Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Σκέφτομαι και γράφω'

Όταν μεγαλώσουμε, μπορεί να γίνουμε χαζοί σαν αυτούς

  [3 Σχόλια]

Θα σας διηγηθώ μια ιστορία, αληθινή ή ψεύτικη δεν έχει σημασία

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η οικογένεια του μικρού, ας τον πούμε Κ, έφτασε σε μια νέα πόλη και μπήκε στο καινούργιο της σπίτι. Σε μια περιοχή μακριά από το κέντρο. Μια όμορφη περιοχή μέσα στην φύση. Ιδανική για να μεγαλώνεις παιδιά. Το μόνο πράγμα που δεν άρεσε στους γονείς ήταν πως το σχολείο βρισκόταν στην πιο κακόφημη γειτονιά. Μια γκρίζα γειτονιά, άσχημη και μουντή, στην οποία ζούσαν αυτοί που, θεωρητικά, ανήκαν στα «χαμηλότερα» κοινωνικά, και οικονομικά, στρώματα. Αυτό το σχολείο είχε τη φήμη του χειρότερου της πόλης. Το οξύμωρο ήταν πως το σχολείο που θεωρούνταν το «καλύτερο» της πόλης απείχε μόλις στα τέσσερα λεπτά, από εκεί, με τα πόδια. Σε αυτό φοιτούσαν παιδιά από πιο δυνατές, οικονομικά, οικογένειες. «Βρε πάρε το παιδί να το γράψεις και εσύ εδώ» έλεγε συνεχώς στον πατέρα του Κ. ένας γείτονας και φίλος. Ανένδοτος αυτός: «Δεν μου αρέσουν αυτά. Γιατί τι θα πάθει; Παιδιά εδώ – παιδιά και εκεί. Θα κάνει και νέους φίλους και θα βλέπει τον γιο σου τα απογεύματα».

Στο σχολείο, χωρίς υπερβολή, υπήρχαν πολλά ατίθασα παιδιά που έμπλεκαν συνεχώς σε φασαρίες. Αν και με τη λέξη «ατίθασα» είμαι πολύ επιεικής. Δεν είναι άλλωστε και το πιο σύνηθες, για ένα παιδί, να πάει στην τουαλέτα, στην Πέμπτη Δημοτικού, και να δει τον συμμαθητή του να καπνίζει. Εκτός και αν μιλάμε για το Χάρλεμ της δεκαετίας του ’70 (Ακούγεται κάρφωμα σε μπασκέτα με σιδερένιο διχτάκι και Φάνκι Ντίσκο μουσική). Σε αυτό το σχολείο ο Κ. δεν έκανε πραγματικούς φίλους, αν και υπήρχαν αρκετά παιδάκια που έβρισκε κοινά μαζί τους. Συνάντησε όμως μερικούς από τους πιο ταλαντούχους μικρούς ποδοσφαιριστές. Και αυτό του άρεσε πολύ ίσως και περισσότερο. Μερικοί ήταν πραγματικοί ζογκλέρ. Έκαναν πράγματα με την μπάλα, φορώντας τζιν, και όχι ποδοσφαιρικά παπούτσια, που δεν τα έβλεπες ούτε στην τηλεόραση. Εννοείται πως όλοι περνούσαν πρώτοι σε όλα τα καθιερωμένα τεστ που γινόντουσαν από προπονητές που έψαχναν για ταλέντα αλλά, εννοείται και πάλι, πως κανένας δεν πήγε ποτέ σε καμία κανονική ομάδα ποδοσφαίρου, ή αν πήγε – έφυγε μετά από 2-3 προπονήσεις,  αφού ήταν ανένταχτοι και στη πορεία τους κέρδιζαν συνεχώς άλλα «σπορ». Ο Κ. έπαιζε και αυτός καλή μπάλα, όχι σαν αυτούς, αλλά καλή, και επειδή ήταν και ο πιο δημοφιλής, και καλύτερος μαθητής, της τάξης, είχε κερδίσει την θέση του στην βασική εντεκάδα της ομάδας του σχολείου, ως επιθετικός, λογικά σε σύστημα 2-3-5 ή 2-8.

Στην πρώτη εκδρομή της χρονιάς, τα δύο σχολεία συνέπεσαν, για κακή τους τύχη, στον ίδιο χώρο. Στο Μαρακανά της πόλης, το Σάλτσινο. Η περιοχή εδώ και πολλά χρόνια φυσικά και έχει δώσει την θέση της σε πολυκατοικίες Το κακόφημο από τη μία και το λαμπερό από την άλλη. Οι εικόνες θα μπορούσαν πολύ εύκολα να φέρουν στο μυαλό ολόκληρες σελίδες από το εξαιρετικό βιβλίο «Ο πόλεμος των κουμπιών» του Λουί Περγκό. Ο Κ. όπως ήταν λογικό είχε πάει να βρει τους πολλούς φίλους που είχε στο απέναντι σχολείο. Αυτό του «εχθρού». Το πιο φυσιολογικό ήταν να λήξει η εκδρομή με ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου ανάμεσα στα δύο σχολεία. Όπως και έγινε. Ένα ματσάκι που οργανώθηκε, και στήθηκε, αμέσως από τους δύο γυμναστές που είχαν και τον ρόλο των διαιτητών – και όχι των προπονητών. Οι εντεκάδες βγήκαν απ’ τα παιδιά και εννοείται δεν θα υπήρχαν αλλαγές. Οι 22 καλύτεροι. Ήταν άλλωστε θέμα τιμής. «Δεν πρόκειται να χάσουμε από τους φλώρους», έλεγαν οι μεν. «Δεν πρόκειται να χάσουμε από τους αλήτες», οι δε. Το παιχνίδι μύριζε μπαρούτι και ήταν σχεδόν βέβαιο πως δεν θα έληγε αναίμακτα αλλά ούτε και σε αθλητικά πλαίσια. Η σέντρα έγινε κάτω από τις επευφημίες των κοριτσιών που έτρωγαν κρουασάν και φώναζαν «βίαια» συνθήματα όπως: «Bρέξει χιονίσει ο K. θα κερδίσει» και άλλα τέτοια αθώα, αφού, συγγνώμη που δεν  το ανέφερα, όλες ήταν ερωτευμένες μαζί του.

Με το σκορ στο 0-0, και το χρονόμετρο να έχει φτάσει στο δέκατο λεπτό, ένας από τους καλύτερους παίκτες των «φλώρων», κολλητός του Κ. και καλός μαθητής, με έμφαση στο γκολ αλλά και στους έρωτες, αφού δεν είχε αφήσει κορίτσι για κορίτσι ήσυχο, θα ανοίξει το σκορ με δυνατό σουτ και θα κάνει το λάθος να πανηγυρίσει έντονα στα μούτρα του στόπερ και μεγαλύτερου καβγατζή που έχει βγάλει ποτέ Δημοτικό σχολείο. Όχι στην περιοχή. Στον κόσμο. Ουδείς έμαθε τι έκανε μετά το Δημοτικό και που μπορεί να βρίσκεται. Αν δεν δουλεύει ως πορτιέρης σε κάποιο μπαρ του Μεξικού, ίσως βασανίζει ανθρώπους σε κάποια εμπόλεμη ζώνη. Η αντίδραση φυσιολογική και άκρως πολιτισμένη αν έχεις μεγαλώσει με Κόναν ο Βάρβαρος και Μπρους Λι. Δεν χρειάζονται κουβέντες και λοιπά φρου-φρου. «Γιού Τζέιν – Άιμ Τάρζαν». Δύο χέρια στο λαιμό του σκόρερ και μια κουτουλιά που τον έριξε φαρδύ πλατύ στο χωματένιο γήπεδο. Το παιχνίδι διεκόπη. Ο νεαρός τραμπούκος πήρε αποβολή για μια βδομάδα, για να συνετιστεί, και στην διάρκειά της την είχε στήσει έξω από το σχολείο, στα κάγκελα, και έβριζε τους δασκάλους καπνίζοντας. Ήταν άλλωστε 11 ετών. Μπορούσε να κάνει τα πάντα.

Η ντροπή ήταν μοιρασμένη. Απ’ τη μία το 1-0, και ας έγινε διακοπή. Η ήττα είναι ήττα. Απ’ την άλλη, η μη αντίδραση του σκόρερ στο ξύλο που έφαγε μπροστά σε δασκάλους, συμπαίκτες και κορίτσια, τα οποία για μια βδομάδα τον είχαν γραμμένο. Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, τάμπλετ και VAR, κανονίστηκε ρεβάνς. Στα κρυφά. Μόνο οι 22 και χωρίς δασκάλους, και οπαδούς. Έδρα το οικόπεδο που θεωρούνταν τότε ως η Μέκκα των χωμάτινων της περιοχής. Στου Γιάννη του Κοκκάλα. Μέχρι ξύλινα τέρματα υπήρχαν. Μέρα και ώρα διεξαγωγής: Πρωινό Σαββάτου, αμέσως μετά το τέλος των GI Joe, ώστε να έχει τελειώσει, όταν θα άρχιζε το Σούπερ Σάββατο. Η αναμέτρηση μύριζε αίμα και, ειλικρινά, τώρα που το σκέφτομαι ξανά δεν μπορώ να βρω το λόγο που κατέβηκαν οι «φλώροι». Ήταν το πρώτο σπουδαίο «αθλητικό» μάθημα για τον K. Αυτό το «χάνετε ή τρώτε ξύλο» μπορούσες να το καταλάβεις με την σέντρα. Ό,τι ζητούσαν οι μεν, δεν το έδιναν οι δε. Αν έφευγαν θα έτρωγαν ξύλο. Αν σκόραραν πάλι θα έτρωγαν ξύλο. Η λύση ήταν μία. Να χάσουν. Δεν ξέρω πόσο έληξε το παιχνίδι και δεν είχε καμία σημασία αφού δεν παίχτηκε επί ίσοις όροις. Η νίκη για τους ηττημένους ήταν να γλιτώσουν το ξύλο, κάτι που στην τρυφερή ηλικία των 11-12 ήταν πολύ σημαντικότερο. Μεγαλώνοντας μαθαίνεις και άλλες έννοιες όπως ο σεβασμός.

Ο Κ. μεγάλωσε. Έπαιξε ποδόσφαιρο, έπαιξε μπάσκετ, και λάτρεψε τον αθλητισμό. Κάτι που συνεχίζει να κάνει ακόμα και σήμερα. Δυστυχώς και ας έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια συνεχίζει να βλέπει εκείνα τα φοβισμένα πρόσωπα των παιδιών που βρέθηκαν εκείνη τη μέρα αντίπαλοι με την ομάδα του, χωρίς διαιτητές, σε μια νίκη που δεν μπόρεσε να την χαρεί. Ευτυχώς όχι σε πρόσωπα παιδικά αλλά σε διαφόρων παραγόντων, σε αρκετών παικτών και δημοσιογράφων, και φυσικά χιλιάδων οπαδών. Μια δίκαιη νίκη μπορεί να φαίνεται έτσι στο γήπεδο και να έχει κριθεί εκτός αυτού με χίλιους δυο τρόπους. Έχουμε ακούσει και δει τόσα και τόσα. Δυστυχώς όταν μεγαλώνεις και συνειδητοποιείς πως γύρω σου βλέπεις συνεχώς ανθρώπους που κάνουν σημαία τέτοιες νίκες και τέτοιες συμπεριφορές το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να λυπηθείς. Και για την κατάντια σε προσωπικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο αθλητισμού. Πως είναι δυνατόν άνθρωποι που δείχνουν σοβαροί στην κοινωνία, οικογενειάρχες με παιδιά να συμπεριφέρονται πολλές φορές ως οι χειρότεροι κάφροι μπροστά σε μια φανέλα και ένα σήμα και να μην σηκώνουν κουβέντα για τον πρόεδρο, τον ηγέτη. Πόσο μίζερη πρέπει να είναι η καθημερινότητα για να βρίσκει κάποιος χαρά και να νιώθει δυνατός μόνο μέσα από την δύναμη κάποιου άλλου. Αναπάντητα ερωτήματα στην καθημερινότητα του ελληνικού ομαδικού αθλητισμού εδώ και τόσα χρόνια.

Δεν ξέρω γιατί τα γράφω όλα αυτά και γιατί θυμάμαι αυτή την ιστορία μετά από τόσα πολλά χρόνια. Ίσως επειδή ζω σε μια χώρα όπου η κλεψιά έχει φτάσει να  θεωρείται μαγκιά και ο φόβος του αντιπάλου θεωρείται πλέον ως επίδειξη δύναμης -και όλο αυτό μόνο αηδία μπορεί να προκαλέσει σε ανθρώπους που αγαπούν τον αθλητισμό ως αυτό που πραγματικά είναι. Μια χώρα που ο εκάστοτε «πρόεδρας» θεωρείται μάγκας επειδή πετσόκοψε τον αντίπαλο λες και είναι ο Στράτος ο Καραμάνης στο «Μικρό ψάρι» του Οικονομίδη. Εκεί που δεν υπάρχει αντίδραση στην κάθε κακή δράση – από αυτούς που πρέπει. Εκεί που χαίρεσαι επειδή ο τραμπούκος που ηγείται, και εκπροσωπεί, πολλές φορές, φορώντας πλέον πουκάμισο και σακάκι, και όχι την φανέλα της ομάδας, της «θρησκείας», ξαφνικά δεν είναι τραμπούκος αλλά «κύριος» στα δικά σου μάτια, επειδή πολύ απλά η ομάδα κέρδισε, και ας ξέρεις, πως αυτή η νίκη δεν ήρθε με την αξία της. Δίκαια. Δεν σε νοιάζει και πολύ, έτσι δεν είναι. Όπως έγραψε άλλωστε, διηγούμενος μια ιστορία μέσα από τα μάτια των παιδιών, και ο Περγκό: «Όταν μεγαλώσουμε μπορεί να γίνουμε χαζοί σαν αυτούς».

Γι’ αυτούς τους σούπερ ήρωες να ψάχνεις

  [5 Σχόλια]

Και τι κάνουν οι σούπερ ήρωες όταν γεράσουν, με ρώτησε ο μικρός, με ένα βλέμμα γεμάτο απορία, όταν του έδειξα μερικά παλιά κόμικ, της Marvel, από την συλλογή μου. Ξέρω και εγώ, του απάντησα. Λογικά ζουν και αυτοί μια φυσιολογική ζωή όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Βγάζουν τη στολή του σούπερ ήρωα, την χώνουν σε κάποια σκονισμένη αποθήκη, και μπορούν, επιτέλους, να ξεκουραστούν. Ο μικρός συνέχισε να με κοιτά με απορία. Αλήθεια τώρα, βγάζουν τη στολή του σούπερ ήρωα – για πάντα; Και ζουν μια απλή και βαρετή ζωή; Κι όμως, αυτό κάνουν, του είπα. Πριν την φορέσουν, για πρώτη φορά, και αυτοί ήταν άνθρωποι απλοί και καθημερινοί και αρκετοί δεν είχαν ζήσει μια εύκολη και καλή ζωή. Όπως πολλοί από εμάς. Έτσι, φορώντας τη στολή τους, μπορούσαν να κρύψουν τα όποια προβλήματα είχαν και να λειτουργήσουν ως «κάποιος άλλος». Ως κάποιος δυνατός και, πολλές φορές, ανίκητος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ποδοσφαιριστές, συνέχισα. Ο μικρός πάγωσε. Πως είναι ένας ποδοσφαιριστής όταν δεν φοράει την στολή του, με ρώτησε. Όπως όλοι μας. Με πάθη και λάθη. Απλά αυτή η στολή, όταν τη φοράει, τον μεταμορφώνει σε σούπερ ήρωα μόνο εντός των τεσσάρων γραμμών. Έχεις ακούσει το όνομα του Βραζιλιάνου Πελέ;

Άρχισα να του λέω για πολλούς, «αρχαίους», παίκτες από την Βραζιλία. Παίκτες «μαέστρους» που έφτιαξαν, εν πλήρη αγνοία τους, τη θέση του οργανωτή, τη θέση για το ντελικάτο νούμερο 10. Μια θέση που, δυστυχώς, ολοένα και την βλέπουμε λιγότερο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Πως δηλαδή ο Ζαίρ Ντα Ρόζα Πίντο, γνωστός στον κόσμο ως Ζαζά, πρωτοφόρεσε τη στολή του σούπερ ήρωα της Σελεσάο, και πως με το 10 στην πλάτη, μεταμορφώθηκε από ένας, σχεδόν, καχεκτικός άνθρωπος, στον απόλυτο οργανωτή του Μουντιάλ του ’50. Ο Οσβάλντο, ή Μπαλτάζαρ, λόγω των μαγικών που έκανε με τη μπάλα την ίδια πάνω κάτω περίοδο, ο άνθρωπος που ήταν ο δημιουργός του 90% των γκολ της Βραζιλίας στους αγώνες κατάταξης του Μουντιάλ του ’50. Ο Ρομπέρτο «ο Δυναμίτης» στα 70s. Ο αρτίστας Ζαϊρζίνιο και ο σπουδαίος Κανοτίνια στα 60s: o «εγκέφαλος» όπως τον αποκαλούσε ο διεθνής Τύπος. Ο σπουδαίος Ζίκο και, πολύ αργότερα, οι δικοί μας Ριβάλντο και Ροναλντίνιο που μας απογοήτευσαν, στην πορεία, στηρίζοντας τον ακροδεξιό Μπολσονάρο. Οι μάγοι μιας σύγχρονης για εμάς εποχής αλλά αρχαίας για τα παιδιά που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Πλέον δεν βγάζει σούπερ ήρωες το ποδόσφαιρο ή καλύτερα: δεν βγάζει όσους έβγαζε παλιότερα.  Τα τελευταία χρόνια η στολή του σούπερ ήρωα της Σελεσάο έχει βρεθεί στο συρτάρι του Νεϊμάρ. Ευτυχώς,  για την ομάδα – δυστυχώς για τον ίδιο, δεν χρειάστηκε να τη φορέσει στο τελευταίο Κόπα Αμέρικα και η Βραζιλία έφτασε, εύκολα, στην κατάκτηση του τροπαίου, μετά από ένα σωρό μεγάλες αποτυχίες.

Μα γιατί μου τα λες όλα αυτά, συνέχισε ο μικρός. Για τον απλό λόγο πως πολλές φορές οι, κοινωνικά και οικονομικά, δυνατοί όταν φορούν αυτή τη στολή, του σούπερ ήρωα δηλαδή, το σώμα τους δεν μπορεί να την αφομοιώσει και, συνήθως, το όλο εγχείρημα καταλήγει σε αποτυχία. Δες τον Μέσσι. Πως αντιδρά το σώμα του όταν φοράει τη στολή του Ντιέγκο; Τις περισσότερες φορές χάλια. Σωστά. Το ίδιο συμβαίνει με τον Νεϊμάρ. «Ο ενθουσιασμός στο ποδόσφαιρο είναι το παν», έλεγε ο Πελέ, «Πρέπει να είναι τεταμένος και να πάλλεται όπως η χορδή μιας κιθάρας. Μόνο έτσι θα βγει μια άρτια μελωδία». Αυτός ο ενθουσιασμός δεν μπορεί να δημιουργηθεί, ή να βγει στην επιφάνεια με πίεση αλλά μόνο φυσικά. Πρέπει να είναι αυθόρμητος. Μόνο τότε μπορεί να λειτουργήσει θετικά, φέρνοντας επιτυχίες.

Ο Πελέ είχε δεχθεί σωματική βία όταν ήταν μικρός από συγγενικό του πρόσωπο, κάτι που το κουβαλούσε πάντα μέσα του, και που λογικά το κουβαλά ακόμα. Είχε βιώσει τον σκληρό φυλετικό ρατσισμό, όταν στα 15 του είδε τον πατέρα της λευκής, πρώτης κοπέλας του, να τον βρίζει δημοσίως, λέγοντάς τον αράπη, μπροστά της, με αποτέλεσμα η σχέση να τελειώσει με πολύ σκληρό τρόπο για ένα μικρό παιδί. Είδε τον εαυτό του να παίζει με σκισμένα παπούτσια ή ακόμα και ξυπόλητος στα πρώτα τουρνουά που ο κόσμος ήρθε σε επαφή με το σπάνιο ταλέντο του και είδε αρκετά πλούσια παιδιά να τον χλευάζουν γι’ αυτό. Είδε τον εαυτό του να χάνει το κρίσιμο πέναλτι, ως πρωτοετής στις ακαδημίες της Σάντος, με την ομάδα του να χάνει και το τουρνουά. Αν δεν υπήρχε μάλιστα ο φροντιστής της ομάδας, κάποιος Σαμπουζίνιο, να του πει πως απαγορεύεται να βγει κάποιος ανήλικος από τα κτίρια της ομάδας, δίχως γραπτή δήλωση από κηδεμόνα, ο νεαρός Πελέ θα είχε πηδήσει τη μάντρα και θα είχε γυρίσει στο ταπεινό του σπίτι. Ίσως να είχε σταματήσει και το ποδόσφαιρο.

Δέχθηκε αμέτρητο, βρώμικο και αντιαθλητικό ξύλο τόσο στο Μουντιάλ του ’62, όσο και σε αυτό του ’66, και κατάφερε να επιστρέψει πιο δυνατός και να φτάσει και πάλι στην κορυφή. Έμαθε να παίζει τόσο με τραυματισμένα πόδια όσο και με πληγωμένη ψυχή, όπως τόσοι και τόσοι ποδοσφαιριστές εκείνων των ετών, και να νικάει. Ο λόγος απλός. Η μετάλλαξη από απλό άνθρωπο σε σούπερ ήρωα όταν φορούσε τη φανέλα της εθνικής. Την ιδρωμένη, ματωμένη και γεμάτη από προβλήματα φανέλα μιας χώρας που είχε επιβιώσει από μεγάλες τραγωδίες. Όπως φυσικά και ο ίδιος. Όπως κάθε απλός και ταπεινός άνθρωπος από αυτούς που συναντάμε κάθε μέρα δίπλα μας και που πολλές φορές προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σκέφτονται ή τι είναι αυτό που τους βασανίζει, όταν δείχνουν χαμένοι σε σκέψεις και προβλήματα.

Στις μέρες μας ακούμε ολοένα και συχνότερα την φράση «Παλιά οι παίκτες έπαιζαν για τη φανέλα». Προσωπικά ενστερνίζομαι απόλυτα αυτή τη φράση για ένα απλό λόγο. Εκείνη η φανέλα, η στολή, σου έδινε όντως πράγματα που δεν υπάρχουν στις μέρες μας και ακόμα και αν ήταν λιτή και απέριττη, μακριά από το βάρος αθλητικών εταιριών και χορηγών αξίας δισεκατομμυρίων, λερωμένη και μπαλωμένη, ζύγιζε πολλά κιλά παραπάνω γιατί μπορούσε να δώσει στον παίκτη ένα όραμα και να τον μετατρέψει σε κάτι άλλο. Σε κάτι δυνατό, εξωπραγματικό, πάνω από τις ανθρώπινες δυνάμεις. Ο Μέσσι, πλησιάζει τα 32, είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη όταν φοράει τη φανέλα της Μπάρσα, και ήδη απ’ τα 27 του είχε δηλώσει πως αποσύρεται από την εθνική μη μπορώντας να διαχειριστεί το βάρος μιας (και παραπάνω) αποτυχίας.

