Τάκης Λουκανίδης: Ο άνθρωπος που έκανε τα πάντα

  [3 Σχόλια]

Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπήρχαν ένα σωρό ποδοσφαιριστές που έπαιζαν σε πολλές -και διαφορετικές- θέσεις με αρκετή μάλιστα επιτυχία. Ο πλάγιος μπακ άλλαζε θέση και πήγαινε στην επίθεση ως εξτρέμ, ο στόπερ ανέβαινε στο κέντρο και ο κεντρικός χαφ γίνονταν δεύτερος (και τρίτος πολλές φορές) σέντερ φορ. Όλα αυτά μοιάζουν να έχουν λογική μιας και μιλάμε για το ποδόσφαιρο σε πολύ πρώιμη φάση. Στην πραγματικότητα όμως, αν υπήρχε ένας ποδοσφαιριστής που μπορούσε να αγωνιστεί με απόλυτη επιτυχία (και είναι σημαντικό αυτό) και στις 11 θέσεις μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, αυτός δεν ήταν άλλος από τον Τάκη Λουκανίδη. Τον πληρέστερο Έλληνα ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, όπως έχει χαρακτηριστεί από όλους όσους τον πρόλαβαν να αγωνίζεται και από όλους τους μεταγενέστους (όπως είμαι και εγώ), που μεγαλώσαμε ακούγοντας από τους παλαιότερους για τα κατορθώματά του και τα σπάνια τεχνικά του χαρίσματα.

O άνθρωπος που διέκρινε πρώτος αυτό το σπάνιο χάρισμα του Λουκανίδη δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Πάγκαλο. Τον προπονητή του στη Δόξα Δράμας τη δεκαετία του ’50, πριν ο παίκτης δηλαδή πάρει μεταγραφή για τον Παναθηναϊκό του Άγγλου Χάρι Γκέιμ το 1961, και συνθέσει με τον σπουδαίο Μίμη Δομάζο το κορυφαίο δίδυμο που έχει δει ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Τουλάχιστον από Έλληνες παίκτες, για να είμαι ακριβοδίκαιος. Ο Λουκανίδης είχε χάσει τον πατέρα του στην τρυφερή ηλικία των 5 ετών, στην περίοδο της Κατοχής, και λόγω της τραγικής οικονομικής κατάστασης που βίωνε η μητέρα του είχε αναγκαστεί να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο της Δράμας. Μακριά -όχι μόνο από τη μητέρα του αλλά- και από τα αδέρφια του. Εκεί, οι δάσκαλοί του ήρθαν σε πρώτη επαφή με το σπάνιο ταλέντο του μιας και το ποδόσφαιρο (με αυτοσχέδιες μπάλες από κουρέλια) ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής και το μοναδικό παιχνίδι γι’ αυτόν και τα υπόλοιπα ταλαιπωρημένα παιδάκια.

«Πατερούλη» αποκαλούσε ο Λουκανίδης τον Πάγκαλο όσα χρόνια αγωνίστηκε στη Δράμα, βλέποντας στο πρόσωπό του και τον γονιό που τόσο πολύ στερήθηκε στα παιδικά του χρόνια και όχι έναν προπονητή. Ο Νίκος Πάγκαλος ως προπονητής πάντως άλλαζε θέση στον παίκτη από αγωνιστική σε αγωνιστική για να καλύπτει τις τρύπες που άφηναν οι συμπαίκτες του που έλειπαν λόγω κάποιου τραυματισμού. «Τακούλη θα παίξεις τερματοφύλακας γιατί ο Σαμλίδης έχει χτυπήσει στο κεφάλι» του λέει ο Πάγκαλος πριν από κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Ναι Πατερούλη»  απαντά ο Λουκανίδης, κατεβάζοντας τα ρολά. «Τακούλη μου σήμερα θα παίξεις με το 9 στην πλάτη γιατί ο Κουίρουκίδης έχει βαρύ διάστρεμμα». Σέντερ φορ ο Λουκανίδης και νίκη για τη Δράμα με δικό του μάλιστα γκολ.

Κάπως έτσι -και ενώ η φυσική του θέση ήταν κεντρικός χαφ και στόπερ- ολοένα και μεγάλωνε ο μύθος για τον νεαρό που μπορούσε να αγωνιστεί παντού. Ένας μύθος που έγινε πραγματικότητα και που τον έφερε στα τέλη των 60s μια ανάσα από την ιταλική Γιουβέντους, σε μια περίοδο που τέτοιες μεταγραφές -για Έλληνες παίκτες- έμοιαζαν μόνο ως κακόγουστο ανέκδοτο. Τελικά το «φλερτ» δεν κατέληξε σε «γάμο» μιας και ο Λουκανίδης δεν τόλμησε ποτέ το μεγάλο ταξίδι για το Τορίνο με τον βασικό λόγο αυτής του της άρνησης το γεγονός πως δεν ήξερε καθόλου Ιταλικά. «Εμείς καλά καλά δεν μιλάμε σωστά ελληνικά, ιταλικά θα μάθουμε;» είχε πει σε κολλητό του και τελικά έφυγε για την Κύπρο και τα χρώματα του ΑΠΟΕΛ.

Βρισκόμαστε στο 1960 και τον παίκτη έχει ήδη προσεγγίσει η ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός και φυσικά η ομάδα της καρδιάς του, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ο Παναθηναϊκός. Ο αθλητικός όμως νόμος που ίσχυε τότε δεν έδινε το δικαίωμα σε κάποιο παίκτη να πάρει μεταγραφή για άλλη Ελληνική ομάδα αν πρώτα δεν είχε αγωνιστεί σε ομάδα του εξωτερικού. Κάπως έτσι η επιλογή του ΑΠΟΕΛ δεν ήταν δύσκολη, καθαρά λόγω γλώσσας. Επιτέλους, θα μπορούσε μετά από ένα χρόνο να αγωνιστεί στην ομάδα που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο Λουκανίδης ήταν φίλος του ΠΑΟ από τα χρόνια που έπαιζε στη Δράμα, όταν η Δόξα είχε για σήμα το μαύρο τριφύλλι ως ένδειξη πένθους στη βουλγαροκρατία (χρόνια αργότερα το έμβλημα άλλαξε και έγινε ένας μαυραετός) και αποφάσισε οριστικά πως πρέπει να ντυθεί στα πράσινα το 1959, μετά από ένα ιστορικό παιχνίδι της Δόξας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας κόντρα στον ΠΑΟ.

Η ομάδα του έπαιζε με 9 παίκτες και ο ίδιος έκανε τα πάντα στο γήπεδο αγωνιζόμενος στον άξονα και μάλιστα παραλίγο να κερδίσει το παιχνίδι -σχεδόν- μόνος του. Έτρεχε, έκοβε, μοίραζε, απειλούσε. Τελικά ο ΠΑΟ με ένα γκολ του Μίμη Μπενάρδου κέρδισε στις καθυστερήσεις, με τους φίλους των πρασίνων όμως να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο και να σηκώνουν εκστασιασμένοι τον -αντίπαλο- Λουκανίδη στον αέρα, απαιτώντας την μεταγραφή του στην ομάδα τους και φωνάζοντας υπέρ του συνθήματα. Ο Λουκανίδης δεν μπορούσε να πιστέψει αυτή την έκρηξη λατρείας όπως και οι περισσότεροι συμπαίκτες και αντίπαλοι. Το ’61 και ενώ ο Ολυμπιακός προσφέρει περισσότερα χρήματα στον παίκτη, ο Λουκανίδης θα υπογράψει στον ΠΑΟ και το ίδιο βράδυ θα τα σπάσει με τον αδερφό του Θανάση (παίκτη του Ολυμπιακού) στο μαγαζί που τραγουδούσε ο αγαπημένος του Πάνος Γαβαλάς στην Αχαρνών. Τα μπουζούκια και η καλή ζωή ήταν κάτι που ποτέ δεν έλειψαν στο Λουκανίδη όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και για πολλούς ήταν και το μοναδικό του ψεγάδι. Τα γλέντια στη Φωκίωνως Νέγρη (τότε καρδιά της νυχτερινής Αθήνας), πριν αλλά και μετά από σπουδαίες αναμετρήσεις, έχουν μείνει ανεξίτηλα χαραγμένα τόσο στον ίδιο όσο και σε συμπαίκτες και απλούς φιλάθλους.

Τον Ιούλιο του 1963 ο ΠΑΟ θα δώσει τα κλειδιά της ομάδας στον Στέφαν Μπόμπεκ με τον σπουδαίο Γιουγκοσλάβο να μετατρέπει τους πράσινους από μια εξαιρετική ομάδα σε κάτι πραγματικά το ανίκητο. Ο Μπόμπεκ δουλεύει και τελειοποιεί το 4-3-3 πατώντας στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έχοντας στον άξονα τους Δομάζο και Λουκανίδη θα φτιάξει την ανίκητη -στην κυριολεξία- ομάδα της σεζόν 1963/64. Ο ΠΑΟ θα κατακτήσει αήττητος το πρωτάθλημα (όντας η μοναδική Ελληνική ομάδα που το έχει καταφέρει) και θα συνεχίσει με μόλις μία ήττα και την επόμενη σεζόν (3-2 από τον Εθνικό), κατακτώντας και πάλι την κούπα του πρωταθλητή. Η αθηναϊκή ομάδα είχε αγγίξει το τέλειο  και συνδύαζε την ηρεμία με τα επιθετικά ξεσπάσματα με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούν να αποτυπώσουν τα λόγια. Για να καταλάβετε. Γνωστός μουσικός των Αθηνών -και φίλος των πρασίνων- είχε παρομοιάσει το παιχνίδι της ομάδας με τη μελωδία του Σοπέν «Imrpomptu no4», λέγοντας πως αν αυτή η μελωδία έπρεπε να παιχτεί από ποδοσφαιριστές σε κάποιο γήπεδο, βάζοντας αντί για νότες τις κινήσεις των νούμερων που διέκρινες στις φανέλες των παικτών, ακριβώς αυτό θα άκουγες στην «παρτιτούρα» του γηπέδου. Η δήλωση αυτή όσο κι αν έχει μια δόση υπερβολής (που την έχει) δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού εκείνης της ομάδας. Εννοείται πως και με τον Μπόμπεκ στον πάγκο ο Λουκανίδης συνέχιζε να αλλάζει θέσεις δίνοντας πάντα πολύτιμες λύσεις στην ομάδα του και οδηγώντας τη σε σπουδαίες νίκες.

Η κόντρα του Μπόμπεκ με τους περισσότερους παίκτες το 1967 θα στείλει τον Λουκανίδη στον πάγκο και τελικά στη φυγή, με προορισμό τον Άρη Θεσσαλονίκης το 1969. Οι ένδοξες μέρες σιγά-σιγά άρχισαν να ανήκουν στο παρελθόν και τελικά ο σπουδαίος ποδοσφαιριστής θα βάλει τέλος στην καριέρα του το καλοκαίρι του 1970. Έχοντας κατακτήσει και ένα κύπελλο Ελλάδος με τον Άρη. Ήταν 33 ετών. Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν πως αν ο ΠΑΟ είχε και τον Λουκανίδη τη χρονιά του Γουέμπλεϊ δεν θα είχε χάσει με τίποτα εκείνο το παιχνίδι κόντρα στον Άγιαξ και πολλοί περισσότεροι πως αν ο παίκτης δεν είχε αδικήσει τον εαυτό του και το ταλέντο του, δουλεύοντας περισσότερο, θα είχε κάνει τεράστια καριέρα -όχι στο ελληνικό ποδόσφαιρο- αλλά στο Ευρωπαϊκό, και σε κορυφαία ομάδα.

«Η γνώση της σταθερότητας είναι διορατικότητα. Η άγνοια της σταθερότητας φέρνει συμφορά. Η γνώση της σταθερότητας κρατά το μυαλό ανοικτό. Μ’ ανοικτό μυαλό θα είσαι ανοιχτόκαρδος. Ανοιχτόκαρδος, το φέρσιμό σου θα είναι αρχοντικό. Αρχοντικός, θα πλησιάζεις το θεϊκό». Η παραπάνω φράση βρίσκεται στο βιβλίο του Λάο Τσε «Ταο Τε Κινγκ»και μπορεί να χαρακτηρίσει το στυλ, το παίξιμο και τη ζωή του Λουκανίδη. Ο κορυφαίος των κορυφαίων εντός του αγωνιστικού χώρου. Με το αρχοντικό του -στα όρια του θεϊκού- παίξιμο και έχοντας νιώσει από τα παιδικά του χρόνια τη σκληρότητα και τη συμφορά. Ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, με πάθη που ακόμα και σήμερα όταν τον βλέπεις, στα 80 του χρόνια, δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις νιώθοντας την καλοσύνη του και τη θετική του αύρα.

Ο Banksy, οι Massive Attack και η Νάπολι

  [4 Σχόλια]

Ένα από τα αγαπημένα μου είδη μουσικής ήταν και συνεχίζει να είναι το trip-hop. Και μπορεί η πρώτη μου… κασέτα trip-hop να ήταν το Dummy των Portishead, η πρώτη μου επαφή όμως με το αυτό το είδος μουσικής έγινε με τους Massive Attack και το Unfinished Sympathy, τότε που το MTV δεν ήταν μια σαβούρα γεμάτη άθλια μουσική και ριάλιτι. Μια που η αγάπη μου για το trip-hop δεν συμβαδίζει με αντίστοιχη αγάπη για το αγγλικό ποδόσφαιρο, δεν ασχολήθηκα περισσότερο με το Μπρίστολ (την πρωτεύουσα αυτής της μουσικής) όσον αφορά στη ποδοσφαιρική του πλευρά.

Ο 3D (κατά κόσμο Robert Del Naja) ένας από τους ιδρυτές των Massive Attack και τους βασικότερους ανθρώπους της μουσικής αυτής σκηνής, έχει βρεθεί εδώ και έναν χρόνο περίπου στο επίκεντρο μιας… περίεργης ιστορίας. Οι θεωρίες συνωμοσίας λένε ότι ο 3D είναι ο γνωστός graffiti artist με το όνομα Banksy. Ακόμα και αν το όνομα δεν σας λέει κάτι, σίγουρα θα έχετε δει κάποια από τα έργα του σε τοίχους όλου του κόσμου. Η ταυτότητα του Banksy είναι άγνωστη και όπως είναι λογικό έχουν ακουστεί διάφορα ονόματα κατά καιρούς.

Συμπτώσεις;

Τα κοινά με τον 3D που έφεραν αυτή τη θεωρία είναι αρκετά. Κατ’ αρχήν το Μπρίστολ που αποτέλεσε την αφετηρία και των δύο, αλλά και στοιχεία όπως η αρκετά κοντινή τεχνοτροπία σε εξώφυλλα των Massive Attack με τα έργα του Banksy, το γεγονός ότι κινούνται σε παρόμοιους κύκλους και έχουν αρκετούς κοινούς γνωστούς (ένας εκ των οποίων σε πρόσφατη συνέντευξή του αποκάλεσε τον Banksy ως Ρόμπερτ φουντώνοντας ξανά τις φήμες της ταυτοπροσωπίας) και φυσικά η έρευνα πέρσι ενός δημοσιογράφου που αποκάλυψε την μεγάλη σύμπτωση. Σε αρκετές πόλεις του κόσμου, εμφανίστηκαν γκράφιτι του Banksy λίγο πριν ή λίγο μετά από συναυλία των Massive Attack. Ο 3D το αρνείται και δεν παραδέχεται κάτι (πιθανώς επειδή δεν ισχύει), χωρίς να πείθει πάντως τους θιασώτες της θεωρίας συνωμοσίας. Αυτό που όμως δεν αρνείται είναι η αγάπη του για το ποδόσφαιρο και τη Νάπολι.

