Ανθρωπάκια που τρέχουν ασταμάτητα πάνω στο χόρτο προσπαθώντας να σκοράρουν σε κάτι μικροσκοπικές εστίες, ποτιστήρια που ‘χορεύουν’ αστεία, τοσοδούλικες σημαιούλες που κουνιούνται στο απέναντι πέταλο, εξέδρες που γεμίζουν και αδειάζουν σε δευτερόλεπτα, κλασσική ‘όλα’ που μεταδίδεται από κερκίδα σε κερκίδα, χαρές και πανηγύρια για τα γκολ. Πολλά γκολ. Χειροκρότημα, αποθέωση, αποχώρηση, καληνύχτα.
Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία «κλάσικο» είχαν καταντήσει κάπως βαρετά. Είχαμε το ίδιο μοτίβο: ξύλο, διαμαρτυρίες, διαιτησία και στο τέλος η Μπαρσελόνα κέρδιζε. Θύμιζε λίγο από Ελλάδα η κατάσταση (ειδικά αν όντως ζούσες στην Ελλάδα που ο κόσμος φανατίζεται μέχρι και για το ποιος πρέπει να κερδίσει ένα τηλεπαιχνίδι και λατρεύει να χωρίζεται σε παρατάξεις, οπότε οι μισοί το παίζουν βέροι Μαδριλένοι κι οι υπόλοιποι μεγαλωμένοι στην πλατεία Καταλούνια).
Αυτό που κατάφερε η Ρεάλ του Μουρίνιο τους τελευταίους μήνες ήταν να γίνει ιδιαίτερα αντιπαθής στους τρίτους και κυρίως να αδικήσει τον εαυτό της αγωνιστικά. Στο μυαλό πολύ κόσμου η Ρεάλ πέρασε σαν μια ομάδα αμυντικογενής, σκληρή, που παίζει αντιποδόσφαιρο. Κάτι τέτοιο όμως απέχει πολύ από την αλήθεια. Η Ρεάλ πέρσι τέλειωσε το πρωτάθλημα έχοντας σκοράρει 102 γκολ και έχοντας χάσει μόλις 4 αγώνες στο πρωτάθλημα. Είχε τον Κριστιάνο Ρονάλντο, που όσο αντιπαθής και να είναι, έκανε όργια. Αυτά όμως πέρασαν σε δεύτερη μοίρα και λογικά, καθώς υπάρχει ακόμα καλύτερη ομάδα και αυτή είναι η Μπάρσα του Μέσι, του Τσάβι, του Πουγιόλ και των υπολοίπων. Αν με κάποιο μαγικό τρόπο διαγραφόταν η ομάδα της Καταλωνίας από την πραγματικότητα, θα λέγαμε όλη για την μεγάλη Ρεάλ του Μουρίνιο που διαλύει τους αντιπάλους, παίζει καλό ποδόσφαιρο, βάζει γκολ κ.ο.κ.
Το θέμα είναι όμως ότι και η Μπαρσελόνα συνεχίζει να υπάρχει και ότι ο κόσμος θυμάται κυρίως τα ντέρμπυ. Εκεί η Ρεάλ έχει επί της ουσίας δυο επιλογές για να αντιμετωπίσει μια ακόμα καλύτερη ομάδα. Να πάρει τη δύσκολη απόφαση που θέλει… cojones και να παίξει το δικό της παιχνίδι, να προσπαθήσει να κάνει αυτό που μπορεί και ότι βγει ή να προσπαθήσει να εκμηδενίσει τον αντίπαλο προσαρμόζοντας το παιχνίδι της σε αυτόν τον στόχο. Η Ρεάλ πιθανότατα και μετά το περσινό σοκ της ξεφτίλας στο Μπερναμπέου το φοβήθηκε αυτό. Γύρισε το παιχνίδι της σε ένα μίγμα ξύλου, άμυνας, σκληρού παιχνίδιου, trash talking και διαιτητολογίας. Επί της ουσίας αυτό δεν της έφερε πολλά πράγματα, εκτός από το περσινό κύπελλο. Κυρίως όμως την έκανε να φαίνεται μια ομάδα που δεν μπορεί να κοιτάξει στα ίσια την μεγάλη αντίπαλο της και καταφεύγει σε διάφορα κόλπα και τρικ για να κλέψει παιχνίδια.
Το τελευταίο ματς, παρ’ ότι και πάλι είχε φασαρίες και διαιτητολογία έδειξε κάτι διαφορετικό. Έδειξε ότι η Ρεάλ μπορεί να παίξει καλύτερα, μπορεί να προσπαθήσει να βγάλει τις δικές της αρετές στο γήπεδο. Δεν αμφιβάλλω ότι το αποτέλεσμα του πρώτου αγώνα έπαιξε τον ρόλο του και ότι η Μπάρσα ήταν σχετικά νωθρή εξαιτίας αυτού (και ίσως και πιο χορτασμένη) για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ήταν όμως ένα βήμα προς τα μπροστά για τη Ρεάλ που έδειξε γιατί είναι πρώτη στο πρωτάθλημα, έστω και αν τελικά αποκλείστηκε.
