Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Σκέφτομαι και γράφω'

Η ωραία αλητεία του Ντάνι Οσβάλντο

  [3 Σχόλια]

«Να δίνεις στον κόσμο ό,τι θέλει, ακόμα κι αν αυτό σε σκοτώνει. Ακόμα και αν αυτό σε ξεζουμίζει. Ό,τι κι αν συμβεί, όσο κι αν πονάς, δεν σταματάς να χορεύεις και να χαμογελάς και -εννοείται- τους δίνεις ό,τι θέλουν». Η φράση που μόλις διαβάσατε δεν ανήκει σε κάποιο σπουδαίο, υπαρκτό, πρόσωπο αλλά στον πρωταγωνιστή της animation σειράς του Netflix, ΒοJack Horseman και είναι κάτι παραπάνω από μια σκληρή κι αληθινή συμβουλή, προς κάποιον που βρίσκεται μπροστά από λαμπερά φώτα, και εκατομμύρια ανθρώπους, που απλά θέλουν να τον βλέπουν να τους χαρίζει αυτό που αυτοί επιθυμούν. Χωρίς φυσικά να νοιάζονται καθόλου για τα δικά του «θέλω» και «μπορώ». Στο άκουσμα άλλωστε των υπέρογκων ποσών που αμείβονται όλοι οι σταρ των ημερών μας, ασυναίσθητα, ζητάμε από αυτούς τα πάντα, ξεχνώντας τις περισσότερες φορές αυτό που έχει πάντα και την μεγαλύτερη σημασία.  Την δική τους ανθρώπινη φύση και υπόσταση.

Εδώ και λίγες μέρες μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ανακύκλωση μιας φράσης του Ντάνι Οσβάλντο για το πως ακριβώς έβλεπε, και βλέπει, ο ίδιος το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Ο παλαίμαχος -πλέον- επιθετικός έχει σταματήσει το άθλημα από το 2016 (μόλις στα 30 του χρόνια), επειδή πολύ απλά αυτό δεν τον γέμιζε και επειδή, ακόμα πιο απλά, ήθελε να ζήσει ανέμελα την ζωή του, μακριά από την πίεση του επαγγελματία αθλητή που δυστυχώς στερεί πολλές -ή και τις περισσότερες- από τις καθημερινές απολαύσεις ενός ανθρώπου. Ο Οσβάλντο μίλησε για τα «χρυσά κελιά» που ζουν οι κορυφαίοι παίκτες. Για την προσοχή που πρέπει να έχουν για το σώμα τους σε κάθε λεπτό της μέρας και για τα πράγματα που δεν μπορούν να απολαύσουν, ασχέτως αν βγάζουν χρήματα που όλοι εμείς δεν μπορούμε ούτε καν να σκεφτούμε. «Ο Ρονάλντο γυρίζει στο σπίτι και κάνει γυμναστική. Εγώ γυρίζω στο σπίτι και θέλω να κάνω μπάρμπεκιου με φίλους». Αυτή ήταν μια φράση που δείχνει όλη την κοσμοθεωρία του Οσβάλντο γύρω από τη ζωή και το ποδόσφαιρο. Λάθος ή σωστή, αυτό είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό. Με αυτή την λογική όμως, στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, δεν γίνεται να προχωρήσεις, όσα κιλά μπάλα και να γνωρίζεις. Και ο Οσβάλντο έχει πάνω του πολλά από αυτά τα κιλά.

Τον θυμάμαι στην Σαουθάμπτον του Ποτσετίνο την σεζόν 2013/2014. Σε μια ομάδα γεμάτη ταλαντούχους παίκτες που όλοι έκαναν, και συνεχίζουν να κάνουν, σημαντική καριέρα. Ο Οσβάλντο ήταν ο μοναδικός -από τα ονόματα- που έμπαινε, συνήθως, αλλαγή. Τις περισσότερες φορές βαριόταν, και όταν δεν βαριόταν μας χάριζε μερικές στιγμές σπάνιας ποδοσφαιρικής ομορφιάς. Έπαιξε στην Ίντερ χωρίς να μας κάνει να τον θαυμάσουμε. Αγωνίστηκε στην Ρόμα, ίσως στα καλύτερά του, και κατάφερε όμως να φτάσει τον σπουδαίο Φραντσέσκο Τότι στα όριά του. Πήγε στην Γιουβέντους και φίλος μου που παρακολουθεί την ομάδα τακτικά εδώ και πολλά χρόνια μου έλεγε πως «’Οταν τον βλέπω να μπαίνει στο γήπεδο θέλω να κλείσω την τηλεόραση». Αγωνίστηκε στην Πόρτο με πλήρη αποτυχία επίσης, αν και εκείνα τα χρόνια -και επειδή το ταλέντο του είναι αδιαμφισβήτητο- έφτασε ακόμα και στην εθνική Ιταλίας. Αν και Αργεντινός. Αν το ποδόσφαιρο ήταν ένα λαμπερό πάρτι. Γεμάτο από ανθρώπους με σμόκιν και γυναίκες με λαμπερές τουαλέτες, ο Ντάνι Οσβάλντο θα ήταν εκείνος ο σούπερ-κουλ τύπος που σε κάποια φάση, και ενώ εσύ έχεις πάει να φέρεις ποτά, έχει πιάσει κουβεντούλα με την κοπέλα σου, και αυτή δείχνει να περνάει μαζί του τόσο υπέροχα. Σαν εκείνη την πρώτη φορά που είχατε βγει μαζί, σε εκείνο το ωραίο μπαράκι και αυτή δεν σταματούσε να χαμογελάει. Κάπως έτσι. Θα ζηλέψεις λίγο την «γαματοσύνη» του αλλά όταν φτάσεις εκεί, θα σε χαιρετίσει, θα χαμογελάσει και απλά θα φύγει, γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει κανένας λόγος για κάτι περισσότερο. Έκλεψε για λίγο τις εντυπώσεις και μπορεί πλέον να επιστρέψει στην δική του παρέα.

Τον Δεκέμβρη του ’16, και ενώ βρίσκεται στην Μπόκα, θα του τηλεφωνήσει ο Χόρχε Σαμπαόλι, τότε προπονητής της Σεβίλης, και θα τον παρακαλέσει να έρθει στην Ισπανία μιας και η ομάδα έχει πολύ δύσκολο πρόγραμμα τους δύο προσεχείς μήνες και η επιθετική της γραμμή δεν είναι και στα καλύτερά της. «Μεσιέ σε αγαπώ και σε εκτιμώ αλλά αρχές Φεβρουαρίου έχω να πάω στο Cosquin Rock Festival στην Ουρουγουάη. Όπως καταλαβαίνεις δεν γίνεται να χάσω με τίποτα αυτό το γεγονός». Ο ροκάς Σαμπαόλι δεν θα μιλήσει για μερικές στιγμές και θα του απαντήσει αυτό που κάθε άνθρωπος που σέβεται, πάνω από όλα την ζωή, και φυσικά κουβαλά και αυτός πολλά κιλά τρέλας, θα απαντούσε «Το είχα ξεχάσει αγόρι μου αυτό. Εννοείται να πας. Καλό σου απόγευμα». Λίγο καιρό αργότερα ο προπονητής της Μπόκα, Γκιγιέρμο Μπάρος Σελότο, θα έρθει σε πλήρη ρήξη μαζί του μετά από ένα παιχνίδι με την Νασιονάλ για το Κόπα Λιμπερταδόρες και κάπως έτσι ο Ντάνι Οσβάλντο θα σταματήσει το ποδόσφαιρο και θα αφιερωθεί σε αυτό που πραγματικά αγαπά. Την ροκ μουσική, τα ταξίδια, τις μπύρες και τα μπάρμπεκιου. Μάλιστα ο ίδιος ο Σελότο είχε δηλώσει πως όταν είχε κάνει έφοδο ένα βράδυ στο δωμάτιο του Οσβάλντο, πριν από κάποιο σπουδαίο παιχνίδι, Τον είχε πιάσει να καπνίζει και να πίνει μπύρες. «Όχι μόνο δεν έσβησε το τσιγάρο όταν με είδε, αλλά όταν άρχισα να του φωνάζω, και ενώ το είχε καπνίσει, άναψε ακόμα ένα και με κοιτούσε γεμάτος απορία».

Γίνεται κάποιος που θέλει να ζει τόσο ανέμελα να αγωνιστεί με επιτυχία στο κορυφαίο επίπεδο; Αν μιλούσαμε για το ποδόσφαιρο μέχρι και την δεκαετία του ’90, τότε η απάντηση θα ήταν ναι. Πολλοί κορυφαίοι άλλωστε, μέχρι εκείνα τα χρόνια, έπιναν, κάπνιζαν και δεν ήταν όπως οι αθλητικές μηχανές στον σημερινό κόσμο των σπορ, στο κορυφαίο επίπεδο. Ο Οσβάλντο δεν έχει το ταλέντο του Μέσι, του Ρονάλντο, του Σαλάχ και του Αγουέρο αλλά θα μπορούσε σίγουρα να έχει κάνει μια σπουδαία καριέρα αν έβαζε νερό στο κρασί του και αποφάσιζε να μειώσει την «Ντόλτσε Βίτα». Δεν ήθελε και προσωπικά δεν τον αδικώ. Έτσι ήθελε – Έτσι έκανε. Η ουσία άλλωστε είναι ο κάθε άνθρωπος να ζει την ζωή του όπως αυτός επιθυμεί. Με τα καλά και τα άσχημα, που αυτή έχει.

Στο βιβλίο «Ζάχαρη στην άκρη» της Ευγενίας Φακίνου, ένας εκ των βασικών ηρώων και αγαπημένος μου από αυτό το διήγημα, ο Αργύρης, λέει στον ‘φίλο’ του, τον Ιάσωνα: «Όταν κάνουμε όνειρα, δεν επιτρέπεται ύστερα να τα συρρικνώνουμε. Να τ’ αφυδατώνουμε. Ν’ αρχίζουμε τις εκπτώσεις και τους συμβιβασμούς. Να φοβόμαστε τι θα πει ο ένας κι ο άλλος και να τα μικραίνουμε, να τα μικραίνουμε, μέχρι που να γίνονται ένα γιουβέτσι και ένα κομμάτι μπακλαβάς». Ο Οσβάλντο δεν έβαλε φρένο τελικά σε κανένα όνειρό του και διάλεξε αυτό που πραγματικά επιθυμούσε. Γι’ αυτό προσωπικά θα τον σέβομαι για πάντα. Για την ωραία του αλητεία. Την γαματοσύνη του και φυσικά το γεγονός πως έκανε αυτό που γούσταρε χωρίς να νοιαστεί για τις συνέπειες. Μόνο που στην δική του περίπτωση δεν υπάρχει «ζάχαρη στην άκρη», μπακλαβάδες και γιουβέτσι, αλλά μπάρμπερκιου με μπριζόλες, μπύρες και πολλή ροκ μουσική.

To παλάτι των ονείρων του Σοκόλ Κούστα

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν 11 Δεκεμβρίου του 1990 όταν τέσσερις νεαροί απ’ το χωριό Αλίκο των Αγίων Σαράντα δέχονταν τα πυρά Αλβανών στρατιωτών στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα. Για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό που ήθελαν ήταν απλά να ζήσουν ελεύθεροι, μακριά από την τυραννία της δικής τους χώρας. Το τίμημα που πλήρωσαν ήταν η ίδια τους η ζωή. Την επόμενη μέρα θα ξεσπάσει μια τεράστια πορεία απ’ το Αλίκο μέχρι τους Αγίους Σαράντα, μια διαμαρτυρία απλών ανθρώπων κατά του καθεστώτος της Κομμουνιστικής Δικτατορίας του Αλία. Μιας δικτατορίας που -πλέον- είχε γίνει ασφυκτική, ασχέτως αν έδειχνε πως νοσεί, και πως φτάνει στο τέλος της σιγά-σιγά. Tην ίδια περίοδο άλλωστε τα ‘τείχη’ του Κομμουνισμού κατέρρεαν. Ένα απ’ τα τελευταία προπύργια αντίστασης ήταν η Αλβανία. Μια Αλβανία που λίγες μέρες αργότερα είδε πολλούς αντιφρονούντες να γκρεμίζουν το άγαλμα του Χότζα στα Τίρανα. Το τέλος ήταν πολύ κοντά για την Κομμουνιστική Αλβανία, σε μια περίοδο που ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης άλλαζε με γοργούς και βίαιους ρυθμούς, με τα Βαλκάνια κυριολεκτικά να βράζουν απ’ άκρη σ’ άκρη. Η 12η Δεκεμβρίου γιορτάζεται στην γειτονική χώρα ως ‘Η μέρα της Δημοκρατίας’ από τότε, μιας Δημοκρατίας όμως που έστειλε χιλιάδες ανθρώπους -ως μετανάστες- σε ένα σωρό άλλες χώρες. Άνθρωποι που άφησαν πίσω την οικογένειά τους, με μοναδική αποσκευή ένα σακίδιο γεμάτο από όνειρα.  Η πλούσια Ελλάδα της εποχής, ήταν φυσικά μία από αυτές τις χώρες που δεν απέκρουσε τους ‘εισβολείς’ όπως έκαναν άλλες χώρες, ασχέτως, αν άργησε πολλά χρόνια να δεχθεί ως ίσο τον φτωχό -εκείνα τα χρόνια- Αλβανό μετανάστη.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1991, ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης θα βγάλει απ’ τα ταμεία του, περίπου, 681 εκατομμύρια δραχμές (2 εκατομμύρια ευρώ σε σημερινά χρήματα) για να κάνει δικό του τον διεθνή Αλβανό επιθετικό, Σοκόλ Κούστα. Γνωστότερος στους ποδοσφαιρικούς κύκλους της εποχής ως ‘το κανόνι του Βλόρε’ και ένας παίκτης-θύμα, απ’ τα εκατοντάδες που, λόγω του Κομμουνισμού, δεν άφησαν την χώρα τους για μεγάλα κλαμπ του εξωτερικού, όντας στο απόγειο τις καριέρας τους. Για να καταλάβει κάποιος καλύτερα την ποδοσφαιρική αξία του Κούστα, αρκεί να μάθει πως ο παίκτης είχε ψηφιστεί 30ος καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη την σεζόν 1986-1987, όταν με τη φανέλα της Παρτιζάνι Τιράνων είχε ισοβαθμήσει με τον Ρούντι Φέλερ, τον Κρις Γουόντλ και τον δικό μας Δημήτρη Σαραβάκο στην ψηφοφορία. Επίσης είχε κατακτήσει δύο πρωταθλήματα Αλβανίας (με δύο διαφορετικές ομάδες) και είχε σκοράρει 10 τέρματα σε 31 αναμετρήσεις με την εθνική της χώρας του. Μια εθνική, που στα 60s, στα 70s και στα 80s αποτελούνταν από παίκτες με σπάνια χαρίσματα που, δυστυχώς όμως, ο Δυτικός κόσμος δεν μπορούσε να απολαύσει, σχεδόν καθόλου, μιας και -όπως και οι σύλλογοι της χώρας- σπανίως έπαιρνε μέρος σε διεθνείς διοργανώσεις ή όταν το έκανε, αυτό γινόταν σε τουρνουά με ομάδες από άλλες Κομμουνιστικές χώρες, με το όνομα ‘Σπαρτιακάδες του Στρατού’.

Τρία χρόνια νωρίτερα, την σεζόν 1987-1988, η φοβερή και τρομερή Φλαμουρτάρι, με τον Κούστα στην επίθεση, θα φτάσει στo μεγαλύτερo αποτέλεσμα που έχει να επιδείξει αλβανικός σύλλογος στα κύπελλα Ευρώπης, όταν θα φέρει ισοπαλία 1-1 με την Μπαρτσελόνα του Λίνεκερ και του Σούστερ στην κολασμένη της έδρα. Το τέρμα που είχε ανοίξει το σκορ στην αναμέτρηση το είχε σκοράρει ο σπουδαίος Σοκόλ Κούστα με ένα φοβερό αριστερό κεραυνό απ’ το ύψος της μεγάλης περιοχής. Το 4-1 της πρώτης αναμέτρησης φυσικά και έδωσε -σχετικά εύκολα-την πρόκριση στους Καταλανούς, για τον 4ο γύρο του Κυπέλλου Κυπελλούχων, αλλά έδειξε -με τον καλύτερο τρόπο μάλιστα- το σπουδαίο ταλέντο που υπήρχε στο αλβανικό ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια και που δεν ήταν ευρέως γνωστό. Για την ιστορία, την ίδια σεζόν η Φλαμουρτάρι είχε αποκλείσει και την σπουδαία Παρτιζάν Βελιγραδίου, πριν βρει απέναντί της το καμάρι της Καταλωνίας και αποχαιρετίσει την διοργάνωση.

Για να βρει κάποιος το προηγούμενο μεγάλο αποτέλεσμα του αλβανικού ποδοσφαίρου, πρέπει να πάει ακριβώς 20 χρόνια πίσω, όταν η εθνική της χώρας είχε πάρει ένα τεράστιο 0-0 επί της Δυτικής Γερμανίας και την είχε αποκλείσει από την τελική φάση του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου εθνικών ομάδων του ’68, δίνοντας παράλληλα το εισιτήριο στην Γιουγκοσλαβία του -μεγάλου εχθρού του Χότζα- Γιόσιπ Τίτο. Ο διεθνής παίκτης της Παρτιζάνι, Παναγιότ Πάνο είχε δηλώσει  για εκείνη την αναμέτρηση: «Πανηγυρίζαμε ένα μήνα λες και είχαμε κατακτήσει το Μουντιάλ. Άσε που έπρεπε να τους έχουμε κερδίσει, μιας και ο ρέφερι είχε ακυρώσει ένα κανονικό μας γκολ στις καθυστερήσεις. Δεν πειράζει. Κατά βάθος, κι αυτοί γνωρίζουν πως εκείνη τη μέρα έχασαν από μια μικρότερη χώρα».

Το τρίτο μεγαλύτερο αποτέλεσμα φυσικά και δεν είναι άλλο από τη νίκη του 2004 επί της δικής μας εθνικής. Όταν η Ελλάδα, ως πρωταθλήτρια Ευρώπης, ταξίδεψε με μπλαζέ ύφος στο κολαστήριο του Κεμάλ Σταφά για τα προκριματικά του Μουντιάλ και γνώρισε την ήττα με 2-1 μπροστά σε 18.000 ‘εχθρούς’, όπως ήθελαν να τους παρουσιάσουν πολλά απ’ τα μίντια της εποχής, με τις ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας να βρίσκουν το πρώτο τους μεγάλο πάτημα για να βγουν στην επιφάνεια (του βόθρου τους) και να δηλώσουν παρόν απέναντι στον ‘κακό ξένο’ που έρχεται και ‘μας παίρνει τις δουλειές’. Το δεύτερο εθνικό πανηγύρι (με αφορμή το ποδόσφαιρο) έγινε δύο χρόνια αργότερα, στο 1-4 από τους Τούρκους στο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Όταν τα αδέκαστα μίντια της χώρας μιλούσαν για εθνική ντροπή. Σε εκείνο το 2-1 πάντως και οι δύο πλευρές φανατικών (που δυστυχώς υπάρχουν) είχαν βρει την τέλεια αφορμή για να βγάλουν τα απωθημένα τους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως λειτουργεί ένα μέρος των πολιτικών άκρων σε τέτοιες καταστάσεις, θα αναφέρω μια παλιά ιστορία -όχι και τόσο γνωστή- γραμμένη από κάποιον που δεν παρακολουθούσε το ποδόσφαιρο ως φίλος του, αλλά ως κάποιος που προσπαθούσε να καταλάβει, και να εξηγήσει την κουλτούρα του -και την επιρροή του- σε άλλους, πιο σημαντικούς, τομείς.

