Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'sombrero on tour'

Περπατώντας στη Νάπολη

  [10 Σχόλια]

Η Νάπολη δεν είναι συνηθισμένος προορισμός στην Ιταλία και για αρκετούς, σε μια χώρα με μέρη όπως η Ρώμη και η Τοσκάνη, δεν αξίζει μια επίσκεψη. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν το ρητό «Δες τη Νάπολη και μετά μπορείς να πεθάνεις». Εγώ με την σειρά μου την λάτρεψα. Ναι είναι πενταβρώμικη, ναι είναι φασαριόζικη, ναι ο κόσμος οδηγεί σαν τρελός και κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή να σε πατήσει κάποιο μηχανάκι. Είναι όμως και γεμάτη όμορφα κτίρια και μικρά υπέροχα στενά, ο κόσμος είναι ζεστός (ακόμα κι αν δεν μπορεί να συνεννοηθεί μαζί σου), το φαγητό υπέροχο, έχει θάλασσα και έναν υπέροχο παραλιακό δρόμο, ο Βεζούβιος παραφυλά και ξέρεις ότι από κάτω του είναι η Πομπηΐα και κυρίως (μια που το Σομπρέρο δεν είναι ταξιδιωτικό μπλογκ, αλλά ποδοσφαιρικό) ζει με το ποδόσφαιρο και ζει για το ποδόσφαιρο. Το συναντάς στα γκράφιτι για τη Νάπολι, το συναντάς στα πιτσιρίκια που παίζουν παθιασμένα μπάλα στις πλατείες ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα, το συναντάς στις φανέλες της ομάδας που πωλούνται παντού στους δρόμους, το συναντάς στις κουβέντες.

IMG_20160806_154640147Το όμορφο χάος που λέγεται Νάπολη και στο βάθος ο Βεζούβιος

Στις κουβέντες, ο Ιγκουαΐν είναι το κύριο θέμα αυτή την περίοδο. Κι αν σας φάνηκε υπερβολικό το γράμμα του οπαδού της Νάπολι, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα στην πραγματικότητα.  Δίπλα στα αναμνηστικά μαγνητάκια για το ψυγείο, βλέπεις παντού την φάτσα του Ιγκουαΐν. Χαρτιά υγείας με το πρόσωπό του για να σκουπίζετε τον πισινό σας, σκουπιδοσακούλες φτιαγμένες σαν φανέλα Γιούβε, κάδοι απορριμάτων ντυμένοι Ιγκουαΐν,  αυτοκόλλητα που τον έχουν να βγαίνει μέσα από την τουαλέτα, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Κάποιοι πωλητές βέβαια ακόμα έχουν την φανέλα του κρεμασμένη, σου λέει μπορεί να περάσει κανένας αθώος τουρίστας και να ξεστοκάρουμε. Η πλειοψηφία είναι έξαλλη με τον παίκτη. Όπως ο σερβιτόρος που τον έπιασα να μιλάει στο διπλανό τραπέζι για τον «Πιπίτα». Όταν ήρθε σε μένα με την μακαρονάδα στο χέρι έκανα το μοιραίο λάθος να τον ρωτήσω. Συννέφιασε, έκανε την κλασσική ιταλική κίνηση «δε με νοιάζει» (που σίγουρα την έχεις δει να την κάνει κάποιος πρωταγωνιστής στους Σοπράνος ή σε άλλη ταινία με μαφιόζους λέγοντας «He’s dead to me») και στη συνέχεια (και ενώ κρατούσε ακόμα την καρμπονάρα μου στο ένα χέρι) μου ανέλυσε με τα άθλια αγγλικά του γιατί είναι προδότης. Υπάρχουν και αρκετοί όμως που τα βάζουν με τον ντε Λαουρέντις, το γεγονός ότι πουλάει συνέχεια και είναι μόνο λόγια, ότι τα ρίχνει μονίμως στους παίκτες, κουράστηκαν λένε από τις δικαιολογίες του.

IMG_20160808_192447927Το κάδρο είναι φοβερό, αλλά πού να χωρέσει σε βαλίτσα

Ο Ιγκουαΐν όμως θα ξεχαστεί αργά ή γρήγορα. Αυτός που δεν ξεχνιέται ποτέ είναι ο Μαραντόνα. Μπορεί να άφησε την πόλη πριν 25 χρόνια, το πνεύμα του είναι όμως ακόμα εκεί. Από τις μπουτίκ της Νάπολι και κάθε είδους μαγαζιά που έχουν φωτογραφίες του και παλιά εξώφυλλα, μέχρι τους δρόμους που δίπλα στις φανέλες του Χάμσικ και του Ιγκουαΐν, θα δεις σε όλα τα μεγέθη και αυτές με το 10 που γράφουν Μαραντόνα. Η σχέση αυτού του ανθρώπου με αυτή την πόλη είναι γνωστή σε όλους, αλλά μόνο αν γνωρίσεις καλύτερα τη Νάπολη, περπατήσεις τους δρόμους της, φανταστείς την κατάστασή της 25 χρόνια πριν, θα καταλάβεις γιατί αυτά τα δύο πρωταθλήματα, το κύπελλο και το ΟΥΕΦΑ δεν ήταν απλώς τίτλοι μιας ομάδας άμαθης στις επιτυχίες. Το δέσιμο του «πίμπε ντε όρο» με την φτωχολογιά του Νότου ήταν παραπάνω από αθλητικό.

IMG_20160806_113654678Αυτή η αφίσα υπάρχει σε πολλά καταστήματα της πόλης

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ντιέγκο «ζει» περισσότερο από κάθε άλλο μέρος στα Κουαρτιέρι Σπανιόλι, την ισπανική συνοικία της πόλης. Φτιαγμένη από Ισπανούς στρατιώτες που ήταν εγκαταστημένοι εκεί τον 16ο αιώνα όταν η Νάπολη ήταν μέρος της ισπανικής αυτοκρατορίας, είναι μια εξαιρετικά πυκνοκατοικημένη περιοχή (με 14.000 ανθρώπους να ζουν σε μια μικρή έκταση) γεμάτη μικρά στενά, βγαλμένη από σκηνές κλασσικών ιταλικών ταινιών. Προχωρώντας λίγα μέτρα πιο πάνω από την Οδό Τολέδο, έναν κεντρικό δρόμο γεμάτο καλά μαγαζιά, νομίζεις ότι με μερικά βήματα μεταφέρθηκες αρκετές δεκαετίες πίσω. Κρεμασμένες μπουγάδες, παιδάκια του δημοτικού οδηγούν σκουτεράκια τη νύχτα με τα φώτα σβηστά και τρέχουν σαν διάολοι κορνάροντάς σου γιατί τους εμποδίζεις, παρέες κάθονται σε καρέκλες στο δρόμο μιλώντας με βαριά ναπολιτάνικη προφορά, σχεδόν φωνάζοντας. Μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα βλέπεις γιαγιάδες σε σπίτια που θα μπορούσαν να είναι ίδια με αυτά της δικής μας γιαγιάς πίσω στο χωριό πριν τριάντα χρόνια, παλιές τηλεοράσεις με σεμεδάκια και ξεβράκωτα πιτσιρίκια να κυνηγιούνται.

DSC_5087

Σύμφωνα με τη γουικιπίντια, η ισπανική συνοικία έχει από τους μεγαλύτερους μέσους όρους παιδικής εγκληματικότητας, ανεργίας και αναπνευστικών ασθενειών στην Ευρώπη.  Εκεί όμως υπάρχουν και οι τοιχογραφίες του Ντιέγκο. Αυτοί είναι οι άνθρωποί του. Κι εγώ, σαν τουρίστας με το κινητό στο χέρι ψάχνοντας να καταλάβω σε ποιο στενό πρέπει να στρίψω, να είμαι ανάμεσά τους. Παρά τα όσα γράφονται στους οδηγούς για την επικινδυνότητα της περιοχής, προσωπικά συνάντησα ανθρώπους καθημερινούς που με βοήθησαν.

DSC_5083

Όπως ο παππούς που καθόταν με την παρέα του σε ψάθινες καρέκλες δίπλα σε ένα μπακάλικο. Σηκώθηκε μόλις με είδε και με σταμάτησε, σχεδόν με έπιασε από το χέρι. Μου έδειξε μια επιγραφή στον τοίχο, τα ιταλικά μου όμως είναι πιο φτωχά από τα αγγλικά του. Κατάλαβα μόνο τις λέξεις Ρόμα και βεργκόνια (που σημαίνει ντροπή), ποτέ δεν έμαθα τι έλεγε η πινακίδα, ποιος πρέπει να ντρέπεται και γιατί. Κατάλαβα καλά όμως όταν me πλησίασε και με ύφος που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης μου είπε «Juventini caca».  Η φολκλορική σκηνή που ένας 70χρονος βλέπει έναν ξένο τουρίστα και τον σταματάει απλά για να βρίσει τη Γιουβέντους, ακόμα πιο γραφική μια που υποστηρίζω τη Γιούβε. Δεν τον στενοχώρησα, έγνεψα καταφατικά και μια που τον βρήκα εύκαιρο, τον ρώτησα πού είναι οι εικόνες του Ντιέγκο. Το πρόσωπό του έλαμψε, με πήρε από το χέρι και ανεβήκαμε μαζί την ανηφόρα μέχρι το σημείο που βρίσκεται ένα υπαίθριο πάρκινγκ και στον έναν τοίχο υψώνεται η δεσποτική μορφή του Μαραντόνα με τα χρώματα της Νάπολι.

