Το Μουντιάλ του 1934, η Ιταλία και τα νέα γραφεία της ΕΠΟ

  [3 Σχόλια]

Το πρώτο παγκόσμιο κύπελλο το 1930 δεν είχε τόσες συμμετοχές. Το δύσκολο ταξίδι προς την Ουρουγουάη απέτρεψε πολλές χώρες να συμμετέχουν. Οι ημέρες περνούσαν και καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν δήλωνε συμμετοχή. Οι δε Άγγλοι, που όπως και τώρα, νόμιζαν ότι ήταν πολύ καλοί για τα μούτρα των υπολοίπων και δεν ήταν μέλη της ΦΙΦΑ, αρνήθηκαν την ειδική πρόσκληση που τους έγινε. Τελικά μέσω και πολιτικών πιέσεων το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία (για τη συμμετοχή της οποίας υπάρχει και η πολύ καλή ταινία Μοντεβιδέο) έκαναν το μακρινό ταξίδι.

Τέσσερα χρόνια τα πράγματα είχαν αλλάξει αρκετά. Οι ενδιαφερόμενοι αυτή τη φορά αυξήθηκαν, αλλά και πάλι όμως υπήρχαν προβλήματα. Η Ουρουγάη (που τελικά κατέκτησε στο σπίτι της το πρώτο Μουντιάλ) ως διαμαρτυρία για τους Ευρωπαίους που δεν έκαναν το ταξίδι, αποφάσισε να μην κατέβει. Το ίδιο έκαναν κι οι Άγγλοι γιατί είναι Άγγλοι και η ΦΙΦΑ τους μύριζε. Μάλιστα, το μέλος της Αγγλικής Ομοσπονδίας Τσαλς Σάτκλιφ είχε πει το εξαιρετικό: «Η Αγγλία, η Σκωτία, η Ουαλία και η Ιρλανδία έχουν το δικό τους Διεθνές Πρωτάθλημα που προσωπικά μου φαίνεται πολύ καλύτερο παγκόσμιο πρωτάθλημα από αυτό που θα γίνει». Τελικά 36 χώρες δήλωσαν συμμετοχή για μια διοργάνωση που θα γινόταν στην Ιταλία μία χώρα που είχε τον Μουσουλίνι να κάνει κουμάντο. Στη ΦΙΦΑ τότε προφανώς δεν ήταν τόσο πονηροί όπως τώρα που θέλουν να κάνουν Μουντιάλ με 150 χώρες και αποφάσισαν να κάνουν για πρώτη φορά προκριματικά, ώστε να μείνουν τελικά 16 ομάδες.

Τα προκριματικά του 1934 έδιναν 12 θέσεις στην Ευρώπη, 3 στη Ν. Αμερική και 1 σε Ασία και Αφρική. Μια ιδιαιτερότητα όμως ήταν ότι για πρώτη και μοναδική φορά, ο διοργανωτής έπρεπε να παίξει προκριματικά. Οι Ιταλοί που είχαν επενδύσει πολλά πάνω στο Μουντιάλ της χώρας τους (και οικονομικά, αλλά κυρίως ψυχολογικά για το φασιστικό τους καθεστώς) δεν ήθελαν να χάσουν την ευκαιρία. Το σύστημα ήταν απλό και συνάμα παρανοϊκό. Έγιναν διάφορα γκρουπ με 2 και 3 ομάδες. Γιατί δεν έγιναν απευθείας διπλοί αγώνες παντού ή γιατί δεν μάζεψαν παραπάνω τα γκρουπ ώστε να είναι όλα με τον ίδιο αριθμό κανείς δεν ξέρει. Το γεγονός πάντως είναι ότι στο 3ο… γκρουπ η διοργανώτρια Ιταλία κληρώθηκε με την καημένη την Ελλαδίτσα μας. Αν κρίνουμε από τα χρήματα που είχε διαθέσει η Ιταλία για να αναλάβει τη διοργάνωση (και την απόσυρση της Σουηδίας ως υποψήφιας), οι φήμες που λένε ότι η κλήρωση ήταν κατά παραγγελία για την Ιταλία, μπορεί να μην έχουν άδικο.

Έτσι λοιπόν, την 25η Μαρτίου του 1934 η εθνική Ελλάδος κατέβηκε στο Σαν Σίρο του Μιλάνου για το δύσκολο έργο απέναντι στην Ιταλία. Η ανωτερότητα των Ιταλών ήταν καταφανέστατη στο χορτάρι και οι ελληνικές εφημερίδες της εποχής μιλούσαν (ως συνήθως) για πίστη χάρη στην ελληνική δύναμη της ψυχής, την κλεφτουριά, το φιλότιμο (που μαζί με το κέφι όπως όλοι ξέρουμε τα βρίσκεις μόνο στην Ελλάδα). Κανείς δεν φανταζόταν βέβαια ότι όλα αυτά θα ίσχυαν σε μεγάλο βαθμό σε έναν πόλεμο μερικά χρόνια αργότερα. Εκείνη την ημέρα πάντως, οι παίκτες του προπονητή Απόστολου Νικολαΐδη δεν μπορούσαν να τα βάλουν με τους Ιταλούς. Η 11αδα που κατέβηκε είχε ονόματα όπως ο Γραμματικόπουλος, ο Νικηφόρος Βικελίδης, ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος και ο αρχηγός Κουράντης.

Σαν να βλέπεις παλιά ταινία…

Η εθνική άντεξε περίπου 40′, αλλά τελικά υπέκυψε με 4-0 (με τον Μεάτσα που αργότερα θα έδινε το όνομά του στο γήπεδο) να σκοράρει δύο φορές. Το σκορ φυσικά ήταν καταδικαστικό για τη ρεβάνς, αλλά μη νομίζετε ότι ήταν καμία απίστευτη ξεφτίλα. Η Ισπανία είχε βάλει 9 στην Πορτογαλία, η Αυστρία 6 στη Βουλγαρία, η Σουηδία 6 στην Εσθονία και πάει λέγοντας. Αυτό που όμως ήταν η πραγματική ντροπή, ήταν όσα ακολούθησαν για το 2ο αγώνα. Ο επαναληπτικός αγώνας της Αθήνας δεν έγινε ποτέ. Η ΕΠΟ πιστή από τότε στις παραδόσεις της, δέχτηκε μία… επιχορήγηση από τους Ιταλούς της τάξεως των 50.000 λιρετών και με αυτά τα χρήματα έφτιαξε τα γραφεία της, ως αντάλλαγμα να μη γίνει ο αγώνας. Οι Ιταλοί δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα μετά το 4-0, αλλά η συμφωνία είχε γίνει ήδη από τις συζητήσεις μεταξύ των δύο Ομοσπονδιών για τη διοργάνωση των αγώνων, πριν την 25η Μαρτίου. Ο αγώνας δεν έγινε, η Ιταλία κατέκτησε στη συνέχεια το πρώτο της Μουντιάλ και η Ελλάδα μαζί με την Πολωνία ήταν οι μόνες ομάδες (των ομίλων των 2) που δεν κατέβηκαν για ρεβάνς. Εμείς τουλάχιστον κάναμε γραφεία όμως…

Το ρεπορτάζ για τα κόλπα της ΕΠΟ θα μπορούσε να είναι άνετα του 2017
(Πηγή φωτογραφίας: fractalart.gr)

Η μέρα που ο Ρονάλντο και ο Μπατιστούτα έπαιξαν μαζί

  [2 Σχόλια]

«Είναι τόσο διαφορετικοί που θα μπορούσαν να παίξουν μαζί. Θα συνέθεταν ένα απίστευτο δίδυμο. Ο Μπατιστούτα έχει τη δύναμη και την ακρίβεια. Όσο για τον Ρονάλντο, δεν έχω ξαναδεί κάποιον τόσο γρήγορο με τη μπάλα στα πόδια. Θα ταίριαζαν τέλεια. Αν έπαιζαν μαζί θα προκαλούσαν πανωλεθρία».

Οι παραπάνω σκέψεις ανήκουν στον μεγάλο Πάολο Ρόσι. Βρισκόμαστε στον Σεπτέμβρη του 1997, ο Ρονάλντο κλείνει εκείνες τις μέρες τα 21 του και τα πόδια του, εκτός από πολύ γρήγορα, είναι ακόμα γερά. Είναι ακόμα μικρός αλλά δεν έχει καμία σχέση με τους περισσότερους «ταλαντούχους πιτσιρικάδες» που έχει δει το ποδόσφαιρο. Έχει μόλις πάρει μεταγραφή από τη Μπαρτσελόνα για την Ίντερ και βρίσκεται ακόμα στο στάδιο προσαρμογής στο ιταλικό ποδόσφαιρο.

Ένα ποδόσφαιρο το οποίο ξέρει πολύ καλά ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, ο οποίος διανύει την 7η χρονιά του στη Φλωρεντία, στην οποία ήδη λατρεύεται σαν μικρός Θεός. Ο Αργεντινός έχει κλείσει τα 28 και παρ’ ότι η Φιορεντίνα δεν πρωταγωνιστεί στο πρωτάθλημα, ο ίδιος σπάνια τελειώνει μια σεζόν με λιγότερα από 20 γκολ.

Προχωράμε λίγους μήνες μπροστά. Είναι 4 Δεκεμβρίου και όλη η προσοχή είναι στραμμένη στη Μασσαλία, εκεί που γίνεται η κλήρωση των ομίλων του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Γαλλίας. Η μέρα όμως δεν περιλαμβάνει μόνο την κλασική διαδικασία της κλήρωσης. Βλέποντας τις 32 ομάδες της διοργάνωσης, κάποιος μέσα στη ΦΙΦΑ έχει μια περίεργη ιδέα: «Γιατί να μην διοργανώσουμε κι ένα φιλικό με παίκτες από όλες τις χώρες;» Και κάπως έτσι γεννιέται το «Ευρώπη Vs Υπόλοιπος Κόσμος».

Η λογική είναι απλή: Κάθε χώρα που συμμετέχει στο Μουντιάλ θα δώσει έναν παίκτη. Από τη μια πλευρά θα είναι οι 15 Ευρωπαίοι (συν ένας από το Ιράν, για να συμπληρωθεί 16αδα) και από την άλλη 16 παίκτες από τις ομάδες του υπόλοιπου πλανήτη. Στους πάγκους θα κάτσουν οι νικητές των δυο τελευταίων Μουντιάλ. Σ’αυτόν της Ευρώπης ο Γερμανός Φράντς Μπεκενμπάουερ και στην άλλη πλευρά ο Βραζιλιάνος Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα. Η επιλογή των παικτών φυσικά δεν είναι καθόλου εύκολη, ειδικά με τον περιορισμό του ενός παίκτη από κάθε χώρα. Στην αποστολή της Ευρώπης ξεχωρίζουν ο Ζιντάν, ο Κοστακούρτα, ο Ιέρο, ο Μπαλάκοφ, ο Κλάιφερτ, ο Ινς και ο Μπόκσιτς. Στην ομάδα των υπολοίπων υπάρχει ο Κανού, ο Νακάτα και ο Ναιμπέτ. Στο θέμα της ατομικής ποιότητας με μια πρώτη ματιά η ζυγαριά γέρνει για τα καλά από τη μια πλευρά. Όλα αλλάζουν όμως όταν βλέπεις το επιθετικό δίδυμο των μη Ευρωπαίων: Ρονάλντο Λουίς Ναζάριο ντε Λίμα και Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα.

Για πρώτη φορά δυο από τους καλύτερους επιθετικούς του πλανήτη εκείνη την εποχή (και, φυσικά, όχι μόνο εκείνη την εποχή) και οι δυο καλύτεροι επιθετικοί που έχει βγάλει η Βραζιλία και η Αργεντινή, θα παίξουν συμπαίκτες. Κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο δίδυμο και ως «cheat» του παιχνιδιού, χωρίς ποτέ κανείς να τολμήσει να τον πει υπερβολικό. Η προσμονή γι’αυτή την ιδιαίτερη συνεργασία είναι μεγάλη και για το λόγο αυτό περισσότεροι από 38.000 Γάλλοι αψηφούν την παγωνιά και πηγαίνουν στο ‘Βελοντρόμ’ για να δούνε ένα φιλικό παιχνίδι.

Οι Ευρωπαίοι θα ξεκινήσουν καλύτερα το παιχνίδι και θα προηγηθούν 1-0 αλλά κάπου εκεί το «Φαινόμενο» θα αποφασίσει να πάρει το ματς στα σοβαρά. Θα ακολουθήσουν άμεσα 3 ασίστ, εκ των οποίων οι δυο με προορισμό τον Μπατιστούτα, και 2 ατομικά γκολ (το δεύτερο μάλιστα με τον πολυαγαπημένο του τρόπο: προσπερνώντας και τον τερματοφύλακα) και κάπως έτσι το ημίχρονο θα λήξει με τους «Rest of the world» να βρίσκονται μπροστά με το εμφατικό 5-1. Στην επανάληψη οι δυο προπονητές θα κάνουν πολλές αλλαγές, Ρονάλντο και «Μπατιγκόλ» θα αντικατασταθούν, ο Ζιντάν θα βρει τρόπο να χριστεί κι αυτός σκόρερ και το παιχνίδι θα λήξει τελικά με 5-2.

Στο τέλος εκείνης της σεζόν η Ίντερ θα τερματίσει 2η και η Φιορεντίνα 5η. Ο Αργεντινός θα τελειώσει τη χρονιά με 21 γκολ, ο Βραζιλιάνος στην πρώτη του σεζόν στην Ιταλία θα φτάσει τα 25. Στο Μουντιάλ που ακολούθησε ο ‘Ζιζού’ πήρε την εκδίκηση του και με το παραπάνω. Παρά την αποτυχία των ομάδων τους, Ρονάλντο και Μπατιστούτα βρέθηκαν και σ’αυτή τη λίστα των Top Scorers, πετυχαίνοντας 4 και 5 γκολ αντίστοιχα, μένοντας πίσω μόνο από τον Σούκερ που έβαλε 6.

