Παίζοντας μπάλα ως τα γεράματα

  [1 Σχόλιο]

Όταν φτάνεις στα 80 σου, αν φτάσεις δηλαδή, αρχίζεις να σκέφτεσαι λίγο διαφορετικά τη ζωή. Να μετράς αντίστροφα μέχρι το τέλος, να σκέφτεσαι πού θα στείλεις τα εγγόνια σου να σπουδάσουν ή πώς θα τα καλοπαντρέψεις ή γιατί δεν έκανες παιδιά τελικά. Σίγουρα όχι πάντως την μπάλα. Εκτός αν ήσουν ο Τέρσιο Μαριάνο ντε Ρεζέντε, ένας κτηνοτρόφος στην Γκοϊαντίρα κάπου στα νοτιοανατολικά της Βραζιλίας. Ο Τέρσιο γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1921 και έπαιζε ποδόσφαιρο από τα 10 του, όταν κατάφερε ο ίδιος να φτιάχνει μπάλες από διάφορα φυτά και παράγωγα των αγελάδων που είχε ο πατέρας του.

Παρ’ ότι πρώτη ασχολία του ήταν πάντα η κτηνοτροφία, έβρισκε πάντα χρόνο για το ποδόσφαιρο. Έπαιζε σαν δεξί μπακ σε διάφορες ομάδες της περιοχής, αλλά ακόμα και έτσι δεν χόρταινε μπάλα. Μη φανταστείτε ότι έβγαζε χρήματα από το ποδόσφαιρο στα τοπικά φυσικά. Τα χρήματα για να συντηρήσει την οικογένειά του έρχονταν από τη φάρμα του. Τη φάρμα στην οποία τις Κυριακές είχαμε γιορτή. Ο Τέρσιο έφτιαχνε ένα αυτοσχέδιο γήπεδο ποδοσφαίρου, καλούσε τους γείτονες και όλοι έπαιζαν μπάλα. Τα χρόνια περνούσαν, αλλά ο Τέρσιο συνέχιζε να παίζει ποδόσφαιρο. Έγινε πλέον «ο παππούς», η ατραξιόν της μικρής κωμόπολης Γκοϊαντίρα και στο δρόμο τον σταματούσαν όλοι για να τον χαιρετίσουν, να βγουν φωτογραφία μαζί του, να του μιλήσουν για μπάλα. Όταν συνέχισε να είναι ποδοσφαιριστής σε διάφορες ομάδες μέχρι τα βαθιά γεράματα, κάποιος έριξε την ιδέα για το βιβλίο Γκίνες.


Πόζα με το βιβλίο Γκίνες

Ο Τέρσιο και οι συγγενείς τους για 1,5 χρόνο περίπου μάζευαν όλα τα απαραίτητα χαρτιά και γραφειοκρατικά (βίντεο, επίσημα έγγραφα, μαρτυρίες κτλ) για να μπορέσει το αίτημά τους να αναγνωριστεί. Και έτσι έγινε. Στα 85 του τα κατάφερε. Όταν μπήκε στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες το 2007 ως ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής ποτέ τα πανηγύρια ήταν λες και κατέκτησε τίτλο. Όσο μεγάλωνε άρχισε να αντιμετωπίζει και προβλήματα υγείας, από χτυπήματα και δισκοκήλες, μέχρι πολύ πιο σοβαρά. Ο Τέρσιο δεν μπορούσε να αφήσει την μπάλα όμως. Όταν έφτασε τα 80, τα παιδιά του προσπαθούσαν να τον πείσουν να σταματήσει τις αθλοπαιδιές.  Τα τρία από τα τέσσερα παιδιά του ήταν κάθετα σε αυτό. Ο Τέρσιο πήγε να μείνει με το τέταρτο, τον Ένιο Μαριάνο που συμφωνούσε μαζί του: «Δεν υπάρχει κίνδυνος, παίζει με δεμένο ώμο, χέρι και στήθος. Είναι σαν μούμια από τους επιδέσμους». Παρά την ταλαιπωρία αυτή, ο Τέρσιο δεν ήθελε να σταματήσει. «Έχω κάνει δύο επεμβάσεις, αλλά δεν φοβάμαι. Προσπαθώ να βοηθάω στην κατοχή της μπάλας. Μου αρέσει πάντα να σεντράρω, δεν θέλω να βάζω γκολ, προτιμώ να τα ετοιμάζω για άλλους και δεν μου αρέσει να βγαίνω αλλαγή».

Το πιο σοβαρό χτύπημα ήταν όταν έσπασε το 2ο αυχενικό του σπόνδυλο. Όχι από την μπάλα όμως, από ένα πέσιμο στο μπάνιο. Υπήρχε κίνδυνος ακόμα και να μην ξαναπερπατήσει. Τελικά τα κατάφερε και ξαναπάτησε χορτάρι σχεδόν ένα χρόνο μετά. ‘Εδινε όσα μπορούσε πάντα. Κι ίσως η μεγαλύτερη ευτυχία του ήταν όταν έπαιζε μαζί με τον Αντρέ Λουίζ το μοναδικό από τα εγγόνια του που ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο επαγγελματικά (και γιο του Ένιο Μαριάνο). «Θυμάμαι όταν του είχε βγει ο ώμος και αυτός συνέχιζε να έρχεται να παίζει. Πήγαινα πιο νωρίς στο γήπεδο για να τον πετύχω και να του δέσω το χέρι, ήταν μια ιεροτελεστία», διηγείται ο εγγονός.

Στα 80κατι του περπατούσε 10 χιλιόμετρα το πρωί για να πάει στη φάρμα του

Τελευταία φορά πάτησε γήπεδο το 2015 στα 93 του, οκτώ μήνες αργότερα μετά από μία δύσκολη περίοδο εξαιτίας προβλημάτων υγείας πέθανε σε ένα νοσοκομείο. Η κηδεία του δεν ήταν μια απλή κηδεία. Το φέρετρο μπήκε πάνω σε ένα πυροσβεστικό όχημα της πόλης και γύρισε τους δρόμους της, με πολύ κόσμο να τον αποχαιρετά. Ένας άνθρωπος που έκανε το χόμπι του, την αγάπη του, δεν έβγαλε χρήματα από αυτό, αλλά αγαπήθηκε τόσο, όσο αγάπησε κι ο ίδιος το ποδόσφαιρο.

Όταν ο Τέλε συνάντησε τον Γιόχαν

  [6 Σχόλια]

Το ρολόι έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα όταν ο Χουάν Κάρλος Λουστό αποφάσισε να αφήσει το δωμάτιο του και να κάνει μια βόλτα στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας πως έτσι θα χαλαρώσει επιτέλους. Ο Αργεντινός διαιτητής βρισκόταν στο Τόκιο για τον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου ανάμεσα στη Σάο Πάουλο και τη Μπαρτσελόνα και το τζετ-λαγκ δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Περνώντας από το λόμπι, άκουσε μια γνώριμη λατινοαμερικάνικη φωνή, που ήξερε από τα παιχνίδια του Λιμπερταδόρες, να τον φωνάζει από το βάθος. Ήταν η φωνή του προπονητή της Σάο Πάουλο, Τέλε Σαντάνα.

(Σε έναν τέλειο και δίκαιο κόσμο το όνομα Τέλε Σαντάνα δεν θα χρειαζόταν καμία επιπλέον εξήγηση. Στον κόσμο που ζούμε όμως, που η επιτυχία σου καθορίζεται από τον αριθμό των μεταλλίων στην τροπαιοθήκη σου, οι διευκρινήσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τους νεότερους. Ο Βραζιλιάνος δεν κατέκτησε κανένα τίτλο με την εθνική της χώρας του και δεν ανέλαβε ποτέ του μια ευρωπαϊκή ομάδα, στοιχεία που αυτόματα τον πετούν έξω από κάθε λίστα με τους σπουδαιότερους προπονητές όλων των εποχών. Ακόμα και το πιο διάσημο δημιούργημα του, η Βραζιλία του 1982, η τελευταία Βραζιλία που πίστευε και εκπροσωπούσε το joga bonito, παραμένει στο μυαλό πολλών ως η «Βραζιλία του Σώκρατες» και όχι ως η ομάδα του Σαντάνα.

Tη μέρα που η Σελεσάο αποκλείστηκε από την Ιταλία του Ρόσι, ο Σαντάνα στήθηκε στον τοίχο από κάποιους Βραζιλιάνους δημοσιογράφους για την επιλογή του να μην παίξει για την ισοπαλία που αρκούσε για να δώσει την πρόκριση. Ο ίδιος δεν φάνηκε να μετανιώνει για τίποτα. Όπως θυμάται ο Σώκρατες, την ώρα που στα αποδυτήρια υπήρχαν νεύρα, εντάσεις και κλάματα, ο Σαντάνα στεκόταν ήρεμος και δήλωνε περήφανος για την τίμια προσπάθεια της ομάδας του. Λίγη ώρα μετά έμπαινε στην αίθουσα τύπου για τις τελευταίες δηλώσεις του και οι δημοσιογράφοι απ’όλο τον κόσμο τον χειροκροτούσαν όρθιοι.

Χρόνια αργότερα όλοι κατάλαβαν πως ακόμα και αν είχε την ευκαιρία να γυρίσει το Χρόνο και να παίξει ξανά εκείνο το ματς, πάλι θα κατέβαινε επιθετικά, με μοναδικό στόχο να κερδίσει το παιχνίδι, να προσφέρει θέαμα, να διασκεδάσει τον κόσμο. «Η ομορφιά έρχεται πρώτη και η νίκη δεύτερη. Αυτό που μετράει είναι η ευχαρίστηση» έλεγε πάντα ο Σώκρατες, μια φιλοσοφία που του είχε περάσει ο προπονητής του στην εθνική που χωρίς δισταγμό και τύψεις δήλωνε: «Προτιμώ να χάσω παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο παρά να κερδίσω παίζοντας μέτρια».

Ο Σαντάνα αποχώρησε από την εθνική το 1986 μετά τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία του Πλατινί και αφοσιώθηκε στο συλλογικό ποδόσφαιρο. Ανέλαβε τη Σάο Πάουλο το 1990, κοιμόταν στο προπονητικό της κέντρο, ξυπνούσε από τις 6, κούρευε μόνος του το γκαζόν και προσπαθούσε, μέσω σκληρής πειθαρχίας, να τελειοποιήσει τις επιθετικές τακτικές του. Μαζί της τελικά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο ότι κάποιες φορές το όμορφο ποδόσφαιρο συνδυάζεται και με μεγάλες επιτυχίες. Με ηγέτη τον παραγκωνισμένο έως τότε αδερφό του Σώκρατες, Ράι, και μια φουρνιά νέων ταλαντούχων παικτών τους οποίους πίστεψε και ανέδειξε (ανάμεσα τους ο Λεονάρντο και ο Καφού, που καθιερώθηκε στο δεξί άκρο της άμυνας μετά από επιμονή του Σαντάνα), οδήγησε τη Σάο Πάουλο στην κορυφή της χώρας, της ηπείρου αλλά και του κόσμου δυο συνεχόμενες χρόνιες!

Έστω και στο φινάλε της καριέρας του – καθώς το 1996 αποσύρθηκε από τους πάγκους λόγω προβλημάτων με την υγεία του – ο Σαντάνα έφτασε στην κορυφή παίζοντας το ποδόσφαιρο που ήθελε, το μόνο ποδόσφαιρο που τον ενδιέφερε να παίξει. Ένα επιθετικό ποδόσφαιρο χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς ύπουλα χτυπήματα και βουτιές, χωρίς καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου. Ένα ποδόσφαιρο που τον έκανε τόσο αγαπητό στη Βραζιλία που μέχρι και σήμερα το όνομα του μνημονεύεται περισσότερο ακόμα κι από τα ονόματα προπονητών που οδήγησαν τη Σελεσάο στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Για τους συμπατριώτες του, ο «Κύριος Τέλε» ήταν και θα είναι «ο τελευταίος ρομαντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου».)

Ο Σαντάνα πρότεινε στον Λουστό να του γνωρίσει τον Γιόχαν Κρόιφ και ο Αργεντινός διαιτητής, ξέροντας καλά το ποδοσφαιρικό μέγεθος του Ολλανδού, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί. Ακολούθησε ένα σκηνικό που μοιάζει τελείως ξένο με τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου, ο διαιτητής και οι προπονητές των ομάδων που δυο μέρες μετά θα έπαιζαν έναν τελικό για τον τίτλο της καλύτερης ομάδας στον πλανήτη, έπιναν, κάπνιζαν (για την ακρίβεια μόνο ο Κρόιφ κάπνιζε αλλά όπως θυμάται ο Λουστό, τα τσιγάρα του διαδεχόταν το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που ήταν σαν να κάπνιζε για όλους) και συζητούσαν για μπάλα.

«Μιλούσαν για το ποδόσφαιρο σαν να είναι κάτι ιερό. Έλεγαν συνέχεια πως το να διακόπτεις τον αγώνα με ψεύτικους τραυματισμούς, το να πετάς τη μπάλα μακριά ή το να κάνεις αλλαγές στις καθυστερήσεις για να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα δεν είναι σωστό» αποκάλυψε πριν λίγο καιρό ο Λουστό. «Ο Κρόιφ και ο Σαντάνα θέλανε να κερδίσουν αλλά όχι με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι με ψέμματα. Θέλανε να κερδίσουν με το δικό τους στυλ, με τη δικιά τους φιλοσοφία, που μάλιστα έμοιαζε πολύ. Συμφωνούσαν πως ο σεβασμός στον αντίπαλο ήταν το πιο βασικό στοιχείο της επιτυχίας και ήταν πεπεισμένοι πως το να χάνεις ενώ παίζεις καλά δεν είναι αποτυχία και πως σ’ένα παιχνίδι που έχει παιχτεί σωστά δεν υπάρχουν ουσιαστικά κερδισμένοι και χαμένοι. Βλέποντας τις ομάδες τους να παίζουν, καταλάβαινες πως όλα όσα έλεγαν και πίστευαν, τα περνούσαν και στους παίκτες τους».

Η πολύ ιδιαίτερη παρέα συζητούσε για μπάλα μέχρι το ρολόι να δείξει περασμένες τρεις, σαν μια παρέα καλών φίλων που γνωρίζονται και καταλαβαίνονται τέλεια. Λίγο πριν αποχωρήσει ο καθένας για το δωμάτιο του, οι δυο σπουδαίοι προπονητές προχώρησαν σε μια πρωτότυπη συμφωνία μπροστά στα μάτια του ανθρώπου που μερικές ώρες αργότερα θα σφύριζε τη μεταξύ τους κόντρα. Βάζοντας το δεξί τους χέρι πάνω στον συνομιλητή τους, συμφώνησαν πως αν την ώρα του τελικού κάποιος παίκτης τους ξέφευγε από τα όρια του ποδοσφαίρου που πρέσβευαν και αγαπούσαν, θα γινόταν αλλαγή αμέσως. Ο σοκαρισμένος Λουστό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που έβλεπε το ζούσε πραγματικά ή αν απλά το φανταζόταν.

Η Σάο Πάουλο κατέκτησε τελικά το Διηπειρωτικό, κερδίζοντας την ‘Dream Team’ του Κρόιφ με 2-1 χάρη σε δυο γκολ του Ράι. «Ο καθαρός χρόνος παιχνιδιού ήταν απλά απίστευτος και οι ευκαιρίες πολλές» θυμάται ο Λουστό, ο μοναδικός από εκείνο το περίεργο παρεάκι που ζει ακόμα. Ο Αργεντινός, που εκείνη την εποχή θεωρούταν το Νο2 παγκοσμίως στο χώρο της διαιτησίας, έκλεισε φέτος τα 70 του και παρ’όλο που στην τεράστια καριέρα του έχει σφυρίξει σε Μουντιάλ, σε τελικούς Λιμπερταδόρες, σε superclasico και στο ιστορικό και επεισοδιακό Βραζιλία-Χιλή στο Μαρακανά, θεωρεί πως εκείνη η συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου είναι το ωραιότερο πράμα που του συνέβη: «Στην 40ετη καριέρα μου τίποτα δεν με άγγιξε περισσότερο από εκείνη την κουβέντα που είχα με τον Τέλε και τον Κρόιφ. Εκείνη είναι η πιο όμορφη εμπειρία που έχω από το ποδόσφαιρο».

Μια Χριστουγεννιάτικη ποδοσφαιρική ιστορία

  [5 Σχόλια]

Μάντσεστερ. Παραμονή Χριστουγέννων 2017.

Ο Ζοσέ έχει αράξει φαρδύς πλατύς στην πανάκριβή του πολυθρόνα, μπροστά απ’ το αναμμένο τζάκι και αναπολεί παλιές καλές εποχές, τότε που ως προπονητής της -δικής του- Τσέλσι θεωρούνταν ο Special One. Tότε που είχε χιλιάδες «εχθρούς» επειδή ήταν απλά ο κορυφαίος προπονητής στην Ευρώπη. Τότε που οι «μπλε» του Στάμφορντ Μπριτζ δεν έχαναν από καμία ομάδα και όταν το έκαναν, το έκαναν πολύ δύσκολα. Πάνω απ’ το τζάκι ο Πορτογάλος έχει παρατάξει μερικά απ’ τα σπουδαιότερα τρόπαια που έχει κατακτήσει, στην αγαπημένη του διάταξη το 4-5-1, έχοντας στην κορυφή το Τσάμπιονς Λιγκ του 2004. Κρατά στο χέρι ένα ποτήρι πανάκριβο κρασί και στο μυαλό του έρχονται, μόνες τους, μεγάλες στιγμές του παρελθόντος. Ο Μιλίτο σπάει τα άλατα του Φαν Μπούιτεν και σκοράρει για την Ίντερ. Ο Κοστίνια το παστελώνει στο Όλντ Τραφορντ. Ο Φράνκι ο Λάμπαρντ σηκώνει την μία κούπα μετά την άλλη καθώς ο Τέρι κλείνει το μάτι στον Γουέιν Μπριτζ. Ο Νίκος ο Λυμπερόπουλος ξυρίζει το δοκάρι στην Λεωφόρο και η Ρεάλ κερδίζει το πρωτάθλημα απ’την Μπάρτσα. «Ωραίες αναμνήσεις διάολε». Ο Ζοσέ δεν θέλει κανέναν μέσα στη μίζερη μοναξιά του και -σχεδόν- θα αφεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, πριν προλάβει να τελειώσει το κρασί του. Τι κι αν ξημερώνουν Χριστούγεννα σε λίγες ώρες, ο Special Πορτογάλος νιώθει τόσο μόνος και τόσο κακόκεφος.

Ξαφνικά ένας βίαιος ήχος θα ταράξει τη γαλήνη του. Ο Ζοσέ θα κοιτάξει πίσω του και θα δει μια γνώριμη σε όλους μορφή να ψάχνει ανάμεσα στα ακριβά ουίσκι που έχει στην συλλογή του. «Ποιος είσαι εσύ; Τι θες στο σαλόνι μου; Άσε κάτω το Lagavulin».

«Ζοσέ, δεν κατάλαβες ποιος είμαι; Δεν σου θυμίζω τίποτα; Είμαι ο θρύλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο Τζόρτζ Μπεστ και θέλω να κάνουμε μια χαλαρή κουβέντα φίλε μου. Δεν μπορώ να σε βλέπω σε αυτή τη μιζέρια άνθρωπέ μου. Eπηρρεάζεις όλη την ομάδα. Σκέψου ακόμα και ο Πογκμπά έκοψε τους dab πανηγυρισμούς.»

«Γιώργη, μα εσύ έχεις πεθάνει. Για μια στιγμή σε πέρασα για τον Λουκ Σκάιγουοκερ στον Τελευταίο Τζεντάι. Με τρομάζεις τώρα και είμαι και λίγο φοβητσιάρης. Για να σου μιλάω… μη μου πεις πως έχω πεθάνει και γω; Θα είναι χειρότερο κι απ’ το να πάρει πρωτάθλημα η Λίβερπουλ»

«Χαλάρωσε μεγάλε. Δεν έχεις πεθάνει, μην τρομάζεις, ούτε πρόκειται να το πάρει η Λίβερπουλ. Το μόνο που έχει πεθάνει είναι το ποδόσφαιρο που παρουσιάζεις και γι’ αυτό είμαι σήμερα εδώ. Βασικά είμαι το φάντασμα του Τζορτζ Μπεστ, το φάντασμα του παρελθόντος. Δεν έχεις διαβάσει Ντίκενς βρε άνθρωπε; Σε είχα για καλλιεργημένο.»

«Τα φαντάσματα βρε Γιώργη στην ιστορία του Ντίκενς ήταν τρία. Πως και ήρθες μόνος σου; Μήπως με δουλεύεις και αυτή είναι ακόμα μία πλάκα εκείνου του χίπστερ του Πεπ σε βάρος μου; Δεν έχω όρεξη πες του. Ειλικρινά. Ας τα πάρει όλα φέτος, δεν ασχολούμαι μαζί του, με έχει κουράσει ο τύπος. Άσε με να κοιμηθώ σε παρακαλώ. Στις 26 του μήνα παίζουμε με την Μπέρνλι με τον άλλο τον αχώνευτο τον Ντάις, άσε με να χαρείς.»

«Ήταν να έρθουμε και οι τρεις μαζί απλά οι άλλοι δύο μετά τον αποκλεισμό της Γιουνάιτεντ απ’ την Μπρίστολ Σίτι για το Λιγκ Καπ ούτε που θέλουν να σε δούν. Άδικο δεν έχουν πάντως. Να σου πω την αλήθεια ούτε εγώ θα ερχόμουν, απλά θυμήθηκα πως έχεις δυνατή κάβα. Άντε ντύσου. Έχουμε να πάμε μια βόλτα και είναι και αρκετά μεγάλη.»