Το 1971 ο Πελέ έβγαλε για τελευταία φορά την φανέλα της Σελεσάο, ή αν προτιμάτε τη στολή του σούπερ ήρωα με το νούμερο 10 στην πλάτη. Λίγα χρόνια αργότερα, έβγαλε και τη φανέλα της θρυλικής Σάντος και την έκανε για τη Νέα Υόρκη, σε μια περίοδο που οι Αμερικάνοι είχαν κάνει ένα νέο, και μεγάλο άνοιγμα, στο Soccer. O Πελέ έχει κατηγορηθεί ως φιλοχρήματος, ως άνθρωπος του συστήματος, ως κάποιος που ξέχασε από που ξεκίνησε και είδε την δόξα και το χρήμα να αλλοιώνουν κατά πολύ τον χαρακτήρα του λες και ήταν πολιτικός με αριστερές καταβολές που μπήκε στο ΠΑΣΟΚ στα 80s στη χώρα μας. Πολλά ισχύουν, αυτή είναι δυστυχώς η αλήθεια, για κάποιον που απέχει υπερβολικά από το προφίλ του «επαναστάτη» Ντιέγκο. Του ανθρώπου δηλαδή που θα βλέπει πάντα απέναντί του στην αιώνια κόντρα για τον «καλύτερο του κόσμου». Το σκάνδαλο που βγήκε στην επιφάνεια όταν ήταν Υπουργός Αθλητισμού της χώρας και ο ιστορικός συμβιβασμός του με τον Πρόεδρο της ΠΟΒ Ρικάρντο Τεϊσέιρα, υπό το βλέμμα του Ζοάο Χαβελάνζε, θα τον ακολουθεί για πάντα. και θα ρίχνει πολλές σκιές στην γεμάτη από φως ποδοσφαιρική του καριέρα. Σκιές καλές και κακές, σκιές ανθρώπινες, όπως οι παρακάτω.

Το μεγαλείο της ανωτερότητας. Πόσο δύσκολο είναι να βλέπεις τους συνεχιστές σου να εκφράζονται με τα καλύτερά τους λόγια για τον άσπονδο εχθρό σου; Σίγουρα πολύ δύσκολο. Κι όμως ο Πελέ δεν κράτησε καμία κακία σε παίκτες όπως ο Ροναλντίνιο και ο Ριβάλντο όταν αυτοί τάχθηκαν υπέρ του Ντιέγκο Μαραντόνα στην κόντρα -και στο αιώνιο ερώτημα- για το ποιος είναι ο καλύτερος εκ των δύο. Ο Πελέ δεν είχε κρύψει, εννοείται, την λύπη του όταν στην ψηφοφορία, στις αρχές του 2000, ο Αργεντινός είχε πάρει 4.000 ψήφους περισσότερες από τον ίδιο, με πολλές εξ αυτών να είναι από συμπατριώτες του.

Η ειρωνεία της τύχης. Ο Πελέ δεν σταμάτησε να κάνει ποτέ δριμεία κριτική στον Μαραντόνα για την εξωγηπεδική του ζωή και τη σχέση που είχε (και έχει) με διάφορες ουσίες και κυρίως με την κοκαΐνη. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο δύσκολο ήταν να διαχειριστεί ο ίδιος μια τέτοια κατάσταση με άμεσα εμπλεκόμενο τον γιο του, το 2005. Ο πρώην τερματοφύλακας, Εντίνιο Ντονασιμέντο, εγκατέλειψε την ενεργό δράση το ’99 και λίγα χρόνια αργότερα, το 2005, βρέθηκε μπλεγμένος, μαζί με ακόμα 50 άτομα, σε σπείρα διακίνησης ναρκωτικών, έχοντας σχέσεις με το οργανωμένο έγκλημα του Σάο Πάολο και του Ρίο Ντε Τζανέιρο. «Νιώθω αποτυχημένος» είχε δηλώσει εμφανώς απογοητευμένος ο Πελέ, μιας και γνώριζε πως αυτό που τόσα χρόνια ο ίδιος πολεμούσε τώρα του χτυπούσε βιαίως την πόρτα. Ο Εντίνιο ήταν παράλληλα και χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Το 2013 οδηγήθηκε στη φυλακή, έχοντας απαλλαγεί από τις κατηγορίες για εμπορία ναρκωτικών χωρίς όμως να γλιτώσει αυτές για ξέπλυμα χρήματος.

Η κόρη εκτός γάμου. Το 1978 εν μέσω του Μουντιάλ της Αργεντινής η γυναίκα του Βασιλιά, η Ροσέ, έφερνε στον κόσμο το τρίτο τους παιδί, το όνομά του, Τζένιφερ. Λίγες μέρες αργότερα, και ενώ ο Πελέ δεν βρίσκεται στην Βραζιλία αλλά στην Αργεντινή ως σχολιαστής, ανακοινώθηκε το διαζύγιο. Αυτό όμως που εξόργισε περισσότερο τον ίδιο, δεν ήταν το διαζύγιο μιας σχέσης που είχε βαλτώσει αλλά το γεγονός πως λίγα χρόνια αργότερα η Ροσέ κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για τα χρόνια της δίπλα στον Πελέ, μνημονεύοντας το κρυφό του πάθος για την υπηρέτρια Ανίσια Μασάδο, τον καιρό που έβγαινε ήδη με την ίδια, καρπός μάλιστα του παράνομου αυτού δεσμού ήταν ένα κοριτσάκι. Η Σάντρα. Ο Πελέ δεν αναγνώρισε το παιδί και ουσιαστικά το έκανε μετά την ετυμηγορία σε βάρος του όταν η Ανίσια Μασάδο τον οδήγησε στα δικαστήρια. Ο Πελέ δεν συγχώρησε ποτέ την πρώην γυναίκα του γι’ αυτή την κακοήθεια, μιας και δεν ήθελε να γίνει γνωστή αυτή η ιστορία, στο ευρύ κοινό, λερώνοντας την, λαμπερή, εξωτερική του εικόνα.

Ο μικρός έδειξε να καταλαβαίνει. Τελικά υπάρχουν σούπερ ήρωες, με ρώτησε, ναι ή όχι; Εντός του γηπέδου μπορείς να βρεις πολλούς. Μοναδικούς, δυνατούς, μάγους, ζογκλέρ. Ανθρώπους που ξεφεύγουν απ΄το γήινο και μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο. Σε κάτι Θεϊκό. Θα κερδίσουν την καρδιά σου και θα γίνεις θαυμαστής τους. Θα ξυπνάς και θα κοιμάσαι με τη σκέψη τους. Πολλούς θα τους αγαπήσεις και θα αγοράσεις την ακριβή φανέλα τους. Τη στολή τους. Θα την φοράς γεμάτος περηφάνια. Θα ταξιδέψεις σε διάφορα γήπεδα και θα σπαταλήσεις χρήματα, που πολλές φορές ίσως να μη σου περισσεύουν, για να τους δεις από κοντά και θα εύχεσαι να μη σε απογοητεύσουν. Θα φωνάζεις στην κερκίδα γι’ αυτούς. Εντός του γηπέδου βέβαια, όσο καλοί και να είναι, δεν πρόκειται να κερδίζουν συνέχεια και σίγουρα η χαρά θα εναλλάσσεται με τη λύπη όταν θα τους παρακολουθείς. Εκτός του γηπέδου όμως δεν θα φορούν τη στολή τους και θα στέκονται δίπλα σου ως ίσοι. Εκεί θα φανεί καλύτερα και ποιος απ’ όλους αυτούς σημαίνει πραγματικά κάτι για σένα. Γι’ αυτούς τους σούπερ ήρωες να ψάχνεις.

Τορκί: Μια μικρή ωδή στην επιτυχία της αποτυχίας

  [3 Σχόλια]

Από πολύ μικρή ηλικία με γοήτευαν οι ιστορίες των αδύναμων. Των «φτωχών» και των αουτσάιντερ. Ίσως και γι’ αυτό να ήμουν πάντα με τους Ινδιάνους, και όχι με τους καουμπόηδες, σε εκείνη την «κόντρα» που βλέπαμε, στα Γουέστερν με τον Τζον Γουέιν, όταν ήμασταν μικροί. Μεγαλώνοντας συνέχισα να είμαι με τον αδύναμο. Ιδίως όταν βλέπω κάποιο αγώνα ομάδων (ή αθλητών) που όμως δεν υποστηρίζω. Η μοναδική εξαίρεση σε αυτό τον δικό μου κανόνα είναι η τεράστια Λίβερπουλ. Αν και όταν άρχισα εγώ να υποστηρίζω τους «κόκκινους» δεν κέρδιζαν κανένα τίτλο. Αυτό -δυστυχώς- ισχύει ακόμα. Αφορμή γι’ αυτό εδώ το κείμενο στάθηκε το μήνυμα ενός φίλου, για να μου υποδείξει, να δω στο Netflix την μίνι σειρά ντοκιμαντέρ «Losers» και συγκεκριμένα το πρώτο επεισόδιο αυτής με τίτλο «Mistcast Champion». Μια ιστορία για τον επαγγελματία πυγμάχο Μάικλ Μπεντ. Εδώ και αρκετά χρόνια λατρεύω την πυγμαχία. Να βλέπω -εξηγούμαι- όχι να παίζω. Θεωρώ πως είναι ένα εξαιρετικό σπορ τακτικής, στρατηγικής και δύναμης, σωματικής αλλά και ψυχικής. Οι πυγμάχοι, στα δικά μου μάτια, είναι σαν μια τέλεια «κουρδισμένη» τζαζ ορχήστρα. Αν η πυγμαχία ήταν μουσική θα ήταν μια σαγηνευτική τζαζ μελωδία, ενός άρτια καταρτισμένου Τρίο, σε κάποιο σκοτεινό κλαμπ της Νέας Υόρκης.

Αφού πραγματικά απόλαυσα το επεισόδιο, η πλατφόρμα που δεν σταματά ποτέ και αν δεν πατήσεις stop μπορεί να πιάσεις τον εαυτό σου να βλέπει τηλεόραση για μήνες, με οδήγησε ύπουλα στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς, με τίτλο «The Jaws of Victory». Ακούω για Αγγλία και ποδόσφαιρο, βλέπω 80s ατμόσφαιρα στην οθόνη και σκέφτομαι πως έχω δύο επιλογές. Η πρώτη: να συνεχίσω την ανάγνωση του βιβλίου «ΔΥΟ», της Μαρούτσου, που το έχω αφήσει περίπου στη μέση, και η δεύτερη: να δω και αυτό το επεισόδιο. Τι ψυχή έχουν άλλωστε 24 λεπτά. Ούτε διάρκεια σε ντέρμπι, για το κύπελλο μπάσκετ, της χώρας μας να ήταν. Επιλέγω το δεύτερο. Η ιστορία είναι για την Τορκί Γιουνάιτεντ της σεζόν 1986-1987 και θα μπορούσε πολύ άνετα να χαρακτηριστεί ως ακόμα μια μικρή Ωδή στην αποτυχία. Πόσο τις αγαπώ αυτές τις ιστορίες. Όπως αναφέρει κάπου στο μικρό ντοκιμαντέρ ο Τζον Λόβις, φανατικός εδώ και δεκαετίες με την ομάδα: «Όποιος πηγαίνει σε παιχνίδι της Τορκί και περιμένει να πανηγυρίσει τη νίκη είναι απλά ηλίθιος». Σκληρό, σκέφτομαι, αλλά κάτι παραπάνω θα ξέρει από μένα. Στις μέρες μας η Τορκί αγωνίζεται στην National League South, στην 6η κατηγορία δηλαδή του Αγγλικού ποδοσφαίρου. Εκείνη όμως τη σεζόν -κρατηθείτε- αγωνίζονταν, με μεγάλη εννοείται αποτυχία, στην 4η επαγγελματική κατηγορία. Για την ιστορία, ήταν η πρώτη σεζόν που είχε αλλάξει ο κανονισμός για τον υποβιβασμό. Εκείνη τη σεζόν, την κατηγορία θα την άφηνε, απευθείας, μόνο η τελευταία ομάδα του βαθμολογικού πίνακα. Η Τορκί δηλαδή ή κάποια άλλη.

Το Τορκί βρίσκεται στην νοτιοδυτική Αγγλία, 320 χιλιόμετρα απ’ το Λονδίνο, και θεωρείται ως «η Αγγλική Ριβιέρα» μιας και κατά την Βικτωριανή εποχή ήταν ένα απ’ τα πιο φημισμένα καλοκαιρινά θέρετρα. Η ομάδα, αν και βολοδέρνει στις μικρές κατηγορίες, έχει διανύσει μεγάλη διαδρομή μιας και ιδρύθηκε το 1899. Ο μύθος μάλιστα αναφέρει πως η ομάδα ιδρύθηκε στην πιο φημισμένη παμπ της εποχής με ότι κι αν σημαίνει όλο αυτό. Το 1910 μετακόμισε στο μικρό Πλέινμουρ. Το γήπεδο που αγωνίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Μιλάμε δηλαδή, για μια μικρή ομάδα, μιας αρκετά μικρής, αλλά όμορφης, πόλης. Μια ομάδα που υπάρχει για να δίνει περισσότερες λύπες απ’ ότι χαρές στους οπαδούς της. Αυτό, όπως είναι λογικό, δίνει στις χαρές ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Για πολλούς κατοίκους άλλωστε, στο Τορκί, η ομάδα ήταν εκείνο το διάστημα ο μοναδικός καλός λόγος για να βγουν απ’ το σπίτι το μεσημέρι του Σαββάτου. Με την ομάδα να έχει σωθεί τις δύο προηγούμενες σεζόν, η φετινή τελευταία θέση, τρόμαζε στην ιδέα τους φιλάθλους και την διοίκηση, καθώς ήξεραν πως θα αποχαιρετούσαν την τελευταία επαγγελματική κατηγορία. Η έλευση του Στούαρτ Μόργκαν, πρώην βοηθού προπονητή στην Μπόρνμουθ, για να αναλάβει ως πρώτος προπονητής, ήταν ένα πρώτο καλό σημάδι για τη μάχη που θα έδινε η ομάδα για την παραμονή της. Ή μήπως όχι;

Οι πρώτες εικόνες που αντίκρισε ο Μόργκαν ήταν εικόνες που θα καταλάβουν μόνο όσοι είχαν την ατυχία τύχη να «αγωνιστούν» σε τοπικά πρωταθλήματα. Σε χωριά. Σε βουνά. Σε ρέματα. Σε λάσπες και χαλίκια, και γενικά όπου μπορεί να κυλήσει μια μπάλα. Αποδυτήρια δεν υπήρχαν. Ποτιστικά για το χόρτο του γηπέδου δεν υπήρχαν. Η κεντρική εξέδρα ήταν διαλυμένη, και καμμένη από πρόσφατη πυρκαγιά και γενικά τίποτα δεν θύμιζε σύγχρονο, ποδοσφαιρικό, γήπεδο. Όταν μάλιστα ο Μόργκαν είδε, για τον πρώτο εκτός έδρας αγώνα, ένα ασθενοφόρο έξω απ’ το γήπεδο, και ρώτησε: «Αν συνέβη κάποιο ατύχημα» έμαθε την σκληρή αλήθεια. Aυτό θα ήταν το μεταφορικό μέσο της ομάδας για εκείνη τη σεζόν. Οι παίκτες στοιβάζονταν σαν σαρδέλες μέσα σε αυτό και ταξίδευαν σε ολόκληρη την Αγγλία, προκαλώντας τη χλεύη από τους αντιπάλους οπαδούς σε κάθε παιχνίδι. Υπήρξαν φορές που η ομάδα έφτασε ακριβώς με τη σέντρα του αγώνα και μέσα σε όλα αυτά τα τραγελαφικά η λέξη ήττα είχε γίνει η συνήθεια που έγινε λατρεία για την ομάδα. Κάπως έτσι έφτασε η τελευταία αγωνιστική. Η Τορκί υποδέχονταν την Κρου, στην 23η θέση (σε 24 ομάδες) με 47 βαθμούς. Η Μπέρνλι ήταν στην τελευταία θέση, με 46, και η Λίνκολν στην 22η με 48 βαθμούς.  Όπως μπορείτε να καταλάβετε, τα πάντα βρίσκονταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Μόνο που η λατρεμένη μας Τορκί θα έκανε -και αυτή την ανάβαση- Free solo.

Μπροστά σε ένα μανιασμένο κοινό η Τορκί θα πραγματοποιήσει ένα απ’ τα χειρότερα ημίχρονα της σεζόν και θα βρεθεί να χάνει με 0-2, μόλις στο 20λέπτο. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ξηλώνει τις κερκίδες. Να βρίζει παίκτες, διοίκηση (;) και προπονητή και όλα έδειχναν πως η σεζόν θα τελείωνε με μια ακόμα αποτυχία, που ίσως οδηγούσε αυτή τη φορά, ακόμα και στην οριστική διάλυση. Ο αρχηγός της ομάδας, Τζιμ Μακ Νιλ θα δώσει κάποιες ελπίδες καθώς θα μειώσει, με εκτέλεση φάουλ,  σε 1-2, στο β’ ημίχρονο. Την ίδια ώρα οι παίκτες της Τορκί, και οι οπαδοί στις κερκίδες, μαθαίνουν πως η Λίνκολν χάνει με 3-1 απ’ την Σουόνσι. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να σκοράρουν ακόμα ένα γκολ, και να μη δεχτούν άλλο, μιας και σε πιθανή ισοβαθμία η Τορκί είχε καλύτερη διαφορά τερμάτων με δύο γκολ διαφορά. Το ποδόσφαιρο που παρακολούθησαν οι οπαδοί των γηπεδούχων, από εκείνο το σημείο κι έπειτα, το θεωρούν, ακόμα και σήμερα, ως το χειρότερο που έχουν δει στη ζωή τους. Λάθος πάσες. Σέντρες από την άμυνα στην επίθεση. Σουτ, όχι εκτός εστίας αλλά, εκτός γηπέδου και γενικά πολλά νεύρα. Όπως ήταν φυσικό, την ίδια ώρα, η κερκίδα έβραζε κυριολεκτικά. Οι αστυνομικοί που επιτηρούσαν τους οπαδούς, είχαν επιστρατεύσει ακόμα και εκπαιδευμένα σκυλιά για να τιθασεύσουν τον κόσμο, με ένα απ’ αυτά, να εξελίσσεται εν τέλει, και σε «ήρωα» της αναμέτρησης.

Γύρω στο 80′, και με το σκορ στο 1-2, ο Μακ Νιλ θα πάει να πάρει την μπάλα, που βρίσκεται στα πόδια του αστυφύλακα Τζον Χάρις, που προσπαθεί να κρατήσει ήρεμο τον σκύλο του, εκτός τερέν. Την ώρα που ο παίκτης θα πλησιάσει, ο σκύλος θα γυρίσει το κεφάλι του αστραπιαία και θα τον δαγκώσει στο μηρό. Για μια στιγμή όλοι θα παγώσουν, βλέποντας τον αρχηγό τους, να βρίσκεται σωριασμένος, και αιμόφυρτος, στο χόρτο σφαδάζοντας από τους πόνους. Η Τορκί είχε κάνει την μοναδική αλλαγή που δικαιούταν (εκείνα τα χρόνια οι ομάδες είχαν το δικαίωμα μόνο μίας αλλαγής) και ο κόουτς Μόργκαν κάθεται κυριολεκτικά σε αναμμένα κάρβουνα μιας και δεν ήθελε να χάσει και τον ηγέτη του. Ο αγώνας θα διακοπεί για 5 λεπτά, για να δοθούν οι πρώτες βοήθειες, με τον παίκτη να δίνει τελικά το σύνθημα της μεγάλης αντεπίθεσης, ως άλλος Ελ Σιντ, παίζοντας στα τελευταία λεπτά με δεμένο το πόδι, και σχεδόν αιμορραγώντας. Ήταν η στιγμή που συνωμότησε το σύμπαν για να γίνει η ανατροπή και να ολοκληρώσει η Τορκί το θαύμα. Μισό λεπτό πριν τη λήξη στις καθυστερήσεις της αναμέτρησης και μετά από ένα τραγικό λάθος στην άμυνα της Κρου, η μπάλα θα φτάσει στον επιθετικό Πολ Ντόμπσον, που με δυνατό σουτ θα γράψει το 2-2, σώζοντας μια ολόκληρη κατηγορία για την ομάδα του. Ήταν η στιγμή των πανηγυρισμών. Της έντασης. Της χαράς που νιώθεις όταν έχεις σώσει μια ολόκληρη κατηγορία στο 90′. Μια χαρά που για ομάδες όπως η Τορκί ίσως είναι μεγαλύτερη κι απ’ την χαρά που δίνει η κατάκτηση ενός τίτλου. Όπως είχε δηλώσει άλλωστε ο γνωστός δημοσιογράφος της ομάδας, Ντέιβ Τόμας: «Εμείς, στο Τορκί, δεν ξέρουμε τι χαρά δίνει σε κάποιον ένας τίτλος. Δεν νομίζω όμως να είναι μεγαλύτερη από αυτή που πήραμε εκείνη τη μέρα».

Το γλέντι που ακολούθησε κράτησε για αρκετές μέρες σε παμπ, κλαμπ και καζίνο της περιοχής με τον Πολ Ντόμπσον να κάνει μια εκ των πιο επικών δηλώσεων στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. «Μετά το παιχνίδι έπινα για πολλές μέρες σερί και έχασα όλα μου τα χρήματα στο καζίνο. Σκεφτείτε πως όταν γύρισα στο σπίτι το πρώτο πράγμα που μου είπε η γυναίκα μου ήταν, σε χωρίζω, και όντως το έκανε». Δεν ξέρω αν υπάρχει ανάλογη ιστορία με αυτή της Τορκί στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Αυτό που ξέρω σίγουρα όμως, είναι πως αυτός ο ρομαντισμός, αυτή η τρέλα και αυτή η αγνή αγάπη που μπορείς να συναντήσεις στις μικρές κατηγορίες, ολόκληρου του πλανήτη, δεν μπορούν να συγκριθούν με τίποτα. Πόσο μάλλον όταν η ομάδα που υποστηρίζεις δεν κερδίζει, σχεδόν, ποτέ και όταν αποφασίζει να το κάνει, το κάνει με τόσο ιδιαίτερο τρόπο που σε γεμίζει συναισθήματα που ξέρεις πως θα κάνεις πολύ καιρό να τα συναντήσεις. Ίσως και ποτέ ξανά.

