Το πρωτάθλημα των τριών μαέστρων και η χαρά του επιθετικού παιχνιδιού

  [2 Σχόλια]

Έφτασε, και πάλι, η εποχή που από τα χείλη πολλών φίλων (;) του ποδοσφαίρου ακούγεται η φράση που είναι χειρότερη κι από ταινία δράσης με τον Βιν Ντίζελ. Αυτό το εκνευριστικά ρηχό: «Έλα μωρέ τώρα, ποιος Γκουαρδιόλα», από ανθρώπους που βλέπουν το ποδόσφαιρο ως μια μπάλα που πηγαινοέρχεται πάνω κάτω, ανάμεσα σε τέσσερις γραμμές, προσπαθώντας να σφηνωθεί, με κάθε τρόπο, στα δίχτυα. Για τους υπόλοιπους, μόλις τελείωσε ο φανταστικός πρώτος γύρος της Πρέμιερ Λιγκ. Η Λίβερπουλ είναι στην κορυφή, με +7 από την Σίτι, και η Τότεναμ, του Ποτσετίνο, συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα (και εμένα προσωπικά να με εκθέτει μιας και δεν περίμενα την εξαιρετική της πορεία). Ας μη γελιόμαστε. Η Τότεναμ κάνει -και αυτή- πορεία πρωταθλητισμού, βρίσκεται εντός και των τεσσάρων στόχων της (όπως και η Σίτι), παρουσιάζει όμορφο ποδόσφαιρο, δίχως να έχει ενισχυθεί καθόλου το καλοκαίρι και δίχως να αγωνίζεται στο γήπεδό της. Ακούγεται υπέροχο και είναι υπέροχο.

Η Σίτι μέχρι και τη νίκη της Λίβερπουλ επί της Έβερτον, με το γκολ του Οριτζί στις καθυστερήσεις, με την μπάλα να ζωντανεύει και να παίζει βόλεϊ στο δοκάρι, άγγιζε τους «μαγικούς» περσινούς της αριθμούς, δίχως τον εγκέφαλό της και κορυφαίο της παίκτη, τον Κέβιν Ντε Μπρούινε. Από τότε, αν και συνεχίζει να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, οι αριθμοί της έχουν πέσει αισθητά, κάτι που μεταφράζει και την πεσμένη της αποτελεσματικότητα, σε άμυνα και επίθεση, χάνοντας βαθμούς. Η κατοχή βρίσκεται στο 63.9% από το 65.3%. Τα ποσοστά επιτυχίας στις πάσες είναι στο 89.1%, από το 90.1%. Η ομάδα έχει τρεις λιγότερες τελικές, σε κάθε αναμέτρηση, και δέχεται μια παραπάνω καθαρή ευκαιρία για τέρμα. Όλα αυτά δείχνουν την πτώση της και τις τρεις ήττες που έκανε, τον τελευταίο καιρό, έτσι ώστε να δει το +2, από την Λίβερπουλ, να μετατρέπεται σε -7. Βέβαια σε όλα αυτά θα πρέπει να μπει στην εξίσωση ο απίστευτος πρώτος γύρος της ομάδας του Κλοπ, που συνεχίζει αήττητη, όπως και ο παράγων – τύχη. Αυτό το τελευταίο θα παίζει άλλωστε πάντα σημαντικό ρόλο στον ομαδικό αθλητισμό.

Για παράδειγμα: Στο Στάμφορντ Μπριτζ, η Σίτι, στο ‘α ημίχρονο ήταν καταπληκτική, και με βάση τους αριθμούς της θα έπρεπε να βρίσκεται στο 45’ μπροστά στο σκορ ακόμα και με 3-1. Το τελικό αποτέλεσμα όμως βρήκε νικητές τους «μπλε», με 2-0, σε ένα αποτέλεσμα που δεν μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα με την «ποδοσφαιρική λογική». Στις δύο κολλητές ήττες, από Κρίσταλ Πάλας και Λέστερ, είχαμε την τύχη (ο Πεπ την ατυχία) να δούμε δύο γκολ σπάνιας ομορφιάς να μπαίνουν στα δίχτυα του Έντερσον. Το τέρμα του Τάουνσεντ, και το τέρμα του Ρικάρντο Περέιρα, λογικά, θα βρίσκονται στα κορυφαία της σεζόν, μιας και είναι γκολ που -ακόμα και στην Πρέμιερ Λιγκ- δεν τα βλέπουμε πλέον πολύ συχνά, και φυσικά δεν ήρθαν από καμία οργανωμένη επίθεση. Βέβαια αυτό το απρόβλεπτο είναι και ένα μέρος της μαγείας του ποδοσφαίρου, αλλιώς θα μιλούσαμε -και θα γράφαμε- για σκάκι.

Αυτό που θέλω να πω, και για να μην μπερδευόμαστε, είναι πως η Σίτι συνεχίζει -και φέτος- να κάνει πορεία πρωταθλητισμού και να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, άσχετα με την βαθμολογική της θέση, στην παρούσα φάση. Με μια μεγάλη όμως διαφορά, σε σχέση με την περσινή της, εξωπραγματική, σεζόν. Στην δύσκολη περίοδο των φετινών γιορτών κάνει την «κοιλιά» που δεν έκανε σε κανένα σημείο της περσινής σεζόν, με τον Γκουαρδιόλα να έχει να διαχειριστεί πολλούς τραυματισμούς και το φυσιολογικό (;) ντεφορμάρισμα αρκετών βασικών παικτών. Απ’ την άλλη, η μοναδική «μεγάλη γκέλα» της ομάδας -για μένα- είναι η ήττα απ’ την Πάλας, στο Έτιχαντ. Αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Μια ήττα στο Λέστερ και μια ήττα στο Στάμφορντ Μπριτζ δεν νομίζω να θεωρούνται γκέλες στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ. Δεν έχει υπογράψει κανένας, όσο σπουδαίος και να είναι, συμβόλαιο με τη νίκη και ούτε μια ήττα μειώνει την αξία του και την δουλειά του. Ας μην ψάχνουμε την εξαίρεση για να βγάλουμε άκυρο τον κανόνα. Το ματς-κλειδί για τους «πολίτες» θα είναι αυτό με την Λίβερπουλ στο Έτιχαντ. Αν εκεί η διαφορά δεν μειωθεί ή -ακόμα χειρότερα- μεγαλώσει, τότε θα έχουν αρχίσει τα πραγματικά δύσκολα για τον Καταλανό και την ομάδα του. Χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να μειώνει την άρτια δουλειά του.

Η Σίτι με τον Ντε Μπρουίνε να μπαίνει σιγά- σιγά στην ομάδα, φτάνοντας στο 100%, μετά τον τραυματισμό του, και φυσικά με τις επιστροφές των Μεντί και Φερναντίνιο θα αρχίσει να βρίσκει και πάλι τον πραγματικό της εαυτό. Βέβαια θα πρέπει να έχει μαζί της και το συστατικό που χρειάζονται όλες οι ομάδες για να πετύχουν τους στόχους τους. Αυτό που φέτος -ως ώρας τουλάχιστον- δείχνει να έχει αφήσει την γαλάζια πλευρά του Μάντσεστερ. Όπως άλλωστε έχει γράψει και ο Γάλλος συγγραφέας Σταντάλ «Η τύχη σ’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά, αλλά η ίδια είναι φαλακρή».  Ίσως έτσι εξηγείται και η φετινή γκαντεμιά του Πεπ Γκουαρδιόλα. Ν’ αφήσει πάντως μαλλιά ο Γκουαρδιόλα, δεν γίνεται. Να αρχίσει και πάλι ένα μεγάλο νικηφόρο σερί η Σίτι, γίνεται.

Η Τότεναμ είναι η μεγάλη αποκάλυψη της φετινής σεζόν. Συνεχίζει μάλιστα να κάνει πορεία πρωταθλητισμού έχοντας ρίξει, λίγο είναι η αλήθεια, τους αριθμούς της. Η κατοχή μπάλας, στη μέση του πρώτου γύρου, ήταν στο 57.4%. Πλέον βρίσκεται στο 55%. Έχει το ίδιο ποσοστό επιτυχίας στις πάσες (στο 82%). Δημιουργεί δύο λιγότερες τελικές ευκαιρίες και δέχεται τον ίδιο αριθμό σουτ προς την εστία της (12), σκοράροντας όμως 2.2 γκολ ανά παιχνίδι. Καθόλου άσχημα για μια ομάδα που είναι ακριβώς ίδια με πέρσι, με τον προπονητή της να έχει να διαχειριστεί την κούραση -και την φόρμα- πολλών βασικών παικτών που πρωταγωνίστησαν και στο Μουντιάλ, έχοντας μεγάλους αντιπάλους δύο ομάδες που θεωρούνται -και είναι- ανάμεσα στις κορυφαίες του πλανήτη φέτος. Την Σίτι και τη Λίβερπουλ.

Αν υπάρχει ένας σημαντικός παράγοντας -εκτός φυσικά του σπουδαίου Ποτσετίνο που κάνει «παπάδες»- αυτός δεν είναι άλλος από τον Νοτιοκορεάτη μεσοεπιθετικό Σον Χιούνγκ-Μιν. Ένας παίκτη που στην αρχή της σεζόν άφησε το Λονδίνο για να αγωνιστεί με την εθνική της χώρας του, γνωρίζοντας πως αν δεν κέρδιζε το χρυσό μετάλλιο, θα έπρεπε να αφήσει το ποδόσφαιρο για να παρουσιαστεί για δύο χρόνια στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στην επαγγελματική του καριέρα. Ευτυχώς για όλους μας, τα κατάφερε, και συνεχίζει να παίζει ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο.

Ο Σον μετράει στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ 9 εμφανίσεις, έχοντας σκοράρει 7 τέρματα σε 832 λεπτά, φτάνοντας το δικό του ranking στο φοβερό 7.30, για το αγγλικό πρωτάθλημα. Για την ιστορία, στο τελευταίο παιχνίδι κόντρα στην Μπόρνμουθ, στη νίκη των Σπερς με 5-0, ο Σον είδε το προσωπικό του ranking να αγγίζει -σχεδόν- το τέλειο, με 9.90 μονάδες. Ο Σον είναι για τη φετινή Τότεναμ, ο άνθρωπος που κάνει τη διαφορά (απ΄τον Κέιν βλέπουμε αυτά που περιμέναμε) στο επιθετικό της κομμάτι και την ανεβάζει ακόμα ένα επίπεδο, με την ενέργεια και την ποιότητά του. Ο γλυκός σοφιστικέ «δολοφόνος» που σε ξεγελάει με το όμορφο παρουσιαστικό του και στην φέρνει εκεί που δεν το περιμένεις. Αν είχατε την τύχη να απολαύσετε το αριστούργημα του Λι Τσάνγκ-Ντονγκ «Burning» (προσοχή ακολουθούν spoilers), και είστε φίλοι της Τότεναμ, (ή έστω της Πρέμιερ Λιγκ) δεν γίνεται να μην είδατε στο πρόσωπο του Μπεν (τον υποδύεται εξαιρετικά ο Στίβεν Γέουν του The Walking Dead), τα «δολοφονικά» ένστικτα που βλέπει κάθε ποδοσφαιρόφιλος στο χαμογελαστό και γεμάτο  ποδοσφαιρική «υγεία» πρόσωπο του Σον, κάθε αγωνιστική, στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αν μπορεί να καταφέρει η Τότεναμ την υπέρβαση; Όπου υπέρβαση βάλτε δίπλα το πρωτάθλημα, θεωρώ πως όχι. Όσο και αν διαθέτει ένα φανταστικό προπονητή και ένα ρόστερ γεμάτο νιάτα, ταλέντο, φρεσκάδα και δίψα για τίτλους που δείχνει να ρολάρει επικίνδυνα. Απ’ την άλλη, τρομάζω στην ιδέα, να δούμε του χρόνου τον Ποτσετίνο να περνά το κατώφλι του Όλντ Τράφορντ, φέρνοντας μαζί του και 2-3 παίκτες απ’ τους Σπερς. Όχι γιατί δεν θέλω να δω την Γιουνάιτεντ να πρωταγωνιστεί ξανά, τουναντίον, αλλά επειδή ίσως δούμε το καλύτερο πρωτάθλημα όλων των εποχών, με τρεις ομάδες που θα παίζουν όμορφο ποδόσφαιρο, να μονομαχούν μέχρι τέλους για τον τίτλο. Υπάρχει κάποιος αληθινός φίλος του ποδοσφαίρου που δεν θα το ήθελε αυτό; Δεν το νομίζω.

Για το τέλος άφησα την Λίβερπουλ. Την πρώτη Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που πλέον είναι στο 100% ομάδα του Κλοπ, με ένα ξεκάθαρο δικό του πλάνο, με παίκτες καθαρά δικές του επιλογές και με μια φιλοσοφία που με βρίσκει απολύτως σύμφωνο και την λατρεύω. Στη μέση του ‘α γύρου έγραφα πως η Λίβερπουλ θα πρέπει να βελτιωθεί, να ανοίξει το rotation απ’ τον Κλοπ, να μπει στην εξίσωση ο Σακίρι (και οι υπόλοιποι νέοι παίκτες), να βρει ξανά τον καλό του εαυτό ο Σαλάχ και φυσικά να συνεχίσει να έχει μαζί της την «Θεά Τύχη». Μια τύχη που της έχει γυρίσει την πλάτη τόσες και τόσες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, για να κάνει την υπέρβαση. Όπου υπέρβαση, βάλτε τη λέξη «πρωτάθλημα». 11 αγωνιστικές μετά από εκείνο το κείμενο, όλα τα παραπάνω, τα βλέπουμε πλέον ξεκάθαρα. H Λίβερπουλ έχει ανεβάσει την κατοχή της στο 57.5% απ’ το 54.2%. Έχει δύο τελικές παραπάνω και σκοράρει 2.2 τέρματα ανά αγώνα, έχοντας την ίδια επιτυχία στις πάσες (στο 85%). Από τα 15 γκολ της 8ης αγωνιστικής έχει φτάσει στα 43 στην 19η, έχοντας δεχθεί μόνο 7 τέρματα, την ίδια ώρα που η Σίτι έχει δεχθεί 15 και η Τότεναμ 18. Επίσης συνεχίζει την σταθερή της παρουσία στο αμυντικό της κομμάτι, δεχόμενη 8.1 σουτ ανά αγώνα και έχοντας δύο λιγότερα τάκλιν και τρία λιγότερα κλεψίματα από τους πρώτους 8 αγώνες της σεζόν, έχοντας καλύτερη αμυντική λειτουργία.

Η Λίβερπουλ μετρά 15 περισσότερους βαθμούς, σε αυτό το χρονικό σημείο, σε σχέση με πέρσι, κάτι που φαντάζει αρκετά λογικό -αν και υπερβολικό- μιας και πέρσι, τέτοια εποχή, δεν είχε ούτε Φαν Ντάικ, ούτε Φαμπίνιο, ούτε Κεϊτά, ούτε τον (φετινό) Ρόμπερτσον, ούτε φυσικά το «πολυεργαλείο» που ακούει στο όνομα Σακίρι και που μπορεί να συμπληρώνει και να καλύπτει όλα τα κενά, όλων των παικτών, σε όλες τις θέσεις της επίθεσης. Δεξιά, αριστερά, στην κορυφή, στον άξονα. Κι αυτή είναι ακόμα μια μεγάλη τακτική νίκη του Κλοπ. Ο Γερμανός ήξερε πως με την τριάδα των βασικών (Σαλάχ, Μανέ, Φιρμίνο) ο παίκτης που θα έρχονταν από τον πάγκο θα έπρεπε να διαθέτει την απαιτούμενη ποιότητα για να καλύπτει και τους τρεις, χωρίς φυσικά να γκρινιάζει. Καλύτεροι παίκτες απ’ τον Ελβετό υπάρχουν πολλοί, καλύτεροι παίκτες στον ρόλο του μπαλαντέρ, που έχει ο Σακίρι στη Λίβερπουλ, όμως κανένας. Ο Κλοπ έχει καταφέρει κάτι το μοναδικό. Έχει καταφέρει να αμβλύνει τις όποιες «αντιθέσεις» ενός ρόστερ που δεν έχει τους τεράστιους αστέρες, ψάχνοντας -και βρίσκοντας- την απόλυτη ισορροπία ανάμεσά τους, σε όλες τις γραμμές.

Υπάρχει και κάτι που έθιξα στην αρχή, και φυσικά χρειάζεται πάντα, για να φτάσει κάποιος στην κορυφή – όσο καλός και να είναι. Την τύχη. Μια τύχη που η Λίβερπουλ την προκαλεί και φυσικά την έχει. Μια τύχη που δεν είχε στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις που άξιζε (και μπορούσε) να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Το 2009 και το 2014. Φυσικά και η τύχη του ενός έρχεται πάντα σε συνάρτηση με την ατυχία του άλλου. Όταν για παράδειγμα η Γιουνάιτεντ κέρδιζε 6 βαθμούς, απ’ το πουθενά, στις καθυστερήσεις, με τον Μακέντα (του ΠΑΟ) τη σεζόν 2008-2009, η Λίβερπουλ έμενε στο 0-0 εντός, με Στόουκ και Φούλαμ, δημιουργώντας ένα σωρό ευκαιρίες. Σε μια σεζόν που η Λίβερπουλ είχε κερδίσει την Γιουνάιτεντ και την Τσέλσι, εντός και εκτός, και είχε χάσει το πρωτάθλημα έχοντας μόνο δύο ήττες σε ολόκληρη τη σεζόν, όντας η μοναδική ομάδα που έχει καταφέρει κάτι τέτοιο. Φέτος και η τύχη δείχνει να αλλάζει. Η Λίβερπουλ θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει -8 βαθμούς απ’ τα παιχνίδια με Έβερτον, Σίτι και Τσέλσι, που δεν ήταν καλύτερη, με τους δύο απ΄αυτούς να έχουν πάει στη Σίτι. Έχουν υπάρξει άλλωστε πολλές «τυχερές» και «άτυχες» στιγμές σε αρκετές απ’ τις μεγάλες σεζόν της Πρέμιερ Λιγκ. Στο τρεμπλ της Γιουνάιτεντ το ’99, στο αήττητο της Άρσεναλ το 2004, στο πρωτάθλημα της Γιουνάιτεντ το ’09, στο πρωτάθλημα της Σίτι το ’12 και το ’14. Και πιστέψτε με, έχουμε να δούμε πολλά ακόμα στον β’ γύρο της φετινής Πρέμιερ Λιγκ, μιας και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Γι’ αυτό ας χαρούμε τη μάχη τριών κορυφαίων ομάδων και τριών κορυφαίων προπονητών. Είμαστε πολύ τυχεροί που τους ζούμε μαζί, στο ίδιο πρωτάθλημα, να παλεύουν για τον τίτλο.

Ινδικό ποδόσφαιρο: ψάχνοντας το ταλέντο, την ισότητα και την ελευθερία

  [Καθόλου σχόλια]

Ήταν μέρες του 2013 όταν έσκασε η είδηση μιας νέας ποδοσφαιρικής λίγκας. Όχι στην Βραζιλία, την Αργεντινή, τις ΗΠΑ ή σε κάποια Ευρωπαϊκή χώρα, αλλά στην Ινδία. Η IMG-Reliance Industries και η Star India, σε συνεργασία με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας, βγήκαν μπροστά και χρηματοδότησαν τη νέα αυτή κλειστή λίγκα που αποτελούνταν από 8 ομάδες (πλέον είναι 10), με μοναδικό σκοπό -όπως είπαν- να διαδώσουν το άθλημα του ποδοσφαίρου σε μια χώρα που -στην πλειοψηφία της- το αγνοεί παντελώς. Σύμφωνα με έρευνα εκείνης της περιόδου, στην Ινδία υπήρχαν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι, όλων των ηλικιών, που δεν ήξεραν (ή δεν είχαν ακούσει ποτέ) ονόματα παικτών όπως του Μέσι και του Ρονάλντο. Φυσικά και ο ισχυρός άνδρας της ΦΙΦΑ, Σεπ Μπλάτερ, είχε βοηθήσει στο όλο εγχείρημα, όχι επειδή είχε ενδιαφερθεί στο να μάθουν οι Ινδοί το ποδόσφαιρο, αλλά επειδή έβλεπε πολλά δισεκατομμύρια να εισρέουν, στις τσέπες του, από μια τεράστια «παρθένα» αγορά, που είχε, έχει, και φυσικά θα έχει πάντα, το άθλημα του κρίκετ ως «θρησκεία». Το Eurosport ανέλαβε τα τηλεοπτικά δικαιώματα και άρχισε να βάζει αυτό το νέο προϊόν στα σπίτια των Ευρωπαίων κάθε Σαββατοκύριακο. Στην αρχή με επιτυχία.

Είναι αλήθεια ότι το ποδόσφαιρο στην Ινδία δεν είναι καθόλου διαδεδομένο. Δεν είναι επίσης τυχαίο πως σπανίως βλέπουμε ποδοσφαιριστές με καταγωγή απ’ την Ινδία να βρίσκονται σε ομάδες μεγάλων πρωταθλημάτων, κάτι που γίνεται ακόμα πιο περίεργο αν αναλογιστούμε πως μιλάμε για μια χώρα που βρέθηκε υποταγμένη σε μια χώρα που λατρεύει το ποδόσφαιρο, την Βρετανία, για πολλά χρόνια. Τα πρώτα χρόνια μάλιστα που το ποδόσφαιρο ξεκίνησε να υπάρχει ως άθλημα. Ακόμα πιο περίεργο είναι πως στην Ινδία υπάρχουν ομάδες πιο παλιές ακόμα κι από ιστορικά κλαμπ της Ευρώπης όπως είναι η Λίβερπουλ, η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης. Το 1947 η Βρετανική Ινδία έφτανε μέχρι το Πακιστάν, με την Βεγγάλη να έχει χωριστεί στα δύο. Μετά την ανεξαρτησία, ένας τεράστιος όγκος προσφύγων άφησε το ανατολικό Πακιστάν (μετέπειτα Μπαγκλαντές) και βρέθηκε στην Νότια Βεγγάλη. Ήταν τόσοι πολλοί που η τοπική οικονομία δεν μπόρεσε με τίποτα να τους απορροφήσει και να τους βοηθήσει.

Όπως ήταν φυσικό, η οικονομία της περιοχής κατέρρευσε και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να σταθούν στα πόδια τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος όγκος Ινδουιστών είχε μείνει στο ανατολικό Πακιστάν. Στην Βεγγάλη δημιουργήθηκε, μετά από όλες αυτές τις κοινωνικές ανακατατάξεις, και η μεγαλύτερη κόντρα του Ινδικού ποδοσφαίρου, ανάμεσα στην Ανατολική Βεγγάλη και την Μοχούν Μπαγκάν, που ιδρύθηκε από αριστοκρατικές οικογένειες Βεγγαλών της Βόρειας Καλκούτας το 1889. Δύο ομάδες που υπάρχουν για πάνω από 120 χρόνια, έχουν κερδίσει πάνω από 170 τρόπαια (με όλες τις άλλες ομάδες να μετρούν περίπου 40) και θεωρούνται οι δύο πιο επιτυχημένες ομάδες στην Ινδία με την κόντρα τους να αγγίζει επίπεδα μίσους. Οι δύο αυτές ομάδες δεν αγωνίζονται στην Ινδική Σούπερ Λίγκα.

«Η κόντρα ανάμεσα στις δύο ομάδες ξεκίνησε μετά την ανεξαρτησία» σύμφωνα με τον Σιρανζίτ Οτζίχα, έναν εκ των σπουδαιότερων αθλητικογράφων της χώρας, σε μια περίοδο που η χώρα κέρδισε την «ελευθερία» της στηριζόμενη στις διδαχές του Γκάντι περί επανάστασης άνευ βίας. Η δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν μια πολύ καλή περίοδος για το ποδόσφαιρο της χώρας. Η Ανατολική Βεγγάλη γιγαντώθηκε ποδοσφαιρικά και έφτασε να πάρει μέρος ακόμα και σε διεθνή τουρνουά με ομάδες της Σοβιετικής Ένωσης. Η επιτυχία μάλιστα ήταν τόσο μεγάλη που η εθνική της χώρας κέρδισε ομάδες όπως η Βόρεια Κορέα, η Ταϊλάνδη και το Ιράν. Η Ινδία μάλιστα είχε προσκληθεί να πάρει μέρος στο Μουντιάλ του 1950 αλλά δεν είχε δεχθεί μιας και η πλειοψηφία των παικτών δεν ήθελε να αγωνιστεί φορώντας παπούτσια. Μετά από συζητήσεις -και όπως ήταν λογικό- η ΦΙΦΑ δεν δέχθηκε το αίτημα και ακύρωσε την συμμετοχή. Μια συμμετοχή που ίσως να είχε καταφέρει να αλλάξει το ποδόσφαιρο της χώρας -εννοείται- προς το καλύτερο. Για την ιστορία, η Ανατολική Βεγγάλη είναι η πρώτη -και μοναδική- ομάδα της χώρας που έχει κερδίσει το διεθνές τουρνουά Asian Club Championship, το 2003. Για να καταλάβουμε καλύτερα την κόντρα ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες αξίζει να αναφέρω τα γεγονότα του IFA Shield το μακρινό 1975.

Η Ανατολική Βεγγάλη ήταν ανίκητη σε ντέρμπι για 6 σερί χρόνια και έφτασε να διεκδικεί το τρόπαιο στον τελικό με την Μοχούν Μπαγκάν. Η Ανατολική Βεγγάλη θα παρουσιάσει εξαιρετικό ποδόσφαιρο, και στον τελικό θα διασύρει την μεγάλη της αντίπαλο με 5-0. Ένας απ’ τους φανατικότερους οπαδούς των ηττημένων, ο Ουμακάντο Παλοντχί, μη μπορώντας να αντέξει και να διαχειριστεί αυτή την ήττα, θα δώσει τέλος στη ζωή του, αφήνοντας ένα ανατριχιαστικό σημείωμα, δείχνοντας με τον χειρότερο τρόπο τον φανατισμό που μπορεί να προκαλέσει ένα τόσο όμορφο σπορ (ένα παιχνίδι) όπως είναι το ποδόσφαιρο. «Δεν μπορώ να αντέξω αυτή την ήττα και αυτή την ντροπή. Ελπίζω στην επόμενή μου ζωή να επιστρέψω ως παίκτης της ομάδας, που αποτελεί το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου, και να μπορέσω να πάρω εκδίκηση γι’ αυτή την ντροπιαστική μας ήττα. Μια ήττα από αυτούς που μισώ». Η κόντρα και το μίσος ανάμεσα στις δύο ομάδες παραμένει ακόμα και στις μέρες μας και μάλιστα σε ντέρμπι το 2012, οι οπαδοί της Μοχούν Μπαγκάν είχαν δημιουργήσει σοβαρά επεισόδια πετώντας τούβλα προς τους αντίπαλους οπαδούς και παίκτες. Μάλιστα ένα από αυτά είχε τραυματίσει σοβαρά τον δικό τους παίκτη, Σιντ Ραχίμ Ναμπί, που είχε προσπαθήσει να τους ηρεμήσει.