Το θέμα είναι αν θα προσπαθήσει η Ρεάλ να χτίσει πάνω σε αυτά που κέρδισε (τόσο ψυχολογικά, όσο και αγωνιστικά) από το τελευταίο αυτό παιχνίδι ή αν θα επιστρέψει στην δοκιμασμένη συνταγή των τσαμπουκάδων τύπου Πέπε και Σέρχιο Ράμος, στην κλωτσοπατινάδα και στον πόλεμο δηλώσεων. Σε αυτό μεγάλο ρόλο θα παίξει κι ο Μουρίνιο, ο οποίος έχει αδικήσει τον εαυτό του. Έχει μετατρέψει τα mind games σε ρεσιτάλ γραφικότητας, έχει ξεχάσει το πόσο σπουδαίος προπονητής είναι και αναλώνεται σε δευτερεύοντα ζητήματα. Γιατί όσο και αν αντιπαθεί κάποιος τον Μουρίνιο δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αξία του. Ακόμα και αν πει για τον Αμπράμοβιτς και τα λεφτά της Ρεάλ, υπάρχει πάντα η πορεία του με την Πόρτο να δείχνει τις ικανότητές του. Στην Μαδρίτη επέλεξε να πάρει πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας, πιθανώς για να αποσυμφορήσει ψυχολογικά τους παίκτες του από το βάρος των αποτυχιών, το παράκανε όμως τελικά και κατέληξε να έχει μια ομάδα αντιπαθή και με την ταμπέλα του loser. Θα πρέπει λοιπόν η ομάδα του κι ο ίδιος να αποφασίσουν αν θέλουν να γίνουν το πραγματικό νούμερο 1 στην Ισπανία (ή έστω να το παλέψουν) ή απλά να κλέψουν πρόσκαιρα τον τίτλο αυτό από τους μισητούς αντιπάλους τους αδιαφορώντας για τα μέσα με τα οποία θα το επιτύχουν και για την επόμενη μέρα.
Παραφράζοντας τα λόγια του μεγάλου προέδρου Σταύρου Αδαμίδη, ας μας απαντήσουν «Ποια Ρεάλ θέλουν»…
Στην Μπαρτσελόνα του καλύτερου παίκτη στον κόσμο, του τρίτου καλύτερου παίκτη στον κόσμο, του Ινιέστα και του Βίγια υπάρχει ένα μικρό στατιστικό, κρυμμένο πίσω απ’ τα υπόλοιπα λαμπερά και αποστομωτικά ρεκόρ που αυτή η φουρνιά παικτών έχει σπάσει τα τελευταία τρία χρόνια, το οποίο λέει ότι από τότε που ανέλαβε προπονητής ο Γκουαρντιόλα – τρεισήμισι χρόνια πριν – η ομάδα έχει χάσει στο πρωτάθλημα όλες κι όλες εννιά φορές. Όλως τυχαίως στις έξι απ’ αυτές τις ήττες απών ήταν ο Κάρλες Πουγιόλ.
Ο Κάρλες Πουγιόλ – αυτό το αμυντικό θηρίο που συνηθίζει να δουλεύει στο παρασκήνιο – ο οποίος με το γκολ του εχθές στο Μπερναμπέου βοήθησε σημαντικά ώστε να φτάσει το προσωπικό του σερί των συνεχόμενων παιχνιδιών χωρίς ήττα στα 51 ματς. Η τελευταία φορά που έπαιξε σ’ ένα ματς και γύρισε στο σπίτι του χαμένος ήταν πρόπερσι τον Απρίλιο (!), στον πρώτο ημιτελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με την Ίντερ.
Δεν ήταν πάνω από 45 χρονών. Ήταν ντυμένος προσεγμένα, φορούσε γυαλάκια και αν έπρεπε να ποντάρω κάπου τα ελάχιστα ευρώ που μου είχαν απομείνει, θα στοιχημάτιζα ότι είναι γιατρός και θα το κάλυπτα μ’ ένα μικρότερο ποντάρισμα σε κάποιο άλλο από τα κλασσικά ευυπόληπτα επαγγέλματα της σύγχρονης εποχής, όπως «επενδυτής». Προσφέρθηκε να με βοηθήσει όταν είδε την κωμικοτραγική συζήτηση μου με μια θεία της περιοχής που βρίσκεται το Βιθέντε Καλντερόν κατά την οποία εγώ προσπαθούσα να μάθω πως θα βρω μια οποιαδήποτε στάση του μετρό κι αυτή πιθανόν μου εξηγούσε με ύφος πραγματικά απολογητικό και θλιμμένο ότι δεν έχει δει τον σκύλο μου ή κάτι τέτοιο που ποτέ δεν κατάλαβα και ποτέ δεν θα αποσαφηνιστεί. Πριν με στείλει προς την σωστή κατεύθυνση πιάσαμε κουβέντα επηρεασμένοι από το γεγονός ότι αυτός κρατούσε σακούλα από την μπουτίκ της Ατλέτικο κι εγώ φορούσα ακόμα το χαμόγελο του περιπλανώμενου Αρειανού που σχεδόν μια εβδομάδα πριν «είχε πάρει το διπλό» λίγα μέτρα παραπέρα από εκεί.
