Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Κουλτούρα να φύγουμε'

O Στράμερ, η Τσέλσι και η γέννηση του London Is Calling

  [5 Σχόλια]

«Τα πραγματικά μ’ αηδιάζουν, και τα ιδανικά δεν τα βρίσκω». Αυτή είναι μια φράση από το αριστουργηματικό βιβλίο του Ανρί-Φρεντερίκ Αμιέλ, Journal Intime, που αν και είναι γραμμένο το 1896, αυτή του η φράση θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράψει την κατάσταση που βίωνε η μικρομεσαία τάξη της Βρετανίας στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Τα μόνα πράγματα που έδειχναν να βρίσκονται σε ακμή, εκείνη την περίοδο, ήταν το ποδόσφαιρο (με τα σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών από αγγλικούς συλλόγους) και φυσικά η μουσική. Απ’ την άλλη, η πλειοψηφία των ανθρώπων ζούσε κυριολεκτικά -και μεταφορικά- με τρύπιες τσέπες, ψάχνοντας χαμένα ιδανικά και μια αχτίδα φωτός για το μέλλον.

Οι Εργατικοί πάλευαν με όσες δυνάμεις τους είχαν απομείνει μπας και μπορέσουν να διατηρήσουν την πλειοψηφία του Τζέιμς Κάλαχαν στη Βουλή των κοινοτήτων, οι φυλετικές ταραχές είχαν αρχίσει να γίνονται ολοένα και πιο σκληρές, οι εκρήξεις της βίας των χούλιγκαν είχαν αρχίσει να γίνονται καθημερινό φαινόμενο, εντός και εκτός γηπέδων, και μέσα σε όλα αυτά – είχε ξεκινήσει να ακούγεται το πανκ (και το ροκ εν ρολ) τόσο σαν μουσικό είδος, αλλά ακόμα περισσότερο ως ένα κοινωνικό φαινόμενο που έβγαζε την γλώσσα προς κάθε μορφή απαρχαιωμένης συμπεριφοράς, κλείνοντας το μάτι πονηρά σε ολόκληρο το συντηρητικό Ηνωμένο Βασίλειο. Ακόμα και ο πιο αδαής μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί πως ήταν θέμα χρόνου να ανέβει στην εξουσία η Σιδερόφραχτη Ταξιαρχία των Συντηρητικών με την φιλόδοξη -και σκληρή- Μάργκαρετ Θάτσερ στο τιμόνι. Όπως και έγινε δηλαδή, πολύ σύντομα, στις 4 Μαΐου του 1979.

Την ίδια περίοδο μπάντες -και μουσικοί- όπως οι Dr Feelgood, o Έλβις Κοστέλο και φυσικά οι Sex Pistols και οι The Clash είχαν αρχίσει να ταρακουνούν για τα καλά τα μουσικά ύδατα τόσο της Βρετανίας όσο και των ΗΠΑ. Μάλιστα στην Αμερική είχαν γνωρίσει πολύ μεγαλύτερη επιτυχία μακριά απ’ τον συντηρητισμό των Βρετανών. Στο κείμενο που ήδη διαβάζετε θα ασχοληθώ με τους τελευταίους. Την μπάντα του σπουδαίου Τζο Στράμερ. Τους Clash, που βρίσκονταν ήδη στην Αμερική για περιοδεία, έχοντας κυκλοφορήσει τα δύο πρώτα τους άλμπουμ και έχοντας αναγκάσει τον Γκρέιλ Μάρκους, του περιοδικού Rolling Stone, να γράψει το κορυφαίο του κοπλιμέντο για αγγλική μπάντα μετά τους Stones και τους Beatles. «Το Give ‘Em Enough Rope είναι η απάντηση στο Let It Bleed» είχε γράψει ο Mάρκους, συγκρίνοντάς το δηλαδή με το αριστούργημα των Stones και βάζοντάς το στην ίδια πρόταση με τον δίσκο του Μικ του Κιθ και των λοιπών παλικαριών, που ήταν η απάντησή τους στο Let It Be των Beatles.

Tην ίδια πάνω-κάτω περίοδο που ο Κοστέλο έβαζε φωτιά στις μουσικές σκηνές του Τορόντο και οι Pistols ξεσήκωναν την ΝΥ και το Λας Βέγκας με την συμπεριφορά, τους πάνω αλλά και κάτω της σκηνής, το μουσικό όχημα των The Clash πραγματοποιούσε την δική του περιοδεία στις ΗΠΑ με τον «αιρετικό» τίτλο «Pearl Harbour Tour». Τελικά ο Στράμερ και η παρέα του δεν κέρδισαν όσο θα ήθελαν το Αμερικάνικο κοινό -όπως είχαν κάνει την ίδια περίοδο δηλαδή Βρετανοί ποδοσφαιριστές όπως ο Τζορτζ Μπεστ και ο Μπόμπι Μουρ- και θα επιστρέψουν στο Νησί τραγουδώντας, εν χορώ, το «I’ m So Bored with the USA», όχι που θα κάθονταν να σκάσουν. Θα νοικιάσουν ένα μικρό, διαλυμένο, στούντιο με το όνομα Βανίλα, πίσω από ένα συνεργείο αυτοκινήτων, στο Πίμλικο, στο κέντρο του Λονδίνου, και την περίοδο που η Νότιγχαμ Φόρεστ του Κλαφ κέρδιζε το πρώτο της Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα αυτοί θα γράψουν τα τραγούδια για το αριστούργημά τους «London Is Calling». Στα διαλείμματα από τις πρόβες και τις μεθυσμένες κουβέντες που έκαναν για ώρες, όλα τα μέλη της μπάντας, έβγαιναν στην μικρή αλάνα που υπήρχε πίσω από το στούντιο και έπαιζαν ποδόσφαιρο. Συνήθως με παιδιά αλλά και μεγαλύτερους που άραζαν εκεί. Όπως είχε παραδεχτεί ο ίδιος ο Mικ Τζόουνς (κιθαρίστας της μπάντας), πολλές φορές που δεν μαζεύονταν αρκετοί για να συμπληρώσουν ομάδες, ο ίδιος και ο Στράμερ πήγαιναν στα απέναντι σπίτια, χτυπούσαν τα κουδούνια, και ικέτευαν τους γονείς να αφήσουν τα παιδιά τους να κατέβουν και να παίξουν μαζί τους ένα ματσάκι.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί είναι πως ο Στράμερ λάτρευε το ποδόσφαιρο, όπως κάθε σωστός Βρετανός που σέβεται τον εαυτό του, και ήταν μάλιστα φανατικός με την Τσέλσι. Επίσης, κάτι που δεν γνωρίζουν αρκετοί, είναι πως πήγαινε τακτικά στο Στάμφορντ Μπριτζ για να δει αγώνες των «μπλε» σε μια περίοδο που η Τσέλσι δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας και έπαιζε μάλιστα για αρκετές σεζόν στην Β’ Κατηγορία. Ο Μικ Τζόουνς είχε παραδεχτεί σε συνέντευξή του στην Βρετανική τηλεόραση πριν πολλά πολλά, όταν είχε ερωτηθεί για την σχέση της μπάντας με το ποδόσφαιρο, πως ο Στράμερ είχε βάλει μια μικρή τηλεόραση στο «προβάδικο» και πολλές φορές μάλιστα έβλεπε ποδόσφαιρο ακόμα και όταν έπαιζαν ή έγραφαν μουσική. Μάλιστα μια φορά, σε κατάσταση μέθης, και αφού δεν μπορούσε να διαχειριστεί μια νίκη της μισητής για τον ίδιο Άρσεναλ, την είχε σπάσει χτυπώντας τη πολλές φορές με την κιθάρα του. Εντάξει όμως, αυτές είναι απλές καθημερινές στιγμές για αυθεντικούς Ροκ Σταρ.

Ο Στράμερ, o Τζόουνς και οι λοιποί The Clash,, όπως έγραψα και πιο πάνω, πήγαιναν συχνά στο γήπεδο της Τσέλσι. Μάλιστα τις περισσότερες φορές το «μπλε» παρεάκι το συμπλήρωνε και ο Πολ Κουκ, ντράμερ των Sex Pistols και τρελός και παλαβός με την Τσέλσι. «Μικρός μάζευα αυτόγραφα από τους σούπερ σταρ της εποχής. Για μένα δεν έχει μεγάλη διαφορά ο σταρ ποδοσφαιριστής από τον σταρ μουσικό. Άλλωστε όλοι οι νέοι πηγαίνουν σε Ροκ συναυλίες και στο γήπεδο κυρίως για να ξεφύγουν από την βαρετή καθημερινότητα και να εκφράσουν τον όποιο θυμό έχουν -αν έχουν- για τα διάφορα κοινωνικά θέματα που μαστίζουν την κάθε κοινωνία. Άσε που και στα δύο περνάς καλά» θα δηλώσει ο Στράμερ σε συνέντευξη εκείνης την εποχής, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο τι σήμαιναν γι’ αυτόν το ποδόσφαιρο και φυσικά η Ροκ/Πανκ (ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε τη) μουσική που έπαιζε η δική του μπάντα. Αν υπήρχε κάτι που τον χαλούσε στις κερκίδες του Στάμφορντ Μπριτζ της εποχής, αυτό δεν ήταν άλλο από τους ανεγκέφαλους χούλιγκαν και τα συχνά φαινόμενα ρατσιστικών επιθέσεων, κυρίως σε μαύρους παίκτες, και οπαδούς, αντιπάλων. Σκεφτείτε πως ο πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα της Τσέλσι ήταν ο Πολ Κάνοβιλ το 1981 για να το καταλάβετε καλύτερα. Όπως έχουμε γράψει σε παλιότερα άρθρα, εκείνα τα χρόνια υπήρχε μεγάλος ρατσισμός στην κοινωνία -και κατ’ επέκταση- στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αυτή ήταν μια κατάσταση που τελικά τον είχε ωθήσει για αρκετό καιρό να απουσιάζει από τις εξέδρες του Στάμφορντ Μπριτζ ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Για να φτάσουμε βέβαια εκεί, είχε προηγηθεί το πέσιμο από μια μερίδα οπαδών της Γουέστ Χαμ στον Στράμερ και την παρέα του, σε αυτή υπήρχαν και 2-3 μαύροι φίλοι του τραγουδιστή των The Clash, μετά από ντέρμπι ανάμεσα στις δύο ομάδες. «Θυμάμαι να τσακώνομαι στο Στάμφορντ Μπριτζ με διάφορους ρατσιστές οπαδούς για την ηλίθια συμπεριφορά τους απέναντι σε μαύρους παίκτες των αντιπάλων μας αλλά εκείνη η επίθεση από τους χούλιγκαν της Γουέστ Χαμ με μαχαίρια και σιδερογροθιές είχε ξεπεράσει κάθε όριο τυφλής οπαδικής βίας και ηλιθιότητας». Ήταν η ίδια περίοδος που η μπάντα υπέγραψε στην CBS, Ο Βίσιους πέθαινε από υπερβολική δόση ναρκωτικών και οι σκληροπυρηνικοί πάνκηδες θεωρούσαν πως «Το Πανκ Πέθανε». Οι The Clash θα μεταφερθούν στην περιοχή του Χάιμπουρι, στα υπερσύγχρονα στούντιο Wessex, και εκεί μεταξύ του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου του ’79 θα ηχογραφήσουν τον κορυφαίο τους δίσκο, και έναν εκ των σημαντικότερων, στην ιστορία της Ροκ μουσικής. Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 14 Δεκεμβρίου, όχι με τον τίτλο που ήταν προορισμένος να κυκλοφορήσει (The New Testament δηλαδή) αλλά με τον τίτλο «London Is Calling», και αν και ήταν διπλός, μετά από απαίτηση της ίδιας της μπάντας, πουλιόταν στην τιμή των 5 λιρών.

Ο δίσκος είναι ένα κράμα των επιρροών όλων των μελών της μπάντας και σε αυτόν μπορείς να ακούσεις από κλασικά πανκ τραγούδια όπως τα Four Horsemen και Koka Kola, ρέγγε (γνωστή άλλωστε η αγάπη που έτρεφαν οι The Clash στην τζαμαϊκανή μουσική), όπως είναι το Guns Of Brixton, ska και rock n’ roll, όπως το Death or Glory μέχρι Jazz ρυθμούς (όχι λόγω του τίτλου) όπως είναι το δικό μου αγαπημένο Jimmy Jazz. Φυσικά πάνω απ’ όλα τα κομμάτια θα βρίσκεται για όσο θα υπάρχει ήχος το ομότιτλο τραγούδι, London is Calling. «Το ροκ του μέλλοντος» όπως το είχαν χαρακτηρίσει οι κριτικοί της εποχής. Θρυλικό φυσικά -όσο ο ήχος του βινυλίου- και το εξώφυλλο του άλμπουμ, με τον μπασίστα Πολ Σίμονον να έχει απαθανατιστεί από την θρυλική φωτογράφο Πένι Σμιθ δευτερόλεπτα πριν διαλύσει το μπάσο του στο Παλάντιουμ της Νέας Υόρκης διαμαρτυρόμενος για την γενική ατμόσφαιρα εκείνης της συναυλίας. Για να κλείσω κάπου και το κείμενο και για να δείξω πόσο αυθεντική ήταν η μπάντα απλά να πω πώς ο ίδιος ο Στράμερ όταν είχε δει τον δίσκο να πωλείται σε γνωστό Λονδρέζικο δισκάδικο της εποχής στις 8 λίρες (και όχι στις 5 που είχε αποφασίσει η ίδια η μπάντα) είχε τσακωθεί ο ίδιος με τον ιδιοκτήτη, αναγκάζοντάς τον να αλλάξει την τιμή.