Το πρωτάθλημα των τριών μαέστρων και η χαρά του επιθετικού παιχνιδιού

  [2 Σχόλια]

Έφτασε, και πάλι, η εποχή που από τα χείλη πολλών φίλων (;) του ποδοσφαίρου ακούγεται η φράση που είναι χειρότερη κι από ταινία δράσης με τον Βιν Ντίζελ. Αυτό το εκνευριστικά ρηχό: «Έλα μωρέ τώρα, ποιος Γκουαρδιόλα», από ανθρώπους που βλέπουν το ποδόσφαιρο ως μια μπάλα που πηγαινοέρχεται πάνω κάτω, ανάμεσα σε τέσσερις γραμμές, προσπαθώντας να σφηνωθεί, με κάθε τρόπο, στα δίχτυα. Για τους υπόλοιπους, μόλις τελείωσε ο φανταστικός πρώτος γύρος της Πρέμιερ Λιγκ. Η Λίβερπουλ είναι στην κορυφή, με +7 από την Σίτι, και η Τότεναμ, του Ποτσετίνο, συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα (και εμένα προσωπικά να με εκθέτει μιας και δεν περίμενα την εξαιρετική της πορεία). Ας μη γελιόμαστε. Η Τότεναμ κάνει -και αυτή- πορεία πρωταθλητισμού, βρίσκεται εντός και των τεσσάρων στόχων της (όπως και η Σίτι), παρουσιάζει όμορφο ποδόσφαιρο, δίχως να έχει ενισχυθεί καθόλου το καλοκαίρι και δίχως να αγωνίζεται στο γήπεδό της. Ακούγεται υπέροχο και είναι υπέροχο.

Η Σίτι μέχρι και τη νίκη της Λίβερπουλ επί της Έβερτον, με το γκολ του Οριτζί στις καθυστερήσεις, με την μπάλα να ζωντανεύει και να παίζει βόλεϊ στο δοκάρι, άγγιζε τους «μαγικούς» περσινούς της αριθμούς, δίχως τον εγκέφαλό της και κορυφαίο της παίκτη, τον Κέβιν Ντε Μπρούινε. Από τότε, αν και συνεχίζει να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, οι αριθμοί της έχουν πέσει αισθητά, κάτι που μεταφράζει και την πεσμένη της αποτελεσματικότητα, σε άμυνα και επίθεση, χάνοντας βαθμούς. Η κατοχή βρίσκεται στο 63.9% από το 65.3%. Τα ποσοστά επιτυχίας στις πάσες είναι στο 89.1%, από το 90.1%. Η ομάδα έχει τρεις λιγότερες τελικές, σε κάθε αναμέτρηση, και δέχεται μια παραπάνω καθαρή ευκαιρία για τέρμα. Όλα αυτά δείχνουν την πτώση της και τις τρεις ήττες που έκανε, τον τελευταίο καιρό, έτσι ώστε να δει το +2, από την Λίβερπουλ, να μετατρέπεται σε -7. Βέβαια σε όλα αυτά θα πρέπει να μπει στην εξίσωση ο απίστευτος πρώτος γύρος της ομάδας του Κλοπ, που συνεχίζει αήττητη, όπως και ο παράγων – τύχη. Αυτό το τελευταίο θα παίζει άλλωστε πάντα σημαντικό ρόλο στον ομαδικό αθλητισμό.

Για παράδειγμα: Στο Στάμφορντ Μπριτζ, η Σίτι, στο ‘α ημίχρονο ήταν καταπληκτική, και με βάση τους αριθμούς της θα έπρεπε να βρίσκεται στο 45’ μπροστά στο σκορ ακόμα και με 3-1. Το τελικό αποτέλεσμα όμως βρήκε νικητές τους «μπλε», με 2-0, σε ένα αποτέλεσμα που δεν μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα με την «ποδοσφαιρική λογική». Στις δύο κολλητές ήττες, από Κρίσταλ Πάλας και Λέστερ, είχαμε την τύχη (ο Πεπ την ατυχία) να δούμε δύο γκολ σπάνιας ομορφιάς να μπαίνουν στα δίχτυα του Έντερσον. Το τέρμα του Τάουνσεντ, και το τέρμα του Ρικάρντο Περέιρα, λογικά, θα βρίσκονται στα κορυφαία της σεζόν, μιας και είναι γκολ που -ακόμα και στην Πρέμιερ Λιγκ- δεν τα βλέπουμε πλέον πολύ συχνά, και φυσικά δεν ήρθαν από καμία οργανωμένη επίθεση. Βέβαια αυτό το απρόβλεπτο είναι και ένα μέρος της μαγείας του ποδοσφαίρου, αλλιώς θα μιλούσαμε -και θα γράφαμε- για σκάκι.

Αυτό που θέλω να πω, και για να μην μπερδευόμαστε, είναι πως η Σίτι συνεχίζει -και φέτος- να κάνει πορεία πρωταθλητισμού και να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, άσχετα με την βαθμολογική της θέση, στην παρούσα φάση. Με μια μεγάλη όμως διαφορά, σε σχέση με την περσινή της, εξωπραγματική, σεζόν. Στην δύσκολη περίοδο των φετινών γιορτών κάνει την «κοιλιά» που δεν έκανε σε κανένα σημείο της περσινής σεζόν, με τον Γκουαρδιόλα να έχει να διαχειριστεί πολλούς τραυματισμούς και το φυσιολογικό (;) ντεφορμάρισμα αρκετών βασικών παικτών. Απ’ την άλλη, η μοναδική «μεγάλη γκέλα» της ομάδας -για μένα- είναι η ήττα απ’ την Πάλας, στο Έτιχαντ. Αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Μια ήττα στο Λέστερ και μια ήττα στο Στάμφορντ Μπριτζ δεν νομίζω να θεωρούνται γκέλες στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ. Δεν έχει υπογράψει κανένας, όσο σπουδαίος και να είναι, συμβόλαιο με τη νίκη και ούτε μια ήττα μειώνει την αξία του και την δουλειά του. Ας μην ψάχνουμε την εξαίρεση για να βγάλουμε άκυρο τον κανόνα. Το ματς-κλειδί για τους «πολίτες» θα είναι αυτό με την Λίβερπουλ στο Έτιχαντ. Αν εκεί η διαφορά δεν μειωθεί ή -ακόμα χειρότερα- μεγαλώσει, τότε θα έχουν αρχίσει τα πραγματικά δύσκολα για τον Καταλανό και την ομάδα του. Χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να μειώνει την άρτια δουλειά του.

Η Σίτι με τον Ντε Μπρουίνε να μπαίνει σιγά- σιγά στην ομάδα, φτάνοντας στο 100%, μετά τον τραυματισμό του, και φυσικά με τις επιστροφές των Μεντί και Φερναντίνιο θα αρχίσει να βρίσκει και πάλι τον πραγματικό της εαυτό. Βέβαια θα πρέπει να έχει μαζί της και το συστατικό που χρειάζονται όλες οι ομάδες για να πετύχουν τους στόχους τους. Αυτό που φέτος -ως ώρας τουλάχιστον- δείχνει να έχει αφήσει την γαλάζια πλευρά του Μάντσεστερ. Όπως άλλωστε έχει γράψει και ο Γάλλος συγγραφέας Σταντάλ «Η τύχη σ’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά, αλλά η ίδια είναι φαλακρή».  Ίσως έτσι εξηγείται και η φετινή γκαντεμιά του Πεπ Γκουαρδιόλα. Ν’ αφήσει πάντως μαλλιά ο Γκουαρδιόλα, δεν γίνεται. Να αρχίσει και πάλι ένα μεγάλο νικηφόρο σερί η Σίτι, γίνεται.

Η Τότεναμ είναι η μεγάλη αποκάλυψη της φετινής σεζόν. Συνεχίζει μάλιστα να κάνει πορεία πρωταθλητισμού έχοντας ρίξει, λίγο είναι η αλήθεια, τους αριθμούς της. Η κατοχή μπάλας, στη μέση του πρώτου γύρου, ήταν στο 57.4%. Πλέον βρίσκεται στο 55%. Έχει το ίδιο ποσοστό επιτυχίας στις πάσες (στο 82%). Δημιουργεί δύο λιγότερες τελικές ευκαιρίες και δέχεται τον ίδιο αριθμό σουτ προς την εστία της (12), σκοράροντας όμως 2.2 γκολ ανά παιχνίδι. Καθόλου άσχημα για μια ομάδα που είναι ακριβώς ίδια με πέρσι, με τον προπονητή της να έχει να διαχειριστεί την κούραση -και την φόρμα- πολλών βασικών παικτών που πρωταγωνίστησαν και στο Μουντιάλ, έχοντας μεγάλους αντιπάλους δύο ομάδες που θεωρούνται -και είναι- ανάμεσα στις κορυφαίες του πλανήτη φέτος. Την Σίτι και τη Λίβερπουλ.

Αν υπάρχει ένας σημαντικός παράγοντας -εκτός φυσικά του σπουδαίου Ποτσετίνο που κάνει «παπάδες»- αυτός δεν είναι άλλος από τον Νοτιοκορεάτη μεσοεπιθετικό Σον Χιούνγκ-Μιν. Ένας παίκτη που στην αρχή της σεζόν άφησε το Λονδίνο για να αγωνιστεί με την εθνική της χώρας του, γνωρίζοντας πως αν δεν κέρδιζε το χρυσό μετάλλιο, θα έπρεπε να αφήσει το ποδόσφαιρο για να παρουσιαστεί για δύο χρόνια στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στην επαγγελματική του καριέρα. Ευτυχώς για όλους μας, τα κατάφερε, και συνεχίζει να παίζει ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο.

Ο Σον μετράει στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ 9 εμφανίσεις, έχοντας σκοράρει 7 τέρματα σε 832 λεπτά, φτάνοντας το δικό του ranking στο φοβερό 7.30, για το αγγλικό πρωτάθλημα. Για την ιστορία, στο τελευταίο παιχνίδι κόντρα στην Μπόρνμουθ, στη νίκη των Σπερς με 5-0, ο Σον είδε το προσωπικό του ranking να αγγίζει -σχεδόν- το τέλειο, με 9.90 μονάδες. Ο Σον είναι για τη φετινή Τότεναμ, ο άνθρωπος που κάνει τη διαφορά (απ΄τον Κέιν βλέπουμε αυτά που περιμέναμε) στο επιθετικό της κομμάτι και την ανεβάζει ακόμα ένα επίπεδο, με την ενέργεια και την ποιότητά του. Ο γλυκός σοφιστικέ «δολοφόνος» που σε ξεγελάει με το όμορφο παρουσιαστικό του και στην φέρνει εκεί που δεν το περιμένεις. Αν είχατε την τύχη να απολαύσετε το αριστούργημα του Λι Τσάνγκ-Ντονγκ «Burning» (προσοχή ακολουθούν spoilers), και είστε φίλοι της Τότεναμ, (ή έστω της Πρέμιερ Λιγκ) δεν γίνεται να μην είδατε στο πρόσωπο του Μπεν (τον υποδύεται εξαιρετικά ο Στίβεν Γέουν του The Walking Dead), τα «δολοφονικά» ένστικτα που βλέπει κάθε ποδοσφαιρόφιλος στο χαμογελαστό και γεμάτο  ποδοσφαιρική «υγεία» πρόσωπο του Σον, κάθε αγωνιστική, στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αν μπορεί να καταφέρει η Τότεναμ την υπέρβαση; Όπου υπέρβαση βάλτε δίπλα το πρωτάθλημα, θεωρώ πως όχι. Όσο και αν διαθέτει ένα φανταστικό προπονητή και ένα ρόστερ γεμάτο νιάτα, ταλέντο, φρεσκάδα και δίψα για τίτλους που δείχνει να ρολάρει επικίνδυνα. Απ’ την άλλη, τρομάζω στην ιδέα, να δούμε του χρόνου τον Ποτσετίνο να περνά το κατώφλι του Όλντ Τράφορντ, φέρνοντας μαζί του και 2-3 παίκτες απ’ τους Σπερς. Όχι γιατί δεν θέλω να δω την Γιουνάιτεντ να πρωταγωνιστεί ξανά, τουναντίον, αλλά επειδή ίσως δούμε το καλύτερο πρωτάθλημα όλων των εποχών, με τρεις ομάδες που θα παίζουν όμορφο ποδόσφαιρο, να μονομαχούν μέχρι τέλους για τον τίτλο. Υπάρχει κάποιος αληθινός φίλος του ποδοσφαίρου που δεν θα το ήθελε αυτό; Δεν το νομίζω.

Για το τέλος άφησα την Λίβερπουλ. Την πρώτη Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που πλέον είναι στο 100% ομάδα του Κλοπ, με ένα ξεκάθαρο δικό του πλάνο, με παίκτες καθαρά δικές του επιλογές και με μια φιλοσοφία που με βρίσκει απολύτως σύμφωνο και την λατρεύω. Στη μέση του ‘α γύρου έγραφα πως η Λίβερπουλ θα πρέπει να βελτιωθεί, να ανοίξει το rotation απ’ τον Κλοπ, να μπει στην εξίσωση ο Σακίρι (και οι υπόλοιποι νέοι παίκτες), να βρει ξανά τον καλό του εαυτό ο Σαλάχ και φυσικά να συνεχίσει να έχει μαζί της την «Θεά Τύχη». Μια τύχη που της έχει γυρίσει την πλάτη τόσες και τόσες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, για να κάνει την υπέρβαση. Όπου υπέρβαση, βάλτε τη λέξη «πρωτάθλημα». 11 αγωνιστικές μετά από εκείνο το κείμενο, όλα τα παραπάνω, τα βλέπουμε πλέον ξεκάθαρα. H Λίβερπουλ έχει ανεβάσει την κατοχή της στο 57.5% απ’ το 54.2%. Έχει δύο τελικές παραπάνω και σκοράρει 2.2 τέρματα ανά αγώνα, έχοντας την ίδια επιτυχία στις πάσες (στο 85%). Από τα 15 γκολ της 8ης αγωνιστικής έχει φτάσει στα 43 στην 19η, έχοντας δεχθεί μόνο 7 τέρματα, την ίδια ώρα που η Σίτι έχει δεχθεί 15 και η Τότεναμ 18. Επίσης συνεχίζει την σταθερή της παρουσία στο αμυντικό της κομμάτι, δεχόμενη 8.1 σουτ ανά αγώνα και έχοντας δύο λιγότερα τάκλιν και τρία λιγότερα κλεψίματα από τους πρώτους 8 αγώνες της σεζόν, έχοντας καλύτερη αμυντική λειτουργία.

Η Λίβερπουλ μετρά 15 περισσότερους βαθμούς, σε αυτό το χρονικό σημείο, σε σχέση με πέρσι, κάτι που φαντάζει αρκετά λογικό -αν και υπερβολικό- μιας και πέρσι, τέτοια εποχή, δεν είχε ούτε Φαν Ντάικ, ούτε Φαμπίνιο, ούτε Κεϊτά, ούτε τον (φετινό) Ρόμπερτσον, ούτε φυσικά το «πολυεργαλείο» που ακούει στο όνομα Σακίρι και που μπορεί να συμπληρώνει και να καλύπτει όλα τα κενά, όλων των παικτών, σε όλες τις θέσεις της επίθεσης. Δεξιά, αριστερά, στην κορυφή, στον άξονα. Κι αυτή είναι ακόμα μια μεγάλη τακτική νίκη του Κλοπ. Ο Γερμανός ήξερε πως με την τριάδα των βασικών (Σαλάχ, Μανέ, Φιρμίνο) ο παίκτης που θα έρχονταν από τον πάγκο θα έπρεπε να διαθέτει την απαιτούμενη ποιότητα για να καλύπτει και τους τρεις, χωρίς φυσικά να γκρινιάζει. Καλύτεροι παίκτες απ’ τον Ελβετό υπάρχουν πολλοί, καλύτεροι παίκτες στον ρόλο του μπαλαντέρ, που έχει ο Σακίρι στη Λίβερπουλ, όμως κανένας. Ο Κλοπ έχει καταφέρει κάτι το μοναδικό. Έχει καταφέρει να αμβλύνει τις όποιες «αντιθέσεις» ενός ρόστερ που δεν έχει τους τεράστιους αστέρες, ψάχνοντας -και βρίσκοντας- την απόλυτη ισορροπία ανάμεσά τους, σε όλες τις γραμμές.

Υπάρχει και κάτι που έθιξα στην αρχή, και φυσικά χρειάζεται πάντα, για να φτάσει κάποιος στην κορυφή – όσο καλός και να είναι. Την τύχη. Μια τύχη που η Λίβερπουλ την προκαλεί και φυσικά την έχει. Μια τύχη που δεν είχε στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις που άξιζε (και μπορούσε) να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Το 2009 και το 2014. Φυσικά και η τύχη του ενός έρχεται πάντα σε συνάρτηση με την ατυχία του άλλου. Όταν για παράδειγμα η Γιουνάιτεντ κέρδιζε 6 βαθμούς, απ’ το πουθενά, στις καθυστερήσεις, με τον Μακέντα (του ΠΑΟ) τη σεζόν 2008-2009, η Λίβερπουλ έμενε στο 0-0 εντός, με Στόουκ και Φούλαμ, δημιουργώντας ένα σωρό ευκαιρίες. Σε μια σεζόν που η Λίβερπουλ είχε κερδίσει την Γιουνάιτεντ και την Τσέλσι, εντός και εκτός, και είχε χάσει το πρωτάθλημα έχοντας μόνο δύο ήττες σε ολόκληρη τη σεζόν, όντας η μοναδική ομάδα που έχει καταφέρει κάτι τέτοιο. Φέτος και η τύχη δείχνει να αλλάζει. Η Λίβερπουλ θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει -8 βαθμούς απ’ τα παιχνίδια με Έβερτον, Σίτι και Τσέλσι, που δεν ήταν καλύτερη, με τους δύο απ΄αυτούς να έχουν πάει στη Σίτι. Έχουν υπάρξει άλλωστε πολλές «τυχερές» και «άτυχες» στιγμές σε αρκετές απ’ τις μεγάλες σεζόν της Πρέμιερ Λιγκ. Στο τρεμπλ της Γιουνάιτεντ το ’99, στο αήττητο της Άρσεναλ το 2004, στο πρωτάθλημα της Γιουνάιτεντ το ’09, στο πρωτάθλημα της Σίτι το ’12 και το ’14. Και πιστέψτε με, έχουμε να δούμε πολλά ακόμα στον β’ γύρο της φετινής Πρέμιερ Λιγκ, μιας και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Γι’ αυτό ας χαρούμε τη μάχη τριών κορυφαίων ομάδων και τριών κορυφαίων προπονητών. Είμαστε πολύ τυχεροί που τους ζούμε μαζί, στο ίδιο πρωτάθλημα, να παλεύουν για τον τίτλο.

Η ωραία αλητεία του Ντάνι Οσβάλντο

  [3 Σχόλια]

«Να δίνεις στον κόσμο ό,τι θέλει, ακόμα κι αν αυτό σε σκοτώνει. Ακόμα και αν αυτό σε ξεζουμίζει. Ό,τι κι αν συμβεί, όσο κι αν πονάς, δεν σταματάς να χορεύεις και να χαμογελάς και -εννοείται- τους δίνεις ό,τι θέλουν». Η φράση που μόλις διαβάσατε δεν ανήκει σε κάποιο σπουδαίο, υπαρκτό, πρόσωπο αλλά στον πρωταγωνιστή της animation σειράς του Netflix, ΒοJack Horseman και είναι κάτι παραπάνω από μια σκληρή κι αληθινή συμβουλή, προς κάποιον που βρίσκεται μπροστά από λαμπερά φώτα, και εκατομμύρια ανθρώπους, που απλά θέλουν να τον βλέπουν να τους χαρίζει αυτό που αυτοί επιθυμούν. Χωρίς φυσικά να νοιάζονται καθόλου για τα δικά του «θέλω» και «μπορώ». Στο άκουσμα άλλωστε των υπέρογκων ποσών που αμείβονται όλοι οι σταρ των ημερών μας, ασυναίσθητα, ζητάμε από αυτούς τα πάντα, ξεχνώντας τις περισσότερες φορές αυτό που έχει πάντα και την μεγαλύτερη σημασία.  Την δική τους ανθρώπινη φύση και υπόσταση.

Εδώ και λίγες μέρες μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ανακύκλωση μιας φράσης του Ντάνι Οσβάλντο για το πως ακριβώς έβλεπε, και βλέπει, ο ίδιος το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Ο παλαίμαχος -πλέον- επιθετικός έχει σταματήσει το άθλημα από το 2016 (μόλις στα 30 του χρόνια), επειδή πολύ απλά αυτό δεν τον γέμιζε και επειδή, ακόμα πιο απλά, ήθελε να ζήσει ανέμελα την ζωή του, μακριά από την πίεση του επαγγελματία αθλητή που δυστυχώς στερεί πολλές -ή και τις περισσότερες- από τις καθημερινές απολαύσεις ενός ανθρώπου. Ο Οσβάλντο μίλησε για τα «χρυσά κελιά» που ζουν οι κορυφαίοι παίκτες. Για την προσοχή που πρέπει να έχουν για το σώμα τους σε κάθε λεπτό της μέρας και για τα πράγματα που δεν μπορούν να απολαύσουν, ασχέτως αν βγάζουν χρήματα που όλοι εμείς δεν μπορούμε ούτε καν να σκεφτούμε. «Ο Ρονάλντο γυρίζει στο σπίτι και κάνει γυμναστική. Εγώ γυρίζω στο σπίτι και θέλω να κάνω μπάρμπεκιου με φίλους». Αυτή ήταν μια φράση που δείχνει όλη την κοσμοθεωρία του Οσβάλντο γύρω από τη ζωή και το ποδόσφαιρο. Λάθος ή σωστή, αυτό είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό. Με αυτή την λογική όμως, στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, δεν γίνεται να προχωρήσεις, όσα κιλά μπάλα και να γνωρίζεις. Και ο Οσβάλντο έχει πάνω του πολλά από αυτά τα κιλά.

