Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Joga bonito'

Όταν ο Αντρέα γνώρισε τον Ρομπέρτο

  [7 Σχόλια]

Σεζόν 2000-01. Ο Αντρέα Πίρλο που έχει κάνει ντεμπούτο στη Σέριε Α μόλις στα 16 του, αγωνίζεται πλέον για τέταρτη σεζόν στην μεγάλη κατηγορία και συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα στην Ίντερ, με τη ρετσινιά του αιώνιου ταλέντου να πλησιάζει. Οι προπονητές δεν τον πιστεύουν, πηγαίνει δανεικός, γυρίζει, δεν μπορεί να βρει θέση στην ομάδα του Ταρντέλι και έτσι για το δεύτερο μισό της χρονιάς επιστρέφει στην πατρίδα του την Μπρέσια. Εκεί, ο φοβερός και αγαπημένος Κάρλο Ματσόνε παίρνει το ρίσκο να τον κάνει «regista» ή όπως λέμε στο χωριό μου «deep-lying playmaker». Σε αυτή την απόφαση παίζει μεγάλο ρόλο ότι η Μπρέσια είχε ήδη ένα μεγάλο 10αρι, το είδωλο του Πίρλο, τον τεράστιο Ρομπέρτο Μπάτζιο (που είχε φύγει κι αυτός από την Ίντερ). Με αρκετά κιλά παραπάνω, την μαλλούρα και τα μούσια να έχουν γκριζάρει, ο 34χρονος Μπάτζιο ανανεώθηκε στην Μπρέσια σκοράροντας συχνά. Ο Ματσόνε μετακινεί τον Πίρλο πιο πίσω και αφήνει τον Μπάτζιο που δεν ήταν για πολύ τρέξιμο, να παίζει κάτι ως επιθετικός-δεκάρι-ψευτοεννιάρι μπροστά. Τα αποτελέσματα τον δικαιώνουν.

Ένα από τα δέκα γκολ του Μπάτζιο στο πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς, ήταν ένα έργο τέχνης, μια συνεργασία δύο καλλιτεχνών του ποδοσφαίρου που δυστυχώς στη συνύπαρξή τους στην Ίντερ δεν είδαμε αντίστοιχη. Με αντίπαλο τη Γιουβέντους (μια ακόμα ομάδα που θα ένωνε τους δύο μαέστρους) στο Τορίνο, η Μπρέσια βρισκόταν πίσω στο σκορ από ένα γκολ του Τζαμπρότα. Στο 86′, ο Πίρλο με το κλασσικό του στιλάκι πήρε την μπάλα στο χώρο που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια το δεύτερο σπίτι του. Εκεί, λίγο πίσω από τη σέντρα. Είχε δει ήδη τον Μπάτζιο και έκανε μια μπαλιά διαβήτη (επιπέδου Τσιάρτα σε Χαριστέα) με την μπάλα να διαγράφει τέλεια τροχιά. Οι περισσότεροι θα δυσκολεύονταν να την κατεβάσουν ακόμα κι έτσι. Ο Ρόμπι όχι απλά έκανε μαγικό κοντρόλ, με τόση απαλότητα λες και του έδωσες να κρατήσει νεογέννητο μωρό, αλλά ταυτόχρονα με το κατέβασμα έκανε και ντρίμπλα στο φαν ντερ Σαρ και ισοφάρισε για το τελικό 1-1. Ένα γκολ που στο τέλος του πρωταθλήματος (όταν κι η Ρόμα πήρε το πρωτάθλημα με 2 μόλις βαθμούς διαφορά από τη Γιούβε) αποδείχτηκε από τα καθοριστικά.

Η χαμένη χαρά του παιχνιδιού

  [5 Σχόλια]

Σε ένα πολύ γνωστό ανέκδοτο που αναφέρεται στο βιβλίο του «Περί ηρώων και ταφών», ο Ερνέστο Σαμπάτο παρουσιάζει το «φιλοσοφικό δίπολο» του ποδοσφαίρου. Το μεταφέρω σε ελεύθερη απόδοση. Εκεί, ο κεντρικός χαρακτήρας ο Τζουλιάν ντ’ Αρκάντζελο, διηγείται στον ήρωα της νουβέλας, τον Μάρτιν, ένα περιστατικό στο οποίο πρωταγωνιστούσαν δύο επιθετικοί της Ιντεπεντιέντε στη δεκαετία του ’20, ο Αλμπέρτο Λαλίν, ένας απίστευτος ντριμπλαδόρος, και ο Μανουέλ Σεοανέ, ένα βαρύ σέντερ φορ, που ήξερε να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα, και οι οποίοι θεωρούνταν οι κύριοι εκφραστές των δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον τρόπο που έπρεπε να παίζεται το ποδόσφαιρο. Της αποτελεσματικότητας και του θεάματος της ευχαρίστησης. «Για να σου δείξω ποιες είναι αυτές οι δύο διαφορετικές φιλοσοφίες» λέει ο Ντ’ Αρκάντζελο στον Μαρτίν «θα σου διηγηθώ μια πολύ γνωστή ιστορία. Ένα απόγευμα, στο ημίχρονο που είχε λήξει δίχως γκολ, ο Σεοανέ λέει στον Λαλίν (που είχε ντριμπλάρει μέχρι και τα σημαιάκια του κόρνερ) ‘μόλις μπούμε μέσα κάνε μου μια μακρινή πάσα και θα βάλω γκολ’. Μόλις άρχισε το δεύτερο ημίχρονο ο Λαλίν έκανε μια μακρινή μπαλιά στον Σεοανέ, ο οποίος την πήρε, κατευθύνθηκε προς το τέρμα ντριμπλάροντας και σκόραρε. Αμέσως μετά, γυρίζει με τα χέρια ανοικτά και τρέχοντας προς τον Λαλίν φώναζε ‘το είδες Λαλίν; το είδες; σου το είπα’. Και ο Λαλίν απάντησε ‘ναι, αλλά δεν το φχαριστήθηκα΄.

Το παραπάνω μικρό απόσπασμα βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου «Η τέχνη του πολέμου για το ποδόσφαιρο» και στάθηκε αφορμή για αυτό εδώ το κείμενο. Κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου ποδοσφαίρου είναι η ταχύτητα, η δύναμη και φυσικά τα πολυπρόσωπα -κυρίως αμυντικά- συστήματα που δεν μπορούν να βοηθήσουν να φανούν οι παίκτες-αρτίστες. Ένα ποδόσφαιρο που σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται (δυστυχώς) άθλημα των προπονητών και όχι των παικτών. Αυτή την πραγματικότητα σήμερα, θα την πάω ένα βήμα παραπέρα και θα ρωτήσω «Στο σύγχρονο αυτό ποδόσφαιρο, πόσοι παίκτες κορυφαίου επιπέδου δείχνουν να απολαμβάνουν πραγματικά το άθλημα την ώρα διεξαγωγής μιας αναμέτρησης;»

Ειλικρινά δεν μπορώ να βρω εύκολα απάντηση. Ο τελευταίος κορυφαίος παίκτης που πραγματικά ζούσε το παιχνίδι όπως ένας πιτσιρικάς σε αλάνα και έπαιζε σε κορυφαία ομάδα, κατακτώντας μάλιστα σημαντικούς ατομικούς και ομαδικούς τίτλους, ήταν ο Ροναλντίνιο. Κι αυτός το έκανε μέχρι τα 27-28 του χρόνια. Μετά βαρέθηκε. Ήταν η περίοδος που το ποδόσφαιρο άλλαξε (γύρω στο 2008) -δυστυχώς προς το χειρότερο- και παίκτες αυτής της «πάστας» όπως ο Ροναλντίνιο, ο Κακά, ο Ρικέλμε αλλά και μικρότερου βεληνεκούς, όπως ο -λατρεμένος μου- Παμπλίτο Αϊμάρ ένιωθαν πως αυτό το ‘νέο’ άθλημα δεν έχει χώρο γι’ αυτούς. Το πράγμα είναι πολύ απλό. Μπορείς να τρέχεις για δύο ώρες; Θα παίξεις ακόμα και αν δεν μπορείς να βγάλεις σωστή πάσα στα 10 μέτρα. Δεν μπορείς να τρέχεις σαν μηχανάκι; Δεν θα παίξεις ακόμα και αν έχεις την τεχνική του Γκαρίντσα, του Σόκρατες και του Ζίκο. Για να μην παρεξηγηθώ, ο Ροναλντίνιο συνδύαζε άψογα ταχύτητα και τεχνική.

Συνεχίζω με τον Βραζιλιάνο μάγο και την Μπαρτσελόνα. Εκείνη η ομάδα είχε παίκτες όπως ο Ετο’ο, ο Λάρσον και ο Ντέκο, με προπονητή τον Φρανκ Ράικαρντ. Όποιον και να ρωτήσεις για εκείνη την σπουδαία  ομάδα θα σου πει πως εκείνη η Μπάρτσα, ήταν η ομάδα του Ροναλντίνιο. Μιλάμε για την περίοδο 2004-2007. Πάμε στην επόμενη Μπάρτσα των Ινιέστα, Τσάβι, Άλβες και φυσικά του σπουδαίου Λιονέλ Μέσι. Μιλάμε για την περίοδο 2008-2012. Εκείνη η ομάδα έχει μείνει ως η ομάδα του Πεπ Γκουαρντιόλα και του δικού του ‘τίκι-τάκα’. Αλλά γιατί; Υπήρχε σε αυτή ο κορυφαίος παίκτης της τελευταίας 20ετίας. Ο μικρός Αργεντινός ζογκλερ και -ίσως- μαζεμένοι μερικοί απ’ τους κορυφαίους Ισπανούς στην ιστορία της Λα Λίγκα. Κι όμως. Όποιον Καταλανό και να ρωτήσεις δεν θα σου βάλει κανένα από όλους αυτούς δίπλα στον Ροναλντίνιο για ένα απλό λόγο. Ο Ροναλντίνιο έπαιζε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που παίζει το παιδάκι της αλάνας, με εκείνο το υπέροχο χαμόγελο μονίμως στο πρόσωπό του, και όταν έπαιζε με την -άσημη- Έιμπαρ αλλά και όταν έπαιζε απέναντι στην μισητή (για τους Καταλανούς) Ρεάλ Μαδρίτης στο -πάντα εχθρικό- Σαντιάγκο Μπερναμπέου, και ο περισσότερος κόσμος αυτό θέλει να βλέπει. Ήταν απλό. Ο τρόπος παιχνιδιού του Ροναλντίνιο ήταν πάνω από κάθε τακτική και η αντίληψή του για το παιχνίδι δεν είχε καμία, μα καμία, σχέση με την αντίληψη που έχουν οι δύο κορυφαίοι παίκτες των ημερών μας (ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Λιονέλ Μέσι). Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο -και αν- ευχαριστιούνται την κάθε αναμέτρηση αυτοί οι δύο παίκτες, μα στα δικά μου μάτια κάθε τους -κορυφαία είναι αλήθεια- εμφάνιση, είναι ακόμα μια μέρα στο γραφείο. Μια άκρως επαγγελματική σχέση ρουτίνας. Απλά στη θέση του γραφείου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο και στη θέση ενός βαρετού 8ώρου βάλτε ένα ποδοσφαιρικό 90λέπτο.

Οι ρυθμοί του σύγχρονου και άκρως επαγγελματικού ποδοσφαίρου ίσως μόνο έτσι μπορούν να δώσουν διάρκεια σε ένα κορυφαίο ποδοσφαιριστή αλλά ειλικρινά δεν ξέρω πόσο είναι όμορφο όλο αυτό για τον θεατή αλλά και για τον ίδιο τον ποδοσφαιριστή. Στα δικά μου μάτια δεν είναι. Έχουμε φτάσει να βλέπουμε τις φαντεζί ενέργειες με το σταγονόμετρο σε κάθε αναμέτρηση και αυτό σίγουρα τρομάζει τον μέσο θεατή που απλά θέλει να βλέπει ποδόσφαιρο. Οι τακτικές είναι ωραίες, όπως και οι άμυνες και οι τίτλοι απλά πρέπει να καταλάβουμε και τι είναι αυτό που βλέπουμε. Προσωπικά θέλω να βλέπω όμορφες ενέργειες και παίκτες-αρτίστες που χαίρονται πραγματικά το παιχνίδι. Θέλω να δω και πάλι τον Ροναλντίνιο, τον Κακά, τον Ρικέλμε, τον Ριβάλντο και τον Ρομάριο. Εκείνους τους παίκτες που έπαιζαν όπως το παιδάκι που έσκαγε μύτη στην αλάνα φορώντας τζιν παντελόνι και κατέβαινε απ’ το ποδήλατο για  να παίξει μαζί μας. Αφού λοιπόν μας είχε τρελάνει στην ντρίμπλα και έφτανε στο τετ α τετ με τον τερματoφύλακα -πολλές φορές- πέταγε την μπάλα, επίτηδες, άουτ  ζαλισμένο. Ζαλισμένο αλλά χαμογελαστό. Με το ίδιο χαμόγελο ανέβαινε στο ποδήλατο και έφευγε για να προλάβει το φροντιστήριο. Ευτυχώς ο Ροναλντίνιο μας θύμισε -έστω και για λίγο- εκείνο το ανέμελο παιδικό χαμόγελο και προσωπικά θα τον ευγνωμονώ πάντα γι’ αυτό.