Ένα χρόνο μετά το φιλικό στη Μασσαλία, τον Δεκέμβρη του 1998, μια ομάδα με παίκτες από όλο τον κόσμο προσκλήθηκε να δώσει ένα παιχνίδι με την εθνική Ιταλίας στο ‘Ολίμπικο’, στη γιορτή για τα 100 χρόνια της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Οι επίλεκτοι αυτή τη φορά είναι πραγματικά επίλεκτοι, έχοντας από το κέντρο και μπροστά τους Ζιντάν, Ρούι Κόστα, Γουεά, Μπατιστούτα και Ρονάλντο και στον πάγκο τους Σούκερ, Σάλας και Μπίρχοφ. Με τον Ρονάλντο στο χόρτο, οι Ιταλοί βρίσκονται νωρίς πίσω στο σκορ με 1-2. Τα γκολ των επίλεκτων έχουν βάλει ο Γουέα και ο Μπατιστούτα. Μετά την πρόωρη αλλαγή του Βραζιλιάνου, κάπου στο μισάωρο, οι γηπεδούχοι παίρνουν μπρος και φτάνουν σε ένα θριαμβευτικό 6-2.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που Ρονάλντο και Μπατιστούτα έπαιξαν συμπαίκτες. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα γινόταν αν μια ομάδα αγόραζε και τους δυο. Έχοντας απολαύσει πάντως τον καθένα ξεχωριστά και βλέποντας και τα δείγματα από τα λίγα λεπτά που έπαιξαν συμπαίκτες αντιλαμβάνεται κανείς ότι η λέξη «πανωλεθρία» που χρησιμοποίησε ο Πάολο Ρόσι είναι μάλλον μια πολύ καλή επιλογή για να περιγράψει αυτό που λογικά θα συνέβαινε στις αντίπαλες άμυνες.

64 χρόνια μετά: To πιο κουλ χατ-τρικ

  [4 Σχόλια]

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ διέθετε πάντα στο ρόστερ της κορυφαίους Βρετανούς ποδοσφαιριστές. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέχρι και σήμερα τη φανέλα της φορούσαν πάντα παίκτες γεννημένοι στο Νησί που είχαν το χάρισμα να εξελίσσονται και σε ηγέτες. Aπό τον αμυντικό Τσάρλι Ρότζερς -στα πρώτα χρόνια της ομάδας- στον Φρανκ Μπάρσον και από εκεί στον σπουδαίο Σκοτσέζο Μπιλ ΜακΚέι και τον Μπίλι Φουλκς. Ακολούθησε ο Ντένις Λόου, ο Τζωρτζ Μπεστ, ο Μπόμπι Τσάρλτον, ο Μαρκ Χιουζ, ο Μπράιαν Ρόμπσον και φυσικά η «τάξη του ’92», πριν φτάσουμε στο σήμερα. Στον Γουέιν Ρούνεϊ δηλαδή και στα ρεκόρ του. Όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό άφησα εκτός πολλούς -πάρα πολλούς για την ακρίβεια- γιατί θα έπρεπε να γράφω ονόματα για καμιά ώρα και -εννοείται πως- έγραψα τους πρώτους που μου ήρθαν στο μυαλό. Τίμια πράγματα που λένε και στο χωριό μου. Ένας από δαύτους είναι και ο κύριος της φωτογραφίας. Ένας εκ των σπουδαιότερων σκόρερ στην ιστορία της ομάδας που όμως -δυστυχώς- δεν έχει κερδίσει τη δόξα που του αναλογούσε στις νεότερες γενιές ποδοσφαιρόφιλων. Το όνομά του, Σταν Πίρσον. Το ταλέντο του απερίγραπτο και -σχεδόν- απίθανο να γίνει κατανοητό με μερικές λέξεις. Οι λέξεις άλλωστε ωχριούν πάντα μπροστά σε μια ωραία εικόνα. Γνωστή και παλιά αυτή η ιστορία και όχι μόνο για αθλητικά (και ποδοσφαιρικά) θέματα.

Για να μπείτε καλύτερα στο νόημα αυτών που θα διαβάσετε παρακάτω, ακούστε κι αυτό:

Το κείμενο αυτό, για λόγους που γνωρίζει μόνο ο συντάκτης (εγώ δηλαδή) και δεν θα τους αναλύσουμε, δεν γίνεται να μείνει μόνο στο ποδοσφαιρικό κομμάτι. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή όπου η Γιουνάιτεντ δεν είχε γίνει ακόμα μεγαθήριο. Στον πάγκο της υπήρχε ο σπουδαίος Ματ Μπάσμπι (πριν γίνει Σερ), στον παγκόσμιο κινηματογράφο δέσποζαν ταινίες όπως ο «Ερίκος ο 8ος» και το «Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας» του Γουίλιαμ Γουάιλερ και φυσικά το ανδρικό στυλ χαρακτηρίζονταν από αρρενωπότητα στα όρια του σούπερ-κουλ, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στα γήπεδα από παίκτες και απλούς φιλάθλους. Μια τέτοια, χαρακτηριστική περίπτωση ήταν και ο Πίρσον. Γεννήθηκε στο Σάλφορντ το 1919 και υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο με τους «κόκκινους διαβόλους» στα 17 του, τιμώντας τη φανέλα της ομάδας για 19 ολόκληρα χρόνια. Αν έβλεπες τον Σταν Πίρσον εκτός γηπέδου δεν μπορούσες να καταλάβεις πολλά για την προσωπικότητά του και με τι ακριβώς ασχολείται. Με παρουσιαστικό που παρέπεμπε σε σταρ του σινεμά δεν ήταν εύκολο να πιστέψει ο οποιoσδήποτε πως αυτός ο άνδρας απλά κλωτσάει ένα τόπι. Μια παρουσία που είχε κάτι το αινιγματικό, το περίεργο, το εντελώς διαφορετικό όσο και εκείνο το μελαγχολικό βλέμμα του «Επαναστάτη χωρίς αιτία». Του θρυλικού Τζέιμς Ντιν. Ο Πίρσον από την άλλη και επαναστατικός ήταν στον τρόπο που έβλεπε το παιχνίδι και αιτία είχε που ακολούθησε το επάγγελμα του ποδοσφαιριστή. Με -σχεδόν- 150 γκολ σε 350 εμφανίσεις με τη φανέλα της μεγάλης ομάδας του Μάντσεστερ δεν μπορείς να πει κανένας πως δεν έκανε καλά τη δουλειά του.

Οι κορυφαίες στιγμές της καριέρας του Πίρσον ήταν το κύπελλο του ’48  και φυσικά το πρωτάθλημα του ’52 αν και πάντα θα μνημονεύεται για ένα σπουδαίο προσωπικό επίτευγμα, κόντρα μάλιστα όχι σε κάποια τυχαία ομάδα αλλά στη μεγαλύτερη αντίπαλο της Γιουνάιτεντ. Την Λίβερπουλ. Το ημερολόγιο έγραφε 11 Σεπτεμβρίου του 1946 και η Γιουνάιτεντ υποδέχονταν τους «κόκκινους» στο Όλντ Τράφορντ σε μια αναμέτρηση που περίμενε όλος ο φίλαθλος κόσμος του νησιού και μόνο, μιας και δεν υπήρχαν τηλεοράσεις και live streaming. Η Λίβερπουλ μπορεί στο τέλος της χρονιάς να πανηγύρισε το πρωτάθλημα αφήνοντας οριακά 2η τη Γιουνάιτεντ με -1 (κατακτώντας το 5ο πρωτάθλημα της τεράστιας ιστορίας της) μα εκείνη τη μέρα έμελλε να γνωρίσει μια από τις μεγαλύτερες της ήττες σε παρόμοιο «ντέρμπι». Το τελικό 5-0 είχε αφήσει πολλά χαμόγελα αισιοδοξίας στην ομάδα του Μπάμπσι, και όχι μόνο για το σκορ. Ο επιθετικός της ομάδας Σταν Πίρσον είχε σκοράρει χατ-τρικ γράφοντας ένα ρεκόρ που ολόκληρος ο ποδοσφαιρικός πλανήτης περίμενε 64 ολόκληρα χρόνια για να το ζήσει ξανά. Και όχι από κάποιον Βρετανό, ούτε από κάποιον Γάλλο, με το όνομα Ερίκ Καντονά, ούτε από τη φονική Ολλανδική μηχανή που άκουγε στο όνομα Ρουντ Φαν Νίστελροϋ. Αυτός ο κάποιος δεν ήταν άλλος από τον Βούλγαρο Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ. Ένα ποδοσφαιριστή που άγγιζε (και ξεπερνούσε) σε επίπεδα στυλ, αρρενωπότητας και κουλ ύφους ακόμα και τον Πίρσον. Γιατί ο Ντίμιταρ ο Μπερμπάτοφ ήταν, είναι και θα είναι η επιτομή του κουλ και μόνο αυτός θα μπορούσε να έχει ισοφαρίσει το ρεκόρ του παλιού άσσου της Γιουνάιτεντ με τόσο τέλειο τρόπο.

Ο Μπερμπάτοφ θα μπορούσε να είναι ο ανιψιός του Μάικλ Κορλεόνε στο τρίτο μέρος του Νονού ή εκείνος ο σπάνιος χαρακτήρας άνδρα στο εξαιρετικό «Όταν ένας άνδρας αγαπάει μια γυναίκα» ή ακόμα και ο Σεμπάστιαν στο αξεπέραστο La la land, για να ξεφύγουμε λιγάκι κι από τις παρομοιώσεις με τον σπουδαίο Άντι Γκαρσία (στις μέρες μας άλλωστε υπάρχει και ο Ράιαν ο Γκόσλινγκ). ‘Ηταν 20 Σεπτεμβρίου του 2010 όταν η Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είχε υποδεχτεί την Λίβερπουλ για την 5η αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ και είχε επικρατήσει με 3-2 χάρις στο μυθικό χατ-τρικ του Μπερμπάτοφ, βυθίζοντας τους «κόκκινους» στην 16η θέση της βαθμολογίας με μόλις 5 βαθμούς. Είχαν περάσει 64 ολόκληρα χρόνια για να δει το κοινό της Γιουνάιτεντ κάποιον παίκτη να σκοράρει τρία τέρματα κόντρα στην Λίβερπουλ και αυτός ο κάποιος δεν ήταν κανένας τυχαίος παίκτης.

Το κολλημένο μαλλί αλά Άντι Γκάρσια παρέπεμπε στον Πίρσον όσο και εκείνος ο χαλαρός τρόπος που ο Μπέρμπα υποδέχονταν τη μπάλα με εκείνο το μαγικό του κοντρόλ. Οι πολύ παλιοί είχαν αρχίσει να θυμούνται ιστορίες και να συγκρίνουν ακόμα και το ύψος που είχε σηκωμένο ο Πίρσον το γιακά του (κάτι που έκανε και ο Μπερμπάτοφ αρκετές φορές) ή ακόμα και το πόσο έμοιαζαν οι δύο αστέρες στον τρόπο που κινούνταν -νωχελικά είναι η αλήθεια- αρκετές φορές στο χώρο ψάχνοντας εκείνη την μαγική στιγμή για να το παστελώσουν, που λέμε και στα μέρη μου. Τελικά σε αυτή τη ζωή ίσως να μην είναι τίποτα τυχαίο και όλα απλά να έρχονται και να φεύγουν με ένα τρόπο μυστήριο και καρμικό. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι δύο μοναδικοί παίκτες της Γιουνάιτεντ που έχουν σκοράρει χατ-τρικ όλα αυτά τα χρόνια κόντρα στην μεγάλη ομάδα του Μερσεϊσάιντ ήταν δύο πολύ κουλ τύποι που έμοιαζαν τόσο εμφανισιακά όσο και παικτικά. Μένει να δούμε ποιος θα είναι ο επόμενος που θα τα καταφέρει, αν τα καταφέρει ποτέ, ελπίζοντας (οι φίλοι της ομάδας) πως δεν θα περιμένουν ακόμα 64 χρόνια.

Η Αντιστροφή της Τακτικής

  [18 Σχόλια]

Σε μια συνέντευξή του στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο, τότε πρόεδρος της ΦΙΦΑ, Ζοάο Χαβελάτζε απάντησε στην ερώτηση «Τι σας αρέσει περισσότερο στο ποδόσφαιρο;» «Η πειθαρχία». Ο Βραζιλιάνος στην καταγωγή δεν ήθελε ζόγο μπονίτο. Λίγα χρόνια μετά η Βραζιλία κέρδιζε ένα Μουντιάλ έχοντας πουλήσει την ποδοσφαιρική της ψυχή στην τακτική. Με δυο αμυντικά χαφ και κανονικό φορ-φορ-φάκιν-του. Από τότε γενικά στη Λατινική Αμερική υπήρξε μια ιδέα ότι για να πετύχεις πρέπει να εξευρωπαϊστείς. Τέρμα τα σομπρέρα-γαμπέτες-κάνιος. Σύστημα, πειθαρχία και τίτλοι. Οι αστέρες πήγαν όλοι σε Ευρωπαϊκές ομάδες και καλουπώθηκαν. Κάποιοι την πάλευαν, κάποιοι, Αντριάνο μου, όχι. Μετά ήρθε η 8η Μαρτίου 2017.

Καμπ Νόου, Βαρκελώνη. Το γήπεδο που βρίσκεται ανάμεσα σε μια αλάνα με παιδική χαρά και ένα νεκροταφείο. Το κλαμπ που όρισε το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο με το σύστημά του την τελευταία οχταετία, βρίσκεται πίσω με 4-0 από το πρώτο παιχνίδι και κατά 99,4% εκτός οχτάδας Τσάμπιονς Λιγκ. Χρειάζεται κάτι περισσότερο από το «1% πιθανότητα, 99% πίστη» που δήλωνε ο Νεϋμάρ μετά το πρώτο παιχνίδι. Και γι’αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση. Πέρα από την απελευθέρωση που ήρθε στην ομάδα μετά την ανακοίνωση αποχώρησης του Ενρίκε και την αλλαγή του σχηματισμού σε 3-4-3, όλοι συμφώνησαν ότι αυτό το ματς δεν είναι ούτε τίκι-τάκα, ούτε κάτι ορθόδοξο, αλλά γκάρα τσαρούα, που θα έλεγαν και οι Ουρουγουανοί. Αλάνα λατίνικη και η μπαγκέτα στη συνωμοσία του μάτε (αυτό το πράσινο τσάι που πίνουν όλοι αυτοί).

Σ’ αυτό το σενάριο ο ευρωθρεμμένος μάγος και πριμαντόνα Μέσι δεν ήταν ο πρωτοστάτης. Με το ζόρι ακολούθησε και το ματς, ήταν κοντά στο 50% των δυνατοτήτων του. Αντίθετα ο Σουάρες και ο Νεϋμάρ το ζούσαν. Και πίσω δεν ήταν κουμανταδόρος ο Πικέ, αλλά ο Μαστσεράνο. Είπαμε γκάρα τσαρούα. Μάχη, ξύλο, βουτιά. Κανόνες των δρόμων του Μοντεβίδεο, του Μπουένος Άιρες και του Σάο Πάολο. Οι άλλοι πήραν το σήμα. Η μόνιμη γκρίνια των οπαδών της Μπάρσα ήταν ότι η ομάδα ντρεπόταν να κάνει ένα φάουλ στο κέντρο να κόψει αντεπίθεση αντιπάλου όλα αυτά τα χρόνια. Στο 23’ ο Πικέ μαζεύει τον Καβάνι στο κέντρο προς το πλάγιο. «Σήμερα παίζουμε αλλιώς». Αργότερα θα το κάνουν ο Μπουσκέτς, ο Ράκιτιτς και ο Ραφίνια.

