Για πρώτη φορά μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο οι μεγάλες δυνάμεις του δυτικοευρωπαϊκού ποδοσφαίρου έθεσαν υποψηφιότητα για την ανάληψη της τελικής φάσης του Μουντιάλ του 1966. Η Αγγλία , η Γερμανία και η Ισπανία κονταροχτυπήθηκαν για τη διοργάνωση που θα επέστρεφε στην Ευρώπη μετά την έκπληξη της Χιλής. Η Ισπανία αποσύρθηκε την τελευταία στιγμή και η Αγγλία προτιμήθηκε με βραχεία κεφαλή από τη Γερμανία στην ψηφοφορία της συνδιάσκεψης της FIFA στη Ρώμη το 1960. Η παγκόσμια ομοσπονδία έκρινε ότι ήταν σειρά της Αγγλίας να τιμηθεί με αφορμή και τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από την ίδρυση της ομοσπονδίας της (1863-1963) και παράλληλα την μεγάλη συμβολή της στο λαοφιλέστερο παιγνίδι.
Συνολικά 71 χώρες δήλωσαν συμμετοχή και η FIFA φάνηκε να χαίρεται αφού όλο και περισσότερες εκτός Ευρώπης και Ν. Αμερικής άρχισαν να δείχνουν το ενδιαφέρον τους για τη διοργάνωση. Ωστόσο η Αφρική και η Ασία έστειλαν μόνο έναν εκπρόσωπο και οι δύο στην τελική φάση. Αυτό εξόργισε τους εκπροσώπους των χωρών των δύο ηπείρων και με εξαίρεση τη Βόρεια Κορέα οι υπόλοιπες αποχώρησαν από την προκριματική φάση σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Η Β. Κορέα έδωσε έτσι διπλό αγώνα με την Αυστραλία και πέτυχε την πρώτη πρόκρισή της σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου (6-1,3-1).
Το 7ο παγκόσμιο κύπελλο, ξεκίνησε με μια μεγάλη έκπληξη, αυτή της ανάθεσης της τελικής φάσης στη Χιλή, για να καταλήξει σε αυτό που όλοι περίμεναν. Την επικράτηση της Βραζιλίας για δεύτερη συνεχόμενη φορά. Ήταν το 1956 στη σύνοδο της FIFA στη Λισσαβόνα όταν τρεις χώρες ζήτησαν τη διοργάνωση.
Η Γερμανία, η Αργεντινή και η Χιλή. Η πιθανότητα της πρώτης αποκλείστηκε αφού το Μουντιάλ είχε ήδη διεξαχθεί δύο διαδοχικές φορές στην Ευρώπη.
Ήταν λοιπόν η σειρά της Νότιας Αμερικής και όλοι περίμεναν ότι η Αργεντινή θα έπαιρνε το χρίσμα. Διέθετε τα γήπεδα, την ποδοσφαιρική κληρονομιά και ήταν η εναπομείνασα από τις τρεις «μεγάλες» της Νότιας Αμερικής που δεν είχε λάβει ακόμα την τιμή (Ουρουγουάη και Βραζιλία είχαν ήδη διοργανώσει παγκόσμιο κύπελλο). Η Χιλή δεν είχε τίποτα. Εκτός αυτού η φτωχή αυτή χώρα χτυπήθηκε το 1960 από ισχυρούς σεισμούς που προκάλεσαν το θάνατο 5000 ατόμων και σοβαρές υλικές ζημιές. Όλα έδειχναν λοιπόν ότι οικοδέσποινα θα ήταν η Αργεντινή. Εκεί έπαιξε όμως πρωταγωνιστικό ρόλο ο πρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Χιλής, Κάρλος Ντίτμπορν. Ο 39χρονος τότε παράγοντας πίεσε τη FIFA και έμεινε στην ιστορία για τη φράση του: «Η Χιλή δεν έχει τώρα τίποτα, γι’ αυτό και θα πρέπει να έχει το Παγκόσμιο Κύπελλο».
Μετά από πέντε αποτυχημένες προσπάθειες η Βραζιλία κατάφερε να φτάσει στην κορυφή του κόσμου στα γήπεδα της Σουηδίας στο παγκόσμιο κύπελλο του 1958. Έτσι άρχισε το «όνειρο» της «σελεσάο» που έμελλε στην πορεία να αναδειχθεί στην κορυφαία εθνική ομάδα του πλανήτη, μέσα από την πιο σημαντική ποδοσφαιρική διοργάνωση. Μέχρι όμως το θρίαμβο της 28ης Ιουνίου του 1958 η Ιστορία έγραψε αμέτρητα στοιχεία για την 6η διοργάνωση.
Η FIFA επέλεξε την Σουηδία ,σπάζοντας για δεύτερη φορά το μοντέλο εναλλαγής του τόπου διεξαγωγής των Μουντιάλ ανάμεσα σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική.
Η συμμετοχή αυξήθηκε και έφτασε τις 51 χώρες, ενώ η Αιθιοπία και η Ν. Κορέα δεν έγιναν δεκτές λόγω εκπρόθεσμων δηλώσεων συμμετοχής. Η προκριματική φάση είχε αρκετές εκπλήξεις, αλλά αυτή τη φορά και πολλά πολιτικά προβλήματα.
Το 1954 ήταν σημαδιακό για την FIFA αφού συνέπιπτε με τα 50χρονα της γέννησής της. Η επέτειος συνέπεσε με τη διοργάνωση του 5ου παγκοσμίου Κυπέλλου το οποίο ανατέθηκε στην Ελβετία, η οποία είχε παραμείνει ουδέτερη στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και υπέστη τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Άλλωστε ήταν και η ισχυρότερη οικονομικά χώρα της Ευρώπης και συγκέντρωνε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχημένη διοργάνωση του σπουδαιότερου ποδοσφαιρικού τουρνουά του πλανήτη. Το γεγονός ότι η έδρα της FIFA ήταν και εξακολουθεί να βρίσκεται στη Ζυρίχη, έπαιξε και αυτό ρόλο στην απόφαση των παραγόντων να ορίσουν την Ελβετία σαν τόπο διεξαγωγής του Μουντιάλ του 1954.
Στην προκριματική φάση συμμετείχαν 35 χώρες, από τις οποίες στα τελικά προκρίθηκαν δεκαέξι. Η Ελλάδα κληρώθηκε στον 10ο όμιλο μαζί με Ισραήλ και Γιουγκοσλαβία. Μετά από δύο νίκες επί των Ισραηλινών (1-0 και 2-0) και δύο ήττες από τους Γιουγκοσλάβους (0-1, 0-1) κατετάγη δεύτερη και αποκλείστηκε. Σε αυτό το παγκόσμιο κύπελλο συμμετείχε πλέον και η Δυτική Γερμανία ,ενώ η Λαϊκή Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν δήλωσε συμμετοχή, όπως και η ΕΣΣΔ, λόγω του Ψυχρού Πολέμου.
Μετά το τέλος του β’ παγκοσμίου πολέμου η FIFA συνεδρίασε για πρώτη φορά το 1946 στο Λουξεμβούργο και όρισε σαν τόπο διεξαγωγής του τέταρτου παγκοσμίου κυπέλλου τη Βραζιλία. Επέλεξαν μια χώρα της Λατινικής Αμερικής, αφ’ ενός επειδή ήταν η σειρά της αμερικάνικης ηπείρου να διοργανώσει το Μουντιάλ, αφ’ ετέρου δε επειδή οι πληγές που άφησε ο πόλεμος ήταν ακόμα ανοικτές στην Ευρώπη.
Παράλληλα η FIFA αποφάσισε να διαγράψει τη Γερμανία από μέλος της για το κακό που προκάλεσε σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Ιταλία σαν κάτοχος του τροπαίου και η Βραζιλία σαν διοργανώτρια πήγαν απ’ ευθείας στην τελική φάση ενώ συνολικά 29 χώρες δήλωσαν συμμετοχή στα προκριματικά.
Για πρώτη φορά η Αγγλία αποφάσισε να διεκδικήσει ένα από τα εισιτήρια των τελικών και η FIFA δημιούργησε ένα βρετανικό όμιλο με τις Αγγλία, Σκοτία, Ουαλία και Β. Ιρλανδία. Οι Άγγλοι τερμάτισαν πρώτοι και οι Σκοτσέζοι δεύτεροι και αμφότεροι προκρίθηκαν στα τελικά. Όμως η Π.Ο. της Σκοτίας είχε από την αρχή αποφασίσει ότι δεν επρόκειτο να στείλει την ομάδα στο Μουντιάλ και συμμετείχε απλά επειδή υπήρχε η Αγγλία στον όμιλο. Μάταια οι αρχηγοί της Αγγλίας και της Σκοτίας Μπίλι Ράιτ και Τζορτζ Γιάνγκ αντίστοιχα, προσπάθησαν να πείσουν την ομοσπονδία να επιτρέψει στην ομάδα να πάει στο Μουντιάλ.
Η Αυστρία στον β’ όμιλο αποσύρθηκε λόγω οικονομικών προβλημάτων ενώ για την ίδια αιτία δεν δήλωσαν συμμετοχή στα προκριματικά οι Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία. Απούσα από τη διοργάνωση και η Αργεντινή λόγω απεργίας των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών ενώ η Γαλλία που αποκλείστηκε στα προκριματικά από τη Γιουγκοσλαβία κλήθηκε στη θέση της Τουρκίας που προκρίθηκε αλλά αποφάσισε να μη μεταβεί στο Μουντιάλ. Οι «τρικολόρ» αποδέχθηκαν αρχικά την πρόσκληση αλλά όταν μελέτησαν το πρόγραμμα είδαν πως τα παιγνίδια δεν διεξάγονταν με τους ίδιους όρους για όλες τις ομάδες. Για παράδειγμα η Βραζιλία έδωσε ένα ματς στο Σάο Πάολο και δύο στο Ρίο ντε Τζανέιρο, ενώ οι υπόλοιπες έπρεπε να καλύψουν χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα στην αχανή χώρα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα για να δώσουν τους αγώνες τους. Ο Γάλλος Ανρι Ντελονέ, μέλος της επιτροπής του Παγκοσμίου Κυπέλλου ζήτησε από τους διοργανωτές να διαφοροποιήσουν το πρόγραμμα, ώστε όλες οι ομάδες να αγωνιστούν με τους ίδιους όρους. Οι Βραζιλιάνοι αρνήθηκαν, ο Ντελονέ παραιτήθηκε και η Γαλλία δεν συμμετείχε στην τελική φάση. Συνολικά το «παρών» έδωσαν 13 χώρες και το μεγάλο φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου ήταν η Βραζιλία. Η δύο φορές τροπαιούχος Ιταλία παρουσιάστηκε με μέτρια ομάδα καθώς ένα χρόνο πριν στις 4 Μαΐου του 1949, επτά βασικά στελέχη της σκοτώθηκαν στο τραγικό αεροπορικό δυστύχημα της Σουπέργκα όπου ξεκληρίστηκε η μεγάλη ομάδα της Τορίνο. Οι Βραζιλιάνοι χρησιμοποίησαν συνολικά έξι γήπεδα σε ισάριθμες πόλεις. Για τις ανάγκες του Μουντιάλ κατασκευάστηκε και το θρυλικό «Μαρακανά» στις όχθες του ομώνυμου ποταμού του Ρίο, το οποίο είχε χωρητικότητα 200000 θεατών!!! Προκειμένου να είναι έτοιμο στην πρεμιέρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου χρειάστηκε να εργαστούν σκληρά νύχτα και μέρα χιλιάδες στρατιώτες.
Οι διοργανωτές αποφάσισαν να χωρίσουν τις δεκατρείς ομάδες σε τέσσερις ομίλους. Στον πρώτο όμιλο συμμετείχαν η Βραζιλία, η Γιουγκοσλαβία, η Ελβετία και το Μεξικό. Στον δεύτερο η Ισπανία, η Αγγλία, οι ΗΠΑ και η Χιλή, στον τρίτο η Σουηδία, η Ιταλία και η Παραγουάη ενώ στον τέταρτο μόνο η Ουρουγουάη και η Βολιβία. Οι νικητές των ομίλων θα προκρίνονταν στην επόμενη φάση όπου θα συμμετείχαν σε έναν όμιλο. Η ομάδα που θα συγκέντρωνε τους περισσότερους βαθμούς στον τελικό όμιλο θα στεφόταν πρωταθλήτρια. Δηλαδή δεν υπήρχαν νοκ άουτ αγώνες και πολύ περισσότερο δεν προβλεπόταν τελικός, ανεξάρτητα αν ο αγώνας Βραζιλίας-Ουρουγουάης έτσι όπως εξελίχθηκε η κατάσταση είχε το χαρακτήρα τελικού.