Λιονέλ Μέσσι: Το τελευταίο μεγάλο κλασικό 10αρι

  [2 Σχόλια]

Τα παλιά τα χρόνια (μετάφραση=ακόμα και πριν από δυο δεκαετίες) στο ποδόσφαιρο υπήρχαν δυο ειδών παίκτες: Τα 10αρια και όλοι οι υπόλοιποι. Τα 10αρια δεν ήταν απλά ξεχωριστοί παίκτες, ήταν απεσταλμένοι του ποδοσφαιρικού Θεού στη Γη. Το 10 δεν ήταν ένα ακόμα νούμερο, ήταν προσδιορισμός. Στις υπόλοιπες θέσεις μπορούσες κάποιες φορές να συναντήσεις παίκτες που δεν το κατείχαν το τόπι. Παίκτες που επιβίωναν στα γήπεδα γιατί είχαν άλλα προτερήματα: κάποιοι ήταν πολύ γρήγοροι, κάποιοι πολύ δυνατοί, κάποιοι έπαιζαν χάρη στο πάθος τους, κάποιοι μυριζόταν το γκολ πιο νωρίς απ’τους υπόλοιπους. Το ποδόσφαιρο είχε ανοιχτή την αγκαλιά του για όλους.

Η φανέλα με το 10 όμως όχι. Το 10αρι δεν γινόταν να μην ξέρει μπάλα. Ακόμα και στις πλέον ατάλαντες ομάδες, ο παίκτης που έπαιρνε τη συγκεκριμένη φανέλα ήταν ένα μικρό κλικ πάνω από το επίπεδο αμπαλοσύνης όλων των υπολοίπων. Κοιτάζοντας ξανά τις μεγάλες ομάδες εκείνης της εποχής διαπιστώνει κανείς πως στις περισσότερες των περιπτώσεων το 10αρι δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν μπαλαδόρος.

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν ένα συγκεκριμένο ρόλο, κάποια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν, συγκεκριμένες εντολές, κατευθύνσεις και ευθύνες. Το (καλό) 10αρι, από την άλλη, ήταν λίγο μποέμ τύπος, είχε μια αξιοζήλευτη ελευθερία να δημιουργήσει όπου και όπως ακριβώς ήθελε. Από τις εμπνεύσεις του και τη διορατικότητα του αρκετές φορές ‘κρεμόταν’ όλη η ομάδα. Ήταν αρτίστας, η πιο αξιόπιστη πηγή θεάματος, ο μάγος που περίμενες με ανυπομονησία τι νέο κόλπο θα σκαρφιστεί, ο τύπος που όταν τα απλά επιθετικά συστήματα δεν λειτουργούσαν έπρεπε να ανακαλύψει εν ώρα αγώνα ένα νέο μονοπάτι προς την εστία, ο απρόβλεπτος παράγοντας στη γενικότερη πειθαρχία μιας ομάδας, η καρδιά της μπαλίτσας.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, το ποδόσφαιρο εξελίχθηκε, έγινε πιο γρήγορο, πιο πειθαρχημένο, πιο απαιτητικό και πιο «physical» (που λένε και στο καφενείο του χωριού μου), οι στιγμές που ένας παίκτης έχει χρόνο και άνεση να πατήσει τη μπάλα κοντά στο κέντρο και να ψάξει την καλύτερη δυνατή λύση μειώθηκαν αισθητά και κάπως έτσι τα κλασικά 10αρια ένα-ένα άρχισαν είτε να μεταλλάσσονται (μετακινούμενα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθενός, λίγο πιο πίσω στο χώρο του κέντρου ή στις πτέρυγες), είτε να αποχωρούν, πάντα βέβαια με το γνώριμο χαλαρό και ελαφρώς υπεροπτικό στυλάκι τους.

«To παιχνίδι γίνεται πολύ πιο γρήγορο, δυνατό και τακτικό. Με τα δικά μου προσόντα το να επιβιώσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αρκετά δύσκολο» είχε παραδεχτεί λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήπεδα ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν, ένα από τα αγαπημένα 10αρια της προηγούμενης δεκαετίας, και μαζί του λογικά θα συμφωνούσε και ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, πιθανόν το τελευταίο μεγάλο 10αρι της εποχής που συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά του ρόλου, θετικά και αρνητικά.

Σε ένα ποδόσφαιρο που η φυσική κατάσταση και η ταχυδύναμη είναι το παν και που κάθε παίκτης οφείλει να συνεισφέρει στο αμυντικό κομμάτι, δεν υπάρχει πλέον χώρος για «τεμπέληδες» μεσοεπιθετικούς, που με την άμυνα έχουν την ίδια σχέση που έχει ο Ζλάταν με τη μετριοφροσύνη. Ή τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι κάπου στις αρχές του 2015, όταν ο Λιονέλ Μέσσι αποφάσισε να αφήσει την κορυφή της επίθεσης και τα τρικ με τα «ψεύτικα εννιάρια» και να γίνει αυτό που λέει ο αριθμός της φανέλας του. Και όπως ακριβώς είχε σχολιάσει πριν χρόνια ένας Άγγλος σπίκερ σε κάποιο από τα σλάλομ του ανάμεσα σε τρεις και τέσσερις αντιπάλους σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, «ο Μέσσι φτιάχνει χώρο εκεί που δεν υπάρχει χώρος».

Κάπως έτσι, και ουσιαστικά από το πουθενά, το συνεχώς εξελισσόμενο ποδόσφαιρο έκανε μια μεγάλη εξαίρεση και αναγκαστικά βρήκε χώρο για ένα 10αρι παλιάς κοπής, ένα 10αρι που έχει όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε και μάλιστα στον πιο μεγάλο βαθμό. Τρομερή ικανότητα διαβάσματος μιας φάσης, ποδοσφαιρική ευφυΐα, φαντασία, τεχνική, κάθετη πάσα, μεγάλη πάσα, γενικότερα πάσα όλων των ειδών, ντρίπλα, εξαιρετικά στημένα και, σαν ποιοτικό εξτραδάκι, εντυπωσιακή άνεση στο σκοράρισμα.

Φυσικά πολλά από αυτά τα στοιχεία τα έχουν κι άλλοι μεσοεπιθετικοί της εποχής (με εξέχοντα τον Μεσούτ Οζίλ), κάποιοι εκ των οποίων αν έπαιζαν πριν 20 χρόνια το πιθανότερο είναι να γινόταν κλασικά 10αρια. Η μεγάλη διαφορά όμως εντοπίζεται σε δυο σημεία: (σχεδόν) κανείς τους δεν έχει απόλυτη ελευθερία στην επίθεση και την πολυτέλεια να παραβλέπει εντελώς την άμυνα, αφού είναι ενταγμένοι αρμονικά στο σύστημα της ομάδας, και κανείς δεν τα έχει όλα αυτά, στο βαθμό που τα έχει ο Αργεντινός.

Στο περσινό 0-2 της Μπάρτσα μέσα στην έδρα της Άρσεναλ ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης μετά τον αγώνα ήταν τα χιλιόμετρα του Μέσσι. Ο Αργεντινός είχε τρέξει αισθητά λιγότερο απ’όλους τους συμπαίκτες του. (Μικρή λεπτομέρεια: Ήταν ο παίκτης που καθάρισε το ματς με δυο γκολ). Εκείνο το παιχνίδι δεν ήταν κάποια εξαίρεση. Για την ακρίβεια, έχουν υπάρξει παιχνίδια που έχει τρέξει λιγότερο απ’όλους όσους βρίσκονται στο χορτάρι. Τα παιχνίδια του Μέσσι τα 2-3 τελευταία χρόνια είναι ένας συνδυασμός περπατήματος και παρατήρησης του αγώνα που διακόπτεται μόνο όταν η ομάδα κερδίζει την κατοχή και ο ίδιος κρίνει ότι χρειάζεται να ανεβάσει ρυθμό. Προφανώς και ο Αργεντινός δεν το κάνει από τεμπελιά. Το κάνει γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχει δυνάμεις στις στιγμές που η ομάδα θα τον χρειαστεί περισσότερο. Το θέμα βέβαια είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άλλος παίκτης τέτοιου επιπέδου στο σύγχρονο ποδόσφαιρο που να έχει αυτή την πολυτέλεια. Ο Μέσσι μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει στο χόρτο γιατί απλά είναι ο Μέσσι.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο δεύτερο σημείο. Ο Μέσσι έχει κερδίσει αυτό το άτυπο δικαίωμα να μη μαρκάρει, με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, γιατί πολύ απλά όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, κάπου ανάμεσα στη μεγάλη περιοχή και το κέντρο, οι ικανότητες του είναι πολύ μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου στον πλανήτη αυτή τη στιγμή. Κι αυτό δεν χρειαζόταν να το περιγράψει πρόσφατα ο Χόρχε Σαμπαόλι με την επική ατάκα «Το να συγκρίνεις τον Μέσσι με οποιονδήποτε άλλον είναι σαν να συγκρίνεις έναν απλά καλό αστυνομικό με τον Μπάτμαν» για να το αντιληφθούμε.

Ένας από τους ανώνυμους, ερασιτέχνες λάτρεις της στατιστικής πήρε τα δεδομένα των 8 τελευταίων σεζόν των 5 μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων και έκανε κάποιες συγκρίσεις, εστιάζοντας στους παίκτες που σκόραραν τουλάχιστον 10 γκολ σε μια σεζόν. Στη συνέχεια έκανε σύγκριση μεταξύ αυτών σε τρεις βασικούς τομείς: στο σκοράρισμα, στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες μπαλιές, έναν τομέα που επέλεξε γιατί στατιστικά είναι η ασίστ με τις περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε γκολ. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο τόσο προβεβλημένος Μέσσι ίσως είναι λίγο υποτιμημένος. Με πολύ απλά λόγια: Κάνει τόσα πράγματα, τόσο καλά και τόσο συχνά που καταλήγουν να φαίνονται συνηθισμένα ενώ δεν είναι.

Ο «μέσος Μέσσι» (δηλαδή ο μ.ο. των επιδόσεων του τα τελευταία 8 χρόνια) δεν είναι απλά καλύτερος από τον «μέσο καλό μεσοεπιθετικό» (δηλαδή από τον μ.ο. των επιδόσεων όλων των τοπ παικτών που συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα). Ο Μέσσι σε μια μέτρια σεζόν του είναι καλύτερος από το 98% των «καλύτερων» της Ευρώπης και στο σκοράρισμα, και στο ντριπλάρισμα και στις κάθετες πάσες! Ακούγεται αδιανόητο αλλά δεν είναι. «Παρ’όλο που είναι πιθανό να μην είναι άνθρωπος, είναι καλό το ότι ο ίδιος πιστεύει πως είναι» που είχε πει και ο Χαβιέρ Μαστσεράνο πριν μερικά χρόνια.

Με τον τρόπο που εξελίσσεται το ποδόσφαιρο φαίνεται αρκετά δύσκολο στα επόμενα χρόνια να βρεθεί (πάντα μιλώντας για το υψηλότερο δυνατό επίπεδο) κάποιος παίκτης τόσο καλός που να του επιτραπεί τέτοια ελευθερία κινήσεων, απλά και μόνο γιατί όταν πάρει τη μπάλα στα πόδια, ακόμα κι όταν βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά από το κέντρο, μπορεί να καθορίσει ένα ματς με μια ενέργεια. Κάποιος ρεαλιστής βέβαια, μπορεί να προσθέσει πως όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η παραγωγικότητα του Αργεντινού επιθετικά, το γεγονός ότι δεν συνεισφέρει αμυντικά όπως παλιά (τότε που οι Καταλανοί χρησιμοποιούσαν τον περίφημο «κανόνα των 3 δευτερολέπτων») πιθανόν επηρεάζει αρκετά την γενικότερη αποτελεσματικότητα της Μπαρτσελόνα.

Για κάποιον όμως που αδιαφορεί για τα αποτελέσματα που θα φέρει η Μπάρτσα, το παιχνίδι του Μέσσι είναι μια οπτική απόλαυση, ακόμα και τα τελευταία χρόνια στα οποία το σώμα του φαίνεται να τον προδίδει συχνά-πυκνά. Για κάποιον ειδικά που μεγάλωσε με την εικόνα του χαλαρού 10αριου, που σουλατσάρει στο χόρτο με ένα ελάχιστο ύφος υπεροψίας, περιμένοντας την ιδανική στιγμή που θα ζητήσει τη μπάλα και θα δημιουργήσει κάτι επικίνδυνο για τον αντίπαλο με μια έμπνευση, ο Μέσσι των τελευταίων ετών, που το πεδίο δράσης του ξεκινάει πολύ πιο κοντά στο κέντρο σε σχέση με παλιότερα, είναι κάτι σαν φαντασίωση, μια εξαίρεση που επιβιώνει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο γιατί απλά «ξέρει πολλή μπάλα» κι αυτή είναι μια ατάκα που μοιάζει (και είναι) καφενειακή αλλά κατά βάθος είναι ολότελα ρομαντική.

Σε μια πολύ ανταγωνιστική εποχή, που το να είσαι μια μείξη ποδοσφαιριστή και υπεραθλητή είναι αρκετά συνηθισμένο και επιθυμητό, το να πρωταγωνιστεί κάποιος που σε μεγάλο βαθμό πλέον λειτουργεί με τους ιδιαίτερους ρυθμούς ενός 10αριου παλιάς κοπής, απλά και μόνο λόγω ταλέντου και ποδοσφαιρικής ευφυίας, είναι λόγος συγκρατημένης αισιοδοξίας για το μέλλον του παιχνιδιού, που βαθιά μέσα στον πυρήνα του, πίσω από όλο το μάρκετινγκ, τα μίνιμαλ σήματα, τα σόσιαλ μίντια και τα προπονητικά τιμ με τους εξειδικευμένους επιστήμονες, παραμένει «μπαλίτσα».

