Τα πράγματα στον αγωνιστικό χώρο ζορίζουν, η ομάδα χρειάζεται επειγόντως την συνεισφορά σου, πρέπει να κάνεις κάποια αλλαγή, να δώσεις μια ώθηση στους παίκτες σου. Κοιτάς τον πάγκο σκεπτικός και προβληματισμένος…
…χαμογελάς πλατιά, οι κόρες των ματιών σου διαστέλλονται, τρίβεις τα χέρια σου με ικανοποίηση και σκέφτεσαι: «Είναι αυτός ο πιο γαμάτος πάγκος όλων των εποχών»;
Αίσθηση προκάλεσε σ’ όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο η επίθεση των οπαδών και των παικτών της Σεβίλης κατά του Μουρίνιο, του Ρονάλντο και της Ρεάλ γενικότερα, πριν και κατά την διάρκεια του πρώτου ημιτελικού του κυπέλλου Ισπανίας. Με περίσσεια και υπερβολική ουσιαστικά αυτοπεποίθηση οι παίκτες των Ανδαλουσιάνων κυκλοφόρησαν ένα βίντεο στο οποίο υποσχόταν ότι θα αφήναν άτιτλο τον Μουρίνιο και την Ρεάλ ενώ κατά την διάρκεια της προθέρμανσης οι οπαδοί των γηπεδούχων σήκωσαν και το πανί που βλέπετε παραπάνω στο οποίο ανακοίνωναν στον Ζοσέ ότι «κάθε γουρούνι έχει την δικιά του μέρα», κάνοντας ξεκάθαρο με το απλοϊκό σκίτσο δίπλα ότι η μέρα του αγώνα ήταν ‘η δική του μέρα’.
Μετά απ’ όλα αυτά δεν είναι να απορεί κανείς για το πως κατάφεραν τόσο εύκολα και οι Ισπανοί να βρεθούν στην γαβάθα του ΔΝΤ. Τόση αφέλεια δεν συναντάς ούτε στην κλασσική σκηνή που η Κοκκινοσκουφίτσα βρίσκει τον λύκο στο κρεβάτι της γιαγιάς. Τόσοι ενήλικες άνθρωποι κι ούτε ένας δεν βρέθηκε να εξηγήσει στα υπόλοιπα παλικάρια ότι ο Μουρίνιο τρέφεται από την ζήλεια των ανθρώπων όπως ο Δράκουλας ζούσε από το αίμα των άλλων. Εντύπωση προκαλεί μόνο το γεγονός ότι ο Πορτογάλος αποφάσισε να μην απαντήσει σ’ όλα αυτά στέλνοντας στην συνέντευξη τύπου πριν το ματς τον βοηθό του, κίνηση που – γνωρίζοντας την ζωτική του ανάγκη για πρόκληση και απάντηση, τα δομικά στοιχεία του δικού του ‘κύκλου ζωής’ δηλαδή – υποδηλώνει ότι η γυναίκα και τα παιδιά του πέρασαν μερικές άσχημες στιγμές στο οικογενειακό τραπέζι.
Από την άλλη, ο ψυχολογικός πόλεμος κάποιων οπαδών της Σεβίλης στον Κριστιάνο Ρονάλντο που πραγματοποιήθηκε με τις ιαχές ‘Μέσσι-Μέσσι’ κατά την προθέρμανση του, δεν αποκλείεται να επηρέασαν πράγματι τον Πορτογάλο (που γενικότερα είχε μέτρια εμφάνιση αλλά χωρίς συνέπειες αφού ξελάσπωσε για όλους ο υπό αμφισβήτηση Μπενζεμά) αν αναλογιστεί κανείς πως μιλάμε για ένα άτομο για το οποίο δεν χρειαζόταν η βοήθεια ενός Ισπανού αρχιτέκτονα για να μαντέψουμε ότι έχει γραμμένα τα αρχικά του στην είσοδο του σπιτιού του και σ’ όλα τα μαξιλάρια του ή ότι έχει έναν καναπέ σε σχήμα ‘C’ ή ότι κάθε πρωί αφού φρεσκαριστεί κοιτάει στον καθρέφτη το είδωλο του και εκστασιασμένος το ρωτάει σαν άλλος Buffalo Bill (από την ‘Σιωπή των αμνών’): «Would you fuck me? I’d fuck me. I’d fuck me hard». Όχι, το τελευταίο δεν μπόρεσε να μας το επιβεβαιώσει ο αρχιτέκτονας.
Μπορεί να είναι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο, μπορεί να τρέχει από γκαλά σε γκαλά για να βραβευτεί και να φωτογραφηθεί, μπορεί να είναι θέμα συζητήσεων για το αν πρόκειται να γίνει ο καλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, μπορεί στην ύπαρξη του να παίζονται αμέτρητα εκατομμύρια, μπορεί να τον ακολουθεί μια κάμερα ή μια φωτογραφική σ’ ότι κι αν κάνει εντός και εκτός γηπέδων, μπορεί να βγάζει τον μήνα τόσα πολλά που φτάνουν για να αγοράσουν το σπίτι σου, το εξοχικό σου, το αμάξι και (αναλόγως των χρόνων του έγγαμου βίου σου) την γυναίκα σου, αλλά κατά βάθος ο Λιονέλ Μέσσι είναι ακόμα ένας νεαρός 23 χρονών – είκοσι τριών χρονών! – που πιθανόν στο τέλος κάθε μέρας και λίγο πριν πέσει για ύπνο τηλεφωνεί στην μητέρα του για να συζητήσουν πως κύλησε η μέρα, αν ντύθηκε ζεστά, αν έφαγε καλά κι αν πήρε τηλέφωνο την θεία Ευτέρπη που γιόρταζε.
Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως όταν η «mami» γιόρταζε το Σαββατοκύριακο ο γιος εφάρμοσε έναν ξεχωριστό τρόπο βίντεο-κλήσης για να της ευχηθεί «Χρόνια πολλά» μέσω της τηλεόρασης της. Όλα καλά, όλα γλυκά και στοργικά, οι μάνες και οι ρομαντικές όλου του κόσμου σκουπίζουν τα δάκρυα τους φωνάζοντας στους μαντράχαλους τους «εσύ ανεπρόκοπε, ούτε ένα λουλούδι δεν μου έφερες».
Η Ισπανική ποδοσφαιρική ομοσπονδία όμως δεν φαίνεται να νιώθει από ανθρώπινες σχέσεις και όπως μας πληροφορεί το Reuters τιμώρησε τον Αργεντίνο για την ενέργεια του αυτή να δείξει το φανελάκι που φορούσε κάτω από την μπλούζα με χρηματικό πρόστιμο και με, κατόπιν εορτής, κίτρινη κάρτα (!):
The referee did not book the Argentine forward for the celebration but mentioned the action in his match report.