Τον θυμάμαι στην Σαουθάμπτον του Ποτσετίνο την σεζόν 2013/2014. Σε μια ομάδα γεμάτη ταλαντούχους παίκτες που όλοι έκαναν, και συνεχίζουν να κάνουν, σημαντική καριέρα. Ο Οσβάλντο ήταν ο μοναδικός -από τα ονόματα- που έμπαινε, συνήθως, αλλαγή. Τις περισσότερες φορές βαριόταν, και όταν δεν βαριόταν μας χάριζε μερικές στιγμές σπάνιας ποδοσφαιρικής ομορφιάς. Έπαιξε στην Ίντερ χωρίς να μας κάνει να τον θαυμάσουμε. Αγωνίστηκε στην Ρόμα, ίσως στα καλύτερά του, και κατάφερε όμως να φτάσει τον σπουδαίο Φραντσέσκο Τότι στα όριά του. Πήγε στην Γιουβέντους και φίλος μου που παρακολουθεί την ομάδα τακτικά εδώ και πολλά χρόνια μου έλεγε πως «’Οταν τον βλέπω να μπαίνει στο γήπεδο θέλω να κλείσω την τηλεόραση». Αγωνίστηκε στην Πόρτο με πλήρη αποτυχία επίσης, αν και εκείνα τα χρόνια -και επειδή το ταλέντο του είναι αδιαμφισβήτητο- έφτασε ακόμα και στην εθνική Ιταλίας. Αν και Αργεντινός. Αν το ποδόσφαιρο ήταν ένα λαμπερό πάρτι. Γεμάτο από ανθρώπους με σμόκιν και γυναίκες με λαμπερές τουαλέτες, ο Ντάνι Οσβάλντο θα ήταν εκείνος ο σούπερ-κουλ τύπος που σε κάποια φάση, και ενώ εσύ έχεις πάει να φέρεις ποτά, έχει πιάσει κουβεντούλα με την κοπέλα σου, και αυτή δείχνει να περνάει μαζί του τόσο υπέροχα. Σαν εκείνη την πρώτη φορά που είχατε βγει μαζί, σε εκείνο το ωραίο μπαράκι και αυτή δεν σταματούσε να χαμογελάει. Κάπως έτσι. Θα ζηλέψεις λίγο την «γαματοσύνη» του αλλά όταν φτάσεις εκεί, θα σε χαιρετίσει, θα χαμογελάσει και απλά θα φύγει, γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει κανένας λόγος για κάτι περισσότερο. Έκλεψε για λίγο τις εντυπώσεις και μπορεί πλέον να επιστρέψει στην δική του παρέα.

Τον Δεκέμβρη του ’16, και ενώ βρίσκεται στην Μπόκα, θα του τηλεφωνήσει ο Χόρχε Σαμπαόλι, τότε προπονητής της Σεβίλης, και θα τον παρακαλέσει να έρθει στην Ισπανία μιας και η ομάδα έχει πολύ δύσκολο πρόγραμμα τους δύο προσεχείς μήνες και η επιθετική της γραμμή δεν είναι και στα καλύτερά της. «Μεσιέ σε αγαπώ και σε εκτιμώ αλλά αρχές Φεβρουαρίου έχω να πάω στο Cosquin Rock Festival στην Ουρουγουάη. Όπως καταλαβαίνεις δεν γίνεται να χάσω με τίποτα αυτό το γεγονός». Ο ροκάς Σαμπαόλι δεν θα μιλήσει για μερικές στιγμές και θα του απαντήσει αυτό που κάθε άνθρωπος που σέβεται, πάνω από όλα την ζωή, και φυσικά κουβαλά και αυτός πολλά κιλά τρέλας, θα απαντούσε «Το είχα ξεχάσει αγόρι μου αυτό. Εννοείται να πας. Καλό σου απόγευμα». Λίγο καιρό αργότερα ο προπονητής της Μπόκα, Γκιγιέρμο Μπάρος Σελότο, θα έρθει σε πλήρη ρήξη μαζί του μετά από ένα παιχνίδι με την Νασιονάλ για το Κόπα Λιμπερταδόρες και κάπως έτσι ο Ντάνι Οσβάλντο θα σταματήσει το ποδόσφαιρο και θα αφιερωθεί σε αυτό που πραγματικά αγαπά. Την ροκ μουσική, τα ταξίδια, τις μπύρες και τα μπάρμπεκιου. Μάλιστα ο ίδιος ο Σελότο είχε δηλώσει πως όταν είχε κάνει έφοδο ένα βράδυ στο δωμάτιο του Οσβάλντο, πριν από κάποιο σπουδαίο παιχνίδι, Τον είχε πιάσει να καπνίζει και να πίνει μπύρες. «Όχι μόνο δεν έσβησε το τσιγάρο όταν με είδε, αλλά όταν άρχισα να του φωνάζω, και ενώ το είχε καπνίσει, άναψε ακόμα ένα και με κοιτούσε γεμάτος απορία».

Γίνεται κάποιος που θέλει να ζει τόσο ανέμελα να αγωνιστεί με επιτυχία στο κορυφαίο επίπεδο; Αν μιλούσαμε για το ποδόσφαιρο μέχρι και την δεκαετία του ’90, τότε η απάντηση θα ήταν ναι. Πολλοί κορυφαίοι άλλωστε, μέχρι εκείνα τα χρόνια, έπιναν, κάπνιζαν και δεν ήταν όπως οι αθλητικές μηχανές στον σημερινό κόσμο των σπορ, στο κορυφαίο επίπεδο. Ο Οσβάλντο δεν έχει το ταλέντο του Μέσι, του Ρονάλντο, του Σαλάχ και του Αγουέρο αλλά θα μπορούσε σίγουρα να έχει κάνει μια σπουδαία καριέρα αν έβαζε νερό στο κρασί του και αποφάσιζε να μειώσει την «Ντόλτσε Βίτα». Δεν ήθελε και προσωπικά δεν τον αδικώ. Έτσι ήθελε – Έτσι έκανε. Η ουσία άλλωστε είναι ο κάθε άνθρωπος να ζει την ζωή του όπως αυτός επιθυμεί. Με τα καλά και τα άσχημα, που αυτή έχει.

Στο βιβλίο «Ζάχαρη στην άκρη» της Ευγενίας Φακίνου, ένας εκ των βασικών ηρώων και αγαπημένος μου από αυτό το διήγημα, ο Αργύρης, λέει στον ‘φίλο’ του, τον Ιάσωνα: «Όταν κάνουμε όνειρα, δεν επιτρέπεται ύστερα να τα συρρικνώνουμε. Να τ’ αφυδατώνουμε. Ν’ αρχίζουμε τις εκπτώσεις και τους συμβιβασμούς. Να φοβόμαστε τι θα πει ο ένας κι ο άλλος και να τα μικραίνουμε, να τα μικραίνουμε, μέχρι που να γίνονται ένα γιουβέτσι και ένα κομμάτι μπακλαβάς». Ο Οσβάλντο δεν έβαλε φρένο τελικά σε κανένα όνειρό του και διάλεξε αυτό που πραγματικά επιθυμούσε. Γι’ αυτό προσωπικά θα τον σέβομαι για πάντα. Για την ωραία του αλητεία. Την γαματοσύνη του και φυσικά το γεγονός πως έκανε αυτό που γούσταρε χωρίς να νοιαστεί για τις συνέπειες. Μόνο που στην δική του περίπτωση δεν υπάρχει «ζάχαρη στην άκρη», μπακλαβάδες και γιουβέτσι, αλλά μπάρμπερκιου με μπριζόλες, μπύρες και πολλή ροκ μουσική.

To παλάτι των ονείρων του Σοκόλ Κούστα

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν 11 Δεκεμβρίου του 1990 όταν τέσσερις νεαροί απ’ το χωριό Αλίκο των Αγίων Σαράντα δέχονταν τα πυρά Αλβανών στρατιωτών στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα. Για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό που ήθελαν ήταν απλά να ζήσουν ελεύθεροι, μακριά από την τυραννία της δικής τους χώρας. Το τίμημα που πλήρωσαν ήταν η ίδια τους η ζωή. Την επόμενη μέρα θα ξεσπάσει μια τεράστια πορεία απ’ το Αλίκο μέχρι τους Αγίους Σαράντα, μια διαμαρτυρία απλών ανθρώπων κατά του καθεστώτος της Κομμουνιστικής Δικτατορίας του Αλία. Μιας δικτατορίας που -πλέον- είχε γίνει ασφυκτική, ασχέτως αν έδειχνε πως νοσεί, και πως φτάνει στο τέλος της σιγά-σιγά. Tην ίδια περίοδο άλλωστε τα ‘τείχη’ του Κομμουνισμού κατέρρεαν. Ένα απ’ τα τελευταία προπύργια αντίστασης ήταν η Αλβανία. Μια Αλβανία που λίγες μέρες αργότερα είδε πολλούς αντιφρονούντες να γκρεμίζουν το άγαλμα του Χότζα στα Τίρανα. Το τέλος ήταν πολύ κοντά για την Κομμουνιστική Αλβανία, σε μια περίοδο που ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης άλλαζε με γοργούς και βίαιους ρυθμούς, με τα Βαλκάνια κυριολεκτικά να βράζουν απ’ άκρη σ’ άκρη. Η 12η Δεκεμβρίου γιορτάζεται στην γειτονική χώρα ως ‘Η μέρα της Δημοκρατίας’ από τότε, μιας Δημοκρατίας όμως που έστειλε χιλιάδες ανθρώπους -ως μετανάστες- σε ένα σωρό άλλες χώρες. Άνθρωποι που άφησαν πίσω την οικογένειά τους, με μοναδική αποσκευή ένα σακίδιο γεμάτο από όνειρα.  Η πλούσια Ελλάδα της εποχής, ήταν φυσικά μία από αυτές τις χώρες που δεν απέκρουσε τους ‘εισβολείς’ όπως έκαναν άλλες χώρες, ασχέτως, αν άργησε πολλά χρόνια να δεχθεί ως ίσο τον φτωχό -εκείνα τα χρόνια- Αλβανό μετανάστη.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1991, ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης θα βγάλει απ’ τα ταμεία του, περίπου, 681 εκατομμύρια δραχμές (2 εκατομμύρια ευρώ σε σημερινά χρήματα) για να κάνει δικό του τον διεθνή Αλβανό επιθετικό, Σοκόλ Κούστα. Γνωστότερος στους ποδοσφαιρικούς κύκλους της εποχής ως ‘το κανόνι του Βλόρε’ και ένας παίκτης-θύμα, απ’ τα εκατοντάδες που, λόγω του Κομμουνισμού, δεν άφησαν την χώρα τους για μεγάλα κλαμπ του εξωτερικού, όντας στο απόγειο τις καριέρας τους. Για να καταλάβει κάποιος καλύτερα την ποδοσφαιρική αξία του Κούστα, αρκεί να μάθει πως ο παίκτης είχε ψηφιστεί 30ος καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη την σεζόν 1986-1987, όταν με τη φανέλα της Παρτιζάνι Τιράνων είχε ισοβαθμήσει με τον Ρούντι Φέλερ, τον Κρις Γουόντλ και τον δικό μας Δημήτρη Σαραβάκο στην ψηφοφορία. Επίσης είχε κατακτήσει δύο πρωταθλήματα Αλβανίας (με δύο διαφορετικές ομάδες) και είχε σκοράρει 10 τέρματα σε 31 αναμετρήσεις με την εθνική της χώρας του. Μια εθνική, που στα 60s, στα 70s και στα 80s αποτελούνταν από παίκτες με σπάνια χαρίσματα που, δυστυχώς όμως, ο Δυτικός κόσμος δεν μπορούσε να απολαύσει, σχεδόν καθόλου, μιας και -όπως και οι σύλλογοι της χώρας- σπανίως έπαιρνε μέρος σε διεθνείς διοργανώσεις ή όταν το έκανε, αυτό γινόταν σε τουρνουά με ομάδες από άλλες Κομμουνιστικές χώρες, με το όνομα ‘Σπαρτιακάδες του Στρατού’.

Τρία χρόνια νωρίτερα, την σεζόν 1987-1988, η φοβερή και τρομερή Φλαμουρτάρι, με τον Κούστα στην επίθεση, θα φτάσει στo μεγαλύτερo αποτέλεσμα που έχει να επιδείξει αλβανικός σύλλογος στα κύπελλα Ευρώπης, όταν θα φέρει ισοπαλία 1-1 με την Μπαρτσελόνα του Λίνεκερ και του Σούστερ στην κολασμένη της έδρα. Το τέρμα που είχε ανοίξει το σκορ στην αναμέτρηση το είχε σκοράρει ο σπουδαίος Σοκόλ Κούστα με ένα φοβερό αριστερό κεραυνό απ’ το ύψος της μεγάλης περιοχής. Το 4-1 της πρώτης αναμέτρησης φυσικά και έδωσε -σχετικά εύκολα-την πρόκριση στους Καταλανούς, για τον 4ο γύρο του Κυπέλλου Κυπελλούχων, αλλά έδειξε -με τον καλύτερο τρόπο μάλιστα- το σπουδαίο ταλέντο που υπήρχε στο αλβανικό ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια και που δεν ήταν ευρέως γνωστό. Για την ιστορία, την ίδια σεζόν η Φλαμουρτάρι είχε αποκλείσει και την σπουδαία Παρτιζάν Βελιγραδίου, πριν βρει απέναντί της το καμάρι της Καταλωνίας και αποχαιρετίσει την διοργάνωση.

Για να βρει κάποιος το προηγούμενο μεγάλο αποτέλεσμα του αλβανικού ποδοσφαίρου, πρέπει να πάει ακριβώς 20 χρόνια πίσω, όταν η εθνική της χώρας είχε πάρει ένα τεράστιο 0-0 επί της Δυτικής Γερμανίας και την είχε αποκλείσει από την τελική φάση του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου εθνικών ομάδων του ’68, δίνοντας παράλληλα το εισιτήριο στην Γιουγκοσλαβία του -μεγάλου εχθρού του Χότζα- Γιόσιπ Τίτο. Ο διεθνής παίκτης της Παρτιζάνι, Παναγιότ Πάνο είχε δηλώσει  για εκείνη την αναμέτρηση: «Πανηγυρίζαμε ένα μήνα λες και είχαμε κατακτήσει το Μουντιάλ. Άσε που έπρεπε να τους έχουμε κερδίσει, μιας και ο ρέφερι είχε ακυρώσει ένα κανονικό μας γκολ στις καθυστερήσεις. Δεν πειράζει. Κατά βάθος, κι αυτοί γνωρίζουν πως εκείνη τη μέρα έχασαν από μια μικρότερη χώρα».

Το τρίτο μεγαλύτερο αποτέλεσμα φυσικά και δεν είναι άλλο από τη νίκη του 2004 επί της δικής μας εθνικής. Όταν η Ελλάδα, ως πρωταθλήτρια Ευρώπης, ταξίδεψε με μπλαζέ ύφος στο κολαστήριο του Κεμάλ Σταφά για τα προκριματικά του Μουντιάλ και γνώρισε την ήττα με 2-1 μπροστά σε 18.000 ‘εχθρούς’, όπως ήθελαν να τους παρουσιάσουν πολλά απ’ τα μίντια της εποχής, με τις ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας να βρίσκουν το πρώτο τους μεγάλο πάτημα για να βγουν στην επιφάνεια (του βόθρου τους) και να δηλώσουν παρόν απέναντι στον ‘κακό ξένο’ που έρχεται και ‘μας παίρνει τις δουλειές’. Το δεύτερο εθνικό πανηγύρι (με αφορμή το ποδόσφαιρο) έγινε δύο χρόνια αργότερα, στο 1-4 από τους Τούρκους στο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Όταν τα αδέκαστα μίντια της χώρας μιλούσαν για εθνική ντροπή. Σε εκείνο το 2-1 πάντως και οι δύο πλευρές φανατικών (που δυστυχώς υπάρχουν) είχαν βρει την τέλεια αφορμή για να βγάλουν τα απωθημένα τους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως λειτουργεί ένα μέρος των πολιτικών άκρων σε τέτοιες καταστάσεις, θα αναφέρω μια παλιά ιστορία -όχι και τόσο γνωστή- γραμμένη από κάποιον που δεν παρακολουθούσε το ποδόσφαιρο ως φίλος του, αλλά ως κάποιος που προσπαθούσε να καταλάβει, και να εξηγήσει την κουλτούρα του -και την επιρροή του- σε άλλους, πιο σημαντικούς, τομείς.

Ο σπουδαίος Τζορτζ Όργουελ είχε γράψει το 1945 ένα δοκίμιο στην λονδρέζικη Tribune με τίτλο ‘The Sporting Spirit’ με αφορμή μια περιοδεία που είχε κάνει η ομάδα-τρόμος της εποχής, η Σοβιετική Διναμό, στα γήπεδα της Αγγλίας και της Σκωτίας. Η φράση που έχει μείνει χαραγμένη από εκείνο το φύλλο ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα αποφθέγματα που έχουν να κάνουν με τη σχέση ποδοσφαίρου-πολιτικής δεν είναι άλλη από το άκρως ρεαλιστικό ‘Το ποδόσφαιρο είναι ένας πόλεμος δίχως τους πυροβολισμούς’ και 59 χρόνια αργότερα έβρισκε τον καθρέφτη του σε εκείνο το παιχνίδι ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, σε μια περίοδο που στην δική μας χώρα οι Αλβανοί δεν ήταν πλέον οι φτωχοί μετανάστες, αλλά άνθρωποι που απαιτούσαν -και άξιζαν στην πλειοψηφία τους- ίση μεταχείριση από όλους. Κακοί λαοί άλλωστε δεν υπάρχουν. Κακοί άνθρωποι υπάρχουν. ‘Οπως υπάρχουν και καλοί και κακοί ποδοσφαιριστές. ‘Πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το παιχνίδι όταν χρησιμοποιηθεί απ’ τους πολιτικούς για την τόνωση της εθνικής ταυτότητας και την (υπό)στήριξη της κυρίαρχης ιδεολογίας’. Λόγια του Όργουελ απ’ το ίδιο δοκίμιο, λόγια τόσο προφητικά όσο εκείνα που έγραψε λίγο αργότερα στο κολοσσιαίο του δημιούργημα ‘1984’. Το χάος που προηγήθηκε και ακολούθησε εκείνης της αναμέτρησης μέτρησε ακόμα και μια χαμένη ζωή, σε συμπλοκές φανατικών οπαδών, και φυσικά πληγές, που έκαναν αρκετά χρόνια να σβήσουν, και ίσως να μην σβήσουν και ποτέ.

Επανέρχομαι στον Ηρακλή του ’91-’92, προσπαθώντας να τιθασεύσω την φλυαρία μου, και να κλείσω το κείμενο. Η ομάδα του Σοκόλ Κούστα, του Χρήστου Κωστή και του Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Μια ομάδα που είδε τον Κούστα να μην μπορεί να διαχειριστεί την μετάβαση απ’ το κλειστοφοβικό κλίμα της Κομμουνιστικής Αλβανίας στην ελευθερία και την άνεση της Θεσσαλονίκης, ούτε φυσικά και τις λοξές, ρατσιστικές, ματιές προς το πρόσωπό του από μια μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού αρκετών ομάδων, πραγματοποιώντας μέτριες εμφανίσεις. Τα δύο γκολ σε 27 εμφανίσεις την πρώτη του σεζόν και τα μηδέν (0) γκολ την δεύτερη, σε 9 παιχνίδια, τον έστειλαν στην Καλαμαριά και τον Απόλλωνα, όπου και εκεί όμως, σε μια μικρότερη δηλαδή ομάδα, δεν μπόρεσε να βρει τον καλό του, ποδοσφαιρικό, εαυτό. Η μεταγραφή στην Κύπρο, για τα χρώματα του Ολυμπιακού Λευκωσίας, έβγαλε στην επιφάνεια μερικά ψήγματα του ταλέντου του αλλά πλέον ήταν ολοφάνερο πως ο σπουδαίος Αλβανός επιθετικός δεν μπορούσε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Ή δεν ήθελε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Μόλις στα 30 του χρόνια. Ακόμα ένας παίκτης που δεν μπόρεσε ποτέ να εναρμονιστεί με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων και να ξεφύγει από τα σκοτεινά βιώματα και τον σκληρό τρόπο ζωής που είχε μάθει να λειτουργεί μέσα από ένα σωρό ηθικά δεσμά.

Στις μέρες μας αρκετοί ποδοσφαιριστές με καταγωγή από την Αλβανία, βρίσκονται σε πολλές κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης και αγωνίζονται σε κορυφαίες εθνικές ομάδες (όπως η Ελβετία και το Βέλγιο), δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο το ταλέντο που έχουν πάνω στο ποδόσφαιρο, φτάνοντας μάλιστα και την δική τους εθνική στα τελικά μιας μεγάλης διοργάνωσης, όπως το Γιούρο του 2016. Μεμονωμένα, εθνικιστικά, περιστατικά υπάρχουν και σε αρκετούς από αυτούς (ιδίως παικτών που έζησαν την φρίκη του Κοσόβου) και είναι κατακριτέα, αλλά καλό θα είναι να μην αμαυρώνουν λαούς, ανθρώπους και συνειδήσεις, στο σύνολό τους. Κανένας μετανάστης δεν είναι κακός και κανένας δεν αφήνει την χώρα του αν περνάει καλά εκεί. Σε αυτό εδώ τον κόσμο άλλωστε πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα ‘ναι. Πλέον είμαστε και εμείς μια χώρα που μετρά τα τελευταία 10 χρόνια πάνω από μισό εκατομμύριο μετανάστες (και θα μετρήσει κι άλλους) που δεν αφήνουν την χώρα επειδή πεινάνε, αλλά επειδή κάπου αλλού, γι’ αυτούς, ίσως είναι καλύτερα, πιο ανθρώπινα, πιο ελεύθερα, πιο ζεστά, πιο χαρούμενα.

Το μίσος άλλωστε είναι πολύ εύκολο να καλλιεργηθεί σε ανθρώπους χαμηλής μόρφωσης αν αυτοί δεν έχουν τους κατάλληλους ανθρώπους γύρω τους για να τους εξηγήσουν πολύ απλά το ‘σωστό’ και το ‘λάθος’. Στο εξαιρετικό βιβλίο του Αλβανού λογοτέχνη Ισμαήλ Κανταρέ ‘Το παλάτι των ονείρων’ ο ήρωας είναι κάποιος που ξαφνικά βρίσκεται παγιδευμένος και βιώνει κάτι μοναδικά τρομακτικό όταν νιώθει πως δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί ελεύθερα. Και όντως υπήρχαν τέτοιες εποχές, και δυστυχώς, ακόμα υπάρχουν σε πολλά μέρη αυτού εδώ του σύγχρονου και ‘πολιτισμένου’ κόσμου, και όσο είναι δύσκολο για πολλούς από εμάς να τις κατανοήσουμε, καλό θα είναι να προσπαθήσουμε να το κάνουμε. Να προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Έστω και για λίγο. Με μια μικρής διάρκειας σκέψη. Κάπως έτσι, ίσως γίνει λιγάκι καλύτερος και ο κόσμος μας. Έστω στα μάτια κάποιου άλλου.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του Gustavo Santaolalla.