Κάποια στιγμή η κουβέντα έφτασε στο γήπεδο. Του είπα πως μ’ εντυπωσίασε η ηχητική του και πριν προλάβω να προσθέσω κι άλλες εντυπώσεις με διέκοψε ενημερώνοντας με πως θα γκρεμιστεί σύντομα για να πάει η ομάδα σ’ ένα μεγαλύτερο γήπεδο σε άλλο μέρος, μια πληροφορία τόσο άκαιρη που ήταν σαν πίκρα την οποία ήθελε να βγάλει με κάθε τρόπο και προς οποιονδήποτε αποδέκτη. Κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου του απάντησα μια τυπική μπούρδα, του στυλ «έτσι είναι η ζωή» μ’ ένα μικρό γαρνίρισμα «θα αυξηθούν και τα έσοδα της ομάδας». Ακολούθησαν μερικά λεπτά μιας εκ βαθέων εξομολόγησης κατά την οποία η έκφραση ‘είναι το δεύτερο σπίτι μου΄ακούστηκε πάνω από δυο-τρεις φορές και η οποία έκλεισε με την αλησμόνητη φράση «τι να το κάνω το κωλοπάρκο εδώ πέρα, εγώ μένω στην άλλη άκρη της πόλης κι όμως κάνω ολόκληρο κύκλο και περνάω κάθε μέρα σχεδόν με το αμάξι κάτω από την κερκίδα (είναι όπως ακριβώς διαβάζεται: ο δρόμος περνάει κάτω από την κερκίδα) μόνο και μόνο για την αίσθηση του γηπέδου. Για να το νιώσω».
Ήταν Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2010 όταν κάναμε αυτήν την συζήτηση. (Και έβρεχε καταρρακτωδώς, αν αυτή η πληροφορία μπορεί να προσθέσει λίγο δράμα ακόμα στην ελαφρώς γραφική αλλά αληθινά εξομολογητική σκηνή.) Στις 5 Δεκεμβρίου 2011 η Ατλέτικο Μαδρίτης ανέβασε στο ίντερνετ το επίσημο, άκρως εντυπωσιακό, 3D βίντεο του νέου της γηπέδου που θα είναι έτοιμο σε λίγα χρόνια. Αν ήξερα το e-mail του συναισθηματικού Ισπανού εκείνη τη μέρα θα του έστελνα να διαβάσει ένα γράμμα που έγραψε πριν πολλά χρόνια ο συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο στον επίσης συγγραφέα Εντουάρντο Γκαλεάνο, το οποίο συμπεριλήφθηκε και στο βιβλίο του δεύτερου «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου»:
Αγαπητέ Εντουάρντο
Τις προάλλες ήμουν στο «Carrefour», εκεί που άλλοτε ήταν το γήπεδο της Σαν Λορένσο. Ήμουν μαζί με τον Χοσέ Σανφιλίππο, τον ήρωα των παιδικών μου χρόνων, που υπήρξε πρώτος σκόρερ της Σαν Λορένσο επί τέσσερις συνεχείς αγωνιστικές περιόδους. Περπατούσαμε ανάμεσα στις γόνδολες, περιτριγυρισμένοι από κατσαρόλες, τυριά και πλεξούδες από λουκάνικα. Ξαφνικά, ενώ πλησιάζαμε στα ταμεία, ο Σανφιλίππο ανοίγει τα χέρια του και μου λέει: «Φαντάσου, εδώ κάρφωσα τον Ρόμα, σ’εκείνον τον αγώνα με την Μπόκα». Προσπερνάει μια χοντρή, που σέρνει ένα καροτσάκι γεμάτο με μπριζόλες, κονσέρβες και λαχανικά, και λέει: «Ήταν το πιο γρήγορο γκολ που μπήκε ποτέ».
Συγκεντρωμένος, σαν να περίμενε την εκτέλεση ενός κόρνερ, μου διηγείται: «Είπα στο νούμερο πέντε, που εκείνη τη μέρα έπαιζε για πρώτη φορά στην πρώτη ομάδα: «Μόλις αρχίσει ο αγώνας, στείλε μου μια μπαλιά μέσα στην περιοχή. Μη θυμώνεις, δεν πρόκειται να σε εκθέσω». Εγώ ήμουν μεγάλος κι αυτός πιτσιρικάς. Καντερβίγια ονομαζόταν, φοβήθηκε και σκέφτηκε: να δούμε αν θα τα καταφέρω». Και αμέσως ο Σανφιλίππο μου δείχνει ένα σωρό από βαζάκια μαγιονέζας και φωνάζει: «Εκεί την έστειλε!». Ο κόσμος μας κοίταζε αμήχανα. «Η μπάλα έπεσε πίσω από τους κεντρικούς αμυντικούς, έτρεξα, μου ξέφυγε προς στιγμή προς τα εκεί, εκεί που είναι το ρύζι, βλέπεις;» και μου δείχνει την κάτω σειρά ραφιών, και ξαφνικά τρέχει σαν λαγός, παρά το μπλε κουστούμι και τα λουστρίνια που φορούσε. «Την τσίμπησα και μπουμ!» Εκείνη τη στιγμή έκανε ένα αριστερό σουτ. Όλοι στραφήκαμε προς τα ταμεία, εκεί όπου τριάντα χρόνια πριν ήταν η εστία, και νομίσαμε ότι η μπάλα πήρε ύψος και μπήκε γκολ, εκεί ακριβώς που είναι οι μπαταρίες ραδιοφώνου και τα ξυραφάκια. Οι πελάτες και οι κοπέλες των ταμείων ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Εγώ είμαι έτοιμος να κλάψω. Ο Νενέ Σανφιλίππο είχε ξαναβάλει εκείνο το γκολ του 1962, μονάχα για να μπορέσω να το δω.
