Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Προσωπογραφίες'

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Κρίστιαν «Γκομίτο» Γκόμες

  [4 Σχόλια]

Υπάρχουν πολλοί ποδοσφαιριστές που αγαπήθηκαν σε μικρές ομάδες, που απόλαυσαν το χειροκρότημα του κόσμου. Υπάρχουν αρκετοί που κατάφεραν με τις εμφανίσεις τους να παίξουν και σε μεγαλύτερες, πιο ιστορικές ομάδες. Υπάρχουν κάποιοι που κατάφεραν να βγάλουν χρήματα παίζοντας σε άλλες χώρες και χιλιάδες που κέρδισαν τίτλους. Φυσικά υπάρχουν και ορισμένοι που γύρισαν στα ποδοσφαιρικά γεράματα στην αγαπημένη τους ομάδα για να κλείσουν την καριέρα τους. Υπάρχουν όλοι αυτοί, υπάρχει και ο Κρίστιαν Γκόμες.

Ο Γκομίτο ξεκίνησε από πολύ μικρός στις ακαδημίες της Νουέβα Σικάγο, μόλις στα 6 του. Είχε ταλέντο, δούλεψε και έγινε ένα χαφ με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση. Εντοπίστηκε από τον προπονητή του και στα 18 του ήταν έτοιμος για το ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα. Ο κόουτς τον φώναξε, του είπε να είναι έτοιμος για το παιχνίδι της επόμενης ημέρας, αλλά η μοίρα του επιφύλαξε μια έκπληξη. Η Σικάγο έμεινε με 10, ο προπονητής αναγκάστηκε να περάσει αμυντικό και να αλλάξει τα πλάνα του κι ο Γκομίτο δεν έπαιξε. Λίγες μέρες μετά τραυματίστηκε και το ντεμπούτο του καθυστέρησε μερικούς μήνες, αλλά όταν ξεκίνησε δεν σταμάτησε. Ο Γκόμες έπαιξε 155 παιχνίδια και σκόραρε 47 φορές, ένας από τους βασικούς λόγους που η Σικάγο ανέβηκε το 2011 μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια στην Α’ εθνική. Ο Σέζαρ Λουίς Μενότι τον είδε και τον πήρε στην Ιντεπεντιέντε. Εκεί ο Γκόμες κέρδισε ένα πρωτάθλημα, αλλά χωρίς να είναι ηγέτης ή τόσο σημαντικός, παίζοντας και σε άλλη θέση.

Αξέχαστο φινάλε στα μπαράζ του 2012

Στη συνέχεια Αρχεντίνος Τζούνιορς, ξανά Νουέβα Σικάγο (για να τη βοηθήσει να σώσει την κατηγορία), ξανά Ιντεπεντιέντε, Άρσεναλ Σαραντί και μετά η μετανάστευση στις ΗΠΑ. Έπαιξε έξι χρόνια εκεί, βγάζοντας τα προς το ζην και κατακτώντας δύο πρωταθλήματα και πλέον στα 37 του γύρισε στην αγαπημένη του ομάδα που βρισκόταν στην Γ’ εθνική. Ήθελε να την ανεβάσει και να κρεμάσει τα παπούτσια του εκεί. Η Σικάγο κέρδισε την είσοδό της στα μπαράζ όπου θα έπρεπε να παίξει με μια ομάδα Β’ εθνικής για ένα εισιτήριο. Η μοίρα το έφερε και αντίπαλος ήταν η «εχθρός» της Σικάγο, Τσακαρίτα. Στο πρώτο ματς η Σικάγο κέρδισε με 1-0 με ασίστ φυσικά του Γκομίτο. Στην εκτός έδρας ρεβάνς η Σικάγο κέρδιζε με 0-1, ισοφαρίστηκε και ενώ όλα έδειχναν ότι θα κέρδιζε την άνοδο, ένα χέρι στην περιοχή της έδωσε πέναλτι στο 93′ στους αντιπάλους. Σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε σε ματς στην Αργεντινή των τελευταίων ετών, οι οπαδοί της Τσακαρίτα πανηγύριζαν για την παραμονή, ο προπονητής ευχαριστούσε το Θεό. Μέχρι που ο τερματοφύλακας Μονγιόρ έκανε μια καταπληκτική απόκρουση, ο προπονητής της Τσακαρίτα που είχε φύγει ήδη να πανηγυρίσει κατάλαβε τι έγινε και ο Γκομίτο με την παρέα του πανηγύρισαν μια απίστευτη άνοδο.

Ο Γκομίτο πείστηκε και τελικά συνέχισε, αλλά η Νουέβα Σικάγο τερμάτισε τελευταία στη Β’ εθνική και έπεσε ξανά. Στα 39 του αποφάσισε να συνεχίσει και ανέβασε και πάλι την ομάδα στη Β’ εθνική, αυτή τη φορά χωρίς άγχος, βγαίνοντας πρώτη, με τον Γκόμες να σκοράρει συνολικά 10 φορές. Ο προπονητής του Πάμπλο Γκουέδε είχε δηλώσει τότε: «Είναι μαγικό αυτό που συμβαίνει. Είναι τέρας. Κάποιος μπορεί να έχει αμφιβολίες όταν έρθει, αλλά από τη δεύτερη προπόνηση αυτές χάνονται. Δουλεύει στο ίδιο και καλύτερο επίπεδο από 18αρηδες συμπαίκτες του».

Στα 41 του, μετά από επτά μήνες απραξίας επιστρέφει από χιαστούς

Τα καλύτερα όμως δεν είχαν έρθει. Το 2014 σε ηλικία 40 ετών αγωνίζεται 20 φορές και οδηγεί τη Νουέβα Σικάγο σε μια ακόμα άνοδο αυτή τη φορά στην Α’ εθνική (το είχε ξανακάνει το 2001) και είναι έτοιμος να ζήσει το όνειρο, να γίνει ένας από τους γηραιότερους παίκτες στην 1η κατηγορία της χώρας. Μια βδομάδα μόλις πριν την έναρξη του πρωταθλήματος γίνεται το κακό. Στο τελευταίο φιλικό παθαίνει ρήξη χιαστών στο δεξί του πόδι και μπαίνει στο χειρουργείο. Οι περισσότεροι θα τα παρατούσαν. Ο Γκομίτο δουλεύει δυο φορές πιο σκληρά, θέλει να προλάβει να επιστρέψει έστω και για λίγο, να πατήσει χορτάρι Α’ εθνικής. Τα καταφέρνει 5 αγωνιστικές πριν το τέλος, στη νίκη επί της Αλντοσίβι. Μπαίνει αλλαγή εν μέσω αποθέωσης, επτά μήνες μετά τον τραυματισμό του. Θέλεις η αύρα του; Θέλεις το ταλέντο του; Η «Τορίτο» κάνει μαγικό φινάλε με πέντε σερί νίκες και χάνει την παραμονή για μόλις έναν βαθμό. Όλοι σκέφτονται τι θα είχε γίνει αν ο Γκομίτο επέστρεφε λίγο πιο νωρίς.

Τον Απρίλιο η Νουέβα Σικάγο έχανε 2-0 και έπαιζε με 10. Ο Γκομίτο σκόραρε δυο πανέμορφα γκολ και έδωσε μια ασίστ για το 2-3.

Ο Γκομίτο δεν έχει σταματήσει το ποδόσφαιρο. Έπαιξε ακόμα δύο σεζόν στη Β’ εθνική, ετοιμάζεται να παίξει ακόμα μία, οδεύοντας προς τα 43 του, και συνεχίζει να προσφέρει αυτά που μπορεί. Στο τελευταίο εντός έδρας ματς της σεζόν, σε αυτό που είδαμε το το ζευγάρι των δύο τυφλών παιδιών Μαρτίν και Σίντια, έβγαλε μια ασίστ πάρε-βάλε για το γκολ (στο παρακάτω βίντεο). Έχει σπάσει πλέον όλα τα ρεκόρ συμμετοχών του συλλόγου και οι οπαδοί μαζεύουν χρήματα για να του φτιάξουν ένα άγαλμα στο γήπεδο. Ο στόχος είναι να είναι έτοιμο στα 43α του γενέθλια το Νοέμβριο. Μπορεί να μην έκανε την καριέρα ή να μην είχε το όνομα του Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, αλλά είναι κι αυτός ένας άνθρωπος που αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή στο αγαπημένο του άθλημα (σκεφτείτε ότι παίζει από τα έξι του χρόνια) και ένα μεγάλο μέρος αυτής στην αγαπημένη του ομάδα.

Συνεχίζω να παίζω ποδόσφαιρο γιατί το αγαπώ. Την ημέρα που θα σταματήσω να έχω αγωνία για ένα ματς το προηγούμενο βράδυ ή που δεν θα είναι ιδρωμένα τα χέρια μου πριν βγω στο γήπεδο, θα σταματήσω.
– Κρίστιαν «Γκομίτο» Γκόμες

Φάας Βίλκες: O ατάλαντος ξυλουργός και η τέχνη του γκολ (και της ντρίμπλας)

  [3 Σχόλια]

Ολλανδία. Άμστερνταμ και Ρότερνταμ. Το περίφημο Coffee Shop «The Bulldog» και τα χιλιάδες ποδήλατα. Η περίφημη ντρίμπλα του Γιόχαν Κρόιφ κόντρα στη Σουηδία το ’74. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των «Οράνιε» και του Αίαντα στα 70s. Ο Νέσκενς και ο Άρι Χάαν. Ο «δάσκαλος» Ρίνους Μίχελς και εκείνο το ασύλληπτο 4-3-3. Το γκολ του Φαν Μπάστεν κόντρα στους εξωπραγματικούς Σοβιετικούς του Λομπανόφσκι, το 1988. Ο Γκούλιτ, ο Ράικαρντ και ο Κούμαν. Ο Ντένις Μπέργκαμπ και ο Άριεν Ρόμπεν πολύ αργότερα. Το ποίημα «Στο Λιμάνι του Άμστερνταμ» του Ζακ Μπρελ που διασκεύασε και έκανε υπέροχο τραγούδι ο Ντέιβιντ Μπόουι και φυσικά ο Ρέμπραντ και ο Βαν Γκογκ με τους αριστουργηματικούς πίνακές τους. Κάτι ξεχνάμε όμως οι περισσότεροι -ή ίσως αγνοούμε- όταν μιλάμε για τη χώρα της τουλίπας και τα όμορφα πράγματα που αυτή μας χάρισε (ή αναφορές σε αυτή). Ποιο είναι αυτό; Μα φυσικά ο ποδοσφαιριστής Σέρφαας Βίλκες. Ένας από τους πρώτους μεγάλους αρτίστες που έβγαλε το ολλανδικό ποδόσφαιρο και που αποτέλεσε μαζί με τους Γκέριτ Κάιζερ, Μπεπ Μπάκχους και Γκέριτ Βρέκεν τα πρώτα εξαγώγιμα ποδοσφαιρικά «προϊόντα», σε μια εποχή που εκτός συνόρων κάθε χώρας έβγαιναν αποκλειστικά και μόνο οι κορυφαίοι, μιας και μιλάμε για τα τέλη του 1940.

O Βίλκες γεννήθηκε το 1923 στο Ρότερνταμ και πρωτοέπαιξε ποδόσφαιρο στην ομάδα της γεννέτειράς του, RFC Xerxes, υπογράφοντας μάλιστα το πρώτο του συμβόλαιο λίγο μετά αφότου έκλεισε τα 18 του έτη. Παράλληλα βοηθούσε τον πατέρα του στην οικογενειακή τους επιχείρηση. Ο πατέρας του «Φάας» -όπως ήταν το προσωνύμιο του νεαρού- ήταν ξυλουργός και με τον πόλεμο να μαίνεται σε ολόκληρο τον κόσμο (βρισκόμαστε άλλωστε στο 1941), αυτό που ήθελε από τον γιο του ήταν να τον δει όχι να πετυχαίνει στο ποδόσφαιρο αλλά απλά να επιβιώνει, προσπαθώντας να ζήσει αξιοπρεπώς. Η ζωή του νεαρού -ευτυχώς- δεν ήταν γραφτό να κυλήσει σε ένα ξυλουργείο (ταλέντο ξυλουργού άλλωστε ο Φάας δεν είχε) μα στα καλύτερα ποδοσφαιρικά γήπεδα της εποχής, με τον Βίλκες να φορτώνει τα αντίπαλα δίχτυα με δεκάδες γκολ και να ζαλίζει τους αντιπάλους αμυντικούς με τις περίτεχνες του ντρίμπλες. Ο Βίλκες σκόραρε το πρώτο του τέρμα στο ντεμπούτο του ως ποδοσφαιριστής, σε ένα 6-0 επί της Γκούντα εκτός έδρας, και πολύ σύντομα απέδειξε πως τα σύνορα της μικρής Ολλανδίας δεν ήταν ικανά να κρατήσουν το ποδοσφαιρικό του ταλέντο και την «ερωτική» σχέση που είχε συνάψει με τα αντίπαλα δίχτυα. Όλα αυτά φυσικά με το τέλος του πολέμου, όταν και ξεκίνησαν πάλι τα εθνικά πρωταθλήματα το 1945. Από το ’41 ως και το ’45 ως γνωστόν- δεν υπήρχαν επίσημοι αγώνες και πρωταθλήματα.

Παρέα με τους σπουδαίους αρτίστες, Αμπέλ Λένστρα και Κίις Ράιβερς, δημιούργησαν στο Ρότερνταμ αυτό που ονομάστηκε από τους δημοσιογράφους της εποχής ως «Η χρυσή επιθετική τριάδα». Μια «θανατηφόρα τριπλέτα» που στο μυαλό της υπήρχε μόνο ένα πράγμα: To γκολ. Τα τέρματα μπορεί να έπεφταν βροχή αλλά η ομάδα δεν μπορούσε να κάνει με τίποτα την υπέρβαση και να κατακτήσει το πρωτάθλημα, ούτε καν να το διεκδικήσει, και ήταν θέμα χρόνου οι τύχες των τριών αυτών σούπερ σταρ να χωρίσουν για άλλες πολιτείες (και χώρες). Παράλληλα ο Βίλκες ήταν και η αιχμή του δόρατος στην επίθεση της εθνικής Ολλανδίας. Στο ντεμπούτο του μάλιστα με το Λουξεμβούργο είχε σκοράρει τέσσερα τέρματα, στη νίκη με 6-2, και συνέχισε με χατ-τρικ απέναντι στο Βέλγιο. Αυτά τα δύο αποτελέσματα έστειλαν τους «Οράνιε» στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1948 στο Λονδίνο, εκεί που ολόκληρη η Ευρώπη -και ο κόσμος- έμαθε για τα καλά το όνομα του σπουδαίου επιθετικού από το Ρότερνταμ.

H Ολλανδία μπορεί να αποκλείστηκε από τη Βρετανία, μα τα τέρματα του κόντρα στους οικοδεσπότες αλλά και τους Ιρλανδούς τον βοήθησαν να φτιάξει για τα καλά τη φήμη του στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Ολόκληρος ο παγκόσμιος αθλητικός Τύπος μέσα σε λίγες μέρες είχε αρχίσει να ασχολείται με τον Ολλανδό επιθετικό. Εκείνο το παλικάρι με την απαράμιλλη τεχνική και το φονικό ένστικτο που «χόρευε» τις αντίπαλες άμυνες. Το χρυσό μετάλλιο κατέληξε στους Σουηδούς της «παρέας» Gre-No-Li ή αλλιώς τους Γκούναρ Γκρεν, Γκούναρ Γκρόναλ και Νιλς Λίντχολμ, το μαγικό τρίο της Μίλαν δηλαδή που λίγο αργότερα ο Βιλκες θα έβρισκε ως αντίπαλος, φορώντας τη φανέλα της συμπολίτισσας Ίντερ και χαρίζοντας στο κοινό του Μιλάνου μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις. Ο Ολλανδός βέβαια είχε αποδείξει πως ανήκε στην παγκόσμια ελίτ του ποδοσφαίρου, πανέτοιμος να κατακτήσει ό,τι του αναλογούσε και πολλά περισσότερα από αυτά.

Πολλές ομάδες του εξωτερικού άρχισαν αμέσως να δείχνουν ενδιαφέρον για τον Ολλανδό στράικερ, τον ερασιτέχνη Ολλανδό στράικερ για την ακρίβεια μιας και το ποδόσφαιρο στη χώρα του δεν είχε γίνει ακόμα επαγγελματικό, με πρώτη και καλύτερη την αγγλική Τσάρλτον -σε μια περίοδο που κατακτούσε και διεκδικούσε τίτλους- αλλά και ομάδες από την Ιταλία και την Ισπανία, μικρότερου πάντως βεληνεκούς. Ο Βίλκες τελικά έδωσε τα χέρια με την ομάδα του Μάαστριχτ, δίχως χρήματα παρά μόνο για ένα φορτηγό (!), που θα βοηθούσε την επιχείρηση του πατέρα του να μεγαλώσει. H ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας θεώρησε αυτή την μεταγραφή ως παράνομη μιας και υπήρξε χρηματικό όφελος για τον παίκτη και τιμώρησε τον διεθνή επιθετικό με ένα χρόνο εκτός ποδοσφαίρου για το εθνικό πρωτάθλημα και 5 χρόνια για τη φανέλα με το εθνόσημο. Ο Βίλκες τελικά δεν ολοκλήρωσε την μεταγραφή, επέστρεψε στην πρώην ομάδα του και απάντησε με μια απίστευτη σεζόν στους «επικριτές» του. Το γυαλί πάντως είχε ήδη ραγίσει και όλα έδειχναν πως εκείνη η σεζόν (βρισκόμαστε στο 1950) θα ήταν και η τελευταία του ως παίκτης στα γήπεδα της Ολλανδίας (την περίοδο της top φόρμας του).

Ο Ολλανδός τελικά έφυγε για την Ιταλία και το Μιλάνο για να γίνει παίκτης της Ίντερ. Εκεί παρέα με τον Ούγγρο Ίστβαν Νάιερς και τον Ιταλό Αμαντέο Αμαντέι συνέθεσαν μια νέα μαγική τριπλέτα, την απάντηση στην τριπλέτα της Μίλαν Gre-No-Li, ματώνοντας τα αντίπαλα δίχτυα κάθε Κυριακή. Δεν είναι τυχαίο πως στην πρώτη τους σεζόν, όλοι μαζί, σκόραραν 67 τέρματα αλλά δεν κατάφεραν να κερδίσουν το πρωτάθλημα, τερματίζοντας στο -1 από την πρώτη -και μεγάλη αντίπαλο- Μίλαν. Εκείνη τη σεζόν μάλιστα η Ίντερ είχε κάνει μια τεράστια νίκη με 6-5 επί της Μίλαν κι ας είχε βρεθεί να χάνει ακόμα και τρία γκολ διαφορά. Μπροστάρης σε εκείνη τη μυθική ανατροπή εννοείται ήταν ο Βίλκες. Το γεγονός πως δεν μπόρεσε να οδηγήσει την Ίντερ σε κάποιο τίτλο και ο σοβαρός τραυματισμός που είχε στο γόνατο την επόμενη σεζόν τον έστειλαν στην Τορίνο μπας και μπορέσει να ξαναβρεί τη φόρμα του. Δυστυχώς για τον ίδιο ένας νέος τραυματισμός τον έστειλε να δει -σχεδόν- ολόκληρη τη σεζόν 1952-1953 από την εξέδρα.

Έχοντας πατήσει τα 30 και με δύο σοβαρούς τραυματισμούς (σε μια περίοδο που αρκούσε ένας όχι και τόσο σοβαρός τραυματισμός για να βάλει φρένο σε μια καριέρα) δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεωρούσαν πως οι καλές μέρες για τον Ολλανδό αρτίστα είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Όλοι φυσικά λογάριαζαν χωρίς τον ίδιο. Ο Βίλκες μίλησε με τη Βαλένθια, τα βρήκε, και τελικά μπήκε στο αεροπλάνο για να γίνει ο νέος ηγέτης των «νυχτερίδων». Τα χρόνια του στο Μεστάγια μάλιστα ήταν τόσο καλά που οι φίλοι του κλαμπ λένε ακόμα πως «Η Ρεάλ είχε τον Ντι Στέφανο, η Μπάρτσα τον Κουμπάλα και εμείς τον Φάας». Η τύχη πάντως τα έφερε έτσι ώστε ο Βίλκες να μην κατακτήσει ούτε με τη Βαλένθια κάποιο τίτλο και τελικά το ’56 να φύγει για τη Βένλο, στη γεννέτειρά του.

Οι καλές μέρες έδειχναν να ανήκουν σιγά-σιγά στο παρελθόν με τον παίκτη πάντως να συνεχίζει να παίζει με την εθνική της χώρας του μέχρι τα 38 του χρόνια κρατώντας μάλιστα το ρεκόρ του πρώτου σκόρερ (με 35 τέρματα) για σχεδόν 40 χρόνια, πριν το σπάσει ο Μπέργκαμπ το 1999 (από τότε ακολούθησε ο Κλάιφερτ με 40 τέρματα, ο Χούντελαρ με 42 και φυσικά ο Φαν Πέρσι με τα 50 του γκολ). To 1964, με τον Βίλκες στην τελευταία του σεζόν, έκανε ντεμπούτο για τον Άγιαξ ένα ψιλόλιγνο παιδάκι με λιγδιασμένο μαλλί και ένα αέρινο στυλ που έκανε τους πάντες να μην μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω του. Ήταν 16 ετών και ο Φάας τον έχρισε αμέσως διάδοχό του όταν τον είδε να πατάει για πρώτη φορά χορτάρι και να ερωτοτρωπεί με τη μπάλα. Το παιδάκι φυσικά δεν ήταν άλλος από τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ.

Το 1999 ο Κρόιφ διοργάνωσε ένα σπουδαίο παιχνίδι παλαιμάχων και -εννοείται- κάλεσε και τον Σέρβας Βίλκες: «Τον αγαπημένο μου παίκτη όταν ήμουν παιδάκι» όπως δήλωσε ο ίδιος συγκινημένος κατά την παρουσίαση των ομάδων. Αυτά τα λόγια του Κρόιφ περικλείουν όλη την αλήθεια για τον Βίλκες. Γιατί μπορεί η γενιά του Κρόιφ να πήγε το ποδόσφαιρο και ένα και δυο και δέκα βήματα μπροστά αλλά ο Φάας Βίλκες ήταν αυτός που άναψε πρώτος τη «φλόγα» για να ξεκινήσει το νέο ποδοσφαιρικό μοντέλο κυριαρχίας των Ολλανδών. Ο ίδιος φυσικά ταπεινός – μέχρι το 2006 που άφησε αυτόν εδώ τον κόσμο- συνήθιζε να λέει πως: «Δεν ξέρω αν ήμουν καλός ντριμπλέρ, φοβερός σκόρερ και ικανός ποδοσφαιριστής απλά όταν έβαζα ένα γκολ, ήταν ένα όμορφο γκολ». Αυτή του η δήλωση εννοείται συνεχίζει να εμπνέει τους Ολλανδούς και το «μοντέλο» τους, μέχρι τις μέρες μας και εννοείται θα συνεχίζει να εμπνέει.