«Εντάξει Γιώργη. Θα έρθω. Μην αργήσουμε όμως πολύ γιατί έχω να σηκωθώ χαράματα αύριο και να σχεδιάσω το σύστημα και την τακτική για τη Μπέρνλι. Δεν θα αντέξω να χάσω κι απ’ τον Ντάις»

«Άσε μας ρε Ζοσέ. Ακόμα και τα δοκάρια γνωρίζουν πως θα παίξεις 4-5-1 με γιόμες για το κεφάλι του Φελαϊνί. Σοβαρέψου και ντύσου να φύγουμε.»

Το ταξίδι στο παρελθόν του Ζοσέ είχε μόλις ξεκινήσει, έχοντας ως οδηγό -όχι κάποιον τυχαίο- αλλά τον Τζορτζ Μπεστ ή καλύτερα το φάντασμά του. Ήταν η τελευταία ευκαιρία του Ζοσέ να αλλάξει κι από μίζερος και κολλημένος προπονητής να γίνει πιο σύγχρονος, πιο χαμογελαστός, πιο ευγενικός. Κάποιος που δείχνει να χαίρεται αυτό που κάνει. Ένας νικητής του ποδοσφαίρου και πάλι. Ένας άνθρωπος που όλοι θα του χαμογελούν και δεν θα αλλάζουν δρόμο όταν τον συναντούν τυχαία σε κάποιο γήπεδο. Σε κάποιο μπαρ. Στην λαϊκή αγορά του Μάντσεστερ που πάει να ψωνίσει. Είναι Χριστούγεννα άλλωστε και η Αγγλία είναι πάντα πανέμορφη αυτές τις Άγιες μέρες.

«Ζοσέ βλέπεις αυτά τα παιδάκια στο προαύλιο αυτού του παλιού σχολείου στο Σετουμπάλ; Παίζουν ποδόσφαιρο χαμογελαστά. Δίχως καμία έγνοια. Προσπαθούν να κάνουν κόλπα με τη μπάλα. Ραμπόνες, τακουνάκια, ποδιές. Δες τα πως χαίρονται. Πόσο ωραία εικόνα. Έτσι δεν είναι; Είναι όμως και ένα παιδάκι κατσουφιασμένο, που δεν ξέρει μπάλα αλλά το παίζουν τα υπόλοιπα. Κι ας διαμαρτύρεται συνέχεια, κι ας παίζει λίγο βρώμικα. Κι ας θέλει μόνο να κερδίζει πάση θυσία. Το βλέπεις; Αυτό το παιδάκι είσαι εσύ Ζοσέ. Δεν δείχνεις να το ευχαριστιέσαι το παιχνίδι βρε Ζοσέ. Και είσαι μόλις 8 ετών εδώ. Το θυμάσαι;»

«Μπορεί να μην το ευχαριστιόμουν, όπως λες, εκείνη τη χρονιά όμως είχαμε κερδίσει το πρωτάθλημα στο Σετουμπάλ. H τάξη μου βασικά.»

«Ναι αλλά εσύ δεν έπαιζες Ζοσέ. Ήσουν η τελευταία αλλαγή και γκρίνιαζες στα άλλα παιδάκια. Έχεις ένα μετάλλιο, αλλά δεν το χάρηκες ποτέ εκείνο το παιχνίδι. Δεν σου λείπει εκείνη η αίσθηση της αλάνας; Να προσπαθείς -όταν μπαίνεις στο γήπεδο- να κάνεις και εσύ ένα τσαλιμάκι, κι ας έχανε την μπάλα. Σιγά το πράγμα. Σημασία έχει η χαρά του παιχνιδιού σε αυτές τις ηλικίες»

«Δεν είχα το ταλέντο σου ρε Τζορτζ. Μιλάς εκ του ασφαλούς. Υπήρξες ένας ανάμεσα στους κορυφαίους που έβγαλε ο πλανήτης. Δεν μπορείς να νιώσεις τον κρύο ιδρώτα όταν σου έρχεται η μπάλα και εσύ γνωρίζεις πως είσαι τσακωμένος με το κοντρόλ εκ γενετής. Ορίστε δάκρυσα. Αυτό ήθελες; Τα κατάφερες»

«Δεν ήμουν ένας ανάμεσα στους κορυφαίους βρε πορτογαλική νυφίτσα. Ήμουν ο κορυφαίος όλων. Εντός και εκτός γηπέδων. Συγκινήθηκες πάντως, κάτι είναι κι αυτό. Πάμε παρακάτω… Εδώ δεν σταματάω. Σε βλέπω να κλαις και η ξανθιά να φεύγει με τον φλώρο με το Polo μπλουζάκι. Χυλόπιτα έτσι; Ειλικρινά δεν έχω φάει ποτέ χυλόπιτα. Ας ανοίξω το δεύτερο μπουκάλι. Μα καλά τρύπιο είναι το μπουκάλι; Πότε τελείωσε; Θα σε πάω στο Καμπ Νου. Τότε που ήσουν μεταφραστής του Ρόμπσον και κολλητός του Γκουαρδιόλα. Τι παικτάρα ήταν ο Καταλανός έτσι;»

«Ήταν όντως φοβερός. Θυμάμαι να τον χαζεύω και να προσπαθώ να καταλάβω πως λειτουργεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ακόμα δεν το έχω καταλάβει να σου πω την αλήθεια. Αν ήμουν προπονητής τότε και τον είχα αντίπαλο θα έβαζα τον Ντελ Όρνο να τον κλωτσήσει. Έχεις ακόμα πρόβλημα με το ποτό έτσι;»

«Σε πιστεύω. Σε έχει χιλιογλεντήσει άλλωστε τόσες φορές. Το έχει πάει σε άλλο επίπεδο ο Πεπ. Μακάρι να τον είχα κόουτς και ας μην έπινα για 20 λεπτά. Απαξιώ να απαντήσω στην ερώτησή σου. Ο Ντελ Όρνο δεν είχε κλωτσήσει τον Μέσι σε εκείνο το ματς Τσέλσι-Μπάρτσα;»

«Τα έχεις ξαναπεί αυτά. Δεν σε πιστεύω. Γιατί μου δείχνεις όμως όλες αυτές τις δύσκολες στιγμές; Γιατί δεν με αφήνεις στην ποδοσφαιρική μου μιζέρια; Γιατί μου τα θυμίζεις όλα αυτά; Τι σε έπιασε και με ζαλίζεις; Naι, o Ντελ Όρνο ήταν αλλά μη με κοιτάς έτσι. Ήταν καθαρά δική του επιλογή. Εγώ δεν έβαλα το χέρι μου»

«Σε ζαλίζω επειδή η Γιουνάιτεντ δεν είναι για να τη βλέπει ο κόσμος σε αυτά τα χάλια. Ούτε εσένα σου αξίζει να σε κράζουν σε όλα τα καφενεία της Ευρώπης. Μου φέρνεις στο μυαλό κάποιον που μόλις έχει αγοράσει το FIFA 18 και αντί να κάτσει και να παίξει στην τηλεόρασή του, φεύγει για να πάει να παίξει το φλιπεράκι Virtual Striker και ψάχνει στην τσέπη του για κέρματα. Ακόμα και μετά την ήττα απ’ την Μπρίστολ, στάθηκες στα δυο δοκάρια που είχε η ομάδα σου λες και προπονείς την Ελπίδα Χορτερού στα τελευταία τοπικά. Σοβαρέψου Ζοσέ. Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται, εσύ το κοιτάς με κιάλια και ο κόσμος γελάει με τις εμφανίσεις της Γιουνάιτεντ.»

Ο Ζοσέ έκλεισε τα μάτια βουρκωμένος και δεν απάντησε ξανά στο φάντασμα του Μπεστ. Στο Χριστουγεννιάτικο πνεύμα δηλαδή που προσπάθησε να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο προπονητή. Ο Μπεστ τον γύρισε στο σπίτι και τον άφησε στον καναπέ καθώς άρπαξε και ένα τρίτο μπουκάλι Lagavulin. «Για το δρόμο Ζοσέ» του είπε χαμηλόφωνα, και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο Ζοσέ αποκοιμήθηκε. Το πρωί ξύπνησε με πονοκέφαλο και ήταν πάλι κατσουφιασμένος. Τα παιδικά τραγούδια και οι μικρές νιφάδες χιονιού που έπεφταν και του έφερναν στο μυαλό εικόνες βιβλίου του Ντέιβιντ Γκούτερσον, δεν μπόρεσαν να τον συγκινήσουν, ούτε να τον ηρεμήσουν. Άρπαξε μια κόλλα χαρτί και σχεδίασε το σύστημα για το ματς κόντρα στη Μπέρνλι. «Θα παίξω με 4-5-1 και θα βάλω τον Φελαϊνί δίπλα στον Πογκμπά. Θα τους κατατροπώσω με «καμινάδες» απ’την άμυνα. Είμαι ο Ζοσέ Μουρίνιο. Ο κορυφαίος όλων. Το ακούς Μπεστ; Μη με αμφισβητήσεις ποτέ ξανά.» Ξαφνικά άκουσε το κουδούνι της πόρτας και δύο παιδάκια να τραγουδούν ένα κλασικό, παλιό αγγλικό, Χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Ο Ζοσέ το είχε ξανακούσει παλιά απ’ τον  Τζόε Κόουλ. Ο Κόουλ ήταν πιο φάλτσος κι απ’ τη Μέρυλ Στριπ σε εκείνη την μέτρια ταινία που είχε δει με τη γυναίκα του πέρσι. Σούφρωσε τα χείλη και τσαλάκωσε το χαρτί που είχε σχεδιάσει το σύστημά του. Το πέταξε με νεύρα στο καλάθι, λες και καρφώνει ο Γιάννης ο Αντετοκούνμπο και άρχισε πάλι να μονολογεί: «Πόσο μισώ τα Χριστούγεννα… Πόσο μισώ τα Χριστούγεννα.»

Εκεί που μισούν τον Ροναλντίνιο

  [7 Σχόλια]

Η εικόνα είναι γνωστή: 19 Νοεμβρίου 2005, το Σαντιάγο Μπερναμπέου χειροκροτά τον άνθρωπο που μόλις πέτυχε το 0-3 εις βάρος της Ρεάλ. Λιγότερη γνωστή μια παρόμοια φάση, δυόμισι χρόνια νωρίτερα, όταν ο ίδιος Ροναλντίνιο –διότι περί αυτού πρόκειται, βέβαια– με τη φανέλα της Παρί τότε, κατάφερε να αποσπάσει το χειροκρότημα των Μαρσεγέζων μέσα στο φανατισμένο Βελοντρόμ, μετά από μια απίστευτη ενέργεια που κατέληξε, πάλι, σε ένα ταπεινωτικό 0-3. Ποιος μπορεί να αντισταθεί στο ταλέντο του καλύτερου και του θεαματικότερου παίκτη στον κόσμο, ακόμη κι αν αυτός φορά τη φανέλα της μισητής αντιπάλου; Σε ποιο μέρος του πλανήτη οι φίλοι του ποδοσφαίρου δεν λατρεύουν το γελαστό παιδί από το Πόρτο Αλέγκρε που στις αρχές του 21ου αιώνα ενσάρκωσε όσο κανείς άλλος το jogo bonito;

Υπάρχει ένα τέτοιο μέρος, μια πόλη όπου το όνομα του Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα ανακαλεί τραγωδίες και προκαλεί γκριμάτσες αηδίας και δηλώσεις όπως: «Δεν θέλω να μιλήσω για τον Ροναλντίνιο, αν μιλήσω θα πω χοντράδες». Είναι ακριβώς η πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, εκεί όπου πιτσιρικάς κάθε απόγευμα έπαιζε ατέλειωτες ώρες μπάλα με τα γειτονόπουλά του στους χωματόδρομους της συνοικίας Βίλα Νόβα, ή όπου, λίγο πιο πέρα, στο γήπεδο «Περικίτο» η οικογένεια ντε Ασίς –τα αδέρφια, τα ξαδέρφια, οι θείοι του– κατέβαζε πλήρη ενδεκάδα στα ματς του σαββατοκύριακου, ενδεκάδα ανίκητη όταν στη ζούλα έπαιζε κι ο Ρομπέρτο, ο μεγάλος αδερφός και τότε σπουδαίο ταλέντο της Γκρέμιο.

Τι μεσολάβησε ώστε να είναι, αντί για είδωλο, αντικείμενο μίσους και θέμα ταμπού στις συζητήσεις; Ώστε η μητέρα του, η Ντόνα Μιγκελίνα, κι η αδερφή του να αναγκάζονται να ζουν σχεδόν έγκλειστες στη μυθικών διαστάσεων βίλα τους, απέναντι από την υπερπολυτελή ντισκοτέκ που έφτιαξε κάποτε ο Ροναλντίνιο (φήμες λένε πως υπάρχει ένα υπόγειο τούνελ που του επέτρεπε να πηγαίνει ινκόγκνιτο κατευθείαν από το σπίτι του); Ώστε οι μονοκατοικίες που έχτισε η οικογένεια στη θέση του παλιού σπιτιού τους να παραμένουν ανοίκιαστες κι ερημωμένες; Ώστε ο ίδιος ο Ροναλντίνιο, μόνιμος κάτοικος Ρίο πλέον, όταν θέλει να κάνει μια βόλτα στις γειτονιές που μεγάλωσε, να φροντίζει να περνά απαρατήρητος ή να συνοδεύεται από σωματοφύλακες ;


Ρομπέρτο και Ρονάλντο ντε Ασίς

Ο Ζοάο ντε Ασίς υπήρξε στα νιάτα του ένας καλούτσικος επιθετικός μέσος αλλά στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 πολεμάει να θρέψει την οικογένειά του κάνοντας μεροκάματα τα σαββατοκύριακα ως φύλακας στο πάρκινγκ του γηπέδου της Γκρέμιο. Στο χορτάρι του ίδιου γηπέδου, διαπρέπει ο μεγάλος του γιος, ο 17χρονος Ρομπέρτο, διεθνής και καμάρι της ομάδας. Έχει ήδη γυαλίσει σε πολλές ευρωπαϊκές ομάδες, κυρίως στην Τορίνο. Η Γκρέμιο, θα κάνει τα πάντα για να τον κρατήσει, ο Ζοάο θα το παρακάνει λίγο στα παζάρια και, την τελευταία στιγμή λίγο πριν την υπογραφή των τελικών συμβολαίων, θα απαιτήσει λίγο εκβιαστικά και μια βίλα με πισίνα. Λίγους μήνες αργότερα, κι ενώ η υπόλοιπη οικογένεια ντε Ασίς σε πλήρη σύνθεση είναι μαζεμένη γύρω από το μπάρμπεκιου της εν λόγω βίλας, ο 8χρονος Ρονάλντο ντε Ασίς Μορέιρα θα βγει να ψάξει τον άφαντο πατέρα του στα γύρω σπίτια –κυρίως στα γύρω μπαρ, καθώς ο Ζοάο έχει μια ορισμένη τάση προς το αλκοόλ. Θα τον βρουν αργότερα, πνιγμένο στα βρώμικα νερά της περίφημης πισίνας που τόσο επιθύμησε.

Θα αφήσει ως ανάμνηση αμέτρητες βιντεοκασέτες που είχε τραβήξει με την κάμερά του. Πολύτιμο υλικό με πρωταγωνιστή όχι τον Ρομπέρτο  αλλά τον μικρό του γιο, που πριν ακόμη πάει σχολείο σκανδάλιζε τους γονείς των συνομηλίκων του με τις ικανότητές του: «Δεν μπορεί να παίζει με τα μικρά, τα κομπλάρει με αυτά που κάνει!». Όχι ότι όταν έπαιζε με τα μεγαλύτερα παιδιά δεν έκανε τέρατα: ο τοπικός θρύλος λέει ότι κάποτε πέρασε με τη μπάλα ολόκληρος κάτω από τα πόδια ενός ψηλότερου αντιπάλου. Σε μια από τις βιντεοκασέτες ο Ζοάο σχολιάζει: «Ροναλντίνιο, άκουσέ με καλά: εσύ μια μέρα θα σηκώσεις το Παγκόσμιο Κύπελλο!».

Ο επίδοξος παγκόσμιος πρωταθλητής συνεχίζει, όπως γνωρίζουμε, την ξέφρενη πορεία του και μετά τον θάνατο του πατέρα του. Είναι ένα ντροπαλό κι ευγενικό πιτσιρίκι που από μαθήματα προτιμάει το διάλειμμα (και λίγο τα τεχνικά), διαπρέπει στα σχολικά τουρνουά που αρχίζουν γρήγορα να μαζεύουν πλήθος θεατών, προβάρει ντρίπλες με τα σκυλιά του, τον Μπονμπόν και την Μπάλα, κάνει σομπρέρο στη μαμά του («Το είχε κάνει τόσες φορές που και τώρα να μου πετάξεις μια μπάλα πάνω από το κεφάλι ούτε που θα το προσέξω», θυμάται η βασανισμένη μητέρα), και ηγείται μιας εφηβικής ομάδας ποδοσφαίρου σάλας, της Procergs, η οποία κερδίζει όλους τους πιθανούς τίτλους από το 1990 ως το 1994. Από τους αγώνες της Procergs προέρχονται και οι πιο εντυπωσιακές εικόνες του μικρού Ροναλντίνιο. Ήδη σταρ, ήδη «νέος Πελέ» για όσους τον είδαν με τα μάτια τους, 12 χρονών, να μιμείται την περίφημη προσποίηση στον τερματοφύλακα που έγινε αθάνατη από τον παλιό Πελέ στο Μεξικό ή να βάζει και τα 23 γκολ της ομάδας του σε ένα ματς. Τα καλοκαίρια, οι παραστάσεις συνεχίζονται στην παραλία Καπάο Νόβο, όπου ο Ροναλντίνιο κι οι φίλοι του χορεύουν στην άμμο ως «Παλμεϊρίνιας», «μικρή Παλμέιρας» από το όνομα της ομάδας του Σάο Πάολο στη οποία, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, έπαιζαν αστέρια όπως ο Ριβάλντο κι ο Ρομπέρτο Κάρλος.

Το 1994, η Γκρέμιο αποφασίζει ότι τα τριπλά σομπρέρο στο ποδόσφαιρο σάλας είναι καλά αλλά καλύτερο να βάλει ένα χαλινάρι στον μικρό καλλιτέχνη. Στα 14 του μπαίνει στις Ακαδημίες. Σε δυο χρόνια έχει ήδη συμβόλαιο με τη Nike κι ετοιμάζεται να κερδίσει με τη Βραζιλία το Παγκόσμιο Κύπελλο U17. Το 1998, αρχίζει να παίζει με την πρώτη ομάδα της Γκρέμιο, ένα χρόνο αργότερα κερδίζει, με το νούμερο 10 στην πλάτη, το πρωτάθλημα του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, τον τίτλο του καλύτερου παίκτη και του πρώτου σκόρερ, ταπεινώνοντας, στο ματς με την Ιντερνασιονάλ, τον Ντούνγκα. Θα ακολουθήσει η Εθνική Βραζιλίας, το Κόπα Αμέρικα κι η Ιστορία. Το Πόρτο Αλέγκρε λατρεύει τον Ροναλντίνιο.

Ο Ρομπέρτο, ο μεγάλος αδερφός που δεν έγινε ποτέ ο μεγάλος παίκτης που υποσχόταν λόγω του εύθραυστου σώματός του, έχει ήδη αναλάβει τα ηνία της οικογένειας και την καριέρα του Ροναλντίνιο. Η Γκρέμιο, μέσα στην ευφορία των επιτυχιών, ολιγωρεί, δεν ανανεώνει έγκαιρα το συμβόλαιο του ήρωά της, που ενώ βρισκόταν ήδη στην κορυφή του κόσμου πληρωνόταν, συγκριτικά πάντα, ψίχουλα. Ενώ οι διαπραγματεύσεις με τον Ρομπέρτο φαίνεται να συνεχίζονται σε καλό κλίμα, ενώ ο Ροναλντίνιο δηλώνει δημόσια ότι λατρεύει την ομάδα του, ενώ η ντόνα Μιγκελίνα παρακαλάει τη διοίκηση να κάνει ό,τι μπορεί για να μην ξενιτευτεί ο γιόκας της, ο άνθρωπος που θα γινόταν ο νέος Πελέ επωφελείται από τον ολοκαίνουργιο «νόμο Πελέ», που επιτρέπει, σε όσους παίκτες βρίσκονται στο τέλος του συμβολαίου τους, να μείνουν ελεύθεροι, και υπογράφει με την Παρί Σεν Ζερμέν. Η εξέδρα σφυρίζει άγρια τον πρώην αγαπημένο της στα υπόλοιπα ματς του πρωταθλήματος, η διοίκηση τον καταγγέλει στη ΦΙΦΑ, το όνομά του απουσιάζει από το Hall of Fame στις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια του συλλόγου.

Μετά την Παρί, έρχεται το Παγκόσμιο Κύπελλο, η Μπαρτσελόνα, η Μίλαν, οι τίτλοι, τα κορίτσια, το ποτό, το φαγητό, η κούραση. Στις αρχές της νέας δεκαετίας αποφασίζει ότι η Ευρώπη τελείωσε γι΄αυτόν. Η νέα διοίκηση της Γκρέμιο το μαθαίνει από τον γνωστό Ρομπέρτο: «Γυρίζει! Γυρίζει στη Βραζιλία για την Γκρέμιο!». Ο πρόεδρος της ομάδας διστάζει, είναι από αυτούς που δεν ξεχνούν. Τελικά πείθεται: ο Ροναλντίνιο θα είναι η απάντηση της ομάδας στο Κόπα Λιμπερταδόρες που κέρδισε η μισητή Ιντερνασιονάλ. Θα είναι ο καλύτερος τρόπος να εγκαινιαστεί το νέο γήπεδο, η πιο ελκυστική υπόσχεση για τους χορηγούς που ρίχνουν άφθονα λεφτά με την προοπτική του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Αρχικά κρυφά, για να μην εξαγριωθούν οι φίλαθλοι που δεν τον έχουν συγχωρέσει, αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις για τη επιστροφή του Άσωτου Υιού.