Ο σπουδαίος Τζορτζ Όργουελ είχε γράψει το 1945 ένα δοκίμιο στην λονδρέζικη Tribune με τίτλο ‘The Sporting Spirit’ με αφορμή μια περιοδεία που είχε κάνει η ομάδα-τρόμος της εποχής, η Σοβιετική Διναμό, στα γήπεδα της Αγγλίας και της Σκωτίας. Η φράση που έχει μείνει χαραγμένη από εκείνο το φύλλο ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα αποφθέγματα που έχουν να κάνουν με τη σχέση ποδοσφαίρου-πολιτικής δεν είναι άλλη από το άκρως ρεαλιστικό ‘Το ποδόσφαιρο είναι ένας πόλεμος δίχως τους πυροβολισμούς’ και 59 χρόνια αργότερα έβρισκε τον καθρέφτη του σε εκείνο το παιχνίδι ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, σε μια περίοδο που στην δική μας χώρα οι Αλβανοί δεν ήταν πλέον οι φτωχοί μετανάστες, αλλά άνθρωποι που απαιτούσαν -και άξιζαν στην πλειοψηφία τους- ίση μεταχείριση από όλους. Κακοί λαοί άλλωστε δεν υπάρχουν. Κακοί άνθρωποι υπάρχουν. ‘Οπως υπάρχουν και καλοί και κακοί ποδοσφαιριστές. ‘Πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το παιχνίδι όταν χρησιμοποιηθεί απ’ τους πολιτικούς για την τόνωση της εθνικής ταυτότητας και την (υπό)στήριξη της κυρίαρχης ιδεολογίας’. Λόγια του Όργουελ απ’ το ίδιο δοκίμιο, λόγια τόσο προφητικά όσο εκείνα που έγραψε λίγο αργότερα στο κολοσσιαίο του δημιούργημα ‘1984’. Το χάος που προηγήθηκε και ακολούθησε εκείνης της αναμέτρησης μέτρησε ακόμα και μια χαμένη ζωή, σε συμπλοκές φανατικών οπαδών, και φυσικά πληγές, που έκαναν αρκετά χρόνια να σβήσουν, και ίσως να μην σβήσουν και ποτέ.

Επανέρχομαι στον Ηρακλή του ’91-’92, προσπαθώντας να τιθασεύσω την φλυαρία μου, και να κλείσω το κείμενο. Η ομάδα του Σοκόλ Κούστα, του Χρήστου Κωστή και του Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Μια ομάδα που είδε τον Κούστα να μην μπορεί να διαχειριστεί την μετάβαση απ’ το κλειστοφοβικό κλίμα της Κομμουνιστικής Αλβανίας στην ελευθερία και την άνεση της Θεσσαλονίκης, ούτε φυσικά και τις λοξές, ρατσιστικές, ματιές προς το πρόσωπό του από μια μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού αρκετών ομάδων, πραγματοποιώντας μέτριες εμφανίσεις. Τα δύο γκολ σε 27 εμφανίσεις την πρώτη του σεζόν και τα μηδέν (0) γκολ την δεύτερη, σε 9 παιχνίδια, τον έστειλαν στην Καλαμαριά και τον Απόλλωνα, όπου και εκεί όμως, σε μια μικρότερη δηλαδή ομάδα, δεν μπόρεσε να βρει τον καλό του, ποδοσφαιρικό, εαυτό. Η μεταγραφή στην Κύπρο, για τα χρώματα του Ολυμπιακού Λευκωσίας, έβγαλε στην επιφάνεια μερικά ψήγματα του ταλέντου του αλλά πλέον ήταν ολοφάνερο πως ο σπουδαίος Αλβανός επιθετικός δεν μπορούσε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Ή δεν ήθελε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα. Μόλις στα 30 του χρόνια. Ακόμα ένας παίκτης που δεν μπόρεσε ποτέ να εναρμονιστεί με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων και να ξεφύγει από τα σκοτεινά βιώματα και τον σκληρό τρόπο ζωής που είχε μάθει να λειτουργεί μέσα από ένα σωρό ηθικά δεσμά.

Στις μέρες μας αρκετοί ποδοσφαιριστές με καταγωγή από την Αλβανία, βρίσκονται σε πολλές κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης και αγωνίζονται σε κορυφαίες εθνικές ομάδες (όπως η Ελβετία και το Βέλγιο), δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο το ταλέντο που έχουν πάνω στο ποδόσφαιρο, φτάνοντας μάλιστα και την δική τους εθνική στα τελικά μιας μεγάλης διοργάνωσης, όπως το Γιούρο του 2016. Μεμονωμένα, εθνικιστικά, περιστατικά υπάρχουν και σε αρκετούς από αυτούς (ιδίως παικτών που έζησαν την φρίκη του Κοσόβου) και είναι κατακριτέα, αλλά καλό θα είναι να μην αμαυρώνουν λαούς, ανθρώπους και συνειδήσεις, στο σύνολό τους. Κανένας μετανάστης δεν είναι κακός και κανένας δεν αφήνει την χώρα του αν περνάει καλά εκεί. Σε αυτό εδώ τον κόσμο άλλωστε πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα ‘ναι. Πλέον είμαστε και εμείς μια χώρα που μετρά τα τελευταία 10 χρόνια πάνω από μισό εκατομμύριο μετανάστες (και θα μετρήσει κι άλλους) που δεν αφήνουν την χώρα επειδή πεινάνε, αλλά επειδή κάπου αλλού, γι’ αυτούς, ίσως είναι καλύτερα, πιο ανθρώπινα, πιο ελεύθερα, πιο ζεστά, πιο χαρούμενα.

Το μίσος άλλωστε είναι πολύ εύκολο να καλλιεργηθεί σε ανθρώπους χαμηλής μόρφωσης αν αυτοί δεν έχουν τους κατάλληλους ανθρώπους γύρω τους για να τους εξηγήσουν πολύ απλά το ‘σωστό’ και το ‘λάθος’. Στο εξαιρετικό βιβλίο του Αλβανού λογοτέχνη Ισμαήλ Κανταρέ ‘Το παλάτι των ονείρων’ ο ήρωας είναι κάποιος που ξαφνικά βρίσκεται παγιδευμένος και βιώνει κάτι μοναδικά τρομακτικό όταν νιώθει πως δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί ελεύθερα. Και όντως υπήρχαν τέτοιες εποχές, και δυστυχώς, ακόμα υπάρχουν σε πολλά μέρη αυτού εδώ του σύγχρονου και ‘πολιτισμένου’ κόσμου, και όσο είναι δύσκολο για πολλούς από εμάς να τις κατανοήσουμε, καλό θα είναι να προσπαθήσουμε να το κάνουμε. Να προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Έστω και για λίγο. Με μια μικρής διάρκειας σκέψη. Κάπως έτσι, ίσως γίνει λιγάκι καλύτερος και ο κόσμος μας. Έστω στα μάτια κάποιου άλλου.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του Gustavo Santaolalla.

Η τέχνη -και η τεχνική- της άμυνας

  [4 Σχόλια]

Για να καταλάβει κάποιος πόσο πολύ έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια (προς το καλύτερο και το πιο μοντέρνο), αρκεί να ρίξει μια ματιά, και στον τρόπο που αμύνονται πλέον οι ομάδες -ατομικά και στο σύνολό τους- αλλά και στο πόσο σημαντικό κομμάτι παίζει πλέον η σωστή αμυντική λειτουργία στο χτίσιμο της επίθεσης. Της σωστής επίθεσης. Οι σύγχρονοι προπονητές της εποχής (ο Γκουαρδιόλα και ο Κλοπ είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα) δείχνουν να έχουν καταλάβει αυτό το κομμάτι καλύτερα από άλλους συναδέλφους τους, ψάχνοντας παίκτες που να διαθέτουν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για να ηγηθούν στην άμυνα ως κυρίαρχοι. Ως οι παίκτες δηλαδή που γνωρίζουν πως: ο καλύτερος τρόπος για να μην δεχθείς γκολ είναι να έχεις την μπάλα στην κατοχή σου και να την ανεβάζεις στην επίθεση με σωστό τρόπο. Και στις δύο ομάδες (την Μάντσεστερ Σίτι και την Λίβερπουλ) αυτοί οι παίκτες υπάρχουν.

Στους «γαλάζιους», ο Άγγλος Τζον Στόουνς και στους «κόκκινους», ο Ολλανδός Βίργκιλ Φαν Ντάικ. Αμφότεροι, κεντρικοί αμυντικοί με σπάνια τεχνική. Άψογη αντίληψη του παιχνιδιού -και του χώρου- και φυσικά ηγετικά χαρίσματα. Κεντρικοί αμυντικοί που ολοένα και λερώνουν λιγότερο το σορτσάκι τους, αλλά κάνουν άψογα την δουλειά τους. Εννοείται πως αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και φυσικά και δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο χορτάρι από όλες τις ομάδες. Για να φτιάξεις άλλωστε μια ποιοτική ομάδα χρειάζονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και όπως είναι φυσικό, τα χρήματα για να αποκτηθούν αμυντικοί με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δύσκολο να βρεθούν από ομάδες που δεν συγκαταλέγονται στο πρώτο ράφι του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Για να το καταλάβουμε καλύτερα όλο αυτό θα μιλήσουμε με αριθμούς. Οι αριθμοί άλλωστε -συνήθως- λένε την αλήθεια.

Ο Στόουνς, στα δικά μου μάτια, είναι ένας απ’ τους καλύτερους στόπερ σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ίσως και ο καλύτερος γι’ αυτό το στυλ ποδοσφαίρου που έχει επιλέξει να παρουσιάζει ο Γκουαρδιόλα στις ομάδες του (οι άλλοι που μου αρέσουν υπερβολικά είναι ο Ολλανδός της Λίβερπουλ και φυσικά ο Βαράν της Ρεάλ Μαδρίτης). Η εξέλιξη μάλιστα του Άγγλου τα δύο τελευταία χρόνια που αγωνίζεται υπό τις οδηγίες του Γκουαρδιόλα είναι απλά τρομακτική. Μιλάμε άλλωστε για αμυντικό που χρειάστηκαν 47.5 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Γκούντισον Παρκ και να γίνει παίκτης των «πολιτών» το καλοκαίρι του ’16. Ας δούμε όμως κάποιους αριθμούς για να  καταλάβουμε καλύτερα την αξία του. Την πρώτη του σεζόν στο Έτιχαντ (2016-2017) είχε φτάσει το ποσοστό του σε επιτυχημένες πάσες στο 91.7%. Τρεις ολόκληρες μονάδες πάνω από το ποσοστό του στην τελευταία του χρονιά με τη φανέλα της Έβερτον. Την περσινή σεζόν (2017-2018), που η Σίτι έσπασε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ο Στόουνς είχε στην Πρέμιερ Λιγκ το απίστευτο 95.8%,  με 69.2 πάσες ανά αγώνα. Αυτό που όμως κυριολεκτικά τρομάζει είναι πως πέρσι δεν είχε ούτε ένα λάθος που να οδηγεί σε σουτ του αντιπάλου. Το γνωστό δηλαδή «πούλημα της μπάλας» που λέμε και στα καφενεία. Αυτό δηλαδή που κανένας προπονητής δεν θέλει να βλέπει -κυρίως- στους αμυντικούς και τον γκολκίπερ του. Τις δυο σεζόν που προηγήθηκαν της περσινής ο Στόουνς είχε μέσο όρο τέσσερα λάθη σε αυτό το κομμάτι. Κάτι που δείχνει περίτρανα την δουλειά που έχει ρίξει μιας και το ταλέντο του ήταν γνωστό εδώ και πολλά χρόνια στους φίλους της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Οταμέντι πέρσι είχε τρία «πουλήματα μπάλας» που οδήγησαν μάλιστα σε τρία τέρματα για την Σίτι. Ο εξαιρετικός κίπερ Έντερσον είχε έξι, και από δύο είχαν ο Γουόκερ, ο Φερναντίνιο και ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο τελευταίος αγωνίστηκε σχεδόν ολόκληρη την σεζόν ως αριστερός μπακ (που δεν είναι η φυσική του θέση). Ο Γκουαρδιόλα αν είχε μαλλιά θα τα είχε βγάλει απ’ το τράβηγμα βλέποντας όλα αυτά τα λάθη των παικτών του. Το γεγονός πως ο διεθνής Άγγλος αμυντικός καταφέρνει να είναι ο ηγέτης της άμυνας της Σίτι έχοντας: 0.8 επιτυχημένα τάκλιν ανά παιχνίδι, 1 κλέψιμο, 0.3 φάουλ και 3 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, χωρίς να πέφτει στο χορτάρι όπως ο Βίνι Τζόουνς τις παλιές καλές εποχές, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού της Σίτι και τον σημαντικότατο ρόλο που έχει ο ίδιος σε όλο αυτό. Χωρίς τον Άγγλο, φαντάζει πολύ δύσκολο να λειτουργήσει όλο αυτό στην εντέλεια. Φυσικά  και όλο αυτό το είδαμε να λειτουργεί και στο Μουντιάλ για την Αγγλία. Με τριάδα στην άμυνα και διαφορετικό στυλ παιχνιδιού αλλά με τον 24χρόνο σε ένα πιο ελεύθερο και οργανωτικό ρόλο. Ως ο απόλυτος ηγέτης της ομάδας. Δυστυχώς για τον ίδιο (και για την Αγγλία) το τέλειο τουρνουά που πραγματοποίησε θα το στοιχειώνει πάντα η φάση του νικητήριου γκολ του Μάντζουκιτς στην παράταση του ημιτελικού. Ένα γκολ που στέρησε την παρουσία στον μεγάλο τελικό και που το χρεώνεται και ο ίδιος με την κακή του αντίδραση στην συγκεκριμένη φάση (μετά το άτσαλο διώξιμο του Γουόκερ). Η απόσταση άλλωστε, του ήρωα απ’ τον μοιραίο, είναι ελάχιστη στο ποδόσφαιρο. Ελάχιστη βέβαια είναι συνήθως και η αντίληψη ανθρώπων που στέκονται μόνο στο λάθος κάποιου παραβλέποντας (ηθελημένα τις περισσότερες φορές) όλα τα θετικά που έχουν προηγηθεί και την εν γένει παρουσία του. Μην ξεχνάμε πως πριν το γκολ του Μάντζουκιτς, ο Βρσάλικο είχε βγάλει πάνω στην γραμμή την κεφαλιά του Στόουνς. Μια κεφαλιά που αν είχε γίνει γκολ, το σκορ θα ήταν 2-1 υπέρ των Άγγλων, και ίσως τώρα να ήταν όλα εντελώς διαφορετικά. Με τα «αν» και τα «ίσως» βεβαίως και δεν γράφεται ιστορία όμως, γι’ αυτό πάμε παρακάτω.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στους άλλους τρεις στόπερ των ομάδων που αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στο πρωτάθλημα της Πρέμιερ Λιγκ που αρχίζει σε λίγες μέρες.

Ο Φαν Ντάικ κόστισε 75 εκατομμύρια λίρες στην Λίβερπουλ τον Δεκέμβριο του ’17 και έγινε αμέσως ο απόλυτος ηγέτης της άμυνας και της αμυντικής λειτουργίας της ομάδας του Κλοπ. Σε 14 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.1 επιτυχημένα τάκλιν, 1.3 κλεψίματα, 0.6 φάουλ. 5.6 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα (ανίκητος σε αυτό τον τομέα) και 81 πάσες ανά αγώνα, με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει το 90%. Φυσικά και οι μυημένοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο περιμέναμε αυτή την εξαιρετική παρουσία μιας και τα δείγματα γραφής στην Σαουθάμπτον δεν άφηναν και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Φέτος αναμένεται ακόμα καλύτερος – όπως φυσικά και ολόκληρη η ομάδα.

Ο εξαιρετικός νεαρός διεθνής Κολομβιανός της Τότεναμ, Ντάβινσον Σάντσεζ κόστισε 42 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Άμστερνταμ -και τον Άγιαξ- για το Λονδίνο και τα «σπιρούνια», και έγινε αμέσως ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της ομάδας του. Στο ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο του Ποκετίνο, σε 29 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.2 επιτυχημένα τάκλιν, 1.2 κλεψίματα, 0.8 φάουλ, 2.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, 60.2 πάσες ανά αγώνα και ποσοστό επιτυχίας 89.4%. Όλα αυτά γίνονται ακόμα πιο σημαντικά αν αναλογιστούμε πως η περσινή ήταν η πρώτη του σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ και πως η μετάβαση από το Ολλανδικό ποδόσφαιρο στο Αγγλικό, είναι πραγματικά δύσκολη, και η διαφορά επιπέδου χαώδης. Ο Φαν Ντάικ για παράδειγμα πριν την Σαουθάμπτον (και ενώ προέρχεται και αυτός από την Ολλανδία και την Γκρόνιγκεν) είχε δοκιμαστεί στο δύσκολο (και βίαιο) πρωτάθλημα της Σκωτίας με τη φανέλα της Σέλτικ. Η Σκωτσέζοι μάλιστα πίστευαν τόσο πολύ τον παίκτη που είχαν βάλει στην Σαουθάμπτον ποσοστό μεταπώλησης. Φυσικά και είδαν τα ταμεία τους να γεμίζουν με ζεστό χρήμα πέρσι τον Δεκέμβρη.

Τελευταίο άφησα τον Έρικ Μπαγί. Τον παίκτη που έχει επωμιστεί τον ρόλο του ηγέτη στην άμυνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θα καταλάβουμε πολύ καλύτερα -βλέποντας τους αριθμούς- γιατί η ομάδα του Μουρίνιο δεν μπορεί να ακολουθήσει τον τρόπο παιχνιδιού των τριών ομάδων που προανέφερα. Ο Ιβοριανός κόστισε 30 εκατομμύρια λίρες το καλοκαίρι του ’16 για να αφήσει την Βιγιαρεάλ για το Ολντ Τράφορντ και οι αριθμοί του είναι: 1.3 επιτυχημένα τάκλιν, 1.9 κλεψίματα, 0.8 φάουλ (όλα καλά μέχρι εδώ) αλλά 1.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα και 32.8 πάσες ανά αγώνα με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει μετά βίας το 86%. Πολύ χειρότερος δηλαδή στο οργανωτικό κομμάτι από τους τρεις παίκτες που προανέφερα και πολύ χειρότερος με την μπάλα στα πόδια. Κάτι που δείχνει με τον καλύτερο τρόπο και τον λόγο που η Γιουνάιτεντ σηκώνει πολλές φορές την μπάλα απ’ την άμυνα στην επίθεση αλλά και γιατί ο Μουρίνιο γκρινιάζει συνεχώς τον τελευταίο καιρό για μεταγραφική ενίσχυση. Ο Χάρι Μαγκουάιρ της Λέστερ αποτελεί άλλωστε στόχο, και είναι ικανός να προσθέσει ποιότητα στο κέντρο της άμυνας της ομάδας.