O Στράμερ άφησε αυτόν εδώ τον κόσμο, το 2002. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να δει την αγαπημένη του Τσέλσι να μεγαλώνει, στα χρόνια του Ρόμαν Αμπράμοβιτς, και να κατακτά όλους τους τίτλους που μπορούσε να κατακτήσει αλλά ευτυχώς για όλους εμάς η δική του «φλόγα» και η «φωτιά» που έκαιγε στα τραγούδια του θα μας ακολουθεί για πάντα. Αυθεντικός, αγωνιστής, αντεπαναστάτης με αιτία, ένας πραγματικός καλλιτέχνης και ένας απ΄τους πιο αυθεντικούς ροκάδες που έβγαλε ποτέ το Νησί. Ρομαντικός κι αληθινός όσο εκείνη η ερμηνεία του στο «Ι Hired a Contract Killer» του μετρ της αισιοδοξίας και λατρεμένου για μένα, Άκι Κουαρισμάκι. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε προλάβει να αρπάξει και ένα μικρό ρόλο στο Mystery Train του Τζιμ Τζάρμους. Σε εκείνο το φιλμ δηλαδή που συναντήσαμε και ένα απ’ τα πιο ωραία ζευγάρια που έχουμε δει ποτέ στον κινηματογράφο, τον Τζουν και την Μιτσούκο, που είχαν ταξιδέψει από την Ιαπωνία ως το Μέμφις επειδή πολύ απλά ο Τζουν ήταν τεράστιος λάτρης του ροκ ν’ ρολ και ήθελε να μοιάσει στον Καρλ Πέρκινς. Φυσικά και ο ρόλος του Στράμερ δεν ήταν καθόλου τυχαίος στη φοβερή ταινία του Τζάρμους, στην Μέκκα του Ροκ ν’ Ρολ.

Η μέρα που ο Ρέντναπ έβαλε έναν οπαδό της Γουέστ Χαμ να παίξει

  [12 Σχόλια]

Ήταν 20 Νοεμβρίου του 1973 όταν ο Σκοτ Χάλπιν και ένας φίλος του ξεκίνησαν για να πάνε σε μια συναυλία των αγαπημένων τους Who στο Σαν Φρανσίσκο. Η διάσημη ροκ μπάντα εμφανίστηκε στη σκηνή εν μέσω αποθέωσης και για περισσότερη από μια ώρα τα έδωσε όλα, παίζοντας τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Κάποια στιγμή στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, ο Κιθ Μουν κατέρρευσε πάνω στα ντραμς του. Ο κόσμος ‘πάγωσε’, η υπόλοιπη μπάντα σταμάτησε και ο Μουν μεταφέρθηκε στα παρασκήνια, όπου οι άνθρωποι της παραγωγής προσπάθησαν να τον συνεφέρουν.

Η επίσημη εκδοχή έλεγε πως ήταν άρρωστος και γι’αυτό ο οργανισμός δεν άντεξε την ένταση και το πάθος με τα οποία έπαιζε. Η ανεπίσημη εκδοχή έλεγε ότι λίγο πριν τη συναυλία είχε κατεβάσει κάμποσα χάπια, τα οποία θεώρησε σωστό να συνοδεύσει με μπράντι, γιατί το νερό είναι πολύ συντηρητικό για έναν ροκ σταρ. Όσοι ξέρουν τι εστί Κιθ Μουν, ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στη δεύτερη εκδοχή.

(Εκτός από ταλαντούχος ντράμερ (για πολλούς ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών) ο Κιθ Μουν ήταν και μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Κάποιοι πιθανόν θα έλεγαν ότι ήταν παράξενος. Κάποιοι άλλοι πως ήταν απλά θεοπάλαβος. Ο ίδιος συμφωνούσε με τους τελευταίους: «Όταν έχεις λεφτά και κάνεις όλα αυτά που κάνω, οι άνθρωποι γελάνε και λένε πως είσαι εκκεντρικός, το οποίο είναι ένας ευγενικός τρόπος για να πούνε ότι είσαι ψυχάκιας». Το πρόβλημα με την τρέλα του όμως εντοπίζεται στην… ποσότητα. Ο Μουν δεν έκανε εκπτώσεις στη μούρλα. Μπροστά του η ζωή του Πολ Γκασκόιν μοιάζει με ζωή δημοσίου υπαλλήλου, που παντρεύεται στα 21, κάνει παιδιά στα 22 και το ξεφάντωμα του είναι ένα ποτηράκι κρασί και λίγο σαλαμάκι το βράδυ του Σαββάτου, την ώρα που βλέπει στην τηλεόραση Σεφερλή με όλη την οικογένεια μαζεμένη στο σαλόνι.

Ανάμεσα στα άπειρα κατορθώματα του, ξεχωριστή θέση είχαν οι καταστροφές. Αγαπημένα του θύματα ήταν τα δωμάτια των ξενοδοχείων και οι τουαλέτες. Σύμφωνα με μερικές πολύ πρόχειρες εκτιμήσεις, το συγκεκριμένο μόνο χόμπι του κόστισε μισό εκατομμύριο δολάρια. Ο Μουν έβρισκε ικανοποίηση στο να διαλύει, να ανατινάζει και να πετάει από τα παράθυρα διάφορα αντικείμενα και αρκετές φορές δεν χρειαζόταν καν ουσίες ή αλκοόλ για να το κάνει. Όλη η παράνοια του μπορεί να συνοψιστεί σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Η μπάντα κατευθυνόταν με μια λιμουζίνα προς το αεροδρόμιο, όταν ο Μουν ζήτησε από τον οδηγό να γυρίσει πίσω στο ξενοδοχείο. Όταν έφτασαν, ανέβηκε στο δωμάτιο του, ξήλωσε την τηλεόραση και την πέταξε από το μπαλκόνι στην πισίνα. Στη συνέχεια χαλαρός και άνετος, επέστρεψε στη λιμουζίνα και δικαιολογήθηκε λέγοντας «όλα εντάξει τώρα, κάτι είχα ξεχάσει».)

Μετά την κατάρρευση του Μουν, ο κιθαρίστας Πιτ Τάουνσεντ ρώτησε αν υπάρχει κανένας ντράμερ στο κοινό. Ο φίλος του Χάλπιν άδραξε την ευκαιρία και είπε στη μπάντα πως ο φίλος του ξέρει να παίζει ντραμς και ως φανατικός των Who γνωρίζει όλα τα τραγούδια. Κάπως έτσι, ο 19χρονος Σκοτ Χάλπιν ανέβηκε στη σκηνή, έκατσε στα ντραμς του ινδάλματος του, ολοκλήρωσε με επιτυχία το set-list και έζησε το όνειρο κάθε ερασιτέχνη μουσικού.

Αν νομίζεις όμως ότι τέτοια ροκ, απ’όλες τις απόψεις, σκηνικά συμβαίνουν μόνο στη μουσική, κάνεις μεγάλο λάθος.

Ο Στιβ Ντέιβις είναι φανατικός οπαδός της Γουέστ Χαμ και αυτό το καταλαβαίνεις εύκολα, βλέποντας απλά το τεράστιο τατουάζ με το σήμα της που έχει χτυπημένο στο δεξί χέρι. Τον Ιούλιο του 1994 δούλευε σε μια εταιρεία κούριερ και ακολουθούσε την αγαπημένη του ομάδα σχεδόν παντού. Έτσι, όταν ο φίλος του, Τσανκ, του πρότεινε να πάνε να δούνε το φιλικό προετοιμασίας της Γουέστ Χαμ με την Όξφορντ Σίτι δεν το σκέφτηκε καθόλου. Πήραν μαζί τις κοπέλες τους και μερικές εξάδες μπύρες και ξεκίνησαν για μια καλοκαιρινή εκδρομή στην Οξφόρδη.

O ερχομός μιας ομάδας της Πρέμιερ Λιγκ στην πόλη, έστω και για φιλικό, είχε ως αποτέλεσμα το μικρό γηπεδάκι της τοπικής Σίτι να γεμίσει από νωρίς. Η παρέα του Στιβ βρήκε μια καλή θέση δίπλα ακριβώς από τον πάγκο στον οποίο καθόταν ο Χάρι Ρέντναπ. Η Γουέστ Χαμ κυριάρχησε από τα πρώτα λεπτά και προηγήθηκε νωρίς αλλά ο Στιβ είχε φάει σκάλωμα με τον επιθετικό της ομάδας Λι Τσάπμαν, που έχασε αρκετές προσωπικές μονομαχίες και βρέθηκε κάμποσες φορές εύκολα στο έδαφος. «Σήκω πάνω αγόρι μου, Τσάπμαν. Πως γίνεται να πέφτεις τόσο συχνά;» ήταν κάποιες από τις πιο ήπιες φράσεις που φώναξε ο απηυδισμένος Στιβ.

Όσο τα λεπτά κυλούσαν και ο Τσάπμαν ζοριζόταν να κάνει κάτι θετικό, η αγανάκτηση του Στιβ μεγάλωνε. Από ένα σημείο και μετά αποδέκτης των παραπόνων του ήταν πλέον ο Ρέντναπ, που τον άφηνε στο παιχνίδι: «Έλα Χάρι, δεν πρόκειται να παίξουμε μ’αυτόν μπροστά φέτος, ε; Αν είναι να παίζει, να ξέρω να μην έρχομαι κάθε εβδομάδα». Όποιος πηγαίνει στο γήπεδο, σίγουρα μπορεί να ανακαλέσει μια παρόμοια περίπτωση οπαδού που έχει… ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιον παίκτη και τον ‘στολίζει’ με κάθε πιθανή αφορμή. Κανένας απ’αυτούς τους ακούραστους γκρινιάρηδες όμως δεν πρόκειται να βιώσει αυτό που έζησε ο Στιβ Ντέιβις.

Λίγο μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, ένας παίκτης της Γουέστ Χαμ τραυματίστηκε. Το πρόβλημα για τον Ρέντναπ ήταν ότι στο ημίχρονο είχε βάλει αλλαγή όλους όσους είχε στον πάγκο, κάτι που σήμαινε ότι τα ‘Σφυριά’ έπρεπε να συνεχίσουν με παίκτη λιγότερο. Τότε του ήρθε μια πραγματικά αλλόκοτη ιδέα. «Γύρισα προς την πλευρά του πολυλογά και τον ρώτησα: Φίλε, μπορείς να παίξεις τόσο καλά όσο μιλάς;». Αδυνατώντας να τον πάρει στα σοβαρά, ο Στιβ (που όπως δήλωσε μετά, είχε κατεβάσει ήδη μερικές μπύρες στο πρώτο ημίχρονο, τις οποίες συνόδεψε με κάμποσα τσιγάρα) του απάντησε χωρίς να το σκεφτεί πολύ:

«Είμαι σίγουρα καλύτερος απ’τον Τσάπμαν».
«Τότε, φόρα τη φανέλα σου και ετοιμάσου» συνέχισε με σοβαρό ύφος ο Ρέντναπ.
Ο Στιβ  κόλλησε για λίγο: «Τι εννοείς;»
«Θα παίξεις για τη Γουέστ Χαμ.»

Οι πιο σπουδαίες στιγμές στη ζωή μας λένε ότι συνήθως έρχονται από το πουθενά. Για τον Στιβ Ντέιβις ήρθε στις 27 Ιουλίου 1994 σε ένα γηπεδάκι στην Οξφόρδη. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε, βρισκόταν ήδη στα αποδυτήρια μαζί με τον φροντιστή της ομάδας που έψαχνε παπούτσια στο νούμερο του. «Το μόνο πράγμα που σκεφτόμουν είναι πως δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Έλεγα συνέχεια: Δεν πρόκειται να παίξω για τη Γουέστ Χαμ. Απλά δεν γίνεται. Ντύθηκα, γυρίσαμε στο γήπεδο και ακόμα νόμιζα ότι ο Χάρι μου κάνει πλάκα. Δεν πίστευα ότι θα με βάλει πραγματικά μέσα ή έστω αν το κάνει θα είναι για 1-2 λεπτά, σαν φάρσα». Μόνο που ο Ρέντναπ δεν έκανε πλάκα.

«Γύρισε από τα αποδυτήρια ντυμένος και τον ρώτησα που παίζει. Μου απάντησε μπροστά και του είπα, ‘ωραία, θα δούμε τότε αν είσαι καλύτερος απ’τον Τσάπμαν’. Και τον έβαλα μέσα». Κάπως έτσι, εκείνο ακριβώς το λεπτό που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον αγωνιστικό χώρο, φορώντας τη φανέλα με το νούμερο 3, ο Στιβ Ντέιβις έγινε μέρος της ιστορίας της αγαπημένης του ομάδας. «Όταν βρέθηκα στο χόρτο όλοι οι ήχοι από τον κόσμο εξαφανίστηκαν. Είναι αλήθεια αυτό που λένε οι παίκτες. Ξαφνικά δεν άκουγα κανέναν απ’τους φίλους μου που φώναζαν από την κερκίδα. Προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος αλλά μετά τα πρώτα λεπτά τα πόδια μου έτρεμαν. Έπαιζα για τη Γουέστ Χαμ! Το μόνο που σκεφτόμουν συνέχεια είναι: Μη τα σκατώσεις Στιβ, μη τα σκατώσεις».

