Η Κυριακή με την οικογένεια

  [Καθόλου σχόλια]

Η Πουέρτο Μοντ δεν είναι η πιο γνωστή ομάδα του κόσμου. Ο μόνος πιθανός λόγος να την ξέρετε (εκτός αν ζείτε στη Χιλή) είναι το γεγονός ότι ο 41 ετών Σεμπαστιάν «Λόκο» Αμπρέου είναι παίκτης της, ένας άρρωστος με την μπάλα ποδοσφαιριστής που θέλει να κάνει αυτό που αγαπά, ανεξάρτητα από χρήματα. Η Πουέρτο Μόντ όμως έχει ακόμα έναν Σεμπαστιάν. Τον 33χρονο οπαδό της Σεμπαστιάν Καρέρα που κι αυτός είναι άρρωστος με την μπάλα και την ομάδα. Μια ομάδα που βρίσκεται στη μέση της Β’ εθνικής της Χιλής και την Κυριακή που πέρασε αγωνιζόταν απέναντι στην Κοκίμπο Ουνίδο.

Η απόσταση μεταξύ των δύο πόλεων είναι περίπου 1500 χιλιόμετρα όπως βλέπετε και στο χάρτη και σίγουρα μπορεί κάποιος να σκεφτεί πολλά πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνει με το χρόνο του από το να τη διανύσει για να δει ένα ματς Β’ εθνικής που στο κάτω κάτω δεν ήταν και μεγάλης βαθμολογικής σημασίας. Όχι όμως ο Σεμπαστιάν που βρέθηκε στο Εστάδιο Μπισεντενάριο, ο μοναδικός οπαδός της Πουέρτο Μοντ στο πέταλο. Και φρόντισε να στηρίξει την ομάδα, να φωνάξει και στο τέλος να πανηγυρίσει σαν τρελός και τα δύο γκολ στη νίκη με 1-2 (με τον Λόκο Αμπρέου βασικό, αλλά χωρίς να σκοράρει).

Ο Σεμπαστιάν έγινε θέμα σε όλα τα σάιτ της Χιλής και η κίνησή του έφτασε μέχρι τη Γερμανία, με τον Αρτούρο Βιδάλ να τον αποθεώνει. Ο ίδιος πάντως δεν έδειξε να το θεωρεί κάτι ιδιαίτερο: «Είναι μακρύ, εξουθενωτικό ταξίδι, αλλά είναι πολύ σημαντικό να έρθω να δω την ομάδα μου. Είναι νομίζω η έκτη φορά που έρχομαι εδώ, υποστηρίζω την Πουέρτο Μοντ εδώ και 20 χρόνια. Είναι δύσκολο να υποστηρίζεις μια τέτοια ομάδα, καθώς στην πόλη οι περισσότεροι υποστηρίζουν τις ομάδες της πρωτεύουσας. Είναι λίγα τα νέα παιδιά που υποστηρίζουν την Πουέρτο Μοντ».

Λίγο φάλτσος, αλλά δεν σταματάει

Στη συνέχεια ο Σεμπαστιάν ζήτησε συγγνώμη από τη γυναίκα και το γιο του που τους στέρησε μια Κυριακή μαζί. Έπρεπε να είναι με την «άλλη οικογένειά του» όπως είπε, τους πράσινους. Τώρα αν η γυναίκα του τον περιμένει με τον πλάστη στην πόρτα δεν το ξέρουμε. Οι παίκτες και η διοίκηση της Πουέρτο Μοντ πάντως τον αποθέωσαν και τον τίμησαν για τη στήριξη. Ο Σεμπαστιάν δεν θα σταματήσει να ακολουθεί την ομάδα σε μια αγάπη χωρίς άλλα κίνητρα και χωρίς ανταπόδοση. Όπως έγραψε και ο ποδοσφαιριστής της ομάδας Χουάν Πάμπλο Αμπαρσούα:

«Αυτή η νίκη είναι για σένα. Σε ευχαριστούμε που μας πιστεύεις και μας ακολούθησες μέχρι εδώ χωρίς να σε νοιάζει τίποτα και έδωσες τα πάντα για την ομάδα σου»

ΥΓ Ευχαριστούμε τον αναγνώστη Μάνο που μας ενημέρωσε για το θέμα.

Το γήπεδο των δύο χωρών

  [3 Σχόλια]

Κατά καιρούς έχουμε ασχοληθεί με διάφορα γήπεδα ανά την υφήλιο. Κάποια που ήταν στραβά (στην κυριολεξία), άλλα που είχαν δέντρα μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Αυτή τη φορά θα ταξιδέψουμε σε δύο χώρες για… ένα γήπεδο. Βλέπετε θα πάμε στην πόλη Γιακουίμπα στα νότια της Βολιβίας, δίπλα στα σύνορα με την Αργεντινή. Πριν περίπου δυο εβδομάδες έγιναν με κάθε επισημότητα από τις τοπικές αρχές τα εγκαίνια ενός μικρού ποδοσφαιρικού γηπέδου για να αθλούνται οι κάτοικοι της υποβαθμισμένης περιοχής. Τίποτα το περίεργο θα πείτε. Μόνο που το γήπεδο είναι ακριβώς δίπλα στα σύνορα με την Αργεντινή. Τόσο δίπλα, που η μια εξέδρα χτίστηκε πίσω από το συρματόπλεγμα των συνόρων και μέσα στο έδαφος της Αργεντινής και συγκεκριμένα ανήκει στην πόλη Σαλβαδόρ Μάσα που είναι η πιο βόρεια πόλη της Αργεντινής και είναι κολλητά με την Γιακουίμπα.

Δύο πόλεις δίπλα δίπλα

Φυσικά οι Βολιβιανοί δεν πήραν κάποια σχετική άδεια, απλά είδαν ότι η εξέδρα δεν χωρούσε πουθενά αλλού και την έφτιαξαν εκεί. Ο δήμαρχος της Γιακουίμπα (και δικηγόρος) Ραμίρο Βαγιέχος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις λέγοντας ότι όλοι ζουν στα σύνορα και πέρα από τις διαχωριστικές γραμμές και τα εδάφη, υπάρχει και η αδελφότητα μεταξύ των λαών. Πρόσθεσε ότι θα ομορφύνει και η πόλη της Αργεντινής (μια που οι Βολιβιανοί καθάρισαν την έκταση που ήταν χωματερή). Αρκετοί από τους κατοίκους της γειτονικής πόλης συμφώνησαν και δεν ενοχλήθηκαν. Φυσικά, υπάρχουν κι οι λιγότεροι ρομαντικοί και έτσι η… αμφισβήτηση των συνόρων δεν αντιμετωπίστηκε τόσο χαλαρά από άλλους. Το αποτέλεσμα ήταν ο δήμος της Βολιβίας να βγάλει κάποιες φωτογραφίες που εξηγεί ότι η εξέδρα δεν είναι ακριβώς μέσα στην Αργεντινή (με γραμμές που θυμίζουν φωτογραφία οπαδικής εφημερίδας σε φάση με οφσάιντ), αλλά στην… ουδέτερη ζώνη, έτσι ώστε να γλιτώσει το διεθνές επεισόδιο.

Η αμήχανη στιγμή που για να κυνηγήσεις την μπάλα που έφυγε εκτός γηπέδου, χρειάζεσαι διαβατήριο

Έτσι κι αλλιώς πάντως, οι περισσότεροι γείτονες της πόλης Σαλβαδόρ Μάσα είδαν με καλό μάτι τα έργα. Σχεδόν ξεχασμένοι από την κεντρική εξουσία, μιας αρκετά υδροκεφάλης χώρας, δεν τους πείραξαν τόσο πολύ τα μερικά μέτρα για την μεγάλη εξέδρα, αφού κανείς ποτέ δεν θα έδινε χρήματα για να καθαρίσει η περιοχή, ενώ το γήπεδο είναι δίπλα σε μια παιδική χαρά και πολύ θα ήθελαν να μπορούν να πηγαίνουν κι αυτοί εκεί. Και στο κάτω κάτω θα μπορούν να βλέπουν και λίγη μπάλα…

O θαρραλέος Ρίνγκο και η βόλτα με τον Κλοπ

  [6 Σχόλια]

O 15χρόνος Ρίνγκο είχε βγει για την καθιερωμένη του -Σαββατιάτικη- βόλτα στην Albert Dock χαζεύοντας τον ποταμό Mersey. Το συνηθίζει κάθε Σάββατο πρωί εδώ και δύο χρόνια. Για να ηρεμεί. Να χάνεται στις σκέψεις του και να ξεχνά τα όποια του προβλήματα. Έστω και για λίγο. Σήμερα όμως είναι μια αρκετά διαφορετική μέρα. Σε λίγες ώρες η αγαπημένη του Λίβερπουλ θα υποδεχτεί την μισητή Γιουνάιτεντ και το άγχος είχε γεμίσει ήδη ολόκληρο το κορμί του νεαρού. Εισιτήριο για το γήπεδο δεν μπόρεσε να βρει, και τα λιγοστά χρήματα που βγάζει η μητέρα του δεν του επιτρέπουν να αγοράσει κάρτα διαρκείας στην ποδοσφαιρική πραγματικότητα της -σύγχρονης- Πρέμιερ Λιγκ. Αυτό δεν ενοχλεί καθόλου τον ίδιο. «Θα αγοράσω το πρώτο μου διαρκείας όταν αποκτήσω τη δική μου δουλειά και θα βγάζω πολλά χρήματα» λέει συνεχώς στον κολλητό του, τον Ματ. Φανατικός και αυτός με τους κόκκινους. «Θα βοηθήσω και τη μάνα μου τότε. Το αξίζει». Ο Ρίνγκο δεν γνώρισε πατέρα και η μητέρα του τού χάρισε το όνομα Ρίνγκο από τον ντράμερ των Beatles. Τόσο η Κάρεν (η μητέρα του) όσο και αυτός, λατρεύουν σε βαθμό υπερβολής τα «Σκαθάρια». Αυτούς και τους Pink Floyd. Μάλιστα το αγαπημένο τραγούδι του Ρίνγκο δεν είναι κάποιο απ’ την πλούσια δισκογραφία των Beatles, αλλά το Fearless της μπάντας του Ρότζερ Γουότερς, για λόγους που είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτοί για όσους έχουν ακούσει το εν λόγω τραγούδι. Έστω για μία, και μοναδική φορά.

Καθώς διασχίζει ήσυχος και μοναχικός τον δρόμο -με τις πρώτες αχτίδες του ηλίου να έχουν αρχίσει ήδη να ξεπροβάλλουν διστακτικά- ο Ρίνγκο θα δει από μακριά μια αρκετά γνώριμη φιγούρα. Έναν τύπο -η αλήθεια είναι- που μοιάζει κάπως χαμένος. Αρκετά αγχωμένος. Κλεισμένος για τα καλά στις σκέψεις του. Έχει τα χέρια στις τσέπες του ακριβού αθλητικού του μπουφάν και φορά αθλητικό καπέλο και γυαλιά μυωπίας. «Ρε λες» θα σκεφτεί και θα πλησιάσει μουδιασμένος. «Συγνώμη, εσείς είστε κύριε Κλοπ» θα ρωτήσει με -σχεδόν- τρεμάμενη φωνή και μάτια ορθάνοικτα σαν του παιδιού που βλέπει για πρώτη φορά τον ήρωά του. Η απάντηση είναι καταφατική και ο Γερμανός θα του προτείνει να περπατήσει στο πλάι του για μερικά μέτρα. Δείχνει να χρειάζεται παρέα. Κάποιον -τον οποιονδήποτε- για λίγα λεπτά της ώρας. Ο νεαρός θα δεχτεί και για τις επόμενες στιγμές θα νιώσει -έστω και όχι σε βάθος- το συναίσθημα που προκαλεί η πρώτη βόλτα πατέρα και γιου. Μια βόλτα που τόσο του έλειπε. Μια βόλτα και μια κουβέντα για τα πρώτα σοβαρά θέματα που αφορούν τα περισσότερα αγόρια σε αυτή την ηλικία. Σχολείο, έρωτες, μουσική, ποδόσφαιρο…

-Πως σε λένε, θα ρωτήσει ο Κλοπ

-Ρίνγκο κύριε…

-Ρίνγκο. Όπως τον ντράμερ; Τι περίεργο όνομα…Περίεργο αλλά ωραίο!

-Μάλιστα κύριε. Η μητέρα μου λατρεύει τους Beatles αλλά δεν ήθελε να μου χαρίσει κάποιο συνηθισμένο όνομα όπως Τζον και Πολ και το Τζωρτζ, που της αρέσει, της θυμίζει κάτι που την κάνει να κλαίει. Δεν ξέρω…

-Πως το βλέπεις σήμερα Ρίνγκο; Έρχονται ως φαβορί. Συγνώμη, δεν σε ρώτησα αλλά φαντάζομαι σου αρέσει το ποδόσφαιρο. Είσαι με εμάς ή με τους άλλους; Tους μπλε. Εκείνους που έκλεινε ο Σάνκλι τις κουρτίνες όταν -υποτίθεται- πως τους έβλεπε να παίζουν στον κήπο του σπιτιού του;

O μικρός χαμογέλασε. Ήξερε πολύ καλά την ιστορία και χάρηκε ακόμα περισσότερο που ένας Γερμανός που έχει μόλις δύο χρόνια στο Λίβερπουλ είχε προλάβει να μάθει λεπτομέρειες για την κόντρα με τους «άλλους», τους «μπλε». Εκείνους που δεν κερδίζουν ποτέ κάποιο τρόπαιο.

-Είμαι με την Λίβερπουλ κύριε και πιστεύω πως σήμερα θα τους διαλύσουμε. Το «παραμύθι» τελειώνει για την ομάδα του Ζοσέ και πιστεύω μάλιστα πως αν σκοράρουμε ένα γρήγορο τέρμα, μπορούμε να τους σκορπίσουμε. Ακόμα και 4-0 το βλέπω.

-Μακάρι να είχαν αυτό το σκεπτικό και οι παίκτες μου, σκέφτηκε ο Κλοπ και συνέχισε να περπατά και να τον ρωτάει διάφορα πράγματα. Η ώρα πλησίαζε 7 και σε λίγο θα έπρεπε να πάει να βρει τους συνεργάτες του για να βάλουν τις τελευταίες «πινελιές» στην τακτική της ομάδας. Το παιχνίδι του Άνφιλντ άλλωστε -σε όποια κατάσταση και να βρίσκονται οι ομάδες- θα είναι πάντα το σπουδαιότερο σε ολόκληρη την Βρετανία κι απ’ τα πιο σημαντικά σε ολόκληρο τον πλανήτη.

-Θεωρείς πως μαρκάρουμε καλά σε συνθήκες ζώνης; Προσπαθώ να το βελτιώσω εδώ και καιρό αλλά με τον Λόβρεν στην εντεκάδα -ως κύριο οργανωτή- γελάνε και τα δοκάρια στο Άνφιλντ.

-Κάνετε χιούμορ, αλλά γιατί δεν βάζετε τον Κλάβαν αφού ο Ντέγιαν δεν παίζει καλά;

-Νεαρέ μου προτιμώ να βάλω ένα κώνο με ροδέλες παρά τον Εσθονό. Τουλάχιστον ο κώνος θα τσουλάει όταν θα τον σπρώχνει κάποιος, άσε που μπορεί τυχαία να κόψει και καμιά μπαλιά καθώς θα περιφέρεται δεξιά και αριστερά. Έχεις ακούσει ξανά για Εσθονό ποδοσφαιριστή; Εγώ όχι. Και πριν προλάβεις να μου πεις ότι εγώ τον έφερα στην ομάδα, θα σου πω πως έγινε λάθος. Εγώ ήθελα τον Γιαν Μπράκερ, δεν τον έχεις δει φαντάζομαι. Ο Zέλικο -ο Μπούβατς- κατάλαβε λάθος και κάναμε πρόταση για τον Κλάβαν. Όταν το συνειδητοποιήσαμε ήταν πια αργά και για να αποφύγουμε το ρεζιλίκι, τον φέραμε στο Μέλγουντ.

-Εντάξει. Ούτε στο τοπικό τέτοια συνεννόηση. Τέτοια ρεζιλίκια όμως δεν κάναμε και φέτος το καλοκαίρι με τον Φαν Ντάικ της Σαουθάμπτον; Τουλάχιστον αυτόν θα τον πάρουμε τον Γενάρη. Έτσι δεν είναι;

-M’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι…

-Τι είπατε; Δεν σας άκουσα…

-Είναι να τον λυπάσαι τον Κλάβαν, λέω. Είναι να τον λυπάσαι…

-Ο κολλητός μου λέει πως χρειαζόμαστε έναν παικταρά σε κάθε θέση του άξονα. Ένα σούπερ κεντρικό αμυντικό όπως ήταν ο Κάρα, ένα φοβερό αμυντικό μέσο και κάποιο σπουδαίο επιθετικό των +30 τερμάτων. Συμφωνώ και εγώ μαζί του και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί συνεχίζετε να βάζετε τον Στάριτζ στην κορυφή. Είναι πιο σοφτ κι απ’ τον γυάλινο άνθρωπο σε εκείνη την ταινία με τον Σάμιουελ Τζάκσον και τον Μπρους Γουίλις. Την έχετε δει;

-Αυτό το τελευταίο το έχει γράψει και ο Γαργαντούας στο el sombrero  και μάλλον έχει δίκιο. Λες να βάλω βασικό σήμερα τον Ντάνι Ινγκς και να ψάχνονται όλοι; Θα προκαλέσω αίσθηση και ίσως μπερδέψω τον Μουρίνιο. Λογικά θα έχουν ξεχάσει την ύπαρξή του εκεί στο Μάντσεστερ. Τα ίδια είχε κάνει η Λίβερπουλ με τον Χάουαρντ Γκέιλ στο Μόναχο το ’81. Ήσουν αγέννητος ρε μπόμπιρα, μην κάνεις πως το ξέρεις. Την ταινία δεν την έχω δει, θα το κάνω όμως, υπόσχομαι.

-Δεν ξέρω κύριε. Δεν γνωρίζω από προπονητική. Εγώ μιλάω καθαρά απ’ την σκοπιά του απλού οπαδού. Εσείς είστε προπονητής και εσείς υποτίθεται ότι ξέρετε από τέτοια πράγματα. Τακτικές, συστήματα, μπλόφες και ταχυδακτυλουργικά κόλπα όπως αυτό που σκεφτήκατε μόλις με τον Ντάνι Ινγκς.

-Καλά και ‘μεις στο σπίτι. Όλα καλά…

(σιωπή λίγων λεπτών και πάλι)

-Πάντως να ξέρεις μικρέ μου φίλε. Οι καλύτερες μέρες για την ομάδα πλησιάζουν. Το νιώθω. Ξέρεις τo μικρό διήγημα του Καμύ «Οι μυγδαλιές»; Είναι απ’ τα πιο αισιόδοξα του. Σε αυτό κάπου γράφει: «‘Όταν έμενα στο Αλγέρι, έκανα πάντα υπομονή το χειμώνα, επειδή ήξερα πως σε μια νύχτα, μια μόνο κρύα και καθαρή νύχτα του Φλεβάρη, οι μυγδαλιές της κοιλάδας Ντε Κονσύλ θα γέμιζαν με άσπρα λουλουδάκια. Ένιωθα επιπλέον θαυμασμό να τα βλέπω σαν το εύθραυστο χιόνι που αντιστέκεται σ’ όλες τις βροχές και τους ανέμους της θάλασσας». Έτσι δεν λέει και το τραγούδι της ομάδας; Προχώρα μπροστά ανάμεσα στον άνεμο και τις βροχές. Αυτό λοιπόν κάνω και εγώ. Έχω τόλμη, υπομονή και σκέφτομαι αισιόδοξα. Αυτό να κάνετε και εσείς. Εντάξει, 28 χρόνια δίχως πρωτάθλημα δεν είναι λίγα. Ρώτα όμως και τους οπαδούς του ΠΑΟΚ.

