Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Γαλλικό ποδόσφαιρο'

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Ο τερματοφύλακας που δεν ήθελε να κάτσει τέρμα

  [1 Σχόλιο]

Όταν ο Μανουέλ Νόιερ πήγαινε, ο Πασκάλ Ολμετά ερχόταν. Δυστυχώς γι΄αυτόν και τις ομάδες όπου έπαιξε, καμιά φορά δεν προλάβαινε να γυρίσει στο τέρμα του. Αποτέλεσμα, να τρώει μερικά –όχι πολλά, είναι η αλήθεια– θεαματικά γκολ, όπως αυτό που βλέπουμε εδώ: ένα πλασεδάκι εξήντα μέτρων, σε ένα ματς από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, όταν έπαιζε στη Τουλόν, τότε που οι σχολιαστές έκαναν ακόμη τον κόπο να αναρωτηθούν «μα τι στο καλό σκέφτηκε;» όταν τον έβλεπαν να φτάνει, ντριμπλάροντας τους αντίπαλους επιθετικούς, μέχρι τη σέντρα κι ακόμη παραπέρα.

Ο Ολμετά ήταν ένας πολύ καλός τερματοφύλακας που προτιμούσε όμως να παίζει μακριά, πολύ μακριά από τη εστία του. Οπωσδήποτε υπήρξε ο πιο περιζήτητος και δημοφιλής γκολκίπερ στη Γαλλία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90. Όμως, οι παράτολμες έξοδοί του, η εντυπωσιακή επιδεξιότητά του με την μπάλα στα πόδια, τα καμώματά του όταν βαριόταν στο γήπεδο και η εκκεντρικότητά του έξω από αυτό, τον έκαναν γνωστό και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Η συμμετοχή του στο φιλικό ματς που οργανώθηκε στο Ολντ Τράφορντ το 1998 για τα πενήντα χρόνια από την αεροπορική τραγωδία του Μονάχου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Εκείνο το βράδυ τα έκανε σχεδόν όλα: έφτασε κυριολεκτικά μέχρι την άλλη άκρη του γηπέδου κυνηγώντας την μπάλα πριν βγει κι ο ίδιος άουτ, έφαγε πολλά γκολ μεταξύ των οποίων ένα όρθιος  από τον Καντονά, χτύπησε ένα ωραιότατο φάουλ που έξυσε το οριζόντιο δοκάρι, διασκέδασε μέχρι δακρύων τον Φέργκιουσον και τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, έκανε την εξέδρα να ζητά ρυθμικά τη μεταγραφή του στη Γιουνάιτεντ («Fergie, Fergie, sign him up») και, επειδή προφανώς θεώρησε ότι όλα αυτά δεν αρκούσαν, έκανε τον καραγκιόζη στα διαλείμματα της δράσης.

Ο Ολμετά γεννήθηκε στην Κορσική, διακρίθηκε από νωρίς ως ιδιαίτερα ταλαντούχος και ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά στην Μπαστιά πριν διασχίσει τα λίγα ναυτικά μίλια που χωρίζουν το νησί από την απέναντι ακτή και βρεθεί στην ομάδα της Τουλόν. Στα 25 του, ανέβηκε στην πρωτεύουσα, στην πολύ φιλόδοξη Ρασίγκ (Ματρά τότε, λόγω της εξαγοράς της απο τον ομώνυμο βιομηχανικό κολοσσό) όπου έπαιξε συμπαίκτης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Πιέτρ Λιτμπάρσκι, τον Νταβίντ Ζινολά και τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Όταν το εγχείρημα της Ματρά ναυάγησε κι η ομάδα χρεοκόπησε, βρέθηκε, και μάλιστα με θέση βασικού εξασφαλισμένη από το συμβόλαιό του θέση, στην μεγάλη Μαρσέιγ, ήδη δυο χρόνια στη σειρά πρωταθλήτρια –θα συνέχιζε το σερί μέχρι τα τέσσερα. Ο τότε ιδιοκτήτης της, Μπερνάρ Ταπί είχε μεγάλα σχέδια, που δεν περιορίζονταν, όπως θα το μάθαιναν αργότερα και οι οπαδοί της ΑΕΚ, στην αγορά παικτών αλλά επεκτάθηκαν και στη εξαγορά αγώνων και διαιτητών. Όπως και να΄χει, ο Πασκάλ βρέθηκε να έχει προπονητή τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ –ο Κάιζερ άντεξε μόνο λίγους μήνες– και συμπαίκτες τον Ερίκ Καντονά, τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, τον Ζαν-Πιέρ Παπέν, τον Κρις Γουάντλ κ.α., σε μια ομάδα που τα επόμενα τρία χρόνια θα έπαιζε σε δυο τελικούς Πρωταθλητριών Ευρώπης –και θα κέρδιζε τον έναν, απέναντι στη Μίλαν, παρακαλώ. Στον πρώτο, τον χαμένο, ο Πασκάλ ήταν βασικός, στον δεύτερο ήταν στον πάγκο, αντικαταστάτης πια ενός άλλου γνωστού μας, του νεαρού Φαμπιάν Μπαρτέζ. Αυτή θα ήταν και η τελευταία χρονιά του Ολμετά στη Μαρσέιγ.

Ενδιάμεσα γνώρισε τη φρίκη του αιματοβαμμένου ημιτελικού του Κυπέλλου Γαλλίας ανάμεσα στη Μαρσέιγ και την ομάδα από την οποία ξεκίνησε, την Μπαστιά. Η διοίκηση των Κορσικανών σκέφτηκε ότι το ματς  με την υπερομάδα των μισητών γειτόνων ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γεμίσουν τα ταμεία. Καθώς το στάδιο Φουριανί (που έχει απαθανατιστεί σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες με θέμα το ποδόσφαιρο –σκηνοθέτης ο Ζακ Τατί) δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έστησαν βιαστικά μια προσωρινή κερκίδα 10.000 θέσεων. Στις 5 Μαΐου 1992, η κερκίδα θα καταρρεύσει σε απευθείας μετάδοση λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς. 18 νεκροί και 2.300 τραυματίες.  Η μικρή κόρη κι η γυναίκα του Ολμετά είναι στο γήπεδο αλλά θα γλιτώσουν.

Μετά τη Μαρσέιγ, ο Πασκάλ θα πάει στο αντίπαλο δέος της Λυόν, κι εκεί θα αποθεωθεί. Γίνεται το αντικείμενο λατρείας της εξέδρας  και αρχηγός της ομάδας, πανηγυρίζει, εξαργυρώνει τη δόξα του βγάζοντας ένα φριχτό σιντί στο οποίο τον ακούμε να ραπάρει (;) τη μεγάλη του αποτυχία «Κλώτσα το τόπι» (με μήνυμα εναντίον των ναρκωτικών), κάνει πολλά θεαματικά ματς, βάζει αυτογκόλ με τον αγκώνα, δίνει τη τελική πάσα για ένα κερδισμένο πέναλτι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πανηγυρίζει, τσατίζεται, κυνηγάει τους αντίπαλους φιλάθλους για να παίξει ξύλο –όλα αυτά στο βίντεο που ακολουθεί, απολαύστε υπεύθυνα.

Δυστυχώς η καριέρα του στη Λυόν θα τελειώσει όπως ακριβώς του ταίριαζε: κωμικοτραγικά. 20 Δεκεμβρίου 1996.  Η Λυόν έχει φάει μια εφτάρα από την Οσέρ, γνωρίζει δύσκολες στιγμές, θέλει οπωσδήποτε νίκη στον αγώνα εντός έδρας με τη Ναντ για να κάνουν καλές γιορτές οι φίλαθλοι κι οι παίκτες –δεν θα κάνουν. Μετά την ήττα, που βυθίζει την ομάδα στα τάρταρα της βαθμολογίας, ο Πασκάλ Ολμετά ψάχνει στα αποδυτήρια τον συμπαίκτη του Ζαν-Λυκ Σασύς. Τον βρίσκει. Απολογισμός: σπασμένη μύτη και διάσειση για τον εύθραυστο Σασύς που είχε, ο δόλιος,  βγει τραυματίας στο ματς που προηγήθηκε. Μα τι είχε συμβεί; Οι δυο άντρες, φίλοι κατά τα άλλα, είχαν μια μικρή διαφωνία, εξωγηπεδικής φύσεως. Το θύμα είχε βάλει λόγια στην κοπέλα του θύτη. Συγκεκριμένα, απάντησε σε σχετική της ερώτηση («Αχ, μου αρέσει ο Πασκάλ. Τι τύπος είναι;») ότι ο Κορσικανός είναι μεν πολύ καλό παιδί αλλά καμιά φορά μπορεί να έχει κάποιες, χμ, βίαιες εξάρσεις. Η κοπέλα δεν τρομάζει ιδιαίτερα, τα φτιάχνει με τον τερματοφύλακα, του μεταφέρει τον διάλογο, ο Ολμετά διαφωνεί  με τις χαρακτηρολογικές εκτιμήσεις του Σασύς και γίνεται ένας από τους λίγους, ελπίζουμε,  ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τις γροθιές τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι βίαιοι.

Η διοίκηση της Λυόν, που, παρεμπιπτόντως, έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί έτσι κι αλλιώς τον Ολμετά –είχε ήδη βρεθεί ο αντικαταστάτης, ο μετέπειτα διεθνής Γκρεγκορί Κουπέ– τον απολύει. Πάει στην Εσπανιόλ, όπου μένει μόλις δυο μήνες –μεσολάβησε πάλι μια διαφωνία, σχετικά με τον χρόνο συμμετοχής του. Γυρίζει στην Κορσική και τελειώνει την καριέρα του σε χαμηλές κατηγορίες. Αλλά δεν τον νοιάζει και πολύ.

Το άλλο μεγάλο πάθος στη ζωή του Ολμετά, εκτός από την μπάλα και τη διασημότητα –πριν μερικά χρόνια κέρδισε πανεύκολα ένα ριάλιτι σόου όπου επώνυμοι έκαναν τους αγρότες– ήταν και είναι το αγριογούρουνο. Αρκεί να πούμε ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που ίδρυσε, με σκοπό την προστασία των άρρωστων παιδιών, έχει ως έμβλημα το τρυφερό θηλαστικό. Η Κορσική είναι σημαντικός βιότοπος για τα αγριογούρουνα και κυρίως ένα μέρος όπου το κυνήγι τους επιτρέπεται όλον τον χρόνο.

Κι ο Πασκάλ κυνηγάει από την ηλικία των πέντε ετών. Όχι μόνο το αγριογούρουνο. Συμπαίκτες του στη Μαρσέιγ τον θυμούνται να γδέρνει λαγούς που μόλις είχε σκοτώσει στα ντους των αποδυτηρίων. Το αγριογούρουνο απλώς είναι η αδυναμία του, και μια από τις μεγάλες του στιγμές ήταν όταν έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Πάθος για αγριογούρουνο» – ναι, υπάρχει. Πρόσφατα, όμως, γνώρισε την κατακραυγή όταν εμφανίστηκαν φωτογραφίες του δίπλα σ’ έναν σκοτωμένο ελέφαντα. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι σκότωσε το παχύδερμο από αγάπη για τη φύση –οι ελέφαντες στη Ζιμπάμπουε, υποστηρίζει ο Πασκάλ, είναι υπερβολικά πολλοί κι η κυβέρνηση ενθαρρύνει το κυνήγι. Ακολουθώντας, στην επιχειρηματολογία του, την ίδια, κάπως διεστραμμένη λογική, που τον βοήθησε στην ποδοσφαιρική του καριέρα, μια καριέρα τερματοφύλακα-κυνηγού.

Πώς η φιλοσοφία μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου: Η περίπτωση Χατέμ Μπεν Αρφά

  [4 Σχόλια]

d-220605-capture-d-ecran-2016-04-14-a-172121

Ο Ρομπέρ Βαλέτ, ο προπονητής που τον γνώρισε 15χρονο στη Λυών, λέει γι΄αυτόν ότι διάβαζε πάντα πολύ –τότε, πόσο ταιριαστό, διάβαζε τον Μικρό Πρίγκιπα. Είκοσι χρονών, λίγο πριν βραβευτεί ως πιο ελπιδοφόρος παίκτης του γαλλικού πρωταθλήματος, αποκάλυψε ότι του άρεσε ο Νίτσε. Το 2012, όταν μάγευε με τη Νιουκάστλ, διάβαζε Σπινόζα και Καντ –κι όταν δυσκολευόταν, και δυσκολευόταν δικαίως, έψαχνε στο ίντερνετ για να καταλάβει καλύτερα. Πρόσφατα, σε μια συνέντευξή του στη Gazzetta Dello Sport, επανήλθε: «Οι συγγραφείς που ανοίγουν το μυαλό, σου προσφέρουν νέες προοπτικές. Ξέρω πως μπορεί να φαίνεται αστείος ένας ποδοσφαιριστής που διαβάζει ποίηση ή φιλοσοφία, αλλά, πριν ένα χρόνο, όταν είχα πιάσει πάτο, βρήκα τη δύναμη να συνέλθω χάρη στον Νίτσε ή τον Σωκράτη».

Δεν ξέρω αν η αγάπη του Χατέμ Μπεν Αρφά για τη φιλοσοφία ή η πληροφορία ότι πλουτίζει τη βιβλιοθήκη του με βιβλία που βρίσκει ξεχασμένα σε μπαρ και εστιατόρια (!), προκαλούν το γέλιο, εγώ θέλω να τον πιστέψω. Πρώτα απ΄όλα επειδή τον συμπαθώ. Μετά, επειδή η ενασχόληση με τη φιλοσοφία μοιάζει, επιτέλους, να δουλεύει: όχι μόνο επειδή έφυγε από την προηγούμενη ομάδα του, τη Νις, σαν φίλος –πράγμα που δεν του έχει ξανασυμβεί–, όχι μόνο επειδή πήρε μεταγραφή σε μια από τις πιο φιλόδοξες και πλούσιες ομάδες της Ευρώπης, την Παρί Σεν Ζερμέν, αλλά κι επειδή εμφανίζεται παντού με ένα πλατύ χαμόγελο που δίνει την εντύπωση ότι έχει περισσότερα δόντια από το κανονικό.

