«Το όνομα μου είναι Τσέσγουορντ. Είμαι ο πρόεδρος του μικρότερου ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος στον κόσμο, του πρωταθλήματος των Νησιών Σίλι. Έχουμε μόνο δυο ομάδες». Έτσι ακριβώς ξεκινάει το επεισόδιο της σειράς διαφημίσεων ‘Dream Big’, που έφτιαξε η Adidas για να προωθήσει μερικά παντελώς άγνωστα πρωταθλήματα του κόσμου, το οποίο είναι αφιερωμένο σ’ αυτά τα μικροσκοπικά νησιά της Μεγάλης Βρετανίας τα οποία βρίσκονται νοτιοδυτικά του αρχιπελάγους της Κορνουάλης.
Χάρη στο πρώτο εισαγωγικό κομμάτι του βίντεο, πληροφορούμαστε πως στο μοναδικό γήπεδο των νησιών οι δυο ομάδες, που αναγκαστικά μονοπωλούν το ενδιαφέρον, βρίσκονται αντιμέτωπες κανονικά κάθε Σαββατοκύριακο είτε για το πρωτάθλημα, είτε για κάποια από τις άλλες διοργανώσεις που προφανώς για λόγους ποικιλίας διατηρούν. Το επίπεδο της γραφικότητας μαγείας αυξάνεται όταν ο πρόεδρος προσθέτει ότι το πρώτο παιχνίδι της χρονιάς είναι το κλασσικό Charity Shield (στο οποίο ο πρωταθλητής της προηγούμενης χρονιάς αντιμετωπίζει τον νικητή του κυπέλλου, ένα ματς στο οποίο ανεξαρτήτως της έκβασης των διοργανώσεων στο τέλος καταλήγουν πάντα να βρίσκονται αντιμέτωποι οι ίδιοι αντίπαλοι) και αγγίζει τα όρια λατρείας όταν από την κάμερα περνάνε οι διάφοροι πρωταγωνιστές των αγώνων αυτών, δηλαδή οι ελάχιστοι διαθέσιμοι παίκτες και οι δυο ηλικιωμένοι διαιτητές: o Ντέιβ Kρότικ και ο (Παύση: Επικό. Απίθανο. Τέλειο. Ασύλληπτο. Βγαλμένο από σενάριο αξιαγάπητου b-movie για κάποιο μικρό χωριό της Βρετανικής επαρχίας που είναι γεμάτο γραφικούς χαρακτήρες. Τέλος παύσης.) Ντέιβ Γκρότικ.
Την ρουτίνα του να βλέπουν οι λιγοστοί κάτοικοι του νησιού τις ίδιες και τις ίδιες μονομαχίες σπάνε κάποια εξτρά παιχνίδια με ομάδες από τις γύρω περιοχές καθώς και ο αγώνας «Μικροί εναντίων μεγάλων» που διεξάγεται την Boxing Day των Άγγλων. Ένα απ’ αυτά τα ματς, στο οποίο συμμετείχαν και διάφοροι παγκόσμιοι σταρ της εταιρείας και του ποδοσφαίρου, όπως ο Βιειρά, ο Μπέκαμ, ο Τζέραρντ και ο Μπάλακ, μπορείς να δεις στα επόμενα κομμάτια του 16λεπτου (συνολικά) επεισοδίου, τα οποία είναι συγκεντρωμένα στην επίσημη σελίδα του πρωταθλήματος, η οποία είναι βγαλμένη από παλιές εποχές του διαδικτύου τότε που η Altavista και η Lycos κυριαρχούσαν στις μηχανές αναζήτησης και η Geocities ήταν η νούμερο ένα επιλογή για να ανεβάσεις την σελίδα σου.
Brazil and Santos forward Neymar was awarded the FIFA Puskas prize for the best goal of 2011 at the Ballon d’Or Gala in Zurich. The supremely talented 19-year-old, who already has 15 caps for his country, beat off competition from Wayne Rooney’s overhead kick scored against Manchester City in February to win the award.
The goal, which was scored in July for Santos against Flamengo, sees Neymar beat several defenders with an outrageous array of skills before delicately dinking the ball over the advancing goalkeeper.
Το ποδόσφαιρο είναι η τελευταία ιερή παράσταση των καιρών μας. Κατά βάθος πρόκειται για ιεροτελεστία, αν και είναι μια απόδραση. Ενώ άλλες ιερές παραστάσεις βρίσκονται σε παρακμή, ακόμα και η θεία λειτουργία, το ποδόσφαιρο είναι η μοναδική που μας έχει απομείνει. Είναι το θέαμα που αντικατέστησε το θέατρο.
Το ποδόσφαιρο είναι ένα σύστημα σημείων, είναι μια γλώσσα. Διαθέτει κατεξοχήν το σύνολο των βασικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων αυτού που εμείς ορίζουμε αμέσως ως μέτρο σύγκρισης, τον γραπτό και προφορικό λόγο.
(…)
Στο ποδόσφαιρο υπάρχουν στιγμές που είναι αποκλειστικά ποιητικές: οι στιγμές των «γκολ». Κάθε γκολ είναι μια εφεύρεση, πάντα μια ανατροπή του κανόνα: Κάθε γκολ είναι αναπόφευκτο, λαμπρό, καταπληκτικό και μη αναστρέψιμο. Όπως ακριβώς και ο ποιητικός λόγος. Ο κορυφαίος σκόρερ ενός πρωταθλήματος είναι πάντα ο καλύτερος ποιητής της χρονιάς. Αυτή τη στιγμή είναι ο Σαλβόντι. Το ποδόσφαιρο που έχει τα περισσότερα γκολ είναι και το πιο ποιητικό.
Και το «ντριπλάρισμα» είναι ποιητικό αφ’ εαυτού (ίσως όχι πάντα, όπως είναι το γκολ). Στην πραγματικότητα το όνειρο κάθε παίκτη (το οποίο συμμερίζεται και κάθε φίλαθλος) είναι να ξεκινήσει από τη σέντρα, να τους ντριπλάρει όλους και να σημειώσει γκολ. Αν, μέσα στα όρια του επιτρεπτού, μπορεί κανείς να φανταστεί κάτι το έξοχο στο ποδόσφαιρο, τότε είναι αυτό ακριβώς. Δεν συμβαίνει όμως ποτέ. Είναι ένα όνειρο (που το είδα να γίνεται πραγματικότητα μόνο στην ταινία «I due maghi del pallone» με πρωταγωνιστή τον Φράνκο Φράνκι, που –αν και απλοϊκή– κατάφερε να είναι ονειρική).