  • H φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή του κειμένου είναι από το κόμικ Kick Wilstra που ούτε λίγο, ούτε πολύ δείχνει το μέγεθος του Βίκελς στην τότε ποπ ποδοσφαιρική κουλτούρα και την επιρροή που αυτός είχε -και ασκούσε- στους νέους της εποχής. Το όνομα βγαίνει από τον Βίλκες (Wilkes) και τους Κικ Βίλστρα (Kick) και Άμπε Λένστρα (Lenstra).

Ο αλκοολικός που έφτασε στην Πριμέρα

  [Καθόλου σχόλια]

Κάπου στα 1.700 περίπου μέτρα υψόμετρο, κοντά σχετικά στην πρωτεύουσα της Κολομβίας Μπογκοτά, αλλά αποκλεισμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκεται το χωριουδάκι Κάκεσα. Εκεί έζησε τα πρώτα του χρόνια ο Ντανιέλ Αλεχάντρο Τόρες, μέχρι που αποφάσισε να ακολουθήσει την καριέρα του ποδοσφαιριστή. Ένα παιδί από το χωριό ταξίδεψε στην μεγάλη πόλη, έμενε σε έναν ξενώνα και έπαιζε μπάλα στις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε. Το ταλέντο του άρχισε να ξεχωρίζει και σιγά σιγά ο Ντάνι όπως τον φωνάζουν οι φίλοι κατάλαβε ότι θα γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

«Ήταν μια ευλογία για μένα. Για όλους όσοι θέλουμε να γίνουμε ποδοσφαιριστές είναι ένα όνειρο όταν τα καταφέρεις». Μόνο που εκεί άρχισαν και τα προβλήματα. Ο Ντανιέλ Τόρες βίωσε πολύ διαφορετικά την αλλαγή αυτή και δεν μπόρεσε να τη διαχειριστεί. «Ποτέ δεν έπινα, δεν μου άρεσε το ποτό. Στην Κολομβία πίνουμε αγουαρντιέντε [σ.Σ. ένα απόσταγμα με γλυκάνισο]. Αλλά εμένα δεν μου άρεσε. Έτσι δοκίμασα το ουίσκι. Κατέληξα να πίνω δυο μπουκάλια.» Ο Ντανιέλ Τόρες έπινε κάθε βράδυ και το επόμενο πρωί πήγαινε κανονικά στην προπόνηση. Απορεί κι ο ίδιος, δεν ξέρει πώς άντεξε το κορμί του, πώς τα κατάφερνε, πώς δεν είχε τραυματισμούς.

Φυσικά, δεν είναι εύκολο να κρύψεις ένα τέτοιο πρόβλημα. Ειδικά όταν έκαναν εξετάσεις στην ομάδα. Ήταν πάρα πολλές φορές που ο Τόρες βρέθηκε με αλκοόλ στο αίμα του, αλλά ο γιατρός και η διοίκηση του τη χάριζαν. Όλα αυτά μέχρι που ήρθε το 2011 στην ομάδα ένας πιο αυστηρός προπονητής. Ο αμυντικός χαφ Τόρες έμεινε εκτός αγώνων για περίπου ένα εξάμηνο και στο τέλος της σεζόν ζήτησε να φύγει γιατί ήξερε πώς δεν θα έπαιζε. Η διοίκηση αποφάσισε να τον δώσει δανεικό για να δει μήπως η αλλαγή περιβάλλοντος τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημά του.

Κάπως έτσι ο Τόρες πήγε δανεικός στην Ατλέτικο Νασιονάλ. Το Μεντεγίν όμως είναι μια πόλη με νυχτερινή ζωή. Ο Τόρες άρχισε να βγαίνει συνέχεια έξω, να πίνει ακόμα περισσότερο, το πρόβλημα μεγάλωσε αντί να λυθεί. Οι καβγάδες στο σπίτι άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Και όπως πολύ συχνά συμβαίνει στους αλκοολικούς, κάθε πρόβλημα (υπαρκτό ή όχι) οδηγούσε στο ποτό. Μια ήττα για την ομάδα, μια αναποδιά, μια διαφωνία με τη γυναίκα του. Στα γενέθλια του βγήκε να διασκεδάσει, ήπιε και εμφανίστηκε στην προπόνηση μετά από τρεις ημέρες και με 40′ καθυστέρηση. Η Ατλέτικο του έκανε αλκοτέστ, βγήκε θετικός και τιμωρήθηκε για αρκετά παιχνίδια στο πιο κρίσιμο σημείο της σεζόν. Λίγο πριν το τελευταίο παιχνίδι που θα έκρινε τη συμμετοχή στα πλέι-οφ, ο πρόεδρος τον πλησίασε και του είπε ότι είτε θα δώσει την νίκη, είτε θα φύγει. Λίγο άδικο να το πεις σε έναν παίκτη, αλλά έτσι είναι. Η Ατλέτικο έχασε με 1-0, η σεζόν τελείωσε και οι παίκτες έφυγαν για διακοπές. Ο πρόεδρος της Σάντα Φε του είπε ότι η Νασιονάλ δεν τον θέλει άλλο και ότι θα πρέπει να πάει σε μια μικρή ομάδα πλέον. Ήταν Ιανουάριος του 2012. Η γυναίκα του τον είχε παρατήσει μαζί με το παιδί, οι δημοσιογράφοι τον αποκαλούσαν μεθύστακα, καμία μεγάλη ομάδα δεν τον ήθελε, κανένας οπαδός δεν τον στήριζε. Ο Τόρες έπιασε πάτο.

Πάντα τὸν τόπον, οὗ ἐὰν πατήσῃ τὸ ἴχνος τοῦ ποδὸς ὑμῶν, ὑμῖν ἔσται
– Δευτερονόμιον 11:24

Σεπτέμβριος 2016. Η Ντεπορτίβο Αλαβές έχει ήδη πάρει μια ισοπαλία στο Βιθέντε Καλντερόν στο 95′ και πηγαίνει στο Καμπ Νου. Λίγο πριν το ματς, ένας από τους ποδοσφαιριστές των φιλοξενούμενων, στην καθιερωμένη βόλτα των παικτών, φτάνει στο χορτάρι, βγάζει τα παπούτσια και το πατάει ξυπόλητος με ένα κινητό στο αυτί. Δεν μιλάει καθόλου, φαίνεται να ακούει μόνο. Λίγη ώρα αργότερα, ο ίδιος αυτός τύπος μπαίνει με τη φανέλα που γράφει Τόρες πάνω από το νούμερο 16 και 90 λεπτά μετά φεύγει νικητής με 1-2 από το Καμπ Νου. Ο Τόρες παίζει 17 ματς βασικός στην Πριμέρα και άλλα 4 στο κύπελλο μέχρι τον τελικό (όπου δεν αγωνίζεται). Την ίδια στιγμή έχει φτάσει τις 15 συμμετοχές με την εθνική Κολομβίας και είναι αρκετά πιθανό να τον δούμε στο Μουντιάλ της Ρωσίας αν η χώρα του τα καταφέρει.

Οικογενειακή γαλήνη

Τι μεσολάβησε και ένας τελειωμένος παίκτης με πολλά προβλήματα αγωνίζεται στο υψηλότερο επίπεδο; Όταν ο Ντάνι έφυγε από τη Νασιονάλ, γύρισε τελικά πίσω στην Ιντεπεντιέντε καθώς δεν βρέθηκε ομάδα. Ο Τόρες αποφάσισε να καθαρίσει. Τα βρήκε με τη γυναίκα του, προσπάθησε να αποδείξει ότι θα άλλαζε. Μην ξέροντας από πού να πιαστεί, άκουσε τη συμβουλή του φίλου του και συμπαίκτη του Καμίλο Βάργκας που του γνώρισε μια… πνευματικό, την πεθερά του. Η κυρία Σάντρα Μερίνο ξεκίνησε τον προσηλυτισμό, αλλά ο Τόρες δεν πείστηκε ιδιαίτερα. Μέχρι που μια μέρα στα πολύ άσχημά του, άνοιξε τη Βίβλο και διάβασε ότι όποιος ακολουθήσει το Θεό διαγράφει το παρελθόν του, γίνεται καινούριος άνθρωπος και ξεκινάει από την αρχή. Ο Τόρες είπε να δοκιμάσει και τη μέθοδο της θρησκείας. Αυτή η νέα αρχή ήταν που αποζητούσε. Ξαναμίλησε με την κυρία Σάντρα, η οποία του έκανε κάτι μεταξύ κατήχησης και ψυχοθεραπείας και κάπως έτσι άρχισε η ανάκαμψή του.

Φυσικά όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. Η καχυποψία υπήρχε από όλους. Δημοσιογράφους, οπαδούς, προπονητές, ακόμα και συμπαίκτες. Τύχαινε να αργήσει καμία φορά στην προπόνηση γιατί είχε κίνηση ή είχε συμβεί κάτι και το έβλεπε στα μάτια όλων. «Ο Ντάνι ξανακύλησε, τον πήρε ο κατήφορος πάλι». Είχε λίγο διαφορετική διάθεση και όλοι πίστευαν ότι είχε πει ξανά το προηγούμενο βράδυ. Κανείς δεν πίστευε σε αυτόν, ένας άνθρωπος με εθισμούς δεν είναι εύκολο να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη.

Η κυρία Σάντρα Μερίνο. Όποιος περίμενε μια γιαγιούλα με μαύρα ατύχησε. Δείχνει έτοιμη να στήσει ένα τουρνουά μπιρίμπας.

Ο Τόρες όμως δεν ήταν ο μοναδικός που εμπιστεύτηκε την κυρία Σάντρα. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε είχε να δει πρωτάθλημα 37 ολόκληρα χρόνια. Η ομάδα ξεκίνησε παίζοντας καλά το 2012, αλλά δεν μπορούσε να κερδίσει με τίποτα. Όλο κάτι γινόταν, όλο κάτι στράβωνε. Επτά ματς χωρίς νίκη. Ο προπονητής ήταν υπό κρίση, αλλά οι παίκτες τον πίστευαν. Τον πίστευαν γιατί ήταν σίγουροι ότι κάτι μεταφυσικό συνέβαινε, ότι κάποιος τους είχε καταραστεί, η ρίζα του κακού δεν ήταν αγωνιστική. Ο πρόεδρος βλέποντας την ομάδα να ξεκινάει με σερί ισοπαλιών, έδωσε τελεσίγραφο στον προπονητή για το ντέρμπι με τους Μιγιονάριος. Οι παίκτες το πήραν πάνω τους. Πήγαν στη διοίκηση και είπαν τις σκέψεις τους, δεν φταίει ο κόουτς, φταίει το κακό το μάτι. Ζήτησαν από τον πρόεδρο να αφήσει να μπει ο Θεός στην ομάδα μέσω της σενιόρας Σάντρα. Όπως έχουμε δει και στο παρελθόν, αυτά τα πράγματα στην Κολομβία δεν είναι ασυνήθιστα. Ο πρόεδρος αφού είδε ότι τίποτα άλλο δεν είχε πιάσει δέχτηκε, αλλά μια που η πνευματικός έμενε μακριά, η πρώτη… συνεδρία έγινε μέσω Skype (δεν τα βγάζω από το μυαλό μου, αλήθεια λέω).

Το ματς που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε

Η κυρία Σάντρα είπε ένα σωρό πράγματα. Τι ότι είχε όραμα το 2010 όταν ο Θεός της αποκάλυψε ότι η Σάντα Φε θα έπαιρνε το πρωτάθλημα. Τι ότι το όνομα (σάντα και φε, αγία δύναμη σαναλέμε) δεν είναι τυχαίο, τι ότι το κόκκινο χρώμα της είναι το αίμα του Ιησού, τι ότι αυτός θα είναι ο έβδομος τίτλος της Σάντα Φε και όλοι ξέρουμε ότι αυτός ο αριθμός έχει μεγάλη σημασία. Ένα σωρό τέτοια «προφητικά» και ανεβαστικά που θα έκαναν τον Αλ Πατσίνο να κρυφτεί από ντροπή. Και μετά, ταξίδεψε στην Μπογκοτά. Και το Σάββατο πριν το ματς, συνάντησε τους παίκτες και σαν τους 12 11 μαθητές της, τους έπλυνε τα πόδια. Εσείς πείτε ό,τι θέλετε, αλλά την επόμενη μέρα η Ιντεπεντιέντε στο ημίχρονο κέρδιζε 0-4 τους Μιγιονάριος. Φαίνεται πάντως ότι δεν αρκούσε η θεία δύναμη, γιατί στο 2ο ημίχρονο άρχισαν τις πλακίτσες, τις ντριμπλίτσες, τα τούνελ σε αντιπάλους και τελικά αυτοί μείωσαν σε 4-3. Η νίκη όμως ήρθε και μαζί ξεκίνησε ένα σερί επτά νικών. Η Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε κέρδισε πρωτάθλημα και πάλι μετά από 37 χρόνια και άντε να πείσεις εσύ τώρα τους παίκτες της ότι δεν είχε μεγαλύτερη συμβολή η πνευματικός από τον δόλιο προπονητή. Αν δεν με πιστεύετε υπάρχει βίντεο στα πανηγύρια που αρκετοί παίκτες την αναφέρουν στις δηλώσεις τους, ενώ για τον κόουτς δεν λένε τίποτα.

Οι εμφανίσεις του Τόρες σε Κολομβία και σε Λιμπερταδόρες έκαναν το όνομά του γνωστό και ο Κολομβιανός πήγε στην Αλαβές. Ακόμα και μετά την μεταγραφή του στην Ισπανία όμως, η ιεροτελεστία δεν σταμάτησε. Μια ώρα πριν τον αγώνα, ο Ντάνι απομονώνεται από τους υπόλοιπους, πατάει χορτάρι, παίρνει τηλέφωνο την κυρία Σάντρα και την ακούει να του απαγγέλει (είναι αυτή η σωστή λέξη;) κομμάτια από τη Βίβλο (ειδικά αυτό από το Δευτερονόμιο). Τόσο για να του φέρει καλή τύχη, όσο και για κρατήσει τους παλιούς… δαίμονες μακριά του. Το βασικότερο όμως είναι ο Τόρες έσωσε την καριέρα του και κυρίως την οικογένειά του και την προσωπική του ζωή. Έστω και με έναν όχι επιστημονικό τρόπο.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντιντιέ Ντρογκμπά

  [2 Σχόλια]

8 Οκτωβρίου 2005. Η Ακτή Ελεφαντοστού φιλοξενείται στο Σουδάν για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών του Μουντιάλ της Γερμανίας. Οι φιλοξενούμενοι θέλουν οπωσδήποτε τη νίκη για να τερματίσουν πρώτοι στον όμιλο τους και να πάρουν την πρόκριση απ’ευθείας. Οι παίκτες του, γνωστού μας από το πέρασμα του από τον Άρη, Ανρί Μισέλ, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίδρασης στους αδιάφορους γηπεδούχους και καθαρίζουν το ματς από τα μισά του δευτέρου ημιχρόνου. Το παιχνίδι λήγει τελικά 1-3, η εθνική ομάδα της Ακτής Ελεφαντοστού προκρίνεται για πρώτη φορά σ’ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.

Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι κάτοικοι της Ακτής ξεχύνονται στους δρόμους να πανηγυρίσουν. Είναι η πρώτη μεγάλη χαρά που παίρνουν μετά από πολλά χρόνια. Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση εμφυλίου από το 2002, όταν οι αντάρτες κατέλαβαν το βόρειο μέρος της χώρας. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένοπλες συγκρούσεις σε διάφορα σημεία της χώρας, η οποία ουσιαστικά πλέον ήταν χωρισμένη στη μέση, αναγκάζοντας όσους θέλουν να μεταβούν από το το νότο στο βορρά, ή το αντίστροφο, να περνάνε από δυο σημεία ελέγχου. Οι δυο πλευρές αδυνατούσαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση, οι εντάσεις συνεχιζόταν σε διάφορα σημεία της χώρας και οι εκλογές πήγαιναν από αναβολή σε αναβολή.

Πίσω στο Σουδάν, στα αποδυτήρια έχει στηθεί το αναμενόμενο πανηγύρι. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο μπαίνει για να πάρει τις πρώτες δηλώσεις από τους πρωταγωνιστές που χοροπηδάνε, τραγουδάνε και μπουγελώνονται. Κάποια στιγμή ο 27χρονος επιθετικός Ντιντιέ Ντρογκμπά παίρνει το μικρόφωνο, ζητάει από τους υπόλοιπους να κάνουν ησυχία και ξεκινάει να μιλάει στην κάμερα:

«Άντρες και γυναίκες της Ακτής Ελεφαντοστού, από το βορρά, το νότο, το κέντρο και τη δύση. Αποδείξαμε σήμερα ότι όλοι οι Ιβοριανοί μπορούμε να συνυπάρξουμε και να παίξουμε μαζί για ένα κοινό σκοπό, να προκριθούμε στο Μουντιάλ. Υποσχεθήκαμε ότι οι πανηγυρισμοί θα ενώσουν τον κόσμο. Σήμερα σας ικετεύουμε πέφτοντας στα γόνατα…»

Σ’αυτό το σημείο όλη η ομάδα γονατίζει μπροστά στην κάμερα και ο Ντρογκμπα συνεχίζει:

«Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Συγχωρέστε. Μια χώρα της Αφρικής με τόσο πλούτο δεν πρέπει να χαραμίζεται πολεμώντας. Σας παρακαλώ, αφήστε τα όπλα σας και κάντε εκλογές. Όλα θα είναι καλύτερα…»

Η έκκληση μοιάζει και ακούγεται λίγο παιδική αλλά το μομέντουμ και ο άνθρωπος που την κάνει της δίνουν μια ασύλληπτη δυναμική που πιθανόν κανείς εκτός Αφρικής δεν μπορεί να αντιληφθεί. Οι Ιβοριανοί αγαπάνε το ποδόσφαιρο (όταν παίζει η εθνική όλη η χώρα βρίσκεται μπροστά από μια τηλεόραση) και λατρεύουν τον Ντρογκμπά, που εκτός από ηγέτης της εθνικής είναι ήδη και παγκόσμιος σούπερ σταρ, σαν πρωταθλητής Αγγλίας με την Τσέλσι. Η φάτσα του βρίσκεται σχεδόν σε κάθε γειτονιά της χώρας, είτε σε αφίσα, είτε σε τοιχογραφία, είτε σε κάποια διαφήμιση. Το ποδόσφαιρο μπορεί για κάποιους να είναι 22 τύποι που κυνηγάνε μια μπάλα αλλά ο συγκεκριμένος τύπος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι ο πιο αγαπητός και αποδεκτός άνθρωπος μιας χώρας 22 εκατομμυρίων κατοίκων που υποφέρει από διχόνοια και εμφύλιο μίσος.

«Όταν είδα τον Ντρογκμπά να βγάζει αυτόν τον λόγο στην τηλεόραση συγκινήθηκα» δήλωσε λίγα χρόνια μετά ο Κριστόφ Ντικέτ, ένα από τα ανώτατα στελέχη της ΠΟ της Ακτής. «Δίπλα μου η γυναικά μου έκλαιγε. Οι άνθρωποι στην τηλεόραση έκλαιγαν. Αυτό που έγινε δεν θα μπορούσε να γίνει από κανέναν άλλον. Μόνο από τον Ντρογκμπά. Είναι αυτός που ουσιαστικά μας θεράπευσε από τον πόλεμο». Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου αθλητισμού: «Εμείς οι πολιτικοί πήγαμε στα καλύτερα πανεπιστήμια και θεωρούμαστε οι μορφωμένοι, οι υποτιθέμενοι ηγέτες της χώρας. Κι όμως στο θέμα της επίτευξης ειρήνης αποτύχαμε. Μια ομάδα παικτών κατάφερε να μας ενώσει. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά εμφανίστηκε από το πουθενά και έγινε ήρωας για όλους μας».

Η χαρά της πρόκρισης, το μήνυμα του Ντρογκμπά και η εικόνα των αγκαλιασμένων παικτών της εθνικής που προερχόταν από διαφορετικά σημεία της χώρας (κάποιοι εξ αυτών και από το βόρειο τμήμα που κατείχαν οι αντάρτες) ‘ανάγκασε’ τους ηγέτες των δυο αντιμαχόμενων πλευρών να αρχίσουν ξανά νέο κύκλο επαφών και διαβουλεύσεων για την ανεύρεση μιας ειρηνικής λύσης. Οι ένοπλες συγκρούσεις σταμάτησαν και ακολούθησαν δυο χρόνια όπου ο εμφύλιος συνεχιζόταν μεν αλλά κυρίως σε διπλωματικό επίπεδο. Τότε ο Ντρογκμπά βρήκε την ευκαιρία να βγει ξανά μπροστά.

Στις 3 Ιουνίου του 2007 η Ακτή υποδεχόταν τη Μαδαγασκάρη για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής. Ο Ιβοριανός επιθετικός, του οποίου η φήμη και η δύναμη είχαν μεγαλώσει κι άλλο χάρη στις συνεχιζόμενες επιτυχίες του εντός γηπέδων (νέοι τίτλοι με Τσέλσι, ‘Καλύτερος Αφρικανός παίκτης για το 2006, νίκες και γκολ με την καλύτερη φουρνιά παικτών που είδε ποτέ η εθνική της Ακτής), προσέγγισε τον πρόεδρο της χώρας και του ζήτησε να αλλάξει η έδρα διεξαγωγής του αγώνα και αντί για την πρωτεύουσα να γίνει στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, το Μπουακέ, που βρισκόταν στα εδάφη που κατείχαν οι αντάρτες.

(Ο Ντρογκμπά είχε ήδη κάνει μια εξίσου σημαντική και συμβολική επίσκεψη στο Μπουακέ λίγους μήνες πριν, όταν βρέθηκε στην πόλη για να γιορτάσει εκεί την ανάδειξη του σαν καλύτερος Αφρικανός παίκτης της χρονιάς. «Ήρθα εδώ για να δείξω ότι αυτή η Χρυσή Μπάλα ανήκει σε όλη την Ακτή Ελεφαντοστού» ανέφερε στην ομιλία του πριν κάνει μια νέα έκκληση για ειρήνη, εν μέσω αποθέωσης από τους κατοίκους της πόλης που στο πρόσωπο του έβλεπαν έναν ουδέτερο που το μόνο που ήθελε ήταν να τα βρούνε οι δυο πλευρές. «Πάνω απ’όλα είμαι ένας απ’αυτούς» όπως έχει πει και ο ίδιος.)

