Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιστορίες για το τζάκι'

Το μικρότερο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα στον κόσμο

  [1 Σχόλιο]

«Το όνομα μου είναι Τσέσγουορντ. Είμαι ο πρόεδρος του μικρότερου ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος στον κόσμο, του πρωταθλήματος των Νησιών Σίλι. Έχουμε μόνο δυο ομάδες». Έτσι ακριβώς ξεκινάει το επεισόδιο της σειράς διαφημίσεων ‘Dream Big’, που έφτιαξε η Adidas για να προωθήσει μερικά παντελώς άγνωστα πρωταθλήματα του κόσμου, το οποίο είναι αφιερωμένο σ’ αυτά τα μικροσκοπικά νησιά της Μεγάλης Βρετανίας τα οποία βρίσκονται νοτιοδυτικά του αρχιπελάγους της Κορνουάλης.

Χάρη στο πρώτο εισαγωγικό κομμάτι του βίντεο, πληροφορούμαστε πως στο μοναδικό γήπεδο των νησιών οι δυο ομάδες, που αναγκαστικά μονοπωλούν το ενδιαφέρον, βρίσκονται αντιμέτωπες κανονικά κάθε Σαββατοκύριακο είτε για το πρωτάθλημα, είτε για κάποια από τις άλλες διοργανώσεις που προφανώς για λόγους ποικιλίας διατηρούν. Το επίπεδο της γραφικότητας μαγείας αυξάνεται όταν ο πρόεδρος προσθέτει ότι το πρώτο παιχνίδι της χρονιάς είναι το κλασσικό Charity Shield (στο οποίο ο πρωταθλητής της προηγούμενης χρονιάς αντιμετωπίζει τον νικητή του κυπέλλου, ένα ματς στο οποίο ανεξαρτήτως της έκβασης των διοργανώσεων στο τέλος καταλήγουν πάντα να βρίσκονται αντιμέτωποι οι ίδιοι αντίπαλοι) και αγγίζει τα όρια λατρείας όταν από την κάμερα περνάνε οι διάφοροι πρωταγωνιστές των αγώνων αυτών, δηλαδή οι ελάχιστοι διαθέσιμοι παίκτες και οι δυο ηλικιωμένοι διαιτητές: o Ντέιβ Kρότικ και ο (Παύση: Επικό. Απίθανο. Τέλειο. Ασύλληπτο. Βγαλμένο από σενάριο αξιαγάπητου b-movie για κάποιο μικρό χωριό της Βρετανικής επαρχίας που είναι γεμάτο γραφικούς χαρακτήρες. Τέλος παύσης.) Ντέιβ Γκρότικ.

Την ρουτίνα του να βλέπουν οι λιγοστοί κάτοικοι του νησιού τις ίδιες και τις ίδιες μονομαχίες σπάνε κάποια εξτρά παιχνίδια με ομάδες από τις γύρω περιοχές καθώς και ο αγώνας «Μικροί εναντίων μεγάλων» που διεξάγεται την Boxing Day των Άγγλων. Ένα απ’ αυτά τα ματς, στο οποίο συμμετείχαν και διάφοροι παγκόσμιοι σταρ της εταιρείας και του ποδοσφαίρου, όπως ο Βιειρά, ο Μπέκαμ, ο Τζέραρντ και ο Μπάλακ, μπορείς να δεις στα επόμενα κομμάτια του 16λεπτου (συνολικά) επεισοδίου, τα οποία είναι συγκεντρωμένα στην επίσημη σελίδα του πρωταθλήματος, η οποία είναι βγαλμένη από παλιές εποχές του διαδικτύου τότε που η Altavista και η Lycos κυριαρχούσαν στις μηχανές αναζήτησης και η Geocities ήταν η νούμερο ένα επιλογή για να ανεβάσεις την σελίδα σου.

Η ομάδα του Άλεξ Φέργκιουσον

  [4 Σχόλια]

Κυριακή απόγευμα και χάρη σ’ ένα stream που απλόχερα μοιράζει κάποιος φιλάνθρωπος τύπος – που λίγο αργότερα θα αποδειχτεί ελαφρώς μαζοχιστής καθώς, μετά από σχετική υπενθύμιση που έχει βάλει στην τηλεόραση και την οποία θα δούμε όλοι όσοι έχουμε συντονιστεί στο stream του, θα αλλάξει κανάλι την ώρα του αγώνα για να παρακολουθήσει την εκπομπή «Ποδόσφαιρο για παιδιά, με τον Ζοσέ Μουρίνιο» κατά την οποία ο Πορτογάλος διδάσκει σε κάτι 10χρονα πράγματα τα οποία λόγω γλώσσας δεν καταλαβαίνω αλλά υποθέτω ότι αφορούν τα σκοτεινά παιχνίδια συνωμοσίας της τριάδας UEFA-Μπαρτσελόνα-UNICEF, η οποία ως γνωστόν ελέγχει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο – χαζεύω τους παίκτες της Άρσεναλ και της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που συγκεντρώνονται στα αποδυτήρια για να βγουν στον αγωνιστικό χώρο του Emirates Stadium. Ανάμεσα στις καθιερωμένες χειραψίες και στις κλασσικές ψυχολογικές παραινέσεις ο Γουέλμπεκ χειρονομεί, σαν να δίνει οδηγίες, στον Γκίγκς. Ο Ράιαν Γκίγκς είναι πλέον στα 39 του, ζωντανός και ενεργός θρύλος της ομάδας. Ο Ντάνι Γουελμπεκ είναι ακόμα στα 21.

(Μερικά χρόνια πριν, σύμφωνα πάντα με μια ιστορία που κυκλοφορεί αλλά κανείς ποτέ δεν έχει επιβεβαιώσει επίσημα, ο Άλεξ Φέργκιουσον βρισκόταν στο εστιατόριο των εγκαταστάσεων της Γιουνάιτεντ μιλώντας μ’ ένα φίλο όταν παρατήρησε ένα μικρό σκηνικό που διαδραματίστηκε στην ουρά που είχαν σχηματίσει οι νεαροί παίκτες των ακαδημιών που περίμεναν να γεμίσουν το δίσκο τους. Λίγο πριν παραγγείλει ο πιτσιρικάς Ρόμπι Μπράντι ο Κριστιάνο Ρονάλντο, που λίγο καιρό πριν είχε κατακτήσει τη ‘Χρυσή μπάλα’, μπήκε στην αίθουσα, πήρε ένα δίσκο και προσπερνώντας την ουρά εξυπηρετήθηκε αμέσως την ίδια ώρα που ο Μπράντι παρέμενε σιωπηλός, κοιτώντας τον απλά με θαυμασμό.

Λίγο αργότερα ο Φέργκιουσον κάλεσε τον 16χρονο νεαρό και τον ρώτησε γιατί άφησε τον Πορτογάλο να παραγγείλει πριν απ’ αυτόν. «Μα, είναι ο Ρονάλντο» ψέλλισε ο νεαρός Ιρλανδός εξτρέμ. «Είσαι εδώ πέρα για να του πάρεις τη θέση. Μην σε ξαναδώ να το κάνεις αυτό» απάντησε αυστηρά ο Σερ Άλεξ, συμπυκνώνοντας σε μια απλή και κοινή ατάκα ένα σημαντικό τομέα της ποδοσφαιρικής του φιλοσοφίας.)