Παρ’ ότι ο πατέρας του τον πήγαινε να βλέπει την Μπρίστολ Σίτι (στα καλά χρόνια του συλλόγου, τότε που διεκδικούσε εξόδους στην Ευρώπη), η Μπρίστολ δεν ήταν η μοναδική ομάδα στην οικογένεια. Ο μπαμπάς του 3D ήταν Ναπολιτάνος και φυσικά έκανε και τον γιο του Νάπολι. «Για πολύ καιρό την υποστήριζα από μακριά χωρίς να ξέρω πολλά για την ομάδα. Όταν όμως πήρε τον Μαραντόνα γεννήθηκε μια αγάπη. Δεν μπορούσα φυσικά να δω την ομάδα από κοντά, ούτε πηγαίναμε στη Νάπολη για να δούμε συγγενείς. Για αρκετά χρόνια δεν είχα κάποιο σοβαρό εισόδημα για να κάνω το ταξίδι. Μόλις όμως κατάφερα να βγάλω χρήματα, ταξίδεψα στην Ιταλία. Η γκαντεμιά μου ήταν ότι ότι έφτασα μια μέρα αφ’ ότου ο Μαραντόνα βρέθηκε θετικός σε κοκαΐνη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Πήγα στο ματς με την Ίντερ, ήρθε 1-1 με γκολ των Καρέκα και Ματέους, αλλά δεν είχα καμία όρεξη. Ήμουν στενοχωρημένος επειδή δεν είδα τον Ντιέγκο να παίζει. Πιστεύω ότι έφερα γρουσουζιά στην ομάδα. Είναι τυχαίο ότι όταν άρχισα να την υποστηρίζω από κοντά υποβιβάστηκε;«

Ο 3D πάντως δεν είναι glory hunter οπαδός. Συνέχισε να υποστηρίζει τη Νάπολι. «Πήγα στο ματς με τη Τσιταντέλα στη χρονιά της Γ’ εθνικής και είχε 60.000 κόσμο, ήταν κάτι απίστευτο. Οι οπαδοί της Νάπολι είναι γεμάτοι αντιφάσεις. Μπορούν να κάνουν απίστευτη υπομονή για χρόνια ολόκληρα, αλλά μέσα σε 90′ ενός αγώνα είναι ανυπόμονοι. Έχω δει να μαζεύονται και να καίνε τα κασκόλ τους έξω από το γήπεδο μετά από μία ήττα ή να βάζουν φωτιές στις κερκίδες. Δεν έχει καμία σχέση η ατμόσφαιρα στο Μπρίστολ με τη Νάπολι πριν από ένα ματς. Στη Νάπολι είναι σαν μια γιορτή έξω από το γήπεδο πριν τον αγώνα, με πολύ κόσμο, γυναίκες και παιδιά. Αλλά είναι μια ατμόσφαιρα χάους και τρέλας.» Κάτι που το διαπιστώνει όποιος επισκέπτεται την πολή, το διαπιστώσαμε και εμείς πέρσι όταν ταξιδέψαμε εκεί:

«Η πόλη ζει με το ποδόσφαιρο και ζει για το ποδόσφαιρο. Το συναντάς στα γκράφιτι για τη Νάπολι, το συναντάς στα πιτσιρίκια που παίζουν παθιασμένα μπάλα στις πλατείες ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα, το συναντάς στις φανέλες της ομάδας που πωλούνται παντού στους δρόμους, το συναντάς στις κουβέντες. Το όμορφο χάος που λέγεται Νάπολη.»

Περπατώντας στη Νάπολη

Εκτός όμως από τον 3D, που προσπαθεί να παρακολουθεί αρκετά ματς της Νάπολι και έχει εμφανιστεί σε με κασκόλ και φανέλα του Λαβέτσι σε συναυλία του εκεί, ένας ακόμα από τους πιο αγαπημένους μουσικούς μου, ο Τζέιμς Λαβέλ των UNKLE (και εν μέρει των Massive Attack) έχει μαγευτεί από τη Νάπολι, καθώς την πρώτη φορά που ταξίδεψε στην πόλη ήταν με τους Massive Attack και έτσι ο 3D τον μύησε. Στο μικρό κλιπάκι του Copa90 παρακάτω, οι δυο φίλοι μιλάνε για το φαινόμενο Σαν Πάολο, ένα σύγχρονο Κολοσσαίο, την πόλη και τους ανθρώπους της, την ατμόσφαιρα που θυμίζει Ν. Αμερική. Η Νάπολι άλλωστε λένε αρκετοί δεν είναι Ιταλία.

Κι αν ψάχνεστε ακόμα για την ταυτότητα του Banksy και αναρωτιέστε αν τελικά οι φήμες ισχύουν, ίσως θα πρέπει να αρχίσετε να κοιτάτε και πόσα γκράφιτι του καλλιτέχνη εμφανίζονται πριν ή μετά αγώνες της Νάπολι στην Ευρώπη. Γιατί κατά διαβολική τύχη, το μοναδικό γκράφιτι του Banksy στην Ιταλία που είναι γνωστό ότι υπάρχει, βρίσκεται στην πλατεία Τζερολομίνι της Νάπολης (ω, τι σύμπτωσις), αυτό που έχει όνομα «η Παναγία με το πιστόλι» και είναι αφιερωμένο στην πόλη που έχει έντονη τόσο την εγκληματικότητα, όσο και τον καθολικισμό. Το γκράφιτι αυτό σώθηκε καθώς πέρσι μαζεύτηκαν υπογραφές και βρέθηκαν χρήματα ώστε να τοποθετηθεί από πάνω του ένα προστατευτικό κάλυμμα, σε αντίθεση με ένα άλλο γκράφιτι του Banksy στην πόλη που καλύφθηκε το 2010 από άλλα. Αν τελικά δεν είναι ο 3D ο καλλιτέχνης, σίγουρα είναι κάποιος που σαν τον Τζέιμς Λαβέλ έγινε φαν της πόλης και (ίσως) και του συλλόγου.

Πρέμιερ Λιγκ Τεστ: Βρες τον παίκτη απ’ τη φωτογραφία

  [Καθόλου σχόλια]

Αν είσαι λάτρης της φωτογραφίας και του κορυφαίου πρωταθλήματος του πλανήτη, της Πρέμιερ Λιγκ δηλαδή, πρέπει να αναμετρηθείς με αυτό το κουίζ. Οι φανατικοί του Αγγλικού ποδοσφαίρου -λογικά- θα το βρουν εύκολο. Οι λιγότερο μυημένοι θα δυσκολευτούν αρκετά και αυτοί που δεν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο στο Νησί, καλύτερα να προτιμήσουν κάτι άλλο για να «σκοτώσουν» την ώρα τους. ‘Ενα σταυρόλεξο είναι καλή ιδέα κατά την ταπεινή μου -πάντα- γνώμη. Για να δούμε λοιπόν. Είσαι από αυτούς που όταν βρεθούν με μια καλή φωτογραφική μηχανή σε κάποιο γήπεδο (σε μια σπουδαία αναμέτρηση) θα τραβήξεις φωτογραφίες παικτών και όμορφων φάσεων ή θα προτιμήσεις το φεγγάρι, τα σύννεφα, τη βροχή και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο, βγάζοντας την καλλιτεχνική (και ρομαντική) σου φύση έχοντας στο μυαλό σου να εξελιχθείς στο νέο Άρη Μεσσήνη. Αστειεύομαι σε όλα τα παραπάνω (τη δουλειά του Μεσσήνη πάντως αξίζει να την ψάξετε). Το κουίζ είναι για «αρρωστάκια» της Πρέμιερ Λιγκ. Άντε νας σας δω.

Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

  [2 Σχόλια]

Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένα παιδί από την Μπαδαλόνα. Όπως τα περισσότερα παιδιά στην Καταλωνία παράλληλα με το σχολείο του έπαιζε από χόμπι ποδόσφαιρο. Επειδή ήταν λίγο καλύτερος από το μέσο όρο, χωρίς να είναι κάτι το σπουδαίο, και καθώς του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο, άρχισε να ανεβαίνει σιγά-σιγά τις κατηγορίες. Πήγε από την ομάδα της γειτονιάς, σε εκείνη της περιοχής και άρχισε να παίζει στα τοπικά πρωταθλήματα. Μια κανονική ζωή ερασιτέχνη παίχτη, που παράλληλα σπούδαζε Μηχανολόγος Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πομπέου Φάμπρα στη Βαρκελώνη.

To πάθος του για τη μπάλα δεν έσβησε και συνέχισε να παίζει ακόμα και ως βετεράνος. Μέλος του συλλόγου Λιουρέδα δε Μπαδαλόνα, αγωνιζόταν κανονικά στη Λα Λίγα των βετεράνων. Στις 26 Απριλίου του 2014 η Λιουρέδα αντιμετώπιζε την Έκουα Καλέλια. Το ματς ήταν αρκετά νευρικό, με πολλά σκληρά μαρκαρίσματα, βρισίδια και πλακώματα. Κάποια στιγμή ένας παίχτης της Καλέλια το παράκανε, ακόμα και για παιχνίδι βετεράνων, και αποβλήθηκε. Όπως πήγαινε προς τα αποδυτήρια ξαφνικά του γύρισε το μάτι και επέστρεψε στον αγωνιστικό χώρο. Πήρε φόρα, σήκωσε το μποτάκι και το έφερε στη μέση του Ραούλ Σάντσεθ. Αυτός έπεσε κάτω, μην μπορώντας να κινηθεί. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου διεγνώσθη μετατόπιση των σπονδύλων C3 και C4. Ο Ραούλ θα έμενε για όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπληγικός, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης συνελήφθη.

Η Λιουρέδα υπερασπιζόμενη τον παίχτη της ζήτησε αποβολή της Έκουα Καλέλια από κάθε διοργάνωση. Από μόνη της η Καλέλια διέγραψε άμεσα το δράστη από το ρόστερ της και του απαγόρευσε δια βίου την είσοδο στο γήπεδό της. Η ομοσπονδία αποφάσισε ότι η Καλέλια δεν ευθύνεται για το δράστη και δεν την τιμώρησε, όμως ο σύλλογος από μόνος του αποσύρθηκε από το υπόλοιπο του συγκεκριμένου πρωταθλήματος.

Από την πλευρά του ο Ραούλ είδε τη ζωή του να αλλάζει σε μια στιγμή και το χειρότερο να του στερεί για πάντα την κίνησή του και εκείνο που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, το ποδόσφαιρο. Πήρε το χρόνο του, το σκέφτηκε, και είπε κάπου «Όχι ρε κερατά (αυτολεξεί μετάφραση του καμπρόν), εγώ θα συνεχίσω, αλλά από άλλο πόστο». Ο Ραούλ άφησε τη δουλειά του ως σχεδιαστής μηχανολογικού εξοπλισμού βιομηχανικής παραγωγής και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ενημέρωση του κόσμου για τη βία στο ποδόσφαιρο. Πήγε στο δήμο της Μπαδαλόνα και της Βαρκελώνης, στην τοπική κυβέρνηση του Ζενεραλιτάτ και σε κανάλια και στούντιο της Καταλωνίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κόσμου ώστε να μάθει ν’ αντιμετωπίζει το άθλημα αλλιώς.

Ο Ραούλ πάει σε σχολεία, σε ακαδημίες ποδοσφαίρου, σε ομάδες γειτονιάς, παντού για να πει την ιστορία του. Σε κάποια τέτοια ομιλία τον συνάντησε ο Γκιγιέρμο Κρούθ, σκηνοθέτης του Ινστιτούτου Γκούτμαν. Εκεί του πρότεινε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο Ραούλ Σάντσεθ δέχθηκε αμέσως. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί για πρώτη φορά στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βαρκελώνης τον Οκτώβρη και έχει τίτλο «26 Απριλίου, Παίξε το ξανά». Στην παραγωγή συμμετείχαν επίσημα το Αθλητικό Ινστιτούτο Βαρκελώνης, το Υπουργείο Αθλητισμού της τοπικής κυβέρνησης και η Καταλανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Ο Ραούλ Σάντσεθ δηλώνει ότι «όλος ο κόσμος με βοηθάει, θέλω να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου. Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά και σ’όλο τον κόσμο σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτεται αλλιώς. Να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό αλλιώς». Ο Ραούλ Σάντσεθ είναι ένας σπουδαίος υπηρέτης του αθλήματος. Ένας άνθρωπος που ακόμα και η αναπηρία του δεν του στέρησε τη διάθεση να γίνει κοινωνός του αθλήματος. Προσπαθεί να αλλάξει τα μυαλά του κόσμου, όπως εκείνου που τον άφησε ανάπηρο και τρία χρόνια μετά δεν του έχει ζητήσει ακόμα συγγνώμη.

Η ιστορία του πιο τρελού τερματοφύλακα

  [6 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο της Λ. Αμερικής το λατρεύεις για δύο πράγματα. Το θέαμά του και όλη αυτή τη γραφικότητα που το περιβάλλει και το κάνει να ξεχωρίζει. Μέσα στη γραφικότητα φυσικά είναι κι οι ιστορίες με τους τερματοφύλακες, τους λίγο ως πολύ παλαβούς τερματοφύλακες. Ρενέ Χιγκίτα, Χόρχε Κάμπος, Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ και στην κορυφή ο Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Γενικά καταλαβαίνεις ότι αν τερματοφύλακας έχει παρατσούκλι «Ελ Λόκο» δεν είναι ό,τι καλύτερο. Από τον τερματοφύλακα θες μια σιγουριά. Να είναι πιο βαρετός και από ασφαλιστή που ήρθε σπίτι σου. Να είναι πιο σταθερός και από τους Σκόρπιονς στις περιοδείες τους. «Ο Τρελός» όμως ήταν ένας σόουμαν. Με την κορδέλα του, τα μακριά στενά παντελονάκια και τη φάτσα κομπάρσου σε γουέστερν που παίζει κάποιον ανώνυμο Ινδιάνο που ο Τζον Γουέιν σκοτώνει πριν καπνίσει ένα τσιγαράκι.

Ο Γκάτι ξεκίνησε την καριέρα του από την Ατλάντα. Όταν πήγε να δοκιμαστεί στην παιδική ομάδα έφαγε… 14 γκολ. Στο ίδιο παιχνίδι. Έβαλε τα κλάματα και έφυγε για τα αποδυτήρια, αλλά ο προπονητής τον κράτησε. Ήταν από τους πρωτοπόρους τερματοφύλακες στο παιχνίδι έξω από την περιοχή. Του άρεσε να παίζει με την μπάλα, να συμμετέχει στη δημιουργία, να κοντρολάρει με το στήθος, να κάνει κεφαλιές, να προωθείται, να βγαίνει σαν μανιακός από την περιοχή για να κόψει κάποιον αντίπαλο, να εκτελεί πλάγια. Αγαπημένη του κίνηση, να βγαίνει τελευταία στιγμή στην έξοδο και να μπλοκάρει την μπάλα ακριβώς πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου επιδεικτικά. Είχε και έφεση στην απόκρουση πέναλτι, στην μεγάλη του καριέρα απέκρουσε 26 φορές κάποιο χτύπημα.

Η Ρίβερ έδωσε αρκετά χρήματα για να τον πάρει καθώς ο Αμαντέο Καρίσο ήταν στα 37 του. Τελικά ο Γκάτι έμεινε στην σκιά του τεράστιου Καρίσο αφού ο τελευταίος έπαιξε για πέντε σεζόν ακόμα. Έφυγε για άλλα μέρη και για τον Καρίσο είχε δηλώσει: «Ποτέ δεν άκουσα τις συμβουλές του Καρίσο, λογικό αφού ήξερα παραπάνω από αυτόν». Στη συνέχεια πήγε στη Χιμνάσια όπου έκανε τα καλύτερά του ματς και φυσικά τις καλύτερές του τρέλες. Ήταν μια πραγματική ατραξιόν του πρωταθλήματος. Κόσμος ταξίδευε μέχρι την Λα Πλάτα για να τον δει ή πήγαινε σε εκτός έδρας ματς της Χιμνάσια, παρ΄ ότι δεν υποστήριζε καμία ομάδα.

