Εναλλακτικοί ναοί τα γήπεδα του κόσμου, με κινούμενα τέμπλα και πράσινο ιερό. Μπορεί να μην τα δεις ποτέ από κοντά, μα ταξιδεύει η καρδιά -κι αυτό σου φτάνει. Το Camp Nou είναι η Μέκκα στην οποία μπορείς να προσκυνήσεις και από το σαλόνι σου. Τώρα κοιτάς μέσα από τα μάτια του «Lionel Messiah». Όπου να ‘ναι θα προσγειωθεί και θα χτυπήσει την μπαγκέτα του στο πόντιουμ, ζητώντας από το κοινό να κάνει ησυχία για να πει κάτι:
Let me take you on a trip
around the world and back
and you won’t have to move,
you just sit still
(Πηγή φωτό: el-cant-del-barca.tumblr.com)
Τάδε έφη: ausencia στις 16:35, 25 Ιανουαρίου, 2012
Θέμα: Ένα γκολ που πιστεύεις ότι θα μείνει για πάντα χαραγμένο στην μνήμη σου Περιορισμός λέξεων: Κανένας Υπογραφή κειμένου: Οδυσσέας Ιωάννου
25 Ιουνίου 1978, στάδιο Μονουμεντάλ στον Μπουένος Άιρες, τελικός Παγκοσμίου Κυπέλλου, Αργεντινή – Ολλανδία. Είμαι έντεκα χρονών μπροστά στην καινούρια μας (την πρώτη μας φυσικά) ασπρόμαυρη τηλεόραση βλέπω το παιχνίδι και υποστηρίζω παθιασμένα τους Ολλανδούς. Τους γουστάρω λόγω Κρόιφ –ο πλέον αγαπημένος μου παίχτης- αν και σε εκείνο το Μουντιάλ δεν έλαβε μέρος, άλλοι λένε για οικονομικούς λόγους και άλλοι για να διαμαρτυρηθεί για την Χούντα του Βιντέλα. Χλωμή μου φαίνεται η δεύτερη εκδοχή αλλά ποτέ δεν ξέρεις…
Δεν είχα γνώση σε εκείνη την ηλικία του τι παιζόταν σε πολιτικό επίπεδο. Ο στρατηγός Βιντέλα ήθελε οπωσδήποτε το κύπελλο -καταλαβαίνουμε τους λόγους- η Αργεντινή είχε σπρωχτεί στον τελικό με “άγριους” τρόπους, ενάντια στην Γαλλία και κυρίως την Βραζιλία (με εκείνο το χαριτωμένο 6-0 εναντίον του Περού).
Τέτοια ατμόσφαιρα δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου. Ρωτάω τον πατέρα μου αν υπάρχει περίπτωση να νικήσουν εκεί μέσα οι Ολλανδοί, δεν θυμάμαι τι μου απάντησε. Οι Ολλανδοί με σπασμένα δόντια και αίματα από τα “αντρίκια” μαρκαρίσματα των γηπεδούχων. Στο 37΄ο Κέμπες το 1-0. Έχουμε πια περάσει το 80΄και αρχίζω να στεναχωριέμαι σοβαρά! Σέντρα από δεξιά του Βαν ντερ Κέρκοφ, πηδάει ο Νανίνγκα στο ύψος της μικρής περιοχής και ισοφαρίζει!! Για λίγα δευτερόλεπτα νομίζω πως θα το ακυρώσει ο Ιταλός. Όχι, μετράει! Καρφωμένο μέχρι και τώρα στο μυαλό μου εκείνο το γκόλ, μέσα στο σκηνικό με τα εκατομμύρια χαρτάκια γύρω και μέσα στον αγωνιστικό χώρο, και τους πολύ χύμα παίκτες που έπαιζαν άλλοι με τις μπλούζες έξω, άλλοι με κατεβασμένες τις κάλτσες, δεν ήταν αυστηρό το dress code…
Νομίζω πως από εκείνη τη μέρα με αναστάτωναν τόσο τα παιχνίδια ανάμεσα σε Εθνικές ομάδες. Την συγκίνηση και την ένταση τέτοιων παιχνιδιών (Μουντιάλ και Ευρώ) δεν την έχω ζήσει σε παιχνίδια συλλόγων.