Από το πρώτο γκρουπ η Βραζιλία με δύο νίκες (Γιουγκοσλαβία, Μεξικό) και μία ισοπαλία με την Ελβετία, προκρίθηκε άνετα στην επόμενη φάση με τέρματα 8-2 και περίμενε τον τελικό όμιλο. Στον δεύτερο όμιλο την πρόκριση πήρε η Ισπανία με τρεις νίκες σε ισάριθμους αγώνες. Σε αυτό το γκρουπ συνέβη μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Οι ερασιτέχνες Αμερικάνοι, νίκησαν τους υπερφίαλους Άγγλους με 1-0 και τους πέταξαν εκτός τελικού ομίλου. Προπονητής της εθνικής Αγγλίας ήταν ο Γουίλιαμ Γουίντερμποτομ, ένας άνθρωπος που δεν είχε δουλέψει ποτέ σαν προπονητής. Διέθετε οργανωτικές ικανότητες αλλά δεν ήταν προπονητής με αποτέλεσμα η Εθνική να γίνει ρεζίλι. Και να πει κανείς ότι δεν διέθετε καλούς παίκτες; Οι Μάθιους, Ράιτ, Φίνει, Ράμσεϊ, Μόρντενσεν, Μάνιον συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους κορυφαίους ποδοσφαιριστές του κόσμου. Η Αγγλία πήρε το πρώτο ματς με τη Χιλή και το ματς με τις ΗΠΑ το αντιμετώπισε σαν προπόνηση. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ο Μάθιους προκειμένου να είναι ξεκούραστος για τα ματς του τελικού ομίλου. Οι παίκτες μπήκαν χαλαρά και στο 39’ ο «ήρωας με τα τσαρούχια» ο Τζοζεφ Γκέτγιενς πέτυχε το 1-0 το οποίο οι Άγγλοι δεν κατάφεραν να ανατρέψουν. Στο τελευταίο ματς, χωρίς ηθικό και κίνητρο έχασαν και από τους Ισπανούς και επέστρεψαν νωρίς και ντροπιασμένοι στο νησί τους…. Στον τρίτο όμιλο η Σουηδία με ηγέτη τον Λέναρντ Σκόγκλουντ κέρδισε την πρώτη θέση με αντιπάλους την προβληματική Ιταλία και την Παραγουάη. Οι Ιταλοί πήγαν στο Μουντιάλ με προπονητή τον παράγοντα της Τορίνο Φερούτσιο Νόβο και τον δημοσιογράφο Άλντο Μπαρντέλι οι οποίοι τρώγονταν σαν τα σκυλιά. Το αποτέλεσμα ήταν η ήττα με 3-2 από τους Σουηδούς και ο αποκλεισμός της Ιταλίας από την τελική φάση. Η νίκη με 2-0 επί της Παραγουάης ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Στον 4ο όμιλο, με δύο μόλις ομάδες η Ουρουγουάη συνέτριψε εύκολα με 8-0 τη Βολιβία και πέρασαν στον τελικό όμιλο πιο ξεκούραστα ίσως από τον καθένα με τον Σκιαφίνο να πετυχαίνει 4 γκολ.
Στον τελικό όμιλο λοιπόν προκρίθηκαν δύο λατινοαμερικάνικες ομάδες, η Βραζιλία και η Ουρουγουάη και δύο Ευρωπαϊκές, η Ισπανία και η Σουηδία. Όλες θα έπαιζαν μεταξύ τους και ο νικητής του ομίλου θα σήκωνε την κούπα. Στην πρώτη αγωνιστική οι Βραζιλιάνοι έδειξαν τις διαθέσεις τους σκορπίζοντας με 7-1 τους Σουηδούς ενώ Ισπανία και Ουρουγουάη αναδείχτηκαν ισόπαλες 2-2. Η Βραζιλία έπαιζε το ποδόσφαιρο του μέλλοντος έχοντας στο δυναμικό της παίκτες τεχνίτες και έξυπνους ενώ η τακτική που εφάρμοζε ήταν πρωτοποριακή για την εποχή. Οι Αντεμίρ, Ζαϊρ και Τσίκο έκαναν άνω κάτω τη Σουηδική άμυνα η οποία κατέρρευσε στο β’ ημίχρονο και παραδόθηκε αμαχητί στις ορέξεις των Βραζιλιάνων. Στο δεύτερο παιγνίδι τους οι διοργανωτές διέσυραν και την Ισπανία με 6-1 πιστοποιώντας για ακόμα μια φορά τη μεγάλη τους κλάση και την πελώρια διαφορά που τους χώριζε από τους υπόλοιπους. Η Ουρουγουάη νίκησε δύσκολα 3-2 τους Σουηδούς που είχαν προηγηθεί 1-0 και 2-1 και λίγο έλειψε να κερδίσουν το ματς. Όμως ο Μίγκες στα τελευταία 13 λεπτά του αγώνα πέτυχε 2 γκολ και χάρισε την πολύτιμη νίκη στην ομάδα του. Έτσι λοιπόν μετά τις δύο πρώτες αγωνιστικές του ομίλου η Βραζιλία είχε τέσσερις βαθμούς , η Ουρουγουάη τρεις, η Ισπανία έναν και η Σουηδία μηδέν βαθμούς. Έτσι μόνο η Βραζιλία και η Ουρουγουάη μπορούσαν να διεκδικήσουν το τρόπαιο. Και φυσικά ο αγώνας μεταξύ τους την τελευταία αγωνιστική πήρε τη μορφή τελικού. Όμως στους Βραζιλιάνους αρκούσε και η ισοπαλία για να στεφθούν παγκόσμιοι πρωταθλητές ενώ η Ουρουγουάη ήθελε μόνο τη νίκη. Όσον αφορά το παιγνίδι Σουηδία – Ισπανία : 3-1 δεν επηρέαζε καθόλου την κατάσταση, αφού αμφότερες οι ομάδες είχαν χάσει και μαθηματικά τις ελπίδες τους για κατάκτηση του τροπαίου.
Ο ΤΕΛΙΚΟΣ
Την Κυριακή 16 Ιουλίου του 1950 το «Μαρακανά» φόρεσε τα γιορτινά του για να υποδεχθεί το μεγάλο και καθοριστικό παιγνίδι. Από νωρίς οι εξέδρες ήταν ασφυκτικά γεμάτες από 200000 Βραζιλιάνους που ήταν σίγουροι για την κατάκτηση του τροπαίου από την ομάδα τους. Πριν την έναρξη του αγώνα μάλιστα, ο κυβερνήτης του Ρίο ντε Τζανέιρο, εκφώνησε και πανηγυρικό λόγο και μεταξύ άλλων είπε απευθυνόμενος στους παίκτες της εθνικής Βραζιλίας: «Εσάς, Βραζιλιάνοι ποδοσφαιριστές, σας θεωρώ σαν τους καλύτερους του κόσμου. Σε λίγη ώρα θα έχετε κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και εκατομμύρια συμπατριώτες μας σε όλη τη χώρα θα σας αποθεώνουν. Εσείς είστε ανώτεροι από κάθε άλλη ομάδα και γι’ αυτό χαιρετώ από τώρα τους νέους παγκόσμιους πρωταθλητές» Η Βραζιλία ήταν το σούπερ φαβορί και ακόμα και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές θεωρούσαν ότι θα πέρναγαν ένα από τα πλέον ευχάριστα απογεύματα της καριέρας τους. Μεταξύ των παικτών υπήρχε μεγάλη ευφορία και όλοι ήταν απόλυτα σίγουροι για τη νίκη. Όσον αφορά τους φιλάθλους ούτε που μπορούσαν να διανοηθούν ότι υπήρχε έστω και μία πιθανότητα να μην κερδίσει η ομάδα τους το Μουντιάλ. Ο μόνος που δε συμμεριζόταν τη γενική αισιοδοξία ήταν ο προπονητής της Βραζιλίας Φλάβιο Κόστα. «Η Ουρουγουάη, ουδέποτε υπήρξε εύκολος αντίπαλος για τη Βραζιλία», προειδοποιούσε ο Κόστα τους παίκτες του, ενώ εκμυστηρεύτηκε σε ένα στενό συνεργάτη του «Φοβάμαι ότι θα μπουν μέσα στο γήπεδο νομίζοντας ότι έχουν κερδίσει πριν καλά – καλά αρχίσει το παιγνίδι. Η αναμέτρηση δεν είναι φιλική ούτε ματς επίδειξης, αλλά ένα πολύ σημαντικός αγώνας και μάλιστα ο σπουδαιότερος από όσους έδωσε μέχρι τώρα η ομάδα σε όλη τη διοργάνωση».
Από την άλλη πλευρά ορισμένοι Ουρουγουανοί φοβόντουσαν να μπουν στο γήπεδο που θύμιζε κλούβα με λιοντάρια από την ατμόσφαιρα που είχαν δημιουργήσει οι 200.000 Βραζιλιάνοι οπαδοί και ανέλαβαν να τους συνεφέρουν ο προπονητής Χουαν Λόπες και ο μέσος Ομπντούλιο Βαρέλα. «Δε βλέπεις τι χαζό πρόσωπο έχει ο τερματοφύλακας της Βραζιλίας; Θέλεις να πιστέψω ότι δεν μπορείς να του βάλεις δύο γκολ;» είπε ο Βαρέλα στον συμπαίκτη του Ομάρ Μίγκες για να του τονώσει το ηθικό. Ο Μίγκες μετά από χρόνια θυμόταν αυτό το περιστατικό και έλεγε χαρακτηριστικά : «Εκείνη τη μέρα ήταν γραφτό να κερδίσουμε. Ακόμα κι αν έπαιζα εγώ τερματοφύλακας θα απέκρουα δύο πέναλτι και αν ο Μάσπολι αγωνιζόταν στην επίθεση θα σημείωνε δύο γκολ». Λες και ο Φλάβιο Κόστα είχε προβλέψει τι θα γίνει.
Πράγματι οι Βραζιλιάνοι μπήκαν στο γήπεδο με υπεροψία και διατηρούσαν τον έλεγχο του αγώνα. Το α’ ημίχρονο έληξε ισόπαλο χωρίς γκολ, όμως με την έναρξη του β’ ημιχρόνου, στο 47’ ο Φριάκα άνοιξε το σκορ για τη Βραζιλία, με το γήπεδο να γίνεται κόλαση από τους ξέφρενους πανηγυρισμούς. Το ματς είχε τελειώσει σύμφωνα με τους Βραζιλιάνους, παίκτες και οπαδούς. Η Ουρουγουάη συνέχισε να εφαρμόζει την τακτική των αντεπιθέσεων και έδωσε χώρο στη Βραζιλία. Σε μία από αυτές στο 66’ ο Σκιαφίνο ισοφάρισε παγώνοντας το Μαρακανά… Οι Βραζιλιάνοι πήγαν στη σέντρα όμως ως δια μαγείας είχε χαθεί το μπρίο και η φινέτσα, ενώ άρχισαν να τρέμουν τα πόδια τους. Οι Ουρουγουανοί ρίχτηκαν σα λυσσασμένοι στην επίθεση γνωρίζοντας πως μόνο η νίκη θα τους έδινε το τρόπαιο. Το Μαρακανά και όλη η Βραζιλία κράταγε την ανάσα τους, και η υπεροψία και η αίσθηση της σιγουριάς είχαν εξαφανιστεί. Στο 79’ ο Πέρες ξεκίνησε από το κέντρο, προχώρησε λίγα μέτρα και πάσαρε στον Γκίτζια. Αυτός σούταρε από πλεονεκτική θέση και …. Η μπάλα κύλησε στα δίχτυα του Μπαρμπόσα! Ήταν το τέλος… Στα εναπομείναντα λεπτά οι Βραζιλιάνοι δεν κατάφεραν να σκοράρουν και το ματς έληξε με την Ουρουγουάη παγκόσμια πρωταθλήτρια… Η απονομή του τροπαίου έγινε … στη ζούλα και στα γρήγορα στους Ουρουγουανούς που έφυγαν τρέχοντας για τα αποδυτήρια να πανηγυρίσουν με ασφάλεια. Αμέσως με τη λήξη του αγώνα δέκα φίλαθλοι πέθαναν από συγκοπή στις κερκίδες του γηπέδου, ενώ η νύχτα που ακολούθησε ήταν νύχτα τρόμου καθώς εκατοντάδες Βραζιλιάνοι μεταφέρονταν στα νοσοκομεία με καρδιακά επεισόδια. Εκατοντάδες και οι αυτοκτονίες, χιλιάδες οι απόπειρες αυτοκτονίας, από ένα λαό που θρηνούσε την απώλεια του τροπαίου που είκοσι χρόνια μετά επέστρεψε και πάλι στο Μοντεβίδεο.