Το γήπεδο της Χιμνάσια γεμάτο, μέχρι και ένα πουλί στο δοκάρι παρακολουθεί τον Γκάτι

Τελείωσε την καριέρα του στην Μπόκα στην οποία πήγε στα 32 του και έφτασε να παίζει μέχρι τα 44 του. Εκεί με μία από τις 26 του αποκρούσεις σε πέναλτι έδωσε το πρώτο Λιμπερταδόρες στην ιστορία του συλλόγου απέναντι στην Κρουζέιρο. Στο Μπομπονέρα κέρδισε τρία πρωταθλήματα, ακόμα ένα Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό. Θεωρείται από τους θρύλους του κλαμπ. Όταν στη δεκαετία του ’70 τον ρώτησαν γιατί κάνει όλες αυτές τις παλαβομάρες απάντησε με ειλικρίνεια: «Το ποδοσφαιρικό θέαμα που προσφέρουμε στο κοινό είναι θλιβερό και νιώθω την υποχρέωση να κάνω ορισμένα παράξενα πράγματα που θα διασκεδάσουν και θα δώσουν χαρά στον κόσμο». Ο Γκάτι έπαιζε για να κερδίσει, αλλά κυρίως έπαιζε και για να ψυχαγωγήσει το κοινό (τώρα αν αυτό είναι συμβατό με τους οπαδούς μιας ομάδας έτοιμους να πάθουν εγκεφαλικό για κάθε ντρίμπλα ή προώθηση του Γκάτι είναι άλλο ζήτημα). Όταν έπαιζε στην Ατλάντα είχε τιμωρηθεί για μια αγωνιστική από τη διοίκηση γιατί σε ένα ματς αποφάσισε να… δώσει πάσα σε έναν συμπαίκτη του σουτάροντας την μπάλα πρώτα στο οριζόντιο δοκάρι της εστίας του για να πάει μετά εκεί που έπρεπε.

«Σε ένα παιχνίδι αποφάσισα να μείνω στη γραμμή και μη φύγω από την εστία. Πολύ γρήγορα ένιωσα σαν ένα πνεύμα να με σπρώχνει να πάω να ανακατευτώ στο παιχνίδι»

Η γραφικότητα όπως είπαμε και στην αρχή είχε και άμεση σχέση με την εξωτερική εμφάνιση. Την εποχή που οι περισσότεροι τερματοφύλακες φορούσαν μαύρα, ο Γκάτι φορούσε ροζ, πορτοκαλί ή μπορντό εμφανίσεις. Από τους πρώτους μακρυμάλληδες εκείνα τα χρόνια και από τους πρώτους που αποφάσισαν να φοράνε ομοιόμορφο σορτσάκι (στενό και αρκετές φορές μακρύ)-φανέλα-κάλτσες. Και φυσικά ο πρώτος που είχε… προσωπική διαφήμιση στη φανέλα, ξεχωριστή από της ομάδας. Μια εταιρεία ηλεκτρονικών παιχνιδιών και το εστιατόριο «Παπαράτσι» διαφημίζονταν στη φανέλα του, ενώ η Μπόκα είχε άλλους χορηγούς. Μετά για κανά δύο σεζόν είχε την ίδια διαφήμιση με την υπόλοιπη ομάδα, μέχρι που το 1984 η Μπόκα δεν βρήκε σπόνσορα, αλλά ο Γκάτι βρήκε γι’ αυτόν μια τράπεζα να διαφημίζεται στη φανέλα του.


Αριστερά ο Γκάτι με την ατομική του διαφήμιση, δεξιά η φανέλα της Μπόκα

Οι ιστορίες είναι δεκάδες για την τρέλα του ανθρώπου. Του πετούσαν φρούτα και αυτός τα έτρωγε, ξάπλωνε μπροστά στην εστία του και έκανε ηλιοθεραπεία. Μια φορά απέναντι στην Μπόκα (ως παίκτης της Χιμνάσια) είχε προωθηθεί και η μπάλα βγήκε πλάγιο υπέρ της Μπόκα με τον Γκάτι να είναι κάτω από τη σέντρα. Ήξερε ότι δεν προλάβαινε να γυρίσει, οπότε άρχισε να μαλώνει για την μπάλα με τον αντίπαλο παίκτη μέχρι να διακοπεί το ματς και να κερδίσει χρόνο. Πάλι κόντρα στην Μπόκα, οι οπαδοί της του πέταξαν μια σκούπα και αυτός άρχισε να σκουπίζει την περιοχή του την ώρα του αγώνα. Πριν από κάθε ματς έπινε λίγο κρασί. «Έριχνε το «χεσόμετρό» μου πιο χαμηλά, δεν χεζόμουν από φόβο. Αυτό που ο Βαλντάνο ονομάζει «φόβο της σκηνής», είναι το ίδιο πράγμα με άλλες λέξεις, ο Χόρχε είναι πιο κουλτουριάρης». Στα λίγα ματς που έπαιξε με την εθνική Αργεντινής ταξίδεψε σε αρκετά κρύα μέρη. Στο χιονισμένο Κίεβο, απέναντι στην ΕΣΣΔ, είχε στην εστία ένα μπουκαλάκι ουίσκι για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει το κρύο. Κάθε λίγο έπινε και μια γουλιά. «Ήταν το καλύτερο μου παιχνίδι γιατί στο τέλος δεν ήξερα τι έκανα» δήλωσε.

Υπερ-καλτ διαφήμιση με τον Γκάτι να πίνει τζιν την ώρα του αγώνα και να σκοράρει

Όταν ο 18χρονος Όσκαρ Ρουτζιέρι πήγε στην Μπόκα, ο Γκάτι τον πλησίασε. «Μικρέ, πίνεις κρασί;», τον ρώτησε. Ο Ρουτζιέρι απάντησε αρνητικά. «Από σήμερα θα τρως μαζί μου» του είπε ο Λόκο. Ο Όσκαρ μέσα στη χαρά, πήρε την ίδια μέρα τηλέφωνο την μάνα του, τους φίλους του και όποιον άλλον ήξερε, για να τους πει ότι τον κάλεσε για φαγητό ο τεράστιος Γκάτι. Τελικά η αλήθεια ήταν διαφορετική. Η Μπόκα στα γεύματα έβαζε ένα μπουκάλι κρασί σε κάθε τραπέζι. Ο Γκάτι βρήκε τρεις πιτσιρικάδες να κάθονται μαζί του και φυσικά έπινε μόνος του το μπουκάλι κρασί.

Η ασίστ με την Εστουδιάντες

Το 1981 με συμπαίκτη τον Μαραντόνα (με τον οποίο έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά την κρατάμε για άλλη φορά) κατέκτησε το πρωτάθλημα. Εξαιτίας ενός λάθους του, είχε χάσει τη θέση βασικού για μεγάλο διάστημα. Όταν ο προπονητής αποφάσισε να του δώσει ξανά μετά από καιρό φανέλα βασικού σε ένα ματς απέναντι στην Εστουδιάντες, έκανε μια τρέλα που την έσωσε τελευταία στιγμή πάνω στη γραμμή ένας συμπαίκτης του. Αγέρωχος ο Γκάτι, λίγα λεπτά αργότερα έκανε μια έξοδο σχεδόν μέχρι το κέντρο για να κόψει έναν αντίπαλο, δεν άφησε την μπάλα στον αμυντικό του και έφτασε στη μεσαία γραμμή για να τη δώσει στον Περότι. Ο τελευταίος έκανε ένα σλάλομ και σκόραρε το μοναδικό γκολ του αγώνα, ένα κρίσιμο γκολ για την κούπα. Οι περισσότεροι συμπαίκτες αντί να αγκαλιάσουν τον σκόρερ, πήγαν στον Γκάτι. Το γκολ ήταν δικό του.

Όπως έχει γίνει αντιληπτό, εκτός από τις τρέλες και τις καλές αποκρούσεις, ο Γκάτι είχε και πολλά, πάρα πολλά λάθη. Και αυτά ουσιαστικά του στοίχισαν την καριέρα του, καθώς έχοντας ξεπεράσει τα 40 είχε χάσει την εκρηκτικότητα, αλλά συνέχιζε να παίζει ριψοκίνδυνα. Τον Οκτώβριο του 1987 κάνει μια τραγική εμφάνιση απέναντι στη Νιούελ’ς. Αποφασίζει να κάνει κόλπο και να τσιμπήσει την μπάλα πάνω από τον αντίπαλο την τελευταία στιγμή. Γίνεται το 0-1. Οι φανατικοί της «La 12» τον γιουχάρουν. Αρκετοί τον βρίζουν. Λίγο αργότερα τρώει μια κεφαλιά που περνάει μέσα από τα χέρια του και γίνεται το 0-2. Ο κόσμος αρχίζει να σφυρίζει σε κάθε επαφή του με την μπάλα. Χωρίς να φταίει ιδιαίτερα δέχεται και τρίτο γκολ. Στα αποδυτήρια ζητάει αλλαγή και ζητάει συγγνώμη. Μένει για αρκετό καιρό εκτός αγώνων, παίζει σποραδικά. Στο επόμενο πρωτάθλημα ξεκινάει βασικός στην πρεμιέρα απέναντι στην άσημη Ντεπορτίβο Αρμένιο. Κάνει μια τραγική έξοδο, δέχεται το γκολ κι η Μπόκα χάνει. Ο προπονητής τον αφήνει εκτός ομάδος οριστικά. Είναι το τελευταίο επίσημο ματς του Ούγκο Ορλάντο Γκάτι. Φεύγει με άσχημο τρόπο.

Το αντίο του Γκάτι στα 54 του…

Δέκα χρόνια αργότερα η Μπόκα αποφασίζει να τον τιμήσει. Η τρέλα του Γκάτι συνεχίζεται ακόμα και στο αντίο. Δεν γίνεται κανένα φιλικό της πλάκας τύπου «φίλοι Γκάτι». Η Μπόκα παίζει σε φιλικό τουρνουά με αντίπαλο την Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα. Εντάξει, δεν είναι και επίσημο ματς, αλλά είναι κανονικός αγώνας και ο Γκάτι είναι 54 ετών πια. Σε μια εντεκάδα που βρίσκεται και ο παλιός γνώριμός μας Φερνάντο Νάβας, ο Γκάτι με ξανθό μαλλί, κορδέλα και μπορδοροδοκόκκινη έντονη φανέλα κατεβαίνει για τελευταία φορά στο Μπομπονέρα. Ο κόσμος τον αποθεώνει, το αντίο του τρελού, ενός τύπου που με τα καλά και τα άσχημά του έγραψε τη δική του ιστορία στο ποδόσφαιρο μιας χώρας και θεωρείται από τους καλύτερους τερματοφύλακες της Λατινικής Αμερικής.

Τα σεντόνια τραγουδούν ακόμα

  [Καθόλου σχόλια]

Είναι πάντα λίγο ξενερωτικό όταν κερδίζεις έναν τίτλο χωρίς να έχεις παίξει. Αυτό έγινε χθες για την Μπόκα που με την ήττα της Μπάνφιλντ από τη Σαν Λορένσο κατέκτησε και μαθηματικά το πρωτάθλημα, τον 66ο τίτλο στην ιστορία της. Η Μπόκα εκμεταλλεύτηκε αρχικά την ήττα της Ρίβερ από τη Ράσινγκ εντός έδρας και στη συνέχεια αυτή της Μπάνφιλντ και οι παίκτες της στέφθηκαν πρωταθλητές στο ξενοδοχείο της Μπαΐα Μπλάνα στα νοτιοδυτικά της χώρας, όπου ταξίδεψαν για τον αγώνα με την Ολίμπο. Όσο όμως και να είναι λίγο ξενέρωτο, όταν κατακτάς έναν τίτλο σε ένα πρωτάθλημα που συμμετέχουν 30 ολόκληρες ομάδες, σίγουρα χαίρεσαι. Και χαίρεσαι ακόμα περισσότερο, όταν το έχεις κάνει εις βάρος του μισητού σου αντίπαλου, που σε κέρδισε στο σπίτι σου μόλις πριν έναν μήνα (το μοναδικό από τα 5 κλάσικο που έχασε φέτος η Μπόκα), μείωσε τη διαφορά και… «έβγαλε γλώσσα».

Ένα σεντόνι του βάζεις και απογειώνεται

Η Μπόκα ήταν μάλλον η δίκαια πρωταθλήτρια. Σκαρφάλωσε στην κορυφή τον μακρινό Νοέμβριο και δεν έπεσε από εκεί ξανά. Έχει μέχρι στιγμής την καλύτερη επίθεση, την 2η καλύτερη άμυνα (την καλύτερη την έχει η Ντεφένσα ι Χουστίσια, αλλά με τέτοιο όνομα είναι λογικό) και έχασε μόλις 3 από τα 28 της παιχνίδια. Όπως συχνά συμβαίνει στην Λ. Αμερική, οι πανηγυρισμοί ήταν περισσότερο εις βάρος του αντιπάλου. Οι παίκτες της Μπόκα, είχαν φάει το βραδινό τους, είδαν το ματς και βγήκαν από το ξενοδοχείο καλυμμένοι με σεντόνια, συνεχίζοντας το αστείο (που φαίνεται δεν παλιώνει ποτέ στην Αργεντινή) με το φάντασμα της Β’ εθνικής για την αντίπαλο Ρίβερ που υποβιβάστηκε πριν μερικά χρόνια. Τα φαντάσματα βγήκαν έξω κάνοντας «μποοοουυυυυυ» και μαζί με τους ντόπιους οπαδούς της Μπόκα στην Μπαΐα Μπλάνκα τραγουδούσαν «όποιος δε χοροπηδάει, έπεσε στη Β'».

Ενός λεπτού σιγή για τη Ρίβερ

Το πανηγύρι συνεχίστηκε στο ξενοδοχείο. Την ώρα που ο αρχηγός Γκάγκο προσπαθούσε να κάνει δηλώσεις, δίπλα του οι συμπαίκτες έδωσαν σόου. Το ποτ πουρί ξεκίνησε με το άκρως φιλικό σύνθημα: «Είναι για σένα, είναι για σένα, π..τάνα κότα (το γνωστό παρατσούκλι της Ρίβερ)» με το κανάλι της τηλεόρασης να μην κόβει τίποτα και να αφήνει κανονικά τον ήχο να μπαίνει σε χιλιάδες σπίτια (μεταξύ τους σίγουρα και πολλά μαζοχιστών οπαδών της Ρίβερ που δεν έκλεισαν την τηλεόραση), συνεχίστηκε με το «Πάμε, πάμε Γενοβέζοι, όσοι είναι από κάτω μας είναι κότες και δεν θα μας φτάσουν» και ολοκληρώθηκε με το χιτ-σινγκλ «ενός λεπτού σιγή, σσσσσσσστττττ, η Ρίβερ έχει πεθάνει» που συνοδευόταν από χαρακτηριστικές κινήσεις των παικτών.

Φυσικά σε όλα αυτά δεν υπήρξε κάποια αντίδραση, αθλητικοί δικαστές, ομάδες να βγάζουν ανακοινώσεις κ.ο.κ. Σε μια χώρα με έντονα φαινόμενα βίας, ίσως κάποιοι να πουν ότι τέτοιοι πανηγυρισμοί δεν βοηθούν στο πρόβλημα, από την άλλη είναι η ποδοσφαιρική κουλτούρα (ή υποκουλτούρα για όσους δεν συμφωνούν) μιας χώρας (και μιας ηπείρου γενικότερα) που έχει μάθει να ζει έτσι. Οι Μποστέρος πανηγυρίζουν το πολύ σημαντικό φετινό πρωτάθλημα και οι Μιγιονάριος ήδη σκέφτονται την εκδίκησή τους.

«Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο»

  [4 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στο 1999, η αποστολή της Γιουβέντους είναι έτοιμη να αναχωρήσει για ένα εκτός έδρας παιχνίδι αλλά ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι εξαφανισμένος. Όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης του πέφτουν στο κενό, καθώς το κινητό του είναι κλειστό. Ο ενοχλημένος Κάρλο Αντσελότι, που βρίσκεται στο τιμόνι της ομάδας μόλις μερικές εβδομάδες και ακόμα προσπαθεί να κερδίσει τον σεβασμό των παικτών του, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: «Δεν περιμένουμε άλλο. Φεύγουμε». Ένας εκ των βοηθών του απορεί: «Μα, Καρλίτο, πως θα μας προλάβει;». Ο Αντσελότι όμως είναι ανένδοτος: «Αυτό είναι δικό του πρόβλημα».

