Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'sombrero at the movies'

Σούπερ Λίγκα: 2049

  [2 Σχόλια]

Έχουμε μπει για τα καλά στη νέα κινηματογραφική σεζόν, βαδίζοντας ολοταχώς για τα Όσκαρ και το El Sombrero δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο. Είδαμε πρώτοι την νέα σπουδαία φουτουριστική ελληνική ταινία «Σούπερ Λίγκα: 2049» και ο κλήρος της παρουσίασης έπεσε σε εμένα (όχι ότι με χάλασε βέβαια). Ποιος Λάνθιμος με τα «Ιερά του ελάφια» και ποιος Βούλγαρης με το «Τελευταίο του σημείωμα»; Εδώ μιλάμε για ταινία που έκλεψε ολόκληρος Βιλνέβ και τα ξένα ΜΜΕ δεν έδωσαν καμία σημασία, σκεπάζοντας το γεγονός. Σενάριο, πλοκή και πρωτόγνωρες κινηματογραφικές τεχνικές που κάνουν τον Αντρέι Ταρκόφσκι να φαντάζει ως Όμηρος Ευστρατιάδης, μα πάνω απ’ όλα το μαχαίρι στο κόκκαλο απ’ τους δημιουργούς, που όμως δεν ήθελαν να γίνουν γνωστά τα ονόματά τους, φοβούμενοι ακόμα και για την ίδια τη ζωή τους (Είδατε φαντάζομαι όλοι τι έπαθε ο Ρομπέρτο Σαβιάνο μετά τη συγγραφή του Gomorra). Εδώ δεν μιλάμε απλά για Τέχνη. Μιλάμε για Έπος. Για μια ταινία που θα βρίσκει πάντα χώρο σε μεθυσμένες, σινεφίλ-χίπστερ συζητήσεις.  Παρακάτω θα σας παρουσιάσω την ιστορία της δίχως όμως να μπω σε «ειδικά χωράφια» -μιας και αισθάνομαι τόσο ρηχός- για να σχολιάσω τα κινηματογραφικά τρικ και τις σινέ-τεχνικές αυτού του κολοσσιαίου κομψοτεχνήματος της 7ης Τέχνης.

Σχεδόν 30 χρόνια μετά από εκείνο το παραλήρημα του Σάββα στο Τορίνο, η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε παρακμή. Η πυρηνική καταστροφή που προκλήθηκε μετά το πρωτάθλημα του ΠΑΟΚ το 2018, διέλυσε -σχεδόν- τα πάντα. Οι μόνοι επιζήσαντες ήταν -κλασικά- οι κατσαρίδες, το μνημόνιο που έχει γονατίσει ακόμα και τις πιο ευκατάστατες οικογένειες και φυσικά η Σούπερ Λιγκα. Με ό,τι αυτή περικλείει. Για παράδειγμα ο Σωτηρακόπουλος συνεχίζει να κάνει τις μεταδόσεις όλων των σπουδαίων παιχνιδιών εντός και εκτός της χώρας (χωρίς να πετυχαίνει παίκτη). O Αλέφαντος -ως άλλος Χάπελ- συνεχίζει να αναλύει στον Καρατζαφέρη συστήματα και τακτικές και οι Τάκης και Άκης συνεχίζουν τα «Άντε γεια» σε όλους όσους επιμένουν να τους τηλεφωνούν. Ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει και ο αστυνόμος Ρένος Γκοσλινόπουλος. Ο βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας. Ένας τίμιος και αδέκαστος μπάτσος που έχει βάλει σκοπό ζωής να καθαρίσει το ελληνικό ποδόσφαιρο από την σαπίλα και την δυσοσμία δεκάδων ετών. Ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά. Άλλο να σας το λέω κι άλλο να τον βλέπετε. «Που πας και μπλέκεις παλικάρι μου με αυτούς» του φώναζε η γυναίκα του καθώς άφηνε το σπίτι ως άλλος Τομ Τζόουντ, αλλά αυτός εκεί. Κολλημένο -με φθηνό τζελ στα μαλλιά- και αγύριστο κεφάλι. «Θα τα καταφέρω Μαριάνθη, θα τα καταφέρω».

Βρισκόμαστε σε ένα σκοτεινό περιβάλλον με το ποδόσφαιρο και τις τεχνολογίες να μην έχουν καμία σχέση με την περίοδο που ξέσπασε ο πυρηνικός όλεθρος. Ούτε η χώρα φυσικά. Μια χώρα που θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο λες και βλέπεις την παραλία της Δουνκέρκης. Συντρίμμια και ερείπια παντού με τα μόνα υπερσύγχρονα κτίρια να είναι τα γήπεδα των ομάδων. Όχι όλων φυσικά. Ο Παναθηναϊκός για παράδειγμα συνεχίζει να αγωνίζεται στην αρχαία Μέκκα του ποδοσφαίρου, τη Λεωφόρο. Η ΑΕΚ απ’ την άλλη, στο δρόμο, βάζοντας τούβλα και μπουφάν για τέρματα, αφού το γήπεδό της θα τελειώσει -κλασικά- του χρόνου. Εδώ ο σκηνοθέτης παρουσιάζει με μοναδικό τρόπο την παρακμή του νεοέλληνα οπαδού που βάζει την ομάδα πάνω απ’ όλα κι ας περνά πολύ δύσκολα στην καθημερινότητα του, δανειζόμενος μάλιστα αρκετές ατάκες από την ταινία Χούλιγκανς: Κάτω τα χέρια απ’ τα νιάτα, του Κώστα Καραγιάννη.

Το πιο σύγχρονο γήπεδο απ΄όλα είναι το Νέο Καραϊσκάκη, αφού είχε βρεθεί στα έργα για τους Διαγαλαξιακούς αγώνες του 2044 και οι ερυθρόλευκοι κάπως έτσι απέκτησαν -και πάλι- νέο γήπεδο. Το γήπεδο μάλιστα διαθέτει και ένα υπερσύγχρονο μηχάνημα για να εμφανίζεται το ολόγραμμα του κυρ-Σάββα μετά από κάθε παιχνίδι και να διαμαρτύρεται για τους διαιτητές και όλους αυτούς που πολεμούν με κάθε τρόπο την αγαπημένη του ομάδα κάθε αγωνιστική, σε δύσκολες έδρες όπως η Λιβαδειά, η Χούνιστα και τα νταμάρια του Βύρωνα. Στο ρόλο του κυρ-Σάββα αξίζει να σημειωθεί πως είναι ο ίδιος ο κυρ-Σάββας, σε μια ερμηνεία που αν έχουν έστω και λίγη τσίπα στην Ακαδημία (που δε την έχουν θα μου πείτε), θα χαρίσουν με κλειστά μάτια το Όσκαρ β΄ανδρικού Ρόλου.

Το ολόγραμμα διαθέτει και δική του γεννήτρια για να μπορεί να εμφανίζεται ακόμα και όταν έχει διακοπή ρεύματος, κάτι που είναι πολύ συχνό φαινόμενο στην -υπό διάλυση- χώρα. Το παλιό γήπεδο έχει κατεδαφιστεί και έχει γίνει πισίνα. Εκεί οι παλιοί διεθνείς ποδοσφαιριστές Κώστας Φορτούνης, Αλέκος Αλεξανδρής αλλά και ο Γιώργος Καραγκούνης του ΠΑΟ, κάνουν κάθε Δευτέρα και Πέμπτη μαθήματα καταδύσεων σε όλους όσους θέλουν να διαπρέψουν στο άθλημα του ποδοσφαίρου, αγωνιζόμενοι φυσικά στην Σούπερ Λίγκα. Κάποιοι απόφοιτοι έφτασαν μάλιστα να αγωνιστούν ακόμα και στο εξωτερικό, σε πρωταθλήματα όπως αυτά του Κουβέιτ, του Ιράκ και στην Σούπερ Λιγκ Ινδίας. Η ταινία παρουσιάζει ολόκληρη την πορεία δύο εξ αυτών (φοβερός ο Γιώργος Μητσικώστας και στους δύο ρόλους ως άλλος Πήτερ Σέλερς στο Dr. Strangelove), ίσως στο μοναδικό όμως βαρετό κομμάτι της ταινίας, συνολικού χρόνου 6μίση ωρών, με πολλά φλάσμπακ σε ασπρόμαυρο φόντο και πολλά σημεία μαύρης κωμωδίας για τους λάτρεις του Μπενίνι, του Μπελινέλι και του Τσίρο Ιμόμπιλε, υπό τους ήχους του Φίλιππου Πλιάτσικα.

Το καλύτερο μέρος της ταινίας είναι εκεί που ο Γκοσλινόπουλος μπουκάρει σε ένα καφενείο κάπου κοντά στον Άρη αφού δεν μπορεί να αντέξει άλλο τις αναλύσεις των μεθυσμένων θαμώνων. Οι ιδιοκτήτες -ο Τσουμπάκα με τον Χαν Σόλο- (εδώ οι δημιουργοί αποτίουν τον απαραίτητο φόρο τιμής στα Star Wars) είχαν στα κινητά τους το νούμερο σπουδαίου προπονητή ομάδας που έχει πέσει κατηγορία αρκετές φορές και κάπως έτσι θα βρεθούν κατηγορούμενοι για στημένους αγώνες. Κατά την πρώτη ανάκριση, αμφότεροι δεν έβγαλαν μιλιά. Και αν αυτό για τον Τσουμπάκα φαντάζει κάτι εντελώς φυσιολογικό, για τον λαλίστατο Σόλο ήταν κάτι αρκετά περίεργο και εκτός της Κλάιν-Μάιν προσωπικότητάς του. Όπως και να έχει, ο διάσημος καφετζής οδηγήθηκε τελικά σε φουτουριστικό γκουλάγκ όπου και έμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του χωρίς τηλεόραση για να μην μπορεί να να βλέπει αγώνες της Σούπερ Λίγκας σε μια τιμωρία Οργουελικού επιπέδου. Ο Τσουμπάκα απ’ την άλλη αφέθηκε ελεύθερος και άνοιξε μπαρ χωρίς τηλεοράσεις. Εννοείται δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά με το ποδόσφαιρο.

H σκηνή έξω απ’ το γκουλάγκ που δείχνει μέλος της οικογένειας του Σόλο να ανάβει το φωτόσπαθο των Τζεντάι ως ένδειξη τιμής για τον ίδιο και διαμαρτυρίας κατά του σάπιου κατεστημένου είναι ονειρική. Το γεγονός φυσικά και δεν πέρασε στα ψιλά μιας και ο «επαναστάτης» οδηγήθηκε στο κρατητήριο ενώ παράλληλα είχαμε τιμωρία της έδρας του ΠΑΟ για 5 παιχνίδια και αφαίρεση τριών βαθμών για τους «πράσινους». Από τότε κανένας δεν τόλμησε να ανάψει ξανά φωτόσπαθο, ούτε καν στο Χαριλάου στην παρουσίαση του Αργεντινού Ταρούσα Τζούνιορ απ’ την ομάδα των Cebolitas. Όπως καταλαβαίνετε, μιλάμε για την απόλυτη εξυγίανση. Που ήταν εκείνες οι «ωραίες» και ρομαντικές εποχές που οι οπαδοί άναβαν ό,τι ήθελαν στις κερκίδες; Φέρτε πίσω τις Κυριακές μας ρε. Φυσικά σε αυτό το σημείο ο σκηνοθέτης κάνει σαφείς αναφορές στον Νόμο 4000 του τρισμέγιστου Γιάννη Δαλιανίδη μπολιάζοντας τη σκηνή με αναφορές στο Animals των Pink Floyd, το Brave New World του Χάξλεϊ και την Καίτη Κωνσταντίνου ως Ριχάρδος ο Γ’.

Επόμενο κεφάλαιο της ταινίας η ΕΠΟ. Σε μια προσπάθεια να καταπολεμήσει τα χασμουρητά και τους υπνοβάτες στις κερκίδες των γηπέδων θα προβεί σε μια ριζοσπαστική κίνηση. Κάθε οπαδός και φίλαθλος της κάθε ομάδας κατά την είσοδό του στο γήπεδο (πλην του δρόμου που έδινε τους αγώνες της η ΑΕΚ) θα διαλέγει ένα χάπι. Το κόκκινο ή το μπλε. Ως άλλος «Νίο» δηλαδή (δεύτερη αναφορά σε άλλη σπουδαία sci-fi ταινία, το Matrix). Με το μπλε μπορούσες να κοιμηθείς για 90 λεπτά και να γλιτώσεις από το κάκιστο θέαμα που χάριζαν απλόχερα οι ομάδες. Το κόκκινο ήταν λιγάκι πιο επικίνδυνο μιας και δημιουργούσε παραισθήσεις. Εκεί δηλαδή που κάποιο σουτ έφευγε εκτός γηπέδου για να μπει σε τροχιά στην στρατόσφαιρα, εσύ μπορούσες να το δεις να καρφώνεται στο Γάμα της εστίας ή ακόμα και να παίρνει -η μπάλα- μαζί στα δίχτυα τον δύσμοιρο τερματοφύλακα. Όπως συνέβαινε σε εκείνο το ποδοσφαιράκι του Game Boy για το Μουντιάλ του ’90. Όταν σούταρες στον κήπερ του Καμερούν. Μεγάλη αδικία αυτή των προγραμματιστών εκείνης της εποχής. Κύριοι, η παρέα του Ροζέ του Μιλά δεν ήταν εύκολος αντίπαλος για κανένα. Σε αυτό το σημείο οι χαρακτήρες εμφανίζονται τετραγωνισμένοι σαν γραφικό 90s κονσόλας ή αθλητικής μετάδοσης του ΑΝΤ-1 μεταφέροντας τον θεατή -κυριολεκτικά- στα λατρεμένα 80s υπό τους ήχους AOR μελωδιών.

