Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Γαλλικό ποδόσφαιρο'

Γκι Ρου: Ο άνθρωπος που έφτιαξε την Οσέρ

  [6 Σχόλια]

Ήταν περισσότερα από 50 χρόνια πριν, όταν μια μικρή, παντελώς άγνωστη ομάδα της Βουργουνδίας, έψαχνε προπονητή. Ένας 22χρονος νεαρός έστειλε γραπτά την αίτησή του. Μέσα σε αυτή έγραφε ότι ήταν διατεθειμένος να κάνει τα πάντα γι’ αυτή τη δουλειά, ακόμα και να κόβει ξύλα. Ο γεννημένος στην Αλσατία, αλλά μεγαλωμένος στην περιοχή της μικρής πόλης Οσέρ, Γκι Ρου δεν είχε καμία προπονητική εμπειρία. Ήταν ποδοσφαιριστής, η αλήθεια όμως είναι ότι ποτέ δεν ήταν τόσο καλός και το ήξερε κι ο ίδιος. Γι’ αυτό αποφάσισε να αλλάξει καριέρα. Ο Ρου είχε μόλις επιστρέψει από την Αγγλία όπου κατάφερε να παρακολουθήσει για περίπου ένα μήνα τις προπονήσεις της Κρίσταλ Πάλας (που ήταν στις πολύ χαμηλές κατηγορίες τότε). Αυτά ήταν όλα κι όλα τα προσόντα στο βιογραφικό του.

Ίσως όμως αυτό που μέτρησε παραπάνω ήταν ότι υποσχέθηκε πως θα έχει πάντα ισορροπημένο ισολογισμό, δεν θα ξόδευε τα χρήματα της ομάδας και κυρίως ότι ζητούσε τα λιγότερα χρήματα από τους άλλους υποψήφιους, μόλις 600 γαλλικά φράγκα τον μήνα. Ο πρόεδρος Αμέλ κατέληξε στο Ρου και παρ’ ότι δεν το ήξερε τότε, άλλαξε για πάντα την ιστορία ενός συλλόγου που πιθανότατα δεν θα ήξερε κανείς μας τώρα, μια που όταν ανέλαβε ο Ρου βρισκόταν στην 5η κατηγορία του γαλλικού πρωταθλήματος, στα τοπικά της Βουργουνδίας.

Ο Γκι Ρου χαλάει φωλιές από τυφλοπόντικες… (μη ρωτάτε)

Ο Γκι Ρου δεν έγινε απλά ο προπονητής της Οσέρ, έγινε η ίδια η Οσέρ ξεπερνώντας παραδείγματα όπως του Ευγένιου Γκέραρντ και του Άλεξ Φέργκιουσον. Ο σύλλογος ήταν ουσιαστικά δικός του, αναλαμβάνοντας τα πάντα. Αρχικά πήγε ο ίδιος στους κτηνοτρόφους της περιοχής για να τους πείσει να κάνουν δωρεά την κοπριά τους για το χορτάρι των γηπέδων. Έκανε πάντα τον έλεγχο για την εξωγηπεδική ζωή των παικτών του. Έφτιαξε το δικό του δίκτυο κατασκόπων που τον ενημέρωνε για κάθε παράπτωμα ποδοσφαιριστή. Όταν έγινε γνωστό ότι ο πιτσιρικάς Μπαζίλ Μπολί (που θα γινόταν ένας από τους σπουδαιότερους αμυντικούς στο γαλλικό πρωτάθλημα) έκανε… μαντραπήδα από τις εγκαταστάσεις της Οσέρ τις νύχτες, ο Γκι Ρου πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Ο Μπολί πήδηξε τα κάγκελα, αλλά βρήκε το παπί του κλειδωμένο με λουκέτο και τον κόουτς να κρατάει το κλειδί. Μάλιστα ο Μπολί για τιμωρία έπρεπε να πληρώσει από τον μισθό του, τα έξοδα για το λουκέτο. Ήταν τέτοια η ενασχόληση του Γάλλου προπονητή με τους παίκτες, που η γαλλική κωμική σειρά Les Guignols με τις κούκλες τον παρουσίαζε σε επεισόδιο να βάζει τους ποδοσφαιριστές του για ύπνο και να τους σκεπάζει. Ο αστικός μύθος λέει ότι έχει θεαθεί μεταμεσονύχτια να τραβάει παίκτες από το γιακά έξω από νυχτερινά κέντρα, ενώ τον έχουν δει χαράματα να είναι έξω από το σπίτι ποδοσφαιριστών και να βάζει τα χέρια στη μηχανή για να δει αν είναι ακόμα ζεστή ή να ελέγχει τα χιλιόμετρα του αυτοκινήτου.

Για όποιον ξέρει γαλλικά αξίζει, περίπου στο 1′ είναι στο.. μαιευτήριο για να βρει νέα ταλέντα

O Γκι Ρου ήταν ο μπαμπάς του λόχου. Όχι όμως ο καλοκάγαθος πατερούλης. Το αντίθετο. Όλοι μιλάνε για έναν μικρό δικτάτορα κι οι εχθροί του λένε για έναν τύραννο. Έτσι όμως, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια, ο Γκι Ρου κατάφερε να κοουτσάρει την Οσέρ για πάνω από 2000 αγώνες και να σπάσει κάθε ρεκόρ με 44 σεζόν στους πάγκους της ομάδας. Από τα χέρια του βγήκαν μερικά από τα μεγαλύτερα ταλέντα του γαλλικού ποδοσφαίρου. Ερίκ Καντονά, Τζιμπρίλ Σισέ, Φιλίπ Μεξές, Λοράν Μπλαν, Μπαζίλ Μπολί. Ο Ρου ξεκίνησε το 1961 ως παίκτης-προπονητής, αλλά σύντομα αρκέστηκε μόνο στο δεύτερο. Το 1979 η Οσέρ έφτασε στον τελικό του κυπέλλου Γαλλίας (χάνοντας στην παράταση από την πρωταθλήτρια Ναντ), παρ’ ότι ομάδα Β’ εθνικής και την επόμενη σεζόν ανέβηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της στη Λιγκ 1. Κατέκτησε 4 κύπελλα Γαλλίας, 1 Ιντερτότο και έφτασε στην μεγαλύτερη στιγμή της ιστορίας της το 1995-96 όταν και κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα και ταυτόχρονα νταμπλ στην ιστορία της. Με παίκτες όπως οι Μπλαν, Ταρίμπο Γουέστ, Γκιβάρς, Ντανζού, Λαμουσί και Μαρτάν. Ο Ρου δεν έμενε στάσιμος, ψαχνόταν πάντα, άλλαζε τακτικές, αλλά όχι χαρακτήρα.

Είχε όμως και ευρωπαϊκές πορείες με μεγάλες νίκες απέναντι σε ομάδες όπως η Μίλαν ή αργότερα ο Άγιαξ του φαν Γκαλ τον οποίο και απέκλεισε για να φτάσει στα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ και να χάσει στα πέναλτι από τη Ντόρτμουντ. Ο Ρου γνωρίζοντας ότι η Οσέρ δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταγωνιστεί πλούσιες ομάδες είχε αποφασίσει η ομάδα να επενδύει στις Ακαδημίες. Αυτό έκανε όταν το 1980 κέρδισε την άνοδο στη Λιγκ 1. Αντί η ομάδα να κάνει μεταγραφές, έριξε όλα τα χρήματα στις υποδομές.

Επική διαφήμιση με τον Γκι Ρου να αναλαμβάνει παίκτη, να τον γυμνάζει, να του μαγειρεύει και στο τέλος να του χαλάει το τυχερό

Οι ιστορίες για τη ζωή του Γκι Ρου είναι τόσες πολλές που δεν χωράνε σε ένα κείμενο. Όπως αυτή που διηγήθηκε για το ταξίδι του στην Κούβα το 1993 για διακοπές. Ένα βράδυ και ενώ κοιμόταν, κατά τις 5 το πρωί η πόρτα του χτύπησε. Ήταν η αστυνομία και του είπε να ντυθεί γιατί τον ήθελε ο… αρχηγός του κράτους. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχεις πολλές επιλογές. Ο Γκι Ρου ετοιμάστηκε και πήγε στον Φιντέλ Κάστρο. Ο Κάστρο δεν άντεχε να βλέπει τα παιδιά της χώρας να παίζουν μπέιζμπολ (για όσους δεν γνωρίζουν η Κούβα είναι μεγάλη μπειζμπολομάνα), ένα αμερικάνικο άθλημα. Τα μικρά «κουβανεζάκια» πρέπει να μάθουν ποδόσφαιρο, που είναι το άθλημα των επαναστατών. Γι’ αυτό προτείνει στο Ρου να αφήσει την Οσέρ να έρθει να μάθει μπαλίτσα στη νεολαία της χώρας και αν σε δυο χρόνια τα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο αντί για μπέιζμπολ θα του χαρίσει ένα νησί (!). Ο Ρου σύμφωνα με τα λεγόμενά του αρνήθηκε, πρότεινε να έρθει μετά από ένα χρόνο για να διδάξει προπονητές, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Γνωστός τσιγκούνης (λέγεται ότι καλούσε δημοσιογράφους για δείπνο και στο τέλος τους έλεγε: «η εφημερίδα σου τα πάει καλά, πουλάει αρκετά» για να πληρώσουν αυτοί), έχει παίξει σε πολλές διαφημίσεις επειδή ακριβώς «για να το αγοράζει αυτό ο Ρου, θα είναι ευκαιρία», ενώ το Football Manager κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1993 ως Γκι Ρου Μάνατζερ προς τιμήν του. Η προσωπικότητά του ξεφεύγει από το αθλητικό. Πολλοί λένε, ότι αν θέλει κάποιος να βγει δήμαρχος στην Οσέρ πρέπει να έχει τον Ρου μαζί του. Ο Σιράκ του έστελνε κάρτες τα Χριστούγεννα, ο Ζοσπέν ήταν φίλος του από τον στρατό, ενώ λέγεται ότι οι υπουργοί του Μιτεράν δεν έβρισκαν τον Πρόεδρο ποτέ, ενώ αν έπαιρνε ο Γκι Ρου, ο Φρανσουά το σήκωνε αμέσως.

Ο Γκι Ρου ήταν προπονητής της Οσέρ από το 1961 μέχρι το 2005. Με δύο μικρές διακοπές, μία όταν πήγε στρατό και μία πολύ αργότερα όταν αποφάσισε να γίνει τεχνικός διευθυντής, αλλά πολύ γρήγορα αναγκάστηκε να γυρίσει στους πάγκους της Οσέρ. Τελικά εγκατέλειψε την ομάδα με τον δικό του τρόπο, φεύγοντας σαν νικητής, μετά την κατάκτηση του κυπέλλου το 2005 (δυο χρόνια πριν το είχε κατακτήσει και πάλι, με μια καταπληκτική ομάδα με Σισέ, Μεξές, Καπό, Φαντιγκά απέναντι στην ΠΣΖ του Ροναλντίνιο). Ο Ρου έκανε ένα αποτυχημένο πέρασμα από τη Λανς δυο χρόνια αργότερα, όταν υπέγραψε διετές συμβόλαιο, αλλά έμεινε μόλις για 4 ματς και μετά έφυγε. Παρά τη συνταξιοδότησή του συνεχίζει να εμφανίζεται με διάφορα σχόλιά του. Το 2016 σε ένα φιλικό Γαλλίας-Ελβετίας στο Πιερ Μορουά της Λιλ δεν άντεξε να μη μιλήσει για το άθλιο χορτάρι. «Στη Γαλλία φτιάχνουμε AirBus, αλλά δεν ξέρουμε να κάνουμε χλοοτάπητες. Φτιάχνουμε ωραίους κήπους με λουλούδια, θάμνους σε σχηματισμούς, αλλά με το χορτάρι δεν ασχολούμαστε. Το μόνο γήπεδο με καλό χορτάρι είναι αυτό της ΠΣΖ και δεν είναι τυχαίο. Έφεραν άνθρωπο από την Αγγλία για να το φροντίζει». Πρόσφατα ήρθε σε κόντρα με τον Ζαν Πιερ Παπέν, όταν το όνομα του τελευταίου ακούστηκε για τον πάγκο της Οσέρ. Ο Ρου δεν ενέκρινε την επιλογή (η Οσέρ άντεξε επτά χρόνια χωρίς τον Γκι Ρου και το 2012 υποβιβάστηκε) και μίλησε υποτιμητικά για τον παλιό επιθετικό, ενώ μόλις πέρσι ξεσήκωσε αντιδράσεις όταν είπε ότι ο Πορτογάλος Ρενάτο Σάντσες αποκλείεται να είναι 18 και πρέπει να είναι 23 με 24. Στα 78 του συνεχίζει να σχολιάζει, να έχει άποψη και τη ζωντάνια που τον έκανε για 44 σεζόν να κάθεται στους πάγκους. Ένας παλιομοδίτης προπονητής με ένα αντιαισθητικό σκουφί, το στερεότυπο του Γάλλου επαρχιώτη, που κατάφερε όχι απλά να επιβιώσει στο ποδόσφαιρο, αλλά να αφήσει μια τεράστια κληρονομιά στο γαλλικό ποδόσφαιρο.

«Δεν είναι εύκολο να τα καταφέρεις για 44 χρόνια σε μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων, αν δεν έχεις τηλεοπτικό κανάλι, εργοστάσιο αυτοκινήτων ή δεν είσαι πρίγκιπας.»
– Γκι Ρου

 

Το Χρυσό Μυστρί του Λεονάρντο Ζαρντίμ

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Λεονάρντο Ζαρντίμ είναι Πορτογάλος και γεννήθηκε στη Βαρκελώνη. Τη Βαρκελώνη της Βενεζουέλας. Για αρκετά χρόνια, πιστεύαμε πως αυτή η πληροφορία ήταν το μόνο αξιοσημείωτο γεγονός στην καριέρα και τη ζωή του. Εντάξει, πέρασε κι από τον Ολυμπιακό, απ΄όπου έφυγε στα μισά της σεζόν, με την ομάδα αήττητη στο πρωτάθλημα και καμιά δεκαριά βαθμούς μπροστά από τη δεύτερη, επειδή δεν προσέφερε αρκετά θεαματικό ποδόσφαιρο. Αλλά αυτό ακόμη κι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι φίλοι κι ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, προτιμούν να το ξεχάσουν, ειδικά τώρα. Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, είχαν θυμηθεί να του στείλουν το μετάλλιο του πρωταθλητή ώστε να πλουτίσει τη φτωχή συλλογή του.

Αδιάφορο παρουσιαστικό, χλιαρή συμπεριφορά, ποδοσφαιρική καριέρα ανύπαρκτη –έπαιξε κυρίως χάντμπολ–, πέρασμα από τον πάγκο διάφορων πορτογαλικών, όχι ιδιαίτερα φωτογενών, ομάδων όπου είχε επιτυχίες χωρίς ποτέ να κατακτήσει τίτλο στην υψηλή κατηγορία. Όταν, προς γενική έκπληξη, ήρθε στη δευτεραθλήτρια Μονακό του Ρώσου μεγιστάνα Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ το καλοκαίρι του 2014 για να αντικαταστήσει τον χαρισματικό κι αγαπησιάρη Κλάουντιο Ρανιέρι, πολλοί σκέφτηκαν ότι οι φιλοδοξίες –δηλαδή το μπάτζετ– της ομάδας, περιορίστηκαν δραματικά. Δεν έκαναν λάθος.

Η αρχή ήταν δύσκολη. Ο Χάμες Ροντρίγκεζ μοσχοπουλιέται, ο Ραδαμέλ Φαλκάο φεύγει δανεικός αφού έχει αρχίσει το πρωτάθλημα, ο διαβόητος Πορτογάλος ατζέντης Ζόρζε Μέντεζ τρίβει τα χέρια του. Μετά τις δυο ήττες στις δυο πρώτες αγωνιστικές οι οπαδοί διαμαρτύρονται βίαια –για οπαδοί της Μονακό. (Υπενθυμίζουμε ότι οι λιγοστοί Μονεγάσκοι, οι οποίοι σπάνια γεμίζουν τα 18.523 κίτρινα καρεκλάκια του σταδίου Λουί ΙΙ, υποχρεώνονται να περάσουν τα σύνορα για να πιουν μια μπύρα πριν το γήπεδο διότι η κατανάλωση αλκοόλ απαγορεύεται τις ημέρες του ματς).

«Αν ποτέ δεν σε ζαλίζει του θριάμβου το κρασί»:  Ράντγιαρντ Κίπλινγκ,  «Αν»

Κι ο Ζαρντίμ; «Πολύ καλός ο Φαλκάο αλλά έφυγε. Συνεχίζουμε να δουλεύουμε». Τα ίδια πάνω κάτω είπε όταν την επόμενη σεζόν πουλήθηκαν και οι αντικατάστάτες του Φαλκάο και του Ροντρίγκεζ. Το συμπέρασμα βγήκε εύκολα: τα κύρια προτερήματα του νέου προπονητή ήταν η ικανότητά του να κάνει ό,τι του λένε και το ότι μιλούσε πορτογαλικά. Λίγοι πρόσεξαν ότι ο ίδιος δεν είχε μάνατζερ τον Μέντεζ και ότι οι προπονητές είναι βασικό εξαγώγιμο προϊόν της πορτογαλικής οικονομίας.

Η Μονακό συνέχισε να δουλεύει πολύ, σύμφωνα με τις επιθυμίες του Ζαρντίμ, ο οποίος παρατήρησε γρήγορα την τάση των νεαρών Γάλλων παικτών να τεμπελιάζουν. Άρχισε να φέρνει αποτελέσματα χωρίς να βγάζει μάτια με την απόδοσή της. Οι σκέψεις που αρχίζουν με το περίφημο «μόνο στην Ελλάδα…» είναι πάντα λανθασμένες: ο Πορτογάλος δεν γλίτωσε την άγρια κριτική ούτε στο Πριγκιπάτο. Εικάζουμε πως αν δεν απολύθηκε μετά την περσινή τελευταία αγωνιστική, την ταπεινωτική εξάρα από τη Λυόν και την απώλεια της δεύτερης θέσης, είναι επειδή ακριβώς ο ιδιοκτήτης της Μονακό δεν ήταν φίλαθλός της από παιδί –και ούτε συνηθίζει να κατεβαίνει στον αγωνιστικό χώρο με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι του κι ένα κουμπί να λείπει.

Τα προηγούμενα χρόνια, γράφτηκαν πολλά: «ο Ζαρντίμ καταστρέφει το ποδόσφαιρο», «αν έπαιζε τέτοια μπάλα Γάλλος προπονητής θα τον είχαν πάρει με τις πέτρες», «είναι βασανιστήριο να τους βλέπεις να παίζουν». Ορισμένοι καλοπροαίρετοι μετρούσαν πόσες φορές η Μονακό, με κύριο προσόν τη σφιχτή άμυνα, κέρδιζε με ένα γκολ διαφορά, γκολ που έμπαινε συνήθως στο β΄ ημίχρονο. Το 2014-15 κατάφερε να τερματίσει πρώτη στον όμιλό της στο Τσάμπιονς Λιγκ έχοντας βάλει όλα κι όλα τέσσερα γκολ σε έξι αγώνες –το ότι τα έβαλε μαζεμένα μετά στην Άρσεναλ θεωρήθηκε τυχαίο. Ο Ζαρντίμ δεν μασάει, είναι Πορτογάλος και ξέρει από νίκες με μισό-μηδέν: «Και νίκες και ωραία μπάλα; Αυτά είναι για την Μπαρτσελόνα».

Εν ολίγοις, η ομάδα ήταν μέσα στους στόχους της αλλά δεν ήταν σέξι. Κάτι σαν τον προπονητή της.