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, από το βάθος του λεωφορείου, μια φωνή ακούγεται: «Κόουτς, πρέπει να μιλήσουμε». Ο Πάολο Μοντέρο σηκώνεται από τη θέση του και αρχίζει να προχωράει στο διάδρομο. «Φυσικά Πάολο, τώρα ξεκινάμε και στη διαδρομή είμαι όλος αυτιά». Τότε ο Μοντέρο φτάνει δίπλα στον οδηγό, σταυρώνει τα χέρια, κοιτάει τον προπονητή του στα μάτια και λέει. «Όχι, γι’αυτό το θέμα είναι που θέλω να μιλήσουμε. Κανένας δεν φεύγει από εδώ χωρίς τον Ζιντάν».

Ακολουθούν αρκετά δευτερόλεπτα σιγής και περισυλλογής. Ο Αντσελότι βρίσκεται μπροστά σε έναν μανιακό που τον κοιτάει οργισμένα στα μάτια ενώ ταυτόχρονα και ασυναίσθητα σφίγγει και ξεσφίγγει τις γροθιές του. Κάποιον ο οποίος στα διλήμματα μεταξύ του καλού και του όχι-και-τόσο-καλού, θυσιάζει πάντα το καλό: Όταν στοχεύει τη μπάλα, κλωτσάει το πόδι σου. Όταν στοχεύει το πόδι σου, φυσικά κλωτσάει το πόδι σου. Τελικά μετά από ώριμη σκέψη αποφασίζει να μη ρισκάρει τη σωματική του ακεραιότητα την ψυχική του ηρεμία και υποχωρεί: «Καλά Πάολο. Ας τον περιμένουμε λοιπόν». Δέκα λεπτά αργότερα ο Ζιζού καταφτάνει, ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση και το λεωφορείο αναχωρεί κανονικά. Χωρίς κανένας να έχει χτυπήσει.

Η παραπάνω περιγραφή (καθώς και τα διάφορα σχόλια αλλά και οι χαρακτηρισμοί) δεν είναι δική μου. Προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Κάρλο Αντσελότι που κυκλοφόρησε το 2010. Στο βιβλίο αυτό ο Καρλίτο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη σχέση του με τον Ζιντάν αλλά και με τους «δικηγόρους» του μέσα στην ομάδα: τον Τζιοβάνι Ανιέλι και τον Πάολο Μοντέρο. «Ήταν η σκιά του, οι φύλακες άγγελοι του. Δεν τον άφηναν ποτέ μόνο. Ο Ανιέλι ήταν τρελός γι’αυτόν. Ο Μοντέρο ήταν απλά τρελός».

Ένα περίπου χρόνο μετά το συμβάν στο πούλμαν, ο Αντσελότι κατάλαβε πόσο ορθά έπραξε όταν δεν τράβηξε τη διαφωνία με τον Μοντέρο στα άκρα. Είναι Νοέμβριος του 2000, η Γιουβέντους επιστρέφει από την Αθήνα, όπου είχε ηττηθεί με 3-1 από τον Παναθηναϊκό, και στο αεροδρόμιο του Τορίνο κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί οπαδοί περιμένουν καρτερικά για να ‘στολίσουν’ τους παίκτες που είχαν καταφέρει να βγουν τελευταίοι στον όμιλο και να μείνουν εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων από το φθινόπωρο. Την ώρα που ο Ζιντάν περνάει ανάμεσα τους, πάνω στην ένταση ένας εξ αυτών τον σπρώχνει. Λάθος. Μεγάλο λάθος.

Ο Πάολο Μοντέρο, αν και βρίσκεται πολλά μέτρα μακριά από το όλο σκηνικό, βλέπει την ενέργεια των οπαδών. Ο αποσβολωμένος Αντσελότι παρατηρεί τη φάση από απόσταση και περιγράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μοντέρο βγάζει ήρεμα τα γυαλιά του και με μια, αταίριαστη για τη στιγμή, κομψή χειρονομία τα τοποθετεί προσεκτικά στη θήκη τους. Αυτό ήταν κακό σημάδι για τους νεαρούς. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, τρέχει με φουλ ταχύτητα προς τη μεριά των οπαδών με τις γροθιές του να πετάνε στον αέρα. Δίπλα του τρέχει για βοήθεια και ο Ντανιέλ Φονσέκα, ένας άλλος πρόθυμος καβγατζής. Στο μυαλό μου, φαντάστηκα έναν εκφωνητή πυγμαχίας ακριβώς πίσω τους, να περιγράφει λίγα μέτρα μακριά από το ρινγκ: ‘Να ένα δεξί, τώρα ένα αριστερό hook, κι ένα ακόμα αριστερό hook. Τελικά έχουμε ένα τεχνικό νοκ άουτ. Ο Ζιντάν είναι ασφαλής. Επαναλαμβάνω, ο Ζιντάν είναι ασφαλής».

Ο Πάολο Μοντέρο είναι Ουρουγουανός. Αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι πλέον. Όμως, ο Μοντέρο ήταν Ουρουγουανός αμυντικός σε μια εποχή λίγο πιο άγρια και πιο έξαλλη από τη σημερινή. Με απλά λόγια, ο τέλειος συνδυασμός υλικών για να βγει από το μίξερ ένας μαγνήτης καβγάδων. «Μετά από αρκετά παιχνίδια πηγαίναμε στα αποδυτήρια ψάχνοντας αντιπάλους για μανούρα», θυμάται ο ίδιος. «Δεν υπήρχε κανένα θέμα τότε. Γινόταν συχνά και με πολλές ομάδες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν καβγά με τον Τόλντο αλλά και με τη Σαλερνιτάνα, όταν έπαιζε εκεί ο Γκατούζο (ω, τι έκπληξη, δεν το περίμενε κανείς!)».

Η εικόνα του Μοντέρο να μπλέκεται σε καβγά ή να κατεδαφίζει κάποιον αντίπαλο ήταν τόσο συνηθισμένη εκείνη την εποχή που στην ιταλική τηλεόραση υπήρχε σε μια χιουμοριστική εκπομπή ένας σωσίας του που σε κάθε ευκαιρία κλωτσούσε και χτυπούσε τους γύρω του, ζητώντας συγγνώμη κάθε φορά που το χτύπημα του δεν πετύχαινε κάποιον καλά. «Ήταν αστείο. Ποτέ δεν ένιωσα προσβεβλημένος απ’αυτό» ήταν η αντίδραση του Πάολο, που δεν προσπάθησε ποτέ να παριστάνει κάτι που δεν είναι: «Η φήμη μου είναι απόλυτα δίκαιη. Ήμουν σκληρός παίκτης αλλά ποτέ δεν έκανα κακό σε κανέναν. Επίσης, δεν αντέχω τους παίκτες που ζητάνε από τον διαιτητή να δείξει κάρτα. Έχω δεχτεί κλωτσιές, φτυσίματα και αγκωνιές αλλά ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκα στον διαιτητή. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο.»

Στα 9 χρόνια που έπαιξε στη Γιουβέντους κέρδισε πρωταθλήματα, Σούπερ Καπ, Διηπειρωτικό, δεκάδες κίτρινες κάρτες και τον τίτλο του παίκτη με τις περισσότερες αποβολές στο Καμπιονάτο (21 συνολικά στην καριέρα του), ένα ‘παράσημο’ που διατηρεί ακόμα και σήμερα, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 12 χρόνια από το τελευταίο του παιχνίδι εκεί. Το πιο σημαντικό όμως όλων είναι ότι κέρδισε μια θέση στη καρδιά των οπαδών της. Εκεί που οι υπόλοιποι έβλεπαν ένα αιμοβόρο τσεκούρι που στο μάθημα του Fair play ήταν απασχολημένο ακονίζοντας τις τάπες του με τροχό, οι οπαδοί της ‘Μεγάλης Κυρίας’ έβλεπαν έναν παθιασμένο αμυντικό που δεν μασούσε να βάλει τα πόδια του στη φωτιά ή να χωθεί σε έναν τσαμπουκά για το καλό της ομάδας.

Παρά την αδιαμφισβήτητη θέση σε κάθε λίστα «Σκληρών του ποδοσφαίρου» που σέβεται τον εαυτό της, ο Μοντέρο τονίζει συνεχώς πως κατά βάθος δεν είναι κακός και ότι όλα ήταν μέρος του αγώνα και της προσπάθειας του να φτάσει στη νίκη. «Όταν μπαίνω στο γήπεδο η μόνη μου επιθυμία είναι να κερδίσω. Δεν σκέφτομαι το πως θα γίνω πρότυπο για τα παιδιά μου ή για τους θεατές που με παρακολουθούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι εκπλήσσονται όταν το λέω αυτό».

Οι συμπαίκτες του πάντως έχουν να λένε για την τακτική που ακολουθούσε συνήθως. Ο Νταβίντ Τρεζεγκέ την περιέγραψε σε μια συνέντευξη του: «Έβλεπα τους αντίπαλους επιθετικούς και διέκρινα τον τρόμο στα μάτια τους. Όταν ο Πάολο πλησίαζε, προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Η τεχνική του ήταν απλή: Το πρώτο τάκλιν ήταν πάντα δυνατό για να καταλάβει ο αντίπαλος τι παίζει. Μετά ακολουθούσε το μπλα-μπλα, που τους αποτελείωνε».

Ο Ουρουγουανός εγκατέλειψε τη Γιουβέντους και την Ιταλία στα 34 του, όταν ήταν πλέον ξεκάθαρο και σ’αυτόν και στον κόσμο ότι οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, κοινώς τα τάκλιν του δεν έβρισκαν στόχο με την ίδια συχνότητα όπως παλιά. (Κι όταν λέμε στόχο, ο Μοντέρο ήταν ένας από τους πρώτους που θεμελίωσε τη φιλοσοφία: «Είτε η μπάλα, είτε το πόδι. Ποτέ και τα δυο», ατάκα η οποία χρησιμοποιήθηκε και σαν τίτλος σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2010 στην Ιταλία.)

Ψάχνοντας για τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, εξέτασε κάποιες προτάσεις από την Αργεντινή, πριν τελικά τον κερδίσει η Σαν Λορένσο. Η επιλογή του Μποέδο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή. Ένας εκ των θρύλων της ομάδας, ο Έκτορ Βέιρα, κάποτε είχε εκστομίσει τη μυθική ατάκα: «Η γειτονιά στην οποία βρίσκεται το γήπεδο της Σαν Λορένσο είναι τρομακτική. Ακόμα και ο Ράμπο έχει πέσει θύμα ληστείας εδώ πέρα». Τελικά το πάντρεμα δεν έπιασε αφού η ηλικία και οι συχνοί τραυματισμοί δεν επέτρεψαν στον Μοντέρο να παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και κάπως έτσι, ένα χρόνο αργότερα, και αφού έπαιξε μια σεζόν και στην ομάδα που τον γαλούχησε και τον ανέδειξε, την Πενιαρόλ, κρέμασε τα παπούτσια του.

Σήμερα, μια δεκαετία μετά από το τελευταίο του παιχνίδι, μπορεί κάποιος να τον βρει στον πάγκο της Ροσάριο Σεντράλ. Αδυνατισμένος, σοβαρός, συνήθως κουστουμαρισμένος, με γυαλιά μυωπίας και ήπιες, κατά βάση, αντιδράσεις δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνον τον ψυχάκια τύπο που έβγαινε τα βράδια στα ιταλικά κλαμπ με τον Ιουλιάνο για χορό και κατέληγε να παίζει ξύλο με οπαδούς άλλων ομάδων στα διπλανά σοκάκια και που κάποτε ανάγκασε μέχρι και τον προπονητή του να σκεφτεί (και να καταγράψει στην αυτοβιογραφία του) μετά από μια, σχεδόν αστεία, διαφωνία σε ένα λεωφορείο περιμένοντας τον Ζιντάν: «Στην τελική, το πιο σημαντικό όλων είναι η υγεία μας, σωστά;»

Πως θα ήταν ο κόσμος αν δεν είχε γεννηθεί ο Κριστιάνο Ρονάλντο

  [3 Σχόλια]

O Κριστιάνο Ρονάλντο ολοκλήρωσε μια μαγική σεζόν (αν και μένει ακόμα το Confederation Cup). Τσάμπιονς Λιγκ το 2016, Χρυσή Μπάλα, Γιούρο με την Πορτογαλία, πρωτάθλημα και (ξανά) Τσάμπιονς Λιγκ με τη Ρεάλ Μαδρίτης το 2017. Όλα αυτά σε διάστημα 365 ημερών. Αν βάλουμε στη σούμα και τα δεκάδες γκολ που σκόραρε (εντός και εκτός γηπέδων) και φυσικά τα ρεκόρ που συνεχίζει να σπάει τότε πρέπει -επιτέλους- ακόμα και οι μεγαλύτεροι haters να τον βάλουν δίπλα στους κορυφαίους όλων των εποχών. Ίσως και ως τον κορυφαίο όλων των εποχών. Ας μην τσακωθούμε όμως γι’ αυτό. Στο παρακάτω κείμενο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω σε 17+1 facts πως θα ήταν ο κόσμος αν δεν είχε γεννηθεί ο Κριστιάνο Ρονάλντο. Με τα ΑΝ φυσικά δουλειά δεν γίνεται, εκτός κι αν είσαι ο Κρίστοφερ ο Παπακαλιάτης, γι’ αυτό ας περάσουμε γρήγορα-γρήγορα στην ουσία.

1. Ας ξεκινήσουμε από τα πολύ βασικά. Δεν θα υπήρχε αυτό το βίντεο με τον Γιώργο Γεωργίου και αυτό δε θα ήταν καθόλου κακό.

2. Στη λίστα του France Football για τον καλύτερο παίκτη των ημερών μας μετά τον Λιονέλ Μέσι θα βλέπαμε δύο Γάλλους και αυτοί δεν θα άκουγαν στο όνομα Ζιντεντίν Ζιντάν αλλά Αντουάν Γκριεζμάν και Πολ Πογκμπά. Θα σας άρεσε αυτό το ποδόσφαιρο;

3. Η εθνική Ελλάδας στην πρεμιέρα του Γιούρο 2004 θα είχε επικρατήσει της Πορτογαλίας με 2-0 μιας και η μπάλα μετά το κόρνερ του Λουίς Φίγκο θα είχε καταλήξει απευθείας πλάγιο άουτ.

4. Η Λίβερπουλ θα είχε φτάσει πρώτη στα 20 πρωταθλήματα. Η Γιουνάιτεντ θα είχε -το πολύ- 15 και εννοείται δεν θα είχε φτάσει ποτέ στα τρία Τσάμπιονς Λιγκ.

5. Τα γυμναστήρια θα είχαν -50% εγγραφές και το άσπρο σώβρακο θα συνέχιζε να θεωρείται κιτς.

6. Το ερώτημα για το ποιος είναι καλύτερος θα ήταν «Μέσι ή Νειμάρ» και η σωστή απάντηση «Αντρές Ινιέστα».

7. Ο Λιονέλ Μέσι θα κέρδιζε κάθε χρόνο τη Χρυσή Μπάλα. Τι όχι;

8. H Πορτογαλία δεν θα είχε βρει ακόμα απάντηση στον λαϊκό βάρδο της μπάλας Μίμη Παπαϊωάννου.

9. Μεγάλη μερίδα των ποδοσφαιρόφιλων ανά τον κόσμο δεν θα είχαν μάθει ποτέ το όνομα της Ιρίνα Σάικ και του κικμπόξερ Μπαντρ Χαρί.

10. H Ιρίνα Σάικ δεν θα είχε βρει ποτέ ρόλο στην ταινία «Ηρακλής» δίπλα στον The Rock και αυτό θα ήταν καλό για τον κινηματογράφο.

11. Δεν θα είχαμε ζήσει ποτέ αυτή τη στιγμή στη βράβευση της Χρυσής Μπάλας.

