Η Ρεάλ Μαδρίτης και η Λυόν ζήτησαν ειδική άδεια από την ΟΥΕΦΑ ώστε οι παίκτες τους να φορέσουν κατά την είσοδο τους στον σημερινό αγώνα φανελάκια με κάποιο μήνυμα υποστήριξης προς τον Ερίκ Αμπιντάλ, που αύριο θα υποβληθεί σε επέμβαση αφαίρεσης όγκου στο συκώτι. Η ομοσπονδία έλαβε το αίτημα, έβγαλε τα επίχρυσα κουμπιουτεράκια από την απύθμενη τσέπη, υπολόγισε το πιθανό οικονομικό κέρδος από μια τέτοια – εκτός προγράμματος και μη χρηματοδοτούμενη – ενέργεια, είδε το ψηφιακό μηδενικό που αναγράφτηκε στην οθονούλα και αποφάσισε πως δεν συντρέχει σοβαρός λόγος για να αλλάξει η συνηθισμένη εισαγωγική ρουτίνα των αγώνων, με αποτέλεσμα οι παίκτες να πάρουν την εξαιρετική πρωτοβουλία και να δείξουν τα φανελάκια συμπαράστασης μετά το τέλος του ματς, την ώρα που οι αξιωματούχοι της ΟΥΕΦΑ ήταν απασχολημένοι μετρώντας τα σημερινά έσοδα.
Η είδηση προκάλεσε αίσθηση στην Ευρώπη για λόγους αδιευκρίνιστους αφού είναι γνωστό στους περισσότερους πως η σχέση της ΟΥΕΦΑ με τους παίκτες είναι αντίστοιχη με την σχέση που είχε ο Στίβεν Σπίλμπεργκ με τον τελευταίο κομπάρσο που πεθαίνει κάπου στο μακρινό φόντο στην πρώτη σκηνή, της απόβασης στην Νορμανδία, στην ‘Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν’: Τυπική. Ζει ή πεθαίνει μας είναι αδιάφορο, αρκεί να γράφει καλά στην κάμερα.
Γιατί όταν πέρσι έκανε το «εγκληματικό» λάθος να προσπαθήσει να κοντράρει την Μπαρτσελόνα χωρίς διάθεση να παρκάρει ένα λεωφορείο μπροστά από τον τερματοφύλακα, με αποτέλεσμα την συντριβή του, κάποιοι (στην Ελλάδα: την χώρα της νίκης με κάθε κόστος, της άμεσης επιτυχίας, της λατρείας σε οτιδήποτε μετριέται σε κούπες, της ανίκητης και κοντόφθαλμης λογικής «Και τι με νοιάζει εμένα αν παίζει ωραία μπάλα ή αν δημιουργεί σιγά-σιγά παικταράδες απ’ το τίποτα. Έφαγε τέσσερα γκολάκια στο Καμπ Νου; Έχει σηκώσει κάνα τρόπαιο στην Ευρώπη; Απάντησε μου», λογική την οποία παρά την αδιαπραγμάτευτα σωστή της βάση δεν συμμερίζονται πλήρως οι ίδιοι οι οπαδοί της Άρσεναλ που κάθε χρόνο βλέπουν από τον καναπέ τους τα διάφορα Ευρωπαϊκά πανηγύρια αλλά και κάθε χρόνο υμνούν τον άνθρωπο που έβαλε την Αλσατία στον παγκόσμιο χάρτη) τον αποκάλεσαν «άχρηστο», «αφελή», «αιώνιο loser», «λίγο» και «ικανό μόνο στο να ανακαλύπτει παιδάκια με ταλέντο«.