A photo posted by El Sombrero (@sombrerogr) on

Έβγαλα τις αναμνηστικές φωτογραφίες και γνωρίζοντας ότι υπάρχει και μια δεύτερη εικόνα του Ντιέγκο με το χέρι του Θεού, συνέχισα να ψάχνω. Τα παιδιά που (τι περίεργο) έπαιζαν μπάλα δυστυχώς δεν ήξεραν. Μέχρι που με πλησίασε μια ύποπτη φιγούρα που καθόταν σαν τσιλιαδόρος σε μια γωνία και σίγουρα έχει όνομα σε στιλ «Τζουζέπε ο Σουγιάς» ή «Τόνι ο Ελαφροχέρης», μιλώντας μου στα ιταλικά. Κι όμως, ο φόβος μου ήταν και πάλι αδικαιολόγητος. Ήξερε πού βρισκόταν το χέρι του Θεού και με οδήγησε εκεί. Προσκύνησα σαν γιαγιά στην Τήνο και τη δεύτερη εικόνα του Ντιέγκο στον βρώμικο τοίχο και έφυγα από τα Κουαρτιέρι Σπανιόλι, κατανοώντας γιατί αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν στο σημείο να θεοποιήσουν έναν ξένο ποδοσφαιριστή και ακόμα και σήμερα να χαμογελούν στο άκουσμα του ονόματός του. Τη διέξοδο που προσέφεραν οι επιτυχίες της Νάπολι σε μια τόσο υποβαθμισμένη περιοχή.

sfogliatella napoletanaΗ περίφημη σφολιατέλα

Παρασκευή βράδυ στο δωμάτιο, άνοιξα την τηλεόραση. Κάνοντας ζάπινγκ έπεσα σε τοπικό κανάλι με αφιέρωμα στον Μαραντόνα. Κοίτα να δεις σύμπτωση, σκέφτηκα. Πλάνα βιντεοκασέτας 80s, ο Ντιέγκο να σκοράρει με κάθε πιθανό τρόπο και απίθανο τρόπο. Μουσικό χαλί στο ντοκιμαντέρ καψουροτράγουδα της εποχής, όπως π.χ. Φιλ Κόλινς. Δυστυχώς το πέτυχα κοντά στο τέλος και δεν είδα πολύ. Η επόμενη εκπομπή είχε μια κυριούλα και μαζί της έναν ζαχαροπλάστη. Το θέμα της ήταν η «σφολιατέλα», τοπικό έδεσμα (που τίμησα δεόντως) με γεύση κάτι ανάμεσα σε μπουγάτσα με κρέμα και γαλακτομπούρεκο.

SSC_Napoli_-_Luciano_Moggi_e_Diego_Armando_Maradona

Συνέχισα το ζάπινγκ και όταν μετά από κάποια ώρα ξαναέφτασα στο ίδιο κανάλι, η σφολιατέλα είχε τελειώσει και ω ναι, ο Ντιέγκο έπαιζε πάλι. Το ίδιο ντοκιμαντέρ ξανά, με το νεαρό Τσίρο Φεράρα να μιλάει για τον Ντιέγκο και τον Λουτσιάνο Μότζι στο τότε πέρασμά του με καμπαρντίνα και γυαλί Νίκος Στράτος να χαριεντίζεται με τον Μαραντόνα. Δεν ήταν σύμπτωση, το τοπικό κανάλι παίζει σε λούπα Ντιέγκο (με ενδιάμεσα μπρέικ για φαγητό) και υπόκρουση τις μπαλάντες των 80s. Τόσο ρετρό που σε κάνει να θέλεις να βάλεις ουισκάκι με ξηροκάρπιο για να το δεις ξανά και ξανά με νοσταλγία.

Ο κόσμος θέλει να ξαναζήσει τέτοιες στιγμές και γι’ αυτό αντιδρά τόσο έντονα όταν χάνει τους παίκτες του, όταν αφήνουν το Νότο για τους τίτλους και τα λεφτά. Στο φιλικό με την Μονακό μετά από δύο μέρες, μόνο πέντε χιλιάδες φίλαθλοι βρέθηκαν στο Σαν Πάολο, δείγμα της απογοήτευσης. Η Νάπολι κέρδισε με 5-1 με τον Γκαμπιαντίνι να σκοράρει τέσσερις φορές. Την επόμενη μέρα πολλοί είπαν «ποιος Ιγκουαΐν, έχω Γκαμπιαντίνι» και άρχισαν να ελπίζουν μέσα τους ότι ναι, φέτος θα είναι η χρονιά τους. Και αν τα όνειρα για μια ακόμα χρονιά δεν γίνουν πραγματικότητα, θα υπάρχει πάντα το κανάλι που δείχνει Μαραντόνα σχεδόν όλη μέρα και το Σαν Πάολο που θα τραγουδάει κουνώντας σημαίες του Ντιέγκο:

Μια μέρα ξαφνικά
Σε ερωτεύτηκα
Η καρδιά μου χτυπούσε
Μην με ρωτάς γιατί
Πέρασε ο καιρός,
Μα εγώ είμαι ακόμα εδώ
Και τώρα όπως και τότε, θα υπερασπιστώ την πόλη

Σχετικά κείμενα:
Μια μέρα στο Σαν Σεμπαστιάν
Ένα μεσημέρι στο Λεβερκούζεν
Βλέποντας μπάλα στο Άμστερνταμ

Βλέποντας μπάλα στο Άμστερνταμ

  [2 Σχόλια]

arena4

Λένε ότι οι οπαδοί της Φέγενορντ πηγαίνουν στο γήπεδο για να δουν την Φέγενορντ να παίζει, ενώ οι οπαδοί του Άγιαξ για να δουν τον Άγιαξ να κερδίζει. Έχοντας αυτό στο μυαλό, δεν ήξερα τι να περιμένω από την επίσκεψή μου στο Άμστερνταμ Αρένα πριν λίγες βδομάδες, μια που το προηγούμενο βράδυ η PSV είχε πάρει μαθηματικά και το πρωτάθλημα και ο Αίαντας ήταν αδιάφορος.

arena3

Το Αρένα σε αντίθεση με το παλιό γήπεδο του Άγιαξ είναι εκτός πόλης, προσβάσιμο είτε από την… εθνική οδό, είτε με μετρό. Υπάρχουν αρκετά μαγαζιά τριγύρω να φας και να πιεις, αλλά δεν το λες και χοτ-σποτ που θα πας για άλλον λόγο. Με πρόσφατη την επίσκεψή μου στην Bayarena την προηγούμενη ημέρα, οι διαφορές ήταν αρκετές. Το έβλεπες στον κόσμο. Στη Γερμανία ήταν πολύ πιο οικογενειακό το κλίμα, οπαδοί των δύο ομάδων βγαλμένοι από τις περιγραφές ελληνικών εφημερίδων που αναπολούν τις παλιές καλές εποχές μετά από επεισόδια. Στην Ολλανδία αντίθετα ένιωθες ότι αρκετοί οπαδοί θα μπορούσαν να κάνουν φασαρία αν έβλεπαν αντίπαλα κασκόλ. Πιο φανατισμένο το κοινό, πιο κοντά στο δικό μας, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι στο γήπεδο δεν υπήρχαν άνθρωποι όλων των ηλικιών και των δυο φύλων, ούτε ότι είναι επικίνδυνο. Απλά έχεις μια αίσθηση μεγαλύτερου φανατισμού. Δεύτερη και πιο σημαντική διαφορά το εισιτήριο. Με λιγότερα λεφτά στη Γερμανία κάθεσαι στο κέντρο, με περισσότερα στο πέταλο του Αρένα σε ματς με την Μπρέντα. Μια που υπάρχουν αρκετά διαρκείας, υπάρχει και το σύστημα όπου όταν κάποιος κάτοχος δεν πάει στο γήπεδο, μπορεί να «νοικιάσει» το διαρκείας του για το συγκεκριμένο ματς. Τα φτηνότερα πάντως κυμαίνονται στα 30€ περίπου και ανάλογα με το ματς μπορεί να τα βρεις και πιο ακριβά. Τσιμπημένες τιμές.

Αν συγκρίνεις επίπεδο πρωταθλήματος και θέαμα που βλέπεις, τότε αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά ότι στη Γερμανία οι οπαδοί είναι τυχεροί. Όπως επίσης και το ότι το κλασσικό ελληνικό «είναι μικρό το γήπεδο, ας αυξήσουμε το εισιτήριο» δεν παίζει τόσο παντού καθώς στο Bayarena κρατούν χαμηλότερα τις τιμές με σχεδόν μισή χωρητικότητα. Τα διαρκείας πάντως συμφέρουν περισσότερο στον Άγιαξ, με την σημείωση βέβαια ότι δεν περιλαμβάνουν παιχνίδια κυπέλλου και Ευρώπης τα οποία πληρώνεις έξτρα σε χαμηλές όμως τιμές.

arena1
Δεν παλεύεται η άνοδος

Παρά το γεγονός ότι το ματς ήταν ουσιαστικά αδιάφορο το γήπεδο είχε αρκετό κόσμο, αν και η ατμόσφαιρα ήταν αρκετά υποτονική. Το Άμστερνταμ Αρένα είναι ένα πανέμορφο ποδοσφαιρικό γήπεδο που μου θύμισε σε κάποια πράγματα την Αλιάνζ Αρένα. Η ακουστική του είναι καλή, η οροφή κλείνει ανάλογα με τα κέφια και αν κάτσεις χαμηλά χάνεις μεν σε οπτική, κερδίζεις σε ατμόσφαιρα. Είναι ένα γήπεδο γεννημένο για ποδόσφαιρο, που έχει δει μερικούς τεράστιους παίκτες να δίνουν το δικό τους σόου εκεί. Οι κεντρικές θύρες είναι προσβάσιμες με κυλιόμενες σκάλες, αλλά στο πέταλο πρέπει να είσαι λίγο fit για να ανέβεις τα πολλά σκαλάκια, ίσως όχι τόσα όσα στο Καμπ Νου, αλλά αν έχεις πιει και μερικές μπύρες πιο πριν, αρκετά για να ξεφυσάς.

