στιγμή» θα του πει, και θα νιώσει την σκιά του ποδοσφαιριστή του να τον ακολουθεί σαν σκιά μαθητή που γνωρίζει πολύ καλά πως έχει κάνει βλακεία, καθώς ο διευθυντής του σχολείου τον καλεί στο γραφείο για πιθανή αποβολή ή -στην καλύτερη- για μια σκληρή επίπληξη.

«Μέρσι ειλικρινά πες μου τι κάνεις εδώ. Σου έχω πει πως δεν βρίσκεσαι στα πλάνα μου για την φετινή σεζόν. Πρέπει να βρεις μια νέα ομάδα να αγωνιστείς και να χαρείς ξανά το ποδόσφαιρο, αν φυσικά θες κάτι τέτοιο».

«Έχω μιλήσει με τον πρόεδρο κύριε (εννοώντας τον Νταγκ Έλις) και μου είπε πως θα βρούμε ένα τρόπο για να συνεχίσω να είμαι μέλος της ομάδας και φέτος. Δεν σας έχει μιλήσει επ’ αυτού;»

O Tέιλορ αν μισούσε ένα πράγμα σε αυτή τη ζωή (και στο ποδόσφαιρο συγκεκριμένα μιας και αυτό είναι το θέμα μας) περισσότερο κι από γκολ στο 90′ κατά της ομάδας του, αυτό δεν ήταν άλλο απ’ το να μπλέκονται στα πόδια του διοικητικά στελέχη, πόσο μάλλον ο ίδιος ο πρόεδρος, σε καθαρά ποδοσφαιρικά θέματα. «Οι πρόεδροι άλλωστε είναι για να υπογράφουν τα τσεκ των επιταγών και μόνο». Ξαφνικά, και ενώ είχε αρχίσει να μουρμουρίζει βρισιές που δεν θα έβαζε σε ταινία του ούτε ο Γιάννης ο Οικονομίδης, έφυγε απ’ το γραφείο για να επιστρέψει μετά από μερικά λεπτά και να δει τον Μέρσον να κάθεται σταυροπόδι και να τον περιμένει χαμογελαστός με την ηρεμία κάποιου που είχε όλα τα προβλήματά του λυμένα και αγνοούσε πλήρως λέξεις όπως άγχος, πίεση και προπόνηση.

«Πόσα χρήματα θες για να μας αδειάσεις την γωνιά; Δεν είσαι κάποιο παιδάκι. Σε σέβομαι και με σέβεσαι. Λέγε».

«Βρίσκομαι σε προχωρημένη ηλικία. Έχω διαγράψει μια μεγάλη καριέρα και έχω κερδίσει ένα σωρό σπουδαίους τίτλους. Με ένα ποσό γύρω στις 100.000 λίρες πιστεύω θα είμαι ευχαριστημένος»

«Εντάξει Μέρσι. Θα τις πάρεις», του απάντησε -αρκετά πιο ήρεμος- ο Τέιλορ, και του έδειξε με νόημα την πόρτα. Ο Μέρσον σηκώθηκε αργά-αργά, χαιρέτησε με ένα ύπουλο βλέμμα τον προπονητή του και βγήκε απ’ το γραφείο χαμογελαστός. Στο δρόμο για το πάρκινγκ -και πριν την μπυραρία- πέρασε και πάλι μπροστά απ’ τον Μπάλαμπαν -που για κάποιο περίεργο λόγο είχε μείνει να περιμένει εκεί ακουμπώντας ακόμα στον τοίχο- και του είπε: «Ήθελε να  με ρωτήσει πόσα θέλω για να φύγω απ’ την ομάδα. Του είπα 100 χιλιάδες και δέχθηκε χωρίς συζήτηση. Ο βλάκας, έπρεπε να ζητήσω 200 χιλιάδες». Ο Μπάλαμπαν συνέχισε να ακουμπά στον τοίχο σφυρίζοντας καθώς έβλεπε τον συμπαίκτη του να φεύγει. Δεν είχε να πει τίποτα περισσότερο μαζί του. Βασικά δεν πολυγούσταρε κιόλας. Αν ήταν σκηνή ταινίας (ή σειράς) θα άναβε και ένα τσιγάρο χαϊδεύοντας το λαδωμένο του μαλλί όπως ο Τσέρνομπογκ στο American Gods. Ίσως να είχε ζηλέψει και λίγο μιας και δεν ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, ούτε αυτός, στο Μπέρμινγχαμ.  Ευτυχώς, άφησε την Βίλα για το Ζάγκρεμπ, μερικούς μήνες αργότερα.

Ο Πολ Μέρσον δεν ήταν ένας τυχαίος ποδοσφαιριστής. Όσοι δεν γνωρίζουν γι’ αυτόν, μάλλον δεν θα το κατάλαβαν διαβάζοντας, ως τώρα, το κείμενο. Αγωνίστηκε για περίπου 10 χρόνια στην Άρσεναλ, κατακτώντας μαζί της πολλούς και σπουδαίους τίτλους, πριν αναλάβει ο Βενγκέρ και αλλάξει την ιστορία και το προφίλ των Λονδρέζων. Υπήρξε επίσης σημαντικότατο στέλεχος της εθνικής Αγγλίας την δεκαετία του ’90 και πήρε μέρος στο Γιούρο του ’92 και στο Μουντιάλ του ’98 δίπλα σε αστέρες τεράστιου βεληνεκούς (όπως ήταν και ο ίδιος). Στο Μουντιάλ μάλιστα -και για να καταλάβετε καλύτερα την αξία του- είχε βρεθεί, ως παίκτης της Μίντλεσμπρο, μετά από μια εξαιρετική σεζόν που είχε πραγματοποιήσει στην 2η κατηγορία της Αγγλίας. Σε μια σεζόν που είχε βρει τη ‘Μπόρο’ να κερδίζει την άνοδο για τα σαλόνια της Πρέμιερ Λιγκ.

Λίγο πριν την έναρξη της σεζόν 1997-1998 ο Βενγκέρ είχε προτείνει στον Άγγλο επιθετικό (που είχε αρχίσει να αγωνίζεται ως δεκάρι) να παραμείνει στην Άρσεναλ, έχοντας όμως μειωμένες αποδοχές, μιας και τα χρόνια περνούσαν και ο ίδιος δεν ήταν ο παίκτης του παρελθόντος. Στην ίδια θέση άλλωστε εκείνη την περίοδο υπήρχε και ο σπουδαίος Ολλανδός Ντένις Μπέργκαμπ, όπως και οι Ίαν Ράιτ και Νικολάς Ανελκά. Ο Μέρσον δεν το δέχθηκε και ζήτησε να πωληθεί. Ήθελε να αγωνίζεται και να αμείβεται με πολλά χρήματα. Ήταν πολύ σίγουρος για την αξία του. Η Μίντλεσμπρο τον αγόρασε τελικά για 4,5 εκατομμύρια λίρες και ο ίδιος την ανέβασε στην μεγάλη κατηγορία 9 μήνες αργότερα, κερδίζοντας ένα μεγάλο στοίχημα με τον εαυτό του αλλά και τους επικριτές του. Όταν μάλιστα είχε κλείσει η συμφωνία, τηλεφώνησε ο ίδιος στον Βενγκέρ λέγοντάς του πως στο Ρίβερσαϊντ είχε μεγαλύτερο συμβόλαιο απ’ τον Μπέργκαμπ και πως οι οπαδοί της ομάδας τον αποκαλούσαν ήδη με το προσωνύμιο ‘Ο Μάγος’. «Ελπίζω να τα πούμε σε κάποιο κύπελλο αφεντικό» του είπε, κλείνοντας το τηλέφωνο, με μια δόση βρετανικής ειρωνείας: «Να δούμε πόσο αξίζω ακόμα». Ο Βενγκέρ του ευχήθηκε καλή τύχη και κατέβασε το ακουστικό. Το μόνο που ήθελε ήταν το καλό του πρώην παίκτη του. Είχε περάσει άλλωστε πολλά.

Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε οι δύο ομάδες να βρεθούν αντιμέτωπες στον 4ο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας στην έδρα της Μίντλεσμπρο. Η Άρσεναλ πήρε τελικά την πρόκριση, με 1-2, αλλά ο Μέρσον είχε κρατήσει ένα δωράκι για την πρώην ομάδα του. Με το σκορ στο 0-2, σκόραρε ένα πανέμορφο τέρμα, μειώνοντας το σκορ, και δίνοντας και πάλι ελπίδες στην Mίντλεσμπρο, δείχνοντας φυσικά με τον καλύτερο τρόπο στον Βενγκέρ το λάθος (;) που είχε κάνει. Η Μίντλεσμπρο πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία και στο Λιγκ Καπ εκείνη τη σεζόν. Ο Μπράιαν Ρόμπσον είδε την ομάδα του να φτάνει μέχρι και τον τελικό -έχοντας αποκλείσει μάλιστα και την Λίβερπουλ, στα ημιτελικά, με τον Μέρσον να σκοράρει και στα δύο παιχνίδια- και τελικά να γνωρίζει την ήττα με 2-0, από μια καλύτερη ομάδα, όπως ήταν εκείνη την περίοδο, η Τσέλσι του Τζόλα. Tον Τζόλα ο Μέρσον τον είχε κερδίσει το ’95 στον τελικό του Κυπελλούχων, όταν η Άρσεναλ είχε επικρατήσει της Πάρμα με 1-0, με την γκολάρα του Άλαν Σμιθ.

Ο Μέρσον ήταν ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής, απ’ τους τελευταίους που μπόρεσαν να συνδυάσουν καριέρα, με ένα σωρό εξωαγωνιστικά πάθη. Πάθη που στις μέρες μας δεν μπορούν να βρουν χώρο στο υψηλότερο επίπεδο του αθλητισμού, και αν βρουν, είναι ικανά να καταστρέψουν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, σε ελάχιστο χρόνο. Ο Πολ Μέρσον απ’ τις αρχές των 90s (λίγα χρόνια δηλαδή μετά το βραβείο του καλύτερου νέου παίκτη στην Αγγλία το ’89) όσο κι αν μάγευε στο γήπεδο, εκτός αυτού, πάλευε με τους «δαίμονες» του αλκοόλ, του άρρωστου τζόγου και της κοκαΐνης. Πάθη που του διέλυσαν δύο γάμους και τον έφτασαν πολλές φορές κυριολεκτικά (και μεταφορικά) στον πάτο της μπουκάλας. Σαν ποδοσφαιριστή, αλλά κυρίως σαν άνθρωπο. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

«Μπορεί να έπαιζα 80.000 λίρες σε ένα τραγούδι της Γιουροβίζιον, 20.000 σε μια κυνομαχία και 50.000 -χωρίς να έχω ιδέα για το άθλημα- στον τελικό του Super Bowl. Μετά από ένα σημείο έπαιζα απλά για να παίζω και για να με βλέπω να χάνω. Το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν πως εκτός του ότι έχανα σαν τζογαδόρος, έχανα και τον εαυτό μου, βλέποντας την καριέρα μου να έχει συνεχώς σκαμπανεβάσματα, και έχανα από δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπούσα και με αγαπούσαν. Την οικογένειά μου».

Η πρώτη φορά που ο σπουδαίος Άγγλος επιθετικός παραδέχτηκε δημοσίως το πρόβλημά του ήταν τον Νοέμβριο του ’94. Η FA σε συνεργασία με την Άρσεναλ έβαλε τον παίκτη σε τρίμηνο πρόγραμμα απεξάρτησης, με τον ίδιο να επιστρέφει νικητής τον Φεβρουάριο του ’95, και να κάνει εξαιρετικό τελείωμα στη σεζόν. Αξίζει να σημειωθεί πως ο πρώτος που είχε μιλήσει με πολύ σκληρά λόγια στον Μέρσον, και τον είχε επηρεάσει θετικά για να μιλήσει δημοσίως, για τα προβλήματα εθισμού που τον βασάνιζαν και φυσικά τον προέτρεψε να σώσει την καριέρα του -όσο ήταν εφικτό κάτι τέτοιο- ήταν ο Τέρι Βέναμπλς, προπονητής του εκείνο το διάστημα στην εθνική Αγγλίας. Η αλήθεια είναι πως μπορεί ο Μέρσον να έκανε μερικές εξαιρετικές σεζόν (κυρίως στην β’ κατηγορία της Αγγλίας) και να κέρδισε τεράστια συμβόλαια για την εποχή (η Άστον Βίλα τον είχε αγοράσει για 7 εκατομμύρια απ’ την ‘Μπόρο’), μετά την αποκάλυψη του προβλήματός του, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως σταθερά σε κορυφαίο επίπεδο δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά μετά την φυγή του από την Άρσεναλ. Στα 29 του χρόνια δηλαδή και ενώ απ’ τα 25 -ίσως και πολύ νωρίτερα- είχε σοβαρό πρόβλημα με το ποτό και τον τζόγο. Τελευταία του καλή σεζόν ήταν αυτή του 2002/2003 στην Πόρτσμουθ.

Ο Πολ Μέρσον για πολλούς ήταν ένας άσχημος Τζορτζ Μπεστ των 90s. Μόνο που απείχε έτη φωτός απ’ το προφίλ του γοητευτικού και αινιγματικού πρώην σούπερ σταρ της Γιουνάιτεντ. Επίσης όσο κι αν ήταν ένας τεχνίτης ποδοσφαιριστής δεν μπορούσε να αγγίξει τα επίπεδα μαγείας που είχε ο Μπεστ ως καλλιτέχνης της μπάλας. Απ΄την άλλη, όσο κι αν είδε την ζωή του να βαλτώνει, σε όλα τα επίπεδα, κατάφερε τελικά να βγει νικητής (σε πλήρη αντίθεση με τον Μπεστ), αν και πάντα θα βρίσκει μια ευκαιρία να πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω ή να τζογάρει, σε λογικά όμως πλαίσια. Κλείνοντας -κι αφού θα προτείνω σε όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την καριέρα -και τη ζωή- του Μέρσον το βιβλίο του «How Not To Be a Professional Footballer»–  θα θυμίσω μια ιστορία, δια στόματος του ιδίου, απ’ την περίοδο που ο Μέρσον βρέθηκε συμπαίκτης (και συγκάτοικος) με τον λατρεμένο του El Sombrero, Πολ Γκασκόιν, στην Μίντλεσμπρο το 1998.

«Ο Γκάζα είχε έρθει σε εμάς για τους τελευταίες μήνες της σεζόν απ’ τη Ρέιντζερς. Μας βοήθησε μάλιστα πολύ στα τελευταία παιχνίδια για να πάρουμε την άνοδο. Ο Ρόμπσον είχε τη φαεινή ιδέα να τον φιλοξενήσω εγώ στο σπίτι μου. Στο ίδιο σπίτι που ζούσα με τον αδερφό μου και τον Τζίμι Γκάρντνερ που τότε έπαιζε στην Έξετερ. Μιλάμε για τον κακό χαμό. Κάθε Παρασκευή παίζαμε ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δεν θα σας το προτείνω. Μετά την προπόνηση έδινα στον αδερφό μου και τον Τζίμι χρήματα για να αγοράσουν μερικά μπουκάλια κόκκινο κρασί. Χύναμε το κρασί σε μεγάλες γυάλινες κανάτες και καθόμασταν αντικριστά σε ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Ο Γκάζα κι ο αδερφός μου απ’ τη μία. Εγώ και ο λατρεμένος μου Σκοτσέζος, ο Τζίμι, απ’ την άλλη».