Το παιχνίδι δεν παίζεται πια στο Καμπ Νόου, αλλά απ’έξω, στο πάρκο Μπακαρδί. Ο αντίπαλος δεν το’χει καταλάβει. Η Παρί ήρθε να φάει το χρόνο. Στο 3’, όταν δέχεται το πρώτο γκολ, αρχίζουν οι παίχτες της να μοιάζουν με το κατσικίσιο ρουλέ στο τραπέζι ενός Καταλανού ζωγράφου, που τον ενέπνευσε να ζωγραφίσει κάτι λιωμένα ρολόγια. Ο χρόνος αρχίζει να μετράει αλλιώς για την Παρί που είναι καρικατούρα της ομάδας στο Παρίσι. Περίμενε τη Μπαρσελόνα που είχε μελετήσει, βρήκε την πλήρη αναρχία και 98.000 κόσμο.

Η Μπαρσελόνα φτάνει στο 3-0 χωρίς να παίξει καταιγιστικά, απλώς καλά, και με τον Μέσι περισσότερο σε ρόλο Ελ Σιντ, να τρομάζει που υπάρχει και να απελευθερώνει τον Νεϋμάρ. Στο 3-1 χάνει σχεδόν 23 λεπτά μέχρι ο Νεϋμάρ να πει ότι «εγώ θα το παίξω». Στο ίδιο διάστημα ο Βραζιλιάνος έχει βουτήξει δυο φορές στην περιοχή, ο Σουάρες τρεις, ο Ντι Μαρία έχει χάσει δυο τετ-α-τετ (στο ένα με τρομακτικό σπριντ του Μαστσεράνο που του κάνει πέναλτι), και άλλο ένα τετ-α-τετ ο Καβάνι. Στο 3-2 δε θα γινόταν τίποτα. Απλώς ο Ντι Μαρία αποφάσισε να δείξει γιατί δεν ξεκίνησε βασικός. Αφού χάνει τα δυο τετ-α-τετ και έχει χαλάσει με λάθος πάσες τρεις αντεπιθέσεις, κάνει φάουλ στον Νεϋμάρ έξω από την περιοχή. Γκολ. Δώρο πέναλτι στην τέταρτη βουτιά του Σουάρες. Γκολ. Και επειδή τα της διαιτησίας είναι δανεικά, κάποια στιγμή θα πάρει ανάποδα σφυρίγματα. Ο καθένας μπορεί να μείνει όσο θέλει, αν θέλει, σ’αυτό το θέμα. Από εκεί και πέρα, το έκτο ερχόταν. Όπως έχει γραφτεί παντού, η Παρί τα τελευταία 10 λεπτά έχει αλλάξει 4 πάσες. Οι 3 εξ αυτών ήταν στη σέντρα από τα γκολ που έφαγε! Έχει καταρρεύσει. Γκολ από τον καντεράνο Σέρζι Ρομπέρτο που δε σκοράρει ποτέ, μετά από συνεννόηση με τον Νεϋμάρ που του είπε τι να κάνει και ότι θα ψάξει αυτόν. Σε μια από τις πιο τραγικές άμυνες σε στημένο που έχουμε δει ποτέ.

Η Παρί χάνει τα πάντα. Όλοι, μα όλοι, οι Γάλλοι δεν είπαν τίποτα για τον διαιτητή και τα δυο πέναλτι. Το ένα που δίνει την ελπίδα στη Μπαρσελόνα και το άλλο που θα της την σκότωνε. Όταν αποκλείεσαι ενώ έχεις κερδίσει 4-0 δε σου φταίει αυτό. «Ντροπιάσαμε το σήμα μας» είπε ο Μενιέ. Για απαράδεκτη νοοτροπία μίλησαν Έμερι, Καβάνι, και Καλίφι. Ότι τους κατάπιαν, ότι απλώς έπρεπε να σκοράρουν δυο γκολ και δεν το έκαναν.

Από την άλλη, η Μπάρσα κέρδισε κατ’ αρχάς τον Νεϋμάρ. Το παιχνίδι έχει βγει από τη μετά Μέσι εποχή. Το πως θα είναι η Μπαρσελόνα του ‘Νέυ’. Δεν είναι Μέσι, είναι κάτι δικό του. Και αν φέτος η χρονιά του είναι περίεργη καθώς οι Ολυμπιακοί Αγώνες του τρέλαναν το βιολογικό ρολόι, το 2017 είναι δικό του. Οι προκρίσεις στο κύπελλο Ισπανίας επί Μπιλμπάο και Ατλέτικο είναι δικές του, αυτή με την Παρί επίσης, μαζί με δυο ματς πρωταθλήματος, κυρίως με την Ατλέτικο στη Μαδρίτη. Ένας παίχτης στο 80% τεχνικά του Ροναλντίνιο που θα πάρει φάουλ, θα κόψει ρυθμό και θα κάνει και 5 μαγικά, ενώ είναι 100% επαγγελματίας. Το δεύτερο που κέρδισε η Μπάρσα είναι ο φόβος των αντιπάλων. Πλέον κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος μαζί της, ό,τι σκορ και να έχει. Και ο Μέσι δε θα είναι στο 50% συνέχεια. Τέλος, δημιούργησε νέα γενιά οπαδών και εχθρών. Η ένταση και ο τρόπος που πέτυχε το 6-1 έκανε αρκετούς να τη λατρέψουν και άλλους τόσους να τη μισήσουν.

Εκείνο που δεν αμφισβητείται είναι ότι έγινε πάλι το σημείο αναφοράς. Ένα παιχνίδι της Μπάρσα μπορεί να έχει τα πάντα. Τεχνική, πάθος, ξύλο, μαγικά, ένταση, διαιτησία. Πάντα ακροβατώντας στην αλάνα του πάρκου Μπακαρδί στην ανατολική πλευρά του γηπέδου, στην οργάνωση που προσφέρει το Καμπ Νόου και το φόβο του νεκροταφείου του Σαντς από τη δυτική πλευρά. Διότι, όπως λέει ένα παραδοσιακό τραγούδι της Λατινικής Αμερικής:

«Αν δεν πίστευα σε αυτό που πονάει,
Αν δεν πίστευα σε αυτό που μένει,
Αν δεν πίστευα σε αυτό που πολεμάει…»

Αεροπλάνα, λεωφορεία και δανεικές φανέλες

  [Καθόλου σχόλια]

Σε μια χώρα που περίπου τα 13 από τα 40 εκατομμύρια των κατοίκων της βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Μπουένος Άιρες, είναι λογικό και στο πρωτάθλημά της οι περισσότεροι σύλλογοι να είναι από εκεί.  Όταν πάρθηκε η (κωμική) απόφαση να γίνει ένα πρωτάθλημα με 30 ομάδες, μία από τις δικαιολογίες ήταν και το να εκπροσωπηθούν κι άλλα μέρη της Αργεντινής στην Α’ Εθνική. Ένα από αυτά κι η επαρχία Τουκουμάν, η μικρότερη της Αργεντινής, κάπου στα βορειοδυτικά της χώρας. 1300 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, το Σαν Μιγκέλ είχε ελάχιστες φορές τη χαρά να δει την αρχαιότερη ομάδα του, την Ατλέτικο Τουκουμάν στην 1η κατηγορία. Η Τουκουμάν, που ιδρύθηκε το 1902, κατάφερε πέρσι να συμμετέχει στο πρωτάθλημα των 30 ομάδων (ή αλλιώς γνωστό και ως «είδα φως και μπήκα»). Δεν μπήκε όμως απλά, έκανε μια ονειρική χρονιά και πήρε την 3η θέση στο 2ο όμιλο του πρωταθλήματος, κάνοντας ταυτόχρονα όνειρα για να παίξει πρώτη φορά στο Λιμπερταδόρες.

Η Αργεντινή βγάζει έξι ομάδες στη διοργάνωση, τις τέσσερις πρώτες του πρωταθλήματος, την κυπελλούχο και μία ακόμα. Η πέμπτη συνολικά στη βαθμολογία ήταν η Τουκουμάν. Ένα εισιτήριο για το Λιμπερταδόρες, μπορεί να μην έχει τα χρήματα του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά είναι μια τεράστια ευκαιρία για κάθε σύλλογο.  Με τους κανονισμούς όμως να αλλάζουν συχνά, οι «μεγάλοι» θεώρησαν την μικρή Ατλέτικο ως εύκολο θύμα και πήγαν να την πετάξουν έξω. Αρχικά ήταν η Ιντεπεντιέντε αυτή που ήθελε μπαράζ με την Ατλέτικο, καθώς είχε βγει 3η στον 1ο όμιλο και το θεωρούσε δίκαιο (παρ’ ότι είχε 3 βαθμούς λιγότερους στη συνολική βαθμολογία). Κάπου εκεί μπήκε στην κουβέντα κι η Ράσινγκ που ζητούσε να βγει η ομάδα με τον καλύτερο συντελεστή promedio (μ.ο. βαθμών ανά αγώνα), που χρησιμοποιείται κυρίως για τον υποβιβασμό. Μαντεύετε ποια ομάδα τον είχε; Φυσικά η Ράσινγκ. Η αποθέωση ήταν όταν εμφανίστηκαν ομάδες που ζητούσαν το εισιτήριο να δοθεί στο επόμενο πρωτάθλημα (2016-17) χωρίς να έχει λήξει. Πρότειναν όποια ομάδα θα ήταν πιο μπροστά στις 31 Δεκεμβρίου του 2016 να πάρει και το έκτο εισιτήριο.


Οι περήφανοι… Τουκουμάνοι βγήκαν στους δρόμους για το 6ο εισιτήριο

Ο πρόεδρος της Τουκουμάν, έχοντας την προκήρυξη του πρωταθλήματος (και το δίκαιο) μαζί του, βγήκε στην αντεπίθεση, ενώ κι οι οπαδοί κατέβηκαν στους δρόμους της πόλης. Όταν είσαι μια ομάδα με σκάρτες δέκα παρουσίες στην Α’ Εθνική και τόσο μακριά από τα κέντρα αποφάσεων, πρέπει να κυνηγάς ακόμα και τα αυτονόητα. Τελικά, κατά τα μέσα Οκτωβρίου, η Ατλέτικο δικαιώθηκε από την Ομοσπονδία και σφράγισε το διαβατήριο.

Η κλήρωση έφερε στα προκριματικά αντίπαλο την Ελ Νασιονάλ από το Εκουαδόρ. Το κατάμεστο Μονουμεντάλ Χοσέ Φιέρο έζησε το 1-0 μόλις στο 1ο λεπτό της συνάντησης, η συνέχεια δεν ήταν όμως ιδανική. Πρώτα ο μέγας γκολεαδόρ-παστελωτής Φέλιξ Μπόρχα (ναι, ΑΥΤΟΣ ο Μπόρχα) πήδηξε σαν την κόμπρα μετά από γιόμα σε πλάγιο και ισοφάρισε κι αργότερα η Ελ Νασιονάλ ισοφάρισε ξανά για το τελικό 2-2.

Εκτός από το σκορ, ήταν και τα 2800 μέτρα υψόμετρο του Κίτο που έκαναν τη ρεβάνς δύσκολη. Η διοίκηση αποφάσισε η ομάδα να πάει τελευταία στιγμή, ώστε οι παίκτες να επηρεαστούν το λιγότερο δυνατό από την έλλειψη οξυγόνου. Η Ατλέτικο έφτασε στο Γκουαγιακίλ του Εκουαδόρ, αλλά εκεί άρχισαν τα προβλήματα. Ενώ ήταν να πετάξει στις τρεις το μεσημέρι για το Κίτο, η απογείωση καθυστερούσε και τελικά οι αρχές απαγόρευσαν την πτήση, με τη δικαιολογία ότι η αεροπορική εταιρεία δεν είχε άδεια για πτήσεις τσάρτερ στο Εκουαδόρ.

Οι πανικόβλητοι άνθρωποι της Ατλέτικο βρήκαν άλλη αεροπορική εταιρεία και μια πτήση που έφευγε… 40 λεπτά πριν την έναρξη του αγώνα. Όσοι ήταν πιο χρήσιμοι (προπονητής και παίκτες) μπήκαν στο αεροπλάνο και όσοι δεν χωρούσαν έμειναν πίσω, μεταξύ τους και 88 φίλαθλοι που θα έπαιρναν επόμενη πτήση. Την ίδια στιγμή, άλλοι φίλοι της Τουκουμάν, είχαν εγκλωβιστεί στο Περού αφού το ταξιδιωτικό τους γραφείο τα θαλάσσωσε. Αυτοί δυστυχώς δεν βρήκαν λύση.

«Παιδιά στην άκρη, έχουμε ματς»

Πίσω στο Κίτο, η Ελ Νασιονάλ συμφώνησε να μετατεθεί ο αγώνας για 45 λεπτά (όσο ορίζει ο κανονισμός), αλλά ούτε λεπτό παραπάνω. Με ώρα έναρξης τις 21.15, το αεροπλάνο προσγειώθηκε στις 21.30. Την στιγμή που ο πρόεδρος της Ελ Νασιονάλ δήλωνε ότι έπρεπε να τηρηθεί ο κανονισμός, ο προπονητής ότι «θα περιμένουν 5-10 λεπτά ακόμη» (λες και ήταν ματσάκι 5Χ5) και οι παίκτες της ότι θέλουν να περιμένουν, ο πρέσβης της Αργεντινής, περιπολικά και άντρες του στρατού συνόδευαν το λεωφορείο της Τουκουμάν που πήγαινε σφαίρα για να προλάβει τη σέντρα.

Κατά τις 22.10 το λεωφορείο έφτασε στο γήπεδο, οι παίκτες με τα παπούτσια στο χέρι, ετοιμάζονταν στα γρήγορα και όρθιοι, αλλά υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Οι φανέλες δεν είχαν φτάσει. Για καλή τύχη της Ατλέτικο Τουκουμάν, τις ίδιες μέρες στο Κίτο βρισκόταν η εθνική U20 της Αργεντινής για το πρωτάθλημα Ν. Αμερικής και έτσι δανείστηκε τις φανέλες της. Οι παίκτες της Τουκουμάν ένιωσαν διεθνείς για τα καλά, φόρεσαν αλμπισελέστε εμφανίσεις, στις 22.38 βγήκαν στο χορτάρι και με 5′ ζέσταμα το ματς ξεκίνησε περίπου 1,5 ώρα μετά την κανονική του ώρα.