Όσο ο Στιβ έτρεμε, προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της τιμής που του έγινε, ο Ρέντναπ το διασκέδαζε με την ψυχή του: «Με το που έγινε η αλλαγή, ήρθε ένας άνθρωπος της Οξφόρδης και με ρώτησε ποιος είναι αυτός που μπήκε, ώστε να τον ανακοινώσουν από τα μεγάφωνα. ‘Καλά, δεν είδατε το Μουντιάλ;’ τον ρώτησα με υφάκι. ‘Αυτός είναι ο Βούλγαρος Τιτίσεφ που έβαλε 3 γκολ’. Τότε ο τύπος μου απάντησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του: ‘Α, ναι. Το φαντάστηκα πως είναι αυτός’ και έφυγε».

Το όνειρο του ευτυχισμένου οπαδού δεν κράτησε τελικά 1-2 λεπτά, όπως φοβόταν. Έμεινε μέσα μέχρι το τέλος του αγώνα και σύμφωνα με τον ίδιο τα πήγε μια χαρά. «Εννοείται πως δεν γύρισα ποτέ πίσω από το κέντρο. Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ γρήγορο παιχνίδι για μένα. Αυτοί έπαιζαν κανονικό ποδόσφαιρο, εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο επιπέδου παμπ. Δεν μπορούσα ποτέ να βρεθώ μόνος. Εκεί οι αμυντικοί δεν σ’άφηναν ποτέ ελεύθερο. Δεν ήταν σαν το ποδόσφαιρο παρέας. Έπαιζα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, με σίγουρες κοντινές πάσες.»

Κάπου στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου όμως έγινε μια φάση που έμελλε να μεγαλώσει λίγο ακόμα το μύθο, όσο αδύνατο κι αν ακούγεται αυτό. Η Γουέστ Χαμ έκανε μια επέλαση από τα αριστερά, ένας χαφ έκανε μια συρτή σέντρα στο ύψος της μικρής περιοχής και ο Στιβ βρέθηκε για ένα δευτερόλεπτο ανενόχλητος, φάτσα με την εστία. «Απλά σούταρα. Σούταρα με όλη μου τη δύναμη». Γκολ! «Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η καλύτερη στιγμή στη ζωή μου. Έτρεξα προς το κόρνερ πανηγυρίζοντας και ρίχνοντας γροθιές στον αέρα. Ήταν όλα τελείως σουρεαλιστικά. Είχα βάλει γκολ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Νομίζω πως αυτό είναι το καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο».

Δυστυχώς γι’αυτόν, ακόμα και στα καλύτερα όνειρα κάποιος θα βρεθεί να σε προσγειώσει. Όσο ο Στιβ πανηγύριζε σαν τρελός, ο διαιτητής ακύρωνε το γκολ, μετά από υπόδειξη του επόπτη, ως οφσάιντ. «Η αλήθεια είναι πως ήμουν δυο γιάρδες μπροστά από τον αμυντικό. Έτρεξα προς τον διαιτητή, έβαλα τα χέρια μου στους ώμους του και του είπα: ‘Άτιμε, αυτή ήταν η στιγμή μου. Μου κατέστρεψες το όνειρο’. Με κοίταξε στα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο και σφύριξε να συνεχιστεί το παιχνίδι».

Μαζί με το τελευταίο σφύριγμα, που βρήκε τη Γουέστ Χαμ να κερδίζει με 4-0, ολοκληρώθηκε και το παραμύθι που ζούσε ο Στιβ. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε για να μεταπείσει τον φροντιστή, εκείνος δεν του επέτρεψε να κρατήσει τη φανέλα που φορούσε, παρ’όλα αυτά έφυγε με το δικό του μπλουζάκι γεμάτο αυτόγραφα από όλους τους παίκτες. Την επόμενη μέρα η ιστορία του έγινε θέμα στον τοπικό Τύπο ενώ για χρόνια κάθε φορά που του ζητούσαν να διηγηθεί το περιστατικό, πρώτα έλεγε μια εκδοχή στην οποία το γκολ του είχε μετρήσει κανονικά.

To 2013 σε μια ποδοσφαιρική εκπομπή του BBC οι δυο πρωταγωνιστές συναντήθηκαν ξανά αλλά όταν αναφέρθηκε το γκολ, ο Στιβ ζήτησε από τον Ρέντναπ να μην πει σε κανέναν τι πραγματικά έγινε. Λίγο καιρό μετά διέρρευσε ένα μικρό απόσπασμα από την επερχόμενη αυτοβιογραφία του Ρέντναπ, στο οποίο περιγράφει τη συγκεκριμένη, θρυλική πλέον στις τάξεις των οπαδών της Γουέστ Χαμ, ιστορία. Όπως αποδείχτηκε από τον επίλογο εκείνου του αποσπάσματος και την απουσία αναφοράς στο οφσάιντ, ο Άγγλος προπονητής πιστεύει στην ιδέα ‘μην αφήνεις μερικές λεπτομέρειες να χαλάσουν μια πολύ όμορφη ιστορία’:

«Κι όμως σκόραρε! Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Έτρεχε πάνω-κάτω εκστασιασμένος σαν να κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ εμείς είχαμε πεθάνει απ’τα γέλια στον πάγκο. Πάντως είχε δίκιο. Εκείνο το βράδυ ήταν πράγματι καλύτερος από τον Λι Τσάπμαν».

Λούθερ Μπλίσετ: το παλτό που έγινε έμπνευση ενός κινήματος

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είναι δύσκολο να πετύχεις ιστορία σαν κι αυτή του Τζαμακαϊνού φορ Λούθερ Μπλίσετ που έγινε τόσο διάσημος, χωρίς να έχει τόσο μεγάλη ποδοσφαιρική πορεία. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Αν ασχολείστε λίγο με το Ίντερνετ ή με τη λογοτεχνία ή απλά με pop culture αναφορές ή είστε ακτιβιστής, όλο και κάπου θα έχετε πετύχει το όνομα Λούθερ Μπλίσετ. Είτε ως φαρσέρ, είτε ως συγγραφέα, είτε ως κάποιο ψευδώνυμο.  Το όνομα Λούθερ Μπλίσετ ήταν (χονδρικά) οι Anonymous πολύ πριν αυτοί εμφανιστούν, αλλά σε μια χρήση φάρσας-διασποράς ψευδών ειδήσεων. Ένα παρατσούκλι που το χρησιμοποιούσαν (και χρησιμοποιούν) πολλοί άνθρωποι, ξεκινώντας από μια κολλεκτίβα καλλιτεχνών και ακτιβιστών που επέλεξαν το όνομα ενός πραγματικού προσώπου, του ποδοσφαιριστή Λούθερ Μπλίσετ.

Παίκτης της Γουότφορντ, την ακολούθησε από τη 4η ως την 1η κατηγορία και μάλιστα τη σεζόν 1982-83 βγήκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 27 γκολ, μπροστά από τον Γκάρι Λίνεκερ. Η Γουότφορντ έκανε εξαιρετική χρονιά και βγήκε 2η, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Λίβερπουλ. Εκείνο το καλοκαίρι η Μίλαν αποφασίζει να δαπανήσει ένα σεβαστό ποσό και να τον αγοράσει. Ο αστικός μύθος (άλλωστε στην ιστορία του Μπλίσετ με τις φάρσες ταιριάζει απόλυτα) λέει ότι οι Μιλανέζοι ήθελαν να πάρουν τον Τζον Μπαρνς και μπέρδεψαν τους παίκτες. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν επιβεβαιώνεται, αλλά βάζει λίγη σάλτσα στην ιστορία.

Ο Μπλίσετ πήγε με ανεβασμένη την ψυχολογία ως πρώτος σκόρερ και φτάνοντας στην Ιταλία έκανε δηλώσεις γεμάτος σιγουριά. «Ο Πλατινί σκόραρε πέρσι 18 γκολ; Εγώ θα βάλω περισσότερα, θα γίνω το είδωλο των πιτσιρικάδων» δήλωσε περιχαρής. Η Γκατζέτα τον παρουσιάζει ως την μεταγραφή του καλοκαιριού, βάζοντάς τον πάνω από τον Τονίνιο Σερέζο της Ρόμα και πάνω ακόμα και από τον… Ζίκο που πηγαίνει στο Ούντινε. Η πίστη στον Μπλίσετ αυξήθηκε κι οι άνθρωποι της Μίλαν έτριβαν τα χέρια τους, καθώς στα φιλικά ματς σκόραρε πολύ. Καθώς όμως όλοι γνωρίζουμε, τα καλοκαιρινά πρωτοσέλιδα τα βλέπει ο οπαδός το χειμώνα και γελά. Μιλάμε για τα 80s και μιλάμε για την Ιταλία. Τα πράγματα ήταν… άγρια και ειδικά η Μίλαν ήταν στα χειρότερα χρόνια της, μετά από υποβιβασμούς. Ο Μπλίσετ σκόραρε ελάχιστα και περνούσε τεράστιες περιόδους ανομβρίας που κρατούσαν μέχρι και τρεις μήνες. Δεν βοήθησαν και ορισμένες μεγάλες ευκαιρίες που έχασε, ένα πέναλτι που έστειλε στα πουλιά και ειδικά μία φάση στο ντέρμπι την Ίντερ σχεδόν σε κενή εστία, με τον Τζένγκα εξουδετερωμένο. Τελείωσε τη σεζόν με μόλις 5 γκολ σε 30 παιχνίδια και μετριότατη παρουσία, καθώς δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο ιταλικό στιλ παιχνιδιού. Η Μίλαν βγήκε τελικά όγδοη.

Τα κατορθώματα του Μπλίσετ στην Ιταλία, προς το τέλος το άχαστο με την Ίντερ

Ο Μπλίσετ ήταν ένα παλτό, αλλά όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις μερίδα του κόσμου αγαπάει τέτοιους παίκτες που γίνονται τελικά cult ινδάλματα. Ο Τζαμαϊκανός έγινε μάλιστα και πανό των οπαδών της Λιβόρνο, καθώς ένα από τα λίγα του γκολ ήταν αυτό που έριξε την Πίζα στη Β’ εθνική και οι άσπονδοι γείτονες το χάρηκαν πολύ. Ένας δεύτερος αστικός μύθος χρεώνει την αποτυχία του Μπλίσετ στο γεγονός ότι στη Μίλαν πήγε ο… αδερφός του και όχι ο ίδιος. Τώρα το τι έκανε ο κανονικός Μπλίσετ όλη εκείνη τη σεζόν δεν το απαντάει κανείς, όπως καταλαβαίνουμε. Στον ποδοσφαιριστή αποδίδεται και η ατάκα: «Στην Ιταλία όσα λεφτά και να έχεις δεν μπορείς να βρεις Rice Krispies», ένα δημητριακό που άρεσε πολύ στον φορ. Το να πηγαίνεις από την Αγγλία στην Ιταλία και να γκρινιάζεις για το φαγητό είναι ύβρις, αλλά μπορεί τα Rice Krispies να ήταν σαν να έχασε ο Σαμψών την κοτσίδα του ας πούμε. Το παρατσούκλι Luther Miss-it είχε κολλήσει για τα καλά πάντως.

Παρόμοια ήταν η πορεία του και στην εθνική. Με τον Μπλίσετ να κάνει χατ τρικ στην πρώτη του εμφάνιση (ένας από τους πρώτους μαύρους με τα χρώματα της Αγγλίας) απέναντι στο Λουξεμβούργο, αλλά να μη σκοράρει ξανά στις υπόλοιπες 13 εμφανίσεις του με την Αγγλία. Ο Μπλίσετ το επόμενο καλοκαίρι γύρισε με συνοπτικές διαδικασίες στη Γουότφορντ για τα μισά χρήματα και συνέχισε εκεί την καριέρα του. Η κληρονομιά του έμεινε όμως ανεξίτηλη στην Ιταλία. Έστω και όχι ποδοσφαιρικά. Το όνομά του άρχισε κάποια χρόνια αργότερα να χρησιμοποιείται από ακτιβιστές και φαρσέρ. Κανείς δεν ξέρει τον ακριβή λόγο. Μια ερμηνεία είναι ότι ο Μπλίσετ είχε πέσει θύμα ρατσιστικών επιθέσεων σε ορισμένα γήπεδα, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Ο ίδιος πιστεύει ότι επειδή ακριβώς ήταν ένας από τους λίγους μαύρους ποδοσφαιριστές εκείνα τα χρόνια, ενέπνευσε. Το Luther Blissett Project ξεκίνησε το 1994 από την Μπολόνια, ως μια κολεκτίβα αναρχικών και το όνομα άρχισε να χρησιμοποιείται σε διάφορες φάρσες. Φάρσες που ξεγέλασαν από εφημερίδες μέχρι κανάλια.

Το πρόσωπο του φανταστικού Λούθερ Μπλίσετ

Μάλιστα, η ομάδα αυτή έγραψε και ένα βιβλίο που το υπέγραψε ως Λούθερ Μπλίσετ. Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας λαϊκός ήρωας μέσα στην εποχή της πληροφορίας, με τη διαδικασία της μυθοποίησης. Ένας Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής. Κάπως έτσι, ο Λούθερ Μπλίσετ άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορα μέρη, αφού από την Μπολόνια πήγε και σε άλλες πόλεις και χώρες και… αναλάμβανε την ευθύνη για διάφορες ιστορίες. Μαϊμού εξαφανίσεις καλλιτεχνών (που δεν υπήρχαν) σε τηλεοπτικές εκπομπές τύπου Νικολούλη, ρέιβ πάρτι σε τραμ με την αστυνομία να συλλαμβάνει τα άτομα και όλα να δηλώνουν όνομα Λούθερ Μπλίσετ, αιφνίδιοι θάνατοι φανταστικών προσώπων. Φέικ νιουζ πολύ πριν γίνουν μόδα, όλα με πρωταγωνιστή το ίδιο όνομα. Λούθερ Μπλίσετ. Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δεν ενοχλήθηκε ποτέ που το όνομά του πήρε πλέον άλλη σημασία, άρχισε να μοιράζεται από εδώ και από εκεί. Μετά από 5 χρόνια παρουσίας, οι υπεύθυνοι έκαναν ένα… συμβολικό σεπούκου (χαρακίρι) και σκότωσαν τον χαρακτήρα.