Σαν να μην της έφτανε η κακή της αγωνιστική παρουσία, η Γρανάδα έχει να τα βάλει και με άμυαλους οπαδούς της! Ενώ η ομάδα είχε ανατρέψει το σκορ και νικούσε 2-1 τη Μαγιόρκα, εκτοξεύθηκε από την εξέδρα μία ομπρέλα στον βοηθό διαιτητή, Τσάβι Αγκιλάρ, τον τραυμάτισε και ο διαιτητής Κλος Γκόμες διέκοψε οριστικά το παιχνίδι. Η ισπανική λίγκα αναμένεται να κατοχυρώσει το ματς υπέρ των νησιωτών, ενώ ο δράστης συνελήφθη, με τους… ομοϊδεάτες του να τον δείχνουν και να φωνάζουν «έξω-έξω»!
Επεισοδιακό ήταν, όπως αναμενόταν, το τοπικό ντέρμπι ανάμεσα στη Χάνσα Ροστόκ και τη Ζανκτ Πάουλι για τη 15η αγωνιστική της δεύτερης κατηγορίας της Γερμανίας!
Οι οπαδοί των γηπεδούχων υποδέχθηκαν τους «πειρατές» με εκατοντάδες μπανάνες, ενώ κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης δεν έλειψαν οι φωτιές από εμπρησμούς πανό στις εξέδρες, αλλά και οι ανταλλαγές φωτοβολίδων! Χαρακτηριστικό μάλιστα ήταν πως ο διαιτητής αναγκάστηκε να διακόψει για δέκα περίπου λεπτά την αναμέτρηση, ενώ επιστρατεύτηκαν μέχρι και ομπρέλες προκειμένου οι παίκτες της Ζανκτ Πάουλι να προστατευτούν στις εκτελέσεις κόρνερ.
Raimon is the groundsman at Levante, a man who practically lives in the Ciutat de Valencia stadium and does everything from cut the grass to sweep the steps and paint the lines on the pitch. (…)
Raimon is a man of habit too: at the end of every round of games in Spain he strides up the stands and hoists 20 flags up 20 flagpoles, one for every team in the First Division, raised in league order and fluttering over the ground. Just like those old fashioned league ladders in football magazines when you were a kid or a collection of football club mugs rearranged after every game, it is a league table in flags — from Barcelona right down to Granada.
Except that it’s not a Barcelona flag that hangs on the first mast. This Monday, Raimon did something he has never done before: he hoisted Levante’s flag up first.
…και αρκετά κατατοπιστικά στατιστικά και οικονομικά στοιχεία…
Levante has the smallest budget in the First Division — and by some way. Its budget stands at €22M ($30.6M); Barcelona’s is €461M ($641M). Each year, it makes around 2 percent of what Madrid and Barcelona make — and then it loses it again, paying off its creditors. Last season coach Luis García admitted that he did not use the computer program that measures players’ every move because «every time I put it on, it costs €3,000 — and we haven’t got €3,000.» A week ago, it did not play Xavi Torres against Málaga, the side he is on loan from, because to do so would have cost them €50,000 ($69,600) — and it hasn’t got that either. Even though €50,000 is a pittance.
…που ανυψώνουν κι άλλο το έτσι κι αλλιώς εντυπωσιακό αυτό κατόρθωμα της φτωχής ομάδας από το Λεβάντε, το οποίο διαβάζεται μονορούφι ακόμα και στα Αγγλικά. Ένα μικρό, σύγχρονο παραμύθι απ’ αυτά που απολαμβάνεις όσο προλαβαίνεις γιατί ξέρεις ότι δεν γίνεται να κρατήσουν πολύ:
Asked if Levante could win the league, defender Nano said simply: «No.» What about getting a European place? «No.» Isn’t there any room to dream at all? «No.» Except that they already are dreaming. And the good news is that when the players wake up they will find that after just eight games they already have 20 points — and that’s halfway to survival.
Τετάρτη στη Μπορίσοφ, Κυριακή στη Χιχόν. Ο Λιονέλ Μέσσι αποδεικνύει πως καταστρέφεται με δυο φαινομενικά απλές επαφές με τη μπάλα – δυο πάσες για τις οποίες θα μπορούσε εύκολα να σχολιάσει ότι ήταν γι’ αυτόν τόσο εύκολες όσο η κίνηση κάποιου να βάλει ένα ποτήρι νερό, χωρίς καμία δόση υπεροψίας πάντα – μια ολόκληρη αμυντική διάταξη (οποιαδήποτε αμυντική διάταξη) τεσσάρων-πέντε-έξι παικτών (οποιονδήποτε παικτών) και επιβεβαιώνει όσους πιστεύουμε εδώ και λίγο καιρό ότι ο καλύτερος παίκτης της Γης αυτή την στιγμή, που σπάει τα ρεκόρ σκοραρίσματος το ένα μετά το άλλο, είναι και ο καλύτερος και πιο θεαματικός πασέρ που κυκλοφορεί στα ποδοσφαιρικά γήπεδα, τίτλος που ακούγεται υπερβολικός αλλά κερδίζεται επάξια παιχνίδι με το παιχνίδι και στη φετινή χρονιά.