Ποιοι είναι οι καλύτεροι ντριπλαδόροι και γκολτζήδες του κόσμου; Οι Βραζιλιάνοι. Ως εκ τούτου το ποδόσφαιρό τους είναι ποιητικό ποδόσφαιρο: Πράγματι, βασίζεται καθ’ ολοκληρίαν στο ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα. Το κατενάτσιο και τα τρίγωνα (που ο Μπρέρα ονομάζει γεωμετρία) είναι ποδόσφαιρο της πρόζας: Στην πραγματικότητα πρόκειται για συντεταγμένο ποδόσφαιρο, δηλαδή ένα παιχνίδι συλλογικό και οργανωμένο, βασισμένο στην έλλογη εκτέλεση του κώδικα. Η μοναδική ποιητική στιγμή του είναι το πέρασμα της μπάλας από τον αντίπαλο και το «γκολ» που ακολουθεί (το οποίο, όπως έχουμε ήδη δει, δεν μπορεί παρά να είναι ποιητικό). Εντέλει, φαίνεται ότι η ποιητική στιγμή του ποδοσφαίρου (όπως πάντα) είναι η ατομική (το ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα, ή μια εμπνευσμένη πάσα).
Το πεζό ποδόσφαιρο είναι το λεγόμενο συστηματικό (το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο), και το σχήμα του είναι το εξής:
Το «γκολ» επαφίεται στην τελική ενέργεια ενός «ρεαλιστή ποιητή» πιθανόν, όπως ο Ρίβα, αλλά πρέπει να προέλθει από την οργάνωση του παιχνιδιού σε συλλογική βάση, ύστερα από μια σειρά «γεωμετρικά» περάσματα που έχουν γίνει σύμφωνα με τους κανόνες του κώδικα (ο Ριβέρα είναι τέλειος σ’ αυτό – στον Μπρέρα δεν αρέσει γιατί πρόκειται για μια τελειοποίηση λίγο εστέτ και όχι ρεαλιστική, σαν κι αυτή που κάνουν οι Άγγλοι ή οι Γερμανοί που παίζουν κέντρο).
Το ποιητικό ποδόσφαιρο είναι το λατινοαμερικανικό: Για την πραγματοποίησή του απαιτείται μια τερατώδης ικανότητα να ντριπλάρεις (κάτι που στην Ευρώπη σνομπάρουν στο όνομα της «συλλογικής πρόζας»). Γκολ μπορεί να εφεύρει ο οποιοσδήποτε από οποιαδήποτε θέση.
Αν το ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα είναι οι ατομικές-ποιητικές στιγμές, τότε το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο είναι ποιητικό ποδόσφαιρο. Με καθαρά τεχνικούς όρους και χωρίς να κάνουμε αξιολογική διάκριση, στο Μεξικό το ματς ήταν μεταξύ της ιταλικής εστέτ πρόζας και της βραζιλιάνικης ποίησης.
Να γράψω λέει σε δυο παραγράφους για τον καλύτερο του 2011. Ούτε γραμμή παραπάνω. Α, ναι και χωρίς πολλά κλισέ. Τσάβι-Μέσι-Ρονάλντο. Τον Ρονάλντο τον αποκλείουμε εξαρχής. Όχι επειδή μου είναι εξαιρετικά αντιπαθής, έτσι κι αλλιώς ούτε Ρεάλ, ούτε Μπαρσελόνα υποστηρίζω. Πολύ απλά γιατί ότι στατιστικά να μου φέρεις, αν έχει παραπάνω Μ.Ο. σε ασίστ, σε γκολ, σε ευστοχία έξω από τα 6.75 ή οτιδήποτε άλλο δεν παίζει κανέναν ρόλο. Γιατί στο τέλος της κουβέντας θα πω ότι έπαιζε στην ομάδα που στο C.L. δεν έκανε τίποτα, γιατί στο πρωτάθλημα δεν τα κατάφερε, γιατί η Μπάρσα τον ταπείνωσε, γιατί ο ίδιος στα μεγάλα ντέρμπυ και στις μεγάλες στιγμές της καριέρας του είναι πάντα κρυμμένος. Πιθανόν αν έπαιζε κι ο ίδιος στην Μπάρσα να είχε παραπάνω ελπίδες, δεν παίζει όμως. Ήταν στους χαμένους και δυστυχώς για αυτόν οι ήττες ήταν πολλές και εμφατικές πέρσι και η κατάκτηση του κυπέλλου δεν είναι αρκετή. Γιατί για να είσαι ο κορυφαίος πρέπει να έχεις κάνει τη διαφορά και να είσαι και με τους κορυφαίους. Όταν τα αγόρια γίνουν άντρες, ο Κριστιάνο θα έχει την ευκαιρία.
Ναι, ο Τσάβι. Ξέρω, ξέρω… Το μυαλό, ο ιθύνων νους, χωρίς αυτόν ο Μέσι δεν υπάρχει στην Εθνική Αργεντινής. Μας τα είπατε παιδιά, τα ξέρουμε. Συμπαθέστατος ο Τσάβι, χαμηλών τόνων και υπερ-τεράστιος παίκτης. Γεννημένος άτυχος. Σε έναν άλλον κόσμο, μια άλλη στιγμή θα ήταν αυτός το νούμερο 1. Σε έναν κόσμο που θα έλειπε ο πρωταγωνιστής μπροστά και θα είχε να ανταγωνιστεί παίκτες που παίζουν στο κέντρο και δεν σκοράρουν τόσο θα έπαιρνε το βραβείο κάθε χρόνο φορώντας παντόφλες. Γιατί είναι τέτοια παιχτούρα. Αλλά κάθε καλός σούπερ-ήρωας θέλει το sidekick του. Ο Μπάτμαν έχει τον Ρόμπιν, ο Σέρλοκ Χολμς έχει τον Γουότσον, ο Φρόντο έχει τον Σαμ (ο οποίος σίγουρα τον γουστάρει) και στην εποχή μας ο Μέσι έχει τον Τσάβι.
Πώς να μην είναι ο καλύτερος ο Λιονέλ; Έκανε διαστημικά πράγματα και συνεχίζει να κάνει. Σπάει τα ρεκόρ το ένα μετά το άλλο. Γιατί μπορεί η… τούρτα των Καταναλών να έχει βάσεις από κάτω διάφορους παίκτες και μια απίστευτη ομοιογένεια, αλλά το κερασάκι σε αυτή είναι από το Ροζάριο. Γιατί και στα εύκολα και στα δύσκολα είναι εκεί. Και ας μας πληγώνει κάθε φορά που η Αργεντινή πατώνει. Θα γυρίσει ο τροχός και θα κάνει κι εκεί το θαύμα του. Λιονέλ ήσουν ο καλύτερος ΚΑΙ το 2011.
