Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'we love 1-1-8'

Η τέχνη -και η τεχνική- της άμυνας

  [4 Σχόλια]

Για να καταλάβει κάποιος πόσο πολύ έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια (προς το καλύτερο και το πιο μοντέρνο), αρκεί να ρίξει μια ματιά, και στον τρόπο που αμύνονται πλέον οι ομάδες -ατομικά και στο σύνολό τους- αλλά και στο πόσο σημαντικό κομμάτι παίζει πλέον η σωστή αμυντική λειτουργία στο χτίσιμο της επίθεσης. Της σωστής επίθεσης. Οι σύγχρονοι προπονητές της εποχής (ο Γκουαρδιόλα και ο Κλοπ είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα) δείχνουν να έχουν καταλάβει αυτό το κομμάτι καλύτερα από άλλους συναδέλφους τους, ψάχνοντας παίκτες που να διαθέτουν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για να ηγηθούν στην άμυνα ως κυρίαρχοι. Ως οι παίκτες δηλαδή που γνωρίζουν πως: ο καλύτερος τρόπος για να μην δεχθείς γκολ είναι να έχεις την μπάλα στην κατοχή σου και να την ανεβάζεις στην επίθεση με σωστό τρόπο. Και στις δύο ομάδες (την Μάντσεστερ Σίτι και την Λίβερπουλ) αυτοί οι παίκτες υπάρχουν.

Στους «γαλάζιους», ο Άγγλος Τζον Στόουνς και στους «κόκκινους», ο Ολλανδός Βίργκιλ Φαν Ντάικ. Αμφότεροι, κεντρικοί αμυντικοί με σπάνια τεχνική. Άψογη αντίληψη του παιχνιδιού -και του χώρου- και φυσικά ηγετικά χαρίσματα. Κεντρικοί αμυντικοί που ολοένα και λερώνουν λιγότερο το σορτσάκι τους, αλλά κάνουν άψογα την δουλειά τους. Εννοείται πως αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και φυσικά και δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο χορτάρι από όλες τις ομάδες. Για να φτιάξεις άλλωστε μια ποιοτική ομάδα χρειάζονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και όπως είναι φυσικό, τα χρήματα για να αποκτηθούν αμυντικοί με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δύσκολο να βρεθούν από ομάδες που δεν συγκαταλέγονται στο πρώτο ράφι του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Για να το καταλάβουμε καλύτερα όλο αυτό θα μιλήσουμε με αριθμούς. Οι αριθμοί άλλωστε -συνήθως- λένε την αλήθεια.

Ο Στόουνς, στα δικά μου μάτια, είναι ένας απ’ τους καλύτερους στόπερ σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ίσως και ο καλύτερος γι’ αυτό το στυλ ποδοσφαίρου που έχει επιλέξει να παρουσιάζει ο Γκουαρδιόλα στις ομάδες του (οι άλλοι που μου αρέσουν υπερβολικά είναι ο Ολλανδός της Λίβερπουλ και φυσικά ο Βαράν της Ρεάλ Μαδρίτης). Η εξέλιξη μάλιστα του Άγγλου τα δύο τελευταία χρόνια που αγωνίζεται υπό τις οδηγίες του Γκουαρδιόλα είναι απλά τρομακτική. Μιλάμε άλλωστε για αμυντικό που χρειάστηκαν 47.5 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Γκούντισον Παρκ και να γίνει παίκτης των «πολιτών» το καλοκαίρι του ’16. Ας δούμε όμως κάποιους αριθμούς για να  καταλάβουμε καλύτερα την αξία του. Την πρώτη του σεζόν στο Έτιχαντ (2016-2017) είχε φτάσει το ποσοστό του σε επιτυχημένες πάσες στο 91.7%. Τρεις ολόκληρες μονάδες πάνω από το ποσοστό του στην τελευταία του χρονιά με τη φανέλα της Έβερτον. Την περσινή σεζόν (2017-2018), που η Σίτι έσπασε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ο Στόουνς είχε στην Πρέμιερ Λιγκ το απίστευτο 95.8%,  με 69.2 πάσες ανά αγώνα. Αυτό που όμως κυριολεκτικά τρομάζει είναι πως πέρσι δεν είχε ούτε ένα λάθος που να οδηγεί σε σουτ του αντιπάλου. Το γνωστό δηλαδή «πούλημα της μπάλας» που λέμε και στα καφενεία. Αυτό δηλαδή που κανένας προπονητής δεν θέλει να βλέπει -κυρίως- στους αμυντικούς και τον γκολκίπερ του. Τις δυο σεζόν που προηγήθηκαν της περσινής ο Στόουνς είχε μέσο όρο τέσσερα λάθη σε αυτό το κομμάτι. Κάτι που δείχνει περίτρανα την δουλειά που έχει ρίξει μιας και το ταλέντο του ήταν γνωστό εδώ και πολλά χρόνια στους φίλους της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Οταμέντι πέρσι είχε τρία «πουλήματα μπάλας» που οδήγησαν μάλιστα σε τρία τέρματα για την Σίτι. Ο εξαιρετικός κίπερ Έντερσον είχε έξι, και από δύο είχαν ο Γουόκερ, ο Φερναντίνιο και ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο τελευταίος αγωνίστηκε σχεδόν ολόκληρη την σεζόν ως αριστερός μπακ (που δεν είναι η φυσική του θέση). Ο Γκουαρδιόλα αν είχε μαλλιά θα τα είχε βγάλει απ’ το τράβηγμα βλέποντας όλα αυτά τα λάθη των παικτών του. Το γεγονός πως ο διεθνής Άγγλος αμυντικός καταφέρνει να είναι ο ηγέτης της άμυνας της Σίτι έχοντας: 0.8 επιτυχημένα τάκλιν ανά παιχνίδι, 1 κλέψιμο, 0.3 φάουλ και 3 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, χωρίς να πέφτει στο χορτάρι όπως ο Βίνι Τζόουνς τις παλιές καλές εποχές, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού της Σίτι και τον σημαντικότατο ρόλο που έχει ο ίδιος σε όλο αυτό. Χωρίς τον Άγγλο, φαντάζει πολύ δύσκολο να λειτουργήσει όλο αυτό στην εντέλεια. Φυσικά  και όλο αυτό το είδαμε να λειτουργεί και στο Μουντιάλ για την Αγγλία. Με τριάδα στην άμυνα και διαφορετικό στυλ παιχνιδιού αλλά με τον 24χρόνο σε ένα πιο ελεύθερο και οργανωτικό ρόλο. Ως ο απόλυτος ηγέτης της ομάδας. Δυστυχώς για τον ίδιο (και για την Αγγλία) το τέλειο τουρνουά που πραγματοποίησε θα το στοιχειώνει πάντα η φάση του νικητήριου γκολ του Μάντζουκιτς στην παράταση του ημιτελικού. Ένα γκολ που στέρησε την παρουσία στον μεγάλο τελικό και που το χρεώνεται και ο ίδιος με την κακή του αντίδραση στην συγκεκριμένη φάση (μετά το άτσαλο διώξιμο του Γουόκερ). Η απόσταση άλλωστε, του ήρωα απ’ τον μοιραίο, είναι ελάχιστη στο ποδόσφαιρο. Ελάχιστη βέβαια είναι συνήθως και η αντίληψη ανθρώπων που στέκονται μόνο στο λάθος κάποιου παραβλέποντας (ηθελημένα τις περισσότερες φορές) όλα τα θετικά που έχουν προηγηθεί και την εν γένει παρουσία του. Μην ξεχνάμε πως πριν το γκολ του Μάντζουκιτς, ο Βρσάλικο είχε βγάλει πάνω στην γραμμή την κεφαλιά του Στόουνς. Μια κεφαλιά που αν είχε γίνει γκολ, το σκορ θα ήταν 2-1 υπέρ των Άγγλων, και ίσως τώρα να ήταν όλα εντελώς διαφορετικά. Με τα «αν» και τα «ίσως» βεβαίως και δεν γράφεται ιστορία όμως, γι’ αυτό πάμε παρακάτω.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στους άλλους τρεις στόπερ των ομάδων που αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στο πρωτάθλημα της Πρέμιερ Λιγκ που αρχίζει σε λίγες μέρες.

Ο Φαν Ντάικ κόστισε 75 εκατομμύρια λίρες στην Λίβερπουλ τον Δεκέμβριο του ’17 και έγινε αμέσως ο απόλυτος ηγέτης της άμυνας και της αμυντικής λειτουργίας της ομάδας του Κλοπ. Σε 14 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.1 επιτυχημένα τάκλιν, 1.3 κλεψίματα, 0.6 φάουλ. 5.6 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα (ανίκητος σε αυτό τον τομέα) και 81 πάσες ανά αγώνα, με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει το 90%. Φυσικά και οι μυημένοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο περιμέναμε αυτή την εξαιρετική παρουσία μιας και τα δείγματα γραφής στην Σαουθάμπτον δεν άφηναν και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Φέτος αναμένεται ακόμα καλύτερος – όπως φυσικά και ολόκληρη η ομάδα.

Ο εξαιρετικός νεαρός διεθνής Κολομβιανός της Τότεναμ, Ντάβινσον Σάντσεζ κόστισε 42 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Άμστερνταμ -και τον Άγιαξ- για το Λονδίνο και τα «σπιρούνια», και έγινε αμέσως ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της ομάδας του. Στο ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο του Ποκετίνο, σε 29 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.2 επιτυχημένα τάκλιν, 1.2 κλεψίματα, 0.8 φάουλ, 2.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, 60.2 πάσες ανά αγώνα και ποσοστό επιτυχίας 89.4%. Όλα αυτά γίνονται ακόμα πιο σημαντικά αν αναλογιστούμε πως η περσινή ήταν η πρώτη του σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ και πως η μετάβαση από το Ολλανδικό ποδόσφαιρο στο Αγγλικό, είναι πραγματικά δύσκολη, και η διαφορά επιπέδου χαώδης. Ο Φαν Ντάικ για παράδειγμα πριν την Σαουθάμπτον (και ενώ προέρχεται και αυτός από την Ολλανδία και την Γκρόνιγκεν) είχε δοκιμαστεί στο δύσκολο (και βίαιο) πρωτάθλημα της Σκωτίας με τη φανέλα της Σέλτικ. Η Σκωτσέζοι μάλιστα πίστευαν τόσο πολύ τον παίκτη που είχαν βάλει στην Σαουθάμπτον ποσοστό μεταπώλησης. Φυσικά και είδαν τα ταμεία τους να γεμίζουν με ζεστό χρήμα πέρσι τον Δεκέμβρη.

Τελευταίο άφησα τον Έρικ Μπαγί. Τον παίκτη που έχει επωμιστεί τον ρόλο του ηγέτη στην άμυνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θα καταλάβουμε πολύ καλύτερα -βλέποντας τους αριθμούς- γιατί η ομάδα του Μουρίνιο δεν μπορεί να ακολουθήσει τον τρόπο παιχνιδιού των τριών ομάδων που προανέφερα. Ο Ιβοριανός κόστισε 30 εκατομμύρια λίρες το καλοκαίρι του ’16 για να αφήσει την Βιγιαρεάλ για το Ολντ Τράφορντ και οι αριθμοί του είναι: 1.3 επιτυχημένα τάκλιν, 1.9 κλεψίματα, 0.8 φάουλ (όλα καλά μέχρι εδώ) αλλά 1.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα και 32.8 πάσες ανά αγώνα με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει μετά βίας το 86%. Πολύ χειρότερος δηλαδή στο οργανωτικό κομμάτι από τους τρεις παίκτες που προανέφερα και πολύ χειρότερος με την μπάλα στα πόδια. Κάτι που δείχνει με τον καλύτερο τρόπο και τον λόγο που η Γιουνάιτεντ σηκώνει πολλές φορές την μπάλα απ’ την άμυνα στην επίθεση αλλά και γιατί ο Μουρίνιο γκρινιάζει συνεχώς τον τελευταίο καιρό για μεταγραφική ενίσχυση. Ο Χάρι Μαγκουάιρ της Λέστερ αποτελεί άλλωστε στόχο, και είναι ικανός να προσθέσει ποιότητα στο κέντρο της άμυνας της ομάδας.

Για να καταλάβουμε καλύτερα πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που παίζουν οι κεντρικοί αμυντικοί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο θα κάνω μια απλή ερώτηση. Ποιος θεωρείται -και είναι- ένας απ΄τους κορυφαίους στόπερ παγκοσμίως στο ποδόσφαιρο των ημερών μας; O Ντιέγκο Γκοδίν, πολύ σωστά. Αγωνίζεται στην Ατλέτικο Μαδρίτης του Σιμεόνε. Είναι Ουρουγουανός. Είναι επίσης σκατόφατσα και φυσικά μοιάζει βγαλμένος από άλλες εποχές. Πιο σκληρές. Πιο άγριες. Πιο «πολεμικές». Και όμως οι αριθμοί του δεν απέχουν και πολύ από τους προαναφερθέντες. Τους πιο «φλώρους» δηλαδή στα μάτια εκατομμυρίων οπαδών. 1.7 κερδισμένα τάκλιν, 2 κλεψίματα, 1.5 φάουλ και δύο κερδισμένες εναέριες μονομαχίες, με 46 πάσες και 84.8 ποσοστό επιτυχίας ανά αγώνα. Θα μπορούσε να είναι μια βελτιωμένη έκδοση του Μπαγί. Ευτυχώς για τον Σιμεόνε δεν είναι. Αυτοί είναι οι αριθμοί του από την προηγούμενη σεζόν και μόνο για την Λα Λίγκα. Φυσικά και ο τρόπος που καθοδηγεί τους συμπαίκτες του και το πάθος που βγάζει στους αγώνες δεν γίνονται να μετρηθούν με αριθμούς. Ο Μπαγί δεν μπορεί να το κάνει αυτό τόσο καλά. Και δεν συγκρίνω παίκτες απλά συγκρίνω αριθμούς.

Οι εποχές που οι αμυντικοί -των κορυφαίων ομάδων- σέρνονταν στο χόρτο για να κόψουν τους αντιπάλους τους με δολοφονικά τάκλιν και έστελναν την μπάλα στα σύννεφα, ανήκουν στο παρελθόν. Ευτυχώς. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει προς το καλύτερο, και αυτό το δηλώνουν περίτρανα πλέον και οι αριθμοί, εκτός φυσικά της εικόνας. Πρώτος στόχος και για τους αμυντικούς είναι η καλή τεχνική για να παίξουν στο κορυφαίο επίπεδο, και φυσικά η ελαχιστοποίηση των λαθών και του «πουλήματος της μπάλας» που έγραψα και πιο πάνω. Αν κάναμε ένα γκάλοπ για παράδειγμα για το ποιοι είναι οι κορυφαίοι τερματοφύλακες στην Ευρώπη, αυτή την περίοδο, πολλοί θα ήταν αυτοί που δεν θα έβαζαν στη λίστα τον Έντερσον και τον Γιορίς επειδή θα σου πουν: «δεν μου αρέσει να παίζει ο κίπερ τόσο πολύ με τα πόδια». Εμένα απ’ την άλλη μου αρέσει να παίζει ο κίπερ και με τα πόδια. Αρκεί να μπορεί να το κάνει. Εννοείται πως δεν μπορούν όλοι. Αυτοί όμως που μπορούν και παίρνουν το ρίσκο ανεβάζουν τουλάχιστον ένα επίπεδο την ομάδα τους.

Επιστρέφω στο γκάλοπ για να κλείσω και το κείμενο. Θα έβαζαν εκεί τον Πετρ Τσεχ; Ναι, θα τον έβαζαν. Τον σπουδαίο -είναι η αλήθεια- τερματοφύλακα της Άρσεναλ και πρώην της Τσέλσι. Ακόμα και στα 36 του χρόνια. «Έχει μαγνήτες στα χέρια» θα σου πουν. «Είναι έμπειρος». Αυτό που ίσως δεν θα γνωρίζουν -και δε θα σου πουν- πολλοί (που θα τον βάλουν στη λίστα) είναι πως πέρσι ήταν ο χειρότερος σε ολόκληρη την Ευρώπη (στα κορυφαία τουλάχιστον πρωταθλήματα) στον αριθμό φάσεων που κάποιος πούλησε την μπάλα στον αντίπαλο, μιας και είχε τον μεγαλύτερο -αρνητικό- αριθμό σε αυτή την κατηγορία. H Άρσεναλ τερμάτισε 6η (έχοντας δεχθεί 51 γκολ σε 38 αγώνες) στο -37 από την πρωταθλήτρια Σίτι. Κι ας παίζει ποδόσφαιρο κατοχής και αυτή. Και αυτό είναι κάτι φοβερά αρνητικό από μόνο του για τους «κανονιέρηδες». Οι αμυντικοί της, και ο κίπερ της, -για να το πω απλά- δεν ήξεραν μπάλα, και έκαναν συνεχώς εύκολα λάθη, που οδηγούσαν σε γκολ. Ή σε φάσεις για γκολ. Έβαζαν πολλές φορές δηλαδή οι ίδιοι προβλήματα στους εαυτούς τους. Η Σίτι, που δέχθηκε μόλις 27 γκολ, επειδή πολύ απλά οι αντίπαλοί της -συνήθως- προσπαθούν μάταια να της πάρουν την μπάλα, είτε την έχουν οι παίκτες της επιθετικής της γραμμής, είτε αυτοί της αμυντικής (και φυσικά ο τερματοφύλακας) είναι η καλύτερη απάντηση σε όλο αυτό. Γιατί; Επειδή πολύ απλά, ξέρουν όλοι μπάλα.

O αφανής ήρωας της Αγγλίας στο Μουντιάλ

  [14 Σχόλια]

Στην επαρχιακή πόλη που ζω, έχω αναλάβει -εδώ και 4 χρόνια- την μοναδική αθλητική ραδιοφωνική εκπομπή, στον μοναδικό ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης. Μην φανταστείτε τίποτα μεγαλεία. Εκπέμπουμε τουλάχιστον και διαδικτυακά, τα τελευταία χρόνια, και μας ακούνε και μερικοί φίλοι στο εξωτερικό και σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας. Σε μια εκπομπή είχα καλεσμένο τον προπονητή της τοπικής ομάδας μπάσκετ. Μιλάμε για μια ομάδα που από του χρόνου θα βρίσκεται στα σαλόνια της Α2 κατηγορίας, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Ο κόουτς έχει βρεθεί, για να παρακολουθήσει σεμινάρια, δύο φορές στο φημισμένο Κολέγιο του Ουισκόνσιν, στις ΗΠΑ, και γενικά είναι ένας τύπος που λατρεύει όλα τα σπορ, αν και τρέφει μια ιδιαίτερη λατρεία στο American Football. Το NFL δηλαδή. Ένα σπορ που έχω αγαπήσει και εγώ τα τελευταία χρόνια. «Τακτικά είναι το κορυφαίο άθλημα στον κόσμο» μου είχε πει σε εκείνη την συνέντευξη, όταν η κουβέντα είχε πάει σε θέματα τακτικής και συστημάτων, γύρω από τα σπορ στον σύγχρονο αθλητισμό. Γιατί όμως κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά σε περίοδο Μουντιάλ; Αν συνεχίσετε να διαβάζετε το κείμενο θα το καταλάβετε.

To σκριν: Όσοι μεγαλώσαμε και με μπάσκετ, στα 80s και τα 90s, θυμόμαστε πολύ καλά τους ψηλούς παίκτες να βγαίνουν εκτός ρακέτας και να δίνουν σκριν, στους κοντούς (τους περιφερειακούς δηλαδή) παίκτες της ομάδας τους. Με αυτό τον τρόπο τους βοηθούσαν να βρουν χώρους, να σουτάρουν και φυσικά να σκοράρουν. Μιλάμε για μια περίοδο που το πικ εν ρολ δεν υπήρχε ακόμα τόσο έντονα στο λεξιλόγιο των απλών φιλάθλων, ακόμα και των παικτών και προπονητών. Εκτός κι αν έβλεπε κάποιος φανατικά NBA και κυρίως τους  Γιούτα Τζαζ και τους Μπόστον Σέλτικς. Ελάχιστοι το έκαναν αυτό μιας και δεν υπήρχαν τα μέσα. Πάμε λοιπόν παρακάτω. Πλέον, βλέπουμε και τους κοντούς να δίνουν σκριν (ή πικ) για τους ψηλούς. Κάτι που ήταν εντελώς εκτός λογικής, στο μπάσκετ, εκείνα τα χρόνια. Τα πολλαπλά σκριν είναι βασικό συστατικό σε όλα τα επιθετικά και αμυντικά συστήματα στο NFL και στο μπάσκετ στις μέρες μας.  Για να το θέσω πιο απλά και να φτάσουμε στην ουσία: Tο σκριν έχει γίνει «επιστήμη» και το βλέπουμε ολοένα και περισσότερο πλέον και στο ποδόσφαιρο. Το δικό μας. Το κανονικό ποδόσφαιρο.

Η εξέλιξη των σπορ φυσικά και έχει να κάνει με τα απίστευτα αθλητικά προσόντα των παικτών. Κάτι που δίνει το δικαίωμα, σε συνθήκες «ένας με έναν», σε αυτόν που κάνει επίθεση να έχει μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι σε αυτόν που αμύνεται. Αν ο επιτιθέμενος διαθέτει, εκτός της ταχύτητας, και μεγάλη κλάση τότε η κατάσταση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο για τον αμυνόμενο. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον Μέσι ή τον Νεϊμάρ σε τέτοιες συνθήκες. Μπορούν να διαλύσουν τον οποιοδήποτε αμυντικό. Όσο καλός, και όσο αθλητικός κι αν είναι. Εδώ πιάνει δουλειά ο προπονητής κάθε ομάδας.  Αυτός ψάχνει να βρει τρόπους για να φέρει τον παίκτη του στις ιδανικές συνθήκες για να σκοράρει, ξέροντας πως οι χώροι, τις περισσότερες φορές, θα είναι πολύ κλειστοί. Ένα φαινόμενο που το βλέπουμε να αυξάνεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια. Σε όλα τα σπορ, οι ιδανικότερες συνθήκες για να σκοράρει κάποιος είναι όταν βρεθεί μόνος του μπροστά στον στόχο. Πως όμως θα βρεθεί μόνος όταν υπάρχουν τόσες πολυπρόσωπες αμυντικές τακτικές από παίκτες που είναι  ταυτόχρονα και σούπερ αθλητές και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα; Οι ευκαιρίες που έχει για γκολ κάθε ομάδα μειώνονται κατά πολύ σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης μιας και υπάρχει παράλληλα και οργανωμένη άμυνα. Τι ψάχνουμε λοιπόν; Την αντεπίθεση και τις στατικές φάσεις. Εδώ λοιπόν μπαίνει στην κουβέντα το σκριν στις στατικές φάσεις. Όταν η ομάδα που έχει την «νεκρή» μπάλα, μπορεί να ανεβάσει ευκολότερα πολλούς παίκτες στην αντίπαλη περιοχή, και να ψάξει κάποιο τέρμα.