Γιατί όταν η Μερφική κληρωτίδα έφερε ξανά στον δρόμο του την υπερομάδα από την Βαρκελώνη, αυτός δεν άλλαξε. Δεν πούλησε τα πιστεύω του, δεν ξέχασε την ποδοσφαιρική κοσμοθεωρία του, δεν φοβήθηκε το πιθανό κράξιμο από μια επανάληψη του περσινού διασυρμού, δεν ζήτησε από τους παίκτες του να παίξουν κάπως αλλιώς απ’ Αυτό που ο ίδιος τους είχε διδάξει τόσα χρόνια να παίζουν (Αυτό που όταν πρωτοπήγε στην Αγγλία πριν 15 χρόνια δεν έπαιζε κανείς, γιατί ο εθνικός ποδοσφαιρικός ύμνος της χώρας όριζε το «σέντρα-ξύλ0-κεφαλιά» ως την σωστή διαδρομή μέχρι το νέκταρ του γκολ, Αυτό το οποίο ολομόναχος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και πίστη στο όραμα του, κατόρθωσε να φτιάξει κάνοντας την «Boring boring Arsenal» του παρελθόντος, μια ομάδα που απολαμβάνεις να παρακολουθείς), δεν κάθισε αμέτοχος στα μετόπισθεν, παίζοντας αντιποδόσφαιρο και περιμένοντας την καλή στιγμή που θα του επιτρέψει να κλέψει το ματς.
Με καλύτερες αλληλοκαλύψεις, με περισσότερο τρέξιμο και σωστότερο πρεσάρισμα, με παίκτες έναν χρόνο πιο ώριμους και με την απαραίτητη τύχη στο πλευρό του τις στιγμές που την χρειάστηκε, κόντραρε στα ίσια την Μπαρτσελόνα, γύρισε αντρίκεια ένα χαμένο παιχνίδι, πρόσφερε ένα εντυπωσιακό θέαμα ανώτατου επιπέδου σε εκατομμύρια στερημένους ποδοσφαιρόφιλους χωρίς να αρκεστεί ξανά στο να κρατάει τον καμβά για να ζωγραφίσει η Μπάρτσα και απέδειξε στους διάφορους εθισμένους με την νίκη ότι δεν είναι το κατενάτσιο ο μόνος δρόμος για την επιτυχία απέναντι στην ομάδα που με ίδιο μεράκι και αγάπη για το παιχνίδι έχει φτιάξει ο Γκουαρντιόλα όπως με στόμφο υποστήριζαν όταν οι διάφοροι υπερεπιτυχημένοι Χίντινκ ή Μουρίνιο μας πρόσφεραν ένα ανεπανάληπτο ποδοσφαιρικό έκτρωμα – που εναλλακτικά και ανάλογα με τα γούστα του καθενός, αποκαλείται μεγαλοφυές αμυντικό παιχνίδι – το οποίο υποτίθεται ότι θα έπρεπε και να δικαιολογήσουμε λόγω της υποτιθέμενης διαφορά ποιότητας των δυο αντιπάλων, λες και απέναντι στους Μέσσι, Τσάβι και Ινιέστα κατέβαιναν να παίξουν ο Κοντοές, ο Βάλλας και ο Νεμπεγλέρας και όχι ο Λάμπαρντ, ο Ντρογκμπά, ο Σνάιντερ και ο Λούσιο.
Τάδε έφη: duendes στις 21:57, 17 Φεβρουαρίου, 2011
Το ξυπνητήρι στο κομοδίνο ‘φωνάζει’ σαν δαιμονισμένο την ώρα που έχει προγραμματιστεί να χτυπήσει. Ο Τζενάρο Γκατούζο αρνείται πεισματικά να ανοίξει τα μάτια. Το ξυπνητήρι, αδίστακτος εχθρός του ύπνου και της γαλήνης του χουζουρέματος, επιμένει. Ο ‘Ρίνο’ ανοίγει με δυσκολία τα μάτια μέχρι την μέση κι αφού προσανατολίζεται στον χώρο και στον χρόνο του ρίχνει την πιο θυμωμένη του ματιά. Το ξυπνητήρι τον κλάνει επιδεικτικά. Ο Γκατούτζο στραβώνει ελαφρώς το στόμα και φωνάζει «Finire, finire, FINIRE» αυξάνοντας διαρκώς τον τόνο της φωνής του. Το ξυπνητήρι έχοντας πλήρη άγνοια κινδύνου συνεχίζει τον χαβά του. Το αίμα του ‘Ρίνο’ αρχίζει να βράζει, το δεξί του χέρι τρέμει ελαφρώς, οι γεμάτες τεστοστερόνη τρίχες του αξύριστου προσώπου του νιώθουν πιο έντονα από ποτέ τον αέρα που τις χαϊδεύει προκαλώντας μια μικρή δυσάρεστη αίσθηση ξένης επαφής στην επιδερμίδα του προσώπου, το μέτωπο του στέλνει σήματα στον εγκέφαλο ότι ζεσταίνεται κι έτσι το στόμα του αρχίζει να εκσφενδονίζει μπινελίκια σ’ όλες τις γλώσσες τις οποίες ξέρει, δηλαδή Αγγλικά, Ιταλικά και μόρτικα Ιταλικά. Το ξυπνητήρι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Τζενάρο Γκατούζο και εξακολουθεί να παραμένει πιστό στην δουλειά του. Ο «δυναμικός Ιταλός αμυντικός χαφ» πετάγεται από το κρεβάτι και …λύνει τις διαφορές του με το ξυπνητήρι πριν καν προλάβει αυτό να πάει από το ένα ‘ντριν’ στο άλλο.