(Elaith)
Xavier Hernández i Creus: Ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι.
Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ. Αν μπορείς ανάμεσα στις αιωρήσεις του μετρονόμου να δεις τις κινήσεις και τις κάθετες πάσες που κάνουν ευτυχισμένους τόσους πολλούς, ξέρεις γιατί ο Τσάβι δικαιούταν να σηκώσει εχθές το βράδυ το ιερό «κιούπι» στον ουρανό της Ζυρίχης.
(ausencia)
Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να στοιχειοθετήσω επαρκώς την επιλογή μου, πόσο μάλλον σε μια χρονιά όπου το αντίπαλον δέος επικράτησε στα πάντα πλην ενός Κυπέλλου. Αλλά αυτό το πράγμα είναι κάτι προσωπικό, δεν πρέπει να έχει να κάνει με τίτλους, σωστά; (Γιατί αν οι τίτλοι παίζουν ρόλο τότε ο Γουέσλι Σνάιντερ είναι στο τηλέφωνο και θέλει το περσινό βραβείο.)
Όμως είναι κάτι που απλά το βλέπω. Έχει πολλά πράγματα πάνω του που βρίσκω αποκρουστικά, για την ακρίβεια πιστεύω πως σε οτιδήποτε αφορά το άτομό του έξω από το γήπεδο θα ήθελα διακαώς να τον δείρω αν τον γνώριζα. Αλλά παρόλ’αυτά, όταν τον βλέπω να παίζει μπάλα τα ξεχνάω όλα. Μπορεί να μην κέρδισε σχεδόν τίποτα μες στο ’11, αλλά υπήρξε η χρονιά της απόλυτης ποδοσφαιρικής του ολοκλήρωσης. Η χρονιά που πέραν αμφιβολίας, καθόσουν να δεις ένα παιχνίδι της υπέροχης Ρεάλ του Ζοζέ Μουρίνιο και περίμενες από αυτόν να βάλει μεγάλο γκολ, να κάνει μεγάλη μπαλιά, να αποτελέσει τον πυρήνα του φανταστικού παιχνιδιού της ομάδας του.
Το ξέρεις ότι είσαι μέγιστος όταν σε καθορίζει η στιγμιαία σου αδυναμία. Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς δεν ήταν καλός στην 4η περίοδο του φετινού τελικού. Ο Νίκος Γκάλης δεν έπαιρνε το τελευταίο σουτ. Ο Κριστιάνο δεν έβαλε γκολ στη Μπαρτσελόνα φέτος. ΟΚ. Έβαλε πέρσι, στον τελικό του Κυπέλλου, στη στιγμή που θεμελίωσε τη ρεαλιστική αμφισβήτιση της κυριαρχίας της Μπάρτσα στην Ισπανία. (Κυριαρχία που, ασχέτως της αδυναμίας της Ρεάλ να την κερδίσει, θα απωλέσει φέτος.)
Δεν έχει υπάρξει στιγμή στην καριέρα του Κριστιάνο που να μην ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ομάδας του. Με το καλημέρα. Και τι ομάδες κιόλας. Όταν ξεχωρίσει κάποιος άλλος, νιώθουμε την ανάγκη να το δηλώσουμε με έμφαση. (Δε συμβαίνει συχνά.) Νιώθεις πως αν πάρεις το καστ φανταστικών ποδοσφαιριστών που βρίσκονται γύρω από αυτόν σε μια ομάδα και τους αλλάξεις με άλλους, πάλι θα την οδηγήσει μακριά. Τον ίδιον, δε γίνεται να τον αλλάξεις. Στην καρδιά μιας ομάδας με άκρατα επιθετική φιλοσοφία βασισμένη σε ταχύτητα και τεχνική ως ισοδύναμα γρανάζια, ο Κριστιάνο είναι η αρχή και το τέλος. Είναι καταδικασμένος να είναι έτσι για πάντα, για όλη του την καριέρα. Και για την καριέρα του, το 2011 ήταν η καλύτερη χρονιά.
Ως τώρα.
(dark_tyler)
Μέσα στο 2011 σκόραρε πάνω-κάτω τα ίδια γκολ με τον Κριστιάνο Ρονάλντο (νούμερα αδιανόητα, βγαλμένα από στατιστικά στο Football Manager τα οποία κάποτε θεωρούσαμε αστεία λόγω έλλειψης αληθοφάνειας), μοίρασε περισσότερες και πιο θεαματικές ασίστ ακόμα και από τον μετρ του είδους Τσάβι (πάσες εντυπωσιακές, πανέξυπνες, διορατικές, ικανές να προκαλέσουν επιφώνημα θαυμασμού πριν καν ακουμπήσει την μπάλα ο παραλήπτης τους), συνέχισε να προσφέρει φάσεις στις οποίες κάποιος απελπισμένος αμυνόμενος τον κλωτσάει σε θέση ιδανική για εκτέλεση φάουλ λίγο έξω από την μεγάλη περιοχή κι όμως αυτός συνεχίζει την προσπάθεια του (φάσεις τόσο ξένες στη γενικότερη νοοτροπία του σύγχρονου ποδοσφαίρου), δήλωσε για άλλη μια χρονιά βροντερό παρών στα περισσότερα απ’ τα μεγάλα ματς που ο ‘καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου’ οφείλει να δηλώνει παρών (όπως αποστομωτικά δείχνει ένας σχετικός πίνακας που κάποιος φανατικός στατιστικολόγος έφτιαξε και στον οποίο, όπως ένας οποιοσδήποτε πολέμιος του Μέσσι θα φώναζε, δεν συμπεριλαμβάνονται οι αποτυχημένες προσπάθειες του με την εθνική, μειονέκτημα το οποίο μπορείς να καταθέσεις με στόμφο σαν επιχείρημα μόνο αν προσπαθείς πρόωρα και λανθασμένα να τον συγκρίνεις με τον Μαραντόνα) και πρόσθεσε στο ήδη γεμάτο σχετικό παλμαρέ του αμέτρητες νέες στιγμές κατά τις οποίες αποφάσιζε να ξεφύγει από τον καλοδουλεμένο ομαδικό ρυθμό που βγάζει η ορχήστρα της Μπαρτσελόνα και να προσπεράσει με μια ασύλληπτη απλότητα και άνεση (μια τέτοια άνεση που ορισμένες φορές υποβιβάζει άθελα της όλη την ενέργεια, κάνοντας την να φαίνεται κοινότυπη και – το χειρότερο και πιο ειρωνικό – εύκολη στα μάτια του θεατή, ειδικά αυτού που έχει παίξει λίγες φορές μπάλα στη ζωή του) οποιονδήποτε βρεθεί στο δρόμο του, αδιαφορώντας παντελώς για το πόσους θα συναντήσει, πόσο μεγάλης ποιότητας παίκτες είναι αυτοί και πόσα τετραγωνικά μέτρα ή εκατοστά έχει στη διάθεση του για να τους ντριπλάρει.