(Λίγα δευτερόλεπτα πριν την λήξη το δοκάρι σταμάτησε τον Ρέζεμπρικ. Αν έμπαινε εκείνο το γκολ, μπορεί να είχαμε και νεκρούς… Μπορεί και όχι. Οι Αργεντινοί έβαλαν άλλα δύο στην παράταση και όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν…)
(Ο Οδυσσέας Ιωάννου είναι στιχουργός και παραγωγός ραδιοφώνου)
Θέμα: Ένα γκολ που πιστεύεις ότι θα μείνει για πάντα χαραγμένο στην μνήμη σου Περιορισμός λέξεων: Κανένας Υπογραφή κειμένου: Κώστας Βαϊμάκης
Το γκολ που μένει χαραγμένο στη μνήμη σου, μπορεί να μην είναι το καλύτερο γκολ που έχεις δει ποτέ. Ίσως να μην το έχει βάλει καν η αγαπημένη σου ομάδα, ενδέχεται να μην σε έβγαλε στους δρόμους για να πανηγυρίζεις όλη νύχτα. Αν ήταν έτσι, οι περισσότεροι Έλληνες θα ψηφίζαμε το γκολ «του Δέλλα, του θεού Δέλλα, του Κολοσσού» με την Τσεχία, ή του Χαριστέα στον τελικό. Και αμέσως μετά θα βάζαμε ένα γκολ της αγαπημένης μας ομάδας σε ένα ντέρμπι, σε έναν τελικό κυπέλλου ή σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή νίκη που μας έκανε να κυκλοφορούμε την επόμενη μέρα κορδωτοί και καμαρωτοί, λες κι είχαμε πιάσει το οκταπλό τζακ – ποτ.
Το «δικό μου γκολ», αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα χρόνια και να περάσουν, δεν είναι γκολ της Εθνικής ή του Παναθηναϊκού. Δεν με έβγαλε στους δρόμους, δεν μου έδωσε αφορμή να παίρνω φίλους για να τους κάνω καζούρα. Αλλά ήμουν εκεί όταν μπήκε, παρέα με τον Γιάννη Τσαούση, με ένα κινητό στο χέρι για λογαριασμό της ΕΡΑ Σπορ, σε μια εξέδρα γεμάτη αφιονισμένους Ισπανούς. Ήταν 15 Μαΐου 2002, στο «Χάμπντεν Πάρκ» της Γλασκώβης, για τον τελικό του Champions League ανάμεσα στη λατρεμένη μου Ρεάλ και τη Μπάγερν Λεβερκούζεν, τη χρονιά που έγινε «Νεβερκούπεν», αφού έχασε στο τέλος και τους τρεις τίτλους που διεκδικούσε.
Ήταν το γκολ που έκρινε τον τελικό. Που σημάδεψε τη μοίρα. Που έφερε την υπογραφή ενός ανθρώπου που ήταν φτιαγμένος για τα πολύ σπουδαία. Ήταν η εποχή που ο Ζινεντίν Ζιντάν είχε ακόμα μαλλιά στο κεφάλι του – όχι περισσότερα βέβαια απ’ όσα είχε ο Λούσιο στα φρύδια του. Που βασικός τερματοφύλακας της Ρεάλ ήταν ακόμα ο Θέσαρ και όχι ο Κασίγιας – μέχρι που τραυματίστηκε στη διάρκεια του αγώνα ο πρώτος, πέρασε αλλαγή ο δεύτερος, έβγαλε τα άβγαλτα και δεν ξανασυζητήθηκε ποιος πρέπει να παίζει βασικός. Που στη «Βασίλισσα» έπαιζε αυτή η ντροπή του ποδοσφαίρου, ο Φίγκο, που βγήκε αλλαγή και βρήκαμε την υγειά μας. Που ο Ρομπέρτο Κάρλος έβγαζε ασίστ μέχρι και με τα χέρια – έτσι μπήκε το πρώτο γκολ στο 9’, αυτό του Ραούλ, από πλάγιο. Ήταν κυρίως η μέρα που ο «Ζιζού» έβαλε ένα από τα πιο όμορφα, πιο «κοχονάτα», πιο καθοριστικά γκολ σε τελικό. Με το «κακό» του πόδι, το αριστερό. Χωρίς κοντρόλ. Μετά από τσουρουκοσέντρα του Ρομπέρτο Κάρλος, με τη μπάλα να έρχεται «καμινάδα» και τον Ζιντάν λίγα βήματα μέσα στη μεγάλη περιοχή. Ακόμα θυμάμαι τον θόρυβο εκείνης της στιγμής. Όχι από τα πανηγύρια των εκστασιασμένων Σπανιόλων δίπλα μου, γύρω μου, πάνω μου, αλλά εκείνο το «ντουπ» της κλωτσιάς στη μπάλα. Και μετά η απόλυτη σιωπή στο κεφάλι μου. «Το είδα; Ή μήπως το φαντάστηκα; Μπήκε; Πώς μπήκε; Καλά, είμαστε σοβαροί τώρα»;
Μπήκε. 45 λεπτά αργότερα, ο ουρανός της Γλασκώβης, που νωρίτερα είχε γεμίσει από φωνές, συνθήματα, τραγούδια, μπινελίκια και μελωδίες των «Proclaimers», γέμισε χιλιάδες χαρτάκια την ώρα που η κούπα σηκωνόταν στον αέρα. Εννιά χρόνια μετά, όπως τραγουδούσαν και οι δίδυμοι κοκκινομάληδες με τα γυαλάκια και τις φακίδες, «I would walk 500 miles» για να το ξαναζήσω όλο αυτό. Άκοπα.