Οι ταλαιπωρημένοι παίκτες της Τουκουμάν, με άλλα ονόματα και άλλες φανέλες κυριάρχησαν στο χορτάρι και κατάφεραν να κάνουν την ανατροπή. Ένα γκολ του Φερνάντο Σαμπέδρι (του οποίου η φανέλα έγραφε Λαουτάρο Μαρτίνες) στο 63΄έγραψε το τελικό 0-1 και οι παίκτες πανηγύρισαν με τους ηρωικούς εκδρομείς, πολλοί εκ των οποίων είχαν κάνει οδικώς το ταξίδι των 4.600 χιλιομέτρων που κράτησε πέντε μέρες. Ο προπονητής Πάμπλο Λαβαγιέν σε κατάσταση ευφορίας δήλωνε ότι όλα οφείλονται στους παίκτες και υπονόησε ότι πίσω από το φιάσκο με το αεροπλάνο ήταν η Ελ Νασιονάλ (Σημείωση: η αεροπορική εταιρεία επέμενε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με την άδειά της, ενώ η Ελ Νασιονάλ είναι η ομάδα του στρατού του Εκουαδόρ) για να κλείσει δείχνοντας τον ουρανό και λέγοντας «Ο Θεός είναι δίκαιος». Δυστυχώς δεν ήταν δίκαιος για έναν 24χρονο φίλαθλο της Ατλέτικο με καρδιακά προβλήματα που από την αγωνία του δεν άντεξε και έφυγε από τη ζωή περίπου στο 15′ του αγώνα, ενώ έβλεπε το ματς στο Τουκουμάν.

Η φοβερή υποδοχή στη ρεβάνς με την Τζούνιορ

Στην επόμενη φάση η Ατλέτικο κληρώθηκε με την Ατλέτικο Τζούνιορ από την Κολομβία και μετά από την ήττα με 1-0 εκτός έδρας (για την οποία κάποιοι φίλαθλοι έκαναν πάνω από 7.000 χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο από το Τουκουμάν), κατάφερε στη ρεβάνς με ένα εξαιρετικό 1ο ημίχρονο να κερδίσει 3-1 και να προκριθεί για πρώτη φορά στην ιστορία της στη φάση των ομίλων του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η Πλατεία Ανεξαρτησίας γέμισε από τους κυανόλευκους οπαδούς που πανηγύρισαν την τεράστια πρόκριση σε έναν όμιλο με την Παλμέιρας, τη Χόρχε Βίστελρμαν και την Πενιαρόλ. Οι ελπίδες της μικρούλας Ατλέτικο Τουκουμάν για πορεία στο Λιμπερταδόρες είναι λίγες, αλλά όταν έχει ξεπεράσει τόσες αναποδιές, το λιγότερο που δικαιούται είναι να διασκεδάσει με την ψυχή της αυτή τη συμμετοχή. Μαζί με τον πιστό της κόσμο που έχει γράψει χιλιάδες χιλιόμετρα.

Πέρα από τα γκολ και τους τίτλους

  [2 Σχόλια]

Στα 12 του ο Λι Τζόνσον ήταν σαν ένα οποιοδήποτε φυσιολογικό παιδί. Πήγαινε σχολείο, οι δάσκαλοι έλεγαν ότι θα έχει λαμπρό μέλλον και πήγαινε στο γήπεδο να δει την αγαπημένη του ομάδα την Έβερτον. Κάπου εκεί στην κεντρική κερκίδα του Γκούντισον έκανε όνειρα. «Αυτό θέλω να κάνω, θα ήθελα να δουλεύω στο ποδόσφαιρο κάποια μέρα» σκεφτόταν, βλέποντας τους Μπλε στο γήπεδο, βλέποντας την ιεροτελεστία στις εξέδρες. Η ζωή του όμως πήρε άλλη πορεία. Εκείνη την περίοδο άρχισε να μαθαίνει το αλκοόλ, αλλά και τα ναρκωτικά.

«Φαινόμουν ένα κανονικό παιδί 12-13 χρονών. Ξεκίνησα με ελαφριά, αλλά αυτά έφεραν και τα υπόλοιπα. Οι γονείς μου, οι δάσκαλοι, οι φίλοι μου δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Κάπνιζα χόρτο, μετά έπαιρνα LSD, μετά ecstasy και παράλληλα έπινα. Όταν στα 15-16 άρχισαν τα πιο σκληρά, δεν μπορούσα να το κρύψω πλέον. Έφευγα από το σπίτι συχνά και στο τέλος κατέληξα σε χόστελς για άστεγους νέους. Άρχισα να πουλάω ναρκωτικά. Η ηρωίνη δεν έγινε απλά μέρος της ζωής μου, ήταν η ζωή μου». Όπως λέει κι ο ίδιος στο παρακάτω βίντεο, έμαθε την ηρωίνη στα 16 του και μια σχέση εξάρτησης ξεκίνησε. Μια σχέση στην οποία ο Λι κέρδιζε μερικές στιγμές φτιαξίματος, αλλά έχανε όλα τα άλλα. Ήταν άστεγος, χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά, μακριά από την οικογένειά του. Κοιμόταν δίπλα σε κάδους, σε στάσεις λεωφορείων και σε εσοχές σε πόρτες. Ο χειμώνας στο Λίβερπουλ δεν είναι παιχνιδάκι. «Νιώθεις άρρωστος, ξυπνάς και είσαι παγωμένος. Δεν κρυώνεις απλά, είναι κάτι πολύ παραπάνω, νιώθεις να έχουν παγώσει τα κόκαλά σου».

Η ιστορία του Λι Τζόνσον από τον ίδιο (με έντονη scouse προφορά)

Στα 30 του πλέον δεν ήταν πιτσιρικάς και κανείς δεν δεχόταν να τον φιλοξενήσει. Ο Λι έμενε στους δρόμους. Τα δυο μοναδικά μελήματα ήταν να βρει κάτι να φάει και να βρει ναρκωτικά. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο. Η ζωή του Λι θα ήταν ακόμα μία ιστορία κάποιου ανθρώπου που δεν μάθαμε ποτέ, αν δεν πήγαινε στο κέντρο Whitechapel, μια φιλανθρωπική οργάνωση για τους άστεγους του Λίβερπουλ. Αρχικά βρήκε κάπου να μένει, αποφάσισε κι ο ίδιος ότι δεν υπήρχε άλλη λύση από το να κόψει τα ναρκωτικά και στη συνέχεια άρχισε να συμμετέχει κι ο ίδιος ως εθελοντής.  Εκεί γνώρισε τους ανθρώπους της Έβερτον, μια που η αγαπημένη του ομάδα συμμετέχει ενεργά στην συγκεκριμένη οργάνωση. Ο Λι έπαιξε μπάλα με την ομάδα του Whitechapel κόντρα στους μικρούς της Έβερτον και καθώς ήταν καθαρός για αρκετό καιρό,  έγινε εθελοντής στο πρόγραμμα της Έβερτον για ανθρώπους που πάσχουν από άνοια. Αυτό ήταν η αρχή.

Πήρε δίπλωμα προπονητή και κοουτσάρει ανθρώπους σαν αυτόν στην ποδοσφαιρική ομάδα του Whitechapel. Επειδή ακριβώς τα έχει ζήσει όλα, ξέρει πολύ καλά τι νιώθουν οι ίδιοι, πώς πρέπει να τους προσεγγίσει. Παράλληλα είναι ξεναγός στις επίσημες τουρνέ που γίνονται στο Γκούντισον Παρκ και βοηθάει και σε άλλες φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες της ομάδας του. Το βασικότερο ίσως, ξανάφτιαξε τη σχέση του με την οικογένειά του. Το Δεκέμβριο που μας πέρασε, τιμήθηκε από την αγαπημένη του ομάδα για την προσφορά του, μαζί με αρκετούς «συνοπαδούς» του που βοηθούν κι αυτή την τοπική κοινωνία. Ήταν μια έκπληξη για τον ίδιο,  καθώς θεωρεί ότι αυτός χρωστάει στο σύλλογο και όχι το αντίστροφο.

«Κοιτάζοντας τα πράγματα, η αλήθεια είναι ότι η αγαπημένη μου ομάδα ήταν αυτή που μου έσωσε τη ζωή. Οι άνθρωποι της Έβερτον με έκαναν να σταθώ στα πόδια μου. Δεν νομίζω ότι θα το κατάφερνε κάποιος άλλος. Δεν αγαπώ πολλά πράγματα, αλλά η Έβερτον είναι ένα από αυτά και τελικά έκανε τη διαφορά».

Ο προπονητής της U23, εθελοντής στο Whitechapel

Με τον αριθμό των αστέγων στη Βρετανία να έχει φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και μια εξαετία (πάνω από 4000 άνθρωποι κοιμούνται κάθε βράδυ έξω), η ανάγκη για μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία είναι τεράστια. Η Έβερτον συνεχίζει με την πρωτοβουλία της «Everton in the Community» να βοηθάει τον κόσμο και να προσπαθεί να δημιουργήσει νέες περιπτώσεις σαν του Λι που εδώ και 5 χρόνια είναι καθαρός και προσφέρει. Το Νοέμβριο, ο προπονητής της U23 και παλιός ιστορικός σέντερ μπακ της ομάδας Ντέιβιντ Άνσγουορθ πήρε την ομάδα του και κοιμήθηκαν ένα βράδυ (μαζί με αρκετούς ακόμα εθελοντές) στο Γκούντισον Παρκ. Όχι μόνο για να δουν οι μικροί το πόσο δύσκολο είναι να κοιμάσαι χωρίς μια στέγη από πάνω σου, αλλά για να μαζέψουν και χρήματα για τους άστεγους. Στόχος είναι να συγκντρωθούν περίπου 200 χιλιάδες λίρες, ώστε ο σύλλογος να αγοράσει ένα σπίτι κοντά στο γήπεδο που θα μπορεί να φιλοξενεί αστέγους 16 με 23 ετών. Θρύλοι του συλλόγου όπως ο Ντάνκαν Φέργκιουσον βοηθούν οικονομικά, ενώ και μερικοί από τους ταλαντούχους παίκτες όπως ο Τομ Ντέιβις προσφέρουν εθελοντικά. Μακριά από τα εισιτήρια για το Τσάμπιονς Λιγκ, τις κούπες, τις μεταγραφές, τις νίκες και τις ήττες, το ποδόσφαιρο πρέπει να επιβεβαιώνει τον ορισμό του ως «κοινωνικό φαινόμενο», προσφέροντας στις κοινωνίες από τις οποίες συντηρείται και το ίδιο.

Ποιος θα πάρει τούτη τη φανέλα;

  [Καθόλου σχόλια]

Όσοι από εμάς πηγαίνουμε ή πηγαίναμε παλιότερα στο γήπεδο έχουμε συνηθίσει μια σκηνή, ειδικά σε εκτός έδρας παιχνίδια, εκεί που είσαι στοιβαγμένος συνήθως σε ένα πέταλο.  Την στιγμή που οι ποδοσφαιριστές θα έρθουν μετά την μεγάλη επιτυχία να σε ευχαριστήσουν και κάποιος θα σου πετάξει μια φανέλα. Η φανέλα αυτή είναι ικανή να ξεκινήσει εμφύλιο πόλεμο, αφού γίνεται ένας πολύτιμος θησαυρός που φτάνει μερικές φορές να οδηγήσει μέχρι και σε ξύλο. Κάποιες φορές σκίζεται η φανέλα, κάποιες φορές σκίζονται τα ρούχα αυτών που μαλώνουν, καρδιές χαλάνε, φιλίες καταστρέφονται. Φαίνεται όμως, ότι κάπου αλλού έχουν βρει την λύση.

Ο Τσίτσο Μινγκοράνσε είναι ένας Αργεντινός ποδοσφαιριστής που βγάζει το ψωμί του στη Μουνισιπάλ της Γουαταμέλας. Μετά το νικηφόρο εκτός έδρας ματς επί της Πεταπά, ο Τσίτσο έδινε συνέντευξη στην τηλεόραση και οι οπαδοί ζητούσαν να πάει κοντά τους, καθώς είναι ιδιαίτερα αγαπητός. Τους άκουσε και πήγε στους εκδρομείς (μην φανταστείτε καμιά τεράστια απόσταση) για να αποθεωθεί, να βγει φωτογραφίες μαζί τους και στο τέλος να πετάξει τη φανέλα του. Ως συνήθως σε τέτοιες στιγμές επικρατεί το χάος. Δυο φίλοι της Μουνισιπάλ άρχισαν να τραβούν τη φανέλα (που έδειξε μεγάλες αντοχές) και το ματς ήταν ισοπαλία. Κάπου εκεί επικράτησε η δημοκρατία ή έστω η κωλοφαρδία. Ένας σχετικά ογκώδης συνοπαδός τους πήρε την κατάσταση στα χέρια, τους χώρισε και αποφάσισε να κρίνει το ματς με την επιστημονική μέθοδο κορώνα ή γράμματα. Το αποτέλεσμα έγινε σεβαστό από τον χαμένο, οι δύο (προφανώς) γνωστοί αγκαλιάστηκαν σαν Άγγλοι λόρδοι σε κλαμπ κυρίων και μια ακόμα νίκη κατά της (εμφύλιας) βίας στα γήπεδα επιτεύχθηκε.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς μπορούσε να ντριπλάρει τα πάντα (εκτός από την ατυχία του)

  [5 Σχόλια]

Είναι 30 Ιουνίου του 1990, βρισκόμαστε στη Φλωρεντία, Αργεντινή και Γιουγκοσλαβία διεκδικούν μια θέση στους ημιτελικούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου και το παιχνίδι έχει φτάσει στα πέναλτι. Οι Αργεντινοί έχουν ήδη ευστοχήσει στην πρώτη τους προσπάθεια. Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς είναι ο πρώτος Γιουγκοσλάβος που παίρνει θέση απέναντι στον Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

(Ο 25χρονος μέσος του Ερυθρού Αστέρα είναι μια από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις της διοργάνωσης. Έχει σκοράρει δυο φορές απέναντι στους Ισπανούς στους ’16’, έχει δώσει μια ασίστ στον πρώτο γύρο, έχει ‘μοιράσει σακούλες’ σε αρκετούς δύσμοιρους αμυντικούς και είναι το επίκεντρο όλων των επιθετικών προσπαθειών της χαρισματικής εκείνης ομάδας, που είχε ακόμα στην αποστολή της τον Ντάρκο Πάντσεφ, τον Προσινέτσκι, τον Σαμπανάτζοβιτς, τον Σαβίσεβιτς, τον Σούσιτς και τους πιτσιρικάδες Σούκερ, Γιάρνι και Μπόκσιτς.