Στο ρεζουμέ, ένας μεσοεπιθετικός που σκοράρει περισσότερο από κάθε επιθετικό και πασάρει καλύτερα από κάθε μέσο. Και είναι ακόμα 24 χρονών…
Συνηθίσαμε στην Ελλάδα να βλέπουμε οπαδούς σκαρφαλωμένους σε ταράτσες δίπλα στα γήπεδα να παρακολουθούν αγώνες καθώς οι γυναίκες τους φτιάχνουν ιμάμ μπαϊλντί στο από κάτω διαμέρισμα. Εδώ όμως έχουμε δημοσιογράφο στην Ισπανία να κάνει αναμετάδοση από γειτονική πολυκατοικία. Πρόκειται για σχολιαστή του Καντένα Σουρ στον αγώνα Ράγιο Βαγιεκάνο-Ρεάλ Σοσιεδάδ, καθώς η Λίγκα απαγόρευσε την είσοδο στα ραδιόφωνα που αρνήθηκαν να πληρώσουν δικαιώματα για την αναμετάδοση των αγώνων 1ης και 2ης Εθνικής στην Ισπανία .Το θέμα ξεκίνησε πριν δυο μήνες περίπου και η επίσημη δικαιολογία είναι ότι τα χρήματα χρειάζονται για να στηριχθούν μικρές ομάδες (όπως η Ράγιο και η Σοσιεδάδ) που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα. Παρόμοιοι κανονισμοί υπάρχουν σε Γερμανία και Ιταλία, αλλά και σε αγώνες της UEFA. Το ζήτημα είναι πού σταματάει το εμπορικό πανηγύρι αυτό και τι επίδραση έχει στον δόλιο φίλαθλο που ψάχνει τρόπους να δει-ακούσει έναν αγώνα λες και βρίσκεται στην Κατοχή. Σε μια εποχή που η πληροφορία παρέχεται αφειδώς, το ποδόσφαιρο γίνεται συνεχώς και πιο δυσπρόσιτο στον μέσο φίλαθλο.
Ένα απόγευμα πριν αρκετά χρόνια, σε μια από τις πρώτες προπονήσεις της ομάδας μας εν όψει μιας ακόμα σεζόν εφηβικού πρωταθλήματος, εμφανίστηκε στο γήπεδο ο Αχιλλέας. Ο Αχιλλέας ήταν θηριάκι για την ηλικία του, ντυμένος συχνά-πυκνά στα χακί, κοντοκουρεμένος, με κάτι μπούτια διπλάσια απ’ τα δικά μας κι ένα μάγουλο σημαδεμένο από κάτι ράμματα που χρειάστηκε να του κάνουν μια μέρα που είχε στοιχηματίσει ότι μπορούσε να πηδήξει με το ποδήλατο πάνω από ένα ντουβάρι το οποίο στο ελλειμματικό μυαλό του ήταν μισό μέτρο ψηλό ενώ στα επίσημα χαρτιά κατασκευής του δηλωνόταν σαν 1,5 μέτρο.
Παρατηρώντας και μόνο το βλέμμα του δεν χρειαζόταν να είσαι φυσιογνωμιστής για να καταλάβεις ότι στον Αχιλλέα δεν θα εμπιστευόσουν ποτέ να προσέχει ούτε καν τον κάκτο σου και παρακολουθώντας τον στην πρώτη κιόλας προπόνηση του μαζί μας να στέλνει το βασικό μας επιθετικό πάνω στο δοκάρι μόνο και μόνο γιατί τόλμησε να τον τζαρτζάρει σ’ ένα κόρνερ δεν χρειαζόταν να είσαι ποδοσφαιρικός αναλυτής για να αντιληφθείς ότι αυτό το παλικάρι είναι επικίνδυνο. Για όλους. Δυστυχώς, για τους αντιπάλους μας, προπονητής μας εκείνη την περίοδο ήταν ένας υπερβολικά καλός άνθρωπος – τον οποίο και αποκαλούσαμε «κόουτς» όπως όλα τα σοβαρά Αμερικανάκια στα φιλμ του μεσημεριού της Κυριακής φώναζαν τον προπονητή που αργότερα στην ταινία θα τους οδηγούσε στην κούπα και στις γκόμενες -, που αφού ζύγισε τις επιλογές που είχε σκεπτόμενος έναν ανισόρροπο έφηβο να γεμίζει τον άπλετο ελεύθερο χρόνο του κοιτώντας τα αμάξια να περνάνε και πετώντας πέτρες στα μοντέλα που δεν γούσταρε, ανακήρυξε τον Αχιλλέα το νέο αμυντικό χαφ της ομάδας.
Οι μήνες που ακολούθησαν ήταν κανονικό ποδοσφαιρικό και ψυχιατρικό μάθημα για όλους. Ο Αχιλλέας ήταν ο ορισμός του ‘αμυντικό χαφ-σκυλί’. Έτρεχε περισσότερο απ’ όσο έτρεχε όλη η υπόλοιπη ομάδα μαζί και κλωτσούσε περισσότερο απ’ όσο κλωτσούσαμε και οι 22 που βρισκόμασταν στο γήπεδο. Σ’ ένα παιχνίδι που αναγκαστήκαμε να παίξουμε με παίκτη λιγότερο για ένα ολόκληρο ημίχρονο ευρισκόμενοι και πίσω στο σκορ, ο Αχιλλέας έγινε το πρώτο παράδειγμα της ζωής μου που ένας παίκτης κάλυψε δυο θέσεις με τόσο μεγάλη επιτυχία που κάποιος θεατής από την κερκίδα θα μπορούσε να ορκιστεί ότι έπαιζαν 11 εναντίον 11: Ήταν αμυντικό χαφ και σέντερ μπακ ταυτόχρονα. Στον αντίποδα, βέβαια, οι εν κινήσει πάσες πάνω από τα πέντε μέτρα ήταν γι’ αυτόν σαν επίλυση διπλού ολοκληρώματος αλλά όπως τραγούδησαν και οι Rolling Stones «you can’t always get what you want».