«Απατεώνα»

Τα ηχεία κι οι εξέδρες στήνονται ήδη στο Ολίμπικο Μονουμεντάλ για το μεγάλο πάρτι που θα ακολουθήσει την υπογραφή, οι γύρω δρόμοι στολίζονται με γιρλάντες και γκράφιτι αλλά ο Ρομπέρτο, άξιος γιος του πατέρα του, ζητάει όλο και πιο πολλά. 25 εκατομμύρια για τρία χρόνια. Ένα θεωρείο στα επίσημα. 12 εκατομμύρια για τη Μίλαν. Πριν προλάβει η διοίκηση να αρνηθεί την τελευταία απαίτηση, ο Ροναλντίνιο, μουδιασμένος ενώ αστράφτουν τα φλας των φωτογράφων, υπογράφει στη Φλαμένγκο. Στην Γκρέμιο το μαθαίνουν από την τηλεόραση. Ακόμη κι οι λίγοι υποστηρικτές του στο Πόρτο Αλέγκρε τον εγκαταλείπουν οριστικά. Στο πρώτο ματς κόντρα στην Φλαμένγκο, τα σφυρίγματα είναι εκκωφαντικά. «Φίλαθλοι, μην του πετάτε λεφτά, θα τα μαζέψει».

Η Γκρέμιο μετακόμισε στην Αρένα, το Ολίμπικο έχει γίνει στέκι όπου τα βράδια μαζεύονται τζάνκια, η συνοικία ολόκληρη ερήμωσε. Η ντισκοτέκ του Ροναλντίνιο έκλεισε το 2012, μετά τη δολοφονία ενός νεαρού από έναν μπράβο. Το Περικίτο είναι εγκαταλελειμμένο, το τσιμεντένιο γήπεδο του παλιού του σχολείου ρημάζει. Στο Πόρτο Αλέγκρε δεν έχει μείνει ούτε η σκόνη από τα παπούτσια ή μάλλον από τις τάπες του πιο λαμπρού ταλέντου που γέννησε η πόλη.

Κατά της Συνδρομητικής Τηλεόρασης

  [Καθόλου σχόλια]

Πριν από οχτώ χρόνια στην Αργεντινή, η τότε πρόεδρος Κριστίνα Κίρσνερ έβαλε σε εφαρμογή το πρόγραμμα «Ποδόσφαιρο για Όλους». Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι σε όλες τις κατηγορίες της Αργεντινής καμία συνδρομητική τηλεόραση δε θα μπορούσε να έχει αποκλειστικά δικαιώματα μετάδοσης των αγώνων. Όλοι έπρεπε να παίζουν σε ανοιχτά κανάλια εθνικής εμβέλειας. Αυτό το μέτρο ουσιαστικά έδιωξε όλες τις πλατφόρμες ιδιωτικής τηλεόρασης, καθότι ποιος θα επιβίωνε δείχνοντας μόνο το Τσάμπιονς Λιγκ ή το ΝΒΑ;

Αυτό όμως τελείωσε τον Αύγουστο που μας πέρασε. Ο νέος πρόεδρος της Αργεντινής, Μαουρίσιο Μάκρι, στο πρόγραμμα γενικότερων περικοπών τελείωσε το «Ποδόσφαιρο για όλους», κόβοντας κάθε κρατική επιχορήγηση του προγράμματος. Αυτό όπως καταλαβαίνετε δεν έκατσε καλά στους οργανωμένους και μη οπαδούς των ομάδων. Ειδικά όταν τα δικαιώματα πήγαν στη «Φοξ Τέρνερ» τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα. Άρχισαν λοιπόν οι σύνδεσμοι οργανωμένων οπαδών να συνεργάζονται κατά της ιδιωτικοποίησης των ποδοσφαιρικών τηλεοπτικών δικαιωμάτων.

Πρωτεργάτης της κίνησης είναι ο Ερνάν Άισενμπεργκ. Σε συνέντευξή του στον μεγαλύτερο αθλητικό ραδιόφωνο της Αργεντινής, «Ράδιο Σουρ», τον Αύγουστο λάνσαρε την καμπάνια. Το βασικό θέμα του Άισενμπεργκ ήταν το πόσο άλλαξαν όλα τόσο ξαφνικά. Ότι ΠΑΕ, η Λίγκα και η Φοξ Τέρνερ κάθισαν και έκλεισαν τα συμβόλαια χωρίς να ρωτήσουν κανέναν. Λέει λοιπόν ότι οι αργεντίνικοι σύλλογοι δεν είναι ακριβώς ΠΑΕ, κάτι που και ο ίδιος ο Μάκρι παραδέχθηκε. Ο πρόεδρος όταν έληξε το «Ποδόσφαιρο για Όλους» είπε ότι «Αν όλοι οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι του πλανήτη είναι Ανώνυμες Εταιρίες, το αργεντίνικο ποδόσφαιρο πρέπει να προσαρμοστεί». Ο Άισενμπεργκ τονίζει ότι οι αργεντίνικοι σύλλογοι λειτουργούν ως ΠΑΕ, ενώ δεν είναι. Υπάρχουν εξαιτίας των οπαδών που τους χρηματοδοτούν με συνδρομές και εισιτήρια. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, αν κάποιος δεν είναι μέλος ενός συλλόγου δεν έχει δικαίωμα αγοράς εισιτηρίου για να πάει να δει την ομάδα του.

Η λογική του Άισενμπεργκ είναι ξεκάθαρη: Οι σύλλογοι υπάρχουν εξαιτίας των οπαδών, οπότε δεν γίνεται να μας στερούν τις μισές δυνατότητες να δούμε τις ομάδες μας χωρίς να μας ρωτήσουν. Επίσης πέταξε το καρφί ότι όλη τη διαδικασία την έτρεξε η εταιρία «Κλαρίν», τηλεπικοινωνιακός γίγαντας στην Αργεντινή που διευθύνει ο γαμπρός του Μάκρι. Επίσης, εντελώς τυχαία, το πρώτο ματς που μεταδόθηκε συνδρομητικά ήταν το πρώτο σουπερκλάσικο της χρονιάς.

Η πρόταση για αντίδραση είναι επίσης απλή: Μποϊκοτάζ. «Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να παρακολουθούμε τους αγαπημένους μας συλλόγους χωρίς να δώσουμε ούτε ένα πέσο σε αυτούς τους ανθρώπους. Όταν εγώ πλήρωσα τη συνδρομή μου στο σύλλογο δε μου είπαν τίποτα για μεταδόσεις των αγώνων από τη συνδρομητική τηλεόραση. Τι προνόμια έχω εγώ σαν οπαδός από την προβολή των αγώνων;». Στην τελική εκεί που απευθύνεται το προϊόν είναι οι οπαδοί των συλλόγων. «Γίνονται συμφωνίες εκατομμυρίων με κάτι που είναι δικό μας» κατέληξε ο Άισενμπεργκ.

Και αν σας φαίνεται όλο αυτό ένα ρομαντικό κίνημα κατά του σύγχρονου ποδοσφαίρου, της εμπορευματοποίησης του και των πολυεθνικών, ακούστε την πρόταση του: Μοντέλο ΝΒΑ. Προτείνει λοιπόν ο Άισενμπεργκ τα παιχνίδια του κάθε συλλόγου να μεταδίδονται ελεύθερα στην πόλη από την οποία προέρχεται και για την υπόλοιπη επικράτεια ας κάνουν ότι θέλουν. Ας είναι συνδρομητικά. Διότι το βασικό ζητούμενο είναι να μην επιβαρύνονται παραπάνω οι οπαδοί που πάνε και στο γήπεδο.

Όλοι βέβαια ξέρουμε ότι η αποτελεσματικότητα τέτοιων κινήσεων είναι αμφίβολη. Στο σουπερκλάσικο, για παράδειγμα, υπήρξαν αρκετές γειτονιές και καφετέριες όπου είτε είχαν συνδρομητική, είτε το έκλεβαν μέσω στριμ, έβγαλαν γιγαντοοθόνες στους δρόμους. Αυτό όμως δε θα μπορούσε να κρατήσει πολύ, αντίθετα μια κίνηση που έκανε ένα τοπικό κανάλι μπορεί να αλλάξει το σκηνικό ριζικά. Πρόκειται για το κανάλι Luján Pares TV, το οποίο μετέδιδε τα τελευταία 5 χρόνια τα παιχνίδια των δύο ομάδων της επαρχίας, Φλάνδρια και Λουχάν, και φυσικά συνέχισε να το κάνει και φέτος.

Δε θα υπήρχε κανένα θέμα αν η Φλάνδρια δεν είχε ανέβει στη Νασιονάλ Β, δηλαδή σε εθνικής εμβέλειας κατηγορία, της οποίας τα δικαιώματα μετάδοσης έχει το Φοξ. Το αθλητικό τμήμα του καναλιού καταγγέλλει ότι η Αργεντίνικη Ομοσπονδία έχει πει στους άλλους συλλόγους της κατηγορίας να μην επιτρέπουν την είσοδο των καμερών τους στα γήπεδά τους, έτσι περιορίζεται στο να μεταδίδει μόνο τα εντός έδρας ματς του συλλόγου της Φλάνδρια. Όπως όμως δηλώνει ο προϊστάμενος του αθλητικού προγράμματος του σταθμού, «δε μας δίνουν τα παιχνίδια να τα μεταδίδουμε δωρεάν και επειδή δεν είναι εμπορικά, το Φοξ τα αγόρασε για να μην τα μεταδίδει καθόλου. Αυτή τη στιγμή οι κάτοικοι του Λουχάν δεν μπορούν να δουν τα εκτός έδρας παιχνίδια της ομάδας τους καθόλου».

Το περίεργο της υπόθεσης είναι ότι το κανάλι έχει το νόμο με το μέρος του. Όπως είναι τώρα το νομικό πλαίσιο στην Αργεντινή, ο νόμος περί Υπηρεσιών Οπτικοακουστικών Επικοινωνιών στο άρθρο 77 ορίζει ότι σε μια δεδομένη περιοχή «τα αθλητικά γεγονότα οφείλουν να παρέχονται σε δωρεάν μορφή». Εντελώς τυχαία, γίνεται συζήτηση για αλλαγή του συγκεκριμένου άρθρου. Οπότε όλη η μαφιόζικου τύπου ιστορία με το κανάλι Λουχάν Πάρες είναι ότι κάνει χρήση ενός άρθρου που αν εφαρμοστεί καθολικά, όλη η συμφωνία των τηλεοπτικών με τη Φοξ καταρρέει. Δηλαδή αν σε κάθε επαρχία της Αργεντινής, περιλαμβανομένου και του Μπουένος Άιρες, γίνει αυτό, τότε το Φοξ θα υπάρχει μόνο για να μεταδίδει τα παιχνίδια σε εθνική εμβέλεια. Παράνοια.

Η μάχη που δίνουν το κίνημα «Ποδόσφαιρο για Όλους» και το κανάλι Λουχάν Πάρες απέναντι σε ένα διεθνή κολοσσό όπως το Φοξ είναι άνιση, ειδικά όταν έχουν απέναντι τους και την ποδοσφαιρική ομοσπονδία. Η διαφορά τους με τα παρεμφερή κινήματα στην Ευρώπη είναι πως αυτό που διεκδικούν είναι νόμιμο. Αλλά όπως συμβαίνει παντού στον κόσμο έξω από τις τέσσερις γραμμές στο χορτάρι, το πιο πιθανό σε μια τέτοια περίπτωση είναι να αλλάξει ο νόμος.

Το κεφάλι του Big Dunc: φτιαγμένο για γκολ και καβγάδες

  [7 Σχόλια]

Σε μια ομάδα που είδε παίκτες όπως ο Ντίξι Ντιν, ο Χάουαρντ Κένταλ, ο Άλαν Μπολ, ο Άλεξ Γιανγκ, ο Γκρέιαμ Σαρπ και αργότερα οι Λίνεκερ και Ρούνεϊ, είναι κάπως παράταιρο να θεωρείται ίνδαλμα ο Ντάνκαν Φέργκιουσον. Ένας σκληρός, φωνακλάς, με αγάπη στο αλκοόλ Σκωτσέζος, με μια καριέρα γεμάτη αποβολές και όχι αμέτρητα γκολ είναι ένας από τους πιο αγαπημένους παίκτες στην μπλε πλευρά του Λίβερπουλ. Περίεργο για έναν παίκτη που όλοι λένε ότι είχε φοβερά προσόντα, ήταν δυνατός, είχε φαρμακερό σουτ, πολύ καλή κεφαλιά, μαχητικός, αλλά η απόδοσή του είχε σκαμπανεβάσματα και αντιμετώπισε και πολλούς τραυματισμούς, σε μια περίοδο που η Έβερτον έφτασε να μάχεται για τη σωτηρία της. Γιατί όμως ο Μπιγκ Ντανκ θεωρείται ένα cult ίνδαλμα του Γκούντισον Παρκ;

Η Νταντί Γιουνάιτεντ τον ανακάλυψε όταν ήταν ακόμα σχολιαρόπαιδο κι ο Φέργκιουσον εκεί έμαθε μπάλα, κάνοντας ντεμπούτο στα 19 του. Εκεί έμαθε και το αλκοόλ, με τους διοικούντες να βάζουν τις σπιτονοικοκυρές του να δίνουν αναφορά για τα νυχτοπερπατήματά του. Δυο καλές σεζόν με αρκετά γκολ τον έφεραν μέχρι την εθνική Σκωτίας κι οι Ρέιντζερς έδωσαν 4 εκατομμύρια λίρες για να τον αποκτήσουν, η πιο ακριβή μεταγραφή Βρετανού παίκτη εντός Βρετανίας. Εκτός όμως από έναν ταλαντούχο 20χρονο ποδοσφαιριστή, απέκτησαν και έναν τύπο που έμπλεκε σταθερά σε φασαρίες. Μέχρι τα 23 του ο Φέργκιουσον είχε καταδικαστεί τρεις φορές για επίθεση, μια για διατάραξη κοινής ησυχίας και μια για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Στην πρώτη επίθεση έριξε κουτουλιά σε έναν αστυνομικό. Στη δεύτερη επιτέθηκε σε μια πιάτσα ταξί σε έναν… ταχυδρόμο με πατερίτσες που έβρισε την κοπέλα του, τη μέρα μάλιστα που ο Φέργκιουσον πήρε την πρώτη κόκκινη στην καριέρα του. Η τρίτη καταδίκη για επίθεση έγινε σε μια παμπ, σε ένα ψαροχώρι στη μέση του πουθενά, όταν μάλωσε με μια παρέα ψαράδων που ενοχλούσε την παρέα του. Χωρίς να είναι αυτός που προκαλούσε πάντα, η αγάπη του για το αλκοόλ και τα βίαια επεισόδια έχτισαν την εικόνα του.

Ήταν η τέταρτη καταδίκη όμως αυτή που έγραψε ιστορία και σε μεγάλο βαθμό καθόρισε την καριέρα του και τη ζωή του. Ως παίκτης των Ρέιντζερς τον Απρίλιο του 1994 σε μια φαινομενικά αδιάφορη φάση στο 35′, έδωσε μάχη με τον ΜακΣτέι των Ρέιθ Ρόβερς. Σε έναν ορισμό του «that escalated quickly», από τα τραβήγματα φτάσαμε σε μια κουτουλιά του Μπιγκ Ντανκ στον δύστυχο αντίπαλό του. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο διαιτητής δεν έβγαλε την κόκκινη κάρτα (προφανώς πιστεύοντας σε κάποιο σκωτσέζικο εθιμικό δίκαιο «παιδιά βρείτε τα μεταξύ σας και ο χαμένος ας κεράσει μια μπύρα»). Μόνο που στο ματς υπήρχαν κάμερες, το θέμα πήρε διαστάσεις και στον Φέργκιουσον, γνωστό για το παρελθόν του, ασκήθηκε μια κομματάκι υπερβολική δίωξη από έναν εισαγγελέα. Τα ΜΜΕ φούσκωσαν το θέμα και σε συνδυασμό με την μέτρια απόδοσή του, αποτέλεσε την αρχή του τέλους του στους Ρέιντζερς.

Την επόμενη σεζόν η Έβερτον ξεκίνησε τραγικά, μην μπορώντας να κερδίσει κανένα ματς. Ο απελπισμένος πιάνεται από τα μαλλιά του και οι Μπλε αποφάσισαν να πάρουν δανεικό τον Φέργκιουσον. Ο Φέργκιουσον συνέχισε την ίδια ζωή. Έμενε σε ένα ξενοδοχείο κι επειδή δεν είχε φίλους, ξεκινούσε τις μπαρότσαρκες με τον θυρωρό, πίνοντας όλο το βράδυ. Η Έβερτον δεν βελτιώθηκε και ο Τζο Ρόιλ ανέλαβε ως προπονητής πριν το ντέρμπι με τη Λίβερπουλ. Παρ’ ότι η Έβερτον ήταν τελευταία, συμπληρώνοντας 12 αγωνιστικές χωρίς νίκη και έπαιζε το ντέρμπι των ντέρμπι με νέο προπονητή, ο Μπιγκ Ντανκ αποφάσισε να βγει έξω για ένα Σαββατόβραδο βγαλμένο από το Trainspotting.

Το Σάββατο πριν το ντέρμπι της Δευτέρας λοιπόν, βγήκε έξω με μια κοπέλα και φυσικά ήπιε σαν να μην υπήρχε αύριο, τερματίζοντας τα μπαρ της πόλης. Τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, αν στην επιστροφή δεν έμπαινε με το αυτοκίνητο σε έναν σταθμό λεωφορείων (χωρίς να δει το τεράστιο απαγορευτικό σήμα). Η αστυνομία τον σταμάτησε, τον ρώτησε «έχετε πιει κύριε;», ο Ντάνκαν είπε «όχι», αλλά δεν έπεισε κανέναν, ειδικά τον συγκεκριμένο αστυνομικό που ήταν οπαδός της Λίβερπουλ και του είπε να έρθει μαζί του. Ο Ντάνκαν έδωσε στην κοπέλα το κλειδί του δωματίου του πριν πάει στο τμήμα. Η ιστορία της Έβερτον μπορεί να ήταν διαφορετική, αν στο τμήμα δεν βρίσκονταν κάποιοι αστυνομικοί οπαδοί της που του έδωσαν να πιει τόνους νερού για το αλκοτέστ και όταν εξετάστηκε ήταν ελάχιστα πάνω από το όριο. «Δεν ξέρω πως έγινε αυτό, είχα πιει περίπου πέντε μπουκάλια κρασί» θυμάται. Αφού ήταν λίγο πάνω από το όριο αφέθηκε ελεύθερος στις έξι το πρωί, χαρούμενος γιατί το κορίτσι τον περίμενε ακόμα στο δωμάτιο.

«Η νύχτα που ο Φέργκιουσον έγινε θρύλος πριν γίνει ακόμα παίκτης»
– Τζο Ρόιλ, προπονητής της Έβερτον σε εκείνο το ματς

Το βράδυ της Δευτέρας έπαιξε το πρώτο από τα πολλά του ντέρμπι του Λίβερπουλ. Ο Ρόιλ ήταν έτοιμος να τον αλλάξει καθώς η παρουσία του ήταν μέτρια μέχρι όμως που ήρθε το 56ο λεπτό. Κόρνερ με τον Χίντσκλιφ, ο Σκωτσέζος πηδάει πιο ψηλά, παίρνει μια φοβερή κεφαλιά και ανοίγει το σκορ πανηγυρίζοντας έξαλλα μπροστά στους οπαδούς. Η νίκη έρχεται τελικά με 2-0, με τον Ντάνκαν να έχει συμμετοχή και στο 2ο γκολ. Το ιδανικό πρώτο ντέρμπι, μπαίνοντας στις καρδιές των οπαδών του συλλόγου. Ο Φέργκιουσον έκανε μια πολύ καλή σεζόν, σκοράροντας και με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, κι η Έβερτον των 4 βαθμών στην 12η αγωνιστική, έφτασε τους 50 στο τέλος και σώθηκε βγαίνοντας 15η. Ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία όμως ήταν η ανέλπιστη κατάκτηση του κυπέλλου με τη Γιουνάιτεντ, του τελευταίου μέχρι σήμερα για τον σύλλογο. Η Έβερτον αγόρασε τον Ντάνκαν που ήταν ήδη ίνδαλμα.