«Πίναμε πολύ εκείνη την περίοδο. Και ποιος δεν έπινε θα μου πείτε εκείνα τα χρόνια. Ήταν αλλιώς το ποδόσφαιρο. Στο τραπέζι έπεφταν τα χρήματα του στοιχήματος από όλους και αρχίζαμε να πίνουμε απ’ τις κανάτες. Κανονικά δεν έπρεπε να πίνουμε τις Παρασκευές, μιας και παίζαμε το Σάββατο, αλλά είχαμε βρει τρόπο για να κοιμόμαστε αρκετά και να ξυπνάμε ξεκούραστοι. Κάθε μία ώρα ρίχναμε μέσα στις κανάτες από ένα υπνωτικό και μοιραία έφτανε η στιγμή που μας έπαιρνε όλους ο ύπνος. Αυτός που έμενε ξύπνιος τελευταίος, άρπαζε τα χρήματα, μετέφερε τους υπόλοιπους στα κρεβάτια και έπεφτε για ύπνο πλουσιότερος κατά μερικές εκατοντάδες λίρες. Την επόμενη παίζαμε ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου».

Όσο για τον τζόγο. «Είναι ιδιαίτερα ύπουλο πράγμα» λέει κάπου στο βιβλίο του ο Μέρσον. «Ως παίκτης της Άστον Βίλα θυμάμαι μια φορά είχα πει στον Μποσνιτς, τον τερματοφύλακά μας τότε, πως αν με δει να ξαναπαίζω να έρθει και να μου σπάσει το χέρι. Ο Μπόσνιτς είχε τρομοκρατηθεί και φυσικά δεν το έκανε ποτέ. Αναγκάστηκα να το κάνω μόνος μου μια βραδιά που είχα πιει πάρα πολύ και είχα χάσει πολλές χιλιάδες λίρες σε παράνομο στοιχηματισμό. Ήταν καλό παιδί ο Μπόσνιτς. To ίδιο διάστημα μάθαμε δυστυχώς πως είχε εθιστεί κι αυτός στην κοκαΐνη. Ειλικρινά γι’ αυτό δεν ευθυνόμουν εγώ». Στις μέρες μας ο Πολ Μέρσον έχει νικήσει τους δαίμονές του και δουλεύει στο Skysports ως ποδοσφαιρικός αναλυτής. Παράλληλα διηγείται ωραίες ιστορίες από ένα ποδόσφαιρο που -ευτυχώς ή δυστυχώς – δεν υπάρχει πια και φυσικά αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για τα νέα παιδιά που θέλουν να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, για τα πράγματα που πρέπει να αποφύγουν για να πετύχουν τα όνειρά τους.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Defiance των Dead Moon.

Ο άνθρωπος που αγάπησε και μίσησε η Πολωνία

  [2 Σχόλια]

Η Σιλεσία είναι μια περιοχή που ανήκει κατά κύριο λόγο στην Πολωνία. Τμήματά της βρίσκονται μέσα στην Τσεχία αλλά και τη Γερμανία. Σπουδαιότερη πόλη της είναι το Βρότσλαβ, εκτός αν είσαι Αρειανός και θυμάσαι μελαγχολικά το Κατοβίτσε. Την πόλη στην οποία γεννήθηκε και ο σημερινός μας πρωταγωνιστής. Ο Έρνεστ Ότο Πραντέλα γεννήθηκε όταν το Κατοβίτσε ήταν μέρος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σύντομα η περιοχή πέρασε στην Πολωνία. Οι γονείς του ήταν γερμανικής καταγωγής και ο πατέρας του έχασε τη ζωή του στο Δυτικό Μέτωπο ως στρατιώτης της Γερμανίας. Τότε ήταν που ο Έρνεστ άλλαξε και το επώνυμό του σε Βιλιμόφσκι καθώς η μητέρα του παντρεύτηκε έναν Πολωνό και ο γιος της έπρεπε να πάρει το όνομα του πατριού.

Ο Βιλιμόφσκι δεν αγαπούσε το σχολείο, αλλά ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, ένας επιθετικός που μπορούσε να ντριμπλάρει και να σκοράρει με εξαιρετική άνεση. Το ταλέντο του γρήγορα έγινε γνωστό με τα χρώματα της Κατοβίτσε (που ήταν «γερμανική» ομάδα) και σύντομα μετακόμισε στην πολύ δυνατή τότε Ρουχ Χόρζοφ (γνωστή σε μας ως η ομάδα του Κριστόφ Βαζέχα). Για να γίνει εκείνη η μεταγραφή δόθηκε στην Κατοβίτσε ένα ποσό ίσα με 10 μισθούς, συν τα έσοδα από δύο φιλικά, συν μια δουλειά για τον πατριό του σε ένα χυτήριο. Ο Βιλιμόφσκι ήταν ταχύτατος, συνήθως έπαιζε αριστερό εξτρέμ στο W-M, ενώ οι διηγήσεις της εποχής λένε ότι είχε έξι δάκτυλα στο δεξί του πόδι (και δύο μεγάλα αυτιά όπως βλέπουμε στις φωτογραφίες).

Το ιστορικό σύστημα W-M που έπαιζαν τότε οι περισσότερες ομάδες

Τα νούμερά του ήταν μυθικά. Έγινε ο πρώτος παίκτης στο πολωνικό πρωτάθλημα που σκόραρε 7, 8, 9 και 10 γκολ σε ένα ματς. Κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα με τη Ρουχ Χόρζοφ, βγήκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ και φυσικά κλήθηκε και στην εθνική Πολωνίας. Το 1934 μάλιστα σκόραρε εναντίον της Γερμανίας, της πατρίδας των γονιών του. Στον ελεύθερό του χρόνο έπαιζε χάντμπολ, χόκεϊ επί πάγου και πινγκ πονγκ, ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής σε ό,τι έκανε, ένα μεγάλο αθλητικό ταλέντο.

 «Σκαρφάλωσα στα κλαδιά ενός δέντρου για να τον δω καλύτερα. Μπορούσε να ντριμπλάρει μερικούς αντιπάλους και να σταματήσει με την μπάλα στη γραμμή, περιμένοντας τους αμυντικούς πριν σπρώξει την μπάλα στα δίχτυα. Κι όλα αυτά χαμογελώντας.»
– Καζιμίρ Γκόρσκι (στη φωτογραφία η Ρουχ Χόρζοφ της εποχής)

Έξω από τα γήπεδα ζούσε τη ζωή του όσο καλύτερα μπορούσε και είχε μεγάλη αγάπη στο ποτό. Μια ημέρα πριν μαζευτούν οι παίκτες της εθνικής Πολωνίας, ο ίδιος το έριξε έξω με συμπαίκτες του στην Κρακοβία. Το επόμενο πρωί εμφανίστηκε σουρωμένος και ο προπονητής τον έδιωξε. Η Ομοσπονδία τον τιμώρησε με ένα χρόνο αποβολή από την εθνική, κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς έχασε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Πολλοί λένε ότι με αυτόν η Πολωνία θα είχε κατακτήσει το χρυσό. Λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το συμβάν, σκόραρε έξι γκολ σε ένα ματς και πήγε στους δημοσιογράφους λέγοντάς τους: «Έτσι παίζει ένας αλκοολικός». Ο Βιλιμόφσκι επέστρεψε αργότερα στην εθνική και γνώρισε ίσως την μεγαλύτερη του ποδοσφαιρική στιγμή στο Μουντιάλ του 1938. Εκεί που ήταν πρωταγωνιστής στο ιστορικό Βραζιλία-Πολωνία 6-5, όταν και έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε τέσσερις φορές σε αγώνα Μουντιάλ, ενώ κέρδισε και πέναλτι. Χρειάστηκε ο Όλεγκ Σαλένκο το 1994 απέναντι στο Καμερούν για να ξεπεραστεί το ρεκόρ του. Οι δυο ομάδες τελείωσαν το παιχνίδι με 4-4 και οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν τελικά με 6-5 στην παράταση. Με τη λήξη του αγώνα οι 13.000 θεατές στο Στρασβούργο αποθέωσαν τους κατάκοπους παίκτες για το φοβερό ποδοσφαιρικό σόου.

