Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Προσωπογραφίες'

Ο άνθρωπος που αγάπησε και μίσησε η Πολωνία

  [2 Σχόλια]

Η Σιλεσία είναι μια περιοχή που ανήκει κατά κύριο λόγο στην Πολωνία. Τμήματά της βρίσκονται μέσα στην Τσεχία αλλά και τη Γερμανία. Σπουδαιότερη πόλη της είναι το Βρότσλαβ, εκτός αν είσαι Αρειανός και θυμάσαι μελαγχολικά το Κατοβίτσε. Την πόλη στην οποία γεννήθηκε και ο σημερινός μας πρωταγωνιστής. Ο Έρνεστ Ότο Πραντέλα γεννήθηκε όταν το Κατοβίτσε ήταν μέρος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σύντομα η περιοχή πέρασε στην Πολωνία. Οι γονείς του ήταν γερμανικής καταγωγής και ο πατέρας του έχασε τη ζωή του στο Δυτικό Μέτωπο ως στρατιώτης της Γερμανίας. Τότε ήταν που ο Έρνεστ άλλαξε και το επώνυμό του σε Βιλιμόφσκι καθώς η μητέρα του παντρεύτηκε έναν Πολωνό και ο γιος της έπρεπε να πάρει το όνομα του πατριού.

Ο Βιλιμόφσκι δεν αγαπούσε το σχολείο, αλλά ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, ένας επιθετικός που μπορούσε να ντριμπλάρει και να σκοράρει με εξαιρετική άνεση. Το ταλέντο του γρήγορα έγινε γνωστό με τα χρώματα της Κατοβίτσε (που ήταν «γερμανική» ομάδα) και σύντομα μετακόμισε στην πολύ δυνατή τότε Ρουχ Χόρζοφ (γνωστή σε μας ως η ομάδα του Κριστόφ Βαζέχα). Για να γίνει εκείνη η μεταγραφή δόθηκε στην Κατοβίτσε ένα ποσό ίσα με 10 μισθούς, συν τα έσοδα από δύο φιλικά, συν μια δουλειά για τον πατριό του σε ένα χυτήριο. Ο Βιλιμόφσκι ήταν ταχύτατος, συνήθως έπαιζε αριστερό εξτρέμ στο W-M, ενώ οι διηγήσεις της εποχής λένε ότι είχε έξι δάκτυλα στο δεξί του πόδι (και δύο μεγάλα αυτιά όπως βλέπουμε στις φωτογραφίες).

Το ιστορικό σύστημα W-M που έπαιζαν τότε οι περισσότερες ομάδες

Τα νούμερά του ήταν μυθικά. Έγινε ο πρώτος παίκτης στο πολωνικό πρωτάθλημα που σκόραρε 7, 8, 9 και 10 γκολ σε ένα ματς. Κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα με τη Ρουχ Χόρζοφ, βγήκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ και φυσικά κλήθηκε και στην εθνική Πολωνίας. Το 1934 μάλιστα σκόραρε εναντίον της Γερμανίας, της πατρίδας των γονιών του. Στον ελεύθερό του χρόνο έπαιζε χάντμπολ, χόκεϊ επί πάγου και πινγκ πονγκ, ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής σε ό,τι έκανε, ένα μεγάλο αθλητικό ταλέντο.

 «Σκαρφάλωσα στα κλαδιά ενός δέντρου για να τον δω καλύτερα. Μπορούσε να ντριμπλάρει μερικούς αντιπάλους και να σταματήσει με την μπάλα στη γραμμή, περιμένοντας τους αμυντικούς πριν σπρώξει την μπάλα στα δίχτυα. Κι όλα αυτά χαμογελώντας.»
– Καζιμίρ Γκόρσκι (στη φωτογραφία η Ρουχ Χόρζοφ της εποχής)

Έξω από τα γήπεδα ζούσε τη ζωή του όσο καλύτερα μπορούσε και είχε μεγάλη αγάπη στο ποτό. Μια ημέρα πριν μαζευτούν οι παίκτες της εθνικής Πολωνίας, ο ίδιος το έριξε έξω με συμπαίκτες του στην Κρακοβία. Το επόμενο πρωί εμφανίστηκε σουρωμένος και ο προπονητής τον έδιωξε. Η Ομοσπονδία τον τιμώρησε με ένα χρόνο αποβολή από την εθνική, κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς έχασε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Πολλοί λένε ότι με αυτόν η Πολωνία θα είχε κατακτήσει το χρυσό. Λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το συμβάν, σκόραρε έξι γκολ σε ένα ματς και πήγε στους δημοσιογράφους λέγοντάς τους: «Έτσι παίζει ένας αλκοολικός». Ο Βιλιμόφσκι επέστρεψε αργότερα στην εθνική και γνώρισε ίσως την μεγαλύτερη του ποδοσφαιρική στιγμή στο Μουντιάλ του 1938. Εκεί που ήταν πρωταγωνιστής στο ιστορικό Βραζιλία-Πολωνία 6-5, όταν και έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε τέσσερις φορές σε αγώνα Μουντιάλ, ενώ κέρδισε και πέναλτι. Χρειάστηκε ο Όλεγκ Σαλένκο το 1994 απέναντι στο Καμερούν για να ξεπεραστεί το ρεκόρ του. Οι δυο ομάδες τελείωσαν το παιχνίδι με 4-4 και οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν τελικά με 6-5 στην παράταση. Με τη λήξη του αγώνα οι 13.000 θεατές στο Στρασβούργο αποθέωσαν τους κατάκοπους παίκτες για το φοβερό ποδοσφαιρικό σόου.

Απίστευτα ρετρό πλάνα από 70 χρόνια πριν στο Βραζιλία-Πολωνία

Οι Βραζιλιάνοι τον λάτρεψαν. Ο τότε σούπερ σταρ της Φλαμένγκο Λεωνίδας ντα Σίλβα μίλησε με τα καλύτερα λόγια τόσο για την Πολωνία, όσο και για τον ίδιο τον παίκτη. Στο Βιλιμόφσκι προτάθηκε να υπογράψει συμβόλαιο και να παίξει στη Βραζιλία. Το σκέφτηκε και τελικά συμφώνησε. Οι πολωνικές αρχές όμως δεν του επέτρεψαν να φύγει από τη χώρα. Άλλη διήγηση λέει ότι εκείνο το βράδυ ήταν τόσο μεθυσμένος που υπέγραψε συμβόλαια με τρεις διαφορετικές ομάδες και οι συμπαίκτες του τα έσκισαν. Άγνωστο ποια είναι η αλήθεια, το μόνο σίγουρο πάντως ότι ήταν από τους κορυφαίους στον κόσμο. Έμεινε τελικά και συνέχισε να παίζει στην Πολωνία, αλλά με το κλίμα μεταξύ Πολωνίας-Γερμανίας να είναι πολύ άσχημο, ήδη κάποιες εφημερίδες τον κατηγορούσαν ότι νιώθει περισσότερο Γερμανός παρά Πολωνός. Ο Βιλιμόφσκι μαζί με τους Πέτερεκ και Βόνταρζ ονομάζονται οι «τρεις μάγοι» της Κατοβίτσε που έμπαινε σφήνα ανάμεσα στις ομάδες της Κρακοβίας και του Πόζναν.

Στις 27 Αυγούστου του 1939 ο Βιλιμόφσκι έδωσε το τελευταίο του σόου με τη φανέλα της Πολωνίας σε ένα 4-2 επί της φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ Ουγγαρίας, στο οποίο σκόραρε τρεις φορές και κέρδισε ένα πέναλτι. Η καριέρα του με την Πολωνία έκλεινε με 21 γκολ σε 22 συμμετοχές. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο γερμανικός ναζιστικός στρατός εισέβαλε στην Πολωνία, ενώ στις 17 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε και η επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης. Σε λιγότερο από έναν μήνα η Πολωνία είχε κατακτηθεί και μοιραστεί από Γερμανία και ΕΣΣΔ. Η Σιλεσία κατέληξε στα χέρια των Γερμανών.

Με τη φανέλα της Πολωνίας

Ο Βιλιμόφσκι κρύβεται για να γλιτώσει το γερμανικό στρατό. Όπως και πολλοί ακόμα κάτοικοι της Σιλεσίας παίρνει τη γερμανική υπηκοότητα. Μιλούσε άλλωστε τα γερμανικά ως πρώτη γλώσσα του. Γυρίζει στην πατρίδα του το Κατοβίτσε και για να συνεχίσει να παίζει μπάλα κατατάσσεται αναγκαστικά στην αστυνομία. Αλλάζει ελαφρώς το όνομά του, το Έρνεστ γίνεται Ερνστ για να μοιάζει πιο γερμανικό. Το ταλέντο του τον σώζει, όταν κάποιος γνωστός του και μεγαλοστέλεχος του ναζιστικού κόμματος τον καταγγέλλει ως «Πολωνό» επειδή δεν τον συγχώρεσε ποτέ για την μεταγραφή του από την Κατοβίτσε το 1933 (!!). Ο οπαδισμός δεν κοιτάζει πολέμους.

Ο Βιλιμόφσκι όμως παίζει ακόμα μπάλα και οι Γερμανοί εκτιμούν το ταλέντο του, με αποτέλεσμα να μην υποστεί συνέπειες. Η Κατοβίτσε γίνεται σύλλογος-πρότυπο με πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές να πηγαίνουν εκεί, ώστε να προάγουν το… Άριο ποδόσφαιρο. Αργότερα συλλαμβάνεται και η μητέρα του Παουλίνα. Οι Ναζί την στέλνουν στο Άουσβιτς γιατί έχει σχέση με έναν Ρώσο εβραΐκής καταγωγής. Τεράστιο έγκλημα για τη ναζιστική Γερμανία. Ο Βιλιμόφσκι εκμεταλλεύεται την ποδοσφαιρική του φήμη, τις όποιες γνωριμίες του και τελικά σώζει τη ζωή και της μητέρας του, που μένει έξι μήνες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ανάμεσα στους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ξεψυχούν εκεί. Αντάλλαγμα, μερικοί αγώνες επίδειξης του γιου της. Πληρώνει την ελευθερία της με γκολ.

Μετακομίζει ξανά και παίζει στην ομάδα της αστυνομίας στο Κέμνιτς. Αργότερα μετακομίζει και στο Μόναχο και παίζει στην 1860, με τον κόσμο να τον αποθεώνει όταν κατακτά στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου το πρώτο κύπελλο στην ιστορία του συλλόγου (έγραψε ρεκόρ κυπέλλου Γερμανίας σκοράροντας 14 γκολ το 1942). Φυσικά έρχεται και η εθνική Γερμανίας. Ο Βιλιμόφσκι φοράει 8 φορές τη φανέλα της και σκοράρει 13 γκολ.

Με τη φανέλα της Γερμανίας και τον απαραίτητο ναζιστικό χαιρετισμό

Δεν προκύπτει από κάπου (με βάση τα λίγα είναι η αλήθεια κείμενα που υπάρχουν) ότι ο Βιλιμόφσκι έχει κάποια πολιτική δράση ή ασπάζεται τις ιδέες του ναζισμού. Γεννιέται ως Γερμανός στην Πολωνία, γίνεται Πολωνός και ξανά Γερμανός, καθώς πέφτει θύμα των πολιτικών εξελίξεων. «Αν δεν γινόταν ο πόλεμος δεν θα είχα φύγει ποτέ από τη Σιλεσία» δηλώνει. Αγαπάει το ποδόσφαιρο και προσπαθεί να γλιτώσει τον εαυτό του, την καριέρα του και τους αγαπημένους του χάρη σε αυτό. Δεν πολεμάει με τη Γερμανία, δεν τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα πολιτικά, δέχεται όμως να αλλάξει ομάδες, να φορέσει οποιαδήποτε φανέλα, ακόμα κι αυτή με τη σβάστικα στο στήθος.

Το τελευταίο οι Πολωνοί δεν το συγχωρούν, όταν τον βλέπουν με τη φανέλα της ναζιστικής Γερμανίας είναι το τέλος. Ο Βιλιμόφσκι θεωρείται προδότης γι’ αυτούς και το καθεστώς της Πολωνίας του απαγορεύει να επιστρέψει στη Σιλεσία μετά το τέλος του πολέμου. Ο Βιλιμόφσκι συνεχίζει να παίζει μπάλα, φτάνει μέχρι και το Στρασβούργο και σταματάει το ποδόσφαιρο στα 43 του. Μένει για πάντα στη Γερμανία στην οποία φόρεσε τις φανέλες επτά συλλόγων. Στο Μουντιάλ του 1974 θέλει να επισκεφτεί την εθνική της Πολωνίας στη Στουτγκάρδη, αλλά η Π.Ο. της χώρας δεν τον αφήνει. Δυστυχώς, ζει μεγάλο μέρος της ζωής του σε εποχές που δεν υπάρχουν αρχεία και πληροφορίες ή καταστρέφονται. Τα γκολ του υπολογίζονται από 500 μέχρι 1000 (σύμφωνα με κάποια στατιστικά είναι ο 12ος σκόρερ όλων των εποχών στον κόσμο), είναι ένας παίκτης που αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές μπορεί να είχε τώρα το στάτους ενός Πούσκας. Κι όμως, μένει άγνωστος σχεδόν στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Προδότης για μεγάλο μέρος των Πολωνών γιατί άλλαξε πατρίδα και μέρος μιας περιόδου της Γερμανίας που οι Γερμανοί θέλουν να ξεχάσουν. «Ο καλύτερος Πολωνός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών» τον περιγράφει το Κίκερ πριν τον πόλεμο. Ο Βιλιμόφκσι πέθανε στις 30 Αυγούστου του 1997 στην Καρσλρούη, όχι ακριβώς ξεχασμένος, σίγουρα όμως με πολύ μικρές τιμές σε σχέση με την ποδοσφαιρική αξία του.

Τζιοβάνε Έλμπερ: Ο Βραζιλιάνος που έγινε Γερμανός

  [5 Σχόλια]

Για να γίνεις μεγάλος παίκτης, θέλει ταλέντο και πολλή δουλειά. Θέλει ώρες προπόνησης, θέλει μυαλό, εργατικότητα (ή υπερβολικά πολύ ταλέντο αν είσαι λίγο τεμπελάκος). Για να γίνεις από τους κορυφαίους όλων των εποχών θέλει και λίγη τύχη. Γιατί συχνά εμφανίζονται παίκτες που δεν υστερούν σε τίποτα, που σταθερά κι αμείωτα παίζουν εξαιρετικά σε υψηλό επίπεδο, αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν θα μπουν σε λίστες των κορυφαίων, δεν θα μονοπωλήσουν τα φώτα όπως άλλοι. Αυτούς τους παίκτες τους συμπαθώ πάντα λίγο παραπάνω και πιστεύω ότι ανάμεσά τους είναι κι ο Έλμπερ ντε Σόουζα.

Για πολλά χρόνια πίστευα, όπως μάλλον κι οι περισσότεροι, ότι το μικρό του είναι το Τζιοβάνε ή έστω Τζιοβάνι και το επώνυμο το Έλμπερ. Η αλήθεια όμως είναι ότι το Έλμπερ είναι το μικρό του και το «τζιοβάνε» το παρατσούκλι που του είχε κολλήσει η θεία του για να τον φωνάζει «ο μικρός Έλμπερ». Όπως κι οι άλλοι συγγενείς του όμως, τον έχασε από κοντά της πριν καλά καλά μεγαλώσει. Ο Έλμπερ ξεκίνησε να παίζει μπάλα στη Λοντρίνα Εσπόρτε Κλουμπε, έναν άσημο σύλλογο στα νότια της χώρας, αλλά οι εμφανίσεις του τον έφεραν γρήγορα στις μικρές εθνικές, κατακτώντας έναν τίτλο Ν. Αμερικής και συμμετέχοντας στο Μουντιάλ U20 της Πορτογαλίας, όπου η Βραζιλία έχασε τον τελικό στα πέναλτι. Οι εμφανίσεις του όμως προσέλκυσαν το ενδιαφέρον.

Η Μίλαν έδωσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ρεκόρ τότε για νεαρό Βραζιλιάνο χωρίς εμπειρία από επαγγελματικό ποδόσφαιρο, και τον έφερε στην Ιταλία. Μπροστά του βρήκε την ολλανδική τριπλέτα φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ κι ο «τζόβανε» δεν μπορούσε να παίξει, καθώς επιτρέπονταν μόνο τρεις ξένοι. Την πρώτη χρονιά του την πέρασε ως θεατής της Μίλαν και η ζωή ήταν δύσκολη. Ένας 18χρονος Βραζιλιάνος ξαφνικά στην Ιταλία και μάλιστα στο Μιλάνο. «Ήθελα να φύγω μετά τους δύο πρώτους μήνες. Δεν υπήρχαν τότε κινητά, δεν υπήρχε Ίντερνετ. Μου έλειπε η οικογένειά μου. Έκλαιγα μέρα-βράδυ. Έπρεπε να μάθω να μαγειρεύω. Δεν είχα δίπλωμα και γύριζα με το λεωφορείο».

Την επόμενη σεζόν ο Έλμπερ έκανε ξανά προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά όταν τελείωνε το καλοκαίρι και τα σχολεία ξεκινούσαν, μετακόμισε στην Ελβετία, δανεικός στην Γκρασχόπερ. Όχι ότι και εκεί δεν ήταν δύσκολα, ειδικά τον πρώτο χειμώνα στη Ζυρίχη, κι ας είχε μαζί του για παρέα τον αδερφό του. Το κρύο ήταν πολύ, η επικοινωνία δύσκολη και το φαγητό γρίφος. Στη βιογραφία του περιγράφονται οι δύσκολες στιγμές. Την πρώτη εβδομάδα η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όταν ο αδερφός του πέτυχε μια πινακίδα έξω από μαγαζί που με κιμωλία έγραφε τρεις… μαγικές λέξεις: «chili con carne». Ήταν κάτι σαν παράδεισος για τους δυο Βραζιλιάνους που επιτέλους ανακάλυψαν κάτι που ήξεραν τι είναι. Κάθε μέρα έτρωγαν κρέας με φασόλια και έξτρα μερίδα τηγανιτές πατάτες. Παρ’ ότι αγωνιστικά ο Έλμπερ δεν είχε προβλήματα, δεν του άρεσε καθόλου η Ελβετία: «Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία για τη χειμερινή διακοπή του πρωταθλήματος δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήταν η μητέρα που μου έπεισε. Μου είπε ότι θα μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής και θα πάω να γίνω ποδοσφαιριστής, αυτό που ήθελα πάντα». Ο Έλμπερ τελικά μπήκε και έμεινε στην Ευρώπη για 15 χρόνια συνολικά. Τα επόμενα δύο καλοκαίρια έκανε και πάλι προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά επέστρεψε ξανά στην Ελβετία όπου και έκανε σπουδαίες εμφανίσεις (ακόμα και στην Ευρώπη), ενώ στην τελευταία του σεζόν βγήκε πρώτος σκόρερ και κατέκτησε το κύπελλο.


Das magische Dreieck

Το μέλλον του στη Μίλαν δεν φαινόταν λαμπρό (0 εμφανίσεις σε 4 σεζόν) κι ο Έλμπερ ζήτησε να πάει δανεικός κάπου στην Ιταλία, αφού ένιωθε ότι πλέον είχε μάθει ό,τι μπορούσε στο ελβετικό πρωτάθλημα μετά από τρεις χρονιές. Οι άνθρωποι της Μίλαν του είπαν ότι έχουν μια πρόταση από τη Στουτγκάρδη που τον παρακολουθούσε. Ο Έλμπερ που είχε ήδη μάθει γερμανικά την αποδέχτηκε και έτσι μετακόμισε στη Γερμανία. Στη Σουηβία μπήκε σε μια εξαιρετική ομάδα και άρχισε να δείχνει την ποιότητά του. Παρ’ ότι την πρώτη σεζόν σκόραρε μόλις 8 γκολ, στις άλλες δύο πήρε μπρος και μαζί με το Φρέντι Μπόμπιτς και τον Κράσιμιρ Μπαλάκοφ έφτιαξαν το ιστορικό «μαγικό τρίγωνο» για τη Στουτγκάρδη του μόλις 36χρονου τότε προπονητή Γιόακιμ Λεβ που ξεκινούσε να φτιάχνει όνομα. Ο Έλμπερ κατέκτησε το κύπελλο του 1997, αλλά δεν ήταν εκεί στην σπουδαία πορεία της ομάδας στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1998. Είχε ήδη συμφωνήσει να μετακομίσει στο Μόναχο λίγες μέρες πριν τον τελικό με την Κότμπους στον οποίο σκόραρε δυο γκολ. Γύρισε στο ξενοδοχείο και δεν μπορούσε να πανηγυρίσει, στενοχωρημένος επειδή θα έφευγε. Ο Μπόμπιτς (με τον οποίον είναι κολλητοί ακόμα και σήμερα) πήγε στο δωμάτιό του και του είπε: «Σήμερα είσαι ακόμα ένας από μας, οπότε θα έρθεις να το γιορτάσουμε. Από αύριο μπορείς να πας να γαμηθείς».

Ένα από τα καλύτερα γκολ του, το πέτυχε επί της Μπάγερν

Ο Έλμπερ είχε αγαπήσει τη Στουτγκάρδη και πολλοί του έλεγαν ότι δεν θα έβρισκε το ίδιο οικογενειακό κλίμα στην Μπάγερν. Δεν πίστευε καν ότι είχε ενδιαφερθεί ένας τόσο μεγάλος σύλλογος, το συνειδητοποίησε όταν τον πήρε τηλέφωνο ο Ματέους. Μέσα του όμως είχε ένα μεγάλο όνειρο, να φορέσει τη φανέλα της Σελεσάο και ήξερε ότι δύσκολα θα τα κατάφερνε αν δεν πήγαινε σε μεγαλύτερο σύλλογο. Παρά το τότε ενδιαφέρον της Άρσεναλ, ο Έλμπερ πήγε στους Βαυαρούς και μια τρομερή πορεία ξεκίνησε. Το άκρως οικογενειακό κλίμα χάθηκε, αλλά τα γκολ, οι τίτλοι και οι επιτυχίες ξεκίνησαν.

Ο Έλμπερ ήταν ένας από τους πληρέστερους επιθετικούς που είδαμε ποτέ. Με φοβερά ποσοστά επιτυχίας, γρήγορος, δυνατός, καλός και στον αέρα χωρίς να είναι πρώτο μπόι. Το γεγονός ότι μετακόμισε στην Ευρώπη τόσο νωρίς, τον έκανε αρκετά πιο Ευρωπαίο ποδοσφαιρικά. Η μπάλα έπρεπε να μπει στα δίχτυα. Αυτός ήταν ο σκοπός. Αν έπρεπε να ντριμπλάρει, θα το έκανε. Αν έπρεπε να σουτάρει, θα το έκανε. Τακουνάκια, ψαλιδάκια, σουτ εκτός περιοχής, τεράστια γκάμα. Σημασία είχε όμως το γκολ.

Η απόφαση να πάει στην Μπάγερν είχε άμεσο αντίκτυπο. Μόλις σε μία σεζόν, κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Βραζιλίας. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο, έπεσε σε μια φουρνιά σπουδαίων παικτών. Ριβάλντο-Ρονάλντο-Μπεμπέτο-Ρομάριο (αν και μεγάλος), αλλά και άλλοι όπως ο Εντμούντο κι ο Ντενίλσον του έπαιρναν τη θέση. Το γερμανικό ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο δημοφιλές κι ο Έλμπερ δεν είχε παίξει ποτέ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα με αποτέλεσμα να είναι άγνωστος σε πολύ κόσμο πίσω στην πατρίδα και να μην έχει μεγάλο έρεισμα σε κόσμο και κυρίως προπονητές.

Τον Δεκέμβριο του 1997 οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον Μάριο Ζαγκάλο αν ο Έλμπερ θα είναι στις επιλογές του για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Ζαγκάλο απαντά με πολύ άσχημο τρόπο: «Πόσους Έλμπερ έχουμε στη Βραζιλία; Χιλιάδες! Ας αγοράσει ένα αεροπορικό και να πάει για διακοπές»

Ο Έλμπερ από τη Γερμανία απαντάει στο Ζαγκάλο, λέγοντάς του ότι είναι γέρος και έχει αρχίσει να ξεχνάει. Τελικά, ο Ζαγκάλο τον παίρνει στο αδιάφορο Gold Cup που συμμετείχε κι η Βραζιλία στις αρχές του 1998, αλλά τον έχει στον πάγκο κατά κύριο λόγο. Τον φωνάζει «μικρό» γιατί δεν θυμόταν το όνομά του.  Ο Έλμπερ μοχθεί για να επιλεγεί στην ομάδα, αλλά ένας τραυματισμός διαλύει τις λίγες ελπίδες του για να δώσει το παρόν στο Μουντιάλ.

Το 2002 η αδικία ήταν μεγαλύτερη, με παίκτες όπως ο Λουιζάο και ο Εντμίλσον (οι επιθετικοί και όχι οι συνονόματοί τους σε άλλες θέσεις, αν δεν τους θυμάστε δεν φταίτε εσείς) να προτιμώνται από τον Τζιοβάνε, σαφώς κατώτεροί του. Στο τέλος παίζει ρόλο και η απόφαση της Μπάγερν να μην του δώσει άδεια να πάει στη Βραζιλία για δυο αγώνες στα προκριματικά και μένει ξανά εκτός Μουντιάλ. Ο Έλμπερ, τελείωσε την καριέρα του με μόλις 15 εμφανίσεις με τη Βραζιλία. Φυσικά σε αυτά τα ματς σκόραρε 7 φορές, γεγονός που έδειχνε πόσο μπορούσε να βοηθήσει. Είπαμε. Εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά μια συμμετοχή σε ένα Μουντιάλ πιθανότατα να τον είχε βάλει ανάμεσα στους καλύτερους. Είναι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες που στο τέλος καθορίζουν πώς θα σε θυμάται ο κόσμος.