Πολλοί ήταν αυτοί που διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτό το μέτρο μιας και θεωρούσαν -ορθώς- πως αλλοίωνε τα αποτελέσματα και πως οι οπαδοί δεν γνώριζαν ποιος κέρδισε τελικά πανάξια τον τίτλο. Η ΕΠΟ για να μην μπερδεύεται τον έδινε κάθε Μάη με κλήρωση σε όποια ομάδα έβγαινε πρώτη από το «παγωμένο» μπαλάκι. Όλες -μα όλες- τις φορές η «τυχερή» ομάδα ήταν η ίδια αλλά δεν θα σας σποιλάρω ποια είναι αυτή γιατί θα σας κλέψω όλη τη μαγεία. Θα κλείσω το κείμενο λέγοντας πως αυτή η ταινία δεν πρέπει να χαθεί από κανένα σινεφίλ – ποδοσφαιρόφιλο που σέβεται τον εαυτό του. Στηρίζουμε!

Little Boy Blue

  [Καθόλου σχόλια]

22 Αυγούστου 2007. Στην Αγγλία ο κόσμος περιμένει τον αγώνα με τη Γερμανία στο Γουέμπλεϊ. Μπορεί να είναι ένα φιλικό, αλλά τα όνειρα του μέσου Άγγλου ποδοσφαιρόφιλου για κατακτήσεις Μουντιάλ χτίζονται από κάτι τέτοια ματς. Άλλωστε «φιλικά» με τους Γερμανούς δεν υπάρχουν και τα παιχνίδια αυτά γράφουν ιστορία. Κάπου στο Κρόξτεθ του Λίβερπουλ, ο μικρός Ρις παίζει μπάλα στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί που ο χώρος έχει μετατραπεί σε μίνι γηπεδάκι ποδοσφαίρου και εννιά ποδοσφαιρικές μπάλες του πιτσιρικά φιγουράρουν. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σκάσει και η όγδοη και θα μείνεις έτσι χωρίς να μπορείς να παίξεις ποδόσφαιρο.

Ο 11χρονος Ρις σκέφτεται το ματς του απογεύματος, καθώς κλωτσάει την μπάλα. Αν και δεν παίζει κανένας παίκτης της αγαπημένης του Έβερτον, γίνεται αυτός ο σκόρερ του αγώνα στο μυαλό του, το όνειρό του να φορέσει τα μπλε και τη φανέλα με τα τρία λιοντάρια όταν μεγαλώσει. Από το Κρόξτεθ άλλωστε ξεκίνησε και ένας άλλος μπλε, ο Γουέιν Ρούνεϊ. Η μπάλα σταματάει γιατί ήρθε η ώρα για περισσότερη μπάλα. Πρέπει να πάει για προπόνηση στην ομάδα του. Πηγαίνει στο δωμάτιό του για να ετοιμαστεί. Εκεί που ο τοίχος είναι γεμάτος αφίσες της Έβερτον, εκεί που το κρεβάτι έχει σεντόνι της Έβερτον, εκεί που τα κασκόλ και οι φανέλες πιάνουν όλους τους τοίχους του μικρού κατόχου διαρκείας. Φοράει τα ποδοσφαιρικά του και η μητέρα του τον πηγαίνει για προπόνηση.

Μερικές ώρες αργότερα ο Φράνκι Λάμπαρντ βάζει ένα υπέροχο γκολ και ανοίγει το σκορ για την Αγγλία φιλώντας σαν Βασίλης Τσιάρτας τη βέρα του. Η συνέχεια δεν είναι καλή. Η Γερμανία με ένα σχετικά φτωχό ρόστερ γυρίζει το ματς μέχρι το ημίχρονο με τα γκολ των Κουράνι και Πάντερ. Το ματς λήγει με 1-2. Ο Ρις όμως δεν το βλέπει, ούτε η οικογένειά του. Λίγες ώρες αφότου ο Ρις έφυγε, το κουδούνι στο σπίτι της οικογένειας χτύπησε. Η μητέρα του μαθαίνει το σοκαριστικό νέο. Ο Ρις πυροβολήθηκε. Οι προσπάθειες των γιατρών δεν είχαν αποτέλεσμα. Ο μικρός έχασε τη ζωή του.

Οι δράστες είναι πιτσιρικάδες σε ποδήλατα, μέλη μιας συμμορίας, που άνοιξαν πυρ. Η αστυνομία ξεκινά τις έρευνες. Όσο εύκολο και να φαίνεται, τόσο δύσκολο είναι, σε μια κοινωνία τρομοκρατημένη από νεαρούς εγκληματίες, όπου το να μιλήσεις για ακόμα και ένα τόσο ειδεχθές έγκλημα σημαίνει να γίνεις «ρουφιάνος» στα μάτια των ανθρώπων που βλέπεις κάθε μέρα στη γειτονιά και να ζεις μέσα στο φόβο. Ο τρόμος αυτός συνεχίζεται μέχρι σήμερα, όπως φαίνεται και από φετινό άρθρο του Γκάρντιαν.

Η ιστορία του Ρις συνεχίζεται και συγκλονίζει μια πόλη. Δεν θα πούμε πολλές λεπτομέρειες παραπάνω για το τι έγινε για να μη χαλάσουμε τελείως και την αφορμή γι’ αυτό το κείμενο. Τη μίνι-σειρά τεσσάρων επεισοδίων του ITV με τίτλο Little Boy Blue, που περιγράφει τα γεγονότα εκείνων των ημερών. Όπως όλες οι αγγλικές αυτού του είδους (ειδικά μία που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα) δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά απλά να καταγράψει τα όσα έγιναν, την αγάπη για το ποδόσφαιρο (που ουσιαστικά στοίχισε και τη ζωή στον πιτσιρικά), το δράμα μιας οικογένειας και την κατάσταση στο Λίβερπουλ. Ένας από τους βασικούς ρόλους ανήκει στον Στίβεν Γκρέιαμ που αν δεν σας λέει κάτι το όνομά του, είναι ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον Αλ Καπόνε στο εξαιρετικό Boardwalk Empire (και έπαιξε και στο This is England). Ο Γκρέιαμ είναι σκάουζερ.

25 Αυγούστου 2007. Περίπου 38.000 φίλοι της Έβερτον γεμίζουν το Γκούντισον Παρκ για τον αγώνα της 3ης αγωνιστικής απέναντι στην Μπλάκμπερν. Οι γονείς του Ρις και ο αδερφός του βρίσκονται εκεί, ντυμένοι στα αγαπημένα μπλε της οικογένειας. Για να δώσουν ένα μήνυμα και να κάνουν μια έκκληση στον κόσμο της πόλης να πάρει θέση, να βγει μπροστά και να βοηθήσει τις έρευνες. Αντί για ενός λεπτού σιγή, ο Ρις χειροκροτείται από όλο το γήπεδο. Ο μικρός δεν θα δει ποτέ το γκολ του ΜακΦάντεν να ισοφαρίζει αυτό του Ρόκε Σάντα Κρουζ.

Όταν το Άνφιλντ έπαιξε τον ύμνο της Έβερτον, ανατριχιαστικές στιγμές

28 Αυγούστου 2007. Η Λίβερπουλ αντιμετωπίζει την Τουλούζ για τα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Το Άνφιλντ είναι γεμάτο κόκκινες φανέλες. Σχεδόν δηλαδή, γιατί υπάρχουν και τρεις μπλε. Μετά το Γκούντισον, ήρθε η ώρα του άλλου μισού της πόλης να αποχαιρετίσει τον Ρις. Οι γονείς του μικρού και ο αδερφός του πατάνε το χορτάρι του Άνφιλντ, οι αντίπαλοι χειροκροτούν και το… ανήκουστο γίνεται. Από τα μεγάφωνα του Άνφιλντ παίζεται το θέμα του Z Cars, ένα κομμάτι συνδεδεμένο με την Έβερτον, που με τα χρόνια έχει γίνει το δικό της You’ll never walk alone και συνοδεύει τους παίκτες στην είσοδο στο γήπεδο. Ο κόσμος συγκινημένος αποχαιρετά ένα παιδί της πόλης.

6 Σεπτεμβρίου 2007. Το σώμα του άτυχου Ρις παύει να χρειάζεται από την αστυνομία για την έρευνα, η οικογένειά του μπορεί να τον κηδεύσει. 2.500 άνθρωποι βρίσκονται έξω από τον καθεδρικό. Ντυμένοι στα μπλε με φανέλες της Έβερτον, αλλά και στα κόκκινα με φανέλες της Λίβερπουλ. Μέσα στην εκκλησία περίπου 1.000 άτομα. Το φέρετρο στα χρώματα της Έβερτον, με το σήμα της Έβερτον, διένυσε μια μεγάλη απόσταση για να φτάσει. Έκανε μόνο μία στάση. Έξω από το Γκούντισον Παρκ. Ο πατέρας κι ο αδερφός του με φανέλες της ομάδας και οι δυο θείοι του, ο ένας με κασκόλ της Λίβερπουλ το κρατούν. Παίκτες και παράγοντες των δύο συλλόγων παρόντες. Ο τότε αμυντικός των μπλε Άλαν Σταμπς διάβασε ένα κείμενο. Ο Ρις πηγαίνει στην τελευταία του κατοικία, οι έρευνες συνεχίζονται, η συνέχεια επί της οθόνης αν αποφασίσετε να δείτε τη σειρά ή στο Ίντερνετ με μια αναζήτηση.

Δέκα χρόνια μετά η μνήμη του Ρις παραμένει έντονη. Η Έβερτον δεν τον ξέχασε και τίμησε ξανά την μνήμη του πριν λίγο καιρό. Ο κόσμος συμμετείχε στα γυρίσματα της σειράς, παίζοντας… τον εαυτό στη σκηνή του Γκούντισον Παρκ. Ο μικρός δεν κατάφερε να γίνει ποδοσφαιριστής της Έβερτον, δεν κατάφερε να ζήσει τη ζωή που θα ήθελε, θα ήταν σήμερα σχεδόν 22. Ένωσε μια πόλη που ξέρει στα δύσκολα να γίνεται ένα ανεξάρτητα από τα χρώματα, έφερε τον κόσμο κοντά, αλλά δυστυχώς η εγκληματικότητα και τα προβλήματα στο Λίβερπουλ συνεχίζουν να υπάρχουν, μαζί τους κι η πιθανότητα να υπάρξουν νέοι Ρις στο μέλλον.

Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

  [2 Σχόλια]

Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένα παιδί από την Μπαδαλόνα. Όπως τα περισσότερα παιδιά στην Καταλωνία παράλληλα με το σχολείο του έπαιζε από χόμπι ποδόσφαιρο. Επειδή ήταν λίγο καλύτερος από το μέσο όρο, χωρίς να είναι κάτι το σπουδαίο, και καθώς του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο, άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά τις κατηγορίες. Πήγε από την ομάδα της γειτονιάς, σε εκείνη της περιοχής και άρχισε να παίζει στα τοπικά πρωταθλήματα. Μια κανονική ζωή ερασιτέχνη παίχτη, που παράλληλα σπούδαζε Μηχανολόγος Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πομπέου Φάμπρα στη Βαρκελώνη.

To πάθος του για τη μπάλα δεν έσβησε και συνέχισε να παίζει ακόμα και ως βετεράνος. Μέλος του συλλόγου Λιουρέδα δε Μπαδαλόνα, αγωνιζόταν κανονικά στη Λα Λίγα των βετεράνων. Στις 26 Απριλίου του 2014 η Λιουρέδα αντιμετώπιζε την Έκουα Καλέλια. Το ματς ήταν αρκετά νευρικό, με πολλά σκληρά μαρκαρίσματα, βρισίδια και πλακώματα. Κάποια στιγμή ένας παίχτης της Καλέλια το παράκανε, ακόμα και για παιχνίδι βετεράνων, και αποβλήθηκε. Όπως πήγαινε προς τα αποδυτήρια ξαφνικά του γύρισε το μάτι και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Πήρε φόρα, σήκωσε το μποτάκι και το έφερε στη μέση του Ραούλ Σάντσεθ. Αυτός έπεσε κάτω, μην μπορώντας να κινηθεί. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου διεγνώσθη μετατόπιση των σπονδύλων C3 και C4. Ο Ραούλ θα έμενε για όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπληγικός, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης συνελήφθη.

Η Λιουρέδα υπερασπιζόμενη τον παίχτη της ζήτησε αποβολή της Έκουα Καλέλια από κάθε διοργάνωση. Από μόνη της η Καλέλια διέγραψε άμεσα το δράστη από το ρόστερ της και του απαγόρευσε δια βίου την είσοδο στο γήπεδό της. Η ομοσπονδία αποφάσισε ότι η Καλέλια δεν ευθύνεται για το δράστη και δεν την τιμώρησε, όμως ο σύλλογος από μόνος του αποσύρθηκε από το υπόλοιπο του συγκεκριμένου πρωταθλήματος.

Από την πλευρά του ο Ραούλ είδε τη ζωή του να αλλάζει σε μια στιγμή και το χειρότερο να του στερεί για πάντα την κίνησή του και εκείνο που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, το ποδόσφαιρο. Πήρε το χρόνο του, το σκέφτηκε, και είπε κάπου «Όχι ρε κερατά (αυτολεξεί μετάφραση του καμπρόν), εγώ θα συνεχίσω, αλλά από άλλο πόστο». Ο Ραούλ άφησε τη δουλειά του ως σχεδιαστής μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικής παραγωγής και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ενημέρωση του κόσμου για τη βία στο ποδόσφαιρο. Πήγε στο δήμο της Μπαδαλόνα και της Βαρκελώνης, στην τοπική κυβέρνηση του Ζενεραλιτάτ και σε κανάλια και στούντιο της Καταλωνίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κόσμου ώστε να μάθει ν’ αντιμετωπίζει το άθλημα αλλιώς.

