Ο Ραούλ Ταμούδο και το δίπλωμα οδήγησης

  [6 Σχόλια]

Οι ιστορίες των ποδοσφαιριστών με τα αυτοκίνητά τους είναι πολλές και συχνά πονεμένες. Θα συνεχίσουμε σε αυτό το μοτίβο με μια ακόμα που είναι αρκετά κωμική. Για όσους δεν έχουν διαβάσει παλιότερα, εδώ θα βρουν τι έπαθαν ο Έβερ Μπανέγκα και ο Ντάνι Γκουΐθα, εδώ πάλι ο Έβερ Μπανέγκα σε νέα περιπέτεια και πιο πρόσφατα ο Ρίκι Σεντουριόν. Σίγουρα στα τόσα χρόνια του Sombrero θα έχουμε κι άλλες. Σήμερα όμως θα ασχοληθούμε με έναν αγαπημένο μας ποδοσφαιριστή. Τον Ραούλ Ταμούδο τον θαυματουργό, τον παίκτη που ήξερε να βάζει την μπάλα στην εστία όσο λίγοι.

Αυτό που δεν μπορούσε να κάνει με τίποτα όμως ο δόλιος Ραούλ ήταν να πάρει δίπλωμα οδήγησης. Ο Ταμούδο προσπαθούσε στα τέλη του περασμένου αιώνα να τα καταφέρει και κοβόταν μονίμως στα θεωρητικά. Το ήθελε πολύ, γιατί πήγαινε ξανά και ξανά, αλλά το αποτέλεσμα δεν άλλαζε. Τώρα, να πω την αλήθεια, δεν ξέρω πόσο δύσκολες είναι οι εξετάσεις στην Ισπανία (ή στη Βαρκελώνη πιο συγκεκριμένα). Ο Ραούλ πάντως κοβόταν σταθερά. Μέχρι που κάποια στιγμή πήρε απόφαση ότι ήρθε η ώρα να κάνει μια βρωμιά. Όχι να λαδώσει, μην σκέφτεστε τόσο ελληνικά.


Άρθρο της εποχής

Στα 22 του λοιπόν, ο άνθρωπος που ήδη είχε αρχίσει να σκοράρει περίπου 10 γκολ τη σεζόν στην Πριμέρα και να είναι ένα από τα πιο καυτά ονόματα στην Ευρώπη, βρήκε τη λύση πολύ πριν την τηλεοπτική σειρά Suits. Τι έκανε; Αποφάσισε να στείλει κάποιον γνωστό στη θέση του. Ο φίλος του πήγε λοιπόν τον Ιούλιο του 1999 να δώσει το θεωρητικό και ξεκίνησε να απαντάει τις ερωτήσεις. Μέχρι που ένας από τους εξεταστές που έκοβε βόλτες τσέκαρε την ταυτότητα που έγραφε Ραούλ Ταμούδο. Δεν ξέρουμε πόσο έμοιαζε στον Ταμούδο ο φίλος με τα αρχικά R.S.V. (το όνομα δεν δημοσιεύτηκε ολόκληρο στα ρεπορτάζ της εποχής), αλλά άρχισε να ιδρώνει και να αγχώνεται. Νομίζοντας ότι τον έχουν πάρει χαμπάρι, ο ψεύτικος Ραούλ σηκώθηκε αγχωμένος σχεδόν στα μισά της εξέτασης να παραδώσει το γραπτό του και να την κοπανήσει. Αν υπήρχε έστω και μισή αμφιβολία, οι εξεταστές σιγουρεύτηκαν και σταμάτησαν το φίλο του ποδοσφαιριστή.

Το 2008 με το αυτοκίνητό του (ελπίζουμε να ξέρει τι είναι το Στοπ)

Κανονικός και «μαϊμού» Ραούλ πήγαν στο δικαστήριο και ο εισαγγελέας ζήτησε ένα χρόνο φυλακή για τον καθένα τους. Ακόμα χειρότερη όμως ήταν η κατσάδα που άκουσε στο σπίτι (έμενε ακόμα με τους γονείς του τότε). Τελικά, το 2001, βγήκε η τελεσίδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία ο Ταμούδο καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε με πρόστιμο 500 χιλιάδες πεσέτες, γλιτώνοντας τα χειρότερα. Το φοβερό είναι ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η υπόθεση ο Ραούλ Ταμούδο όχι μόνο είχε κερδίσει ένα Κόπα ντελ Ρέι, αλλά είχε καταφέρει κάτι ακόμα πιο δύσκολο (τουλάχιστον γι’ αυτόν). Πέρασε τις εξετάσεις και μάλιστα μόνος του.

Όταν δάκρυσε ο Γκάζα

  [3 Σχόλια]

Στις 19 Ιουνίου (σε λιγότερο από δύο μήνες δηλαδή) αρχίζει το Μουντιάλ. Κανονικά αρχίζει 5 μέρες νωρίτερα αλλά για εμένα το Μουντιάλ αρχίζει πάντα τη μέρα που ρίχνεται στη μάχη η εθνική Αγγλίας. Όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό, το φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο αρχίζει με τη μάχη των Άγγλων κόντρα στο μεγαθήριο με το όνομα Τυνησία. Δεν θέλω γέλια και ειρωνείες. Μετά το 1966 και την κατάκτηση του παγκοσμίου κυπέλλου η Εθνική Αγγλίας δεν έχει φτάσει σε κάποια πρωτιά σε παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό κύπελλο. Σε δύο περιπτώσεις έφτασε μάλιστα πολύ κοντά αλλά η Γερμανία και τα πέναλτι της στέρησαν αυτή τη χαρά. Το Γιούρο του 1996 στην Αγγλία και φυσικά το Μουντιάλ της Ιταλίας του 1990 είναι δύο διοργανώσεις που πόνεσαν -και συνεχίζουν να πονάνε- πολύ τους Άγγλους αλλά και όλους εμάς τους αληθινούς φίλους των «τριών λιονταριών». Με το Μουντιάλ του ’90 και τον αγαπημένο Άγγλο του El Sombrero, τον Πολ Γκασκόιν, θα ασχοληθώ σήμερα και καλά θα κάνετε να διαβάσετε αυτό εδώ το κείμενο. Δεν τα γράφω άλλωστε για ‘μένα, ούτε για να τσακώνομαι με τον Ramon στο twitter.