(Ο Κώστας Βαϊμάκης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός της εκπομπής ‘Fight Club‘)
Θέμα: Ένα γκολ που πιστεύεις ότι θα μείνει για πάντα χαραγμένο στην μνήμη σου Περιορισμός λέξεων: Κανένας Υπογραφή κειμένου: Κώστας Γιαννακίδης
Ο σωστός ΠΑΟΚτσής έχει πανηγυρίσει το γκολ του Χαριστέα στον τελικό του Euro με τον τρόπο που οι φίλοι του γκολφ επευφημούν μία θεαματική βολή του Tiger Woods: με ένα χειροκρότημα το οποίο σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας θα μπορούσε να θεωρηθεί κάπως έντονο. Ο λόγος είναι προφανής και έχει να κάνει με τις ποδοσφαιρικές καταβολές του Άγγελου και κυρίως με τα δύο γκολάκια που σφήνωσε μέσα στην Τούμπα το 1998, όταν ο Άρης επέστρεψε από το ταξίδι στην ελληνική περιφέρεια και τη Β’ Εθνική.
Όμως ακόμα και αν ο ΠΑΟΚτσής ήθελε να πανηγυρίσει το σημαντικότερο γκολ στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου με τον τρόπο που του άξιζε, μάλλον δεν θα είχε δυνάμεις για να το κάνει. Τις είχε κάψει όλες επτά χρόνια νωρίτερα, στις 30 Σεπτεμβρίου 1997, με το γκολ του Βρύζα στο Χάιμπουρι, απέναντι στην Αρσεναλ.
Στο πρώτο παιχνίδι ο ΠΑΟΚ είχε κερδίσει με 1-0. Ο επαναληπτικός φαινόταν σαν ένα από τα παιχνίδια που δεν θέλεις να δεις. Και εγώ, το παραδέχομαι, είμαι δειλός. Αν είχαμε κερδίσει με 2-0 θα ακολουθούσα την ομάδα στο Λονδίνο, με τη διάθεση που οι γριές πηγαίνουν στην Τήνο τον Δεκαπενταύγουστο-για το θαύμα. Αλλά με πλεονέκτημα μόλις ενός γκολ και με δεδομένη τη σύνθεση της Αρσεναλ, υπέθετα ότι το σκορ θα πήγαινε προς το τάβλι.
Μην σας παιδεύω, άλλωστε η ιστορία είναι γνωστή. Η Αρσεναλ προηγείται 1-0, το παιχνίδι πάει προς παράταση και μένουν τέσσερα λεπτά πριν το τέλος της κανονικής διάρκειας. Και τότε ο Ζήσης κάνει αυτό που βλέπετε στο βίντεο. Το τσεκάρω συχνά εδώ και χρόνια, όντως είναι αλήθεια και δεν λέει να αλλάξει. Ουρλιάζω και αγκαλιάζω τον φίλο μου. Είναι η πρώτη (και τελευταία) φορά στη ζωή μου που πανηγύρισα γκολ αγκαλιά με γαύρο. Και μετά άρχισα να κλαίω. Είναι κάποιες θριαμβευτικές στιγμές που το να βάλεις τα κλάματα είναι το καλύτερο που έχεις να κάνεις. Λίγο αργότερα, ένα γνωστό ΠΑΟΚτσάκι, ο Ψύχρας, μου έστειλε καδραρισμένη τη φωτογραφία του γκολ. Ακόμα και αν ο Ζήσης δεν έβαζε άλλο γκολ στην καριέρα του, δεν επρόκειτο να πέσει ποτέ από το βάθρο με τον αγαπημένο μου ποδοσφαιριστή. Και χρόνια τώρα, έχω μια φανέλα με το όνομα του για να την υπογράψει. Άλλα στην ημερομηνία της αφιέρωσης θα του ζητήσω να γράψει 30.9.97.