Αν δεν τον προλάβετε, μάθετέ τον τώρα
Αν τον θυμάστε, ξαναδείτε ορισμένα του γκολ

Η καριέρα του όμως σε συλλόγους ήταν πάντα σπουδαία. Στο Μόναχο κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα, τρία κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και ένα Διηπειρωτικό. Έγινε ο πρώτος ξένος σκόρερ όλων των εποχών στην Μπάγερν και μόνο ο Κλαούντιο Πιζάρο και πλέον ο Λεβαντόφσκι τον ξεπερνούν σε συνολικά γκολ ξένου στην Μπουντεσλίγκα. 133 γκολ σε 260 ματς συνολικά στην Μπουντεσλίγκα με Στουτγκάρδη και Μπάγερν. Το 1999 χάνει τον περίφημο τελικό της Βαρκελώνης απέναντι στη Γιουνάιτεντ λόγω τραυματισμού. Χάνει όμως και την ανατροπή: «Κατεβήκαμε με το Λιζαραζού κάτω λίγο πριν το τέλος. Ήταν κι αυτός τραυματίας και πήγαμε στο τούνελ για να ετοιμαστούμε για την απονομή. Όταν φτάσαμε το σκορ είχε γίνει 1-2. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Εγώ σηκώθηκα και έφυγα, γύρισα μόνος στο ξενοδοχείο. Δεν ήθελε να βλέπω κανέναν». Τελικά, το κατέκτησε δυο χρόνια αργότερα.

Σχεδόν συλλεκτική φωτογραφία του Έλμπερ με τη φανέλα της εθνικής

Ο Έλμπερ μετά την Μπάγερν συνέχισε την καριέρα του στη Λυών με αρκετά καλή παρουσία και τελικά την έκλεισε παίζοντας για πρώτη φορά μπάλα στην πατρίδα του με την Κρουζέιρο. Η ζωή του όμως συνδέθηκε άρρηκτα με τη Γερμανία. Είναι «πρέσβης» της Μπάγερν και συνεχίζει να έχει άμεση σχέση με το σύλλογο. Ταξιδεύει συχνά στο Μόναχο για να βλέπει την ομάδα, όταν δεν βρίσκεται στη Βραζιλία που εκτός των άλλων έχει ιδρύσει ακαδημία ποδοσφαίρου για τα παιδιά του δρόμου και κάνει τον… καουμπόη στα συνολικά 6000 βοειδή που έχει σε μια σειρά από εκτάσεις που αγόρασε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνέντευξη που έδωσε πριν το πρόσφατο φιλικό Γερμανίας-Βραζιλίας είπε ότι… δεν είναι πραγματικός Βραζιλιάνος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο περιβόητο ματς 7-1, η γυναίκα του ήταν στο γήπεδο με μια σημαία της Βραζιλίας, τα παιδιά του με φανέλες Γερμανίας κι ο ίδιος ένιωθε πολύ πιο κοντά με Γερμανούς όπως ο Τόμας Μίλερ τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, ενώ είχε ζωγραφίσει και μια σημαία της Γερμανίας στο πρόσωπό του. Κι όταν η γυναίκα του μετά το 3-0 δεν άντεξε άλλο και αποχώρησε, αυτός έκατσε να δει το ματς. «Πέρασα όλη τη ποδοσφαιρική μου ζωή εκεί», λέει με ειλικρίνεια. Ίσως βαθιά μέσα του, να μην έχει ξεπεράσει το γεγονός ότι στην εθνική ποτέ δεν τον αγκάλιασαν και γι’ αυτό δεν έχει τόση συμπάθεια στη Σελεσάο. Κι ας έφευγε στα 16 του για να κάνει δυο μέρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και να βρεθεί στο Μαρακανά και να δει από κοντά το μεγάλο του ίνδαλμα, τον Ζίκο.

Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».

Ο Ρίκι, το ταλέντο του και το Thug Life

  [1 Σχόλιο]

Δεν πέρασε πάνω από ένας χρόνος από τότε που ο μεγάλος Ρομπέρτο Μπάτζιο έδινε συνέντευξη στην Κοριέρε ντελο Σπορτ. Ανάμεσα σε άλλα σημεία, επανέλαβε την αγάπη του για το ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής. Ο Μπάτζιο αγαπάει την Μπόκα και όταν ρωτήθηκε για το αν βλέπει κάποιον διάδοχό του είπε: «τον Ρίκι Σεντουριόν, αλλά πρέπει να βελτιώσει τη συμπεριφορά του έξω από το γήπεδο». Όπως βλέπετε, δεν αναρωτήθηκε για αυτά που κάνει στο γήπεδο. Αν και ομολογώ ότι δεν βλέπω πολλά κοινά στον 25χρονο Αργεντίνο χαφ και τον Μπάτζιο (περισσότερο μου θυμίζει το Νεϊμάρ), ο Σεντουριόν ξέρει καντάρια μπάλας και βγάζει μια ποδοσφαιρική αλητεία από τα παλιά. Τεχνίτης, γρήγορος, καλός παίκτης που δύσκολα μαρκάρεις. Δυστυχώς όμως η αλητεία δεν σταματάει μέσα στο γήπεδο.

Πράγματα που έκανε ο Ρίκι πριν κλείσει τα 21 του

Μόλις στα 19 του, ως ταλαντούχος παίκτης της Ράσινγκ Κλουμπ, πρωταγωνίστησε στο πρώτο του σκάνδαλο. Η φωτογραφία του να κραδαίνει ένα όπλο και να καμαρώνει με αυτό σαν συμμορίτης κυκλοφόρησε παντού. Λίγο η ηλικία, λίγο ότι ήταν το πρώτο παράπτωμα, λίγο τα «παιδί είναι μωρέ» και στον Αντριάν Ρικάρντο Σεντουριόν δόθηκε άφεση αμαρτιών. Για αρκετό καιρό, τα παραπτώματά του ήταν ήσσονος σημασίας. Από το 2016 και μετά όμως, ο Ρίκι είναι κάθε λίγο και λιγάκι πρώτη είδηση και όχι για καλούς λόγους. Η αρχή έγινε όταν πρωταγωνίστησε σε έναν καβγά, όντας μεθυσμένος και κατηγορήθηκε για πρόκληση σωματικών βλαβών. Δυο ήταν οι τραυματίες και ο Ρίκι την κοπάνησε για να γλιτώσει τη σύλληψη. Τον ίδιο μήνα τράκαρε το αυτοκίνητό του τα χαράματα γυρίζοντας από διασκέδαση και οδηγώντας υπό την επήρεια. Τον επόμενο μήνα κυκλοφόρησαν «σέξι» φωτογραφίες του που έστελνε σε κοριτσόπουλα μέσω κινητού.


Μαλώνεις ρε;

Το 2017 μπήκε όπως έφυγε το 2016. Με την Μπόκα να βρίσκεται στη Μαρ ντελ Πλάτα για το καλοκαιρινό φιλικό με τη Ρίβερ, ο Ρίκι επέστρεψε σε κατάσταση μέθης στο ξενοδοχείο της Μπόκα αργά το βράδυ και πρωταγωνίστησε σε ένα επεισόδιο που έπιασαν οι κάμερες ασφαλείας. Εκεί σε έξαλλη κατάσταση συγκρατείται από τρεις συμπαίκτες του, άγνωστο με ποιον τα είχε βάλει. Τον Μάϊο του ίδιου έτους, η τότε κοπελιά του προσέφυγε στη δικαιοσύνη και τον κατηγόρησε για βία και απειλές, υποστηρίζοντας ότι μεταξύ άλλων της έσπασε τρία δόντια. Για να κάνει ακόμα πιο έντονο το προφίλ του κακού παιδιού, ο Ρίκι ανεβάζει λίγο καιρό αργότερα καινούρια φωτογραφία του με μια καραμπίνα. Η Μπόκα το καλοκαίρι αποφασίζει να μην τον αγοράσει (ο Σεντουριόν ήταν δανεικός με option αγοράς από τη Τζένοα), αλλάζει άποψη στην πορεία και τελικά όλα δείχνουν ότι ο Ρίκι θα συνεχίσει στο Μπομπονέρα. Ξαφνικά, η μεταγραφή χαλάει. Ο λόγος; Λίγες μέρες πιο πριν ο Σεντουριόν έχει μπλέξει ξανά σε έναν καβγά, ενώ έχει πάει με την παρέα του για… μπόουλινγκ (γνωστό επικίνδυνο παιχνίδι που προάγει τη βία). Ο Ρίκι κι οι φίλοι του (ταινία που θα μπορούσε να σκηνοθετήσει ο Σκορτσέζε) απειλούν έναν τυπάκο που ήταν οπαδός της Μπόκα και απλά ήθελε να βρεθεί κοντά στο είδωλό του. Η Μπόκα αποφασίζει να βάλει πολύ αυστηρούς όρους στο συμβόλαιο του Σεντουριόν. Να δει κάποιον ψυχολόγο για τη συμπεριφορά του, να σταματήσει να ποστάρει προκλητικά πράγματα στα social media και κυρίως, να έχει η Μπόκα το δικαίωμα να διακόψει το συμβόλαιό του για κάποιο παράπτωμα χωρίς να πληρώσει ούτε ένα πέσο για την υπόλοιπη διάρκειά του.

Το πιο σημαντικό γκολ του Ρίκι με τη φανέλα της Μπόκα, με ένα σομπρέρο

Ο Σεντουριόν αρνείται και ωσάν κάτι δικούς μας διοικητικούς παράγοντες ποστάρει στίχους στα social media: «Δεν ακούω και συνεχίζω, γιατί πολλά από αυτά που απαγορεύονται είναι αυτά που με κάνουν να ζω». Από το τραγούδι «Απαγορευμένο» των Καγιεχέρος (αγαπημένο συγκρότημα και του κόουτς Χόρχε Σαμπάολι). Επιστρέφει τελικά στη Γένοβα και το μόνο αξιόλογο που κάνει με τη φανέλα της Τζένοα συμβαίνει όταν ο κόουτς τον τιμωρεί γιατί την ώρα της προπόνησης ανεβάζει live video στα social media πίνοντας μάτε. Με αυτά τα μυαλά παίζει 52 ολόκληρα λεπτά από την αρχή της σεζόν μέχρι το Δεκέμβριο και η Τζένοα ψάχνει να τον στείλει κάπου. Η Μπόκα παρ’ ότι έχει την ευκαιρία να τον πάρει δανεικό, εμμένει στην καλοκαιρινή απόφασή της και τελικά η ομάδα στην οποία έμαθε μπάλα και έφτιαξε το όνομά του, η Ράσινγκ Κλουμπ αγοράζει με 4 περίπου εκατομμύρια το 70% του παίκτη. Μια νέα αρχή για τον παίκτη και μια μεγάλη μεταγραφή για το σύλλογο.

Βλέποντας αυτό το τυπάκι, θα ποντάρατε ότι έχει παίξει σε Αργεντινή, Βραζιλία, Ιταλία και έχουν ξοδευτεί αρκετά εκατομμύρια για πάρτη του;

Ο Ρίκι επιστρέφει και κάνει μέσα στο γήπεδο αυτό που ξέρει. Δημιουργεί, σκοράρει, ξεσηκώνει. Δεν περνάνε καλά καλά τρεις μήνες όμως και χτυπάει ξανά. Τα ξημερώματα μιας από τις προηγούμενες μέρες περνάει δυο φανάρια με κόκκινο και συλλαμβάνεται. Αρνείται να κάνει αλκοτέστ και είναι αρκετά επιθετικός. Στη συνέχεια προσπαθεί να «λαδώσει» τον έναν αστυνομικό όπως φαίνεται σε βίντεο που κυκλοφόρησε. Το χειρότερο όμως είναι άλλο. Το «ξημερώματα» μάλλον είναι τιμητικό, καθώς η ώρα που συλλαμβάνεται είναι 8.10 το πρωί και τα φανάρια που πέρασε με κόκκινο βρίσκονται σε περιοχή με σχολείο, την ώρα που μαθητές πηγαίνουν εκεί. Δυστυχώς, ο πρόεδρος της Ράσινγκ Βίκτορ Μπλάνκο τον υπερασπίζεται, λέγοντας ότι τέτοια ώρα δεν είναι λογικό να κάνεις αλκοτέστ και ότι το γεγονός διογκώθηκε επειδή επρόκειτο για το Ρίκι. Θυμίζοντας Έλληνα παράγοντα λέει και το αμίμητο: «ποιος από μας δεν έχει περάσει με κόκκινο ένα φανάρι;»

10 από τα καλύτερα μαγικά του Ρίκι

Δυστυχώς για τον Σεντουριόν φαίνεται ότι η κανονική αλητεία θα υπερισχύσει της καλώς εννοούμενης ποδοσφαιρικής αλητείας. Ο Ρίκι δεν είναι πια παιδί. Είναι 25 χρονών. Οι δικαιολογίες τελείωσαν. Θα μπορούσε να έχει κληθεί στην εθνική, να έχει θέση σε κάποιο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Κι όμως. Απέτυχε παταγωδώς στην Ιταλία, ένας τεράστιος σύλλογος όπως η Μπόκα αποφάσισε ότι τα αρνητικά είναι περισσότερα από τα θετικά και τώρα ξεκινάει με τον ίδιο τρόπο στη Ράσινγκ. Το τεράστιο ταλέντο του συνεχίζει να μένει ανεκμετάλλευτο, όταν το αμαυρώνει με ένα σωρό ανοησίες. Και είναι κρίμα, γιατί θα μπορούσαμε σήμερα να μιλάμε για τα μαγικά του και όχι για το ποινικό του μητρώο.

Φερνάντο Ρεδόνδο: Η αποθέωση της ποδοσφαιρικής φινέτσας

  [3 Σχόλια]

Ήταν το 1979,  όταν ένας ακόμα πατέρας περνούσε με το 10χρονο παιδί του τις πόρτες των ακαδημιών των Αρχεντίνος Τζούνιορς. Μιας ομάδας που ποτέ δεν μπήκε στους μεγάλους του Μπουένος Άιρες, αλλά μπορεί να καμαρώνει ότι έβγαλε από το γήπεδο του Πατερνάλ παίκτες όπως ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, ο Κλαούντιο Μπόργκι, ο Εστεμπάν Καμπιάσο και εκείνο το 10χρονο παιδάκι που άκουγε στο όνομα Φερνάντο Ρεδόνδο. Ένα από τα πιο σπουδαία χαφ που έβγαλε ποτέ η Αργεντινή, ένας φίνος ποδοσφαιριστής που έγραψε ιστορία με την ποιότητά του, αλλά και το χαρακτήρα του. Ο Ρεδόνδο σε αντίθεση με πολλά από τα παιδιά που παίζουν μπάλα στη χώρα, δεν ήταν ένα φτωχόπαιδο που έπαιζε στους δρόμους. Η οικογένειά του ήταν μεσοαστική, είχε μια σχετική άνεση κι ο μικρός δεν στερήθηκε τα βασικά. Την μπάλα όμως την λάτρευε και ήθελε να παίζει 10αρι, στα χνάρια του ινδάλματός του, του τεράστιου Ρικάρντο Μποτσίνι.

Το πληθωρικό ταλέντο του μικρού Φερνάντο καλλιεργήθηκε και μόλις στα 16 του χρόνια έκανε ντεμπούτο στο πρωτάθλημα της Αργεντινής σε ένα ματς απέναντι στη Χιμνάσια Λα Πλάτα. Σιγά σιγά πήρε παιχνίδια και έμεινε για πέντε σεζόν εκεί, δείχνοντας τις ικανότητές του. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, όλοι έβλεπαν ένα εξαιρετικό «5αρι» (όπως ονομάζονται στην Αργεντινή τα αμυντικά χαφ), που έπεφτε στα τάκλιν, κυρίως όμως ήξερε πολλή μπάλα, ντρίμπλαρε, είχε ένα πολύ καλό αριστερό, οργάνωνε το παιχνίδι από πίσω, άλλαζε ρυθμό, έβλεπε γήπεδο και είχε μια αέρινη παρουσία στο γήπεδο, λες και ήταν κάτι το ανώτερο. Το παρατσούκλι «Πρίγκιπας» που του βγήκε αργότερα δεν είναι τυχαίο. Δεν ήταν όμως ένας καλομαθημένος γαλαζοαίματος, ήταν ο πρίγκιπας που δεν φοβόταν να βάλει τους αγκώνες, να ρίξει την κλοτσιά, να κυλιστεί στο χώμα.

Ο 16χρονος Φερνάντο

Το 1990 ήταν μια σημαδιακή χρονιά. Έχοντας κατακτήσει τίτλο με τις μικρές εθνικές, έφτασε η ώρα του για τους άνδρες. Ο Κάρλος Μπιλάρδο τον ήθελε στο Μουντιάλ. Ποιος δεν θα ήθελε στα 21 του να παίξει σε ένα Μουντιάλ; Μα, ο ιδεολόγος Φερνάντο Ρεδόνδο που αρνήθηκε, με επίσημη εκδοχή ότι… είχε εξεταστική στη Νομική όπου και σπούδαζε. Η αλήθεια όμως είναι ότι στην προαιώνια μάχη του αργεντίνικου ποδοσφαίρου μεταξύ «μπιλαρδίσμο» και «μενοτίσμο» ο Ρεδόνδο έχοντας σαφή θέση υπέρ του Μενότι, υπέρ του ωραίου ποδοσφαίρου, του θεάματος πάνω από αποτέλεσμα, δεν ήθελε να είναι μέλος μιας εθνικής του μακιαβελικού και αμυντικογενή Κάρλος Μπιλάρδο.

Το 1990 όμως ήταν σημαντικό και συλλογικά. Ένα λάθος της διοίκησης των Αρχεντίνος Τζούνιορς σε μια περίεργη υπόθεση που ποτέ δεν ξεκαθάρισε (λέγεται ότι ξέχασαν να στείλουν το φαξ με τις ανανεώσεις συμβολαίων στην ομοσπονδία), άφησε ουσιαστικά ελεύθερους τους περισσότερους παίκτες του συλλόγου. Αν και αρκετοί έμειναν τελικά στην ομάδα, ο Ρεδόνδο έφυγε. Με συστάσεις του Χόρχε Βαλντάνο η Τενερίφε τον αποκτά και ο Ρεδόνδο στα 21 του μόλις παίζει στην Πριμέρα, κάτοικος Καναρίων Νήσων για τέσσερις σεζόν.


«Πρίγκιπας και Βασιλιάς»

Μέσα σε όλα του τα παιχνίδια στα Κανάρια, υπάρχει κι ένα που έγραψε ιστορία. Το αργεντίνικο… ξεκαθάρισμα λογαριασμών, το Τενερίφε-Σεβίγια του 1993 που ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι, αλλά η κόντρα των δύο κόσμων. Από την μια πλευρά οι νησιώτες με τον Χόρχε Βαλντάνο στον πάγκο και βοηθό του τον Άνχελ Κάπα, φανατικοί λάτρεις του Μενότι και του καλού ποδοφαίρου. Από την άλλη, οι Αναδαλουσιάνοι με προπονητή τον ίδιο τον Μπιλάρδο και παίκτες όπως ο πιστός στρατιώτης Σιμεόνε και ο Ντιέγκο (που δεν είχε συγχωρέσει τον Ρεδόνδο για την άρνησή του το 1990). Στα Κανάρια το ματς διαφημιζόταν ως η μάχη του «βασιλιά» με τον «πρίγκιπα», η Σεβίγια είχε μόλις κερδίσει τη Ρεάλ με 2-0 και ήταν οκτώ ματς αήττητη. Τα εισιτήρια εξαφανίστηκαν και η Τενερίφε έκανε ρεκόρ εισπράξεων.

Ο Ντιέγκο, πιστός στο χαρακτήρα του, έκανε τις κλασσικές του δηλώσεις πριν τον αγώνα. «Ο Ρεδόνδο είναι τρομερός παίκτης, αλλά ήταν σαν μια γροθιά στο στομάχι για μένα, για τον προπονητή και για όλους η άρνησή του να έρθει στο Μουντιάλ της Ιταλίας. Θα του ζητήσω εξηγήσεις όταν τον δω». Την ίδια στιγμή ο Μπιλάρδο δήλωνε ότι δεν ξέρει ποιος είναι Κάπα, ενώ ο Βαλντάνο, γνωρίζοντας τις προλήψεις και τα γούρια του Μπιλάρδο, φρόντισε να γεμίσει τον πάγκο της Σεβίλλης με… χοντρό αλάτι (κάτι που θεωρείται γρουσουζιά  στην Αργεντινή). Το ματς ήταν σκληρό και είχε δύο αποβολές για τη Σεβίλλη, μία του Ντιεγκίτο με απευθείας κόκκινη για διαμαρτυρία. Οι νησιώτες με δυο γκολ του Αργεντίνου Πίτσι επικράτησαν με 3-0 επί μιας κακής Σεβίγια που έμεινε με τα έντονα παράπονα για τη διαιτησία.

Η Τενερίφη είχε πολύ καλή ομάδα και τελικά κατέκτησε την 5η θέση στο πρωτάθλημα, κερδίζοντας την έξοδό της στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, ενώ στα χρόνια του Ρεδόνδο δυο φορές στέρησε το πρωτάθλημα στη Ρεάλ στο τέλος (μια απίστευτη ιστορία με την οποία θα ασχοληθούμε άλλη φορά). Ο Βαλντάνο «ανταμείφθηκε» για το σπουδαίο του έργο και ανέλαβε προπονητής της Ρεάλ κι ίσως η μεγαλύτερη προσφορά του στο σύλλογο ήταν ότι έφερε μαζί του το Φερνάντο Ρεδόνδο, που έπαιξε την καλύτερή του μπάλα στα έξι χρόνια που έμεινε στη Μαδρίτη.

Ένας κι ένας

Η ιστορία Ρεδόνδο-Αργεντινή όμως δεν τέλειωσε το 1990. Ο Φερνάντο επέστρεψε στην εθνική όταν ανέλαβε ο Άλφιο Μπαζίλε παίζοντας εξαιρετικά, καθώς αναδείχτηκε καλύτερος παίχτης στο Συνομοσπονδιών του 1992, ενώ ένα χρόνο αργότερα κατέκτησε το Κόπα Αμέρικα του 1993 που παραμένει μέχρι σήμερα ο τελευταίος, στοιχειωμένος τίτλος της Αργεντινής.  Το 1994 παίζει στο Μουντιάλ των ΗΠΑ, η ομάδα επηρεάζεται από την τιμωρία του Ντιέγκο, αλλά κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι αυτό είναι το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο του Πρίγκιπα. Τότε συμβαίνει η έλευση του Ντανιέλ Πασαρέλα που αποφασίζει ότι χρειάζεται αυστηρός στρατιωτικός νόμος. Ένα σωρό παίκτες περνάνε βόλτα από τον μπαρμπέρη για να κόψουν τα μαλλιά τους, κανόνας σημαντικός για τον κόουτς. Μεταξύ τους κι οι Μπατιστούτα-Σορίν. Ο Κανίγια κι ο Ρεδόνδο δεν το κάνουν και δεν βρίσκονται στις κλήσεις. Οι εμφανίσεις του Φερνάντο στη Ρεάλ όμως, αναγκάζουν τον Πασαρέλα να ταξιδέψει στη Μαδρίτη.

Μιλάνε ώρες για μπάλα κι ο Πασαρέλα στο τέλος του βάζει τον όρο να κόψει το μαλλί. Ο Ρεδόνδο αρνείται, ο Πασαρέλα προσπαθεί να τον μεταπείσει και τελικά λέει στον κόσμο ότι ο παίκτης αρνήθηκε επειδή δεν ήθελε να παίξει στα αριστερά. Ο Φερνάντο δηλώνει: «Ο Πασαρέλα μου ανέλυσε τις ιδέες του και τις σκέψεις του για την εθνική. Συμφωνήσαμε σε αρκετά, εκτός από τα μαλλιά. Το καταλαβαίνω και το σέβομαι, αλλά τα μαλλιά μου είναι μέρος της προσωπικότητάς μου. Μπορεί να είμαι ποδοσφαιριστής, είμαι όμως πάνω από όλα ένας άνθρωπος και νιώθω όμορφα έτσι». Στην Αργεντινή ξεσπάει πόλεμος, δημοσιογράφοι χωρίζονται στα δύο, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γκροντόνα στηρίζει τον Πασαρέλα, ο Μαραντόνα παίρνει το μέρος του Φερνάντο δηλώνοντας: «Η ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου έχει γραφτεί με μακριά μαλλιά» (εννοώντας τον Κέμπες και τον Κανίγια), ενώ γίνεται ερώτηση μέχρι και στον πρόεδρο της χώρας στο Κοινοβούλιο για το θέμα. Τίποτα όμως δεν αλλάζει, η εθνική προχωράει χωρίς τον Ρεδόνδο. Ο ίδιος εμφανίζεται πριν το Μουντιάλ Γαλλίας το 1998 που βλέπει ως φίλαθλος με το μαλλί πιο κοντό, σαν να λέει «το κάνω όταν θέλω εγώ».