Απίστευτα ρετρό πλάνα από 70 χρόνια πριν στο Βραζιλία-Πολωνία

Οι Βραζιλιάνοι τον λάτρεψαν. Ο τότε σούπερ σταρ της Φλαμένγκο Λεωνίδας ντα Σίλβα μίλησε με τα καλύτερα λόγια τόσο για την Πολωνία, όσο και για τον ίδιο τον παίκτη. Στο Βιλιμόφσκι προτάθηκε να υπογράψει συμβόλαιο και να παίξει στη Βραζιλία. Το σκέφτηκε και τελικά συμφώνησε. Οι πολωνικές αρχές όμως δεν του επέτρεψαν να φύγει από τη χώρα. Άλλη διήγηση λέει ότι εκείνο το βράδυ ήταν τόσο μεθυσμένος που υπέγραψε συμβόλαια με τρεις διαφορετικές ομάδες και οι συμπαίκτες του τα έσκισαν. Άγνωστο ποια είναι η αλήθεια, το μόνο σίγουρο πάντως ότι ήταν από τους κορυφαίους στον κόσμο. Έμεινε τελικά και συνέχισε να παίζει στην Πολωνία, αλλά με το κλίμα μεταξύ Πολωνίας-Γερμανίας να είναι πολύ άσχημο, ήδη κάποιες εφημερίδες τον κατηγορούσαν ότι νιώθει περισσότερο Γερμανός παρά Πολωνός. Ο Βιλιμόφσκι μαζί με τους Πέτερεκ και Βόνταρζ ονομάζονται οι «τρεις μάγοι» της Κατοβίτσε που έμπαινε σφήνα ανάμεσα στις ομάδες της Κρακοβίας και του Πόζναν.

Στις 27 Αυγούστου του 1939 ο Βιλιμόφσκι έδωσε το τελευταίο του σόου με τη φανέλα της Πολωνίας σε ένα 4-2 επί της φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ Ουγγαρίας, στο οποίο σκόραρε τρεις φορές και κέρδισε ένα πέναλτι. Η καριέρα του με την Πολωνία έκλεινε με 21 γκολ σε 22 συμμετοχές. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο γερμανικός ναζιστικός στρατός εισέβαλε στην Πολωνία, ενώ στις 17 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε και η επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης. Σε λιγότερο από έναν μήνα η Πολωνία είχε κατακτηθεί και μοιραστεί από Γερμανία και ΕΣΣΔ. Η Σιλεσία κατέληξε στα χέρια των Γερμανών.

Με τη φανέλα της Πολωνίας

Ο Βιλιμόφσκι κρύβεται για να γλιτώσει το γερμανικό στρατό. Όπως και πολλοί ακόμα κάτοικοι της Σιλεσίας παίρνει τη γερμανική υπηκοότητα. Μιλούσε άλλωστε τα γερμανικά ως πρώτη γλώσσα του. Γυρίζει στην πατρίδα του το Κατοβίτσε και για να συνεχίσει να παίζει μπάλα κατατάσσεται αναγκαστικά στην αστυνομία. Αλλάζει ελαφρώς το όνομά του, το Έρνεστ γίνεται Ερνστ για να μοιάζει πιο γερμανικό. Το ταλέντο του τον σώζει, όταν κάποιος γνωστός του και μεγαλοστέλεχος του ναζιστικού κόμματος τον καταγγέλλει ως «Πολωνό» επειδή δεν τον συγχώρεσε ποτέ για την μεταγραφή του από την Κατοβίτσε το 1933 (!!). Ο οπαδισμός δεν κοιτάζει πολέμους.

Ο Βιλιμόφσκι όμως παίζει ακόμα μπάλα και οι Γερμανοί εκτιμούν το ταλέντο του, με αποτέλεσμα να μην υποστεί συνέπειες. Η Κατοβίτσε γίνεται σύλλογος-πρότυπο με πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές να πηγαίνουν εκεί, ώστε να προάγουν το… Άριο ποδόσφαιρο. Αργότερα συλλαμβάνεται και η μητέρα του Παουλίνα. Οι Ναζί την στέλνουν στο Άουσβιτς γιατί έχει σχέση με έναν Ρώσο εβραΐκής καταγωγής. Τεράστιο έγκλημα για τη ναζιστική Γερμανία. Ο Βιλιμόφσκι εκμεταλλεύεται την ποδοσφαιρική του φήμη, τις όποιες γνωριμίες του και τελικά σώζει τη ζωή και της μητέρας του, που μένει έξι μήνες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ανάμεσα στους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ξεψυχούν εκεί. Αντάλλαγμα, μερικοί αγώνες επίδειξης του γιου της. Πληρώνει την ελευθερία της με γκολ.

Μετακομίζει ξανά και παίζει στην ομάδα της αστυνομίας στο Κέμνιτς. Αργότερα μετακομίζει και στο Μόναχο και παίζει στην 1860, με τον κόσμο να τον αποθεώνει όταν κατακτά στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου το πρώτο κύπελλο στην ιστορία του συλλόγου (έγραψε ρεκόρ κυπέλλου Γερμανίας σκοράροντας 14 γκολ το 1942). Φυσικά έρχεται και η εθνική Γερμανίας. Ο Βιλιμόφσκι φοράει 8 φορές τη φανέλα της και σκοράρει 13 γκολ.

Με τη φανέλα της Γερμανίας και τον απαραίτητο ναζιστικό χαιρετισμό

Δεν προκύπτει από κάπου (με βάση τα λίγα είναι η αλήθεια κείμενα που υπάρχουν) ότι ο Βιλιμόφσκι έχει κάποια πολιτική δράση ή ασπάζεται τις ιδέες του ναζισμού. Γεννιέται ως Γερμανός στην Πολωνία, γίνεται Πολωνός και ξανά Γερμανός, καθώς πέφτει θύμα των πολιτικών εξελίξεων. «Αν δεν γινόταν ο πόλεμος δεν θα είχα φύγει ποτέ από τη Σιλεσία» δηλώνει. Αγαπάει το ποδόσφαιρο και προσπαθεί να γλιτώσει τον εαυτό του, την καριέρα του και τους αγαπημένους του χάρη σε αυτό. Δεν πολεμάει με τη Γερμανία, δεν τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα πολιτικά, δέχεται όμως να αλλάξει ομάδες, να φορέσει οποιαδήποτε φανέλα, ακόμα κι αυτή με τη σβάστικα στο στήθος.

Το τελευταίο οι Πολωνοί δεν το συγχωρούν, όταν τον βλέπουν με τη φανέλα της ναζιστικής Γερμανίας είναι το τέλος. Ο Βιλιμόφσκι θεωρείται προδότης γι’ αυτούς και το καθεστώς της Πολωνίας του απαγορεύει να επιστρέψει στη Σιλεσία μετά το τέλος του πολέμου. Ο Βιλιμόφσκι συνεχίζει να παίζει μπάλα, φτάνει μέχρι και το Στρασβούργο και σταματάει το ποδόσφαιρο στα 43 του. Μένει για πάντα στη Γερμανία στην οποία φόρεσε τις φανέλες επτά συλλόγων. Στο Μουντιάλ του 1974 θέλει να επισκεφτεί την εθνική της Πολωνίας στη Στουτγκάρδη, αλλά η Π.Ο. της χώρας δεν τον αφήνει. Δυστυχώς, ζει μεγάλο μέρος της ζωής του σε εποχές που δεν υπάρχουν αρχεία και πληροφορίες ή καταστρέφονται. Τα γκολ του υπολογίζονται από 500 μέχρι 1000 (σύμφωνα με κάποια στατιστικά είναι ο 12ος σκόρερ όλων των εποχών στον κόσμο), είναι ένας παίκτης που αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές μπορεί να είχε τώρα το στάτους ενός Πούσκας. Κι όμως, μένει άγνωστος σχεδόν στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Προδότης για μεγάλο μέρος των Πολωνών γιατί άλλαξε πατρίδα και μέρος μιας περιόδου της Γερμανίας που οι Γερμανοί θέλουν να ξεχάσουν. «Ο καλύτερος Πολωνός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών» τον περιγράφει το Κίκερ πριν τον πόλεμο. Ο Βιλιμόφκσι πέθανε στις 30 Αυγούστου του 1997 στην Καρσλρούη, όχι ακριβώς ξεχασμένος, σίγουρα όμως με πολύ μικρές τιμές σε σχέση με την ποδοσφαιρική αξία του.