Το μοντέρνο ποδόσφαιρο της Ινδίας δεν γίνεται να υπάρξει δίχως αυτή την κόντρα και δίχως αυτό το ντέρμπι μίσους. Μια κόντρα που είναι πολύ δύσκολο να συγκριθεί με οποιαδήποτε άλλη μιας και οι ρίζες της βρίσκονται στην πτώση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, την διαίρεση μιας αρχαίας φυλής, την κόντρα για την θρησκεία και όλα αυτά ξέροντας πως ό,τι και να συμβεί, αυτές οι δύο ομάδες, θα βρίσκονται στην σκιά του πιο δημοφιλούς σπορ της χώρας. Του κρίκετ. Αξίζει να σημειώσω πως η Δυτική Βεγγάλη κυβερνήθηκε για 34 χρόνια (1977-2011) απ’ την Καλκούτα και το Αριστερό Μέτωπο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδίας δηλαδή. Αυτή ήταν η μακροβιότερη δημοκρατικά εκλεγμένη κομμουνιστική κυβέρνηση στον κόσμο. Το 2011 το Αριστερό Μέτωπο έχασε τις εκλογές απ’ το συνέδριο Τριναμούλ. Παράλληλα ξεκίνησαν οι διώξεις πολλών Ινδών Κομμουνιστών, με αρκετούς από αυτούς να δέχονται ακόμα και δολοφονικές επιθέσεις. Φαινόμενα και γεγονότα που δεν διαβάζουμε γι’ αυτά στον Δυτικό (και «πολιτισμένο») κόσμο που ζούμε.

Αν υπάρχει κάποιος που κατάφερε να ενώσει -έστω και λίγο- όλους τους ανθρώπους που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο της Ινδίας αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον παλαίμαχο διεθνή ποδοσφαιριστή, Μπάτσουνγκ Μπουτία. Ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής τόσο για γι’ αυτά που έκανε εντός των αγωνιστικών χώρων αλλά και εκτός αυτών, δίνοντας σπουδαία μαθήματα ζωής. Ο Μπουτία είχε την τύχη να αγωνιστεί και στις δύο ομάδες που προανέφερα, ενώνοντας το φανατικό τους κοινό, όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Το σημαντικότερο όλων βέβαια είναι το γεγονός πως αγωνίστηκε στην Αγγλία με τα χρώματα της Μπέρι, δίνοντας όραμα και ελπίδα σε όλα τα νέα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο στην Ινδία για να ακολουθήσουν τα όνειρά τους.

Ο σπουδαίος Ινδός αθλητικογράφος, Μπαρμπάγκ Σαρμάχ έγραψε πρόσφατα για τον Μπουτία: «Ακόμα και μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, συνέχισε να αποτελεί μια κυριαρχική φιγούρα για το ποδόσφαιρο της Ινδίας. Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε λατρεύοντας τον. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα παιδιά ξεκίνησαν να κλωτσάνε μια μπάλα, βλέποντας τις επιτυχίες του. Το σημαντικότερο πράγμα που έκανε ήταν να εμπνεύσει ένα έθνος να ασχοληθεί πραγματικά με το ποδόσφαιρο. Το άλλο -και ακόμα πιο σημαντικό- ήταν να σπάσει τα δεσμά για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές και να ακολουθήσει μια ξεκάθαρα δική του διαδρομή, ανοίγοντας το δρόμο για ακόμα πιο σημαντικά πράγματα, δείχνοντας σε ολόκληρο τον πλανήτη πως υπάρχει ποδόσφαιρο και στην δική του χώρα».

Τον Μπουτία τον έφερε στη Μπέρι, στην Φούτμπολ Λιγκ, το ’99 ο Νιλ Γουόρνοκ, κάνοντας τον τον πρώτο Ινδό ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε στην Ευρώπη (και την Αγγλία) μετά τον σπουδαίο Μοχάμεντ Σαλίμ, πίσω στο μακρινό 1936. Γνωστός και ως «ο ξυπόλητος ποδοσφαιριστής». Ο Μπουτία ήταν για πολλά χρόνια το κεντρικό πρόσωπο της Nike και της Adidas, στην Ινδία, κερδίζοντας πολλά εκατομμύρια. Βέβαια η δόξα και τα χρήματα δεν μπόρεσαν ποτέ να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του, τις αξίες του και τα ιδανικά του, πιστεύοντας πάντα σε ένα καλύτερο κόσμο. Όπως είχε μάθει δηλαδή από τα παιδικά του χρόνια, ζώντας φτωχικά και κλωτσώντας φθαρμένες μπάλες στο χωριό του, στο Σικκίμ στα ανατολικά Ιμαλάια. Μια απ’ τις πιο σημαντικές στιγμές του θα είναι πάντα η άρνηση του να τρέξει με την Ολυμπιακή Φλόγα στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου το 2008, διαμαρτυρόμενος, και βάζοντας ασπίδα υπεράσπισης για την Ελευθερία του Θιβέτ. Βέβαια ο κόσμος του ποδοσφαίρου θα τον θυμάται πάντα ως τον άνθρωπο που άνοιξε τον δρόμο, και έσπασε τα στερεότυπα, για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές στο να κάνουν μια καριέρα στην Ευρώπη, παίρνοντας -επιτέλους- ίσες ευκαιρίες με όλους τους άλλους και αποβάλλοντας από πάνω τους αυτό τον «ποδοσφαιρικό ρατσισμό».

Θυμάμαι τον προπονητή της Λιντς, Τζορτζ Γκρέιαμ, να δηλώνει, εκείνη την περίοδο: «Η Λίβερπουλ μπορεί να έχει τον Μάικλ Όουεν αλλά και εμείς έχουμε τον Χάρπαλ Σινγκ» για τον 20χρόνο ταλαντούχο επιθετικό του, που τελικά δεν μπόρεσε να καθιερωθεί. Ήταν η εποχή που οι Ινδοί δεν έφταναν στην Αγγλία για να παίξουν κρίκετ, αλλά και ποδόσφαιρο. Tελικά ο Σινγκ δεν μπόρεσε να καθιερωθεί στα «παγώνια» και λίγο καιρό αργότερα, έγινε και αυτός παίκτης της Μπέρι, δίπλα στον μέντορά του. Ήταν μια εξαιρετική περίοδος για αρκετούς Ινδούς ποδοσφαιριστές, μιας και το αγγλικό ποδόσφαιρο έδωσε το πράσινο φως σε πολλούς να δοκιμαστούν, μπας και μπορέσουν να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Ο Αιβάρ Ουντίν βρέθηκε στην Γουέστ Χαμ, ο Μάικλ Τσόπρα στην Νιούκαστλ, ο Αμρίτ Σίντμπου στην Ντέρμπι, ο Ναβίν Σαρόγια στην Μπρέντφορντ και ο Ραβίντρα Μαθάρου επίσης στη Λιντς. Όλα αυτά δεν λένε -σχεδόν- τίποτα στην μεγαλύτερη μερίδα των ποδοσφαιρόφιλων, και το ταλέντο όλων των παραπάνω  -για να είμαι ειλικρινής- δεν ήταν τόσο μεγάλο για να σταθούν στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και της Τσάμπιονσιπ, αλλά στα μάτια εκατομμυρίων Ινδών ήταν μια μεγάλη νίκη. Μια νίκη ισότητας. Επιτέλους μπορούσαν και αυτοί να δοκιμαστούν σε ένα επαγγελματικό χώρο με πολλά φώτα. Ο τοίχος είχε πλέον γκρεμιστεί και η λέξη ευκαιρία υπήρχε πλέον στα στόματα όλων των παιδιών που κλωτσούσαν μια μπάλα κάπου στην Ινδία. Όπως δηλαδή συνέβαινε με τα περισσότερα μέρη αυτού εδώ του κόσμου. Επιτέλους το όραμα που είχε ο Μαχάτμα Γκάντι για την ισότητα και την ελευθερία, και μέσα απ’ το ποδόσφαιρο- αποκτούσε σάρκα και οστά, έστω και μετά από πολλά χρόνια.

Ο Γκάντι είχε βρεθεί ως ασκούμενος δικηγόρος στην Νότια Αφρική το 1893 σε μια περίοδο που το ποδόσφαιρο είχε αρχίσει να γίνεται ευρέως γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκεί ανακάλυψε την δύναμη αυτού του νέου σπορ και το πώς (και πόσο) μπορούσε να επιδράσει θετικά στις μάζες. Μέσω αυτού του υπέροχου σπορ, ο σπουδαίος Ινδός ακτιβιστής, επαναστάτης και πολιτικός κατάφερε να φέρει πολύ κοντά μια διχασμένη από τον ρατσισμό μερίδα του κόσμου. Λευκούς και μαύρους. Για την ιστορία ο Γκάντι είχε δημιουργήσει την πρώτη ερασιτεχνική ομάδα ποδοσφαίρου από μη-λευκούς. Μια νίκη κατά του ρατσισμού, πολύ πριν απογειωθεί η μάχη κατά του Απαρτχάιντ από τον Νέλσον Μαντέλα. Αν και όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, ήταν ένας κάκιστος παίκτης, όσες φορές τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να παίξει, έβλεπε στο ποδόσφαιρο αυτό που οι περισσότεροι θεωρητικοί της εποχής αδυνατούσαν να δουν. Την δύναμη που αυτό είχε. Την επίδρασή του στην κοινωνία, φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά, ασχέτως χρώματος, θρησκείας και κοινωνικού-οικονομικού επιπέδου του καθενός. Βοήθησε μάλιστα να στηθούν τρεις ομάδες, στο Ντούρμπαν, στην Πρετόρια και φυσικά στο Γιοχανεσμπουργκ διαδίδοντας ένα άθλημα που μπορεί να μην γνώριζε καλά, αλλά έβλεπε σε αυτό, όλα τα καλά που μπορούσε να προσφέρει στην κοινωνία.

Το ποδόσφαιρο μπορεί να προσφέρει ένα μέσο για κοινωνικό διάλογο, όταν κάποιος νιώθει να απειλείται κάθε μορφή -και έννοια- δημοκρατίας και ισότητας. Ο Γκάντι -μέσω και του ποδοσφαίρου- ήταν ο πρώτος άνθρωπος της πολιτικής που μπόρεσε να αναγνωρίσει τον σημαντικό ρόλο που μπορούσε να διαδραματίσει το ποδόσφαιρο. Ένα σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της ηθικής των μαζών, προωθώντας πάνω απ’ όλα την ισότητα και την ομαδικότητα του πνεύματος των παικτών και κατ’ επέκταση των θεατών. Ο Γκάντι έβλεπε το ποδόσφαιρο ως ένα σπουδαίο λαϊκό φαινόμενο (όπως και είναι) με τεράστιες δυνατότητες στο να κάνει τον κόσμο καλύτερο, προσφέροντας σε όλους όσους ασχολούνται με αυτό, την πνευματική διαύγεια για να κατανοήσουν καλύτερα το γενικό ομαδικό πνεύμα της κοινωνίας, την αγάπη προς τον πλησίον και φυσικά την αίσθηση της αλληλεγγύης, πράγματα δηλαδή που χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι για να γίνονται ολοένα και καλύτεροι. Πράγματα που ευτυχώς για όλο τον κόσμο κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει στην ανθρωπότητα και να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Πράγματα που δυστυχώς στις εποχές που ζούμε, αυτοί που ηγούνται του ποδοσφαίρου αλλά πάνω απ’ όλα αυτοί που ηγούνται των εθνών δεν μπορούν -ή δεν θέλουν- να κατανοήσουν, κάνοντας τον κόσμο καλύτερο.

Ο Μέσι του Βιλερμπάν

  [2 Σχόλια]

Τη σεζόν 2013-2014 στη Λυών αποφάσισαν ότι ήρθε η στιγμή η πολύ καλή φουρνιά που είχαν στις ακαδημίες τους να περάσει στην πρώτη ομάδα. Έτσι πήραν έναν κορμό, τον τερματοφύλακα Αντονί Λόπες, το μπακ Σαμουέλ Ουμτιτί, τα χαφ Κορεντίν Τολισό και Ζορντάν Φερί και τους επιθετικούς Αλεξάντρ Λακαζέτ και Ναμπίλ Φεκίρ. Και ενώ τα φώτα έπεσαν αρκετά στους Λακαζέτ και Ουμτιτί, οι οποίοι ήδη έχουν πάρει μεγάλες μεταγραφές για αλλού, ο πρόεδρος Ολάς είχε πάθει έρωτα με τον Ναμπίλ Φεκίρ. Σε ερώτηση δημοσιογράφου στις αρχές του 2015 για τους νέους της ομάδας, και με τον Λακαζέτ να κάνει σούπερ χρονιά που κατέληξε να τον βγάλει πρώτο σκόρερ του Σαμπιονά, απάντησε «Ο Ναμπίλ είναι ο Μέσι μου».

Γεννημένος στο Βιλερμπάν (σαν να λέμε ότι γεννήθηκε στην Καλαμαριά) στις 18 Ιουλίου του 1993, ο Φεκίρ είναι γέννημα θρέμμα Λυωνέζος, ή όπως λένε και εκεί, «Γκον». Η Λυών, που έχει μαζί με τις Ρεν και Μονακό τις καλύτερες ακαδημίες στη Γαλλία, φυσικά τον ανακάλυψε νωρίς και ο μικρός Ναμπίλ μπήκε στα παιδικά τμήματα των Γκον από την ηλικία των 12. Εκεί όμως οι προπονητές του τον έβρισκαν πολύ μικρό και αδύναμο και τελικά τον έδιωξαν. Όπως βέβαια έχει συμβεί σε πάμπολλες περιπτώσεις μικροκαμωμένων (Ματιέ Βαλμπουενά, ακούς;), ο Φεκίρ πήγε μια βόλτα σε διάφορες ακαδημίες συλλόγων στην κοιλάδα του Ροδανού, με μοναδικό στόχο της ζωής του να επιστρέψει στη Λυών. Εντάξει, κανείς δεν ξέρει τις Τοκέν Βιλερμπάν, Π.Σ. Βωλ και Καλουίρ στις οποίες πήγε, αλλά τη Σεντ Ετιέν που τον ζήτησε την ξέρουμε. Εκεί ο Φεκίρ, ως γνήσιος Γκον, απάντησε «Στους εχθρούς δεν πάω. Θέλω να αποδείξω στη Λυών ότι έκανε λάθος». Με προσωπική παρέμβαση του Ολάς, που τον είδε σε κάποιο αγώνα κυπέλλου νέων της περιοχής του Ροδανού, επιστρέφει τελικά στη Λυών στα 17 του.

Ντεμπουτάρει στα ματς προκριματικών του Τσαμπιολί κόντρα στη Ρεάλ Σοθιεδάδ. Θα παίξει στη ρούκι χρονιά του 17 ματς, σκοράροντας ένα γκολ και δίνοντας 2 ασίστ. Δεν ήταν αυτό που περίμεναν, αλλά όλη η Λυών τον πιστεύει πάρα πολύ. Ο μικρός ξεκίνησε σαν αριστερός εσωτερικός μέσος και μετά πέρασε δεύτερος επιθετικός. Εκεί την επόμενη χρονιά με το Λακαζέτ σκίζουν χασέδες. Ο Φεκίρ τελειώνει τη χρονιά με 16 γκολ και 9 ασίστ και ο Λακαζέτ με 32 γκολ και 7 ασίστ. Ο Φεκίρ όμως εκτός από γκολ και ασίστ κάνει και άλλα πράγματα στο γήπεδο. Κατεβαίνει χαμηλά να κάνει παιχνίδι, πάει στο πλάι να ανοίξει τις άμυνες, δοκιμάζει δύσκολες κάθετες, προστατεύει με το σώμα του τη μπάλα, ντριπλάρει με αυτό, ντριπλάρει γενικά. Με ύψος 1,73 και με το καλό του πόδι να είναι το αριστερό ο πρόεδρος είναι ξεκάθαρος: «Είναι ο Μέσι μου».

Με τις εμφανίσεις του και με την προοπτική του Γιούρο στη Γαλλία την επόμενη χρονιά ο Φεκίρ και ο Λακαζέτ δεν γίνεται να αγνοηθούν. Και οι δύο άλλωστε είχαν παίξει ματς με τη Γαλλία σε επίπεδο νέων. Με το Φεκίρ όμως δημιουργείται μια τεράστια ιστορία. Ο πατέρας του πριν τη διακοπή για τις εθνικές του Μαρτίου του 2015 βγαίνει και δηλώνει ότι ο γιος του θα επιλέξει να αγωνιστεί με την εθνική Αλγερίας, για να τιμήσει την καταγωγή του. Η οικογένεια του Φεκίρ κατάγεται από τη Φατζάνα της Αλγερίας, τόσο από την πλευρά του πατέρα του, όσο και από την πλευρά της μητέρας του. Εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία μόλις ένα χρόνο πριν γεννηθεί ο Ναμπίλ και η σχέση με την Αλγερία ήταν ακόμα πολύ έντονη. Ο Ναμπίλ δηλώνει στην Εκίπ ότι θα επιλέξει μέσα στις προσεχείς δύο εβδομάδες. Ο Ντεσάμπ λέει ότι η απόφαση είναι του παίχτη και ο Κριστιάν Γκουργκίφ, ο μπαμπάς του Γιοάν, προπονητής της εθνικής Αλγερίας, λέει ότι ο παίχτης θα επιλέξει την Αλγερία. Στη Γαλλία γίνεται πανικός σε εφημερίδες και πάνελ. Παράλληλα ο Γκουργκίφ τον καλεί κανονικά για τα φιλικά με το Ομάν και το Κατάρ, λέγοντας ότι τον κάλεσε διότι του είπε στο τηλέφωνο ο ίδιος ότι θα επιλέξει την Αλγερία. Τελικά, ο Φεκίρ βγαίνει στην Εκίπ και λέει «Η Γαλλία. Αυτή είναι η επιλογή μου». Και βάζει κερασάκι ότι «η συζήτηση που είχα με τον Ντιντιέ Ντεσάμπ ήταν πολύ πειστική». Έτσι για να αφήσει ξενερωμένους τους πάντες.

Λυωνέζικοι Αλγερινοί κύκλοι λένε ότι η σχέση με τον πατέρα του όχι απλώς χάλασε, αλλά δεν επανήλθε ποτέ. Πριν λίγο καιρό στη Λιμπερασιόν υπήρξε ένα άρθρο για τον Φεκίρ και ο αρθρογράφος (Γκρεγκορί Σναιντέρ) έγραφε ότι υπήρξε αυτό το καλοκαίρι μια προσπάθεια συμφιλίωσης στην αυλή του παππού, με όχι ξεκάθαρα όμως αποτελέσματα. Οι ίδιοι κύκλοι μετά τον τραυματισμό του, ρήξη χιαστών, τον Ιούλιο του 2015 με τη φανέλα της εθνικής Γαλλίας στο φιλικό κόντρα στην Πορτογαλία, έγραφαν ότι το αντιμετώπισαν ως χτύπημα από τον Αλλάχ.

Όσο οι Ουμτιτί, Τολισό και Λακαζέτ παίρνουν μεταγραφές εκατομμυρίων και πάνε για το παραπάνω βήμα, ο Φεκίρ μένει στη Λυών λόγω του τραυματισμού που τον άφησε τόσο πίσω. Την επόμενη σεζόν παίζει μόλις 9 ματς με τη Λυών και ένα με την εθνική. Μετά επανέρχεται βέβαια. Σεζόν 2016-2017, 51 ματς, 14 γκολ, 13 ασίστ. Επόμενη σεζόν, ίδιος αριθμός ματς 24 γκολ, 7 ασίστ. Αλλά πολύ, μα πολύ, περισσότερο παιχνίδι. Πλέον παίζει κάπου ανάμεσα στο κέντρο και στην επίθεση. Κάπως σαν τον Μέσι, κάπως σαν τον Ινιέστα. Παρά τις παραινέσεις του τμήματος μάρκετινγκ της Λυών να πάρει το 10, συνεχίζει να φοράει το 18. Την ημερομηνία γέννησής του. Και μια και είναι ο Μέσι τους, στο ντέρμπι με τη γειτονική Σεντ Ετιέν την περασμένη σεζόν, όταν κάνει το 0-5 μέσα στο Ζοφρουά Γκισάρτ βγάζει τη φανέλα του και τη δείχνει στους οπαδούς. Είναι το δεύτερό του γκολ στο ματς και μάλλον αντίδραση για τα «Βρωμοαλγερινέ» που ακούει από την εξέδρα σε όλον τον αγώνα.

Το καλοκαίρι που πέρασε ο Φεκίρ έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής παίζοντας ως αλλαγή συνήθως με την εθνική Γαλλίας. Η απόφασή του να επιλέξει τη Γαλλία αντί της Αλγερίας του έδωσε αυτή τη δυνατότητα. Παράλληλα σχεδόν πήρε τη μεταγραφή που έλειπε για να περάσει στην ελίτ. Η Λίβερπουλ τον είχε κλεισμένο, είχε δώσει συνέντευξη και στο κανάλι των Ρεντς, αλλά τελευταία στιγμή η μεταγραφή ακυρώθηκε. Η Λίβερπουλ είπε για ιατρικούς λόγους, το πληγωμένο του γόνατο. Η Λυών δεν είπε και πολλά, αλλά οι Αλγερινοί κύκλοι λένε για προμήθειες που ζήτησαν οι Αλγερινοί Λυωνέζοι τελευταία στιγμή. Η Λίβερπουλ είπε να μην μπλέξει σε περίπτωση (Ματιέ Βαλμπουενά κλείσε τα αφτιά σου) Μπενζεμά με σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες και αποσύρθηκε. Ο Ολάς είπε ότι θα μείνει να βοηθήσει τη Λυών να προχωρήσει στο Τσαμπιολί. Και στο ματς με τη Σαχτάρ όπου κρινόταν η πρόκριση έγινε πάλι ο Μέσι του Βιλερμπάν. Με μια κάθετη στον Τραορέ που το έχασε και μετά με ένα γκολ που θύμισε αρκετά τον Αργεντίνο έδωσε την πρόκριση στη Λυών.

Ο ίδιος είναι πλέον αρχηγός της ομάδας που υποστηρίζει από παιδί. Ζει τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του και όταν τον ρώτησαν για τη Λίβερπουλ είπε το ίδιο που είχε πει στα 14 του για τη Λυών. «Η ιστορία δεν τελείωσε. Θέλω να τους αποδείξω ότι έκαναν λάθος».

Ο οπαδός που σκότωσε το ίνδαλμα του

  [7 Σχόλια]

Τον αποκάλεσαν «Τζόρτζ Μπεστ της Ιταλίας». Ήταν χαρισματικός, ζόρικος, αντισυμβατικός. Μπορούσε να ντριπλάρει τους καλύτερους αμυντικούς με την ίδια ευκολία που προκαλούσε τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής με τον τρόπο ζωής του. Σε μια περίοδο που στην Ιταλία κυριαρχούσε η ποδοσφαιρική πειθαρχία του Ελένιο Ερέρα ο Λουίτζι Μερόνι ήταν η διέξοδος όλων όσων επιζητούσαν κάτι διαφορετικό, κάτι πιο καλλιτεχνικό, αυθόρμητο και γεμάτο φαντασία. Όπως έγραψε κάποτε και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζιάνι Μπρέρα: «Ήταν το σύμβολο μιας κοινωνικής ελευθερίας σε μια χώρα γεμάτη επιτήδειους κομφορμιστές».

Ο «Τζίτζι» Μερόνι ξεκίνησε την καριέρα του από το Κόμο αλλά έκανε το όνομα του στη Τζένοα στις αρχές της δεκαετίας του 60′. Το ταλέντο του ξεχώριζε εύκολα και μετά από μόλις δυο σεζόν η Τορίνο έσπασε το ρεκόρ μεταγραφής για νεαρό παίκτη, δίνοντας γι’αυτόν 300 εκατομμύρια λιρέτες. Το ποσό ήταν τόσο μεγάλο που ο πρόεδρος της Τζένοα δεν μπορούσε να αρνηθεί αλλά ακόμα κι έτσι οι διαμαρτυρίες ήταν έντονες. Ο κόσμος της ομάδας λάτρευε το ‘7αρι’ του και θεώρησε προδοσία την αποδοχή της πρότασης. Παρόμοιες ενστάσεις είχε και ο προπονητής του, ο Αργεντινός Μπέντζαμιν Σάντος, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε διακοπές στην Ισπανία. Ο μύθος λέει ότι όταν έμαθε πως ο παίκτης του πουλήθηκε, μπήκε στο αμάξι του αποφασισμένος να γυρίσει επειγόντως στη Γένοβα για να παραιτηθεί αλλά εξαιτίας της νευρικότητας του, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έπεσε πάνω σ’ένα δέντρο. Μέσα σε λίγες μέρες η Τζένοα έχασε και το μεγάλο της αστέρι και τον προπονητή της!

Στο Τορίνο η καριέρα και η φήμη του Μερόνι απογειώθηκαν. Οι κούρσες του στη δεξιά πλευρά ήταν κάτι σαν ατραξιόν όλου του πρωταθλήματος. Όταν έπαιρνε τη μπάλα οι θεατές ξεσηκωνόταν, ξέροντας ότι πιθανόν θα ακολουθήσει κάτι εντυπωσιακό. Αν και λόγω του στυλ του μάζευε τις κλωτσιές με το τσουβάλι, αρνιόταν να εκτελέσει τα κερδισμένα πέναλτι, αφού θεωρούσε πως ήταν ξενέρωτα και χωρίς καμία ομορφιά. Με θέση, νούμερο και στυλ ίδια με του Τζόρτζ Μπεστ οι συγκρίσεις δεν άργησαν να γίνουν. Οι ομοιότητες τους δεν σταματούσαν εντός των τεσσάρων γραμμών.

Ο τρόπος ζωής του Μερόνι σκανδάλιζε αρκετούς, ακόμα και εκτός ποδοσφαίρου. Το γεγονός ότι έμενε σε μια σοφίτα με την ερωμένη του, Κριστιάνα, η οποία όμως ήταν ακόμα παντρεμένη με έναν σκηνοθέτη (σύμφωνα με τα γκόσιπ της εποχής ο γάμος έγινε μετά από πιέσεις των γονιών της), ήταν για καιρό το αγαπημένο σκάνδαλο των ΜΜΕ της Ιταλίας ενώ αποτέλεσε και πρόβλημα μετά το θάνατο του, αφού η εκκλησία τον θεωρούσε «αμαρτωλό». Η άρνηση του στην προτροπή του ομοσπονδιακού τεχνικού Εντμόντο Φάμπρι να κόψει πιο κοντά τα μαλλιά του τον άφησε εκτός εθνικής για αρκετό καιρό αλλά οι εμφανίσεις του στο πρωτάθλημα ήταν τόσο εντυπωσιακές που ο Φάμπρι συμβιβάστηκε και τον πήρε τελικά μαζί του στο Μουντιάλ του 1966. Εκεί καταδέχτηκε να τον χρησιμοποιήσει μόνο στο ματς με τη Σοβιετική Ένωση, με αποτέλεσμα η Ιταλία να αποκλειστεί από τη Β. Κορέα, σε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών που φυσικά οδήγησε και στην απόλυση του.