Δυστυχώς όμως η δημιουργική αδυναμία του δεν ήταν το μόνο του ελάττωμα. Ο Αχιλλέας εκνευριζόταν περισσότερο από τον Απόστολο Γκλέτσο και την Ναόμι Κάμπελ μαζί και θόλωνε πιο εύκολα κι από ψυχασθενή οποιουδήποτε ιδρύματος της χώρας που δεν έχει πάρει την ημερήσια δόση ηρεμιστικών του. Κι όταν θόλωνε το δυσλειτουργικό μυαλό του μετατρεπόταν σε ‘βρώμικο’ εγκέφαλο ικανό να σε στείλει στο νοσοκομείο για ψύλλου πήδημα πριν προλάβεις καν να συνειδητοποιήσεις ότι ξαφνικά κι απ’ το πουθενά το βλέμμα του ‘βρωμούσε’ μίσος και ηλιθιότητα μαζί, το χειρότερο μείγμα στον κόσμο δηλαδή. Η φράση «αν σε ξαναδώ να κλωτσάς αντίπαλο έτσι βρώμικα, θα μπω μέσα και θα σε αρχίσω επιτόπου στις σφαλιάρες» είχε γίνει αναπόσπαστο μέρος της κριτικής του «κόουτς» μετά το τέλος των αγώνων μέχρι την μέρα που ο Αχιλλέας απέδειξε πως μερικές μπούφλες δεν είναι καμιά ιδιαίτερη απειλή για κάποιον που γεννήθηκε για να κάνει καριέρα σ’ εκείνα τα τουρνουά ξύλου που δυο τύποι χωρίς κανένα προστατευτικό περιορισμό πλακώνονται μέχρι κάποιος να κλατάρει, δίχως το φόβο πρόκλησης κάποιας εγκεφαλικής βλάβης, αφού ποτέ στην Ιστορία δεν έχει καταγραφεί βλάβη σε κάτι που εκ των προτέρων δεν λειτουργούσε.
Έτσι, ένα απόγευμα σε κάποιο χωμάτινο γήπεδο της Θεσσαλονίκης, ένα τυπάκι μισό στον όγκο από τον Αχιλλέα, του έσκασε δυο συνεχόμενες τρίπλες κάτω από τα πόδια κάπου στο κέντρο. Πριν προλάβει οποιοσδήποτε από εμάς να τον ηρεμήσει και να του υπενθυμίσει ότι είμαστε ανθρώπινα όντα, πολιτισμένα, τα οποία απλά παίζουν μπαλίτσα κι ότι όλα αυτά είναι μέρος του παιχνιδιού που αγαπάμε, το αντίπαλο τυπάκι βρισκόταν στον αέρα σε υψόμετρο μεγαλύτερο κι απ’ το μπόι του, με το ένα πόδι να κοιτάει το χώμα και το άλλο πόδι να αγναντεύει τον ουρανό. Η μνήμη μου δεν με βοηθάει να θυμηθώ αν ο «κόουτς» είχε πετάξει τον Αχιλλέα εκτός του γηπέδου προτού καταφτάσει το ασθενοφόρο και προτού καν ο έντρομος πιτσιρικάς διαιτητής του δείξει την κόκκινη κάρτα. Το θέμα είναι ότι από τότε δεν είδα ποτέ ξανά τον Αχιλλέα. Πιθανόν να κυκλοφορεί ακόμα σε κάποια σημεία του περιφερειακού και να φτύνει από ψηλά όσα κόκκινα Nissan παρατηρεί. Απ’ όσα έμαθα αργότερα πάντως, ποτέ ξανά δεν έπαιξε μπάλα.
Δυστυχώς, για τους απανταχού ποδοσφαιρόφιλους, ο Πέπε δεν συνάντησε κανένα «κόουτς» στην καριέρα του έως τώρα…
Μια εταιρεία-χορηγός της Ισπανικής Σπόρτινγκ Χιχόν έδωσε σαν δώρο στους παίκτες από ένα αμάξι. Ο Τσάβι Πόβες, κεντρικός αμυντικός της ομάδας, το επέστρεψε κατ’ ευθείαν. «Δεν νιώθω καλά να έχω δυο αμάξια. Δεν τα χρειάζομαι» τους είπε.
Ένα άλλο πρωινό, ο Τσάβι Πόβες εμφανίστηκε στα γραφεία της διοίκησης για να ζητήσει μια χάρη. Να μην πληρώνεται μέσω τράπεζας. Οι άνθρωποι της διοίκησης σοκαρίστηκαν. Κανένας δεν είχε ζητήσει στο παρελθόν κάτι ανάλογο. «Δεν θέλω καμία τράπεζα να εκμεταλλεύεται τα λεφτά μου, έστω και για ένα δευτερόλεπτο» τους είπε.