Μαγικές στιγμές, βγαλμένες από τα παιδικά όνειρα όλων μας, που πολλές φορές δεν τελείωναν με την μπάλα στα δίχτυα, γεγονός που αυτόματα τις αφήνει εκτός κάθε ιστορικού αφιερώματος που μένει άφθαρτο στον Χρόνο αναγκάζοντας έτσι οποιονδήποτε αγαπάει αυτό το παιχνίδι να αναρωτηθεί βλέποντας το ριπλέι «can we make it go in?»:
Δεν γίνεται να λέγεσαι σοβαρή ιστοσελίδα τη σήμερον ημέρα αν στο τέλος του ημερολογιακού έτους δεν κάνεις τουλάχιστον 32 λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς. Αυτός ο γενικός κανόνας έχει εξαπλωθεί τόσο πολύ που οι διάφορες λίστες εμφανίζονται πλέον από τον… Νοέμβριο απλά και μόνο για την μικρή αυτή ικανοποίηση της πρωτιάς, που είναι άλλωστε και μια απ’ τις κινητήριες αισθήσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Το γεγονός αυτό μας υποδηλώνει ουσιαστικά πως αν στο αυριανό Ρεάλ Μαδρίτης – Μπαρτσελόνα, για παράδειγμα,υπάρξει μια φωτογραφία στην οποία αποτυπώνεται ο Μέσσι υπό καταρρακτώδη βροχή να πηδάει μαζί με την μπάλα πάνω από τα πόδια του Ράμος και του Πέπε που του κάνουν ταυτόχρονα εγκληματικό τάκλιν σηκώνοντας νερό και κομμάτια λάσπης από τον βρεγμένο αγωνιστικό χώρο και στο βάθος διακρίνονται άλλοι τρεις παίκτες της Ρεάλ να ακολουθούν με αποτυπωμένο το μίσος στο πρόσωπο τους, ένα όμορφο, σκοτεινό και α λα ‘Blade Runner’ φόντο με χιλιάδες μαύρες ομπρέλες στις κερκίδες κι ένας μονόκερος να επελαύνει κι αυτός προς την περιοχή, αυτή η φωτογραφία δεν θα βρίσκεται στη λίστα με τις καλύτερες της χρονιάς με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για όσους ζούνε για να διαβάζουν και να βλέπουν λίστες ώστε να έχουν θέματα με τα οποία θα διαφωνούν μετά με τους φίλους τους.
Η Βραζιλία του 1982, η ‘αφελής’ ομάδα με την προβληματική άμυνα και τον ανεπαρκή τερματοφύλακα, η ομάδα που πήγε στα γήπεδα της Ισπανίας προσαρμοσμένη στην ρομαντική φιλοσοφία του αρχηγού της που εστίαζε κυρίως στο θέαμα και όχι τόσο στο αποτέλεσμα, η ομάδα που αγαπούσε τα τακουνάκια, η τελευταία, πιθανόν, εθνική ομάδα που αγαπήθηκε με τόσο πάθος από εκατομμύρια ανθρώπους διαφορετικής εθνικότητας, η ομάδα που οπτικοποίησε το joga bonito,η ομάδα που με την αποτυχία της ουσιαστικά έκλεισε ένα μεγάλο, όμορφο και γεμάτο φαντασία και τέχνη κεφάλαιο στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, η τελευταία πραγματικά κουλ ομάδα, η Βραζιλία του μεγάλου Σώκρατες…
…του μεγάλου Σώκρατες που εχθές, την μέρα που η αγαπημένη του Κορίνθιανς, με την οποία κάποτε προσπάθησε να κάνει κοινωνική επανάσταση μέσω του ποδοσφαίρου, κατακτούσε το πρώτο της πρωτάθλημα Βραζιλίας μετά από έξι χρόνια, μας αποχαιρέτησε μια για πάντα, αφήνοντας πίσω μια θρυλική ποδοσφαιρική εικόνα που ξεχειλίζει φινέτσα και στυλ και μια αντιεπαγγελματική – «αντιαθλητική» όπως ο ίδιος την χαρακτήριζε -, ρέμπελη υπόσταση πίσω απ’ αυτήν την οποία περιγράφουν άψογα οι Σκοτσέζοι αντίπαλοι του σ’ εκείνο το Μουντιάλ που τον συνάντησαν μετά το παιχνίδι στο αντιντόπινγκ κοντρόλ:
North Korean soccer fans react after their team missed a goal during a World Cup qualifying match between North Korea and Uzbekistan, in Pyongyang, North Korea. (AP Photo/David Guttenfelder)
Υπάρχει ένα μέρος στον πλανήτη στο οποίο μπορείς να παρακολουθήσεις ένα ποδοσφαιρικό αγώνα μαζί με 30.000 άλλους ομοιόμορφα ντυμένους ανθρώπους και παρ’ όλα αυτά να μπορείς να ακούσεις ανά πάσα στιγμή τις οδηγίες των δυο προπονητών προς τους παίκτες τους. Αυτό το μέρος δεν θα μπορούσε να βρίσκεται πουθενά αλλού από την Βόρεια Κορέα, τον «κομμουνιστικό παράδεισο» του λατρεμένου μας προπονητή-εφευρέτη-τα πάντα όλα-ηγέτη Κιμ Γιονγκ Ιλ.
Ο Μαρκ Μπένετς κατάφερε να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια που συναντάει οποιοσδήποτε ξένος θέλει να κάνει οτιδήποτε στη χώρα που ξυπνάνε ακόμα με σειρήνες, βρέθηκε στο γήπεδο που φιλοξένησε τον αγώνα Βόρεια Κορέα – Ουζμπεκιστάν για τα προκριματικά του Μουντιάλ και περιέγραψε την ξεχωριστή αυτή εμπειρία για χάρη της Guardian σ’ ένα κείμενο που σου προκαλεί το ενδιαφέρον από τις πρώτες γραμμές:
It was a good five minutes into the game before it became clear that something was amiss. There was no singing or chanting of any kind whatsoever. Something suggested there would not be any Mexican waves in Pyongyang either.