arena2

Έπιασα τη θέση μου χαμηλά πίσω από την εστία, πήρα και την μπύρα μου και απόλαυσα ένα αρκετά μέτριο παιχνίδι στο οποίο η Μπρέντα έδινε μάχη για τη σωτηρία και ο Άγιαξ πάλευε μπας και σκοράρει. Ευκαιρίες λίγες, ποδόσφαιρο όχι τίποτα το ιδιαίτερο και η απορία μου είναι τι πιστεύει ο κόσμος για τον Άγιαξ των αρκετών ψιλοτσουρουκάδων, όταν έχει δει (μόνο τα σχετικά πρόσφατα χρόνια) από Ζλάταν μέχρι Ντάβιντς και από Κλάιφερτ μέχρι Σνάιντερ. Σε αυτό βόηθησε η κουβέντα που έπιασα με τον Πολ, έναν 40αρη πάνω-κάτω πρώην συνδεσμίτη του Αίαντα, που τον βλέπεις και είσαι σίγουρος ότι θα έχει βρεθεί μεθυσμένος σε κάποια πλατεία εκτός έδρας εκδρομής να βουτάει σε συντριβάνι. Ακούει Ελλάδα και χαίρεται (σπάνιο για Ολλανδό σήμερα) και ο λόγος είναι η γυναίκα που κάθεται δίπλα του. «Πήγαινα κάθε καλοκαίρι στην Ισπανία, μέχρι που τη γνώρισα. Λατρεύει την Ελλάδα, πηγαίνουμε κάθε χρόνο στην Κω«. Με ρωτάει αν υποστηρίζω την Μπρέντα λόγω ΑΕΚ και κιτρινόμαυρου και αφού του εξηγώ πώς πάει η ομάδα στα σαλόνια της Φούτμπολ Λιγκ προσπαθώ να καταλάβω την ξένη προς εμένα νοοτροπία των οπαδών του Άγιαξ.

arena

Ο Πολ όπως και άλλοι Ολλανδοί που μίλησα δεν διαφέρουν από τους Έλληνες οπαδούς. «Ο χειρότερος Άγιαξ που θυμάμαι«, ατάκα που ακούς και εδώ από τον ταξιτζή μέχρι τον πατέρα σου για τις ομάδες μας. Η ερώτησή μου εύλογη, τόσα εκατομμύρια ευρώ έχει πάρει ο Άγιαξ με πωλήσεις (από παικταράδες μέχρι τον Ράιαν Μπάμπελ) τι διάολο τα κάνει; «Τα έχουμε στην τράπεζα» είναι η μισοσοβαρή, μισοαστεία απάντηση. Και είναι αυτή η νοοτροπία που μου έκανε εντύπωση, όχι μόνο από τον συγκεκριμένο, αλλά και από άλλους φίλους της ομάδας. Το παίρνουν ψύχραιμα όλο αυτό που συμβαίνει, έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα. Ο Άγιαξ αγοράζει ότι καλύτερο υπάρχει στην Ολλανδία χωρίς να ξοδευτεί και μετά πουλάει ακριβά στο εξωτερικό. Αυτός είναι ένας καλός τρόπος λειτουργίας για μια ομάδα από μικρότερη χώρα (το κάνει κι η Πόρτο), μόνο που τα τελευταία χρόνια ο Άγιαξ αγοράζει όλο και πιο φτηνά, φτιάχνει χειρότερες ομάδες, παίζει χειρότερη μπάλα και στην Ευρώπη κάνει εμφανίσεις που κανείς δεν θυμάται. Και ο κόσμος αρχίζει να γκρινιάζει, όχι σε ελληνικά πλαίσια βέβαια, αλλά το κάνει ειδικά φέτος που έχασε το πρωτάθλημα. Συνεχίζει όμως να γεμίζει το γήπεδο. Είναι τρελοί αυτοί οι Ευρωπαίοι; Είμαστε εμείς υπερβολικοί; Σίγουρα πάντως βλέπει ποδόσφαιρο σε καλύτερες συνθήκες και ας είναι πιο ακριβό, δεν έχουμε ίδιο επίπεδο ζωής έτσι κι αλλιώς.

Ένα μεσημέρι στο Λεβερκούζεν

  [4 Σχόλια]

DSC_3601

Περπατώντας στους δρόμους κοντά στην Bayarena του Λεβερκούζεν πετυχαίνεις ένα φαγάδικο με μια μεγάλη επιγραφή που λέει «GYROS». Αυτή είναι και η τελευταία ομοιότητα μεταξύ ενός ποδοσφαιρικού αγώνα εκεί και ενός στην Ελλάδα. Παρ’ ότι είχα εντυπωσιαστεί στα προηγούμενα παιχνίδια ποδοσφαίρου που παρακολούθησα στη Γερμανία, αυτή τη φορά περίμενα κάτι λιγότερο ενδιαφέρον. Όπως και να ‘χει, άλλο το Μόναχο ή το Βερολίνο και άλλο το Λεβερκούζεν που το έχω συνδυάσει με τον αγαπημένο Φερνάντο Νάβας και το 4-4 της ΑΕΚ πριν αρκετά χρόνια. «Έλα μωρέ τώρα ποιο Λεβερκούζεν, η Τρίπολη της Γερμανίας» θα έλεγε κανείς.

DSC_3635
Η Λεβερκούζεν έχει παίξει με αρκετές ελληνικές ομάδες

Η αλήθεια ήταν διαφορετική και εμφανής αρκετά πριν μπει κάποιος στο γήπεδο. Παρ’ ότι το Λεβερκούζεν δεν διεκδικεί βραβείο ομορφιάς ως πόλη και έχει λίγους σχετικά κατοίκους, η οργάνωση είναι εντυπωσιακή. Το γήπεδο είναι στα όρια μιας κατοικημένης περιοχής και όλοι οι παρακείμενοι δρόμοι ήταν κλειστοί με κολωνάκια και ανθρώπους με στολές που δεν σε άφηναν να μπεις εκεί με το αυτοκίνητό σου. Καλή η μπάλα, αλλά υπάρχουν και κάτοικοι και δεν έχουν όρεξη να τους ενοχλείς. Αν δεν θες να ψάχνεις για κοντινό παρκάρισμα, ένα λεωφορείο σε μεταφέρει από το ειδικό πάρκινγκ που βρίσκεται σε σχετικά μεγάλη απόσταση από το γήπεδο. Παρά το γεγονός ότι η κίνηση δεν ήταν μεγάλη όπως κοντά στα ελληνικά γήπεδα, ένιωθες ότι πλησιάζεις στο γήπεδο αφού σε κάθε γωνιά υπήρχαν οπαδοί της Μπάγερ, όλοι με φανέλες της, που έπιναν τις μπύρες τους σε μαγαζάκια που μοιάζουν άλλοτε με παμπ και άλλοτε με συνοικιακά ψιλικατζίδικα. Όταν φτάνεις στο γήπεδο (δίπλα σε ένα ποταμάκι στο οποίο στην Ελλάδα θα είχαν βουτήξει πολλοί οπαδοί σε πεσίματα) διαπιστώνεις ότι το Bayarena είναι αρκετά όμορφο και «ντιζαϊνάτο».

DSC_3589«Και τους κάναμε ντου παιδιά και πέσανε στο ποτάμι»

Υπάρχουν παντού εθελοντές φίλοι της ομάδας έτοιμοι να σε βοηθήσουν και να σε κατευθύνουν στην σωστή θύρα και εννοείται ότι υπάρχουν τουρνικέ και έλεγχος ο οποίος είναι αρκετά σοβαρός χωρίς όμως να νομίζεις ότι πας για πόλεμο. Όταν μπεις στον περιβάλλοντα χώρο μπορείς είτε να προμηθευτείς με άφθονη μπύρα, είτε να πας στην μπουτίκ, είτε ακόμα να… παρκάρεις το παιδί σου, μια που υπάρχει κλειστός παιδότοπος με υπαλλήλους που φροντίζουν τα παιδιά, ενώ εσύ είσαι μέσα και βλέπεις μπάλα. Ξενέρωτα πράγματα, μοντέρνο ποδόσφαιρο και φλώροι ξένοι; Αν το μοντέρνο ποδόσφαιρο σημαίνει να μπορεί κάποιος εύκολα να δει την αγαπημένη του ομάδα χωρίς να του πιάσουν τον κώλο και να τον θεωρούν κατώτερο ον, τότε ναι το θέλω.