-Αυτός ο Καμύ κύριε είναι Αλγερινός; Έπαιξε για την εθνική του όπως ο Μαχρέζ ή έγινε Γάλλος όπως ο Ζιντεντίν Ζιντάν; Τον ΠΑΟΚ τον ξέρω. Είχε αγωνιστεί σε αυτούς και ένας δικός μας, ο Ελ Ζαρ. Από τότε, όπως μου έχει πει ο πατέρας του Ματ, οι Άγγλοι φοβούνται να πάνε ταξίδι στην Θεσσαλονίκη…

Ο Κλοπ γέλασε και άρχισε να προσπαθεί -μάταια- να θυμηθεί ποιος στο καλό είναι αυτός ο Ελ Ζαρ…

(σιωπή μερικών λεπτών και πάλι)

O Γερμανός έβγαλε ένα μικρό iPad και άφησε να ξεχυθούν κάποιες μελωδίες των Liverpool Express φέρνοντας στο μυαλό του τον Ντίντι τον Χάμαν με τη φανέλα της Λίβερπουλ να οργανώνει -και να οργώνει- στο χώρο της μεσαίας γραμμής. Καθώς έπαιζε το Dreamin’, έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και «ονειρεύτηκε» μια άνετη επικράτηση στο παιχνίδι του Άνφιλντ, έπειτα σταμάτησε να αγοράσει δύο καφέδες. «Αν δεν πιω καφέ τα επόμενα λεπτά θα με πάρει ο ύπνος όρθιο στο δρόμο» είπε χαμηλόφωνα ο Κλοπ, με τον Ρίνγκο να φέρνει στο μυαλό του εικόνες απ’ τον πάγκο των «κόκκινων». «Έχεις χρήματα να με κεράσεις έτσι;» είπε με σοβαρότητα στον νεαρό. «Αστειεύομαι! Ο καθένας τα δικά του». Ένα μειδίαμα ζωγραφίστηκε αμέσως στο πρόσωπο του νεαρού, ίδιο με αυτό που κάνουν τα χείλη του όταν βλέπει τον Βαινάλντουμ να βγάζει κάθετη μπαλιά. «Το εννοώ» είπε ο Κλοπ «Το έχω σε κακό να κεράσω πριν από αγώνα».

-Δεν θέλω κάτι. Αλήθεια.

-Καλά. Θα ήθελες τουλάχιστον δύο εισιτήρια για το Kop; Να πας με τον κολλητό σου τον Ματ, αν θες.

Ο κόσμος σταμάτησε για μια στιγμή, καθώς ο διάσημος προπονητής της Λίβερπουλ έβγαλε από το μπουφάν του τα δύο εισιτήρια. Τα μάτια του Ρίνγκο γέμισαν με χαρά και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα μεγάλο και αληθινό χαμόγελο. Υπάρχει κάτι πιο ωραίο από το χαμόγελο ενός παιδιού; O Γιούργκεν Κλοπ έγινε σε ένα δευτερόλεπτο ο ήρωας του. Ο απόλυτος ήρωας του.

-Σας ευχαριστώ. Δεν έχω λόγια, ειλικρινά. Είναι το καλύτερο δώρο που μου έχουν κάνει ποτέ.

-Μην με ευχαριστείς. Χάρηκα πολύ την κουβέντα μας και αν τύχει ποτέ να με δεις ξανά, να μου μιλήσεις. Να ευχαριστηθείς το παιχνίδι και να φωνάξεις όσο μπορείς σήμερα. Θα τους κερδίσουμε. Στο υπόσχομαι.

Ο Κλοπ έφυγε χαμογελαστός. Ο Ρίνγκο κρατούσε τα εισιτήρια όσο πιο σφιχτά μπορούσε και ξεκίνησε τρέχοντας για το σπίτι του Ματ. Ποιος να το πιστέψει όλο αυτό; Ο Ρίνγκο είχε εισιτήρια για το σπουδαιότερο παιχνίδι της σεζόν (μέχρι το επόμενο) στο πέταλο των φανατικών. Και θα πήγαινε εκεί με τον καλύτερό του φίλο. Τι πιο ωραίο απ’ αυτό; Στις 12:30 ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη. Οι δύο φίλοι ξελαρυγγιάζονταν τραγουδώντας το YNWA αγκαλιασμένοι και ο Ρίνγκο έψαχνε να βρει τον Ινγκς στο γήπεδο. «Δε τον έβαλε τον Ντάνι» θα σκεφτεί, καθώς βλέπει το πρώτο σλάλομ του μικρού μάγου, του Κουτίνιο. Ο Κλοπ φωνάζει έξαλλος τον Χέντερσον να καλύψει τα πάντα μπροστά απ’ τους δύο στόπερ. Ο Μουρίνιο διαμαρτύρεται με αυτό το ειρωνικό του βλέμμα προς τον τέταρτο. Ο κόσμος τον «στολίζει» με πολλά όμορφα λόγια που μπορείς να ακούσεις μόνο σε κάποιο γήπεδο. «Μα καλά πόσο ογκώδης είναι ο Λουκάκου» θα πει ο Ματ στον Ρίνγκο. Η αναμέτρηση μυρίζει ήδη μπαρούτι. Ο κόσμος συνεχίζει να τραγουδά κι απ’ τις δύο πλευρές. Σέντρα από τα δεξιά. Γκολ!

Όταν ο Μπλάνκο έστειλε στον κουβά τους συμπαίκτες του

  [Καθόλου σχόλια]

Στην ιστορία του Σομπρέρο υπάρχουν κάποιες προσωπικότητες στις οποίες έχουμε αδυναμία. Που δεν βαριόμαστε να ασχολούμαστε μαζί τους και να αφιερώνουμε παραπάνω από ένα κείμενο. Μια τέτοια είναι ο σπουδαίος τεχνίτης-ζογκλέρ-ψυχάκιας Κουαουτέμοκ Μπλάνκο. Ο Μεξικάνος φορ που έπαιζε μέχρι τα 40κατι του μπάλα, έκανε ένα πέρασμα από τα ευρωπαϊκά γήπεδα που δυστυχώς ήταν σύντομο. Το 2000 σε ηλικία σχεδόν 28 χρονών πήγε δανεικός στη Ρεάλ Βαγιαδολίδ για να ζήσει το όνειρο, αλλά λίγους μήνες αργότερα χτύπησε πολύ σοβαρά σε παιχνίδι της εθνικής με το Τρινιντάντ-Τομπάγκο και έμεινε εκτός δράσης για έξι μήνες.

Σκληρές εικόνες, αλήθεια…

Ήταν ένας από τους πιο άδικους τραυματισμούς, αφού με το σκορ στο 6-0 (!!), ο αμυντικός Έλκοκ έκανε ένα τρομακτικό, δολοφονικό χτύπημα στον Μπλάνκο μέσα στην περιοχή. Ο διαιτητής έδωσε το πέναλτι και την κόκκινη, το ματς έληξε 7-0, αλλά ο Μπλάνκο υπέστη ρήξη χιαστού και έμεινε για μισό χρόνο εκτός. Ο Έλκοκ έγινε γνωστός ως ο χασάπης του Τρινιντάντ, αυτή ήταν και η τελευταία του διεθνής συμμετοχή, γεγονός που τον έκανε άκρως αναγνωρίσιμο και μετά το τέλος της καριέρας του. Δεν ήταν λίγοι οι Μεξικάνοι που τον συναντούσαν χρόνια μετά και θυμόντουσαν το περιστατικό, ο Μπλάνκο άλλωστε είναι για πολλούς εθνικός ήρωας. Όταν επέστρεψε από τον τραυματισμό δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος και έχοντας χάσει σε ταχύτητα, δεν μπόρεσε να εντυπωσιάσει και έχασε τις ελπίδες του για μια μεταγραφή σε μεγαλύτερο ευρωπαϊκό σύλλογο. Ο ίδιος λέει ότι αυτό το χτύπημα του χάλασε μια μεταγραφή στη Ρεάλ. Πρόλαβε όμως να αφήσει το στίγμα του και στην Ισπανία.

Στην αρχή της επόμενης σεζόν, στις 29 Σεπτεμβρίου του 2001 όταν η Βαγιαδολίδ ταξίδεψε στο Μπερναμπέου για να αντιμετωπίσει τη Ρεάλ που κατέβηκε με παίκτες όπως οι Κασίγιας, Ρομπέρτο Κάρλος, Μακελελέ, Ραούλ, Ζιντάν, Φίγκο και Ιέρο. Μια Ρεάλ που έχασε εκείνη τη σεζόν το πρωτάθλημα από τη Βαλένθια και βγήκε 3η, αλλά κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με αυτό το γκολ. Ποιος θα πόνταρε υπέρ της Βαγιαδολίδ; Ούτε οι παίκτες της. Και δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η αλήθεια. Βλέπετε οι παίκτες της Βαγιαδολίδ είχαν το συνήθειο εκείνη την περίοδο να παίζουν συνεταιρικά κινιέλα, το περίπου αντίστοιχο του ΠΡΟ-ΠΟ στην Ισπανία με 15 αγώνες (αν δεν κάνω λάθος 14 αγώνες και ένα ακόμα ματς για μπόνους που μαντεύεις το σκορ).

Υπεύθυνος εκείνης της εβδομάδας για την κατάθεση του δελτίου ήταν ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας Αλμπάνο Μπισάρι που στο ματς της ομάδας του έπαιξε ξερό άσσο, όπως έκαναν πάντα οι παίκτες καθώς αν η ομάδα κέρδιζε ήταν χαρούμενοι, αν έχανε τουλάχιστον είχαν πιάσει το σημείο. Οι προβλέψεις των παικτών της Βαγιαδολίδ ήταν εξαιρετικά σωστές εκείνο το Σαββατοκύριακο, αφού έπιασαν τα υπόλοιπα 13 παιχνίδια, αλλά και το σκορ του μπόνους. Συμπληρώνοντας και τη νίκη της Ρεάλ θα τα έπιαναν όλα. Και τα πράγματα πήγαιναν… καλά. Η Ρεάλ μόλις στο 4′ άνοιξε το σκορ με κεφαλιά του Ζιζού, η Βαγιαδολίδ ισοφάρισε δύο λεπτά αργότερα και ο Ραούλ στο 19′ έκανε το 2-1. Οι Μαδριλένοι έχασαν αρκετές ακόμα ευκαιρίες για να καθαρίσουν το ματς, αλλά το σκορ παρέμενε στο 2-1. Εννιά λεπτά πριν την λήξη ο κόουτς Μορέ πέρασε μέσα τον Μπλάνκο μπας και γίνει το θαύμα. Στο 88′ η Βαγιαδολίδ κέρδισε το φάουλ, ο Μεξικάνος πήρε την μπάλα και εκτέλεσε ένα τέλειο φάουλ, μέσα από το τείχος και στα δίχτυα του Κασίγιας, γράφοντας το 2-2 που ήταν και το τελικό.

Φυσικά η ισοπαλία στο Μπερναμπέου πανηγυρίστηκε έξαλλα, μέχρι που οι παίκτες συνειδητοποίησαν τι είχε γίνει. Το συνολικό ποσό που θα μοιράζονταν ήταν περίπου 5 εκατομμύρια € (!!) και ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι κάποιοι παίκτες της Βαγιαδολίδ δεν τα είχαν ανάγκη, σκεφτείτε ότι στο εβδομαδιαίο δελτίο συμμετείχαν και μεροκαματιάρηδες άνθρωποι όπως φυσιοθεραπευτές και μέλη του τεχνικού τιμ. Το ένα από τα μόλις τρία γκολ του Μπλάνκο στη σύντομη ισπανική του καριέρα στοίχισε σε αρκετούς ανθρώπους περίπου 150.000€, ποσό ικανό να αλλάξει τη ζωή τους. Τελικά, οι νικητές μοιράστηκαν από περίπου 1.000€ ο καθένας, ποσό ελάχιστο, αλλά τουλάχιστον είχαν να λένε ότι δεν έχασαν από την κορυφαία ομάδα της Ευρώπης εκείνη τη χρονιά, κλέβοντας μια ιστορική ισοπαλία στο τέλος.

Η καλύτερη τελευταία ημέρα προκριματικών Μουντιάλ ποτέ

  [5 Σχόλια]

Το Μουντιάλ είναι η μεγαλύτερη και πιο ιερή στιγμή ενός ποδοσφαιρόφιλου, η αποθέωση της ποδοσφαιρικής ιεροτελεστίας. Γίνεται όμως τα προκαταρκτικά να είναι ακόμα καλύτερα από το… κυρίως γεύμα που θα δούμε στη Ρωσία; Με αυτά που ζήσαμε τις προηγούμενες μέρες μπήκαμε σε σκέψεις. Ο 45χρονος Αιγύπτιος τερματοφύλακας, ο πανηγυρισμός του οπαδού χωρίς πόδι, η μικρούλα Ισλανδία, η αυτοκτονία της Σκωτίας. Με αυτά που έγιναν χθες όμως σιγουρευτήκαμε. Όσα συνέβησαν σε διάφορα μέρη του κόσμου έγραψαν ιστορία, χάρισαν στιγμές και εικόνες που είναι αδύνατο να χωρέσουμε σε ένα κείμενο. Θα το προσπαθήσουμε όμως.

Όλα ξεκίνησαν χθες το μεσημέρι Ελλάδας με την ομάδα χωρίς έδρα, τη Συρία, να κάνει την ύστατη προσπάθεια στη ρεβάνς με την Αυστραλία και να ανοίγει μόλις στο 6′ το σκορ απέναντι στο μεγάλο φαβορί. Ο αειθαλής Τιμ Κέιχιλ με τι άλλο, με κεφαλιά ισοφάρισε γρήγορα αλλά οι Αυστραλοί δεν κατάφεραν να βάλουν ένα δεύτερο γκολ. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση, η Συρία έμεινε με 10, ο Τιμ Κέιχιλ έκανε το 2-1 (ω τι έκπληξη, με κεφαλιά) και ενώ όλοι πίστευαν ότι η Συρία είχε αποχαιρετίσει οριστικά, ο σταρ της Ομάρ Αλ Σομά πήγε να κάνει το έπος όταν στο 120′ εκτέλεσε φάουλ και η μπάλα σταμάτησε στο δοκάρι της Αυστραλίας. Η Συρία άγγιξε το όνειρο. Ένας αποκλεισμός που στενοχώρησε πολλούς ουδέτερους, ένα όμορφο παραμύθι που δεν είχε καλό τέλος.

Οι ταλαιπωρημένοι από τον πόλεμο Σύριοι, σε πλατεία της Δαμασκού

Αυτό ήταν το προειδοποιητικό χτύπημα. Γιατί μπορεί τα ευρωπαϊκά πλην της Πορτογαλίας και της τεράστιας αγωνίας της δικής μας εθνικής με το Γιβραλτάρ να είχαν καθαρίσει, στη Ν. Αμερική όμως είχαμε έξι ομάδες να διεκδικούν την τελευταία αγωνιστική τέσσερις θέσεις. Και πριν προλάβουμε να συνέλθουμε εμείς και να πάρουν καμία ανάσα οι παίκτες της Αργεντινής στο υψόμετρο του Κίτο, το Εκουαδόρ έπαιξε βόλεϊ με απανωτές κεφαλιές και σκόραρε στα 40″ μόλις δευτερόλεπτα, το πιο γρήγορο γκολ που έχει δεχτεί ποτέ η Αργεντινή.

Με το 1-0 αυτό φυσικά η Αργεντινή πήγαινε σπίτι της. Οι φίλαθλοι του Εκουαδόρ άρχισαν τα ειρωνικά Όλε-Όλε σε κάθε πάσα. Πίστευε κανείς ότι η 2η χειρότερη επίθεση, χωρίς ψυχολογία θα τα κατάφερνε; Κι όμως, ο Λιονέλ Μέσι έκανε το ματς που μήνες τώρα περιμέναμε, αυτό που τον βάζει στο πάνθεον της εθνικής, δίπλα σε παίκτες όπως ο Παλέρμο, παίκτες που χάρισαν προκρίσεις στο τέλος, παίκτες που έκαναν κατάθεση ψυχής και ταλέντου. Με δυο δικά του γκολ η Αργεντινή έφερε τούμπα το ματς στο 13′, ενώ το «αδιάφορο» Εκουαδόρ έκανε αλλαγή στο 40′, βάζοντας και τον τραυματία (!) Ένερ Βαλένσια για να τα παίξει όλα για όλα.

Λέγοντας για αδιάφορους, η Βολιβία χαλούσε το πάρτι της Ουρουγουάης με 0-1, αλλά οι γηπεδούχοι το γύρισαν κι αυτοί σε 2-1 πριν το ημίχρονο. Με τα αποτελέσματα ημιχρόνου Βραζιλία, Ουρουγουάη, Χιλή, Αργεντινή έπαιρναν την πρόκριση και η Κολομβία πήγαινε στα μπαράζ. Παραγουάη και Περού στα σπίτια τους. Το 2ο ημίχρονο ξεκινάει και ήταν η τρίτη αδιάφορη της ημέρας που το πήρε πάνω της. Μπορεί Χιλιανοί και Βραζιλιάνοι πριν το ματς να αγκαλιάζονταν έξω από το γήπεδο και να έλεγαν ότι θα αφήσουν εκτός την Αργεντινή, αλλά οι τίμιοι Βραζιλιάνοι ποδοσφαιριστές με τον Παουλίνιο έκαναν το 1-0, μετά από κακή απόκρουση του Κλαούντιο Μπράβο. Ακόμα και με αυτό το αποτέλεσμα όμως, η Χιλή πήγαινε τουλάχιστον στα μπαράζ στην ισοβαθμία με το Περού εξαιτίας καλύτερης διαφοράς τερμάτων.

Στο αμέσως επόμενο λεπτό ο Χάμες Ροντρίγκες έβαζε φωτιά στη Λίμα. Περού-Κολομβία 0-1. Προκρίνονται Βραζιλία, Ουρουγουάη, Κολομβία, Αργεντινή και η Χιλή στα μπαράζ. Πριν προλάβουν τα ραδιοφωνάκια να ενημερώσουν Βιδάλ και Αλέξις Σάντσες, η Βραζιλία πέτυχε στο ξέφωτο τη Χιλή και με τον Γκαμπριέλ Ζεσούς έκανε το 2-0. Ένα αποτέλεσμα που συνέφερε την Αργεντινή σε περίπτωση ισοβαθμίας, αλλά και το Περού αν μπορούσε να σκοράρει. Γρήγορα γρήγορα η Αργεντινή τελείωσε κάθε συζήτηση με τον Λιονέλ Μέσι να πετυχαίνει το πρώτο χατ τρικ του σε προκριματικά, ενώ ταυτόχρονα γινόταν και ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής σε προκριματικά ξεπερνώντας τον Ερνάν Κρέσπο.

Γκολ-γκολ-γκολ. Χένιο-χένιο-χένιο.

Η Χιλή προσπαθούσε να σώσει την παρτίδα βάζοντας ένα γκολ για να έχει καλύτερη διαφορά, η Παραγουάη ήταν σταθερά στο 0-0 με την τελευταία και αδιάφορη Βενεζουέλα και ένα γκολ θα την έβαζε στην πρόκριση, ενώ στη Λίμα το Περού έκανε τα πάντα για την ισοφάριση. Και τα κατάφερε με τον ηρωικό Πάολο Γκερέρο που εν μέσω αποθέωσης έκανε στο 76′ το 1-1, έβαλε το Περού στα μπαράζ και έστελνε τη δις πρωταθλήτρια Ν. Αμερικής πίσω στη Χιλή και στον καναπέ της. Βραζιλία, Ουρουγουάη (είχε κάνει ήδη το 4-1) και Αργεντινή παρακολουθούσαν πλέον διακριτικά. Όλοι περίμεναν το μπαμ στη Βραζιλία (με γκολ της Χιλής) ή στην Παραγουάη.