The federation’s disciplinary committee punished Messi under their article 91.1 for goal celebrations, which carries a fine of between 2000 and 3000 euros, and awarded him a yellow card.
Το παράλογο της όλης υπόθεσης και ενδεικτικό του προβληματικού χαρακτήρα που έχει η διοργανώτρια αρχή του Ισπανικού πρωταθλήματος (σε πάρα πολλά θέματα) είναι ότι λίγα χρόνια πριν σ’ έναν αγώνα Σαραγόσα – Μπαρτσελόνα όταν ο Ετό σηκώθηκε να φύγει από τον αγωνιστικό χώρο μετά από τις αμέτρητες ρατσιστικές ιαχές (μαϊμουδίστικους ήχους) των οπαδών των γηπεδούχων κάθε φορά που ακουμπούσε την μπάλα, η τιμωρία της Σαραγόσα δεν διέφερε αισθητά από την αντίστοιχη του Μέσσι: 9.000 ευρώ!
Κάποια στιγμή θα πρέπει να απασχολήσει το μυαλό κάποιου Ισπανού παράγοντα αυτός ο παραλογισμός…
O Rubén Gracia Calmache, γνωστός ως Cani, απασχόλησε την προηγούμενη βδομάδα τον αθλητικό τύπο της Ισπανίας καθώς ήταν ο άνθρωπος που πέταξε ένα μπουκάλι στον Μουρίνιο, όταν ο τελευταίος πανηγύρισε το 4ο γκολ της Μαδρίτης κόντρα στην Βιγιαρεάλ μπροστά στον πάγκο του «κίτρινου υποβρύχιου»
Αυτή τη βδομάδα, ο Cani βρήκε έναν άλλον, απείρως πιό όμορφο τρόπο, γιά να κρατήσει τα φώτα της δημοσιότητας στραμένα επάνω του.
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 09:02, 17 Ιανουαρίου, 2011
την ώρα που τα μελάνια των κονδυλοφόρων δεν έχουν ακόμα στεγνώσει, τη στιγμή που ο πλανήτης συζητά για το αν έπρεπε να το πάρει ο Μέσσι, αν αδικήθηκε ο Σνάϊντερ κι αν ξενέρωσε ο Τσάβι, ο Ινιέστα εισήγαγε λίγο βόλεϊ στο ανιαρό όπως το κατάντησε αυτός και η ομάδα του άθλημα του ποδοσφαίρου και ο Κεϊτά σαν άλλος … Γκούσταφσον κάρφωσε τη μπάλα δυστυχώς για το βόλεϊ – ευτυχώς για το ποδόσφαιρο πάνω στο … φιλέ.
Σε αναμονή κάποιας κομπίνας πόλο,
ειλικρινά υμέτερος!
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 09:35, 13 Ιανουαρίου, 2011
Τέτοιες μέρες πρόπερσι, η Αγγλική Daily Mail σ’ ένα άρθρο της για την βράβευση του καλύτερου παίκτη του 2008 χρησιμοποίησε τον πιο άμπαλο τίτλο στην ιστορία της τυπογραφίας: «The best players of the world (and Xavi)«.
Ο Τσάβι, θα πλησιάσει ήρεμα το κουβάρι των παικτών που αποθεώνουν τον σκόρερ, θα του χτυπήσει φιλικά την πλάτη, χαμογελώντας, και μετά με χαρακτηριστική κίνηση θα προτρέψει και τους υπόλοιπους να γυρίσουν πίσω από την σέντρα για να συνεχιστεί το παιχνίδι.
Μετά το τέλος του αγώνα και όταν ερωτηθεί για το ενδεχόμενο να κατακτήσει την ‘Χρυσή μπάλα’, ο Τσάβι θα απαντήσει με ώριμη ειλικρίνεια: «Δεν νομίζω πως την αξίζω. Εντάξει, κατέκτησα ένα Euro, αλλά είμαι ομαδικού τύπου παίκτης. Χωρίς τους συμπαίκτες μου δεν θα ήμουν τίποτα»!
Δυο χρόνια μετά ο Τσάβι είναι πάλι εκεί, είναι πάλι στους χαμένους αλλά δόξα τω Μαραντόνα δεν πρέπει να υπάρχει πλέον άνθρωπος στον πλανήτη που δεν έχει αντιληφθεί έστω και στο ελάχιστο ότι ο ήρεμος αυτός βραχύσωμος τυπάκος με το χαμηλών τόνων προφίλ που πριν λίγο καιρό σμπαράλιασε όλα τα ποδοσφαιρικά στατιστικά πασάροντας σ’ ένα παιχνίδι περισσότερες φορές απ’ ότι όλοι οι παίκτες της αντίπαλης ομάδας μαζί (!), είναι την δεδομένη στιγμή ο μεγαλύτερος εκφραστής της φιλοσοφίας «η ομορφιά βρίσκεται στην απλότητα». Παγκοσμίως. Σε όλες τις τέχνες! Μια εν κινήσει πάσα 20 μέτρων του Τσάβι ανάμεσα από οχτώ αντίπαλα πόδια που καταλήγει σ’ αυτό το χωροχρονικό σημείο του γηπέδου που κάνει την δουλειά του σκόρερ μια τυπική διαδικασία ρίχνει στο καναβάτσο οποιαδήποτε απλή (και υπερτιμημένη) γραμμή έχει ζωγραφίσει ο Μιρό σ’ έναν κατάλευκο καμβά.
Μέσα σε εκατοστά του δευτερολέπτου, με την μπάλα και τα πόδια του σε κίνηση, θα υπολόγισε πράγματα που ακόμα κι εγώ, από την άνεση του καναπέ μου με την πανοραμική λήψη, δεν μπορούσα να εντοπίσω. Γιατί, πίσω απ’ όλα αυτά βρίσκεται μια αποστομωτική ποδοσφαιρική σταθερά, που αγγίζει τα μεγέθη του Τσακ Νόρις: Ο Τσάβι ξέρει. Πάντα.
Γιατί, όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται, ο Τσάβι ήταν η απάντηση πριν καν πρώτο-δημιουργηθεί η ερώτηση: «Τι, σκατά, σημαίνει ‘εγκεφαλικός παίκτης’»!
Αν έπρεπε να παραλληλιστεί με κάποιον καλλιτέχνη, ο Τσάβι πιθανότατα θα χαρακτηριζόταν ως το αντίστοιχο των Πίνκ Φλόιντ στο ποδόσφαιρο. Αλλά όχι οι Πίνκ Φλόιντ της πρώιμης, πειραματικής και ψυχεδελικής εποχής. Οι ώριμοι και κατασταλαγμένοι Πίνκ Φλόιντ της μετά-Μπάρετ εποχής, με τις απλές αλλά συγχρόνως τόσο σύνθετες και όμορφες μελωδίες, η μπάντα που δεν χρησιμοποιούσε ούτε μια περιττή νότα, ούτε μια φλύαρη πρόταση, ούτε ένα αχρείαστο ριφάκι.