Ο Ραούλ πάει σε σχολεία, σε ακαδημίες ποδοσφαίρου, σε ομάδες γειτονιάς, παντού για να πει την ιστορία του. Σε κάποια τέτοια ομιλία τον συνάντησε ο Γκιγιέρμο Κρούθ, σκηνοθέτης του Ινστιτούτου Γκούτμαν. Εκεί του πρότεινε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο Ραούλ Σάντσεθ δέχθηκε αμέσως. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βαρκελώνης τον Οκτώβρη και έχει τίτλο «26 Απριλίου, Παίξε το ξανά». Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσημα το Αθλητικό Ινστιτούτο Βαρκελώνης, το Υπουργείο Αθλητισμού της τοπικής κυβέρνησης και η Καταλανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Ο Ραούλ Σάντσεθ δηλώνει ότι «όλος ο κόσμος με βοηθάει, θέλω να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά και σ’όλο τον κόσμο σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτεται αλλιώς. Να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό αλλιώς». Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένας σπουδαίος υπηρέτης του αθλήματος. Ένας άνθρωπος που ακόμα και η αναπηρία του δεν του στέρησε τη διάθεση να γίνει κοινωνός του αθλήματος. Προσπαθεί να αλλάξει τα μυαλά του κόσμου, όπως εκείνου που τον άφησε ανάπηρο και τρία χρόνια μετά δεν του έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη.

Ο Μπεστ, ο Ρέντον και o Σάιμον

  [7 Σχόλια]

Η πρώτη μου επαφή με τον Τζορτζ Μπεστ πρέπει να έγινε γύρω στο 1991 σε μια αίθουσα φροντιστηρίου αγγλικών. Ήταν σίγουρα Παρασκευή, μιας και ο ιδιοκτήτης -ένας περίεργος τύπος με καταγωγή από την όμορφη Ναύπακτο και φίλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ- μας έκανε μάθημα μόνο εκείνη τη μέρα. Μια Παρασκευή, εκεί που μας μάθαινε τα βασικά της αγγλικής γλώσσας, άρχισε να μας λέει για τον Γιώργη τον Καλύτερο (έτσι τον αποκαλούσε). Ένα βρετανό ποδοσφαιριστή που -λογικά- ήταν ο κορυφαίος που είχε δει ποτέ να αγωνίζεται. Μας είπε για την Γιουνάιτεντ και τους τίτλους της, για τα «μωρά» του Μπάσμπι και για τα τεχνικά χαρακτηριστικά του βορειοϊρλανδού άσσου της μπάλας. Η αγγλική ποδοσφαιρική πραγματικότητα δεν είχε μπει ακόμα στη ζωή μου και εκείνη τη μέρα ίσως να είχα επιλέξει να γίνω «φίλος» της Γιουνάιτεντ. Κάτι που ευτυχώς για μένα και δεν το έκανα, επιλέγοντας χρόνια αργότερα τη Λίβερπουλ, έχοντας κουραστεί να πανηγυρίζω τίτλους μαζί της. «Δεν πειράζει, έχει τίτλους η Λίβερπουλ» όπως έχει πει και ο Αλέφαντος. Πάμε παρακάτω.

Πριν λίγες μέρες «κατέβασα» σε ένα εξαιρετικό torrent την ταινία του Ντάνι Μπόιλ «Trainspotting 2». Ήθελα πολύ να δω την ταινία στο σινεμά αλλά δυστυχώς δεν έτυχε και κάπως έτσι περίμενα να κυκλοφορήσει για «κατέβασμα», που λέμε και στο χωριό μου, για να την απολαύσω. Όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό σε μια οθόνη υπολογιστή. Η πρώτη ταινία είχε κυκλοφορήσει το 1996 και είναι από αυτές που χαρακτήρισαν μια ολόκληρη γενιά, τη γενιά μου, και την έριξαν -με τα μούτρα- στη βρετανική πραγματικότητα (μέσα από τη σκοτεινή της πλευρά). Από τότε την έχω δει τουλάχιστον 5 φορές. (Μόνο τα Star Wars βλέπω κάθε χρόνο, οπότε κάτι σημαίνει αυτό για μένα) Επίσης η εν λόγω ταινία πρέπει να με έφερε σε πρώτη επαφή με τις κομματάρες του Ίγκι Ποπ, μιας και εκείνη την περίοδο άκουγα φανατικά μόνο χέβι μέταλ ως ατίθασο και επαναστατικό νιάτο που ήμουν (και είμαι ακόμα). Στη δεύτερη ταινία ο βασικός πρωταγωνιστής, ο Ρέντον, επιστρέφει στο Εδιμβούργο από το Άμστερνταμ, μετά από 20 χρόνια, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του (κυρίως) αλλά και με τους παλιούς τού φίλους. Αυτούς που είχε προδώσει και κλέψει αφήνοντας τη Σκωτία για τη χώρα του Κρόιφ και του Ρέμπραντ. Εν μέρει το καταφέρνει. Κάπου στη μέση της ταινίας και αφού έχει αράξει με τον παλιό κολλητό, τον Σάιμον, στο σαλόνι του σπιτιού του δεύτερου, στην τηλεόραση παίζουν στιγμιότυπα του Μπεστ με τη φανέλα της Χιμπέρνιαν. Ο Μπεστ είχε κάνει ένα μέτριο πέρασμα από τους «Χιμπς» τη σεζόν 1979-1980, σε μια περίοδο που πληρωνόταν ανά συμμετοχή, είχε πολλά μπλεξίματα με το νόμο και το ποτό, και εν τέλει είδε την ομάδα να υποβιβάζεται στη δεύτερη κατηγορία.

Όπως και να έχει, οι φίλοι της Χιμπέρνιαν θεωρούν ακόμα και σήμερα μεγάλη τους τιμή που ο κορυφαίος παίκτης στην ιστορία του ποδοσφαίρου (αυτό είναι κάτι που ισχύει σε μεγάλο ποσοστό στο Νησί) φόρεσε την πράσινη φανέλα της ομάδας με το νούμερο 7 στην πλάτη. Κι ας μην πρόσφερε τα αναμενόμενα. Το ίδιο ίσχυε και για τους δύο φίλους -και πρωταγωνιστές- της ταινίας. Εκεί ακριβώς αρχίζει ένα δίλεπτο ποδοσφαιρικής «μαγείας» και μια μικρή ωδή στην αγάπη των δύο φίλων για την ομάδα τους που δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κάποιον που έχει μεγαλώσει με σωστά -ποδοσφαιρικά- βιώματα. Οι δύο φίλοι παίζουν ξύλινο ποδοσφαιράκι φορώντας φανέλες του Μπεστ, τραγουδούν, γελούν και συζητούν για τον ήρωα της ομάδας του σαν δύο μικρά παιδιά που έχουν βρεθεί στο γήπεδο για πρώτη φορά. «Εκείνη τη σεζόν με είχε πάει ο πατέρας μου σε κάποιο παιχνίδι, ήταν το 1979» θα πει ο Ρέντον, για να συμπληρώσει «δεν μπορούσα να δω καθόλου το παιχνίδι εκεί που καθόμουν αλλά έχω δει τον Μπεστ να αγωνίζεται με τη φανέλα της Χιμπέρνιαν στο Ίστερ Ρόουντ. Είμαι τόσο τυχερός». Όλα αυτά δένουν ακόμα καλύτερα αν αναλογιστούμε πως διαδραματίζονται υπό τους ήχους των The Clash στο κομμάτι White Man in Hammermith Palais. Ένα κομμάτι που κυκλοφόρησε πάνω-κάτω την ίδια περίοδο (και μιλήσαμε τις προάλλες γι’ αυτή).

Γιατί αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Τα όμορφα συναισθήματα που σου δημιουργεί και οι υπέροχες αναμνήσεις που σου εμφανίζει έτσι στα ξαφνικά μέσω κάτι «άσχετου» για πολλούς που έχουν μάθει να το βλέπουν από μια άλλη, διαφορετική σκοπιά. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον ήρωα της παιδικής του ηλικίας; Την πρώτη φορά που βρέθηκε να τραγουδά σε κάποιο πέταλο για την ομάδα του παρέα με τους κολλητούς; To πρώτο κασκόλ δώρο από τον πατέρα ή κάποιο θείο ή τον μεγαλύτερο αδερφό; To πρώτο σημαντικό γκολ; Κι ας μην έφερε κάποιο τίτλο. Όλα αυτά -και ακόμα περισσότερα- μπορούν να έρθουν αυτόματα στο μυαλό στην τελευταία σκηνή της ταινίας. Εκεί που ο Ρέντον επιστρέφει στο εφηβικό του δωμάτιο (αφού πρώτα έχει συμφιλιωθεί με τον πατέρα του) και βάζει να ακούσει στο πικ απ το Lust for Life του Ίγκι Ποπ (δυστυχώς για εμάς σε ρεμίξ των Prodigy) χαρίζοντας στον εαυτό του ένα μοναχικό χορό όπως 20 χρόνια πριν. Όταν ήταν έφηβος και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν οι αλητείες στα βρώμικα στενά του Εδιμβούργου και να νικάει η Χιμπέρνιαν.

Οι πραγματικοί σου φίλοι

  [2 Σχόλια]

Δύο τύποι βρίσκονται σε κάποιο μπαρ και πίνουν το ποτό τους συζητώντας. Ο ένας δεν έχει και πολύ διάθεση επειδή πριν λίγη ώρα έχει συμβεί «κάτι». Ο άλλος καταλαβαίνει πως υπάρχει αυτό το «κάτι», ένα μικρό (ή μεγάλο;) πρόβλημα. Τρώγεται με τα ρούχα του αλλά δεν ρωτά να μάθει. Τελικά ο πρώτος (με την κακή διάθεση) δέχεται ένα μήνυμα στο κινητό που τον κάνει να χαμογελάσει καθώς το διαβάζει. Ξαφνικά νιώθει και πάλι τόσο όμορφα λες και η ομάδα του έχει σκοράρει στις καθυστερήσεις, για τη νίκη, κόντρα σε ένα σπουδαίο αντίπαλο, σε κάποιο τελικό. Ο φίλος που είναι μαζί του -αυτόματα- καταλαβαίνει πως κάτι καλό έχει συμβεί. Σηκώνει τα χέρια και ως άλλος Βιτσένζο Μοντέλα βγαίνει έξω από το μπαρ και πανηγυρίζει κάνοντας το «αεροπλανάκι» στο δρόμο, δίχως να νοιάζεται για περίεργα βλέμματα. «Βασικά ήθελα να ουρλιάξω», θα πει αστειευόμενος λίγο αργότερα, «απλά έπαιζε ωραίο κομμάτι ο dj και δεν ήθελα να το χαλάσω». Αυτό είναι κάτι που στα δικά μου μάτια μπορεί να χαρακτηριστεί ως φιλία, ως αγάπη, ως καλοσύνη.

To 2008 o σπουδαίος κινηματογραφιστής Εμίρ Κουστουρίτσα κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ Maradona για τη ζωή του κορυφαίου ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, χωρίς όμως να τον αγιοποιήσει, κάνοντας ουσιαστικά ένα πορτραίτο με όλα τα καλά και τα κακά του Αργεντίνου Θεού της μπάλας. Όπως πρέπει δηλαδή να γίνονται τέτοιου είδους ντοκιμαντέρ (ή ταινίες) για προσωπικότητες αμφιλεγόμενες στα όρια του «αιρετικού». Ο Μαραντόνα είναι ένας άνθρωπος που ο καλός Θεούλης του χάρισε απλόχερα όλο το ποδοσφαιρικό ταλέντο του πλανήτη μαζεμένο, μα παράλληλα του έδωσε και όλα τα αρνητικά πάθη που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Και δεν μιλάω για την εξάρτησή του από την κοκαΐνη. Ο Ντιέγκο Μαραντόνα φέρθηκε άσχημα σε πολύ κόσμο -εντός και εκτός ποδοσφαίρου- και έχασε αρκετούς ανθρώπους από δίπλα του λόγω του εκρηκτικού του χαρακτήρα. Δεν μάσησε ποτέ τα λόγια του. Δεν έβαλε ποτέ κάτω τον εγωισμό του. Δεν σταμάτησε ποτέ να αγωνίζεται κόντρα στο κατεστημένο (σε πλήρη αντίθεση με άλλους σούπερ σταρ της εποχής του και κυρίως της εποχής μας). Δεν κρύφτηκε ποτέ ούτε από τους φίλους του, ούτε από τους εχθρούς του. Στο εν λόγω λοιπόν ντοκιμαντέρ υπάρχει μια συναισθηματικά φορτισμένη σκηνή που αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο όλη την αγάπη που έχει ο Μαραντόνα μέσα του για τους φίλους και την οικογένειά του, αλλά και την αγάπη που τρέφουν αυτοί γι’ αυτόν. Μια αγάπη ανθρώπινη και αληθινή, πολύ μακριά από τα λαμπερά φώτα των σταδίων και τη λάμψη των χρυσών τροπαίων και μεταλλίων. Αυτή η σκηνή δεν είναι άλλη από το τραγούδι «La Mano de Dios» (το χέρι του Θεού) του Rodrigo, που το τραγουδά όμως, σε μια αρκετά διαφορετική εκτέλεση, ο ίδιος ο Μαραντόνα συγκινημένος, μπροστά μάλιστα στην οικογένειά του αλλά και πολλούς πραγματικούς του φίλους .