Τζιοβάνε Έλμπερ: Ο Βραζιλιάνος που έγινε Γερμανός

  [5 Σχόλια]

Για να γίνεις μεγάλος παίκτης, θέλει ταλέντο και πολλή δουλειά. Θέλει ώρες προπόνησης, θέλει μυαλό, εργατικότητα (ή υπερβολικά πολύ ταλέντο αν είσαι λίγο τεμπελάκος). Για να γίνεις από τους κορυφαίους όλων των εποχών θέλει και λίγη τύχη. Γιατί συχνά εμφανίζονται παίκτες που δεν υστερούν σε τίποτα, που σταθερά κι αμείωτα παίζουν εξαιρετικά σε υψηλό επίπεδο, αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν θα μπουν σε λίστες των κορυφαίων, δεν θα μονοπωλήσουν τα φώτα όπως άλλοι. Αυτούς τους παίκτες τους συμπαθώ πάντα λίγο παραπάνω και πιστεύω ότι ανάμεσά τους είναι κι ο Έλμπερ ντε Σόουζα.

Για πολλά χρόνια πίστευα, όπως μάλλον κι οι περισσότεροι, ότι το μικρό του είναι το Τζιοβάνε ή έστω Τζιοβάνι και το επώνυμο το Έλμπερ. Η αλήθεια όμως είναι ότι το Έλμπερ είναι το μικρό του και το «τζιοβάνε» το παρατσούκλι που του είχε κολλήσει η θεία του για να τον φωνάζει «ο μικρός Έλμπερ». Όπως κι οι άλλοι συγγενείς του όμως, τον έχασε από κοντά της πριν καλά καλά μεγαλώσει. Ο Έλμπερ ξεκίνησε να παίζει μπάλα στη Λοντρίνα Εσπόρτε Κλουμπε, έναν άσημο σύλλογο στα νότια της χώρας, αλλά οι εμφανίσεις του τον έφεραν γρήγορα στις μικρές εθνικές, κατακτώντας έναν τίτλο Ν. Αμερικής και συμμετέχοντας στο Μουντιάλ U20 της Πορτογαλίας, όπου η Βραζιλία έχασε τον τελικό στα πέναλτι. Οι εμφανίσεις του όμως προσέλκυσαν το ενδιαφέρον.

Η Μίλαν έδωσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ρεκόρ τότε για νεαρό Βραζιλιάνο χωρίς εμπειρία από επαγγελματικό ποδόσφαιρο, και τον έφερε στην Ιταλία. Μπροστά του βρήκε την ολλανδική τριπλέτα φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ κι ο «τζόβανε» δεν μπορούσε να παίξει, καθώς επιτρέπονταν μόνο τρεις ξένοι. Την πρώτη χρονιά του την πέρασε ως θεατής της Μίλαν και η ζωή ήταν δύσκολη. Ένας 18χρονος Βραζιλιάνος ξαφνικά στην Ιταλία και μάλιστα στο Μιλάνο. «Ήθελα να φύγω μετά τους δύο πρώτους μήνες. Δεν υπήρχαν τότε κινητά, δεν υπήρχε Ίντερνετ. Μου έλειπε η οικογένειά μου. Έκλαιγα μέρα-βράδυ. Έπρεπε να μάθω να μαγειρεύω. Δεν είχα δίπλωμα και γύριζα με το λεωφορείο».

Την επόμενη σεζόν ο Έλμπερ έκανε ξανά προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά όταν τελείωνε το καλοκαίρι και τα σχολεία ξεκινούσαν, μετακόμισε στην Ελβετία, δανεικός στην Γκρασχόπερ. Όχι ότι και εκεί δεν ήταν δύσκολα, ειδικά τον πρώτο χειμώνα στη Ζυρίχη, κι ας είχε μαζί του για παρέα τον αδερφό του. Το κρύο ήταν πολύ, η επικοινωνία δύσκολη και το φαγητό γρίφος. Στη βιογραφία του περιγράφονται οι δύσκολες στιγμές. Την πρώτη εβδομάδα η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όταν ο αδερφός του πέτυχε μια πινακίδα έξω από μαγαζί που με κιμωλία έγραφε τρεις… μαγικές λέξεις: «chili con carne». Ήταν κάτι σαν παράδεισος για τους δυο Βραζιλιάνους που επιτέλους ανακάλυψαν κάτι που ήξεραν τι είναι. Κάθε μέρα έτρωγαν κρέας με φασόλια και έξτρα μερίδα τηγανιτές πατάτες. Παρ’ ότι αγωνιστικά ο Έλμπερ δεν είχε προβλήματα, δεν του άρεσε καθόλου η Ελβετία: «Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία για τη χειμερινή διακοπή του πρωταθλήματος δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήταν η μητέρα που μου έπεισε. Μου είπε ότι θα μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής και θα πάω να γίνω ποδοσφαιριστής, αυτό που ήθελα πάντα». Ο Έλμπερ τελικά μπήκε και έμεινε στην Ευρώπη για 15 χρόνια συνολικά. Τα επόμενα δύο καλοκαίρια έκανε και πάλι προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά επέστρεψε ξανά στην Ελβετία όπου και έκανε σπουδαίες εμφανίσεις (ακόμα και στην Ευρώπη), ενώ στην τελευταία του σεζόν βγήκε πρώτος σκόρερ και κατέκτησε το κύπελλο.


Das magische Dreieck

Το μέλλον του στη Μίλαν δεν φαινόταν λαμπρό (0 εμφανίσεις σε 4 σεζόν) κι ο Έλμπερ ζήτησε να πάει δανεικός κάπου στην Ιταλία, αφού ένιωθε ότι πλέον είχε μάθει ό,τι μπορούσε στο ελβετικό πρωτάθλημα μετά από τρεις χρονιές. Οι άνθρωποι της Μίλαν του είπαν ότι έχουν μια πρόταση από τη Στουτγκάρδη που τον παρακολουθούσε. Ο Έλμπερ που είχε ήδη μάθει γερμανικά την αποδέχτηκε και έτσι μετακόμισε στη Γερμανία. Στη Σουηβία μπήκε σε μια εξαιρετική ομάδα και άρχισε να δείχνει την ποιότητά του. Παρ’ ότι την πρώτη σεζόν σκόραρε μόλις 8 γκολ, στις άλλες δύο πήρε μπρος και μαζί με το Φρέντι Μπόμπιτς και τον Κράσιμιρ Μπαλάκοφ έφτιαξαν το ιστορικό «μαγικό τρίγωνο» για τη Στουτγκάρδη του μόλις 36χρονου τότε προπονητή Γιόακιμ Λεβ που ξεκινούσε να φτιάχνει όνομα. Ο Έλμπερ κατέκτησε το κύπελλο του 1997, αλλά δεν ήταν εκεί στην σπουδαία πορεία της ομάδας στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1998. Είχε ήδη συμφωνήσει να μετακομίσει στο Μόναχο λίγες μέρες πριν τον τελικό με την Κότμπους στον οποίο σκόραρε δυο γκολ. Γύρισε στο ξενοδοχείο και δεν μπορούσε να πανηγυρίσει, στενοχωρημένος επειδή θα έφευγε. Ο Μπόμπιτς (με τον οποίον είναι κολλητοί ακόμα και σήμερα) πήγε στο δωμάτιό του και του είπε: «Σήμερα είσαι ακόμα ένας από μας, οπότε θα έρθεις να το γιορτάσουμε. Από αύριο μπορείς να πας να γαμηθείς».