Το τέλος του σημερινού αγώνα βρήκε την Γιουνάιτεντ νικήτρια με 2-1. Ο Ράιαν Γκίγκς έκανε την ασίστ για το πρώτο γκολ και όπως σε κάθε παιχνίδι μόχθησε/πίεσε/έτρεξε όπως απειροελάχιστοι 39χρονοι θρύλοι θα μοχθούσαν/πίεζαν/έτρεχαν ποτέ. Ο Ντάνι Γουελμπεκ πέτυχε το νικητήριο γκολ που κράτησε την ομάδα στη μάχη του τίτλου. Ο Άλεξ Φέργκιουσον πρέπει να έμεινε ικανοποιημένος.

Γκρεμίζοντας το «δεύτερο σπίτι σου»

  [1 Σχόλιο]

Δεν ήταν πάνω από 45 χρονών. Ήταν ντυμένος προσεγμένα, φορούσε γυαλάκια και αν έπρεπε να ποντάρω κάπου τα ελάχιστα ευρώ που μου είχαν απομείνει, θα στοιχημάτιζα ότι είναι γιατρός και θα το κάλυπτα μ’ ένα μικρότερο ποντάρισμα σε κάποιο άλλο από τα κλασσικά ευυπόληπτα επαγγέλματα της σύγχρονης εποχής, όπως «επενδυτής». Προσφέρθηκε να με βοηθήσει όταν είδε την κωμικοτραγική συζήτηση μου με μια θεία της περιοχής που βρίσκεται το Βιθέντε Καλντερόν κατά την οποία εγώ προσπαθούσα να μάθω πως θα βρω μια οποιαδήποτε στάση του μετρό κι αυτή πιθανόν μου εξηγούσε με ύφος πραγματικά απολογητικό και θλιμμένο ότι δεν έχει δει τον σκύλο μου ή κάτι τέτοιο που ποτέ δεν κατάλαβα και ποτέ δεν θα αποσαφηνιστεί. Πριν με στείλει προς την σωστή κατεύθυνση πιάσαμε κουβέντα επηρεασμένοι από το γεγονός ότι αυτός κρατούσε σακούλα από την μπουτίκ της Ατλέτικο κι εγώ φορούσα ακόμα το χαμόγελο του περιπλανώμενου Αρειανού που σχεδόν μια εβδομάδα πριν «είχε πάρει το διπλό» λίγα μέτρα παραπέρα από εκεί.

Κάποια στιγμή η κουβέντα έφτασε στο γήπεδο. Του είπα πως μ’ εντυπωσίασε η ηχητική του και πριν προλάβω να προσθέσω κι άλλες εντυπώσεις με διέκοψε ενημερώνοντας με πως θα γκρεμιστεί σύντομα για να πάει η ομάδα σ’ ένα μεγαλύτερο γήπεδο σε άλλο μέρος, μια πληροφορία τόσο άκαιρη που ήταν σαν πίκρα την οποία ήθελε να βγάλει με κάθε τρόπο και προς οποιονδήποτε αποδέκτη. Κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου του απάντησα μια τυπική μπούρδα, του στυλ «έτσι είναι η ζωή» μ’ ένα μικρό γαρνίρισμα «θα αυξηθούν και τα έσοδα της ομάδας». Ακολούθησαν μερικά λεπτά μιας εκ βαθέων εξομολόγησης κατά την οποία η έκφραση ‘είναι το δεύτερο σπίτι μου΄ακούστηκε πάνω από δυο-τρεις φορές και η οποία έκλεισε με την αλησμόνητη φράση «τι να το κάνω το κωλοπάρκο εδώ πέρα, εγώ μένω στην άλλη άκρη της πόλης κι όμως κάνω ολόκληρο κύκλο και περνάω κάθε μέρα σχεδόν με το αμάξι κάτω από την κερκίδα (είναι όπως ακριβώς διαβάζεται: ο δρόμος περνάει κάτω από την κερκίδα) μόνο και μόνο για την αίσθηση του γηπέδου. Για να το νιώσω».

Ήταν Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2010 όταν κάναμε αυτήν την συζήτηση. (Και έβρεχε καταρρακτωδώς, αν αυτή η πληροφορία μπορεί να προσθέσει λίγο δράμα ακόμα στην ελαφρώς γραφική αλλά αληθινά εξομολογητική σκηνή.) Στις 5 Δεκεμβρίου 2011 η Ατλέτικο Μαδρίτης ανέβασε στο ίντερνετ το επίσημο, άκρως εντυπωσιακό, 3D βίντεο του νέου της γηπέδου που θα είναι έτοιμο σε λίγα χρόνια. Αν ήξερα το e-mail του συναισθηματικού Ισπανού εκείνη τη μέρα θα του έστελνα να διαβάσει ένα γράμμα που έγραψε πριν πολλά χρόνια ο συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο στον επίσης συγγραφέα Εντουάρντο Γκαλεάνο, το οποίο συμπεριλήφθηκε και στο βιβλίο του δεύτερου «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου»:

Αγαπητέ Εντουάρντο

Τις προάλλες ήμουν στο «Carrefour», εκεί που άλλοτε ήταν το γήπεδο της Σαν Λορένσο. Ήμουν μαζί με τον Χοσέ Σανφιλίππο, τον ήρωα των παιδικών μου χρόνων, που υπήρξε πρώτος σκόρερ της Σαν Λορένσο επί τέσσερις συνεχείς αγωνιστικές περιόδους. Περπατούσαμε ανάμεσα στις γόνδολες, περιτριγυρισμένοι από κατσαρόλες, τυριά και πλεξούδες από λουκάνικα. Ξαφνικά, ενώ πλησιάζαμε στα ταμεία, ο Σανφιλίππο ανοίγει τα χέρια του και μου λέει: «Φαντάσου, εδώ κάρφωσα τον Ρόμα, σ’εκείνον τον αγώνα με την Μπόκα». Προσπερνάει μια χοντρή, που σέρνει ένα καροτσάκι γεμάτο με μπριζόλες, κονσέρβες και λαχανικά, και λέει: «Ήταν το πιο γρήγορο γκολ που μπήκε ποτέ».

Συγκεντρωμένος, σαν να περίμενε την εκτέλεση ενός κόρνερ, μου διηγείται: «Είπα στο νούμερο πέντε, που εκείνη τη μέρα έπαιζε για πρώτη φορά στην πρώτη ομάδα: «Μόλις αρχίσει ο αγώνας, στείλε μου μια μπαλιά μέσα στην περιοχή. Μη θυμώνεις, δεν πρόκειται να σε εκθέσω». Εγώ ήμουν μεγάλος κι αυτός πιτσιρικάς. Καντερβίγια ονομαζόταν, φοβήθηκε και σκέφτηκε: να δούμε αν θα τα καταφέρω». Και αμέσως ο Σανφιλίππο μου δείχνει ένα σωρό από βαζάκια μαγιονέζας και φωνάζει: «Εκεί την έστειλε!». Ο κόσμος μας κοίταζε αμήχανα. «Η μπάλα έπεσε πίσω από τους κεντρικούς αμυντικούς, έτρεξα, μου ξέφυγε προς στιγμή προς τα εκεί, εκεί που είναι το ρύζι, βλέπεις;» και μου δείχνει την κάτω σειρά ραφιών, και ξαφνικά τρέχει σαν λαγός, παρά το μπλε κουστούμι και τα λουστρίνια που φορούσε. «Την τσίμπησα και μπουμ!» Εκείνη τη στιγμή έκανε ένα αριστερό σουτ. Όλοι στραφήκαμε προς τα ταμεία, εκεί όπου τριάντα χρόνια πριν ήταν η εστία, και νομίσαμε ότι η μπάλα πήρε ύψος και μπήκε γκολ, εκεί ακριβώς που είναι οι μπαταρίες ραδιοφώνου και τα ξυραφάκια. Οι πελάτες και οι κοπέλες των ταμείων ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Εγώ είμαι έτοιμος να κλάψω. Ο Νενέ Σανφιλίππο είχε ξαναβάλει εκείνο το γκολ του 1962, μονάχα για να μπορέσω να το δω.

Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία

  [1 Σχόλιο]

1914, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ανήμερα Χριστουγέννων σε διάφορα σημεία των συγκρούσεων (κυρίως στη Γαλλία και το Βέλγιο) οι στρατιώτες των δυο αντίπαλων παρατάξεων κηρύσσουν ανεπίσημη Χριστουγεννιάτικη ανακωχή, συναντώνται ειρηνικά στα ενδιάμεσα εδάφη, ανταλλάσσουν ευχές, τσιγάρα και φαγητά και τελικά καταλήγουν να παίζουν σαν μικρά παιδιά ποδόσφαιρο.

Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο μύθος που κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα και από γράμμα σε γράμμα τα επόμενα χρόνια του πολέμου. Σχεδόν έναν αιώνα μετά ο μύθος θεωρείται πραγματική ιστορία, όσο αδιανόητη, αθώα και ρομαντική κι αν ακούγεται αυτή. Επιστολές στρατιωτών που ήταν παρόντες επιβεβαιώνουν αρκετά απ’ τα όσα είχαν κυκλοφορήσει εξ αρχής (πριν λίγα χρόνια πέθανε στην Αγγλία ο τελευταίος επιζών από εκείνο το θρυλικό παιχνίδι) και παρ’ όλο που κάποιες λεπτομέρειες όπως ποιος έκανε την πρώτη κίνηση, που βρέθηκε η μπάλα κι αν κρατήθηκε σκορ – αν και οι Άγγλοι, όπως άνετα μπορείς να φανταστείς, επιμένουν ότι κέρδισαν τους Γερμανούς με 3-2 – δεν αποσαφηνίστηκαν ποτέ, στην ιστορία γράφτηκε επίσημα ότι τα Χριστούγεννα του 1914 οι στρατιώτες σταμάτησαν να κυνηγάνε ο ένας τον άλλον και κυνήγησαν μια μπάλα.

Η Guardian, μάλιστα, το συμπεριλαμβάνει και σ’ ένα μικρό αφιέρωμα σε αξέχαστα παιχνίδια που έγιναν τις μέρες των Χριστουγέννων, παραθέτοντας και κάποια επιπλέον στοιχεία:

In 1983, a former Cheshire Regiment officer told of a game which started when «the ball came from the German side. I should think there were about a couple of hundred taking part. I had a go at the ball. I was pretty good then, at 19. Everybody seemed to be enjoying themselves. There was no sort of ill will between us. There was no referee, and no score, no tally at all. It was simply a melee – nothing like the soccer you see on television.»

Σχετικά:
Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος: «…σιγά μην φοβηθώ…» (Ο Αγώνας του Θανάτου)

Ωδή στον Τιερί Ανρί

  [11 Σχόλια]

Η Άρσεναλ προχώρησε στα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του Τιερί Ανρί για τον εορτασμό των 125ων γενεθλίων της και ο Γάλλος άσος ξέσπασε σε λυγμούς κατά την ομιλία του.

Φορώντας ένα ερυθρόλευκο κασκόλ στο λαιμό και έχοντας για συνοδεία την κόρη του Τέα, ο κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία των Λονδρέζων (226 γκολ) πήρε το λόγο μετά την αποκάλυψη του αγάλματός του έξω από το «Emirates Stadium» και τόνισε ότι η Άρσεναλ θα παραμείνει για πάντα στην καρδιά του.

«Δεν σκέφτηκα ποτέ ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα ότι θα είχα ένα άγαλμα όπως αυτό μπροστά στο στάδιο της ομάδας που αγαπώ και υποστηρίζω», ξεκίνησε  τις δηλώσεις του ο 34χρονος επιθετικός, και συνέχισε: «Η εικόνα που δείχνει το άγαλμα δίνει το τέλειο παράδειγμα για την αγάπη που έχω προς το σύλλογο. Το να έχω γονατίσει και να έχω πίσω μου το Emirates Stadium και το Χάιμπουρι είναι κάτι το εκπληκτικό.»

Πηγή: Sport24

Είναι Νοέμβριος του 2002 και η Άρσεναλ υποδέχεται στο Χάιμπουρι την αιώνια αντίπαλο της Τότεναμ, σ’ ένα ακόμα κλασσικό ντέρμπι του Βόρειου Λονδίνου. Λίγο μετά την συμπλήρωση των πρώτων δέκα αναγνωριστικών λεπτών και με το σκορ στο 0-0 ο Τιερί Ανρί υποδέχεται τη μπάλα μερικά μέτρα έξω από την περιοχή της ομάδας του, κάνει δυο μικρά τσαλιμάκια, ξεπερνάει την πίεση ενός αντιπάλου παρ’ όλο που τρέχει με τη μπάλα στα πόδια, διασχίζει όλο το γήπεδο, προσποιείται εύκολα στο ύψος της μεγάλης περιοχής και ολοκληρώνει μόνος του την φάση μ’ ένα άψογο σουτ, το οποίο στέλνει την μπάλα μ’ ένα ελαφρύ εσωτερικό φάλτσο ακριβώς δίπλα στο κάθετο δοκάρι, τελείωμα-σήμα κατατεθέν στην καριέρα του στην Άρσεναλ, τόσο κλασσικό που θα μπορούσε άνετα κάποιος ρεπόρτερ της ομάδας να ονομάσει τα τελευταία πενήντα εκατοστά δίπλα από τα κάθετα δοκάρια του Χάιμπουρι ως «σημεία Τιερί Ανρί» και ποτέ κανένας να μην τον χαρακτηρίσει «υπερβολικό».

Αφού η μπάλα έχει καταλήξει στα δίχτυα ο ‘Τιτι’ – ο ποδοσφαιριστής που έδωσε εικόνα στην έννοια «υπεροπτικός πανηγυρισμός» με το χαρακτηριστικό στυλάκι του που άγγιζε πολλές φορές τα όρια της αλαζονείας – διανύει για δεύτερη φορά όλο το γήπεδο, αυτή τη φορά προς την αντίθετη κατεύθυνση και καταλήγει με προκλητικό σύρσιμο στο χόρτο μπροστά στην κερκίδα των φιλοξενούμενων φορώντας το πιο εριστικό του βλέμμα, προσφέροντας έτσι στους φωτογράφους μια από τις πιο ωραίες και χαρακτηριστικές φωτογραφίες που έχουν τραβηχτεί στα Αγγλικά γήπεδα, μια φωτογραφία για την οποία μπορείς να χαραμίσεις χωρίς δεύτερη σκέψη πέντε λεπτά από τη ζωή σου μόνο και μόνο για να απολαύσεις με προσοχή αμέτρητα ανθρώπινα συναισθήματα αποτυπωμένα σε κλασσικές Αγγλικές φάτσες, συναισθήματα που ξεκινάνε από το θυμό και το μίσος, περνάνε από την αδιαφορία και την απόγνωση και καταλήγουν ακόμα και στην παραδοχή και τον (συγκαλυμμένο) θαυμασμό.