Αυτός ο κάποιος ήταν κάποτε ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς που ξεκίνησε από τα άκρα της επίθεσης, έγινε «ψεύτικο εννιάρι» σκοράροντας ακατάπαυστα και τελικά όταν οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, σιγά-σιγά κατέληξε στη θέση που του δίνει απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, τη θέση που ταιριάζει με το βαρύ νούμερο στη φανέλα του. Ένα νούμερο που του είχε μεταβιβάσει, καθόλου τυχαία, ένα εξίσου σπουδαίο 10αρι.

Όπως αποκάλυψε ο Μέσσι, λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από το Καμπ Νου ο Ροναλντίνιο, έπιασε τον Αργεντινό και του είπε ότι αυτός και μόνο αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος κάτοχος της φανέλας με το 10. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο Ρόνι είχε καταλάβει τις δυνατότητες του Μέσσι από την πρώτη, κυριολεκτικά, μέρα. Και αυτό δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τον Τζιοβάνι φαν Μπρόνκχορστ ή την περίφημη δήλωση του μετά την κατάκτηση της Χρυσής Μπάλας («Αυτό το βραβείο λέει ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο αλλά δεν είμαι ο καλύτερος ούτε καν μέσα στη Μπάρτσα»). Μετά το τέλος της πρώτης προπόνησης που έκανε ο, έφηβος τότε, Αργεντινός με την πρώτη ομάδα, ο Βραζιλιάνος πήρε τηλέφωνο την καλή του φίλη και δημοσιογράφο Κριστίνα Κουμπέρο και της είπε «Σήμερα έκανα προπόνηση με κάποιον που θα γίνει καλύτερος από μένα»! Όπως ακριβώς όλοι μας όταν ανακαλύπτουμε κάτι αξιοθαύμαστο θέλουμε να το μοιραστούμε με όλους, έτσι κι ο Ροναλντίνιο δεν έμεινε στη φίλη του. Πριν λίγο καιρό ο Κόμπι Μπράιαντ αποκάλυψε πως όταν η Μπάρτσα πήγε για φιλικά στο Λος Άντζελες, ο Ρόνι του σύστησε τον Μέσσι με την ατάκα «Κόμπι, να σου γνωρίσω τον τύπο που θα γίνει ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Ο τύπος αυτός ήταν τότε 17 χρονών.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έγραψε κάποτε «Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αυτό που θα δουν, όχι αυτό που έχουν δει», μια πρόταση που πάντα μου ακουγόταν πολύ όμορφη για να κοσμήσει ένα βιβλίο αλλά χωρίς καμία λογική υπόσταση. Κι όμως, με κάποιον μαγικό τρόπο, σαν αυτούς που έβρισκε στις καλές του μέρες στον αγωνιστικό χώρο για να μας διασκεδάζει, ο Ροναλντίνιο είχε δει την πορεία του Μέσσι πριν απ’όλους.

Καλώς όρισες μαέστρο

  [3 Σχόλια]

369ebb3644db4b6fb9a2da86e0a92407

Είναι αλήθεια ότι πολλές μεγάλες αθλητικές στιγμές, έχουν γίνει ακόμα μεγαλύτερες σε συνδυασμό με την περιγραφή του σπίκερ. Από «τα χέρια του τίμιου γίγαντα» Αργύρη Καμπούρη και το «βάλ’ το αγόρι μου» μέχρι το «γκολ ο κολοσσός Δέλλας» η φάση και η φωνή του σπίκερ γίνονται ένα και χαράσσονται στο μυαλό μας. Αντίθετα, ξενέρωτες περιγραφές αφαιρούν από την μαγεία της στιγμής πολύ συχνά. Παρ’ ότι το τελευταίο το ζούμε συχνά στη χώρα μας, στη Ν. Αμερική κατά κύριο λόγο οι περιγραφές απογειώνουν το γκολ. Μια τέτοια περιγραφή είναι του Ντανιέλ Μόγιο γνωστού δημοσιογράφου/οπαδού της Μπόκα (με μεγαλύτερη έμφαση στο δεύτερο) για ένα από τα ωραιότερα και σημαντικότερα γκολ του Χουάν Ρομάν Ρικέλμε το 2013 απέναντι στην Κορίνθιανς (για την ιστορία του γκολ αυτού και τη σημασία του μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό κείμενο από τότε). Επειδή ακριβώς τα λόγια δεν χρειάζονται, παραθέτουμε το σχετικό βίντεο με το παραλήρημα του Μόγιο μεταφρασμένο:

Γκοοοολ! Γκοοοοοοοοοοοολ!
Γκολ του μαέστρου, γκολ του τέρατος, γκολ του φαινόμενου!
Γκολ του εκπληκτικού! Γκολ του μεγαλύτερου όλων!
Γκολ του Ρικέλμε!
Καλώς όρισες Μαέστρο (είπαμε, διαβάστε τη σύνδεση με τα προηγούμενα)
Καλώς όρισες ηγεμόνα του ποδοσφαίρου
Καλώς όρισες ηγεμόνα της Μπόκα, καλώς όρισες ηγεμόνα
Απόλυτε μαέστρο
Ρικέλμε, Ρικέλμε, Ρικέλμε
Ο μόνος που μπορούσε να σε τρελάνει
Ο μόνος που μπορούσε να σιωπήσει 50.000 ανθρώπους
Ο μόνος που σιωπά όλη την Κορίνθιανς
Ο μόνος που σιωπά ολόκληρο το Σάο Πάουλο
Κι εκρήγνυται η Αργεντινή
Εκρήγνυται το Μπομπονέρα
Κι εκρήγνυται το ποδόσφαιρο
Σηκώνεται στα πόδια
Για να χειροκροτήσει ένα τέτοιο γκολ, ένα τέτοιο τελείωμα
Αυτή την ποιότητα του Ρικέλμε
Σ΄ευχαριστώ Ρομάν, σ’ ευχαριστώ Ρομάν
Δεν θα σου ζητήσω τίποτε άλλο
Ήδη το ταξίδι άξιζε
Σ’ ευχαριστώ Ρικέλμε που υπάρχεις, που είσαι της Μπόκα
Σ’ ευχαριστώ Ρικέλμε γι’ αυτό το ταλέντο
Η Μπόκα κερδίζει την Κορίνθιανς 1-0

Τα 18 λεπτά μαγείας του Νταρίο Μπενεντέτο

  [4 Σχόλια]

dario

Το ποδόσφαιρο είναι σε ένα σημαντικό βαθμό παιχνίδι ψυχολογίας. Αυτό μπορεί να το αντιληφθεί οποιοσδήποτε έχει παίξει μπάλα, ακόμα και σε επίπεδο παρέας στα 5Χ5. Όλοι μας έχουμε ζήσει «εκείνη την κωλο-μέρα που η ρουφιάνα η μπάλα δεν πήγαινε με τίποτα μέσα», όσο λυσσασμένα κι αν προσπαθούσαμε. Και όχι, αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε άμπαλους ερασιτέχνες που ψάχνουν δικαιολογία γιατί από τα τρία μέτρα κατάφεραν να πετύχουν τον ακίνητο, τρομαγμένο τερματοφύλακα που είχε γυρίσει για σιγουριά και την πλάτη γιατί «εντάξει, δεν είμαι και ο Νόιερ, την πλάκα μας κάνουμε, μην πάμε αύριο στο γραφείο με μελανιασμένο πρόσωπο». Μπορεί να το επιβεβαιώσει άλλωστε και ο Έντινσον Καβάνι, που πριν λίγο καιρό έχανε τα άχαστα στο παιχνίδι με την Άρσεναλ και ελάχιστες ημέρες μετά πετύχαινε 4 γκολ σε 33 λεπτά μέσα στην έδρα της Καέν, σκοράροντας σχεδόν σε κάθε ευκαιρία που του παρουσιάστηκε.

Μια τέτοια ημέρα έζησε εχθές και ο Νταρίο Μπενεντέτο απέναντι στην Κίλμες. O 26χρονος Αργεντινός επιθετικός μετακόμισε το καλοκαίρι από το Μεξικό και την Κλουμπ Αμέρικα στο Μπουένος Άιρες και τη Μπόκα Τζούνιορς αλλά στα τρία πρώτα παιχνίδια της φετινής σεζόν δεν κατάφερε να βρει το δρόμο προς τα δίχτυα (αναγκάζοντας μια φανατική οπαδό της ομάδας να τον ψάξει πριν από το ματς για να του χαρίσει ένα τετράφυλλο τριφύλλι!). Η όποια ανησυχία υπήρξε πάντως για τη φόρμα του εξαφανίστηκε εχθές το βράδυ μέσα σε ελάχιστη ώρα. Για την ακρίβεια, χρειάστηκαν όλα κι όλα 18 λεπτά!

  • Στο 7′ άνοιξε το σκορ με ωραίο τακουνάκι.

  • Στο 17′ έδωσε ξανά προβάδισμα στη Μπόκα με απίστευτο βρωμόσουτο από «του Διαόλου τη μάνα», δηλαδή από μια απόσταση απ’την οποία δοκιμάζεις να σουτάρεις μόνο αν πιστεύεις πολύ στον εαυτό σου και στα πόδια σου.

  • Στο 23′ και βασιζόμενος πλέον στη λογική «ό,τι κι αν κάνω σήμερα βγαίνει, οπότε ας δοκιμάσω να δώσω και ασίστ με τακουνάκι, γιατί όχι διάολε;» έδωσε έτοιμο γκολ στον Ρικάρντο Σεντουριον για το 3-1.

  • Στο 25′ ολοκλήρωσε το χατ-τρικ αλλά και τη σύντομη αλλά άκρως χορταστική παράσταση του, σκοράροντας  αυτή τη φορά με κεφαλιά, «έτσι, για την ποικιλία μωρέ».

Στα επόμενα 65 λεπτά του αγώνα δεν άλλαξε τίποτα, αφού λογικά οι περισσότεροι στο γήπεδο ακόμα προσπαθούσαν να συνειδητοποιήσουν τι είχαν δει ως εκείνο το σημείο, και έτσι η Μπόκα πήρε την εύκολη νίκη με 4-1. Μια νίκη που λογικά θα αργήσει να ξεχάσει ο Μπενεντέτο, οι αντίπαλοι του αλλά και όσοι τυχεροί είδαν το παιχνίδι. Δεν βλέπεις άλλωστε και πολύ συχνά κάποιον ποδοσφαιριστή να δίνει τέτοιο σόου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Αν θέλετε, ρωτήστε και τη Βόλφσμπουργκ.

Πώς η φιλοσοφία μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου: Η περίπτωση Χατέμ Μπεν Αρφά

  [3 Σχόλια]

d-220605-capture-d-ecran-2016-04-14-a-172121

Ο Ρομπέρ Βαλέτ, ο προπονητής που τον γνώρισε 15χρονο στη Λυών, λέει γι΄αυτόν ότι διάβαζε πάντα πολύ –τότε, πόσο ταιριαστό, διάβαζε τον Μικρό Πρίγκιπα. Είκοσι χρονών, λίγο πριν βραβευτεί ως πιο ελπιδοφόρος παίκτης του γαλλικού πρωταθλήματος, αποκάλυψε ότι του άρεσε ο Νίτσε. Το 2012, όταν μάγευε με τη Νιουκάστλ, διάβαζε Σπινόζα και Καντ –κι όταν δυσκολευόταν, και δυσκολευόταν δικαίως, έψαχνε στο ίντερνετ για να καταλάβει καλύτερα. Πρόσφατα, σε μια συνέντευξή του στη Gazzetta Dello Sport, επανήλθε: «Οι συγγραφείς που ανοίγουν το μυαλό, σου προσφέρουν νέες προοπτικές. Ξέρω πως μπορεί να φαίνεται αστείος ένας ποδοσφαιριστής που διαβάζει ποίηση ή φιλοσοφία, αλλά, πριν ένα χρόνο, όταν είχα πιάσει πάτο, βρήκα τη δύναμη να συνέλθω χάρη στον Νίτσε ή τον Σωκράτη».

Δεν ξέρω αν η αγάπη του Χατέμ Μπεν Αρφά για τη φιλοσοφία ή η πληροφορία ότι πλουτίζει τη βιβλιοθήκη του με βιβλία που βρίσκει ξεχασμένα σε μπαρ και εστιατόρια (!), προκαλούν το γέλιο, εγώ θέλω να τον πιστέψω. Πρώτα απ΄όλα επειδή τον συμπαθώ. Μετά, επειδή η ενασχόληση με τη φιλοσοφία μοιάζει, επιτέλους, να δουλεύει: όχι μόνο επειδή έφυγε από την προηγούμενη ομάδα του, τη Νις, σαν φίλος –πράγμα που δεν του έχει ξανασυμβεί–, όχι μόνο επειδή πήρε μεταγραφή σε μια από τις πιο φιλόδοξες και πλούσιες ομάδες της Ευρώπης, την Παρί Σεν Ζερμέν, αλλά κι επειδή εμφανίζεται παντού με ένα πλατύ χαμόγελο που δίνει την εντύπωση ότι έχει περισσότερα δόντια από το κανονικό.