Γιατί στη Γερμανία τουλάχιστον ακόμα σε σέβονται και δίνοντας 29€ κάθεσαι σε κεντρική θύρα ακριβώς στην μέση σε απόσταση ικανή να χαϊδέψεις το μαλλί του προπονητή Ρότζερ Σμιντ και να του πεις γύρνα το σε 4-4-2 και να σε ακούσει. Υπάρχουν προφανώς και φτηνότερα εισιτήρια αν δεν έχεις τέτοιες απαιτήσεις, καμία σχέση με τις τιμές της Αγγλίας και τις παροχές της Ελλάδας. Και πας σε γήπεδο όμορφο, ποδοσφαιρικό, που δεν έχει σπασμένα καθίσματα, δεν βρωμάει και δεν φοβάσαι μην σου έρθει τίποτα στο κεφάλι. Ο κόσμος είναι όλων των ηλικιών και των δύο φύλων, έχει πάρα πολλές γυναίκες, και ο αριθμός των ηλικιωμένων που παρακολουθούν την ομάδα είναι υψηλός, την ίδια στιγμή που στην Ελλάδα το κάνουν σε κάποιο καφενείο (και δεν τους κακολογώ γι’ αυτό). Και εδώ ο Ελληνάρας θα πει «έλα μωρέ τώρα σε γήπεδο πάς, όχι σε γηροκομείο», αλλά η αλήθεια είναι ότι η ατμόσφαιρα στο μικρό (30.000 θέσεων περίπου), αλλά όχι ταπεινό γήπεδο της Λεβερκούζεν δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από ένα μεσογειακό γήπεδο και το ίδιο ισχύει στις περισσότερες έδρες της Μπουντεσλίγκα. Το κατάμεστο πέταλο της Νορντ Κούρβε είναι όρθιο και τραγουδάει συνέχεια και η ατμόσφαιρα είναι πολύ ποδοσφαιρική, ακόμα και στα φολκλορικά τραγούδια που μπαίνουν στα γκολ (στη χώρα που έκανε επιτυχία ο Ντέιβιντ Χάσελχοφ δεν περίμενα κάτι άλλο). Στην ατμόσφαιρα φυσικά βοηθάει και το θέαμα και παρ’ ότι στον αγώνα που είδα το δόλιο Αννόβερο έγινε σάκος του μποξ μαζεύοντας τέσσερα γκολ, έβλεπες ένα ματς χωρίς πολύ χαμένο χρόνο, χωρίς παίκτες να κάνουν πέντε λεπτά να σηκωθούν, χωρίς πολλά φάουλ. Μπορεί να μην ήταν μαγικό το ποδόσφαιρο, αλλά είχε ρυθμό και αυτό μετράει πολύ.

DSC_3595

Στο ημίχρονο εννοείται το μισό γήπεδο αδειάζει. Πρέπει να αναπληρωθούν οι μπύρες. Το σύστημα το είχα δει και στο Αλιάνζ και παρ’ ότι είμαι σίγουρος ότι κάποια εταιρεία έκανε έρευνα και βρήκε ότι είναι αποδοτικό, προσωπικά το βρίσκω χαζό. Πηγαίνεις πρώτα και αγοράζεις μια κάρτα στην οποία βάζεις ένα ποσό και στη συνέχεια πας με την κάρτα να αγοράσεις είτε την μπύρα σου, είτε το βουρστ σου. Το γεγονός ότι σε άλλο μέρος πουλάνε το ποτό και σε άλλο το λουκάνικο είναι ανεξήγητο (ειδικά αν είσαι Έλληνας που δεν το κατέχεις). Το χειρότερο όλων είναι ότι αν σου μείνουν χρήματα στην κάρτα, πρέπει φεύγοντας να πας σε ένα άλλο μέρος και να στηθείς για 4η φορά στην ούρα ώστε να πάρεις πίσω το ποσό που έμεινε. Τέσσερις ουρές φίλοι Γερμανοί για μια μπύρα και ένα λουκάνικο ούτε στην Εφορία τελευταία μέρα των δηλώσεων. Προφανώς οι ντόπιοι το έχουν μάθει καλύτερα, αλλά ως τουρίστας έκανα κάτι που σιχαίνομαι και μπήκα αργοπορημένος στο 2ο ημίχρονο. Ακόμα θυμάμαι την 60χρονη θεία στην πίσω σειρά  που με το σκορ ήδη άνετο για την Λεβερκούζεν μου έκανε νόημα να κάτσω γρήγορα γιατί δεν έβλεπε. Είχε κάθε δίκιο, αφού κι εγώ όταν βλέπω την ομάδα μου δεν θέλω γελοίους τύπους που μασουλάνε να μου κόβουν το οπτικό πεδίο.

DSC_3611

Εξιλεώθηκα όμως ως Έλλην όταν ο Κυριάκος Παπαδόπουλος, που έκανε γενικά πολύ καλό ματς, κάρφωσε το γκολάκι και το πανηγύρισα φωνάζοντας «Πάμε ρε Κυριάκο Ελλαδάρα» σπάζοντας κάθε γραφικόμετρο. Ευτυχώς μερικά λεπτά αργότερα μου πήρε το ρεκόρ ένας Κορεάτης μερικές σειρές παρακάτω, κουνώντας μια σημαία της Ν. Κορέας γεμάτος χαρά όταν σκόραρε ο συμπατριώτης του Σον. Το γκολ βέβαια ήταν οφσάιντ και ακυρώθηκε και πήρε λίγη ώρα μέχρι να του το εξηγήσουν οι δίπλα. Το παιχνίδι τελικά έληξε με 4-0, ο κόσμος το διασκέδασε (όχι τόσο οι οπαδοί των φιλοξενούμενων που έχουν πάνω από 10 παιχνίδια χωρίς νίκη) και κυρίως έφυγε από το γήπεδο ικανοποιημένος. Τόσο ως φίλαθλος-πελάτης που δεν έχασε τον χρόνο του και τα λεφτά του, αλλά και ως φίλος του ποδοσφαίρου γιατί αν γουστάρεις μπαλίτσα, ατμόσφαιρα και όχι κάτι παντελώς εμπορευματοποιημένο όπως η Πρέμιερ Λιγκ, τότε η Γερμανία είναι αυτή την στιγμή ό,τι καλύτερο στην Ευρώπη. Και το λέει κάποιος που δεν έχει καμία ιδιαίτερη συμπάθεια σε γερμανικές ομάδες (ειδικά την εθνική τους).

Μια (άλλη) μέρα στο Σαν Σεμπαστιάν

  [3 Σχόλια]

Η παραπάνω φωτογραφία είναι τραβηγμένη μια μέρα μετά τη «Μια μέρα στο Σαν Σεμπαστιάν«, στη μεγαλύτερη από τις δυο παραλίες του Σαν Σεμπαστιάν. (Οι δυο παραλίες της πόλης, όπως είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο, έχουν ονόματα τα οποία κάθε σοβαρός και ψαγμένος τουρίστας έχει αποστηθίσει πριν καν ξεκινήσει το ταξίδι του. Εγώ τις αποκαλούσα και συνεχίζω να τις αποκαλώ «η μικρή» και «η μεγάλη».)

Ελάχιστα δευτερόλεπτα αφού έχει γίνει το συγκεκριμένο κλικ ένας κύριος, που το μόνο που μπορώ να θυμηθώ είναι ότι είχε αντιγράψει το μουστάκι του Βιθέντε Ντελ Μπόσκε και ο οποίος έβγαζε βόλτα το σκύλο του, με πλησίασε και με ρώτησε κάτι σε μια ακατάληπτη για μένα γλώσσα που αρκετός κόσμος στον πλανήτη αποκαλεί ισπανικά. Έχοντας μετανιώσει ήδη αρκετές φορές στο παρελθόν για το γεγονός ότι δεν πήγα να μάθω τη γλώσσα πιο μικρός, τον ενημέρωσα πως δεν μιλάω ισπανικά, φράση που για λόγους που δεν έχω καταφέρει να ανακαλύψω στα αυτιά των Ισπανών ακούγεται σαν «μίλα μου ισπανικά, απλά λίγο πιο αργά». Αποτέλεσμα όλου αυτού του τελείως αποτυχημένου προλόγου ήταν μια ακατάσχετη πολυλογία που από τις ελάχιστες λέξεις που κατάφερα να πιάσω, αφορούσε τα πιτσιρίκια που έπαιζαν ποδόσφαιρο και τα οποία με είχε δει να φωτογραφίζω.

Ανάμεσα στις διάφορες άγνωστες ισπανικές λέξεις που εκτοξεύονταν από το στόμα του το ποδοσφαιρικά εξοικειωμένο αυτί μου έπιασε το όνομα του Τσάμπι Αλόνσο προκαλώντας ασυναίσθητα μια αντίδραση «Επ, αυτό το ξέρω!», ίδια μ’ αυτή που παθαίνει κάποιος που μεγάλωσε ακούγοντας μόνο λαϊκά και βαριά λαϊκά, τον έχει σύρει η γκόμενα σε συναυλία του Μάλαμα και ξεκινάει να παίζει η ‘Πριγκιπέσα’. «Τσάμπι Αλόνσο» επανέλαβα κι εγώ σε μια φτηνή και γραφική προσπάθεια αυτοεπιβεβαίωσης του εύρους των γνώσεων μου. «Σι, σι! Τσάμπι Αλόνσο!» συνέχισε αυτός, δείχνοντας μου ενθουσιασμένος την αμμουδιά μπροστά μας. Χαμογέλασα ξανά αμήχανα καθώς εκείνη τη δεδομένη στιγμή αδυνατούσα να θυμηθώ ότι ο Αλόνσο είχε ξεκινήσει την καριέρα του από τη Ρεάλ Σοσιεδάδ άρα μπορούσε να συσχετιστεί και με τη πόλη, αδυναμία που ουσιαστικά τερμάτιζε πρόωρα την ελάχιστη συνεισφορά μου στον υποτιθέμενο διάλογο.

xabi_antiguoko

Ακολούθησε μια παύση κατά την οποία τα μυαλά μας λογικά ταξίδεψαν σε εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις, οδηγούμενα σε τελείως διαφορετικά συμπεράσματα. Του χαμογέλασα, για πολλοστή φορά, σκεπτόμενος «τι μπορεί να μου λέει τόση ώρα ο τύπος, δεν βλέπει ότι τον κοιτάω μ’ αυτό το βλέμμα που έχει κάποιος 17χρονος κάγκουρας που τον πέταξαν σε προχωρημένη διάλεξη για τη Μοριακή Βιολογία, την ώρα που οι σχετικές γνώσεις του φτάνουν μέχρι το μόριο, που κάπου έχει ακούσει πως είναι μια πιο επιστημονική ονομασία για το πουλί του». Μου χαμογέλασε ανταποδοτικά δείχνοντας πραγματικά χαρούμενος που μοιράστηκε με τον τουρίστα μια όμορφη ιστορία και φώναξε κάτι στο σκύλο του ο οποίος ήταν οφθαλμοφανές ότι καταλάβαινε περισσότερα ισπανικά από μένα.