Παρακολουθώντας το βίντεο μπορεί εύκολα να καταλάβει ο οποιοσδήποτε πόση αγάπη κρύβουν μέσα τους όλοι αυτοί, ο ένας για τον άλλο, με επίκεντρο τον Ντιέγκο. Αγάπη για εκείνο το κωλοπαίδι που έπαιζε στις αλάνες και μοίραζε ποδιές σε όλους, φτάνοντας να οδηγήσει την χώρα του στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου και να κάνει μια ομάδα από τον φτωχό Νότο της Ιταλίας -σχεδόν- κορυφαία στον πλανήτη, έστω και για μερικές σεζόν, αλλάζοντας την ιστορία της Νάπολι και ολόκληρου του Καμπιονάτο. Ένα αλητάκι τόσο ανθρώπινο σαν χαρακτήρας του Κουστουρίτσα ή του άλλου σπουδαίου (μετρ της κινηματογραφικής αισιοδοξίας) του Άκι Καουαρισμάκι. Το βίντεο και το τραγούδι είναι άκρως συγκινητικά σε βαθμό που κάτι θα νιώσεις να κυλά στο μάγουλό σου χαζεύοντας στα μάτια όσων υπάρχουν στο βίντεο την αγάπη, όχι όμως για τον Μαραντόνα αλλά για τον Ντιέγκο, και αυτό είναι από μόνο του κάτι το τρομακτικά υπέροχο.

Ο Μαραντόνα έφτασε στον πάτο όταν ήταν σούπερ σταρ (και ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη) και μάλιστα εκείνη την περίοδο είδε πολλούς «δικούς του» ανθρώπους να του γυρνούν την πλάτη, μα κέρδισε και πάλι τους πάντες όταν έγινε ξανά ο Ντιέγκο. To παιδάκι που γεννήθηκε και έζησε φτωχικά στο Λανούς. Ο φίλος, ο πατέρας, ο σύζυγος, ο πρώην σούπερ σταρ, ο Θεός μιας χώρας που προσπαθεί να ξεφύγει από τα πάθη του και να υπερνικήσει κάθε μορφή αδυναμίας και αδικίας (δίχως να το καταφέρνει όλες τις φορές) και αυτό είναι κάτι πραγματικά το υπέροχο. Να σε αγαπούν και να σε δέχονται γι’ αυτό που είσαι και όχι γι’ αυτό που θέλουν να βλέπουν σε εσένα ή για κάτι που ήσουν κάποτε. Οι φίλοι, η οικογένεια, ο άνθρωπος του καθενός. Αυτοί που έχεις επιλέξει να βρίσκονται στη ζωή σου και ξέρεις ότι θα χαρούν με τη χαρά σου. Αυτοί που θα σε αγκαλιάσουν και θα σε βγάλουν από τον πάτο χωρίς καν να το καταλάβεις. Αυτοί που αρκεί μία -και μόνο- τους λέξη για να νιώσεις καλύτερα. Οι πραγματικοί σου φίλοι. Και όπως γράφει και ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος στο αρκετά καλό βιβλίο του με τον τίτλο «Φίλοι»: Στην εγωιστική μας εποχή, λένε ότι οι αληθινές φιλίες τείνουν να χαθούν, αλλά εμείς αποτελούσαμε εξαίρεση…

Το πέναλτι που άργησε είκοσι τέσσερις μέρες

  [Καθόλου σχόλια]

«Αυτό το χτύπημα πέναλτι διήρκεσε μια εβδομάδα, και, εκτός κι αν κάποιος έχει αντίθετη γνώμη, ήταν το μακρύτερο πέναλτι στην ιστορία». Ο άνθρωπος που μας προκαλεί να τον διαψεύσουμε, είναι ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο και γνωρίζει πολύ καλά ότι λέει ανακρίβειες.

Ο Σοριάνο έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παταγονία και έπαιξε πολλή μπάλα πριν γίνει δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος  και εξαιρετικά αγαπητός στην πατρίδα του αλλά και έξω από αυτήν: μετά τον θάνατό του, το 1997, στην Ιταλία ιδρύθηκε ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομά του. Είναι η μεικτή συγγραφέων, στην οποία παίζει, για παράδειγμα, ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Το απραγματοποίητο όνειρο του Σοριάνο ήταν να παίξει σέντερ φορ στην ομάδα που υποστήριζε φανατικά, τη Σαν Λορένσο. Όταν μετά τη δικτατορία κατέφυγε στην Ευρώπη,  δεν παρέλειπε να τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα στους παιδικούς του φίλους  στην Αργεντινή για να μαθαίνει τι είχαν κάνει τα Κοράκια.

Γκραφίτι με τον Οσβάλντο Σοριάνο στο Μποέδο, στη γειτονιά της Σαν Λορένσο

Τον Οκτώβριο του 2003, το Υπουργείο Παιδείας και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής είχαν μια καταπληκτική ιδέα. Να καταπολεμήσουν τη βία στα γήπεδα μοιράζοντας βιβλία λογοτεχνίας στους θεατές. Το σύνθημα της εκστρατείας ήταν «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα» και η κεντρική ιδέα ότι, σε περίπτωση που η διαιτησία ή το θέαμα δεν ήταν ικανοποιητικά, οι θεατές θα ξεχνιούνταν με το διάβασμα αντί να παίζουν ξύλο –είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά ότι η εκστρατεία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Στην πορεία ανέκυψαν κάποια μεθοδολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα, τα βιβλία έπρεπε να είναι ολιγοσέλιδα ώστε να μην έχει νόημα να χρησιμοποιηθούν ως όπλα εναντίον των διαιτητών ή των αντιπάλων σε περίπτωση που το μέτρο δεν ήταν αποτελεσματικό. Εκδόθηκαν λοιπόν βιβλιαράκια με διηγήματα, μεταξύ άλλων του μεγάλου Χόρχε Λουίς Μπόρχες –ο ίδιος απεχθανόταν το ποδόσφαιρο– και πολλών εκλεκτών συναδέλφων του, κάπως πιο φιλάθλων, όπως ο αγαπημένος Εδουάρδο Γκαλεάνο. Θέμα, συνήθως, η μπάλα, για προφανείς λόγους.

Η αρχή έγινε σε ένα ματς της Σαν Λορένσο και, βέβαια, δεν μπορούσε παρά να επιλεγεί ο Σοριάνο και το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου», για πολλούς το καλύτερο διήγημα που έχει γραφτεί ποτέ για το ποδόσφαιρο.

Σύντομη περίληψη του: είμαστε στα 1958. Ο Πολικός Αστέρας είναι η ποδοσφαιρική ομάδα ενός παρηκμασμένου μπιλιαρδάδικου, κάπου στην άκρη του κόσμου, στην Παταγονία. Τίποτε αξιοσημείωτο, ούτε καν οι συνεχείς της αποτυχίες –δεν τερμάτισε ποτέ πάνω από τη μέση της βαθμολογίας. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια ομάδα με παίκτες «αργούς σαν γαϊδούρια και βαριούς σαν ντουλάπες»; Μέχρι που μια σεζόν, ως άλλη Λέστερ, ο Αστέρας αρχίζει να κάνει τη μια νίκη μετά την άλλη. Οι περισσότερες 1-0, αλλά τι σημασία έχει; Όσο περνάει ο καιρός, όλοι, ακόμη κι οι λιγοστοί της φίλοι, έρχονται στο γήπεδο με την ελπίδα να είναι μπροστά όταν συμβεί το αναπόφευκτο, δηλαδή όχι απλώς η ήττα αλλά η κατάρρευση. Οι ήττες έρχονται αλλά το ηθικό είναι ακμαίο, οι παίκτες μάχονται σαν σκυλιά κι η ομάδα αντέχει.

Μέχρι που την τελευταία αγωνιστική οι ήρωες του Πολικού Αστέρα παίζουν για τον τίτλο, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Θέλουν νίκη εκτός έδρας απέναντι στη μόνιμη πρωταθλήτρια, την Ντεπορτίβο Μπελγκράνο, η οποία, παρεμπιπτόντως, τους είχε διαλύσει στον πρώτο γύρο 0-7. Σα να μην έφτανε αυτό, ο όχι ιδιαίτερα αδέκαστος διαιτητής έχει λόγους να θέλει να μη χάσει η Μπελγκράνο. Σχεδόν στη λήξη, κι ενώ ο Αστέρας, προς γενική έκπληξη, προηγείται 2-1 κι αγγίζει τον τίτλο, ο διαιτητής σφυρίζει πέτσινο πέναλτι. Ακολουθούν τρομακτικά επεισόδια –οι φίλαθλοι του Αστέρα εισβάλλουν στο γήπεδο, πέφτουν πυροβολισμοί– και διακοπή. Τα είκοσι δευτερόλεπτα που απομένουν, ουσιαστικά το χτύπημα του κερδισμένου πέναλτι της Ντεπορτίβο, θα παιχτούν κεκλεισμένων των θυρών μια εβδομάδα μετά, γεγονός που αφήνει στον τερματοφύλακα του Αστέρα, τον Ινδιάνο «Γάτο» Ντιάζ, εφτά ολόκληρα εικοσιτετράωρα αμφιβολιών, σκληρής προπόνησης κι εξαιρετικής μεταχείρισης από μέρους των φιλάθλων –αντρών και γυναικών– της ομάδας. Τι θα γίνει;

Ας αφήσουμε όμως τη λογοτεχνία κι ας μιλήσουμε για την άγρια πραγματικότητα των αργεντίνικων γηπέδων. Ξαναγυρνάμε στο 2003, τον Απρίλιο. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της αξιέπαινης πρωτοβουλίας «Όταν διαβάζεις, κερδίζεις πάντα», κάπου στο Μπουένος Άιρες, οι Ντεφενσόρες ντε Καμπασέρες και η Ατλέτικο Ατλάντα παίζουν για την Πριμέρα Β Μετροπολιτάνα. Η Ατλέτικο μάχεται για την σωτηρία της, θέλει νίκη οπωσδήποτε. Απομένουν πέντε λεπτά για το τέλος, το σκορ είναι 0-0, ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος των Ντεφενσόρες, τη συνέχεια τη φανταζόμαστε: οι οπαδοί μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ξύλο, χαμός, διακοπή.

Ο Λούκας Φερέιρο κουράστηκε να περιμένει

Το ματς θα συνεχιστεί κεκλεισμένων των θυρών από κει που διακόπηκε, όχι μια εβδομάδα αλλά είκοσι τέσσερις μέρες μετά. Το ρεκόρ του Σοριάνο καταρρίπτεται –αλλά θα επανέλθουμε.

Άραγε, ο τερματοφύλακας των Ντεφενσόρες, ο Σέζαρ Γκονζάλες, είχε στο μυαλό του τον ήρωα του Σοριάνο, τον «Γάτο», τον θλιβερό τερματοφύλακα του Πολικού Αστέρα που ήθελε οπωσδήποτε να αποκρούσει το πέναλτι ώστε η όμορφη ξανθιά του χωριού να δεχτεί να τον φιλήσει; Έθεσε κι αυτός ερωτήματα, που στις μέρες μας τα εξετάζει η θεωρία των παιγνίων, αλλά είχαν απασχολήσει και παλιότερα τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο; «Τα χτυπάει  πάντα δεξιά. Αλλά ξέρει ότι το ξέρω. Όμως κι εγώ ξέρω ότι το ξέρει ότι το ξέρω». Άραγε, ο πρόεδρος της ομάδας τον συμβούλεψε «Ε, πέσε αριστερά να τελειώνουμε»; Ο διαιτητής του αγώνα, ο Αλεχάντρο Τόια, φοβήθηκε, άραγε, μην πάθει κι αυτός, όπως στο διήγημα του Σοριάνο, επιληπτική κρίση και δε διαπιστώσει αν τελικά το πέναλτι ήταν εύστοχο; Ο Λούκας Φερέιρο της Ατλέτικο προπονήθηκε τόσο επίπονα στην διάρκεια αυτών των εικοσιτεσσάρων ημερών ώστε να μπορεί να χτυπάει πέναλτι ακόμη και κοιμισμένος; Όπως και να΄χει, τα κατάφερε. Ο Γκονσάλες έπεσε σωστά αλλά δεν ήταν αρκετό. Η Ατλέτικο Ατλάντα κέρδισε και έκανε ένα σπουδαίο βήμα για την παραμονή της –τον Ιούνιο την οριστικοποίησε. Κι η όλη ιστορία επανέφερε στο προσκήνιο το εξαιρετικό διήγημα του Σοριάνο.

Ένας συγγραφέας που έφηβος έπαιξε σέντερ φορ στα τοπικά του Ρίο Νέγρο γνωρίζει τόσο καλά το ποδόσφαιρο ώστε να μπορεί να περιγράψει τα πάντα πριν ακόμη συμβούν; Στην πραγματικότητα, ο Σοριάνο, ως συγγραφέας, είχε ένα άλλο προνόμιο, να δείχνει την πραγματικότητα έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.

Το 1953, στο Τσιπολέτι της Παταγονίας, ο δεκάχρονος Οσβάλντο Σοριάνο γνωρίζει μια από τις πρώτες απογοητεύσεις της ζωής του. Η άσημη τοπική ομάδα διεκδικεί για πρώτη φορά στην ιστορία της έναν τίτλο απέναντι στην ισχυρή Ουνιόν Άλλεν Προγκρεσίστα της γειτονικής πόλης. 0-0 λίγα λεπτά πριν τη λήξη, πέναλτι εις βάρος της Άλλεν, εισβολή, διακοπή, το πέναλτι που χτυπιέται δυο εβδομάδες αργότερα. Στην πραγματική ιστορία, η ισχυρή ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα. Και στη λογοτεχνία; Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος, το  διήγημα είναι εδώ, στα αγγλικά. Ο «Γάτος» Ντιάζ, πάντως, παντρεύτηκε τελικά την αδερφή του σκληροτράχηλου δεξιού μπακ του Πολικού Αστέρα.

* Το «Μακρύτερο πέναλτι του κόσμου» έχει εμπνεύσει μια μετριότατη κινηματογραφική ταινία. Συστήνουμε καλύτερα μια άλλη, στην οποία βρίσκουμε πολλούς ήρωες του Σοριάνο,«Το ξεχασμένο Μουντιάλ».

