Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Champions League'

Πέρι Φόβου ο Λόγος

  [14 Σχόλια]

Η μπάλα βγαίνει κόρνερ. Ο Άρνολντ βλέπει ότι όλοι κοιτάζουν το πως θα στηθούν. Βλέπει και τον Οριτζί μόνο του στο ύψος της μικρής περιοχής. Του πετάει την μπάλα. Γκολ πρόκρισης. Ο μόνος που το είδε ήταν ο Πικέ, μακρυά απ τη μπάλα για να προλάβει να κόψει. Ούτε καν ο Κλοπ δεν το είδε. Μετά το 4-0 η Μπαρσελόνα δεν έκανε καν σουτ. Η Λίβερπουλ έκανε αυτό που πίστεψε. Η Μπαρσελόνα αυτό που φοβήθηκε.

Τον Αύγουστο του 2018 ο Μέσι ως αρχηγός της ομάδας δήλωσε ότι πρώτος στόχος για φέτος είναι να φέρουν πίσω στο Καμπ Νόου «αυτό το όμορφο και ποθητό κύπελλο». Έφτασαν ένα ματς μακρυά και απέτυχαν εντυπωσιακά και επαναλαμβανόμενα. Η Λίβερπουλ είχε ως πρώτο στόχο το πρωτάθλημα. Μπορεί ακόμα να το πετύχει και αν το χάσει θα το κάνει οριακά, ενώ πέρυσι είχε μείνει μισό γύρο πίσω από τη Σίτυ. Παράλληλα πάει δεύτερη συνεχόμενη χρονιά τελικό Τσου Λου. Τίποτα από τα δύο δεν είναι τυχαίο.

Η Μπαρσελόνα φέτος πήγαινε ακριβώς όπως πέρυσι. Χωρίς ακριβές σχέδιο παιχνιδιού, με την άμυνα 15 μέτρα πίσω, με κάλυψη χώρων και περιμένοντας τις στιγμές του Μέσι στην επίθεση. Ο Μέσι πια στα 31 του δεν έχει την ολοκληρωτική συμμετοχή στο παιχνίδι, αλλά έχει μαγικές στιγμές. Στο ματς του Καμπ Νόου έβαλε 2 γκολ και έδωσε άλλες 2 πάσες που χαράμισαν Σουάρες και κυρίως ο Ντεμπελέ. Στο Άνφιλντ είχε 2 σουτ και 3 πάσες σε Κουτίνιο, Άλμπα και Σουάρες που τα έβγαλε όλα ο Άλισον. Αλλά ήταν τόσο απελπιστικά μόνος. Όταν η Λίβερπουλ κατάλαβε ότι δεν υπήρχε κανένας άλλος κίνδυνος πέρα από αυτόν τον έκλεισε ώστε να μην μπορεί να πάρει την μπάλα και τελείωσε η ιστορία.

Όλη τη βδομάδα ανάμεσα στα δυο ματς οι παίχτες και ο προπονητής της Μπαρσελόνα επαναλάμβαναν το περυσινό πάθημα στη Ρώμη. Σε τέτοιο βαθμό που έγινε ψύχωση. Ένα τραύμα που έμεινε στο θυμικό της ομάδας. Και με αυτόν τον τρόπο εμπέδωσαν το φόβο, που είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν αθλητή. Όπως έλεγε ο Κρόιφ, «βρες μια δικαιολογία να χάσεις και θα χάσεις από αυτήν». Όσο το ματς στο Άνφιλντ έμενε στο 1-0 η Μπαρσελόνα έκανε φάσεις και ήλπιζε. Στο 2-0 μπήκε ο φόβος ότι θα πάθουμε τα περυσινά. Και αυτό ακριβώς συνέβη.

Τα πρώτα 5 λεπτά του ματς έγιναν 3 ατομικά λάθη από Βιδάλ, Σέρζι Ρομπέρτο και Ζόρδι Άλμπα που οδήγησαν τελικά στο 1ο γκολ. Τραγική εμφάνιση ομάδας που είχε ξεκουραστεί πλήρως στο ματς πρωταθλήματος. Το 2ο γκολ, πάλι από ατομικό λάθος του Άλμπα. Το 3ο γκολ στο καπάκι με το φόβο της Ρώμης να έχει περάσει στην ομάδα. Το 4ο γκολ έλλειμμα συγκέντρωσης από όλους, σε μια φάση που δύσκολα βλέπεις σε αλάνα σχολείου, όχι σε ημιτελικό Τσάμπιονς Λιγκ. Και μετά το χάος. Η Μπαρσελόνα δεν έκανε σουτ. Είναι φοβερό ότι μια αλλαγή που έγινε αναγκαστικά, αυτή του Βαϊνάλντουμ, αποδιοργάνωσε τελείως τα μαρκαρίσματα της Μπαρσελόνα. Στα 2 του γκολ δεν τον μαρκάρει κανένας.

Πέρα από τους παίχτες, ο Βαλβέρδε καταφέρνει να πάρει (ίσως) 2 νταμπλ σε 2 χρονιές και να είναι αποτυχημένος. Έχει δημιουργήσει ένα φοβικό σύνολο που δεν ξέρει να κερδίζει σε δύσκολες καταστάσεις. Στο πρώτο ματς είχε όλη την τύχη με το μέρος του, ενώ η Λίβερπουλ έπαιζε πολύ καλύτερα, να κερδίσει 3-0. Ο Κλοπ μετά το ματς δήλωσε ότι η εμφάνιση της ομάδας του ήταν εξαιρετική. Του έλειψε το γκολ, ε, και; Η Λίβερπουλ έχει παιχνίδι και σε αυτό πιστεύει. Ο Βαλβέρδε ποντάρει στην αναχαίτιση και στις στιγμές του Μέσι. Σε ένα πρωτάθλημα 38 αγωνιστικών αυτό αρκεί, ειδικά αν οι αντίπαλοι είναι χώμα. Σε ένα κύπελλο όπου οι στιγμές ενός ματς μετράνε διαφορετικά, όχι. Έφτιαξε μια ομάδα που στηρίζεται στο φόβο της αποτυχίας. Δεν διόρθωσε τίποτα από το πρώτο ματς, επαναλαμβάνοντας την ενδεκάδα με τη μαύρη τρύπα που λέγεται Κουτίνιο και χωρίς τον Αρτούρ να κρατήσει λίγο τη μπάλα στο κέντρο και να κόψει το ρυθμό του αντιπάλου. Η Μπαρσελόνα του Βαλβέρδε είναι μια Γιουβέντους και μια Παρί στη συσκευασία του ενός. Όπως η Γιούβε αδυνατεί να μετουσιώσει την εσωτερική της κυριαρχία σε ευρωπαϊκή. Στα δύο τελευταία πρωταθλήματα έχει αθροιστική διαφορά +24 από την Ατλέτικο και +32 από τη Ρεάλ Μαδρίτης. Το αντίκρισμα στην Ευρώπη είναι δύο ιστορικοί αποκλεισμοί, με τον τρόπο της Παρί.

Η Μπαρσελόνα μίκρυνε τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Και αυτό το έπαθε επειδή προσπάθησε να κάνει κάτι που αγνοεί. Προσπάθησε να γίνει Ρεάλ Μαδρίτης στον τρόπο λειτουργίας της. Η Ρεάλ Μαδρίτης είναι ο σύλλογος που ξέρει να δίνει προτεραιότητα στο άτομο, στις ατομικές στιγμές μαγείας ενός τοπ κλας παίχτη. Στη Μπαρσελόνα πάντα το θέμα ήταν το σχέδιο, το ίδιο το παιχνίδι. Αυτή είναι μία από τις 3 βασικές διαφορές των δυο συλλόγων στο πως αντιμετωπίζουν το σπορ. Η Μπάρσα των Ρουσέλ-Μπαρτομέου άφησε το παιχνίδι για τις μεταγραφές αστέρων που θα καθαρίζουν τα ματς με το ταλέντο τους. Αυτό έπιασε την πρώτη χρονιά του Ενρίκε, που όμως υπήρχε και σχέδιο, παιχνίδι ρε παιδάκι μου. Από τότε και μετά συνεχείς αποτυχίες, όταν η Ρεάλ Μαδρίτης πήρε 4 Τσου Λου με αυτόν τον τρόπο. Και φυσικά δε μιλάω για κόλλημα με ένα συγκεκριμένο τρόπο παιχνιδιού ή τη στελέχωση από τη Μασία. Αυτά είναι ψυχώσεις. Δεν γίνεται να βγαίνουν απ την ακαδημία συνεχώς Μέσι, Ινιέστα, Τσάβι, Πουγιόλ, Πικέ. Το ζήτημα είναι να υπογράψεις παίχτες που να υπηρετούν ένα συγκεκριμένο παιχνίδι, όχι αστέρες που θα έχουν στιγμές. Μεταγραφές σαν τον Αρτούρ και όχι σαν τον Κουτίνιο.

Αντίθετα η Λίβερπουλ μεγάλωσε τα δύο τελευταία χρόνια. Και το έκανε με παιχνίδι. Ο Κλοπ είναι ίσως ο καλύτερος προπονητής στο να διαλέγει παίχτες. Επιλέγει άτομα, όχι στοιχεία. Η εμμονή με τον Φαν Ντάικ, που ήθελε αυτόν και κανέναν άλλον είναι χαρακτηριστική. Μέσα σε 4 χρόνια πήρε μια διαλυμένη ομάδα και την έκανε διεκδικήτρια της Πρέμιερ και την πάει σε 2 συνεχόμενους τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ με το παιχνίδι του. Η Λίβερπουλ, όπως και η Μπαρσελόνα, ανήκουν στο κλαμπ των 8 συλλόγων (Ρεάλ Μαδρίτης, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Γιουβέντους, Μίλαν, Ίντερ και Μπάγερν οι άλλοι) που ο χρόνος επαναφοράς στην κορυφή είναι μικρός. Όσο κάτω και να είσαι με χρόνο και σωστές επιλογές επανέρχεσαι στην κορυφή γρήγορα. Αυτό είναι για μένα η πραγματική αξία της φανέλας. Η ιστορία που κουβαλάει και το πόσο θελκτική είναι. Οι φανέλες δεν είναι για να τις αφήνεις στο γήπεδο και να κερδίζουν μόνες τους. Είναι όμως οι ιστορίες που μπορούν να εμπνεύσουν τους παίχτες.

Το χειρότερο για την Μπαρσελόνα δεν είναι ότι αποκλείστηκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά με ιστορική ανατροπή. Παραδομένη στο φόβο. Είναι ότι αυτή τη φορά δε διόρθωσε τίποτα από πέρυσι, δεν έβγαλε κανένα εγωισμό και δίψα νικητή και, πάνω από όλα, αποκλείστηκε με έναν τρόπο που θα έπρεπε να είναι ο δικός της. Επειδή ο αντίπαλος είχε ξεκάθαρο στυλ παιχνιδιού, πίστη σε αυτό και επιμονή. Έπαιξαν το ίδιο οι Άγγλοι σε Καμπ Νόου και Άνφιλντ. Στο πρώτο ματς έχασαν 3-0. Έκαναν τα ίδια σωστά πράγματα στο γήπεδό τους, με 3 βασικούς παίχτες εκτός, ο ένας ο καλύτερός τους, και κέρδισαν 4-0. Διότι, όπως έλεγε και κάποτε ένα μπλουζάκι που υπήρχε στη μπουτίκ της Μπάρσα: «Το ποδόσφαιρο σου επιστρέφει ό,τι του δίνεις».

Η επιστροφή του Άγιαξ και του Total Football

  [1 Σχόλιο]

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με θυμάμαι να παίζω ποδόσφαιρο. Παντού, και κυρίως στον δρόμο. Εκεί, στον δρόμο, έμαθα κάτι πολύ σημαντικό. Πως να μετατρέπω ένα μειονέκτημα σε πλεονέκτημα. Εκεί κατάλαβα ότι το πεζούλι που έβλεπα μπροστά μου, δεν ήταν πια ένα εμπόδιο για μένα, αλλά πως μπορούσα να το μετατρέψω σε έναν φανταστικό συμπαίκτη και να παίξω μαζί του το ένα-δύο. Κάπως έτσι, και με συμπαίκτη τα κάθε λογής πεζοδρόμια, κατάφερα να εξασκήσω και να βελτιώσω, σε τρομακτικό βαθμό, την τεχνική μου. Όταν η μπάλα αναπηδά σε τόσο διαφορετικές, και άγριες, επιφάνειες, χτυπώντας συγχρόνως σε περίεργες γωνίες, πρέπει να μάθεις να προσαρμόζεσαι πολύ γρήγορα για να την κάνεις δική σου. Στα χρόνια που έπαιξα ποδόσφαιρο όλοι μιλούσαν για την απαράμιλλη τεχνική μου. Οι ρίζες της όμως βρίσκονταν εκεί που μεγάλωσα. Στο δρόμο. Όταν παίζεις στο δρόμο, το πρώτο που δεν θες να συμβεί, είναι να πέσεις κάτω. Αν πέσεις θα πονέσεις. Εγώ δεν πόνεσα ποτέ».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Γιόχαν Κρόιφ και σε αυτά μπορούμε να διακρίνουμε, εκτός της ατομικής τεχνικής, το σημαντικότερο συστατικό της επιτυχίας του Ολλανδικού μοντέλου, από τα 70s, μέχρι και τις μέρες μας. Αυτό φυσικά και δεν είναι άλλο απ’ την ομαδικότητα. Ο Κρόιφ, φαινομενικά, μιλάει για την ατομική τεχνική δεν ξεχνά να αναφερθεί όμως και στον συμπαίκτη. Αλλιώς θα μας έλεγε, μόνο, για τον τρόπο που έπαιρνε την μπάλα πάνω στον σκληρό δρόμο, το πως περνούσε όποιον αντίπαλο έβρισκε μπροστά του με μαγικές ντρίμπλες, και για το πως σκόραρε, αφού πρώτα είχε αδειάσει και τον τερματοφύλακα. Ακούγεται εύκολο αλλά -πιστέψτε με- δεν είναι. Κι όμως μιλάει, και στέκεται υπερβολικά σε αυτό, για το πεζούλι. Για τον φανταστικό συμπαίκτη του. Εκείνον που του έδινε την μπάλα με -κάθε τρόπο και- κάθε πιθανό φάλτσο. Στο μυαλό του, εφόσον είχε καταφέρει να παίζει αυτό το ένα-δύο με το «άτεχνο» πεζούλι, θα μπορούσε να κάνει εξωπραγματικά πράγματα, παίζοντας με κανονικούς συμπαίκτες, τα επόμενα χρόνια. Πόσο μάλλον όταν και αυτοί οι συμπαίκτες θα είχαν σπουδαία τεχνικά χαρίσματα. Η ιστορία που ακολούθησε είναι γνωστή. Σε όλους. Ο Άγιαξ, και η εθνική Ολλανδίας, των 70s, που με ηγέτη τον Κρόιφ, τρομοκράτησε ολόκληρη την Ευρώπη για 4-5 χρόνια, και μετά ήρθε η διάλυση. Όλα τα «αστέρια» μπορεί να έφυγαν γι’ άλλες πολιτείες, κάτι που συνεχίστηκε και φυσικά συνεχίζεται αλλά ο Άγιαξ έμεινε πιστός στο πλάνο του και το δικό του μοντέλο. Να δημιουργεί ομάδες, απ’ τα δικά του σπλάχνα, μετά να τρομοκρατεί την Ευρώπη και στο τέλος να τους πουλάει, για πολλά εκατομμύρια, στους πλούσιους αυτού εδώ του κόσμου.

«Η τελευταία φουρνιά της ομάδας είναι η καλύτερη των τελευταίων 20 ετών. Κάντε λίγο υπομονή και θα τους μάθετε για τα καλά». Τάδε έφη ο ίδιος ο Κρόιφ, λίγους μήνες πριν αφήσει αυτόν εδώ τον κόσμο. Φυσικά και αναφέρονταν στην τελευταία «τάξη» της φημισμένης Ακαδημίας των Ολλανδών. Της κορυφαίας ποδοσφαιρικής σχολής του πλανήτη από τις αρχές των 70s -όταν και ο Ρίνους Μίχελς παρουσίασε το μοντέλο του- μέχρι και τις μέρες μας, με την ομάδα του Έρικ Τενκ Χαγκ που χαιρόμαστε να βλέπουμε. Φυσικά και ο Κρόιφ είχε αναφερθεί στους παίκτες που, από το περσινό καλοκαίρι, ολόκληρη η Ευρώπη έχει την τύχη να τους βλέπει να μαγεύουν στα γήπεδα, παίζοντας αυτό το ποδόσφαιρο που χαρακτηρίζει τους Ολλανδούς και που μάθαμε να το αποκαλούμε όλοι εμείς, ακόμα και όταν ήμασταν μικρά παιδάκια, και δεν μπορούσαμε να το κατανοήσουμε με τίποτα, «Total Football».