Θέμα: Ένα γκολ που πιστεύεις ότι θα μείνει για πάντα χαραγμένο στην μνήμη σου Περιορισμός λέξεων: Κανένας Υπογραφή κειμένου: Γιάννης Τσαούσης
Δεν ήταν τόσο το γεγονός ότι μετά από αναμονή τόσων χρόνων «ο βλάχος θα πήγαινε επιτέλους στην πρωτεύουσα». Ήταν το ότι στο ταξίδι του αυτό θα είχε την τιμή να συναντήσει για λίγο τον «πρωθυπουργό». Και στις 21 Ιουνίου, στο στάδιο Φόξμπορο της Βοστόνης, η ώρα έφτασε. Οι φουστανέλες και οι περικεφαλαίες άρχισαν ήδη να κυματίζουν μεσίστιες από το 2′ όταν ο Batigol άνοιξε το σκορ. Οι πιέτες μαζεύτηκαν και οι αλογότριχες του λοφίου κρύφτηκαν στο 45′ όταν ο ίδιος έκανε το 2-0.
Στο πρώτο τέταρτο του δευτέρου ημιχρόνου τίποτα δεν είχε αλλάξει. Στον τεράστιο κύκλο που είχε στηθεί εντός των γραμμών οι «μπλε» άλλαζαν στο χαλαρό την μπάλα μεταξύ τους και οι «άσπροι» προσπαθούσαν να την ακουμπήσουν, μπας και μπει καποιος άλλος στην μέση για λίγο, να κάνει το «κορόιδο». Ώσπου στο 60ο λεπτό, σε λιγότερα από 5» και μέσα σε λιγότερα από 10 m2 ακριβώς έξω από την περιοχή μας το Total football, το jogo bonito και το playstation γίνονται ένα: Μπάλμπο στον Ρεδόνδο, Ρεδόνδο στον Μαραντόνα, Μαραντόνα στον Ρεδόνδο, Ρεδόνδο στον Μπατιστούτα, Μπατιστούτα στον Ρεδόνδο, Ρεδόνδο στον Μαραντόνα. Κοντρόλ, στρώσιμο, σουτ ψηλά, στο δεξί «παράθυρο», ο Μήνου όρθιος παρακολουθεί με ενδιαφέρον. 3-0.
Ο Ντιέγκο ξεσπάει στην κάμερα. Οι φλέβες του δικού μου λαιμού είναι τεντωμένες γιατί πνίγομαι από τύψεις. Γιατί δεν στενοχωριέμαι; Γιατί; Δεν είναι φυσιολογικό. Στο 82′ η ταμπέλα με το «10» σηκώνεται και ο Ορτέγκα ετοιμάζεται να μπει στη θέση Του. Την ώρα που αποχωρεί, τον χειροκροτώ όρθιος. Και ταυτοχρόνως συνειδητοποιώ ότι τα (ψευδο)διλήμματα που θέτουμε στους εαυτούς μας κάθε τόσο στη ζωή μας, ασχέτως της απάντησης που τελικά τους δίνουμε, είναι πάντα λυμένα μέσα μας εξαρχής.
(Ο Γιάννης Τσαούσης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός της εκπομπής ‘Fight Club‘)
Τάδε έφη: duendes στις 18:37, 25 Φεβρουαρίου, 2011
SOMBRERO : Όταν ένας ποδοσφαιριστής "τσιμπάει" την μπάλα πάνω από το κεφάλι ενός ανυποψίαστου αντιπάλου και την ξανά παίρνει περνώντας την από πίσω του. Σύμφωνα με τους Λατινοαμερικάνους ο όρος προέρχεται από το περίγραμμα που σχηματίζεται από την πορεία της μπάλας στον αέρα και την πορεία του παίκτη γύρω από τον αντίπαλό του. Το σχήμα ενός "σομπρέρο"!