Οι Άγγλοι ταξίδεψαν στην Ιταλία με προπονητή τον Σερ Μπόμπι Ρόμπσον και ίσως το πληρέστερο ρόστερ που είχαν ποτέ μετά το ’66. Οι νεότεροι ίσως διαβάσουν ονόματα που δεν θα τους θυμίσουν τίποτα, οι παλιότεροι όμως λογικά θα νιώσουν το ρίγος της συγκίνησης να τους διαπερνά την ραχοκοκαλιά. Στο τέρμα υπήρχε ο Πίτερ Σίλτον. Στην άμυνα ο Τέρι Μπούτσερ και ο Μαρκ Ράιτ. O ψυχάκιας Στιούαρτ Πιρς και ο Γκάρι Στίβενς στα άκρα της άμυνας. Στο κέντρο υπήρχαν μύθοι όπως ο Μπράιαν Ρόμπσον, o Ντέιβιντ Πλατ, o σέξι Κρις Γουόντλ, ο Τζον Μπαρνς και ο Νιλ Γουέμπ και στην επίθεση οι φονιάδες Γκάρι Λίνεκερ, Στιβ Μπουλ και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Αστέρι της ομάδας ο ποιοτικότερος παίκτης που έχουν βγάλει οι Άγγλοι τα τελευταία 30 χρόνια. Φυσικά και μιλάω για τον τρισμέγιστο Πολ Γκασκόιν. O όμιλος με Ολλανδία, Ιρλανδία και Αίγυπτο φυσικά και δεν ήταν εύκολος αλλά τα «λιοντάρια» κατάφεραν και πήραν την πρωτιά χάρις στη μοναδική νίκη που έγινε στον όμιλο. Εκείνο το 1-0 απέναντι στην Αίγυπτο (με το γκολ του Ράιτ) έστειλε τους Άγγλους στους τέσσερις βαθμούς, αφήνοντας τους σπουδαίους Ολλανδούς στη δεύτερη θέση. Κάπως έτσι στη φάση των «16» η Αγγλία θα αντιμετώπιζε το Βέλγιο έχοντας τον τίτλο του φαβορί. Στην Αγγλία το τρόπαιο είχε ήδη βαφτεί στα χρώματα της Βρετανίας.

O Γκάζα ήταν η ατραξιόν εκείνης της Αγγλίας και ένας από τους ήρωες ολόκληρου του Μουντιάλ. Ο μέσος από το εργατικό Ντάνστον ήταν ο παίκτης που ανέβαζε επίπεδο τα «λιοντάρια» με τις περίτεχνές του ενέργειες και φυσικά με τα ηγετικά του χαρίσματα και έστρεφε -όπως ήταν λογικό- πάνω του όλα τα βλέμματα. Όταν μάλιστα οι Άγγλοι έχασαν με τραυματισμό στην φάση των ομίλων τον αρχηγό τους, Μπράιαν Ρόμπσον, ο Γκασκόιν ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα πως έπρεπε να ανεβάσει ακόμα περισσότερο την απόδοσή του. Ακόμα πιο πολύ το πάθος του. Όσο περισσότερο μπορούσε να βρει κι άλλες δυνάμεις. Ψυχικές αλλά και σωματικές. Και τα κατάφερε. Όταν ήθελε άλλωστε ο Γκάζα ήταν ένας ανάμεσα στους κορυφαίους -όχι της Αγγλίας αλλά ολόκληρου του πλανήτη. Μετά το 1-0 με το Βέλγιο στην παράταση και το 3-2 με το μαχητικό Καμερούν και πάλι στην παράταση, οι Άγγλοι θα αντιμετώπιζαν τους Γερμανούς στα ημιτελικά με φόντο τον τελικό της Ρώμης.

Τα πάντσερ είχαν στις τάξεις τους σπουδαίους ποδοσφαιριστές όπως ο Αντρέας Μπρέμε, o Γιούργκεν Κλίνσμαν, o Ρούντι Φέλερ και φυσικά ο Λόταρ Ματέους (όλοι τους αγωνίζονταν μάλιστα στο Καμπιονάτο), με προπονητή έναν εκ των μεγαλύτερων εγκεφάλων που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Τον σπουδαίο Φρανζ Μπεκεμπάουερ. Οι Γερμανοί απείλησαν πρώτοι με τον Όλαφ Θον και είχαν τον έλεγχο του αγώνα στα πρώτα λεπτά αλλά οι Άγγλοι βρήκαν τον τρόπο να φέρουν το παιχνίδι στα δικά τους μέτρα δείχνοντας μάλιστα ικανοί για το καλύτερο. Αυτό δεν συνέβη -πως θα μπορούσαν να κάνουν οι Άγγλοι το «καλύτερο»άλλωστε;- και οι Γερμανοί άνοιξαν το σκορ στο 60′ με τον Μπρέμε. O παίκτης της Ίντερ εκτέλεσε φάουλ. Η μπάλα άλλαξε πορεία, αφού βρήκε σε σώμα παίκτη των Άγγλων, και κρέμασε τον Σίλτον σε μια χαρακτηριστική στιγμή αγγλικής γκαντεμιάς από αυτές που βλέπουμε για 28 σερί χρόνια. Οι Άγγλοι πάντως δεν λύγισαν και βρήκαν τα ψυχικά αποθέματα για να αντιδράσουν.

Άντεξαν στην πίεση των Γερμανών για δεύτερο γκολ και χτύπησαν με τον παραδοσιακό βρετανικό τρόπο στο 80. Αφού κυκλοφόρησαν τη μπάλα και πάγωσαν τον ρυθμό, ο Πολ Πάρκερ σέντραρε για τον Λίνεκερ που είχε χωθεί ανάμεσα στους στόπερ των Γερμανών ψάχνοντας εκείνη την μισή ευκαιρία για να σκοράρει. Και την βρήκε. Αυτοί δεν έδιωξαν σωστά και ο Λίνεκερ με διαγώνιο αριστερό σουτ έγραψε το 1-1. Πανζουρλισμός. Χαμός. Το πήραμε. Κανείς δεν λογάριαζε πως απλά ήταν ο ημιτελικός και το σκορ ήταν απλά στην ισοπαλία. Στην παράταση δεν άλλαξε κάτι, με μοναδικό σημαντικό γεγονός την κίτρινη κάρτα που δέχθηκε ο Γκασκόιν στο 98′ για ένα χαζό φάουλ. Με αυτή την κάρτα μάλιστα ο ηγέτης των Άγγλων δεν θα είχε δικαίωμα στον τελικό, αν φυσικά η ομάδα του περνούσε. Αυτό δυστυχώς δεν συνέβη μιας και στη διαδικασία των πέναλτι οι Άγγλοι ηττήθηκαν με 4-3. Ο Πιρς και ο Γουόντλ αστόχησαν στα δύο τελευταία πέναλτι και στέρησαν απ’ την ομάδα τους την παρουσία στο μεγάλο τελικό κόντρα στην Αργεντινή του Μαραντόνα. Ο Γκάζα, που έκλαιγε εδώ και αρκετά λεπτά, δεν άντεξε και λύγισε χαρίζοντάς μας μια μοναδικά ανθρώπινη στιγμή από αυτές που σε παρασέρνουν να βουρκώσεις μαζί τους.

Τα δάκρυα του Γκάζα αλλά και ο τρόπος που έδειξε τη φανέλα στο κοινό των Άγγλων, φιλώντας το εθνόσημο, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες εκείνης της διοργάνωσης. Ο κόσμος ίσως να θυμάται εκείνες τις στιγμές περισσότερο κι από τις ντρίμπλες και τα μαγικά του σπουδαίου ποδοσφαιριστή ή τον τελικό ανάμεσα στην Αργεντινή και την Γερμανία. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η κατάρα των Άγγλων στη διαδικασία των πέναλτι όπως και ο έρωτας του κοινού της Ιταλίας και φυσικά της Ρώμης με τον σπουδαίο Άγγλο μέσο. Το 1992 η Λάτσιο θα κάνει δικό της τον παίκτη για 5μίση εκατομμύρια λίρες αλλά ο Πολ Γκασκόιν δεν θα κάνει σπουδαίες εμφανίσεις στo, κορυφαίο εκείνα τα χρόνια, ιταλικό πρωτάθλημα.