Χουάν Σκιαφίνο (ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ) Πέρασε στην ιστορία σαν ο άνθρωπος που πέτυχε την ισοφάριση στον αγώνα με τη Βραζιλία και έκοψε τα πόδια των Βραζιλιάνων. Στο Μουντιάλ αναδείχθηκε δεύτερος σκόρερ με έξι τέρματα και συνέβαλλε τα μέγιστα στον άθλο της ομάδας του. Ο Σκιαφίνο αγωνιζόταν στη θέση του σέντερ φορ, ήταν πολύ επικίνδυνος παίκτης μέσα στην αντίπαλη περιοχή και είχε άριστη σχέση με το γκολ. Με την εθνική Ουρουγουάης αγωνίστηκε 25 φορές σημειώνοντας 11 τέρματα ενώ το 1954 πήρε την Ιταλική υπηκοότητα και φόρεσε και τέσσερις φορές τη φανέλα της εθνικής Ιταλίας. Σε ηλικία 17 ετών το 1942 άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο στην Πενιαρόλ και μαζί της έμεινε μέχρι το 1954 όπου μεταπήδησε στη μεγάλη Μίλαν με την οποία στέφθηκε τρεις φορές πρωταθλητής Ιταλίας. Μάλιστα οι «ροσονέρι» για να τον αποκτήσουν πλήρωσαν τότε το διαστημικό ποσό των 35 εκατομμυρίων δραχμών. Όταν το 1960 έφυγε από τη Μίλαν, συνέχισε την καριέρα του για δύο σαιζόν στη Ρόμα και μετά σταμάτησε το ποδόσφαιρο το 1962. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα εργάστηκε ως προπονητής για ένα μικρό διάστημα στην Πενιαρόλ.
Αλσίντε Εντγκάρντο Γκίτζια (ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ) Πέτυχε το «χρυσό» γκολ στον αγώνα με τη Βραζιλία και αυτός ήταν που χάρισε το παγκόσμιο κύπελλο στην ομάδα του. Αγωνιζόταν στη θέση του δεξιού εξτρέμ και το μεγάλο του προσόν ήταν η ταχύτητα, καθώς και η κοφτή ντρίπλα. Γεννήθηκε στο Μοντεβίδεο το 1926 και πρωτόπαιξε ποδόσφαιρο στην Ατλάντα και αργότερα στην Πενιαρόλ. Πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην εθνική λίγο πριν την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1950 και τη φανέλα της Ουρουγουάης φόρεσε μόλις σε 8 παιγνίδια καθώς το 1953 μεταπήδησε στην Ιταλία όπου πήρε την υπηκοότητα με αποτέλεσμα να παίξει και σε 5 ματς με τη «σκουάντρα ατζούρα». Πραγματοποίησε μεγάλη καριέρα στη Ρόμα από το 1953 ως το 1961 και μαζί της κατέκτησε το 1961 το Κύπελλο Εκθέσεων, ενώ έκλεισε την καριέρα του το 1962 στη Μίλαν, κατακτώντας μαζί της το «σκουντέτο».
Λέναρντ Σκόγκλουντ (ΣΟΥΗΔΙΑ) Ο Σουηδός άσος ήταν ο κορυφαίος της χώρας του στο Μουντιάλ, ενώ εκείνη την εποχή συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα κορυφαία αριστερά χαφ της Ευρώπης. Γεννήθηκε το 1929 στη Στοκχόλμη και ξεκίνησε το ποδόσφαιρο στη Χάμαρμπι ομάδα Γ’ κατηγορίας της Σουηδίας, πριν πάρει μεταγραφή για την ΑΙΚ Στοκχόλμης. Ήταν ποδοσφαιριστής με διάρκεια στο παιγνίδι του και όταν το 1950 πήγε στην Ίντερ άρχισε να αγωνίζεται στη θέση του αριστερού εξτρέμ πραγματοποιώντας μια πολύ μεγάλη καριέρα. Διέθετε πολύ καλή τεχνική κατάρτιση και ένα αριστερό πόδι με το οποίο μπορούσε να κάνει θαύματα. Στην Ιντερ αγωνίστηκε μέχρι το 1959 και στο διάστημα αυτό κέρδισε δύο φορές το πρωτάθλημα (1953 και 1954). Το 1959 πήγε για δύο χρόνια στη Σαμπντόρια και έκλεισε την καριέρα του στην Παλέρμο το 1963. Με την εθνική Σουηδίας έπαιξε μόλις σε 11 ματς, σημειώνοντας ένα γκολ. Οι συμμετοχές του ήταν τόσο λίγες γιατί τότε οι ομάδες είχαν το δικαίωμα να απαγορεύσουν στους ξένους ποδοσφαιριστές τους να φεύγουν στη μέση του πρωταθλήματος για να αγωνιστούν με τις εθνικές ομάδες. Το «παρών» έδωσε και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 που διεξήχθη στα γήπεδα της πατρίδας του, και η παρουσία του σε εκείνη τη διοργάνωση ήταν ακόμα καλύτερη από αυτή του 1954, βοηθώντας τη Σουηδία να φτάσει μέχρι τον τελικό.
Αντεμίρ (ΒΡΑΖΙΛΙΑ) Ο Αντεμίρ Μαρκές ντε Μενέσες όπως είναι το πλήρες όνομά του, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης με εννέα γκολ σε έξι αγώνες. Συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων σέντερ φόρ της γενιάς του και ήταν παίκτης με άριστη τεχνική κατάρτιση και έξυπνες τοποθετήσεις μέσα στην αντίπαλη περιοχή, άριστη ντρίπλα ενώ μπορούσε να σουτάρει εξ’ ίσου καλά και με τα δύο πόδια. Στο πρώτο παιγνίδι που έδωσε η Βραζιλία στον τελικό όμιλομε αντίπαλο τη Σουηδία ο Αντεμίρ πέτυχε 4 από τα 7 γκολ της «σελεσάο» πιστοποιώντας την πολύ καλή αγωνιστική κατάσταση στην οποία βρισκόταν τις ημέρες του τουρνουά. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Αντεμίρ δεν σκόραρε σε 2 ματς, και η Βραζιλία δεν κατάφερε να τα κερδίσει. Το ένα ήταν με αντίπαλο την Ελβετία στην α’ φάση (2-2) και το δεύτερο το μοιραίο 1-2 με αντίπαλο την «σελέστε». Συνολικά φόρεσε τη φανέλα της εθνικής σε 37 αγώνες και πέτυχε 32 γκολ. Γεννήθηκε στο Ρεσίφε το 1924 και ξεκίνησε την καριέρα του από την ομάδα της γενέτειράς του σε ηλικία 19 ετών. Στη συνέχεια πήγε στη Βάσκο ντα Γκάμα το 1944 και την επόμενη στέφθηκε πρωταθλητής Βραζιλίας. Το 1946 πήρε μεταγραφή για τη Φλουμινένσε κερδίζοντας και πάλι το πρωτάθλημα ενώ το 1947 επέστρεψε στην Βάσκο, όπου έκλεισε και την καριέρα του το 1956, και αφού φόρεσε την φανέλα της σε 461 παιγνίδια σημειώνοντας 303 γκολ.
ΜΙΚΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΥΠΕΛΛΟ
NUNCA MAIS MEU BRASIL (Ποτέ πια Βραζιλία μου) ήταν το πρωτοσέλιδο της μεγαλύτερης σε κυκλοφορία εφημερίδας της εποχής εκείνης στη Βραζιλία την επόμενη του τελικού. Ένας λαός ολόκληρος έκλαψε και πόνεσε για την απώλεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου, κάτι που ποτέ στο παρελθόν δεν είχε συμβεί.
Αμέσως μετά τη λήξη του αγώνα Βραζιλίας-Ουρουγουάης : 1-2 ο τεχνικός της Βραζιλίας Φλάβιο Κόστα φυγαδεύτηκε καθώς χιλιάδες οπαδοί τον περίμεναν έξω από τα αποδυτήρια για να τον λιντσάρουν. Ο Κόστα για πολύ καιρό μετά τον χαμένο τελικό δεχόταν απειλές για τη ζωή του και τελικά αποφάσισε να φύγει από τη Βραζιλία και να μεταναστεύσει στην Πορτογαλία.
Μέχρι σήμερα υπάρχει ένας θρύλος σύμφωνα με τον οποίο ένας πιτσιρικάς ξενύχτησε στο γήπεδο μετά την ήττα της «σελεσάο». Το ξημέρωμα τον βρήκε στην εξέδρα με μάτια κόκκινα από το κλάμα και την αϋπνία να μονολογεί : «Μη μου το ξανακάνεις αυτό Βραζιλία μου».
Με πλοίο ταξίδεψε η εθνική Ιταλίας προς τη Βραζιλία. Ένα χρόνο νωρίτερα ξεκληρίστηκε στο τραγικό αεροπορικό δυστύχημα της Σουπέργκα η μεγάλη ομάδα της Τορίνο και οι Ιταλοί διεθνείς δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν για ταξίδι με αεροπλάνο.
Στην προκριματική φάση της διοργάνωσης η Ινδία δεν πήρε μέρος για έναν πραγματικά περίεργο λόγο. Η ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ινδίας ζήτησε από τη FIFA όπως οι παίκτες της εθνικής της να αγωνιστούν χωρίς παπούτσια. Η FIFA το απαγόρευσε με αποτέλεσμα οι Ινδοί να μη συμμετάσχουν στα προκριματικά.
Το χειρότερο όμως το έπαθε Αγγλική εφημερίδα μετά την ήττα της εθνικής Αγγλίας από τις ΗΠΑ με 1-0. Εκείνη την εποχή τα ειδησεογραφικά πρακτορεία εκ των πραγμάτων, ήταν αδύνατο να μεταδώσουν τα γεγονότα με τη σημερινή ταχύτητα, η τηλεφωνική επικοινωνία ήταν δύσκολη και πολλές φορές οι αντιπρόσωποι των εφημερίδων έστελναν τις ανταποκρίσεις τους τηλεγραφικώς. Όταν λοιπόν έφτασε στα γραφεία της εφημερίδας τηλεγράφημα που ανέφερε «Αγγλία- Η.Π.Α. : 0-1» ο συντάκτης νόμιζε πως έγινε λάθος και αντί για 10-1 γράφτηκε 0-1. Την επόμενη η εφημερίδα κυκλοφόρησε με το λάθος σκορ (10-1) καθώς ο υπερφίαλος Άγγλος δημοσιογράφος δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η εθνική του θα έχανε από τους «γελαδάρηδες» Αμερικανούς.
Η εθνική Ελλάδος δεν δήλωσε συμμετοχή στα προκριματικά καθώς οι πληγές του πολέμου δεν είχαν κλείσει, ενώ ο εμφύλιος άνοιγε άλλες, μεγαλύτερες στη χώρα μας.
Το 1936 το συνέδριο της FIFA στο Βερολίνο , οι ποδοσφαιροπατέρες αποφάσισαν να αναθέσουν την διεξαγωγή της τελικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Γαλλία. Ο εμπνευστής του Μουντιάλ ,ο Ζιλ Ριμέ, επέμενε να αναλάβει η πατρίδα του η Γαλλία τη διοργάνωση και όχι η Αργεντινή η οποία ήταν και η βασική υποψήφια. Άλλωστε ήταν σειρά της Νότιας Αμερικής να διοργανώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και όχι της Ευρώπης.
Η απόφαση αυτή ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από τις νοτιοαμερικάνικες ομάδες με αποτέλεσμα οι περισσότερες από αυτές να μποϋκοτάρουν τη διοργάνωση και να μη συμμετάσχουν. Πρώτη η Αργεντινή δεν δέχτηκε να πάρει μέρος στην προκριματική φάση και την ακολούθησε η Ουρουγουάη καθώς και οι υπόλοιπες χώρες με εξαίρεση τη Βραζιλία. Απούσες και οι Βρετανικές ομάδες εκτός του ΕΙΡΕ, το οποίο συμμετείχε στα προκριματικά αλλά δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του στα τελικά. Η ομάδα όμως που άδικα δεν έδωσε το παρών στα Γαλλικά γήπεδα, παρά το γεγονός ότι είχε κερδίσει το εισιτήριο της πρόκρισης ήταν η Αυστρία. Η «Βούντερτιμ» διαλύθηκε, καθώς το 1938 ο Χίτλερ προσάρτησε την Αυστρία στο Γ’ Ράιχ με αποτέλεσμα η εθνική ομάδα να μην έχει δικαίωμα συμμετοχής στο Μουντιάλ. Η Αυστρία θεωρείτο το μεγάλο φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου και αν της είχε επιτραπεί η συμμετοχή , ενδεχομένως να είχε διαφοροποιηθεί η ποδοσφαιρική ιστορία. Ο Γερμανός τεχνικός, Ζεπ Χερμπέργκερ, κάλεσε στην εθνική ομάδα ορισμένους από τους Αυστριακούς άσους της εποχής, όπως τους Χάνεμαν, Ραφτλ, Μοκ, Σμάους, Νόιμερ, Σκούμαλ και Στροχ. Όμως το πιο λαμπρό αστέρι της Βούντερτιμ ο Ματίας Ζίντελαρ δεν δέχθηκε να παίξει κάτω από τη Γερμανική σημαία (αργότερα κυνηγήθηκε και αναγκάστηκε να αυτοκτονήσει) όπως άλλωστε και οι Φράντς Μπίντερ, Καρλ Ζέστα ,Γιόζεφ Μπίκαν και Καμίλο Γερούσαλεμ. Απούσα από το Μουντιάλ ήταν και η Ισπανία καθώς στη χώρα από το 1937 μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος.
Φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου εκτός της Ιταλίας ήταν η Ουγγαρία και η Βραζιλία. Ο τεχνικός των Ιταλών Βικτόριο Πότσο είχε αλλάξει ολόκληρη την ομάδα σε σχέση με το 1934 εκτός δύο παικτών, του Τζουζέπε Μεάτσα και του Τζιοβάνι Φερράρι. Η ομάδα του 1938 ήταν σαφέστατα χειρότερη από αυτή του 1934 όμως η Ιταλία εξακολουθούσε να είναι δυνατή ομάδα και αυτό αποδεικνυόταν από το γεγονός ότι παρέμεινε αήττητη για πέντε χρόνια από τις 24 Νοεμβρίου του 1935 (2-2 με την Ουγγαρία) έως τις 12 Νοεμβρίου του 1939 (1-3 από την Ελβετία). Σε αυτό το διάστημα κέρδισε ένα χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο το 1936 και φυσικά το Μουντιάλ του 1938.
Η Ελλάδα στην πρώτη φάση των προκριματικών απέκλεισε με δύο νίκες την Παλαιστίνη (3-1 στο Τελ Αβίβ και 1-0 στην Αθήνα) όμως στη β’ φάση γνώρισε τη συντριβή από την Ουγγαρία στη Βουδαπέστη με 11-1 και αποκλείστηκε χωρίς να γίνει 2ος αγώνας (χρειαζόταν άλλωστε; ). Αυτό το σκορ ήταν και το μεγαλύτερο που σημειώθηκε σε προκριματική φάση Μουντιάλ μέχρι τα προκριματικά του 1970 όταν η Γερμανία διέλυσε την Κύπρο με 12-0.
Στην τελική φάση του Μουντιάλ προκρίθηκαν 16 ομάδες. Όμως όταν η Αυστρία έπαψε να υφίσταται σαν κράτος οι διοργανωτές κάλεσαν την Αγγλία να συμμετάσχει, αυτή όμως αρνήθηκε. Συνεπώς το Μουντιάλ διεξήχθη με 15 ομάδες και η Σουηδία που είχε κληρωθεί με την Αυστρία πέρασε χωρίς αγώνα στην επόμενη φάση. Το σύστημα διεξαγωγής ήταν το ίδιο με αυτό του προηγούμενου Μουντιάλ. Χαρακτηριστικό της διοργάνωσης ότι συμμετείχαν για πρώτη και τελευταία φορά σε Μουντιάλ η Κούβα και οι Ολλανδικές Ινδίες. Η Γερμανία παρά το γεγονός ότι είχε ενισχυθεί με τους πρωτοκλασσάτους Αυστριακούς, δεν κατάφερε ούτε τον πρώτο γύρο να περάσει λόγω της αδιαφορίας που έδειξαν ακριβώς αυτοί οι παίκτες. Η Νασιοναλμανσαφτ αποκλείστηκε από την Ελβετία σε επαναληπτικό γνωρίζοντας την ήττα με 4-2 (πρώτο ματς 1-1). Η έκπληξη της πρώτης φάσης ήρθε από την Κούβα που απέκλεισε και αυτή σε επαναληπτικό ματς την Ρουμανία με 2-1 (πρώτο ματς 3-3). Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι όταν οι νοκ-άουτ αγώνες έληγαν ισόπαλοι το ματς πήγαινε στην παράταση και αν δεν άλλαζε το αποτέλεσμα διεξαγόταν επαναληπτικός. Η Τσεχοσλοβακία, φιναλίστ του 1934 δυσκολεύτηκε να κάμψει την αντίσταση των Ολλανδών στην κανονική διάρκεια του αγώνα ,και κέρδισε 3-0 στην παράταση ενώ οι διοργανωτές Γάλλοι πέρασαν εύκολα 3-1 το Βέλγιο. Η Ουγγαρία συνέτριψε τις Ολλανδικές Ινδίες με 6-0 ενώ η Ιταλία νίκησε δύσκολα στην παράταση τους Νορβηγούς με 2-1. Το πλέον συναρπαστικό παιγνίδι διεξήχθη στο Στρασβούργο μεταξύ της Βραζιλίας και της Πολωνίας και έληξε με νίκη των Βραζιλιάνων με σκορ 6-5!! Σε αυτόν τον αγώνα οι Λεόνιντας και Βιλιμόφσκι πέτυχαν από τέσσερα γκολ ο καθένας. Αξίζει τον κόπο να αναφέρουμε τη διακύμανση του σκόρ στο συγκεκριμένο μεγάλο παιγνίδι που κρίθηκε στην παράταση:
1-0 18’ Λεόνιντας,
1-1 22’ πεν. Βιλιμόφσκι,
2-1 25’ Ρομέου,
3-1 44’ Λεόνιντας,
3-2 50’ Σέρφκε,
3-3 59’ Βιλιμόφσκι,
4-3 72’ Περάτσιο,
4-4 88’ Βιλιμόφσκι,
5-4 93’ Λεόνιντας,
6-4 102’ Λεόνιντας,
6-5 107’ Βιλιμόφσκι.
Οι διαφορές μεταξύ των ομάδων δεν ήταν μεγάλες και θα μπορούσαμε να πούμε ότι η α’ φάση ήταν ιδιαίτερα ισορροπημένη. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα πέντε από τα επτά ματς πήγαν στην παράταση. Στα προημιτελικά η Ιταλία κληρώθηκε με τη διοργανώτρια Γαλλία την οποία και κέρδισε 3-1 στο στάδιο Κολόμπ του Παρισιού. Η ευνοημένη της α’ φάσης Σουηδία συνέτριψε την έκπληξη Κούβα με 8-0 με τον Βέτερστρομ να ισοφαρίζει το ρεκόρ των Βιλιμόφσκι και Λεόνιντας πετυχαίνοντας κι αυτός 4 γκολ. Η Βραζιλία χρειάστηκε 2 αγώνες για να κάμψει την αντίσταση των Τσεχοσλοβάκων (1-1, 2-1) και ενώ στον 1ο αγώνα δόθηκαν 4 κόκκινες κάρτες από τον διαιτητή Πάουλ φον Χερτσκα (Ουγγρος) στους Ζεζέ, Προκόπιο, Μασάντο (Βραζιλία) και Ρίχα (Τσεχοσλοβακία) !!! Στον τελευταίο προημιτελικό η Ουγγαρία έσπασε το «Βερού» (πρόγονος του Κατενάτσιο) των Ελβετών και νίκησε με 2-0 με γκολ των υπερσκόρερ Σάροσι και Τσένγκελερ.
Στα ημιτελικά η Ιταλία αγωνίστηκε εναντίον των Βραζιλιάνων. Ο προπονητής της Βραζιλίας θέλοντας να … ξεκουράσει τους Λεόνιντας (8 γκολ σε τρία ματς μέχρι τότε) και τον Τιμ εν όψει του … τελικού δεν τους έβαλε να αγωνιστούν. Οι Ιταλοί έπιασαν την ευκαιρία από τα μαλλιά και προκρίθηκαν χάρη σε δύο γκολ των Κολαούσι και Μεάτσα, ενώ ο Ρομέου μείωσε στο 87’ για τους … εμβρόντητους Βραζιλιάνους…. Στον άλλο ημιτελικό οι Ούγγροι διέλυσαν τους Σουηδούς με 5-1 παρ’ ότι βρέθηκαν από το 4ο λεπτό πίσω στο σκορ και φάνταζαν σαν το μεγάλο φαβορί για την τελική επικράτηση.
Στον τελικό της παρηγοριάς οι Βραζιλιάνοι νίκησαν 4-2 τους Σουηδούς και κατέλαβαν την τρίτη θέση.
Ο ΤΕΛΙΚΟΣ
Στις 19 Ιουνίου στο στάδιο Κολόμπ του Παρισιού, το τρόπαιο θα διεκδικούσαν οι παγκόσμιοι πρωταθλητές του 1934 και οι Ούγγροι. Προγνωστικά ήταν δύσκολο να γίνουν αφού και οι δύο ομάδες παρουσιαζόταν περίπου ισοδύναμες. Αντιμέτωπες ήταν δύο διαφορετικές σχολές ποδοσφαίρου. Οι περισσότερο συντηρητικοί στην επίθεση και πιο φινετσάτοι Μαγυάροι απέναντι στους δυνατότερους και καλύτερους επιθετικά Ιταλούς. Στον τελικό η Ιταλία ευτύχησε να έχει σε μεγάλη μέρα τον Τζουζέπε Μεάτσα. Στο 5’ αυτός ο πολύ μεγάλος ποδοσφαιριστής σερβίρισε έτοιμο γκολ στον Κολαούσι ο οποίος εκμεταλλεύτηκε το δώρο και άνοιξε το σκορ. Όμως πριν καλά προλάβουν να χαρούν οι Ιταλοί, στο 7ο λεπτό ο Τίτκος ισοφάρισε μετά από πάσα του Σάροσι. Ο Μεάτσα και πάλι στο 16’ βγάζει τον Πιόλα φάτσα με το γκολ και αυτός βάζει και πάλι μπροστά τους Ατζούρι με 2-1. Στο 35ο λεπτό, ποιος άλλος; Ο Μεάτσα σεντράρει και ο Κολαούσι δίνει αέρα 2 τερμάτων στους Ιταλούς (3-1). Στο β’ μέρος η Ιταλία δεν κινδύνεψε ιδιαίτερα. Ακόμα και όταν στο 70’ ο Σάροσι μείωσε σε 3-2 , οι Ιταλοί ανασυντάχθηκαν, πήραν το κέντρο και με τον Μεάτσα και Φερράρι να δημιουργούν έκανε άνω κάτω την Μαγυάρικη άμυνα. Στο 80’ ο Μπιαβάτι έβγαλε πάσα στον Πιόλα που δε δυσκολεύτηκε να κάνει το τελικό 4-2. Όταν ο Γάλλος διαιτητής Καπντεβίλ σφύριξε τη λήξη , οι παίκτες της «σκουάντρα ατζούρα» έγιναν ένα κουβάρι στο κέντρο του γηπέδου. Η Ιταλία ήταν παγκόσμια πρωταθλήτρια για δεύτερη συνεχή φορά και εκείνη τη νύχτα σε ολόκληρη τη χερσόνησο ένας ολόκληρος λαός πανηγύριζε.
Όμως τα μαύρα σύννεφα του πολέμου είχαν ήδη σκεπάσει την Ευρώπη. Δεκατέσσερις μήνες αργότερα οι Γερμανοί θα εισέβαλλαν στην Πολωνία και θα άρχιζε ο αιματηρός πόλεμος. Το Παγκόσμιο Κύπελλο θα γνώριζε μια διακοπή 12 ετών πριν ξαναρχίσει πάλι το 1950 στα γήπεδα της Βραζιλίας…
Σίλβιο Πιόλα (ΙΤΑΛΙΑ)
Μπορεί να μην αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του Μουντιάλ του 1938 αλλά σκόραρε όποτε … έπρεπε και ήταν η κορυφαία φυσιογνωμία του (ψηφίστηκε άλλωστε ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της τελικής φάσης). Ο Σίλβιο Πιόλα πέτυχε πέντε γκολ αλλά όλα αποδείχτηκαν σημαντικά για την Ιταλία στο δρόμο προς το δεύτερο συνεχόμενο τρόπαιο. Ο γεννημένος το 1913 επιθετικός, σκόραρε το νικητήριο τέρμα απέναντι στους Νορβηγούς (2-1), τα δύο που έκαναν τη διαφορά με τους Γάλλους (3-1) και δύο στον τελικό (2-1 και 4-2 όταν οι Ούγγροι προσπαθούσαν να ξεθαρρέψουν).
