Το καλοκαίρι του 1960 και λίγες μόλις ημέρες πριν η αποστολή της Αιθιοπίας αναχωρήσει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης ο Αμπέμπε Μπικίλα κλήθηκε εσπευσμένα να αντικαταστήσει ένα μαραθωνοδρόμο που έσπασε το πόδι του παίζοντας ποδόσφαιρο. Η Adidas όμως, που προμήθευε με παπούτσια όλους τους αθλητές των αγώνων, δεν είχε πολλές περισσευούμενες επιλογές κι έτσι ο Αιθίοπας βρέθηκε μ’ ένα ζευγάρι μικρότερο απ’ αυτό που φορούσε, το οποίο και τον ζόριζε απίστευτα. Την μέρα του μαραθώνιου ο Μπικίλα πήρε την απόφαση να πετάξει τα παπούτσια και να τρέξει την διαδρομή ξυπόλητος – όπως είχε μάθει άλλωστε να τρέχει τόσα χρόνια στη χώρα του – και την συνέχεια μπορείς να την βρεις σε οποιαδήποτε ιστορία με τους θρύλους των Ολυμπιακών Αγώνων.
Λίγα χρόνια πριν το ιστορικό τρέξιμο του Μπικίλα, το 1956 και πιο συγκεκριμένα κάτι μέρες του Αυγούστου σαν κι αυτές, η ομάδα ποδοσφαίρου της Ουγκάντα πήρε την ιστορική απόφαση να περιοδεύσει για πρώτη φορά εκτός Αφρικής. Μ’ έναν Άγγλο τεχνικό στον πάγκο, δυο υπεύθυνους όλους κι όλους και 21 παίκτες η αποστολή της Ουγκάντα έφτασε στην Αγγλία και πριν προλάβει καν να νιώσει ότι βρίσκεται σ’ έναν άλλο κόσμο κλήθηκε να αντιμετωπίσει την Γουίκομπ Γουόντερερς. Πριν τον αγώνα οι διοργανωτές Άγγλοι, παρατηρώντας μια βασικότατη έλλειψη στην τελική εμφάνιση των φιλοξενούμενων αντιπάλων, προσφέρθηκαν να δώσουν στους Αφρικανούς παπούτσια. Κάποιοι από τους παίκτες τα δέχτηκαν, παρ’ όλο που δεν είχαν παίξει ποτέ ξανά στη ζωή τους φορώντας παπούτσια και κάποιοι άλλοι όχι, προτιμώντας να παίξουν ξυπόλητοι. Το ματς έληξε 10-1.
Μετά το παιχνίδι όλοι οι παίκτες αποφάσισαν ότι τα παπούτσια δεν τους βόλευαν κι έτσι τα επέστρεψαν. Ακολούθησαν εννιά ακόμα παιχνίδια πριν η ομάδα της Ουγκάντα επιστρέψει στην Αφρική και όχι μόνο σε κανένα απ’ αυτά δεν ηττήθηκε ξανά με τόσο μεγάλο σκορ αλλά κέρδισε και με 2-1 την Βρετανική Ολυμπιακή Ομάδα. Ξυπόλητη, όπως είχε μάθει να παίζει.
Μια εταιρεία-χορηγός της Ισπανικής Σπόρτινγκ Χιχόν έδωσε σαν δώρο στους παίκτες από ένα αμάξι. Ο Τσάβι Πόβες, κεντρικός αμυντικός της ομάδας, το επέστρεψε κατ’ ευθείαν. «Δεν νιώθω καλά να έχω δυο αμάξια. Δεν τα χρειάζομαι» τους είπε.
Ένα άλλο πρωινό, ο Τσάβι Πόβες εμφανίστηκε στα γραφεία της διοίκησης για να ζητήσει μια χάρη. Να μην πληρώνεται μέσω τράπεζας. Οι άνθρωποι της διοίκησης σοκαρίστηκαν. Κανένας δεν είχε ζητήσει στο παρελθόν κάτι ανάλογο. «Δεν θέλω καμία τράπεζα να εκμεταλλεύεται τα λεφτά μου, έστω και για ένα δευτερόλεπτο» τους είπε.
Πριν λίγες μέρες κι ενώ η ομάδα βρισκόταν στο στάδιο της προετοιμασίας για την νέα χρονιά ο Τσάβι Πόβες επισκέφτηκε ξανά τα γραφεία της ομάδας. Για τελευταία φορά. Ζήτησε τερματισμό του συμβολαίου του ώστε να μπορεί ελεύθερα να ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο επιθυμεί, όπως είναι οι σπουδές ιστορίας που τον ενδιαφέρουν. Οι άνθρωποι της διοίκησης δεν του το αρνήθηκαν καθώς είχαν πλέον καταλάβει ότι δεν είχαν να κάνουν μ’ ένα συνηθισμένο ποδοσφαιριστή. «Όταν ήμουν μικρός έπαιζα μπάλα γιατί αγαπούσα το άθλημα. Μεγαλώνοντας όμως και ζώντας το ποδόσφαιρο από μέσα συνειδητοποίησα επακριβώς το πως όλα γίνονται για τα λεφτά κι ότι όλα είναι σάπια. Είναι ακόμα μια προέκταση του καπιταλισμού και ο καπιταλισμός είναι θάνατος. Δεν θέλω να συμμετέχω σ’ ένα σύστημα που στηρίζεται στο ότι κάποιοι βγάζουν λεφτά με τον θάνατο κάποιων άλλων στη Νότια Αμερική, την Αφρική και την Ασία» τους είπε.
Ο Τσάβι Πόβες είναι ακόμα 24 χρονών. Στο τέλος της περσινής περιόδου έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην Πριμέρα Ντιβιζιόν σ’ έναν αγώνα απέναντι στην Χέρκουλες. Θεωρητικά η διαδρομή του στο ποδόσφαιρο τώρα ξεκινούσε. «Δεν ξέρω που ανήκω ιδεολογικά. Δεν νομίζω ότι ανήκω στην δεξιά ή την αριστερά. Δεν είμαι τίποτα. Το μόνο που θέλω τώρα είναι να διαβάσω για να μάθω κι άλλα πράγματα. Αν δεν μπορέσω να ζήσω μια καθαρή ζωή στην Ισπανία, θα πάω στην Βιρμανία. Οπουδήποτε» είπε κι έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο ποδόσφαιρο γι’ αυτόν.
Με αφορμή το Παγκόσμιο κύπελλο γυναικών που διεξήχθη πριν λίγο καιρό το ESPN δημιούργησε το «HERoics film«, μια σειρά από έξι μικρού μήκους ντοκιμαντέρ με θέμα το γυναικείο ποδόσφαιρο τα οποία σκηνοθετήθηκαν και από γυναίκες. Τα πολύ αξιόλογα φιλμάκια προβλήθηκαν στην τηλεόραση τον Ιούνιο και τον Ιούλιο και πλέον είναι διαθέσιμα και από την σελίδα του καναλιού.
Στο πιο ενδιαφέρον εξ αυτών η Sara Lozano μας παρουσιάζει την πιο αλλόκοτη ποδοσφαιρική ομάδα του πλανήτη, την El Chiquitín Fútbol Club της πόλης Χερέθ, μια παρέα από Ισπανίδες γιαγιάδες – βγαλμένες από την κουζίνα οποιουδήποτε χωριού της Μεσογείου – οι οποίες παρά τα 70 ή και 80+ τους χρόνια και το γεγονός ότι τα πρωινά δουλεύουν ακόμα για να ταΐσουν τις οικογένειες τους προσπαθούν από το 1995 να γεμίσουν τις ώρες τους παίζοντας μπαλίτσα και διασκεδάζοντας.
«I don’t want to die. I want to see things i’ve never seen. I don’t want to die. Now that i’m alive and kicking? Why would i die? No way. I didn’t enjoy anything before. I didn’t go anywhere. Now it’s my turn. Now i will.»