Όσοι είχαν την τύχη να δουν τις νοκ-άουτ αναμετρήσεις του Άγιαξ με την Ρεάλ Μαδρίτης και την Γιουβέντους παρακολούθησαν αυτό το στυλ ποδοσφαίρου. Στα καλύτερά του. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο της υπερβολικής, πολλές φορές, αμυντικής προσήλωσης (και τακτικής), στα όρια του βαρετού για το μάτι, η Ολλανδική ομάδα κατάφερε να αγγίξει (σχεδόν) το τέλειο, παρουσιάζοντας όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του ελκυστικού μοντέλου πάνω στο χορτάρι. Τέλειες αποστάσεις, σε όλες τις γραμμές, με μια, σχεδόν, μαθηματική προσέγγιση. Απίστευτο πρέσινγκ, σε όλους τους χώρους, κάτι που όπως είναι λογικό μειώνει τις αποστάσεις του γηπέδου, όταν φυσικά αμύνεσαι, (με αυτό άλλωστε είχε μανία ο Μίχελς, το συνέχισε ο Κρόιφ και -ευτυχώς- το βλέπουμε και στις μέρες μας από προπονητές, και εκτός Ολλανδίας, όπως ο Κλοπ και ο Γκουαρδιόλα), και τελευταίο, η άψογη τεχνική σε συνδυασμό όμως με την ταχύτητα. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν γίνεται τίποτα αν δεν υπάρχει ταχύτητα. Όλα τα παραπάνω, όταν μπαίνουν μαζί στο «μίξερ της ολλανδικής τακτικής» είναι ικανά να τρομάξουν ακόμα και τον πιο δυνατό και έμπειρο αντίπαλο. Το βλέπουμε να συμβαίνει. Εγώ γράφω απλά αυτά που βλέπω.

Η παράσταση του Άγιαξ στη Μαδρίτη με έκανε να ερωτευθώ και πάλι το ποδόσφαιρο. Το δηλώνω και δεν ντρέπομαι. Αν ο Άγιαξ ήταν γυναίκα θα ήθελα να την παντρευτώ και να αράξουμε παρέα για ένα ολόκληρο καλοκαίρι σε κάποιο όμορφο νησί. Είναι το ποδόσφαιρο όπως θέλω εγώ να το βλέπω. Το όμορφο, επιθετικό, «σωστό» ποδόσφαιρο. Για την παράσταση στο Τορίνο δεν μπορώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψω τα συναισθήματα που ένιωσα. Κάτι που μεγαλώνει ακόμα περισσότερο την σημασία αυτής της «παράστασης» επίσης είναι το γεγονός πως έγινε από «ηθοποιούς» που δεν τους έχουμε μάθει ακόμα για τα καλά. Δεν παίζω και μάνατζερ εδώ και χρόνια. Ειλικρινά δεν νομίζω να υπάρχει αυτή τη στιγμή αγνός και ρομαντικός φίλος του ποδοσφαίρου που να μην θέλει να δει τα «μωρά» του Άγιαξ να σηκώνουν το τρόπαιο στη Μαδρίτη. Και αυτή είναι ακόμα μία σπουδαία νίκη για το ποδόσφαιρο των ημερών μας.

Ο Τάντιτς είναι αυτή τη στιγμή ότι ήταν ο Βάσοβιτς για την ομάδα του ’71, κι ας αγωνίζεται σε άλλη θέση. Ο ξεχασμένος παικταράς δηλαδή που ήρθε από μια μέτρια ομάδα και έγινε ηγετικός. Ο Μπλιντ είναι η ήρεμη δύναμη και η εμπειρία στην άμυνα. Ο Νέρες και ο Ζίγιες είναι δύο παίκτες που παίζουν ποδόσφαιρο αλάνας, στα μάτια πολλών, στηριζόμενοι στα άρτια τεχνικά τους χαρακτηριστικά, και παράλληλα είναι άψογοι τακτικά. Φυσικά υπάρχει και το τέλειο δίδυμο, των Ντε Λιχτ και Ντε Γιονγκ, ως οι απόλυτοι ισορροπιστές όλης της ομαλής λειτουργίας τόσο σε άμυνα όσο και επίθεση. Δύο άψογοι τεχνικά παίκτες. Δύο προπονητές εντός του γηπέδου. Ο πρώτος είναι η επιτομή του σύγχρονου αμυντικού και ο δεύτερος η επιτομή του κεντρικού μέσου. Και οι δύο, για ομάδες που αρέσκονται σε αυτό το στυλ παιχνιδιού. Προσωπικά, και επειδή μου αρέσει να κάνω αυτού τους είδους τις παρομοιώσεις, μου θυμίζουν το δίδυμο των πρωταγωνιστών της ταινίας «Funny Games» του Χάνεκε. Τόσο φλώροι στην όψη, σαν φοιτητές του Yale, αλλά τόσο επικίνδυνοι, σαν σαδιστές, τρόφιμοι φυλακών. Πως το αντιμετωπίζεις όλο αυτό; Άραξε και απόλαυσέ το καλύτερα.

Το 1972, και μετά την συντριβή της Ίντερ απ’ τον Άγιαξ στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, η Gazzetta dello Sport είχε γράψει, χωρίς να κάνει κάποιο λάθος, τον παρακάτω τίτλο: «Η Ίντερ είναι η άξια πρωταθλήτρια Ευρώπης. Αυτός ο Άγιαξ είναι ο πρωταθλητής κόσμου και του Γαλαξία μαζί». Με αυτό τον τίτλο παραδέχονταν την ανωτερότητα των Ολλανδών. Μιας ομάδας που είχε τον Κρόιφ, τον Νέσκενς, τον Χάαν και τους λοιπούς «εξωγήινους». Ο τωρινός Άγιαξ έχει φτάσει ήδη στα ημιτελικά, και αν ολοκληρώσει το θαύμα, τα πάντα θα παιχτούν σε 90 λεπτά στη Μαδρίτη. «Εξωγήινα» ονόματα δεν έχει ακόμα μιας και οι περισσότεροι παίκτες είναι ακόμα νεαροί και τώρα τους μαθαίνει ο περισσότερος κόσμος όπως έγραψα και πιο πάνω, αλλά κάτι το «εξωγήινο», και το μαγικό, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως δεν το έχει αυτή η ομάδα. Άλλωστε όλοι δουλεύουν για το σύνολο, πάνω σε ένα μοντέλο, και ένα σύστημα, που αν παιχτεί όπως πρέπει, όπως έχει αποδειχθεί εδώ και 50 χρόνια, είναι -σχεδόν- ανίκητο. Έγραψα «σχεδόν» γιατί ποτέ, καμία ομάδα, δεν παίζει μόνη της και γιατί πάντα, σε μια βραδιά, παίζει ρόλο και η τύχη. Αν κέρδιζε πάντα ο καλύτερος, αυτός ο Άγιαξ (και συγγνώμη αν ακουστώ υπερβολικός σε πολλούς), θα κέρδιζε το φετινό Τσάμπιονς Λιγκ. Ίσως και το πρωτάθλημα του Γαλαξία.

Η τελευταία έξοδος του Γιουπ Χάινκες

  [Καθόλου σχόλια]

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Αμερικανών τουριστών μπαίνει σ’ένα ασανσέρ σ’ένα ξενοδοχείο του Μονάχου. Όση ώρα ο σύζυγος προσπαθεί να χωρέσει τις βαλίτσες τους, η κυρία παρατηρεί τον ηλικιωμένο Γερμανό που στέκεται στο βάθος του ασανσέρ. Βλέποντας ότι κρατάει στα χέρια του μια σακούλα με το σήμα της Μπάγερν, χαμογελάει και τον ρωτάει: “Είστε οπαδός της Μπάγερν Μονάχου;” Ο ασπρομάλλης κύριος διστάζει για λίγο, το σκέφτεται και μετά από μερικά δευτερόλεπτα περισυλλογής της ανταποδίδει το χαμόγελο και της απαντάει: “Ναι, φυσικά”.

Αυτή λογικά δεν είναι η μοναδική φορά που κάποιος μη σχετικός με το παιχνίδι, μπερδεύει τον Γιουπ Χάινκες. Σε λίγες ημέρες άλλωστε θα κλείσει τα 73 του χρόνια, μια ηλικία που πολύ σπάνια συναντάς στους αγωνιστικούς χώρους. Όταν πριν λίγους μήνες η Μπάγερν αντιμετώπισε την Χόφενχαιμ, ο Χάινκες αντάλλαξε πριν από το ματς χειραψία με τον Γιούλιαν Νάγκελσμαν, έναν προπονητή με τον οποίο τον χωρίζουν 42 ολόκληρα χρόνια ζωής! Όταν ο Νάγκελσμαν γεννιόταν, ο Χάινκες είχε ήδη στην ‘καμπούρα’ του περισσότερα από 600 ματς στη Μπουντεσλίγκα, ως παίκτης και προπονητής!

Αν το σκηνικό στο ασανσέρ, που σύμφωνα με τον Χάινκες έλαβε χώρα πριν μερικές εβδομάδες, είχε συμβεί μερικούς μήνες πριν, ο Γερμανός τεχνικός δεν θα χρειαζόταν να απαντήσει χιουμοριστικά. Το πιθανότερο είναι απλά να διόρθωνε την κυρία, λέγοντας της ότι στην πραγματικότητα είναι οπαδός της Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ. Μέχρι τον Σεπτέμβριο άλλωστε, ήταν απλά ένας ακόμα Γερμανός συνταξιούχος (ο οποίος μάλιστα λαμβάνει μια πενιχρή σύνταξη των 217 ευρώ, όπως είχε αποκαλύψει το 2013 στο Spiegel) που περνούσε το χρόνο του στη φάρμα του, λίγο έξω από το Μενχενγκλάντμπαχ.

Ένας συνταξιούχος με μια τεράστια ποδοσφαιρική και προπονητική καριέρα την οποία λίγοι μπορούν να ανακαλέσουν επακριβώς (αφού έχει περάσει από 9 διαφορετικές ομάδες, επιστρέφοντας μάλιστα σε κάποιες απ’αυτές και για δεύτερη θητεία) αλλά απειροελάχιστοι πρόκειται να σταθούν σε οτιδήποτε άλλο, πέρα από το (τότε) μαγικό φινάλε της. Ήταν τέτοιες μέρες του 2009 όταν οι άνθρωποι της Μπάγερν ζήτησαν από τον 64χρονο Χάινκες να επιστρέψει από την πρώτη ‘συνταξιοδότηση’ του, για να αναλάβει προσωρινά την ομάδα μέχρι να τελειώσει η απογοητευτική εκείνη σεζόν, που είχε ξεκινήσει με τον Κλίνσμαν στον πάγκο. Ο Χάινκες δέχτηκε την πρόκληση και μετά από δυο χρόνια ξεκούρασης και περισυλλογής επέστρεψε στα γήπεδα. Η Μπάγερν έκανε 4 νίκες και 1 ισοπαλία στα τελευταία 5 ματς και όλοι, ανάμεσα τους και ο ίδιος, κατάλαβαν ότι έχει ακόμα πράγματα να δώσει στο παιχνίδι.

Ακολούθησαν δυο άκρως πετυχημένες σεζόν στο Λεβερκούζεν που έπεισαν τη Μπάγερν να τον καλέσει ξανά, σαν μόνιμο αυτή τη φορά προπονητή. Και τότε γράφτηκε ιστορία. Πρώτα αρνητική και μετά θετική. Οι Βαυαροί κατάφεραν μέσα σε λίγες εβδομάδες να χάσουν όλους τους τίτλους που κυνηγούσαν, φτάνοντας μια ανάσα πριν απ’όλα τα τρόπαια. Δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα, ήττα στον τελικό κυπέλλου από τη Ντόρτμουντ, ήττα στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στα πέναλτι από την Τσέλσι, μέσα στο Μόναχο. Η κριτική προς όλους εκείνο το καλοκαίρι ήταν πολύ έντονη αλλά το αποτέλεσμα της απάντησης που ετοίμασαν οι Γερμανοί ήταν πέρα από κάθε προσδοκία.

Η Μπάγερν μπήκε στη νέα σεζόν με πατημένο το γκάζι και διέλυσε κυριολεκτικά όποιον βρήκε στο πέρασμα της. Η αφηνιασμένη ομάδα του Χάινκες κατέκτησε το πρωτάθλημα με περίπατο, σπάζοντας αμέτρητα ρεκόρ, κέρδισε το Τσάμπιονς Λιγκ διασύροντας στα ημιτελικά τη Μπαρτσελόνα με συνολικό σκορ 7-0 και ολοκλήρωσε τον θρίαμβο κερδίζοντας και το κύπελλο Γερμανίας. “Αυτό ήταν το καλύτερο ποδόσφαιρο στην ιστορία της Μπάγερν” δήλωνε στο τέλος της σεζόν ενθουσιασμένος ο πρόεδρος, Ούλι Χένες, κάτι με το οποίο συμφωνούσε και ο Καρλ-Χάινς Ρουμενίγκε: “Αυτό που ζούμε είναι ανώτερο από κάθε άλλο κατόρθωμα της Μπάγερν”. “Δεν έχουμε ξαναδεί καμία ομάδα να κυριαρχεί σε τόσο μεγάλο βαθμό σε όλες τις διοργανώσεις” πρόσθετε ο Αντρέας Μπρέμε.

Εκείνο ήταν το πρώτο και μοναδικό τρεμπλ από γερμανική ομάδα και το τέλειο αντίο για τον 68χρονο τότε Χάινκες. Παρά τις προσπάθειες των ανθρώπων της Μπάγερν να τον μεταπείσουν ο Χάινκες είχε πάρει την απόφαση του και δεν σκόπευε να την αλλάξει ούτε για τους Γερμανούς, ούτε για τα εκατομμύρια που του πρόσφερε ο Αμπράμοβιτς, ούτε γι’αυτά που του έδινε η Παρί, ο πρόεδρος της οποίας του πρότεινε μάλιστα να κουβαλήσει όλους τους προσωπικούς του σεφ στη φάρμα του, για να του κάνει το τραπέζι, προσπαθώντας να τον πείσει να αναλάβει τη γαλλική ομάδα. “Μετά τα όσα πέρασα τα τελευταία 2 χρόνια νομίζω πως είμαι έτοιμος για λίγη ησυχία” δήλωνε τότε και πρόσθετε: “Θα μπορούσα να πάω σε όποια ομάδα θέλω στην Ευρώπη αλλά σας διαβεβαιώνω πως δεν έχω σκοπό να προπονήσω ποτέ ξανά, παρ’όλο που δεν μ’αρέσει να χρησιμοποιώ τη λέξη ποτέ. Νομίζω ότι είχα ένα αξιόλογο τελείωμα”.

Ένα επικό τελείωμα που ανύψωσε αισθητά μια καριέρα γεμάτη επιτυχίες αλλά και αποτυχίες. Η προπονητική πορεία του Γερμανού είχε αρκετές σπουδαίες στιγμές αλλά και κάμποσες απογοητεύσεις. Στο πρώτο πέρασμα του από τη Μπάγερν στα τέλη των 80s η ομάδα κέρδισε 2 πρωταθλήματα σε 4,5 σεζόν αλλά η κατάσταση στα αποδυτήρια δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή (λίγο έλειψε να έρθει στα χέρια με τον Έφενμπεργκ, που επίσης δεν φημιζόταν για την ψυχραιμία του) και το ποδόσφαιρο της μόνο ελκυστικό δεν χαρακτηριζόταν. “O Χάινκες είναι ιδανικός για να διαφημίσει υπνωτικά χάπια” δήλωνε τότε ο βασικός του αντίπαλος, Κριστόφ Ντάουμ, που προπονούσε τη Στουτγκάρδη. Λίγα χρόνια μετά ως προπονητής της Μπενφίκα γνώριζε το διασυρμό με 7-0 από τη Θέλτα στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ ενώ αποτυχημένα θεωρούνται και τα περάσματα του από Άιντραχτ και Σάλκε. Κοιτάζοντας κανείς το βιογραφικό του διαπιστώνει ότι 5 φορές αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το πόστο του μέσα στη σεζόν, είτε λόγω απόλυσης, είτε λόγω συμβιβαστικού διαζυγίου.

Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα της καριέρας του είναι η σχέση του με την αγαπημένη του Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ, την ομάδα με την οποία αναδείχτηκε και διέπρεψε ως παίκτης και την οποία ανέλαβε δυο φορές ως προπονητής. Στο τελευταίο του πέρασμα απ’αυτήν, λίγο πριν την πρώτη συνταξιοδότηση του, η ομάδα έκανε 14 ματς χωρίς νίκη. Ο κόσμος της ομάδας ήταν τόσο αγανακτισμένος που ο Χάινκες αναγκάστηκε να ζητήσει αστυνομική προστασία στα τελευταία του παιχνίδια στον πάγκο, καθώς δεχόταν μέχρι και απειλές θανάτου. Τελικά αποχώρησε στα τέλη Γενάρη του 2007, με την ομάδα προτελευταία και την ψυχολογία στα τάρταρα. Κύριος ακόμα και στις αποτυχίες του πάντως, αρνήθηκε να συζητήσει οποιαδήποτε αποζημίωση για την πρόωρη έξοδο του. “Η Μπορούσια είναι ο σύλλογος μου” συνήθιζε να λέει κάθε φορά που τον ρωτούσαν.