Ο Χατέμ υπήρξε πρόωρη μεγαλοφυΐα και αυτό ήταν το δράμα του. Γιος παλιού Τυνήσιου διεθνή, γεννήθηκε μέσα στο ποδόσφαιρο. Έπαιζε στους δρόμους του μεσοαστικού παριζιάνικου προαστίου όπου μεγάλωσε, αλλά και με τα αδέρφια του στο σαλόνι του σπιτιού τους –η μαμά τερματοφύλακας. Εφτά χρονών βγάζει το πρώτο του δελτίο. Είναι γρήγορος, τεχνικός, παίζει με το κεφάλι ψηλά, ντριπλάρει προκλητικά. Κι είναι, μοιραία, ατομιστής. Στα 12 –μοναδική περίπτωση, η κατώτερη ηλικία είναι τα 13– γίνεται δεκτός στο Εθνικό Ινστιτούτο Ποδοσφαίρου, την ακαδημία όπου προετοιμάζεται η ελίτ του γαλλικού ποδοσφαίρου. Τον συνοδεύει η βαριά ευθύνη του ταλέντου του, είναι ήδη ο «Νέος Ζιντάν». Ατζέντηδες γαλλικών, αγγλικών, ιταλικών ομάδων του κάνουν ήδη τα γλυκά μάτια κάθε σαββατοκύριακο που γυρνάει σπίτι του: «Με ενοχλούν, προτιμώ όταν πηγαίνουν να δουν κατευθείαν τους γονείς μου».

Για τρία χρόνια ζει εσωτερικός στο Ινστιτούτο. Ήταν ο πιο μικρός κι ο πιο κοντός, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να ξεχωρίζει, με κάθε τρόπο. Σε ένα μυθικό βίντεο, τον βλέπουμε να προκαλεί έναν εξίσου ταλαντούχο συμμαθητή του, τον Αμπού Ντιαμπί. Δεν πτοείται που ο Ντιαμπί τον περνάει δυο κεφάλια και χρειάζεται η επέμβαση πέντε-έξι άλλων (διακρίνουμε τον Ρικαρντό Φατί, που πέρασε από τον Άρη), ώστε να κλειστεί στο μπαλκόνι και να αποφευχθεί το ξύλο: «Είμαι λίγο νευρικός. Είναι η φύση μου. Από μικρός τσατίζομαι εύκολα, έτσι είμαι φτιαγμένος».

Ήταν μόλις 15 χρονών και διηγήθηκε, χωρίς να το ξέρει, τα επόμενα δεκατρία χρόνια της ζωής του. Το καλοκαίρι του 2002, κι ενώ τον θέλουν πολλές ομάδες, θα διαλέξει την ακαδημία της σπουδαίας, τότε, Λυών. Παίζει στην πρώτη ομάδα μόλις 17 ετών, δίπλα σε αστέρια όπως ο Ζουνίνιο Περναμπουκάνο, σκοράρει, δίνει ασίστ, συχνά εντυπωσιάζει, κερδίζει τέσσερα σερί πρωταθλήματα αλλά δεν παίζει όσο συχνά θα ήθελε. Ψυχραίνεται με τον Μπενζεμά, παίζει ξύλο με τον Σεμπαστιάν Σκιλατσί, μουτρώνει στους προπονητές του. Τον Ιούνιο του 2008, έρχεται στα μαχαίρια με τον πρόεδρο της Λυών που «τον έχει σαν παιδί του», προκειμένου να πάει στη Μαρσέιγ. Όλοι, φίλοι κι εχθροί, θα συμφωνήσουν μετά ότι βιάστηκε. «Ο Χατέμ ήταν ο Μέσι, τον έχω δει να κάνει απίστευτα πράγματα στο γήπεδο, αλλά δεν έκανε σωστές επιλογές. Δεν έπρεπε να φύγει τόσο νωρίς από τη Λυών»: μιλάει ο Μπενζεμά. Την ίδια εποχή, οι μεταφυσικές του ανησυχίες τον οδηγούν να ψαχτεί σε ένα μυστικιστικό, ειρηνικό παρακλάδι του Ισλάμ, ο ίδιος θα μιλήσει μετά για σέχτα. Αυτό πιθανότατα αποθάρρυνε τον Αρσέν Βενγκέρ από το να τον πάρει στην Άρσεναλ.

Ben-Arfa

Στη Μαρσέιγ, μετά από δυο μήνες σχετικής ηρεμίας –πρόλαβε να τσακωθεί, ίσως και να πλακωθεί, με τον Σισέ και τον Μ΄Μπαμί–, νέος κύκλος αίματος. Ο Γκερέτς τον αφήνει στον πάγκο στο ντέρμπι με την Παρί Σεν Ζερμέν. Στο δεύτερο ημίχρονο, σκορ 2-2, του ζητάει να ζεσταθεί για να μπει, αυτός αρνείται: «Πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό στην προπονητική μου καριέρα». Η Μαρσέιγ χάνει 2-4. Η συνέχεια είναι δύσκολη, με κάποια πολύ φωτεινά διαλείμματα. Την επόμενη χρονιά αντιδρά εξίσου πρωτότυπα σε κάποιες παρατηρήσεις του νέου του προπονητή, Ντιντιέ Ντεσάν: «Μου σπας τ΄αρχίδια». Κερδίζει το πέμπτο του πρωτάθλημα αλλά η Μασσαλία δεν τον σηκώνει, πλέον. Όνειρό του η Αγγλία.

Η διοίκηση κι ο Ντεσάν συμφωνούν αρχικά να τον δώσουν δανεικό στη Νιουκάστλ, μετά αλλάζουν γνώμη, αλλά λίγη σημασία έχει. Ο Μπεν Αρφά απέχει από τις προπονήσεις, γυρνάει στο Παρίσι και γυμνάζεται μόνος του περιμένοντας να γίνει το δικό του. Οι κατάρες των μαρσεγιέζων τον συνοδεύουν στην Αγγλία: προλαβαίνει να παίξει τέσσερα ματς πριν συναντήσει στον δρόμο του τον σεσημασμένο Νάιτζελ ντε Γιονγκ. Ουσιαστικά, θα κάνει έναν χρόνο να ξαναπαίξει αλλά, όταν γυρίζει, αποδεικνύει ότι η μπάλα δεν ξεχνιέται. Μερικά μαγικά γκολ μοιάζουν να δικαιώνουν τη Νιουκάστλ που τον αγόρασε όσο ανάρρωνε από το διπλό κάταγμα. Ο προπονητής του, Άλαν Πάρντιου, τον λατρεύει, όπως όλοι μας.

Μέχρι που δεν τον λατρεύει πια. Τσατίλας και ξεροκέφαλος κι ο ίδιος, ανέχεται όλο και λιγότερο τα καπρίτσια του Μπεν Αρφά, τους συνεχείς τραυματισμούς του, το θράσος του. Μετά από ένα 4-0 με τη Μάντσεστρ Γιουνάιτεντ, ο παίκτης υποδεικνύει στον προπονητή να αλλάξει σύστημα παιχνιδιού –φτάνουν πια οι βαθιές σέντρες, κόουτς. Πέφτει σε δυσμένεια, τον στέλνουν πίσω στο Παρίσι και ψάχνουν να τον ξεφορτωθούν. Πάει δανεικός στη Χαλ Σίτι, όπου, φρίξον ήλιε, τον βρίσκουν αργό και ανάξιο για το επίπεδο της ομάδας. Αυτός είναι ο πάτος για τον οποίον μίλησε ο Χατέμ; Όχι ακόμη.

Τέλος του 2014, κι ενώ έχει τσακωθεί και με την οικογένειά του, μένει χωρίς ομάδα. Συμφωνεί με τη Νις. Πρόβλημα: έχει παίξει ένα ξεχασμένο φιλικό με τη φανέλα της Νιουκάστλ πριν πάει στη Χαλ κι απαγορεύεται να παίξει για τρίτη ομάδα σε μια σεζόν. Τα λόγια του προέδρου της επιτροπής που κρίνει την υπόθεση ακούγονται σαδιστικά: «Λέτε πως δικαιολογείται επειδή είναι νέος; 27 ετών; Στην εποχή μου, στον Πόλεμο της Αλγερίας έστελναν στο μέτωπο παλικάρια 17-18 χρονών».

Ο Χατέμ Μπεν Αρφά δεν είναι πια νέος και σκέφτεται ήδη να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο. Ευτυχώς, υπάρχει ο Νίτσε. Κι ο Κλοντ Πυέλ, ο παιδαγωγός προπονητής της Νις, που τον περίμενε έξι μήνες και που τον βοήθησε να γίνει αυτός που είδαμε την προηγούμενη σεζόν, την καλύτερή του μέχρι τώρα: 17 γκολ, 5 ασίστ και αναρίθμητα θύματα.

Ο Μπεν Αρφά είναι από τους πολύ λίγους ποδοσφαιριστές που είναι ειλικρινής στις συνεντεύξεις –πήραμε ήδη δείγμα. Παραδέχεται το προφανές, ότι είναι πολύ εύθραυστος, διαβεβαιώνει ότι είναι πια δυνατός, και κυρίως επαναλαμβάνει, όπως έκανε μικρός, ότι αυτό που ψάχνει στο γήπεδο είναι να δώσει χαρά στην κερκίδα. Όπως ακριβώς και τα είδωλά του –γιατί έχει εκλεκτό γούστο: Κρόιφ, Μαραντόνα, Ρονάλντο, Ροναλντίνιο και, δείγμα της βαθιάς του κουλτούρας, Ομάρ Σίβορι, η Χρυσή Μπάλα του 1961, ο «Μαραντόνα πριν τον Μαραντόνα», ένας βραχύσωμος διάβολος που ντρίπλαρε αλύπητα και με φανερή απόλαυση τους αντιπάλους. Κάθε ομοιότητα τυχαία.

Όπως έχει γράψει ο Νίτσε, «τιμωρούμαστε κυρίως για τις αρετές μας». Ελπίζουμε ότι ο Χατέμ Μπεν Αρφά τιμωρήθηκε ήδη αρκετά.

Όταν ο Μισέλ Πλατινί ξάπλωνε στο χορτάρι

  [2 Σχόλια]

16

Είναι ο μεγάλος απών αυτού του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος αλλά η σκιά του βαραίνει, κατά κάποιον τρόπο, ακόμη περισσότερο, κι όχι μόνο εξαιτίας της φαραωνικής του έμπνευσης για ευρωπαϊκό πρωτάθλημα των 24 ομάδων.

Ο Μισέλ Πλατινί, με τα παραπάνω κιλά που του φόρτωσαν τόσα χρόνια καλοπέρασης και το υπνωτιστικό και άδειο χαμόγελο του επαγγελματία παράγοντα που αποφάσισε να γίνει, μοιάζει εδώ και καιρό με εισοδηματία φούρναρη, με έναν από αυτούς τους δευτερεύοντες χαρακτήρες των γαλλικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα, εκεί όπου παραπέμπει, βέβαια, κι η μυθιστορηματική πτώση του.

Κάποτε, όμως, ήταν ένας λαμπρός ποδοσφαιριστής: αέρινος, ακούρευτος, με τη φανέλα έξω από το σορτσάκι και με ένα χαρακτηριστικό σουλούπι που τον έκανε να μοιάζει σα να παίζει πάντα με κατεβασμένες κάλτσες. Χρυσή Μπάλα και πρώτος σκόρερ της Serie A τρία συνεχόμενα χρόνια (1983, 1984, 1985) κι ένας από τους ελάχιστους που κατάφερε να ανεβάσει, από την ανυποληψία –τον αποκλεισμό από τα τελικά των Μουντιάλ του 70 και του 74 και από τα Ευρωπαϊκά του 68, του 72, του 76– στην κορυφή, το ποδόσφαιρο μιας ολόκληρης χώρας. Για να καταφέρεις κάτι τέτοιο, όπως γνωρίζουμε, δεν αρκεί να είσαι ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς, πρέπει να είσαι ο Γιόχαν Κρόιφ ή ο Πλατινί. Κι όλα αυτά χωρίς να τραγουδήσει ποτέ πριν τη σέντρα τη Μασσαλιώτιδα, «αυτόν τον πολεμικό ύμνο. Αν ήταν ύμνος στη αγάπη θα τον τραγουδούσα»: αχ, αυτοί οι Γάλλοι.

Εκείνος ο Μισέλ Πλατινί, λοιπόν, λείπει πολύ σε όσους αγαπούν το ποδόσφαιρο.

Τον θυμηθήκαμε στις 21 Ιουνίου, επειδή έκλεινε τα 61 του χρόνια, κάπου μακριά από τους προβολείς των γηπέδων, και επειδή έκλειναν τριάντα χρόνια από την πρόκριση της Γαλλίας επί της Βραζιλίας, στα προημιτελικά του Μουντιάλ του Μεξικού. Εκεί, στην Γκουανταλαχάρα, με τη θερμοκρασία στους 45 βαθμούς, άκεφος, με ένα τραυματισμό στην κνήμη να τον βασανίζει, ισοφαρίζει με το λιγότερο καλό του πόδι, το αριστερό: θα είναι το τελευταίο από τα 41 γκολ που θα βάλει με τη Γαλλία. Μετά, στα πέναλτι, θα αστοχήσει φριχτά αλλά λίγη σημασία είχε, αυτός, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους παίκτες που είδαμε πρόσφατα,  ήταν τυχερός, η ομάδα του επιβλήθηκε.

Θα τον θυμηθούμε οπωσδήποτε στις 8 Ιουλίου, επέτειο του αξέχαστου ημιτελικού του Μουντιάλ στη Σεβίλη το 1982, κόντρα στη Γερμανία. Η ωραία μπαλιά του στον Πατρίκ Μπατιστόν, η δολοφονική έξοδος του χασάπη Χάραλντ Σουμάχερ, ο Μισέλ να σκύβει και να παίρνει στα χέρια του τον αναίσθητο και λευκό σαν πανί συμπαίκτη και φίλο του: μια μεταμοντέρνα Αποκαθήλωση που έληξε με Ανάσταση του θύματος –με τρία δόντια λιγότερα, μετατοπισμένο σπόνδυλο και αμνησία– μερικές ώρες μετά. Ο αγώνας έληξε στα πέναλτι και κέρδισε, φυσικά, η Γερμανία: το ποδόσφαιρο είναι μια σπουδή στην αδικία, και δεν θα διαφωνήσει, μάλλον, ούτε ο Χάραλντ Σουμάχερ ούτε ο Ολλανδός διαιτητής που δεν του έδωσε κάρτα, απλώς χαριεντιζόταν μαζί του ενόσω ο Μπατιστόν έβγαινε πάνω στο φορείο.

battiston

Θυμόμαστε, και ποιος ξέρει για πόσα χρόνια ακόμη, το ψαρωτικό ρεκόρ του Πλατινί: εννιά γκολ σε ένα μόνο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα –χρειάστηκαν σχεδόν τέσσερα (19 αγώνες) στον Κριστιάνο Ρονάλντο για να πετύχει οχτώ. Θυμόμαστε και τον τίτλο που χάρισε με αυτά τα γκολ στη Γαλλία το 1984 και την κατεστραμμένη καριέρα του δόλιου Αρκονάδα μετά από τη φοβερή του γκάφα στον τελικό: ένα μέτριο χτύπημα φάουλ από τον Πλατινί, μια μπάλα που γλιστράει μέσα από τα χέρια, ένας τίτλος.