Μετά το 1′, η αποτυχία να πάρει σωστά τη στροφή

Όσο για τα ποδοσφαιρικά, ο Μπλίσετ έζησε κανονικά και έπαιξε αρκετά χρόνια ακόμα στην Αγγλία, έβαλε αρκετά γκολ στη Γουότφορντ και αλλού, αλλά δεν έφτασε ποτέ ξανά στις προ-Μίλαν επιδόσεις του. Θεωρείται πάντως από τους θρύλους της Γουότφορντ. Μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με τον ποδοσφαιρικό  σχολιασμό, αλλά και την αυτοκίνηση, καθώς έκανε μαζί με τον Μπαρνς και τον Λες Φέρντιναντ μια σχολή αγωνιστικής οδήγησης για νεαρούς από την Καραϊβική. Αργότερα ασχολήθηκε κι ο ίδιος με αγώνες οδήγησης και μάλιστα συμμετείχε το 2011 στο Silvestone Classic, όπου ανάμεσα σε άλλες διασημότητες τράκαρε λίγο μετά την εκκίνηση και έκανε αρκετές σβούρες. Ευτυχώς βγήκε σώος.

Το θαύμα του Καστέλ ντι Σάνγκρο: Ο Αμερικάνος που ερωτεύτηκε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Για 52 χρόνια ο Τζο ΜακΓκίνις ζούσε μια ζωή χωρίς μεγάλα πάθη στα δυτικά παράλια των ΗΠΑ. Στα 26 του είχε γίνει ο νεότερος συγγραφέας που μπήκε στη λίστα των Best Seller των New York Times, ένα κατόρθωμα που οφείλει στο βιβλίο του ‘The Selling of the President’, το οποίο ασχολιόταν με τον υποψήφιο τότε για την προεδρία, Ρίτσαρντ Νίξον. Ακολούθησε μια άκρως επιτυχημένη καριέρα με αρκετά βιβλία και μια ήσυχη ζωή που είχε ως επίκεντρο τη λογοτεχνία και την πολιτική. Μέχρι που ξεκίνησε το Μουντιάλ του 1994.

«Θυμάμαι καθαρά πως ήταν η ζωή μου. Από πολλές απόψεις, υποθέτω ότι ζούσα καλύτερα. Τα παιδιά μου με σέβονταν. Με τη σύζυγο μου μοιραζόμασταν πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Είχα φίλους. Μου άρεσε η μουσική. Διάβαζα βιβλία. Ότι ξαφνικά θα ξυπνούσε μέσα μου το πάθος για το ποδόσφαιρο έμοιαζε τόσο απίθανο όσο το να γίνω αστροναύτης» έγραψε ο ίδιος, χρόνια μετά.

Η ανάθεση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις ΗΠΑ ξύπνησε την περιέργεια του 52χρονου Αμερικανού για ένα παιχνίδι για το οποίο δεν ήξερε τίποτα και η συνέχεια ήταν ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Ο ΜακΓκίνις πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι διαβάζοντας και παρακολουθώντας αγώνες, ερωτεύτηκε παράφορα το ποδόσφαιρο και προσάρμοσε την υπόλοιπη ζωή του γύρω απ’αυτό. Έβαλε δορυφορική στο σπίτι του για να βλέπει όσα περισσότερα ματς μπορούσε, αγόραζε ποδοσφαιρικά βιβλία με το κιλό (από τα κλασικά του Γκαλεάνο μέχρι βιβλία στατιστικών που κατέγραφαν την προϊστορία των ντέρμπι Στόουκ-Πορτ Βέιλ!), ξενυχτούσε ή ξυπνούσε από τα ξημερώματα για να μη χάνει τα μεγάλα ευρωπαϊκά παιχνίδια και συζητούσε ατελείωτα γι’αυτό με όποιον μοιραζόταν το ίδιο πάθος.

Η τρέλα του για το παιχνίδι επηρέασε αναπόφευκτα και τη δουλειά του. Το 1995 όταν όλη η Αμερική παρακολουθούσε φανατικά τη δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον, ένας εκδότης του πρόσφερε 1 εκατομμύριο δολάρια για να γράψει ένα βιβλίο γι’αυτήν. Τότε, ο ΜακΓκίνις σόκαρε τους πάντες με την απόφαση του. Όχι μόνο αρνήθηκε να ασχοληθεί με τη δίκη αλλά ανακοίνωσε πως το επόμενο βιβλίο του θα είχε ως θέμα το ποδόσφαιρο. Το θέμα του; Μια μικρή ομάδα από ένα χωριό κοντά στην κεντρική Ιταλία, η οποία είχε μόλις ανέβει για πρώτη φορά στη Serie B!

Το καλοκαίρι του 1996 αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και μετακόμισε για ένα χρόνο στο απομακρυσμένο Καστέλ ντι Σάνγκρο, ένα χωριό 5.000 κατοίκων που την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει την τεράστια έκπληξη, κερδίζοντας την άνοδο στη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία της Ιταλίας, σε μια εποχή που το ιταλικό ποδόσφαιρο ζούσε τα καλύτερα και πιο ένδοξα χρόνια του. Εκεί θα αντιμετώπιζε παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας, όπως η Τορίνο και η Τζένοα, αλλά και ομάδες από μεγαλουπόλεις, όπως η Μπάρι, η Πάντοβα και η Βενέτσια.

Οι ντόπιοι υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τον διάσημο συγγραφέα, του έδωσαν το ελεύθερο να κινείται σε όλους τους χώρους του γηπέδου, τον έπαιρναν στο λεωφορείο της ομάδας στα εκτός έδρας και για να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τους παίκτες τον άφησαν να τρώει καθημερινά μαζί τους στο τοπικό εστιατόριο. Ο ΜακΓκίνις έζησε από μέσα όλη τη σεζόν, παθιάστηκε με την ομάδα και την ηρωική προσπάθεια της να κάνει ένα δεύτερο συνεχόμενο θαύμα και να παραμείνει στην κατηγορία, μεταμορφώθηκε σε κανονικό οπαδό που αδυνατεί να συγκρατήσει τα συναισθήματα του στην κερκίδα και κατέγραψε τα πάντα στο βιβλίο ‘Τα δοκάρια του Καστέλ ντι Σάνγκρο’ (Κανονικός τίτλος: ‘The Miracle Of Castel Di Sangro‘). Η ιστορία μπορεί να κουράσει λίγο έναν άσχετο με το ποδόσφαιρο αναγνώστη (λόγω της υπερβολικής τακτικής ανάλυσης κάποιων αγώνων) αλλά σίγουρα θα αρέσει σε κάποιον που ασχολείται με το ποδόσφαιρο με το ίδιο πάθος με το οποίο το αντιμετώπιζε – μετά τα 52 του πάντα – και ο Αμερικανός συγγραφέας.

Για καλή του τύχη, η ιστορική σεζόν που παρακολούθησε από κοντά είχε μπόλικες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις αλλά και αρκετά ευτράπελα, εντός και εκτός γηπέδων. Η ομάδα του Καστέλ ντι Σάνγκρο παρά το μικρό της μπάτζετ και το γεγονός ότι έβγαλε τη μισή χρονιά παίζοντας τα εντός έδρας σε ουδέτερο γήπεδο, αποδείχτηκε πολύ σκληρό καρύδι για όλους τους αντιπάλους της μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Εκτός αυτού όμως, ο άβγαλτος και αγαθός Αμερικανός ανακάλυπτε έναν νέο κόσμο, γεμάτο μεσογειακές ‘ομορφιές’, περίεργα σκηνικά και μυστήριους ανθρώπους. Όπως χαρακτηριστικά λέει μια ατάκα που παραθέτει και ο συγγραφέας στο βιβλίο: «Στη Serie B δεν βαριέσαι ποτέ. Εκτός από τα 90 λεπτά των αγώνων.»

Ένας πάμπλουτος και ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης που κανείς δεν ξέρει πως έκανε την περιουσία του, ένας κομπιναδόρος πρόεδρος που έχει κι άλλες βλέψεις πέρα απ’το ποδόσφαιρο και ένας ξεροκέφαλος προπονητής που δεν αντέχει τις βεντέτες είναι κάποια από τα πρόσωπα που συναντάει ο ΜακΓκίνις, πρόσωπα των οποίων οι τόσο γνώριμες περιγραφές (η φράση «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα» δεν βγήκε τυχαία) σίγουρα θα προκαλέσουν ένα χαμόγελο στο πρόσωπο κάθε αναγνώστη που έχει φάει με το κουτάλι το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μια από τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία της Καστέλ ντι Σάνγκρο: To διπλό μέσα στο Λουίτζι Φεράρις

Όπως διαβάζουμε σε σχετικό σημείωμα του εκδοτικού οίκου, το βιβλίο (το οποίο ο συγγραφέας χαρακτήρισε ως το πιο αγαπημένο του) ψηφίστηκε ομόφωνα ως το Βιβλίο της Χρονιάς για το 1999 από την Επιτροπή Βραβείων William Hill στο Λονδίνο -το πρώτο αμερικάνικο βιβλίο που κέρδισε αυτό το βραβείο-, ενώ αναδείχθηκε επίσης ως το Καλύτερο Βιβλίο της Σεζόν 1999 από το κορυφαίο αγγλικό ποδοσφαιρικό περιοδικό FourFourTwo.

Ο Τζο ΜακΓκίνις πέθανε το 2014 στις ΗΠΑ σε ηλικία 71 ετών. Οι περισσότεροι άνθρωποι που τον έμαθαν μέσα από το συγγραφικό του έργο πιστεύουν πως το μεγαλύτερο επίτευγμα του ήταν το βιβλίο για τον Νίξον και η πολύ πετυχημένη τριλογία των βιβλίων θρίλερ που έγραψε αργότερα. Αν ρωτούσες όμως τον ίδιο, το πιθανότερο είναι πως θα σου έλεγε πως η μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή του ήταν πως γνώρισε από κοντά τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, τον παίκτη που «πρόσθετε στο ποδόσφαιρο κομψότητα, χάρη και μια αύρα μαγείας που δεν είχα δει ποτέ μέχρι τώρα σε οποιοδήποτε άθλημα».

Ο Banksy, οι Massive Attack και η Νάπολι

  [4 Σχόλια]

Ένα από τα αγαπημένα μου είδη μουσικής ήταν και συνεχίζει να είναι το trip-hop. Και μπορεί η πρώτη μου… κασέτα trip-hop να ήταν το Dummy των Portishead, η πρώτη μου επαφή όμως με το αυτό το είδος μουσικής έγινε με τους Massive Attack και το Unfinished Sympathy, τότε που το MTV δεν ήταν μια σαβούρα γεμάτη άθλια μουσική και ριάλιτι. Μια που η αγάπη μου για το trip-hop δεν συμβαδίζει με αντίστοιχη αγάπη για το αγγλικό ποδόσφαιρο, δεν ασχολήθηκα περισσότερο με το Μπρίστολ (την πρωτεύουσα αυτής της μουσικής) όσον αφορά στη ποδοσφαιρική του πλευρά.

Ο 3D (κατά κόσμο Robert Del Naja) ένας από τους ιδρυτές των Massive Attack και τους βασικότερους ανθρώπους της μουσικής αυτής σκηνής, έχει βρεθεί εδώ και έναν χρόνο περίπου στο επίκεντρο μιας… περίεργης ιστορίας. Οι θεωρίες συνωμοσίας λένε ότι ο 3D είναι ο γνωστός graffiti artist με το όνομα Banksy. Ακόμα και αν το όνομα δεν σας λέει κάτι, σίγουρα θα έχετε δει κάποια από τα έργα του σε τοίχους όλου του κόσμου. Η ταυτότητα του Banksy είναι άγνωστη και όπως είναι λογικό έχουν ακουστεί διάφορα ονόματα κατά καιρούς.

Συμπτώσεις;

Τα κοινά με τον 3D που έφεραν αυτή τη θεωρία είναι αρκετά. Κατ’ αρχήν το Μπρίστολ που αποτέλεσε την αφετηρία και των δύο, αλλά και στοιχεία όπως η αρκετά κοντινή τεχνοτροπία σε εξώφυλλα των Massive Attack με τα έργα του Banksy, το γεγονός ότι κινούνται σε παρόμοιους κύκλους και έχουν αρκετούς κοινούς γνωστούς (ένας εκ των οποίων σε πρόσφατη συνέντευξή του αποκάλεσε τον Banksy ως Ρόμπερτ φουντώνοντας ξανά τις φήμες της ταυτοπροσωπίας) και φυσικά η έρευνα πέρσι ενός δημοσιογράφου που αποκάλυψε την μεγάλη σύμπτωση. Σε αρκετές πόλεις του κόσμου, εμφανίστηκαν γκράφιτι του Banksy λίγο πριν ή λίγο μετά από συναυλία των Massive Attack. Ο 3D το αρνείται και δεν παραδέχεται κάτι (πιθανώς επειδή δεν ισχύει), χωρίς να πείθει πάντως τους θιασώτες της θεωρίας συνωμοσίας. Αυτό που όμως δεν αρνείται είναι η αγάπη του για το ποδόσφαιρο και τη Νάπολι.