Η γυναίκα του μπαίνει έντρομη στο δωμάτιο έχοντας ακούσει τον θόρυβο που προκαλείται από μια δυνατή σύγκρουση στον τοίχο. Πιο συγκεκριμένα, από τέσσερις δυνατές επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις. Κοιτάει τον άντρα της να ντύνεται ψύχραιμα, κοιτάει τα εντόσθια του μηχανήματος που κάποτε αποκαλούταν ξυπνητήρι, κουνάει απελπισμένη το κεφάλι, αποχωρεί από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα και σημειώνοντας στο μυαλό της να θυμηθεί να αγοράσει ένα ακόμα ξυπνητήρι, ψιθυρίζει στον εαυτό της: «Μα, κάθε γαμημένο πρωί»;
Όσο η μαμά έχει βγει για τα ψώνια, ο Γκατούζο παίζει με τον μικρό του γιο λέγοντας του ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια – ιστορίες που κατέληγαν με ακρίβεια 93% στην φράση «και τότε του έσπασα τα μούτρα» – και δίνοντας του συμβουλές για το πως θα τα βγάλει πέρα όταν πάει στο σχολείο – συμβουλές που με ακρίβεια 95% κατέληγαν με την προτροπή «και τότε θα του σπάσεις τα μούτρα». Ο γιος τον ακούει και τον παρακολουθεί να ρίχνει μπουνιές στον αέρα με προσήλωση και θαυμασμό αντιπροσωπευτικά της ηλικίας του. Είναι μόλις τριών ετών.
Μετά το μεσημεριανό ο Γκατούζο αποχαιρετάει την οικογένεια του κι αφού μαλώσει με δυο οδηγούς και τρεις πεζούς στον δρόμο, με τον εκφωνητή ειδήσεων στο ραδιόφωνο, με το σύστημα του αιρκοντίσιον στο αμάξι, με τον παρκαδόρο και με τον Ρομπίνιο στο πάρκινγκ, μπαίνει στο Σαν Σίρο για να παίξει έναν ακόμα μεγάλο αγώνα, έναν ακόμα αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ. Αλλά ούτε εκεί βρίσκει ησυχία…
Τάδε έφη: duendes στις 16:51, 16 Φεβρουαρίου, 2011
Μετά από καριέρα 8 ετών στα ιταλικά γήπεδα, με τις φανέλες των Βενέτσια, Ρόμα, Ίντερ και Μίλαν, ο Αμαντίνο Μαντσίνι επέστρεψε στη Βραζιλία και την ομάδα όπου ξεκίνησε την καριέρα του, την Ατλέτικο Μινέιρο.
Ο 31χρονος περιφερειακός επιθετικός από την Ιπατίνγκα (6 φορές διεθνής) δεν ήταν στα πλάνα του νέου προπονητή της Ίντερ, Λεονάρντο, και παρά τις προτάσεις που είχε από Κορίνθιανς, Ρέιντζερς και Έρκουλες, θέλησε να επιστρέψει στη γεννέτειρά του.