Για μια γενιά Γάλλων –και Ιταλών, αλλά θα επανέλθουμε– φιλάθλων, η παρουσία του Πλατινί στο χόρτο ισοδυναμούσε με τη σιγουριά ότι θα σκοράρει. Συχνά σε κρίσιμους αγώνες, συχνά με φάουλ, αν και όταν έκανε το περίφημο ρεκόρ του πέτυχε σε δυο ματς τη λεγόμενη «σπεσιαλιτέ Πλατινί», το πραγματικό χατ τρικ: γκολ με το δεξί, γκολ με το αριστερό, γκολ με κεφαλιά. Αυτή τη σιγουριά την ένιωθε χωρίς αμφιβολία κι αυτός. Πρώτη εμφάνιση με την Εθνική Ανδρών, σε ένα φιλικό με την Τσεχοσλοβακία, πριν 40 χρόνια. Η Γαλλία είναι πίσω στο σκορ, κερδίζει έμμεσο. Ο πιτσιρικάς Μισέλ λέει στον έμπειρο Ανρί Μισέλ: «Δώσε μου πάσα. Θα το βάλω».

Ο Μισέλ Πλατινί, εγγονός Πιεμοντέζου μετανάστη στη Λοραίνη, θα ξαναγυρίσει στη γη των προγόνων του, την Ιταλία, και θα λατρευτεί κι εκεί. Και από όλα του τα γκολ με τη Γιουβέντους, θυμόμαστε αυτό το κάπως άγνωστο αριστούργημά του. Γιατί, με τον ίδιο τρόπο που το ωραιότερο γκολ ενός μεγάλου συμπατριώτη του ήταν μια πάσα, το ωραιότερο γκολ του Πλατινί  ήταν οφσάιντ.

8 Δεκεμβρίου 1985. Διηπειρωτικό Κύπελλο στο Εθνικό Στάδιο του Τόκυο. Η κάτοχος του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης Γιουβέντους αντιμετωπίζει τους νικητές του Κόπα Λιμπερταδόρες Αρχεντίνος Ζούνιορς του Κλαούντιο Μπόργκι. Η Γιουβέντους κυνηγάει τον πρώτο της τίτλο στη διοργάνωση και θεωρητικά είναι το φαβορί. Προηγούνται οι Αργεντίνοι στο 55΄, ισοφαρίζει με πέναλτι ο Πλατινί. Και στο 69΄, το θαύμα: στοπάρισμα με το στήθος, εναέριο κοντρόλ με το δεξί, άπιαστο βολέ με το αριστερό, γκολ. Πανηγυρισμοί, σερπαντίνες και κόρνες από τις κερκίδες, οι Γιουβεντίνοι ένα κουβάρι γύρω από το αστέρι τους, το ταμπλό δείχνει 2-1.

Και ξαφνικά, η απότομη προσγείωση: αυτό το ποίημα σφυρίζεται οφσάιντ. Ο Πλατινί, δεν μπορεί να το πιστέψει, τραβάει τα μαλλιά του και μοιάζει να καταρρέει στο χορτάρι. Μοιάζει: στην πραγματικότητα ξαπλώνει κάπως ράθυμα, ακουμπάει το κεφάλι του στο χέρι του και, σαν δεκάχρονο παιδάκι, κάνει μούτρα στον διαιτητή, στη μοίρα, στον κόσμο όλον. Μετά ανακάθεται, χειροκροτεί ειρωνικά, παίρνει μερικές ανάσες. Οι Αρχεντίνος θα ξαναπεράσουν μπροστά αλλά, λίγα λεπτά μετά, το μουτρωμένο δεκάρι θα βρει το κουράγιο και τη διαύγεια που χρειάζεται για να κάνει το μακρινό ένα-δυο με τον Μίκαελ Λάουντρουπ που θα ισοφαρίσει. Η Γιουβέντους θα κερδίσει στα πέναλτι –ένα από αυτά θα το χτυπήσει με επιτυχία ο Πλατινί.

Όπως θα έλεγε ένας άλλος ήρωας με ασπρόμαυρη φανέλα, το μυστικό είναι ότι επιτρέπεται να ξαπλώσεις στο χορτάρι  αλλά επιβάλλεται να σηκωθείς -και, ει δυνατόν, να σκοράρεις.

Η Θυμωμένη Ζωή του Πασκάλ Ντυπρά: από τον ΟΗΕ στη σωτηρία της Τουλούζ

  [2 Σχόλια]

871087-toulouse-fc-v-olympique-lyonnais-ligue-1

Το Σάββατο 14 Μαΐου, ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς αποχαιρετούσε το γαλλικό πρωτάθλημα, με δυο γκολ και με τα παιδιά του να μπαίνουν στο γήπεδο πριν τελειώσει το ματς. Όλα αυτά μέσα σε γενική αδιαφορία, καθώς το γαλλικό κοινό είχε τα μάτια καρφωμένα στο γήπεδο της Ανζέ, όπου ο άγνωστος νεαρός Γιαν Μποντιζέρ της Τουλούζ έκλαιγε με λυγμούς μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες –και δεν ήταν δάκρυα λύπης! Ο Γιαν, δέκα λεπτά πριν το τέλος του τελευταίου ματς της σεζόν, έβαλε το πρώτο του γκολ στη Λιγκ 1, έκανε το 2-3 και έσωσε την ομάδα του από τον υποβιβασμό. Είχε μπει αλλαγή στο 65΄, όταν το σκορ ήταν 2-1 για την Ανζέ, μετά από μια τρομερή έμπνευση του προπονητή του: «Δεν ξέρω γιατί, αλλά σκέφτομαι τον Γιαν και το αριστερό του πόδι, μου έχει κολλήσει αυτή η ιδέα».

Ο Μποντιζέρ θα μπει, λοιπόν, και θα σκοράρει με το αριστερό. Περισσότερο όμως από αυτόν, είναι ο προπονητής, ο Πασκάλ Ντυπρά που θα γίνει ο ήρωας του τέλους της σεζόν. Κι αυτή η ομιλία του στους παίκτες, πριν το ματς, δεν είναι ο μοναδικός λόγος.

Εν ολίγοις τους θυμίζει, και με ποιον τρόπο, με τι ένταση, ότι εκείνος, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την Τουλούζ, δέκα αγωνιστικές πριν το τέλος, πρακτικά καταδικασμένη, δέκα βαθμούς πίσω από την πρώτη ομάδα που σωζόταν, δεν έπαψε να λέει ότι θα σωθούν, κι αυτό σε μια πόλη όπου οι φίλαθλοι περιφρονούν το ποδόσφαιρο γιατί αγαπούν το ράγκμπι: «Δεν είναι αύριο, δεν ήταν χτες, τώρα είναι η στιγμή«.  Στο τέλος, τους δείχνει βίντεο, όπου οι γονείς, τα αδέρφια, τα παιδιά τους, τους λένε πως πιστεύουν σε αυτούς και τους ζητούν να κερδίσουν.

Δακρύζουν κι οι πέτρες. Τυχαίο; Όχι. Ο Πασκάλ δεν είναι καμιά πρωτάρα. Μερικά χρόνια πριν, πριόνισε κρυφά τα πόδια μιας καρέκλας πριν από μια παρόμοια ομιλία στους παίκτες του. Την κρίσιμη στιγμή την χτύπησε στο τραπέζι, εκείνη έσπασε, οι παίκτες εντυπωσιάστηκαν με την πώρωση του κόουτς και μάσησαν κι αυτοί σίδερα. Φέτος, έδειχνε στους παίκτες της Τουλούζ κάθε φορά τη σκυταλοδρομία γυναικών 4Χ400 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2014, με την τελευταία Γαλλίδα να ξεκινάει τέταρτη, καμιά τριανταριά μέτρα πίσω από την τρίτη, και τελικά να κερδίζει: πραγματικά, το πίστευε από την αρχή ότι θα σωθούν.

Ο Πασκάλ Ντυπρά χρειάστηκε, λοιπόν, μόλις δυόμισι μήνες (και μια λιποθυμική κρίση που τον έστειλε στο νοσοκομείο την πρώτη εβδομάδα που ανέλαβε) για να σώσει την Τουλούζ και να αγαπηθεί από τους Γάλλους φιλάθλους, για τους οποίους, μέχρι αυτήν την άνοιξη, υπήρξε ένας από τους πιο αντιπαθητικούς ποδοσφαιρικούς παράγοντες. Οι λόγοι, οι ίδιοι που τον έκαναν τώρα είδωλο: οι ατάκες του. Περιφέρεται εδώ και πολλά χρόνια με αυτό το αγέλαστο πρόσωπο, το σκοτεινό μάτι, μονίμως τσατισμένος και ιδιαίτερα παραγωγικός στις συνεντεύξεις τύπου:

  • «Tους είπα να κουνήσουν τον κώλο τους. Μια φράση που μπορούν να την καταλάβουν όλοι, αγγλόφωνοι ή νοτιοαμερικάνοι. Φρόντισα βέβαια να μεταφραστεί».
  • «Είμαι χαρούμενος γιατί οι άπιστοι το βούλωσαν. Κι ελπίζω να το βουλώσουν πολλές φορές ακόμη. Και να συνεχίσουν να το βουλώνουν μέχρι το τέλος της σεζόν. Και μετά, να το βουλώσουν μέχρι το τέλος της επόμενης σεζόν».
  • «Απόψε νιώθω σα να έφαγα ένα γερό χέρι ξύλο (μετά από ένα 6-2 απο τη Ρεν). Εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει ιδιαίτερα. Υπάρχουν άνθρωποι που γουστάρουν να τρώνε ξύλο, και ξέρω και κλαμπ ειδικά για τέτοια γούστα, δεν συχνάζω όμως σ΄αυτά».
  • «Όλοι λένε ότι το επίπεδο της Λιγκ 1 είναι χάλια: εγώ όμως είδα γεμάτο γήπεδο, πέντε γκολ, αγωνία. Στην Αγγλία, έχω δει πολύ βαρετούς αγώνες όπου έπαιζαν γαλαξίες αστεριών. Οπότε, ή θα βλέπουμε την Πρέμιερ Λιγκ με κολλημένα βλέφαρα, και, σε αυτήν την περίπτωση, καλό είναι να αγοράσουμε όλοι έναν σκύλο-οδηγό για τυφλούς, ή θα πούμε και έναν καλό λόγο για το γαλλικό πρωτάθλημα».
  • «Παίξαμε μόνο τριάντα λεπτά, είναι βαρύ επαγγελματικό λάθος. Θα πω στον αρχηγό και στους παίκτες να δώσουμε πίσω τα λεφτά των δυο τρίτων του εισιτηρίου στους 10.521 θεατές».

Οι ατάκες του είναι τόσο διάσημες που το επίσημο σάιτ της Τουλούζ δημιούργησε μια εφαρμογή που προτείνει στους φίλους του Πασκάλ να χρησιμοποιήσουν ως ήχο κλήσης στο κινητό τους μερικές από αυτές. Για παράδειγμα, μια που λέει «Ο φίλαθλος της Τουλούζ μπορεί να κάτσει δει το Κλάσικο αν θέλει, το μόνο που του εύχομαι είναι να του κοπεί το ρεύμα» ή «Η ομάδα έτρωγε γκολ με το φτυάρι, σε σημείο που τα σορτσάκια μας είχαν τρυπήσει».

pascal

Πρόπερσι, μετά από ένα ματς με τη Ρανς, την ομάδα που φέτος έπεσε ακριβώς τη στιγμή που ο Μποντιζέρ έκανε το 2-3, τον ρώτησαν για τα όσα, ελαφρώς πατερναλιστικά, είχε πει ο αντίπαλος προπονητής. «Κοιτάξτε, αν έρθει ο Μουρίνιο να μου δώσει συμβουλές, ειλικρινά θα τις ακούσω. Τώρα, να ακούω τον καθένα που έχει την άνεση να κριτικάρει τις άλλες ομάδες, δυσκολεύομαι λίγο». Η μυθική συνέχεια είναι ότι ο Μουρίνιο του έδωσε τις συμβουλές που ζήτησε, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2013: «Αυτό που έχει σημασία είναι να κρατήσει τον χαρακτήρα του και να συνεχίσει να πιστεύει στον εαυτό του. Να ακούς τις κριτικές αλλά να μην επηρεάζεσαι απο αυτές. Αν πιστεύεις ότι κάνεις το σωστό, μπορείς να ακούς και τους άλλους, μερικές φορές έχουν δίκιο. Αν καταντήσει κουραστικό, αν ξεπεράσουν τα όρια, κάνε αυτό που έκανα στη Μαδρίτη: έξω οι δημοσιογράφοι, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, για τρία χρόνια. Και μετά, ζήσε τη ζωή σου όπως νομίζεις».

Ο Πασκάλ Ντιπρά, προφανώς, την έζησε. Πριν γίνει επαγγελματίας προπονητής, υπήρξε για είκοσι χρόνια υπάλληλος στον ΟΗΕ, στην Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες. Εντυπωσιακό, κι ίσως εντυπωσιακότερο το πώς βρέθηκε εκεί. Γεννήθηκε δίπλα στα γαλλοελβετικά σύνορα, στη γαλλική πόλη Ανμάς, λίγα χιλιόμετρα από τη Γενεύη. Όταν κρέμασε τα παπούτσια του, μετά από μια τίμια καριέρα επιθετικού σε μικρομεσαίες ομάδες, η ερασιτεχνική τότε ομάδα του Γκαγιάρ, ενός προαστίου της Ανμάς, του ζήτησε να έρθει να την ενισχύσει. Αντάλλαγμα: ο διορισμός του στον ΟΗΕ (!) –την ίδια δουλειά έκαναν οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Ο Πασκάλ ζήτησε να διοριστεί κι η τότε σύζυγός του –κι όποιος ξαναπεί για τα ελληνικά ρουσφέτια, να σκεφτεί ότι, κάπου, είμαστε λίγο η Ελβετία του Νότου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες συνέχισε και ως προπονητής. Κατάφερε να την ανεβάσει μέχρι την Λιγκ 1. Πριν απ΄αυτό, πρωτοστάτησε στην ανάπτυξή της, τη συγχώνευσή της με γειτονικά σωματεία –σήμερα ονομάζεται Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ–, την προσέλκυση επενδυτών. Το 2007, όταν ο σπουδαιότερος απ΄αυτούς, η γαλακτοβιομηχανία Danone, απαίτησε την εξυγίανση των οικονομικών για να προχωρήσει στην εξαγορά, ο ίδιος του ο πατέρας, ο Τζο Ντυπρά, έβαλε από την τσέπη του 300.00 ευρώ. Αυτά τα λεφτά δεν τα πήρε πίσω ποτέ η οικογένεια Ντυπρά. Αντίθετα, από πρόπερσι, ο Πασκάλ βρέθηκε πολλές φορές σε σύγκρουση με τη διοίκηση, μέχρι που πέρσι, μετά τον υποβιβασμό της Εβιάν, απολύθηκε. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα δικαστήρια με την κατηγορία της πλαστογραφίας –οι διοικούντες προσπαθούν έτσι να αποφύγουν την αποζημίωση που του χρωστούν. Όπως είπε ο ίδιος: «Στο ποδόσφαιρο καίμε εύκολα ό,τι αγαπήσαμε. Και πιο εύκολα από όλα,  τους προπονητές«.

pascal2

Με την Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ, την ομάδα της καρδιάς του, ο Πασκάλ Ντυπρά είχε γνωρίσει στιγμές δόξας: απέκλεισε την Παρί Σε Ζερμέν του Κάρλο Αντσελότι στο Κύπελλο –στη συνέχεια θα φτάσει στον τελικό– και, την επόμενη χρονιά, θα νικήσει την ίδια ομάδα στο πρωτάθλημα 2-0. «Ναι, φοβήθηκα πολύ την Παρί. Γι΄αυτό εξάλλου και φοράω καφέ εσώρουχο». Κυρίως όμως, θα καταφέρει να σωθεί το 2014, και πάλι την τελευταία αγωνιστική, νικώντας εκτός έδρας την άμεση αντίπαλο Σοσό, την οποία προπονούσε ο αγαπημένος των δημοσιογράφων, κοντοχωριανός και άσπονδός του φίλος, ο φωτογενής Ερβέ Ρενάρ, ή «Ηθοποιός», για τον Πασκάλ. Ο Ρενάρ είναι πιο συγκαταβατικός με τον συνάδελφό του: «Έχει στην τσέπη του ένα περίστροφο, και με το παραμικρό πυροβολεί. Δεν τον παρεξηγώ».