Οι στατικές φάσεις: Πριν την έναρξη του Μουντιάλ της Ρωσίας η εθνική Αγγλίας είχε συμπληρώσει 8 χρόνια δίχως γκολ από στατική φάση σε μεγάλο τουρνουά. Η τελευταία φορά που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν όταν ο στόπερ Μάθιου Άπσον, σκόραρε με το κεφάλι, μετά από σέντρα του Στίβεν Τζέραρντ, στην ήττα με 4-1 απέναντι στους Γερμανούς. Σε μια φάση δηλαδή που είχε ξεκινήσει από στημένη μπάλα και είχε δώσει στους Άγγλους το δικαίωμα να ανεβάσουν τους κεντρικούς τους αμυντικούς στην αντίπαλη περιοχή. Όταν μιλάμε για μια ομάδα που διέθετε -και διαθέτει- ικανότατους παίκτες στο ψηλό παιχνίδι, αλλά και σπεσιαλίστες εκτελεστές, αυτό το στατιστικό δεν είναι καθόλου τιμητικό για την ίδια. Από τότε, μέχρι και την έναρξη του Μουντιάλ, μετρήσαμε 72 σερί φορές που δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο για τους Άγγλους. Μετά από κόρνερ. Στα δύο πρώτα παιχνίδια της φάσης των ομίλων η Αγγλία σκόραρε 3 τέρματα μετά από στατικές φάσεις. Με 7 στις 10 φορές που εκτέλεσε κόρνερ, να έχουν φέρει κάποιο κέρδος. Είτε κάποιο γκολ, είτε κάποιο κερδισμένο πέναλτι, για να το κάνει γκολ ο Χάρι Κέιν. Αν ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στην κίνηση των παικτών, στις εκτελέσεις κόρνερ, και φυσικά σε όλα τα σκριν που γίνονται, θα καταλάβουμε πως όχι μόνο δεν είναι τυχαίο όλο αυτό, αλλά είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς στην προπόνηση. Το όνομα Άλαν Ράσελ φυσικά και είναι η καλύτερη απάντηση στο ποιος ευθύνεται για όλο αυτό.

Ο Άλαν Ράσελ είναι ο προπονητής που έχει επιλέξει ο Σάουθγκεϊτ για τον σχεδιασμό των στατικών φάσεων της Αγγλίας, στο επιθετικό της κομμάτι, και όπως είναι λογικό έχει βάλει κι αυτός ένα μεγάλο λιθαράκι στην επιτυχημένη πορεία της στο τουρνουά. O Σκοτσέζος θεωρείται (και είναι) το κρυφό όπλο των Άγγλων, και ο άνθρωπος που σχεδίασε εκείνο το -τέλεια εκτελεσμένο- γκολ του Στόουνς, κόντρα στον Παναμά. «Του αδύναμου Παναμά» θα πουν αυτοί που δεν συμπαθούν και ιδιαίτερα τους Νησιώτες. Nevermind που λέμε και στο χωριό μου. Πρώην παίκτης μικρών κατηγοριών, κυρίως στην Σκωτία, και πρώην μοντέλο (έχει βρεθεί μάλιστα σε βίντεοκλιπ της Κριστίνα Αγκιλέρα), έδεσε τέλεια με τον Στιβ Χόλαντ, μέλος του προπονητικού επιτελείου της Τσέλσι επίσης (μιας ομάδας που είναι στις 5 κορυφαίες στις στατικές φάσεις στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ τα τελευταία χρόνια) δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει το ενδιαφέρον του Σάουθγκεϊτ. Ενός προπονητή δηλαδή που έψαχνε απεγνωσμένα για να βρει τρόπους ώστε να βελτιώσει, άμεσα, την ομάδα του πάνω σε αυτό το κομμάτι. Εκεί δηλαδή που πραγματικά πονούσε βάσει και των αριθμών.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζει μεγάλη μερίδα του κόσμου, είναι πως ο Ράσελ, πολλά από αυτά τα plays τα έχει εμπνευστεί ή ακόμα και τα έχει ξεπατικώσει από Αμερικάνικες Κολεγιακές ομάδες μπάσκετ, αλλά και ομάδες του NFL. Ομάδες δηλαδή που έχει παρακολουθήσει τις προπονήσεις τους από κοντά και έχει πάρει μέρος σε αρκετά σεμινάρια που έχουν οι ίδιες διοργανώσει, στις ΗΠΑ. Για την ιστορία, αγωνίστηκε και ο ίδιος, με επιτυχία, στα γήπεδα των ΗΠΑ, βάζοντας καλύτερα στην δική του κουλτούρα αυτό το αρκετά «ξένο» κομμάτι, για πολλούς Ευρωπαίους προπονητές ποδοσφαίρου. Μιλάμε δηλαδή για έναν 37χρόνο Σκοτσέζο προπονητή ποδοσφαίρου, που σχεδιάζει εξαιρετικά, επιθετικά συστήματα στατικών φάσεων, με βάση τα πολλά σκριν, για μια ομάδα ποδοσφαίρου. Πολλά από αυτά βγαλμένα από «μπλοκάκια» ομάδων όπως οι Σιάτλ Σίχοκς του NFL. Μια ομάδα που έχει παρακολουθήσει και ο ίδιος ο Σάουθγκεϊτ, για να κατανοήσει καλύτερα, μέρος των τακτικών που ήθελε να φέρει και στην δική του εθνική Αγγλίας, για το Μουντιάλ που παρακολουθούμε. Για να την βοηθήσει να ανασάνει.

Όλο αυτό στα δικά μου μάτια είναι μοναδικό και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη που έχουν τα σπορ, και φυσικά το ποδόσφαιρο, και πως αλληλεπιδρά το ένα στο άλλο, φέρνοντας θετικά αποτελέσματα. Η λέξη κλειδί, όπως καταλαβαίνετε, είναι η εξέλιξη. Και οι Άγγλοι -ευτυχώς- δείχνουν να το έχουν καταλάβει πολύ καλά με τους σύγχρονους προπονητές που -επιτέλους- έχουν στο επιτελείο τους. Μακριά από ξεπερασμένους προπονητές όπως ο Φάμπιο Καπέλο, ο Ρόι Χότζσον και φυσικά ο Σαμ Αλαρντάις. Προπονητές που είχαν πιστέψει πως θα τους οδηγήσουν στην κορυφή, μέσα από αρχαία συστήματα και βαρετές τακτικές περασμένων δεκαετιών.

Παίκτες όπως ο Κίραν Τρίπιερ (που εκτελεί τα κόρνερ των Άγγλων αν και δεξιός πλάγιος αμυντικός) και ο Τζέσε Λίνγκαρντ (που έχει τον ρόλο του εσωτερικού μέσου στο 3-5-2 των Άγγλων) μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον Ράσελ και για το πόσο τους έχει βελτιώσει, τον λίγο καιρό που δουλεύουν μαζί του. Με την σκληρή αλλά και μεθοδική δουλειά του στις προπονήσεις. Φέρνοντας νέες ιδέες, σε ένα σπορ που εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, και αυτό, όπως τα πάντα στην εποχή που ζούμε.

Η Αγγλία βρίσκεται επιτέλους στα προημιτελικά και έχει να αντιμετωπίσει την Σουηδία ως το απόλυτο φαβορί. Μια Σουηδία, που την έχει κερδίσει μόνο σε δύο απ’ τις τελευταίες 15 αναμετρήσεις που την έχει συναντήσει. Σε ένα παιχνίδι που δεν θα είναι εύκολο. Ο Ράσελ έχει ήδη πιάσει δουλειά και σχεδιάζει τα κοψίματα και τα σκριν των παικτών του για ακόμα μία νίκη. Μια νίκη που -αν έρθει-  θα την φέρει πιο κοντά σε αυτό που δεν πίστευε κανείς πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Ποιο είναι αυτό; Δεν θέλω ακόμα να το γράψω. Αυτοί πάντως που αγαπούν πραγματικά το ποδόσφαιρο δεν γίνεται να μην χαρούν με αυτή την Αγγλία και την υγεία που -επιτέλους- αποπνέει. Χωρίς -εννοείται- να παρουσιάζει κάποιο εξαιρετικό ποδόσφαιρο ή να διαθέτει -εκτός 2-3 περιπτώσεων- παίκτες παγκόσμιας κλάσης.

Η εθνική Αγγλίας και το ποδόσφαιρο του Πεπ

  [12 Σχόλια]

Κατ’ αρχάς να ευχηθώ σε όλους μια καλή χρονιά, με υγεία και ό,τι επιθυμεί ο καθένας σε όλα τα επίπεδα. Το 2018 είναι μαζί μας εδώ και μερικές μέρες, κάτι που φυσικά και δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανένα ποδοσφαιρόφιλο που σέβεται πραγματικά το όμορφο αυτό άθλημα. Ο βασικός λόγος φυσικά και δεν είναι άλλος απ’ το Παγκόσμιο Κύπελλο Εθνικών ομάδων που θα διεξαχθεί στα γήπεδα της Ρωσίας σε -σχεδόν- 6 μήνες από σήμερα. Χωρίς την Ελλάδα -δυστυχώς- αλλά με όλες τις παραδοσιακές δυνάμεις του πλανήτη. Πολλές απ’ αυτές τις υποστηρίζει φανατικά  μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού και της δικής μας χώρας και γι’ αυτές θα τσακωνόμαστε καλοκαιριάτικα, ιδρωμένοι σε ξαπλώστρες παραλίας και ελαφρώς μεθυσμένοι σε κλαμπάκια και μπιτσόμπαρα. Η εθνική ομάδα που εγώ λατρεύω, πάνω από μια εικοσαετία, και μου έχει χαρίσει μεγάλες στιγμές πίκρας, δεν είναι άλλη απ’ την Αγγλία. Κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω γι’ αυτή, το πρώτο μου κείμενο για τη νέα σεζόν, και να προσπαθήσω να εξηγήσω πως θα φτάσει -επιτέλους- στην κορυφή του «ποδοσφαιρικού» Έβερεστ. Την κατάκτηση δηλαδή  του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μετά το Γουέμπλεϊ και το ιστορικό Έπος του ’66.

Τα δύο προηγούμενα Μουντιάλ κατέληξαν στην Γερμανία (το 2014) και στην Ισπανία (το 2010) και έχουν ένα κοινό εξωτερικό παράγοντα που έβαλε όμως το χεράκι του (χωρίς να βρίσκεται στον πάγκο κάποιας εξ αυτών) και βοήθησε υπερβολικά, ώστε να φτάσουν στην κορυφή. Ο «παράγοντας» αυτός δεν είναι άλλος απ’τον Καταλανό προπονητή που ακούει στο όνομα Πεπ Γκουαρδιόλα και που εδώ και μια δεκαετία μας έχει χαρίσει μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις, ως ο άνθρωπος που έχει αλλάξει -και ομορφύνει- το ποδόσφαιρο, βάζοντάς το σε νέα μονοπάτια, που μπορεί να μην είναι εντελώς απάτητα αλλά τα είχαμε -δυστυχώς- ξεχάσει ανάμεσα σε αμυντικές και αντιεμπορικές τακτικές που μπορεί να έχουν φέρει μεγάλα αποτελέσματα αλλά -δυστυχώς- είχαν (και έχουν) κουράσει τόσο πολύ το μάτι του απλού θεατή. Για καλή μας τύχη, όλοι εμείς που ζούμε και αναπνέουμε για το Αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά για την Εθνική Αγγλίας, αυτό τον άνθρωπο τον έχουμε εδώ και δύο σεζόν στο Νησί.

Εννοείται πως με εκνευρίζει αρκετά, μιας και η δική του Σίτι φαντάζει ανίκητη και εγώ υποστηρίζω την Λίβερπουλ, αλλά χαίρομαι πραγματικά που βλέπω -επιτέλους- μεγάλα ταλέντα (αλλά και παίκτες σε μεγαλύτερη ηλικία) να μετατρέπονται, μέσα απ’ τα δικά του χέρια, σε κορυφαίους παίκτες σε Παγκόσμιο επίπεδο, με την δική του φιλοσοφία και την δική του σκληρή δουλειά. Το είδαμε να συμβαίνει και στην Μπαρτσελόνα του Πεπ. Μια ομάδα που πάνω στον δικό της κορμό παικτών και στο στυλ του προπονητή της πάτησε η Ισπανία το 2010 για να φτάσει εν τέλει στην κορυφή. Το είδαμε επίσης (σε μικρότερο βαθμό κατά την ταπεινή μου γνώμη) και στην Μπάγερν Μονάχου. Μια ομάδα που στα χρόνια του Πεπ άλλαξε κατά πολύ, παίρνοντας μαζί της και το Γερμανικό μοντέλο της Εθνικής και φτάνοντας στην κατάκτηση του Μουντιάλ μετά από 14 ολόκληρα χρόνια στα γήπεδα της Βραζιλίας. Αν το δούμε να συμβαίνει και στην Εθνική Αγγλίας, τότε θα μιλάμε για μοναδικό φαινόμενο στα ποδοσφαιρικά χρονικά. Μπορεί όμως να συμβεί; Αν πρέπει να το απαντήσω αυτό, θα κουνήσω συγκαταβατικά το κεφάλι έχοντας ένα ύπουλο μειδίαμα στα χείλη.

Πως να μην μπορεί, όταν ο κορυφαίος προπονητής εργάζεται στην Πρέμιερ Λιγκ, έχοντας φτιάξει μια εξαιρετική ομάδα με σημαντικότατα γρανάζια -εκτός των ξένων σούπερσταρ- και Άγγλους ποδοσφαιριστές; Αρκεί αυτό το «μοντέλο», να το ακολουθήσει ή έστω να προσπαθήσει να το ακολουθήσει και ο προπονητής της εθνικής, ο Γκάρεθ Σαουθγκέιτ, στον βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Τα πράγματα είναι απλά. Η Αγγλία το καλοκαίρι θα πρέπει να λειτουργήσει παράλληλα με το ποδόσφαιρο των «πολιτών» αν θέλει -επιτέλους- να κάνει κάτι καλό. Παίκτες για να κοπιάρουν τα χαρακτηριστικά των παικτών της Σίτι (και το μοντέλο του Πεπ) άλλωστε υπάρχουν. Και σε εξαιρετική ηλικία οι περισσότεροι εξ αυτών.

Για να τα δούμε όμως όλα αυτά. Η Αγγλία εδώ και αρκετά χρόνια έχει την τύχη να διαθέτει εξαιρετικούς τερματοφύλακες. Το μόνο που χρειάζονται για να δείξουν το ταλέντο τους είναι η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό τους, όπως φυσικά και η καλή αμυντική λειτουργία μπροστά τους. Όσο καλός κι αν είναι ένας τερματοφύλακας, θα δει την μπάλα να βρίσκει τα δίχτυα του, αν δέχεται συνεχώς σουτ υπό καλές προϋποθέσεις απ’τον αντίπαλο. Είτε βρεθεί στο νούμερο Ένα ο Χαρτ, είτε βρεθεί ο Μπάτλαντ της Στόουκ, η Αγγλία θα έχει κάτω απ’ τα δοκάρια της έναν πολύ καλό τερματοφύλακα. Πίσω τους υπάρχουν φυσικά κι άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο Νικ Πόουπ για παράδειγμα, της Μπέρνλι θα μας απασχολήσει ευχάριστα τα επόμενα χρόνια που έρχονται. Η χρονιά που διανύει άλλωστε είναι φανταστική. Και υπάρχουν κι άλλοι πολλοί.

Στην άμυνα η Αγγλία διαθέτει δύο παίκτες της Σίτι που στα χέρια του Γκουαρδιόλα έχουν εξελιχθεί σε παίκτες παγκοσμίου επιπέδου. Απ’ τη μία υπάρχει ο δεξιός μπακ Κάιλ Γουόκερ και δίπλα του, ως κεντρικός αμυντικός, ο Τζον Στόουνς. Τα τεράστια ποσά που δαπάνησε άλλωστε η Σίτι για να τους φέρει στο Έτιχαντ δεν ήταν τυχαία. Ο Στόουνς μάλιστα μου θυμίζει κατά πολύ την περίπτωση του Ζεράρ Πικέ, μιας και διαθέτει παρόμοια χαρακτηριστικά και σωματοδομή για να ηγηθεί της άμυνας, τόσο στην καλύτερη ομάδα της Αγγλίας όσο φυσικά και στην εθνική, ως ο παίκτης που γνωρίζει πως να δημιουργεί ποδόσφαιρο από πίσω, να σκοράρει όταν θα του δοθεί η ευκαιρία και φυσικά να αναχαιτίζει τις επιθέσεις των αντιπάλων. Πολλοί ήταν αυτοί που δε τον πίστεψαν όταν άφησε το Γκούντισον Παρκ, όπως πολλοί ήταν αυτοί που είχαν χλευάσει τον Πεπ όταν έφερνε το καλοκαίρι του 2008, δέκα χρόνια πίσω δηλαδή, τον Πικέ στο Καμπ Νου, έχοντας στο μυαλό του να δημιουργήσει αυτό που είδαμε όλοι τα επόμενα χρόνια. Έναν εκ των πιο σύγχρονων στόπερ της εποχής μας.

Για όσους δεν θυμούνται, ο Πικέ στα χρόνια που υπήρξε παίκτης της Γιουνάιτεντ γυάλιζε τον πάγκο και τα επίσημα του Όλντ Τράφορντ. Ο Στόουνς απ’ την άλλη είχε φτάσει να χαραμίζεται πολλές φορές ως δεξιός πλάγιος αμυντικός στην Έβερτον. «Άγγλος» Οταμέντι απ’ την άλλη δεν υπάρχει, υπάρχουν όμως εξαιρετικοί παίκτες που μπορούν να βρεθούν δίπλα στον Στόουνς, συμπληρώνοντας τον. Παίκτες με μεγάλη εμπειρία, όπως ο Κέιχιλ της Τσέλσι και ο Σμόλινγκ της Γιουνάιτεντ και φυσικά πιο νέοι και ταλαντούχοι ποδοσφαιριστές, όπως ο Μαγκουάιρ της Λέστερ και ο Κιν της Έβερτον. Στο αριστερό άκρο υπάρχει φυσικά η  επιλογή του Ρόουζ της Τότεναμ και αυτή του Μπέρτραντ της Σαουθάμπτον, παίκτες που μπορούν να «κλείνουν» στον άξονα μαζί με τον Γουόκερ όπως λειτουργούν δηλαδή τα πλάγια μπακ της Σίτι, και φυσικά ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο παίκτης δηλαδή που -αν και η φυσική του θέση είναι κεντρικός μέσος- μετατράπηκε σε έναν εξαιρετικό αριστερό μπακ απ’ τον Γκουαρδιόλα, λόγω του τραυματισμού του Μεντί στην αρχή της σεζόν. Ο Σαουθγκέιτ σίγουρα έχει στην άκρη του μυαλού του και αυτή την επιλογή. Έτσι τουλάχιστον θέλω εγώ να πιστεύω. Όλα τα παραπάνω είναι φυσικά με τετράδα στην άμυνα. Στο μυαλό του Άγγλου προπονητή υπάρχει και η επιλογή της τριάδας στην άμυνα. Κάτι που φυσικά έχουμε δει να κάνει ο Πεπ -με μεγάλη μάλιστα επιτυχία και με αυτούς τους παίκτες- και στην Σίτι, και φυσικά υπάρχουν παίκτες που μπορούν να το υποστηρίξουν στις κλήσεις του προπονητή. Η τριάδα στην άμυνα με δύο ουσιαστικά «δεκάρια» πίσω απ’ τον Κέιν ίσως είναι ακόμα μια δυνατή επιλογή για τον Σαουθγκέιτ, που δεν θα πρέπει να μας ξενίσει, αν φυσικά τη δούμε. Που θα τη δούμε (σας το είπα πρώτος, να το θυμάστε).

Στην επίθεση ο Άγγλος προπονητής έχει την τύχη να διαθέτει τον κορυφαίο επιθετικό της Ευρώπης για το 2017. Ο Χάρι Κέιν ξεπέρασε τους Μέσι και Ρονάλντο, όπως ξεπέρασε και το στοιχειωμένο ρεκόρ του Άλαν Σίρερ, και αυτή τη στιγμή -εκτός των γκολ που σκοράρει- κατέχει το καλύτερο ποσοστό τερμάτων στις ιδανικές συνθήκες για γκολ που του παρουσιάζονται, παίζοντας όχι στην Ρεάλ Μαδρίτης ή την Μπαρτσελόνα, αλλά σε μια ομάδα που παλεύει για να μπει στην τετράδα της Πρέμιερ Λιγκ. Κάτι που μεγαλώνει την αξία των ρεκόρ. Σουτάρει πολύ περισσότερο από άλλους μεγάλους γκολτζήδες της εποχής (και από όπου βρει πολλές φορές), ρίχνοντας το συνολικό του ποσοστό, αλλά στις ιδανικές περιπτώσεις που του παρουσιάζονται για γκολ, ο Κέιν είναι ο μεγαλύτερος «φονιάς» στα Ευρωπαϊκά γήπεδα αυτή τη στιγμή. Αυτό φυσικά το λένε οι αριθμοί και όχι εγώ. Όταν μάλιστα θα έχει στα άκρα της επίθεσης των αναγεννημένο Στέρλινγκ της Σίτι (ένα παίκτη που ο Πεπ ουσιαστικά τον μαθαίνει ποδόσφαιρο απ’ την αρχή) και τον φοβερό και τρομερό Ράσφορντ της Γιουνάιτεντ, που μπορεί να κάνει αυτά που κάνει ο Σανέ παρέα με τον Στέρλινγκ στους «πολίτες», έχοντας πίσω του πραγματικά καλούς πλάγιους μπακ, εντελώς έξω απ’ το συντηρητικό ποδόσφαιρο της Γιουνάιτεντ, ίσως δούμε σπουδαίες ποδοσφαιρικές ομορφιές.