(Κλικ στην εικόνα για μεγαλύτερο μέγεθος)

Σχετικά:
Ωδή στον Κάρλες Πουγιόλ (επίκαιρο)
Ωδή στον Λιονέλ Μέσσι

Ωδή στον Ζινεντίν Ζιντάν
Ωδή στον Χουάν Ρομάν Ρικέλμε
Ωδή στον Πάολο Μαλντίνι
Ωδή στον Τσάβι
Ωδή στον Έντβιν Φαν Ντερ Σαρ
Ωδή στον Αντρές Ινιέστα
Ωδή στον Ράιαν Γκίγκς

Η ανθρώπινη φύση σε 90 ποδοσφαιρικά λεπτά

  [Καθόλου σχόλια]

(Ανίκητη) Ανθρώπινη ηλιθιότητα είναι να είσαι οπαδός της Φέγενορντ, να υποδέχεσαι στο γήπεδο σου μερικές εκατοντάδες οπαδούς-εκδρομείς της Αϊντχόφεν για ένα μεγάλο ντέρμπι, να φτάνει το 12ο λεπτό του αγώνα – το λεπτό δηλαδή του 12ου παίκτη, όπως συμβολικά αναφέρονται σε πολλές ομάδες οι φανατικοί οπαδοί της – να σηκώνεις το κασκόλ σου και να τραγουδάς το θρυλικό «You will never walk alone» για χάρη ενός συνοπαδού σου, ενός 60χρονου καρκινοπαθή στον οποίο οι γιατροί δεν δίνουν αρκετό χρόνο ζωής και ο οποίος βρίσκεται στο γήπεδο για να βιώσει την τελευταία μεγάλη του επιθυμία, να ζήσει ένα εντός έδρας ματς της αγαπημένης του ομάδας, να βλέπεις στο απέναντι πέταλο τους οπαδούς της αντίπαλης ομάδας να ακολουθούνε πιστά την κίνηση σου (μετά από επίσημη προτροπή της ίδιας τους της ομάδας μερικές μέρες πριν, μέσω της επίσημης σελίδας της), να σηκώνουν κι αυτοί τα κασκόλ τους και να ενώνουν τη φωνή τους μαζί σου ξεπερνώντας το γεγονός ότι όλα γίνονται για έναν αντίπαλο οπαδό, για έναν ποδοσφαιρικό εχθρό, να γράφετε ιστορία, να προκαλείτε ανατριχίλα, να εξυψώνετε την οπαδική, και όχι μόνο, αλληλεγγύη και να κάνετε έναν άνθρωπο που βρίσκεται στα όρια της ζωής του ευτυχισμένο, τουλάχιστον για εκείνες τις στιγμές, στιγμές που σπάνια συναντάς σε οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα υπάρχουν ‘αντίπαλα στρατόπεδα’ οποιουδήποτε είδους…

…και παρ’ όλα αυτά στο τέλος του αγώνα, όταν η ομάδα σου έχει κερδίσει το ντέρμπι, όταν οι περισσότεροι αποθεώνουν τους παίκτες για την νίκη τους, εσύ να κάνεις ντου στους αντιπάλους εκδρομείς πετώντας τους καπνογόνα και ξεχνώντας τα όσα διαδραματίστηκαν λίγη ώρα πριν.

«Σήκω πάνω, πουτάνα, μπαλαρίνα»

  [1 Σχόλιο]

Η Μπενφίκα πριν λίγες ημέρες επικράτησε με 1-0 της Σπόρτινγκ στο πορτογαλικό ντέρμπι και άφησε πίσω της αρκετούς βαθμούς την ομάδα της Λισαβόνας.

Λίγες ημέρες αργότερα ωστόσο βγήκε ένα απίστευτο πραγματικά βίντεο, το οποίο δείχνει τον προπονητή της Μπενφίκα, Ζοσέ Ζέσους, να πηγαίνει μέχρι την άκρη της γραμμής και να κάνει νόημα στον τερματοφύλακα του να πέσει κάτω!

Ο Αρτούρ τον… άκουσε και χωρίς κανένα απολύτως λόγο έπεσε κάτω λες και τον χτύπησε το ρεύμα!

Πηγή: Sport24

Ρετρό ιστορία, περιγράφει ο συγγραφέας-ποιητής Σωτήρης Κακίσης:

Έπαιζε η Α.Ε.Κ. μ’ εκείνη την απαίσια Ρουμανική ομάδα, τη βρωμερή Άρτζες Πιτέστι, που έκανε εκείνη την αισχρή αναφορά στην ΟΥΕΦΑ και τη θάψανε απ’ την Ευρώπη την Α.Ε.Κ. Οι Ρουμάνοι στις ομοσπονδίες είναι χειρότεροι απ’ τους Ιταλούς, άσε που νομίζουνε ότι είναι κι η ελίτ των Βαλκανίων, με κάτι τρίχες να στα πόδια τους οι σικ Ρουμάνες.

Ο ποιητής Τάσος Δενέγρης το ‘βλεπε το ματς σε μια θεία του στο Κολωνάκι, που είχε έγχρωμη τηλεόραση, κι ήτανε κι άλλες δυο-τρεις κυρίες με τη θεία, αριστοκράτισσες, καθισμένες και πίνανε τσάι γύρω του. Τους είπε μερικές κουβέντες στην αρχή, και μετά αφοσιώθηκε στον αγώνα, στο Πιτέστι.

Θυμόσαστε, βέβαια, ότι ο Ντουρονικολάε, ο μετέπειτα αποτυχών στον Π.Α.Ο.Β., είχε βρει το δικό μας Νικολάου πλάγιο μπακ και μας είχανε διαλύσει κυριολεκτικά. Δεν τους έφτανε όμως που μας ρίχνανε γκολ, ρίχνανε και καμιά καθυστέρηση σπαστική η ελίτ των Βαλκανίων, κι άντε πάλι Τσαουσέσκου, κι η μαντάμ Τσαουσέσκου, με τις μύτες κ.λ.π.

Έπεσε, λοιπόν, εκείνο το γομάρι ο τερματοφύλακάς τους κάτω κι έκανε τον πεθαμένο. Τότε σηκώθηκε όρθιος στην πολυθρόνα του ο ποιητής Τάσος Δενέγρης και φώναξε, τριγυρισμένος από γριές που πίνανε τσάϊ: «Σήκω πάνω, πουτάνα, μπαλαρίνα!».

Η τελευταία μεγάλη Βραζιλία

  [8 Σχόλια]

Η Βραζιλία του 1982, η ‘αφελής’ ομάδα με την προβληματική άμυνα και τον ανεπαρκή τερματοφύλακα, η ομάδα που πήγε στα γήπεδα της Ισπανίας προσαρμοσμένη στην ρομαντική φιλοσοφία του αρχηγού της που εστίαζε κυρίως στο θέαμα και όχι τόσο στο αποτέλεσμα, η ομάδα που αγαπούσε τα τακουνάκια, η τελευταία, πιθανόν, εθνική ομάδα που αγαπήθηκε με τόσο πάθος από εκατομμύρια ανθρώπους διαφορετικής εθνικότητας, η ομάδα που οπτικοποίησε το joga bonito,η ομάδα που με την αποτυχία της ουσιαστικά έκλεισε ένα μεγάλο, όμορφο και γεμάτο φαντασία και τέχνη κεφάλαιο στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, η τελευταία πραγματικά κουλ ομάδα, η Βραζιλία του μεγάλου Σώκρατες…

…του μεγάλου Σώκρατες που εχθές, την μέρα που η αγαπημένη του Κορίνθιανς, με την οποία κάποτε προσπάθησε να κάνει κοινωνική επανάσταση μέσω του ποδοσφαίρου, κατακτούσε το πρώτο της πρωτάθλημα Βραζιλίας μετά από έξι χρόνια, μας αποχαιρέτησε μια για πάντα, αφήνοντας πίσω μια θρυλική ποδοσφαιρική εικόνα που ξεχειλίζει φινέτσα και στυλ και μια αντιεπαγγελματική – «αντιαθλητική» όπως ο ίδιος την χαρακτήριζε -, ρέμπελη υπόσταση πίσω απ’ αυτήν την οποία περιγράφουν άψογα οι Σκοτσέζοι αντίπαλοι του σ’ εκείνο το Μουντιάλ που τον συνάντησαν μετά το παιχνίδι στο αντιντόπινγκ κοντρόλ:

«We were asked to give a sample for the drugs test and were there for two hours drinking water and even flushing toilets in a bid to make us go.