Ένα εκπαιδευμένο μάτι θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί, αν όχι τι μας περίμενε φέτος, τουλάχιστον ότι πίσω από το αφελές, ελαφρά προγναθικό χαμόγελο του Ζαρντίμ κρυβόταν κάποιος που πιθανότατα μας κορόιδευε μέσα στα μούτρα μας. Κατ΄αρχάς, κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι μιλάει ακόμη τόσο χάλια γαλλικά και κυρίως ότι επιμένει να τα μιλάει δημόσια. Κυκλοφορούν διάφορα βίντεο όπου τον ακούμε να δίνει συνεντεύξεις τύπου, με ταυτόχρονο υποτιτλισμό στα κανονικά γαλλικά των όσων μοιάζει να λέει: δεν βγαίνει νόημα αλλά ο ίδιος είναι σοβαρότατος και, κυρίως, λαλίστατος, είτε όταν αποκαλύπτει ότι αφήνει μούσι γιατί παρατήρησε πως είναι στη μόδα είτε όταν ανακαλεί τη σκέψη μεγάλων προπονητών: «Το 1910, ο ποιητής Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έγραψε ότι η νίκη και η ήττα είναι δυο απατεώνες που μας κάνουν να αλλάζουμε συμπεριφορά. Εμείς διατηρούμε την ίδια ηρεμία στις ήττες και τις νίκες»». Ο συμπατριώτης του, Σέρζιο Κονσεϊσάο, προπονητής της Ναντ, αποκάλυψε πρόσφατα ότι δυσκολεύεται να τον καταλάβει ακόμη κι όταν μιλάει πορτογαλικά.

Αντίθετα, ο Λεονάρντο Ζαρντίμ χειρίζεται ωραιότατα την ειρωνεία. Το 2016 και παρά τις επιτυχίες της Μονακό, δεν ήταν ανάμεσα στους τέσσερις υποψήφιους για τον τίτλο του καλύτερου προπονητή της Λιγκ 1: «Οι τέσσερις υποψήφιοι είναι οι τέσσερις καλύτεροι Γάλλοι προπονητές. Εγώ διαγωνίζομαι για καλύτερος Πορτογάλος οικοδόμος. Με την ευκαιρία, στέλνω τους χαιρετισμούς μου σε όλους τους Πορτογάλους οικοδόμους που με ακούν». Στη διάρκεια της πολύχρονης δικτατορίας του Σαλαζάρ, πολλοί συμπατριώτες του είχαν πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς για τη Γαλλία, όπου και διέπρεψαν σε βοηθητικές και κακοπληρωμένες δουλειές, πολύ συχνά ως θυρωροί και οικοδόμοι. Το «Πορτογάλος οικοδόμος» υπήρξε, λοιπόν, ιστορικά ο πρόγονος του «Πολωνού υδραυλικού». Φέτος, όταν επιτέλους αναγνωρίστηκε κάπως το έργο του–και χρειάστηκε ένα πρωτάθλημα κι ο ημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ γι΄αυτό– σχολίασε: «Τα προηγούμενα χρόνια είχα κερδίσει το Χρυσό Μυστρί. Αν φέτος τα πάω καλύτερα, θα έχω σημειώσει κάποια πρόοδο». Ο Λεονάρντο δεν ξεχνά.

Ούτε την υπόσχεση που είχε δώσει έφηβος στον πατέρα του, μια μέρα που παρακολουθούσαν μαζί την ομάδα τους, τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας: «Μια μέρα θα γίνω προπονητής της Σπόρτινγκ!». Το περίεργο δεν είναι που τελικά τα κατάφερε, ούτε το ότι την παρέλαβε ένα μάτσο χάλια και κατάφερε να τη βγάλει στο Τσάμπιονς Λιγκ το 2014, ούτε καν ότι η Μονακό πλήρωσε 3 εκατομμύρια για να σπάσει το συμβόλαιό του. Αυτό που μας εντυπωσιάζει είναι ότι ο μικρός Λεονάρντο ήθελε πάντα να γίνει προπονητής κι όχι ποδοσφαιριστής. Στα 16 προπονεί μια ομάδα χάντμπολ, στα 20, φοιτητής φυσικής αγωγής, μια ομάδα δεκάχρονων στη Μαδέρα. Αποκτά νεότατος το ανώτατο δίπλωμα προπονητή της ΟΥΕΦΑ. Στη διπλωματική του πήρε άριστα. Θέμα: «Η χρήση του κόρνερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996» -προσωπικά θυμόμαστε αυτό το πορτογαλικό κόρνερ.

Φέτος ο γεννημένος προπονητής Ζαρντίμ κέρδισε επιτέλους αυτό που αξίζει, έναν τίτλο, σε ένα από τα καλύτερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, με μια ομάδα η οποία δεν διέθετε μεγάλα ονόματα όπως η Παρί Σεν Ζερμέν ή η Μάντσεστερ Σίτι, δυο από τα θύματά του. Τι είχε στα χέρια του στην αρχή της σεζόν; Τον Φαμπίνιο, τον Μουτίνιο, μία από τις περσινές κατσίκες της Μαρσέιγ, συγκεκριμένα τον Μπενζαμέν Μεντί (αυτή που κάπνιζε ναργιλέ), τον τελειωμένο Φαλκάο, τον Βαλέρ Ζερμέν, τον Αντρέα Ράγκι, τον Ναμπίλ Ντιράρ και τον Ντάνιελ Σούμπασιτς που πέντε χρόνια πριν πάλευαν για να μην πέσει η Μονακό στην τρίτη κατηγορία, τον αιμοσταγή Καμίλ Γκλικ, διάφορα ταλεντάκια από μικρομεσαίες γαλλικές ομάδες (Σιντιμπέ, Μπακαγιοκό, Λεμάρ) και τον Μπερνάντο Σίλβα, έναν χλωμό, ντελικάτο παίκτη με μαύρους κύκλους, που δεν θα τον έλεγε κανείς και μπαλαδόφατσα. Πόσους απ΄αυτούς γωρίζαμε ή υπολογίζαμε τον Αύγουστο;

Το τι ακολούθησε, το γνωρίζουμε. Ασταμάτητο σκοράρισμα –107 γκολ στο πρωτάθλημα!–, ωραία μπάλα, ομαδικότητα, λαμπρά αποτελέσματα. Η Μονακό ήταν απόλαυση. Κι όλα αυτά πριν ο Ζαρντίμ εξαπολύσει το πυρηνικό του όπλο στο δεύτερο μισό της σεζόν. Ένα όπλο 18 ετών, ονόματι Κιλιάν Μμπαπέ στον οποίο είχε υποσχεθεί, δυο χρόνια πριν: «Θα σε κάνω μεγάλο ποδοσφαιριστή».

Μα ποιο είναι το μυστικό του; Τι ποδόσφαιρο παίζουν τελικά οι ομάδες του; Αμυντικό ή επιθετικό; Θεαματικό ή βαρετό; Κι αν η λύση δεν βρισκόταν στο 4-4-2 αλλά στη φιλοσοφία;

«Να πράττεις έτσι ώστε να προσφέρεις στον άλλον όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές»: μιλάει το είδωλο του Ζαρντίμ. Κάποιος προπονητής, εραστής της πάσας ακριβείας; Όχι. Ο 96χρονος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν, ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή Γάλλους διανοητές, πατέρας της έννοιας της «σύνθετης σκέψης», της παραδοχής ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι ποτέ μονοσήμαντος.

«Ο Μορέν έχει μια σφαιρική θεώρηση του κόσμου, της πολυπλοκότητας των παραγόντων που βρίσκονται διαρκώς σε αλληλεπίδραση. Όταν ήμουν φοιτητής, ένα καθηγητής μού πρότεινε να διαβάσω το «Science avec Conscience (=Επιστήμη με συνείδηση)«. Εφάρμοσα το μοντέλο στο ποδόσφαιρο. Έχουμε την τάση να απλοποιούμε. Αν μια ομάδα χάσει, είναι εύκολο να πει κανείς «Δεν είχαν καλή φυσική κατάσταση!», «Ο τάδε παίκτης έπαιξε χάλια!», «Φταίει ο προπονητής!». Όταν μια ομάδα παίζει ωραία, είναι σαν μια ορχήστρα όπου όλα τα όργανα παίζουν αρμονικά. Η αποτυχία είναι εξίσου πολυπαραγοντική: υπάρχουν οι μουσικοί, η ποιότητα των οργάνων, ο μαέστρος κι άλλα πολλά που δεν βλέπει ο εξωτερικός παρατηρητής. Το ποδόσφαιρο είναι σύνθετο φαινόμενο. Μόνο ως τέτοιο μπορούμε να το κατανοήσουμε».

Τον Μάρτιο, ο τρακαρισμένος προπονητής συνάντησε το είδωλό του. «Ήταν μεγάλη τιμή. Η προσέγγισή του σχετικά με την πολυπλοκότητα του κόσμου με έχει σημαδέψει και με έχει βοηθήσει να προσαρμόζομαι σε όλες τις καταστάσεις».

Ο γηραιός φιλόσοφος, ο άνθρωπος που έχει γράψει ότι «η ιδιοφυΐα εμφανίζεται στην ρωγμή του ανεξέλεγκτου», είχε κάτι να ρωτήσει τον Ζαρντίμ; Είχε: «Λεονάρντο, μιλήστε μου γι΄αυτόν τον καταπληκτικό Μμπαπέ!».

Κιλιάν Μμπαπέ ή πώς να είσαι σοβαρός στα 17 σου χρόνια

  [1 Σχόλιο]

«Τι λες, Τιερί; Ο Κιλιάν Μμπαπέ σου θυμίζει τον εαυτό σου; Είναι ο νέος Ανρί;» Η ερώτηση μοιάζει λογική για όσους θυμούνται τον επιθετικό της Άρσεναλ στην ίδια ηλικία: ίδια ομάδα, ίδια θέση, ίδιες δηλητηριώδεις προελάσεις, ίδια ευστοχία, ίδιο πονηρό βλέμμα. «Δεν μου αρέσουν οι συγκρίσεις. Πρέπει να γίνει ο Μμπαπέ». Η αρχή της απάντησης μοιάζει ξύλινη όμως ούτε ο ίδιος ο Ανρί δεν μπορεί να συγκρατηθεί: «Αλλά τι παικταράς!».

Αυτό ακριβώς. Μια λέξη αρκεί, οι αναλύσεις περιττεύουν. Κι ένας άσχετος με το ποδόσφαιρο μπορεί να δει ότι ο Μμπαπέ λάμπει μέσα στο γήπεδο και να ακούσει το βουητό που ανεβαίνει από τις κερκίδες όταν κατεβάζει με δαιμονιώδη ταχύτητα τη μπάλα, περνώντας σαν σταματημένους όσους προσπαθούν να τον ανακόψουν. Τα στατιστικά του προσφέρουν αποδείξεις και σε όσους δεν τον έχουν δει καν να παίζει –και δεν ξέρουν τι χάνουν. Ο Τιερί Ανρί γνωρίζει περισσότερα: «Μου αρέσει πολύ, μ΄αρέσει να τον βλέπω να παίζει. Σκέφτεται. Εκνευρίζομαι όταν λένε για έναν παίκτη: είναι γρήγορος, δυνατός, αλτικός. Δεν μιλάνε ποτέ για το μυαλό. Τον παρατηρώ, όταν ντριπλάρει το μυαλό του δουλεύει. Αυτό είναι το πιο βασικό σε έναν ποδοσφαιριστή: το μυαλό. Ο πιτσιρικάς είναι έξυπνος».

 Κι όχι μόνο μέσα στο γήπεδο. Μετά τις πρώτες εμφανίσεις με τη Μονακό, ειδικά τα δυο σπουδαία του ματς απέναντι στη Μάντσεστερ Σίτι που τον έκαναν γνωστό και σε όσους δεν παρακολουθούν ιδιαίτερα το γαλλικό πρωτάθλημα, οι υπεύθυνοι της ομάδας σκέφτηκαν να τον προστατέψουν από την υπερέκθεση στον Τύπο –όλοι ζητούσαν δηλώσεις και συνεντεύξεις, κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να πει οποιοσδήποτε μέσα στο μεθύσι της νίκης, σε οποιαδήποτε ηλικία. Άχρηστη προφύλαξη. Δημοσιογράφοι και τηλεσχολιαστές, όπως ο παλιός αμυντικός της Μαρσέιγ και της Μονακό, Ερίκ ντι Μεκό, λένε περίπου τα ίδια. «Όταν τον άκουσα να μιλάει, έπαθα την πλάκα μου. Πέρα από τις ποδοσφαιρικές του αρετές, δίνει την εντύπωση ότι έχει σωστούς ανθρώπους γύρω του, ότι το μυαλό του δουλεύει και ότι είναι εντελώς προσγειωμένος». Ήρεμος, με χιούμορ, εκφράζεται σωστά, δίνει πάντα τα εύσημα στους συμπαίκτες του, κάνει εύστοχες αναλύσεις. Και δεν παραλείπει να μιλήσει για τη χαρά του που του συμβαίνουν όλα αυτά: «Με βλέπετε; Τα μάτια μου λάμπουν! Ελπίζω να είναι μόνο η αρχή». Kαι όλα αυτά σε ηλικία 18 ετών και σχεδόν τεσσάρων μηνών.

Αφού πρώτα έσπασε ό,τι ρεκόρ άφησε πίσω του ο Τιερί Ανρί στη Μονακό κι έγινε, πριν κλείσει τα 16, ο νεότερος παίκτης της και, πριν κλείσει τα 17, ο νεότερος σκόρερ, τώρα συνεχίζει στη Εθνική. Το πρώτο ρεκόρ είναι συμβολικό: όταν κλήθηκε και έπαιξε στο ματς με το Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου, έγινε ο πρώτος διεθνής Γάλλος ποδοσφαιριστής που δεν είχε γεννηθεί όταν ο Ζιντάν κι η παρέα του σήκωναν το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ταυτόχρονα, ο πιο νέος στην Εθνική μετά τον Μαριάν Βιζνιεφσκί (που έπαιξε στο Μουντιάλ του 1955 λίγες μέρες πιο μικρός). Ο Βιζνιεφσκί, θαλερός ενενηντάχρονος πλέον, που παρακολουθεί ανελλιπώς τη Μονακό στην τηλεόραση, έχει μια συμβουλή για τον άνθρωπο που απείλησε το ρεκόρ του: «Ας μη βελτιωθεί άλλο, κινδυνεύει να χάσει αυτό που κάνει τη μοναδικότητά του. Για παράδειγμα, μην μπει στον πειρασμό να δίνει περισσότερες πάσες, να σκοράρει ο ίδιος».

Ο Κιλιάν προς το παρόν κάνει και τα δυο, και με τα δυο πόδια. 12 γκολ στο πρωτάθλημα, 19 συνολικά φέτος, 5 ασίστ, κι όλα αυτά μπαίνοντας στα μισά ματς αλλαγή, καθώς ο Φαλκάο, ο Βαλέρ Ζερμέν κι οι άλλοι πρεσβύτεροι συμπαίκτες του σκόραραν ακατάπαυστα, όπως έχουμε ήδη δει. Οι εραστές των στατιστικών στοιχείων κάθε είδους ανακάλυψαν πως, εκτός από τα διάφορα ρεκόρ που έχουν να κάνουν με την ηλικία του, ο Μμπαπέ τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο ήταν ο πιο παραγωγικός παίκτης των πέντε μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων –μπροστά από τον Μέσι και τον Λεβαντόφσκι– ενώ, λίγες μέρες πριν τον ξεπεράσει ο Καβάνι, ήταν πρώτος και σε συχνότητα σκοραρίσματος –ένα γκολ κάθε 82′ συμμετοχής.

Στο τελευταίο ματς των Μονεγάσκων, ο Ζαρντίμ προτίμησε να τον προφυλάξει –τον 18χρονο! – εν όψει του αγώνα που οι εραστές του ποδοσφαίρου σημείωσαν στην ατζέντα τους από τη στιγμή που βγήκε η κλήρωση: Ντόρτμουντ -Μονακό για τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Δυο αουτσάιντερ, δυο νεανικές ομάδες, που έχουν παίξει μέχρι τώρα ωραία και θεαματική μπάλα. Και μια τέλεια βιτρίνα για τα ταλέντα της Μονακό, με πρώτον απ΄όλους τον Μμπαπέ. Το ερώτημα είναι; Πόσα λεφτά πουλιέται το παιδάκι αυτό και ποια ομάδα μπορεί να τα δώσει;

Πέρσι οι Μονεγάσκοι κι ο ίδιος ο Μμπαπέ είχαν, λέγεται, απορρίψει προτάσεις ύψους 40 εκ., φέτος γράφηκε πως η Ρεάλ ζήτησε να τον κλείσει για το καλοκαίρι με 110. Ο άμεσα ενδιαφερόμενος λέει πως ξέρει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα στην καριέρα του αλλά ότι πρώτα θέλει να αφήσει κάτι πίσω του στη Μονακό: «Τους μεγάλους παίκτες τους θυμούνται για τους τίτλους». Υπενθυμίζουμε πως η Μονακό είναι πρώτη στο πρωτάθλημα. Ο φιλότιμος Σέρχιο Ράμος προσπαθεί να ρίξει την τιμή: «Καλός παίκτης, πολύ γρήγορος κι επικίνδυνος στην αντεπίθεση. Αν είναι καλός για την Ρεάλ; Έχουμε ήδη πολύ καλούς παίκτες. Αν έρθει θα τον υποδεχτούμε με συμπάθεια». Οι φήμες, στον ισπανικό τύπο, ό,τι κι αν αξίζουν, λένε ότι ο ίδιος ο Ράμος ζήτησε να παίξει στο φιλικό με τη Γαλλία για να τον μελετήσει από κοντά.

Στην πραγματικότητα η Ρεάλ τον θέλει εδώ και χρόνια. Ακολουθεί μια κάπως λυπητερή ιστορία όπου, ως συνήθως, οι φτωχοί χάνουν κι οι πλούσιοι κερδίζουν.

Είμαστε γύρω στο 2010. Ο  μικρός Κιλιάν Μμπαπέ παίζει με την ομάδα κάτω των 12 του Μποντί, του παριζιάνικου προαστίου όπου γεννήθηκε. Ήδη η ζωή του είναι γεμάτη, όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, ποδόσφαιρο: «Ζω, τρώω και κοιμάμαι με την μπάλα». Ένας απεσταλμένος της ομάδας της Καν (Caen, στη Νορμανδία, καμία σχέση με την Καν στις Κάννες) που βρίσκεται στο γήπεδο παίρνει τηλέφωνο τον υπεύθυνο για τα τμήματα νέων: «Έχω μπροστά μου μια μελλοντική Χρυσή Μπάλα». Ντρίπλες, ταχύτητα, ωριμότητα απίστευτη για την ηλικία του. «Ελάτε γρήγορα να πιάσουμε τους γονείς!». Ο γονείς: ο πατέρας παλιός παίκτης, προπονητής στην ομάδα νέων του Μποντί, γνωστός για τις παιδαγωγικές του ικανότητες. Η μητέρα: παλιά αθλήτρια χάντμπολ, αγαπητή στο Μποντί για την κοινωνική της δράση. Δεν εντυπωσιάζονται καθόλου από την πρόταση της Καν: «Τον θέλουν η Ρεάλ Μαδρίτης κι η Τσέλσι. Δεν βιαζόμαστε». Οι Νορμανδοί τα δίνουν όλα, τον παρακολουθούν στενά για μήνες, συνδέονται με τους γονείς, στέλνουν τον μικρό σε τουρνουά στο εξωτερικό, τον συμβουλεύουν, ο προπονητής Φρανκ Ντιμά υπόσχεται ότι θα τον βάζει βασικό από τα 16. Η Ρεάλ τού στέλνει εισιτήρια να δει το Μπερναμπέου και μήνυμα ότι ο Ζιντάν θέλει να τον γνωρίσει. Πηγαίνει στη Μαδρίτη, φωτογραφίζεται με το είδωλό του, τον Κριστιάνο Ρονάλντο –το παιδικό δωμάτιο του Κιλιάν είναι ταπετσαρισμένο με αφίσες του.

Οι γονείς όμως διστάζουν να τον στείλουν τόσο μικρό στο εξωτερικό και θέλουν οπωσδήποτε να τελειώσει το σχολείο. Αποφασίζουν να δεχτούν την πρόταση της Καν. Πρόβλημα: ο μικρός είναι 13 ετών και σε αυτήν την ηλικία η Ομοσπονδία απαγορεύει την υπογραφή συμβολαίων αν ο τόπος κατοικίας είναι μακριά από την έδρα της ομάδας. Οι λίγοι μήνες που ακολουθούν είναι αποφασιστικοί. Η Καν πέφτει κατηγορία κι εμφανίζεται η Μονακό, τα λεφτά της και τα γαλλόφωνα σχολεία της. Ο Μμπαπέ μετακομίζει με τη μαμά του στην Κυανή Ακτή στα 14. Εκεί θα είναι τυχερός και θα συναντήσει τον Ζαρντίμ.