Ο Χατέμ υπήρξε πρόωρη μεγαλοφυΐα και αυτό ήταν το δράμα του. Γιος παλιού Τυνήσιου διεθνή, γεννήθηκε μέσα στο ποδόσφαιρο. Έπαιζε στους δρόμους του μεσοαστικού παριζιάνικου προαστίου όπου μεγάλωσε, αλλά και με τα αδέρφια του στο σαλόνι του σπιτιού τους –η μαμά τερματοφύλακας. Εφτά χρονών βγάζει το πρώτο του δελτίο. Είναι γρήγορος, τεχνικός, παίζει με το κεφάλι ψηλά, ντριπλάρει προκλητικά. Κι είναι, μοιραία, ατομιστής. Στα 12 –μοναδική περίπτωση, η κατώτερη ηλικία είναι τα 13– γίνεται δεκτός στο Εθνικό Ινστιτούτο Ποδοσφαίρου, την ακαδημία όπου προετοιμάζεται η ελίτ του γαλλικού ποδοσφαίρου. Τον συνοδεύει η βαριά ευθύνη του ταλέντου του, είναι ήδη ο «Νέος Ζιντάν». Ατζέντηδες γαλλικών, αγγλικών, ιταλικών ομάδων του κάνουν ήδη τα γλυκά μάτια κάθε σαββατοκύριακο που γυρνάει σπίτι του: «Με ενοχλούν, προτιμώ όταν πηγαίνουν να δουν κατευθείαν τους γονείς μου».

Για τρία χρόνια ζει εσωτερικός στο Ινστιτούτο. Ήταν ο πιο μικρός κι ο πιο κοντός, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να ξεχωρίζει, με κάθε τρόπο. Σε ένα μυθικό βίντεο, τον βλέπουμε να προκαλεί έναν εξίσου ταλαντούχο συμμαθητή του, τον Αμπού Ντιαμπί. Δεν πτοείται που ο Ντιαμπί τον περνάει δυο κεφάλια και χρειάζεται η επέμβαση πέντε-έξι άλλων (διακρίνουμε τον Ρικαρντό Φατί, που πέρασε από τον Άρη), ώστε να κλειστεί στο μπαλκόνι και να αποφευχθεί το ξύλο: «Είμαι λίγο νευρικός. Είναι η φύση μου. Από μικρός τσατίζομαι εύκολα, έτσι είμαι φτιαγμένος».

Ήταν μόλις 15 χρονών και διηγήθηκε, χωρίς να το ξέρει, τα επόμενα δεκατρία χρόνια της ζωής του. Το καλοκαίρι του 2002, κι ενώ τον θέλουν πολλές ομάδες, θα διαλέξει την ακαδημία της σπουδαίας, τότε, Λυών. Παίζει στην πρώτη ομάδα μόλις 17 ετών, δίπλα σε αστέρια όπως ο Ζουνίνιο Περναμπουκάνο, σκοράρει, δίνει ασίστ, συχνά εντυπωσιάζει, κερδίζει τέσσερα σερί πρωταθλήματα αλλά δεν παίζει όσο συχνά θα ήθελε. Ψυχραίνεται με τον Μπενζεμά, παίζει ξύλο με τον Σεμπαστιάν Σκιλατσί, μουτρώνει στους προπονητές του. Τον Ιούνιο του 2008, έρχεται στα μαχαίρια με τον πρόεδρο της Λυών που «τον έχει σαν παιδί του», προκειμένου να πάει στη Μαρσέιγ. Όλοι, φίλοι κι εχθροί, θα συμφωνήσουν μετά ότι βιάστηκε. «Ο Χατέμ ήταν ο Μέσι, τον έχω δει να κάνει απίστευτα πράγματα στο γήπεδο, αλλά δεν έκανε σωστές επιλογές. Δεν έπρεπε να φύγει τόσο νωρίς από τη Λυών»: μιλάει ο Μπενζεμά. Την ίδια εποχή, οι μεταφυσικές του ανησυχίες τον οδηγούν να ψαχτεί σε ένα μυστικιστικό, ειρηνικό παρακλάδι του Ισλάμ, ο ίδιος θα μιλήσει μετά για σέχτα. Αυτό πιθανότατα αποθάρρυνε τον Αρσέν Βενγκέρ από το να τον πάρει στην Άρσεναλ.

Ben-Arfa

Στη Μαρσέιγ, μετά από δυο μήνες σχετικής ηρεμίας –πρόλαβε να τσακωθεί, ίσως και να πλακωθεί, με τον Σισέ και τον Μ΄Μπαμί–, νέος κύκλος αίματος. Ο Γκερέτς τον αφήνει στον πάγκο στο ντέρμπι με την Παρί Σεν Ζερμέν. Στο δεύτερο ημίχρονο, σκορ 2-2, του ζητάει να ζεσταθεί για να μπει, αυτός αρνείται: «Πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό στην προπονητική μου καριέρα». Η Μαρσέιγ χάνει 2-4. Η συνέχεια είναι δύσκολη, με κάποια πολύ φωτεινά διαλείμματα. Την επόμενη χρονιά αντιδρά εξίσου πρωτότυπα σε κάποιες παρατηρήσεις του νέου του προπονητή, Ντιντιέ Ντεσάν: «Μου σπας τ΄αρχίδια». Κερδίζει το πέμπτο του πρωτάθλημα αλλά η Μασσαλία δεν τον σηκώνει, πλέον. Όνειρό του η Αγγλία.

Η διοίκηση κι ο Ντεσάν συμφωνούν αρχικά να τον δώσουν δανεικό στη Νιουκάστλ, μετά αλλάζουν γνώμη, αλλά λίγη σημασία έχει. Ο Μπεν Αρφά απέχει από τις προπονήσεις, γυρνάει στο Παρίσι και γυμνάζεται μόνος του περιμένοντας να γίνει το δικό του. Οι κατάρες των μαρσεγιέζων τον συνοδεύουν στην Αγγλία: προλαβαίνει να παίξει τέσσερα ματς πριν συναντήσει στον δρόμο του τον σεσημασμένο Νάιτζελ ντε Γιονγκ. Ουσιαστικά, θα κάνει έναν χρόνο να ξαναπαίξει αλλά, όταν γυρίζει, αποδεικνύει ότι η μπάλα δεν ξεχνιέται. Μερικά μαγικά γκολ μοιάζουν να δικαιώνουν τη Νιουκάστλ που τον αγόρασε όσο ανάρρωνε από το διπλό κάταγμα. Ο προπονητής του, Άλαν Πάρντιου, τον λατρεύει, όπως όλοι μας.

Μέχρι που δεν τον λατρεύει πια. Τσατίλας και ξεροκέφαλος κι ο ίδιος, ανέχεται όλο και λιγότερο τα καπρίτσια του Μπεν Αρφά, τους συνεχείς τραυματισμούς του, το θράσος του. Μετά από ένα 4-0 με τη Μάντσεστρ Γιουνάιτεντ, ο παίκτης υποδεικνύει στον προπονητή να αλλάξει σύστημα παιχνιδιού –φτάνουν πια οι βαθιές σέντρες, κόουτς. Πέφτει σε δυσμένεια, τον στέλνουν πίσω στο Παρίσι και ψάχνουν να τον ξεφορτωθούν. Πάει δανεικός στη Χαλ Σίτι, όπου, φρίξον ήλιε, τον βρίσκουν αργό και ανάξιο για το επίπεδο της ομάδας. Αυτός είναι ο πάτος για τον οποίον μίλησε ο Χατέμ; Όχι ακόμη.

Τέλος του 2014, κι ενώ έχει τσακωθεί και με την οικογένειά του, μένει χωρίς ομάδα. Συμφωνεί με τη Νις. Πρόβλημα: έχει παίξει ένα ξεχασμένο φιλικό με τη φανέλα της Νιουκάστλ πριν πάει στη Χαλ κι απαγορεύεται να παίξει για τρίτη ομάδα σε μια σεζόν. Τα λόγια του προέδρου της επιτροπής που κρίνει την υπόθεση ακούγονται σαδιστικά: «Λέτε πως δικαιολογείται επειδή είναι νέος; 27 ετών; Στην εποχή μου, στον Πόλεμο της Αλγερίας έστελναν στο μέτωπο παλικάρια 17-18 χρονών».

Ο Χατέμ Μπεν Αρφά δεν είναι πια νέος και σκέφτεται ήδη να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο. Ευτυχώς, υπάρχει ο Νίτσε. Κι ο Κλοντ Πυέλ, ο παιδαγωγός προπονητής της Νις, που τον περίμενε έξι μήνες και που τον βοήθησε να γίνει αυτός που είδαμε την προηγούμενη σεζόν, την καλύτερή του μέχρι τώρα: 17 γκολ, 5 ασίστ και αναρίθμητα θύματα.

Ο Μπεν Αρφά είναι από τους πολύ λίγους ποδοσφαιριστές που είναι ειλικρινής στις συνεντεύξεις –πήραμε ήδη δείγμα. Παραδέχεται το προφανές, ότι είναι πολύ εύθραυστος, διαβεβαιώνει ότι είναι πια δυνατός, και κυρίως επαναλαμβάνει, όπως έκανε μικρός, ότι αυτό που ψάχνει στο γήπεδο είναι να δώσει χαρά στην κερκίδα. Όπως ακριβώς και τα είδωλά του –γιατί έχει εκλεκτό γούστο: Κρόιφ, Μαραντόνα, Ρονάλντο, Ροναλντίνιο και, δείγμα της βαθιάς του κουλτούρας, Ομάρ Σίβορι, η Χρυσή Μπάλα του 1961, ο «Μαραντόνα πριν τον Μαραντόνα», ένας βραχύσωμος διάβολος που ντρίπλαρε αλύπητα και με φανερή απόλαυση τους αντιπάλους. Κάθε ομοιότητα τυχαία.

Όπως έχει γράψει ο Νίτσε, «τιμωρούμαστε κυρίως για τις αρετές μας». Ελπίζουμε ότι ο Χατέμ Μπεν Αρφά τιμωρήθηκε ήδη αρκετά.

Ο άνθρωπος που αντέγραψε ο Κρόιφ

  [7 Σχόλια]

Ήταν 14 Φεβρουαρίου του 2016 όταν η Μπαρτσελόνα διέλυσε τη Θέλτα στο Καμπ Νου με 6-1. Οι μπλαουγκράνα μάς είχαν χαρίσει ακόμα μία σπάνιας ομορφιάς ποδοσφαιρική παράσταση, κόντρα μάλιστα σε μια ομάδα που εκείνη την περίοδο -όπως και από την έναρξη της σεζόν- έπαιζε αρκετά καλό ποδόσφαιρο. Λίγο πριν το 80′ οι Καταλανοί κέρδισαν πέναλτι, (το συνηθίζουν άλλωστε) με το σκορ στο 3-1 και ο Αργεντίνος θεούλης που ακούει στο όνομα Λιονέλ Μέσι ανέλαβε την εκτέλεση. Δεξιά; Aριστερά; Xαμηλά; Ψηλά; Στο κέντρο αλά Πανένκα; Ουδείς μπορούσε να γνωρίζει την κατάληξη της «ερωμένης» του. Ο ίδιος δεν δικαίωσε κανέναν και εκτέλεσε το πέναλτι με πάσα. Ένα χάδι στη μπάλα για τον επερχόμενο Σουάρεζ, που απλά πλάσαρε, ίσως, για το ευκολότερο γκολ της καριέρας του. Ο πίνακας έγραψε 4-1 και όλοι θυμήθηκαν τον Γιόχαν Κρόιφ και τη δική του πάσα στον Γέσπερ Όλσεν το μακρινό 1982 σε ένα παιχνίδι Άγιαξ-Χέλμποντ Σπορτς. Ο Ολλανδός καλλιτέχνης θεωρείται άλλωστε -σχεδόν- σε όλα πρωτοποριακός. Τόσο για το καμάρι της Καταλωνίας, όσο και για τους Οράνιε και τον Άγιαξ του Άμστερνταμ. Αν θέλετε τη γνώμη μου, απολύτως δίκαια. Με μια μικρή -πολύ μικρή για την ακρίβεια- ένσταση.

Rik+Coppens

Όταν βλέπουμε κάποιον παίκτη να εκτελεί ένα πέναλτι με παρόμοιο τρόπο, αμέσως μας έρχεται στο μυαλό ο ‘ιπτάμενος Ολλανδός’. Έτσι έχει μείνει και έτσι θα συνεχίσει να είναι. Ελάτε όμως που αυτό δεν αληθεύει. Ο πρώτος παίκτης που εκτέλεσε την εσχάτη των ποινών (πόσο κλισέ Θεέ μου) κατά αυτό τον τρόπο δεν ήταν Ολλανδός. Δεν έπαιξε στον Άγιαξ και στις μέρες μας δεν νομίζω πως υπάρχουν πολλοί που να γνωρίζουν ή έστω να έχουν ακούσει κάτι για την ιστορία του. Αυτός ο «κάποιος» δεν είναι άλλος από τον Βέλγο επιθετικό Ρικ Κόπενς. O Κόπενς (ή Κοπένς αν προτιμάτε) υπήρξε διεθνής με το Βέλγιο από το 1949 ως το 1959 σκοράροντας μάλιστα 21 τέρματα σε 47 εμφανίσεις και ήταν ο πρώτος που κέρδισε το Βελγικό χρυσό παπούτσι το 1954 με τα χρώματα της Μπίρσοτ. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους επιθετικούς που έβγαλε ποτέ το Βέλγιο και είναι ο «εφευρέτης» του «πέναλτι του Κρόιφ», πριν τον Κρόιφ.