Όσα στερήθηκε η εθνική εν τη απουσία του τα γευόταν ο κόσμος της Τορίνο. Κάθε Κυριακή ο Μερόνι, με τα περίεργα μούσια του (όταν ξυρίστηκε έγινε ολόκληρο θέμα στις εφημερίδες) και τις κάλτσες πάντα κατεβασμένες χαμηλά, έδινε μια διαφορετική παράσταση στον αγωνιστικό χώρο και η λατρεία των φιλάθλων άγγιζε τα επίπεδα λατρείας που εισέπρατταν οι ροκ σταρς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το μαλλί του ήταν επηρεασμένο από τους αγαπημένους του Beatles. Tα περισσότερα μουσικά ακούσματα του πάντως προερχόταν από τη τζαζ, ένα είδος που αγαπούσε ιδιαίτερα γιατί το θεωρούσε διαφορετικό και απελευθερωτικό. («Τζαζ σημαίνει ελευθερία. Αληθινή ελευθερία. Ελευθερία να εκφραστείς. Ελευθερία να εξερευνήσεις. Ελευθερία να βγάλεις τα εσώψυχα σου» όπως έχει πει και ο σπουδαίος Χέρμπι Χάνκοκ.) Εκτός από τη μουσική είχε αδυναμία στη λογοτεχνία, την ποίηση, τα περίεργα ρούχα και τη ζωγραφική, την οποία μάλιστα εξασκούσε τόσο συχνά που την αποκαλούσε «η κανονική μου δουλειά».

«What’s that?»
«I don’t know»
«When you don’t know what it is, it’s jazz!»
(The Legend of 1900)

Ανάμεσα στους χιλιάδες θαυμαστές του ήταν και ο Τζιάνι Ανιέλι, που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει από την εποχή που αγωνιζόταν στη Τζένοα. Η δεύτερη προσπάθεια του έγινε το καλοκαίρι του 1967. Ο Μερόνι είχε ήδη κλείσει τρία χρόνια στην πόλη και είχε πείσει τους πάντες για την αξία του. Σε μια από τις πιο γνωστές παραστάσεις του είχε οδηγήσει την Τορίνο με ένα υπέροχο γκολ, σε ένα σπουδαίο διπλό μέσα στο Σαν Σίρο επί της παντοδύναμης τότε Ίντερ, που είχε να χάσει εντός έδρας τρία ολόκληρα χρόνια! «Λένε ότι είμαι λίγο τρελός. Γι’αυτό υποθέτω πετυχαίνω και τέτοια γκολ. Κάνω τρελά πράγματα για να προκαλέσω τους αντιπάλους μου και να ξεσηκώσω το κοινό» δήλωσε μετά από εκείνο το ματς.

Το περιεχόμενο της πρότασης της Γιουβέντους δεν έγινε ποτέ επίσημα γνωστό. Οι δημοσιογράφοι μιλούσαν όμως για ένα ποσό που ξεπερνούσε τα 750 εκατομμύρια! Ο Ανιέλι στηριζόταν στο γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση της Τορίνο δεν ήταν καθόλου καλή. Οι αντιδράσεις όμως ήταν άμεσες και πολλές. Με το που ακούστηκε η πρώτη φήμη, οι οπαδοί της Τορίνο βγήκαν στους δρόμους ενώ τα τηλέφωνα στα γραφεία του συλλόγου δεν σταμάτησαν να χτυπάνε. Το μήνυμα τους ήταν απλό: «Μην τολμήσετε να δώσετε τον Μερόνι στη Γιουβέντους». Η κατάσταση είχε ξεφύγει τόσο που αρκετοί οπαδοί της Τορίνο που εργαζόταν στη FIAT του Ανιέλι, απείλησαν τους εργοδότες τους ότι θα κατέβαιναν σε απεργία αν προχωρούσε η μεταγραφή. Υπό την πίεση του κόσμου, οι δυο ομάδες έκαναν πίσω κι έτσι η νέα σεζόν ξεκίνησε με τον Μερόνι να φοράει ξανά τη φανέλα της Τορίνο. Όπως αποδείχτηκε αυτή θα ήταν και η τελευταία του.

Στις 15 Οκτωβρίου 1967 και λίγη ώρα μετά το τέλος του αγώνα με τη Σαμπντόρια, ο Τζίτζι Μερόνι δέχτηκε την πρόσκληση του συμπαίκτη του Φαμπρίτσιο Πολέτι να πάνε για ένα ποτό. Διασχίζοντας έναν κεντρικό δρόμο του Τορίνο στάθηκαν για λίγο στη μέση, περιμένοντας ένα κενό που θα τους επέτρεπε να περάσουν. Όταν ένα αμάξι από την απέναντι λωρίδα πέρασε ξυστά από τα πόδια τους, έκαναν ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω για να το αποφύγουν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή όμως από την αντίθετη πλευρά ερχόταν ένα 124 Fiat Coupe. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που ο οδηγός του δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η πρόσκρουση με το σώμα του Μερόνι δεν ήταν πολύ δυνατή αλλά ήταν αρκετή για να τον πετάξει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Εκεί τον πέτυχε ένα ακόμα διερχόμενο όχημα, που τον έσυρε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά. Λίγη ώρα αργότερα στο νοσοκομείο ανακοινώθηκε ο θάνατος του. Ήταν 24 χρονών.

Όλη η χώρα έπεσε σε πένθος. Η τραγωδία χτυπούσε την ομάδα για δεύτερη φορά, αφού δεν είχαν περάσει ούτε δυο δεκαετίες από τη μέρα που το αεροπλάνο που μετέφερε την «Μεγάλη Τορίνο» συνετρίβη στο λόφο Σουπέργκα. (Μια ακόμα τραγική ειρωνεία: Ο πιλότος του αεροπλάνου λεγόταν Πιερλουίτζι Μερόνι!). Στην κηδεία του παρευρέθηκαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσα τους και αρκετοί οπαδοί της Γιουβέντους. Ο πρόωρος χαμός του συγκλόνισε τόσο τον κόσμο, που λίγους μήνες μετά ένας οπαδός της Τορίνο πήγε στο νεκροταφείο και ξέθαψε το πτώμα του. Όταν συνελήφθη από την αστυνομία, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Μερόνι σκοτώθηκε και ήθελε να το δει με τα μάτια του.

Η ζωή και ο τραγικός θάνατος του Τζίτζι Μερόνι έγιναν αργότερα ποίημα, βιβλίο, θεατρικό έργο, θέμα έκθεσης ζωγραφικής και πρόσφατα και ταινία ενώ στο μνημείο που στήθηκε δίπλα στο σημείο του δυστυχήματος περαστικοί οπαδοί της Τορίνο αφήνουν συχνά λουλούδια.

Ο Ατίλιο Ρομέρο ήταν μόλις 19 χρονών, όταν το Fiat του χτύπησε έναν πεζό που προσπαθούσε να περάσει το δρόμο. Το πρώτο σοκ ήταν μεγάλο αλλά δεν συγκρίνεται με αυτό που βίωσε λίγα λεπτά αργότερα όταν ακινητοποίησε το αμάξι του, έτρεξε να δει σε τι κατάσταση ήταν ο άνθρωπος που μόλις είχε χτυπήσει και συνειδητοποίησε ποιος ήταν. Ο Ρομέρο δεν ήταν απλά φανατικός οπαδός της Τορίνο, που όπως και ο Μερόνι έφευγε από το γήπεδο στο οποίο η ομάδα του μόλις είχε κερδίσει τη Σαμπντόρια. Ήταν και μεγάλος θαυμαστής του δεξιού εξτρέμ της ‘Γκρανάτα’. Λίγους μήνες πριν συμμετείχε στις διαμαρτυρίες για την φημολογούμενη πώληση του, το σπίτι του ήταν μερικά μέτρα μακριά από το σπίτι του Μερόνι, το δωμάτιο του ήταν γεμάτο αφίσες του, το ντύσιμο και το μαλλί του ήταν επηρεασμένα από αυτά του ήρωα του ενώ η λατρεία του ήταν τέτοια που ακόμα και στο αμάξι του υπήρχε μια εικόνα του Ιταλού παίκτη!

«Στην αρχή βίωσα τα πάντα λες και έχουν συμβεί σε κάποιον άλλον. Έβλεπα τη φωτογραφία μου στα πρωτοσέλιδα αλλά ήταν πολύ μεγάλη η τραγωδία για να αποδεχτώ ότι σχετιζόμουν κι εγώ. Με τον καιρό όμως, ο πόνος ήρθε και δυνάμωνε συνεχώς. Έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον 10 χρόνια για να σταματήσω να έχω συνέχεια εφιάλτες. Σήμερα μετά από τόσα χρόνια υποφέρω ακόμα από μια ατέλειωτη μελαγχολία. Άλλωστε μένω ακόμα στο ίδιο σπίτι, 200 μέτρα από το σημείο της τραγωδίας. Σχεδόν κάθε μέρα περνάω από το μνημείο που μου υπενθυμίζει τι συνέβη εκεί. Ένα κόκκινο φανάρι να με είχε πιάσει και όλα θα ήταν διαφορετικά. H αίσθηση της ενοχής νομίζω ότι θα με συντροφεύει μέχρι το τέλος της ζωής μου.» Ο Ρομέρο πήγε μόνος του στο αστυνομικό τμήμα εκείνο το βράδυ αλλά απαλλάχθηκε απ’όλες τις κατηγορίες αφού θεωρήθηκε ότι δεν ήταν δικό του το λάθος.

Οι απίστευτες συμπτώσεις όμως δεν σταμάτησαν σ’εκείνη τη μοιραία συνάντηση του ινδάλματος με τον θαυμαστή του. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2000, ο Ατίλιο Ρομέρο έγινε πρόεδρος της Τορίνο! «Η ζωή μου ήταν πάντα συνυφασμένη με την ιστορία της Τορίνο και στις καλές και στις κακές στιγμές» δήλωσε κάποια στιγμή. Κάποιοι οπαδοί δεν τον συγχώρεσαν ποτέ ενώ έφτασαν να σηκώσουν ακόμα και πανό «Ρομέρο, δολοφόνε». Όπως αποκάλυψε πρόσφατα, έκανε καιρό να βρει το κουράγιο να επιστρέψει στο γήπεδο. Έτσι, το ιστορικό ματς με τη Γιουβέντους το φθινόπωρο του 1967 το άκουσε από το ράδιο.

Το παιχνίδι διεξήχθη λίγες μόλις μέρες μετά την κηδεία. Ο Γαλλοαργεντινός επιθετικός Νέστορ Κομπέν ήταν o αποδέκτης των περισσότερων ασίστ του Μερόνι και ο καλύτερος φίλος του εκτός γηπέδου, ο άνθρωπος με τον οποίο περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του, όταν δεν ζωγράφιζε ή δεν ήταν με την Κριστιάνα. Συνήθως έπιναν μπύρες και έπαιζαν μπιλιάρδο μετά τα παιχνίδια, παρέα με απλούς οπαδούς της Τορίνο. Το μοιραίο βράδυ ήταν να πάει μαζί του για ποτό αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη γιατί ένιωθε κουρασμένος από το παιχνίδι που είχε προηγηθεί. Λίγη ώρα μετά, τον ενημέρωσαν πως ο φίλος του ήταν νεκρός.

Ο Κομπέν κατέρρευσε. Ανέβασε πυρετό, το στομάχι του έγινε κόμπος και για αρκετές μέρες δεν έτρωγε τίποτα και δεν κοιμόταν καθόλου. Όταν έμαθε ότι το ντέρμπι με τη Γιουβέντους θα διεξαχθεί κανονικά αρνήθηκε να λάβει μέρος. Λίγο πριν τη σέντρα όμως άλλαξε γνώμη. Αν και φανερά επηρεασμένος από την ασθένεια του και τις μέρες που πέρασε κλινήρης, έκανε το ματς της ζωής του, σκοράροντας 3 φορές μέχρι το 60′! Ο θρίαμβος της Τορίνο ολοκληρώθηκε εξίσου συμβολικά στο 67ο λεπτό, όταν ο νεαρός Αλμπέρτο Καρέλι πέτυχε το τελικό 0-4, φορώντας τη φανέλα του Μερόνι με το νούμερο 7. Εκείνο ήταν το πρώτο γκολ του Καρέλι με τη φανέλα της Τορίνο. Οι πιο ρομαντικοί οπαδοί της πιστεύουν ότι το γκολ το έβαλε η φανέλα και όχι ο παίκτης.

Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει από τότε και η Τορίνο δεν έχει κερδίσει ξανά την μεγάλη αντίπαλο της με τόσο ευρύ σκορ. Πέντε δεκαετίες έχουν περάσει και η Τορίνο δεν έχει βρει ξανά ένα ταλέντο σαν αυτό του Τζίτζι Μερόνι, του παίκτη που μπορούσε να ντριπλάρει τους πάντες. Εκτός από εκείνο το καταραμένο Fiat που οδηγούσε ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές του.

Η Ποδοσφαιρομάνα Παραδεισένια Κοιλάδα της Χιλής

  [5 Σχόλια]

Με αφορμή το κείμενο του duendes για τον Κάρλος Καζέλι, ήθελα να κάνω μια αναφορά, μάλλον φόρο τιμής, στην πόλη στην οποία έχει γεννηθεί το ποδόσφαιρο στη Χιλή. Και φυσικά αυτή δεν είναι η πρωτεύουσα, Σαντιάγο, όπως καταλαβαίνετε. Η Χιλή είναι γνωστή (ποδοσφαιρικά μιλάμε πάντα) για τις ομάδες των μεταλλωρύχων της, όμως το ποδόσφαιρο, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ξεκίνησε από ένα λιμάνι.

Το Βαλπαραΐσο (Παραδεισένια κοιλάδα στα Ισπανικά) ανακαλύφθηκε από τους Κονκισταδόρες το 1532. Για χρόνια παρέμενε ένα μικρό λιμάνι, μέχρι που το 18ο αιώνα έγινε το σημαντικότερο λιμάνι της Λατινικής Αμερικής στον Ειρηνικό. Αυτό δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Βρίσκεται 120χλμ βόρειο-δυτικά του Σαντιάγο και θυμίζει ελάχιστα κοιλάδα, πρέπει να πούμε. Λόγω του λιμανιού εγκαταστάθηκαν εκεί Άγγλοι στα μέσα του 19ου αιώνα και μαζί τους έφεραν και το ποδόσφαιρο. Το 1882 ιδρύεται σε αγγλικό κολέγιο ο Μακέι & Σούθερλαντ, πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος στη χώρα, φυσικά στο Βαλπαραΐσο. Από εκεί ξεκινάει μια γενικά μπλεγμένη ιστορία (Λατινική Αμερική είπαμε, πώς νομίζετε ότι χτίστηκε η παράδοση διοργανώσεων όπως τα πρωταθλήματα του Περού και της Ουρουγουάης).

Το 1895 σε ένα καφέ της πόλης ιδρύεται η «Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία Χιλής», η οποία έχει αρχικά τα εξής μέλη: Μακέι & Σούθερλαντ, Βαλπαραΐσο, Τσίλιαν, Βικτόρια Ρέιντζερς, Νασιονάλ & Βαλπαραΐσο Γουόντερερς. Οι σύλλογοι πλήρωσαν το εξωφρενικό ποσό των $5 για να γίνουν μέλη. Στα 4 ιδρυτικά μέλη τα 3 είναι Άγγλοι. Ο Ντέβιντ Σκοτ γίνεται πρόεδρος, ο δημοσιογράφος Ρόμπερτ Ρέιντ ταμίας και ο Ανδρές Χεμέιγ είναι ο γραμματέας ενώ ο ιδρυτής Ρόμπερτ Μπάιλι ταξιδεύει μέχρι την Αγγλία για να φέρει μια επίσημη μπάλα (τότε μιλάμε για ταξίδι περίπου 40 ημερών). Πέρα του Ρέιντ οι άλλοι είναι όλοι έμποροι. Στο πρώτο επίσημο ματς της χιλιάνικης ιστορίας η Βικτόρια Ρέιντζερς ισοπεδώνει με 8-0 τη Βαλπαραΐσο Γουόντερερς.

Ως εδώ όλα νορμάλ: Άγγλοι, αστοί, έμποροι, κολέγια. Αλλά είπαμε λιμάνι και Λατινική Αμερική. Έτσι λοιπόν πάμε στο 1905 όπου ο Τύπος της εποχής αναφέρει ότι ο ποδοσφαιρικός σύλλογος Ρόαγιαλ Φούτμπολ Κλαμπστο στη γειτονιά Μανκομουνάλ δε Βαλπαραΐσο είναι μέρος συνάντησης και μαζικοποίησης της εργατικής τάξης της πόλης. Γύρω από τη Ρόαγιαλ στη Μανκομουνάλ, όπως γράφει στο βιβλίο του «Ζήτω η Αναρχία» ο Μανουέλ Λάγος, συναθροίζεται η εργατική τάξη του Βαλπαραΐσο που περιλαμβάνει τόσο αναρχικούς, όσο και σοσιαλιστές κομμουνιστές. Έτσι λοιπόν, στο φύλλο της 2ας Μαΐου του 1907 της εφημερίδας «Ελ Τσιλένο» του Βαλπαραΐσο διαβάζουμε ότι:

«Σήμερα στις 07:30 θα συνέλθουν στο σαλόνι στης Ομοσπονδίας της Μανκομουνάλ στη Βίνια δελ Μαρ (σημ: όνομα της επαρχίας), οδός Βαλπαραΐσο Νο12, οι εκπρόσωποι των εργατών ποδοσφαιριστών της περιοχής, με σκοπό τη σύσταση της Εργατικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου. Χαιρετίζουμε την αποφασιστικότητα των συντρόφων μας και θέτουμε εαυτούς στη διάθεση όσων επιθυμούν αυτή η προσπάθεια να ευδοκιμήσει».

H Deportivo Kegan ήταν μία από τις ομάδες των αναρχικών στο Βιλαπαραΐσο. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο «Η αναρχία στη Χιλή».

Έτσι στην ποδοσφαιρομάνα του Βαλπαραΐσο το 1907 υπήρχαν δύο ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες που λειτουργούσαν παράλληλα. Το επιβεβαιώνει η εφημερίδα «Λα Δεφένσα» στο φύλλο της 23ης Μαΐου του 1907. Τα πράγματα παραμένουν έτσι ξεκάθαρα (ναι, τι;) με τους εργάτες να έχουν τη δική τους ομοσπονδία και πρωτάθλημα και τους Άγγλους με τους αστούς τη δική τους πάλι και είναι όλοι ευτυχισμένοι μέχρι το 1909. Τότε οι πρωτευουσιάνοι του Σαντιάγο κάνουν δική τους Αθλητική Ομοσπονδία και θέλουν να αφομοιώσουν την ποδοσφαιρική του Βαλπαραΐσο. Οι Βαλπαραδεισένιοι όμως κάνουν αίτημα ένταξης στη ΦΙΦΑ που το 1913 τους αποδέχεται αρχικά. Μετά πλακώνονται οι Σαντιαγαίοι με τους Βαλπαραδεισένιους για το ποια είναι η σωστή Ομοσπονδία και μέχρι το 1917 διοργανώνονται δυο παράλληλα πρωταθλήματα, ένα στο Βαλπαραΐσο και ένα στο Σαντιάγο. Παράλληλα με αφορμή ένα άρθρο του Περιοδικού «Σοσιαλίστα» το 1915 όπου αναφέρεται στο ποδόσφαιρο «ως άθλημα που προωθείται ως τέτοιο αλλά δεν είναι» έχει ξεκινήσει ένα μπέρδεμα μεταξύ των αναρχικών και των σοσιαλιστών στο άλλο κομμάτι του Βαλπαραΐσο. Οι Αναρχικοί συνασπίζονται γύρω από το σύλλογο Αουρόρα Ρόχα (Κόκκινη Αυγή) που είχε αρχικά ιδρυθεί από εργάτες σε σαπουνάδικα και βυρσοδεψεία και τον παραδοσιακά αναρχικό σύλλογο της Δεπορτίβο Κέγκαν. Οι σοσιαλιστές γύρω από τον Θέντρο Κουλτουράλ ι Δεπορτίβο (την ομάδα δηλαδή που συνέστησε το πολιτιστικό τμήμα του εργατικού κέντρου).

Μέσα σε αυτό τον αγαπημένο λατίνικο χαμό, φτάνουμε στα σωτήρια έτη 1922 με 1924. Το 1922 αποφασίζεται να γίνει μια «Κόκκινη Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία» από το Χιλιάνικο Εργατικό Κέντρο του Βαλπαραΐσο. Στις 14 Απριλίου του 1922 ιδρύεται η «Εργατική Ομοσπονδία Φουτ-Μπολ», όπως αναφέρει η Κριστίνα Ματέου στο βιβλίο της «Πολιτική και Ιδεολογία της Εργατικής Αθλητικής Ομοσπονδίας». Στόχος ήταν να ενσωματώσει σε μία διοργάνωση και κάτω από την ίδια στέγη όλους τους συλλόγους του αριστερού ιδεολογικού φάσματος που είχαν έρθει σε ρήξη από το 1915. Πετυχαίνει το στόχο της το 1924 και έτσι μέχρι το 1928, όλοι οι αναρχικοί και σοσιαλιστικοί σύλλογοι βρίσκονται εγγεγραμμένοι στην Εργατική Ομοσπονδία.

Εικόνα από ματς του 1895 στο Βαλπαραΐσο. Η ομάδα είναι η Βικτόρια. Από το βιβλίο «Η Αρχή του Ποδοσφαίρου στη Χιλή».

Παράλληλα στο μπουρζουά στρατόπεδο, το 1923 οι Βαλπαραδεισένιοι με τους Σαντιαγαίους τα βρίσκουν επιτέλους και η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία δε θα ενσωματωθεί τελικά στην εθνική Αθλητική Ομοσπονδία, αλλά θα ιδρυθεί νέος φορέας, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Χιλής, που είναι ο ίδιος που έχει παραμείνει ως σήμερα. Η ενσωμάτωση θεώρησαν ότι έπρεπε να είναι σταδιακή, έτσι ως το 1935 διεξάγεται κανονικά το τοπικό πρωτάθλημα του Βαλπαραΐσο, ενώ η έδρα της Ομοσπονδίας στο Σαντιάγο μεταφέρθηκε μόλις το 1929. Η Σαντιάγο Γουόντερες πήρε τον τελευταίο τοπικό τίτλο σπίτι της. Παρόλο που λέγεται έτσι είναι σύλλογος του Βαλπαραΐσο που ιδρύθηκε από ανθρώπους που κατάγονταν από το Σαντιάγο και πήγαν να δουλέψουν στο λιμάνι.

Από το 1929 ξεκινάει ο τρίτος κύκλος ανάπτυξης του ποδοσφαίρου στη Χιλή. Πια ακόμα και η Εργατική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έχει διαλυθεί και έχει απορροφηθεί από την κεντρική. Η κεντροποίηση της διοίκησης του ποδοσφαίρου όμως έδωσε την ευκαιρία η ιδεολογική ή/και η επαγγελματική ταυτότητα να μεταφερθεί στους συλλόγους. Έτσι οι ανθρακωρύχοι συνασπίστηκαν γύρω από την Κόλο-Κόλο, οι φοιτητές γύρω από την Ουνιβερσιδάδ και πάει λέγοντας. Η ιστορία της Χιλής μοιάζει με εκείνη αρκετών άλλων Λατίνικων Ομοσπονδιών. Η παράλληλη διοργάνωση όμως, έστω για τέσσερα χρόνια, τριών διαφορετικών πρωταθλημάτων, λόγω γεωγραφίας και ιδεολογίας, είναι μια υπέροχη μοναδικότητα που κατέχουν.

Θα Μας Περάσει Χειρουργείο

  [6 Σχόλια]

Η διαιτησία είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα συζήτησης στην Ελλάδα ποδοσφαιρική πραγματικότητα. Κοράκια, γκρι, αλήτες, χειρούργοι, είναι κλασικοί χαρακτηρισμοί. Εγώ, όπως έχω ξαναγράψει, θεωρώ ότι η διαιτησία παίζει ένα ρόλο κοντά στο 15-20% σε ένα ματς και της δίνεται πολύ περισσότερη σημασία και προβολή από όση αξίζει. Η κουβέντα για τη διαιτησία επίσης γιγαντώνεται όσο στο χορτάρι τα πράγματα, ποιοτικά, είναι από δραματικά έως απαράδεκτα.

Από τους παραπάνω χαρακτηρισμούς θα μείνω λίγο στο «χειρούργοι». Το όνομά του είναι Σέσαρ Νοβάλ, κατάγεται από τη Βαλένθια όπου ζει και δουλεύει. Είναι πλαστικός χειρούργος, με ειδίκευση στις αλλαγές φύλου, και διατηρεί δική του κλινική. Παράλληλα, είναι επόπτης στη Λα Λίγα πλέον, και μετά το Μπαρσελόνα-Σεβίλλη βρέθηκε το Σάββατο και στο Εϊμπαρ-Ρεάλ Μαδρίτης.

Ο Σέσαρ Νοβάλ δεν είναι ένας απλός πλαστικός χειρούργος. Είναι πρώτο όνομα στον κλάδο του, μιλάει σε συνέδρια, έχει κάνει αρκετές έρευνες και έχει λάβει αμέτρητα βραβεία. Πριν ταξιδέψει στο Εϊμπάρ έκανε εγχείριση αλλαγής φύλου σε μόλις 18 ώρες, σε μία μόνο εισαγωγή στο χειρουργείο. Η πελάτισσα μπήκε στο χειρουργείο γυναίκα και βγήκε άντρας στην πρωτοποριακή αυτή εγχείρηση. Ήταν η πρώτη φορά που μια διαδικασία που έπαιρνε πολλαπλές επεμβάσεις, ορμονικές θεραπείες μηνών και σταδιακή προσαρμογή, γινόταν μια και έξω. Μετά από 18 ώρες χειρουργείο ο Νοβάλ πήγε σπίτι, ξεκουράστηκε και μάζεψε τα πράγματά του για να πάει στο Εϊμπάρ.