Πίσω στη Μαδρίτη ο Πρίγκιπας κερδίζει δύο πρωταθλήματα και δύο Τσάμπιονς Λιγκ, περνάει όμως στην ιστορία, ως αυτός ο παίκτης που έκανε αυτή την ντρίμπλα μέσα στο Ολντ Τράφορντ, αναγκάζοντας τον Άλεξ Φέργκιουσον να πει: «Mα τι έχει αυτός ο παίκτης στα παπούτσια του; Mαγνήτες;» Δεν είναι όμως μόνο εκείνο το στιγμιότυπο. Είναι ολόκληρο το παιχνίδι, καθώς στο περίεργο σύστημα που κατεβάζει ο ντελ Μπόσκε, ο Ρεδόνδο είναι ουσιαστικά το μοναδικό χαφ με κάποιες βοήθειες από τον ΜακΜάναμαν. Είναι η στιγμή που ο Πρίγκιπας περνάει στο ποδοσφαιρικό πάνθεον. Και ουσιαστικά το κύκνειο άσμα του. Κλείνει τη σεζόν στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στην επικράτηση επί της Βαλένθια στο Παρίσι και μαζί τον κύκλο του στη Μαδρίτη. Η επικράτηση στις εκλογές του συλλόγου του Φλορεντίνο Πέρεθ που ευαγγελιζόταν την εποχή των Γκαλάκτικος, είναι πλήγμα για τον Αργεντίνο χαφ που είχε στηρίξει δημόσια τον αντίπαλό του.

Ο Πέρεθ κέρδισε και ξόδεψε τριψήφιο αριθμό εκατομμυρίων για να φέρει παίκτες όπως ο Φίγκο και ο Μακελελέ. Ο 31χρονος Ρεδόνδο του φαινόταν περιττός και κυρίως ένας παίκτης που δεν ήταν «δικός του» στα αποδυτήρια. Ήταν όμως μια μορφή για τους συμπαίκτες του. Όπως περιγράφει η El Pais σε ένα άρθρο τής εποχής: «Φρόντιζε κάθε χιλιοστό του σώματός του. Έκανε διατάσεις μετά την προπόνηση, έφτιαχνε τα μαλλιά του, φρόντιζε το πρόσωπό του με ενυδατικές κρέμες, πρόσεχε με ακρίβεια γραμμαρίου τη δίαιτά του και επέστρεφε στο σπίτι όπου είχε αγοράσει όλα τα πανάκριβα όργανα γυμναστικής για κάθε πιθανή ομάδα μυών. Και πριν τον αγώνα φορούσε τα πιο καθαρά παπούτσια από όλους και τύλιγε τους αστραγάλους του με τεράστια προσοχή, χωρίς να τσαλακωθούν καν οι επίδεσμοι». Λάτρης της τελειότητας τόσο στο παιχνίδι, όσο και τη ζωή. Ο ντελ Μπόσκε ήταν ανένδοτος στη φυγή του Πρίγκιπα, ο πολυμήχανος Πέρεθ όμως δούλεψε υπόγεια και ήρθε σε συμφωνία με τη Μίλαν κι ο ποδοσφαιριστής εξαναγκάστηκε να πει το ναι. Για να μην ακούσει την γκρίνια του κόσμου, ο Πέρεθ ανακοίνωσε ότι ήταν επιθυμία του παίκτη να φύγει. Ο Ρεδόνδο εξοργίστηκε και στην συνέντευξη για το αντίο του είπε την αλήθεια λέγοντας: «Αρνούμαι να λερώσω το όνομά μου και την εικόνα μου, η απόφαση να φύγω ήταν της διοίκησης». Αρκετοί οπαδοί της Ρεάλ συγκεντρώθηκαν έξω από το προπονητικό κέντρο και διαμαρτυρήθηκαν. Οι «γκαλάκτικος» όμως ήρθαν για να μείνουν κι ο Ρεδόνδο δεν είχε θέση σε αυτούς.

Περάστε τα πρώτα 40″ και απολαύστε

Ενδιάμεσα, επέστρεψε στην εθνική με προπονητή πλέον τον Μαρσέλο Μπιέλσα. Παίζει σε δυο φιλικά με τη Βραζιλία και στο ένα βγαίνει MVP έχοντας εκμηδενίσει τον Ριβάλντο. Τελικά όμως δηλώνει ότι αποσύρεται από την εθνική, λέγοντας όχι στον Μπιέλσα. Είναι η τρίτη άρνηση του παίκτη, αυτή τη φορά χωρίς να φταίει κάποιος προπονητής. Οι τραυματισμοί έχουν αυξηθεί και ο Αργεντίνος λέει ότι δεν μπορεί να δώσει το 100% τόσο σε σύλλογο, όσο και σε εθνική. Ο Μπιέλσα το σέβεται, αρκετοί στην πατρίδα όμως τον επικρίνουν. Έτσι κι αλλιώς όμως, η καριέρα του αρχίζει την πτώση της στο Μιλάνο. Αρχικά δεν μπορεί να βρει σπίτι που να του αρέσει και έτσι αφήνει την οικογένεια στη βίλα του στη Μαδρίτη. Στη συνέχεια δεν του αρέσει το στιλ του παιχνιδιού. Κυρίως όμως έχει απανωτούς τραυματισμούς. Ο Ρεδόνδο πάντα ήταν επιρρεπής, αλλά στην Ιταλία ήταν πλέον και σε μεγαλύτερη ηλικία. Παίζει ελάχιστα στη Μίλαν, κερδίζει έστω και χωρίς συμμετοχή στον τελικό ένα ακόμα Τσάμπιονς Λιγκ. Το γόνατο όμως δεν αντέχει. Απανωτά προβλήματα στους χιαστούς, επεμβάσεις και νέα προβλήματα. Μέσα σε όλα, σταθερός στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και την στάση ζωής του, ζητάει από τη Μίλαν να σταματήσει να τον πληρώνει μέχρι να επανέλθει: «Γιατί η συνείδησή μου δεν μου επιτρέπει να είμαι ήρεμος και να αναρρώσω». Ζητάει να επιστρέψει και το αυτοκίνητο και το σπίτι (!), αλλά η Μίλαν δεν το δέχεται. Μετά από τέσσερις επεμβάσεις, καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει και αποχαιρετά το ποδόσφαιρο. Η φυγή του από τη Μαδρίτη ήταν καταστροφική τόσο για την καριέρα, όσο και για την ψυχολογία του.

Η Αργεντινή δεν βρήκε ποτέ ξανά έναν ισάξιο παίκτη. Όχι ότι τον είχε και πολύ. Πες τον περήφανο, πες τον περίεργο, αλλά ακολούθησε αυτά που πίστευε. Μόλις 29 φορές φόρεσε τη φανέλα της και σίγουρα το 1990 και το 1998 θα μπορούσε να είχε βοηθήσει. «Νέοι Ρεδόνδο» βγήκαν. Ίσως ο πιο κοντινός, ο συνονόματος Φερνάντο Γκάγκο. Ίδιο στιλ, παρόμοιο μαλλάκι, τεράστιο ταλέντο, αλλά όχι δεν ξεπέρασε, ούτε καν έφτασε τον Πρίγκιπα (με εξαίρεση ίσως τους τραυματισμούς). Εμείς θα μείνουμε πάντα με την απορία τι θα μπορούσε να δώσει παραπάνω στην εθνική και κυρίως με τις αναμνήσεις από τα χρόνια της Ρεάλ.

Ο Μάγος με τη μεγάλη καρδιά και τα πολλά γκολ

  [2 Σχόλια]

Αργά το βράδυ της Τετάρτης ένας παγωμένος αέρας από τον Βισκαϊκό κόλπο φυσούσε κι η ως συνήθως υγρή πόλη της Χιχόν καλυπτόταν από μία ομίχλη. Το θερμόμετρο έδειχνε 2 βαθμούς Κελσίου. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις 2 μετά τα μεσάνυχτα. Κι όμως υπήρχε κόσμος έξω από το δημοτικό στάδιο της πόλης, το Ελ Μολινόν. Λίγες ώρες αργότερα θα μαθαίναμε ότι ήταν η τελευταία μέρα που το γήπεδο-έδρα της Σπόρτινγκ Χιχόν θα είχε το όνομα του «μεγάλου μύλου». Για τον ίδιο λόγο που υπήρχε κόσμος απ’ έξω. Εξαιτίας του θανάτου του Ενρίκε Κάστρο Γκονθάλεθ, που έμεινε γνωστός ως Κίνι και υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Ισπανούς επιθετικούς όλων των εποχών και ένας μεγάλος άνθρωπος. Ο κόσμος έξω από τη θύρα 9 του Μολινόν άφηνε λουλούδια για τον άνθρωπο που σκόραρε πάνω από 230 γκολ στην αγαπημένη του ομάδα. Μεταξύ τους κι ο 69χρονος Χαβιέρ που έκανε τα 30 χιλιόμετρα από τη γειτονική πόλη Αβιλές. «Δεν πήγα καθόλου σπίτι. Το είχα μάθει και μόλις τελείωσα τη βάρδιά μου, πήρα το γιο μου και ήρθα εδώ. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω, να έρθω να βάλω ένα ερυθρόλευκο κερί. Ο γιος μου δεν τον πρόλαβε, αλλά ξέρει για τον Μάγο», δήλωσε στη Marca. Ήταν ένας από τους πολλούς που βρέθηκαν εκεί.

Λουλούδια, κεριά και συνθήματα έξω από το γήπεδο

Ο Κίνι ήταν ένας σπουδαίος επιθετικός που βγήκε 5 φορές πρώτος σκόρερ στην Ισπανία. Τις τρεις μάλιστα με τη Σπόρτινγκ Χιχόν. Παρ’ ότι γεννήθηκε στο γειτονικό Οβιέδο, ο «Μάγος» δεν έπαιξε ποτέ στη μεγάλη αντίπαλο Ρεάλ Οβιέδο. Από το 1968 ως το 1980 ο Κίνι μόνο μια σεζόν δεν σκόραρε διψήφιο αριθμό γκολ , ενώ στα 20 του μόλις στη 2η σεζόν του ανέβασε ουσιαστικά τη Χιχόν μόνος στην Πριμέρα. Το σύνθημα: «Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!» δονούσε τις εξέδρες του Μολινόν. Το δεύτερο βραβείο κορυφαίου σκόρερ μάλιστα, το κατέκτησε το 1976 μια σεζόν που η Χιχόν τερμάτισε τελευταία και υποβιβάστηκε. Ο ίδιος είχε βάλει 21 γκολ όμως. Ήταν τόσο επιθετική η ομάδα χάρη σ’ αυτόν, σε χρόνια που το ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται πολύ αμυντικό, που η ισπανική τηλεόραση άρχισε να μεταδίδει αγώνες Β’ εθνικής εξαιτίας εκείνης της Χιχόν.

Η Χιχόν ανέβηκε αμέσως και το 1977 σε μια απίστευτη σεζόν έφτασε στην ιστορική 2η θέση, μόλις 4 πόντους από τη πρωταθλήτρια Ρεάλ. Βγήκε τρίτη την επόμενη χρονιά με τον Κίνι να σκοράρει 25 φορές στο πρωτάθλημα στα 31 του. Η Μπαρτσελόνα που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει και μετά τον υποβιβασμό, τον πήρε τελικά το 1980. Αρκετοί οπαδοί, όπως και δημοσιογράφοι, δεν πίστευαν ότι ο Κίνι θα μπορούσε να προσφέρει στους Καταλανούς, αλλά αυτός χάρη στην ποιότητά του και το χαρακτήρα του τους κέρδισε. Και μαζί με τον κόσμο κέρδισε ακόμα δυο βραβεία πρώτου σκόρερ.

Ντιέγκο και Κίνι

Στα χρόνια του στην Μπαρτσελόνα, ο Κίνι συνυπήρξε με τον Μαραντόνα. Κι ο Ντιέγκο δεν θα μπορούσε να μη θυμηθεί την κοινή τους παρουσία. Σε ένα μήνυμά του στα social media με αφορμή τον θάνατό του, ο Μαραντόνα περιγράφει τον παλιό του συμπαίκτη: «Ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και ένας επιθετικός που δημιουργούσε ευκαιρίες για όλους. Δεν υπάρχουν πλέον τέτοια φορ, ήταν σαν τον Μαρτίν Παλέρμο. Ένα φορ που όταν σούταρε με το αριστερό, σούταρε σαν τον καλύτερο αριστεροπόδαρο. Όταν σούταρε με το δεξί, σούταρε σαν τον καλύτερο δεξιοπόδαρο.» Αυτό που δεν λέει ο Ντιέγκο, είναι ότι ο Κίνι είχε και εξαιρετική τεχνική.

Αποθέωση στο Καμπ Νου

Πάνω όμως και από τα γκολ του, το αρμονικό του ποδόσφαιρο (που κάποιοι συγκρίνουν με του Ινιέστα αν και επιθετικός) και την τεχνική του, ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός χαρακτήρας και άνθρωπος που αγαπήθηκε όχι μόνο στις ομάδες που έπαιξε, αλλά και σε μέρη που θα έπρεπε να τον μισούν. Κι όμως ήταν ένας παίκτης που με το ήθος του λατρεύτηκε και ο χαμός του συγκλόνισε όχι μόνο την πόλη της Χιχόν, αλλά ολόκληρη την ποδοσφαιρική Ισπανία. Και μεγαλύτερη απόδειξη για το χαρακτήρα του, ήταν όσα έγιναν με την απαγωγή του.

Ήταν 1η Μαρτίου του 1981 όταν ο Κίνι λίγο μετά τη νίκη επί της Χέρκουλες πήρε το αυτοκίνητό του για να υποδεχτεί στο αεροδρόμιο την οικογένειά του που γύριζε από τις Αστούριας στη Βαρκελώνη. Δυο ένοπλοι άντρες τον σταμάτησαν, τον έβαλαν σε ένα βαν και τον απήγαγαν. Το θέμα μονοπώλησε το ενδιαφέρον στα ισπανικά μέσα. Ο Κίνι είχε μεταφερθεί σε ένα μικρό υπόγειο ενός συνεργείου κάπου στη Θαραγόθα. Εκεί σε ένα χώρο περίπου 1,5×1,5 έμεινε για 25 ημέρες.

Αριστερά το εξώφυλλο της Σπορτ με τίτλο «Απήγαγαν τον Κίνι. 350εκ. πεσέτες ή τον σκοτώνουν»
Δεξιά πανό για την απαλευθέρωσή του

Για καλή ή κακή τύχη του Κίνι, οι απαγωγείς ήταν πολύ κακοί στη… δουλειά τους. Δεν ήξεραν πόσα χρήματα να ζητήσουν, δεν ήξεραν με ποιον να επικοινωνήσουν, δεν ήξεραν πού ήθελαν να μπουν τα χρήματα. Έκαναν την απαγωγή, χωρίς να ξέρουν τίποτα. Ο Κίνι τους είπε να επικοινωνήσουν με τη γυναίκα του και αυτή τους έφερε τελικά σε επαφή με την αστυνομία. Η υπόθεση ήταν πολύ δύσκολη καθώς ένα σωρό άσχετοι άνθρωποι έπαιρναν τηλέφωνα είτε για να δώσουν φανταστικές πληροφορίες, είτε για να κάνουν φάρσα, ενώ κι οι απαγωγείς δεν βοηθούσαν με τη παράλογη συμπεριφορά τους. Λέγεται μάλιστα ότι σε κάποια φάση διαμαρτυρήθηκαν γιατί είχαν ξοδέψει πολλά χρήματα ώστε να ταΐζουν τον Κίνι. Διαμεσολαβητής στην όλη υπόθεση έγινε ο συμπαίκτης του Αλεξάνκο, προσπαθώντας να βοηθήσει. Τα χρήματα τελικά κατατέθηκαν σε έναν ελβετικό λογαριασμό κι η αστυνομία περίμενε.

Τελικά ένας από τους απαγωγείς έκανε το μοιραίο λάθος, έκανε ανάληψη στη Γενεύη και σε συνεργασία με τις αρχές της Ελβετία συνελήφθη καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο για να φύγει στο Παρίσι. Ήταν ο ηλεκτρολόγος Βίκτορ Μανουέλ Ντίαθ Εστέμπαν. Ο απαγωγέας έδωσε τις πληροφορίες στην αστυνομία και σύντομα μια ειδική μονάδα πήγε στη Θαραγόθα, απελευθέρωσε τον Κίνι και έπιασε τους συνεργούς του ηλεκτρολόγου. Ο Κίνι ήταν φανερά ταλαιπωρημένος, αλλά κατά τα άλλα σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Πλήθος κόσμου τον περίμενε στο σπίτι του στην επιστροφή του στη Βαρκελώνη. Την ίδια ώρα που ο Κίνι απελευθερωνόταν, η Ισπανία έπαιζε στο Γουέμπλεϊ φιλικό με την Αγγλία και με τα νέα να κυκλοφορούν, οι συμπαίκτες του Κίνι κέρδισαν με 1-2, μοναδική νίκη στην ιστορία της Ισπανίας σε αυτό το γήπεδο.

Ο αποκαμωμένος Κίνι μετά την απελευθέρωσή του, μαζί με τη γυναίκα του

Οι 25 αυτές μέρες μπορεί τελικά να μην άφησαν σημάδια στον Κίνι, άφησαν στην Μπαρτσελόνα. Οι παίκτες της με πρωτοστάτη τον Σούστερ ζήτησαν να αναβληθούν τα παιχνίδια μόλις η είδηση έγινε γνωστή. Η Λίγκα δεν το έκανε δεκτό και έτσι η Μπαρτσελόνα, χωρίς τον Κίνι ηττήθηκε με 1-0 από την Ατλέτικο. Στο διάστημα της απουσίας του, οι Καταλανοί δεν κατάφεραν να κερδίσουν κανένα παιχνίδι τους, επηρεασμένοι τόσο αγωνιστικά από την απουσία του καλύτερου φορ, όσο και ψυχολογικά εξαιτίας της περιπέτειας του φίλου και συμπαίκτη τους. Ο Κίνι απελευθερώθηκε στις 25 Μαρτίου και ζήτησε να παίξει στο ντέρμπι του Μπερναμπέου τέσσερις μέρες αργότερα. Οι άνθρωποι της ομάδας δεν τον άφησαν και η Ρεάλ κέρδισε με 3-0. Η απουσία του έφτασε τους πέντε αγώνες στους οποίους η Μπαρτσελόνα έκανε τέσσερις ήττες και μια ισοπαλία εντός χωρίς γκολ με τη Θαραγόθα. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε, ότι η προσπάθεια της ομάδας καταδικάστηκε από εκείνη την απαγωγή. Σε ένα πολύ ισορροπημένο και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, η Μπαρτσελόνα βγήκε τελικά 5η αλλά μόλις 4 βαθμούς μακριά από την πρωταθλήτρια Ρεάλ Σοσιεδάδ. Η Μπαρτσελόνα έκανε αίτημα να ξαναπαιχτούν τα παιχνίδια, αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Κίνι συγχώρεσε τους απαγωγείς του. Δεν ζήτησε πίσω ούτε τα χρήματα από τα λύτρα, ούτε ήθελε να τους κάνει αγωγή. Δήλωσε ότι ήταν καλοί άνθρωποι που του φέρθηκαν καλά και μάλιστα του έφερναν και την Marca για να διαβάζει τα αθλητικά. Κάποιοι μιλούν για σύνδρομο της Στοκχόλμης, κάποιοι για την μεγάλη του καρδιά. Την καρδιά που δεν άντεξε πριν λίγες μέρες και ο Κίνι στα 68 του πέθανε την ώρα που περπατούσε στους δρόμους της Χιχόν κοντά στο σπίτι του. Την καρδιά που λίγες ώρες πριν την απαγωγή του και ενώ οι συμπαίκτες του πανηγύριζαν το έκτο γκολ απέναντι στη Χέρκουλες, τον έκανε να μην πανηγυρίζει και να πηγαίνει να δίνει κουράγιο στους παίκτες της ομάδας από το Αλικάντε, όπως θυμάται ο αμυντικός της Κίκε Σάλα. Αυτός ήταν ο «Μάγος».

Από τα χρόνια στη Χιχόν. Πόδια που θα ζήλευε κι ο Κριστιάνο.

Ο Κίνι πέρα από τους προσωπικούς τίτλους του πρώτου σκόρερ κέρδισε και τρόπαια. Δυο κύπελλα Ισπανίας, ένα Σούπερ Καπ και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1982. Μάλιστα το πρώτο του κύπελλο το κατέκτησε λίγους μήνες μετά την απαγωγή του, σκοράροντας δυο φορές εις βάρος της αγαπημένης του Χιχόν και στερώντας της έναν τίτλο. Τον συγχώρεσαν όμως. Ο Κίνι αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο το 1984 (αφού οι δυο τελευταίες του σεζόν στην Μπαρτσελόνα δεν ήταν καλές), αλλά τελικά άλλαξε απόφαση και γύρισε στη Χιχόν όπου έπαιξε για τρεις σεζόν μέχρι τα 38 του. Με τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας έπαιξε 35 φορές, σκοράροντας 8 γκολ (το ένα στο ντεμπούτο του σε φιλικό απέναντι στην Ελλάδα) και συμμετείχε σε 2 Μουντιάλ και 1 Euro.

«Μου ζήτησες να γίνω καλύτερος ποδοσφαιριστής από σένα. Σου ζητώ συγγνώμη γιατί δεν τα κατάφερα, ήταν μια ακατόρθωτη αποστολή.»
– Νταβίντ Βίγια, ποδοσφαιριστής της Σπόρτινγκ Χιχόν 1999-2003

15.000 περίπου άνθρωποι βρέθηκαν στο στάδιο Μολινόν, που από την Τετάρτη λέγεται πλέον Εστάδιο Μολινόν – Ενρίκε Κάστρο «Κίνι». Εκεί σε έναν αυτοσχέδιο ναό πάνω στο χορτάρι, είκοσι περίπου μέτρα από την είσοδο των αποδυτηρίων, το δεύτερο σπίτι του Κίνι, έλαβε χώρα η κηδεία του. Το φέρετρό του κουβαλούσαν συμπαίκτες του από τα χρόνια της Χιχόν. Η τελευταία είσοδος του Κίνι στο αγαπημένο σπίτι του έγινε όπως πάντα εν μέσω αποθέωσης και αυτή τη φορά μεγάλης συγκίνησης. Οι συγγενείς του παρακολουθούσαν την κηδεία καθισμένοι στον πάγκο των γηπεδούχων και πολλοί άνθρωποι μίλησαν. Μίλησαν για τον παίκτη και άνθρωπο Κίνι. Αυτόν που ξεπέρασε μια απαγωγή, συγχώρεσε τους απαγωγείς του, ξεπέρασε το θάνατο του αδερφό του το 1993 (που πνίγηκε καταφέρνοντας να σώσει άλλους δύο ανθρώπους από πνιγμό, προφανώς είναι οικογενειακό χαρακτηριστικό η καλοσύνη) και αγαπήθηκε από συμπαίκτες όπως ο Μαραντόνα και θαυμαστές του όπως ο Νταβίντ Βίγια.

«Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!»

Μπίλι Γουάιτχερστ: O κακός των κακών

  [2 Σχόλια]

Όπως όλα τα πράγματα σε αυτή την -ρημάδα- τη ζωή, που λέει και το γνωστό λαϊκό άσμα, έχουν δύο όψεις που αλληλοσυμπληρώνονται ανάμεσα στο καλό με το κακό και το όμορφο με το άσχημο, έτσι και το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτή την πραγματικότητα. Γιατί για κάθε φορά που μάτωνε τα δίχτυα ο Γκάρι Λίνεκερ, υπήρχε και ένα ταπεινωτικό καψώνι απ’ τον Μικ Χάρφορντ σε κάθε νέο παίκτη που έμπαινε στα αποδυτήρια της ομάδας του. Για κάθε φαντεζί ενέργεια που έκανε ο Ματ Λε Τισιέ, υπήρχε ένας καυγάς και ένα hangover για τον Ρόμπιν Φράιντεϊ, και φυσικά για κάθε νίκη που έκαναν ο Κένι Νταλγκλίς και ο Ίαν Ρας στα γήπεδα της Αγγλίας και της Ευρώπης, υπήρχε και μια ύπουλη αγκωνιά από τον -μετρ του είδους- Μπίλι Γουάιτχερστ.

Το παράδοξο είναι πως και οι τρεις βίαιοι χαρακτήρες που προανέφερα δεν αγωνίζονταν στην άμυνα ή στον χώρο της μεσαίας γραμμής, αλλά στην κορυφή της επίθεσης. Επίσης δεν υπήρξαν διόλου τυχαίοι παίκτες. Ο Χάρφορντ είχε βρεθεί, για παράδειγμα,  απ’ τη Λούτον μια ανάσα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 1992. Σε μια περίοδο που το διαλυμένο χορτάρι του Όλντ Τράφορντ δεν επέτρεπε να παιχτεί η μπάλα κάτω και ο Φέργκιουσον ήθελε να δοκιμάσει τις «καμινάδες» μπας και πάρει το πρωτάθλημα από τη Λιντς. Ο Φράιντεϊ -σύμφωνα με τους αναλυτές της εποχής- αν δεν είχε μπλέξει με τα ναρκωτικά, θα είχε φτάσει ακόμα και στην Εθνική Αγγλίας, γράφοντας ιστορία. Ο Γουάιτχερστ, απ’ την άλλη, είχε την τύχη να βρεθεί στη Νιουκάστλ σε μια περίοδο που υπήρχαν εκεί ο Πολ Γκασκόιν και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι φυσικά γι’ αυτόν. Τον παίκτη που έχει χαρακτηριστεί ως ο κακός των κακών αλλά και για όλους αυτούς που γουστάρουν τους κάθε λογής κακούς. Ανθρώπους δηλαδή που, στο τελευταίο Star Wars, λάτρεψαν τον Κάιλο Ρεν και όχι την Ρέι. Ποδοσφαιρόφιλους που στο εφηβικό «έπος» Karate Kid, δεν υποστήριζαν τον Ντάνιελ «Σον» Λαρούσο, αλλά εκείνο το κωλοπαίδι απ’ τους Cobra Kai, τον Τζόνι Λόρενς. Είμαι σίγουρος πως υπάρχουν πολλοί τέτοιοι.