Στα 18 χρόνια της ύπαρξης του, το Τσάμπιονς Λιγκ μας έχει προσφέρει εκατοντάδες μεγάλες στιγμές που αν προσπαθήσεις να τις ανακαλέσεις θα ανατριχιάσεις κάνοντας την κλασσική συνειδητοποίηση ότι τα χρόνια πέρασαν και «κανένας δεν σου είπε πότε πρέπει να ξεκινήσεις να τρέχεις», όπως θα έλεγε και ο Ρότζερ Γουότερς. Εκ φύσεως, οι περισσότεροι θα επέστρεφαν την μνήμη τους σε κάποια απίστευτα γκολ (κατά βάση ψαλιδάκια ή τακουνάκια) ή σε κάποιες έντονες στιγμές από τελικούς. Οποιαδήποτε όμως συλλογή στιγμών από την πιο κερδοφόρα διοργάνωση της ΟΥΕΦΑ δεν περικλείει μέσα το δεύτερο γκολ της Ρόμα μέσα στην έδρα της Λιόν το 2007, θα πρέπει να θεωρηθεί ελλιπέστατη και ανάξια ύπαρξης.
Γιατί τα έξι εκείνα δευτερόλεπτα που χρειάστηκε ο Μαντσίνι για να κοντρολάρει την μπάλα, να κάνει τα διάσημα πλέον 6 stepovers, να χορέψει τον Ρεβεγιέρ (Τον Άντονι Ρεβεγιέρ, των 5 πρωταθλημάτων, των εκατοντάδων συμμετοχών σε ανώτατο επίπεδο, τον διεθνή με την εθνική Γαλλίας και όχι κάποιον τυχαίο, ατάλαντο αμυντικό του σωρού – ασχέτως αν το ζουμάρισμα στα νευρικά αλλά εξαναγκασμένα πατήματα προς τα πίσω, στο απελπισμένο αλλά συνάμα χορευτικό μπαλαντζάρισμα του σώματος δεξιά και αριστερά, στα ορθάνοιχτα τρεμάμενα χέρια, στην γενικότερη έλλειψη ισορροπίας και στην τελική θεαματικά αποτυχημένη προσπάθεια για τάκλιν που προκαλείται από την απεγνωσμένη απόφαση ότι πρέπει να κάνει κάτι, πρέπει να σταματήσει να είναι ο παθητικός παρτενέρ της χορογραφίας που έχει αφεθεί στην έμπνευση του άλλου, μας οδηγεί στην ίδια ακριβώς συναισθηματική έκκριση συμπάθειας αναμεμειγμένης με οίκτο που μας είχε προκαλέσει και η εικόνα του ταλαίπωρου άγνωστου ποδοσφαιριστή από το Εκουαδόρ, τον οποίο είχε εξευτελίσει χορέψει ο Ρομπίνιο) και να κεραυνοβολήσει τον Κουπέ είναι στιγμές καλλιτεχνικής τελειότητας που πιθανόν να εντυπωσίαζαν ακόμα και τον Νουρέγιεφ ή τον Φρεντ Αστέρ.
Την στιγμή που Τούρκοι οπαδοί θα σηκώνουν τον Δικέφαλο Αετό, θα έχω πειστεί ότι τελικά το ποδόσφαιρο είναι το μόνο κοινωνικό φαινόμενο που δεν γνωρίζει σύνορα. Τον υψώσαν. Και ήταν στο παιχνίδι με της Μπεσίκτας με την Ραπίντ πριν 3 μέρες.
Τάδε έφη: Darth Soccerius στις 23:14, 18 Δεκεμβρίου, 2010
Τα ωραιότερα γκολ, μπαίνουν σχεδόν πάντα εκεί που δεν τα περιμένεις. Χθες το βράδυ στην Λυών, ο Eren Zahavi αποδεικνύει γιατί ΠΟΤΕ δεν αξίζει να βγεις από το σπίτι σου σε βραδιά Champions League.
Τάδε έφη: Darth Soccerius στις 21:18, 8 Δεκεμβρίου, 2010
Είναι πολύ δυνατός στο ψηλό παιχνίδι, έχει τρομερό συνδυασμό εκτίναξης και ταχύτητας, το δεξί του πόδι είναι ‘μηχανή του γκολ’ από οποιαδήποτε θέση και απόσταση, όταν έχει την μπάλα στα πόδια (και δεν επιλέγει να χοροπηδάει ανούσια από πάνω της σαν τραγί περιμένοντας πότε θα ζαλιστεί και θα ξεράσει και ο πιο ανθεκτικός των τηλεθεατών) μπορεί να σου προσφέρει εντυπωσιακές στιγμές, έχει τρομερή έφεση στο σκοράρισμα παρ’ ότι δεν είναι καθαρός επιθετικός, έχει δουλέψει πάρα πολύ τις εκτελέσεις των φάουλ του. Είναι ένας πολύ μεγάλος ποδοσφαιριστής. Αλλά άτυχος.