Το θαύμα της Φόρεστ που εμπνέει ακόμα

  [2 Σχόλια]

Jimmypeterbrian-print

Στις 13 Οκτωβρίου του 2015 ο σκηνοθέτης Τζόνυ Όουεν κυκλοφόρησε ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ για την Νότινγχαμ Φόρεστ των δύο σερί Πρωταθλητριών (1979 και 1980) με αδημοσίευτο -μέχρι τότε- υλικό. Σπάνιες συνεντεύξεις του Κλαφ και των παικτών του αλλά και υπέροχη μουσική στο πνεύμα της Βρετανικής περιόδου εκείνων των ετών. Όσοι δεν το έχετε δει κάντε ένα κόπο και δεν θα χάσετε. Για τους λάτρεις του διαβάσματος υπάρχει και το βιβλίο -με τον ίδιο τίτλο- που έγραψαν παρέα ο Τζόνυ Όουεν και ο συγγραφέας Ντάνιελ Τέιλορ. Ο Τέιλορ μάλιστα έχει γράψει και το Deep Into The Forest -επίσης για τον Κλαφ και τη Νότινγχαμ- αλλά και μερικά εξαιρετικά βιβλία για την Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ (τα προτείνω σε όλους τους αληθινούς φίλους της ομάδας). ο τίτλος του ντοκιμαντέρ αλλά και του βιβλίου είναι ο αρκετά πιασάρικος (αλλά και πολύ κοντά στην πραγματικότητα) I Believe In Miracles. «Πιστεύω στα θαύματα». Και πως να μην πιστεύουμε με αυτό που είχε καταφέρει στις αρχές των 80s σπουδαίος Άγγλος προπονητής και η ομάδα του.

Με αφορμή το ντοκιμαντέρ και το βιβλίο ο φίλος της ομάδας Στιβ Γκούλμπις εμπνεύστηκε και σχεδίασε μια φοβερή συλλογή ιλουστρασιόν έργων -με τον ίδιο τίτλο- με την Νότιγχαμ εκείνης της περιόδου. Για καλό όλων των ποδοσφαιρόφιλων αλλά και των φίλων της ομάδας ο Γκούλμπις δεν είναι κάποιος τυχαίος μα ένας καλλιτέχνης μεγάλης αξίας και με σπάνιο ταλέντο στο σχέδιο. «Ήταν 1978 όταν κατακτήσαμε το πρωτάθλημα της πρώτης κατηγορίας και εγώ σπούδαζα στη Σχολή Καλών Τεχνών όταν σχεδίασα την πρώτη μου αφίσα για την ομάδα» θυμάται ο ίδιος. «Την είχα στείλει στα γραφεία της Φόρεστ για να τους ευχαριστήσω και είδα γεμάτος έκπληξη την αφίσα να επιστρέφεται μετά από μέρες, έχοντας μάλιστα τις υπογραφές 16 παικτών, του Κλαφ, του βοηθού του Πήτερ Τέιλορ αλλά και του σπουδαίου γυμναστή της ομάδας Τζίμι Γκόρντον. Ήταν κάτι μαγικό. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου». Φυσικά αυτή ήταν η αρχή μιας σπουδαίας καριέρας για τον ίδιο.

Backtobackchampions-print

Ο Γκούλμπις είναι σκιτσογράφος σε μερικά από τα πιο γνωστά αγγλικά αθλητικά περιοδικά και έχει σχεδιάσει τις αφίσες για αρκετές σπουδαίες στιγμές τεράστιων παικτών όπως για το παιχνίδι όπου ο Πολ Σκόουλς αποχαιρέτησε το ποδόσφαιρο και για το παιχνίδι προς τιμήν του Στήβεν Τζέραρντ όταν άφησε το Άνφιλντ και τη Λίβερπουλ για το MLS.

NFFC-European-Cup-winners

Ένα μέρος της δουλειάς του μπορείτε να την βρείτε και να την απολαύσετε σε αυτό το link. Κάντε το και δεν θα χάσετε. Πιστέψτε με.

Από ένα Όσκαρ στους κυρίους

  [11 Σχόλια]

Στο Sombrero λατρεύουμε το ποδόσφαιρο και αγαπάμε τον κινηματογράφο. Το έχετε καταλάβει και χαιρόμαστε πραγματικά γι’αυτό. Με αφορμή την 88η Τελετή Απονομής των Όσκαρ, την εξαιρετική παρουσίαση του Κρις Ροκ και το πολυπόθητο αγαλματίδιο που έφτασε -επιτέλους- στα χέρια του Λεονάρντο Ντι Κάπριο, διάφορες σκέψεις άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό μου. Άφησα λοιπόν στην άκρη τις άκρως ποδοσφαιρικές ιστορίες, τις τέλειες αναλύσεις περί  τακτικής (που μόνο εγώ σας προσφέρω) και έπιασα το imdb και την προσωπική μου τεράστια ταινιοθήκη. Προσπάθησα να βρω ποιοι ποδοσφαιριστές έχουν πρωταγωνιστήσει σε ταινίες και πόσοι απ’ αυτούς άξιζαν ένα «Όσκαρ» για την ερμηνεία τους. Δύσκολο το έργο μου αλλά ελπίζω να σας αρέσει το τελικό αποτέλεσμα. Φώτα, κάμερες, πάμε.

Όσκαρ Καραφλόεραστή στον Σταν Κόλιμορ.

Basic-Instinct-2-0024

To 2006 o πρώην επιθετικός της Λίβερπουλ, της Άστον Βίλα και της Εθνικής Αγγλίας κέρδισε ένα μικρό ρόλο στο σίκουελ της ταινίας «Βασικό Ένστικτο» δίπλα στη Σάρον Στόουν. Αρκετοί μίλησαν τότε για ένα «χαμένο» ταλέντο της υποκριτικής και η 7η Τέχνη ένιωσε μεγάλη συγκίνηση που ο Κόλιμορ ξεκινούσε(;) μια νέα καριέρα. O Άγγλος γκολτζής μοιράστηκε την οθόνη με την πρωταγωνίστρια για τρία ολόκληρα λεπτά (πανεύκολο να σκεφτείτε τι ακριβώς έκαναν) στα καθίσματα ενός πολυτελούς αυτοκινήτου και όλοι εμείς σοκαριστήκαμε με το πάθος των ερμηνειών. Η ταινία ήταν χειρότερη κι απ’ το «50 Αποχρώσεις του Γκρι», κάνοντας μάλιστα την βλακεία ταινία του Σαμ Τέιλορ Τζόνσον (lol) να φαντάζει μπροστά της σαν τα «Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα» του Ρομάν Πολάνσκι.

Όσκαρ ηγετικής φυσιογνωμίας στον Πολ Μπράιτνερ

potato-fritz

Βρισκόμαστε στα 70s και τα σπαγγέτι γουέστερν γνωρίζουν μεγαλύτερες δόξες κι απ’ τη Βίνα Ασίκη στα βιντεοκλάμπ κάθε γειτονιάς,  30 χρόνια πίσω. To 1976 κυκλοφόρησε το Potato Fritz, ελληνιστί «Τα καθάρματα της μεγάλης Σφαγής». Ταινία που δεν χρειάζεται να δεις αν σου αρέσουν τα καλά γουέστερν και γενικά ο καλός κινηματογράφος. Εκτός κι αν είσαι φίλος του Γερμανού παιχταρά ή ο Κουεντίν ο Ταραντίνο. Ο Μπράιτνερ υποδύθηκε το Λοχαγό Σταρκ και ηγήθηκε μιας ομάδας Γερμανών στην Άγρια Δύση. Θέλετε κι άλλα; Αυτή πάντως δεν ήταν η τελευταία ταινία του Μπράιτνερ καθώς συνέχισε να ταλαιπωρεί σκηνοθέτες και θεατές για μερικά ακόμα χρόνια. Αργότερα την είδε φιλόσοφος και γλιτώσαμε κι από δαύτον. Ιωάννη ακούς;

Όσκαρ Τραμπούκου στο Βίνι Τζόουνς

lock-stock-two-smoking-barrels

Εν έτει 2016 υπάρχουν παιδιά που αμφιβάλλω αν γνωρίζουν πως ο ηθοποιός Βίνι Τζόουνς υπήρξε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Σκληρός και βίαιος σαν τους ρόλους που τον επιλέγουν να ενσαρκώσει. Και όμως είναι αλήθεια. Μάλιστα το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη ο Τζόουνς το πραγματοποίησε το 1998 ενώ ήταν ακόμα επαγγελματίας ποδοσφαιριστής στην ΚΠΡ. Ήταν η ταινία «Δύο καπνισμένες κάνες» του Γκάι Ρίτσι και όλοι εμείς (της γενιάς μου) βρήκαμε μια ταινία-ορόσημο με χαρακτήρες που θα θέλαμε να έχουμε κολλητούς. Ο Βίνι Τζόουνς συνέχιζει να παίζει τον Μπιγκ Κρις (τον εαυτό του δηλαδή) μέχρι και τις μέρες μας και λογικά θα συνεχίσει για καιρό ακόμα. Βίνι ζούμε στα (κανονικά) Όσκαρ να σε δούμε.

Τιμητικο Όσκαρ-ψαλιδάκι ελευθερίας στον Πελέ

O κορυφαίος ποδοσφαιριστής του πλανήτη (σύμφωνα πάντα με τους ειδικούς της ΦΙΦΑ) δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό εδώ το κείμενο. Τρία Παγκόσμια Κύπελλα κέρδισε άλλωστε. Έτσι, το 1981 παρέα με τον Μπόμπι Μουρ, τον Όσι Αρντίντες και τους Σταλόνε και Μάικλ Κέιν πρωταγωνίστησε στην ταινία «Η Απόδραση των 11». Μια Ωδή στην ελευθερία και στον ναρκισσισμό του Βραζιλιάνου μάγου. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας κόντρα στους Γερμανούς σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, οι μυθικές ποδοσφαιρικές αναλύσεις του Πελέ στους «συμπαίκτες» του και φυσικά το δεύτερο καλύτερο ανάποδο ψαλίδι που έχουμε δει ποτέ (το πρώτο είναι εκείνο του Ριβάλντο κόντρα στη Βαλένθια) κάνουν την ταινία must to see και χαρίζουν το Όσκαρ στον Πελέ. Ο Μαραντόνα αρκετά χρόνια αργότερα θα βάλει ολόκληρο Κουστουρίτσα να του κάνει ντοκιμαντέρ και θα πει και ένα τραγούδι ως απάντηση στο Βραζιλιάνο.

Όσκαρ Ά ανδρικού ρόλου (κυριολεκτικά) στον Ερίκ Καντονά

ken-loach-film

O σπουδαίος Γάλλος σταμάτησε το ποδόσφαιρο στα 31 του χρόνια επειδή δεν έβρισκε κάτι άλλο να τον γεμίζει στα γήπεδα σαν παίκτης. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο, κάτι που -ευτυχώς- κάνει ακόμα και στις μέρες μας. Μεταξύ αρκετών ταινιών που έχει πάρει μέρος όπως το «Ελίζαμπεθ» και το «Switch» υπάρχει το εξαιρετικό «Looking for Eric» του Κεν Λόουτς. Σε αυτή την ταινία του 2009 (δίπλα στον υπέροχο Στηβ Έβετς) ο Καντονά μας χάρισε την κορυφαία του ερμηνεία. Μια ερμηνεία που θα μπορούσε να συγκριθεί με τις καλύτερες (σύμφωνα με τους κριτικούς) εκείνης της χρονιάς και με το γκολ-βόλλευ κόντρα στη Λίβερπουλ στον τελικό του κυπέλλου τo 1996. Όσοι δεν έχετε δει την ταινία κάντε ένα κόπο και δεν θα χάσετε. Αληθινή, δυνατή και άκρως συναισθηματική. Όπως και η ερμηνεία του Καντονά, όπως και οι «παραστάσεις» που μας χάριζε όταν ερωτοτροπούσε με τη μπάλα στα Αγγλικά γήπεδα.

Όσκαρ βουτιάς στον Άλαν Σίμονσεν

Το αξίζει ο Φορτούνης αλλά -δυστυχώς- δεν έχει παίξει σε σοβαρή ταινία παρά μόνο στις «κωμωδίες» της σούπερ λίγκας. Έτσι το βραβείο καταλήγει στα χέρια του Δανού επιθετικού. To 1977 κυκλοφόρησε η Δανέζικη ταινία Skytten. Σε αυτή υπήρχε ένας ελεύθερος σκοπευτής που είχε βάλει σκοπό να σταματήσει ένα πυρηνικό πρόγραμμα. Πως θα το κατάφερνε αυτό; Εκτελώντας κάθε μέρα και από έναν άνθρωπο. Σε αναμέτρηση της εθνικής Δανίας ο στόχος έγινε ο Άλαν Σίμονσεν, με το Δανό να υποδύεται τον εαυτό του χαρίζοντάς μας τη βουτιά του αιώνα. 33 χρόνια αργότερα στο Γεώργιος Καραϊσκάκης φίλοι του Ολυμπιακού θα σημαδεύουν για ένα ολόκληρο παιχνίδι τον Τζόρβα με φλόμπερ με τον Έλληνα κήπερ όμως να συνεχίζει τον αγώνα δίχως γραφικότητες. Η ΠΑΕ Ολυμπιακός αθωώθηκε μετά την απόδειξη πως ήταν περίοδος κυνηγίου στο Φάληρο.

Αιματοβαμμένο Όσκαρ (κακής ταινίας) στον Ίαν Ράιτ.