Η πρόταση του για αλλαγή έδρας εισακούστηκε και έτσι για πρώτη φορά η εθνική ομάδα έπαιξε στο βόρειο κομμάτι της χώρας, σε ένα κατάμεστο γήπεδο (που με αφορμή τον συγκεκριμένο αγώνα ανακαινίστηκε με λεφτά της κυβέρνησης), στα επίσημα του οποίου βρισκόταν μέλη των ηγεσιών και των δυο πλευρών. Για πρώτη φορά μετά από πέντε πολύ δύσκολα χρόνια η Ακτή Ελεφαντοστού ήταν ουσιαστικά ενωμένη, χάρη σ’ένα από τα λίγα πράγματα που τα χρόνια του εμφυλίου την κρατούσαν ενωμένη: το ποδόσφαιρο. Ο Ντιντιέ Ντρογκμπά είχε πετύχει το στόχο του: «Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που μου έχει συμβεί. Ήταν κάτι παραπάνω από μπάλα πλέον. To να βλέπεις τους αρχηγούς και των δυο πλευρών να τραγουδάνε δίπλα-δίπλα τον εθνικό ύμνο είναι πολύ ξεχωριστό. Ένιωσα ότι η Ακτή Ελεφαντοστού σήμερα ξαναγεννήθηκε. Όλο αυτό δείχνει πως το ποδόσφαιρο μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους».

Το – εξίσου – σημαντικό είναι ότι πέτυχε τον στόχο του χωρίς ποτέ η επιτυχία αυτή να επηρεάσει ιδιαίτερα την συλλογική του καριέρα ή την εικόνα του στην Ευρώπη. Η εμπλοκή του στα δρώμενα της χώρας του δεν κέρδισε καμία ιδιαίτερη προβολή στον ευρωπαϊκό Τύπο και όταν μετά από χρόνια ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε σχετικά, ο Ντρογκμπά αρκέστηκε να σχολιάσει: «Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω οτιδήποτε σε οποιονδήποτε για το ποιος είμαι στην Αφρική».

Δέκα χρόνια (και έναν δεύτερο – ευτυχώς – πολύ μικρότερο εμφύλιο) μετά, ο 39χρονος Ντρογκμπά, αν και συνεχίζει να παίζει μπάλα στις ΗΠΑ, έχει αποσυρθεί από την εθνική ομάδα. Στην περίοδο αυτή κατέκτησε μερικά ακόμα τρόπαια, κέρδισε κάμποσες ατομικές διακρίσεις και βραβεία, καθόρισε έναν τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, έπαιξε σε δυο ακόμα Μουντιάλ, έγινε πρώτος σκόρερ της εθνικής και έφτασε δυο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής. Αναμφίβολα όμως, το μεγαλύτερο κατόρθωμα της σπουδαίας καριέρας του ήταν, είναι και θα παραμείνει για πάντα το ότι βοήθησε σημαντικά στο να ενωθεί ένας διχασμένος λαός.

Τάκης Λουκανίδης: Ο άνθρωπος που έκανε τα πάντα

  [3 Σχόλια]

Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπήρχαν ένα σωρό ποδοσφαιριστές που έπαιζαν σε πολλές -και διαφορετικές- θέσεις με αρκετή μάλιστα επιτυχία. Ο πλάγιος μπακ άλλαζε θέση και πήγαινε στην επίθεση ως εξτρέμ, ο στόπερ ανέβαινε στο κέντρο και ο κεντρικός χαφ γίνονταν δεύτερος (και τρίτος πολλές φορές) σέντερ φορ. Όλα αυτά μοιάζουν να έχουν λογική μιας και μιλάμε για το ποδόσφαιρο σε πολύ πρώιμη φάση. Στην πραγματικότητα όμως, αν υπήρχε ένας ποδοσφαιριστής που μπορούσε να αγωνιστεί με απόλυτη επιτυχία (και είναι σημαντικό αυτό) και στις 11 θέσεις μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, αυτός δεν ήταν άλλος από τον Τάκη Λουκανίδη. Τον πληρέστερο Έλληνα ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, όπως έχει χαρακτηριστεί από όλους όσους τον πρόλαβαν να αγωνίζεται και από όλους τους μεταγενέστους (όπως είμαι και εγώ), που μεγαλώσαμε ακούγοντας από τους παλαιότερους για τα κατορθώματά του και τα σπάνια τεχνικά του χαρίσματα.

O άνθρωπος που διέκρινε πρώτος αυτό το σπάνιο χάρισμα του Λουκανίδη δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Πάγκαλο. Τον προπονητή του στη Δόξα Δράμας τη δεκαετία του ’50, πριν ο παίκτης δηλαδή πάρει μεταγραφή για τον Παναθηναϊκό του Άγγλου Χάρι Γκέιμ το 1961, και συνθέσει με τον σπουδαίο Μίμη Δομάζο το κορυφαίο δίδυμο που έχει δει ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Τουλάχιστον από Έλληνες παίκτες, για να είμαι ακριβοδίκαιος. Ο Λουκανίδης είχε χάσει τον πατέρα του στην τρυφερή ηλικία των 5 ετών, στην περίοδο της Κατοχής, και λόγω της τραγικής οικονομικής κατάστασης που βίωνε η μητέρα του είχε αναγκαστεί να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο της Δράμας. Μακριά -όχι μόνο από τη μητέρα του αλλά- και από τα αδέρφια του. Εκεί, οι δάσκαλοί του ήρθαν σε πρώτη επαφή με το σπάνιο ταλέντο του μιας και το ποδόσφαιρο (με αυτοσχέδιες μπάλες από κουρέλια) ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής και το μοναδικό παιχνίδι γι’ αυτόν και τα υπόλοιπα ταλαιπωρημένα παιδάκια.

«Πατερούλη» αποκαλούσε ο Λουκανίδης τον Πάγκαλο όσα χρόνια αγωνίστηκε στη Δράμα, βλέποντας στο πρόσωπό του και τον γονιό που τόσο πολύ στερήθηκε στα παιδικά του χρόνια και όχι έναν προπονητή. Ο Νίκος Πάγκαλος ως προπονητής πάντως άλλαζε θέση στον παίκτη από αγωνιστική σε αγωνιστική για να καλύπτει τις τρύπες που άφηναν οι συμπαίκτες του που έλειπαν λόγω κάποιου τραυματισμού. «Τακούλη θα παίξεις τερματοφύλακας γιατί ο Σαμλίδης έχει χτυπήσει στο κεφάλι» του λέει ο Πάγκαλος πριν από κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Ναι Πατερούλη»  απαντά ο Λουκανίδης, κατεβάζοντας τα ρολά. «Τακούλη μου σήμερα θα παίξεις με το 9 στην πλάτη γιατί ο Κουίρουκίδης έχει βαρύ διάστρεμμα». Σέντερ φορ ο Λουκανίδης και νίκη για τη Δράμα με δικό του μάλιστα γκολ.

Κάπως έτσι -και ενώ η φυσική του θέση ήταν κεντρικός χαφ και στόπερ- ολοένα και μεγάλωνε ο μύθος για τον νεαρό που μπορούσε να αγωνιστεί παντού. Ένας μύθος που έγινε πραγματικότητα και που τον έφερε στα τέλη των 60s μια ανάσα από την ιταλική Γιουβέντους, σε μια περίοδο που τέτοιες μεταγραφές -για Έλληνες παίκτες- έμοιαζαν μόνο ως κακόγουστο ανέκδοτο. Τελικά το «φλερτ» δεν κατέληξε σε «γάμο» μιας και ο Λουκανίδης δεν τόλμησε ποτέ το μεγάλο ταξίδι για το Τορίνο με τον βασικό λόγο αυτής του της άρνησης το γεγονός πως δεν ήξερε καθόλου Ιταλικά. «Εμείς καλά καλά δεν μιλάμε σωστά ελληνικά, ιταλικά θα μάθουμε;» είχε πει σε κολλητό του και τελικά έφυγε για την Κύπρο και τα χρώματα του ΑΠΟΕΛ.

Βρισκόμαστε στο 1960 και τον παίκτη έχει ήδη προσεγγίσει η ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός και φυσικά η ομάδα της καρδιάς του, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ο Παναθηναϊκός. Ο αθλητικός όμως νόμος που ίσχυε τότε δεν έδινε το δικαίωμα σε κάποιο παίκτη να πάρει μεταγραφή για άλλη Ελληνική ομάδα αν πρώτα δεν είχε αγωνιστεί σε ομάδα του εξωτερικού. Κάπως έτσι η επιλογή του ΑΠΟΕΛ δεν ήταν δύσκολη, καθαρά λόγω γλώσσας. Επιτέλους, θα μπορούσε μετά από ένα χρόνο να αγωνιστεί στην ομάδα που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο Λουκανίδης ήταν φίλος του ΠΑΟ από τα χρόνια που έπαιζε στη Δράμα, όταν η Δόξα είχε για σήμα το μαύρο τριφύλλι ως ένδειξη πένθους στη βουλγαροκρατία (χρόνια αργότερα το έμβλημα άλλαξε και έγινε ένας μαυραετός) και αποφάσισε οριστικά πως πρέπει να ντυθεί στα πράσινα το 1959, μετά από ένα ιστορικό παιχνίδι της Δόξας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας κόντρα στον ΠΑΟ.

Η ομάδα του έπαιζε με 9 παίκτες και ο ίδιος έκανε τα πάντα στο γήπεδο αγωνιζόμενος στον άξονα και μάλιστα παραλίγο να κερδίσει το παιχνίδι -σχεδόν- μόνος του. Έτρεχε, έκοβε, μοίραζε, απειλούσε. Τελικά ο ΠΑΟ με ένα γκολ του Μίμη Μπενάρδου κέρδισε στις καθυστερήσεις, με τους φίλους των πρασίνων όμως να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο και να σηκώνουν εκστασιασμένοι τον -αντίπαλο- Λουκανίδη στον αέρα, απαιτώντας την μεταγραφή του στην ομάδα τους και φωνάζοντας υπέρ του συνθήματα. Ο Λουκανίδης δεν μπορούσε να πιστέψει αυτή την έκρηξη λατρείας όπως και οι περισσότεροι συμπαίκτες και αντίπαλοι. Το ’61 και ενώ ο Ολυμπιακός προσφέρει περισσότερα χρήματα στον παίκτη, ο Λουκανίδης θα υπογράψει στον ΠΑΟ και το ίδιο βράδυ θα τα σπάσει με τον αδερφό του Θανάση (παίκτη του Ολυμπιακού) στο μαγαζί που τραγουδούσε ο αγαπημένος του Πάνος Γαβαλάς στην Αχαρνών. Τα μπουζούκια και η καλή ζωή ήταν κάτι που ποτέ δεν έλειψαν στο Λουκανίδη όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και για πολλούς ήταν και το μοναδικό του ψεγάδι. Τα γλέντια στη Φωκίωνως Νέγρη (τότε καρδιά της νυχτερινής Αθήνας), πριν αλλά και μετά από σπουδαίες αναμετρήσεις, έχουν μείνει ανεξίτηλα χαραγμένα τόσο στον ίδιο όσο και σε συμπαίκτες και απλούς φιλάθλους.

Τον Ιούλιο του 1963 ο ΠΑΟ θα δώσει τα κλειδιά της ομάδας στον Στέφαν Μπόμπεκ με τον σπουδαίο Γιουγκοσλάβο να μετατρέπει τους πράσινους από μια εξαιρετική ομάδα σε κάτι πραγματικά το ανίκητο. Ο Μπόμπεκ δουλεύει και τελειοποιεί το 4-3-3 πατώντας στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έχοντας στον άξονα τους Δομάζο και Λουκανίδη θα φτιάξει την ανίκητη -στην κυριολεξία- ομάδα της σεζόν 1963/64. Ο ΠΑΟ θα κατακτήσει αήττητος το πρωτάθλημα (όντας η μοναδική Ελληνική ομάδα που το έχει καταφέρει) και θα συνεχίσει με μόλις μία ήττα και την επόμενη σεζόν (3-2 από τον Εθνικό), κατακτώντας και πάλι την κούπα του πρωταθλητή. Η αθηναϊκή ομάδα είχε αγγίξει το τέλειο  και συνδύαζε την ηρεμία με τα επιθετικά ξεσπάσματα με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούν να αποτυπώσουν τα λόγια. Για να καταλάβετε. Γνωστός μουσικός των Αθηνών -και φίλος των πρασίνων- είχε παρομοιάσει το παιχνίδι της ομάδας με τη μελωδία του Σοπέν «Imrpomptu no4», λέγοντας πως αν αυτή η μελωδία έπρεπε να παιχτεί από ποδοσφαιριστές σε κάποιο γήπεδο, βάζοντας αντί για νότες τις κινήσεις των νούμερων που διέκρινες στις φανέλες των παικτών, ακριβώς αυτό θα άκουγες στην «παρτιτούρα» του γηπέδου. Η δήλωση αυτή όσο κι αν έχει μια δόση υπερβολής (που την έχει) δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού εκείνης της ομάδας. Εννοείται πως και με τον Μπόμπεκ στον πάγκο ο Λουκανίδης συνέχιζε να αλλάζει θέσεις δίνοντας πάντα πολύτιμες λύσεις στην ομάδα του και οδηγώντας τη σε σπουδαίες νίκες.

Η κόντρα του Μπόμπεκ με τους περισσότερους παίκτες το 1967 θα στείλει τον Λουκανίδη στον πάγκο και τελικά στη φυγή, με προορισμό τον Άρη Θεσσαλονίκης το 1969. Οι ένδοξες μέρες σιγά-σιγά άρχισαν να ανήκουν στο παρελθόν και τελικά ο σπουδαίος ποδοσφαιριστής θα βάλει τέλος στην καριέρα του το καλοκαίρι του 1970. Έχοντας κατακτήσει και ένα κύπελλο Ελλάδος με τον Άρη. Ήταν 33 ετών. Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν πως αν ο ΠΑΟ είχε και τον Λουκανίδη τη χρονιά του Γουέμπλεϊ δεν θα είχε χάσει με τίποτα εκείνο το παιχνίδι κόντρα στον Άγιαξ και πολλοί περισσότεροι πως αν ο παίκτης δεν είχε αδικήσει τον εαυτό του και το ταλέντο του, δουλεύοντας περισσότερο, θα είχε κάνει τεράστια καριέρα -όχι στο ελληνικό ποδόσφαιρο- αλλά στο Ευρωπαϊκό, και σε κορυφαία ομάδα.

«Η γνώση της σταθερότητας είναι διορατικότητα. Η άγνοια της σταθερότητας φέρνει συμφορά. Η γνώση της σταθερότητας κρατά το μυαλό ανοικτό. Μ’ ανοικτό μυαλό θα είσαι ανοιχτόκαρδος. Ανοιχτόκαρδος, το φέρσιμό σου θα είναι αρχοντικό. Αρχοντικός, θα πλησιάζεις το θεϊκό». Η παραπάνω φράση βρίσκεται στο βιβλίο του Λάο Τσε «Ταο Τε Κινγκ»και μπορεί να χαρακτηρίσει το στυλ, το παίξιμο και τη ζωή του Λουκανίδη. Ο κορυφαίος των κορυφαίων εντός του αγωνιστικού χώρου. Με το αρχοντικό του -στα όρια του θεϊκού- παίξιμο και έχοντας νιώσει από τα παιδικά του χρόνια τη σκληρότητα και τη συμφορά. Ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, με πάθη που ακόμα και σήμερα όταν τον βλέπεις, στα 80 του χρόνια, δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις νιώθοντας την καλοσύνη του και τη θετική του αύρα.

Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

  [2 Σχόλια]

Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένα παιδί από την Μπαδαλόνα. Όπως τα περισσότερα παιδιά στην Καταλωνία παράλληλα με το σχολείο του έπαιζε από χόμπι ποδόσφαιρο. Επειδή ήταν λίγο καλύτερος από το μέσο όρο, χωρίς να είναι κάτι το σπουδαίο, και καθώς του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο, άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά τις κατηγορίες. Πήγε από την ομάδα της γειτονιάς, σε εκείνη της περιοχής και άρχισε να παίζει στα τοπικά πρωταθλήματα. Μια κανονική ζωή ερασιτέχνη παίχτη, που παράλληλα σπούδαζε Μηχανολόγος Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πομπέου Φάμπρα στη Βαρκελώνη.

To πάθος του για τη μπάλα δεν έσβησε και συνέχισε να παίζει ακόμα και ως βετεράνος. Μέλος του συλλόγου Λιουρέδα δε Μπαδαλόνα, αγωνιζόταν κανονικά στη Λα Λίγα των βετεράνων. Στις 26 Απριλίου του 2014 η Λιουρέδα αντιμετώπιζε την Έκουα Καλέλια. Το ματς ήταν αρκετά νευρικό, με πολλά σκληρά μαρκαρίσματα, βρισίδια και πλακώματα. Κάποια στιγμή ένας παίχτης της Καλέλια το παράκανε, ακόμα και για παιχνίδι βετεράνων, και αποβλήθηκε. Όπως πήγαινε προς τα αποδυτήρια ξαφνικά του γύρισε το μάτι και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Πήρε φόρα, σήκωσε το μποτάκι και το έφερε στη μέση του Ραούλ Σάντσεθ. Αυτός έπεσε κάτω, μην μπορώντας να κινηθεί. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου διεγνώσθη μετατόπιση των σπονδύλων C3 και C4. Ο Ραούλ θα έμενε για όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπληγικός, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης συνελήφθη.

Η Λιουρέδα υπερασπιζόμενη τον παίχτη της ζήτησε αποβολή της Έκουα Καλέλια από κάθε διοργάνωση. Από μόνη της η Καλέλια διέγραψε άμεσα το δράστη από το ρόστερ της και του απαγόρευσε δια βίου την είσοδο στο γήπεδό της. Η ομοσπονδία αποφάσισε ότι η Καλέλια δεν ευθύνεται για το δράστη και δεν την τιμώρησε, όμως ο σύλλογος από μόνος του αποσύρθηκε από το υπόλοιπο του συγκεκριμένου πρωταθλήματος.

Από την πλευρά του ο Ραούλ είδε τη ζωή του να αλλάζει σε μια στιγμή και το χειρότερο να του στερεί για πάντα την κίνησή του και εκείνο που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, το ποδόσφαιρο. Πήρε το χρόνο του, το σκέφτηκε, και είπε κάπου «Όχι ρε κερατά (αυτολεξεί μετάφραση του καμπρόν), εγώ θα συνεχίσω, αλλά από άλλο πόστο». Ο Ραούλ άφησε τη δουλειά του ως σχεδιαστής μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικής παραγωγής και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ενημέρωση του κόσμου για τη βία στο ποδόσφαιρο. Πήγε στο δήμο της Μπαδαλόνα και της Βαρκελώνης, στην τοπική κυβέρνηση του Ζενεραλιτάτ και σε κανάλια και στούντιο της Καταλωνίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κόσμου ώστε να μάθει ν’ αντιμετωπίζει το άθλημα αλλιώς.

Ο Ραούλ πάει σε σχολεία, σε ακαδημίες ποδοσφαίρου, σε ομάδες γειτονιάς, παντού για να πει την ιστορία του. Σε κάποια τέτοια ομιλία τον συνάντησε ο Γκιγιέρμο Κρούθ, σκηνοθέτης του Ινστιτούτου Γκούτμαν. Εκεί του πρότεινε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο Ραούλ Σάντσεθ δέχθηκε αμέσως. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βαρκελώνης τον Οκτώβρη και έχει τίτλο «26 Απριλίου, Παίξε το ξανά». Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσημα το Αθλητικό Ινστιτούτο Βαρκελώνης, το Υπουργείο Αθλητισμού της τοπικής κυβέρνησης και η Καταλανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Ο Ραούλ Σάντσεθ δηλώνει ότι «όλος ο κόσμος με βοηθάει, θέλω να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά και σ’όλο τον κόσμο σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτεται αλλιώς. Να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό αλλιώς». Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένας σπουδαίος υπηρέτης του αθλήματος. Ένας άνθρωπος που ακόμα και η αναπηρία του δεν του στέρησε τη διάθεση να γίνει κοινωνός του αθλήματος. Προσπαθεί να αλλάξει τα μυαλά του κόσμου, όπως εκείνου που τον άφησε ανάπηρο και τρία χρόνια μετά δεν του έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη.

Η ιστορία του πιο τρελού τερματοφύλακα

  [6 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο της Λ. Αμερικής το λατρεύεις για δύο πράγματα. Το θέαμά του και όλη αυτή τη γραφικότητα που το περιβάλλει και το κάνει να ξεχωρίζει. Μέσα στη γραφικότητα φυσικά είναι κι οι ιστορίες με τους τερματοφύλακες, τους λίγο ως πολύ παλαβούς τερματοφύλακες. Ρενέ Χιγκίτα, Χόρχε Κάμπος, Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ και στην κορυφή ο Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Γενικά καταλαβαίνεις ότι αν τερματοφύλακας έχει παρατσούκλι «Ελ Λόκο» δεν είναι ό,τι καλύτερο. Από τον τερματοφύλακα θες μια σιγουριά. Να είναι πιο βαρετός και από ασφαλιστή που ήρθε σπίτι σου. Να είναι πιο σταθερός και από τους Σκόρπιονς στις περιοδείες τους. «Ο Τρελός» όμως ήταν ένας σόουμαν. Με την κορδέλα του, τα μακριά στενά παντελονάκια και τη φάτσα κομπάρσου σε γουέστερν που παίζει κάποιον ανώνυμο Ινδιάνο που ο Τζον Γουέιν σκοτώνει πριν καπνίσει ένα τσιγαράκι.

Ο Γκάτι ξεκίνησε την καριέρα του από την Ατλάντα. Όταν πήγε να δοκιμαστεί στην παιδική ομάδα έφαγε… 14 γκολ. Στο ίδιο παιχνίδι. Έβαλε τα κλάματα και έφυγε για τα αποδυτήρια, αλλά ο προπονητής τον κράτησε. Ήταν από τους πρωτοπόρους τερματοφύλακες στο παιχνίδι έξω από την περιοχή. Του άρεσε να παίζει με την μπάλα, να συμμετέχει στη δημιουργία, να κοντρολάρει με το στήθος, να κάνει κεφαλιές, να προωθείται, να βγαίνει σαν μανιακός από την περιοχή για να κόψει κάποιον αντίπαλο, να εκτελεί πλάγια. Αγαπημένη του κίνηση, να βγαίνει τελευταία στιγμή στην έξοδο και να μπλοκάρει την μπάλα ακριβώς πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου επιδεικτικά. Είχε και έφεση στην απόκρουση πέναλτι, στην μεγάλη του καριέρα απέκρουσε 26 φορές κάποιο χτύπημα.