Για το τέλος (και όχι τυχαία) άφησα τον άξονα των Άγγλων. Εννοείται πως όσο κι αν ο Σαουθγκέιτ θέλει (αν θέλει) να πατήσει πάνω στο στυλ της Σίτι (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) δεν διαθέτει με τίποτα την ποιότητα του κέντρου των «πολιτών». Ας μην γελιόμαστε. Δεν υπάρχει Φερναντίνιο για να παίξει τόσο τέλεια τον ρόλο του παίκτη μπροστά απ’ τους κεντρικούς αμυντικούς ως ένας υπερσύγχρονος box to box, δεν υπάρχει το σπάνιο ποδοσφαιρικό DNA του Ισπανού μάγου, Νταβίντ Σίλβα και φυσικά όσο κι αν ψάξουμε, και όσο και αν παρερμηνεύσουμε πράγματα και καταστάσεις (αν και θα το κάνω παρακάτω αυτό), δεν μπορώ να βρω παίκτη που να πλησιάζει το μεγαλείο του κορυφαίου μέσου αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη, του Κέβιν Ντε Μπρούινε. Ο Χέντερσον της Λίβερπουλ δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να πλησιάσει αυτά που κάνει ο Βραζιλιάνος, θα είναι αστείο μάλιστα να μπούμε στη διαδικασία να συζητήσουμε κάτι τέτοιο. Ο βελτιωμένος Ντελφ της Σίτι (και όχι της Άστον Βίλα – εκεί που τον μάθαμε δηλαδή) μπορεί να προσφέρει σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ τον αρχηγό της Λίβερπουλ σε αυτό τον ρόλο, και υπάρχει φυσικά και ο Έρικ Ντάιερ της Τότεναμ. Ένας παίκτης με ξεκάθαρες αμυντικές αρετές και σοβαρό πρόβλημα στο επιθετικό και περισσότερο δημιουργικό κομμάτι. Με λίγα λόγια εδώ συναντάμε ένα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για τα «λιοντάρια». Όχι βέβαια πως δεν μπορεί να λυθεί.

Στους δύο εσωτερικούς μέσους, μπροστά απ’ το «εξάρι», υπάρχουν παίκτες που μπορούν να πλησιάσουν αυτά που κάνει ο Σίλβα. Πρώτος και καλύτερος ο Ντέλε Άλι της Τότεναμ. Δυνατός, γρήγορος, με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση αλλά και την απαιτούμενη οξυδέρκεια ώστε να κινηθεί ως «κρυφός» επιθετικός πίσω απ’ τον Κέιν, να πατήσει περιοχή και φυσικά να σκοράρει. Συνεργάζονται άλλωστε τέλεια στα «Σπιρούνια» οι δυο τους. Ο Λαλάνα της Λίβερπουλ είναι ακόμα μία τέτοια περίπτωση, συν το γεγονός πως διαθέτει εξαιρετική κάθετη πάσα για όλους τους ταχύτατους ακραίους παίκτες της Αγγλίας και φυσικά για τον Κέιν (ή τον Βάρντι των «ειδικών αποστολών») στην επίθεση. Αυτοί οι δύο μπορούν να βρεθούν μαζί μπροστά απ’ τον καθαρό αμυντικό μέσο της ομάδας και να συνθέσουν ένα αρκετά ποιοτικό δίδυμο.

Κλείνοντας λέω να παρερμηνεύσουμε λίγο πράγματα και καταστάσεις (σας το είπα πως θα το κάνω) και να ψάξουμε να βρούμε ποιος Άγγλος ποδοσφαιριστής θα μπορούσε να κάνει όλα αυτά που κάνει ο Βέλγος της Σίτι, στην 11αδα της Αγγλίας, σε πανομοιότυπο σύστημα με αυτό του Πεπ στους «πολίτες». Παίκτης με παρόμοια χαρακτηριστικά, εξαιρετικό σωματότυπο και σε φοβερή ηλικία δηλαδή. Υπάρχει κάτι τέτοιο; Μάλιστα υπάρχει. Δεν ξέρω βέβαια αν έχει τη διάθεση ο ίδιος να μπει και πάλι δυνατά στον «χάρτη». Το μεγάλο πρόβλημα είναι πως ποτέ κάποιος σοβαρός προπονητής δεν δούλεψε πραγματικά μαζί του. Να του βρει την σωστή θέση και φυσικά, το σημαντικότερο απ’ όλα, να τον συνετίσει. Βάζοντάς του μυαλό και παίρνοντάς τον από την Έβερτον με προορισμό μια ομάδα που να πρωταγωνιστεί, δίνοντάς του έτσι σοβαρό κίνητρο για την καριέρα του. Τον παίκτη αυτόν -τονίζω- πως έχουμε να τον δούμε να παίζει ποδόσφαιρο από πέρσι μιας και φέτος,  και λόγω τραυματισμού, δεν έχει αγωνιστεί καθόλου στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. Φυσικά και μιλάω για τον Ρος Μπάρκλεϊ. Τον θυμάστε;

Ο παίκτης που το καλοκαίρι άφησε την Τσέλσι στα κρύα του λουτρού, (επιλέγοντας να παραμείνει στην Έβερτον) κυριολεκτικά -με τις δύο ομάδες να τα έχουν βρει σε όλα- την ώρα των ιατρικών εξετάσεων και φέτος δεν έχει αγωνιστεί λεπτό, πριν μερικά χρόνια έκανε ολόκληρη την Ευρώπη να παραμιλά με τα κατορθώματά του εντός των τεσσάρων γραμμών και είχε φτάσει να θεωρείται -καθόλου άδικα- ως το νέο παιδί θαύμα του αγγλικού ποδοσφαίρου. Την ίδια περίοδο ο Κέβιν Ντε Μπρούινε γυάλιζε τον πάγκο της Τσέλσι, για να πωληθεί με ένα πολύ μικρό ποσό -για την πραγματική του αξία- στη Βόλφσμπουργκ. Σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Άγγλος βρίσκεται στα αζήτητα και ο Βέλγος θεωρείται ο κορυφαίος μέσος της Ευρώπης. Αν μπορεί ο Μπάρκλεϊ να γίνει αυτό που ήταν προορισμένος να γίνει; Αν ρωτάτε εμένα, η απάντηση είναι ναι. Το υπογράφω κιόλας. Αρκεί να φύγει απ’ την Έβερτον και να αρχίσει να αγωνίζεται στην θέση που παίζει και ο Βέλγος ηγέτης της Σίτι. Ούτε έξω αριστερά, ούτε πίσω απ’ τον επιθετικό ως ελεύθερος, αλλά ως κεντρικός εσωτερικός μέσος. Κάτι που μπορεί να γίνει δηλαδή και με τριάδα αλλά και τετράδα στην άμυνα. Μακάρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές κάποια εκ των Τσέλσι ή Τότεναμ (που έχουν δηλώσει ανοικτά το ενδιαφέρον τους για τον παίκτη) να τον υπογράψουν, δίνοντάς του τον χώρο και το χρόνο να ξεδιπλώσει το σπάνιο ταλέντο του. Για το καλό του ποδοσφαίρου δηλαδή και της εθνικής Αγγλίας που θα τον χρειαστεί -σε νέο ρόλο- στο Μουντιάλ.

Η μέρα που η Σίτι έπαιξε με δύο τερματοφύλακες

  [7 Σχόλια]

Στο ποδόσφαιρο βλέπεις πολλά. Βλέπεις κάποιον παίκτη να παίζει τερματοφύλακας όταν δεν υπάρχει άλλη αλλαγή (ή άλλος τερματοφύλακας). Βλέπεις προπονητές να αλλάζουν τερματοφύλακες πριν τα πέναλτι, για να μπει αυτός με το PhD στις αποκρούσεις. Σέντερ μπακ να παίζουν επιθετικοί στα τελευταία λεπτά μπας και εκμεταλλευτούν καμία γιόμα. Και φυσικά τερματοφύλακες να προωθούνται στα κόρνερ στο τέλος. Όλα αυτά γίνονται. Όχι συχνά, αλλά δεν μας εκπλήσσουν.

Αντίθετα, αυτό που έγινε την τελευταία αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ του 2004-05 δεν το βλέπεις συχνά. Η Μάντσεστερ Σίτι υποδεχόταν την Μίντλεσμπρο. Πριν μπουν οι λεφτάδες στη Σίτι, η ομάδα έδινε μάχες για τη σωτηρία ή για καμιά έξοδο στην Ευρώπη. Έτσι και σ’ εκείνο το παιχνίδι που οι δυο ομάδες έδιναν μάχη για την 7η προνομιούχο θέση που έβγαζε στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Η Σίτι ήθελε μόνο τη νίκη, ενώ η Μπόρο βολευόταν και με ισοπαλία. Οι φιλοξενούμενοι προηγήθηκαν με το απευθείας φάουλ του αγαπημένου Τζίμι του Φλόιντ του Χάσελμπαϊνκ και η Σίτι ισοφάρισε με τον Κίκι Μουσάμπα στο 2ο ημίχρονο, αλλά η Μπόρο με ηγέτη τον μπανταρισμένο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ κρατούσε το πολύτιμο 1-1.

Ο Στιούαρτ Πιρς που ουσιαστικά ξεκινούσε την προπονητική του καριέρα εκείνη τη σεζόν, πιθανότατα να έβλεπε μεξικάνικο πρωτάθλημα και να θυμόταν το επίτευγμα του Χόρχε Κάμπος. Δεν εξηγείται αλλιώς η έμπνευσή του. Με το ρολόι να δείχνει 88′ και αρκετές καθυστερήσεις, αποφάσισε να πάρει ένα φοβερό ρίσκο. Απέσυρε τον χαφ Κλαούντιο Ρέινα και στη θέση του πέρασε τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα Νίκι Γουίβερ. Ταυτόχρονα προώθησε τον βασικό μέχρι εκείνη στιγμή Ντέιβιντ Τζέιμς σε ρόλο επιθετικού. Φαντάσου να είσαι ο αναπληρωματικός επιθετικός Τζον Μάκεν (μεταγραφή 5 εκατομμυρίων) και να βλέπεις τον κόουτς να προτιμά στα πιο κρίσιμα δευτερόλεπτα της σεζόν τον τερματοφύλακα από σένα (εισαγωγή με πένθιμο βιολί και δάκρυα στο χορτάρι).

Ο Τζέιμς έβγαλε τα γάντια, φόρεσε φανέλα (που έγραφε Γουίβερ 1) και ανέλαβε τη δύσκολη δουλειά. Τα άρθρα της εποχής αναφέρουν ότι γύριζε στο χορτάρι σαν ακεφάλη στρουθοκάμηλος και σαν μεγαλύτερό του επίτευγμα ένα τάκλιν που παραλίγο να κόψει στα δύο τον άτυχο Ντορίβα, αφού έκανε τσαφ αρχικά στην προσπάθειά του να σουτάρει. Ο Πιρς δήλωσε ότι το είχε σκεφτεί, όταν καθόταν Σάββατο βράδυ σπίτι του και αναρωτιόταν τι θα κάνει αν χρειάζεται γκολ στα τελευταία δευτερόλεπτα. Δεν δήλωσε τι έπινε εκείνο το βράδυ. «Ήθελα να τους αναστατώσω» εξήγησε. Θα μπορούσε κανείς (χαριστικά) να πει ότι τα κατάφερε. Η Σίτι στις καθυστερήσεις κέρδισε πέναλτι, όχι φυσικά χάρη στον Τζέιμς, αλλά ας πούμε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναστάτωσης. Ο Ρόμπι Φάουλερ όμως νικήθηκε από τον Σβάρτσερ, το 1-1 παρέμεινε και η Μπόρο όχι μόνο κέρδισε την έξοδό της στο ΟΥΕΦΑ, αλλά έφτασε μέχρι και στον τελικό. Ο Στιούαρτ Πιρς επανέλαβε το ίδιο κόλπο κάποια χρόνια αργότερα ως προπονητής της U21 της Αγγλίας, αλλά το έκανε λόγω τραυματισμών όπως δήλωσε. Σε μια τεράστια καριέρα γεμάτη αρκετές μεγάλες αποκρούσεις, αλλά και πάρα πάρα πολλές γκέλες, ο Ντέιβιντ Τζέιμς έχει να περηφανεύεται και για τα λεπτά που έπαιξε ως σέντερ φορ.

Όταν η Άρσεναλ άλλαξε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ολοένα και περισσότερο τη χρήση των τριών κεντρικών αμυντικών σε πολλές ομάδες, τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η «μόδα» που επέστρεψε χάρις στη Γιουβέντους, εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο πως αυτό το σύστημα όχι μόνο δεν είναι παλιομοδίτικο και αμυντικό (όπως πιστεύουν πολλοί) αλλά πως αν χρησιμοποιηθεί σωστά είναι ικανό για επιθετικό και ελκυστικό ποδόσφαιρο (και εννοείται χαρίζει πολλούς βαθμούς και οι βαθμοί τους τίτλους). Τα είχαμε γράψει για την Ουαλία του Κόουλμαν το καλοκαίρι, τα βλέπουμε και με την Τσέλσι του Κόντε στη φετινή Πρέμιερ Λιγκ. Σε ένα πρωτάθλημα που ελπίζω να μην εξελιχθεί σε κούρσα για ένα και μόνο άλογο. Ακόμα και ο «πολύς» Πεπ Γκουαρδιόλα έχει χρησιμοποιήσει αυτό το σύστημα (με τις παραλλαγές του) και στην Μπάγερν αλλά και στη φετινή Σίτι δείχνοντας περίτρανα την αποδοτικότητά του. Με αφορμή λοιπόν την τριάδα στην άμυνα θα πάμε πολλά χρόνια πίσω και θα θυμηθούμε τον αναμορφωτή της Άρσεναλ, Χέρμπερτ Τσάπμαν. Τον άνθρωπο που -ουσιαστικά- πρωτοέπαιξε αυτό το 3-4-3 (στην εμβρυακή του μορφή). Ένα 3-4-3 που έχει κάνει την Τσέλσι -σχεδόν- ανίκητη στις μέρες μας (εμπλουτισμένο πάντα με μπόλικη Ιταλική τακτική).

Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται συνεχώς και πάντα υπήρχαν (και θα υπάρχουν σε αυτό) άνθρωποι καινοτόμοι με ριζοσπαστικές ιδέες και μοντέρνες αντιλήψεις. Ο Γκουαρδιόλα και το δικό του «τίκι τάκα» ήταν ένας εξ αυτών. Εκείνο το «περίεργο» 4-6-0 του Σπαλέτι με το «ψευτοεννιάρι» στη Ρόμα πριν καμιά δεκαριά και βάλε χρόνια. Η εθνική Αυστρίας του 1920 που πάτησε πάνω στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έριξε τον σπόρο για να αλλάξει το ποδόσφαιρο σε πιο μοντέρνες φόρμες και φυσικά ο Ερνστ Χάπελ πολλά χρόνια αργότερα με ένα ποδόσφαιρο που συνδύαζε την αμυντική με την επιθετική προσήλωση – ουσιαστικά με 5αδα στην άμυνα. Ο Λομπανόφσκι  και το φουτουριστικό του Σοβιετικό άρτιο ποδόσφαιρο την ίδια περίοδο πάνω-κάτω. Ο Μίχελς και το ψυχεδελικό δικό του ποδόσφαιρο των Οράνιε και του Άγιαξ. Φυσικά το κατενάτσιο του Ερέρα και εννοείται η τακτική τελειότητα της Μίλαν του Σάκι στα 80s. Στην Αγγλία αν υπάρχει κάποιος που ουσιαστικά άλλαξε το ποδόσφαιρο και θα μνημονεύεται πάντα γι’ αυτό, αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον σπουδαίο προπονητή της Άρσεναλ στα 20s. Ο κορυφαίος Βρετανός προπονητής στην ιστορία του ποδοσφαίρου στην Αγγλία σύμφωνα πάντα με την ψηφοφορία που έλαβε χώρα το 2004 στο Νησί. Μιλάμε για μια περίοδο που σχεδόν όλες οι ομάδες χρησιμοποιούσαν το 2-3-5 με τον Τσάπμαν να πατάει πάνω στις τακτικές των Αυστριακών (που επηρέασαν τους Ούγγρους μερικά χρόνια αργότερα) και να δημιουργεί το 3-4-3 σαρώνοντας τα πάντα στο διάβα του. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Ο Χέρμπερτ Τσάπμαν γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1878 και αγωνίστηκε ως επιθετικός σε αρκετές ομάδες μέχρι το 1909 όταν και έβαλε τέλος στην ποδοσφαιρική του καριέρα στη Νορθάμπτον Τάουν. Μεταξύ των ομάδων που έπαιξε ποδόσφαιρο ήταν η Τότεναμ και η Σέφιλντ Γουένσντεϊ . Το 1921 αναλαμβάνει τα ηνία της Χάντερσφιλντ Τάουν (έμεινε εκεί ως το 1925), μετά τις Νορθάμπτον και Λιντς κατακτώντας μαζί της τρεις τίτλους. Το κύπελλο του 1923 και τα πρωταθλήματα του ’24 και ’25. Εννοείται πως είχε να διαχειριστεί μια ομάδα που ήταν δίχως αμφισβήτηση, η καλύτερη ομάδα σε ολόκληρο το Νησί. To καλοκαίρι του 1925 θα αναλάβει την Άρσεναλ σε μια δύσκολη περίοδο για την ομάδα, αφήνοντας άφωνους τους πάντες, και θα χτίσει τον τεράστιο μύθο του παράλληλα με τον μύθο των Λονδρέζων. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Τσάπμαν  όταν ανέλαβε τους «κανονιέρηδες» ήταν να φέρει στην ομάδα τον Τσάρλι Μπουχάν. Ο διεθνής Άγγλος επιθετικός ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Σάντερλαντ και στο πρόσωπο του ο σπουδαίος προπονητής βρήκε τον άνθρωπο που τον βοήθησε να αλλάξει το άθλημα δίχως όμως να το γνωρίζει τότε. Μεγάλο προσόν του Τσάπμαν ήταν πως άκουγε τις συμβουλές των συνεργατών του αλλά και των παικτών του σε αντίθεση με άλλους κορυφαίους προπονητές. Εκείνη τη σαιζόν άλλαξαν οι κανονισμοί με το oφ σάιντ να μπαίνει στο ποδόσφαιρο. O Μπουχάν είχε την ιδέα να περάσει ο κεντρικός μέσος στην άμυνα (κάνοντας τους στόπερ τρεις) με τον προπονητή του να δέχεται αυτή την συμβουλή. Η άμυνα είχε έτσι έξτρα βοήθεια και περισσότερο βάθος αλλά τι θα γίνονταν με τον άξονα; Έμφαση δόθηκε αμέσως στα άκρα αλλά και στους πλάγιους επιθετικούς που παίζοντας πλέον πιο εσωτερικά έδιναν βοήθειες τόσο στα κεντρικά χαφ αλλά και στην επίθεση παίζοντας ουσιαστικά ως επιτελικοί μέσοι. Το σύστημα δεν απέδωσε αμέσως καρπούς και δεν υπήρχε καλύτερη απόδειξη από την ήττα με 7-0 από τη Νιουκάστλ. Οι μεγάλες αλλαγές άλλωστε θέλουν αρκετή υπομονή και σίγουρα υπήρχαν πολλά ακόμα να αλλάξουν. Ο Τσάπμαν -εννοείται- δεν πτοήθηκε και συνέχισε να δουλεύει το σύστημά του. Η δεύτερη θέση πίσω από την Χάντερσφιλντ (η πρώτη ομάδα που πήρε τρεις σερί τίτλους) ήταν ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα με τον Τσάπμαν να ορκίζεται πως θα φέρει την ομάδα στην κορυφή αρκεί να τον αφήσουν να δουλέψει με τους δικούς του όρους. Αυτό και έγινε με το πλάνο πενταετίας να μπαίνει σε εφαρμογή από το καλοκαίρι του 1926 και το σύστημα WM (Όπως ονομάστηκε) να τελειοποιείται τα επόμενα χρόνια και φυσικά να μνημονεύεται μέχρι σήμερα. Ο Μπουχάν δυστυχώς για τον ίδιο δεν πρόλαβε να κερδίσει τίτλους με την Άρσεναλ μιας και σταμάτησε το ποδόσφαιρο το καλοκαίρι του 1928.

Ο Xέρμπερτ Τσάπμαν εκτός της «παγίδας» στο οφ σάιντ, του ασφυκτικού πρέσινγκ (πράγματα που βλέπουμε κατά κόρον στο σύγχρονο ποδόσφαιρο), της κίνησης των εξτρέμ και τη βοήθεια που έδιναν αυτοί σε αμυντικούς και κεντρικούς επιθετικούς παίζοντας ουσιαστικά σαν μπακ-χαφ και εκτός του νέου συστήματος (3-4-3) έφερε και ένα σωρό άλλες καινοτομίες στο ποδόσφαιρο, εκτός των τακτικών του. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε φυσιοθεραπευτές και μασέρ δίνοντας μεγάλο βάρος στην καλή υγεία των παικτών. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τμήμα σκάουτινγκ, ήταν ο πρώτος που έβαλε αριθμούς στις φανέλες των παικτών για να τους βοηθά να καταλαβαίνουν καλύτερα που βρίσκεται ο συμπαίκτης τους (σε αυτό υπάρχει μια ιστορία που θεωρεί πρωτοπόρο την Τσέλσι-έστω και σε φιλικό παιχνίδι). Ήταν ο πρώτος που πρότεινε φωτισμό στα γήπεδα (αν και η πρόταση του είχε απορριφθεί από την FA τα πρώτα χρόνια). Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, ο Χέρμπερτ Τσάπμαν ήταν ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του. Ένας άνθρωπος που το ποδόσφαιρο χρωστάει πολλά για τον εξωραϊσμό και την εξέλιξή του.