Ο Πιόλα ήταν από τους κορυφαίους γκολτζήδες που ανέδειξε το Ιταλικό αλλά και το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Ξεκίνησε την καριέρα του σε ηλικία 16 ετών στην Προ Βέρτσελι και τη συνέχισε στις Λάτσιο ,Γιουβέντους και Νοβάρα. Το 1951 ξεπέρασε το ρεκόρ του Τζουζέπε Μεάτσα πετυχαίνοντας το 336ο του γκολ στο Καμπιονάτο. Φόρεσε 34 φορές τη φανέλα της εθνικής ομάδας με τελευταία το 1952 σε ηλικία 39 ετών και πέτυχε με αυτή 30 τέρματα. Ένα από αυτά ήταν με το χέρι (αλά Μαραντόνα) εναντίον της … Αγγλίας. Αποσύρθηκε το 1954 και θήτευσε ως τεχνικός στην εθνική ομάδα των Ελπίδων της Ιταλίας και στη Λάτσιο.
Γκιόργκι Σάροσι (ΟΥΓΓΑΡΙΑ)
Ο Γκιόργκι Σάροσι οδήγησε μαζί με τον επίσης εξαίρετο σκόρερ Γκιούλα Τσένγκελερ, την εθνική ομάδα της Ουγγαρίας στον πρώτο της τελικό, χωρίς όμως να καταφέρει να πανηγυρίσει τον παγκόσμιο τίτλο. Γεννημένος το 1912 ξεκίνησε την καριέρα του στη Φερεντσβάρος πριν τον «αρπάξει» η Γιουβέντους αμέσως μετά το Μουντιάλ του 1938. Έπαιξε 62 φορές στην εθνική ομάδα με την οποία πέτυχε 42 γκολ. Πέτυχε και τα 5 γκολ στο 5-3 επί της Αυστρίας το 1936 και ένα χρόνο αργότερα πέτυχε επτά γκολ σε βάρος της Τσεχοσλοβακίας !! Ο πολυσύνθετος ποδοσφαιριστής (αγωνιζόταν με ευχέρεια τόσο ως επιθετικός όσο και ως καθαρός αμυντικός!) είχε και άλλες αθλητικές ροπές και κέρδισε τιμές και τρόπαια ως κολυμβητής, ξιφομάχος και τενίστας!!! Μετά μάλιστα την ολοκλήρωση της ποδοσφαιρικής του καριέρας πήρε πτυχίο Νομικής ,αν και ασχολήθηκε τελικά με την προπονητική ,οδηγώντας μάλιστα το 1952 την Γιουβέντους ως τεχνικός στην κατάκτηση του «σκουντέτο».
Λεονίντας Ντα Σίλβα (ΒΡΑΖΙΛΙΑ)
Ο Λεονίντας ντα Σίλβα θα μπορούσε να είναι ο πιο μεγάλος πρωταγωνιστής του Μουντιάλ της Γαλλίας αν ο ομοσπονδιακός τεχνικός της Βραζιλίας δεν έβλεπε τόσο υπεροπτικά τον ημιτελικό με την Ιταλία. Ο Αντεμάρ Πιμέντα αποφάσισε να … ξεκουράσει τον Λεόνιντας, η Βραζιλία έχασε 2-1 και ίσως κάπου εκεί να άλλαξε η ιστορία. Μέχρι εκείνο το σημείο ο βραχύσωμος επιθετικός είχε σημειώσει 8 γκολ σε τρία παιγνίδια που παρά τις προσπάθειες του Ούγγρου Τσένκελερ (έμεινε στα 7) έφτασαν να κερδίσει τον τίτλο του πρώτου σκόρερ. Ο Λεονίντας γεννήθηκε το 1913 και έγινε γνωστός με το παρατσούκλι «μαύρο διαμάντι» που παραπέμπει συνήθως στον πιο πρόσφατο και σαφώς πιο διάσημο Πελέ. Μικρός το δέμας αλλά εκπληκτικός σκόρερ είχε επίσης το προσωνύμιο «ο άνθρωπος από λάστιχο» και ως σπεσιαλιτέ του τα ανάποδα ψαλίδια.
Ξεκίνησε την καριέρα του σε μικρές ομάδες του Ρίο ντε Τζανέιρο και έκανε το ντεμπούτο του στην εθνική ομάδα το 1932 σημειώνοντας 2 γκολ σε βάρος της Ουρουγουάης. Αποτέλεσμα ήταν την επόμενη σαιζόν να μεταγραφεί στην Πενιαρόλ του Μοντεβίδεο όπου έμεινε μόνο μια αγωνιστική περίοδο. Επιστρέφει στην πατρίδα του και παίζει με τη Βάσκο ντα Γκάμα την οποία και οδηγεί στον τίτλο. Το ίδιο έκανε και με την Μποταφόγκο το 1935 κι ενώ είχε ήδη εμφανιστεί στο Μουντιάλ του 1934. Συνέχισε την καριέρα του στη Φλαμένγκο μέχρι το 1942 και μετά στη Σάο Πάολο όπου και την ολοκλήρωσε το 1950. Επέστρεψε στην τελευταία ως τεχνικός το 1953, εργάστηκε ως σχολιαστής ραδιοφώνου ενώ είχε ανοίξει και επιχείρηση κατασκευής επίπλων.
ΜΙΚΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΥΠΕΛΟ
Η FIFA από το τρίτο παγκόσμιο κύπελλο καθιέρωσε την αυτόματη πρόκριση της διοργανώτριας και της κατόχου στα τελικά. Έτσι η Ιταλία και η Γαλλία δεν χρειάστηκε να δώσουν προκριματικούς αγώνες.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου και όταν η Ιταλία αποσχίστηκε από τον «άξονα» και οι Γερμανοί μπήκαν στη Ρώμη προσπάθησαν να βρουν το χρυσό τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου, το οποίο είχαν οι Ιταλοί στην κατοχή τους σαν παγκόσμιοι πρωταθλητές. Έψαξαν στα γραφεία της Ιταλικής ομοσπονδίας όμως το τρόπαιο είχε κάνει … φτερά. Ο γενικός γραμματέας πρόλαβε και το πήρε σπίτι του όπου το κράτησε μέχρι το τέλος του πολέμου καταφέρνοντας να το σώσει από τους ναζί.
Στην παράταση του αγώνα Βραζιλίας – Πολωνίας :6-5 ο Λεονίντας ήθελε να αγωνιστεί ξυπόλητος καθώς η βροχή και το βαρύ τερέν είχαν μουσκέψει τα παπούτσια του με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται στις κινήσεις του. Έβγαλε λοιπόν τα παπούτσια του και μπήκε στον αγωνιστικό χώρο. Όμως ο Σουηδός διαιτητής Ιβάν Έκλιντ τον είδε και τον υποχρέωσε να φορέσει και πάλι τα παπούτσια…
Οι Ολλανδικές Ινδίες ήταν η πρώτη ασιατική ομάδα που συμμετείχε σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Από μια βίλα έχασε κάθε Βραζιλιάνος διεθνής. Αυτό ήταν το πριμ που είχε υποσχεθεί στους παίκτες ο δικτάτορας της χώρας Ζετούλιο Βάργκας σε περίπτωση κατάκτησης του Μουντιάλ
Έκπληξη προκλήθηκε όταν ο τεχνικός της Κούβας απέσυρε στον επαναληπτικό αγώνα με τη Ρουμανία τον εκπληκτικό στο πρώτο παιγνίδι τερματοφύλακα Μπενίτο Καρβαγέλες και παρέταξε τον αναπληρωματικό Χουάν Άρια. Ο τελευταίος όμως ήταν επίσης συγκλονιστικός και αποδείχθηκε ο ακρογωνιαίος λίθος της νίκης – πρόκρισης των Κουβανών. Στο ίδιο παιγνίδι ο Κάρλος Μακίνα υποδείχθηκε σε θέση οφ-σαϊντ από τον επόπτη όταν σκόραρε το νικητήριο γκολ της Κούβας. Όμως ο διαιτητής αγνόησε τον επόπτη, πήρε τη φάση επάνω του και κατακύρωσε το γκολ.
Μόνο τρεις παίκτες συμπλήρωσαν τρεις συμμετοχές στα ισάριθμα παγκόσμια κύπελλα. Ήταν οι Γάλλοι Ετιέν Ματλέ και Εντμόντ Ντελφούρ και ο Βέλγος Μπέρναρντ Βόορχοφ.
Τα 11 γκολ του αγώνα Βραζιλία-Πολωνία ήταν τα περισσότερα που έχουν σημειωθεί σε ένα αγώνα σε τελική φάση παγκοσμίου κυπέλλου. Το ρεκόρ έσπασε το 1954 στην Ελβετία.
Ο Ματίας Ζίντελαρ ήταν ένας από τους Αυστριακούς διεθνείς που αρνήθηκαν να παίξουν για την εθνική Γερμανίας, γι’ αυτό και η Βιέννη δεν τον ξέχασε ποτέ ,εκτός από τα ποδοσφαιρικά του κατορθώματα. Έτσι ο δρόμος «Λααερμπεργκ» μετονονομάστηκε σε «Ζίντελαρ Γκάσε». Ο Ζίντελαρ είχε μάλιστα ανοίξει ένα καφέ το οποίο υπάρχει ακόμα και σήμερα και αποτελεί το σημείο αναφοράς των οπαδών της Αούστρια Βιέννης στην Ρααμπέργκεν Γκάσε.
Ο ένας κοντός και μαύρος, ο άλλος ψηλός και ξανθός. Αμφότεροι πέτυχαν από 4 γκολ στο Βραζιλία-Πολωνία:6-5 και λέγονται Λεόνιντας Ντα Σίλβα και Ερνστ Βιλιμόφσκι αντίστοιχα. Πρώτος χρονικά το σημείωσε ο Βραζιλιάνος και ακολούθησε ο Πολωνός. Μερικές μέρες αργότερα πέτυχε καρέ και ο Σουηδός Βέτερστρομ. Το κατόρθωμά τους το επανέλαβαν αρκετοί στην πορεία του χρόνου, μέχρι το 1994 που ο Ρώσος Όλεγκ Σαλένκο πέτυχε πενταρέ στο 5-1 επί του Καμερούν και τους πήρε την πρωτιά.
Στις 8 Οκτωβρίου 1932 η FIFA στο 21ο συνέδριό της αποφάσισε να αναθέσει τη διοργάνωση του 2ου Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ιταλία. Εκείνη την εποχή τη γειτονική μας χώρα κυβερνούσε ο Μπενίτο Μουσσολίνι ο οποίος είχε ανέλθει στην εξουσία το 1922. Ο «Ντουτσε» έδωσε εντολή και μέσα σε χρόνο ρεκόρ τελειοποιήθηκαν οι αθλητικές εγκαταστάσεις που εκείνη την εποχή θεωρήθηκαν υπερσύγχρονες.
Ο δικτάτορας είδε την ανάληψη του Μουντιάλ του 1934 σαν την καλύτερη προπαγάνδα για τη χώρα του. Από οργανωτικής πλευράς τα πάντα ήταν τέλεια ενώ ο Μουσολίνι ανακαίνισε ακόμα και τα μέσα συγκοινωνίας. Η Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αριθμούσε εκείνη την εποχή 50 μέλη και 32 από αυτά δήλωσαν συμμετοχή. Έτσι αποφασίσθηκε για πρώτη φορά να διεξαχθεί προκριματική φάση για να επιλεγούν οι 16 ομάδες που θα έπαιρναν μέρος στα τελικά. Η κάτοχος του τροπαίου όμως , η Ουρουγουάη, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την «Ιταλοποίηση» των αστεριών της Ενρίκε Γκουαϊτα και Ραϊμούντο Όρσι δεν συμμετείχε στα τελικά. Για λόγους που αφορούσαν διαμάχες των ομοσπονδιών με τους παίκτες (επαγγελματοποίηση του ποδοσφαίρου) δεν κατέβασαν τις καλύτερες ομάδες τους και η Αργεντινή με τη Βραζιλία. Όσον αφορά την Παραγουάη και τη Βολιβία εκείνη την εποχή είχαν πόλεμο μεταξύ τους και φυσικά δεν συμμετείχαν. Η Αγγλία με τη Σκοτία και την Ουαλία δεν αποδεχόταν ακόμα την διοργάνωση και απείχαν. Μόνο το ΕΙΡΕ έσπασε το Βρετανικό μέτωπο και πήρε μέρος στα προκριματικά, αποκλείστηκε όμως από το Βέλγιο στη διαφορά τερμάτων. Από την προκριματική φάση αποχώρησαν για διάφορους λόγους η Χιλή, το Περού και η Τουρκία.
Η Ελλάδα συμμετείχε για πρώτη φορά στα προκριματικά, κληρώθηκε όμως με τη διοργανώτρια Ιταλία, έχασε με 4-0 στο Μιλάνο και 2ος αγώνας δεν έγινε, έτσι αποκλείστηκε.
Οι Η.Π.Α. δήλωσαν συμμετοχή την τελευταία στιγμή και αποφασίστηκε να διεκδικήσουν την πρόκρισή τους σε αγώνα μπαράζ με το Μεξικό τρεις μόλις ημέρες πριν την έναρξη των τελικών!!!! Οι Αμερικάνοι κέρδισαν 4-2 και προκρίθηκαν στα τελικά.