Ian_Wright_s_film_debut_imminent

To 2011 o Τζέφ Μπουρ κυκλοφόρησε την γκανγκστερική ταινία «Gun of the Black Sun» στην οποία μπλέκει ένα παλιό πιστόλι των Ναζί με τη Ρουμανία και μια μυστική αδελφότητα. Σωστά κατάλαβες. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να τη δεις. Εκτός κι αν συμπαθείς τον τεράστιο Ίαν Ράιτ. Ο παλιός επιθετικός υποδύεται έναν Άγγλο γκάνγκστερ και -ουσιαστικά- είναι ο μόνος που σώζει την κατάσταση σε μια κάκιστη ταινία. Άφθονο αίμα, μερικές κλασικές Βρετανικές ατάκες και ο Ράιτ σε καλή φόρμα είναι τα συστατικά που φτιάχνουν αυτό το «αριστούργημα». Ευτυχώς για τον ίδιο, ο Ράιτ σταμάτησε τις ταινίες. Δυστυχώς για το σινεμά, ο σκηνοθέτης συνεχίζει.

Απ’ το κείμενο απουσιάζουν οι Μπέκαμ, Τζέραρντ και Ντίντι Χάμαν (ή Άμαν) επειδή θα καταντούσε κουραστικό και επειδή είμαι ικανός να συγκρίνω τους τρεις προαναφερθέντες με ιερά τέρατα της υποκριτικής όπως ο Στέλιος ο Γιαννακόπουλος, ο Γιώργος ο Καραγκούνης και ο Μιχάλης ο Μόσχος.

Πολ Γκασκόιν, το παιδί

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Πολ κι ο Κιθ ήταν δυο κολλητοί κάπου στη βόρεια Αγγλία. Το σπίτι του ενός, ήταν και σπίτι του άλλου, φίλοι αλλά και συμπαίκτες σε μια παιδική ομάδα. Η ζωή τους ήταν η μπάλα. Ο Πολ από πολύ μικρός έπαιζε με ένα μπαλάκι του τένις στους δρόμους του Νιουκάστλ. Δεν είχαν χρήματα στο σπίτι του, γι’ αυτό και όταν έγινε 7 χρονών και πήρε ως δώρο μια δερμάτινη μπάλα ήταν το πιο ευτυχισμένο αγόρι σε όλο τον κόσμο. Ο Πολ περνούσε συνέχεια το χρόνο του στο σπίτι του Κιθ και η Μορίν, η μητέρα του Κιθ, έγινε η δεύτερη μητέρα του, μακριά από το δικό του προβληματικό σπίτι. Κάποια μέρα, ο 10χρονος Πολ προσφέρθηκε να συνοδεύσει τον μικρό αδερφό τού Κιθ στο ποδόσφαιρο. Ο Κιθ σαν μεγάλος αδερφός δεν ήθελε να πάρει τον μπόμπιρα μαζί του. Η Μορίν τον εμπιστεύτηκε στον Πολ, ο Πολ πήρε τον 8χρονο Στίβεν μαζί του και καθώς χάζευαν, ένα αυτοκίνητο παρέσυρε, πέταξε στον αέρα και σκότωσε τον Στίβεν.

Ήταν ένα από τα πρώτα σκληρά χτυπήματα της ζωής τού Πολ Γκοσκάιν. Έναν άνθρωπο που έγινε ο πιο χαρισματικός Άγγλος ποδοσφαιριστής των τελευταίων ετών, ένας εξίσου αυτοκαταστροφικός όσο και σπουδαίος σταρ. Κι αν η ποδοσφαιρική θητεία του Πολ Γκασκόιν είναι γνωστή σε μας και τα εντός γηπέδου κατορθώματά του διάσημα, άλλο τόσο γνωστές είναι οι δεκάδες φωτογραφίες με τον Γκάζα να κάνει ένα σωρό καραγκιοζιλίκια φορώντας ό,τι υπάρχει διαθέσιμο. Αυτό όμως που πολύς κόσμος, κι εγώ ανάμεσά του, ίσως δεν ξέρει είναι ότι ο Γκασκόιν δεν ήταν ένας κακομαθημένος τύπος, ένας απλός μπεκρής που είχε κόλλημα να καταστρέψει την καριέρα του. Ήταν ένας πολύ ταλαιπωρημένος άνθρωπος που από μικρός πέρασε πολλά και ξαφνικά έγινε σταρ σε νέα ηλικία. Ο Γκάζα ήταν και είναι ένα ακόμα ένα παιδί, όχι απλά γιατί είναι ένας ανώριμος χαβαλές που δεν ωρίμασε ποτέ, αλλά γιατί ήταν ένα εύθραυστο ψυχικά άτομο με ευαισθησίες παιδιού.

Κι αυτό είναι το επιμύθιο και το πιο σημαντικό από την ταινία το ντοκιμαντέρ με όνομα «Γκασκόιν» που σκηνοθέτησε η (άγνωστη) Τζέιν Πρέστον. Ίσως χρειαζόταν μια γυναικεία ματιά για να δείξει περισσότερα πράγματα πίσω από τον Γκάζα παρά κάποια ωραία γκολ και κάποιες τρέλες του Πολ. Όπως δήλωσε και ένας εκ των συντελεστών της ταινίας: «Ήταν ένα είδος ψυχοθεραπείας για τον Γκάζα, μια έντονη συνέντευξη, σαν να πηγαίνει στην αποτοξίνωση». Το ντοκιμαντέρ είναι στημένο ως μια μεγάλη συνέντευξη ή καλύτερα ως ένας μονόλογος του Γκάζα που διηγείται την καριέρα του του από την δική του οπτική. Παρεμβάλλονται ο Γκάρι Λίνεκερ (που συνεχίζει να επιβεβαιώνει ότι είναι ένας ωραίος τύπος εκτός από καλό ποδοσφαιριστής), ο Γουέιν Ρούνει και ο φαινομενικά αταίριαστος Ζοσέ Μουρίνιο που διηγείται όμως την ιστορία που κουβαλούσε την έγκυο γυναίκα του να δει τον Γκάζα στο γήπεδο.

Ποδοσφαιρικά και ιστορικά δεν μαθαίνουμε πολλά, υπάρχουν οι ιστορίες του που έχουμε αναφέρει κι εμείς στο παρελθόν, όπως η περιβόητη πρώτη του συνάντηση με τον Βίνι Τζόουνς και το κύπελλο με την Τότεναμ που του στοίχισε ένα διαλυμένο πόδι και πιθανότατα μια διαλυμένη καριέρα. Κυρίως όμως μαθαίνουμε περισσότερο τον Γκάζα ως άνθρωπο και καταλαβαίνουμε αρκετά για την πορεία που πήρε. Όπως επίσης μαθαίνουμε πόσο του στοίχισε η… περίεργη υπόθεση με τις υποκλοπές, μια υπόθεση που έφτασε τον Γκάζα να θεωρείται… πσεκασμένος συνωμοσιολόγος από τους δικούς του και του και χάλασε ακόμα περισσότερο την σχέση με αυτούς. Μια υπόθεση που στο τέλος τον δικαίωσε αφού κέρδισε τη δική (μαζί με άλλους διάσημους) από το γκρουπ της Μίρορ.

Σε όσους αρέσει ο Γκάζα θα αρέσει και το ντοκιμαντέρ, ακόμα κι αν τα περισσότερα τα ξέρουν. Δεν θα γίνουν σοφότεροι, ίσως όμως μόνο και μόνο που τον βλέπεις να χαμογελά και ότι φαίνεται (σχετικά) υγιής να αξίζει. Υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες ιστορίες, αλλά νομίζω ότι τραβάει κάπως χρονικά με κάποια πλάνα του. Επίσης γενικά δεν αγγίζεται τόσο το θέμα του αλκοολισμού όσο θα έπρεπε σε σχέση με την οικογένειά του. Κατά τα άλλα όμως είναι ένα αρκετά αξιόλογο ντοκιμαντέρ, κυρίως γιατί όπως είπαμε προσπαθεί να μας δείξει τον Γκασκόιν λίγο πιο εσωτερικά και λίγο πιο πίσω από την εικόνα του τελειωμένου γλεντζέ.

Σομπρεροβαθμολογία: 3 στα 5

transtranstransembossemboss

Οι Narcos του ποδοσφαίρου

  [3 Σχόλια]

narcos

Μία από τις καλύτερες σειρές της χρονιάς είναι το Narcos του Netflix που ακολουθεί τη ζωή του περιβόητου εμπόρου ναρκωτικών Πάμπλο Εσκομπάρ και την ιστορία της κοκαΐνης στην Κολομβία. Ο Εσκομπάρ, παρ’ ότι ο πιο γνωστός από τους εμπόρους κοκαΐνης εκείνης της εποχής, δεν ήταν ο μοναδικός. Μαζί με άλλους «συναδέλφους» του έστησε το καρτέλ του Μεντεγίν το οποίο και αιματοκύλισε τη χώρα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένα από τα πιο σημαντικά ονόματα ήταν ο Γκονζάλο Ροντρίγκρες Γκάτσα, γνωστός με το παρατσούκλι «ο Μεξικάνος»,  ο οποίος το 1988 μπήκε στην λίστα του Forbes με τους δισεκατομμυριούχους. Όπως κι ο Εσκομπάρ, έτσι κι ο Γκάτσα (τον οποίο στη σειρά παίζει ο εξαιρετικός Λουις Γκουζμάν) είχε μεγάλη αγάπη για το ποδόσφαιρο, πιθανότατα μεγαλύτερη από τον Πάμπλο. Έτσι, μπόρεσε και να κάνει το κέφι του αλλά και να ξεπλένει χρήματα αγοράζοντας τους αγαπημένους του Μιγιονάριος.

Ήταν τόση η τρέλα των ναρκεμπόρων για το ποδόσφαιρο που συχνά έδιναν υπέρογκα ποσά σε παίκτες για να ταξιδέψουν στην έπαυλη του Εσκομπάρ και να παίξουν εκεί μαζί τους σε αγώνες, ποδοσφαιριστές και δολοφόνοι συμπαίκτες. Για πολλούς από τους παίκτες έτσι άνοιξαν οι πόρτες της εθνικής Κολομβίας και ήταν παρόντες και στο ιστορικό 0-5 του Μονουμεντάλ. Τόσο ο Χιγκίτα, όσο κι ο «άλλος» Εσκομπάρ που αργότερα δολοφονήθηκε είχαν περάσει από την βίλα του «Πατρόν». Οι ναρκέμποροι φυσικά αγαπούσαν και τον τζόγο και στοιχημάτιζαν σε αγώνες ποσά της τάξης των εκατομμυρίων δολαρίων, που εκείνα τα χρόνια γι’ αυτούς δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Παράλληλα ενίσχυαν το κοινωνικό τους προφίλ, τόσο στηρίζοντας ομάδες με αρκετό κόσμο, αλλά και χτίζοντας ποδοσφαιρικά γήπεδα για τους νέους. Η… καταραμένη Αμέρικα του Κάλι με ιδιοκτήτες τους αδερφούς Ορεχουέλα κατέκτησε πέντε συνεχόμενα πρωταθλήματα από το 1982 ως το 1986 και έφτασε μια ανάσα από ένα Λιμπερταδόρες όταν και το έχασε με σαδιστικό τρόπο.

hacienda napolesΗ διάσημη Hacienda Napoles του Πάμπλο Εσκομπάρ

Οι Μιγιονάριος του Γκάτσα ήταν στα πρόθυρα διάλυσης και ο «Μεξικάνος» έβαλε αρκετά χρήματα το 1982 για να ξεχρεώσει την ομάδα. Τα πρώτα χρόνια όμως οι κούπες πήγαιναν στο Κάλι. Η ώρα του ήρθε το 1987 και το 1988 όταν έφερε δυο σερί πρωταθλήματα στην Μπογκοτά με ρεκόρ 22 ματς χωρίς ήττα την πρώτη χρονιά και 26 τη δεύτερη. Το πάθος του Γκάτσα για την ομάδα ήταν παρανοϊκό. Λέγεται ότι επειδή δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τους αγώνες γιατί τον έψαχνε η αστυνομία, ντυνόταν ως μασκότ της ομάδας και έβγαινε κανονικά στο γήπεδο μαζί με τους παίκτες και δίπλα στους αστυνομικούς για να τραγουδήσει τον εθνικό ύμνο.

Φυσικά, για να πάρεις πρωτάθλημα εκείνα τα χρόνια στην Κολομβία δεν πήγαινες με τον σταυρό στο χέρι. Για παράδειγμα έχει μείνει ιστορικό το τοπικό ντέρμπι (και κρίσιμο ματς) με την Σάντα Φε στο οποίο οι Μιγιονάριος κέρδιζαν με 1-0 και η Σάντα Φε κέρδισε πέναλτι. Ο Αργεντίνος Ταβέρνα (!) με 19 γκολ εκείνη τη σεζόν ανέλαβε να το εκτελέσει και έστειλε την μπάλα τόσα αργά και γλυκά που ο τερματοφύλακας των Μιγιονάριος ούτε κουνήθηκε. Στα αποδυτήρια έφαγε ακόμα και μπουνιές από τους συμπαίκτες του (ανάμεσά τους κι ο Φρέντι Ρινκόν) και εκείνος απλά παραδέχτηκε ότι του είχαν δώσει λεφτά. Ακόμα πιο προφανές ήταν το πέναλτι που κέρδισε η ομάδα του «Μεξικάνου» το 1988, όταν ο διαιτητής Ριβέρα σφύριξε πέναλτι σε ανατροπή περίπου τρία μέτρα έξω από την περιοχή. Αργότερα έγινε γνωστό ότι είχαν απαγάγει την οικογένειά του για να τον αναγκάσουν να βοηθήσει τους Μπλε. Την ίδια χρονιά είχε σημειωθεί απαγωγή ενός διαιτητή από αγνώστους. Ο Αρμάντο Πέρες κρατήθηκε για 20 ώρες δεμένος από κάποιους που δήλωσαν εκπρόσωποι των Μιγιονάριος, της Νασιονάλ, της Ατλέτικο Τζούνιορ και ακόμα τριών ομάδων της χώρας. Ήταν ένα μήνυμα να σταματήσει η εύνοια υπέρ της Σάντα Φε και της Αμέρικα εις βάρος των άλλων έξι. Αν δεν σταματούσε, απείλησαν ότι θα άρχιζαν εκτελέσεις διαιτητών.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Γκάτσα πιθανότατα θα είχε γιορτάσει κι άλλους τίτλους το 1989, αλλά τον πρόλαβαν τα γεγονότα κι ο φίλος του ο Πάμπλο. Σε αντίθεση με τον «Μεξικάνο», ο Εσκομπάρ ποτέ δεν είχε τόσο ενεργό ρόλο στις ομάδες του Μεντεγίν επίσημα, αλλά υποστήριζε οικονομικά και τις δύο (Νασιονάλ και Ιντεπεντιέντε). Η Νασιονάλ βρέθηκε στους 8 του Λιμπερταδόρες το 1989 απέναντι στους Μιγιονάριος που είχαν καλύτερη ομάδα. Στο πρώτο ματς η ομάδα του Εσκομπάρ κέρδισε 1-0 και στον επαναληπτικό η ομάδα του Γκάτσα προηγήθηκε με 1-0 και αργότερα ζήτησε πέναλτι σε καθαρή ανατροπή που έκανε ο Χιγκίτα. Ο Χιλιανός διαιτητής Σίλβα έριξε την σφυρίχτρα του κάτω, έκανε πως την ψάχνει και τελικά όταν τη βρήκε σφύριξε κόρνερ. Λέγεται ότι είχε δεχθεί απειλές για την οικογένειά του. Το παιχνίδι έληξε με 1-1, μια τεράστια κόντρα μεταξύ των δυο ομάδων γεννήθηκε και τελικά η ομάδα του Εσκομπάρ προκρίθηκε στα ημιτελικά.