1410113-30198971-2560-1440

Στις 5 Ιουνίου του ’57 το Βέλγιο υποδέχτηκε την αδύναμη Ισλανδία για τα προκριματικά του Μουντιάλ και βρέθηκε να προηγείται με 6-1 λίγο πριν το ημίχρονο. Στο 44′ ο διαιτητής έδωσε πέναλτι για τους Βέλγους και ο προπονητής Νταγκ Λίβινγκστον έδωσε εντολή να το εκτελέσει ο Κόπενς. Αυτός με τη σειρά του, αφού έστησε τη μπάλα, δεν σούταρε αλλά πάσαρε για τον συμπαίκτη του Αντρέ Πίτερς που έδωσε ξανά για τον Κόπενς για να γράψει το 7-1. Όλοι έμειναν άφωνοι, με τον καλά διαβασμένο διαιτητή να κατακυρώνει σωστά το τέρμα. Για την ιστορία το τελικό σκορ ήταν το 8-3 αν και, όπως είναι εύκολο να καταλάβει ο οποιοσδήποτε, η αναμέτρηση έμεινε στην ιστορία περισσότερο για το πέναλτι του Κόπενς παρά για το τελικό σκορ.

Λογικά αν ο Κρόιφ δεν είχε εκτελέσει εκείνο το πέναλτι με αυτό τον τρόπο το 1982, η ιστορία του Κόπενς δεν θα είχε έρθει ποτέ στην επιφάνεια στο ευρύ κοινό. Επίσης αν οι Ανρί και Πιρές δεν είχαν αποτύχει σε παρόμοια εκτέλεση το 2005 κόντρα στη Μάντσεστερ Σίτι, οι νέες γενιές δεν θα είχαν μάθει για το πέναλτι του Κρόιφ. Ίσως σε 30-40 χρόνια αν κάποιος επιχειρήσει ένα παρόμοιο πέναλτι, να μην ακουστεί το όνομα του Κόπενς (εννοείται), ούτε του Κρόιφ αλλά μόνο του Μέσι και του Σουάρεζ. Για την ιστορία παρόμοιο πέναλτι είχαμε και στην Αγγλία το 1964. Στην αναμέτρηση Πλίμουθ-Μάντσεστερ Σίτι για τη δεύτερη κατηγορία. Τον καημένο τον Μάικ Τρεμπίλκοκ δεν τον ξέρει κανείς και γι’ αυτό θα κλείσω το κειμενάκι με το δικό του γκολ. Υπήρξε μεγάλος εξτρέμ άλλωστε.

Γιατί μπαμπά λένε τον παλιό Ρονάλντο «φαινόμενο»;

  [4 Σχόλια]

ronaldopsv

Τον Σεπτέμβρη του 1994, στο πρώτο παιχνίδι του πρώτου γύρου του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, η Μπάγερ Λεβερκούζεν (που τελικά έφτασε μέχρι τα ημιτελικά της διοργάνωσης) υποδεχόταν την Αιντχόφεν, σε ένα ματς με ξεκάθαρο φαβορί τους Γερμανούς. Το παιχνίδι έληξε 5-4 με τον Γερμανό σπίκερ να σχολιάζει κάπου στο δεύτερο ημίχρονο πως είναι ξεκάθαρο ότι «βλέπουμε ένα ματς Μπάγερ εναντίον Ρονάλντο». Ο Βραζιλιάνος επιθετικός, που είχε μετακομίσει από τη Βραζιλία στην Ολλανδία μόλις πριν ένα μήνα, είχε πετύχει 3 γκολ (εκ των οποίων το ένα με σουτάρα εκτός περιοχής και το άλλο με πέναλτι που κέρδισε και πήρε την ευθύνη να εκτελέσει ο ίδιος) και είχε μοιράσει αρκετές «σακούλες» στους έμπειρους Γερμανούς αμυντικούς. Πέντε μέρες μετά το παιχνίδι ο Ρονάλντο είχε γενέθλια. Έκλεινε τα 18!

Μετά το τέλος του αγώνα ο 34χρονος Ρούντι Φέλερ, που βρισκόταν στα τελειώματα της καριέρας του, μιας καριέρας που είχε να επιδείξει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο και ένα Τσάμπιονς Λιγκ, σχολίασε σοκαρισμένος: «Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω ξαναδεί έναν 18χρονο να παίζει με τέτοιο τρόπο».

ronaldopsv2

Δυο χρόνια αργότερα και αφού μετρούσε ήδη 54 γκολ σε 57 παιχνίδια ο Ρονάλντο μετακόμισε πιο νότια, στη Βαρκελώνη και τη Μπαρτσελόνα, για να προσθέσει στην καριέρα του μια ακόμα εντυπωσιακή χρονιά με 47 γκολ σε 49 ματς, μερικά ασύλληπτα γκολ και μια νέα τρομερή δήλωση από αντίπαλο.

Αυτή τη φορά ήταν ο Χόρχε Βαλντάνο της Ρεάλ Μαδρίτης που συνόψισε τέλεια σε ελάχιστες λέξεις την εμπειρία του να βλέπεις τον Ρονάλντο να ξεκινάει μια απίστευτα γρήγορη κούρσα με τη μπάλα στα πόδια («Είναι το γρηγορότερο πράγμα που έχω δει να τρέχει με τη μπάλα» είπε κάποτε ο Μπόμπι Ρόμπσον και όλοι ξέρουμε ότι ο Σερ Μπόμπι είχε δει στη ζωή του πάρα πολλά) και να την τελειώνει με γκολ, παίρνοντας σβάρνα οποιαδήποτε εμπόδιο, όσο μεγάλο ή οργανωμένο κι αν ήταν αυτό: «Ο Ρονάλντο δεν είναι άνθρωπος. Είναι κοπάδι».

—————-

Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν (αν υπάρχει) ο 23χρονος Ρονάλντο δεν είδε το πόδι του να σμπαραλιάζεται στην Ιταλία, δεν πέρασε μήνες σε νοσοκομεία και κρεβάτια φυσιοθεραπευτών και δεν αποχαιρέτησε, ουσιαστικά, το ποδόσφαιρο πρόωρα κάπου στα 30. Σε εκείνο το σύμπαν λογικά δεν θα υπάρξουν ποτέ παιδάκια που μετά από αρκετά χρόνια θα ρωτήσουν «μπαμπά, εκείνον τον Ρονάλντο, τον παλιό, γιατί τον φώναζαν ‘Φαινόμενο'»;

Σ’ αυτό το σύμπαν όμως, που αυτή η ερώτηση δεν μπορεί να αποκλειστεί στο άμεσο μέλλον, μια καλή λύση-απάντηση σε μια τέτοια άβολη ερώτηση είναι να τους βάλεις αυτό το βίντεο και μετά από 10 λεπτά ανακατεμένης τεχνικής, ταχύτητας, φαντασίας και δύναμης να τους υπενθυμίσεις ότι αυτό το «πράγμα» που βλέπουν να κάνει σχεδόν ό,τι θέλει στο γήπεδο είναι ένα πιτσιρίκι στα όρια της ενηλικίωσης!

Οι Χασάπηδες της Βαρκελώνης

  [1 Σχόλιο]

schuster1

Yπήρξε μια εποχή, στη διάρκεια της δεκαετίας που ακολούθησε τη φυγή του Γιόχαν Κρόιφ-παίκτη και προηγήθηκε της έλευσης του Γιόχαν Κρόιφ-προπονητή, που η Μπαρτσελόνα ήταν μια ομάδα στην οποία θα μπορούσε άνετα να παίξει ο γνωστός μας Ντιέγκο Κόστα, κι αυτό χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει ούτε στο τόσο δα τη συμπεριφορά του. Μια ομάδα που σκόρπιζε τον τρόμο στην Ευρώπη αλλά με τρόπο διαφορετικό από ό,τι σήμερα, με παίκτες λιγότερο κοντοκουρεμένους και πολύ πιο τσατίλες, όπως εύγλωττα μας το δείχνει ο υπέροχος Μπερντ Σούστερ, έτσι όπως απευθύνει μια χορταστική, διπλή άσεμνη χειρονομία στους οπαδούς της Ρεάλ –στην οποία θα πάρει μεταγραφή λίγα χρόνια αργότερα–, στον τελικό του Κυπέλλου Ισπανίας στις 4 Ιουνίου 1983.

Κι ο Μπερντ κι οι συμπαίκτες του είχαν βέβαια ελαφρυντικά: έτσι ήταν τότε το ποδόσφαιρο. Σε εκείνον τον τελικό, για παράδειγμα, ο Χουάν Αντόνιο Καμάτσο είχε αφοσιωθεί με επιμέλεια στον κύριο στόχο του, δηλαδή τα πόδια του Μαραντόνα, κι όταν στο 90΄ο Μάρκος Αλόνσο θα πετύχει το 2-1 με θεαματική κεφαλιά, η έκρηξη του Σούστερ έμοιαζε κάπως δικαιολογημένη. Ο ίδιος ο Σούστερ είχε γυρίσει λίγους μήνες πριν στα γήπεδα μετά από τον σοβαρό τραυματισμό του τον Δεκέμβριο του 1981, τραυματισμό που του στέρησε και τη συμμετοχή του στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας. Υπεύθυνος ο Χασάπης του Μπιλμπάο, ο Αντόνι Γκοϊκοετσέα, που στις 24 Σεπτεμβρίου του 1983 θα σπάσει και το πόδι του Μαραντόνα: ο κύκλος της βίας θα τελειώσει σε έναν άλλο τελικό Κυπέλλου Ισπανίας, το 1984, με το αξέχαστο ξύλο ανάμεσα στον Ντιέγκο, που είχε επανέλθει σε πλήρη φόρμα, και τη μισή Αθλέτικ. Και δεκάδες θεατές. Τελικός απολογισμός: 60 τραυματίες.

Αλλά, όπως και στις μέρες μας, το άστρο των παικτών της Μπάρτσα, πιο σκοτεινό τότε, θα λάμψει κυρίως στην Ευρώπη.

7 Απριλίου 1982, Λονδίνο: η Μπαρτσελόνα αντιμετωπίζει την Τότεναμ, στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων. Την επόμενη μέρα η εφημερίδα Sun θα κυκλοφορήσει με αυτόν τον τίτλο: «Ζώα!» Και επεξήγηση στον υπότιτλο: «Οι χασάπηδες της Βαρκελώνης», παρατσούκλι που θα τους ακολουθεί τα επόμενα χρόνια. Οι Καταλανοί απέσπασαν ισοπαλία 1-1 –κυρίως χάρη στην τρομερή γκάφα του Ρέι Κλέμενς–, και την κατακραυγή όλης της Ευρώπης για το βίαιο παιχνίδι τους. Όταν ο διαιτητής θα δείξει κόκκινη στον Χουάν Εστέλα, θα χρειαστεί να μπει στο γήπεδο ένας αστυνομικός (!) για να συγκρατήσει τον Μανόλο Μαρτίνεθ και τον Γκρέιαμ Ρόμπερτς που πλακώνονταν. Οι Λονδρέζοι κατεβαίνουν ψυχολογικά πιο προετοιμασμένοι για τη ρεβάνς, η οποία δεν ήταν όμως πολυ διαφορετική. Η Μπαρτσελόνα κερδίζει 1-0 και προκρίνεται για τον τελικό που γίνεται στο Καμπ Νου, σε ατμόσφαιρα που όλοι φανταζόμαστε. Αντίπαλος η Σταντάρ Λιέγης, η οποία προηγείται στο 8΄. Το πιο πολύ ξύλο το τρώει ο Σίμον Ταχαμάτα, o κοντούλης, εύθραυστος και μαλλιάς (ξεκίνησε την καριέρα του στην πιο μαλλιαρή ομάδα του πλανήτη, την TSV Theole) αριστερός εξτρέμ της Σταντάρ. Θύτης του ο θρύλος της Μπαρτσελόνα Μιγκέλι ή «Ταρζάν». Ο ίδιος ο Ταρζάν θα κάνει ένα επιθετικό φάουλ στο γκολ της ισοφάρισης ενώ το 2-1 για την Μπάρτσα θα το κάνει ο Κίνι, με φάουλ που χτυπήθηκε ενώ οι Βέλγοι ακόμη έφτιαχναν το τείχος: δεν θα προλάβει να το δείξει ούτε η τηλεόραση.

migueli maradona

Ο Μιγκέλι με ένα φίλο του

Οι Βέλγοι έχουν τρομερά παράπονα απο τον διαιτητή αλλά κι οι Καταλανοί επιδίδονται σε φεστιβάλ σκληρών φάουλ, τσαμπουκάδων και, μετά το 2-1, ψευτοτραυματισμών και καθυστερήσεων. Ειδική μνεία στον Καράσκο, που στο 89΄σφαδάζει στο κόρνερ μετά από ένα σπρώξιμο του Βάλτερ Μέεϋς, ο οποίος αποβάλλεται.