Γιατί δεν γεννήθηκε 5-6 χρόνια νωρίτερα κι έτσι το μεσουράνημα του συνέπεσε με το αντίστοιχο ενός άλλου πολύ μεγάλου ποδοσφαιριστή. Που, αν και είναι 17 εκατοστά πιο μικροκαμωμένος από τον σωματαρά Πορτογάλο, δεν πέφτει εύκολα. Που δεν ψάχνει το πολυπόθητο σφύριγμα που αναζητούν όλοι. Που είναι ντεμοντέ, εκτός εποχής και κλίματος, παράλογος. Που η φάτσα του δεν θα φωνάξει ποτέ για λίγη διαιτητική ελεημοσύνη αλλάζοντας χρώμα. Που μπορεί να αναγνωρίσει αν ένας πόνος βρίσκεται στον λαιμό ή στο πρόσωπο. Που έχει ήδη καπαρώσει την θέση στις φαντασιώσεις των περισσοτέρων φιλάθλων . Γιατί σε κανένα φυσιολογικό ποδοσφαιρικό όνειρο ο ήρωας δεν φτάνει τόσο κοντά στο κλάμα για μια επαφή που χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα συνειδητοποίησης – και τσιρίδας προς τον διαιτητή – για να επιδράσει. (Αν θέλαμε τέτοια όνειρα μπορούσαμε άνετα να περιοριστούμε στον Καραγκούνη και τον Τοροσίδη.)
Οπλισμένος και επικίνδυνος. Ο τελευταίος των κατασκηνωτών. Αράζει , στήνει σκηνούλα, ψήνει καφεδάκι, κανα λουκάνικο και άμα βαρεθεί … βάζει γκολ. Βαράει εκτος φάσης, είναι οφσάιτ 2 στις 3 φορές που στήνει τη σκηνή του αλλά…σκοράρει το ρημάδι και στα 37 του. Αυτο ξέρει αυτό κάνει. Αυτόν ξέρετε, αυτόν εμπιστεύεστε. Ρωτήστε και τον σαμπουανατζή Πριξτιάνο τι ένιωσε όταν ο γέροντας κάρφωσε το δευτερο τεμάχιο απο θεση οφσαιτ, προκλητικότατα, ζμπουτζατ, με τον Κασίγιας να κανει σαν κερία που παει να αποφύγει κάτι που θα της χαλάσει το πεντικιούρ.
Φιλίπο (Πίπο για τους εχθρούς, δεν έχει φίλους) Ιντζάγκι.
Σούπερ στάρ δεν ήταν και δε θα γινόταν ποτέ του. Το μόνο που ήξερε να κάνει ήταν να βαζει γκολ όταν εσύ νόμιζες ότι δεν έπαιζε στο παιγνίδι. Με τα δύο γκολ που πέτυχε στο ισόπαλο 2-2 της Μίλαν απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης το βράδυ της Τετάρτης έγινε πρώτος σκόρερ στην ιστορία των ευρωπαϊκών κυπέλλων με 70 γκολ ξεπερνώντας αρχικά τον Γκερντ Μίλερ και εν συνεχεία τον Ραούλ. «Συχνά κάποιοι δημοσιογράφοι και σχολιαστές ξεχνούν πως υπάρχω, αλλά τώρα θα με θυμηθούν. Αισθάνομαι υπέροχα» (ω,ναι κι εγώ) , δήλωσε ο 37χρονος άσος, που έχει σημειώσει 2 γκολ με την Πάρμα (1995/96), 27 με τη Γιουβέντους (1997-2001) και 41 με τη Μίλαν (2001-2010+).
Παράλληλα, ο Ιντζάγκι έφτασε τα 125 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις με τους «ροσονέρι» ξεπερνώντας κατά ένα τον μεγάλο Μάρκο Φαν Μπάστεν και πλέον βρίσκεται στην έκτη θέση της σχετικής λίστας, ενώ απέχει έξι τέρματα από τον πέμπτο Άλντο Μπόφι.