Ο Γουάιτχερστ γεννήθηκε το καλοκαίρι του ’59, στο δυτικό Γιόρκσαϊρ, και λάτρεψε το ποδόσφαιρο και τους τραμπουκισμούς από αρκετά μικρή ηλικία. Αγωνίστηκε μάλιστα σε αρκετές ερασιτεχνικές ομάδες πριν τον κάνει επαγγελματία η Χαλ, την σεζόν 1979-1980, για περίπου 2.000 λίρες, σκορπώντας απλόχερα τον τρόμο σε ολόκληρη την Αγγλία. Απ’ την άλλη, αν ο Άγγλος επιθετικός κέρδιζε μία λίρα για κάθε αντιαθλητικό μαρκάρισμα που έκανε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο, λογικά σήμερα, θα είχε περισσότερα χρήματα ακόμα κι απ’ τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Οι αγκώνες του Γουάιτχερστ ήταν ο φόβος και ο τρόμος κάθε αντίπαλου αμυντικού για πάρα πολλά χρόνια, σε μια περίοδο μάλιστα που οι βρετανοί αμυντικοί δεν θύμιζαν ποδοσφαιριστές, αλλά μέλη κακόφημων συμμοριών ταινίας του Σκορσέζε. Εννοείται επίσης πως τα αντιαθλητικά του τάκλιν μνημονεύονται και θα μνημονεύονται, για όσο υπάρχει ποδόσφαιρο, από συμπαίκτες, αντιπάλους, δημοσιογράφους και απλούς φιλάθλους στις εξέδρες. Για πολλούς, όταν έπαιζε ο Μπίλι Γουάιτχερστ, ήταν ένα κράμα Τζο Πέσι (στο Goodfellas), Βίνι Τζόουνς, Ρόι Μακ Ντόναχ και Γκάρι Όλντμαν (στο Λεόν).

«Ήμουν τυχερός που η καριέρα μου δεν τελείωσε πριν καν αρχίσει».

Η παραπάνω ατάκα ανήκει στον παλιό διεθνή κεντρικό αμυντικό Μάρτιν Κίουν, και θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ειπωθεί από όλους όσους βρήκαν στο ντεμπούτο τους τον Γουάιτχερστ. Ως αντίπαλο φυσικά. Ο Κίουν έπαιζε τότε στην Άστον Βίλα και προσπαθούσε να φτιάξει το όνομά του στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε ήταν ένας εκ των πολλά υποσχόμενων κεντρικών αμυντικών. Για κακή του τύχη βρέθηκε αντίπαλος με τον Γουάιτχερστ και την Χαλ σε ένα παιχνίδι κυπέλλου. «Ήταν η πρώτη και μοναδική -ευτυχώς- φορά που τον βρήκα αντίπαλο και ειλικρινά δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήμουν πολύ νέος και ο Μπίλι βρήκε τότε ακόμα μια ευκαιρία για να τραμπουκίσει ένα νέο παιδί. Στο πρόσωπό μου έβλεπε ένα εύκολο θύμα. Θυμάμαι τον συμπαίκτη μου Άλαν Έβανς να με προειδοποιεί για τον αντίπαλο και να μου λέει να προσέχω στο πως θα μπαίνω στις φάσεις. Παίζει αρκετά βρώμικα και σκληρά, μου έλεγε, μην μπεις με τάκλιν στις διεκδικούμενες μπαλιές. Για το δικό σου καλό. Εγώ φυσικά και δεν τον άκουσα. Ήμουν νέος και ένιωθα πιο δυνατός απ’ τον καθένα. Ο Γουάιτχερστ ψιθύριζε στο αυτί μου διάφορες βρισιές και μετά από μερικά λεπτά μου έριξε την πρώτη του δυνατή αγκωνιά σε κάποιο κόρνερ. Φώναξα στον διαιτητή αλλά μου είπε απλά να συνεχίσω. Είχε βρει ήδη το πρώτο του πάτημα. Θυμάμαι ακόμα να μου κλείνει το μάτι με εκείνο το ύπουλο χαμόγελο σαν να με προετοιμάζει γι’ αυτό που θα ακολουθούσε.»

«Μερικά λεπτά αργότερα έγινε μια βαθιά μπαλιά προς την περιοχή μας. Ο Γουάιτχερστ κυνήγησε την μπάλα και έκανε ένα κάκιστο -ακόμα και γι’ αυτόν- κοντρόλ, με τη μπάλα να φεύγει γύρω στο ενάμιση μέτρο απ’ το πεδίο δράσης του. Η μπάλα ήταν ακριβώς μπροστά μου αν και ο αντίπαλος είχε σημαντικό πλεονέκτημα στο να την προλάβει. Αν ήθελε φυσικά. Όπως απεδείχθη, δεν το ήθελε. Με άφησε επίτηδες να κάνω πρώτος επαφή μαζί της και έκανε αυτό που είχε στο μυαλό του απ’ την έναρξη του αγώνα. Να με τελειώσει. Και το έκανε. To τάκλιν του ήταν τόσο βίαιο που η μία επικαλαμίδα μου έσπασε και η άλλη βρέθηκε πολλά μέτρα μακριά. Ο πόνος ήταν αφόρητος. Το σκίσιμο στο πόδι ήταν τόσο βαθύ που εννοείται δεν συνέχισα στον αγώνα και ήμουν μάλιστα πολύ τυχερός που δεν είχε σπάσει κάποιο οστό και δεν έπαθα κάποια πολύ σοβαρή ζημιά. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα σχεδόν τα πάντα για το άθλημα και πως, όλα σου τα όνειρα μπορούν να γκρεμιστούν μέσα σε μια στιγμή. Ευτυχώς δεν έπαιξα ποτέ ξανά αντίπαλός του.»

Παρόμοια περιστατικά υπήρχαν στους περισσότερους  αγώνες που πήρε μέρος ο Μπίλι Γουάιτχερστ. Τόσο με τα χρώματα της Χαλ Σίτι όσο και με αυτά της Νιουκάστλ αλλά και άλλων ομάδων, όπως η Όξφορντ, η Σάντερλαντ, η Στόουκ και η Ρέντινγκ. Ο παλιός αστέρας της Λίβερπουλ Άλαν Χάνσεν, στην αυτοβιογραφία του έχει χαρακτηρίσει τον Μπίλι Γουάιτχερστ ως τον σκληρότερο ποδοσφαιριστή που αντιμετώπισε ποτέ και ως τον μοναδικό άνθρωπο που του προκαλούσε τρόμο όλα τα χρόνια που έπαιξε επαγγελματικά, στο κορυφαίο μάλιστα επίπεδο. Κάπου αναφέρει. «Όταν τον είχες αντίπαλο δεν σε ενδιέφερε το αποτέλεσμα της αναμέτρησης αλλά μόνο η σωματική σου ακεραιότητα. Ακόμα και σήμερα είναι μέρες που όταν βλέπω μια σκληρή εικόνα στην τηλεόραση, ασυναίσθητα μου έρχεται στο μυαλό ο πόνος απ’ τους αγκώνες του. Ειλικρινά αυτό είναι κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.»

Ο Μπίλι Γουάιτχερστ -δυστυχώς- αντιδρούσε έτσι, και χειρότερα, και εκτός αγωνιστικών χώρων. Στην καθημερινότητά του δηλαδή. Μια καθημερινότητα γεμάτη αλκοόλ, ξενύχτια και κάθε είδους καυγάδες εντός των μπαρ που σύχναζε, και εκτός αυτών, σε σκοτεινά σοκάκια γεμάτα από λάσπες και βρετανική υγρασία. Κάποτε σε ένα τέτοιο στενό τον συνέλαβε και η αστυνομία. Ήταν η περίοδος που έπαιρνε μέρος σε παράνομους αγώνες πυγμαχίας -με γυμνά χέρια- με τσιγγάνους της περιοχής. Αγώνες που γέμιζαν την τσέπη του με χρήματα στοιχημάτων. Ήταν τότε που -όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος- πήρε μέρος στον μεγαλύτερο καυγά της ζωής του. Την περίοδο που έπαιζε στην Όξφορντ. Λίγες μέρες μάλιστα πριν από ένα σπουδαίο ματς με την Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλάφ.

Τρεις απέναντι σε έναν δεν το λες και το πιο έξυπνο πράγμα, μιλάμε όμως για τον Γουάιτχερστ και εκεί απουσιάζει η λογική. Τελικά την είχε γλιτώσει με μια σπασμένη μύτη και 30 ράμματα στο πρόσωπο. Επίσης είχε μια μεγάλη τρύπα στο μάγουλο που έφτανε μέχρι το στόμα από χτύπημα με λοστό. Η λέξη πόνος εννοείται πως δεν υπήρχε. Δεν τον ένοιαζε και ζήτησε μάλιστα να αγωνιστεί κανονικά στην επερχόμενη αναμέτρηση, με το αίτημα να γίνεται δεκτό απ’ τον προπονητή του. Ήταν μάλιστα τέτοια η ένταση και το πάθος του σε εκείνο το ματς, που δεν ζήτησε αλλαγή ακόμα και όταν δέχθηκε γροθιά στην σπασμένη του μύτη -κατά λάθος (;)- απ’ τον αντίπαλο τερματοφύλακα, μετά από κόρνερ και ενώ είχε σηκωθεί για κεφαλιά, με το αίμα να τρέχει ποτάμι απ’ την μύτη σε όλη την διάρκεια της αναμέτρησης.

Ο ίδιος πάντως ακόμα και σήμερα θεωρεί ως υπερβολικό όλο αυτό τον μύθο βίας γύρω απ’ το όνομά του, λέγοντας πως υπήρξε ένας μεγάλος -και αδικημένος- γκολτζής που ίσως είχε και μερικές εκρήξεις βίας. Λίγο πάνω απ’ το κανονικό. Θυμίζοντας σε όλους την ατάκα του Σερ Μπόμπι Τσάρλτον για τον ίδιο μετά από ένα παιχνίδι Νιουκάστλ-Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ της περιόδου 1985-1986. Μια ατάκα που σύμφωνα με τον ίδιο περικλείει όλο το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο και την θεωρεί ως το μεγαλύτερο του παράσημο. «Ήρθα στο γήπεδο για να δω τον Γκασκόιν και όταν έφυγα απ’ αυτό σκεφτόμουν για ώρες το τέλειο παιχνίδι που έκανε ο Γουάιτχερστ. Ηταν απίστευτος». Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσο -και αν- αδίκησε ο Μπίλι Γουάιτχερστ το ταλέντο του με την βίαιη συμπεριφορά του. Κανένας δεν θα το μάθει αυτό, όπως δεν το μάθαμε και γι’ άλλες τόσες περιπτώσεις παικτών. Όταν όμως έχεις μείνει στην ιστορία -ακόμα και για τόσο λάθος λόγους- σίγουρα κάτι θα έκανες σωστά. Άλλωστε δίχως τους «κακούς» δεν θα μπορούσαμε να δούμε τόσο καθαρά και το μεγαλείο των «καλών».

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Νέστορ Ορτιγόσα

  [Καθόλου σχόλια]

Ίσως ο τίτλος να αδικεί τον συγκεκριμένο παίκτη. Σίγουρα θα βρεθεί κάποιος και θα πει: «Μας δουλεύεις ρε Σομπρέρο; Δεν γνωρίζουμε τον χοντρούλη Νέστορα;», αλλά η αλήθεια είναι ότι σε αυτή την ενότητα κειμένων ασχολούμαστε μεν με παίκτες που έχουν κερδίσει την αγάπη του κόσμου, έχουν καταφέρει επιτυχίες, αλλά στο ευρύ ποδοσφαιρικό κοινό της Ευρώπης δεν είναι διάσημοι. Τέτοιος είναι και ο σημερινός πρωταγωνιστής μας. Ο Νέστορ Ορτιγόσα γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη έξω από το Μπουένος Άιρες, σε ένα μικρό και φτωχικό σπίτι από το οποίο έφευγε για να παίζει μπάλα με άλλα παιδιά. Πετούσε τα παπούτσια πάνω από τα σύρματα στους γείτονες, έβγαινε από την πόρτα, τα μάζευε μετά και πήγαινε για μπαλίτσα κρυφά. Μάλιστα δεν έπαιζε απλά μπάλα, τα παιδιά έπαιζαν με χρηματικό έπαθλο, με στοίχημα κι οι αγώνες ήταν κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση για τα φτωχά πιτσιρίκια. Έτσι ο Ορτιγόσα ξεκίνησε από μικρός να ξέρει ότι κάθε μπαλιά πρέπει να διεκδικηθεί, ότι κάθε ματς σημαίνει πολλά για την επιβίωση στη φτωχογειτονιά.

Ο πιτσιρικάς έκανε άλλωστε κάθε μέρα μεγάλες διαδρομές με το τρένο για να βρει πλανόδιους εμπόρους και να αγοράσει ό,τι μπορεί.  Τετράδια, πιπεριές, παγωτά, κουρελούδες, τσίγκινα κουτάκια από αναψυκτικά, σαπούνια. Αγόραζε κάθε χρήσιμο αντικείμενο και μετά το πουλούσε ο ίδιος. Είτε στους επιβάτες των τρένων στην επιστροφή, είτε στη γειτονιά του πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα. Ο αδερφός του ντρεπόταν να το κάνει, ο ίδιος πιστεύοντας στο «καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή» όχι. Μια παραμονή Χριστουγέννων η αστυνομία τον μάζεψε γιατί πουλούσε χωρίς άδεια. Για να τον λυπηθούν μετά (είχε ήδη κρύψει τα χρήματα και είπε ότι δεν έβγαλε τίποτα) και να συνεχίσει τη… δουλειά του. Και το βράδυ όταν έπεφτε για ύπνο μαζί με τον αδερφό του στο κρεβάτι που μοιράζονταν, ονειρευόταν ότι έβαζε το κρίσιμο πέναλτι, το μεγάλο γκολ. Περισσότερο όμως από την ίδια την επιτυχία, ο Ορτιγόσα τα ήθελε όλα αυτά για ένα όνειρο. Να αγοράσει με δικά του λεφτά ένα σπίτι για τους γονείς του, να τους πάρει από το μικρό φτωχικό οίκημα που δεν τους χωρούσε. Δύσκολα χρόνια, δύσκολες εποχές. Ακόμα και το όνομά του ήταν… δανεικό. Οι γονείς του ήθελαν να τον βγάλουν Τζόναθαν (με ισπανική προφορά), αλλά ο πόλεμος με την Αγγλία ήταν πολύ πρόσφατος και το ληξιαρχείο απαγόρευε κάθε τέτοιο αγγλικό όνομα. Ο Νέστορ βαπτίστηκε Νέστορ (μια που είναι ξενικό το γράφουμε με «ο»), αλλά οι συγγενείς του τον φωνάζουν «Γιόνα» από το Γιόναθαν.

Είναι πολύ εύκολο σε αυτά τα μέρη να παραστρατήσεις, να γίνει μέλος κάποιας συμμορίας. Ο πατέρας του Νέστορα (Παραγουανός στην καταγωγή) άρχισε να τον πηγαίνει για ποδόσφαιρο, για να γλιτώσει από συμμορίες. Ήταν για τον μπαμπά Ορτιγόσα η διέξοδος για το παιδί του, όχι για να γίνει πλούσιος, αλλά για να μην μπλέξει. Βρισκόταν πάντα εκεί, από τα παιδικά ματς μέχρι τα πιο σημαντικά αργότερα στην καριέρα του. Μόνο μια φορά δεν τον ακολούθησε, στο Μουντιάλ του 2010, γιατί δεν ήθελε να πληρώσει τόσα πολλά ο γιος του για το ταξίδι και τη διαμονή του.

Ο Ορτιγόσα δεν σου γεμίζει το μάτι αν τον δεις. Μετρίου αναστήματος, χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος παίκτης του κόσμου. Όπως λέει κι ο ίδιος όμως «το barrio είναι το μεγαλύτερο σχολείο». Στη γειτονιά δεν έχεις πολλές ευκαιρίες, ειδικά όταν παίζεις με πιο μεγαλόσωμους. «Αν δεν έδινα την μπάλα με τη μία, τότε θα με έκοβε στα δύο κάποιος άλλος». Οι βάσεις είχαν μπει ήδη και στο κανονικό σχολείο που είναι οι Αρχεντίνος Τζούνιορς, δούλεψε πάνω σε αυτές. Καθημερινά 40 λεπτά να δοκιμάζει πάσες με την μία και άλλα 40 λεπτά για κοντρόλ-πάσα. «Τρέχεις πολύ. Παίζε πιο απλά» του είχε πει ο μεγάλος κόουτς Κλαούντιο Μπόργκι. Ο Ορτιγόσα έγινε ένα κεντρικό χαφ που καλύπτει χώρους, μπαίνει στις μονομαχίες και ελέγχει το ρυθμό του παιχνιδιού, συνήθως σε αργό τέμπο, μοιράζοντας το παιχνίδι από πίσω με την πολύ καλή τεχνική του. Παίζει ένα σχετικά αργό ποδόσφαιρο που ταιριάζει ακόμα στη Λ. Αμερική και πιθανότατα είναι ένας από τους λόγους που δεν μετακόμισε στην Ευρώπη παρ’ ότι έφτασε να αγωνίζεται στην εθνική Παραγουάης (που προτίμησε από αυτή της Αργεντινής γιατί είχε περισσότερες πιθανότητες να παίξει, αν και επί Ντιέγκο είχαν γίνει συζητήσεις). Το «παχουλό» φιζίκ του, το σχετικά αντιτουριστικό του κορμί, δεν τον έκαναν ποθητό στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού. Αν θα έπιανε κανείς δεν το ξέρει.

Ο ίδιος φυσικά δεν αποδέχεται το παρατσούκλι «χοντρός» με το οποίο είναι γνωστός. Είναι ένας μύθος υποστηρίζει, ζυγίζει μόλις 82-83 κιλά (ύψος 1.78) και όπως λέει όλοι οι διατροφολόγοι στις ομάδες του το επιβεβαιώνουν (μοιάζει λίγο με Αστερίξ-Οβελίξ η ιστορία), είναι απλά μεγαλόσωμος και καμπουριάζει. Ο άνθρωπος με τα πολλά ονόματα. Στη γειτονιά Γιόνα, η γυναίκα του Νέστορ, στο γήπεδο «gordo», «orti» και «negro», κανένα δεν τον ενοχλεί πάντως, μιλάμε για Αργεντινή. Και τέλος πάντων, το θέμα είναι πώς παίζει, χοντρός ή αδύνατος, λευκός ή μαυριδερός, ο Ορτιγόσα τα καταφέρνει μια χαρά εδώ και χρόνια. Γίνεται από τα σημαντικότερα στελέχη στις ομάδες που παίζει. Τόσο στους Αρχεντίνος, όσο και στη Σαν Λορένσο είχε μεγάλες επιτυχίες και μεγάλη προσφορά. Παρέμεινε όμως ένα παιδί από το μπάριο. Θυμάται χαρακτηριστικά να παίζει την Κυριακή απέναντι στην Μπόκα, να σβήνει τον Ρικέλμε, να βγαίνει παίκτης της αγωνιστικής στην εφημερίδα Ole και την επόμενη μέρα στο ρεπό να παίζει πρωταθληματάκι για χρήματα στη γειτονιά του. Μέχρι που ο (αγαπημένος) Ρικάρντο Καρούσο το ανακάλυψε και του είπε: «Θέλεις να ζήσεις πουλώντας τετράδια στα τρένα ή να γίνεις ποδοσφαιριστής;». Όχι βέβαια ότι το έκοψε τελείως, συνέχισε να παίζει όποτε μπορούσε με τους φίλους του στη γειτονιά. Η μπάλα είναι τρόπος ζωής.

Το 2008, χωρίς να έχει κάνει ακόμα τεράστια καριέρα και όντας ακόμα παίκτης των Αρχεντίνος Τζούνιορς με λίγα χρήματα, ο «χοντρός» κάνει το πρώτο του όνειρο πραγματικότητα. Αγοράζει σπίτι στους δικούς του. Δεν ήθελε όμως να το πάρει έτσι, προτιμούσε να είναι κάτι που θα επιλέξουν αυτοί. Έτσι, μια μέρα η τύχη του χαμογέλασε και ενώ οδηγούσε με τη μητέρα του στο αυτοκίνητο, αυτή είδε ένα σπίτι και του είπε: «να, εδώ να έρθεις να μείνεις, είναι πολύ όμορφο». Ο Ορτιγόσα πήγε την άλλη μέρα και το αγόρασε. Αλλά δεν τους είπε κάτι. Ήθελε πρώτα να το φτιάξει, να το κάνει τέλειο για τους ανθρώπους που αγαπά. Όταν ξαναπέρασαν μια άλλη μέρα, η μητέρα του είπε: «Κοίτα, το φτιάχνουν. Κάποιος πρέπει να το αγόρασε» κι αυτός με το ζόρι κρατήθηκε να μην της το πει. Όταν τα μερεμέτια ολοκληρώθηκαν όμως, υπήρχε ακόμα ένα πρόβλημα. Η μαμά του δεν ήθελε να φύγει από τη γειτονιά. Κι ας μην είχε αποχέτευση, κι ας μην είχε αέριο κι ας ήταν το σπίτι μικρό. Εκεί έμεναν φίλοι και συγγενείς, εκεί είχε μάθει. Έτσι, ο σοφός Νέστωρ (εδώ με «ω») σκαρφίστηκε ένα κόλπο για να ξεπεράσει το ζήτημα. Μια μέρα που την επισκέφτηκε πάρκαρε μπροστά στο σπίτι και συνεννοήθηκε με μερικά από τα καλόπαιδα της γειτονιάς να του κλέψουν το ένα λάστιχο. Ο… έξαλλος Ορτιγόσα πήγε θεατρινίστικα και της ανέφερε την κλοπή, λέγοντάς της ότι το μέρος είναι επικίνδυνο και ότι μπορεί κάτι να του συμβεί. Μόνο έτσι πείστηκε η μητέρα του και έφυγε από εκεί. Ο Ορτιγόσα το αποκάλυψε σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξη που έδωσε τον περασμένο μήνα.

13 Αυγούστου 2014. Ο Ορτιγόσα βρίσκεται στην τέταρτη σεζόν του στη Σαν Λορένσο. Τελικός Κόπα Λιμπερταδόρες με τη Νασιονάλ της Παραγουάης. Το παιδί που πουλούσε τα τενεκεδάκια στα τρένα και ονειρευόταν το μεγάλο γκολ, έχει ήδη 10 χρόνια επαγγελματικής καριέρας. Έχει παίξει σε Μουντιάλ με την Παραγουάη, έχει κερδίσει δυο πρωταθλήματα Αργεντινής με δυο διαφορετικές ομάδες. Δεν το λες και λίγο. Εκείνα τα βράδια όμως στο μικρό σπιτάκι στο Σάν Αντόνιο, υπήρχε πάντα στα όνειρα το μεγάλο πέναλτι. Τις Παρασκευές και τα Σάββατα ο κόσμος που γύριζε από τη δουλειά στη γειτονιά έπαιζε πρωταθληματάκια πέναλτι. Τουρνουά με ομάδες των δύο (ένας εκτελεστής και ένας τερματοφύλακας) που εκτελούσαν από τρία. Ο Ορτιγόσα όμως έπαιζε μόνος. Έκανε και τον εκτελεστή και τον τερματοφύλακα για να μην μοιράζεται τα χρήματα του επάθλου που είχε ανάγκη. Τα πρωταθληματάκια ξεκινούσαν στις 10 το βράδυ και έφταναν πολλές φορές μέχρι τις 5 το πρωί. Εκεί έβγαλε κάποια χρήματα, εκεί έφτιαξε την τεχνική του που τον οδήγησε σε ένα επαγγελματικό ρεκόρ 19 συνεχόμενων επιτυχημένων πέναλτι. Στην ίδια ευθεία με την μπάλα για να μην ξέρει ο αντίπαλος πού θα βαρέσεις και την τελευταία στιγμή, μια κίνηση με τον αστράγαλο και το χτύπημα. Όχι δυνατό, αλλά συνήθως τεχνικό.

Η Σαν Λορένσο στο 35′ κερδίζει πέναλτι. Ο χοντρούλης παίρνει την μπάλα, δεν τίθεται θέμα για τον εκτελεστή. Το πέταλο στο Μποέδο που τον αγαπάει φωνάζει «Gordoooo, Gordoooo». Εκτελεί όπως έχει μάθει, σκοράρει, το παιχνίδι λήγει 1-0 και η ομάδα του κατακτά για πρώτη φορά στην ιστορία της το Λιμπερταδόρες. Ο Ορτιγόσα κρίνει τον τίτλο και μπαίνει στο πάνθεον. Για τον ίδιο πάντως δεν είναι το πιο δύσκολο πέναλτι. Δεν είχε κανένα άγχος. Όπως παραδέχτηκε, μόνο μία φορά αγχώθηκε σε πέναλτι. Ήταν αυτό απέναντι στην Ινστιτούτο, στα μπαράζ παραμονής. Το έβαλε και εκείνο. Στα 33 του μπορεί να έπαιξε μόνο στη Ν. Αμερική (και ένα φεγγάρι στα Εμιράτα), μπορεί να μην έβγαλε πολλά χρήματα, αλλά κατάφερε να κυνηγήσει τα όνειρά του, να ξεπεράσει τα σωματικά του μειονεκτήματα και να πάρει πίσω, όσα έδωσε στο όμορφο παιχνίδι.