Έξι χρόνια αργότερα (και αφού είχε βρει και πάλι τη φόρμα του στους Ρέιντζερς της Γλασκόβης), είχε τη χαρά να εκπροσωπήσει τη χώρα του -μπροστά στο κοινό της- για το Γιούρο. Και τότε μας μάγεψε. Και τότε μας χάρισε μοναδικές ποδοσφαιρικές στιγμές και συγκινήσεις. Και τότε αποκλείστηκε από τους Γερμανούς και πάλι στα ημιτελικά. Και πάλι στα πέναλτι. Η ίδια δακρύβρεχτη ιστορία γραφόταν και πάλι με τα ίδια «θύματα». Οι ίδιες γκαντέμικες στιγμές περνούσαν μπροστά μας και πάλι σαν κακόγουστο φιλμ σε κάποιο θερινό σινεμά. Ένα πάντρεμα νέων και παλαιότερων τραγικών ηρώων με το ίδιο ακριβώς τέλος και τον Γκάρι Λίνεκερ να μονολογεί απογοητευμένος το κορυφαίο απόφθεγμα της ζωής του και της καριέρας του.

Η μέρα που ο Αριέλ Ορτέγκα αρνήθηκε να βγει αλλαγή

  [1 Σχόλιο]

Είναι ευλογία για έναν προπονητή να έχει παίκτες που ξέρουν μπάλα, παίκτες που μπορούν να κρίνουν έναν αγώνα χάρη στο ξεχωριστό ταλέντο τους. Από την άλλη είναι κατάρα να έχει παίκτες που είναι ικανοί για το χειρότερο, που είναι ατίθασοι, που συχνά έχουν προσωπικά προβλήματα και μπορούν να κάνουν ζημιά στην ψυχολογία των υπολοίπων στα αποδυτήρια. Ένας τέτοιος παίκτης ήταν και ο Αριέλ Ορτέγκα που είτε τον αντιπαθείς, είτε όχι, αν θες να είσαι αντικειμενικός, τα είχε όλα τα παραπάνω και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό. Κι αν δεν εμπιστεύεστε εμένα που τα γράφω, γιατί στο κάτω κάτω ποιος είμαι, η παρακάτω ιστορία μάλλον θα σας πείσει.

Ταξιδεύουμε στο Δεκέμβριο του 1996. Την 4η ημέρα εκείνου του μήνα η Ρίβερ, που ήταν πρωτοπόρος στην Απερτούρα, υποδεχόταν τη Ράσινγκ Κλουμπ στο Μονουμεντάλ του Μπουένος Άιρες για την 15η από τις συνολικά 19 αγωνιστικές. Οι «εκατομμυριούχοι» είχαν αρκετούς καλούς παίκτες εκείνη την περίοδο, στην επίθεση υπήρχε σε εξαιρετική κατάσταση ο Χούλιο Κρουζ και ο 22χρονος Μαρσέλο Σάλας, στην άμυνα ο Χουάν Πάμπλο Σορίν, αρχηγός ήταν ο 35χρονος Έντσο Φραντσέσκολι, στον πάγκο ο πιτσιρικάς Μαρσέλο Γκαγιάρδο και φυσικά ο πρωταγωνιστής μας. Ο Αριέλ Ορτέγκα.

Το σκορ ανοίγει με υπογραφή Ορτέγκα. Ο «Μπουρίτο» κάνει μια μαγική ντρίμπλα στην άκρη της περιοχής, αδειάζει τον αντίπαλό του, βγάζει τη σέντρα και ο Φραντσέσκολι ανοίγει το σκορ. Λίγα λεπτά αργότερα όμως γίνεται η φάση που αλλάζει τον αγώνα. Ο τερματοφύλακας της Ρίβερ Ρομπέρτο Μπονάνο κάνει έξοδο εκτός περιοχής και σταματά την μπάλα με το χέρι του, αποβάλλεται με απευθείας κόκκινη λίγο πριν τελειώσει το 1ο ημίχρονο και αποχωρεί. Ο σπουδαίος Ραμόν Ντίας που βρίσκεται στον πάγκο πρέπει να βάλει τον Μπούργος, τον αναπληρωματικό τερματοφύλακά του. Όπως πολλοί προπονητές θα έκαναν στη θέση του, με την ομάδα του να προηγείται 1-0 αποφασίζει να βγάλει έναν επιθετικογενή παίκτη που γνωρίζει ότι δεν θα μαρκάρει ιδιαίτερα, δεν θα τρέξει, δεν θα αμυνθεί. Τον Αριέλ. Η εντολή από τον πάγκο δίνεται.

Όλος ο Αριέλ Ορτέγκα μέσα σε 2 λεπτά.

Ο Μπούργος μπαίνει και πηγαίνει στον Ορτέγκα να του πει να βγει. Ο νεαρός τότε Ορτέγκα κοιτάζει προς τον πάγκο σαν να μην το πιστεύει. Είναι στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του (λίγους μήνες αργότερα θα πάρει μεταγραφή στη Βαλένθια) στα 22 του, ο κόσμος σε έναν από τους ναούς του ποδοσφαίρου φωνάζει ρυθμικά το όνομά του, η Ρίβερ τα δίνει όλα για ένα ακόμα πρωτάθλημα. Δεν μπορεί να το αποδεχτεί. Ο Ραμόν Ντίας κάνει εκνευρισμένος νεύματα στον Ορτέγκα να βγει. Αυτός κοιτάει τον πάγκο και δεν κουνιέται. Οι αντίπαλοι έχουν δει την αλλαγή και προσπαθούν να τον βγάλουν, εκείνος ως γνήσιο πεισματάρικο γαϊδουράκι (μπουρίτο) δεν κουνιέται. Για καλή τύχη του Ορτέγκα, την κατάσταση σώζουν δύο συμπαίκτες. Ο Ρομπέρτο Μονσεράτ νιώθει ενοχλήσεις, ο Έντσο Φραντσέσκολι το βλέπει και παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Οι σχέσεις του με τον Ντίας δεν ήταν καλές έτσι κι αλλιώς, στα 35 του ένιωθε και λίγο προπονητής και το παίρνει πάνω του. Λέει στον Μονσεράτ να βγει και δίνει ο ίδιος την εντολή στον πάγκο για την… αλλαγή της αλλαγής. Ο Ντίας αποδέχεται την απόφαση και ο Ορτέγκα μένει στον αγωνιστικό χώρο.

Το 1ο ημίχρονο τελειώνει και είναι άγνωστο τι γίνεται στα αποδυτήρια της Ρίβερ. Αυτό που ξέρουμε είναι τι γίνεται όταν ξεκινάει το 2ο ημίχρονο. Οι γηπεδούχοι προσπαθούν να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους με τη σέντρα, η μπάλα καταλήγει στα πόδια του Πρίγκιπα, αυτός βλέπει τον Ορτέγκα να κάνει κίνηση, του βγάζει την μπαλιά, ο Αριέλ παίρνει την μπάλα με το εσωτερικό με έναν πανέμορφο τρόπο, κλείνεται από τερματοφύλακα και αμυντικό, προσποιείται και καθώς πέφτει τσιμπάει την μπάλα και τη στέλνει στα δίχτυα. «Ορτεγκίτο, Ορτεγκίτο» φωνάζει ο σπίκερ, αλλά αυτός ήδη έχει βγάλει τη φανέλα, την ανεμίζει και πηγαίνει προς το πέταλο. Οι κάμερες γυρνούν στο Ραμόν Ντίας (με πουκάμισο βγαλμένο από τους Απαραδέκτους) να χαμογελά και να λέει το κλασσικό λατινοαμερικάνικο «la puta que ta pario» που ανάλογα με τη χρήση, μπορεί να είναι από χοντρή βρισιά μέχρι μια μικρή αποθέωση όπως σε αυτή την ιστορία.