Ποιον προσέχω: Τον Τζον Στόκτον του ποδοσφαίρου. Τον άνθρωπο που μικρός έπεσε στην χύτρα του αλτρουισμού. Τον παίκτη που πασάρει καλύτερα κι απ’ την σκέψη του. Τον Τσάβι. (Θα το κάνεις θέλεις, δεν θέλεις, καθώς το όνομα του θα ακουστεί περισσότερες φορές κι απ’ τις κοτσάνες των Βερνικοθεοφιλόπουλων).
«Ο Τσάβι παίζει στο μέλλον» είχε σχολιάσει πριν λίγο καιρό ο Ντάνι Άλβες κι αυτό τα περικλείει όλα για τον Ισπανό που όπως φαίνεται θα συνταξιοδοτηθεί χωρίς κανένα απ’ τα μεγάλα ατομικά βραβεία στο ενεργητικό του. Αλλά μεταξύ μας τώρα: Ένας άνθρωπος που δηλώνει «χρειάζομαι συμπαίκτες, ανθρώπους για να συνεργαστώ. Χωρίς αυτούς το παιχνίδι δεν έχει κανένα νόημα. Είμαι ένα τίποτα αν αυτοί δεν κάνουν κίνηση ώστε να γίνουν διαθέσιμοι» δεν έχει ανάγκη κανένα χρυσό διακοσμητικό για το ράφι του. Δεν παίζει για να σκοράρει, δεν παίζει για να διακριθεί. Αλλά παρ’ όλα αυτά, ακόμα και χωρίς ατομικά βραβεία στο βιογραφικό του, η υστεροφημία είναι δεδομένη. Και ο Έννιο Μορικόνε παραμελήθηκε τόσες φορές από την Ακαδημία Κινηματογράφου μένοντας – σκανδαλωδώς – χωρίς Όσκαρ αλλά κανένας ποτέ δεν θα τολμήσει να αμφισβητήσει έστω και μια νότα του.
Το έχουμε επιβεβαιώσει ότι το παλικάρι δεν πάει καλά εδώ και καιρό, είναι σίγουρα όμως ευτυχισμένος. Η καινούρια του ασχολία είναι να δημιουργεί αγωνία στους συμπαίκτες τους και στους οπαδούς της Μπάρσα στο τουίτερ. Ο Πικέ λοιπόν πόσταρε την παραπάνω φωτογραφία στο τουίτερ του με το σχόλιο:
Tweet Πικέ: «Ποιος παίχτης της ομάδας είναι ικανός να φορέσει αυτά τα παπούτσια;»
Ο Ζεράρ δεν αντέχει όμως και ξανασχολιάζει…
Tw Πικέ: «Όταν τα είδα νόμισα ότι ήταν του Πουγιόλ. Γιατί πήγε στο ζωολογικό κήπο μερικές βδομάδες πριν και θα μπορούσε να τα είχε αγοράσει εκεί χαχαχα.»
Ο γίγαντας Κάρλες Πουγιόλ δεν αντέχει και τσιμπάει απαντώντας:
Tweet Πουγιόλ (στον Πικέ): «Είναι από έναν παγκόσμιο πρωταθλητή; Οοοοοο moc moc»
Άλλο που δεν θέλει ο Πικέ να ασχολούνται μαζί του. Tweet Πικέ: «Δεν μπορώ να το διανοηθώ ότι ορισμένοι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι δικά μου. Είστε τρελοί;;; Μoc moc.»
Το βράδυ περνάει κι ο Πουγιόλ έχει μπει για καλά στο κλίμα:
Tweet Πουγιόλ (στον Πικέ): «Καλημέρα. Η έκπληξη του Πικέ είναι ότι είναι δικά του !!! Δεν θέλει να το παραδεχτεί αλλά είναι δικά του.»
Tweet Πικέ (στον Πουγιόλ): «@Kάρλες Πουγιόλ ψεύτη!!! Είναι αδύνατο, είναι πολύ μικρά. Θα σου δώσω ένα πολύ σημαντικό στοιχείο. Είναι νούμερο 40. Ποιανού μπορεί να είναι;»
Tweet Πικέ: «Θα σου δώσω 5 ονόματα. Είναι ενός από αυτούς. Μαστσεράνο, Κεϊτά, Ντάνι Άλβες, Βίγια και Μπόγιαν. Ποιος μπορεί να είναι;»
Ο Πουγιόλ τσιμπάει και πάλι:
Tweet Πουγιόλ: «Δεν είναι ο Μπόγιαν σίγουρα. Άρα μένουν 4.» (άγνωστο αν η σιγουριά του Πουγιόλ είναι επειδή ξέρει τι ψωνίζει ο Μπόγιαν ή απλά δεν τον θεωρεί τόσο καραγκιόζη ώστε να αγοράσει τέτοια παπούτσια).
Προφανώς τα τηλέφωνα παίρνουν φωτιά γιατί ο Πουγιόλ επιστρέφει ξανά λέγοντας ότι δεν είναι ούτε του Κεϊτά.
Tweet Πικέ: «Μένουν μόνο 3. Είμαι σε διαπραγματεύσεις μαζί του για να το αποκαλύψει ο ίδιος».
Tweet Πουγιόλ (στον Πικέ): «Ούτε ο Μαστσεράνο είναι»
Κι έτσι το μυστήριο συνεχίζεται στα αποδυτήρια της Μπαρσελόνα. Ραδιοφωνικός σταθμός αποκάλυψε ότι είναι του Βίγια, αλλά μέχρι να το επιβεβαιώσει ο Πικέ δεν πιστεύουμε τίποτα. Για όσους μερακλήδες ενθουσιάστηκαν από τα παπούτσια να πούμε ότι είναι από την φθινοπωρινή κολλεξιώ 2010 (δηλαδή εκτός μοδός πλέον) του Κριστιάν Λουμπούτιν (ξαδέρφου του δικού μας Λουμπούτη προφανώς) και είναι τα λεοπαρδαλέ σνίκερς του.