Ο ιστορικός πανηγυρισμός με τη Γιουνάιτεντ

Υπήρχε όμως το περιστατικό από τη Σκωτία. Η υπόθεση τράβηξε πάνω από έναν χρόνο, αλλά ο Φέργκιουσον καταδικάστηκε το φθινόπωρο του 1995 σε φυλάκιση τριών μηνών, καθώς βρισκόταν σε αναστολή από τα προηγούμενα, και παρά την έφεση που έκανε δεν δικαιώθηκε. Έγινε ο πρώτος Βρετανός ποδοσφαιριστής που θα έμπαινε φυλακή για συμβάν στο γήπεδο. Πριν λίγους μήνες έδινε το χέρι στον πρίγκιπα Κάρολο στο Γουέμπλεϊ και τώρα έπρεπε να πάει σε μια από τις χειρότερες φυλακές της Γλασκώβης. Ο Φέργκιουσον δεν συγχώρεσε ποτέ το σκωτσέζικο ποδόσφαιρο θεωρώντας ότι όλοι υπήρξαν υπερβολικοί μαζί του κι ότι η Ομοσπονδία τον άφησε απροστάτευτο. Αποχώρησε από την εθνική με μόλις 7 συμμετοχές. Ο Τζο Ρόιλ, σε μια κίνηση που έφερε μεγάλες αντιδράσεις, τον επισκέφτηκε στη φυλακή για να τον στηρίξει. «Όσοι με κατηγορούν, δεν ξέρουν τι σημαίνει ο Φέργκιουσον για το κλαμπ και τους οπαδούς. Ήταν μια ανοησία, μια στιγμή ανωριμότητας, δεν γίνεται όμως να μπαίνει φυλακή τη στιγμή που υπάρχουν εγκληματίες έξω», δήλωσε. Η Έβερτον δεν σταμάτησε να τον πληρώνει, παρά την κατακραυγή.

Ο Φέργκιουσον μπήκε για τρεις μήνες μέσα, εξέτισε τελικά την μισή ποινή και αποφυλακίστηκε για να γυρίσει στο ποδόσφαιρο. Η αγάπη των οπαδών της Έβερτον ήταν τεράστια, ο Σκωτσέζος καθημερινά απαντούσε σε γράμματα που του έστελναν. Ένα από αυτά είχε αποστολέα έναν πιτσιρικά με όνομα Γουέιν Ρούνει. Ο Ντάνκαν απάντησε και σε αυτό, χωρίς να γνωρίζει το μέλλον. Η εμπειρία του Φέργκιουσον στη φυλακή τον τραυμάτισε πολύ, τον στενοχώρησε, αλλά δεν τον άλλαξε σαν άνθρωπο, δεν τον έκανε πιο ήρεμο.

Ο Ντάνκαν επέστρεψε στην Έβερτον, χωρίς να μαγεύει πάντα. Λίγο η φυλακή, λίγο τα προβλήματα τραυματισμών και πολύ η μετριότατη Έβερτον εκείνων των ετών, δεν τον άφησαν να κάνει μια μεγαλύτερη καριέρα, αν και έβαζε αρκετά γκολ. Στους καβγάδες και στις κόκκινες δεν έμεινε πίσω πάντως, έχοντας το ρεκόρ με τον Πατρίκ Βιεϊρά. Το 1998 με την Έβερτον να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα πουλήθηκε στη Νιούκαστλ, μια κίνηση που δεν άρεσε ούτε στον ίδιο, ούτε και στους οπαδούς. Φεύγοντας έγραψε μια επιστολή αφιερωμένη στον κόσμο, λέγοντας ότι τον ανάγκασαν να φύγει και δεν θα τους ξεχάσει ποτέ για όσα του έδωσαν.

Οι δρόμοι τους δεν χώρισαν για πολύ. Οι τραυματισμοί δεν τον άφησαν να κάνει πολλά στα βόρεια και μόλις δυο σεζόν μετά η Έβερτον τον αγόρασε πίσω με τα μισά χρήματα. Ο Μπιγκ Ντανκ αγωνίστηκε για άλλες έξι σεζόν με τα αγαπημένα του μπλε. Οι τραυματισμοί συνεχίστηκαν, αλλά έβαλε αρκετά γκολ (1ος Σκωτσέζος σκόρερ στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ) και πάντα έδινε την ψυχή του για τη φανέλα. Πολλές φορές βέβαια ξεφεύγοντας, αλλά με τα υπόλοιπα πολλά επεισόδια της καριέρας του θα ασχοληθούμε άλλη φορά. Την προτελευταία του σεζόν έκανε την κατά πολλούς καλύτερη εμφάνισή του. Στην επιστροφή του «προδότη» Γουέιν Ρούνεϊ με τα κόκκινα, του παιδιού που του είχε στείλει γράμμα στη φυλακή, ο Φέργκιουσον έκανε ένα καταπληκτικό ματς και σκόραρε με μια ακόμα κεφαλιά. Ήταν μάλλον η τελευταία μεγάλη παράσταση της καριέρας του σε ένα εξαιρετικό ματς της Έβερτον απέναντι σε μια πανίσχυρη Γιουνάιτεντ. Όταν η Έβερτον αποφάσισε να μην τον ανανεώσει, ο Ντάνκαν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, είπε όχι σε άλλες προτάσεις. Ήθελε να παίζει μόνο για τα μπλε. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ξεκούρασε το κορμί του, στο οποίο είχε κάνει καμία δεκαριά επεμβάσεις, ενώ συνέχισε να ασχολείται με τη μεγάλη του αγάπη που δεν ήταν το ποδόσφαιρο, αλλά να εκτρέφει περιστέρια.

Στην αρχική μας ερώτηση «γιατί αγαπήθηκε τόσο» οι απαντήσεις μπορούν να είναι πολλές. Το 1ο γκολ με τη Λίβερπουλ, η φυλακή, ο τσαμπουκάς που έβγαζε στο γήπεδο και ειδικά σε ντέρμπι, κάποια πανέμορφα γκολ σε πέτρινα χρόνια. Αλλά ίσως όλα εξηγούνται καλύτερα με ένα απλό περιστατικό. Στο τελευταίο του παιχνίδι με την Έβερτον το 2006 ο Φέργκιουσον ανέλαβε την εκτέλεση ενός πέναλτι στο 90′ με την ομάδα του να βρίσκεται πίσω 1-2 στο σκορ. Αστόχησε, πήρε το ριμπάουντ και σκόραρε δίνοντας με το τελευταίο γκολ του έναν ακόμα βαθμό. Ένας ποδοσφαιριστής με τόσα χρόνια παρουσίας, με πολλά χρήματα, θα μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε τρέλα για το αντίο του. Αυτός κατέβηκε σαν κοινός θνητός στο κέντρο του Λίβερπουλ, πήγε σε μια απλή παμπ και παρέα με οπαδούς του συλλόγου που βρήκε εκεί τα ήπιαν μαζί. «Οι σκάουζερς είναι μια διαφορετική τάξη ανθρώπων. Το αλάτι της γης. Καλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης που αγαπούν το ποδόσφαιρο», είπε ο Ντάνκαν για εκείνο το βράδυ. Ήταν απλά ένας από αυτούς κι ας γεννήθηκε αλλού.

Ισαμπελίνο Γκραντίν: Ο ποδοσφαιριστής που τα έβαλε με το ρατσισμό

  [1 Σχόλιο]

Η ανθρωπότητα έχει κάνει τεράστια βήματα κατά τους τελευταίους αιώνες. Προχώρησε τεχνολογικά και επιστημονικά, δεν ξεπέρασε όμως ακόμα άλλα πολύ σοβαρά προβλήματα. Ένα από αυτά είναι και ο ρατσισμός. Ο ρατσισμός που υπάρχει και στο ποδόσφαιρο, στις εξέδρες και όχι μόνο. Ακόμα κι έτσι όμως, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται και εκεί έχουν γίνει άλματα και ορισμένα από αυτά οφείλονται σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Αυτή είναι η ιστορία του Ισαμπελίνο Γκραντίν, ενός τεράστιου αθλητή που έζησε πριν από 100 χρόνια, αλλά πέρα από το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο ήταν ο πρώτος που νίκησε το ρατσισμό.

Ο Ισαμπελίνο γεννήθηκε Ουρουγουανός. Γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο το 1897 και εκεί μεγάλωσε. Ο προπάππους του ήταν από την Αφρική και το Λεσότο και είχε μεταφερθεί ως σκλάβος στη Ν. Αμερική. Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλιότερα κείμενά μας, το ποδόσφαιρο έγινε  δημοφιλές στις χώρες της Ν. Αμερικής εξαιτίας των Άγγλων που είχαν μεταναστεύσει και εργάζονταν εκεί κι έγιναν κάτι σαν ποδοσφαιρικοί ιεραπόστολοι. Η διαφορά όμως ήταν ότι μετέφεραν το ποδόσφαιρο ως κάτι πολύτιμο και για λίγους, ως μια ενασχόληση για συγκεκριμένες κάστες. Δεν μπόρεσαν όμως να το περιορίσουν μόνο εκεί. Σαν μια θρησκεία το ποδόσφαιρο μεταλαμπαδεύτηκε σε ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα και αντί να παίζεται μόνο σε ελεγχόμενους χώρους πριν το τσάι, έγινε το άθλημα της γειτονιάς. Εκεί που οι Λατινοαμερικάνοι έβαλαν μέσα τα στοιχεία της δικής τους κουλτούρας, αυτά που έναν αιώνα μετά εξακολουθούμε να βλέπουμε.

Σε μια τέτοια γειτονιά, στην οδό Μινί του Μπάριο Σουρ (γνωστό για τα τύμπανά του και την μουσική του), ο Ισαμπελίνο άρχισε να κάνει τα πρώτα του κόλπα με την μπάλα. Ο Γκραντίν είχε τρομερά φυσικά προσόντα και ήταν εξαιρετικός αθλητής, εκτός από τεχνίτης ποδοσφαιριστής.  Μια που η Νασιονάλ τότε δεν δεχόταν μαύρους παίκτες, ο Γκραντίν έγινε παίκτης της Πενιαρόλ που ήταν ανοιχτή. Παράλληλα, καθώς η Πενιαρόλ δεν είχε τμήμα στίβου, αγωνιζόταν και σαν δρομέας στην Ολίμπια του Μοντεβιδέο.

Τα κατορθώματά του τον έφεραν στην εθνική Ουρουγουάης μαζί με ακόμα έναν μαύρο ποδοσφαιριστή της Πενιαρόλ τον Χουάν Ντελγκάδο και φυσικά ήταν μέρος της ομάδας που πήρε μέρος στο 1ο Κύπελλο Εθνών όλων των εποχών το 1916, τον θεσμό που ξέρουμε πλέον ως Κόπα Αμέρικα. Η διοργάνωση αυτή όπως φαντάζεστε είχε ένα σωρό γραφικές στιγμές για τις οποίες γράψαμε παλιότερα, αλλά κυρίως είχε την παρουσία των δύο μαύρων παικτών της Ουρουγουάης. Για πρώτη φορά μαύροι ποδοσφαιριστές φόρεσαν φανέλα εθνικής και αγωνίστηκαν σε διεθνές τουρνουά ποδοσφαίρου. Και με τι τρόπο. Στις 2 Ιουλίου του 1916 στο γήπεδο της Χιμνάσια στο Μπουένος Άιρες, 3000 θεατές είδαν την Ουρουγουάη να διαλύει τη Χιλή με 4-0 και τον Γκραντίν να σκοράρει δυο φορές. Οι Χιλιανοί δεν μπόρεσαν να ανεχτούν την ήττα και έκαναν ένσταση στην Ομοσπονδία, ζητώντας να πάρουν το ματς στα χαρτιά «γιατί η Ουρουγουάη είχε κατεβάσει δύο Αφρικανούς», γιατί κανείς «δεν ξέρει από πού μπορεί να είναι». Η ένσταση ευτυχώς απορρίφθηκε και ο Γκραντίν συνέχισε λίγες μέρες αργότερα, σκοράροντας και απέναντι στη Βραζιλία. Η λευκή ισοπαλία την τελευταία αγωνιστική με τη διοργανώτρια Αργεντινή έδωσε το κύπελλο στον Γκραντίν, μαζί και τον τίτλο του 1ου σκόρερ και του καλύτερου παίκτη της διοργάνωσης. Ο μεγαλύτερος όμως τίτλος ήταν η παρουσία του (όπως και του Ντελγκάδο βέβαια για να μην είμαστε άδικοι), η επισημοποίηση ότι το ποδόσφαιρο είναι ανοιχτό σε όλους, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε χαρακτηριστικό, ότι είναι ένα άθλημα για τον φτωχό και τον πλούσιο, τον λευκό και τον μαύρο.

Κυρίες της Λα Πλάτα που θαύμασαν την πρεμιέρα του Γκραντίν με τη Χιλή

Ο Γκραντίν συνέχισε να παίζει στην Πενιαρόλ σκοράροντας 101 φορές σε 212 αγώνες για τους κιτρινόμαυρους, κερδίζοντας και δύο πρωταθλήματα. Οι τίτλοι θα μπορούσαν να είναι περισσότεροι, το ίδιο κι οι συμμετοχές με την εθνική, αλλά ένα σχίσμα στο ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης έκανε την Πενιαρόλ να απέχει από κάποιες διοργανώσεις της Ομοσπονδίας και τους παίκτες της να μη συμμετέχουν στην εθνική για κάποιο διάστημα. Παρ’ όλα αυτά, το στίγμα του έμεινε. Ο Γκαλεάνο με το γνωστό υπερβολικό, αλλά τόσο ζεστό στιλ του περιγράφει: «Ο κόσμος σηκωνόταν από τις θέσεις του όταν ο Γκραντίν ξεκινούσε να τρέχει, είχε τον έλεγχο της μπάλας λες και περπατούσε και χωρίς να σταματάει περνούσε όλους τους αντιπάλους μέχρι να τελειώσει την κούρσα του. Είχε αγγελικό πρόσωπο, ήταν ένας από αυτούς τους τύπους που και κάτι κακό να έκαναν, κανείς δεν θα το πίστευε». Ο Περουβιανός ποιητής Χουάν Πάρα ντελ Ριέγο έγραψε ένα ποίημα γι’ αυτόν. Ήταν τόσο σπουδαίος.

Παρ’ ότι ήταν στην ομάδα της Ουρουγουάης και στο επόμενο Κόπα Αμέρικα ένα χρόνο μετά, δεν έπαιξε σε κάποιο ματς. Έπαιξε όμως στο μεθεπόμενο, αυτό του 1919 που έγινε στη Βραζιλία, έχοντας ξανά να αντιμετωπίσει το ρατσισμό. Σε μια χώρα που είχε καταργήσει τη δουλεία περίπου 20 χρόνια πιο πριν, οι φυλετικές διαφορές δεν είχαν ξεπεραστεί (και δεν έχουν ξεπεραστεί και περίπου 100 χρόνια μετά). Οι μαύροι εξακολουθούσαν να μην έχουν ίσα δικαιώματα και σίγουρα το ποδόσφαιρο «δεν ήταν γι’ αυτούς».  Χαρακτηριστικό ήταν και το παράδειγμα του Βραζιλιάνου Άρθουρ Φρίντενριχ, ενός εξαιρετικού ποδοσφαιριστή που έγραψε ιστορία, αλλά έμεινε εκτός εθνικής για κάποια χρόνια λόγω του χρώματός του (μια ιστορία με την οποία θα ασχοληθούμε μελλοντικά). Η παρουσία του Γκραντίν ενοχλούσε αρκετούς. Όχι στο σημείο να γίνουν ενστάσεις από τους Βραζιλιάνους, αλλά στο να γίνεται στόχος «αστείων» σκίτσων στις εφημερίδες της εποχής, αλλά και άρθρων που έκαναν κριτική στη συμμετοχή μαύρων ποδοσφαιριστών, όπως περιγράφει ο ιστορικός Λεονάρντο Περέιρα. Τα ΜΜΕ της Βραζιλίας προσπαθούσαν να προπαγανδίσουν ότι οι μαύροι της Βραζιλίας συμφωνούν πως δεν πρέπει να συμμετέχουν σε διεθνείς διοργανώσεις. Στο γήπεδο όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο Γκραντίν είχε γίνει σύμβολο και οι μαύροι φίλαθλοι στα γήπεδα της Βραζιλίας τον αποθέωναν σε κάθε παιχνίδι του. Ήταν παραπάνω από ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ήταν ένα σύμβολο αντίστασης στην καταπίεση και στην μάχη για τα ίσα δικαιώματα. Ο Γκραντίν μάλιστα σκόραρε στο 2-2 με τη Βραζιλία και οι δυο ομάδες έπαιξαν μπαράζ. Οι γηπεδούχοι κέρδισαν στην παράταση με γκολ του Φρίντενριχ και ο Γκραντίν δεν μπόρεσε να κατακτήσει το 2ο Κόπα Αμέρικα.

Από τα χρόνια στην Πενιαρόλ

Οι επιτυχίες όμως δεν έμεναν στο ποδόσφαιρο. Από το 1918 ως το 1922 κέρδισε 4 χρυσά στα 400 μέτρα στους Αγώνες Ν. Αμερικής, άλλα 2 χρυσά και ένα χάλκινο στα 200 μέτρα και ακόμα 2 χρυσά στα 4×400. Ο Γκραντίν ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής, ένας θρύλος για την Ουρουγουάη. Παρά τις επιτυχίες όμως, την λατρεία και την αγάπη του κόσμου, η ζωή του μετά τον αθλητισμό ήταν βυθισμένη στη φτώχεια. Το ποδόσφαιρο έγινε επαγγελματικό στην Ουρουγουάη από το 1932 και έτσι ο Γκραντίν δεν έβγαλε χρήματα από αυτό. Πέρασε δύσκολα και αντιμετώπισε προβλήματα υγείας που τον ανάγκασαν το 1944 να μπει σε νοσοκομείο του Μοντεβιδέο. Η Πενιαρόλ εκείνη την περίοδο έδινε μάχη για το πρωτάθλημα, το πρώτο μετά από 6 χρόνια. Μόνο που στα τελευταία ντέρμπι με τη Νασιονάλ δεν τα πήγαινε καλά. Ο Γκραντίν ανήμπορος να φύγει από το δωμάτιο 17 του νοσοκομείου Παστέρ, επικοινώνησε με έναν δημοσιογράφο της εφημερίδας Λα Ρασόν και έστειλε μήνυμα στους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας λίγο πριν το ντέρμπι με τη Νασιονάλ. Εκεί τους εξηγούσε τι σημαίνει η Πενιαρόλ, τι συμβολίζει αυτός ο σύλλογος και ότι δεν γίνεται να χάνουν τόσο εύκολα από τη Νασιονάλ, ότι η Πενιαρόλ παλεύει μέχρι το τέλος σε κάθε ματς.

Οι παίκτες της Πενιαρόλ είχαν ακόμα έναν λόγο να τα δώσουν όλα. Το παιχνίδι όμως στις 10 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε με τον χειρότερο τρόπο. Μόλις στο 1ο λεπτό η Νασιονάλ κέρδισε πέναλτι. Ο Γκραντίν που το άκουγε στο ραδιόφωνο, στο αίθριο του νοσοκομείο, μαζί με άλλους ασθενείς δεν άντεξε και αποχώρησε για το δωμάτιό του. Ο σπεσιαλίστας Σαπιραΐν με το φαρμακερό αριστερό το εκτέλεσε. Ο Γκραντίν από το δωμάτιο άκουσε πανηγύρια, πανηγύρια όμως οπαδών της Πενιαρόλ. Ο τερματοφύλακας το είχε αποκρούσει. Γύρισε πίσω. Στο 17′ ένα σουτ κεραυνός του Ουμπντούλιο Βαρέλα άνοιξε το σκορ και μέχρι τη λήξη η Πενιαρόλ είχε σκοράρει ακόμα μια φορά. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους να πανηγυρίσει τη μεγάλη νικη, αλλά όλοι οι παίκτες πήγαν κατευθείαν στο νοσοκομείο, πήγαν να ευχαριστήσουν τον Γκραντίν, βγήκαν φωτογραφίες μαζί του, μίλησαν για ώρα, ειδικά ο Βαρέλα που ο Γκραντίν εκτιμούσε ιδιαίτερα. Η Πενιαρόλ έφτασε στην ισοβαθμία στο πρωτάθλημα και πήγε στα μπαράζ. Το πρώτο παιχνίδι ήρθε 0-0 και στο δεύτερο έχανε 0-2 στο 28′. Το πνεύμα του Γκραντίν ήταν όμως ακόμα μαζί με τους παίκτες. Η Πενιαρόλ το γύρισε σε 3-2 και πανηγύρισε το 15ο πρωτάθλημά της, αφιερωμένο στον Ισαμπελίνο.  Ήταν 17 Δεκεμβρίου του 1944 και ο Γκραντίν ήταν ακόμα στο νοσοκομείο [σ.Σ. κατά άλλους η επίσκεψη των παικτών έγινε μετά από αυτό το ματς, αλλά πιο πιθανή είναι η πρώτη εκδοχή]. Τέσσερις μέρες αργότερα στις 21 Δεκεμβρίου πέθανε μόλις στα 47 του, φτωχός σε υλικά αγαθά, πλούσιος από χαρά και αγάπη του κόσμου και περήφανος που έγινε ίνδαλμα τόσων ανθρώπων.

Όπως άλλωστε γράφει και το Χρυσό Ιωβηλαίο της Πενιαρόλ:

«Ο Ισαμπελίνο Γκραντίν ως αστέρι κατάφερε να πραγματοποιήσει τρεις ευχές του: να λάμψει στα γήπεδα τους ποδοσφαίρου και τις πίστες του στίβου, να γραφτούν ποιήματα γι’ αυτόν και να μείνει αξέχαστος για πάντα».