12. Η Ρεάλ Μαδρίτης δεν θα είχε 12 Τσάμπιονς Λιγκ… η Ρεάλ Μαδρίτης δεν θα είχε 12 Τσάμπιονς Λιγκ… η Ρεάλ Μαδρίτης δεν θα είχε 12 Τσάμπιονς Λιγκ…

13. Η Ουαλία θα είχε κερδίσει το Ευρωπαϊκό του 2016 και η Μίλγουολ το Κύπελλο Αγγλίας το 2004 με παίκτη-προπονητή τον θεούλη Ντένις Γουάιζ. Ο Άγγλος θα είχε γράψει το όνομά του με χρυσά γράμματα στις δύο μεγαλύτερες νίκες σε τελικό κυπέλλου Αγγλίας μαζί με το 1988 και τη νίκη της Crazy Gang επί της Λίβερπουλ. O Ρονάλντο δηλαδή χάλασε σε όλους εμάς, τους λάτρεις των ωραίων ιστοριών, ένα από τα καλύτερα «παραμύθια» για να λέμε στα παιδιά μας.

14. O Πορτογάλος γλύπτης Εμάνουελ Σάντος δεν θα είχε δημιουργήσει την χρυσή προτομή του Κριστιάνο στα νησιά Μαδέιρα και λογικά δεν θα είχε βρεθεί στο ταμείο ανεργίας. Η γλυπτική από την άλλη θα συνέχιζε να θεωρείται Τέχνη.

15. Κανένας ποδοσφαιριστής δεν θα είχε εμφανιστεί με τηγανιτά στρογγυλά κρεμμύδια στο κεφάλι σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ κλέβοντας μάλιστα την παράσταση και όχι απ’ τα κρεμμύδια.

16. Οι λέξεις Λοζάνοβα, Σταν, Αντέλ, Παναθηναϊκός, Τσίπρας και Ρονάλντο δεν θα είχαν βρεθεί ποτέ στο ίδιο ρεπορτάζ.

17. H φράση «φτωχός είμαι – όχι άσχημος» δεν θα ταίριαζε καλύτερα, σε τίποτα και για κανένα λόγο.

18. Όταν θα ακούγαμε Ρονάλντο το μυαλό μας –μετά το Φαινόμενο– θα πήγαινε αυτόματα στον Άρη και τον τιτάνα Ρονάλντο Γκιάρο και αυτό θα ήταν κάτι το πραγματικά υπέροχο και μοναδικό.

Αυτά. Ευχαριστώ και καλές βουτιές…

Ο Αλεσάντρο Λουκαρέλι είναι η Πάρμα

  [4 Σχόλια]

Το μακρύ ταξίδι της Πάρμα από τα κάτεργα της Δ’ εθνικής με προορισμό ξανά τη Serie A ξεκίνησε πέρσι. Μετά τη δεύτερη πτώχευση σε μια δεκαετία και τη διάλυσή της ουσιαστικά, η Πάρμα του προέδρου Νέβιο Σκάλα με όνομα πλέον S.S.D. Parma Calcio 1923 τερμάτισε 1η στον όμιλό της, αήττητη και με 94 βαθμούς. Η άνοδος στη Lega Pro (τη Γ’ εθνική της Ιταλίας) ήταν άμεση και στόχος πλέον η Serie B, μια δύσκολη υπόθεση καθώς 60 ομάδες συνολικά αγωνίζονται στη Lega Pro.

Στο Γκρουπ Β΄ συνάντησε μια ακόμα γνωστή ομάδα της Ιταλίας που χρεοκόπησε και ήταν κι αυτή πέρσι μαζί της. Η Βενέτσια αποδείχτηκε καλύτερη, τερμάτισε 1η με δέκα βαθμούς διαφορά και η Πάρμα μπήκε σε μια περίεργη διαδικασία πλέι οφ όπου αγωνίστηκαν 28 ομάδες για ένα μόλις εισιτήριο ανόδου. Παρ’ ότι τερμάτισε με 70 βαθμούς δεν είχε κάποιο πλεονέκτημα σε σχέση με ομάδες που είχαν τελειώσει με πάνω από 20 βαθμούς διαφορά, εκτός από ότι γλίτωσε έναν γύρο και μπήκε απευθείας στους 16. Φτάνοντας στους 4, αντιμετώπισε σε μονό αγώνα την άσημη Πορντενόνε, προηγήθηκε, ισοφαρίστηκε λίγο πριν το τέλος και το ματς πήγε στα πέναλτι. Εκεί, με το σκορ στο 5-5 και τον ντε Αγκοστίνι της Πορντενόνε να αστοχεί, την μπάλα πήρε ο 39χρονος αρχηγός Αλεσάντρο Λουκαρέλι.

Το πιο ωραίο γκολ του Αλεσάντρο, όπως λέει κι ο ίδιος:
«Πολλοί ακόμα νομίζουν ότι το έχει βάλει ο αδερφός μου»

Αν το όνομα σας θυμίζει κάτι, είναι ο μικρότερος αδερφός του Κριστιάνο Λουκαρέλι, αλλά αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για να θυμάται κανείς. Τα δυο αδέρφια από το Λιβόρνο που μεγάλωσαν παίζοντας μπάλα στις αλάνες της πόλης, αγωνίστηκαν σε αρκετές ομάδες. Το καλοκαίρι του 2008 βρέθηκαν κι οι δύο στην Πάρμα, αλλά ο Αλεσάντρο δεν έφυγε ξανά. Αγωνίζεται από τότε εκεί. Κανείς δεν περίμενε πόσο θα δενόταν με τον σύλλογο και ότι θα γινόταν αρχηγός του. Το αγαπημένο παιδί των οπαδών, ένας άνθρωπος που στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν δεν φοβήθηκε ποτέ να μιλήσει.

Ο Λουκαρέλι βγήκε μπροστά, διαμαρτυρήθηκε όταν οι συμπαίκτες του έμειναν απλήρωτοι για μήνες, τους κάλεσε σε απεργία και έκανε εκκλήσεις στις αρχές για τα όσα συνέβαιναν στην Πάρμα, αφού φαινόταν ότι οι επενδυτές ήταν απατεώνες. Το 2015, λίγο πριν το τέλος της Πάρμα μάζευε με συμπαίκτες του χρήματα για να μπορέσουν να πάνε οι παίκτες με ιδιωτικά αυτοκίνητα στη Γένοβα για το ματς με την Τζένοα, έστω κι αν η σωτηρία ήταν τελειωμένη υπόθεση. Ο Λουκαρέλι ήθελε μέχρι το τέλος οι απλήρωτοι ποδοσφαιριστές να δώσουν τη μάχη στο χορτάρι και όχι σε κάποιο δικαστήριο. «Μετά από επτά χρόνια στην ομάδα νιώθω τη φανέλα δικιά μου και είμαι έτοιμος να παίξω σε οποιοδήποτε επίπεδο για τον σύλλογο» είχε πει τότε σε ερώτημα αν θα ακολουθούσε την ομάδα στη Δ’ εθνική.

Το πέναλτι του αρχηγού

Τα λόγια έγιναν πράξη, ο Λουκαρέλι είναι ο μοναδικός που έμεινε και έπαιξε στη Δ’ και φέτος στη Γ’. Και στα 39 του πήρε την μπάλα στα χέρια, στο κρίσιμο πέναλτι για την πρόκριση στον τελικό. Η ερασιτεχνική κάμερα ήταν στημένη στο κατάλληλο σημείο, δεν θα μπορούσε κάποιος επαγγελματίας σκηνοθέτης να προβλέψει όλη τη σκηνή, το βίντεο μοιάζει απίστευτα αληθινό, σαν να είσαι μέσα. Ο αρχηγός με ψυχραιμία σουτάρει, σκοράρει, φεύγει προς το πέταλο του Αρτέμιο Φράνκι περνώντας μπροστά από την κάμερα. Δεν είναι τόσο μια έκρηξη χαράς, όσο ότι η Πάρμα είναι ακόμα ζωντανή. Αποθεώνεται από τους εκδρομείς που έκαναν το ταξίδι Πάρμα-Φλωρεντία για έναν αγώνα Γ’ εθνικής και φωνάζουν: «υπάρχει μόνο ένας αρχηγός». Ξέρει ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα, ότι έχει μείνει ακόμα ένα βήμα. Ακολουθούν κι οι συμπαίκτες του, ένας από αυτούς παίρνει το καπνογόνο και σαν οπαδός πανηγυρίζει. Η Πάρμα φτάνει στον τελικό και για όλους όσους ζήσαμε αυτό το σύλλογο παλιότερα, αλλά βλέπουμε και το μεγαλείο του Αλεσάντρο τώρα, ελπίζουμε να τα καταφέρει για να κρεμάσει ο αρχηγός τα παπούτσια του ως παίκτης τουλάχιστον της Β’ εθνικής.

Ο τελικός που κλόνισε μια δικτατορία

  [4 Σχόλια]

«Τι πρωτάθλημα μου λέτε; Αύριο γράφω γερμανικά!»: είμαστε στα 1967. Ο στρεσαρισμένος φοιτητής-ποδοσφαιριστής που αποπαίρνει τον δημοσιογράφο είναι ο Άρτουρ Ζόρζε, παίκτης τότε της Ακαντέμικα Κόιμπρα –αργότερα θα κάνει καριέρα στην Μπενφίκα, θα αφήσει ένα μουστάκι-φόρο τιμής στον Φρίντριχ Νίτσε, θα κερδίσει ευρωπαϊκό τίτλο ως προπονητής και, κυρίως, θα πραγματοποιήσει το όνειρό του, θα πάρει το πτυχίο της Γερμανικής Φιλολογίας.

Οι Πορτογάλοι προπονητές, σα να μην τους φτάνουν οι τίτλοι που κερδίζουν με χαρακτηριστική ευκολία, είναι και κουλτουριάρηδες. Έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση, είναι γλωσσομαθείς, διαβάζουν φιλοσοφία, φιλοσοφούν οι ίδιοι ή, τέλος πάντων, αφήνουν φιλοσοφικά μουστάκια. Από πού έρχεται αυτή η παράδοση «πρώτοι στα μαθήματα-πρώτοι στον αγώνα» –ή «στους αγώνες», όπως θα δούμε στη συνέχεια;

22 Ιουνίου 1969. 70.000 θεατές στριμώχνονται στο Εστάδιο Νασιονάλ Ζαμόρ της Λισαβόνας για να παρακολουθήσουν τον τελικό του Κυπέλλου Πορτογαλίας. Οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν πως συμμετέχουν στη μεγαλύτερη πολιτική συγκέντρωση που έγινε στη ποτέ στη χώρα, μια διαδήλωση εναντίον του Εστάδο Νόβο, του δικτατορικού καθεστώτος που εγκαθίδρυσε ο Αντόνιο Σαλαζάρ το 1933.

Οι ομάδες που διεκδικούν το Κύπελλο; Από τη μια, το μεγάλο φαβορί, η δυο φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης Μπενφίκα, η ομάδα που και την προηγούμενη χρονιά είχε φτάσει στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών –έχασε από τη Μάντσεστερ– με παίκτες σαν τον Αντόνιο Σιμόες, τον Μάριο Κολούνα και κυρίως τον μεγάλο Εουσέμπιο. Από την άλλη, η Ασοσιασάο Ακαντέμικα ντε Κόιμπρα, ή σκέτο Ακαντέμικα, η  ομάδα του συλλόγου φοιτητών του Πανεπιστημίου της Κόιμπρα. Ομάδα κυριολεκτικά φοιτητική: μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, οι παίκτες της, φοιτητές ή μαθητές σχεδόν όλοι, εκμεταλλεύονται το ταλέντο τους στην μπάλα ώστε να έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους, οι οποίες συχνά τους ενδιαφέρουν περισσότερο. Είναι ερασιτέχνες, η αθλητική προετοιμασία τους δεν είναι συχνά η ιδανική αλλά το παιχνίδι τους, φανταζόμαστε, είναι πιο εγκεφαλικό. Το παρατσούκλι της ομάδας είναι Εστουντάντες (Φοιτητές), ενώ οι οπαδοί της είναι συνήθως συμφοιτητές των ποδοσφαιριστών.

Οι περισσότεροι παίκτες της ομάδας του τελικού του 1969 θα κάνουν καριέρα ως γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί. Αυτό δεν τους εμπόδισε να βγουν δεύτεροι στο πρωτάθλημα το 1967 –τη χρονιά που ο Άρτουρ Ζόρζε ανησυχούσε για τα γερμανικά– πίσω από την Μπενφίκα και μπροστά από την Πόρτο, ή να φτάσουν στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1970. Ή, να φτάσουν, λοιπόν, στον τελικό Κυπέλλου του 1969 με πειστικές νίκες που συνοδεύτηκαν από πρωτοφανείς εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Είπαμε: πρώτοι στα μαθήματα κλπ.

Το Πανεπιστήμιο της Κόιμπρα είναι ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο –ιδρύθηκε το 1290– κι εκεί ξεκίνησε την πολιτική και την ακαδημαϊκή του καριέρα ο δικτάτορας Σαλαζάρ. Το 1969, ο Σαλαζάρ έχει ήδη αποσυρθεί, μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά η πολιτική του συνεχίζεται, μέσα κι έξω από τη χώρα. Πάνω από ένα εκατομμύριο Πορτογάλοι έχουν οδηγηθεί στη μετανάστευση από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όχι μόνο για να αναζητήσουν δουλειά αλλά και για να αποφύγουν τη στράτευση: απαιτούνται όλο και περισσότερα χρήματα, όλο και περισσότερος στρατός για να κατασταλεί ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας στις αποικίες, την Ανγκόλα, τη Μοζαμβίκη, τη Γουινέα-Μπισάου.

Τον Απρίλιο του 1969, κι ενώ πληθαίνουν κάποιες διστακτικές αντιδράσεις ενάντια στον πόλεμο, ο πρόεδρος της χώρας, Αμέρικο Τομάς, πηγαίνει στην Κόιμπρα για να εγκαινιάσει μια καινούρια πτέρυγα του πανεπιστημίου. Ο Αλμπέρτο Μαρτίνς, πρόεδρος του συλλόγου των φοιτητών, ζητάει το λόγο μέσα στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων. Δεν θα τον πάρει. Οι αντιδράσεις του κοινού είναι τέτοιες που η εκδήλωση διακόπτεται κι ο δικτάτορας φεύγει. Την ίδια νύχτα η αστυνομία συλλαμβάνει τον Μαρτίνς. Τις επόμενες μέρες, πάνω από διακόσιοι συμφοιτητές του έχουν την ίδια τύχη και πολλοί οδηγούνται κατευθείαν στα στρατόπεδα κι από κεί στις αποικίες για να πολεμήσουν. Οι φοιτητικές διαδηλώσεις καταστέλλονται με απίστευτη βία, οι τραυματίες είναι δεκάδες. «Η ατμόσφαιρα στην Κόιμπρα θύμιζε Σαϊγκόν». Ο σύλλογος των φοιτητών αποφασίζει στην γενική του συνέλευση αποχή από τις εξετάσεις. Η κυβέρνηση διατάζει τη διάλυση του συλλόγου. Και η μπάλα; Η μπάλα είναι ευκαιρία για να γίνει γνωστό σε όλη την Πορτογαλία αυτό που συμβαίνει στην Κόιμπρα.

Οι παίκτες της Ακαντέμικα εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους προς τους φυλακισμένους ή απεργούς συμφοιτητές τους. Στα προημιτελικά του Κυπέλλου με τη Βιτόρια Γκιμαράες κρατούν ένα λεπτό σιγής πριν αρχίσει ο αγώνας –και πριν βάλουν πέντε γκολ. Στα ημιτελικά, απέναντι στη Σπόρτινγκ, δεν φορούν τις κανονικές, μαύρες εμφανίσεις τους, αλλά ολόλευκες και μαύρα περιβραχιόνια. «Το κάναμε για τη ζέστη, κανείς δεν φοράει μαύρα στην παραλία».

Κερδίζουν 2-1 αλλά οι εξηγήσεις τους δεν ικανοποιούν την Ομοσπονδία, η οποία βγάζει φιρμάνι ότι απαγορεύονται οι αυτοσχεδιασμοί στα χρώματα. Στη ρεβάνς, η Ακαντέμικα θα κερδίσει 1-0, χάρη στον πρώτο σκόρερ του πρωταθλήματος, Μανουέλ Αντόνιο, και θα προκριθεί. Στις μαύρες φανέλες των παικτών ένα αυτοκόλλητο σκεπάζει το έμβλημα της ομάδας.