Η συνέχεια γνωστή. Στις 19 Μαρτίου, με το απολυτήριο Λυκείου πλέον στην τσέπη –στις εξετάσεις φιλοσοφίας διάλεξε να αναπτύξει το θέμα: «Είμαστε πάντοτε σε θέση να δικαιολογήσουμε τις πεποιθήσεις μας;»– διέλυσε από μόνος του την Καν και δεν μιλάμε μόνο για τα δυο γκολ που έβαλε. Τελικό σκορ 0-3. Βγήκε αλλαγή στο 88′. Ολόκληρο το γήπεδο Μαλέρμπ τον αποθέωσε. Ο Κιλιάν στράφηκε στις κερκίδες και χειροκρότησε με τη σειρά του τους οπαδούς.

«Κανείς δεν είναι σοβαρός στα δεκαεπτά του χρόνια»: ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπό, γνωστό παιδί-θαύμα κι ο ίδιος, πρόλαβε να πεθάνει στα 37, να γράψει το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου μέχρι τα 19  και τον παραπάνω στίχο στα 16 του, 108 χρόνια πριν γεννηθεί ο Κιλιάν Μμπαπέ.

Ο Ροναλντίνιο στο Παρίσι: η γέννηση του μύθου

  [Καθόλου σχόλια]

Παρίσι, αρχές της δεκαετίας του 2000. 5 η ώρα τα ξημερώματα. Στο πεζοδρόμιο μπροστά από το μεγάλο κλαμπ Barrio Latino της Βαστίλης, ένας από τους θαμώνες, διπλωμένος στα δυο και εμφανώς πολύ πιωμένος, κάνει εμετό. Κάποιοι περαστικοί τον κοιτούν με οίκτο, σε κάποιους κάτι θυμίζει, είναι κι η φάτσα τόσο χαρακτηριστική… Κι όμως, ο Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα, λίγες ώρες πριν, είχε καληνυχτίσει τους συμπαίκτες του κι είχε ανέβει στο δωμάτιό του να κοιμηθεί νωρίς, όπως πρέπει να κάνει ένας επαγγελματίας ποδοσφαιριστής την προηγούμενη ενός αγώνα, ειδικά αν ξέρει πως θα παίξει βασικός –όπως τελικά έπαιξε, κι ο θρύλος λέει πως έπαιξε και καλά. Αλλά τα ξενοδοχεία έχουν και πίσω πόρτες και καμιά κλειδαριά δεν μπορεί να κρατήσει τον νεαρό Ροναλντίνιο μακριά από τη ζωή της νύχτας. Σε οποιαδήποτε μορφή. Ένα άλλο βράδυ, γύρω στις 11, κι ενώ την άλλη μέρα έπαιζαν με τη Λιόν –μια ομάδα που μόλις είχε ξεκινήσει το φοβερό σερί των επτά τίτλων– πάει πάλι νωρίς για ύπνο αλλά καταλήγει στο δωμάτιο του Τυνήσιου Σελίμ Μπενασούρ και του Μαροκινού Ταλάλ Ελ Καρκουρί, ο οποίος μόλις έχει γυρίσει από έναν δανεισμό στον Άρη. «Δεν παίζουμε λίγο playstation;». Παίζουν. Μόνο χτυπήματα φάουλ. Ο Ροναλντίνιο παίρνει, φυσικά, τον εαυτό του και κερδίζει κατά κράτος. Στις 3 το πρωί, ο Μπενασούρ λέει στον Βραζιλιάνο ότι ίσως είναι η ώρα να πάει στο δωμάτιό του. «Ας παίξουμε λίγο ακόμη. Μόνο που πείνασα, δεν παραγγέλνουμε κανένα κλαμπ σάντουιτς;». Κοιμούνται στις 6. Η Παρί Σεν Ζερμέν κερδίζει 2-0. Δυο φάουλ του Ροναλντίνιο, δυο έτοιμα γκολ. Το δεύτερο θα το βάλει ο Ελ Καρκουρί. Θα είναι και το μόνο του εκείνη τη σεζόν. Η σκληρή προπόνηση αποδίδει.

Όταν ο νεαρός Ροναλντίνιο φτάνει στο Παρίσι, το καλοκαίρι του 2001, δεν είναι ακόμη ο Ροναλντίνιο. Έχει κοντά μαλλιά, παιδικό πρόσωπο, ντροπαλό βλέμμα, ένα ήδη μυώδες και δυνατό σώμα που πρόκειται να τον κρατήσει μακριά από τραυματισμούς παρόλο τον άσωτο τρόπο ζωής που ετοιμάζεται να υιοθετήσει κι ένα μικροσκανδαλάκι πίσω του –είχε υπογράψει συμβόλαιο με την Παρί πριν λήξει το προηγούμενο με την Γκρέμιο. Έχει ήδη προλάβει να εντυπωσιάσει τη Βραζιλία από τα 19 του, με το πρώτο του γκολ με την Εθνική, στο Κόπα Αμέρικα, ένα γκολ που προοιωνιζόταν ένα λαμπρό μέλλον και φανέρωνε καλό γούστο –προηγήθηκε σομπρέρο.

Από την εδώ μεριά του Ατλαντικού είναι σχετικά άγνωστος στο πλατύ κοινό. Βέβαια, πολλοί μεγάλοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι τον ορέγονται. Η Παρί, που έχει δημιουργήσει παράδοση στους Βραζιλιάνους –Λεονάρντο, Βάλντο, Σέζαρ, ο λατρεμένος αρχηγός Ράι κ.α.– καταφέρνει να τον φέρει με πενταετές συμβόλαιο. Ο Ρόνι θα βρεθεί σε μια θεωρητικά φιλόδοξη ομάδα, με παίκτες όπως ο Γκάμπριελ Χάιντζε, ο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, ο Νικολά Ανελκά κι ο επίσης σπουδαίος καλλιτέχνης Τζέι Τζέι Οκότσα –οι συμπαίκτες τους κι ο προπονητής Λουίς Φερναντέζ σταματούσαν την προπόνηση για να τους βλέπουν να κάνουν ό,τι θέλουν με την μπάλα. «Ακόμη δεν έχω καταλάβει πώς δεν τερματίσαμε πρώτοι με δέκα βαθμούς διαφορά πάνω από τους άλλους εκείνη τη χρονιά» απορεί ακόμη ο τερματοφύλακας Ζερόμ Αλονζό. Διότι στο γήπεδο η ιστορία είναι λιγότερο ευτυχής. Μετά από μήνες αναγκαστικής απραξίας λόγω της τιμωρίας που του επέβαλε η Γκρέμιο, ο Ρόνι κάνει δειλά και κάπως αδέξια την πρώτη του εμφάνιση, αρχές Αυγούστου, αλλαγή στο Αμπέ Ντεσάν κόντρα στην Οσέρ. Έτσι δειλή θα είναι κι η συνέχεια. Θα χρειαστεί τρεις εβδομάδες να δώσει την πρώτη του ασίστ, στον Οκότσα, ένα πέναλτι για να βάλει το πρώτο του γκολ, και έξι μήνες για να πάρει οριστικά μπρος και να κερδίσει για πάντα την καρδιά των Παριζιάνων φιλάθλων. Η νέα χρονιά μπαίνει με ένα πανέμορφο φάουλ κόντρα στη Ρεν  και συνεχίζεται με ενέργειες αντάξιες του μετέπειτα θρύλου.

Όσο περνούν οι μήνες, το γήπεδο γεμίζει ώρες πριν αρχίσει το ματς. Το κοινό πληρώνει εισιτήριο για να δει τον Ροναλντίνιο όχι μόνο να παίζει αλλά και να κάνει ζέσταμα. Η σεζόν όμως θα έχει πικρό τέλος. Η ΠΣΖ χάνει το Τσάμπιονς Λιγκ για έναν βαθμό. Αλλά τα καλύτερα έρχονται ή, τέλος πάντων, έτσι φαίνεται.

Ο Ρόνι στέφεται παγκόσμιος πρωταθλητής, αποθεώνεται από το εκστασιασμένο κοινό όταν επιστρέφει –αργοπορημένος– στο Παρίσι και στις προπονήσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως δεν είναι η αγαπημένη του δραστηριότητα –για τις αγαπημένες του δραστηριότητες μιλήσαμε στην αρχή. Αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες πως, πλέον, για να αποφύγει τα κουτσομπολιά, φέρνει κοπέλες στο ξενοδοχείο όπου αποσύρεται η ομάδα. Με αμείωτο κέφι, λοιπόν, αλλά εκτός φόρμας, ζεσταίνει τον πάγκο, όταν μπαίνει συχνά δεν εντυπωσιάζει, χάνει κρίσιμα πέναλτι, η ομάδα πάει μάλλον χάλια και κάπου εδώ αρχίζουν τα προβλήματα με τον Φερναντέζ, ο οποίος, εκτός των άλλων, θέλει να του αλλάξει θέση.

«Αν μείνει μετά τα Χριστούγεννα, εγώ φεύγω». Ο Φερναντέζ μένει κι ο Ρόνι αργεί μια εβδομάδα να γυρίσει από τις χειμερινές του διακοπές στη Βραζιλία. Έχει βέβαια μια πολύ καλή δικαιολογία: «Είχα ραντεβού με τον οδοντίατρό μου».

Εμφανώς δυσαρεστημένος, εμφανίζεται στις προπονήσεις με γυαλιά ηλίου και συχνά πηγαίνει κατευθείαν στο τραπέζι του μασάζ για να πάρει έναν υπνάκο – κάτι μας θυμίζουν αυτά. Όταν αποφασίζει να παίξει μπάλα μαγεύει, μιλάμε για τον Ροναλντίνιο. Αλλά δεν το αποφασίζει συχνά. Από τις αξέχαστες στιγμές του, ένα απίστευτο ματς και ενάμισι γκολ απέναντι στο αγαπημένο του θύμα, τη Μαρσέιγ σε μια ιστορική τριάρα (και πρώτη νίκη στο Βελοντρόμ μετά από 15 χρόνια) και ένα πανέμορφο γκολ απέναντι στη Γκενγκάν.

Ένα γκολ που συμβολίζει από μόνο του την πορεία της ομάδας τη σεζόν 2002-2003: οι Παριζιάνοι προηγούνται με 0-2 αλλά χάνουν τελικά 3-2. Θα τερματίσουν εντέκατοι στη βαθμολογία και θα χάσουν και το κύπελλο από τα πιτσιρίκια της Οσέρ. Αλλά ο Ροναλντίνιο ετοιμάζει ήδη βαλίτσες για τη Βαρκελώνη, όπου θα γίνει οριστικά ο Ροναλντίνιο.

Τον ξαναείδαμε πρόσφατα στο Παρκ ντε Πρενς, θεατή στο ματς με τη Μονακό. Το γήπεδο τον αποθέωσε ακόμη μια φορά. Λίγες ώρες πριν είχε περάσει από το προπονητικό κέντρο. Ο Αντριάν Ραμπιό, ο ταλαντούχος μέσος της ΠΣΖ που προέρχεται από τις ακαδημίες κι είναι γέννημα θρέμμα Παριζιάνος, δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Ο Ροναλντίνιο, που, αν και πρόσφερε σπάνιες  στιγμές χαράς, πέρασε δυο χρόνια στο Παρίσι χωρίς να χαρίσει ούτε έναν τίτλο στην ομάδα, και αυτό οπωσδήποτε κι από δικό του λάθος, αγαπήθηκε με πάθος από ένα κοινό που γνωρίζει ότι, όπως έχει γράψει ο Γουίλιαμ Φόκνερ, «δεν αγαπάμε επειδή αλλά παρότι. Όχι για τις αρετές αλλά παρ΄όλα τα ελαττώματα». Παρ΄όλα τα ξενύχτια, τα μεθύσια, παρ΄όλες τις αποτυχίες και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.

Μοντέρνες Μεταγραφές

  [4 Σχόλια]

Επιστρέφω μετά από καιρό στο αγαπημένο μου θέμα που είναι οι χορηγοί και οι μανατζαραίοι. Αφορμή στάθηκαν κάτι δημοσιεύματα που φέρνουν ξανά και φέτος το καλοκαίρι ως στόχο των μισών κορυφαίων συλλόγων της Ευρώπης τον Ουσμάν Ντεμπελέ της Ντόρτμουντ. Ναι, της Ντόρτμουντ που κέρδισε όλους, μα όλους τους μεγάλους το περυσινό καλοκαίρι στη μεταγραφή του 18χρονου τότε (σε χρόνια Μάλι μετράμε) υπερταλέντου της Ρεν. Το πώς και γιατί κατέληξε ο παίχτης στο Γερμανικό βορρά και όχι στην Αγγλία, τη Μαδρίτη ή τη Βαρκελώνη είναι αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης στη Γαλλία.

Η ιστορία του Ουσμάν Ντεμπελέ ξεκινάει το 2011 όταν και τον ανακαλύπτει στην πόλη Εβρέ της Νορμανδίας ο Μπαντού Σαμπαγκουέ, πρώην διεθνής με το Μάλι ποδοσφαιριστής. Ο Σαμπαγκουέ έχει κάτι κονέ με τις ακαδημίες της Ρέν, που βρίσκεται λίγο παραπέρα, αλλά ανήκει στη Βρετάνη και όχι στη Νορμανδία και τον πάει εκεί.

Τότε προπονητής των Ρενουά ήταν ο Φιλίπ Μοντανιέ που είχε πάρει με πάρα πολύ καλό μάτι τον ταλαντούχο νεαρό και ετοιμαζόταν να του προσφέρει θέση στην πρώτη ομάδα (όχι βασικού, αλλά στα 16 θα ήταν μεγάλο βήμα). Ο Μοντανιέ όμως έφυγε για τη Νότιγχαμ Φόρεστ και ο Ντεμπελέ περίμενε μάταια να κάνει το βήμα στην πρώτη ομάδα. Τότε ρώτησε το Σαμπαγκουέ αν θα μπορούσε να πάει να δοκιμαστεί στη Ρεντ Μπουλ Σάλτσμπουργκ, στης οποίας την ακαδημία βρισκόταν ο Νταγιό Ουπαμεκάνο, παιδικός του φίλος από το Εβρέ. Ο Σαμπαγκουέ προσέλαβε έναν διαπιστευμένο από τη Γαλλική Ομοσπονδία μάνατζερ για τις διαπραγματεύσεις αρχικά με τη Ρεν, τον Μαρσιάλ Κοτσιά. Στην ερώτηση και μόνο οι άνθρωποι της διοίκησης της Ρεν αντιδρούν άσχημα, καθότι έχουν καταλάβει τι παιχτούρα έχουν στις ακαδημίες τους. Μετά από αρκετούς μήνες διαπραγματεύσεων ο Ντεμπελέ υπογράφει τελικά επαγγελματικό συμβόλαιο, αλλά μπαίνει όρος από την πλευρά του παίχτη η ρήτρα να είναι στα €5Μ. Σύμφωνα με την Εκίπ, που ξεσκέπασε και το όλο σκηνικό, οι σχέσεις των δύο πλευρών ήταν τόσο κακές που το συμβόλαιο δεν υπογράφηκε στα γραφεία του συλλόγου, αλλά σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης.

Ο μικρός αρχίζει να παίζει βασικός την σεζόν 2015/2016 και βγάζει μάτια. Δεν είναι ότι φτάνει τα 10 γκολ γρηγορότερα από τον Τιερί Ανρί, είναι όλο το πακέτο. Το πως ντριπλάρει, το πως πετάει τη μπάλα και φεύγει με τρίτη, η ευελιξία του, το ανάλαφρο πάτημα. Ξαφνικά γίνεται το «μάι πρέσιους» για όλους τους μεγάλους. Κάπου εκεί η Ρεν καταλαβαίνει ότι, εεε, χμ, €5Μ δεν είναι ακριβώς ο ορισμός του «πρέσιους» και αρχίζει τις Ρεννιές. Σπρώχνουν τον Γάλλο ατζέντη, που όμως είναι εγγεγραμμένος στο Μάλι, Μούσα Σισοκό (πόσοι τέτοιοι άραγε να υπάρχουν;) δίπλα στο μικρό για να του πιπιλίσει το μυαλό ότι πρέπει να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Ρεν χωρίς ρήτρα. Μαζί του ο Σισοκό έχει τον Μάρκο Λιχστάινερ. Αν σας λέει κάτι το όνομα, είναι αδερφός του παίχτη της Γιούβε και τοπ ατζέντης στη Γερμανία. Βασική προϋπόθεση που του θέτουν είναι να τερματίσει το συμβόλαιο εκπροσώπησης που έχει με τους Σαμπαγκουέ και Κοτσιά.

             Με τον Σαμπαγκουέ και τη μαμά στο προπονητικό της Ρεν

Σύμφωνα με διασταυρωμένο ρεπορτάζ, τόσο της Εκίπ όσο και της Γκάρντιαν, αλλά επίσης και από τα στοιχεία της δικογραφίας της υπόθεσης που έχει φτάσει στη Γαλλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, ακολουθεί μια σειρά από γεγονότα σε λογική ταινίας:

Στις 24/02/2016 ο Ντεμπελέ στέλνει μήνυμα σε συγγενείς τους που τους γράφει «Αν δεν πάω με τον Σισοκό και τον Μάρκο θα μου κόψουν τη μεταγραφή».

Δύο μέρες μετά, οι Σαμπαγκουέ και Κοτσιά λαμβάνουν ένα γράμμα υπογεγραμμένο από τον Ντεμπελέ που γράφει ότι ακυρώνεται η συμφωνία του Σεπτεμβρίου (2015) και ότι δεν είναι πια εκπρόσωποί του. Συνεχίζει όμως να έχει επαφές μαζί τους.

Από το Μάρτιο ως τον Ιούνιο έχει συναντηθεί ο παίχτης προσωπικά με τον Γιούργκεν Κλοπ, εκπροσώπους της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, της Μάντσεστερ Σίτυ, ενώ τον παρακολουθούν στενά τόσο η Άρσεναλ, όσο και η Μπάγερν, η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπαρσελόνα.

Φτάνει ο Ιούνιος και ο πρόεδρος της Ρεν Φρανσουά-Ανρί Πινόλτ συζητάει μόνο με τη Ντόρτμουντ. Εντελώς συμπτωματικά από το 2007 ο Πινόλτ είναι μέτοχος της Πούμα. Επίσης πάλι από καθαρή σύμπτωση, η Πούμα δε φτιάχνει μόνο τις φανέλες της Ντόρμουντ, αλλά είναι και μέτοχός της από το 2014.

Η Ντόρτμούντ καταθέτει ήδη πρώτη προσφορά €8Μ, πάνω από τη ρήτρα. Οι δύο ομάδες τα βρίσκουν τελικά στα €15Μ. Τρεις φορές τη ρήτρα, θα πείτε όχι άσχημα.

Ο Ντεμπελέ πάει να υπογράψει το συμβόλαιό του στη Γερμανία συνοδευόμενος από τον Κοτσιά (!). Ο Κοτσιά όμως ανακαλύπτει όταν παίρνει τα αντίγραφα από το Γερμανικό σύλλογο ότι το δικό του όνομα δεν αναφέρεται πουθενά, έτσι δεν μπορεί να πάρει καμία προμήθεια.

Επιστρέφοντας στη Γαλλία οι Σαμπαγκουέ και Κοτσιά κατέθεσαν μήνυση στη Γαλλική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου κατά των Σισοκό και Λιχστάινερ, διεκδικώντας €3Μ. Εν συντομία: αρχικά προτάθηκε διακανονισμός στα μισά από τους δεύτερους, οι πρώτοι δε δέχθηκαν και έληξε η εκδίκαση από την ΓΟΠ στα €2,4Μ.