Λα τοκό, λα τοκό, λα τοκό
(μετάφραση: το φάουλ ήταν έμμεσο, αλλά ο Οσπίνα ακούμπησε την μπάλα, το γκολ μέτρησε και το Περού πήρε το χρυσό βαθμό εξαιτίας του τερματοφύλακα)

Έγινε το δεύτερο, αλλά στην… ανάποδη. Η τελευταία Βενεζουέλα που έπαιζε εξαιρετικά στις αντεπιθέσεις, έγραψε το 0-1 με τον Ερέρα, κάνοντας μάλλον τη μεγαλύτερη έκπληξη της βραδιάς. Πίσω στην Λίμα το γκολ πανηγυρίστηκε έξαλλα, καθώς το Χ φαινόταν να μην αλλάζει και ο φόβος ήταν πλέον για τη Χιλή. Η Βραζιλία είναι όμως με διαφορά η καλύτερη ομάδα της ηπείρου και δεν ήθελε να δεχτεί ούτε γκολ. Στο 92′ με όλη τη Χιλή πλέον μπροστά, οι Βραζιλιάνοι πήραν την μπάλα και ο Γκαμπριέλ Ζεσούς στη χωρίς τερματοφύλακα εστία έβαλε το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των Χιλιανών. 3-0. Πανωλεθρία.

Τα ματς έληξαν. Στο Κίτο ο Μέσι κι η παρέα του πανηγύριζαν, στο Μοντεβιδέο ο τεράστιος κόουτς Όσκαρ Ταμπάρες έπαιρνε την 4η συνεχόμενη πρόκριση σε Μουντιάλ με την Ουρουγουάη, η Κολομβία που πήγε να αυτοκτονήσει στις τελευταίες αγωνιστικές με το Χ τσέκαρε εισιτήριο για Ρωσία, το Περού στα μπαράζ με τη Ν. Ζηλανδία και η Χιλή που ακόμα και με ήττα είχε πολλές πιθανότητες να περάσει κατάφερε να φάει τρία γκολ (και φυσικά να εκμεταλλευτεί την ανοησία του Οσπίνα που έδωσε το Χ στο Περού και άφησε τον συμπαίκτη του Αλέξις Σάντσες χωρίς Μουντιάλ). Κλου φυσικά η Παραγουάη που έβλεπε τους άλλους να σφάζονται και αντί να κερδίσει, έχασε από την τελευταία Βενεζουέλα που έκανε μόλις τη 2η της νίκη στα προκριματικά. Να το κάνουμε ακόμα πιο σαδιστικό; Αν θυμάστε η Χιλή είχε κάνει ένσταση για το ματς με τη Βολιβία. Οι Βολιβιανοί είχαν χρησιμοποιήσει παίκτη που δεν είχε δικαίωμα. Η Χιλή δικαιώθηκε, πήρε το ματς στα χαρτιά (ενώ είχε έρθει Χ). Μόνο που ο ίδιος παίκτης έπαιξε και με το Περού. Το Περού που είχε χάσει το αντίστοιχο παιχνίδι, πήρε και αυτό το ματς στα χαρτιά. Αν η Χιλή δεν είχε κάνει ποτέ αυτή την ένσταση, θα είχε σήμερα ένα βαθμό παραπάνω από το Περού και θα ήταν αυτή στα μπαράζ. Το λες και θεία δίκη.

Ιδανικοί αυτόχειρες, αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά

Η μέρα Η νύχτα όμως δεν είχε ακόμα τελειώσει. Όσοι ξενύχτησαν πήραν χαμπάρι ότι στον όμιλο της Βόρειας και Κεντρικής Αμερικής τα πράγματα ήταν ακόμα ρευστά. Οι ΗΠΑ ξεκινούσαν με 12 βαθμούς τη στιγμή που Ονδούρα και Παναμάς ήταν στους 10 και ήξεραν ότι είχαν την τύχη στα χέρια τους. Με το τελευταίο Τρινιντάντ Τομπάγκο έπαιζαν διάολε. Τη χώρα που είναι γνωστή για τον Ντουάιτ Γιορκ. Τη χώρα με ρεκόρ 1-0-8 στα προκριματικά.

Τη χώρα που προηγήθηκε στο 17′ μόλις με τραγικό αυτογκόλ. Αλλά ευτυχώς. Οι Μεξικάνοι στο ίδιο λεπτό σκόραραν μέσα στην Ονδούρα. Καμία ανησυχία, όλα γυρίζουν. Η Ονδούρα ισοφαρίζει το Μεξικό, αλλά αμέσως μετά το Μεξικό γράφει το 1-2. Η δε Κόστα Ρίκα ανοίγει το σκορ στον Παναμά. Οι ΗΠΑ δέχονται δεύτερο γκολ (απίστευτο σουτ), αλλά τα αποτελέσματα βολεύουν ακόμα τους «Αμερικάνους».

Το γκολ του Παναμά στο 87′ και τα απανωτά εγκεφαλικά του σπίκερ

Ο Πούλισιτς μειώνει για τις ΗΠΑ, αλλά τα χειρότερα δεν έχουν τελειώσει. Πρώτα είναι η Ονδούρα που γυρίζει το ματς με το Μεξικό από 1-2 σε 3-2, ενώ ο Παναμάς ισοφαρίζει (με γκολ φάντασμα). Ακόμα κι έτσι οι ΗΠΑ πηγαίνουν σε μπαράζ με την Αυστραλία (βλέπε αρχή κειμένου). Ψάχνουν το γκολ της ισοφάρισης, ενώ περιμένουν τα νέα. Το γκολ δεν έρχεται ποτέ και τα νέα είναι και πάλι άσχημα. Ο Ρομάν Τόρες στο 87′ κάνει το 2-1 για τον Παναμά και το απίστευτο συμβαίνει. Παναμάς και Ονδούρα αφήνουν τις ΗΠΑ εκτός Μουντιάλ. Ο Παναμάς κερδίζει τη χρυσή πρόκριση και η Ονδούρα θα πάει στα μπαράζ, ενώ οι Αμερικάνοι αποκλείστηκαν από το αδιάφορο και αδύναμο Τρινιντάντ (και το Τομπάγκο μαζί).

Και κάπως έτσι το ξενύχτι έλαβε τέλος. Με συγκλονιστικές εναλλαγές, με αδιάφορους να παίζουν μέχρι το τέλος τα ματς (και μερικοί να τα κερδίζουν), με λάθη εγκληματικά, με πρωταγωνιστές όπως ο Μέσι και ο Γκερέρο, αλλά κι πιο αφανείς όπως ο Τόρες κι ο Κιότο. Και αν το Μουντιάλ έχει έστω τη μισή αγωνία από αυτά που ζήσαμε τις τελευταίες μέρες, θα περάσουμε ωραία.

Όταν οι Μπαφάνα Μπαφάνα πανηγύριζαν έναν αποκλεισμό

  [8 Σχόλια]

Στην ιστορία των epic fail των εθνικών ομάδων έχουμε δει αρκετές μεγαλειώδεις στιγμές. Λίγες όμως αγγίζουν αυτό που συνέβη στις 8 Οκτωβρίου του 2011 όταν η Νότια Αφρική υποδεχόταν τη Σιέρα Λεόνε για την τελευταία αγωνιστική των προκριματικών που οδηγούσαν στην τελική φάση του Κυπέλλου Εθνών της Αφρικής του 2012. Ο Νίγηρας των 9 βαθμών πήγαινε στην αδιάφορη και αποκλεισμένη Αίγυπτο, ενώ η Ν. Αφρική και η Σιέρα Λεόνε είχαν από 8 βαθμούς. Οι «Μπαφάνα Μπαφάνα» μπήκαν στο παιχνίδι έχοντας τα αυτιά τους στο ραδιοφωνάκι για να ακούν τι γίνεται και στο άλλο ματς, καθώς μόνο ο πρώτος προκρινόταν.

Τα ευχάριστα νέα από το Κάιρο έφτασαν στο Μπομπέλα Στάντιουμ στο 48′. Η Αίγυπτος είχε ανοίξει το σκορ. Με το 0-0 να παραμένει στη Ν. Αφρική είχαμε τριπλή ισοβαθμία και πλεονέκτημα για τους Μπαφάνα Μπαφάνα με την καλύτερη διαφορά τερμάτων. Ο Μοχάμεντ Σαλάχ έγραψε αργότερα το 2-0, οι κερκίδες πήραν φωτιά και όταν στο 71′ έγινε το 3-0, οι Νοτιοαφρικανοί ήξεραν ότι πλέον το Χ ήταν αρκετό. Οι βουβουζέλες ξεκούφαναν τους παίκτες της Σιέρα Λεόνε κι ο τερματοφύλακας Ιτουμελένγκ Κούνε (που είναι αυτό εδώ το τρελοκομείο που παριστάνει το Χιγκίτα) έπεσε χάμου και κυλιόταν σαν να τον είχε βρει σφαίρα σε μια φάση που οι διηγήσεις λένε ότι έφαγε τουλάχιστον πέντε λεπτά κάνοντας θέατρο. Οι δύσμοιροι παίκτες της Σιέρα Λεόνε διαμαρτύρονταν στο διαιτητή από την Κένυα, αλλά όταν πρόκειται για τερματοφύλακα προέχει η υγεία. Την ίδια στιγμή ο κόουτς Πίτσο Μοσιμάνε έβγαζε επιθετικό για να περάσει κι άλλο χαφ και να κλειδώσει το Χ.

Χοροί και πανηγύρια κι ο Κούνε που ξανάνιωσε

Η Σιέρα Λεόνε δεν τα κατάφερε να βάλει κάποιο γκολ, οι καθυστερήσεις και το κατενάτσιο της Ν. Αφρικής πέτυχαν, το ματς ήρθε 0-0 (όπως και ο πρώτος αγώνας) και στην τριπλή ισοβαθμία η Ν. Αφρική είχε +2 γκολ, η Σιέρα Λεόνε 0 και ο Νίγηρας μετά την τριάρα από τους τίμιους και αδιάφορους Αιγύπτιους -2. Ο βαρύτατα τραυματίας Κούνε ξανάνιωσε και χοροπηδούσε σαν το κατσίκι, οι παίκτες έκαναν το γύρο του θριάμβου χορεύοντας αυτά τα παραδοσιακά καλτ αφρικάνικα και ο πρόεδρος της Π.Ο. Κίρστεν Νεματαντανί έκανε δηλώσεις στα κανάλια περήφανος για την πρόκριση. Στον ίδιο ρυθμό τα κανάλια και τα σάιτ που μιλούσαν για την επιτυχία της χώρας.

Happy Times

Λίγο αργότερα όμως ήρθε η επίσημη ανακοίνωση της CAF που έλεγε ότι ο Νίγηρας ήταν η ομάδα που πήρε πρόκριση. Το πρόβλημα βλέπετε ήταν ότι κανένας δεν διάβασε το Άρθρο 14 του κανονισμού. Εκεί που έλεγε ότι σε περίπτωση ισοβαθμίας μετρούν τα αποτελέσματα μεταξύ των ομάδων και όχι τα γκολ. Και μαντέψτε. Ο Νίγηρας είχε κερδίσει εντός τη Ν. Αφρική, η Ν. Αφρική εντός το Νίγηρα, αλλά ο Νίγηρας είχε κερδίσει εντός και τη Σιέρα Λεόνε και έτσι είχε 6 βαθμούς στην τριπλή, με τη Ν. Αφρική να μείνει στους 5. Τα χαμόγελα πάγωσαν. Η αλήθεια είναι ότι στα περισσότερα προκριματικά εθνικών μετρούν τα γκολ, αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία. Ο Νίγηρας πήρε την πρόκριση, οι χαρές, τα πανηγύρια, οι χοροί, τα θέατρα και οι αναθεματισμένες βουβουζέλες πήγαν χαμένες. Ο προπονητής δεν το πίστευε: «Λέτε αν το ήξερα θα έβγαζα επιθετικό;» ψέλλιζε στη συνέντευξη τύπου.

Η Ομοσπονδία της Ν. Αφρικής έκανε ένσταση με επιχειρήματα της πλάκας «παγκοσμίως είναι συνηθισμένο να περνάει αυτός με την καλύτερη διαφορά, αλλά εσείς χρησιμοποιείτε το άρθρο 14.1» (λες και ο κανονισμός είναι καμιά λαδόκολλα που παραγγέλνεις σε ταβέρνα) και άλλα τέτοια κωμικά όπως ότι δεν συνάδει με τους κανονισμούς της FIFA αλλά και με την… παράδοση. Η ένσταση φυσικά απορρίφθηκε και ο Νίγηρας πήγε πανηγυρικά στα τελικά, όπου τερμάτισε και τελευταίος στον όμιλό του με τρεις ήττες σε τρία παιχνίδια, ενώ οι Νοτιοαφρικάνοι έπαιζαν πένθιμα τις βουβουζέλες τους από τους καναπέδες.

Τζόνι Χέινς: O μαέστρος του Λονδίνου

  [1 Σχόλιο]

Αν υπάρχει κάτι στο αγγλικό ποδόσφαιρο που το κάνει τόσο διαφορετικό και περισσότερο αγαπητό -για μεγάλη μερίδα ποδοσφαιρόφιλων ανά τον κόσμο- αυτό δεν είναι άλλο από τις πολλές ιστορίες αγάπης και αφοσίωσης κορυφαίων παικτών σε «μικρές» και μικρομεσαίες ομάδες. Αυτός ο ποδοσφαιρικός ρομαντισμός που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Από την αρχή της FA υπάρχουν πάρα πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Άλλες γνωστές και άλλες όχι. Ποδοσφαιριστές που έμειναν πιστοί σε ένα και μόνο σύλλογο, στερώντας απ’ τον εαυτό τους τη διεκδίκηση τροπαίων. Σπουδαίοι σούπερ σταρ, που «σφάζονταν» για την υπογραφή τους τα κορυφαία κλαμπ εντός αλλά και αρκετές φορές εκτός Νησιού. Παίκτες-σύμβολα που έμειναν πιστοί στο σύλλογο που τους ανέδειξε και στους οπαδούς αυτού, ακόμα και όταν είδαν την ομάδα τους να πέφτει κατηγορία (ή να μην ανεβαίνει) ενώ πολλοί εξ αυτών -ανάλογα με την περίοδο- υπήρξαν ακόμα και αρχηγοί για τη φανέλα με τα «Τρία Λιοντάρια» στο στήθος.

Στη σκέψη αν υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που  να ταιριάζουν -άψογα- όλα τα παραπάνω στο πρόσωπό του, αυτός μπορεί να βρεθεί εύκολα στο πρόσωπο του Τζόνι Χέινς της Φούλαμ. Τον «μαέστρο» του Λονδίνου όπως τον βάφτισαν οι δημοσιογράφοι της εποχής. Ένα προσωνύμιο που δεν απείχε καθόλου απ’ την πραγματικότητα. Ίσως τον κορυφαίο μεσοεπιθετικό που έβγαλε η Αγγλία στα 50s και τα 60s. Έναν απ΄τους κορυφαίους παίκτες που γνώρισε ποτέ το όμορφο άθλημα που λέγεται ποδόσφαιρο και που πολλοί ποδοσφαιρόφιλοι των ημερών μας -δυστυχώς- αγνοούν τα κατορθώματά του λόγω του γεγονότος πως δεν έπαιζε σε κάποιο μεγαθήριο αλλά σε μια πραγματικά «μικρή» και αδύναμη ομάδα.

Αυτό που χαρακτήριζε τον Χέινς (εκτός του μαγικού αριστερού του ποδιού) ήταν ο συνδυασμός της άρτιας τεχνικής με την απίστευτη αντίληψη που είχε για το παιχνίδι. O συμπαίκτης του για πολλά χρόνια, Τόνι Μπάρτον, έλεγε πως το κοντρόλ του Χέινς ήταν το καλύτερο που είχε δει ποτέ και πως οι γνώσεις του σε θέματα τακτικής ήταν στα ίδια επίπεδα με των κορυφαίων προπονητών της εποχής. Ο Χέινς κινούμενος -κυρίως- πίσω από τους φουνταριστούς επιθετικούς είχε την ικανότητα να βγάζει τέλειες πάσες -και με τα δυο του πόδια- εν κινήσει, ακόμα και όταν είχε πλάτη σε αυτούς, και δεν ήταν δυνατό να δει τις κινήσεις τους και τα κοψίματά τους. Ακόμα και όταν είχε κολλημένο πάνω του ένα ή και δύο αντιπάλους ήταν ασταμάτητος λόγω της καταπληκτικής του τεχνικής και της οξυδέρκειας του. Απ’ την άλλη, το γεγονός πως διέθετε και τρομακτικά αθλητικά προσόντα και μπορούσε να τρέχει όπως ένας τυπικός αμυντικός χαφ της εποχής, και κυρίως να πρεσάρει ανελέητα, τους αντιπάλους του, τού έδινε τον χαρακτήρα του παίκτη που -πολύ απλά- ήταν έτη φωτός μπροστά απ’ την εποχή του. Και αυτή ήταν η αλήθεια, δίχως κανένα ίχνος υπερβολής.

Όταν η Αγγλία ταξίδεψε στο Μαρακανά το 1959 για να αγωνιστεί μπροστά σε 160.000 κόσμο, απέναντι στην Βραζιλία του Πελέ (σε μια «φιλική» αναμέτρηση που είχε βρει νικήτρια τη Σελεσάο με 2-0), το παιχνίδι του Χέινς ήταν τόσο τέλειο και οι πάσες του είχαν τέτοιο ποσοστό επιτυχίας που έκαναν τον σπουδαίο Βραζιλιάνο να δηλώσει πως: «O Τζόνι Χέινς είναι ο κορυφαίος πασέρ που έχω δει στη ζωή μου». Μια φράση που ακολουθούσε τον σπουδαίο Άγγλο μέχρι το τέλος της καριέρας του και έδειχνε περίτρανα το μέγεθος της τεράστιας αξίας του. Φυσικά και ο Χέινς δεν ήταν διάσημος μόνο για τις περίφημές του πάσες, το οργανωτικό του χάρισμα και τις ασίστ του αλλά και για τα φοβερά του τελειώματα. Τελειώματα από κάθε απόσταση και με τα δύο πόδια. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως μέχρι να εμφανιστεί  στα 80s ο σπουδαίος Ουαλός επιθετικός Γκόρντον Ντέιβις και να σπάσει το ρεκόρ τερμάτων του Άγγλου «μαέστρου», ο Τζόνι Χέινς ήταν ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Φούλαμ με 158 γκολ. Τα περισσότερα από αυτά, με σουτ εκτός περιοχής, να φεύγουν μοιρασμένα (και ζυγισμένα) και από το αριστερό αλλά και από το δεξί του πόδι.

Ο Χέινς γεννήθηκε το ’34 στο Λονδίνο και στα 15 του χρόνια -αφού άφησε το σχολείο-, και ενώ τον ήθελαν τόσο η Άρσεναλ όσο και η Τότεναμ, επέλεξε να υπογράψει στην άσημη Φούλαμ μιας και γνώριζε ότι εκεί θα είχε περισσότερες πιθανότητες και ευκαιρίες για να διακριθεί και να ξεδιπλώσει το σπουδαίο ταλέντο του. Θα πραγματοποιήσει το επίσημο ντεμπούτο του για τη Φούλαμ στην Boxin’ Day του 1952 απέναντι στη Σαουθάμπτον και δύο χρόνια αργότερα, λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, θα κάνει ντεμπούτο και για την Αγγλία σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Βόρεια Ιρλανδία στο Μπέλφαστ. Σε εκείνο το παιχνίδι μάλιστα έγινε ο πρώτος παίκτης που εκπροσωπούσε την Αγγλία και στα 5 ηλικιακά επίπεδα, από την σχολική ομάδα δηλαδή μέχρι και τους άνδρες, σκοράροντας και το ένα απ’ τα δύο τέρματα των Άγγλων, στη νίκη με 2-0. Το αγγλικό ποδόσφαιρο είχε βρει τον νέο του ήρωα. Τον τέλειο παίκτη που θα εξελισσόταν σε ηγέτη και αρχηγό της εθνικής, σε μια περίοδο μάλιστα που η Βρετανία διέθετε (και έβγαζε) πολλούς παίκτες με σπάνια τεχνικά χαρίσματα και ηγετικά προσόντα. Σε μια εποχή που η εθνική Αγγλίας είχε δύο ισάξιες 11αδες, γεμάτες και οι δύο με αθλητές σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας.