Κλαούντιο «Πιόχο» Λόπες: Ο ψύλλος της Βαλένθια

  [1 Σχόλιο]

Το καλοκαίρι του 1996 ένα παλικαράκι με καμπούρα προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο Μανίσες της Βαλένθια. Οι περισσότεροι που τον έβλεπαν δύσκολα θα τον έκαναν ποδοσφαιριστή από το παρουσιαστικό του. Ακόμα κι αυτοί που ήξεραν ποιος ήταν σίγουρα δεν θα εντυπωσιάστηκαν. Βλέπετε, η Βαλένθια είχε τερματίσει την προηγούμενη σεζόν στη 2η θέση με τον Λουίς Αραγονές στον πάγκο, πίσω μόνο από την Ατλέτικο Μαδρίτης κι οι οπαδοί της έβλεπαν την ομάδα να αποδυναμώνεται. Ο πρώτος της σκόρερ με 28 γκολ, και παίκτης της χρονιάς στη Λα Λίγκα, Πέτζα Μιγιάτοβιτς πήρε το δρόμο για τη Μαδρίτη και το Μπερναμπέου.

Οι πιο πολλοί είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο 30χρονο Ρομάριο που (χωρίς να το ξέρουμε τότε) έκανε τα τελευταία του 5 ματς στην Ευρώπη μέχρι που η κόντρα με τον Αραγονές τον έφερε πίσω στη Φλαμένγκο. Εκτός από το Βραζιλιάνο στην επίθεση ήρθε και ο Γκόραν Βλάοβιτς, ενώ στα χαφ προστέθηκε και ο Βαλερί Κάρπιν. Το σχετικά μικρό ποσό που δόθηκε για τον καμπούρη, ξερακιανό τύπο που έφτασε στο αεροδρόμιο χωρίς πολύ κόσμο να τον υποδέχεται, δεν εντυπωσίασε κανείς. Κι όμως, ο Κλαούντιο Λόπες δεν ήταν κάποιος άγνωστος στον κόσμο της Αργεντινής.

Μπορεί να ξεκίνησε τον αθλητισμό παίζοντας ως πλέι-μέικερ σε ομάδα μπάσκετ, γρήγορα όμως βρήκε την κλίση του και αυτή ήταν το ποδόσφαιρο. Αφού έμαθε τα βασικά στην Εστουδιάντες, έκανε το ντεμπούτο του στη Ράσινγκ παίρνοντας κάποια παιχνίδια, χωρίς όμως να εντυπωσιάζει. Η στιγμή του ήρθε στα 18. Με την εθνική Αργεντινής να αγωνίζεται στο Κόπα Αμέρικα του 1993, οι Αργεντίνοι βαρέθηκαν να περιμένουν πότε θα ξεκινήσει η επόμενη Απερτούρα και είπαν να παίξουν ένα πρωταθληματάκι για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Π.Ο. της χώρας. Στο Κόπα Σεντενάριο έπαιξαν 18 ομάδες με αρκετές αλλαγές (αφού πολλά πρώτα ονόματα έπαιζαν σε εθνικές ή ξεκουράζονταν). Ο «Πιόχο» (ψύλλος) έκανε όργια στα δυο ντέρμπι με την Ιντεπεντιέτε σκοράροντας, αλλά δίνοντας και ασίστ, ενώ συνέχισε με τον ίδιο τρόπο στα ματς με τη Βέλεζ και τη Ρίβερ Πλέιτ.

Ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πλέον κανονικό μέλος του ρόστερ, αλλά η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Η Ράσινγκ εκείνης της περιόδου ήταν μια μέτρια ομάδα συνήθως, με πολλές αλλαγές προπονητών και ο «Πιόχο» κινούταν συνήθως κι αυτός σε μια μετριότητα. Τη σεζόν 1995-96 η Ράσινγκ απέκτησε τρεις επιθετικούς και ο ρόλος του Κλαούντιο Λόπες θα ήταν πολύ περιορισμένος. Ίσως η μετέπειτα πορεία του να μην ήταν η ίδια, ίσως να μην τον θυμόταν κανείς μας, αν η ομάδα δεν είχε χτυπηθεί από τραυματισμούς και δεν είχε κάποια προβλήματα με καινούριους παίκτες που δεν είχαν ακόμα το δικαίωμα να παίξουν. Κατ’ ανάγκη ο Λόπες έπαιξε αριστερό χαφ στην πρεμιέρα και μάγεψε. Μονιμοποιήθηκε εκεί, η Ράσινγκ βγήκε 2η σχεδόν μετά από δύο δεκαετίες και ο «χαφ» έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας. Τότε ήταν που η Βαλένθια αποφάσισε να δώσει 4 εκατομμύρια περίπου για να τον πάρει. Ο Λόπες έπαιξε το τελευταίο του ματς απέναντι στους Νιούελ’ς στο Ροσάριο, σε ένα κακό ματς που η ομάδα του έχασε με 0-1, λίγο πριν φύγει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ως ένα από τα νέα παιδιά του Πασαρέλα στις εθνικές, ο Λόπες ήταν μέλος μια φουρνιάς που είχε μέσα παίκτες όπως ο Ερνάν Κρέσπο, ο Αριέλ Ορτέγκα και ο Μαρσέλο Ντελγκάδο. Κατέκτησαν το ασημένιο ολυμπιακό μετάλλιο και παρά την επιτυχία αυτή και το γεγονός ότι ετοιμαζόταν για μια καριέρα στην Ισπανία, δεν ένιωθε καλά. Ήθελε να παίξει ξανά με την αγαπημένη του Ράσινγκ, να την αποχαιρετίσει σωστά, όχι με μια ήττα. Με τη μεταγραφή κλεισμένη και τον κίνδυνο ενός τραυματισμού, επέμεινε και τελικά κατάφερα να παίξει στο ντέρμπι της Ράσινγκ με την Μπόκα. Την Μπόκα που είχε στη σύνθεσή της Μαραντόνα, Κανίγια και Βερόν. Με το ματς στο 0-0 η μπάλα έφτασε στα πόδια του στο 81′ και με ένα από τα σουτ με το αριστερό που τόσο πολύ μάθαμε τα επόμενα χρόνια κεραυνοβόλησε την εστία των Μποστέρος. Ο Μαραντόνα έχασε πέναλτι, το 1-0 έμεινε μέχρι το τέλος και ο Κλαούντιο Λόπες αποχαιρέτισε το Ελ Σιλίντρο ανεβασμένος πάνω στο οριζόντιο δοκάρι με τον κόσμο να τον αποθεώνει:

Παρά τη δημοσιότητά του όμως, στη Βαλένθια έφτασε ως σχετικά άγνωστος. Η πρώτη χρονιά του ήταν δύσκολη, όπως δύσκολη ήταν και για τη Βαλένθια που έδιωξε τον Αραγονές και είχε συνολικά τρεις προπονητές για να πέσει στη 10η θέση από τη 2η της περασμένης σεζόν. Ο Ρομάριο έφυγε, ο Ορτέγκα (που πήγε κι αυτός στη Βαλένθια) μαζί με τον Βλάοβιτς έβαλαν κάποια γκολ, αλλά η σεζόν κινήθηκε στην μετριότητα. Με τη Βαλένθια να αγοράζει αρκετούς ξένους το καλοκαίρι, ο Λόπες κινδύνευσε να μείνει εκτός ομάδας αφού αρχικά δεν υπήρχαν αρκετές θέσεις. Η φυγή του Βαλντάνο και η έλευση του Κλαούντιο Ρανιέρι στις αρχές της επόμενης σεζόν υπήρξε ευεργετική για αρκετούς παίκτες. Ο Γκαΐθκα Μεντιέντα από ένας ταλαντούχος, φιλότιμος χαφ μετατράπηκε σε παίκτη ορχήστρα, ο Ρουμάνος Ίλιε σκόραρε ακατάπαυστα και ο Κλαούντιο Λόπες έγινε πρωταγωνιστής.

Ένα από τα σπουδαιότερα ματς στην ιστορία της Πριμέρα.
Η Μπαρτσελόνα κερδίζει 3-0 στο 68′ και στο 88′ η Βαλένθια κάνει το 3-4.

Παρελαύνουν: Φίγκο, ντε λα Πένια, Λουίς Ενρίκε, Ριβάλντο, Γκουαρδιόλα, Μεντιέτα, Κλαούντιο Λόπες, Ορτέγκα, Θουμπιθαρέτα

Με τον Ιταλό προπονητή, η Βαλένθια έγινε μια ομάδα που χτυπούσε στην αντεπίθεση και η ταχύτητα του Λόπες ταίριαζε ιδανικά. Η Βαλένθια μπορεί να τερμάτισε μόλις 9η, αλλά έδωσε μερικές μεγάλες ποδοσφαιρικές παραστάσεις. Η τεράστια νίκη στο Καμπ Νου, όταν από 3-0 στο ημίχρονο έφτασε στο 3-4 με μια ασίστ και δυο γκολ του Πιόχο και η νίκη στο Μπερναμπέου ήταν δείγμα του τι θα ακολουθούσε. Ο Λόπες σκόραρε 12 φορές στη 2η του σεζόν στο Μεστάγια, έγινε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της εξέδρας και οι κούρσες του άρχισαν να γράφουν ιστορία.

Κόπα ντελ Ρέι 1999, το σόου της Βαλένθια

Η ερωτική σχέση του Πιόχο με την Μπαρτσελόνα συνεχίστηκε σε όλη την πορεία του στη Βαλένθια. 12 γκολ σε 15 παιχνίδια απέναντι στους Καταλανούς, ρεκόρ που δύσκολα συναντάς. Τη σεζόν 1998-99 βγήκε 2ος σκόρερ στο πρωτάθλημα πίσω μόνο από τον Ραούλ (και συνολικά σκόραρε 37 φορές σε 47 αγώνες, ρεκόρ που έπρεπε να περάσουν 10 χρόνια για να το καταρρίψει κάποιος Αργεντίνος με όνομα Λιονέλ Μέσι), ενώ κατέκτησε το Ιντερτότο και το Κόπα ντελ Ρέι (ρίχνοντας και μια αξέχαστη 6αρα στη Ρεάλ Μαδρίτης). Στον τελικό σκόραρε δυο φορές απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης κι η Βαλένθια έδειξε ότι είχε μπει για τα καλά στην ελίτ του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Ένα από τα καλύτερα γκολ στην ιστορία του Τσάμπιονς Λιγκ

Ο Ρανιέρι έφυγε, ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ ήρθε. Η Βαλένθια έγινε ακόμα πιο σκληρή, πιο κυνική, αλλά και πιο επικίνδυνη με την έλευση του Κίλι Γκονζάλες. Η ιστορία είναι γνωστή, Σούπερ Καπ, 3η θέση στο πρωτάθλημα και μια τρελή πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ. Αντιμετώπισε Μπάγερν, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Λάτσιο και Μπαρτσελόνα μέχρι να φτάσει στον τελικό και έκανε πολλούς πιτσιρικάδες να γίνουν οπαδοί της. Ο συνδυασμός Ρεάλ Μαδρίτης σε τελικό μαζί με Έκτορ Ραούλ Κούπερ δεν μπορούσε να είχε άλλη κατάληξη. Ο Λόπες στο τέλος της σεζόν έζησε μια δεύτερη αποθέωση και ένα δεύτερο αντίο σκοράροντας. Αυτή τη φορά όχι με τα γαλάζια της Ράσινγκ, αλλά με τα ασπρόμαυρα της Βαλένθια, απέναντι στη Θαραγόθα. Σε αντίθεση με τον Μιγιάτοβιτς που έφυγε σχεδόν σαν προδότης, ο «Πιόχο» έφυγε σαν είδωλο.

Τα περίπου 35 εκατομμύρια Ευρώ που έδωσε η Λάτσιο τον έφεραν στη Ρώμη, ένα χρόνο πριν κάνει την ίδια διαδρομή κι ο συνοδοιπόρος Μεντιέτα. Σαν όμως να μην το ήθελε η μοίρα να πετύχουν εκτός Βαλένθια. Σαν να έχασαν τη δύναμή τους φεύγοντας από το Μεστάγια. Αν και ο Λόπες τα πήγε σαφώς καλύτερα από τον Γκαΐθκα (έπαιξε πάνω από 100 ματς, σε μια Λάτσιο που είχε γίνει αργεντίνικη αποικία εκείνα τα χρόνια, υγρό όνειρο κάθε παίκτη Football Manager με παίκτες όπως Κρέσπο, Βερόν, Σιμεόνε) δεν έφτασε ποτέ στα ίδια επίπεδα απόδοσης. Εγκατέλειψε την Ευρώπη στα 30 και έπαιξε αρκετά στο Μεξικό, ένα διάστημα ξανά στη Ράσινγκ και στο τέλος της καριέρας του στις ΗΠΑ. Η καλύτερή του περίοδος ήταν πάντα τα τέσσερα χρόνια στη Βαλένθια, με τις ατελείωτες κούρσες, είτε ως πλάγιος, είτε ως σέντερ φορ και τα πολλά εντυπωσιακά γκολ, με το σήμα κατατεθέν βολέ με το αριστερό. Όταν κανείς δεν τον πίστευε, όταν είχε έρθει ως ρεζέρβα του Ρομάριο και τελικά έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της ιστορίας ενός συλλόγου.

Το κεφάλι του Big Dunc: φτιαγμένο για γκολ και καβγάδες

  [7 Σχόλια]

Σε μια ομάδα που είδε παίκτες όπως ο Ντίξι Ντιν, ο Χάουαρντ Κένταλ, ο Άλαν Μπολ, ο Άλεξ Γιανγκ, ο Γκρέιαμ Σαρπ και αργότερα οι Λίνεκερ και Ρούνεϊ, είναι κάπως παράταιρο να θεωρείται ίνδαλμα ο Ντάνκαν Φέργκιουσον. Ένας σκληρός, φωνακλάς, με αγάπη στο αλκοόλ Σκωτσέζος, με μια καριέρα γεμάτη αποβολές και όχι αμέτρητα γκολ είναι ένας από τους πιο αγαπημένους παίκτες στην μπλε πλευρά του Λίβερπουλ. Περίεργο για έναν παίκτη που όλοι λένε ότι είχε φοβερά προσόντα, ήταν δυνατός, είχε φαρμακερό σουτ, πολύ καλή κεφαλιά, μαχητικός, αλλά η απόδοσή του είχε σκαμπανεβάσματα και αντιμετώπισε και πολλούς τραυματισμούς, σε μια περίοδο που η Έβερτον έφτασε να μάχεται για τη σωτηρία της. Γιατί όμως ο Μπιγκ Ντανκ θεωρείται ένα cult ίνδαλμα του Γκούντισον Παρκ;

Η Νταντί Γιουνάιτεντ τον ανακάλυψε όταν ήταν ακόμα σχολιαρόπαιδο κι ο Φέργκιουσον εκεί έμαθε μπάλα, κάνοντας ντεμπούτο στα 19 του. Εκεί έμαθε και το αλκοόλ, με τους διοικούντες να βάζουν τις σπιτονοικοκυρές του να δίνουν αναφορά για τα νυχτοπερπατήματά του. Δυο καλές σεζόν με αρκετά γκολ τον έφεραν μέχρι την εθνική Σκωτίας κι οι Ρέιντζερς έδωσαν 4 εκατομμύρια λίρες για να τον αποκτήσουν, η πιο ακριβή μεταγραφή Βρετανού παίκτη εντός Βρετανίας. Εκτός όμως από έναν ταλαντούχο 20χρονο ποδοσφαιριστή, απέκτησαν και έναν τύπο που έμπλεκε σταθερά σε φασαρίες. Μέχρι τα 23 του ο Φέργκιουσον είχε καταδικαστεί τρεις φορές για επίθεση, μια για διατάραξη κοινής ησυχίας και μια για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Στην πρώτη επίθεση έριξε κουτουλιά σε έναν αστυνομικό. Στη δεύτερη επιτέθηκε σε μια πιάτσα ταξί σε έναν… ταχυδρόμο με πατερίτσες που έβρισε την κοπέλα του, τη μέρα μάλιστα που ο Φέργκιουσον πήρε την πρώτη κόκκινη στην καριέρα του. Η τρίτη καταδίκη για επίθεση έγινε σε μια παμπ, σε ένα ψαροχώρι στη μέση του πουθενά, όταν μάλωσε με μια παρέα ψαράδων που ενοχλούσε την παρέα του. Χωρίς να είναι αυτός που προκαλούσε πάντα, η αγάπη του για το αλκοόλ και τα βίαια επεισόδια έχτισαν την εικόνα του.

Ήταν η τέταρτη καταδίκη όμως αυτή που έγραψε ιστορία και σε μεγάλο βαθμό καθόρισε την καριέρα του και τη ζωή του. Ως παίκτης των Ρέιντζερς τον Απρίλιο του 1994 σε μια φαινομενικά αδιάφορη φάση στο 35′, έδωσε μάχη με τον ΜακΣτέι των Ρέιθ Ρόβερς. Σε έναν ορισμό του «that escalated quickly», από τα τραβήγματα φτάσαμε σε μια κουτουλιά του Μπιγκ Ντανκ στον δύστυχο αντίπαλό του. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο διαιτητής δεν έβγαλε την κόκκινη κάρτα (προφανώς πιστεύοντας σε κάποιο σκωτσέζικο εθιμικό δίκαιο «παιδιά βρείτε τα μεταξύ σας και ο χαμένος ας κεράσει μια μπύρα»). Μόνο που στο ματς υπήρχαν κάμερες, το θέμα πήρε διαστάσεις και στον Φέργκιουσον, γνωστό για το παρελθόν του, ασκήθηκε μια κομματάκι υπερβολική δίωξη από έναν εισαγγελέα. Τα ΜΜΕ φούσκωσαν το θέμα και σε συνδυασμό με την μέτρια απόδοσή του, αποτέλεσε την αρχή του τέλους του στους Ρέιντζερς.

Την επόμενη σεζόν η Έβερτον ξεκίνησε τραγικά, μην μπορώντας να κερδίσει κανένα ματς. Ο απελπισμένος πιάνεται από τα μαλλιά του και οι Μπλε αποφάσισαν να πάρουν δανεικό τον Φέργκιουσον. Ο Φέργκιουσον συνέχισε την ίδια ζωή. Έμενε σε ένα ξενοδοχείο κι επειδή δεν είχε φίλους, ξεκινούσε τις μπαρότσαρκες με τον θυρωρό, πίνοντας όλο το βράδυ. Η Έβερτον δεν βελτιώθηκε και ο Τζο Ρόιλ ανέλαβε ως προπονητής πριν το ντέρμπι με τη Λίβερπουλ. Παρ’ ότι η Έβερτον ήταν τελευταία, συμπληρώνοντας 12 αγωνιστικές χωρίς νίκη και έπαιζε το ντέρμπι των ντέρμπι με νέο προπονητή, ο Μπιγκ Ντανκ αποφάσισε να βγει έξω για ένα Σαββατόβραδο βγαλμένο από το Trainspotting.

Το Σάββατο πριν το ντέρμπι της Δευτέρας λοιπόν, βγήκε έξω με μια κοπέλα και φυσικά ήπιε σαν να μην υπήρχε αύριο, τερματίζοντας τα μπαρ της πόλης. Τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, αν στην επιστροφή δεν έμπαινε με το αυτοκίνητο σε έναν σταθμό λεωφορείων (χωρίς να δει το τεράστιο απαγορευτικό σήμα). Η αστυνομία τον σταμάτησε, τον ρώτησε «έχετε πιει κύριε;», ο Ντάνκαν είπε «όχι», αλλά δεν έπεισε κανέναν, ειδικά τον συγκεκριμένο αστυνομικό που ήταν οπαδός της Λίβερπουλ και του είπε να έρθει μαζί του. Ο Ντάνκαν έδωσε στην κοπέλα το κλειδί του δωματίου του πριν πάει στο τμήμα. Η ιστορία της Έβερτον μπορεί να ήταν διαφορετική, αν στο τμήμα δεν βρίσκονταν κάποιοι αστυνομικοί οπαδοί της που του έδωσαν να πιει τόνους νερού για το αλκοτέστ και όταν εξετάστηκε ήταν ελάχιστα πάνω από το όριο. «Δεν ξέρω πως έγινε αυτό, είχα πιει περίπου πέντε μπουκάλια κρασί» θυμάται. Αφού ήταν λίγο πάνω από το όριο αφέθηκε ελεύθερος στις έξι το πρωί, χαρούμενος γιατί το κορίτσι τον περίμενε ακόμα στο δωμάτιο.

«Η νύχτα που ο Φέργκιουσον έγινε θρύλος πριν γίνει ακόμα παίκτης»
– Τζο Ρόιλ, προπονητής της Έβερτον σε εκείνο το ματς

Το βράδυ της Δευτέρας έπαιξε το πρώτο από τα πολλά του ντέρμπι του Λίβερπουλ. Ο Ρόιλ ήταν έτοιμος να τον αλλάξει καθώς η παρουσία του ήταν μέτρια μέχρι όμως που ήρθε το 56ο λεπτό. Κόρνερ με τον Χίντσκλιφ, ο Σκωτσέζος πηδάει πιο ψηλά, παίρνει μια φοβερή κεφαλιά και ανοίγει το σκορ πανηγυρίζοντας έξαλλα μπροστά στους οπαδούς. Η νίκη έρχεται τελικά με 2-0, με τον Ντάνκαν να έχει συμμετοχή και στο 2ο γκολ. Το ιδανικό πρώτο ντέρμπι, μπαίνοντας στις καρδιές των οπαδών του συλλόγου. Ο Φέργκιουσον έκανε μια πολύ καλή σεζόν, σκοράροντας και με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, κι η Έβερτον των 4 βαθμών στην 12η αγωνιστική, έφτασε τους 50 στο τέλος και σώθηκε βγαίνοντας 15η. Ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία όμως ήταν η ανέλπιστη κατάκτηση του κυπέλλου με τη Γιουνάιτεντ, του τελευταίου μέχρι σήμερα για τον σύλλογο. Η Έβερτον αγόρασε τον Ντάνκαν που ήταν ήδη ίνδαλμα.


Ο ιστορικός πανηγυρισμός με τη Γιουνάιτεντ

Υπήρχε όμως το περιστατικό από τη Σκωτία. Η υπόθεση τράβηξε πάνω από έναν χρόνο, αλλά ο Φέργκιουσον καταδικάστηκε το φθινόπωρο του 1995 σε φυλάκιση τριών μηνών, καθώς βρισκόταν σε αναστολή από τα προηγούμενα, και παρά την έφεση που έκανε δεν δικαιώθηκε. Έγινε ο πρώτος Βρετανός ποδοσφαιριστής που θα έμπαινε φυλακή για συμβάν στο γήπεδο. Πριν λίγους μήνες έδινε το χέρι στον πρίγκιπα Κάρολο στο Γουέμπλεϊ και τώρα έπρεπε να πάει σε μια από τις χειρότερες φυλακές της Γλασκώβης. Ο Φέργκιουσον δεν συγχώρεσε ποτέ το σκωτσέζικο ποδόσφαιρο θεωρώντας ότι όλοι υπήρξαν υπερβολικοί μαζί του κι ότι η Ομοσπονδία τον άφησε απροστάτευτο. Αποχώρησε από την εθνική με μόλις 7 συμμετοχές. Ο Τζο Ρόιλ, σε μια κίνηση που έφερε μεγάλες αντιδράσεις, τον επισκέφτηκε στη φυλακή για να τον στηρίξει. «Όσοι με κατηγορούν, δεν ξέρουν τι σημαίνει ο Φέργκιουσον για το κλαμπ και τους οπαδούς. Ήταν μια ανοησία, μια στιγμή ανωριμότητας, δεν γίνεται όμως να μπαίνει φυλακή τη στιγμή που υπάρχουν εγκληματίες έξω», δήλωσε. Η Έβερτον δεν σταμάτησε να τον πληρώνει, παρά την κατακραυγή.

Ο Φέργκιουσον μπήκε για τρεις μήνες μέσα, εξέτισε τελικά την μισή ποινή και αποφυλακίστηκε για να γυρίσει στο ποδόσφαιρο. Η αγάπη των οπαδών της Έβερτον ήταν τεράστια, ο Σκωτσέζος καθημερινά απαντούσε σε γράμματα που του έστελναν. Ένα από αυτά είχε αποστολέα έναν πιτσιρικά με όνομα Γουέιν Ρούνει. Ο Ντάνκαν απάντησε και σε αυτό, χωρίς να γνωρίζει το μέλλον. Η εμπειρία του Φέργκιουσον στη φυλακή τον τραυμάτισε πολύ, τον στενοχώρησε, αλλά δεν τον άλλαξε σαν άνθρωπο, δεν τον έκανε πιο ήρεμο.

Ο Ντάνκαν επέστρεψε στην Έβερτον, χωρίς να μαγεύει πάντα. Λίγο η φυλακή, λίγο τα προβλήματα τραυματισμών και πολύ η μετριότατη Έβερτον εκείνων των ετών, δεν τον άφησαν να κάνει μια μεγαλύτερη καριέρα, αν και έβαζε αρκετά γκολ. Στους καβγάδες και στις κόκκινες δεν έμεινε πίσω πάντως, έχοντας το ρεκόρ με τον Πατρίκ Βιεϊρά. Το 1998 με την Έβερτον να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα πουλήθηκε στη Νιούκαστλ, μια κίνηση που δεν άρεσε ούτε στον ίδιο, ούτε και στους οπαδούς. Φεύγοντας έγραψε μια επιστολή αφιερωμένη στον κόσμο, λέγοντας ότι τον ανάγκασαν να φύγει και δεν θα τους ξεχάσει ποτέ για όσα του έδωσαν.