Τώρα στην ακροαματική διαδικασία ακούστηκαν διάφορα μαγικά που περιμένει κανείς ν’ ακούσει σε λατινοαμερικάνικες μεταγραφές. Ότι η Ρεν υποσχέθηκε στον Ντεμπελέ να του δώσει του ίδιου τα €5Μ της ρήτρας αν υπέγραφε νέο συμβόλαιο χωρίς τέτοια (πράγμα το οποία είναι απολύτως παράνομο, τόσο από τους κανονισμούς της ΦΙΦΑ όσο και της ΟΥΕΦΑ). Ότι ο Σισοκό τρομοκρατούσε τον Ντεμπελέ (ο οποίος στην υπεράσπιση είπε ότι οι παλιοί εκπρόσωποι του ήταν για να τον πάνε μέχρι τη Ρεν και ότι ο καθένας πρέπει ν’ αναγνωρίζει τα όριά του). Ότι η Ρεν δεν άκουσε κανένα άλλο σύλλογο πλην της Ντόρτμουντ επειδή ήταν η μόνη διατεθειμένη να πληρώσει πάνω από τη ρήτρα (Σχόλιο δικό μου: και η Άρσεναλ έχει Πούμα φανέλες αλλά πιο πιθανό είναι να πείσεις τον Βενγκέρ να φύγει από την Άρσεναλ από το να δώσει για μεταγραφή παραπάνω λεφτά από όσο λέει μια ρήτρα).

Μέσα σε όλο αυτόν το χαμό ο Ντεμπελέ δεν έχει πει κουβέντα. Συνεχίζει να παίζει και να ανεβάζει την αξία του. Τελικά, το μόνο καλό που βγήκε από αυτό το αλισβερίσι συλλόγων, χορηγών και μανατζαρέων είναι ότι ένας νέος παίχτης πήγε σε μια ομάδα όπου παίζει βασικότατος και εξελίσσεται. Πράγμα που, με εξαίρεση ίσως τις Λίβερπουλ και Άρσεναλ, δε θα συνέβαινε πουθενά αλλού.

Ο Μεγαλέξαντρος και το καταραμένο μομέντουμ

  [Καθόλου σχόλια]

Η ομάδα σου, η ομάδα της πόλης σου, της καρδιάς σου, η μόνη ομάδα στην οποία έχεις παίξει μπάλα, κερδίζει 4-0, εσύ βάζεις ένα γκολ, δίνεις μια ασίστ και βγαίνεις αλλαγή. Το πανέμορφο, ολοκαινούργιο γήπεδό σας, το οποίο κατά κάποιον τρόπο εγκαινίασες, σκοράροντας το ιστορικό πρώτο γκολ ένα χρόνο πριν, αντηχεί από αποδοκιμαστικά σφυρίγματα. Μα τι συμβαίνει; Η απάντηση είναι πως είσαι θύμα της εποχής στην οποία ζεις.

Μια εποχή κατά την οποία οι οπαδοί ξεχνούν πως δεν φταίει ο ποδοσφαιριστής που πλέον προσφέρει περισσότερα ως εμπόρευμα παρά ως παίκτης. Ο πρόεδρος της ομάδας του εν λόγω παίκτη είχε, για παράδειγμα, την άνεση να δηλώσει, χωρίς κανείς να σκεφτεί να τον σφυρίξει: «Δεν έχουμε ανάγκη να πουλήσουμε, έχουμε κέρδη ούτως ή άλλως, όμως διαθέτουμε περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να μας αποφέρουν υπεραξία 170 εκατομμυρίων. Αργά ή γρήγορα τα στοκ πρέπει να διακινηθούν». Το έγκλημα του ποδοσφαιριστή της ιστορίας μας, του Αλεξάντρ Λακαζέτ, που στις 8 Φεβρουαρίου άκουσε μισό γήπεδο να τον αποδοκιμάζει και είδε πανό να του ζητούν τα ρέστα («Πριν ονειρευτείς άλλες ομάδες, κοίτα να προσφέρεις κάτι στην ομάδα που σε έφτιαξε»); Είναι ένα περιουσιακό στοιχείο με δυνητική υπεραξία 50 εκατομμυρίων –τόση είναι η ρήτρα του–, τον ενημέρωσαν πως η ομάδα του ψάχνει να τον «διακινήσει» το καλοκαίρι και δήλωσε ότι του αρέσει η ιδέα να αλλάξει αέρα. Οι ομάδες που ενδιαφέρονται να τον υποδεχτούν, πολλές: η Λίβερπουλ, η Άρσεναλ, η Ντόρτμουντ…

Το βαφτιστικό «Αλέξανδρος» δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο στη Γαλλία –όπως δεν είναι ούτε το «Ναπολέων» ή το «Καρλομάγνος», εξίσου αυτοκρατορικά–, οπότε, όταν ένας νεαρός με αυτό το εξωτικό όνομα άρχισε να κάνει σπουδαία πράγματα –πρωταθλητής Ευρώπης κάτω των 19 το 2010, πρώτος σκόρερ στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα κάτω των 20 με την Εθνική το 2011–, οι οπαδοί της Λυόν κι οι δημοσιογράφοι θεώρησαν χαριτωμένο να του κολλήσουν το παρατσούκλι «Μέγας Αλέξανδρος» .

Στην Ελλάδα το συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό παρατσούκλι παραπέμπει στον Γιώργο Κούδα, με τον οποίον ο Λακαζέτ έχει δυο κοινά: την κατακραυγή που προκάλεσε όταν δεν απέκλεισε την ιδέα να φύγει από την ομάδα όπου αγαπήθηκε και το βάρος της ευθύνης να είναι ο στυλοβάτης αυτής της ομάδας.

Πέρσι, όταν ο «Μεγαλέξαντρος» πέρασε τη μισή σεζόν ντεφορμέ ή τραυματίας, η Λυόν δυσκολευόταν να παρακολουθήσει την κούρσα για έξοδο στο Τσάμπιον Λιγκ ή και την Ευρώπη γενικότερα, αφού σε κάποια φάση βρέθηκε στην 13η θέση. Μετά, το νούμερο 10 ξαναβρήκε μια δαιμονιώδη φόρμα και τον δρόμο προς τα δίχτυα, ο φίλος του ο Ναμπίλ Φεκίρ –άλλο περιουσιακό στοιχείο– επανήλθε από τραυματισμό, κι η ομάδα ξεκίνησε μια ξέφρενη πορεία που την οδήγησε στην δεύτερη θέση, με κερασάκι στην τούρτα ένα χορταστικό 6-1 επί του μεγάλου αντίπαλου, της Μονακό την προτελευταία αγωνιστική, με χατ τρικ του Λακαζέτ, που βγήκε δεύτερος μετά τον υπερηχητικό περσινό Ιμπραΐμοβιτς στην κατάταξη των σκόρερ.

Φέτος ξεκίνησε τη σεζόν πάλι με χατ τρικ κι οι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν «Είναι η χρονιά σου, Άλεξ;». Εκείνος, τόσο χαμηλών τόνων συνήθως, τόσο καλό παιδί απέναντι σε φίλους κι αντιπάλους, δεν άντεξε: «Γιατί; Οι άλλες ήταν άσχημες;»

Και πώς να αντέξει δηλαδή. Για πέρσι τα είπαμε, πρόπερσι σκόραρε κατά βούληση και βγήκε πρώτος σκόρερ μπροστά από τους γνωστούς σταρ της Παρί Σεν Ζερμέν. Γενικά εδώ και δυο χρόνια σπάει διάφορα ρεκόρ: την ημερολογιακή χρονιά 2016 πέτυχε 28 γκολ στο πρωτάθλημα, ένα περισσότερο από τον Καβάνι και περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο παίκτη στο γαλλικό πρωτάθλημα, από το 1991 και τον Ζαν-Πιερ Παπέν, που τότε είχε κερδίσει τη Χρυσή Μπάλα. Φέτος ξεπέρασε ήδη το ταβάνι των 20 γκολ, κι αυτό το πετυχαίνει για τρίτη χρονιά στη σειρά: το είχε κάνει κι ο Παουλέτα το 2003, και ναι, ο μεγάλος Ζλάταν δεν τα είχε καταφέρει. Απόψε, στο μεγάλο εκτός έδρας ματς με την Παρί Σεν Ζερμέν, θα προσπαθήσει να πλησιάσει ακόμη περισσότερο τον επόμενο στόχο του, να σπάσει το δικό του ρεκόρ των 27 γκολ στο πρωτάθλημα. Και ίσως, πράγμα πιο δύσκολο, να οδηγήσει ακόμη μια φορά τη Λυόν στους προκριματικούς του Τσάμπιονς Λιγκ.

Το καλοκαίρι του 2016, παρά την εντυπωσιακή του φόρμα, δεν κλήθηκε από τον Ντεσάν στην τελική λίστα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, όπως δεν κλήθηκε ούτε προχτές για τα δυο ματς με Λουξεμβούργο και Ισπανία. Ο Λακαζέτ ακόμη μια φορά πληρώνει τον λάθος χρόνο. Είναι καλός επιθετικός, με πολύ καλά στατιστικά αλλά και πολλή, λιγότερο φανερή, δουλειά μέσα στο γήπεδο, κάπως στο στιλ του Μπενζεμά. Προσπαθεί όμως ματαίως να λάμψει όσο του αξίζει σε μια εποχή που σκάνε στον ουρανό του γαλλικού ποδοσφαίρου εκθαμβωτικότερα αστέρια, όπως ο Γκριεζμάν, ο Ντεμπελέ κι ο Κιλιάν Μμπαπέ. Δεν είναι 18 χρονών, δεν παίζει στην Ατλέτικο, δεν βγάζει μάτια στην Ντόρτμουντ στα 19 του, δεν είναι ιστορικό στέλεχος της Εθνικής όπως ο Ζιρού, δεν έχει το σκανδαλώδες παρελθόν του Τοβέν. Απλώς παίζει καλά, βάζει γκολ  και σπάει ρεκόρ. Ο ίδιος λέει πως χρωστάει πολλά σε έναν άλλο μεγάλο επιθετικό.

Νέα Υόρκη, Ιούλιος 2013. Ο 22χρονος Λακαζέτ μένει ελαφρά στάσιμος εδώ και δυο-τρία χρόνια. Παίζει στο δεξί μέρος της επίθεσης, η κορυφή στη Λυόν είναι καπαρωμένη από τον Μπαφετιμπί Γκομίς και τον Λίσαντρο Λόπεζ. Βρίσκεται στις Η.Π.Α για ματς προετοιμασίας με τους Νιου Γιορκ Ρέντ Μπούλς. Εκεί θα συναντήσει τον Τιερί Ανρί, με τον οποίον μοιράζονται την κοινή καταγωγή από τη Γουαδελούπη και μια αόριστη φυσιογνωμική ομοιότητα. Ο Ανρί θα πάρει παράμερα τον νεαρό συνάδελφό του: «Σε παρακολουθώ καιρό. Δεν παίζεις άσχημα αλλά μπορείς να παίξεις πολύ καλύτερα». Ο Αλεξάντρ δεν προλαβαίνει να ψελλίσει: «Α, δεν φταίω εγώ, παίζω λίγο, δεν παίρνω πολύ την μπάλα», κι ο άλλος τον παίρνει από τα μούτρα: «Δεν θα το χρησιμοποιείς ως δικαιολογία όλη σου τη ζωή αυτό, ε ; Κοίτα να δουλέψεις, να δουλέψεις σκληρά. Κάνε τις αδυναμίες σου δύναμη». Τη σεζόν που θα ακολουθήσει αυτήν τη συνάντηση, ο Λακαζέτ θα βγει πρώτος σκόρερ της Λυόν και από τότε, όπως είδαμε, δεν θα σταματήσει.

Στις 9 Μαρτίου, ένα μήνα μετά μετά τις αποδοκιμασίες που άκουσε βγαίνοντας αλλαγή στο ματς με τη Νανσί, ο Λακαζέτ θα βάλει ένα υπέροχο γκολ στις καθυστερήσεις  με τη Ρόμα, το 28ο φετινό του σε 34 αγώνες. Ένα γκολ πανέμορφο αλλά κι αποφασιστικό, όπως αποδείχτηκε. Το κατάλληλο γκολ, την κατάλληλη, επιτέλους στιγμή. Ενώ οι συμπαίκτες του τρελαίνονται, εκείνος θα σταθεί ακίνητος μπροστά στην κερκίδα, με ψηλά το κεφάλι, σφιγμένα χαρακτηριστικά και τείνοντας περήφανα το στήθος. Ένας μινιμαλιστικός πανηγυρισμός, που παραπέμπει, όπως και το ύφος, στον σημαδιακό Τιερί Ανρί αλλά και στον Ερίκ Καντονά και στην πασίγνωστη πόζα που πήρε τον Δεκέμβρη του 1996, μετά από ένα γκολ απέναντι στη Σάντερλαντ. Μια πόζα αυτοκρατορική.

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Ο τερματοφύλακας που δεν ήθελε να κάτσει τέρμα

  [1 Σχόλιο]

Όταν ο Μανουέλ Νόιερ πήγαινε, ο Πασκάλ Ολμετά ερχόταν. Δυστυχώς γι΄αυτόν και τις ομάδες όπου έπαιξε, καμιά φορά δεν προλάβαινε να γυρίσει στο τέρμα του. Αποτέλεσμα, να τρώει μερικά –όχι πολλά, είναι η αλήθεια– θεαματικά γκολ, όπως αυτό που βλέπουμε εδώ: ένα πλασεδάκι εξήντα μέτρων, σε ένα ματς από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν έπαιζε στη Τουλόν, τότε που οι σχολιαστές έκαναν ακόμη τον κόπο να αναρωτηθούν «μα τι στο καλό σκέφτηκε;» όταν τον έβλεπαν να φτάνει, ντριμπλάροντας τους αντίπαλους επιθετικούς, μέχρι τη σέντρα κι ακόμη παραπέρα.

Ο Ολμετά ήταν ένας πολύ καλός τερματοφύλακας που προτιμούσε όμως να παίζει μακριά, πολύ μακριά από τη εστία του. Οπωσδήποτε υπήρξε ο πιο περιζήτητος και δημοφιλής γκολκίπερ στη Γαλλία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90. Όμως, οι παράτολμες έξοδοί του, η εντυπωσιακή επιδεξιότητά του με την μπάλα στα πόδια, τα καμώματά του όταν βαριόταν στο γήπεδο και η εκκεντρικότητά του έξω από αυτό, τον έκαναν γνωστό και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Η συμμετοχή του στο φιλικό ματς που οργανώθηκε στο Ολντ Τράφορντ το 1998 για τα πενήντα χρόνια από την αεροπορική τραγωδία του Μονάχου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Εκείνο το βράδυ τα έκανε σχεδόν όλα: έφτασε κυριολεκτικά μέχρι την άλλη άκρη του γηπέδου κυνηγώντας την μπάλα πριν βγει κι ο ίδιος άουτ, έφαγε πολλά γκολ μεταξύ των οποίων ένα όρθιος  από τον Καντονά, χτύπησε ένα ωραιότατο φάουλ που έξυσε το οριζόντιο δοκάρι, διασκέδασε μέχρι δακρύων τον Φέργκιουσον και τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, έκανε την εξέδρα να ζητά ρυθμικά τη μεταγραφή του στη Γιουνάιτεντ («Fergie, Fergie, sign him up») και, επειδή προφανώς θεώρησε ότι όλα αυτά δεν αρκούσαν, έκανε τον καραγκιόζη στα διαλείμματα της δράσης.

Ο Ολμετά γεννήθηκε στην Κορσική, διακρίθηκε από νωρίς ως ιδιαίτερα ταλαντούχος και ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην Μπαστιά πριν διασχίσει τα λίγα ναυτικά μίλια που χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή και βρεθεί στην ομάδα της Τουλόν. Στα 25 του, ανέβηκε στην πρωτεύουσα, στην πολύ φιλόδοξη Ρασίγκ (Ματρά τότε, λόγω της εξαγοράς της απο τον ομώνυμο βιομηχανικό κολοσσό) όπου έπαιξε συμπαίκτης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Πιέτρ Λιτμπάρσκι, τον Νταβίντ Ζινολά και τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Όταν το εγχείρημα της Ματρά ναυάγησε κι η ομάδα χρεοκόπησε, βρέθηκε, και μάλιστα με θέση βασικού εξασφαλισμένη από το συμβόλαιό του θέση, στην μεγάλη Μαρσέιγ, ήδη δυο χρόνια στη σειρά πρωταθλήτρια –θα συνέχιζε το σερί μέχρι τα τέσσερα. Ο τότε ιδιοκτήτης της, Μπερνάρ Ταπί είχε μεγάλα σχέδια, που δεν περιορίζονταν, όπως θα το μάθαιναν αργότερα και οι οπαδοί της ΑΕΚ, στην αγορά παικτών αλλά επεκτάθηκαν και στη εξαγορά αγώνων και διαιτητών. Όπως και να΄χει, ο Πασκάλ βρέθηκε να έχει προπονητή τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ –ο Κάιζερ άντεξε μόνο λίγους μήνες– και συμπαίκτες τον Ερίκ Καντονά, τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, τον Ζαν-Πιέρ Παπέν, τον Κρις Γουάντλ κ.α., σε μια ομάδα που τα επόμενα τρία χρόνια θα έπαιζε σε δυο τελικούς Πρωταθλητριών Ευρώπης –και θα κέρδιζε τον έναν, απέναντι στη Μίλαν, παρακαλώ. Στον πρώτο, τον χαμένο, ο Πασκάλ ήταν βασικός, στον δεύτερο ήταν στον πάγκο, αντικαταστάτης πια ενός άλλου γνωστού μας, του νεαρού Φαμπιάν Μπαρτέζ. Αυτή θα ήταν και η τελευταία χρονιά του Ολμετά στη Μαρσέιγ.

Ενδιάμεσα γνώρισε τη φρίκη του αιματοβαμμένου ημιτελικού του Κυπέλλου Γαλλίας ανάμεσα στη Μαρσέιγ και την ομάδα από την οποία ξεκίνησε, την Μπαστιά. Η διοίκηση των Κορσικανών σκέφτηκε ότι το ματς  με την υπερομάδα των μισητών γειτόνων ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γεμίσουν τα ταμεία. Καθώς το στάδιο Φουριανί (που έχει απαθανατιστεί σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες με θέμα το ποδόσφαιρο –σκηνοθέτης ο Ζακ Τατί) δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έστησαν βιαστικά μια προσωρινή κερκίδα 10.000 θέσεων. Στις 5 Μαΐου 1992, η κερκίδα θα καταρρεύσει σε απευθείας μετάδοση λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς. 18 νεκροί και 2.300 τραυματίες.  Η μικρή κόρη κι η γυναίκα του Ολμετά είναι στο γήπεδο αλλά θα γλιτώσουν.

Μετά τη Μαρσέιγ, ο Πασκάλ θα πάει στο αντίπαλο δέος της Λυόν, κι εκεί θα αποθεωθεί. Γίνεται το αντικείμενο λατρείας της εξέδρας  και αρχηγός της ομάδας, πανηγυρίζει, εξαργυρώνει τη δόξα του βγάζοντας ένα φριχτό σιντί στο οποίο τον ακούμε να ραπάρει (;) τη μεγάλη του αποτυχία «Κλώτσα το τόπι» (με μήνυμα εναντίον των ναρκωτικών), κάνει πολλά θεαματικά ματς, βάζει αυτογκόλ με τον αγκώνα, δίνει τη τελική πάσα για ένα κερδισμένο πέναλτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πανηγυρίζει, τσατίζεται, κυνηγάει τους αντίπαλους φιλάθλους για να παίξει ξύλο –όλα αυτά στο βίντεο που ακολουθεί, απολαύστε υπεύθυνα.