The only noise made by the North Korean fans, who were identically dressed in military-type outfits and wearing Kim loyalty badges, came when their team went close or the Uzbeks threatened the North Korean goal. At all other times an eerie hush reigned.
Την εποχή που όλος ο πλανήτης είχε στραμμένο το ενδιαφέρον του στο μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής που πλησίαζε η Mariana van Zeller και οι συνεργάτες της συγκέντρωναν σ’ ένα ντοκιμαντέρ, για λογαριασμό της Current TV, όλα όσα – πιθανόν – έχεις ακούσει ή διαβάσει για το κυνήγι ποδοσφαιρικών ταλέντων που συντελείται τα τελευταία χρόνια στην Αφρική.
Στα 44 λεπτά που διαρκεί προλαβαίνεις να αηδιάσεις απ’ αυτό το αδίστακτο παγκοσμιοποιημένο εμπορικό σύστημα που έχουμε δημιουργήσει και να απογοητευτείς από την απίστευτη αφέλεια που εντοπίζεται στους ανθρώπους που ζώντας στην φτώχεια επιλέγουν να εμπιστευτούν όλα τους τα λεφτά σε κάθε λογής απατεώνα ‘έμπορο ελπίδας’, στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν απ’ τα σκατά και να γίνουν κάποτε οι νέοι Ετό ή Ντρογκμπά που θα σώσουν την ζωή τους και την ζωή των δικών τους, καταλήγοντας τελικά στο Μαρόκο, σ’ ένα μικρό δωματιάκι με άλλους έξι πιτσιρικάδες που είχαν τα ίδια όνειρα και οι οποίοι επίσης ψάχνουν ακόμα τον τύπο που τους υποσχέθηκε μια δοκιμή σε κάποια μεγάλη Ευρωπαϊκή ομάδα.
Για πολλούς η Λιβύη ήταν ένα εξωτικό μέρος με έναν εκκεντρικό ηγέτη. Για εμάς στην Ελλάδα λόγω της καλής σχέσης κυρίως στην δεκαετία του 1980 ήταν κάπως πιο οικεία σαν χώρα, αλλά και πάλι ένα μέρος που δεν το ακούγαμε πολύ συχνά. Μέχρι που η Λιβύη έγινε το Νο1 θέμα σε ένα ντόμινο εξεγέρσεων που εξαπλώθηκαν τον τελευταίο χρόνο και ο δυτικός κόσμος θυμήθηκε το πόσο κακός είναι ο Καντάφι. Ο εμφύλιος/επανάσταση μονοπώλησε για αρκετό καιρό τις ειδήσεις και οι μάχες συνεχίζονται παρ’ ότι πλέον δεν είναι πρώτο θέμα στα διεθνή δίκτυα. Μέσα σε όλα αυτά και μέσα στους νεκρούς κάποιοι θυμούνται ακόμα το ποδόσφαιρο.
Ένα ποδόσφαιρο που όπως ήταν λογικό πλήρωσε και αυτό το δικό του τίμημα, όπως για παράδειγμα στην Εθνική ομάδα της χώρας. Ο αρχηγός Ταρίκ Ταΐμπ ήταν (καθόλου τυχαίο) φανατικός υποστηρικτής του συνταγματάρχη Καντάφι (που πάντα είχα την απορία γιατί δεν εξελίχθηκε ποτέ σε στρατηγό). Άλλοι όπως ο Βαλίντ ελ Καχατρούσι όχι μόνο δεν ήταν υποστηρικτές, αλλά πήραν και τα όπλα στα χέρια τους πηγαίνοντας στον στρατό των επαναστατών.
«Όταν μου είπαν ότι ένας φίλος μου ήταν στο νοσοκομείο και είχε χάσει το χέρι του, αποφάσισα να φύγω από την προπόνηση και να πάω στην πρώτη γραμμη»
Όπως και κάθε άλλο πράγμα, έτσι και το ποδόσφαιρο στην Λιβύη ήταν υπό τον έλεγχο της οικογένειας του Καντάφι. Ο γιος του είχε τον απόλυτο έλεγχο της Ομοσπονδίας και είχε ορίσει τον εαυτό του αρχηγό της Εθνικής ομάδας, ενώ η Λιβύη κατρακύλησε στο 187 της παγκόσμιας κατάταξης το 1997. Το 2000 σε ένα παιχνίδη της Αλ Αχλί της Τρίπολης που ανήκε στο γιο Καντάφι και της Αλ Αχλί από την πόλη Μπενγκάζι που ήταν αντικαθεστωτική, οι οπαδοί της δεύτερης έβαλαν ένα γαϊδούρι να παρελάσει με φανέλα της Εθνικής του Καντάφι. Η ομάδα αποβλήθηκε για 5 χρόνια και τόσο τα γραφεία όσο και οι εγκαταστάσεις της καταστράφηκαν.
Το ποδόσφαιρο όμως δεν σταματάει και έτσι η Εθνική της Λιβύης έπρεπε να συνεχίσει τους αγώνες της για τα προκριματικά του Κόπα Άφρικα. Τον Σεπτέμβριο σε έναν αγώνα που έγινε στην Αίγυπτο με κλειστές πόρτες, η Λιβύη επικράτησε επί της Μοζαμβίκης με 1-0. Οι ποδοσφαιριστές πανηγύρισαν έξαλλα φορώντας τις νέες φανέλες τους που είχαν επάνω την σημαία της Λιβύης των επαναστατών. Το πιο δύσκολο όμως σημείο ήταν να ξαναγίνει ομάδα η Εθνική, όχι επειδή μάλωσαν δυο παίκτες για τα πριμ ή για ένα πέναλτυ ή για το ποιος έφταιγε για μια ήττα. Πώς να ξανακάνεις ομάδα με ανθρώπους που ήταν σε αντίπαλες παρατάξεις σε έναν πόλεμο που συνεχίζει ακόμα την στιγμή που οι ποδοσφαιριστές κάνουν προπόνηση;
Ο Βραζιλιάνος προπονητής (παντού θα βρεις έναν Βραζιλιάνο να ζει από το ποδόσφαιρο) Μάρκος Πακετά είχε δύσκολο έργο. «Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε μετά την έναρξη του πολέμου έκανα μια συνάντηση με τους παίκτες. Τους είπα να κοιτάνε μόνο το ποδόσφαιρο. Να ξεχάσουν τον πόλεμο και τον Καντάφι, να εστιάσουν στους ανθρώπους. Η Λιβύη είναι η Λιβύη. Δεν είναι ο Καντάφι, δεν είναι η επανάσταση. Είναι οι Λίβυοι.»
Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά για τον Πακετά που έχει να πληρωθεί για περισσότερο από 6 μήνες. Το Σάββατο που μας πέρασε η Λιβύη αντιμετώπιζε την Ζάμπια και με νίκη θα κέρδιζε ιστορική πρόκριση τερματίζοντας πρώτη στον όμιλο. Ο αρχηγός Ταΐμπ που είχε αποκαλέσει τους επαναστάτες ποντίκια και σκυλιά είναι εξαφανισμένος. Ο Πακετά είπε ότι είναι πολύ μεγάλος, ξεχνώντας ότι ο τερματοφύλακάς του και νέος αρχηγός είναι 39 ετών. Δυο ακόμα παίκτες που πήγαν με τους επαναστάτες ήταν απόντες για τον αγώνα. Ο Μούσα τραυματίστηκε σε ένα φιλικό, ενώ ο Αλσαγκίρ είχε δεχτεί σφαίρα στο χέρι του και αφού βγήκε από το νοσοκομείο αποφάσισε να επιστρέψει στον πόλεμο. Το πρωτάθλημα έχει σταματήσει από τον Μάρτιο και φυσικά ούτε λόγος για φυσική κατάσταση και αγωνιστικό ρυθμό.
Ο Καχατρούσι όμως γύρισε στην ομάδα. «Αν ήταν για μένα δεν θα γύριζα ποτέ, δεν θα με βλέπατε να ξαναπαίζω ποδόσφαιρο. Οι συμπολεμιστές μου όμως μου είπαν να φύγω. Μου είπαν ότι αυτό είναι το μέλλον μου, αυτός είναι ο πόλεμός μου. Έχω καθήκον να πάω και να επιστρέψω μετά πάλι στον πόλεμο.»
Το παιχνίδι έγινε τελικά το Σάββατο στη Ζάμπια και έληξε 0-0 με την Λιβύη να μην παίζει καλά, αλλά να σώζεται από τον 39χρονο τερματοφύλακα Σαμίρ Αμπούντ που έκανε μερικές πολύ καλές αποκρούσεις. Η Λιβύη τερμάτισε έτσι 2η, αλλά πήρε το εισιτήριο για τα τελικά σαν μια από τις καλύτερες δεύτερες ομάδες. Μια επιτυχία διόλου ευκαταφρόνητη, καθώς είναι μόλις η τρίτη φορά στην ιστορία της που η χώρα θα δώσει το παρόν στα τελικά του θεσμού και μάλιστα σε μια από τις άλλες δύο ήταν διοργανώτρια χώρα. Οι παίκτες το πανηγύρισαν, πολύς κόσμος το πανηγύρισε, ο Καχατρούσι πιθανόν να επιστρέψει στο όπλο του ξανά σε λίγες μέρες σε έναν πόλεμο που ακόμα δεν έχει τελειώσει…
Στις 13 Ιουλίου στη Μελβούρνη ο φωτογράφος Joe Armao και ο κινηματογραφιστής Dave Pavlich ένωσαν τις δυνάμεις τους και έφτιαξαν το πιο ιδιαίτερο ποδοσφαιρικό βίντεο της χρονιάς, κινηματογραφώντας το φιλικό παιχνίδι μεταξύ της Νίκης Μελβούρνης Melbourne Victory και της Σέλτικ μ’ ένα πολύ ξεχωριστό τρόπο, παίζοντας συνεχώς με τον Χρόνο, την ταχύτητα και την τεχνική Tilt-shift. Το αποτέλεσμα είναι τέσσερα λεπτά που ακροβατούν μεταξύ του αστείου και του όμορφου, πηδώντας από την μια κατάσταση στην άλλη σε κάθε διαφορετικό πλάνο.
Το 1969 η Ονδούρα και το Ελ Σαλβαδόρ τέθηκαν αντιμέτωπες στα πλαίσια των προκριματικών του παγκοσμίου κυπέλλου. Στο πρώτο παιχνίδι στην Τεγκουσιγκάλπα, την πρωτεύουσα της Ονδούρας, οι γηπεδούχοι επικράτησαν με 1-0 εν μέσω ταραχών και επεισοδίων στις εξέδρες μεταξύ των οπαδών των δυο χωρών, οι οποίες για πολλά χρόνια συσσώρευαν αμοιβαία εχθρότητα βασισμένη σε διάφορα πολιτικά ζητήματα με σημαντικότερο όλων την μεταξύ τους μετανάστευση. Μια νεαρή κοπέλα από το Ελ Σαλβαδόρ αυτοκτόνησε από απογοήτευση το ίδιο βράδυ, μετατρεπόμενη άθελα της σε ‘μάρτυρα’ από τα ΜΜΕ της χώρας που ζητούσαν από καιρό αφορμή ώστε να στρέψουν τον λαό της χώρας κατά των ‘γειτόνων’. Το Ελ Σαλβαδόρ επικράτησε στον επαναληπτικό με 3-0, σ’ έναν ακόμα αγώνα που στιγματίστηκε από επεισόδια κι έτσι η πρόκριση κρίθηκε σε αγώνα μπαράζ που διεξήχθη στο Μεξικό, στο οποίο κέρδισε πάλι το Ελ Σαλβαδόρ με 3-2. Λίγες ώρες αργότερα οι δυο χώρες διέκοψαν κάθε διπλωματική επαφή για να καταλήξουν μερικές μέρες αργότερα σε πολεμική σύγκρουση η οποία κράτησε τέσσερις μέρες, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 3000 περίπου ανθρώπων και έμεινε στην ιστορία ως «ο πόλεμος του ποδοσφαίρου«.