Η τέχνη -και η τεχνική- της άμυνας

  [4 Σχόλια]

Για να καταλάβει κάποιος πόσο πολύ έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια (προς το καλύτερο και το πιο μοντέρνο), αρκεί να ρίξει μια ματιά, και στον τρόπο που αμύνονται πλέον οι ομάδες -ατομικά και στο σύνολό τους- αλλά και στο πόσο σημαντικό κομμάτι παίζει πλέον η σωστή αμυντική λειτουργία στο χτίσιμο της επίθεσης. Της σωστής επίθεσης. Οι σύγχρονοι προπονητές της εποχής (ο Γκουαρδιόλα και ο Κλοπ είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα) δείχνουν να έχουν καταλάβει αυτό το κομμάτι καλύτερα από άλλους συναδέλφους τους, ψάχνοντας παίκτες που να διαθέτουν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για να ηγηθούν στην άμυνα ως κυρίαρχοι. Ως οι παίκτες δηλαδή που γνωρίζουν πως: ο καλύτερος τρόπος για να μην δεχθείς γκολ είναι να έχεις την μπάλα στην κατοχή σου και να την ανεβάζεις στην επίθεση με σωστό τρόπο. Και στις δύο ομάδες (την Μάντσεστερ Σίτι και την Λίβερπουλ) αυτοί οι παίκτες υπάρχουν.

Στους «γαλάζιους», ο Άγγλος Τζον Στόουνς και στους «κόκκινους», ο Ολλανδός Βίργκιλ Φαν Ντάικ. Αμφότεροι, κεντρικοί αμυντικοί με σπάνια τεχνική. Άψογη αντίληψη του παιχνιδιού -και του χώρου- και φυσικά ηγετικά χαρίσματα. Κεντρικοί αμυντικοί που ολοένα και λερώνουν λιγότερο το σορτσάκι τους, αλλά κάνουν άψογα την δουλειά τους. Εννοείται πως αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και φυσικά και δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο χορτάρι από όλες τις ομάδες. Για να φτιάξεις άλλωστε μια ποιοτική ομάδα χρειάζονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και όπως είναι φυσικό, τα χρήματα για να αποκτηθούν αμυντικοί με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δύσκολο να βρεθούν από ομάδες που δεν συγκαταλέγονται στο πρώτο ράφι του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Για να το καταλάβουμε καλύτερα όλο αυτό θα μιλήσουμε με αριθμούς. Οι αριθμοί άλλωστε -συνήθως- λένε την αλήθεια.

Ο Στόουνς, στα δικά μου μάτια, είναι ένας απ’ τους καλύτερους στόπερ σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ίσως και ο καλύτερος γι’ αυτό το στυλ ποδοσφαίρου που έχει επιλέξει να παρουσιάζει ο Γκουαρδιόλα στις ομάδες του (οι άλλοι που μου αρέσουν υπερβολικά είναι ο Ολλανδός της Λίβερπουλ και φυσικά ο Βαράν της Ρεάλ Μαδρίτης). Η εξέλιξη μάλιστα του Άγγλου τα δύο τελευταία χρόνια που αγωνίζεται υπό τις οδηγίες του Γκουαρδιόλα είναι απλά τρομακτική. Μιλάμε άλλωστε για αμυντικό που χρειάστηκαν 47.5 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Γκούντισον Παρκ και να γίνει παίκτης των «πολιτών» το καλοκαίρι του ’16. Ας δούμε όμως κάποιους αριθμούς για να  καταλάβουμε καλύτερα την αξία του. Την πρώτη του σεζόν στο Έτιχαντ (2016-2017) είχε φτάσει το ποσοστό του σε επιτυχημένες πάσες στο 91.7%. Τρεις ολόκληρες μονάδες πάνω από το ποσοστό του στην τελευταία του χρονιά με τη φανέλα της Έβερτον. Την περσινή σεζόν (2017-2018), που η Σίτι έσπασε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ο Στόουνς είχε στην Πρέμιερ Λιγκ το απίστευτο 95.8%,  με 69.2 πάσες ανά αγώνα. Αυτό που όμως κυριολεκτικά τρομάζει είναι πως πέρσι δεν είχε ούτε ένα λάθος που να οδηγεί σε σουτ του αντιπάλου. Το γνωστό δηλαδή «πούλημα της μπάλας» που λέμε και στα καφενεία. Αυτό δηλαδή που κανένας προπονητής δεν θέλει να βλέπει -κυρίως- στους αμυντικούς και τον γκολκίπερ του. Τις δυο σεζόν που προηγήθηκαν της περσινής ο Στόουνς είχε μέσο όρο τέσσερα λάθη σε αυτό το κομμάτι. Κάτι που δείχνει περίτρανα την δουλειά που έχει ρίξει μιας και το ταλέντο του ήταν γνωστό εδώ και πολλά χρόνια στους φίλους της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Οταμέντι πέρσι είχε τρία «πουλήματα μπάλας» που οδήγησαν μάλιστα σε τρία τέρματα για την Σίτι. Ο εξαιρετικός κίπερ Έντερσον είχε έξι, και από δύο είχαν ο Γουόκερ, ο Φερναντίνιο και ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο τελευταίος αγωνίστηκε σχεδόν ολόκληρη την σεζόν ως αριστερός μπακ (που δεν είναι η φυσική του θέση). Ο Γκουαρδιόλα αν είχε μαλλιά θα τα είχε βγάλει απ’ το τράβηγμα βλέποντας όλα αυτά τα λάθη των παικτών του. Το γεγονός πως ο διεθνής Άγγλος αμυντικός καταφέρνει να είναι ο ηγέτης της άμυνας της Σίτι έχοντας: 0.8 επιτυχημένα τάκλιν ανά παιχνίδι, 1 κλέψιμο, 0.3 φάουλ και 3 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, χωρίς να πέφτει στο χορτάρι όπως ο Βίνι Τζόουνς τις παλιές καλές εποχές, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού της Σίτι και τον σημαντικότατο ρόλο που έχει ο ίδιος σε όλο αυτό. Χωρίς τον Άγγλο, φαντάζει πολύ δύσκολο να λειτουργήσει όλο αυτό στην εντέλεια. Φυσικά  και όλο αυτό το είδαμε να λειτουργεί και στο Μουντιάλ για την Αγγλία. Με τριάδα στην άμυνα και διαφορετικό στυλ παιχνιδιού αλλά με τον 24χρόνο σε ένα πιο ελεύθερο και οργανωτικό ρόλο. Ως ο απόλυτος ηγέτης της ομάδας. Δυστυχώς για τον ίδιο (και για την Αγγλία) το τέλειο τουρνουά που πραγματοποίησε θα το στοιχειώνει πάντα η φάση του νικητήριου γκολ του Μάντζουκιτς στην παράταση του ημιτελικού. Ένα γκολ που στέρησε την παρουσία στον μεγάλο τελικό και που το χρεώνεται και ο ίδιος με την κακή του αντίδραση στην συγκεκριμένη φάση (μετά το άτσαλο διώξιμο του Γουόκερ). Η απόσταση άλλωστε, του ήρωα απ’ τον μοιραίο, είναι ελάχιστη στο ποδόσφαιρο. Ελάχιστη βέβαια είναι συνήθως και η αντίληψη ανθρώπων που στέκονται μόνο στο λάθος κάποιου παραβλέποντας (ηθελημένα τις περισσότερες φορές) όλα τα θετικά που έχουν προηγηθεί και την εν γένει παρουσία του. Μην ξεχνάμε πως πριν το γκολ του Μάντζουκιτς, ο Βρσάλικο είχε βγάλει πάνω στην γραμμή την κεφαλιά του Στόουνς. Μια κεφαλιά που αν είχε γίνει γκολ, το σκορ θα ήταν 2-1 υπέρ των Άγγλων, και ίσως τώρα να ήταν όλα εντελώς διαφορετικά. Με τα «αν» και τα «ίσως» βεβαίως και δεν γράφεται ιστορία όμως, γι’ αυτό πάμε παρακάτω.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στους άλλους τρεις στόπερ των ομάδων που αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στο πρωτάθλημα της Πρέμιερ Λιγκ που αρχίζει σε λίγες μέρες.

Ο Φαν Ντάικ κόστισε 75 εκατομμύρια λίρες στην Λίβερπουλ τον Δεκέμβριο του ’17 και έγινε αμέσως ο απόλυτος ηγέτης της άμυνας και της αμυντικής λειτουργίας της ομάδας του Κλοπ. Σε 14 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.1 επιτυχημένα τάκλιν, 1.3 κλεψίματα, 0.6 φάουλ. 5.6 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα (ανίκητος σε αυτό τον τομέα) και 81 πάσες ανά αγώνα, με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει το 90%. Φυσικά και οι μυημένοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο περιμέναμε αυτή την εξαιρετική παρουσία μιας και τα δείγματα γραφής στην Σαουθάμπτον δεν άφηναν και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Φέτος αναμένεται ακόμα καλύτερος – όπως φυσικά και ολόκληρη η ομάδα.

Ο εξαιρετικός νεαρός διεθνής Κολομβιανός της Τότεναμ, Ντάβινσον Σάντσεζ κόστισε 42 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Άμστερνταμ -και τον Άγιαξ- για το Λονδίνο και τα «σπιρούνια», και έγινε αμέσως ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της ομάδας του. Στο ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο του Ποκετίνο, σε 29 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.2 επιτυχημένα τάκλιν, 1.2 κλεψίματα, 0.8 φάουλ, 2.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, 60.2 πάσες ανά αγώνα και ποσοστό επιτυχίας 89.4%. Όλα αυτά γίνονται ακόμα πιο σημαντικά αν αναλογιστούμε πως η περσινή ήταν η πρώτη του σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ και πως η μετάβαση από το Ολλανδικό ποδόσφαιρο στο Αγγλικό, είναι πραγματικά δύσκολη, και η διαφορά επιπέδου χαώδης. Ο Φαν Ντάικ για παράδειγμα πριν την Σαουθάμπτον (και ενώ προέρχεται και αυτός από την Ολλανδία και την Γκρόνιγκεν) είχε δοκιμαστεί στο δύσκολο (και βίαιο) πρωτάθλημα της Σκωτίας με τη φανέλα της Σέλτικ. Η Σκωτσέζοι μάλιστα πίστευαν τόσο πολύ τον παίκτη που είχαν βάλει στην Σαουθάμπτον ποσοστό μεταπώλησης. Φυσικά και είδαν τα ταμεία τους να γεμίζουν με ζεστό χρήμα πέρσι τον Δεκέμβρη.

Τελευταίο άφησα τον Έρικ Μπαγί. Τον παίκτη που έχει επωμιστεί τον ρόλο του ηγέτη στην άμυνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θα καταλάβουμε πολύ καλύτερα -βλέποντας τους αριθμούς- γιατί η ομάδα του Μουρίνιο δεν μπορεί να ακολουθήσει τον τρόπο παιχνιδιού των τριών ομάδων που προανέφερα. Ο Ιβοριανός κόστισε 30 εκατομμύρια λίρες το καλοκαίρι του ’16 για να αφήσει την Βιγιαρεάλ για το Ολντ Τράφορντ και οι αριθμοί του είναι: 1.3 επιτυχημένα τάκλιν, 1.9 κλεψίματα, 0.8 φάουλ (όλα καλά μέχρι εδώ) αλλά 1.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα και 32.8 πάσες ανά αγώνα με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει μετά βίας το 86%. Πολύ χειρότερος δηλαδή στο οργανωτικό κομμάτι από τους τρεις παίκτες που προανέφερα και πολύ χειρότερος με την μπάλα στα πόδια. Κάτι που δείχνει με τον καλύτερο τρόπο και τον λόγο που η Γιουνάιτεντ σηκώνει πολλές φορές την μπάλα απ’ την άμυνα στην επίθεση αλλά και γιατί ο Μουρίνιο γκρινιάζει συνεχώς τον τελευταίο καιρό για μεταγραφική ενίσχυση. Ο Χάρι Μαγκουάιρ της Λέστερ αποτελεί άλλωστε στόχο, και είναι ικανός να προσθέσει ποιότητα στο κέντρο της άμυνας της ομάδας.

Για να καταλάβουμε καλύτερα πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που παίζουν οι κεντρικοί αμυντικοί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο θα κάνω μια απλή ερώτηση. Ποιος θεωρείται -και είναι- ένας απ΄τους κορυφαίους στόπερ παγκοσμίως στο ποδόσφαιρο των ημερών μας; O Ντιέγκο Γκοδίν, πολύ σωστά. Αγωνίζεται στην Ατλέτικο Μαδρίτης του Σιμεόνε. Είναι Ουρουγουανός. Είναι επίσης σκατόφατσα και φυσικά μοιάζει βγαλμένος από άλλες εποχές. Πιο σκληρές. Πιο άγριες. Πιο «πολεμικές». Και όμως οι αριθμοί του δεν απέχουν και πολύ από τους προαναφερθέντες. Τους πιο «φλώρους» δηλαδή στα μάτια εκατομμυρίων οπαδών. 1.7 κερδισμένα τάκλιν, 2 κλεψίματα, 1.5 φάουλ και δύο κερδισμένες εναέριες μονομαχίες, με 46 πάσες και 84.8 ποσοστό επιτυχίας ανά αγώνα. Θα μπορούσε να είναι μια βελτιωμένη έκδοση του Μπαγί. Ευτυχώς για τον Σιμεόνε δεν είναι. Αυτοί είναι οι αριθμοί του από την προηγούμενη σεζόν και μόνο για την Λα Λίγκα. Φυσικά και ο τρόπος που καθοδηγεί τους συμπαίκτες του και το πάθος που βγάζει στους αγώνες δεν γίνονται να μετρηθούν με αριθμούς. Ο Μπαγί δεν μπορεί να το κάνει αυτό τόσο καλά. Και δεν συγκρίνω παίκτες απλά συγκρίνω αριθμούς.

Οι εποχές που οι αμυντικοί -των κορυφαίων ομάδων- σέρνονταν στο χόρτο για να κόψουν τους αντιπάλους τους με δολοφονικά τάκλιν και έστελναν την μπάλα στα σύννεφα, ανήκουν στο παρελθόν. Ευτυχώς. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει προς το καλύτερο, και αυτό το δηλώνουν περίτρανα πλέον και οι αριθμοί, εκτός φυσικά της εικόνας. Πρώτος στόχος και για τους αμυντικούς είναι η καλή τεχνική για να παίξουν στο κορυφαίο επίπεδο, και φυσικά η ελαχιστοποίηση των λαθών και του «πουλήματος της μπάλας» που έγραψα και πιο πάνω. Αν κάναμε ένα γκάλοπ για παράδειγμα για το ποιοι είναι οι κορυφαίοι τερματοφύλακες στην Ευρώπη, αυτή την περίοδο, πολλοί θα ήταν αυτοί που δεν θα έβαζαν στη λίστα τον Έντερσον και τον Γιορίς επειδή θα σου πουν: «δεν μου αρέσει να παίζει ο κίπερ τόσο πολύ με τα πόδια». Εμένα απ’ την άλλη μου αρέσει να παίζει ο κίπερ και με τα πόδια. Αρκεί να μπορεί να το κάνει. Εννοείται πως δεν μπορούν όλοι. Αυτοί όμως που μπορούν και παίρνουν το ρίσκο ανεβάζουν τουλάχιστον ένα επίπεδο την ομάδα τους.

Επιστρέφω στο γκάλοπ για να κλείσω και το κείμενο. Θα έβαζαν εκεί τον Πετρ Τσεχ; Ναι, θα τον έβαζαν. Τον σπουδαίο -είναι η αλήθεια- τερματοφύλακα της Άρσεναλ και πρώην της Τσέλσι. Ακόμα και στα 36 του χρόνια. «Έχει μαγνήτες στα χέρια» θα σου πουν. «Είναι έμπειρος». Αυτό που ίσως δεν θα γνωρίζουν -και δε θα σου πουν- πολλοί (που θα τον βάλουν στη λίστα) είναι πως πέρσι ήταν ο χειρότερος σε ολόκληρη την Ευρώπη (στα κορυφαία τουλάχιστον πρωταθλήματα) στον αριθμό φάσεων που κάποιος πούλησε την μπάλα στον αντίπαλο, μιας και είχε τον μεγαλύτερο -αρνητικό- αριθμό σε αυτή την κατηγορία. H Άρσεναλ τερμάτισε 6η (έχοντας δεχθεί 51 γκολ σε 38 αγώνες) στο -37 από την πρωταθλήτρια Σίτι. Κι ας παίζει ποδόσφαιρο κατοχής και αυτή. Και αυτό είναι κάτι φοβερά αρνητικό από μόνο του για τους «κανονιέρηδες». Οι αμυντικοί της, και ο κίπερ της, -για να το πω απλά- δεν ήξεραν μπάλα, και έκαναν συνεχώς εύκολα λάθη, που οδηγούσαν σε γκολ. Ή σε φάσεις για γκολ. Έβαζαν πολλές φορές δηλαδή οι ίδιοι προβλήματα στους εαυτούς τους. Η Σίτι, που δέχθηκε μόλις 27 γκολ, επειδή πολύ απλά οι αντίπαλοί της -συνήθως- προσπαθούν μάταια να της πάρουν την μπάλα, είτε την έχουν οι παίκτες της επιθετικής της γραμμής, είτε αυτοί της αμυντικής (και φυσικά ο τερματοφύλακας) είναι η καλύτερη απάντηση σε όλο αυτό. Γιατί; Επειδή πολύ απλά, ξέρουν όλοι μπάλα.

Μια μικρή ωδή στην αγάπη για το ποδόσφαιρο

  [6 Σχόλια]

Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα δουν να έρχεται κατά πάνω τους μια μπάλα, δεν θα προσπαθήσουν να την πιάσουν με τα χέρια, αλλά να την κοντρολάρουν με το πόδι. Ο Μαραντόνα είχε δηλώσε κάποτε πως ακόμα κι αν φορούσε ένα πανάκριβο λευκό κοστούμι, αν έβλεπε μια λασπωμένη μπάλα να έρχεται προς το μέρος του -ψηλά, απ’ τον αέρα- θα την κοντρόλαρε με το στήθος, χωρίς να ενδιαφερθεί για λεκέδες και περίεργα βλέμματα. Προσωπικά τον πιστεύω. Ο συγγραφέας του εξαιρετικού -και αγαπημένου (για ‘μένα)- High Fidelity, Νικ Χόρνμπι, έχει δηλώσει επίσης: «Ερωτεύτηκα το ποδόσφαιρο όπως αργότερα ερωτευόμουν τις γυναίκες. Ξαφνικά, ανεξήγητα, αβασάνιστα. Χωρίς να σκεφτώ τον πόνο ή την αναστάτωση που θα έφερνε». Τον πιστεύω και αυτόν, μιας και ακριβώς έτσι ερωτεύτηκα και εγώ το ποδόσφαιρο, πριν πολλά χρόνια, και φυσικά έτσι ακριβώς ερωτεύομαι και τις γυναίκες. Ακόμα και σήμερα.

Κανένας -και ποτέ- δεν πρόκειται να εξηγήσει επακριβώς τι είναι αυτό που κάνει το ποδόσφαιρο τόσο δημοφιλές. Ακόμα και στις μέρες μας, στην σύγχρονη εποχή των εκατομμυρίων και του χαμένου ρομαντισμού, δεν γίνεται να μην το αγαπήσεις. Τα συναισθήματα που αυτό γεννά -και προσφέρει- δεν γίνεται να μετρηθούν από καμία σύγχρονη «μηχανή» και φυσικά η λέξη γκολ και τα συναισθήματα που αυτή γεμίζει τον απλό φίλαθλο, δεν ξέρω με πόσα πράγματα μπορούν να συγκριθούν. Αν μπορούν να συγκριθούν. Προσωπικά αυτό που με κάνει να ξεχνάω το ποδόσφαιρο είναι μόνο ένα παιδικό χαμόγελο και ένα παιδικό δάκρυ. Τα παιδιά άλλωστε είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει σε αυτόν εδώ τον πλανήτη και δεν αξίζουν κανένα πόνο. Το παρόν, το μέλλον και η ζωή, είναι τα ίδια τα παιδιά. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει καμία ισορροπία σε αυτήν εδώ την κοινωνία. Κανένα όνειρο. Ακόμα και η λέξη αγάπη θα έχανε κάθε έννοια της δίχως αυτά.

Πριν χρόνια είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία» μετά την προβολή της εξαιρετικής ταινίας «Τιμπουκτού» του Αμπντεραμάν Σισακό. Εκεί, σε μια σπάνιας ομορφιάς ανθρώπινη κι αληθινή σκηνή, αποτυπώνεται τι ακριβώς είναι το ποδόσφαιρο για κάθε παιδί. Πως το βιώνει και τι αισθήματα βγάζει αυτό το τόσο σπουδαίο παιχνίδι σε κάθε πιτσιρίκι. Ανεξαρτήτως κοινωνικού στρώματος και οικονομικής επιφάνειας. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει μπάλα. Τα καλύτερα γκολ της ζωής του, άλλωστε, το κάθε παιδί τα έχει σκοράρει έχοντας κλειστά τα μάτια. Στα όνειρά του. Σε τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ και Μουντιάλ, κι από πολλές φορές μάλιστα. Συνήθως μετά από μια  πάσα ακριβείας του καλύτερού του φίλου. Ακόμα και σε μια δύσκολη στιγμή άλλωστε ο καθένας μπορεί να κλείσει τα μάτια και να σκεφτεί τον άνθρωπο που είναι ερωτευμένος, μια όμορφη στιγμή με ένα καλό φίλο και φυσικά την αγαπημένη του ομάδα ή -ακόμα καλύτερα- τον ίδιο να σκοράρει, με τα χρώματά της, ένα σπουδαίο τέρμα, και να νιώσει καλύτερα. Έστω και για μερικά λεπτά.

Σε ένα απ’ τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει στη ζωή μου, υπάρχει μια σκηνή που -ίσως- καταφέρνει να μας πει  τι είναι το ποδόσφαιρο για ένα παιδί. Σε ένα βιβλίο όμως που δεν έχει να κάνει καθόλου με ποδόσφαιρο αλλά με την σκοτεινότερη περίοδο της σύγχρονης ανθρωπότητας. Αναφέρομαι στο βιβλίο του Ίμρε Κέρτες «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο», ένα βιβλίο που έχει να κάνει με τις θηριωδίες του Άουσβιτς μέσα απ’ τα μάτια ενός μικρού παιδιού. Ο Κέρτες, κάπου λίγο πριν τη μέση του βιβλίου, γράφει «…Κάτω απ’ τα πόδια μας πάλι ένας φαρδύς, εκτυφλωτικά λευκός δρόμος, μπροστά μας ολόκληρη εκείνη η κάπως κουραστικά μεγάλη έκταση, ο αέρας που από τη ζέστη έτρεμε και έβραζε παντού. Είχα αρχίσει να ανησυχώ μήπως και ήταν πολύ μακριά, όπως αποδείχτηκε όμως μετά, τα λουτρά απείχαν από το σταθμό συνολικά γύρω στα δέκα λεπτά με τα πόδια. Όσα μπόρεσα σ’ αυτή τη σύντομη διαδρομή να δω γενικά μου άρεσαν. Χάρηκα ιδιαίτερα για ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, σ’ ένα λιβάδι που απλωνόταν ακριβώς στα δεξιά του δρόμου. Πράσινο γρασίδι, τα απαραίτητα για το παιχνίδι άσπρα τέρματα, άσπρες γραμμές – όλα ήταν εκεί, δελεαστικά, καινούργια, σε άριστη κατάσταση και απόλυτη τάξη. Εμείς, τ’ αγόρια, είπαμε αμέσως: ορίστε, μετά τη δουλειά θα παίζουμε εδώ ποδόσφαιρο…» Απλές και αγνές σκέψεις ενός παιδιού που πριν λίγη ώρα είχε φτάσει στοιβαγμένο μαζί με άλλους εκατοντάδες στο κολαστήριο του Μπίρκεναου και όσο κι αν είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά με όλο αυτό, δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό του το παιχνίδι και το αγαπημένο του ποδόσφαιρο.