Δυστυχώς η καριέρα του στη Λυόν θα τελειώσει όπως ακριβώς του ταίριαζε: κωμικοτραγικά. 20 Δεκεμβρίου 1996.  Η Λυόν έχει φάει μια εφτάρα από την Οσέρ, γνωρίζει δύσκολες στιγμές, θέλει οπωσδήποτε νίκη στον αγώνα εντός έδρας με τη Ναντ για να κάνουν καλές γιορτές οι φίλαθλοι κι οι παίκτες –δεν θα κάνουν. Μετά την ήττα, που βυθίζει την ομάδα στα τάρταρα της βαθμολογίας, ο Πασκάλ Ολμετά ψάχνει στα αποδυτήρια τον συμπαίκτη του Ζαν-Λυκ Σασύς. Τον βρίσκει. Απολογισμός: σπασμένη μύτη και διάσειση για τον εύθραυστο Σασύς που είχε, ο δόλιος,  βγει τραυματίας στο ματς που προηγήθηκε. Μα τι είχε συμβεί; Οι δυο άντρες, φίλοι κατά τα άλλα, είχαν μια μικρή διαφωνία, εξωγηπεδικής φύσεως. Το θύμα είχε βάλει λόγια στην κοπέλα του θύτη. Συγκεκριμένα, απάντησε σε σχετική της ερώτηση («Αχ, μου αρέσει ο Πασκάλ. Τι τύπος είναι;») ότι ο Κορσικανός είναι μεν πολύ καλό παιδί αλλά καμιά φορά μπορεί να έχει κάποιες, χμ, βίαιες εξάρσεις. Η κοπέλα δεν τρομάζει ιδιαίτερα, τα φτιάχνει με τον τερματοφύλακα, του μεταφέρει τον διάλογο, ο Ολμετά διαφωνεί  με τις χαρακτηρολογικές εκτιμήσεις του Σασύς και γίνεται ένας από τους λίγους, ελπίζουμε,  ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τις γροθιές τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι βίαιοι.

Η διοίκηση της Λυόν, που, παρεμπιπτόντως, έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί έτσι κι αλλιώς τον Ολμετά –είχε ήδη βρεθεί ο αντικαταστάτης, ο μετέπειτα διεθνής Γκρεγκορί Κουπέ– τον απολύει. Πάει στην Εσπανιόλ, όπου μένει μόλις δυο μήνες –μεσολάβησε πάλι μια διαφωνία, σχετικά με τον χρόνο συμμετοχής του. Γυρίζει στην Κορσική και τελειώνει την καριέρα του σε χαμηλές κατηγορίες. Αλλά δεν τον νοιάζει και πολύ.

Το άλλο μεγάλο πάθος στη ζωή του Ολμετά, εκτός από την μπάλα και τη διασημότητα –πριν μερικά χρόνια κέρδισε πανεύκολα ένα ριάλιτι σόου όπου επώνυμοι έκαναν τους αγρότες– ήταν και είναι το αγριογούρουνο. Αρκεί να πούμε ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που ίδρυσε, με σκοπό την προστασία των άρρωστων παιδιών, έχει ως έμβλημα το τρυφερό θηλαστικό. Η Κορσική είναι σημαντικός βιότοπος για τα αγριογούρουνα και κυρίως ένα μέρος όπου το κυνήγι τους επιτρέπεται όλον τον χρόνο.

Κι ο Πασκάλ κυνηγάει από την ηλικία των πέντε ετών. Όχι μόνο το αγριογούρουνο. Συμπαίκτες του στη Μαρσέιγ τον θυμούνται να γδέρνει λαγούς που μόλις είχε σκοτώσει στα ντους των αποδυτηρίων. Το αγριογούρουνο απλώς είναι η αδυναμία του, και μια από τις μεγάλες του στιγμές ήταν όταν έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Πάθος για αγριογούρουνο» – ναι, υπάρχει. Πρόσφατα, όμως, γνώρισε την κατακραυγή όταν εμφανίστηκαν φωτογραφίες του δίπλα σ’ έναν σκοτωμένο ελέφαντα. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι σκότωσε το παχύδερμο από αγάπη για τη φύση –οι ελέφαντες στη Ζιμπάμπουε, υποστηρίζει ο Πασκάλ, είναι υπερβολικά πολλοί κι η κυβέρνηση ενθαρρύνει το κυνήγι. Ακολουθώντας, στην επιχειρηματολογία του, την ίδια, κάπως διεστραμμένη λογική, που τον βοήθησε στην ποδοσφαιρική του καριέρα, μια καριέρα τερματοφύλακα-κυνηγού.

Η Σάλμα Χάγεκ, μια καταραμένη ομάδα κι ένας εύθραυστος καλλιτέχνης της μπάλας

  [Καθόλου σχόλια]

Αν Γαλλία είναι ένα εξάγωνο, η Βρετάνη είναι η η πάνω αριστερή γωνία της. Γνωστή στους αναγνώστες του Αστερίξ ως Αρμορική –εκεί βρίσκεται το χωριό των ανυπόταχτων Γαλατών που απέμειναν να αντιστέκονται στους Ρωμαίους– είναι μια περιοχή που αγαπάει τη μουσική, το αλκοόλ και την μπάλα. Αν η πιο σπουδαία ομάδα της, η μεγάλη Ναντ (τρίτη σε τίτλους στη Γαλλία), βρίσκεται αυτήν τη στιγμή στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας παρέα με την συμπατριώτσσά της Λοριάν, οι άλλες δυο ομάδες της Βρετάνης συγκρούονται σήμερα σε ένα από τα πιο φανατισμένα και με πλούσιο παρελθόν τοπικά ντέρμπι. Η «Εμπρός Γκενγκάν» κόντρα στη Ρεν. Το χωριό του Αστερίξ (το Γκενγκάν έχει 7.000 κατοίκους, λιγότερους από τα διαρκείας που πουλάει συνήθως η ομάδα) κόντρα στη μεγαλούπολη, ο φτωχοί κόντρα στους πλούσιους, οι τυχεροί κόντρα στους γκαντέμηδες.

Χρειάζεται μεγάλο ψυχικό σθένος για να είσαι οπαδός της Ρεν. Η πρόσφατη ιστορία της ομάδας είναι μια ατέλειωτη σειρά αποτυχιών ή, για την ακρίβεια, παρ΄ολίγον επιτυχιών.

2006: η Ρεν θέλει νίκη την τελευταία αγωνιστική με τη Λιλ ώστε να κερδίσει μια θέση στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Στο 78΄προηγείται με 2-0. Σε επτά λεπτά τρώει δυο γκολ, αντίο ζωή, αυλαία.

2007: η Ρεν κυνηγάει πάλι την τρίτη θέση. Όλα παίζονται πάλι την τελευταία αγωνιστική, πάλι κόντρα στη Λιλ. Αυτή τη φορά θα ισοφαριστεί στο τελευταίο δευτερόλεπτο και από τρίτη θα τερματίσει έβδομη. Συγκλονιστική λεπτομέρεια: η Τουλούζ, που θα κουνήσει τελικά σεντόνι, είχε κερδίσει το προηγούμενο ματς στα χαρτιά επειδή οι οπαδοί της Ναντ εισέβαλαν στο γήπεδο ουσιαστικά χωρίς λόγο κι ενώ ο αγώνας ήταν 0-0. Υπενθυμίζουμε απλώς ότι ανάμεσα στη Ναντ και τη Ρεν υπάρχει μια μακριά ιστορία αντιπαλότητας, μέσα κι έξω από το γήπεδο…

2009: η Ρεν βρίσκεται κοντά στον πρώτο της τίτλο μετά από 38 ολόκληρα χρόνια. Τελικός Κυπέλλου Γαλλίας, στο κατάμεστο από αφιονισμένους Βρετόνους Σταντ ντε Φρανς, αντίπαλος μια ομάδα που παλεύει κάπου στη μέση της δεύτερης κατηγορίας, η γειτόνισσα Γκενγκάν. Πώς να χάσεις; Χάνει ενώ προηγείται μέχρι το 70΄.

2014: η ώρα της εκδίκησης. Η Ρεν αντιμετωπίζει πάλι, και πάλι ως φαβορί, την Γκενγκάν στον τελικό του Κυπέλλου. Να πούμε τι έγινε ή το φαντάζεστε; (ναι, έχασε)

Και υπάρχουν κι άλλα: κι άλλοι χαμένοι τελικοί, αποκλεισμοί από ερασιτεχνικές ομάδες, μια πεντάρα από τον ΠΑΟΚ στους ομίλους του Γιουρόπα Λιγκ με δυο γκολ του Γιασεμή Γιασεμάκη, το δεύτερο με ανάποδο ψαλίδι. Eίπαμε, θέλει μεγάλο ψυχικό σθένος για να είσαι Ρεν. Ευτυχώς υπάρχει η Σάλμα κι ο Γιοάν.


Τι σφυράει, ρε, το άτομο;

Η Σάλμα Χάγεκ είναι ο πιο γνωστός οπαδός της Ρεν. Από το Μεξικό μέχρι το γήπεδο της Ρεν στη Βρετάνη ο δρόμος είναι σύντομος, αρκεί να παντρευτείς έναν δισεκατομμυριούχο, κι ας μην είναι πολύ οφθαλμοφανώς παθιασμένος με την μπάλα αυτός ο δισεκατομμυριούχος –τα λέει καλύτερα η ίδια η Σάλμα.

Ο Φρανσουά Πινό, ο πεθερός της, είναι ο δεύτερος στη λίστα των πιο πλούσιων ιδιοκτητών ποδοσφαιρικών ομάδων –μόνο ο σεΐχης Μανσούρ της Σίτι τον περνάει κάτι δισεκατομμύρια. Ο Πινό αγοράζει, λοιπόν, τη Ρεν, την ομάδα της γενέτειράς του, το 1998. Ορεξάτος αποφασίζει να κάνει μεγάλες μεταγραφές. Δίνει, σε σημερινά λεφτά, πάνω από 20 εκατομμύρια ευρώ για να αγοράσει έναν Βραζιλιάνο ονόματι Σεβερίνο Λούκας –για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, ο εξίσου Βραζιλιάνος Ρονάλντο είχε κοστίσει στην Ίντερ ένα-δυο εκατομμύρια παραπάνω το 1997. Ο Σεβερίνο δεν ήταν φαινόμενο αλλά παλτό, ο Πινό απογοητεύεται και σταματάει τα έξοδα –είπαμε, οι οπαδοί της Ρεν είναι εξοικειωμένοι με την κακοτυχία. Έκτοτε η ομάδα στηρίζεται στην πολύ καλή ακαδημία της, η οποία βγάζει ασταμάτητα διαμαντάκια –πιο πρόσφατο, ο δεκαεννιάχρονος Ουσμάν Ντεμπελέ, που μετά από έναν χρόνο στην πρώτη ομάδα βρέθηκε στην Μπορούσια Ντόρτμουντ.

Αλλά το μεγαλύτερο διαμάντι της Ρεν είναι ή υπήρξε άλλος. Ο τριαντάχρονος Γιοάν Γκουρκύφ, γέννημα-θρέμμα της Βρετάνης, υπήρξε ο πιο πειστικός από τους πολλούς «νέους Ζιντάν» που εμφανίστηκαν στη Γαλλία μετά το Παγκόσμιο του ΄98, και πάντως εκείνος που κι ο ίδιος ο Ζιντάν αναγνώρισε ως πιθανό του διάδοχο. Ίδιος κλειστός χαρακτήρας, ίδια θέση, ίδια απόλαυση να τους βλέπεις. Δεκάρι με προφανή ποδοσφαιρική ευφυΐα και αγάπη για το ποδόσφαιρο, επιτελικές ικανότητες, μπάλα κολλημένη στο πόδι, κεραυνοβόλες εμπνεύσεις.

Γιος του παλιού ποδοσφαιριστή, πρώην καθηγητή μαθηματικών και τωρινού προπονητή του, Κριστιάν, ξεχώρισε ως εξαιρετικό ταλέντο από πολύ μικρός. Παίζει στις μικρές ομάδες της Ρεν από τα 15. Το 2006, όταν το όνειρο για έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ χάνεται στο παρά πέντε, παίρνει μεταγραφή στη μεγάλη Μίλαν, ενώ τον θέλουν ο Άγιαξ κι η Άρσεναλ. Δεν θα μπορέσει να βρει την ευτυχία στη Μίλαν, όπου παίζει λίγο –αλλά καλά–, δεν τρέχει όμως τίποτε.

Επιστρέφει στη Γαλλία, κάνει μια εκθαμβωτική χρονιά και κερδίζει νταμπλ με την Μπορντό –την ομάδα στην οποία άρχισε να μαγεύει τα πλήθη κι ο κανονικός Ζιντάν.

Ακολουθούν βραβεία, διαφημιστικά συμβόλαια, εξαιρετικές εμφανίσεις με την Εθνική –μια ασίστ και ένα εκπληκτικό γκολ μόλις στο δεύτερό του ματς.

Και ήδη ενδείξεις για μια εύθραυστη ιδιοσυγκρασία –συναγωνίζεται τον Αμπού Ντιαμπί σε αριθμό τραυματισμών, μεταξύ των οποίων μερικοί αξιοσημείωτοι, όπως ένα διάστρεμμα ενώ έβγαζε βόλτα τον σκύλο του και ένας μικροτραυματισμός σε φάση πανηγυρισμού με συμπαίκτες του.

Για πολλούς, το μεγαλύτερο του πρόβλημα βρίσκεται στο κεφάλι. Σε αντίθεση με άλλους «νέους Ζιντάν», το πρόβλημά του δεν ήταν η έλλειψη σοβαρότητας ή η τεμπελιά αλλά η υπερβολική ευαισθησία και η τελειομανία. Ήδη από την εποχή της Μίλαν, κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες, ίσως άδικες –ο Πάολο Μαλντίνι τον είχε κατηγορήσει ότι δεν έμαθε γρήγορα ιταλικά. Η μεγάλη καμπή, το σημείο από όπου άρχισε η πτώση, ήταν το Μουντιάλ του 2010. Η καταστροφική εμφάνιση και η εξευτελιστική απεργία των Γάλλων διεθνών ήταν η κορυφή του παγόβουνου. Τα συναρπαστικά κουτσομπολιά που έφταναν στις εφημερίδες ήταν ότι ο Φρανκ Ριμπερί είχε αποφασίσει να τελειώσει τον Γκουρκύφ από την Εθνική επειδή η γυναίκα του είχε εκφράσει τον θαυμασμό της για την ομορφιά του νεαρού παίκτη της Μπορντό. Περιθωριοποιείται, καταρρέει ψυχολογικά, κλείνεται ακόμη περισσότερο στον εαυτό του, ψάχνει ακόμη πιο εμμονικά την τελειότητα. Το 2010 βρίσκεται στη Λυόν, η οποία τα δίνει όλα για να τον αποκτήσει – συνολικά 50 εκατομμύρια για τέσσερα χρόνια. Θα τραυματιστεί είκοσι φορές, θα ξεκινήσει βασικός σε μόλις είκοσι ματς και θα μείνει στο κρεβάτι του πόνου πάνω από εξακόσιες μέρες. Στα ενδιάμεσα υπενθυμίζει ποιος είναι ή ποιος φαινόταν ότι θα γίνει.

Σε ένα από τα τελευταία του ματς στη Λυόν, τραυματίζεται πάνω σε σουτ και βγαίνει αλλαγή μόνος του (!).

Από πέρσι που γύρισε στην πατρίδα του, και πολύ περισσότερο φέτος που έχει πάλι προπονητή τον πατέρα του, όλοι εμείς που αγαπάμε το ποδόσφαιρο, ανάμεσα μας, βέβαια, και η Σάλμα Χάγεκ, περιμένουμε με ανυπομονησία πότε ο πρώην «νέος Ζιντάν» θα γίνει αυτός που ήταν, ο μοναδικός Γιοάν Γκουρκύφ. Σύμφωνα, πάντως, με τα τελευταία νέα, τραυματίστηκε στην προπόνηση…

Πώς η φιλοσοφία μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου: Η περίπτωση Χατέμ Μπεν Αρφά

  [4 Σχόλια]

d-220605-capture-d-ecran-2016-04-14-a-172121

Ο Ρομπέρ Βαλέτ, ο προπονητής που τον γνώρισε 15χρονο στη Λυών, λέει γι΄αυτόν ότι διάβαζε πάντα πολύ –τότε, πόσο ταιριαστό, διάβαζε τον Μικρό Πρίγκιπα. Είκοσι χρονών, λίγο πριν βραβευτεί ως πιο ελπιδοφόρος παίκτης του γαλλικού πρωταθλήματος, αποκάλυψε ότι του άρεσε ο Νίτσε. Το 2012, όταν μάγευε με τη Νιουκάστλ, διάβαζε Σπινόζα και Καντ –κι όταν δυσκολευόταν, και δυσκολευόταν δικαίως, έψαχνε στο ίντερνετ για να καταλάβει καλύτερα. Πρόσφατα, σε μια συνέντευξή του στη Gazzetta Dello Sport, επανήλθε: «Οι συγγραφείς που ανοίγουν το μυαλό, σου προσφέρουν νέες προοπτικές. Ξέρω πως μπορεί να φαίνεται αστείος ένας ποδοσφαιριστής που διαβάζει ποίηση ή φιλοσοφία, αλλά, πριν ένα χρόνο, όταν είχα πιάσει πάτο, βρήκα τη δύναμη να συνέλθω χάρη στον Νίτσε ή τον Σωκράτη».

Δεν ξέρω αν η αγάπη του Χατέμ Μπεν Αρφά για τη φιλοσοφία ή η πληροφορία ότι πλουτίζει τη βιβλιοθήκη του με βιβλία που βρίσκει ξεχασμένα σε μπαρ και εστιατόρια (!), προκαλούν το γέλιο, εγώ θέλω να τον πιστέψω. Πρώτα απ΄όλα επειδή τον συμπαθώ. Μετά, επειδή η ενασχόληση με τη φιλοσοφία μοιάζει, επιτέλους, να δουλεύει: όχι μόνο επειδή έφυγε από την προηγούμενη ομάδα του, τη Νις, σαν φίλος –πράγμα που δεν του έχει ξανασυμβεί–, όχι μόνο επειδή πήρε μεταγραφή σε μια από τις πιο φιλόδοξες και πλούσιες ομάδες της Ευρώπης, την Παρί Σεν Ζερμέν, αλλά κι επειδή εμφανίζεται παντού με ένα πλατύ χαμόγελο που δίνει την εντύπωση ότι έχει περισσότερα δόντια από το κανονικό.

Ο Χατέμ υπήρξε πρόωρη μεγαλοφυΐα και αυτό ήταν το δράμα του. Γιος παλιού Τυνήσιου διεθνή, γεννήθηκε μέσα στο ποδόσφαιρο. Έπαιζε στους δρόμους του μεσοαστικού παριζιάνικου προαστίου όπου μεγάλωσε, αλλά και με τα αδέρφια του στο σαλόνι του σπιτιού τους –η μαμά τερματοφύλακας. Εφτά χρονών βγάζει το πρώτο του δελτίο. Είναι γρήγορος, τεχνικός, παίζει με το κεφάλι ψηλά, ντριπλάρει προκλητικά. Κι είναι, μοιραία, ατομιστής. Στα 12 –μοναδική περίπτωση, η κατώτερη ηλικία είναι τα 13– γίνεται δεκτός στο Εθνικό Ινστιτούτο Ποδοσφαίρου, την ακαδημία όπου προετοιμάζεται η ελίτ του γαλλικού ποδοσφαίρου. Τον συνοδεύει η βαριά ευθύνη του ταλέντου του, είναι ήδη ο «Νέος Ζιντάν». Ατζέντηδες γαλλικών, αγγλικών, ιταλικών ομάδων του κάνουν ήδη τα γλυκά μάτια κάθε σαββατοκύριακο που γυρνάει σπίτι του: «Με ενοχλούν, προτιμώ όταν πηγαίνουν να δουν κατευθείαν τους γονείς μου».

Για τρία χρόνια ζει εσωτερικός στο Ινστιτούτο. Ήταν ο πιο μικρός κι ο πιο κοντός, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να ξεχωρίζει, με κάθε τρόπο. Σε ένα μυθικό βίντεο, τον βλέπουμε να προκαλεί έναν εξίσου ταλαντούχο συμμαθητή του, τον Αμπού Ντιαμπί. Δεν πτοείται που ο Ντιαμπί τον περνάει δυο κεφάλια και χρειάζεται η επέμβαση πέντε-έξι άλλων (διακρίνουμε τον Ρικαρντό Φατί, που πέρασε από τον Άρη), ώστε να κλειστεί στο μπαλκόνι και να αποφευχθεί το ξύλο: «Είμαι λίγο νευρικός. Είναι η φύση μου. Από μικρός τσατίζομαι εύκολα, έτσι είμαι φτιαγμένος».