Μαλάουι: To δικαίωμα στη ζωή μέσα απ’ το ποδόσφαιρο

  [3 Σχόλια]

Το Μαλάουι είναι μία απ’ τις πιο φτωχές χώρες στον κόσμο με πληθυσμό γύρω στους 19.000.000 κατοίκους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ζουν -όπως είναι λογικό- σε συνθήκες πλήρης ανέχειας. Το μορφωτικό επίπεδο είναι απ’ τα πιο χαμηλά που μπορείς να συναντήσεις και οι υπερβολικές εξάρσεις βίας είναι καθημερινό φαινόμενο. Σε μια τέτοια κοινωνία -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν ιδανικές συνθήκες για να αθληθεί κάποιος και κατ’επέκταση να παίξει ποδόσφαιρο. Όσο και αν το αγαπά. Οι Aφρικανοί άλλωστε έχουν μεγάλη τρέλα με την μπάλα. Ακόμα και στις φυλακές Μάουλα -τις σκληρότερες φυλακές που υπάρχουν στην πρωτεύουσα της χώρας- στη Λιλόνγκουε, όταν οι κρατούμενοι βγαίνουν στον προαύλιο χώρο (κι ας μην έχουν καθόλου δυνάμεις μιας και η έλλειψη τροφής είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερά τους προβλήματα) επιδίδονται με τις αυτοσχέδιες μπάλες τους στο άθλημα του ποδοσφαίρου.

Φωτογραφία του Luca Sola, πηγή: the Guardian

Η αίσθηση της ελευθερίας άλλωστε που μπορεί να χαρίσει το ποδόσφαιρο είναι κάτι το μοναδικά υπέροχο. Κάτι το αδύνατο να περιγραφεί με λόγια. «Βγαίνουμε στον ήλιο για να μαζέψουμε λίγη βιταμίνη D» συνηθίζουν να λένε αστειεύομενοι οι κρατούμενοι  (οι περισσότεροι εξ αυτών μετανάστες απ’ την Αιθιοπία), «Ας σπαταλήσουμε και λίγη δύναμη απ’ αυτή που μαζεύουμε για την τρέλα μας». Πολλοί απ’ αυτούς θα πεθάνουν στη φυλακή. Απ’ τους υπόλοιπους, που θα καταφέρουν να βγουν, οι περισσότεροι δεν θα ξαναδούν τα συγγενικά τους πρόσωπα και δεν θα μάθουμε ποτέ που «χάθηκαν» και πως. Για την ιστορία, η σημαία του Μαλάουι είναι μία απ’ τις συνολικά 49 που υπάρχουν στο εξώφυλλο του δίσκου-σταθμός, Survival του Μπομπ Μάρλεϊ. Ένας δίσκος που κυκλοφόρησε το 1979 και μιλάει με μοναδικό τρόπο για μια ενωμένη και δυνατή Αφρική. 40 χρόνια μετά -δυστυχώς- όλο αυτό παραμένει μια άπιαστη Ουτοπία.

Στο Μαλάουι η επίσημη γλώσσα είναι τα Αγγλικά αλλά στη διάλεκτο Τουμπούκα η λέξη Lughano σημαίνει Αγάπη. Αυτό (Lughano) είναι και το όνομα της πιο ταλαντούχας πιτσιρίκας που έχει βγάλει η χώρα τα τελευταία χρόνια. Μια παίκτρια που βγήκε απ’ την Ακαδημία Chichewa. Chichewa στη γλώσσα του Μαλάουι σημαίνει η λέξη που όταν τη λέμε -οι περισσότεροι από εμάς τουλάχιστον- ανεβάζουμε σφυγμούς, χοροπηδάμε σαν παιδάκια και αγκαλιάζουμε όποιον βρούμε μπροστά μας. Η λέξη αυτή, όπως θα καταλάβατε, είναι η λέξη Γκολ. Σε μια χώρα που μόνο το 12% των παιδιών πηγαίνουν σχολείο μετά το Δημοτικό και ένα στα έξι θα δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση πριν καν ενηλικιωθεί είναι πολύ δύσκολο να τολμήσει κάποιος να φτιάξει μια ποδοσφαιρική Ακαδημία. Κι όμως, οι Άγγλοι Τζώρτζ Μαγκουάιρ και Άλεξ Σκοτ -ευτυχώς- το τόλμησαν. Και πέτυχαν. Ο Σκοτ είχε φτάσει στο Μαλάουι πρώτη φορά το 2008, απεσταλμένος της Πρέμιερ Λιγκ ώστε να δημιουργήσει ένα ποδοσφαιρικό πρόγραμμα για παιδιά κάτω των 14 ώστε να προωθήσει το άθλημα του ποδοσφαίρου. Αυτό που έζησε εκεί ήταν κάτι το μοναδικό και όπως είπε ο ίδιος στον Βρετανικό Τύπο είχε μείνει έκθαμβος απ’ το ταλέντο -το ακατέργαστο ταλέντο- που υπήρχε στα παιδιά στο Μαλάουι. Η επιστροφή στο Νησί τον βρήκε να έχει στο μυαλό του ένα και μόνο πράγμα. Να δημιουργήσει μια κανονική Ακαδημία στη Λιλόνγκουε. Ευτυχώς το κατάφερε μερικά χρόνια αργότερα με τη βοήθεια του καλού του φίλου, Άλεξ Σκοτ.

Ο Μαγκουάιρ και ο Σκοτ γνωρίζονταν πολύ καλά απ’ τα χρόνια που έπαιζαν ποδόσφαιρο. Ο πρώτος με την φανέλα της Μπρίστολ Σίτι και ο δεύτερος με αυτή της Νιουκάστλ, με τις ιδέες τους να ταιριάζουν άψογα εντός και εκτός ποδοσφαιρικών θεμάτων. «Συνηθίζαμε να παρακολουθούμε παρέα ένα σωρό παιχνίδια της Πρέμιερ Λιγκ, πίνοντας τις μπύρες μας, αλλά κάτι μας έτρωγε μιας και οι δύο είχαμε αυτό το υπέροχο όραμα για το ποδόσφαιρο» θα πει ο Σκοτ στην Αγγλική τηλεόραση λίγο πριν το 2014. Λίγο καιρό δηλαδή πριν μπει σε κανονική λειτουργία η ποδοσφαιρική Ακαδημία Chigoli. «Πως είναι δυνατόν να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις ένα τόσο μεγάλο καλό σε παιδιά, σε μια χώρα τόσο φτωχή, και να μην το κάνεις;» θα συμπληρώσει ο Μαγκουάιρ, και αυτό είναι ολόκληρο το νόημα του σκεπτικού τους κατά την δική μου γνώμη. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν κάναμε όλοι κάτι, που μπορούμε, για να βοηθήσουμε κάποιον ή κάποιους; Eίναι τόσο απλό. Η Ακαδημία προσφέρει σε αγόρια και κορίτσια την γνώση στο ποδόσφαιρο, προσπαθώντας να βρει νέα μεγάλα ταλέντα και παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα της φοίτησης στο σχολείο και μετά το Δημοτικό. Μάλιστα ακόμα και αν κάποιο παιδί κοπεί απ’ το ποδοσφαιρικό πρόγραμμα (δεν θα γίνουν όλοι ποδοσφαιριστές άλλωστε) η Ακαδημία του δίνει το δικαίωμα να συνεχίσει να πηγαίνει σχολείο, με πληρωμένα τα δίδακτρα απ’ την ίδια. Και αυτό είναι το σημαντικότερο.

Ο 13χρόνος Μισέκ, ένας απ’ τους καλύτερους μαθητές που υπάρχουν στην Ακαδημία και ένας απ’ τους πιο ταλαντούχους παίκτες, θα πει: «To ποδόσφαιρο χωρίς την μόρφωση δεν είναι κάτι σημαντικό. Ο πατέρας μου είναι οδηγός ενός ποδηλάτου-Ταξί και η μητέρα μου πουλάει φρούτα για να ζήσουμε εγώ και τα εφτά αδέρφια μου. Θέλω να σπουδάσω, αν και το μεγάλο μου όνειρο είναι να γίνω ποδοσφαιριστής και να οδηγήσω το Μαλάουι στο Μουντιάλ». Τα ίδια θα σου πουν και η Ιρέν με την Μέρσι, δύο 14χρόνια κορίτσια που μαθαίνουν ποδόσφαιρο στην Ακαδημία, έχοντας ως στόχο και όνειρο να φτάσουν την Ταμπίθα Τσαγούινκα που παίζει ποδόσφαιρο στην Σουηδία και σκοράρει περισσότερα γκολ απ’ τις συμμετοχές της. Η 21χρόνη Ταμπίθα γεννήθηκε στο Μαλάουι και έφυγε για την Σουηδία το 2014, όταν δηλαδή μπήκε σε κανονική λειτουργία το πρόγραμμα Chigoli. Θεωρείται -και λογικά είναι- η κορυφαία παίκτρια της χώρας.

H εκμάθηση αρχίζει με τα βασικά. Πολύ δουλειά στο κοντρόλ και την πάσα με την μία. Πολύ δουλειά στο αδύναμο πόδι κάθε παιδιού. Πολύ δουλειά στην κίνηση, αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα, πολύ δουλειά στην κατανόηση του αθλήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλα αυτά τα παιδιά δεν έχουν δουλέψει ποτέ πριν με προπονητές και δεν είναι εύκολο να μπουν σε καλούπια. Σε μια κανονική ομάδα. Μάλιστα την ώρα των προπονήσεων δεν είναι λίγοι αυτοί που μαζεύονται και παρακολουθούν αυτό το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα. Κάποιος να δίνει οδηγίες και να προσπαθεί να τιθασεύσει ένα παιδί. Επίσης τα παιδιά της Ακαδημίας μαθαίνουν τις θέσεις με τον παλιό βρετανικό τρόπο. Αυτός που φορά το νούμερο 2 -παίζει στο 2- είναι δηλαδή ο δεξιός πλάγιος αμυντικός. Ο πιτσιρίκος με το 6 είναι ο αμυντικός μέσος και αυτός με το 7, αυτός που τους βασανίζει όλους με την ταχύτητά του και την δεξιοτεχνία του στο δεξί άκρο της επίθεσης. Τα πάντα, ακόμα και αυτά που μοιάζουν να μην έχουν τόσο μεγάλη σημασία, είναι μελετημένα μέχρι και στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια ώστε να γίνει η δουλειά όπως πρέπει να γίνεται. Σωστά. Ο βαθμός δυσκολίας άλλωστε είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι είναι σε μια σύγχρονη Ακαδημία χωρών όπως η Ισπανία, η Γερμανία και η Αγγλία.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές ένα παιδί στο Μαλάουι πεθαίνει από κάποια σοβαρή ασθένεια. Ένα μικρό παιδάκι που μπορεί να γεννήθηκε με σπάνιο αθλητικό (και ποδοσφαιρικό DNA) και που -λογικά- δεν έπαιξε ποτέ ποδόσφαιρο με τους φίλους του φορώντας παπούτσια. Όχι ποδοσφαιρικά παπούτσια αλλά απλά παπούτσια, τρύπια και χιλιοφορεμένα από άλλους. Την ίδια στιγμή, κάπου δίπλα μας, στον «πολιτισμένο κόσμο» που ζούμε κάποιο άλλο παιδάκι ανοίγει ένα κουτί και βλέπει το τελευταίο μοντέλο παπουτσιών του Μέσι, αξίας 200 δολλαρίων. Δεν θα χαρεί ιδιαίτερα. Το δώρο είναι συνηθισμένο άλλωστε. Το παιδάκι αυτό δεν παίζει ποδόσφαιρο, δεν διαθέτει κάποιο ποδοσφαιρικό ταλέντο (το ακριβώς αντίθετο μάλιστα) και αφού φορέσει τα παπούτσια 2-3 φορές, θα τα βαρεθεί και θα τα τοποθετήσει δίπλα σε αυτά του Ρονάλντο, του Λε Μπρον, του Τζόρνταν, του Κακά και σε όλα τα υπόλοιπα που έχει στη συλλογή του. Μετά από λίγο καιρό μπορεί και να τα πετάξει ακόμα επειδή δεν θα είναι πλέον στη μόδα. Χάρις στους δύο Άγγλους αυτό έχει αλλάξει για αρκετά παιδιά και αυτή είναι μια σπουδαία νίκη απ’ το ποδόσφαιρο στην κοινωνία. Ίσως και η σπουδαιότερη.

To πρόγραμμα της Ακαδημίας Chigoli απασχολεί περίπου 2.500 παιδιά το χρόνο, δίνοντάς τους το δικαίωμα και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Ακόμα και αυτά που δεν θα ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο επαγγελματικά, έχουν τη δυνατότητα να μορφωθούν και να σπουδάσουν, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο για τη ζωή τους, μακριά απ’ τη φτώχεια και τη δυστυχία. Το σημαντικότερο απ’ όλα αυτά όμως είναι πως έχουν μια ακόμα μια πιθανότητα να κάνουν αυτό που στους περισσότερους από εμάς φαντάζει ως κάτι απλούστερο του απλού. Να ζήσουν.

Ο άνθρωπος που έσωσε τον Φέργκιουσον

  [4 Σχόλια]

Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ο άνθρωπος που μετέτρεψε την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από ακόμα μία μεγάλη ομάδα της Αγγλίας σε κορυφαία ομάδα της χώρας στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ. Είναι ο άνθρωπος που άλλαξε επίπεδο το εξωαγωνιστικό κομμάτι της Γιουνάιτεντ και ανέβασε τις «μετοχές» της στο παγκόσμιο «ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο» σε μια εποχή που οι περισσότερες μεγάλες ομάδες, σε ολόκληρο το Νησί λειτουργούσαν (και δούλευαν) με αρχαίες μεθόδους και τακτικές. Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ένας απ’ τους κορυφαίους μάνατζερ σε ολόκληρη την ιστορία του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και η εκτόξευση των «κόκκινων διαβόλων» αποτελεί ουσιαστικά δική του δουλειά. Όλα τα παραπάνω βέβαια τα γνωρίζουν όλοι. Ακόμα και αυτοί που δεν ασχολούνται φανατικά με το Βρετανικό ποδόσφαιρο. Αυτό όμως που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί μυημένοι με την Πρέμιερ Λιγκ είναι πως για να φτάσουμε σε όλα αυτά, χρειάστηκε το κεφάλι (και όχι το πόδι) ενός -όχι και τόσο διάσημου- Άγγλου ποδοσφαιριστή. Το όνομά του, Μαρκ Ρόμπινς. Η θέση του, επιθετικός.

Όσοι είστε πιο μεγάλοι σε ηλικία (30+) και έρθει στο μυαλό σας ένας -λιγάκι ξεχασμένος- επιθετικός του Πανιωνίου, άδικο δεν θα έχετε, μιας και ο Μαρκ Ρόμπινς που έκανε τις βόλτες του στην Πλατεία είναι το ίδιο ακριβώς άτομο που -σχεδόν- μια δεκαετία νωρίτερα έσωσε -κυριολεκτικά- την καριέρα του Σκοτσέζου και έγραψε την αρχή ολόκληρης της ιστορίας θριάμβων της Γιουνάιτεντ στα χρόνια της Πρέμιερ Λιγκ, ασχέτως αν τα επόμενα «κεφάλαια» τα είδε απ’ τη σκοπιά του απλού παρατηρητή ή του «ποδοσφαιρικού αναγνώστη» αν προτιμάτε, μιας και αυτά γράφτηκαν από άλλους. Μερικούς ανάμεσα στους κορυφαίους της τελευταίας 25ετίας όπως ο Καντονά, ο Γκιγκς, ο Σκόουλς και ο Μπέκαμ.

Ήταν 7 Ιανουαρίου του 1990 όταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ταξίδεψε στην έδρα της Νότιγχαμ Φόρεστ, του σπουδαίου Μπράιαν Κλαφ, για τον 3ο γύρο του κυπέλλου Αγγλίας. Η ομάδα του Φέργκιουσον βρίσκονταν κάτω από μεγάλη πίεση και δεν παρουσίαζε καθόλου καλό ποδόσφαιρο, κάτι φυσικά που μπορούσε να καταλάβει ο καθένας και απ’ την βαθμολογική της θέση εκείνο το διάστημα αλλά κι απ’ τα καυστικά άρθρα των εφημερίδων. Η Γιουνάιτεντ ήταν 15η στο πρωτάθλημα και είχε προλάβει να αποκλειστεί και απ’ το Λιγκ Καπ δύο μήνες νωρίτερα. Στην έδρα της μάλιστα, με 0-3 απ΄την Τότεναμ του «φονιά» που άκουγε στο όνομα Γκάρι Λίνεκερ. Αυτό που δεν γνώριζε κανένας απ’ τους παίκτες ήταν πως η διοίκηση, μην αντέχοντας αυτή την τραγική αγωνιστική κατάσταση, είχε  δώσει στον Φέργκιουσον τελεσίδικο. Τα πράγματα ήταν τόσο απλά όσο αυτές οι πέντε λέξεις: «Αποκλείεις τη Φόρεστ ή απολύεσαι».

Στο πρώτο ημίχρονο η Γιουνάιτεντ ήταν ελαφρώς καλύτερη απ’ τη Φόρεστ, με τις δύο ομάδες όμως να φεύγουν για τα αποδυτήρια με το σκορ στο 0-0. Το άγχος είχε αρχίσει να καταβάλει τον Φέργκιουσον που βλέποντας την ομάδα του ανήμπορη να σκοράρει, είχε βυθιστεί στην καρέκλα του πάγκου, περιμένοντας το αναπόφευκτο. Το γκολ της αντίπαλης ομάδας δηλαδή και τον αποκλεισμό. Είχε συμβεί τόσες και τόσες φορές άλλωστε εκείνη τη χρονιά. Θα συνέβαινε ακόμα μία και θα ήταν η τελευταία. Το βάσανο θα τελείωνε. Ο Φέργκι θα έδινε το χέρι στον Κλαφ αμίλητος. Μετά θα έμπαινε στα αποδυτήρια και θα χαιρετούσε έναν προς έναν όλους τους παίκτες και μετά θα έφευγε για τη Σκωτία μπας και βρει την ψυχική ηρεμία που τόσο του έλειπε εκείνο το διάστημα. Όλες αυτές οι εικόνες περνούσαν στο μυαλό του με κινηματογραφική ταχύτητα και το σενάριο δεν έδειχνε να μπορεί να αλλάξει.

Όλα αυτά μέχρι εκείνη τη στιγμή που ο Λι Μάρτιν θα κερδίσει παλικαρίσια μια χαμένη μπαλιά πάνω στη λασπωμένη γραμμή και θα πασάρει αστραπιαία για τον Μαρκ Χιούζ που είχε βρεθεί μόνος στον άξονα. Ο Ουαλός αρτίστας -δίχως σκέψη- και πριν προλάβει να βγει κάποιος πάνω του σαν μανιασμένο σκυλί, θα βγάλει μια καταπληκτική μπαλιά με το εξωτερικό του δεξιού του ποδιού, με την μπάλα να περνά πίσω απ’ την πλάτη των δύο στόπερ της Φόρεστ (που λογικά ακόμα δεν πρέπει να έχουν καταλάβει τι συνέβη) για να βρει συστημένη το κεφάλι του Ρόμπινς. Το 0-1 ήταν γεγονός. Η Γιουνάιτεντ έδειχνε να ξορκίζει όλα τα μαζεμένα κακά. Για να περάσει η ομάδα του Φέργκιουσον (επειδή εμείς τα λέμε και τα γράφουμε όλα) έπρεπε να ακυρωθεί και ένα κανονικότατο γκολ του Νάιτζελ Τζέμσον στις καθυστερήσεις, αλλά αυτά θεωρούνται πλέον ψιλά γράμματα. Ο Μαρκ Ρόμπινς σκόραρε ακόμα ένα σπουδαίο τέρμα μέχρι να φτάσει -και να κατακτήσει- η ομάδα του το κύπελλο. Στην παράταση, γράφοντας το 2-1, στα ημιτελικά κόντρα στη Νόριτς.

«Δεν μου είχε περάσει απ’ το μυαλό πως εκείνο το -δικό μου- γκολ απέναντι στη Φόρεστ θα είχε τόσο μεγάλη σημασία για την ομάδα. Ο προπονητής μας ήταν συνεχώς ήρεμος και προσπαθούσε να περάσει σε όλους εμάς αυτή την ηρεμία για να μας βοηθήσει. Ήταν άλλωστε μια περίοδος που δεν κερδίζαμε. Κανένας δεν γνώριζε πως εκείνη τη μέρα στο σπίτι του Κλαφ, ενός ανθρώπου που δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τον Σερ Άλεξ, ο προπονητής μας έπαιζε το κεφάλι του και το συμβόλαιό του. Αν δεν κερδίζαμε ίσως είχε αλλάξει όλη η ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Ποιος μπορεί να το ξέρει; Ευχαριστώ το Θεό που σκόραρα εκείνο το γκολ και άλλαξα -χωρίς να το γνωρίζω τότε- την ιστορία της ομάδας που υποστήριζα από παιδί. Ήταν φανταστικό.»

Ο ήρωας του Σίτι Γκράουντ άφησε το Όλντ Τράφορντ -οριστικά- για τη Νόριτς στο τέλος της επόμενης σεζόν για να αρχίσει μια πορεία που τον βρήκε -όπως έγραψα και παραπάνω- μέχρι τα μέρη μας, πριν ακολουθήσει καριέρα προπονητή. Ο Μαρκ Ρόμπινς δεν υπήρξε κακός ποδοσφαιριστής. Το ακριβώς αντίθετο για την ακρίβεια. Δεν έκανε βέβαια ποτέ την καριέρα που είχε ονειρευτεί (και ίσως άξιζε να κάνει), όταν παιδάκι ακόμα μάθαινε τα βασικά στην ακαδημία της Γιουνάιτεντ, σε μια εποχή όμως που η ομάδα του δεν αποτελούσε φόβητρο για κανένα. Ο Φέργκιουσον δε τον πίστεψε και τον άφησε να φύγει κι ας του έσωσε την καριέρα, μιας και στο μυαλό του είχε την Γιουνάιτεντ όχι απλώς για μεγάλα πράγματα, αλλά για την κορυφή τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ευρώπη. Όπως και έγινε δηλαδή.