Η Ρίβερ έδωσε αρκετά χρήματα για να τον πάρει καθώς ο Αμαντέο Καρίσο ήταν στα 37 του. Τελικά ο Γκάτι έμεινε στην σκιά του τεράστιου Καρίσο αφού ο τελευταίος έπαιξε για πέντε σεζόν ακόμα. Έφυγε για άλλα μέρη και για τον Καρίσο είχε δηλώσει: «Ποτέ δεν άκουσα τις συμβουλές του Καρίσο, λογικό αφού ήξερα παραπάνω από αυτόν». Στη συνέχεια πήγε στη Χιμνάσια όπου έκανε τα καλύτερά του ματς και φυσικά τις καλύτερές του τρέλες. Ήταν μια πραγματική ατραξιόν του πρωταθλήματος. Κόσμος ταξίδευε μέχρι την Λα Πλάτα για να τον δει ή πήγαινε σε εκτός έδρας ματς της Χιμνάσια, παρ΄ ότι δεν υποστήριζε καμία ομάδα.

Το γήπεδο της Χιμνάσια γεμάτο, μέχρι και ένα πουλί στο δοκάρι παρακολουθεί τον Γκάτι

Τελείωσε την καριέρα του στην Μπόκα στην οποία πήγε στα 32 του και έφτασε να παίζει μέχρι τα 44 του. Εκεί με μία από τις 26 του αποκρούσεις σε πέναλτι έδωσε το πρώτο Λιμπερταδόρες στην ιστορία του συλλόγου απέναντι στην Κρουζέιρο. Στο Μπομπονέρα κέρδισε τρία πρωταθλήματα, ακόμα ένα Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Θεωρείται από τους θρύλους του κλαμπ. Όταν στη δεκαετία του ’70 τον ρώτησαν γιατί κάνει όλες αυτές τις παλαβομάρες απάντησε με ειλικρίνεια: «Το ποδοσφαιρικό θέαμα που προσφέρουμε στο κοινό είναι θλιβερό και νιώθω την υποχρέωση να κάνω ορισμένα παράξενα πράγματα που θα διασκεδάσουν και θα δώσουν χαρά στον κόσμο». Ο Γκάτι έπαιζε για να κερδίσει, αλλά κυρίως έπαιζε και για να ψυχαγωγήσει το κοινό (τώρα αν αυτό είναι συμβατό με τους οπαδούς μιας ομάδας έτοιμους να πάθουν εγκεφαλικό για κάθε ντρίμπλα ή προώθηση του Γκάτι είναι άλλο ζήτημα). Όταν έπαιζε στην Ατλάντα είχε τιμωρηθεί για μια αγωνιστική από τη διοίκηση γιατί σε ένα ματς αποφάσισε να… δώσει πάσα σε έναν συμπαίκτη του σουτάροντας την μπάλα πρώτα στο οριζόντιο δοκάρι της εστίας του για να πάει μετά εκεί που έπρεπε.

«Σε ένα παιχνίδι αποφάσισα να μείνω στη γραμμή και μη φύγω από την εστία. Πολύ γρήγορα ένιωσα σαν ένα πνεύμα να με σπρώχνει να πάω να ανακατευτώ στο παιχνίδι»

Η γραφικότητα όπως είπαμε και στην αρχή είχε και άμεση σχέση με την εξωτερική εμφάνιση. Την εποχή που οι περισσότεροι τερματοφύλακες φορούσαν μαύρα, ο Γκάτι φορούσε ροζ, πορτοκαλί ή μπορντό εμφανίσεις. Από τους πρώτους μακρυμάλληδες εκείνα τα χρόνια και από τους πρώτους που αποφάσισαν να φοράνε ομοιόμορφο σορτσάκι (στενό και αρκετές φορές μακρύ)-φανέλα-κάλτσες. Και φυσικά ο πρώτος που είχε… προσωπική διαφήμιση στη φανέλα, ξεχωριστή από της ομάδας. Μια εταιρεία ηλεκτρονικών παιχνιδιών και το εστιατόριο «Παπαράτσι» διαφημίζονταν στη φανέλα του, ενώ η Μπόκα είχε άλλους χορηγούς. Μετά για κανά δύο σεζόν είχε την ίδια διαφήμιση με την υπόλοιπη ομάδα, μέχρι που το 1984 η Μπόκα δεν βρήκε σπόνσορα, αλλά ο Γκάτι βρήκε γι’ αυτόν μια τράπεζα να διαφημίζεται στη φανέλα του.


Αριστερά ο Γκάτι με την ατομική του διαφήμιση, δεξιά η φανέλα της Μπόκα

Οι ιστορίες είναι δεκάδες για την τρέλα του ανθρώπου. Του πετούσαν φρούτα και αυτός τα έτρωγε, ξάπλωνε μπροστά στην εστία του και έκανε ηλιοθεραπεία. Μια φορά απέναντι στην Μπόκα (ως παίκτης της Χιμνάσια) είχε προωθηθεί και η μπάλα βγήκε πλάγιο υπέρ της Μπόκα με τον Γκάτι να είναι κάτω από τη σέντρα. Ήξερε ότι δεν προλάβαινε να γυρίσει, οπότε άρχισε να μαλώνει για την μπάλα με τον αντίπαλο παίκτη μέχρι να διακοπεί το ματς και να κερδίσει χρόνο. Πάλι κόντρα στην Μπόκα, οι οπαδοί της του πέταξαν μια σκούπα και αυτός άρχισε να σκουπίζει την περιοχή του την ώρα του αγώνα. Πριν από κάθε ματς έπινε λίγο κρασί. «Έριχνε το «χεσόμετρό» μου πιο χαμηλά, δεν χεζόμουν από φόβο. Αυτό που ο Βαλντάνο ονομάζει «φόβο της σκηνής», είναι το ίδιο πράγμα με άλλες λέξεις, ο Χόρχε είναι πιο κουλτουριάρης». Στα λίγα ματς που έπαιξε με την εθνική Αργεντινής ταξίδεψε σε αρκετά κρύα μέρη. Στο χιονισμένο Κίεβο, απέναντι στην ΕΣΣΔ, είχε στην εστία ένα μπουκαλάκι ουίσκι για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει το κρύο. Κάθε λίγο έπινε και μια γουλιά. «Ήταν το καλύτερο μου παιχνίδι γιατί στο τέλος δεν ήξερα τι έκανα» δήλωσε.

Υπερ-καλτ διαφήμιση με τον Γκάτι να πίνει τζιν την ώρα του αγώνα και να σκοράρει

Όταν ο 18χρονος Όσκαρ Ρουτζιέρι πήγε στην Μπόκα, ο Γκάτι τον πλησίασε. «Μικρέ, πίνεις κρασί;», τον ρώτησε. Ο Ρουτζιέρι απάντησε αρνητικά. «Από σήμερα θα τρως μαζί μου» του είπε ο Λόκο. Ο Όσκαρ μέσα στη χαρά, πήρε την ίδια μέρα τηλέφωνο την μάνα του, τους φίλους του και όποιον άλλον ήξερε, για να τους πει ότι τον κάλεσε για φαγητό ο τεράστιος Γκάτι. Τελικά η αλήθεια ήταν διαφορετική. Η Μπόκα στα γεύματα έβαζε ένα μπουκάλι κρασί σε κάθε τραπέζι. Ο Γκάτι βρήκε τρεις πιτσιρικάδες να κάθονται μαζί του και φυσικά έπινε μόνος του το μπουκάλι κρασί.

Η ασίστ με την Εστουδιάντες

Το 1981 με συμπαίκτη τον Μαραντόνα (με τον οποίο έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά την κρατάμε για άλλη φορά) κατέκτησε το πρωτάθλημα. Εξαιτίας ενός λάθους του, είχε χάσει τη θέση βασικού για μεγάλο διάστημα. Όταν ο προπονητής αποφάσισε να του δώσει ξανά μετά από καιρό φανέλα βασικού σε ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες, έκανε μια τρέλα που την έσωσε τελευταία στιγμή πάνω στη γραμμή ένας συμπαίκτης του. Αγέρωχος ο Γκάτι, λίγα λεπτά αργότερα έκανε μια έξοδο σχεδόν μέχρι το κέντρο για να κόψει έναν αντίπαλο, δεν άφησε την μπάλα στον αμυντικό του και έφτασε στη μεσαία γραμμή για να τη δώσει στον Περότι. Ο τελευταίος έκανε ένα σλάλομ και σκόραρε το μοναδικό γκολ του αγώνα, ένα κρίσιμο γκολ για την κούπα. Οι περισσότεροι συμπαίκτες αντί να αγκαλιάσουν τον σκόρερ, πήγαν στον Γκάτι. Το γκολ ήταν δικό του.

Όπως έχει γίνει αντιληπτό, εκτός από τις τρέλες και τις καλές αποκρούσεις, ο Γκάτι είχε και πολλά, πάρα πολλά λάθη. Και αυτά ουσιαστικά του στοίχισαν την καριέρα του, καθώς έχοντας ξεπεράσει τα 40 είχε χάσει την εκρηκτικότητα, αλλά συνέχιζε να παίζει ριψοκίνδυνα. Τον Οκτώβριο του 1987 κάνει μια τραγική εμφάνιση απέναντι στη Νιούελ’ς. Αποφασίζει να κάνει κόλπο και να τσιμπήσει την μπάλα πάνω από τον αντίπαλο την τελευταία στιγμή. Γίνεται το 0-1. Οι φανατικοί της «La 12» τον γιουχάρουν. Αρκετοί τον βρίζουν. Λίγο αργότερα τρώει μια κεφαλιά που περνάει μέσα από τα χέρια του και γίνεται το 0-2. Ο κόσμος αρχίζει να σφυρίζει σε κάθε επαφή του με την μπάλα. Χωρίς να φταίει ιδιαίτερα δέχεται και τρίτο γκολ. Στα αποδυτήρια ζητάει αλλαγή και ζητάει συγγνώμη. Μένει για αρκετό καιρό εκτός αγώνων, παίζει σποραδικά. Στο επόμενο πρωτάθλημα ξεκινάει βασικός στην πρεμιέρα απέναντι στην άσημη Ντεπορτίβο Αρμένιο. Κάνει μια τραγική έξοδο, δέχεται το γκολ κι η Μπόκα χάνει. Ο προπονητής τον αφήνει εκτός ομάδος οριστικά. Είναι το τελευταίο επίσημο ματς του Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Φεύγει με άσχημο τρόπο.

Το αντίο του Γκάτι στα 54 του…

Δέκα χρόνια αργότερα η Μπόκα αποφασίζει να τον τιμήσει. Η τρέλα του Γκάτι συνεχίζεται ακόμα και στο αντίο. Δεν γίνεται κανένα φιλικό της πλάκας τύπου «φίλοι Γκάτι». Η Μπόκα παίζει σε φιλικό τουρνουά με αντίπαλο την Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα. Εντάξει, δεν είναι και επίσημο ματς, αλλά είναι κανονικός αγώνας και ο Γκάτι είναι 54 ετών πια. Σε μια εντεκάδα που βρίσκεται και ο παλιός γνώριμός μας Φερνάντο Νάβας, ο Γκάτι με ξανθό μαλλί, κορδέλα και μπορδοροδοκόκκινη έντονη φανέλα κατεβαίνει για τελευταία φορά στο Μπομπονέρα. Ο κόσμος τον αποθεώνει, το αντίο του τρελού, ενός τύπου που με τα καλά και τα άσχημά του έγραψε τη δική του ιστορία στο ποδόσφαιρο μιας χώρας και θεωρείται από τους καλύτερους τερματοφύλακες της Λατινικής Αμερικής.

«Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο»

  [4 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στο 1999, η αποστολή της Γιουβέντους είναι έτοιμη να αναχωρήσει για ένα εκτός έδρας παιχνίδι αλλά ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι εξαφανισμένος. Όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης του πέφτουν στο κενό, καθώς το κινητό του είναι κλειστό. Ο ενοχλημένος Κάρλο Αντσελότι, που βρίσκεται στο τιμόνι της ομάδας μόλις μερικές εβδομάδες και ακόμα προσπαθεί να κερδίσει τον σεβασμό των παικτών του, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: «Δεν περιμένουμε άλλο. Φεύγουμε». Ένας εκ των βοηθών του απορεί: «Μα, Καρλίτο, πως θα μας προλάβει;». Ο Αντσελότι όμως είναι ανένδοτος: «Αυτό είναι δικό του πρόβλημα».

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, από το βάθος του λεωφορείου, μια φωνή ακούγεται: «Κόουτς, πρέπει να μιλήσουμε». Ο Πάολο Μοντέρο σηκώνεται από τη θέση του και αρχίζει να προχωράει στο διάδρομο. «Φυσικά Πάολο, τώρα ξεκινάμε και στη διαδρομή είμαι όλος αυτιά». Τότε ο Μοντέρο φτάνει δίπλα στον οδηγό, σταυρώνει τα χέρια, κοιτάει τον προπονητή του στα μάτια και λέει. «Όχι, γι’αυτό το θέμα είναι που θέλω να μιλήσουμε. Κανένας δεν φεύγει από εδώ χωρίς τον Ζιντάν».

Ακολουθούν αρκετά δευτερόλεπτα σιγής και περισυλλογής. Ο Αντσελότι βρίσκεται μπροστά σε έναν μανιακό που τον κοιτάει οργισμένα στα μάτια ενώ ταυτόχρονα και ασυναίσθητα σφίγγει και ξεσφίγγει τις γροθιές του. Κάποιον ο οποίος στα διλήμματα μεταξύ του καλού και του όχι-και-τόσο-καλού, θυσιάζει πάντα το καλό: Όταν στοχεύει τη μπάλα, κλωτσάει το πόδι σου. Όταν στοχεύει το πόδι σου, φυσικά κλωτσάει το πόδι σου. Τελικά μετά από ώριμη σκέψη αποφασίζει να μη ρισκάρει τη σωματική του ακεραιότητα την ψυχική του ηρεμία και υποχωρεί: «Καλά Πάολο. Ας τον περιμένουμε λοιπόν». Δέκα λεπτά αργότερα ο Ζιζού καταφτάνει, ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση και το λεωφορείο αναχωρεί κανονικά. Χωρίς κανένας να έχει χτυπήσει.

Η παραπάνω περιγραφή (καθώς και τα διάφορα σχόλια αλλά και οι χαρακτηρισμοί) δεν είναι δική μου. Προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Κάρλο Αντσελότι που κυκλοφόρησε το 2010. Στο βιβλίο αυτό ο Καρλίτο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη σχέση του με τον Ζιντάν αλλά και με τους «δικηγόρους» του μέσα στην ομάδα: τον Τζιοβάνι Ανιέλι και τον Πάολο Μοντέρο. «Ήταν η σκιά του, οι φύλακες άγγελοι του. Δεν τον άφηναν ποτέ μόνο. Ο Ανιέλι ήταν τρελός γι’αυτόν. Ο Μοντέρο ήταν απλά τρελός».

Ένα περίπου χρόνο μετά το συμβάν στο πούλμαν, ο Αντσελότι κατάλαβε πόσο ορθά έπραξε όταν δεν τράβηξε τη διαφωνία με τον Μοντέρο στα άκρα. Είναι Νοέμβριος του 2000, η Γιουβέντους επιστρέφει από την Αθήνα, όπου είχε ηττηθεί με 3-1 από τον Παναθηναϊκό, και στο αεροδρόμιο του Τορίνο κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί οπαδοί περιμένουν καρτερικά για να ‘στολίσουν’ τους παίκτες που είχαν καταφέρει να βγουν τελευταίοι στον όμιλο και να μείνουν εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων από το φθινόπωρο. Την ώρα που ο Ζιντάν περνάει ανάμεσα τους, πάνω στην ένταση ένας εξ αυτών τον σπρώχνει. Λάθος. Μεγάλο λάθος.

Ο Πάολο Μοντέρο, αν και βρίσκεται πολλά μέτρα μακριά από το όλο σκηνικό, βλέπει την ενέργεια των οπαδών. Ο αποσβολωμένος Αντσελότι παρατηρεί τη φάση από απόσταση και περιγράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μοντέρο βγάζει ήρεμα τα γυαλιά του και με μια, αταίριαστη για τη στιγμή, κομψή χειρονομία τα τοποθετεί προσεκτικά στη θήκη τους. Αυτό ήταν κακό σημάδι για τους νεαρούς. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, τρέχει με φουλ ταχύτητα προς τη μεριά των οπαδών με τις γροθιές του να πετάνε στον αέρα. Δίπλα του τρέχει για βοήθεια και ο Ντανιέλ Φονσέκα, ένας άλλος πρόθυμος καβγατζής. Στο μυαλό μου, φαντάστηκα έναν εκφωνητή πυγμαχίας ακριβώς πίσω τους, να περιγράφει λίγα μέτρα μακριά από το ρινγκ: ‘Να ένα δεξί, τώρα ένα αριστερό hook, κι ένα ακόμα αριστερό hook. Τελικά έχουμε ένα τεχνικό νοκ άουτ. Ο Ζιντάν είναι ασφαλής. Επαναλαμβάνω, ο Ζιντάν είναι ασφαλής».

Ο Πάολο Μοντέρο είναι Ουρουγουανός. Αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι πλέον. Όμως, ο Μοντέρο ήταν Ουρουγουανός αμυντικός σε μια εποχή λίγο πιο άγρια και πιο έξαλλη από τη σημερινή. Με απλά λόγια, ο τέλειος συνδυασμός υλικών για να βγει από το μίξερ ένας μαγνήτης καβγάδων. «Μετά από αρκετά παιχνίδια πηγαίναμε στα αποδυτήρια ψάχνοντας αντιπάλους για μανούρα», θυμάται ο ίδιος. «Δεν υπήρχε κανένα θέμα τότε. Γινόταν συχνά και με πολλές ομάδες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν καβγά με τον Τόλντο αλλά και με τη Σαλερνιτάνα, όταν έπαιζε εκεί ο Γκατούζο (ω, τι έκπληξη, δεν το περίμενε κανείς!)».

Η εικόνα του Μοντέρο να μπλέκεται σε καβγά ή να κατεδαφίζει κάποιον αντίπαλο ήταν τόσο συνηθισμένη εκείνη την εποχή που στην ιταλική τηλεόραση υπήρχε σε μια χιουμοριστική εκπομπή ένας σωσίας του που σε κάθε ευκαιρία κλωτσούσε και χτυπούσε τους γύρω του, ζητώντας συγγνώμη κάθε φορά που το χτύπημα του δεν πετύχαινε κάποιον καλά. «Ήταν αστείο. Ποτέ δεν ένιωσα προσβεβλημένος απ’αυτό» ήταν η αντίδραση του Πάολο, που δεν προσπάθησε ποτέ να παριστάνει κάτι που δεν είναι: «Η φήμη μου είναι απόλυτα δίκαιη. Ήμουν σκληρός παίκτης αλλά ποτέ δεν έκανα κακό σε κανέναν. Επίσης, δεν αντέχω τους παίκτες που ζητάνε από τον διαιτητή να δείξει κάρτα. Έχω δεχτεί κλωτσιές, φτυσίματα και αγκωνιές αλλά ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκα στον διαιτητή. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο.»

Στα 9 χρόνια που έπαιξε στη Γιουβέντους κέρδισε πρωταθλήματα, Σούπερ Καπ, Διηπειρωτικό, δεκάδες κίτρινες κάρτες και τον τίτλο του παίκτη με τις περισσότερες αποβολές στο Καμπιονάτο (21 συνολικά στην καριέρα του), ένα ‘παράσημο’ που διατηρεί ακόμα και σήμερα, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 12 χρόνια από το τελευταίο του παιχνίδι εκεί. Το πιο σημαντικό όμως όλων είναι ότι κέρδισε μια θέση στη καρδιά των οπαδών της. Εκεί που οι υπόλοιποι έβλεπαν ένα αιμοβόρο τσεκούρι που στο μάθημα του Fair play ήταν απασχολημένο ακονίζοντας τις τάπες του με τροχό, οι οπαδοί της ‘Μεγάλης Κυρίας’ έβλεπαν έναν παθιασμένο αμυντικό που δεν μασούσε να βάλει τα πόδια του στη φωτιά ή να χωθεί σε έναν τσαμπουκά για το καλό της ομάδας.

Παρά την αδιαμφισβήτητη θέση σε κάθε λίστα «Σκληρών του ποδοσφαίρου» που σέβεται τον εαυτό της, ο Μοντέρο τονίζει συνεχώς πως κατά βάθος δεν είναι κακός και ότι όλα ήταν μέρος του αγώνα και της προσπάθειας του να φτάσει στη νίκη. «Όταν μπαίνω στο γήπεδο η μόνη μου επιθυμία είναι να κερδίσω. Δεν σκέφτομαι το πως θα γίνω πρότυπο για τα παιδιά μου ή για τους θεατές που με παρακολουθούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι εκπλήσσονται όταν το λέω αυτό».

Οι συμπαίκτες του πάντως έχουν να λένε για την τακτική που ακολουθούσε συνήθως. Ο Νταβίντ Τρεζεγκέ την περιέγραψε σε μια συνέντευξη του: «Έβλεπα τους αντίπαλους επιθετικούς και διέκρινα τον τρόμο στα μάτια τους. Όταν ο Πάολο πλησίαζε, προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Η τεχνική του ήταν απλή: Το πρώτο τάκλιν ήταν πάντα δυνατό για να καταλάβει ο αντίπαλος τι παίζει. Μετά ακολουθούσε το μπλα-μπλα, που τους αποτελείωνε».

Ο Ουρουγουανός εγκατέλειψε τη Γιουβέντους και την Ιταλία στα 34 του, όταν ήταν πλέον ξεκάθαρο και σ’αυτόν και στον κόσμο ότι οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, κοινώς τα τάκλιν του δεν έβρισκαν στόχο με την ίδια συχνότητα όπως παλιά. (Κι όταν λέμε στόχο, ο Μοντέρο ήταν ένας από τους πρώτους που θεμελίωσε τη φιλοσοφία: «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο», ατάκα η οποία χρησιμοποιήθηκε και σαν τίτλος σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2010 στην Ιταλία.)

Ψάχνοντας για τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, εξέτασε κάποιες προτάσεις από την Αργεντινή, πριν τελικά τον κερδίσει η Σαν Λορένσο. Η επιλογή του Μποέδο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή. Ένας εκ των θρύλων της ομάδας, ο Έκτορ Βέιρα, κάποτε είχε εκστομίσει τη μυθική ατάκα: «Η γειτονιά στην οποία βρίσκεται το γήπεδο της Σαν Λορένσο είναι τρομακτική. Ακόμα και ο Ράμπο έχει πέσει θύμα ληστείας εδώ πέρα». Τελικά το πάντρεμα δεν έπιασε αφού η ηλικία και οι συχνοί τραυματισμοί δεν επέτρεψαν στον Μοντέρο να παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και κάπως έτσι, ένα χρόνο αργότερα, και αφού έπαιξε μια σεζόν και στην ομάδα που τον γαλούχησε και τον ανέδειξε, την Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του.