Έκτοτε, οι σχέσεις των δυο προπονητών έχουν σαφώς καλυτερέψει. Εμείς εδώ στο Σομπρέρο, όμως, ένα πράγμα δεν μπορούμε να συγχωρέσουμε στον Πασκάλ Ντυπρά. Πέρσι, όταν η Μαρσέιγ έχασε από τη Λοριάν, δυσκολεύοντας τη σωτηρία της Εβιάν Τονόν Γκαγιάρ, τα έβαλε με αυτόν που δεν έπρεπε: «Αλλιώς τα είχαμε υπολογίσει, αλλά ο κύριος Μπιέλσα αποφάσισε να το ρίξει στην τρελή και να εφαρμόσει ένα εξωγήινο σύστημα». Ο προπονητής της Μαρσέιγ, πιστός στον εαυτό του όσο κι ο Ντυπρά στον δικό του, τού απάντησε πολύ σοβαρά, με ένα κανονικό, εμπεριστατωμένο και λεπτομερές μάθημα τακτικής. Ο Πασκάλ Ντυπρά μπορεί έτσι να περηφανεύεται ότι δυο από τους μεγαλύτερους προπονητές του κόσμου τού έδωσαν τις σχεδόν πατρικές συμβουλές τους, βοηθώντας τον, ενδεχομένως, να γίνει αυτό που είναι σήμερα, ο πιο ευτυχισμένος Γάλλος προπονητής.

Κατσίκια στο Λιμάνι της Αγωνίας

  [7 Σχόλια]

330A9D8A00000578-3533026-image-a-39_1460326635811

Την Τρίτη που μας πέρασε, μια μέρα πριν τον ημιτελικό του Κυπέλλου Γαλλίας απέναντι στη Σοσό –ομάδα που σέρνεται στα βάθη του βαθμολογικού πίνακα της Β΄εθνικής, «επιτέλους ένας αντίπαλος στα μέτρα της» λένε οι πολύ κακές γλώσσες– η διοίκηση της Ολυμπίκ Μαρσέιγ ανακοίνωσε την απόλυση του προπονητή της, του γνωστού μας Μίτσελ, «εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατά τις τελευταίες εβδομάδες». Η Μαρσέιγ, η πιο ελληνική από τις γαλλικές ομάδες –πρόεδροι που πάνε φυλακή, οικονομικά σκάνδαλα, δωροδοκίες, διοικήσεις με χόμπι τις αλλαγές προπονητών, ψυχοδράματα στα αποδυτήρια και στην κερκίδα– δίνει, η αλήθεια είναι, ένα κάπως νοσηρό ενδιαφέρον στο γαλλικό πρωτάθλημα αλλά το κόστος είναι βαρύ για τους φίλους της. Πάμε μερικούς μήνες πίσω.

«Ειλικρινά, πιστεύετε ότι μπορεί να μας ενδιαφέρουν παίκτες της Λέστερ ή της USM Αλγερίου; Σας πληροφορώ ότι στις μεταγραφές μας κινούμαστε με επαγγελματισμό και με στόχο την ποιότητα, οπότε τέτοιοι παίκτες έχουν μηδενικές πιθανότητες να έρθουν στην ομάδα μας. Δεν ανέχομαι να με θεωρούν ηλίθιο». Το οργισμένο μέιλ στάλθηκε πέρσι τον χειμώνα σε έναν μάνατζερ. Το υπογράφει ο πρόεδρος της Μαρσέιγ, Βενσάν Λαμπρύν. Οι «παίκτες της Λέστερ» που δεν τον ενδιαφέρουν είναι στην πραγματικότητα ένας, ο Ριάντ Μαρέζ. Ο άλλος παίκτης που αναφέρεται, αυτός που παίζει στο Αλγέρι, είναι ο Ζινεντίν Φερχάτ, ο λεγόμενος και «Αλγερινός Κριστιάνο» (βάζει τζελ στα μαλλιά του), ο οποίος έχει πολλές ελπίδες να καταπλήξει κι αυτός σύντομα τον κόσμο του ποδοσφαίρου, αν αναλογιστούμε τη μεταγραφική πολιτική της ομάδας που τον περιφρονεί. Η ίδια ομάδα, που, όπως θρυλείται, έχει απορρίψει στο παρελθόν τις μεταγραφές του Μαραντόνα (1991), του Ντέγιαν Σαβίτσεβιτς (1992), του Ζινεντίν Ζιντάν (1993) και του Νταβίντ Τρεζεγκέ (2010).

8b228

Μίτσελ-Λαμπρύν, εγγύηση επιτυχίας

Την ίδια εποχή που ο Βενσάν Λαμπρύν έστελνε το παραπάνω μέιλ, σχεδίαζε τις κινήσεις του εν όψει της μεταγραφικής περιόδου του καλοκαιριού του 2015: να πουλήσει όποιον παίκτη μπορεί (μεταξύ των οποίων τον Ντιμιτρί Παγιέτ και τον Ζανελί Ιμπουλά) και να αντικαταστήσει με όσο δυνατόν χειρότερο τρόπο όσους έμειναν ελεύθεροι, ειδικά τους κορυφαίους Αντρέ Αγιού και Αντρέ-Πιερ Ζινιάκ. Στη θέση του τελευταίου, που έχει εξελιχθεί σε απόλυτο είδωλο της Τίγκρες του Μοντερέι (καλύτερος παίκτης της μεξικάνικης Λίγκας πέρσι, πρώτος σκόρερ αυτή τη στιγμή), δεν ήρθε κανένας, κι η Μαρσέιγ διαθέτει ουσιαστικά έναν μόνο εννιάρι, τον Βέλγο Μισύ Μπατσουαγί, κι αυτό παρότι αποχτήθηκαν, κυρίως ως δανεικοί, δεκαπέντε καινούργιοι παίκτες. Κάπου στην άκρη του μυαλού του, ο Βενσάν Λαμπρύν ετοιμάζει και το κόλπο γκρόσο: να φέρει στη Μασσαλία τον Αμπού Ντιαμπί, έναν από τους πιο ταλαντούχους Γάλλους παίκτες των τελευταίων ετών, ο οποίος, όμως, λόγω του εύθραυστου κορμιού του, είχε ουσιαστικά να παίξει μπάλα πάνω από δυο χρόνια. Σύμφωνα με τη Daily Mail, ο βασανισμένος Ντιαμπί, όσο ήταν στην Άρσεναλ, δηλαδή από τον 2006 ώς το 2015, τραυματίστηκε σαράντα δυο φορές κι έλειψε συνολικά 222 εβδομάδες. Είχε δυο συμμετοχές σε επίσημα ματς τις δυο τελευταίες σεζόν, ενώ φέτος στη Μαρσέιγ μετράει μιάμιση συμμετοχή και ήδη έναν τραυματισμό (περαστικά).

Μόνη αποτυχία σε αυτήν την καλοκαιρινή επιχείρηση καταστροφής, ο ερχομός του Λασανά Ντιαρά, που μοιάζει αναστημένος μέσα σε αυτό τον σωρό ερειπίων, κι η παραμονή του Νικολά Ν΄Κουλού και κυρίως του Στεβ Μανταντά. Ο ηρωικός διεθνής τερματοφύλακας κάθε σαββατοκύριακο προσπαθεί να σώσει ό,τι μπορεί, παίζοντας συχνά σχεδόν χωρίς άμυνα, κι είναι κι ο μόνος, μαζί με τον Ντιαρά, που γλιτώνει την οργή των οπαδών. Κι αυτό, φανταζόμαστε, μέχρι να φύγει κι αυτός ελεύθερος το καλοκαίρι.

Τα αποτελέσματα της μεταγραφικής πολιτικής και γενικά της διαχείρισης της ομάδας απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η Μαρσέιγ, η μοναδική γαλλική ομάδα που έχει κερδίσει Τσάμπιονς Λιγκ, είναι  15η στη βαθμολογία, κι αν προσπαθήσει λίγο ακόμη προλαβαίνει ακόμη και να υποβιβαστεί. Στο πρωτάθλημα, έχει να κερδίσει στο γήπεδό της πάνω από εφτά μήνες, συγκεκριμένα από τις 13 Σεπτεμβρίου όταν κέρδισε την Μπαστιά. Από τις 14 Φεβρουαρίου έχει καταφέρει να νικήσει μόνο δυο ομάδες, κι αυτές στο Κύπελλο, τα μεγαθήρια Γκρανβίλ και Τρελισάκ, ομάδες ερασιτεχνικών κατηγοριών. Στις 18 Μαρτίου, οι οπαδοί αποφασίζουν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους απέχοντας τα πρώτα δεκαπέντε λεπτά του εντός έδρας αγώνα με τη Ρεν. Ούτε μιλημένοι να ήταν: όταν μπαίνουν στο γήπεδο στο 15΄ το σκορ  είναι 0-3 για τη Ρεν. Θα λήξει 2-5.

Στο επόμενο εντός έδρας ματς, με την Μπορντό, οι κερκίδες αντηχούν από το μουσικό θέμα της σειράς Μπένι Χιλ ενώ, εκτός από τα κλασικά πανό εναντίον της διοίκησης, την παράσταση κλέβουν οι χάρτινες κατσίκες με τη φανέλα της Μαρσέιγ: κατσίκα στη γαλλική ποδοσφαιρική αργκό σημαίνει τον παίκτη περιορισμένων ικανοτήτων και ήδη στα αθλητικά σάιτ εμφανίστηκαν συνεντεύξεις κτηνοτρόφων οι οποίοι εκφράζουν την λύπη τους που το συμπαθές ζώο, εργατικό και αξιόπιστο, συγκρίνεται τόσο άδικα με τους ακριβοπληρωμένους κι ανίκανους ποδοσφαιριστές.

Αμέσως μετά, η ιδιοκτήτρια, η Μαργαρίτα, χήρα του μακαρίτη μεγιστάνα ιδιοκτήτη Ρομπέρ Λουίς-Ντρεϊφύς, ανακοινώνει ότι η Μαρσέιγ πωλείται, πράγμα το οποίο ήταν ήδη φανερό. Το θέμα είναι ποιος θα θελήσει να τη φορτωθεί και τι θα την κάνει.

Η εκφρασμένη φιλοδοξία να γίνει η Ντόρτμουντ της Γαλλίας –νεανική ομάδα, κορυφαίος προπονητής, ωραίο ποδόσφαιρο, μεταπωλήσεις παικτών που να αποφέρουν κέρδος– σκορπά γέλιο (ή θλίψη) αφότου έφυγε ο Μαρσέλο Μπιέλσα. Γιατί το δράμα κορυφώθηκε τότε, τον Αύγουστο του 2015, στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε την πρώτη αγωνιστική – και την πρώτη εντός έδρα ήττα. Ο Λόκο, ο προπονητής που οδήγησε την ομάδα σε μια εκπληκτική πορεία στο πρώτο μισό της προηγούμενης σεζόν, ανακοίνωσε ότι παραιτείται, προκαλώντας εύλογο σοκ και βυθίζοντας τους περισσότερους οπαδούς στην απελπισία: ο Μπιέλσα ήταν η μόνη τους ελπίδα. Το « Bielsa no se va (=Μπιέλσα, μη φεύγεις)» δονούσε τις κερκίδες,  ενώ το πρόσωπό του εμφανίζεται ακόμη και τώρα σε πανό, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Λαμπρύν.

1767412-37346367-2560-1440

Ο λόγος που προέβαλε ο Λόκο ήταν η «οικονομική διαφωνία στην ανανέωση του συμβολαίου», αλλά οι πραγματικές αιτίες της παραίτησης γνωστές σε όλους: πλήρης δυσαρμονία με τη διοίκηση, η οποία, όπως αποδείχτηκε, έψαχνε για αντικαταστάτη πριν καν τελειώσει η προγούμενη σεζόν. Ο αντικαταστάτης ήταν λοιπόν ο Μίτσελ, ο τέλειος αντι-Μπιέλσα –ναι, για ορισμένους αυτό θεωρήθηκε θετικό: δυνατός στις δημόσιες σχέσεις, όμορφος, καλοντυμένος, και πρόθυμος να μην αναλάβει καμία ευθύνη για όσα γίνονται. Ειδικότητά του να τα βάζει με τους παίκτες του μετά από κάθε άσχημο αποτέλεσμα, δηλαδή συχνά. Πρόσφατα απάντησε στις φήμες σχετικά με την έλευση του Χόρχε Σαμπάολι καγχάζοντας: «Πιστεύετε σοβαρά πως θέλει να έρθει να προπονήσει αυτούς τους παίκτες;«.