Ένα από τα καλύτερα γκολ του, το πέτυχε επί της Μπάγερν

Ο Έλμπερ είχε αγαπήσει τη Στουτγκάρδη και πολλοί του έλεγαν ότι δεν θα έβρισκε το ίδιο οικογενειακό κλίμα στην Μπάγερν. Δεν πίστευε καν ότι είχε ενδιαφερθεί ένας τόσο μεγάλος σύλλογος, το συνειδητοποίησε όταν τον πήρε τηλέφωνο ο Ματέους. Μέσα του όμως είχε ένα μεγάλο όνειρο, να φορέσει τη φανέλα της Σελεσάο και ήξερε ότι δύσκολα θα τα κατάφερνε αν δεν πήγαινε σε μεγαλύτερο σύλλογο. Παρά το τότε ενδιαφέρον της Άρσεναλ, ο Έλμπερ πήγε στους Βαυαρούς και μια τρομερή πορεία ξεκίνησε. Το άκρως οικογενειακό κλίμα χάθηκε, αλλά τα γκολ, οι τίτλοι και οι επιτυχίες ξεκίνησαν.

Ο Έλμπερ ήταν ένας από τους πληρέστερους επιθετικούς που είδαμε ποτέ. Με φοβερά ποσοστά επιτυχίας, γρήγορος, δυνατός, καλός και στον αέρα χωρίς να είναι πρώτο μπόι. Το γεγονός ότι μετακόμισε στην Ευρώπη τόσο νωρίς, τον έκανε αρκετά πιο Ευρωπαίο ποδοσφαιρικά. Η μπάλα έπρεπε να μπει στα δίχτυα. Αυτός ήταν ο σκοπός. Αν έπρεπε να ντριμπλάρει, θα το έκανε. Αν έπρεπε να σουτάρει, θα το έκανε. Τακουνάκια, ψαλιδάκια, σουτ εκτός περιοχής, τεράστια γκάμα. Σημασία είχε όμως το γκολ.

Η απόφαση να πάει στην Μπάγερν είχε άμεσο αντίκτυπο. Μόλις σε μία σεζόν, κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Βραζιλίας. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο, έπεσε σε μια φουρνιά σπουδαίων παικτών. Ριβάλντο-Ρονάλντο-Μπεμπέτο-Ρομάριο (αν και μεγάλος), αλλά και άλλοι όπως ο Εντμούντο κι ο Ντενίλσον του έπαιρναν τη θέση. Το γερμανικό ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο δημοφιλές κι ο Έλμπερ δεν είχε παίξει ποτέ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα με αποτέλεσμα να είναι άγνωστος σε πολύ κόσμο πίσω στην πατρίδα και να μην έχει μεγάλο έρεισμα σε κόσμο και κυρίως προπονητές.

Τον Δεκέμβριο του 1997 οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον Μάριο Ζαγκάλο αν ο Έλμπερ θα είναι στις επιλογές του για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Ζαγκάλο απαντά με πολύ άσχημο τρόπο: «Πόσους Έλμπερ έχουμε στη Βραζιλία; Χιλιάδες! Ας αγοράσει ένα αεροπορικό και να πάει για διακοπές»

Ο Έλμπερ από τη Γερμανία απαντάει στο Ζαγκάλο, λέγοντάς του ότι είναι γέρος και έχει αρχίσει να ξεχνάει. Τελικά, ο Ζαγκάλο τον παίρνει στο αδιάφορο Gold Cup που συμμετείχε κι η Βραζιλία στις αρχές του 1998, αλλά τον έχει στον πάγκο κατά κύριο λόγο. Τον φωνάζει «μικρό» γιατί δεν θυμόταν το όνομά του.  Ο Έλμπερ μοχθεί για να επιλεγεί στην ομάδα, αλλά ένας τραυματισμός διαλύει τις λίγες ελπίδες του για να δώσει το παρόν στο Μουντιάλ.

Το 2002 η αδικία ήταν μεγαλύτερη, με παίκτες όπως ο Λουιζάο και ο Εντμίλσον (οι επιθετικοί και όχι οι συνονόματοί τους σε άλλες θέσεις, αν δεν τους θυμάστε δεν φταίτε εσείς) να προτιμώνται από τον Τζιοβάνε, σαφώς κατώτεροί του. Στο τέλος παίζει ρόλο και η απόφαση της Μπάγερν να μην του δώσει άδεια να πάει στη Βραζιλία για δυο αγώνες στα προκριματικά και μένει ξανά εκτός Μουντιάλ. Ο Έλμπερ, τελείωσε την καριέρα του με μόλις 15 εμφανίσεις με τη Βραζιλία. Φυσικά σε αυτά τα ματς σκόραρε 7 φορές, γεγονός που έδειχνε πόσο μπορούσε να βοηθήσει. Είπαμε. Εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά μια συμμετοχή σε ένα Μουντιάλ πιθανότατα να τον είχε βάλει ανάμεσα στους καλύτερους. Είναι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες που στο τέλος καθορίζουν πώς θα σε θυμάται ο κόσμος.

Αν δεν τον προλάβετε, μάθετέ τον τώρα
Αν τον θυμάστε, ξαναδείτε ορισμένα του γκολ

Η καριέρα του όμως σε συλλόγους ήταν πάντα σπουδαία. Στο Μόναχο κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα, τρία κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και ένα Διηπειρωτικό. Έγινε ο πρώτος ξένος σκόρερ όλων των εποχών στην Μπάγερν και μόνο ο Κλαούντιο Πιζάρο και πλέον ο Λεβαντόφσκι τον ξεπερνούν σε συνολικά γκολ ξένου στην Μπουντεσλίγκα. 133 γκολ σε 260 ματς συνολικά στην Μπουντεσλίγκα με Στουτγκάρδη και Μπάγερν. Το 1999 χάνει τον περίφημο τελικό της Βαρκελώνης απέναντι στη Γιουνάιτεντ λόγω τραυματισμού. Χάνει όμως και την ανατροπή: «Κατεβήκαμε με το Λιζαραζού κάτω λίγο πριν το τέλος. Ήταν κι αυτός τραυματίας και πήγαμε στο τούνελ για να ετοιμαστούμε για την απονομή. Όταν φτάσαμε το σκορ είχε γίνει 1-2. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Εγώ σηκώθηκα και έφυγα, γύρισα μόνος στο ξενοδοχείο. Δεν ήθελε να βλέπω κανέναν». Τελικά, το κατέκτησε δυο χρόνια αργότερα.

Σχεδόν συλλεκτική φωτογραφία του Έλμπερ με τη φανέλα της εθνικής

Ο Έλμπερ μετά την Μπάγερν συνέχισε την καριέρα του στη Λυών με αρκετά καλή παρουσία και τελικά την έκλεισε παίζοντας για πρώτη φορά μπάλα στην πατρίδα του με την Κρουζέιρο. Η ζωή του όμως συνδέθηκε άρρηκτα με τη Γερμανία. Είναι «πρέσβης» της Μπάγερν και συνεχίζει να έχει άμεση σχέση με το σύλλογο. Ταξιδεύει συχνά στο Μόναχο για να βλέπει την ομάδα, όταν δεν βρίσκεται στη Βραζιλία που εκτός των άλλων έχει ιδρύσει ακαδημία ποδοσφαίρου για τα παιδιά του δρόμου και κάνει τον… καουμπόη στα συνολικά 6000 βοειδή που έχει σε μια σειρά από εκτάσεις που αγόρασε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνέντευξη που έδωσε πριν το πρόσφατο φιλικό Γερμανίας-Βραζιλίας είπε ότι… δεν είναι πραγματικός Βραζιλιάνος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο περιβόητο ματς 7-1, η γυναίκα του ήταν στο γήπεδο με μια σημαία της Βραζιλίας, τα παιδιά του με φανέλες Γερμανίας κι ο ίδιος ένιωθε πολύ πιο κοντά με Γερμανούς όπως ο Τόμας Μίλερ τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, ενώ είχε ζωγραφίσει και μια σημαία της Γερμανίας στο πρόσωπό του. Κι όταν η γυναίκα του μετά το 3-0 δεν άντεξε άλλο και αποχώρησε, αυτός έκατσε να δει το ματς. «Πέρασα όλη τη ποδοσφαιρική μου ζωή εκεί», λέει με ειλικρίνεια. Ίσως βαθιά μέσα του, να μην έχει ξεπεράσει το γεγονός ότι στην εθνική ποτέ δεν τον αγκάλιασαν και γι’ αυτό δεν έχει τόση συμπάθεια στη Σελεσάο. Κι ας έφευγε στα 16 του για να κάνει δυο μέρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και να βρεθεί στο Μαρακανά και να δει από κοντά το μεγάλο του ίνδαλμα, τον Ζίκο.