Ο ηγέτης της Φούλαμ ήταν το σημείο αναφοράς της ομάδας του Γουόλτερ Γουίντερμποτομ στα 50s. Ο σπουδαίος αρχηγός. Ο ηγέτης εντός και εκτός των τεσσάρων γραμμών. Αυτός που ανέβαζε αγωνιστικά αλλά και πνευματικά τους συμπαίκτες του κι ας αγωνίζονταν οι περισσότεροι σε ομάδες που έκαναν πρωταθλητισμό -σε πλήρη αντίθεση δηλαδή με τον ίδιο. Ο ποδοσφαιριστής που όταν ήταν στην μέρα του (πολύ συχνά δηλαδή) η Αγγλία δεν έχανε με τίποτα, και για κανένα λόγο και αν έχανε, έχανε ματώνοντας στο χορτάρι. Για να καταλάβει καλύτερα κάποιος την αξία του Χέινς  να αναφέρω πως μέτρησε 56 συμμετοχές με το εθνόσημο, σημειώνοντας 18 τέρματα, φορώντας το περιβραχιόνιο 22 φορές και εκπροσωπώντας τη χώρα του σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα (’58 και 62′), σε μια περίοδο μάλιστα που η Φούλαμ δεν αγωνίζονταν στην πρώτη κατηγορία της χώρας αλλά στη δεύτερη. Κάτι που φυσικά αποτελεί μοναδικό και σπάνιο φαινόμενο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο Τζόνι Χέινς διαδέχτηκε στην αρχηγία της εθνικής τον σπουδαίο, και πρώτο παίκτη που έφτασε τις 100 συμμετοχές με την Αγγλία, τον Μπίλι Ράιτ. Ένα παίκτη που πέρασε και αυτός ολόκληρη την καριέρα του με τα χρώματα μίας και μόνο ομάδας. Της Γουλβς. Σε μία περίοδο όμως που οι «λύκοι» ήταν μια ομάδα που διεκδικούσε -και κατακτούσε- πολλούς και σπουδαίους τίτλους.

Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ο Τζόνι Χέινς πέρασε τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του στην δεύτερη κατηγορία της Αγγλίας και αν και -ανά περιόδους- είχε σπουδαίους συμπαίκτες όπως ο Μπόμπι Ρόμπσον, ο Τζορτζ Κόεν και ο Τος Τσαμπερλέιν, η Φουλάμ εκείνων των ετών έμεινε γνωστή ως «Η Φούλαμ του Χέινς και των 10 υπολοίπων» κυρίως επειδή δεν κατάφερε ποτέ να κερδίσει κάποιο τρόπαιο. Κάτι που συνεχίζεται μέχρι και στις μέρες μας. Απ’ την άλλη, ο σπουδαίος μεσοεπιθετικός δεν βρέθηκε ούτε στο Μουντιάλ του ’66 μιας και είχε αποσυρθεί απ’ την εθνική στα 27 του χρόνια λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού που είχε στο γόνατο και του στερούσε -στο δικό του πάντα μυαλό- τη δυνατότητα να αγωνίζεται στο 100% των δυνατοτήτων του. Κάπως έτσι ο Χέινς έχασε την σπουδαία ευκαιρία να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο μπροστά σε ένα κοινό που τον λάτρευε στο Ναό του ποδοσφαίρου. Το ιστορικό Γουέμπλεϊ. Το περίεργο είναι πως ο τραυματισμός προήλθε σε ατύχημα με αυτοκίνητο και όχι σε κάποιο γήπεδο, την ίδια περίοδο μάλιστα που τον ήθελαν τόσο η ιταλική Μίλαν όσο και η Τότεναμ του Μπιλ Νίκολσον, στην καλύτερη περίοδο της ιστορίας της.

Ο Νίκολσον ήθελε τον Χέινς για να αντικαταστήσει τον σπουδαίο Τζον Γουάιτ που είχε σκοτωθεί από κεραυνό καθώς έπαιζε γκολφ με τον συμπαίκτη του Τέρι Μέντγουικ το ’64 στην έναρξη της σεζόν και αποτελούσε τότε τον ηγέτη των «σπριρουνιών». Την ίδια περίοδο η Φούλαμ και ενώ βρίσκεται πλέον στην πρώτη κατηγορία, θα κάνει τον Χέινς τον πιο ακριβοπληρωμένο ποδοσφαιριστή στην Βρετανία αμείβοντας τον με 100 λίρες τη βδομάδα, σε μια περίοδο που ο μέσος μισθός στην Αγγλία δεν ξεπερνούσε τις 15 λίρες. Για να καταλάβετε καλύτερα τα μεγέθη της εποχής να πω πως ο μισθός του σπουδαίου εξτρέμ Τζίμι Χιλ της Νόριτς -που είχε πάρει μεταγραφή για 25.οοο λίρες στην Έβερτον- δεν ξεπερνούσε τις 20 λίρες. Οι 20 λίρες ήταν πάνω-κάτω ο μάξιμουμ μισθός ενός κορυφαίου ποδοσφαιριστή της εποχής για την Αγγλία. Σύμφωνα πάντα με τον Τζόνι Τζάιλς της Λιντς -έναν εκ των πιο σκληρών παικτών που γνώρισε ποτέ το άθλημα- ο Τζόνι Χέινς ήταν ο καλύτερος παίκτης που είχε δει ποτέ να αγωνίζεται. Και εκείνα τα χρόνια, για όσους δεν το γνωρίζουν, οι παίκτες της Λιντς δεν είχαν να πουν καλή κουβέντα για κανένα αντίπαλο και για καμία ομάδα.

Ο Τζόνι Χέινς ήταν για 18 χρόνια η «όαση» του Κρέιβεν Κότζατζ για την μικρούλα Φούλαμ και ο παίκτης που χάριζε σπάνιες ποδοσφαιρικές παραστάσεις -και συγκινήσεις- στους φιλάθλους ολόκληρης της Αγγλίας. Οι 658 συμμετοχές του δεν πρόκειται να ξεπεραστούν ποτέ για τον σύλλογο όπως και το γεγονός πως δεν άφησε ποτέ το κλαμπ γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται να διεκδικήσει με αξιώσεις κάποιο τρόπαιο. Όπως και έγινε δηλαδή. Οι Άγγλοι θα τον μνημονεύουν πάντα για εκείνη την απίστευτη εμφάνισή του απέναντι στην Σοβιετική Ένωση στο Γουέμπλεϊ, στις 22 Οκτωβρίου του ’58 όταν και οδήγησε την ομάδα στον θρίαμβο με 5-0, σε μια αναμέτρηση που σκόραρε χατ-τρικ δείχνοντας σε ολόκληρη την Ευρώπη το μέγεθος του -τεράστιου- ταλέντου του. Με το σφύριγμα της λήξης μάλιστα κόντρα στους Σοβιετικούς, συμπαίκτες και απλοί φίλαθλοι σήκωσαν τον Χέινς στον αέρα κάνοντας τον γύρο του θριάμβου και δίνοντάς του να καταλάβει πόσο σπουδαίος ήταν για ολόκληρο το ποδόσφαιρο της Αγγλίας αλλά και για την ίδια τη χώρα που στο πρόσωπό του έβλεπε έναν σπουδαίο «ήρωα».

Στις 17 Ιανουαρίου του 1970 ο Τζόνι Χέινς θα αγωνιστεί για τελευταία φορά μπροστά στο κοινό της Φούλαμ, στην ισοπαλία με 1-1 με την  Στόκπορτ Κάουντρι για την 3η κατηγορία, και λίγους μήνες αργότερα, έχοντας ουσιαστικά αποσυρθεί από την ενεργό δράση, στα 36 του χρόνια, θα αποδεχτεί την πρόσκληση του καλού του φίλου Μπάτζι Μπάιρν, που έχει αναλάβει εκείνα τα χρόνια την Ντούρμπαν Σίτι στη Νότια Αφρική, για να  αγωνιστεί για μία σεζόν με τα χρώματά της, σε -σχεδόν- ερασιτεχνικό επίπεδο. Το τέλος της σεζόν θα τον βρει πρωταθλητή για πρώτη και μοναδική φορά στην τεράστια καριέρα του.

Ο Χέινς θα λατρέψει τη ζωή στην Αφρική και θα παραμείνει εκεί μέχρι τα μέσα του 1980 παίζοντας γκολφ και δίνοντας απλόχερα τις συμβουλές του για την ανάπτυξη του αθλήματος στην αφρικανική χώρα. Η επιστροφή στην Ευρώπη θα τον βρει στο Εδιμβούργο όπου και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 18 Οκτωβρίου του 2005 μετά από τροχαίο, έχοντας ως συνοδηγό την τρίτη του σύζυγο. Στις 29 Αυγούστου του 2009 η Φούλαμ θα τιμήσει τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή τοποθετώντας το άγαλμά του έξω από το γήπεδο της και θυμίζοντας σε όλους πως για την λευκή της φανέλα αγωνίστηκε κάποτε ένας απ’ τους σπουδαιότερους παίκτες που έβγαλε η Αγγλία. Ο Τζόνι Χέινς. Ο κορυφαίος «μαέστρος» του Λονδίνου και ένας απ΄τους μεγαλύτερους αρχηγούς που γνώρισε ποτέ η εθνική Αγγλίας.

Γκι Ρου: Ο άνθρωπος που έφτιαξε την Οσέρ

  [6 Σχόλια]

Ήταν περισσότερα από 50 χρόνια πριν, όταν μια μικρή, παντελώς άγνωστη ομάδα της Βουργουνδίας, έψαχνε προπονητή. Ένας 22χρονος νεαρός έστειλε γραπτά την αίτησή του. Μέσα σε αυτή έγραφε ότι ήταν διατεθειμένος να κάνει τα πάντα γι’ αυτή τη δουλειά, ακόμα και να κόβει ξύλα. Ο γεννημένος στην Αλσατία, αλλά μεγαλωμένος στην περιοχή της μικρής πόλης Οσέρ, Γκι Ρου δεν είχε καμία προπονητική εμπειρία. Ήταν ποδοσφαιριστής, η αλήθεια όμως είναι ότι ποτέ δεν ήταν τόσο καλός και το ήξερε κι ο ίδιος. Γι’ αυτό αποφάσισε να αλλάξει καριέρα. Ο Ρου είχε μόλις επιστρέψει από την Αγγλία όπου κατάφερε να παρακολουθήσει για περίπου ένα μήνα τις προπονήσεις της Κρίσταλ Πάλας (που ήταν στις πολύ χαμηλές κατηγορίες τότε). Αυτά ήταν όλα κι όλα τα προσόντα στο βιογραφικό του.

Ίσως όμως αυτό που μέτρησε παραπάνω ήταν ότι υποσχέθηκε πως θα έχει πάντα ισορροπημένο ισολογισμό, δεν θα ξόδευε τα χρήματα της ομάδας και κυρίως ότι ζητούσε τα λιγότερα χρήματα από τους άλλους υποψήφιους, μόλις 600 γαλλικά φράγκα τον μήνα. Ο πρόεδρος Αμέλ κατέληξε στο Ρου και παρ’ ότι δεν το ήξερε τότε, άλλαξε για πάντα την ιστορία ενός συλλόγου που πιθανότατα δεν θα ήξερε κανείς μας τώρα, μια που όταν ανέλαβε ο Ρου βρισκόταν στην 5η κατηγορία του γαλλικού πρωταθλήματος, στα τοπικά της Βουργουνδίας.

Ο Γκι Ρου χαλάει φωλιές από τυφλοπόντικες… (μη ρωτάτε)

Ο Γκι Ρου δεν έγινε απλά ο προπονητής της Οσέρ, έγινε η ίδια η Οσέρ ξεπερνώντας παραδείγματα όπως του Ευγένιου Γκέραρντ και του Άλεξ Φέργκιουσον. Ο σύλλογος ήταν ουσιαστικά δικός του, αναλαμβάνοντας τα πάντα. Αρχικά πήγε ο ίδιος στους κτηνοτρόφους της περιοχής για να τους πείσει να κάνουν δωρεά την κοπριά τους για το χορτάρι των γηπέδων. Έκανε πάντα τον έλεγχο για την εξωγηπεδική ζωή των παικτών του. Έφτιαξε το δικό του δίκτυο κατασκόπων που τον ενημέρωνε για κάθε παράπτωμα ποδοσφαιριστή. Όταν έγινε γνωστό ότι ο πιτσιρικάς Μπαζίλ Μπολί (που θα γινόταν ένας από τους σπουδαιότερους αμυντικούς στο γαλλικό πρωτάθλημα) έκανε… μαντραπήδα από τις εγκαταστάσεις της Οσέρ τις νύχτες, ο Γκι Ρου πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Ο Μπολί πήδηξε τα κάγκελα, αλλά βρήκε το παπί του κλειδωμένο με λουκέτο και τον κόουτς να κρατάει το κλειδί. Μάλιστα ο Μπολί για τιμωρία έπρεπε να πληρώσει από τον μισθό του, τα έξοδα για το λουκέτο. Ήταν τέτοια η ενασχόληση του Γάλλου προπονητή με τους παίκτες, που η γαλλική κωμική σειρά Les Guignols με τις κούκλες τον παρουσίαζε σε επεισόδιο να βάζει τους ποδοσφαιριστές του για ύπνο και να τους σκεπάζει. Ο αστικός μύθος λέει ότι έχει θεαθεί μεταμεσονύχτια να τραβάει παίκτες από το γιακά έξω από νυχτερινά κέντρα, ενώ τον έχουν δει χαράματα να είναι έξω από το σπίτι ποδοσφαιριστών και να βάζει τα χέρια στη μηχανή για να δει αν είναι ακόμα ζεστή ή να ελέγχει τα χιλιόμετρα του αυτοκινήτου.

Για όποιον ξέρει γαλλικά αξίζει, περίπου στο 1′ είναι στο.. μαιευτήριο για να βρει νέα ταλέντα

O Γκι Ρου ήταν ο μπαμπάς του λόχου. Όχι όμως ο καλοκάγαθος πατερούλης. Το αντίθετο. Όλοι μιλάνε για έναν μικρό δικτάτορα κι οι εχθροί του λένε για έναν τύραννο. Έτσι όμως, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια, ο Γκι Ρου κατάφερε να κοουτσάρει την Οσέρ για πάνω από 2000 αγώνες και να σπάσει κάθε ρεκόρ με 44 σεζόν στους πάγκους της ομάδας. Από τα χέρια του βγήκαν μερικά από τα μεγαλύτερα ταλέντα του γαλλικού ποδοσφαίρου. Ερίκ Καντονά, Τζιμπρίλ Σισέ, Φιλίπ Μεξές, Λοράν Μπλαν, Μπαζίλ Μπολί. Ο Ρου ξεκίνησε το 1961 ως παίκτης-προπονητής, αλλά σύντομα αρκέστηκε μόνο στο δεύτερο. Το 1979 η Οσέρ έφτασε στον τελικό του κυπέλλου Γαλλίας (χάνοντας στην παράταση από την πρωταθλήτρια Ναντ), παρ’ ότι ομάδα Β’ εθνικής και την επόμενη σεζόν ανέβηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της στη Λιγκ 1. Κατέκτησε 4 κύπελλα Γαλλίας, 1 Ιντερτότο και έφτασε στην μεγαλύτερη στιγμή της ιστορίας της το 1995-96 όταν και κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα και ταυτόχρονα νταμπλ στην ιστορία της. Με παίκτες όπως οι Μπλαν, Ταρίμπο Γουέστ, Γκιβάρς, Ντανζού, Λαμουσί και Μαρτάν. Ο Ρου δεν έμενε στάσιμος, ψαχνόταν πάντα, άλλαζε τακτικές, αλλά όχι χαρακτήρα.

Είχε όμως και ευρωπαϊκές πορείες με μεγάλες νίκες απέναντι σε ομάδες όπως η Μίλαν ή αργότερα ο Άγιαξ του φαν Γκαλ τον οποίο και απέκλεισε για να φτάσει στα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ και να χάσει στα πέναλτι από τη Ντόρτμουντ. Ο Ρου γνωρίζοντας ότι η Οσέρ δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταγωνιστεί πλούσιες ομάδες είχε αποφασίσει η ομάδα να επενδύει στις Ακαδημίες. Αυτό έκανε όταν το 1980 κέρδισε την άνοδο στη Λιγκ 1. Αντί η ομάδα να κάνει μεταγραφές, έριξε όλα τα χρήματα στις υποδομές.

Επική διαφήμιση με τον Γκι Ρου να αναλαμβάνει παίκτη, να τον γυμνάζει, να του μαγειρεύει και στο τέλος να του χαλάει το τυχερό

Οι ιστορίες για τη ζωή του Γκι Ρου είναι τόσες πολλές που δεν χωράνε σε ένα κείμενο. Όπως αυτή που διηγήθηκε για το ταξίδι του στην Κούβα το 1993 για διακοπές. Ένα βράδυ και ενώ κοιμόταν, κατά τις 5 το πρωί η πόρτα του χτύπησε. Ήταν η αστυνομία και του είπε να ντυθεί γιατί τον ήθελε ο… αρχηγός του κράτους. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχεις πολλές επιλογές. Ο Γκι Ρου ετοιμάστηκε και πήγε στον Φιντέλ Κάστρο. Ο Κάστρο δεν άντεχε να βλέπει τα παιδιά της χώρας να παίζουν μπέιζμπολ (για όσους δεν γνωρίζουν η Κούβα είναι μεγάλη μπειζμπολομάνα), ένα αμερικάνικο άθλημα. Τα μικρά «κουβανεζάκια» πρέπει να μάθουν ποδόσφαιρο, που είναι το άθλημα των επαναστατών. Γι’ αυτό προτείνει στο Ρου να αφήσει την Οσέρ να έρθει να μάθει μπαλίτσα στη νεολαία της χώρας και αν σε δυο χρόνια τα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο αντί για μπέιζμπολ θα του χαρίσει ένα νησί (!). Ο Ρου σύμφωνα με τα λεγόμενά του αρνήθηκε, πρότεινε να έρθει μετά από ένα χρόνο για να διδάξει προπονητές, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Γνωστός τσιγκούνης (λέγεται ότι καλούσε δημοσιογράφους για δείπνο και στο τέλος τους έλεγε: «η εφημερίδα σου τα πάει καλά, πουλάει αρκετά» για να πληρώσουν αυτοί), έχει παίξει σε πολλές διαφημίσεις επειδή ακριβώς «για να το αγοράζει αυτό ο Ρου, θα είναι ευκαιρία», ενώ το Football Manager κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1993 ως Γκι Ρου Μάνατζερ προς τιμήν του. Η προσωπικότητά του ξεφεύγει από το αθλητικό. Πολλοί λένε, ότι αν θέλει κάποιος να βγει δήμαρχος στην Οσέρ πρέπει να έχει τον Ρου μαζί του. Ο Σιράκ του έστελνε κάρτες τα Χριστούγεννα, ο Ζοσπέν ήταν φίλος του από τον στρατό, ενώ λέγεται ότι οι υπουργοί του Μιτεράν δεν έβρισκαν τον Πρόεδρο ποτέ, ενώ αν έπαιρνε ο Γκι Ρου, ο Φρανσουά το σήκωνε αμέσως.