Ακόμα και στο συγκεκριμένο ματς, ο ‘Πίξι’ (όπως ήταν το παρατσούκλι του) είναι με τεράστια διαφορά ο καλύτερος στον αγωνιστικό χώρο: μοιράζει παιχνίδι, αλλάζει το ρυθμό όποτε θέλει, προσπερνάει Αργεντινούς με χαρακτηριστική ευκολία, σωριάζει στο έδαφος κάμποσους εξ αυτών ακόμα και μέσα στην περιοχή τους, φτιάχνει συνεχώς φάσεις που οι συμπαίκτες του αδυνατούν να τελειώσουν και σταματιέται μόνο με φάουλ (οι 3 από τις 4 κίτρινες κάρτες της Αργεντινής στον αγώνα οφείλονται σ’αυτόν). Κι αν ο τίτλος «κορυφαίος ενός προημιτελικού Μουντιάλ» δεν είναι αρκετός για να εντυπωσιαστεί κάποιος, ας προσθέσουμε και το δεδομένο ότι στον ίδιο αγωνιστικό χώρο βρίσκεται και ο 30χρονος Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, πρωταθλητής κόσμου από το 1986 και πρωταθλητής Ιταλίας λίγους μήνες πριν.)

Επιστρέφουμε όμως στο κρίσιμο πέναλτι. Ο Στόικοβιτς σηκώνει τη μπάλα από το έδαφος και μπροστά σε όλο τον κόσμο που παρακολουθεί με αγωνία ένα νοκ άουτ παιχνίδι Παγκοσμίου Κυπέλλου, με την κλασική δόση αυτοπεποίθησης και υπεροψίας που τον διακατείχε πάντα, αποφασίζει για να δείξει πόσο κουλ και άνετος είναι να κάνει επί τόπου τρία τσαλιμάκια! Στη συνέχεια, στήνει ψύχραιμα τη μπάλα στην άσπρη βούλα, παίρνει φόρα, στέλνει τον Γκοϊκοετσέα στη μια γωνία και τη μπάλα στο αντίθετο ‘παραθυράκι’. Αλλά όχι στα δίχτυα.

Αυτή η εκτέλεση πέναλτι μπορεί να περιγράψει πάνω-κάτω όλη την καριέρα του Ντράγκαν Στόικοβιτς. (Προς υπεράσπιση του, λίγα λεπτά αργότερα ο Μαραντόνα αστόχησε κι αυτός – εκτελώντας ένα πολύ χειρότερο πέναλτι από αυτό του Γιουγκοσλάβου – και επιβεβαίωσε ότι ακόμα και οι πολύ μεγάλοι κάποιες φορές «τα κάνουν θάλασσα» την κρίσιμη στιγμή.)

Το Μουντιάλ αυτό ήταν ουσιαστικά η πρώτη και τελευταία μεγάλη παράσταση του ‘Πίξι’. Η τύχη (ή η μοίρα) τον έκανε τόσο προικισμένο ποδοσφαιρικά που όσοι, λίγοι, τον απόλαυσαν ζωντανά στις καλές του μέρες, δεν τον ξέχασαν ποτέ. Η ατυχία (ή η μοίρα) τον έκανε να γεννηθεί στη Γιουγκοσλαβία την εποχή που η χώρα διασπάστηκε, με αποτέλεσμα να βρεθεί εκτός όλων των μεγάλων εθνικών διοργανώσεων που ακολούθησαν (Euro 1992 και 1996 και Μουντιάλ των ΗΠΑ). Κι αυτό είναι μόνο το ένα σκέλος της ατυχίας. Λίγους μήνες μετά το Μουντιάλ και σε ένα από τα πρώτα ματς της νέας του ομάδας, της πανάκριβης τότε Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί, τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο, έμεινε οχτώ μήνες εκτός δράσης και από τότε τίποτα δεν ήταν ξανά ίδιο, αφού οι τραυματισμοί άρχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Απογοητευμένος και σχεδόν «σακάτης» αποχαιρέτησε στα 29 του τη Μασσαλία και την Ευρώπη για να πάει να παίξει μπάλα στο, πιο ξεκούραστο και εύκολο, πρωτάθλημα της Ιαπωνίας.

Όσοι γεννήθηκαν στα 90s το πιθανότερο είναι να μην τον έχουν καν ακουστά. Όσοι τον πρόλαβαν ηλικιακά, το πιθανότερο είναι να τον έχουν δει ελάχιστα για να μπορούν να επιβεβαιώσουν τον ντόρο που υπήρχε εκείνη την εποχή γι’αυτόν. Όσοι όμως τον έζησαν λίγο παραπάνω, στα καλά χρόνια του με τον, σπουδαίο τότε, Ερυθρό Αστέρα και στις λίγες «γκέστ σταρ» εμφανίσεις με τη Μαρσέιγ, μιλάνε για έναν αδιανόητο φαντεζί παίκτη, που λάτρευε να ντριπλάρει όλη την αντίπαλη ομάδα, να στέλνει τους αντιπάλους του στο χόρτο με κάποια εντυπωσιακή προσποίηση, να σκοράρει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο (ανάμεσα τους υπάρχουν και γκολ από κόρνερ, όπως αυτό που είχε βάλει σε ηλικία 22 ετών σε ένα από τα πρώτα του εκτός έδρας ντέρμπι με την Παρτιζάν!), να μοιράζει ασίστ από το πουθενά, σαν παλιό κλασικό δημιουργικό 10αρι, και να κάνει τακουνάκια ακόμα και σε φάσεις που τις βλέπεις ξανά στο ριπλέι και αδυνατείς να αποδεχθείς ότι πράγματι σκέφτηκε και κατάφερε να κάνει τακουνάκι.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Μουντιάλ του 1990, ουσιαστικά στη μοναδική μεγάλη διοργάνωση που του δόθηκε η ευκαιρία να παίξει σε καλή ηλικία, ψηφίστηκε στην καλύτερη 11αδα. Δεν είναι τυχαίο το σχόλιο του Μαραντόνα γι’αυτόν αρκετά χρόνια μετά από εκείνο το μεταξύ τους παιχνίδι: «O Στόικοβιτς ήταν απίστευτος ποδοσφαιριστής. Οι κινήσεις του στο γήπεδο είχαν τέτοια χάρη και άνεση που ήταν σαν να χόρευε συνέχεια με την ομορφότερη γκόμενα». Δεν είναι τυχαίο που αν και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στη Μαρσέιγ στο νοσοκομείο και στο κρεβάτι οι οπαδοί της ομάδας τον ψήφισαν στην καλύτερη 11αδα όλων των εποχών. Και φυσικά δεν είναι τυχαίο που στα τέσσερα χρόνια που φόρεσε τη φανέλα του Ερυθρού Αστέρα πρόλαβε να γίνει θρύλος και να αγαπηθεί όσο λίγοι.

Και ο ‘Πίξι’ δεν το ξέχασε ποτέ αυτό. Όταν στο τέλος της πρώτης του, τραυματικής, χρόνιας στη Μαρσέιγ βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ερυθρό Αστέρα στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και ο προπονητής του ζήτησε να εκτελέσει ένα από τα πέναλτι, ο Στόικοβιτς, μένοντας πιστός στον ιδιόρρυθμο και λίγο μποέμ χαρακτήρα του, αρνήθηκε να πάρει τέτοια ευθύνη απέναντι στην αγαπημένη του ομάδα. Οι συμπατριώτες και πρώην συμπαίκτες του τελικά ευστόχησαν και στα πέντε και ο ‘Πίξι’ μαζί με τη Μαρσέιγ αναγκάστηκαν να περιμένουν άλλα δυο χρόνια για να βρεθούν στην κορυφή της Ευρώπης.

Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς δεν έγινε ποτέ αυτό που θα μπορούσε πραγματικά να γίνει. Το πιθανότερο είναι ότι δεν πλησίασε ούτε λίγο στο ‘ταβάνι’ του. Παρ’όλα αυτά με μια απλή αναζήτηση στο ίντερνετ μπορεί κάποιος να βρει αμέτρητα βιντεάκια πολλών λεπτών στα οποία σκοράρει, δημιουργεί και ‘χορεύει’ αντιπάλους (ανάμεσα τους και αρκετά μεγάλα αστέρια της εποχής) με μια άνεση που πιθανόν θα ζήλευε ακόμα και ο Γκαρίντσα. Και το ότι αυτή την εξέλιξη τη θεωρούμε «αποτυχία» τα λέει όλα.

Η μέρα που η Σίτι έπαιξε με δύο τερματοφύλακες

  [5 Σχόλια]

Στο ποδόσφαιρο βλέπεις πολλά. Βλέπεις κάποιον παίκτη να παίζει τερματοφύλακας όταν δεν υπάρχει άλλη αλλαγή (ή άλλος τερματοφύλακας). Βλέπεις προπονητές να αλλάζουν τερματοφύλακες πριν τα πέναλτι, για να μπει αυτός με το PhD στις αποκρούσεις. Σέντερ μπακ να παίζουν επιθετικοί στα τελευταία λεπτά μπας και εκμεταλλευτούν καμία γιόμα. Και φυσικά τερματοφύλακες να προωθούνται στα κόρνερ στο τέλος. Όλα αυτά γίνονται. Όχι συχνά, αλλά δεν μας εκπλήσσουν.

Αντίθετα, αυτό που έγινε την τελευταία αγωνιστική της Πρέμιερ Λιγκ του 2004-05 δεν το βλέπεις συχνά. Η Μάντσεστερ Σίτι υποδεχόταν την Μίντλεσμπρο. Πριν μπουν οι λεφτάδες στη Σίτι, η ομάδα έδινε μάχες για τη σωτηρία ή για καμιά έξοδο στην Ευρώπη. Έτσι και σ’ εκείνο το παιχνίδι που οι δυο ομάδες έδιναν μάχη για την 7η προνομιούχο θέση που έβγαζε στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Η Σίτι ήθελε μόνο τη νίκη, ενώ η Μπόρο βολευόταν και με ισοπαλία. Οι φιλοξενούμενοι προηγήθηκαν με το απευθείας φάουλ του αγαπημένου Τζίμι του Φλόιντ του Χάσελμπαϊνκ και η Σίτι ισοφάρισε με τον Κίκι Μουσάμπα στο 2ο ημίχρονο, αλλά η Μπόρο με ηγέτη τον μπανταρισμένο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ κρατούσε το πολύτιμο 1-1.

Ο Στιούαρτ Πιρς που ουσιαστικά ξεκινούσε την προπονητική του καριέρα εκείνη τη σεζόν, πιθανότατα να έβλεπε μεξικάνικο πρωτάθλημα και να θυμόταν το επίτευγμα του Χόρχε Κάμπος. Δεν εξηγείται αλλιώς η έμπνευσή του. Με το ρολόι να δείχνει 88′ και αρκετές καθυστερήσεις, αποφάσισε να πάρει ένα φοβερό ρίσκο. Απέσυρε τον χαφ Κλαούντιο Ρέινα και στη θέση του πέρασε τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα Νίκι Γουίβερ. Ταυτόχρονα προώθησε τον βασικό μέχρι εκείνη στιγμή Ντέιβιντ Τζέιμς σε ρόλο επιθετικού. Φαντάσου να είσαι ο αναπληρωματικός επιθετικός Τζον Μάκεν (μεταγραφή 5 εκατομμυρίων) και να βλέπεις τον κόουτς να προτιμά στα πιο κρίσιμα δευτερόλεπτα της σεζόν τον τερματοφύλακα από σένα (εισαγωγή με πένθιμο βιολί και δάκρυα στο χορτάρι).

Ο Τζέιμς έβγαλε τα γάντια, φόρεσε φανέλα (που έγραφε Γουίβερ 1) και ανέλαβε τη δύσκολη δουλειά. Τα άρθρα της εποχής αναφέρουν ότι γύριζε στο χορτάρι σαν ακεφάλη στρουθοκάμηλος και σαν μεγαλύτερό του επίτευγμα ένα τάκλιν που παραλίγο να κόψει στα δύο τον άτυχο Ντορίβα, αφού έκανε τσαφ αρχικά στην προσπάθειά του να σουτάρει. Ο Πιρς δήλωσε ότι το είχε σκεφτεί, όταν καθόταν Σάββατο βράδυ σπίτι του και αναρωτιόταν τι θα κάνει αν χρειάζεται γκολ στα τελευταία δευτερόλεπτα. Δεν δήλωσε τι έπινε εκείνο το βράδυ. «Ήθελα να τους αναστατώσω» εξήγησε. Θα μπορούσε κανείς (χαριστικά) να πει ότι τα κατάφερε. Η Σίτι στις καθυστερήσεις κέρδισε πέναλτι, όχι φυσικά χάρη στον Τζέιμς, αλλά ας πούμε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναστάτωσης. Ο Ρόμπι Φάουλερ όμως νικήθηκε από τον Σβάρτσερ, το 1-1 παρέμεινε και η Μπόρο όχι μόνο κέρδισε την έξοδό της στο ΟΥΕΦΑ, αλλά έφτασε μέχρι και στον τελικό. Ο Στιούαρτ Πιρς επανέλαβε το ίδιο κόλπο κάποια χρόνια αργότερα ως προπονητής της U21 της Αγγλίας, αλλά το έκανε λόγω τραυματισμών όπως δήλωσε. Σε μια τεράστια καριέρα γεμάτη αρκετές μεγάλες αποκρούσεις, αλλά και πάρα πάρα πολλές γκέλες, ο Ντέιβιντ Τζέιμς έχει να περηφανεύεται και για τα λεπτά που έπαιξε ως σέντερ φορ.

Απόστρατοι πριν τα 30

  [9 Σχόλια]

Βλέποντας πριν λίγες μέρες τη Λυών στο Γιουρόπα Λιγκ, θυμήθηκα μια ιστορία που μου έκανε εντύπωση πριν από μερικούς μήνες. Η ιστορία αφορά τον Γκουεϊντά Φοφανά και την απόσυρσή του από το ποδόσφαιρο στην ηλικία των 25 ετών. Ο, πρώην πια, παίχτης της Λυών κρέμασε τα παπούτσια του τον Γενάρη. Η δική του αποστρατεία, σε συνδυασμό με εκείνη του Άλβαρο Δομίνγκεθ (πείτε ό,τι θέλετε για την προφορά, εγώ έτσι θα τον γράφω) της Γκλάντμπαχ, τον Δεκέμβρη σε ηλικία 27 ετών, μου έκαναν πολύ μεγάλη εντύπωση.

Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι ενώ και οι δύο αποχώρησαν από μη ιάσιμους τραυματισμούς, δεν είναι ακριβώς ίδιες περιπτώσεις. Ο Δομίνγκεθ είχε ένα θέμα με την πλάτη του που τον ταλαιπωρούσε χρόνια. Από το Νοέμβρη του 2015, όταν και έκανε την τελευταία του εμφάνιση με τη φανέλα της Γκλάντμπαχ, δεν την πάλευε άλλο. Έκανε δύο εγχειρήσεις στην πλάτη και 13 μήνες μετά ανακοίνωσε την μόνιμη αποχώρησή του από το άθλημα. Ο παίχτης αγωνίστηκε 4 σεζόν στην Ατλέτικο Μαδρίτης, από της οποίας τις ακαδημίες είχε βγει, πριν πάρει μεταγραφή για την Γκλάντμπαχ. Εκεί από τη δεύτερή του σεζόν ξεκίνησαν τα προβλήματα τραυματισμών. Όσο ήταν υγιής πάντως ήταν ένα από τα βασικά στόπερ, έχοντας 80 εμφανίσεις σε 3 χρόνια. Στο μήνυμά του στο twitter που ανακοίνωσε την αποχώρησή του, αμέσως μετά τη λήξη του ματς στο Τσάμπιονς Λιγκ μεταξύ της Μπαρσελόνα και της Γκλάντμπαχ, έλεγε: «Το να μείνω ανάπηρος στα 27 μου είναι ένα τίμημα που δεν είμαι διατεθειμένος να πληρώσω για το ποδόσφαιρο».

Αντίθετα η ιστορία του Γκουεϊντά Φοφανά είναι λίγο διαφορετική. Μετά τη μεταγραφή του από τη Χάβρη στη Λυών πριν από 5 χρόνια, ο Φοφανά ήταν μια επιλογή στο κέντρο για τους Γκον, αλλά όχι αδιαμφισβήτητος βασικός, πράγμα που το μαρτυρούν οι 72 εμφανίσεις του σε 5 χρόνια. Παρ’όλα αυτά, ο παίχτης ήταν ο αρχηγός των μικρών εθνικών ομάδων της Γαλλίας, έχοντας μάλιστα κατακτήσει Μουντιάλ κάτω των 19. Το Μάρτιο του 2014 ήρθε ένας τραυματισμός στον αστράγαλο σε ματς κόντρα στην Μπορντώ. Ο τραυματισμός ήταν τόσο σοβαρός που ο παίχτης επέστρεψε 14 (!) μήνες μετά, τη  μέρα των γενεθλίων του, 16 Μαΐου 2015, σε παιχνίδι κόντρα στην Παρί. Μετά από δύο βδομάδες ξανατραυματίζεται στο ίδιο σημείο. Οι γιατροί μιλάνε για «οστεονέκρωση» και του συνιστούν να σταματήσει το ποδόσφαιρο. Το Γενάρη που μας πέρασε ο Ολάς δήλωσε με απογοήτευση σε γαλλικά μέσα ότι εξετάζεται η διακοπή του συμβολαίου του Φοφανά, πάντα σε συνεργασία με τον παίχτη. Στις 18 Ιανουαρίου σε συνέντευξη τύπου από τα γραφεία της Λυών ανακοινώνει την αποχώρησή του λέγοντας «Είναι ένα θλιβερό πόρισμα που λέει ότι είμαι ανίκανος να παίξω ποδόσφαιρο».

«Ανάπηρος», «ανίκανος». Λέξεις βαριές και καταστάσεις ακόμη χειρότερες, ο φόβος και μόνο των οποίων μπορεί να σπάσει την ψυχολογία ενός αθλητή. Πέρα από την ψυχολογία, υπάρχει όμως το πρακτικό και κλινικό κομμάτι. Ακόμα μου είναι πολύ δύσκολο να δεχτώ ότι με την πρόοδο που έχει κάνει η ιατρική, κυρίως η ορθοπεδική, υπάρχουν το 2016-17 περιπτώσεις αθλητών που σταματάνε την καριέρα τους λόγω τραυματισμού. Είναι κοντά 20 χρόνια από τους τραυματισμούς του Ρονάλντο στο γόνατο, ενός παίχτη που γύρισε δυο φορές και αν και ελαφρώς ζουμπουρλούδικος έκανε τη Βραζιλία παγκόσμια πρωταθλήτρια. Και αν εδώ μιλάμε για πραγματικό «Φαινόμενο», πόσοι και πόσοι δε γύρισαν με μοσχεύματα σε γόνατο-ισχίο-αστράγαλο και έπαιξαν ξανά κανονικά; Ο Ετό’ο έκανε εγχείρηση με μόσχευμα στο γόνατο και γύρισε κάνοντας σεζόν με 38 γκολ. Ο Χένρικ Λάρσον, ο Ντζαλμίνια και πόσοι ακόμα.

Φυσικά και υπάρχουν και πλείστα όσα παραδείγματα παιχτών που μετά από σοβαρούς τραυματισμούς δεν επέστρεψαν ίδιοι. Ο Κακά και ο Βίγια είναι δυο από τα πιο πρόσφατα. Εξαιρώ εκείνους που κάνουν πάντα σεζόν των 5-6 μηνών, τύπου Ρόμπεν, Ριμπερί, Μπέιλ. Μιλάμε για παίχτες που υπέστησαν σοβαρότατους τραυματισμούς και επέστρεψαν, ακόμα και αν δεν μπόρεσαν πια να παίξουν στο ίδιο επίπεδο. Πίστευα ότι περιπτώσεις Φαν Μπάστεν ή Χρήστου Κωστή (προσωπικός καημός που πρέπει να αναφερθεί) δε θα ξαναβλέπαμε. Και να που σε διάστημα ενάμιση μήνα έχουμε δύο τέτοιες. Ειδικά για την περίπτωση Δομίνγκεθ δεν μπορούμε να πούμε τίποτα. Πρόβλημα στην πλάτη που επηρεάζει τη σπονδυλική στήλη, προφανώς και καθιστά τον οργανισμό ακατάλληλο για αθλητισμό.

Αλλά για την περίπτωση Φοφανά μπορώ να δεχτώ ότι ο παίχτης ψυχολογικά δεν μπορούσε να ξαναπεράσει όλο το βάρος της αποθεραπείας και μόνο. Πολύ περιληπτικά, η οστεονέκρωση είναι κάτι το οποίο συμβαίνει αρκετά συχνά και δεν περιορίζεται στους αθλητές. Κάποιο αιμάτωμα δημιουργεί εσωτερικούς και εξωτερικούς θύλακες που νεκρώνουν την άρθρωση μετά από  κάποιο χρόνο. Οι τρεις συνηθέστερες αιτίες είναι: γενετική δυσπλασία, χρόνια λήξη στεροειδών, βίαιη μετατόπιση άρθρωσης μετά από χτύπημα. Μιλάμε για προβλήματα που σε απλούς πολίτες καταλήγουν σε επεμβάσεις το 36% αυτών, ενώ οι οστεοπλαστικές επεμβάσεις ανταποκρίνονται στο 18% των συνολικών ορθοπεδικών επεμβάσεων. Μετάφραση στα Ελληνικά: είναι κάτι εξαιρετικά κοινό, δε γίνεται να μην μπορούσαν να βρουν μόσχευμα. Όσο και αν έψαξα και στα γαλλικά σάιτ δε βρήκα επαρκή κλινική εξήγηση, οπότε καταλήγω στο ότι ο ίδιος ο παίχτης δεν είχε την ψυχολογική αντοχή να κάνει μεταμόσχευση οστού και να περιμένει άλλους 9-12 μήνες. Άσχετα αν ούτε ο ίδιος, ούτε και οι γιατροί της Λυών, είπαν κάτι τέτοιο.

Φυσικά και δεν αμφισβητώ τους γιατρούς. Όση επαφή και αν έχω με το αντικείμενο της ορθοπεδικής, που είναι αρκετή, δεν είμαι γιατρός και δεν ξέρω την περίπτωση του Φοφανά όπου και οι εξηγήσεις δε με έπεισαν. Αντίθετα η περίπτωση Δομίνγεθ ήταν εντελώς ξεκάθαρη. Το να έχουμε πάντως δυο περιπτώσεις ποδοσφαιριστών που αποστρατεύονται στα 25 και στα 27 τους είναι κάτι που δεν περίμενα να δω το 2017.

Ποδοσφαιρική ανατριχίλα, Made in Scotland

  [Καθόλου σχόλια]

Το Λιθ είναι μια ιστορική περιοχή στα βόρεια του Εδιμβούργου, η οποία έχει προσφέρει στον πλανήτη τη Χιμπέρνιαν και τα δίδυμα αδέρφια, Τσάρλι και Κρέγκ Ρίντ, που κάποιοι ξέρουμε ως «The Proclaimers» και κάποιοι άλλοι ως «εκείνη η μπάντα που λέει εκείνο το γαμάτο, χαρούμενο τραγουδάκι που κάτι λέει για 500 μίλια«. Όπως οι περισσότεροι Σκωτσέζοι (διάσημοι ή λιγότερο γνωστοί), τα αδέρφια Ρίντ είναι φανατικοί ποδοσφαιρόφιλοι, στηρίζουν από μικρά παιδιά την αγαπημένη τους Χιμπέρνιαν, ενημερώνονται καθημερινά γι’αυτήν, ακόμα κι όταν βρίσκονται σε περιοδεία, και πρωτοστάτησαν στην προσπάθεια των οπαδών να αποκτήσουν το 51% της ομάδας, ώστε να μην εξαρτώνται από κανέναν άγνωστο εκατομμυριούχο επενδυτή.

Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των φιλάθλων μάλιστα, μπορούν να καυχιούνται ότι έχουν έναν ιδιαίτερο δεσμό με την αγαπημένη τους ομάδα, αφού αυτή χρησιμοποιεί σαν ανεπίσημο ύμνο σε αρκετά παιχνίδια ένα τραγούδι τους. Το κομμάτι λέγεται «Sunshine on Leith», κυκλοφόρησε το 1988 και είναι ουσιαστικά το «You’ll never walk alone» της Χιμπέρνιαν.

Την Τετάρτη οι «Χίμπς» υποδεχόταν για το Κύπελλο Σκωτίας τη μεγάλη αντίπαλο τους, Χάρτς, σε ένα ακόμα ντέρμπι του Εδιμβούργου, που στο παρελθόν έχει χαρίσει μερικές, κυριολεκτικά, αδιανόητες στιγμές. Το τέλος του αγώνα βρήκε τη Χιμπέρνιαν νικήτρια με 3-1 και το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να γιορταστεί με καλύτερο τρόπο από αυτόν (που σε αρκετούς παλιούς φίλους του σομπρέρο, πιθανόν θα θυμίσει μια παλιότερη ποδοσφαιρική ανατριχίλα προερχόμενη από ένα ιρλανδικό παραδοσιακό τραγούδι):

«My heart was broken, my heart was broken
Sorrow Sorrow Sorrow Sorrow
My heart was broken, my heart was broken

You saw it, You claimed it
You touched it, You saved it (…)»

Παρ’όλο που το συγκεκριμένο βίντεο είναι αναμφίβολα καθηλωτικό, αυτή δεν είναι η καλύτερη ‘ερμηνεία’ του συγκεκριμένου κομματιού από τους οπαδούς της ομάδας. Κάτι λιγότερο από ένα χρόνο πριν, όταν η Χιμπέρνιαν κέρδιζε το πρώτο της Κύπελλο μετά από 114 χρόνια, νικώντας με 2-3 τους Ρέιντζερς μέσα στη Γλασκώβη, περισσότεροι από 20.000 εκδρομείς-οπαδοί της παρέμειναν στις κερκίδες και μετά την απονομή και τραγούδησαν από την ψυχή τους για την μεγάλη τους καψούρα και τον ‘Αρχηγό’ που φροντίζει να υπάρχει λιακάδα στο αγαπημένο τους Λιθ.

«(…) While I’m worth my room on this earth
I will be with you
While the Chief, puts sunshine on Leith
I’ll thank Him for His work
And your birth and my birth...»

Η πρώτη επαφή με το ποδόσφαιρο

  [11 Σχόλια]

Ένα από τα ωραιότερα συναισθήματα είναι αυτό του να ανακαλύπτεις νέα πράγματα. Νέα πράγματα με την κανονική έννοια του όρου. Για παράδειγμα, όχι ας πούμε να ανακαλύπτεις τον Μπέλα Ταρ και τις ταινίες του ενώ ασχολείσαι όμως με τον κινηματογράφο, αλλά να ανακαλύπτεις το σινεμά. Σκεφτείτε πως θα ήταν αν δεν ξέρατε τίποτα για το σινεμά και μια μέρα βρισκόσασταν σε μια σκοτεινή αίθουσα, μπροστά σε μια οθόνη και βλέπατε να διαδραματίζεται μια σκηνή. Θα ήταν ωραία; Θα ήταν άσχημα; Θα ήταν σοκαριστικό για εσάς; Η δική μας γενιά -της εποχής του διαδικτύου- είναι πραγματικά δύσκολο να βιώσει κάτι τέτοιο. Ακόμα και όταν ταξιδεύεις για ένα άγνωστο και άκρως απομακρυσμένο μέρος οι πιθανότητες να έχεις διαβάσει ή να έχεις δει κάτι γι’ αυτό είναι πάρα πολλές. Είπαμε και παραπάνω. Δύσκολο να σοκαριστούμε πλέον από κάτι πραγματικά νέο.

Από τη μέρα που έγινα μέλος του El Sombrero ήθελα να γράψω για την ιστορία που θα διαβάσετε παρακάτω. Μια αληθινή ιστορία για έναν άνθρωπο που βρέθηκε από ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας στα τέλη του 1920 για τη στρατιωτική του θητεία στην Αθήνα και μαζί με τον κόσμο που άλλαζε τόσο ραγδαία γνώρισε κάτι που έγινε γι’ αυτόν η μεγαλύτερή του αγάπη (μετά τη γυναίκα του). Το ποδόσφαιρο και τον Παναθηναϊκό. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο παππούς μου και ακόμα και σήμερα παραμένει ο πιο καλοσυνάτος και ευγενικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Ο άνθρωπος που ευθύνεται για το «μικρόβιο» που κόλλησα μικρός και έχει σχέση με τα σπορ. Ένας άνθρωπος που ακόμα και τις τελευταίες μέρες που έζησε σε αυτόν εδώ τον κόσμο θα έβρισκε λίγο χρόνο να σου πει για τον Δομάζο, τον Κρόιφ, τον Μαραντόνα, τον Πελέ και εκείνο τον Γάλλο που κέρδισε τους Βραζιλιάνους -σχεδόν- μόνος του, τον Ζιντάν. «Και ο άλλος ο Γάλλος ο Ανρί είναι καλός» θυμάμαι να συμπληρώνει η γιαγιά και το πρόσωπό μου γεμίζει με χαμόγελα. Πόσο υπέροχοι άνθρωποι. Άνθρωποι αγνοί, καθημερινοί, αληθινοί, χαμογελαστοί. Άνθρωποι που -δυστυχώς- δύσκολα συναντάς συχνά στις μέρες μας.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου του 1931 η εθνική Ελλάδος υποδέχεται στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας τη Ρουμανία για το Βαλκανικό κύπελλο μπροστά σε περίπου 10.000 θεατές. Η ομάδα απαρτίζεται από αστέρες της εποχής όπως οι αδερφοί Βικελίδη, ο Λέκκος, ο Μπαλντάσης και φυσικά ένας εκ των σπουδαιότερων παικτών που έχει βγάλει ποτέ η Ελλάδα. Ο μεσοεπιθετικός Αντώνης Μηγιάκης. Ο παππούς δεν είναι παππούς αλλά ένας ψηλός και όμορφος, γεροδεμένος άνδρας και έχει φτάσει πριν μερικές μέρες στην Αθήνα ως ένα ψαρωμένο φανταράκι της επαρχίας. Επειδή το παιχνίδι θεωρείται υψίστης σημασίας η κυβέρνηση θα στείλει στο γήπεδο και αρκετούς στρατιώτες για να συμπαρασταθούν με τη φωνή τους στην εθνική ποδοσφαίρου της χώρας τους. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν δει ποτέ ποδόσφαιρο. Υπήρχαν και μερικοί άλλοι που δεν γνώριζαν ούτε καν τι είναι το ποδόσφαιρο. Ένας από αυτούς ήταν και ο παππούς μου.