Τα γκολ του αγώνα (η φοβερή ενέργεια του Αριέλ στο 1ο)

Το παιχνίδι βέβαια δεν τελείωσε έτσι απλά. Σε μια αντεπίθεση της Ρίβερ ο Σορίν γράφει το 3-0, αλλά η Ράσινγκ απαντάει με δυο γκολ (το δεύτερο με πέναλτι που εκτελεί ο τερματοφύλακάς της). Το 4-2 γράφεται με νέο πέναλτι που εκτελεί ο Φραντσέσκολι, η Ρίβερ μένει με 9 και η Ράσινγκ γράφει προς το τέλος το τελικό 4-3 που κρατάει τη Ρίβερ με διαφορά στην πρώτη θέση. Με ένα σερί νικών τις επόμενες αγωνιστικές καθαρίζει τον τίτλο. Από εκεί και πέρα η καριέρα του Ορτέγκα είναι γνωστή. Με τα πάνω της και τα πολλά κάτω της (κυρίως σε Ευρώπη, αλλά και εθνική). Ένας ζογκλέρ που έπαιζε πρώτα για τον εαυτό του και το θέαμα και μετά για την ομάδα και την ουσία. Αυτό όμως δεν εμπόδισε να γίνει ένα από τα μεγάλα ινδάλματα της Ρίβερ, παρά τα όσα προσωπικά του προβλήματα στο τέλος της καριέρας του. Και όταν το 2013 έγινε το αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του, 65.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν για να του πουν το μεγάλο αντίο, με πολλούς από αυτούς να δακρύζουν.

«Δεν έχω λόγια για να σας ευχαριστήσω, ούτε εσάς τους οπαδούς, ούτε τους συμπαίκτες μου. Είχα προγραμματίσει να πω χίλια πράγματα, αλλά το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι αυτό: Ευχαριστώ τον Θεό που με έκανε οπαδό της Ρίβερ»

Κι ο Ορτεγκίτο με το ίδιο μαλλί-χαίτη (100% λατινοαμερικάνικη πατέντα), έστω και γκριζαρισμένο, με λίγες παραπάνω γραμμές στο πρόσωπο (πάντα μου θύμιζε τον Καραγκούνη στη φάτσα, δικάστε με) να βλέπει παλιά κατορθώματα και να δακρύζει κι αυτός. Το παρόν στο παιχνίδι έδωσαν πολλοί. Ο Φαλκάο και ο Φραντσέσκολι, ο Γκαγιάρδο κι ο Μπουονανότε και φυσικά ο Ραμόν Ντίας, ο πρωταγωνιστής εκείνου του επεισοδίου που 17 χρόνια αργότερα δήλωνε: «Ο Αριέλ είναι τεράστιος, μου άρεσε πώς του συμπεριφέρθηκε ο κόσμος γιατί κι αυτός τα έδινε όλα γι’ αυτούς. Τι του έμαθα; Δεν του έμαθα τίποτα. Αυτός μου έμαθε να απολαμβάνω το ποδόσφαιρο».

Όταν οι φανέλες απέκτησαν αριθμούς

  [1 Σχόλιο]

«Τα νούμερα στις φανέλες των παικτών είναι κάτι αστείο και αχρείαστο. Στα μάτια μου κάνουν τους παίκτες να μοιάζουν σαν αναβάτες αλόγων κούρσας. Ειλικρινά όλο αυτό είναι κάτι εντελώς εκτός ποδοσφαίρου». Αυτή η φράση δεν ανήκει σε κάποιον που δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο και το ζούσε ως ένας απλός παρατηρητής, αλλά στον Σίντνεϊ Κινγκ. Τον σπουδαίο προπονητή της Γουέστ Χαμ στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και έναν άνθρωπο που θεωρείται -και φυσικά ανήκει- στις μεγάλες μορφές του αγγλικού ποδοσφαίρου εκείνης της πρώιμης περιόδου. Απ’ την άλλη βέβαια, κανένας δεν μπορεί να του ρίξει άδικο γι’ αυτή του την δήλωση σε εκείνο το χρονικό σημείο, όσο κι αν ακούγεται αστεία και αφελής στα δικά μας σημερινά αυτιά, μιας και κάθετί καινοτόμο -σε μια εμβρυακή εποχή για το άθλημα- δεν θα μπορούσε να μην αντιμετωπιστεί με καχυποψία, ακόμα και χλευασμό.

Τα ίδια πάνω-κάτω πίστευαν και αρκετοί από αυτούς που ασχολούνταν επαγγελματικά με ποδοσφαιρικές ομάδες ως προπονητές ή ήταν διοικητικά μέλη της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αγγλίας. Ενός οργανισμού δηλαδή που μπορεί να μετρούσε πολλά χρόνια ζωής και να θεωρούνταν αρκετά μπροστά από την εποχή του -σε σχέση με το ποδόσφαιρο άλλων χωρών- αλλά αποδεδειγμένα, είχε πάρα πολλά να μάθει ακόμα για να φτάσει να θεωρείται ως ένας άρτιος αθλητικός οργανισμός που προσφέρει στον θεατή το καλύτερο δυνατό προϊόν. Φυσικά και τα νούμερα στις φανέλες -σε μια εποχή που δεν ήταν καθόλου εύκολος ο τρόπος να διακρίνεις και να γνωρίζεις ανά πάσα στιγμή ποιος είναι ποιος- θα μπορούσαν να βελτιώσουν άμεσα το παιχνίδι έτσι ώστε ο θεατής, αλλά ακόμα και οι προπονητές, και φυσικά οι ποδοσφαιριστές να γνωρίζουν καλύτερα τις θέσεις των συμπαικτών τους, και να κατανοούν καλύτερα την κάθε κίνηση και φυσικά το κάθε σύστημα. Άλλωστε δεν υπήρχαν και πολλά συστήματα εκείνη την περίοδο.

Ένας από τους πρωτοπόρους σε όλο αυτό το εγχείρημα και υποστηρικτής της αρίθμησης στις φανέλες δεν ήταν άλλος από το θρυλικό Άγγλο προπονητή Χέρμπερτ Τσάπμαν. «Δεν μπορώ να βρω κάτι που να χαρακτηρίζει αυτή την ιδέα ως κάτι διαφορετικό από χρήσιμη και όσο κι αν η μετάβαση θα είναι δύσκολη, προσωπικά την βρίσκω απαραίτητη». Με αυτή του την φράση ο σπουδαίος πρώην προπονητής της Χάντερσφιλτ (και αναμορφωτής της Άρσεναλ εκείνα τα χρόνια) έβαζε το πρώτο λιθαράκι για να αλλάξει όλο αυτό προς το καλύτερο και συνάμα άνοιγε μια μεγάλη κόντρα με πολέμιους αυτής της νέας ιδέας όπως ο Σίντνεϊ Κινγκ αλλά ο προπονητής της Τότεναμ εκείνα τα χρόνια Μπίλι Μάιντερ. Φυσικά το μεγαλύτερο «κακό» το έκαναν αρκετοί κουστουμάτοι που δούλευαν για την FA χωρίς φυσικά να έχουν καμία σχέση με το άθλημα. Άνθρωποι που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να συζητήσουν για το θέμα. Αυτοί, όπως πάντα, είναι οι χειρότεροι απ’ όλους και τους συναντάς δυστυχώς παντού.