Πριν λίγες μέρες κι ενώ η ομάδα βρισκόταν στο στάδιο της προετοιμασίας για την νέα χρονιά ο Τσάβι Πόβες επισκέφτηκε ξανά τα γραφεία της ομάδας. Για τελευταία φορά. Ζήτησε τερματισμό του συμβολαίου του ώστε να μπορεί ελεύθερα να ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο επιθυμεί, όπως είναι οι σπουδές ιστορίας που τον ενδιαφέρουν. Οι άνθρωποι της διοίκησης δεν του το αρνήθηκαν καθώς είχαν πλέον καταλάβει ότι δεν είχαν να κάνουν μ’ ένα συνηθισμένο ποδοσφαιριστή. «Όταν ήμουν μικρός έπαιζα μπάλα γιατί αγαπούσα το άθλημα. Μεγαλώνοντας όμως και ζώντας το ποδόσφαιρο από μέσα συνειδητοποίησα επακριβώς το πως όλα γίνονται για τα λεφτά κι ότι όλα είναι σάπια. Είναι ακόμα μια προέκταση του καπιταλισμού και ο καπιταλισμός είναι θάνατος. Δεν θέλω να συμμετέχω σ’ ένα σύστημα που στηρίζεται στο ότι κάποιοι βγάζουν λεφτά με τον θάνατο κάποιων άλλων στη Νότια Αμερική, την Αφρική και την Ασία» τους είπε.
Ο Τσάβι Πόβες είναι ακόμα 24 χρονών. Στο τέλος της περσινής περιόδου έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην Πριμέρα Ντιβιζιόν σ’ έναν αγώνα απέναντι στην Χέρκουλες. Θεωρητικά η διαδρομή του στο ποδόσφαιρο τώρα ξεκινούσε. «Δεν ξέρω που ανήκω ιδεολογικά. Δεν νομίζω ότι ανήκω στην δεξιά ή την αριστερά. Δεν είμαι τίποτα. Το μόνο που θέλω τώρα είναι να διαβάσω για να μάθω κι άλλα πράγματα. Αν δεν μπορέσω να ζήσω μια καθαρή ζωή στην Ισπανία, θα πάω στην Βιρμανία. Οπουδήποτε» είπε κι έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο ποδόσφαιρο γι’ αυτόν.
Αλλοι τα τρώνε και ζορίζονται, άλλοι τα τρώνε και δροσίζονται. Στη προκειμένη περίπτωση, η Σεβίλη αποφάσισε να βάλει στο δεξί μανίκι της φανέλας που θα φοράει η ομάδα στα φιλικά προετοιμασίας της ένα λογότυπο … υποστήριξης προς το αγροτικό προϊόν της Μούρθια και του Λεβάντε που πλήττεται μετά τη γνωστή ιστορία των θανατηφόρων βακτηριδίων
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 09:19, 14 Ιουλίου, 2011
Πολλοί δοκιμάζουν δύσκολα πράγματα. Τα δύσκολα πράγματα όμως δεν τα καταφέρνεις με την πρώτη. Αυτό το κατάλαβε και ο Χοσέ Λουίς Καπντεβίλα προσπαθώντας να σκοράρει με ραμπόνα:
Το βασικό είναι να βελτιώνεσαι. Να βελτιώνεσαι και να περιμένεις μια νέα ευκαιρία. Έστω και αν αυτή έρχεται αρκετά χρόνια μετά. Η δεύτερη αυτή ευκαιρία ήρθε και αυτή τη φορά ο Ισπανός χαφ δεν την έχασε:
Το ξεκατίνιασμα μεταξύ των δυο μεγάλων του ισπανικού ποδοσφαίρου συνεχίζεται για τα καλά. Οι χαμένοι της Μαδρίτης δεν λένε να το χωνέψουν καθώς τα τίμια και ανεξάρτητα ΜΜΕ της πόλης ψάχνουν να πιαστούν από ότι μπορούν. Τελευταία ανακάλυψη η ρατσιστική επίθεση του (βυσματικού) Μπουσκέτς στον Μαρσέλο που έγινε στον ημιτελικό του Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Μπουσκέτς φαίνεται να αποκαλεί τον μπακ της Ρεάλ ως μαϊμού (mono, mono). Ο ίδιος επιμένει ότι απλά του είπε «πολύ θράσος» (mucho morro) κάτι όμως που δεν συμβαδίζει με τα… χείλη του και κυρίως δεν εξηγεί γιατί έπρεπε να βάλει το χέρι του μπροστά στο στόμα για να πει κάτι τόσο αθώο.
Απώτερος στόχος των Μαδριλένων είναι φυσικά να τσιμπήσει κάποιος και η ΟΥΕΦΑ που ως γνωστόν ασχολείται φανατικά με κάτι τέτοια θέματα το έκανε και μια τιμωρία του Μπουσκέτς εν όψει του τελικού είναι πιθανή. Από την άλλη εντύπωση προκάλεσε o αντιπρόεδρος της Μπαρσελόνα Μπερτομέου που θύμισε κλασσικό Ελληνάρα παράγοντα με τις δηλώσεις του. Ο Μπερτομέου δεν στάθηκε καθόλου στο γεγονός το ίδιο, αλλά κατηγόρησε την Ρεάλ λέγοντας:
«Δεν θα το κάναμε εμείς. Δεν το κάνουμε και δεν θα το κάνουμε. Σεβόμαστε ότι συμβαίνει στον αγωνιστικό χώρο και δεν μπερδευόμαστε σε αυτό.