Όπως αποδείχτηκε τελικά, τα δυο χρόνια ξεκούρασης που ακολούθησαν του έκαναν πολύ καλό. Ο μόνιμα νευρικός και ευέξαπτος Χάινκες, που γινόταν πολλές φορές αντικείμενο σάτιρας γιατί κοκκίνιζε υπερβολικά κάθε φορά που ταραζόταν, ηρέμησε και – όπως λένε οι φίλοι του – είδε τη ζωή με νέο μάτι. Σημαντικό ρόλο στην απότομη αυτή χαλάρωση, εκτός από την ηλικία, έπαιξε η σοβαρή ασθένεια της γυναίκας του.

Όταν τελικά επέστρεψε στους πάγκους το 2009 λίγα πράγματα θύμιζαν τον παλιό Χάινκες, που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του, τον προπονητή που όταν έχανε την ψυχραιμία του ξεσπούσε στους παίκτες του, τον άνθρωπο που το 1998 κέρδισε το πρώτο Τσάμπιονς Λιγκ της Ρεάλ μετά από 32 χρόνια και παρ’όλα αυτά απολύθηκε λίγο καιρό μετά γιατί, εκτός του ότι η ομάδα είχε μείνει 4η στο πρωτάθλημα, η διοίκηση δεν έβλεπε με καλό μάτι το πως διαχειριζόταν τα μεγάλα αστέρια της ομάδας, στα οποία προσπαθούσε να επιβάλλει τη δική του πειθαρχία με κάθε τρόπο. Στη θέση του υπήρχε ένας ήρεμος και κατασταλαγμένος άνθρωπος που κρατούσε την πίεση μακριά από τους παίκτες και τους ζητούσε να απολαύσουν το παιχνίδι. “Ήταν σαν πατέρας για εμάς” έλεγε τότε ο Μπόατενγκ.

Όταν η Μπάγερν του ζήτησε το φθινόπωρο του 2017 για άλλη μια φορά να αφήσει την ήσυχη ζωή στη φάρμα του και να επιστρέψει στη δράση, ο Χάινκες δεν το σκέφτηκε και πολύ. “H γυναίκα μου και η κόρη μου είπαν να το κάνω. Ακόμα και ο σκύλος μου γάβγισε δυο φορές, κάτι που σήμαινε ότι έπρεπε να το κάνω”.Ένας άνθρωπος που έζησε όλη του τη ζωή μέσα στα γήπεδα, δεν άντεχε ακόμα και στα 72 του να μένει εκτός χόρτου. Σύμφωνα με τα γερμανικά ρεπορτάζ, ο Αντσελότι άφησε πίσω του μια ομάδα-παιδική χαρά, όπου ο καθένας έκανε πάνω-κάτω ό,τι ήθελε και οι προπονήσεις ήταν πιο χαλαρές και από αγώνες 5Χ5 40αρηδων μπυροκοιλιάδων.

Ο Χάινκες έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά, εφάρμοσε εξ αρχής νέους αυστηρούς κανόνες (κομμένα τα κινητά παντού, νέες πιο ζόρικες προπονήσεις, νέα μενού διατροφής και αρκετά ακόμα), βρήκε το ‘κουμπί’ κάποιων βασικών παικτών που ήταν για πολύ καιρό εκτός φόρμας και κατάφερε μέσα σε ελάχιστους μήνες να επαναφέρει τη Μπάγερν στην κορυφή και να την οδηγήσει σε ένα ακόμα άνετο πρωτάθλημα. Το πάθος του για το ποδόσφαιρο ήταν τέτοιο, ακόμα και σ’αυτή την ηλικία, που λίγο πριν τα Χριστούγεννα αποκάλυψε ότι ακόμα δεν είχε βρεθεί με τη διοίκηση για να υπογράψει και τυπικά το συμβόλαιο του, γιατί πολύ απλά δεν έβρισκε ελεύθερο χρόνο για να το κάνει!

Σήμερα το βράδυ στη Μαδρίτη απέναντι στη Ρεάλ, η Μπάγερν Μονάχου καλείται να κάνει μια μεγάλη υπέρβαση, αν θέλει να ανατρέψει το σκορ του πρώτου αγώνα και να προκριθεί στον τελικό. Παρ’ότι βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, ο Χάινκες παραμένει ψύχραιμος και αισιόδοξος και πιστεύει ότι η ομάδα του μπορεί να τα καταφέρει. Αν αποτύχει, αυτό θα είναι το τελευταίο ευρωπαϊκό παιχνίδι της καριέρας του, αφού όσες απεγνωσμένες προσπάθειες έκανε η διοίκηση της Μπάγερν να τον μεταπείσει για να μην αποσυρθεί οριστικά το καλοκαίρι, έπεσαν στο κενό.

Αν όμως οι Βαυαροί καταφέρουν να κλέψουν την πρόκριση, τότε ο 73χρονος Γιουπ Χάινκες θα έχει μια σπουδαία ευκαιρία (για την ακρίβεια δυο, αν προσθέσουμε και τον τελικό του κυπέλλου με την Άιντραχτ) να κάνει μια ακόμα τέλεια τελευταία έξοδο, επαναλαμβάνοντας το κατόρθωμα του 2013: Να αποχωρήσει δηλαδή από τα γήπεδα, έχοντας κερδίσει ένα δεύτερο τρεμπλ. Και για έναν άνθρωπο που μια δεκαετία πριν έφευγε από το ποδόσφαιρο σχεδόν στιγματισμένος και κυνηγημένος (κυριολεκτικά) από τους οπαδούς της αγαπημένης του ομάδας, μια τέτοια εξέλιξη μοιάζει λίγο με παραμύθι. Ένα παραμύθι στο οποίο πρωταγωνιστής είναι ένας 73χρονος Γερμανός παππούς που κάνει πλάκα σε συνομήλικες αθώες γιαγιάδες τουρίστριες.

Σομπρεροανάλυση: Οι προημιτελικοί του Τσάμπιονς Λιγκ

  [5 Σχόλια]

To Τσάμπιονς Λιγκ είναι η μοναδική ποδοσφαιρική διασυλλογική διοργάνωση που όλοι λατρεύουν και ασχολούνται μαζί της. Αυτό είναι γνωστό και δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Αν δεν το ξέρεις αυτό τότε μάλλον βρίσκεσαι από λάθος σε αυτή εδώ την σελίδα. Στις 3 και 4 Απριλίου, διεξάγεται η πρώτη φάση των προημιτελικών, με την κληρωτίδα (όπως πάντα σε αυτή τη φάση) να έχει τρελά κέφια. Η Ρεάλ Μαδρίτης θα βρει απέναντί της την Γιουβέντους. Η Μάντσεστερ Σίτι θα κοντραριστεί με την Λίβερπουλ, στον μοναδικό εμφύλιο αυτής της φάσης. Η Μπάγερν Μονάχου θα αποκλείσει -εύκολα ή δύσκολα- την Σεβίλλη. Και τέλος η Μπαρτσελόνα θα μονομαχήσει -και θα αποκλείσει- την Ρόμα του Κώστα του Μανωλά. Κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω μερικά πραγματάκια γι’ αυτά τα τέσσερα ποδοσφαιρικά ζευγάρια. Ζευγάρια που αναμένεται να μας χαρίσουν μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις.

Λίβερπουλ – Μάντσεστερ Σίτι

Ως λάτρης της Πρέμιερ Λιγκ που σέβεται τον εαυτό του δεν θα μπορούσα να μην αρχίσω από αυτό το ζευγάρι. Ως φίλος της Λίβερπουλ απ’ την άλλη, δεν ήθελα τους «πολίτες» απέναντι στην ομάδα που λατρεύω. Το δηλώνω και δεν ντρέπομαι καθόλου γι’ αυτό. Για την ομάδα του Γκουαρδιόλα τα έχουμε γράψει αρκετές φορές και πλέον δε νομίζω να υπάρχει κάτι νέο να περιμένουμε από δαύτη (ή μήπως υπάρχει;). Είναι με διαφορά η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας εξαιρετικό ποδόσφαιρο και θεωρείται από μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού ως το φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Αν υπάρχει κάτι που ίσως μπορεί να εξελιχθεί σε τροχοπέδη σε όλα αυτά για την πρόκριση, αυτό δεν είναι άλλο από την απειρία των περισσότερων παικτών της (σε αυτό το επίπεδο) και φυσικά το ανεμικό βάρος που ζυγίζει η φανέλα της. Αυτό το «περί ανεμικού βάρους φανέλας» το είδαμε πρόσφατα και στην ρεβάνς του Γουέμπλεϊ. Εκεί δηλαδή που τα «παιδάκια» της Τότεναμ δεν άντεξαν και λύγισαν απέναντι στους «άντρες» που φορούσαν την βαριά φανέλα της Γιούβε. Κι ας ήταν καλύτεροι. Μόνο που πλέον και στη Λίβερπουλ δεν υπάρχουν οι παίκτες με αυτή την εμπειρία από μεγάλα παιχνίδια.

Όσοι θεωρούν πως η τεράστια φανέλα της Λίβερπουλ μπορεί να κερδίσει από μόνη της τον «Γαλαξία Αστέρων» της Σίτι ειλικρινά κάνουν μεγάλο λάθος. Ο Κλοπ έχει νοικοκυρέψει σίγουρα την ομάδα (σε όλες τις γραμμές), παρουσιάζει ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο και διαθέτει τον εκτροχιασμένο Μο Σαλάχ, αλλά αυτά δεν αρκούν από μόνα τους για να αποκλείσει την Σίτι σε διπλά παιχνίδια. Οι «κόκκινοι» έχουν σίγουρα το παράσημο πως είναι η πρώτη ομάδα που κέρδισε φέτος την αρμάδα του Πεπ, και πως αυτό το έκανε δημιουργώντας ποδόσφαιρο και όχι καταστρέφοντας, αλλά επιμένω πως αυτό δεν αρκεί μιας και θα πρέπει να «καταστρέψει» κιόλας έναν αντίπαλο που διαθέτει μεγαλύτερη κλάση και ποιότητα για να προκριθεί. Αν ο Κλοπ βρει τον τρόπο να το κάνει αυτό τότε -και μόνο τότε- η Λίβερπουλ θα έχει σοβαρές πιθανότητες για να φτάσει στα ημιτελικά. Το καλό είναι πως οι «σκοτεινές» εποχές της Λίβερπουλ δείχνουν να αποτελούν παρελθόν αλλά δεν θεωρώ πως έχει φτάσει ακόμα ο καιρός της απόλυτης εξύψωσης απ’ το έρεβος της χρόνιας πτώσης.

Μπαρτσελόνα – Ρόμα

Όσο κι αν το ποδόσφαιρο είναι απρόβλεπτο και σε νοκ-άουτ φάσεις όλοι έχουν δικαίωμα στην ελπίδα και στο όνειρο σε αυτό το ζευγάρι δεν μπορώ να βρω κανένα παραμύθι. Όσο κι αν θα ήθελα να βρω κάτι τέτοιο. Οι Καταλανοί μπορεί να μην βρίσκονται στα καλύτερά τους -κάτι που το είδαμε και κόντρα στην Τσέλσι- αλλά αυτό δεν παίζει σημαντικό ρόλο για την υπόθεση της πρόκρισης απέναντι στους Ιταλούς. Απ’ την άλλη, με τον Βαλβέρδε στον πάγκο η Μπάρτσα είναι πλέον μια εντελώς διαφορετική ομάδα και αυτό είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ακόμα και από κάποιον που δεν βλέπει όλα της τα παιχνίδια. Με άλλο στυλ -και αλλαγμένο σύστημα- αλλά με την ποιότητα, που σε συνδυασμό με την εμπειρία των παικτών της, την οδηγούν σε ένα νέο μονοπάτι κυνικού ποδοσφαίρου, με ηγέτη και μπροστάρη σε όλο αυτό -ποιον άλλο;- τον Μέσι, ίσως στην πιο «επαγγελματική» σεζόν της καριέρας του. Μέχρι την επόμενη φυσικά, μιας και με το χρόνο δεν μπορεί να τα βάλει κανείς.

Απ’ την άλλη, θέλω πολύ να δω τον Μανωλά στην πιο επικίνδυνη αποστολή της έως τώρα καριέρας του, ως «Ράσελ Κρόου – Μονομάχος» απέναντι στην πιο επικίνδυνη συμμορία δολοφονικών κοντών του πλανήτη και κάτι μου λέει πως αυτή η αποστολή θα κρύβει πολλές παγίδες. Ευελπιστώ να κάνω λάθος μιας και τον Κωστάκη τον συμπαθώ και μου αρέσει που ηγείται στην άμυνα μιας τόσο καλής ομάδας. O κήπερ της Ρόμα Άλισον, μετά τα όργια που έκανε απέναντι στην Σαχτάρ περνάει πλέον στην επόμενη «πίστα», με τα κέρματα όμως που υπάρχουν διαθέσιμα να είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού (χωρίς φυσικά να υπάρχει το περιθώριο του λάθους) και με τους Μέσι και Ινιέστα να είναι πανέτοιμοι για μεγάλες ποδοσφαιρικές ζημιές. Κάτι σαν την Μακ Ντόρμαν και τον Ρόκγουελ όταν μπαίνουν στο αμάξι στην τελευταία σκηνή της φετινής ταινιάρας «Τρεις πινακίδες έξω απ’ το Έμπιντ του Μιζούρι». Αν ο Άλισον τα καταφέρει και δεν μαζέψει πολλά, ίσως τον δούμε και με το νούμερο 1 στην πλάτη στο Μουντιάλ της Ρωσίας. Αν όχι, ρίξτε ένα βλέφαρο προς Έτιχαντ μεριά για βρείτε τον βασικό κήπερ της Βραζιλίας.

Μπάγερν – Σεβίλλη

Υπάρχει σημείο μηδέν και νέα αφετηρία για την φετινή Μπάγερν; Εννοείται πως ναι και αυτό δεν είναι άλλο απ’ τη μέρα που ο Χάινκες ξανακάθισε στον πάγκο της ομάδας, φέρνοντας μαζί του τις παλιομοδίτικές του γαμάτες ιδέες. Οι Βαυαροί όσο περνάει ο καιρός θυμίζουν ολοένα και περισσότερο την ομάδα που θαυμάσαμε το 2013 (τηρουμένων των αναλογιών) και πλέον δεν μπορεί κανένας να μη την υπολογίζει ως άξιο συνδιεκδικητή του τίτλου. Κάτι που  -όπως όλοι γνωρίζουμε- πριν την έλευση του σπουδαίου τεχνικού φάνταζε μόνο ως ένα ακόμα κακόγουστο ποδοσφαιρικό αστείο, όπως εκείνο που κυκλοφορούσε στο Νησί και έλεγε πως η Γιουνάιτεντ θα κατακτούσε το πρωτάθλημα. Η γερμανική μηχανή έχει πάρει μπροστά για τα καλά και αναμένεται να βρεθεί εύκολα στην τετράδα. Και εκεί μάλιστα δεν νομίζω πως θα την θέλει κανένας για αντίπαλο. Αρκεί να είναι υγιής και πλήρης μιας και αρκετοί απ’ τους σούπερ σταρ της ομάδας βρίσκονται σε προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία και έχουν επίσης ταλαιπωρηθεί από τραυματισμούς.

Η Σεβίλλη έκανε το μικρό της θαύμα, αποκλείοντας ένα σπουδαίο -στα χαρτιά- αντίπαλο και μάλιστα με νίκη στην έδρα του, και θα μείνει στις μνήμες μας τόσο γι’ αυτό όσο και για το γεγονός πως προσπαθεί να παίξει όμορφο ποδόσφαιρο και γι’ αυτό αξίζουν πολλά συγχαρητήρια όλοι στην ομάδα και πρώτος απ’ όλους ο στυλάτος προπονητής της Βιτσένζο Μοντέλα. Δεν θεωρώ πάντως πως στη Βαυαρία έχουν τρομάξει απ’ το γεγονός πως η Σεβίλλη απέκλεισε την ομάδα του Μουρίνιο, μιας και οι περισσότεροι το περιμέναμε αυτό, κρίνοντας ξεκάθαρα απ’ τον τρόπο που έχει επιλέξει να παίζει ο προπονητής της ομάδας του Μάντσεστερ. Τι εννοώ; Οι εποχές που μια ομάδα έπαιρνε προκρίσεις παίζοντας μόνο για να μη δεχθεί γκολ έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος γι’ αυτό. Ξέρετε μια φράση που λέει «Πολλά με λίγα»;  Aν ναι,  αυτό ακριβώς να περιμένετε κι από αυτό το ζευγάρι. Εννοείται  υπέρ των Γερμανών.

Ρεάλ Μαδρίτης – Γιουβέντους

Η Γιούβε θέλει να πάρει σίγουρα την εκδίκησή της για τον περσινό χαμένο τελικό αλλά το ερώτημα είναι αν φυσικά μπορεί να το κάνει αυτό κόντρα σε μια ομάδα που ζει και αναπνέει για να κερδίζει το Τσάμπιονς Λιγκ. Θεωρώ πως πολύ δύσκολα η φετινή Γιουβέντους θα μπορέσει να αποκλείσει την Ρεάλ -σε διπλά παιχνίδια- και το υπογράφω αυτό και με τα δύο χέρια. Η Ρεάλ είναι καλύτερη ποιοτικά, πιο έμπειρη και φυσικά πιο ξεκούραστη, μιας και κυνηγάει μόνο αυτό τον τίτλο. Η ψυχή των Ιταλών απ’ την άλλη ζυγίζει τόνους, και το πάθος που αναμένεται να βγάλουν οι παίκτες του Αλέγκρι στο χόρτο δεν γίνεται να μετρηθεί, αλλά αυτό δεν αρκεί από μόνο του. Περιμένω να δω δύο σπουδαίες παραστάσεις απ’ τον Ντιμπάλα, μιας και το χρωστάει πρώτα απ’ όλα στον εαυτό του για την περσινή του κάκιστη απόδοση στον τελικό, αλλά και πάλι δεν ξέρω αν φτάνουν για να χαρίσουν το εισιτήριο της πρόκρισης στην ομάδα του.