Ο Νοβάλ έχει δηλώσει ότι το πάθος του για το ποδόσφαιρο είναι όσο αυτό για την ιατρική. Καθώς η Ισπανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου απαγορεύει στους διαιτητές της να κάνουν δημόσια δηλώσεις και να δίνουν συνεντεύξεις, ο Νοβάλ μιλάει για το ποδόσφαιρο στα ιατρικά συνέδρια και τις συνεντεύξεις που του κάνουν για τη δουλειά του. Έτσι έχει δηλώσει ότι δεν έγινε ποδοσφαιριστής αλλά διαιτητής λόγω χρόνου. Δε γίνεται, λέει, και σωστά, να συνδυάσεις την Ιατρική και ειδικά τη χειρουργική με το ποδόσφαιρο ως παίχτης. Δεν υπάρχει χρόνος για προπόνηση, για να είσαι με το γκρουπ της ομάδας συγκεκριμένες ώρες και να παίζεις ένα-δύο ματς τη βδομάδα. Βλέπουμε ότι ο Νοβάλ δεν έχει μιλήσει για την ικανότητά του ως ποδοσφαιριστή, αλλά φαίνεται ότι στόχευε να παίξει σε ψηλό επίπεδο.

Με τη διαιτησία όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Από αυτά που έχει πει δεν έχει θέμα με τον έλεγχο και τη διοίκηση ενός ματς. Άλλωστε προτίμησε να γίνει βοηθός, πλάγιος, επόπτης, λάινσμαν ρε παιδάκι μου και όχι πρώτος διαιτητής. Θέλει να μπορεί να συμμετάσχει στο ποδόσφαιρο στο ψηλό επίπεδο. Όπως άλλωστε χειρουργεί σε επίπεδο να καινοτομεί. Να συμμετέχει στο παιχνίδι με τη Μπαρσελόνα και τη Ρεάλ Μαδρίτης, στη Λα Λίγα και γιατί όχι και στην Ευρώπη. Ήδη έχει «εποπτεύσει» τα Μίντιλαντ-Αστάνα και Στεάουα Βουκουρεστίου-Χάιντουκ Σπλιτ για τα προκριματικά του Γιουρόπα. Αλλά ο Νοβάλ στοχεύει ψηλά. Όπως και σε κάθε τι στη ζωή του.

Ο Νοβάλ δεν είναι ο πρώτος γιατρός διαιτητής, ούτε ο πρώτος γιατρός που διαιτητεύει (εποπτεύει) σε τοπ επίπεδο. Είναι όμως μια μοναδική περίπτωση διότι είναι πρώτο όνομα στην πλαστική χειρουργική, έχει δική του κλινική, χειρουργεί ο ίδιος κάνοντας κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο και απαιτητικό εφευρίσκοντας νέες μεθόδους. Παράλληλα γουστάρει και ασχολείται με τη μπάλα, παίζοντας μάλιστα στα μεγάλα σαλόνια, εκεί άλλωστε που έχει μάθει να κινείται γενικά.

Η νέα Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία

  [5 Σχόλια]

3 Ιουλίου 2018. Μόσχα. Ο Έρικ Ντάιερ θα σκοράρει στο 5ο (και τελευταίο) πέναλτι απέναντι στην Κολομβία. Θα γράψει το 3-4 και θα χαρίσει στην Αγγλία την πρόκριση για την τελική 8αδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτή ήταν η πρώτη νίκη για τα «λιοντάρια» σε νοκ-άουτ αναμέτρηση απ’ το 2006 και η πρώτη στην διαδικασία των πέναλτι, μετά από εκείνο το 4-2 επί των Ισπανών, στο Γιούρο της Αγγλίας, πριν 22 χρόνια. Πολλοί δεν είχαν ακούσει ξανά γι’ αυτή τη νίκη. Περισσότεροι ίσως θεωρούσαν πως δεν έγινε και ποτέ και πως ήταν απλά ένας «μύθος» των Άγγλων, βγαλμένος από σελίδες βιβλίου του Ρέι Μπράντμπερι, του Τζόρτζ Όργουελ ή του Άλντους Χάξλεϋ. Πως είναι δυνατόν να κέρδισε η Αγγλία σε διαδικασία πέναλτι; Οι Άγγλοι θα φτάσουν ως τον ημιτελικό γεμίζοντάς μας χαρά εμάς τους φίλους τους. Θα προηγηθούν με την γκολάρα του Τρίπιερ και θα αγγίξουν την παρουσία στον Τελικό, αλλά η Κροατία -και το γκολ του Μάντζουκιτς- στην παράταση, θα τους στερήσει την ολοκλήρωση (;) του «θαύματος». Ακόμα μία πίκρα. Γλυκιά πίκρα όμως αυτή τη φορά, αν καταλαβαίνεις κάποια σημαντικά πραγματάκια για το ποδόσφαιρο.

Η Αγγλία του Σάουθγκεϊτ δεν ήταν μια ομάδα που παρουσίασε εξαιρετικό ποδόσφαιρο στο τελευταίο Μουντιάλ. Όλοι το είδαμε αυτό. Σε πολλά σημεία των παιχνιδιών της μάλιστα, ίσως ήταν παραπάνω βαρετή από τα όρια της βαρεμάρας που επιτρέπουν σε κάποιον -που δεν είναι και φίλος της- να μην κλείσει την τηλεόραση, για να ξεχυθεί σε κάποια παραλία. Η Αγγλία ήταν όμως ώριμη. Ήταν επιτέλους σοβαρή. Με παίκτες, και προπονητικό τιμ, γεμάτο από ρεαλιστές. Άνθρωποι που γνώριζαν -και γνωρίζουν- τις δυνάμεις τους. Η Αγγλία διαθέτει -επιτέλους- και παίκτες με σπάνιο ταλέντο, σε όλες τις θέσεις, και είναι ολοφάνερο πως γίνεται εξαιρετική δουλειά, σε όλα τα επίπεδα. Δεν ήταν όμως έτοιμη για να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και ίσως είχε ξεπεράσει και το ταβάνι της φτάνοντας ως τον ημιτελικό. Αν έπρεπε να βάλω σε όλα αυτά μια επικεφαλίδα αυτή θα ήταν: «Η Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία».

18 Νοεμβρίου 2018. Λονδίνο. Η Αγγλία υποδέχεται την φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου Κροατία, στο Γουέμπλεϊ, και θέλει μόνο νίκη για να βρεθεί στα τελικά του Nations League, στα γήπεδα της Πορτογαλίας, τον ερχόμενο Ιούνιο. Έχει προηγηθεί το σπουδαίο διπλό επί των Ισπανών με 2-3. Ένα διπλό μετά από 21 ολόκληρα χρόνια από εκείνο το 2-4, στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, με τα «όργια» και τα 4 γκολ του σπουδαίου Γκάρι Λίνεκερ. Στα σημαντικά της πρόσφατης αναμέτρησης είναι ότι η Αγγλία, αν και ήταν πολύ καλύτερη των Κροατών και δέχτηκε πρώτη γκολ (στο 57′) κόντρα στην ροή του αγώνα (υπέροχο ποδοσφαιρικό κλισέ αυτό), δεν «πελάγωσε», όπως δηλαδή μας είχε συνηθίσει τόσα χρόνια, και με προσήλωση στο πλάνο της, χειρουργική ηρεμία και σωστές επιλογές, κατάφερε πρώτα να ισοφαρίσει με τον Λίνγκαρντ (στο 78′) και τελικά να πάρει το «χρυσό τρίποντο» με τον σεσημασμένο Χάρι Κέιν λίγο πριν συμπληρωθεί το 90λέπτο. Πριν την περίοδο Σάουθγκεϊτ, ας μην γελιόμαστε, ένα τέτοιο παιχνίδι θα είχε λήξει με ένα ωραιότατο 0-2 υπέρ των Κροατών και τώρα οι Άγγλοι θα έψαχναν -για ακόμη μία φορά- τι έφταιξε για αυτό το νέο «ναυάγιο». Αυτή φυσικά είναι η μεγαλύτερη «νίκη» της νέας Αγγλίας. Στα δικά μου τουλάχιστον μάτια.

Όσοι παρακολουθούν φανατικά αγγλικό ποδόσφαιρο και τα παιχνίδια της εθνικής ομάδας, δεν είναι δυνατόν να μην έχουν πάρει χαμπάρι την σπουδαία δουλειά που γίνεται στους κορυφαίους συλλόγους και φυσικά το ταλέντο που υπάρχει σε τεράστιο βαθμό στο Νησί τα δύο τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο πως το 2017 η Αγγλία κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-20, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-17 και φυσικά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα U-19. Δεν είναι επίσης διόλου τυχαίο ότι παίκτες όπως ο Φιλ Φόντεν (της Σίτι) και ο Τζέιντον Σάντσο (της Ντόρτμουντ), μέλη εκείνης της U-17, έχουν σημαντικό ρόλο στις σπουδαίες ομάδες που αγωνίζονται. Ο δεύτερος μάλιστα λογίζεται ως κανονικό μέλος πλέον και της εθνικής Ανδρών, μόλις στα 18 του χρόνια, με όλο το μέλλον να του ανήκει. Όλο το μέλλον ανήκει φυσικά και στον Φόντεν. Το λέει άλλωστε και ο Γκουαρδιόλα και μπροστά στο Πεπ εγώ προτιμώ να μείνω σιωπηλός. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον μέσο της Μπόρνμουθ, Λίουις Κουκ, μέλος της Αγγλίας U-20, που έχει ήδη κάνει το ντεμπούτο του με τους ανδρες και έχει παίξει πολλά παιχνίδια για τα «κεράσια» τα δύο τελευταία χρόνια.

Οι σπουδαίοι προπονητές που βρίσκονται στις κορυφαίες ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ έχουν αλλάξει τον Άγγλο ποδοσφαιριστή προς το καλύτερο, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος τόσο στην τεχνική όσο και στην τακτική, αλλάζοντας ουσιαστικά την έννοια που είχε ο περισσότερος κόσμος για τον «Άγγλο παίκτη» μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία.  Φυσικά και ο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ, ως έξυπνος άνθρωπος που είναι, συνεχίζει από αυτό το σημείο κάνοντας, με σταθερά βήματα, και την Αγγλία μια πραγματικά δυνατή και μοντέρνα ομάδα. Εννοείται πως οι Άγγλοι θα πρέπει να ευχαριστούν γι’ αυτό το γεγονός προπονητές όπως ο Γκουαρδιόλα, ο Κλοπ και φυσικά ο Ποτσετίνο, που έχουν αλλάξει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το dna του  Άγγλου ποδοσφαιριστή και όλοι εμείς οι φίλοι της Αγγλίας μπορούμε να κυκλοφορούμε με το κεφάλι ψηλά γεμάτοι περηφάνια.

Τον περασμένο Γενάρη έγραφα πως η Αγγλία θα πρέπει να πατήσει (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) πάνω στο στυλ της Σίτι του Γκουαρδιόλα, και στο παιχνίδι με τους Κροάτες -τηρουμένων πάντα των αναλογιών- είδα να συμβαίνει αυτό για πρώτη φορά τόσο καλά. Ο Σάουθγκεϊτ, αφήνοντας την τριάδα στην άμυνα, παρέταξε την Αγγλία με 4-1-2-3 έχοντας τον Μπάρκλεϊ ως εσωτερικό μέσο με τον Ντελφ δίπλα του. Με τετράδα στην άμυνα, και τους Ράσφορντ και Στέρλινγκ στα «φτερά» της επίθεσης έχοντας τον Κέιν στην κορυφή αυτής. Η Αγγλία είχε την κατοχή μπάλας με 62%. Εξαιρετικό ποσοστό επιτυχίας στις πάσες με 86%. 16 επιτυχημένες ντρίμπλες (με μόλις 5 των Κροατών), 17 σουτ με τα 8 εντός της εστίας (με τους Κροάτες να έχουν μόλις 3) και φυσικά 10 φάσεις για γκολ από στημένες φάσεις. Κάτι που είχαμε γράψει εν μέσω Μουντιάλ για την δουλειά των Άγγλων σε αυτό τον τομέα. 

Το σημαντικότερο όλων φυσικά δεν είναι άλλο από τις λίγες επιτυχημένες πάσες των Κροατών στο αμυντικό κομμάτι των Άγγλων και φυσικά το γεγονός πως οι φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν απείλησαν σχεδόν καθόλου από στημένες φάσεις τα «λιοντάρια». Όλα τα παραπάνω φυσικά και δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο πως η Αγγλία είναι εμφανώς βελτιωμένη από το καλοκαίρι και αυτό το κάνει παίρνοντας πλέον και σπουδαία αποτελέσματα απέναντι σε κορυφαίες ομάδες όπως είναι η Ισπανία και η Κροατία. Η ουσία άλλωστε είναι οι νίκες. Όταν βέβαια συνδυάζονται και με καλό ποδόσφαιρο τότε αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Εκτός κι αν είσαι ο Ζοσέ ο Μουρίνιο.

Θυμάμαι τον σπουδαίο Αρίγκο Σάκι να λέει για τον Στίβεν Τζέραρντ: «Είναι ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, κάνει πολλές δουλειές στο γήπεδο, έχει ταλέντο και ηγετικά χαρίσματα αλλά δεν ξέρει να παίξει ποδόσφαιρο». Αυτή ήταν σίγουρα μια άκρως καυστική ατάκα για τον λατρεμένο πρώην αρχηγό των «κόκκινων» που έδειχνε όμως, με τον καλύτερο τρόπο, αυτό που δεν είχαν οι κορυφαίοι Άγγλοι παίκτες σε τόσο μεγάλο βαθμό που να τους επιτρέπει την υπέρβαση σε επίπεδο εθνικής. Την ηρεμία στο παιχνίδι τους. Την καθαρή σκέψη. Την πραγματική γνώση της τακτικής. Αυτό που έβλεπες δηλαδή σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε παίκτες από την Ιταλία, την Ισπανία και φυσικά την Γερμανία. Σε παίκτες που μπορεί να μην είχαν μεγαλύτερο ταλέντο και περισσότερες δυνάμεις από τους Άγγλους αλλά κατάφερναν πάντα να δείχνουν καλύτεροί τους. Και συνήθως να τους κερδίζουν. Έστω και στα πέναλτι.

Αυτό δείχνει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια ακόμα και σε παίκτες λάτρεις της ντρίμπλας και του απρόβλεπτου, όπως είναι ο Ράσφορντ, ο Στέρλινγκ, ο Ντέλε Άλι και φυσικά σε ποιοτικούς αμυντικούς (που θα το κάνουν και το τσαλιμάκι) όπως ο Τζον Στόουνς, ο Τζο Γκόμεζ και φυσικά ο Κάιλ Γουόκερ και ο Μπεν Τσίλγουελ. Σε αυτό φυσικά και έχουν τεράστιο μερίδιο ευθύνης οι κορυφαίοι (και σύγχρονοι) ξένοι προπονητές που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια τα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. «Ξαναμαθαίνω ποδόσφαιρο δίπλα στον Πεπ» δήλωσε πολύ πρόσφατα ο Στέρλινγκ και αυτό είναι κάτι που είναι ολοφάνερο στο γήπεδο αν βλέπεις τακτικά τα παιχνίδια της Σίτι. Ο Σάουθγκεϊτ εννοείται πως δεν ανήκει σε αυτό το κορυφαίο επίπεδο, στην ελίτ δηλαδή που ανήκει ο Πεπ και ο Κλοπ, αλλά είναι ένας σύγχρονος προπονητής, με γνώση, που δείχνει να ακολουθεί αυτό το μονοπάτι, όσο μπορεί, φτιάχνοντας σιγά-σιγά μια νέα, ελκυστική εθνική Αγγλίας, με πολύ μέλλον και ταβάνι -μακάρι- την κορυφή.

Φίλες και φίλοι, το Uruguayo 2018

  [12 Σχόλια]

Από την αρχή τούτου εδώ του μπλογκ, υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα βίτσιο μαζί μας. Την ανάλυση των συστημάτων των διοργανώσεων της Λ. Αμερικής. Κάτι που συχνά χρειάζεται διαφορικές εξισώσεις, ψυχοφάρμακα και πολύ χρόνο, αλλά έχει μία ανείπωτη γοητεία, είναι μία μικρή ένοχη απόλαυση. Αν ανήκετε σε αυτό το γκρουπ αναγνωστών συνεχίστε άφοβα, σήμερα θα μιλήσουμε για το Καμπεονάτο Ουρουγκουάγιο 2018. Αν θέλετε να μπείτε σε αυτό το γκρουπ, ξεκινήστε διαβάζοντας τι έγινε το 2015. Θα περιμένουμε για λίγο. Αν δεν σας ενδιαφέρει, κάντε κάτι πιο χρήσιμο, λύστε ένα σουντόκου. Διαβάσατε για το 2015; Ωραία, ξεχάστε ό,τι ξέρατε (όχι όλα) γιατί τα πράγματα από τότε άλλαξαν.

Το πρωτάθλημα της Α’ εθνικής της Ουρουγουάης το 2015-16 έγινε όπως και την προηγούμενη, με Απερτούρα και Κλαουζούρα. Μετά όμως, οι Ουρουγουανοί κάθισαν, σκέφτηκαν και το συζήτησαν. «Παιδιά δεν πάει άλλο. Ως πότε θα βγάζει θέματα το Σομπρέρο από μας;», ειπώθηκε σύμφωνα με πληροφορίες. «Πρέπει να πάρουμε μέτρα να γίνουμε πιο σοβαροί». Και κάπως έτσι η λύση δόθηκε. Το πρόβλημα φίλες και φίλοι ήταν ότι το πρωτάθλημα γινόταν με τον «ευρωπαϊκό» τρόπο. Ξεκινούσε δηλαδή Αύγουστο και τελείωνε τον επόμενο Ιούνιο. «Όχι, πρέπει να γυρίσουμε στις ρίζες μας», (ίσως να) είπε κάποιος. Γι’ αυτό το λόγο, δεν είχαμε 2016-17 με Απερτούρες και Κλαουζούρες. Έγινε ένα μεταβατικό πρωτάθλημα που ξεκίνησε τέλη Αυγούστου 2016 και τελείωσε με διαδικασίες fast track το Δεκέμβριο. Βγήκε ο πρωταθλητής 2016 (μετά από αυτόν του 2015-16) με 15 αγώνες και όλα εντάξει. Έτσι, μετά από 11 σεζόν, το 2017 επιστρέψαμε στα πατροπαράδοτα «ημερολογιακά πρωταθλήματα».

Από πέρσι λοιπόν ξεκινάμε το Φεβρουάριο και τελειώνουμε (ανάλογα και με τα κέφια) κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο. Ωραία μέχρι εδώ; Ωραία. Έχουμε Απερτούρα και Κλαουζούρα. Ωραία; Ωραία. Τώρα όμως αρχίζουν τα παλαβά. Γιατί σου λέει, μόνο 30 αγώνες; Τι θα κάνουμε τον υπόλοιπο καιρό; Θα βαρεθούμε. Και κάπως έτσι δόθηκε η λύση. Μεταξύ της Απερτούρα και της Κλαουζούρα θα βάλουμε ακόμα ένα πρωτάθλημα. Το Ιντερμέδιο. Και πώς θα το παίξουμε; Θα χωρίσουμε τις 16 ομάδες σε δύο γκρουπ. Πώς θα τις χωρίσουμε; Με βάση τα χρώματα; Το ζώδιο; Με κλήρωση; Όχι. Θα παίξουμε το σύστημα μονά ζυγά. Όσες τερμάτισαν σε μονές θέσεις στην Απερτούρα σε ένα γκρουπ, όσες σε ζυγές σε άλλο γκρουπ. Αν θυμίζει κάτι σε κάποιους, μας συγκινείτε. Είναι βγαλμένο από εκείνο το μαγικό πρωτάθλημα του Περού με τις 44 αγωνιστικές (προσοχή, σκληρές εικόνες γραφικότητας). Κάπως έτσι λοιπόν, οι δυο όμιλοι του Ιντερμέδιο παίζουν μικρά πρωταθληματάκια κι οι δύο νικητές των ομίλων έναν τελικό, ο νικητής του οποίου δεν έχει καμία σημασία για τον τελικό πρωταθλητή (κρατήστε το όμως, θα μας χρειαστεί αργότερα). Μετά το τέλος του Ιντερμέδιο ξεκινά κι η Κλαουζούρα.

Το Εστάδιο Καμπεόνες Ολίμπικος, έδρα της Σίσλεϊ τα τελευταία χρόνια

Με αυτό το σύστημα ξεκίνησε η Α’ εθνική του 2018 με το όνομα Χούλιο Σέσαρ Φρανσίνι, ένα πρωτάθλημα με 16 ομάδες, οι 13 από το Μοντεβιδέο. Ανάμεσά τους κι η ιστορική Σέντρο Κουλτουράλ υ Ντεπορτίβο Ελ Τάνκε Σίσλεϊ ή για συντομία CCyDETS ή για τους φίλους «Ελ Τάνκε Σίσλεϊ». [Το όνομα της ομάδας που ιδρύθηκε το 1941 προέρχεται από από μία δεξαμενή πετρελαίου που υπήρχε στη γωνία δύο δρόμων κοντά στην έδρα της ομάδας, σκέφτηκαν ότι ίσως θα έπαιρναν χορηγία από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, κάτι που δεν έγινε ποτέ]. Η Ελ Τάνκε σώθηκε πέρσι τελευταία στιγμή στα μπαράζ, αλλά τα οικονομικά της προβλήματα και κάποια χρέη δεν την άφησαν να λάβει μέρος. Η Ομοσπονδία δεν σκέφτηκε να την αντικαταστήσει και το πρωτάθλημα έγινε με 15 ομάδες. Όλοι όσοι θα έπαιζαν κανονικά με τη Σίσλεϊ, έπαιρναν βαθμούς νίκης. Κανένα πρόβλημα θα πει κάποιος αθώος κι εμείς θα γελάσουμε.

Η Απερτούρα τελείωσε με νικήτρια τη Νασιονάλ κι οι ομάδες μπήκαν στο Ιντερμέδιο. Εκεί είχαμε ξαφνικά όμως δυο ομίλους διαφορετικούς. Ο ένας με 8 κι ο άλλος με 7 ομάδες. Η Νασιονάλ και η Τόρκε κέρδισαν τα δυο μικρά πρωταθληματάκια και πήγαν στον τελικό του Ιντερμέδιο, όπου νικήτρια ήταν η Νασιονάλ. Μετά ξεκίνησε η Κλαουζούρα. Με ένα ντεμαράζ η Πενιαρόλ, με μόλις μία ήττα, την κατέκτησε. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ερώτημα. Ποιος θα βγει πρωταθλητής; Η Ομοσπονδία τα είχε προβλέψει όλα. Θα παίξουν ημιτελικό ο νικητής της Απερτούρα με το νικητή της Κλαουζούρα (αν είναι διαφορετικοί φυσικά). Ο νικητής των νικητών όμως, θα παίξει στον «τελικό» τελικό. Εκεί που θα αντιμετωπίσει την ομάδα με τους περισσότερους συνολικούς πόντους στην «Ετήσια» βαθμολογία. Η ετήσια βαθμολογία βγαίνει από το άθροισμα των βαθμών Απερτούρα, Κλαουζούρα και Ιντερμέδιο. Αυτό όμως που δεν είχε υπολογιστεί ήταν η απουσία της Τάνκε Σίσλεϊ. Οι ομάδες στο Ιντερμέδιο δεν είχαν παίξει τα ίδια ματς, δεν θα είναι άδικο στη συνολική βαθμολογία;

Μία βαθμολογία Ουρουγουάης να πέσει στα μαθηματικά των πανελληνίων και να μπαίνεις Πολυτεχνείο για πλάκα αναγνώστη

Θα είναι, λέμε εμείς. Το ίδιο είπε κι η Ομοσπονδία. Γι’ αυτό φίλες και φίλοι η λύση βρέθηκε. Οι ομάδες στο γκρουπ των 7, θα κάνουν μια… διόρθωση. Θα πάρουν τους βαθμούς τους, θα τους διαιρέσουν με τα έξι παιχνίδια που έπαιξαν και θα τους πολλαπλασιάσουν με τα εφτά παιχνίδια που έπαιξαν οι ομάδες του άλλου γκρουπ. Ναι, καλά καταλάβατε. Το αποτέλεσμα του μαθηματικού τύπου 7x/6 ήταν αυτό που βλέπετε στην παραπάνω εικόνα. Η συνολική βαθμολογία της χρονιάς είχε μέσα δεκαδικούς αριθμούς. Για παράδειγμα η Ατένας τελείωσε με 38,333 βαθμούς ξεφτιλίζοντας την Μπόστον Ρίβερ που είχε μόλις 37,666 (οι στρογγυλοποιήσεις δεν είναι για τους άντρες). Χάρη στα… κλάσματα λοιπόν, η Πενιαρόλ πήρε δύο παραπάνω βαθμούς από αυτούς που κατέκτησε κανονικά και έτσι πέρασε τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία. Μείνετε μαζί μας, κοντεύουμε.

Οι νικητές Απερτούρα και Κλαουζούρα έπαιξαν στον ημιτελικό του πρωταθλήματος. Ήταν ακόμα ένα κλάσικο Νασιονάλ και Πενιαρόλ που κρίθηκε στο 95′ με πέναλτι του γνωστού και με την εθνική Κρίστιαν Ροντρίγκες που έχει πλέον πολλά κιλάκια. Το ματς είχε ένα γκολ για κάθε ομάδα που ήταν οφσάιντ και έληξε με 1-2. Η Πενιαρόλ κέρδισε έτσι τον ημιτελικό και επειδή χάρη στον τύπο του 7/6 είχε περάσει τη Νασιονάλ στη συνολική βαθμολογία, κατέκτησε και απευθείας το πρωτάθλημα γιατί δεν μπορούσε να παίξει με τον εαυτό της στον τελικό. Αν η Νασιονάλ είχε καταφέρει να κερδίσει θα διεκδικούσε το πρωτάθλημα στον τελικό με την Πενιαρόλ. Και κάπως έτσι, το 115ο πρωτάθλημα Ουρουγουάης έληξε πριν μερικές ημέρες, σίγουρα με βαθιά ικανοποίηση από τους διοργανωτές που θα έδιναν συγχαρητήρια ο ένας στον άλλον.

Α, ναι. Θυμάστε τον τελικό του Ιντερμέδιο που σας είπαμε να κρατήσετε; Ναι, λοιπόν. Ήρθε η ώρα του. Ο νικητής του Ιντερμέδιο παίρνει μια θέση στο Σουνταμερικάνα. Βέβαια η Νασιονάλ θα παίζει στο Λιμπερταδόρες, οπότε δεν την απασχολεί. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι ο νικητής του Ιντερμέδιο παίζει και στο ΣούπερΚόπα της Ουρουγουάης. Μικρή λεπτομέρεια: Δεν υπάρχει κύπελλο στην Ουρουγουάη. Και τι θα κάνουμε ρε παιδιά, ίσως αναρωτήθηκε κάθιδρος κάποιος από την Ομοσπονδία. Εύκολη λύση. Θα παίξει με τον πρωταθλητή. Έτσι, λίγο πριν ξεκινήσει το επόμενο πρωτάθλημα, θα έχουμε το Σούπερ Καπ με ποιους άλλους; Νασιονάλ και Πενιαρόλ. Κι η ζωή συνεχίζεται κι εμείς απλά δεν θέλουμε να αλλάξει ποτέ όλο αυτό γιατί θα πέσουμε σε κατάθλιψη.