Μετά τα όργια που έκανε ο Γκάρεθ Μπέιλ στο Μιλάνο πριν δυο εβδομάδες, ένας οποιοσδήποτε προπονητής είναι σίγουρο πως θα έδινε ειδικές οδηγίες στους παίκτες του για το πως θα τον αντιμετωπίσουν για δεύτερη φορά και μάλιστα στο γήπεδο του. Αν μάλιστα ο προπονητής αυτός ήταν ο Μουρίνιο θα τραβούσε τον Ετό στα δεξιά του κέντρου για να δίνει βοήθειες στον Μαικόν, θα ενημέρωνε τον Ζανέτι στα αμυντικά χαφ ότι η ιεραρχία των βιολογικών λειτουργιών του για το συγκεκριμένο παιχνίδι θα ήταν «πρώτα σκεφτόμαστε πως θα καλύψουμε τις κούρσες του Μπέιλ και μετά αναπνέουμε» και επιπρόσθετα θα έβαζε τον αγαπημένο του Ματεράτσι από τον πάγκο να φωνάζει στον Ουαλό αριστερό χαφ καθ’ όλη την διάρκεια του αγώνα πρόστυχες ευχές για την αδερφή του. Ο Ράφα Μπενίτεθ όμως δεν έκανε τίποτα από τα παραπάνω!
Το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης το βλέπετε στην παραπάνω χαρακτηριστικότατη φωτογραφία: Ο Μπέιλ και η μπάλα μπροστά και από πίσω με φάτσα απελπισίας, ο Μαικόν να προσπαθεί απεγνωσμένα να τον φτάσει. Αδυνατώ να θυμηθώ κάποιο παρόμοιο παράδειγμα τα τελευταία χρόνια όπου σε μια κόντρα παικτών τόσο υψηλού επιπέδου ο ένας να εξευτελίζει τον άλλον σε τόσο μεγάλο βαθμό. Από ένα σημείο και μετά δεν υπήρχε ενδιαφέρον στην γενικότερη κόντρα της Τότεναμ με την Ίντερ. Υπήρχε απλά η απορία για το πόσες φορές ακόμα μπορεί ο 21χρονος πιτσιρικάς Μπέιλ (που, για μην ξεχνάμε την ειρωνεία της ζωής, ήταν κόκκινο πανί γκαντεμιάς πριν μόλις έναν χρόνο για τους ίδιους τους Άγγλους που φωνάζουν σήμερα ότι δεν πρέπει να πωληθεί με κανένα τίμημα) να προσπεράσει για πλάκα τον πρωταθλητή Ευρώπης και καλύτερο δεξί μπακ του πλανήτη Μαικόν. Για πλάκα!
Είναι από εκείνες τις φορές που δεν ξέρεις αν πρέπει να νιώσεις θαυμασμό για το ανερχόμενο ταλέντο ή οίκτο για τον αποκαθηλωμένο παικταρά για τον οποίο οι, μάστορες της πολιτισμένης καζούρας που αγγίζει τον υπερρεαλισμό, Άγγλοι τραγουδούσαν στα τελευταία λεπτά: «Taxi for Maicon, taxi for Maicon». Που νομίζεις ότι βλέπεις τον Μέμο Ιωάννου να προσπαθεί να μαρκάρει τον Τσατσένκο. Που το δίδυμο του Κογιότ με το Beep-beep ενσαρκώνεται μπροστά σου, με το κογιότ όμως να έχει στερέψει από ευφάνταστες ιδέες. Που είσαι σίγουρος ότι κάποιος κάνει πλάκα στον κακομοίρη τον Μαικόν και όταν ο Μπέιλ τρέχει με την μπάλα πατάει ασταμάτητα το κουμπάκι της σούπερ-ντούπερ ταχύτητας που έχουν τα ηλεκτρονικά ποδοσφαιράκια, αφήνοντας τον αμυντικό αμέτρητα πίξελ πίσω να κυνηγάει την σκιά του επιτιθέμενου. Που αισθάνεσαι ότι αν ήσουν ο Μαικόν, το πρώτο πράγμα που θα έκανες μπαίνοντας στο τέλος στα αποδυτήρια θα ήταν να πιάσεις τον Ράφα από τον γιακά, να τον κοιτάξεις κατάματα με τα έντονα, ιδρωμένα σου μάτια ώστε να μπορεί να δει μέχρι το βάθος της ταλαιπωρημένης σου ψυχής, να κουνήσεις αργά το κεφάλι αριστερά και δεξιά και να ρωτήσεις: «Γιατί;».