Η Ρεάλ τα τελευταία χρόνια έχει βρει ξανά τον τρόπο να κερδίζει προκρίσεις και Ευρωπαϊκά τρόπαια. Διαθέτει ένα σπάνιο κορμό κορυφαίων παικτών όπως ο Μαρσέλο, ο Κρος, ο Μόντριτς, ο Ράμος και φυσικά ο Ρονάλντο, παίκτες δηλαδή που συνδυάζουν τα πάντα και έχουν κατακτήσει και τα πάντα, κι από πολλές φορές μάλιστα, και δεν βρίσκω το λόγο γιατί να μην το ξανακάνουν και φέτος. Για να πάρει η φετινή Γιουβέντους την πρόκριση από αυτή τη Ρεάλ Μαδρίτης θα πρέπει να συμβεί το εξής. Να πάνε όλα κατ’ ευχήν στην Γιουβέντους και να έχει την τύχη με το μέρος της στις περισσότερες λεπτομέρειες των δύο αναμετρήσεων και να στραβώσουν τα περισσότερα για τη Ρεάλ με την ατυχία να αγγίζει υψηλά επίπεδα. Αν μιλούσαμε για σενάριο ταινίας τότε ίσως μπορούσε να συμβεί ευκολότερα. Ο σπουδαίος τερματοφύλακας που δεν είχε κερδίσει το Τσάμπιονς Λιγκ και το καταφέρνει σε μεγάλη ηλικία, ως το απόλυτο αουτσάιντερ, στο τελευταίο παιχνίδι, της τεράστιας καριέρας του, πιάνοντας μάλιστα πέναλτι στο 90′ του καλύτερου παίκτη του αντιπάλου (σόρι Κριστιάνο δεν το εννοώ). Δυστυχώς όμως μιλάμε για την Γιουβέντους και όχι για τον ιταλικό νεορεαλισμό του Βισκόντι.

Σομπρεροματιά: Τα τέσσερα παιχνίδια της δεύτερης βδομάδας της φάσης των «16»

  [2 Σχόλια]

Την προηγούμενη Παρασκευή είχα ανεβάσει ένα κειμενάκι για τα πρώτα τέσσερα παιχνίδια της νοκ-άουτ φάσης των «16» του Τσάμπιονς Λιγκ και είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως θα ανέβαζα ακόμα ένα και για τα επόμενα τέσσερα. Δεν θα μπορούσα άλλωστε να το στερήσω αυτό από κανένα πιστό φίλο αυτού εδώ του μπλογκ. Μπορώ να καταλάβω την τεράστια προσμονή που υπήρχε από πολλούς, για αυτό εδώ το κείμενο και γενικά επειδή είμαι καλός άνθρωπος και δύσκολα χαλάω χατίρια, αυτή εδώ τη στιγμή διαβάζετε το εν λόγω κείμενο. Πάμε όμως στο σημαντικότερο που δεν είναι άλλο απ’ την ποδοσφαιρική δράση που έλαβε χώρα την Τρίτη και την Τετάρτη και το κείμενο γι’ αυτές τις δύο μέρες δεν ανεβαίνει Πέμπτη αλλά Παρασκευή.

Εκεί που απαγορεύεται το λάθος

Στο Στάμφορντ Μπριτζ η Τσέλσι του Αντόνιο Κόντε υποδέχτηκε την Μπάρτσα του Ερνέστο Βαλβέρδε ως αουτσάιντερ και, αν και πραγματοποίησε ένα πολύ καλό τακτικά παιχνίδι, θα ταξιδέψει στη Βαρκελώνη με την πλάτη στον τοίχο και το σκορ να ξεκινά από το 1-1. Το έργο της φαντάζει πλέον ιδιαίτερα δύσκολο. Τι κι αν είχε δύο δοκάρια με τα εξαιρετικά σουτ του Γουίλιαν; Τι κι αν προηγήθηκε με τον Βραζιλιάνο διεθνή με ένα αρκετά όμορφο -και δουλεμένο- τέρμα; Τι κι αν απειλήθηκε ελάχιστα; Η Μπάρτσα βρήκε τον τρόπο να σκοράρει με τον Μέσι (με το πρώτο του γκολ κόντρα στους «μπλε») και να αποδράσει με ένα σπουδαίο, για την ίδια, αποτέλεσμα. Για να συμβεί βέβαια αυτό έπρεπε να δούμε μια τεράστια γκάφα από τον νεαρό κεντρικό αμυντικό Αντρέας Κρίστενσεν, καθώς έκανε κάτι που δύσκολα βλέπεις από στόπερ ακόμα και σε τοπικό επίπεδο. Εκεί φυσικά βρίσκεται όμως το μεγαλείο ομάδων όπως η Μπαρτσελόνα. Αυτό το μεγάλο ή μικρό -αυτό το μοναδικό λάθος- να το μετατρέπουν εύκολα σε γκολ, σε δύσκολες έδρες και σε μέτριες μέρες γι’ αυτές.

Η κίνηση του Ινιέστα, με το που έφυγε η μπάλα απ’ τα πόδια του Κρίστενσεν, αλλά και η μυρωδιά αίματος που έφτασε αμέσως στα ρουθούνια του Αργεντίνου «μάγου», για να κινηθεί αστραπιαία προς την περιοχή των «μπλε», περικλείουν όλη την ουσία της επικεφαλίδας αυτής εδώ της παραγράφου. Το λάθος που απαγορεύεται να κάνεις και το λάθος που σίγουρα θα πληρώσεις. Πάντως αν ρωτάτε εμένα για το τι θα συμβεί στο Καμπ Νου, θεωρώ πως η Τσέλσι θα βρει σίγουρα κάποιο τέρμα. «Αυτή η σιγουριά θα με φάει» θα σκεφτείτε αρκετοί, αλλά εγώ δεν μπορώ να κρυφτώ. Από ‘κει και πέρα εξαρτάται πόσο θα αντέξει η άμυνά της στο σφυροκόπημα που αναμένεται να δεχθεί απ’ τα παλικάρια του Βαλβέρδε, μπροστά μάλιστα στο κοινό τους.  Εν κατακλείδι. Η Τσέλσι θα δεχθεί σίγουρα γκολ. Τον αριθμό δεν ξέρω.

Η κυνική Βαυαρική μηχανή του Χάινκες

Στο Μόναχο η παράσταση είχε μόνο ένα πρωταγωνιστή, ασχέτως αν πολλοί υποστήριζαν πως η Μπεσίκτας μπορούσε  να παίξει πολύ καλά έναν αρκετά κόντρα ρόλο για την ίδια. Είναι σαν να πηγαίνεις να δεις κάποιο μιούζικαλ και αντ’ αυτού να εμφανίζεται στη σκηνή μόνο ένας ηθοποιός. Αυτός, με χαμηλό φωτισμό και με τη συνοδεία πιάνου, κάπως έτσι αρχίζει έναν μίζερο -στα όρια του σκατόψυχου- μονόλογο. Η αίθουσα αρχίζει δειλά-δειλά να αδειάζει και ο ηθοποιός μένει να τα λέει μπροστά σε 3-4 άτομα με ακόμα δύο να κοιμούνται στον εξώστη. Ωραία είναι κι αυτά θα μου πείτε, αλλά στην παρούσα φάση θέλαμε κάτι ευχάριστο και αυτό το είδαμε μόνο απ’ την ομάδα του Γιούπ Χάινκες. Ας είναι.

Αν η αποβολή του Βίντα έπαιξε σημαντικό ρόλο σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο χρονικά σημείο – εκεί δηλαδή που οι δύο ομάδες είχαν αρχίσει να ξεψαρώνουν; Εννοείται πως ναι. Αν το γκολ του Μίλερ διέλυσε ουσιαστικά κάθε όνειρο της Μπεσίκτας για κάτι καλό – στο χρονικό σημείο που μπήκε; Ω! Ναι. Αν το τελικό 5-0 αδικεί την συνολική παρουσία των Τούρκων στη φετινή διοργάνωση αλλά και το πλούσιο και γεμάτο ρόστερ που διαθέτουν; Εδώ κι αν πρέπει να πούμε ναι. Βέβαια θα πρέπει να βγάλουμε και το καπέλο στους Βαυαρούς, μιας και πλέον θυμίζουν -σε αρκετά μικρότερο βαθμό εννοείται – την ομάδα προ-Γκουαρδιόλα. Μια ομάδα που είχε σαρώσει τα πάντα στο διάβα της και αρκετοί την συζητάμε ακόμα. Σκληρή, προσηλωμένη, κυνική. Μια Βαυαρική «μηχανή» με τον ικανότερο «τιμονιέρη» για την ίδια.

Ο Ντε Χέα και οι άλλοι

Για την ομάδα του Ζοσέ τα έχω γράψει αρκετές φορές και -δυστυχώς- έπεσα σε όλα μέσα. Γράφω «δυστυχώς» γιατί πλέον έχει αρχίσει να κουράζει επικίνδυνα και αυτούς που δε την υποστηρίζουν (όπως εγώ) αλλά την σέβονται απεριόριστα ως φανέλα και ιστορία (όπως πάλι εγώ). Σε μια έδρα που τα δύο τελευταία χρόνια η Λέστερ πήρε θετικό αποτέλεσμα και η Λίβερπουλ έκανε πάρτι για ένα ημίχρονο, η Γιουνάιτεντ κατάφερε να μην κάνει σοβαρή ευκαιρία και αν δεν είχε σε ακόμα μια σπουδαία μέρα τον τεράστιο Ντε Χέα ίσως να θεωρούνταν ήδη σχεδόν αποκλεισμένη. Υπάρχουν αρκετοί τραυματισμοί. Υπάρχει θέμα Μουρίνιο-Πογκμπά (;). Yπάρχει κακό κλίμα γενικότερα. Πλέον είναι ολοφάνερο πως δεν κυλάει τίποτα σωστά και πως η ομάδα είναι πιο βαρετή κι από αγώνα κέρλινγκ για τις θέσεις 6-7 σε Χειμερινή Ολυμπιάδα. Δεν είμαι σκληρός απέναντί της, δεν είμαι.

Η Σεβίλλη απ’ την άλλη σε πολλά σημεία της αναμέτρησης ήταν απολαυστική και πλέον γνωρίζει πολύ καλά πως αν σκοράρει ένα τέρμα στο Όλντ Τράφορντ, ίσως να είναι αυτή που θα βρεθεί στην οχτάδα. Πρέπει να πούμε πάντως ένα μεγάλο μπράβο στον νεαρό αμυντικό μέσο των Άγγλων, Σκοτ Μακ Τόμιναϊ που ήταν κάτι παραπάνω από πολύ καλός. Για τον Ντε Χέα πλέον ό,τι και να πει κάποιος είναι λίγο. Η επέμβαση στην κεφαλιά του Μουριέρ, με 5 μέτρα απόσταση και 0.27 του δευτερολέπτου για να αντιδράσει με το σώμα του να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη μπάλα, είναι απλά μαγική και σίγουρα ένα από τα highlights της χρονιάς. Και επειδή θα με ρωτήσετε. Ας απαντήσω. Θεωρώ την Γιουνάιτεντ ακόμα φαβορί για την πρόκριση.

Ιταλική παγωμάρα στην Ουκρανία

Στην άλλη αναμέτρηση της ημέρας, στην Ουκρανία, ήρωας ήταν ακόμα ένας τερματοφύλακας. O διεθνής Βραζιλιάνος Άλισον (της Ρόμα) μπορεί να «κατέβασε ρολά» αλλά είδε τελικά την εστία του να παραβιάζεται δύο φορές και την ομάδα του να γλιτώνει (μόνο) με 2-1. Αν και θα μπορούσε -ασχέτως αν προηγήθηκε νωρίς με τον Σενγκίζ- να έχει ηττηθεί με ακόμα μεγαλύτερο σκορ και να έχει ουσιαστικά χάσει την υπόθεση-πρόκριση (πολύ κλισέ αυτό – ήθελα να το γράψω όμως). Πλέον η πρόκριση παραμένει ανοιχτή και θα οριστικοποιηθεί στην Ρώμη.  Η Σαχτάρ άλλωστε είναι μια εξαιρετική ομάδα. Δουλεμένη και γεμάτη παίκτες που γνωρίζουν άψογα τα μυστικά της μπάλας.

Για παράδειγμα, στην ισοφάριση ο Φακούντο Φερέιρα έδειξε στον Μανωλά λίγη απ’ αυτή την Αργεντίνικη αλήτικη μαγεία του Μπουένος Άιρες. Στο 2-1 ο Φρεντ έστειλε μετά από εκτέλεση φάουλ την μπάλα εκεί που κανένας τερματοφύλακας δεν μπορεί να αντιδράσει και έδειξε λίγη απ’ τη βραζιλιάνικη μαγεία του Μπέλο Οριζόντε. Αυτές οι δύο στιγμές, ας μην γελιόμαστε, περικλείουν μεγάλες ποσότητες ποδοσφαιρικής μαγείας. Μιας μαγείας που όλοι γουστάρουμε να βλέπουμε και η Σαχτάρ μας χαρίζει απλόχερα. Απ’ την άλλη θέλω να δω αντίδραση απ’ την Ρόμα στην Ιταλία, μιας και θέλω να υπάρχει σίγουρα -έστω μία- ιταλική ομάδα στην τελική οχτάδα αλλά και επειδή λατρεύω την ταινία La Grande Bellezza του Πάολο Σορεντίνο όσο λατρεύω και τον τεράστιο Φραντσέσκο Τότι. Εννοείται πως δεν θα είναι εύκολο αλλά όπως λέει και ο σπουδαίος Τόνι Σερβίλο, ως Τζεπ Γκαμπαρντέλα στην Γκαλάτεα Ράνζι, «Μην μου χαλάτε κάτι που θεωρώ τόσο σίγουρο». Μια σιγουριά για το πάθος που περιμένουμε απ’ την Ρόμα και το κοινό της, την έχουμε όλοι άλλωστε. Ελπίζω μόνο η Σαχτάρ να μην εμφανιστεί ως Γκαλάτεα Ράνζι στον ρόλο της Στεφανίας.

Σομπρεροματιά: Τα τέσσερα πρώτα παιχνίδια της φάσης των 16

  [9 Σχόλια]

Το συγκεκριμένο κείμενο έπρεπε να έχει ανέβει χθες αλλά επειδή άνθρωποι είμαστε και βγαίνουμε συχνά εκτός προγράμματος, και χρονοδιαγράμματος, ανέβηκε σήμερα. Δεν πειράζει θα πείτε, και δίκιο θα έχετε, μιας και οι πιστοί του μπλογκ θα το διαβάζατε, με την ίδια λαχτάρα, ακόμα και αν ανέβαινε σε καμιά δεκαριά μέρες και σας ευχαριστώ. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Το Τσάμπιονς Λιγκ επέστρεψε λοιπόν με τέσσερα παιχνίδια, με τα δύο εξ αυτών να μπορούν εύκολα να χαρακτηριστούν σπουδαία, και όλα αυτά θα σας τα παρουσιάσω σήμερα μέσα απ’ την «ειδική ματιά» κάποιου που δεν μένει μόνο σε στατιστικά, προγνωστικά και λοιπά τεχνικά χαρακτηριστικά. Για να δούμε λοιπόν τι είδαμε (ή τι δεν είδαμε), την Τρίτη και την Τετάρτη, στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση και στο πρώτο κομμάτι της φάσης των νοκ-άουτ αυτής.

Λονδρέζικη «παράσταση» στο Τορίνο

Η Τότεναμ βρίσκεται σε εξαιρετικά καλή περίοδο. Όλοι το γνωρίζουν αυτό. Κέρδισε εύκολα την Γιουνάιτεντ του Ζοσέ του Μουρίνιο. Πήρε μια «χρυσή» ισοπαλία στο Άνφιλντ, σε ένα παιχνίδι που εύκολα θα μπορούσε να το είχε χάσει και ακόμα πιο εύκολα να το κερδίσει, και φυσικά επικράτησε ακόμα πιο εύκολα της Άρσεναλ στο Γουέμπλεϊ. Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο. Παρουσιάζει σύγχρονο και ελκυστικό ποδόσφαιρο σε όλους τους αγνούς φίλους του αθλήματος. Η Γιουβέντους μπορεί να βρει σίγουρα ελαφρυντικό στην απουσία του Ντιμπάλα, μιας και αυτός είναι ο παίκτης που μπορεί να της δώσει πολλές «πινελιές μαγείας» και φυσικά να την ανεβάσει επίπεδο, αλλά βρε αδερφέ, όπου «αδερφέ» βάλτε τον Αλέγκρι, αυτή η εικόνα που παρουσίασε κόντρα στην Τότεναμ, δεν είναι εικόνα ομάδας εφάμιλλης της βαριάς φανέλας και της πλούσιας ιστορία της. Δεν γίνεται να βρίσκεσαι μπροστά στο σκορ, με 2-0 στο 10′, και από ‘κει και έπειτα απλά να περιμένεις με 11 παίκτες πίσω απ’ την σέντρα για να τελειώσει το παιχνίδι και να το «κλέψεις» με κλεφτοπόλεμο. Απλά δεν γίνεται αυτό. Πόσο μάλλον όταν έχεις απέναντί σου τον Χάρι Κέιν και τις υπόλοιπες «σφαίρες» του Ποκετίνο και όχι μια μικρομεσαία ομάδα της Ιταλίας.