8 Αυγούστου 1936. Το Περού αντιμετωπίζει την Αυστρία στους προημιτελικούς του ποδοσφαιρικού τουρνουά των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου. Οι Αυστριακοί μπαίνουν δυνατά στο παιχνίδι και στο ημίχρονο βρίσκονται μπροστά με 2-0 αλλά στην επανάληψη οι Περουβιανοί επιστρέφουν στο ματς, μειώνουν αρχικά στο 75′ και μ’ ένα γκολ του καλύτερου παίκτη τους εκείνη την εποχή, του μετέπειτα θρύλου Αλεχάντρο Βιγιανουέβα (ο όρθιος στυλάτος τύπος με την μπύρα στο χέρι στα αριστερά της φωτογραφίας) λίγα λεπτά πριν την λήξη του αγώνα, στέλνουν το παιχνίδι στην παράταση. Αυτή είναι και η τελευταία πληροφορία με την οποία συμφωνούν και οι δυο πλευρές, αφού το τι ακριβώς έγινε στην παράταση δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ.
Η επίσημη ιστορία έγραψε πως οι Περουβιανοί κατατρόπωσαν τους αντιπάλους τους παρά το γεγονός ότι θεωρητικά αυτοί είχαν το πλεονέκτημα της καλύτερης φυσικής κατάστασης και προετοιμασίας (η αποστολή του Περού διέσχισε όλο τον Ατλαντικό – κάνοντας προπόνηση πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου – για να φτάσει στην Ιταλία, απ’ όπου πήρε λεωφορείο για να την μεταφέρει στην Γερμανία!), εξέλιξη που πάντως δεν είναι τόσο παράλογη όσο ακούγεται, αν αναλογιστεί κανείς ότι στο ερασιτεχνικό, ακόμα, πρωτάθλημα του Περού εκείνη την περίοδο οι παίκτες έβγαζαν τα προς το ζην δουλεύοντας κανονικά το πρωί και παίζοντας τους αγώνες το απόγευμα ή ξενυχτούσαν το προηγούμενο βράδυ και πήγαιναν μεθυσμένοι στο γήπεδο. Το τέλος της παράτασης τους βρήκε νικητές με 4-2, με τους ίδιους να προσθέτουν ότι τους ακυρώθηκαν και άλλα τρία γκολ, αλλά το τέλος της ημέρας δεν τους βρήκε στα ημιτελικά.
Οι Αυστριακοί κατέθεσαν ένσταση μετά το τέλος του αγώνα. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά διαμαρτυρόταν αρχικά γιατί το γήπεδο δεν είχε τις απαιτούμενες προδιαγραφές μεγέθους και βασικότερα γιατί ισχυρίζονταν ότι υπήρξε εισβολή φιλάθλων (αδιευκρίνιστης εθνικότητας) στον αγωνιστικό χώρο πριν σφυρίξει ο διαιτητής την λήξη της παράτασης. Με τα χρόνια ακούστηκαν πολλές ακόμα υπερβολικές θεωρίες χωρίς πάντως να επιβεβαιωθεί ή διαψευστεί ποτέ κάποια: Ότι εισέβαλαν Περουβιανοί φίλαθλοι και μέσα στο χάος που προκλήθηκε μπήκαν τα δυο γκολ που έκριναν το ματς, ότι η εισβολή έγινε πριν καν ξεκινήσει η παράταση, ότι κάποιος απ’ αυτούς που μπήκε στο γήπεδο χτύπησε έναν Αυστριακό παίκτη. Οι Περουβιανοί απαντούσαν πως στο γήπεδο μπήκαν για να πανηγυρίσουν τα μέλη του πάγκου και κάποιοι φίλαθλοι μετά το τέλος του αγώνα. Η αρμόδια Ολυμπιακή επιτροπή αποφάσισε να εξετάσει την ένσταση των Αυστριακών δυο ημέρες μετά. Στην ακροαματική διαδικασία βρέθηκαν μόνο οι Αυστριακοί κι έτσι ελλείψει αντίθετης οπτικής αποφασίστηκε η επανάληψη του παιχνιδιού και μάλιστα χωρίς την παρουσία θεατών. Οι Περουβιανοί επέμεναν μετά ότι η επιτροπή άλλαξε αδικαιολόγητα πολλές φορές την ώρα διεξαγωγής της συνάντησης κι έτσι οι εκπρόσωποι της αποστολής που θα την υπερασπιζόταν έφτασαν εκεί αφότου είχε παρθεί οριστική απόφαση.
Το παιχνίδι έπρεπε να επαναληφθεί την επόμενη κιόλας μέρα αλλά η κυβέρνηση του Περού δεν είχε καμία διάθεση να δεχτεί κάτι τέτοιο. Θεωρώντας την όλη ιστορία επινόηση των Γερμανο-αυστριακών, που δεν μπορούσαν να δεχθούν ότι μια ομάδα που αποτελούταν και από αρκετούς μαύρους και μελαμψούς έστελνε εκτός διοργάνωσης την ομάδα της χώρας που γέννησε τον Χίτλερ και μάλιστα ελάχιστες μόλις ημέρες μετά την παγκόσμια απήχηση των κατορθωμάτων ενός άλλου μαύρου, του Τζέσε Όουενς, απέσυραν όλη την Ολυμπιακή αποστολή της χώρας. Σε μια κίνηση αλληλεγγύης το παράδειγμα του Περού ακολούθησε και η Κολομβία ενώ ηθικά συμπαραστάθηκαν κι άλλες Λατινοαμερικάνικες χώρες, όπως η Αργεντινή, η Χιλή και η Ουρουγουάη.
Με τους Περουβιανούς ήδη στο μακρινό δρόμο της επιστροφής, οι Αυστριακοί πήραν το επαναληπτικό παιχνίδι στα χαρτιά με 2-0. Το τέλος της διοργάνωσης τους βρήκε δεύτερους, πίσω από την Ιταλία του Μουσολίνι. Τόσες δεκαετίες μετά και οι Περουβιανοί ακόμα επιμένουν ότι τους ‘έκλεψαν’ γιατί αδυνατούσαν να δεχθούν ότι μια παρέα μελαμψών, αγράμματων και σε κάποιες περιπτώσεις μπεκρήδων, νίκησε την ομάδα των Αρίων.
Ο Βεβέλ Γκαρθία ήταν πιτσιρικάς, 22 χρονών, «αριστερός στο πόδι και στις ιδέες» όπως χαρακτηριστικά τον περιγράφει ο συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο σε μια από τις μικρές ιστορίες που συμπεριέλαβε στο βιβλίο του ‘Καθρέφτες’. Αγωνίστηκε όλες κι όλες τέσσερις χρονιές με τα χρώματα της Ντεπορτίβο Λα Κορούνια παίζοντας επιθετικός και σκοράροντας 11 γκολ σε 28 παιχνίδια. Λίγες μόλις ημέρες μετά το πραξικόπημα του Φράνκο ο Βεβέλ και δυο ακόμα απ’ τα αδέρφια του συλλαμβάνονται σε μια από τις πρώτες μικρές μάχες του Ισπανικού εμφυλίου σαν μέλη της Σοσιαλιστικής Νεολαίας. Μετά από μια διαδικαστική και γρήγορη δίκη ο ίδιος και ο ένας εκ των αδερφών του καταδικάζονται σε θάνατο, ενώ το τρίτο μέλος της οικογένειας την γλιτώνει προσωρινά με φυλάκιση όντας ακόμα ανήλικος. (Εκτελέστηκε την επόμενη χρονιά στις φυλακές με επίσημη αιτία το ότι προσπάθησε να αποδράσει.)