Ο Γκι Ρου ήταν προπονητής της Οσέρ από το 1961 μέχρι το 2005. Με δύο μικρές διακοπές, μία όταν πήγε στρατό και μία πολύ αργότερα όταν αποφάσισε να γίνει τεχνικός διευθυντής, αλλά πολύ γρήγορα αναγκάστηκε να γυρίσει στους πάγκους της Οσέρ. Τελικά εγκατέλειψε την ομάδα με τον δικό του τρόπο, φεύγοντας σαν νικητής, μετά την κατάκτηση του κυπέλλου το 2005 (δυο χρόνια πριν το είχε κατακτήσει και πάλι, με μια καταπληκτική ομάδα με Σισέ, Μεξές, Καπό, Φαντιγκά απέναντι στην ΠΣΖ του Ροναλντίνιο). Ο Ρου έκανε ένα αποτυχημένο πέρασμα από τη Λανς δυο χρόνια αργότερα, όταν υπέγραψε διετές συμβόλαιο, αλλά έμεινε μόλις για 4 ματς και μετά έφυγε. Παρά τη συνταξιοδότησή του συνεχίζει να εμφανίζεται με διάφορα σχόλιά του. Το 2016 σε ένα φιλικό Γαλλίας-Ελβετίας στο Πιερ Μορουά της Λιλ δεν άντεξε να μη μιλήσει για το άθλιο χορτάρι. «Στη Γαλλία φτιάχνουμε AirBus, αλλά δεν ξέρουμε να κάνουμε χλοοτάπητες. Φτιάχνουμε ωραίους κήπους με λουλούδια, θάμνους σε σχηματισμούς, αλλά με το χορτάρι δεν ασχολούμαστε. Το μόνο γήπεδο με καλό χορτάρι είναι αυτό της ΠΣΖ και δεν είναι τυχαίο. Έφεραν άνθρωπο από την Αγγλία για να το φροντίζει». Πρόσφατα ήρθε σε κόντρα με τον Ζαν Πιερ Παπέν, όταν το όνομα του τελευταίου ακούστηκε για τον πάγκο της Οσέρ. Ο Ρου δεν ενέκρινε την επιλογή (η Οσέρ άντεξε επτά χρόνια χωρίς τον Γκι Ρου και το 2012 υποβιβάστηκε) και μίλησε υποτιμητικά για τον παλιό επιθετικό, ενώ μόλις πέρσι ξεσήκωσε αντιδράσεις όταν είπε ότι ο Πορτογάλος Ρενάτο Σάντσες αποκλείεται να είναι 18 και πρέπει να είναι 23 με 24. Στα 78 του συνεχίζει να σχολιάζει, να έχει άποψη και τη ζωντάνια που τον έκανε για 44 σεζόν να κάθεται στους πάγκους. Ένας παλιομοδίτης προπονητής με ένα αντιαισθητικό σκουφί, το στερεότυπο του Γάλλου επαρχιώτη, που κατάφερε όχι απλά να επιβιώσει στο ποδόσφαιρο, αλλά να αφήσει μια τεράστια κληρονομιά στο γαλλικό ποδόσφαιρο.

«Δεν είναι εύκολο να τα καταφέρεις για 44 χρόνια σε μια μικρή πόλη 40.000 κατοίκων, αν δεν έχεις τηλεοπτικό κανάλι, εργοστάσιο αυτοκινήτων ή δεν είσαι πρίγκιπας.»
– Γκι Ρου

 

Ερνέστο Χαβιέρ Σεβαντόν: Ένας ερωτευμένος σχιζοφρενής

  [2 Σχόλια]

«Τρέχω συνέχεια να κρυφτώ μακριά από σένα και όλο νομίζω πως μπορώ να γιατρευτώ, 
Πάνω σου πέφτω ξαφνικά και απεγνωσμένα στα ηλεκτροσόκ σου προσπαθώ να αντισταθώ…»

Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί και να κάνεις γι’αυτή ενέργειες που ξεπερνάνε, έστω και λίγο, τη λογική είναι κάτι πολύ συνηθισμένο στο ποδόσφαιρο. Το να αγαπήσεις μια ομάδα από παιδί, να καταφέρεις να γίνεις μέλος της και να καταλήξεις τελικά θρύλος της, βάζοντας στην άκρη το επαγγελματικό σκέλος της δουλειάς σου, δεν είναι (ειδικά στις μέρες μας) τόσο συνηθισμένο αλλά όταν γίνεται σωστά κερδίζει το χειροκρότημα και την εκτίμηση όλων. Το να μετακομίσεις σε μια άλλη ήπειρο, σε μια μικρή και σχετικά άσημη ομάδα, να την αγαπήσεις και να δώσεις τα πάντα γι’αυτήν, γνωρίζοντας πως ελάχιστοι θα το μάθουν και θα σου δώσουν τα εύσημα που ίσως αξίζεις, είναι πάρα πολύ σπάνιο. Αυτή λοιπόν είναι η πάρα πολύ σπάνια ιστορία του Ερνέστο Σεβαντόν που ερωτεύτηκε τη μικρούλα Λέτσε.

Το καλοκαίρι του 2001 στην πόλη του Λέτσε κατέφθασε ένας 21χρονος κοντοκουρεμένος Ουρουγουανός, με σκοπό να αντικαταστήσει τον Κριστιάνο Λουκαρέλι που είχε πάρει μεταγραφή στην Τορίνο. Το γεγονός ότι ο Λουκαρέλι είχε κάνει δυο εξαιρετικές σεζόν στην κορυφή της επίθεσης της ομάδας, σε συνδυασμό με το ότι ο νεοφερμένος πιτσιρικάς δεν είχε παίξει ποτέ εκτός συνόρων είχαν προκαλέσει ανησυχία στους φίλους της ομάδας. Όπως στις περισσότερες ρομαντικές ιστορίες όμως, ο έρωτας χτύπησε και τις δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή.

Πρώτο ματς του Καμπιονάτο, πρώτη επίθεση της Λέτσε, o τερματοφύλακας της Πάρμα μπλοκάρει τη μπάλα και ετοιμάζεται να τη στείλει προς το κέντρο, ο Σεβαντόν βάζει το σώμα του έξυπνα, την τσιμπάει ουσιαστικά μέσα από τα χέρια του και με ένα γρήγορο γυριστό τη στέλνει στην άδεια εστία. Δεν έχουν συμπληρωθεί ούτε δυο λεπτά πρωταθλήματος! Πριν καν καταλάβει ο Φρέι πως έγινε το μοιραίο, ο Σεβαντόν έχει πηδήξει τις διαφημιστικές πινακίδες, έχει φτάσει μπροστά στο πέταλο των φανατικών και πανηγυρίζει σαν τρελός, φιλώντας τη φανέλα και καλώντας τον κόσμο να ξεσηκωθεί. Ακόμα και οι πιο δύσπιστοι και προσγειωμένοι στις εξέδρες υποψιάζονται πως δεν έχουν να κάνουν με έναν ακόμα ξένο μισθοφόρο.

Ο Ουρουγουανός τελειώνει τη σεζόν με 11 γκολ αλλά η Λέτσε δεν καταφέρνει να σωθεί. Όλοι περιμένουν πως ο υποβιβασμός θα είναι μια ιδανική αφορμή για τον 22χρονο επιθετικό να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα του, προς μια καλύτερη ομάδα. Η διάψευση έρχεται άμεσα. Ο Σεβαντόν όχι απλά ακολουθεί την ομάδα στη Serie B αλλά εκεί γίνεται και ο ηγέτης της στην επίθεση. Σκοράρει 16 φορές, σκυλιάζει σε κάθε ματς, πανηγυρίζει έξαλλα κάθε γκολ και στο τέλος της χρονιάς το Λέτσε πανηγυρίζει την πολυπόθητη επιστροφή στο Καμπιονάτο.

Οι ελάχιστοι που έχουν ξεφύγει από τη γοητεία της σχέσης του με την κερκίδα παραδίνονται σ’αυτή ένα απόγευμα του Οκτωβρίου, όταν στο εκτός έδρας τοπικό ντέρμπι με τη Μπάρι εξαπολύει έναν απίστευτο κεραυνό στο παραθυράκι, λίγα μόλις λεπτά πριν το τελευταίο σφύριγμα, και δευτερόλεπτα μετά βρίσκεται, όπως πάντα, μπροστά στο πέταλο των εκδρομέων, με τη φανέλα στα χέρια και τις φλέβες ορατές.

Ακολουθεί μια ακόμα εξαιρετική σεζόν με 20 γκολ, με το συνολικό κοντέρ να φτάνει πλέον τα 49, μερικά εκ των οποίων ιδιαιτέρως εντυπωσιακά (ανάμεσα τους κάποιες υπέροχες εκτελέσεις φάουλ και ένα γκολ από κόρνερ). Το καλοκαίρι του 2004 αποφασίζεται πως είναι για το καλό όλων ο παίκτης να δοκιμάσει την τύχη του κι άλλου κι έτσι η νέα χρονιά τον βρίσκει στο εξωτικό Μονακό.

Έξι χρόνια αργότερα, το 2010, και αφού έχει κάνει ένα πέρασμα από τη Σεβίλλη και ένα πιο μικρό από την Αταλάντα, αποφασίζει να επιστρέψει στο μέρος που αγάπησε περισσότερο απ’όλα. Η σεζόν δεν εξελίσσεται όμως καλά, οι τραυματισμοί δεν τον αφήνουν σε ησυχία και οι σχέσεις του με τον προπονητή είναι κακές, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά τον δύσκολο χαρακτήρα του (τα δυο παρατσούκλια που του κόλλησαν στη διάρκεια της καριέρας του άλλωστε δεν ήταν καθόλου τυχαία: «el loco» και «el animal»). Παίζει όλα κι όλα 16 παιχνίδια, σκοράρει μόνο 4 φορές και στο τέλος της σεζόν φτιάχνει βαλίτσες για να επιστρέψει στη Λατινική Αμερική. Ο έρωτας τους περνάει κρίση.

Τα δεδομένα όμως αλλάζουν γρήγορα. Ένα μόλις χρόνο μετά η Λέτσε έχει κατρακυλήσει στην τρίτη κατηγορία, μετά και την τιμωρία της για την εμπλοκή στο σκάνδαλο Scommessopoli. Ο πρόεδρος της έχει τιμωρηθεί με απαγόρευση ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο για πέντε χρόνια. Με το κλίμα στην πόλη να είναι τραγικό και την ομάδα σε κατάσταση διάλυσης, οι άνθρωποι της διοίκησης προσπαθούν να βρούνε λύσεις. Ο έμπειρος Ερνέστο Σεβαντόν συμπεριλαμβάνεται στις λύσεις αυτές.

Ο Ουρουγουανός είναι πλέον 32 χρονών και παίζει στην Κολόν στην Αργεντινή αλλά όταν μαθαίνει για την κατάσταση της Λέτσε που καταρρέει δεν το σκέφτεται πολύ. Μπαίνει στο πρώτο αεροπλάνο και επιστρέφει στην Ιταλία. Οι άνθρωποι της διοίκησης του εξηγούν πως τα οικονομικά είναι πολύ στενά αφού η τρίτη κατηγορία δεν σου επιτρέπει καμία υπερβολή. Ο Σεβαντόν τους εξηγεί ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα και τους ρωτάει ποιο είναι το κατώτατο που μπορούν, βάσει νομοθεσίας, να του δώσουν. Του απαντάνε: «900 ευρώ το μήνα». Ο Σεβαντόν χαμογελάει και σηκώνει το χέρι για την χειραψία της συμφωνίας. Εννιακόσια ευρώ το μήνα. Λίγο αργότερα θα δηλώσει στους δημοσιογράφους: «O πραγματικός μου μισθός είναι η αγάπη του κόσμου, όχι τα λεφτά. Για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’όλα. Ξέρω ότι εδώ οι οπαδοί με αγαπάνε. Ο στόχος μου είναι να ανεβάσουμε την ομάδα στη Serie B και μετά αμέσως στη Serie A. Πρέπει να επιστρέψουμε εκεί που ανήκουμε». Είναι πασιφανές πως ο έρωτας τους έχει πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο.

Η Λέτσε θα παλέψει για την άνοδο μέχρι τέλους αλλά θα χάσει το απ’ευθείας εισιτήριο για μια νίκη. Θα αναγκαστεί να παίξει πλέι οφ ανόδου, εκεί όπου θα περάσει το εμπόδιο της Βίρτους Εντέλα, με τον 33χρονο πλέον Σεβαντόν να σκοράρει με ένα εξαιρετικό σουτ στο ‘γάμα’ της εστίας. Στον τελικό των πλέι οφ θα αντιμετωπίσει σε διπλά παιχνίδια την Κάρπι. Θα ηττηθεί εκτός έδρας με 1-0 και, σαν να μην έφτανε αυτό, θα χάσει και τον Ουρουγουανό που θα τραυματιστεί σοβαρά στο χέρι. Ο ‘Loco’ θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να προλάβει τη ρεβάνς στο Λέτσε αλλά το χέρι δεν θα φτιάξει. Απελπισμένος και αδυνατώντας να χωνέψει ότι θα λείπει από ένα τέτοιο ματς, θα απαιτήσει από τον προπονητή να τον συμπεριλάβει τουλάχιστον στην αποστολή.

Με το δεξί χέρι μπαταρισμένο κοντά στον αγκώνα θα κάτσει στον πάγκο, προσπαθώντας με την παρουσία του τουλάχιστον να βοηθήσει ψυχολογικά τους υπόλοιπους στην προσπάθεια για τη μεγάλη ανατροπή. Η Λέτσε θα ανοίξει το σκορ νωρίς και θα πάει στα αποδυτήρια με το 1-0. Δεκαέξι λεπτά πριν το τέλος όμως, η Κάρπι θα ισοφαρίσει με γκολ από φάουλ. Το γήπεδο θα ‘παγώσει’. Ο Σεβαντόν δεν τα παρατάει. Εκτός από απλός ψυχάκιας είναι και αποδεδειγμένος μαχητής, για να μην αναφέρουμε και την Ουρουγουανική καταγωγή του. Λίγα λεπτά μετά την ισοφάριση και ενώ όλη η ομάδα πελαγοδρομεί, ζητάει από τον προπονητή άδεια για να μπει. «Μα το χέρι σου είναι σπασμένο». «Θέλω να μπω».

Στο 81ο λεπτό ενός σκληρού αγώνα που κρίνει μια άνοδο ο Ερνέστο Σεβαντόν μπαίνει αλλαγή με το δεξί χέρι σε επίδεσμο και μόνιμα τοποθετημένο σε ορθή γωνία. Ο Ουρουγουανός δεν θα μασήσει να χωθεί σε όλες τις φάσεις, θα πέσει για τάκλιν, θα προλάβει να τιμωρηθεί με κίτρινη κάρτα αλλά το πολυπόθητο γκολ δεν θα έρθει ποτέ. Λίγα λεπτά μετά το τελευταίο σφύριγμα δεν θα αντέξει και θα βάλει τα κλάματα. Δεν έχουν όλες οι ερωτικές ιστορίες ευτυχισμένο φινάλε.

To τελείωμα της τρίτης θητείας του στο Λέτσε θα είναι και ο οριστικός επίλογος της σχέσης τους. Η τελευταία εικόνα με τη φανέλα της ομάδας θα είναι για πάντα αυτή που με το αριστερό χέρι, το καλό, κρύβει το πρόσωπο του για να μη φανούν τα δάκρυα. «Φόρεσα τη φανέλα πολλών ομάδων αλλά τη φανέλα της Λέτσε δεν την έβγαλα ποτέ» θα πει κάποια στιγμή κι αν σκεφτείς ότι με τις άλλες φανέλες κατέκτησε ένα κύπελλο ΟΥΕΦΑ και έφτασε να παίζει στο Τσάμπιονς Λιγκ καταλαβαίνεις εύκολα το δέσιμο που δημιουργήθηκε ανάμεσα σ’έναν Ουρουγουανό και με μια μικρή ιταλική ομάδα.

«Το 2001 ουσιαστικά υπέγραψα ένα συμβόλαιο εφ’όρου ζωής με τη Λέτσε και τους οπαδούς της. Το ήξερα από την πρώτη στιγμή που έφτασα εδώ».

Ο Ίθαν Αμπαντού, ο Μπεν Γούντμπερν και ο ξεχασμένος Μάρλο Σνέλμαν

  [5 Σχόλια]

Όταν το 1999 το Φινλανδικό χιπ χοπ γκρούπ Bomfunk MC’s κυκλοφορούσε τον πρώτο του ολοκληρωμένο δίσκο με τίτλο In Stereo, ο Ράιαν Γκιγκς ήταν 27 ετών.  Λίγους μήνες νωρίτερα, η ομάδα του -η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ- είχε κατακτήσει ένα μυθικό τρεμπλ, στηριζόμενη σε μια φουρνιά Βρετανών παικτών (κυρίως Άγγλων), νεαρών σε ηλικία, γνωστή και ως «Η Τάξη του ’92». Ένα χρόνο πριν το 1992, ο Γκιγκς είχε πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του με την φανέλα της Ουαλίας, μόλις στα 17 του χρόνια, σε ένα παιχνίδι κόντρα στους πανίσχυρους Γερμανούς, κάνοντας δικό του το ρεκόρ του «Πιο νέου παίκτη που αγωνίστηκε ποτέ με την εθνική Ουαλίας». Ο άλλος σπουδαίος Ουαλός εκείνης της περιόδου, ο Μαρκ Χιουζ, είχε κάνει το επίσημο ντεμπούτο του, για τη χώρα του, σε ηλικία 19 ετών το μακρινό 1984, φτάνοντας μάλιστα κάποτε να αγωνιστεί σε δύο επίσημους αγώνες ακόμα και την ίδια μέρα. Στην ίδια ηλικία (19) είχε ντεμπουτάρει και ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Ουαλίας -μέχρι να σπάσει κι αυτό το ρεκόρ ο Μπέιλ- ο σπουδαίος Ίαν Ρας της Λίβερπουλ.

Όταν ο 15χρόνος Μάρλο Σνέλμαν πρωταγωνιστούσε στο βίντεοκλιπ -και απόλυτο χιτ- των Bomfunk MC’s με τίτλο Freestyler (ας το παραδεχτούμε, όλοι το είχαμε χορέψει εκείνα τα χρόνια και ντρεπόμαστε λιγάκι γι’ αυτό) επαναφέροντας στην μόδα το μαλλί ράστα, οι Ουαλοί ποδοσφαιριστές Μπεν Γούντμπερν (της Λίβερπουλ) και Ίθαν Αμπαντού (της Τσέλσι) δεν υπήρχαν ούτε ως σκέψη στα μυαλά των γονιών τους. Γιατί μπλέκω τους Φινλανδούς electro rappers όμως στην κουβέντα; Θα το μάθετε παρακάτω.

Στο παιχνίδι της Τσέλσι με την Νότιγχαμ Φόρεστ για τον τρίτο γύρο του Λιγκ Καπ, ένα παιχνίδι που βρήκε νικητές τους «μπλε» του Κόντε με 5-1, έκανε ντεμπούτο για την Τσέλσι ένα 17χρόνο παιδάκι που έχει επιλέξει να αγωνίζεται με την Ουαλία κι ας μην είναι Ουαλός. Ένα παιδάκι που αγωνίστηκε στο χώρο της μεσαίας γραμμής ως καθαρός αμυντικός μέσος. Ένα παιδάκι που -εκτός της φοβερής και τρομερής του ράστα- έκλεψε τις εντυπώσεις, παίρνοντας μάλιστα τα εύσημα από όλους όσους είδαν την αναμέτρηση. Το όνομά του Ίθαν Αμπαντού, γιος του παλιού μέσου Κουαμέ Αμπαντού και διεθνής εδώ και λίγες μέρες με την Ουαλία, αν και σφάχτηκαν για πάρτη του τόσο η Γκάνα (χώρα καταγωγής του πατέρα του) όσο και η Ιρλανδία (χώρα καταγωγής της μητέρας του).