Το 2-2 είναι σίγουρα δίκαιο και δίνει σαφές πλεονέκτημα στα «σπιρούνια», χωρίς φυσικά κανένας να πρέπει να ξεγράψει τους Ιταλούς. Διαθέτουν μεγάλη ποιότητα, έχουν τον χαρακτήρα και το ειδικό βάρος της φανέλας, και επίσης έχουν τεράστια εμπειρία από τέτοιες μπαρουτοκαπνισμένες εξόδους, έχοντας την πλάτη στον τοίχο, σε ακόμα πιο δύσκολες έδρες και με πολύ μεγαλύτερες ομάδες. Αδύναμος κρίκος για τους Ιταλούς ήταν σίγουρα ο σπουδαίος Τζιανλουίτζι Μπουφόν. Ο καπιτάνο μετά από μεγάλη απουσία κλήθηκε να κατεβάσει ρολά (στα 40 του χρόνια) και φυσικά δεν τα κατάφερε. Δυστυχώς, στα δικά μου μάτια, ο αρχηγός της Γιούβε θυμίζει πλέον, όλο και περισσότερο, εκείνο τον γερασμένο θείο που συναντάμε στα οικογενειακά τραπέζια, πετάει εκείνη την εκνευριστική ατάκα «Εγώ θα κάτσω εδώ με την νεολαία» και μετά από καμιά ώρα τον βρίσκουμε να κοιμάται -ροχαλίζοντας- με τα παπούτσια στον καναπέ.

Κλοπή Ελβετικής εκκλησίας

Ο Γκουαρδιόλα μας έχει πρήξει φέτος. Απ’ τη μία έχει κάνει την Πρέμιερ Λιγκ να δείχνει όπως η πρώτη κατηγορία Σκωτίας την πρώτη σεζόν που είχε πέσει κατηγορία η Ρέιντζερς και απ’ την άλλη μας τρολάρει συνεχώς για τις πολλές απουσίες που όντως έχει, αλλά δεν έχουν επηρεάσει σε κανένα βαθμό την απόδοση της, εκνευριστικά εξαιρετικής, ομάδας που προπονεί και διαχειρίζεται. Σαν να μην έφτανε αυτό, στο ματς κόντρα στην Βασιλεία του Ράφαελ του Βίκι και με το σκορ στο 0-3, έριξε στο χορτάρι και τους «και καλά» τραυματίες Νταβίντ Σίλβα και Λερόι Σανέ (αυτός ήταν όντως τραυματίας μετά από γερή κλωτσιά που είχε δεχθεί) δίχως φυσικά να σκεφτεί καθόλου την διαλυμένη -σε εκείνο το χρονικό σημείο- ψυχοσύνθεση του αντίπαλου προπονητή και του φτωχού του ρόστερ.

Για να μην αναφέρω και την παρουσία του Φαμπιάν του Ντελφ -ως βασικού μάλιστα- στην 11αδα της Σίτι και στο αριστερό άκρο της άμυνας αυτής. «Τραυματίας δεν ήταν αυτός Πεπ;» «Πως έγινε τόσο γρήγορα καλά;» «Γιατί τον προτίμησες απ’τον νεαρό τον Ζιρτσένκο;» Αναπάντητα ερωτήματα του κόουτς της Βασιλείας σε αυτόν τον ποδοσφαιρικό χίπστερ, τον Πεπ. Τον άνθρωπο που μετά την Λα Λίγκα και την Μπουντεσλίγκα κάνει πλάκα και στην Πρέμιερ Λιγκ. Την λίγκα της καρδιάς μας. Και να σκεφτεί κανείς πως πριν λίγες μέρες ένας εκ των φανατικότερων οπαδών της Βασιλείας και κορυφαίος τενίστας όλων των εποχών (φυσικά και αναφέρομαι στον Ρότζερ Φέντερερ) είχε κατακτήσει το 20ο Γκραν Σλαμ της τεράστιας καριέρας του στην Αυστραλία, κάνοντας μάλιστα και νέο ρεκόρ. Σεβασμός μηδέν απ’ τον Πεπ. Χειρότερος κι απ’ τον τρελάρα τον Νίκο τον Κύργιο σε εκείνο το παιχνίδι με τον τραυματία Βαβρίνκα.

«Καλά κρασιά» στο Πόρτο

Το κρασί του Πόρτο είναι ένα κρασί φυσικό και  εμπλουτισμένο, που παράγεται αποκλειστικά από σταφύλια που προέρχονται από την Οριοθετημένη Περιοχή του Δούρου, στα Βόρεια της Πορτογαλίας περίπου 100 χλμ ανατολικά της πόλης. Οι παίκτες του δικού μας Σέρτζιο Κονσεϊσάο δεν νομίζω να πίνουν πολύ κρασί σαν σωστοί αθλητές που είναι, εκτός και αν αποφάσισαν κάτι τέτοιο λίγες ώρες πριν το παιχνίδι κόντρα στην Λίβερπουλ του Κλοπ. Αυτό το 0-5 και με τον τρόπο που αυτό ήρθε (τόσο εύκολα), ίσως μπορεί να απαντηθεί λόγω μιας οινοποσίας δίχως αύριο στα αποδυτήρια του Ντραγκάο, λίγες ώρες μάλιστα, πριν το σπουδαίο παιχνίδι με τους «κόκκινους» του Λίβερπουλ.

Απ’ την άλλη, εγώ προσωπικά θα πρέπει να ζητήσω μια μεγάλη συγγνώμη απ’ τον Μο Σαλάχ, μιας και όταν τον ανακοίνωσε η Λίβερπουλ, το περασμένο καλοκαίρι, μου είχε έρθει στο μυαλό εκείνος ο στίχος του Νίκου Καββαδία απ’ το ποίημα του «7 Νάνοι» μιας και δεν πίστευα, με τίποτα, στα όργια που βλέπουμε από δαύτον απ’ την αρχή της σεζόν. Εκείνο το «Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει» τρεμόπαιζε στα χείλη μου ειρωνικά, μιας και το παρελθόν του Αιγύπτιου με χαμένα τετ α τετ, συν η πώληση του Κουτίνιο, που είχα προβλέψει απ’ το ίδιο διάστημα (και ήρθε μερικούς μήνες αργότερα), με τρόμαζαν για το ποιος θα έπαιρνε το βάρος στην επίθεση της ομάδας και φυσικά ποιος θα σκόραρε κατά ριπάς, ασχέτως αν θεωρούσα πάντα τον Σαλάχ εξαιρετικό ποδοσφαιριστή, δεν έβλεπα στο πρόσωπό του τον «φονιά» της τρέχουσας σεζόν. O Σαλάχ και φυσικά ο Κλοπ (μιας και σίγουρα έχει πέσει πολύ σκληρή δουλειά στα τελειώματα του Αιγύπτιου) αξίζουν ένα δυνατό και παρατεταμένο χειροκρότημα από όλους. Πολύ σημαντικό επίσης για τους «κόκκινους», το γεγονός πως ο Φαν Ντάικ δείχνει να έχει δώσει στην ομάδα αρκετά καλή αμυντική λειτουργία, κάτι που εννοείται το περιμέναμε και είναι κάτι που θα παίξει τεράστιο ρόλο στα προημιτελικά της διοργάνωσης αλλά και στη μάχη της τετράδας στην Αγγλία. Μια μάχη που αναμένεται να κορυφωθεί τους επόμενους δύο μήνες. Ο Σαλάχ συνεχίζει να μας «κουφαίνει» και μακάρι να συνεχίσει έτσι και ακόμα καλύτερα.

Παριζιάνικα νιαουρίσματα

Αγίου Βαλεντίνου και αρκετοί δεν βγήκαν με τα αμόρε τους για να απολαύσουν ποδόσφαιρο (και να δεχθούν παντόφλες και γκρίνια) με την Παρί Σεν Ζερμέν να μην σέβεται καθόλου αυτό το γεγονός. Η Γαλλική ομάδα μάλιστα μας πλήγωσε τόσο πολύ όσο η ατάκα «Θέλω να μείνω μόνη να σκεφτώ» μια μέρα πριν κλείσει κάποιος ένα χρόνο σχέσης. Η Ρεάλ δεν βρίσκεται στα καλύτερά της και παραμένει τόσο πληγωμένη όσο όμως και ικανή για το καλύτερο. Το γνωρίζαμε και το περιμέναμε αυτό. Όσοι περίμεναν να δουν την Παρί να κάνει πάρτυ στο Μπερναμπέου ήταν βαθιά νυχτωμένοι και αυτό το υπογράφω και με τα δύο χέρια. Προσωπικά περίμενα αυτό που είδαμε όλοι απ’τον Ραμπιό (τα γράψαμε κιόλας αυτά εδώ στο Σομπρέρο) αλλά περίμενα να ακούσω επίσης και κραυγές μάχης -και όχι νιαουρίσματα- από χρυσοπληρωμένους σούπερ σταρ της ομάδας όπως ο Νεϊμάρ και ο Εμ Μπαπέ.

Ο Βραζιλιάνος ήταν υπερβολικά φλύαρος και αρκετά λίγος (δεν είμαι καθόλου σκληρός μαζί του) και ο Γάλλος τόσο ακίνδυνος όσο ο Γκρίζοσκώληκας όταν βρέθηκε για πρώτη φορά στο κρεββάτι με την Μισάντρεϊ στο Game Of Thrones. Το κοουτσάρισμα του Έμερι ήταν επίσης βγαλμένο απ’ το μπλοκάκι του Μπάμπη του Τεννέ και φυσικά αυτό που κρατάμε (πλην του γκολ του Ραμπιό) είναι το 100% αργεντίνικο μαρκάρισμα του Λο Σέλσο στον Ίσκο (αν θυμάμαι καλά) στο 20λεπτο της αναμέτρησης. Απ’ αυτά τα ωραία μαρκαρίσματα που γουστάρει ο Elaith και κάθεται και γράφει ολόκληρα κείμενα γι’ αυτά. Το τελικό 3-1 δίνει τεράστιο προβάδισμα στους Μαδριλένους, πληγώνοντας πολύ τον Ramon Llull και την στήλη του «Καταλανικά Νέα» στο μπλογκ μας, αλλά δεν ξεγράφει τους Παριζιάνους απ’ την υπόθεση-πρόκριση αν θέλετε και την δική μου -ταπεινή πάντα- γνώμη.

Και επειδή πολλά κειμενάκια (όχι όλα) τα γράφω με τη συνοδεία μουσικής, αξίζει να αναφέρω και την κάθε συντροφιά μιας και έπαιξε τον ρόλο της. Καλή παρέα στο συγκεκριμένο ήταν οι Nightstalker.

Η Αντιστροφή της Τακτικής

  [18 Σχόλια]

Σε μια συνέντευξή του στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο, τότε πρόεδρος της ΦΙΦΑ, Ζοάο Χαβελάτζε απάντησε στην ερώτηση «Τι σας αρέσει περισσότερο στο ποδόσφαιρο;» «Η πειθαρχία». Ο Βραζιλιάνος στην καταγωγή δεν ήθελε ζόγο μπονίτο. Λίγα χρόνια μετά η Βραζιλία κέρδιζε ένα Μουντιάλ έχοντας πουλήσει την ποδοσφαιρική της ψυχή στην τακτική. Με δυο αμυντικά χαφ και κανονικό φορ-φορ-φάκιν-του. Από τότε γενικά στη Λατινική Αμερική υπήρξε μια ιδέα ότι για να πετύχεις πρέπει να εξευρωπαϊστείς. Τέρμα τα σομπρέρα-γαμπέτες-κάνιος. Σύστημα, πειθαρχία και τίτλοι. Οι αστέρες πήγαν όλοι σε Ευρωπαϊκές ομάδες και καλουπώθηκαν. Κάποιοι την πάλευαν, κάποιοι, Αντριάνο μου, όχι. Μετά ήρθε η 8η Μαρτίου 2017.

Καμπ Νόου, Βαρκελώνη. Το γήπεδο που βρίσκεται ανάμεσα σε μια αλάνα με παιδική χαρά και ένα νεκροταφείο. Το κλαμπ που όρισε το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο με το σύστημά του την τελευταία οχταετία, βρίσκεται πίσω με 4-0 από το πρώτο παιχνίδι και κατά 99,4% εκτός οχτάδας Τσάμπιονς Λιγκ. Χρειάζεται κάτι περισσότερο από το «1% πιθανότητα, 99% πίστη» που δήλωνε ο Νεϋμάρ μετά το πρώτο παιχνίδι. Και γι’αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση. Πέρα από την απελευθέρωση που ήρθε στην ομάδα μετά την ανακοίνωση αποχώρησης του Ενρίκε και την αλλαγή του σχηματισμού σε 3-4-3, όλοι συμφώνησαν ότι αυτό το ματς δεν είναι ούτε τίκι-τάκα, ούτε κάτι ορθόδοξο, αλλά γκάρα τσαρούα, που θα έλεγαν και οι Ουρουγουανοί. Αλάνα λατίνικη και η μπαγκέτα στη συνωμοσία του μάτε (αυτό το πράσινο τσάι που πίνουν όλοι αυτοί).

Σ’ αυτό το σενάριο ο ευρωθρεμμένος μάγος και πριμαντόνα Μέσι δεν ήταν ο πρωτοστάτης. Με το ζόρι ακολούθησε και το ματς, ήταν κοντά στο 50% των δυνατοτήτων του. Αντίθετα ο Σουάρες και ο Νεϋμάρ το ζούσαν. Και πίσω δεν ήταν κουμανταδόρος ο Πικέ, αλλά ο Μαστσεράνο. Είπαμε γκάρα τσαρούα. Μάχη, ξύλο, βουτιά. Κανόνες των δρόμων του Μοντεβίδεο, του Μπουένος Άιρες και του Σάο Πάολο. Οι άλλοι πήραν το σήμα. Η μόνιμη γκρίνια των οπαδών της Μπάρσα ήταν ότι η ομάδα ντρεπόταν να κάνει ένα φάουλ στο κέντρο να κόψει αντεπίθεση αντιπάλου όλα αυτά τα χρόνια. Στο 23’ ο Πικέ μαζεύει τον Καβάνι στο κέντρο προς το πλάγιο. «Σήμερα παίζουμε αλλιώς». Αργότερα θα το κάνουν ο Μπουσκέτς, ο Ράκιτιτς και ο Ραφίνια.

Το παιχνίδι δεν παίζεται πια στο Καμπ Νόου, αλλά απ’έξω, στο πάρκο Μπακαρδί. Ο αντίπαλος δεν το’χει καταλάβει. Η Παρί ήρθε να φάει το χρόνο. Στο 3’, όταν δέχεται το πρώτο γκολ, αρχίζουν οι παίχτες της να μοιάζουν με το κατσικίσιο ρουλέ στο τραπέζι ενός Καταλανού ζωγράφου, που τον ενέπνευσε να ζωγραφίσει κάτι λιωμένα ρολόγια. Ο χρόνος αρχίζει να μετράει αλλιώς για την Παρί που είναι καρικατούρα της ομάδας στο Παρίσι. Περίμενε τη Μπαρσελόνα που είχε μελετήσει, βρήκε την πλήρη αναρχία και 98.000 κόσμο.

Η Μπαρσελόνα φτάνει στο 3-0 χωρίς να παίξει καταιγιστικά, απλώς καλά, και με τον Μέσι περισσότερο σε ρόλο Ελ Σιντ, να τρομάζει που υπάρχει και να απελευθερώνει τον Νεϋμάρ. Στο 3-1 χάνει σχεδόν 23 λεπτά μέχρι ο Νεϋμάρ να πει ότι «εγώ θα το παίξω». Στο ίδιο διάστημα ο Βραζιλιάνος έχει βουτήξει δυο φορές στην περιοχή, ο Σουάρες τρεις, ο Ντι Μαρία έχει χάσει δυο τετ-α-τετ (στο ένα με τρομακτικό σπριντ του Μαστσεράνο που του κάνει πέναλτι), και άλλο ένα τετ-α-τετ ο Καβάνι. Στο 3-2 δε θα γινόταν τίποτα. Απλώς ο Ντι Μαρία αποφάσισε να δείξει γιατί δεν ξεκίνησε βασικός. Αφού χάνει τα δυο τετ-α-τετ και έχει χαλάσει με λάθος πάσες τρεις αντεπιθέσεις, κάνει φάουλ στον Νεϋμάρ έξω από την περιοχή. Γκολ. Δώρο πέναλτι στην τέταρτη βουτιά του Σουάρες. Γκολ. Και επειδή τα της διαιτησίας είναι δανεικά, κάποια στιγμή θα πάρει ανάποδα σφυρίγματα. Ο καθένας μπορεί να μείνει όσο θέλει, αν θέλει, σ’αυτό το θέμα. Από εκεί και πέρα, το έκτο ερχόταν. Όπως έχει γραφτεί παντού, η Παρί τα τελευταία 10 λεπτά έχει αλλάξει 4 πάσες. Οι 3 εξ αυτών ήταν στη σέντρα από τα γκολ που έφαγε! Έχει καταρρεύσει. Γκολ από τον καντεράνο Σέρζι Ρομπέρτο που δε σκοράρει ποτέ, μετά από συνεννόηση με τον Νεϋμάρ που του είπε τι να κάνει και ότι θα ψάξει αυτόν. Σε μια από τις πιο τραγικές άμυνες σε στημένο που έχουμε δει ποτέ.