Σήμερα, μια δεκαετία μετά από το τελευταίο του παιχνίδι, μπορεί κάποιος να τον βρει στον πάγκο της Ροσάριο Σεντράλ. Αδυνατισμένος, σοβαρός, συνήθως κουστουμαρισμένος, με γυαλιά μυωπίας και ήπιες, κατά βάση, αντιδράσεις δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνον τον ψυχάκια τύπο που έβγαινε τα βράδια στα ιταλικά κλαμπ με τον Ιουλιάνο για χορό και κατέληγε να παίζει ξύλο με οπαδούς άλλων ομάδων στα διπλανά σοκάκια και που κάποτε ανάγκασε μέχρι και τον προπονητή του να σκεφτεί (και να καταγράψει στην αυτοβιογραφία του) μετά από μια, σχεδόν αστεία, διαφωνία σε ένα λεωφορείο περιμένοντας τον Ζιντάν: «Στην τελική, το πιο σημαντικό όλων είναι η υγεία μας, σωστά;»

Μπράντι, μάλμπορο και γκολ: Η καριέρα του Ντάριο Χούμπνερ

  [9 Σχόλια]

Στις 31 Αυγούστου του 1997 το Σαν Σίρο ήταν κατάμεστο. Οι οπαδοί της Ίντερ είχαν κατακλύσει το γήπεδο θέλοντας να δούνε τον Ρονάλντο να φοράει για πρώτη φορά τη φανέλα της ομάδας τους. Όπως είναι λογικό, όλο το pre-game show ήταν αφιερωμένο στο ‘Φαινόμενο’, του οποίου η μετακίνηση από τη Μπαρτσελόνα είχε σπάσει το ρεκόρ μεταγραφής. Αντίπαλος της Ίντερ σ’εκείνο το πρώτο παιχνίδι ήταν η Μπρέσια, που μόλις είχε ανέβει από τη δεύτερη κατηγορία.

Το πρώτο ημίχρονο κύλησε με την Ίντερ να απειλεί συνεχώς αλλά να μη μπορεί να σκοράρει. Κάπου στα μισά της επανάληψης, ένας νεαρός μέσος της Μπρέσια έκανε μια πάσα στη μεγάλη περιοχή, ο επιθετικός της ομάδας κοντρόλαρε τη μπάλα με το δεξί γόνατο, έχοντας πλάτη στην εστία, και πριν προλάβει ο αμυντικός να καταλάβει τι θα κάνει, γύρισε και ‘εκτέλεσε’ με το αριστερό, στέλνοντας τη μπάλα ακριβώς στο παραθυράκι.

Η Ίντερ κατάφερε στα τελευταία λεπτά να γυρίσει το παιχνίδι, χάρη σε δυο γκολ ενός άλλου σπουδαίου Λατινοαμερικάνου που επίσης έκανε ντεμπούτο εκείνη τη μέρα, του Άλβαρο Ρεκόμπα, αλλά ακόμα κι έτσι στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου γράφτηκαν για πρώτη φορά τα ονόματα των δυο παικτών της νεοφώτιστης Μπρέσια.

Ο μέσος με το μακρύ μαλλάκι, που λίγους μήνες πριν είχε κλείσει τα 18, ήταν ο Αντρέα Πίρλο. Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι του στην πρώτη κατηγορία και εκείνη ήταν η πρώτη του ασίστ. Ο ψήλος επιθετικός με την περίεργη κορμοστασιά, που στο γκολ έκανε κίνηση έμπειρου σκόρερ, ήταν ο Ντάριο Χούμπνερ, που κι αυτός έκανε εκείνη τη μέρα ντεμπούτο στο Καμπιονάτο. H διαφορά του με όλους τους άλλους πρωτοεμφανιζόμενους είναι ότι ο Χούμπνερ λίγο καιρό πριν είχε κλείσει τα 30!

Μέσα στα επόμενα χρόνια όλοι στη χώρα θα καταλάβαιναν ότι η διαφορά του Χούμπνερ με τους υπόλοιπους επιθετικούς δεν περιοριζόταν στην ηλικία. Ο Ιταλός με το Γερμανικό επίθετο (κληρονομιά από τον παππού του, που πολλά χρόνια πριν είχε αφήσει την πατρίδα του ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή στην Ιταλία), που μοιάζει σαν καλτ χαρακτήρας που ξεπήδησε από ταινία των αδερφών Κοέν, έκανε το μεγάλο βήμα της καριέρας του σε μια ηλικία που η απόδοση των υπολοίπων αρχίζει σιγά-σιγά να πέφτει. Κι αυτό γιατί στην ηλικία που τα περισσότερα μεγάλα ταλέντα βρίσκονται ήδη σε κάποια καλή ακαδημία και βελτιώνονται στο θέμα της τακτικής, ο πιτσιρικάς Ντάριο προσπαθούσε να επιβιώσει δουλεύοντας είτε ως ξυλουργός φτιάχνοντας πόρτες, είτε ως σιδεράς.

Ακόμα και μετά από τόσες ώρες δουλειάς σε δύσκολες συνθήκες όμως, ο Χούμπνερ έβρισκε χρόνο για να παίξει μπάλα στις ομάδες της περιοχής του. Όποιος τον έβλεπε καταλάβαινε εύκολα πως ο μικρός δεν είναι κανένα τρομερό ταλέντο. Η τεχνική του ήταν μετριότατη, το παρουσιαστικό του τελείως αντιτουριστικό και το παίξιμο του χαρακτηριζόταν στην καλύτερη των περιπτώσεων δυναμικό αλλά άτσαλο. «Φυσικά και είμαι λίγο αγροίκος όταν παίζω. Θα ήθελα να σας δω κι εσάς πως θα ήσασταν μετά από 10 ώρες δουλειά» συνήθιζε να απαντάει κάθε φορά που τον κατηγορούσαν για έλλειψη… κομψότητας στο παιχνίδι του.

Υπάρχουν όμως μερικά χαρακτηριστικά στο ποδόσφαιρο που αν τα έχεις μπορείς να πας μπροστά ακόμα κι αν η μοίρα δεν σου έχει χαρίσει άφθονο τεχνικό ταλέντο: Πάθος και ένστικτο. Ο Ντάριο Χούμπνερ είχε κι από τα δυο τόσο πολύ που αν ήθελε μπορούσε να πουλήσει και λίγο σε κάποιον Βραζιλιάνο σαλτιμπάγκο. Παίζοντας στην κορυφή της επίθεσης από μικρός, έδειξε γρήγορα ότι μυρίζεται το γκολ όσο λίγοι και ότι όταν φτάνει η ώρα της εκτέλεσης το πόδι του τα καταφέρει μια χαρά κι αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα από τους σκάουτερς που παρακολουθούσαν τις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Κάπως έτσι ήρθαν οι πρώτοι μικροί μισθοί και μπόρεσε να αφήσει την πρωινή του δουλειά που ως τότε του επέτρεπε να κάνει όλες κι όλες δυο προπονήσεις την εβδομάδα και να παίρνει για ανταμοιβή ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό μετά το τέλος των αγώνων. Η συνέχεια ήταν μια μεγάλη ανηφόρα, την οποία ανέβηκε με μικρά και αργά βήματα αλλά με αρκετή δουλειά και αξιοπρόσεκτη συνέπεια στο σκοράρισμα. Από το ερασιτεχνικό πήγε στην 3η κατηγορία, μετά στην Τσεζένα, που έπαιζε στη Serie B, και από εκεί στη Μπρέσια και το Καμπιονάτο, έστω και στα 30 του. Κάλιο αργά παρά ποτέ, που – λογικά- λένε και στο χωριό του.

Αν το γκολ στο ντεμπούτο μέσα στο Σαν Σίρο ήταν το «καλώς σας βρήκα, με λένε Ντάριο», το χατ τρικ που ακολούθησε, στη 2η αγωνιστική απέναντι στη Σαμπντόρια, ήταν το «δεν πιστεύω να ξεχάσατε το όνομα μου». Το ογκώδες σκαρί του, το άγαρμπο και ιδιαίτερο τρέξιμο του και η δύναμη με την οποία χωνόταν σε όλες τις φάσεις του έδωσε το παρατσούκλι «Τατάνκα», το όνομα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς Αμερικάνοι για τα βουβάλια.


Το τρέξιμο του βουβαλιού

Ακόμα και στη μεγάλη κατηγορία της χώρας όμως, με αρκετούς προβολείς στραμμένους πάνω του, ο Χούμπνερ δεν ενδιαφέρθηκε να αλλάξει ιδιαίτερα τη ζωή του. Αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εμφάνιση του, έχοντας μόνιμα την εικόνα κάποιου που μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και έχει φύγει τρέχοντας από το σπίτι για να προλάβει, και συνέχιζε να απολαμβάνει καθημερινά δυο από τις μεγάλες αγάπες του: το ποτό και το τσιγάρο. Όσοι τον έζησαν έχουν να λένε πως ο «Τατάνκα» κατέβαζε για πλάκα μερικά ποτηράκια γκράπα (παραδοσιακό ιταλικό μπράντι) και κάπνιζε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, μια συνήθεια που δεν έκοβε ούτε την ώρα των αγώνων! Ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να το κρύψει, δηλώνοντας συχνά ότι το τσιγάρο τον ηρεμούσε, γι’αυτό και στο ημίχρονο μόλις ο προπονητής ολοκλήρωνε τις οδηγίες του, πήγαινε στις τουαλέτες, άναβε ένα Marlboro, έπαιρνε 3-4 ρουφηξιές και επέστρεφε ανανεωμένος στον αγώνα, έτοιμος να ματώσει ξανά τα δίχτυα. «Χωρίς το αλκοόλ και τα τσιγάρα ο Χούμπνερ θα ήταν ο πιο δυνατός όλων» έλεγε με παράπονο ο πρόεδρος της Μπρέσια, Λουίτζι Κοριόνι.

Σε ένα Καμπιονάτο που τότε ζούσε τα καλύτερα χρόνια του, όντας με διαφορά το πιο ποιοτικό πρωτάθλημα του κόσμου, ο μεσήλικας Χούμπνερ με την αντιαθλητική ζωή κατάφερε να βρει τρόπο να τρυπώσει ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς του πλανήτη, όπως ακριβώς έβρισκε τρόπους να χωθεί και να σκοράρει απέναντι σε μερικούς από τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου. Η Μπρέσια υποβιβάστηκε στο τέλος της σεζόν αλλά ο «Τατάνκα» είχε ήδη αποδείξει και με το παραπάνω ότι ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του σκοράροντας 16 φορές, ένα νούμερο που τον έφερε στην 8η θέση μιας λίστας που είχε μέσα τους Μπίρχοφ, Ρονάλντο, Μπάτζιο, Μπατιστούτα, Ντελ Πιέρο, Ινζάγκι. Όλως παραδόξως, η μεγάλη του στιγμή δεν είχε έρθει ακόμα.


Μπάτζιο και Χούμπνερ στη μοναδική σεζόν που έπαιξαν μαζί στη Μπρέσια πέτυχαν συνολικά 27 γκολ

Τη σεζόν 2001-02 η Πιατσέντσα τον αγόρασε από τη Μπρέσια, παραβλέποντας το γεγονός πως βρισκόταν σε συντάξιμη ποδοσφαιρικά ηλικία, κι αυτός τη δικαίωσε άμεσα. Το τέλος της χρονιάς βρήκε τη νεοφώτιστη ομάδα στην ασφάλεια της 12ης θέσης και τον Χούμπνερ στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ με 24 γκολ (μαζί με τον Τρεζεγκέ της πρωταθλήτριας Γιουβέντους, που όμως έπαιξε ένα ματς παραπάνω)! Το κατόρθωμα του δυσκολεύεσαι να το χωνέψεις ακόμα και σήμερα. Σ’ένα πρωτάθλημα γεμάτο πανάκριβους σούπερ σταρ, πρώτος σκόρερ βγήκε ένας 35χρονος, λίγο ατσούμπαλος επιθετικός που παίζει σε μια από τις μικρές ομάδες. Εκείνη τη χρονιά ο Χούμπνερ έγινε μόλις ο 2ος παίκτης που έχει βγει πρώτος σκόρερ και στις τρεις πρώτες κατηγορίες της Ιταλίας, ενώ ήταν και ο γηραιότερος που κέρδισε το σχετικό βραβείο (ρεκόρ που έσπασε τελικά το 2015 ένας άλλος ψηλός Ιταλός, ο Λούκα Τόνι).

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο προσόν του ήταν η αίσθηση του γκολ επέτρεψε στον Χούμπνερ να βγάζει τα προς το ζην από το ποδόσφαιρο, έστω και στις μικρές κατηγορίες, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ηλικία 40 ετών ολοκλήρωνε σεζόν σε τοπικό επίπεδο με 20 γκολ σε 18 ματς. Την ημέρα που τελικά κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, η… καμπούρα του μετρούσε 44 χρόνια ζωής και 24 χρόνια καριέρας!

Μια καριέρα σίγουρα αξιοπρεπέστατη, από την οποία είχε μόνο ένα μικρό παράπονο: Το ότι λόγω ατυχίας (έπαιξε μπάλα σε μια εποχή που οι Ιταλοί έβγαζαν καλούς επιθετικούς με το κιλό) δεν κλήθηκε ποτέ στην εθνική. Όπως λέει και ο ίδιος όμως: «Δεν μπορώ να έχω σοβαρό παράπονο. Όταν ήμουν νέος και δούλευα όλη μέρα πάνω στα αλουμίνια ποιος θα το φανταζόταν ότι θα έκανα κάποτε μια καριέρα σαν κι αυτή; Είμαι πολύ χαρούμενος με αυτά που κατάφερα».


Πόσο θεούλης; Τόσο θεούλης!

Χαλαρός και με αρκετές άσπρες τρίχες πλέον στο κεφάλι, δουλεύει στο μπαρ ‘Τατάνκα’ που άνοιξε με τη γυναίκα του σε ένα μικρό χωριό της Ιταλίας. Όταν τον ρωτάνε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο απαντάει: «Οι σύγχρονοι παίκτες είναι λίγο σαν ρομπότ, με όλες αυτές τις λεπτομέρειες που υπάρχουν στις προπονήσεις. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράγματα» και συνεχίζει: «Επίσης, βλέπω ότι αρκετοί ενδιαφέρονται μόνο για τα στατιστικά τους και δεν παίζουν για την ομάδα. Τότε εμείς κάναμε παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί για μπύρα τα απογεύματα για να γνωριστούμε καλύτερα», μια δήλωση που έχει άλλη δύναμη όταν γίνεται από κάποιον που κάθε φορά που του υπενθυμίζουν τα κατορθώματα του στο σκοράρισμα (τέλειωσε την καριέρα του με περισσότερα από 300 γκολ σε επίσημα παιχνίδια), σπεύδει να τονίσει ότι αν δεν υπήρχαν δίπλα του όλοι αυτοί που τον τροφοδοτούσαν δεν θα είχε πετύχει τίποτα απ’όσα πέτυχε.

Ο Ντάριο Χούμπνερ δεν έγινε ποτέ σούπερ σταρ, δεν πήρε ποτέ μεταγραφή σε κάποια από τις μεγάλες ομάδες (αν και έφτασε αρκετά κοντά και στη Μίλαν και στην, αγαπημένη του, Ίντερ), δεν έβγαλε πάρα πολλά λεφτά από το ποδόσφαιρο και δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κοσμική ζωή εκμεταλλευόμενος τη φήμη του Καμπιονάτο. Κατάφερε όμως να αφήσει ένα μικρό σημάδι στο ιταλικό ποδόσφαιρο και να αγαπηθεί από τους οπαδούς όλων των ομάδων στις οποίες έπαιξε για το πάθος, το φιλότιμο αλλά και την αποτελεσματικότητα που έδειχνε σε κάθε παιχνίδι. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, συχνά-πυκνά περαστικοί τον σταματάνε στο δρόμο και τον ευχαριστούν για κάποιο από τα εκατοντάδες γκολ που πέτυχε. Και, όπως και να το δει κανείς, για κάποιον που κατέβαζε μερικά ποτηράκια γκράπα και έκανε ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα, παίζοντας ταυτόχρονα στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, αυτό είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο κατόρθωμα.

Το Χρυσό Μυστρί του Λεονάρντο Ζαρντίμ

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Λεονάρντο Ζαρντίμ είναι Πορτογάλος και γεννήθηκε στη Βαρκελώνη. Τη Βαρκελώνη της Βενεζουέλας. Για αρκετά χρόνια, πιστεύαμε πως αυτή η πληροφορία ήταν το μόνο αξιοσημείωτο γεγονός στην καριέρα και τη ζωή του. Εντάξει, πέρασε κι από τον Ολυμπιακό, απ΄όπου έφυγε στα μισά της σεζόν, με την ομάδα αήττητη στο πρωτάθλημα και καμιά δεκαριά βαθμούς μπροστά από τη δεύτερη, επειδή δεν προσέφερε αρκετά θεαματικό ποδόσφαιρο. Αλλά αυτό ακόμη κι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι φίλοι κι ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, προτιμούν να το ξεχάσουν, ειδικά τώρα. Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, είχαν θυμηθεί να του στείλουν το μετάλλιο του πρωταθλητή ώστε να πλουτίσει τη φτωχή συλλογή του.

Αδιάφορο παρουσιαστικό, χλιαρή συμπεριφορά, ποδοσφαιρική καριέρα ανύπαρκτη –έπαιξε κυρίως χάντμπολ–, πέρασμα από τον πάγκο διάφορων πορτογαλικών, όχι ιδιαίτερα φωτογενών, ομάδων όπου είχε επιτυχίες χωρίς ποτέ να κατακτήσει τίτλο στην υψηλή κατηγορία. Όταν, προς γενική έκπληξη, ήρθε στη δευτεραθλήτρια Μονακό του Ρώσου μεγιστάνα Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ το καλοκαίρι του 2014 για να αντικαταστήσει τον χαρισματικό κι αγαπησιάρη Κλάουντιο Ρανιέρι, πολλοί σκέφτηκαν ότι οι φιλοδοξίες –δηλαδή το μπάτζετ– της ομάδας, περιορίστηκαν δραματικά. Δεν έκαναν λάθος.

Η αρχή ήταν δύσκολη. Ο Χάμες Ροντρίγκεζ μοσχοπουλιέται, ο Ραδαμέλ Φαλκάο φεύγει δανεικός αφού έχει αρχίσει το πρωτάθλημα, ο διαβόητος Πορτογάλος ατζέντης Ζόρζε Μέντεζ τρίβει τα χέρια του. Μετά τις δυο ήττες στις δυο πρώτες αγωνιστικές οι οπαδοί διαμαρτύρονται βίαια –για οπαδοί της Μονακό. (Υπενθυμίζουμε ότι οι λιγοστοί Μονεγάσκοι, οι οποίοι σπάνια γεμίζουν τα 18.523 κίτρινα καρεκλάκια του σταδίου Λουί ΙΙ, υποχρεώνονται να περάσουν τα σύνορα για να πιουν μια μπύρα πριν το γήπεδο διότι η κατανάλωση αλκοόλ απαγορεύεται τις ημέρες του ματς).

«Αν ποτέ δεν σε ζαλίζει του θριάμβου το κρασί»:  Ράντγιαρντ Κίπλινγκ,  «Αν»

Κι ο Ζαρντίμ; «Πολύ καλός ο Φαλκάο αλλά έφυγε. Συνεχίζουμε να δουλεύουμε». Τα ίδια πάνω κάτω είπε όταν την επόμενη σεζόν πουλήθηκαν και οι αντικατάστάτες του Φαλκάο και του Ροντρίγκεζ. Το συμπέρασμα βγήκε εύκολα: τα κύρια προτερήματα του νέου προπονητή ήταν η ικανότητά του να κάνει ό,τι του λένε και το ότι μιλούσε πορτογαλικά. Λίγοι πρόσεξαν ότι ο ίδιος δεν είχε μάνατζερ τον Μέντεζ και ότι οι προπονητές είναι βασικό εξαγώγιμο προϊόν της πορτογαλικής οικονομίας.

Η Μονακό συνέχισε να δουλεύει πολύ, σύμφωνα με τις επιθυμίες του Ζαρντίμ, ο οποίος παρατήρησε γρήγορα την τάση των νεαρών Γάλλων παικτών να τεμπελιάζουν. Άρχισε να φέρνει αποτελέσματα χωρίς να βγάζει μάτια με την απόδοσή της. Οι σκέψεις που αρχίζουν με το περίφημο «μόνο στην Ελλάδα…» είναι πάντα λανθασμένες: ο Πορτογάλος δεν γλίτωσε την άγρια κριτική ούτε στο Πριγκιπάτο. Εικάζουμε πως αν δεν απολύθηκε μετά την περσινή τελευταία αγωνιστική, την ταπεινωτική εξάρα από τη Λυόν και την απώλεια της δεύτερης θέσης, είναι επειδή ακριβώς ο ιδιοκτήτης της Μονακό δεν ήταν φίλαθλός της από παιδί –και ούτε συνηθίζει να κατεβαίνει στον αγωνιστικό χώρο με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι του κι ένα κουμπί να λείπει.

Τα προηγούμενα χρόνια, γράφτηκαν πολλά: «ο Ζαρντίμ καταστρέφει το ποδόσφαιρο», «αν έπαιζε τέτοια μπάλα Γάλλος προπονητής θα τον είχαν πάρει με τις πέτρες», «είναι βασανιστήριο να τους βλέπεις να παίζουν». Ορισμένοι καλοπροαίρετοι μετρούσαν πόσες φορές η Μονακό, με κύριο προσόν τη σφιχτή άμυνα, κέρδιζε με ένα γκολ διαφορά, γκολ που έμπαινε συνήθως στο β΄ ημίχρονο. Το 2014-15 κατάφερε να τερματίσει πρώτη στον όμιλό της στο Τσάμπιονς Λιγκ έχοντας βάλει όλα κι όλα τέσσερα γκολ σε έξι αγώνες –το ότι τα έβαλε μαζεμένα μετά στην Άρσεναλ θεωρήθηκε τυχαίο. Ο Ζαρντίμ δεν μασάει, είναι Πορτογάλος και ξέρει από νίκες με μισό-μηδέν: «Και νίκες και ωραία μπάλα; Αυτά είναι για την Μπαρτσελόνα».

Εν ολίγοις, η ομάδα ήταν μέσα στους στόχους της αλλά δεν ήταν σέξι. Κάτι σαν τον προπονητή της.