Βολτάροντας σε μια προαστιακή συνοικία της Βαρκελώνης πριν μερικά χρόνια ένας γραφικός ηλικιωμένος, βγαλμένος κατ’ ευθείαν από αριστουργηματικό ταινιάκι της Pixar, με σταμάτησε για να με ρωτήσει κάτι. Φορώντας το πιο χαμογελαστό και ταυτόχρονα απολογητικό προσωπείο μου και μην έχοντας καταλάβει γρι απ’ όσα μου είπε, του απάντησα ότι δυστυχώς δεν μιλάω Ισπανικά. Πριν προλάβω καν να ολοκληρώσω την πρόταση μου η καλοσυνάτη φάτσα του είχε ήδη σκιαχτεί, αντίδραση που τελικά αποδείχτηκε απλά το προεόρτιο της θυμωμένης απάντησης που ακολούθησε: «Ούτε κι εγώ μιλάω Ισπανικά»!
Μπορεί τα Χριστούγεννα να είναι περίοδος ξεκούρασης για τα περισσότερα πρωταθλήματα στον κόσμο, αλλά σ’ αυτό το μείγμα φυλών που συγκεντρωτικά ονομάζουμε Ισπανία είναι η μοναδική περίοδος του χρόνου κατά την οποία οι εθνικές ομάδες των αυτόνομων κοινοτήτων της – οι οποίες όντας μη αναγνωρισμένες από την FIFA δεν επιτρέπεται να αγωνίζονται σε διεθνείς διοργανώσεις – μπορούν να δώσουν το ένα και μοναδικό φιλικό παιχνίδι που τους έχει επιτρέψει να παίζουν η κυβέρνηση της Ισπανίας, παιχνίδι που συνήθως διεξάγεται απέναντι σε χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Στην Βαρκελώνη, η εθνική Καταλωνίας του περήφανου και θυμωμένου παππού της παραπάνω ιστορίας και των αρκετών αστέρων της Μπαρτσελόνα, υποδέχτηκε την Ονδούρα την οποία φιλοδώρησε εύκολα με τέσσερα γκολ, με μεγάλο πρωταγωνιστή τον Μπόγιαν. Στο Μπιλμπάο σήμερα, η ομάδα των Βάσκων φιλοξενεί την Βενεζουέλα σ’ ένα παιχνίδι αφιερωμένο στον πρόσφατα αποχωρήσαντα από την ενεργό δράση, θρύλο της Αθλέτικ, Γιοσέμπα Ετσεμπερία. Προχθές στην Γαλικία, τέλος, η ομάδα της περιοχής αντιμετώπισε την εθνική της Παλαιστίνης, μια ομάδα αναγνωρισμένη μεν από την FIFA αλλά με διαφορετικού είδους προβλήματα (και θέμα ολόκληρου ντοκιμαντέρ παλιότερα).
- Πολιτισμός είναι να είσαι οπαδός της Εσπανιόλ, να γεμίζεις το γήπεδο σου περιμένοντας με ενθουσιασμό και υψηλές προσδοκίες που γεννήθηκαν από την εξαιρετική φόρμα της ομάδας – 4η θέση στο πρωτάθλημα και 7-0-0 εντός έδρας με 12-2 γκολ μέχρι εχθές!-, την μισητή συμπολίτισσα Μπαρτσελόνα για να την ‘προσγειώσεις’ απότομα όπως έχεις κάνει κάμποσες φορές στο παρελθόν, αυτή να σε ισοπεδώνει σκοράροντας 5 φορές και χάνοντας άλλες τόσες κλασσικές ευκαιρίες (Κάνοντας σε για πολλοστή φορά να συνειδητοποιήσεις ότι τέτοιο βαρύγδουπο απόηχο εντυπώσεων σαν αυτόν που προκαλεί η ομάδα του Γκουαρντιόλα μετά από σχεδόν κάθε ματς της, προκαλούσε μόνο εκείνη η παρέα υπεράνθρωπων Αμερικανών που μαζεύτηκαν το 1992 – συμπτωματικά στην Βαρκελώνη – για να δείξουν σ’ όλο τον πλανήτη ότι υπάρχουν δυο κατηγορίες μπασκετμπολιστών, όπως ακριβώς υπάρχουν δυο κατηγορίες καλλιτεχνών: οι ταλαντούχοι και όλοι οι άλλοι.) κι όμως κάπου εκεί στο τελευταίο πεντάλεπτο, εσύ να έχεις το κουράγιο, την διάθεση και τα κάκαλα να υπερνικήσεις τον σμπαραλιασμένο σου ποδοσφαιρικό εγωισμό και το εκ γενετής μίσος που τρέφεις για οτιδήποτε μπλαουγκράνα και να σηκωθείς όρθιος για να αποθεώσεις κανονικότατα μαζί με σχεδόν όλους τους συν-οπαδούς σου και τους παίκτες της ομάδας σου, έναν «απ’ αυτούς» που έβγαινε αλλαγή, απλά και μόνο γιατί δεν ξεχνάς ότι στην μεγαλύτερη στιγμή της ποδοσφαιρικής ιστορίας της Ισπανίας αυτός δεν ξέχασε τον αδικοχαμένο αρχηγό σου.
«Τίποτε δεν είναι πιο ενοχλητικό από το να παρακολουθείς κάποιον να κάνει κάτι που εσύ είχες ισχυριστεί πως δεν μπορεί να γίνει.»
Το να βρεθείς απλά και μόνο στο Σαν Σεμπαστιάν είναι λόγος για να αισθάνεσαι τυχερός. Το να βρεθείς στο Σαν Σεμπαστιάν την μέρα που διεξάγεται το μεγαλύτερο ντέρμπι των Βάσκων μεταξύ της ομάδας της πόλης, δηλαδή της Ρεάλ Σοσιεδάδ και της Αθλέτικ του Μπιλμπάο και μάλιστα για πρώτη φορά από την περίοδο 06-07′ (αφού τα επόμενα χρόνια η Ρεάλ έπαιζε στην δεύτερη κατηγορία) είναι λόγος για να αισθάνεσαι πιο τυχερός κι απ’ τον Γκαστόνε. Το να μην βρεις εισιτήριο για το παιχνίδι είναι απλά το αναμενόμενο απογοητευτικό αντιστάθμισμα για να επιστρέψεις σε κλασσικές μοιρολατρικές κοσμοθεωρίες του στυλ «η ζωή είναι ρουφιάνα».