Δεν καταλαβαίνω γιατί ο Μπουσκέτς πρέπει να χάσει τον τελικό. Είναι κάτι που μας ξαφνιάζει. Ο διαιτητής είναι αυτός που παίρνει τις αποφάσεις στο γήπεδο. Να αφαιρείς τη δυνατότητα να παίξει στον τελικό, ενώ έχει κάνει μια εξαιρετική χρονιά είναι υπερβολικό.
Δεν ξέρω τι είπε ο Μπουσκέτς, αλλά είναι πράγματα που συμβαίνουν συνέχεια στο ποδόσφαιρο. Αν βάλουμε μια κάμερα μπροστά στον κάθε ποδοσφαιριστή θα γίνουμε τσίρκο.»
Σύμφωνα με τον σενιόρ Μπερτομέου δηλαδή, αν κάποιος κάνει καλή χρόνια δεν έχει σημασία τι έχει κάνει, πρέπει να παίξει σε έναν τελικό. Επίσης «what happens in Vegas, stays in Vegas» και καλό είναι πράγματα που συμβαίνουν συνέχεια στο ποδόσφαιρο να μην αλλάζουν ποτέ. Μάλιστα…
Έναν ποδοσφαιρικό γύρο πριν και αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα πιο δυτικά από εδώ που είμαι τώρα, σ’ ένα μπαρ στην παλιά πόλη του Σαν Σεμπαστιάν ανάμεσα από εκατοντάδες στοιβαγμένους Βάσκους που παρακολουθούσαν το τοπικό ντέρμπι Ρεάλ Σοσιεδάδ – Αθλέτικ Μπιλμπάο, άκουσα για πρώτη φορά από τον μπάρμαν – που δεν τον λες κι ακριβώς μπάρμαν με την κλασσική Ελληνική ερμηνεία της λέξης, αναλογιζόμενος ότι περισσότερο ασχολιόταν με τον ανεφοδιασμό των μεζέδωνtapas pintxos παρά με το κλασσικό σερβίρισμα ποτού – του μαγαζιού την Βάσκικη οπτική ενός ποδοσφαιρικού ντέρμπι.
Ήταν Κυριακή βράδυ, 5 Δεκεμβρίου και ο Πάμπλο μου εξηγούσε με σπαστά, πειραματικά Αγγλικά βγαλμένα από καλοκαιρινό Ελληνικό καμάκι παλιότερων δεκαετιών (στα οποία όμως αντιδρούσα δεκτικά σαν Βαλκάνια τουρίστρια σε Ελληνικό νησί που έχει έρθει αποφασισμένη να γνωρίσει τον φημισμένο Έρωτα ή οποιονδήποτε τέλος πάντων έχει την ικανότητα να την παραμυθιάσει ότι είναι απόγονος του) την απίστευτη σύμπτωση που κρυβόταν στο γεγονός ότι ρωτούσα με τόση περιέργεια να μάθω γιατί το κλίμα στην πόλη ήταν τόσο φιλικό την μέρα ακριβώς που συμπληρωνόταν 35 χρόνια από ένα απ’ τα ιστορικότερα παιχνίδια των δυο ομάδων. (Ο Πάμπλο ισχυριζόταν ότι βρισκόταν στις κερκίδες σ’ εκείνο το παιχνίδι. Η ηλικία του δεν αποκλείει την περίπτωση αυτή αλλά έχοντας καεί με τον Ελληνικό χυλό της «γενιάς του Πολυτεχνείου» επιλέγω να μην το εκλάβω και ως δεδομένο. Είπαμε «ευκολόπιστος τουρίστας» αλλά ας κρατήσουμε και κάποια όρια.)
Τότε, το μακρινό 1975, ελάχιστες μέρες μετά τον θάνατο του Φράνκο κι ενώ η Βάσκικη σημαία (όπως και η Βάσκικη γλώσσα φυσικά) παρέμενε παράνομη, όπως σε όλη την διάρκεια της δικτατορίας – μετατρέποντας τα γήπεδα της Χώρας των Βάσκων αλλά και της Καταλωνίας σε μοναδικούς χώρους αντίστασης και διατήρησης των τοπικών παραδόσεων και χαρακτηριστικών -, οι αρχηγοί των δυο ομάδων, ο τερματοφύλακας της Αθλέτικ Jose Angel Iribar κι ο αμυντικός της Σοσιεδάδ Inaxio Kortabarria εμφανίστηκαν στον αγωνιστικό χώρο με μια ikurrina την οποία και τοποθέτησαν ευλαβικά στο κέντρο του γηπέδου, εν μέσω αποθέωσης από τους οπαδούς και των δυο ομάδων, βάζοντας τέλος, αυθαίρετα βέβαια και με λίγη δόση ρίσκου, σε μια μεγάλη περίοδο διωγμών και ανελευθερίας την οποία αδυνατείς να κατανοήσεις πλήρως αν δεν την ζήσεις.
SOMBRERO : Όταν ένας ποδοσφαιριστής "τσιμπάει" την μπάλα πάνω από το κεφάλι ενός ανυποψίαστου αντιπάλου και την ξανά παίρνει περνώντας την από πίσω του. Σύμφωνα με τους Λατινοαμερικάνους ο όρος προέρχεται από το περίγραμμα που σχηματίζεται από την πορεία της μπάλας στον αέρα και την πορεία του παίκτη γύρω από τον αντίπαλό του. Το σχήμα ενός "σομπρέρο"!