Αποχαιρετιστήκαμε, ολοκληρώνοντας μια από τις πιο ανούσιες κουβέντες στην ιστορία της ανθρώπινης επικοινωνίας και το μυαλό μου καταχώνιασε άμεσα την ανάμνηση κάπου στον πυθμένα της μνήμης, εκεί που βάζει συνήθως κάτι κείμενα για τα υποατομικά σωματίδια, κάτι ονομασίες χρωμάτων του στυλ βιολετί, σομόν ή τιρκουάζ, τις διαδικασίες λύσης διαφορικών εξισώσεων και τα ονόματα ηθοποιών που παίζουν σε ελληνικές τηλεοπτικές σειρές.

Όλα αυτά μέχρι προχθές το βράδυ, που εντελώς τυχαία έπεσα πάνω σ’ ένα βίντεο που δείχνει πως περνάει το χρόνο του τώρα ο Γκαίθκα Μεντιέτα, το οποίο αποδείχτηκε πως ανήκει σε μια σειρά μικρών αφιερωμάτων που ετοίμασε η Ford για το ποδόσφαιρο (όπως και αυτό). Σ’ ένα από τα υπόλοιπα βίντεο παρουσιάζεται η Antiguoko, μια ερασιτεχνική ομάδα από μια περιοχή δίπλα στο Σαν Σεμπαστιάν, η οποία μαθαίνει από το 1982 στα παιδιά τα βασικά του ποδοσφαίρου κάνοντας ένα διαφορετικό είδος προπόνησης στη «μεγάλη παραλία» της πόλης και έχοντας ως απώτερο στόχο να καταφέρουν να γίνουν κάποτε επαγγελματίες ποδοσφαιριστές που θα παίξουν στην Πριμέρα. Όπως ακριβώς κατάφεραν o Αρίτς Αντούριθ, ο Μικελ Αρτέτα και ο Τσάμπι Αλόνσο.

Όπως αποδείχτηκε, μερικές φορές στη ζωή οι εξηγήσεις για κάποιο δυσνόητο θέμα έρχονται εκεί που δεν το περιμένεις.

Βλέποντας ποδόσφαιρο στην Ευρώπη

  [Καθόλου σχόλια]

Όποτε πηγαίνω στο εξωτερικό προσπαθώ αν μου δίνεται η ευκαιρία να πηγαίνω σε ποδοσφαιρικούς αγώνες. Αφενός για να παίρνω λίγο τη δόση μου από τον εθισμό που λέγεται μπάλα και αφετέρου για να βλέπω διαφορές με τα όσα έχω γνωρίσει στα χρόνια που πηγαίνω στο γήπεδο στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά  μπόρεσα να δω τον αγώνα Χέρτα-Λεβερκούζεν. Παρ’ ότι είχα την ευκαιρία να ξαναδώ αγώνα στη Γερμανία (στο Αλλιάνζ Αρένα αγώνα Β’ Εθνικής με γηπεδούχο τη Μόναχο 1860) είπα να δω τι διαφορετικό υπάρχει στο Βερολίνο. Για σιγουριά τα εισιτήρια τα είχα κλείσει online από τη σελίδα της Χέρτα. Οι τιμές τους ξεκινάνε από χαμηλά (κοντά στα 20 Ευρώ) και φτάνουν μέχρι και αρκετά ακριβά στις καλές θέσεις.

Παρά το γεγονός ότι το Βερολίνο είναι μια αρκετά μεγάλη πόλη και όχι και τόσο ποδοσφαιρική (η Χέρτα δεν συγκρίνεται σε τίποτα με ομάδες από άλλες πόλεις όπως Μόναχο, Αμβούργο, Ντόρντμουντ κτλ) από το πρωί υπήρχαν διάφοροι τύποι που τριγύριζαν στους δρόμους με κασκόλ της Χέρτα. Πολλοί από αυτούς στημένοι κάπου και πίνοντας μπύρες. Αν και οι ποσότητες μπύρας που καταναλώνονται είναι πολύ μεγάλες, οι τύποι δεν φάνηκαν σε καμία περίπτωση να έχουν διάθεση για τίποτα παραπάνω από λίγο τραγούδι. Ούτε επίσης φάνηκε κανείς να ενοχλείται όταν στην στάση του μετρό υπήρχαν και εκδρομείς οπαδοί της Λεβερκούζεν, μεταξύ των οποίων και κυρίες άνω των 50 ετών.

Το Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου είναι σχετικά έξω από την πόλη σε μια περιοχή που δεν σε ενθουσιάζει όταν κατέβεις από το τρένο. Η παρουσία της αστυνομίας είναι διακριτική και το γήπεδο δεν πολυφαίνεται (σε αντίθεση π.χ. με το Αλιάνζ που ξεχωρίζει από μακρυά) με πρώτη μάτια. Απλά ακολουθείς το μπουλούκι και αν θες αγοράζεις κανένα κασκόλ, αφού δεν εναι ελληνικό φαινόμενο οι πλανόδιοι πωλητές. Αν πάλι πεινάς πριν αρχίσει ο αγώνας μπορείς να δοκιμάσεις κανένα λουκάνικο ή να πιεις καμια μπύρα. Το περπάτημα είναι σκάρτα κανένα 10λεπτο και τριγύρω σου βλέπεις φάτσες όλων των ηλικιών και των δύο φύλων. Από ψιλομυστήριους τύπους μέχρι τρομερά κυριλάτους και από αγοράκια μέχρι γιαγιάδες.

Εξωτερικά το γήπεδο δεν εντυπωσιάζει και σου δίνει την αίσθηση ότι δεν έχει αλλάξει και πολύ από το 1936 και τους Ολυμπιακούς Αγώνες που έγιναν τότε. Δεσπόζουν στην είσοδο οι κολώνες με το μεγάλο σήμα των Ολυμπιακών Αγώνων και εσύ σαν τουρίστας δεν μπορείς παρά να φέρεις στο μυαλό σου τις ασπρόμαυρες σκηνές με τον Αδόλφο που έχεις δει σε κάποιο παλιό ντοκιμαντέρ. Ξεπερνώντας αυτές τις σκέψεις φτάνεις στις εισόδους και εκεί σου έρχεται μια απογοήτευση. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές είσοδοι με τουρνικέ η όλη διαδικασία είναι αρκετά αργή. Σίγουρα ο κόσμος ήταν πολύς (στο συγκεκριμένο αγώνα, τα μάτριξ ανακοίνωσαν 45.000 θεατές περίπου), αλλά έχοντας πάει και στο ΟΑΚΑ σε μεγάλα παιχνίδια έχω να πω ότι το αργούν πολύ. Ο λόγος; Ο έλεγχος γίνεται στην πρώτη είσοδο, πολύ πριν φτάσεις στις θύρες. Αλλά μιλάμε για έλεγχο. Γερμανικό έλεγχο που σημαίνει τερατώδεις σεκιουριτάδες που ψάχνουν μέχρι και μικρά παιδάκια κανονικά με σωματικό έλεγχο λες και θα κρύβουν κανένα μπαζούκα. Ομολογώ πως μου έκανε εντύπωση και με κούρασε λίγο. Στη Γερμανία είσαι. Σε 2-3 ματς το χρόνο να γίνουν επεισόδια και ξέρεις ποιες ομάδες είναι…

Αφού περάσεις τον έλεγχο ψάχνεις τη θύρα σου (αν καταφέρεις να ξεπεράσεις τους διάφορους πλανόδιους με τα λουκάνικα που υπάρχουν) και εκεί απλά ελέγχουν το εισιτήριό σου χωρίς πολλά πολλά. Φυσικά πηγαίνεις ακριβώς στην θέση σου (κάτι που παρ’ ότι τα τελευταία χρόνια με την ΑΕΚ στο ΟΑΚΑ ισχύει στις περισσότερες θύρες, μάλλον είναι η εξαίρεση στον κανόνα στην Ελλάδα) και κάθεσαι να δεις μπάλα.  Εσωτερικά το γήπεδο είναι πολύ όμορφο και αν και έχει και κουλουάρ έχει αρκετά καλή ακουστική. Φυσικά τα συνθήματα τα φωνάζουν αποκλειστικά από το πέταλο, καθώς το υπόλοιπο γήπεδο δεν συμμετέχει ιδιαίτερα (κάτι που μου φάνηκε ιδιαίτερα περίεργο). Για τον αγώνα δεν θα πω τίποτα, ήμουν αρκετά τυχερός μια που τέλειωσε με… 3-3. Η Χέρτα μπήκε δυνατά, έχασε πέναλτυ και στη συνέχεια έκανε το σκορ 2-0. Η Λεβερκούζεν αντέδρασε και με τον Ντερντιγιόκ σε μεγάλη μέρα το γύρισε στο Β΄ημίχρονο σε 2-3. Τελικά η Χέρτα ισοφάρισε και έφυγαν όλοι μάλλον ικανοποιημένοι. Το καλό με το γερμανικό ποδόσφαιρο είναι ότι δεν έχει πολλές διακοπές, έχει γυμνασμένους και γρήγορους παίκτες με σχετική τακτική παιδεία και συνήθως βλέπεις ανοιχτούς αγώνες με αρκετά γκολ.