Τα μαγικά και πονεμένα πόδια του χαμογελαστού Σάντι

  [Καθόλου σχόλια]

Αν πριν περίπου δυο δεκαετίες κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να παρακολουθήσει τα παιχνίδια των ακαδημιών της Ρεάλ Οβιέδο, το μάτι του θα έπεφτε σε ένα μικροσκοπικό παιδάκι. Ο κοντούλης Σάντι ξεχώριζε αμέσως, όχι όμως μόνο για το ύψος του. Ήταν η μεγάλη ποιότητά του, η ταχύτητα σε σκέψη και εκτέλεση, η τεχνική, οι ντρίμπλες και φυσικά οι πάσες. Ο  Καθόρλα μπορεί να έμαθε μπάλα στην πατρίδα του τις Αστούριας, έφυγε πολύ γρήγορα όμως όταν οι άνθρωποι της Βιγιαρεάλ τον ανακάλυψαν και τον πήγαν πολύ πιο νότια στη χώρα.

Παρά το μεγάλο ταλέντο του και το γεγονός ότι έπαιξε για τρεις σεζόν στο κίτρινο υποβρύχιο, ο Καθόρλα δεν έκανε τελικά μεγάλο όνομα, δεν είχε την ανάλογη εξέλιξη. Το 2006 λοιπόν η Ουέλβα τον πήρε με το αστείο ποσό των 600 χιλιάδων Ευρώ.  Στα χέρια του απαιτητικού Μαρσελίνο μεταμορφώθηκε και μαζί του η Ρεκρεατίβο έφτασε σε μια 8η θέση, ενώ ο ίδιος ήταν από τους κορυφαίους παίκτες της σεζόν (το Δον Μπαλόν τον ανακήρυξε καλύτερο Ισπανό της χρονιάς). Η Βιγιαρεάλ ενεργώντας έξυπνα είχε βάλει ρήτρα επαναγοράς και τον πήρε αμέσως πίσω. Σε μια ονειρική χρονιά, ο Σάντι ήταν από τους πρωταγωνιστές που έφεραν την ομάδα στην ιστορική 2η θέση. Η ικανότητά του να κινείται σε μικρούς χώρους, να ντριμπλάρει ασταμάτητα, να πασάρει με ακρίβεια, αλλά και να μοχθεί αμυντικά και να σκοράρει τον έφεραν σταδιακά και στην εθνική της Ισπανίας. Άλλοτε με μεγαλύτερο, άλλοτε με μικρότερο ρόλο, ο Καθόρλα κέρδισε 2 ευρωπαϊκούς τίτλους.

«Αναρωτιέμαι. Γιατί η Μπαρτσελόνα δεν πήρε ποτέ τον Καθόρλα; Γνωρίζει ήδη τον τρόπο παιχνιδιού μας.»
– Τσάβι Ερνάντες

Το όνομά του φυσικά έπαιξε για άλλες, μεγαλύτερες ομάδες και η Ρεάλ έφτασε στο σημείο να προσφέρει το ποσό της ρήτρας του. Ενώ αρχικά φάνηκε ότι ο Καθόρλα θα κατέληγε στη Μαδρίτη, στα 23 του έκανε αυτό που λίγοι θα έκαναν. Αποφάσισε να μείνει στη Βιγιαρεάλ, να συζητήσει μαζί της, να υπογράψει ένα καλύτερο συμβόλαιο και να παραμείνει εκεί, λέγοντας ότι αγαπάει την ομάδα και αφού μίλησε μαζί της, δεν χρειαζόταν να πάρει μεταγραφή. Ο Σάντι συνέχισε να μαγεύει στη Βιγιαρεάλ μέχρι το 2011. Τότε που αποφάσισε να αφήσει πίσω την ομάδα του και να μετακομίσει στην Ανδαλουσία και τη Μάλαγα που μοίραζε χρήματα παντού. Αρκετοί τον κατηγόρησαν για εκείνη τη μεταγραφή. Ο ίδιος συνεχίζει να υποστηρίζει ότι δεν ήθελε να φύγει. Ότι η Βιγιαρεάλ αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα κι η διοίκηση αποφάσισε να πουλήσει είτε αυτόν ή τον Τζουζέπε Ρόσι και πως όταν ήρθε η πρόταση των 21 εκατομμυρίων (ρεκόρ για τη Μάλαγα) στο σύλλογο, δεν υπήρχε άλλη λύση από το να γίνει αποδεκτή.

6,5 λεπτά ποδοσφαιρικής ποιότητας

Κι αν ο ίδιος δεν ήθελε να φύγει, ακόμα περισσότερο δεν ήθελαν οι συμπαίκτες του που τον αγαπούσαν τόσο ως χαρακτήρα, πάντα με τα στραβά δόντια πίσω από ένα μόνιμο χαμόγελο, όσο και ως παίκτη. “Νιώθω σαν να έκοψαν ένα δάχτυλο από την ομάδα” δήλωνε ο Μάρκος Σένα, ενώ ο Μπόρχα Βαγιέρο υποστήριξε ότι η ομάδα έχασε την ταυτότητά της με τη φυγή του Σάντι. Ο Καθόρλα τα πήγε εξαιρετικά και στη Μάλαγα και έφτασε με την ομάδα στην έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ. Τότε ήταν που ο Αρσέν Βενγκέρ τον πήρε στην Άρσεναλ βλέποντας έναν παίκτη που θα μπορούσε να δώσει ποιότητα στο κέντρο της Άρσεναλ. Τα λόγια θαυμασμού από συμπαίκτες του πολλά. Ειδικά η πρώτη του σεζόν ήταν μαγική με 12 γκολ στο πρωτάθλημα. Ακόμα όμως κι όταν ήρθαν άλλοι παίκτες, όπως ο Οζίλ, ακόμα και αν ο Βενγκέρ τον δοκίμαζε σε άλλες θέσεις, στα αριστερά ή λίγο πιο μπροστά από τους αμυντικούς, ο Καθόρλα φρόντιζε να δίνει και πάλι ότι μπορεί και πολύ συχνά να κάνει τη διαφορά. Ο κόσμος της Άρσεναλ τον λάτρεψε και είδε στην ομάδα τον δικό της Ινιέστα. Καλύτερος παίκτης της Άρσεναλ το 2012-13 (12 γκολ, 14 ασίστ), δεύτερος σε ασίστ το 2014-15 στο πρωτάθλημα, δύο κατακτήσεις κυπέλλων.