Οι δρόμοι τους δεν χώρισαν για πολύ. Οι τραυματισμοί δεν τον άφησαν να κάνει πολλά στα βόρεια και μόλις δυο σεζόν μετά η Έβερτον τον αγόρασε πίσω με τα μισά χρήματα. Ο Μπιγκ Ντανκ αγωνίστηκε για άλλες έξι σεζόν με τα αγαπημένα του μπλε. Οι τραυματισμοί συνεχίστηκαν, αλλά έβαλε αρκετά γκολ (1ος Σκωτσέζος σκόρερ στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ) και πάντα έδινε την ψυχή του για τη φανέλα. Πολλές φορές βέβαια ξεφεύγοντας, αλλά με τα υπόλοιπα πολλά επεισόδια της καριέρας του θα ασχοληθούμε άλλη φορά. Την προτελευταία του σεζόν έκανε την κατά πολλούς καλύτερη εμφάνισή του. Στην επιστροφή του «προδότη» Γουέιν Ρούνεϊ με τα κόκκινα, του παιδιού που του είχε στείλει γράμμα στη φυλακή, ο Φέργκιουσον έκανε ένα καταπληκτικό ματς και σκόραρε με μια ακόμα κεφαλιά. Ήταν μάλλον η τελευταία μεγάλη παράσταση της καριέρας του σε ένα εξαιρετικό ματς της Έβερτον απέναντι σε μια πανίσχυρη Γιουνάιτεντ. Όταν η Έβερτον αποφάσισε να μην τον ανανεώσει, ο Ντάνκαν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, είπε όχι σε άλλες προτάσεις. Ήθελε να παίζει μόνο για τα μπλε. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ξεκούρασε το κορμί του, στο οποίο είχε κάνει καμία δεκαριά επεμβάσεις, ενώ συνέχισε να ασχολείται με τη μεγάλη του αγάπη που δεν ήταν το ποδόσφαιρο, αλλά να εκτρέφει περιστέρια.

Στην αρχική μας ερώτηση «γιατί αγαπήθηκε τόσο» οι απαντήσεις μπορούν να είναι πολλές. Το 1ο γκολ με τη Λίβερπουλ, η φυλακή, ο τσαμπουκάς που έβγαζε στο γήπεδο και ειδικά σε ντέρμπι, κάποια πανέμορφα γκολ σε πέτρινα χρόνια. Αλλά ίσως όλα εξηγούνται καλύτερα με ένα απλό περιστατικό. Στο τελευταίο του παιχνίδι με την Έβερτον το 2006 ο Φέργκιουσον ανέλαβε την εκτέλεση ενός πέναλτι στο 90′ με την ομάδα του να βρίσκεται πίσω 1-2 στο σκορ. Αστόχησε, πήρε το ριμπάουντ και σκόραρε δίνοντας με το τελευταίο γκολ του έναν ακόμα βαθμό. Ένας ποδοσφαιριστής με τόσα χρόνια παρουσίας, με πολλά χρήματα, θα μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε τρέλα για το αντίο του. Αυτός κατέβηκε σαν κοινός θνητός στο κέντρο του Λίβερπουλ, πήγε σε μια απλή παμπ και παρέα με οπαδούς του συλλόγου που βρήκε εκεί τα ήπιαν μαζί. «Οι σκάουζερς είναι μια διαφορετική τάξη ανθρώπων. Το αλάτι της γης. Καλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης που αγαπούν το ποδόσφαιρο», είπε ο Ντάνκαν για εκείνο το βράδυ. Ήταν απλά ένας από αυτούς κι ας γεννήθηκε αλλού.

Ισαμπελίνο Γκραντίν: Ο ποδοσφαιριστής που τα έβαλε με το ρατσισμό

  [1 Σχόλιο]

Η ανθρωπότητα έχει κάνει τεράστια βήματα κατά τους τελευταίους αιώνες. Προχώρησε τεχνολογικά και επιστημονικά, δεν ξεπέρασε όμως ακόμα άλλα πολύ σοβαρά προβλήματα. Ένα από αυτά είναι και ο ρατσισμός. Ο ρατσισμός που υπάρχει και στο ποδόσφαιρο, στις εξέδρες και όχι μόνο. Ακόμα κι έτσι όμως, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται και εκεί έχουν γίνει άλματα και ορισμένα από αυτά οφείλονται σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Αυτή είναι η ιστορία του Ισαμπελίνο Γκραντίν, ενός τεράστιου αθλητή που έζησε πριν από 100 χρόνια, αλλά πέρα από το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο ήταν ο πρώτος που νίκησε το ρατσισμό.

Ο Ισαμπελίνο γεννήθηκε Ουρουγουανός. Γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο το 1897 και εκεί μεγάλωσε. Ο προπάππους του ήταν από την Αφρική και το Λεσότο και είχε μεταφερθεί ως σκλάβος στη Ν. Αμερική. Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλιότερα κείμενά μας, το ποδόσφαιρο έγινε  δημοφιλές στις χώρες της Ν. Αμερικής εξαιτίας των Άγγλων που είχαν μεταναστεύσει και εργάζονταν εκεί κι έγιναν κάτι σαν ποδοσφαιρικοί ιεραπόστολοι. Η διαφορά όμως ήταν ότι μετέφεραν το ποδόσφαιρο ως κάτι πολύτιμο και για λίγους, ως μια ενασχόληση για συγκεκριμένες κάστες. Δεν μπόρεσαν όμως να το περιορίσουν μόνο εκεί. Σαν μια θρησκεία το ποδόσφαιρο μεταλαμπαδεύτηκε σε ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα και αντί να παίζεται μόνο σε ελεγχόμενους χώρους πριν το τσάι, έγινε το άθλημα της γειτονιάς. Εκεί που οι Λατινοαμερικάνοι έβαλαν μέσα τα στοιχεία της δικής τους κουλτούρας, αυτά που έναν αιώνα μετά εξακολουθούμε να βλέπουμε.

Σε μια τέτοια γειτονιά, στην οδό Μινί του Μπάριο Σουρ (γνωστό για τα τύμπανά του και την μουσική του), ο Ισαμπελίνο άρχισε να κάνει τα πρώτα του κόλπα με την μπάλα. Ο Γκραντίν είχε τρομερά φυσικά προσόντα και ήταν εξαιρετικός αθλητής, εκτός από τεχνίτης ποδοσφαιριστής.  Μια που η Νασιονάλ τότε δεν δεχόταν μαύρους παίκτες, ο Γκραντίν έγινε παίκτης της Πενιαρόλ που ήταν ανοιχτή. Παράλληλα, καθώς η Πενιαρόλ δεν είχε τμήμα στίβου, αγωνιζόταν και σαν δρομέας στην Ολίμπια του Μοντεβιδέο.

Τα κατορθώματά του τον έφεραν στην εθνική Ουρουγουάης μαζί με ακόμα έναν μαύρο ποδοσφαιριστή της Πενιαρόλ τον Χουάν Ντελγκάδο και φυσικά ήταν μέρος της ομάδας που πήρε μέρος στο 1ο Κύπελλο Εθνών όλων των εποχών το 1916, τον θεσμό που ξέρουμε πλέον ως Κόπα Αμέρικα. Η διοργάνωση αυτή όπως φαντάζεστε είχε ένα σωρό γραφικές στιγμές για τις οποίες γράψαμε παλιότερα, αλλά κυρίως είχε την παρουσία των δύο μαύρων παικτών της Ουρουγουάης. Για πρώτη φορά μαύροι ποδοσφαιριστές φόρεσαν φανέλα εθνικής και αγωνίστηκαν σε διεθνές τουρνουά ποδοσφαίρου. Και με τι τρόπο. Στις 2 Ιουλίου του 1916 στο γήπεδο της Χιμνάσια στο Μπουένος Άιρες, 3000 θεατές είδαν την Ουρουγουάη να διαλύει τη Χιλή με 4-0 και τον Γκραντίν να σκοράρει δυο φορές. Οι Χιλιανοί δεν μπόρεσαν να ανεχτούν την ήττα και έκαναν ένσταση στην Ομοσπονδία, ζητώντας να πάρουν το ματς στα χαρτιά «γιατί η Ουρουγουάη είχε κατεβάσει δύο Αφρικανούς», γιατί κανείς «δεν ξέρει από πού μπορεί να είναι». Η ένσταση ευτυχώς απορρίφθηκε και ο Γκραντίν συνέχισε λίγες μέρες αργότερα, σκοράροντας και απέναντι στη Βραζιλία. Η λευκή ισοπαλία την τελευταία αγωνιστική με τη διοργανώτρια Αργεντινή έδωσε το κύπελλο στον Γκραντίν, μαζί και τον τίτλο του 1ου σκόρερ και του καλύτερου παίκτη της διοργάνωσης. Ο μεγαλύτερος όμως τίτλος ήταν η παρουσία του (όπως και του Ντελγκάδο βέβαια για να μην είμαστε άδικοι), η επισημοποίηση ότι το ποδόσφαιρο είναι ανοιχτό σε όλους, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε χαρακτηριστικό, ότι είναι ένα άθλημα για τον φτωχό και τον πλούσιο, τον λευκό και τον μαύρο.

Κυρίες της Λα Πλάτα που θαύμασαν την πρεμιέρα του Γκραντίν με τη Χιλή

Ο Γκραντίν συνέχισε να παίζει στην Πενιαρόλ σκοράροντας 101 φορές σε 212 αγώνες για τους κιτρινόμαυρους, κερδίζοντας και δύο πρωταθλήματα. Οι τίτλοι θα μπορούσαν να είναι περισσότεροι, το ίδιο κι οι συμμετοχές με την εθνική, αλλά ένα σχίσμα στο ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης έκανε την Πενιαρόλ να απέχει από κάποιες διοργανώσεις της Ομοσπονδίας και τους παίκτες της να μη συμμετέχουν στην εθνική για κάποιο διάστημα. Παρ’ όλα αυτά, το στίγμα του έμεινε. Ο Γκαλεάνο με το γνωστό υπερβολικό, αλλά τόσο ζεστό στιλ του περιγράφει: «Ο κόσμος σηκωνόταν από τις θέσεις του όταν ο Γκραντίν ξεκινούσε να τρέχει, είχε τον έλεγχο της μπάλας λες και περπατούσε και χωρίς να σταματάει περνούσε όλους τους αντιπάλους μέχρι να τελειώσει την κούρσα του. Είχε αγγελικό πρόσωπο, ήταν ένας από αυτούς τους τύπους που και κάτι κακό να έκαναν, κανείς δεν θα το πίστευε». Ο Περουβιανός ποιητής Χουάν Πάρα ντελ Ριέγο έγραψε ένα ποίημα γι’ αυτόν. Ήταν τόσο σπουδαίος.

Παρ’ ότι ήταν στην ομάδα της Ουρουγουάης και στο επόμενο Κόπα Αμέρικα ένα χρόνο μετά, δεν έπαιξε σε κάποιο ματς. Έπαιξε όμως στο μεθεπόμενο, αυτό του 1919 που έγινε στη Βραζιλία, έχοντας ξανά να αντιμετωπίσει το ρατσισμό. Σε μια χώρα που είχε καταργήσει τη δουλεία περίπου 20 χρόνια πιο πριν, οι φυλετικές διαφορές δεν είχαν ξεπεραστεί (και δεν έχουν ξεπεραστεί και περίπου 100 χρόνια μετά). Οι μαύροι εξακολουθούσαν να μην έχουν ίσα δικαιώματα και σίγουρα το ποδόσφαιρο «δεν ήταν γι’ αυτούς».  Χαρακτηριστικό ήταν και το παράδειγμα του Βραζιλιάνου Άρθουρ Φρίντενριχ, ενός εξαιρετικού ποδοσφαιριστή που έγραψε ιστορία, αλλά έμεινε εκτός εθνικής για κάποια χρόνια λόγω του χρώματός του (μια ιστορία με την οποία θα ασχοληθούμε μελλοντικά). Η παρουσία του Γκραντίν ενοχλούσε αρκετούς. Όχι στο σημείο να γίνουν ενστάσεις από τους Βραζιλιάνους, αλλά στο να γίνεται στόχος «αστείων» σκίτσων στις εφημερίδες της εποχής, αλλά και άρθρων που έκαναν κριτική στη συμμετοχή μαύρων ποδοσφαιριστών, όπως περιγράφει ο ιστορικός Λεονάρντο Περέιρα. Τα ΜΜΕ της Βραζιλίας προσπαθούσαν να προπαγανδίσουν ότι οι μαύροι της Βραζιλίας συμφωνούν πως δεν πρέπει να συμμετέχουν σε διεθνείς διοργανώσεις. Στο γήπεδο όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο Γκραντίν είχε γίνει σύμβολο και οι μαύροι φίλαθλοι στα γήπεδα της Βραζιλίας τον αποθέωναν σε κάθε παιχνίδι του. Ήταν παραπάνω από ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ήταν ένα σύμβολο αντίστασης στην καταπίεση και στην μάχη για τα ίσα δικαιώματα. Ο Γκραντίν μάλιστα σκόραρε στο 2-2 με τη Βραζιλία και οι δυο ομάδες έπαιξαν μπαράζ. Οι γηπεδούχοι κέρδισαν στην παράταση με γκολ του Φρίντενριχ και ο Γκραντίν δεν μπόρεσε να κατακτήσει το 2ο Κόπα Αμέρικα.

Από τα χρόνια στην Πενιαρόλ

Οι επιτυχίες όμως δεν έμεναν στο ποδόσφαιρο. Από το 1918 ως το 1922 κέρδισε 4 χρυσά στα 400 μέτρα στους Αγώνες Ν. Αμερικής, άλλα 2 χρυσά και ένα χάλκινο στα 200 μέτρα και ακόμα 2 χρυσά στα 4×400. Ο Γκραντίν ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής, ένας θρύλος για την Ουρουγουάη. Παρά τις επιτυχίες όμως, την λατρεία και την αγάπη του κόσμου, η ζωή του μετά τον αθλητισμό ήταν βυθισμένη στη φτώχεια. Το ποδόσφαιρο έγινε επαγγελματικό στην Ουρουγουάη από το 1932 και έτσι ο Γκραντίν δεν έβγαλε χρήματα από αυτό. Πέρασε δύσκολα και αντιμετώπισε προβλήματα υγείας που τον ανάγκασαν το 1944 να μπει σε νοσοκομείο του Μοντεβιδέο. Η Πενιαρόλ εκείνη την περίοδο έδινε μάχη για το πρωτάθλημα, το πρώτο μετά από 6 χρόνια. Μόνο που στα τελευταία ντέρμπι με τη Νασιονάλ δεν τα πήγαινε καλά. Ο Γκραντίν ανήμπορος να φύγει από το δωμάτιο 17 του νοσοκομείου Παστέρ, επικοινώνησε με έναν δημοσιογράφο της εφημερίδας Λα Ρασόν και έστειλε μήνυμα στους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας λίγο πριν το ντέρμπι με τη Νασιονάλ. Εκεί τους εξηγούσε τι σημαίνει η Πενιαρόλ, τι συμβολίζει αυτός ο σύλλογος και ότι δεν γίνεται να χάνουν τόσο εύκολα από τη Νασιονάλ, ότι η Πενιαρόλ παλεύει μέχρι το τέλος σε κάθε ματς.

Οι παίκτες της Πενιαρόλ είχαν ακόμα έναν λόγο να τα δώσουν όλα. Το παιχνίδι όμως στις 10 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε με τον χειρότερο τρόπο. Μόλις στο 1ο λεπτό η Νασιονάλ κέρδισε πέναλτι. Ο Γκραντίν που το άκουγε στο ραδιόφωνο, στο αίθριο του νοσοκομείο, μαζί με άλλους ασθενείς δεν άντεξε και αποχώρησε για το δωμάτιό του. Ο σπεσιαλίστας Σαπιραΐν με το φαρμακερό αριστερό το εκτέλεσε. Ο Γκραντίν από το δωμάτιο άκουσε πανηγύρια, πανηγύρια όμως οπαδών της Πενιαρόλ. Ο τερματοφύλακας το είχε αποκρούσει. Γύρισε πίσω. Στο 17′ ένα σουτ κεραυνός του Ουμπντούλιο Βαρέλα άνοιξε το σκορ και μέχρι τη λήξη η Πενιαρόλ είχε σκοράρει ακόμα μια φορά. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους να πανηγυρίσει τη μεγάλη νικη, αλλά όλοι οι παίκτες πήγαν κατευθείαν στο νοσοκομείο, πήγαν να ευχαριστήσουν τον Γκραντίν, βγήκαν φωτογραφίες μαζί του, μίλησαν για ώρα, ειδικά ο Βαρέλα που ο Γκραντίν εκτιμούσε ιδιαίτερα. Η Πενιαρόλ έφτασε στην ισοβαθμία στο πρωτάθλημα και πήγε στα μπαράζ. Το πρώτο παιχνίδι ήρθε 0-0 και στο δεύτερο έχανε 0-2 στο 28′. Το πνεύμα του Γκραντίν ήταν όμως ακόμα μαζί με τους παίκτες. Η Πενιαρόλ το γύρισε σε 3-2 και πανηγύρισε το 15ο πρωτάθλημά της, αφιερωμένο στον Ισαμπελίνο.  Ήταν 17 Δεκεμβρίου του 1944 και ο Γκραντίν ήταν ακόμα στο νοσοκομείο [σ.Σ. κατά άλλους η επίσκεψη των παικτών έγινε μετά από αυτό το ματς, αλλά πιο πιθανή είναι η πρώτη εκδοχή]. Τέσσερις μέρες αργότερα στις 21 Δεκεμβρίου πέθανε μόλις στα 47 του, φτωχός σε υλικά αγαθά, πλούσιος από χαρά και αγάπη του κόσμου και περήφανος που έγινε ίνδαλμα τόσων ανθρώπων.

Όπως άλλωστε γράφει και το Χρυσό Ιωβηλαίο της Πενιαρόλ:

«Ο Ισαμπελίνο Γκραντίν ως αστέρι κατάφερε να πραγματοποιήσει τρεις ευχές του: να λάμψει στα γήπεδα τους ποδοσφαίρου και τις πίστες του στίβου, να γραφτούν ποιήματα γι’ αυτόν και να μείνει αξέχαστος για πάντα».

Ο ιερέας οπαδός: Από το πέταλο στην Αφρική

  [Καθόλου σχόλια]

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αφιερώσεις τη ζωή σου στα πράγματα που αγαπάς; Από την μία, υπάρχουν πολλοί ιερείς που δεν φροντίζουν να δίνουν το παράδειγμα με τη ζωή τους και την προσφορά τους. Από την άλλη, υπάρχει κι ο πατέρας Χουάν Γκαμπριέλ Αρίας. Ένας ιερέας που έχει αφοσιωθεί στο να βοηθάει τον κόσμο, αλλά και να λατρεύει εκτός των άλλων την αγαπημένη του Ράσινγκ Κλουμπ ντε Αβεγιανέδα. Δεν είναι λίγοι οι παπάδες που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, είχαμε και έχουμε παραδείγματα και στην Ελλάδα. Η περίπτωση του Αργεντινού ιερέα όμως είναι ξεχωριστή, γιατί είναι καλός και στα δύο. Και στο ποίμνιο και στην εξέδρα. Τόσο ξεχωριστή που στο μπράτσο του έχει τατουάζ τον Ιησού με το σήμα της Ράσινγκ στην καρδιά του. «Η ιδέα μού ήρθε από τον Κάρλος Αράνο (ναι, τον παλιό αριστερό μπακ του Άρη) που έχει στο ύψος της καρδιάς του το σήμα της Ράσινγκ».

Η εκκλησία της Γέννησης της Θεοτόκου στο Μπουένος Άιρες είναι γαλάζια και άσπρη, βαμμένη στα χρώματα του συλλόγου του και το μόνο κόκκινο (της μισητής Ιντεπεντιέντε) βρίσκεται στο χιτώνα του… Αγίου Εξπέντιτο. Αν κάποια νύφη θέλει να κάνει μεγαλειώδη γάμο με κόκκινο χαλί, πρέπει να βρει άλλη εκκλησία. Στο ναό του Χουάν Γκαμπριέλ το χαλί είναι καφέ, το χρώμα του διαβόλου δεν υπάρχει πουθενά. Ο Χουάν Γκαμπριέλ δεν είναι όμως απλά ένας φίλαθλος της Ράσινγκ. Το 2008 πρωτοστάτησε στις πορείες του κόσμου του συλλόγου, οργανώνοντας πολλούς ανθρώπους ώστε να βγουν στο δρόμο ειρηνικά για να μπορέσει να αλλάξει η διοικητική κατάσταση στο σύλλογο που βρισκόταν στα όρια χρεοκοπίας. Ο ιερέας έγινε σύμβολο για τους οπαδούς της «Ακαδημίας». Άλλωστε είχε καταφέρει να σώσει αρκετούς από τους οργανωμένους από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τη βία. Καλές σχέσεις όμως έχει και με προπονητές και παίκτες, αρκετούς τους έχει παντρέψει. Εκτός από γάμους και βαφτίσεις όμως, το πιο εντυπωσιακό είναι ότι έχει συμμετάσχει και σε αποτεφρώσεις οπαδών της ομάδας, με τις στάχτες να ρίχνονται στο θρυλικό στάδιο Ελ Σιλίντρο. «Ναι μου το έχουν ζητήσει και το έχω κάνει. Μια τελετή απ’ έξω και μετά οι στάχτες στο γήπεδο. Απλά μας ζήτησαν από το σύλλογο να μην το κάνουμε πια. Χαλάει το γρασίδι» περιγράφει με απλότητα. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου: «Θα το κάνατε κι εσείς;», απαντάει δίχως δισταγμό «Δεν με απασχολεί τι θα απογίνει το σώμα μου. Θα το δώσω είτε για μεταμόσχευση, είτε στην επιστήμη». Στην επόμενη ερώτηση «κι αν η καρδιά σας πάει σε έναν οπαδό της Ιντεπεντιέντε;», η απάντηση είναι και πάλι άμεση: «Τότε το πρόβλημα είναι δικό του».

Όταν η Ιντεπεντιέντε έπεσε στη Β’, η ενορία το γιόρτασε με μπάρμπεκιου
Ο κόσμος ήταν ντυμένος «φάντασμα της Β’ εθνικής»

Ο ιερέας όμως έκανε και πραγματικότητα το σύνθημα «για σένα έχω κάνει κρατητήριο», καθώς σε μια από τις πορείες η αστυνομία συνέλαβε έναν φίλο του. «Πήγα να τους ρωτήσω γιατί έπιασαν τον φίλο μου και τελικά κατέληξα μέσα. Έφαγα και μερικές μπουνιές» θυμάται. Αυτή βέβαια δεν ήταν η μόνη φορά που ο παπα-Αρίας κατέληξε μέσα. «Μια φορά στο γήπεδο της Βέλεζ συνέλαβαν άδικα τον «Ιταλό», έναν ιστορικό συνδεσμίτη που έδινε μάχη να απεξαρτηθεί με το αλκοόλ. Ήξερα ότι αν τον έβαζαν μέσα, δεν θα άντεχε και θα κυλούσε πάλι. Αντέδρασα. Με συνέλαβαν, μου φέρθηκαν σαν οποιονδήποτε οπαδό, έφαγα αρκετές με τα γκλομπ» λέει ο θαρραλέος παπάς. Πολλοί τον θυμούνται να τελειώνει κατά τις 11 τη λειτουργία της Κυριακής, να παίρνει το αυτοκίνητό του για το Ροσάριο (απόσταση 300 χιλιομέτρων) και να κρεμάει πανό στην εξέδρα εναντίον του τότε προέδρου της Ράσινγκ. «Ντε Τομάσο θα δώσεις λογαριασμό στο Θεό για όσα έχεις κάνει» έγραφε και το είχε εμπνευστεί από τα λόγια του πάπα Ιωάννη Πάυλου του 2ου για τον Τζορτζ Μπους και τον πόλεμο στο Ιράκ.

Μια φορά είπα σε ενορίτισσά μου ότι πρέπει να πάω να αποχαιρετίσω έναν φίλο. Όταν τα παιδιά της είδαν αργότερα φάσεις από το τελευταίο ματς του Ντιέγκο Σιμεόνε, είπαν στην μαμά τους ότι ο πατέρας Χουάν Γκαμπριέλ είναι εκεί. «Όχι, ο πατέρας είχε να πάει να αποχαιρετίσει ένα φίλο του» απάντησε αυτή. «Μαμά, ο φίλος είναι ο Τσόλο» της είπαν οι γιοι της.

Κι όμως, όλα αυτά δεν του δημιούργησαν πρόβλημα; Κάποτε ένας επίσκοπος του είχε πει ότι πρέπει να πάει στην όπερα, να ακούσει κλασσική μουσική. Αλλά ο πατέρας Αρίας προτιμά να βλέπει ματς από το πέταλο και να ακούει ροκ. Άλλωστε ήταν τυχερός. Γιατί Αρχιεπίσκοπος στο Μπουένος Άιρες ήταν ο Χόρχε Μπεργκόλιο, ο μετέπειτα Πάπας, οπαδός και μέλος της Σαν Λορένσο. «Ο Μπεργκόλιο πάντα ήταν σύμφωνος με αυτά που έκανα. Ήμουν κοντά στον κόσμο έτσι». Άλλωστε, στον Πάπα Φραγκίσκο οφείλει ότι τελικά έγινε παπάς. Όταν ήταν ακόμα διάκονος, λίγους μήνες πριν χειροτονηθεί ιερέας ταξίδεψε για αγώνα του Κόπα Λιμπερταδόρες στο Περού, έχοντας ζητήσει άδεια από τον τότε Αρχιεπίσκοπο. Η κατάσταση ήταν τεταμένη, με τους Περουβιανούς να κατηγορούν την Αργεντινή ότι τους πρόδωσε πουλώντας όπλα στο Εκουαδόρ. Οι εκδρομείς της Ράσινγκ δέχτηκαν επίθεση, ο Αρίας προσπάθησε να βοηθήσει γυναίκες και παιδιά. Μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα τον έκανε εξώφυλλο με τίτλο «Ο χούλιγκαν παπάς της Ράσινγκ». Κάποιος άλλος θα μπορούσε να του είχε κόψει την «καριέρα», να τον έδιωχνε. Ο Φραγκίσκος όχι.