Η κορύφωση θα έρθει μερικούς μήνες μετά, στο Σούπερ Καπ με αντίπαλο την Άστον Βίλα, τη νικήτρια-έκπληξη του Πρωταθλητριών το 1982. Στον πρώτο αγώνα η Μπαρτσελόνα, χωρίς τον Μαραντόνα που είχε μόλις διαγνωστεί με ηπατίτιδα, κέρδισε 1-0. Η ρεβάνς στο Μπέρμιγχαμ στις 26 Ιανουαρίου 1983. Στο προηγούμενο ματς μεταξύ των δυο ομάδων, πέντε χρόνια πριν, οι Άγγλοι είχαν χειροκροτήσει θερμά τον Γιόχαν Κρόιφ, που χόρεψε στο ταλαιπωρημένο χορτάρι του Βίλα Παρκ, για τελευταία φορά στην Αγγλία. Το 1983 η ατμόσφαιρα είναι εντελώς διαφορετική: είπαμε, οι εποχές Μίχελς-Κρόιφ τελειώσανε, κύριοι, τελειώσανε!

Τρία φάουλ στα πρώτα τριάντα δευτερόλεπτα, δέκα κίτρινες και τρεις κόκκινες κάρτες (δυο στη Μπαρτσελόνα, μία στην Άστον Βίλα), οι οποίες, όπως παραδέχτηκε κι ο ίδιος ο διαιτητής, ήταν πολύ λιγότερες από όσες έπρεπε να δοθούν, αλύπητο ξύλο κι η Μπαρτσελόνα να παίζει σφιχτή άμυνα με χέρια και με πόδια. Ο Γκάρι Σο θα κάνει το 1-0 λίγο πριν το τέλος του β΄ ημιχρόνου: αποφασιστική η συμβολή του Πίτερ Γουίδ που εξουδετερώνει τον ανίκητο ως τότε Μιγκέλι με μια αγκωνιά στο πρόσωπο. Ο Ταρζάν δεν καταλαβαίνει από τέτοια –στο παρελθόν, είχε παίξει ένα ματς με σπασμένη κλείδα– και συνεχίζει κανονικά με αιματοβαμμένη την κίτρινη φανέλα του, ένα μαντίλι στα χέρια για να σκουπίζει κάπου κάπου τα αίματα και φανερή διάθεση για εκδίκηση.

Η καλύτερη ίσως στιγμή της βραδιάς ήταν στη παράταση, στη φάση που ο τερματοφύλακας της Μπάρτσα Ουρούτι σηκώνει στον αέρα τον Γκόρντον Κάουανς που μόλις έκανε το 2-0 και την ανοησία να τρέξει να μαζέψει την μπάλα από τα δίχτυα. Θα ακολουθήσει εύλογος τσαμπουκάς με ευρεία συμμετοχή αλλά καμία κάρτα. Και στη συνέχεια, πολλές κλωτσιές. Στους πανηγυρισμούς για το 3-0, θα αποβληθεί κι ο Μάρκος Αλόνσο –θα τα βάλει με τον επόπτη και θα φτύσει έναν από αυτούς που πανηγύριζαν.

Η Άστον Βίλα κερδίζει ένα Σούπερ Καπ που δεν κυνήγησε ιδιαίτερα –πιο πολύ την ενδιέφερε ο προημιτελικός του ΟΥΕΦΑ κόντρα στη Γιουβέντους, στον οποίο πήγε αποδεκατισμένη. Η Μπαρτσελόνα όμως είχε πιο σοβαρά προβλήματα. Αξιωματούχοι της ΟΥΕΦΑ μιλούσαν για νύχτα τρόμου και σκαναδαλισμένες ευρωπαϊκές εφημερίδες ζητούσαν αποκλεισμό της από τα ευρωπαϊκά κύπελλα, ακόμη και την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Τελικά, οι Χασάπηδες την γλίτωσαν με βαρύ πρόστιμο, ενώ τέσσερις από αυτούς τιμωρήθηκαν με βάση τα βίντεο του αγώνα. Ανάμεσά τους, βέβαια, ο Ουρούτι. Η Ισπανική Ομοσπονδία από τη μεριά της θα αποφασίσει να αντιμετωπίσει το εμφανές πρόβλημα της βίας ανακοινώνοντας αυστηρά μέτρα ενάντια στο ντόπινγκ –ναι, τότε ξεκίνησε αυτό το κουτσομπολιό–, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα, όπως είδαμε και στην αρχή. Την ίδια στιγμή, ο Γιόχαν Κρόιφ είναι στο Άμστερνταμ. Ετοιμάζεται να κερδίσει το προτελευταίο πρωτάθλημα της ζωής του ως ποδοσφαιριστής. Οι φίλοι της Μπαρτσελόνα θα περιμένουν υπομονετικά πέντε ακόμη χρόνια μέχρι να γυρίσει, προπονητής πια. Η συνέχεια γνωστή.

Το έργο τέχνης του Ντένις Μπέργκαμπ

  [4 Σχόλια]

«Ήθελα την πάσα του Πιρές στα πόδια μου αλλά αυτή πήγε σε ένα σημείο πιο πίσω από μένα. Δεν ήταν αυτό που περίμενα οπότε σκέφτηκα ότι χρειάζομαι μια νέα ιδέα. Θα μπορούσα να πάω για την ασφαλέστερη επιλογή, να έκανα κοντρόλ και να την επέστρεφα προς τα πίσω. Ή μετά το κοντρόλ να γυρνούσα.»

Ένα βροχερό απόγευμα του 2004 ο νεαρός τότε Ρόμπιν Φαν Πέρσι, που είχε μόλις μετακομίσει στο Λονδίνο από το Ρότερνταμ, μπήκε στο τζακούζι για να ξεκουραστεί μετά από μια προπόνηση. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι από το παράθυρο του δωματίου φαινόταν το γήπεδο των προπονητικών εγκαταστάσεων ο Ολλανδός αποφάσισε να χαζέψει τον συμπατριώτη του Ντένις Μπέργκαμπ, ο οποίος επειδή προερχόταν από τραυματισμό έκανε ασκήσεις με τον γυμναστή και μερικούς πιτσιρικάδες από την εφηβική ομάδα. «Η προπόνηση κράτησε 45 λεπτά. Καθόμουν και απλά περίμενα, παρ’όλο που τα χέρια μου είχαν ζαρώσει, πότε θα κάνει το πρώτο λάθος. Δεν το έκανε ποτέ! Δεν υπήρξε ούτε μια πάσα του που να μην ήταν τέλεια» εξομολογήθηκε αρκετά χρόνια μετά από το περιστατικό ο Φαν Πέρσι.

«Λίγα μέτρα πριν φτάσει η μπάλα σε μένα πήρα την απόφαση να την περάσω γύρω από τον αμυντικό. Ο πιο γρήγορος τρόπος για να βρεθώ μπροστά της ήταν να ακολουθήσω εκείνη την πορεία που ακολούθησα. Μπορεί να φάνηκε λίγο περίεργο ή ωραίο αλλά για μένα ήταν απλά ο γρηγορότερος τρόπος για να φτάσω στη μπάλα. Γενικότερα δεν μου αρέσουν τα τρικ. Δεν είναι κάτι που έχω συνέχεια στο μυαλό.»

Ο Ντένις Μπέργκαμπ μπήκε στη ζωή της Άρσεναλ ένα χρόνο πριν μπει ο Αρσέν Βενγκέρ, τότε που το όνομα της ομάδας συνοδευόταν από το επίθετο «boring». Ο μύθος λέει ότι την πρώτη μέρα που πήγε στο προπονητικό κέντρο, κάποιες από τις ντόπιες παλιοσειρές της ομάδας υποκλίθηκαν μπροστά του λέγοντας του χαρακτηριστικά «δεν μας αξίζεις». Ήξεραν πολύ καλά τι έλεγαν. Δεν χρειάστηκαν παρά λίγα χρόνια για να αντιληφθεί όλος ο κόσμος ότι ο Ντένις Μπέργκαμπ δεν ήταν ποδοσφαιριστής. Ήταν καλλιτέχνης.

«Το τελείωμα της φάσης ήταν απλά μια προσπάθεια να στείλω τη μπάλα προς τα δίχτυα με τέτοιο τρόπο που ο τερματοφύλακας να μη μπορεί να τη φτάσει. Η όλη κίνηση είχε τρομερή ακρίβεια. Θα μπορούσε να εξελιχθεί τελείως λάθος αλλά εκείνη τη φορά λειτούργησε σωστά.»

Το 1993 σε ένα ματς Αγγλία-Ολλανδία ο Μπέργκαμπ είχε δεχτεί μια προωθημένη ψηλή πάσα στο ύψος της μεγάλης περιοχής και πριν η μπάλα ακουμπήσει στο έδαφος και ενώ αυτός βρισκόταν εν κινήσει, με ένα ελάχιστο άγγιγμα της άλλαξε πορεία και την έστειλε με μια γλυκιά, επιμελώς σχεδιασμένη, καμπύλη στα δίχτυα, μερικά μόνο εκατοστά δίπλα από το δοκάρι. «Εκείνη τη μέρα πίστευα ότι σίγουρα δεν το ήθελε αυτό που έκανε και ότι ήταν λίγο τυχερός. Αλλά μετά από χρόνια, όταν κάναμε προπόνηση μαζί κάθε μέρα συνειδητοποίησα ότι δεν έκανε τίποτα τυχαία» έλεγε αρκετά χρόνια μετά ο Μάρτιν Κίον, αντίπαλος του σ’εκείνο το ματς και μετέπειτα συμπαίκτης του στην Άρσεναλ.

«Όταν είδα το γκολ μετά στην τηλεόραση μου φάνηκε πολύ διαφορετικό από αυτό που είχα στο μυαλό. Στην τηλεόραση βλέπεις τον αμυντικό. Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι βρίσκεται εκεί δίπλα αλλά ποτέ δεν τον είδα κανονικά. Απλά ένιωσα την παρουσία του και ήξερα ότι ήταν δίπλα μου.»

Λίγο καιρό μετά από αυτό το παιχνίδι ο Νίκος Νταμπίζας δήλωνε: «Για να πω την αλήθεια δεν ήμουν 100% πεπεισμένος ότι ο Μπέργκαμπ ήθελε να κάνει αυτό που έκανε. Αλλά αν πράγματι το ήθελε αυτό ήταν ένα πανέμορφο γκολ παγκόσμιας κλάσης, από ένα παίκτη που μπορείς να τον περιγράψεις μόνο ως ιδιοφυΐα». Τα χρόνια πέρασαν, ο Ντένις Μπέργκαμπ κάποια στιγμή αποσύρθηκε από το ποδόσφαιρο – αφήνοντας τα διάφορα αριστουργήματα του να εξηγούν στις επόμενες γενιές γιατί ο Τιερί Ανρί τον αποκαλούσε «Θεό της Άρσεναλ» και τον επέλεγε ως τον καλύτερο παίκτη με τον οποίο έχει παίξει – και με τον καιρό ο Νίκος Νταμπίζας, όπως ακριβώς και ο Ρόμπιν Φαν Πέρσι και ο Μάρτιν Κίον, συνειδητοποίησε ότι αυτό που έζησε εκείνο το βράδυ της 2ης Μαρτίου του 2002 δεν ήταν αποτέλεσμα απλής τύχης. Έτσι, σε σχετική ερώτηση το 2013 απάντησε: «Χαίρομαι που ήμουν παρών σε μία τέτοια στιγμή ποδοσφαιρικής ευφυΐας. Ήταν ένα απίστευτο γκολ. Ίσως ο κόσμος να βλέπει σε 20-30 χρόνια το γκολ του Μπέργκαμπ και να λένε ‘τον βλέπετε τον αμυντικό; Είναι ο Νταμπίζας'».

berg

Δυστυχώς όμως Νικόλα τα ονόματα των ποδοσφαιρικών θυμάτων σπάνια τα θυμάται ο μέσος θεατής. Αυτό μπορεί να στο επιβεβαιώσει και ο Χένινγκ Μπέργκ και ο Λαντισλάο Μαζούρκιεβιτς και δεκάδες άλλοι. Αυτή βέβαια δεν είναι μια αλήθεια που ισχύει μόνο στο ποδόσφαιρο. Κανένας δεν θυμάται τον καθισμένο τύπο στο θρυλικό μονόλογο του Σάμιουελ Τζάκσον στο «Pulp Fiction». Ήταν εκεί απλά για να δώσει στον Τζάκσον την αφορμή να μας κάνει να ανατριχιάσουμε και να μάθουμε τον Ιεζεκιήλ.

Εσύ μπορεί να έχεις μια τρομερή ιστορία για να διηγείσαι στα εγγόνια σου, την οποία θα ξεκινάς με τη φράση «σας έχω πει για εκείνη τη φορά που συμμετείχα σε ένα έργο τέχνης», αλλά για όλο σχεδόν τον κόσμο θα είσαι για πάντα εκείνος ο κακομοίρης αμυντικός που τη μια στιγμή είχε τον αντίπαλο του μπροστά στα μάτια του, την επόμενη στιγμή η μπάλα περνούσε από μπροστά του και ο αντίπαλος από πίσω του και δυο δευτερόλεπτα μετά η μπάλα ήταν στα δίχτυα και ο αντίπαλος πανηγύριζε.