Για να καταλάβουμε καλύτερα πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που παίζουν οι κεντρικοί αμυντικοί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο θα κάνω μια απλή ερώτηση. Ποιος θεωρείται -και είναι- ένας απ΄τους κορυφαίους στόπερ παγκοσμίως στο ποδόσφαιρο των ημερών μας; O Ντιέγκο Γκοδίν, πολύ σωστά. Αγωνίζεται στην Ατλέτικο Μαδρίτης του Σιμεόνε. Είναι Ουρουγουανός. Είναι επίσης σκατόφατσα και φυσικά μοιάζει βγαλμένος από άλλες εποχές. Πιο σκληρές. Πιο άγριες. Πιο «πολεμικές». Και όμως οι αριθμοί του δεν απέχουν και πολύ από τους προαναφερθέντες. Τους πιο «φλώρους» δηλαδή στα μάτια εκατομμυρίων οπαδών. 1.7 κερδισμένα τάκλιν, 2 κλεψίματα, 1.5 φάουλ και δύο κερδισμένες εναέριες μονομαχίες, με 46 πάσες και 84.8 ποσοστό επιτυχίας ανά αγώνα. Θα μπορούσε να είναι μια βελτιωμένη έκδοση του Μπαγί. Ευτυχώς για τον Σιμεόνε δεν είναι. Αυτοί είναι οι αριθμοί του από την προηγούμενη σεζόν και μόνο για την Λα Λίγκα. Φυσικά και ο τρόπος που καθοδηγεί τους συμπαίκτες του και το πάθος που βγάζει στους αγώνες δεν γίνονται να μετρηθούν με αριθμούς. Ο Μπαγί δεν μπορεί να το κάνει αυτό τόσο καλά. Και δεν συγκρίνω παίκτες απλά συγκρίνω αριθμούς.

Οι εποχές που οι αμυντικοί -των κορυφαίων ομάδων- σέρνονταν στο χόρτο για να κόψουν τους αντιπάλους τους με δολοφονικά τάκλιν και έστελναν την μπάλα στα σύννεφα, ανήκουν στο παρελθόν. Ευτυχώς. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει προς το καλύτερο, και αυτό το δηλώνουν περίτρανα πλέον και οι αριθμοί, εκτός φυσικά της εικόνας. Πρώτος στόχος και για τους αμυντικούς είναι η καλή τεχνική για να παίξουν στο κορυφαίο επίπεδο, και φυσικά η ελαχιστοποίηση των λαθών και του «πουλήματος της μπάλας» που έγραψα και πιο πάνω. Αν κάναμε ένα γκάλοπ για παράδειγμα για το ποιοι είναι οι κορυφαίοι τερματοφύλακες στην Ευρώπη, αυτή την περίοδο, πολλοί θα ήταν αυτοί που δεν θα έβαζαν στη λίστα τον Έντερσον και τον Γιορίς επειδή θα σου πουν: «δεν μου αρέσει να παίζει ο κίπερ τόσο πολύ με τα πόδια». Εμένα απ’ την άλλη μου αρέσει να παίζει ο κίπερ και με τα πόδια. Αρκεί να μπορεί να το κάνει. Εννοείται πως δεν μπορούν όλοι. Αυτοί όμως που μπορούν και παίρνουν το ρίσκο ανεβάζουν τουλάχιστον ένα επίπεδο την ομάδα τους.

Επιστρέφω στο γκάλοπ για να κλείσω και το κείμενο. Θα έβαζαν εκεί τον Πετρ Τσεχ; Ναι, θα τον έβαζαν. Τον σπουδαίο -είναι η αλήθεια- τερματοφύλακα της Άρσεναλ και πρώην της Τσέλσι. Ακόμα και στα 36 του χρόνια. «Έχει μαγνήτες στα χέρια» θα σου πουν. «Είναι έμπειρος». Αυτό που ίσως δεν θα γνωρίζουν -και δε θα σου πουν- πολλοί (που θα τον βάλουν στη λίστα) είναι πως πέρσι ήταν ο χειρότερος σε ολόκληρη την Ευρώπη (στα κορυφαία τουλάχιστον πρωταθλήματα) στον αριθμό φάσεων που κάποιος πούλησε την μπάλα στον αντίπαλο, μιας και είχε τον μεγαλύτερο -αρνητικό- αριθμό σε αυτή την κατηγορία. H Άρσεναλ τερμάτισε 6η (έχοντας δεχθεί 51 γκολ σε 38 αγώνες) στο -37 από την πρωταθλήτρια Σίτι. Κι ας παίζει ποδόσφαιρο κατοχής και αυτή. Και αυτό είναι κάτι φοβερά αρνητικό από μόνο του για τους «κανονιέρηδες». Οι αμυντικοί της, και ο κίπερ της, -για να το πω απλά- δεν ήξεραν μπάλα, και έκαναν συνεχώς εύκολα λάθη, που οδηγούσαν σε γκολ. Ή σε φάσεις για γκολ. Έβαζαν πολλές φορές δηλαδή οι ίδιοι προβλήματα στους εαυτούς τους. Η Σίτι, που δέχθηκε μόλις 27 γκολ, επειδή πολύ απλά οι αντίπαλοί της -συνήθως- προσπαθούν μάταια να της πάρουν την μπάλα, είτε την έχουν οι παίκτες της επιθετικής της γραμμής, είτε αυτοί της αμυντικής (και φυσικά ο τερματοφύλακας) είναι η καλύτερη απάντηση σε όλο αυτό. Γιατί; Επειδή πολύ απλά, ξέρουν όλοι μπάλα.

Μια μικρή ωδή στην αγάπη για το ποδόσφαιρο

  [6 Σχόλια]

Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα δουν να έρχεται κατά πάνω τους μια μπάλα, δεν θα προσπαθήσουν να την πιάσουν με τα χέρια, αλλά να την κοντρολάρουν με το πόδι. Ο Μαραντόνα είχε δηλώσε κάποτε πως ακόμα κι αν φορούσε ένα πανάκριβο λευκό κοστούμι, αν έβλεπε μια λασπωμένη μπάλα να έρχεται προς το μέρος του -ψηλά, απ’ τον αέρα- θα την κοντρόλαρε με το στήθος, χωρίς να ενδιαφερθεί για λεκέδες και περίεργα βλέμματα. Προσωπικά τον πιστεύω. Ο συγγραφέας του εξαιρετικού -και αγαπημένου (για ‘μένα)- High Fidelity, Νικ Χόρνμπι, έχει δηλώσει επίσης: «Ερωτεύτηκα το ποδόσφαιρο όπως αργότερα ερωτευόμουν τις γυναίκες. Ξαφνικά, ανεξήγητα, αβασάνιστα. Χωρίς να σκεφτώ τον πόνο ή την αναστάτωση που θα έφερνε». Τον πιστεύω και αυτόν, μιας και ακριβώς έτσι ερωτεύτηκα και εγώ το ποδόσφαιρο, πριν πολλά χρόνια, και φυσικά έτσι ακριβώς ερωτεύομαι και τις γυναίκες. Ακόμα και σήμερα.

Κανένας -και ποτέ- δεν πρόκειται να εξηγήσει επακριβώς τι είναι αυτό που κάνει το ποδόσφαιρο τόσο δημοφιλές. Ακόμα και στις μέρες μας, στην σύγχρονη εποχή των εκατομμυρίων και του χαμένου ρομαντισμού, δεν γίνεται να μην το αγαπήσεις. Τα συναισθήματα που αυτό γεννά -και προσφέρει- δεν γίνεται να μετρηθούν από καμία σύγχρονη «μηχανή» και φυσικά η λέξη γκολ και τα συναισθήματα που αυτή γεμίζει τον απλό φίλαθλο, δεν ξέρω με πόσα πράγματα μπορούν να συγκριθούν. Αν μπορούν να συγκριθούν. Προσωπικά αυτό που με κάνει να ξεχνάω το ποδόσφαιρο είναι μόνο ένα παιδικό χαμόγελο και ένα παιδικό δάκρυ. Τα παιδιά άλλωστε είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει σε αυτόν εδώ τον πλανήτη και δεν αξίζουν κανένα πόνο. Το παρόν, το μέλλον και η ζωή, είναι τα ίδια τα παιδιά. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει καμία ισορροπία σε αυτήν εδώ την κοινωνία. Κανένα όνειρο. Ακόμα και η λέξη αγάπη θα έχανε κάθε έννοια της δίχως αυτά.

Πριν χρόνια είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία» μετά την προβολή της εξαιρετικής ταινίας «Τιμπουκτού» του Αμπντεραμάν Σισακό. Εκεί, σε μια σπάνιας ομορφιάς ανθρώπινη κι αληθινή σκηνή, αποτυπώνεται τι ακριβώς είναι το ποδόσφαιρο για κάθε παιδί. Πως το βιώνει και τι αισθήματα βγάζει αυτό το τόσο σπουδαίο παιχνίδι σε κάθε πιτσιρίκι. Ανεξαρτήτως κοινωνικού στρώματος και οικονομικής επιφάνειας. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει μπάλα. Τα καλύτερα γκολ της ζωής του, άλλωστε, το κάθε παιδί τα έχει σκοράρει έχοντας κλειστά τα μάτια. Στα όνειρά του. Σε τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ και Μουντιάλ, κι από πολλές φορές μάλιστα. Συνήθως μετά από μια  πάσα ακριβείας του καλύτερού του φίλου. Ακόμα και σε μια δύσκολη στιγμή άλλωστε ο καθένας μπορεί να κλείσει τα μάτια και να σκεφτεί τον άνθρωπο που είναι ερωτευμένος, μια όμορφη στιγμή με ένα καλό φίλο και φυσικά την αγαπημένη του ομάδα ή -ακόμα καλύτερα- τον ίδιο να σκοράρει, με τα χρώματά της, ένα σπουδαίο τέρμα, και να νιώσει καλύτερα. Έστω και για μερικά λεπτά.

Σε ένα απ’ τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει στη ζωή μου, υπάρχει μια σκηνή που -ίσως- καταφέρνει να μας πει  τι είναι το ποδόσφαιρο για ένα παιδί. Σε ένα βιβλίο όμως που δεν έχει να κάνει καθόλου με ποδόσφαιρο αλλά με την σκοτεινότερη περίοδο της σύγχρονης ανθρωπότητας. Αναφέρομαι στο βιβλίο του Ίμρε Κερτές «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο», ένα βιβλίο που έχει να κάνει με τις θηριωδίες του Άουσβιτς μέσα απ’ τα μάτια ενός μικρού παιδιού. Ο Κερτές, κάπου λίγο πριν τη μέση του βιβλίου, γράφει «…Κάτω απ’ τα πόδια μας πάλι ένας φαρδύς, εκτυφλωτικά λευκός δρόμος, μπροστά μας ολόκληρη εκείνη η κάπως κουραστικά μεγάλη έκταση, ο αέρας που από τη ζέστη έτρεμε και έβραζε παντού. Είχα αρχίσει να ανησυχώ μήπως και ήταν πολύ μακριά, όπως αποδείχτηκε όμως μετά, τα λουτρά απείχαν από το σταθμό συνολικά γύρω στα δέκα λεπτά με τα πόδια. Όσα μπόρεσα σ’ αυτή τη σύντομη διαδρομή να δω γενικά μου άρεσαν. Χάρηκα ιδιαίτερα για ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, σ’ ένα λιβάδι που απλωνόταν ακριβώς στα δεξιά του δρόμου. Πράσινο γρασίδι, τα απαραίτητα για το παιχνίδι άσπρα τέρματα, άσπρες γραμμές – όλα ήταν εκεί, δελεαστικά, καινούργια, σε άριστη κατάσταση και απόλυτη τάξη. Εμείς, τ’ αγόρια, είπαμε αμέσως: ορίστε, μετά τη δουλειά θα παίζουμε εδώ ποδόσφαιρο…» Απλές και αγνές σκέψεις ενός παιδιού που πριν λίγη ώρα είχε φτάσει στοιβαγμένο μαζί με άλλους εκατοντάδες στο κολαστήριο του Μπίρκεναου και όσο κι αν είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά με όλο αυτό, δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό του το παιχνίδι και το αγαπημένο του ποδόσφαιρο.

Κλείνοντας αυτό το μικρό κείμενο (και τις σκέψεις που αυτό περικλείει) απλά να πω πως: περίπου την ίδια περίοδο ο σπουδαίος Σοβιετικός συνθέτης και μέγας λάτρης του ποδοσφαίρου, Ντμίτρι Σοστακόβιτς, καθώς τα ναζιστικά στρατεύματα πλησίαζαν στο Λένινγκραντ, θα γράψει στον καλό του φίλο Ισαάκ Γκλίκμαν που βρισκόταν στην Τασκένδη. «Καλέ μου φίλε δεν κοιμάμαι, θρηνώ και δάκρυα τρέχουν πυκνά και πικρά από τα μάτια μου. Εκεί που βρίσκεσαι γίνονται τουλάχιστον τίποτα ματς;» Δέκα χρόνια νωρίτερα (στις αρχές του 1930) ο σπουδαίος συνθέτης είχε υπογράψει το έργο «Χρυσή Εποχή». Το πρώτο δηλαδή από τα τρία διάσημα μπαλέτα του. Ένα έργο που βασίστηκε στο λιμπρέτο «Ντιναμιάδα» και μιλάει για τις περιπέτειες μιας Σοβιετικής ποδοσφαιρικής ομάδας που βρισκόταν για αγώνες επίδειξης σε μια διεφθαρμένη καπιταλιστική χώρα με το όνομα Φασιστοχώρα. Ένα απ’ τα πιο γνωστά αποφθέγματα άλλωστε του σπουδαίου συνθέτη ήταν εκείνο το «Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» και κατ’ εμέ δεν είχε καθόλου, μα καθόλου, άδικο. Ο τρόπος που προσέγγιζε άλλωστε ο Σοστακόβιτς το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο ήταν ακριβώς όπως του μικρού παιδιού που βγαίνει να παίξει στον δρόμο με τους φίλους του. Πολλές φορές ακόμα και με φανταστική -ή αυτοσχέδια- μπάλα. Ανάμεσα σε συντρίμμια. Πολλές φορές υπό τον φόβο και την αβεβαιότητα -όχι του αύριο- αλλά εκείνης της στιγμής.  Πάντα όμως με αγνή, αληθινή αγάπη και ατελείωτα όνειρα. Όπως και ο μικρούλης Ντούρκα στο αριστούργημα του Κερτές.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των μελωδιών του σπουδαίου Francisco Tarrega

Ο Μέσι, ο Ρονάλντο και o GOAT

  [23 Σχόλια]

Στις 4 Ιουνίου το περιοδικό PAPER κυκλοφόρησε, έχοντας στο εξώφυλλό του τον Λιονέλ Μέσι, με την λεζάντα GOAT. Greatest Of All Time δηλαδή. Μια λεζάντα που όσοι ασχολούνται με αθλητικά θέματα (και ιστορίες) αρέσκονται, στο να τη χρησιμοποιούν,  για να χαρακτηρίσουν παίκτες -τις περισσότερες φορές- της δικής τους εποχής. Εγώ δεν πρόλαβα τον Κρόιφ, ούτε τον Πελέ, ούτε τον Εουσέμπιο, ούτε τον Μπεστ. Πρόλαβα όμως τον Μαραντόνα (δυστυχώς προς το τέλος της καριέρας του), τον Ζιντάν, τον βραζιλιάνο Ρονάλντο, και τώρα χαζεύω, με τον υπόλοιπο κόσμο, τον Μέσι και τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Όταν βλέπαμε τον Ζιζού -στο απόγειο της καριέρας του- θυμάμαι να λέμε, οι περισσότεροι τουλάχιστον, πως αυτός είναι ο κορυφαίος όλων. Ο Εκλεκτός. Τα ίδια πάνω-κάτω λέγαμε και για τον Ρονάλντο (τον βραζιλιάνο) και τον Ροναλντίνιο, λίγο καιρό αργότερα. Την τελευταία δεκαετία όμως αυτή η μάχη έχει κορυφωθεί ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Τον Αργεντίνο Μέσι, της Μπάρτσα, και φυσικά τον Πορτογάλο Κριστιάνο Ρονάλντο, της Ρεάλ. Είναι όμως κάποιος εξ αυτών των δύο ο GOAT;

Αρχίζω απ’ τα πολύ βασικά για να φτάσουμε και στο κυρίως θέμα: Δεν γίνεται να συγκρίνουμε παίκτες από διαφορετικές εποχές.

Δεν γίνεται να συγκριθεί ο Μαραντόνα με τον Μέσι, βρε αδερφέ, όσο κι αν μοιάζει το αγωνιστικό τους στυλ. Ο πρώτος αγωνίστηκε στα 80s και ο δεύτερος αγωνίζεται από τα middle 00s, και συνεχίζει μέχρι και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές.  Το ποδόσφαιρο άλλαξε, υπερβολικά πολύ, όλο αυτό το διάστημα. Αν ο Μαραντόνα έπαιζε ποδόσφαιρο σήμερα, λογικά, δεν θα είχε σχέση με τον παίκτη που ήταν τότε. Θα ήταν σίγουρα πιο αθλητικός. Θα ήταν σίγουρα άριστος επαγγελματίας. Θα είχε σίγουρα από πίσω του δεκάδες παχυλά συμβόλαια και δεκάδες συμβούλους για να τον βοηθούν. Αλλιώς δεν θα έπαιζε ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο όσο μάγος κι αν ήταν. Αν ο Μέσι έπαιζε στα 80s, λογικά, δεν θα είχε όλα αυτά που έχει σήμερα και φυσικά δεν θα ήταν τόσο «διαστημικός» (και με τα προβλήματα που τον ταλαιπώρησαν στην παιδική -και εφηβική- του ηλικία). Σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να γίνει όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό.