Προσπάθειες για να επισημοποιηθούν τα νούμερα στις φανέλες των ομάδων είχαν αρχίσει να γίνονται δειλά-δειλά, αλλά στο τέλος -και χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος- πάντα έμπαινε φρένο στη νέα αυτή ιδέα. Η Άρσεναλ αλλά και η Τσελσι είχαν κάνει την αρχή και είχαν αγωνιστεί με νούμερα στις φανέλες τους σε μερικά παιχνίδια πρωταθλήματος, με την FA όμως να τις απειλεί με τιμωρία αν συνέχιζαν να αγωνίζονται έχοντας αριθμημένες φανέλες. Οι «μπλε» μάλιστα ήταν η πρώτη ομάδα που είχε φορέσει φανέλες με αριθμούς σε μια περιοδεία φιλικών αγώνων που είχε πραγματοποιήσει το 1929 στην Βραζιλία, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο της χώρας του καφέ (και για τις φανέλες αλλά και για την απόδοσή της) αλλά και από διορατικούς αθλητικούς ρεπόρτερ της Βρετανίας, όπως ο σπουδαίος Τζέιμς Κάτον, που είχε αποθεώσει αυτή την κίνηση -αλλά και το ποδόσφαιρο που παρουσίαζε η ομάδα- στην εβδομαδιαία αθλητική εφημερίδα του Μάντσεστερ, Athletic News. Το σπουδαίο άρθρο που είχε υπογράψει ο Κάτον είχε θεωρηθεί κομβικής σημασίας, μιας και ο ίδιος ζούσε το ποδόσφαιρο στην Αγγλία από τη γέννησή του, και η άποψή του όπως ήταν λογικό είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Για την ιστορία, ο Κάτον ήταν αυτός που είχε δώσει στην Πρέστον το προσωνύμιο Invicibles για το αήττητο νταμπλ του 1889, με τις ιδέες και τις απόψεις του να θεωρούνται, δικαίως, πολλά έτη μπροστά από την εποχή τους.

Το παιχνίδι που άλλαξε τη στάση της FA πάνω στο συγκεκριμένο θέμα δεν ήταν άλλο από τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας, τον Απρίλιο του 1933, ανάμεσα στην Έβερτον και την Μάντσεστερ Σίτι στο Γουέμπλεϊ. Στην ίδια διοργάνωση είχε επιτραπεί λίγο καιρό νωρίτερα και στην Τότεναμ να φορέσει αριθμημένες φανέλες, σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Γουότφορντ. Σε εκείνον τον τελικό οι παίκτες της Έβερτον είχαν φορέσει νούμερα από το 1 ως το 11 και οι παίκτες της Σίτι από το 12 ως το 22, με τον τερματοφύλακα της Σίτι, Λεν Λάνγκφορντ, όμως να μην φοράει το 12, όπως απαιτούσε ο κανονισμός, αλλά το 22. Φυσικά και η FA δεν είχε δει με καθόλου καλό μάτι αυτή την «μικρή επανάσταση» του Άγγλου κήπερ, μιας και μετέφρασε αυτή την κίνηση, και ενδεχομένως ανάλογες περιπτώσεις «ανυπακοής», ως κάτι εντελώς εκτός της αγγλικής πραγματικότητας και της συντηρητικής κοινωνίας της εποχής. Κοινώς, «δεν μπορούσε να κάνει ο καθένας του κεφαλιού του». Στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι η Έβερτον, έχοντας ως παίκτη-προπονητή τον θρυλικό Ντίξι Ντιν, είχε επικρατήσει της Μάντσεστερ Σίτι με 3-0 και είχε κατακτήσει το δεύτερο κύπελλο της ιστορίας της μπροστά σε 90.000 κόσμο, με τις αριθμημένες φανέλες όμως να κλέβουν την παράσταση εκείνης της αναμέτρησης.

Το νερό μπορεί να είχε μπει στο αυλάκι αλλά για τα επόμενα 4 χρόνια τα νούμερα στις φανέλες δεν είχαν επισημοποιηθεί ακόμα από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αγγλίας, αν και πλέον ήταν φανερό πως η κατάσταση είχε αρχίζει να αλλάζει. Αυτό έγινε τελικά το 1939, στην έναρξη μιας σεζόν που διεκόπη λόγω του Παγκοσμίου Πολέμου, και ενώ η εθνική ομάδα είχε βάλει νούμερα στις φανέλες δύο χρόνια νωρίτερα σε αρκετές φιλικές αναμετρήσεις. Δυστυχώς τόσο ο Χέρμπερτ Τσάπμαν όσο και ο Τζέιμς Κάτον, δύο από τους μπροστάρηδες σε όλο αυτό το εγχείρημα, δεν πρόλαβαν να δουν την επισημοποίηση των αριθμών στις φανέλες μιας και είχαν αφήσει αυτόν εδώ τον κόσμο λίγα χρόνια νωρίτερα, στα μέσα των 30s.

Στην πορεία -και αφού ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει- η ΦΙΦΑ ενδίδει και αυτή, και δίνει στις ομάδες του Μουντιάλ του ’50 τη δυνατότητα να έχουν νούμερα στις φανέλες τους για πρώτη φορά. Πλέον ήταν γεγονός. Το ποδόσφαιρο είχε αλλάξει και είχε εκμοντερνοποιηθεί τόσο πολύ που πλέον δεν ήταν τίποτα περίεργο για κανένα. Όταν μάλιστα ο πλανήτης είδε την Αγγλία να κερδίζει την Ελβετία στο Μουντιάλ του ’54 με 2-0, έχοντας σκόρερ όχι κάποιους που φορούσαν το 9, το 10 ή το 11, αλλά παίκτες που φορούσαν το 17 και το 15, όλοι κατάλαβαν πως απλά μιλάμε για αριθμούς και τίποτα περισσότερο. Για την ιστορία. Οι δύο πρωτοπόροι παίκτες ήταν ο Τζίμι Μιούλεν και ο Ντένις Γουίλσοου. Συμπαίκτες στην σπουδαία Γουλβς εκείνων των ετών. Την ομάδα δηλαδή που είχε αρχηγό και ηγέτη τον σπουδαίο Μπίλι Ράιτ. Τον άνθρωπο δηλαδή που έφτασε πρώτος τις 100 συμμετοχές για τα ‘Τρία Λιοντάρια και τον παίκτη που καθιέρωσε το νούμερο 4 ως αριθμό του αμυντικού μέσου στο αγγλικό ποδόσφαιρο.