Παρ’ ότι ο πατέρας του τον πήγαινε να βλέπει την Μπρίστολ Σίτι (στα καλά χρόνια του συλλόγου, τότε που διεκδικούσε εξόδους στην Ευρώπη), η Μπρίστολ δεν ήταν η μοναδική ομάδα στην οικογένεια. Ο μπαμπάς του 3D ήταν Ναπολιτάνος και φυσικά έκανε και τον γιο του Νάπολι. «Για πολύ καιρό την υποστήριζα από μακριά χωρίς να ξέρω πολλά για την ομάδα. Όταν όμως πήρε τον Μαραντόνα γεννήθηκε μια αγάπη. Δεν μπορούσα φυσικά να δω την ομάδα από κοντά, ούτε πηγαίναμε στη Νάπολη για να δούμε συγγενείς. Για αρκετά χρόνια δεν είχα κάποιο σοβαρό εισόδημα για να κάνω το ταξίδι. Μόλις όμως κατάφερα να βγάλω χρήματα, ταξίδεψα στην Ιταλία. Η γκαντεμιά μου ήταν ότι ότι έφτασα μια μέρα αφ’ ότου ο Μαραντόνα βρέθηκε θετικός σε κοκαΐνη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Πήγα στο ματς με την Ίντερ, ήρθε 1-1 με γκολ των Καρέκα και Ματέους, αλλά δεν είχα καμία όρεξη. Ήμουν στενοχωρημένος επειδή δεν είδα τον Ντιέγκο να παίζει. Πιστεύω ότι έφερα γρουσουζιά στην ομάδα. Είναι τυχαίο ότι όταν άρχισα να την υποστηρίζω από κοντά υποβιβάστηκε;«

Ο 3D πάντως δεν είναι glory hunter οπαδός. Συνέχισε να υποστηρίζει τη Νάπολι. «Πήγα στο ματς με τη Τσιταντέλα στη χρονιά της Γ’ εθνικής και είχε 60.000 κόσμο, ήταν κάτι απίστευτο. Οι οπαδοί της Νάπολι είναι γεμάτοι αντιφάσεις. Μπορούν να κάνουν απίστευτη υπομονή για χρόνια ολόκληρα, αλλά μέσα σε 90′ ενός αγώνα είναι ανυπόμονοι. Έχω δει να μαζεύονται και να καίνε τα κασκόλ τους έξω από το γήπεδο μετά από μία ήττα ή να βάζουν φωτιές στις κερκίδες. Δεν έχει καμία σχέση η ατμόσφαιρα στο Μπρίστολ με τη Νάπολι πριν από ένα ματς. Στη Νάπολι είναι σαν μια γιορτή έξω από το γήπεδο πριν τον αγώνα, με πολύ κόσμο, γυναίκες και παιδιά. Αλλά είναι μια ατμόσφαιρα χάους και τρέλας.» Κάτι που το διαπιστώνει όποιος επισκέπτεται την πολή, το διαπιστώσαμε και εμείς πέρσι όταν ταξιδέψαμε εκεί:

«Η πόλη ζει με το ποδόσφαιρο και ζει για το ποδόσφαιρο. Το συναντάς στα γκράφιτι για τη Νάπολι, το συναντάς στα πιτσιρίκια που παίζουν παθιασμένα μπάλα στις πλατείες ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα, το συναντάς στις φανέλες της ομάδας που πωλούνται παντού στους δρόμους, το συναντάς στις κουβέντες. Το όμορφο χάος που λέγεται Νάπολη.»

Περπατώντας στη Νάπολη

Εκτός όμως από τον 3D, που προσπαθεί να παρακολουθεί αρκετά ματς της Νάπολι και έχει εμφανιστεί σε με κασκόλ και φανέλα του Λαβέτσι σε συναυλία του εκεί, ένας ακόμα από τους πιο αγαπημένους μουσικούς μου, ο Τζέιμς Λαβέλ των UNKLE (και εν μέρει των Massive Attack) έχει μαγευτεί από τη Νάπολι, καθώς την πρώτη φορά που ταξίδεψε στην πόλη ήταν με τους Massive Attack και έτσι ο 3D τον μύησε. Στο μικρό κλιπάκι του Copa90 παρακάτω, οι δυο φίλοι μιλάνε για το φαινόμενο Σαν Πάολο, ένα σύγχρονο Κολοσσαίο, την πόλη και τους ανθρώπους της, την ατμόσφαιρα που θυμίζει Ν. Αμερική. Η Νάπολι άλλωστε λένε αρκετοί δεν είναι Ιταλία.

Κι αν ψάχνεστε ακόμα για την ταυτότητα του Banksy και αναρωτιέστε αν τελικά οι φήμες ισχύουν, ίσως θα πρέπει να αρχίσετε να κοιτάτε και πόσα γκράφιτι του καλλιτέχνη εμφανίζονται πριν ή μετά αγώνες της Νάπολι στην Ευρώπη. Γιατί κατά διαβολική τύχη, το μοναδικό γκράφιτι του Banksy στην Ιταλία που είναι γνωστό ότι υπάρχει, βρίσκεται στην πλατεία Τζερολομίνι της Νάπολης (ω, τι σύμπτωσις), αυτό που έχει όνομα «η Παναγία με το πιστόλι» και είναι αφιερωμένο στην πόλη που έχει έντονη τόσο την εγκληματικότητα, όσο και τον καθολικισμό. Το γκράφιτι αυτό σώθηκε καθώς πέρσι μαζεύτηκαν υπογραφές και βρέθηκαν χρήματα ώστε να τοποθετηθεί από πάνω του ένα προστατευτικό κάλυμμα, σε αντίθεση με ένα άλλο γκράφιτι του Banksy στην πόλη που καλύφθηκε το 2010 από άλλα. Αν τελικά δεν είναι ο 3D ο καλλιτέχνης, σίγουρα είναι κάποιος που σαν τον Τζέιμς Λαβέλ έγινε φαν της πόλης και (ίσως) και του συλλόγου.

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Το πέναλτι που άργησε είκοσι τέσσερις μέρες

  [1 Σχόλιο]

«Αυτό το χτύπημα πέναλτι διήρκεσε μια εβδομάδα, και, εκτός κι αν κάποιος έχει αντίθετη γνώμη, ήταν το μακρύτερο πέναλτι στην ιστορία». Ο άνθρωπος που μας προκαλεί να τον διαψεύσουμε, είναι ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο και γνωρίζει πολύ καλά ότι λέει ανακρίβειες.

Ο Σοριάνο έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παταγονία και έπαιξε πολλή μπάλα πριν γίνει δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος  και εξαιρετικά αγαπητός στην πατρίδα του αλλά και έξω από αυτήν: μετά τον θάνατό του, το 1997, στην Ιταλία ιδρύθηκε ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομά του. Είναι η μεικτή συγγραφέων, στην οποία παίζει, για παράδειγμα, ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Το απραγματοποίητο όνειρο του Σοριάνο ήταν να παίξει σέντερ φορ στην ομάδα που υποστήριζε φανατικά, τη Σαν Λορένσο. Όταν μετά τη δικτατορία κατέφυγε στην Ευρώπη,  δεν παρέλειπε να τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα στους παιδικούς του φίλους  στην Αργεντινή για να μαθαίνει τι είχαν κάνει τα Κοράκια.

Γκραφίτι με τον Οσβάλντο Σοριάνο στο Μποέδο, στη γειτονιά της Σαν Λορένσο

Τον Οκτώβριο του 2003, το Υπουργείο Παιδείας και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής είχαν μια καταπληκτική ιδέα. Να καταπολεμήσουν τη βία στα γήπεδα μοιράζοντας βιβλία λογοτεχνίας στους θεατές. Το σύνθημα της εκστρατείας ήταν «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα» και η κεντρική ιδέα ότι, σε περίπτωση που η διαιτησία ή το θέαμα δεν ήταν ικανοποιητικά, οι θεατές θα ξεχνιούνταν με το διάβασμα αντί να παίζουν ξύλο –είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά ότι η εκστρατεία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Στην πορεία ανέκυψαν κάποια μεθοδολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα, τα βιβλία έπρεπε να είναι ολιγοσέλιδα ώστε να μην έχει νόημα να χρησιμοποιηθούν ως όπλα εναντίον των διαιτητών ή των αντιπάλων σε περίπτωση που το μέτρο δεν ήταν αποτελεσματικό. Εκδόθηκαν λοιπόν βιβλιαράκια με διηγήματα, μεταξύ άλλων του μεγάλου Χόρχε Λουίς Μπόρχες –ο ίδιος απεχθανόταν το ποδόσφαιρο– και πολλών εκλεκτών συναδέλφων του, κάπως πιο φιλάθλων, όπως ο αγαπημένος Εδουάρδο Γκαλεάνο. Θέμα, συνήθως, η μπάλα, για προφανείς λόγους.

Η αρχή έγινε σε ένα ματς της Σαν Λορένσο και, βέβαια, δεν μπορούσε παρά να επιλεγεί ο Σοριάνο και το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου», για πολλούς το καλύτερο διήγημα που έχει γραφτεί ποτέ για το ποδόσφαιρο.

Σύντομη περίληψη του: είμαστε στα 1958. Ο Πολικός Αστέρας είναι η ποδοσφαιρική ομάδα ενός παρηκμασμένου μπιλιαρδάδικου, κάπου στην άκρη του κόσμου, στην Παταγονία. Τίποτε αξιοσημείωτο, ούτε καν οι συνεχείς της αποτυχίες –δεν τερμάτισε ποτέ πάνω από τη μέση της βαθμολογίας. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια ομάδα με παίκτες «αργούς σαν γαϊδούρια και βαριούς σαν ντουλάπες»; Μέχρι που μια σεζόν, ως άλλη Λέστερ, ο Αστέρας αρχίζει να κάνει τη μια νίκη μετά την άλλη. Οι περισσότερες 1-0, αλλά τι σημασία έχει; Όσο περνάει ο καιρός, όλοι, ακόμη κι οι λιγοστοί της φίλοι, έρχονται στο γήπεδο με την ελπίδα να είναι μπροστά όταν συμβεί το αναπόφευκτο, δηλαδή όχι απλώς η ήττα αλλά η κατάρρευση. Οι ήττες έρχονται αλλά το ηθικό είναι ακμαίο, οι παίκτες μάχονται σαν σκυλιά κι η ομάδα αντέχει.

Μέχρι που την τελευταία αγωνιστική οι ήρωες του Πολικού Αστέρα παίζουν για τον τίτλο, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Θέλουν νίκη εκτός έδρας απέναντι στη μόνιμη πρωταθλήτρια, την Ντεπορτίβο Μπελγκράνο, η οποία, παρεμπιπτόντως, τους είχε διαλύσει στον πρώτο γύρο 0-7. Σα να μην έφτανε αυτό, ο όχι ιδιαίτερα αδέκαστος διαιτητής έχει λόγους να θέλει να μη χάσει η Μπελγκράνο. Σχεδόν στη λήξη, κι ενώ ο Αστέρας, προς γενική έκπληξη, προηγείται 2-1 κι αγγίζει τον τίτλο, ο διαιτητής σφυρίζει πέτσινο πέναλτι. Ακολουθούν τρομακτικά επεισόδια –οι φίλαθλοι του Αστέρα εισβάλλουν στο γήπεδο, πέφτουν πυροβολισμοί– και διακοπή. Τα είκοσι δευτερόλεπτα που απομένουν, ουσιαστικά το χτύπημα του κερδισμένου πέναλτι της Ντεπορτίβο, θα παιχτούν κεκλεισμένων των θυρών μια εβδομάδα μετά, γεγονός που αφήνει στον τερματοφύλακα του Αστέρα, τον Ινδιάνο «Γάτο» Ντιάζ, εφτά ολόκληρα εικοσιτετράωρα αμφιβολιών, σκληρής προπόνησης κι εξαιρετικής μεταχείρισης από μέρους των φιλάθλων –αντρών και γυναικών– της ομάδας. Τι θα γίνει;

Ας αφήσουμε όμως τη λογοτεχνία κι ας μιλήσουμε για την άγρια πραγματικότητα των αργεντίνικων γηπέδων. Ξαναγυρνάμε στο 2003, τον Απρίλιο. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της αξιέπαινης πρωτοβουλίας «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα», κάπου στο Μπουένος Άιρες, οι Ντεφενσόρες ντε Καμπασέρες και η Ατλέτικο Ατλάντα παίζουν για την Πριμέρα Β Μετροπολιτάνα. Η Ατλέτικο μάχεται για την σωτηρία της, θέλει νίκη οπωσδήποτε. Απομένουν πέντε λεπτά για το τέλος, το σκορ είναι 0-0, ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος των Ντεφενσόρες, τη συνέχεια τη φανταζόμαστε: οι οπαδοί μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ξύλο, χαμός, διακοπή.

Ο Λούκας Φερέιρο κουράστηκε να περιμένει

Το ματς θα συνεχιστεί κεκλεισμένων των θυρών από κει που διακόπηκε, όχι μια εβδομάδα αλλά είκοσι τέσσερις μέρες μετά. Το ρεκόρ του Σοριάνο καταρρίπτεται –αλλά θα επανέλθουμε.