Ο ίδιος, όπως έγραψα και πιο πάνω, επέλεξε να εκπροσωπήσει την χώρα της Ουαλίας, την χώρα δηλαδή που έκανε ο πατέρας του τις καλύτερες του εμφανίσεις -ως ποδοσφαιριστής- με την φανέλα των «κύκνων» της Σουόνσι. Ο Κρις Κόλεμαν προπονητής της Ουαλίας, δείχνει να πιστεύει πολύ τον νεαρό και δεν είναι τυχαίο ότι τον κάλεσε -κι ας μη τον χρησιμοποίησε- για τα παιχνίδια κόντρα στην Μολδαβία και την Αυστρία του περασμένου μήνα για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Στο παιχνίδι κόντρα στην Αυστρία μάλιστα ο Κόλεμαν έριξε στα βαθιά τον Γούντμπερντ, στα τελευταία λεπτά ως αλλαγή του Τομ Λόρενς της Ντέρμπι, με τον νεαρό να σκοράρει και το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης, στο ντεμπούτο του μάλιστα, λυτρώνοντας την ομάδα του. Ο επιθετικός της Λίβερπουλ μάλιστα εκείνη τη μέρα έγινε ο δεύτερος νεαρότερος σκόρερ  στην ιστορία της Ουαλίας, πίσω μόνο από τον σπουδαίο -και ηγέτη της ομάδας- Γκάρεθ Μπέιλ της Ρεάλ Μαδρίτης.

«Είναι ένας νέος παίκτης με εξαιρετική ποιότητα» δήλωσε ο Κόντε με το τέλος της αναμέτρησης. «Έχει όλα τα στοιχεία για να εξελιχθεί και να γίνει ένας σημαντικός παίκτης για την Τσέλσι. Είναι δυνατός σωματικά αλλά και πνευματικά και αυτό με κάνει ιδιαίτερα αισιόδοξο για την περίπτωσή του. Θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί του και είμαι σίγουρος πως θα τον εξελίξουμε έτσι ώστε από τον επόμενο κιόλας χρόνο να βρίσκεται στο επόμενο επίπεδο και να είναι έτοιμος για να μπορεί να αντεπεξέλθει ως κανονικό μέλος της ανδρικής ομάδας». Ο νεαρός εννοείται πως δεν έκανε μεγάλες δηλώσεις. «Δουλειά, δουλειά και ξανά δουλειά» μέχρι να φτάσει -αν αυτό είναι εφικτό- να θεωρείται κανονικό μέλος της ομάδας. Κάτι που φυσικά και φαντάζει απίθανο την τρέχουσα σεζόν μιας και στην θέση του υπάρχει ο Καντέ, ο Μπακαγιόκο, ο Ντρίνκγουοτερ και -υπό προϋποθέσεις- ο Φάμπρεγας, δίχως φυσικά να βάζω στην εξίσωση και άλλους νεαρούς που έρχονται πίσω του από την ακαδημία της Τσέλσι ή έχουν δοθεί δανεικοί όπως ο Ρούμπεν Λόφτους-Τσίκ.

Αυτό που μένει να δούμε είναι αν ο Ίθαν Αμπαντού θα συνεχίσει να μας εκπλήσσει ευχάριστα και αν θα εξελιχθεί τελικά σε παίκτη σημαντικό για τους «μπλε» αλλά και για την Ουαλία. Μακάρι σε λίγα χρόνια από τώρα να μη τον θυμόμαστε μόνο για την ωραία του ξανθιά ράστα και «εκείνο το ωραίο ματς κόντρα στη Νότιγχαμ». Όπως συνέβη δηλαδή και για τον Μάρλο Σνέλμαν. «Εκείνο το πιτσιρίκι με τη ράστα σε εκείνο το βίντεοκλιπ των Bomfunk MC’s»  δηλαδή.

Μπίλι Μπρέμνερ: Ο σπουδαιότερος παίκτης στην ιστορία της Λιντς

  [15 Σχόλια]

Αγγλία δεκαετία του 1960. Ο βρετανικός συντηρητισμός βρίσκεται στο απόγειό του. Η εθνική Αγγλίας ζει στιγμές δόξας μιας και υπάρχει μια σπουδαία φουρνιά ποδοσφαιριστών που, εν τέλει, θα οδηγήσει τα «τρία λιοντάρια» στην κορυφή του κόσμου το ’66, και φυσικά υπάρχουν ένα σωρό δυνατές ομάδες που σιγά-σιγά αρχίζουν να πρωταγωνιστούν και στην Ευρώπη. Ο Έρικ Κλάπτοπ θεωρείται (καθόλου άδικα) Θεός, οι Beatles γεμίζουν στάδια και πουλούν εκατομμύρια δίσκους και  το άθλημα του ποδοσφαίρου είναι σκληρό -πολλές φορές- στα όρια του αντιαθλητικού. Στο τελευταίο -που είναι και το θέμα μας- βρίσκει χώρο ένας κοντούλης, κοκκινοτρίχης, σκοτσέζος κεντρικός χαφ, πάντα έτοιμος να τσακωθεί με όλους (συμπαίκτες, προπονητές και κυρίως αντιπάλους), ακόμα και για την πιο αστεία αιτία. Το όνομά του είναι Μπίλι Μπρέμνερ και θεωρείται ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που έχει φορέσει τιμήσει την φανέλα της πάλαι ποτέ σπουδαίας ομάδας του Δυτικού Γιορκσάιρ. Αυτή -πάνω κάτω- είναι η δική του ιστορία.

Ο Μπρέμνερ γεννήθηκε το ’42 στο μικρό Στίρλινγκ, 70 χιλιόμετρα έξω από το Εδιμβούργο, από οικογένεια Προτεσταντών και αυτός ήταν ουσιαστικά και ο λόγος που -σε νεαρή ηλικία- αν και τον ήθελε η μεγάλη Σέλτικ, ο πατέρας του τού απαγόρευσε τη μεταγραφή λόγω της κόντρας που υπήρχε (υπάρχει και θα υπάρχει) ανάμεσα στις δύο ομάδες – η Σέλτικ για όσους δεν το γνωρίζουν είναι ομάδα των Καθολικών και ανάμεσα σε αυτή και την Ρέιντζερς υπάρχει σχέση μίσους (και όχι μόνο). Το ίδιο διάστημα, και ενώ ο Μπρέμνερ θεωρείται ένας κορυφαίος παίκτης στα σχολικά πρωταθλήματα της Σκωτίας, θα κοπεί τόσο από την Άρσεναλ όσο και απ’ την Τσέλσι λόγω του ύψους του, μιας και μετά βίας άγγιζε το 1.65 (στις μύτες των ποδιών). Τελικά, στα 17 του χρόνια, το τμήμα σκάουτινγκ της Λιντς θα τον φέρει στο Έλαντ Ρόουντ όπου θα υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο.

Προπονητής σε εκείνη τη Λιντς ήταν ο Τζακ Τέιλορ και συμπαίκτης του Μπρέμνερ ο άνθρωπος που τα επόμενα χρόνια θα οδηγούσε την ομάδα στις ενδοξότερες μέρες της, δημιουργώντας φυσικά τον σπουδαίο αγωνιστικό χαρακτήρα του παίκτη και μετατρέποντάς τον στον μεγαλύτερο ηγέτη που είχε ποτέ η ομάδα. Φυσικά και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντον Ρέβι. Τον μεγαλύτερο εχθρό δηλαδή που είχε ένας άλλος σπουδαίος εκείνων των ετών, ο Μπράιαν Κλαφ.

Ο Ρέβι υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μεσοεπιθετικούς στην Αγγλία και όταν ανέλαβε τα ηνία της Λιντς (το 1961) τα «παγώνια» δεν είχαν κερδίσει κανένα σπουδαίο τρόπαιο. Ποτέ. Με αυτόν στον πάγκο και τον Μπίλι Μπρέμνερ ηγέτη στη μεσαία γραμμή η Λιντς ανέβηκε στην μεγάλη κατηγορία και κατέκτησε τα πρωταθλήματα Αγγλίας του ’69 και του ’74. Επίσης κέρδισε το κύπελλο του ’72 και το Λιγκ Καπ του ’68 συμπληρώνοντας όλους τους εγχώριους τίτλους και βρέθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1973, όπου και ηττήθηκε απ’ την σπουδαία Μίλαν. Η «βρώμικη Λιντς» -όπως την αποκαλούσαν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι στο Νησί- ήταν το σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια στο αγγλικό ποδόσφαιρο και φυσικά μετρούσε πολλούς περισσότερους εχθρούς από φίλους. Το παράδοξο βέβαια με εκείνη την ομάδα ήταν πως έπαιζε βρώμικα αν και είχε στις τάξεις της μερικούς εκ των σπουδαιότερων και ποιοτικότερων βρετανών παικτών της εποχής. Το αντιαθλητικό παιχνίδι της, όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, δεν ήταν λοιπόν από ανάγκη αλλά από καθαρή επιλογή του προπονητή και των παικτών της.

Ο Μπρέμνερ φυσικά και δεν ήταν ο ποιοτικότερος σε εκείνη την Λιντς μιας και υπήρχαν παίκτες όπως ο Τζακ Τσάρλτον, ο Έντι Γκρέι, ο Τζό Τζόρνταν και ο Πήτερ Λόριμερ. Ήταν όμως ο αρχηγός. Ο ηγέτης. Μια τεράστια σωματική και ψυχική δύναμη εγκλωβισμένη σε ένα τόσο δα μικρό σώμα. Το μεγαλύτερο σκατόπαιδο που μπορούσες να βρεις στο γήπεδο. Ο τραμπούκος που όταν κοιτάζει οι άλλοι χαμηλώνουν το κεφάλι. Ο αγροίκος θείος που έρχεται στο γιορτινό τραπέζι απ’ το χωριό και τρώει και το τραπεζομάντηλο. Ο παίκτης που δεν τολμούσες να περάσεις με μια περίτεχνη ντρίμπλα και φυσικά αυτός που δεν ήθελες με τίποτα να βρεθεί στο δρόμο σου όταν πας για γκολ, με τις ακονισμένες του τάπες να σε τρυπούν -όχι στα πόδια- αλλά σε ολόκληρο το σώμα. Ένα λυσσασμένο πίτμπουλ -ανεξέλεγκτο εντός των τεσσάρων γραμμών- να «γαβγίζει», να «δαγκώνει» και ενίοτε να χρησιμοποιεί και τις γροθιές του στα πρόσωπα των αντιπάλων, μέσα στα λασπωμένα γήπεδα της εποχής.

Ο Ρέβι απ’ την άλλη, ένιωθε περήφανος για το «δημιούργημά» του και την δική του Λιντς. «Σημασία έχει η νίκη και οι τίτλοι» έλεγε, μεγαλώνοντας κι άλλο την κόντρα με τον λάτρη του «όμορφου παιχνιδιού» Μπράιαν Κλαφ. Μια κόντρα που συνεχίστηκε ακόμα και όταν ο Κλαφ ανέλαβε την Λιντς, την ομάδα που τον μισούσε και την ομάδα που αυτός μισούσε, ίσως στον πιο περίεργο ποδοσφαιρικό «γάμο» που έχει γίνει ποτέ στα χρονικά του αθλήματος.

Αν πρέπει να βρούμε τρεις στιγμές (ανάμεσα σε τόσες πολλές) που να μπορούν να χαρακτηρίσουν -όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο- τον Μπίλι Μπρέμνερ και την φιλοσοφία εκείνης της Λιντς, αυτές δεν είναι άλλες από αυτές που θα διαβάσετε παρακάτω: Tο περιβόητο τάκλιν στον σπουδαίο Ντέιβ Μακάι της Τότεναμ το 1966 στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος. Το δολοφονικό μαρκάρισμα -από πίσω εννοείται- στον κορυφαίο επιθετικό της Τσέλσι Πήτερ Όσγκουντ (γνωστός και ως Μάγος του Ος), το 1970 στον επαναληπτικό του κυπέλλου Αγγλίας. Και φυσικά οι μπουνιές με τον Κέβιν Κίγκαν στο Γουέμπλεϊ στο Charity Shield του 1974, στις 9 Αυγούστου, κόντρα φυσικά στην Λίβερπουλ, με τον Κλαφ στον πάγκο της Λιντς, στο τελευταίο παιχνίδι του Σάνκλι στον πάγκο των «κόκκινων». Ένα ματς-γιορτή που οι Άγγλοι ήθελαν να παρουσιάσουν ως τέτοιο και κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο.

Ο Μακάι προέρχονταν από σοβαρό τραυματισμό με τον Μπρέμνερ να του κάνει ένα δυνατό τάκλιν στο πόδι που είχε σπάσει -όχι μία- αλλά δύο φορές. Η αντίδραση του παίκτη της Τότεναμ εννοείται δεν ήταν κόσμια. Η φωτογραφία με τον εκτός εαυτού αμυντικό να έχει πιάσει απ’ την μπλούζα τον Σκοτσέζο, έτοιμος να του κάνει ό,τι κακό μπορεί κάποιος να φανταστεί, θεωρείται στις κλασικότερες εκείνης της περιόδου και όχι μόνο για το αγγλικό ποδόσφαιρο. «Ήθελα να τον σκοτώσω» θα δηλώσει χρόνια αργότερα ο Μακάι «Με χτύπησε επίτηδες στο πόδι που είχα σπάσει δύο φορές. Είναι σίγουρα ο πιο βρώμικος παίκτης που έχω συναντήσει ποτέ στην καριέρα μου». Για πολλά χρόνια μάλιστα ο σπουδαίος αμυντικός υπέγραφε τα αυτόγραφά του πάνω σε αυτή την φωτογραφία, κάτι που όπως είχε δηλώσει, είχε μετανιώσει κατά πολύ στα γεράματά του μιας και θεωρούσε πως με αυτό τον τρόπο έδινε περισσότερη αξία στον Μπρέμνερ. Τον άνθρωπο δηλαδή που είχε μισήσει (και αυτός).

Ο επαναληπτικός του τελικού κυπέλλου του ’70 θεωρείται -καθόλου άδικα- ως ένα απ’ τα βιαιότερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ και παράλληλα απ’ τα καλύτερα παιχνίδια που έχουν γίνει ποτέ. Μάλιστα σε έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στην Αγγλία το 1997 για το εν λόγω παιχνίδι ο διαιτητής Ντέιβ Έλερεϊ είχε δηλώσει πως έπρεπε να έχουν βγει συνολικά 12 κίτρινες και 6 κόκκινες κάρτες -σύμφωνα πάντα με το παιχνίδι των ημερών μας.  Πάντως το μαρκάρισμα του Μπρέμνερ συζητιέται ακόμα από τους φίλους και των δύο ομάδων μιας και η λέξη «δολοφονικό» είναι υπερβολικά φτωχή για να το χαρακτηρίσει. Μάλιστα ήταν τέτοια η ένταση εκείνου του αγώνα (που είχε βρει τροπαιούχους τους «μπλε») και τόσο μεγάλη η απογοήτευση για τους παίκτες της Λιντς που ο Τζέφρι Γκριν των The Times είχε γράψει πως: «H Λιντς μοιάζει με την ιστορία του Σίσυφου, που ενώ έχει σπρώξει ένα μεγάλο βράχο -σχεδόν- στην κορυφή ενός ψηλού βουνού, λίγο πριν τον δει να αγγίζει το ψηλότερο σημείο και να στέκεται εκεί, αυτός πέφτει προς την κοιλάδα και πάλι απ’ την αρχή». Όλα αυτά ενώ ο Μπίλι Μπρέμνερ κάπνιζε βουρκωμένος και αμίλητος στην γωνία των αποδυτηρίων. Το ίδιο φυσικά έκαναν και οι περισσότεροι συμπαίκτες του. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή που έβρισκες καπνίζοντες ακόμα και  σε αίθουσες χειρουργείων, πόσο μάλλον αποδυτηρίων.

Το παιχνίδι του ΄74 ανήκει στις 44 μέρες του Κλαφ στην Λιντς και είναι η στιγμή που απέδειξε περίτρανα πως αυτό το πάντρεμα δεν έπρεπε να έχει γίνει ποτέ και για κανένα λόγο. Ο Κλαφ έχοντας αντίπαλο την ομάδα που σέβονταν όσο καμία του ανθρώπου που λάτρευε ως προπονητή, την Λίβερπουλ δηλαδή του Σάνκλι, είχε πει στους παίκτες του πως δεν θέλει να παίξουν βρώμικα και αντιαθλητικά ως δείγμα σεβασμού στον σπουδαίο Σκοτσέζο προπονητή και την ομάδα του. Φυσικά ο Μπρέμνερ και η παρέα του βρήκαν την κατάλληλη στιγμή για να δείξουν στον προπονητή τους πως ούτε τον σέβονται αλλά και ούτε και τον δέχονται ως προπονητή τους, επιλέγοντας αντί για ποδόσφαιρο να παρουσιάσουν την αγαπημένη τους κλωτσοπατινάδα εις διπλούν (και βάλε), ρεζιλεύοντας έτσι τον Κλαφ μπροστά στο ίνδαλμά του και σε ολόκληρο το κοινό της Αγγλίας που περίμενε μια σπουδαία ποδοσφαιρική παράσταση. Ο παίκτης που κυρίως στόχευαν ήταν ο αστέρας της Λίβερπουλ, Κέβιν Κίγκαν και σκοπός τους ήταν να τον νευριάσουν πριν φυσικά τον αποτελειώσουν με κάποιο fatality δυνατό μαρκάρισμα. Όπερ και εγένετο στο 60′ με το παιχνίδι να διακόπτεται και να μετατρέπεται σε ρινγκ.

O Τζόνι Τζάιλς της Λιντς θα κάνει πρώτος ένα αντιαθλητικό μαρκάρισμα στον Κίγκαν (και θα ανάψει την σπίθα) με τον επιθετικό των «κόκκινων» να χτυπά κι αυτός αντιαθλητικά τον Ιρλανδό στην αμέσως επόμενη φάση. Ο Τζάιλς ως σωστός Ιρλανδός θα αντιδράσει σαν να βρίσκεται μεθυσμένος σε μπαρ και όχι στο Γουέμπλεϊ και θα γρονθοκοπήσει τον Κίγκαν στο πρόσωπο. Δευτερόλεπτα αργότερα και ενώ η κάμερα δεν είναι πάνω τους, ο Μπρέμνερ και ο Κίγκαν θα την δουν «ΜακΓκρέγκορ-Μέιγουέδερ» και θα αρχίσουν τις μπουνιές. Εννοείται θα αποβληθούν και οι δύο πετώντας τις φανέλες τους στο χόρτο του γηπέδου γεμάτοι απορία (;). Αξίζει να σημειωθεί πως ο Τζάιλς δεν είχε τιμωρηθεί για την μπουνιά στον Κίγκαν (Ιρλανδός γαρ). O Κλαφ θα τιμωρήσει πολλούς από τους βασικούς του μετά το παιχνίδι (που είχε βρει νικήτρια τη Λίβερπουλ) και ουσιαστικά θα «υπογράψει» την απόλυσή του από την ομάδα λίγες μέρες αργότερα.

Στην επικότερη ζωντανή συνέντευξη που έχει γίνει ποτέ -αυτή ανάμεσα στον Ρέβι και τον Κλαφ με «διαιτητή» τον παρουσιαστή Όστιν Μίτσελ- όταν ο Ρέβι θα ρωτήσει τον Κλαφ «Γιατί πήγες στη Λιντς αφού σε μισούν και τους μισείς» ο Κλαφ θα απαντήσει -σε μια στιγμή σύγχυσης αλλά και πλήρης ειλικρίνειας- πως «Πήγα στη Λιντς επειδή μισώ εσένα και ήθελα να κατακτήσω με την ομάδα σου αυτό που εσύ δεν κατάφερες. Το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης». Διαφημίσεις!

Ο Μπρέμνερ το 1985 θα αναλάβει τον πάγκο της Λιντς και θα μείνει στο Έλαντ Ρόουντ μέχρι το ’88 πριν απολυθεί και επιστρέψει στην ομάδα που έφτιαξε το προπονητικό του όνομα, την Ντόνκαστερ. Στη Λιντς θα τον θυμούνται -ως κόουτς- να καλεί κάθε πρωί στο γραφείο του τον Ντέιβ Μπάτι και να τον αναγκάζει να πιει λίγο κρασί με κρόκους αυγών για να δυναμώσει, και να γίνει ο νέος Μπίλι Μπρέμνερ της ομάδας. Περίεργος τύπος ο Μπίλι. To 1997, έχοντας αποσυρθεί απ’ το ποδόσφαιρο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή μετά από πνευμονία. Για την Λιντς θα είναι πάντα ο σπουδαιότερος αρχηγός που είχε ποτέ και για την Σκωτία ο άνθρωπος που ηγήθηκε στο Μουντιάλ του 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας. Για εμάς τους υπόλοιπους θα είναι πάντα ένας απ’ τους σκληρότερους ποδοσφαιριστές που έβγαλε ποτέ το άθλημα, σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο -και δη το αγγλικό- ήταν γεμάτο από δυνατά μαρκαρίσματα και παίκτες που μάτωναν -κυριολεκτικά- τη φανέλα. Τη δική τους φανέλα, αλλά και του αντιπάλου.