Εκεί που θα σταθώ είναι στα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση. Πρώτον, οι άνθρωποι πίνουν μπύρα, πολλή μπύρα. Ένα παλικάρι μπροστά είχε πάρει την συσκευασία του ενός λίτρου η οποία έχει και γραμμές πάνω: «εναρκτήριο λάκτισμα», «ημίχρονο» και «τέλος αγώνα» ώστε να την μοιράσεις σωστά. Γύρω στο 25′ του αγώνα, είχε ήδη μπει στις καθυστερήσεις της μπύρας του και σύντομα αγόρασε δεύτερη. Συνέχεια μπαινοβγαίνουν για να αγοράσουν κάτι να καταβροχθίσουν ή να πιουν, αν και φυσικά κυκλοφορούν και πωλητές μέσα στο γήπεδο. Καλό όλο αυτό βέβαια, μόνο που προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορείς να αφήνεις το ματς της ομάδας σου να παίζεται και εσύ να πηγαίνεις για ψώνια χάνοντας πολλές φορές πάνω από 5 λεπτά αγώνα. Είναι μια νοοτροπία που όσο και να θεωρείται «πολιτισμένη» ή «ευρωπαϊκή» ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω.

Το δεύτερο πράγμα που μου έκανε εντύπωση είναι αυτό το κλασσικό που ακούμε από μεγαλύτερους: «Κάποτε παιδί μου πηγαίναμε μαζί στο Άρης-ΠΑΟΚ δίπλα δίπλα» και συνήθως λέμε «άσε μας ρε πατέρα». Τελικά είναι αληθινή ιστορία. Πέρα από τους φιλοξενούμενος που ήταν σε μια γωνιά του γηπέδου, στα γκολ της Λεβερκούζεν πετάγονταν διάφοροι ξέμπαρκοι οπαδοί της που πανηγύριζαν έξαλλα, χωρίς κανείς όχι να τους αγγίζει, αλλά ούτε καν να τους κοιτάει. Εμείς σαν Ελληνάρες περιμέναμε να πέσει ξύλο, αλλά μάταια.

Τέλος, παρά τα προβλήματα στην είσοδο, η έξοδος ήταν πολύ εύκολη. Οι συρμοί που περίμεναν ήταν πολλοί και υπήρχε οργάνωση ούτως ώστε να μην είναι ο κόσμος πακτωμένος σαν τις σαρδέλες. Είναι εντυπωσιακό δυο αστυνομικοί να κρατάνε με μια κορδέλα ορδές οπαδών. Δεν είναι πάντα μόνο θέμα οργάνωσης, είναι και θέμα πολιτισμού και παιδείας του κόσμου. Στην Ελλάδα δυο αστυνομικοί μόνοι θα είχαν τσαλαπατηθεί από δεκάδες οπαδούς που δεν θα μπορούσαν να περιμένουν 2′ ακόμα.

Το ποδόσφαιρο δεν είναι ιδιαίτερα φτηνό αγαθό στη Γερμανία, αλλά είναι σίγουρα αρκετά πιο άνετο και ποιοτικό από ότι στη χώρα μας. Δεν χρειάζεται να μιμηθούμε κάθε συνήθεια των ξένων, χρειάζεται όμως κάποια στιγμή να κάνουμε τα βασικά. Και όσο και κλισέ να ακούγεται, αφού χάσαμε την ευκαιρία με το 2004 και αφού άνθρωποι που είχαν μια διαφορετική προσέγγιση (όπως π.χ. ο Ντέμης) έφυγαν από το ποδόσφαιρο, δεν πιστεύω ότι θα καταφέρουμε σύντομα να ανέβουμε επίπεδο.

Μια μέρα στο Σαν Σεμπαστιάν

  [16 Σχόλια]

derbi-vasco

Το να βρεθείς απλά και μόνο στο Σαν Σεμπαστιάν είναι λόγος για να αισθάνεσαι τυχερός. Το να βρεθείς στο Σαν Σεμπαστιάν τη μέρα που διεξάγεται το μεγαλύτερο ντέρμπι των Βάσκων μεταξύ της ομάδας της πόλης, δηλαδή της Ρεάλ Σοσιεδάδ, και της Αθλέτικ του Μπιλμπάο και μάλιστα για πρώτη φορά από την περίοδο 06-07′ (αφού τα επόμενα χρόνια η Ρεάλ έπαιζε στην δεύτερη κατηγορία) είναι λόγος για να αισθάνεσαι πιο τυχερός κι από τον Γκαστόνε. Το να μη βρεις εισιτήριο για το παιχνίδι είναι απλά το αναμενόμενο, απογοητευτικό αντιστάθμισμα για να προσγειωθείς απότομα στη γη και να επιστρέψεις σε κλασσικές μοιρολατρικές κοσμοθεωρίες του στυλ «η ζωή είναι ρουφιάνα».

Αρκετές ώρες πριν τη σέντρα του αγώνα κατευθύνομαι προς το Ανοέτα για να αγοράσω ένα εισιτήριο για το παιχνίδι για το οποίο ζει κυριολεκτικά όλη η πόλη από το πρωί. Καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής μέχρι το γήπεδο μετράω λεκτικές ‘χυλόπιτες’ για κανένα περισσευούμενο εισιτήριο από οπαδούς και των δυο ομάδων – απ’ όσους τουλάχιστον είχαν τη στοιχειώδη γνωστική ικανότητα να αναγνωρίσουν κάποιες βασικές Αγγλικές λέξεις όπως «game», «tickets», «tonight», «stadium». (Στην Ισπανία συνειδητοποιείς ότι η Ελλαδίτσα, αυτό το συνονθύλευμα απολίτιστων σταρχιδιστών, σε σχέση με πολλές ‘πολιτισμένες’ χώρες αποτελεί γλωσσικό παράδεισο όπου κουτσά-στραβά, με λίγη καλή διάθεση μπορείς να συνεννοηθείς έστω στα Αγγλικά: «Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει, μα κόκαλα τσακίζει, με yes και sorry και λοιπά και με σπασμένα Αγγλικά..»).

Στα εκδοτήρια ένας νεαρός με πληροφορεί ότι τα εισιτήρια που είχε στην διάθεση του έχουν εξαντληθεί. Τον ρωτάω αν υπάρχει περίπτωση να βρω κάπου αλλού γιατί έχω έρθει από μακριά και θέλω πολύ να δω το ματς και… ως εκ θαύματος – όπως πιθανόν θα σκεφτόταν η αγαθή γιαγιά που καθόταν πριν λίγο καιρό δίπλα μου στο Χαριλάου – ανακαλύπτει ένα τελευταίο, κάπου εκεί γύρω στο γραφείο του. Διστακτικά-διστακτικά και προσπαθώντας να μη μου ξεφύγει κάποια τσιρίδα ενθουσιασμού ρωτάω την τιμή του. «Nineteen euros». Ευτυχία! Όλο το σύμπαν έχει συνωμοτήσει για να γραφτεί αυτό το ταξίδι στο hall of fame των ταξιδιών. Ο επαγγελματίας μπουρδολόγος Κοέλιο έπεσε για πρώτη φορά μέσα. «Νineteen;» τον ρωτάω για επιβεβαίωση ενώ ήδη ετοιμάζομαι να βγάλω τα λεφτά από την τσέπη. «Oh, no, no. Sorry, my fault. Ninety!» μου απαντάει κι όλη η συμπάθεια που έτρεφα για τους Βάσκους τόσα χρόνια κλονίζεται μέσα σε μια στιγμή. 90 ευρώ; Για 90 αγωνιστικά λεπτά; Χέσε μας ρε Κοέλιο.

Μακριά από το Ανοέτα και τους κερδοσκόπους του, στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης οπαδοί και των δυο ομάδων τα πίνουν (με συνοδεία πάντα των ντόπιων μεζέδων, που εκεί αποκαλούνται pintxos) από το πρωί κυριολεκτικά δίπλα-δίπλα. Το Βάσκικο ντέρμπι πρέπει να είναι το μοναδικό ντέρμπι σ’ όλη την υφήλιο που δεν περιτριγυρίζεται από μίσος. Πάνω απ’ όλα και οι δυο είναι περήφανοι Βάσκοι κι αυτή η τοπικιστική αγάπη υπερισχύει της ποδοσφαιρικής αντιπαλότητας. Η πρώτη έκπληξη έρχεται όταν βλέπεις παρέες αποτελούμενες από ανθρώπους που φοράνε και μπλε και κόκκινα. Η δεύτερη έρχεται όταν βλέπεις ζευγάρια ή οικογένειες που κυκλοφορούν στον δρόμο φορώντας ο καθένας τα διακριτικά της δικιάς του ομάδας. Η τρίτη όταν βλέπεις δυο γιαγιάδες να βολτάρουν στην πόλη, η μια φορώντας την μπλούζα της Ρεάλ και η άλλη με την σημαία της Αθλέτικ στο χέρι (εικόνα που αυτόματα αναρριχάται στη δεύτερη θέση των πιο γραφικών στιγμών του ταξιδιού μου στην Ισπανία, πίσω μόνο από έναν μικρό θεούλη λαχειοπώλη, κάπου σ’ ένα στενό στην Μαδρίτη, που φορώντας γυαλιά ηλίου, παρά το γεγονός ότι έβρεχε καταρρακτωδώς, πουλούσε τα λαχεία του ακούγοντας, σχεδόν στη διαπασών από κασετόφωνο συλλεκτικής αξίας, Πίνκ Φλόιντ – και παραδόξως όχι το «Money»). Και η τέταρτη και ισοπεδωτική, που σε κάνει πλέον να διαγράψεις οριστικά το συγκεκριμένο ματς από την λίστα των κλασσικών «ντέρμπι μίσους», όταν βλέπεις νεαρό να κυκλοφορεί με μπλούζα Αθλέτικ αλλά καπελάκι και κασκόλ Ρεάλ Σοσιεδάδ! Άβυσσος η ψυχή του Βάσκου…

Στο ίδιο σοκάκι εκατοντάδες οπαδοί και των δυο ομάδων, στριμωγμένοι σε βαθμό που δεν μπορείς να περάσεις ανάμεσα τους χωρίς να πατήσεις πάνω σε κάποιο ξένο παπούτσι, φωνάζουν σε συνεργασία κάποια Βασκικά συνθήματα και στην συνέχεια μπαίνουν σε μια άτυπη κόντρα του ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά το όνομα της ομάδας του. «Ρεάλ» – «Αθλέτι» (ειπωμένο έτσι, που το ‘θ’ σχεδόν δεν ακούγεται). Οι φωνές του ενός κατ’ ευθείαν μέσα στον εγκέφαλο του άλλου! Ο βασκικος ποδοσφαιρικός πολιτισμός στο ύψιστο σημείο του, τόσο ψηλό που θέλεις να σπάσεις εσύ κάτι, έναν κάδο, έναν καθρέφτη αυτοκινήτου, οτιδήποτε, μόνο και μόνο για να επέλθει ισορροπία και να μη γείρει ο πλανήτης από το πολύ savoir vivre. Αναπόφευκτα φαντάζομαι μια παραλλαγή της εικόνας που βλέπω με οπαδούς δυο ελληνικών (και όχι μόνο) ομάδων, στο ίδιο ακριβώς στενάκι: Η αστυνομική αναφορά της ημέρας, γραμμένη με συντομογραφία, θα έφτανε το μέγεθος μιας εγκυκλοπαίδειας.