Σαν σήμερα 29 Ιουλίου, του 1936, ο Βεβέλ και ο αδερφός του στήνονται απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα κοντά σε κάποιο γκρεμό της Γαλικίας. Οι στρατιώτες, συντοπίτες του και ποδοσφαιρόφιλοι οι περισσότεροι, ετοιμάζονται να πατήσουν την σκανδάλη όταν ο Βεβέλ ζητάει να εκπληρώσει μια τελευταία επιθυμία. Ο υπεύθυνος της εκτέλεσης του κάνει την χάρη κι εκεί μπροστά σ’ όλους, ο Γκαρθία χαλαρός και ήρεμος, σαν άλλος Φορτίνο Σαμάνο, σαν να μην ζει την τελευταία στιγμή της ζωής του, κατεβάζει το παντελόνι και κατουράει μπροστά στα πόδια τους. Ύστερα κουμπώνεται:
Φιλικό με την Πενιαρόλ από την Ουρουγουάη έκλεισε ο Άρης. Οι «κίτρινοι» θα αντιμετωπίσουν στις 26 Ιουλίου στο «Κλεάνθης Βικελίδης» τους Λατινοαμερικάνους και οι φίλοι της ομάδας θα έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν ένα παιχνίδι κόντρα σε έναν κορυφαίο σύλλογο.
Οι διοικούντες τον Άρη έψαχναν εναγωνίως έναν δυνατό αντίπαλο, εφάμιλο με την Μπόκα Τζούνιορ που είχε φιλοξενηθεί από τους «κίτρινους» πριν δύο χρόνια. Η Πενιαρόλ συμπεριλαμβάνεται στις κορυφαίους συλλόγους της Λατινικής Αμερικής, και δίχως αμφιβολία τον κορυφαίο της Ουρουγουάης με τους περισσότερους εγχώριους τίτλους.
Ο Πάκο Εσπινόλα από την Ουρουγουάη ήταν δημοσιογράφος, καθηγητής και συγγραφέας βραβευμένος μάλιστα με το εθνικό βραβείο λογοτεχνίας. Έζησε μια ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στα γράμματα, διδάσκοντας στο πανεπιστήμιο και γράφοντας βιβλία και κάθε λογής άρθρα αδιαφορώντας επιδεικτικά για το μεγαλύτερο πάθος όλων των Λατινοαμερικάνων, το ποδόσφαιρο. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1960, όπως διηγείται ο ίδιος, και την ώρα που άλλαζε σταθμούς στο ραδιόφωνο ψάχνοντας κάτι για να ακούσει εκμεταλλευόμενος την απουσία της οικογένειας του έπεσε πάνω στην μετάδοση του μεγαλύτερου ντέρμπι της χώρας. Η Πενιαρόλ αντιμετώπιζε την Νασιονάλ. 0 59χρονος, τότε, συγγραφέας επέλεξε από περιέργεια να ακούσει την περιγραφή του αγώνα, στον οποίο η Νασιονάλ διέσυρε με 4-0 την αιώνια αντίπαλο της.
Μετά το τέλος του παιχνιδιού ο Εσπινόλα ξεκίνησε για ένα προγραμματισμένο δείπνο με την αδερφή του, για να αισθανθεί κάπου στα μισά της διαδρομής ότι είχε χάσει κάθε όρεξη για φαΐ κυριευμένος από μια τελείως ανεξήγητη στεναχώρια. Το δείπνο ακυρώθηκε, ο ίδιος πέρασε όλη την μέρα περπατώντας στο πάρκο προσπαθώντας να εξηγήσει τον λόγο που ένιωθε θλίψη και η ποδοσφαιρική Ιστορία απέκτησε ένα νέο θρύλο που κορυφωνόταν στην τελική διαπίστωση του Εσπινόλα: «Συνειδητοποίησα ότι ήμουν πικραμένος γιατί είχε χάσει η Πενιαρόλ. Ήμουν οπαδός της Πενιαρόλ κι όμως δεν το γνώριζα!».
Από εκείνη την μέρα και μέχρι τον θάνατο του αρκετά χρόνια μετά, ο Πάκο Εσπινόλα ήταν πιστός οπαδός της μεγαλύτερης ομάδας της Λατινικής Αμερικής (και ομάδας του μεγαλύτερου μάγκα της ιστορίας) γράφοντας αρκετά κείμενα γι’ αυτήν, το ποδόσφαιρο αλλά και την σχέση του οπαδού με την ομάδα.
Ο θάνατος ‘τον βρήκε’ το 1973 κι έτσι δεν πρόλαβε να χαρεί το «Clasico del 8 contra 11» του 1987, το πιο επικό παιχνίδι στην ιστορία των ντέρμπι Πενιαρόλ-Νασιονάλ, στο οποίο η αγαπημένη του ομάδα παίζοντας με 8 παίκτες, λόγω αποβολών, κατάφερε να σκοράρει στα τελευταία λεπτά και να επικρατήσει με 2-1.
Το πρωί της 12ης Σεπτεμβρίου 1973 το Στάδιο της Χιλής, στην πρωτεύουσα Σαντιάγκο, άνοιξε τις πόρτες του για να υποδεχτεί αμέτρητους πολιτικούς κρατούμενος που είχαν συλληφθεί την προηγούμενη μέρα κατά την οποία συνέβη το περίφημο coup d’état της χώρας, κατά το οποίο εκδιώχτηκε από την εξουσία (και θανατώθηκε) ο εκλεγμένος πρόεδρος Σαλβαδόρ Αλιέντε για να αναλάβει ο δικτάτορας Αουγκούστο Πινοσέτ. Μέσα στις επόμενες μέρες το στάδιο έγινε τόπος βασανιστηρίων για τους περισσότερους κρατούμενους και η τελευταία κατοικία της ζωής για αρκετούς εξ αυτών. Γνωστότερη όλων παραμένει η ιστορία του δασκάλου-ποιητή-τραγουδιστή Βίκτορ Χάρα ο οποίος εκτελέστηκε εν ψυχρώ μπροστά στους υπόλοιπους στον επίλογο μιας τραγικής σκηνής κατά την οποία οι στρατιωτικοί του ζητούσαν ειρωνικά να παίξει με μια κιθάρα τα φημισμένα τραγούδια του την ώρα που τα περισσότερα κόκαλα των χεριών του είχαν σπάσει από τα βασανιστήρια που προηγήθηκαν. Ο μύθος λέει ότι ο αιμόφυρτος αλλά απτόητος Χάρα ξεκίνησε να τραγουδάει ένα μέρος ενός τραγουδιού περί λαϊκής ενότητας, με αποτέλεσμα ένας αξιωματικός να βάλει ένα πιστόλι στον κρόταφο του και να πυροβολήσει (από τις καταθέσεις σε δικαστήριο που έγινε το 2009 αποκαλύφτηκε ότι πριν πυροβολήσει έπαιξε ‘ρώσικη ρουλέτα’ με το κεφάλι του Χάρα ενώ στην συνέχεια και μετά από εντολή του αξιωματικού δυο στρατιώτες ‘ολοκλήρωσαν το έργο του’).
Έναν περίπου μήνα μετά, στις 21 Νοεμβρίου, το Στάδιο της Χιλής άνοιγε ξανά τις πόρτες του, αυτήν την φορά για χάρη του ποδοσφαίρου. Η Χιλή φιλοξενούσε την Σοβιετική Ένωση στο επαναληπτικό παιχνίδι των διηπειρωτικών πλέι οφ για την ομάδα που θα συμπλήρωνε το πρόγραμμα του Μουντιάλ του 1974 που θα διεξαγόταν στην Δυτική Γερμανία. Το πρώτο παιχνίδι στην Μόσχα είχε λήξει ισόπαλο 0-0 και όλα θα κρινόταν στην ρεβάνς. Μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους οι παίκτες της εθνικής ομάδας της Χιλής (μαζί με το διαιτητικό τρίο) παρατάχθηκαν κανονικά στον αγωνιστικό χώρο, έκαναν τυπικότατα την σέντρα και αφού αντάλλαξαν μερικές πάσες κατεβαίνοντας προς την αντίπαλη περιοχή, σκόραραν με τον αρχηγό της ομάδας. Απέναντι τους δεν υπήρχε …κανείς. Η Σοβιετική Ένωση σε μια από τις πιο γνωστές φορές της Ιστορίας που η πολιτική και το ποδόσφαιρο συναντήθηκαν και έχασαν τον ξεχωριστό τους χαρακτήρα, αρνήθηκε να αγωνιστεί σ’ ένα γήπεδο στο οποίο είχαν τόσο πρόσφατα εκτελεστεί τόσοι κρατούμενοι, κυρίως αριστερών φρονημάτων, και στο οποίο όπως χαρακτηριστικά γράφτηκε την εποχή εκείνη «μπορούσες ακόμα να διακρίνεις κηλίδες αίματος». Η FIFA με την σειρά της δεν δέχτηκε να γίνει το παιχνίδι σε ουδέτερη χώρα κι έτσι με το πιο εύκολο γκολ που έχει μπει ποτέ σε ποδοσφαιρικό αγώνα η Χιλή πήρε το εισιτήριο για το παγκόσμιο κύπελλο.