Ο Ρόμπινς ήταν μεγάλη καρδιά και δεν τον κατηγόρησε ποτέ γι’ αυτό. Ίσως γνώριζε και ο ίδιος πως δεν ήταν γεννημένος για τόσο σπουδαία πράγματα. Για το μόνο που τον κατηγόρησε, αρκετά χρόνια αργότερα, είναι το γεγονός πως ουδέποτε άκουσε ένα απλό «ευχαριστώ» απ’ τον τεράστιο Σκοτσέζο. Ένα απλό «ευχαριστώ». Μια λέξη που άξιζε να ακούσει από τα χείλη του πρώην «αφεντικού» του. Απ’ την άλλη γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα πως τον ευχαριστούν (και θα συνεχίσουν να το κάνουν) όλοι οι αληθινοί φίλοι της ομάδας, κάτι που θα του δημιουργεί πάντα συναισθήματα περηφάνιας και θα του δίνει μεγαλύτερη χαρά, ακόμα κι απ’ τα σημαντικότερα τρόπαια του κόσμου.

(Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των The Stone Roses)

Η αλήθεια πίσω από τα ball boys

  [5 Σχόλια]

Τα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο. Η νεολαία, οι ελπίδες του ποδοσφαίρου, πιθανότατα οι επόμενοι μεγάλοι σταρ. Χαρούμενες, αθώες παιδικές φάτσες, με μόνο στόχο να βρεθούν κοντά στα ινδάλματά τους, να βοηθήσουν στην τέλεση του αγώνα και κάποτε να πρωταγωνιστήσουν. Τα αθώα ball boys. Ή έτσι νομίζει ο απλός κόσμος. Όποιος δεν έχει βρεθεί σε γήπεδο εκεί στο 90′ που η ομάδα ψάχνει το ένα γκολ και κάθε δευτερόλεπτο που χάνεται είναι αιώνας, δεν μπορεί να καταλάβει. Όποιος έχει δει τερματοφύλακα να περιμένει την μπάλα πίσω από το τέρμα με βλέμμα απόγνωσης σαν να πήγε σε δημόσια υπηρεσία και να του είπαν «δυστυχώς είναι σε άδεια ο υπάλληλος», ξέρει. Εκεί που καταλαβαίνεις ότι η αγγελική φάτσα είναι απλά το προσωπείο που κρύβει έναν ποδοσφαιρικό Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και μπορεί οι παίκτες συχνά να αντιδρούν, αλλά τα ball boys συνεχίζουν ακάθεκτα. Βελτιώνονται και γίνονται ακόμα πιο προκλητικά και φυσικά οι παίκτες απαντούν. Κι αν δεν μας πιστεύετε, συγκεντρώσαμε τα «καλύτερα» περιστατικά με ball boys και παίκτες που έγιναν μόλις τον τελευταίο μήνα και τα αξιολογούμε.

Ξεκινάμε από την Αυστραλία. Στον τελικό του κυπέλλου το παιχνίδι έχει φτάσει στην παράταση και το Σίδνεϊ προηγείται της Αδελαΐδας με 2-1. Η μπάλα έχει βγει πλάγιο στη σέντρα και ο Μάικλ Μαρόνε πάει να την πάρει. Το ball boy όχι απλά δεν την δίνει γρήγορα, αλλά καθώς ο Μαρόνε πλησιάζει πάει να την καλύψει με το σώμα του για να μην την πάρει ο παίκτης της Αδελαΐδας. Ο Μαρόνε έχει ανεχτεί αρκετή κοροϊδία από τα διαβολικά ball boys στη ζωή του και ρίχνει ένα μεγαλοπρεπές σπρώξιμο στον πιτσιρικά που πάνω που πας να τον λυπηθείς πέφτει κάτω συνεχίζοντας να μην αφήνει την μπάλα από τα χέρια του λες και είναι ο Φρόντο, ενώ κάνει τον τραυματία. Το περιστατικό καταδικάζεται απερίφραστα (αν και σίγουρα οι οπαδοί της Αδελαΐδας νιώθουν μια ηθική ικανοποίηση), ο Μαρόνε όχι μόνο καταφέρνει να χάσει παραπάνω χρόνο με όλη αυτή τη φάση, αλλά όπως είναι φυσικό αποβάλλεται και τιμωρείται με τέσσερις αγώνες. Το σκορ δεν αλλάζει και το Σίδνεϊ πανηγυρίζει την κούπα.

Βαθμός αλητείας Ball Boy: 7 (απλή καθυστέρηση, μπόνους θεατρινισμός)

Μεταφερόμαστε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, εκεί που πριν λίγες μέρες έγινε ο πρώτος τελικός του Κόπα Λιμπερταδόρες μεταξύ της Γκρέμιο και της Λανούς. Η ομάδα από την Αργεντινή κρατούσε σχετικά άνετα το 0-0, αλλά σε μια ανύποπτη φάση οι Βραζιλιάνοι άνοιξαν το σκορ και τα τελευταία λεπτά απέκτησαν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς η Λανούς βιαζόταν να ισοφαρίσει για να πάει στον επαναληπτικό με καλύτερο σκορ. Σε μια επίθεση της Γκρέμιο η μπάλα κατέληξε άουτ, κάπου βρήκε και επέστρεψε στο χώρο πίσω από την εστία. Ο γκολκίπερ Αντράντα γνωρίζοντας την μοίρα του φιλοξενούμενου, δεν περίμενε και έτρεξε να πάει την μαζέψει. Αυτό το είδε και το ball boy παλικάρι της Γκρέμιο που είτε είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον, είτε έμεινε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη καθώς μοιάζει 30 χρονών. Έφυγε σφαίρα να προλάβει την μπάλα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας ήταν ένα κλικ πιο αργός, αλλά σαφώς πιο δυνατός και έσπρωξε το Βραζιλιάνο παίρνοντας την μπάλα. Το ball boy man σηκώθηκε γρήγορα και έκανε προσπάθεια να προλάβει και να χτυπήσει τον τερματοφύλακα (!), αστοχώντας για λίγο. Το αποκορύφωμα ήταν που δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πήγε πίσω από την εστία και συνέχισε να μανουριάζει.

Βαθμός αλητείας ball boy: 8 (έχασε την αρχική μάχη, αλλά σημασία έχει να σηκώνεσαι όταν πέφτεις)

Και για να μην πείτε «ναι αλλά στην Ευρώπη αυτά δεν γίνονται» (άλλωστε η φωτογραφία του Αζάρ στην αρχή δεν μπήκε τυχαία), κλείνουμε με λίγη Ισπανία. Η Βαλένθια παρ’ ότι έπαιζε για πάνω από ένα ημίχρονο με παίκτη παραπάνω, υποχρεώθηκε στην πρώτη της ήττας από τη Χετάφε με 1-0 και δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τη γκέλα της Μπαρτσελόνα. Η Χετάφε με θεατρικό ηγέτη τον Νταμιάν, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το αποτέλεσμα (αξίζει το βίντεο ολόκληρο για το σόου που έδωσε), αλλά εμείς θα σταθούμε στο βραβείου 2ου ανδρικού ρόλου, το ανώνυμο ball boy της Χετάφε (περίπου στο 0.20). Αυτή τη φορά ο πιτσιρικάς δεν χρειάστηκε καν να βάλει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα. Περίμενε τον βιαστικό Σάντι Μίνα να έρθει κοντά και μόλις αυτός πλησίασε πέταξε την μπάλα μακριά του. Ο Σάντι Μίνα θέλοντας να κυνηγήσει την μπάλα, δεν τον φύτεψε στο χώμα, αλλά του είπε κάτι για συγκεκριμένο μέρος του σώματος της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο μικρός το επανέλαβε με τον Σιμόνε Ζάζα. Ο Ιταλός όμως διαθέτει εμφανώς ατσάλινα νεύρα, αφού απλά χαμογέλασε και μετά από λίγο του έκανε ένα χαριτωμένο «θα τις φας», σαν να ήταν η μαμά του που ενθουσιάστηκε με την σκανταλιά του κανακάρη της. Αποτέλεσμα ο μπόμπιρας, αληθινός αυτήν τη φορά, όχι σαν της Γκρέμιο, να μην πάρει το μάθημά του και σίγουρα να περιμένει το επόμενο εντός της Χετάφε για να συνεχίσει το έργο του.

Βαθμός αλητείας ball boy: 9 (τρολάρισμα σε δύο στιγμές, χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του και χωρίς να κάψει ούτε θερμίδα)

Θα κλείσουμε με κάτι ρετρό και διαφορετικό. Για να μη φανεί ότι είμαστε άδικοι και σκληροί, υπάρχουν και περιπτώσεις που τα παιδιά δίπλα στη γραμμή δεν έχουν έρθει στη Γη για να μας βασανίζουν, αλλά είναι ό,τι κι εμείς. Απλοί οπαδοί που πονούν την ομάδα τους και ζουν γι’ αυτή. Γυρίζουμε στη Βραζιλία και το μακρινό 1988, για να δούμε ένα ball girl αυτή τη φορά στο θρυλικό Μαρακανά. Το παιχνίδι ήταν Βάσκο ντα Γκάμα με Μποταφόγκο και με το σκορ στο 3-0 ο δαιμόνιος Βραζιλιάνος ρεπόρτερ πλησίασε το κοριτσάκι που έκλαιγε, βλέποντας την ομάδα του να χάνει. Οι ερωτήσεις του ρεπόρτερ ήταν παντελώς ανόητες, αλλά αρκούν οι μονολεκτικές απαντήσεις για να απαντηθεί το ερώτημα «πώς είναι να αγαπάς πολύ την ομάδα σου;» (προχωρήστε στο 3.58 του βίντεο εκτός αν θέλετε ρετρό γκολ) και να συνεχίζεις να το κάνεις ενώ σε πονάει. Και ένα κοριτσάκι (που τώρα θα έχει γίνει γυναίκα και πιθανώς να πηγαίνει με τα παιδιά της στο γήπεδο και να έχει ακόμα τη φανέλα που της χάρισε ένας παίκτης της αγαπημένης της ομάδας) μας βάζει τα γυαλιά:

Κλαις που χάνει η Μποταφόγκο;
Ναι
Ήρθες για να δεις το παιχνίδι;
– Ναι
Δεν ήρθες πρώτα για τη δουλειά ε; (δουλειά = ball boy)
Όχι, ήρθα για να δω το παιχνίδι
Πίστευες ότι θα κερδίσει η Μποταφόγκο;
Ναι το πίστευα
Θα σταματήσεις να είσαι Μποταφόγκο;
Όχι

Το ντέρμπι που δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει

  [4 Σχόλια]

Τα τοπικά ντέρμπι είναι παιχνίδια που χωρίζουν πόλεις στα δύο, ματς για τα οποία ζουν οι κάτοικοι κάθε πόλης. Ποιος θα κρεμάσει περήφανα τη σημαία έξω, ποιος θα πάει στη δουλειά με κατεβασμένο το κεφάλι, ποιος θα κάνει πλάκα το επόμενο πρωί. Κι οι ομάδες από την ίδια πόλη αρκετά συχνά προέρχονται από σάρκα μία. Μίλαν και Ίντερ, Έβερτον και Λίβερπουλ, άνθρωποι που έφυγαν για να δημιουργήσουν νέους συλλόγους και τελικά να χωρίσουν πόλεις. Αλλά και πιο πρόσφατα, με ομάδες που συνεχίζουν, αλλά οι οπαδοί τους δεν τις αναγνωρίζουν. Τα παραδείγματα της Κέρκυρας ή και της Στεάουα. Πέρα από όλα αυτά όμως, υπάρχει και μια πολύ περίεργη ιστορία εκεί στα βορειοδυτικά της Ισπανίας, στη Σαλαμάνκα. Η ιστορία μιας ενωμένης για 90 χρόνια πόλης που ξαφνικά χώρισε.

Αν και μεγάλη φοιτητομάνα πόλη, η Σαλαμάνκα δεν είναι τόσο γνωστή ποδοσφαιρικά. Με καλύτερη θέση την 7η και μόλις 12 σεζόν στην Πριμέρα, η τοπική Ουνιόν Ντεπορτίβο Σαλαμάνκα δεν είχε τόσο μεγάλη ιστορία. Ήταν όμως για πολλούς η αγαπημένη ομάδα και το Εστάδιο Ελμάντικο ένα δεύτερο σπίτι. To 1997-98 είδαν με περηφάνια την ασπρόμαυρη ομάδα τους να ονομάζεται «φονέας των γιγάντων» από τους δημοσιογράφους. Με ηγέτη τον Παουλέτα των 15 γκολ, στο Ελμάντικο υπέκυψαν τόσο η πρωταθλήτρια Μπαρσελόνα του Ριβάλντο σε ένα ένα φοβερό ματς που έληξε με 4-3 (η Σαλαμάνκα κέρδισε και 1-4 στο Καμπ Νου), όσο και η Ατλέτικο Μαδρίτης του πρώτου σκόρερ Κριστιάν Βιέρι σε ένα απίστευτο ματς, όπου ο Ιταλός σκόραρε τέσσερις φορές κι όμως η Σαλαμάνκα με ηγέτη τον Ποπέσκου κέρδισε με 5-4. Λίγες εβδομάδες αργότερα διέλυσε και τη Βαλένθια με 6-0. Αυτή ήταν και η τελευταία καλή χρονιά της ομάδας, καθώς το 1999 υποβιβάστηκε.

Η Ατλέτικο των Μολίνα, Κίκο, Βιέρι και Πάντιτς απέναντι στη Σαλαμάνκα

Από το 2000 και μετά η Σαλαμάνκα παρέμεινε στη Σεγούντα μέχρι και τον υποβιβασμό στη 3η κατηγορία. Τα οικονομικά προβλήματα ήδη είχαν ξεκινήσει και τελικά το 2013 η Σαλαμάνκα κήρυξε πτώχευση, οι οφειλέτες δεν δέχθηκαν κάποιον συμβιβασμό και ο σύλλογος διαλύθηκε. Ούτε αλλαγές ονομάτων, ούτε υποβιβασμοί σε χαμηλότερες κατηγορίες, ούτε τίποτα. Τέλος. Λουκέτο. Έτσι απλά. Με 23 εκατομμύρια Ευρώ χρέη στην πλάτη του συλλόγου δε βρέθηκε λύση και μέχρι και το γήπεδο βγήκε στο σφυρί. 90 χρόνια μετά την ίδρυσή της το 1923, η Σαλαμάνκα διαλύθηκε βυθίζοντας στη θλίψη μια πόλη περίπου 150.000 κατοίκων.

Όπως είναι φυσικό σε αυτές τις περιπτώσεις, ο κόσμος δεν μπορεί να μείνει χωρίς μπάλα, δεν μπορεί να μείνει χωρίς ομάδα. Μόνο που στη Σαλαμάνκα έγινε ένα μπάχαλο. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Το 2013 με την Ουνιόν να καταρρέει, δημιουργήθηκε μια οργάνωση λαϊκής βάσης (σαν αυτές που έχουμε δει και στην Ελλάδα σε ΑΕΚ, Άρη, ΠΑΟ) ώστε να λυθούν τα προβλήματα και να βρεθούν τα χρήματα. Όταν αυτό δεν έγινε κι η εταιρεία διαλύθηκε, αποφασίστηκε να ιδρύσουν έναν σύλλογο στα πλαίσια της AFC Wimbledon ή της FC United of Manchester, με τη διαφορά όμως ότι δεν επρόκειτο για «αντι-σύλλογο» καθώς η Σαλαμάνκα δεν υπήρχε πια. Έτσι ιδρύθηκαν οι Ουνιονίστας (σε ελεύθερη μετάφραση Ενωσίτες) με μέλη που είχαν όλα δικαίωμα μιας ψήφου για εκλογή προέδρου. Ο σύλλογος ξεκίνησε από την τοπική ΣΤ’ κατηγορία και με δυο ανόδους έφτασε πέρσι στη Δ’ εθνική της Ισπανίας, χωρίς όμως να κερδίσει την άνοδο.

Αριστερά το σήμα των Ουνιονίστας, δεξιά της Σαλμαντίνο

Παράλληλα με τους Ουνιονίστας όμως υπήρχε και μια δεύτερη ομάδα. Η Σαλμαντίνο ιδρύθηκε το 1943 ως θυγατρική της Σαλαμάνκα και αργότερα έγινε επίσημα η 2η ομάδα της καθώς οι αναπληρωματικοί αγωνίζονταν με αυτή. Το 1997 μετονομάστηκε σε Ουνιόν Σαλαμάνκα Β’ και συνέχισε να υπάρχει μέχρι και το 2013 ως η δεύτερη ομάδα του συλλόγου, όταν κι η Ουνιόν Σαλαμάνκα διαλύθηκε. Τότε, οι άνθρωποί της αποφάσισαν να την ονομάσουν ξανά σε Σαλμαντίνο (μια που δεν είχαν δικαιώματα για το όνομα της Σαλαμάνκα), απέκτησαν όμως τα δικαιώματα των Ακαδημιών και ως φυσική συνέχεια της «αναπληρωματικής» ομάδας συνέχισαν στη Γ’ εθνική όπου και βρισκόταν. Πολύς κόσμος άρχισε να στηρίζει την ομάδα, καθώς ήταν γι’ αυτούς η φυσική συνέχεια της Σαλαμάνκα με τα παιδιά από τις Ακαδημίες. Μετά από δύο σεζόν όμως, η ισπανική Ομοσπονδία αποφάσισε ότι τελικά η Σαλμαντίνο πρέπει να θεωρείται νέα ομάδα και ότι λανθασμένα έπαιζε στη Γ’ εθνική, ακύρωσε τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και έτσι την έριξε στον πάτο του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Έτσι λοιπόν, η Σαλμαντίνο ακολούθησε την πορεία των Ουνιονίστας με μια σεζόν διαφορά και από την ΣΤ’ εθνική βρέθηκε φέτος στη Δ’. Πριν λίγους μήνες κατάφερε να αγοράσει τα δικαιώματα για την μπουτίκ και το έμβλημα του συλλόγου, ενώ αγωνίζεται και στο παλιό γήπεδο της Σαλαμάνκα (οι Ουνιονίστας έχουν έδρα 50 μέτρα μακριά, στο βοηθητικό στάδιο). Επόμενος στόχος να πάρει τα δικαιώματα για το όνομα. Την ίδια στιγμή μάχη για διάφορα δικαιώματα δίνουν και οι Ουνιονίστας και μάλιστα κέρδισαν πρόσφατα μια δικαστική απόφαση. Με τη διαφορά όμως ότι οι ίδιοι πιστεύουν ότι κανείς δεν πρέπει να λέει ότι είναι η Σαλαμάνκα και προς το παρόν υποστηρίζουν ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν το όνομα και το έμβλημα. Την ίδια στιγμή ο ένας κατηγορεί τον άλλον και μιλούν οι δικηγόροι, ενώ ο κόσμος πιστεύει ότι η δική του ομάδα είναι η «σωστή». Μύλος…

Ναι, δεν είναι αστείο. Κυκλοφορούν και τέτοια ανάμεσα σε οπαδούς των ομάδων.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στη φετινή σεζόν όπου επιτέλους οι δυο ομάδες βρέθηκαν στην ίδια κατηγορία και πριν μερικές μέρες αντίπαλοι για πρώτη φορά. Η Σαλμαντίνο υποδέχτηκε τους Ουνιονίστας. Από το πρωί στους δρόμους υπήρχαν οπαδοί και των δύο ομάδων. Οι γηπεδούχοι της Σαλμαντίνο που λένε ότι η θυγατρική-2η ομάδα της Σαλαμάνκα από το 1943 είναι λογικό να είναι η Σαλαμάνκα και οι οπαδοί των Ουνιονίστας με σύνθημα «Ουνιόν ήταν μόνο μία» που λένε ότι η παλιά ομάδα τελείωσε το 2013 και πλέον δεν μπορεί να υπάρξει ομάδα αντικαταστάτρια, αλλά μια που απλώς να την τιμάει. Κάποιοι από αυτούς δάκρυζαν λέγοντας «θα επισκεφτώ το γήπεδό μου σαν φιλοξενούμενος».

Το πρώτο ντέρμπι στην ιστορία της Σαλαμάνκα, με δυο ομάδες που θέλουν να γίνουν ότι ήταν η παλιά Ουνιόν

Λίγο πριν τον αγώνα οι οπαδοί συναντιούνται απ’ έξω. Επεισόδια δεν γίνονται, αλλά το κλίμα είναι τεταμένο από τους πιτσιρικάδες και των δύο. Χειρονομίες και συνθήματα. Αστυνομική παρουσία. «Η Ουνιόν είμαστε εμείς» φωνάζουν οι οπαδοί της Σαλμαντίνο στους «φιλοξενούμενους» οπαδούς, ανθρώπους που πριν 4 χρόνια είχαν την ίδια αγωνία με αυτούς για τη σωτηρία της Σαλαμάνκα. Που πανηγύριζαν γκολ και νίκες, δάκρυσαν με υποβιβασμούς. Και τώρα ξαφνικά είναι αντίπαλοι σε ένα τοπικό ντέρμπι που όπως έγραψαν κάποιοι Ισπανοί είναι «το ντέρμπι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει» ή όπως έγραψε η Μάρκα, «το ντέρμπι των ορφανών». Στις κάμερες ο καθένας δηλώνει γιατί πιστεύει ότι υποστηρίζει το σωστό σύλλογο.