Κλείνοντας αυτό το μικρό κείμενο (και τις σκέψεις που αυτό περικλείει) απλά να πω πως: περίπου την ίδια περίοδο ο σπουδαίος Σοβιετικός συνθέτης και μέγας λάτρης του ποδοσφαίρου, Ντμίτρι Σοστακόβιτς, καθώς τα ναζιστικά στρατεύματα πλησίαζαν στο Λένινγκραντ, θα γράψει στον καλό του φίλο Ισαάκ Γκλίκμαν που βρισκόταν στην Τασκένδη. «Καλέ μου φίλε δεν κοιμάμαι, θρηνώ και δάκρυα τρέχουν πυκνά και πικρά από τα μάτια μου. Εκεί που βρίσκεσαι γίνονται τουλάχιστον τίποτα ματς;» Δέκα χρόνια νωρίτερα (στις αρχές του 1930) ο σπουδαίος συνθέτης είχε υπογράψει το έργο «Χρυσή Εποχή». Το πρώτο δηλαδή από τα τρία διάσημα μπαλέτα του. Ένα έργο που βασίστηκε στο λιμπρέτο «Ντιναμιάδα» και μιλάει για τις περιπέτειες μιας Σοβιετικής ποδοσφαιρικής ομάδας που βρισκόταν για αγώνες επίδειξης σε μια διεφθαρμένη καπιταλιστική χώρα με το όνομα Φασιστοχώρα. Ένα απ’ τα πιο γνωστά αποφθέγματα άλλωστε του σπουδαίου συνθέτη ήταν εκείνο το «Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» και κατ’ εμέ δεν είχε καθόλου, μα καθόλου, άδικο. Ο τρόπος που προσέγγιζε άλλωστε ο Σοστακόβιτς το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο ήταν ακριβώς όπως του μικρού παιδιού που βγαίνει να παίξει στον δρόμο με τους φίλους του. Πολλές φορές ακόμα και με φανταστική -ή αυτοσχέδια- μπάλα. Ανάμεσα σε συντρίμμια. Πολλές φορές υπό τον φόβο και την αβεβαιότητα -όχι του αύριο- αλλά εκείνης της στιγμής.  Πάντα όμως με αγνή, αληθινή αγάπη και ατελείωτα όνειρα. Όπως και ο μικρούλης Ντούρκα στο αριστούργημα του Κέρτες.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του σπουδαίου Francisco Tarrega

Ο Μέσι, ο Ρονάλντο και o GOAT

  [23 Σχόλια]

Στις 4 Ιουνίου το περιοδικό PAPER κυκλοφόρησε, έχοντας στο εξώφυλλό του τον Λιονέλ Μέσι, με την λεζάντα GOAT. Greatest Of All Time δηλαδή. Μια λεζάντα που όσοι ασχολούνται με αθλητικά θέματα (και ιστορίες) αρέσκονται, στο να τη χρησιμοποιούν,  για να χαρακτηρίσουν παίκτες -τις περισσότερες φορές- της δικής τους εποχής. Εγώ δεν πρόλαβα τον Κρόιφ, ούτε τον Πελέ, ούτε τον Εουσέμπιο, ούτε τον Μπεστ. Πρόλαβα όμως τον Μαραντόνα (δυστυχώς προς το τέλος της καριέρας του), τον Ζιντάν, τον βραζιλιάνο Ρονάλντο, και τώρα χαζεύω, με τον υπόλοιπο κόσμο, τον Μέσι και τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Όταν βλέπαμε τον Ζιζού -στο απόγειο της καριέρας του- θυμάμαι να λέμε, οι περισσότεροι τουλάχιστον, πως αυτός είναι ο κορυφαίος όλων. Ο Εκλεκτός. Τα ίδια πάνω-κάτω λέγαμε και για τον Ρονάλντο (τον βραζιλιάνο) και τον Ροναλντίνιο, λίγο καιρό αργότερα. Την τελευταία δεκαετία όμως αυτή η μάχη έχει κορυφωθεί ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Τον Αργεντίνο Μέσι, της Μπάρτσα, και φυσικά τον Πορτογάλο Κριστιάνο Ρονάλντο, της Ρεάλ. Είναι όμως κάποιος εξ αυτών των δύο ο GOAT;

Αρχίζω απ’ τα πολύ βασικά για να φτάσουμε και στο κυρίως θέμα: Δεν γίνεται να συγκρίνουμε παίκτες από διαφορετικές εποχές.

Δεν γίνεται να συγκριθεί ο Μαραντόνα με τον Μέσι, βρε αδερφέ, όσο κι αν μοιάζει το αγωνιστικό τους στυλ. Ο πρώτος αγωνίστηκε στα 80s και ο δεύτερος αγωνίζεται από τα middle 00s, και συνεχίζει μέχρι και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές.  Το ποδόσφαιρο άλλαξε, υπερβολικά πολύ, όλο αυτό το διάστημα. Αν ο Μαραντόνα έπαιζε ποδόσφαιρο σήμερα, λογικά, δεν θα είχε σχέση με τον παίκτη που ήταν τότε. Θα ήταν σίγουρα πιο αθλητικός. Θα ήταν σίγουρα άριστος επαγγελματίας. Θα είχε σίγουρα από πίσω του δεκάδες παχυλά συμβόλαια και δεκάδες συμβούλους για να τον βοηθούν. Αλλιώς δεν θα έπαιζε ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο όσο μάγος κι αν ήταν. Αν ο Μέσι έπαιζε στα 80s, λογικά, δεν θα είχε όλα αυτά που έχει σήμερα και φυσικά δεν θα ήταν τόσο «διαστημικός» (και με τα προβλήματα που τον ταλαιπώρησαν στην παιδική -και εφηβική- του ηλικία). Σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να γίνει όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό.

Ο Μαραντόνα ήταν κορυφαίος τότε. Ο Μέσι είναι κορυφαίος τώρα. Σε ένα ποδόσφαιρο γεμάτο αλκοόλ, τσιγάρα, ξενύχτια και ένα σωρό άλλες καταχρήσεις (τότε), οι περισσότεροι παίκτες δεν είχαν μεγάλη διάρκεια. Δεν μπορούσαν να έχουν μεγάλη διάρκεια. Πολλοί κορυφαίοι μάλιστα εκείνης της περιόδου έπαιξαν σαν κορυφαίοι το πολύ 6-7 χρόνια.  Οι περισσότεροι απ’ τους φιλάθλους επίσης δεν είχαν πρόσβαση στα παιχνίδια των ομάδων, όπως συμβαίνει δηλαδή στις μέρες μας, και περίμεναν να δουν τους σούπερ σταρ στα Μουντιάλ, τα Γιούρο, άντε και σε κανένα Ευρωπαϊκό παιχνίδι συλλόγων. Αν είχαν την τύχη. Μιλάμε για πολύ μικρό όγκο παιχνιδιών και πληροφοριών. Θεωρώ πως ασφαλή συμπεράσματα για κάποιον μέσα από 5-6 παιχνίδια δεν μπορούν να βγουν. Όσο κι αν κόβει το μάτι κάποιου καλύτερα κι από ταξιτζή σε νυχτερινή βάρδια. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Αν έπαιζε ποδόσφαιρο στα 70s και τα 80s δεν θα ήταν ο σούπερ αθλητής του σήμερα. Αυτό το τέρας φυσικών και σωματικών αντοχών. Δεν θα μπορούσε να είναι ο σούπερ αθλητής του σήμερα. Όσοι συμφωνούν μπορούν να συνεχίσουν με την ανάγνωση αυτού εδώ του κειμένου.

Κριστιάνο Ρονάλντο ή Λιονέλ Μέσι;

Δύο κορυφαίοι παίκτες στις δύο κορυφαίες ομάδες της εποχής. Ο Πορτογάλος όμως έχει επιτυχίες και με την εθνική του ομάδα. Σε μια ομάδα που δεν έχει το σπουδαίο ταλέντο για να τον πλαισιώσει. Ο Αργεντίνος, σε μια ομάδα που ζει με τα φαντάσματα του Ντιέγκο, έχοντας αρκετούς ντελικάτους παίκτες δίπλα του (μεσοεπιθετικά τουλάχιστον), δεν μπορεί να κάνει καμία υπέρβαση. Να κατακτήσει δηλαδή κάποιον τίτλο (και να μην χάνει σε τρεις σερί τελικούς). Σε πολλά παιχνίδια- και για να τα λέμε κι όλα- ο σπουδαίος αρτίστας δεν μοιάζει καθόλου με τον παίκτη που έχει το χάρισμα να διαθέτει το σπάνιο DNA του Ροσάριο αλλά με λάτιν δεκάρι που «μαγεύει» στα γήπεδα της δικής μας Β’ εθνικής. Σε κάποιο χωράφι. Λες και είναι ο Μάουρο ο Πόι. Όχι δεν είμαι υπερβολικός. Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. Εγκλωβισμένος. Κακόκεφος. Ξένο σώμα, πολλές φορές, σε μια ομάδα που δείχνει να μην του ταιριάζει. Λες και βλέπω τον Τάσο τον Μητρόπουλο με τη φανέλα του ΠΑΟ στα 90s. Σα να τον βασανίζει μονίμως η σκέψη: «Τι κάνω εγώ εδώ με όλους αυτούς». Δυστυχώς μάλλον πρέπει αν έχει δίκιο.

Στο ντοκιμαντέρ «Μέχρι να γίνεις ο βασιλιάς των ηλιθίων» για την εγχώρια πανκ σκηνή, ο Δημήτρης Πουλικάκος κάπου αναφέρει «Στο ροκ δεν χρειάζονται πάνω από τρία ακόρντα…άντε τέσσερα, για να φτιάξεις ένα σπουδαίο τραγούδι». Με αυτή την φράση προσπαθεί να περιγράψει το μεγαλείο του σκληρού ήχου μέσα απ’ την απλότητά του. Πόσο σύμφωνο με βρίσκει αυτή η φράση. Το ίδιο ισχύει και για τον Μέσι. Για να δείξει το μεγαλείο του δεν αρκούν πάνω από 3-4 «ακόρντα». Το μεγαλείο της Μπάρτσα στηρίχθηκε άλλωστε πάνω στο πιο απλό πράγμα. Το κοντρόλ και την πάσα με τη μία (αυτά που πολλοί επαγγελματίες δεν γνωρίζουν άριστα). Αυτά τα απλά ακόρντα που βρίσκει στην Μπάρτσα για να φτάσει στα δικά μας αυτιά μια άρτια ποδοσφαιρική «μελωδία». Ακόρντα που δεν υπάρχουν στην Αργεντινή (ή δεν μπορεί να τα βρει) για να φτάσουμε να «ακούμε» όλοι εμείς μια μελωδία χειρότερη κι από ήχο βουβουζέλας ή ακόμα χειρότερα, εκείνο τον εκνευριστικό ήχο της καραμούζας του Πήτερ Σέλερς στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας «Το πάρτι».

Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο Μέσι έτσι έμαθε να παίζει. Για την ακρίβεια, μόνο έτσι. Από πολύ μικρή ηλικία μάλιστα, στον οργανισμό της Μπάρτσα και της Μασία. Ο άνθρωπος που στο πρόσωπό του ο Γκουαρδιόλα βρήκε τον παίκτη που πάνω του θα τελειοποιούσε αυτό που είχε στο μυαλό του. Ο παίκτης που συμπλήρωνε άψογα (κι αυτοί αυτών) τους Τσάβι, Ινιέστα, Μπουσκέτς, Άλβες, Πικέ, σε εκείνο το εκνευριστικά τέλειο τίκι-τάκα. Αυτό είναι το ποδόσφαιρό του. Να δίνει την μπάλα σε κάποιον παίκτη που θα μπορεί όμως να την δώσει κι αυτός με την μία και απολύτως σωστά. Όχι στο περίπου. Ακριβώς εκεί που πρέπει. Με παίκτες που έχουν στο μυαλό τους ένα συγκεκριμένο πλάνο και σύστημα. Με παίκτες που διαθέτουν όλοι (ή σχεδόν όλοι) άρτια τεχνική κατάρτιση. Αυτό δεν γίνεται να το βρει στην Αργεντινή. Δεν μπορεί να το βρει στην Αργεντινή. Ο μέτριος άξονας της ομάδας του Σαμπαόλι και φυσικά η μέτρια τεχνική (για να παίξουν με τον Μέσι) των περισσότερων αμυντικών του δεν γίνεται να βοηθήσουν το δεκάρι τους. Να ανασάνει. Να φανεί. Για να μπορέσει κι αυτός να τους κάνει καλύτερους. Ο Μέσι δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε αυτό το ποδοσφαιρικό χάος. Η εικόνα και τα αποτελέσματα της Αργεντινής -δυστυχώς- μιλούν από μόνα τους.

Ο Κριστιάνο αντιθέτως μπορεί να το κάνει αυτό σε μια ομάδα (την Πορτογαλία) που δεν διαθέτει ούτε στο μισό την ποιότητα που έχουν οι Αργεντίνοι ως ο απόλυτος σταρ-αρχηγός. Ο Κριστιάνο είναι εντελώς διαφορετικός παίκτης απ’ τον Μέσι. Ουσιαστικά έγινε ποδοσφαιριστής στο σκληρότερο (και καλύτερο) πρωτάθλημα της Ευρώπης. Το Αγγλικό. Εκεί που τα τάκλιν σφυρίζουν σαν σφαίρες σε ταινία του Σέρτζιο Λεόνε. Βρήκε σε πολύ μικρή ηλικία αντιπάλους σε γήπεδα της Τσάμπιονσιπ και της League One (για τους αγώνες κυπέλλου) και έμαθε να ζει και να επιβιώνει στο σκληρό -και αντιαθλητικό πολλές φορές- βρετανικό παιχνίδι. Έμαθε να κατεβάζει την 50αρα μπαλιά, σε λασπωμένο τερέν, και ενώ τον χτυπά κάποιος σκληρός και άτεχνος αμυντικός. Έμαθε να βρίσκει τον χώρο και εκείνο το νεκρό δευτερόλεπτο για να σουτάρει, ξέροντας πως στο επόμενο θα έχει fatality. Έμαθε να δέχεται το αντιαθλητικό μαρκάρισμα πάνω στη γραμμή. Με χέρια και με πόδια. Με αγκώνες και με γόνατα. Έμαθε να παίζει πιο old school ποδόσφαιρο και να αντέχει στην κλωτσιά. Έμαθε να βλέπει στα αποδυτήρια την σκατόφατσα του Ρόι Κιν στην τρυφερή ηλίκια των 18.

Φυσικά και έμαθε να λειτουργεί κι αυτός έχοντας κορυφαίους συμπαίκτες, από ένα εντελώς διαφορετικό όμως μετερίζι. Επίσης έχει την τύχη να διαθέτει κάτι που ο Μέσι δείχνει σα να μην θέλει να αποκτήσει όταν παίζει για την χώρα του. Το χάρισμα του ηγέτη εντός του αγωνιστικού χώρου. Όταν παίζει η μπάλα. Όταν καίει η μπάλα. Θα βοηθήσει και θα συμβουλεύσει τους μέτριους συμπαίκτες του, ξέροντας πως δεν μπορούν να πλησιάσουν το δικό του ταλέντο. Το δικό του μεγαλείο. Ο Μέσι απ’ την άλλη, σε κάθε λάθος συμπαίκτη (που είναι συνηθισμένο φαινόμενο) θα κατεβάσει το κεφάλι απελπισμένος. Λες και φταίει ο κάθε μέτριος συμπαίκτης του για την κάθε λάθος μπαλιά. Τόσο ξέρει – τόσο παίζει βρε Λίο μου. Ειλικρινά δεν θυμάμαι τον Μέσι να μιλάει σε συμπαίκτη του στην Αργεντινή. Να τον αγκαλιάζει. Να του χαμογελά. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή απ’  όταν φοράει και αγωνίζεται με την φανέλα των Μπλαουγκράνα. Με την ελίτ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου δηλαδή. Ο Κριστιάνο απ’ την άλλη γκρινιάζει όταν βλέπει το λάθος στην Ρεάλ Μαδρίτης. Εκεί έχει όμως το δικαίωμα, μιας και οι συμπαίκτες του είναι παίκτες που ανήκουν στο ψηλότερο ράφι της ποδοσφαιρικής ελίτ και έχεις μεγαλύτερες απαιτήσεις. Σωστότερη προσέγγιση κατ’ εμέ.

Μπορώ να φανταστώ τον Κριστιάνο να αγωνίζεται στην Λέστερ, δίπλα στον Βαρντι, και να κατακτά το Τσάμπιονς Λιγκ με 4-4-2, απέναντι σε κάποια κορυφαία ομάδα. Με τον Καντέ και τον Ντρινκγουότερ ως αμυντικούς μέσους και με τον Χουτ και τον Μόργκαν ως κεντρικούς αμυντικούς. Ο Μέσι σε αυτή την ομάδα δεν θα μπορούσε να αγωνιστεί με τίποτα και για κανένα λόγο. Θα ήθελε να παίξει την μπάλα με τη μία. Να μην τη βλέπει να πέφτει απ’ τα σύννεφα. Να ανεβαίνουν τα πλάγια μπακ και να του δίνουν στηρίγματα στον άξονα. Να κάνουν παιχνίδι τα στόπερ και όλα να κυλούν ρολόι. Τον μειώνει κάτι τέτοιο; Όχι βεβαια. Μπορεί όμως να δώσει μια απάντηση γιατί ο Μέσι δεν είναι ο παίκτης της Μπαρτσελόνα όταν φοράει την φανέλα της χώρας του. Ο Μέσι δεν μπορεί να λειτουργήσει με μέτριους συμπαίκτες -σε θέσεις κλειδιά όπως αυτές του άξονα- γιατί είναι ο μεγαλύτερος αρτίστας των ημερών μας, και ένας εκ των κορυφαίων (λογικά) στην ιστορία του ποδοσφαίρου, και έμαθε να παίζει με ένα συγκεκριμένο στυλ που δεν γίνεται να αλλάξει στα 31, και δεν υπάρχει και λόγος, μιας και ο Μέσι δεν πρόκειται να αφήσει ποτέ την σιγουριά της Βαρκελώνης. Αν το έκανε ποτέ, δεν θα το έκανε για καμία ομάδα του Ευρωπαϊκού χάρτη.

Και για να βάλω μια τελεία. Είναι ο Ρονάλντο καλύτερος του Μέσι; Όχι βέβαια. Είναι ο Μέσι καλύτερος του Ρονάλντο; Και πάλι όχι. Είναι απλά δύο κορυφαίοι παίκτες των τελευταίων 12-13 ετών που το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει βρει στα πρόσωπά τους τα τέλεια «μοντέλα» και γουστάρει -και καλά κάνει- να τρέφει αυτή την κόντρα. Μιλάμε άλλωστε για δύο φαινόμενα της εποχής και δύο παίκτες που σίγουρα βρίσκονται ανάμεσα στους κορυφαίους όλων των εποχών. GOAT πάντως δεν είναι κανένας εκ των δύο. Δεν υπάρχουν GOAT άλλωστε. Δεν ξέρω κιόλας αν είναι και οι κορυφαίοι της εποχής τους απ’ τη στιγμή που για σχεδόν 15 χρόνια έχουμε την τύχη να βλέπουμε -παράλληλα με αυτούς τους δύο- και τον Αντρές τον Ινιέστα. Όπως είναι γνωστό άλλωστε κανένας δεν κατάφερε σπουδαία πράγματα από μόνος του σε ομαδικό σπορ. Ο Κρόιφ είχε τον Νέσκενς. Ο Πελέ τον Γκαρίντσα. Ο Μαραντόνα είχε τον Βαλντάνο. Ο Μέσι τους Τσάβι και Ινιέστα και ο Ρονάλντο κατάφερε στον κορυφαίο τελικό της καριέρας του να βγει νικητής, κάνοντας τον προπονητή, μιας και είχε τραυματιστεί από τα πρώτα λεπτά του αγώνα.

Η χαμένη χαρά του παιχνιδιού

  [5 Σχόλια]

Σε ένα πολύ γνωστό ανέκδοτο που αναφέρεται στο βιβλίο του «Περί ηρώων και ταφών», ο Ερνέστο Σαμπάτο παρουσιάζει το «φιλοσοφικό δίπολο» του ποδοσφαίρου. Το μεταφέρω σε ελεύθερη απόδοση. Εκεί, ο κεντρικός χαρακτήρας ο Τζουλιάν ντ’ Αρκάντζελο, διηγείται στον ήρωα της νουβέλας, τον Μάρτιν, ένα περιστατικό στο οποίο πρωταγωνιστούσαν δύο επιθετικοί της Ιντεπεντιέντε στη δεκαετία του ’20, ο Αλμπέρτο Λαλίν, ένας απίστευτος ντριμπλαδόρος, και ο Μανουέλ Σεοανέ, ένα βαρύ σέντερ φορ, που ήξερε να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα, και οι οποίοι θεωρούνταν οι κύριοι εκφραστές των δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον τρόπο που έπρεπε να παίζεται το ποδόσφαιρο. Της αποτελεσματικότητας και του θεάματος της ευχαρίστησης. «Για να σου δείξω ποιες είναι αυτές οι δύο διαφορετικές φιλοσοφίες» λέει ο Ντ’ Αρκάντζελο στον Μαρτίν «θα σου διηγηθώ μια πολύ γνωστή ιστορία. Ένα απόγευμα, στο ημίχρονο που είχε λήξει δίχως γκολ, ο Σεοανέ λέει στον Λαλίν (που είχε ντριμπλάρει μέχρι και τα σημαιάκια του κόρνερ) ‘μόλις μπούμε μέσα κάνε μου μια μακρινή πάσα και θα βάλω γκολ’. Μόλις άρχισε το δεύτερο ημίχρονο ο Λαλίν έκανε μια μακρινή μπαλιά στον Σεοανέ, ο οποίος την πήρε, κατευθύνθηκε προς το τέρμα ντριμπλάροντας και σκόραρε. Αμέσως μετά, γυρίζει με τα χέρια ανοικτά και τρέχοντας προς τον Λαλίν φώναζε ‘το είδες Λαλίν; το είδες; σου το είπα’. Και ο Λαλίν απάντησε ‘ναι, αλλά δεν το φχαριστήθηκα΄.