Με τις προσθήκες των Άλεξ Τζέιμς της Πρέστον και Ντέιβ Τζακ της Μπόλτον ο Τσάπμαν συμπλήρωσε τους εξαιρετικούς Κλιφ Μπάστιν και Τζόε Χελ και έφτιαξε σιγά σιγά την ομάδα που έφτασε στην κατάκτηση τίτλων τα επόμενα χρόνια. Το Κύπελλο του 1930 με 2-0 απέναντι στην Χάντερσφιλντ  και το πρωτάθλημα του 1931 (το πρώτο στην ιστορία των «κανονιέρηδων») έδειξαν σε όλους πως επιτέλους το σχέδιο του Τσάπμαν είχε φέρει αποτελέσματα. Το πρωτάθλημα του ’33 ήταν το τελευταίο για τον σπουδαίο προπονητή καθώς το Γενάρη του ’34 άφησε την τελευταία του πνοή από πνευμονία. Φυσικά το έργο του συνεχίστηκε και η ‘Αρσεναλ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα του 1934 και του 1935, όπως και αυτό του 1938 με προπονητή τον Τζόε Σόου (για έξι μήνες μετά το θάνατο του Τσάπμαν) και τον Τζορτζ Άλισον μέχρι και το 1947. Το σύστημα WM δουλεύτηκε αρκετά τα επόμενα χρόνια και εξελίχθηκε για να φτάσουμε στο ποδόσφαιρο των ημερών μας με τα πολλαπλά και πολυσύνθετα συστήματα που βλέπουμε ακόμα και στις μικρές κατηγορίες. Καλό είναι λοιπόν όταν θα μιλάμε γι’ αυτούς που άλλαξαν το άθλημα, να βάζουμε πάντα και το όνομα του παλιού προπονητή της Άρσεναλ στην κουβέντα. Ο Τσάπμαν υπήρξε όντως πρωτοπόρος και είναι πραγματικά λυπηρό που μια μεγάλη μερίδα φιλάθλων ίσως να μην έχει ακούσει καν το όνομά του και να μην έχει μάθει τι έχει προσφέρει στο όμορφο -και αγαπημένο- άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο. Για την ιστορία το άγαλμα του Τσάπμαν βρίσκεται έξω από το Εμιρέιτς στο Λονδίνο εκεί που βρίσκονται και αυτά των Τιερί Ανρί, Αρσέν Βενγκέρ και Τόνι Άνταμς για να θυμίζει σε όλους το μεγαλείο του και τι πραγματικά σημαίνει (και αυτός) για την ομάδα.

Αχ βρε Ζοσέ

  [17 Σχόλια]

mou-sad

Είναι γεγονός πως ο Ζοσέ Μουρίνιο δεν περνάει και τις καλύτερές του μέρες στον πάγκο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Η ομάδα δεν παίζει όμορφο ποδόσφαιρο, δεν παίρνει αποτελέσματα και έχει μείνει αρκετά πίσω στο κυνήγι της πρώτης θέσης που ήταν και ο μεγάλος στόχος το καλοκαίρι. Σε όλα τα παραπάνω έχουμε και τον παραγκωνισμό του εξαιρετικά ταλαντούχου μεσοεπιθετικού Χενρίκ Μικχιταριάν. Ενός παίκτη που μας μάγεψε με τη φανέλα της Ντόρτμουντ τα τρία προηγούμενα χρόνια και που η ομάδα του Μάντσεστερ έβγαλε απ’ τα ταμεία της -σχεδόν- 30 εκατομμύρια λίρες το περασμένο καλοκαίρι για να τον κάνει δικό της. Ο Μουρίνιο έχει χρεωθεί από την αρχή της καριέρας του πολλές αποτυχημένες μεταγραφές, όπως και όλοι οι προπονητές για να είμαστε δίκαιοι, αλλά και πολλές λανθασμένες επιλογές σε παίκτες που βρήκε στην ομάδα του, δεν τους πίστεψε δίνοντάς τους σε άλλες ομάδες, και βλέποντάς τους (εξ αποστάσεως) να εξελίσσονται σε παίκτες κορυφαίου επιπέδου. Για να είμαστε δίκαιοι αυτή η συνήθεια ξεκίνησε στη Ρεάλ Μαδρίτης δειλά-δειλά και απογειώθηκε αρνητικά στο δεύτερο πέρασμα του Πορτογάλου από τον πάγκο της Τσέλσι. Εκεί δηλαδή που άρχισε να φαίνεται ξεκάθαρα πως ο Μουρίνιο είχε αρχίσει να μένει στάσιμος ως προς την εξέλιξη (και αντίληψη) ενός σπορ που διαρκώς αλλάζει. Τις σημαντικότερες από αυτές τις περιπτώσεις θα δούμε παρακάτω.

Lukaku-daily-post

O νέος Ντρογκμπά: O Πορτογάλος επέστρεψε στον πάγκο των «μπλε» το καλοκαίρι του 2013 και η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε να αντιμετωπίσει στον τελικό του Σούπερ Καπ  Ευρώπης τον άσπονδο φίλο του, τον Πεπ Γκουαρδιόλα. Η Τσέλσι ηττήθηκε στα πέναλτι με 5-4 με τον Λουκάκου να αστοχεί στο τελευταίο πέναλτι και να στερεί από τον Πορτογάλο μια νίκη γοήτρου. Μια νίκη που ήθελε όσο τίποτα άλλο σε εκείνο το χρονικό σημείο. Ο Βέλγος επιθετικός είχε αποκτηθεί από την Άντερλεχτ το 2011 (στα 17 του) για σχεδόν 20 εκατομμύρια λίρες και όλοι περιμέναμε να τον δούμε να γίνεται ο παίκτης που θα πάρει σιγά-σιγά τη θέση του θρύλου Ντιντιέρ Ντρογκμπά στην επίθεση της Τσέλσι. Ο Μουρίνιο φυσικά είχε διαφορετική γνώμη από όλους. Τον έδωσε δανεικό στην Έβερτον για τη σεζόν 2013-2014 με τον Βέλγο να πραγματοποιεί εξαιρετική σεζόν και να δηλώνει πανέτοιμος για τη μεγάλη επιστροφή στο Λονδίνο. Αυτό δεν έγινε ποτέ με τον Μουρίνιο να τον πουλάει το 2014 για 28 εκατομμύρια λίρες στην Έβερτον, φέρνοντας μάλιστα στη θέση του τον 36χρόνο Ντιντιέρ Ντρογκμπά. Η Τσέλσι μπορεί να κατέκτησε το πρωτάθλημα του 2015 αλλά η συνέχεια -εννοείται- πως δεν δικαίωσε τον Πορτογάλο προπονητή.

kevin-de-bruyne-man-city-v-psg-champions-league-qf-second-leg-celeb_3447713

Ο νεαρός μάγος: O Κέβιν Ντε Μπρούινε είχε αποκτηθεί μόλις για 7 εκατομμύρια λίρες το 2012 από την Γκενκ. Τη σεζόν 2012-2013 είχε δοθεί δανεικός στη Βέρντερ και είχε αφήσει άφωνους όλους τους Γερμανούς με τις επιδόσεις του. Με τον Μουρίνιο στον πάγκο ξεκίνησε βασικός κόντρα στη Γιουνάιτεντ τη σεζόν 2013-2014 και μετά από εκείνο το 0-0 πουλήθηκε στη Βόλφσμπουργκ για 18 εκατομμύρια λίρες. Ο προπονητής των «μπλε» είχε δηλώσει πως ο νεαρός Βέλγος δεν μπορεί να αντέξει στο σκληρό Αγγλικό παιχνίδι και πως η μεταγραφή του στη Γερμανία ήταν το καλύτερο για την καριέρα του. Το καλοκαίρι του 2015 η Σίτι τον αγόρασε για 55 εκατομμύρια λίρες  και πλέον στα χέρια του Γκουαρδιόλα έχει εξελιχθεί σε ένα εκ των ποιοτικότερων μέσων σε ολόκληρο τον κόσμο και βαρόμετρο στην καλή απόδοση των «πολιτών».

Επιτέλους ένας αριστερός μπακ: Καλοκαίρι του 2014 και η Τσέλσι χρειάζεται επειγόντως ένα κανονικό αριστερό μπακ. Ο Βραζιλιάνος Φιλίπε Λουίς είναι ο πλέον κατάλληλος. Ποιοτικός. Γρήγορος. Εξαιρετικός αμυντικός, και από μία ομάδα που έχει μάθει να παίζει με το «μαχαίρι στα δόντια». Την Ατλέτικο του Ντιέγκο Σιμεόνε. Το deal θα ολοκληρωθεί στις 16 εκατομμύρια λίρες και ο παίκτης θα γίνει κάτοικος Στάμφορντ Μπριζ. Ο Μουρίνιο δεν θα δείξει ποτέ να τον εμπιστεύεται και πολύ γρήγορα ο Βραζιλιάνος θα βρεθεί να σκουπίζει τον πάγκο για να παίζει βασικός ο δεξιοπόδαρος Θέζαρ Αθπιλικουέτα. Το καλοκαίρι του 2015 ο Λουίς θα επιστρέψει και πάλι στην Ατλέτικο και θα γίνει ξανά αυτό που είναι πραγματικά. Ένας ανάμεσα στους 5-6 κορυφαίους στη θέση του στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Για να αγοράσει κανονικό μπακ η Τσέλσι έπρεπε να αλλάξει προπονητή -να περάσει ένας χρόνος ακόμα- να έρθει ο Κόντε και μαζί του να φέρει τον Μάρκος Αλόνσο από την Φιορεντίνα. Πολύ καλή (και φθηνή) επιλογή.

Το γερμανικό πολυεργαλείο: O Αντρέ Σίρλε είχε «κλείσει» στους Λονδρέζους λίγο πριν υπογράψει ο Μουρίνιο την επιστροφή του και με την έλευση του Πορτογάλου όλοι περιμέναμε την απογείωσή του μιας και διέθετε (και διαθέτει ακόμα) όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που χρειάζεται κάποιος σε ομάδα-Μουρίνιο. Έχει το γκολ χωρίς να είναι καθαρόαιμος επιθετικός. Μαρκάρει σαν «σκύλος» αν και είναι επιθετικογενής και φυσικά βάζει πάντα το «εγώ» κάτω από το «εμείς». Αυτό που λέμε κλασικός παίκτης ομάδας. Και όμως. Μετά από μία πολύ καλή σεζόν (2013-2014) ο Πορτογάλος τον πούλησε μεσούσης της σεζόν (Γενάρη του 2015) στη Βόλφσμπουργκ. Ο Σίρλε είχε προλάβει να στεφθεί πρωταθλητής κόσμου με τη Γερμανία στα γήπεδα της Βραζιλίας και φυσικά να κερδίσει το δύσκολο κοινό των «μπλε». Συνεχίζει να αποτελεί βασικό στέλεχος των πάντσερ. Προσωπικά δεν κατάλαβα ποτέ το λόγο που άφησε την Τσέλσι.

 

Το μηχανάκι από την Κολομβία: Χειμερινή περίοδος του 2015 και η Τσέλσι βγάζει από τα ταμεία της το ποσό των 23 εκατομμυρίων λιρών για να φέρει τον Κουαδράδο από την Φιορεντίνα. Ο παίκτης δήλωνε παντού πόσο ευτυχισμένος είναι που θα έπαιζε για τον Μουρίνιο και τη δική του Τσέλσι και οι περισσότεροι περιμέναμε με αγωνία αυτό το πάντρεμα. Τελικά δεν είδαμε τίποτα μιας και ο Πορτογάλος δεν μπόρεσε να πάρει τίποτα ούτε από τον Κουαδράδο στέλνοντάς τον στη Γιουβέντους ως δανεικό μισό χρόνο αργότερα. Στο Τορίνο -εννοείται- πίστεψαν στο ταλέντο του και τον έκαναν δικό τους ένα χρόνο μετά με κανονική μεταγραφή. Εννοείται πως πραγματοποιεί εξαιρετικές εμφανίσεις με τη φανέλα της Γιούβε και εννοείται πως ο Κόντε θα του έβρισκε ένα σημαντικό ρόλο στην δική του Τσέλσι.

Manchester-United-v-Watford

Ο σπουδαίος Ισπανός: O Μουρίνιο όταν ανέλαβε την Τσέλσι για δεύτερη φορά είχε την τύχη να βρει εκεί ως παίκτη τον σπουδαίο Χουάν Μάτα. Τι είχε καταφέρει ο Ισπανός τόσο με την εθνική όσο και με τους «μπλε» το θεωρώ περιττό αναφοράς. O Πορτογάλος δεν πίστεψε τον Ισπανό και τον χρησιμοποίησε ελάχιστα τη σεζόν 2013-2014 πουλώντας τον μάλιστα το καλοκαίρι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Το περασμένο καλοκαίρι οι δυο τους έσμιξαν ξανά στο Όλντ Τράφορντ και ο Μάτα (αν και δεν λογίζεται ως βασικός) εκθέτει τον προπονητή του όταν παίζει βασικός μιας και είναι ένας εκ των καλύτερων παικτών της ομάδας την τρέχουσα σεζόν. Λογικό μιας και διαθέτει σπάνιο ποδοσφαιρικό dna.

O φτωχός Φαραώ: Η διοίκηση της Τσέλσι δεν χάλασε το χατήρι του Μουρίνιο και του έφερε τον Σαλάχ (για 11 εκατομμύρια λίρες) από την Βασιλεία το Γενάρη του 2014. Ο Αιγύπτιος θεωρούνταν τότε ένας ανάμεσα στους κορυφαίους ανερχόμενους εξτρέμ του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Τι κατάφερε στην Τσέλσι επί Μουρίνιο; Μια τρύπα στην άμμο (και πολλά λέω). Μοιραία άρχισαν οι δανεισμοί μέχρι να βρει την Ιθάκη του στη Ρόμα το περασμένο καλοκαίρι.

O αδικημένος Νιγηριανός: O Βίκτωρ ο Μόζες είναι ένας τιμιότατος ποδοσφαιριστής στα δικά μου μάτια. Ένας ποδοσφαιριστής που επί Μουρίνιο δεν βρήκε ποτέ χώρο στους «μπλε» αν και άξιζε μια ευκαιρία. Δόθηκε δανεικός στη Λίβερπουλ και έκανε μαζί της πρωταθλητισμό. Δόθηκε στη Στόουκ και έκανε μια εξαιρετική σεζόν. Δόθηκε στη Γουέστ Χαμ και ήταν κάτι παραπάνω από χρήσιμος στην εξαιρετική ομάδα του Μπίλιτς. Η έλευση Κόντε και το γεγονός πως ο Ιταλός έχει αλλάξει το σύστημα σε 3-5-2 έχουν δώσει στον Νιγηριανό όχι μόνο πολλές ευκαιρίες αλλά φανέλα βασικού ως δεξί μπακ-χαφ. Κάτι που είχε κάνει για ένα μεγάλο διάστημα επιτυχώς και στη Λίβερπουλ του Ρότζερς το 2014. Σημαντικό γρανάζι της Τσέλσι πλέον και ακόμα ένας που εκθέτει ανεπανόρθωτα τις επιλογές του Πορτογάλου τα τρία τελευταία χρόνια όταν ήταν δηλαδή ο τιμονιέρης των «μπλε».

Τις πταίει για τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ

  [18 Σχόλια]

Britain Football Soccer - Watford v Manchester United - Premier League - Vicarage Road - 18/9/16 Manchester United's Wayne Rooney looks dejected after Watford's Troy Deeney scores their third goal Reuters / Eddie Keogh Livepic EDITORIAL USE ONLY. No use with unauthorized audio, video, data, fixture lists, club/league logos or "live" services. Online in-match use limited to 45 images, no video emulation. No use in betting, games or single club/league/player publications. Please contact your account representative for further details.

Θεωρώ τον Μουρίνιο ξεπερασμένο και στάσιμο προπονητή. Το είχα γράψει και πέρυσι στις αρχές της σεζόν όταν η δική του Τσέλσι είχε κάνει ένα κάκιστο ξεκίνημα που τελικά οδήγησε και στην απόλυσή του από τον πάγκο των «μπλε» για δεύτερη φορά. Επίσης δεν τον θεωρούσα -κάτι που φυσικά ισχύει ακόμα- ως τον κατάλληλο για τον πάγκο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, μιας και το στυλ του δεν συνάδει με το προφίλ της τεράστιας αυτής ομάδας. Το είχα γράψει τον περασμένο Μάη, όταν ο Πορτογάλος δεν είχε ανακοινωθεί ακόμα από τους «κόκκινους» του Μάντσεστερ αλλά όλοι γνωρίζαμε ότι αυτός ο «γάμος» δεν υπήρχε περίπτωση να μην γίνει. Εφτά επίσημα παιχνίδια μετά την έναρξη της φετινής σεζόν (5 για το πρωτάθλημα και από ένα σε Community Shield και Γιουρόπα Λιγκ) η Γιουνάιτεντ συνεχίζει να δείχνει «άρρωστη». Δεν παρουσιάζει καλό ποδόσφαιρο, δεν κερδίζει ή όταν το κάνει δεν γίνεται εύκολα και, το χειρότερο, φαίνεται εγκλωβισμένη στο σύστημα του προπονητή της. Αυτό το 4-2-3-1 που ο Μουρίνιο παρουσιάζει χρόνια τώρα, δίχως καμία εξέλιξη. Ένα σύστημα που όπως το δουλεύει ο ίδιος και με τους παίκτες που χρησιμοποιεί είναι εύκολο πλέον να αντιμετωπιστεί. Τουλάχιστον αυτό έχουμε δει στην έναρξη και της φετινής σεζόν. Το ποδόσφαιρο συνεχώς εξελίσσεται. Ο Μουρίνιο όχι.

Το χειρότερο, σε όλα τα παραπάνω, είναι πως για να δημιουργηθεί αυτή η ομάδα έχουν δαπανηθεί πολλές δεκάδες εκατομμυρίων ευρώ και πως ο Πορτογάλος ήδη ζητά και άλλους πρωτοκλασάτους ποδοσφαιριστές. Έχει γραφτεί έντονα το όνομα του «δεκαριού» της Ρεάλ Μαδρίτης, Χάμες Ροντρίγκεζ για τη μεταγραφική περίοδο του Γενάρη. Όλα αυτά παραμένουν φήμες, αν και είναι σίγουρο πως θα γίνουν κι άλλες προσθήκες (και αφαιρέσεις). Αλλά ας ξεκινήσουμε από τα φρέσκα γεγονότα. Την Κυριακή η Γιουνάιτεντ γνώρισε την ήττα (τρίτη σερί σε διάστημα μίας εβδομάδας) από τη Γουότφορντ του Βάλτερ Ματσάρι. Προσωπικά περίμενα ένα δύσκολο απόγευμα για την ομάδα του Πορτογάλου αλλά τόσο δύσκολο, για κανένα λόγο. Το Ιταλικό 3-5-2 του Ματσάρι κόντρα στο 4-2-3-1  του Πορτογάλου με απόλυτο νικητή τον πρώτο. Σε αυτή την αναμέτρηση φάνηκαν ξεκάθαρα όλα -μα όλα- τα προβλήματα του Πορτογάλου και της ομάδας του. Τονίζω πάντα ότι αυτός έχει το μεγαλύτερο μερίδιο για την τραγική εικόνα της ομάδας του. Για να δούμε όμως τι έχω εγώ διακρίνει.

Ο Ζλάταν και η μοναξιά της επίθεσης

Leicester-City-v-Manchester-United-The-FA-Community-Shield

Ο Ιμπραίμοβιτς είναι ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής. Ανάμεσα στους κορυφαίους των τελευταίων 20 ετών και με σπάνια τεχνική που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα. Μέχρι εδώ όλα καλά. Ο Ζλάταν των 35 ετών όμως δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στη μοναξιά της κορυφής στο σύστημα του Πορτογάλου. Στο δύσκολο (και σκληρό) Αγγλικό ποδόσφαιρο. Πόσο μάλλον όταν βρίσκεται μόνος ανάμεσα σε τρεις μουτζαχεντίν κεντρικούς αμυντικούς και με στήριγμα τον αργό Ρούνεϊ, συν δύο κεντρικά χαφ που δείχνουν -επίσης- δυσκολία να τον βοηθήσουν αλλά και να συνεννοηθούν. Ο Σεμπάστιαν Πρεντλ της Γουότφορντ «έσβησε» κυριολεκτικά τον Σουηδό (κάτι που είχε λογική με τον τρόπο που παρατάχτηκαν οι δύο ομάδες). «Μα έχει σκοράρει ήδη 4 τέρματα» θα πει κάποιος και δεν θα έχει άδικο. Η ποιότητα του είναι τέτοια που το μισό λάθος θα το μετατρέψει σε γκολ αλλά δεν μπορεί να προσφέρει (σχεδόν) τίποτα στο αμυντικό κομμάτι της ομάδας (που εννοείται ξεκινά και τελειώνει με το πρέσινγκ των επιθετικών της κάθε ομάδας) κάτι που επηρεάζει και το επιθετικό δικό του παιχνίδι (μιας και δεν διαθέτει την έκρηξη του παρελθόντος και δεν μπορεί να βρει χώρους για να σουτάρει κόντρα στους γρήγορους αμυντικούς της Πρέμιερ Λιγκ). Και στα 5 παιχνίδια της Γιουνάιτεντ για το πρωτάθλημα οι κεντρικοί αμυντικοί των αντιπάλων έβγαιναν -σχεδόν- σε όλες τις φάσεις πρώτοι στη μπάλα από τον Σουηδό. Είναι γνωστό πως στην Πρέμιερ Λιγκ δεν υπάρχει δευτερόλεπτο για σκέψη. Αν αργήσεις, χάθηκες. Ο Ζλάταν φαντάζει ακριβώς αυτό μέχρι στιγμής. Χαμένος.