Τριάντα χρόνια μετά, τον Σεπτέμβρη του 2003, το ‘Στάδιο της Χιλής’ (το οποίο είναι και η ονομασία του τελευταίου ποιήματος που έγραψε ο Χάρα όσο ήταν φυλακισμένος κάπου στα αποδυτήρια του σταδίου και το οποίο διασώθηκε μ’ ένα μικρό χαρτάκι χωμένο στο παπούτσι ενός συγκρατούμενοι του) μετονομάστηκε σε ‘Στάδιο Βίκτορ Χάρα’.
Ο Γιόχαν Κρόιφ και ο βοηθός του Μπόμπι Χαάρμς*, σε μια φωτογραφία της περιόδου 1986-88′ κατά την οποία συνεργάστηκαν στον πάγκο του Άγιαξ.
* Ο Μπόμπι Χαάρμς ήταν ένας εκ των αφανών ηρώων του «μεγάλου Άγιαξ της δεκαετίας του 70′»** αλλά και του νεότερου πετυχημένου Άγιαξ της περιόδου 1987-1995. Πέρασε απ’ τα περισσότερα πόστα του συλλόγου – ποδοσφαιριστής μεγαλωμένος στις ακαδημίες της ομάδας, βοηθός προπονητή, προσωρινός προπονητής, προπονητής ακαδημιών, προπονητής αποκατάστασης παικτών και σκάουτερ – ευρισκόμενος πάντα στο παρασκήνιο, φτάνοντας στα φώτα της δημοσιότητας μόνο όταν οι διάφοροι ποδοσφαιριστές-σταρ της ομάδας ή οι εκάστοτε προπονητές εκθείαζαν την δουλειά του δημόσια σε εφημερίδες και τηλεόραση. Ήταν παρών σε κάθε Ευρωπαϊκό τρόπαιο που έχει σηκώσει ως τώρα ο ‘Αίαντας’. Εδώ μπορείς να διαβάσεις στα Αγγλικά ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο με αρκετές άγνωστες πληροφορίες για την καριέρα του όπως αυτήν την εξομολόγηση του Κόβατς:
After the first European Cup in 1971, Michels would leave for Barcelona. Stefan Kovacs was his replacement. Haarms had a good relationship with Kovacs and the two would remain close friends. In Kovacs biography “Le Football Total”, Kovacs said he’d develop his football vision on the basis of his long talks with Haarms. When Kovacs died, he left Haarms a large portion of his estate, which brought the tough Haarms to tears.
** Στην ‘Αυγή’ της 28ης Οκτωβρίου 1984, δημοσιεύτηκε ένα κείμενο-ωδή στην μεγάλη ομάδα του Άγιαξ που επηρέασε όσο ελάχιστες την εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Ο τίτλος του είναι «Άγιαξ, για πάντα Άγιαξ». Το κείμενο υπέγραφε κάποιος Α. Καμής ψευδώνυμο που αρκετά χρόνια μετά αποδείχτηκε ότι ανήκε στον ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη, που όπως και ο φιλόσοφος-συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ (που έχοντας αγωνιστεί σαν τερματοφύλακας σε παιδικές ομάδες είχε δηλώσει «έχοντας δοκιμάσει αμέτρητες εμπειρίες, μπορώ να πω με σιγουριά ότι όσα ξέρω για την ηθική και τις ανθρώπινες υποχρεώσεις, τα οφείλω στο ποδόσφαιρο», ενώ δεν είχε διστάσει να παραδεχτεί ότι θα διάλεγε χωρίς δεύτερη σκέψη το ποδόσφαιρο απ’ το θέατρο) απ’ τον οποίο εμπνεύστηκε το ψεύτικο όνομα, ήταν απ’ τους μεγαλύτερους ποδοσφαιρόφιλους του λογοτεχνικού χώρου.
Υπάρχουν άνθρωποι μ‘ έναν και μοναδικό έρωτα στη ζωή τους. Έχουν γνωρίσει πολλές γυναίκες, τις αγάπησαν, η γυναίκα δεν έπαψε ποτέ να τους συγκινεί, αλλά κάποτε γνώρισαν το μεγάλο, το μοναδικό έρωτα – ύστερα, όλες οι άλλες τους φαίνονται… απλές οδοντόκρεμες.
«Όμορφη ‘σαι και καλή ‘σαι μα Πεντάμορφη δεν είσαι…»
Γιατί η σύγκριση γίνεται με την Πεντάμορφη, τη Μοναδική!
Φίλοι του ποδοσφαίρου, όσοι τρέχετε ακόμα κάθε Κυριακή στα γήπεδα, ή καθισμένοι στην αναπαυτική σας πολυθρόνα μπουχτίσατε να βλέπετε στη μικρή οθόνη τα διεθνή «μεγαθήρια» που πληθωρικά γνωρίσαμε τον τελευταίο καιρό – βάλτε μια στιγμή το χέρι στην καρδιά, όσοι έχετε ξεπεράσει το φράγμα του φανατισμένου και τυφλού οπαδού ή του άκριτου φιλοθεάμονα και αναρωτηθείτε: μα είναι ποδόσφαιρο αυτό που βλέπω; Καλές ομάδες, δε λέω, μαχητικοί οι Βέλγοι, σταθερή η Λίβερπουλ, τεχνίτρα η Γιουβέντους, σκληροτράχηλη η Μπάγερν – αλλά, αλλά, αλλά, ποιό το διαφορετικό; (Θυμάμαι την πικρόχολη κουβέντα ενός φίλου, έμπειρου γερόλυκου των γηπέδων: «Καλή η Άρσεναλ. Ένα διεθνές φορμαρισμένο Αιγάλεω»).
Γιατί αυτές οι αναπόφευκτες συγκρίσεις; Γιατί αυτή η αίσθηση μιας μονοτονίας, μιας επανάληψης, κάθε φορά που βλέπουμε έναν πολυδιαφημισμένο αγώνα με τις επίχρυσες βεντέτες; Γιατί αυτή η πικρή γεύση της στασιμότητας, της έλλειψης του πρωτόγνωρου, η αυθόρμητη αντίδραση: «πάμε να φύγουμε, σε αυτό το σημείο είχαμε έρθει και στο προηγούμενο έργο»;
Γιατί, φίλοι που ζήσαμε και γεράσαμε στα γήπεδα, ψάχνοντας όχι μόνο τη νίκη, όχι μόνο τους πανηγυρισμούς, όχι μόνο τη δύναμη, την τεχνική ή τον εντυπωσιασμό, αλλά πάντα το κάτι άλλο, την πνοή που μεταβάλλει ένα «ομαδικό παιχνίδι» σε έργο τέχνης, ανεπανάληπτο όπως όλα τα γνήσια έργα τέχνης – γιατί, φίλοι, το βρήκαμε κάποτε αυτό το όνειρο και τώρα μας καταδιώκει και θέλουμε να το ξαναζήσουμε και δε βολεί να το ξαναζήσουμε.
Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε. Περνά η Μεγάλη Κυρία των γηπέδων (αυτή η πραγματική Κυρία κι όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών) περνά, ο μεγάλος Άγιαξ!
Όσοι αγαπήσαμε με τη φλόγα του έφηβου ερωτευμένου αυτή την υπεργήινη Bella Dona δεν μπορούμε πια να την ξεχάσουμε.