Οι φαντάροι στριμώχτηκαν κάπου στο κέντρο του γηπέδου, απέναντι από τους δύο πάγκους της ομάδας και είχαν εντολή να χειροκροτούν επί 90 λεπτά τους παίκτες μας. Η εθνική μας έκανε επίθεση μπροστά ακριβώς από τους φαντάρους, εκεί δηλαδή που μάγευε ο Μηγιάκης στο σύστημα 2-3-5 της εποχής. Ο Μηγιάκης βρίσκεται σε σπουδαία μέρα και στα μάτια του παππού θυμίζει ζογκλέρ. «Πως είναι δυνατόν αυτός ο τύπος να κάνει όλα αυτά με τη μπάλα στα πόδια», «Πως είναι δυνατόν να τρέχει πάνω κάτω και ουσιαστικά να κοροϊδεύει τους -σπουδαίους- αντιπάλους του». Ο παππούς μονολόγουσε μαγεμένος από τις περίτεχνες ενέργειες του Έλληνα αρτίστα. Τότε έκανε σε κάποιον διπλανό του την ερώτηση που του άλλαξε τη ζωή «Ποιος είναι αυτός που έχει ζαλίσει τους Ρουμάνους» για να εισπράξει πως το όνομα του είναι Αντώνης Μηγιάκης και παίζει στον Παναθηναϊκό. «Ωραία από σήμερα είμαι και εγώ φίλος του Παναθηναϊκού» είπε ο παππούς  και συνέχισε να μην παίρνει τα μάτια του από τον Μηγιάκη. Η Ελλάδα έχασε τελικά με 2-4 αλλά για τον παππού αυτή η ήττα ήταν μια μεγάλη νίκη. Ήταν η πρώτη του επαφή με το άθλημα και η στιγμή που το τριφύλλι μπήκε αυτόματα στην καρδιά του, έστω κι αν τότε -ακόμα- δεν το γνώριζε αυτό.

Η θητεία τελείωσε και ο νεαρός επέστρεψε στο μικρό χωριό του. Παντρεύτηκε και άνοιξε το καφενείο του. Υπάρχει η φήμη πως δεν ήταν ιδιαίτερα εργατικός και μάλιστα όταν κάποιος κουρασμένος αγρότης του είχε ζητήσει να φτιάξει ένα καφέ, καθώς ο παππούς διηγούνταν μια ποδοσφαιρική ιστορία σε κάποιους συγχωριανούς, εισέπραξε την αποστομωτική ατάκα «πιες μια πορτοκαλάδα ωρέ διάολε». Η ατάκα λέγεται ακόμα στο χωριό για να σας πω την αλήθεια. O παππούς αρκετά συχνά έπαιρνε το λεωφορείο και πήγαινε στην Αθήνα και την Αλεξάνδρας για να δει την ομάδα του. Ήταν εκεί για να χειροκροτήσει τον ΠΑΟ στο αήττητο πρωτάθλημα του 1964. Ήταν εκεί για να δει τον Πελέ στα φιλικά της Σάντος το 1961. Ήταν εκεί στην πορεία του Γουέμπλεϊ. Ήταν εκεί στα 80s στην αρμάδα του Ζάετς, του Ρότσα και του Σαραβάκου. Από τα τέλη των 80s σταμάτησε να πηγαίνει μιας και ήδη ήταν αρκετά μεγάλος για ταξίδια και η αδύναμη καρδιά του δεν του το επέτρεπε. Οι γιατροί μάλιστα του είχαν απαγορεύσει να βλέπει τα παιχνίδια και από την τηλεόραση, κάτι που εννοείται πως δεν το έκανε. Να μιλάς μαζί του για ποδόσφαιρο ακόμα και όταν ήταν σε πολύ προχωρημένη ηλικία ήταν απολαυστικό. Ο τρόπος που διηγούνταν τις ντρίμπλες του Δομάζου και του Μηγιάκη ήταν μοναδικός, όπως και οι συγκρίσεις που έκανε για τους παίκτες που έπαιζαν από το 2000 και μετά με τους παλιούς. Τον θυμάμαι να μου λέει πως ο ΠΑΟ δεν είναι η ομάδα που έγινε μεγάλη για τους εγχώριους τίτλους της αλλά γι’ αυτά που είχε καταφέρει στην Ευρώπη και για τον σεβασμό που είχε κερδίσει από μεγαθήρια της Ευρώπης όπως ο Άγιαξ, η Γιουβέντους και η Λίβερπουλ.

Το 2008 λίγες μέρες αφού ο Παναθηναϊκός έκλεισε 100 χρόνια ιστορίας ο κυρ-Γιώργος προδόθηκε από την αδύναμη, καταπράσινη καρδιά του και μας άφησε. Ήταν αρκετά μεγάλος και είχε ζήσει μια ζωή ήρεμη και γεμάτη αγάπη. Σίγουρα εκεί ψηλά θα έχει αράξει κάπου και θα χαζεύει τις ντρίμπλες του Κρόιφ, του Πούσκας του Σόκρατες και του Μηγιάκη συζητώντας για ωραίες ποδοσφαιρικές ιστορίες με άλλους ποδοσφαιρόφιλους. Ελπίζω πάντως να μην είναι καφετζής γιατί θα τους έχει ταράξει στην πορτοκαλάδα.

Όταν ο Όλι γνώρισε τον Σάμι

  [10 Σχόλια]

Ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα δίδυμα στην ιστορία του ποδοσφαίρου ήταν αυτό μεταξύ των Όλιβερ Καν και Σάμουελ Κουφούρ. Δύο φαινομενικά ασύμβατοι τύποι που πέρασαν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους υπερασπιζόμενοι το μηδέν στην εστία της Μπάγερν Μονάχου, έγιναν το σήμα κατατεθέν των Βαυαρών στα μετόπισθεν. Ο θηριώδης, μόνιμα νευριασμένος Γερμανός βγαλμένος από τα χειρότερα αντιμνημονιακά στερεότυπα και τους παιδικούς εφιάλτες και ο συναισθηματικός Γκανέζος  με τις έντονες αντιδράσεις, τη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό και τις τραβηγμένες διαμαρτυρίες.

Διάφορες τρέλες του Καν και κυρίως το γκολ με το χέρι και η αποβολή

Οι καριέρες και των δύο είναι γεμάτες περίεργα στιγμιότυπα. Ο Καν με τις συμπεριφορές του στα ματς με την Ντόρτμουντ, έτοιμος να κατασπαράξει τους αντιπάλους, αλλά και το fair play με τον Κανιθάρες στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Βαλένθια. Και φυσικά το γκολ με τις γροθιές (!) σε ένα ματς με τη Χάνσα Ρόστοκ. Ο Μάρκους Μερκ του βγάζει την κάρτα, ο Καν αποβάλλεται και όλοι αναρωτιούνται «τι διάολο σκεφτόταν ο Όλι;». Προσέχουμε ότι ο πρώτος που πάει να διαμαρτυρηθεί είναι φυσικά ο Κουφούρ και αυτός που φοράει τη φανέλα του τερματοφύλακα για τα τελευταία δευτερόλεπτα είναι ο Τάρνατ.

Το προσέχουμε γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν καινούριο. Δυο χρόνια πριν, η Μπάγερν αντιμετώπιζε την Άιντραχτ, όταν ο Σάμι Κουφούρ συγκρούστηκε με τον Καν. Ο Καν έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε στο χορτάρι κι η Μπάγερν έκανε αναγκαστική αλλαγή με τον αιώνιο αναπληρωματικό Μπερντ Ντρέχερ να μπαίνει μέσα. Ο Ντρέχερ σε 10 χρόνια στην Μπάγερν είχε 13 συμμετοχές συνολικά, κατατάσσοντάς τον στην κατηγορία των αργόμισθων. Όπως ήταν λογικό, είχε σκεβρώσει στον πάγκο και σε μια έξοδό του, έσπασαν τα άλατα, γύρισε το γόνατό του και τραυματίστηκε σοβαρά. Η Μπάγερν αναγκάστηκε να παίξει 30 λεπτά με τον Τάρνατ στο τέρμα (φορώντας φανέλα που ήταν 3-4 νούμερα μεγαλύτερη), με τον χαφ της να κάνει μια απίστευτη απόκρουση αυτοθυσίας (το πλάνο πίσω από την εστία δείχνει το μεγαλείο της). Παρά το αριθμητικό μειονέκτημα και τον Τάρνατ στα γκολπόστ, η Μπάγερν γύρισε το ματς. Ισοφάρισε με τον Έλμπερ και ήταν τελικά ο Κουφούρ με κεφαλιά στο 83′ που έδωσε τη νίκη με 1-2. Ο Γκανέζος με το γκολ αυτό λυτρώθηκε για το χτύπημά του στον Όλι. Η ομάδα του Μονάχου κατέκτησε τελικά το πρωτάθλημα, σε ισοβαθμία με την καημένη Μπάγερ Λεβερκούζεν, και σίγουρα η απόκρουση του Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ έπαιξαν μεγάλο ρόλο.

Η γονατιά του Σάμι, ο Ντρέχερ, η απίστευτη απόκρουση Τάρνατ και το γκολ του Κουφούρ

Καν και Κουφούρ όμως ήταν πρωταγωνιστές σε ακόμα ένα περίεργο γεγονός. Βγαλμένοι από αμερικάνικη κωμωδία με χαρακτήρες αντιθέσεων (κάτι σαν το Φονικό Όπλο) ή όπως διάβασα κάπου, σαν ένα λιοντάρι που βρίσκει ένα απροστάτευτο παπάκι και το υιοθετεί (και όλοι ξέρουμε ποιος είναι ο Καν στη συγκεκριμένη παρομοίωση), η σχέση τους πήγε σε άλλο επίπεδο σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για το Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Καν και πάλι χτύπησε από μία σύγκρουση με τον Άντι Κόουλ (δυστυχώς παρά τις προσπάθειες δεν βρέθηκε βίντεο), σωριάστηκε κάτω και δεν φαινόταν να αντιδρά. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά για τον Σάμουελ Κουφούρ που δεν μπορούσε να περιμένει τους γιατρούς και πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Έπεσε κατάχαμα και έκανε το φιλί της ζωής στον Όλι. Ακόμα θυμάμαι να βλέπω το παιχνίδι στην τηλεόραση και να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις παρακολουθήσει. Τελικά, ο Καν επέζησε και οι δυο τους συνέχισαν το παιχνίδι και την παράλληλη πορεία τους.

Ο Κουφούρ ήταν λεβεντιά

Ο Όλι κι ο Σάμι ήταν δύο άνθρωποι που δεν κρατούσαν μέσα τους αυτά που ένιωθαν. Απλά ο ένας το έβγαζε συνήθως με οργή και θυμό και ο δεύτερος με άλλους τρόπους. Η προσωπικότητα του Κουφούρ ήταν αποτέλεσμα των παιδικών του χρόνων. Όπως έχει πει σε συνέντευξή του, ζούσε δύσκολα στο σπίτι με την μητέρα του και τις τρεις αδερφές του. Ήταν ένα κλασσικό κακό παιδί που για να μπορέσει να βγάλει χρήματα έγινε λούστρος και αργότερα έμπορος μαριχουάνας. Το πάθος του όμως ήταν το ποδόσφαιρο. Όταν πλέον ξεχώρισε και κλήθηκε στην εθνική Κ17 είχε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Δεν είχε παπούτσια. Η μητέρα του αναγκάστηκε να πουλήσει την τηλεόραση του σπιτιού και να πει στις αδερφές του ψέματα για να μπορέσει ο μικρός Σάμι να ακολουθήσει το όνειρό του. Εκ του αποτελέσματος έπραξε σωστά.

Ο Κουφούρ έγινε «κουλτ» είδωλο στο Μόναχο με κάτι τέτοια

Ο Κουφούρ έκλεισε την καριέρα του με έξι πρωταθλήματα, μερικά κύπελλα, ένα Τσάμπιονς Λιγκ, ένα Διηπειρωτικό (στο οποίο ο Κουφούρ σε ένα πολύ ζόρικο ματς απέναντι στην Μπόκα σκόραρε και έδωσε τη νίκη για να μάθει ότι την επόμενη μέρα ξεπούλησαν όλες οι φανέλες της Μπάγερν στο Μπουένος Άιρες από οπαδούς της Ρίβερ που ακόμα τον μνημονεύουν) και πολλές προσωπικές διακρίσεις. Μέχρι την τελευταία του ποδοσφαιρική στιγμή έπαιζε με το ίδιο πάθος, αντιμετώπιζε το κάθε ματς σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Έβγαζε τη χαρά του (όπως στο τραγούδι για τον τίτλο παραπάνω), την αγωνία του (όπως στο φιλί στον Καν) και την λύπη του στον υπερθετικό βαθμό με χαρακτηριστικό παράδειγμα το παρακάτω βίντεο. Τραυματίας στο 89′ βγαίνει έξω, ο διαιτητής δεν του δίνει την άδεια να μπει, αλλά αυτός το κάνει. Παίρνει τη 2η κίτρινη, αποβάλλεται και εκεί αρχίζει ένα ψυχόδραμα «why, why».