Big Socrates walked in with a fag dangling between his lips and two fingers in the top of two beer bottles. He provided a sample immediately, turned round and told us: ‘You played a good game – good luck,’ and off he strolled».

Ένα ακόμα μάθημα πολιτισμού

  [3 Σχόλια]

Πολιτισμός είναι 5500 φίλοι της Λίβερπουλ, που έχουν ταξιδέψει ως το Λονδίνο για να δούνε το παιχνίδι με την Τσέλσι, να τραγουδάνε «Υπάρχει μόνο ένας Γκάρι Σπίντ», για έναν ποδοσφαιριστή που όχι μόνο δεν αγωνίστηκε ποτέ στην ομάδα τους αλλά αντιθέτως έπαιξε και δυο χρονιές στη μισητή Έβερτον κερδίζοντας και τον τίτλο του ‘Καλύτερου Παίκτη’ της την πρώτη σεζόν, υπενθυμίζοντας μας για πολλοστή φορά

(Γιατί πολιτισμός είναι κι ένα ολόκληρο γήπεδο να αποθεώνει σε τοπικό ντέρμπι έναν αντίπαλο παίκτη που βγαίνει αλλαγή την ώρα που η ομάδα του διασύρεται με πέντε γκολ, πολιτισμός είναι ένας τελικός κυπέλλου να διεξάγεται κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, πολιτισμός είναι οπαδοί δυο ομάδων που μισούνται να σιωπούν για ένα λεπτό εξαιτίας μιας τραγωδίας που έπληξε την μια απ’ τις δυο κ.ο.κ.)

πως «τίποτε δεν είναι πιο ενοχλητικό από το να παρακολουθείς κάποιον να κάνει κάτι που εσύ είχες ισχυριστεί πως δεν μπορεί να γίνει» (Sam Ewing).

Ο Τζόρτζ Μπεστ και το σομπρέρο του

  [7 Σχόλια]

George Best (22 May 1946 – 25 November 2005)

7 Φεβρουαρίου του 1970, η Νορθαμπτον υποδέχεται την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για το κύπελλο Αγγλίας σ’ έναν αγωνιστικό χώρο βγαλμένο από μετάδοση αγώνα Ελληνικής δεύτερης εθνικής που διεξάγεται μετά από τριήμερο ασταμάτητης βροχής. Ο προπονητής των γηπεδούχων αναθέτει στον Ρόι Φέρφαξ να μαρκάρει στενά τον Τζόρτζ Μπεστ, τον ποδοσφαιριστή που κάποτε τόλμησε και εκστόμισε την φράση «αν είχα γεννηθεί άσχημος, δεν θα είχατε ακούσει ποτέ για τον Πελέ«.

Το παιχνίδι λήγει 2-8. Ο Τζόρτζ Μπεστ πετυχαίνει 6 γκολ. Στα δυο εξ αυτών προσπερνάει και τον τερματοφύλακα. Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι δεν είναι καν στην καλύτερη του μέρα, αφού σε καμία περίπτωση δεν χρειάζεται να πετύχει ένα απ’ τα κλασσικά του γκολ απ’ αυτά που ‘χορεύει’ μέσα στη μεγάλη περιοχή τουλάχιστον τέσσερις αντιπάλους πριν σκοράρει άνετα και ωραία με απλό πλασέ από τα τρία μέτρα. Μετά το παιχνίδι ο Ρόι Φέρφαξ δηλώνει στους δημοσιογράφους: «Η μόνη φορά που κατάφερα να βρεθώ πολύ κοντά του ήταν όταν χαιρετηθήκαμε στο τέλος του αγώνα».

Don’t drink and play

  [1 Σχόλιο]

Μερικές από τις καλύτερες ραδιοφωνικές διαφημίσες των τελευταίων ετών ανήκουν σε ένα ποτό που λέγεται Γιαγκερμάιστερ. Το γερμανικό αυτό λικέρ, παρ’ ότι έγινε μεγάλη μόδα τα τελευταία χρόνια έχει σημαντική ιστορία σχεδόν 80 ετών από πίσω του. Και αν αναρωτιέστε «μα τι σχέση έχουν όλα αυτά με την μπάλα;» και «πόσα πήρατε για την γκρίζα διαφήμιση» οι απαντήσεις είναι «μεγάλη» και «τίποτα». Γιατί πολύ απλά το συγκεκριμένο ποτό έκανε πραγματικότητα τη διαφήμιση πάνω στις ποδοσφαιρικές εμφανίσεις.

Ήταν το 1973 όταν ο πανέξυπνος Γκούντερ Μαστ, ο άνθρωπος πίσω από το ιδιαίτερο αυτό ποτό είχε την έμπνευση να διαφημίσει το προϊόν του στο δημοφιλές άθλημα του ποδοσφαίρου. Ο Μαστ κατάφερε να κάνει ένα τοπικό ποτό της Σαξωνίας σε δημοφιλές ποτό πρώτα στη χώρα  του και στη συνέχεια και αλλού. Το εντυπωσιακό ήταν ότι δεν χρειαζόταν στρατούς από διαφημιστές από πίσω του, καθώς ο ίδιος έβρισκε τα πρωτότυπα και συνήθως αστεία σλόγκαν των διαφημίσεων (Πώς κάνει γνωστή αλυσίδα παιχνιδιών εδώ; Ε, καμία σχέση.) Η ιδέα του ήρθε όταν στα μέσα του 1972 γνώρισε τον Ερνστ Φρίκε πρόεδρο της Άιντραχτ Μπράουνσβαικ. Η Άιντραχτ ήταν σε κακή κατάσταση καθώς είχε βγει από ένα σκάνδαλο δωροδοκίας με παίκτες της να χρηματίζονται όχι για μειωμένη, αλλά για αυξημένη απόδοση. Παράλληλα αντιμετώπιζε σημαντικά οικονομικά προβλήματα, ενώ και ο κόσμος δεν πήγαινε στο γήπεδο απογοητευμένος.