Η ομάδα του Μπιέλσα είχε τελειώσει το 2014 στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα, παίζοντας επιπλέον λαμπρό ποδόσφαιρο, πριν καταρρεύσει στο δεύτερο μισό του πρωταθλήματος και χάσει ακόμη και την τρίτη θέση που θα οδηγούσε στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Αργεντινός όμως, αντίθετα από τον Μίτσελ, δικαίως λατρεύτηκε γιατί άφησε πίσω αναμφισβήτητο έργο: τη μεταμόρφωση παικτών όπως ο Ζινιάκ κι ο Αγιού, αλλά και του Παγιέτ, του Τοβέν και του Ιμπουλά που μοσχοπουλήθηκαν, ένα επιθετικό στιλ παιχνιδιού, ευχάριστο ακόμη κι όταν δεν ήταν αποτελεσματικό, δουλειά σε βάθος που ξεκινούσε από τις ακαδημίες των νέων, τις οποίες ο ίδιος επίβλεπε, και εβδομαδιαία δωρεάν μαθήματα ποδοσφαίρου για πολύ προχωρημένους στις απολαυστικές συνεντεύξεις του. Κυρίως, στάθηκε όπως το συνηθίζει, δηλαδή ανυποχώρητος, απέναντι στις θελήσεις της διοίκησης και του επενδυτικού κεφαλαίου Doyen Sport που έβαλε πόδι στην ιδιοκτησία πέρσι –ο  Μίτσελ και πολλά από τα κατσίκια της Μαρσέιγ υπήρξαν επιλογές της Doyen Sport. Ο Μπιέλσα υπήρξε πάντα ορκισμένος εχθρός των επενδυτικών κεφαλαίων, που αντιμετωπίζουν τις ομάδες ως συνηθισμένες επιχειρήσεις τις οποίες «εξυγιαίνουν» πριν τις πουλήσουν αποκομίζοντας κέρδος. Τρανταχτό παράδειγμα της ανυποχώρητης στάσης του είναι αυτό του Βραζιλιάνου αμυντικού Ντόρια: δεν τον ήθελε, του επιβλήθηκε από τη διοίκηση και δεν τον έβαλε να παίξει ούτε ένα λεπτό –η μετέπειτα εξέλιξή του ποδοσφαιριστή (παίζει αραιά και πού στη Γρενάδα όπου έχει πάει δανεικός) μοιάζει να δικαιώνει τον Αργεντινό.

Όπως μοιάζουν να τον δικαιώνουν κι όλα όσα συμβαίνουν στο μεγάλο λιμάνι. Κάπου ακούστηκε, κάπου γράφτηκε, ότι θα μπορούσε να ξαναγυρίσει το καλοκαίρι, ειδικά αν απομακρυνθεί ο σατανικός Λαμπρύν. Η εφημερίδα Εκίπ είχε την Τρίτη πρώτο θέμα την πιθανή αντικατάστασή του προέδρου από τον Ξαβιέ Τζοκαντί, που είναι ο σύντροφος της διευθύντριας του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ –ο εναγκαλισμός του παγκόσμιου καπιταλισμού με το ποδόσφαιρο είναι μάλλον αναπόφευκτος. Υπάρχει μια γαλλική παροιμία «η ελπίδα δίνει ζωή»: ζωή σε λόγου μας και καλή δύναμη στον υπηρεσιακό προπονητή Φρανκ Πασί και στον συνεργάτη του, τον θρυλικό Μπαζίλ Μπολί.

Η «προδοσία» του Ραδαμέλ Ενρίκε Γκαρσία

  [3 Σχόλια]

O Ραδαμέλ Φαλκάο είναι Κολομβιανός διεθνής ποδοσφαιριστής (τι σας λέω τώρα). Αγωνίζεται στην Τσέλσι (δανεικός απ’ τη Μονακό) απ’ την αρχή της φετινής σεζόν και λογικά το Γενάρη θα αναχωρήσει γι’ άλλες πολιτείες (λυτρωτικές), που λέει και το γνωστό άσμα της Βιτάλη. Δυστυχώς δεν έχει πείσει κανένα και συνεχίζει να είναι σκιά του καλού εαυτού του μετά το σοβαρό τραυματισμό που είχε, στο γόνατο, ως παίκτης των Μονεγάσκων. Ο Κολομβιανός δεν θυμίζει σε τίποτα το σέντερ φορ «φονιά» που θαυμάσαμε για τέσσερα χρόνια στα Ευρωπαϊκά γήπεδα, τόσο με τη φανέλα της Πόρτο όσο και με αυτή της Ατλέτικο, όταν θεωρούνταν – καθόλου άδικα – από μεγάλη μερίδα ποδοσφαιρόφιλων ως ο «καλύτερος επιθετικός του πλανήτη». Υπήρξα και εγώ μεγάλος θαυμαστής του Φαλκάο. Δεν το κρύβω και το δηλώνω τώρα που το παλικάρι περνά δύσκολες ώρες. Για άλλο θέμα, όμως, γράφω σήμερα και όχι για την αγωνιστική του κατάσταση. Απλά, μου αρέσει να σας βασανίζω με μεγάλους προλόγους. Γνωστό αυτό για όσους μπαίνουν στον κόπο και διαβάζουν όλα τα κείμενά μου (ευχαριστώ).

376297-radamel-falcao-coltrain-700

Το 2013 όταν ο Φαλκάο έπαιρνε μεταγραφή για το Πριγκηπάτο και το Λουί Ντε για να αγωνίζεται μπροστά σε 3.000 ανθρώπους που έχουν τόση σχέση με το ποδόσφαιρο όση έχω εγώ με το Αμερικάνικο Φούτμπολ, σάλος είχε ξεσπάσει με την ηλικία του. Ο Κολομβιανός δήλωνε 26 ετών με πολλές Γαλλικές εφημερίδες να γράφουν κατηγορηματικά πως ο παίκτης κρύβει χρόνια σαν Ελληνίδα τραγουδίστρια που ακούει στο προσωνύμιο «η Απόλυτη». Ποιος είδε το Ραδαμέλ και δε τον φοβήθηκε εκείνη την περίοδο. «Είμαι γεννημένος το 1986 και όχι το 1984» φώναζε όπου έβρισκε μικρόφωνο, κάμερα, μαγνητοφωνάκι και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο ο Κολομβιανός. Τίναζε το μαλλί και έδειχνε πραγματικά ενοχλημένος. Ο «πόλεμος» τελικά σταμάτησε απ’ τον Γαλλικό Τύπο και όλοι συνέχισαν στην καθημερινότητά τους. Δεν ήταν άλλωστε και τόσο σοβαρό το θέμα. Τι 30, τι 40, τι 50; O Φαλκάο παραήταν καλός παίκτης για να συνεχιστεί όλο αυτό και έδινε περισσή λάμψη στο – όχι και τόσο λαμπερό – Γαλλικό πρωτάθλημα της Λιγκ 1. «Ας τον αφήσουμε να συνεχίσει τη δουλειά του» σκέφτηκαν οι δημοσιογράφοι (και τα λοιπά τρολς), με τον παίκτη να γυρίζει το ένα διαφημιστικό μετά το άλλο (τι; δεν ήταν αυτή η δουλειά του;).

James RODRIGUEZ Father & Radamel Enrique GARCIA - Panini Figutita Deportivo Tolima 1987

Εδώ έρχεται ο πατέρας του Φαλκάο που, άθελά του, δεν δικαίωσε το γιο του στη μάχη με το χρόνο. Ο Ραδαμέλ Ενρίκε Γκαρσία υπήρξε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και είχε μάλιστα την τύχη να έχει υπάρξει συμπαίκτης του Χάμες Ροντρίγκεζ. Όχι του παίκτη της Ρεάλ και της Μονακό αλλά εκείνου της Ντεπόρτες Τολίμα. Οι δύο Κολοβιανοί υπήρξαν συμπαίκτες – σχεδόν – 25 χρόνια πριν το κάνουν στη Μονακό και την Εθνική Κολομβίας οι διάσημοι γιοί τους. Για την ακρίβεια, τη σεζόν 1987-1988. Την επομένη οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο πατέρας του Χάμες υπέγραψε με την Ντεπορτίβο Κάλι και ο πατέρας του Φαλκάο με την Μπουκαραμάνγκα. Ο Ραδαμέλ Ενρίκε Γκαρσία συνήθιζε πριν τους αγώνες να παίρνει το μικρούλη γιο του (ναι το Ραδαμέλ Φαλκάο) μαζί του στο γήπεδο και μάλιστα να τον έχει δίπλα του στην ομαδική φωτογραφία. Και εδώ θα λυθεί και το μυστήριο της ηλικίας του Φαλκάο.

James RODRIGUEZ Father & Radamel Enrique GARCIA - Deportivo Tolima 1987

Στην παραπάνω φωτογραφία βλέπουμε τους δύο γονείς δίπλα-δίπλα. Είναι αυτοί με το χρώμα στις φανέλες τους, με τη φωτογραφία να έχει τραβηχτεί το 1988. Το παιδάκι δεξιά είναι ο Ραδαμέλ Φαλκάο που – σύμφωνα με τα λεγόμενά του – εδώ είναι δύο ετών. Εδώ γελάμε. Το χαριτωμένο παιδάκι της φωτογραφίας είναι – τουλάχιστον – τεσσάρων (ίσως και παραπάνω) κάτι που δεν δικαιώνει τον Κολομβιανό σούπερ σταρ στην άτυπη μάχη με το χρόνο. Σύμφωνα με έγγραφο του σχολείου του Φαλκάο, ο παίκτης έχει γεννηθεί στις 10/2/1984 και όχι στις 10/2/1986 με τη φωτογραφία να δικαιώνει το σχολικό έγγραφο. Δεν γνωρίζω τι έχει συμβεί με το συγκεκριμένο θέμα και αν έχει δικαιωθεί ο Φαλκάο ή όχι (και δεν με ενδιαφέρει κιόλας) αλλά δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο που κάποιος ποδοσφαιριστής μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Δυστυχώς ή ευτυχώς ο χρόνος περνάει από πάνω μας και αυτό φαίνεται – ασχέτως – τι γράφει η ταυτότητά μας. Τι 20, τι 30, τι 40; Αν μπορείς να παίξεις, θα παίξεις. Αν μπορείς να δείχνεις νέος, θα δείχνεις. Αν το λέει η καρδιά σου, θα το λέει.

Ερβέ Ρενάρ: Πέρα από την Αφρική

  [6 Σχόλια]

Herve-Renard

Στους πράσινους λόφους γύρω από τις Κάννες, εκεί που έχουν τις πολυτελείς βίλες τους οι Ρώσοι μεγιστάνες, εκεί που μένουν οι σταρ του σινεμά και οι δισεκατομμυριούχοι φίλοι τους όταν θέλουν να αποφύγουν την πλέμπα του φεστιβάλ κινηματογράφου, ακόμη και οι καθαρίστριες οφείλουν να είναι όμορφες σαν μοντέλα. Ακόμη κι αν είναι άντρες. Ο Ερβέ Ρενάρ έκανε μερικά χρόνια αυτήν τη δουλειά για να ζήσει τη οικογένειά του, μετά από μια φτωχή καριέρα ποδοσφαιριστή–κορυφαία στιγμή της οποίας ήταν ότι υπήρξε για ένα χρόνο συμπαίκτης του δεκαπεντάχρονου Ζινεντίν Ζιντάν στην U-19 ομάδα των Καννών– και πριν ξεκινήσει μια εντυπωσιακή καριέρα προπονητή-περιηγητή.

Ο Ερβέ Ρενάρ μάλλον περνάει αρκετό χρόνο στα σολάριουμ, έχει ύποπτα ξανθά μαλλιά, ξέρει σίγουρα πως μοιάζει με τον Τζέιμι Λάνιστερ, είναι πιο φιτ από τους περισσότερους ποδοσφαιριστές που προπονεί –και δεν το κρύβει–  και τα εφαρμοστά πουκάμισά του είναι τόσο άσπρα ώστε θέλουμε να τον ρωτήσουμε τι απορυπαντικό χρησιμοποιεί ( σπόιλερ: το Μπουμ). Πολλά από αυτά τα στοιχεία, συν ο ευέξαπτος χαρακτήρας του, τον κάνουν μερικές φορές αντιπαθητικό, ειδικά στους αντίπαλους προπονητές. Οι παίκτες του όμως τον λατρεύουν και είναι ο μόνος που κατάφερε να κερδίσει δυο Κόπα Άφρικα με δυο διαφορετικές ομάδες. Δεν ξέρουμε να πούμε αν ο άθλος ήταν μεγαλύτερος το 2012, όταν κέρδισε με το αουτσάιντερ Ζάμπια ή το 2015, όταν ήταν προπονητής της αιώνιας παρά λίγο πρωταθλήτριας, της Ακτής του Ελεφαντοστού, τότε που κατάφερε να πείσει τον Γιαγιά Τουρέ να παίζει σχεδόν κεντρικός αμυντικός.

Αφού εγκατέλειψε οριστικά το επάγγελμα του καθαριστή κατοικιών πολυτελείας στον γαλλικό νότο, ο Ερβέ γνώρισε αρκετές όμορφες γωνιές του πλανήτη μας: Κίνα, Βιετνάμ, έκανε ένα πολύ σύντομο πέρασμα από το Κέμπριτζ –όπου, όπως θα φανεί αργότερα, δεν δούλεψε αρκετά τα αγγλικά του– , πέρασε έξι μήνες στο ταμείο ανεργίας, δυο σεζόν στο καθαρτήριο του Χερβούργου, πριν συναντήσει τη μοίρα του στην υποσαχάρια Αφρική. Βοηθός του Κλοντ Ρουά στην Εθνική Γκάνας, όπου διαχειρίστηκε με επιτυχία τα γνωστά ψυχοδράματα που ταλανίζουν αυτή τη δύσμοιρη ομάδα –τα αδέρφια Ασαμόα και Μπαφούρ Τζαν να κλαίνε και να φτιάχνουν τις βαλίτσες τους επειδή δυσαρεστημένοι φίλαθλοι ενόχλησαν τη μάνα τους στην αγορά, τέτοια– και μετά, πρώτο και δύσκολο πέρασμα από τον πάγκο της Εθνικής Ζάμπιας. Καταφέρνει να φτάσει στα προημιτελικά της Κόπα Άφρικα του 2010, αποκλείεται στα πέναλτι από τη Νιγηρία και κλέβει την παράσταση στη συνέντευξη τύπου απαντώντας σε ενοχλητικό δημοσιογράφο: «Είσαι σκατάνθρωπος, είσαι ο μόνος Ζαμπιανός που χαίρεσαι σήμερα, θα σε περιμένω έξω, έλα αν έχεις αρχίδια, σε περιμένω». Εντυπωσιακή έξοδος, αυλαία.