Την εποχή εκείνη οι μεγάλες δυνάμεις ήταν η Αυστρία του Ούγκο Μαϊσλ , η περιβόητη Wunderteam (ομάδα-θαύμα), η Τσεχοσλοβακία του Πλάνιτσκα και η Ισπανία του Θαμόρα. Η Ιταλική κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να ενισχύσει όσο το δυνατον περισσότερο τη «σκουάντρα ατζούρα» είχε χορηγήσει την υπηκοότητα στους Αργεντινούς Λουϊζίτο Μόντι και Ατίλιο Ντεμαρία όπως και στους Ουρουγουανούς Ενρίκε Γκουαϊτα και Ραϊμούντο Όρσι. Ο Ντεμαρία έπαιζε στην Ίντερ (ο Μουσολίνι την είχε μετονομάσει σε Αμπροζιάνα) , ο Γκουαϊτα στη Ρόμα ενώ οι Μόντι και Όρσι έπαιζαν στην μεγάλη Γιουβέντους της εποχής που αποτελούσε και τη βάση της Εθνικής, καθώς σε αυτήν αγωνιζόταν και ο τερματοφύλακας Τζιαμπιέρο Κόμπι καθώς και οι Τζιοβάνι Φερράρι και Λουϊτζι Μπερτολίνι. Η μεγάλη βέβαια προσωπικότητα της εθνικής Ιταλίας ήταν ο επιθετικός της Ίντερ Τζουζέπε Μεάτσα ενώ βασικοί στην ομάδα ήταν και οι Εράλντο Μοντσέλιο και Άντζελο Σκιάβιο της Μπολόνια, ο Λουϊτζι Αλεμάντι της Ιντερ και ο Ατίλιο Φεράρις της Ρόμα.
Οι ομάδες που προκρίθηκαν στα τελικά δεν χωρίστηκαν σε ομίλους αλλά κληρώθηκαν μεταξύ τους σε νοκ-άουτ αγώνες. Η Ιταλία ήταν τυχερή αφού αντιμετώπισε τον ευκολότερο αλλά και πιο κουρασμένο αντίπαλο, τις ΗΠΑ, και τις διέλυσε με 7-1 , με τον Σκιάβιο να πετυχαίνει χατ-τρικ και τον Όρσι άλλα δύο γκολ. Στην Φλωρεντία (Στάδιο Τζιοβάνι Μπέρτα) η Γερμανία συνέτριψε το Βέλγιο με 5-2 (το μεγάλο αστέρι ο Κόνεν πέτυχε 3 γκολ) , στο Τορίνο (Στ. Μπενίτο Μουσολίνι) η Βουντερτίμ νίκησε 3-2 τη Γαλλία σε ένα συγκλονιστικό παιγνίδι ,το οποίο κρίθηκε στην παράταση (καν. Αγ. 1-1), στο στάδιο Ασκαρέλι της Νάπολι η Ουγγαρία επιβλήθηκε 4-2 της Αιγύπτου, στο Λουίτζι Φερράρις της Γένοβα η Ισπανία νίκησε 3-1 τους Βραζιλιάνους, οι Ελβετοί επιβλήθηκαν 3-2 των Ολλανδών, στην Μπολόνια (Λιτοριάλε) οι Σουηδοί κατέβαλαν 3-2 την Αργεντινή και στο Λιτόριο της Τεργέστης οι Τσεχοσλοβάκοι έβγαλαν έξω τους Ρουμάνους με σκορ 2-1.
Στα προημιτελικά κληρώθηκαν οι δύο σχολές του Δούναβη (Αυστρία-Ουγγαρία), η Ισπανία με την Ιταλία, η Γερμανία με τη Σουηδία και η Τσεχοσλοβακία με την Ελβετία. Η Βούντερτιμ νίκησε πιο εύκολα απ’ ότι δείχνει το τελικό σκορ τους Ούγγρους με 2-1. Οι Γερμανοί επιβλήθηκαν με το ίδιο σκορ επί των Σουηδών ενώ οι Τσεχοσλοβάκοι κέρδισαν 3-2 τους Ελβετούς. Στο μεγάλο ματς οι Ισπανοί και οι Ιταλοί παρέμειναν στο 1-1 και μετά την παράταση και χρειάστηκε επαναληπτικός για να ξεκαθαρίσει ο νικητής. Τελικά η «σκουάντρα ατζούρα» με γκολ του Μεάτσα στο 11ο λεπτό του επαναληπτικού νίκησε με 1-0 και βρέθηκε στους τέσσερις.
Αντιμέτωποι στα ημιτελικά τέθηκαν η Αυστρία με την Ιταλία και η Τσεχοσλοβακία με τη Γερμανία. Οι Αυστριακοί διέθεταν την καλύτερη ομάδα του τουρνουά ,όμως είχαν την ατυχία να πέσουν πάνω στους πολύ ισχυρούς διοργανωτές. Το παιγνίδι ήταν συγκλονιστικό και οι «ατζούρι» με γκολ του Γκουαϊτα νίκησαν 1-0 και πέρασαν στον τελικό όπου θα αντιμετώπιζαν τους Τσεχοσλοβάκους που είχαν καταβάλλει τους Γερμανούς με 3-1. Σε εκείνη τη διοργάνωση εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά ο μικρός τελικός με την Γερμανία να νικάει τους απογοητευμένους Αυστριακούς στην Νάπολι με 3-2 και να κατακτά την τρίτη θέση.
Ο ΤΕΛΙΚΟΣ
Στις 10 Ιουνίου 1934 το γήπεδο Partita Nazionale Fascista (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα) φόρεσε τα γιορτινά του προκειμένου να υποδεχθεί τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η Ιταλία – κυρίως λόγω έδρας- ήταν το μεγάλο φαβορί, όμως η Τσεχοσλοβακία εκείνη την εποχή διέθετε πραγματικά μεγάλη ομάδα. Το α’ ημίχρονο έληξε χωρίς τέρματα και το παιγνίδι ήταν μοιρασμένο. Στην επανάληψη οι Τσεχοσλοβάκοι είχαν την πρωτοβουλία και κατάφεραν να προηγηθούν στο 70’ με τον Πουκ και να παγώσουν το γήπεδο. Μάλιστα στο 75’ ο Σομπότκα έχασε ανεπανάληπτο τετ-α-τετ και στο 78’ ο Σβόμποντα είχε σουτ στο δοκάρι. Στο 80’ όμως με ένα σπάνιας ομορφιάς γκολ ο Ραϊμούντο Όρσι ισοφάρισε σε 1-1. Το γκολ αυτό θεωρήθηκε από τα ομορφότερα μέχρι τότε στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Το ματς έληξε 1-1 και οδηγήθηκε στην παράταση. Οι Ιταλοί περισσότερο ψύχραιμοι και έχοντας το ψυχολογικό πλεονέκτημα πια, και με τη συμπαράσταση 50000 «τιφόζι» κατάφεραν στο 95’ με τον Σκιάβιο να βρουν για δεύτερη φορά το δρόμο προς τα δίχτυα και να κερδίσουν το κύπελλο. Μέσα σε γενικό παραλήρημα ο Μουσολίνι έδωσε το τρόπαιο στα χέρια του Τζιαμπιέρο Κόμπι. Η Ιταλία ήταν παγκόσμια πρωταθλήτρια.
Τζουζέπε Μεάτσα (ΙΤΑΛΙΑ)
Ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών ήταν ο Τζουζέπε Μεάτσα που εκτός από το Μουντιάλ του 1934 κέρδισε ως αρχηγός της Ιταλίας και αυτό του 1938. Ο Μιλανέζος άσος ξεκίνησε στη θέση του σέντερ φορ και ήταν ο καλύτερος της δεκαετίας του ’30. Στο παγκόσμιο κύπελλο της Ιταλίας ο ομοσπονδιακός τεχνικός Βιτόριο Πότσο τον έβαλε λίγο πιο πίσω και έτσι ο Μεάτσα έγινε ο μεγάλος διεμβολιστής και τροφοδότης των γκολ. Ο «Πεπίνο» συμπλήρωσε 53 διεθνείς συμμετοχές και 33 γκολ με την Εθνική ομάδα ,ρεκόρ το οποίο κατέρριψε πολύ αργότερα το Λουϊτζι Ρίβα. Γεννήθηκε στις 23 του Αυγούστου του 1910 και σε ηλικία 17 ετών άρχισε τη λαμπρή του καριέρα στην Ίντερ. Το 1937 μεταπήδησε στη Μίλαν αλλά ένας σοβαρός τραυματισμός το 1939 ουσιαστικά διέκοψε τη σταδιοδρομία του. Στη συνέχεια αγωνίστηκε περιστασιακά (μέχρι το 1945) στη Γιουβέντους ,στη Βαρέζε και στην Αταλάντα ενώ εργάστηκε ως τεχνικός στην Ιντερ. Οι Μιλανέζοι προς τιμήν του μετονόμασαν το στάδιο «Σαν Σιρο» σε «Τζουζέπε Μεάτσα».
Ματίας Ζίντελαρ (ΑΥΣΤΡΙΑ)
Ήταν το πρώτο βιολί, το μεγάλο αστέρι της «Βούντερτιμ». Ο Ματίας Ζίντελαρ, ο «άνθρωπος από χαρτί» όπως ήταν γνωστός επειδή φαινόταν πολύ «εύθραυστος», αγωνιζόταν στην επίθεση και υπήρξε ένας από τους πιο τεχνίτες ποδοσφαιριστές της εποχής του. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο και το παρατσούκλι που του κόλλησαν «Μότσαρτ του ποδοσφαίρου». Ο Ζίντελαρ γεννήθηκε στη Βιέννη στις 10 Φεβρουαρίου του 1903 και ξεκίνησε την καριέρα του στην Αούστρια σε ηλικία 20 ετών ,ενώ έκανε και ένα πέρασμα από τις γερμανικές Χέρτα Βερολίνου και Αματέρ. Στην εθνική Αυστρίας έκανε ντεμπούτο το 1926 ενώ το παιγνίδι της ζωής του το έκανε εναντίον της Ουγγαρίας (8-2). Σε εκείνη την αναμέτρηση στη Βιέννη είχε πετύχει τρία γκολ και είχε δημιουργήσει τα άλλα πέντε!!! Συμπλήρωσε 43 διεθνείς συμμετοχές με 27 γκολ αλλά το τέλος του δεν θα το ζήλευε κανείς. Ο Ζίντελαρ ήταν Εβραίος και το 1939 τον πρόδωσε στους ναζί ένας συμπαίκτης του στην εθνική. Ο προδομένος άσος αυτοκτόνησε με αέριο το 1939 πριν καταλήξει στους σχετικούς θαλάμους των Γερμανών…
Φράντισεκ Πλάνιτσκα (ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑ)
Ο Πλάνιτσκα υπήρξε ένας από τους κορυφαίους προπολεμικούς γκολκίπερ. Μεγάλο μερίδιο της επιτυχίας της Τσεχοσλοβακίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 οφείλεται στις εκπληκτικές επεμβάσεις του. Στον τελικό ωστόσο χρεώνεται λάθος αντίδραση στο εκπληκτικό πάντως σουτ του Όρσι που έφερε την ισοφάριση. Ο Πλάνιτσκα γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου του 1904 και έκανε σπουδαία καριέρα με τη φανέλα της Σλάβια Πράγας την οποία φόρεσε περισσότερες από 700 φορές πριν αποσυρθεί το 1939. Συμπλήρωσε 74 διεθνείς συμμετοχές, ρεκόρ που καταρρίφθηκε το 1966 από τον Λάντισλαβ Νόβακ. Έπαιξε και στο παγκόσμιο κύπελλο του 1938, ενώ στον προημιτελικό με τη Βραζιλία αγωνίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα με σπασμένο χέρι!!! Χωρίς αυτόν η Τσεχοσλοβακία έχασε και αποκλείστηκε στον επαναληπτικό. Ο Πλάνιτσκα εξακολούθησε να αγωνίζεται μέχρι τα 65 χρόνια σε αγώνες παλαιμάχων.
Όλντριχ Νέγιεντλι (ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑ)
Ο Νέγιεντλι ήταν ο πρώτος σκόρερ του Μουντιάλ του 1934 αλλά τα πέντε γκολ που σημείωσε δεν ήταν αρκετά για να δώσουν στην ομάδα του τον παγκόσμιο τίτλο. Ο Σλοβάκος στην καταγωγή επιθετικός σκόραρε σε όλα τα παιγνίδια που έδωσε πλην του τελικού. Γεννήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου του 1909 και αγωνίστηκε στις Τσέμπρακ, Κόζιτσε, Ρακόβνικ και Σπάρτα Πράγας. Με την τελευταία έκανε μεγάλη καριέρα και παραμένει μέχρι και σήμερα ο πρώτος της σκόρερ όλων των εποχών με 148 γκολ!! Ντεμπούτο στην εθνική ομάδα έκανε το 1931 εναντίον της Πολωνίας και τελείωσε την διεθνή του καριέρα έχοντας 43 συμμετοχές και 29 γκολ με τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Τσεχοσλοβακίας.
ΜΙΚΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΥΠΕΛΛΟ
Το δεύτερο παγκόσμιο κύπελλο πέρασε στην ιστορία σαν το μοναδικό που ο κάτοχος του τροπαίου δεν υπερασπίστηκε τον τίτλο του. Η Ουρουγουάη δεν συμμετείχε στην τελική φάση της διοργάνωσης.
Τον τελευταίο του αγώνα με τη φανέλα της εθνικής Ιταλίας έδωσε ο αρχηγός της «σκουάντρα ατζούρα» Τζιανπιέρο Κόμπι στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Παράλληλα έγινε ο πρώτος γκολκίπερ που σαν αρχηγός κέρδισε το Μουντιάλ. Το ρεκόρ του ισοφάρισε το 1982 ο Ντίνο Τζοφ, που σήκωσε και αυτός το τρόπαιο σαν αρχηγός πάλι της Ιταλικής ομάδας.
Το γήπεδο που φιλοξένησε τον τελικό ονομαζόταν εκείνη την εποχή Partita Nazionale Fascista και σε μετάφραση, Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Μετά την πτώση του φασισμού στην Ιταλία μετονομάστηκε σε «Φλαμίνιο» και ήταν η έδρα των Λάτσιο και Ρόμα μέχρι την κατασκευή του «Ολύμπικο» για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Ρώμης.
Μία αποβολή σημειώθηκε στη διάρκεια του τουρνουά. Στον αγώνα Αυστρίας – Ουγγαρίας ο Ούγγρος Ιμρε Μάρκος είδε την κόκκινη κάρτα του Ιταλού διαιτητή Φραντζέσκο Ματέα.
Χαρακτηριστικό του Μουντιάλ του 1934 ότι ακόμα και η διοργανώτρια Ιταλία χρειάστηκε να δώσει προκριματικούς αγώνες. Αντίπαλός της η Ελλάδα την οποία κέρδισε 4-0 στο Μιλάνο. Επαναληπτικός δεν έγινε.
Στο Μουντιάλ ήταν παρούσα για πρώτη φορά και η Αφρική. Η Αίγυπτος ήταν η πρώτη χώρα της «μαύρης ηπείρου» που συμμετείχε σε τελική φάση, στην οποία προκρίθηκε νικώντας την Παλαιστίνη.
Στο πρώτο παγκόσμιο κύπελλο συμμετείχαν δεκατρείς ομάδες, η διοργανώτρια Ουρουγουάη, η Αργεντινή, η Βραζιλία, το Περού , η Χιλή, η Βολιβία και η Παραγουάη από την Νότιο Αμερική, οι ΗΠΑ και το Μεξικό από την Κεντρική και Βόρειο Αμερική ενώ από την Ευρώπη το «παρόν» έδωσαν μόνο 4 χώρες η Γαλλία, η Ρουμανία , η Γιουγκοσλαβία και το Βέλγιο. Η παρθενική διοργάνωση του κορυφαίου ποδοσφαιρικού θεσμού σημαδεύτηκε από την απουσία της αφρόκρεμας του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Οι μεγάλες ποδοσφαιρικές δυνάμεις της υφηλίου εκείνη την εποχή όπως η Ιταλία, η Αυστρία (διέθετε την περίφημη Wunderteam) η Ουγγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Γερμανία και η Ελβετία δεν πήγαν στα γήπεδα της Ουρουγουάης. Οι βασικότεροι λόγοι γι’ αυτό ήταν η μακρινή απόσταση (η διάρκεια του ταξιδιού με επιστροφή ήταν έξι εβδομάδες) αλλά και οι δουλειές των ποδοσφαιριστών. Και αυτό γιατί κανείς δεν μπορούσε να απουσιάσει από την εργασία του για τόσο μεγάλο διάστημα που απαιτείτο (σχεδόν δύο μήνες). Όσον αφορά τις πέντε Βρετανικές (Αγγλία, Σκοτία, Ιρλανδία, Ουαλία και Έϊρε) εκείνη την εποχή είχαν αποχωρήσει από τη FIFA και οι ομοσπονδίες τους δεν παραδέχονταν άλλο τουρνουά εκτός από το Κύπελλο Βρετανικών Νήσων που διοργάνωναν οι ίδιες.
Η κλήρωση των ομίλων έγινε στις 11 Ιουλίου, δύο μόλις ημέρες πριν την έναρξη των αγώνων. Κληρώθηκε ένας όμιλος των τεσσάρων και τρεις όμιλοι των τριών ομάδων. Ένα ακόμα γεγονός που σημάδεψε το 1ο παγκόσμιο κύπελλο ήταν το «φιάσκο» της Βραζιλίας. Η κόντρα που υπήρχε μεταξύ των ομοσπονδιών του Ρίο ντε Τζανέιρο και του Σάο Πάολο ήταν η αιτία ώστε στο παγκόσμιο Κύπελλο η Βραζιλία να μη συμμετάσχει με τους πρωτοκλασάτους παίκτες εκείνης της εποχής.
Στις 13 Ιουλίου στις 2 το μεσημέρι ώρα Μοντεβίδεο έγινε η σέντρα της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής διοργάνωσης του πλανήτη. Αντίπαλοι στο γήπεδο «Ποσίτος» η Γαλλία και το Μεξικό με διαιτητή τον Ουρουγουανό Ντομίνγκο Λομπάρντι. Το όνειρο του Ζιλ Ριμέ είχε επιτέλους γίνει πραγματικότητα. Το χαρακτηριστικό αυτού του αγώνα ήταν ότι μόλις στο 10’ ο Γάλλος τερματοφύλακας Αλέξις Τεπό τραυματίστηκε στο σαγόνι και αποχώρησε ,και καθώς εκείνη την εποχή απαγορευόταν οι αλλαγές οι Γάλλοι αγωνίστηκαν με 10 παίκτες και τον μέσο Σαντρέλ στην θέση του τερματοφύλακα. Παρ’ όλα αυτά στο 19’ ο Λουσιέν Λοράν έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε σε Παγκόσμιο Κύπελλο και η Γαλλία παρά το αριθμητικό μειονέκτημα επικράτησε με 4-1. Όμως η ομάδα που κέρδισε την πρώτη θέση στον όμιλο ήταν η Αργεντινή που πέτυχε τρεις νίκες σε ισάριθμους αγώνες. Στον αγώνα με τη Γαλλία οι Αργεντινοί άνοιξαν το σκορ στο 81’ με τον Λουιζίτο Μόντι και στο 84’ κατά λάθος ο διαιτητής σφύριξε τη λήξη! Οι Γάλλοι έπεσαν επάνω του και μόλις αντιλήφθηκε το λάθος του φώναξε τους παίκτες πίσω για να παιχθούν τα εναπομείναντα λεπτά….
Στο 2ο όμιλο η Γιουγκοσλαβία επιβλήθηκε της Βραζιλίας με 2-1 και της Βολιβίας με 4-0 και πήρε την πρώτη θέση, ενώ στον 3ο οι οικοδεσπότες νίκησαν το Περού 1-0 και τη Ρουμανία με 4-0 και πέρασαν άνετα. Στον 4ο όμιλο τέλος οι Η.Π.Α. επιβλήθηκαν του Βελγίου και της Παραγουάης με το ίδιο σκορ (3-0) και έκλεισαν την τετράδα των ημιτελικών.
Στην κλήρωση των ημιτελικών ήρθαν αντιμέτωπες Αργεντινή – Η.Π.Α. και Ουρουγουάη – Γιουγκοσλαβία. Και τα δύο ματς έληξαν με το ίδιο συντριπτικό σκορ υπέρ των λατινοαμερικάνων (6-1)! Έτσι βγήκε το μεγάλο ζευγάρι του πρώτου τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στον οποίον οι άσπονδοι γείτονες, Ουρουγουάη και Αργεντινή θα διεκδικούσαν το βαρύτιμο τρόπαιο.
Ο ΤΕΛΙΚΟΣ
Οι δύο ομάδες είχαν μέχρι τότε συναντηθεί 111 φορές και οι Ουρουγουανοί υπερτερούσαν σε νίκες με 44 έναντι 39 των Αργεντινών. Για τελευταία φορά πριν τον τελικό είχαν βρεθεί αντιμέτωπες το 1927 στο «Newton Cup» και η Ουρουγουάη είχε κερδίσει 1-0. Από τις 27 Ιουλίου ,οπότε και βγήκε το ζευγάρι του τελικού, οι δύο χώρες δεν κοιμήθηκαν. Οι Αργεντινοί ναύλωσαν καράβια προκειμένου να μεταβούν από το Μπουένος Άιρες στο Μοντεβίδεο ενώ τα 90.000 εισιτήρια του τελικού έγιναν ανάρπαστα. Ο φανατισμός ήταν πολύ μεγάλος. Μια εφημερίδα του Μοντεβίδεο έγραφε τη μέρα του τελικού «Δεν μπορούμε να χάσουμε, εμείς είμαστε Ουρουγουανοί και αυτοί Αργεντινοί» !!! Όσον αφορά τους Αργεντινούς φώναζαν στο γήπεδο «Νίκη ή θάνατος!».
Ο Πάμπλο Ντοράντο άνοιξε το σκορ για την Ουρουγουάη στο 12’ όμως ο Κάρλος Πεουσέλε ισοφάρισε στο 20’ και ο Γκιγιέρμο Στάμπιλε πέτυχε το 2-1 για την Αργεντινή στο 37’, σκορ με το οποίο έκλεισε το ημίχρονο. Στο β’ μέρος η Ουρουγουάη μπήκε πιο αποφασισμένη και ο Πέδρο Τσέα στο 57’ ισοφάρισε. Στο 68’ ο Σάντος Ιριάρτε πέτυχε μέσα σε παραλήρημα το 3-2. Οι γηπεδούχοι επέβαλλαν πλέον ολοκληρωτικά το ρυθμό τους και στο 89’ ο Έκτορ Κάστρο διαμόρφωσε το τελικό 4-2. Το Μοντεβίδεο το βράδυ της 30ης Ιουλίου δεν κοιμήθηκε καθώς όλος ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του τροπαίου. Η πρώτη διοργάνωση του Μουντιάλ είχε ήδη περάσει στην ιστορία…
Γκιγιέρμο Στάμπιλε (ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ) Ο Γκιγιέρμο Στάμπιλε έγινε μάλλον από σύμπτωση η μεγάλη μορφή του πρώτου παγκοσμίου κυπέλλου και μαζί ο πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης με 8 γκολ. Ο τεχνικός της Αργεντινής Φρανσίσκο Ολαζάρ τον είχε εκτός ομάδας στο πρώτο παιγνίδι και αναγκάστηκε να τον χρησιμοποιήσει στο 2ο εναντίον του Μεξικού επειδή ο αρχηγός Φερρέιρα δεν μπορούσε να αγωνιστεί. Ο Γκιγιέρμο Στάμπιλε (γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1906), όχι μόνο σκόραρε αλλά πέτυχε και το 1ο χατ-τρικ στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο Αργεντινός (31 διεθνείς συμμετοχές) που αγωνιζόταν εκείνη την εποχή στην Ουρακάν (ξεκίνησε από τη Σπορτίβο Μετάν) σκόραρε και σε όλα τα επόμενα παιγνίδια της διοργάνωσης αλλά είδε τελικά την ομάδα του να χάνει στον τελικό από την οικοδέσποινα Ουρουγουάη. Μετά το Μουντιάλ ο Στάμπιλε συνέχισε την καριέρα του στην Ιταλία και την Τζένοα ενώ αργότερα φόρεσε τη φανέλα της Νάπολι. Ο Γικιγιέρμο Σταμπιλε ήταν ουσιαστικά ο πρώτος σούπερ σταρ του Αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Ολοκλήρωσε την καριέρα του στην Γαλλική Ρεντ Σταρ, ομάδα που –τι σύμπτωση- ίδρυσε ο Ζιλ Ριμέ. Πέθανε την 1η Σεπτεμβρίου του 1966.