Ο Γκούντερ Μαστ είδε μια ευκαιρία και δεν την άφησε να πάει χαμένη. Πρότεινε να μπει το σήμα της Γιαγκερμάιστερ στην εμφάνιση της Άιντραχτ και πρόσφερε 100.000 μάρκα, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο για κάτι που γινόταν για πρώτη φορά παγκοσμίως. Για να γίνει όμως ιδέα η πράξη, χρειάστηκε να περάσουν 8 μήνες καθώς η γερμανική Ομοσπονδία δεν ήταν σύμφωνη αρχικά στο εγχείρημα. Όπως επίσης υπήρξαν οι αντιδράσεις από τους δημοσιογράφους και κυρίως τον κόσμο της ομάδας που θεωρούσε ότι η ιερή φανέλα της Άιντραχτ Μπράουνσβαικ θα λερωνόταν. Τελικά όπως σε όλες τις ιστορίες εμπορευματοποίησης χρειάστηκε μια ψηφοφορία. Τα μέλη της Άιντραχτ με ψήφους 145 υπέρ και 7 κατά συμφώνησαν να μπει το σήμα της ομάδας στην εμφάνισή της. Το κυριότερο όμως ήταν ότι αποφάσισαν να γράψουν στα παλιά τους τα παπούτσια την Ομοσπονδία και να προχωρήσουν σε μια τέτοια κίνηση χωρίς την έγκρισή της. Η Ομοσπονδία προσπάθησε να αντιδράσει, μετρώντας τις διαστάσεις της διαφήμισης που είχε αντικαταστήσει το σύμβολο της ομάδας, αλλά τελικά τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Έτσι, στις 24 Μαρτίου του 1973 κόντρα στην Σάλκε η εμφάνιση έκανε το ντεμπούτο της.

Η μόδα συνεχίστηκε στη Γερμανία, καθώς στην έναρξη της επόμενης σεζόν ομάδες όπως το Αμβούργο, η Φορτούνα Ντίσελντορφ κι η Ντούισμπουργκ εμφανίστηκαν με διαφημίσεις εταιριών όπως το Καμπάρι και η Ρέμινγκτον. Ακολούθησε και η Μπάγερν που πλέον έβαλε το σήμα της Αντίντας στις εμφανίσεις της. Οχτώ χρόνια μετά όλες οι ομάδες της Μπουντεσλίγκα είχαν σπόνσορα στις φανέλες τους. Η Άιντραχτ πιθανότατα θα είχε πρωτοτυπήσει σε έναν ακόμα τομέα, αλλά οι άνθρωποι της αρνήθηκαν την μετονομασία του συλλόγου σε Άιντραχτ Γιαγκερμάιστερ (ένα όνομα που ηχητικά θυμίζει Γερμανό βασανιστή σε ταινία του Χάρρυ Κλυν) το 1983 όταν και ο Μαστ είχε γίνει πρόεδρος της ομάδας.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Γκούντερ Μαστ δεν ήταν ποδοσφαιρόφιλος. «Ξέρω πότε μπαίνει γκολ, αλλά δεν θα μπορούσα να σας εξηγήσω το οφσάιντ» είχε δηλώσει. H διαφήμιση του ποτού έμεινε μέχρι το 1985 με το ποσό να αυξάνεται συνεχώς και να φτάνει το 1977 το 1,5 εκατομμύριο Μάρκα. Χρήματα που έφεραν τον Μπράιτνερ στην Άιντραχτ και οδήγησαν την ομάδα στη 2η θέση του πρωταθλήματος το οποίο και έχασε για μόλις έναν βαθμό.

Όπως όλα τα καλά όμως, κάποτε τελειώνουν. Η ομάδα άρχισε να αποδυναμώνεται, τα χρήματα να μην αρκούν και τελικά υποβιβάστηκε χάνοντας και τη διαφήμιση του διάσημου ποτού. Μπορεί τα «Λιοντάρια του Βορρά» να αγωνίζονται στην Β’ Εθνική πλέον (ανέβηκαν φέτος), αλλά η παρακαταθήκη που άφησαν άλλαξε για πάντα το ποδόσφαιρο. Ο Γκούντερ Μαστ πέθανε φέτος τον Μάρτιο, η Γιαγκερμάιστερ συνεχίζει και χωρίς αυτόν και το ποδόσφαιρο γίνεται μέρα με την μέρα όλο και περισσότερο ένα εμπορικό προϊόν και λιγότερο μια απλή διασκέδαση.

Η Κορινθιακή δημοκρατία

  [Καθόλου σχόλια]

Κάτι μέρες σαν κι αυτές τον Νοέμβρη του 1982 στην, υπό στρατιωτική δικτατορία από το 1964, Βραζιλία οι παίκτες της Κορίνθιανς έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο για ένα ακόμα παιχνίδι έχοντας γραμμένο στις φανέλες τους το σύνθημα «Ψηφίστε στις 15″, προτρέποντας τον φοβισμένο λαό να συμμετάσχει στις επερχόμενες εκλογές της χώρας. Δεν ήταν όμως η πρώτη, ούτε και η τελευταία φορά που η ομάδα ύψωνε το ανάστημα της ενάντια στη χούντα που εξουσίαζε για χρόνια την Βραζιλία.

Δυο χρόνια πριν, στις εκλογές του συλλόγου τον Απρίλιο του 1982, ο κόσμος της ομάδας είχε κληθεί να ψηφίσει μεταξύ της απερχόμενης διοίκησης και μιας νέας ομάδας ανθρώπων με επικεφαλής τον Βαλντεμάρ Πιρές και ηγετική φιγούρα στο χόρτο αλλά και έξω απ’ αυτό τον μεγάλο Σώκρατες. Το ‘Κίνημα της Κορινθιακής Δημοκρατίας’, όπως μετέπειτα ονομάστηκε από καλλιτέχνες και διανοούμενους που το στήριξαν βλέποντας σ’ αυτό την πιο σοβαρή μορφή αντίδρασης στη χώρα, ανέλαβε τελικά την ομάδα και στα τρία χρόνια που ‘έζησε’ κατάφερε να γράψει τη δικιά του ξεχωριστή σελίδα στην παγκόσμια ιστορία του ποδοσφαίρου. Με μια αδιανόητη φιλοσοφία που στηριζόταν στο μότο ‘Κέρδισε ή χάσε, αλλά πάντα δημοκρατικά’ και στο σκεπτικό ότι για όλες τις κινήσεις του συλλόγου – από τις μεταγραφές και τα διάφορα διοικητικά-αγωνιστικά θέματα μέχρι το τι ώρα θα γίνει οτιδήποτε – πρέπει να λαμβάνεται με την ίδια ακριβώς ‘βαρύτητα’ η άποψη όλων, από τον πρόεδρο μέχρι τον βοηθό προπονητή και τον τελευταίο παίκτη, η Κορίνθιανς εφάρμοσε την πρώτη και μοναδική στα χρονικά κανονική δημοκρατία στα πλαίσια μιας ομάδας.

Τα δυο κερδισμένα πρωταθλήματα της επαρχίας του Σάο Πάολο το 1982 και το 1983 και οι αρκετοί ύμνοι για το θεαματικό, επιθετικό ποδόσφαιρο που έπαιζε ήταν απλά οι ενδο-γηπεδικές επιτυχίες του απίστευτου πειράματος της παρέας του Σώκρατες. Το γεγονός ότι η ομάδα έβγαινε στον αγωνιστικό χώρο κρατώντας στα περισσότερα παιχνίδια διάφορα πανό με πολιτικά μηνύματα (όπως ένα που έγραφε ‘Θέλω να ψηφίσω για πρόεδρο’ ή ένα ακόμα πιο λιτό και περιεκτικό που περιλάμβανε μόνο μια λέξη, λέξη σχεδόν απαγορευμένη στη χώρα εκείνη την εποχή: ‘Democracia’) αγνοώντας επιδεικτικά τις απειλές της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας και η γενικότερη παραδοχή ότι όλο αυτό το αντικαθεστωτικό ‘πανηγύρι’ που λάμβανε χώρα σε κάθε παιχνίδι της ομάδας έβαλε κι αυτό ένα μικρό λιθαράκι στην πτώση της χούντας το 1985, ήταν με διαφορά τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του πιο ρομαντικού ποδοσφαιρικού κινήματος που εμφανίστηκε ποτέ.