Το Πάθος στη Φωνή

  [3 Σχόλια]

Ο Οργανισμός Ραδιοφώνων Καταλωνίας διοργανώνει κάθε χρόνο ένα διαγωνισμό για τον καλύτερο σπίκερ των τοπικών ραδιοσταθμών. Οι συμμετοχές αποστέλλονται από τους ίδιους τους ραδιοσταθμούς στον Οργανισμό και μια κριτική επιτροπή ακούει τις περιγραφές και επιλέγει το νικητή. Στο διαγωνισμό του 2017, η κριτική επιτροπή μαγεύτηκε από έναν νεαρό σχολιαστή του Ράδιο Ουλότ, τον Πέρε Ρίμπες.

Πηγαίνοντας να παραδώσουν το βραβείο στο νικητή αντίκρισαν ένα εντεκάχρονο παιδί. Επιπλέον, αυτό το παιδί είναι τυφλό! Έχουμε αναφέρει ξανά στο μπλογκ περιπτώσεις τυφλών παιχτών και οπαδών. Περίπτωση όμως τυφλού σπορκάστερ είναι μοναδική. Ο Πέρε Ρίμπες, τυφλός εκ γενετής, διαμένει με την οικογένειά του στο χωριό Ουλότ της Καταλωνίας. Παρόλο που μένει στην Καταλωνία δεν είναι οπαδός, ούτε της Μπαρσελόνα, ούτε της Εσπανιόλ. Η Ανδαλουσιάνικη καταγωγή των γονιών του, μαζί με το γεγονός ότι έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του, τον έκανε οπαδό της Μπέτις. «Αρχικά είχα μια συμπάθεια στη Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά άκουσα μια μέρα στο ράδιο τον ύμνο της Μπέτις. Είπα ότι αν κερδίσουν τρία συνεχόμενα παιχνίδια θα γίνω οπαδός τους. Το έκαναν και πια είμαι Μπέτικο».

Ο τοπικός όμιλος οπαδών της Μπέτις τον έχει ήδη ανακηρύξει επίτιμο μέλος. Μόλις έμαθαν για τον Πέρε, ο πρόεδρος του συνδέσμου Διέγο Σάντσεθ έβγαλε λαχνούς με τίτλο «Πέρε, σε θέλουμε σπίτι». Συγκέντρωσαν πάνω από €1.000 και έστειλαν τον Πέρε στο Μπενίτο Βιγιαμαρίν. Το ματς ήταν κόντρα στη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια. «Δε με ενθουσίασε τόσο να πάω στο γήπεδο για τη νίκη, όσο για να μπορέσω να τραγουδήσω ακαπέλα επιτέλους τον ύμνο που είχα ακούσει τόσες φορές στο ράδιο».

Η επίσκεψη του Πέρε στο γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας, ένα συγκινητικό βίντεο

Ένα παιδί που αρχικά στις αλάνες του χωριού έπιανε τη μπάλα με τα χέρια, μέχρι να του δείξουν οι φίλοι του ότι δεν είναι ακριβώς έτσι το άθλημα, κέρδιζε το βραβείο καλύτερου σπορκάστερ. Η σχέση του Πέρε με το μέσο δεν είναι ανεξήγητη. Ως τυφλός ήταν το αγαπημένο του μέσο. Άκουγε με τις ώρες ραδιόφωνο, κυρίως αθλητικά μαγκαζίνο και μεταδόσεις. «Αρχικά πίστευα ότι είναι τρομακτικά πολύπλοκο να μεταδίδεις όλη αυτήν την ευφορία. Όμως μου έδωσε το ερέθισμα να ασχοληθώ ώστε να λύσω το αίνιγμα αυτό, με λίγη τύχη».

Την προηγούμενη σεζόν η ομάδα του χωριού του, του Ουλότ, ανέβηκε στη Σεγούνδα Β. Όπως όλοι οι κάτοικοι, έτσι και ο Πέρε πήγε στο πρώτο εντός έδρας ματς της ομάδας. Εκεί τον εντόπισε ο Δαβίδ Πλανέλια, τοπικός αθλητικογράφος και του πήρε συνέντευξη. Ο δημοσιογράφος εντυπωσιάστηκε από την ωριμότητα και τη γνώση του παιχνιδιού από τον μικρό. Πήγε σπίτι του να μιλήσει με τους γονείς του για να τον πάρει στο πρόγραμμα. Εκεί ανακάλυψε ότι η μητέρα του Πέρε ήταν καθηγήτρια του και το θέμα έκλεισε σε μερικά λεπτά. Ο Πέρε θα πήγαινε στο τοπικό ραδιόφωνο, στο πλάι του Δαβίδ Πλανέλια ως σχολιαστής στο ραδιοφωνικό αθλητικό μαγκαζίνο.

Μετά από λίγες εκπομπές ο Πλανέλια τον πήρε μαζί του σε περιγραφή αγώνα μαζί του. Ο Πέρε ήταν τόσο καλός σχολιαστής που κράτησαν την κασέτα και την έστειλαν στο ετήσιο διαγωνισμό του Οργανισμού Ραδιοφώνων Καταλωνίας, τον οποίο και τελικά κέρδισε. Όταν τον ρωτάνε πώς το κάνει όλο αυτό, απαντά:

«Το να σχολιάσεις ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι δεν σημαίνει μόνο να περιγράψεις το σχηματισμό των δύο ομάδων. Για μένα το κλειδί είναι να ακούς το σπορκάστερ και να αφήνεσαι στο πάθος του και στα σχόλιά του. Πάντα έλεγα ότι αν κάποιος κλείσει τα μάτια και ακούσει ένα ματς από το ράδιο, σίγουρα θα μπορούσε να κάνει πολλά σχόλια για το παιχνίδι, το οποία, ίσως, δε θα τα έκανε με ανοιχτά τα μάτια. Διότι το συναίσθημα σε κατακλύζει».

Και πώς βλέπει ένα γκολ; «Δε χρειάζεται να δω απολύτως τίποτα. Ο σπορκάστερ το περιγράφει άψογα και καταλαβαίνω ακριβώς πως μπήκε». Μετά το βραβείο τον άκουσαν και ραδιοφωνικοί σπίκερ από τα μεγάλα ισπανικά ραδιόφωνα όπως το Ράδιο Καταλούνια, το Καδένα Σερ, το ΡΑΚ. Όλοι εντυπωσιάστηκαν από την ωριμότητα στα σχόλια και τη φοβερά ραδιοφωνική φωνή του. Ο Αντόνιο Ρομέρο του Καδένα Σερ δήλωσε: «Ανεξάρτητα από την αναπηρία του, έχει αρετές που εμείς δε διαθέτουμε. Η μνήμη του σε στατιστικά στοιχεία είναι εκπληκτική. Η φωνή του και η ωριμότητά του είναι τρομακτική για την ηλικία του».

Για το Δαβίδ Πλανέλια τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: «Το να έχω τον Πέρε στην ομάδα μου είναι ένας τρόπος να ζω κάθε αναμετάδοση ως κάτι τρομακτικά σπουδαίο». Πόσο σπουδαίο; «Ακόμα και αν ήξερα ότι δε θα έχω κανέναν άλλο ακροατή εκτός από αυτόν, ξέρω ότι θα άξιζε τον κόπο να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ για να ζήσει το παιχνίδι με τη φωνή μου».

Ο Πέρε Ρίμπες ονειρεύεται να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα αθλητικογράφου. Προς το παρόν αστειευόμενος λέει ότι όταν τελειώσει τη σχολή θα έχει ήδη 10 χρόνια εμπειρίας στο χώρο. Αν δεν τα καταφέρει θα ασχοληθεί με τη μουσική και το σταντ-απ. Στο τέλος του χρόνου έχει δηλώσει συμμετοχή και για τον μουσικό διαγωνισμό Καταλωνίας, και στο βαθμό που μπορούμε να εμπιστευθούμε τους κατοίκους του Ουλότ, πάει για το ντάμπλ.

Ο χοντρός του Ροσάριο

  [7 Σχόλια]

Ο κόσμος στις εξέδρες είναι σκληρός, αλλά πολλές φορές και με χιούμορ. Η προσπάθεια να μειώσεις τον αντίπαλο, ο στόχος να του πάρεις τον αέρα με οποιονδήποτε τρόπο. Όσοι έχουν περάσει από τα ελληνικά γήπεδα θα το έχουν διαπιστώσει. Πολύ συχνά ξεχωρίζει σε μια κερκίδα κάποια γραφική μορφή. Ένας ηλικιωμένος που βλέπει όρθιος στο κάγκελο το ματς. Ένας τύπος που για 90 λεπτά βρίζει έναν συγκεκριμένο αντίπαλο παίκτη. Κάποιος που αρχίζει και γκρινιάζει πριν καν ξεκινήσει το ματς. Τύποι ωραίοι, τύποι ενοχλητικοί, τύποι που συχνά πέφτουν στην αντίληψη των αντιπάλων οπαδών και εκεί ξεκινάει το πάρτι, η εκμετάλλευση της αδυναμίας του αντιπάλου.

Στην Αργέντινη υπήρχε (πιθανώς να υπάρχει ακόμα) το reality show «Αστυνομία εν δράσει» που παρακολουθούσε αστυνομικούς σε διάφορες επιχειρήσεις τους. Σε ένα από τα επεισόδια της σειράς, η αστυνομία πήγε στην πρεμιέρα της Κλαουζούρα του 2008 στο Εστάδιο Γιγάντε ντε Αρογίτο για το δύσκολο ματς μεταξύ της Ροσάριο Σεντράλ και της Μπόκα. Οι φιλοξενούμενοι πήραν περίπου 4.000 εισιτήρια αλλά τοποθετήθηκαν σε μια σχετικά μικρή εξέδρα όπου δεν χωρούσαν. Πολλοί πήδηξαν στην διπλανή, κάνοντας παράπονα αφού κινδύνευε η σωματική ακεραιότητά τους, στην κερκίδα υπήρχαν γυναίκες και παιδιά. Η κάμερα ακολουθούσε όλη τη δράση, τις ανταλλαγές ευχών, με τους οπαδούς της Μπόκα να λένε ότι η Ροσάριο Σεντράλ θα πέσει στη Β’ και τους ντόπιους να αποκαλούν τους φιλοξενούμενους Βολιβιανούς (ρατσιστική φράση που χρησιμοποιείται συχνά για τους οπαδούς της Μπόκα για να τους πικάρουν ως φτωχούς, σκουρόχρωμους και «κατώτερους») και να κρατάνε διαβατήρια στα χέρια (δείγμα ότι αυτοί είναι ντόπιοι), ενώ τους κατηγορούν ότι πληρώνονται για να πάνε στο γήπεδο. Μέχρι που εμφανίστηκε ο σταρ της ημέρας.

Μερικά λεπτά γηπεδικής λατινοαμερικάνικης γραφικότητας

Ο τύπος που για τα επόμενα χρόνια έμεινε γνωστός ως «ο χοντρός της Σεντράλ» εμφανίστηκε σαν οπτασία στους τηλεοπτικούς δέκτες, εκεί δίπλα στο διαχωριστικό. Με μαύρο τιραντέ (κασκορσέ) φανελάκι, στην πρώτη του σκηνή δείχνει αδιάφορος για τα προβλήματα των αντιπάλων που δεν χωράνε στην εξέδρα και εύχεται να είχαν κι αυτοί τόσα εισιτήρια στο Μπομπονέρα. Αργότερα σκοντάφτει και παραλίγο να πέσει. Οι οπαδοί της Μπόκα αρχίζουν τις φιλοφρονήσεις με το «ο χοντρός την τρώει» (και όχι αυτή τη φορά δεν εννοούν το φαγητό). Ο ήρωάς μας απαντάει «δυο φορές το χρόνο σας την ταΐζω» και αρχίζει να τους κοροϊδεύει ότι δεν πηγαίνουν στο γήπεδο ποτέ. «Όποιος δεν χοροπηδάει, είναι χοντρός» έρχεται το σύνθημα από το πέταλο των αντιπάλων. Ο γίγαντας βάζει τα χέρια στα αυτιά και λέει «όπως ο Ρικέλμε, δεν σας ακούω», η «Λα 12» συνεχίζει το τραγούδι με συνθήματα όπως «είναι θέμα βάρους» (κάνοντας πολλούς Ροσαρίνους να γελάσουν), ενώ οι φίλοι του χοντρού υπερασπίζονται τον φίλο τους, λέγοντας ότι οι αντίπαλοι τρώνε γάτες και μια φορά το χρόνο πουλάνε σόγια (σαν Βολιβιανοί δηλαδή).

«Πηγαίνετε στο γήπεδο βλάκες»

Το trolling συνεχίζεται με το «βάλε σουτιέν», ο ηγέτης χειροκροτά ειρωνικά, σηκώνει το μπλουζάκι ακομπλεξάριστος, δείχνει την κοιλάρα, την χτυπάει με το χέρι και απαντάει «εγώ τουλάχιστον πηγαίνω στο γήπεδο μαλάκες, όχι σαν εσάς που πάτε δυο φορές το χρόνο». Η Μπόκα ανοίγει το σκορ με τον Ροντρίγκο Παλάσιο μετά από μία σέξι ασίστ του Ρικέλμε, αλλά ισοφαρίζεται σε 1-1 από μια σουτάρα του Κίλι Γκονζάλες και ο χοντρός και οι φίλοι του παίρνουν το αίμα τους πίσω. Το ματς λήγει. Μια ισοπαλία μεταξύ των δύο ομάδων, αλλά ισοπαλία και στις εξέδρες όπου ο χοντρός τα βάζει με τους περίπου 4.000 αντιπάλους οπαδούς.

Μια πιο πρόσφατη φωτογραφία του γνωστού «ανώνυμου χοντρού», τα χρόνια πέρασαν, το πάθος όχι

Η μορφή του «χοντρού» έμεινε για χρόνια έτσι, έγινε μέχρι και εφαρμογή για κινητά Android μέχρι που σχετικά πρόσφατα μια εφημερίδα ανακάλυψε ότι έχει περίπτερο αρκετά κοντά στο γήπεδο της Σεντράλ και φυσικά συνεχίζει να πηγαίνει στα ματς. Λίγο πιο γερασμένος και χωρίς την κοτσίδα, αλλά πάντα αρκετά χοντρός και φωνακλάς, όπως τον έμαθε ο κόσμος. Εκεί που τα παιδάκια θα πηγαίνουν να αγοράσουν παγωτό, θα τους λέει για την ημέρα που έδωσε τη μάχη του με ένα ολόκληρο πέταλο.

Μια μέρα στη δουλειά για τον Πάμπλο Εσκομπάρ

  [Καθόλου σχόλια]

Είναι αρκετές οι ποδοσφαιρικές κόντρες μεταξύ των χωρών της Λ. Αμερικής, κάποιες αμιγώς αθλητικές, όπως για παράδειγμα το Βραζιλία-Αργεντινή, κάποιες αρκετά πιο πολιτικές όπως το Χιλή-Αργεντινή. Μια από τις όχι τόσες γνωστές διαμάχες στον πολύ κόσμο είναι αυτή μεταξύ της Βολιβίας και της Χιλής που πριν από περίπου 140 χρόνια έφτασαν σε ένοπλη σύγκρουση σε αυτό που έγινε γνωστό και ως Πόλεμος του Ειρηνικού. Η Βολιβία μαζί με το σύμμαχό της το Περού πολέμησαν τη Χιλή, το αποτέλεσμα ήταν η Χιλή να κερδίσει και τις δύο και να τους πάρει σημαντικά εδάφη, με τη Βολιβία να χάνει κάθε την έξοδό της προς τη θάλασσα (για όσους ενδιαφέρονται για περισσότερα, εδώ κάποια γενικά).

Όπως συχνά συμβαίνει, η κόντρα μεταφέρθηκε και σε ποδοσφαιρικό επίπεδο. Για χρόνια οι Βολιβιανοί είχαν το καμάρι τους, το Κόπα Αμέρικα του 1963 απέναντι στους μηδέν τίτλους της Χιλής που είχε την ταμπέλα του λούζερ της ηπείρου. Ξέρουμε όλοι όμως ότι η Χιλή περνάει την καλύτερη περίοδο στο ποδόσφαιρό της με δύο συνεχόμενα Κόπα Αμέρικα, τη στιγμή που η Βολιβία είναι εδώ και καιρό πολύ αδύναμη, οπότε και αυτό το πλεονέκτημα χάθηκε. Πριν ένα χρόνο περίπου η Χιλή φιλοξένησε τη Βολιβία για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Οι Βολιβιανοί με ηρωική εμφάνιση πήραν ένα σπουδαίο 0-0, χωρίς μεγάλη βαθμολογική σημασία μεν, αλλά πολύ σημαντικό ψυχολογικά.

Ο Καμπρέρα

Μόνο που αυτό που κέρδισαν στο γήπεδο, το έχασαν έξω από αυτό. Βλέπετε η Βολιβία είχε κατέβει στο ματς (όπως και σε αυτό με το Περού) με το Νέλσον Καμπρέρα, έναν Παραγουανό  που τα τελευταία χρόνια παίζει στη Βολιβία και πήρε την υπηκοότητα. Ο Καμπρέρα είχε παίξει παλιότερα σε ένα φιλικό της Παραγουαής, κάτι που δεν ήταν όμως πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ότι στη Βολιβία η υπηκοότητα δίνεται στα τρία χρόνια, σε αντίθεση με τη ΦΙΦΑ που για να δώσει το ΟΚ να αγωνιστεί κάποιος με μια εθνική θέλει πέντε χρόνια παραμονής. Οι Χιλιανοί το πήραν χαμπάρι, έχουν και καλές διασυνδέσεις, το κυνήγησαν, δικαιώθηκαν και κέρδισαν το ματς με 3-0 στα χαρτιά.

Οι Βολιβιανοί δεν ξέχασαν. Παρά την έλλειψη βαθμολογικού κινήτρου, ήξεραν ότι το ματς του 2ου γύρου θα ήταν ευκαιρία για μια εκδίκηση. Ειδικά απέναντι σε μια Χιλή που είναι ντεφορμέ. Ο Καμπρέρα δεν ήταν στο γήπεδο, αλλά ήταν ο Πάμπλο Εσκομπάρ. Όχι ο έμπορος ναρκωτικών. Ένας ακόμα Παραουγανός που πήρε την υπηκοότητα, αυτή τη φορά νόμιμα. Ο 39χρονος (!!) σούπερ σταρ της αγαπημένης Δε Στρόνγκεστ είχε σκοράρει 3 φορές και είχε δώσει μία ασίστ στα προηγούμενα 7 εντός έδρας παιχνίδια της Βολιβίας και ήθελε και πάλι να χριστεί πρωταγωνιστής.