Ο Μαραντόνα ήταν κορυφαίος τότε. Ο Μέσι είναι κορυφαίος τώρα. Σε ένα ποδόσφαιρο γεμάτο αλκοόλ, τσιγάρα, ξενύχτια και ένα σωρό άλλες καταχρήσεις (τότε), οι περισσότεροι παίκτες δεν είχαν μεγάλη διάρκεια. Δεν μπορούσαν να έχουν μεγάλη διάρκεια. Πολλοί κορυφαίοι μάλιστα εκείνης της περιόδου έπαιξαν σαν κορυφαίοι το πολύ 6-7 χρόνια.  Οι περισσότεροι απ’ τους φιλάθλους επίσης δεν είχαν πρόσβαση στα παιχνίδια των ομάδων, όπως συμβαίνει δηλαδή στις μέρες μας, και περίμεναν να δουν τους σούπερ σταρ στα Μουντιάλ, τα Γιούρο, άντε και σε κανένα Ευρωπαϊκό παιχνίδι συλλόγων. Αν είχαν την τύχη. Μιλάμε για πολύ μικρό όγκο παιχνιδιών και πληροφοριών. Θεωρώ πως ασφαλή συμπεράσματα για κάποιον μέσα από 5-6 παιχνίδια δεν μπορούν να βγουν. Όσο κι αν κόβει το μάτι κάποιου καλύτερα κι από ταξιτζή σε νυχτερινή βάρδια. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Αν έπαιζε ποδόσφαιρο στα 70s και τα 80s δεν θα ήταν ο σούπερ αθλητής του σήμερα. Αυτό το τέρας φυσικών και σωματικών αντοχών. Δεν θα μπορούσε να είναι ο σούπερ αθλητής του σήμερα. Όσοι συμφωνούν μπορούν να συνεχίσουν με την ανάγνωση αυτού εδώ του κειμένου.

Κριστιάνο Ρονάλντο ή Λιονέλ Μέσι;

Δύο κορυφαίοι παίκτες στις δύο κορυφαίες ομάδες της εποχής. Ο Πορτογάλος όμως έχει επιτυχίες και με την εθνική του ομάδα. Σε μια ομάδα που δεν έχει το σπουδαίο ταλέντο για να τον πλαισιώσει. Ο Αργεντίνος, σε μια ομάδα που ζει με τα φαντάσματα του Ντιέγκο, έχοντας αρκετούς ντελικάτους παίκτες δίπλα του (μεσοεπιθετικά τουλάχιστον), δεν μπορεί να κάνει καμία υπέρβαση. Να κατακτήσει δηλαδή κάποιον τίτλο (και να μην χάνει σε τρεις σερί τελικούς). Σε πολλά παιχνίδια- και για να τα λέμε κι όλα- ο σπουδαίος αρτίστας δεν μοιάζει καθόλου με τον παίκτη που έχει το χάρισμα να διαθέτει το σπάνιο DNA του Ροσάριο αλλά με λάτιν δεκάρι που «μαγεύει» στα γήπεδα της δικής μας Β’ εθνικής. Σε κάποιο χωράφι. Λες και είναι ο Μάουρο ο Πόι. Όχι δεν είμαι υπερβολικός. Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. Εγκλωβισμένος. Κακόκεφος. Ξένο σώμα, πολλές φορές, σε μια ομάδα που δείχνει να μην του ταιριάζει. Λες και βλέπω τον Τάσο τον Μητρόπουλο με τη φανέλα του ΠΑΟ στα 90s. Σα να τον βασανίζει μονίμως η σκέψη: «Τι κάνω εγώ εδώ με όλους αυτούς». Δυστυχώς μάλλον πρέπει αν έχει δίκιο.

Στο ντοκιμαντέρ «Μέχρι να γίνεις ο βασιλιάς των ηλιθίων» για την εγχώρια πανκ σκηνή, ο Δημήτρης Πουλικάκος κάπου αναφέρει «Στο ροκ δεν χρειάζονται πάνω από τρία ακόρντα…άντε τέσσερα, για να φτιάξεις ένα σπουδαίο τραγούδι». Με αυτή την φράση προσπαθεί να περιγράψει το μεγαλείο του σκληρού ήχου μέσα απ’ την απλότητά του. Πόσο σύμφωνο με βρίσκει αυτή η φράση. Το ίδιο ισχύει και για τον Μέσι. Για να δείξει το μεγαλείο του δεν αρκούν πάνω από 3-4 «ακόρντα». Το μεγαλείο της Μπάρτσα στηρίχθηκε άλλωστε πάνω στο πιο απλό πράγμα. Το κοντρόλ και την πάσα με τη μία (αυτά που πολλοί επαγγελματίες δεν γνωρίζουν άριστα). Αυτά τα απλά ακόρντα που βρίσκει στην Μπάρτσα για να φτάσει στα δικά μας αυτιά μια άρτια ποδοσφαιρική «μελωδία». Ακόρντα που δεν υπάρχουν στην Αργεντινή (ή δεν μπορεί να τα βρει) για να φτάσουμε να «ακούμε» όλοι εμείς μια μελωδία χειρότερη κι από ήχο βουβουζέλας ή ακόμα χειρότερα, εκείνο τον εκνευριστικό ήχο της καραμούζας του Πήτερ Σέλερς στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας «Το πάρτι».

Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο Μέσι έτσι έμαθε να παίζει. Για την ακρίβεια, μόνο έτσι. Από πολύ μικρή ηλικία μάλιστα, στον οργανισμό της Μπάρτσα και της Μασία. Ο άνθρωπος που στο πρόσωπό του ο Γκουαρδιόλα βρήκε τον παίκτη που πάνω του θα τελειοποιούσε αυτό που είχε στο μυαλό του. Ο παίκτης που συμπλήρωνε άψογα (κι αυτοί αυτών) τους Τσάβι, Ινιέστα, Μπουσκέτς, Άλβες, Πικέ, σε εκείνο το εκνευριστικά τέλειο τίκι-τάκα. Αυτό είναι το ποδόσφαιρό του. Να δίνει την μπάλα σε κάποιον παίκτη που θα μπορεί όμως να την δώσει κι αυτός με την μία και απολύτως σωστά. Όχι στο περίπου. Ακριβώς εκεί που πρέπει. Με παίκτες που έχουν στο μυαλό τους ένα συγκεκριμένο πλάνο και σύστημα. Με παίκτες που διαθέτουν όλοι (ή σχεδόν όλοι) άρτια τεχνική κατάρτιση. Αυτό δεν γίνεται να το βρει στην Αργεντινή. Δεν μπορεί να το βρει στην Αργεντινή. Ο μέτριος άξονας της ομάδας του Σαμπαόλι και φυσικά η μέτρια τεχνική (για να παίξουν με τον Μέσι) των περισσότερων αμυντικών του δεν γίνεται να βοηθήσουν το δεκάρι τους. Να ανασάνει. Να φανεί. Για να μπορέσει κι αυτός να τους κάνει καλύτερους. Ο Μέσι δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε αυτό το ποδοσφαιρικό χάος. Η εικόνα και τα αποτελέσματα της Αργεντινής -δυστυχώς- μιλούν από μόνα τους.

Ο Κριστιάνο αντιθέτως μπορεί να το κάνει αυτό σε μια ομάδα (την Πορτογαλία) που δεν διαθέτει ούτε στο μισό την ποιότητα που έχουν οι Αργεντίνοι ως ο απόλυτος σταρ-αρχηγός. Ο Κριστιάνο είναι εντελώς διαφορετικός παίκτης απ’ τον Μέσι. Ουσιαστικά έγινε ποδοσφαιριστής στο σκληρότερο (και καλύτερο) πρωτάθλημα της Ευρώπης. Το Αγγλικό. Εκεί που τα τάκλιν σφυρίζουν σαν σφαίρες σε ταινία του Σέρτζιο Λεόνε. Βρήκε σε πολύ μικρή ηλικία αντιπάλους σε γήπεδα της Τσάμπιονσιπ και της League One (για τους αγώνες κυπέλλου) και έμαθε να ζει και να επιβιώνει στο σκληρό -και αντιαθλητικό πολλές φορές- βρετανικό παιχνίδι. Έμαθε να κατεβάζει την 50αρα μπαλιά, σε λασπωμένο τερέν, και ενώ τον χτυπά κάποιος σκληρός και άτεχνος αμυντικός. Έμαθε να βρίσκει τον χώρο και εκείνο το νεκρό δευτερόλεπτο για να σουτάρει, ξέροντας πως στο επόμενο θα έχει fatality. Έμαθε να δέχεται το αντιαθλητικό μαρκάρισμα πάνω στη γραμμή. Με χέρια και με πόδια. Με αγκώνες και με γόνατα. Έμαθε να παίζει πιο old school ποδόσφαιρο και να αντέχει στην κλωτσιά. Έμαθε να βλέπει στα αποδυτήρια την σκατόφατσα του Ρόι Κιν στην τρυφερή ηλίκια των 18.

Φυσικά και έμαθε να λειτουργεί κι αυτός έχοντας κορυφαίους συμπαίκτες, από ένα εντελώς διαφορετικό όμως μετερίζι. Επίσης έχει την τύχη να διαθέτει κάτι που ο Μέσι δείχνει σα να μην θέλει να αποκτήσει όταν παίζει για την χώρα του. Το χάρισμα του ηγέτη εντός του αγωνιστικού χώρου. Όταν παίζει η μπάλα. Όταν καίει η μπάλα. Θα βοηθήσει και θα συμβουλεύσει τους μέτριους συμπαίκτες του, ξέροντας πως δεν μπορούν να πλησιάσουν το δικό του ταλέντο. Το δικό του μεγαλείο. Ο Μέσι απ’ την άλλη, σε κάθε λάθος συμπαίκτη (που είναι συνηθισμένο φαινόμενο) θα κατεβάσει το κεφάλι απελπισμένος. Λες και φταίει ο κάθε μέτριος συμπαίκτης του για την κάθε λάθος μπαλιά. Τόσο ξέρει – τόσο παίζει βρε Λίο μου. Ειλικρινά δεν θυμάμαι τον Μέσι να μιλάει σε συμπαίκτη του στην Αργεντινή. Να τον αγκαλιάζει. Να του χαμογελά. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή απ’  όταν φοράει και αγωνίζεται με την φανέλα των Μπλαουγκράνα. Με την ελίτ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου δηλαδή. Ο Κριστιάνο απ’ την άλλη γκρινιάζει όταν βλέπει το λάθος στην Ρεάλ Μαδρίτης. Εκεί έχει όμως το δικαίωμα, μιας και οι συμπαίκτες του είναι παίκτες που ανήκουν στο ψηλότερο ράφι της ποδοσφαιρικής ελίτ και έχεις μεγαλύτερες απαιτήσεις. Σωστότερη προσέγγιση κατ’ εμέ.

Μπορώ να φανταστώ τον Κριστιάνο να αγωνίζεται στην Λέστερ, δίπλα στον Βαρντι, και να κατακτά το Τσάμπιονς Λιγκ με 4-4-2, απέναντι σε κάποια κορυφαία ομάδα. Με τον Καντέ και τον Ντρινκγουότερ ως αμυντικούς μέσους και με τον Χουτ και τον Μόργκαν ως κεντρικούς αμυντικούς. Ο Μέσι σε αυτή την ομάδα δεν θα μπορούσε να αγωνιστεί με τίποτα και για κανένα λόγο. Θα ήθελε να παίξει την μπάλα με τη μία. Να μην τη βλέπει να πέφτει απ’ τα σύννεφα. Να ανεβαίνουν τα πλάγια μπακ και να του δίνουν στηρίγματα στον άξονα. Να κάνουν παιχνίδι τα στόπερ και όλα να κυλούν ρολόι. Τον μειώνει κάτι τέτοιο; Όχι βεβαια. Μπορεί όμως να δώσει μια απάντηση γιατί ο Μέσι δεν είναι ο παίκτης της Μπαρτσελόνα όταν φοράει την φανέλα της χώρας του. Ο Μέσι δεν μπορεί να λειτουργήσει με μέτριους συμπαίκτες -σε θέσεις κλειδιά όπως αυτές του άξονα- γιατί είναι ο μεγαλύτερος αρτίστας των ημερών μας, και ένας εκ των κορυφαίων (λογικά) στην ιστορία του ποδοσφαίρου, και έμαθε να παίζει με ένα συγκεκριμένο στυλ που δεν γίνεται να αλλάξει στα 31, και δεν υπάρχει και λόγος, μιας και ο Μέσι δεν πρόκειται να αφήσει ποτέ την σιγουριά της Βαρκελώνης. Αν το έκανε ποτέ, δεν θα το έκανε για καμία ομάδα του Ευρωπαϊκού χάρτη.

Και για να βάλω μια τελεία. Είναι ο Ρονάλντο καλύτερος του Μέσι; Όχι βέβαια. Είναι ο Μέσι καλύτερος του Ρονάλντο; Και πάλι όχι. Είναι απλά δύο κορυφαίοι παίκτες των τελευταίων 12-13 ετών που το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει βρει στα πρόσωπά τους τα τέλεια «μοντέλα» και γουστάρει -και καλά κάνει- να τρέφει αυτή την κόντρα. Μιλάμε άλλωστε για δύο φαινόμενα της εποχής και δύο παίκτες που σίγουρα βρίσκονται ανάμεσα στους κορυφαίους όλων των εποχών. GOAT πάντως δεν είναι κανένας εκ των δύο. Δεν υπάρχουν GOAT άλλωστε. Δεν ξέρω κιόλας αν είναι και οι κορυφαίοι της εποχής τους απ’ τη στιγμή που για σχεδόν 15 χρόνια έχουμε την τύχη να βλέπουμε -παράλληλα με αυτούς τους δύο- και τον Αντρές τον Ινιέστα. Όπως είναι γνωστό άλλωστε κανένας δεν κατάφερε σπουδαία πράγματα από μόνος του σε ομαδικό σπορ. Ο Κρόιφ είχε τον Νέσκενς. Ο Πελέ τον Γκαρίντσα. Ο Μαραντόνα είχε τον Βαλντάνο. Ο Μέσι τους Τσάβι και Ινιέστα και ο Ρονάλντο κατάφερε στον κορυφαίο τελικό της καριέρας του να βγει νικητής, κάνοντας τον προπονητή, μιας και είχε τραυματιστεί από τα πρώτα λεπτά του αγώνα.

Η χαμένη χαρά του παιχνιδιού

  [5 Σχόλια]

Σε ένα πολύ γνωστό ανέκδοτο που αναφέρεται στο βιβλίο του «Περί ηρώων και ταφών», ο Ερνέστο Σαμπάτο παρουσιάζει το «φιλοσοφικό δίπολο» του ποδοσφαίρου. Το μεταφέρω σε ελεύθερη απόδοση. Εκεί, ο κεντρικός χαρακτήρας ο Τζουλιάν ντ’ Αρκάντζελο, διηγείται στον ήρωα της νουβέλας, τον Μάρτιν, ένα περιστατικό στο οποίο πρωταγωνιστούσαν δύο επιθετικοί της Ιντεπεντιέντε στη δεκαετία του ’20, ο Αλμπέρτο Λαλίν, ένας απίστευτος ντριμπλαδόρος, και ο Μανουέλ Σεοανέ, ένα βαρύ σέντερ φορ, που ήξερε να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα, και οι οποίοι θεωρούνταν οι κύριοι εκφραστές των δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον τρόπο που έπρεπε να παίζεται το ποδόσφαιρο. Της αποτελεσματικότητας και του θεάματος της ευχαρίστησης. «Για να σου δείξω ποιες είναι αυτές οι δύο διαφορετικές φιλοσοφίες» λέει ο Ντ’ Αρκάντζελο στον Μαρτίν «θα σου διηγηθώ μια πολύ γνωστή ιστορία. Ένα απόγευμα, στο ημίχρονο που είχε λήξει δίχως γκολ, ο Σεοανέ λέει στον Λαλίν (που είχε ντριμπλάρει μέχρι και τα σημαιάκια του κόρνερ) ‘μόλις μπούμε μέσα κάνε μου μια μακρινή πάσα και θα βάλω γκολ’. Μόλις άρχισε το δεύτερο ημίχρονο ο Λαλίν έκανε μια μακρινή μπαλιά στον Σεοανέ, ο οποίος την πήρε, κατευθύνθηκε προς το τέρμα ντριμπλάροντας και σκόραρε. Αμέσως μετά, γυρίζει με τα χέρια ανοικτά και τρέχοντας προς τον Λαλίν φώναζε ‘το είδες Λαλίν; το είδες; σου το είπα’. Και ο Λαλίν απάντησε ‘ναι, αλλά δεν το φχαριστήθηκα΄.

Το παραπάνω μικρό απόσπασμα βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου «Η τέχνη του πολέμου για το ποδόσφαιρο» και στάθηκε αφορμή για αυτό εδώ το κείμενο. Κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου ποδοσφαίρου είναι η ταχύτητα, η δύναμη και φυσικά τα πολυπρόσωπα -κυρίως αμυντικά- συστήματα που δεν μπορούν να βοηθήσουν να φανούν οι παίκτες-αρτίστες. Ένα ποδόσφαιρο που σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται (δυστυχώς) άθλημα των προπονητών και όχι των παικτών. Αυτή την πραγματικότητα σήμερα, θα την πάω ένα βήμα παραπέρα και θα ρωτήσω «Στο σύγχρονο αυτό ποδόσφαιρο, πόσοι παίκτες κορυφαίου επιπέδου δείχνουν να απολαμβάνουν πραγματικά το άθλημα την ώρα διεξαγωγής μιας αναμέτρησης;»

Ειλικρινά δεν μπορώ να βρω εύκολα απάντηση. Ο τελευταίος κορυφαίος παίκτης που πραγματικά ζούσε το παιχνίδι όπως ένας πιτσιρικάς σε αλάνα και έπαιζε σε κορυφαία ομάδα, κατακτώντας μάλιστα σημαντικούς ατομικούς και ομαδικούς τίτλους, ήταν ο Ροναλντίνιο. Κι αυτός το έκανε μέχρι τα 27-28 του χρόνια. Μετά βαρέθηκε. Ήταν η περίοδος που το ποδόσφαιρο άλλαξε (γύρω στο 2008) -δυστυχώς προς το χειρότερο- και παίκτες αυτής της «πάστας» όπως ο Ροναλντίνιο, ο Κακά, ο Ρικέλμε αλλά και μικρότερου βεληνεκούς, όπως ο -λατρεμένος μου- Παμπλίτο Αϊμάρ ένιωθαν πως αυτό το ‘νέο’ άθλημα δεν έχει χώρο γι’ αυτούς. Το πράγμα είναι πολύ απλό. Μπορείς να τρέχεις για δύο ώρες; Θα παίξεις ακόμα και αν δεν μπορείς να βγάλεις σωστή πάσα στα 10 μέτρα. Δεν μπορείς να τρέχεις σαν μηχανάκι; Δεν θα παίξεις ακόμα και αν έχεις την τεχνική του Γκαρίντσα, του Σόκρατες και του Ζίκο. Για να μην παρεξηγηθώ, ο Ροναλντίνιο συνδύαζε άψογα ταχύτητα και τεχνική.