Ήταν μόλις 15 χρονών και διηγήθηκε, χωρίς να το ξέρει, τα επόμενα δεκατρία χρόνια της ζωής του. Το καλοκαίρι του 2002, κι ενώ τον θέλουν πολλές ομάδες, θα διαλέξει την ακαδημία της σπουδαίας, τότε, Λυών. Παίζει στην πρώτη ομάδα μόλις 17 ετών, δίπλα σε αστέρια όπως ο Ζουνίνιο Περναμπουκάνο, σκοράρει, δίνει ασίστ, συχνά εντυπωσιάζει, κερδίζει τέσσερα σερί πρωταθλήματα αλλά δεν παίζει όσο συχνά θα ήθελε. Ψυχραίνεται με τον Μπενζεμά, παίζει ξύλο με τον Σεμπαστιάν Σκιλατσί, μουτρώνει στους προπονητές του. Τον Ιούνιο του 2008, έρχεται στα μαχαίρια με τον πρόεδρο της Λυών που «τον έχει σαν παιδί του», προκειμένου να πάει στη Μαρσέιγ. Όλοι, φίλοι κι εχθροί, θα συμφωνήσουν μετά ότι βιάστηκε. «Ο Χατέμ ήταν ο Μέσι, τον έχω δει να κάνει απίστευτα πράγματα στο γήπεδο, αλλά δεν έκανε σωστές επιλογές. Δεν έπρεπε να φύγει τόσο νωρίς από τη Λυών»: μιλάει ο Μπενζεμά. Την ίδια εποχή, οι μεταφυσικές του ανησυχίες τον οδηγούν να ψαχτεί σε ένα μυστικιστικό, ειρηνικό παρακλάδι του Ισλάμ, ο ίδιος θα μιλήσει μετά για σέχτα. Αυτό πιθανότατα αποθάρρυνε τον Αρσέν Βενγκέρ από το να τον πάρει στην Άρσεναλ.

Ben-Arfa

Στη Μαρσέιγ, μετά από δυο μήνες σχετικής ηρεμίας –πρόλαβε να τσακωθεί, ίσως και να πλακωθεί, με τον Σισέ και τον Μ΄Μπαμί–, νέος κύκλος αίματος. Ο Γκερέτς τον αφήνει στον πάγκο στο ντέρμπι με την Παρί Σεν Ζερμέν. Στο δεύτερο ημίχρονο, σκορ 2-2, του ζητάει να ζεσταθεί για να μπει, αυτός αρνείται: «Πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό στην προπονητική μου καριέρα». Η Μαρσέιγ χάνει 2-4. Η συνέχεια είναι δύσκολη, με κάποια πολύ φωτεινά διαλείμματα. Την επόμενη χρονιά αντιδρά εξίσου πρωτότυπα σε κάποιες παρατηρήσεις του νέου του προπονητή, Ντιντιέ Ντεσάν: «Μου σπας τ΄αρχίδια». Κερδίζει το πέμπτο του πρωτάθλημα αλλά η Μασσαλία δεν τον σηκώνει, πλέον. Όνειρό του η Αγγλία.

Η διοίκηση κι ο Ντεσάν συμφωνούν αρχικά να τον δώσουν δανεικό στη Νιουκάστλ, μετά αλλάζουν γνώμη, αλλά λίγη σημασία έχει. Ο Μπεν Αρφά απέχει από τις προπονήσεις, γυρνάει στο Παρίσι και γυμνάζεται μόνος του περιμένοντας να γίνει το δικό του. Οι κατάρες των μαρσεγιέζων τον συνοδεύουν στην Αγγλία: προλαβαίνει να παίξει τέσσερα ματς πριν συναντήσει στον δρόμο του τον σεσημασμένο Νάιτζελ ντε Γιονγκ. Ουσιαστικά, θα κάνει έναν χρόνο να ξαναπαίξει αλλά, όταν γυρίζει, αποδεικνύει ότι η μπάλα δεν ξεχνιέται. Μερικά μαγικά γκολ μοιάζουν να δικαιώνουν τη Νιουκάστλ που τον αγόρασε όσο ανάρρωνε από το διπλό κάταγμα. Ο προπονητής του, Άλαν Πάρντιου, τον λατρεύει, όπως όλοι μας.

Μέχρι που δεν τον λατρεύει πια. Τσατίλας και ξεροκέφαλος κι ο ίδιος, ανέχεται όλο και λιγότερο τα καπρίτσια του Μπεν Αρφά, τους συνεχείς τραυματισμούς του, το θράσος του. Μετά από ένα 4-0 με τη Μάντσεστρ Γιουνάιτεντ, ο παίκτης υποδεικνύει στον προπονητή να αλλάξει σύστημα παιχνιδιού –φτάνουν πια οι βαθιές σέντρες, κόουτς. Πέφτει σε δυσμένεια, τον στέλνουν πίσω στο Παρίσι και ψάχνουν να τον ξεφορτωθούν. Πάει δανεικός στη Χαλ Σίτι, όπου, φρίξον ήλιε, τον βρίσκουν αργό και ανάξιο για το επίπεδο της ομάδας. Αυτός είναι ο πάτος για τον οποίον μίλησε ο Χατέμ; Όχι ακόμη.

Τέλος του 2014, κι ενώ έχει τσακωθεί και με την οικογένειά του, μένει χωρίς ομάδα. Συμφωνεί με τη Νις. Πρόβλημα: έχει παίξει ένα ξεχασμένο φιλικό με τη φανέλα της Νιουκάστλ πριν πάει στη Χαλ κι απαγορεύεται να παίξει για τρίτη ομάδα σε μια σεζόν. Τα λόγια του προέδρου της επιτροπής που κρίνει την υπόθεση ακούγονται σαδιστικά: «Λέτε πως δικαιολογείται επειδή είναι νέος; 27 ετών; Στην εποχή μου, στον Πόλεμο της Αλγερίας έστελναν στο μέτωπο παλικάρια 17-18 χρονών».

Ο Χατέμ Μπεν Αρφά δεν είναι πια νέος και σκέφτεται ήδη να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο. Ευτυχώς, υπάρχει ο Νίτσε. Κι ο Κλοντ Πυέλ, ο παιδαγωγός προπονητής της Νις, που τον περίμενε έξι μήνες και που τον βοήθησε να γίνει αυτός που είδαμε την προηγούμενη σεζόν, την καλύτερή του μέχρι τώρα: 17 γκολ, 5 ασίστ και αναρίθμητα θύματα.

Ο Μπεν Αρφά είναι από τους πολύ λίγους ποδοσφαιριστές που είναι ειλικρινής στις συνεντεύξεις –πήραμε ήδη δείγμα. Παραδέχεται το προφανές, ότι είναι πολύ εύθραυστος, διαβεβαιώνει ότι είναι πια δυνατός, και κυρίως επαναλαμβάνει, όπως έκανε μικρός, ότι αυτό που ψάχνει στο γήπεδο είναι να δώσει χαρά στην κερκίδα. Όπως ακριβώς και τα είδωλά του –γιατί έχει εκλεκτό γούστο: Κρόιφ, Μαραντόνα, Ρονάλντο, Ροναλντίνιο και, δείγμα της βαθιάς του κουλτούρας, Ομάρ Σίβορι, η Χρυσή Μπάλα του 1961, ο «Μαραντόνα πριν τον Μαραντόνα», ένας βραχύσωμος διάβολος που ντρίπλαρε αλύπητα και με φανερή απόλαυση τους αντιπάλους. Κάθε ομοιότητα τυχαία.

Όπως έχει γράψει ο Νίτσε, «τιμωρούμαστε κυρίως για τις αρετές μας». Ελπίζουμε ότι ο Χατέμ Μπεν Αρφά τιμωρήθηκε ήδη αρκετά.

Όταν ο Μισέλ Πλατινί ξάπλωνε στο χορτάρι

  [2 Σχόλια]

16

Είναι ο μεγάλος απών αυτού του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος αλλά η σκιά του βαραίνει, κατά κάποιον τρόπο, ακόμη περισσότερο, κι όχι μόνο εξαιτίας της φαραωνικής του έμπνευσης για ευρωπαϊκό πρωτάθλημα των 24 ομάδων.

Ο Μισέλ Πλατινί, με τα παραπάνω κιλά που του φόρτωσαν τόσα χρόνια καλοπέρασης και το υπνωτιστικό και άδειο χαμόγελο του επαγγελματία παράγοντα που αποφάσισε να γίνει, μοιάζει εδώ και καιρό με εισοδηματία φούρναρη, με έναν από αυτούς τους δευτερεύοντες χαρακτήρες των γαλλικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα, εκεί όπου παραπέμπει, βέβαια, κι η μυθιστορηματική πτώση του.

Κάποτε, όμως, ήταν ένας λαμπρός ποδοσφαιριστής: αέρινος, ακούρευτος, με τη φανέλα έξω από το σορτσάκι και με ένα χαρακτηριστικό σουλούπι που τον έκανε να μοιάζει σα να παίζει πάντα με κατεβασμένες κάλτσες. Χρυσή Μπάλα και πρώτος σκόρερ της Serie A τρία συνεχόμενα χρόνια (1983, 1984, 1985) κι ένας από τους ελάχιστους που κατάφερε να ανεβάσει, από την ανυποληψία –τον αποκλεισμό από τα τελικά των Μουντιάλ του 70 και του 74 και από τα Ευρωπαϊκά του 68, του 72, του 76– στην κορυφή, το ποδόσφαιρο μιας ολόκληρης χώρας. Για να καταφέρεις κάτι τέτοιο, όπως γνωρίζουμε, δεν αρκεί να είσαι ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς, πρέπει να είσαι ο Γιόχαν Κρόιφ ή ο Πλατινί. Κι όλα αυτά χωρίς να τραγουδήσει ποτέ πριν τη σέντρα τη Μασσαλιώτιδα, «αυτόν τον πολεμικό ύμνο. Αν ήταν ύμνος στη αγάπη θα τον τραγουδούσα»: αχ, αυτοί οι Γάλλοι.

Εκείνος ο Μισέλ Πλατινί, λοιπόν, λείπει πολύ σε όσους αγαπούν το ποδόσφαιρο.

Τον θυμηθήκαμε στις 21 Ιουνίου, επειδή έκλεινε τα 61 του χρόνια, κάπου μακριά από τους προβολείς των γηπέδων, και επειδή έκλειναν τριάντα χρόνια από την πρόκριση της Γαλλίας επί της Βραζιλίας, στα προημιτελικά του Μουντιάλ του Μεξικού. Εκεί, στην Γκουανταλαχάρα, με τη θερμοκρασία στους 45 βαθμούς, άκεφος, με ένα τραυματισμό στην κνήμη να τον βασανίζει, ισοφαρίζει με το λιγότερο καλό του πόδι, το αριστερό: θα είναι το τελευταίο από τα 41 γκολ που θα βάλει με τη Γαλλία. Μετά, στα πέναλτι, θα αστοχήσει φριχτά αλλά λίγη σημασία είχε, αυτός, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους παίκτες που είδαμε πρόσφατα,  ήταν τυχερός, η ομάδα του επιβλήθηκε.

Θα τον θυμηθούμε οπωσδήποτε στις 8 Ιουλίου, επέτειο του αξέχαστου ημιτελικού του Μουντιάλ στη Σεβίλη το 1982, κόντρα στη Γερμανία. Η ωραία μπαλιά του στον Πατρίκ Μπατιστόν, η δολοφονική έξοδος του χασάπη Χάραλντ Σουμάχερ, ο Μισέλ να σκύβει και να παίρνει στα χέρια του τον αναίσθητο και λευκό σαν πανί συμπαίκτη και φίλο του: μια μεταμοντέρνα Αποκαθήλωση που έληξε με Ανάσταση του θύματος –με τρία δόντια λιγότερα, μετατοπισμένο σπόνδυλο και αμνησία– μερικές ώρες μετά. Ο αγώνας έληξε στα πέναλτι και κέρδισε, φυσικά, η Γερμανία: το ποδόσφαιρο είναι μια σπουδή στην αδικία, και δεν θα διαφωνήσει, μάλλον, ούτε ο Χάραλντ Σουμάχερ ούτε ο Ολλανδός διαιτητής που δεν του έδωσε κάρτα, απλώς χαριεντιζόταν μαζί του ενόσω ο Μπατιστόν έβγαινε πάνω στο φορείο.

battiston

Θυμόμαστε, και ποιος ξέρει για πόσα χρόνια ακόμη, το ψαρωτικό ρεκόρ του Πλατινί: εννιά γκολ σε ένα μόνο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα –χρειάστηκαν σχεδόν τέσσερα (19 αγώνες) στον Κριστιάνο Ρονάλντο για να πετύχει οχτώ. Θυμόμαστε και τον τίτλο που χάρισε με αυτά τα γκολ στη Γαλλία το 1984 και την κατεστραμμένη καριέρα του δόλιου Αρκονάδα μετά από τη φοβερή του γκάφα στον τελικό: ένα μέτριο χτύπημα φάουλ από τον Πλατινί, μια μπάλα που γλιστράει μέσα από τα χέρια, ένας τίτλος.

Για μια γενιά Γάλλων –και Ιταλών, αλλά θα επανέλθουμε– φιλάθλων, η παρουσία του Πλατινί στο χόρτο ισοδυναμούσε με τη σιγουριά ότι θα σκοράρει. Συχνά σε κρίσιμους αγώνες, συχνά με φάουλ, αν και όταν έκανε το περίφημο ρεκόρ του πέτυχε σε δυο ματς τη λεγόμενη «σπεσιαλιτέ Πλατινί», το πραγματικό χατ τρικ: γκολ με το δεξί, γκολ με το αριστερό, γκολ με κεφαλιά. Αυτή τη σιγουριά την ένιωθε χωρίς αμφιβολία κι αυτός. Πρώτη εμφάνιση με την Εθνική Ανδρών, σε ένα φιλικό με την Τσεχοσλοβακία, πριν 40 χρόνια. Η Γαλλία είναι πίσω στο σκορ, κερδίζει έμμεσο. Ο πιτσιρικάς Μισέλ λέει στον έμπειρο Ανρί Μισέλ: «Δώσε μου πάσα. Θα το βάλω».

Ο Μισέλ Πλατινί, εγγονός Πιεμοντέζου μετανάστη στη Λοραίνη, θα ξαναγυρίσει στη γη των προγόνων του, την Ιταλία, και θα λατρευτεί κι εκεί. Και από όλα του τα γκολ με τη Γιουβέντους, θυμόμαστε αυτό το κάπως άγνωστο αριστούργημά του. Γιατί, με τον ίδιο τρόπο που το ωραιότερο γκολ ενός μεγάλου συμπατριώτη του ήταν μια πάσα, το ωραιότερο γκολ του Πλατινί  ήταν οφσάιντ.

8 Δεκεμβρίου 1985. Διηπειρωτικό Κύπελλο στο Εθνικό Στάδιο του Τόκυο. Η κάτοχος του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης Γιουβέντους αντιμετωπίζει τους νικητές του Κόπα Λιμπερταδόρες Αρχεντίνος Ζούνιορς του Κλαούντιο Μπόργκι. Η Γιουβέντους κυνηγάει τον πρώτο της τίτλο στη διοργάνωση και θεωρητικά είναι το φαβορί. Προηγούνται οι Αργεντίνοι στο 55΄, ισοφαρίζει με πέναλτι ο Πλατινί. Και στο 69΄, το θαύμα: στοπάρισμα με το στήθος, εναέριο κοντρόλ με το δεξί, άπιαστο βολέ με το αριστερό, γκολ. Πανηγυρισμοί, σερπαντίνες και κόρνες από τις κερκίδες, οι Γιουβεντίνοι ένα κουβάρι γύρω από το αστέρι τους, το ταμπλό δείχνει 2-1.

Και ξαφνικά, η απότομη προσγείωση: αυτό το ποίημα σφυρίζεται οφσάιντ. Ο Πλατινί, δεν μπορεί να το πιστέψει, τραβάει τα μαλλιά του και μοιάζει να καταρρέει στο χορτάρι. Μοιάζει: στην πραγματικότητα ξαπλώνει κάπως ράθυμα, ακουμπάει το κεφάλι του στο χέρι του και, σαν δεκάχρονο παιδάκι, κάνει μούτρα στον διαιτητή, στη μοίρα, στον κόσμο όλον. Μετά ανακάθεται, χειροκροτεί ειρωνικά, παίρνει μερικές ανάσες. Οι Αρχεντίνος θα ξαναπεράσουν μπροστά αλλά, λίγα λεπτά μετά, το μουτρωμένο δεκάρι θα βρει το κουράγιο και τη διαύγεια που χρειάζεται για να κάνει το μακρινό ένα-δυο με τον Μίκαελ Λάουντρουπ που θα ισοφαρίσει. Η Γιουβέντους θα κερδίσει στα πέναλτι –ένα από αυτά θα το χτυπήσει με επιτυχία ο Πλατινί.

Όπως θα έλεγε ένας άλλος ήρωας με ασπρόμαυρη φανέλα, το μυστικό είναι ότι επιτρέπεται να ξαπλώσεις στο χορτάρι  αλλά επιβάλλεται να σηκωθείς -και, ει δυνατόν, να σκοράρεις.

Η Θυμωμένη Ζωή του Πασκάλ Ντυπρά: από τον ΟΗΕ στη σωτηρία της Τουλούζ

  [2 Σχόλια]

871087-toulouse-fc-v-olympique-lyonnais-ligue-1

Το Σάββατο 14 Μαΐου, ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς αποχαιρετούσε το γαλλικό πρωτάθλημα, με δυο γκολ και με τα παιδιά του να μπαίνουν στο γήπεδο πριν τελειώσει το ματς. Όλα αυτά μέσα σε γενική αδιαφορία, καθώς το γαλλικό κοινό είχε τα μάτια καρφωμένα στο γήπεδο της Ανζέ, όπου ο άγνωστος νεαρός Γιαν Μποντιζέρ της Τουλούζ έκλαιγε με λυγμούς μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες –και δεν ήταν δάκρυα λύπης! Ο Γιαν, δέκα λεπτά πριν το τέλος του τελευταίου ματς της σεζόν, έβαλε το πρώτο του γκολ στη Λιγκ 1, έκανε το 2-3 και έσωσε την ομάδα του από τον υποβιβασμό. Είχε μπει αλλαγή στο 65΄, όταν το σκορ ήταν 2-1 για την Ανζέ, μετά από μια τρομερή έμπνευση του προπονητή του: «Δεν ξέρω γιατί, αλλά σκέφτομαι τον Γιαν και το αριστερό του πόδι, μου έχει κολλήσει αυτή η ιδέα».

Ο Μποντιζέρ θα μπει, λοιπόν, και θα σκοράρει με το αριστερό. Περισσότερο όμως από αυτόν, είναι ο προπονητής, ο Πασκάλ Ντυπρά που θα γίνει ο ήρωας του τέλους της σεζόν. Κι αυτή η ομιλία του στους παίκτες, πριν το ματς, δεν είναι ο μοναδικός λόγος.

Εν ολίγοις τους θυμίζει, και με ποιον τρόπο, με τι ένταση, ότι εκείνος, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την Τουλούζ, δέκα αγωνιστικές πριν το τέλος, πρακτικά καταδικασμένη, δέκα βαθμούς πίσω από την πρώτη ομάδα που σωζόταν, δεν έπαψε να λέει ότι θα σωθούν, κι αυτό σε μια πόλη όπου οι φίλαθλοι περιφρονούν το ποδόσφαιρο γιατί αγαπούν το ράγκμπι: «Δεν είναι αύριο, δεν ήταν χτες, τώρα είναι η στιγμή«.  Στο τέλος, τους δείχνει βίντεο, όπου οι γονείς, τα αδέρφια, τα παιδιά τους, τους λένε πως πιστεύουν σε αυτούς και τους ζητούν να κερδίσουν.