Οι Ξεχασμένοι της Αγιοτσινάπα

  [2 Σχόλια]

Στις 26 Σεπτεμβρίου του 2014, 6 άνθρωποι πέφτουν νεκροί και 43 εξαφανίζονται (απαγάγονται) από την πόλη Ιγουάλα στο Μεξικό. Ήταν όλοι τους φοιτητές. Η τραγωδία της Αγιοτσινάπα, το μέρος όπου πήγαιναν οι φοιτητές, είναι μια ακόμα ιστορία βίας στη χώρα. Τρία χρόνια μετά ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει αν ήταν σκέτη αστυνομική βία ή κομμάτι της δράσης των Νάρκος. Σχεδόν παράλληλα, στη νότια έξοδο της πόλης Ιγουάλα, ένα μινιμπάς μετέφερε την ποδοσφαιρική ομάδα Αβισπόνες δε Τσιλπανσίνγο, σύλλογο που είχε πάει στην πόλη για να παίξει εκτός έδρας ματς της 3ης κατηγορίας του Μεξικού.

Περνώντας τα σύνορα της πόλης δέχθηκαν 300 σφαίρες από την αστυνομία, που είχε στήσει ενέδρα εκεί και μπέρδεψε το δικό τους μινιμπάς με άλλο. Ο μεξικανικός Τύπος εικάζει πως το μπέρδεψαν με αυτό των φοιτητών, που περίμεναν να περάσει από εκείνο το σημείο. Παρά τις 300 σφαίρες που έπεσαν υπήρξαν μόλις 3 νεκροί, ο παίχτης Δαβίδ Θουρδίτο Γαρσία, 15 ετών, ο οδηγός του μινιμπάς και μία γυναίκα που επέβαινε σε ένα ταξί που πέρναγε δίπλα από το μινιμπάς την ώρα των πυροβολισμών. Σύμφωνα με τους υπόλοιπους παίχτες, όλοι τους ζουν διότι ο νεκρός Δαβίδ Γαρσία έπεσε μπροστά στην πόρτα του μινιμπάς και την μπλόκαρε με το σώμα του. Έτσι οι αστυνομικοί δεν μπόρεσαν να κάνουν έφοδο κατευθείαν και να τους πυροβολήσουν ή να τους συλλάβουν (ή εξαφανίσουν) και πρόλαβαν να καταλάβουν το λάθος τους. Άλλοι 12 τραυματίστηκαν και 26 νοσηλεύτηκαν.

Στην εφημερίδα «Λα Χορνάδα» αναφέρεται ότι όταν η αστυνομία προσπάθησε να εισβάλει στο μινιμπάς και δεν μπόρεσε λόγω του πτώματος του Δαβίδ Γαρσία, κάποιος φώναξε στους αστυνομικούς ότι ήταν μια ποδοσφαιρική ομάδα. Μετά όλα πάγωσαν και επικράτησε απόλυτη σιγή. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι δεν υπήρχε κανένας πια, οι επιζήσαντες άρχισαν να σπάνε τα τζάμια και να βγαίνουν από το μινιμπάς. Πολλοί σε κατάσταση σοκ άρχισαν να τρέχουν στα χωράφια με φυτείες από καλαμπόκια που βρισκόντουσαν γύρω στην περιοχή. Άλλοι απλώς κατέρρευσαν γύρω από το μινιμπάς.

Στην ίδια εφημερίδα ο ποδοσφαιριστής Μιγέλ Γαρσία, 19 ετών τότε, λέει ότι αρχικά κρατούσαν 1 λεπτού σιγή για το Δαβίδ στα γήπεδα, αλλά μετά η υπόθεση ξεχάστηκε διότι όλη η προσοχή των ΜΜΕ έπεσε στους αγνοούμενους του Αγιοσινάπα. Ο ίδιος είχε δεχθεί 5 σφαίρες που του προκάλεσαν επιπόλαια τραύματα. Είναι θυμωμένος που δεν έλαβαν καμία βοήθεια, ούτε από εκείνους που τους την υποσχέθηκαν. «Ο φόβος στο σώμα των ποδοσφαιριστών θα είναι αιώνιος», λέει.  Και συμπληρώνει για τον οδηγό: «Για εμάς είναι ένας ήρωας. Αν είχε ανοίξει τον πόρτα πιθανότατα να ήμασταν όλοι νεκροί ή εξαφανισμένοι».

Η οικογένεια του δολοφονημένου παίχτη βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη διότι 3 χρόνια τώρα, παρά τις υποσχέσεις, δεν έχει λάβει καμία αποζημίωση ή κάποιου είδους επανόρθωση ούτε από την αστυνομία, ούτε από την Μεξικανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Η τελευταία μάλιστα σε μια ένδειξη απίστευτης αλητείας επέβαλε πρόστιμο 20.000 πέσος στο σύλλογο επειδή στις εξέδρες του σταδίου σηκώθηκαν πανό υποστήριξης της οικογένειας του παίχτη στην επέτειο του συμβάντος. Αντίθετα όμως με το γεγονός των 43, όπου Μεξικανοί ποδοσφαιριστές σε όλον τον κόσμο εξέφρασαν την υποστήριξη και την αλληλεγγύη τους στο συμβάν, για τους νεκρούς της Αβισπόνες μόνο ο Μαρσέλο Αλατόρε της Λεόνες Νέγρος και ο Εδουάρδο Ερέρα της Πούμας μίλησαν δημόσια ως ένδειξη υποστήριξης για τον «Θουρδίτο».

Σε άλλη συνέντευξη, στο αργεντίνικο Ράδιο Σουρ, ο τεχνικός διευθυντής της ομάδος Φακούνδο Σεράδο είπε ότι όταν ξεκίνησαν οι πυροβολισμοί φώναξε να πέσουν όλοι στο πάτωμα. Ο Δαβίδ Γαρσία ήταν ο μόνος που πάγωσε και τελικά αυτό του κόστισε τη ζωή. Έσωσε όμως τη ζωή των συμπαιχτών του. Ο Σεράδο θεωρεί ότι ο θάνατος του 15χρονου είναι σε κάποιο βαθμό δική του ευθύνη. Διότι είχε σε αυτό το παιχνίδι ενδώσει στις πιέσεις του να τον πάρει επιτέλους στην αποστολή της πρώτης ομάδος. Την ίδια πεποίθηση έχει και ο προπονητής της Αβισπόνες Πέδρο Ρεντερία. Λέει ότι παρά τις εισηγήσεις του Σεράδο αυτός βγάζει την αποστολή. Τον πήρε μαζί του για να του δώσει την ευκαιρία να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και τελικά τον σκότωσαν και θα φέρει αυτό το βάρος σε όλη του τη ζωή.

Μετά το συμβάν οι Σεράδο και Ρεντερία πήγαν στη διοίκηση και αποφάσισαν όλοι μαζί να αποσύρουν την ομάδα από το πρωτάθλημα. Όμως οι παίχτες αρνήθηκαν να συμβιβαστούν και η Αβισπόνες συνέχισε κανονικά. Στο πρώτο παιχνίδι μετά το συμβάν κόντρα στην Μπράβος δε Τσιλπανσίνγο κέρδισαν 8-0. Ο Ρεντερία είπε μετά το ματς ότι «Μετατραπήκαμε σε μια ομάδα εύθραυστη, που βγαίνει με πολλή ψυχή στο χορτάρι, αλλά αρκούσε να δεχθούμε μόλις 2 γκολ για να καταρρεύσει όλη η ομάδα». Όσο δε δέχονταν γκολ, έβαζαν για το «Θουρδίτο».