Ο άφαντος Πογκμπά

a.espncdn.com

Ο Γάλλος κεντρικός μέσος είναι ο ακριβότερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του ποδοσφαίρου και ο άνθρωπος που πολλοί φίλοι της ομάδας περίμεναν ως τον μεσσία που θα τους οδηγήσει στη Γη της Επαγγελίας του DAB. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε δει τίποτα ούτε από αυτόν. Φυσικά και δεν ευθύνεται αποκλειστικά αυτός. Διαθέτει σίγουρα τεράστιο ταλέντο και πολλές δυνατότητες εξέλιξης αλλά εγκλωβίζεται και αυτός στο σύστημα του Μουρίνιο. Αν ρίξουμε μια ματιά στις εξαιρετικές εμφανίσεις του Γάλλου με τη φανέλα της Γιούβε θα διαπιστώσουμε πως η θέση που έπαιζε στο Τορίνο απέχει κατά πολύ από αυτή του τυπικού κεντρικού χαφ, όπως ο ρόλος δηλαδή που έχει στη Μάντσεστερ. Ο Πογκμπά έχοντας πίσω του τον μαέστρο Αντρέα Πίρλο και δίπλα του (ως εσωτερικό μέσο) τον «σκύλο» Αρτούρο Βιντάλ είχε απόλυτη ελευθερία στις κινήσεις του έτσι ώστε να ξεδιπλώσει το πλούσιο ταλέντο του, σε ένα πιο εύκολο πρωτάθλημα από την Πρέμιερ Λιγκ. Στη Γιουνάιτεντ ο ρόλος του είναι διπλός και ισορροπημένος ανάμεσα στο αμυντικό και το δημιουργικό κομμάτι, έχοντας δίπλα του, όχι κάποιον σπουδαίο αρτίστα ή ένα καθαρά αμυντικό παίκτη αλλά τον Φελαϊνί. Τώρα αν αυτό είναι καλό ή κακό το έχουν καταλάβει ακόμα και τα δίχτυα στο Όλντ Τράφορντ. Το ίδιο (πάνω-κάτω) το είδαμε να λειτουργεί αρνητικά και στην εθνική Γαλλίας το καλοκαίρι. Η κατάσταση δυσκολεύει πολύ περισσότερο όταν ο Πογκμπά υψώνει τα μάτια και βλέπει μπροστά του τον Ρούνεϊ. Ίσως έχει φτάσει η ώρα να αλλάξει θέση και να ανέβει πολλά μέτρα στο γήπεδο, ξέροντας όμως πως πίσω του θα υπάρχει ένας (ή και δύο) καθαροί αμυντικοί μέσοι που θα τον βοηθήσουν να ξεδιπλώσει τις επιθετικές (κυρίως) του αρετές. Ποιοι μπορούν να το κάνουν αυτό; Σίγουρα ο ένας είναι ο Κάρικ που μπορεί να παίξει το ρόλο του deep lying play maker ακριβώς μπροστά από τους δύο στόπερ. Ένας Κάρικ που αραχνιάζει στον πάγκο σαν ξεχασμένη λατέρνα σε παλιατζίδικο.

Οι πλάγιοι μπακ και οι βοήθειες στο κέντρο της άμυνας

57b2fea3a8560dc135000004

Στα χρόνια του Μουρίνιο στην Αγγλία, οι Σο και Βαλένσια είναι σίγουρα οι δύο πιο επιθετικοί πλάγιοι μπακ που είχε ποτέ ο Πορτογάλος. Κάτι που φυσικά λειτουργεί αρνητικά σε ολόκληρη την αμυντική λειτουργία της ομάδας. Σε συνδυασμό πάντα με τους εξτρέμ που έχουν μπροστά τους. Ούτε ο Ράσφορντ, ούτε ο Μαρσιάλ, ούτε ο Λίντγκαρντ, ούτε ο Μικχιταριάν είναι λάτρεις της άμυνας. Το στυλ παιχνιδιού της Γιουνάιτεντ τους αφαιρεί τα συνεχόμενα ανεβάσματα αλλά τους φέρνει συνεχώς πιο κοντά στους δύο -μέτριους- στόπερ. Κανένας εκ των δύο εννοείται πως δεν μπορεί να «κλείσει» στην άμυνα ως τρίτος στόπερ, κάτι που βλέπαμε συνεχώς στις ομάδες του Μουρίνιο με πλάγιους μπακ όπως ο Ιβάνοβιτς, ο Φερέιρα και ο Γκαλάς, κάτι που αποδυναμώνει κατά πολύ την άμυνα και σε συνθήκες πίεσης με ομάδα που παίζει με την μπάλα στο χόρτο (όπως η Σίτι και η Λίβερπουλ) αλλά και με αυτές που χρησιμοποιούν μακρινές μπαλιές με τη μπάλα στα σύννεφα (Γουότφορντ και Χαλ). Λύση πρέπει να βρεθεί και εδώ κατά την ταπεινή μου γνώμη. Ίσως ο Ματέο Νταρμιάν να είναι μια καλύτερη λύση για το δεξί άκρο της άμυνας στο μέλλον. Αν και ο Μουρίνιο είναι ικανός να χρησιμοποιήσει εκεί και τον Σμόλινγκ, ακόμα και τον Φιλ τον Τζόουνς με μηδενικά επιθετικά ανεβάσματα.

Θα μου πείτε αρκετοί πως είμαι ισοπεδωτικός. Πως βρίσκω και γράφω μόνο τα αρνητικά της σπουδαίας ομάδας του Μάντσεστερ. Πως αν ήθελα θα μπορούσα να βρω και θετικά. Στα θετικά είναι σίγουρα πως με την εικόνα που παρουσιάζει στο γήπεδο, αυτό της προβλέψιμης και προβληματικής, βρίσκεται μόνο στο -6 από τη συμπολίτισσα Σίτι του Γκουαρντιόλα, ενώ θα μπορούσε να βρίσκεται ήδη στο -8 (τουλάχιστον). Μιας Σίτι που χάρις στον προπονητή της παρουσιάζει εξαιρετικό και σύγχρονο ποδόσφαιρο. Η Γιουνάιτεντ μπορεί σίγουρα να βελτιωθεί καθώς διαθέτει μεγάλη ποιότητα αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να αλλάξουν πρόσωπα και καταστάσεις στην εντεκάδα. Αυτό είναι 100% σίγουρο. Αλλιώς προβλέπω να μας παρουσιάζει ένα εντελώς διαφορετικό, προς το καλύτερο πάντα, πρόσωπο με άλλο προπονητή στον  πάγκο. Να μου το θυμηθείτε.

Η Περίπτωση του Σεσκ Φάμπρεγας

  [6 Σχόλια]

Εδώ και αρκετό καιρό κοιτάζω την περίπτωση του Σεσκ Φάμπρεγας και ψάχνω να δω τι φταίει που αυτός ο παίχτης ενώ έχει πολύ καλά νούμερα, κυρίως όσον αφορά τις ασίστ, δε στεριώνει πουθενά μετά την Άρσεναλ και κάνει μισές σεζόν. Αφορμή για το κείμενο είναι η εδώ και καιρό φημολογούμενη αποχώρησή του από την Τσέλσυ (με τη Ρεάλ Μαδρίτης και τη Γιουβέντους να ενδιαφέρονται), αλλά και οι εμφανίσεις του στο Γιούρο με την εθνική Ισπανίας.

cescfabregasarsenal

Ομολογώ ότι ο Σεσκ της Άρσεναλ ήταν ένας παίχτης που μου άρεσε πολύ. Σύγχρονο χαφ με εξαιρετική πάσα, έλεγχο του ρυθμού του παιχνιδιού και με ικανότητα να έρχεται από τη δεύτερη γραμμή και να τελειώνει φάσεις. Επίσης έδειξε αρχηγικές ικανότητες παίρνοντας το περιβραχιόνιο του αρχηγού πολύ μικρός. Ήταν η περίοδος που και ο Πικέ ήταν στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και στη Βαρκελώνη απορούσαμε ποιος κερατάς ήταν αυτός στις ακαδημίες που τους άφησε να φύγουν. Και αν ο Ζεράρ γύρισε στην πόλη του και στην ομάδα του με το αστείο, για την αξία του, ποσό των 5Μ, ο Σεσκ έγινε διακαής πόθος.

Η Μπαρσελόνα τον πολιορκούσε με τη λογική που κάποιος ευγενής πολιορκούσε μια δεσποινίδα τον 18ο αιώνα (3 χρόνια). Ήθελε να τον επαναπατρίσει και οι παλιοί του συμπαίχτες στη Μασία έκαναν διάφορα σταντ όπως ο Πουγιόλ, που του φόρεσε φανέλα της Μπάρσα στα πανηγύρια για το Μουντιάλ πάνω στην εξέδρα. Το κατάφερε τελικά το 2011 πληρώνοντας 40Μ στην Άρσεναλ (το θέμα «Η Μπάρσα έχει χτίσει το Έμιρεϊτς» θα το θίξουμε σε άλλο κείμενο). Ξεκινάει ιδανικά με νικητήριο γκολ στο Σούπερ Καπ με την Πόρτο. Σεσκ Μπομπ τον λένε οι τοπικές εφημερίδες. Παράλληλα χτίζει μια εξαιρετική σχέση με τον Μέσσι (πάντα βοηθάει) και ακόμα και οι γυναίκες τους τα πάνε πολύ καλά. Οι οικογένειες Μέσσι και Φάμπρεγας δένονται, αλλά αγωνιστικά αρχίζουν τα προβλήματα.

FIFA+2010+World+Cup+Champions+Spain+Victory+K_2q2-hi_4Tx

Η Μπαρσελόνα τότε είχε μια από τις πιο μπετόν και επιτυχημένες τριάδες στο κέντρο στην ιστορία του αθλήματος. Το Μπουσκέτς-Τσάβι-Ινιέστα έσπαγε μόνο για λόγους τραυματισμού. Ο Σεσκ πήγε στην επίθεση, πίσω λίγο από τον Μέσσι. Έβαζε γκολ, αλλά χανόταν η συνοχή της ομάδας. Σε μια χρονιά όπου ο Πεπ η αλήθεια είναι το παράκανε με τους πειραματισμούς, ήρθε κάποια στιγμή στο κέντρο. Στη φυσική του θέση περιμέναμε ν’ αποδώσει καλύτερα. Η παρουσία του όμως έγινε τρομακτικό πρόβλημα. Όταν έπαιζε στη θέση του Τσάβι άφηνε έναν τεράστιο κενό αεροδιάδρομο καθώς η φυσική του τάση ήταν να βγει να πρεσάρει τη μπάλα ψηλά. Δεν κοντρόλαρε το ρυθμό όπως ο Τσάβι και έψαχνε την κάθετη πάσα. Όταν έπαιζε στη θέση του Ινιέστα άφηνε συχνά τους άλλους δυο εκτεθειμένους, πάλι διότι έβγαινε στην μπάλα συνέχεια. Όταν αγωνίστηκε, όπως στην εθνική, ψευτοεννιάρι στη θέση του Μέσσι, ε, δεν είναι Μέσσι. Παραγκωνίστηκε σταδιακά.

Την επόμενη χρονιά με το Βιλανόβα πάλι ξεκίνησε καλά, αλλά χάθηκε στην πορεία, ενώ με τον Τάτα που ήρθε και έκανε την ομάδα να παίζει πιο κάθετα δημιουργώντας τις πρώτες ρωγμές στο τίκι-τάκα, ενώ έβγαζε στην αρχή πάλι τις ασίστ με το τσουβάλι, στο δεύτερο μισό εξαφανίστηκε. Ο Σεσκ της Ισπανίας έγινε ένας παίχτης μισής σεζόν σε τοπ επίπεδο που μετά εξαφανιζόταν. Φεύγει το καλοκαίρι του 2014 για την Τσέλσυ λέγοντας ότι δεν τον εκτίμησαν αρκετά στη Βαρκελώνη. (Να σημειωθεί εδώ πως πρώτα ρώτησε τον Βενγκέρ για να επιστρέψει στην Άρσεναλ αλλά ο Αλσατός του απάντησε ότι έχει πάρα πολλούς παίχτες πια στη θέση του).

Cesc Chelsea

Στην Τσέλσυ στον πρώτο γύρο παίζουν βόλεϋ με τον Ντιέγο Κόστα, με τον Σεσκ σε ρόλο πασαδόρου. Η σύνδεση μεταξύ τους κάνει την Τσέλσυ από νωρίς φαβορί για τον τίτλο. Παίζει στη φυσική του θέση, κεντρικό χαφ. Πάλι κάνει τοπ κλας χρονιά, μισή σεζόν. Στο δεύτερο μισό χάνεται. Όχι αρκετά για να χάσει η Τσέλσυ το πρωτάθλημα ή για να χάσει τον τίτλο του πρώτου ασίστμαν, αλλά χάνεται. Στη δεύτερη χρονιά του εκεί το κάνει ανάποδα, όπως όλη η Τσέλσυ. Δεν υπάρχει στο πρώτο μισό και εμφανίζεται στο τέλος.

Η ιστορία του στην εθνική Ισπανίας είναι ανάλογη. Στο Μουντιάλ του 2010 είναι κάτι σαν αφανής ήρωας. Από τη στιγμή που γίνεται δημιουργεί 4 ευκαιρίες για γκολ και είναι αυτός που δίνει την πάσα για το «Ινιεστάθο». Όμως σε εκείνη την εκδοχή με υγιείς Βίγια και Τόρρες και το καλύτερο κέντρο που εμφάνισε εθνική ομάδα ποτέ (Τσάβι, Ινιέστα, Μπουσκέτς, Τσάμπι Αλόνσο) δε χώραγε στις βασικές επιλογές. Στην επόμενη εκδοχή έγινε βασικός, αλλά παίζοντας στην εθνική το ρόλο που έπαιζε τότε ο Μέσσι στην Μπάρσα, αυτόν του ψευτοεννιαριού. Σε επίπεδο εθνικών τα καταφέρνει αρκετά καλά και βοηθάει την εθνική να κατακτήσει το Γιούρο του 2012, περίοδο που ο Τόρες είχε πάθει Τσέλσυ και ο Βίγια μετά τον τραυματισμό του δεν ήταν πια ο ίδιος παίχτης. Μετά φεύγει ο Τσάβι, ο Ντιέγο Κόστα έρχεται και επιστρέφει στο κέντρο. Πιστεύουν όλοι ότι η καλή τους συνεργασία στην Τσέλσυ θα συνεχιστεί και στην εθνική. Με τον Σεσκ στο κέντρο επιστρέφει για τη Λα Ρόχα το κενό-«αεροδιάδρομος» εκεί.

cesc-fabregas-con-la-roja

Φέτος ο Κόντε δεν τον υπολογίζει στα βασικά του πλάνα. Δεν ξέρω αν τον κερδίσει στην πορεία αλλά από Μαδρίτη και Τορίνο έδειξαν ήδη ενδιαφέρον να τον αποκτήσουν. Υποθέτω ότι δε θα θέλει ο ίδιος να δημιουργήσει κι άλλους εχθρούς και να πάει στην άσπρη πλευρά της Μαδρίτης.

Το ερώτημα παραμένει αν τελικά ο Σεσκ είναι παγκόσμιας κλάσης. Έχει φονική κάθετη πάσα και έχει βγει πρώτος ασίστμαν σε Αγγλία και Ισπανία. Έχει τελειώματα που για τη θέση του δεν είναι σύνηθες. Διαβάζει το παιχνίδι, πρεσάρει, έχει στημένα, κεφαλιά. Όλα αυτά όμως για μισή σεζόν. Επίσης έχει ένα σοβαρό έλλειμμα στον έλεγχο του ρυθμού του παιχνιδιού και δεν κρατάει τη θέση του, δημιουργώντας συνεχώς αριθμητικό μειονέκτημα στο κέντρο για την ομάδα του. Κανείς παίχτης δεν είναι τέλειος, όμως το παγκόσμιας κλάσης επίπεδο είναι για όσους κάνουν τουλάχιστον 3 συνεχόμενες φουλ χρονιές. Όχι εξάμηνα.

Το «κατενάτσιο» του Κόουλμαν και το αντιποδόσφαιρο του Σάντος

  [15 Σχόλια]

stream_img

Καταρχήν δεν θέλω να σας παραπλανήσω με τον τίτλο του κειμένου. Ο όρος «κατενάτσιο» είναι συνυφασμένος στο μυαλό πολλών ανθρώπων ως κάτι «κακό». Κάτι το άτεχνο και το αντιποδοσφαιρικό. O σκοπός να μη δεχθούμε κάποιο γκολ με κάθε τρόπο. Ξύλο απο τους παίκτες μας στον αντίπαλο, αμυντικές τακτικές που θα ζήλευε και ο Σουν-Τζου και γενικά οτιδήποτε μπορεί να καταστρέψει -και μόνο- το παιχνίδι του αντιπάλου με τρόπο μη ελκυστικό στο μάτι. Κάτι που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα. Όταν ακούμε τη λέξη «κατενάτσιο», αυθόρμητα, μας έρχεται στο μυαλό ο Ελένιο Ερέρα, ο Φακέτι και η σπουδαία Ίντερ των δύο Πρωταθλητριών τη δεκαετία του ’60. Εδώ θα συμφωνήσουμε (λογικά). Η μεγάλη καινοτομία του συστήματος  ήταν ο λίμπερο αλλά και το γεγονός πως έδινε στους πλάγιους μπακ τη δυνατότητα να ανεβαίνουν στην επίθεση ως εξτρέμ, σκοράροντας μάλιστα αρκετά τέρματα (ο Φακέτι είχε τελειώσει σεζόν με 10 γκολ σε μια περίοδο που οι βασικοί επιθετικοί στην Ιταλία έβγαιναν πρώτοι σκόρερ το πολύ με 18). Τριάδα στην άμυνα (με το λίμπερο σε ρόλο «σκούπας» μπροστά από τον τερματοφύλακα) ή αν θέλετε πεντάδα μαζί με τους δύο μπακ χαφ, τρεις μέσους στο χώρο του κέντρου που να καταστρέφουν το παιχνίδι του αντιπάλου και παράλληλα να μπορούν να δημιουργήσουν, και στην επίθεση -συνήθως- δύο γρήγοροι επιθετικοί. Επίσης δεν είναι τυχαίο πως αυτό το σύστημα ο Ερέρα είχε αρχίσει να το δουλεύει στη Μπάρτσα του Κουμπάλα (εκεί βέβαια δεν έγινε ποτέ κατανοητό), προσπαθώντας να εξηγήσει πως μπορείς να αποδόσεις επιθετικό ποδόσφαιρο στηριζόμενος σε αυτό. Σημαντικό επίσης πως μέχρι τότε οι πλάγιοι αμυντικοί δεν ανέβαιναν αρκετά στην επίθεση, όταν υπήρχε τετράδα στην άμυνα. Κάτι που έκανε σε μεγάλο βαθμό μόνο η Ολλανδία και ο Άγιαξ του Μίχελς, η ΕΣΣΔ και η Δινάμο του Λομπανόφσκι και πολλά χρόνια πίσω η ομάδα που άλλαξε το ποδόσφαιρο. Η Ρίβερ Πλέιτ. Μια ομάδα που είχε καταργήσει κάθε σύστημα και ποδοσφαιρική «λογική». Το κατενάτσιο, όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, βοηθάει ομάδες δίχως σπουδαία ποιότητα να κερδίζουν δυνατότερους αντιπάλους.