Αρκετές ώρες πριν την σέντρα του αγώνα κατευθύνομαι προς το Ανοέτα για να αγοράσω ένα εισιτήριο για το παιχνίδι για το οποίο ζει κυριολεκτικά όλη η πόλη από το πρωί. Καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής μέχρι το γήπεδο, μετράω λεκτικές ‘χυλόπιτες’ για κανένα περισσευούμενο εισιτήριο από οπαδούς και των δυο ομάδων – απ’ όσους τουλάχιστον είχαν την στοιχειώδη γνωστική ικανότητα να αναγνωρίσουν κάποιες βασικές Αγγλικές λέξεις όπως «game», «tickets», «tonight», «stadium» (Στην Ισπανία συνειδητοποιείς ότι η Ελλαδίτσα, αυτό το συνονθύλευμα απολίτιστων σταρχιδιστών, σε σχέση με πολλές ‘πολιτισμένες’ χώρες αποτελεί γλωσσικό παράδεισο όπου κουτσά-στραβά, με λίγη καλή διάθεση μπορείς να συνεννοηθείς έστω στα Αγγλικά: «Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει, μα κόκαλα τσακίζει, με yes και sorry και λοιπά και με σπασμένα Αγγλικά..»).
Στα εκδοτήρια ένας νεαρός με πληροφορεί ότι τα εισιτήρια που είχε στην διάθεση του έχουν εξαντληθεί. Τον ρωτάω αν υπάρχει περίπτωση να βρω κάπου αλλού γιατί θέλω πολύ να δω το ματς και… ως εκ θαύματος – όπως θα σκεφτόταν η αγαθή γιαγιά που καθόταν τότε δίπλα μου στο Χαριλάου – ανακαλύπτει ένα τελευταίο κάπου εκεί γύρω στο γραφείο του. Διστακτικά-διστακτικά ρωτάω την τιμή του. «Nineteen euros». Ευτυχία! Όλο το σύμπαν έχει συνωμοτήσει για να γραφτεί αυτό το ταξίδι στο Hall of fame των ταξιδιών. Ο επαγγελματίας μπουρδολόγος Κοέλιο έπεσε για πρώτη φορά μέσα. «Νineteen;» τον ρωτάω για επιβεβαίωση ενώ ήδη ετοιμάζομαι να βγάλω τα λεφτά. «Oh, no, no. Sorry, my fault. Ninety!» μου απαντάει κι όλη η συμπάθεια που έτρεφα για τους Βάσκους τόσα χρόνια κλονίζεται μέσα σε μια στιγμή. 90 ευρώ; Χέσε μας ρε Κοέλιο.
Μακριά από το Ανοέτα και τους κερδοσκόπους του, στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης οπαδοί και των δυο ομάδων τα πίνουν (με συνοδεία πάντα των ντόπιων μεζέδων, που εκεί αποκαλούνται pintxos) από το πρωί κυριολεκτικά δίπλα-δίπλα. Το Βάσκικο ντέρμπι πρέπει να είναι το μοναδικό ντέρμπι σ’ όλη την υφήλιο που δεν περιτριγυρίζεται από μίσος. Πάνω απ’ όλα και οι δυο είναι Βάσκοι κι αυτή η τοπικιστική αγάπη υπερισχύει της ποδοσφαιρικής αντιπαλότητας. Η πρώτη έκπληξη έρχεται όταν βλέπεις παρέες αποτελούμενες από ανθρώπους που φοράνε και μπλε και κόκκινα. Η δεύτερη έρχεται όταν βλέπεις ζευγάρια ή οικογένειες που κυκλοφορούν στον δρόμο φορώντας ο καθένας τα διακριτικά της δικιάς του ομάδας. Η τρίτη όταν βλέπεις δυο γιαγιάδες να βολτάρουν στην πόλη, η μια φορώντας την μπλούζα της Ρεάλ και η άλλη με την σημαία της Αθλέτικ στο χέρι (εικόνα που αυτόματα αναρριχάται στην δεύτερη θέση των πιο γραφικών στιγμών του ταξιδιού στην Ισπανία, πίσω μόνο από τον μικρό θεούλη λαχειοπώλη κάπου σ’ ένα στενό στην Μαδρίτη που φορώντας γυαλιά ηλίου, παρά το γεγονός ότι έβρεχε καταρρακτωδώς, πουλούσε τα λαχεία του ακούγοντας, σχεδόν στην διαπασών από κασετόφωνο συλλεκτικής αξίας, Πίνκ Φλόιντ – και παραδόξως όχι το «Money»). Και η τέταρτη και ισοπεδωτική, που σε κάνει πλέον να διαγράψεις το συγκεκριμένο ματς από την λίστα των κλασσικών ντέρμπι, όταν βλέπεις νεαρό να κυκλοφορεί με μπλούζα Αθλέτικ αλλά καπελάκι και κασκόλ Ρεάλ! Άβυσσος η ψυχή του Βάσκου…
Στο ίδιο σοκάκι εκατοντάδες οπαδοί και των δυο ομάδων, στριμωγμένοι σε βαθμό που δεν μπορείς να περάσεις ανάμεσα τους, φωνάζουν σε συνεργασία κάποια Βασκικά συνθήματα και στην συνέχεια μπαίνουν σε μια άτυπη κόντρα του ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά το όνομα της ομάδας του. «Ρεάλ» – «Αθλέτι» (ειπωμένο έτσι, που το ‘θ’ σχεδόν δεν ακούγεται). Οι φωνές του ενός κατ’ ευθείαν μέσα στον εγκέφαλο του άλλου! Ο Βασκικος ποδοσφαιρικός πολιτισμός στο ύψιστο σημείο του, τόσο ψηλό που θέλεις να σπάσεις εσύ κάτι, μόνο και μόνο για να επέλθει ισορροπία και να μην γείρει ο πλανήτης από το πολύ savoir vivre. Αναπόφευκτα φαντάζομαι μια παραλλαγή της εικόνας που βλέπω με οπαδούς δυο Ελληνικών (και όχι μόνο) ομάδων, στο ίδιο ακριβώς στενάκι: Η αστυνομική αναφορά της ημέρας, γραμμένη με συντομογραφία, θα έφτανε το μέγεθος μιας εγκυκλοπαίδειας.
Λίγο πριν παρατήσουν το κέντρο για να κατηφορίσουν με λεωφορεία προς το γήπεδο, πιάνω κουβέντα με κάποιους οπαδούς της Αθλέτικ που με ρωτάνε από που είμαι. «Από Ελλάδα» τους απαντώ. «Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός» πετάγεται αμέσως ένας εξ αυτών εξαφανίζοντας αμέσως το χαμόγελο του ευτυχισμένου-τουρίστα-που-γνωρίζει-τον-κόσμο που είχα ως τότε. (Σε αντίθεση με άλλους, αυτόν δεν μπορώ να τον κατηγορήσω για την χρόνια κατάσταση στο Ελληνικό ποδόσφαιρο, ειδικά όταν λίγες μόλις μέρες πριν ένα απ’ τα μεγαλύτερα διπλά στην ιστορία του Ελληνικού ποδοσφαίρου δεν ήταν καν πρώτο θέμα σε αρκετές αθλητικές εφημερίδες, γιατί απλά δεν το έκαναν ο Ολυμπιακός ή ο Παναθηναϊκός!) «Άρης» ανταποκρίνομαι και χαμογελάει με έκπληξη. «Atleti – Aris, dos – tres» μου λέει κουνώντας το κεφάλι δείχνοντας εντυπωσιασμένος. Ντος-τρες, σκέφτομαι ευτυχισμένα και αμέσως τον νιώθω σαν αδερφό κι ας συνεννοούμαστε με διάσπαρτες λέξεις στα Αγγλικά και τα Ισπανικά, χωρίς ίχνος σωστής γραμματικής ή συντακτικής συνέπειας, με τέτοιο τρόπο που αν μας άκουγε ένας Άγγλος ή Ισπανός Μπαμπινιώτης θα έκοβε τις φλέβες του με ότι έβρισκε μπροστά του.