Θα έχεις όμως πάντα το ελαφρυντικό ότι ο υπεύθυνος για εκείνο το μικρό διασυρμό σου δεν ήταν ένας απλά καλός παίκτης. Όπως είχε πει κάποτε στα μικρά παιδιά του ένας ανώνυμος οπαδός της Άρσεναλ: «Μπορεί να μην υπάρχει Θεός αλλά υπάρχει ο Ντένις Μπέργκαμπ, που είναι ό,τι κοντινότερο στο Θεό μπορείτε να βρείτε».

berg2

Το ψαλιδάκι και ο τερματοφύλακας που κοιτούσε

  [1 Σχόλιο]

Κάθε γκολ σε ντέρμπι είναι σημαντικό, ακόμα περισσότερο όταν είναι στην λήξη του αγώνα. Ο Λισάντρο Λόπες μετά την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη και έχοντας μια αρκετά συνεπή καριέρα σε Πόρτο και Λιόν είχε την ευκαιρία να σημαδέψει το χθεσινοβραδινό κλάσικο της πόλης Αβεγιανέδα. Με το σκορ στο 1-0 υπέρ των γηπεδούχων κόκκινων από το 85′, η Ράσινγκ ψύχραιμα έψαξε στην τελευταία σχεδόν  επίθεση του ματς το πολύτιμο γκολ που θα γλίτωνε τους οπαδούς της από την καζούρα. Η σέντρα του Παραγουανού Όσκαρ Ρόμέρο πήγε λίγο πιο πίσω από εκεί που την περίμενε ο «Λίτσα» (ΟΚ, όχι το καλύτερο παρατσούκλι), αλλά η ταχύτητα σκέψης του 32χρονου φορ ήταν φοβερή, καθώς έκανε το ψαλιδάκι της ισοφάρισης χωρίς να το πολυσκεφτεί.

Η Ράσινγκ έσωσε την παρτίδα με το τελικό 1-1, αλλά η Ιντεπεντιέντε διαμαρτύρεται για επικίνδυνο παιχνίδι του σκόρερ με το σκεπτικό ότι σήκωσε το πόδι ψηλά. Ο προπονητής Μαουρίσιο Πελεγκρίνο διαμαρτυρήθηκε μετά το τέλος του παιχνιδιού λέγοντας ότι πρόσφατα είχε ακυρωθεί παρόμοιο γκολ σε άλλο ματς, αλλά αυτός που κέρδισε τα φώτα της δημοσιότητας ήταν ο τερματοφύλακας Ντιέγκο Ροντρίγκες (με το παρατσούκλι «ο Ρώσος») που ούτε καν έκανε προσπάθεια να αποκρούσει γυρίζοντας αμέσως να διαμαρτυρηθεί. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Ροντρίγκες έγινε meme από τους αντίπαλους, άλλωστε όπως ξέρουμε οι οπαδοί της Ράσινγκ έχουν καλό χιούμορ.

busΟ Ρούσο περιμένοντας το λεωφορείο

rusoclassΟ Ρούσο στην τάξη

Cbx93oiW0AAadKoΟ Ρούσο ζητάει τον λογαριασμό

bengalΟ Ρούσο πανηγυρίζει σαν οπαδός

libertycΚαι για το τέλος, το αγαπημένο μου, ο Ρούσο ως Άγαλμα της Ελευθερίας

Τα καλύτερα του 2015

  [4 Σχόλια]

Πάντα στο τέλος του χρόνου βομβαρδιζόμαστε με ανασκοπήσεις με τα καλύτερα. Καλύτερες ταινίες, δίσκοι, τραγούδια και φυσικά καλύτερα γκολ. Μόνο που τα ευρωπαϊκά γκολ τα είδαμε αρκετές φορές, τα θυμόμαστε, τα βλέπουμε σε πολλά σάιτ, πολλά τα είδαμε και λάιβ. Οπότε ας δούμε τι μπήκε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, εκεί που συνήθως έχουμε και λίγη περισσότερη τρέλα και πολλά δεν τα παίρνουμε χαμπάρι γιατί μπαίνουν σε πρωταθλήματα που δεν παρακολουθούμε. Ψάχνοντας τις αντίστοιχες λίστες που κυκλοφορούν στα λατινοαμερικάνικα πόρταλς, καταφέραμε με μεγάλη δυσκολία να… κλέψουμε κάποια από αυτά και να καταλήξουμε σε εννιά από τα καλύτερα. Η επιλογή έγινε ώστε να υπάρχουν διαφορετικά γκολ. Από σουτ μέχρι ντρίμπλες, από τακουνάκια μέχρι ψαλιδάκια.

1. Τζόναθαν Καλέρι, Μπόκα Τζούνιορς

Βλέποντας το βίντεο λες «ε καλά, βγήκε μόνος τι διάολο θα κάνει» και μετά «το έχασε ρε φίλε, τι μας λες τώρα«. Τελικά ο φορ της Μπόκα αποφασίζει για το γούστο να εξιλεωθεί και σκοράρει με ραμπόνα. Και γκολ με ραμπόνα το αγαπάς. Ειδικά όταν ο σκόρερ δεν κάνει καρδούλες, αλλά κουνάει το χέρι σαν να λέει «πω-πω τι σας έφτιαξα».

2 Πάμπλο Μπαριέντος, Σαν Λορένσο

Θα το παίξω ποδοσφαιρικός χίπστερ, αλλά ο Μπαριέντος ήταν από τις μεγάλα μου πουλέν πριν καμιά δεκαριά χρόνια. Εκεί κατά το 2004 και μετά όταν άρχισε να κάνει πράματα και θάματα στο Μποέδο. Η μεταγραφή για την Ευρώπη ήρθε, η Ρωσία όπως αναμενόταν δεν ήταν το καλύτερο δυνατό και τελικά μετά από τους τραυματισμούς του μπόρεσε και έπαιξε σε δυο πολύ καλές σεζόν με την Κατάνια πριν γυρίσει στην Αργεντινή για να σκοράρει έτσι.

3. Κάρλος Λομπατόν, Σπόρτινγκ Κριστάλ

Στα 35 του ο Λομπατόν θεωρείται έμβλημα της ομάδας από την Λίμα, καθώς αγωνίζεται εκεί σταθερά από το 2005. Σχετικά άγνωστος στο ευρύ κοινό, οι περισσότεροι τον γνωρίζουμε από την εθνική Περού (που γενικά δεν την λες και μεγαθήριο). Ο «Λόμπα» μπαίνει στην λίστα όχι για κάποια λόμπα (αχά καλό ε) αλλά για ένα πανέμορφο γκολ ολίμπικο, που μόνο στο ριπλέι καταλαβαίνεις πόσο υπέροχο ήταν. Ευτυχώς η κάμερα είναι σε τέτοιο σημείο σαν να βλέπεις το γήπεδο του Αιγάλεω και απολαμβάνεις το φάλτσο με κάθε επισημότητα.

4. Μαρλόνε, Σπορτ

Ο Μαρλόνε (Μαρλοούνι αν είσαι Βραζιλιάνος) είναι ένα από τα τελευταία ταλέντα της Βραζιλίας και ίσως μας απασχολήσει στο μέλλον. Όπως φαίνεται και στο βίντεο, διαφέρει γιατί είναι κατάλευκος και ξανθωπός και δεν μοιάζει με το στερεότυπο του μέσου Βραζιλιάνου ντριμπλαδόρου. Υπάρχουν αρκετά βίντεο εκεί έξω με ντρίμπλες κυρίως, αλλά εδώ βλέπουμε το τούβλο που έβαλε, αρκετά έξω από την περιοχή.

5. Λούκα, Κορίνθιανς

Αν και το γκολ το έβαλε ο διακαής πόθος του Μιλοβάνοβιτς πέρσι (ο Λούκα από την Κρισιούμα πήγε στην Κορίνθιανς τελικά), νομίζω ότι το μικρότερο ποσοστό ανήκει σε αυτόν. Είναι μια ομαδική δουλειά που θυμίζει λίγο Σαν Αντόνιο Σπερς που γυρνάνε υπομονετικά την μπάλα. Με λίγη παραπάνω βραζιλιάνικη τεχνική βέβαια. Μπόνους ότι το γκολ μπήκε σε τοπικό ντέρμπι (ντέρμπι που τελείωσε με 6-1 βέβαια).

6. Εστεμπάν Παρέδες, Κόλο Κόλο

Μετά τον Λομποτόν ακόμα ένας 35χρονος. Ο Χιλιανός είναι μια αντίστοιχη περίπτωση με καριέρα στη Χιλή και τον ξέρουμε σχεδόν αποκλειστικά από την εθνική ομάδα. Παρά τα χρονάκια του, παίρνει την μπάλα, κάνει την γκαμπέτα του και μοιράζει σακούλες σε τρεις αντιπάλους πριν το ιδανικό τελείωμα. Ο Χιλιανός σπίκερ εκστασιασμένος περιγράφει τα όργια του Παρέδες όρθιος πάνω στο τραπέζι του (ΟΚ δεν έγινε έτσι, αλλά θα μπορούσε).

7. Λούς Αγκιάρ, Πενιαρόλ

Μην τρώτε πρόλογο. Το γκολ είναι του ενός και μοναδικού Ντιέγκο Φορλάν. Τα χρόνια πέρασαν, ο Ντιεγκίτο βάρυνε για υψηλό επίπεδο, αλλά στο πρωτάθλημα της Ουρουγουάης μπορεί ακόμα να κάνει τη διαφορά. Γύρισε, πήρε το πρωτάθλημα και έκανε και τέτοια πράγματα με τη φανέλα της αγαπημένης του Πενιαρόλ.

8. Χεσούς Ντάτολο, Ατλέτικο Μινέιρο

Μετά από ένα μέτριο πέρασμα από την Ευρώπη, ο Αργεντίνος πρώην παίκτης του Ολυμπιακού βγάζει τις καϊπιρίνιες του στο Μπέλο Οριζόντε. Εδώ τονεβλέπουμε να στέλνει συστημένη την μπάλα στο παραθυράκι του τερματοφύλακα της Βάσκο.

9. Ισμαέλ Μπλάνκο, ΑΕΚ Μπαρσελόνα (του Εκουαδόρ)

Τα λόγια είναι περιττά για τον παλιό αγαπημένο σκόρερ-παστελωτή. Ο κατά πολλούς άμπαλος Μπλάνκο βάζει γκολάρα με μια chilena απέναντι στην Μουσούκ Ρούνα ομάδα στην οποία παχαίνει αγωνίζεται ο Λιονέλ Νούνιες.

Χόρχε «Μάχικο» Γκονζάλες: ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς (αν δεν τον έπαιρνε ο ύπνος)

  [9 Σχόλια]

A76Do27CcAAV0EG

Ο Τζορτζ Μπεστ είχε πει πως αν ο ίδιος ήταν άσχημος κανείς δεν θα γνώριζε τον Πελέ. Πώς εξηγείται όμως ότι γνωρίζουμε τον Μαραντόνα παρότι ο Χόρχε «Μάχικο (= Μαγικός)» Γκονζάλες, ο άνθρωπος που «είχε στα πόδια την επιδεξιότητα που ο Θεός μας έδωσε στα χέρια» και που θα μπορούσε να γίνει ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο, ήταν πολύ άσχημος; Ο ίδιος ο Ντιέγκο πάντως γνώριζε τον Μάχικο. «Όταν βλέπαμε τις ντρίπλες του λέγαμε ότι ήταν μοναδικός. Θέλαμε να τον μιμηθούμε, προσπαθούσαμε, λέγαμε ‘Ρε συ, είδες το γκολ του Μάχικο;’ και όταν δοκιμάζαμε να κάνουμε τα ίδια σπάγαμε τα μούτρα μας. Ένας μόνο άνθρωπος μπορεί να κάνει μαγικά με τα πόδια του και τον λένε Μάχικο Γκονζάλες» είπε λοιπόν ο Ντιέγκο τριάντα ένα χρόνια πριν, και τα υπόλοιπα είναι περιττά. Στην πραγματικότητα υπάρχουν μερικά ακόμη που θα πούμε, όπως για παράδειγμα ότι ο θαυμασμός του Μαραντόνα ήταν τόσος που προσπάθησε να παίξει στην ίδια ομάδα με τον Γκονζάλες και τα κατάφερε το καλοκαίρι του 1984 στη Νέα Υόρκη, όταν οι πορείες τους, για χρόνια παράλληλες, συναντήθηκαν για λίγο.

Πριν συμβεί αυτό, οι δυο παίκτες βρέθηκαν στο Μουντιάλ της Ισπανίας το καλοκαίρι του 1982. Ο ένας με την παγκόσμια πρωταθλήτρια Αργεντινή, ο άλλος με το Ελ Σαλβαδόρ, την ομάδα που έσπασε όλα τα ρεκόρ χάνοντας 10-1 από την Ουγγαρία –κι αυτό το ένα, της ντροπής, θα είναι και το μοναδικό γκολ που θα πετύχουν στη διοργάνωση. Μέσα σε αυτήν την καταστροφή, με  την ομάδα μιας χώρας που ζούσε τον πέμπτο χρόνο ενός εμφυλίου πολέμου, ο Μάχικο Γκονζάλες θα ξεχωρίσει με την απίστευτη τεχνική του, με την ταχύτητά του, με την ευκολία του στα πάντα. Μετά το Μουντιάλ ο Ντιέγκο θα πάει, ως γνωστόν, στην Μπάρτσα. Ο Μάχικο γίνεται κι αυτός μεταγραφικός στόχος μεγάλων ισπανικών συλλόγων αλλά και της Παρί Σεν Ζερμέν. Ήταν ήδη γνωστός στους ρέκτες του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, κυρίως από τα προκριματικά του Μουντιάλ, όταν εντυπωσίαζε στην εκτός έδρας νίκη κόντρα στο Μεξικό, αλλά κι από την κάπως έξαλλη ζωή του –κι ακόμη ο κόσμος δεν είχε δει τίποτε. Αυτό το τελευταίο έκανε την Ατλέτικο Μαδρίτης που τον ήθελε, να εγκαταλείψει την ιδέα κι ο Γκονζάλες κατέληξε για 130.000 δολάρια στην Κάδιθ, στην δεύτερη κατηγορία της Ισπανίας.