Και έτσι φτάσαμε στο Ζαμόρ της Λισαβόνας, μπροστά στους 70.000 θεατές. Ανάμεσά τους δεν βρίσκεται ο πρώτος πολίτης της χώρας –αποφάσισε τελευταία στιγμή ότι θα ήταν πιο συνετό να μην απονείμει το έπαθλο με πιθανή υπόκρουση αποδοκιμαστικά σφυρίγματα. Για παρόμοιους λόγους δεν θα υπάρχει τηλεοπτική κάλυψη. Αντίθετα, εκατοντάδες αστυνομικοί βρίσκονται παντού. Γίνονται συλλήψεις ακόμη και λίγα λεπτά πριν αρχίσει το ματς, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ποδοσφαιριστών. Η ώρα πλησιάζει. Οι οπαδοί της Ακαντέμικα ξεδιπλώνουν πανό: «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο», «Περισσότερα σχολεία-Λιγότερη αστυνομία», «Παιδεία για τον λαό». Περνούν από χέρι σε χέρι, από θύρα σε θύρα με μεγάλη ταχύτητα, η αστυνομία τα κυνηγάει πάνω κάτω στις κερκίδες.

Οι ομάδες εμφανίζονται στον αγωνιστικό χώρο. Σιωπή, ανατριχίλα. Οι παίκτες της Ακαντέμικα μπαίνουν βαδίζοντας αργά, φορώντας ριχτή στους ώμους κι ανοιχτή μπροστά την παραδοσιακή μαύρη φοιτητική τήβεννο. «Μα γιατί πενθείτε;» ρωτάει ο ακραίος επιθετικός της Μπενφίκα, Αντόνιο Σιμόες, τον Μάριο Κάμπος. Η λογοκρισία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι τόσο αποτελεσματική που τα νέα της Κόιμπρα δεν έχουν φτάσει στην πρωτεύουσα.

Λίγο πριν, στα αποδυτήρια, ο προπονητής Φρανσίσκο Αντράντε είχε βρει τα λόγια που απαιτούσε η περίσταση: «Μπορούμε να γίνουμε αυτοί που άνοιξαν ένα παράθυρο όταν τα πάντα ήταν κλειστά». Μπόρεσαν;

Η ευθύνη είναι βαριά αλλά αντέχουν. Στο 81′ ο Μανουέλ Αντόνιο σκοράρει και φέρνει την Ακαντέμικα μια ανάσα από τον τίτλο –«Είχαμε σκεφτεί ότι αν κερδίζαμε θα καλούσαμε τον Αλμπέρτο Μαρτίνς να σηκώσει το κύπελλο μαζί μας», θα πει ο σκόρερ. Ο Σιμόες ισοφαρίζει στο 85′ και απομακρύνει αυτή την προοπτική. Στην παράταση ο Εουσέμπιο θα κάνει το 2-1 με κεφαλιά. Στο τέλος του αγώνα, οι παίκτες των δυο ομάδων κάνουν τον γύρο του θριάμβου μαζί.

Η Ακαντέμικα θα κερδίσει το Κύπελλο Πορτογαλίας το 2012 αλλά ο χαμένος τελικός του 1969 παραμένει το μεγαλύτερο τρόπαιο που κέρδισε ποτέ. Το παράθυρο που μισάνοιξαν οι φοιτητές και οι ποδοσφαιριστές της Κόιμπρα την άνοιξη του 1969, θα ανοίξει οριστικά πέντε χρόνια αργότερα, στις 25 Απριλίου 1974, όταν θα πέσει η δικτατορία.

* Το 2009, ο Ρικάρντο Αντούνες Μαρτίνς θα γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την εποποιία του 1969. Τίτλος του: Futebol de Causas.

Λούκα ντε Πρα: O «κατάσκοπος» του ποδοσφαίρου

  [9 Σχόλια]

Στην εποχή που ζούμε η λέξη κατασκοπεία δεν πολυχρησιμοποιείται ή δεν χρησιμοποιείται καθόλου στον αθλητισμό, ιδίως στο ποδόσφαιρο. Στην εποχή των social media και της συνεχούς ενημέρωσης στο διαδίκτυο, αυτός που θέλει να μάθει, να ενημερωθεί, να «κατασκοπεύσει» βρε αδερφέ τον αντίπαλο, μπορεί να το κάνει πανεύκολα. Όλα -μα όλα- τα παιχνίδια υπάρχουν διαθέσιμα παντού. Τα στατιστικά έχουν πάει -κυριολεκτικά- σε άλλο επίπεδο και φυσικά ο καθένας μπορεί να βρει και να δει ακόμα και προπονήσεις των κορυφαίων ομάδων του πλανήτη με ένα κλικ στο ποντίκι του υπολογιστή του. Πολλές φορές ακόμα και live μέσω του facebook και του twitter. Όλα αυτά έχουν κάνει τη ζωή των προπονητών, των σκάουτερ και των «κατασκόπων» πολύ ευκολότερη, όπως φυσικά και των κάθε λογής «προπονητών» του καναπέ, του καφενείου και του football manager.

Θυμάμαι διάβαζα πριν χρόνια ένα άρθρο σε γνωστό αθλητικό σάιτ που έλεγε πως ο μπασκετικός Παναθηναϊκός το 1982 είχε αποκλειστεί στον όμιλο του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (της σημερινής -κλειστής- Euroleague) επειδή ο τότε προπονητής του, ο Κώστας Πολίτης, έψαχνε μάταια να βρει κασέτες των αντιπάλων, μιας και δεν γνώριζε τίποτα για καμία από δαύτες. Ωραίες, δύσκολες αλλά και, μοναδικά, ρομαντικές εποχές. Στη δική μας εποχή ακούγεται -και είναι- αστείο όλο αυτό αλλά δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ψέμα ή υπερβολή. Τα ίδια πάνω-κάτω συνέβαιναν και στο ποδόσφαιρο εκείνα τα «δύσκολα» χρόνια. Κυρίως σε χώρες όπως η Ελλάδα. Και όμως στη γειτονική χώρα Ιταλία υπήρξε κάποιος που τερμάτισε τον όρο «γραφικός ποδοσφαιρικός κατάσκοπος» και μας χάρισε μια μοναδική cult στιγμή πριν μερικά χρόνια. Από αυτές που αρκετοί αρνούνται να πιστέψουν ακόμα και όταν τους δείχνεις τη δημοσίευση κατάμουτρα. Αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω είναι πέρα για πέρα αληθινό και κάνει γραφικές μορφές του επαρχιακού ελληνικού ποδοσφαίρου (όπως ο Λάκης ο Ταπετσέρης για παράδειγμα) να κουλουριαστούν σε μια γωνία και να κλάψουν με σπαρακτικούς λυγμούς.

Οι φανατικοί φίλοι του ιταλικού φουτμπόλ και της Σκουάντρα Ατζούρα λογικά θα έχουν ακούσει για τον σπουδαίο Τζιοβάνι ντε Πρα. Τον κορυφαίο τερματοφύλακα που φόρεσε τη φανέλα της Τζένοα, τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, αλλά θεωρώ δύσκολο έως απίθανο να έχουν ακούσει (ή διαβάσει) για τον ημίτρελο ανιψιό του, τον Λούκα. O Λούκα ντε Πρα τη σεζόν 2013-2014 ήταν προπονητής της ομάδας νέων της Τζένοα και λογικά την ίδια περίοδο είχε λιώσει τις ταινίες του Σιλβέστερ Σταλόνε «Ράμπο» όπως και το κατασκοπευτικό ελληνικό αριστούργημα «Θου-Βου πράκτωρ 000». Άλλη -λογική- εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί σε αυτό που θα διαβάσετε. Τον Σεπτέμβριο του 2013 και λίγο πριν το σπουδαίο ντέρμπι της Γένοβας ανάμεσα στη Τζένοα και τη Σαμπντόρια ο Λούκα είχε μια «καταπληκτική» ιδέα. Ήθελε να κατασκοπεύσει ως άλλος Τζόνι Ίνγκλις την ομάδα του θεούλη Ντέλιο Ρόσι, όπως γινόταν παλιά όμως. Ινκόγκνιτο δηλαδή. Αφού φόρεσε τη στολή παραλλαγής -όπως ο Τζον Ράμπο ή ακόμα καλύτερα όπως ο Τσάρλι Σιν στο Hot Shots:2– κατευθύνθηκε προς το προπονητικό κέντρο των αντιπάλων χωρίς να γίνει αντιληπτός (ίσως ήταν περίοδος κυνηγιού-ποιος ξέρει) και σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο πίσω από κάτι θάμνους, αρκετά μακριά από τον χώρο προπόνησης. Αξίζει να σημειωθεί πως ο κατάσκοπος Λούκα είχε βάψει και το πρόσωπό του όπως κάνουν οι λοκατζήζες σε συνθήκες μάχης. Κοινώς ο Λούκα ντε Πρα απλά το είχε τερματίσει.

Λίγα λεπτά μετά και αφού έχει βγάλει τα κιάλια και έχει φτάσει την κατασκοπεία σε άλλο επίπεδο έγινε αντιληπτός από μερικούς φίλους της Σαμπντόρια που με τη σειρά τους ειδοποίησαν τους ανθρώπους ασφαλείας του προπονητικού κέντρου της ομάδας. Ο Λούκα ντε Πρα άρχισε να τρέχει έντρομος (κάτι που δεν θα έκανε ποτέ ο Τζον ο Ράμπο) και μετά από ένα σύντομο κυνηγητό έγινε τσακωτός και ρεζίλι σε όλα τα ΜΜΕ της Ιταλίας (και όχι μόνο). Οι άνθρωποι της Σαμπντόρια μη μπορώντας να κάνουν κάτι διαφορετικό το έριξαν στην πλάκα και έβγαλαν μια άκρως αστεία ανακοίνωση λέγοντας πως: «O κατάσκοπος απέτυχε να νικήσει την αντικατασκοπεία της ομάδας αλλά δε τον πιάσαμε αιχμάλωτο. Συνελήφθη και αφέθηκε ελεύθερος να γυρίσει στη βάση του ως ένδειξη μεγαλοπρέπειας. Τους αντιπάλους μας άλλωστε πρέπει να τους συγχωρούμε μιας και αυτό τους εκνευρίζει περισσότερο». Η Τζένοα απ’ την άλλη δεν πήρε θέση και με μια σύντομη ανακοίνωση δήλωσε πως ο παίκτης είχε λειτουργήσει αυτοβούλως και τον απέλυσε από το πόστο του προπονητή της ομάδας νέων. Λίγο καιρό αργότερα, μη μπορώντας να αντισταθεί στο ποδοσφαιρικό μεγαλείο του Λούκα τον τοποθέτησε βέβαια σε νέο πόστο. Αυτό του προπονητή τερματοφυλάκων της ομάδας. Η κατασκοπεία από την άλλη θρηνεί ακόμα για αυτή τη μεγάλη απώλεια αυτού του τίμιου «πράκτορα».

Ο Μπεστ, ο Ρέντον και o Σάιμον

  [7 Σχόλια]

Η πρώτη μου επαφή με τον Τζορτζ Μπεστ πρέπει να έγινε γύρω στο 1991 σε μια αίθουσα φροντιστηρίου αγγλικών. Ήταν σίγουρα Παρασκευή, μιας και ο ιδιοκτήτης -ένας περίεργος τύπος με καταγωγή από την όμορφη Ναύπακτο και φίλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ- μας έκανε μάθημα μόνο εκείνη τη μέρα. Μια Παρασκευή, εκεί που μας μάθαινε τα βασικά της αγγλικής γλώσσας, άρχισε να μας λέει για τον Γιώργη τον Καλύτερο (έτσι τον αποκαλούσε). Ένα βρετανό ποδοσφαιριστή που -λογικά- ήταν ο κορυφαίος που είχε δει ποτέ να αγωνίζεται. Μας είπε για την Γιουνάιτεντ και τους τίτλους της, για τα «μωρά» του Μπάσμπι και για τα τεχνικά χαρακτηριστικά του βορειοϊρλανδού άσσου της μπάλας. Η αγγλική ποδοσφαιρική πραγματικότητα δεν είχε μπει ακόμα στη ζωή μου και εκείνη τη μέρα ίσως να είχα επιλέξει να γίνω «φίλος» της Γιουνάιτεντ. Κάτι που ευτυχώς για μένα και δεν το έκανα, επιλέγοντας χρόνια αργότερα τη Λίβερπουλ, έχοντας κουραστεί να πανηγυρίζω τίτλους μαζί της. «Δεν πειράζει, έχει τίτλους η Λίβερπουλ» όπως έχει πει και ο Αλέφαντος. Πάμε παρακάτω.

Πριν λίγες μέρες «κατέβασα» σε ένα εξαιρετικό torrent την ταινία του Ντάνι Μπόιλ «Trainspotting 2». Ήθελα πολύ να δω την ταινία στο σινεμά αλλά δυστυχώς δεν έτυχε και κάπως έτσι περίμενα να κυκλοφορήσει για «κατέβασμα», που λέμε και στο χωριό μου, για να την απολαύσω. Όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό σε μια οθόνη υπολογιστή. Η πρώτη ταινία είχε κυκλοφορήσει το 1996 και είναι από αυτές που χαρακτήρισαν μια ολόκληρη γενιά, τη γενιά μου, και την έριξαν -με τα μούτρα- στη βρετανική πραγματικότητα (μέσα από τη σκοτεινή της πλευρά). Από τότε την έχω δει τουλάχιστον 5 φορές. (Μόνο τα Star Wars βλέπω κάθε χρόνο, οπότε κάτι σημαίνει αυτό για μένα) Επίσης η εν λόγω ταινία πρέπει να με έφερε σε πρώτη επαφή με τις κομματάρες του Ίγκι Ποπ, μιας και εκείνη την περίοδο άκουγα φανατικά μόνο χέβι μέταλ ως ατίθασο και επαναστατικό νιάτο που ήμουν (και είμαι ακόμα). Στη δεύτερη ταινία ο βασικός πρωταγωνιστής, ο Ρέντον, επιστρέφει στο Εδιμβούργο από το Άμστερνταμ, μετά από 20 χρόνια, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του (κυρίως) αλλά και με τους παλιούς τού φίλους. Αυτούς που είχε προδώσει και κλέψει αφήνοντας τη Σκωτία για τη χώρα του Κρόιφ και του Ρέμπραντ. Εν μέρει το καταφέρνει. Κάπου στη μέση της ταινίας και αφού έχει αράξει με τον παλιό κολλητό, τον Σάιμον, στο σαλόνι του σπιτιού του δεύτερου, στην τηλεόραση παίζουν στιγμιότυπα του Μπεστ με τη φανέλα της Χιμπέρνιαν. Ο Μπεστ είχε κάνει ένα μέτριο πέρασμα από τους «Χιμπς» τη σεζόν 1979-1980, σε μια περίοδο που πληρωνόταν ανά συμμετοχή, είχε πολλά μπλεξίματα με το νόμο και το ποτό, και εν τέλει είδε την ομάδα να υποβιβάζεται στη δεύτερη κατηγορία.

Όπως και να έχει, οι φίλοι της Χιμπέρνιαν θεωρούν ακόμα και σήμερα μεγάλη τους τιμή που ο κορυφαίος παίκτης στην ιστορία του ποδοσφαίρου (αυτό είναι κάτι που ισχύει σε μεγάλο ποσοστό στο Νησί) φόρεσε την πράσινη φανέλα της ομάδας με το νούμερο 7 στην πλάτη. Κι ας μην πρόσφερε τα αναμενόμενα. Το ίδιο ίσχυε και για τους δύο φίλους -και πρωταγωνιστές- της ταινίας. Εκεί ακριβώς αρχίζει ένα δίλεπτο ποδοσφαιρικής «μαγείας» και μια μικρή ωδή στην αγάπη των δύο φίλων για την ομάδα τους που δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κάποιον που έχει μεγαλώσει με σωστά -ποδοσφαιρικά- βιώματα. Οι δύο φίλοι παίζουν ξύλινο ποδοσφαιράκι φορώντας φανέλες του Μπεστ, τραγουδούν, γελούν και συζητούν για τον ήρωα της ομάδας του σαν δύο μικρά παιδιά που έχουν βρεθεί στο γήπεδο για πρώτη φορά. «Εκείνη τη σεζόν με είχε πάει ο πατέρας μου σε κάποιο παιχνίδι, ήταν το 1979» θα πει ο Ρέντον, για να συμπληρώσει «δεν μπορούσα να δω καθόλου το παιχνίδι εκεί που καθόμουν αλλά έχω δει τον Μπεστ να αγωνίζεται με τη φανέλα της Χιμπέρνιαν στο Ίστερ Ρόουντ. Είμαι τόσο τυχερός». Όλα αυτά δένουν ακόμα καλύτερα αν αναλογιστούμε πως διαδραματίζονται υπό τους ήχους των The Clash στο κομμάτι White Man in Hammermith Palais. Ένα κομμάτι που κυκλοφόρησε πάνω-κάτω την ίδια περίοδο (και μιλήσαμε τις προάλλες γι’ αυτή).