Δακρύζουν κι οι πέτρες. Τυχαίο; Όχι. Ο Πασκάλ δεν είναι καμιά πρωτάρα. Μερικά χρόνια πριν, πριόνισε κρυφά τα πόδια μιας καρέκλας πριν από μια παρόμοια ομιλία στους παίκτες του. Την κρίσιμη στιγμή την χτύπησε στο τραπέζι, εκείνη έσπασε, οι παίκτες εντυπωσιάστηκαν με την πώρωση του κόουτς και μάσησαν κι αυτοί σίδερα. Φέτος, έδειχνε στους παίκτες της Τουλούζ κάθε φορά τη σκυταλοδρομία γυναικών 4Χ400 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2014, με την τελευταία Γαλλίδα να ξεκινάει τέταρτη, καμιά τριανταριά μέτρα πίσω από την τρίτη, και τελικά να κερδίζει: πραγματικά, το πίστευε από την αρχή ότι θα σωθούν.

Ο Πασκάλ Ντυπρά χρειάστηκε, λοιπόν, μόλις δυόμισι μήνες (και μια λιποθυμική κρίση που τον έστειλε στο νοσοκομείο την πρώτη εβδομάδα που ανέλαβε) για να σώσει την Τουλούζ και να αγαπηθεί από τους Γάλλους φιλάθλους, για τους οποίους, μέχρι αυτήν την άνοιξη, υπήρξε ένας από τους πιο αντιπαθητικούς ποδοσφαιρικούς παράγοντες. Οι λόγοι, οι ίδιοι που τον έκαναν τώρα είδωλο: οι ατάκες του. Περιφέρεται εδώ και πολλά χρόνια με αυτό το αγέλαστο πρόσωπο, το σκοτεινό μάτι, μονίμως τσατισμένος και ιδιαίτερα παραγωγικός στις συνεντεύξεις τύπου:

  • «Tους είπα να κουνήσουν τον κώλο τους. Μια φράση που μπορούν να την καταλάβουν όλοι, αγγλόφωνοι ή νοτιοαμερικάνοι. Φρόντισα βέβαια να μεταφραστεί».
  • «Είμαι χαρούμενος γιατί οι άπιστοι το βούλωσαν. Κι ελπίζω να το βουλώσουν πολλές φορές ακόμη. Και να συνεχίσουν να το βουλώνουν μέχρι το τέλος της σεζόν. Και μετά, να το βουλώσουν μέχρι το τέλος της επόμενης σεζόν».
  • «Απόψε νιώθω σα να έφαγα ένα γερό χέρι ξύλο (μετά από ένα 6-2 απο τη Ρεν). Εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει ιδιαίτερα. Υπάρχουν άνθρωποι που γουστάρουν να τρώνε ξύλο, και ξέρω και κλαμπ ειδικά για τέτοια γούστα, δεν συχνάζω όμως σ΄αυτά».
  • «Όλοι λένε ότι το επίπεδο της Λιγκ 1 είναι χάλια: εγώ όμως είδα γεμάτο γήπεδο, πέντε γκολ, αγωνία. Στην Αγγλία, έχω δει πολύ βαρετούς αγώνες όπου έπαιζαν γαλαξίες αστεριών. Οπότε, ή θα βλέπουμε την Πρέμιερ Λιγκ με κολλημένα βλέφαρα, και, σε αυτήν την περίπτωση, καλό είναι να αγοράσουμε όλοι έναν σκύλο-οδηγό για τυφλούς, ή θα πούμε και έναν καλό λόγο για το γαλλικό πρωτάθλημα».
  • «Παίξαμε μόνο τριάντα λεπτά, είναι βαρύ επαγγελματικό λάθος. Θα πω στον αρχηγό και στους παίκτες να δώσουμε πίσω τα λεφτά των δυο τρίτων του εισιτηρίου στους 10.521 θεατές».

Οι ατάκες του είναι τόσο διάσημες που το επίσημο σάιτ της Τουλούζ δημιούργησε μια εφαρμογή που προτείνει στους φίλους του Πασκάλ να χρησιμοποιήσουν ως ήχο κλήσης στο κινητό τους μερικές από αυτές. Για παράδειγμα, μια που λέει «Ο φίλαθλος της Τουλούζ μπορεί να κάτσει δει το Κλάσικο αν θέλει, το μόνο που του εύχομαι είναι να του κοπεί το ρεύμα» ή «Η ομάδα έτρωγε γκολ με το φτυάρι, σε σημείο που τα σορτσάκια μας είχαν τρυπήσει».

pascal

Πρόπερσι, μετά από ένα ματς με τη Ρανς, την ομάδα που φέτος έπεσε ακριβώς τη στιγμή που ο Μποντιζέρ έκανε το 2-3, τον ρώτησαν για τα όσα, ελαφρώς πατερναλιστικά, είχε πει ο αντίπαλος προπονητής. «Κοιτάξτε, αν έρθει ο Μουρίνιο να μου δώσει συμβουλές, ειλικρινά θα τις ακούσω. Τώρα, να ακούω τον καθένα που έχει την άνεση να κριτικάρει τις άλλες ομάδες, δυσκολεύομαι λίγο». Η μυθική συνέχεια είναι ότι ο Μουρίνιο του έδωσε τις συμβουλές που ζήτησε, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2013: «Αυτό που έχει σημασία είναι να κρατήσει τον χαρακτήρα του και να συνεχίσει να πιστεύει στον εαυτό του. Να ακούς τις κριτικές αλλά να μην επηρεάζεσαι απο αυτές. Αν πιστεύεις ότι κάνεις το σωστό, μπορείς να ακούς και τους άλλους, μερικές φορές έχουν δίκιο. Αν καταντήσει κουραστικό, αν ξεπεράσουν τα όρια, κάνε αυτό που έκανα στη Μαδρίτη: έξω οι δημοσιογράφοι, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, για τρία χρόνια. Και μετά, ζήσε τη ζωή σου όπως νομίζεις».

Ο Πασκάλ Ντιπρά, προφανώς, την έζησε. Πριν γίνει επαγγελματίας προπονητής, υπήρξε για είκοσι χρόνια υπάλληλος στον ΟΗΕ, στην Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες. Εντυπωσιακό, κι ίσως εντυπωσιακότερο το πώς βρέθηκε εκεί. Γεννήθηκε δίπλα στα γαλλοελβετικά σύνορα, στη γαλλική πόλη Ανμάς, λίγα χιλιόμετρα από τη Γενεύη. Όταν κρέμασε τα παπούτσια του, μετά από μια τίμια καριέρα επιθετικού σε μικρομεσαίες ομάδες, η ερασιτεχνική τότε ομάδα του Γκαγιάρ, ενός προαστίου της Ανμάς, του ζήτησε να έρθει να την ενισχύσει. Αντάλλαγμα: ο διορισμός του στον ΟΗΕ (!) –την ίδια δουλειά έκαναν οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Ο Πασκάλ ζήτησε να διοριστεί κι η τότε σύζυγός του –κι όποιος ξαναπεί για τα ελληνικά ρουσφέτια, να σκεφτεί ότι, κάπου, είμαστε λίγο η Ελβετία του Νότου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες συνέχισε και ως προπονητής. Κατάφερε να την ανεβάσει μέχρι την Λιγκ 1. Πριν απ΄αυτό, πρωτοστάτησε στην ανάπτυξή της, τη συγχώνευσή της με γειτονικά σωματεία –σήμερα ονομάζεται Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ–, την προσέλκυση επενδυτών. Το 2007, όταν ο σπουδαιότερος απ΄αυτούς, η γαλακτοβιομηχανία Danone, απαίτησε την εξυγίανση των οικονομικών για να προχωρήσει στην εξαγορά, ο ίδιος του ο πατέρας, ο Τζο Ντυπρά, έβαλε από την τσέπη του 300.00 ευρώ. Αυτά τα λεφτά δεν τα πήρε πίσω ποτέ η οικογένεια Ντυπρά. Αντίθετα, από πρόπερσι, ο Πασκάλ βρέθηκε πολλές φορές σε σύγκρουση με τη διοίκηση, μέχρι που πέρσι, μετά τον υποβιβασμό της Εβιάν, απολύθηκε. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα δικαστήρια με την κατηγορία της πλαστογραφίας –οι διοικούντες προσπαθούν έτσι να αποφύγουν την αποζημίωση που του χρωστούν. Όπως είπε ο ίδιος: «Στο ποδόσφαιρο καίμε εύκολα ό,τι αγαπήσαμε. Και πιο εύκολα από όλα,  τους προπονητές«.

pascal2

Με την Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ, την ομάδα της καρδιάς του, ο Πασκάλ Ντυπρά είχε γνωρίσει στιγμές δόξας: απέκλεισε την Παρί Σε Ζερμέν του Κάρλο Αντσελότι στο Κύπελλο –στη συνέχεια θα φτάσει στον τελικό– και, την επόμενη χρονιά, θα νικήσει την ίδια ομάδα στο πρωτάθλημα 2-0. «Ναι, φοβήθηκα πολύ την Παρί. Γι΄αυτό εξάλλου και φοράω καφέ εσώρουχο». Κυρίως όμως, θα καταφέρει να σωθεί το 2014, και πάλι την τελευταία αγωνιστική, νικώντας εκτός έδρας την άμεση αντίπαλο Σοσό, την οποία προπονούσε ο αγαπημένος των δημοσιογράφων, κοντοχωριανός και άσπονδός του φίλος, ο φωτογενής Ερβέ Ρενάρ, ή «Ηθοποιός», για τον Πασκάλ. Ο Ρενάρ είναι πιο συγκαταβατικός με τον συνάδελφό του: «Έχει στην τσέπη του ένα περίστροφο, και με το παραμικρό πυροβολεί. Δεν τον παρεξηγώ».

Έκτοτε, οι σχέσεις των δυο προπονητών έχουν σαφώς καλυτερέψει. Εμείς εδώ στο Σομπρέρο, όμως, ένα πράγμα δεν μπορούμε να συγχωρέσουμε στον Πασκάλ Ντυπρά. Πέρσι, όταν η Μαρσέιγ έχασε από τη Λοριάν, δυσκολεύοντας τη σωτηρία της Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ, τα έβαλε με αυτόν που δεν έπρεπε: «Αλλιώς τα είχαμε υπολογίσει, αλλά ο κύριος Μπιέλσα αποφάσισε να το ρίξει στην τρελή και να εφαρμόσει ένα εξωγήινο σύστημα». Ο προπονητής της Μαρσέιγ, πιστός στον εαυτό του όσο κι ο Ντυπρά στον δικό του, τού απάντησε πολύ σοβαρά, με ένα κανονικό, εμπεριστατωμένο και λεπτομερές μάθημα τακτικής. Ο Πασκάλ Ντυπρά μπορεί έτσι να περηφανεύεται ότι δυο από τους μεγαλύτερους προπονητές του κόσμου τού έδωσαν τις σχεδόν πατρικές συμβουλές τους, βοηθώντας τον, ενδεχομένως, να γίνει αυτό που είναι σήμερα, ο πιο ευτυχισμένος Γάλλος προπονητής.

Κατσίκια στο Λιμάνι της Αγωνίας

  [7 Σχόλια]

330A9D8A00000578-3533026-image-a-39_1460326635811

Την Τρίτη που μας πέρασε, μια μέρα πριν τον ημιτελικό του Κυπέλλου Γαλλίας απέναντι στη Σοσό –ομάδα που σέρνεται στα βάθη του βαθμολογικού πίνακα της Β΄εθνικής, «επιτέλους ένας αντίπαλος στα μέτρα της» λένε οι πολύ κακές γλώσσες– η διοίκηση της Ολυμπίκ Μαρσέιγ ανακοίνωσε την απόλυση του προπονητή της, του γνωστού μας Μίτσελ, «εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατά τις τελευταίες εβδομάδες». Η Μαρσέιγ, η πιο ελληνική από τις γαλλικές ομάδες –πρόεδροι που πάνε φυλακή, οικονομικά σκάνδαλα, δωροδοκίες, διοικήσεις με χόμπι τις αλλαγές προπονητών, ψυχοδράματα στα αποδυτήρια και στην κερκίδα– δίνει, η αλήθεια είναι, ένα κάπως νοσηρό ενδιαφέρον στο γαλλικό πρωτάθλημα αλλά το κόστος είναι βαρύ για τους φίλους της. Πάμε μερικούς μήνες πίσω.

«Ειλικρινά, πιστεύετε ότι μπορεί να μας ενδιαφέρουν παίκτες της Λέστερ ή της USM Αλγερίου; Σας πληροφορώ ότι στις μεταγραφές μας κινούμαστε με επαγγελματισμό και με στόχο την ποιότητα, οπότε τέτοιοι παίκτες έχουν μηδενικές πιθανότητες να έρθουν στην ομάδα μας. Δεν ανέχομαι να με θεωρούν ηλίθιο». Το οργισμένο μέιλ στάλθηκε πέρσι τον χειμώνα σε έναν μάνατζερ. Το υπογράφει ο πρόεδρος της Μαρσέιγ, Βενσάν Λαμπρύν. Οι «παίκτες της Λέστερ» που δεν τον ενδιαφέρουν είναι στην πραγματικότητα ένας, ο Ριάντ Μαρέζ. Ο άλλος παίκτης που αναφέρεται, αυτός που παίζει στο Αλγέρι, είναι ο Ζινεντίν Φερχάτ, ο λεγόμενος και «Αλγερινός Κριστιάνο» (βάζει τζελ στα μαλλιά του), ο οποίος έχει πολλές ελπίδες να καταπλήξει κι αυτός σύντομα τον κόσμο του ποδοσφαίρου, αν αναλογιστούμε τη μεταγραφική πολιτική της ομάδας που τον περιφρονεί. Η ίδια ομάδα, που, όπως θρυλείται, έχει απορρίψει στο παρελθόν τις μεταγραφές του Μαραντόνα (1991), του Ντέγιαν Σαβίτσεβιτς (1992), του Ζινεντίν Ζιντάν (1993) και του Νταβίντ Τρεζεγκέ (2010).

8b228

Μίτσελ-Λαμπρύν, εγγύηση επιτυχίας

Την ίδια εποχή που ο Βενσάν Λαμπρύν έστελνε το παραπάνω μέιλ, σχεδίαζε τις κινήσεις του εν όψει της μεταγραφικής περιόδου του καλοκαιριού του 2015: να πουλήσει όποιον παίκτη μπορεί (μεταξύ των οποίων τον Ντιμιτρί Παγιέτ και τον Ζανελί Ιμπουλά) και να αντικαταστήσει με όσο δυνατόν χειρότερο τρόπο όσους έμειναν ελεύθεροι, ειδικά τους κορυφαίους Αντρέ Αγιού και Αντρέ-Πιερ Ζινιάκ. Στη θέση του τελευταίου, που έχει εξελιχθεί σε απόλυτο είδωλο της Τίγκρες του Μοντερέι (καλύτερος παίκτης της μεξικάνικης Λίγκας πέρσι, πρώτος σκόρερ αυτή τη στιγμή), δεν ήρθε κανένας, κι η Μαρσέιγ διαθέτει ουσιαστικά έναν μόνο εννιάρι, τον Βέλγο Μισύ Μπατσουαγί, κι αυτό παρότι αποχτήθηκαν, κυρίως ως δανεικοί, δεκαπέντε καινούργιοι παίκτες. Κάπου στην άκρη του μυαλού του, ο Βενσάν Λαμπρύν ετοιμάζει και το κόλπο γκρόσο: να φέρει στη Μασσαλία τον Αμπού Ντιαμπί, έναν από τους πιο ταλαντούχους Γάλλους παίκτες των τελευταίων ετών, ο οποίος, όμως, λόγω του εύθραυστου κορμιού του, είχε ουσιαστικά να παίξει μπάλα πάνω από δυο χρόνια. Σύμφωνα με τη Daily Mail, ο βασανισμένος Ντιαμπί, όσο ήταν στην Άρσεναλ, δηλαδή από τον 2006 ώς το 2015, τραυματίστηκε σαράντα δυο φορές κι έλειψε συνολικά 222 εβδομάδες. Είχε δυο συμμετοχές σε επίσημα ματς τις δυο τελευταίες σεζόν, ενώ φέτος στη Μαρσέιγ μετράει μιάμιση συμμετοχή και ήδη έναν τραυματισμό (περαστικά).

Μόνη αποτυχία σε αυτήν την καλοκαιρινή επιχείρηση καταστροφής, ο ερχομός του Λασανά Ντιαρά, που μοιάζει αναστημένος μέσα σε αυτό τον σωρό ερειπίων, κι η παραμονή του Νικολά Ν΄Κουλού και κυρίως του Στεβ Μανταντά. Ο ηρωικός διεθνής τερματοφύλακας κάθε σαββατοκύριακο προσπαθεί να σώσει ό,τι μπορεί, παίζοντας συχνά σχεδόν χωρίς άμυνα, κι είναι κι ο μόνος, μαζί με τον Ντιαρά, που γλιτώνει την οργή των οπαδών. Κι αυτό, φανταζόμαστε, μέχρι να φύγει κι αυτός ελεύθερος το καλοκαίρι.

Τα αποτελέσματα της μεταγραφικής πολιτικής και γενικά της διαχείρισης της ομάδας απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η Μαρσέιγ, η μοναδική γαλλική ομάδα που έχει κερδίσει Τσάμπιονς Λιγκ, είναι  15η στη βαθμολογία, κι αν προσπαθήσει λίγο ακόμη προλαβαίνει ακόμη και να υποβιβαστεί. Στο πρωτάθλημα, έχει να κερδίσει στο γήπεδό της πάνω από εφτά μήνες, συγκεκριμένα από τις 13 Σεπτεμβρίου όταν κέρδισε την Μπαστιά. Από τις 14 Φεβρουαρίου έχει καταφέρει να νικήσει μόνο δυο ομάδες, κι αυτές στο Κύπελλο, τα μεγαθήρια Γκρανβίλ και Τρελισάκ, ομάδες ερασιτεχνικών κατηγοριών. Στις 18 Μαρτίου, οι οπαδοί αποφασίζουν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους απέχοντας τα πρώτα δεκαπέντε λεπτά του εντός έδρας αγώνα με τη Ρεν. Ούτε μιλημένοι να ήταν: όταν μπαίνουν στο γήπεδο στο 15΄ το σκορ  είναι 0-3 για τη Ρεν. Θα λήξει 2-5.

Στο επόμενο εντός έδρας ματς, με την Μπορντό, οι κερκίδες αντηχούν από το μουσικό θέμα της σειράς Μπένι Χιλ ενώ, εκτός από τα κλασικά πανό εναντίον της διοίκησης, την παράσταση κλέβουν οι χάρτινες κατσίκες με τη φανέλα της Μαρσέιγ: κατσίκα στη γαλλική ποδοσφαιρική αργκό σημαίνει τον παίκτη περιορισμένων ικανοτήτων και ήδη στα αθλητικά σάιτ εμφανίστηκαν συνεντεύξεις κτηνοτρόφων οι οποίοι εκφράζουν την λύπη τους που το συμπαθές ζώο, εργατικό και αξιόπιστο, συγκρίνεται τόσο άδικα με τους ακριβοπληρωμένους κι ανίκανους ποδοσφαιριστές.

Αμέσως μετά, η ιδιοκτήτρια, η Μαργαρίτα, χήρα του μακαρίτη μεγιστάνα ιδιοκτήτη Ρομπέρ Λουίς-Ντρεϊφύς, ανακοινώνει ότι η Μαρσέιγ πωλείται, πράγμα το οποίο ήταν ήδη φανερό. Το θέμα είναι ποιος θα θελήσει να τη φορτωθεί και τι θα την κάνει.

Η εκφρασμένη φιλοδοξία να γίνει η Ντόρτμουντ της Γαλλίας –νεανική ομάδα, κορυφαίος προπονητής, ωραίο ποδόσφαιρο, μεταπωλήσεις παικτών που να αποφέρουν κέρδος– σκορπά γέλιο (ή θλίψη) αφότου έφυγε ο Μαρσέλο Μπιέλσα. Γιατί το δράμα κορυφώθηκε τότε, τον Αύγουστο του 2015, στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε την πρώτη αγωνιστική – και την πρώτη εντός έδρα ήττα. Ο Λόκο, ο προπονητής που οδήγησε την ομάδα σε μια εκπληκτική πορεία στο πρώτο μισό της προηγούμενης σεζόν, ανακοίνωσε ότι παραιτείται, προκαλώντας εύλογο σοκ και βυθίζοντας τους περισσότερους οπαδούς στην απελπισία: ο Μπιέλσα ήταν η μόνη τους ελπίδα. Το « Bielsa no se va (=Μπιέλσα, μη φεύγεις)» δονούσε τις κερκίδες,  ενώ το πρόσωπό του εμφανίζεται ακόμη και τώρα σε πανό, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Λαμπρύν.