Ο ποδοσφαιριστής που αντιστάθηκε σ’έναν δικτάτορα

  [8 Σχόλια]

Η αίθουσα δεξιώσεων του Κέντρου Πολιτισμού ‘Γκαμπριέλα Μιστράλ’ στο Σαντιάγκο είναι γεμάτη. Στη μια πλευρά της είναι παρατεταγμένοι οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδας της Χιλής, που τις επόμενες ημέρες θα πετάξουν για τη Γερμανία, όπου θα λάβουν μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει και στην αίθουσα εισέρχεται, συνοδευόμενους από αρκετούς παρατρεχάμενους, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Στη θέα του δικτάτορα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκόμενων σχηματίζεται στιγμιαία ένα ψεύτικο χαμόγελο. Κανένας, άλλωστε, δεν θέλει να ρισκάρει τη ζωή του.

(Ο Αουγκούστο Πινοσέτ έχει καταλάβει την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα από τις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Από την επόμενη κιόλας ημέρα χιλιάδες Χιλιανοί «αντιφρονούντες» συλλαμβάνονται ή εξορίζονται. Οι περισσότεροι εξ αυτών βασανίζονται για μεγάλο διάστημα. Πολλοί αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα κρατητήρια ή στα κέντρα κράτησης. Με τις φυλακές ασφυκτικά γεμάτες, η Χούντα μετατρέπει σε χώρο κράτησης και βασανιστηρίων αρκετά από τα γήπεδα της χώρας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν για πάντα, χωρίς να μάθουν ποτέ οι συγγενείς τους τι απέγιναν. Αρκετά χρόνια μετά οι εξεταστικές επιτροπές αποκάλυψαν πως ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων ξεπερνάει τις 40.000! Ανάμεσα σ’αυτούς που υποφέρουν βρίσκονται συγγενείς ποδοσφαιριστών της εθνικής ομάδας, πρώην παίκτες που είχαν αριστερές πεποιθήσεις και ο γιατρός της εθνικής, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε για περισσότερους από 11 μήνες.)

Ο Πινοσέτ κατευθύνεται αμέσως προς την πλευρά των μεγάλων πρωταγωνιστών της βραδιάς, δηλαδή των παικτών που έχουν οδηγήσει τη χώρα στο Μουντιάλ (έστω και μετά από έναν κωμικοτραγικό αγώνα μπαράζ που κανένας τους δεν θέλει να θυμάται). Ο δικτάτορας στέκεται για λίγο μπροστά από κάθε παίκτη, ανταλλάσσει μαζί του μια χειραψία και του εύχεται καλή επιτυχία στη διοργάνωση. Αφού έχει προχωρήσει αρκετά στη σειρά, βρίσκεται μπροστά σ’έναν βραχύσωμο, σγουρομάλλη, μελαχρινό τύπο με πυκνό μουστάκι. Ο Πινοσέτ χαμογελάει και ετοιμάζεται να σηκώσει ασυναίσθητα το χέρι του για την καθιερωμένη χειραψία. Τότε με έκπληξη συνειδητοποιεί ότι ο παίκτης που βρίσκεται μπροστά του δεν φαίνεται διατεθειμένος να μιμηθεί την κίνηση του.

Ο 24χρονος Κάρλος Καζέλι νιώθει το φόβο να κυριεύει το σώμα του. Τον νιώθει από την πρώτη στιγμή που είδε τον δικτάτορα να μπαίνει στην αίθουσα. Παρ’όλα αυτά, καταφέρνει να βρει τρόπο να παραμείνει ψύχραιμος και απαθής. Όταν τελικά ο στρατηγός στέκεται μπροστά του, ο Καζέλι είναι πλέον αποφασισμένος. Δεν γίνεται να παίξει το παιχνίδι της Χούντας. Δεν γίνεται να παίξει θέατρο έχοντας μπροστά του τον άνθρωπο που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δεν γίνεται να το κάνει αυτό, όταν οι απόψεις, η κοσμοθεωρία και τα ιδανικά του είναι τελείως διαφορετικά από αυτά του στρατηγού.

(Ο Κάρλος Καζέλι είναι παιδί μιας οικογένειας εργατών, που μεγάλωσε σε ένα πολιτικοποιημένο περιβάλλον και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, έχει ξεκάθαρη πολιτική άποψη και θέση, στηρίζοντας την αριστερά, και έχει εκφραστεί δημόσια τα προηγούμενα χρόνια υπέρ της παράταξης του Αλιέντε. Ταυτόχρονα η επιθυμία του να συνεισφέρει στα κοινά επεκτείνεται και στο ποδόσφαιρο, εκεί όπου παλεύει για περισσότερα δικαιώματα στους παίκτες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής φτάνει ακόμα και στο σημείο να ακυρώσει μια συμφωνία 130.000 δολαρίων για τη μεταγραφή του στη Σάντος, επειδή η ομάδα του, η Κόλο-Κόλο, συμφώνησε χωρίς να τον ρωτήσει πρώτα.)

Τα χέρια του μένουν ‘δεμένα’ πίσω από την πλάτη του. Για λίγα δευτερόλεπτα οι δυο τους στέκονται ακίνητοι με μέτωπο ο ένας στον άλλον. Ο Πινοσέτ καταλαβαίνει τι συμβαίνει και αμέσως προχωράει στον επόμενο παίκτη, για να μην δώσει αξία και προβολή σ’αυτό το πρωτοφανές γεγονός που μόλις έχει διαδραματιστεί. Δυστυχώς γι’αυτόν, ένας αφελής δημοσιογράφος της ‘La Segunda’ καταγράφει στην ανταπόκριση του την πράξη του Καζέλι, θέλοντας να τον στιγματίσει στα μάτια του λαού και να κερδίσει έτσι την εύνοια του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά το ακριβώς αντίθετο. Ο δημοσιογράφος απολύεται άμεσα και η κίνηση του Καζέλι να μην χαιρετήσει τον δικτάτορα μένει στο μυαλό των Χιλιανών ως μια από τις πρώτες μορφές αντίδρασης και αντίστασης κατά του δικτάτορα.

Ο Αουγκούστο Πινοσέτ δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται εύκολα τις διαφορετικές απόψεις. Ο Καζέλι μπορεί να βρίσκεται στο απυρόβλητο λόγω της φήμης του (πρόκειται άλλωστε για έναν από τους καλύτερους επιθετικούς της χώρας, που έχει οδηγήσει την Κόλο-Κόλο σε δυο πρωταθλήματα και στον τελικό του Λιμπερταδόρες – η πρώτη ομάδα από τη Χιλή που το κατάφερνε αυτό – λίγους μήνες πριν) και του γεγονότος ότι εκείνη την εποχή αγωνίζεται στην Ισπανία, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τους δικούς του ανθρώπους. Το διάστημα που βρίσκεται στη Γερμανία για το Μουντιάλ, ένα αμάξι σταματάει μπροστά στο σπίτι των γονιών του. Λίγες ώρες μετά οι γείτονες ανακαλύπτουν ότι η μητέρα του έχει εξαφανιστεί. Όταν επιστρέφει στο σπίτι της δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της και το σώμα της είναι γεμάτο πληγές, εγκαύματα και μελανιές. Για αρκετό καιρό η ίδια αρνείται να περιγράψει όλα όσα πέρασε, ενώ ο γιος της μαθαίνει για την απαγωγή πολλές ημέρες μετά και αφού έχει ολοκληρωθεί το Μουντιάλ.

Η εκδίκηση του Πινοσέτ δεν σταματάει εκεί. Με εντολή του δικτάτορα ο Καζέλι μένει εκτός εθνικής στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, μια σοκαριστική απόφαση που ο επιθετικός της Χιλής την μαθαίνει τελευταία στιγμή κι ενώ βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, έτοιμος να πάρει το αεροπλάνο για να ενσωματωθεί στην εθνική ομάδα. Χωρίς τον μεγάλο της σκόρερ η ‘La Roja’ μένει εκτός Μουντιάλ αλλά κανένας στην ομοσπονδία δεν τολμάει να εκφράσει την δυσαρέσκεια του για την επιλογή των ανώτερων.

Το 1978 τελικά, και μετά από ένα επιτυχημένο πέρασμα από την Λεβάντε και την Εσπανιόλ (σε μια εποχή που ελάχιστοι Λατινοαμερικάνοι δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ευρώπη), o Καζέλι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της αγαπημένης του Κόλο-Κόλο, που έχει μείνει άτιτλη από τότε που τον έχασε, και επιστρέφει στην πατρίδα του για να τη βοηθήσει. Με τον «βασιλιά του τετραγωνικού μέτρου», όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω της τρομερής ικανότητας του να ξεμαρκάρεται και να εκτελεί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη σύνθεση της, η Κόλο-Κόλο επιστρέφει άμεσα στην κορυφή της Χιλής και τα επόμενα χρόνια κερδίζει 3 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα!

Οι επιτυχίες του με την Κόλο-Κόλο αναγκάζουν το καθεστώς να υποχωρήσει στο θέμα της κλήσης του και με τον Καζέλι σε τρομερή φόρμα (αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης) η Χιλή φτάνει ως τον τελικό του Κόπα Αμέρικα το 1979 και προκρίνεται για το Μουντιάλ του 1982. Στα 32 του είναι πλέον θρύλος στη χώρα και αυτό του επιτρέπει να μένει πιστός στις ιδέες και τις θέσεις του, μπροστά στον Πινοσέτ.

Σε μια νέα συνάντηση τους, το 1985, ο δικτάτορας σχολιάζει το ντύσιμο του Καζέλι λέγοντας: «Βλέπω ότι δεν αποχωρίζεσαι ποτέ την κόκκινη γραβάτα σου». Ο Καζέλι χωρίς ίχνος φόβου του απαντάει «Τη φοράω πάντα και την έχω κοντά στην καρδιά». Ο Πινοσέτ κλείνει την κουβέντα με την προειδοποίηση πως μια μέρα θα του την κόψει αυτή τη γραβάτα. (Ο μύθος λέει ότι ο Καζέλι απάντησε ξανά, λέγοντας «Ακόμα κι αν το κάνεις, η καρδιά μου θα παραμείνει κόκκινη», αλλά αυτό ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε.)

Λίγους μήνες μετά ο Καζέλι θα προσθέσει στο ενεργητικό του άλλη μια άτυπη νίκη κατά της δικτατορίας. Στις 12 Οκτωβρίου 1985 η Κόλο-Κόλο θα τιμήσει τον μεγάλο σκόρερ της, που αποχωρεί από την ομάδα έχοντας παίξει περισσότερα από 350 παιχνίδια και έχοντας σκοράρει πάνω από 200 φορές, με ένα φιλικό απέναντι σε επίλεκτους από όλη τη Ν. Αμερική. Το φιλικό διεξάγεται στο Εθνικό Στάδιο, οι κερκίδες είναι κατάμεστες και ο αγώνας περνάει σε δεύτερη μοίρα αφού αποκτάει γρήγορα μια πολιτική διάσταση. Το καθεστώς βέβαια απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση, με αποτέλεσμα να μη δει ποτέ η χώρα τα πανό κατά της δικτατορίας που σηκώνονται στις κερκίδες, ούτε το ξύλο που πέφτει μεταξύ της αστυνομίας και των φιλάθλων που τα κρατάνε. Ένας ραδιοφωνικός σταθμός όμως τολμάει να καλύψει ραδιοφωνικά τον αγώνα και έτσι στα σπίτια των Χιλιανών μπαίνει για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια σκληρής δικτατορίας η κραυγή χιλιάδων ανθρώπων που φωνάζουν με πάθος: «Ναι, θα πέσει! Ναι, θα πέσει!»

Ο Καζέλι όμως ξέρει ότι δεν αρκεί αυτό για να επιστρέψει η δημοκρατία στη χώρα. Τρία χρόνια αργότερα, και μετά από έντονες διεθνές πιέσεις, ο Πινοσέτ δέχεται να γίνει δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 1988 δίνει στους Χιλιανούς τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στον τερματισμό ή την ανανέωση της διακυβέρνησης από τον δικτάτορα για άλλη μία οκταετία. Οι δυο πλευρές (το «ΝΑΙ» και το «ΟΧΙ») έχουν στη διάθεση τους κάθε μέρα 15 λεπτά για να προβάλουν τα τηλεοπτικά τους σποτ που στηρίζουν τη θέση τους (αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να δει την πολύ καλή ταινία του Πάμπλο Λαρέν ‘No’). Το καθεστώς θεωρεί σίγουρη τη νίκη του και τα πρώτα γκάλοπ επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Μέχρι που ένα βράδυ στο τηλεοπτικό σποτ του «ΟΧΙ» εμφανίζεται μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο πουκάμισο, η οποία δηλώνει: «Μια μέρα έπεσα θύμα απαγωγής έξω από το σπίτι μου. Μου έδεσαν τα μάτια και με πήγαν σ’ένα άγνωστο μέρος, όπου βασανίστηκα για ώρες. Δέχτηκα τόσα χτυπήματα που δεν θέλω να τα θυμάμαι, από σεβασμό στα παιδιά μου, στην οικογένεια μου αλλά και στον εαυτό μου. Μπορώ να ξεχάσω τον σωματικό πόνο που ένιωσα αλλά υπάρχουν άλλες πληγές που δεν θα ξεχαστούν ποτέ». Όσο μιλάει, από κάτω αναγράφεται το όνομα της: Όλγα Γαρίδο.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά το τηλεοπτικό κάδρο ανοίγει και αποκαλύπτεται ότι δίπλα της κάθεται ένας μεσήλικας σγουρομάλλης με μουστάκι, μια γνωστή φιγούρα που όλοι οι Χιλιανοί αναγνωρίζουν. Ο Καζέλι κοιτάει την κάμερα και κρατώντας το χέρι της κυρίας δηλώνει: «Γι’αυτό ακριβώς ψηφίζω ΟΧΙ. Γιατί η χαρά σου, είναι και δικιά μου χαρά. Γιατί τα συναισθήματα σου, είναι και δικά μου συναισθήματα. Γιατί αύριο μπορούμε να ζήσουμε σε μια δημοκρατία που θα μας παρέχει ελευθερία, υγεία και στήριξη. Γιατί αυτή η υπέροχη κυρία είναι η μητέρα μου».

Δεκαπέντε χρόνια μετά από την απαγωγή, οι Χιλιανοί μαθαίνουν ότι η μητέρα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ήρωα της χώρας ήταν ανάμεσα στα θύματα της δικτατορίας. Το συγκεκριμένο σποτ αποδεικνύεται ένα από τα πιο πετυχημένα της καμπάνιας. H εξομολόγηση της κυρίας Γαρίδο δίπλα στον διάσημο γιο της δίνουν στο κίνημα του «ΟΧΙ» την ώθηση που χρειαζόταν για να κάνει την ανατροπή. Το «ΟΧΙ» παίρνει 56% και το αποτέλεσμα αυτό σηματοδοτεί το τέλος της δικτατορίας.

Ο Κάρλος Καζέλι είναι για τους στατιστικολόγους ο 5ος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Χιλής και ο 1ος σκόρερ στην ιστορία της Κόλο-Κόλο αλλά για τους περισσότερους Χιλιανούς που έζησαν εκείνη τη σκληρή εποχή του φόβου και της ανελευθερίας θα είναι για πάντα ο παίκτης που αρνήθηκε να δώσει το χέρι του σε έναν δικτάτορα και αυτός που συνέβαλλε με όποιο τρόπο μπορούσε στην πτώση του. Κι αυτή η συλλογική ανάμνηση είναι ένα επίτευγμα πολύ πιο μεγάλο και σημαντικό από οποιαδήποτε επιτυχία εντός των τεσσάρων γραμμών.

Το παιχνίδι της ζωής του Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι

  [2 Σχόλια]

Η Ρώμη είναι μια από τις πόλεις που δεν αρκεί να επισκεφτείς μία φορά. Σχεδόν όλη η Ιταλία έχει τη γοητεία της, ειδικά όσο κατεβαίνεις πιο χαμηλά, αλλά η Ρώμη είναι ξεχωριστή. Μπορείς να ψηλαφίσεις την ιστορία της περπατώντας σε αυτή. Να νιώσεις τη διαφορετική της ατμόσφαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κάτοικοί της δυσκολεύονται να φύγουν, να την αφήσουν. Και οι αθλητές της, οι ποδοσφαιριστές της που βγήκαν από τους δρόμους της πόλης και έφτασαν να αγωνίζονται στις ομάδες της, γίνονται συχνά πιστοί στρατιώτες της. Πολύ πριν τον Ντανιέλε ντε Ρόσι και τον Φραντσέσκο Τότι, η αιώνια πόλη είχε βγάλει έναν ακόμα μεγάλο αρχηγό. Ο Αγκοστίνο ντι Μπαρτολομέι γεννήθηκε στη Ρώμη και συνδύασε την καριέρα του, αλλά κι ολόκληρη τη ζωή του με τις στιγμές που έζησε εκεί.

Το ταλέντο του φάνηκε από πιτσιρικάς. Παρ’ ότι οι άνθρωποι της Μίλαν τον πλησίασαν, αυτός προτίμησε να παραμείνει στην αγαπημένη του Ρώμη και να προσπαθήσει να βρει μια θέση στη Ρόμα. Κι ας τερμάτιζε στο κάτω μισό του πρωταθλήματος. Είπαμε, η αιώνια πόλη δεν εγκαταλείπεται εύκολα. Ο Ελένιο Ερέρα ήταν αυτός που τον είδε πρώτη φορά. O Ισπανο-Αργεντινο-Γάλλος κόουτς είχε το χειρότερο ποσοστό νικών μέχρι τότε στην καριέρα του στη Ρόμα, ένα πενιχρό 29%, αλλά αν άφησε κάτι πίσω του ήταν η επιλογή αυτού του πιτσιρικά. Από τα 14 του ο ντι Μπαρτολομέι υπηρέτησε τους τζιαλορόσι, ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα που έβγαλε ποτέ η ομάδα της Ρόμα. Τρία περίπου χρόνια αργότερα έκανε το ντεμπούτο του με τη φανέλα της πρώτης ομάδας και εκτός από μία σεζόν που πήγε δανεικός, πέρασε δώδεκα χρόνια στη Ρώμη.

Ο ντι Μπαρτολομέι ήταν πολυσύνθετος παίκτης, πιο κοντά στην τυπική θέση του «ρετζίστα», ένας πλέι μέικερ πίσω από το κέντρο, μπροστά από την άμυνα. Αυτός που ξεκινούσε από πίσω την επίθεση, το μυαλό της ομάδας. Χωρίς να έχει τρομερά φυσικά προσόντα, είχε πολύ καλή τεχνική και πάσα και όπως συχνά συμβαίνει στους σπουδαίους παίκτες που δεν είναι γρήγοροι, ήταν έξυπνος και έβλεπε γήπεδο. Ήξερε πού έπρεπε να κινηθεί και πού να πασάρει. Ο Αγκοστίνο γρήγορα έγινε από τους αγαπημένους παίκτες της εξέδρας. Και μπορεί όταν πρωτοπήγε στη Ρόμα η ομάδα να ήταν σε κάκιστη κατάσταση, αλλά στη συνέχεια συνέπεσε με ορισμένα άλλα ιερά τέρατα του συλλόγου.

Η Ρόμα επιστρέφει στους τίτλους με κατακτήσεις κυπέλλων, αλλά το πρωτάθλημα λείπει εδώ και 40 χρόνια. Με την επιστροφή του Σουηδού προπονητή Νιλς Λίντχολμ από τη Μίλαν, η Ρόμα με παίκτες όπως ο ντι Μπαρτολομέι, ο Κόντι, ο Φαλκάο κι ο ιστορικός τερματοφύλακας Φράνκο Τανκρέντι κατακτά το πρωτάθλημα του 1983 μπροστά από τη Γιουβέντους του Πλατινί. Η Ρώμη πανηγυρίζει (εκτός φυσικά από την πλευρά των Λατσιάλι) κι ο αρχηγός πλέον ντι Μπαρτολομέι περνάει στο πάνθεον της Curva Sud που τραγουδάει ρυθμικά το όνομά του, καθώς η προσφορά του είναι τεράσια. Η Ρόμα όμως δεν είναι καλή μόνο για την Ιταλία. Έχει μεγαλύτερους στόχους. Δίνει ξανά τη μάχη του τίτλου την επόμενη σεζόν, αλλά η έλλειψη ενός σπουδαίου γκολτζή της στοιχίζει σε κάποια ματς και χάνει στο νήμα το repeat από τη Γιούβε. Στην Ευρώπη όμως τα πράγματα είναι αλλιώς. Αποκλείει κατά σειρά Γκέτεμποργκ, ΤΣΣΚΑ Σόφιας, Διναμό Βερολίνου και τέλος την Νταντί. Φτάνει σε έναν τελικό Πρωταθλητριών και μάλιστα μέσα στο σπίτι της. Το Ολίμπικο. Ο πόθος, η θέληση για το τρόπαιο, ο πυρετός δεν έχουν προηγούμενο. Από τις 25 Απριλίου που η Ρόμα παίρνει την πρόκριση για τον τελικό, μέχρι τις 30 Μαΐου του 1983 όλοι οι οπαδοί κοιμούνται και ξυπνούν γι’ αυτό το παιχνίδι. Είναι το μεγαλύτερο παιχνίδι της ιστορίας του συλλόγου.

Το διαφορετικό τότε Ολίμπικο, γυμνό, χωρίς στέγαστρο και μια απίστευτη ατμόσφαιρα

Το στάδιο ασφυκτικά γεμάτο, ντυμένο στα κόκκινα-κίτρινα και κόκκινα-άσπρα. Οι Άγγλοι σαφώς λιγότεροι. Άλλωστε οι πονηροί Ρωμαίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στο γήπεδο. Δυο καλές ομάδες. Μια πιο βαριά φανέλα και μια πιο διψασμένη ομάδα που έπαιζε στο σπίτι της (έχοντας και την απουσία του Κάρλο Αντσελότι). Μιλώντας για φανέλες, η Ρόμα κληρώνεται να παίξει με τη λευκή. Οι προληπτικοί δεν ενθουσιάζονται και λίγο αργότερα δικαιώνονται. Ο Τανκρέντι κάνει μια έξοδο, διεκδικεί την μπάλα από τον Γουίλαν σε κάτι που σήμερα θα δινόταν σίγουρα φάουλ, αλλά σε εκείνο το ματς όχι. Η μπάλα χάνεται, αλλά το διώξιμο του αμυντικού στέλνει την μπάλα στο κεφάλι του πεσμένου τερματοφύλακα και στη συνέχεια στα πόδια του Φιλ Νιλ που σκοράρει μόλις στο 15′. Άδικο και τυχερό γκολ. Σχεδόν τριάντα λεπτά αργότερα ο Προύτσο με μια εξαιρετική κεφαλιά φέρνει το ματς στα ίσια.

Ο αρχηγός Αγκοστίνο με τον Σούνες λίγο πριν τον τελικό

Ο ντι Μπαρτολομέι κάνει ένα πολύ καλό ματς, αν κι η Ρόμα δεν ρισκάρει. Σοβαρός όπως πάντα, κατά πολλούς είναι ο καλύτερος από τους 26 που πάτησαν το χορτάρι εκείνο το βράδυ. Οι πάσες του μακρινές και κοντινές, πάντα με ακρίβεια. Οι δυο ομάδες χάνουν κάποιες φάσεις μετά το 1-1, αλλά Τανκρέντι και Γκρόμπελαρ δεν δέχονται γκολ. Κανείς δεν βγαίνει μπροστά. Ο ένας περιμένει το λάθος του άλλου. Μετά από 120′ αγώνα το παιχνίδι οδηγείται στα πέναλτι. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι ανάμεσα στους εκτελεστές. Πριν περίπου ένα μήνα έχει σκοράρει το κρίσιμο πέναλτι με τη Νταντί, γράφοντας το 3-0 και ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου ματς. Οι Σκωτσέζοι υποστηρίζουν ότι οι Ιταλοί είχαν δωροδοκήσει τον Μισέλ Βοτρό, τον Γάλλο διαιτητή. Ο Στιβ Νίκολ αστοχεί στο πρώτο πέναλτι της διαδικασίας. Ο αρχηγός, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «το παιχνίδι της ζωής του», παίρνει την μπάλα, σουτάρει χωρίς φόρα, σκοράρει και θεωρητικά απομακρύνει το άγχος από τους συμπαίκτες του. Στην πράξη όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Λίβερπουλ δεν αστοχεί ξανά κι οι Ιταλοί με τον Γκρόμπελαρ να κάνει καραγκιοζιλίκια (τα διάσημα spaghetti legs) για να τους χαλάσει τη συγκέντρωση, στέλνουν δυο φορές την μπάλα και τις ψυχές των Λατσιάλι στον ουρανό της Ρώμης.

Η Λίβερπουλ κατακτά με 4-2 τον τέταρτο τίτλο της. Η Ρόμα μένει χωρίς κούπα. Η θλίψη είναι απερίγραπτη. Λέγεται ότι στα αποδυτήρια ο ντι Μπαρτολομέι τα βάζει με τον Φαλκάο, τον κατηγορεί ότι λιγοψύχησε και δεν εκτέλεσε πέναλτι. Είναι όμως έτσι κι αλλιώς το τέλος της ομάδας εκείνης. Ο Σουηδός κόουτς εγκαταλείπει τη Ρόμα ξανά και πηγαίνει στο Μιλάνο. Η Ρόμα δεν κρατάει όμως ούτε τον ντι Μπαρτολομέι. Ο ίδιος δεν θέλει να φύγει, αλλά είναι αρκετά εμφανές ότι η διοίκηση δεν τον θεωρεί πλέον σημαντικό, στην εποχή Σβεν-Γκόραν Έρικσον. Ο Έρικσον επιθυμεί πιο γρήγορη ομάδα και σε αυτή ο ντι Μπαρτολομέι δεν έχει χώρο. Ο κόσμος στενοχωριέται γιατί βλέπει μετά από 12 σεζόν τον αρχηγό να εγκαταλείπει με μάλλον άκομψο τρόπο.  Η Ρόμα κατακτά το κύπελλο απέναντι στη Βερόνα στα τέλη Ιουνίου. Ο κόσμος αποχαιρετά τον αρχηγό με το πανό: «Σου πήραν τη Ρόμα από σένα, αλλά όχι την Curva σου».