Στο παλιό σπίτι και των δύο, τα δυο πέταλα γεμίζουν με οπαδούς ντυμένους στα άσπρα και μαύρα να τραγουδούν τον ίδιο ύμνο κι όμως να είναι αντίπαλοι. Το παιχνίδι σκληρό, με φάουλ και αρκετούς καβγάδες μεταξύ των παικτών. Δεν είναι μόνο όλη αυτή η ιστορία, οι δυο ομάδες βρίσκονται στη 1η και 2η θέση του ομίλου τους και υπάρχει και βαθμολογική σημασία. Η Σαλμαντίνο κερδίζει τελικά με 1-0 με γκολ του Μεξικάνου Γκαλβάν. Οι οπαδοί της πανηγυρίζουν με τους παίκτες. Από την άλλη πλευρά οι φιλοξενούμενοι περιμένουν τους δικούς τους παίκτες και κάνουν χέρια όλοι μαζί, φωνάζοντας «αυτό δεν αγοράζεται με χρήματα» (μια που θεωρούν ότι ως ομάδα λαϊκής βάσης διαφέρουν). Σε άλλες περιπτώσεις μπορείς να πεις ποιος έχει δίκιο. Στη συγκεκριμένη όλοι έχουν κάποια βάση στα επιχειρήματά τους. Και κάπως έτσι, η Σαλαμάνκα αποκτά κι επίσημα ένα τοπικό ντέρμπι και δεν θα είναι παράξενο σε μερικά χρόνια να έχουν ξεχάσει όλοι τις στιγμές που υποστήριζαν την ίδια ομάδα, του Στελέα, του Ποπέσκου, του Παουλέτα και του Εντού Αλόνσο. Και εμείς να κάνουμε αφιερώματα για το «ιστορικό» κλάσικο της Σαλαμάνκα.

O έρωτας πίσω απο το τζάμι

  [Καθόλου σχόλια]

«Ένας άνθρωπος που έχει ολότελα εξαφανιστεί και, ξάφνου, είναι εδώ, μπροστά σας, πίσω από ένα τζάμι, γίνεται μια κυριαρχική φιγούρα (τουλάχιστον αν δεν σας προκαλεί ανία). Για τριάντα δευτερόλεπτα μου προκάλεσε τεράστια ευχαρίστηση και μάλιστα, από ορισμένες πλευρές, μια ευχαρίστηση υπερβολική, παράλογη, και εξαιτίας αυτών των τριάντα δευτερολέπτων της έδειξα πολύ μεγαλύτερη φιλία απ’ ό,τι θα είχα ποτέ την ιδέα να της δείξω.»

(Μωρίς Μπλανσό, Καταδίκη σε Θάνατο, 1948)

Για όλους όσους είδαν κάποτε τον έρωτά τους πίσω από ένα τζάμι.

Ο Γκουαρδιόλα, ο Ντε Μπρούινε και οι νικητές -μέχρι στιγμής- της Πρέμιερ Λιγκ

  [8 Σχόλια]

Το περασμένο Σάββατο η Μάντσεστερ Σίτι αγωνίστηκε στην έδρα της Λέστερ και -αν και τα βρήκε σκούρα για περίπου 40 λεπτά- κατάφερε τελικά να αποδράσει με 0-2, έχοντας για ακόμα μια φορά ως ηγέτη τον Κέβιν Ντε Μπρούινε, και να διατηρήσει την διαφορά της από την Γιουνάιτεντ στους 8 βαθμούς. Το 0-2 έγινε στο 49′, με σουτ-κεραυνό απ’ το αριστερό πόδι του Βέλγου. Ένα σουτ βγαλμένο απ’ τα καλύτερα ποδοσφαιρικά παραμύθια. Σα να βλέπεις τον Ζιντάν με κατάξανθα φουντωτά μαλλιά, τον Πολ Γκασκόιν νηφάλιο και χωρίς περιττά κιλά, τον Ντιέγκο Φορλάν κουρεμένο δίχως όμως ίχνος αυτής της γαμάτης ποδοσφαιρικής αλητείας που είχε συσσωρευθεί σε κάθε σπιθαμή του σώματός του. Θα μου πείτε πως το είχε ξανακάνει πριν μερικές βδομάδες, και σε δυσκολότερη έδρα, ο Βέλγος όταν και νίκησε -πάλι με το αριστερό του πόδι- τον Κουρτουά. Κάπως έτσι είχαν αποδράσει οι «πολίτες» απ’ την έδρα της περσινής πρωταθλήτριας Τσέλσι και έδειξαν για ακόμα μία φορά προς όλους, ότι φέτος είναι η χρονιά τους. Σας πρήζω. Το ξέρω, αλλά λέω να το θυμηθούμε εκείνο το γκολ (και ξέρω ότι το θέλετε και εσείς):

Ο νεαρός Βέλγος, η ομάδα του, και φυσικά ο εγκέφαλος αυτής, ο Πεπ Γκουαρδιόλα, είναι ως ώρας οι απόλυτοι νικητές της Πρέμιερ Λιγκ και -κατά την ταπεινή μου γνώμη- η κορυφαία ομάδα αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα πράγματα είναι απλά: Αν αγαπάς το ποδόσφαιρο, αγαπάς (και βλέπεις) την Σίτι. Αν δε το κάνεις, είτε δεν αγαπάς το ποδόσφαιρο, είτε μισείς τους «γαλάζιους» του Μάντσεστερ για τους δικούς σου λόγους. Δέχομαι μόνο ως δικαιολογία το να μην έχει κάποιος χρόνο για να δει ποδόσφαιρο γενικά. Είναι περίεργοι άλλωστε οι καιροί μας. Διαλέγεις λοιπόν μεριά και με αυτή πορεύεσαι. Αυτό που έχει καταφέρει ο Πεπ είναι κάτι το μοναδικό. Η αλλαγή θέσης του Βέλγου, μετατρέποντάς τον από ένα τυπικό «δεκάρι», στον απόλυτο κεντρικό χαφ στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, είναι απλά μοναδική. Το ίδιο είχε κάνει ο Καταλανός και πριν 10 χρόνια περίπου με τους Ινιέστα και Τσάβι (σε μια δημιουργία που οδήγησε το ποδόσφαιρο σε σπάνιας ομορφιάς μονοπάτια και τους Ισπανούς ακόμα και στην κατάκτηση του κόσμου το 2010) αλλά εδώ μιλάμε για κάτι ακόμα πιο σύγχρονο. Ακόμα πιο ολοκληρωμένο. Κάτι που φαντάζει (και είναι) άκρως εξελίξιμο. Με την σκέψη στο «που ακριβώς μπορεί να φτάσει» να τρομάζει ακόμα και τα πιο εύστροφα -ποδοσφαιρικά- μυαλά. Να βλέπεις τον Ντε Μπρούινε να κινείται στο χώρο, να αγγίζει την μπάλα, να δημιουργεί για τους συμπαίκτες του, να μαρκάρει χωρίς να χρειάζεται καν να λερώσει το σορτσάκι του και φυσικά να σκοράρει (λίγα ως ώρας) πολύτιμα τέρματα, είναι απλά ηδονικό. Και βάζω τελεία.

Η Γουότφορντ και ο Ριτσάρλισον (Ω! Ναι) Remember the Name

Η ομάδα του Μάρκο Σίλβα έχει κλέψει τις εντυπώσεις (μαζί με την Μπέρνλι) από τις θεωρητικά «μικρές» ομάδες του πρωταθλήματος και αυτό εμένα μου αρέσει πολύ. Βάζω την Γουότφορντ πάνω από την Μπέρνλι, κι ας υπολείπεται αυτής 4 ολόκληρους βαθμούς, για τον εξής απλό λόγο. Η ομάδα του Σον Ντάις έχει τον ίδιο προπονητή χρόνια τώρα και δεν έπρεπε να αφομοιώσει νέα στυλ και τακτικές όπως οι «σφήκες» για παράδειγμα, και αυτό είναι από μόνο του, κάτι πολύ ιδιαίτερο και σημαντικό. Η Γουότφορντ τις δύο προηγούμενες σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ τις έβγαλε με δύο διαφορετικούς προπονητές και δύο εντελώς διαφορετικές φιλοσοφίες. Την σεζόν 2015/16 προπονητής ήταν ο αλέγκρος και αρκετά σοφιστικέ Κίκε Φλόρες, με ένα καθαρό και άκρως αγγλικό 4-4-2. Ένα σύστημα που είχε φέρει πολλά καλά αποτελέσματα. Πέρσι στο τιμόνι κάθισε ο πιο σκληρός και περισσότερο λάτρης της αμυντικής τακτικής Βάλτερ Ματσάρι με νέο σύστημα. Το αγαπημένο του 3-5-2 που θαυμάσαμε τα προηγούμενα χρόνια στη Νάπολι. Ένα σύστημα που μπορεί να άργησε να ρολάρει, αλλά όταν το έκανε απέδωσε καρπούς. Φέτος έχουμε έναν θεωρητικά πιο σύγχρονο προπονητή, που αρέσκεται να χρησιμοποιεί κυρίως το 4-3-3 (αν και χρησιμοποιεί και τριάδα στην άμυνα ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής), έχοντας κατά νου να δημιουργήσει και όχι να καταστρέψει (αυτό εννοείται το λατρεύουμε). Φυσικά για να «τρέξει» όλο αυτό, δίνει σημαντικότατες βοήθειες ο νεαρός βραζιλιάνος εξτρέμ, Ριτσάρλισον. Ο παίκτης δηλαδή που έχει φέρει στο μυαλό των παλιών φίλων  της ομάδας (απ’ τα λατρεμένα 80s με πρόεδρο τον Έλτον Τζον) τον τρισμέγιστο Τζον Μπαρνς και τα «μαγικά του».

Ο 20χρόνος Ριτσάρλισον αποκτήθηκε για μόλις 11 εκατομμύρια λίρες (λίγα είναι για τα δεδομένα του σύγχρονου ποδοσφαίρου αν με ρωτάτε) απ’ τη Φλουμινένσε, και αυτή τη στιγμή φαντάζει πολύ δύσκολο να μην πουληθεί το ερχόμενο καλοκαίρι με ένα ποσό, τουλάχιστον τριπλάσιο από αυτό που έδωσε η Γουότφορντ γι’ αυτόν πέρσι. Οι 12 συμμετοχές και τα 5 γκολ που έχει σημειώσει τον καθιστούν στους διακριθέντες της ομάδας (και ολόκληρης της λίγκας κατ επέκταση), αλλά αυτό που τον κάνει ακόμα πιο υπέροχο και μοναδικό, στα δικά μου μάτια, είναι αυτή η επαφή που έχει με την μπάλα. Η τεχνική του, και φυσικά το σημαντικότερο όλων αυτών που πρέπει να έχει κάθε ντελικάτος ποδοσφαιριστής. Πολύ σωστά μαντέψατε. Το απρόβλεπτο. Αυτό δηλαδή που είχε ο Μπαρνς όταν αλώνιζε στον ασβέστη της αριστερής πλευράς της ομάδας, πριν το ποδόσφαιρο γυαλιστεί και καλοφιαχτεί στα τωρινά δεδομένα. Ο Ριτσάρλισον έχει αυτή την παλιά πάστα. Εκείνη την αλητεία του παιδιού που θα παίζε ακόμα και ξυπόλητο για να κερδίσει το στοίχημα απ’ τον σπασίκλα συμμαθητή του. Αυτό που έχει κάθε γεννημένος νικητής που ξεκίνησε από χαμηλά και δεν τυφλώθηκε όταν έπεσαν πάνω του -μαζικά- τα καλογυαλισμένα φώτα των  γηπέδων και των φωτογραφικών μηχανών. Τον έχω λατρέψει, δεν το κρύβω, και τον φαντάζομαι ήδη στο Άνφιλντ με τη φανέλα της Λίβερπουλ. Ούτε αυτό θα το κρύψω.

Ο Σαλάχ και ο Ντάβινσον Σάντσεζ

Βάζω τον εξτρέμ της Λίβερπουλ και τον κεντρικό αμυντικό της Τότεναμ σε αυτό εδώ το κείμενο γιατί έχουν πολλά κοινά στην έως τώρα πορεία τους στο Αγγλικό πρωτάθλημα. Εξηγούμαι. Αμφότεροι ήρθαν από ευκολότερα πρωταθλήματα (ο πρώτος από το Ιταλικό και ο δεύτερος απ’ το Ολλανδικό) και αμφότεροι επίσης δέχτηκαν αρκετά σκληρή κριτική. Για διαφορετικούς όμως λόγους. Ο Αιγύπτιος (ξανά)ήρθε με την ταμπέλα του χασογκόλη Speedy Gonzales και ο Κολομβιανός με πολλά ερωτηματικά γύρω απ΄την αξία του, για το αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στον δύσκολο κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ άμεσα. Και οι δύο αποκτήθηκαν επίσης με ένα σωρό χρήματα, κάτι που καθιστούσε ακόμα πιο αιχμηρή την κριτική και ακόμα πιο μειωμένη την υπομονή σε συνάρτηση με το χρονικό όριο που θα έπιαναν το μάξιμουμ της απόδοσής τους. Αν το έπιαναν. Μετά από 12 αγωνιστικές, ο Σαλάχ είναι ο πρώτος σκόρερ της Λίβερπουλ, έχοντας σκοράρει μερικά σπάνιας ομορφιάς και σημασίας τέρματα και κάνοντας δικό του πλέον το στοιχειωμένο ρεκόρ που κατείχε ο Φάουλερ με 8 γκολ για τις πρώτες 12 αγωνιστικές. Ο Σαλάχ έχει σκοράρει 9 βουλώνοντας τα στόματα των επικριτών του. Πολλοί εξ αυτών μάλιστα ήταν φίλοι της ομάδας του.

Ο Ντάβινσον Σάντσεζ απ’ την άλλη -με την απουσία του Αλντερβάιλερ- έχει βρει θέση στο αρχικό σχήμα της Τότεναμ ως δεξί στόπερ στην τριάδα του Ποκετίνο, και με την φοβερή του απόδοση φαντάζει απίθανο να χάσει την θέση του, αν φυσικά παραμείνει υγιής. Ο τρόπος που βγάζει ώρες-ώρες την μπάλα από την άμυνα, με άψογη τεχνική και με μια ηρεμία που δύσκολα βρίσκεις σε τόσο νεαρό αμυντικό αλλά και σε έμπειρους παίκτες, είναι απλά μοναδική. Τα περιθώρια βελτίωσής του άλλωστε, δίπλα στον κορυφαίο Μαουρίτσιο Ποκετίνο, δεν έχουν ταβάνι και αυτό είναι επίσης  κάτι το τρομακτικό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μιλάμε για ένα παιδί που βρίσκεται μόλις στο 21ο έτος της ηλικίας του.

Ο Μουρίνιο και το If… (Όχι του Λίνσντεϊ Άντερσον)

Πολλοί ίσως αναρωτηθείτε για ποιο λόγο βρίσκεται σε αυτό εδώ το κείμενο ο Πορτογάλος και ίσως να έχετε και δίκιο αλλά εγώ τον Ζοσέ τον αγαπάω και δεν μπορώ να μην ασχοληθώ μαζί του. Η ομάδα του Μουρίνιο μπορεί να βρίσκεται στο -8 απ’ τη συμπολίτισσα Σίτι αλλά το γεγονός πως βρίσκεται μονάχη στην 2η θέση, χωρίς να έχει αποδώσει καλό ποδόσφαιρο σε διάρκεια, και χωρίς να έχει τον ηγέτη της Πολ Πογκμπά για αρκετές αγωνιστικές, της δίνει σίγουρα αρκετά credits. «What If…» μας ρώτησε ο Μουρίνιο για τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε τραυματιστεί ο Γάλλος σούπερ σταρ και εγώ -ειλικρινά- απάντηση δεν μπορώ να βρω. Όσο κι αν πιέζω τον εαυτό μου. Ζοσέ συγγνώμη! Αν κρίνω πάντως από το πρώτο 40λέπτο (ΠΡΟΣΟΧΗ όχι 45λέπτο) κόντρα στη Νιουκάστλ το Σάββατο, ίσως τα πράγματα να ήταν ακόμα χειρότερα. Αν απ’ την άλλη κρίνω με βάση τις πρώτες αγωνιστικές, ίσως τα πράγματα να ήταν αρκετά καλύτερα. Με τα If άλλωστε δεν βάφονται αυγά και δεν υπάρχει και λόγος μιας και πλησιάζουν Χριστούγεννα και όχι Πάσχα. Τη δεδομένη πάντως χρονική στιγμή η Γιουνάιτεντ δείχνει πολύ πίσω απ’ τη Σίτι (και όχι μόνο βαθμολογικά) και μένει να δούμε στους πόσους βαθμούς διαφορά θα την αντιμετωπίσει στο ντέρμπι της 16ης αγωνιστικής, σε σχεδόν 20 μέρες από σήμερα. Ο Ζοσέ απ’ την άλλη έχει μάθει να παλεύει και με απουσίες βασικών και σε αυτό του βγάζω το καπέλο. ‘Έγραψα και πιο πάνω. Τον αγαπάω τον Πορτογάλο κι ας μη μου φαίνεται.

H επιστροφή του Ερυθρού Αστέρα

  [5 Σχόλια]

6 Δεκεμβρίου 1978. Η Άρσεναλ υποδέχεται τον Ερυθρό Αστέρα για τον τρίτο γύρο του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, έχοντας να ανατρέψει το εις βάρος της 1-0 του Βελιγραδίου. Ένα αποτέλεσμα που είχε διαμορφωθεί δύο εβδομάδες νωρίτερα, με το τέρμα του μέσου Ζβίζετιν Μπλαγκόσεβιτς. Οι «κανονιέρηδες» θα ανοίξουν το σκορ με τον χαρισματικό επιθετικό Άλαν Σάντερλαντ αλλά λίγο πριν δουν τον διαιτητή να σφυρίζει τη λήξη της αναμέτρησης, ο Ντούσαν Σάβιτς θα σκοράρει και θα στείλει τους Σέρβους στα προημιτελικά της διοργάνωσης -απέναντι στην Γουέστ Μπρομ- βυθίζοντας το κοινό του Χάιμπουρι στη θλίψη και τη σιωπή. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν 30 χρόνια για να βρεθούν και πάλι οι δύο ομάδες αντιμέτωπες σε μια ευρωπαϊκή βραδιά, με συνδετικό κρίκο πλέον μόνο τον γιο του Ντούσαν Σάβιτς, μιας και ο Βούγιαντιν Σάβιτς αγωνίζεται ως στόπερ στον Ερυθρό Αστέρα, αν και δεν έχει καμία σχέση -ποδοσφαιρικά πάντα- με τον ντελικάτο πατέρα του. Το τέλος της σεζόν ’78-’79 είχε βρει τον Ερυθρό Αστέρα φιναλίστ απέναντι στη νικήτρια Γκλάντμπαχ, 23 χρόνια μετά την πρώτη φιναλίστ απ’ τη χώρα-σε κάποιο ευρωπαϊκό τελικό- Παρτιζάν που είχε ηττηθεί απ’ τη Ρεάλ Μαδρίτης.

Όταν η κληρωτίδα του φετινού Γιουρόπα Λιγκ έβγαλε το όνομα του Ερυθρού Αστέρα δίπλα σε αυτό της Άρσεναλ, για τον 8ο όμιλο, κάποιος καλομαθημένος φίλος των Λονδρέζων είχε «τουϊτάρει» μια φράση που είχε προκαλέσει -έστω και για λίγο- ένα μικρό χαμό στα social media. Η φράση ήταν η εξής: «Καταλαβαίνεις πως είσαι στο Γιουρόπα Λιγκ όταν βλέπεις το όνομα Crvena Zvezda δίπλα σε αυτό της ομάδα σου». Οι Σέρβοι ως γνωστόν δεν παίζουν με αυτά τα πράγματα και αμέσως πήραν θέση, βάζοντας για τα καλά στη δική του τον Άγγλο. «Η ομάδα μας έχει κατακτήσει κύπελλο Πρωταθλητριών. Η δική σου όχι». «Έχουμε βγάλει παίκτες που έχουν αγωνιστεί στα κορυφαία κλαμπ της Ευρώπης». «Έχουμε ένα σωρό εγχώριους τίτλους». Φυσικά έκλεισαν με το σήμα-κατατεθέν της ομάδας τους: «Έχουμε ένα απ’ τα πιο ατμοσφαιρικά γήπεδα σε ολόκληρο τον κόσμο και όχι ένα γήπεδο πιο ήσυχο κι από αίθουσα της Λυρικής Σκηνής».

Εννοείται πως κανένα απ΄όλα αυτά τα σχόλια δεν έκρυβε κάποια ψευδή πληροφορία ή μια δόση υπερβολής πλην του τελευταίου (τι όχι;). Φυσικά ο Άγγλος προσπάθησε να σώσει κάπως την κατάσταση και το ατυχές του σχόλιο, γράφοντας όμως με μια δόση ειρωνείας και φλεγματικού αγγλικού χιούμορ, πως δεν ευθύνεται αυτός που η ΟΥΕΦΑ γράφει Crvena Zvezda και όχι Red Star. «Εσείς είστε βρε παιδιά ο Ερυθρός Αστέρας; Που να το ξέρω; Αν και υπάρχει σε κάθε κράτος ένας Ερυθρός Αστέρας και μπερδεύομαι, εσάς σας ξέρω. Ζητώ ταπεινά συγνώμη». Δεν μεταφέρω τις βρισιές και τις απειλές που ακολούθησαν για ευνόητους λόγους. Οι «χούλιγκανς του πληκτρολογίου» άλλωστε είναι μια μάστιγα που κάνει «διεθνή καριέρα» και τη συναντάς παντού. Τα τελευταία χρόνια εννοείται κάνει μεγάλη καριέρα και στη δική μας χώρα, κυρίως κάτω από άρθρα μετά από αναμετρήσεις της Μπαρτσελόνα με την Ρεάλ Μαδρίτης και άρθρα για την «κόντρα» (που υπάρχει όμως μόνο σε νοσηρά μυαλά) του Διαμαντίδη με τον Σπανούλη, στο άθλημα του μπάσκετ.