Γιατί αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Τα όμορφα συναισθήματα που σου δημιουργεί και οι υπέροχες αναμνήσεις που σου εμφανίζει έτσι στα ξαφνικά μέσω κάτι «άσχετου» για πολλούς που έχουν μάθει να το βλέπουν από μια άλλη, διαφορετική σκοπιά. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον ήρωα της παιδικής του ηλικίας; Την πρώτη φορά που βρέθηκε να τραγουδά σε κάποιο πέταλο για την ομάδα του παρέα με τους κολλητούς; To πρώτο κασκόλ δώρο από τον πατέρα ή κάποιο θείο ή τον μεγαλύτερο αδερφό; To πρώτο σημαντικό γκολ; Κι ας μην έφερε κάποιο τίτλο. Όλα αυτά -και ακόμα περισσότερα- μπορούν να έρθουν αυτόματα στο μυαλό στην τελευταία σκηνή της ταινίας. Εκεί που ο Ρέντον επιστρέφει στο εφηβικό του δωμάτιο (αφού πρώτα έχει συμφιλιωθεί με τον πατέρα του) και βάζει να ακούσει στο πικ απ το Lust for Life του Ίγκι Ποπ (δυστυχώς για εμάς σε ρεμίξ των Prodigy) χαρίζοντας στον εαυτό του ένα μοναχικό χορό όπως 20 χρόνια πριν. Όταν ήταν έφηβος και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν οι αλητείες στα βρώμικα στενά του Εδιμβούργου και να νικάει η Χιμπέρνιαν.

Ένα ταξί να φύγω

  [Καθόλου σχόλια]

Στα 38 του, ο τερματοφύλακας Φάμπιο βρήκε ξανά ένα σχετικά καλό συμβόλαιο στη Β’ εθνική της Βραζιλίας. Σε μια καριέρα με ελάχιστες συμμετοχές στην Α’ εθνική, όπου κυρίως ήταν μεταξύ τοπικών πρωταθλημάτων Παουλίστα και Δ’ εθνικής και έχει ως μεγαλύτερο επίτευγμα ότι πέρασε για ένα φεγγάρι ως δεύτερος τερματοφύλακας από την Μαρίτιμο, το ότι τα κατάφερε σε μια τόσο μεγάλη ηλικία να φτάσει στη Φιγκειρένσε ήταν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Έτσι, όταν ήρθε η ευκαιρία του στην 4η αγωνιστική, έβαλε τη φανέλα, φόρεσε τα γάντια του και μπήκε στο Εστάδιο Ορλάντο Σκαρπέλι (που ακούγεται σαν πανάκριβη φίρμα ιταλικών παπουτσιών που η κοπέλα σου ξέρει όλα τα μοντέλα της) στη Φλοριανόπολις της Σάντα Καταρίνα.

Η Φιγκειρένσε αντιμετώπιζε την Μπόα και το γήπεδο ήταν πολύ βρεγμένο από τις βαριές βροχές των τελευταίων ημερών. Στο 24′ ο Ντόουγκλας Ασίς των φιλοξενούμενων έκανε μια αγγλική γιόμα από το κέντρο του γηπέδου, ο Φάμπιο βγήκε με μεγαλύτερη ταχύτητα από εξοδούχο φαντάρι μετά από εμπλοκή, την μπάλα δεν τη βρήκε κανείς και έτσι έγινε το 0-1. Μερικά λεπτά αργότερα η Μπόα κέρδισε πέναλτι, η Φιγκειρένσε έμεινε με 10 και το ημίχρονο έληξε 0-2, καθώς ο Φάμπιο έπεσε στην άλλη γωνία. Όταν οι παίκτες βγήκαν για το 2ο ημίχρονο, ο 38χρονος γκολέιρο (που λένε και στη Βραζιλία) δεν υπήρχε πουθενά στον αγωνιστικό χώρο. Ο προπονητής δήλωσε ότι δεν υπήρξε κάποιος τραυματισμός και ότι η αλλαγή έγινε για άλλους λόγους.

Οι πιο παρατηρητικοί είδαν ότι ο Φάμπιο δεν εμφανίστηκε ούτε στον πάγκο, ούτε στις εξέδρες. Μετά το τέλος του αγώνα έμαθαν την αλήθεια. Ο παίκτης επικαλέστηκε προσωπικά προβλήματα (άγνωστο το τι έγινε στα αποδυτήρια), κάλεσε ένα ταξί και σηκώθηκε και έφυγε. Έτσι απλά. Ο γενικός διευθυντής του συλλόγου είπε ότι ο παίκτης ζήτησε συγγνώμη και είπε να μεταβιβάσει τη συγγνώμη του και σε όλους και κάπως έτσι χάθηκε με το ταξί στους δρόμους της Φλοριανόπολις. Ζήτησε κι ο ίδιος συγγνώμη από τον κόσμο γιατί ο παίκτης ήταν δική του επιλογή και είπε ότι ο έμπειρος τερματοφύλακας θα έπρεπε να τους είχε βρει, να τους είχε μιλήσει για τα προβλήματά του. Με παίκτη λιγότερο, με 0-2 στην πλάτη και μια αλλαγή χαμένη σε τερματοφύλακα, το παιχνίδι χάθηκε εύκολα.

Οι δημοσιογράφοι κατάφεραν και βρήκαν τον Φάμπιο και τελικά η αλήθεια μαθεύτηκε. Αποκάλυψε ότι δεν ήταν συγκεντρωμένος στον αγώνα γιατί σκεφτόταν την υγεία της μητέρας του και ότι ήταν λάθος του που ζήτησε να παίξει γιατί δεν είχε καμία διάθεση να αγωνιστεί. Το συμβόλαιό του λύθηκε και έτσι ο Φάμπιο θα μείνει στην ιστορία για τα 45′ που έπαιξε και το ταξί που πήρε για να φύγει, αποδεικνύοντας ότι πολλές φορές αγνοούμε τι μπορεί να βρίσκεται στο κεφάλι ενός αθλητή και ότι μπορεί να είναι κάτι πολύ ανθρώπινο.

Μπράντι, μάλμπορο και γκολ: Η καριέρα του Ντάριο Χούμπνερ

  [9 Σχόλια]

Στις 31 Αυγούστου του 1997 το Σαν Σίρο ήταν κατάμεστο. Οι οπαδοί της Ίντερ είχαν κατακλύσει το γήπεδο θέλοντας να δούνε τον Ρονάλντο να φοράει για πρώτη φορά τη φανέλα της ομάδας τους. Όπως είναι λογικό, όλο το pre-game show ήταν αφιερωμένο στο ‘Φαινόμενο’, του οποίου η μετακίνηση από τη Μπαρτσελόνα είχε σπάσει το ρεκόρ μεταγραφής. Αντίπαλος της Ίντερ σ’εκείνο το πρώτο παιχνίδι ήταν η Μπρέσια, που μόλις είχε ανέβει από τη δεύτερη κατηγορία.

Το πρώτο ημίχρονο κύλησε με την Ίντερ να απειλεί συνεχώς αλλά να μη μπορεί να σκοράρει. Κάπου στα μισά της επανάληψης, ένας νεαρός μέσος της Μπρέσια έκανε μια πάσα στη μεγάλη περιοχή, ο επιθετικός της ομάδας κοντρόλαρε τη μπάλα με το δεξί γόνατο, έχοντας πλάτη στην εστία, και πριν προλάβει ο αμυντικός να καταλάβει τι θα κάνει, γύρισε και ‘εκτέλεσε’ με το αριστερό, στέλνοντας τη μπάλα ακριβώς στο παραθυράκι.

Η Ίντερ κατάφερε στα τελευταία λεπτά να γυρίσει το παιχνίδι, χάρη σε δυο γκολ ενός άλλου σπουδαίου Λατινοαμερικάνου που επίσης έκανε ντεμπούτο εκείνη τη μέρα, του Άλβαρο Ρεκόμπα, αλλά ακόμα κι έτσι στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου γράφτηκαν για πρώτη φορά τα ονόματα των δυο παικτών της νεοφώτιστης Μπρέσια.

Ο μέσος με το μακρύ μαλλάκι, που λίγους μήνες πριν είχε κλείσει τα 18, ήταν ο Αντρέα Πίρλο. Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι του στην πρώτη κατηγορία και εκείνη ήταν η πρώτη του ασίστ. Ο ψήλος επιθετικός με την περίεργη κορμοστασιά, που στο γκολ έκανε κίνηση έμπειρου σκόρερ, ήταν ο Ντάριο Χούμπνερ, που κι αυτός έκανε εκείνη τη μέρα ντεμπούτο στο Καμπιονάτο. H διαφορά του με όλους τους άλλους πρωτοεμφανιζόμενους είναι ότι ο Χούμπνερ λίγο καιρό πριν είχε κλείσει τα 30!

Μέσα στα επόμενα χρόνια όλοι στη χώρα θα καταλάβαιναν ότι η διαφορά του Χούμπνερ με τους υπόλοιπους επιθετικούς δεν περιοριζόταν στην ηλικία. Ο Ιταλός με το Γερμανικό επίθετο (κληρονομιά από τον παππού του, που πολλά χρόνια πριν είχε αφήσει την πατρίδα του ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή στην Ιταλία), που μοιάζει σαν καλτ χαρακτήρας που ξεπήδησε από ταινία των αδερφών Κοέν, έκανε το μεγάλο βήμα της καριέρας του σε μια ηλικία που η απόδοση των υπολοίπων αρχίζει σιγά-σιγά να πέφτει. Κι αυτό γιατί στην ηλικία που τα περισσότερα μεγάλα ταλέντα βρίσκονται ήδη σε κάποια καλή ακαδημία και βελτιώνονται στο θέμα της τακτικής, ο πιτσιρικάς Ντάριο προσπαθούσε να επιβιώσει δουλεύοντας είτε ως ξυλουργός φτιάχνοντας πόρτες, είτε ως σιδεράς.

Ακόμα και μετά από τόσες ώρες δουλειάς σε δύσκολες συνθήκες όμως, ο Χούμπνερ έβρισκε χρόνο για να παίξει μπάλα στις ομάδες της περιοχής του. Όποιος τον έβλεπε καταλάβαινε εύκολα πως ο μικρός δεν είναι κανένα τρομερό ταλέντο. Η τεχνική του ήταν μετριότατη, το παρουσιαστικό του τελείως αντιτουριστικό και το παίξιμο του χαρακτηριζόταν στην καλύτερη των περιπτώσεων δυναμικό αλλά άτσαλο. «Φυσικά και είμαι λίγο αγροίκος όταν παίζω. Θα ήθελα να σας δω κι εσάς πως θα ήσασταν μετά από 10 ώρες δουλειά» συνήθιζε να απαντάει κάθε φορά που τον κατηγορούσαν για έλλειψη… κομψότητας στο παιχνίδι του.

Υπάρχουν όμως μερικά χαρακτηριστικά στο ποδόσφαιρο που αν τα έχεις μπορείς να πας μπροστά ακόμα κι αν η μοίρα δεν σου έχει χαρίσει άφθονο τεχνικό ταλέντο: Πάθος και ένστικτο. Ο Ντάριο Χούμπνερ είχε κι από τα δυο τόσο πολύ που αν ήθελε μπορούσε να πουλήσει και λίγο σε κάποιον Βραζιλιάνο σαλτιμπάγκο. Παίζοντας στην κορυφή της επίθεσης από μικρός, έδειξε γρήγορα ότι μυρίζεται το γκολ όσο λίγοι και ότι όταν φτάνει η ώρα της εκτέλεσης το πόδι του τα καταφέρει μια χαρά κι αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα από τους σκάουτερς που παρακολουθούσαν τις μικρές κατηγορίες της Ιταλίας. Κάπως έτσι ήρθαν οι πρώτοι μικροί μισθοί και μπόρεσε να αφήσει την πρωινή του δουλειά που ως τότε του επέτρεπε να κάνει όλες κι όλες δυο προπονήσεις την εβδομάδα και να παίρνει για ανταμοιβή ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό μετά το τέλος των αγώνων. Η συνέχεια ήταν μια μεγάλη ανηφόρα, την οποία ανέβηκε με μικρά και αργά βήματα αλλά με αρκετή δουλειά και αξιοπρόσεκτη συνέπεια στο σκοράρισμα. Από το ερασιτεχνικό πήγε στην 3η κατηγορία, μετά στην Τσεζένα, που έπαιζε στη Serie B, και από εκεί στη Μπρέσια και το Καμπιονάτο, έστω και στα 30 του. Κάλιο αργά παρά ποτέ, που – λογικά- λένε και στο χωριό του.

Αν το γκολ στο ντεμπούτο μέσα στο Σαν Σίρο ήταν το «καλώς σας βρήκα, με λένε Ντάριο», το χατ τρικ που ακολούθησε, στη 2η αγωνιστική απέναντι στη Σαμπντόρια, ήταν το «δεν πιστεύω να ξεχάσατε το όνομα μου». Το ογκώδες σκαρί του, το άγαρμπο και ιδιαίτερο τρέξιμο του και η δύναμη με την οποία χωνόταν σε όλες τις φάσεις του έδωσε το παρατσούκλι «Τατάνκα», το όνομα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς Αμερικάνοι για τα βουβάλια.


Το τρέξιμο του βουβαλιού

Ακόμα και στη μεγάλη κατηγορία της χώρας όμως, με αρκετούς προβολείς στραμμένους πάνω του, ο Χούμπνερ δεν ενδιαφέρθηκε να αλλάξει ιδιαίτερα τη ζωή του. Αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εμφάνιση του, έχοντας μόνιμα την εικόνα κάποιου που μόλις έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και έχει φύγει τρέχοντας από το σπίτι για να προλάβει, και συνέχιζε να απολαμβάνει καθημερινά δυο από τις μεγάλες αγάπες του: το ποτό και το τσιγάρο. Όσοι τον έζησαν έχουν να λένε πως ο «Τατάνκα» κατέβαζε για πλάκα μερικά ποτηράκια γκράπα (παραδοσιακό ιταλικό μπράντι) και κάπνιζε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, μια συνήθεια που δεν έκοβε ούτε την ώρα των αγώνων! Ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να το κρύψει, δηλώνοντας συχνά ότι το τσιγάρο τον ηρεμούσε, γι’αυτό και στο ημίχρονο μόλις ο προπονητής ολοκλήρωνε τις οδηγίες του, πήγαινε στις τουαλέτες, άναβε ένα Marlboro, έπαιρνε 3-4 ρουφηξιές και επέστρεφε ανανεωμένος στον αγώνα, έτοιμος να ματώσει ξανά τα δίχτυα. «Χωρίς το αλκοόλ και τα τσιγάρα ο Χούμπνερ θα ήταν ο πιο δυνατός όλων» έλεγε με παράπονο ο πρόεδρος της Μπρέσια, Λουίτζι Κοριόνι.