Δεν κράτησε πολύ η αστραποβολή της. Γιατί όλα τα καταυγαστικά όνειρα δεν κρατούν πολύ. Γιατί όλες οι πρωτοπορίες, που ανατρέπουν όλα τα γερασμένα κατεστημένα και τις χρυσές μετριότητες, περνούν σαν αστραπή, αλλά όσοι δουν τη λάμψη τους δεν την ξεχνούν ποτέ. Γιατί μια επανάσταση δεν έχει κατά κανόνα αντάξιους επιγόνους.
Δεν απέκτησε -λένε- «τίτλους» και διεθνείς διακρίσεις, όσοι μετρούν τις αξίες με τα συσσωρευμένα μετάλλια και τις μπακάλικες προδιαγραφές. Δεν είχε -λένε- συνεχιστές. Μα, μήπως κληρονομιέται η ιδιοφυΐα;
Ο,τι υπήρξε πριν από τον Άγιαξ -το συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά- υπήρξε η προϊστορία του ποδοσφαίρου. Μετά τον Άγιαξ φάνηκε πως υποχρεωτικά πια άνοιγε η ιστορία.
Δεν άνοιξε. Άνοιξε το αλισβερίσι των συστημάτων της κυριαρχίας του κόουτς-σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωνάριων. Το θέαμα συνεχίζεται, συναρπαστικό -πάντα η πάλη για τη νίκη είναι συναρπαστική-, εντυπωσιακό, αλλά χωρίς το νακ. Αυτό το νακ που άστραψε πριν δέκα χρόνια σαν μετέωρο κι έσβησε πρόωρα, αφού διέγραψε την εκτυφλωτική τροχιά του. Έσβησε. Γιατί τα παιδιά του έκαναν φύλλα φτερά. Το διεθνές ποδοσφαιρικό δουλεμπόριο μοίρασε το δεμάτι σε χωριστά καλάμια. Ένα εδώ, ένα εκεί. Και τα καλάμια, μόνα τους στους αφιλόξενους κάμπους, λύγισαν κι έσπασαν. Γιατί μόνο το δεμάτι ήταν η ποίηση. Και αυτή χάθηκε για πάντα από τα γήπεδα.
«Χορταίνουμε» μπάλα τώρα κάθε Κυριακή και Τετάρτες. Συγκινούμαστε, ενθουσιαζόμαστε πάλι, παρασυρόμαστε πού και πού, θαυμάζουμε τους καινούριους γκολτζήδες. Αλλά η υπέροχη γοητεία πια δεν υπάρχει. Την πήραν μαζί τους κι έφυγε, όπως φεύγουν όλα τα μοναδικά και ανεπανάληπτα, οι εκθαμβωτικοί Ολλανδοί.
Τώρα βασιλεύει η δυναστεία των συστημάτων, τα γκολ που μετρούν εντός και εκτός, οι υπολογισμοί και τα τεφτέρια.
Θα μας ξαναθυμίσει άραγε κάποιος καμιά πάλι φορά πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πια απλώς τεχνική, δεν είναι πια απλώς δύναμη, δεν είναι άθροισμα από εξωνημένες βεντέτες;
Θα μας θυμίσει πάλι κανείς την έμπνευση, τη γοητεία του απρόοπτου, τον αυθορμητισμό που γίνεται σοφία και τη σοφία που φαντάζει σαν αυθορμητισμός, το ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο Τέχνης, όπως μας απέδειξαν και μας το δίδαξαν οι νέοι Νιζίνσκι της δεκαετίας του 70;
Βίβα για πάντα, Άγιαξ.
Νοέμβριος του 1954 και ο Adolf Dassler, Γερμανός τσαγκάρης από την Βαυαρία γνωστός και με το παρατσούκλι Adi, βιδώνει τάπες στα ποδοσφαιρικά παπούτσια των παικτών της Δυτικής Γερμανίας εν όψει ενός φιλικού με την Αγγλία στο Γουέμπλει. Λίγους μήνες πριν, η Δυτική Γερμανία κατακτούσε το παγκόσμιο κύπελλο νικώντας στον τελικό την μεγάλη Ουγγαρία, σ’ ένα ματς που έμεινε στην Γερμανική ιστορία ως το ‘Θαύμα της Βέρνης’ (Das Wunder von Bern).
Μαζί με τους παίκτες, μέρος της επιτυχίας καρπώνεται και ο Adi καθώς η – πρωτοποριακή τότε – ιδέα των βιδωτών ταπών που χρησιμοποιήθηκε στα παπούτσια όλων των Γερμανών παικτών συνδέθηκε με τον μεγάλο θρίαμβο της χώρας. Χάρη στην επιτυχία αυτή η εταιρεία του, που είχε ιδρύσει λίγα χρόνια πριν και η οποία ουσιαστικά ήταν συνέχιση μιας οικογενειακής επιχείρησης απ’ την οποία είχε αποχωρήσει ο αδερφός του* μετά από κάποια παρεξήγηση, πήρε τα πάνω της και ουσιαστικά από τότε ο Adi Dassler έγινε μέρος της ιστορίας του ποδοσφαίρου. Και του πλανήτη γενικότερα…
* Rudolf Dassler, δημιουργός της αντίζηλης εταιρείας RUDA η οποία σύντομα μετονομάστηκε σε …PUMA.
Το Ko Panyi είναι ένα μικρό χωρίο στην νότια Ταϊλάνδη κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου πάνω στη θάλασσα. Εκ φύσεως όλες οι δραστηριότητες των κατοίκων του είχαν άμεση σχέση με το νερό και ότι υπάρχει μέσα σ’ αυτό. Όλα αυτά μέχρι το 1986 όταν μια παρέα πιτσιρικάδων, που παρακολουθούσε με πάθος απ’ την τηλεόραση το Παγκόσμιο Κύπελλο στο Μεξικό, αποφάσισε πως παιδί χωρίς ποδόσφαιρο είναι σαν ψάρι χωρίς νερό. Με αρκετή φαντασία κι ακόμα μεγαλύτερη θέληση οι πιτσιρικάδες έφτιαξαν ένα μικρό γήπεδο στην μέση της θάλασσας και κατάφεραν κυριολεκτικά από το τίποτα να δημιουργήσουν μια ομάδα που τα επόμενα χρόνια θριάμβευσε σε αρκετές διοργανώσεις νέων της χώρας.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά, χάρη στην χορηγία μιας τοπικής τράπεζας, η μυθική/ρομαντική/γραφική ιστορία των παιδιών αυτών (που τώρα είναι μεσήλικες) γίνεται διασκεδαστική και διδακτική μικρού μήκους ταινία – απ’ αυτές που μπορούν να υπερηφανεύονται ότι είναι «βασισμένη σε αληθινά γεγονότα» επηρεάζοντας θετικά τα συναισθήματα του θεατή – με πρωταγωνιστές πιτσιρίκια από το ίδιο χωριό και πιασάρικο σλόγκαν «κάνε την διαφορά».
Τοπικός ηγέτης-πρόεδρος-ήρωας-επαναστάτης-μικρός Θεός θέλει να προσφέρει στους συμπολίτες του μια διαφορετική διασκέδαση από την κλασσική ρουτίνα του κάθομαι-σπίτι-μπροστά-στο-αναμμένο-τζάκι-και-ακούω-τον-παππού-να-μιλάει-για-τον-πόλεμο-στα-βουνά. Έτσι αποφασίζει να καλέσει στην πατρίδα του μερικούς απ’ τους καλύτερους ποδοσφαιριστές του πλανήτη για ένα φιλικό παιχνίδι. Επειδή οι ρυθμοί ζωής του σύγχρονου καλύτερου ποδοσφαιριστή δεν επιτρέπουν τέτοια ρομαντικά διαλείμματα την πρόσκληση αποδέχονται πρώην κορυφαίοι ποδοσφαιριστές από την Βραζιλία, που έχουν άπλετο ελεύθερο χρόνο τώρα που τελείωσε το καρναβάλι. Το τμήμα μάρκετινγκ του εμπνευστή της όλης ιδέας δεν λειτουργεί ακόμα καλά κι έτσι το παιχνίδι διαφημίζεται ως αγώνας εναντίον της εθνικής Βραζιλίας του 2002, ασχέτως που στην παγωμένη πόλη καταφτάνουν Βραζιλιάνοι παλαίμαχοι όλων των γενεών, καθοδηγούμενοι από τον Ντούνγκα.