Η Παρί χάνει τα πάντα. Όλοι, μα όλοι, οι Γάλλοι δεν είπαν τίποτα για τον διαιτητή και τα δυο πέναλτι. Το ένα που δίνει την ελπίδα στη Μπαρσελόνα και το άλλο που θα της την σκότωνε. Όταν αποκλείεσαι ενώ έχεις κερδίσει 4-0 δε σου φταίει αυτό. «Ντροπιάσαμε το σήμα μας» είπε ο Μενιέ. Για απαράδεκτη νοοτροπία μίλησαν Έμερι, Καβάνι, και Καλίφι. Ότι τους κατάπιαν, ότι απλώς έπρεπε να σκοράρουν δυο γκολ και δεν το έκαναν.

Από την άλλη, η Μπάρσα κέρδισε κατ’ αρχάς τον Νεϋμάρ. Το παιχνίδι έχει βγει από τη μετά Μέσι εποχή. Το πως θα είναι η Μπαρσελόνα του ‘Νέυ’. Δεν είναι Μέσι, είναι κάτι δικό του. Και αν φέτος η χρονιά του είναι περίεργη καθώς οι Ολυμπιακοί Αγώνες του τρέλαναν το βιολογικό ρολόι, το 2017 είναι δικό του. Οι προκρίσεις στο κύπελλο Ισπανίας επί Μπιλμπάο και Ατλέτικο είναι δικές του, αυτή με την Παρί επίσης, μαζί με δυο ματς πρωταθλήματος, κυρίως με την Ατλέτικο στη Μαδρίτη. Ένας παίχτης στο 80% τεχνικά του Ροναλντίνιο που θα πάρει φάουλ, θα κόψει ρυθμό και θα κάνει και 5 μαγικά, ενώ είναι 100% επαγγελματίας. Το δεύτερο που κέρδισε η Μπάρσα είναι ο φόβος των αντιπάλων. Πλέον κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος μαζί της, ό,τι σκορ και να έχει. Και ο Μέσι δε θα είναι στο 50% συνέχεια. Τέλος, δημιούργησε νέα γενιά οπαδών και εχθρών. Η ένταση και ο τρόπος που πέτυχε το 6-1 έκανε αρκετούς να τη λατρέψουν και άλλους τόσους να τη μισήσουν.

Εκείνο που δεν αμφισβητείται είναι ότι έγινε πάλι το σημείο αναφοράς. Ένα παιχνίδι της Μπάρσα μπορεί να έχει τα πάντα. Τεχνική, πάθος, ξύλο, μαγικά, ένταση, διαιτησία. Πάντα ακροβατώντας στην αλάνα του πάρκου Μπακαρδί στην ανατολική πλευρά του γηπέδου, στην οργάνωση που προσφέρει το Καμπ Νόου και το φόβο του νεκροταφείου του Σαντς από τη δυτική πλευρά. Διότι, όπως λέει ένα παραδοσιακό τραγούδι της Λατινικής Αμερικής:

«Αν δεν πίστευα σε αυτό που πονάει,
Αν δεν πίστευα σε αυτό που μένει,
Αν δεν πίστευα σε αυτό που πολεμάει…»

Όταν το Μπερναμπέου αποθέωσε τον ντελ Πιέρο

  [3 Σχόλια]

Ήταν 5 Νοεμβρίου του 2008 όταν το Μπερναμπέου υποδεχόταν τη Γιουβέντους στη φάση των ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ. Λίγες μέρες πιο πριν, οι ομάδες είχαν βρεθεί στο Τορίνο για την 3η αγωνιστική και με γκολ (πανέμορφο) του ντελ Πιέρο και του Αμάουρι οι Ιταλοί κέρδισαν 2-1. Η Ρεάλ ήθελε και να πάρει εκδίκηση, αλλά και να πάρει την πρώτη θέση. Τέσσερις μέρες πριν τα γενέθλιά του όμως, ο τεράστιος Αλεσάντρο ντελ Πιέρο έδωσε το δικό του μοναδικό σόου μπροστά σε 71.560 θεατές.

Το καταπληκτικό γκολ στο Τορίνο

Μια Γιουβέντους που ήταν ακόμα στην προσπάθεια αναδόμησής της, με ένα ρόστερ όχι τόσο καλό. Στην 11αδα της εκείνο το βράδυ, ο Κλαούντιο Ρανιέρι είχε τους Μάνινγκερ (λόγω απουσίας του Μπουφόν φυσικά), Μέλμπεργκ, Σισοκό, Μολινάρο, Μαρκιόνι και Λεγκροτάλιε. Όχι το καλύτερο σύνολο του κόσμου. Η Ρεάλ πίεζε, αλλά η Γιούβε ήταν αυτή που έβαλε το 1ο γκολ στην πρώτη ουσιαστική επίθεσή της. Ο Μαρκιόνι έκλεψε την μπάλα από τον Γκούτι, έδωσε στον ντελ Πιέρο, αυτός βρήκε χώρο και απέναντι στον Καναβάρο, που αποδοκιμαζόταν από τους τιφόζι για το γεγονός ότι παράτησε τη Γιούβε δυο χρόνια πριν και δεν συνέχισε στη Β’ εθνική, προχώρησε και σούταρε με το αριστερό του ένα χαμηλό σουτ που κατέληξε στην εστία του Κασίγιας. Ο πανηγυρισμός, η γλώσσα έξω, αλλά ήταν μόνο η αρχή.

Η Ρεάλ προσπάθησε να αντιδράσει, έκανε κάποιες φάσεις, αλλά η αλήθεια είναι ότι η ομάδα του Σούστερ μπλόκαρε απέναντι στην ιταλική άμυνα. Η βραδιά είχε όμως κι άλλες συγκινήσεις. Στο 67′ η Γιούβε κέρδισε φάουλ, ο ντελ Πιέρο έστησε την μπάλα, είδε το τείχος, είδε τον Κασίγιας και σαν να έβαζε ένα ποτήρι νερό, σούταρε πάνω από το τείχος, έστειλε την μπάλα στην κλειστή γωνία του Κασίγιας και έγραψε το 0-2 και τη δική του «ντοπιέτα», φτάνοντας τα τρία γκολ επί της Ρεάλ σε λιγότερο από έναν μήνα.

Το σκορ δεν άλλαξε μέχρι το τέλος και στο 93′ ο Ρανιέρι πέρασε τον ντε Τσέλιε στη θέση του ντελ Πιέρο. Και τότε το γκρινιάρικο, συχνά αλαζονικό κοινό του Μπερναμπέου αναγκάστηκε να παραδεχτεί την ανωτερότητα και να τιμήσει έναν μεγάλο καλλιτέχνη του ποδοσφαίρου. Το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο και αποθέωσε τον αντίπαλο. Κι ο ντελ Πιέρο, πάντα προσγειωμένος, χειροκρότησε κι αυτός και υποκλίθηκε. «Ήταν αυθόρμητο, ένιωσα σαν τον διευθυντή μιας ορχήστρας που ευχαριστούσε το κοινό του. Ήταν ένα δείγμα σεβασμού για αυτούς που μου απέδωσαν φόρο τιμής. Ένιωσα περηφάνια γι’ αυτό. Αντιμετώπισα αρκετές φορές τη Ρεάλ και έχει δημιουργηθεί μια συμπάθεια μεταξύ μας». Ήταν η πρώτη νίκη της Γιουβέντους στο Μπερναμπέου μετά τα προημιτελικά του 1961-62 όταν το γκολ του Ομάρ Σίβορι έδωσε τη νίκη στη Γιουβέντους, μια από αυτές τις βραδιές που γράφουν θρύλους.

Όταν η Γιουνάιτεντ κατέβηκε με 12

  [4 Σχόλια]

karl power

Ήταν 18 Απριλίου του 2001 όταν στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου η Μπάγερν υποδεχόταν την Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ για τα προημιτελικά του Champions League. Οι Γερμανοί με ένα γκολ του Πάουλο Σέρζιο είχαν κερδίσει με 0-1 στο Ολντ Τράφορντ και η ομάδα του Σερ Άλεξ είχε το δύσκολο έργο να κάνει την ανατροπή. Ο τελικός της Βαρκελώνης ήταν πολύ πρόσφατος, το κάζο της Μπάγερν δεν είχε ξεχαστεί μόλις πριν δυο χρόνια πριν. Πιθανότατα ο Φέργκιουσον να τους έδειξε το βίντεο του αγώνα, να τους μίλησε για τον πόλεμο, να πέταξε κανένα παπούτσι σε κανένα κεφάλι για να τους αφυπνίσει.

Οι παίκτες μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο, το σεντόνι κουνήθηκε και πήγαν για την καθιερωμένη φωτογραφία. Θα μπορούσε να γίνει κουίζ για αυτή τη φωτό, να ρωτάμε «ποιος ποδοσφαιριστής είναι δίπλα στον Άντι Κόουλ» και αρκετοί απλά θα έψαχναν. Ο Ρόι Κιν όμως ήταν πολύ πιο παρατηρητικός.  Διαπίστωσε ότι οι παίκτες ήταν 12 και ανάμεσά τους μια άγνωστη φιγούρα που είχε σταθεί μαζί τους. Αρκετοί από τους υπόλοιπους δεν το κατάλαβαν ή δεν έδωσαν σημασία (εξαίρεση ο Γκάρι Νέβιλ). Ο Κιν όμως απαθανατίστηκε να κοιτάει όχι τον φακό του φωτογράφου, αλλά αυτόν τον άγνωστο τύπο.

Οι Άγγλοι δαιμόνιοι ρεπόρτερς έψαξαν την ταυτότητα του φαρσέρ και τελικά την βρήκαν. Ο άνεργος Καρλ Πάουερ (με το παρατσούκλι Fat Neck) σχεδίαζε για περίπου δύο χρόνια κάτι τέτοιο. Μπήκε μαζί με ένα τηλεοπτικό συνεργείο στο γήπεδο και στη συνέχεια πήγε και άλλαξε φορώντας την εκτός έδρας εμφάνιση της Γιουνάιτεντ.

wimbledonΚαταπληκτικό φορ-χαντ και διπλή ευκαιρία για μπρέικ

Ο Καρλ Πάουερ δεν ήταν… one-hit wonder. Στο πλούσιο παλμαρέ του έχει καταφέρει να μπει με την ομάδα κρίκετ της Αγγλίας σε αγώνα κραδαίνοντας ένα μπαστούνι, να χορέψει τον χορό χάκα στη Ρώμη σε αγώνα ράγκμπι, να μπει σε αγώνα στο κεντρικό κορτ του Γουίμπλεντον και να ανέβει στο πόντιουμ των νικητών λίγο πριν τον Σουμάχερ στο Σίλβερστόουν. Είναι φίλους με μουσικούς και μάλιστα οι Black Grape (συνέχεια του γκρουπ Happy Mondays) έγραψαν ένα τραγούδι προς τιμήν του.

Φανατικός οπαδός της Γιουνάιτεντ ο Πάουερ, αποβλήθηκε δια παντώς από το Ολντ Τράφορντ όταν μαζί με την παρέα του μπήκε στον αγωνιστικό χώρο με φανέλες της ομάδας. Μια κανονική εντεκάδα παικτών της Γιουνάιτεντ που μπήκε να κάνει αναπάρασταση του γκολ του Ντιέγκο Φορλάν απέναντι στην Λίβερπουλ με την γκάφα του Ντούντεκ. Αποθεώθηκαν από τους συνοπαδούς τους και πήγαν στη γωνία των Σκάουζερς για να τους κοροϊδέψουν. Ήταν το κύκνειο άσμα του Πάουερ στο αγαπημένο του γήπεδο που το βλέπει πλέον από φωτογραφία. Ο Πάουερ ασχολείται πλέον με τα δισκογραφικά, συνεχίζει να κάνει φάρσες, αλλά η ιστορική είσοδός του στο Μόναχο (σε ένα ματς που τελικά η Γιουνάιτεντ έχασε με 2-1 και αποκλείστηκε) τον έκανε διάσημο. Πιθανότατα είναι αυτή που ενέπνευσε και τον Ρεμί Γκαϊγιάρ να κάνει το παρακάτω όργιο στον τελικό του κυπέλλου Γαλλίας το 2002.

Ο τελικός που κρίθηκε από τα γάντια

  [3 Σχόλια]

reina

Η δεκαετία του 1970 ήταν μια αρκετά καλή περίοδος για την Ατλέτικο Μαδρίτης καθώς έφτασε τρεις φορές στην κατάκτηση του πρωταθλήματος και μια φορά στον τελικό του Πρωταθλητριών. Ο τελικός αυτός είχε αρκετές ιδιαιτερότητες και άφησε μεγάλα τραύματα στους Ισπανούς. Ήταν το 1974 όταν στο Χέιζελ των Βρυξελλών οι Μαδριλένοι συναντούσαν την Μπάγερν. Η σκληροτράχηλη ομάδα των ροχιμπλάνκος που γενικά βαρούσε στο ψαχνό (θυμίζοντας αρκετά την σημερινή του Σιμεόνε) έπρεπε να ξεπεράσει το τελευταίο και δυσκολότερο εμπόδιο, καθώς οι αντίπαλοι είχαν μορφές όπως ο Σεπ Μάιερ, ο Γκερτ Μίλερ, ο Ούλι Χένες και φυσικά ο Φραντς Μπεκενμπάουερ. Το παιχνίδι έληξε μετά από ενενήντα λεπτά ισόπαλο χωρίς σκορ και οι ομάδες πήγαν στην παράταση.

Στο 114′ η Ατλέτι κέρδισε ένα φάουλ σε αρκετά καλή θέση. Ο θρυλικός Λουίς Αραγονές ανέλαβε την εκτέλεση και με ένα υπέροχο χτύπημα άνοιξε το σκορ. Ο 14χρονος τότε Γκάρι Λίνεκερ αν παρακολουθούσε τον αγώνα στο σπίτι του στο Λέστερ θα είχε μια πρώτη επαφή με το κλασσικό του χιλιοειπωμένο ρητό για τους Γερμανούς. Η Ατλέτικο ήθελε μόλις 6 λεπτά για να κρατήσει αυτή την τεράστια νίκη και το πρώτο της ευρωπαϊκό τρόπαιο. Εδώ ξεκινάει ένας αστικός μύθος που δεν επιβεβαιώνεται, αλλά είναι τόσο ωραίος που πρέπει να τον πούμε.

Με δευτερόλεπτα να απομένουν για την λήξη, η Μπάγερν κέρδισε ένα πλάγιο. Ο Κάιζερ το εκτέλεσε και την μπάλα πήρε ο Χανς-Γιοργκ Σβάρτσενμπεκ (ελέγχομαι για την προφορά) που όπως και το όνομά του αποκαλύπτει, δεν ήταν και ο πιο ντελικάτος ποδοσφαιριστής. Οι συμπαίκτες του περίμεναν μια πάσα (ο Μπράιτνερ μονολογούσε «μην σουτάρεις, μην σουτάρεις»), αλλά ο Χανς έπιασε ένα ξερό σουτ, δυνατό μεν αλλά και λόγω απόστασης όχι το καλύτερο δυνατό. Στο τέρμα της Ατλέτικο ήταν ο Μιγκέλ Ρέινα (πατέρας του Πέπε) και όταν ανοίγει το πλάνο και εμφανίζεται κι αυτός, δεν μπορεί να πιάσει το σουτ. Η Μπάγερν ισοφαρίζει το σκορ στην τελευταία φάση του αγώνα. Οι Ισπανοί, σίγουροι για τη νίκη τους, δεν μπορούν να το πιστέψουν. Αυτό που έχει προκύψει ως ιστορία από τον αγώνα είναι ότι ο Ρέινα δεν έπιασε το σουτ για έναν πολύ αστείο λόγο. Με το ματς να θέλει δευτερόλεπτα, είχε βγάλει τα γάντια του για να τα δώσει σε έναν φωτογράφο που βρισκόταν δίπλα στο τέρμα καθώς πίστευε ότι όλα είχαν τελειώσει.