Ελάχιστα πριν αποχαιρετιστούμε, ένας άλλος απ’ την παρέα με ρωτάει όλο ενθουσιασμό αν γνωρίζω τον Σαριέγκι. Του απαντάω καταφατικά και μ’ ενημερώνει όλο περηφάνια ότι μικρός έμενε δίπλα του σ’ ένα χωριό κάπου στην χώρα των Βάσκων. «Great player;» ρωτάει ξανά μ’ εκείνο το χαρούμενο και σίγουρο βλέμμα που απλά ζητάει επιβεβαίωση αυτού που ρωτάς. Χαμογελάω διστακτικά και σκεπτόμενος την εικόνα ενός μικρού παιδιού την ώρα που κάποιος το ενημερώνει ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, συμφωνώ μαζί του: «Yes, yes, great player». Φεύγει χαμογελαστός…
Τρελά χρήματα από το Κατάρ για την Μπαρτσελόνα και μάλιστα από το μη κερδοσκοπικό οργανισμό του Σεϊχη Χαμάντ Μπιν Καλιφά προκειμένου το «Qatar Foundation» να εναλλάσσεται στη φανέλα της Μπάρτσα μαζί με το logo της Unicef!
H συμφωνία είναι για πέντε χρόνια μέχρι το 2015 έναντι 33 εκατ. ευρώ το χρόνο, μία από τις μεγαλύτερες στον παγκόσμιο αθλητισμό! Είναι η πρώτη φορά που στο ταμείο της Μπαρτσελόνα θα μπουν χρήματα από διαφήμιση χορηγού στη φανέλα της. Η τρέχουσα συμφωνία με τη Unicef όχι μόνο δεν απέφερε χρήματα στο ετήσιο μπάτζετ αλλά και την ετήσια υποχρέωση της Μπαρτσελόνα να καταβάλλει δύο εκατ. ευρώ το χρόνο στο φιλανθρωπικό οργανισμό.
Το «Qatar Foundation» είναι στην ουσία η… Unicef της Μέσης Ανατολής και πρόκειται για μη κερδοσκοπικό οργανισμό που έχει σαν αποστολή τη δημιουργία κεφαλαίων για την εκπαίδευση, την επιστημονική έρευνα και την ανάπτυξη σε περιοχές με χαμηλή ποιότητα ζωής.
Το 1953 η Πενιαρόλ από την Ουρουγουάη γίνεται η πρώτη ομάδα που αποφασίζει να διαφημίσει στην φανέλα της μια εταιρεία, πολλά χρόνια πριν οι Ευρωπαίοι μυριστούν ότι υπάρχει χρήμα στην υπόθεση «φανέλα». Η διοίκηση κλείνει την συμφωνία και οι παίκτες της Πενιαρόλ εμφανίζονται στον αγωνιστικό χώρο με το όνομα του χορηγού τυπωμένο στις μπλούζες. Όλοι εκτός από έναν που μπαίνει στο γήπεδο φορώντας την κλασσική, παραδοσιακή φανέλα της ομάδας. Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται σε όλα τα παιχνίδια της χρονιάς. «Στο παρελθόν εμάς τους μαύρους (σ.σ. ήταν μαυριδερός με ρίζες από την Αφρική) μας τραβούσαν από ένα χαλκά που μας είχαν περασμένο στην μύτη. Οι καιροί αυτοί έχουν περάσει πλέον» δηλώνει σχετικά.
Ο αντιρρησίας της Πενιαρόλ είναι και αρχηγός της. Είναι ο Ομπντούλιο Βαρέλα. Ο μεγαλύτερος μάγκας ποδοσφαιριστής που εμφανίστηκε ποτέ σ’ αυτόν τον πλανήτη, ο αρχηγός και της εθνικής Ουρουγουάης, αυτός που βγήκε μπροστά με κίνδυνο την καριέρα του στην πρώτη απεργία των Ουρουγουανών παικτών που ζητούσαν βασικά εργασιακά δικαιώματα, ο άνθρωπος που σύμφωνα με τις αμέτρητες ιστορίες-μύθους των Ουρουγουανών κέρδισε σχεδόν μόνος του τον θρυλικό τελικό του μουντιάλ του 1950 μέσα στο κατάμεστο Μαρακανά με τους θρυλικούς μονολόγους του στα αποδυτήρια («όλοι αυτοί στην κερκίδα είναι σαν να είναι ξύλινοι, δεν παίζουν στο χόρτο» ήταν πάνω-κάτω μια από τις πιο ιστορικές ατάκες που χρησιμοποίησε για να εμψυχώσει τους συμπαίκτες του πριν βγουν να παίξουν μπροστά στο μεγαλύτερο κοινό που έχει παρακολουθήσει ποτέ ποδοσφαιρικό αγώνα), την μεγαλειώδη εμφάνιση του στο χόρτο και την πανέξυπνη τεχνητή διακοπή που προκάλεσε μετά το 1-0 όταν μπροστά στα μάτια 200.000 έκπληκτων Βραζιλιάνων που πανηγύριζαν, πήρε την μπάλα, πήγε στον Άγγλο διαιτητή να διαμαρτυρηθεί για οφσάιντ και απαίτησε μέχρι και μεταφραστή για να συνεννοηθεί μαζί του, παγώνοντας έτσι τον ενθουσιασμό των γηπεδούχων και επιτρέποντας στους συμπαίκτες του να συνέλθουν από το γκολ, πριν τους παρασύρει ψυχολογικά το κλίμα του γηπέδου.
Ο Ομπντούλιο δεν ζει πλέον για να δει την τελευταία ‘καθαρή’ φανέλα να στιγματίζεται. Αν και παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους της Ουρουγουάης, πέθανε πάμφτωχος το 1996 έχοντας κερδίσει από το ποδόσφαιρο μόνο το πριμ για την κατάκτηση εκείνου του Παγκοσμίου Κυπέλλου (ούτε καν το χρυσό μετάλλιο δεν πήρε, καθώς η ομοσπονδία της χώρας τα κράτησε γι’ αυτήν, δίνοντας στους παίκτες ασημένια αντίγραφα!), ένα ποσό που έφτανε ίσα-ίσα για να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο Ford του 1931. Κι αυτό του το έκλεψαν μέσα σε μια εβδομάδα.