Σε ένα Καμπιονάτο που τότε ζούσε τα καλύτερα χρόνια του, όντας με διαφορά το πιο ποιοτικό πρωτάθλημα του κόσμου, ο μεσήλικας Χούμπνερ με την αντιαθλητική ζωή κατάφερε να βρει τρόπο να τρυπώσει ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς του πλανήτη, όπως ακριβώς έβρισκε τρόπους να χωθεί και να σκοράρει απέναντι σε μερικούς από τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου. Η Μπρέσια υποβιβάστηκε στο τέλος της σεζόν αλλά ο «Τατάνκα» είχε ήδη αποδείξει και με το παραπάνω ότι ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του σκοράροντας 16 φορές, ένα νούμερο που τον έφερε στην 8η θέση μιας λίστας που είχε μέσα τους Μπίρχοφ, Ρονάλντο, Μπάτζιο, Μπατιστούτα, Ντελ Πιέρο, Ινζάγκι. Όλως παραδόξως, η μεγάλη του στιγμή δεν είχε έρθει ακόμα.


Μπάτζιο και Χούμπνερ στη μοναδική σεζόν που έπαιξαν μαζί στη Μπρέσια πέτυχαν συνολικά 27 γκολ

Τη σεζόν 2001-02 η Πιατσέντσα τον αγόρασε από τη Μπρέσια, παραβλέποντας το γεγονός πως βρισκόταν σε συντάξιμη ποδοσφαιρικά ηλικία, κι αυτός τη δικαίωσε άμεσα. Το τέλος της χρονιάς βρήκε τη νεοφώτιστη ομάδα στην ασφάλεια της 12ης θέσης και τον Χούμπνερ στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ με 24 γκολ (μαζί με τον Τρεζεγκέ της πρωταθλήτριας Γιουβέντους, που όμως έπαιξε ένα ματς παραπάνω)! Το κατόρθωμα του δυσκολεύεσαι να το χωνέψεις ακόμα και σήμερα. Σ’ένα πρωτάθλημα γεμάτο πανάκριβους σούπερ σταρ, πρώτος σκόρερ βγήκε ένας 35χρονος, λίγο ατσούμπαλος επιθετικός που παίζει σε μια από τις μικρές ομάδες. Εκείνη τη χρονιά ο Χούμπνερ έγινε μόλις ο 2ος παίκτης που έχει βγει πρώτος σκόρερ και στις τρεις πρώτες κατηγορίες της Ιταλίας, ενώ ήταν και ο γηραιότερος που κέρδισε το σχετικό βραβείο (ρεκόρ που έσπασε τελικά το 2015 ένας άλλος ψηλός Ιταλός, ο Λούκα Τόνι).

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο προσόν του ήταν η αίσθηση του γκολ επέτρεψε στον Χούμπνερ να βγάζει τα προς το ζην από το ποδόσφαιρο, έστω και στις μικρές κατηγορίες, μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ηλικία 40 ετών ολοκλήρωνε σεζόν σε τοπικό επίπεδο με 20 γκολ σε 18 ματς. Την ημέρα που τελικά κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, η… καμπούρα του μετρούσε 44 χρόνια ζωής και 24 χρόνια καριέρας!

Μια καριέρα σίγουρα αξιοπρεπέστατη, από την οποία είχε μόνο ένα μικρό παράπονο: Το ότι λόγω ατυχίας (έπαιξε μπάλα σε μια εποχή που οι Ιταλοί έβγαζαν καλούς επιθετικούς με το κιλό) δεν κλήθηκε ποτέ στην εθνική. Όπως λέει και ο ίδιος όμως: «Δεν μπορώ να έχω σοβαρό παράπονο. Όταν ήμουν νέος και δούλευα όλη μέρα πάνω στα αλουμίνια ποιος θα το φανταζόταν ότι θα έκανα κάποτε μια καριέρα σαν κι αυτή; Είμαι πολύ χαρούμενος με αυτά που κατάφερα».


Πόσο θεούλης; Τόσο θεούλης!

Χαλαρός και με αρκετές άσπρες τρίχες πλέον στο κεφάλι, δουλεύει στο μπαρ ‘Τατάνκα’ που άνοιξε με τη γυναίκα του σε ένα μικρό χωριό της Ιταλίας. Όταν τον ρωτάνε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο απαντάει: «Οι σύγχρονοι παίκτες είναι λίγο σαν ρομπότ, με όλες αυτές τις λεπτομέρειες που υπάρχουν στις προπονήσεις. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράγματα» και συνεχίζει: «Επίσης, βλέπω ότι αρκετοί ενδιαφέρονται μόνο για τα στατιστικά τους και δεν παίζουν για την ομάδα. Τότε εμείς κάναμε παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί για μπύρα τα απογεύματα για να γνωριστούμε καλύτερα», μια δήλωση που έχει άλλη δύναμη όταν γίνεται από κάποιον που κάθε φορά που του υπενθυμίζουν τα κατορθώματα του στο σκοράρισμα (τέλειωσε την καριέρα του με περισσότερα από 300 γκολ σε επίσημα παιχνίδια), σπεύδει να τονίσει ότι αν δεν υπήρχαν δίπλα του όλοι αυτοί που τον τροφοδοτούσαν δεν θα είχε πετύχει τίποτα απ’όσα πέτυχε.

Ο Ντάριο Χούμπνερ δεν έγινε ποτέ σούπερ σταρ, δεν πήρε ποτέ μεταγραφή σε κάποια από τις μεγάλες ομάδες (αν και έφτασε αρκετά κοντά και στη Μίλαν και στην, αγαπημένη του, Ίντερ), δεν έβγαλε πάρα πολλά λεφτά από το ποδόσφαιρο και δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κοσμική ζωή εκμεταλλευόμενος τη φήμη του Καμπιονάτο. Κατάφερε όμως να αφήσει ένα μικρό σημάδι στο ιταλικό ποδόσφαιρο και να αγαπηθεί από τους οπαδούς όλων των ομάδων στις οποίες έπαιξε για το πάθος, το φιλότιμο αλλά και την αποτελεσματικότητα που έδειχνε σε κάθε παιχνίδι. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, συχνά-πυκνά περαστικοί τον σταματάνε στο δρόμο και τον ευχαριστούν για κάποιο από τα εκατοντάδες γκολ που πέτυχε. Και, όπως και να το δει κανείς, για κάποιον που κατέβαζε μερικά ποτηράκια γκράπα και έκανε ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα, παίζοντας ταυτόχρονα στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, αυτό είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο κατόρθωμα.

Ποδοσφαιρικές Ακαδημίες Γονέων

  [5 Σχόλια]

Ιανουάριος 2017, Κανάρια Νησιά. Μάρτιος 2017, Μαγιόρκα. Απρίλιος 2017, Ριόχα. Όχι, δεν είναι τα μέρη και τα ματς όπου κρίθηκε το φετινό πρωτάθλημα στην Ισπανία, αλλά οι περιπτώσεις πλακώματος γονέων στις κερκίδες παιχνιδιών παιδικών πρωταθλημάτων. Για ένα μαρκάρισμα, για ένα χτύπημα, για ένα κλέψιμο στον αγωνιστικό χώρο ή επειδή παρεξηγήθηκαν εντελώς μεταξύ τους, άρχισαν να πλακώνονται στις κερκίδες.

Οι Ισπανοί δημοσιογράφοι, βέβαια, δεν παρουσίασαν τις ειδήσεις με τίτλους όπως «ΣΟΚ!», «Πρωτοφανές!», «Δεν έχει ξαναματαγίνει!». Το πιο ακραίο ήταν το «Μνημειώδης καβγάς μεταξύ γονέων» για τη Μαγιόρκα, όπου η αλήθεια είναι ότι το ξύλο έφτασε σε επίπεδα ελληνικού γηπέδου. Η απάντηση του οποιοδήποτε προπονητή ακαδημιών ή μικρών κατηγοριών στο «Ποιό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα παιδιά που θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές» είναι «Οι γονείς τους» στο 125% των περιπτώσεων.

                                                        Από τα Κανάρια

Οι γονείς που θεωρούν ότι τα παιδιά τους είναι οι επόμενοι Κασίγιας, Πικέ, Ράμος, Τσάμπι Αλόνσο, Τσάβι, Ινιέστα, Κόκε, Γκριζμάν, Μέσι, Ρονάλντο κτλ. (το περιορίζω στην Ισπανία). Που υστεριάζουν, που βλέπουν κυκλώματα, που βγάζουν όλα τα κόμπλεξ και τα απωθημένα στα παιδιά τους ή/και στα παιδιά των άλλων. Αυτά είναι τα γνωστά, που συμβαίνουν παντού στον πλανήτη και σε όλα τα σπορ. Η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται είναι αυτή που διακρίνει τα μέρη που νοιάζονται το άθλημα από τα πάρκινγκ παιδιών.

Έχουμε ξαναπεί στο παρελθόν, με παράδειγμα από την Ανδαλουσία, ότι οι Ισπανοί θεωρούν τις ποδοσφαιρικές ακαδημίες πρωτίστως ως εκπαιδευτήρια. Σημείωση, όλα τα πρωταθλήματα στις ηλικίες κάτω των 17 είναι αρμοδιότητα των τοπικών ομοσπονδιών και όχι τις εθνικής ομοσπονδίας (της αντίστοιχης ΕΠΟ). Έτσι, χωρίς να καθυστερήσουν πήραν διάφορα μέτρα, άλλα σε τοπικό επίπεδο και άλλα σε εθνικό, για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

Μετά το επεισόδιο στη Μαγιόρκα ο Οργανισμός κατά της Βίας σταμάτησε να θεωρεί το θέμα των γονέων δευτερεύον θέμα. Τα Κανάρια δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, έτσι έβγαλαν ένα κείμενο με οδηγίες που το μοίρασαν σε όλη τη χώρα. Εκεί ενδεικτικά αναφέρονται πράγματα όπως:

«Η βία, τουλάχιστον στην Ισπανία, έχει τις ρίζες της σε μια πολύ κακή πολιτική εκπαίδευσης στο ποδόσφαιρο βάσης, που εμμονικά εμφυσεί αξίες όπως ο ανταγωνισμός και η σκληρή αντιπαλότητα στις κατηγορίες που παιδικού ποδοσφαίρου».

«Οι συγκρούσεις μεταξύ γονέων, με τα τελευταία περιστατικά στα Κανάρια και τη Μαγιόρκα να είναι εξαιρετικά βίαια, δείχνουν ότι υπάρχει μια επικίνδυνη μεταφορά του θυμού από τους γονείς στα παιδιά που παρεμποδίζει την οποιαδήποτε προσπάθεια ομαλοποίησης της αθλητικής συμπεριφοράς».

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα σε γονείς εντυπώνονται ως τραύματα στα παιδιά και δυστυχώς δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ούτε κοινωνική, ούτε ομοσπονδιακή για αυτού του τύπου τη βία. Δεν υπάρχουν γνωστά βραχυπρόθεσμα μέτρα. Μόνο μια εντατική εκπαίδευση των γονέων, δρομολογημένη ώστε να απαλείψει την μεταφορά των προσδοκιών στα παιδιά τους, αντικαθιστώντας τη διάθεση για παιχνίδι με τον ανταγωνισμό, μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Για άμεσα αποτελέσματα, τα μόνα εφικτά μέτρα είναι τα διοικητικής και ποινικής φύσεως, ενάντια σε όσους ταλαιπωρούν με τη βία τους το ποδόσφαιρο των παιδιών».

Όπως βλέπετε οι άνθρωποι ούτε πετάνε στα σύννεφα, ούτε άρχισαν να μιλάνε για επιτροπές που θα ξεριζώσουν τη βία. Η ανάλυση είναι ρεαλιστική και οι οδηγίες σαφείς. Δε γίνεται να αλλάξεις τη νοοτροπία των γονέων άμεσα. Μόνο τιμωρητικά μπορείς να αντιδράσεις. Οφείλεις να εκπαιδεύεις τόσο τα παιδιά, όσο και τους γονείς. Όχι στη νοοτροπία της νίκης πάνω από όλα. Αυτό μεταφέρθηκε στις τοπικές ομοσπονδίες ως κείμενο αρχών. Κάποιες από αυτές, κυρίως οι πιο μεγάλες της Μαδρίτης, της Καταλωνίας και της Ανδαλουσίας το εμπλούτισαν κιόλας.

Ανδαλουσία. Μαμάδες εν δράσει.

Οι βασικοί άξονες που υιοθέτησαν όλοι είναι:

  • Ο αποκλεισμός των γονέων από το γήπεδο σε περίπτωση που αρχίζουν να τσακώνονται. Παράλληλα και το παιδί θα τιμωρείται με αποκλεισμό από την ομάδα για κάποιο χρονικό διάστημα (εδώ να πούμε πως η ομοσπονδία αναγνωρίζει ότι χρησιμοποιεί τα παιδιά για να συνετίσει τους μεγάλους. Παραδέχεται επίσης ότι το πρόβλημα είναι τόσο μεγάλο που δεν υπάρχει άλλη άμεση λύση).
  • Σε περίπτωση που κάποιος γονιός αρχίζει να δίνει οδηγίες από την εξέδρα στο παιδί του, να του φωνάζει για το πώς παίζει ή αν κάνει παρατηρήσεις στον προπονητή της ομάδας ή τον διαιτητή, θα απομακρύνεται άμεσα από το γήπεδο και το παιδί θα γίνεται αλλαγή. Στην Καταλωνία και τη Μαδρίτη έχουν δώσει και σαφείς οδηγίες στους διαιτητές, ή όπου δεν υπάρχουν στους προπονητές, να σταματάνε τα παιχνίδια μέχρι να γίνει η απομάκρυνση.
  • «Αυτοδιαιτησία». Στις ηλικίες κάτω των 13 ετών προτείνεται η υιοθέτηση του Ολλανδικού μοντέλου της μη ύπαρξης διαιτητή, ώστε τα παιδιά να μάθουν να εφαρμόζουν τους κανόνες του παιχνιδιού χωρίς πίεση. Αυτό προϋποθέτει το 4ο σημείο.
  • Ενημέρωση και μαθήματα σε γονείς και παιδιά, τόσο για τους κανόνες του παιχνιδιού, όσο και για το σκοπό που βρίσκονται σε κάποιο σύλλογο. Το μέτρο αυτό ήδη εφαρμόζεται αρκετά χρόνια στην Καταλωνία, ενώ η Μαδρίτη και η Ανδαλουσία το υιοθέτησαν πέρυσι. Σε περίπτωση παρεκτροπής των γονιών ο σύλλογος για να ξαναδεχθεί το παιδί απαιτεί προσκόμιση εγγράφου ότι οι γονείς απευθύνθηκαν σε ψυχολογική υποστήριξη. Σημείωση: οι μεγάλοι σύλλογοι την παρέχουν οι ίδιοι.
  • Τέλος, όλες οι ποινές έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα. Επανάληψη απαράδεκτης συμπεριφοράς θα σημαίνει αποκλεισμό τόσο των γονέων, όσο και του παιδιού από το σύλλογο. Συζητείται ακόμα και η αφαίρεση βαθμών, αλλά εδώ δεν έχουν καταλήξει ακόμα.

Μπόνους από Ανδόρα. Παιχνίδι νέων που πλακώνονται οι ίδιοι με τους γονείς στις εξέδρες.

Σε πρακτικό επίπεδο, ειδικά στην περίπτωση της Μαγιόρκα όπου ήταν η πιο ακραία, ο ένας από τους δύο συλλόγους αποφάσισε από μόνος του να αναστείλει τη λειτουργία του για αυτή τη σεζόν. Θεώρησε ντροπή να έχει γίνει τέτοιο περιστατικό και να κυκλοφορούν τόσα βίντεο με τα έμβλημά του σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο άλλος απέκλεισε παιδιά και γονείς που ενεπλάκησαν. Δεν κάθισαν όμως με σταυρωμένα χέρια. Κάνουν σεμινάρια, ενημερώνουν παιδιά και γονείς, άλλαξαν πολιτική για τις κερκίδες (πχ. κάποιοι σύλλογοι απαγορεύουν την είσοδο σε συγγενείς πέραν των γονιών ή των αδελφών). Και σε κάθε περίπτωση, από το δεύτερο μόλις περιστατικό κινητοποιήθηκαν τοπικές και εθνικές ομοσπονδίες, ο οργανισμός κατά της Βίας και όλο το κράτος για να μην το αφήσουν να διογκωθεί.

Οι 10 εντολές σε έναν πάγκο στη Σαλαμάνκα, μεταξύ τους: «μη φωνάζετε στο διαιτητή» και «είναι απλά ένα παιχνίδι»