Ως συνήθως, η Βολιβία εκμεταλλευόμενη το υψόμετρο της Λα Πας μεταμορφώθηκε και έκανε πολλές φάσεις, αρκετές από αυτές από το γλυκό δεξί του Εσκομπάρ, ενός πολύ καλού τεχνίτη, που έβγαζε μπαλιές και σέντρες για τους συμπαίκτες του. Το γκολ δεν ήρθε όμως, ενώ για τη Χιλή ο μοιραίος Βιδάλ (που όπως σε κάθε κλήση του στη Χιλή βρέθηκε να μπεκροπίνει πριν τους αγώνες) μετά το αυτογκόλ του στο προηγούμενο παιχνίδι με την Παραγουάη, έχασε απίστευτη ευκαιρία για να ανοίξει το σκορ. Ο Εσκομπάρ πριν βγει αλλαγή στο ημίχρονο (δύσκολο σε τέτοια ηλικία να αντέξει παραπάνω) φρόντισε να κάνει το σόου του, ένας γνήσιος προβοκάτορας. Έτρεξε βιαστικά να εκτελέσει ένα κόρνερ, ο επόπτης δεν τον άφησε, ο Παμπλίτο με φοβερό στιλάκι «άσε μας κι εσύ» απάντησε, ο επόπτης επέμεινε και ο Βολιβιανός συνέχισε έξαλλος τα παράπονά του σε στιλ «μα τι θέλει» σπρώχνοντας μακριά τον επόπτη λες και ήταν κανένας περαστικός, ενώ με απαράμιλλο θράσος ζήτησε και κάρτα για έναν αντίπαλό του. Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που ο Εσκομπάρ τα βάζει με επόπτες ή διαιτητές, το έχει κάνει και παλιότερα.

Ούτε σε συγχρονισμένη κολύμβηση τέτοιο ταυτόχρονο πιάσιμο καλαμπαλικιών από δύο συμπαίκτες

Μπορεί ο Εσκομπάρ να βγήκε αλλαγή, αλλά το σόου δεν είχε τελειώσει. Η Βολιβία με πέναλτι που κέρδισε άνοιξε το σκορ και οι κόντρες μεταξύ των δύο πάγκων ξέφυγαν όσο πλησιάζαμε στην λήξη. Ο Εσκομπάρ μπορεί να μην βοηθούσε πλέον στο χορτάρι, το πήρε πάνω του όμως εκτός γηπέδου. Ξεκίνησε με ένα λάιτ «πηγαίνετε να κλάψετε στην ΦΙΦΑ» και ανέβασε τον πήχη με το «πηγαίνετε τώρα να ζητήσετε τους βαθμούς πίσω ‘πούτος'». Το αποκορύφωμα ήταν η κίνηση, βγαλμένη από οπαδό σε πέταλο, κατά την οποία έπιασε μεγαλοπρεπώς τα καλαμπαλίκια του και τα έδειξε στον αντίπαλο πάγκο (σε απόλυτη συνεργασία με άλλον συμπαίκτη του), επισκιάζοντας όλους τους άλλους πρωταγωνιστές του ματς. Το trash-talking συνεχίστηκε λίγο αργότερα όταν και ο Αρτούρο Βιδάλ βγήκε αλλαγή, ο Εσκομπάρ άνοιξε διάλογο μαζί του και ο Βιδάλ τα έβαλε με όλους και όλα, πετώντας το νερό του με δύναμη και στη συνέχεια ξεσπώντας σε κλάματα. Το γεγονός ότι δήλωσε αργότερα ότι θα σταματήσει από την εθνική αν αυτή δεν προκριθεί, ο Εσκομπάρ μπορεί να το πήρε και ως προσωπική επιτυχία.

Μετά το ξέσπασμα του Βιντάλ, ήρθαν τα δάκρυα

Το κλίμα δεν ηρέμησε ούτε μετά τη λήξη με τον προπονητή της Βολιβίας να δέχεται μια μπάλα από τον πάγκο της Χιλής και να δηλώνει αργότερα «τώρα θα δουν κι αυτοί το Μουντιάλ από την τηλεόραση» (απαντώντας σε ατάκα Χιλιανού παίκτη), ενώ στο κέντρο του γηπέδου πολλοί παίκτες ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο ανταλλάσσοντας ευχές για υγεία και ευημερία. Ο πρόεδρος της Βολιβίας Έβο Μοράλες μίλησε για νίκη της αξιοπρέπειας και της ταπεινότητας (ευτυχώς δεν μίλησε για νίκη του ποδοσφαίρου), τη στιγμή που οι παίκτες της Βολιβίας έβγαζαν φωτογραφίες στα αποδυτήρια κοροϊδεύοντας τον Βιδάλ (που είχε δυναμιτίσει το κλίμα με φωτογραφίες του πριν τον αγώνα). Κάποιος είπε «επιτέλους απέκτησε θάλασσα η Βολιβία, θάλασσα από τα δάκρυα των Χιλιανών στα αποδυτήρια» για μια νίκη απέναντι στη Χιλή περίπου μετά από 17 χρόνια.

Για τον Εσκομπάρ πάντως που ζήτησε συγγνώμη (προφανώς για να γλιτώσει τιμωρία), δεν ήταν και τίποτα πρωτόγνωρο, καθώς του αρέσει να προκαλεί. Πριν από έναν αγώνα της Δε Στρόνγκεστ με τη Ρίβερ Πλέιτ είχε ανεβάσει μια φωτογραφία που έγραφε ότι η δική του ομάδα δεν έπεσε ποτέ. Είναι ένας καταπληκτικός τεχνίτης που κουβαλάει τρέλα και ένα βαρύ επώνυμο, που παραλίγο να τον βάλει και σε μπελάδες. Όταν ως παίκτης ακόμα της Σέρο Πορτένιο ταξίδεψε για ματς του Λιμπερταδόρες στο Μεντεγίν οι αρχές τον σταμάτησαν μόλις ένας αστυνομικός είδε το διαβατήριο του. Τον ρώτησε αν ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε στην Κολομβία, αν είχε συγγενείς εκεί και ένα σωρό περίεργες ερωτήσεις. Προφανώς υποψιασμένος, του είπε να τον ακολουθήσει και εκεί μαζεύτηκαν και άλλοι άνθρωποι της ασφάλειας του αεροδρομίου. Ευτυχώς για τον Πάμπλο Ντανιέλ Εσκομπάρ Ολιβέτι, οι διοικούντες της Σέρο Πορτένιο μεσολάβησαν και έλυσαν την παρεξήγηση. «Είναι μια συνωνυμία, δεν έχω καμία σχέση με τον άνθρωπο που έκανε τόσο κακό σε τόσο κόσμο» δήλωσε. Ο δικός του στόχος είναι να μοιράζει γκολ, να μοιράζει ασίστ και να ανάβει σπίθες μεταξύ χωρών.

Το τέλος της κυριαρχίας των Ούγγρων και η «κατάρα» του Γουάνκντορφ

  [3 Σχόλια]

 

Στις 29 Οκτωβρίου του 1956 η Ουγγρική Χόνβεντ, έχοντας στο τιμόνι τον τεράστιο Ζένο Κάλμαρ, ταξίδεψε στην Βασκωνία για να αγωνιστεί με την Αθλέτικ Μπιλμπάο, για τη φάση των «16» του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Οι Ούγγροι έσφυζαν από ταλέντο. Επίσης είχαν την τύχη να διαθέτουν τρεις εκ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών της εποχής. Μιας εποχής γεμάτης από πραγματικά ντελικάτους ποδοσφαιριστές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όπου υπήρχε ποδόσφαιρο. Σε εκείνη την Χόνβεντ -κρατηθείτε- υπήρχαν, και συνεργάζονταν αρμονικά, ο Σάντορ Κόσιτς, ο Ζόλταν Κζίμπορ και ο Φέρεντς Πούσκας. Εννοείται, πως ήταν το μεγάλο φαβορί απέναντι στους Βάσκους, όπως και απέναντι στις περισσότερες ομάδες που υπήρχαν στην διοργάνωση. Πέντε μέρες μετά το ταξίδι, σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Βουδαπέστη για να διαλύσουν την Ουγγρική Επανάσταση. Την αντισοβιετική εξέγερση δηλαδή που είχε ξεκινήσει λίγες μέρες νωρίτερα και είχε ως στόχο την κυβέρνηση της Ουγγαρίας. Τα νέα έφτασαν στο ξενοδοχείο που είχε καταλύσει η Ουγγρική αποστολή πολύ γρήγορα και -όπως ήταν λογικό- δεν χαροποίησαν κανένα μέλος της αποστολής και δεν άφησαν ανεπηρέαστο κανένα ποδοσφαιριστή, με την αναμέτρηση να περνάει σε δεύτερη μοίρα. Όλοι ρωτούσαν αγχωμένοι τι ακριβώς συμβαίνει και αν οι άνθρωποί τους είναι καλά. Αυτή άλλωστε ήταν και η λογική αντίδραση.

Σχεδόν ένα μήνα αργότερα η Χόνβεντ αγωνίστηκε στο Σαν Μαμές και ηττήθηκε με 3-2, με τα τρία μεγάλα αστέρια της να μην θέλουν να επιστρέψουν στην Ουγγαρία και να σκέφτονται ακόμα και να μην αγωνιστούν στη ρεβάνς, μετά τις συνθήκες χάους που είχαν προηγηθεί. Τελικά μετά από πολλές διαπραγματεύσεις, το δεύτερο παιχνίδι (που ήταν στον αέρα), και δεν μπορούσε να γίνει στην Ουγγαρία, έγινε στο Χέιζελ των Βρυξελλών, με τις δύο ομάδες να μένουν στο 3-3 και την Αθλέτικ να παίρνει την πρόκριση. Ο αποκλεισμός αυτός ήταν -ουσιαστικά- και το τέλος της Ουγγρικής κυριαρχίας στο ποδόσφαιρο. Ένα τέλος που ήρθε ξεκάθαρα μέσα από εξωαγωνιστικούς/πολιτικούς παράγοντες. Ακόμα ένα «έργο» λυπηρό (και χιλιοπαιγμένο) κατά του αθλήματος του ποδοσφαίρου (και όχι μόνο).

Σε μια αρκετά δύσκολη περίοδο για την Ουγγαρία και με όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο να βρίσκεται στα πόδια τους, φάνταζε λογικό -οι Ούγγροι σούπερ σταρ- να θέλουν να αφήσουν τη χώρα τους για άλλες, κορυφαίες ομάδες, του εξωτερικού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως  επί Σοβιετικής Ένωσης οι αθλητές δεν είχαν δικαίωμα εξόδου απ’ τη χώρα. Οι αθλητές θεωρούνταν «ερασιτέχνες», δεν είχαν μισθό απ’ την ομάδα τους (παρά μόνο κλειστό «συμβόλαιο» μαζί της) και έπαιρναν τα χρήματα που τους αναλογούσαν, ως στρατιωτικοί. Εννοείται πως οι περισσότεροι δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε κάποιο γραφείο στρατιωτικής υπηρεσίας. Ουσιαστικά, για να αγωνιστεί κάποιος σε άλλη χώρα έπρεπε να γίνει πρόσφυγας (και «προδότης»). Οι τρεις ποδοσφαιριστές βρήκαν εν τέλει καταφύγιο στην Ισπανία, εκεί δηλαδή που είχε βρει πρώτος «στέγη», ως πρόσφυγας, ο σπουδαίος Λάσλο Κουμπάλα το 1949, αρνούμενος να μείνει άλλο στην Σταλινική Ουγγαρία, χάνοντας έτσι το δικαίωμα να αγωνίζεται με τα χρώματα της χώρας του (ο Κουμπάλα αγωνίστηκε τόσο με τα χρώματα της Ισπανίας όσο και με αυτά της Καταλωνίας σε μια περίοδο που οι μνήμες απ’ τον Ισπανικό εμφύλιο ήταν ακόμα νωπές και οι «πληγές» δεν είχαν κλείσει – όχι ότι έκλεισαν και ποτέ βέβαια). Ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ έγιναν συμπαίκτες του Κουμπάλα (και επαγγελματίες ποδοσφαιριστές) στην Μπαρτσελόνα το ’58 (μετά από απραξία σχεδόν ενός έτους), συνθέτοντας μια μαγική τριπλέτα, απ’ τις κορυφαίες που έχει δει το Καμπ Νου, με τον Πούσκας να γίνεται τελικά κάτοικος Μαδρίτης. Εκεί δηλαδή που συνάντησε τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο και την -σχεδόν- ανίκητη Ρεάλ Μαδρίτης, των πέντε σερί Πρωταθλημάτων Ευρώπης.

Η Ουγγαρία -με τον Γκούσταφ Σέμπες στο τιμόνι- είχε κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσίνκι το 1952 επικρατώντας με 2-0 των Γιουγκοσλάβων, ένα χρόνο αργότερα την πρώτη θέση στο πρωτάθλημα κεντρικής Ευρώπης (ανάμεσα σε χώρες όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η Ελβετία και η Γιουγκοσλαβία) και φυσικά είχε φτάσει στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου το ’54, τρέχοντας ένα αήττητο σερί 32 αγώνων, πριν η Γερμανία υπογράψει το «Θαύμα της Βέρνης» στο στάδιο Γουάνκντορφ στις 4 Ιουλίου. Η Ουγγαρία εκείνης της περιόδου ήταν η κορυφαία ομάδα και πήγε το ποδόσφαιρο πολλά βήματα μπροστά, χαρίζοντας απίστευτες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις σε όλα τα γήπεδα της Ευρώπης. Η ομάδα που είχε διαλύσει τους ανίκητους -ως τότε Άγγλους- στο Γουέμπλεϊ, η ομάδα που είχε διαλύσει τους Σκοτσέζους μπροστά σε 160.000 κόσμο. Η ομάδα που δεν μπορούσαν να κερδίσουν ούτε οι τέλειοι Σοβιετικοί εκείνων των ετών. Μια ομάδα πολύ μπροστά απ΄την εποχή της, με παίκτες σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας. Μια ομάδα που όσα χρόνια και αν περάσουν πάντα θα μνημονεύεται -και θα συγκαταλέγεται- σε αυτές που άλλαξαν το παιχνίδι και έδειξε σε όλους πως πρέπει να παίζεται το ποδόσφαιρο. Πως πρέπει να παίζεται το σωστό ποδόσφαιρο.

                              O Zόλταν Κζίμπορ απέναντι στους Γερμανούς

Δύο μήνες μετά τον χαμένο τελικό από τους Γερμανούς για τον τελικό του Μουντιάλ η Ουγγαρία ξεκίνησε να δίνει και πάλι αγώνες. Το μεγαλύτερο επιθετικό όπλο (και ένα απ’ τα μεγάλα αστέρια της ομάδας) δεν ήταν άλλος από τον Σάντορ Κόσιτς. Ο Κόσιτς είχε κερδίσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ’54, σκοράροντας 11 τέρματα, μάλιστα στα πρώτα 10 παιχνίδια που έδωσε η Ουγγαρία, μετά την ήττα απ’ τους Γερμανούς, πρόλαβε να ματώσει τα δίχτυα 16 φορές. Για την ιστορία, από το 1948 μέχρι το 1956 που φόρεσε την φανέλα της εθνικής Ουγγαρίας, πρόλαβε να σκοράρει 75 τέρματα σε 69 παιχνίδια, κάτι που εννοείται αποτελεί και ρεκόρ σε ποσοστό γκολ ανά συμμετοχή σε διοργανώσεις της ΦΙΦΑ. Με την φανέλα των «μπλαουγκράνα» πρόλαβε να σκοράρει 42 γκολ σε 75 εμφανίσεις. Φυσικά το καλύτερο ρεκόρ είναι τα 153 γκολ σε 142 εμφανίσεις με τη φανέλα της Χόνβεντ. Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, η υπόθεση-γκολ  ήταν  για τον Κόσιτς κάτι τόσο εύκολο όσο είναι για όλους εμάς να βάλουμε ένα ποτήρι νερό στην βρύση του σπιτιού μας. Ο Κόσιτς παρέα με τον Κζίμπορ και φυσικά τον «παλιό» Λάσλο Κουμπάλα συνέχισαν τα μαγικά τους -όχι με την φανέλα των Μαγυάρων- αλλά με αυτή της Μπαρτσελόνα, έχοντας βάλει ως μεγάλο στόχο την κατάκτηση του κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, όπως έκανε δηλαδή ο άλλος σπουδαίος της πρώην παρέας, ο Πούσκας, με την φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης το 1959 και το 1960.

                                 Κουμπάλα και Πούσκας σε κλάσικο το 1960

Την σεζόν 1960-1961 η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε Μπαρτσελόνα και Ρεάλ να τεθούν αντιμέτωπες για τους «16» του Πρωταθλητριών με τους «μπλαουγκράνα» να παίρνουν και την σπουδαία πρόκριση με συνολικό σκορ 4-3. H μεγάλη ώρα έδειχνε να είχε φτάσει για την Ουγγρική τριάδα της Μπάρτσα που λογάριαζε όμως δίχως έναν άλλο Ούγγρο και δίχως τα «φαντάσματα» του γηπέδου που είχε διεξαχθεί ο τελικός του 1954 κόντρα στους Γερμανούς. Η Μπαρτσελόνα πέρασε την Τσέχικη Σπαρτάκ Hradec στα προημιτελικά και το Αμβούργο στα ημιτελικά, φτάνοντας στον τελικό. Εκεί που θα αντιμετώπιζε δηλαδή την σπουδαία Μπενφίκα του Ούγγρου Μπέλα Γκούτμαν στο στάδιο Γουάνκντορφ της Βέρνης. Εκεί που ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ είχαν γνωρίσει την πιο οδυνηρή ήττα της ζωής, τους εφτά χρόνια πριν. Το άγχος τεράστιο μιας και σε κάθε γωνία του γηπέδου έρχονταν οι μνήμες εκείνου του χαμένου τελικού. O Κόσιτς άνοιξε το σκορ στο 21′ με υπέροχη κεφαλιά και ο Κζίμπορ σκόραρε ένα απίστευτο γκολ εκτός περιοχής στο 75′, αλλά τελικά δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την ήττα μιας και το επικό αυτογκόλ του τερματοφύλακα Άντονι Ράμαλετς έκανε  τρία τα γκολ για τους Πορτογάλους. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η ατυχία για τους Καταλανούς σε τελικούς, μια ατυχία που σταμάτησε 31 χρόνια μετά στο Γουέμπλεϊ. Στο τέλος της σεζόν ο Κουμπάλα και ο Κζίμπορ άφησαν την Μπαρτσελόνα (με τον Κόσιτς να ακολουθεί τέσσερα χρόνια αργότερα). Ένα χρόνο μετά -το 1967- και ο σπουδαίος Φέρεντς Πούσκας ανακοίνωσε την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, βάζοντας ουσιαστικά τέλος σε μια σπουδαία περίοδο για το Ουγγρικό ποδόσφαιρο.

Ουδείς μπορεί να γνωρίζει τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε διαλυθεί εκείνη η εθνική ομάδα και δεν είχαν σκορπίσει όλοι οι αστέρες της. Ίσως στο Μουντιάλ του 1958 να ήταν όλα διαφορετικά.  Ίσως η Χόνβεντ να είχε κατακτήσει ένα κύπελλο πρωταθλητριών (ίσως και παραπάνω), κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά μιας και η ιστορία έχει ήδη καταγραφεί. Το μόνο σίγουρο είναι πως εκείνη η φουρνιά των Ούγγρων είναι μία ανάμεσα στις κορυφαίες που έχει γνωρίσει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο και είναι σίγουρο πως, πολύ δύσκολα, μια τόσο μικρή χώρα θα ξαναβγάλει -μαζεμένους- τόσους πολλούς κορυφαίους ποδοσφαιριστές. Aπ’ την άλλη το Ουγγρικό ποδόσφαιρο δεν κατάφερε ποτέ ξανά να πρωταγωνιστήσει, μελαγχολώντας τους παλιούς (ρομαντικούς) φίλους του. Μια ποδοσφαιρική μελαγχολία σαν αυτή που προκαλούν -ασυναίσθητα- οι υπέροχες μελωδίες του Ούγγρου συνθέτη Μίχαλι Βιγκ στις ταινίες του Μπέλα Ταρρ. Δεν ξέρω πόσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο «Η Μελαγχολία της Αντίστασης» του Λάσλο Κρασναχορκάι, μα μέσα στις σελίδες του μπορείτε να καταλάβετε (και να δείτε) πολλά για την Ουγγαρία εκείνων των ετών και να καταλάβετε πολλά και για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, εκείνα τα χρόνια. Φυσικά και οι ποδοσφαιριστές -τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια- απλοί άνθρωποι ήταν κι αυτοί.