Μερικούς μήνες αργότερα δολοφονήθηκε ο διαιτητής Άλβαρο Ορτέγκα, με εντολές του Εσκομπάρ που θεώρησε ότι είχε ευνοήσει την Αμέρικα απέναντι στην Ιντεπεντιέντε του Μεντεγίν. Μετά τη δολοφονία του Ορτέγκα, το πρωτάθλημα διακόπηκε οριστικά το Νοέμβριο του 1989 χωρίς να ανακηρυχθεί πρωταθλητής, ενώ τουλάχιστον οι τέσσερις από τις ομάδες που το διεκδικούσαν ήταν ιδιοκτησίας εμπόρων ναρκωτικών (και συνολικά οι έξι από τις δεκατέσσερις).  Οι Μιγιονάριος είχαν φτάσει στον τελικό, αλλά δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσουν το πρωτάθλημα. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Γκάτσα έπεφτε νεκρός από τα πυρά αστυνομικών όταν ο γιος του τους οδήγησε άθελα στον «Μεξικάνο». Η κηδεία του έγινε με αρκετές χιλιάδες κόσμο να πενθεί για τον ευεργέτη τους. Οι Μπλε της Μπογκοτά πέρασαν δύσκολες στιγμές από τότε. Το 2012 υπήρξε η σκέψη να σταματήσουν να αναγνωρίζουν τους δύο τίτλους επί εποχής Γκάτσα ως προϊόντα αδιαφάνειας. Μετά από αντιδράσεις κόσμου και πρώην παικτών, αυτό δεν έγινε τελικά ποτέ. Το 2013 σε έναν αγώνα της ομάδας, ανάμεσα στα πανό των φανατικών εμφανίστηκε και ένα πανό με το πρόσωπο του Γκάτσα, ξεσηκώνοντας αντιδράσεις στη χώρα, αλλά δείχνοντας παράλληλα ότι πολλές φορές ο κόσμος κοιτάει μόνο τον σκοπό και όχι τα μέσα. Αυτό οι narcos το ήξεραν καλύτερα απ’ όλους…

Gacha

Marvellous

  [Καθόλου σχόλια]

Mr-Stoke

«I’ve always wanted to be happy, so I decided to be». Αυτή είναι η απλοϊκή φιλοσοφία ζωής του Νιλ Μπόλντγουιν και σε αυτή βασίζεται η ταινία Marvellous που αποτελεί τη βιογραφία του. Η σκηνοθεσία είναι του Τζούλιαν Φαρίνο που έχει σκηνοθετήσει κάποια επεισόδια από καλές σειρές όπως τα Office, Entourage και Rome (και λιγότερο καλές όπως το Sex and the City), αλλά αυτό που ξεχωρίζει στην ταινία είναι ο πρωταγωνιστής Τόμπι Τζόουνς που είναι εκπληκτικός στον ρόλο του (πραγματικού προσώπου) Νιλ. Ένας άνθρωπος με μαθησιακές δυσκολίες που με την ειλικρίνειά του και το να κυνηγάει και να ζητάει αυτά που θέλει, κατάφερε να κάνει πιο γεμάτη ζωή από πολύ πιο έξυπνους ανθρώπους. Μια ζωή για την οποία ο καθένας θα μπορούσε να καυχιέται.

Ο Νιλ είναι κάτι σαν ένας αληθινός Φόρεστ Γκαμπ, ένας άνθρωπος που δούλεψε ως κλόουν, μπορεί να περηφανεύεται ότι έχει φίλο τον Γκάρι Λίνεκερ (και ένα σωρό άλλους διάσημους), τιμήθηκε από το πανεπιστήμιο Κιλ, γνώρισε κάθε επίσκοπο της αγγλικανικής εκκλησίας, έφτιαξε την δική του ομάδα στην οποία είναι πρόεδρος/προπονητής/παίκτης και κυρίως και πάνω από όλα δούλεψε σαν φροντιστής στην αγαπημένη του Στόουκ Σίτι και αγαπήθηκε από τους συνοπαδούς του. Η ταινία είναι τόσο αστεία, όσο και συγκινητική, γλυκιά χωρίς όμως να γίνεται ιδιαίτερα γλυκανάλατη σαν χολιγουντιανή παραγωγή, κάτι που πάντα αποτελεί μεγάλο συν για τους ανθρώπους που τη γύρισαν. Ο Νιλ Μπόλντγουιν έχει πάντα ένα σχέδιο, είναι πάντα αισιόδοξος, δεν προβληματίζεται από τις αναποδιές της ζωής, βάζει στόχους, ζητάει από τους ανθρώπους πράγματα και στο τέλος είναι αυτός που τους μαθαίνει για το πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν τη ζωή.

Neil-BaldwinΟ πραγματικός Νιλ

Παρά το γεγονός ότι μιλάμε για μια χαμηλού κόστους τηλεταινία του BBC, είναι για μένα μια από τις πιο αξιόλογες του 2014, μια χρονιά με λίγες καλές και πολλές υπερβολικά υπερτιμημένες ταινίες. Και πόσο υπέροχο ότι είναι μια ποδοσφαιρική ταινία που μπορείς άνετα να τη δεις με γυναίκα και να μην γκρινιάξει. Μιλάμε για win-win κατάσταση από όποια πλευρά και αν το δεις.

Sombrero Quiz: Πόσο Ποδοσινεφίλ είσαι;

  [11 Σχόλια]

England-internet-001

Στο Sombrero εκτός απ’ το ποδόσφαιρο αγαπάμε και το σινεμά και τις σειρές. Το έχετε καταλάβει είμαι σίγουρος. Έτσι σκέφτηκα να ετοιμάσω ένα εύκολο κουιζάκι (όχι πως δεν ήταν εύκολο το προηγούμενο που είχα φτιάξει) για να μετρήσουμε τις δυνάμεις μας στις ποδοσφαιρικές ταινίες. Φτιάξτε ποπ κορν, χαμηλώστε τα φώτα και απαντήστε στις 11 ερωτήσεις.

[διάβασε περισσότερα →]

Let there be football rock

  [1 Σχόλιο]

CAMPO_Story_520x380px_Scotland

Η άνοιξη του 1978 ήταν γεμάτη προσμονή στη Γλασκώβη. Το Μουντιάλ πλησίαζε και η Σκωτία θα ταξίδευε στην Αργεντινή, την στιγμή που οι Άγγλοι θα ήταν και πάλι απόντες, ενώ η μισή πόλη χαιρόταν για την πορεία των Ρέιντζερς που κέρδισαν το πρωτάθλημα της χώρας (μαζί και το κύπελλο και το Λιγκ Καπ κάνοντας το… τρεμπλ των φτωχών). Έχοντας καταφέρει να αποκλείσουν στον προκριματικό όμιλο την πρωταθλήτρια Ευρώπης Τσεχοσλοβακία, οι Σκωτσέζοι (θυμίζοντας λίγο Άγγλους) ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξοι για το Μουντιάλ και είχαν λόγο γι’ αυτό. Με παίκτες όπως ο Κένι Νταλγκλίς, ο Άρτσι Γκέμιλ, ο Άλαν Χάνσεν και ο Γκρέιαμ Σούνες, η Σκωτία είχε μια ιδιαίτερα αξιόμαχη ομάδα, αλλά και έναν αρκετά αισιόδοξο προπονητή που καλλιεργούσε κλίμα σιγουριάς όχι απλά για καλή πορεία, αλλά για κατάκτηση του κυπέλλου. Οι παίκτες αποθεώνονταν όπου πήγαιναν και πριν καν φύγουν βγήκαν να κάνουν κάτι σαν γύρο θριάμβου μπροστά σε 25.000 θεατές στο Χάμπντεν Παρκ. Ο κόουτς ΜακΛάουντ δήλωσε «Σημειώστε την ημέρα, στις 25 Ιουνίου του 1978, το σκωτσέζικο ποδόσφαιρο θα κατακτήσει τον κόσμο«, ενώ στην ερώτηση «τι θα κάνετε αν κερδίσετε το Μουντιάλ» απάντησε «θα το διατηρήσουμε», εννοώντας προφανώς μια 2η κατάκτηση Μουντιάλ το 1982. Την ίδια στιγμή σύμφωνα με όσα έγραφε ο τύπος, οι ποδοσφαιρόφιλοι έκαναν ότι μπορούσαν για να καταφέρουν να φτάσουν στην Αργεντινή και κάποιοι υπερ-γραφικοί προσπάθησαν να ναυλώσουν υποβρύχιο (!!).

Λίγους μήνες πριν την έναρξη του Μουντιάλ, στο Apollo στης Γλασκώβης θα εμφανίζονταν οι AC/DC που ήδη είχαν κάνει όνομα εκείνα τα χρόνια με άλμπουμ όμως το Let There Be Rock και το High Voltage, συνδυάζοντας τις εκκεντρικές και γεμάτες δύναμη παρουσίες των Μπον Σκοτ και Άνγκους Γιανγκ. Λίγο πριν βγάλουν το καινούριο τους άλμπουμ Powerage, τα παιδιά από την Αυστραλία επέστρεψαν στην πατρίδα τους (μια που και οι αδερφοί Γιανγκ, αλλά και ο Σκοτ ήταν Σκωτσέζοι). Η σετλιστ της 30ης Απριλίου είχε κομματάρες (κάποιες από τις οποίες είδαμε όσοι ήμασταν τυχεροί και στην Αθήνα πριν μερικά χρόνια) και ο κόσμος από κάτω χτυπιόταν. Μετά το Let There Be Rock τα παιδιά αποσύρθηκαν και ο κόσμος αποζητούσε το encore. Αυτό έγινε πράξη, κάτι συνηθισμένο, αλλά με αρκετά διαφορετικό τρόπο. Ο Άνγκους δεν βγήκε με το γνωστό μαθητικό του συνολάκι, αλλά με την στολή της εθνικής Σκωτίας (η οποία μπαι δε γουεί ήταν καταπληκτική και δεν είναι τυχαίο ότι ήταν Umbro) και μια μπάλα στο χέρι. Το ίδιο έκαναν και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας κλωτσώντας τις μπάλες στο κοινό που ούρλιαζε μέσα σε μια ατμόσφαιρα απίστευτης ποδοσφαιρομουσικής ηδονής. Ο Άνγκους (οπαδός των Ρέιντζερς όπως κι ο αδερφός του) έδωσε ένα από τα σόου του σολάροντας και η συναυλία με τις φανέλες της Σκωτίας έμεινε για καιρό χαραγμένη στους κατοίκους της πόλης, αυξάνοντας κι άλλο την αισιοδοξία και τον ενθουσιασμό των φιλάθλων.

Η ομάδα της Σκωτίας όμως δεν μάγεψε στα γήπεδα της Αργεντινής. Με το αλαζονικό υφάκι και την (όπως λέγεται) μηδενική δουλειά του προπονητή στην… κατασκοπεία του αντιπάλου έχασε στο πρώτο ματς από το Περού του Κουμπίγιας με 3-1, παρ΄ότι άνοιξε το σκορ και έχασε και πέναλτι. Και αν αυτό ήταν πλήγμα για την αξιοπρέπεια των Σκωτσέζων, τότε το 1-1 με το Ιράν ήταν εθνική ντροπή. Με την ψυχολογία στο ναδίρ η Σκωτία πήγε στο τελευταίο ματς απέναντι στην Ολλανδία ψάχνοντας μια νίκη με τρία γκολ διαφορά για να προκριθεί, ένα μικρό θαύμα. Τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο ζόρικα όταν οι Οράνιε άνοιξαν το σκορ (με την Σκωτία ήδη να έχει ένα δοκάρι και ένα ακυρωμένο γκολ), αλλά εκεί ήταν και το σημείο που η Σκωτία αποφάσισε να δείξει ότι δεν ήταν ανέκδοτο, αλλά ομάδα με ικανότητες. Γύρισε το ματς αρχικά με γκολ του Νταλγκλίς και στη συνέχεια με πέναλτι του Άρτσι Γκέμιλ. Αυτό που έμεινε όμως αξέχαστο ήταν το τρίτο γκολ της Σκωτίας, μια καταπληκτική προσπάθεια του Γκέμιλ που έκανε το 3-1 και έδωσε ελπίδες πρόκρισης σε ένα ολόκληρο έθνος. Τόσο μεγάλο ήταν αυτό το γκολ που στο  Trainspotting του Ντάνι Μπόιλ υπάρχει μια σκηνή αφιερωμένη, όταν ο Τόμι και η Λίζι θέλουν να βάλουν μια ταινία πορνό για να αυξήσουν την… λίμπιντό τους. Μόνο που η βιντεοκασέτα έχει αλλαχθεί και στη θέση της υπάρχουν τα «100 καλύτερα γκολ» και η στιγμή του γκολ του Γκέμιλ. Την ίδια ώρα ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ (δράστης της αλλαγής της βιντεοκασέτας αν θυμάμαι καλά) είναι με τη δική του κοπέλα και φτάνει σε οργασμό λέγοντας τα περιβόητα λόγια: «Είχα να νιώσω έτσι από τότε που ο Άρτσι Γκέμιλ σκόραρε με την Ολλανδία το 1978«, κάτι που μόνο γνήσιος ποδοσφαιρόφιλος θα μπορούσε να είχε πει σε αντίστοιχη κατάσταση.