Συνεχίζω με τον Βραζιλιάνο μάγο και την Μπαρτσελόνα. Εκείνη η ομάδα είχε παίκτες όπως ο Ετο’ο, ο Λάρσον και ο Ντέκο, με προπονητή τον Φρανκ Ράικαρντ. Όποιον και να ρωτήσεις για εκείνη την σπουδαία  ομάδα θα σου πει πως εκείνη η Μπάρτσα, ήταν η ομάδα του Ροναλντίνιο. Μιλάμε για την περίοδο 2004-2007. Πάμε στην επόμενη Μπάρτσα των Ινιέστα, Τσάβι, Άλβες και φυσικά του σπουδαίου Λιονέλ Μέσι. Μιλάμε για την περίοδο 2008-2012. Εκείνη η ομάδα έχει μείνει ως η ομάδα του Πεπ Γκουαρντιόλα και του δικού του ‘τίκι-τάκα’. Αλλά γιατί; Υπήρχε σε αυτή ο κορυφαίος παίκτης της τελευταίας 20ετίας. Ο μικρός Αργεντινός ζογκλερ και -ίσως- μαζεμένοι μερικοί απ’ τους κορυφαίους Ισπανούς στην ιστορία της Λα Λίγκα. Κι όμως. Όποιον Καταλανό και να ρωτήσεις δεν θα σου βάλει κανένα από όλους αυτούς δίπλα στον Ροναλντίνιο για ένα απλό λόγο. Ο Ροναλντίνιο έπαιζε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που παίζει το παιδάκι της αλάνας, με εκείνο το υπέροχο χαμόγελο μονίμως στο πρόσωπό του, και όταν έπαιζε με την -άσημη- Έιμπαρ αλλά και όταν έπαιζε απέναντι στην μισητή (για τους Καταλανούς) Ρεάλ Μαδρίτης στο -πάντα εχθρικό- Σαντιάγκο Μπερναμπέου, και ο περισσότερος κόσμος αυτό θέλει να βλέπει. Ήταν απλό. Ο τρόπος παιχνιδιού του Ροναλντίνιο ήταν πάνω από κάθε τακτική και η αντίληψή του για το παιχνίδι δεν είχε καμία, μα καμία, σχέση με την αντίληψη που έχουν οι δύο κορυφαίοι παίκτες των ημερών μας (ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Λιονέλ Μέσι). Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο -και αν- ευχαριστιούνται την κάθε αναμέτρηση αυτοί οι δύο παίκτες, μα στα δικά μου μάτια κάθε τους -κορυφαία είναι αλήθεια- εμφάνιση, είναι ακόμα μια μέρα στο γραφείο. Μια άκρως επαγγελματική σχέση ρουτίνας. Απλά στη θέση του γραφείου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο και στη θέση ενός βαρετού 8ώρου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό 90λέπτο.

Οι ρυθμοί του σύγχρονου και άκρως επαγγελματικού ποδοσφαίρου ίσως μόνο έτσι μπορούν να δώσουν διάρκεια σε ένα κορυφαίο ποδοσφαιριστή αλλά ειλικρινά δεν ξέρω πόσο είναι όμορφο όλο αυτό για τον θεατή αλλά και για τον ίδιο τον ποδοσφαιριστή. Στα δικά μου μάτια δεν είναι. Έχουμε φτάσει να βλέπουμε τις φαντεζί ενέργειες με το σταγονόμετρο σε κάθε αναμέτρηση και αυτό σίγουρα τρομάζει τον μέσο θεατή που απλά θέλει να βλέπει ποδόσφαιρο. Οι τακτικές είναι ωραίες, όπως και οι άμυνες και οι τίτλοι απλά πρέπει να καταλάβουμε και τι είναι αυτό που βλέπουμε. Προσωπικά θέλω να βλέπω όμορφες ενέργειες και παίκτες-αρτίστες που χαίρονται πραγματικά το παιχνίδι. Θέλω να δω και πάλι τον Ροναλντίνιο, τον Κακά, τον Ρικέλμε, τον Ριβάλντο και τον Ρομάριο. Εκείνους τους παίκτες που έπαιζαν όπως το παιδάκι που έσκαγε μύτη στην αλάνα φορώντας τζιν παντελόνι και κατέβαινε απ’ το ποδήλατο για  να παίξει μαζί μας. Αφού λοιπόν μας είχε τρελάνει στην ντρίμπλα και έφτανε στο τετ α τετ με τον τερματoφύλακα -πολλές φορές- πέταγε την μπάλα, επίτηδες, άουτ  ζαλισμένο. Ζαλισμένο αλλά χαμογελαστό. Με το ίδιο χαμόγελο ανέβαινε στο ποδήλατο και έφευγε για να προλάβει το φροντιστήριο. Ευτυχώς ο Ροναλντίνιο μας θύμισε -έστω και για λίγο- εκείνο το ανέμελο παιδικό χαμόγελο και προσωπικά θα τον ευγνωμονώ πάντα γι’ αυτό.

O σπουδαίος κύριος Χάουαρντ Γκέιλ και η μάχη του με τον ρατσισμό

  [Καθόλου σχόλια]

gayle-and-barnes

Στις 15 Αυγούστου του 2016 ο πρώην παίκτης της Λίβερπουλ (και γνωστός ακτιβιστής) Χάουαρντ Γκέιλ προέβη σε μια κίνηση άξιας θαυμασμού. Κυριολεκτικά. Όταν δέχθηκε την πρόσκληση από τον Γκρεντ Γκέμπυ, του αντί-ρατσιστικού Οργανισμού «Show Racism the Red Card», για να βραβευθεί για το 20ετές του έργο ως πρεσβευτής του Οργανισμού, είπε ένα μεγαλοπρεπέστατο όχι. Πολλοί απόρησαν στην αρχή αλλά μετά τις δηλώσεις του Γκέιλ όλοι -μά όλοι- κατάλαβαν αυτή του την άρνηση. Ο Γκέιλ για ακόμα μία φορά είχε φανερώσει το μεγαλείο της ψυχής του στηρίζοντας τα ιδανικά του. «Ο πατέρας μου ήρθε στην Αγγλία από τη Σιέρα Λεόνε, μετά τον πόλεμο, για να βοηθήσει κι αυτός στο χτίσιμο αυτής της χώρας. Αν δεχόμουν αυτή τη βράβευση θα ήταν μια σφαλιάρα στα πρόσωπα όλων αυτών που οι πρόγονοι τους ήρθαν σαν σκλάβοι σε αυτή τη χώρα και που τόσα χρόνια μετά -ας μη γελιόμαστε- βιώνουν ακόμα το ρατσισμό. Γεννήθηκα στην Αγγλία και είμαι περήφανος γι’ αυτό. Έχω φορέσει -και νιώθω μεγάλη τιμή γι’ αυτό- τη φανέλα της εθνικής αλλά η Βρετανική Αυτοκρατορία καταπίεσε τους μαύρους και η Αγγλία δεν έχει αντιμετωπίσει σοβαρά το θέμα του ρατσισμού όλα αυτά τα χρόνια. Δείχνει ακόμη και σήμερα να μην έχει μάθει από τα λάθη της».

Ο Γκέιλ ήταν ο πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Λίβερπουλ και πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε το βιβλίο του «61 minutes in Munich» όπου -εκτός της ιστορίας για το παιχνίδι του Μονάχου (θα γράψουμε στο μέλλον γι’ αυτή την ωραία ποδοσφαιρική ιστορία)- υπάρχουν πολλά άγνωστα πράγματα για την τότε κατάσταση στην Αγγλία σε θέματα βίας και ρατσισμού. Μιλάμε άλλωστε για τα «εκρηκτικά» 80s. O Γκέιλ μάλιστα παραδέχεται πως εκείνη την περίοδο για να αντέξει τις ρατσιστικές επιθέσεις που δεχόταν σε πολλά γήπεδα (όχι μόνο της Αγγλίας) είχε χρειαστεί ψυχολογική στήριξη. Στη ρεβάνς του Μονάχου (εκεί που τον έμαθε ολόκληρη η Ευρώπη) πολλοί φίλοι των Βαυαρών τον είχαν υποδεχτεί με κραυγές πιθήκων και πετώντας του μπανάνες σε ένα άκρως εχθρικό κλίμα για τους πρωταθλητές Αγγλίας. Και φτάνουμε στο σήμερα και στο χώρο του ποδοσφαίρου. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα σπορ σε ολόκληρο τον κόσμο, οι ποδοσφαιριστές δεν παίρνουν θέση σε θέματα ρατσισμού (και βίας), παρά μόνο σε ομαδικές διαφημίσεις της FIFA και της UEFA που φαντάζουν ως αγγαρεία (μιας και είναι όρος στα συμβόλαια των περισσοτέρων εξ αυτών). Και έχουμε δει πολλές τέτοιες συμπεριφοράς (δυστυχώς) σε αρκετούς σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές. Κυρίως σκούρου δέρματος.

593.png

Στις Η.Π.Α, πριν λίγο καιρό, είδαμε τον quarterback (ο playmaker στο Αμερικάνικο Φούτμπολ) των 49s Κόλιν Καπέρνικ να μην σηκώνεται όρθιος στην ανάκρουση του εθνικού ύμνου, βρίσκοντας έτσι ένα καλό τρόπο για να διαμαρτυρηθεί κατά μιας χώρας (της δικής του) που δεν μπορεί να βρει λύσεις κατά του ρατσισμού και των διακρίσεων που γίνονται ανάλογα με το χρώμα, την καταγωγή και πολλές φορές -ακόμα- και τις σεξουαλικές προτιμήσεις των πολιτών. Για όσους δεν έχουν πάρει χαμπάρι. Οι Η.Π.Α είναι ένα μεγάλο καζάνι που βράζει. Ο ηγέτης των Νικς της ΝΥ Καρμέλο Άντονι πήρε θέση επίσης εδώ και μήνες (όχι μέσω κάποιου μάνατζερ ή μιας αθλητικής εταιρείας) κατά του ρατσισμού και της βίας με τους Λεμπρόν Τζέιμς και Ντουέιν Γουέιντ (δύο πολύ καλών του φίλων και σούπερ σταρ αθλητών) να τον ακολουθούν. Ο Καρμέλο μάλιστα δεν δίστασε να επισκεφτεί -κατά την παρουσία του ως μέλος της ομάδας μπάσκετ των Η.Π.Α στο Ρίο- μία από τις πιο γνωστές και επικίνδυνες φαβέλες της περιοχής και να συνομιλήσει με πολλούς ανθρώπους για τα προβλήματά τους και την αντιμετώπιση που βιώνουν από ένα κράτος με τεράστιες κοινωνικές ανισορροπίες. Την Κυριακή ο Αντόνιο Μπράουν (ακραίος επιθετικός) των Steelers στο NFL αγωνίστηκε με παπούτσια που είχαν πάνω τη μορφή του «πρώτου των πρώτων σε θέματα ακτιβισμού σε σχέση με τους μαύρους και την αντιμετώπισή τους» Μοχάμεντ Άλι για να τον τιμήσει και για να δηλώσει τη στήριξή του σε όλα τα θύματα ρατσιστικών περιστατικών. Που είναι πάρα μα πάρα πολλά τον τελευταίο καιρό. Τόσοι και άλλοι τόσοι ακτιβιστές αθλητές μα ουδείς από τον ποδοσφαιρικό χώρο. Και αυτό είναι κάτι πραγματικά λυπηρό κατ εμέ και δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο. Αυτή είναι και η αφορμή αυτού εδώ του κειμένου.

Από το 1916 και την αναμέτρηση της Ουρουγουάης με τη Χιλή, μια αναμέτρηση που είχε βρει νικητές τους παίκτες της σελέστε με 4-0 και οι Χιλιανοί είχαν ζητήσει το μηδενισμό των αντιπάλων τους επειδή είχαν δύο μαύρους παίκτες (τους Γκαντίν και Ντελγκάδο) στην 11αδα (αυτό είναι και το πρώτο επίσημο ρατσιστικό συμβάν στον αθλητισμό) μέχρι σήμερα -100 χρόνια μετά- βλέπουμε συνεχώς τα ίδια ρατσιστικά περιστατικά και κανείς δεν μιλά. Σαν να είναι κάτι ασήμαντο. Πολλές φορές βλέπεις και ηλίθια γέλια στο γήπεδο από πολλούς μπροστά σε τέτοιες ηλιθιότητες. Οι δημοσιογράφοι δεν μιλούν (ή το κάνουν σπάνια). Οι ιδιοκτήτες των ομάδων δεν μιλούν. Οι σούπερ σταρ ποδοσφαιριστές δεν μιλούν και οι μόνοι που «μιλούν» είναι μερικοί οπαδοί στις κερκίδες που, συνήθως, ελάχιστοι τους δίνουν και πραγματική σημασία, χαρακτηρίζοντάς τους ακόμα και γραφικούς-ρομαντικούς. Δεν ξέρω πόσο μπορεί να βοηθήσει κάποιος αν μιλήσει. Δεν γνωρίζω αν τα λόγια μπορούν να γίνουν πράξεις και κατά πόσο μπορούν να επηρεάσουν θετικά τα πράγματα. Ειλικρινά δεν ξέρω ως ένας «ασήμαντος φίλος του ποδοσφαίρου» και των σπορ γενικότερα. Αυτό που ξέρω σίγουρα όμως είναι πως χρειαζόμαστε κι άλλους Χάουαρντ Γκέιλ στο ποδόσφαιρο. Κυρίως στο σύγχρονο ποδόσφαιρο του twitter, του facebook, του instagram και της συνεχούς ενημέρωσης. Περισσότερους και πιο διάσημους. Όλοι αυτοί μπορούν να κάνουν καλύτερα πράγματα και να «ομορφύνουν» τον κόσμο. Μακάρι το δρόμο όλων αυτών να τον ακολουθήσουν κι άλλοι. Μακάρι να προσπαθήσουμε όλοι να κάνουμε αυτό τον κόσμο καλύτερο. Έστω και λιγάκι.

Γιατί μπαμπά ακόμα μας θυμούνται η Σάντος κι ο Πελέ;

  [12 Σχόλια]

BabyBall

«Ο γιος πρέπει να υποστηρίζει την ομάδα του πατέρα του. Νόμος». Ένας άγραφος νόμος που, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, αναφέραμε με τους κολλητούς μου όταν έγιναν γονείς και, συμπτωματικά, απέκτησαν όλοι γιους. Θα σου φανεί αστείο αλλά μου πέρασε φευγαλέα από το μυαλό στην πρώτη μου γνωριμία μαζί σου, όταν στο υπερηχογράφημα  της αυχενικής η γιατρός μας αποκάλυψε το φύλο σου. «Αγόρι είναι κατά 90%».

Δεν είχα καμιά ιδιαίτερη προτίμηση σε φύλο για να είμαι ειλικρινής, αλλά τώρα που είσαι πλέον ενάμισι έτους κι αρχίζεις σιγά σιγά να φεύγεις από το στάδιο του μωρού και γίνεσαι αγοράκι, έχουν αρχίσει να γεννιούνται μέσα μου οι πρώτες «ποδοσφαιρικές» σκέψεις που περιλαμβάνουν κι εσένα. Πέραν της προφανούς, ότι δηλαδή δεν αργεί η στιγμή που θα γίνεις ένας ψηλός, ξανθός Μέσι με γαλανά μάτια, νομίζω θα μου άρεσε να πάμε κάποια στιγμή στο γήπεδο και να δούμε μαζί από κοντά την ομάδα μας, τον Ολυμπιακό. Και θα ήθελα να γίνεις Ολυμπιακός όχι γιατί είμαι κι εγώ, ούτε γιατί είναι η ομάδα που κερδίζει τα πρωταθλήματα. Άλλωστε ο πατέρας σου μεγάλωσε στα λεγόμενα πέτρινα χρόνια της ομάδας, όταν ο Ολυμπιακός ήταν το γοητευτικό αουτσάιντερ, όπου οι ήττες ήταν ο κανόνας και η η καζούρα στο σχολείο από τους «αλλόθρησκους» συμμαθητές η καθημερινότητα.

Θα ήθελα να γίνεις Ολυμπιακός καθαρά από δική σου επιλογή, για τον ίδιο ανεξήγητο λόγο που έγινα κι εγώ και να μου δώσεις τη χαρά να σου απαντάω σε απορίες τύπου «Γιατί μπαμπά ακόμα μας θυμούνται η Σάντος κι ο Πελέ; Και ποιοι είναι αυτοί, αντρόγυνο είναι;». Να ξέρεις θα προσπαθήσω να σου απαντάω σε όλα όσο καλύτερα και πιο τίμια μπορώ, ότι δηλαδή η Σάντος δεν είναι γυναίκα αλλά ομάδα σαν τον Ολυμπιακό μας, απλά όχι τόσο καλή, γι’αυτο και την είχαμε κερδίσει τότε και ακόμα μας θυμάται, όπως μας θυμάται και ο Πελέ άλλωστε, αυτός βέβαια κυρίως λόγω της Olympiacos Mastercard. Μην ανησυχείς όμως που δεν τους ξέρεις, λογικό είναι, αυτά έγιναν πριν πολλά χρόνια, πριν καν γεννηθεί κι ο μπαμπάς σου. Θέλω να πιστεύω ότι θα ζήσουμε ακόμα μεγαλύτερες στιγμές κι ότι τα πιο σημαντικά γκολ δεν έχουν έρθει, είναι αυτά που θα πανηγυρίσουμε μαζί στο γήπεδο ή έστω στον καναπέ σε μια μεγάλη Ευρωπαϊκή βραδιά με πίτσες και μπύρες. Εντάξει όχι μπύρες για σένα, γιατί ευελπιστώ ότι αυτές οι στιγμές θα έρθουν πολύ πριν ενηλικιωθείς και μπορείς να καταναλώσεις κι εσύ αλκοόλ.

Δεν ξέρω πότε ακριβώς θα το διαβάσεις αυτό, ίσως όταν το διαβάσεις ο Ολυμπιακός να μην είναι καν πρωταθλητής, ποιος ξέρει, μπορεί να ξαναζεί τα πέτρινα χρόνια του, άλλωστε στον αθλητισμό όπως και στη ζωή όλα κάνουν κύκλους, επιτυχημένους ή λιγότερο επιτυχημένους. Αυτό που ξέρω σίγουρα, είναι ότι, σε μια εποχή όπου μας έχει πλέον γίνει βίωμα ο φόβος της ήττας, σε όλα τα επίπεδα, εσύ θα είσαι πάντα η μεγαλύτερή μου νίκη.

Σχετικά κείμενα:
Η πρώτη φορά στο γήπεδο
Το γήπεδο δεν κόβεται
Γιατί μαμά είμαστε ΑΕΚ;

Οι τέσσερις ποδοσφαιρικές ταφές του Λιονέλ Μέσσι

  [4 Σχόλια]

0627_messi_definicion_g05_ap

Υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσεις μία νέα (αναμενόμενη) αποτυχία της Αργεντινής σε κάποιον τελικό. Να την αναλύσεις ως μεμονωμένο γεγονός ή να τη δεις συνολικά μέσα στο πλαίσιο των συνεχόμενων αποτυχιών. Είτε με τον έναν, είτε με τον άλλον τρόπο θα βγάλεις κάποια συμπεράσματα και καλό είναι να τα συνδυάσεις. Για παράδειγμα, ο τελικός του Κόπα Αμέρικα Σεντενάριο 2016 μπορεί να αναδείξει τα προβλήματα στις κλήσεις του Τάτα Μαρτίνο. Το γεγονός ότι ο Λαβέτσι που πήγε για τα τελευταία ένσημα στην Κίνα είναι στην εθνική επειδή είναι η ψυχή της παρέας στην πενταήμερη, την στιγμή που έμεινε εκτός ο Ντιμπάλα. Την παρουσία του Λούκας Μπίλια σε μια βασική εντεκάδα τελικού, ένα γεγονός πιο ανεξήγητο από την παρουσία του Κώστα Κωνσταντινίδη στην εθνική Ελλάδος επί Ρεχάγκελ. Τότε λεγόταν ότι ήταν χρήσιμος επειδή ξέρει γερμανικά. Ο Μαρτίνο δεν χρειάζεται διερμηνέα.