Ένα εκπαιδευμένο μάτι θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί, αν όχι τι μας περίμενε φέτος, τουλάχιστον ότι πίσω από το αφελές, ελαφρά προγναθικό χαμόγελο του Ζαρντίμ κρυβόταν κάποιος που πιθανότατα μας κορόιδευε μέσα στα μούτρα μας. Κατ΄αρχάς, κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι μιλάει ακόμη τόσο χάλια γαλλικά και κυρίως ότι επιμένει να τα μιλάει δημόσια. Κυκλοφορούν διάφορα βίντεο όπου τον ακούμε να δίνει συνεντεύξεις τύπου, με ταυτόχρονο υποτιτλισμό στα κανονικά γαλλικά των όσων μοιάζει να λέει: δεν βγαίνει νόημα αλλά ο ίδιος είναι σοβαρότατος και, κυρίως, λαλίστατος, είτε όταν αποκαλύπτει ότι αφήνει μούσι γιατί παρατήρησε πως είναι στη μόδα είτε όταν ανακαλεί τη σκέψη μεγάλων προπονητών: «Το 1910, ο ποιητής Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έγραψε ότι η νίκη και η ήττα είναι δυο απατεώνες που μας κάνουν να αλλάζουμε συμπεριφορά. Εμείς διατηρούμε την ίδια ηρεμία στις ήττες και τις νίκες»». Ο συμπατριώτης του, Σέρζιο Κονσεϊσάο, προπονητής της Ναντ, αποκάλυψε πρόσφατα ότι δυσκολεύεται να τον καταλάβει ακόμη κι όταν μιλάει πορτογαλικά.

Αντίθετα, ο Λεονάρντο Ζαρντίμ χειρίζεται ωραιότατα την ειρωνεία. Το 2016 και παρά τις επιτυχίες της Μονακό, δεν ήταν ανάμεσα στους τέσσερις υποψήφιους για τον τίτλο του καλύτερου προπονητή της Λιγκ 1: «Οι τέσσερις υποψήφιοι είναι οι τέσσερις καλύτεροι Γάλλοι προπονητές. Εγώ διαγωνίζομαι για καλύτερος Πορτογάλος οικοδόμος. Με την ευκαιρία, στέλνω τους χαιρετισμούς μου σε όλους τους Πορτογάλους οικοδόμους που με ακούν». Στη διάρκεια της πολύχρονης δικτατορίας του Σαλαζάρ, πολλοί συμπατριώτες του είχαν πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς για τη Γαλλία, όπου και διέπρεψαν σε βοηθητικές και κακοπληρωμένες δουλειές, πολύ συχνά ως θυρωροί και οικοδόμοι. Το «Πορτογάλος οικοδόμος» υπήρξε, λοιπόν, ιστορικά ο πρόγονος του «Πολωνού υδραυλικού». Φέτος, όταν επιτέλους αναγνωρίστηκε κάπως το έργο του–και χρειάστηκε ένα πρωτάθλημα κι ο ημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ γι΄αυτό– σχολίασε: «Τα προηγούμενα χρόνια είχα κερδίσει το Χρυσό Μυστρί. Αν φέτος τα πάω καλύτερα, θα έχω σημειώσει κάποια πρόοδο». Ο Λεονάρντο δεν ξεχνά.

Ούτε την υπόσχεση που είχε δώσει έφηβος στον πατέρα του, μια μέρα που παρακολουθούσαν μαζί την ομάδα τους, τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας: «Μια μέρα θα γίνω προπονητής της Σπόρτινγκ!». Το περίεργο δεν είναι που τελικά τα κατάφερε, ούτε το ότι την παρέλαβε ένα μάτσο χάλια και κατάφερε να τη βγάλει στο Τσάμπιονς Λιγκ το 2014, ούτε καν ότι η Μονακό πλήρωσε 3 εκατομμύρια για να σπάσει το συμβόλαιό του. Αυτό που μας εντυπωσιάζει είναι ότι ο μικρός Λεονάρντο ήθελε πάντα να γίνει προπονητής κι όχι ποδοσφαιριστής. Στα 16 προπονεί μια ομάδα χάντμπολ, στα 20, φοιτητής φυσικής αγωγής, μια ομάδα δεκάχρονων στη Μαδέρα. Αποκτά νεότατος το ανώτατο δίπλωμα προπονητή της ΟΥΕΦΑ. Στη διπλωματική του πήρε άριστα. Θέμα: «Η χρήση του κόρνερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996» -προσωπικά θυμόμαστε αυτό το πορτογαλικό κόρνερ.

Φέτος ο γεννημένος προπονητής Ζαρντίμ κέρδισε επιτέλους αυτό που αξίζει, έναν τίτλο, σε ένα από τα καλύτερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, με μια ομάδα η οποία δεν διέθετε μεγάλα ονόματα όπως η Παρί Σεν Ζερμέν ή η Μάντσεστερ Σίτι, δυο από τα θύματά του. Τι είχε στα χέρια του στην αρχή της σεζόν; Τον Φαμπίνιο, τον Μουτίνιο, μία από τις περσινές κατσίκες της Μαρσέιγ, συγκεκριμένα τον Μπενζαμέν Μεντί (αυτή που κάπνιζε ναργιλέ), τον τελειωμένο Φαλκάο, τον Βαλέρ Ζερμέν, τον Αντρέα Ράγκι, τον Ναμπίλ Ντιράρ και τον Ντάνιελ Σούμπασιτς που πέντε χρόνια πριν πάλευαν για να μην πέσει η Μονακό στην τρίτη κατηγορία, τον αιμοσταγή Καμίλ Γκλικ, διάφορα ταλεντάκια από μικρομεσαίες γαλλικές ομάδες (Σιντιμπέ, Μπακαγιοκό, Λεμάρ) και τον Μπερνάντο Σίλβα, έναν χλωμό, ντελικάτο παίκτη με μαύρους κύκλους, που δεν θα τον έλεγε κανείς και μπαλαδόφατσα. Πόσους απ΄αυτούς γωρίζαμε ή υπολογίζαμε τον Αύγουστο;

Το τι ακολούθησε, το γνωρίζουμε. Ασταμάτητο σκοράρισμα –107 γκολ στο πρωτάθλημα!–, ωραία μπάλα, ομαδικότητα, λαμπρά αποτελέσματα. Η Μονακό ήταν απόλαυση. Κι όλα αυτά πριν ο Ζαρντίμ εξαπολύσει το πυρηνικό του όπλο στο δεύτερο μισό της σεζόν. Ένα όπλο 18 ετών, ονόματι Κιλιάν Μμπαπέ στον οποίο είχε υποσχεθεί, δυο χρόνια πριν: «Θα σε κάνω μεγάλο ποδοσφαιριστή».

Μα ποιο είναι το μυστικό του; Τι ποδόσφαιρο παίζουν τελικά οι ομάδες του; Αμυντικό ή επιθετικό; Θεαματικό ή βαρετό; Κι αν η λύση δεν βρισκόταν στο 4-4-2 αλλά στη φιλοσοφία;

«Να πράττεις έτσι ώστε να προσφέρεις στον άλλον όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές»: μιλάει το είδωλο του Ζαρντίμ. Κάποιος προπονητής, εραστής της πάσας ακριβείας; Όχι. Ο 96χρονος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν, ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή Γάλλους διανοητές, πατέρας της έννοιας της «σύνθετης σκέψης», της παραδοχής ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι ποτέ μονοσήμαντος.

«Ο Μορέν έχει μια σφαιρική θεώρηση του κόσμου, της πολυπλοκότητας των παραγόντων που βρίσκονται διαρκώς σε αλληλεπίδραση. Όταν ήμουν φοιτητής, ένα καθηγητής μού πρότεινε να διαβάσω το «Science avec Conscience (=Επιστήμη με συνείδηση)«. Εφάρμοσα το μοντέλο στο ποδόσφαιρο. Έχουμε την τάση να απλοποιούμε. Αν μια ομάδα χάσει, είναι εύκολο να πει κανείς «Δεν είχαν καλή φυσική κατάσταση!», «Ο τάδε παίκτης έπαιξε χάλια!», «Φταίει ο προπονητής!». Όταν μια ομάδα παίζει ωραία, είναι σαν μια ορχήστρα όπου όλα τα όργανα παίζουν αρμονικά. Η αποτυχία είναι εξίσου πολυπαραγοντική: υπάρχουν οι μουσικοί, η ποιότητα των οργάνων, ο μαέστρος κι άλλα πολλά που δεν βλέπει ο εξωτερικός παρατηρητής. Το ποδόσφαιρο είναι σύνθετο φαινόμενο. Μόνο ως τέτοιο μπορούμε να το κατανοήσουμε».

Τον Μάρτιο, ο τρακαρισμένος προπονητής συνάντησε το είδωλό του. «Ήταν μεγάλη τιμή. Η προσέγγισή του σχετικά με την πολυπλοκότητα του κόσμου με έχει σημαδέψει και με έχει βοηθήσει να προσαρμόζομαι σε όλες τις καταστάσεις».

Ο γηραιός φιλόσοφος, ο άνθρωπος που έχει γράψει ότι «η ιδιοφυΐα εμφανίζεται στην ρωγμή του ανεξέλεγκτου», είχε κάτι να ρωτήσει τον Ζαρντίμ; Είχε: «Λεονάρντο, μιλήστε μου γι΄αυτόν τον καταπληκτικό Μμπαπέ!».

Ο ήρωας του τελικού του Μουντιάλ 1986 ήταν ένας λίμπερο

  [12 Σχόλια]

«Ραούλ, μη διανοηθείς να με βγάλεις έξω»

Αυτές ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφεραν να βγουν από το σφιγμένο στόμα του Χοσέ Λούις Μπράουν, όσο αυτός ήταν ξαπλωμένος στο χόρτο, με τον δεξιό ώμο εξαρθρωμένο και έναν πόνο που, όπως θυμάται ο ίδιος, τον έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Ο γιατρός της εθνικής Αργεντινής, Ραούλ Μαδέρο, αν και σοκαρισμένος από αυτό που άκουσε, χαμογέλασε, κοίταξε προς τον πάγκο και έκανε νόημα πως ο παίκτης μπορεί να συνεχίσει το παιχνίδι.

Ο Κάρλος Μπιλάρδο δεν το σκέφτηκε και πολύ. Παρ’όλο που μπορούσε να αντικαταστήσει τον σακατεμένο λίμπερο του με κάποιον ξεκούραστο και, το βασικότερο, υγιή αμυντικό, επέλεξε να τον αφήσει μέσα. Τις επόμενες μέρες και αφού καταλάγιασε ο ενθουσιασμός της κατάκτησης του τροπαίου, κάποιοι κατηγόρησαν τον Μπιλάρδο, σημειώνοντας πως πήρε τεράστιο ρίσκο που άφησε τον Μπράουν να ολοκληρώσει το παιχνίδι (παραβλέποντας βέβαια το γεγονός ότι δεν υπήρχε στον πάγκο κανένας που να ξέρει καλά τη θέση του λίμπερο). Χωρίς κανένα δισταγμό ο ιδιόρρυθμος ‘Μυταράς’ απάντησε: «Δεν υπάρχει κανένα ρίσκο στο να χρησιμοποιήσεις κάποιον ο οποίος είναι έτοιμος να πεθάνει στο χόρτο».

Κάπως έτσι, ο 30χρονος Χοσέ Λούις Μπράουν παρέμεινε στον αγωνιστικό χώρο για τα εναπομείναντα λεπτά του αγώνα, τα οποία δεν ήταν και λίγα. Βρισκόμασταν ακόμα στην αρχή του δευτέρου ημιχρόνου του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Η Αργεντινή προηγούνταν της Δυτικής Γερμανίας με 1-0. Το γκολ της δεν το είχε πετύχει κάποιος από τους διάσημους επιθετικογενείς παίκτες της. Το είχε βάλει ο Μπράουν, με κεφαλιά μετά από ένα φάουλ από τα δεξιά του Μπουρουτσάγα. Ήταν το πρώτο και μοναδικό γκολ του με τη φανέλα της εθνικής.

«Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε που να μην το σκέφτομαι» αποκάλυψε πρόσφατα ο ίδιος σε μια συνέντευξη. «Εκείνο το γκολ άλλαξε την ταυτότητα μου. Από εκείνη τη μέρα είμαι ο Χοσέ Λούις Μπράουν που σκόραρε στον τελικό ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Σκέψου ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν μόνο 5 ζωντανοί Αργεντινοί που έχουν πετύχει γκολ σε τελικό Μουντιάλ κι εγώ είμαι ένας από αυτούς τους 5! Εκείνη τη στιγμή το στήθος σου εκρήγνυται, όλα μέσα σου φουσκώνουν. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έγινε στον πανηγυρισμό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ούρλιαζα και έκλαιγα». Το να βάλεις τα κλάματα την ώρα ενός πανηγυρισμού μπορεί να ακούγεται λίγο υπερβολικό αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι. Γιατί ο άνθρωπος που άνοιξε το δρόμο για το δεύτερο κύπελλο στην ιστορία της Αργεντινής υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα βρισκόταν στο χόρτο εκείνο το απόγευμα.

Ο μόνος λόγος που ο Μπράουν ήταν εκείνο το μήνα στο Μεξικό λέγεται Κάρλος Μπιλάρδο. Με κάτι πρόχειρους υπολογισμούς, ο προπονητής της Αργεντινής πρέπει να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στη χώρα που πίστευε στον «Τάτα» (όπως ήταν το παρατσούκλι του) εκείνη την περίοδο. Ο 30χρονος αμυντικός είχε ταλαιπωρηθεί πολύ τα δυο προηγούμενα χρόνια με επεμβάσεις στα γόνατα του και είχε μείνει για καιρό εκτός δράσης. Η κατάσταση του ήταν τόσο απελπιστική που λίγους μήνες πριν το Μουντιάλ ήταν χωρίς ομάδα, μια κατάσταση που τον έκανε να σκεφτεί μέχρι και να αποσυρθεί πρόωρα από το ποδόσφαιρο. Ο «Μυταράς» όμως ήταν πεπεισμένος πως ο σκληροτράχηλος και πεισματάρης Μπράουν μπορεί να βοηθήσει, έστω και ως αλλαγή του Πασαρέλα, και η πίστη του αυτή προερχόταν από το ότι ήξερε πολύ καλά τον παίκτη από το πέρασμα του από τον πάγκο της Εστουτιάντες. Για την ακρίβεια, ήταν αυτός που τον είχε ανεβάσει στην πρώτη ομάδα το 1975 και αυτός που τον έκανε αρχηγό το 1983, τη χρονιά που μαζί πανηγύρισαν το πρωτάθλημα. Γνώριζε καλά πως ακόμα και χωρίς ομάδα, ακόμα και με προβληματικό γόνατο, ο Μπράουν δεν θα τον απογοήτευε αν χρειαζόταν να παίξει. Και δεν έπεσε έξω.

Μπορεί ο «Τάτα» να μη φημιζόταν για την τεχνική του κατάρτιση αλλά τη δουλειά του στα μετόπισθεν ήξερε να την κάνει αρκετά καλά. Δυνατός, ψύχραιμος, ικανός στο ψηλό παιχνίδι, με καλές τοποθετήσεις και εντυπωσιακές αντοχές, ο Μπράουν ξεπερνούσε τα ελαττώματα του με το πάθος και την αποφασιστικότητα του, ένα χαρακτηριστικό που είχε φανεί από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του. «Όταν πρωτοπήγα στην Εστουντιάντες ξυπνούσα από τις 5.20, έπαιρνα το λεωφορείο για τη Λα Πλάτα, που είναι 80 χλμ. μακριά, έκανα προπόνηση, επέστρεφα στις 11 στο σπίτι, έτρωγα μεσημεριανό και μετά πήγαινα κατ’ ευθείαν για δουλειά στην εφημερίδα που εργαζόμουν. Το βράδυ βέβαια ήμουν νεκρός» θυμάται ο ίδιος.

Όταν ο Μπιλάρδο τον κάλεσε στην αποστολή του Μουντιάλ, όλα τα ΜΜΕ της χώρας (που από τα αποτυχημένα προκριματικά είχαν βάλει στο στόχαστρο τους πάντες στην εθνική – μεταξύ αυτών και τον Μαραντόνα) έπεσαν να τον φάνε, κατηγορώντας τον πως κάνει χάρη στο άνεργο φιλαράκι του. Για να μην απογοητεύσει τον προπονητή του, ο «Τάτα» πέρασε τους τελευταίους τρεις μήνες πριν το τουρνουά κάνοντας 3 φορές την εβδομάδα προπόνηση μόνος του (αρκετές φορές στους δρόμους του Μπουένος Άιρες) και 3 φορές προπόνηση με μια τοπική ομάδα. Ακόμα και έτσι όμως, θεωρούσε δεδομένο πως πηγαίνει στο Μεξικό ως η ρεζέρβα του σπουδαίου Πασαρέλα, που είχε καπαρωμένη τη θέση. Μέχρι που έφτασε η μέρα της πρεμιέρας με τη Νότια Κορέα.

«O Πασαρέλα δεν ήταν καλά αλλά κανένας δεν μου το είχε πει. Λίγες ώρες πριν το πρώτο ματς πέτυχα τον Μπιλάρδο εκεί που τρώγαμε πρωινό. Με ρώτησε πως νιώθω και του απάντησα, χωρίς να το πολυσκεφτώ, ότι επιτέλους έφτασε η μεγάλη μέρα. Μιλούσα γενικά, για όλους μας. Τότε μου είπε «το ξέρεις ότι θα παίξεις σήμερα, ε;». Για λίγο πίστεψα ότι θα πεθάνω». Κάπως έτσι, από το πουθενά, ο δακτυλοδεικτούμενος Μπράουν βρέθηκε στην 11αδα και δεν ξαναβγήκε από αυτήν, αφού ο Πασαρέλα δεν κατάφερε να αναρρώσει από τον τραυματισμό του.

Για τους περισσότερους ανθρώπους στο Μουντιάλ εκείνο η Αργεντινή κατέβηκε με «τον Μαραντόνα και 10 άλλους». Κάπου εκεί μέσα, στους αδικημένους «10 άλλους» (που ανάμεσα τους εκτός των διάσημων Βαλντάνο και Μπουρουτσάγα, υπήρχαν αρκετοί καλοί παίκτες, με κάμποσους εθνικούς και ηπειρωτικούς τίτλους στο παλμαρέ τους), βρίσκεται και ο Χοσέ Λούις Μπράουν, που από τελειωμένος σακάτης, μετατράπηκε σε εκείνο το τουρνουά σε λίμπερο παγκόσμιας κλάσης, που κατάφερε να παίξει άλλα τρία χρόνια μπάλα σε ικανοποιητικό επίπεδο, βρίσκοντας συμβόλαια και στην Ευρώπη. «Όταν έφυγα από το σπίτι μου για το Μουντιάλ, εκεί ήταν για να με αποχαιρετήσουν μόνο η γυναίκα μου, τα παιδιά μου και ένας καλός φίλος. Όταν επέστρεψα, με περίμεναν από έξω δεκάδες άνθρωποι».

Ο ‘Τάτα’ δεν ήταν προικισμένος με κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, ούτε τα βρήκε όλα εύκολα στη ζωή του. Η μοίρα το έφερε έτσι όμως που στις 29 Ιουνίου του 1986 βρέθηκε να πανηγυρίζει πεσμένος στα γόνατα, μπροστά σε 115.000 ανθρώπους ένα γκολ σε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Η μοίρα όμως δεν σε πηγαίνει πουθενά μόνη της. Στα 28 δευτερόλεπτα που χρειάστηκε να μείνει εκτός αγωνιστικού χώρου για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, μετά από μια δυνατή διεκδίκηση της μπάλας με τον Ρουμενίγκε, ο Μπράουν – σαν γνήσιος Λατινοαμερικάνος αμυντικός (έστω και με σκωτσέζικες ρίζες) – το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως θα επιστρέψει στο ματς όσο πιο γρήγορα γινόταν. «Για να μειώσω τον πόνο έκανα μια μικρή τρύπα στη φανέλα και μέσω αυτής στήριζα το χέρι με το δάχτυλο μου» δήλωσε πρόσφατα σε ένα αφιέρωμα που τον έδειχνε να παίζει όλο το δεύτερο ημίχρονο με το δεξί χέρι σχεδόν κολλημένο πάνω στο σώμα.

«Κάθε φορά που πλησίαζα την πλάγια γραμμή έβλεπα τον Μπιλάρδο να με κοιτάει στα μάτια, περιμένοντας μάλλον να του ζητήσω αλλαγή. Δεν υπήρχε όμως τέτοια περίπτωση. Μόνο ως νεκρός θα έφευγα από τον αγωνιστικό χώρο».

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Λουίς «Πούλγκα» Ροντρίγκες

  [1 Σχόλιο]

Δυστυχώς ή ευτυχώς το σύγχρονο ποδόσφαιρο θέλει ποδοσφαιριστές αθλητές, γυμνασμένους, με αντοχές. Στη Ν. Αμερική όμως που ακόμα δείχνει να διατηρεί τις παραδόσεις, επιβιώνουν ακόμα παίκτες-μορφές που στην Ευρώπη δεν θα έβρισκαν θέση, αλλά εκεί λατρεύονται σαν μικρές θεότητες. Αυτό εδώ το κείμενο αποτελεί μια ωδή στον «Πουλγκίτα» Ροντρίγκες, έναν από τους τελευταίους ποδοσφαιριστές που μπορούν να βγάζουν το φαγητό τους (και θέλουν και πολύ) παρά το αντι-αθλητικό σουλούπι τους και το σώμα τους που μοιάζει με άνθρωπο γραφείου, επειδή ακριβώς ξέρουν καντάρια μπαλίτσας. Ένα είδος προς εξαφάνιση, με κάποιους τελευταίους λαμπρούς εκπροσώπους του να απομένουν.

Σουτάρες, σκαψιματάκια, ψαλιδάκια, γκολ λίγο κάτω από το κέντρο, όλα τα έχει κάνει ο τύπος

Γεννημένος σε μια μικρή πόλη δέκα χιλιάδων κατοίκων, ο Λουίς Ροντρίγκες ως το μεγαλύτερο παιδί δούλευε μπογιατζής και χτίστης για να βοηθά τη φτωχή οικογένειά και τα οκτώ αδέρφια του. Δεν αποτέλεσε εξαίρεση κι όπως όλα τα παιδάκια λάτρευε κι αυτός την μπάλα και είχε ταλέντο. Παρά το μικρό του ύψος, την έλλειψη μυών, την όχι ιδιαίτερη ταχύτητά του και το αντιαθλητικό του σουλούπι με τα παραπάνω κοιλιά, είχε φοβερή τεχνική και άρχισε να ξεχωρίζει γρήγορα. Ο πατέρας του, που δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο να παίζει ξυπόλητος, του πήρε στα 11 τα πρώτα του παπούτσια, με το υστέρημά του. Μόνο που ήταν το τελευταίο διαθέισμο ζευγάρι και του ήταν λίγο μικρά. Ο «Πούλγκα» (σημαίνει ψύλλος, παρατσούκλι που έχει και ο Μέσι) αναγκαζόταν να στριμώχνει τα δάχτυλά του και ενώ μεγάλωνε κι άλλο μέσα σε αυτά και δυσκολευόταν ακόμα περισσότερο, έμαθε να παίζει έτσι. «Κάποιες φορές αναγκαζόμουν να τα βγάζω την ώρα του αγώνα, έπαιξα για αρκετούς μήνες με εκείνο το ζευγάρι.»