Η ιστορία δεν επιβεβαιώνεται από τον ίδιο και το βίντεο δεν μπορεί να μας βοηθήσει ιδιαίτερα, αλλά είναι τόσο κωμική που αξίζει να αναφερθεί. Την υποστηρίζει άλλωστε ο τότε προπονητής της Ατλέτικο, ο Αργεντινός Χουάν Κάρλος «Τότο» Λορένσο. «Έμενε ένα λεπτό και είχαμε κερδίσει φάουλ, το χτύπησε ο Γκάρατε και η μπάλα πήγε στα χέρια του Μάιερ. Την σούταρε με δύναμη και ο «Κάτσο» Χερέδια την έδιωξε μακριά. Βγήκε πλάγιο, το χτύπησε ο Μπεκενμπάουερ και την έδωσε στον Σβάρτσενμπεκ, έναν άγαρμπο αμυντικό. Όπως ήταν άσχετος, δεν ήξερε τι να κάνει με την μπάλα και την σούταρε προς το τέρμα. Ξέρετε τι έκανε ο Ρέινα; Έδινε τα γάντια του σε έναν φωτογράφο της Μάρκα. Μπήκε γκολ. Ο Βιθέντε Καλντερόν ήθελε να μας σκοτώσει στα αποδυτήρια.» Ο Ρέινα αρνείται την ιστορία και λέει ότι απλά είχε πολλά σώματα μπροστά του και κακή οπτική και φαίνεται αρκετά πιθανό.

Για κακή τύχη της Ατλέτικο δεν υπήρχαν πέναλτι και το ματς θα επαναλαμβανόταν. Η ΟΥΕΦΑ που δοκίμαζε λύσεις για την περίπτωση της ισοπαλίας, αποφάσισε να το ορίσει δύο μέρες αργότερα και οι Ισπανοί κουρασμένοι τόσο σωματικά, όσο και ψυχολογικά από το φιάσκο του… μπάζερ μπίτερ, υπέκυψαν στην ανωτερότητα των Γερμανών. Ο Ρέινα έπαιξε βασικός και πάλι και δέχτηκε τέσσερα γκολ. Άγνωστο αν τελικά τα πράγματα έγιναν έτσι ή απλά οι Γερμανοί ήταν… Γερμανοί και γι’ αυτό ισοφάρισαν. Ο αστικός μύθος πάντως συνεχίζει λέγοντας ότι ο γιος Πέπε Ρέινα το έχει συνήθειο να απομακρύνει τους φωτογράφους από την εστία. Ήταν η φορά που η Ατλέτικο έφτασε πιο κοντά από ποτέ στην κούπα μέχρι τον πρόσφατο τελικό με τη Ρεάλ.

Η πιο γρήγορη και αστεία αποβολή όλων των εποχών

  [4 Σχόλια]

luiz

«Τα ρεκόρ υπάρχουν για να σπάνε» είναι μια έκφραση που σίγουρα έχεις ακούσει και διαβάσει αμέτρητες φορές, ειδικά τα τελευταία χρόνια που οι Μέσσι και Ρονάλντο, οι πιο γνωστοί εκπρόσωποι της κατηγορίας ποδοσφαιριστών «Αν Δεν Σκοράρω Σε Τρία Συνεχόμενα Ματς Ο Πλανήτης Σοκάρεται», σκοράρουν με ρυθμούς που στο παρελθόν έχουμε δει μόνο μόνο από τον έναν και μοναδικό Μαξίμ Τσιγκάλκο. Στο Football Manager. Με τα περισσότερα ρεκόρ σκοραρίσματος καπαρωμένα από τον «κοντό φοροφυγά» και τον «νάρκισσο κλαψιάρη» αναγκαστικά η προσπάθεια των υπολοίπων να χαραχτεί το όνομα τους στην Ιστορία επικεντρώνεται σε άλλα σκέλη του παιχνιδιού.

Την Τετάρτη που μας πέρασε ο Νταβίντ Λουίζ, γνωστός εκπρόσωπος της κατηγορίας ποδοσφαιριστών «Είμαι Ικανός Για Το Καλύτερο Αλλά Και Για Το Χειρότερο. Ακόμα Και Στην Ίδια Φάση», χρειάστηκε μόλις 12 δευτερόλεπτα αγώνα για να χάσει τον προσωπικό του αντίπαλο, Σέρχιο Αγκουέρο, από τα μάτια του, να τον ξαναβρεί και να τον ρίξει στο έδαφος, ένα επίτευγμα που γίνεται αρκετά πιο εκνευριστικό αν αναλογιστείς πως κάποιος πλήρωσε περισσότερα από 60 εκατομμύρια ευρώ για να τον αγοράσει, ένα ποσό που λογικά θεωρεί εξοργιστικά μεγάλο ακόμα και η κυρία Λουίζ που τον έφερε στον κόσμο. Και όχι, τώρα δεν μιλάμε για το Football Manager. Η κίτρινη κάρτα που δέχτηκε για το μαρκάρισμα αυτό αποτελεί φυσικά ρεκόρ για τη φετινή χρονιά ενώ είναι και η πιο γρήγορη του Τσάμπιονς Λιγκ τα τελευταία 13 χρόνια.

Όμως όπως είπαμε τα ρεκόρ είναι για να σπάνε και πριν καν περάσουν μερικές ώρες ένας συμπατριώτης του Λουίζ, ο Ντέιβιντσον, άγνωστο μέλος της κατηγορίας ποδοσφαιριστών «Είμαι Βραζιλιάνος Επιθετικός Στο Βιογραφικό Αλλά Λατινοαμερικάνος Αμυντικός Στην Καρδιά», που παίζει στην ομάδα Αμέρικα-TO χρειάστηκε μόλις 2 δευτερόλεπτα για να γραφτεί στο μπλοκάκι του διαιτητή στο παιχνίδι απέναντι στην Ουμπεράμπα, που διεξήχθη στα πλαίσια του τοπικού πρωταθλήματος Μινέιρο. Βλέποντας το βίντεο καταλήγεις στο εύκολο συμπέρασμα πως είτε οι δυο παίκτες είχαν προηγούμενα, είτε ο Ντέιβιντσον έχει σαν ίνδαλμα τον Ντιέγκο Κόστα είναι για το Δαφνί της Βραζιλίας, είτε και τα δυο ταυτόχρονα.

Το κατόρθωμα του Βραζιλιάνου επιθετικού είναι τόσο μεγάλο που ξεπερνάει στη σχετική λίστα ακόμα και τον Βίνι Τζόουνς, γνωστότερο εκπρόσωπο της κατηγορίας ποδοσφαιριστών «Βίνι Τζόουνς» (ας μη γελιόμαστε, ποιοι είμαστε εμείς να προσθέσουμε οποιονδήποτε άλλο παίκτη δίπλα στον τύπο που εκστόμισε τη φράση «θα σου ξεριζώσω το κεφάλι και θα χέσω μέσα στην τρύπα»), ο οποίος κατέχει το ρεκόρ της πιο γρήγορης κίτρινης στην Αγγλία από το 1992, όταν του πήρε μόλις τρία δευτερόλεπτα για να φτάσει στο πόδι ενός αντιπάλου, τον οποίο λογικά είχε βάλει στο μάτι από πριν γιατί… είναι ο Βίνι Τζόουνς και αυτό θεωρείται ικανοποιητική απάντηση στις περισσότερες σχετικές ερωτήσεις.

Φυσικά, όπως πιθανόν θα έχεις ακούσει, όλα στη ζωή γίνονται για ένα σκοπό. Έτσι λοιπόν όλα αυτά που συνέβησαν το βράδυ της Τετάρτης έγιναν για να βρούμε την ευκαιρία να μιλήσουμε και να προωθήσουμε την απίστευτη ιστορία του Λι Τοντ, παντελώς άγνωστο μέλος της κατηγορίας ποδοσφαιριστών «Παίζω Μπάλα Τις Κυριακές Μπας Και Κάψω Καμία Από τις Θερμίδες Που Έβαλα Το Σάββατο». Τον Οκτώβρη του 2000 ο Τοντ, ένας άσημος επιθετικός της Κρος Φαρμ Παρκ Σέλτικ, είχε την ατυχία να στέκεται ακριβώς δίπλα στο διαιτητή την ώρα που αυτός σφύριξε τη σέντρα του αγώνα με τους Τόντον Ιστ Ριτς Γουόντερερς. Ο ήχος της σφυρίχτρας που βρισκόταν δίπλα ακριβώς στο αυτί του ήταν τόσο εκκωφαντικός που ο ενοχλημένος Τοντ σχολίασε δυνατά “Fuck me, that was loud”. Ο διαιτητής, που λογικά είναι πιο ευερέθιστος και από τον Γιώργο Νταλάρα σε περίοδο που δεν υπάρχουν φιλανθρωπικές συναυλίες για να δουλέψει λάβει μέρος, το πήρε προσωπικά και του έδειξε αμέσως την κόκκινη κάρτα για εξύβριση! (Δεν σου κάνω πλάκα, δεν βρίσκεσαι στο ‘Κουλούρι’, έγινε όπως ακριβώς το διάβασες ή έτσι τουλάχιστον έχει καταγραφεί σε βιβλία και σχετικά αφιερώματα.)

«Δεν έβρισα τον διαιτητή ή κάποιον άλλο. Οποιοσδήποτε στη θέση μου το ίδιο θα έκανε. Λίγο ακόμα και θα με κούφαινε» ήταν η μόνη δήλωση που έκανε μετά το τέλος ο καημένος Τοντ, ενώ το σχετικό ρεπορτάζ κλείνει με δηλώσεις του προπονητή του: «Οι παίκτες πρέπει να αποβάλλονται όταν βρίζουν τον διαιτητή ή κάποιον άλλο παίκτη. Αλλά υποτίθεται ότι οι διαιτητές πρέπει να χρησιμοποιούν και λίγη από την κοινή λογική».

Περί του πολέμου

  [Καθόλου σχόλια]

«Ο επιτιθέμενος δεν έχει παρά το πλεονέκτημα της αιφνιδιαστικής επίθεσης του συνόλου από το σύνολο, ενώ ο αμυνόμενος μπορεί να αιφνιδιάσει ανά πάσα στιγμή, σ’ όλη τη διάρκεια της συμπλοκής, με τη δύναμη και τη μορφή που δίνει στις επιθέσεις του. Ο επιτιθέμενος έχει περισσότερες ευκολίες από τον αμυνόμενο να κυκλώσει και ν’ αποκόψει το σύνολο, γιατί αυτός βρίσκεται σε μια σταθερή θέση, ενώ ο πρώτος βρίσκεται σε κίνηση σε σχέση μ’ αυτή τη θέση. Αλλ’ αυτή η περιελικτική κίνηση δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά στο σύνολο, γιατί, κατά τη διάρκεια της συμπλοκής και για χωριστά τμήματα, μια επίθεση από πολλές πλευρές είναι ευκολότερη για τον αμυνόμενο παρά για τον επιτιθέμενο, επειδή, όπως είπαμε, ο αμυνόμενος βρίσκεται σε καλύτερη θέση να αιφνιδιάσει με τη δύναμη και τη μορφή των επιθέσεών του.»

a.espncdn.com

Τα λόγια που μόλις διαβάσατε δεν ανήκουν σε κάποιο μετρ της προπονητικής του υπέροχου αθλήματος που λέγεται ποδόσφαιρο αλλά στον Καρλ Φον Κλαούζεβιτς. Ο εν λόγω κύριος ήταν Πρώσος στρατιωτικός και θεωρείται -ακόμα και στις μέρες μας- διάνοια σε θέματα τακτικής, στρατηγικής, ανάλυσης και θεωρίας του πολέμου. Του κανονικού όμως και όχι αυτού που λαμβάνει χώρα μέσα στις τέσσερις γραμμές ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου. Οι τακτικές του βέβαια -με λίγη φαντασία- θα μπορούσαν να μεταφερθούν και στο ποδόσφαιρο μιας και υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν προπονητές που βλέπουν το γήπεδο ως πεδίο μαχών και τους ποδοσφαιριστές τους ως καμικάζι αυτοκτονίας για το καλό -πάντα- του συνόλου (όπως έγραφε και ο Κλαούζεβιτς στο έργο του «Περί του πολέμου» κάπου ανάμεσα στο 1827 και 1830). Αν κάποιος προπονητής πλησιάζει περισσότερο το χαρακτήρα του στρατιωτικού στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, αυτός δεν είναι άλλος απ’ το Ντιέγκο «Τσόλο» Σιμέονε. Απ’ την άλλη, με την κληρωτίδα να έχει κέφια και να μας χαρίζει -στη φάση των 8 του Τσάμπιονς Λιγκ- το ζευγάρι Μπαρτσελόνα-Ατλέτικο, όλοι οι λάτρεις της τακτικής μετράμε αντίστροφα τις μέρες για να αρχίσει αυτός ο ισπανικός εμφύλιος. Γιατί αν υπάρχει μία ομάδα ικανή να αποκλείσει τους -φανταστικούς- Καταλανούς δίχως να διαθέτει ούτε το μισό του ταλέντου τους, αυτή δεν είναι άλλη απ’ την Ατλέτικο του Σιμεόνε. Το έχει ξανακάνει άλλωστε. Στην ίδια φάση, δύο χρόνια πριν. Όταν ο Αργεντινός προπονητής πανηγύρισε και τη μοναδική του νίκη απέναντι στους μπλαουγκράνα.

a.espncdn.com

O Σιμεόνε στηρίζεται στο κλασσικό 4-4-2 (ή 4-4-1-1 κάποιες φορές) με παίκτες που διαθέτουν άπλετο πάθος, τρομακτικά τρεξίματα  και που μπορούν να λειτουργήσουν άψογα τακτικά όπως οι στρατιώτες που είχε στη διάθεση του ο Κλαούζεβιτς. Μεγάλη αρετή τους το μέτρο και ο ρεαλισμός στο διάβασμα του παιχνιδιού του αντιπάλου, γνωρίζοντας πως δεν είναι καλύτεροι ατομικά. Δεν θα πιέσουν για να κερδίσουν τη μπάλα παρά μόνο όταν θα υπάρχει μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας από αποτυχίας (κάτι που όταν μια ομάδα είναι ικανή να το γνωρίζει κερδίζει πολλά περισσότερα από μία κατοχή) και όταν θα το καταφέρουν, η μεταφορά του παιχνιδιού θα γίνει γρήγορα προς το επιθετικό τρίτο του γηπέδου μιας και έτσι -πρώτον- αποφεύγει να έχει τη μπάλα στο δικό της αμυντικό κομμάτι και αν αυτή χαθεί δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί αποδιοργανωμένη η αμυντική της διάταξη και λειτουργία. Όπως είναι εύκολο να αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε, το σημαντικότερο δεν είναι η επίτευξη του τέρματος αλλά η διαφύλαξη της άμυνας μας. Όπως έγραψε και ο Φον Κλαούζεβιτς στο βιβλίο του «Η έννοια του πολέμου δεν φαίνεται καθαρά με την επίθεση, γιατί αυτή δεν έχει τόσο σαν απόλυτο αντικειμενικό στόχο τη μάχη, όσο την απόκτηση κάποιου πράγματος. Αυτή η έννοια φαίνεται πρώτα στην άμυνα, γιατί αυτή έχει σαν έμμεσο αντικειμενικό στόχο, τη μάχη, μια που ετοιμασία και μάχη δεν είναι προφανώς παρά ένα και το αυτό». Εννοείται πως -βάσει πάντα αυτών που έχουμε δει- δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης της ποδοσφαιρικής τελειότητας των Καταλανών.

PARTIDO

Η Μπαρτσελόνα διαθέτει τρία εξαιρετικά επιθετικά όπλα. Οι Μέσι, Σουάρεζ και Νεϋμαρ φαντάζουν ανίκητοι και διαθέτουν εκτός της άψογης τακτικής προσήλωσης (αξίζει πολλά συγχαρητήρια ο Λουίς Ενρίκε σε αυτό το κομμάτι) το σημαντικότερο στοιχείο που μπορεί να κερδίσει οποιαδήποτε άμυνα (όσο κι αν είναι τέλεια στημένη και λειτουργεί άψογα), το απρόβλεπτο. Με αυτό το στοιχείο ελάχιστες άμυνες μπορούν να τα βάλουν. Μία απ’ αυτές είναι της Ατλέτικο. Όπως γράφει ο Κλαούζεβιτς στο κεφάλαιο για το κορυφαίο σημείο της επίθεσης: «Όλα εξαρτώνται από μια λεπτή ενστικτώδη κρίση, που αναγνωρίζει διαισθητικά το κορυφαίο σημείο. Πέφτουμε εδώ σε μια φαινομενικήν αντίφαση. Μιας και η άμυνα είναι δυνατότερη απ΄την επίθεση.» Μπορείς όμως να τα βάλεις με  αυτή τη στιγμή έμπνευσης και μαγείας που θα έχουν -σίγουρα- οι Καταλανοί σε 2-3 σημεία κάθε 90λέπτου; Ο Σιμεόνε και οι πολεμιστές ποδοσφαιριστές του έχουν δείξει πως μπορούν και πως κατέχουν αυτό τον τρόπο, τη μέθοδο και την -πολεμική- τακτική. Για το καλό τους ελπίζω να έχω δίκιο. Κλείνοντας -και αφού το ρίξαμε στο διάβασμα- θα σας αφήσω με μερικά λόγια του Τζώρτζ Όργουελ απ’ το αριστούργημά του Πεθαίνοντας στην Καταλωνία, «Τίποτ’ άλλο δεν έχει σημασία προς το παρόν απ’ το να κερδίσουμε τον πόλεμο. Χωρίς νίκη στον πόλεμο όλα τ’ άλλα είναι χωρίς νόημα. Γι’ αυτό το λόγο δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλάμε…». Μένει να δούμε ποιος θα «πεθάνει» και ποιος θα «ζήσει» από αυτό το ζευγάρι. Μέχρι τότε υπομονή.