Το παραπάνω μικρό απόσπασμα βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου «Η τέχνη του πολέμου για το ποδόσφαιρο» και στάθηκε αφορμή για αυτό εδώ το κείμενο. Κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου ποδοσφαίρου είναι η ταχύτητα, η δύναμη και φυσικά τα πολυπρόσωπα -κυρίως αμυντικά- συστήματα που δεν μπορούν να βοηθήσουν να φανούν οι παίκτες-αρτίστες. Ένα ποδόσφαιρο που σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται (δυστυχώς) άθλημα των προπονητών και όχι των παικτών. Αυτή την πραγματικότητα σήμερα, θα την πάω ένα βήμα παραπέρα και θα ρωτήσω «Στο σύγχρονο αυτό ποδόσφαιρο, πόσοι παίκτες κορυφαίου επιπέδου δείχνουν να απολαμβάνουν πραγματικά το άθλημα την ώρα διεξαγωγής μιας αναμέτρησης;»

Ειλικρινά δεν μπορώ να βρω εύκολα απάντηση. Ο τελευταίος κορυφαίος παίκτης που πραγματικά ζούσε το παιχνίδι όπως ένας πιτσιρικάς σε αλάνα και έπαιζε σε κορυφαία ομάδα, κατακτώντας μάλιστα σημαντικούς ατομικούς και ομαδικούς τίτλους, ήταν ο Ροναλντίνιο. Κι αυτός το έκανε μέχρι τα 27-28 του χρόνια. Μετά βαρέθηκε. Ήταν η περίοδος που το ποδόσφαιρο άλλαξε (γύρω στο 2008) -δυστυχώς προς το χειρότερο- και παίκτες αυτής της «πάστας» όπως ο Ροναλντίνιο, ο Κακά, ο Ρικέλμε αλλά και μικρότερου βεληνεκούς, όπως ο -λατρεμένος μου- Παμπλίτο Αϊμάρ ένιωθαν πως αυτό το ‘νέο’ άθλημα δεν έχει χώρο γι’ αυτούς. Το πράγμα είναι πολύ απλό. Μπορείς να τρέχεις για δύο ώρες; Θα παίξεις ακόμα και αν δεν μπορείς να βγάλεις σωστή πάσα στα 10 μέτρα. Δεν μπορείς να τρέχεις σαν μηχανάκι; Δεν θα παίξεις ακόμα και αν έχεις την τεχνική του Γκαρίντσα, του Σόκρατες και του Ζίκο. Για να μην παρεξηγηθώ, ο Ροναλντίνιο συνδύαζε άψογα ταχύτητα και τεχνική.

Συνεχίζω με τον Βραζιλιάνο μάγο και την Μπαρτσελόνα. Εκείνη η ομάδα είχε παίκτες όπως ο Ετο’ο, ο Λάρσον και ο Ντέκο, με προπονητή τον Φρανκ Ράικαρντ. Όποιον και να ρωτήσεις για εκείνη την σπουδαία  ομάδα θα σου πει πως εκείνη η Μπάρτσα, ήταν η ομάδα του Ροναλντίνιο. Μιλάμε για την περίοδο 2004-2007. Πάμε στην επόμενη Μπάρτσα των Ινιέστα, Τσάβι, Άλβες και φυσικά του σπουδαίου Λιονέλ Μέσι. Μιλάμε για την περίοδο 2008-2012. Εκείνη η ομάδα έχει μείνει ως η ομάδα του Πεπ Γκουαρντιόλα και του δικού του ‘τίκι-τάκα’. Αλλά γιατί; Υπήρχε σε αυτή ο κορυφαίος παίκτης της τελευταίας 20ετίας. Ο μικρός Αργεντινός ζογκλερ και -ίσως- μαζεμένοι μερικοί απ’ τους κορυφαίους Ισπανούς στην ιστορία της Λα Λίγκα. Κι όμως. Όποιον Καταλανό και να ρωτήσεις δεν θα σου βάλει κανένα από όλους αυτούς δίπλα στον Ροναλντίνιο για ένα απλό λόγο. Ο Ροναλντίνιο έπαιζε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που παίζει το παιδάκι της αλάνας, με εκείνο το υπέροχο χαμόγελο μονίμως στο πρόσωπό του, και όταν έπαιζε με την -άσημη- Έιμπαρ αλλά και όταν έπαιζε απέναντι στην μισητή (για τους Καταλανούς) Ρεάλ Μαδρίτης στο -πάντα εχθρικό- Σαντιάγκο Μπερναμπέου, και ο περισσότερος κόσμος αυτό θέλει να βλέπει. Ήταν απλό. Ο τρόπος παιχνιδιού του Ροναλντίνιο ήταν πάνω από κάθε τακτική και η αντίληψή του για το παιχνίδι δεν είχε καμία, μα καμία, σχέση με την αντίληψη που έχουν οι δύο κορυφαίοι παίκτες των ημερών μας (ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Λιονέλ Μέσι). Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο -και αν- ευχαριστιούνται την κάθε αναμέτρηση αυτοί οι δύο παίκτες, μα στα δικά μου μάτια κάθε τους -κορυφαία είναι αλήθεια- εμφάνιση, είναι ακόμα μια μέρα στο γραφείο. Μια άκρως επαγγελματική σχέση ρουτίνας. Απλά στη θέση του γραφείου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο και στη θέση ενός βαρετού 8ώρου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό 90λέπτο.

Οι ρυθμοί του σύγχρονου και άκρως επαγγελματικού ποδοσφαίρου ίσως μόνο έτσι μπορούν να δώσουν διάρκεια σε ένα κορυφαίο ποδοσφαιριστή αλλά ειλικρινά δεν ξέρω πόσο είναι όμορφο όλο αυτό για τον θεατή αλλά και για τον ίδιο τον ποδοσφαιριστή. Στα δικά μου μάτια δεν είναι. Έχουμε φτάσει να βλέπουμε τις φαντεζί ενέργειες με το σταγονόμετρο σε κάθε αναμέτρηση και αυτό σίγουρα τρομάζει τον μέσο θεατή που απλά θέλει να βλέπει ποδόσφαιρο. Οι τακτικές είναι ωραίες, όπως και οι άμυνες και οι τίτλοι απλά πρέπει να καταλάβουμε και τι είναι αυτό που βλέπουμε. Προσωπικά θέλω να βλέπω όμορφες ενέργειες και παίκτες-αρτίστες που χαίρονται πραγματικά το παιχνίδι. Θέλω να δω και πάλι τον Ροναλντίνιο, τον Κακά, τον Ρικέλμε, τον Ριβάλντο και τον Ρομάριο. Εκείνους τους παίκτες που έπαιζαν όπως το παιδάκι που έσκαγε μύτη στην αλάνα φορώντας τζιν παντελόνι και κατέβαινε απ’ το ποδήλατο για  να παίξει μαζί μας. Αφού λοιπόν μας είχε τρελάνει στην ντρίμπλα και έφτανε στο τετ α τετ με τον τερματoφύλακα -πολλές φορές- πέταγε την μπάλα, επίτηδες, άουτ  ζαλισμένο. Ζαλισμένο αλλά χαμογελαστό. Με το ίδιο χαμόγελο ανέβαινε στο ποδήλατο και έφευγε για να προλάβει το φροντιστήριο. Ευτυχώς ο Ροναλντίνιο μας θύμισε -έστω και για λίγο- εκείνο το ανέμελο παιδικό χαμόγελο και προσωπικά θα τον ευγνωμονώ πάντα γι’ αυτό.

O σπουδαίος κύριος Χάουαρντ Γκέιλ και η μάχη του με τον ρατσισμό

  [Καθόλου σχόλια]

gayle-and-barnes

Στις 15 Αυγούστου του 2016 ο πρώην παίκτης της Λίβερπουλ (και γνωστός ακτιβιστής) Χάουαρντ Γκέιλ προέβη σε μια κίνηση άξιας θαυμασμού. Κυριολεκτικά. Όταν δέχθηκε την πρόσκληση από τον Γκρεντ Γκέμπυ, του αντί-ρατσιστικού Οργανισμού «Show Racism the Red Card», για να βραβευθεί για το 20ετές του έργο ως πρεσβευτής του Οργανισμού, είπε ένα μεγαλοπρεπέστατο όχι. Πολλοί απόρησαν στην αρχή αλλά μετά τις δηλώσεις του Γκέιλ όλοι -μά όλοι- κατάλαβαν αυτή του την άρνηση. Ο Γκέιλ για ακόμα μία φορά είχε φανερώσει το μεγαλείο της ψυχής του στηρίζοντας τα ιδανικά του. «Ο πατέρας μου ήρθε στην Αγγλία από τη Σιέρα Λεόνε, μετά τον πόλεμο, για να βοηθήσει κι αυτός στο χτίσιμο αυτής της χώρας. Αν δεχόμουν αυτή τη βράβευση θα ήταν μια σφαλιάρα στα πρόσωπα όλων αυτών που οι πρόγονοι τους ήρθαν σαν σκλάβοι σε αυτή τη χώρα και που τόσα χρόνια μετά -ας μη γελιόμαστε- βιώνουν ακόμα το ρατσισμό. Γεννήθηκα στην Αγγλία και είμαι περήφανος γι’ αυτό. Έχω φορέσει -και νιώθω μεγάλη τιμή γι’ αυτό- τη φανέλα της εθνικής αλλά η Βρετανική Αυτοκρατορία καταπίεσε τους μαύρους και η Αγγλία δεν έχει αντιμετωπίσει σοβαρά το θέμα του ρατσισμού όλα αυτά τα χρόνια. Δείχνει ακόμη και σήμερα να μην έχει μάθει από τα λάθη της».

Ο Γκέιλ ήταν ο πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Λίβερπουλ και πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε το βιβλίο του «61 minutes in Munich» όπου -εκτός της ιστορίας για το παιχνίδι του Μονάχου (θα γράψουμε στο μέλλον γι’ αυτή την ωραία ποδοσφαιρική ιστορία)- υπάρχουν πολλά άγνωστα πράγματα για την τότε κατάσταση στην Αγγλία σε θέματα βίας και ρατσισμού. Μιλάμε άλλωστε για τα «εκρηκτικά» 80s. O Γκέιλ μάλιστα παραδέχεται πως εκείνη την περίοδο για να αντέξει τις ρατσιστικές επιθέσεις που δεχόταν σε πολλά γήπεδα (όχι μόνο της Αγγλίας) είχε χρειαστεί ψυχολογική στήριξη. Στη ρεβάνς του Μονάχου (εκεί που τον έμαθε ολόκληρη η Ευρώπη) πολλοί φίλοι των Βαυαρών τον είχαν υποδεχτεί με κραυγές πιθήκων και πετώντας του μπανάνες σε ένα άκρως εχθρικό κλίμα για τους πρωταθλητές Αγγλίας. Και φτάνουμε στο σήμερα και στο χώρο του ποδοσφαίρου. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα σπορ σε ολόκληρο τον κόσμο, οι ποδοσφαιριστές δεν παίρνουν θέση σε θέματα ρατσισμού (και βίας), παρά μόνο σε ομαδικές διαφημίσεις της FIFA και της UEFA που φαντάζουν ως αγγαρεία (μιας και είναι όρος στα συμβόλαια των περισσοτέρων εξ αυτών). Και έχουμε δει πολλές τέτοιες συμπεριφοράς (δυστυχώς) σε αρκετούς σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές. Κυρίως σκούρου δέρματος.

593.png

Στις Η.Π.Α, πριν λίγο καιρό, είδαμε τον quarterback (ο playmaker στο Αμερικάνικο Φούτμπολ) των 49s Κόλιν Καπέρνικ να μην σηκώνεται όρθιος στην ανάκρουση του εθνικού ύμνου, βρίσκοντας έτσι ένα καλό τρόπο για να διαμαρτυρηθεί κατά μιας χώρας (της δικής του) που δεν μπορεί να βρει λύσεις κατά του ρατσισμού και των διακρίσεων που γίνονται ανάλογα με το χρώμα, την καταγωγή και πολλές φορές -ακόμα- και τις σεξουαλικές προτιμήσεις των πολιτών. Για όσους δεν έχουν πάρει χαμπάρι. Οι Η.Π.Α είναι ένα μεγάλο καζάνι που βράζει. Ο ηγέτης των Νικς της ΝΥ Καρμέλο Άντονι πήρε θέση επίσης εδώ και μήνες (όχι μέσω κάποιου μάνατζερ ή μιας αθλητικής εταιρείας) κατά του ρατσισμού και της βίας με τους Λεμπρόν Τζέιμς και Ντουέιν Γουέιντ (δύο πολύ καλών του φίλων και σούπερ σταρ αθλητών) να τον ακολουθούν. Ο Καρμέλο μάλιστα δεν δίστασε να επισκεφτεί -κατά την παρουσία του ως μέλος της ομάδας μπάσκετ των Η.Π.Α στο Ρίο- μία από τις πιο γνωστές και επικίνδυνες φαβέλες της περιοχής και να συνομιλήσει με πολλούς ανθρώπους για τα προβλήματά τους και την αντιμετώπιση που βιώνουν από ένα κράτος με τεράστιες κοινωνικές ανισορροπίες. Την Κυριακή ο Αντόνιο Μπράουν (ακραίος επιθετικός) των Steelers στο NFL αγωνίστηκε με παπούτσια που είχαν πάνω τη μορφή του «πρώτου των πρώτων σε θέματα ακτιβισμού σε σχέση με τους μαύρους και την αντιμετώπισή τους» Μοχάμεντ Άλι για να τον τιμήσει και για να δηλώσει τη στήριξή του σε όλα τα θύματα ρατσιστικών περιστατικών. Που είναι πάρα μα πάρα πολλά τον τελευταίο καιρό. Τόσοι και άλλοι τόσοι ακτιβιστές αθλητές μα ουδείς από τον ποδοσφαιρικό χώρο. Και αυτό είναι κάτι πραγματικά λυπηρό κατ εμέ και δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο. Αυτή είναι και η αφορμή αυτού εδώ του κειμένου.

Από το 1916 και την αναμέτρηση της Ουρουγουάης με τη Χιλή, μια αναμέτρηση που είχε βρει νικητές τους παίκτες της σελέστε με 4-0 και οι Χιλιανοί είχαν ζητήσει το μηδενισμό των αντιπάλων τους επειδή είχαν δύο μαύρους παίκτες (τους Γκαντίν και Ντελγκάδο) στην 11αδα (αυτό είναι και το πρώτο επίσημο ρατσιστικό συμβάν στον αθλητισμό) μέχρι σήμερα -100 χρόνια μετά- βλέπουμε συνεχώς τα ίδια ρατσιστικά περιστατικά και κανείς δεν μιλά. Σαν να είναι κάτι ασήμαντο. Πολλές φορές βλέπεις και ηλίθια γέλια στο γήπεδο από πολλούς μπροστά σε τέτοιες ηλιθιότητες. Οι δημοσιογράφοι δεν μιλούν (ή το κάνουν σπάνια). Οι ιδιοκτήτες των ομάδων δεν μιλούν. Οι σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές δεν μιλούν και οι μόνοι που «μιλούν» είναι μερικοί οπαδοί στις κερκίδες που, συνήθως, ελάχιστοι τους δίνουν και πραγματική σημασία, χαρακτηρίζοντάς τους ακόμα και γραφικούς-ρομαντικούς. Δεν ξέρω πόσο μπορεί να βοηθήσει κάποιος αν μιλήσει. Δεν γνωρίζω αν τα λόγια μπορούν να γίνουν πράξεις και κατά πόσο μπορούν να επηρεάσουν θετικά τα πράγματα. Ειλικρινά δεν ξέρω ως ένας «ασήμαντος φίλος του ποδοσφαίρου» και των σπορ γενικότερα. Αυτό που ξέρω σίγουρα όμως είναι πως χρειαζόμαστε κι άλλους Χάουαρντ Γκέιλ στο ποδόσφαιρο. Κυρίως στο σύγχρονο ποδόσφαιρο του twitter, του facebook, του instagram και της συνεχούς ενημέρωσης. Περισσότερους και πιο διάσημους. Όλοι αυτοί μπορούν να κάνουν καλύτερα πράγματα και να «ομορφύνουν» τον κόσμο. Μακάρι το δρόμο όλων αυτών να τον ακολουθήσουν κι άλλοι. Μακάρι να προσπαθήσουμε όλοι να κάνουμε αυτό τον κόσμο καλύτερο. Έστω και λιγάκι.

Γιατί μπαμπά ακόμα μας θυμούνται η Σάντος κι ο Πελέ;

  [12 Σχόλια]

BabyBall

«Ο γιος πρέπει να υποστηρίζει την ομάδα του πατέρα του. Νόμος». Ένας άγραφος νόμος που, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, αναφέραμε με τους κολλητούς μου όταν έγιναν γονείς και, συμπτωματικά, απέκτησαν όλοι γιους. Θα σου φανεί αστείο αλλά μου πέρασε φευγαλέα από το μυαλό στην πρώτη μου γνωριμία μαζί σου, όταν στο υπερηχογράφημα  της αυχενικής η γιατρός μας αποκάλυψε το φύλο σου. «Αγόρι είναι κατά 90%».

Δεν είχα καμιά ιδιαίτερη προτίμηση σε φύλο για να είμαι ειλικρινής, αλλά τώρα που είσαι πλέον ενάμισι έτους κι αρχίζεις σιγά σιγά να φεύγεις από το στάδιο του μωρού και γίνεσαι αγοράκι, έχουν αρχίσει να γεννιούνται μέσα μου οι πρώτες «ποδοσφαιρικές» σκέψεις που περιλαμβάνουν κι εσένα. Πέραν της προφανούς, ότι δηλαδή δεν αργεί η στιγμή που θα γίνεις ένας ψηλός, ξανθός Μέσι με γαλανά μάτια, νομίζω θα μου άρεσε να πάμε κάποια στιγμή στο γήπεδο και να δούμε μαζί από κοντά την ομάδα μας, τον Ολυμπιακό. Και θα ήθελα να γίνεις Ολυμπιακός όχι γιατί είμαι κι εγώ, ούτε γιατί είναι η ομάδα που κερδίζει τα πρωταθλήματα. Άλλωστε ο πατέρας σου μεγάλωσε στα λεγόμενα πέτρινα χρόνια της ομάδας, όταν ο Ολυμπιακός ήταν το γοητευτικό αουτσάιντερ, όπου οι ήττες ήταν ο κανόνας και η η καζούρα στο σχολείο από τους «αλλόθρησκους» συμμαθητές η καθημερινότητα.

Θα ήθελα να γίνεις Ολυμπιακός καθαρά από δική σου επιλογή, για τον ίδιο ανεξήγητο λόγο που έγινα κι εγώ και να μου δώσεις τη χαρά να σου απαντάω σε απορίες τύπου «Γιατί μπαμπά ακόμα μας θυμούνται η Σάντος κι ο Πελέ; Και ποιοι είναι αυτοί, αντρόγυνο είναι;». Να ξέρεις θα προσπαθήσω να σου απαντάω σε όλα όσο καλύτερα και πιο τίμια μπορώ, ότι δηλαδή η Σάντος δεν είναι γυναίκα αλλά ομάδα σαν τον Ολυμπιακό μας, απλά όχι τόσο καλή, γι’αυτο και την είχαμε κερδίσει τότε και ακόμα μας θυμάται, όπως μας θυμάται και ο Πελέ άλλωστε, αυτός βέβαια κυρίως λόγω της Olympiacos Mastercard. Μην ανησυχείς όμως που δεν τους ξέρεις, λογικό είναι, αυτά έγιναν πριν πολλά χρόνια, πριν καν γεννηθεί κι ο μπαμπάς σου. Θέλω να πιστεύω ότι θα ζήσουμε ακόμα μεγαλύτερες στιγμές κι ότι τα πιο σημαντικά γκολ δεν έχουν έρθει, είναι αυτά που θα πανηγυρίσουμε μαζί στο γήπεδο ή έστω στον καναπέ σε μια μεγάλη Ευρωπαϊκή βραδιά με πίτσες και μπύρες. Εντάξει όχι μπύρες για σένα, γιατί ευελπιστώ ότι αυτές οι στιγμές θα έρθουν πολύ πριν ενηλικιωθείς και μπορείς να καταναλώσεις κι εσύ αλκοόλ.

Δεν ξέρω πότε ακριβώς θα το διαβάσεις αυτό, ίσως όταν το διαβάσεις ο Ολυμπιακός να μην είναι καν πρωταθλητής, ποιος ξέρει, μπορεί να ξαναζεί τα πέτρινα χρόνια του, άλλωστε στον αθλητισμό όπως και στη ζωή όλα κάνουν κύκλους, επιτυχημένους ή λιγότερο επιτυχημένους. Αυτό που ξέρω σίγουρα, είναι ότι, σε μια εποχή όπου μας έχει πλέον γίνει βίωμα ο φόβος της ήττας, σε όλα τα επίπεδα, εσύ θα είσαι πάντα η μεγαλύτερή μου νίκη.

Σχετικά κείμενα:
Η πρώτη φορά στο γήπεδο
Το γήπεδο δεν κόβεται
Γιατί μαμά είμαστε ΑΕΚ;

Οι τέσσερις ποδοσφαιρικές ταφές του Λιονέλ Μέσσι

  [4 Σχόλια]

0627_messi_definicion_g05_ap

Υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσεις μία νέα (αναμενόμενη) αποτυχία της Αργεντινής σε κάποιον τελικό. Να την αναλύσεις ως μεμονωμένο γεγονός ή να τη δεις συνολικά μέσα στο πλαίσιο των συνεχόμενων αποτυχιών. Είτε με τον έναν, είτε με τον άλλον τρόπο θα βγάλεις κάποια συμπεράσματα και καλό είναι να τα συνδυάσεις. Για παράδειγμα, ο τελικός του Κόπα Αμέρικα Σεντενάριο 2016 μπορεί να αναδείξει τα προβλήματα στις κλήσεις του Τάτα Μαρτίνο. Το γεγονός ότι ο Λαβέτσι που πήγε για τα τελευταία ένσημα στην Κίνα είναι στην εθνική επειδή είναι η ψυχή της παρέας στην πενταήμερη, την στιγμή που έμεινε εκτός ο Ντιμπάλα. Την παρουσία του Λούκας Μπίλια σε μια βασική εντεκάδα τελικού, ένα γεγονός πιο ανεξήγητο από την παρουσία του Κώστα Κωνσταντινίδη στην εθνική Ελλάδος επί Ρεχάγκελ. Τότε λεγόταν ότι ήταν χρήσιμος επειδή ξέρει γερμανικά. Ο Μαρτίνο δεν χρειάζεται διερμηνέα.