Το πανό στον 2ο τελικό Κόπα Ιτάλια του 1984 απέναντι στη Βερόνα

Λίγους μήνες αργότερα κάνει σπουδαίο παιχνίδι και σκοράρει στο 2-1 της Μίλαν απέναντι στη Ρόμα, πανηγυρίζοντας έντονα μπροστά στους οπαδούς της Μίλαν. Μια μικρή δικαίωση, αλλά και ένα χτύπημα στις ευμετάβλητες καρδιές των Ρομάνι. Στο δεύτερο γύρο η Μίλαν κερδίζει και πάλι με 0-1. Ο κόσμος δεν τον υποδέχεται με τόση αγάπη. Ούτε κι οι συμπαίκτες του. Ο ντι Μπαρτολομέι είναι όμως και πάλι νικητής και στο τέλος πρωταγωνιστής ενός επεισοδίου με τους συμπαίκτες του που οδηγεί σε μικρο-σύρραξη. Κόντι και Γκρατσιάνι σχεδόν έρχονται στα χέρια μαζί του. Ο ντι Μπαρτολομέι παίζει για τρεις σεζόν στη Μίλαν, μέχρι να έρθει ο Αρίγκο Σάκι και να φύγει, κλείνοντας την καριέρα του σε Τσεζένα και Σαλερνιτάνα. Η καριέρα του όμως δεν είναι ισάξια των ετών της Ρόμα. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αδικημένος, καθώς δεν κλήθηκε ούτε μία φορά στην εθνική Ιταλίας, χάνοντας την ευκαιρία να κατακτήσει και ένα Μουντιάλ, σταματάει το ποδόσφαιρο με τα τρία κύπελλα και το ένα πρωτάθλημα. Εκείνο το Πρωταθλητριών όμως τον έχει στοιχειώσει. Αν και θρύλος της Ρόμα, είναι «μακριά» πλέον από τη διοίκηση και το σύλλογο.

Δυστυχώς όμως, η ζωή μετά το ποδόσφαιρο για τον «Άγκο» είναι δύσκολη. Ο ήδη «μελαγχολικός» ντι Μπαρτολομέι φαίνεται ότι δεν μπορεί χωρίς την μπάλα. Περιμένει μάταια μια ευκαιρία να κοουτσάρει, να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο. Κανείς όμως δεν τον εμπιστεύεται. Οι ακαδημίες που φτιάχνει δεν πηγαίνουν καλά. Οι δουλειές που δοκιμάζει αποτυγχάνουν και σύντομα βρίσκεται πνιγμένος στα χρέη. Ζει πια στα νότια, μακριά από τη «Ρώμη του», λίγο έξω από το Σαλέρνο, σε ένα πανέμορφο μέρος στις ακτές της Καμπανίας. Η εξωτερική ομορφιά δεν μπορεί να αγγίξει όμως την ψυχή του. Λέγεται ότι έχει δανειστεί από τους λάθος ανθρώπους, από αυτούς που θέλουν πίσω τα χρήματά τους και δεν διστάζουν να σου κάνουν κακό. Ο ντι Μπαρτολομέι νιώθει ότι «βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μία τρύπα». Έτσι ακριβώς γράφει σε ένα σημείωμα, το πρωί της 30ης Μαΐου του 1994. Δέκα χρόνια ακριβώς από το «παιχνίδι της ζωής του». Από το τέλος του ονείρου του. Η γυναίκα του ακόμα κοιμάται όταν ακούει τον πυροβολισμό. Ο ντι Μπαρτολομέι αυτοκτονεί, με μία σφαίρα στην καρδιά. Η μέρα που επιλέγει δεν μπορεί να είναι τυχαία. Για τη Ρόμα, η 30η Μαΐου είναι πια καταραμένη. Ένας χαμένος τελικός κι ένας χαμένος αρχηγός.

Η Ιταλία σοκάρεται, μόλις στα 39 του φεύγει από τη ζωή ένα από τα σπουδαιότερα ποδοσφαιρικά ταλέντα που έχει βγάλει. Κάθε πικρία από τα χρόνια της Μίλαν που ίσως υπάρχει ακόμα σε μερικούς οπαδούς της Ρόμα ξεχνιέται δια παντώς. Ο «Άγκο» έστω κι έτσι ξαναμπαίνει οριστικά κι αμετάκλητα στις καρδιές των οπαδών που τον θυμούνται συνέχεια στα πανό τους από τότε. Ο σύλλογος δίνει το όνομα του ντι Μπαρτολομέι στο γήπεδο του προπονητικού κέντρου και τον βάζει στο Hall of Fame. Πριν μερικούς μήνες, 14 χρόνια από το θάνατό του, ο γιος του μιλάει για το γεγονός. Δημοσιεύει μια φωτογραφία από ένα 38αρι Smith & Wesson, σαν αυτό του ντι Μπαρτολομέι. Ζητάει από τον κόσμο να το σκεφτεί πριν αγοράσει ένα όπλο. «Κι ο πατέρας μου το είχε αγοράσει για την ασφάλεια της οικογένειάς του» γράφει. «Πριν πείτε, ότι όποιος θέλει να αυτοκτονήσει θα βρει τρόπο να το κάνει, σας λέω ότι χρειάζεται μόνο μια στιγμή για να διασχίσουμε το κενό που νομίζουμε πως έχουμε μπροστά μας. Αν έχουμε πρόσβαση σε ένα όπλο μπορεί να κάνει τη διαφορά». Το κενό του ντι Μπαρτολομέι δημιουργήθηκε εκείνο το βράδυ της 30ης Μαΐου του 1984.

O Στράμερ, η Τσέλσι και η γέννηση του London Calling

  [5 Σχόλια]

«Τα πραγματικά μ’ αηδιάζουν, και τα ιδανικά δεν τα βρίσκω». Αυτή είναι μια φράση από το αριστουργηματικό βιβλίο του Ανρί-Φρεντερίκ Αμιέλ, Journal Intime, που αν και είναι γραμμένο το 1896, αυτή του η φράση θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράψει την κατάσταση που βίωνε η μικρομεσαία τάξη της Βρετανίας στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Τα μόνα πράγματα που έδειχναν να βρίσκονται σε ακμή, εκείνη την περίοδο, ήταν το ποδόσφαιρο (με τα σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών από αγγλικούς συλλόγους) και φυσικά η μουσική. Απ’ την άλλη, η πλειοψηφία των ανθρώπων ζούσε κυριολεκτικά -και μεταφορικά- με τρύπιες τσέπες, ψάχνοντας χαμένα ιδανικά και μια αχτίδα φωτός για το μέλλον.

Οι Εργατικοί πάλευαν με όσες δυνάμεις τους είχαν απομείνει μπας και μπορέσουν να διατηρήσουν την πλειοψηφία του Τζέιμς Κάλαχαν στη Βουλή των κοινοτήτων, οι φυλετικές ταραχές είχαν αρχίσει να γίνονται ολοένα και πιο σκληρές, οι εκρήξεις της βίας των χούλιγκαν είχαν αρχίσει να γίνονται καθημερινό φαινόμενο, εντός και εκτός γηπέδων, και μέσα σε όλα αυτά – είχε ξεκινήσει να ακούγεται το πανκ (και το ροκ εν ρολ) τόσο σαν μουσικό είδος, αλλά ακόμα περισσότερο ως ένα κοινωνικό φαινόμενο που έβγαζε την γλώσσα προς κάθε μορφή απαρχαιωμένης συμπεριφοράς, κλείνοντας το μάτι πονηρά σε ολόκληρο το συντηρητικό Ηνωμένο Βασίλειο. Ακόμα και ο πιο αδαής μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί πως ήταν θέμα χρόνου να ανέβει στην εξουσία η Σιδερόφραχτη Ταξιαρχία των Συντηρητικών με την φιλόδοξη -και σκληρή- Μάργκαρετ Θάτσερ στο τιμόνι. Όπως και έγινε δηλαδή, πολύ σύντομα, στις 4 Μαΐου του 1979.

Την ίδια περίοδο μπάντες -και μουσικοί- όπως οι Dr Feelgood, o Έλβις Κοστέλο και φυσικά οι Sex Pistols και οι The Clash είχαν αρχίσει να ταρακουνούν για τα καλά τα μουσικά ύδατα τόσο της Βρετανίας όσο και των ΗΠΑ. Μάλιστα στην Αμερική είχαν γνωρίσει πολύ μεγαλύτερη επιτυχία μακριά απ’ τον συντηρητισμό των Βρετανών. Στο κείμενο που ήδη διαβάζετε θα ασχοληθώ με τους τελευταίους. Την μπάντα του σπουδαίου Τζο Στράμερ. Τους Clash, που βρίσκονταν ήδη στην Αμερική για περιοδεία, έχοντας κυκλοφορήσει τα δύο πρώτα τους άλμπουμ και έχοντας αναγκάσει τον Γκρέιλ Μάρκους, του περιοδικού Rolling Stone, να γράψει το κορυφαίο του κοπλιμέντο για αγγλική μπάντα μετά τους Stones και τους Beatles. «Το Give ‘Em Enough Rope είναι η απάντηση στο Let It Bleed» είχε γράψει ο Mάρκους, συγκρίνοντάς το δηλαδή με το αριστούργημα των Stones και βάζοντάς το στην ίδια πρόταση με τον δίσκο του Μικ του Κιθ και των λοιπών παλικαριών, που ήταν η απάντησή τους στο Let It Be των Beatles.

Tην ίδια πάνω-κάτω περίοδο που ο Κοστέλο έβαζε φωτιά στις μουσικές σκηνές του Τορόντο και οι Pistols ξεσήκωναν την ΝΥ και το Λας Βέγκας με την συμπεριφορά, τους πάνω αλλά και κάτω της σκηνής, το μουσικό όχημα των The Clash πραγματοποιούσε την δική του περιοδεία στις ΗΠΑ με τον «αιρετικό» τίτλο «Pearl Harbour Tour». Τελικά ο Στράμερ και η παρέα του δεν κέρδισαν όσο θα ήθελαν το Αμερικάνικο κοινό -όπως είχαν κάνει την ίδια περίοδο δηλαδή Βρετανοί ποδοσφαιριστές όπως ο Τζορτζ Μπεστ και ο Μπόμπι Μουρ- και θα επιστρέψουν στο Νησί τραγουδώντας, εν χορώ, το «I’ m So Bored with the USA», όχι που θα κάθονταν να σκάσουν. Θα νοικιάσουν ένα μικρό, διαλυμένο, στούντιο με το όνομα Βανίλα, πίσω από ένα συνεργείο αυτοκινήτων, στο Πίμλικο, στο κέντρο του Λονδίνου, και την περίοδο που η Νότιγχαμ Φόρεστ του Κλαφ κέρδιζε το πρώτο της Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα αυτοί θα γράψουν τα τραγούδια για το αριστούργημά τους «London Calling». Στα διαλείμματα από τις πρόβες και τις μεθυσμένες κουβέντες που έκαναν για ώρες, όλα τα μέλη της μπάντας, έβγαιναν στην μικρή αλάνα που υπήρχε πίσω από το στούντιο και έπαιζαν ποδόσφαιρο. Συνήθως με παιδιά αλλά και μεγαλύτερους που άραζαν εκεί. Όπως είχε παραδεχτεί ο ίδιος ο Mικ Τζόουνς (κιθαρίστας της μπάντας), πολλές φορές που δεν μαζεύονταν αρκετοί για να συμπληρώσουν ομάδες, ο ίδιος και ο Στράμερ πήγαιναν στα απέναντι σπίτια, χτυπούσαν τα κουδούνια, και ικέτευαν τους γονείς να αφήσουν τα παιδιά τους να κατέβουν και να παίξουν μαζί τους ένα ματσάκι.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί είναι πως ο Στράμερ λάτρευε το ποδόσφαιρο, όπως κάθε σωστός Βρετανός που σέβεται τον εαυτό του, και ήταν μάλιστα φανατικός με την Τσέλσι. Επίσης, κάτι που δεν γνωρίζουν αρκετοί, είναι πως πήγαινε τακτικά στο Στάμφορντ Μπριτζ για να δει αγώνες των «μπλε» σε μια περίοδο που η Τσέλσι δεν ήταν το μεγαθήριο που είναι στις μέρες μας και έπαιζε μάλιστα για αρκετές σεζόν στην Β’ Κατηγορία. Ο Μικ Τζόουνς είχε παραδεχτεί σε συνέντευξή του στην Βρετανική τηλεόραση πριν πολλά πολλά, όταν είχε ερωτηθεί για την σχέση της μπάντας με το ποδόσφαιρο, πως ο Στράμερ είχε βάλει μια μικρή τηλεόραση στο «προβάδικο» και πολλές φορές μάλιστα έβλεπε ποδόσφαιρο ακόμα και όταν έπαιζαν ή έγραφαν μουσική. Μάλιστα μια φορά, σε κατάσταση μέθης, και αφού δεν μπορούσε να διαχειριστεί μια νίκη της μισητής για τον ίδιο Άρσεναλ, την είχε σπάσει χτυπώντας τη πολλές φορές με την κιθάρα του. Εντάξει όμως, αυτές είναι απλές καθημερινές στιγμές για αυθεντικούς Ροκ Σταρ.

Ο Στράμερ, o Τζόουνς και οι λοιποί The Clash,, όπως έγραψα και πιο πάνω, πήγαιναν συχνά στο γήπεδο της Τσέλσι. Μάλιστα τις περισσότερες φορές το «μπλε» παρεάκι το συμπλήρωνε και ο Πολ Κουκ, ντράμερ των Sex Pistols και τρελός και παλαβός με την Τσέλσι. «Μικρός μάζευα αυτόγραφα από τους σούπερ σταρ της εποχής. Για μένα δεν έχει μεγάλη διαφορά ο σταρ ποδοσφαιριστής από τον σταρ μουσικό. Άλλωστε όλοι οι νέοι πηγαίνουν σε Ροκ συναυλίες και στο γήπεδο κυρίως για να ξεφύγουν από την βαρετή καθημερινότητα και να εκφράσουν τον όποιο θυμό έχουν -αν έχουν- για τα διάφορα κοινωνικά θέματα που μαστίζουν την κάθε κοινωνία. Άσε που και στα δύο περνάς καλά» θα δηλώσει ο Στράμερ σε συνέντευξη εκείνης την εποχής, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο τι σήμαιναν γι’ αυτόν το ποδόσφαιρο και φυσικά η Ροκ/Πανκ (ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε τη) μουσική που έπαιζε η δική του μπάντα. Αν υπήρχε κάτι που τον χαλούσε στις κερκίδες του Στάμφορντ Μπριτζ της εποχής, αυτό δεν ήταν άλλο από τους ανεγκέφαλους χούλιγκαν και τα συχνά φαινόμενα ρατσιστικών επιθέσεων, κυρίως σε μαύρους παίκτες, και οπαδούς, αντιπάλων. Σκεφτείτε πως ο πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την φανέλα της Τσέλσι ήταν ο Πολ Κάνοβιλ το 1981 για να το καταλάβετε καλύτερα. Όπως έχουμε γράψει σε παλιότερα άρθρα, εκείνα τα χρόνια υπήρχε μεγάλος ρατσισμός στην κοινωνία -και κατ’ επέκταση- στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αυτή ήταν μια κατάσταση που τελικά τον είχε ωθήσει για αρκετό καιρό να απουσιάζει από τις εξέδρες του Στάμφορντ Μπριτζ ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Για να φτάσουμε βέβαια εκεί, είχε προηγηθεί το πέσιμο από μια μερίδα οπαδών της Γουέστ Χαμ στον Στράμερ και την παρέα του, σε αυτή υπήρχαν και 2-3 μαύροι φίλοι του τραγουδιστή των The Clash, μετά από ντέρμπι ανάμεσα στις δύο ομάδες. «Θυμάμαι να τσακώνομαι στο Στάμφορντ Μπριτζ με διάφορους ρατσιστές οπαδούς για την ηλίθια συμπεριφορά τους απέναντι σε μαύρους παίκτες των αντιπάλων μας αλλά εκείνη η επίθεση από τους χούλιγκαν της Γουέστ Χαμ με μαχαίρια και σιδερογροθιές είχε ξεπεράσει κάθε όριο τυφλής οπαδικής βίας και ηλιθιότητας». Ήταν η ίδια περίοδος που η μπάντα υπέγραψε στην CBS, Ο Βίσιους πέθαινε από υπερβολική δόση ναρκωτικών και οι σκληροπυρηνικοί πάνκηδες θεωρούσαν πως «Το Πανκ Πέθανε». Οι The Clash θα μεταφερθούν στην περιοχή του Χάιμπουρι, στα υπερσύγχρονα στούντιο Wessex, και εκεί μεταξύ του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου του ’79 θα ηχογραφήσουν τον κορυφαίο τους δίσκο, και έναν εκ των σημαντικότερων, στην ιστορία της Ροκ μουσικής. Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 14 Δεκεμβρίου, όχι με τον τίτλο που ήταν προορισμένος να κυκλοφορήσει (The New Testament δηλαδή) αλλά με τον τίτλο «London Calling», και αν και ήταν διπλός, μετά από απαίτηση της ίδιας της μπάντας, πουλιόταν στην τιμή των 5 λιρών.

Ο δίσκος είναι ένα κράμα των επιρροών όλων των μελών της μπάντας και σε αυτόν μπορείς να ακούσεις από κλασικά πανκ τραγούδια όπως τα Four Horsemen και Koka Kola, ρέγγε (γνωστή άλλωστε η αγάπη που έτρεφαν οι The Clash στην τζαμαϊκανή μουσική), όπως είναι το Guns Of Brixton, ska και rock n’ roll, όπως το Death or Glory μέχρι Jazz ρυθμούς (όχι λόγω του τίτλου) όπως είναι το δικό μου αγαπημένο Jimmy Jazz. Φυσικά πάνω απ’ όλα τα κομμάτια θα βρίσκεται για όσο θα υπάρχει ήχος το ομότιτλο τραγούδι, London Calling. «Το ροκ του μέλλοντος» όπως το είχαν χαρακτηρίσει οι κριτικοί της εποχής. Θρυλικό φυσικά -όσο ο ήχος του βινυλίου- και το εξώφυλλο του άλμπουμ, με τον μπασίστα Πολ Σίμονον να έχει απαθανατιστεί από την θρυλική φωτογράφο Πένι Σμιθ δευτερόλεπτα πριν διαλύσει το μπάσο του στο Παλάντιουμ της Νέας Υόρκης διαμαρτυρόμενος για την γενική ατμόσφαιρα εκείνης της συναυλίας. Για να κλείσω κάπου και το κείμενο και για να δείξω πόσο αυθεντική ήταν η μπάντα απλά να πω πώς ο ίδιος ο Στράμερ όταν είχε δει τον δίσκο να πωλείται σε γνωστό Λονδρέζικο δισκάδικο της εποχής στις 8 λίρες (και όχι στις 5 που είχε αποφασίσει η ίδια η μπάντα) είχε τσακωθεί ο ίδιος με τον ιδιοκτήτη, αναγκάζοντάς τον να αλλάξει την τιμή.

O Στράμερ άφησε αυτόν εδώ τον κόσμο, το 2002. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να δει την αγαπημένη του Τσέλσι να μεγαλώνει, στα χρόνια του Ρόμαν Αμπράμοβιτς, και να κατακτά όλους τους τίτλους που μπορούσε να κατακτήσει αλλά ευτυχώς για όλους εμάς η δική του «φλόγα» και η «φωτιά» που έκαιγε στα τραγούδια του θα μας ακολουθεί για πάντα. Αυθεντικός, αγωνιστής, αντεπαναστάτης με αιτία, ένας πραγματικός καλλιτέχνης και ένας απ΄τους πιο αυθεντικούς ροκάδες που έβγαλε ποτέ το Νησί. Ρομαντικός κι αληθινός όσο εκείνη η ερμηνεία του στο «Ι Hired a Contract Killer» του μετρ της αισιοδοξίας και λατρεμένου για μένα, Άκι Κουαρισμάκι. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε προλάβει να αρπάξει και ένα μικρό ρόλο στο Mystery Train του Τζιμ Τζάρμους. Σε εκείνο το φιλμ δηλαδή που συναντήσαμε και ένα απ’ τα πιο ωραία ζευγάρια που έχουμε δει ποτέ στον κινηματογράφο, τον Τζουν και την Μιτσούκο, που είχαν ταξιδέψει από την Ιαπωνία ως το Μέμφις επειδή πολύ απλά ο Τζουν ήταν τεράστιος λάτρης του ροκ ν’ ρολ και ήθελε να μοιάσει στον Καρλ Πέρκινς. Φυσικά και ο ρόλος του Στράμερ δεν ήταν καθόλου τυχαίος στη φοβερή ταινία του Τζάρμους, στην Μέκκα του Ροκ ν’ Ρολ.

Ένας πρόεδρος διαφορετικός από τους άλλους

  [1 Σχόλιο]

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018. Οι δρόμοι γύρω από το ‘Wolfgang-Steubing-Halle’ στη Φρανκφούρτη είναι γεμάτοι κόσμο. Μέσα στην αίθουσα επικρατεί το αδιαχώρητο. Αυτή δεν είναι η πρώτη γενική συνέλευση στην σύγχρονη ιστορία της Άιντραχτ αλλά είναι η πρώτη που συγκεντρώνει τόσους πολλούς ανθρώπους. Αυτή τη φορά εκτός από τους εκατοντάδες οπαδούς-μέλη, υπάρχουν και δεκάδες δημοσιογράφοι απ’όλη τη χώρα που ενδιαφέρονται να καλύψουν τη διαδικασία. Ο λόγος είναι πολύ απλός και ακούει στο όνομα “Πίτερ Φίσερ”.

Ένα μήνα πριν, ο πρόεδρος της Άιντραχτ Φρανκφούρτης είχε δώσει μια συνέντευξη σε μια τοπική εφημερίδα. Εκεί, και σε πλήρη αντίθεση με σχεδόν όλους τους υπόλοιπους προέδρους που αποφεύγουν να μιλάνε για τέτοια θέματα, ο Φίσερ επέλεξε να πάρει θέση σ’ένα από τα πιο καυτά ζητήματα της εποχής: την άνοδο της ακροδεξιάς: “Αν κάποιος ψηφίζει το ΑfD (δηλαδή το ακροδεξιό κόμμα ‘Εναλλακτική για τη Γερμανία’) δεν μπορεί να είναι και μέλος της Άιντραχτ. Σαν ένα από τα μεγάλα κλαμπ της Γερμανίας οφείλουμε να πάρουμε μια ξεκάθαρη θέση, γιατί υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά πράγματα απ’το αν θα περάσει η μπάλα τη γραμμή. Γι’αυτό λέω ότι όποιος ψηφίζει αυτό το κόμμα, το οποίο προωθεί ρατσιστικές και απάνθρωπες απόψεις, δεν γίνεται να είναι μέλος μιας ομάδας με τις δικές μας αρχές”.

Οι δηλώσεις του Φίσερ ξεσήκωσαν αντιδράσεις και αποτέλεσαν αφορμή για να ξεκινήσει ξανά η κουβέντα για τη θέση του ποδοσφαίρου σε σχέση με την πολιτική και την κοινωνία. Στο γραμματοκιβώτιο και το τηλέφωνο του Φίσερ άρχισαν να καταφτάνουν αρκετές απειλές από υποστηρικτές του AfD: “Με αποκαλούν εβραϊκό γουρούνι και μου λένε τι θα μου κάνουν. Θα με κάψουν, θα με σκοτώσουν, θα με κρεμάσουν”.

(Άνοιγμα παρένθεσης)

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Πίτερ Φίσερ βρίσκεται στην επικαιρότητα. Ο πρόεδρος της Άιντραχτ είναι μια από τις πιο διάσημες φιγούρες της περιοχής της Φρανκφούρτης και προκαλεί πολλές φορές με το ντύσιμο του ή με τις διαφημίσεις κάποιων εκ των επιχειρήσεων του (είναι ιδιοκτήτης μιας διαφημιστικής, μιας ντίσκο και αρκετών κλαμπ). Πολυπράγμων, ιδιαίτερα κοινωνικός και με χαρακτηριστική άνεση μπροστά στις κάμερες, ο Φίσερ φαίνεται σαν να είναι ένας ακόμα κλασικός πρόεδρος που προήλθε από την ελίτ των φίλων της Άιντραχτ. Η ιστορία του όμως είναι αρκετά διαφορετική.

Παιδί μια φτωχής οικογένειας που ζούσε σε μια φάρμα στο Λιχ, ο Φίσερ μεγάλωσε ουσιαστικά στο πέταλο της Άιντραχτ, στο οποίο μπήκε για πρώτη φορά κρυφά το 1969, χωρίς εισιτήριο, μαζί με μερικά ακόμα πιτσιρίκια που δεν είχαν να πληρώσουν το αντίτιμο. Τα επόμενα χρόνια όλα του τα χαρτζιλίκια γινόταν εισιτήρια διαρκείας και κάπως έτσι ο Φίσερ δέθηκε οριστικά με την Άιντραχτ. Με τον καιρό η ορθοστασία στο πέταλο (καθώς και οι διάφοροι τσαμπουκάδες με οπαδούς άλλων ομάδων) έδωσε τη θέση της στην πιο άνετη παρακολούθηση από τις κεντρικές κερκίδες. “Όσο περισσότερα μαλλιά χάνεις, τόσο προχωράς στο γήπεδο από το πέταλο προς τις καλές θέσεις” δήλωσε χαρακτηριστικά σε μια συνέντευξη του πριν λίγα χρόνια.

Οι αναμνήσεις από το πέταλο των φανατικών όμως, δεν έφυγαν ποτέ. Εκεί άλλωστε συνάντησε για πρώτη φορά τη γυναίκα του, εκεί ονειρευόταν για πολλά χρόνια πως κάτι αναπάντεχο συμβαίνει στον αγωνιστικό χώρο και καλείται αυτός για να σώσει την κατάσταση: “Το όνειρο μου ήταν πάντα το ίδιο. Ο προπονητής ξεμένει από παίκτες στον πάγκο, ο εκφωνητής του γηπέδου ανακοινώνει ότι η ομάδα χρειάζεται τον οπαδό που κάθεται στην κερκίδα 14, σειρά 27, θέση 17, τότε εγώ μπαίνω μέσα, αλλάζω στα γρήγορα και πετυχαίνω με κεφαλιά το κρίσιμο γκολ στο τελευταίο λεπτό”.

Με ύψος 2,01 μέτρα φυσικά ο Φίσερ δεν είχε καμία ελπίδα στο ποδόσφαιρο αλλά η μοίρα το έφερε έτσι που το 2000 οι άνθρωποι της ομάδας του ζήτησαν να μπει πρόεδρος. Ο Φίσερ ξαφνιάστηκε (“θεωρούσα πιο πιθανό να κερδίσω κάποτε χρυσό μετάλλιο στην ενόργανη, παρά να γίνω πρόεδρος της Άιντραχτ”) αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί. Η αγαπημένη του ομάδα βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση, τα οικονομικά δεν ήταν καλά και τα μέλη ήταν όλα κι όλα 5000.