Το τηλέφωνο χτύπησε ξαφνικά εκείνο το απόγευμα, κάνοντας το Νίκο να πεταχτεί απότομα απ τον καναπέ του όπου τον είχε ψιλοπάρει ο ύπνος. Το νούμερο άγνωστο – καμιά τράπεζα θα ήταν πάλι που δίνει φτηνά καταναλωτικά ή η βόνταφον σκέφτηκε. Ομως το σήκωσε και στην άλλη άκρη της γραμμής δεν ήταν ούτε τράπεζα ούτε η βόνταφον, αλλά κάποιος που τον ήξερε καιρό χωρίς να τον έχει δει ποτέ. Γιά ένα ταξίδι του είπε. Γιά ένα ταξίδι που ήθελε να κάνει χρόνια και που δεν περίμενε ποτέ ότι είχε φτάσει η ώρα.
- Θέλεις να έρθεις στο clasico, τον ρώτησε και ο Νίκος πετάχτηκε επάνω και κόντεψε να βρει με το κεφάλι του το ταβάνι
- Δεν παίζουν μ αυτά τα πράγματα, ψέλλισε. Σοβαρά; Μπορώ να έρθω στο clasico; Ξέρεις, έχω μεγάλο πρόβλημα με τα αεροπλάνα … Γιά την ακρίβεια δεν έχω πετάξει ποτέ μου … Φοβάμαι! Αλλά αν είναι γιά να δω από κοντά τη Μπάρσα στο Camp Nou, χαλάλι. Θα χαπακωθώ και θα έρθω.
- Οφείλω να σου πω πως το ταξίδι είναι ακριβό
- Δεν με νοιάζει. Οσο και να κάνει θα έρθω, μακάρι να μην έχω λεφτά γιά τσιγάρα γιά τρεις μήνες, είπε ο Νίκος.
Οι επόμενες μέρες κύλησαν μέσα σε μιά γλυκειά προσμονή. Ο Νίκος «έψησε» και τη φίλη του να έρθει μαζί του – γιά να υπάρχει κάποιος να του κρατάει το χέρι στο αεροπλάνο και να του δίνει κουράγιο. Δεν πτοήθηκε ούτε όταν η ανεύθυνη ισπανική Λίγκα ανακοίνωσε πως ο αγώνας θα γίνει Δευτέρα λόγω καταλανικών εκλογών. Ο Νίκος πλήρωσε πρόθυμα τη διαφορά στα αεροπορικά και το δωμάτιο. Τίποτα δεν μπορούσε να του χαλάσει τη γιορτή. Ολ αυτά που έβλεπε τόσα χρόνια απ την τηλεόραση, όλ αυτά που ήθελε να ζήσει από κοντά, στο τέλος του μήνα θα γίνονταν πραγματικότητα!
Η μέρα της αναχώρησης έφτασε. Η πτήση θαυμάσια χωρίς αναταράξεις, η παρέα καλή, η πόλη υπέροχη, ο καιρός ιδανικός και στον αέρα μύριζε clasico. Το έβλεπες στα μάτια των περαστικών, στα παιδάκια που έπαιζαν μπάλα στις πλατείες, στους «υπαίθριους» καλλιτέχνες της Ράμπλα, στους τουρίστες και στα σουβενίρ, στις εφημερίδες και τα κανάλια που μετρούσαν τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά.
Ο Νίκος ήταν εκεί και ρουφούσε ηδονικά την κάθε στιγμή του ταξιδιού του και έβλεπε με δέος το Camp Nou ενώ συλλογιζόταν πως σε λίγο θα ήταν κι αυτός εκεί μέσα γιά να τραγουδήσει, να φωνάξει και να δει μερικούς απ τους καλύτερους παίκτες του κόσμου σ ένα μοναδικό παιχνίδι.
Την ημέρα του αγώνα ο Νίκος περίμενε καρτερικά να πιάσει το εισιτήριο στα χέρια του. Ενα τόσο δα χαρτάκι που αργότερα θα το κορνίζωνε και θα κοσμούσε γιά πάντα τον τοίχο του δωματίου του.
Το πρωί πέρασε χωρίς ακόμα να έχει δει το εισιτήριο. Το απόγευμα τους είπαν να μην ανησυχούν. Θα το πάρουν μεταξύ 6 και 7 κοντά στο γήπεδο. Στις 7 τους είπαν πως θα το πάρουν στις 8…
Ο Νίκος δεν μπήκε ποτέ στο Camp Nou. Οι μαυραγορήτες απ το Οσλο προφανώς πούλησαν το εισιτήριό του σε καλύτερη τιμή και τον άφησαν έκεί, στο κρύο και το ψιλόβροχο, έξω απ το γήπεδο, σ ένα ανελέητο βασανιστήριο, να είναι λίγα βήματα μακρυά απ το όνειρό του και να μην μπορεί να τα διαβεί. Ο Νίκος και άλλοι 11 ταξιδιώτες απ την Ελλάδα εγκαταστάθηκαν μπροστά από μιά τηλεόραση καφετέριας και είδαν μιά απ τις μεγαλύτερες νίκες της ιστορίας της ομάδας τους ακούγοντας «ζωντανά» τους πανηγυρισμούς των γκολ. Ο Νίκος δεν οργίστηκε, δεν αγανάκτησε, δεν έβρισε. Μόνο να. Εκεί, λίγο μετά τη λήξη του αγώνα, βλέποντας ένα ατέλειωτο blaugrana ποτάμι να ξεχύνεται στους δρόμους γύρω απ το γήπεδο, να χορεύει και να τραγουδά, δεν άντεξε και ξέσπασε σε δυνατούς λυγμούς. Η προσπάθειά μου να τον παρηγορήσω δεν ήταν ιδιαίτερα πειστική γιατί με είχαν πάρει κι εμένα τα κλάματα. Το μόνο που κατάφερα, ήταν να του δώσω το κίτρινο χαρτάκι που κρατούσα απ τη χορογραφία που κάναμε όταν οι δύο ομάδες μπήκαν στο γήπεδο. Μακάρι να το ήξερα πιό πριν και να μπορούσα να του έδινα και το εισιτήριό μου. Εγώ είχα δει αρκετά clasicos. Εκείνος κανένα. Και είχε κάνει τόσα πολλά γιά να βρεθεί εκεί, χωρίς να του αξίζει να ζήσει αυτό το απίστευτο βασανιστήριο.