Άραγε, ο τερματοφύλακας των Ντεφενσόρες, ο Σέζαρ Γκονζάλες, είχε στο μυαλό του τον ήρωα του Σοριάνο, τον «Γάτο», τον θλιβερό τερματοφύλακα του Πολικού Αστέρα που ήθελε οπωσδήποτε να αποκρούσει το πέναλτι ώστε η όμορφη ξανθιά του χωριού να δεχτεί να τον φιλήσει; Έθεσε κι αυτός ερωτήματα, που στις μέρες μας τα εξετάζει η θεωρία των παιγνίων, αλλά είχαν απασχολήσει και παλιότερα τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο; «Τα χτυπάει  πάντα δεξιά. Αλλά ξέρει ότι το ξέρω. Όμως κι εγώ ξέρω ότι το ξέρει ότι το ξέρω». Άραγε, ο πρόεδρος της ομάδας τον συμβούλεψε «Ε, πέσε αριστερά να τελειώνουμε»; Ο διαιτητής του αγώνα, ο Αλεχάντρο Τόια, φοβήθηκε, άραγε, μην πάθει κι αυτός, όπως στο διήγημα του Σοριάνο, επιληπτική κρίση και δε διαπιστώσει αν τελικά το πέναλτι ήταν εύστοχο; Ο Λούκας Φερέιρο της Ατλέτικο προπονήθηκε τόσο επίπονα στην διάρκεια αυτών των εικοσιτεσσάρων ημερών ώστε να μπορεί να χτυπάει πέναλτι ακόμη και κοιμισμένος; Όπως και να΄χει, τα κατάφερε. Ο Γκονσάλες έπεσε σωστά αλλά δεν ήταν αρκετό. Η Ατλέτικο Ατλάντα κέρδισε και έκανε ένα σπουδαίο βήμα για την παραμονή της –τον Ιούνιο την οριστικοποίησε. Κι η όλη ιστορία επανέφερε στο προσκήνιο το εξαιρετικό διήγημα του Σοριάνο.

Ένας συγγραφέας που έφηβος έπαιξε σέντερ φορ στα τοπικά του Ρίο Νέγρο γνωρίζει τόσο καλά το ποδόσφαιρο ώστε να μπορεί να περιγράψει τα πάντα πριν ακόμη συμβούν; Στην πραγματικότητα, ο Σοριάνο, ως συγγραφέας, είχε ένα άλλο προνόμιο, να δείχνει την πραγματικότητα έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.

Το 1953, στο Τσιπολέτι της Παταγονίας, ο δεκάχρονος Οσβάλντο Σοριάνο γνωρίζει μια από τις πρώτες απογοητεύσεις της ζωής του. Η άσημη τοπική ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά στην ιστορία της έναν τίτλο απέναντι στην ισχυρή Ουνιόν Άλλεν Προγκρεσίστα της γειτονικής πόλης. 0-0 λίγα λεπτά πριν τη λήξη, πέναλτι εις βάρος της Άλλεν, εισβολή, διακοπή, το πέναλτι που χτυπιέται δυο εβδομάδες αργότερα. Στην πραγματική ιστορία, η ισχυρή ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα. Και στη λογοτεχνία; Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος, το  διήγημα είναι εδώ, στα αγγλικά. Ο «Γάτος» Ντιάζ, πάντως, παντρεύτηκε τελικά την αδερφή του σκληροτράχηλου δεξιού μπακ του Πολικού Αστέρα.

* Το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου» έχει εμπνεύσει μια μετριότατη κινηματογραφική ταινία. Συστήνουμε καλύτερα μια άλλη, στην οποία βρίσκουμε πολλούς ήρωες του Σοριάνο,«Το ξεχασμένο Μουντιάλ».

«Το αν κερδίζεις ή χάνεις είναι δευτερεύον»

  [5 Σχόλια]

sanlor

Στις αρχές της δεκαετίας του 40′ ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες που έχει βγάλει η Αργεντινή και ένας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα, εργαζόταν σε μια βιβλιοθήκη στο Μπουένος Άιρες. Παρ’ όλο που ο Μπόρχες άνηκε στην κατηγορία των λογοτεχνών που αδιαφορούσαν πλήρως (σε βαθμό σνομπισμού) για το ποδόσφαιρο, η μοίρα το έφερε έτσι που στην καθημερινή του εργασία περιτριγυριζόταν από συναδέλφους που μιλούσαν σχεδόν έξι ώρες τη μέρα για μπάλα. Η βιβλιοθήκη άλλωστε βρισκόταν δίπλα σε μια περιοχή στην οποία το ποδόσφαιρο είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι που κάποιοι μαντράχαλοι κυνηγάνε μια μπάλα στα γρασίδια, στη γειτονιά Μποέδο. Μια γειτονιά στην οποία πολλές φορές η πρώτη και η τελευταία σκέψη των κατοίκων στη διάρκεια μιας μέρας είναι μια και συγκεκριμένη: η Σαν Λορένσο ντε Αλμάγκρο.

Αρκετά χρόνια μετά από την περίοδο εκείνη, όταν είχε ήδη γίνει μια από τις πιο διάσημες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Μπόρχες ανακάλεσε σε κάποιες συνεντεύξεις την περίοδο εκείνη και μίλησε για τη μοναδική φορά που η ζωή του συνδέθηκε με το ποδόσφαιρο:

«Κάποια φορά με ρώτησαν ποια ομάδα προτιμώ. Τότε τους είπα ότι δεν ήξερα απολύτως τίποτα για το ποδόσφαιρο και μου είπαν ότι αφού βρισκόμασταν στο «μπάριο» του Μποέδο και του Σαν Χουάν έπρεπε να λέω ότι ήμουν με τη Σαν Λορένσο. Απομνημόνευσα αυτή την απάντηση και πάντα έλεγα ότι ήμουν Σαν Λορένσο για να μην προσβάλω τους φίλους μου. Γρήγορα όμως διαπίστωσα ότι η Σαν Λορένσο δεν κέρδιζε σχεδόν ποτέ. Τους μίλησα τότε γι’ αυτό και μου απάντησαν ότι το αν κερδίζεις ή χάνεις είναι δευτερεύον γι’αυτούς.»

sanlor2

Την Τετάρτη η Σαν Λορένσο αντιμετώπιζε τη Λανούς στον τελικό του πρωταθλήματος Αργεντινής. Το βίντεο που ακολουθεί είναι τραβηγμένο στο 88ο λεπτό του αγώνα. Η Σαν Λορένσο βρίσκεται πίσω στο σκορ με 3-0! Οι οπαδοί της, που έχουν γεμίσει ασφυκτικά το κομμάτι του Μονουμεντάλ που τους αναλογεί, τραγουδάνε και χοροπηδάνε σαν να μην έχουν μόλις διασυρθεί σε έναν μεγάλο τελικό, σαν να μη σκέφτονται τον πικρό γυρισμό στο σπίτι και την πίκρα της επόμενης μέρας στη δουλειά, σαν να μην έχουν συνειδητοποιήσει ότι για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά τερματίζουν 2οι, μια ανάσα από το πρωτάθλημα.

Κάπου στα μισά του βίντεο ο παλμός στην κερκίδα ενισχύεται αισθητά. Ξαφνικά σχεδόν όλη η κερκίδα χοροπηδάει, κασκόλ και φανέλες ανεμίζουν, κάποιος ανάβει ένα καπνογόνο. Είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο μπαίνει το τελευταίο γκολ του αγώνα. Σκόρερ είναι ο Λαουτάρο Ακόστα. Της Λανούς! Το σκορ γίνεται 4-0.

Οι φίλοι του Μπόρχες, εβδομήντα χρόνια πριν, δεν του είπαν ψέμματα. «Το αν κερδίζεις ή χάνεις είναι δευτερεύον».

Μια ομάδα διαφορετική από τις άλλες

  [Καθόλου σχόλια]

banksy

Τον Ιανουάριο του 2001 μια Αγγλική ομάδα από το Μπρίστολ φτάνει στην περιοχή Τσιάπας στο νότιο Μεξικό για να δώσει μερικά φιλικά παιχνίδια με την ομάδα των Ζαπατίστας. Ενδιάμεσα από τους αγώνες η αποστολή της ομάδας συμμετέχει σε διάφορες τοπικές εκδηλώσεις, προσφέροντας εθελοντική εργασία όπου χρειάζεται και δίνοντας στους οικοδεσπότες ένα ποσό αρκετών χιλιάδων λιρών, το οποίο είχε συγκεντρωθεί από δωρεές, για να βελτιωθεί το τοπικό σύστημα παροχής νερού και να δημιουργηθούν αθλητικές υποδομές για τα παιδιά της περιοχής. Εκτός όλων αυτών, ένας εκ των τερματοφυλάκων ζωγραφίζει μερικές τοιχογραφίες που σχετίζονται με την απελευθερωτική δράση του κινήματος.

Το πραγματικό όνομα του τερματοφύλακα (το πρόσωπο του οποίου καλύπτεται από θολά πίξελ στην παραπάνω φωτογραφία από το ταξίδι αυτό) δεν έχει γίνει ακόμα γνωστό. Όλος ο πλανήτης όμως τον γνωρίζει με το ψευδώνυμο ‘Banksy’. Το όνομα της ιδιαίτερης αυτής ομάδας που πραγματοποίησε όλο το παραπάνω εγχείρημα είναι «Easton Cowboys’.

easton

Η μικρή ομάδα από το Μπρίστολ (πόλη από την οποία προέρχεται και ο Banksy, που εκτός από την περιοδεία αυτή συμμετείχε την εποχή εκείνη και σε άλλα παιχνίδια ως τερματοφύλακας) δημιουργήθηκε το 1992 και εξελίχθηκε σε κάτι πολύ παραπάνω από μια ακόμα ερασιτεχνική, ποδοσφαιρική ομάδα γειτονιάς. Όπως δήλωνε χαρακτηριστικά στο BBC ο Γουίλ Σίμπσον, συγγραφέας του βιβλίου ‘Freedom through football’ που, έχοντας σαν τίτλο το σλόγκαν του συλλόγου, διηγείται όλη την πορεία του μέσα στα χρόνια: «Δεν δηλώνουμε πως είμαστε μια σοσιαλιστική ομάδα ή μια αναρχική ομάδα. Είμαστε μια αθλητική ομάδα που απλά έχει και μια πολιτική διάσταση. Είμαστε αντι-ρατσιστές, αντι-σεξιστές και εναντίον της ομοφοβίας».

Είκοσι και πλέον χρόνια μετά την ίδρυση της η ομάδα των Καουμπόηδων εκτός από το ανδρικό ποδόσφαιρο και τη συμμετοχή της με διάφορες υπο-ομάδες στο πρωτάθλημα της περιοχής του Μπρίστολ, δραστηριοποιείται πλέον και στο γυναικείο ποδόσφαιρο, καθώς και στο μπάσκετ και στο κρίκετ. Από το δυναμικό της έχουν περάσει εκατοντάδες παίκτες και παίκτριες καθώς οι πόρτες της είναι ανοιχτές για οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως ηλικίας ή ταλέντου, ενστερνίζεται τη φιλοσοφία της και ενδιαφέρεται να συνεισφέρει είτε αθλητικά είτε σε κάποιο από τα υπόλοιπα πρότζεκτ που οργανώνουν οι άνθρωποι της.

Εκτός του ότι είναι ο πρώτος Ευρωπαϊκός σύλλογος που τόλμησε να ταξιδέψει στο Μεξικό για να αντιμετωπίσει αλλά και να στηρίξει έμπρακτα τους επαναστάτες Ζαπατίστας, η ομάδα έχει να επιδείξει αρκετά ακόμα ανάλογα κατορθώματα τα οποία μπορεί κάποιος να διαβάσει αναλυτικά στη σελίδα της. Κάποια από τα πιο αξιομνημόνευτα είναι η διοργάνωση φιλανθρωπικών τουρνουά, η συμμετοχή σε φιλανθρωπικά παιχνίδια σε όλο τον κόσμο, η συγκέντρωση χρημάτων για τη μάχη κατά του καρκίνου του στήθους, υπέρ των γυναικών της Ν. Αφρικής που πέφτουν θύμα βιασμού και υπέρ της Παλαιστίνης.

Η στήριξη της στην προσπάθεια της Παλαιστίνης πάντως, δεν παρέμεινε μόνο σε οικονομικό επίπεδο. Αψηφώντας τους όποιους κινδύνους υπήρχαν, οι ερασιτέχνες παίκτες της ταξίδεψαν δυο φορές στην Παλαιστίνη (το 2007 και το 2010), έπαιξαν με διάφορες μικρές, τοπικές ομάδες βλέποντας από κοντά τις συνθήκες διαβίωσης στη Δυτική Όχθη και στις άλλες περιοχές της χώρας και χάρισαν χαμόγελα στους ντόπιους πιτσιρικάδες, και όχι μόνο, που είδαν κάποιους ξένους να ενδιαφέρονται πραγματικά γι’ αυτούς. Το δεύτερο ταξίδι μάλιστα μετατράπηκε και σε μικρό ντοκιμαντέρ με τίτλο ‘Over the wall’, ένα μικρό μέρος του οποίου μπορείς να δεις παρακάτω:

Ο Ξένος Κάτω Από τα Δοκάρια

  [16 Σχόλια]

camus

Στις 6 Ιουνίου 1932 τελειώνει άδοξα στα 18 του μόλις χρόνια η καριέρα ενός σπουδαίου ταλέντου, όταν διαγνώστηκε με φυματίωση. Γεννημένος στην Αλγερία, ο Αλμπέρ Καμύ έπαιζε τερματοφύλακας στη σχολική ομάδα όταν τον εντόπισε ο μεγαλύτερος σύλλογος της Αλγερίας, η RUA (Racing Universitaire Algerios) και τον πήρε στις ακαδημίες της. Στα 17 του ήταν ήδη βασικός και είχαν αρχίσει να έρχονται να τον βλέπουν σκάουτς από τη Μασσαλία. Στα 18 του όμως η φυματίωση του κόβει την καριέρα, εμπεδώνοντας την πίστη του στο παράλογο που τον συνόδευε από την αρχή της ζωής του και του χάρισε ένα Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1957.