18 χρόνια αργότερα ο Πίτερ Φίσερ είναι ακόμα στην ίδια θέση, η Άιντραχτ έχει βελτιωθεί αισθητά στον τομέα της οργάνωσης, έχει παίξει στην Ευρώπη, έχει κερδίσει το πρώτο της τρόπαιο από το 1988 (το περσινό κύπελλο απέναντι στη Μπάγερν) και τα μέλη της έχουν ξεπεράσει πλέον τα 60.000! Στη διάρκεια της περιόδου αυτής ο Φίσερ επανεκλέγεται με ποσοστά που θυμίζουν Βόρεια Κορέα, ενώ αρκετές φορές δεν βρίσκεται καν αντίπαλος για να τον κοντράρει.

Παρά το νέο πόστο του πάντως, ο ίδιος δεν ξεχνάει από που προέρχεται. Οι οπαδοί της Άιντραχτ τον λατρεύουν και τον θεωρούν “δικό τους παιδί”, ξέροντας πως έχει πάντα τα αυτιά του ανοιχτά για παρατηρήσεις και προτάσεις από τους απλούς οπαδούς. Και δεν αρκείται σ’αυτό. Όταν το 2013 οι εκδρομείς της Άιντραχτ ξέμειναν αργά μέσα στη νύχτα στο αεροδρόμιο στο Αζερμπαϊτζάν για ώρες, μετά από έναν αγώνα με την Καραμπάγ, ο πρόεδρος αγόρασε μερικές εκατοντάδες μπουκάλια κονιάκ και τους τα μοίρασε, θέλοντας να κάνει λίγο πιο ευχάριστη την παραμονή τους στην αίθουσα αναμονής.

(Κλείσιμο παρένθεσης)

Όταν ο Πίτερ Φίσερ ανεβαίνει στο βήμα στη γενική συνέλευση του συλλόγου, στην αίθουσα επικρατεί απόλυτη ησυχία. Μετά τις αντιδράσεις που ακολούθησαν από τους υποστηρικτές αλλά και τους εκπρόσωπους του AfD, όλοι περιμένουν με αγωνία αν θα ανακαλέσει τις δηλώσεις του, επιλέγοντας να γίνει πιο διπλωματικός. Ο Πίτερ Φίσερ όμως δεν είναι από αυτούς τους προέδρους.

“Δεν παίρνω πίσω τίποτα απ’όσα είπα. Η Άιντραχτ έχει μέλη όλων των ειδών. Είμαστε ανοιχτοί στους ανθρώπους όλων των εθνών, των θρησκειών και των σεξουαλικών προσανατολισμών. Αυτή η ποικιλομορφία και η διεθνής διάσταση κάνουν την ομάδα αυτό που είναι. Η Άιντραχτ δεν γίνεται να μην πάρει θέση. Ο σύλλογος μας είναι ουδέτερος πολιτικά αλλά αυτό ισχύει μόνο για τα κόμματα με δημοκρατικά ιδεώδη, που έχουν αξίες που συμβαδίζουν με τις δικές μας. Και το AfD δεν ανήκει σ’αυτά, όπως αποδεικνύεται από τις τοποθετήσεις των εκπροσώπων του.

Είναι καθήκον του προέδρου να πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι στον ρατσισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η Φρανκφούρτη είναι μια ανοιχτή πόλη για όλους. Αυτά που λέω δεν είναι κάποια τρελή άποψη. Οι αξίες μας είναι καταγεγραμμένες στο καταστατικό μας. Πρέπει να υπερασπιστούμε αυτές τις αξίες, πρέπει να σταθούμε απέναντι σε κάθε διάκριση ή κρούσμα ξενοφοβίας και ρατσισμού. Κανένας δεν υποχρεώνει κανέναν να γίνει μέλος μας. Αλλά δεν γίνεται να είσαι μέλος και ταυτόχρονα να ψηφίζεις υπέρ της ακροδεξιάς”.

Ο Φίσερ βρίσκεται στο βήμα για σχεδόν μια ώρα. Όταν η ομιλία του φτάνει στο τέλος της, όλη η αίθουσα σηκώνεται όρθια και τον χειροκροτάει για αρκετά λεπτά. Η απάντηση των 700 παρευρισκόμενων οπαδών είναι αποστομωτική. Όσες αμφιβολίες υπήρχαν για τη στάση του κόσμου της ομάδας, διαγράφονται σε δευτερόλεπτα. Λίγη ώρα αργότερα ακολουθεί η καθιερωμένη ψηφοφορία. Ο Πίτερ Φίσερ έχει και επίσημα τη στήριξη του 99% των οπαδών-μελών της ομάδας και ετοιμάζεται για την 7η συνεχόμενη θητεία του στην προεδρική καρέκλα! Σε μια εποχή που η ακροδεξιά προελαύνει σε πολλές χώρες (ανάμεσα τους και η Γερμανία), η Άιντραχτ και ο πρόεδρος της ορθώνουν το ανάστημα τους, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Όπως τονίζει ο Φίσερ: “Υπάρχουν χιλιάδες άλλοι σύλλογοι που στο καταστατικό τους έχουν παρόμοιες αξίες με τις δικές μας. Που είναι; Γιατί δεν παίρνουν θέση;”

Σήμερα το βράδυ στην Κύπρο, η Άιντραχτ αντιμετωπίζει τον Απόλλων Λεμεσού στα πλαίσια της 4ης αγωνιστικής του Europa League. Η ομάδα του Πίτερ Φίσερ μπορεί να μην ξεκίνησε καλά τη φετινή σεζόν, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από την καλοκαιρινή αποχώρηση του Νίκο Κόβατς, αλλά κατάφερε γρήγορα να ορθοποδήσει και να βρει τη φόρμα της (έχει σκαρφαλώσει στην 5η θέση στη Μπουντεσλίγκα και μετράει 7 ματς χωρίς ήττα σε Γερμανία και Ευρώπη, στα οποία έχει σκοράρει 23 φορές !).

Με μια νέα νίκη απέναντι στον Απόλλωνα θα κάνει το 4/4 στον όμιλο της και θα εξασφαλίσει από τώρα την πρόκριση στα νοκ άουτ. Η πιθανότητα παρουσίας της σ’έναν ακόμα ευρωπαϊκό τελικό είναι για την ώρα πάρα πολύ μικρή αλλά σίγουρα περνάει από το μυαλό του πάντα αισιόδοξου Πίτερ Φίσερ. Την προηγούμενη φορά που το κατάφερε πάντως (το 1980, όταν και κατέκτησε το ΟΥΕΦΑ νικώντας την Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ) ο Φίσερ ήταν ακόμα πιτσιρικάς, είχε μακριά ξανθά μαλλιά και παρακολουθούσε τα ματς όρθιος από το πέταλο, ελπίζοντας πως κάποια μέρα ο εκφωνητής του γηπέδου θα τον φωνάξει για να μπει εσπευσμένα στον αγώνα και να πετύχει το νικητήριο γκολ.

Δικτάτορες, βουντού και σκάνδαλα: Η Αϊτή στο Μουντιάλ του 1974

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1971 ο πρόεδρος της Αϊτής επί 14 χρόνια, Φρανσουά Ντουβαλιέ, γνωστότερος ως Πάπα Ντοκ πεθαίνει. Μια από αυτές τις φιγούρες που όταν από την άνεση του σπιτιού σου διαβάζεις τα πεπραγμένα τους, μπορεί να βρεις φολκλορικές με τη γραφικότητά τους (όπως για παράδειγμα όταν ο Πάπα Ντοκ διέταξε να θανατωθούν όλα τα μαύρα σκυλιά στη χώρα γιατί πίστεψε ότι μεγάλος του εχθρός είχε μεταμορφωθεί σε τέτοιο για να σωθεί από τον ίδιο), αλλά μετά αναλογίζεσαι τι πέρασε ο κόσμος και το ξανασκέφτεσαι. Ο Ντουβαλιέ, που μεταξύ άλλων υποστήριζε ότι ο JFK σκοτώθηκε επειδή ο ίδιος τον είχε καταραστεί (μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την Αϊτή) ευθύνεται για τους θανάτους και βασανισμούς πολλών ανθρώπων, ειδικά από την Τοντόν Μακούτ, την παραστρατιωτική του ομάδα.

Με το θάνατο του Πάπα Ντοκ, δεν είχαμε εκλογές. Τι να τις κάνεις άλλωστε, όταν μόλις το 1961 ο Πάπα είχε σαρώσει (με τη λεπτομέρεια ότι ήταν ο μοναδικός υποψήφιος) με 100%. Ναι καλά διαβάσετε. Μερικά χρόνια αργότερα άλλαξε το Σύνταγμα για πολλοστή φορά και με δημοψήφισμα ανακηρύχθηκε ισόβιος πρόεδρος. Εκεί μέτρησε μερικές απώλειες, καθώς πήρε το 99,9%. Σύμφωνα με την ιστορία, τα ψηφοδέλτια είχαν μόνο ΝΑΙ, ενώ δεν υπήρχε και περιορισμός στο πόσες φορές μπορούσε να ψηφίσει κάποιος. Για να μην σας κουράζω με άλλα τέτοια και να μπούμε στο θέμα μας, την εξουσία ανέλαβε ο γιος του, Ζαν-Κλωντ Ντουβαλιέ ή αλλιώς Μπέιμπι Ντοκ. Ο πιο νέος αρχηγός κράτους στον κόσμο, μόλις στα 20 του, ήταν ένα παλικαράκι που το μόνο που έκανε ήταν να ξοδεύει χρήματα και να ζει τη μεγάλη ζωή, την ώρα που ο κόσμος στη χώρα δεινοπαθούσε.


Baby Doc και Papa Doc

Παρ’ ότι σε γενικές γραμμές είχε αφήσει τη διακυβέρνηση σε διάφορους συμβούλους, ο Μπέιμπι Ντοκ προσπάθησε να φτιάξει το προφίλ της χώρας κάπως, απελευθερώνοντας ορισμένους πολιτικούς κρατούμενους και κάνοντας κάποιες πολύ βασικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να μειώσει τη διεθνή κατακραυγή και κυρίως να μπορέσει να διεκδικήσει οικονομική βοήθεια από άλλες χώρες (ώστε έχει χρήματα να σκορπά, μια που ο γάμος του στοίχισε μόλις 2 εκατομμύρια δολάρια). Ανάμεσα σε όλα αυτά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοια καθεστώτα, στόχος του ήταν να κάνει την Αϊτή γνωστή στον κόσμο αθλητικά και να δώσει έτσι χαρά στο λαό του.

Ο Ντουβαλιέ τζούνιορ άρχισε να μοιράζει αρκετά χρήματα στην Π.Ο. της χώρας και ταυτόχρονα ανακαίνισε το στάδιo Σίλβιο Κατόρ και διοργάνωσε το πρωτάθλημα της CONCACAF του 1973. Έπαθλό του, ένα εισιτήριο για το Μουντιάλ του 1974. Ο Μπέιμπι Ντοκ ήταν κάτι σαν ιδιοκτήτης της εθνικής ομάδας. Αυτός έκανε κουμάντο στα πάντα και συχνά παρακολουθούσε μέχρι και τις προπονήσεις. Ο γιος ήθελε να κάνει πραγματικότητα το όνειρο του μπαμπά. Βλέπετε, μόλις τέσσερα χρόνια πριν, η Αϊτή έχασε την τελευταία στιγμή την πρόκριση από το Ελ Σαλβαδόρ που είχε ήδη προκαλέσει έναν… πόλεμο με την Ονδούρα εξαιτίας των παιχνιδιών τους στα ημιτελικά. Η Αϊτή ηττήθηκε εντός 1-2, αλλά πήγε στη ρεβάνς και νίκησε με 0-3. Δυστυχώς για τους Αϊτινούς, τα γκολ δεν μετρούσαν και έγινε τρίτο παιχνίδι, αυτή τη φορά στην ουδέτερη Τζαμάικα. Εκεί, το Ελ Σαλβαδόρ νίκησε με 1-0 στην παράταση και πήγε στο Μουντιάλ που έγινε στο Μεξικό.

Καλτίλα από το Αϊτή-Γουατεμάλα 2-1

Σε μια καυτή ατμόσφαιρα στο ανακαινισμένο στάδιο, η Αϊτή, το Τρινιντάντ (και Τομπάγκο), το Μεξικό, η Ονδούρα, η Γουατεμάλα και οι Ολλανδικές Αντίλες έδωσαν τη μάχη για το ένα εισιτήριο μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, με αντικείμενα να ίπτανται και αντιπάλους παίκτες να απειλούνται. Μέσα στη γραφικότητα, υπήρχαν και οι καταγγελίες για τη χρήση ενός εθνικού προϊόντος της χώρας, του βουντού. Δεν κάνουμε πλάκα, αρκετοί αντίπαλοι υποστήριξαν ότι είχαν γίνει τελετές βουντού και είχαν πέσει θύματα κατάρας από τους Αϊτινούς, καθώς στις εξέδρες υπήρχαν κυρίες που έκαναν μάγια. Ο Μπέιμπι Ντοκ πάντως δεν είχε μείνει στα μεταφυσικά, αλλά το έδεσε και… φυσικά, με την παραδοσιακή βοήθεια από τη διαιτησία. Ο αστικός μύθος λέει ότι στο παιχνίδι με το Τρινιντάντ Τομπάγκο, ακυρώθηκαν πέντε (ή τέσσερα ανάλογα με τη διήγηση) γκολ των φιλοξενούμενων και δεν τους δόθηκαν δύο πέναλτι. Σε αυτές τις ιστορίες πάντα υπάρχει η υπερβολή, αλλά και το… 25% αυτών να ισχύει το τελικό 2-1 υπέρ της Αϊτής θα έπρεπε να είχε αλλάξει. Οι παίκτες του Τρινιντάντ περίμεναν την Π.Ο. της χώρας να κάνει έφεση για το αποτέλεσμα, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Ο γραμματέας όμως Τζακ Γουόρνερ περιέργως δεν έκανε τίποτα. Κι αν το όνομα σας θυμίζει κάτι, καλά κάνει. Κατά διαβολική σύμπτωση, ο Γουόρνερ έκανε καριέρα, κατάφερε κι έγινε αντιπρόεδρος στη FIFA και τελικά το 2015 ήταν ανάμεσα σε αυτούς που κατηγορήθηκε για δωροληψία, με ένα ποσό στα 10 εκατομμύρια δολάρια. Όλοι από κάπου πρέπει να ξεκινούν κι ο Γουόρνερ από το 1973 προχώρησε πολύ. Τόσο, ώστε να δώσει γραφικές στιγμές επιπέδου Τσακ Μπλέιζερ, όταν τα έβαλε με τον Τζον Όλιβερ και είχαμε αυτό το αποτέλεσμα:

Ο Τζακ Γουόρνερ κι ο Τζον Όλιβερ σε μια μάχη με πολλή μουσική και φωτιά

Έτσι λοιπόν, ο Γουόρνερ δεν έκανε κάτι και παρ’ ότι το Μεξικό διαμαρτυρήθηκε έντονα, τίποτα δεν άλλαξε και το παιχνίδι μέτρησε υπέρ της Αϊτής. Μετά από κάθε νίκη της Αϊτής, ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους και διοργάνωνε καρναβάλια, η χώρα ζούσε μια τρέλα για το όνειρο. Πριν το κρίσιμο ματς με τη Γουατεμάλα, ο Ντουβαλιέ είχε κλειδωθεί μέσα στα αποδυτήρια με τους παίκτες και τους έβγαζε εμψυχωτικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, σε κάθε εξέδρα υπήρχαν… ανιματέρ (για να το πούμε ευγενικά) που ανάγκαζαν τον κόσμο να ουρλιάζει για την ομάδα. Η Αϊτή τερμάτισε τελικά με 8 βαθμούς πρώτη, μπροστά από το Μεξικό και το Τρίνινταντ και πήρε το εισιτήριο για το Μουντιάλ. Όλη η χώρα πανηγύριζε στους δρόμους την τεράστια επιτυχία. Κατά σύμπτωση, ο διαιτητής κι ο επόπτης του αγώνα με το Τρινιντάντ τιμωρήθηκαν μετά από ένα χρόνο με ισόβιο αποκλεισμό από τη ΦΙΦΑ.

Η Αϊτή κέρδισε το εισιτήριο και ταξίδεψε στα γήπεδα της Γερμανίας σε έναν όμιλο με Ιταλία, Αργεντινή και την Πολωνία, με ελάχιστες πιθανότητες για κάτι καλό. Η πρεμιέρα ήταν στις 15 Ιουνίου του 1974 στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου απέναντι στην Ιταλία, τη βασίλισσα της άμυνας και με έναν Ντίνο Τζοφ να έχει σπάσει το ρεκόρ ανέπαφης εστίας με 12 αγώνες. Οι Αϊτινοί δέχτηκαν την πίεση των Ιταλών, αλλά ο τερματοφύλακάς τους Φρανκιγιόν είχε κατεβάσει τα ρολά. Το 0-0 στο ημίχρονο ήταν άθλος, αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα πιο απίστευτη. Στο 46′ ο πιτσιρικάς Εμανουέλ Σανόν έφυγε σφαίρα στην αντεπίθεση, ντρίμπλαρε και τον Τζοφ, άνοιξε το σκορ και έσπασε το ρεκόρ των 1.143 λεπτών. Ήταν μία απίστευτη στιγμή στα χρονικά του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και φυσικά στην Αϊτή έγινε χαμός, όπου υπήρχαν τηλεοράσεις και οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί.

Το όνειρο όμως έσβησε γρήγορα, καθώς οι Ιταλοί πείσμωσαν και τελικά επέβαλαν την ανωτερότητά τους κερδίζοντας με 3-1. Ακόμα κι αυτό το σκορ όμως, ήταν σαν νίκη για τους Αϊτινούς. Δυστυχώς, η συνέχεια δεν ήταν εξίσου καλή. Ο Σανόν κλήθηκε για έλεγχο ντόπινγκ και μαζί του κι ο κοκκινομάλλης μιγάς αμυντικός Ερνστ Ζαν-Ζοζέφ, ένας από τους ελάχιστους ποιοτικούς παίκτες της Αϊτής. Δύο ημέρες αργότερα, ο Ζαν-Ζοζέφ έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία των Μουντιάλ που πιάστηκε ντοπέ. Αμέσως, ο Αϊτινός αμυντικός βγήκε και δήλωσε ότι παίρνει ένα φάρμακο για το άσθμα και ότι δεν ήξερε ότι ήταν απαγορευμένο γιατί ο γιατρός της ομάδας δεν τον είχε ενημερώσει. Προς έκπληξη πολλών, ο γιατρός της Αϊτής διέψευσε τον παίκτη του με το χειρότερο τρόπο. Διέψευσε ότι γνώριζε κάτι, ότι δεν έχει άσθμα και υποστήριξε ότι όλα αυτά είναι προφάσεις και ότι είναι φανερό ότι ο παίκτης πήρε την ουσία για να ντοπαριστεί. Έκλεισε μάλιστα με το «το παιδί δεν έχει την πνευματική ικανότητα να καταλαβαίνει τι λέει και τι κάνει». Ο Ζαν-Ζοζέφ έμεινε ξεκρέμαστος.


Τρίτος από αριστερά ο Ζαν-Ζοζέφ

Την επόμενη μέρα αξιωματούχοι της Αϊτής πήραν σηκωτό τον Ζαν-Ζοζέφ από το λόμπι του ξενοδοχείου και μπροστά στα έκπληκτα μάτια όσον βρίσκονταν εκεί, τον ξυλοφόρτωσαν και τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο. Ο Ζαν-Ζοζέφ εξαφανίστηκε και πολλοί φοβήθηκαν ότι κανείς δεν θα τον έβλεπε ξανά. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Αϊτη έπαιξε το δεύτερο παιχνίδι της στο Μουντιάλ και διασύρθηκε με 7-0 από την Πολωνία. Το όμορφο παραμύθι τελείωσε. Ο Ζαν-Ζοζέφ πήρε τηλέφωνο λίγο πριν το τελευταίο ματς να πει στους φίλους του ότι είναι ζωντανός κι η Αϊτή τελείωσε το Μουντιάλ με μία ακόμα τιμητική ήττα με 3-1 από την Αργεντινή. Σκόρερ και πάλι ο Σανόν που στη συνέχεια έκανε και καριέρα στο Βέλγιο. Πίσω στην πατρίδα του έγινε εθνικός ήρωας και όταν πέθανε από καρκίνο, η κηδεία του μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση και πάνω από 20.000 άνθρωποι έδωσαν το παρόν, με τους συμπαίκτες του να κρατούν το φέρετρο.


Ο Ζαν-Ζοζέφ από την καριέρα του στις ΗΠΑ

Αντίθετα, ο Ζαν-Ζοζέφ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Φήμες λένε ότι ο Μπέιμπι Ντοκ έβαλε και του έσπασαν τα χέρια, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Αναφέρεται επίσης ότι δικάστηκε κρυφά και βασανίστηκε. Ο ποδοσφαιριστής εξαφανίστηκε (πιθανότατα σε κάποια φυλακή) και τελικά εμφανίστηκε δύο χρόνια αργότερα. Ο ίδιος ο παίκτης δεν μίλησε ποτέ ξανά δημόσια, συγγενείς του λένε ότι νιώθει τύψεις για την ντροπή που έφερε στη χώρα του, αλλά κανείς δεν γνωρίζει και την αλήθεια. Η συμπεριφορά των ανθρώπων της εθνικής ήταν τουλάχιστον ύποπτη στο τι πραγματικά έγινε και οι ευθύνες πήγαν αποκλειστικά στον άτυχο παίκτη. Ήταν όντως ντοπαρισμένος με σχέδιο της χώρας; Ήταν μία αβλεψία του γιατρού που φρόντισε να καλύψει τον εαυτό του; Κάποιοι λένε ότι ο Ζαν-Ζοζέφ γλίτωσε τον θάνατο επειδή τον συμπαθούσε ο Μπέιμπι Ντοκ. Κάποιοι ότι επειδή δεν είχε άλλους καλούς παίκτες η εθνική. Ο αμυντικός επέστρεψε και στην εθνική και έπαιξε στα προκριματικά του επόμενου Μουντιάλ, ενώ το τελευταίο του διεθνές ματς ήταν το 1980 απέναντι στις Ολλανδικές Αντίλες. Το καλό είναι ο Ζαν-Ζοζέφ δεν είχε την τύχη του Τζο Γκαετιένς, του ιστορικού σκόρερ σε μια άλλη ιστορική έκπληξη Μουντιάλ μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, που απ’ ό,τι λέγεται έπεσε θύμα του Πάπα Ντοκ μερικά χρόνια πιο πριν. Η ιστορία της Αϊτής των 70s είναι μια από τις πιο περίεργες, γεμάτη μυστήριο, βουντού και αρκετά σκάνδαλα.

Στο Λιβόρνο υπάρχει μόνο ένας Κριστιάνο και τον λένε Λουκαρέλι

  [1 Σχόλιο]

Ο Αύγουστος γλιστρούσε στον Σεπτέμβριο όταν το τρένο άφηνε το Λιβόρνο για την μικρή επαρχία Σάντα Κρόσε της Τοσκάνης εκείνο το ζεστό πρωινό. Εκεί όπου ο 16χρόνος Κριστιάνο Λουκαρέλι θα ξεκινούσε τα πρώτα του επαγγελματικά, ποδοσφαιρικά, βήματα με την φανέλα της άσημης Κουϊοπέλι. Μακριά απ’ το σπίτι του, μακριά απ’ τους φίλους του αλλά και μακριά απ’ την σιγουριά που δίνει -τις περισσότερες φορές- σε κάθε παιδί η γενέτειρά του. Οι περισσότεροι νεαροί που θα είχαν μόλις υπογράψει κάποιο συμβόλαιο, θα ήταν χαρούμενοι και χαλαροί μπαίνοντας στο τρένο για τον προορισμό τους – όχι όμως και ο Λουκαρέλι, που είχε βυθιστεί στο κάθισμά του, ξεσπώντας σε κλάματα και δίνοντας στον εαυτό του την υπόσχεση πως κάποτε θα επέστρεφε για να αγωνιστεί για την ομάδα της πόλης και της καρδιάς του. Για την ομάδα που γι’ αυτόν -αλλά και για όλους τους κατοίκους του Λιβόρνο- είναι κάτι παραπάνω από μια ομάδα. Σε μια φράση που -όσο κι αν ακούγεται τετριμμένη- στο Λιβόρνο είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Για τους κατοίκους της πόλης -και φυσικά για τον σκληρό πυρήνα των Ultras- η Λιβόρνο δεν είναι μόνο η ποδοσφαιρική τους ομάδα, αλλά και ο «χώρος» που θα βρίσκουν πάντα, στην δική της κερκίδα, για να εκφραστούν. Για να «μιλήσουν». Για να διαμαρτυρηθούν, και φυσικά για να βρεθούν απέναντι από κάθε τι που αυτοί θεωρούν ως «κακό», ως «λάθος», ως «κάτι που αξίζει να το πολεμήσουν». Άλλωστε, πάντα έτσι ήταν στο Λιβόρνο και πάντα έτσι θα είναι. Κάτι που και ο Λουκαρέλι έμαθε από πολύ μικρός και φυσικά το έβαλε στο κεφάλι του ως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ιδανικά της ζωής του. Ένα μάθημα ζωής για να πορευτεί μαζί του και να μάθει να μην κατεβάζει το κεφάλι μπροστά σε καμία κακουχία. Σε τίποτα.

Ο Κριστιάνο Λουκαρέλι γεννήθηκε στην περιοχή Σανγκάι, το 1975 στο Λιβόρνο. Εκεί μεγάλωσε, εκεί έμαθε να παίζει ποδόσφαιρο, στους δρόμους, εκεί έμαθε να επιβιώνει, και φυσικά εκεί γαλουχήθηκε με τα ιδανικά που πρεσβεύει το Εργατικό Κίνημα. Η γειτονιά του άλλωστε χτίστηκε κατά την περίοδο της Δικτατορίας του Μουσολίνι και αποτελούσε, από εκείνα τα χρόνια, το κεντρικό σημείο συνάντησης των Αριστερών της εποχής. Το προπύργιο της Επανάστασης. Μιλάμε για ένα «τρελό», εργατικό προάστιο -που λάτρευε και λατρεύει το ποδόσφαιρο- και έχει μέσα του βαθιά ριζωμένο τον Σοσιαλισμό. Τον Σοσιαλισμό όμως στις πράξεις – και όχι στα λόγια. Ένα Σοσιαλισμό που είναι και το κεντρικό στοιχείο της ταυτότητας της πόλης εδώ και πάρα πολλά χρόνια -ίσως κι από πάντα.