Την πρώτη χρονιά στην Ανδαλουσία θα βάλει 15 γκολ, θα ανεβάσει την ομάδα κατηγορία, θα γνωρίσει όλα τα κλαμπ της πόλης, θα κάνει πράγματα και θάματα ( ειδικότητά του η ντρίπλα «culebrita macheteada» ή «ουρά της αγελάδας» ή, για όσους δεν είναι από το Ελ Σαλβαδόρ, «elastica») , θα γίνει και θα παραμείνει μέχρι σήμερα το μεγαλύτερο είδωλο του γήπεδου Ραμόν ντε Καράντσα. Εκεί θα αποχτήσει το παρατσούκλι «Μαγικός», καθώς μέχρι τότε ήταν γνωστός απλώς ως «Μάγος», «El Mago». Η λογικότερη εξήγηση γι΄αυτήν την αλλαγή είναι ότι στην Ανδαλουσία το «El Mago» ήταν ήδη ρεζερβέ για για κάποιον συνάδελφό του Μάχικο, που μελλοντικά θα έκανε κι αυτός μαγικά με την ίδια ευκολία που εμείς θα βάλουμε να πιούμε ένα ποτήρι νερό.

Jorge -Magico- Gonzalez et Juan JOSE

Αναδαλουσιανό swag: ο Μάχικο με τον Χουάν Χοσέ

Στο Κάδιθ θα αποκτήσει οριστικά κι αυτό το παρουσιαστικό, κάτι ανάμεσα σε τελειωμένο τζάνκι και βετεράνο της Προοδευτικής. Ένοχοι, η αγάπη του για τη νύχτα («χωρίς αυτήν η μέρα δεν είναι τόσο ωραία» είπε πρόσφατα), για τις γυναίκες και το ποτό, ο κολητός του και σύντροφός του στα ξενύχτια Καμαρόν ντε λα Ίσλα (θρύλος του φλαμένκο) και μια κάπως γλεντζέδικη προσέγγιση για το ποδόσφαιρο: «Δεν είμαι άγιος, είναι αλήθεια. Βγαίνω κάθε βράδυ και ξενυχτάω, μα δεν μπορώ να το δω σαν δουλειά, παίζω μπάλα για να διασκεδάσω».

Συνέχισε να διασκεδάζει και στην πρώτη κατηγορία, και εννοούμε και μέσα στο γήπεδο, όταν τέλος πάντων ξυπνούσε εγκαίρως για να πάει να παίξει –στις προπονήσεις πάντως πήγαινε όλο και σπανιότερα, κατά περιόδους και καθόλου, παρόλο που η διοίκηση είχε επιφορτίσει υπάλληλο να περνάει να τον ξυπνάει.

Για κείνη την πρώτη του χρονιά στην μεγάλη κατηγορία κυκλοφορούν διάφορες ιστορίες, που ακόμη και να μην είναι αλήθεια θα άξιζε να είναι: ότι αποκοιμήθηκε όρθιος ακουμπώντας το κεφάλι του στον ώμο ενός συμπαίκτη μέχρι να χτυπηθεί ένα κόρνερ, ότι σε ένα ματς με την Ατλέτικο έφτασε στο γήπεδο μεθυσμένος και κοιμήθηκε στο μασάζ αφήνοντας την ομάδα του να αρχίσει το ματς με δέκα παίκτες, ότι μια μέρα πρόλαβε μόνο το δεύτερο ημίχρονο με την Μπάρτσα (κοιμόταν), μπήκε στο 1-0 και ισοφάρισε με ένα μαραντονίσιο γκολ –αυτό σίγουρα συνέβη, έχουμε το βίντεο, αλλά αν προτιμάτε υπάρχει και μια εναλλακτική βερσιόν, αρκετά διαδεδομένη, ότι μπήκε στο 3-0, έβαλε δυο γκολ και μοίρασε δυο ασίστ. Γιατί όχι;

Το καλοκαίρι του 1984, η Κάδιθ ξαναπέφτει, ο Μάχικο, ακόμη κι απροπόνητος, αγουροξυπνημένος και μεθυσμένος, βγαίνει τρίτος σκόρερ, κι ο Μαραντόνα πιέζει τον Μενότι να τον πάρουν στην Μπαρτσελόνα. Η ιδέα είναι να τον δοκιμάσουν σε μια περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Χόρχε χάνει το αεροπλάνο για τη Βαρκελώνη (ναι, τον πήρε ο ύπνος) και συναντά τους υπόλοιπους στη Νέα Υόρκη. Επιτέλους, ο Μαραντόνα κι ο Γκονζάλες θα παίξουν συμπαίκτες σε δυο ματς, με το 10 ο ένας, με το 11 και κατεβασμένες κάλτσες ο άλλος. Στο δεύτερο, κόντρα στη Φλουμινένσε, σε αυτό το αφιλόξενο και άχαρο γήπεδο των Giants στο Νιου Τζέρσι, θα συνδυαστούν αρμονικότατα και ο Γκονζάλες θα σκοράρει, για πρώτη  και τελευταία φορά για την Μπαρτσελόνα.

Μετά τον αγώνα, στη συνέντευξη τύπου, ο Ντιέγκο θα του πλέξει το εγκώμιο. Το ίδιο βράδυ, στο ξενοδοχείο, θα υπάρξει συναγερμός για φωτιά, θα έρθει η πυροσβεστική, θα εκκενωθούν τα δωμάτια. Οι παίκτες της Μπαρτσελόνα μετριούνται, κάποιος λείπει: ο Μάχικο Γκονζάλες δεν άκουσε τον συναγερμό γιατί κοιμόταν μακάριος όλη τη νύχτα στην αγκαλιά μιας ιερόδουλης. Κάπου εκεί τελείωσε η προοπτική της μεταγραφής του. Το ματς κόντρα στη Φλουμινινένσε θα είναι και το τελευταίο του Μαραντόνα με την Μπαρτσελόνα πριν φύγει για τη Νάπολι (άρα, το άδοξο τελευταίο του γκολ θα είναι στη διαδικασία των πέναλτι που θα κρίνουν τη τρίτη θέση σε ένα τουρνουά τεσσάρων ομάδων).

Την επόμενη σεζόν, ο Μάχικο, την ώρα που ο Μαραντόνα θα οργώνει τα ιταλικά γήπεδα, θα μαραζώνει άπραγος στην Ισπανία. Μένει μερικούς μήνες χωρίς να παίζει γιατί αρνήθηκε να πάρει μεταγραφή, μετά θα πάει για έξι μήνες στη Βαγιαδολίδ, όπου θα παίξει μόλις εννιά ματς, θα πάθει κατάθλιψη (του απαγόρεψαν κάθε νυχτερινή έξοδο), δεν θα βρει γιατριά παρά τον ψυχολόγο και τον βελονιστή (!) που προσέλαβε η διοίκηση για να τον κουράρουν, και θα επιστρέψει τελικά κατά παλλαϊκή απαίτηση στο Κάδιθ. Θα πληρώνεται 700 δολάρια για κάθε ματς που παίζει. Δεν είναι ακόμη ούτε 28 χρονών. Τα επόμενα χρόνια θα κρύβεται τις νύχτες στις καμπίνες των ντισκ τζόκεϊ για να μην τον βρει η διοίκηση, θα κατηγορηθεί για βιασμό, θα φτάσει κοντά σε μια μεταγραφή στην Αταλάντα (η ιδέα δεν του άρεσε) κλπ. Στο γήπεδο θα είναι πολύ λιγότερο παραγωγικός αλλά θα εξακολουθεί να βάζει πανέμορφα γκολ:

Το 1991 γυρίζει στο Ελ Σαλβαδόρ, στην ομάδα στην οποία αναδείχθηκε, την FSA της Σάντα Άνα, και, τι ειρωνεία! Ο άνθρωπoς που έμοιαζε πενηντάρης από τα 25, κρέμασε τα παπούτσια του στα 42 του, την ίδια πάνω κάτω εποχή που ο Ντιέγκο Μαραντόνα πήγαινε για αποτοξίνωση στην Κούβα. Ξεκίνησε μια διστακτική καριέρα προπονητή στο Χιούστον, αλλά η αδυναμία του να φτάνει εγκαίρως στις δικές του προπονήσεις δεν αντιμετωπίστηκε με κατανόηση.

Το 2004 το Εθνικό Στάδιο του Ελ Σαλβαδόρ ονομάστηκε «Στάδιο Χόρχε Μάχικο Γκονζάλες». Ο ίδιος ο Μάχικο παίζει πού και πού μπαλίτσα με τους φίλους του και μοιάζει να κρατιέται καλά.

Τα 20 καλύτερα σομπρέρο

  [1 Σχόλιο]

 

Αν φίλε αναγνώστη αναρωτιέσαι τι είναι το σομπρέρο κοίταξε λίγο δεξιά στο σάιτ, υπάρχει ο ορισμός. Αλλά και να μη σε νοιάζει, αρκεί να σου αρέσει το ποδόσφαιρο και να θέλεις να φτιάξεις την ημέρα σου. Το compilation του γνωστού «βιντεάκια» HeilRJ έχει από Ροναλντίνιο μέχρι Γκάζα και από ασπρόμαυρα μέχρι το φετινό του Μέμφις, σε ένα σόου από σομπρέρο που κατέληξαν σε γκολ. Όπως είναι λογικό, το μεγαλύτερο μέρος είναι από την Λατινική Αμερική, αλλά μέχρι και στο Σαουθάμπτον ξέρουν την μαγική αυτή τέχνη. Τα λόγια δεν χρειάζονται, απολαύστε υπεύθυνα (μέχρι να δείτε λίγη ελληνική Superleague).

Ο Έλληνας Μαραντόνα

  [9 Σχόλια]

xatzipanagis

Σε κάποια από τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού είχα την τύχη να γνωρίσω τον κύριο Θάνο, που εκείνη την εποχή ήταν δάσκαλος στο σχολείο μας. Το καλό με τον κύριο Θάνο ήταν ότι αγαπούσε το ποδόσφαιρο τόσο πολύ που αν η μέρα ήταν ηλιόλουστη και τον τσιγκλούσες έξυπνα δεν δίσταζε να τελειώσει γρήγορα-γρήγορα το μάθημα και να αφήσει την τάξη του να βγει νωρίτερα για να παίξει μπάλα. Το κακό ήταν ότι εγώ ήμουν στη διπλανή τάξη.

Παραβλέποντας την τρομερή αυτή αδικία της ζωής, που λογικά συμπεριλαμβάνεται σε κάποια υποκατηγορία κάποιου νόμου του Μέρφι, όλα τα παιδιά της ηλικίας μου, ανεξαρτήτως τμήματος, αγαπούσαμε τον κύριο Θάνο, τον φωνάζαμε να παίξει μπάλα μαζί μας (παραβλέποντας το ότι σε μερικά χρόνια πλησίαζε σε ηλικία σύνταξης) και τον παρακαλούσαμε να μας πει ποδοσφαιρικές ιστορίες. Σε μια από αυτές τις συζητήσεις η κουβέντα έφτασε κλασσικά στον καλύτερο ποδοσφαιριστή που έχει δει και ανάμεσα από διάφορες άλλες υπερβολές ο κύριος Θάνος (που ήταν ανάμεσα στους τυχερούς που είχαν δει από κοντά τον Μαραντόνα) μας αποκάλυψε ότι για ένα μεγάλο διάστημα τη δεκαετία του 80′ όταν τέλειωνε από το σχολείο στο οποίο δούλευε τότε, περνούσε ένας φίλος του, καθηγητής πανεπιστημίου, και πηγαίναν μαζί να παρακολουθήσουν τις προπονήσεις του Ηρακλή, απλά και μόνο για να χαζέψουν τον Βασίλη Χατζηπαναγή να χορεύει με τη μπάλα, έστω και στο οικογενειακό διπλό.

Για πολλά χρόνια θεωρούσα τον κύριο Θάνο υπερβολικό. Και μόνο που τον σκεφτόμουν, έτσι σοβαρό και σοφό όπως τον είχα στο παιδικό μου μυαλό, να θεοποιεί έναν παίκτη που έπαιζε στη Θεσσαλονίκη (και όχι στο Καμπ Νου ή το Σαν Σίρο) και να κάθεται στην κερκίδα σε μια προπόνηση απλά για να τον δει, γελούσα και το προσπερνούσα σαν δείγμα γραφικότητας, που ο καθένας δικαιούται να έχει σε κάποιο βαθμό για να μπορεί να αντέξει τη σκατένια πραγματικότητα. Μέχρι που κάποια στιγμή, αφού είχα ξεμπερδέψει με θρανία και πίνακες, έκατσα να χαζέψω όσα highlights του «Βάσια» μπόρεσα να βρω: πλάνα από αγώνες σε γήπεδα χωράφια, γκολ με απ’ευθείας εκτελέσεις κόρνερ, μαγικά τακουνάκια, κοφτές τρίπλες σε πολύ μικρούς χώρους, εξευτελισμούς αντιπάλων και αδιανόητες ασίστ που χαραμιζόταν, σχεδόν εκνευριστικά, από τους συμπαίκτες του. Και τότε κατάλαβα ότι ο κύριος Θάνος ίσως δεν ήταν τόσο υπερβολικός όσο πίστευα.

Και το εντυπωσιακότερο όλων είναι ότι ο κύριος Θάνος δεν ήταν οπαδός του Ηρακλή!