Το παιχνίδι διεξάγεται στο τοπικό γήπεδο παρουσία 10.000 εκστασιασμένων ντόπιων που βλέπουν για πρώτη φορά από κοντά τα ποδοσφαιρικά τους ινδάλματα, παραβλέποντας την μικρή λεπτομέρεια ότι αυτά έχουν υποστεί extreme makeover από την ανάποδη, λόγω ηλικίας. Απέναντι τους παρατάσσονται ντόπιοι νυν αλλά και πρώην ποδοσφαιριστές, ο πάω-όπου-με-καλούν Λόταρ Ματέους και φυσικά ο ηγέτης-πρόεδρος που παρά τα παραπανίσια κιλάκια του φοράει το περιβραχιόνιο, σκοράρει δυο φορές (ένα με πέναλτι), εκτελεί ένα χαμένο πέναλτι, στο ημίχρονο αλλάζει ρούχα και ρίχνει έναν παραδοσιακό χορό στο κέντρο και στο τέλος βγάζει όλο το 90λεπτο συν δεκατρία εξτρά λεπτά που ..συνωμοτικά κρατήθηκαν σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μειώσουν οι γηπεδούχοι. Η διαφορά ποιότητας όμως είναι εμφανής καθώς απέναντι βρίσκονται πρώην πρωταθλητές κόσμου όπως οι Μπεμπέτο, Ρομάριο, Καφού, Σάβιο και Ραι κι έτσι το τελικό 4-6 παραμένει κολακευτικό.
Η παραπάνω ιστορία θα μπορούσε να είναι άνετα σενάριο Αμερικάνικης/Αγγλικής ταινίας β’ διαλογής, γεμάτο γραφικούς και μισότρελους χαρακτήρες της περιοχής. Είναι όμως πραγματική ιστορία, βγαλμένη από τα ρεπορτάζ των μεγαλύτερων ειδησεογραφικών πρακτορείων στον κόσμο. Συνέβη εχθές στην πρωτεύουσα της Τσετσενίας, Γκρόζνι και είχε ως κεντρικό ήρωα τον πρόεδρο της χώρας, Ramzan Kadyrov (διακρίνεται στην τελευταία φωτογραφία) που έδωσε κανονική παράσταση εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου. Η επίσημη δικαιολογία για την διεξαγωγή του αγώνα είναι πως έγινε για να προωθηθεί σ’ όλο τον κόσμο το μήνυμα ότι η Τσετσενία είναι πλέον μια κανονική, βιώσιμη χώρα σαν όλες τις άλλες που πλέον εξελίσσεται πολιτισμένα μακριά από πολέμους και τρομοκρατικές ενέργειες. Αλλά κατά βάθος όλοι γνωρίζουμε ότι ο βασικότερος λόγος συνεύρεσης όλων αυτών των άσχετων μεταξύ τους ανθρώπων ήταν για να μπορέσει ο Ρομάριο να σκοράρει μερικά ακόμα γκολ στην απάνθρωπη προσπάθεια που κάνει να φτάσει τα 2000 πριν του κάνει θανατηφόρο τάκλιν ο Χάρος.
Τον Ιούλιο του 1981 κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους η ταινία «Escape to victory» που αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας κρατούμενων σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ναζί κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου οι οποίοι δέχονται να αντιμετωπίσουν σε ποδοσφαιρικό αγώνα επίδειξης μια ομάδα Γερμανών. Αρνούμενος να σου χαλάσω το φινάλε (σε περίπτωση που είσαι αυτός ο ένας στους δέκα ποδοσφαιρόφιλους που δεν την έχει δει) δεν αποκαλύπτω λεπτομερώς το τέλος αλλά δεν χρειάζεται και τρομερές ικανότητες συνδυαστικής σκέψης για να καταλάβεις πως μπορεί να τελειώσει μια τέτοια Χολιγουντιανή ταινία στην οποία συμμετέχουν οι Πελέ και Μπόμπι Μουρ και την εστία της ομάδας προστατεύει – χωρίς να σκοτώσει/πλακώσει κανέναν – ο Συλβέστερ ΡάμποΡόκι Σταλόνε.
Τον Αύγουστο του 1942 όμως, όταν δεν υπήρχε ακόμα Σταλόνε, στην κατεχόμενη Ουκρανία μια ομάδα αποτελούμενη από, μη ηθοποιούς, πρώην παίκτες της Ντιναμό και της Λοκομοτίβ, με την ονομασία Σταρτ κατεβαίνει να αγωνιστεί σ’ ένα ποδοσφαιρικό τουρνουά που διοργανώνουν οι Ναζί. Αφού κατατροπώνουν χωρίς δυσκολία όλες τις υπόλοιπες ομάδες, οι Ουκρανοί διασύρουν με ευκολία με 5-1 και την ομάδα της Ναζιστικής αεροπορίας. Ο εγωισμός των ανίκητων κατακτητών Γερμανών πλήττεται και με συνοπτικές διαδικασίες ορίζεται αγώνας ρεβάνς.
Στις 9 Αυγούστου, στο στάδιο της Ζενίτ, οι παίκτες της Σταρτ κατεβαίνουν να παίξουν στα ίσια κι αυτόν τον αγώνα, αψηφώντας κάθε φυσιολογική μορφή φόβου που ελλοχεύει σε τέτοιες συνθήκες, έχοντας πλήρη επίγνωση του τι σήμαινε αυτό για την ίδια τους την ζωή, ξέροντας ότι πρόκειται ουσιαστικά για χαμένο αγώνα, χαμένο άμα τον κερδίσουν, χαμένο αν τολμήσουν να μην τον δούνε σαν χαμένο. Ο φόβος άκρως παραδόξως πάει περίπατο μπροστά σε κάποια άλλα δυσεύρετα συνήθως ένστικτα, οι Ουκρανοί θριαμβεύουν πάλι εντός γηπέδου και οι Γερμανοί – όπως ήταν αναμενόμενο σε μια ζωή ωμή και πραγματική, μακριά από ρομαντικούς σεναριογράφους, πρωταγωνιστές-ηθοποιούς και στημένα σκηνικά – εκδικούνται εκτός αυτού. Τέσσερις παίκτες πληρώνουν, έμμεσα, μέσα στις επόμενες εβδομάδες την ανθρώπινη αυτή υπέρβαση με την ζωή τους, μετονομάζοντας μια και καλή τον αγώνα σε «Αγώνα του θανάτου«. Αρκετά χρόνια μετά, στην μνήμη τους θα δημιουργηθεί ειδικό μνημείο με επιγραφή η οποία καταλήγει «…το μεγαλείο σας δεν θα ξεθωριάσει ποτέ, ατρόμητοι ήρωες-αθλητές».