Εν κατακλείδι, είναι ακριβώς όπως το περιέγραψε λιτά και πολύ εύστοχα ο χρήστης @runofplay στο twitter: «This is absolutely unbelievable. There’s no Maicon anymore, just a bit of graffiti reading «Gareth Bale was here«!
Η μεγαλύτερη μαγκιά και συνάμα δυσκολία στο ποδόσφαιρο – και φυσικά και στην ζωή, αλλά δεν είναι η κατάλληλη ώρα και το σωστό μέρος για να το φιλοσοφήσουμε αυτό – είναι να παραμένεις πιστός στις ιδέες και τα πιστεύω σου ανεξαρτήτως της θέσης και της δυσκολίας της κατάστασης στην οποία βρίσκεσαι. Φυσικά, είναι εύκολα αντιληπτό ότι αυτό το επίπεδο μαγκιάς μπορούν να το πλησιάσουν ελάχιστοι εκλεκτοί σ’ ένα παιχνίδι γεμάτο συμβατικές συμπεριφορές χρόνων και πλήρως εμπορευματοποιημένο, το οποίο μάλιστα κουβαλάει στις πλάτες του την πίεση των απαιτήσεων χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων-οπαδών.
Απειροελάχιστοι λογικοί άνθρωποι θα ζητούσαν από τον Νίκο Νιόπλια να κατέβει στο (ακολουθεί κλισέ της Ανατολικής Ευρώπης) «παγωμένο και αφιλόξενο Καζάν» με φουλ επιθετικό σχήμα από το πρώτο λεπτό αγνοώντας όλες τις δυσχερείς συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει. Κάτι τέτοιο θα ήταν σχεδόν παράλογο και ένδειξη άγνοιας των δυνατοτήτων της ίδιας του της ομάδας, όπως τουλάχιστον αυτή έχει παρουσιαστεί ως τώρα σε πρωτάθλημα και Ευρώπη. Η τακτική όμως «φουλ επίθεση γιατί δεν γίνεται πιο κάτω από ‘δω» απέχει απίστευτα από το σύστημα «όλοι προσέχουμε την εστία μας και ο Σισέ βοηθός» που παρακολουθήσαμε βαριεστημένα απόψε, σύστημα που άλλαξε (ελαφρώς φυσικά, μην ξεφύγουμε από την πεπατημένη) κάπου στο 80ο λεπτό με την κρυφή Ελληνική ελπίδα ότι 10 λεπτά αρκούν για να γίνει η μια φάση που θα κλέψει το ματς και θα μας κάνει ήρωες/πρέσβεις πίσω στην μικρή μας χώρα. Αλλά θαύματα δεν γίνονται κάθε μέρα κι ας σκάσανε τόσες μπόμπες σήμερα στην Ελλάδα, στέλνοντας αρκετούς προληπτικούς στα πρακτορεία για να ποντάρουν συνειρμικά στο διπλό.
Γιατί όπως πολύ σοφά είχε πει ο Laurence Fishburne στο μεγαλύτερο πόνημα των αδερφών Wachowski (aka «The Matrix»): «There is a difference between knowing the path , and walking the path«. Συμφωνείς Νίκο Νιόπλια;
SOMBRERO : Όταν ένας ποδοσφαιριστής "τσιμπάει" την μπάλα πάνω από το κεφάλι ενός ανυποψίαστου αντιπάλου και την ξανά παίρνει περνώντας την από πίσω του. Σύμφωνα με τους Λατινοαμερικάνους ο όρος προέρχεται από το περίγραμμα που σχηματίζεται από την πορεία της μπάλας στον αέρα και την πορεία του παίκτη γύρω από τον αντίπαλό του. Το σχήμα ενός "σομπρέρο"!