«Το παράλογο της ύπαρξης είχε τρεις επιπτώσεις στη ζωή μου: την επανάστασή μου, την ελευθερία μου και το πάθος μου».

Ο Καμύ έχασε τον πατέρα του πριν κλείσει 1 χρόνο ζωής. Ο Λουσιέν Καμύ πέθανε το 1914 στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Aπό τότε ξεκινά η ζωή του Αλμπέρ ως ‘ξένος’. Μεγάλωσε ως ‘Πιέ Νουάρ’ (μαυροπόδαρος, όπως μειωτικά χαρακτηρίζουν οι Γάλλοι όσους προέρχονται από τη Βόρεια Αφρική), με μια κουφή μητέρα και έναν κωφάλαλο αδερφό. Τότε ανέπτυξε το πάθος για το ποδόσφαιρο. Στις αλάνες του Αλγερίου με τους πρωταγωνιστές της ζωής και της στιγμής.

«Τα λίγα πράγματα που γνωρίζω για την ηθική, τα έμαθα σε ποδοσφαιρικά γήπεδα και θεατρικές σκηνές, αυτά είναι τα πραγματικά μου πανεπιστήμια».

Αυτό δήλωσε στο περιοδικό του RUA το 1950. Το ποδόσφαιρο για τον Καμύ είχε μια εσωτερική τάξη σε ένα παράλογο κόσμο. Αντίθετα με την υποκρισία των ελιτίστικων σπορ, το ποδόσφαιρο έβαζε τις βάσεις του στις αλάνες. Οι κανόνες του είναι απλοί και εύκολα κατανοήσιμοι. Αυτή η απλότητα είναι που το κάνει μαζικό και δημοφιλές. Μακρυά από πολιτικές που δημιουργούν πολύπλοκα συστήματα, όπου οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και ξεχνιούνται γρήγορα, το ποδόσφαιρο είναι αφοπλιστικά πειθαρχημένο. Το γήπεδο είναι το ίδιο για όλους, η μπάλα κοινή και εκείνο που κάνει κάποιον να ξεχωρίσει είναι το ταλέντο και η σκληρή δουλειά. Η τάξη στο παράλογο.

«Το 1940 προσπάθησα να ξαναπαίξω ποδόσφαιρο στη Γαλλία. Πριν το τέλος του πρώτου ημιχρόνου, η γλώσσα μου κρεμόταν όπως εκείνων των σκυλιών των Καμπίλ που βλέπεις στις 2 το μεσημέρι στο Τίζι Ούζου».

Το Τίζι Ούζου είναι ένα χωριό στην καρδιά της ερήμου. Από εκεί το 1953 το ζεύγος Ζιντάν ξεκίνησε για να πάει στη Μασσαλία ως Πιέ Νουάρ. 45 χρόνια μετά, το παράλογο ολοκληρώθηκε με το παιδί αυτών των Καμπίλ να γίνεται ο εθνικός ήρωας και σπουδαιότερος αθλητής της Γαλλίας. Λάθος, δεν ολοκληρώθηκε τότε. Ο Καμύ έλεγε για το θάνατό του:

«Είχα μονάχα ευχηθεί ότι την ημέρα της εκτέλεσής μου θα υπήρχε ένα τεράστιο πλήθος θεατών και ότι θα με υποδέχονταν με κραυγές απέχθειας».

Τελικός Μουντιάλ 2006, με μια κουτουλιά ένας άλλος Γάλλο-Αλγερινός ολοκληρώνει την πράξη.

«Ο Όρκος» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

  [3 Σχόλια]

gabrielGarciaMarquez1981-Eva-Rubinstein

Είναι φορές που βλέπω κάποιον κακομαθημένο, ανώριμο ποδοσφαιριστή να βγάζει τόσα χρήματα που δεν μπορεί να τα ξοδέψει, ένα ποδόσφαιρο βρώμικο, γεμάτο βία, οπαδούς που να τους νοιάζει η νίκη με οποιονδήποτε τρόπο και εμένα σε κάποιο γήπεδο να έχω χρυσοπληρώσει εισιτήριο για να δω ένα τραγικό θέαμα και κάπου μέσα μου κλονίζεται η σχέση μου με το ποδόσφαιρο. Εκείνες τις στιγμές που πιάνω τον εαυτό μου να λέει κρυφά: «γιατί ασχολείσαι ακόμα;» σκέφτομαι ότι υπάρχουν ανθρώποι σημαντικοί που αγαπούν το ίδιο άθλημα, κατάλαβαν και οι ίδιοι τι σημαίνει να είσαι οπαδός και λέω «όχι δεν είναι λάθος».

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς όλων των εποχών, πέθανε χθες σε ηλικία 87 ετών στο Μεξικό. Η πρώτη επαφή μου με το έργο του ήταν το «100 Χρόνια Μοναξιάς» που έπεσε στα χέρια μου κατά σύμπτωση σε κάποιες καλοκαιρινές διακοπές όταν ήμουν αρκετά πιο μικρός. Μια που το βιβλίο ήταν μιας φίλης και συνεπώς ο χρόνος που είχα στη διάθεσή μου σχετικά περιορισμένος, προσπαθούσα να το διαβάσω όσο πιο γρήγορα γινόταν, ένα βιβλίο ενδιαφέρον και περίεργο που δεν μπορούσα να καταλάβω όλες τις πτυχές του μια που δεν είχα και το απαραίτητο υπόβαθρο. Πραγματικότητα και φαντασία, συμβολισμοί και ιστορία, κάθε σελίδα βιβλίου και αμέτρητες εικόνες.

marquez0707

Αυτό που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό είναι ότι ο Μάρκες που δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο, έφτασε να το αγαπήσει. Έστω και αν συχνά το σχολίαζε αρνητικά, όπως όλοι κάνουμε. Ο Μάρκες έζησε την εποχή του «Ελ Ντοράντο», την περίοδο του 1949 με 1954 όταν και μια διαμάχη στα εσωτερικά του ποδοσφαίρου της Κολομβίας ανάμεσα στην Λίγκα και την Ομοσπονδία έφερε την τιμωρία από την ΦΙΦΑ με τις ομάδες της Κολομβίας να αποβάλλονται από τις διεθνείς διοργανώσεις και το πρωτάθλημα να γίνεται επί της ουσίας ανεπίσημα και ημι-παράνομα για κάποια χρόνια. Την ίδια στιγμή μια αντίστοιχη κόντρα στην Αργεντινή αυτή τη φορά ανάμεσα στην Ομοσπονδία και στον Περόν έφερε απεργία των ποδοσφαιριστών και πολλοί παίκτες από την Αργεντινή πήγαν στην Κολομβία (κάτι σαν το lockout του ΝΒΑ). Σε αυτό βοήθησε πολύ και το γεγονός ότι καθώς το πρωτάθλημα δεν ήταν υπό τη ΦΙΦΑ, οι ομάδες της Κολομβίας έπαιρναν τζάμπα τους παίκτες που πήγαιναν για την αρπαχτή τους. Έτσι, μέσα σε μια χρονιά, το πρωτάθλημα της χώρας έγινε κορυφαίο με ονόματα όπως ο ντι Στέφανο και ο Έκτορ Ρίαλ να συμμετέχουν σε ομάδες της Κολομβίας. Το «Ελ Ντοράντο» κράτησε πέντε χρόνια περίπου και με την λύση της διαμάχης οι περισσότεροι παίκτες έφυγαν.

Ο Μάρκες τον Ιούνιο του 1950 ως νεαρός δημοσιογράφος πηγαίνει για πρώτη φορά στο γήπεδο για να δει τον αγώνα της Ατλέτικο Τζούνιορ ντε Μπαρανκίγια απέναντι στους Μιγιονάριος της Μπογκοτά. Δεν έχει ιδιαίτερη επαφή με το άθλημα μέχρι τότε και ζει για πρώτη φορά από κοντά το πάθος και την ένταση των κερκίδων, ανακαλύπτει την επίδραση που έχει το γήπεδο ακόμα και στον πιο κυριλέ άνθρωπο και έχει την τύχη να δει σπουδαίους παίκτες όπως από την μία τον Βραζιλιάνο Ελένο ντε Φρέιτας και από την άλλη τον Αλφρέντο ντι Στέφανο. Οι γηπεδούχοι θα κερδίσουν με 2-1 Η επίσκεψή του αυτή θα του μείνει αξέχαστη, θα τον κάνει οπαδό της Τζούνιορ και θα γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Ο Όρκος» για να επισημοποιήσει το γεγονός. Ένα κείμενο που φυσικά ξεφεύγει από τα απλά ποδοσφαιρικά κλισέ αφού στο μυαλό του μετατρέπει τους ποδοσφαιριστές σε συγγραφείς. Η κάκιστη μετάφραση του κειμένου είναι δική μου:

«Και τότε αποφάσισα να πάω στο γήπεδο. Καθώς ήταν πιο σημαντικό παιχνίδι από τα προηγούμενα, έπρεπε να πάω πιο νωρίς. Ομολογώ ότι ποτέ στη ζωή μου δεν έφτασα κάπου τόσο νωρίς και δεν έφυγα τόσο κατάκοπος. Ο Αλφόνσο κι ο Χερμάν δεν είχαν πάρει ποτέ την πρωτοβουλία να με προσηλυτίσουν στη θρησκεία του κυριακάτικου ποδοσφαίρου, παρ’ όλα αυτά θα έπρεπε να υποπτευθούν ότι θα μετατρεπόμουν σε αυτόν τον τρελό, καθαρό από οποιαδήποτε γυαλάδα που μπορεί να θεωρηθεί ως το τελευταίο ίχνος πολιτισμού, όπως χθες στις κερκίδες του Μουνισιπάλ.

Η πρώτη στιγμή διαύγειας στην οποία κατάλαβα ότι μετατρεπόμουν σε πρώιμο οπαδό, ήταν όταν παρατήρησα ότι σε όλη μου τη ζωή είχα κάτι για το οποίο πολλές φορές υπερηφανευόμουν και χθες με ενοχλούσε με έναν απαράδεκτο τρόπο: το αίσθημα της ντροπής. Τώρα κατάλαβα γιατί αυτοί οι κύριοι, συνήθως τόσο τυπικοί, νιώθουν όπως το καλαμάρι στο μελάνι του όταν παίρνουν την θέση τους στις εξέδρες με τα καπελάκια τους σε διάφορα χρώματα. Με μόνο αυτή τη χειρονομία μετατρέπονται σε διαφορετικούς ανθρώπους, σαν αυτό το καπελάκι να μην είναι απλά ένα μέρος της στολής, αλλά μια νέα προσωπικότητα.

Δεν ξέρω αν αυτή η πρόσφατη εγγραφή μου ως οπαδός είναι αρκετή για να μου επιτρέψει μερικές προσωπικές παρατηρήσεις για το χθεσινό παιχνίδι, αλλά καθώς όπως συμφωνήσαμε ένας από τους θεμέλιους κανόνες του οπαδισμού είναι να χάνεις τελείως το αίσθημα της ντροπής, θα πω ό,τι είδα (ή ό,τι νομίζω ότι είδα) χθες στο γήπεδο, για να έχω την πολυτέλεια να φορέσω από νωρίς τις αθλητικές φόρμες που φυλούσα καλά. Κατ’ αρχήν, μου φάνηκε ότι η Ατλέτικο Τζούνιορ κυριάρχησε επί των Μιγιονάριος από την πρώτη στιγμή. Αν η άσπρη γραμμή που χωρίζει το γήπεδο στα δύο σημαίνει κάτι, τότε το προηγούμενο συμπέρασμά μου είναι ορθό, καθώς ελάχιστες φορές πέρασε η μπάλα στο μισό που βρισκόταν το τέρμα της Τζούνιορ (Πώς πάει το ντεμπούτο μου ως ποδοσφαιρικός σχολιαστής;)

Επιπρόσθετα, αν οι παίκτες της Τζούνιορ δεν ήταν ποδοσφαιριστές αλλά συγγραφείς, πιστεύω ότι ο «μαέστρος» Ελένο θα ήταν ένας υπέροχος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Οι υπολογισμένες και ακριβείς του κινήσεις και τα ξαφνικά του και αιφνιδιαστικά τελειώματα τού δίνουν τα απαραίτητα προσόντα για να γίνει ο δημιουργός ενός νέου ντετέκτιβ των αστυνομικών διηγημάτων. Από την άλλη, ο Χαρόλδο θα ήταν ένα είδος Μαρσελίνο Μέντεζ υ Πελάγιο, με την ευκολία που έχει ο Βραζιλιάνος να βρίσκεται σε όλα τα σημεία του γηπέδου και να κάνει δουλειά σε όλα, μαρκάροντας ταυτόχρονα έντεκα αντιπάλους σαν να μην είναι ο σκοπός του να βάλει γκολ, αλλά να γράψει όλους τους τόμους του Μαρσελίνο. Ο Μπερασκοσέα θα ήταν ένας πολυγραφότατος συγγραφέας, αλλά αν είχε γράψει επτακόσιους τόμους και οι επτακόσιοι θα είχαν ως θέμα την σημασία της κεφαλής της καρφίτσας. Και τι μεγάλος κριτικός τέχνης θα ήταν ο Ντος Σάντος, που θα έκοβε την πορεία των φλύαρων συγγραφέων και τις ελπίδες τους να φτάσουν σε ένα γκολ που θα τους έδινε την αθανασία.