Μπορείς παράλληλα να μιλήσεις για το κοουτσάρισμα του Μαρτίνο. Δεν μου αρέσει να κάνω τέτοιες αναλύσεις ιδιαίτερα, δεν με θεωρώ μεγαλύτερο γνώστη από ανθρώπους που έχουν φάει τη ζωή τους στους πάγκους. Χτυπάει όμως άσχημα να παίζουν οι ομάδες με 10 παίκτες από τόσο νωρίς και να κρατάς μια αλλαγή για το 110′ (ο Λαμέλα έκανε τεράστια διαφορά όταν μπήκε, καθώς είχαν ψοφήσει όλοι), ούτε έχει λογική να πηγαίνεις τον (και πάλι συγκινητικό και εξαιρετικό) Μαστσεράνο ως σέντερ μπακ και να αποδυναμώνεις τα χαφ σου από τον μοναδικό παίκτη με κοχόνες που μπορούσε να τα βάλει με τα σκυλιά του πολέμου της Χιλής, ενώ στον πάγκο έχεις κεντρικούς αμυντικούς. Ούτε να ξεκινάς τον φανερά ανέτοιμο ντι Μαρία που δεν μπορεί να κάνει κάτι και σου τρώει και μια αλλαγή. Επίσης, θα μπορούσαμε να πούμε για την γκαντεμιά να έχεις χάσει από το τουρνουά Παστόρε, ντι Μαρία και από το τελευταίο ματς τον καλό Αουγκούστο Φερνάντες, τον διαιτητή που έκανε το ματς ροντέο κ.ο.κ. Όλα έχουν βάση, όλα έπαιξαν τον ρόλο τους και σε κάθε τελικό είχε τέτοια σημεία να σταθείς.

Από την άλλη όμως, πρέπει να βλέπεις και το δάσος. Για κάποιους ίσως είναι μεταφυσικό, αλλά κάποιες συμπτώσεις παύουν να είναι τυχαία γεγονότα. Ο Πιπίτα Ιγκουαΐν είναι ένας εξαιρετικός σκόρερ με τις ομάδες που παίζει και σκοράρει ακατάπαυστα. Είναι όμως το τρίτο συνεχόμενο καλοκαίρι που σχεδόν καταδικάζει την Αργεντινή. Έχασε τεράστια ευκαιρία με τη Γερμανία στον τελικό του 2014, έχασε επίσης μεγάλη ευκαιρία στον περσινό τελικό του Κόπα Αμέρικα (αν και για μένα από αρκετά δύσκολη γωνία, βέβαια μετά αστόχησε και στο πέναλτι) και χάνει ανεπανάληπτο τετ-α-τετ να καθαρίσει το ματς και στον τελικό του φετινού Κόπα Αμέρικα Σεντενάριο. Δεν γίνεται να μην υπάρχει ψυχολογικό βάρος, δεν γίνεται να μην πεις ότι ο άνθρωπος καταρρέει όταν τα δύσκολα έρχονται και φοράει μια φανέλα που είναι ασήκωτη γι’ αυτόν. Αν απλά έκανε τη δουλειά του, δεν θα μιλούσαμε για τον Μέσσι σήμερα. Σε μικρότερο βαθμό και ο αγαπημένος Κουν Αγκουέρο, που δεν έχει χάσει τόσο εξωφρενικές φάσεις, αλλά δείχνει άλλος παίκτης όταν έρθουν τα κρίσιμα στην εθνική. Κι αν το 2014 ήταν ένας (ακόμα) τραυματισμός του, φέτος τι δικαιολογία είχε;

Και πάμε στο φαινόμενο Μέσσι. Πέρασαν πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που γράφαμε για τον Λιονέλ και το πρόβλημά του με την εθνική. Τότε που ο κόσμος περίμενε να κάνει μαγικά, να πάρει μόνος του την ομάδα και να την οδηγήσει σε τίτλους. Είχε προηγηθεί ο τελικός του Κόπα Αμέρικα 2007, εκεί που η άμυνα της Αργεντινής πιάστηκε κορόιδο από τους Βραζιλιάνους και ο Μέσσι είδε το τελικό βαρύ 3-0. Από τότε άλλαξαν αρκετά, ο κόσμος τον στήριξε σε μεγάλο βαθμό. Η Αργεντινή σταμάτησε να περιμένει από τον Μέσσι να γίνει Μαραντόνα, σταμάτησε να περιμένει να περάσει όλους τους αντιπάλους, προσπάθησε να τον εντάξει περισσότερο στο παιχνίδι της. Τόσο με τον Αλεχάντρο Σαμπέγια, όσο και με τον Μαρτίνο, ο Μέσσι τα κατάφερε αρκετά καλά, απαλλάχτηκε αρκετά από το βάρος να κάνει τα μαγικά και απλά κοίταξε να κάνει πιο απλά πράγματα και καθοριστικά. Όλα αυτά όμως σε αγώνες ομίλων κατά κύριο λόγο, γιατί σε τελικούς τίποτα. Η άμυνα της Αργεντινής σε γενικές γραμμές έκανε τη δουλειά της και δεν ξαναέφαγε γκολ σε τελικό, αλλά η επίθεση δεν σκόραρε ούτε μία φορά. Τελικός Μουντιάλ 2014, 120′ απέναντι στη Γερμανία. Τελικός Κόπα Αμέρικα 2015, 120′ ακόμα και φέτος άλλα τόσα.  450 λεπτά σε συνολικά τέσσερις τελικούς η Αργεντινή και ο Μέσσι 0 γκολ και 0 ασίστ. Η Αργεντινή έχει να σκοράρει σε τελικό από το 2005 με τον Παμπλίτο Αϊμάρ σε εκείνο το 4-1 του Κονφεντερέισονς που ο Αντριάνο έκανε πάρτι.

Το τελευταίο συλλεκτικό γκολ της Αργεντινής σε οποιονδήποτε τελικό

23 χρόνια φτάσαμε χωρίς τίτλο της Αργεντινής (εξαιρούνται οι Ολυμπιακοί Αγώνες) και οι τελικοί από το τελευταίο Κόπα Αμέρικα που κέρδισε το 1993 είναι εφτά σερί, καθώς σε όσους αναφέραμε πριν, μπαίνει το ιστορικό Κόπα Αμέρικα του 2004 και ένα κύπελλο που πιθανότατα κανείς δεν θα θυμάται. Το κύπελλο του βασιλιά Φαντ που αναγνωρίζεται ως ο προπομπός του Κονφεντερέισονς. Η Αργεντινή το 1995 το έχασε από τη Δανία. Ο Μέσσι δεν έπαιζε τότε, ήταν μόλις 5 χρονών, δεν μπορεί να κατηγορηθεί γι’ αυτό ευτυχώς. Σε αυτούς τους εφτά χαμένους τελικούς, τρεις φορές το ματς χάθηκε στα πέναλτι και ένα στην παράταση. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η Αργεντινή είχε την ευκαιρία να καθαρίσει τον αγώνα στην κανονική διάρκεια.

Ο Λάουντρουπ και τα άλλα παιδιά

Από τους τέσσερις χαμένους του τελικούς, ο Λιονέλ πιθανότατα έκανε χθες το καλύτερό του παιχνίδι. Όχι επιπέδου Μέσσι, αλλά κέρδισε μια κόκκινη, έβγαλε την πάσα στο δοκάρι του Αγκουέρο, ήταν σίγουρα πολύ καλύτερος από το 2014 όταν απλά περιέφερε το κουφάρι του στον αγωνιστικό χώρο. Όχι αρκετός όμως και όχι η εικόνα του καλύτερου όλων. Το ότι έχασε το πέναλτι δεν λέει και τίποτα, το θέμα ήταν το πριν. Κι ο ίδιος το κατάλαβε πλέον και δήλωσε ότι αποχωρεί από την εθνική μόλις στα 29 του. Με πικρία και λέγοντας: «Είναι το καλύτερο για όλους. Για μένα και για όλους. Πολλοί το επιθυμούσαν αυτό». Οι συμπαίκτες του και ο προπονητής έσπευσαν να πουν ότι ήταν εν θερμώ δήλωση, πάνω στην απογοήτευση της στιγμής, τα ΜΜΕ έβγαλαν το hashtag #NotevayasLeo για να τον πείσουν. Ο Μέσσι δεν φαίνεται να πείθεται προς το παρόν. Το χειρότερο όλων είναι ότι ίσως να έχει και δίκιο. Να είναι το καλύτερο για όλους. Να μετρήσει απώλειες, στενοχώριες, να σταματήσει να κουράζεται και να κουράζει. Πλησίασε τέσσερις φορές και απέτυχε. Τα ρεκόρ σπάνε, αλλά ο Μπατιστούτα που πλέον έμεινε δεύτερος σκόρερ ήταν αυτός που έδωσε και το τελευταίο κύπελλο. Ίσως ο γάμος Μέσσι και Αργεντινής να ήταν σαν αυτούς από συνοικέσιο, που πιστεύεις ότι όλα θα δέσουν (καλό παιδί, καλή δουλειά, με νύφη που ξέρει και πιάνο, αλλά και να φτιάχνει λαχανοντολμάδες), αλλά στην πράξη τα πράγματα δεν πάνε καλά. Με τον Ντιέγκο ήταν έρωτας, ήταν διαφορετικό. Οι Αργεντινοί είναι αυτή τη φορά συντριπτικά υπέρ τού Λιονέλ και θέλουν να τον πείσουν να κάνει την ύστατη προσπάθεια στα 31 του σε ένα Μουντιάλ. Μια τελευταία δοκιμή για να σωθεί ο γάμος. Ίσως όμως να είναι αργά, για όλους…

Ο Πίρλο δεν εντυπωσιάζεται από τους νέους

  [11 Σχόλια]

Υπάρχουν καλοί παίκτες. Υπάρχουν πολύ καλοί παίκτες. Υπάρχουν έξυπνοι παίκτες. Υπάρχει κι ο Πίρλο. Ένας από τους πιο ντελικάτους (με την καλή έννοια) ποδοσφαιριστές που θαυμάσαμε τα τελευταία χρόνια, με μεγάλο μέρος της ποιότητάς του να μη βρίσκεται σε κάποιο φυσικό του χαρακτηριστικό, αλλά στην αντίληψή του. Η πιο κουλ γενειάδα δεν παίζει πια στη γειτονιά μας, αλλά έχει μεταναστεύσει για τα τελευταία ένσημα στις ΗΠΑ πριν αποσυρθεί για να βγάζει κρασί από τα αμπέλια του.

pirlowine

Ο Πίρλο έδωσε συνέντευξη πριν λίγες μέρες στην Γκαζέτα και όπως ήταν αναμενόμενο είπε πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Σε αυτό που προσωπικά στέκομαι, είναι κάτι που πιστεύω κι εγώ ακράδαντα, μόνο που η δική μου γνώμη δεν έχει την ίδια σημασία με κάποιον που το ζει από μέσα για τόσα χρόνια. Είναι σχεδόν κανόνας κάθε γενιά να κοιτάει κριτικά την επόμενη, αδυνατώντας να καταλάβει τις επιλογές της σε όλα τα θέματα. Οι διηγήσεις του παππού μας που έκανε 5 χιλιόμετρα μέσα στο κρύο για να πάει στο σχολείο με τα ίδια παπούτσια σε αντίθεση με εμάς, ο πατέρας μας που «όταν ήμουν εγώ στην ηλικία σου το ψυγείο ήταν άδειο» και εμείς που «δεν ήμασταν όλη μέρα με ένα κινητό και παίζαμε μπάλα μέχρι να νυχτώσει» σε αντίθεση με τα σημερινά παιδιά. Κάθε γενιά βρίσκει κάτι ενοχλητικό, κάτι που κάνει την επόμενη να φαίνεται ότι τα έχει όλα εύκολα και πάει λέγοντας. Ακόμα κι αν ο παππούς τώρα πηγαίνει στο περίπτερο με το αυτοκίνητο, ο πατέρα μας είναι 100 κιλά και εμείς όταν πάμε στο γήπεδο βγάζουμε φωτογραφίες για να τις ανεβάσουμε.

Ο Πίρλο δεν ξεφεύγει από αυτή τη νόρμα, συγκρίνοντας το ποδόσφαιρο των 90s με το σημερινό. Αυτό όμως που πολύ σωστά λέει στην ερώτηση αν υπάρχει διαφορά στο ποδόσφαιρο του 1995 με αυτό του 2016 είναι άλλο: «Όταν έπαιζες στην Α’ Εθνική τότε φοβόσουν να μιλήσεις, υπήρχε… δικτατορία των μεγαλύτερων παικτών. Αν άλλαζες την εμφάνισή σου π.χ. και ερχόσουν με νέο κούρεμα, οι παλιοί θα στο χαλούσαν. Τώρα ένας τύπος έρχεται να κάνει προπόνηση με την πρώτη ομάδα και πιστεύει ότι είναι ήδη επιτυχημένος. Πιστεύει ότι το να βγάζει φωτογραφίες είναι το πιο σημαντικό πράγμα στο γήπεδο. Όταν ήμουν μικρός έπαιζα και με τα παιχνίδια μου, έπαιζα και μπάλα. Τώρα η τεχνολογία τα χάλασε όλα.«

Τεχνοφοβικός και συντηρητικός; Ίσως. Τώρα που μεγάλωσε και θεωρείται ποδοσφαιρικός γέρος μπορεί να κράξει κι αυτός εθιμοτυπικά τους νέους. Μόνο που το πρόβλημα δεν είναι οι νέοι ως νέοι ποδοσφαιριστές και ένα κούρεμα, αλλά το ποδόσφαιρο μέσα στο οποίο μεγαλώνουν και η νοοτροπία τους. Αυτό που το κλαρινογαμπριλίκι είναι το ζητούμενο και όχι παρελκόμενο και έχει μετατραπεί σε βιομηχανία εντυπωσιασμού και σταρ σίστεμ. Ποδοσφαιριστές που στα 20 τους έχουν όσα χρήματα θα τους χρειαστούν για να ζήσουν και τα παιδιά τους, που γκρινιάζουν για το παραμικρό, νιώθουν… σκλάβοι των ομάδων (χωρίς να έχουν ζήσει 5ετη συμβόλαια που δεν έσπαγαν με τίποτα), βλέπουν τους συλλόγους σαν απλά μια ακόμα εταιρεία που μπορούν να σημειώσουν στο βιογραφικό τους και δεν δείχνουν διάθεση να δουλέψουν περισσότερο. Προτεραιότητά τους να ανεβάσουν ακόμα μια φωτογραφία τους και όχι να βάλουν ακόμα ένα γκολ, να διαφημίσουν κάτι, να μαζέψουν κι άλλα χρήματα, να βγουν στα social media και να κράξουν τον προπονητή τους και όχι να τα δώσουν όλα στο γήπεδο. Στόχος το επόμενο συμβόλαιο και μόνο. Μπορεί να μεγάλωσα κι εγώ και να βλέπω τους τωρινούς ποδοσφαιριστές (φυσικά όχι όλους) έτσι, αλλά τα λόγια του Πίρλο και οι εικόνες που βλέπω με κάνουν να νομίζω ότι οι διαφορές που βλέπουμε είναι κάτι παραπάνω από το παραλήρημα της παλιάς γενιάς και οι παραξενιές της… ηλικίας. Είναι η αλλαγή του ποδοσφαίρου συνολικά σε κάτι άλλο.

 

Αυτές τις άγιες μέρες θέλω να αγαπήσω τους πάντες, ακόμη και τον Ντιέγκο Κόστα. Πώς θα τα καταφέρω;

  [1 Σχόλιο]

Editorial use only. No merchandising. For Football images FA and Premier League restrictions apply inc. no internet/mobile usage without FAPL license - for details contact Football Dataco Mandatory Credit: Photo by Kieran McManus/BPI/REX Shutterstock (5198465cz) Diego Costa of Chelsea gestures during the UEFA Champions League Group G match between FC Porto and Chelsea played at Estadio Do Dragao, Porto UEFA Champions League 2015/16 Group Stage Group G FC Porto v Chelsea Estadio Do Dragao, Oporto, Portugal - 29 Sep 2015

Πόσο δύσκολο είναι να αγαπήσει κανείς τον Ντιέγκο Κόστα, πόσο δύσκολο είναι να του συγχωρήσει ότι είναι ο Ντιέγκο Κόστα. Με μια αναδρομή στη σκληρή του ζωή, με μια κατάδυση στα βάθη της ψυχής του, με ένα γενναίο βήμα προς το μέρος του, εκεί που κανείς δεν τολμάει να πάει –γιατί φοβάται μην του βγάλει ο Ντιέγκο τα μάτια, μην τον κλωτσήσει στο στήθος, μην τον φτύσει, μην αποπειραθεί να του κόψει το πόδι κλπ.– ίσως να τα καταφέρουμε. Να μερικά επιχειρήματα που θα γλυκάνουν την ψυχή κάθε φιλάθλου:

  • Όπως επεσήμανε ο Ντέιβιντ Πις, συγγραφέας του «The Damned Utd», ο Ντιέγκο Κόστα είναι Βραζιλιάνος και ο μπαμπάς του τον βάφτισε Ντιέγκο: «Δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσεις τη ζωή, είναι απάνθρωπο. Ξέρετε πολλούς Αργεντίνους που λέγονται Πελέ;». Όχι.
  • Κατά γενική ομολογία είναι ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος στην ιδιωτική του ζωή: για παράδειγμα, όταν αγόρασε σκύλο, πήρε ένα χαριτωμένο γιορκσάιρ κι όχι ένα πίτμπουλ ή ένα ροτβάιλερ όπως θα περίμενε κανείς. Ο παλιός του συμπαίκτης Μάρκος Νάβας θυμάται ότι το συγκεκριμένο σκυλάκι ήταν επιθετικό σαν πίτμπουλ, αλλά, όπως και να έχει, του Ντιέγκο του στοίχισε – αλήθεια– ο αδόκητος θάνατός του.
  • Διότι το δόλιο το σκυλί είχε τραγικό τέλος. Το πάτησε μια Πόρσε. Η Πόρσε που οδηγούσε ο Ντιέγκο Κόστα
  • Ο Ντιέγκο Κόστα είναι σταυροφόρος του έρωτα: την εποχή που έπαιζε δανεικός στην Αλμπαθέτε, όπου η βαρεμάρα και το χαμηλό επίπεδο της ομάδας τον οδήγησαν σε εναλλακτικούς τρόπους ψυχαγωγίας, συνήθιζε, όταν έπαιζε χαρτιά με τους συμπαίκτες του, να βάζει να παίζουν τσόντες στη διαπασών ως μουσική συνοδεία. Όταν μια γειτόνισσα διαμαρτυρήθηκε, ο Ντιέγκο βγήκε στο παράθυρο και της είπε με παρρησία: «Τι τρέχει μαντάμ; Δεν αγαπάτε την αγάπη;».
  • Ο Ντιέγκο Κόστα δεν φταίει, ανδρώθηκε πιστεύοντας πως είναι καλό να είσαι ο Ντιέγκο Κόστα. Οι ενδείξεις ήταν ισχυρές: υπέγραψε συμβόλαιο με τον γνωστό ατζέντη Ζόρζε Μέντες και πήγε στην Μπράγκα μόλις στα δεκαέξι του, μετά από ένα ματς όπου δεν θα έπρεπε να είχε καν παίξει –κόκκινη κάρτα γιατί έφτυσε τον διαιτητή–. Επόμενο βήμα: πήρε μεταγραφή στην Ατλέτικο όταν τον είδε και τον ξεχώρισε ο Χαβιέ Φερνάντεζ, τότε σκάουτερ για λογαριασμό της ομάδας της Μαδρίτης, σε ένα ματς δεύτερης κατηγορίας της Πορτογαλίας. Ο δεκαεφτάχρονος Ντιέγκο διακρίθηκε, ξεκινώντας μεταξύ άλλων έναν καυγά και κάνοντας έναν από τους αντίπαλους ποδοσφαιριστές να βγει έξω από τα ρούχα του και να αποβληθεί.
  • Ο Ντιέγκο Κόστα αγαπιέται για τα ελαττώματά του: μετά από πολλές περιπέτειες –από το 2007, που πήγε πρώτη φορά στη Μαδρίτη ως το 2012 που επιτέλους καθιερώθηκε, έπαιξε σε έξι διαφορετικές ομάδες και μάζεψε, σύμφωνα με στατιστικές, 64 κίτρινες και 4 κόκκινες– , γίνεται σταρ στην Ατλέτικο, στην ομάδα που τον διάλεξε μεταξύ άλλων διότι ο Φερνάντεζ που λέγαμε θεώρησε πως αυτός ο τσατίλας δεκαεφτάχρονος, που έμοιαζε με ταλαιπωρημένο και συνεχώς δυσαρεστημένο τριαντάρη, ταίριαζε ιδιαίτερα στους Κολτσονέρος επειδή είχε αυτήν ακριβώς την τσατίλα, αυτήν ακριβώς την ταλαιπωρημένη και συνεχώς δυσαρεστημένη φάτσα.
  • Χρωστάει το ευ ζην σε προπονητές-ψυχάκηδες σαν τον Χρίστο Στόιτσκοφ και τον Ντιέγκο Σιμεόνε. Και τον Χοσέ Μουρίνιο.
  • Ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη, ας θυμηθούμε πόσα του συγχωρούσαμε όταν κέρδιζε πρωτάθλημα με την Ατλέτικο/ το στερούσε από τη Ρεάλ/από την Μπαρτσελόνα/ όταν μανούριαζε με τον Σέρχιο Ράμος/ τον Πέπε/ και τους δυο μαζί.
  • Είναι όσο σκληρός φαίνεται: το 2011, κι ενώ είχε ήδη κλείσει η μεταγραφή του στην Μπεσίκτας, παθαίνει χιαστούς στη τελευταία του προπόνηση με την Ατλέτικο. Όταν επιστρέφει έξι μήνες μετά, δανεικός στην Ράγιο Βαγιεκάνο, όλοι του λένε να το πάει με το μαλακό αλλά αυτός δεν καταλαβαίνει τίποτε: «Αν αντέξει, άντεξε. Αλλιώς, ας ξαναπάθω χιαστούς».
  • Αυτό:

  • Δεν θα πανηγυρίσει ποτέ τα γκολ -ή τις κόκκινες που προκαλεί- με καρδούλες και μπλουζάκια Jesus Loves You.
  • Τέλος, ας αγαπήσουμε τον Ντιέγκο Κόστα, γιατί ο Ντιέγκο Κόστα γουστάρει να μην τον αγαπούν: όταν τον γιουχάρουν, όταν τον κατηγορούν στον διαιτητή, όταν τον ρίχνουν κάτω, όταν τον πλησιάζουν με απειλητικές διαθέσεις, όταν παίρνει κίτρινη, όταν μένει ατιμώρητος σκανδαλίζοντας τα θύματά του, το σκοτεινό πρόσωπό του φωτίζεται, έστω φευγαλέα, από την απόλαυση.

gelaei

Το ποδόσφαιρο χάνει τη μαγεία του

  [6 Σχόλια]

Πριν λίγες μέρες εκεί που έπινα τον καφέ μου διαβάζοντας μια πολιτική εφημερίδα, έπεσα τυχαία – μιας και είχα ανοικτή την τηλεόραση στο eurosport – σε ένα μικρό αφιέρωμα στο Ζιντεντίν Ζιντάν. Ο καφές πάγωσε, η εφημερίδα έκλεισε και εγώ έμεινα αποσβολωμένος να παρακολουθώ τα καμώματα του «μάγου» της στρογγυλής θεάς. Ο άνθρωπος που σύμφωνα με τον εκφωνητή του ντοκιμαντέρ «Έφερε τα μπαλέτα Μπολσόι στο ποδόσφαιρο» θα συμπληρώσει αυτό το καλοκαίρι 10 χρόνια μακριά απ’ τα γήπεδα. 10 ολόκληρα χρόνια. Σαν χθες τον θυμάμαι να «χορεύει» στο γήπεδο, να χαϊδεύει τη μπάλα, να την κατεβάζει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Όσο λάθος και να του την έστελνε κάποιος. Άρχισα να βυθίζομαι στις σκέψεις μου και να μελαγχολώ για το ποδόσφαιρο και την χαμένη του μαγεία. Πόσο έχει αλλάξει αυτά τα 10 χρόνια; Πόσο έχουν αρχίσει να λείπουν οι μεγάλοι αρτίστες; Πόσο έχει αρχίσει να κουράζει στο μάτι, δίνοντας περισσότερο χώρο στο μυαλό.

37c368177a37638aaaab6f632d6eb242

Είναι αλήθεια πως όσο περνούν τα χρόνια το ποδόσφαιρο χάνει ολοένα και περισσότερο τους ντελικάτους παίκτες δίνοντας τη θέση τους σε παίκτες-αθλητές. Αν δεν τρέχεις και δεν καταπίνεις τα χιλιόμετρα ως άλλος Γκεμπρέ Σελασιέ (όχι αυτός της Βέρντερ) δεν μπορείς να βρεις εύκολα χώρο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Στο κορυφαίο πάντα επίπεδο. Κι ας γνωρίζεις 100 καντάρια μπάλα. Αν σκεφτούμε τους μεγάλους αρτίστες απ’ το 1990 μέχρι το 2002 θα βρούμε ανάμεσά τους παίκτες όπως ο Μαραντόνα, ο Μπέργκαμπ, ο Ζιντάν, ο Γκασκόιν, ο Ρομάριο, ο Καντονά, ο Χάτζι, ο Στόικτσκοφ, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο, ο Ρονάλντο, ο Ντελ Πιέρο, ο Ανρί και τόσοι άλλοι. Αν ρίξουμε μια ματιά στους κορυφαίους απ’ το 2002 μέχρι και σήμερα θα δούμε πως δεν υπάρχουν τόσο σπουδαίοι παίκτες πια – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Υπάρχει ο Μέσι, ο Ρονάλντο, ο Ινιέστα, ο Οζίλ, ο Νειμάρ και μερικοί άλλοι. Ο Οζίλ για παράδειγμα είναι ένας παίκτης που βρίσκεται αρκετά κοντά σε «δεκάρια» προηγούμενων δεκαετιών και στις μέρες μας είναι πολλοί οι επικριτές του, λόγω του «καχεκτικού» τρόπου παιχνιδιού του. Ο Οζίλ του ρεκόρ των 6 συνεχόμενων ασίστ σε 6 παιχνίδια στο δυσκολότερο πρωτάθλημα του κόσμου. Υπάρχει η άποψη πως ο παίκτης της Άρσεναλ αν έπαιζε το ’90 θα ήταν ένας ανάμεσα στους 4-5 κορυφαίους του πλανήτη. Απ’ την άλλη υπάρχει η άποψη πως αν ο Χάτζι (για παράδειγμα) έπαιζε στις μέρες μας ίσως να μη γίνονταν ποτέ ο παίκτης που ήταν τότε. Οι σύγχρονοι αμυντικοί και μέσοι θα βρίσκονταν (σχεδόν) πάντα ένα βήμα μπροστά του και θα τον έκλειναν δύο και τρεις παίκτες σε κάθε του «μαγικό» άγγιγμα.  Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση κατά την ταπεινή μου – πάντα – άποψη

130418211334-brazil-pickup-soccer-single-image-cut

Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν βγαίνουν οι παίκτες του παρελθόντος με την ίδια συχνότητα και γι’ αυτό δεν φταίει η έλλειψη ταλέντου. Ο βασικός λόγος που αυτό συμβαίνει είναι γιατί οι προπονητές από νεαρή ηλικία δίνουν περισσότερο βάρος στη φυσική κατάσταση, τη δύναμη και – φυσικά – την τακτική παρά στο κομμάτι της τεχνικής. Απ’ την άλλη το γεγονός πως τα σημερινά παιδιά ξεκινούν να παίζουν σε κανονικά γήπεδα και όχι στην αλάνα ή το δρόμο, στερεί από αυτά την ελευθερία στον τρόπο παιχνιδιού. Αυτό το «Βραζιλιάνικο». Σίγουρα τα βοηθά να μάθουν τα βασικά καλύτερα αλλά η φαντασία τους «φυλακίζεται» σε τέσσερις γραμμές και τρία δοκάρια. Οι μεγάλοι παίκτες του παρελθόντος ξεκίνησαν να παίζουν στην αλάνα, με αυτοσχέδιες μπάλες, χωρίς τέρματα, στο δρόμο ανάμεσα σε πέτρες και λακούβες και αυτό έβγαινε στο παιχνίδι τους. Αυτή η «αλητεία» έβγαινε στο γήπεδο και μάγευε το κοινό. Το αποστειρωμένο ποδόσφαιρο των ημερών μας βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην τακτική και το συνεχές τρέξιμο καταφέρνοντας να γίνεται πολλές φορές βαρετό και προβλέψιμο ακόμα και σε παιχνίδια με αντιπάλους δύο κορυφαίες ομάδες. Το μόνο σίγουρο είναι πως αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα. Χωρίς να θέλω να μειώσω το σύγχρονο ποδόσφαιρο, να ρωτήσω απλά. Σε ποιον δεν έχουν λείψει οι σπουδαίοι παίκτες του παρελθόντος; Ποιος δεν βαριέται να βλέπει στις πτέρυγες – συνήθως – παίκτες δίχως φαντασία απλά επειδή ανεβοκατεβαίνουν το γήπεδο σαν μηχανάκια; Γιατί τις περισσότερες φορές στο 70′ ή το 80′ μπαίνει αλλαγή ένας τύπος που γνωρίζει όση μπάλα – όλοι μαζί – οι 11 βασικοί; Σίγουρα ο ρυθμός ενός αγώνα στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι κάτι που κρατάει το θεατή, μειώνοντας τα αρκετά «νεκρά» διαστήματα του παρελθόντος, αλλά απ’ την άλλη έχουμε φτάσει να βλέπουμε ελάχιστες φαντεζί ενέργειες και όταν αυτό γίνεται να το συζητάμε για καμιά βδομάδα όπως το γκολ του Ινάκι Γουίλιαμς την περασμένη αγωνιστική κόντρα στην Εσπανιόλ.

H υπαρκτή εξέλιξη του κλαρινογαμπρού (στα χειρότερά της)

  [7 Σχόλια]

To 2011 o Τζόι Μπάρτον ήταν ακόμα παίκτης της Νιούκαστλ και είχε αρχίσει να βάλλει κατά της πρώην του ομάδας. Της Μάντσεστερ Σίτι. Όλα έδειχναν πως οι «πολίτες» θα ήταν η νέα δύναμη στην Αγγλία και το κακό παιδί της Πρέμιερ Λιγκ ως γνήσιος χίπστερ δεν μπορούσε να το αφήσει αυτό ασχολίαστο. Ένα χρόνο νωρίτερα ο όρος χίπστερ είχε αρχίσει να μπαίνει και να ακούγεται δειλά-δειλά ακόμα και απ’ τον θείο μου στο χωριό, δίχως – εννοείται – να γνωρίζει επακριβώς τη σημασία του. Ο Μπάρτον είχε αφήσει το απαιτούμενο μαλλί-κλαρίνο, φορούσε κοκκάλινα γυαλιά μυωπίας και έκανε δηλώσεις του τύπου «Προτιμώ την επανασύνδεση των Smiths από ένα πρωτάθλημα» και ανέβαζε στα ΜΚΔ φωτογραφίες όπως η παρακάτω. Σε όλα αυτά άφηνε το Νιούκαστλ για το Λονδίνο και την ΚΠΡ. Ο ορισμός της χίπστερ ομάδας εκείνη την περίοδο ήταν οι «Σούπερ Χούπς», άλλωστε.

65RbF

Εδώ έρχεται ο Μπέκαμ, γιατί πάντα έρχεται ο Μπέκαμ, που ως παίκτης των Λος Άντζελες Γκάλαξι κάνει μόδα το στυλ κλαρινογαμπρού και πάει – εννοείται – όχι ένα αλλά δέκα βήματα παραπέρα το στυλ του Ποδοσφαιριστή-Χίπστερ. Πολυαγαπημένε Ντέηβιντ Μπέκαμ, σύζυγε της Βικτώρια και πρωταθλητή όπου κι αν έπαιξες, ΕΣΥ και μόνο ΕΣΥ ευθύνεσαι για την κατάντια του Έλληνα ποδοσφαιριστή. Ο Μπέκαμ θα μου πείτε έχει σκοράρει απ’ το κόρνερ επειδή φοβόταν να πλησιάσει τον Τέρι Χάρλοκ στον άξονα, έχει φορέσει τα εσώρουχα της Βικτώρια, έχει παίξει σε Γιουνάϊτεντ, Ρεάλ και Μίλαν , έχει υπάρξει αρχηγός της Αγγλίας και πρεσβευτής της σε Ολυμπιακούς Αγώνες και φυσικά ακόμα και το βρακί του να βάλει στο κεφάλι, αυτό θα γίνει μόδα ακόμα και στο ορεινότερο χωριό της Βολιβίας. Έχει κάθε δικαίωμα να έχει όσα τατού μανίκια θέλει, να έχει μαλλί τελειωμένου κλαρινογαμπρού και εννοείται μουστάκι που θα ζήλευε και ο Σαλβαντόρ ο Νταλί. Όσο κι αν αυτό του στέρησε τη συμμετοχή σε μια Ολυμπιάδα με την Εθνική της Βρετανίας το 2012. Αστειεύομαι.

306508_3812432522076_739787061_n

Η υπαρκτή εξέλιξη του Κλαρινογαμπρού λοιπόν ξεκίνησε (όπως πάντα) στην Αγγλία, εκτοξεύθηκε στην Αμερική (από Άγγλο εννοείται) και απλά ξεφτυλίστηκε στη χώρας μας, φτάνοντας και ξεπερνώντας όλα τα βλαχομπαρόκ υβρίδια με κέντρο εννοείται την Ψαρού της Μυκόνου. Εννοείται με παρέα μοντέλων, τραγουδιστριών και ταρίφα 100 ευρώ μπροστινή ξαπλώστρα. Με θέα πάντα την κοιλιά του Ρέμου και τα ηλιοκαμμένα σώματα του Ντιν, του Νταν και του Λάκη του Γαβαλά (sic). Ζηλέψατε; Παραδεχθείτε το. Ο Έλληνας ποδοσφαιριστής πλέον δεν είναι ποδοσφαιριστής εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων όπως ο Φανούρης ο Γουνδουλάκης, ο Κώστας ο Νεμπεγλέρας, ο Κυριάκος ο Παπαδόπουλος και ο Σωκράτης ο Παπασταθόπουλος. Όλοι οι άλλοι απλά παίζουν μπάλα για να βγάζουν χρήματα, να κάνουν τατού, να ντύνονται με χίπστερ στυλ χωρίς να γνωρίζουν όμως γραφή και ανάγνωση και φυσικά να πηγαίνουν στα μπουζούκια φορώντας t-shirts των Sex Pistols, των The Who και των Motorhead νομίζοντας πως αυτά είναι τρέντυ φίρμες όπως η ΟΑΚ  και η KEDS. Τα αποτελέσματα τα είδαμε και πρόσφατα όταν μια παρέα 11 κλαρινογαμπρών που θεωρούν τους εαυτούς τους cool τύπους και χίπστερ «αϊκονς» γενικά γνώρισαν την ήττα από τους ψαράδες των Φερόε.

icemax_926_f22da0f382a314b4bd6f58a34fb97ca4

O Μπέκαμ, Παναγιώτη Κονέ, μπορεί να είχε τατού και μουστάκι με φράντζα αλλά ακόμα και στα 38 του σκύλιαζε για να παίξει στην Εθνική. Ο Αγουέρο μπορεί να είναι κουρεμένος όπως ο Γκάρι Όλντμαν στο Fifth Element αλλά σκοράρει κατά ρυπάς. Ο Ραούλ ο Μειρέλες μπορεί να έχει μούσι σαν του Χάρντεμ και πιο πολλές ζωγραφιές στο σώμα του κι από έκθεση του Πόλοκ στο MoMa αλλά τρέχει σαν μηχανάκι στο κέντρο. Τα παραδείγματα αμέτρητα. εννοείται. Εδώ πρώτα έρχεται η εμφάνιση, μετά το lifestyle και στο βάθος το ποδόσφαιρο. Ο Έλληνας ποδοσφαιριστής έχει γίνει και πάλι συνώνυμο του ανέκδοτου και αν συνεχιστεί αυτό – λογικά – θα αρχίσει και πάλι να γίνεται η λέξη καριέρα (στην Ευρώπη) άπιαστο όνειρο. Όπως ήταν δηλαδή μέχρι πριν 10 χρόνια όταν στο εξωτερικό έπαιζαν μόνο αυτοί που άξιζαν. Χωρίς τατού. Χωρίς φράντζες. Χωρίς μούσια. Χωρίς μοντέλα δίπλα τους αλλα με το όποιο ταλέντο είχε ο καθένας.

1

Ταλέντο εννοείται πως υπάρχει. Μυαλό εννοείται πως ΔΕΝ υπάρχει. Αυτό που μένει είναι η θέληση και ο εγωισμός. Πράγματα που μέχρι πριν δυο χρόνια υπερκάλυπταν τις όποιες αδυναμίες υπήρχαν στο ταλέντο του μέσου Έλληνα ποδοσφαιριστή. Εννοείται πως ποτέ δεν γίναμε Βραζιλια ή Ισπανία αλλά δεν είμαστε και για να χάνουμε απο τις αστείες (με όλο το σεβασμό) ομάδες του ομίλου μας. Ψάξτε καλά στις φράντζες, τα μούσια και τα τατουάζ και ίσως βρεθεί αυτός ο – χαμένος – εγωισμός και ο τσαμπουκάς που 11 χρόνια πίσω μας οδηγούσε στην κορυφή της Ευρώπης.  Τι ζητάω και γω καλοκαιρινή περίοδο.