544194034.0

Ερχόμαστε στο σήμερα και την Ουαλία του Γιούρο. Είχα γράψει πως αυτή η ομάδα των 13-14 παικτών, αν αντέξει από τραυματισμούς και κάρτες (και με την απαιτούμενη πάντα τύχη) είναι ικανή για μεγάλα πράγματα. Η παρέα του Κόουλμαν -ευτυχώς- αυτό μας το δείχνει μέχρι στιγμής. Με ένα «κατενάτσιο» στα καλύτερά του. Με μια τριάδα στο κέντρο της άμυνας (τους Μπεν Ντέιβις, Τζέιμς Τσέστερ και τον αρχηγό Άσλεϊ Γουίλιαμς σε ρόλο σκούπας) να καταπίνουν τους πάντες. Με δύο πολύ καλούς πλάγιους μπακ χαφ που μοιράζουν κατά το ήμισυ τη βοήθεια τους σε άμυνα και επίθεση (ο Τέιλορ της Σουόνσι και ο Γκάντερ της Ρέντινγκ), με τρεις χαφ να κάνουν δουλειά για πέντε. Άλλεν, Ράμσεϊ και ο ήρωας Τζο Λέντλεϊ (ο παίκτης της Κρίσταλ Πάλας είχε σπάσει το πόδι του λίγο καιρό πριν το Γιούρο και δεν ήταν σίγουρη η παρουσία του στα γήπεδα της Γαλλίας) και φυσικά στην επίθεση ο Γκάρεθ Μπέιλ της Ρεάλ με τον τίμιο Ρόμπσον-Κανού (ή τον «σκύλο» Σαμ Βοκς της Μπέρνλι). Αυτό είναι το 3-5-2 στα καλύτερά του. Δίχως τους παίκτες-αστέρες (πλην 2-3 περιπτώσεων), δουλεύοντας όλοι για το καλό της ομάδας, με αλληλεγγύη και εμπιστοσύνη στο πλάνο του προπονητή. Αυτό είναι και το κατενάτσιο άλλωστε, σύμφωνα πάντα με τον Ερέρα. Αυτή είναι και η θαυματουργή Ουαλία του 2016. Μια ομάδα που δείχνει -με τον καλύτερο- τρόπο πως το, παλαιολιθικό, 3-5-2 για πολλούς, είναι το καλύτερο σύστημα αν ξέρεις να το παίξεις σωστά. Δυστυχώς για τους Ουαλούς οι Άαρον Ράμσεϊ και Μπεν Ντέιβις θα χάσουν λόγω καρτών τον ημιτελικό κόντρα στους Πορτογάλους, με τους Άντι Κινγκ (της Λέστερ) και Τζέιμς Κόλινς (της Γουέστ Χαμ) να είναι οι πιθανοί αντικαταστάτες. Το σημαντικότερο. Το ποδόσφαιρο της Ουαλίας αν και έχει περισσότερο βάρος στην άμυνα καταφέρνει να είναι ελκυστικό.

a.espncdn.com

Πάμε τώρα στην Πορτογαλία του Σάντος. Το σύστημα της ομάδας είναι αρκετά κοντά στο 4-4-2 ή 4-1-3-2 αν προτιμάτε. Χωρίς τον κλασσικό σέντερ φορ αλλά με τετράδα στην άμυνα, ένα καθαρό αμυντικό μέσο τον Γουίλιαμ Καρβάλιο, δύο εξτρέμ και ένα παίκτη που μπορεί να δώσει  βοήθειες σε κάθε μήκος και πλάτος του γηπέδου σε άμυνα και επίθεση (τον Ρενάτο Σάντσες) και φυσικά τον τεράστιο Κριστιάνο Ρονάλντο στη γραμμή κρούσης. Είναι ελκυστική στο μάτι η Πορτογαλία του Σάντος; Ούτε στο μάτι, ούτε στο φρύδι, ούτε σε κανένα άλλο μέλος (μέρος) του σώματος. Είναι αποτελεσματική; Αν την κρίνουμε καθαρά από την πορεία της μέχρι στιγμής, σίγουρα ναι. Με δύο προκρίσεις όμως -στα νοκ άουτ- στην παράταση (την τελευταία στα πέναλτι) και έχοντας πάρει την πρόκριση από τον όμιλο με τρεις ισοπαλίες (ως τρίτη), χρειάστηκε πολύ τύχη για να τα καταφέρει. Το ποδόσφαιρο που έχει παρουσιάσει είναι από τα χειρότερα -και πιο βαρετά- που θυμάμαι από καλή ομάδα σε φάση Γιούρο και αυτό δεν είναι καθόλου τιμητικό γι’ αυτούς. Όχι φυσικά επειδή το λέω και το γράφω εγώ, αλλά επειδή σε αυτό συμφωνούν όλοι πλην των κολλημένων με τον Φερνάντο Σάντος και των φανατικών της φίλων εκ Πορτογαλίας.  Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως το πόσο ελκυστικό μπορεί να γίνει το ποδόσφαιρο κάθε ομάδας δεν κρίνεται από το σύστημα ή την ποιότητα των ποδοσφαιριστών της (στα χαρτιά οι Πορτογάλοι είναι πολύ ανώτεροι ποιοτικά από τους Ουαλούς άλλωστε) αλλά από τη διάθεση και την τακτική του προπονητή της. Το «κατενάτσιο» των Ουαλών είναι σύγχρονο, αποτελεσματικό και μοντέρνο απέναντι στο πρωτόγονο, κουραστικό (στο βαθμό μισητού) και ουσιαστικό (;) ποδόσφαιρο του Σάντος.

Δεν ξέρω τι θα δούμε στον ημιτελικό. Αν θα μπορέσουν οι Ουαλοί να αντέξουν στο «βάρος» του διαφαινόμενου τελικού και κατά πόσο θα μπορέσει να καλύψει ο Κινγκ το τεράστιο κενό του Ράμσεϊ. Αυτό που ξέρω όμως σίγουρα είναι πως θα σιχαθούμε το ποδόσφαιρο από την πλευρά του Σάντος και της ομάδας του. Επίσης ξέρω ποιον θα υποστηρίζω και πως αν περάσουν οι Πορτογάλοι θα είναι ένα μεγάλο ξενέρωμα για μένα (και πολλούς ακόμα που τους αρέσει το καλό ποδόσφαιρο). Εκτός και αν η Πορτογαλία έχει κρατήσει μια υπέροχη παράσταση για όλους μας. Τότε θα τη χειροκροτήσω και θα της βγάλω το καπέλο. Και σε αυτή και στον Σάντος. Μια ομάδα που έπαιξε κάκιστο ποδόσφαιρο και κέρδισε μια κούπα, τη θυμούνται όλοι. Μια ομάδα που έπαιξε όμορφο ποδόσφαιρο και δεν πήρε μια κούπα, επίσης τη θυμούνται όλοι (δεν υπάρχει μεγαλύτερο παράδειγμα από τη Βραζιλία του ’82). Μια ομάδα που έπαιξε τραγικό ποδόσφαιρο και δεν κέρδισε τίποτα, δεν τη θυμάται κανένας. Έγραψα και πιο πάνω άλλωστε. Άλλο το κατενάτσιο, άλλο το αντιποδόσφαιρο. Και εγώ με το δεύτερο δεν είμαι με τίποτα και για κανένα λόγο.

Πέναλτι: Μύθοι, πραγματικότητες και στατιστικά

  [7 Σχόλια]

german_penalty-large

Καλοκαιράκι, διεθνείς ποδοσφαιρικές διοργανώσεις και νοκ-άουτ παιχνίδια σημαίνουν πέναλτι. Μετά από μια ακόμα αποτυχία της Αργεντινής σε τελικό Κόπα Αμέρικα και μετά από αρκετές διαδικασίες πέναλτι στο Euro με αποκορύφωμα αυτή στο Ιταλία-Γερμανία, αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με την ψυχοφθόρα αυτή διαδικασία. Ψάξαμε σε άρθρα και δημοσιευμένες εργασίες σε επιστημονικά περιοδικά για να δούμε τι από όσα καφενειακά και μη που λέμε κατά καιρούς ισχύει. Ποιοι παράγοντες παίζουν μεγαλύτερο ρόλο; Είναι θέμα ικανότητας των παικτών; Κακής ή καλής ψυχολογίας; Τύχης, με τον τερματοφύλακα να διαλέγει σωστά τη γωνία; Κούρασης από τα 120′ και άρα και φυσικής κατάστασης; Κατά πόσο παίζουν ρόλο άλλοι παράγοντες (π.χ. ποιος θα εκτελέσει πρώτος, πώς θα πανηγυρίσει κάποιος); Τα όσα διαβάσετε παρακάτω βασίζονται στην μελέτη μεγάλου αριθμού χτυπημάτων σε διοργανώσεις εθνικών ομάδων κατά κύριο λόγο.

  • Πού πάνε τα πέναλτι;

Φαίνεται ότι το καλό πόδι παίζει ρόλο, με τους δεξιοπόδαρους να σουτάρουν περισσότερο αριστερά και τους αριστεροπόδαρους στην δεξιά πλευρά (περίπου 50%, σε σχέση με περίπου 40% στην αντίθετη). Επειδή ακριβώς οι δεξιοπόδαροι είναι περισσότεροι, τα περισσότερα πέναλτι πηγαίνουν αριστερά και έτσι κι οι τερματοφύλακες δείχνουν μια προτίμηση προς εκείνη την πλευρά. Γενικά πάντως οι τερματοφύλακες διαλέγουν πλευρά, σε ένα ποσοστό που κυμαίνεται περίπου στο 95%. Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που ο… τέρμας παραμένει όρθιος, όπως έχουμε δει και στο παρελθόν. Οι τερματοφύλακες επιλέγουν τη δράση από την «μη-δράση» και μαντεύουν σωστά την πλευρά στο περίπου 40% των περιπτώσεων. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα πιάσουν και το πέναλτι. Εκεί υπεισέρχονται άλλοι παράγοντες, όπως η τεχνική του εκτελεστή (πόσο καλά θα σουτάρει) και το πόσο γρήγορα θα πέσει ο τερματοφύλακας. Περίπου μία στις τρεις φορές που ο τερματοφύλακας μαντεύει σωστά, θα αποκρούσει κιόλας.

Αντίθετα, αν ο τερματοφύλακας καθόταν στην μέση της εστίας και η μπάλα πήγαινε εκεί, οι πιθανότητες να το πιάσει είναι περίπου δύο στις τρεις. Με βάση τον αριθμό των χτυπημάτων που πηγαίνουν στο κέντρο, στατιστικά θα είχε 20% μεγαλύτερη επιτυχία σε μια διαδικασία αν απλά δεν καθόταν ακίνητος. Μπορεί να κοροϊδεύουμε τον Όμπλακ, αλλά βάση μαθηματικών έκανε το σωστό. Απλά μετά πάμε σε άλλου είδους mind games και προβλέψεις. Αντί να διαβάζει ο τερματοφύλακας τον εκτελεστή, ξέρει ο εκτελεστής τη συνήθεια του τερματοφύλακα και θα αποφύγει να σουτάρει στο κέντρο. Έτσι κι αλλιώς πάντως, οι τερματοφύλακες αποφεύγουν να μένουν στην μέση της εστίας. Είτε επειδή πιστεύουν ότι μπορούν να διαβάσουν τον εκτελεστή, είτε επειδή ακριβώς θα νιώσουν την τεράστια πίεση του κόσμου αν τα φάνε όρθιοι («You had one job») περιμένοντας αυτό που θα πάει πάνω τους. Είναι ουσιαστικά η εφαρμογή του λεγόμενου «φαινόμενου Τοχούρογλου», όπου ο τερματοφύλακας κάνει μια εύκολη επέμβαση εντυπωσιακή με θεαματική εκτίναξη για να κερδίσει τον κόσμο. Έτσι και στα πέναλτι. Ακόμα και αντίθετα να πέσεις, έδειξες προσπάθεια. Αν το φας όρθιος, επηρεάζεις αρνητικά τόσο τον κόσμο, όσο και τους συμπαίκτες σου.

penaltystats_2261246aΠηγή: Prozone

Όσον αφορά στην… τοπογεωγραφία των εκτελέσεων, τόσο η έρευνα του Πανεπιστημίου Νεγκέβ στο Ισραήλ, όσο και τα στοιχεία από τις Sportsmatrix και Prozone συμφωνούν. Τα περισσότερα πέναλτι πηγαίνουν χαμηλά και όπως είναι λογικό εκεί έχουμε και τα περισσότερα εύστοχα πέναλτι. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι είναι το καλύτερο μέρος να εκτελέσεις, καθώς εκεί συμβαίνουν και οι περισσότερες αποκρούσεις. Αντίθετα, τα πέναλτι που πηγαίνουν στο πάνω τριτημόριο τη εστίας είναι σχεδόν άπιαστα. Απλά θέλει προσοχή, γιατί σχεδόν τα μισά χαμένα πέναλτι που πήγαν άουτ, ήταν πάνω από τα δοκάρια. Συνολικά, το ποσοστό των πετυχημένων πέναλτι κυμαίνεται κοντά στο 80%, αλλά σε διαδικασίες πέναλτι σε Μουντιάλ πέφτει περίπου στο 70%. Η ψυχολογική πίεση φαίνεται να είναι μεγάλη, όσο πιο μεγάλη η διοργάνωση. Ένα εντυπωσιακό στατιστικό είναι ότι οι καλύτεροι τερματοφύλακες φαίνεται να βρίσκονται στη Ν. Αμερική, καθώς στα Κόπα Αμέρικα έχουμε τις περισσότερες αποκρούσεις, αντίθετα με τα Μουντιάλ που έχουμε πολλά πέναλτι άουτ (ξανά πιθανότατα θέμα άγχους).

  • Ο πρώτος κι ο δεύτερος

Πολύ κουβέντα γίνεται για τη σημασία του ποιος θα εκτελέσει πρώτος. Απ’ ότι φαίνεται καλώς γίνεται. Τα στατιστικά δείχνουν ότι η ομάδα που σουτάρει πρώτη κερδίζει κατά 60% με 65%, αρκετά σημαντικό ποσοστό που σημαίνει ότι αυτός που θα κερδίσει το νόμισμα έχει και πλεονέκτημα. Εξαίρεση αν είσαι ο Μπουφόν στο Euro του 2008, όταν και άφησε την Ισπανία να εκτελέσει πρώτη και να κερδίσει. Φαίνεται πάντως ότι οι περισσότεροι το γνωρίζουν, καθώς σε ερωτηματολόγιο που στάλθηκε σε παίκτες και προπονητές στην Ισπανία, το 90% απάντησε ότι θα διάλεγε να εκτελέσει πρώτος. Υπάρχει πάντως και μια έρευνα που έγινε μόνο στο γερμανικό κύπελλο κι εκεί δεν φαίνεται να υπάρχει διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου. Το εύρημα δείχνει περίεργο, αλλά μετά σκέφτεσαι: «Γερμανοί και πέναλτι» και το βρίσκεις λογικό. Δυστυχώς όσο έψαξα, δεν βρήκα κάποιο στατιστικό για το να επιλέγεις την εστία με τους αντίπαλους οπαδούς, όπως έκανε ο Σβαϊνστάιγκερ με την Ιταλία. Δεν είναι και εφικτό πάντα σε διοργανώσεις εθνικών. Γενικά πάντως σε διαδικασίες εντός-εκτός έδρας, ο γηπεδούχος έχει ένα μικρό προβάδισμα.

  • Ρε πέσε και μια φορά σωστά !

Δεν είναι λίγες φορές που ο τερματοφύλακας πέφτει συνέχεια λάθος και μας κάνει να εκνευριστούμε. Ακόμα πιο έντονο είναι το συναίσθημα όταν επιμένει στην ίδια πλευρά, ενώ ο αντίπαλος σουτάρει μονίμως στην αντίθετη. Σε έρευνα του 2012 από την Αγγλία για το περιοδικό Current Biology βρέθηκε ότι όσο μια ομάδα σουτάρει συνέχεια στην ίδια πλευρά, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα ο τερματοφύλακας να πέσει στην αντίθετη πλευρά στο επόμενο. Αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις που οι παίκτες μιας ομάδας σούταραν στην ίδια πλευρά σε τρία συνεχόμενα πέναλτι και ο τερματοφύλακας έπεσε ανάποδα στο τέταρτο για να μαντέψει και πάλι λάθος. Αντίθετα, η συμπεριφορά των παικτών που εκτελούν τα πέναλτι δεν είναι τόσο προβλέψιμη. Η εξήγηση είναι ότι ο τερματοφύλακας είναι πάντα ο ίδιος και συνεπώς πιο εύκολο να πέσει στην λεγόμενη «πλάνη του τζογαδόρου», την λανθασμένη αντίληψη δηλαδή ότι αν κάτι συμβαίνει πιο συχνά από το κανονικό, θα σταματήσει να συμβαίνει το ίδιο συχνά στο μέλλον.

Πόσο σημαντικός είναι όμως ο τερματοφύλακας; Σε μια έρευνα των Χοσέ Απεστέγκια και Ιγνάσιο Παλάσιος Χουέρτα, βρέθηκε ότι τα ποσοστά των αποκρούσεων είναι συνήθως πολύ κοντινά για τις ομάδες. Η διαφορά γίνεται από τα «άστοχα» πέναλτι των εκτελεστών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τερματοφύλακες δεν παίζουν ρόλο προφανώς, απλά ότι τις περισσότερες φορές οι αποκρούσεις είναι παρόμοιες και το ματς κρίνεται από το πέναλτι που θα πάει άουτ ή στο δοκάρι. Μάλιστα, οι πιθανότητες γι’ αυτό αυξάνουν αν ο εκτελεστής βρίσκεται πίσω στο σκορ. Ρομπέρτο Μπάτζιο σε νιώθω…

AR-160629434

  • Είναι το πρώτο πέναλτι το λιγότερο ψυχοφθόρο;

Αν πιστέψουμε μια έρευνα του 2007 από το Πανεπιστήμιο του Χρόνινχεν τότε ναι. Αν και τα στατιστικά τους ήταν μέχρι και το 2004, περιελάμβαναν όλες τις διαδικασίες πέναλτι σε Μουντιάλ, Κόπα Αμέρικα και Euro μέχρι τότε. Αυτό που βρήκαν είναι ότι όσο προχωράμε στα πέναλτι, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα αστοχίας, καθώς το άγχος μεγαλώνει. Το ποσοστό επιτυχίας πέφτει σταδιακά και μόνο στο τελευταίο και 5ο πέναλτι αυξάνεται ξανά, γεγονός φαινομενικά περίεργο.

Picture1Πηγή: Kicks from the Penalty Mark in Soccer: The Roles of Stress, Skill, and Fatigue for Kick Outcomes, Journal of Sports Sciences · February 2007

Εδώ βέβαια τίθεται το ερώτημα αν το εύρημα αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όντως είναι θέμα ψυχολογικής πίεσης ή απλά οι προπονητές βάζουν τους καλύτερους παίκτες στην αρχή (όπως ο Μέσσι π.χ. στον τελικό του Κόπα Αμέρικα, το γράφω και κουλουριάζω στο πάτωμα δακρυσμένος) ή και στο 5ο και τελευταίο. Σίγουρα όμως η τρομερή πτώση από το 5ο και μετά έχει διπλή εξήγηση. Αφ’ ενός το άγχος είναι πολλαπλάσιο καθώς μιλάμε για διαδικασία «ξαφνικού θανάτου», από την άλλη θεωρητικά εξαντλούνται οι καλύτεροι σουτέρ και εκτελούν οι λιγότεροι καλοί ή όσοι «φοβόντουσαν» να είναι στους πέντε πρώτους. Σε παρόμοια συμπεράσματα κατέληγε και μια έρευνα του 2000, που έλεγε ότι οι προπονητές πρέπει να βάζουν τον χειρότερο από τους πέντε εκτελεστές στο πρώτο πέναλτι της σειράς, καθώς το μαθηματικό μοντέλο έλεγε ότι τότε έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας.

Germany v Italy - EURO 2016 - Quarter Final

  • Τρέμει ο πιτσιρίκος, κουράστηκε ο γέρος

Η λογική λέει ότι ο έμπειρος παίκτης έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να πετύχει. Λογικά έχει σουτάρει περισσότερα πέναλτι, έχει συμμετάσχει σε παραπάνω διαδικασίες, έχει καλύτερη ψυχολογία από τον αγχωμένο πιτσιρικά. Ποιος από εμάς τους καφενόβιους δεν είπαμε ότι ο Κίμλιχ με τα παιδικά μούτρα θα το χάσει; Φαίνεται ότι αυτή η θεωρία είναι μάλλον μύθος, καθώς οι πιο νέοι παίκτες παρουσιάζονται πιο εύστοχοι. Ποδοσφαιριστές κάτω των 22 σκοράρουν πιο συχνά, από τους μεγαλύτερούς τους. Η στατιστική ανάλυση λέει ότι αυτό το εύρημα μπορεί να είναι και τυχαίο (μεγάλο p για όσους γνωρίζουν), σίγουρα όμως ο μύθος του έμπειρου «ψαρούκλες απολύομαι» καταρρίπτεται βάση των αριθμών. Ένα άλλο στατιστικό λέει ότι οι παίκτες που έχουν παίξει πάνω από 90′ έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αστοχήσουν, χωρίς όμως και πάλι να είναι μια στατιστικά σημαντική διαφορά. Ο ρόλος της κούρασης συνεπώς δεν είναι τόσο κρίσιμος.

bonucci

  • Παίζει ρόλο η θέση;

Πολλοί βλέποντας τον Μπονούτσι στην κανονική διάρκεια του αγώνα Ιταλίας-Γερμανίας να πηγαίνει να εκτελέσει το πέναλτι, άρχισαν να τραβούν τα μαλλιά τους. Ο Μπονούτσι ευστόχησε, αλλά στη διαδικασία αργότερα το έχασε. Η αλήθεια είναι ότι στο μυαλό μας έχουμε συνδυάσει το σέντερ μπακ με κάποιον άτεχνο που μπορεί να στείλει την μπάλα σε τροχιά γύρω από τη Γη. Τι λένε οι αριθμοί; Σύμφωνα με την ίδια με πριν έρευνα οι περισσότεροι παίκτες που εκτελούν πέναλτι είναι χαφ. Η εξήγηση  είναι απλή, με τις ομάδες να παίζουν με έναν, άντε δύο επιθετικούς, οι μέσοι συνήθως είναι περισσότεροι έτσι κι αλλιώς και προφανώς πιο τεχνίτες από τους αμυντικούς. Παρά τον μειωμένο τους αριθμό, οι επιθετικοί παρουσιάζονται οι πιο εύστοχοι με 83,1%, μετά οι χαφ με 79,6% και τελευταίοι οι αμυντικοί με 73,4%. Συνεπώς, ναι. Όταν βλέπεις έναν αμυντικό να πηγαίνει για πέναλτι, είναι πιο πιθανό να αστοχήσει από έναν επιθετικό.

cristiano-ronaldo-real-madrid_3474888

  • Γιατί πανηγυρίζει τόσο;

Σε μια πιο πρόσφατη έρευνα (του 2010) από το ίδιο ερευνητικό γκρουπ εξετάστηκε κάτι φαινομενικά χαζό. Παίζει ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα το πώς αντιδρά ο παίκτης που εκτελεί το πέναλτι; Μάζεψαν όλα τα πέναλτι από το 1974 και μετά που υπήρχε τηλεοπτική μετάδοση και είδαν τις αντιδράσεις των παικτών από την εκτέλεση μέχρι και 5 δευτερόλεπτα μετά. Αυτό που διαπίστωσαν είναι ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων η ομάδα που κέρδιζε ήταν αυτή που οι παίκτες της πανηγύριζαν μετά από μια πετυχημένη εκτέλεση πέναλτι σηκώνοντας και τα δυο χέρια στον αέρα ψηλά ή τα έκαναν γροθιές. Οι ερευνητές βρήκαν ότι μετά από έναν τέτοιο πανηγυρισμό, οι πιθανότητες ο αντίπαλος να χάσει το επόμενο πέναλτι αυξάνονταν σημαντικά. Αντίθετα, δεν φαίνεται να βοηθούσε τον συμπαίκτη ιδιαίτερα (είτε γιατί μεσολαβούσε ένα χτύπημα ακόμα, είτε γιατί ο συμπαίκτης δεν κοιτούσε τόσο τον πανηγυρισμό). Ομάδες που οι παίκτες τους απλά κοιτούσαν το γρασίδι μετά από εύστοχο πέναλτι ή χαμογελούσαν με το ζόρι σαν να έμαθαν ότι παντρεύτηκε ο γιος του γείτονα, είχαν μικρότερο ποσοστό νικών. Η εξήγηση έχει βάση, αλλά και πάλι από τον στατιστικό συσχετισμό μέχρι την πραγματικότητα, είναι μερικές αναλύσεις δρόμος.