Ωραία όλα αυτά θα πει κανείς, αλλά αν μέναμε μόνο εδώ, θα είχαμε απλά έναν οπαδό που έτυχε να είναι ιερέας. Και θα ήταν άδικο για έναν άνθρωπο όπως ο Χουάν Γκαμπριέλ που αφιερώνει τη ζωή του στο να βοηθάει το συνάνθρωπό του, επιτελώντας σπουδαίο έργο, αφήνοντας τη ζωή του. Το 2000 έκανε το πρώτο του ταξίδι στη Μοζαμβίκη. Έμεινε για τρία χρόνια περίπου και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αργεντινή. Είχε ήδη αγαπήσει όμως τη χώρα, ήξερε ότι εκεί θα μπορούσε να επιτελέσει μεγαλύτερο έργο. Κάθε χρόνο πήγαινε για 2-3 μήνες για να βοηθήσει στη διδασκαλία της θρησκείας του, αλλά και για να βοηθήσει τους (πολλούς) φτωχούς της χώρας. Μέχρι που το 2014 το πήρε οριστικά απόφαση να αφήσει τη θέση του στο Μπουένος Άιρες, την άνεσή του, την μπάλα και να πάει μόνιμα στη Μοζαμβίκη, στο κέντρο της χώρας, στη Μανγκούντζε. Η ενορία του περιλαμβάνει 39 κοινότητες με αποστάσεις μέχρι και 90 χιλιόμετρα μεταξύ τους που καθημερινά καλύπτει. Αυτό δεν τον πτοεί. «Πάντα μου αρέσει να δουλεύω εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη, μεγαλύτερη φτώχεια. Οι βασικές ανάγκες είναι φαγητό, νερό, περίθαλψη, σχολείο και δουλειά». Καθημερινά είναι υπεύθυνος ώστε περίπου 15.000 παιδιά σε 50 σχολεία να μπορούν να τρώνε. Κατάφερε να βρει βοήθεια και από το ίδρυμα του Λιονέλ Μέσι. Βρίσκει εθελοντές ώστε να χτιστούν κι άλλες αίθουσες, φιλοξενεί παιδιά χωρίς σπίτι, ενώ ήδη έχει καταφέρει να στείλει κάποια για σπουδές πίσω στην Αργεντινή. Το έργο του και η προσφορά του τον έχουν κάνει εξαιρετικά δημοφιλή.

Οι χριστουγεννιάτικες λειτουργίες γίνονται συχνά κάπου στη ζούγκλα, σε εκκλησίες από άχυρο. Η απόσταση από την Αργεντινή είναι τεράστια, περίπου 8.000 χιλιόμετρα, αλλά στην ερώτηση τι του λείπει από την πατρίδα η απάντηση είναι γρήγορη: «Η Ράσινγκ. Να πηγαίνω στην εξέδρα, να ταξιδεύω για την ομάδα. Αλλά κι εδώ συνεχίζω να τη ζω με άλλον τρόπο. Δεν μου λείπουν οι πιστοί της Αργεντινής. Το να είσαι ιερέας εδώ, είναι σαν να είσαι ποδοσφαιριστής που παίζει στο Μουντιάλ. Είναι το υψηλότερο που μπορώ να κάνω στην καριέρα μου. Παίζω στην Α’ εθνική, κοιτάζω με αγάπη τη μάχη για την άνοδο, αλλά δεν μπορώ να επιστρέψω εκεί». Έχετε ακούσει παπά να μιλάει έτσι;


Η Ράσινγκ της Μοζαμβίκης

Ο πατέρας Αρίας συνεχίζει να προσφέρει στην Αφρική, αλλά δεν ξεχνά την αγαπημένη του ομάδα. Βλέπει όσα παιχνίδια μπορεί μέσω Ίντερνετ και χει φτιάξει σχολή ποδοσφαίρου, τα παιδιά είναι όλα ντυμένα με τις φανέλες της Ράσινγκ, έχει κουβαλήσει σημαίες και μπάλες και τα έχει κάνει όλα οπαδούς της «Ακαδημίας».  Η ομάδα φυσικά λέγεται Ράσινγκ. «Δεν ξέρουν καλό ποδόσφαιρο τα παιδιά, αλλά τρέχουμε πολύ και σιγά σιγά τα πιτσιρίκια βελτιώνονται. Θυμίζουμε ομάδα του Καρούσο Λομπάρντι. Παίζουμε άμυνα και τα δίνουμε όλα σε κάθε ματς». Ο ιερέας που άφησε το Μπουένος Άιρες και τη γαλανόλευκη εκκλησία του δεν έχει μετανιώσει για τίποτα. «Θα ήθελα να πεθάνω εδώ, στη Μοζαμβίκη και αν γίνεται στην ενορία που είμαι τώρα, ακόμα καλύτερα. Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω εδώ μέχρι την τελευταία μου ημέρα».

Ζντένεκ Ζέμαν: Ο λούζερ που έχανε ωραία

  [3 Σχόλια]

Αν ψάξεις στη λίστα με τους καλύτερους προπονητές που έχουν περάσει από το Καμπιονάτο δεν θα τον εντοπίσεις. Αν ανοίξεις τη σελίδα του στη wikipedia και κοιτάξεις το παλμαρέ του δεν θα βρεις ούτε ένα σοβαρό κύπελλο. Αν όμως αναφέρεις το όνομα του σε κάποιον που παρακολουθούσε συστηματικά ιταλικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 90′, τότε το πιθανότερο είναι να δεις ένα τεράστιο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σ’αυτό το νοσταλγικό χαμόγελο του τυχαίου ποδοσφαιρόφιλου κρύβεται όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του Ζντένεκ Ζέμαν.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 90′. Στην Ισπανία η ‘Dream Team’ του Γιόχαν Κρόιφ κερδίζει τους τίτλους τον έναν μετά τον άλλο αποδίδοντας κατά διαστήματα μαγικό ποδόσφαιρο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Σάο Πάολο του ‘τελευταίου των ρομαντικών’ Τέλε Σαντάνα σαρώνει όποιον βρει στο πέρασμα της, κρατώντας ουσιαστικά στη ζωή το περίφημο jogo bonito που η εθνική Βραζιλίας του ίδιου προπονητή είχε μάθει στον κόσμο λίγα χρόνια πριν. Την ίδια εποχή στην Ιταλία, ο Ζντένεκ Ζέμαν αναλαμβάνει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια τη θέση του προπονητή στην μικρούλα Φότζια.

Η ομάδα από τη νότια Ιταλία έχει περάσει όλη τη δεκαετία του 80′ μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας και το σενάριο της επιστροφής στο Καμπιονάτο φαίνεται πλέον σχεδόν ουτοπικό. Ο 42χρονος εκείνη την εποχή Τσέχος, που μετακόμισε μόνιμα στην Ιταλία στα 21 του, έχει ήδη στο βιογραφικό του μερικές αποτυχίες και γι’αυτό η πρόσληψη του δεν ενθουσιάζει κανέναν στην πόλη. Η διάψευση όλων δεν θα μπορούσε να είναι πιο πανηγυρική.

Με ένα ρόστερ παντελώς άγνωστων ως τότε νέων παικτών ο Τσέχος καταφέρνει να παρουσιάσει στο χόρτο μια ομάδα που δεν μοιάζει με καμία άλλη του επιπέδου της. Η Φότζια παίζει ένα άκρως επιθετικό 4-3-3, με τους ακραίους μπακ να ανεβαίνουν συνεχώς, τον τερματοφύλακα να μετατρέπεται συχνά σε λίμπερο, παίζοντας αρκετά μακριά από την εστία όταν η ομάδα βρίσκεται στην επίθεση, με ασταμάτητη κίνηση όλων των παικτών, γρήγορο ρυθμό και ένα ανελέητο πρέσινγκ που συνοδεύεται από συχνή εφαρμογή του τεχνητού οφσάιντ.

Εκμεταλλευόμενος το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων παικτών του, ο Ζέμαν περνάει στο μυαλό τους χωρίς καμία αντίσταση όλες τις ρομαντικές ιδέες του, συνοδεύει την άκρως επιθετική του θεωρία με εξαντλητικές προπονήσεις που στόχο έχουν να φτάσουν τους παίκτες σε ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης που θα τους επιτρέπει να αντέχουν στον ρυθμό αυτό για όλο το ματς και το αποτέλεσμα ξεπερνάει τις προσδοκίες ακόμα και του πιο πιστού οπαδού της ομάδας.

Στη δεύτερη σεζόν του στον πάγκο, η Φότζια όχι μόνο κερδίζει την άνοδο για το Καμπιονάτο αλλά το κάνει και με εμφατικό τρόπο: Τερματίζει πρώτη, με διαφορά ασφαλείας και με 14 γκολ παραπάνω από τη δεύτερη καλύτερη επίθεση της Serie B! Σε ένα πρωτάθλημα που φημίζεται για τα under της και που οι περισσότερες ομάδες τελειώνουν τη σεζόν με μέσο όρο κάτω από 1 γκολ/αγώνα, η ομάδα του Ζέμαν σκοράρει σχεδόν 2 γκολ/παιχνίδι, στέλνοντας ένα πρώτο μήνυμα προς τους φιλάθλους της χώρας.

Η συμμετοχή στο φημισμένο Καμπιονάτο, που εκείνη την εποχή είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, δεν αλλάζει καθόλου τη φιλοσοφία του Ζέμαν. «Το 0-0 είναι βαρετό. Είναι καλύτερο να χάνεις με 5-4, τουλάχιστον αυτό σου προσφέρει μια έξαψη». Η Φότζια κατεβαίνει σε κάθε ματς προετοιμασμένη για να παίξει επιθετικό ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας αν απέναντι της είναι η Άσκολι ή η Μίλαν.

Η αρχική εκτίμηση, πως με τέτοιο στυλ παιχνιδιού οι άσημοι πιτσιρικάδες της θα διασυρθούν από τις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας και θα επιστρέψουν σύντομα στις κατηγορίες που σύχναζαν τα προηγούμενα χρόνια, πάει περίπατο από τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές. Εβδομάδα με την εβδομάδα η ομάδα ανεβάζει στροφές και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα που εκπλήσσουν. Είναι και οι εμφανίσεις. Η Φότζια προσφέρει απλόχερα θέαμα που δεν περιμένεις σε καμία περίπτωση να δεις από μια νεοφώτιστη και άπειρη ομάδα που ξεκινάει με βασικό στόχο να επιβιώσει στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου.

Ο Ζέμαν δεν καταδέχεται να αλλάξει το στυλ παιχνιδιού του ούτε στις έδρες-φόβητρο της χώρας. Οι απόψεις του γίνονται σιγά-σιγά γνωστές σε όλους: «Στην Ιταλία οι προπονητές φοβούνται πως αν χάσουν ένα ματς, μπορεί να χάσουν και τη δουλειά τους. Γι’αυτό και οι περισσότερες ομάδες προσπαθούν κυρίως να χαλάσουν το παιχνίδι του αντίπαλου, παρά να παίξουν οι ίδιες. Αυτό απέχει χιλιόμετρα από τη δικιά μου νοοτροπία».

Η ρομαντική προσέγγιση του στο παιχνίδι («Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές όχι λόγω των εταιρειών και των… φαρμακευτικών. Αλλά γιατί σε κάθε μία γωνία του πλανήτη υπάρχει ένα παιδάκι που κλωτσάει μία μπάλα») σε συνδυασμό με την λίγο μποέμ εικόνα του στις συνεντεύξεις και στον πάγκο, εκεί όπου κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο («Δεν μετράω πόσα καπνίζω τη μέρα γιατί αυτό θα μου προκαλούσε νευρικότητα κι έτσι θα κάπνιζα περισσότερο»), τον μετέτρεψαν σύντομα σε μια γαμάτη καλτ φιγούρα του ιταλικού ποδοσφαίρου. Ένας μικρός ποδοσφαιρικός χίπης σε μια χώρα που η επαγγελματική νίκη με 1-0 θα μπορούσε άνετα να ήταν στίχος στον εθνικό της ύμνο. «Ειλικρινά πιστεύεις ότι μια ομάδα που κερδίζει με 1-0 είναι πιο ισορροπημένη από μια που κερδίζει με 5-4;» είχε ρωτήσει σε μια συνέντευξη έναν Ιταλό δημοσιογράφο.

Σε αντίθεση με τον κουλ Ζέμαν των αγώνων, που ζούσε για το θέαμα της Κυριακής («Παραμένω στο ποδόσφαιρο για τη διασκέδαση. Δεν πηγαίνω στον κινηματογράφο από τότε που απαγόρεψαν το κάπνισμα στην αίθουσα. Στον πάγκο όμως μπορώ να σταθώ με ένα τσιγάρο για δυο ώρες και να απολαύσω μια υπέροχη κίνηση της ομάδας μου. Αυτό είναι το μόνο που επιζητώ»), ο Ζέμαν των προπονήσεων ήταν ένα αυστηρό αφεντικό που έφτανε τους παίκτες του στα όρια τους. Όταν τον κατηγορούσαν για την ένταση των προπονήσεων του, απαντούσε «κανένας δεν έχει πεθάνει εξαιτίας τους».

«Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης μαζί του δεν μπορούσα να ανέβω ούτε τα σκαλιά του σπιτιού μου. Αλλά όλη αυτή η δουλειά είχε ένα στόχο κι εσύ, σαν παίκτης, τον καταλάβαινες πολύ καλά. Δεινοπαθούσαμε στην προπόνηση αλλά όταν τελικά η ομάδα έμπαινε στο γήπεδο και έπαιζε όπως μας είχε δείξει, τότε το αποτέλεσμα ήταν μια απόλαυση. Και όλοι μας το ευχαριστιόμασταν» δήλωσε αρκετά χρόνια μετά ο Τζουζέπε Σινιόρι, που ήταν ένας από εκείνους τους άγνωστους νεαρούς που γαλουχήθηκαν δίπλα του και μετά έκαναν σπουδαία καριέρα σε μεγαλύτερες ομάδες.

Η ανάδειξη νέων ταλέντων ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό που έκανε ξεχωριστό τον «Il Boemo», που δεν δίστασε ποτέ να χρησιμοποιήσει έναν μικρό σε κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Υπάρχουν πολλοί προπονητές σήμερα που απλά δίνουν οδηγίες στο γήπεδο, χωρίς να προσπαθούν να βελτιώσουν τους παίκτες. Υπάρχουν και κάποιοι λίγοι όμως που προσπαθούν να τους διαμορφώσουν. Νιώθω ότι είμαι ένας απ’αυτούς τους λίγους». Από τη χρυσή εκείνη φουρνιά της Φότζια τέσσερις παίκτες έφτασαν μέχρι την εθνική Ιταλίας. Τα επόμενα χρόνια από τα χέρια του Τσέχου πέρασαν πιτσιρίκια που πλέον τα ξέρει όλος ο πλανήτης. Ανάμεσα τους ο Τόττι, ο Νέστα, ο Ινσίνιε, ο Βεράτι και o Ιμόμπιλε. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι εξέλιξη θα είχαν αν δεν βρισκόταν στο δρόμο τους ο Ζέμαν και η ιδιαίτερη ποδοσφαιρική αντίληψη του. Το σίγουρο είναι ότι σχεδόν όλοι τους όταν μιλάνε γι’αυτόν, το στόμα τους στάζει μέλι.

Οι δρόμοι του Ζέμαν και της Φότζια χώρισαν το 1994, όταν δέχτηκε την πρόταση της Λάτσιο, θεωρώντας πως είχε φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Στα τρία χρόνια που πέρασε με τη Φότζια στην πρώτη κατηγορία η ομάδα όχι μόνο δεν απειλήθηκε ποτέ με υποβιβασμό αλλά έφτασε κοντά και στην πρώτη έξοδο της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Την πρώτη της σεζόν μάλιστα τέλειωσε το πρωτάθλημα με την δεύτερη καλύτερη επίθεση (πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Μίλαν των τρομερών Ολλανδών), σκοράροντας σε 7 παιχνίδια τουλάχιστον 3 γκολ! Το ‘Θαύμα της Φότζια’ ή αλλιώς η ‘Zemanlandia’, όπως έμεινε γνωστό το πέρασμα του από εκεί, έβαλε την ομάδα για τα καλά στον εγχώριο ποδοσφαιρικό χάρτη, της πρόσφερε αρκετούς νέους φιλάθλους, έγινε τραγούδι από τον Αντονέλο Βεντίτι, θέμα αρκετών ποδοσφαιρικών ντοκιμαντέρ και σημάδεψε το Καμπιονάτο εκείνης της εποχής. Με τη φυγή του Ζέμαν η Φότζια επανήλθε άμεσα στην ανυποληψία: υποβιβάστηκε και δεν επέστρεψε ποτέ στην πρώτη κατηγορία.

Ούτε όμως και ο ίδιος ο Ζέμαν κατάφερε κάπου αλλού κάποια ανάλογη επιτυχία. Το πέρασμα του από τις δυο μεγάλες ομάδες της Ρώμης δεν κατέστρεψε τον μύθο του αλλά δεν του χάρισε και κάποιον τίτλο. Οι κατηγορίες για ντοπάρισμα που εξαπέλυσε αργότερα εναντίον της Γιουβέντους τον στιγμάτισαν και, σύμφωνα με τον ίδιο τουλάχιστον, τον έστειλαν στη λίστα των ανεπιθύμητων της Ιταλίας. Ακολούθησαν αρκετές μικρές αλλά και μεγάλες αποτυχίες εντός και εκτός Ιταλίας. Το 2010 επέστρεψε στη Φότζια που τότε έπαιζε στην 3η κατηγορία. Τη μέρα της ανακοίνωσης της πρόσληψης η ομάδα έδωσε 3.000 εισιτήρια διαρκείας! Ο στόχος όμως της ανόδου δεν υλοποιήθηκε και στο τέλος της σεζόν ο Ζέμαν παραιτήθηκε.

Λίγους μήνες μετά ανέλαβε να οδηγήσει την Πεσκάρα στο Καμπιονάτο και τα κατάφερε με έναν τρόπο που θύμισε κάτι από τη Φότζια των 90s: Φουλ επιθετικό ποδόσφαιρο, αρκετοί ταλαντούχοι πιτσιρικάδες και πρώτη θέση στη Serie B με 90 γκολ σε 42 ματς («Αν μπορείς να σκοράρεις 90 γκολ τότε δεν πρέπει να σε ανησυχεί ιδιαίτερα πόσα θα δεχτείς»)! Ακολούθησαν η Ρόμα, η Κάλιαρι και η ελβετική Λουγκάνο πριν επιστρέψει πέρσι στον πάγκο της Πεσκάρα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Κολλημένος στις ιδέες του, αρνείται να συμβιβαστεί και να αλλάξει οπτική κι αυτό το πληρώνει συνέχεια τα τελευταία χρόνια. «Θέλω η ομάδα μου να διασκεδάζει πάντα το κοινό και να του προσφέρει έντονα συναισθήματα». Η απόλυση και η αγωνιστική αποτυχία δεν τον φόβιζαν ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα ατιμωτικό στο να τερματίζεις τελευταίος, αν έχεις παίξει με αξιοπρέπεια» δηλώνει με πάθος.

Το 2012 σε μια συνέντευξη του όταν ρωτήθηκε για τον Ζοσέ Μουρίνιο τον αποκάλεσε «μέτριο προπονητή» που, αν και κοουτσάρει παίκτες παγκόσμιας κλάσης, συχνά-πυκνά ο πρωταρχικός στόχος του είναι να καταστρέψει το παιχνίδι των αντιπάλων. Η πρόκληση του δεν έμεινε, φυσικά, αναπάντητη από τον Πορτογάλο. «Ώστε εγώ είμαι ένας μέτριος προπονητής; Ok! Σέβομαι κάθε άποψη. Ποιος είναι όμως ο Ζέμαν; Δεν τον γνωρίζω. Που ακριβώς παίζει; Είναι προπονητής; Συγγνώμη αλλά δεν το ήξερα. Τώρα που έχω μερικές μέρες άδεια θα ψάξω στο google για να δω ποιος είναι και τι έχει κερδίσει στην καριέρα του».

Αν ο Πορτογάλος έκανε πράγματι την αναζήτηση, είναι σίγουρο πως δεν θα εντυπωσιάστηκε από τα ευρήματα. Ο Ζντένεκ Ζέμαν πρόσφερε θέαμα κάθε Κυριακή σε χιλιάδες ανθρώπους τη δεκαετία του 90′, έφτιαξε από το πουθενά ένα υπέροχο ποδοσφαιρικό παραμύθι σε ένα πρωτάθλημα στο οποίο κυριαρχούσε μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και βοήθησε στην ανάδειξη μερικών πολύ σπουδαίων παικτών, μεταλαμπαδεύοντας τους μερικές αυθεντικά ρομαντικές ποδοσφαιρικές ιδέες και αντιλήψεις, αλλά από τίτλους και βραβεία το μόνο που έχει να επιδείξει είναι δυο πρωταθλήματα στη Serie B.

Η έλλειψη χειροπιαστών επιτυχιών τον κατατάσσει άμεσα στους αποτυχημένους. Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν και «αιώνιο λούζερ». Η απάντηση του; «Μερικές φορές οι ηττημένοι είναι αυτοί που δίνουν περισσότερα στο ποδόσφαιρο από τους νικητές. Ελπίζω εγώ να έχω δώσει κάτι παραπάνω και κάτι διαφορετικό όλα αυτά τα χρόνια».

Τζόνι Χέινς: O μαέστρος του Λονδίνου

  [1 Σχόλιο]

Αν υπάρχει κάτι στο αγγλικό ποδόσφαιρο που το κάνει τόσο διαφορετικό και περισσότερο αγαπητό -για μεγάλη μερίδα ποδοσφαιρόφιλων ανά τον κόσμο- αυτό δεν είναι άλλο από τις πολλές ιστορίες αγάπης και αφοσίωσης κορυφαίων παικτών σε «μικρές» και μικρομεσαίες ομάδες. Αυτός ο ποδοσφαιρικός ρομαντισμός που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Από την αρχή της FA υπάρχουν πάρα πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Άλλες γνωστές και άλλες όχι. Ποδοσφαιριστές που έμειναν πιστοί σε ένα και μόνο σύλλογο, στερώντας απ’ τον εαυτό τους τη διεκδίκηση τροπαίων. Σπουδαίοι σούπερ σταρ, που «σφάζονταν» για την υπογραφή τους τα κορυφαία κλαμπ εντός αλλά και αρκετές φορές εκτός Νησιού. Παίκτες-σύμβολα που έμειναν πιστοί στο σύλλογο που τους ανέδειξε και στους οπαδούς αυτού, ακόμα και όταν είδαν την ομάδα τους να πέφτει κατηγορία (ή να μην ανεβαίνει) ενώ πολλοί εξ αυτών -ανάλογα με την περίοδο- υπήρξαν ακόμα και αρχηγοί για τη φανέλα με τα «Τρία Λιοντάρια» στο στήθος.

Στη σκέψη αν υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που  να ταιριάζουν -άψογα- όλα τα παραπάνω στο πρόσωπό του, αυτός μπορεί να βρεθεί εύκολα στο πρόσωπο του Τζόνι Χέινς της Φούλαμ. Τον «μαέστρο» του Λονδίνου όπως τον βάφτισαν οι δημοσιογράφοι της εποχής. Ένα προσωνύμιο που δεν απείχε καθόλου απ’ την πραγματικότητα. Ίσως τον κορυφαίο μεσοεπιθετικό που έβγαλε η Αγγλία στα 50s και τα 60s. Έναν απ΄τους κορυφαίους παίκτες που γνώρισε ποτέ το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο και που πολλοί ποδοσφαιρόφιλοι των ημερών μας -δυστυχώς- αγνοούν τα κατορθώματά του λόγω του γεγονότος πως δεν έπαιζε σε κάποιο μεγαθήριο αλλά σε μια πραγματικά «μικρή» και αδύναμη ομάδα.

Αυτό που χαρακτήριζε τον Χέινς (εκτός του μαγικού αριστερού του ποδιού) ήταν ο συνδυασμός της άρτιας τεχνικής με την απίστευτη αντίληψη που είχε για το παιχνίδι. O συμπαίκτης του για πολλά χρόνια, Τόνι Μπάρτον, έλεγε πως το κοντρόλ του Χέινς ήταν το καλύτερο που είχε δει ποτέ και πως οι γνώσεις του σε θέματα τακτικής ήταν στα ίδια επίπεδα με των κορυφαίων προπονητών της εποχής. Ο Χέινς κινούμενος -κυρίως- πίσω από τους φουνταριστούς επιθετικούς είχε την ικανότητα να βγάζει τέλειες πάσες -και με τα δυο του πόδια- εν κινήσει, ακόμα και όταν είχε πλάτη σε αυτούς, και δεν ήταν δυνατό να δει τις κινήσεις τους και τα κοψίματά τους. Ακόμα και όταν είχε κολλημένο πάνω του ένα ή και δύο αντιπάλους ήταν ασταμάτητος λόγω της καταπληκτικής του τεχνικής και της οξυδέρκειας του. Απ’ την άλλη, το γεγονός πως διέθετε και τρομακτικά αθλητικά προσόντα και μπορούσε να τρέχει όπως ένας τυπικός αμυντικός χαφ της εποχής, και κυρίως να πρεσάρει ανελέητα, τους αντιπάλους του, τού έδινε τον χαρακτήρα του παίκτη που -πολύ απλά- ήταν έτη φωτός μπροστά απ’ την εποχή του. Και αυτή ήταν η αλήθεια, δίχως κανένα ίχνος υπερβολής.