Εκτορ Σκαρόνε (ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ) Ο Έκτορ Σκαρόνε αγωνιζόταν στη θέση του επιθετικού ενδιαμέσου και ήταν από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής του. Υπήρξε βασικό στέλεχος της Ολυμπιακής ομάδας της Ουρουγουάης που κατέκτησε το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο το 1924 στο Παρίσι και το 1928 στο Άμστερνταμ. Έκανε έτσι το προσωπικό του «χατ-τρικ» με την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ξεκίνησε την καριέρα του σε ηλικία 14 ετών ( γεννήθηκε το 1898 ) στην τρίτης κατηγορίας Σπόρτσμαν Μοντεβίδεο πριν πάρει μεταγραφή για τη Νασιονάλ. Ο «μάγος» όπως ήταν το παρατσούκλι του έκανε ένα σύντομο πέρασμα από την Μπαρτσελόνα το 1926. Στην εθνική ομάδα αγωνίστηκε 64 φορές. Μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Ρεάλ Μαδρίτης. Επέστρεψε το 1953 στην πατρίδα του όπου και αγωνίστηκε (σε ηλικία 55 ετών!!!!) με τη Νασιονάλ πριν καθίσει στον πάγκο της. «Έφυγε» από τη ζωή το 1968 σε τροχαίο ατύχημα.
Χοσέ Λεάντρο Αντράντε (ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ) Ο Χοσέ Λεάντρο Αντράντε γεννήθηκε το 1901 και ήταν ο πρώτος μη λευκός ποδοσφαιριστής που προκάλεσε αίσθηση. Αγωνιζόμενος σε θέση εξτρέμ ξεκίνησε την καριέρα του στην Μπέλα Βίστα πριν μεταπηδήσει στην Νασιονάλ. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Αντράντε αποφάσισε να εγκαταλείψει την εθνική μετά το χρυσό μετάλλιο του 1928 στο Άμστερνταμ. Τον έπεισαν όμως να επιστρέψει για το παγκόσμιο κύπελλο του 1930 στο οποίο και διέπρεψε δημιουργώντας τα περισσότερα γκολ των θριαμβευτών. Τελείωσε την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1933 φορώντας τη φανέλα της Πενιαρόλ και πέθανε το 1957 από πνευμονία. Νωρίτερα είχε την ευτυχία να παρακολουθήσει την εθνική ομάδα της χώρας του να κατακτά το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1950 μέσα στη Βραζιλία, ομάδα στην οποία αγωνιζόταν ο ανιψιός του Βίκτορ Ροντριγκεζ Αντράντε…
ΜΙΚΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΥΠΕΛΛΟ
Περίπου 15.000 άνθρωποι δούλευαν ημέρα και νύχτα από το Φεβρουάριο του 1930 προκειμένου να κατασκευαστεί το στάδιο «Σεντενάριο» στην πρωτεύουσα της χώρας το Μοντεβίδεο. Για την κατασκευή του σταδίου απαιτήθηκαν 14.000 κυβικά μέτρα τσιμέντου και 160.000 κυβικά μέτρα άμμου. Το συνολικό κόστος ανήλθε σε 1 εκατομμύριο πέσος.
Εκτός του Σεντενάριο αγώνες διεξήχθησαν και σε άλλα δύο γήπεδα. Το «Ποσίτος» της Πενιαρόλ και το «Παρκ Σεντράλ» της Νασιονάλ.
Η Γαλλία συμμετείχε χωρίς προπονητή στο Μουντιάλ γιατί ο τότε ομοσπονδιακός τεχνικός Γκαστόν Μπαρό που ήταν καθηγητής μουσικής, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει άδεια από το Ωδείο του Παρισιού όπου και εργαζόταν.
Ασφάλεια ζωής ζήτησε από τους διοργανωτές ο διαιτητής του τελικού Ζαν Λανζενό. Ο Βέλγος ρέφερι βλέποντας το φλογερό ταμπεραμέντο των Λατίνων φοβήθηκε για τη ζωή του και ζήτησε προστασία. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το πλοίο που θα τον μετέφερε στην Ευρώπη ήταν έτοιμο να σαλπάρει αμέσως μετά τη λήξη του τελικού. Τελικά δεν δημιουργήθηκε κανένα επεισόδιο και ο Λανζενό έμεινε στο Μοντεβιδέο άλλες δύο ημέρες.
Σε έρευνες που έγιναν σε φιλάθλους της Αργεντινής κατά την άφιξή τους βρέθηκαν μεταξύ άλλων και κατασχέθηκαν πιστόλια, μαχαίρια και κάθε είδους όπλα.
Για λόγους ασφαλείας η χωρητικότητα του Σεντενάριο στον τελικό μειώθηκε από 100.000 σε 93.000 θέσεις.
Στον τελικό τόσο η Αργεντινή όσο και η Ουρουγουάη επιθυμούσαν να χρησιμοποιηθεί η δική τους μπάλα. Τελικά ο διαιτητής αποφάσισε κάθε ημίχρονο να διεξαχθεί με διαφορετική μπάλα. Έτσι στο α’ μέρος μετά από κλήρωση οι δύο ομάδες έπαιξαν με την Αργεντίνικη και στο β’ μέρος με την μπάλα των Ουρουγουανών.
Ένας παίκτης αποβλήθηκε κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ του 1930. Πρόκειται για τον Περουβιανό Μάριο Ντε Λα Κάσας στον αγώνα με τη Ρουμανία, και διαιτητής ήταν ο Χιλιανός Αλμπέρτο Βαρκέν.
Μουντιάλ έρχεται λοιπόν όπως έλεγα και στο προηγούμενο σημείωμά μου και λέω να φρεσκάρω λίγο τις γνώσεις και τις μνήμες μας με ότι έχω συλλέξει από περιοδικά, αφιερώματα κτλ, για τα Μουντιάλ που έχουν γίνει. Και να τα πάρουμε όλα από την αρχή , να έχουμε κάτι να διαβάζουμε μέχρι να ξεκινήσει και το πανηγύρι στη Ν. Αφρική φέτος, το πρώτο αφρικάνικο Μουντιάλ.
Ξεκινάμε λοιπόν από τότε που … δεν υπήρχε ο κόσμος…
Ας δούμε πως ξεκίνησαν όλα.
Ήταν στις αρχές του 20ου αιώνα όταν ο Γάλλος Ρομπέρ Γκερέν και ο Ολλανδός Κορνέλιους Χίρσμαν είχαν την ιδέα για τη δημιουργία μιας οργάνωσης που θα διοικούσε το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Οι Βρετανοί είχαν ήδη προχωρήσει στην ίδρυση των τεσσάρων ομοσπονδιών (Αγγλίας, Σκοτίας, Ιρλανδίας και Ουαλίας) πολλά χρόνια νωρίτερα αλλά το ποδόσφαιρο είχε πλέον εξαπλωθεί και στην υπόλοιπη υφήλιο. Οι Γκερέν και Χίρσμαν ένιωσαν έτσι την ανάγκη να ενωθούν όλες οι ποδοσφαιρικές δυνάμεις κάτω από κοινή στέγη και για το συμφέρον του ίδιου οράματος. Παρά τις επίπονες προσπάθειες τους όμως να πείσουν την Αγγλία να αναλάβει, με δεδομένη την εμπειρία της, την ευθύνη για τη δημιουργία της παγκόσμιας ομοσπονδίας, οι υπερόπτες Βρετανοί έκριναν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο. «Δεν μπορούμε να διακρίνουμε τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου σχεδίου» ήταν μια από τις χαρακτηριστικές απαντήσεις των Άγγλων…
Έτσι ο Γκερέν και ο Χίρσμαν πήραν την απόφαση να ιδρύσουν την παγκόσμια ομοσπονδία χωρίς τους «πατέρες». Η ιδέα έγινε πράξη στις 21 Μαΐου 1904 στο Παρίσι και η Federation Internationale de Football Association (FIFA) πήρε «σάρκα και οστά». Παράλληλα άρχισε να καλλιεργείται η ιδέα για τη δημιουργία μιας διοργάνωσης ,υπό τη σκεπή της FIFA, που θα έφερνε αντιμέτωπες τις καλύτερες ομάδες του κόσμου. Το όνειρο όμως θα χρειαζόταν περίπου 25 χρόνια για να γίνει πραγματικότητα. Ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος δημιούργησε ακόμα περισσότερα προβλήματα. Οι Άγγλοι και οι σύμμαχοί τους εξακολουθούσαν να αρνούνται να παίξουν με τις χώρες που πολέμησαν και αποφάσισαν την αποχώρησή τους από τη FIFA. Οι Σκανδιναβοί από την πλευρά τους, δεν ήθελαν να στερηθούν του δικαιώματος να αντιμετωπίζουν όποιους αντιπάλους επιθυμούσαν.
Το 1921 ανέλαβε την προεδρία της ΦΙΦΑ ο Ζιλ Ριμέ, ο άνθρωπος που κατάφερε τελικά να επιλύσει τις διαφορές και να επιβάλλει – σε μια πρώτη φάση – την τάξη. Μέχρι τότε το ποδοσφαιρικό τουρνουά των Ολυμπιακών αγώνων ήταν αυτό που αναδείκνυε την καλύτερη ομάδα του κόσμου. Η εισαγωγή του επαγγελματισμού σε αρκετές χώρες (στην Αγγλία από το 19ο αιώνα, στην Τσεχοσλοβακία το 1925 και στις Ουγγαρία και Αυστρία ένα χρόνο αργότερα) και του ημιεπαγγελματισμού στις νοτιοαμερικάνικες χώρες (Βραζιλία, Ουρουγουάη και Αργεντινή) προκάλεσε μια ερμαφρόδιτη κατάσταση στο καθαρά ερασιτεχνικό και διαφορετικής νοοτροπίας ποδοσφαιρικό τουρνουά των Ολυμπιακών Αγώνων. Η ΦΙΦΑ και η ΔΟΕ άρχισαν να σφάζονται για το ποια θα έχει την εποπτεία στο Ολυμπιακό τουρνουά. Οι συνθήκες για τη δημιουργία του Παγκοσμίου Κυπέλλου είχαν ωριμάσει.
Στις 10 Δεκεμβρίου του 1926, ο Ζιλ Ριμέ έδωσε την εντολή σε μια επιτροπή να μελετήσει τη δημιουργία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η επιτροπή αποτελείτο από το Γάλλο Ανρι Ντελονέ (μετέπειτα εμπνευστή του Κυπέλλου Εθνών Ευρώπης), τον Ελβετό Φρανσουά Μπονέ, τον Αυστριακό Ούγκο Μάιζλ, το Γερμανό Ούλριχ Λίνεμαν ,τον Ούγγρο Ιστβάν Φίσερ και τον Ιταλό Φερέτι. Στις 25 Φεβρουαρίου του 1928 (την παραμονή έναρξης του ποδοσφαιρικού τουρνουά των Ολυμπιακών του Άμστερνταμ) η πρόταση πέρασε με ψήφους 25 υπέρ, 5 κατά (Δανία, Σουηδία, Νορβηγία, Φινλανδία, Εσθονία) και μία λευκή (Γερμανία).
Ένα χρόνο αργότερα τα πάντα ήταν ακόμα ρευστά. Το μόνο που είχε οριστεί ήταν ότι η πρώτη διοργάνωση θα διεξαγόταν το 1930. Τίποτα άλλο, ούτε η ονομασία της διοργάνωσης δεν είχε αποφασιστεί. «Παγκόσμιο Κύπελλο», «Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου», «Τρόπαιο Ζιλ Ριμέ». Τελικά επικράτησε η τελευταία προς τιμήν του ανθρώπου που έκανε το όνειρο πραγματικότητα.
Όσο για τον τόπο διεξαγωγής του; Η πρόταση του αντιπροέδρου της FIFA Ροντολφ Ζεελντρέιερς, να αναλάβει τα έξοδα η οικοδέσποινα (μεταφορά και διαμονή για τους ανθρώπους της FIFA, τις αποστολές και τους διαιτητές) τρόμαξε τις περισσότερες υποψήφιες. Η Ολλανδία, η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Σουηδία και η Ουρουγουάη είχαν υποβάλλει υποψηφιότητα αλλά άρχισαν σιγά-σιγά να αποσύρονται. Τελευταία έμεινε η Ουρουγουάη και η FIFA δεν δίστασε να της απονείμει την τιμή. Η εθνική της ομάδα είχε κατακτήσει το Ολυμπιακό τουρνουά το 1924 και το 1928, ενώ το 1930 η χώρα θα γιόρταζε τα εκατοντάχρονα της ανεξαρτησίας της (εξ ου και η ονομασία του γηπέδου «Σεντενάριο»).
Η αρχή είχε πλέον γίνει γι’ αυτό που έμελλε να εξελιχθεί στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση και στη δεύτερη αθλητική μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες…
SOMBRERO : Όταν ένας ποδοσφαιριστής "τσιμπάει" την μπάλα πάνω από το κεφάλι ενός ανυποψίαστου αντιπάλου και την ξανά παίρνει περνώντας την από πίσω του. Σύμφωνα με τους Λατινοαμερικάνους ο όρος προέρχεται από το περίγραμμα που σχηματίζεται από την πορεία της μπάλας στον αέρα και την πορεία του παίκτη γύρω από τον αντίπαλό του. Το σχήμα ενός "σομπρέρο"!