Γιά τους χιλιάδες Νίκους αυτού του κόσμου, γιά κείνους που αγαπούν το ποδόσφαιρο και κάποια καθάρματα τους εκμεταλεύονται, γιά τους «συλλόγους» που ανέχονται όλ αυτά γιά να μην πω πως τα δημιουργούν, είναι αφιερωμένο το σημερινό μου κομμάτι. Κάποια στιγμή πρέπει να τελειώνουμε με τη μάστιγα των «νόμιμων» μαυραγορητών, αυτών που καμουφλάρουν το έγκλημα πίσω απ τον καθόλα αθώο τίτλο των «τουριστικών υπηρεσιών».
Στο διάολο καθάρματα!!!
Τάδε έφη: EXARCHIOTIS στις 09:30, 3 Δεκεμβρίου, 2010
Για τους λάτρεις του μινιμαλισμού και για όσους δεν μπόρεσαν να δούνε το χθεσινό παιχνίδι:
Όλο το el clasico σε μια φωτογραφία.
Όλο το el clasico όλη η φιλοσοφία της Μπαρτσελόνα σ’ ένα βίντεο.
Είναι τα πρώτα λεπτά του δευτέρου ημιχρόνου, με το σκορ στο 2-0. Είναι ουσιαστικά η στιγμή εκείνη που όλος – σχεδόν κυριολεκτικά – ο πλανήτης στοιβαγμένος σε σπίτια και καφετέριες περιμένει πως η Ρεάλ θα βγει στο γήπεδο για να προσπαθήσει τουλάχιστον να κάνει την μεγάλη της αντεπίθεση, γιατί έχει μερικούς απ’ τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο, γιατί έχει στον πάγκο της τον καλύτερο προπονητή στον κόσμο που δεν έχει καμία σχέση με τον «λούζερ Βενγκέρ» και τα ρομαντικά κολλήματα του (που αφελώς κατέβασε πέρσι την Άρσεναλ στο Καμπ Νου χωρίς να στήσει λεωφορείο και δεν κατάλαβε από που του ήρθαν τα 4, τα οποία ανεξαρτήτως ποδοσφαιρικής οπτικής παραμένουν πάντα λιγότερα από τα 5!), γιατί είναι 20ποσα παιχνίδια αήττητη φέτος, γιατί ..είναι η Ρεάλ Μαδρίτης ρε αδερφέ, ανανεωμένη και παντοδύναμη.
(Αυτή θα ήταν η φυσιολογική εξέλιξη απέναντι σε οποιονδήποτε αντίπαλο, που έχοντας το σκορ υπέρ του θα περίμενε υπομονετικά τους φιλοξενούμενους να κάνουν την κίνηση τους, ώστε να τους αποτελειώσει σε κάποια αντεπίθεση. Αλλά η Μπάρτσα στο Ελληνικό μυαλό μου δεν είναι mes que un club για λόγους που σχετίζονται με την Καταλωνία. Είναι, γιατί έχει καταφέρει να αναπτύξει το παιχνίδι της σε τέτοιο εξωπραγματικό βαθμό που αδυνατώντας να το καλουπώσεις σε κάποια γνωστή ποδοσφαιρική θεώρηση, απλά το δέχεσαι ως κάτι δικό της. Είναι το ποδόσφαιρο όλων των άλλων, μικρών και μεγάλων, Μουρίνιων και Σούληδων Παπαδόπουλων, που υπόκειται σε κάποιους συγκεκριμένους άτυπους και τυπικούς κανόνες και παραδόσεις και είναι και το ποδόσφαιρο το δικό της, ένα άλλο παιχνίδι, σχεδόν ουτοπικό, στο οποίο δεν υπάρχουν συμβατικά προβλήματα όπως κολασμένες έδρες, πολύ μεγάλος αντίπαλος, χρόνοι προσαρμογής και κλείσιμο στην περιοχή. Δεν υπάρχουν, γιατί δεν τα επιτρέπει να εμφανιστούν.
Είναι ένα ολόκληρο σύστημα, που ξεκινάει από τον τελευταίο κηπουρό στις ακαδημίες και καταλήγει στα πόδια του Μέσσι, το οποίο προσκολλημένο (με τέτοιο τρόπο που θα ζήλευε ακόμα και το ΚΚΕ) στα πιστεύω του και την ποδοσφαιρική κοσμοθεωρία του δεν θα δεχτεί να αλλάξει για κανέναν και για τίποτα, ακόμα κι αν αυτό έχει ως αποτέλεσμα να το εκθέτει μια στο τόσο κάποια Τσέλσι (επί Ράικαρντ) ή κάποια Ίντερ. Είναι ένα σύστημα το οποίο τα τελευταία χρόνια έφτασε στην κορύφωση του προσφέροντας ταυτόχρονα και τα υλικά – από τον δικό του μπαχτσέ – και την συνταγή για το πιο όμορφο ποδοσφαιρικό παγκόσμιο τσιμπούσι όλων των εποχών. Και παρ’ όλους τους χιλιάδες παραλληλισμούς του ποδοσφαίρου της Μπάρτσα με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι ένα σύστημα καθαρά ανθρώπινο κι αυτό είναι η μεγαλύτερη μαγκιά του.)
Ένα σύστημα που μας προσφέρει μια ομάδα η οποία, αγνοώντας επιδεικτικά το μέγεθος οποιουδήποτε αντιπάλου και τα κλασσικά ποδοσφαιρικά πρότυπα που πρέπει να ακολουθηθούν όταν κατεβαίνεις να παίξεις για παράδειγμα στο Μπερναμπέου, το Αλιαντζ Αρίνα, το Εμιρειτς ή όταν είσαι μπροστά στο σκορ απέναντι σε μια πολύ μεγάλη ομάδα, επιτίθεται διαρκώς χρησιμοποιώντας αυτό το εξωγήινο passing game της, που άλλους ενθουσιάζει κι άλλους εκνευρίζει, μέχρι να καταφέρει να βρει την σωστή τρύπα που θα την οδηγήσει και σ’ άλλο γκολ. Κι όλα αυτά, την ώρα που υποτίθεται θα έπρεπε να αμύνεται…
SOMBRERO : Όταν ένας ποδοσφαιριστής "τσιμπάει" την μπάλα πάνω από το κεφάλι ενός ανυποψίαστου αντιπάλου και την ξανά παίρνει περνώντας την από πίσω του. Σύμφωνα με τους Λατινοαμερικάνους ο όρος προέρχεται από το περίγραμμα που σχηματίζεται από την πορεία της μπάλας στον αέρα και την πορεία του παίκτη γύρω από τον αντίπαλό του. Το σχήμα ενός "σομπρέρο"!