Λίγο πριν παρατήσουν το κέντρο για να κατηφορίσουν με λεωφορεία προς το γήπεδο πιάνω κουβέντα με κάποιους οπαδούς της Αθλέτικ που με ρωτάνε από που είμαι. «Από Ελλάδα» τους απαντώ. «Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός» πετάγεται αμέσως ένας εξ αυτών εξαφανίζοντας αμέσως το χαμόγελο του ευτυχισμένου-τουρίστα-που-γνωρίζει-τον-κόσμο που είχα ως τότε. «Άρης» του απαντάω και βλέπω την έκπληξη να σχηματίζεται στο πρόσωπο του. «Atleti – Aris, dos – tres» μου λέει κουνώντας το κεφάλι δείχνοντας εντυπωσιασμένος. Ντος-τρες, σκέφτομαι ευτυχισμένα και αμέσως τον νιώθω σαν αδερφό κι ας συνεννοούμαστε με διάσπαρτες λέξεις στα Αγγλικά και τα Ισπανικά, χωρίς ίχνος σωστής γραμματικής ή συντακτικής συνέπειας, με τέτοιο τρόπο που αν μας άκουγε ένας Άγγλος ή Ισπανός Μπαμπινιώτης θα έκοβε τις φλέβες του με ό,τι έβρισκε μπροστά του.

Ελάχιστα πριν αποχαιρετιστούμε, ένας άλλος από την παρέα με ρωτάει αν γνωρίζω τον Σαριέγκι. Του απαντάω καταφατικά και μ’ ενημερώνει, γεμάτος περηφάνια, ότι μικρός έμενε δίπλα του σ’ ένα χωριό κάπου στη Xώρα των Βάσκων. «Great player;» ρωτάει ξανά μ’ εκείνο το χαρούμενο και σίγουρο βλέμμα που απλά ζητάει επιβεβαίωση αυτού που ρωτάς. Χαμογελάω διστακτικά και σκεπτόμενος την εικόνα ενός μικρού παιδιού την ώρα που κάποιος το ενημερώνει ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, συμφωνώ μαζί του: «Yes, yes, great player». Φεύγει χαμογελαστός…

Με την Ατλέτικο Μαδρίτης εκτός έδρας, Parte dos

  [1 Σχόλιο]

(Συνέχεια από εδώ)

Τετάρτη βράδυ, λίγο πριν την σέντρα.
Μετά από μια ατέλειωτη αναμονή έξω από την κερκίδα, οι μπάτσοι αποφασίζουν επιτέλους να μας αφήσουν να μπούμε στο γήπεδο περίπου 45 λεπτά πριν ξεκινήσει το παιχνίδι. Περνάω τον διαδικαστικό έλεγχο στην είσοδο της θύρας και αρχίζω να ανηφορίζω για το πάνω διάζωμα. Η πρώτη εικόνα από το εσωτερικό του Καλντερόν είναι απογοητευτική. Η ανάβαση στην κερκίδα γίνεται με το ίδιο ντεκόρ που θα συναντούσες αν ανέβαινες σε νεόχτιστη πολυκατοικία. Μόνο τα πεταμένα τσιμέντα δεξιά-αριστερά και ο Παπαμιχαήλ λείπουν. Ψάχνω κάτι να πιω και το βρίσκω στον τελευταίο όροφο. Ένας πάγκος όλος κι όλος, σε σχήμα ‘Π’, είναι αυτό που αυτοαποκαλείται κυλικείο. Ασυναίσθητα αισθάνομαι λίγο περισσότερο Ευρωπαίος αφού η εικόνα πλέον ‘βρωμάει’ κανονικά πατρίδα. «Άρη γερά, στο Χαριλάου παίζουμε ακόμα μια φορά». Είμαι σχεδόν σίγουρος πλέον ότι βρίσκομαι κάπου στην Ελλάδα και ότι αν πάω να ζητήσω ένα φραπέ, ο τύπος δεν θα με κοιτάξει περίεργα αλλά θα απαντήσει «με γάλα φιλαράκι;»

Μπαίνω στη θύρα από τους τελευταίους και στριμώχνομαι κάπου ψηλά. Το γήπεδο είναι όμορφο και η οπτική από το πάνω διάζωμα άψογη. Μισή ώρα πριν τη σέντρα και ουσιαστικά στις κερκίδες βρισκόμαστε μόνο εμείς, κλασσικοί άρρωστοι που πέρα από τα 90 λεπτά του ματς μας ενδιαφέρει και το πριν. «Nα μυρίσουμε το χόρτο». Απέναντι μας είναι διάσπαρτοι ελάχιστοι Ισπανοί, μετρημένοι στα δάχτυλα λίγων χεριών. Προφανώς όλοι οι υπόλοιποι περιμένουν ακόμα σε κάποιο πεζοδρόμιο για να παίξουν Λόττο, που κληρώνει ένα απίστευτο ποσό ικανό να στείλει όλη τη χώρα σε μια ατέλειωτη ουρά μέσα στο κρύο. Διακρίνεις με άνεση κάτι πιτσιρικάδες στο πέταλο, κάποιους ηλικιωμένους και αρκετούς μοναχικούς. Κανέναν χοντρό. (Είναι εντυπωσιακό – και αντικρουόμενο με τις επίσημες στατιστικές λίστες – αλλά στους δρόμους της Ισπανίας σπάνια συναντάς κάποιον παχύσαρκο. Αν είσαι απ’ αυτούς που κουβαλάς πάνω σου τα κοψίδια μιας ζωής και διακατέχεσαι από ψυχολογικά θέματα σχετικά μ’ αυτό, τότε καλύτερα πάρε έναν μαρκαδόρο και βάψε στο χάρτη σου την Ισπανία μπλε, στο χρώμα της θάλασσας. Δεν είναι τυχαίο ότι δυσκολεύεσαι απίστευτα να βρεις να φας μετά από κάποια ώρα το βράδυ.)

Τετάρτη απόγευμα, έξω από την κερκίδα.
Έχουμε διασχίσει ένα μεγάλο κομμάτι της Μαδρίτης με τα πόδια – στιγμή από αυτές που κρατάς μια ζωή -, έχουμε τραγουδήσει, έχουμε πιει ότι μπορούμε για να ζεσταθούμε και ξαφνικά βρισκόμαστε για περισσότερη από μια ώρα καθηλωμένοι έξω από τις κερκίδες που θα μας φιλοξενήσουν. Οι Ισπανοί μπάτσοι μας έχουν ακινητοποιημένους και περικυκλωμένους, απαγορεύοντας μας να πάμε οπουδήποτε εκτός του προκαθορισμένου χώρου, κάτι που σημαίνει ότι όσοι δεν έχουν καταφέρει να κατουρήσουν πριν την έναρξη της πορείας κινδυνεύουν σοβαρά πλέον να στιγματίσουν την κύστη τους, όπως οι βετεράνοι σημαδεύονται από κάποιον πόλεμο: «Χρόνιο πρόβλημα με το κατούρημα; Βιθέντε Καλντερόν, 2010». Το να παρακαλέσεις έναν αστυνομικό να σ’ αφήσει να πας να σώσεις την αξιοπρέπεια σου πριν κατουρηθείς πάνω σου είναι εντελώς ανέφικτο, αφού είναι ξεκάθαρο ότι έχει οδηγίες από τους ανώτερους του να μην επικοινωνεί. Δεν χαμογελάει, δεν μιλάει τίποτα άλλο από Ισπανικά, δεν μπαίνει σε διαδικασία καμίας συζήτησης και ακούει μόνο στην εντολή «Χτυπάμε ό,τι δεν υπακούει». Μια αυστηρότητα που ακόμα και ο Μιχάλης Χρυσοχοίδης θα απέρριπτε ως υπερβολική. Για το καλό όλων μας, κανένας δεν παρεκτρέπεται και όσοι φτάνουμε στο γήπεδο, τόσοι μπαίνουμε και μέσα έστω και με τρέμουλο στα πόδια και μια κύστη στα όρια της έκρηξης.