Όταν η Αγγλία ταξίδεψε στο Μαρακανά το 1959 για να αγωνιστεί μπροστά σε 160.000 κόσμο, απέναντι στην Βραζιλία του Πελέ (σε μια «φιλική» αναμέτρηση που είχε βρει νικήτρια τη Σελεσάο με 2-0), το παιχνίδι του Χέινς ήταν τόσο τέλειο και οι πάσες του είχαν τέτοιο ποσοστό επιτυχίας που έκαναν τον σπουδαίο Βραζιλιάνο να δηλώσει πως: «O Τζόνι Χέινς είναι ο κορυφαίος πασέρ που έχω δει στη ζωή μου». Μια φράση που ακολουθούσε τον σπουδαίο Άγγλο μέχρι το τέλος της καριέρας του και έδειχνε περίτρανα το μέγεθος της τεράστιας αξίας του. Φυσικά και ο Χέινς δεν ήταν διάσημος μόνο για τις περίφημές του πάσες, το οργανωτικό του χάρισμα και τις ασίστ του αλλά και για τα φοβερά του τελειώματα. Τελειώματα από κάθε απόσταση και με τα δύο πόδια. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως μέχρι να εμφανιστεί  στα 80s ο σπουδαίος Ουαλός επιθετικός Γκόρντον Ντέιβις και να σπάσει το ρεκόρ τερμάτων του Άγγλου «μαέστρου», ο Τζόνι Χέινς ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Φούλαμ με 158 γκολ. Τα περισσότερα από αυτά, με σουτ εκτός περιοχής, να φεύγουν μοιρασμένα (και ζυγισμένα) και από το αριστερό αλλά και από το δεξί του πόδι.

Ο Χέινς γεννήθηκε το ’34 στο Λονδίνο και στα 15 του χρόνια -αφού άφησε το σχολείο-, και ενώ τον ήθελαν τόσο η Άρσεναλ όσο και η Τότεναμ, επέλεξε να υπογράψει στην άσημη Φούλαμ μιας και γνώριζε ότι εκεί θα είχε περισσότερες πιθανότητες και ευκαιρίες για να διακριθεί και να ξεδιπλώσει το σπουδαίο ταλέντο του. Θα πραγματοποιήσει το επίσημο ντεμπούτο του για τη Φούλαμ στην Boxin’ Day του 1952 απέναντι στη Σαουθάμπτον και δύο χρόνια αργότερα, λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, θα κάνει ντεμπούτο και για την Αγγλία σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Βόρεια Ιρλανδία στο Μπέλφαστ. Σε εκείνο το παιχνίδι μάλιστα έγινε ο πρώτος παίκτης που εκπροσωπούσε την Αγγλία και στα 5 ηλικιακά επίπεδα, από την σχολική ομάδα δηλαδή μέχρι και τους άνδρες, σκοράροντας και το ένα απ’ τα δύο τέρματα των Άγγλων, στη νίκη με 2-0. Το αγγλικό ποδόσφαιρο είχε βρει τον νέο του ήρωα. Τον τέλειο παίκτη που θα εξελισσόταν σε ηγέτη και αρχηγό της εθνικής, σε μια περίοδο μάλιστα που η Βρετανία διέθετε (και έβγαζε) πολλούς παίκτες με σπάνια τεχνικά χαρίσματα και ηγετικά προσόντα. Σε μια εποχή που η εθνική Αγγλίας είχε δύο ισάξιες 11αδες, γεμάτες και οι δύο με αθλητές σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας.

Ο ηγέτης της Φούλαμ ήταν το σημείο αναφοράς της ομάδας του Γουόλτερ Γουίντερμποτομ στα 50s. Ο σπουδαίος αρχηγός. Ο ηγέτης εντός και εκτός των τεσσάρων γραμμών. Αυτός που ανέβαζε αγωνιστικά αλλά και πνευματικά τους συμπαίκτες του κι ας αγωνίζονταν οι περισσότεροι σε ομάδες που έκαναν πρωταθλητισμό -σε πλήρη αντίθεση δηλαδή με τον ίδιο. Ο ποδοσφαιριστής που όταν ήταν στην μέρα του (πολύ συχνά δηλαδή) η Αγγλία δεν έχανε με τίποτα, και για κανένα λόγο και αν έχανε, έχανε ματώνοντας στο χορτάρι. Για να καταλάβει καλύτερα κάποιος την αξία του Χέινς  να αναφέρω πως μέτρησε 56 συμμετοχές με το εθνόσημο, σημειώνοντας 18 τέρματα, φορώντας το περιβραχιόνιο 22 φορές και εκπροσωπώντας τη χώρα του σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα (’58 και 62′), σε μια περίοδο μάλιστα που η Φούλαμ δεν αγωνίζονταν στην πρώτη κατηγορία της χώρας αλλά στη δεύτερη. Κάτι που φυσικά αποτελεί μοναδικό και σπάνιο φαινόμενο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο Τζόνι Χέινς διαδέχτηκε στην αρχηγία της εθνικής τον σπουδαίο, και πρώτο παίκτη που έφτασε τις 100 συμμετοχές με την Αγγλία, τον Μπίλι Ράιτ. Ένα παίκτη που πέρασε και αυτός ολόκληρη την καριέρα του με τα χρώματα μίας και μόνο ομάδας. Της Γουλβς. Σε μία περίοδο όμως που οι «λύκοι» ήταν μια ομάδα που διεκδικούσε -και κατακτούσε- πολλούς και σπουδαίους τίτλους.

Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ο Τζόνι Χέινς πέρασε τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του στην δεύτερη κατηγορία της Αγγλίας και αν και -ανά περιόδους- είχε σπουδαίους συμπαίκτες όπως ο Μπόμπι Ρόμπσον, ο Τζορτζ Κόεν και ο Τος Τσαμπερλέιν, η Φουλάμ εκείνων των ετών έμεινε γνωστή ως «Η Φούλαμ του Χέινς και των 10 υπολοίπων» κυρίως επειδή δεν κατάφερε ποτέ να κερδίσει κάποιο τρόπαιο. Κάτι που συνεχίζεται μέχρι και στις μέρες μας. Απ’ την άλλη, ο σπουδαίος μεσοεπιθετικός δεν βρέθηκε ούτε στο Μουντιάλ του ’66 μιας και είχε αποσυρθεί απ’ την εθνική στα 27 του χρόνια λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού που είχε στο γόνατο και του στερούσε -στο δικό του πάντα μυαλό- τη δυνατότητα να αγωνίζεται στο 100% των δυνατοτήτων του. Κάπως έτσι ο Χέινς έχασε την σπουδαία ευκαιρία να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο μπροστά σε ένα κοινό που τον λάτρευε στο Ναό του ποδοσφαίρου. Το ιστορικό Γουέμπλεϊ. Το περίεργο είναι πως ο τραυματισμός προήλθε σε ατύχημα με αυτοκίνητο και όχι σε κάποιο γήπεδο, την ίδια περίοδο μάλιστα που τον ήθελαν τόσο η ιταλική Μίλαν όσο και η Τότεναμ του Μπιλ Νίκολσον, στην καλύτερη περίοδο της ιστορίας της.

Ο Νίκολσον ήθελε τον Χέινς για να αντικαταστήσει τον σπουδαίο Τζον Γουάιτ που είχε σκοτωθεί από κεραυνό καθώς έπαιζε γκολφ με τον συμπαίκτη του Τέρι Μέντγουικ το ’64 στην έναρξη της σεζόν και αποτελούσε τότε τον ηγέτη των «σπριρουνιών». Την ίδια περίοδο η Φούλαμ και ενώ βρίσκεται πλέον στην πρώτη κατηγορία, θα κάνει τον Χέινς τον πιο ακριβοπληρωμένο ποδοσφαιριστή στην Βρετανία αμείβοντας τον με 100 λίρες τη βδομάδα, σε μια περίοδο που ο μέσος μισθός στην Αγγλία δεν ξεπερνούσε τις 15 λίρες. Για να καταλάβετε καλύτερα τα μεγέθη της εποχής να πω πως ο μισθός του σπουδαίου εξτρέμ Τζίμι Χιλ της Νόριτς -που είχε πάρει μεταγραφή για 25.οοο λίρες στην Έβερτον- δεν ξεπερνούσε τις 20 λίρες. Οι 20 λίρες ήταν πάνω-κάτω ο μάξιμουμ μισθός ενός κορυφαίου ποδοσφαιριστή της εποχής για την Αγγλία. Σύμφωνα πάντα με τον Τζόνι Τζάιλς της Λιντς -έναν εκ των πιο σκληρών παικτών που γνώρισε ποτέ το άθλημα- ο Τζόνι Χέινς ήταν ο καλύτερος παίκτης που είχε δει ποτέ να αγωνίζεται. Και εκείνα τα χρόνια, για όσους δεν το γνωρίζουν, οι παίκτες της Λιντς δεν είχαν να πουν καλή κουβέντα για κανένα αντίπαλο και για καμία ομάδα.

Ο Τζόνι Χέινς ήταν για 18 χρόνια η «όαση» του Κρέιβεν Κότζατζ για την μικρούλα Φούλαμ και ο παίκτης που χάριζε σπάνιες ποδοσφαιρικές παραστάσεις -και συγκινήσεις- στους φιλάθλους ολόκληρης της Αγγλίας. Οι 658 συμμετοχές του δεν πρόκειται να ξεπεραστούν ποτέ για τον σύλλογο όπως και το γεγονός πως δεν άφησε ποτέ το κλαμπ γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται να διεκδικήσει με αξιώσεις κάποιο τρόπαιο. Όπως και έγινε δηλαδή. Οι Άγγλοι θα τον μνημονεύουν πάντα για εκείνη την απίστευτη εμφάνισή του απέναντι στην Σοβιετική Ένωση στο Γουέμπλεϊ, στις 22 Οκτωβρίου του ’58 όταν και οδήγησε την ομάδα στον θρίαμβο με 5-0, σε μια αναμέτρηση που σκόραρε χατ-τρικ δείχνοντας σε ολόκληρη την Ευρώπη το μέγεθος του -τεράστιου- ταλέντου του. Με το σφύριγμα της λήξης μάλιστα κόντρα στους Σοβιετικούς, συμπαίκτες και απλοί φίλαθλοι σήκωσαν τον Χέινς στον αέρα κάνοντας τον γύρο του θριάμβου και δίνοντάς του να καταλάβει πόσο σπουδαίος ήταν για ολόκληρο το ποδόσφαιρο της Αγγλίας αλλά και για την ίδια τη χώρα που στο πρόσωπό του έβλεπε έναν σπουδαίο «ήρωα».

Στις 17 Ιανουαρίου του 1970 ο Τζόνι Χέινς θα αγωνιστεί για τελευταία φορά μπροστά στο κοινό της Φούλαμ, στην ισοπαλία με 1-1 με την  Στόκπορτ Κάουντρι για την 3η κατηγορία, και λίγους μήνες αργότερα, έχοντας ουσιαστικά αποσυρθεί από την ενεργό δράση, στα 36 του χρόνια, θα αποδεχτεί την πρόσκληση του καλού του φίλου Μπάτζι Μπάιρν, που έχει αναλάβει εκείνα τα χρόνια την Ντούρμπαν Σίτι στη Νότια Αφρική, για να  αγωνιστεί για μία σεζόν με τα χρώματά της, σε -σχεδόν- ερασιτεχνικό επίπεδο. Το τέλος της σεζόν θα τον βρει πρωταθλητή για πρώτη και μοναδική φορά στην τεράστια καριέρα του.

Ο Χέινς θα λατρέψει τη ζωή στην Αφρική και θα παραμείνει εκεί μέχρι τα μέσα του 1980 παίζοντας γκολφ και δίνοντας απλόχερα τις συμβουλές του για την ανάπτυξη του αθλήματος στην αφρικανική χώρα. Η επιστροφή στην Ευρώπη θα τον βρει στο Εδιμβούργο όπου και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 18 Οκτωβρίου του 2005 μετά από τροχαίο, έχοντας ως συνοδηγό την τρίτη του σύζυγο. Στις 29 Αυγούστου του 2009 η Φούλαμ θα τιμήσει τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή τοποθετώντας το άγαλμά του έξω από το γήπεδο της και θυμίζοντας σε όλους πως για την λευκή της φανέλα αγωνίστηκε κάποτε ένας απ’ τους σπουδαιότερους παίκτες που έβγαλε η Αγγλία. Ο Τζόνι Χέινς. Ο κορυφαίος «μαέστρος» του Λονδίνου και ένας απ΄τους μεγαλύτερους αρχηγούς που γνώρισε ποτέ η εθνική Αγγλίας.

Γκι Ρου: Ο άνθρωπος που έφτιαξε την Οσέρ

  [6 Σχόλια]

Ήταν περισσότερα από 50 χρόνια πριν, όταν μια μικρή, παντελώς άγνωστη ομάδα της Βουργουνδίας, έψαχνε προπονητή. Ένας 22χρονος νεαρός έστειλε γραπτά την αίτησή του. Μέσα σε αυτή έγραφε ότι ήταν διατεθειμένος να κάνει τα πάντα γι’ αυτή τη δουλειά, ακόμα και να κόβει ξύλα. Ο γεννημένος στην Αλσατία, αλλά μεγαλωμένος στην περιοχή της μικρής πόλης Οσέρ, Γκι Ρου δεν είχε καμία προπονητική εμπειρία. Ήταν ποδοσφαιριστής, η αλήθεια όμως είναι ότι ποτέ δεν ήταν τόσο καλός και το ήξερε κι ο ίδιος. Γι’ αυτό αποφάσισε να αλλάξει καριέρα. Ο Ρου είχε μόλις επιστρέψει από την Αγγλία όπου κατάφερε να παρακολουθήσει για περίπου ένα μήνα τις προπονήσεις της Κρίσταλ Πάλας (που ήταν στις πολύ χαμηλές κατηγορίες τότε). Αυτά ήταν όλα κι όλα τα προσόντα στο βιογραφικό του.

Ίσως όμως αυτό που μέτρησε παραπάνω ήταν ότι υποσχέθηκε πως θα έχει πάντα ισορροπημένο ισολογισμό, δεν θα ξόδευε τα χρήματα της ομάδας και κυρίως ότι ζητούσε τα λιγότερα χρήματα από τους άλλους υποψήφιους, μόλις 600 γαλλικά φράγκα τον μήνα. Ο πρόεδρος Αμέλ κατέληξε στο Ρου και παρ’ ότι δεν το ήξερε τότε, άλλαξε για πάντα την ιστορία ενός συλλόγου που πιθανότατα δεν θα ήξερε κανείς μας τώρα, μια που όταν ανέλαβε ο Ρου βρισκόταν στην 5η κατηγορία του γαλλικού πρωταθλήματος, στα τοπικά της Βουργουνδίας.

Ο Γκι Ρου χαλάει φωλιές από τυφλοπόντικες… (μη ρωτάτε)

Ο Γκι Ρου δεν έγινε απλά ο προπονητής της Οσέρ, έγινε η ίδια η Οσέρ ξεπερνώντας παραδείγματα όπως του Ευγένιου Γκέραρντ και του Άλεξ Φέργκιουσον. Ο σύλλογος ήταν ουσιαστικά δικός του, αναλαμβάνοντας τα πάντα. Αρχικά πήγε ο ίδιος στους κτηνοτρόφους της περιοχής για να τους πείσει να κάνουν δωρεά την κοπριά τους για το χορτάρι των γηπέδων. Έκανε πάντα τον έλεγχο για την εξωγηπεδική ζωή των παικτών του. Έφτιαξε το δικό του δίκτυο κατασκόπων που τον ενημέρωνε για κάθε παράπτωμα ποδοσφαιριστή. Όταν έγινε γνωστό ότι ο πιτσιρικάς Μπαζίλ Μπολί (που θα γινόταν ένας από τους σπουδαιότερους αμυντικούς στο γαλλικό πρωτάθλημα) έκανε… μαντραπήδα από τις εγκαταστάσεις της Οσέρ τις νύχτες, ο Γκι Ρου πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Ο Μπολί πήδηξε τα κάγκελα, αλλά βρήκε το παπί του κλειδωμένο με λουκέτο και τον κόουτς να κρατάει το κλειδί. Μάλιστα ο Μπολί για τιμωρία έπρεπε να πληρώσει από τον μισθό του, τα έξοδα για το λουκέτο. Ήταν τέτοια η ενασχόληση του Γάλλου προπονητή με τους παίκτες, που η γαλλική κωμική σειρά Les Guignols με τις κούκλες τον παρουσίαζε σε επεισόδιο να βάζει τους ποδοσφαιριστές του για ύπνο και να τους σκεπάζει. Ο αστικός μύθος λέει ότι έχει θεαθεί μεταμεσονύχτια να τραβάει παίκτες από το γιακά έξω από νυχτερινά κέντρα, ενώ τον έχουν δει χαράματα να είναι έξω από το σπίτι ποδοσφαιριστών και να βάζει τα χέρια στη μηχανή για να δει αν είναι ακόμα ζεστή ή να ελέγχει τα χιλιόμετρα του αυτοκινήτου.

Για όποιον ξέρει γαλλικά αξίζει, περίπου στο 1′ είναι στο.. μαιευτήριο για να βρει νέα ταλέντα

O Γκι Ρου ήταν ο μπαμπάς του λόχου. Όχι όμως ο καλοκάγαθος πατερούλης. Το αντίθετο. Όλοι μιλάνε για έναν μικρό δικτάτορα κι οι εχθροί του λένε για έναν τύραννο. Έτσι όμως, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια, ο Γκι Ρου κατάφερε να κοουτσάρει την Οσέρ για πάνω από 2000 αγώνες και να σπάσει κάθε ρεκόρ με 44 σεζόν στους πάγκους της ομάδας. Από τα χέρια του βγήκαν μερικά από τα μεγαλύτερα ταλέντα του γαλλικού ποδοσφαίρου. Ερίκ Καντονά, Τζιμπρίλ Σισέ, Φιλίπ Μεξές, Λοράν Μπλαν, Μπαζίλ Μπολί. Ο Ρου ξεκίνησε το 1961 ως παίκτης-προπονητής, αλλά σύντομα αρκέστηκε μόνο στο δεύτερο. Το 1979 η Οσέρ έφτασε στον τελικό του κυπέλλου Γαλλίας (χάνοντας στην παράταση από την πρωταθλήτρια Ναντ), παρ’ ότι ομάδα Β’ εθνικής και την επόμενη σεζόν ανέβηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της στη Λιγκ 1. Κατέκτησε 4 κύπελλα Γαλλίας, 1 Ιντερτότο και έφτασε στην μεγαλύτερη στιγμή της ιστορίας της το 1995-96 όταν και κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα και ταυτόχρονα νταμπλ στην ιστορία της. Με παίκτες όπως οι Μπλαν, Ταρίμπο Γουέστ, Γκιβάρς, Ντανζού, Λαμουσί και Μαρτάν. Ο Ρου δεν έμενε στάσιμος, ψαχνόταν πάντα, άλλαζε τακτικές, αλλά όχι χαρακτήρα.

Είχε όμως και ευρωπαϊκές πορείες με μεγάλες νίκες απέναντι σε ομάδες όπως η Μίλαν ή αργότερα ο Άγιαξ του φαν Γκαλ τον οποίο και απέκλεισε για να φτάσει στα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ και να χάσει στα πέναλτι από τη Ντόρτμουντ. Ο Ρου γνωρίζοντας ότι η Οσέρ δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταγωνιστεί πλούσιες ομάδες είχε αποφασίσει η ομάδα να επενδύει στις Ακαδημίες. Αυτό έκανε όταν το 1980 κέρδισε την άνοδο στη Λιγκ 1. Αντί η ομάδα να κάνει μεταγραφές, έριξε όλα τα χρήματα στις υποδομές.

Επική διαφήμιση με τον Γκι Ρου να αναλαμβάνει παίκτη, να τον γυμνάζει, να του μαγειρεύει και στο τέλος να του χαλάει το τυχερό

Οι ιστορίες για τη ζωή του Γκι Ρου είναι τόσες πολλές που δεν χωράνε σε ένα κείμενο. Όπως αυτή που διηγήθηκε για το ταξίδι του στην Κούβα το 1993 για διακοπές. Ένα βράδυ και ενώ κοιμόταν, κατά τις 5 το πρωί η πόρτα του χτύπησε. Ήταν η αστυνομία και του είπε να ντυθεί γιατί τον ήθελε ο… αρχηγός του κράτους. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχεις πολλές επιλογές. Ο Γκι Ρου ετοιμάστηκε και πήγε στον Φιντέλ Κάστρο. Ο Κάστρο δεν άντεχε να βλέπει τα παιδιά της χώρας να παίζουν μπέιζμπολ (για όσους δεν γνωρίζουν η Κούβα είναι μεγάλη μπειζμπολομάνα), ένα αμερικάνικο άθλημα. Τα μικρά «κουβανεζάκια» πρέπει να μάθουν ποδόσφαιρο, που είναι το άθλημα των επαναστατών. Γι’ αυτό προτείνει στο Ρου να αφήσει την Οσέρ να έρθει να μάθει μπαλίτσα στη νεολαία της χώρας και αν σε δυο χρόνια τα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο αντί για μπέιζμπολ θα του χαρίσει ένα νησί (!). Ο Ρου σύμφωνα με τα λεγόμενά του αρνήθηκε, πρότεινε να έρθει μετά από ένα χρόνο για να διδάξει προπονητές, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Γνωστός τσιγκούνης (λέγεται ότι καλούσε δημοσιογράφους για δείπνο και στο τέλος τους έλεγε: «η εφημερίδα σου τα πάει καλά, πουλάει αρκετά» για να πληρώσουν αυτοί), έχει παίξει σε πολλές διαφημίσεις επειδή ακριβώς «για να το αγοράζει αυτό ο Ρου, θα είναι ευκαιρία», ενώ το Football Manager κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1993 ως Γκι Ρου Μάνατζερ προς τιμήν του. Η προσωπικότητά του ξεφεύγει από το αθλητικό. Πολλοί λένε, ότι αν θέλει κάποιος να βγει δήμαρχος στην Οσέρ πρέπει να έχει τον Ρου μαζί του. Ο Σιράκ του έστελνε κάρτες τα Χριστούγεννα, ο Ζοσπέν ήταν φίλος του από τον στρατό, ενώ λέγεται ότι οι υπουργοί του Μιτεράν δεν έβρισκαν τον Πρόεδρο ποτέ, ενώ αν έπαιρνε ο Γκι Ρου, ο Φρανσουά το σήκωνε αμέσως.

Ο Γκι Ρου ήταν προπονητής της Οσέρ από το 1961 μέχρι το 2005. Με δύο μικρές διακοπές, μία όταν πήγε στρατό και μία πολύ αργότερα όταν αποφάσισε να γίνει τεχνικός διευθυντής, αλλά πολύ γρήγορα αναγκάστηκε να γυρίσει στους πάγκους της Οσέρ. Τελικά εγκατέλειψε την ομάδα με τον δικό του τρόπο, φεύγοντας σαν νικητής, μετά την κατάκτηση του κυπέλλου το 2005 (δυο χρόνια πριν το είχε κατακτήσει και πάλι, με μια καταπληκτική ομάδα με Σισέ, Μεξές, Καπό, Φαντιγκά απέναντι στην ΠΣΖ του Ροναλντίνιο). Ο Ρου έκανε ένα αποτυχημένο πέρασμα από τη Λανς δυο χρόνια αργότερα, όταν υπέγραψε διετές συμβόλαιο, αλλά έμεινε μόλις για 4 ματς και μετά έφυγε. Παρά τη συνταξιοδότησή του συνεχίζει να εμφανίζεται με διάφορα σχόλιά του. Το 2016 σε ένα φιλικό Γαλλίας-Ελβετίας στο Πιερ Μορουά της Λιλ δεν άντεξε να μη μιλήσει για το άθλιο χορτάρι. «Στη Γαλλία φτιάχνουμε AirBus, αλλά δεν ξέρουμε να κάνουμε χλοοτάπητες. Φτιάχνουμε ωραίους κήπους με λουλούδια, θάμνους σε σχηματισμούς, αλλά με το χορτάρι δεν ασχολούμαστε. Το μόνο γήπεδο με καλό χορτάρι είναι αυτό της ΠΣΖ και δεν είναι τυχαίο. Έφεραν άνθρωπο από την Αγγλία για να το φροντίζει». Πρόσφατα ήρθε σε κόντρα με τον Ζαν Πιερ Παπέν, όταν το όνομα του τελευταίου ακούστηκε για τον πάγκο της Οσέρ. Ο Ρου δεν ενέκρινε την επιλογή (η Οσέρ άντεξε επτά χρόνια χωρίς τον Γκι Ρου και το 2012 υποβιβάστηκε) και μίλησε υποτιμητικά για τον παλιό επιθετικό, ενώ μόλις πέρσι ξεσήκωσε αντιδράσεις όταν είπε ότι ο Πορτογάλος Ρενάτο Σάντσες αποκλείεται να είναι 18 και πρέπει να είναι 23 με 24. Στα 78 του συνεχίζει να σχολιάζει, να έχει άποψη και τη ζωντάνια που τον έκανε για 44 σεζόν να κάθεται στους πάγκους. Ένας παλιομοδίτης προπονητής με ένα αντιαισθητικό σκουφί, το στερεότυπο του Γάλλου επαρχιώτη, που κατάφερε όχι απλά να επιβιώσει στο ποδόσφαιρο, αλλά να αφήσει μια τεράστια κληρονομιά στο γαλλικό ποδόσφαιρο.

«Δεν είναι εύκολο να τα καταφέρεις για 44 χρόνια σε μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων, αν δεν έχεις τηλεοπτικό κανάλι, εργοστάσιο αυτοκινήτων ή δεν είσαι πρίγκιπας.»
– Γκι Ρου