«Κι ο πιο μεγάλος φόβος μου φοβάται μην και δεν τον φοβηθώ»
- Πολιτισμός είναι να είσαι οπαδός της Εσπανιόλ, να γεμίζεις το γήπεδο σου περιμένοντας με ενθουσιασμό και υψηλές προσδοκίες που γεννήθηκαν από την εξαιρετική φόρμα της ομάδας – 4η θέση στο πρωτάθλημα και 7-0-0 εντός έδρας με 12-2 γκολ μέχρι εχθές!-, την μισητή συμπολίτισσα Μπαρτσελόνα για να την ‘προσγειώσεις’ απότομα όπως έχεις κάνει κάμποσες φορές στο παρελθόν, αυτή να σε ισοπεδώνει σκοράροντας 5 φορές και χάνοντας άλλες τόσες κλασσικές ευκαιρίες (Κάνοντας σε για πολλοστή φορά να συνειδητοποιήσεις ότι τέτοιο βαρύγδουπο απόηχο εντυπώσεων σαν αυτόν που προκαλεί η ομάδα του Γκουαρντιόλα μετά από σχεδόν κάθε ματς της, προκαλούσε μόνο εκείνη η παρέα υπεράνθρωπων Αμερικανών που μαζεύτηκαν το 1992 – συμπτωματικά στην Βαρκελώνη – για να δείξουν σ’ όλο τον πλανήτη ότι υπάρχουν δυο κατηγορίες μπασκετμπολιστών, όπως ακριβώς υπάρχουν δυο κατηγορίες καλλιτεχνών: οι ταλαντούχοι και όλοι οι άλλοι.) κι όμως κάπου εκεί στο τελευταίο πεντάλεπτο, εσύ να έχεις το κουράγιο, την διάθεση και τα κάκαλα να υπερνικήσεις τον σμπαραλιασμένο σου ποδοσφαιρικό εγωισμό και το εκ γενετής μίσος που τρέφεις για οτιδήποτε μπλαουγκράνα και να σηκωθείς όρθιος για να αποθεώσεις κανονικότατα μαζί με σχεδόν όλους τους συν-οπαδούς σου και τους παίκτες της ομάδας σου, έναν «απ’ αυτούς» που έβγαινε αλλαγή, απλά και μόνο γιατί δεν ξεχνάς ότι στην μεγαλύτερη στιγμή της ποδοσφαιρικής ιστορίας της Ισπανίας αυτός δεν ξέχασε τον αδικοχαμένο αρχηγό σου.
«Τίποτε δεν είναι πιο ενοχλητικό από το να παρακολουθείς κάποιον να κάνει κάτι που εσύ είχες ισχυριστεί πως δεν μπορεί να γίνει.»
Τρελά χρήματα από το Κατάρ για την Μπαρτσελόνα και μάλιστα από το μη κερδοσκοπικό οργανισμό του Σεϊχη Χαμάντ Μπιν Καλιφά προκειμένου το «Qatar Foundation» να εναλλάσσεται στη φανέλα της Μπάρτσα μαζί με το logo της Unicef!
H συμφωνία είναι για πέντε χρόνια μέχρι το 2015 έναντι 33 εκατ. ευρώ το χρόνο, μία από τις μεγαλύτερες στον παγκόσμιο αθλητισμό! Είναι η πρώτη φορά που στο ταμείο της Μπαρτσελόνα θα μπουν χρήματα από διαφήμιση χορηγού στη φανέλα της. Η τρέχουσα συμφωνία με τη Unicef όχι μόνο δεν απέφερε χρήματα στο ετήσιο μπάτζετ αλλά και την ετήσια υποχρέωση της Μπαρτσελόνα να καταβάλλει δύο εκατ. ευρώ το χρόνο στο φιλανθρωπικό οργανισμό.
Το «Qatar Foundation» είναι στην ουσία η… Unicef της Μέσης Ανατολής και πρόκειται για μη κερδοσκοπικό οργανισμό που έχει σαν αποστολή τη δημιουργία κεφαλαίων για την εκπαίδευση, την επιστημονική έρευνα και την ανάπτυξη σε περιοχές με χαμηλή ποιότητα ζωής.
Το 1953 η Πενιαρόλ από την Ουρουγουάη γίνεται η πρώτη ομάδα που αποφασίζει να διαφημίσει στην φανέλα της μια εταιρεία, πολλά χρόνια πριν οι Ευρωπαίοι μυριστούν ότι υπάρχει χρήμα στην υπόθεση «φανέλα». Η διοίκηση κλείνει την συμφωνία και οι παίκτες της Πενιαρόλ εμφανίζονται στον αγωνιστικό χώρο με το όνομα του χορηγού τυπωμένο στις μπλούζες. Όλοι εκτός από έναν που μπαίνει στο γήπεδο φορώντας την κλασσική, παραδοσιακή φανέλα της ομάδας. Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται σε όλα τα παιχνίδια της χρονιάς. «Στο παρελθόν εμάς τους μαύρους (σ.σ. ήταν μαυριδερός με ρίζες από την Αφρική) μας τραβούσαν από ένα χαλκά που μας είχαν περασμένο στην μύτη. Οι καιροί αυτοί έχουν περάσει πλέον» δηλώνει σχετικά.
Ο αντιρρησίας της Πενιαρόλ είναι και αρχηγός της. Είναι ο Ομπντούλιο Βαρέλα. Ο μεγαλύτερος μάγκας ποδοσφαιριστής που εμφανίστηκε ποτέ σ’ αυτόν τον πλανήτη, ο αρχηγός και της εθνικής Ουρουγουάης, αυτός που βγήκε μπροστά με κίνδυνο την καριέρα του στην πρώτη απεργία των Ουρουγουανών παικτών που ζητούσαν βασικά εργασιακά δικαιώματα, ο άνθρωπος που σύμφωνα με τις αμέτρητες ιστορίες-μύθους των Ουρουγουανών κέρδισε σχεδόν μόνος του τον θρυλικό τελικό του μουντιάλ του 1950 μέσα στο κατάμεστο Μαρακανά με τους θρυλικούς μονολόγους του στα αποδυτήρια («όλοι αυτοί στην κερκίδα είναι σαν να είναι ξύλινοι, δεν παίζουν στο χόρτο» ήταν πάνω-κάτω μια από τις πιο ιστορικές ατάκες που χρησιμοποίησε για να εμψυχώσει τους συμπαίκτες του πριν βγουν να παίξουν μπροστά στο μεγαλύτερο κοινό που έχει παρακολουθήσει ποτέ ποδοσφαιρικό αγώνα), την μεγαλειώδη εμφάνιση του στο χόρτο και την πανέξυπνη τεχνητή διακοπή που προκάλεσε μετά το 1-0 όταν μπροστά στα μάτια 200.000 έκπληκτων Βραζιλιάνων που πανηγύριζαν, πήρε την μπάλα, πήγε στον Άγγλο διαιτητή να διαμαρτυρηθεί για οφσάιντ και απαίτησε μέχρι και μεταφραστή για να συνεννοηθεί μαζί του, παγώνοντας έτσι τον ενθουσιασμό των γηπεδούχων και επιτρέποντας στους συμπαίκτες του να συνέλθουν από το γκολ, πριν τους παρασύρει ψυχολογικά το κλίμα του γηπέδου.
Ο Ομπντούλιο δεν ζει πλέον για να δει την τελευταία ‘καθαρή’ φανέλα να στιγματίζεται. Αν και παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους της Ουρουγουάης, πέθανε πάμφτωχος το 1996 έχοντας κερδίσει από το ποδόσφαιρο μόνο το πριμ για την κατάκτηση εκείνου του Παγκοσμίου Κυπέλλου (ούτε καν το χρυσό μετάλλιο δεν πήρε, καθώς η ομοσπονδία της χώρας τα κράτησε γι’ αυτήν, δίνοντας στους παίκτες ασημένια αντίγραφα!), ένα ποσό που έφτανε ίσα-ίσα για να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο Ford του 1931. Κι αυτό του το έκλεψαν μέσα σε μια εβδομάδα.
Συντηρείται στην επικαιρότητα το θέμα σχετικά με ενδιαφέρον του Παναθηναϊκού για τον Άντερσον της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Σύμφωνα με την «O’ Jogo» υπήρξε συνάντηση του μάνατζερ του Βραζιλιάνου, Ζόρζε Μέντες με τον Κάρλος Φρέιτας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα συζητήθηκε το ενδεχόμενο δανεισμού του μέσου της αγγλικής ομάδας τον Ιανουάριο, αφού δεν υπολογίζεται από τον Σερ Αλεξ Φέργκιουσον.
Μάλιστα, γίνεται λόγος για την προηγούμενη συνεργασία Φερέιρα-Άντερσον την εποχή που και οι δύο βρίσκονταν στην Πόρτο.