  • Μην αργείς και σούταρε με δύναμη

Μια ακόμα καφενειακή εξήγηση για τα χαμένα πέναλτι είναι ότι ο παίκτης άργησε πολύ να σουτάρει, γεγονός που σημαίνει ότι είχε άγχος, δεν ήξερε τι να κάνει και ως αποτέλεσμα αστόχησε. Εδώ τα πράγματα δεν είναι πολύ καθαρά με βάση τους αριθμούς. Σε έρευνα του 2009 στο περιοδικό Psychology of Sport and Exercise, βρέθηκε ότι γενικά δεν υπάρχει σημαντική διαφορά επιτυχίας όταν ο χρόνος από την στιγμή που ο παίκτης έκανε το πρώτο βήμα μέχρι να σουτάρει είναι μικρός ή είναι μεγάλος. Δικαίωση του Ζάζα δηλαδή θα έλεγε κάποιος. Αυτό που βρέθηκε όμως είναι ότι όταν έχεις αφήσει την μπάλα και πηγαίνεις προς τα πίσω για να πάρεις φόρα και ο διαιτητής σφυρίξει, είναι καλύτερο να μη βιαστείς. Αντίθετα, αν ο διαιτητής έχει σφυρίξει την στιγμή που έχεις ήδη πάρει θέση, τότε πιο καλό είναι να σουτάρεις γρήγορα.

Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο από τα στοιχεία της Prozone που ξεχώρισε τα πέναλτι σε «τεχνικά» με το εσωτερικό του ποδιού και «δυνατά», α λα Στράτος Αποστολάκης. Βρέθηκε λοιπόν, ότι τα «δυνατά» πέναλτι συνήθως είναι και πιο εύστοχα. Με την υποσημείωση όμως ότι δεν πρέπει να πάρεις πολλά μέτρα φόρα. Τα δυνατά πέναλτι που ο εκτελεστής ξεκινάει έξω από την περιοχή, συνήθως ο τερματοφύλακας τα μαντεύει και πέφτει σωστά. Αντίθετα, αν ο εκτελεστής ξεκινήσει από την γραμμή και μέσα και πιάσει το τούβλο, τα πράγματα είναι καλύτερα. Πλήρης δικαίωση του Αγρινιώτη αμυντικού συνεπώς, όπως βλέπουμε και στο ιστορικό πέναλτι πιο πάνω.

  • Τον ψάρεψε ο τερματοφύλακας

Όσοι έχουν παίξει μπάλα, ξέρουν ότι η ψυχολογία και τα mind games παίζουν μεγάλο ρόλο στη διαδικασία των πέναλτι. Σε μια έρευνα του 2006, επιλέχθηκαν ποδοσφαιριστές και τους ζητήθηκε να κάνουν δύο πράγματα. Να σουτάρουν έχοντας επιλέξει γωνία ή να προσπαθήσουν να σουτάρουν αφού δουν τις κινήσεις του τερματοφύλακα. Βρέθηκε λοιπόν, ότι στην πρώτη περίπτωση τα πέναλτι ήταν πιο εύστοχα, βγάζοντας έξω τον παράγοντα «τερματοφύλακας» και κοιτάζοντας την εστία σαν να μην υπάρχει αυτός. Αντίθετα, αν ασχολείσαι με τις κινήσεις του κάθε Ντούντεκ, είναι πιο πιθανό να μπερδευτείς και να αστοχήσεις.

Με βάση τα παραπάνω θα μπορούσαμε θεωρητικά να βρούμε το ιδανικό πέναλτι. Είναι δυνατό, το εκτελεί επιθετικός, πηγαίνει στην πάνω πλευρά της εστίας και γωνία, έχει προαποφασίσει πού θα το στείλει χωρίς να τον νοιάζει ο τερματοφύλακας και το πανηγυρίζει με τα χέρια υψωμένα. Αρκεί βέβαια να εκτελείς πρώτος (ή να είσαι Γερμανός). Όλα αυτά με βάση τα νούμερα. Προσωπικά, νομίζω ότι τα περισσότερα ισχύουν, απλά καλό είναι όπως είδαμε και πριν, να έχουμε σε μια άκρη του μυαλού μας ότι η στατιστική μπορεί να χρησιμοποιηθεί και εντελώς λανθασμένα. Όπως για παράδειγμα σε μια δημοσιευμένη έρευνα που βρήκε ότι οι ομάδες που φορούν κόκκινα και οι εκτελεστές που κοιτάζουν επίμονα τον τερματοφύλακα είναι πιο πιθανό να τον ψαρώσουν από το αν φοράν άσπρα και κοιτάζουν το γρασίδι ή εκτός εστίας. Όταν φτάνουμε σε τέτοια σημεία στατιστικής παράνοιας, χάνουμε την μπάλα. Και το πέναλτι…

Είναι η Γαλλία το μεγάλο φαβορί;

  [7 Σχόλια]

Σε λίγες μέρες αρχίζει το 15ο Ευρωπαϊκό Κύπελλο Εθνικών ομάδων στα γήπεδα της Γαλλίας και όπως κάθε διοργάνωση που σέβεται τον εαυτό της θα έχει πολλές απουσίες σημαντικών παικτών. Για όλες τις ομάδες. Η Γαλλία παρουσιάζεται -καθόλου άδικα βάσει ρόστερ- ως το μεγάλο φαβορί αλλά θα παραταχθεί δίχως πολλές σημαντικές μονάδες που λογικά θα δυσκολέψουν το έργο του Ντεσάμπ. Κυρίως στο κέντρο της άμυνας. Υπάρχει σίγουρα η καλύτερη τριάδα κεντρικών χαφ στην Ευρώπη, με τους Καντέ, Πογκμπά και Ματουιντί να είναι πανέτοιμοι να καταπιούν χιλιόμετρα και τους αντιπάλους τους αλλά δίχως στιβαρό κέντρο άμυνας (και με γερασμένα πλάγια μπακ) θα παρουσιαστούν κενά στην άμυνα. Και μιλάω για μεγάλα κενά.

didier-deschamps_o3ie6hruntw01u2sdhk7uqmku

Ο τραυματισμός του Βαράν της Ρεάλ Μαδρίτης, του Ματιέ της Μπαρτσελόνα και η τιμωρία του Σακό της Λίβερπουλ για χρήση απαγορευμένων ουσιών, συν την απουσία του Λαπόρτ της Μπιλμπάο λόγω τραυματισμού (περίμεναν πολλοί τον νεαρό κεντρικό αμυντικό στην τελική 23αδα) δένει τα χέρια του Ντεσάμπ και τον ρίχνει στη μάχη με τον μέτριο Ραμί της Σεβίλλης, τον επιρρεπή στο λάθος Μανγκαλά της Σίτι, τον έμπειρο αλλά σε πτωτική πορεία Λορέν Κοσιελνί της Άρσεναλ και τον Ουμιτί της Λυόν, που δεν έχει παίξει ποτέ επίσημο αγώνα με τη Γαλλία. Δεν ξέρω αν αυτή η τριάδα (συν τον Ουμιτί) σας γεμίζει το μάτι, εμένα πάντως όχι. Στην εξίσωση -όπως έγραψα και πιο πάνω- βάζω και τους πλάγιους αμυντικούς. Ο Εβρά στα 36, ο Σανιά στα 34, ο Ζαλέτ το ίδιο, με μοναδικά φρέσκα πόδια αυτά του Λούκας Ντίνιε της Ρόμα. Παίκτης που προσωπικά δεν μου αρέσει και δε τον θεωρώ κάτι το σπουδαίο. Όπως είναι εύκολο να καταλάβει ο καθένας, το βάρος της αμυντικής λειτουργίας πέφτει περισσότερο στους κεντρικούς χαφ που θα πρέπει εκτός του δημιουργικού κομματιού να «σκουπίζουν» τα πάντα για τους αμυντικούς τους. Επίσης τόσο με την απουσία του Βαράν όσο και με αυτή του Ματιέ η Γαλλία χάνει τον παίκτη που μπορεί να κάνει παιχνίδι από το κέντρο της άμυνας, φέρνοντας ουσιαστικά αρκετά μέτρα πιο πίσω τον Πογκμπά, στερώντας του μέτρα στο δημιουργικό-επιθετικό κομμάτι της ομάδας. Όλα τα παραπάνω είναι υποθετικά βεβαίως-βεβαίως αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι διαφορετικό.

maxresdefault

Αν η Γαλλία κάνει τα παραπάνω ίσως δούμε και το ρόλο του Καντέ στην εντεκάδα εντελώς διαφορετικό και ίσως φτάσουμε στο σημείο η παρουσία του να μην είναι χρήσιμη στο αρχικό σχήμα. Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε οι απουσίες ποιοτικών κεντρικών αμυντικών δημιουργούν ένα ντόμινο στη λειτουργία της ομάδας και αλλάζουν περισσότερο το επιθετικό από το αμυντικό κομμάτι. Η Γαλλία θα παραταχθεί με ένα σχήμα αρκετά κοντά στο παραδοσιακό 4-3-3 ή το 4-3-1-2, αν δεν θέλει να χαραμίσει τον Δημητράκη τον Παγιέτ στον ασβέστη, χάνοντας έτσι όμως δύναμη στα άκρα της ομάδας μιας και θα μένουν εκτός βασικής εντεκάδας παίκτες όπως ο Μαρσιάλ και ο Κομάν (Γκριεζμάν και Ζιρού λογικά θα είναι βασικοί στην επίθεση). Ειλικρινά μιλάμε για ένα άκρως ποιοτικό ρόστερ αλλά αυτές οι απουσίες στο κέντρο της άμυνας βάζουν αρκετές σπαζοκεφαλιές στο Ντεσάμπ που αν δεν βρει γρήγορα λύσεις, ίσως δούμε το απόλυτο φαβορί να μην περνάει ευχάριστες στιγμές στο σπίτι του. Στις 4/6 η Γαλλία παίζει κόντρα στη Σκωτία στο τελευταίο της φιλικό πριν την πρεμιέρα (απέναντι στη Ρουμανία) και εκεί θα μας λυθούν πολλές απορίες.

Περί του πολέμου

  [Καθόλου σχόλια]

«Ο επιτιθέμενος δεν έχει παρά το πλεονέκτημα της αιφνιδιαστικής επίθεσης του συνόλου από το σύνολο, ενώ ο αμυνόμενος μπορεί να αιφνιδιάσει ανά πάσα στιγμή, σ’ όλη τη διάρκεια της συμπλοκής, με τη δύναμη και τη μορφή που δίνει στις επιθέσεις του. Ο επιτιθέμενος έχει περισσότερες ευκολίες από τον αμυνόμενο να κυκλώσει και ν’ αποκόψει το σύνολο, γιατί αυτός βρίσκεται σε μια σταθερή θέση, ενώ ο πρώτος βρίσκεται σε κίνηση σε σχέση μ’ αυτή τη θέση. Αλλ’ αυτή η περιελικτική κίνηση δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά στο σύνολο, γιατί, κατά τη διάρκεια της συμπλοκής και για χωριστά τμήματα, μια επίθεση από πολλές πλευρές είναι ευκολότερη για τον αμυνόμενο παρά για τον επιτιθέμενο, επειδή, όπως είπαμε, ο αμυνόμενος βρίσκεται σε καλύτερη θέση να αιφνιδιάσει με τη δύναμη και τη μορφή των επιθέσεών του.»

a.espncdn.com

Τα λόγια που μόλις διαβάσατε δεν ανήκουν σε κάποιο μετρ της προπονητικής του υπέροχου αθλήματος που λέγεται ποδόσφαιρο αλλά στον Καρλ Φον Κλαούζεβιτς. Ο εν λόγω κύριος ήταν Πρώσος στρατιωτικός και θεωρείται -ακόμα και στις μέρες μας- διάνοια σε θέματα τακτικής, στρατηγικής, ανάλυσης και θεωρίας του πολέμου. Του κανονικού όμως και όχι αυτού που λαμβάνει χώρα μέσα στις τέσσερις γραμμές ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου. Οι τακτικές του βέβαια -με λίγη φαντασία- θα μπορούσαν να μεταφερθούν και στο ποδόσφαιρο μιας και υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν προπονητές που βλέπουν το γήπεδο ως πεδίο μαχών και τους ποδοσφαιριστές τους ως καμικάζι αυτοκτονίας για το καλό -πάντα- του συνόλου (όπως έγραφε και ο Κλαούζεβιτς στο έργο του «Περί του πολέμου» κάπου ανάμεσα στο 1827 και 1830). Αν κάποιος προπονητής πλησιάζει περισσότερο το χαρακτήρα του στρατιωτικού στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, αυτός δεν είναι άλλος απ’ το Ντιέγκο «Τσόλο» Σιμέονε. Απ’ την άλλη, με την κληρωτίδα να έχει κέφια και να μας χαρίζει -στη φάση των 8 του Τσάμπιονς Λιγκ- το ζευγάρι Μπαρτσελόνα-Ατλέτικο, όλοι οι λάτρεις της τακτικής μετράμε αντίστροφα τις μέρες για να αρχίσει αυτός ο ισπανικός εμφύλιος. Γιατί αν υπάρχει μία ομάδα ικανή να αποκλείσει τους -φανταστικούς- Καταλανούς δίχως να διαθέτει ούτε το μισό του ταλέντου τους, αυτή δεν είναι άλλη απ’ την Ατλέτικο του Σιμεόνε. Το έχει ξανακάνει άλλωστε. Στην ίδια φάση, δύο χρόνια πριν. Όταν ο Αργεντινός προπονητής πανηγύρισε και τη μοναδική του νίκη απέναντι στους μπλαουγκράνα.

a.espncdn.com

O Σιμεόνε στηρίζεται στο κλασσικό 4-4-2 (ή 4-4-1-1 κάποιες φορές) με παίκτες που διαθέτουν άπλετο πάθος, τρομακτικά τρεξίματα  και που μπορούν να λειτουργήσουν άψογα τακτικά όπως οι στρατιώτες που είχε στη διάθεση του ο Κλαούζεβιτς. Μεγάλη αρετή τους το μέτρο και ο ρεαλισμός στο διάβασμα του παιχνιδιού του αντιπάλου, γνωρίζοντας πως δεν είναι καλύτεροι ατομικά. Δεν θα πιέσουν για να κερδίσουν τη μπάλα παρά μόνο όταν θα υπάρχει μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας από αποτυχίας (κάτι που όταν μια ομάδα είναι ικανή να το γνωρίζει κερδίζει πολλά περισσότερα από μία κατοχή) και όταν θα το καταφέρουν, η μεταφορά του παιχνιδιού θα γίνει γρήγορα προς το επιθετικό τρίτο του γηπέδου μιας και έτσι -πρώτον- αποφεύγει να έχει τη μπάλα στο δικό της αμυντικό κομμάτι και αν αυτή χαθεί δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί αποδιοργανωμένη η αμυντική της διάταξη και λειτουργία. Όπως είναι εύκολο να αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε, το σημαντικότερο δεν είναι η επίτευξη του τέρματος αλλά η διαφύλαξη της άμυνας μας. Όπως έγραψε και ο Φον Κλαούζεβιτς στο βιβλίο του «Η έννοια του πολέμου δεν φαίνεται καθαρά με την επίθεση, γιατί αυτή δεν έχει τόσο σαν απόλυτο αντικειμενικό στόχο τη μάχη, όσο την απόκτηση κάποιου πράγματος. Αυτή η έννοια φαίνεται πρώτα στην άμυνα, γιατί αυτή έχει σαν έμμεσο αντικειμενικό στόχο, τη μάχη, μια που ετοιμασία και μάχη δεν είναι προφανώς παρά ένα και το αυτό». Εννοείται πως -βάσει πάντα αυτών που έχουμε δει- δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης της ποδοσφαιρικής τελειότητας των Καταλανών.

PARTIDO

Η Μπαρτσελόνα διαθέτει τρία εξαιρετικά επιθετικά όπλα. Οι Μέσι, Σουάρεζ και Νεϋμαρ φαντάζουν ανίκητοι και διαθέτουν εκτός της άψογης τακτικής προσήλωσης (αξίζει πολλά συγχαρητήρια ο Λουίς Ενρίκε σε αυτό το κομμάτι) το σημαντικότερο στοιχείο που μπορεί να κερδίσει οποιαδήποτε άμυνα (όσο κι αν είναι τέλεια στημένη και λειτουργεί άψογα), το απρόβλεπτο. Με αυτό το στοιχείο ελάχιστες άμυνες μπορούν να τα βάλουν. Μία απ’ αυτές είναι της Ατλέτικο. Όπως γράφει ο Κλαούζεβιτς στο κεφάλαιο για το κορυφαίο σημείο της επίθεσης: «Όλα εξαρτώνται από μια λεπτή ενστικτώδη κρίση, που αναγνωρίζει διαισθητικά το κορυφαίο σημείο. Πέφτουμε εδώ σε μια φαινομενικήν αντίφαση. Μιας και η άμυνα είναι δυνατότερη απ΄την επίθεση.» Μπορείς όμως να τα βάλεις με  αυτή τη στιγμή έμπνευσης και μαγείας που θα έχουν -σίγουρα- οι Καταλανοί σε 2-3 σημεία κάθε 90λέπτου; Ο Σιμεόνε και οι πολεμιστές ποδοσφαιριστές του έχουν δείξει πως μπορούν και πως κατέχουν αυτό τον τρόπο, τη μέθοδο και την -πολεμική- τακτική. Για το καλό τους ελπίζω να έχω δίκιο. Κλείνοντας -και αφού το ρίξαμε στο διάβασμα- θα σας αφήσω με μερικά λόγια του Τζώρτζ Όργουελ απ’ το αριστούργημά του Πεθαίνοντας στην Καταλωνία, «Τίποτ’ άλλο δεν έχει σημασία προς το παρόν απ’ το να κερδίσουμε τον πόλεμο. Χωρίς νίκη στον πόλεμο όλα τ’ άλλα είναι χωρίς νόημα. Γι’ αυτό το λόγο δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλάμε…». Μένει να δούμε ποιος θα «πεθάνει» και ποιος θα «ζήσει» από αυτό το ζευγάρι. Μέχρι τότε υπομονή.

Επιτέλους έχει κέντρο

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν το καλοκαίρι του 1993 όταν ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον έψαχνε αυτόν τον παίκτη που θα κάλυπτε το κενό που άφηνε σιγά-σιγά ο αρχηγός της ομάδας στο χώρο της μεσαίας γραμμής. Ο Μπράϊαν Ρόμπσον είχε χάσει – σχεδόν – ολόκληρη την προηγούμενη σεζόν με πρόβλημα στο γόνατο και όντας στο 36ο έτος της ηλικίας του, ουδείς ήταν σίγουρος πως θα μπορούσε να τα βγάλει εις πέρας στο δύσκολο (και σκληρό) πρωτάθλημα της Πρέμιερ Λιγκ. Τα μάτια του Φέργκι έπεσαν πάνω στο νεαρό Ιρλανδό αμυντικό μέσο της Νότινγκχαμ, Ρόι Κιν. Απ’ τα ταμεία της ομάδας βγήκε το ποσό – ρεκόρ – των 3,8 εκατομμυρίων λιρών και ο παίκτης έγινε μέλος μιας ομάδας που κυριάρχησε για πολλά χρόνια στο Αγγλικό αλλά και το Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Έχοντας στο πλάϊ του τον Πωλ Σκόουλς, το Νίκι Μπατ και το Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν πολύ αργότερα , ο Κιν έγινε για μια δεκαετία ο αρχηγός και ο ηγέτης της μεσαίας γραμμής της ομάδας.

Manchester United's captain Roy Keane ki...Manchester United's captain Roy Keane kisses the FA Cup after their FA Cup Final against Millwall 22 May, 2004 in Cardiff, Wales. Manchester United won the FA Cup for the 11th time with a score of 3-0.     AFP PHOTO/POOL (Photo credit should read /AFP/Getty Images)

Σκληρός σε βαθμό αντιαθλητικού, ακούραστος αλλά και με επιθετικές αρετές όταν πραγματικά το χρειαζόταν μια ομάδα που είχε πάντα εξαιρετικούς μεσοεπιθετικούς ο Κιν άφηνε τεράστιο κενό το 2005 όταν εγκατέλειψε το Όλντ Τράφορντ για τη Σέλτικ και τη Γλασκώβη. Για να είμαι ειλικρινής για 10 χρόνια, πλην του Κάρικ και του Φλέτσερ, κανένας μα κανένας δεν μπόρεσε να αναπληρώσει το κενό του Κιν στο ρόλο του εξαριού πλην ελαχίστων εξαιρέσων. Ο Κάρικ τη σεζόν 2012/2013 ήταν εξαιρετικός οδηγώντας τη Μάντσεστερ στο πρωτάθλημα. Ο Φλέτσερ το 2010, πριν το σοβαρό πρόβλημα υγείας ήταν για ένα εξάμηνο αλάνθαστος και φυσικά ο Χάργκριβς το 2008 στο Τσάμπιονς Λιγκ και στο πρωτάθλημα της ομάδας ήταν ένας σιωπηλός mvp. Κοινός παρονομαστής που δεν άφησε και τους τρεις παίκτες να ξεδιπλώσουν το πλούσιο ταλέντο τους ήταν φυσικά η υγεία. Κάτι που – ευτυχώς – ο Κιν είχε βιώσει αρνητικά μόνο για μια σεζόν στην καριέρα του. Ο Ιρλανδός ήταν ένας πραγματικός ταύρος εντός και εκτός γηπέδου. Όπως ο ίδιος είχε γράψει στη βιογραφία του, πολλές φορές πήγαινε στην πρωινή προπόνηση μετά από μεθύσι και αφού είχε κοιμηθεί σε παγκάκι. (Μη το δοκιμάσετε οι νέοι ποδοσφαιριστές μιλάμε για άλλες εποχές).