8b66431cd15c312bb745e110c6ea8684

PS. Στο κείμενο δεν έγινε καμία αναφορά στο Γιώργο το Γκαλίτσιο γιατί πλέον έχει ανακηρυχθεί ως είδος προς εξαφάνιση και τον προστατεύουν υπερδυνάμεις όπως η Ρωσία, οι Η.Π.Α και ο Τύρναβος.

H χαρά και η δικαίωση του φτωχού

  [4 Σχόλια]

Τον ερχόμενο Αύγουστο το χωρητικότητας 11.000 θέσεων Ντην Κορτ του Μπόρνμουθ αναμένεται να πάρει φωτιά. Η τοπική ομάδα μετά απο μία κυριολεκτικά τρελή πορεία στην Τσάμπιονσιπ  κέρδισε την άνοδο για τη μεγάλη κατηγορία της Αγγλίας, σφραγίζοντας και το πρωτάθλημα το Σάββατο, σκορπώντας έτσι τη χαρά σε όλους τους αγνούς ποδοσφαιρόφιλους. Από μικρό παιδάκι έτρεφα πάντα μια εκτίμηση για τους «μικρούς». Δεν μπορώ να το κρύψω αυτό. Λάτρεψα τη Μίντλεσμπρο του ΜακΛάρεν, χειροκρότησα την – αντιαισθητική – Στόουκ του Πιούλις και αποθέωνα ομάδες όπως η Χαλ και η ΚΠΡ του Ρέντκναπ σε διάφορες περιόδους της ζωής μου. Το λες και μαζοχισμό αυτό αλλά αυτός είμαι και έτσι λειτουργώ. Για τη Μπόρνμουθ διαβάσατε πολλά αυτές τις μέρες, είμαι σίγουρος και ήθελα – ειλικρινά – να γράψω καιρό γι’ αυτή. Δεν το κατάφερα μιας και τον τελευταίο καιρό δεν είχα χρόνο αλλά τελικά το κειμενάκι βρήκε το δρόμο του.

a.espncdn.com

Τα «κεράσια» του ‘Εντι Χόουι έκαναν κάτι που έμοιαζε ακατόρθωτο στην αρχή της σεζόν και φυσικά κάτι που βαριές φανέλες όπως η Λιντς, η Νότινγχαμ και η Μπλάκμπερν δεν μπορούν ούτε να ονειρευτούν τα τελευταία χρόνια. Χωρίς τα μεγάλα ονόματα και με την εμπειρία των Ίαν Χαρτ και Άρθουρ Μπόρουτς να βοηθούν τους μικροτερους η Μπόρνμουθ έδειξε με τον καλύτερο τρόπο πως πρέπει να λειτουργεί μια μικρομεσαία (μικρή για την ακρίβεια) ομάδα βάζοντας τα γυαλιά σε πολλούς «μεγάλους» που βολοδέρνουν χρόνια στις μικρότερες κατηγορίες. Επιθετικό ποδόσφαιρο αλλά και προσοχή στην άμυνα με το νεαρό επιθετικό Καλούμ Γουίλσον να κλέβει την παράσταση με τα 22 του τέρματα, σε μια σεζόν που  με 98 γκολ υπέρ  και +53 γκολ στη διαφορά επίθεσης και άμυνας απέδειξε περίτρανα ποιος ήταν το αφεντικό της κατηγορίας. Αριθμοί που αν τους είχε κάνει μια μεγάλη ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ θα παραμιλούσε ολόκληρη η Ευρώπη, εννοείται. Και όταν μιλάμε για Τσάμπιονσιπ, μιλάμε για το δυσκολότερο και πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα του πλανήτη. Σόρυ Ραμόν αλλά έχω δίκιο αδερφέ.

IMG_6330

Για όσους δεν το γνωρίζουν στη Μπόρνμουθ έκανε καριέρα ως ποδοσφαιριστής ο Χάρι Ρέντκναπ και όταν ήταν εκεί προπονητής προώθησε στην πρώτη ομάδα το νεαρό γιο του Τζέιμι. Ναι αυτόν που αγωνίστηκε μετά σε Λίβερπουλ, Τότεναμ, Σαουθάμπτον και Εθνική Αγγλίας έχοντας περισσότερο καιρό τραυματίας (δυστυχώς) παρά στο γήπεδο. Μεγάλους παίκτες δεν έβγαλε η ομάδα. Τίτλους δεν έχει και ακόμα και τα χρώματα της τα έχει δανειστεί απ’ την τεράστια Μίλαν (κόκκινο-μαύρο). Αυτό βέβαια δεν στερεί καθόλου το δικαίωμα απ’ τους φίλους της και τον – υπέροχο τύπο που διοικεί την ομάδα – να κάνουν όνειρα για μια πορεία στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμο και – γιατί όχι – να γράψουν ακόμα μια ωραία ιστορία στο βιβλίο του Αγγλικού ποδοσφαίρου. Προσωπικά βρήκα ακόμα μια ομάδα να ασχολήθώ για του χρόνου. Ακόμα μία απ’ αυτές τις «φτωχές», τις «μικρές» ομάδες που σε αναγκάζουν να τις παρακολουθήσεις και να παθιαστείς μαζί τους. Αυτές τις ομάδες που όταν τις βλέπεις σου βγαίνει ασυναίσθητα εκείνο το χαμόγελο που έχεις όταν είσαι ερωτευμένος. Για σκεφτείτε το.

Το πρόβλημα είναι (και) στους προπονητές

  [9 Σχόλια]

Διαβάζοντας πριν μερικές μέρες το άρθρο του Γκάρι Νέβιλ στην Telegraph (duendes σε ευχαριστώ για το mail) μπήκα σε σοβαρές σκέψεις. Πολύ σοβαρές σκέψεις. Ο πρώην αμυντικός της Γιουνάιτεντ καυτηριάζει με μοναδικό τρόπο τη φετινή αποτυχία των Άγγλων στις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις και προσπαθεί να δώσει εξηγήσεις για το φετινό «ναύαγιο» αναλύοντας με γλαφυρό τρόπο τα δεδομένα. Στα περισσότερα έχει δίκιο – μεγάλο ή μικρό δεν έχει σημασία – αλλά μου έκανε εντύπωση και μάλιστα μεγάλη το γεγονός πως δε στάθηκε καθόλου στους προπονητές της Πρέμιερ Λιγκ τα τελευταία χρόνια. Παρακάτω θα καταλάβετε τι εννοώ.

4830422

Ο Νέβιλ γράφει πως παρακολούθησε και τα έξι παιχνίδια των Άγγλων στους 16 και πως  δεν έμεινε ευχαριστημένος  είδε ελάχιστους Βρετανούς στις εντεκάδες των ομάδων. Βέβαια αξίζει να σημειωθεί πως και στις τρεις ομάδες (Σίτι, Τσέλσι, Άρσεναλ) δεν υπάρχει ούτε Βρετανός προπονητής. Όταν το ’99 οι Άγγλοι επέστρεφαν στην κορυφή της Ευρώπης με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μετά από 15 χρόνια (μετά τη Λίβερπουλ του Φάγκαν στη Ρώμη το ’84) το έκαναν με Σκοτσέζο προπονητή και με ένα κορμό Βρετανών ποδοσφαιριστών που δεν ήταν όλοι ούτε υπερβολικά ταλαντούχοι, ούτε πολύ φαντεζί. Ο Σερ Άλεξ είχε αναλάβει την ομάδα το 1986 και στηριζόμενος  στη γενιά του ’92 με παίκτες όπως ο Μπέκαμ, ο Γκιγκς, ο Μπατ, οι αδερφοί Νέβιλ και φυσικά ο Σκόουλς και αγοράζοντας παίκτες όπως ο Κιν, ο Σέρινγχαμ και ο Κόουλ έφτιαξε μια ομάδα που έπαιξε εξαιρετικό ποδόσφαιρο, έφτασε σε πολλούς σπουδαίους τίτλους και φυσικά μνημονεύεται ακόμα. Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκε και τα επόμενα χρόνια ο Σκοτσέζος αγοράζοντας καλούς Βρετανούς ποδοσφαιριστές. Ο Φέρντιναντ ήρθε απ’ τη Λιντς και έγινε ο ηγέτης της άμυνας για 10 χρόνια. Ο Ρούνει ήρθε πιτσιρικάς απ’ την Έβερτον και εξελίχθηκε σε θρύλο της ομάδας. Ο Κάρικ ήρθε απ’ την Τότεναμ και έγινε ο βασικός αμυντικός μέσος των «μπέμπηδων». Το ίδιο φυσικά είχε συμβεί και με τον Χάργκριβς πριν τον διαλύσουν οι τραυματισμοί. Ο Φέργκιουσον γνωρίζοντας άριστα τη Βρετανική αγορά, πίστεψε στο ταλέντο που υπάρχει στο Νησί (γιατί όντως υπάρχει), επένδυσε σε αυτό – αγοράζοντας εννοείται και αρκετούς ξένους παικταράδες – και έφτιάξε μια σπουδαία δυναστεία που θα συζητιέται για πάντα απ’ όλους τους ποδοσφαιρόφιλους.

Αυτή είναι μια ιστορία που ίσχυε (πάνω-κάτω) πάντα για τους Νησιώτες. Το πρώτο τρεμπλ ήρθε απ’ τη Σέλτικ με το Τζοκ Στάιν στον πάγκο το 1967. Ακολούθησαν οι «μπέμπηδες» του Μπάσμπι. Ο τεράστιος Μπιλ Σάνκλι ήταν αυτός που πήρε τη Λίβερπουλ στη δεύτερη κατηγορία και την έκανε κορυφαία ομάδα σε ολόκληρη την Αγγλία. Ο Πέισλι που ακολούθησε την απογείωσε χαρίζοντας της Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα. Παλιότερα ο Χέρμπερτ Τσάπμαν της Άρσεναλ είχε φέρει ένα σωρό καινοτομίες στο Αγγλικό ποδόσφαιρο (όπως η οπισθοχώρηση ενός κεντρικού μέσου στην άμυνα). Βάλτε δίπλα σε όλους αυτούς το Μπράιαν Κλαφ, το Ντον Ρέβι της θρυλικής Λιντς και φυσικά το Μπιλ Νίκολσον της Τότεναμ και έχετε (σχεδόν) ολόκληρη την ιστορία των τελευταίων 70 χρόνων. Όλοι τους κατάφεραν ότι κατάφεραν με άκρως Βρετανικές ομάδες. Με κορυφαίο (σε αυτό τον τομέα) το Στάιν που είχε φτιάξει την καλύτερη Σέλτικ όλων των εποχών με παίκτες που είχαν γεννηθεί σε ακτίνα 30 μιλίων απ’ το γήπεδο των Χουπς. Και όσο κι αν τα χρόνια έχουν περάσει και το ποδόσφαιρο δεν είναι όπως τότε κάποια πράγματα έχουν αλλάξει για να οδηγήσουν τις Αγγλικές ομάδες προς το χειρότερο.

JockStein67

Το ίδιο έχει συμβεί και σε άλλες χώρες. Η καλύτερη Μίλαν όλων των εποχών (τακτικά αλλά και από πλευράς θεάματος) είχε προπονητή Ιταλό. Τον Αρίγκο Σάκι. Η καλύτερη Ολλανδική, ο Άγιαξ, είχε το Ρίνους Μίχελς στην πρώτη της περίοδο και το Φαν Γκααλ στη δεύτερη. Αμφότεροι Ολλανδοί. Η Μπαρτσελόνα είχε Καταλανό, το Γκουαρντιόλα, στις εποχές του τίκι-τάκα. Η ποδοσφαιρική μηχανή στο τρεμπλ της Μπάγερν το 2013 είχε το Χάινκες (γεννημένος στο Μουνχενγκλάντμπαχ) και φυσικά η Ρεάλ το 2000 και το 2002 είχε τον Ισπανό Ντελ Μπόσκε. Σύμπτωση; OXI BEBAIA. Αυτή τη στιγμή η μοναδική top ομάδα στην Αγγλία που εμπιστεύεται Βρετανό προπονητή είναι η Λίβερπουλ που έχει στο τιμόνι το Μπρένταν Ρότζερς. Ο Βορειοιρλανδός  είναι και ο μόνος που φαίνεται να επενδύει πραγματικά σε Άγγλους (και Βρετανούς παίκτες) αυτή τη στιγμή, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο το πλούσιο ταλέντο που υπάρχει στο Νησί δίνοντας ευκαιρίες σε πολλούς ταλαντούχους Βρετανούς. Φυσικά ταλέντο (και μάλιστα πλούσιο) υπάρχει και σε προπονητές, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο οι ομάδες δεν δίνουν ευκαιρίες τα τελευταία χρόνια, ή είναι πολύ αυστηρές όταν δίνουν, σε Βρετανούς προπονητές.

O Ιρλανδός Μάρτιν Ο’Νίλ για παράδειγμα. Ο προπονητής που έπαιξε εξαιρετικό ποδόσφαιρο με τη Σέλτικ στις αρχές του 2000 – οδηγώντας την ομάδα και σε ένα τελικό Ουέφα – και φυσικά ευθύνεται για την καλύτερη Άστον Βίλα των τελευταίων χρόνων βρίσκεται πλέον στην Εθνική της χώρας του καθώς δεν είχε κάποια πρόταση από ομάδα της πρώτης δεκάδας. Ένας σύγχρονος προπονητής, άριστα καταρτισμένος που του αρέσει να δουλεύει με Βρετανούς παίκτες. Στη δική του «Βίλα» άλλωστε ξεπετάχτηκαν οι Άσλει Γιανγκ, Τζέιμς Μίλνερ, Γκάμπριελ Αγκμπολαχόρ, ο Ρίο Κόκερ και φυσικά ο Γκάρεθ Μπάρι, μεταξύ άλλων. Ο Ντέηβιντ Ο’Λίρι είχε δημιουργήσει μια «ονειρική Λιντς» την ίδια εποχή στηριζόμενος σε Βρετανούς ποδοσφαιριστές. Που βρίσκεται τώρα; Πουθενά μετά από ένα πέρασμα απ’ την Αλ Αχλί. O Στηβ Μακ Λάρεν απ’ την άλλη απέχει απ’ τους πάγκους της Πρέμιερ Λιγκ, έχοντας τα ηνία της – εξαιρετικής – Ντέρμπι. Ο Μόγιες βρίσκεται στην Ισπανία και τη Σοσιεδάδ μετά την απόλυση του απ’ τη Γιουνάιτεντ και ο άνθρωπος που έχει χαρακτηριστεί ως «το μέλλον στην προπονητική», ο 35 χρόνος Άντονι Χάντσον βρίσκεται στον πάγκο της Νέας Ζηλανδίας μετά από αυτόν του Μπαχρέιν. Δεν τα βρίσκετε λάθος όλα αυτά; Εγώ τα βρίσκω.

story_8573_martinoneill

Όταν, για παράδειγμα, ο Βενγκέρ ανέλαβε την Άρσεναλ το 1996 η ομάδα ήταν γεμάτη Άγγλους ποδοσφαιριστές. Σιγά-σιγά ο Αλσατός άρχισε να φέρνει συνεχώς ξένους – κυρίως απ’ τη Γαλλική αγορά – φτάνοντας σε σημείο να μην υπάρχει Άγγλος αρκετές φορές ούτε στη 18αδα της ομάδας. Αυτό δυστυχώς συμβαίνει στις περισσότερες ομάδεςτα τελευταία χρόνια. Η Άρσεναλ μπορεί να κέρδισε τίτλους στην αρχή αλλά έμεινε μετά για σχεδόν 8 χρόνια δίχως κάποια κούπα. Η επιστροφή έγινε πέρσι με το Κύπελλο – σε μια εποχή που ο Βενγκέρ έχει αρχίσει να δίνει και πάλι ευκαιρίες σε νεαρούς Βρετανούς. Τυχαίο; Όχι βέβαια.  Ο ξένος προπονητής θα προτιμήσει τα «δικά» του παιδιά και λόγω των διάφορων μάνατζερ της χώρας του (που θα τον πιέσουν γι’ αυτό) και επειδή δε γνωρίζει καλά τη Βρετανική αγορά. Η Τότεναμ είναι μια φοβερή ομάδα. Γιατί να έχει τον Αργεντινό Ποκετίνο στον πάγκο και όχι κάποιο Βρετανό; O Πάρντιου είναι ένας πολύ καλός προπονητής. Γιατί να είναι στην άσημη Πάλας και όχι σε κάποια πιο δυνατή ομάδα; Γιατί να έχει γεμίσει η Πρέμιερ Λιγκ με τόσους ξένους εις βάρος των νέων Άγγλων παικτών; Για παράδειγμα πάμε στη Γιουνάιτεντ. Το καλοκαίρι ήρθε ο Φαν Χααλ και έφερε το Μπλιντ, το Ρόχο, το Ντι Μαρία, το Φαλκάο. Αν εξαιρέσουμε το Ντι Μαρία για όλους τους υπόλοιπους υπάρχουν Άγγλοι παίκτες που θα μπορούσαν να παίζουν στις θέσεις τους. Ο Όστιν της ΚΠΡ είναι ένας εξαιρετικός επιθετικός που θα μπορούσε να αγωνίζεται στη θέση του Ζιρού της Άρσεναλ. Ο Ντελφ της Βίλα χωράει σε όλες τις μεγάλες ομάδες της Λίγκας. Το ίδιο ισχύει και για τον Ινγκς της Μπέρνλι ή τον Κλάιν της Σαουθάμπτον ή τον Γουόρντ – Πράους των «αγίων». Πιστέψτε με, υπάρχει πολύ ταλέντο και στην Πρέμιερ και στην Τσάμπιονσιπ.

Καλοί οι ξένοι παίκτες που ανεβάζουν το επίπεδο της Πρέμιερ αλλά καλοί και τόσοι Βρετανοί που βλέπουν παίκτες μέτριους πολλές φορές να τους κλέβουν το ψωμί ως «ξένοι μεσίες». Πράγμα που φυσικά προκαλεί τεράστιο πρόβλημα και στην εθνική της χώρας. Ειλικρινά χαίρομαι τον Χάρι Κέιν της Τότεναμ που πήρε φέτος ευκαιρίες και έδειξε το σπουδαίο ταλέντο του. Τον Ρος Μπάρκλει της Έβερτον, τα παλικάρια της Λίβερπουλ και όλους τους άλλους που παλεύουν σε ένα «εχθρικό προς αυτούς- δικό τους πρωτάθλημα» και περιμένω να δω  ευκαιρίες. Πρώτα, εννοείται, σε προπονητές κύριε Νέβιλ. Τότε – και μόνο τότε – θα δούμε καλύτερες μέρες για το Αγγλικό και το Βρετανικό ποδόσφαιρο. Με μεγάλη μου χαρά διάβασα – ενώ τελείωνα το κείμενο – πως ο Πρόεδρος της FA Κρεγκ Ντάικ ετοιμάζει σοβαρές προτάσεις για να βοηθήσει να αναπνεύσει και πάλι το Αγγλικό ποδόσφαιρο και η Εθνική. Μακάρι.