Μια χώρα, ένας εμφύλιος και μια ομάδα

  [Καθόλου σχόλια]

Για πολλούς η Λιβύη ήταν ένα εξωτικό μέρος με έναν εκκεντρικό ηγέτη. Για εμάς στην Ελλάδα λόγω της καλής σχέσης κυρίως στην δεκαετία του 1980 ήταν κάπως πιο οικεία σαν χώρα, αλλά και πάλι ένα μέρος που δεν το ακούγαμε πολύ συχνά. Μέχρι που η Λιβύη έγινε το Νο1 θέμα σε ένα ντόμινο εξεγέρσεων που εξαπλώθηκαν τον τελευταίο χρόνο και ο δυτικός κόσμος θυμήθηκε το πόσο κακός είναι ο Καντάφι. Ο εμφύλιος/επανάσταση μονοπώλησε για αρκετό καιρό τις ειδήσεις και οι μάχες συνεχίζονται παρ’ ότι πλέον δεν είναι πρώτο θέμα στα διεθνή δίκτυα. Μέσα σε όλα αυτά και μέσα στους νεκρούς κάποιοι θυμούνται ακόμα το ποδόσφαιρο.

Ένα ποδόσφαιρο που όπως ήταν λογικό πλήρωσε και αυτό το δικό του τίμημα, όπως για παράδειγμα στην Εθνική ομάδα της χώρας. Ο αρχηγός Ταρίκ Ταΐμπ ήταν (καθόλου τυχαίο) φανατικός υποστηρικτής του συνταγματάρχη Καντάφι (που πάντα είχα την απορία γιατί δεν εξελίχθηκε ποτέ σε στρατηγό). Άλλοι όπως ο Βαλίντ ελ Καχατρούσι όχι μόνο δεν ήταν υποστηρικτές, αλλά πήραν και τα όπλα στα χέρια τους πηγαίνοντας στον στρατό των επαναστατών.

«Όταν μου είπαν ότι ένας φίλος μου ήταν στο νοσοκομείο και είχε χάσει το χέρι του, αποφάσισα να φύγω από την προπόνηση και να πάω στην πρώτη γραμμη»

Όπως και κάθε άλλο πράγμα, έτσι και το ποδόσφαιρο στην Λιβύη ήταν υπό τον έλεγχο της οικογένειας του Καντάφι. Ο γιος του είχε τον απόλυτο έλεγχο της Ομοσπονδίας και είχε ορίσει τον εαυτό του αρχηγό της Εθνικής ομάδας, ενώ η Λιβύη κατρακύλησε στο 187 της παγκόσμιας κατάταξης το 1997. Το 2000 σε ένα παιχνίδη της Αλ Αχλί της Τρίπολης που ανήκε στο γιο Καντάφι και της Αλ Αχλί από την πόλη Μπενγκάζι που ήταν αντικαθεστωτική, οι οπαδοί της δεύτερης έβαλαν ένα γαϊδούρι να παρελάσει με φανέλα της Εθνικής του Καντάφι. Η ομάδα αποβλήθηκε για 5 χρόνια και τόσο τα γραφεία όσο και οι εγκαταστάσεις της καταστράφηκαν.

Το ποδόσφαιρο όμως δεν σταματάει και έτσι η Εθνική της Λιβύης έπρεπε να συνεχίσει τους αγώνες της για τα προκριματικά του Κόπα Άφρικα. Τον Σεπτέμβριο σε έναν αγώνα που έγινε στην Αίγυπτο με κλειστές πόρτες, η Λιβύη επικράτησε επί της Μοζαμβίκης με 1-0. Οι ποδοσφαιριστές πανηγύρισαν έξαλλα φορώντας τις νέες φανέλες τους που είχαν επάνω την σημαία της Λιβύης των επαναστατών. Το πιο δύσκολο όμως σημείο ήταν να ξαναγίνει ομάδα η Εθνική, όχι επειδή μάλωσαν δυο παίκτες για τα πριμ ή για ένα πέναλτυ ή για το ποιος έφταιγε για μια ήττα. Πώς να ξανακάνεις ομάδα με ανθρώπους που ήταν σε αντίπαλες παρατάξεις σε έναν πόλεμο που συνεχίζει ακόμα την στιγμή που οι ποδοσφαιριστές κάνουν προπόνηση;

Ο Βραζιλιάνος προπονητής (παντού θα βρεις έναν Βραζιλιάνο να ζει από το ποδόσφαιρο) Μάρκος Πακετά είχε δύσκολο έργο. «Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε μετά την έναρξη του πολέμου έκανα μια συνάντηση με τους παίκτες. Τους είπα να κοιτάνε μόνο το ποδόσφαιρο. Να ξεχάσουν τον πόλεμο και τον Καντάφι, να εστιάσουν στους ανθρώπους. Η Λιβύη είναι η Λιβύη. Δεν είναι ο Καντάφι, δεν είναι η επανάσταση. Είναι οι Λίβυοι.»

Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά για τον Πακετά που έχει να πληρωθεί για περισσότερο από 6 μήνες. Το Σάββατο που μας πέρασε η Λιβύη αντιμετώπιζε την Ζάμπια και με νίκη θα κέρδιζε ιστορική πρόκριση τερματίζοντας πρώτη στον όμιλο. Ο αρχηγός Ταΐμπ που είχε αποκαλέσει τους επαναστάτες ποντίκια και σκυλιά είναι εξαφανισμένος. Ο Πακετά είπε ότι είναι πολύ μεγάλος, ξεχνώντας ότι ο τερματοφύλακάς του και νέος αρχηγός είναι 39 ετών. Δυο ακόμα παίκτες που πήγαν με τους επαναστάτες ήταν απόντες για τον αγώνα. Ο Μούσα τραυματίστηκε σε ένα φιλικό, ενώ ο Αλσαγκίρ είχε δεχτεί σφαίρα στο χέρι του και αφού βγήκε από το νοσοκομείο αποφάσισε να επιστρέψει στον πόλεμο. Το πρωτάθλημα έχει σταματήσει από τον Μάρτιο και φυσικά ούτε λόγος για φυσική κατάσταση και αγωνιστικό ρυθμό.

Ο Καχατρούσι όμως γύρισε στην ομάδα. «Αν ήταν για μένα δεν θα γύριζα ποτέ, δεν θα με βλέπατε να ξαναπαίζω ποδόσφαιρο. Οι συμπολεμιστές μου όμως μου είπαν να φύγω. Μου είπαν ότι αυτό είναι το μέλλον μου, αυτός είναι ο πόλεμός μου. Έχω καθήκον να πάω και να επιστρέψω μετά πάλι στον πόλεμο.»