Generated by  IJG JPEG Library

Ο Φέργκι με τις γνωστές του αλχημείες κατάφερνε να καλύπτει τα κενά  και τα λάθη του   και πάντα έβρισκε τρόπους. Είχαμε δει τον Καγκάβα στον άξονα ως οχτάρι, το Τζόουνς ως εξάρι, το Ρούνει ως οχταροεξάρι, το Γκιγκς στα 35 εξάρι και άλλα πολλά. Μετά τη «σύνταξη» του σπουδαίου μάνατζερ φάνηκε η γύμνια της ομάδας τόσο στον άξονα όσο και σε άλλες θέσεις. Όλα αυτά με την έλευση του Φαν Χααλ άρχισαν σιγά-σιγά να χάνονται, με τεράστια ποσά εννοείται να βγαίνουν απ’ τα ταμεία της ομάδας. Έτσι φτάσαμε στο φετινό καλοκαίρι με τους κόκκινους του Μάντσεστερ να έχουν στα χαρτιά ένα απ’ τα κορυφαία κέντρα, όχι της Αγγλίας, αλλά ολόκληρου του ποδοσφαιρικού πλανήτη. Ο Ολλανδός γνωρίζει πολύ καλά πως στο σύγχρονο ποδόσφαιρο δε νοείται δυνατή ομάδα χωρίς δυνατό κέντρο (η Λίβερπουλ ακούει;) και κάνει επιτέλους πράξη αυτό τον άγραφο νόμο του ποδοσφαίρου.

daley-blind_3035503b

Πέρυσι έφερε στην ομάδα το Ολλανδικό πολυεργαλείο που ακούει στο όνομα Νταλέι Μπλιντ και τον Ισπανό play maker Άντερ Ερέρα. Ο Ολλανδός μπορεί να αγωνιστεί και ως αμυντικός μέσος και φυσικά ως στόπερ και αριστερός πλάγιος αμυντικός. Υπάρχει ο Φελαϊνί που είναι ένας κορυφαίος box to box μέσος και ο εξαιρετικός Άγγλος Νίκι Πάουελ. Όσοι είχαν δει παιχνίδια της Γουίγκαν στο Γιουρόπα Λιγκ θα συμφωνήσουν μαζί μου. Φέτος όμως έκανε την πραγματική υπέρβαση με δύο σούπερ μεταγραφές. Απ’ τη μία ο Μπάστιαν Σβαϊνστάϊγκερ και απ’ την άλλη ο Μόργκαν Σναϊντερλεν συνθέτουν ένα κεντρικό δίδυμο γλωσσοδέτη, δύσκολο να το προφέρει και ο πιο εύγλωτος σπήκερ και δύσκολο να αντιμετωπιστεί από οποιαδήποτε ομάδα. Ο Γερμανός στα 31 δίνει πολλά κιλά ποιότητα στον άξονα της ομάδας και ο Γάλλος «κλειδώνει» το χώρο μπροστά απ’ τους στόπερ και γίνεται ο παίκτης που θα μπει στα παπούτσια του Κάρικ τα επόμενα χρόνια. Μοναδική ένσταση απ’ τους φίλους της ομάδας το γεγονός πως ο «Σβάινι» τα δύο τελευταία χρόνια είχε αγωνιστεί στα μισά (και λιγότερα) παιχνίδια των Βαυαρών για τη Μπουντεσλίγκα λόγω τραυματισμών. Προσωπικά θεωρώ πως η μεταγραφή του πρώην παίκτη της Σαουθάμπτον θα αποδειχθεί η σημαντικότερη για τους «ρεντ ντέβιλς» αυτό το καλοκαίρι μιας και ο Σναϊντερλεν είναι ο παίκτης που η ομάδα ήθελε πολλά χρόνια τώρα. Και επιτέλους τον έχει.

071315-Soccer-Man-Utd-Bastian-Schweinsteiger-Morgan-Schneiderlin-PI-JE.vadapt.620.high.0

To μόνο σίγουρο είναι πως η Μάντσεστερ Γιουνάϊτεντ τον Αύγουστο θα ξεκινήσει στη φετινή Πρέμιερ Λιγκ – όχι για να μπει στην τετράδα – αλλά για να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Το ίδιο πάνω-κάτω ισχύει και για την Ευρώπη και είναι πλεόν γεγονός. Η ομάδα έχει επιστρέψει.

Μάθε μπαλίτσα εκεί στο Άνφιλντ

  [8 Σχόλια]

H Πρέμιερ Λιγκ μας τελειώνει για φέτος και μαζί της φαίνεται να τελειώνει και ο Μπρένταν Ρότζερς για τη Λίβερπουλ. Ο άνθρωπος που έφτασε στην ομάδα το καλοκαίρι του ’12 και είχε υποσχεθεί όμορφο ποδόσφαιρο (και τίτλους;), φαντάζει πλέον ξένο σώμα μη μπορώντας να σηκώσει το «ειδικό βάρος» της φανέλας και φυσικά αδυνατώντας να φέρει τίτλους. Τρεις σεζόν στο Άνφιλντ δίχως κούπα είναι αποτυχία, όπως αποτυχία είναι τα συνεχή σκαμπανεβάσματα στην απόδοση της ομάδας  και οι – πολλές – μέτριες (αν και πολυδάπανες) μεταγραφές. Σκέφτηκα λοιπόν να βγάλω τον «ελληνάρα» καφενειακό φίλαθλο-οπαδό-ποδοσφαιρόφιλο από μέσα μου και να προτείνω κάποιες λύσεις για να βγει η ομάδα απ’ το τέλμα και να επιστρέψει μετά από 26 χρόνια (τόσα θα συμπληρωθούν του χρόνου) στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος Αγγλίας. Είμαι σίγουρος πως αυτό μπορεί να συμβεί. Είμαι σίγουρος πως αυτό μπορεί να συμβεί. Είμαι σίγουρος πως αυτό μπορεί να συμβεί…

Φέρτε μας τον Κλοπ

Ο Γερμανός  σχιζοφρενής προπονητής είναι ο πλεόν κατάλληλος για την καρέκλα του μάνατζερ των ρεντς. Έχει καταφέρει πολλά στην καριέρα του. Δημιούργησε μια ομάδα όνειρο – τη Ντόρτμουντ – κερδίζοντας τίτλους, παίζοντας όμορφο και σύγχρονο ποδόσφαιρο και φυσικά μπορεί να φέρει στο Νησί παίκτες νέους και ταλαντούχους απ’ τη Γερμανική αγορά. Μαζί του θα δούμε τον Τσαν στη φυσική του θέση, ο Στέρλινγκ θα μείνει και θα εξελιχθεί σε νέο Μέσι και ο Μάρκο Ρόις θα μας οδηγήσει στην κούπα. Αν δεν έρθει δεν θέλω άλλο προπονητή και καλό θα είναι να πορευτούμε με την αφίσα του Σάνκλι καρφιτσωμένη στον πάγκο. Τουλάχιστον αυτή θα δίνει έμπνευση.

Τέλος η ρετρολαγνεία

Η Λίβερπουλ είναι ανάμεσα στις κορυφαίες ομάδες του πλανήτη και αυτό το ξέρει ακόμα και ο πιο άσχετος με ποδόσφαιρο μόδιστρος σε ατελιέ του Τζιάνι του Βερσάτσε αλλά καλό είναι να ξεκολλήσει απ’ το παρελθόν. Τεράστιο ρεκόρ τα 5 Πρωταθλητριών και τα 18 Πρωταθλήματα. Τιτανομέγιστος ο Νταλγκλίς, ο Κίγκαν και ο Τζέραρντ αλλά ας τους «ξεχάσουμε» κι ας δούμε πως θα γίνει θρύλος ο Χέντερσον, ο Στέρλινγκ, ο Άιμπ, ο Ρόσιτερ και οι νέοι παιχταράδες που θα έρθουν (όταν έρθουν). Οι ομάδες χτίζονται με όραμα, κοιτάζοντας το μέλλον και ρίχνοντας ματιές στο παρελθόν τους, αφήνοντας το. Οι ατυχείς συγκρίσεις νέων παικτών ως «ο νεός Ρας», ο «νέος Χάνσεν» κτλ μόνο κακό μπορούν να κάνουν. Αποδεδειγμένα, δυστυχώς. Διαφορετικά θα φτάσουμε στο 2055 και θα μιλάμε ακόμα για το ανάποδο ψαλίδι που σκόραρε ο Ιαν Σεν Τζον ένα βροχερό μεσημέρι στο Μπάουνταρι του Ολνταμ.

LIVERPOOL, ENGLAND - JULY 09:  (THE SUN OUT,THE SUN ON SUNDAY OUT) Brendan Rodgers manager of Liverpool with the remounted original 'This Is Anfield' Sign at Anfield on July 9, 2012 in Liverpool, England.  (Photo by John Powell/Liverpool FC via Getty Images) *** Local Caption *** Brendan Rodgers

Άμυνα, άμυνα, άμυνα

Το 2014 το πρωτάθλημα χάθηκε επειδή η ομάδα έβαζε 8 και έτρωγε 6. Δεν υπάρχει ομάδα που να κέρδισε πρωτάθλημα χωρίς να έχει καλή άμυνα και αυτό το έχουν μάθει καλά στο Άνφιλντ τα τελευταία χρόνια. Η άμυνα – εννοείται – δεν είναι δουλειά μόνο του τερματοφύλακα και των αμυντικών αλλά ολόκληρης της ομάδας. Τι σημαίνει αυτό; Καλή αμυντική τετράδα ή πεντάδα αλλά και καλό κέντρο μπροστά της. Η ομάδα χρειάζεται σίγουρα ένα κεντρικό χαφ απ’ το πρώτο ράφι (ένα Πογκμπά ή ένα Τουρέ δηλαδή) και ένα στόπερ για να πλαισιώσει τον Σκρτελ που να είναι top class. Συν ένα δεξί μπακ για βασικό που να ξέρει μπάλα και να κόβει σαν άνθρωπος και να μην φέρνει στροφές γύρω απ’ τον εαυτό του (για σένα λέω Γκλεν Τζόνσον). Ακούγονται κάπως δύσκολα όλα αυτά και χρειάζονται πολλά χρήματα αλλά οι εποχές που έπαιρνες πρωτάθλημα αγοράζοντας τον Πήτερ Τόμσον απ’ την Πρέστον έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Επίθεση, Επίθεση , επίθεση

Η Λίβερπουλ φέτος σκόραρε λιγότερο κι απ’ τον Ντε Άντρε Τζόρνταν όταν σουτάρει ελεύθερες βολές και αυτό ήταν πραγματικά λυπηρό. Χωρίς Σουάρεζ και με τραυματία το Στάριτζ έχει μια μεγάλη δόση λογικής όλο αυτό αλλά και πάλι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Οι «κόκκινοι» χρειάζονται επιθετικό των +25 γκολ και αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο Ιμόμπιλε (που γράφεται έντονα αυτές τις μέρες), ούτε ο Ίνγκς (που επίσης γράφεται απ’τη μέση της σεζόν). Αυτό μπορεί να το κάνει ο Μπενζεμά, ο Μπέιλ, ο Λεβαντόβσκι και μερικοί άλλοι. Αν ο Ιμόμπιλε είναι το νέο «εννιάρι» που θέλουν στο Λίβερπουλ για να ματώσουν τα δίχτυα ας ρίξουν μια ματιά στο γιαλό μπας και καταλάβουν πως δεν είναι στραβός. Να ξέρουμε και ‘μεις τι θα κάνουμε τα Κυριακάτικα απογεύματα της νέας ποδοσφαιρικής χρονιάς.

Τώρα που ξαναβλέπω το κείμενο ίσως ταίριαζε καλύτερα ο τίτλος «Φτιάξτε ομάδα εκεί στο Άνφιλντ» και αυτό με λυπεί περισσότερο τώρα που το σκέφτομαι.

Η τέχνη του ποδοσφαίρου του Γκουαρντιόλα

  [6 Σχόλια]

Στις 14 Φεβρουαρίου η Μπάγερν Μονάχου του Πέπ Γκουαρντιόλα υποδέχονταν το δύσμοιρο Αμβούργο του Ζόσεφ Ζινμπάουερ (στις τελευταίες μέρες του Ιωσήφ στον πάγκο). H διαφορά στην ποιότητα των δύο ομάδων ήταν γνωστή πριν τη σέντρα κάτι που φυσικά έδειξε περίτρανα και το 8-0 υπέρ των Βαυαρών. Όσοι είχαν την τύχη να δουν αυτή την αναμέτρηση (ευτυχώς ήμουν ένας απ’ αυτούς)  δε στάθηκαν στο τελικό σκορ αλλά στα «περίεργα» που έκανε τακτικά ο Πεπ και φυσικά ξένισαν αρκετά μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού. Άλλωστε είναι γνωστό πως σε κάθε καφενείο της Ελλάδας, κάθε μπυραρία της Γερμανίας και σε άλλα πολλά μέρη όπως παμπ και ταβέρνες ανά την Ευρώπη οι γνώσεις των θαμώνων περί τακτικής ποδοσφαίρου είναι έτη φωτός μπροστά απ’ τον «μυρωδιά» του Πεπ.

a.espncdn.com

Ο Καταλανός προπονητής είχε παρουσιάσει μια εντεκάδα με  Νόιερ στο τέρμα (τον λες και λίμπερο πλέον),  Ραφίνια στο δεξί άκρο της άμυνας με τον Μπερνάρ στο αριστερό και δίδυμο στο κέντρο της άμυνας ο Μπάντστουμπερ με τον Μπενατιά. Όλα καλά μέχρι εδώ. Μπροστά τους σε ρόλο «εξαριού» ο Νταβίντ Αλάμπα (αριστερός μπακ η φυσική του θέση) και μπροστά του ο Σβαινστάιγκερ. Σε ρόλο δεκαριού ήταν ο Γκέτσε, με τον Μίλλερ κεντρικό επιθετικό και στα δεξιά ο – τρισμέγιστος – Ρόμπεν. Στα αριστερά σε καθαρό ρόλο εξτρέμ είχε αγωνιστεί ο Λεβαντόφσκι. Ναι ok ούτε σ’ εμένα είχαν φανεί λογικά όλα αυτά. Το αξιοσημείωτο ήταν πως από το 20′ (που έγινε και το 1-0 με το πέναλτι του Μίλλερ) ο Γκουαρντιόλα άλλαζε θέσεις σε παίκτες δοκιμάζοντας όλα αυτά τα «νέα δεδομένα» που έχει στο σκληρό δίσκο του μυαλού του. Όταν είδε πως υπήρχε πίεση στους στόπερ και πως η μπάλα δεν έβγαινε ψύχραιμα απ’ την περιοχή, άλλαξε το 6 με το 8 δίνοντας στο Σβαινστάιγκερ το ρόλο του deep lying playmaker, φέρνοντας μάλιστα το Λέβα δίπλα στο Μίλλερ και δίνοντας ολόκληρη την αριστερή πλευρά στο Μπερνάρ μιας και είχε καλύτερο στήριγμα με το ανέβασμα του Αλάμπα (και τα χιλιόμετρα που καταπίνει ο Αυστριακός). Ένα συνεχές παιχνίδι με τον αντίπαλο προπονητή και τον εαυτό του. Ο Πεπ δημιουργούσε προβλήματα στον Πεπ και έβρισκε ο ίδιος τις λύσεις αλλάζοντας όχι πρόσωπα, αλλά διάταξη στο σύστημα και θέσεις στους ποδοσφαιριστές του. Αυτό που έκανε και ο Ρίνους Μίχελς δηλαδή με τον Άγιαξ στα 70’s. Αυτό ξεκίνησε ο Γκουαρντιόλα στη Μπάρτσα με το «τίκι- τάκα» και στους Γερμανούς το έχει πάει ένα βήμα πιο πέρα. Φυσικά και δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί απ’ τον καθένα και θέλει αρκετή προσπάθεια και υπομονή. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι Τέχνη και ο Καταλανός είναι ένας απ’ τους πιο σοφιστικέ καλλιτέχνες που υπάρχουν σε αυτό στις μέρες μας.

Screen Shot 2013-10-21 at 10.46.36 PM

Στέκομαι στο συγκεκριμένο παιχνίδι μιας και υπήρχαν πολλές απουσίες – όπως συμβαίνει από πέρσι στη Μπάγερν – βασικότατων ποδοσφαιριστών, με το Γκουαρντιόλα όμως να μη διαλέγει τον εύκολο δρόμο (βάλε-βγάλε παίκτες ίδιων χαρακτηριστικών) αλλά το ΔΙΚΟ του. Αλχημείες (για όλους εμάς) είχαμε δει και πριν από αυτό τον αγώνα, είδαμε και μετά και εννοείται θα βλέπουμε όσο ο Γκουαρντιόλα θα βρίσκεται στους πάγκους. Τα χρόνια στη Μπάρτσα ήταν αυτός που άλλαξε θέση στο Μέσι, ήταν αυτός που χρησιμοποίησε τον (τεράστιο) Γιάγια Τουρέ  στο κέντρο της άμυνας όταν χρειάστηκε. Ήταν αυτός που εκτόξευσε τον Τσάβι και τον Ινιέστα. Ήταν αυτός που «δημιούργησε» τον Πέδρο και τον Μπουσκέτς. Ήταν αυτός που δεν ήθελε τον Ζλάταν επειδή δεν ταίριαζε στο «σύστημα». Ήταν αυτός που έκανε τον Πικέ (στα δικά του χρόνια) τον πιο σύγχρονο στόπερ του πλανήτη. Τα ίδια πάνω-κάτω και στη Μπάγερν. Άλλάξε θέση στο Λαμ και τον έκανε ένα εξαιρετικό κεντρικό χαφ από πλάγιο μπακ. Τον είδαμε να χρησιμοποιεί τριάδα στην άμυνα σε πολλά παιχνίδια με τον Χάβι Μαρτίνεθ στη θέση του λίμπερο. Τον είδαμε να ρίχνει στα βαθιά τον 17χρόνο μέσο Τζιανλούκα Γκαουντίνο και να πουλάει τον – εξαιρετικό – αμυντικό μέσο Λουίζ Γκουντάβο στη Βολφσμπουργκ, όχι απειδή είναι κακός παίκτης αλλά επειδή δεν κολλάει στο δικό του πλάνο και στυλ παιχνιδιού.  Τα πάντα με το δικό του τρόπο που θα έλεγε και ο Σινάτρα. Ένας προπονητής που συνεχώς τολμά να αλλάζει πράγματα και προσπαθεί να φτάσει το ποδόσφαιρο ένα βήμα παραπέρα.

guardiola-gaudino-bayern

Φυσικά και ήρθαν τίτλοι, φυσικά ήρθαν και αποτυχίες όπως και γκρίνια από μεγάλη μερίδα φίλων των Βαυαρών. Ο περσινός διασυρμός απ’ τη Ρεάλ Μαδρίτης στο Τσάμπιονς Λιγκ ήταν ένα σοβαρό πλήγμα στον εγωισμό των Γερμανών αλλά και του Γκουαρντιόλα και φέτος ο στόχος δεν είναι τίποτα λιγότερο απ’ τα ΠΑΝΤΑ για τη Μπάγερν Μονάχου. Το μόνο σίγουρο είναι πως αν επιτευχθεί αυτός ο στόχος, θα έχει επιτευχθεί στηριζόμενος στον «Τρόπο του Πεπ». Φυσικά το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση αποτυχίας. Ο τραυματισμός του Αλάμπα στο γόνατο στερεί απ’ τον Γκουαρντιόλα ένα σπουδαίο αριστερό μπακ (και ένα πολύ καλό κεντρικό χαφ) αλλά απ’ την άλλη του δίνει το δικαίωμα να μας παρουσιάσει κάτι νέο και έξυπνο για να καλυφθεί αυτό το (μεγάλο) κενό. Θα δούμε το Λαμ σε ρόλο αριστερού μπακ; Θα δούμε το Λαμ στο κέντρο δίνοντας το ρόλο αυτό στο Μπερνάρ ή θα δούμε κάτι τελείως διαφορετικό. Μην ξεχνάμε πως έχει επιστρέψει και ο Τιάγκο, κάτι που δίνει περισσότερες λύσεις για το ρόλο του playmaker στον άξονα.

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως Το ποδόσφαιρο είναι Τέχνη και ως τέτοιο πρέπει και να κρίνεται. Ο Πεπ είναι ένας καλλιτέχνης και ως τέτοιος πρέπει να κρίνεται. Η κάθε Τέχνη δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί – ούτε και να γίνει αρεστή σε όλους. Κλείνοντας. Στην ερώτηση «Αν θα μπορούσε να τα κάνει  όλα αυτά δίχως παίκτες κλάσης» η απάντηση είναι πως «Ο Κόπολα δούλευε με τον Πατσίνο, ο Σκορσέζε με τον Ντε Νίρο και ο Καζάν με το Μπράντο«. Το ίδιο κάνει και ο Πεπ Γκουαρντιόλα, μεταμορφώντας τους «ηθοποιούς» του  και οδηγώντας τους μαεστρικά σε επιτυχίες. Απ’ την άλλη πολλά «αριστουργήματα» είχαν γίνει εισπρακτικές αποτυχίες και το αντίθετο. Άλλωστε φανατικούς φίλους και ορκισμένους εχθρούς έχουν μόνο οι σπουδαίοι και αυτοί που κάνουν καλά τη δουλειά τους. Ο νοών νοείτω και η συνέχεια στο γήπεδο.