Φυσικά και δεν είναι εύκολα να συνεχίσει να ζει κάποιος με τον πόνο και με τις εικόνες ενός τέτοιου συμβάντος. «Η μάχη είναι καθημερινή. Την κάνει ακόμα πιο δύσκολη όταν σε αγνοούν τα ΜΜΕ και οι Αρχές, ακόμα χειρότερο όταν αρχίσει να ξεχνά και ο κόσμος», λέει η μητέρα του Δαβίδ Γαρσία. Σε μια χώρα που είναι καθημερινότητα οι απαγωγές και οι δολοφονίες, ο πόλεμος των συμμοριών των νάρκος και η διαφθορά της κρατικής μηχανής, το να παίζεις ποδόσφαιρο είναι ένας τζόγος όχι μόνο για τα πέσος, αλλά και για την ίδια σου τη ζωή.

Σομπρεροανάλυση: Οι προημιτελικοί του Τσάμπιονς Λιγκ

  [5 Σχόλια]

To Τσάμπιονς Λιγκ είναι η μοναδική ποδοσφαιρική διασυλλογική διοργάνωση που όλοι λατρεύουν και ασχολούνται μαζί της. Αυτό είναι γνωστό και δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Αν δεν το ξέρεις αυτό τότε μάλλον βρίσκεσαι από λάθος σε αυτή εδώ την σελίδα. Στις 3 και 4 Απριλίου, διεξάγεται η πρώτη φάση των προημιτελικών, με την κληρωτίδα (όπως πάντα σε αυτή τη φάση) να έχει τρελά κέφια. Η Ρεάλ Μαδρίτης θα βρει απέναντί της την Γιουβέντους. Η Μάντσεστερ Σίτι θα κοντραριστεί με την Λίβερπουλ, στον μοναδικό εμφύλιο αυτής της φάσης. Η Μπάγερν Μονάχου θα αποκλείσει -εύκολα ή δύσκολα- την Σεβίλλη. Και τέλος η Μπαρτσελόνα θα μονομαχήσει -και θα αποκλείσει- την Ρόμα του Κώστα του Μανωλά. Κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω μερικά πραγματάκια γι’ αυτά τα τέσσερα ποδοσφαιρικά ζευγάρια. Ζευγάρια που αναμένεται να μας χαρίσουν μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις.

Λίβερπουλ – Μάντσεστερ Σίτι

Ως λάτρης της Πρέμιερ Λιγκ που σέβεται τον εαυτό του δεν θα μπορούσα να μην αρχίσω από αυτό το ζευγάρι. Ως φίλος της Λίβερπουλ απ’ την άλλη, δεν ήθελα τους «πολίτες» απέναντι στην ομάδα που λατρεύω. Το δηλώνω και δεν ντρέπομαι καθόλου γι’ αυτό. Για την ομάδα του Γκουαρδιόλα τα έχουμε γράψει αρκετές φορές και πλέον δε νομίζω να υπάρχει κάτι νέο να περιμένουμε από δαύτη (ή μήπως υπάρχει;). Είναι με διαφορά η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας εξαιρετικό ποδόσφαιρο και θεωρείται από μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού ως το φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Αν υπάρχει κάτι που ίσως μπορεί να εξελιχθεί σε τροχοπέδη σε όλα αυτά για την πρόκριση, αυτό δεν είναι άλλο από την απειρία των περισσότερων παικτών της (σε αυτό το επίπεδο) και φυσικά το ανεμικό βάρος που ζυγίζει η φανέλα της. Αυτό το «περί ανεμικού βάρους φανέλας» το είδαμε πρόσφατα και στην ρεβάνς του Γουέμπλεϊ. Εκεί δηλαδή που τα «παιδάκια» της Τότεναμ δεν άντεξαν και λύγισαν απέναντι στους «άντρες» που φορούσαν την βαριά φανέλα της Γιούβε. Κι ας ήταν καλύτεροι. Μόνο που πλέον και στη Λίβερπουλ δεν υπάρχουν οι παίκτες με αυτή την εμπειρία από μεγάλα παιχνίδια.

Όσοι θεωρούν πως η τεράστια φανέλα της Λίβερπουλ μπορεί να κερδίσει από μόνη της τον «Γαλαξία Αστέρων» της Σίτι ειλικρινά κάνουν μεγάλο λάθος. Ο Κλοπ έχει νοικοκυρέψει σίγουρα την ομάδα (σε όλες τις γραμμές), παρουσιάζει ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο και διαθέτει τον εκτροχιασμένο Μο Σαλάχ, αλλά αυτά δεν αρκούν από μόνα τους για να αποκλείσει την Σίτι σε διπλά παιχνίδια. Οι «κόκκινοι» έχουν σίγουρα το παράσημο πως είναι η πρώτη ομάδα που κέρδισε φέτος την αρμάδα του Πεπ, και πως αυτό το έκανε δημιουργώντας ποδόσφαιρο και όχι καταστρέφοντας, αλλά επιμένω πως αυτό δεν αρκεί μιας και θα πρέπει να «καταστρέψει» κιόλας έναν αντίπαλο που διαθέτει μεγαλύτερη κλάση και ποιότητα για να προκριθεί. Αν ο Κλοπ βρει τον τρόπο να το κάνει αυτό τότε -και μόνο τότε- η Λίβερπουλ θα έχει σοβαρές πιθανότητες για να φτάσει στα ημιτελικά. Το καλό είναι πως οι «σκοτεινές» εποχές της Λίβερπουλ δείχνουν να αποτελούν παρελθόν αλλά δεν θεωρώ πως έχει φτάσει ακόμα ο καιρός της απόλυτης εξύψωσης απ’ το έρεβος της χρόνιας πτώσης.

Μπαρτσελόνα – Ρόμα

Όσο κι αν το ποδόσφαιρο είναι απρόβλεπτο και σε νοκ-άουτ φάσεις όλοι έχουν δικαίωμα στην ελπίδα και στο όνειρο σε αυτό το ζευγάρι δεν μπορώ να βρω κανένα παραμύθι. Όσο κι αν θα ήθελα να βρω κάτι τέτοιο. Οι Καταλανοί μπορεί να μην βρίσκονται στα καλύτερά τους -κάτι που το είδαμε και κόντρα στην Τσέλσι- αλλά αυτό δεν παίζει σημαντικό ρόλο για την υπόθεση της πρόκρισης απέναντι στους Ιταλούς. Απ’ την άλλη, με τον Βαλβέρδε στον πάγκο η Μπάρτσα είναι πλέον μια εντελώς διαφορετική ομάδα και αυτό είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ακόμα και από κάποιον που δεν βλέπει όλα της τα παιχνίδια. Με άλλο στυλ -και αλλαγμένο σύστημα- αλλά με την ποιότητα, που σε συνδυασμό με την εμπειρία των παικτών της, την οδηγούν σε ένα νέο μονοπάτι κυνικού ποδοσφαίρου, με ηγέτη και μπροστάρη σε όλο αυτό -ποιον άλλο;- τον Μέσι, ίσως στην πιο «επαγγελματική» σεζόν της καριέρας του. Μέχρι την επόμενη φυσικά, μιας και με το χρόνο δεν μπορεί να τα βάλει κανείς.