Αντιτουριστική φυσιογνωμία, μοιάζει 10 χρόνια μεγαλύτερος, αλλά στο γήπεδο μαγεύει

Η καριέρα του Ροντρίγκες θα είχε σταματήσει άδοξα, όταν στα 17 του πείστηκε από κάποιον μάνατζερ ότι του είχε βρει συμβόλαιο στη Ρουμανία. Ο Ροντρίγκες βρέθηκε χωρίς ομάδα, χωρίς λεφτά, σε μια χώρα που δεν ήξερε τη γλώσσα. Γύρισε πίσω αποφασισμένος να βρει «κανονική» δουλειά. Τελικά όμως βρήκε θέση στη Ράσινγκ της Κόρδοβα και αργότερα στην Ατλέτικο του Τουκουμάν, την ομάδα στην οποία θα γινόταν θρύλος. Μέσα σε τρεις σεζόν έφτασε από τη Γ’ εθνική στην Α΄σκοράροντας συνολικά 35 φορές και αποκτώντας μια ειδική σχέση με τους οπαδούς μιας ομάδας που είναι μαθημένη στα δύσκολα. Παίζοντας είτε σαν 10αρι, είτε σαν επιθετικός έζησε το θαύμα της Τουκουμάν, αλλά και την πτώση της στη συνέχεια, χαρίζοντας πάντα στιγμές ποδοσφαιρικής ιδιοφυΐας.

Το 2009 φτάνει στην μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του, όταν στα πλαίσια των δεκάδων κλήσεων του Μαραντόνα, ο Πουλγκίτα δέχεται την κλήση για την εθνική Αργεντινής. Σε ένα φιλικό στην Κόρδοβα, απέναντι στην Γκάνα, που η Αργεντινή κερδίζει με δυο γκολ του Παλέρμο, ο Ροντρίγκες μπαίνει αλλαγή και ζει το απόλυτο όνειρο. Ακολουθεί την ομάδα στη Β’ εθνική και μοχθεί ξανά εκεί βγαίνοντας πρώτος σκόρερ δυο σεζόν (με 20 και 17 γκολ αντίστοιχα). Ζει τελικά όλο το όνειρο με την άνοδο ξανά στην Α’ εθνική

Άνθρωπο που κάνει τούνελ στο διαιτητή, δεν γίνεται να μην τον αγαπήσεις

Πέρσι τον Απρίλιο φτάνει τα 99 γκολ με τη φανέλα της Τουκουμάν, έχοντας γίνει πλέον θρύλος του συλλόγου. Στο ματς με τη Ντιφένσα ι Χουστίσια, εκτελεί το πέναλτι (με ποδοσφαιρική αλητεία) για το 1-0 και σημειώνει το εκατοστό του γκολ. Ο κόσμος τον αποθεώνει με μια ασυνήθιστη ενέργεια, εκατό μπάλες εκτοξεύονται από τις εξέδρες μέσα στο γήπεδο. Έχουν πάνω το πρόσωπό του και γράφουν «Την ιστορία τη γράφουν λίγοι. Σε ευχαριστούμε Πούλγκα». Ζει όλη την απίστευτη περιπέτεια μέχρι την ιστορική έξοδο της συμπαθούς Ατλέτικο Τουκουμάν στο Κόπα Λιμπερταδόρες και την πρόκριση στους ομίλους (αξίζει να το διαβάσετε αν δεν το κάνατε πριν λίγο καιρό και έχετε χρόνο) .

Μετά τα 50″, η βροχή από μπάλες για χάρη του Ροντρίγκες

Ο Ροντρίγκες είναι το ποδόσφαιρο του παρελθόντος, αυτό που οι πιο νέοι δεν θα έχουν ζήσει, όπως εμείς αντίστοιχα δεν ζήσαμε των πατεράδων μας. Συνεχίζει να ζει στην πόλη του τη Σιμόκα. Κάνει 50 χιλιόμετρα κάθε μέρα για να πάει στην προπόνηση. Αλλά δεν το αλλάζει με τίποτα. «Είναι η πατρίδα μου, μπορώ να βγω με τους γονείς μου, να πάω σε ένα εστιατόριο, χωρίς να μου ζητήσει κανείς φωτογραφία. Με είδαν να μεγαλώνω εδώ μαζί τους». Έκανε αυτό που αγαπούσε, το έκανε καλά, έζησε μια ήσυχη ζωή, χωρίς να γίνει πλούσιος, αλλά μακριά από τη φτώχεια, αγαπήθηκε και έγινε ίνδαλμα ενός μικρού συλλόγου. Θα μπορούσε ίσως να πάει πιο ψηλά; Να κάνει αυτά τα μαγικά πιο συχνά; Να γυμναστεί περισσότερο, να τρώει λιγότερο ασάδο ή να μην πίνει (υπάρχει βίντεο που τον δείχνει σουρωμένο); Σίγουρα ναι. Αλλά όπως κι άλλοι τύποι που αγάπησαν π.χ. τον ύπνο, είναι ικανοποιημένος με αυτά που κατάφερε. Ο «Πουλγκίτα» λέει με κάθε σοβαρότητα ότι η μπάλα των έσωσε από τη φτώχεια και τις εξαρτήσεις. Γι’ αυτό κι ο ίδιος την υπηρετεί με αγάπη.

Στο 6μηνο που πήγε δανεικός στη Νιούελ΄ς έβαλε αυτή την γκολάρα στην Μπόκα

«Όταν κάποιος υποφέρει μικρός, ό,τι καταφέρνει αργότερα το εκτιμά διπλά. Δεν το ξεχνάς. Κάθε φορά που αγοράζω παπούτσια, θυμάμαι εκείνα τα στενά παπούτσια στα 11 μου»
(από συνέντευξή του στο El Grafico το 2016)

Κιλιάν Μμπαπέ ή πώς να είσαι σοβαρός στα 17 σου χρόνια

  [1 Σχόλιο]

«Τι λες, Τιερί; Ο Κιλιάν Μμπαπέ σου θυμίζει τον εαυτό σου; Είναι ο νέος Ανρί;» Η ερώτηση μοιάζει λογική για όσους θυμούνται τον επιθετικό της Άρσεναλ στην ίδια ηλικία: ίδια ομάδα, ίδια θέση, ίδιες δηλητηριώδεις προελάσεις, ίδια ευστοχία, ίδιο πονηρό βλέμμα. «Δεν μου αρέσουν οι συγκρίσεις. Πρέπει να γίνει ο Μμπαπέ». Η αρχή της απάντησης μοιάζει ξύλινη όμως ούτε ο ίδιος ο Ανρί δεν μπορεί να συγκρατηθεί: «Αλλά τι παικταράς!».

Αυτό ακριβώς. Μια λέξη αρκεί, οι αναλύσεις περιττεύουν. Κι ένας άσχετος με το ποδόσφαιρο μπορεί να δει ότι ο Μμπαπέ λάμπει μέσα στο γήπεδο και να ακούσει το βουητό που ανεβαίνει από τις κερκίδες όταν κατεβάζει με δαιμονιώδη ταχύτητα τη μπάλα, περνώντας σαν σταματημένους όσους προσπαθούν να τον ανακόψουν. Τα στατιστικά του προσφέρουν αποδείξεις και σε όσους δεν τον έχουν δει καν να παίζει –και δεν ξέρουν τι χάνουν. Ο Τιερί Ανρί γνωρίζει περισσότερα: «Μου αρέσει πολύ, μ΄αρέσει να τον βλέπω να παίζει. Σκέφτεται. Εκνευρίζομαι όταν λένε για έναν παίκτη: είναι γρήγορος, δυνατός, αλτικός. Δεν μιλάνε ποτέ για το μυαλό. Τον παρατηρώ, όταν ντριπλάρει το μυαλό του δουλεύει. Αυτό είναι το πιο βασικό σε έναν ποδοσφαιριστή: το μυαλό. Ο πιτσιρικάς είναι έξυπνος».

 Κι όχι μόνο μέσα στο γήπεδο. Μετά τις πρώτες εμφανίσεις με τη Μονακό, ειδικά τα δυο σπουδαία του ματς απέναντι στη Μάντσεστερ Σίτι που τον έκαναν γνωστό και σε όσους δεν παρακολουθούν ιδιαίτερα το γαλλικό πρωτάθλημα, οι υπεύθυνοι της ομάδας σκέφτηκαν να τον προστατέψουν από την υπερέκθεση στον Τύπο –όλοι ζητούσαν δηλώσεις και συνεντεύξεις, κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να πει οποιοσδήποτε μέσα στο μεθύσι της νίκης, σε οποιαδήποτε ηλικία. Άχρηστη προφύλαξη. Δημοσιογράφοι και τηλεσχολιαστές, όπως ο παλιός αμυντικός της Μαρσέιγ και της Μονακό, Ερίκ ντι Μεκό, λένε περίπου τα ίδια. «Όταν τον άκουσα να μιλάει, έπαθα την πλάκα μου. Πέρα από τις ποδοσφαιρικές του αρετές, δίνει την εντύπωση ότι έχει σωστούς ανθρώπους γύρω του, ότι το μυαλό του δουλεύει και ότι είναι εντελώς προσγειωμένος». Ήρεμος, με χιούμορ, εκφράζεται σωστά, δίνει πάντα τα εύσημα στους συμπαίκτες του, κάνει εύστοχες αναλύσεις. Και δεν παραλείπει να μιλήσει για τη χαρά του που του συμβαίνουν όλα αυτά: «Με βλέπετε; Τα μάτια μου λάμπουν! Ελπίζω να είναι μόνο η αρχή». Kαι όλα αυτά σε ηλικία 18 ετών και σχεδόν τεσσάρων μηνών.

Αφού πρώτα έσπασε ό,τι ρεκόρ άφησε πίσω του ο Τιερί Ανρί στη Μονακό κι έγινε, πριν κλείσει τα 16, ο νεότερος παίκτης της και, πριν κλείσει τα 17, ο νεότερος σκόρερ, τώρα συνεχίζει στη Εθνική. Το πρώτο ρεκόρ είναι συμβολικό: όταν κλήθηκε και έπαιξε στο ματς με το Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου, έγινε ο πρώτος διεθνής Γάλλος ποδοσφαιριστής που δεν είχε γεννηθεί όταν ο Ζιντάν κι η παρέα του σήκωναν το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ταυτόχρονα, ο πιο νέος στην Εθνική μετά τον Μαριάν Βιζνιεφσκί (που έπαιξε στο Μουντιάλ του 1955 λίγες μέρες πιο μικρός). Ο Βιζνιεφσκί, θαλερός ενενηντάχρονος πλέον, που παρακολουθεί ανελλιπώς τη Μονακό στην τηλεόραση, έχει μια συμβουλή για τον άνθρωπο που απείλησε το ρεκόρ του: «Ας μη βελτιωθεί άλλο, κινδυνεύει να χάσει αυτό που κάνει τη μοναδικότητά του. Για παράδειγμα, μην μπει στον πειρασμό να δίνει περισσότερες πάσες, να σκοράρει ο ίδιος».

Ο Κιλιάν προς το παρόν κάνει και τα δυο, και με τα δυο πόδια. 12 γκολ στο πρωτάθλημα, 19 συνολικά φέτος, 5 ασίστ, κι όλα αυτά μπαίνοντας στα μισά ματς αλλαγή, καθώς ο Φαλκάο, ο Βαλέρ Ζερμέν κι οι άλλοι πρεσβύτεροι συμπαίκτες του σκόραραν ακατάπαυστα, όπως έχουμε ήδη δει. Οι εραστές των στατιστικών στοιχείων κάθε είδους ανακάλυψαν πως, εκτός από τα διάφορα ρεκόρ που έχουν να κάνουν με την ηλικία του, ο Μμπαπέ τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο ήταν ο πιο παραγωγικός παίκτης των πέντε μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων –μπροστά από τον Μέσι και τον Λεβαντόφσκι– ενώ, λίγες μέρες πριν τον ξεπεράσει ο Καβάνι, ήταν πρώτος και σε συχνότητα σκοραρίσματος –ένα γκολ κάθε 82′ συμμετοχής.

Στο τελευταίο ματς των Μονεγάσκων, ο Ζαρντίμ προτίμησε να τον προφυλάξει –τον 18χρονο! – εν όψει του αγώνα που οι εραστές του ποδοσφαίρου σημείωσαν στην ατζέντα τους από τη στιγμή που βγήκε η κλήρωση: Ντόρτμουντ -Μονακό για τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Δυο αουτσάιντερ, δυο νεανικές ομάδες, που έχουν παίξει μέχρι τώρα ωραία και θεαματική μπάλα. Και μια τέλεια βιτρίνα για τα ταλέντα της Μονακό, με πρώτον απ΄όλους τον Μμπαπέ. Το ερώτημα είναι; Πόσα λεφτά πουλιέται το παιδάκι αυτό και ποια ομάδα μπορεί να τα δώσει;

Πέρσι οι Μονεγάσκοι κι ο ίδιος ο Μμπαπέ είχαν, λέγεται, απορρίψει προτάσεις ύψους 40 εκ., φέτος γράφηκε πως η Ρεάλ ζήτησε να τον κλείσει για το καλοκαίρι με 110. Ο άμεσα ενδιαφερόμενος λέει πως ξέρει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα στην καριέρα του αλλά ότι πρώτα θέλει να αφήσει κάτι πίσω του στη Μονακό: «Τους μεγάλους παίκτες τους θυμούνται για τους τίτλους». Υπενθυμίζουμε πως η Μονακό είναι πρώτη στο πρωτάθλημα. Ο φιλότιμος Σέρχιο Ράμος προσπαθεί να ρίξει την τιμή: «Καλός παίκτης, πολύ γρήγορος κι επικίνδυνος στην αντεπίθεση. Αν είναι καλός για την Ρεάλ; Έχουμε ήδη πολύ καλούς παίκτες. Αν έρθει θα τον υποδεχτούμε με συμπάθεια». Οι φήμες, στον ισπανικό τύπο, ό,τι κι αν αξίζουν, λένε ότι ο ίδιος ο Ράμος ζήτησε να παίξει στο φιλικό με τη Γαλλία για να τον μελετήσει από κοντά.

Στην πραγματικότητα η Ρεάλ τον θέλει εδώ και χρόνια. Ακολουθεί μια κάπως λυπητερή ιστορία όπου, ως συνήθως, οι φτωχοί χάνουν κι οι πλούσιοι κερδίζουν.

Είμαστε γύρω στο 2010. Ο  μικρός Κιλιάν Μμπαπέ παίζει με την ομάδα κάτω των 12 του Μποντί, του παριζιάνικου προαστίου όπου γεννήθηκε. Ήδη η ζωή του είναι γεμάτη, όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, ποδόσφαιρο: «Ζω, τρώω και κοιμάμαι με την μπάλα». Ένας απεσταλμένος της ομάδας της Καν (Caen, στη Νορμανδία, καμία σχέση με την Καν στις Κάννες) που βρίσκεται στο γήπεδο παίρνει τηλέφωνο τον υπεύθυνο για τα τμήματα νέων: «Έχω μπροστά μου μια μελλοντική Χρυσή Μπάλα». Ντρίπλες, ταχύτητα, ωριμότητα απίστευτη για την ηλικία του. «Ελάτε γρήγορα να πιάσουμε τους γονείς!». Ο γονείς: ο πατέρας παλιός παίκτης, προπονητής στην ομάδα νέων του Μποντί, γνωστός για τις παιδαγωγικές του ικανότητες. Η μητέρα: παλιά αθλήτρια χάντμπολ, αγαπητή στο Μποντί για την κοινωνική της δράση. Δεν εντυπωσιάζονται καθόλου από την πρόταση της Καν: «Τον θέλουν η Ρεάλ Μαδρίτης κι η Τσέλσι. Δεν βιαζόμαστε». Οι Νορμανδοί τα δίνουν όλα, τον παρακολουθούν στενά για μήνες, συνδέονται με τους γονείς, στέλνουν τον μικρό σε τουρνουά στο εξωτερικό, τον συμβουλεύουν, ο προπονητής Φρανκ Ντιμά υπόσχεται ότι θα τον βάζει βασικό από τα 16. Η Ρεάλ τού στέλνει εισιτήρια να δει το Μπερναμπέου και μήνυμα ότι ο Ζιντάν θέλει να τον γνωρίσει. Πηγαίνει στη Μαδρίτη, φωτογραφίζεται με το είδωλό του, τον Κριστιάνο Ρονάλντο –το παιδικό δωμάτιο του Κιλιάν είναι ταπετσαρισμένο με αφίσες του.

Οι γονείς όμως διστάζουν να τον στείλουν τόσο μικρό στο εξωτερικό και θέλουν οπωσδήποτε να τελειώσει το σχολείο. Αποφασίζουν να δεχτούν την πρόταση της Καν. Πρόβλημα: ο μικρός είναι 13 ετών και σε αυτήν την ηλικία η Ομοσπονδία απαγορεύει την υπογραφή συμβολαίων αν ο τόπος κατοικίας είναι μακριά από την έδρα της ομάδας. Οι λίγοι μήνες που ακολουθούν είναι αποφασιστικοί. Η Καν πέφτει κατηγορία κι εμφανίζεται η Μονακό, τα λεφτά της και τα γαλλόφωνα σχολεία της. Ο Μμπαπέ μετακομίζει με τη μαμά του στην Κυανή Ακτή στα 14. Εκεί θα είναι τυχερός και θα συναντήσει τον Ζαρντίμ.

Η συνέχεια γνωστή. Στις 19 Μαρτίου, με το απολυτήριο Λυκείου πλέον στην τσέπη –στις εξετάσεις φιλοσοφίας διάλεξε να αναπτύξει το θέμα: «Είμαστε πάντοτε σε θέση να δικαιολογήσουμε τις πεποιθήσεις μας;»– διέλυσε από μόνος του την Καν και δεν μιλάμε μόνο για τα δυο γκολ που έβαλε. Τελικό σκορ 0-3. Βγήκε αλλαγή στο 88′. Ολόκληρο το γήπεδο Μαλέρμπ τον αποθέωσε. Ο Κιλιάν στράφηκε στις κερκίδες και χειροκρότησε με τη σειρά του τους οπαδούς.

«Κανείς δεν είναι σοβαρός στα δεκαεπτά του χρόνια»: ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπό, γνωστό παιδί-θαύμα κι ο ίδιος, πρόλαβε να πεθάνει στα 37, να γράψει το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου μέχρι τα 19  και τον παραπάνω στίχο στα 16 του, 108 χρόνια πριν γεννηθεί ο Κιλιάν Μμπαπέ.

Ραμόν Αγκίρε Σουάρες: Ο πιο σκληρός παίκτης της Αργεντινής

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Λατινικής Αμερικής υπήρχαν πολλοί σκληροί και βρώμικοι παίκτες. Ελάχιστοι όμως άφησαν το στίγμα τους όπως ο Ραμόν Αγκίρε Σουάρες. Από πιτσιρικάς στις Ακαδημίες της Εστουδιάντες Λα Πλάτα, αυτός κι οι συνομήλικοί του αποτέλεσαν μια φουρνιά που ξεχώρισε στις μικρές ομάδες και ο σπουδαίος προπονητής Οσβάλντο Ζουμπελντία ανέβασε αρκετούς στην πρώτη ομάδα, μεταξύ τους και τον αργό, αλλά δυνατό Σουάρες, τον κεντρικό αμυντικό που έψαχνε. Ο Ραμόν στα 18 του έκανε ντεμπούτο το 1966 σε μια από τις σημαντικότερες ομάδες και πιο μισητές ομάδες όλων των εποχών στο ποδόσφαιρο. Η Εστουδιάντες μερικούς μήνες αργότερα, κατακτούσε το πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο. Γινόταν ο πρώτος σύλλογος της Αργεντινής εκτός από τους «μεγάλους πέντε» που κατακτούσε πρωτάθλημα στη χώρα.

Ο «Νέγκρο» (εξαιτίας του σκούρου δέρματος) δεν χρειαζόταν να λέει πολλά. Έμπαινε στο γήπεδο για να κάνει τη δουλειά. Σε ψάρωνε με το ύφος του και αν δεν αρκούσε αυτό, προχωρούσε στο παρασύνθημα. Χρησιμοποιούσε οποιονδήποτε τρόπο για να σε σταματήσει. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι παίκτες της Εστουδιάντες είχαν μαζί τους βελόνες για να τσιμπάνε τους αντιπάλους. Για τον Σουάρες αναφέρεται ότι όταν χτυπούσε κάποιον αντίπαλο, πήγαινε σαν μετανιωμένος να δει με ενδιαφέρον τι είχε πάθει ο συνάδελφός του και στα κρυφά του ζουπούσε το μάτι με το δάχτυλο. Στη συνέχεια τον σήκωνε όρθιο τραβώντας τον από το δέρμα κάτω από τις μασχάλες, κάτι που πιστέψτε με, πονούσε πολύ. Στα κόρνερ είχε στα χέρια του χώμα και το πετούσε στα μάτια του αντίπαλου τερματοφύλακα. Αν ο τερματοφύλακας φορούσε καπέλο (κάτι σύνηθες εκείνα τα χρόνια), του το κατέβαζε την τελευταία στιγμή για να μη βλέπει. Για τραβήγματα μαλλιών και αγκωνιές δεν χρειάζεται να πω κάτι, αυτά ήταν συνηθισμένα. Μέχρι πού είναι η αλήθεια και πού η λατινοαμερικάνικη υπερβολή δεν ξέρει κανείς. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι εκτός από το πρωτάθλημα του 1967, είχε και μια ακόμα πρωτιά, εκείνη των περισσότερων καρτών. Με τις τιμωρίες να μην είναι τόσο αυστηρές εκείνα τα χρόνια, ο Σουάρες και τα άλλα καλόπαιδα της Εστουδιάντες είχαν ουσιαστικά μια ασυλία εκ του συστήματος και την εκμεταλλεύονταν.