Δεν είναι τυχαίο πως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας ιδρύθηκε στο Λιβόρνο, στις 21 Ιανουαρίου του 1921, και δεν είναι επίσης τυχαίο πως ο ίδιος ο Μπενίτο Μουσολίνι για να τιμωρήσει τους κατοίκους του Λιβόρνο, που ήταν αντίθετοι με το Φασιστικό του Καθεστώς, έδωσε στο νεόκτιστο τότε γήπεδο της πόλης (το 1935) το όνομα της κόρης του, Έντα Τσιάνο. Με την πτώση του Μουσολίνι, και του Φασισμού, το γήπεδο κατάφερε να αλλάξει όνομα, φτάνοντας στις μέρες μας να είναι γνωστό ως «Στάδιο Αρμάντο Πίτσι» προς τιμήν του σπουδαίου Ιταλού λίμπερο, πρώην της Λιβόρνο και μέλους της σπουδαίας Ίντερ των 60s. H αντιφασιστική -και η αντικαπιταλιστική- δράση, εννοείται, πως κυριαρχεί ακόμα και στις μέρες μας στις εξέδρες του γηπέδου και φυσικά σε όλους τους δρόμους του Λιβόρνο. Οι φανατικοί άλλωστε της ομάδας όταν δεν φωνάζουν στο γήπεδο, φωνάζουν για κοινωνικά και πολιτικά θέματα σε πορείες.

Έχοντας διαγράψει μια αξιοπρόσεκτη καριέρα σε ομάδες όπως η Περούτζια, η Πάντοβα, η Αταλάντα και η Βαλένθια, ο Λουκαρέλι βρέθηκε στην Τορίνο, στην μεγάλη κατηγορία της χώρας, στις αρχές της νέας χιλιετίας, έχοντας φτιάξει ένα αρκετά καλό όνομα ως ο παλαιάς κοπής Ιταλός επιθετικός με τα βρετανικά όμως χαρακτηριστικά. Ψηλός, δυνατός και με φαρμακερό σουτ από κάθε απόσταση δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος και δεν μπορούσε να μην προκαλεί τον τρόμο σε κάθε αντίπαλη άμυνα. Την τελευταία αγωνιστική της σεζόν 2002/2003 η Λιβόρνο, που έπαιζε τότε στην Β κατηγορία, θα σφράγιζε το εισιτήριο της ανόδου. Την ίδια ώρα η Τορίνο του Λουκαρέλι είχε αγώνα για την μεγάλη κατηγορία. Εννοείται πως δεν υπήρχε κανένα δίλημμα για το γήπεδο στο οποίο θα βρίσκονταν εκείνη τη μέρα ο Ιταλός επιθετικός.

Ο δηλωμένος οπαδός της Λιβόρνο ήξερε πως δεν γινόταν να χάσει αυτό το παιχνίδι, ήταν άλλωστε το γεγονός της χρονιάς τόσο για τον ίδιο, όσο και την ομάδα του, και κατ’ επέκταση για ολόκληρη την πόλη. Ήταν τότε που θα έβαζε για πρώτη φορά το πάθος του πάνω από την επαγγελματική του ιδιότητα. Λίγους μήνες αργότερα θα το έκανε και πάλι, για δεύτερη φορά, ταρακουνώντας ολόκληρο το «σύστημα» στο ήδη αποστειρωμένο και γεμάτο από «μπίζνες» ποδόσφαιρο (και) της Ιταλίας. Ο Λουκαρέλι θα δηλώσει τραυματίας. Θα μείνει εκτός αποστολής, και φυσικά θα ταξιδέψει για το Λιβόρνο, για το παιχνίδι απέναντι στην Τρεβίζο, όχι όμως ως κάποιος γνωστός ποδοσφαιριστής αλλά ως ένας απλός και «άρρωστος» οπαδός της ομάδας. Το τελικό σφύριγμα θα τον βρει εντός του αγωνιστικού χώρου να πανηγυρίζει με τα υπόλοιπα «αδέρφια» του την σπουδαία άνοδο, σοκάροντας τους ανθρώπους της Τορίνο αλλά όχι και αυτούς που γνώριζαν τον άνθρωπο και όχι τον ποδοσφαιριστή Λουκαρέλι. Το παιδί που έπαιζε όλη μέρα ποδόσφαιρο με σκισμένα ρούχα και τρύπια παπούτσια, στους δρόμους, στις φτωχογειτονιές του Λιβόρνο, ανάμεσα σε βρώμικα σοκάκια, έβλεπε την ομάδα του να κερδίζει την τεράστια άνοδο. Αυτό που αυτομάτως ήρθε στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή ήταν -τι άλλο;- η δική του εικόνα, να την οδηγεί στα σαλόνια της Serie A.

Για να το καταφέρει έκανε κάτι που ελάχιστοι θα έκαναν στο σύγχρονο αθλητισμό που τα χρήματα αποτελούν το σημαντικότερο «αγαθό» για τους περισσότερους, θυσιάζοντας 500.000 ευρώ για να υπογράψει στην Λιβόρνο που -εννοείται- δεν μπορούσε να του προσφέρει το παχυλό συμβόλαιο που είχε στην Τορίνο. «Πολλοί άνθρωποι αγοράζουν μια Φεράρι ή ένα σκάφος με αυτά τα χρήματα. Εγώ προτίμησα να αγοράσω την φανέλα της Λιβόρνο για μένα» θα δηλώσει ο ίδιος σε μια φράση που θα κάνει το κοινό της Λιβόρνο να τον λατρέψει. Θα διαλέξει -όχι το νούμερο 9 αλλά- το 99 για να τιμήσει με αυτό τον τρόπο τον σύνδεσμο οπαδών «Αυτόνομη Ταξιαρχία του Λιβόρνο» που ιδρύθηκε το ’99 και θα λανσάρει τον πανηγυρισμό με την υψωμένη γροθιά ως πανηγυρισμό που όπως είναι γνωστό, είναι το σήμα-κατατεθέν του Κομμουνιστικού Κόμματος και της εργατικής Τάξης.

Το σπουδαιότερο όλων φυσικά ήταν το γεγονός πως τα παλικάρια που ξελαρυγγιάζονταν στις εξέδρες του Αρμάντο Πίτσι έβλεπαν στο πρόσωπό του το δικό τους πρόσωπο. Στα γκολ που σκόραρε, τα γκολ που αυτοί έβαζαν στα γήπεδα 5χ5 που πήγαιναν να παίξουν για ξεμούδιασμα. Στην υψωμένη του γροθιά, τους δικούς τους κόπους και τους δικούς τους αγώνες. Όλες εκείνες τις μάχες που έδιναν καθημερινά για μια καλύτερη καθημερινότητα και μια αξιοπρεπή ζωή, μέσα σε ξεχασμένες αξίες και άρρωστα ιδανικά μιας νέας εποχής. Με το ίδιο το «Σύστημα» άλλωστε είχε ανοίξει κόντρα και ο ίδιος από πολύ μικρός, όταν είχε πανηγυρίσει ένα γκολ του με την εθνική Ελπίδων, το 1997, δείχνοντας το μπλουζάκι με τον Τσε Γκεβάρα  που φορούσε κάτω απ’ τη φανέλα και που γι’ αυτή του την κίνηση είχε μπει στον «γύψο», για τα εθνικά χρώματα, μέχρι και το 2005, στην εποχή Μπερλουσκόνι δηλαδή. Ενός Μπερλουσκόνι που ήταν κόκκινο πανί για όλους τους Ultras της Λιβόρνο και φυσικά για τον ίδιο τον Λουκαρέλι. «Στο Λιβόρνο δεν κερδίζουμε πέναλτι επειδή είμαστε Κομμουνιστές» θα δηλώσει την ίδια περίοδο, ρίχνοντας κι άλλο λάδι στην φωτιά στην κόντρα που υπήρχε με ένα ολόκληρο κράτος. Ένα κράτος που έβλεπε τους οπαδούς της Λιβόρνο ως παρείσακτους και ανένταχτους σε αυτό.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Κριστιάνο Λουκαρέλι κατάφερε να ζήσει μοναδικές στιγμές με την Λιβόρνο. Καλές και κακές. Πρώτος σκόρερ στην Μεγάλη Κατηγορία με 24 τέρματα το 2005 κατάφερε να την οδηγήσει στους ομίλους του ΟΥΕΦΑ (μετά και το σκάνδαλο Calciopolis που στέρησε βαθμούς για πολλούς μεγάλους και μια ολόκληρη κατηγορία για την Γιουβέντους). Εκεί ζήσαμε και ένα ιστορικό παιχνίδι για την Λιβόρνο, κόντρα στην Μακάμπι Χάιφα, με τους οπαδούς των Ιταλών να γεμίζουν το πέταλο με σημαίες της Παλαιστίνης για να διαμαρτυρηθούν για την κατάσταση που επικρατούσε (και επικρατεί) εκεί και αυτή την «αιώνια διαμάχη» με θύματα τόσες αθώες ψυχές. Έζησε την δύσκολη περίοδο όταν είδε τους οργανωμένους να τον κατηγορούν, μετά τον υποβιβασμό (το 2007), που τον οδήγησε εν τέλει στην Ουκρανία με ένα τεράστιο συμβόλαιο αξίας 2.8 εκατομμυρίων ευρώ, ως κομμάτι πλέον και ο ίδιος του μοντέρνου ποδοσφαίρου. Με τους οπαδούς να τον βρίζουν, μη μπορώντας να καταπιούν πως το δικό τους λαϊκό παιδί είχε υπογράψει για μια ομάδα που είχε ως ιδιοκτήτη κάποιον ανήθικο καπιταλιστή, και φυσικά πρόλαβε να απογειώσει την έννοια της κόντρας ανάμεσα σε δύο κόσμους τόσο διαφορετικούς.

Η μάχη της Λιβόρνο με την Λάτσιο, στα χρόνια του Λουκαρέλι ήταν όντως κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι. Από την μία η Αριστερή Λιβόρνο με μπροστάρη τον Λουκαρέλι και απ’ την άλλη η Λάτσιο με το ακροδεξιό προφίλ και ηγέτη τον δηλωμένο φασίστα Πάολο Ντι Κάνιο. Η Ρώμη είναι ένα υπέροχο μέρος. Η αιώνια πόλη. Μπορείς να θαυμάσεις εκείνες τις όμορφες και ερημικές βίλες με τα πανύψηλα κυπαρίσσια, τα γοητευτικά λιβάδια του Αβεντίνο και του Τσέλιο, εκείνη την επισημότητα που έχουν τα ερείπια στους παλιούς δρόμους της Άππια και φυσικά το υπέροχο πράσινο του Τίβερη, έχει όμως και την Λάτσιο να της χαλάει την ομορφιά. Το «σβέρκωμα» άλλωστε του Λουκαρέλι στον Ντι Κάνιο το 2005, όπως και το γκολ του στην κλειστή γωνία του Ματέο Σερένι, που είχε γράψει και το τελικό 2-1,  θα βρίσκονται πάντα σε περίοπτη θέση στις καρδιές των αληθινών -και φανατικών- οπαδών της Λιβόρνο.

Η επιστροφή του στο Λιβόρνο, το 2010, στα 35 του, συνδυάστηκε με μια μεγάλη αποτυχία και ένα ακόμα υποβιβασμό που ο ίδιος δυσκολεύτηκε να ξεπεράσει, βάζοντας οριστικά τέλος στην καριέρα του δύο χρόνια αργότερα στη Νάπολι, όχι ως βασικός αλλά ως ένας παγκίτης πολυτελείας που θα έδινε μερικές ποιοτικές ανάσες στον Καβάνι και στον «εχθρό» του απ’ τα ντέρμπι με την Λάτσιο, Γκόραν Πάντεφ. Το περασμένο καλοκαίρι και μετά από το «αγροτικό» σε πάγκους μικρών ομάδων της χώρας όπως η Βιαρέτζιο και η Τουτοκοΐο, αθόρυβα, υπέγραψε ως ο νέος προπονητής της Λιβόρνο, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ιστορίας της, στην Β’ Κατηγορία Ιταλίας. Μάλιστα τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές η Λιβόρνο βρίσκεται στον πάτο του βαθμολογικού πίνακα, με 5 ήττες σε 8 παιχνίδια, και δείχνει πως πολύ δύσκολα θα αποφύγει τον υποβιβασμό. Η αγάπη πάντως που τρέφει το κοινό της ομάδας προς τον Λουκαρέλι δεν έχει χαθεί κάτι που το έδειξε περίτρανα και το χιουμοριστικό tweet στον επίσημο λογαριασμό της ομάδας, όταν η Γιουβέντους είχε ανακοινώσει τον Ρονάλντο, λέγοντας πως «Στην Ιταλία υπάρχει μόνο ένας Κριστιάνο και τον έχουμε εμείς».

Δεν ξέρω αν θα πέσει ή αν θα σωθεί η Λιβόρνο. Δεν έχω ιδέα αν ο Κριστιάνο Λουκαρέλι θα συνεχίσει να είναι ο προπονητής της ή αν θα απολυθεί αν συνεχιστούν τα κάκιστα αποτελέσματα. Αυτό που ξέρω σίγουρα, ως κάποιος που θυμάται αρκετά καλά τον παίκτη με τη φανέλα της Λιβόρνο, και ως κάποιος που ξέρει πολύ καλά αυτή την σχέση αγάπης που έχει ο ίδιος για τον τόπο του, και κατ’ επέκταση οι οπαδοί της Λιβόρνο γι’ αυτόν, είναι πως ο Κριστιάνο Λουκαρέλι δεν θα πάψει ποτέ να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ήρωες που γνώρισε αυτή η ομάδα.

Το γνήσιο λαϊκό παιδί με τις αριστερές καταβολές. Ο αγωνιστής για την ισότητα και την ελευθερία. Ο ήρωας της εργατικής Τάξης, σαν αυτόν που τραγούδησε τόσο μοναδικά ο Τζον Λένον πριν 50 χρόνια. Ο κύριος εκφραστής των πολιτικών τους πεποιθήσεων και αυτός που κράτησε ψηλότερα από όλους τους ποδοσφαιριστές την Bandiera Rossa, υψώνοντας την γροθιά του και κατεβάζοντας αυτή με μανία, πολλές φορές, προς κάθε μορφή σύγχρονου Φασισμού σε αυτή την «πουτάνα τη ζωή» που έγραψε ο Ρικάρντο Ταλεσνίκ στην τελευταία φράση του έργου του εξαιρετικού «Βαριέμαι». Καυτηριάζοντας με μοναδικό τρόπο την αγορά εργασίας, τον καπιταλισμό και όλα όσα θυσιάζει, για να επιβιώσει, ο απλός καθημερινός άνθρωπος. Ο Κριστιάνο Λουκαρέλι απ’ την άλλη, δεν βαρέθηκε ποτέ. Δεν θυσίασε τα «πιστεύω» και τα ιδανικά του και αν και υπέπεσε και αυτός σε λάθη κατάφερε να βρει την δική του «Ιθάκη» στον τόπο που λάτρεψε, λατρεύτηκε, και θα λατρεύεται για πάντα, ως ένας απ’ τους τελευταίους ρομαντικούς ποδοσφαιριστές.

Με Όνομα Βαρύ σαν Ιστορία

  [8 Σχόλια]

Υπάρχουν μερικά μέρη στον κόσμο που το όνομά τους είναι από μόνο του σήμα, φίρμα, μπραντ, πείτε το όπως θέλετε. Από μνημεία, μέρη, πάρκα, μέχρι γήπεδα ή ακόμα και δρόμους μια αλλαγή ονόματος μπορεί να περάσει από τελείως απαρατήρητη ή να προκαλέσει τόσες αντιδράσεις που να μην εφαρμοστεί ποτέ. Στο μοντέρνο κόσμο της σόου μπιζ του αθλητισμού, όλο και περισσότεροι σύλλογοι προσπαθούν να ανεβάσουν τα έσοδά τους πουλώντας την ονομασία των γηπέδων τους σε χορηγούς. Έτσι θα μπορέσουν να αγοράσουν τον υπερτιμημένο παίχτη στο 300% της αξίας του, ταΐζοντας τον πληθωρισμό των μεταγραφών.

Το όλο σύστημα της ονοματοδοσίας γηπέδων δεν είναι και κανένας μεταμοντερνισμός. Στις ΗΠΑ γίνεται δεκαετίας τώρα, αλλά και στη (γουαναμπί ΗΠΑ) Ιαπωνία είναι ο κανόνας εδώ και χρόνια. Στην Ευρώπη η μόδα ξεκίνησε λίγο παραπάνω από μια δεκαετία πριν, με τη Σάλκε και την Άρσεναλ να είναι οι πρώτες που το εφήρμοσαν στα νέα τους γήπεδα. Από τότε σχεδόν κάθε σύλλογος που έφτιαχνε νέο γήπεδο είχε χορηγό στο όνομα. Αλιάντζ Αρίνα, Σίγκναλ Ιντόυνα, Γουάντα Μετροπολιτάνο, Αλιάντζ Στάντιουμ και πάει λέγοντας. Προσοχή εδώ: ΝΕΟ γήπεδο. Όσες ενστάσεις υπάρχουν για το γήπεδο της Ντόρτμουντ που πρακτικά είναι ανακαίνιση, το όνομα του χορηγού αναφέρεται σε όλο το συγκρότημα και το γήπεδο Βεστφάλεν το μάθαμε εμείς.

Με τις ανακαινίσεις όμως τι γίνεται; Τα γαλλικά γήπεδα πέρασαν ένα γενικότερο ρετουσάρισμα λόγω του Γιούρο. Το Ζερλάν, το Βελοντρόμ, το Παρκ ντε Πρενς, αλήθεια τώρα, τα ξέρει κάποιος με άλλο όνομα; Είναι αδιάφορο τελείως αν υπάρχει χορηγός ή όχι, διότι κανένας δεν το θυμάται. Σε ένα τέτοιο δίλημμα είχε μπει η Τσέλσι που ήθελε να πάρει έκταση στο Βόξχωλ για να κάνει καινούριο γήπεδο και να μην ανακαινίσει το Στάμφορντ Μπριζ ώστε να μπορεί να βάλει χορηγό. Η ΑΕΚ πάει να γίνει μια μοναδική περίπτωση με γήπεδο που θα έχει χορηγό ονόματος ενώ βρίσκεται στο χώρο του παλιού γηπέδου. Σημείωση εδώ βέβαια ότι το παλιό κατεδαφίστηκε και χτίζεται καινούριο. Στον ίδιο χώρο, αλλά καινούριο.

Και αν η Τσέλσι είχε σοβαρότατο πρόβλημα, σκεφτείτε τώρα τι γίνεται με γήπεδα που είναι σύμβολα από μόνα τους. Το Γουέμπλεϊ μια που το ανακαινίσανε, μια που το λέμε «νέο Γουέμπλεϊ». Όπως και το Μαρακανά που ανακαινίστηκε για το Μουντιάλ του 2014. Όποιος κερατάς και να θέλει να το χορηγήσει, είναι το Μαρακανά. Για τους ποδοσφαιρόφιλους μερικά γήπεδα είναι από μόνο τους ενεργειακά σημεία. Τόποι λατρείας και μυσταγωγίας. Εντάξει αγορά, σόου μπιζ, το ποδόσφαιρο ως εμπόρευμα, αλλά αυτά δεν ακουμπάνε στην ψυχοσύνθεση του οπαδού. Η Γιουβέντους και η Μπάγερν το ήξεραν και έχτισαν νέα γήπεδα. Η Άρσεναλ το ίδιο. Η Λίβερπουλ πάλι κάνει νέο κτίσμα (και ας έχει παγώσει). Δηλαδή τώρα υπάρχει περίπτωση να έλεγε κάποιος το Άνφιλντ «Πάντυ Πάουερ Αρίνα»; Μα σοβαρά τώρα; Το Ολντ Τράφορντ, το Σαν Σίρο/Μεάτσα, το Καμπ Νόου, το Μπερναμπέου είναι αυτά που είναι. Το όνομά τους από μόνο είναι ένα ισχυρό μπραντ. Δεμένο με το σύλλογο που παίζει εκεί, αλλά και πέρα από αυτόν. Τα γήπεδα είναι φίρμες από μόνα τους.

Στην Ισπανία τώρα, τα γήπεδα είναι παλιά. Ήδη αρκετοί σύλλογοι φτιάχνουν δύσκολα (Βαλένθια για σένα λέω) ή πιο εύκολα (Εσπανιόλ, Αθλέτικ Μπιλμπάο, Ατλέτικο Μαδρίτης) νέα γήπεδα. Μόνο η Μπιλμπάο και η Βαλένθια έχουν βάλει το «Νέο» μπροστά από το όνομα του κλασικού γηπέδου. H Ρεάλ Σοθιεδάδ έκανε ανακαίνιση και δεν πιάνεται. Οι δύο μεγάλοι λοιπόν δεν μπορούσαν να μείνουν στην απέξω, πόσο μάλλον όταν έχουν γήπεδα κοντά 70 ετών κατασκευές, με τελευταία ανακαίνιση να έχει γίνει για το Μουντιάλ του 1982. Η Μπαρσελόνα έχει εκπονήσει το σχέδιο «Εσπάι Μπάρσα», ένα γιγάντιο έργο ανακαίνισης όλων των γηπέδων του κόμπλεξ στο Λας Κορτς. Περιλαμβάνει ανακαίνιση του Καμπ Νόου, του Παλάου, του γηπέδου του Χόκεϋ στον πάγο, του Μινιεστάδι (όπου γίνονται οι αγώνες των ελπίδων και της γυναικείας ομάδας) και όλων των περιβαλλόντων χώρων και δημιουργία ενός ακόμα κλειστού. Το έργο έχει προϋπολογισμό €640Μ και πιθανότατα, καθώς έγινε μια προσφυγή ξανά την περασμένη βδομάδα, θα ξεκινήσει σύντομα.

Η διοίκηση της Μπαρσελόνα έχει ξεκαθαρίσει ότι θα μπει χορηγός. Επειδή όμως ξέρει ότι το Καμπ Νόου δεν μπορεί ξαφνικά σε μια νύχτα να γίνει «Μεδιαπρό Αρίνα» (έχει γίνει προσφορά €300Μ για την ονοματοδοσία από τη Μεδιαπρό, δηλαδή τη συνδρομητική ισπανική τηλεόραση), ψάχνει χορηγό για όλο το χώρο. Είναι καλή και πολύ εφικτή ντρίπλα. Διότι μπορεί από το καταστατικό της ομάδας ή το αγωνιστικό σκέλος η συγκεκριμένη διοίκηση της Μπάρσα να μη σκαμπάζει και πολλά, αλλά σε θέματα μάρκετινγκ και χορηγών είναι φοβερά δικτυωμένη. Αρκετά ώστε ο Ρουσέλ να είναι στη φυλακή.

Στη Μαδρίτη τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Ο Φλορεντίνο πέρασε από τη γενική συνέλευση του συλλόγου την πρόταση για δάνειο €575Μ για την ανακαίνιση του Μπερναμπέου. Υπήρχαν κάτι περίεργοι εκεί μέσα που ρώταγαν «Συγγνώμη κύριε Ανώτερο Ον, αλλά η Μπάρσα κάνει ανακαίνιση 5 γηπέδων με 640, η Ατλέτικο έφτιαξε καινούριο γήπεδο από το μηδέν με 340, η Μπιλμπάο με 187, εμείς γιατί θέμε κοντά 600 για ν’ ανακαινίσουμε το Μπερναμπέου;». Ο Φλο απάντησε: 1) Σας παρακαλώ πολύ που με αμφισβητείτε και 2) Θα τα πάρουμε πίσω, σε αυτό σας έχω φέρει πρώτους. Μόνο που εδώ υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα. Δεν υπάρχει καμία εταιρία που να θέλει να σπονσοράρει το Μπερναμπέου, καθώς κρίνουν ότι δε θα κερδίσουν καμία διαφήμιση, αφού όλοι θα συνεχίσουν να το λένε Μπερναμπέου. Το όνομα του γηπέδου είναι τόσο βαρύ όσο το ‘Ρεάλ Μαδρίτης’. Τελευταία αποχώρησε από την όλη διαδικασία η εταιρία καυσίμων Θέπσα.

Ο Φλορεντίνο το ξέρει και έφερε ένα γκουρού από τον Καναδά για να του βρει χορηγό. Ο Ντέιβ Χόπκινσον είναι ο άνθρωπος πίσω από όλες τις χορηγίες των συλλόγων του Τορόντο. Ανήκει στην εταιρία Μαπλ Λιφς Σπορτ Εντερτέινμεντ και κλείνει όλες τις χορηγίες για τις ομάδες του Τορόντο σε ποδόσφαιρο, μπάσκετ, χόκεϋ στον πάγο και μπέιζμπολ. Ακόμα και αυτός από τον Ιούνιο μέχρι σήμερα παίρνει την ίδια απάντηση «Για νέο γήπεδο το συζητούσαμε αλλά δεν βλέπουμε πως θα προωθηθεί το όνομα της εταιρίας μας αν το συνδέσουμε με ένα γήπεδο με τόσο βαρύ όνομα που αυτό της εταιρίας μας δε θα ακούγεται ποτέ». Η Ρεάλ Μαδρίτης έχει ένα χρέος που υπολογίζεται στα €602Μ χωρίς να υπολογίζεται το δάνειο του γηπέδου (της Μπαρσελόνα έχει πέσει στα €214 με τον τελευταίο ισολογισμό). Έτσι όπως είναι η ομάδα μετά την αποχώρηση Κριστιάνο και δυο χρόνια μακρυά από μεταγραφές γκαλάκτικος θα χρειαστεί ενίσχυση με αστέρια. Το να διπλασιαστεί σχεδόν το χρέος, να περάσει το €1 δις, χωρίς εγγύηση ότι θα έρθουν πάνω από τα μισά πίσω από το χορηγό του ονόματος είναι ανέφικτο σενάριο και μπορεί να παγώσει το πρότζεκτ.

Διότι το Μπερναμπέου, το Καμπ Νόου, το Άνφιλντ, το Ολτ Τράφορντ, το Γουέμπλεϊ, το Σαν Σίρο/Μεάτσα, το Μαρακανά, το Μπομπονέρα, το Μονουμεντάλ είναι ναοί ζωντανής ιστορίας. Έχουν δική τους ιστορία, μέσα και πέρα από τους συλλόγους που τα χρησιμοποιούν. Είναι τα ίδια κομμάτι της ιστορίας του αθλήματος. Έχουν δικές τους μνήμες και ιστορίες να διηγηθούν. Πρέπει να φύγουν με αξιοπρέπεια και να πάρουν τις ιστορίες μαζί τους, όπως έκανε το Ντέλε Αλπι και το Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου. Δε γίνεται ξαφνικά να το πεις Κόκα Κόλα Αρίνα. Στον Κινέζο που θα το ακούσει πρώτη φορά ίσως μπορείς. Στον οπαδό όμως, όχι.