Μπορείς παράλληλα να μιλήσεις για το κοουτσάρισμα του Μαρτίνο. Δεν μου αρέσει να κάνω τέτοιες αναλύσεις ιδιαίτερα, δεν με θεωρώ μεγαλύτερο γνώστη από ανθρώπους που έχουν φάει τη ζωή τους στους πάγκους. Χτυπάει όμως άσχημα να παίζουν οι ομάδες με 10 παίκτες από τόσο νωρίς και να κρατάς μια αλλαγή για το 110′ (ο Λαμέλα έκανε τεράστια διαφορά όταν μπήκε, καθώς είχαν ψοφήσει όλοι), ούτε έχει λογική να πηγαίνεις τον (και πάλι συγκινητικό και εξαιρετικό) Μαστσεράνο ως σέντερ μπακ και να αποδυναμώνεις τα χαφ σου από τον μοναδικό παίκτη με κοχόνες που μπορούσε να τα βάλει με τα σκυλιά του πολέμου της Χιλής, ενώ στον πάγκο έχεις κεντρικούς αμυντικούς. Ούτε να ξεκινάς τον φανερά ανέτοιμο ντι Μαρία που δεν μπορεί να κάνει κάτι και σου τρώει και μια αλλαγή. Επίσης, θα μπορούσαμε να πούμε για την γκαντεμιά να έχεις χάσει από το τουρνουά Παστόρε, ντι Μαρία και από το τελευταίο ματς τον καλό Αουγκούστο Φερνάντες, τον διαιτητή που έκανε το ματς ροντέο κ.ο.κ. Όλα έχουν βάση, όλα έπαιξαν τον ρόλο τους και σε κάθε τελικό είχε τέτοια σημεία να σταθείς.

Από την άλλη όμως, πρέπει να βλέπεις και το δάσος. Για κάποιους ίσως είναι μεταφυσικό, αλλά κάποιες συμπτώσεις παύουν να είναι τυχαία γεγονότα. Ο Πιπίτα Ιγκουαΐν είναι ένας εξαιρετικός σκόρερ με τις ομάδες που παίζει και σκοράρει ακατάπαυστα. Είναι όμως το τρίτο συνεχόμενο καλοκαίρι που σχεδόν καταδικάζει την Αργεντινή. Έχασε τεράστια ευκαιρία με τη Γερμανία στον τελικό του 2014, έχασε επίσης μεγάλη ευκαιρία στον περσινό τελικό του Κόπα Αμέρικα (αν και για μένα από αρκετά δύσκολη γωνία, βέβαια μετά αστόχησε και στο πέναλτι) και χάνει ανεπανάληπτο τετ-α-τετ να καθαρίσει το ματς και στον τελικό του φετινού Κόπα Αμέρικα Σεντενάριο. Δεν γίνεται να μην υπάρχει ψυχολογικό βάρος, δεν γίνεται να μην πεις ότι ο άνθρωπος καταρρέει όταν τα δύσκολα έρχονται και φοράει μια φανέλα που είναι ασήκωτη γι’ αυτόν. Αν απλά έκανε τη δουλειά του, δεν θα μιλούσαμε για τον Μέσσι σήμερα. Σε μικρότερο βαθμό και ο αγαπημένος Κουν Αγκουέρο, που δεν έχει χάσει τόσο εξωφρενικές φάσεις, αλλά δείχνει άλλος παίκτης όταν έρθουν τα κρίσιμα στην εθνική. Κι αν το 2014 ήταν ένας (ακόμα) τραυματισμός του, φέτος τι δικαιολογία είχε;

Και πάμε στο φαινόμενο Μέσσι. Πέρασαν πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που γράφαμε για τον Λιονέλ και το πρόβλημά του με την εθνική. Τότε που ο κόσμος περίμενε να κάνει μαγικά, να πάρει μόνος του την ομάδα και να την οδηγήσει σε τίτλους. Είχε προηγηθεί ο τελικός του Κόπα Αμέρικα 2007, εκεί που η άμυνα της Αργεντινής πιάστηκε κορόιδο από τους Βραζιλιάνους και ο Μέσσι είδε το τελικό βαρύ 3-0. Από τότε άλλαξαν αρκετά, ο κόσμος τον στήριξε σε μεγάλο βαθμό. Η Αργεντινή σταμάτησε να περιμένει από τον Μέσσι να γίνει Μαραντόνα, σταμάτησε να περιμένει να περάσει όλους τους αντιπάλους, προσπάθησε να τον εντάξει περισσότερο στο παιχνίδι της. Τόσο με τον Αλεχάντρο Σαμπέγια, όσο και με τον Μαρτίνο, ο Μέσσι τα κατάφερε αρκετά καλά, απαλλάχτηκε αρκετά από το βάρος να κάνει τα μαγικά και απλά κοίταξε να κάνει πιο απλά πράγματα και καθοριστικά. Όλα αυτά όμως σε αγώνες ομίλων κατά κύριο λόγο, γιατί σε τελικούς τίποτα. Η άμυνα της Αργεντινής σε γενικές γραμμές έκανε τη δουλειά της και δεν ξαναέφαγε γκολ σε τελικό, αλλά η επίθεση δεν σκόραρε ούτε μία φορά. Τελικός Μουντιάλ 2014, 120′ απέναντι στη Γερμανία. Τελικός Κόπα Αμέρικα 2015, 120′ ακόμα και φέτος άλλα τόσα.  450 λεπτά σε συνολικά τέσσερις τελικούς η Αργεντινή και ο Μέσσι 0 γκολ και 0 ασίστ. Η Αργεντινή έχει να σκοράρει σε τελικό από το 2005 με τον Παμπλίτο Αϊμάρ σε εκείνο το 4-1 του Κονφεντερέισονς που ο Αντριάνο έκανε πάρτι.

Το τελευταίο συλλεκτικό γκολ της Αργεντινής σε οποιονδήποτε τελικό

23 χρόνια φτάσαμε χωρίς τίτλο της Αργεντινής (εξαιρούνται οι Ολυμπιακοί Αγώνες) και οι τελικοί από το τελευταίο Κόπα Αμέρικα που κέρδισε το 1993 είναι εφτά σερί, καθώς σε όσους αναφέραμε πριν, μπαίνει το ιστορικό Κόπα Αμέρικα του 2004 και ένα κύπελλο που πιθανότατα κανείς δεν θα θυμάται. Το κύπελλο του βασιλιά Φαντ που αναγνωρίζεται ως ο προπομπός του Κονφεντερέισονς. Η Αργεντινή το 1995 το έχασε από τη Δανία. Ο Μέσσι δεν έπαιζε τότε, ήταν μόλις 5 χρονών, δεν μπορεί να κατηγορηθεί γι’ αυτό ευτυχώς. Σε αυτούς τους εφτά χαμένους τελικούς, τρεις φορές το ματς χάθηκε στα πέναλτι και ένα στην παράταση. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η Αργεντινή είχε την ευκαιρία να καθαρίσει τον αγώνα στην κανονική διάρκεια.

Ο Λάουντρουπ και τα άλλα παιδιά

Από τους τέσσερις χαμένους του τελικούς, ο Λιονέλ πιθανότατα έκανε χθες το καλύτερό του παιχνίδι. Όχι επιπέδου Μέσσι, αλλά κέρδισε μια κόκκινη, έβγαλε την πάσα στο δοκάρι του Αγκουέρο, ήταν σίγουρα πολύ καλύτερος από το 2014 όταν απλά περιέφερε το κουφάρι του στον αγωνιστικό χώρο. Όχι αρκετός όμως και όχι η εικόνα του καλύτερου όλων. Το ότι έχασε το πέναλτι δεν λέει και τίποτα, το θέμα ήταν το πριν. Κι ο ίδιος το κατάλαβε πλέον και δήλωσε ότι αποχωρεί από την εθνική μόλις στα 29 του. Με πικρία και λέγοντας: «Είναι το καλύτερο για όλους. Για μένα και για όλους. Πολλοί το επιθυμούσαν αυτό». Οι συμπαίκτες του και ο προπονητής έσπευσαν να πουν ότι ήταν εν θερμώ δήλωση, πάνω στην απογοήτευση της στιγμής, τα ΜΜΕ έβγαλαν το hashtag #NotevayasLeo για να τον πείσουν. Ο Μέσσι δεν φαίνεται να πείθεται προς το παρόν. Το χειρότερο όλων είναι ότι ίσως να έχει και δίκιο. Να είναι το καλύτερο για όλους. Να μετρήσει απώλειες, στενοχώριες, να σταματήσει να κουράζεται και να κουράζει. Πλησίασε τέσσερις φορές και απέτυχε. Τα ρεκόρ σπάνε, αλλά ο Μπατιστούτα που πλέον έμεινε δεύτερος σκόρερ ήταν αυτός που έδωσε και το τελευταίο κύπελλο. Ίσως ο γάμος Μέσσι και Αργεντινής να ήταν σαν αυτούς από συνοικέσιο, που πιστεύεις ότι όλα θα δέσουν (καλό παιδί, καλή δουλειά, με νύφη που ξέρει και πιάνο, αλλά και να φτιάχνει λαχανοντολμάδες), αλλά στην πράξη τα πράγματα δεν πάνε καλά. Με τον Ντιέγκο ήταν έρωτας, ήταν διαφορετικό. Οι Αργεντινοί είναι αυτή τη φορά συντριπτικά υπέρ τού Λιονέλ και θέλουν να τον πείσουν να κάνει την ύστατη προσπάθεια στα 31 του σε ένα Μουντιάλ. Μια τελευταία δοκιμή για να σωθεί ο γάμος. Ίσως όμως να είναι αργά, για όλους…

Ο Πίρλο δεν εντυπωσιάζεται από τους νέους

  [11 Σχόλια]

Υπάρχουν καλοί παίκτες. Υπάρχουν πολύ καλοί παίκτες. Υπάρχουν έξυπνοι παίκτες. Υπάρχει κι ο Πίρλο. Ένας από τους πιο ντελικάτους (με την καλή έννοια) ποδοσφαιριστές που θαυμάσαμε τα τελευταία χρόνια, με μεγάλο μέρος της ποιότητάς του να μη βρίσκεται σε κάποιο φυσικό του χαρακτηριστικό, αλλά στην αντίληψή του. Η πιο κουλ γενειάδα δεν παίζει πια στη γειτονιά μας, αλλά έχει μεταναστεύσει για τα τελευταία ένσημα στις ΗΠΑ πριν αποσυρθεί για να βγάζει κρασί από τα αμπέλια του.

pirlowine

Ο Πίρλο έδωσε συνέντευξη πριν λίγες μέρες στην Γκαζέτα και όπως ήταν αναμενόμενο είπε πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Σε αυτό που προσωπικά στέκομαι, είναι κάτι που πιστεύω κι εγώ ακράδαντα, μόνο που η δική μου γνώμη δεν έχει την ίδια σημασία με κάποιον που το ζει από μέσα για τόσα χρόνια. Είναι σχεδόν κανόνας κάθε γενιά να κοιτάει κριτικά την επόμενη, αδυνατώντας να καταλάβει τις επιλογές της σε όλα τα θέματα. Οι διηγήσεις του παππού μας που έκανε 5 χιλιόμετρα μέσα στο κρύο για να πάει στο σχολείο με τα ίδια παπούτσια σε αντίθεση με εμάς, ο πατέρας μας που «όταν ήμουν εγώ στην ηλικία σου το ψυγείο ήταν άδειο» και εμείς που «δεν ήμασταν όλη μέρα με ένα κινητό και παίζαμε μπάλα μέχρι να νυχτώσει» σε αντίθεση με τα σημερινά παιδιά. Κάθε γενιά βρίσκει κάτι ενοχλητικό, κάτι που κάνει την επόμενη να φαίνεται ότι τα έχει όλα εύκολα και πάει λέγοντας. Ακόμα κι αν ο παππούς τώρα πηγαίνει στο περίπτερο με το αυτοκίνητο, ο πατέρα μας είναι 100 κιλά και εμείς όταν πάμε στο γήπεδο βγάζουμε φωτογραφίες για να τις ανεβάσουμε.

Ο Πίρλο δεν ξεφεύγει από αυτή τη νόρμα, συγκρίνοντας το ποδόσφαιρο των 90s με το σημερινό. Αυτό όμως που πολύ σωστά λέει στην ερώτηση αν υπάρχει διαφορά στο ποδόσφαιρο του 1995 με αυτό του 2016 είναι άλλο: «Όταν έπαιζες στην Α’ Εθνική τότε φοβόσουν να μιλήσεις, υπήρχε… δικτατορία των μεγαλύτερων παικτών. Αν άλλαζες την εμφάνισή σου π.χ. και ερχόσουν με νέο κούρεμα, οι παλιοί θα στο χαλούσαν. Τώρα ένας τύπος έρχεται να κάνει προπόνηση με την πρώτη ομάδα και πιστεύει ότι είναι ήδη επιτυχημένος. Πιστεύει ότι το να βγάζει φωτογραφίες είναι το πιο σημαντικό πράγμα στο γήπεδο. Όταν ήμουν μικρός έπαιζα και με τα παιχνίδια μου, έπαιζα και μπάλα. Τώρα η τεχνολογία τα χάλασε όλα.«

Τεχνοφοβικός και συντηρητικός; Ίσως. Τώρα που μεγάλωσε και θεωρείται ποδοσφαιρικός γέρος μπορεί να κράξει κι αυτός εθιμοτυπικά τους νέους. Μόνο που το πρόβλημα δεν είναι οι νέοι ως νέοι ποδοσφαιριστές και ένα κούρεμα, αλλά το ποδόσφαιρο μέσα στο οποίο μεγαλώνουν και η νοοτροπία τους. Αυτό που το κλαρινογαμπριλίκι είναι το ζητούμενο και όχι παρελκόμενο και έχει μετατραπεί σε βιομηχανία εντυπωσιασμού και σταρ σίστεμ. Ποδοσφαιριστές που στα 20 τους έχουν όσα χρήματα θα τους χρειαστούν για να ζήσουν και τα παιδιά τους, που γκρινιάζουν για το παραμικρό, νιώθουν… σκλάβοι των ομάδων (χωρίς να έχουν ζήσει 5ετη συμβόλαια που δεν έσπαγαν με τίποτα), βλέπουν τους συλλόγους σαν απλά μια ακόμα εταιρεία που μπορούν να σημειώσουν στο βιογραφικό τους και δεν δείχνουν διάθεση να δουλέψουν περισσότερο. Προτεραιότητά τους να ανεβάσουν ακόμα μια φωτογραφία τους και όχι να βάλουν ακόμα ένα γκολ, να διαφημίσουν κάτι, να μαζέψουν κι άλλα χρήματα, να βγουν στα social media και να κράξουν τον προπονητή τους και όχι να τα δώσουν όλα στο γήπεδο. Στόχος το επόμενο συμβόλαιο και μόνο. Μπορεί να μεγάλωσα κι εγώ και να βλέπω τους τωρινούς ποδοσφαιριστές (φυσικά όχι όλους) έτσι, αλλά τα λόγια του Πίρλο και οι εικόνες που βλέπω με κάνουν να νομίζω ότι οι διαφορές που βλέπουμε είναι κάτι παραπάνω από το παραλήρημα της παλιάς γενιάς και οι παραξενιές της… ηλικίας. Είναι η αλλαγή του ποδοσφαίρου συνολικά σε κάτι άλλο.

 

Αυτές τις άγιες μέρες θέλω να αγαπήσω τους πάντες, ακόμη και τον Ντιέγκο Κόστα. Πώς θα τα καταφέρω;

  [1 Σχόλιο]

Editorial use only. No merchandising. For Football images FA and Premier League restrictions apply inc. no internet/mobile usage without FAPL license - for details contact Football Dataco Mandatory Credit: Photo by Kieran McManus/BPI/REX Shutterstock (5198465cz) Diego Costa of Chelsea gestures during the UEFA Champions League Group G match between FC Porto and Chelsea played at Estadio Do Dragao, Porto UEFA Champions League 2015/16 Group Stage Group G FC Porto v Chelsea Estadio Do Dragao, Oporto, Portugal - 29 Sep 2015

Πόσο δύσκολο είναι να αγαπήσει κανείς τον Ντιέγκο Κόστα, πόσο δύσκολο είναι να του συγχωρήσει ότι είναι ο Ντιέγκο Κόστα. Με μια αναδρομή στη σκληρή του ζωή, με μια κατάδυση στα βάθη της ψυχής του, με ένα γενναίο βήμα προς το μέρος του, εκεί που κανείς δεν τολμάει να πάει –γιατί φοβάται μην του βγάλει ο Ντιέγκο τα μάτια, μην τον κλωτσήσει στο στήθος, μην τον φτύσει, μην αποπειραθεί να του κόψει το πόδι κλπ.– ίσως να τα καταφέρουμε. Να μερικά επιχειρήματα που θα γλυκάνουν την ψυχή κάθε φιλάθλου:

  • Όπως επεσήμανε ο Ντέιβιντ Πις, συγγραφέας του «The Damned Utd», ο Ντιέγκο Κόστα είναι Βραζιλιάνος και ο μπαμπάς του τον βάφτισε Ντιέγκο: «Δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσεις τη ζωή, είναι απάνθρωπο. Ξέρετε πολλούς Αργεντίνους που λέγονται Πελέ;». Όχι.
  • Κατά γενική ομολογία είναι ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος στην ιδιωτική του ζωή: για παράδειγμα, όταν αγόρασε σκύλο, πήρε ένα χαριτωμένο γιορκσάιρ κι όχι ένα πίτμπουλ ή ένα ροτβάιλερ όπως θα περίμενε κανείς. Ο παλιός του συμπαίκτης Μάρκος Νάβας θυμάται ότι το συγκεκριμένο σκυλάκι ήταν επιθετικό σαν πίτμπουλ, αλλά, όπως και να έχει, του Ντιέγκο του στοίχισε – αλήθεια– ο αδόκητος θάνατός του.
  • Διότι το δόλιο το σκυλί είχε τραγικό τέλος. Το πάτησε μια Πόρσε. Η Πόρσε που οδηγούσε ο Ντιέγκο Κόστα
  • Ο Ντιέγκο Κόστα είναι σταυροφόρος του έρωτα: την εποχή που έπαιζε δανεικός στην Αλμπαθέτε, όπου η βαρεμάρα και το χαμηλό επίπεδο της ομάδας τον οδήγησαν σε εναλλακτικούς τρόπους ψυχαγωγίας, συνήθιζε, όταν έπαιζε χαρτιά με τους συμπαίκτες του, να βάζει να παίζουν τσόντες στη διαπασών ως μουσική συνοδεία. Όταν μια γειτόνισσα διαμαρτυρήθηκε, ο Ντιέγκο βγήκε στο παράθυρο και της είπε με παρρησία: «Τι τρέχει μαντάμ; Δεν αγαπάτε την αγάπη;».
  • Ο Ντιέγκο Κόστα δεν φταίει, ανδρώθηκε πιστεύοντας πως είναι καλό να είσαι ο Ντιέγκο Κόστα. Οι ενδείξεις ήταν ισχυρές: υπέγραψε συμβόλαιο με τον γνωστό ατζέντη Ζόρζε Μέντες και πήγε στην Μπράγκα μόλις στα δεκαέξι του, μετά από ένα ματς όπου δεν θα έπρεπε να είχε καν παίξει –κόκκινη κάρτα γιατί έφτυσε τον διαιτητή–. Επόμενο βήμα: πήρε μεταγραφή στην Ατλέτικο όταν τον είδε και τον ξεχώρισε ο Χαβιέ Φερνάντεζ, τότε σκάουτερ για λογαριασμό της ομάδας της Μαδρίτης, σε ένα ματς δεύτερης κατηγορίας της Πορτογαλίας. Ο δεκαεφτάχρονος Ντιέγκο διακρίθηκε, ξεκινώντας μεταξύ άλλων έναν καυγά και κάνοντας έναν από τους αντίπαλους ποδοσφαιριστές να βγει έξω από τα ρούχα του και να αποβληθεί.
  • Ο Ντιέγκο Κόστα αγαπιέται για τα ελαττώματά του: μετά από πολλές περιπέτειες –από το 2007, που πήγε πρώτη φορά στη Μαδρίτη ως το 2012 που επιτέλους καθιερώθηκε, έπαιξε σε έξι διαφορετικές ομάδες και μάζεψε, σύμφωνα με στατιστικές, 64 κίτρινες και 4 κόκκινες– , γίνεται σταρ στην Ατλέτικο, στην ομάδα που τον διάλεξε μεταξύ άλλων διότι ο Φερνάντεζ που λέγαμε θεώρησε πως αυτός ο τσατίλας δεκαεφτάχρονος, που έμοιαζε με ταλαιπωρημένο και συνεχώς δυσαρεστημένο τριαντάρη, ταίριαζε ιδιαίτερα στους Κολτσονέρος επειδή είχε αυτήν ακριβώς την τσατίλα, αυτήν ακριβώς την ταλαιπωρημένη και συνεχώς δυσαρεστημένη φάτσα.
  • Χρωστάει το ευ ζην σε προπονητές-ψυχάκηδες σαν τον Χρίστο Στόιτσκοφ και τον Ντιέγκο Σιμεόνε. Και τον Χοσέ Μουρίνιο.
  • Ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη, ας θυμηθούμε πόσα του συγχωρούσαμε όταν κέρδιζε πρωτάθλημα με την Ατλέτικο/ το στερούσε από τη Ρεάλ/από την Μπαρτσελόνα/ όταν μανούριαζε με τον Σέρχιο Ράμος/ τον Πέπε/ και τους δυο μαζί.
  • Είναι όσο σκληρός φαίνεται: το 2011, κι ενώ είχε ήδη κλείσει η μεταγραφή του στην Μπεσίκτας, παθαίνει χιαστούς στη τελευταία του προπόνηση με την Ατλέτικο. Όταν επιστρέφει έξι μήνες μετά, δανεικός στην Ράγιο Βαγιεκάνο, όλοι του λένε να το πάει με το μαλακό αλλά αυτός δεν καταλαβαίνει τίποτε: «Αν αντέξει, άντεξε. Αλλιώς, ας ξαναπάθω χιαστούς».
  • Αυτό:

  • Δεν θα πανηγυρίσει ποτέ τα γκολ -ή τις κόκκινες που προκαλεί- με καρδούλες και μπλουζάκια Jesus Loves You.
  • Τέλος, ας αγαπήσουμε τον Ντιέγκο Κόστα, γιατί ο Ντιέγκο Κόστα γουστάρει να μην τον αγαπούν: όταν τον γιουχάρουν, όταν τον κατηγορούν στον διαιτητή, όταν τον ρίχνουν κάτω, όταν τον πλησιάζουν με απειλητικές διαθέσεις, όταν παίρνει κίτρινη, όταν μένει ατιμώρητος σκανδαλίζοντας τα θύματά του, το σκοτεινό πρόσωπό του φωτίζεται, έστω φευγαλέα, από την απόλαυση.

gelaei