«Δεν έχω δει ξανά κάποιον σαν αυτόν, είναι σαν να βλέπεις έναν άνθρωπο των σπηλαίων που προστατεύει μέχρι θανάτου την περιοχή του»
– Ρομπέρτο Περφούμο, παίκτης της Ράσινγκ

Το Μετροπολιτάνο όμως ήταν μόνο η αρχή. Η Εστουδιάντες, μια ομάδα παικτών-εργατών, με ηγέτη τον Κάρλος Μπιλάρδο και πιο ποιοτικό παίκτη τον Χουάν Ραμόν Βερόν που λίγα χρόνια αργότερα θα έπαιζε στον Παναθηναϊκό, την αμέσως επόμενη χρονιά κατέκτησε το Κόπα Λιμπερταδόρες απέναντι στην Παλμέιρας. Πιο πολύ όμως και από τον τελικό, έχουν μείνει οι ημιτελικοί-εμφύλιοι με τη Ράσινγκ Κλουμπ. Η Εστουδιάντες είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα του ’67 απέναντί της και η κόντρα πέρασε κάθε όριο σε εκείνα τα ματς. Η πρόκριση κρίθηκε σε τρίτο παιχνίδι και ο Σουάρες αποβλήθηκε μαζί με τον Άλφιο Μπαζίλε, σε έναν καβγά που δημιούργησαν οι ίδιοι και στον οποίο συμμετείχαν και οι πάγκοι των ομάδων. Ο Σουάρες (πολύ πριν από τον Βίνι Τζόουνς) είχε πιάσει τα… καλαμπαλίκια ενός αντιπάλου, ο Μπαζίλε πήγε και του έκανε το ίδιο, ο επόπτης ενημέρωσε τον διαιτητή, οι δυο παίκτες αποβλήθηκαν και ένας τρομερός καβγάς ξέσπασε στο γήπεδο. Η τότε χούντα της Αργεντινής για να αντιμετωπίζει το ξύλο που έπεφτε είχε φτιάξει έναν νόμο που οι παίκτες πήγαιναν φυλακή για 30 μέρες σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Σουάρες, ο Μπαζίλε (και ακόμα δυο παίκτες που αποβλήθηκαν αργότερα) κατέληξαν στις γνωστές μας φυλακές του Ντεβότο. Μετά από την επιμονή των ομάδων, βγήκαν πριν εκτίσουν όλη την ποινή. Σε μια συνέντευξή του, ο Κόκο Μπαζίλε είχε πει ότι σε εκείνα τα παιχνίδια υπήρχαν πάντα αρκετά ασθενοφόρα και περιπολικά έξω από το γήπεδο για κάθε ενδεχόμενο.

Συλλεκτικές ομορφιές από τον ημιτελικό (προσέχουμε το φάουλ στα 7″ και τον παίκτη που «ανησυχεί» για τον αντίπαλό του), το πανέμορφο γκολ της πρόκρισης με ψαλιδάκι του μπαμπά Βερόν, ο Σουάρες το είδε από το κρατητήριο

Η Εστουδιάντες είχε γίνει πλέον μια από τις πιο αντιπαθείς ομάδες στους ουδέτερους. Έτσι, ο πρόεδρος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και οργάνωσε φιλικό με την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε. Αλλά τα φιλικά είναι για τα κοριτσάκια, όπως όλοι στην ομάδα ήξεραν. Ο Σουάρες κατάφερε και αποβλήθηκε ξανά, ενώ η ομάδα του έχασε με 4-2. Να υπενθυμίσουμε ότι τότε δεν είχαμε αποβολές για ψύλλου πήδημα, έπρεπε να γίνει κάτι δολοφονικό. Παρ’ ότι δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για τον συγκεκριμένο αγώνα, αναφέρεται ότι ο διαιτητής δήλωσε: «κανονικά έπρεπε να το διακόψω, αλλά λυπήθηκα όλους αυτούς τους φιλάθλους που ήρθαν στο γήπεδο».


Το θύμα του Σουάρες, Νέστορ Κομπέν

Οι «πιντσαράτας» κέρδισαν και τα δυο επόμενα Λιμπερταδόρες και όπως ήταν φυσικό έπαιξαν ακόμα δύο Διηπειρωτικά. Λίγους μήνες αργότερα, το ποδόσφαιρο της Αργεντινής θα ζούσε μια από τις πιο μαύρες σελίδες του, στη ρεβάνς του 3-0 του πρώτου αγώνα με την Μίλαν για το Διηπειρωτικό, όταν και έπεσε το ξύλο της αρκούδας. Ο Σουάρες από τα πρώτα λεπτά είχε κάνει τουλάχιστον δυο δολοφονικά φάουλ με τις τάπες. Το ρέκβιέμ του ήταν η αγκωνιά στο δύσμοιρο Γαλλο-αργεντινό Νέστορ Κομπέν που αποχώρησε με κάταγμα στη μύτη και το ζυγωματικό. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Σουάρες πήγε φυλακή και καθώς αυτή τη φορά η κατακραυγή ήταν διεθνής, εξέτισε όλη την ποινή μετά από απαίτηση του καθεστώτος, ενώ τιμωρήθηκε και με πέντε χρόνια απουσίας από διεθνείς αγώνες. Πολλές ευρωπαϊκές ομάδες αποφάσισαν να σταματήσουν τη συμμετοχή τους (ας μην ξεχνάμε ότι ο Παναθηναϊκός έπαιξε αντί του Άγιαξ δυο χρόνια αργότερα) στο θεσμό. Ένα ακόμα παράσημο του Σουάρες.


Από τα χρόνια στην Ισπανία

Ο κύκλος του Σουάρες στην Εστουδιάντες έκλεισε το 1971, με ένα πρωτάθλημα, τρία Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Επόμενος σταθμός του η Ισπανία και η Γρανάδα. Εκεί, βρέθηκε και πάλι στο στοιχείο του. Μαζί με τον επίσης σέντερ μπακ Παραγουανό Πέδρο Φερνάντες και τον Ουρουγουανό Χούλιο Μοντέρο Καστίγιο (πατέρα του Πάoλο Μοντέρο, σέντερ μπακ της Γιουβέντους), αποτέλεσαν τους λεγόμενους «Χασάπηδες της Γρανάδα» και όχι γιατί έκαναν μπάρμπεκιου με τις οικογένειές τους. Μια μικρή ομάδα που μόλις είχε ανέβει στην Α’ εθνική της Ισπανίας, μεταμορφώθηκε σε «φονέας των γιγάντων» (με έμφαση στο φονέας). Τη σεζόν 1971-72 κέρδισαν σε τέσσερις συνεχόμενες αγωνιστικές Μπιλμπάο, Μπαρσελόνα, Ρεάλ Μαδρίτης και Σεβίλλη. Το ξύλο που έπεφτε ήταν ανελέητο. Σε χρόνια που οι κίτρινες έβγαιναν με μεγάλη δυσκολία, ο Σουάρες τις μάζευε σαν στραγάλια. Οι «Χασάπηδες» έκαναν μέχρι και «σκετσάκι», κάνοντας ότι μαλώνουν και πλακώνονται μεταξύ τους για να τρομάζουν οι αντίπαλοι. «Το να παίζεις στη Γρανάδα, είναι σαν να πηγαίνεις στον πόλεμο» είχε πει ο Ασένσι της Μπάρτσα, ενώ ο συμπαίκτης του Τσάρλι Ρέσακ είχε πει: «τι τυχεροί οι ταύροι που δεν περνούν αυτά που περνάμε εμείς σε αυτό το γήπεδο». Ο ντι Στέφανο είχε ανοίξει πόλεμο με τη Γρανάδα ως προπονητής της Βαλένθια τότε, αφού είδε σε δυο διαδοχικές σεζόν, δυο παίκτες του να τραυματίζονται από τον Σουάρες και να πηγαίνουν στο νοσοκομείο. Ο δεύτερος με διπλό κάταγμα στο πόδι του. Ο Κάρλος Σαντιγιάνα της Ρεάλ που έφαγε μια αγκωνιά στο σαγόνι, έμεινε έξω για καιρό. Πολλοί προπονητές φύλαγαν τους καλούς τους παίκτες όταν έπαιζαν με τη Γρανάδα, όπως π.χ. τον Κρόιφ. Την πρώτη σεζόν του Σουάρες, η Γρανάδα δεν έχασε κανένα παιχνίδι εντός, βγήκε έκτη και οριακά έμεινε εκτός Ευρώπης.

Χαρακτηριστική για τους «Χασάπηδες» έχει μείνει η ιστορία του Αμάνθιο Αμάρο, ενός εμβληματικού παίκτη της Ρεάλ, κάτι σαν τον Κριστιάνο της εποχής. Ο Φερνάντες σε ένα παιχνίδι τού είχε κάνει δολοφονικό τάκλιν στο καλάμι και ξεκίνησε βεντέτα. Δυο χρόνια μετά, στο Μπερναμπέου, Φερνάντες και Σουάρες είχαν εκνευρίσει τον Αμάρο με συνεχείς κλωτσιές και σε κάποια φάση ο τελευταίος έριξε μια κλωτσιά από πίσω στον Φερνάντες που οδήγησε σε γενική σύρραξη. Ο Φερνάντες τότε του είπε: «Αν ξαναπατήσεις στη Γρανάδα, θα σε σκοτώσω». Πράγματι, τις επόμενες δύο σεζόν ο Αμάρο έμεινε στη Μαδρίτη. Την τρίτη χρονιά όμως θεώρησε ότι το θέμα θα είχε ξεχαστεί (άνθρωποι είμαστε βρε αδερφέ) και έτσι συνάντησε ξανά τον Φερνάντες. Η συνέχεια επί της οθόνης, κάντε υπομονή μέχρι το τέλος, αξίζει:

«Δεν ήταν εσκεμμένο. Τέτοια χτυπήματα συμβαίνουν»
(αληθινά λόγια του Φερνάντες σε συνέντευξή του το 2011)

Ο Αμάρο είδε τον τετρακέφαλό του να διαλύεται, οι γιατροί (αφού έκαναν καμιά κατοσταριά ράμματα) είπαν ότι τέτοια ζημιά την είχαν δει μόνο σε ταυρομάχο που έπεσε πάνω του ταύρος με τα κέρατα. Το θύμα ουσιαστικά σταμάτησε το ποδόσφαιρο μετά από αυτό το χτύπημα. Ο Φερνάντες τιμωρήθηκε για 15 αγωνιστικές και σαράντα χρόνια περίπου μετά ακόμα λέει με παράπονο ότι ήταν από τους πρώτους που τιμωρήθηκαν χάρη στο βίντεο. Ο δε Αμάρο είχε κάνει την αμίμητη δήλωση: «‘Ήμουν τυχερός που δεν σηκώθηκα μετά το χτύπημα γιατί από πάνω μου ήταν ο Σουάρες». Σε ένα άλλο ματς, ο μπαμπάς Μοντέρο είχε πει στον Αργεντίνο «Μπαμπίνο» Βέιρα την εξής ατάκα: «Μπαμπίνο, σήμερα παίξε στα πλάγια» «Γιατί;» «Γιατί το κέντρο θα είναι Βιετνάμ».

Μετά τη Γρανάδα, ο Σουάρες πήγε στη Σαλαμάνκα και τελικά έκλεισε την καριέρα του στην Λανούς. Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, έγινε καθηγητής φυσικής αγωγής σε σχολείο. Το σπίτι του δεν έμοιαζε με αυτά των περισσότερων βετεράνων ποδοσφαιριστών. Δεν είχε φωτογραφίες, μετάλλια, ποδοσφαιρικά σουβενίρ. «Δεν είμαι νοσταλγικός. Μας έβαλαν την ταμπέλα του αντι-ποδοσφαίρου, ότι χρησιμοποιούσαμε καρφίτσες, ότι πετούσαμε χώμα στα μάτια των αντιπάλων. Τίποτα δεν ήταν αλήθεια. Ήταν όλα εφευρέσεις των δημοσιογράφων». Αν και δεν πείθει κανέναν, στα επόμενα λόγια είχε δίκιο. «Ήμασταν πρωτοπόροι. Κάναμε καλοκαιρινή προετοιμασία σαν κανέναν άλλον. Προπόνηση με χαλάζι, με βροχή. Ανάλυση τακτικής στον πίνακα. Κομπίνες στα στημένα. Ξέραμε τον κανονισμό τέλεια και πώς να τον εκμεταλλευτούμε. Παίξαμε πρώτοι το οφσάιντ και έλεγαν ότι είναι αντιποδοσφαιρικό, αλλά μετά μας ακολούθησαν». Ο Ραμόν Αλμπέρτο Αγκίρε Σουάρες, ο ψηφισμένος ως πιο σκληρός ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Αργεντινής, πέθανε σε ηλικία 68 ετών στις 29 Μαΐου του 2013, το πιο γνήσιο τέκνο μιας διαφορετικής ποδοσφαιρικής εποχής.

Ο Μεγαλέξαντρος και το καταραμένο μομέντουμ

  [Καθόλου σχόλια]

Η ομάδα σου, η ομάδα της πόλης σου, της καρδιάς σου, η μόνη ομάδα στην οποία έχεις παίξει μπάλα, κερδίζει 4-0, εσύ βάζεις ένα γκολ, δίνεις μια ασίστ και βγαίνεις αλλαγή. Το πανέμορφο, ολοκαινούργιο γήπεδό σας, το οποίο κατά κάποιον τρόπο εγκαινίασες, σκοράροντας το ιστορικό πρώτο γκολ ένα χρόνο πριν, αντηχεί από αποδοκιμαστικά σφυρίγματα. Μα τι συμβαίνει; Η απάντηση είναι πως είσαι θύμα της εποχής στην οποία ζεις.

Μια εποχή κατά την οποία οι οπαδοί ξεχνούν πως δεν φταίει ο ποδοσφαιριστής που πλέον προσφέρει περισσότερα ως εμπόρευμα παρά ως παίκτης. Ο πρόεδρος της ομάδας του εν λόγω παίκτη είχε, για παράδειγμα, την άνεση να δηλώσει, χωρίς κανείς να σκεφτεί να τον σφυρίξει: «Δεν έχουμε ανάγκη να πουλήσουμε, έχουμε κέρδη ούτως ή άλλως, όμως διαθέτουμε περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να μας αποφέρουν υπεραξία 170 εκατομμυρίων. Αργά ή γρήγορα τα στοκ πρέπει να διακινηθούν». Το έγκλημα του ποδοσφαιριστή της ιστορίας μας, του Αλεξάντρ Λακαζέτ, που στις 8 Φεβρουαρίου άκουσε μισό γήπεδο να τον αποδοκιμάζει και είδε πανό να του ζητούν τα ρέστα («Πριν ονειρευτείς άλλες ομάδες, κοίτα να προσφέρεις κάτι στην ομάδα που σε έφτιαξε»); Είναι ένα περιουσιακό στοιχείο με δυνητική υπεραξία 50 εκατομμυρίων –τόση είναι η ρήτρα του–, τον ενημέρωσαν πως η ομάδα του ψάχνει να τον «διακινήσει» το καλοκαίρι και δήλωσε ότι του αρέσει η ιδέα να αλλάξει αέρα. Οι ομάδες που ενδιαφέρονται να τον υποδεχτούν, πολλές: η Λίβερπουλ, η Άρσεναλ, η Ντόρτμουντ…

Το βαφτιστικό «Αλέξανδρος» δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο στη Γαλλία –όπως δεν είναι ούτε το «Ναπολέων» ή το «Καρλομάγνος», εξίσου αυτοκρατορικά–, οπότε, όταν ένας νεαρός με αυτό το εξωτικό όνομα άρχισε να κάνει σπουδαία πράγματα –πρωταθλητής Ευρώπης κάτω των 19 το 2010, πρώτος σκόρερ στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα κάτω των 20 με την Εθνική το 2011–, οι οπαδοί της Λυόν κι οι δημοσιογράφοι θεώρησαν χαριτωμένο να του κολλήσουν το παρατσούκλι «Μέγας Αλέξανδρος» .

Στην Ελλάδα το συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό παρατσούκλι παραπέμπει στον Γιώργο Κούδα, με τον οποίον ο Λακαζέτ έχει δυο κοινά: την κατακραυγή που προκάλεσε όταν δεν απέκλεισε την ιδέα να φύγει από την ομάδα όπου αγαπήθηκε και το βάρος της ευθύνης να είναι ο στυλοβάτης αυτής της ομάδας.

Πέρσι, όταν ο «Μεγαλέξαντρος» πέρασε τη μισή σεζόν ντεφορμέ ή τραυματίας, η Λυόν δυσκολευόταν να παρακολουθήσει την κούρσα για έξοδο στο Τσάμπιον Λιγκ ή και την Ευρώπη γενικότερα, αφού σε κάποια φάση βρέθηκε στην 13η θέση. Μετά, το νούμερο 10 ξαναβρήκε μια δαιμονιώδη φόρμα και τον δρόμο προς τα δίχτυα, ο φίλος του ο Ναμπίλ Φεκίρ –άλλο περιουσιακό στοιχείο– επανήλθε από τραυματισμό, κι η ομάδα ξεκίνησε μια ξέφρενη πορεία που την οδήγησε στην δεύτερη θέση, με κερασάκι στην τούρτα ένα χορταστικό 6-1 επί του μεγάλου αντίπαλου, της Μονακό την προτελευταία αγωνιστική, με χατ τρικ του Λακαζέτ, που βγήκε δεύτερος μετά τον υπερηχητικό περσινό Ιμπραΐμοβιτς στην κατάταξη των σκόρερ.

Φέτος ξεκίνησε τη σεζόν πάλι με χατ τρικ κι οι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν «Είναι η χρονιά σου, Άλεξ;». Εκείνος, τόσο χαμηλών τόνων συνήθως, τόσο καλό παιδί απέναντι σε φίλους κι αντιπάλους, δεν άντεξε: «Γιατί; Οι άλλες ήταν άσχημες;»

Και πώς να αντέξει δηλαδή. Για πέρσι τα είπαμε, πρόπερσι σκόραρε κατά βούληση και βγήκε πρώτος σκόρερ μπροστά από τους γνωστούς σταρ της Παρί Σεν Ζερμέν. Γενικά εδώ και δυο χρόνια σπάει διάφορα ρεκόρ: την ημερολογιακή χρονιά 2016 πέτυχε 28 γκολ στο πρωτάθλημα, ένα περισσότερο από τον Καβάνι και περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο παίκτη στο γαλλικό πρωτάθλημα, από το 1991 και τον Ζαν-Πιερ Παπέν, που τότε είχε κερδίσει τη Χρυσή Μπάλα. Φέτος ξεπέρασε ήδη το ταβάνι των 20 γκολ, κι αυτό το πετυχαίνει για τρίτη χρονιά στη σειρά: το είχε κάνει κι ο Παουλέτα το 2003, και ναι, ο μεγάλος Ζλάταν δεν τα είχε καταφέρει. Απόψε, στο μεγάλο εκτός έδρας ματς με την Παρί Σεν Ζερμέν, θα προσπαθήσει να πλησιάσει ακόμη περισσότερο τον επόμενο στόχο του, να σπάσει το δικό του ρεκόρ των 27 γκολ στο πρωτάθλημα. Και ίσως, πράγμα πιο δύσκολο, να οδηγήσει ακόμη μια φορά τη Λυόν στους προκριματικούς του Τσάμπιονς Λιγκ.

Το καλοκαίρι του 2016, παρά την εντυπωσιακή του φόρμα, δεν κλήθηκε από τον Ντεσάν στην τελική λίστα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, όπως δεν κλήθηκε ούτε προχτές για τα δυο ματς με Λουξεμβούργο και Ισπανία. Ο Λακαζέτ ακόμη μια φορά πληρώνει τον λάθος χρόνο. Είναι καλός επιθετικός, με πολύ καλά στατιστικά αλλά και πολλή, λιγότερο φανερή, δουλειά μέσα στο γήπεδο, κάπως στο στιλ του Μπενζεμά. Προσπαθεί όμως ματαίως να λάμψει όσο του αξίζει σε μια εποχή που σκάνε στον ουρανό του γαλλικού ποδοσφαίρου εκθαμβωτικότερα αστέρια, όπως ο Γκριεζμάν, ο Ντεμπελέ κι ο Κιλιάν Μμπαπέ. Δεν είναι 18 χρονών, δεν παίζει στην Ατλέτικο, δεν βγάζει μάτια στην Ντόρτμουντ στα 19 του, δεν είναι ιστορικό στέλεχος της Εθνικής όπως ο Ζιρού, δεν έχει το σκανδαλώδες παρελθόν του Τοβέν. Απλώς παίζει καλά, βάζει γκολ  και σπάει ρεκόρ. Ο ίδιος λέει πως χρωστάει πολλά σε έναν άλλο μεγάλο επιθετικό.

Νέα Υόρκη, Ιούλιος 2013. Ο 22χρονος Λακαζέτ μένει ελαφρά στάσιμος εδώ και δυο-τρία χρόνια. Παίζει στο δεξί μέρος της επίθεσης, η κορυφή στη Λυόν είναι καπαρωμένη από τον Μπαφετιμπί Γκομίς και τον Λίσαντρο Λόπεζ. Βρίσκεται στις Η.Π.Α για ματς προετοιμασίας με τους Νιου Γιορκ Ρέντ Μπούλς. Εκεί θα συναντήσει τον Τιερί Ανρί, με τον οποίον μοιράζονται την κοινή καταγωγή από τη Γουαδελούπη και μια αόριστη φυσιογνωμική ομοιότητα. Ο Ανρί θα πάρει παράμερα τον νεαρό συνάδελφό του: «Σε παρακολουθώ καιρό. Δεν παίζεις άσχημα αλλά μπορείς να παίξεις πολύ καλύτερα». Ο Αλεξάντρ δεν προλαβαίνει να ψελλίσει: «Α, δεν φταίω εγώ, παίζω λίγο, δεν παίρνω πολύ την μπάλα», κι ο άλλος τον παίρνει από τα μούτρα: «Δεν θα το χρησιμοποιείς ως δικαιολογία όλη σου τη ζωή αυτό, ε ; Κοίτα να δουλέψεις, να δουλέψεις σκληρά. Κάνε τις αδυναμίες σου δύναμη». Τη σεζόν που θα ακολουθήσει αυτήν τη συνάντηση, ο Λακαζέτ θα βγει πρώτος σκόρερ της Λυόν και από τότε, όπως είδαμε, δεν θα σταματήσει.

Στις 9 Μαρτίου, ένα μήνα μετά μετά τις αποδοκιμασίες που άκουσε βγαίνοντας αλλαγή στο ματς με τη Νανσί, ο Λακαζέτ θα βάλει ένα υπέροχο γκολ στις καθυστερήσεις  με τη Ρόμα, το 28ο φετινό του σε 34 αγώνες. Ένα γκολ πανέμορφο αλλά κι αποφασιστικό, όπως αποδείχτηκε. Το κατάλληλο γκολ, την κατάλληλη, επιτέλους στιγμή. Ενώ οι συμπαίκτες του τρελαίνονται, εκείνος θα σταθεί ακίνητος μπροστά στην κερκίδα, με ψηλά το κεφάλι, σφιγμένα χαρακτηριστικά και τείνοντας περήφανα το στήθος. Ένας μινιμαλιστικός πανηγυρισμός, που παραπέμπει, όπως και το ύφος, στον σημαδιακό Τιερί Ανρί αλλά και στον Ερίκ Καντονά και στην πασίγνωστη πόζα που πήρε τον Δεκέμβρη του 1996, μετά από ένα γκολ απέναντι στη Σάντερλαντ. Μια πόζα αυτοκρατορική.