Ο ντε Λατούρ θα είχε γράψει μερικούς στίχους. Ποιήματα που θα ενέπνεαν ταινίες μεγάλου μήκους, κάτι που δεν μπορούμε να πούμε για τον Άρι. Γιατί για τον Άρι δεν μπορούμε να πούμε τίποτα, καθώς οι συμπαίκτες του της Τζούνιορ δεν του έδωσαν την ευκαιρία να δείξει έστω και τις πιο απλές φιλολογικές του δυνατότητες. Και όλα αυτά χωρίς να μιλήσουμε για τους Μιγιονάριος, των οποίων ο μέγας ντι Στέφανο, αν ξέρει από κάτι, σίγουρα είναι η ρητορική.

Δεν πιστεύω ότι έχασα τίποτα με αυτή την αμετάκλητη είσοδό μου, που σήμερα κάνω δημόσια, στην αγία αδελφότητα των οπαδών. Το μόνο που εύχομαι τώρα είναι να προσηλυτίσω κάποιον. Και πιστεύω ότι θα είναι ο αγαπημένος μου φίλος, ο δόκτωρ Αλνταμπέρτο Ρέγιες τον οποίο θα προσκαλέσω στις κερκίδες του Μουνισιπάλ στο πρώτο ματς του δευτέρου γύρου, με την πρόθεση να μη συνεχίσω να νιώθω (από αθλητικής άποψης) το απολωλός πρόβατο».

Το ποδόσφαιρο του Παζολίνι και του Νειμάρ

  [5 Σχόλια]

Brazil and Santos forward Neymar was awarded the FIFA Puskas prize for the best goal of 2011 at the Ballon d’Or Gala in Zurich. The supremely talented 19-year-old, who already has 15 caps for his country, beat off competition from Wayne Rooney’s overhead kick scored against Manchester City in February to win the award.

The goal, which was scored in July for Santos against Flamengo, sees Neymar beat several defenders with an outrageous array of skills before delicately dinking the ball over the advancing goalkeeper.

Πηγή: Daily Mail, 10/1

Το ποδόσφαιρο είναι η τελευταία ιερή παράσταση των καιρών μας. Κατά βάθος πρόκειται για ιεροτελεστία, αν και είναι μια απόδραση. Ενώ άλλες ιερές παραστάσεις βρίσκονται σε παρακμή, ακόμα και η θεία λειτουργία, το ποδόσφαιρο είναι η μοναδική που μας έχει απομείνει. Είναι το θέαμα που αντικατέστησε το θέατρο.

Το ποδόσφαιρο είναι ένα σύστημα σημείων, είναι μια γλώσσα. Διαθέτει κατεξοχήν το σύνολο των βασικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων αυτού που εμείς ορίζουμε αμέσως ως μέτρο σύγκρισης, τον γραπτό και προφορικό λόγο. (…)

Στο ποδόσφαιρο υπάρχουν στιγμές που είναι αποκλειστικά ποιητικές: οι στιγμές των «γκολ». Κάθε γκολ είναι μια εφεύρεση, πάντα μια ανατροπή του κανόνα: Κάθε γκολ είναι αναπόφευκτο, λαμπρό, καταπληκτικό και μη αναστρέψιμο. Όπως ακριβώς και ο ποιητικός λόγος. Ο κορυφαίος σκόρερ ενός πρωταθλήματος είναι πάντα ο καλύτερος ποιητής της χρονιάς. Αυτή τη στιγμή είναι ο Σαλβόντι. Το ποδόσφαιρο που έχει τα περισσότερα γκολ είναι και το πιο ποιητικό.

Και το «ντριπλάρισμα» είναι ποιητικό αφ’ εαυτού (ίσως όχι πάντα, όπως είναι το γκολ). Στην πραγματικότητα το όνειρο κάθε παίκτη (το οποίο συμμερίζεται και κάθε φίλαθλος) είναι να ξεκινήσει από τη σέντρα, να τους ντριπλάρει όλους και να σημειώσει γκολ. Αν, μέσα στα όρια του επιτρεπτού, μπορεί κανείς να φανταστεί κάτι το έξοχο στο ποδόσφαιρο, τότε είναι αυτό ακριβώς. Δεν συμβαίνει όμως ποτέ. Είναι ένα όνειρο (που το είδα να γίνεται πραγματικότητα μόνο στην ταινία «I due maghi del pallone» με πρωταγωνιστή τον Φράνκο Φράνκι, που –αν και απλοϊκή– κατάφερε να είναι ονειρική).

Ποιοι είναι οι καλύτεροι ντριπλαδόροι και γκολτζήδες του κόσμου; Οι Βραζιλιάνοι. Ως εκ τούτου το ποδόσφαιρό τους είναι ποιητικό ποδόσφαιρο: Πράγματι, βασίζεται καθ’ ολοκληρίαν στο ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα. Το κατενάτσιο και τα τρίγωνα (που ο Μπρέρα ονομάζει γεωμετρία) είναι ποδόσφαιρο της πρόζας: Στην πραγματικότητα πρόκειται για συντεταγμένο ποδόσφαιρο, δηλαδή ένα παιχνίδι συλλογικό και οργανωμένο, βασισμένο στην έλλογη εκτέλεση του κώδικα. Η μοναδική ποιητική στιγμή του είναι το πέρασμα της μπάλας από τον αντίπαλο και το «γκολ» που ακολουθεί (το οποίο, όπως έχουμε ήδη δει, δεν μπορεί παρά να είναι ποιητικό). Εντέλει, φαίνεται ότι η ποιητική στιγμή του ποδοσφαίρου (όπως πάντα) είναι η ατομική (το ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα, ή μια εμπνευσμένη πάσα).

Το πεζό ποδόσφαιρο είναι το λεγόμενο συστηματικό (το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο), και το σχήμα του είναι το εξής:

Το «γκολ» επαφίεται στην τελική ενέργεια ενός «ρεαλιστή ποιητή» πιθανόν, όπως ο Ρίβα, αλλά πρέπει να προέλθει από την οργάνωση του παιχνιδιού σε συλλογική βάση, ύστερα από μια σειρά «γεωμετρικά» περάσματα που έχουν γίνει σύμφωνα με τους κανόνες του κώδικα (ο Ριβέρα είναι τέλειος σ’ αυτό – στον Μπρέρα δεν αρέσει γιατί πρόκειται για μια τελειοποίηση λίγο εστέτ και όχι ρεαλιστική, σαν κι αυτή που κάνουν οι Άγγλοι ή οι Γερμανοί που παίζουν κέντρο).

Το ποιητικό ποδόσφαιρο είναι το λατινοαμερικανικό: Για την πραγματοποίησή του απαιτείται μια τερατώδης ικανότητα να ντριπλάρεις (κάτι που στην Ευρώπη σνομπάρουν στο όνομα της «συλλογικής πρόζας»). Γκολ μπορεί να εφεύρει ο οποιοσδήποτε από οποιαδήποτε θέση.

Αν το ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα είναι οι ατομικές-ποιητικές στιγμές, τότε το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο είναι ποιητικό ποδόσφαιρο. Με καθαρά τεχνικούς όρους και χωρίς να κάνουμε αξιολογική διάκριση, στο Μεξικό το ματς ήταν μεταξύ της ιταλικής εστέτ πρόζας και της βραζιλιάνικης ποίησης.

«Το ποδόσφαιρο» του Πιερ Πάολο Παζολίνι
Πηγή (και ολόκληρο το κείμενο): Monthly Review

pazolini

(Ο Παζολίνι παίζει ποδόσφαιρο σε ένα διάλειμμα από τα γυρίσματα του ‘Ακατόνε‘)

«Σήκω πάνω, πουτάνα, μπαλαρίνα»

  [1 Σχόλιο]

Η Μπενφίκα πριν λίγες ημέρες επικράτησε με 1-0 της Σπόρτινγκ στο πορτογαλικό ντέρμπι και άφησε πίσω της αρκετούς βαθμούς την ομάδα της Λισαβόνας.

Λίγες ημέρες αργότερα ωστόσο βγήκε ένα απίστευτο πραγματικά βίντεο, το οποίο δείχνει τον προπονητή της Μπενφίκα, Ζοσέ Ζέσους, να πηγαίνει μέχρι την άκρη της γραμμής και να κάνει νόημα στον τερματοφύλακα του να πέσει κάτω!

Ο Αρτούρ τον… άκουσε και χωρίς κανένα απολύτως λόγο έπεσε κάτω λες και τον χτύπησε το ρεύμα!

Πηγή: Sport24

Ρετρό ιστορία, περιγράφει ο συγγραφέας-ποιητής Σωτήρης Κακίσης:

Έπαιζε η Α.Ε.Κ. μ’ εκείνη την απαίσια Ρουμανική ομάδα, τη βρωμερή Άρτζες Πιτέστι, που έκανε εκείνη την αισχρή αναφορά στην ΟΥΕΦΑ και τη θάψανε απ’ την Ευρώπη την Α.Ε.Κ. Οι Ρουμάνοι στις ομοσπονδίες είναι χειρότεροι απ’ τους Ιταλούς, άσε που νομίζουνε ότι είναι κι η ελίτ των Βαλκανίων, με κάτι τρίχες να στα πόδια τους οι σικ Ρουμάνες.

Ο ποιητής Τάσος Δενέγρης το ‘βλεπε το ματς σε μια θεία του στο Κολωνάκι, που είχε έγχρωμη τηλεόραση, κι ήτανε κι άλλες δυο-τρεις κυρίες με τη θεία, αριστοκράτισσες, καθισμένες και πίνανε τσάι γύρω του. Τους είπε μερικές κουβέντες στην αρχή, και μετά αφοσιώθηκε στον αγώνα, στο Πιτέστι.

Θυμόσαστε, βέβαια, ότι ο Ντουρονικολάε, ο μετέπειτα αποτυχών στον Π.Α.Ο.Β., είχε βρει το δικό μας Νικολάου πλάγιο μπακ και μας είχανε διαλύσει κυριολεκτικά. Δεν τους έφτανε όμως που μας ρίχνανε γκολ, ρίχνανε και καμιά καθυστέρηση σπαστική η ελίτ των Βαλκανίων, κι άντε πάλι Τσαουσέσκου, κι η μαντάμ Τσαουσέσκου, με τις μύτες κ.λ.π.

Έπεσε, λοιπόν, εκείνο το γομάρι ο τερματοφύλακάς τους κάτω κι έκανε τον πεθαμένο. Τότε σηκώθηκε όρθιος στην πολυθρόνα του ο ποιητής Τάσος Δενέγρης και φώναξε, τριγυρισμένος από γριές που πίνανε τσάϊ: «Σήκω πάνω, πουτάνα, μπαλαρίνα!».

Φρέντι, έφυγες νωρίς

  [5 Σχόλια]

Πέρασαν κιόλας δυο δεκαετίες από τη μέρα που ‘έφυγε’ μακριά μας ο χαρισματικός τύπος με το μουστάκι, το ατέλειωτο νάζι και τη φανέλα της εθνικής Αργεντινής, που στις συγκεκριμένες φωτογραφίες του 1981 (που τραβήχτηκαν μετά από μια συναυλία των Queen στο Μπουένος Άιρες) στέκεται δίπλα ακριβώς σε έναν άλλο ταλαντούχο τύπο, που – ω, τι ειρωνεία – φοράει μπλουζάκι με την αγγλική σημαία (ένα χρόνο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος των Φώκλαντ και πέντε χρόνια πριν σημαδέψει τους Άγγλους και τον πλανήτη).

Το χαμόγελο του όμως «still stays on».

Τα σταφύλια της οργής: Then who do we shoot?

  [1 Σχόλιο]

(Φωτογραφία: Παγκρήτιο, 30/10/2011, Εργοτέλης-Αστέρας Τρίπολης)

Την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης το 1930, μια οικογένεια στην Οκλαχόμα αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι της. Λίγο πριν την αποχώρηση της, και μιλώντας με έναν εκ των ανθρώπων που θέλουν να κατεδαφίσουν το σπίτι της, συνειδητοποιεί το αναπόφευκτο του πράγματος και ανακαλύπτει την εκνευριστική ασάφεια της φράσης «Φταίει το Σύστημα», σ’έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς, απλούς και δυστυχώς πάντα επίκαιρους διαλόγους στην ιστορία του κινηματογράφου:

Muley: You mean get off of my own land?
Agent:
Now don’t go to blamin’ me! It ain’t my fault.

Muley’s son (Hollis Jewell): Who’s fault is it?
Agent:
You know who owns the land. The Shawnee Land and Cattle Company.

Muley: And who’s the Shawnee Land and Cattle Company?
Agent:
It ain’t nobody. It’s a company.

Muley’s son: They got a President, ain’t they? They got somebody who knows what a shotgun’s for, ain’t they?
Agent:
Oh son, it ain’t his fault, because the bank tells him what to do.

Muley’s son: All right, where’s the bank?
Agent:
Tulsa. What’s the use of pickin’ on him? He ain’t nothin’ but the manager. And he’s half-crazy hisself tryin’ to keep up with his orders from the East.

Muley: Then who do we shoot?

«Τα σταφύλια της οργής» του Τζον Φόρντ, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