Τετάρτη μεσημέρι, μεταξύ Plaza Mayor και Sol.
Το κέντρο της πόλης είναι πλημμυρισμένο από Αρειανούς σε τέτοιο βαθμό που χάνεις σχεδόν την τουριστική αίσθηση ότι περιτριγυρίζεσαι από ξένους. Είναι σαν να βρίσκεσαι ακόμα στην Θεσσαλονίκη, σε μια πιο όμορφη εκδοχή αλλά χωρίς θάλασσα και παρκαρισμένα πάνω στο πεζοδρόμιο. Και με μετρό. Πιο συχνά ακούς στους δρόμους την λέξη «ξεμπουκώσει» παρά οτιδήποτε Ισπανικό. Μαζευόμαστε όλοι στην πλατεία Mayor, όπως μας έχουν ενημερώσει, και περιμένουμε να ξεκινήσει η πορεία. Όσο νυχτώνει η θερμοκρασία πέφτει ασταμάτητα κι εκεί αρχίζω να ανησυχώ όλο και περισσότερο. Την τελευταία φορά που η ομάδα έπαιξε κρίσιμο ευρωπαϊκό ματς εκτός έδρας με πολύ κρύο, ο Χαλκιάς έσπρωχνε στα δίχτυα του ότι ενοχλούσε την αύρα του…

Με την Ατλέτικο Μαδρίτης εκτός έδρας

  [6 Σχόλια]

Παρασκευή μεσημέρι.
Κάπου στο κέντρο της Μαδρίτης ένα ζευγάρι Ισπανών σταματάει μια παρέα Αρειανών. Ο τύπος, οπαδός της Ατλέτικο, πιάνει κουβέντα μαζί τους, δηλώνει εντυπωσιασμένος από την κερκίδα που έζησε, τους δίνει συγχαρητήρια για τη νίκη και την πρόκριση (Αν και όλοι το σκέφτονται, κανένας τους δεν μπαίνει στην διαδικασία να του απαντήσει πως βιάζεται μιλώντας για πρόκριση όταν έχει να κάνει με την συγκεκριμένη ομάδα. Που να του εξηγείς ότι μόλις λίγες μέρες πριν, η ίδια ομάδα δεν κατάφερε σε παιχνίδι που κράτησε ολόκληρο το Σαββατοκύριακο να κάνει πάνω από μια φάση στον Πανσερραικό. Και πως να μεταφράζεται το «Περούκας» στα Ισπανικά άραγε;) και ζητάει να αγοράσει το κασκόλ του ενός – το ΔΝΤ δεν έχει φτάσει ακόμα στην Ισπανία. Το κασκόλ δίνεται αφιλοκερδώς, ο Ισπανός φεύγει ικανοποιημένος και η παρέα μένει εκεί χαμογελαστή, συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν όνειρο το βράδυ της Τετάρτης.

Τετάρτη βράδυ. Αργά.
Η πορεία διασχίζει για δεύτερη φορά τη Μαδρίτη. Οι περισσότεροι δεν έχουν φωνή, κάποιοι σέρνουν τα πόδια τους από την κούραση, κάποιοι αμετανόητοι κάνουν ανάλυση του αγώνα. Η θερμοκρασία είναι στο ναδίρ, η ταλαιπωρία στο ζενίθ. Παρ’ όλα αυτά δεν νιώθω τίποτα πέρα από αυτήν την αίσθηση του «η ζωή είναι ωραία» που νιώθεις ελάχιστες φορές μέσα στην εβδομάδα και συνήθως σχετίζεται με το σεξ . Ή το φαΐ. (Ή την τουαλέτα μετά από φαΐ). Ένα γκολ μπορεί να επηρεάσει την άμυνα ενός ανθρώπινου οργανισμού σε βαθμό αδιανόητο. Ένας ρεαλιστής πιθανόν να γελούσε μ’ αυτήν την θεωρία, αλλά ποιος νοιάζεται; Ένας ρεαλιστής θα είχε παρατήσει τον Άρη εδώ και πολλά χρόνια.
Καθ’ όλη την διάρκεια της ανηφόρας στο μυαλό μου τριγυρίζει η χαρακτηριστική ατάκα του Σπύρου Παπαδόπουλου στον επίλογο αρκετών επεισοδίων των ‘Απαράδεκτων’: Τι έγινε ρε παιδιά;

Τετάρτη 22.41 ώρα Ισπανίας.
Ο Άρης έχει κερδίσει κόρνερ. Πλησιάζουμε προς το τέλος. Η ομάδα έχει γλιτώσει μια-δυο περιπτώσεις απ’ αυτές που συνήθως ‘γράφουν’ με ευκολία και σε στέλνουν κλασσικά στο σπίτι πικραμένο. Με το που παίρνει ο Φατί την πρώτη κεφαλιά, ‘βλέπω’ το γκολ. Ασυναίσθητα, αδιευκρίνιστα, αλλά το βλέπω και το νιώθω ότι έρχεται. Η μπάλα χτυπάει παντού πριν κάνει το σουτ ο Λαζαρίδης. «Άντε ρε… Άντε ρε… Άντε ρε!». Γκολ. Δεν υπήρχε περίπτωση να μπει ένα τόσο μεγάλο γκολ γι’ αυτήν την ομάδα με λιγότερο περίπλοκο τρόπο. 2-3, ντος-τρες. «Αυτό το γαμημένο δευτερόλεπτο» επιστρέφει κι αυτήν την φορά κρατάει λίγο παραπάνω. Χάνω τη θέση μου, τη σειρά μου, τη φωνή μου, την αίσθηση του κρύου, τον ορίζοντα. Σαν κάποιος να άνοιξε την κάνουλα και να πλημμύρισε το κεφάλι μου με καύλα. Γκολ! Για μερικά δευτερόλεπτα δεν υπάρχει καμία σκέψη. Τίποτα. Αν οι Θιβετιανοί γνώριζαν αυτές τις μαγικές, κενές από σκέψεις, στιγμές μετά από ένα τέτοιο γκολ, θα ένιωθαν σίγουρα μεγάλα κορόιδα για τα τόσα χρόνια σταυροκαθίσματος. Μετά από λίγο το μυαλό επανέρχεται και συνειδητοποιεί ότι το σώμα βρίσκεται πλέον σε άλλη θέση, αγκαλιασμένο από αγνώστους αλλά η αίσθηση της ευτυχίας παραμένει. Γκολ. Εκείνη την στιγμή αγαπώ όλο τον κόσμο. Τον διπλανό μου, την μπροστινή μου, τον Κούπερ, τον Λαζαρίδη, τους τύπους εκείνους με τα κίτρινα στην κεντρική κερκίδα που αγνοώντας ότι δεν βρίσκονται στο Χαριλάου αλλά πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά περιτριγυρισμένοι από σαστισμένους Ισπανούς, κατέβηκαν τρέχοντας για να πανηγυρίσουν δίπλα στο κάγκελο με τους παίκτες. Γκολ. Η λέξη που αντηχεί σε κάθε θόρυβο στον Παράδεισο.

Τα επόμενα λεπτά μέχρι το τελικό σφύριγμα, χάνουμε μονοκοπανιά όσα χρόνια ζωής μας πρόσφερε το γκολ του Λαζαρίδη. Αλλά τίποτα δεν αλλάζει. Τέλος, ντος-τρες. Έχουμε απομείνει μόνο εμείς στο γήπεδο, να τραγουδάμε τον ύμνο της ομάδας. Σημειώνω τη στιγμή ώστε την επόμενη φορά που ο λογικός εαυτός μου θα γυρίσει και θα με ρωτήσει πόσο καθυστερημένος είμαι που συνεχίζω να ασχολούμαι ακόμα με κάτι τόσο μαζοχιστικό, να του πετάξω την εικόνα στη μάπα. Ήμουν εκεί τη μέρα που μια ελληνική ομάδα έσπασε μια από τις μεγαλύτερες πελατειακές σχέσεις του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου: Σαράντα ένα παιχνίδια «καλώς τα παιδιά» «bienvenida niños» και έξι ηρωικές ισοπαλίες σε 47 ελληνικά ταξίδια στην Ισπανία.

Κατεβαίνουμε τις σκάλες της κερκίδας τραγουδώντας το «όσο ζω, χιλιόμετρα θα γράφω και θα τραγουδώ, πως δεν σ’ άφησα στα δύσκολα…» και σκέφτομαι ότι αξίζαμε μια τέτοια στιγμή όσο κανείς άλλος οπαδός στον κόσμο. Είναι κι αυτό μια ακόμα οπαδική ψευδαίσθηση, εφάμιλλη της αίσθησης ενός γονιού ότι το παιδί του είναι το καλύτερο του κόσμου, αλλά εκμεταλλευόμενος το ότι τα πάντα είναι υποκειμενικά στην ζωή επιτρέπω στον εαυτό μου να την έχει.

Τετάρτη βράδυ, στο ημίχρονο.
Το κρύο στη Μαδρίτη γενικότερα είναι έντονο αλλά ειδικά στο γήπεδο φτάνει στην κλίμακα παγώματος την βαθμίδα «το έχω δαγκώσει άσχημα». Οι Ισπανοί είναι μάστορες στην αρχιτεκτονική – το αντιλαμβάνεσαι περπατώντας στην πόλη: εκεί που ο Έλληνας αρχιτέκτονας βλέπει μπετά με λεφτά, ο Ισπανός βλέπει τέχνη και καλαισθησία – και το Βιθέντε Καλντερόν με τις κερκίδες με μεγάλη κλίση έχει εκπληκτική ακουστική που θα μετέτρεπε ακόμα και τους ελάχιστους φίλους του Θρασύβουλου σε ’12ο παίκτη’, αλλά δεν βρέθηκε κανένας λογικός άνθρωπος να προβληματιστεί για το πως θα επιδράσει στην θερμοκρασία που επικρατεί στο πάνω διάζωμα των πετάλων το γεγονός ότι αυτά είναι αποκομμένα από την κεντρική κερκίδα, άρα και πλήρως εκτεθειμένα στο κρύο της περιοχής του ποταμιού, που περνάει ακριβώς από δίπλα.

(Συνεχίζεται…)