Cambodian Prime Minister Hun Sen (2nd L) kicks the ball as Natthawut Saikua, a red-shirt leader and Pheu Thai Party member (L) stands behind during a friendly football match at the National Olympic stadium in Phnom Penh on September 24, 2011. The Cambodian and Thai High-ranking officials and MPs were playing a friendly match. AFP PHOTO / TANG CHHIN SOTHY
Στην άλλη άκρη της γης και πιο συγκεκριμένα στην Πνομ Πενχ, την πρωτεύουσα της Καμπότζης, το Σάββατο δυο άλλες γειτονικές χώρες έκαναν το ακριβώς αντίθετο, τερματίζοντας ουσιαστικά την πολεμική δραστηριότητα που είχαν αναπτύξει εδώ και πολλούς μήνες μ’ έναν αγώνα ποδοσφαίρου μεταξύ των πολιτικών και των διπλωματών τους. Η Καμπότζη και η Ταϊλάνδη συνεπλάκησαν ουκ ολίγες φορές το τελευταίο διάστημα για χάρη μιας διαφιλονικούμενης περιοχή της μεθορίου των δυο χωρών, στην οποία βρίσκεται ένας ινδουιστικός ναός που χτίστηκε πριν 900 χρόνια, αλλά ύστερα και από διεθνείς πιέσεις αποφάσισαν να κάτσουν κάτω και να τα βρούνε μεταξύ τους, κάτι που τελικά έγινε με επιτυχία και γιορτάστηκε με λίγη μπαλίτσα. Μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα ήταν ο εικονιζόμενος πρωθυπουργός της Καμπότζης που, σαν άλλος Ραμζάν Καντίροφ, έβγαλε λόγο πριν το παιχνίδι, καβάτζωσε μετά την φανέλα με το 9, σκόραρε ένα απ’ τα δέκα γκολ της ομάδας του και την οδήγησε σε φιλική – με την αξία της λέξης τονισμένη κυριολεκτικά – νίκη.
Cambodian Prime Minister Hun Sen led his side to a 10-7 victory in a friendly football match Saturday between Thai and Cambodian officials designed to showcase the neighbours’ improving relations. Hun Sen, clad in a red number nine shirt, smiled broadly as he scored his fourth goal in the final minutes to loud cheers from the 50,000-strong crowd at the Olympic Stadium in the capital Phnom Penh.
In a pre-match speech, the Cambodian premier said that «the nightmare» era between the nations, who engaged in deadly border clashes earlier this year, was over.
«Today is a historic event in the relations between Cambodia and Thailand,» he said.
Τάδε έφη: duendes στις 22:59, 26 Σεπτεμβρίου, 2011
Θα μπορούσε να είναι κομμάτι από ταινία του Χάρρυ Κλύν, δεν είναι όμως. Έτσι είναι τα πράγματα εκεί. Τύποι με κελεμπίες στον πάγκο, πιο πολύ ασπρίλα και από νησί των Κυκλάδων στις κερκίδες (αλήθεια άμα γίνουν επεισόδια εκεί πώς ξεχωρίζουν μεταξύ τους για να πλακωθούν;), μοναδική βλάστηση κάποιοι θάμνοι στο βάθος και ένας σπίκερ που αλαλάζει (λέει Αλλάχ Αλλάχ στην αρχή ή μου φαίνεται;). Νάτσο Σκόκκο τι κάνεις εκεί; Μας έλειψες…
Εξήντα εφτά δευτερόλεπτα πριν ο διαιτητής σφυρίξει την λήξη του αγώνα η Ολλανδία συνεχίζει με ζήλο και αξιοσημείωτη πειθαρχία να επιτίθεται κατά του Σαν Μαρίνο. Το σκορ είναι ήδη 10-0 αλλά χωρίς καμία διάθεση χρονοτριβής οι παίκτες των γηπεδούχων φτάνουν στην μεγάλη περιοχή και σκοράρουν για τέταρτη φορά στα τελευταία 13 λεπτά του αγώνα.
(Πρόκειται για επίσημο παιχνίδι απέναντι σε μια εθνική ομάδα που παρατάχθηκε στο γήπεδο με 11 παίκτες, «είναι 11 αυτοί και 11 εμείς», οι ομάδες ξεκίνησαν και οι δυο από το μηδέν, δεν υπήρξε κανένα αθέμιτο αβαντάζ, κάθε γκολ μετράει. Μερικές φορές τα τυπικά δεδομένα δεν αρκούν για να δικαιολογήσεις τα πάντα, γιατί οι «11 αυτοί» είναι 11 επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, κατάλληλα καταρτισμένοι και προετοιμασμένοι, αντλημένοι από μια τεράστια δεξαμενή ταλέντων που ‘αλιεύονται’ από μια χώρα 17 εκατομμυρίων ανθρώπων ενώ οι «11 εμείς» είναι – κατά βάση και με ελάχιστες εξαιρέσεις – κάποιοι καθημερινοί τύποι, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, part-time ποδοσφαιριστές που το πρωί βγάζουν τα προς το ζην κάνοντας οτιδήποτε άλλο, ποδοσφαιριστές που επιλέχθηκαν από μια δεξαμενή της πλάκας που ψάχνει να ανακαλύψει ψίχουλα ταλέντου σε 30.000 όλους κι όλους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες μαζί, άνθρωποι που παίζουν για το χόμπι τους, για την πλάκα τους, για την μπαλίτσα. Ίσως αυτή η στάση να είναι η ενδεδειγμένη, ίσως ο σεβασμός στον αντίπαλο να εντοπίζεται στο να τον αντιμετωπίσεις ως το τελευταίο λεπτό σαν κάτι ικανό και επικίνδυνο ακόμα κι όταν αυτός δεν νιώθει ικανός και επικίνδυνος απέναντι σου, ίσως το να αλλάζεις πασούλες στο μεγαλύτερο μέρος του δευτέρου ημιχρόνου και να ψάχνεις μπροστά μόνο τις θεαματικές φάσεις να ‘βρωμάει’ ελεημοσύνη και οίκτο, ίσως το να μην παρεκκλίνεις από το παιχνίδι σου παρά την οποιαδήποτε ευνοϊκή τροπή που έχει πάρει το ματς να δίνει κάποιου είδους αξία στον ηττημένο, κάτι που από παιδιά γνωρίζουμε πως επιστρέφεται σαν επιπλέον δόξα σ’ εσένα. Τα όρια σε θέματα που σχετίζονται με την αξιοπρέπεια είναι πάντα μεταβλητά και δυσδιάκριτα, τα όρια τα θέτεις εσύ ανάλογα με τις εμπειρίες και την κοσμοθεωρία σου, το που θέτεις αυτά τα όρια είναι αιώνιο σημείο αντεγκλήσεων αλλά διάολε, το σκορ έχει περάσει το μαθηματικό όριο που χωρίζει μονοψήφιους και διψήφιους αριθμούς, το σκορ είναι δέκα-μηδέν, απομένουν μερικά δευτερόλεπτα όλα κι όλα, ακόμα κι αν τα προηγούμενα 89 λεπτά η ποδοσφαιρική αξιοπρέπεια των ερασιτεχνών από το Σαν Μαρίνο δεν είχε σμπαραλιαστεί από την εξελισσόμενη συντριβή, τότε σ’ αυτό το σημείο η μπάλα εκτός από την γραμμή του τέρματος περνάει και την γραμμή του ξεφτιλίσματος, απλά και αντικειμενικά απ’ όποια οπτική και μ’ όποια κοσμοθεωρία και να το δεις.)