Ό,τι πιο κοντά σε γερμανικό κλάσικο

  [Καθόλου σχόλια]

Το γερμανικό πρωτάθλημα παρά την αρκετά καλή ποιότητα ποδοσφαίρου, τα πολύ όμορφα και πολύ γεμάτα γήπεδά του έχει ένα συγκριτικό μειονέκτημα σε σχέση με το αγγλικό, το ισπανικό και το ιταλικό. Του λείπουν τα πολύ μεγάλα ντέρμπι. Λίγες είναι οι μονομαχίες που έχουν σημαντική ιστορία, που σε καθηλώνουν ανεξάρτητα από την κατάσταση των ομάδων. Το Ντόρτμουντ-Μπάγερν είναι αυτό που εδώ και μερικές δεκαετίες μπορεί να θεωρηθεί ως το μεγαλύτερο ματς (μαζί με το όντως τοπικό ντέρμπι Ντόρτμουντ-Σάλκε) του πρωταθλήματος. Παρ’ ότι το Der Klassiker έχει γίνει της μόδας ως “εμπορικός τίτλος” τα τελευταία χρονιά, δεν είναι τόσο παραδοσιακή κόντρα. Τα ματς όμως των δυο ομάδων είναι γεμάτα ένταση και πάντα βγάζουν ενδιαφέρουσες ιστορίες ανεξάρτητα αν μπορεί να τα πει κάποιος “κλάσικο”.

Το ρεκόρ

Η Μπάγερν διατηρεί το ρεκόρ της μεγαλύτερης νίκης μεταξύ των δύο, ένα ιστορικό και (φαινομενικά) ακατάρριπτο ρεκόρ του 1971. Όταν με πρωτοστάτη τον Γκερτ Μίλερ σε μια ομάδα που είχε μέσα Χένες, Μπεκενμπάουερ και Μπράιτνερ δεν έδειξε κανένα έλεος και διέλυσε την Ντόρτμουντ με το απίστευτο 11-1. Όπως ήταν αναμενόμενο η ομάδα του Μονάχου κέρδισε το πρωτάθλημα και η Ντόρτμουντ υποβιβάστηκε εκείνη τη σεζόν. Λίγα χρόνια αργότερα η Γκλάντμπαχ έσπαγε το αρνητικό αυτό ρεκόρ κερδίζοντας την Ντόρτμουντ με 12-0.

Το Epic Fail

Ήταν καλοκαίρι του 1986 σε ένα… ράθυμο Μόναχο, όταν η σεζόν ξεκινούσε με λίγο κόσμο στις κερκίδες του Ολυμπιακού Σταδίου του Μονάχου για το Μπάγερν-Ντόρτμουντ. Μπορεί να μην υπήρχε ηλιόσπορος, αλλά οι φίλαθλοι στις εξέδρες έλεγαν για τις διακοπές τους και κοιτούσαν πόσο είχαν μαυρίσει, από τα σημάδια δίπλα στα σανδάλια. Οι παίκτες σαν κοιμισμένοι ξεκίνησαν τον αγώνα και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα από ένα τραγικό λάθος, η Μπάγερν κατάφερε δύο δοκάρια και ένα γκολ στην ίδια φάση. Κι όμως, αυτό δεν ήταν το κλου του απογεύματος. Λίγο αργότερα, ο Φρανκ Μιλ έχοντας αφήσει πίσω την Γκλάντμπαχ με 71 γκολ σε 5 σεζόν είχε την τεράστια ευκαιρία να βάλει το πιο εύκολο γκολ της καριέρας του στο ντεμπούτο με την καινούρια του ομάδα. Με όλο τον χρόνο και την άνεση στη διάθεσή του, κατάφερε να το χάσει. Στο 2ο ημίχρονο έβγαλε την ασίστ για την ισοφάριση, αλλά αυτό το χαμένο γκολ έπαιζε για πολλά χρόνια σε βίντεο με bloopers.

glossar-fc-bayern-borussia-dortmund-1

Το… κλάμα του Ματέους

To “κλάσικερ” απέκτησε το ενδιαφέρον που έχει μέχρι και σήμερα από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Τότε που η Ντόρτμουντ κατάφερε να φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης και να κοντράρεται στα ίσια με την Μπάγερν σε μερικά αξέχαστα παιχνίδια. Το 1995 σε ένα ματς της Ντόρτμουντ με την Καρσλρούη, ο Άντι Μέλερ έκανε μια μεγαλειώδη βουτιά κερδίζοντας ένα εξαιρετικά μαϊμουδίστικο πέναλτι. Το παρατσούκλι ο “κλαψιάρης” του έμεινε. Ο ίδιος υποστήριξε ότι… έπεσε για να αποφύγει το τάκλιν του αντιπάλου. Δεν έπεισε πολλούς. Δυο χρόνια αργότερα, η Ντόρτμουντ υποδεχόταν την Μπάγερν με τις δυο ομάδες να βρίσκονται σε απόσταση μόλις έξι βαθμών. Το ματς ήταν γεμάτο φασαρίες, καβγάδες και τάκλιν. Μόλις στο 2′ ο Καρλ Χάιντζ Ρίντλε άνοιξε το σκορ, αλλά ο Ριτσιτέλι ισοφάρισε για την Μπάγερν. Ανάμεσα όμως στα τάκλιν με τα δύο πόδια και τα σπρωξίματα, αυτό που έγραψε ιστορία ήταν η κίνηση του Λόταρ Ματέους προς τον Μέλερ μετά από ένα φάουλ που ζητούσε ο δεύτερος κάπως θεατρινίστικα. Ο Ματέους στάθηκε μπροστά του και έκανε ότι κλαίει, με τον Μέλερ να αντιδρά… σκουπίζοντας τα δάκρυα από το πρόσωπο του Λόταρ. Ήταν μια σκηνή βγαλμένη από pre-game show σε αγώνες κατς όπου ο ένας παλαιστής προκαλεί τον άλλον, ο δεύτερος αρχικά απλά κοιτάζει και στο τέλος απαντάει προς τέρψιν των θεατών.

ollie-1

Οι μανούρες του Καν

Αν Ματέους-Μέλερ ήταν οι πρώτοι, τότε συνεχιστής τους ήταν η τεράστια μορφή του Όλιβερ Καν που δέσποζε σε ένα σωρό μανούρες. Η κουνγκ-φου κλωτσιά στον άτυχο Ελβετό Σαπουΐζά, το… τράβηγμα του αυτιού του Αντρέας Μέλερ, το σχεδόν… ερωτικό δάγκωμα στον δυστυχή Χέικο Χέρλιχ, το κεφάλι με κεφάλι με τον Τζουζέπε Ρέινα. Ο Όλι έδινε τουλάχιστον 60% μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε αυτά τα ματς. Και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει από το ιστορικό “φεστιβάλ καρτών” τον Απρίλιο του 2001 με 13 κίτρινες και 3 κόκκινες κάρτες. Εκεί που ο Στέφαν Έφενμπεργκ έφυγε προς τα αποδυτήρια στέλνοντας σαν άλλος Λευτέρης Πανταζής φιλάκια στον κόσμο και το ματς έληξε 1-1. Τελικό αποτέλεσμα που ήταν προϊόν απίστευτης τύχης του Καν, όταν η φαουλάρα του Τόμας Ροζίτσκι βρήκε στο δοκάρι και η μπάλα τελικά κατέληξε στα χέρια του τρομαγμένου (!!) Καν που όρθιος παρακολουθούσε σαν αφηρημένος (ειρήσθω εν παρόδω, στα νιάτα του έμοιαζε πολύ με τον Σβαρτζενέγκερ):

Ο τερματοφύλακας-στράικερ

Γενικά τα ματς εκείνης της περιόδου ήταν ταραγμένα και πλην του… φλεγματικού Καν, υπήρχε και το αντίπαλο αντιπαθές δέος ο Γενς Λέμαν. Στο ματς του 2002 στο Μόναχο η Ντόρτμουντ έμεινε με 9 παίκτες όταν τον Τόρστεν Φρινγκς ακολούθησε και ο Λέμαν στα αποδυτήρια για διαμαρτυρίες στο γκολ του 2-1. Για τα υπόλοιπα 24 λεπτά η Ντόρτμουντ αναγκάστηκε να δώσει τα γάντια στον ψηλέα Τσέχο Κόλερ, μια επιλογή που δεν ήταν καθόλου τυχαία, αφού ο στράικερ της ομάδας είχε ξεκινήσει από τερματοφύλακας. Παρά το αριθμητικό πλεονέκτημά τους, οι Βαυαροί δεν μπόρεσαν να σκοράρουν ξανά απέναντι στον Γιαν. Ο Κόλερ μάλιστα προωθήθηκε και σε ένα κόρνερ κερδίζοντας μια κεφαλιά, αλλά δεν μπόρεσε να κερδίσει τον… συνάδελφό του βάζοντας ένα ιστορικό γκολ. Ήταν τόσο εντυπωσιακός ο Τσέχος, που είχε συμπεριληφθεί και στην 11αδα της αγωνιστικής. Ως τερματοφύλακας.

Η βοήθεια

Μέσα σε όλα αυτά όμως, υπάρχει και μια ιστορία σεβασμού μεταξύ των δύο ομάδων. Την περίοδο που η Ντόρτμουντ έφτασε στην οικονομική καταστροφή, τότε που πέρασε μια μεγάλη κρίση. Ήταν το 2004 όταν οι κιτρινόμαυροι έφτασαν στο σημείο να μην έχουν χρήματα να πληρώσουν τους παίκτες τους. Η Μπάγερν το ήξερε και αποφάσισε να βοηθήσει την αντίπαλό της. Η Ντόρτμουντ δεν το θεώρησε προσβλητικό και δέχτηκε το δάνειο των 2 εκατομμυρίων € από τους Βαυαρούς, ένα δάνειο χωρίς τόκους και χωρίς… μικρά γράμματα. Πιθανότατα η ιστορία να μην είχε μαθευτεί αν ο Χένες δεν την είχε αποκαλύψει σχετικά πρόσφατα. Η Ντόρτμουντ δεν το αρνήθηκε ποτέ, προσπάθησε να το υποβιβάσει καθώς με ένα συνολικό χρέος 200 εκατομμυρίων μιλάμε για μικρή βοήθεια, αλλά παρ’ όλα αυτά η πράξη είχε την αξία της.

Το τάκλιν

Αγαπάμε τα γκολ, τις ντρίμπλες, τις πάσες. Αγαπάμε ακόμα και τις αποκρούσεις από μεγάλους τερματοφύλακες. Και τα τάκλιν κύριε; Κάποιες φορές πρέπει να τα αποθεώνουμε και αυτά και να τους δίνουμε την πρέπουσα λατρεία. Γιατί υπάρχουν και τάκλιν που είναι έργα τέχνης. Ο τελικός του CL του 2013 θα είναι πάντα συνδεδεμένος με έναν χαμένο. Όπως στο Μουντιάλ του 2014 ήταν η αυτοθυσία του Μαστσεράνο, έτσι κι εκείνο το Μπάγερν-Ντόρτμουντ ήταν το τάκλιν του Νέβεν Σούμποτιτς. Μια τέτοια μαγική προσπάθεια που ο Γιούργκεν Κλοπ την πανηγύρισε όπως ένα γκολ. Σε αυτά τα ματς κάθε αυτοθυσία μπορεί να καθορίσει το τελικό αποτέλεσμα και παίκτες που έχουν λύσει το οικονομικό πρόβλημα της ζωής τους, τα δίνουν όλα σαν να είναι ντέρμπι στην αλάνα.

Εκεί ψηλά στο Μπερναμπέου

  [2 Σχόλια]

malmoe

Όλα είναι θέμα οπτικής. Η Μάλμε εγκατέλειψε το Τσάμπιονς Λιγκ με 3 βαθμούς μόλις, αλλά κυρίως με γκολ 1-21 στα οποία μεγάλο ρόλο έπαιξε φυσικά το χθεσινό 8-0 στο Μπερναμπέου. Η αγαπημένη ομάδα του Ζλάταν (που γύρισε στην πατρίδα του και την πλήγωσε σκοράροντας κι αυτός για να φτάσει το παθητικό στο «21») έχει κάνει μεγάλη πρόοδο τα τελευταία χρόνια στη  Σουηδία, αλλά στην Ευρώπη ακόμα φαίνεται σαν φτωχός συγγενής. Τουλάχιστον έτσι την είδαν Ρεάλ και ΠΣΖ.

Με τον Κριστιάνο και τους λοιπούς να βγάζουν τα σπασμένα μιας τραγικής περιόδου για τη Ρεάλ, το πώς αντιδράει κάποιος στα 8 γκολ είναι ένα θέμα προς συζήτηση. Δεν ξέρω αν είναι θέμα παιδείας ή λογικής, ούτε αν είναι θέμα κουλτούρας και καταγωγής. Ο Έλληνας ή ο Τούρκος θα περίμενε λογικά να κράξει όλο τον κόσμο, από την άλλη όμως αν δεν αντιδράσεις σε μια τέτοια πορεία πότε θα το κάνεις; Το γεγονός είναι πάντως ότι οι Σουηδοί αποφάσισαν να επιλέξουν τον δρόμο του τραγουδιού. 3.500 από δαύτους ταξίδεψαν στο Μπερναμπέου και παρά τα 8 γκολ συνέχισαν να τραγουδούν για την αγαπημένη τους ομάδα. Ακόμα και όταν έμειναν μόνοι στις εξέδρες του επιβλητικού σταδίου συνέχισαν να φωνάζουν συνθήματα. Άξιοι συγχαρητηρίων για την πίστη στην ομάδα και παράδειγμα προς μίμηση ή φλώροι χωρίς οπαδική αξιοπρέπεια; Ο καθένας το αποφασίζει ανάλογα με τα πιστεύω του και την αυτογνωσία για τις δυνατότητες της ομάδας του. Σίγουρα όμως θέλει μεγάλο κουράγιο για να το κάνεις, μετά από ένα ταξίδι ωρών, ένα τέτοιο ποδοσφαιρικό «ξύλο» και όλη την κούραση να βγαίνει. Και όπως δήλωσε και ένας παίκτης τής ομάδας: «Μας φώναζαν μετά το τέλος του αγώνα για να μας ευχαριστήσουν, κανονικά εμείς θα έπρεπε να τους ευχαριστούμε«.

Όλα ξεκίνησαν εδώ

  [3 Σχόλια]

zlatan

Ο Ζλάταν είναι πάνω απ’ όλα με τον Ζλάταν. Οι ομάδες αλλάζουν και είναι απλά τα μέσα για να μπορέσει ο ίδιος να δείξει αυτά που θέλει στον αγωνιστικό χώρο, να κερδίσει και να μαγέψει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ξεχνάει την πατρίδα του, ούτε ότι η Μάλμε δεν είναι η ομάδα του και η πόλη του. Η σημερινή επιστροφή του με τη φανέλα της ΠΣΖ εκεί που μεγάλωσε, έχει φέρει μεγάλη χαρά στον κόσμο, αλλά και στον ίδιο. Για εισιτήρια ούτε λόγος. Για τον λόγο αυτό ο Ζλάταν αποφάσισε και έκλεισε την κεντρική πλατεία της πόλης και έβαλε μια γιγαντοοθόνη, ώστε να μπορούν όλοι, έστω κι έτσι, να δουν από κοντά το παιδί τους.

Εκεί που πρωτόπαιξε μπάλα στην ΜΒΙ και οι γονείς διαμαρτύρονταν γιατί ο Βαλκάνιος δεν έδινε πάσα στα καμάρια τους. Μέχρι που ο Ζλάταν τους παράτησε και πήγε στην FBK Balkan. Κι όπως λέει στην αυτοβιογραφία του που είδαμε πρόσφατα, «Στην MBI οι Σουηδοί έλεγαν μπράβο παιδιά, καλή προσπάθεια» και στην FBK Balkan τα παιδιά «Θα πάρω την μάνα σου». Εκεί που έπαιξε και τέρμα (γιατί όπως λέει ο ίδιος, είχε πει τον τερματοφύλακα της ομάδας άχρηστο) και τελικά όταν ήρθε η σειρά του, μάζεψε πολλά γκολ για να γίνει τελικά ρεζίλι. Και σαν άλλος Κάρτμαν, τους έβρισε και τους παράτησε λέγοντας ότι θα μάθει χόκεϊ επί πάγου που είναι καλύτερο. Μέχρι που είδε πόσο κάνει ο εξοπλισμός και γύρισε πίσω. Ίσως τελικά να χρωστάμε στην… ακρίβεια του χόκεϊ ότι μάθαμε τον Ζλάταν. Και έτσι σήμερα μπορεί μια ολόκληρη πόλη να χαίρεται που το καμάρι της γύρισε. Κι ο Ζλάταν να μιλάει στο σάιτ της Μάλμε για όλα όσα σημαίνει η πόλη και η ομάδα γι’ αυτόν και πόσο σημαντικό είναι που η Μάλμε παίζει στη γιορτή του Τσάμπιονς Λιγκ.