Δυστυχώς για την Σκωτία το γκολ του Γκέμιλ είναι η αρχή ενός ονείρου που δεν ολοκληρώνεται. Η Ολλανδία σκοράρει με τον Τζόνι Ρεπ και με το τελικό 3-2 οι Σκωτσέζοι γυρίζουν στην πατρίδα τους. Ο θεός ΜακΛάουντ αρχικά μένει στη θέση του, αλλά υπό τις πιέσεις αποχωρεί αφήνοντας και πάλι το στίγμα του με μια ακόμα επική δήλωση: «Με λίγη τύχη στο Μουντιάλ μπορεί να είχα γίνει Σερ. Τώρα μάλλον θα αποκεφαλιστώ». Η Σκωτία του 1978 έμεινε ως η ομάδα που ίσως να μπορούσε, ίσως και όχι, η ομάδα που ξεσήκωσε μέχρι και ροκ μπάντες και συγκρίθηκε με τον οργασμό, αλλά τελικά απογοήτευσε. Πολλοί μάλιστα λένε ότι αυτή η τεράστια απογοήτευση και η μιζέρια που έφερε στον λαό οδήγησε στο να μην περάσει την επόμενη χρονιά το δημοψήφισμα για τη δημιουργία ανεξάρτητου αποκεντρωμένου κοινοβουλίου στη χώρα. Άλλωστε πάλι στο Trainspotting υπάρχει το παραλήρημα για το πόσο χάλια είναι να είσαι Σκωτσέζος.

Η ταινία των οπαδών

  [1 Σχόλιο]

Queens-Park-Rangers-groun-008

Αν κάτι αξίζει από το αγγλικό ποδόσφαιρο είναι οι λιγότερο διάσημες, αλλά εξίσου ιστορικές ομάδες του. Μια από αυτές είναι η Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς, μια ομάδα που έχει κλείσει 133 χρόνια ζωής διατηρώντας ένα φανατικό κοινό που την λατρεύει. Βλέπεις, στην Αγγλία ισχύει ακόμα σε μεγάλο βαθμό το «support your local team» και δεν έχουν γίνει όλοι οπαδοί των μεγάλων ομάδων. Ο οπαδός της ΚΠΡ δεν έχει συχνές χαρές. Έχει ένα κερδισμένο Λιγκ Καπ μισό αιώνα πιο πριν, δυο πρωταθλήματα Β’ Εθνικής και έναν χαμένο τελικό κυπέλλου. Δεν τον λες και glory hunter. Όμως είναι εκεί να στηρίζει την ομάδα στα δύσκολα. Και τα δύσκολα όπως είδαμε πρόσφατα είναι για γέλια και για κλάματα. Η σύγχρονη ιστορία της ΚΠΡ είναι μια ιστορία προς αποφυγή που έχει όλα τα αρνητικά του modern football και κανένα από τα θετικά του. Αν δεν την ξέρετε μπορείτε να ανατρέξετε στα παλαιότερα κείμενά μας και στο ντοκιμαντέρ πριν δυο χρόνια με όνομα The Four Year Plan που συστήνω ανεπιφύλακτα. Η ιστορία κάποιον ξιπασμένων πλουσίων που δεν είχαν ιδέα από μπάλα και ήθελαν να κάνουν κουμάντο σε έναν σύλλογο.

Ήρθε όμως η ώρα να δούμε και την άλλη, την πραγματική πλευρά της ΚΠΡ. Το 60λεπτο ντοκιμαντέρ με τίτλο «R’ Story» είναι αυτό που λέει κι ο τίτλος, η ιστορία των φιλάθλων, του κόσμου της συμπαθούς ομάδας του Λονδίνου που μένει εκεί σταθερά στα εύκολα και στα δύσκολα. Φτιαγμένο από τον κόσμο για τον κόσμο, το R’ Story δεν στοχεύει απλά στο να δείξει το «μεγαλείο» μιας ομάδας (άλλωστε ο καθένας οπαδός πιστεύει ότι η δικιά του είναι η κορυφαία), αλλά να αναδείξει τους ανθρώπους που σε μια περίοδο που το ποδόσφαιρο της Αγγλίας βάλλεται συνεχώς από τύπους που κάνουν το κέφι τους σκορπίζοντας απλά χρήματα, συνεχίζουν να κρατούν τις κλασσικές αγγλικές παραδόσεις του «beautiful game». Στο R’ Story πρωταγωνιστές είναι όσοι αγαπούν την ομάδα τους χωρίς να περιμένουν κάποια ανταπόδοση πέρα από τη χαρά του γηπέδου και της συνύπαρξης με τους ομοϊδεάτες τους. Οι συντελεστές ασχολούνται με το «κοινωνικό φαινόμενο» του γηπέδου, του ανήκειν, της χαράς να μοιράζεσαι με χιλιάδες ακόμα τα συναισθήματά σου. Το ακόμα πιο θετικό είναι ότι έχει γυριστεί μέσω μιας πρωτοβουλίας που δίνει ευκαιρίες σε άνεργους νέους, μιας οργάνωσης που βοηθάει ανθρώπους και στην συγκεκριμένη περίπτωση τους μετέτρεψε σε κάμεραμεν, δημοσιογράφους και παραγωγούς. Με τη βοήθεια οπαδών της ΚΠΡ έγινε πραγματικότητα και σίγουρα θα ευχαριστήσει περισσότερο τον κόσμο της ομάδας που θα το δει στις αίθουσες από το να βλέπει τα σπαστά αγγλικά του Φλάβιο Μπριατόρε.

Η μοιραία πτήση μιας ομάδας

  [2 Σχόλια]

FOTO ALIANZA LIMA 1987 ANTES DE LA CAIDA DEL FOKKER

Είναι αρκετές οι ποδοσφαιρικές αεροπορικές τραγωδίες που έχουν μείνει στην ιστορία. Δεν ξέρω αν στατιστικά συμβαίνουν πιο συχνά σε ομάδες ποδοσφαίρου από άλλου είδους ομάδες ή απλά επειδή το ποδόσφαιρο είναι πιο δημοφιλές μας μένουν παραπάνω, αλλά αρκετές ομάδες του κόσμου έχουν δει να καταστρέφονται από αεροπορικά δυστυχήματα. Μια τέτοια περίπτωση συνέβη και το 1987 στο Περού. Ήταν 8 Δεκεμβρίου όταν η ομάδα της Αλιάνζα Λίμα κέρδισε την Ντεπορτίβο Πουκάλπα εκεί δίπλα στον Αμαζόνιο και ανέβηκε στην πρώτη θέση της βαθμολογίας. Οι παίκτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο και στη συνέχεια έφυγαν για το αεροδρόμιο ώστε να επιστρέψουν στην πρωτεύουσα του Περού.

Η πτήση γινόταν με ένα Φόκερ 27 του περουβιανού Ναυτικού που είχε παραχώρησει στην ομάδα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσγείωσης δημιουργήθηκε κάποιο πρόβλημα και τελικά το αεροπλάνο συνετρίβη στη θάλλασσα, περίπου έντεκα χιλιόμετρα μακρυά από το αεροδρόμιο. Σαραντατρείς νεκροί ήταν ο απολογισμός, ανάμεσά τους πέντε μέλη του πληρώματος, δεκαέξι ποδοσφαιριστές, προπονητής και επιτελείο της ομάδας και τρεις διαιτητές. Ο μόνος που σώθηκε ήταν ο πιλότος Εντιλμπέρτο Βιγιάρ.

fokker5

Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει τόσα χρόνια, η πλήρης αλήθεια δεν έχει αποκαλυφθεί. Αρχικά τρεις ήταν μαζί με τον πιλότο οι επιζώντες, ένας ποδοσφαιριστής της Αλιάνζα με όνομα Αλφρέδο Τομασίνι και ακόμα ένα μέλος του πληρώματος. Δυστυχώς όμως οι δύο απεβίωσαν περιμένοντας τη βοήθεια και ουσιαστικά μάρτυρας έμεινε ο πιλότος που έπεσε σε αρκετές αντιφάσεις. Το σίγουρο είναι ότι το αεροπλάνο ήταν σε κακή κατάσταση και κακοδιατηρημένο. Όπως επίσης ο πιλότος ήταν σχετικά άπειρος, ειδικά σε νυχτερινές πτήσεις όπου και είχε καταγράψει ελάχιστες ώρες. Η κυβέρνηση του Περού που ήταν βουτηγμένη στη διαφθορά εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε συνεχή μάχη με το «Φωτεινό Μονοπάτι» μια αντάρτικη οργάνωση με μαοϊκή ιδεολογία που κατηγορείται για πολλές βαρβαρότητες και ήταν μια από τις σκληρότερες οργανώσεις στην ιστορία της Λ. Αμερικής. Με την πολιτική κατάσταση ρευστή, η κυβέρνηση δεν ενημέρωνε τον λαό πιθανότατα για να μη χρεωθεί το συμβάν και πολλές πτυχές της ιστορίας είναι θολές.

imagen-TRAGEDIAALIANZALSDARC084530

Όπως φαίνεται, εμφανίστηκε κάποιο πρόβλημα στο σύστημα προσγείωσης κατά τη διάρκεια της πτήσης και ο πιλότος επέμεινε να περάσει από το αεροδρόμιο ώστε να του επιβεβαιώσουν οπτικά ότι ο τροχός είχε κατέβει. Δέχθηκε εντολές αλλά λίγο τα κακά του αγγλικά που δεν του επέτρεψαν να καταλάβει ακριβώς τι έλεγε το μάνιουαλ, λίγο το γεγονός ότι όπως λέγεται είχε κοπεί στις αντίστοιχες εξετάσεις έφεραν το αεροπλάνο πολύ χαμηλά, να «βρίσκει» στη θάλασσα. Ο Βιγιάρ υποστηρίζει ότι βγήκε από ένα παράθυρο και ότι βοήθησε τόσο τον Τομασίνι, όσο και το άλλο μέλος του πληρώματος, αλλά δεν άντεξαν. Οι αντιφάσεις στις οποίες έπεσε, δημιούργησαν θεωρίες ότι ο ίδιος προσπάθησε να τους αποτελειώσει και τελικά τα κατάφερε. Ο Τομασίνι ήταν εξαίρετος παίκτης, μαχητής και κυρίως δεινός κολυμβητής με διακρίσεις. Ο Βιγιάρ αργότερα άλλαξε κατάθεση λέγοντας ότι ο Τομασίνι είχε χτυπήσει άσχημα στο πόδι του και γι’ αυτό δεν άντεξε. Η ασάφεια οδήγησε συνωμοσίες όπως αυτή που υποστηρίζει ότι το αεροπλάνο ήταν γεμάτο με κοκαΐνη και οι ποδοσφαιριστές απείλησαν να κάνουν καταγγελία στη δικαιοσύνη, γεγονός που οδήγησε σε διαμάχη με τους στρατιωτικούς. Άλλη θεωρία αναφέρει ότι απλά υπήρχε μεγάλο άγχος που μετατράπηκε σε πανικό ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές, ο πιλότος προσπάθησε να τους ηρεμήσει και κάπου εκεί έγινε το… κακό, ενώ σε εφημερίδα της εποχής γράφτηκε ότι οι παίκτες βλέποντας πως το αεροπλάνο θα έπεφτε έδωσαν εντολή στον πιλότο να το ρίξει στη θάλασσα για να μην υπάρχουν κι άλλα αθώα θύματα.

Αύριο βγαίνει στους κινηματογράφους της χώρας η ταινία F-27 μια δραματοποιημένη απεικόνιση της ιστορίας, που σύμφωνα με τους δημιουργούς προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα και στις θεωρίες συνωμοσίας. Άγνωστο αν τα καταφέρνει. Η Αλιάνζα κατέβηκε στα επόμενα ματς εκείνης της σεζόν με τους νέους, τον μοναδικό της παίκτη που τελικά σώθηκε (μια που ήταν τραυματίας και δεν είχε ταξιδέψει) και μερικούς άλλους εθελοντές (κάποιοι δανεικοί από την Κόλο Κόλο της Χιλής). Το πρωτάθλημα χάθηκε, η Αλιάνζα αγωνιστικά καταστράφηκε (και μαζί της μια σπουδαία φουρνιά Περουβιανών παικτών) και έκανε 18 χρόνια να πάρει τίτλο. Κατάφερε όμως το γεγονός να την κάνει συμπαθή σε πολύ κόσμο, να μαζέψει κι άλλους οπαδούς και να γίνει ακόμα πιο δημοφιλής. Η τραγωδία πουλάει. Κάπου στα γραφεία της Αλιάνζα Λίμα βρίσκεται φυλαγμένη μια μπάλα. Βρέθηκε να επιπλέει στη θάλασσα μετά το δυστύχημα. Οι άνθρωποί της την κράτησαν.