Το παιχνίδι έγινε τελικά το Σάββατο στη Ζάμπια και έληξε 0-0 με την Λιβύη να μην παίζει καλά, αλλά να σώζεται από τον 39χρονο τερματοφύλακα Σαμίρ Αμπούντ που έκανε μερικές πολύ καλές αποκρούσεις. Η Λιβύη τερμάτισε έτσι 2η, αλλά πήρε το εισιτήριο για τα τελικά σαν μια από τις καλύτερες δεύτερες ομάδες. Μια επιτυχία διόλου ευκαταφρόνητη, καθώς είναι μόλις η τρίτη φορά στην ιστορία της που η χώρα θα δώσει το παρόν στα τελικά του θεσμού και μάλιστα σε μια από τις άλλες δύο ήταν διοργανώτρια χώρα. Οι παίκτες το πανηγύρισαν, πολύς κόσμος το πανηγύρισε, ο Καχατρούσι πιθανόν να επιστρέψει στο όπλο του ξανά σε λίγες μέρες σε έναν πόλεμο που ακόμα δεν έχει τελειώσει…

Σχετικό-άσχετο ανάγνωσμα:
Η μπάλα που χωρίζει και η μπάλα που ενώνει

Η μπάλα που χωρίζει και η μπάλα που ενώνει

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1969 η Ονδούρα και το Ελ Σαλβαδόρ τέθηκαν αντιμέτωπες στα πλαίσια των προκριματικών του παγκοσμίου κυπέλλου. Στο πρώτο παιχνίδι στην Τεγκουσιγκάλπα, την πρωτεύουσα της Ονδούρας, οι γηπεδούχοι επικράτησαν με 1-0 εν μέσω ταραχών και επεισοδίων στις εξέδρες μεταξύ των οπαδών των δυο χωρών, οι οποίες για πολλά χρόνια συσσώρευαν αμοιβαία εχθρότητα βασισμένη σε διάφορα πολιτικά ζητήματα με σημαντικότερο όλων την μεταξύ τους μετανάστευση. Μια νεαρή κοπέλα από το Ελ Σαλβαδόρ αυτοκτόνησε από απογοήτευση το ίδιο βράδυ, μετατρεπόμενη άθελα της σε ‘μάρτυρα’ από τα ΜΜΕ της χώρας που ζητούσαν από καιρό αφορμή ώστε να στρέψουν τον λαό της χώρας κατά των ‘γειτόνων’. Το Ελ Σαλβαδόρ επικράτησε στον επαναληπτικό με 3-0, σ’ έναν ακόμα αγώνα που στιγματίστηκε από επεισόδια κι έτσι η πρόκριση κρίθηκε σε αγώνα μπαράζ που διεξήχθη στο Μεξικό, στο οποίο κέρδισε πάλι το Ελ Σαλβαδόρ με 3-2. Λίγες ώρες αργότερα οι δυο χώρες διέκοψαν κάθε διπλωματική επαφή για να καταλήξουν μερικές μέρες αργότερα σε πολεμική σύγκρουση η οποία κράτησε τέσσερις μέρες, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 3000 περίπου ανθρώπων και έμεινε στην ιστορία ως «ο πόλεμος του ποδοσφαίρου«.

Cambodian Prime Minister Hun Sen (2nd L) kicks the ball as Natthawut Saikua, a red-shirt leader and Pheu Thai Party member (L) stands behind during a friendly football match at the National Olympic stadium in Phnom Penh on September 24, 2011. The Cambodian and Thai High-ranking officials and MPs were playing a friendly match.  AFP PHOTO / TANG CHHIN SOTHY

Στην άλλη άκρη της γης και πιο συγκεκριμένα στην Πνομ Πενχ, την πρωτεύουσα της Καμπότζης, το Σάββατο δυο άλλες γειτονικές χώρες έκαναν το ακριβώς αντίθετο, τερματίζοντας ουσιαστικά την πολεμική δραστηριότητα που είχαν αναπτύξει εδώ και πολλούς μήνες μ’ έναν αγώνα ποδοσφαίρου μεταξύ των πολιτικών και των διπλωματών τους. Η Καμπότζη και η Ταϊλάνδη συνεπλάκησαν ουκ ολίγες φορές το τελευταίο διάστημα για χάρη μιας διαφιλονικούμενης περιοχή της μεθορίου των δυο χωρών, στην οποία βρίσκεται ένας ινδουιστικός ναός που χτίστηκε πριν 900 χρόνια, αλλά ύστερα και από διεθνείς πιέσεις αποφάσισαν να κάτσουν κάτω και να τα βρούνε μεταξύ τους, κάτι που τελικά έγινε με επιτυχία και γιορτάστηκε με λίγη μπαλίτσα. Μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα ήταν ο εικονιζόμενος πρωθυπουργός της Καμπότζης που, σαν άλλος Ραμζάν Καντίροφ, έβγαλε λόγο πριν το παιχνίδι, καβάτζωσε μετά την φανέλα με το 9, σκόραρε ένα απ’ τα δέκα γκολ της ομάδας του και την οδήγησε σε φιλική – με την αξία της λέξης τονισμένη κυριολεκτικά – νίκη.

Cambodian Prime Minister Hun Sen led his side to a 10-7 victory in a friendly football match Saturday between Thai and Cambodian officials designed to showcase the neighbours’ improving relations. Hun Sen, clad in a red number nine shirt, smiled broadly as he scored his fourth goal in the final minutes to loud cheers from the 50,000-strong crowd at the Olympic Stadium in the capital Phnom Penh.

In a pre-match speech, the Cambodian premier said that «the nightmare» era between the nations, who engaged in deadly border clashes earlier this year, was over.

«Today is a historic event in the relations between Cambodia and Thailand,» he said.

«Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία»

  [Καθόλου σχόλια]

(Φωτογραφία: David Brooks, 1980)

Σεπτέμβριος 1980, Μαϊάμι, Η.Π.Α.: Μια ομάδα αποτελούμενη από Αμερικανούς και Τζαμαϊκανούς αντιμετωπίζει μια ομάδα από την Αϊτή. Ο Μπόμπ Μάρλει αν και ήδη άρρωστος και καταπονημένος από τον καρκίνο που εξαπλωνόταν σ’ όλο του το σώμα παίζει κανονικά μαζί τους αδυνατώντας να χαλάσει την αγαπημένη του ρουτίνα που συνδύαζε περιοδείες σ’ όλο τον κόσμο με αγώνες ποδοσφαίρου στα διάφορα γήπεδα ή πάρκα που συναντούσε, αγώνες στους οποίους αντιμετώπιζε γνωστούς ποδοσφαιριστές, διασημότητες της εποχής, απλούς εργαζόμενους των περιοδειών ή των δισκογραφικών και οποιονδήποτε βρισκόταν εκεί γύρω και μοιραζόταν το ίδιο πάθος μ’ αυτόν.

(Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες φίλων και γνωστών, ο Μάρλει όταν δεν ασχολιόταν με τη μουσική του έβλεπε ή έπαιζε ακατάπαυστα μπάλα. Στην Βραζιλία το 1970 έπαιξε στους δρόμους του Ρίο ντε Τζανέιρο, φορώντας την φανέλα της Σάντος με το 10 του Πελέ που του είχαν χαρίσει, μαζί με άλλους μουσικούς, άτομα από την δισκογραφική του και τον εν ενεργεία διεθνή τότε Πάολο Σέζαρ ενώ το 1980 στην τελευταία του περιοδεία στην Αγγλία αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε συνέντευξη τις μέρες που βρέθηκε στο Λονδίνο επιλέγοντας στην θέση τους να κλείσει ένα κοντινό γηπεδάκι για όλες τις ημέρες και να προκαλέσει σε αγώνα εναντίον της ομάδας του (στην οποία συμμετείχαν τα υπόλοιπα μέλη των Wailers) οποιονδήποτε ενδιαφερόταν να τον γνωρίσει.)

Ελάχιστες μέρες μετά το παιχνίδι αυτό κατέρρευσε ύστερα από μια συναυλία στη Νέα Υόρκη. Πέθανε στο Μαϊάμι μερικούς μήνες αργότερα όντας μόλις 36 χρονών αλλά έχοντας προλάβει να γίνει θρύλος σ’ ένα από τα δυο πράγματα με τα οποία παθιάστηκε περισσότερο στη ζωή του.