Κι αν έχεις φτάσει ως εδώ και συνεχίζεις να σκέφτεσαι ότι η πλευρά του νομίσματος που προφανώς κοιτάνε οι Ολλανδοί, παίκτες και εκστασιασμένοι οπαδοί, έχει κάποια σοβαρά επιχειρήματα στήριξης αυτής της διάθεσης εξευτελισμού του αντιπάλου, ακόμα κι αν αυτός είναι ένα απ’ τα μικρότερα κράτη στον κόσμο το οποίο έχει να περηφανεύεται ότι από την ποδοσφαιρική του ομάδα έχει περάσει ένας (και μόνο ένας!) παίκτης που έχει καταφέρει να πετύχει πάνω από ένα γκολ στην 21χρονη ιστορία της ομάδας, δεν γίνεται να παρατηρήσεις τον Ολλανδό μέσο που, μετά το ενδέκατο γκολ κι ενώ βρισκόμαστε πλέον εφτά δευτερόλεπτα πριν συμπληρωθεί το ενενηντάλεπτο και το Σαν Μαρίνο κάνει σέντρα για δωδέκατη φορά στο παιχνίδι, σπριντάρει προς τον παίκτη των φιλοξενούμενων που έχει την μπάλα και επιχειρεί τζαρτζάρισμα και τάκλιν για να τον εμποδίσει να κάνει… οτιδήποτε είχε στο μυαλό να κάνει σ’ εκείνο το σημείο και να μην αναφωνήσεις εκνευρισμένος: «Ε, είσαι μεγάλος μαλάκας ρε φίλε».
Στην αρχαία Ρώμη όταν ένας στρατηγός ή αυτοκράτορας επέστρεφε από κάποιο στρατιωτικό θρίαμβο όλη η πόλη έβγαινε στους δρόμους για να τον προϋπαντήσει και να τον αποθεώσει. Όπως ισχυρίζεται ο Τερτυλλιανός στο έργο του ‘Απολογητικός’, σ’ εκείνη ακριβώς την στιγμή της υπέρτατης επιτυχίας και δόξας ένας σκλάβος τοποθετούνταν πίσω ακριβώς από τον θριαμβευτή με μοναδικό του μέλημα να του υπενθυμίζει συνεχώς ότι παραμένει ένας απλός, κοινός θνητός που σήμερα Είναι κι αύριο δεν Είναι, που σήμερα είναι ψηλά αλλά αύριο κιόλας μπορεί να πέσει ή να τον ρίξουν, ψιθυρίζοντας του στο αυτί μια και μοναδική φράση: «Respice post te! Hominem te esse memento! Memento mori!» (Κοίτα πίσω σου! Θυμήσου ότι είσαι απλά ένας άνθρωπος! Θυμήσου ότι θα πεθάνεις!)
Ο Λιονέλ Μέσσι είναι αυτές τις μέρες στην Ινδία για ένα φιλικό παιχνίδι της εθνικής Αργεντινής με την Βενεζουέλα κι απ’ ότι καταδεικνύουν τα φωτογραφικά και τηλεοπτικά ρεπορτάζ βρίσκεται σε μια μακρινή και τελείως διαφορετικής κουλτούρας χώρα που όμως όλοι θέλουν να γίνουν αυτός. Και η διαχείριση αυτής της κατάστασης λογικά και με βάση την μέση ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία δεν πρέπει να είναι και το πιο απλό πράγμα…
Δυο Αμερικάνοι, πρώην ποδοσφαιριστές κολεγιακού επιπέδου, γύρισαν μέσα σε δυο χρόνια 25 χώρες παίζοντας ποδόσφαιρο με τους ντόπιους και το αποτέλεσμα ήταν ένα 90λεπτο ντοκιμαντέρ, το «Pelada» – που στην Βραζιλία είναι η ονομασία που δίνουν στα τσαλιμάκια – το οποίο και προβλήθηκε το 2010 σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο αποσπώντας θετικότατες κριτικές για το γεγονός ότι καταγράφει απλά και αυθεντικά το πάθος για το παιχνίδι μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Στο χορταστικό 5λεπτο βίντεο μπορείς να δεις μερικές από τις ιστορίες που περιλαμβάνονται στο ντοκιμαντέρ, στην επίσημη σελίδα του μπορείς να διαβάσεις περισσότερες πληροφορίες και να αγοράσεις και το DVD και στο youtube μπορείς να βρεις και το επίσημο τρέιλερ του με κάποιες επιπλέον εικόνες.
Με αφορμή το Παγκόσμιο κύπελλο γυναικών που διεξήχθη πριν λίγο καιρό το ESPN δημιούργησε το «HERoics film«, μια σειρά από έξι μικρού μήκους ντοκιμαντέρ με θέμα το γυναικείο ποδόσφαιρο τα οποία σκηνοθετήθηκαν και από γυναίκες. Τα πολύ αξιόλογα φιλμάκια προβλήθηκαν στην τηλεόραση τον Ιούνιο και τον Ιούλιο και πλέον είναι διαθέσιμα και από την σελίδα του καναλιού.
Στο πιο ενδιαφέρον εξ αυτών η Sara Lozano μας παρουσιάζει την πιο αλλόκοτη ποδοσφαιρική ομάδα του πλανήτη, την El Chiquitín Fútbol Club της πόλης Χερέθ, μια παρέα από Ισπανίδες γιαγιάδες – βγαλμένες από την κουζίνα οποιουδήποτε χωριού της Μεσογείου – οι οποίες παρά τα 70 ή και 80+ τους χρόνια και το γεγονός ότι τα πρωινά δουλεύουν ακόμα για να ταΐσουν τις οικογένειες τους προσπαθούν από το 1995 να γεμίσουν τις ώρες τους παίζοντας μπαλίτσα και διασκεδάζοντας.
«I don’t want to die. I want to see things i’ve never seen. I don’t want to die. Now that i’m alive and kicking? Why would i die? No way. I didn’t enjoy anything before. I didn’t go anywhere. Now it’s my turn. Now i will.»
SOMBRERO : Όταν ένας ποδοσφαιριστής "τσιμπάει" την μπάλα πάνω από το κεφάλι ενός ανυποψίαστου αντιπάλου και την ξανά παίρνει περνώντας την από πίσω του. Σύμφωνα με τους Λατινοαμερικάνους ο όρος προέρχεται από το περίγραμμα που σχηματίζεται από την πορεία της μπάλας στον αέρα και την πορεία του παίκτη γύρω από τον αντίπαλό του. Το σχήμα ενός "σομπρέρο"!