Ο Σάμι κάνει μια σκηνή από το Αποκάλυψη Τώρα

Η εικόνα του στον χαμένο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Γιουνάιτεντ, να χτυπάει απαρηγόρητος το χορτάρι με δύναμη έχει περάσει στο πάνθεον των στιγμών των τελικών του θεσμού. Ο Κουφούρ έμαθε από μικρός να ζει με τις δυσκολίες και συνέχισε να τις αντιμετωπίζει. Όπως όταν το 2003 έχασε την 8χρονη κόρη του που πνίγηκε σε πισίνα. Το ξεπέρασε όπως δήλωσε με την πίστη του στον Θεό και συνέχισε χωρίς να το βάζει κάτω. Μη νομίζετε βέβαια ότι αφού κρέμασε τα παπούτσια του ηρέμησε. Πριν από 2 χρόνια, στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής ως σχολιαστής πλέον, εξέφρασε τη σιγουριά του για τη νίκη της Γκάνας. «Πείτε στους παραγωγούς να φέρουν κουρέα. Αν δεν κερδίσουμε θα ξυρίσω το κεφάλι μου» είχε δηλώσει. Η συνέχεια;

Ούτε φυσικά ξεχνάει την αγαπημένη του Μπάγερν. Εδώ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013 που ως σχολιαστής πετάει από πάνω του κάθε ίχνος αντικειμενικότητας και γίνεται οπαδός:

Η Μπάγερν έχει και τώρα έναν σούπερ τερματοφύλακα, έχει και τώρα καλούς αμυντικούς. Αυτό το πηγαίο συναίσθημα όμως που είχε εκείνα τα χρόνια με το δίδυμο του Καν και του Κουφούρ δεν το ξαναπέτυχε. Πριν λίγες μέρες η μητέρα του Σάμι Κουφούρ έφυγε από τη ζωή. Χάρη σε αυτή τη γυναίκα και τη θυσία της να πουλήσει την τηλεόραση (που σε μια φτωχή οικογένεια στο Κουμάσι της Γκάνας είναι κάτι σαν θησαυρός) είχαμε εμείς την τύχη να μάθουμε αυτόν τον εξαιρετικό αμυντικό, ο Καν να βρει το έτερόν του ήμισυ και να ζήσουμε μια σειρά στιγμών με όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Όταν ο Μπομπ Μάρλεϊ κι οι Γουέιλερς έπαιξαν φιλικό με την πρωταθλήτρια Γαλλίας

  [3 Σχόλια]

Οι δυο αρχηγοί: Μπομπ Μάρλεϊ-Ανρί Μισέλ

Ιούλιος 1980: ας θυμηθούμε έναν κόσμο μακρινό και εξωτικό. Η Δυτική Γερμανία υπάρχει ακόμη κι έχει μόλις αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας ένα μινιμαλιστικό, με τα σημερινά μέτρα, τουρνουά οχτώ ομάδων, ανάμεσα στις οποίες είναι η Εθνική Ελλάδας. Ο πλανήτης περιμένει με ανυπομονησία τους Ολυμπιακούς της Μόσχας –ή, τέλος πάντων, το μποϊκοτάζ τους. Η Ναντ, που το προηγούμενο καλοκαίρι απέρριψε τον ελεύθερο και στα ντουζένια του Μισέλ Πλατινί, κέρδισε άνετα το πρωτάθλημα Γαλλίας ενώ η Μαρσέιγ υποβιβάστηκε. Βγαίνουν ακόμη άλμπουμ όπως το θρυλικό «Uprising» του Μπομπ Μάρλεϊ και των Γουέιλερς, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι θα είναι το τελευταίο που θα ηχογραφήσουν.

Κάποιο μεσημέρι αυτού του μακρινού Ιουλίου, ένα πούλμαν φτάνει στο προπονητικό κέντρο Ζονελιέρ στη Νάντη. Απ΄αυτό κατεβαίνουν μερικοί ασυνήθιστοι αθλητές: παράταιρες φόρμες, ντρέντλοκς, πολύχρωμοι σκούφοι και, όπως θα παρατηρήσει ένας παίκτης της Ναντ, κοκκινισμένα μάτια. «Τους είδαμε να έρχονται και αναρωτιόμαστε: Τι΄ναι τούτοι; Πού πάνε;». Όπως θα αποδειχθεί αργότερα, οι πολύ χαλαροί αυτοί τύποι ξέρουν μπάλα.

Είναι η ανεπίσημη ομάδα επιλέκτων των Γουέιλερς, η οποία, μετά από ενέργειες του πιο μικροκαμωμένου και του πιο παθιασμένου ανάμεσά τους, του Μπομπ Μάρλεϊ, θα παίξει ένα φιλικό 5Χ5 με την πρωταθλήτρια Γαλλίας, λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Μποζουάρ. Ανάμεσά τους ο μάγειρας που συνοδεύει το γκρουπ –οι ρασταφάρι ακολουθούν αυστηρές διατροφικές αρχές– και τα αδέρφια Κάρλτον (ντράμερ) και Άστον Μπάρετ (μπασίστας), το αμυντικό δίδυμο της ομάδας. Στην επίθεση εικάζουμε ότι παίζει ο Άλαν «Σκιλ» Κόουλ, ο καλύτερος ίσως παίκτης που έβγαλε η Τζαμάικα, το νησί της Καραϊβικής που λάτρεψε την μπάλα και τη μουσική ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κόουλ είναι ο καλύτερος φίλος του Μάρλεϊ και μάνατζερ στις περισσότερες περιοδείες που θα κάνουν οι Γουέιλερς από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Οργάνωσε, μάλιστα, την περίφημη συναυλία για την ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε τον Απρίλιο του 1980. Πριν από αυτό, όμως, υπήρξε λαμπρός επιθετικός μέσος, έπαιξε στην Εθνική σε ηλικία μόλις 15 ετών, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο στη βραζιλιάνικη Νάουτικο, με την οποία αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, τον Πελέ, έζησε από κοντά τον εμφύλιο στην Αιθιοπία και υπέγραψε ως συνδημιουργός μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Μάρλεϊ, το «War» –οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτό πιθανότατα έγινε λόγω μιας διαμάχης του τραγουδιστή με τη δισκογραφική του.

«Ο Άλαν αγαπούσε τη μουσική κι εγώ την μπάλα. Ήταν θέλημα Θεού να συναντηθούμε», διηγόταν ο Μάρλεϊ, που δεν άφησε, βέβαια, ανεκμετάλλευτα τα ταλέντα του φίλου του. Ανάμεσα στα καθήκοντά του Κόουλ ήταν να προπονεί τα μέλη της μπάντας. Διότι τα φιλικά ματς αποτελούσαν μέρος της ρουτίνας της περιοδείας. «Αν θέλεις να γνωρίσεις ποιος πραγματικά είμαι, πρέπει να παίξεις μπάλα με μένα και τους Γουέιλερς», κι αυτό ακριβώς γινόταν.

Ο κιθαρίστας Τζούνιορ Μάρβιν, ο Τζέικομπ Μίλερ των Ίνερ Σερκλ, ο Πάουλο Σέζαρ με μπικίνι κι ο Μπομπ που αποφεύγει να τον κοιτάξει

Αντί να δίνει συνεντεύξεις και συχνά παραμελώντας τα τεστ ήχου ο Μάρλεϊ οργάνωνε διπλά με κάθε διαθέσιμη ομάδα. Κόντρα σε δημοσιογράφους στο Μπάτερσι Παρκ στο Λονδίνο το 1975, εναντίον μιας μεικτής καλλιτεχνών και δημοσιογράφων δίπλα στον Πύργο του Άιφελ, το 1977 –οι Γάλλοι, ανάμεσά τους, θρυλείται αλλά δεν βάζουμε και το χέρι μας στη φωτιά, κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, τους υποτίμησαν και διαλύθηκαν–, στις εγκαταστάσεις της Φούλαμ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον Μάρτιο του 1980, παρέα με τον σπουδαίο Βραζιλιάνο μουσικό και συγγραφέα Τσίκο Μπουάρκε και τον Πάουλο Σέζαρ, τον παγκόσμιο πρωταθλητή του 1970 –ο οποίος βρήκε τον Μάρλεϊ πολύ μέτριο (κρίνετε μόνοι σας), αλλά ξέρετε πώς είναι οι Βραζιλιάνοι. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι Τζαμαϊκάνοι δεν οργάνωσαν ένα ματσάκι και στο Σαν Σίρο, στα τέλη Ιουνίου του 1980, λίγο πριν παίξουν μπροστά σε 120.000 θεατές. Ο θρύλος λέει ότι ο καρκίνος ο οποίος διαγνώσθηκε στον Μάρλεϊ το φθινόπωρο του 1980 οφειλόταν σε κάποιο από αυτά τα φιλικά ματς: ένα μοιραίο, σκληρό μαρκάρισμα, ένα παραμελημένο τραύμα που κακοφόρμισε. Στην πραγματικότητα, είχε στ΄αλήθεια τραυματιστεί άσχημα παίζοντας μπάλα στο Παρίσι το 1977 και ο γιατρός που τον φρόντισε του σύστησε να κάνει εξετάσεις για ένα νύχι του ποδιού του που φαινόταν κάπως ύποπτο, αλλά ο Μάρλεϊ προτίμησε να ακολουθήσει κάποιες εναλλακτικές θεραπείες, σύμφωνες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Διπλό δίπλα στον Σηκουάνα, 9 Μαΐου 1977

«Αγαπώ πρώτα τη μουσική και μετά το ποδόσφαιρο. Αν ερχόταν πρώτο το ποδόσφαιρο θα ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί είναι βίαιο άθλημα. Όταν κάποιος σου κάνει ένα γερό τάκλιν, σου ξυπνάει άγρια ένστικτα».

Ο Μπομπ Μάρλεϊ αγαπούσε, λοιπόν, πραγματικά το ποδόσφαιρο, έστω και μετά τη μουσική. Κι είχε και γούστο. Το καλοκαίρι του 1978, είχε φροντίσει το πρόγραμμά του να περιλαμβάνει συναυλίες στη Αργεντινή, όπου διεξαγόταν το Μουντιάλ –ένας από τους αγαπημένους του παίκτες ήταν ο Αρντίλες, τον οποίο πήγαινε κι έβλεπε με την Τότεναμ όταν ζούσε στο Λονδίνο. Άλλες αδυναμίες του, ο Πελέ, με τον οποίον υποτίθεται πως έμοιαζε κάπως στο στιλ, και ο νεαρός Μαραντόνα –είπαμε, έβλεπε μπάλα. Έπαιζε όμως καλά;

Γυρνάμε στη Ζονελιέρ, στις 2 Ιουλίου του 1980. Η Ναντ εκείνη την εποχή είχε σπουδαία ομάδα, ήταν αήττητη από το 1976 στο γήπεδό της (!), είχε φτάσει στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων και διακρινόταν  για το επιθετικό της παιχνίδι. Οι Τζαμαϊκάνοι έχουν απέναντί τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, όλους διεθνείς. Ανάμεσά τους ο Ανρί Μισέλ, ο αρχηγός που έχει ήδη κερδίσει τρία πρωταθλήματα με τη Ναντ και αργότερα θα γίνει προπονητής της Εθνικής Γαλλίας –για ένα φεγγάρι και του Άρη Θεσσαλονίκης– και ο Ζιλ Ραμπιγιόν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, ως τεχνικός διευθυντής των Καννών, θα ανακαλύψει έναν ταλαντούχο πιτσιρικά ονόματι Ζινεντίν Ζιντάν. Και οι δυο θυμούνται ότι η αρχική χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το ματς έδωσε γρήγορα τη θέση της στην εγρήγορση, καθώς δυο φορές προηγήθηκαν και δυο φορές ισοφαρίστηκαν από αυτούς τους φαινομενικά ανέμελους τύπους –οι επαγγελματίες θα κερδίσουν τελικά 4-3. Ο Μάρλεϊ θα βάλει δυο γκολ. Θα εντυπωσιάσει με την τεχνική του κατάρτιση αλλά κυρίως με τη σκυλίσια του επιμονή να κυνηγάει κάθε χαμένη μπαλιά. «Ήταν χαρούμενοι που έπαιζαν, τους άρεσε πραγματικά η μπάλα αλλά αντιμετώπιζαν το παιχνίδι πολύ σοβαρά. Μετά το ματς, μας κάλεσαν στο πούλμαν τους. Πολλή κάπνα, και δεν κάπνιζαν Γκολουάζ. Μας αφιέρωσαν έναν δίσκο, μας προσκάλεσαν στη συναυλία».

Το φιλικό αυτό ματς υπήρξε, παρεμπιπτόντως, πηγή αισθητικής απόλαυσης για κάθε εραστή της ωραίας ποδοσφαιρικής φανέλας και του μακρινού κόσμου του Ιουλίου του 1980. Στις φωτογραφίες, ο Μάρλεϊ φορά την ιστορική κίτρινη και πράσινη φανέλα της Ναντ , ο Ανρί Μισέλ την υπέροχη φανέλα του Περού κι ο Ζιλ Ραμπιγιόν της Ντούκλα Πράγας. Όλοι χαμογελαστοί.

Λίγους μήνες μετά, ο Μάρλεϊ θα καταρρεύσει στο Σέντραλ Παρκ όπου είχε πάει για να τρέξει. Θα πεθάνει στις 11 Μαΐου 1981, 36 χρονών, στην ηλικία όπου πολλοί ποδοσφαιριστές κρεμούν τα παπούτσια τους.

Οι 13 ξένοι της Πρέμιερ Λιγκ τον Δεκαπενταύγουστο του 1992

  [3 Σχόλια]

Στις μέρες μας η Πρέμιερ Λιγκ είναι το διασημότερο, δυσκολότερο και καλύτερο πρωτάθλημα σε ολόκληρη την Ευρώπη και κατ’ επέκταση στον κόσμο. Ένα πρωτάθλημα γεμάτο σπουδαίους παίκτες από τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και πολλούς ξένους από όλα τα μήκη και τα πλάτη των πέντε ηπείρων. Για την ακρίβεια, πάρα πολλούς ξένους. Αναλογικά στην Πρέμιερ Λιγκ αγωνίζονται οι περισσότεροι ξένοι από κάθε άλλο μεγάλο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Αλλά -ευτυχώς ή δυστυχώς- δεν ήταν πάντα έτσι. Για την ακρίβεια στις 20 Φεβρουαρίου του 1992, τη μέρα δηλαδή που το πρωτάθλημα άλλαξε ονομασία και έγινε επισήμως Πρέμιερ Λιγκ, στις 22 ομάδες που έπαιζαν στην μεγάλη κατηγορία δεν υπήρχαν πολλοί ξένοι ποδοσφαιριστές. Πόσο μακρινός φαντάζει αυτός ο αριθμός στις μέρες μας και πόσο ‘περίεργη’ και ‘ξένη’ φαντάζει εκείνη η εποχή είναι εύκολο να το αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε αρκεί να ρίξει μια ματιά στα ρόστερ των ομάδων και στα 13 ονόματα των παικτών που θα δείτε παρακάτω. Αυτοί ήταν οι μοναδικοί ξένοι παίκτες που αγωνίστηκαν την 1η αγωνιστική της παρθενικής Πρέμιερ Λιγκ, τον Δεκαπενταύγουστο του 1992.

[διάβασε περισσότερα →]