Ενάμιση χρόνο μετά, και αφού περάσει για λίγο από την Εθνική Αγκόλας και την Αθλητική Ένωση Αλγερίου, επιστρέφει. Κι αυτήν τη φορά, το αποκαλύψαμε πιο πριν, θα είναι η καλή. Ο ίδιος θα πει αργότερα πως ενέπνευσε τους παίκτες του λέγοντάς τους να παίξουν για να τιμήσουν τη μνήμη των 18 συμπαικτών τους που σκοτώθηκαν το 1993, όταν το αεροπλάνο που τους μετέφερε στο Ντακάρ για να αντιμετωπίσουν τη Σενεγάλη έπεσε στον Ατλαντικό. Στην πραγματικότητα, στον τελικό με την Ακτή Ελεφαντοστού χρειάστηκε να βοηθήσουν λιγάκι κι ο Ντιντιέ Νρογκμπά, ο Κόλο Τουρέ και ο Ζερβίνιο. 8-7 στα πέναλτι, με τον Στοπιλά Σουνζού να χτυπάει το νικητήριο για τη Ζάμπια. Εδώ αρχίζει μια συγκινητική ιστορία, καθώς ο Σουνζού θα γίνει στη συνέχεια ο Κόφι Αμπονσά του Ρενάρ και θα τον ακολουθήσει το 2013 στη Σοσό και φέτος στη Λιλ.

Ο Ερβέ θα γίνει ίνδαλμα στη Ζάμπια, θα ξαναπαντρευτεί μάλιστα μια ντόπια καλλονή, θα αποκτήσει ένα κοριτσάκι και θα γυρίσει, μέσα στον χαμό, ακόμη μια διαφήμιση για το απορρυπαντικό Μπουμ: «Οι μανάδες μας πάντα το έλεγαν πως θα γίνουμε πρωταθλητές»

Τον 2013, επιστροφή στη Γαλλία για μια ειδική αποστολή: θα προσπαθήσει να σώσει από μια απελπιστική κατάσταση τη Σοσό και σχεδόν θα τα καταφέρει. Σχεδόν. Παρά τη εντυπωσιακή μεταμόρφωση της ομάδας, η Σοσό θα χάσει τελευταία αγωνιστική από την Εβιάν, θα υποβιβαστεί, και ο Ρενάρ θα γυρίσει στην Αφρική, όπου θα κερδίσει την επόμενη χρονιά τη δεύτερη Κόπα Άφρικα, πάλι στα πέναλτι. Αυτήν τη φορά θα βγάλει και το πουκάμισο. Στην Αφρική πλέον λατρεύεται και είναι γνωστός ως ο Λευκός Μάγος, εν προκειμένω ο Ξανθός. Αυτός ο άσημος προπονητής, με την ανύπαρκτη καριέρα στη Γαλλία, πέτυχε εκεί που είχαν αποτύχει προπονητές όπως ο Βαχίντ Χαλίλοζιτς, ο Έρικ Γκερέτς, ο Πολ Λε Γκουέν.

Το ερώτημα τώρα είναι: μπορεί κανείς να γίνει προφήτης στον τόπο του; Ή έστω μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα βορειότερα από τον τόπο του, τη μαγευτική Σαβοΐα; Η Λιλ φέτος άρχισε τη σεζόν ακόμη πιο άσχημα κι από πέρσι, πράγμα που φαινόταν δύσκολο, έχει πετύχει επτά γκολ σε δεκατρία ματς, βρίσκεται στη 16η θέση και οι αρχικοί στόχοι, θεαματικό ποδόσφαιρο και μια θέση που να οδηγεί τουλάχιστον στα προκριματικά της Γιουρόπα Λιγκ, μοιάζουν πάρα πολύ μακρινοί. Ο Ερβέ Ρενάρ δεν ανησυχεί, φοράει ένα απο τα τυχερά του άσπρα πουκάμισα και περιμένει, εξάλλου η επόμενη Κόπα Άφρικα θα γίνει τον Φεβρουάριο του 2017.

Η επιστροφή του κοντού

  [Καθόλου σχόλια]

VAL6

Το Βελοντρόμ χθες το βράδυ υποδεχόταν ένα πρώην δικό του παιδί. Δεν ήταν όμως υποδοχή αγάπης όπως θα περίμενε κανείς. Ο Βαλμπουενά έφυγε από την Μαρσέιγ για κάνει το (προσοδοφόρο) αγροτικό του στην Μόσχα, έφυγε καθαρά για τα χρήματα και αυτό δεν άρεσε. Ακόμα χειρότερο όμως ότι η επιστροφή του στη Γαλλία δεν έγινε στο λιμάνι της Μασσαλίας, αλλά στην Λυών. Και το κοινό τής Μαρσέιγ που δεν το λες από τα πιο ήρεμα της Ευρώπης (μεσοβδόμαδα τα έσπασε στο Γκρόνιγκεν) φρόντισε εξ αρχής να δείξει τις διαθέσεις του για τον «προδότη».  Στην αναγγελία των ονομάτων το γήπεδο σείστηκε από τις αποδοκιμασίες. «Οι πραγματικοί Μαρσεγιέζοι παίζουν μόνο στην ΟΜ» έγραφε το πανό που σηκώθηκε, ενώ πιο δίπλα υπήρχε ένα ομοίωμα του κρεμασμένου Βαλμπουενά στον αέρα της Μασσαλίας.

CPXiAEBWoAA1qxx.jpg large

Αλλά δεν ήταν μόνο οι οπαδοί που έκαναν δύσκολη τη ζωή του κοντοπίθαρου Γάλλου. Οι πρώην συμπαίκτες του ήταν εκεί να τον καλωσορίσουν με τον δικό τους τρόπο και να στέλνουν συνεχώς στο χορτάρι του γηπέδου τον Βαλμπουενά. Ο Αλεσαντρινί ανάμεσά τους ο χειρότερος, έκανε ένα σκληρό τάκλιν με αποτέλεσμα η ΟΜ να μείνει με 10 από το 43′. Μερικά λεπτά πιο πριν, ο Βαλμπουενά είχε βγάλει την πάσα από την οποία οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν το (αμφισβητούμενο) πέναλτι με το οποίο έγραψαν το 0-1.

Και όταν ο κοντός πήγαινε για να εκτελέσει κάποιο κόρνερ, επιστρατεύονταν οι άντρες ασφαλείας του γηπέδου για να τον προστατεύσουν από τους οπαδούς, σαν ρωμαϊκή λεγεώνα στο Αστερίξ. Τα παράπονα από τη διαιτησία, το εις βάρος σκορ και η μορφή του Βαλμπουενά έφτιαξαν μια εκρηκτική ατμόσφαιρα με αποτέλεσμα το παιχνίδι να διακοπεί για περίπου 20 λεπτά, όταν οι οπαδοί της ΟΜ άρχισαν να πετούν αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο. Τελικά, παρά τον παίκτη λιγότερο η Μαρσέιγ μπόρεσε και ισοφάρισε ύστερα από κόρνερ, το τελικό 1-1 ήρθε και η επιστροφή του πρώην αγαπημένου πέρασε για πάντα στην ιστορία σε έναν αγώνα με αρκετή γκρίνια από τους γηπεδούχος για τον διαιτητή.

Το Σαμπιονά Χάνει για Άλλη μια Φορά το Μομέντουμ

  [6 Σχόλια]

Μετά την εντός έδρας ήττα την πρώτη αγωνιστική από την Καέν, ο Μαρσέλο Μπιέλσα παραιτήθηκε από τον πάγκο της Μαρσέιγ. Η συγκεκριμένη εξέλιξη ήταν απολύτως αναμενόμενη καθώς η σχέση του με τη διοίκηση της ομάδας ήταν κακή εδώ και πάρα πολύ καιρό. Από το φθινόπωρο του 2014 ήταν σε ανοικτή κόντρα με τον πρόεδρο Βινσέντ Λαμπρούν και εκείνο που τον κρατούσε στον πάγκο ήταν το σχέδιό του για τη χρονιά και η λατρεία των οπαδών. Η ιδιοκτήτρια Μαργαρίτα Λουΐ Ντρεϋφούς κρατούσε αποστάσεις, όμως μετά την αποτυχία της Μαρσέιγ να προκριθεί στο Τσάμπιονς Λιγκ των φετινής σεζόν άρχισε η εκκαθάριση.

Η ομάδα άδειασε επικίνδυνα, ειδικά μπροστά όπου οι Αντρέ Αγιού, Ζινιάκ και Παγιέτ έφυγαν, οι δύο πρώτοι ως ελεύθεροι, ενώ ο τελευταίος πουλήθηκε 17,5 μύρια στη Γουέστ Χαμ. Στο κέντρο πουλήθηκε ο βασικός, αναντικατάστατος και παιχταράς Ιμπουλά για 25 μύρια στη Πόρτο, ενώ στην άμυνα δεν ανανεώθηκε το συμβόλαιο του βασικού Μορέλ, ενώ η διοίκηση σχεδιάζει να πουλήσει και τον βασικότατο Ν’Κουλού. Όλα αυτά, κόντρα στην επιθυμία του Μπιέλσα που ήξερε ότι τους Αγιού και Ιμπουλά δεν μπορούσε να τους κρατήσει, αλλά περίμενε αντικαταστάτες. Η διοίκηση δεν έκανε τίποτα, πήρε μόνο κάτι παιδάκια, δείχνοντας έμπρακτα στο Λόκο Μπιέλσα ότι μαζί δε γίνεται να συνεχίσουν.

bielsa, equipe

Από αυτήν την κόντρα φυσικά βγαίνει χαμένη η Μαρσέιγ που αγωνιστικά κόβεται απότομα και ανορθόδοξα η όποια προσπάθεια επανόδου στα ψηλά στρώματα της βαθμολογίας, όταν μάλιστα Παρί, Λυών και Μονακό δείχνουν να είναι ξεκάθαρα ένα με δύο επίπεδα πάνω. Χαμένο όμως βγαίνει και το γαλλικό πρωτάθλημα που είχε βρει μία τεράστια περσόνα να το διαφημίζει και να τραβάει το ενδιαφέρον των ξένων. Η Εκίπ βγήκε με πρωτοσέλιδο «Η ιστορία μιας προδοσίας» για τη σχέση διοίκησης-Μπιέλσα. Μέσα στα υπόλοιπα που έγραφε για τον απολογισμό της θητείας του Αργεντίνου στον πάγκο των Μασσαλών, ανέφερε ότι οι χορηγικές συμφωνίες της ΟΜ αυξήθηκαν 2,5% εξαιτίας του και μόνο, ενώ παρουσιάστηκε αυξημένο ενδιαφέρον από δίκτυα της Λατινικής Αμερικής για τα δικαιώματα του Σαμπιονάτ.

Όλα αυτά πάνε στο βρόντο, ειδικά όταν υπάρχει πολύ σοβαρή πιθανότητα το πρωτάθλημα να χάσει τον έτερο αστέρα του που τραβάει τα βλέμματα του πλανήτη και αναφέρομαι στο Ζλάταν φυσικά. Η συμφωνία του για επιστροφή στη Μίλαν είναι μάλλον δεδομένη και παρά την απόκτηση του Ντι Μαρία από τους Παριζιάνους το γκελ που κάνει η περσόνα Ζλάταν δεν αντικαθίσταται εύκολα. Σε αυτά να προσθέσουμε ότι παρά την ανανέωση του συμβολαίου του, το μέλλον του Λακαζέτ στη Λυών δεν είναι και τόσο βέβαιο, καθώς η μισή Πρέμιερ τον θέλει και ο Ολάς στα καλά λεφτά δεν έλεγε όχι όταν έπαιρνε τα πρωταθλήματα το ένα μετά το άλλο, όχι τώρα.

Zlatan

Το Σαμπιονά λοιπόν έχασε ήδη τον καλύτερο προπονητή που είχε, μάλλον χάνει τον πιο διάσημο ξένο παίχτη που παίζει εκεί και ενδεχομένως και τον καλύτερο νέο Γάλλο που αγωνίζεται ακόμα στη χώρα του. Αυτή είναι και η θλιβερή ιστορία μιας χώρας που παράγει συνεχώς παίχτες που δεν μπορεί να τους κρατήσει. Μπορεί να είναι συναρπαστικό και πολύ ρομαντικό ότι στη Γαλλία δεν υπάρχει μια υπερδύναμη, ή έστω δύο-τρεις-τέσσερις μεγάλοι σύλλογοι και τα πρωταθλήματα είναι μοιρασμένα, αλλά αυτά έχει και την αρνητική του πλευρά. Κανένας σύλλογος δεν έχει γίνει αρκετά σπουδαίος ώστε να κρατά τους παίχτες εκεί. Η Παρί τώρα το κάνει με τα πετροδόλαρα κάτι Αράβων, ενώ η Μαρσέιγ του Ταπί ήταν δύναμη την εποχή πριν σκάσει η βόμβα Μποσμάν.

platini_zidane_994164632_north_522x

Η Γαλλία που έχει βγάλει τα δύο καλύτερα ευρωπαϊκά δεκάρια όλων των εποχών (ναι για τον Μισέλ και τον Ζιντάν λέω), επιθετικούς όπως ο Κοπά, ο Τρεζεγκέ και ο Ανρί, αμυντικά χαφ που άλλαξαν τον τρόπο που παίζεται η θέση όπως ο Τιγκανά ο Ντεσάμπ και ο Βιεϊρά, αμυντικούς  επιπέδου Τουράμ, Ντεσαγί, Μπλαν, έχει πολύ φτωχή συγκομιδή σε ευρωπαϊκούς τίτλους. Μόνο εκείνο το Τσάμπιονς Λιγκ της Μαρσέιγ και κάτι σκόρπιοι τελικοί. Ακόμα και στα άλλα κύπελλα Ευρώπης οι κατακτήσεις είναι ελάχιστες. Αντίθετα με την εθνική ομάδα, οι σύλλογοι αγκομαχούν. Αν οι Ισπανοί δεν είχαν κάνει εκείνο το ξέσπασμα από το 2008 μέχρι το 2012, θα ήταν το ανάποδό τους. Χώρα με ελάχιστους διεθνείς τίτλους με συλλόγους που σαρώνουν παντού.

Το πρόβλημα με τους Γάλλους είναι, εκτός από τη δημιουργία συλλόγων που θα χτίσουν φανέλα, θα τραβάνε, αλλά κυρίως θα κρατάνε τους παίχτες, ότι μόλις πάνε να δημιουργήσουν έναν κάποιο ανταγωνισμό τα κάνουν ρατατούιγ (γαλλική έκδοση του τουρλού). Εκεί που στις πλούσιες Παρί και Μονακό ήρθε η Λυών με τις ακαδημίες της και η Μαρσέιγ με τον Μπιέλσα, ήδη ο τελευταίος μας χαιρέτησε.

Το Καπρίτσιο του Πλουσιόπαιδου

  [4 Σχόλια]

Παρακολουθώντας χθες το γαλλικό κλάσικο μεταξύ Μαρσέιγ και Παρί (σημείωση: οι Γάλλοι το συγκεκριμένο παιχνίδι το λένε κλάσικο περίπου 20 χρόνια τώρα και δεν είναι θύμα της μόδας που έχει πιάσει όλη την Ευρώπη τα τελευταία 6 χρόνια), έβλεπα την εκπληκτική συνεργασία που έχουν μεταξύ τους ο Μπλες Ματουϊντί με το Μάρκο Βεράτι. Παρότι είμαι πιο κοντά στην ομάδα της Μασσαλίας, αν και δεν έχω φανέλα του Μπερνάρντ Ταπί Μπαζίλ Μπολί, το συγκεκριμένο παριζιάνικο δίδυμο στο κέντρο είναι από τα καλύτερα στην Ευρώπη.