1767412-37346367-2560-1440

Ο λόγος που προέβαλε ο Λόκο ήταν η «οικονομική διαφωνία στην ανανέωση του συμβολαίου», αλλά οι πραγματικές αιτίες της παραίτησης γνωστές σε όλους: πλήρης δυσαρμονία με τη διοίκηση, η οποία, όπως αποδείχτηκε, έψαχνε για αντικαταστάτη πριν καν τελειώσει η προγούμενη σεζόν. Ο αντικαταστάτης ήταν λοιπόν ο Μίτσελ, ο τέλειος αντι-Μπιέλσα –ναι, για ορισμένους αυτό θεωρήθηκε θετικό: δυνατός στις δημόσιες σχέσεις, όμορφος, καλοντυμένος, και πρόθυμος να μην αναλάβει καμία ευθύνη για όσα γίνονται. Ειδικότητά του να τα βάζει με τους παίκτες του μετά από κάθε άσχημο αποτέλεσμα, δηλαδή συχνά. Πρόσφατα απάντησε στις φήμες σχετικά με την έλευση του Χόρχε Σαμπάολι καγχάζοντας: «Πιστεύετε σοβαρά πως θέλει να έρθει να προπονήσει αυτούς τους παίκτες;«.

Η ομάδα του Μπιέλσα είχε τελειώσει το 2014 στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα, παίζοντας επιπλέον λαμπρό ποδόσφαιρο, πριν καταρρεύσει στο δεύτερο μισό του πρωταθλήματος και χάσει ακόμη και την τρίτη θέση που θα οδηγούσε στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Αργεντινός όμως, αντίθετα από τον Μίτσελ, δικαίως λατρεύτηκε γιατί άφησε πίσω αναμφισβήτητο έργο: τη μεταμόρφωση παικτών όπως ο Ζινιάκ κι ο Αγιού, αλλά και του Παγιέτ, του Τοβέν και του Ιμπουλά που μοσχοπουλήθηκαν, ένα επιθετικό στιλ παιχνιδιού, ευχάριστο ακόμη κι όταν δεν ήταν αποτελεσματικό, δουλειά σε βάθος που ξεκινούσε από τις ακαδημίες των νέων, τις οποίες ο ίδιος επίβλεπε, και εβδομαδιαία δωρεάν μαθήματα ποδοσφαίρου για πολύ προχωρημένους στις απολαυστικές συνεντεύξεις του. Κυρίως, στάθηκε όπως το συνηθίζει, δηλαδή ανυποχώρητος, απέναντι στις θελήσεις της διοίκησης και του επενδυτικού κεφαλαίου Doyen Sport που έβαλε πόδι στην ιδιοκτησία πέρσι –ο  Μίτσελ και πολλά από τα κατσίκια της Μαρσέιγ υπήρξαν επιλογές της Doyen Sport. Ο Μπιέλσα υπήρξε πάντα ορκισμένος εχθρός των επενδυτικών κεφαλαίων, που αντιμετωπίζουν τις ομάδες ως συνηθισμένες επιχειρήσεις τις οποίες «εξυγιαίνουν» πριν τις πουλήσουν αποκομίζοντας κέρδος. Τρανταχτό παράδειγμα της ανυποχώρητης στάσης του είναι αυτό του Βραζιλιάνου αμυντικού Ντόρια: δεν τον ήθελε, του επιβλήθηκε από τη διοίκηση και δεν τον έβαλε να παίξει ούτε ένα λεπτό –η μετέπειτα εξέλιξή του ποδοσφαιριστή (παίζει αραιά και πού στη Γρενάδα όπου έχει πάει δανεικός) μοιάζει να δικαιώνει τον Αργεντινό.

Όπως μοιάζουν να τον δικαιώνουν κι όλα όσα συμβαίνουν στο μεγάλο λιμάνι. Κάπου ακούστηκε, κάπου γράφτηκε, ότι θα μπορούσε να ξαναγυρίσει το καλοκαίρι, ειδικά αν απομακρυνθεί ο σατανικός Λαμπρύν. Η εφημερίδα Εκίπ είχε την Τρίτη πρώτο θέμα την πιθανή αντικατάστασή του προέδρου από τον Ξαβιέ Τζοκαντί, που είναι ο σύντροφος της διευθύντριας του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ –ο εναγκαλισμός του παγκόσμιου καπιταλισμού με το ποδόσφαιρο είναι μάλλον αναπόφευκτος. Υπάρχει μια γαλλική παροιμία «η ελπίδα δίνει ζωή»: ζωή σε λόγου μας και καλή δύναμη στον υπηρεσιακό προπονητή Φρανκ Πασί και στον συνεργάτη του, τον θρυλικό Μπαζίλ Μπολί.

Η «προδοσία» του Ραδαμέλ Ενρίκε Γκαρσία

  [3 Σχόλια]

O Ραδαμέλ Φαλκάο είναι Κολομβιανός διεθνής ποδοσφαιριστής (τι σας λέω τώρα). Αγωνίζεται στην Τσέλσι (δανεικός απ’ τη Μονακό) απ’ την αρχή της φετινής σεζόν και λογικά το Γενάρη θα αναχωρήσει γι’ άλλες πολιτείες (λυτρωτικές), που λέει και το γνωστό άσμα της Βιτάλη. Δυστυχώς δεν έχει πείσει κανένα και συνεχίζει να είναι σκιά του καλού εαυτού του μετά το σοβαρό τραυματισμό που είχε, στο γόνατο, ως παίκτης των Μονεγάσκων. Ο Κολομβιανός δεν θυμίζει σε τίποτα το σέντερ φορ «φονιά» που θαυμάσαμε για τέσσερα χρόνια στα Ευρωπαϊκά γήπεδα, τόσο με τη φανέλα της Πόρτο όσο και με αυτή της Ατλέτικο, όταν θεωρούνταν – καθόλου άδικα – από μεγάλη μερίδα ποδοσφαιρόφιλων ως ο «καλύτερος επιθετικός του πλανήτη». Υπήρξα και εγώ μεγάλος θαυμαστής του Φαλκάο. Δεν το κρύβω και το δηλώνω τώρα που το παλικάρι περνά δύσκολες ώρες. Για άλλο θέμα, όμως, γράφω σήμερα και όχι για την αγωνιστική του κατάσταση. Απλά, μου αρέσει να σας βασανίζω με μεγάλους προλόγους. Γνωστό αυτό για όσους μπαίνουν στον κόπο και διαβάζουν όλα τα κείμενά μου (ευχαριστώ).

376297-radamel-falcao-coltrain-700

Το 2013 όταν ο Φαλκάο έπαιρνε μεταγραφή για το Πριγκηπάτο και το Λουί Ντε για να αγωνίζεται μπροστά σε 3.000 ανθρώπους που έχουν τόση σχέση με το ποδόσφαιρο όση έχω εγώ με το Αμερικάνικο Φούτμπολ, σάλος είχε ξεσπάσει με την ηλικία του. Ο Κολομβιανός δήλωνε 26 ετών με πολλές Γαλλικές εφημερίδες να γράφουν κατηγορηματικά πως ο παίκτης κρύβει χρόνια σαν Ελληνίδα τραγουδίστρια που ακούει στο προσωνύμιο «η Απόλυτη». Ποιος είδε το Ραδαμέλ και δε τον φοβήθηκε εκείνη την περίοδο. «Είμαι γεννημένος το 1986 και όχι το 1984» φώναζε όπου έβρισκε μικρόφωνο, κάμερα, μαγνητοφωνάκι και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο ο Κολομβιανός. Τίναζε το μαλλί και έδειχνε πραγματικά ενοχλημένος. Ο «πόλεμος» τελικά σταμάτησε απ’ τον Γαλλικό Τύπο και όλοι συνέχισαν στην καθημερινότητά τους. Δεν ήταν άλλωστε και τόσο σοβαρό το θέμα. Τι 30, τι 40, τι 50; O Φαλκάο παραήταν καλός παίκτης για να συνεχιστεί όλο αυτό και έδινε περισσή λάμψη στο – όχι και τόσο λαμπερό – Γαλλικό πρωτάθλημα της Λιγκ 1. «Ας τον αφήσουμε να συνεχίσει τη δουλειά του» σκέφτηκαν οι δημοσιογράφοι (και τα λοιπά τρολς), με τον παίκτη να γυρίζει το ένα διαφημιστικό μετά το άλλο (τι; δεν ήταν αυτή η δουλειά του;).

James RODRIGUEZ Father & Radamel Enrique GARCIA - Panini Figutita Deportivo Tolima 1987

Εδώ έρχεται ο πατέρας του Φαλκάο που, άθελά του, δεν δικαίωσε το γιο του στη μάχη με το χρόνο. Ο Ραδαμέλ Ενρίκε Γκαρσία υπήρξε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και είχε μάλιστα την τύχη να έχει υπάρξει συμπαίκτης του Χάμες Ροντρίγκεζ. Όχι του παίκτη της Ρεάλ και της Μονακό αλλά εκείνου της Ντεπόρτες Τολίμα. Οι δύο Κολοβιανοί υπήρξαν συμπαίκτες – σχεδόν – 25 χρόνια πριν το κάνουν στη Μονακό και την Εθνική Κολομβίας οι διάσημοι γιοί τους. Για την ακρίβεια, τη σεζόν 1987-1988. Την επομένη οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο πατέρας του Χάμες υπέγραψε με την Ντεπορτίβο Κάλι και ο πατέρας του Φαλκάο με την Μπουκαραμάνγκα. Ο Ραδαμέλ Ενρίκε Γκαρσία συνήθιζε πριν τους αγώνες να παίρνει το μικρούλη γιο του (ναι το Ραδαμέλ Φαλκάο) μαζί του στο γήπεδο και μάλιστα να τον έχει δίπλα του στην ομαδική φωτογραφία. Και εδώ θα λυθεί και το μυστήριο της ηλικίας του Φαλκάο.

James RODRIGUEZ Father & Radamel Enrique GARCIA - Deportivo Tolima 1987

Στην παραπάνω φωτογραφία βλέπουμε τους δύο γονείς δίπλα-δίπλα. Είναι αυτοί με το χρώμα στις φανέλες τους, με τη φωτογραφία να έχει τραβηχτεί το 1988. Το παιδάκι δεξιά είναι ο Ραδαμέλ Φαλκάο που – σύμφωνα με τα λεγόμενά του – εδώ είναι δύο ετών. Εδώ γελάμε. Το χαριτωμένο παιδάκι της φωτογραφίας είναι – τουλάχιστον – τεσσάρων (ίσως και παραπάνω) κάτι που δεν δικαιώνει τον Κολομβιανό σούπερ σταρ στην άτυπη μάχη με το χρόνο. Σύμφωνα με έγγραφο του σχολείου του Φαλκάο, ο παίκτης έχει γεννηθεί στις 10/2/1984 και όχι στις 10/2/1986 με τη φωτογραφία να δικαιώνει το σχολικό έγγραφο. Δεν γνωρίζω τι έχει συμβεί με το συγκεκριμένο θέμα και αν έχει δικαιωθεί ο Φαλκάο ή όχι (και δεν με ενδιαφέρει κιόλας) αλλά δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο που κάποιος ποδοσφαιριστής μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Δυστυχώς ή ευτυχώς ο χρόνος περνάει από πάνω μας και αυτό φαίνεται – ασχέτως – τι γράφει η ταυτότητά μας. Τι 20, τι 30, τι 40; Αν μπορείς να παίξεις, θα παίξεις. Αν μπορείς να δείχνεις νέος, θα δείχνεις. Αν το λέει η καρδιά σου, θα το λέει.

Ερβέ Ρενάρ: Πέρα από την Αφρική

  [6 Σχόλια]

Herve-Renard

Στους πράσινους λόφους γύρω από τις Κάννες, εκεί που έχουν τις πολυτελείς βίλες τους οι Ρώσοι μεγιστάνες, εκεί που μένουν οι σταρ του σινεμά και οι δισεκατομμυριούχοι φίλοι τους όταν θέλουν να αποφύγουν την πλέμπα του φεστιβάλ κινηματογράφου, ακόμη και οι καθαρίστριες οφείλουν να είναι όμορφες σαν μοντέλα. Ακόμη κι αν είναι άντρες. Ο Ερβέ Ρενάρ έκανε μερικά χρόνια αυτήν τη δουλειά για να ζήσει τη οικογένειά του, μετά από μια φτωχή καριέρα ποδοσφαιριστή–κορυφαία στιγμή της οποίας ήταν ότι υπήρξε για ένα χρόνο συμπαίκτης του δεκαπεντάχρονου Ζινεντίν Ζιντάν στην U-19 ομάδα των Καννών– και πριν ξεκινήσει μια εντυπωσιακή καριέρα προπονητή-περιηγητή.

Ο Ερβέ Ρενάρ μάλλον περνάει αρκετό χρόνο στα σολάριουμ, έχει ύποπτα ξανθά μαλλιά, ξέρει σίγουρα πως μοιάζει με τον Τζέιμι Λάνιστερ, είναι πιο φιτ από τους περισσότερους ποδοσφαιριστές που προπονεί –και δεν το κρύβει–  και τα εφαρμοστά πουκάμισά του είναι τόσο άσπρα ώστε θέλουμε να τον ρωτήσουμε τι απορυπαντικό χρησιμοποιεί ( σπόιλερ: το Μπουμ). Πολλά από αυτά τα στοιχεία, συν ο ευέξαπτος χαρακτήρας του, τον κάνουν μερικές φορές αντιπαθητικό, ειδικά στους αντίπαλους προπονητές. Οι παίκτες του όμως τον λατρεύουν και είναι ο μόνος που κατάφερε να κερδίσει δυο Κόπα Άφρικα με δυο διαφορετικές ομάδες. Δεν ξέρουμε να πούμε αν ο άθλος ήταν μεγαλύτερος το 2012, όταν κέρδισε με το αουτσάιντερ Ζάμπια ή το 2015, όταν ήταν προπονητής της αιώνιας παρά λίγο πρωταθλήτριας, της Ακτής του Ελεφαντοστού, τότε που κατάφερε να πείσει τον Γιαγιά Τουρέ να παίζει σχεδόν κεντρικός αμυντικός.

Αφού εγκατέλειψε οριστικά το επάγγελμα του καθαριστή κατοικιών πολυτελείας στον γαλλικό νότο, ο Ερβέ γνώρισε αρκετές όμορφες γωνιές του πλανήτη μας: Κίνα, Βιετνάμ, έκανε ένα πολύ σύντομο πέρασμα από το Κέμπριτζ –όπου, όπως θα φανεί αργότερα, δεν δούλεψε αρκετά τα αγγλικά του– , πέρασε έξι μήνες στο ταμείο ανεργίας, δυο σεζόν στο καθαρτήριο του Χερβούργου, πριν συναντήσει τη μοίρα του στην υποσαχάρια Αφρική. Βοηθός του Κλοντ Ρουά στην Εθνική Γκάνας, όπου διαχειρίστηκε με επιτυχία τα γνωστά ψυχοδράματα που ταλανίζουν αυτή τη δύσμοιρη ομάδα –τα αδέρφια Ασαμόα και Μπαφούρ Τζαν να κλαίνε και να φτιάχνουν τις βαλίτσες τους επειδή δυσαρεστημένοι φίλαθλοι ενόχλησαν τη μάνα τους στην αγορά, τέτοια– και μετά, πρώτο και δύσκολο πέρασμα από τον πάγκο της Εθνικής Ζάμπιας. Καταφέρνει να φτάσει στα προημιτελικά της Κόπα Άφρικα του 2010, αποκλείεται στα πέναλτι από τη Νιγηρία και κλέβει την παράσταση στη συνέντευξη τύπου απαντώντας σε ενοχλητικό δημοσιογράφο: «Είσαι σκατάνθρωπος, είσαι ο μόνος Ζαμπιανός που χαίρεσαι σήμερα, θα σε περιμένω έξω, έλα αν έχεις αρχίδια, σε περιμένω». Εντυπωσιακή έξοδος, αυλαία.

Ενάμιση χρόνο μετά, και αφού περάσει για λίγο από την Εθνική Αγκόλας και την Αθλητική Ένωση Αλγερίου, επιστρέφει. Κι αυτήν τη φορά, το αποκαλύψαμε πιο πριν, θα είναι η καλή. Ο ίδιος θα πει αργότερα πως ενέπνευσε τους παίκτες του λέγοντάς τους να παίξουν για να τιμήσουν τη μνήμη των 18 συμπαικτών τους που σκοτώθηκαν το 1993, όταν το αεροπλάνο που τους μετέφερε στο Ντακάρ για να αντιμετωπίσουν τη Σενεγάλη έπεσε στον Ατλαντικό. Στην πραγματικότητα, στον τελικό με την Ακτή Ελεφαντοστού χρειάστηκε να βοηθήσουν λιγάκι κι ο Ντιντιέ Νρογκμπά, ο Κόλο Τουρέ και ο Ζερβίνιο. 8-7 στα πέναλτι, με τον Στοπιλά Σουνζού να χτυπάει το νικητήριο για τη Ζάμπια. Εδώ αρχίζει μια συγκινητική ιστορία, καθώς ο Σουνζού θα γίνει στη συνέχεια ο Κόφι Αμπονσά του Ρενάρ και θα τον ακολουθήσει το 2013 στη Σοσό και φέτος στη Λιλ.

Ο Ερβέ θα γίνει ίνδαλμα στη Ζάμπια, θα ξαναπαντρευτεί μάλιστα μια ντόπια καλλονή, θα αποκτήσει ένα κοριτσάκι και θα γυρίσει, μέσα στον χαμό, ακόμη μια διαφήμιση για το απορρυπαντικό Μπουμ: «Οι μανάδες μας πάντα το έλεγαν πως θα γίνουμε πρωταθλητές»

Τον 2013, επιστροφή στη Γαλλία για μια ειδική αποστολή: θα προσπαθήσει να σώσει από μια απελπιστική κατάσταση τη Σοσό και σχεδόν θα τα καταφέρει. Σχεδόν. Παρά τη εντυπωσιακή μεταμόρφωση της ομάδας, η Σοσό θα χάσει τελευταία αγωνιστική από την Εβιάν, θα υποβιβαστεί, και ο Ρενάρ θα γυρίσει στην Αφρική, όπου θα κερδίσει την επόμενη χρονιά τη δεύτερη Κόπα Άφρικα, πάλι στα πέναλτι. Αυτήν τη φορά θα βγάλει και το πουκάμισο. Στην Αφρική πλέον λατρεύεται και είναι γνωστός ως ο Λευκός Μάγος, εν προκειμένω ο Ξανθός. Αυτός ο άσημος προπονητής, με την ανύπαρκτη καριέρα στη Γαλλία, πέτυχε εκεί που είχαν αποτύχει προπονητές όπως ο Βαχίντ Χαλίλοζιτς, ο Έρικ Γκερέτς, ο Πολ Λε Γκουέν.

Το ερώτημα τώρα είναι: μπορεί κανείς να γίνει προφήτης στον τόπο του; Ή έστω μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα βορειότερα από τον τόπο του, τη μαγευτική Σαβοΐα; Η Λιλ φέτος άρχισε τη σεζόν ακόμη πιο άσχημα κι από πέρσι, πράγμα που φαινόταν δύσκολο, έχει πετύχει επτά γκολ σε δεκατρία ματς, βρίσκεται στη 16η θέση και οι αρχικοί στόχοι, θεαματικό ποδόσφαιρο και μια θέση που να οδηγεί τουλάχιστον στα προκριματικά της Γιουρόπα Λιγκ, μοιάζουν πάρα πολύ μακρινοί. Ο Ερβέ Ρενάρ δεν ανησυχεί, φοράει ένα από τα τυχερά του άσπρα πουκάμισα και περιμένει, εξάλλου η επόμενη Κόπα Άφρικα θα γίνει τον Φεβρουάριο του 2017.