O Σίνισα Μιχάιλοβιτς σε προπόνηση το ’90

Απ’ την εποχή που ο Ερυθρός Αστέρας, έχοντας ένα σωρό σπουδαίους ποδοσφαιριστές, κατακτούσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1991 απέναντι στη Μαρσέιγ έχουν αλλάξει -σχεδόν- τα πάντα στο Γιουγκοσλαβικό ποδόσφαιρο. Ο πόλεμος και η διάλυση εκείνης της ομάδας -όπως και όλων των σπουδαίων ομάδων της εποχής σε ποδόσφαιρο, μπάσκετ και βόλλευ που είχαν οι Πλάβι σε συλλογικό επίπεδο- έφεραν και τον Ερυθρό Αστέρα σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Υπήρξε περίοδος στα 90s που η ομάδα καλά-καλά δεν είχε γήπεδο να προπονηθεί και φυσικά τα χρέη που δημιουργήθηκαν και μεγάλωναν συνεχώς (χρέη που υπάρχουν ακόμα) έμπαιναν πάντα εμπόδιο στο να δημιουργηθεί ξανά μια σπουδαία ομάδα που θα έβαζε το όνομά της ψηλά και πάλι ακόμα και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Όπως είχε μάθει δηλαδή όλους τους οπαδούς της. Σύμφωνα με έρευνες των τελευταίων τριών ετών, το χρέος των -σχεδόν- 50 εκατομμυρίων ευρώ που υπήρχε το 2015 έχει μειωθεί αισθητά μετά τις πωλήσεις νεαρών και άκρως ταλαντούχων παικτών που -ευτυχώς- βγάζει συνεχώς η ομάδα. Περιπτώσεις όπως αυτή του Μάρκο Γρούγκιτς που πουλήθηκε στη Λίβερπουλ, του Λούκα Γιόβιτς που έφυγε για τη Μπενφίκα (και αγωνίζεται δανεικός στην Άιντραχτ) και φυσικά η περίπτωση των αδερφών Ίλιτς που πουλήθηκαν στην Σίτι για 5 εκατομμύρια λίρες είναι οι πιο γνωστές των τελευταίων ετών. Φυσικά θα ακολουθήσουν κι άλλες. Να είστε σίγουροι.

Από το 2013 -και αυτό είναι αρκετά σημαντικό- η ιστορική ομάδα του Βελιγραδίου δείχνει και πάλι να πατάει αρκετά γερά στα πόδια της, και αυτή τη στιγμή φαντάζει πιο ικανή από ποτέ να επιστρέψει τόσο στην κατάκτηση του Σερβικού πρωταθλήματος (όπως έκανε το 2014 και το 2016 δηλαδή) όσο και σε μια καλή Ευρωπαϊκή πορεία, ως μία ομάδα που όταν πέσει (γιατί θα πέσει), θα πέσει μετά από μεγάλη μάχη ακόμα και με τον δυσκολότερο αντίπαλο. Οι εποχές του 2014 με την ομάδα να αρνείται να συμμετάσχει στο Τσάμπιονς Λιγκ λόγω οικονομικών προβλημάτων φαντάζουν πλέον πολύ μακρινές και η τωρινή ομάδα -έχοντας τον «δικό μας» Βλάνταν Μιλόγεβιτς στο τιμόνι- δείχνει να σφύζει από ταλέντο, νιάτα και -το σημαντικότερο όλων αυτών- ποδοσφαιρική υγεία. Κάτι που φυσικά συμβαίνει και με τη μεγάλη της αντίπαλο, την Παρτιζάν.

Το παιχνίδι που έδειξε σε ολόκληρη την Ευρώπη πως ο Ερυθρός Αστέρας είναι και πάλι εδώ, μαζί μας, δεν ήταν άλλο από το ματς στην έδρα της Κολονίας για την 2η αγωνιστική του Γιουρόπα Λιγκ. Οι Σέρβοι έχοντας φέρει ισοπαλία με την Μπάτε Μπορίσοφ στο Ράικο Μίτιτς (ή Μαρακανά), γνώριζαν καλύτερα απ’ τον καθένα πως έπρεπε να πάρουν θετικό αποτέλεσμα στη Γερμανία, αν φυσικά ήθελαν να έχουν ελπίδες για πρόκριση στη νοκ-άουτ φάση, μιας και ακολουθούσαν τα διπλά παιχνίδια με το φαβορί του ομίλου, την Άρσεναλ. Το γκολ του Γκανέζου επιθετικού Ρίτσμοντ Μποακίε στο 30′ (ένα γκολ που έφερε στο μυαλό πολλών «κάτι από Ντιντιέ Ντρογκμπά») χάρισε το χρυσό τρίποντο και μαζί την σπίθα της ελπίδας για πρόκριση σε ένα λαό που ζει για το ποδόσφαιρο, έχει ζήσει μεγάλες διακρίσεις μέσα από αυτό (όπως έζησε, ζει και θα ζει και με το μπάσκετ) και το σημαντικότερο: Διψάει για να τις ξαναζήσει.

Το 0-1 απ’ την Άρσεναλ, την επόμενη αγωνιστική, με το γκολ-ποίημα του Ζιρού σίγησε το Βελιγράδι αλλά το αντρίκιο 0-0 στο Λονδίνο (έστω και αν οι Άγγλοι είχαν παραταχτεί με πολλές απουσίες βασικών παικτών) έδωσε και πάλι στον Ερυθρό Αστέρα το δικαίωμα να έχει την πρόκριση στα δικά του χέρια. Και μόνο. Και αυτό ήταν το σημαντικότερο. Αυτή τη στιγμή η Άρσεναλ είναι πρώτη στον όμιλο με 10 βαθμούς. Ακολουθεί ο Ερυθρός Αστέρας με 5 στο +1 από την Μπάτε, με την Κολονία τελευταία στους 3 βαθμούς. Τα πράγματα είναι απλά. Αν η ομάδα του Βελιγραδίου κερδίσει την Μπάτε στην έδρα της για την 5η αγωνιστική, λογικά θα πάρει και την πρόκριση. Πάντως ακόμα και αν χάσει (και η Άρσεναλ ηττηθεί στη Γερμανία) θα έχει και πάλι ελπίδες πρόκρισης την τελευταία αγωνιστική με νίκη επί της Κολονίας, αν φυσικά η Άρσεναλ κάνει το καθήκον της και κερδίσει την Μπάτε εντός. Αυτό το τελευταίο πάντως -και μετά τη διαμάχη του φίλου της Άρσεναλ με τους Σέρβους στο twitter- δεν ξέρω κατά πόσο θα το θέλουν αρκετοί φίλοι των «κανονιέρηδων».

Η ουσία -για να κλείσω το θέμα- είναι πως ο Ερυθρός Αστέρας έχει επιστρέψει στο ευρωπαϊκό στερέωμα έχοντας δουλέψει σε τεράστιο βαθμό τις ακαδημίες του και βγάζοντας σπουδαία ταλέντα από τα σπλάχνα του. Ταλέντα που παίζουν γι’ αυτόν. ‘Οπως ο εξτρέμ Σλάβολιουμπ Σρένιτς. Αλίευσε παίκτες που δεν βρήκαν χώρο σε μεγάλες ομάδες και τους αγόρασε φθηνά. Όπως ο Μποακίε. Ένας παίκτης που δεν πίστεψε ποτέ η Γιουβέντους. Και φυσικά κατάφερε να βρει και να κλείσει εξαιρετικές περιπτώσεις δανεικών. ‘Οπως ο Μπάμπιτς της Ρεάλ Σοσιεδάδ. Απ’ τα πιο σημαντικά επίσης είναι η αλλαγή νοοτροπίας -δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο την κόκκινη κάρτα στη μερίδα των ακροδεξιών της οπαδών που δυστυχώς υπάρχει- βάζοντας αρχηγό τον Ολλανδό, σκούρου δέρματος, Μίτσελ Ντόναλντ. Έναν παίκτη που βγήκε από την φημισμένη ακαδημία του Άγιαξ και «καλπάζει» στο χώρο της μεσαίας γραμμής της ομάδας ως ο απόλυτος ηγέτης και ισορροπιστής αυτής. Όλα αυτά -στα δικά μου τουλάχιστον μάτια- δείχνουν μια ομάδα-μοντέλο. Μια ομάδα που καταφέρνει με δουλειά, αλλά και γνώση των ανθρώπων που έχουν διοικητικά πόστα σε αυτή, να υπερνικά τις όποιες αδυναμίες έχει (αγωνιστικές και οικονομικές) και καταφέρνει  να κοιτά στα μάτια, ακόμα και τους πιο υπερόπτες ποδοσφαιριστές (αλλά και οπαδούς) διαφημισμένων και «καλογυαλισμένων» πρωταθλημάτων, όπως η Πρέμιερ Λιγκ και η Μπουντεσλίγκα.

Φίδια, μαχητικά αεροσκάφη και σεισμοί: Η επιστροφή του Περού

  [19 Σχόλια]

Το ποδόσφαιρο έχει κερδίσει την αγάπη του κόσμου στις περισσότερες χώρες του πλανήτη αλλά όπως έχουμε πει κάμποσες φορές στο παρελθόν, παραφράζοντας τη γνώριμη Σαλονικιώτικη ρήση, «σαν τη Λατινική Αμερική δεν έχει». Τα παραδείγματα άλλωστε είναι αμέτρητα. Αυτή είναι μια διαπίστωση που σίγουρα θα έκαναν και οι άτυχοι Νεοζηλανδοί που βρέθηκαν αυτές τις μέρες στη Λίμα του Περού, για το δεύτερο παιχνίδι μπαράζ που θα έκρινε την ομάδα που θα ταξιδέψει το καλοκαίρι στη Ρωσία.

Όπως είναι εύκολα κατανοητό, το ζευγάρι Περού-Νέα Ζηλανδία είχε εξ αρχής ένα μεγάλο φαβορί. Οι Περουβιανοί μπορεί να έχουν να εμφανιστούν σε Μουντιάλ από το 1982 αλλά το επίπεδο τους απέχει αρκετά από αυτό των άπειρων αντιπάλων τους. Αυτή η διαφορά φαίνεται ακόμα και στην πορεία των δυο ομάδων μέχρι τα μπαράζ. Την ώρα που το Περού έδινε 18 μάχες για μια θέση στην πρώτη 5αδα με αντιπάλους όπως η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, η Αργεντινή, η Κολομβία και η Χιλή, οι Νεοζηλανδοί άνετοι και ωραίοι αντιμετώπιζαν παγκόσμια… μεγαθήρια, όπως είναι τα Φίτζι, η Νέα Καληδονία και τα Νησιά Σολομώντα.

Η ποιοτική απόσταση των δυο ομάδων όμως μειώθηκε αισθητά λίγες μέρες πριν, όταν ο Πάολο Γκερέρο βρέθηκε θετικός σε παλιότερο έλεγχο ντόπινγκ. Χωρίς τον αρχηγό και ηγέτη του, το Περού δεν κατάφερε να διασπάσει την άμυνα των Νεοζηλανδών στο πρώτο ματς και το τελικό 0-0 πρόσθεσε επιπλέον άγχος στο φαβορί του ζευγαριού. Έτσι, και με το φόβο πως η ομάδα του μπορεί τελικά να αυτοκτονήσει και να κλωτσήσει αυτή την τεράστια ευκαιρία να βρεθεί σε ένα Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια, ο απλός λαός ανέλαβε δράση. Και όχι μόνο ο απλός λαός.

Το μαρτύριο για την αποστολή της Νέας Ζηλανδίας ξεκίνησε πριν καν πατήσει το πόδι της στο έδαφος του Περού. Μετά από μια κουραστική πτήση 11,5 ωρών ως το Μπουένος Άιρες, οι ‘All Whites’ (Ολόλευκοι) μπήκαν στο δεύτερο αεροπλάνο που θα τους μετέφερε στη Λίμα, μια πτήση διάρκειας 4 ωρών υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά όταν μια χώρα τρελαμένη με το ποδόσφαιρο έχει να παίξει σε Μουντιάλ τόσα πολλά χρόνια, οι συνθήκες μόνο φυσιολογικές δεν είναι κι αυτό το καταλαβαίνει κανείς από το γεγονός ότι ο Υπουργός Εργασίας ανακοίνωσε πως αν η ομάδα προκριθεί στο Μουντιάλ η επόμενη μέρα θα είναι αργία, ως εθνική γιορτή, για να έρθει λίγο μετά ο Υπουργός Παιδείας και να διευκρινίσει ότι και τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά. Ή και από το γεγονός ότι όλες οι ομάδες της χώρας είχαν βάλει τα χρώματα της εθνικής σαν εικόνα στον λογαριασμό τους στο twitter.

Πίσω στο ατέλειωτο ταξίδι των Νεοζηλανδών, ο πύργος ελέγχου του αεροδρομίου ενημέρωσε τον πιλότο πως δεν μπορεί να προσγειωθεί «λόγω νέων περιορισμών στις αφίξεις του αεροδρομίου» (* διακριτικό γέλιο *), αναγκάζοντας τον να κάνει κύκλους στον αέρα για αρκετή ώρα, πριν κάνει τελικά μια στάση εκτός προγράμματος σε ένα άλλο κοντινό αεροδρόμιο. Όλη αυτή η… απρόοπτη διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα να φτάσει η αποστολή κατάκοπη στη Λίμα με πάνω από 3 ώρες καθυστέρηση.

Η συνέχεια δεν ήταν πολύ καλύτερη. Όση ώρα ο προπονητής και ο βοηθός του μιλούσαν με τους δημοσιογράφους, οι παίκτες επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο που τους περίμενε για να τους πάει στο ξενοδοχείο. Όταν ο προπονητής και ο βοηθός τέλειωσαν με τις δηλώσεις και έφτασαν στο ξενοδοχείο με ταξί ανακάλυψαν ότι το πούλμαν ήταν ακόμα στο δρόμο! Όπως έμαθαν αργότερα από τους παίκτες ο χαλαρός οδηγός δεν πέρασε ποτέ τα 35 χλμ/ώρα, κάνοντας μια διαδρομή 20 χιλιομέτρων να διαρκεί πάνω από 45 λεπτά (* νευρικό γέλιο*).

Οι ταλαιπωρημένοι και εκνευρισμένοι πλέον παίκτες κατάφεραν να φτάσουν στα δωμάτια τους μετά τη 1 τη νύχτα κι όταν επιτέλους μπόρεσαν να ξαπλώσουν μετά από μια ολόκληρη μέρα ταξιδιού, συνειδητοποίησαν ότι για το Περού ο αγώνας αυτός είχε ξεκάθαρο χαρακτήρα: «Ή εμείς ή κανείς». Λίγο μετά τις 3 τη νύχτα, έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό μπροστά ακριβώς από το ξενοδοχείο δεκάδες πυροτεχνήματα (γιατί το να πας απλά απ’έξω και να φωνάζεις συνθήματα ή να πατάς κόρνες είναι πλέον πολύ κλασικό και μέινστριμ), σηκώνοντας στο πόδι όχι μόνο τους πελάτες αλλά και όλη την περιοχή.

Η ταλαιπωρία των φιλοξενούμενων συνεχίστηκε φυσικά και την επόμενη μέρα. Πηγαίνοντας για την προπόνηση το λεωφορείο που τους μετέφερε έκανε, ξανά, απελπιστικά πολλή ώρα για να φτάσει στο γήπεδο (αρκετοί από τους επιβαίνοντες υποψιάζονται ότι ο οδηγός δεν διάλεξε την πιο σύντομη διαδρομή) ενώ όταν έφτασε σ’αυτό, παράτησε ουσιαστικά τους παίκτες απ’έξω καθώς η είσοδος που είχε επιλέξει – και η οποία, περιέργως, ήταν άλλη απ’αυτή που είχε μπει λίγες ώρες πριν το πούλμαν του Περού – ήταν πολύ χαμηλή και το πάνω μέρος του οχήματος δεν χωρούσε! Μετά από αυτό το απρόοπτο ακολούθησαν άλλα 30 λεπτά εκνευριστικής αναμονής γιατί, όλως τυχαίως, ο υπεύθυνος του γηπέδου είχε χάσει τα κλειδιά (* νευρικό γέλιο πιο δυνατό *).

Την ίδια ώρα έξω ακριβώς από το γήπεδο συγκεντρωμένοι οπαδοί περίμεναν σε ουρές 500 μέτρων (που είχαν στηθεί από το προηγούμενο βράδυ) για να παραλάβουν τα τελευταία εισιτήρια που είχαν κερδίσει από εθνική λοταρία. Ανάμεσα τους και ένα ζευγάρι που είχε έρθει για τον αγώνα από μια πόλη 900 χιλιόμετρα μακριά.

Δίπλα τους ακριβώς κάποιοι σαμάνοι και αυτοαποκαλούμενοι μάγοι, είχαν αραδιάσει στο πεζοδρόμιο φωτογραφίες των δυο ομάδων, έριχναν πάνω τους διάφορα ‘μαγικά’ υγρά και θειάφι και εκστόμιζαν αρχαίες κατάρες προς αυτές των Νεοζηλανδών, τις οποίες συχνά-πυκνά τρυπούσαν με καρφίτσες. Ένας εξ αυτών, περνώντας σε άλλο επίπεδο βουντού, κρατούσε ένα φίδι το οποίο και πίεζε προς τις εικόνες των κακόμοιρων φιλοξενούμενων, απαγγέλοντας ταυτόχρονα ‘ευχές’ που σίγουρα δεν βγήκαν από κάποιο εγχειρίδιο για το Fair Play. Και η μαγεία (όλων των ειδών) δεν σταματάει εδώ.

Οι ταλαιπωρημένοι, νευριασμένοι και πιθανόν λίγο φοβισμένοι παίκτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούν, έχοντας πάντα στο μυαλό το ενδεχόμενο να τους περιμένουν εκεί οι ντόπιοι με χειροβομβίδες μια νέα παρτίδα πυροτεχνημάτων. Τελικά έπεσαν έξω, αφού για άλλη μια φορά η έμπνευση των Περουβιανών ξεπέρασε τις προσδοκίες. Σύμφωνα με τις καταγγελίες των ανθρώπων της Νέας Ζηλανδίας, τρία μαχητικά αεροσκάφη πετούσαν για ώρα πάρα πολύ χαμηλά πάνω από την περιοχή που βρίσκεται το ξενοδοχείο, προκαλώντας αναστάτωση στους πάντες. Για να σιγουρευτούν και οι τελευταίοι αθώοι παρατηρητές πως τα αεροπλάνα δεν πέρασαν τυχαία από εκεί τη συγκεκριμένη ώρα και μέρα, στο κάτω μέρος τους ήταν γραμμένο το σύνθημα «Vamos Peru» (* υστερικό γέλιο πλέον*).

Μετά απ’όλα αυτά, η εξέλιξη του αγώνα δεν μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Οι Περουβιανοί φίλαθλοι γέμισαν το γήπεδο μερικές ώρες πριν τη σέντρα (για την ακρίβεια, οι πρώτοι άρχισαν να μαζεύονται και να τραγουδάνε έξω απ’αυτό από το πρωί, 12 ώρες πριν το ματς!) και οι παίκτες στρίμωξαν τους Νεοζηλανδούς στα καρέ τους από το πρώτο λεπτό, έχοντας δοκάρι μόλις στο 2′. Το 1-0 ήρθε κάπου στα μισά του ημιχρόνου και πανηγυρίστηκε τόσο έξαλα που αρκετές εφαρμογές που ανιχνεύουν σεισμικές δονήσεις έστειλαν ειδοποίηση για χτύπημα του ‘Εγκέλαδου’ με επίκεντρο τη Λίμα, αναγκάζοντας το Σεισμολογικό Κέντρο να βγάλει διευκρινιστική ανακοίνωση! Το δεύτερο γκολ στην επανάληψη έδιωξε το άγχος όλων κι από εκεί και μετά ξεκίνησε ουσιαστικά το μεγάλο πάρτι, που κρίνοντας από τις αντιδράσεις όλων στη χώρα αυτές τις μέρες δεν προβλέπεται να τελειώσει σύντομα.

Το Περού επέστρεψε στη μεγαλύτερη γιορτή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου μετά από πάρα πολλά χρόνια και μια ολόκληρη γενιά θα ζήσει για πρώτη φορά την εμπειρία της συμμετοχής σε ένα Μουντιάλ. Το εμπόδιο των Νεοζηλανδών δεν ήταν εξ αρχής κάτι το ιδιαίτερο αλλά δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι για την πρόκριση αυτή μόχθησαν χιλιάδες Περουβιανοί, εντός αλλά και εκτός γηπέδου.

Η ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας απέκτησε μια νέα χρυσή σελίδα με τα φετινά κατορθώματα της παρέας του Γκερέρο και του Φαρφάν αλλά για όσους αγαπάνε το πάθος και τη μούρλα της Λατινικής Αμερικής όλα αυτά τα άκρως γραφικά και κωμικοτραγικά γεγονότα που έγιναν πριν σφυρίξει ο διαιτητής για πρώτη φορά (τα οποία, βέβαια, ανάλογα με την οπτική του παρατηρητή μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμα και ντροπιαστικά, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του αντιπάλου) παραμένουν το αλατοπίπερο, που δίνει επιπλέον νοστιμιά στο ομορφότερο παιχνίδι του κόσμου.