Ο Ματουϊντί (Γκοντ Μπλες Χιμ) είναι ένας κεντρικός χαφ που μπορεί να τρέχει ασταμάτητα, με τον τεράστιο διασκελισμό του καλύπτει γρήγορα το χώρο, αλλά και τη μπάλα με τα μακρυά του κανυά. Είναι σπάνιο ένας κεντρικός παίχτης να μπορεί όχι μόνο να κατεβάσει τη μπάλα, όχι μόνο να πασάρει κάθετα και να σουτάρει από απόσταση, που είναι στα προαπαιτούμενα της θέσης, αλλά να έχει τόσο καλή τεχνική που να μπορεί να μετατραπεί σε ακραίος. Τη σέντρα που μπορεί να βγάλει από το πλάι ο Μπλες στην κίνηση θα τη ζήλευαν πολλά εξτρέμ. Και άμα λάχει κάνει και μια ζωγραφιά όπως το πρώτο γκολ της Παρί χθες.

Ο Μάρκο Βεράτι από την άλλη είναι ένας εγκέφαλος στη μεσαία γραμμή που οργανώνει όλο το παιχνίδι. Πραγματικά σε κάνει να απορείς πως στο κέρατο αυτός ο κοντοπίθαρος τσιλιβήθρας μπορεί να βάζει τόση δύναμη στο παιχνίδι του και να γίνεται και σκληρός αν το απαιτεί το παιχνίδι. Πέρα από το πάσιγκ γκέιμ, τον έλεγχο του ρυθμού και την οργάνωση του παιχνιδιού, κόβει, μαρκάρει και καλύπτει. Ο Βεράτι είναι κάτι μεταξύ Πίρλο και Τσάβι στο παιχνίδι του, αλλά το πιο βασικό απ όλα είναι ότι έχει δέσει πολύ αρμονικά με τον Ματουϊντί. Ως δίδυμο μπορούν να κάνουν τα πάντα στο κέντρο και δεν είναι τυχαίο ότι στην τριάδα αλλάζει ο τρίτος που θα τους συμπληρώσει γιατί αυτοί θεωρούνται ένα. Ο Παστόρε, ο Μόουρα, ο Ραμπιό, ο Καμπάγ είναι εκείνοι που μάχονται για τη μία θέση που μένει.

Verratti-Matuidi

Όμως ο πρόεδρας Άραβας πετρελαιάς έχει ένα καημό και ένα κόλλημα. Ο καημός του είναι να κάνει τουλάχιστον δύο σούπερ μεταγραφές κάθε καλοκαίρι γιατί ο λογιστής του λέει ότι υπάρχουν κάποια ποσά που πρέπει να ξεπλύνει θέλει να κάνει την Παρί Ευρωπαϊκό μεγαθήριο. Το κόλλημά του είναι να χτυπάει πάντα το μεγάλο στόχο που έχει η Μπαρσελόνα κάθε καλοκαίρι. Η κόντρα που έχουν οι δύο Καταριανοί, ο ιδιοκτήτης της Παρί και ο χορηγός επί ντροπής της Μπάρσα, κρατάει πολλά χρόνια και έχει μεταφερθεί και στο ποδόσφαιρο. Όπως λοιπόν στην αυλή του σχολείου το ένα πλουσιόπαιδο θέλει να μοστράρει το καινούριο πανάκριβο Άι-φον του πριν το πάρει το άλλο πλουσιόπαιδο, έτσι και ο Κελαϊφί θέλει να πάρει τον κάθε αστέρα που έχει στη λίστα της η Μπαρσελόνα. Και επειδή αυτός σπρώχνει τα λεφτά το κάνει κάθε χρόνο σε μια τιμή που η Μπαρσελόνα δεν μπορεί να κάνει ματς-απ, που λέμε και στο Μάνατζερ. Ξεκίνησε με τον Τιάγο Σίλβα και μετά κάθε χρόνο ερχόταν και κάποιος (Μαρκίνιος, Νταβίντ Λουίζ με σειρά εμφάνισης). Τώρα είναι ο Πολ Πογκμπά.

paul-pogba

Ο Πογκμπά είναι ένας καταπληκτικός παίχτης όμως παίζει ακριβώς στην ίδια θέση και ακριβώς με το ίδιο στυλ του Ματουϊντί. Η ενδεχόμενη απόκτησή του από την Παρί θα σπάσει αυτό το εκπληκτικό δίδυμο πράγμα που καταργεί την ποδοσφαιρική λογική. Ο Πογκμπά είναι ένας παίχτης που χρειάζονται πολλά τοπ κλαμπς. Η Μπάρσα, όλοι οι Άγγλοι, ακόμα και η Μπάγερν με τη Ρεάλ Μαδρίτης θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν. Η Παρί όμως τον θέλει από καπρίτσιο. Επειδή είναι Γάλλος και επειδή τον θέλει η Μπαρσελόνα. Όμως όταν έχεις βρει δίδυμα ή τριάδες που να ταιριάζουν δεν τις σπας. Η Γιουνάιτεντ φύλαξε το Σκόουλς-Κιν όσο πήγαινε και η Μπαρσελόνα αρνιόταν πεισματικά να χαλάσει την τριάδα Τσάβι-Ινιέστα-Μπουσκέτς, σε σημείο που ο Μαστσεράνο γύρισε σέντερ μπακ. Αλλά το ποδόσφαιρο έχει λίγη σχέση με τα καπρίτσια.

Η Νέα Μόδα στα Στατιστικά

  [8 Σχόλια]

Ένας από τους πολλούς αφορισμούς του ποδοσφαίρου είναι ότι τα στατιστικά δε λένε πάντα την αλήθεια για ένα παιχνίδι. Σωστό, άλλωστε πως μπορείς να εξηγήσεις ένα παιχνίδι που μια ομάδα έχει 75% κατοχή, 20 τελικές, οι 13 στο τέρμα και στο τέλος το χάνει 0-1; Η ποσοτικοποίηση του ποδοσφαίρου μπορεί να αφαιρεί τη μαγεία ενός σλάλομ του Μέσι, ενός φάουλ του Κριστιάνο, ενός ακροβατικού του Ζλάταν, είναι όμως χρήσιμη για τους προπονητές. Οι Γάλλοι όμως ίσως να έχουν βρει έναν τρόπο να εξηγούν το παιχνίδι την ώρα που παίζεται με εναλλακτικά στατιστικά στοιχεία.

OM-OL 1

Παρακολουθώντας ένα οποιοδήποτε παιχνίδι σε άλλο πρωτάθλημα εκτός του Σαμπιονά θα δούμε τα κλασικά στατιστικά με κατοχή, σουτ στο τέρμα, τελικές προσπάθειες, λάθη, οφσάιντ, κίτρινες και κόκκινες κάρτες. Την Κυριακή το βράδυ όμως βλέποντας το ματς μεταξύ Μαρσέιγ και Λυών, το Κανάλ Πλους μας παρουσίασε μια τελείως διαφορετική οπτική. Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει, όμως οι Γάλλοι, που ήταν οι πρώτοι που έφεραν και το σούπερ σλόου μόσιον στα ριπλέυ, προσπαθούν να εξηγήσουν με στατιστικά το παιχνίδι σε πραγματικό χρόνο την ώρα που συμβαίνει.

Για παράδειγμα, έπεφτε στατιστικό «Παγιέτ, έχει πάρει 16 φορές τη μπάλα, έχει προσπαθήσει 4 κάθετες, 7 ανοίγματα στο πλάι, 5 φορές έχει γυρίσει τη μπάλα πίσω». «Γκεζάλ, 5 κοψίματα, 2 στο κέντρο, 3 στο 1/3 του γηπέδου που αμύνεται η Λυών». «Ζινιάκ, 14 φορές έχει πάρει τη μπάλα, 33% στο 1/3 που επιτίθεται η Μαρσέιγ, 2 πάσες στο Τοβάν, 8 προς τα πίσω, 2 στον Αγιού, 2 σουτ». «Λυών, 8 κοψίματα, κανένα στο 1/3 που επιτίθεται, κανένα δεν κατέληξε σε αντεπίθεση».

Ο παραπάνω τρόπος σου εξηγεί το παιχνίδι. Σε κάνει να καταλάβεις το πως παίζουν οι ομάδες, το σύστημα που ακολουθούν, το τι τους βγαίνει μέσα στον αγωνιστικό χώρο και τι όχι. Τα στρυφνά και ξενέρωτα παραδοσιακά στατιστικά παρουσιάζουν μόνο τα αποτελέσματα και όχι το παιχνίδι. Το αν μια ομάδα κάνει 12 φάουλ ή αν ένα παιχνίδι έχει 44 λάθη στο 30΄ είναι κάτι που όλοι που βλέπουν το ματς το έχουν παρατηρήσει. Τα κλασικά αυτά στατιστικά κάνουν απλώς μιας σούμα αυτού που έχεις ήδη δει ως θεατής. Εκείνο που πάνε να κάνουν οι Γάλλοι είναι μια λάιβ τακτική ανάλυση του παιχνιδιού. Έτσι μπορεί ο θεατής εύκολα να καταλάβει το ίδιο το παιχνίδι, την τακτική και τη λογική του. Μπορεί μετά να δει αν πέτυχε το σχέδιο του προπονητή ή όχι, να κατανοήσει το ρόλο του κάθε παίχτη και πόσο καλά υπηρετεί το σύστημα. Η απόδοση του κάθε παίχτη δεν είναι απλώς τα σουτ, τα τάκλιν και οι πάσες του, αλλά όλη του η συμπεριφορά στο γήπεδο, η λειτουργία του στο σύνολο, το πόσο βοηθάει την ομάδα του.

Οι γαλλικές μεταδόσεις είναι με διαφορά οι καλύτερες από πλευράς σκηνοθεσίας, οπτικής και ρεαλισμού. Οι Γάλλοι στα κύπελλα έχουν συνδεδεμένο το μικρόφωνο του διαιτητή με κάμερα και στα πλάνα γηπέδου περνάει ο ήχος από το τι λέει στους παίχτες. Από του χρόνου θα το κάνουν και στα ματς πρωταθλήματος. Έχουν φλας ίντερβιου στο ημίχρονο, τόσο όταν τελειώνει στο χορτάρι, όσο και στα αποδυτήρια όταν οι ομάδες ξαναβγαίνουν στον αγωνιστικό χώρο. Επίσης, έχουν φλας ίντερβιου στους πάγκους όταν κάποιος παίχτης βγαίνει αλλαγή. Τώρα με αυτή τη νέα μορφή στατιστικών πάνε τη μετάδοση παραπέρα, στην σε πραγματικό χρόνο τακτική ανάλυση του παιχνιδιού. Με όλα τα παραπάνω, περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον το επόμενο Γιούρο που ίσως να πάει την τηλεοπτική μετάδοση του ποδοσφαίρου σε μια νέα τελείως γενιά.

Σβήνει το Κόκκινο Αστέρι

  [3 Σχόλια]

Λίγο πιο βόρεια από το τελευταίο δημοτικό διαμέρισμα του Παρισιού, υπάρχει μια γειτονιά εργατική, το Σεντ Ουέν. Εκεί έχει την έδρα της ο Ρεντ Σταρ, ναι καλά διαβάζετε, Ρεντ Σταρ, όχι Κρουά Ρούς, όχι Ερυθρός Αστέρας. Είναι ο μοναδικός σύλλογος στη Γαλλία που έχει αγγλικό όνομα και μπορεί σήμερα να μη λέει πολλά στο ευρύ κοινό, όμως αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους και πιο ιστορικούς συλλόγους της Γαλλίας.

red star saint ouen

Η ιστορία ξεκινάει το 1897, οπόταν ο Ζιλ Ριμέ (ναι ο γνωστός, αυτός που έφτιαξε το Μουντιάλ) με τον αδερφό του και δύο φίλους του ιδρύουν το σύλλογο Ρεντ Σταρ. Η αρχική έδρα τοποθετείται στη Μεντόν, ενώ το ποδοσφαιρικό τμήμα πάει στο 15ο διαμέρισμα του Παρισιού. Από το 1909 όμως και μετά μεταφέρεται στο προάστιο Σεντ Ουέν, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. Υπάρχει ένας γενικότερος θρύλος γύρω απ’ την ονομασία. Οι δύο επικρατέστερες θεωρίες είναι ότι το κόκκινο αστέρι, όπως και το αγγλικό όνομα είναι προς τιμήν του Μπάφαλο Μπιλ. Η άλλη ότι ήθελαν να δείξουν τις κουμουνιστικές καταβολές. Το πράσινο περίβλημα στο κόκκινο αστέρι συμβολίζει τα χρώματα του συγκεκριμένου προαστίου.

Ο σύλλογος έχει κατακτήσει πέντε κύπελλα Γαλλίας και τις δεκαετίες του 1940 και 1950 ήταν τόσο σπουδαίος που ομάδες όπως η Ρεάλ Μαδρίτης, όταν έχτιζε το μύθο της ως βασίλισσα, έκλεινε φιλικά με το Ρεντ Σταρ και το θεωρούσε τιμή. Επίσης σε μια περίοδο που τα υπερατλαντικά ταξίδια δεν ήταν εύκολα, οι Πενιαρόλ και Μπόκα Τζούνιορς είχαν ταξιδέψει στη Γαλλία για να παίξουν μαζί του.

Το όνομα του Ρεντ Σταρ ήταν τόσο γνωστό που είχε φέρει το 1940 έναν σπουδαίο Αργεντίνο παίχτη για πρώτη φορά στην Ευρώπη, τον Ελένιο Ερέρα. Ο μετέπειτα σπουδαίος προπονητής του κατενάτσιο γνώρισε το Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο εκεί. Πριν τον πόλεμο ήταν ο σύλλογος που είχε τους περισσότερους διεθνείς στη εθνική Γαλλίας, αλλά και μετά, όταν άρχισε η παρακμή του συνέχισε να αποτελεί μια μήτρα παραγωγής παιχτών. Από το Σάφετ Σούσιτς, τον Ρότζερ Μάγκνουσον και τον Τόνι Κασκαρίνο στους πιο σύγχρονους Ντιαμπί, Λασανά Ντιαρά, Σοφιάν Φεγκουλί, Μούσα Σισοκό, Αλεξάντρ Σογκ, που ξεκίνησαν από το Βόρειο Παρίσι.