Μπορεί να είναι μόλις 22 χρονών, αλλά ο Βραζιλιάνος Άντερσον θα μπορούσε πολύ εύκολα να σταματήσει αύριο κιόλας την καριέρα του και παρ’ όλα αυτά να έχει υλικό για να γεμίσει αμέτρητα χειμωνιάτικα βράδια με φίλους δίπλα στην φωτιά στην ..παραλία του Πόρτο Αλέγκρε. Δεν είναι μόνο οι τέσσερις σεζόν που έχει ήδη παίξει στην Ευρώπη σε ομάδες όπως η Πόρτο και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ούτε τα 2 πρωταθλήματα Πορτογαλίας, τα 2 πρωταθλήματα Αγγλίας, το Τσάμπιονς Λιγκ και το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων που έχει κατακτήσει. Είναι κυρίως το απόγευμα της 26ης Νοεμβρίου του 2005 (πέντε χρόνια παρά τρεις μέρες πριν), όταν έγραψε με ανεξίτηλο μελάνι το όνομα του στην ιστορία της Γκρέμιο και της Βραζιλιάνικης ποδοσφαιρικής ιστορίας, γενικότερα.
Στο γήπεδο Αφλίτος του Περναμπούκο, η Ναούτικο φιλοξενούσε την Γκρέμιο (στην οποία προπονητής ήταν ο τωρινός προπονητής της εθνικής Βραζιλίας, Μάνο Μενέσες) στην τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος της δεύτερης κατηγορίας της Βραζιλίας, σ’ έναν αγώνα που θα έκρινε ποια ομάδα θα προβιβαστεί. Τα όσα διαδραματίστηκαν πριν και κατά την διάρκεια του αγώνα, κάνουν το «ματς της Ριζούπολης» να μοιάζει με φιλικό παιχνίδι. Το πούλμαν της Γκρέμιο δέχεται επίθεση έξω από το γήπεδο από τους φανατισμένους οπαδούς της Ναούτικο, οι παίκτες μπαίνουν στα αποδυτήρια χάρη στους αστυνομικούς και παραμένουν εκεί μέχρι την έναρξη του, αφού ο αρχηγός της αστυνομίας κρίνει πως δεν γίνεται να βγουν για προθέρμανση! Με αρκετή καθυστέρηση, το παιχνίδι αρχίζει με τους γηπεδούχους να ‘σφυροκοπάνε’ την περιοχή χωρίς όμως επιτυχία, χαραμίζοντας ακόμα και πέναλτι (δοκάρι) πριν τελειώσει το ημίχρονο.
Στην επανάληψη και στηριζόμενη πάντα στην δύναμη της έδρας, η Ναούτικο συνεχίζει την πίεση χάνοντας συνεχώς μεγάλες ευκαιρίες. Σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, η Γκρέμιο μένει από νωρίς και με 10 παίκτες αφού ο αριστερός της μπακ δέχεται δεύτερη κίτρινη για ανόητο χέρι. Παρά το αριθμητικό μειονέκτημα, οι φιλοξενούμενοι κρατάνε το μηδέν μέχρι που φτάνουμε λίγο μετά τα μισά του δευτέρου ημιχρόνου. Σε μια αμφισβητούμενη φάση η μπάλα βρίσκει το – σχεδόν κολλημένο – χέρι ενός παίκτη της Γκρέμιο στο ύψος της γραμμής της μεγάλης περιοχής. Ο διαιτητής σφυρίζει και η Βραζιλιάνικη ποδοσφαιρική μυθολογία αποκτάει ένα ακόμα κεφάλαιο.
Όλη η ομάδα πέφτει πάνω στον άρχοντα του αγώνα διαμαρτυρόμενη, ένας αμυντικός πάνω στην τρέλα του τον σπρώχνει για να δεχτεί άμεσα την κόκκινη κάρτα, οι σπρωξιές συνεχίζονται, αστυνομικές δυνάμεις, δημοσιογράφοι, κόσμος και κοσμάκης μπουκάρουν άμεσα στο γήπεδο, κάποιος των ΜΑΤ τραβάει μια αγκωνιά στο κεφάλι ενός παίκτη της Γκρέμιο την ώρα που οι υπόλοιποι σπρώχνονται στο κέντρο του γηπέδου και τελικά ο αγώνας διακόπτεται για περισσότερα από 25 λεπτά με τους αστυνομικούς να περιφρουρούν τους φιλοξενούμενους. Ο αγωνιστικός χώρος είναι γεμάτος με άσχετους, παίκτες και ΜΑΤ, οι δημοσιογράφοι παίρνουν ζωντανά συνεντεύξεις από τους παίκτες ρωτώντας τι έγινε και τι πιστεύουν ότι θα γίνει και ο διαιτητής εκνευρισμένος μοιράζει κόκκινες στους παίκτες της Γκρέμιο, αποβάλλοντας άλλους δυο!
Όταν τα πράγματα δείχνουν πως ηρεμούν και οι διάφοροι τυχάρπαστοι αποχωρούν από το χόρτο, αποφασίζεται η επανέναρξη του αγώνα με τους φιλοξενούμενους να μετριούνται πλέον και να βγαίνουν ..εφτά (7). Η μπάλα στήνεται για δεύτερη φορά για εκτέλεση πέναλτι αλλά όχι ακριβώς στην άσπρη βούλα – καθώς μέσα στον πανικό κάποιος έχει σκάψει μια μικρή λακκούβα εκεί (!) για λόγους που είναι αστείο να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε κατόπιν εορτής, πέντε χρόνια μετά – αλλά λίγο πιο δίπλα. Ο αριστερός μπακ Αντεμάρ παίρνει φόρα, την ίδια ώρα που όλο το γήπεδο προσεύχεται για την επιστροφή επιτέλους της ομάδας στην πρώτη κατηγορία, εκτελεί και ..αστοχεί!
Κι επειδή η μάχη του Αφλίτος δεν είναι ένα απλό, κοινό Λατινοαμερικάνικο έπος η ιστορία δεν σταματάει εδώ. Με 7 παίκτες η Γκρέμιο βγαίνει μπροστά με τον 17χρονο τότε Άντερσον που είχε περάσει αλλαγή στο δεύτερο ημίχρονο (λίγο μετά αφού είχε μπει και ο Λούκας, που πλέον παίζει στην Λίβερπουλ) και στο 105′ κερδίζει λίγο μπροστά από το κέντρο την αποβολή του σέντερ μπακ της Ναούτικο. 10 εναντίον 7 πλέον στο χορτάρι. Το φάουλ εκτελείται γρήγορα, ο Άντερσον περνάει όποιον βρει μπροστά του και πλασάρει εύστοχα τον τερματοφύλακα. 0-1, αναπληρωματικοί μπαίνουν μέσα κλαίγοντας, στην κερκίδα κόσμος αποχωρεί μαζικά και στο Πόρτο Αλέγκρε μια ολόκληρη πόλη χοροπηδάει σαν τρελή, αδυνατώντας να πιστέψει τι έχει συμβεί. Το παιχνίδι συνεχίζεται για 7-8 ακόμα λεπτά, οι γηπεδούχοι δεν έχουν κουράγιο να αλλάξουν τίποτα συνειδητοποιώντας ότι η προσπάθεια είναι τόσο μάταιη, σαν να πυροβολάνε με απλές σφαίρες τον Τ-1000, και η ιστορία γράφει πως ο πιτσιρικάς Άντερσον είναι ο ήρωας ενός αγώνα που την επόμενη κιόλας ονομάστηκε -παραδόξως χωρίς καμία δόση υπερβολής-, «η μάχη του Αφλίτος» και για τον οποίον γράφτηκε ένα βιβλίο και γυρίστηκαν δυο ταινίες-ντοκιμαντέρ.
SOMBRERO : Όταν ένας ποδοσφαιριστής "τσιμπάει" την μπάλα πάνω από το κεφάλι ενός ανυποψίαστου αντιπάλου και την ξανά παίρνει περνώντας την από πίσω του. Σύμφωνα με τους Λατινοαμερικάνους ο όρος προέρχεται από το περίγραμμα που σχηματίζεται από την πορεία της μπάλας στον αέρα και την πορεία του παίκτη γύρω από τον αντίπαλό του. Το σχήμα ενός "σομπρέρο"!