«Έπαιξα πέντε χρόνια μαζί του και ακόμα δεν ξέρω αν είναι αριστεροπόδαρος ή δεξιοπόδαρος»
– Ζοάν Καπντεβίλα

Κάπου εδώ θα τελείωνε η ιστορία ή έστω δεν θα είχε τίποτα το τρομερό να πούμε πέρα από στατιστικά και επιτυχίες. Ένας εξαιρετικός παίκτης, ένας εξαιρετικός χαρακτήρας, αρκετές στιγμές ομορφιάς, αντίο και τα λέμε. Μόνο που ο Σάντι δεν είχε την τύχη μαζί του. Η σεζόν 2015-16 ξεκίνησε ιδανικά, με τον Καθόρλα να είναι ίσως ο πιο πολύτιμος παίκτης της Άρσεναλ. Ο κινητήριος μοχλός, ο άνθρωπος που το παιχνίδι της ομάδας περνούσε από τα πόδια του. Μέχρι που το φθινόπωρο τραυματίστηκε στο γόνατο. Αλλά δεν ήταν αυτό το βασικό πρόβλημα. Όσο περίεργο και αν ακούγεται για έναν άνθρωπο που έπαιζε συνέχεια, τα προβλήματα ξεκίνησαν το 2013. Σε ένα ματς Ισπανίας-Χιλής όπου ο Καθόρλα χτύπησε στον αστράγαλό του και τον ράγισε. Ο Σάντι έμεινε για λίγο καιρό εκτός, αλλά επέστρεψε και έβγαλε μια σεζόν με ενοχλήσεις απνευστί, τόσο με την Άρσεναλ, όσο και με την Ισπανία στο Μουντιάλ. Ο Καθόρλα όταν “ζεσταινόταν” έπαιζε καλά, αλλά μόλις το πόδι ηρεμούσε, τότε πονούσε. Όπως αποκάλυψε σε συνέντευξή του στη Marca “στο ημίχρονο, όταν το πόδι κρύωνε, έκλαιγα από τους πόνους”.

Ο Σάντι έμαθε να παίζει έτσι, μέχρι που τρία χρόνια αργότερα ήρθε ο τραυματισμός που αναφέραμε στο γόνατο και μια επέμβαση. Στο διάστημα αυτό όμως το πρόβλημα στον αστράγαλο χειροτέρεψε πολύ. Ο Καθόρλα έχασε όλη τη σεζόν 2015-16, επέστρεψε την επόμενη αλλά γρήγορα (και παρά τις καλές του εμφανίσεις) αναγκάστηκε να αποχωρήσει ξανά. Στις 19 Οκτωβρίου του 2016, η Άρσεναλ διέλυε την Λουντογκόρετς με 6-0 στο Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά κανείς δεν φανταζόταν ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο παιχνίδι του χαμογελαστού Σάντι. Ο αχίλλειος τένοντας είχε σοβαρό πρόβλημα, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του πόνου στον αστράγαλο και της προσπάθειας του παίκτη όλον αυτόν τον καιρό να τον αποφεύγει (πατώντας ίσως και διαφορετικά), με αποτέλεσμα να καταπονείται συνεχώς ο τένοντας. Ακόμα κι αυτό όμως, δεν θα ήταν τίποτα το απίστευτο, συμβαίνουν αυτά θα έλεγε κάποιος κυνικός.

Το ταλαιπωρημένο δεξί πόδι του Σάντι και το τατουάζ της κόρης του

Οι “λίγες εβδομάδες ξεκούρασης” πέρασαν, αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε και ο Καθόρλα μπήκε να χειρουργηθεί. Το τραύμα μολύνθηκε, ο Καθόρλα αναγκάστηκε να μπει στο χειρουργείο και πάλι. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Και για να μην το κουράζουμε, ο Καθόρλα έχει φτάσει πλέον τις οκτώ επεμβάσεις στο συγκεκριμένο σημείο (ας μην προσθέσουμε και το γόνατο), η τελευταία πριν κάποιους μήνες. Και τα πράγματα δεν ήταν του στιλ “πονάω λίγο γιατρέ”, η μόλυνση άρχισε να του κατατρώει τον τένοντα, κόβοντας 8 εκατοστά. Τα μικρόβια της γάγγραινας ήταν πολύ ισχυρά και ο Καθόρλα έφτασε στο σημείο να κινδυνεύει να χάσει το πόδι του, να χρειαστεί ακρωτηριασμός. Για να καλυφθεί όλο αυτό το δέρμα από τις επεμβάσεις, έκανε μεταμόσχευση από το χέρι του. Ο Σάντι επέλεξε το σημείο που είχε κάνει τατουάζ το όνομα της κόρης του. Πλέον στον αστράγαλο υπάρχει το μισό όνομα της Ίντια Καθόρλα. Το ερώτημα δεν ήταν πότε ή αν θα ξαναπαίξει ποδόσφαιρο, αλλά τι ποιότητα ζωής θα έχει. “Ο γιατρός μου είπε ότι αν μπορώ να περπατάω μαζί με το γιο μου στον κήπο θα πρέπει να είμαι ευχαριστημένος”, αποκάλυψε ο Ισπανός.

Δεν το έβαλε ποτέ κάτω όμως. Όπως λέει, δεν έχει κλάψει καθόλου τα δύο τελευταία χρόνια. Μετά και το τελευταίο χειρουργείο δούλεψε σκληρά στη Σαλαμάνκα μόνος του μένοντας σε ένα ξενοδοχείο, μακριά από την οικογένειά του συνεχίζει να ζει στο Λονδίνο καθώς τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο εκεί. Κάνει μεγάλη προσπάθεια για να επιστρέψει και όταν οι κάμερες τον βρήκαν, αυτός ήταν ο ίδιος αγαπημένος χαμογελαστός τύπος που έδειχνε με απόλυτη ψυχραιμία φωτογραφίες στο κινητό από μια τεράστια τρύπα στο μολυσμένο πόδι του.

Πώς να μην αγαπάς αυτόν τον τυπάκο; Ψάχνοντας φωτογραφίες του, στις περισσότερες χαμογελάει. Εδώ μετά από μία από τις περίπου 10 συνολικά επεμβάσεις που έχει κάνει στην καριέρα του.

Ο Ισπανός δεν τα παράτησε ποτέ. Ούτε το 2013 όταν χτύπησε για πρώτη φορά, ούτε το 2015 όταν χτύπησε στο γόνατο, ούτε το 2016 όταν άρχισαν τα προβλήματα στον τένοντα, ούτε αργότερα όταν τρεις τύποι επιθετικών μικροβίων άρχισαν να του τρώνε τον τένοντα. Κι αυτό το ξέρουν κι οι οπαδοί της Άρσεναλ που το αναγνωρίζουν και που πιστεύουν ότι ένας από τους βασικούς λόγους των απογοητευτικών σεζόν της ομάδας είναι η απουσία του κοντούλη Ισπανού. Πολλοί λένε ότι το πρωτάθλημα του 2016 θα ήταν πολύ διαφορετικό αν ο Σάντι ήταν υγιής. Πριν περίπου ένα μήνα, μετά το ματς με τη Μίλαν στο Σαν Σίρο, οι εκδρομείς της Άρσεναλ άρχισαν να τραγουδούν το όνομά του. Δείγμα ότι δεν τον ξεχνούν. Και όταν πριν λίγες ημέρες εμφανίστηκαν οι φωτογραφίες με τον Σάντι να κάνει για πρώτη φορά ξανά χαλαρή προπόνηση στο Έμιρεϊτς (όπως αυτή στην κορυφή του κειμένου) πριν τον αγώνα με την Ατλέτικο, οι οπαδοί της Άρσεναλ πλημμύρισαν το διαδίκτυο με τη χαρά τους και με συγκινητικά μηνύματα που είδαν τη φοβερή φάτσα να πατάει χορτάρι. Ο Σάντι δεν θα είναι στην 11αδα στο σημερινό Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ-Άρσεναλ, όπως δεν ήταν σε καμία εντεκάδα εδώ και 1,5 χρόνο. Το μέλλον του στην Άρσεναλ είναι άγνωστο, ειδικά μετά την αποχώρηση του Βενγκέρ. Το να φτάσει στα παλιά του επίπεδα θα είναι θαύμα, θαύμα θα είναι να ξαναπαίξει μπάλα εδώ που τα λέμε. Η μάχη που δίνει όμως εδώ και τόσο καιρό, θα πρέπει να αποτελεί παράδειγμα για όλους. Έστω και αν οι βιντεοσυλλογές με τα μαγικά του μπορεί να μην ανανεωθούν ποτέ ξανά.

Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».