Το Σεντ Ουέν είναι μια λαϊκή, εργατική περιοχή που ο Ντε Γκωλ χαρακτήριζε «κόκκινο προάστιο». Οι σοσιαλιστές κέρδιζαν παραδοσιακά εκεί και η ομάδα αντηχούσε αυτό το χαρακτήρα. Έξω από το γήπεδο υπάρχει ένα μνημείο προς τιμήν του Ρίνο Ντελά Νέγκρα, επιθετικού του Ρεντ Σταρ από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 που δολοφονήθηκε από τους Ναζί το Φεβρουάριο του 1944. Στο μνημείο καταθέτουν στεφάνι κάθε χρόνο από οπαδοί, μέχρι ανώτεροι πολιτικοί αξιωματούχοι. Πέρα από αυτό, ήταν ο πρώτος σύλλογος που έντυσε με την ίδια φανέλα έναν Ρώσο (Αλεξάντρ Μπούμπνωφ) και έναν Αμερικανό (Ούγο Πέρεζ) ποδοσφαιριστή αμέσως μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου το 1991. Σήμερα οι εξέδρες είναι γεμάτες από πολλές «αντί» ομάδες.

memoire antinazi

Εκπληκτικό στην ιστορία του Ρεντ Σταρ είναι ότι από το 1909 μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει έδρα και παραμένει πιστός στο αγγλικής αρχιτεκτονικής γήπεδό του, το Μποέρ. Το γήπεδο όμως είναι και το μεγάλο πρόβλημα του συλλόγου αυτή τη στιγμή. Οι οπαδοί δε θέλουν να φύγουν από το Μποέρ, η διοίκηση θέλει να το αλλάξει διότι δεν πληρεί τα κριτήρια για τη Λιγκ Ντε για την οποία διεκδικεί την άνοδο η ομάδα και ο δήμος, πρώτη φορά στην ιστορία με δεξιό δήμαρχο, αντιδρά και μπλοκάρει οποιαδήποτε ανακατασκευή του γηπέδου. Τη Δευτέρα η διοίκηση της ομάδας έστειλε ανοιχτή επιστολή στο δήμαρχο για την ανακατασκευή του γηπέδου που κολλάει στη γραφειοκρατεία.

Οι οπαδοί του Ρεντ Σταρ είναι τόσο ρομαντικοί που στο ματς κόντρα στην Σεντ Ετιέν για τους 16 του κυπέλλου Γαλλίας που δεν έγινε στο Μποέρ, αλλά στο Ζαν Μπουίν της FC Paris, οι περισσότεροι δεν πήγαν. Πήγε όμως ο Πρόεδρος. Ο Ολάντ δηλώνει οπαδός του Ρεντ Σταρ καθώς γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί κοντά. Η διοίκηση της ομάδας έχει βρει στον Πρόεδρο έναν σύμμαχο στη μάχη της με το δήμο. Άλλωστε εκείνα που δε θέλει να κάνει η διοίκηση είναι α) να μετακομίσει, β) ο δήμος να πληρώσει τις ανακατασκευές, τις αναλαμβάνει όλες εκείνη, γ) να πληρώσει ένα πρόστιμο που δε θα της επιτρέπει να είναι ανταγωνιστική στη Λιγκ Ντε και δ) να χάσει στα χαρτιά μιαν άνοδο που θα έχει κερδίσει στον αγωνιστικό χώρο. Άλλωστε θα είναι κρίμα να κοπεί η επιστροφή ενός τόσο σημαντικού συλλόγου από το γινάτι ενός δημάρχου.

Διαλέγεις και Παίζεις

  [7 Σχόλια]

Στη Γαλλία τις τελευταίες μέρες το μεγάλο ποδοσφαιρικό ζήτημα είναι ο Φρανκ Ριμπερί. Ο Γάλλος (ακόμα τουλάχιστον) ανακοίνωσε ότι σταματάει από την εθνική Γαλλίας σε συνέντευξή του την Κυριακή στο δίκτυο BeIn. Ο Ριμπερί ανακοίνωσε επίσης ότι σημαντικό ρόλο στην απόφασή του να εγκαταλείψει τους τρικολόρ έπαιξε η στάση της ομοσπονδίας αλλά και του Ντεσάμπ απέναντί του κατά τη διάρκεια του τραυματισμού του, που του στέρησε τη συμμετοχή στο Μουντιάλ. Ο Φρανκ δήλωσε:

«Δεν το σκέφτομαι πια, πήρα μία απόφαση. Τις τελευταίες δύο μου χρονιές τις ευχαριστήθηκα αρκετά. Ήμουν πολύ σημαντικός στην προσπάθεια της ομάδας ώστε αυτή να πάει στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Ήμουν ο πρώτος σκόρερ και ο πρώτος σε πάσες. Αυτό ήταν μεγάλη ευχαρίστηση αλλά στο τέλος, όταν απέκτησα το πρόβλημα στην πλάτη, υπάρχουν πράγματα που δε σε ευχαριστούν πια. Αισθάνθηκα ότι δεν είχα υποστήριξη πίσω μου. Είναι μια σελίδα που γύρισε. Τους εύχομαι καλή τύχη».

Ribery

Ο Ριμπερί είχε και παλιότερα τα θεματάκια του με την ομοσπονδία. Από την ανταρσία εναντίον του Ντομενέκ έως το σκάνδαλο με τη μοντέλα στο ξενοδοχείο της ομάδας και άλλα μικρά. Επίσης, ο Ανελκά (με όση εγκυρότητα μπορεί να έχουν οι δηλώσεις του), είπε ότι ο Ριμπερί κρινόταν πιο αυστηρά και έπεφτε θύμα διακρίσεων στα αποδυτήρια της εθνικής επειδή είναι μουσουλμάνος. Μάλιστα ο Ριμπερί είναι αρκετά μισητός στη Γαλλία επειδή δε γεννήθηκε μουσουλμάνος, αλλά καθολικός, όμως ασπάστηκε τον ισλαμισμό για να παντρευτεί την Αλγερινής καταγωγής σύζυγό του. Μία ακόμα κίνηση που ανακοίνωσε ο Ριμπερί και προκάλεσε σάλο στη Γαλλία είναι ότι σκέφτεται να πολιτογραφήσει το γιο του Γερμανό (η Γερμανία δε δίνει διπλή υπηκοότητα, πρέπει ο ένοικος να διαλέξει τη γερμανική ή εκείνη της χώρας καταγωγής του), και να τον εντάξει στις μικρές εθνικές ομάδες της Νασιονάλμανσαφτ. Η Εκίπ, που φυλλάδα δεν τη λες, βγήκε με πρωτοσέλιδο στο περιοδικό της «Το Σπάσιμο». Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως κάτι παραπάνω από την αναγνώριση του Ριμπερί στην Μπάγερν και τα 8 χρόνια που έχει περάσει εκεί.

Equipe Ribery

Από το 1998 που η Γαλλία σήκωσε του Μουντιάλ εντός έδρας, με ήρωα έναν Αλγερινό και μια ομάδα που ονομάστηκε «Ουράνιο Τόξο», η εθνική ομάδα έχει γίνει πεδίο όχι όμορφων μαχών. Τα πλακώματα με εθνικό ή φυλετικό χαρακτήρα είναι άπειρα, ενώ την ίδια στιγμή η ομοσπονδία προσπαθεί να εγγράψει στις μικρές εθνικές ομάδες κάθε γαλλοθρεμένο παιδί μετανάστη με προοπτικές. Με τους μαύρους ποδοσφαιριστές το πρόβλημα δεν είναι μεγάλο επειδή βρίσκονται περισσότερο καιρό εκεί. Παρόλ’ αυτά, υπάρχει θέμα με όσους διαλέγουν να παίξουν στην εθνική ομάδα της χώρας καταγωγής τους (όπως τα αδέρφια Αγιού). Αντίθετα οι Αραβικής καταγωγής, που κατά τον κύριο όγκο τους έχουν έρθει στη Γαλλία μετά τη δεκαετία του 1950, αντιμετωπίζονται με τρομακτικό ρατσισμό. Οι Γάλλοι τους θεωρούν δικά τους ποδοσφαιρικά προϊόντα, όχι όμως Γάλλους. Μπορούν να φοράνε την τρικολόρ φανέλα, αλλά είναι ντροπή να τραγουδούν τη Μασσαλιώτιδα.

Πριν από μερικά χρόνια (το 2011) είχε ξεσπάσει ένας τεράστιος σάλος με δηλώσεις του τότε προπονητή της εθνικής Λοράν Μπλαν, που είχε μιλήσει για φυλετικά ποσοστά στις εθνικές ομάδες. Δεν είχε πει ακριβώς αυτό βέβαια, ούτε είχε πει να εφαρμόσει η ομοσπονδία τέτοια. Εκείνο που είχε πει ο Μπλαν είναι ότι πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία δύναμης και τεχνικής στο χορτάρι ενώ την ίδια στιγμή πρέπει να αντιπροσωπεύεται η γαλλική κοινωνία στις εθνικές ομάδες. Είχε πει ότι φυσιολογικά οι μαύροι ποδοσφαιριστές έχουν περισσότερη μυϊκή δύναμη και πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία στη χρήση τους. Ουσιαστικά, σα να έλεγε ότι οι λευκοί πρέπει να βάλουν το μυαλό.

Η αντίδραση ήταν οργισμένη από τον τύπο, όμως η κυβέρνηση (Σαρκοζύ τότε) είπε ότι υπάρχει ένα θέμα, ειδικά με τους Αλγερινούς, που εκπαιδεύονται στη Γαλλία, αλλά δεν μπαίνουν στη δεξαμενή παιχτών από τους οποίους μπορεί να αντλεί η εθνική Γαλλίας. Εδώ λοιπόν μπλέκεται το επαγγελματικό με το «ρομαντικό» εθνικό. Τελικά οι ποδοσφαιριστές είναι προϊόντα μιας σχολής, ή άτομα που πρέπει να παίζουν σύμφωνα με τα αισθήματά τους; Οφείλουν να ανταποδίδουν στη χώρα που τους έχει κάνει ποδοσφαιριστές την επένδυση που έχει γίνει πάνω τους, ή να τιμούν τη χώρα της οποίας αισθάνονται μέρος; Ο Μπενταλέμπ γιατί διάλεξε την Αλγερία; Ο Φεκίρ της Λυών, από τις ακαδημίες της Λυών θα διαλέξει τη Γαλλία ή την Αλγερία και αυτός;

Για κάθε Αγιού, όμως, υπάρχει ένας Μπεν Αρφά. Και για να μη νομίζουμε ότι είναι μόνο γαλλικό το θέμα, επειδή οι Γάλλοι το συζητούν περισσότερο: για κάθε Πρινς Μπόατεγκ, υπάρχει ένας Ζερόμ Μπόατεγκ και για κάθε Ντιέγο Κόστα, υπάρχει ένας Μέσι.

To πρώτο γκολ ενός αρτίστα

  [Καθόλου σχόλια]

Οι Κάννες είναι γνωστές για τις όμορφες παραλίες τους και φυσικά για το κινηματογραφικό φεστιβάλ κάθε Μάη. Πόσοι και πόσοι κινηματογραφικοί και γραφικοί «αστέρες» έχουν περπατήσει τις αμμώδεις παραλίες και έχουν αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους σε μια πόλη που ζει – και αναπνέει – για τα φλας των παπαράτσι και την εφήμερη γκλαμουριά; Οι πολίτες των Καννών είχαν την τύχη να ζήσουν εκτός όλων των σινέ-σταρ και την αρχή της καριέρας του σπουδαιότερου αρτίστα ποδοσφαιριστή που γνώρισε το άθλημα τα τελευταία 20 χρόνια. Για το Ζινεντίν Ζιντάν ο λόγος – και ο πρόλογος – όπως θα καταλάβατε.

854521533_small

Ο Ζιντάν βρέθηκε στην ομάδα νέων των Καννών το 1986 (στην τρυφερή ηλικία των 14) και τρία χρόνια αργότερα θα πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα κόντρα στη Ναντ. Ήταν 18 Μαΐου του 1989 όταν το αδύνατο παιδάκι με το πυκνό μαλλί έκανε το όνειρο του πραγματικότητα, βάζοντας (δίχως να το ξέρει) αφετηρία στα καλύτερα όνειρα των φίλων του ποδοσφαίρου σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η πορεία του Γάλλου «μάγου» μόλις είχε ξεκινήσει και το ποδόσφαιρο ήταν έτοιμο να ζήσει μοναδικές στιγμές για τα επόμενα 17 χρόνια. Στις 10 Φεβρουαρίου του 1991 o Βόσνιος προπονητής της ομάδας Μπόρο Πρίμορατς θα δώσει – για πρώτη φορά – φανέλα βασικού στον μικρούλη Ζιντάν και αυτός θα τον δικαιώσει σκοράροντας ένα πανέμορφο τέρμα. Ήταν (όπως και το ντεμπούτο του) κόντρα στη Ναντ, με τις Κάννες να επικρατούν με 2-1. Ο Ζιντάν συνδυάστηκε άψογα με τους Λουίς Φερνάντεζ και Φρανς Ντούριξ, έκανε ένα άψογο (σήμα κατατεθέν του τα επόμενα χρόνια) κοντρόλ και πλάσαρε τέλεια για το παρθενικό του τέρμα ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Αυτό ήταν και το μοναδικό του γκολ εκείνη τη σεζόν. Μάλιστα το ίδιο βράδυ ο πρόεδρος της ομάδας Αλέν Πεντρετί δώρησε στο Ζιντάν το πρώτο του αυτοκίνητο μιας και αυτή ήταν η υπόσχεση που είχε δώσει στο νεαρό για τη μέρα που θα πετύχαινε κάτι τέτοιο.

Από την επόμενη σεζόν ο Ζιντάν έγινε βασικό γρανάζι της μηχανής της ομάδας των Καννών, με την πορεία του να είναι λίγο-πολύ γνωστή τα επόμενα χρόνια. Η μεταγραφή στη Μπορντό, η άρνηση του προέδρου της Μπλάκμπερν στην πρόταση του Νταλγκλίς για την αγορά του επειδή «Έχουμε τον Τιμ Σέργουντ στην ίδια θέση», η Γιούβε, η Ρεάλ Μαδρίτης (και το Τσάμπιονς Λιγκ) και φυσικά ένα Ευρωπαϊκό και ένα Παγκόσμιο κύπελλο με τη Γαλλία τον κατατάσσουν στους κορυφαίους όλων των εποχών. Ένας μοναδικός ποδοσφαιριστής που δεν σταμάτησε να ερωτοτροπεί με τη στρογγυλή θεά ποτέ για όσο αγωνίστηκε. Από το πρώτο του πανέμορφο γκολ με τη φανέλα των Καννών μέχρι εκείνο το αριστοτεχνικό – αλά Πανένκα – πέναλτι απέναντι στον Μπουφόν, στον (χαμένο δυστυχώς) τελικό του Μουντιάλ το 2006. Στο «κύκνειο άσμα» του ως μάγος ποδοσφαιριστής. Σε ευχαριστούμε μεσιέ Ζινεντίν.