Απ’ την άλλη, θέλω πολύ να δω τον Μανωλά στην πιο επικίνδυνη αποστολή της έως τώρα καριέρας του, ως «Ράσελ Κρόου – Μονομάχος» απέναντι στην πιο επικίνδυνη συμμορία δολοφονικών κοντών του πλανήτη και κάτι μου λέει πως αυτή η αποστολή θα κρύβει πολλές παγίδες. Ευελπιστώ να κάνω λάθος μιας και τον Κωστάκη τον συμπαθώ και μου αρέσει που ηγείται στην άμυνα μιας τόσο καλής ομάδας. O κήπερ της Ρόμα Άλισον, μετά τα όργια που έκανε απέναντι στην Σαχτάρ περνάει πλέον στην επόμενη «πίστα», με τα κέρματα όμως που υπάρχουν διαθέσιμα να είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού (χωρίς φυσικά να υπάρχει το περιθώριο του λάθους) και με τους Μέσι και Ινιέστα να είναι πανέτοιμοι για μεγάλες ποδοσφαιρικές ζημιές. Κάτι σαν την Μακ Ντόρμαν και τον Ρόκγουελ όταν μπαίνουν στο αμάξι στην τελευταία σκηνή της φετινής ταινιάρας «Τρεις πινακίδες έξω απ’ το Έμπιντ του Μιζούρι». Αν ο Άλισον τα καταφέρει και δεν μαζέψει πολλά, ίσως τον δούμε και με το νούμερο 1 στην πλάτη στο Μουντιάλ της Ρωσίας. Αν όχι, ρίξτε ένα βλέφαρο προς Έτιχαντ μεριά για βρείτε τον βασικό κήπερ της Βραζιλίας.

Μπάγερν – Σεβίλλη

Υπάρχει σημείο μηδέν και νέα αφετηρία για την φετινή Μπάγερν; Εννοείται πως ναι και αυτό δεν είναι άλλο απ’ τη μέρα που ο Χάινκες ξανακάθισε στον πάγκο της ομάδας, φέρνοντας μαζί του τις παλιομοδίτικές του γαμάτες ιδέες. Οι Βαυαροί όσο περνάει ο καιρός θυμίζουν ολοένα και περισσότερο την ομάδα που θαυμάσαμε το 2013 (τηρουμένων των αναλογιών) και πλέον δεν μπορεί κανένας να μη την υπολογίζει ως άξιο συνδιεκδικητή του τίτλου. Κάτι που  -όπως όλοι γνωρίζουμε- πριν την έλευση του σπουδαίου τεχνικού φάνταζε μόνο ως ένα ακόμα κακόγουστο ποδοσφαιρικό αστείο, όπως εκείνο που κυκλοφορούσε στο Νησί και έλεγε πως η Γιουνάιτεντ θα κατακτούσε το πρωτάθλημα. Η γερμανική μηχανή έχει πάρει μπροστά για τα καλά και αναμένεται να βρεθεί εύκολα στην τετράδα. Και εκεί μάλιστα δεν νομίζω πως θα την θέλει κανένας για αντίπαλο. Αρκεί να είναι υγιής και πλήρης μιας και αρκετοί απ’ τους σούπερ σταρ της ομάδας βρίσκονται σε προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία και έχουν επίσης ταλαιπωρηθεί από τραυματισμούς.

Η Σεβίλλη έκανε το μικρό της θαύμα, αποκλείοντας ένα σπουδαίο -στα χαρτιά- αντίπαλο και μάλιστα με νίκη στην έδρα του, και θα μείνει στις μνήμες μας τόσο γι’ αυτό όσο και για το γεγονός πως προσπαθεί να παίξει όμορφο ποδόσφαιρο και γι’ αυτό αξίζουν πολλά συγχαρητήρια όλοι στην ομάδα και πρώτος απ’ όλους ο στυλάτος προπονητής της Βιτσένζο Μοντέλα. Δεν θεωρώ πάντως πως στη Βαυαρία έχουν τρομάξει απ’ το γεγονός πως η Σεβίλλη απέκλεισε την ομάδα του Μουρίνιο, μιας και οι περισσότεροι το περιμέναμε αυτό, κρίνοντας ξεκάθαρα απ’ τον τρόπο που έχει επιλέξει να παίζει ο προπονητής της ομάδας του Μάντσεστερ. Τι εννοώ; Οι εποχές που μια ομάδα έπαιρνε προκρίσεις παίζοντας μόνο για να μη δεχθεί γκολ έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος γι’ αυτό. Ξέρετε μια φράση που λέει «Πολλά με λίγα»;  Aν ναι,  αυτό ακριβώς να περιμένετε κι από αυτό το ζευγάρι. Εννοείται  υπέρ των Γερμανών.

Ρεάλ Μαδρίτης – Γιουβέντους

Η Γιούβε θέλει να πάρει σίγουρα την εκδίκησή της για τον περσινό χαμένο τελικό αλλά το ερώτημα είναι αν φυσικά μπορεί να το κάνει αυτό κόντρα σε μια ομάδα που ζει και αναπνέει για να κερδίζει το Τσάμπιονς Λιγκ. Θεωρώ πως πολύ δύσκολα η φετινή Γιουβέντους θα μπορέσει να αποκλείσει την Ρεάλ -σε διπλά παιχνίδια- και το υπογράφω αυτό και με τα δύο χέρια. Η Ρεάλ είναι καλύτερη ποιοτικά, πιο έμπειρη και φυσικά πιο ξεκούραστη, μιας και κυνηγάει μόνο αυτό τον τίτλο. Η ψυχή των Ιταλών απ’ την άλλη ζυγίζει τόνους, και το πάθος που αναμένεται να βγάλουν οι παίκτες του Αλέγκρι στο χόρτο δεν γίνεται να μετρηθεί, αλλά αυτό δεν αρκεί από μόνο του. Περιμένω να δω δύο σπουδαίες παραστάσεις απ’ τον Ντιμπάλα, μιας και το χρωστάει πρώτα απ’ όλα στον εαυτό του για την περσινή του κάκιστη απόδοση στον τελικό, αλλά και πάλι δεν ξέρω αν φτάνουν για να χαρίσουν το εισιτήριο της πρόκρισης στην ομάδα του.

Η Ρεάλ τα τελευταία χρόνια έχει βρει ξανά τον τρόπο να κερδίζει προκρίσεις και Ευρωπαϊκά τρόπαια. Διαθέτει ένα σπάνιο κορμό κορυφαίων παικτών όπως ο Μαρσέλο, ο Κρος, ο Μόντριτς, ο Ράμος και φυσικά ο Ρονάλντο, παίκτες δηλαδή που συνδυάζουν τα πάντα και έχουν κατακτήσει και τα πάντα, κι από πολλές φορές μάλιστα, και δεν βρίσκω το λόγο γιατί να μην το ξανακάνουν και φέτος. Για να πάρει η φετινή Γιουβέντους την πρόκριση από αυτή τη Ρεάλ Μαδρίτης θα πρέπει να συμβεί το εξής. Να πάνε όλα κατ’ ευχήν στην Γιουβέντους και να έχει την τύχη με το μέρος της στις περισσότερες λεπτομέρειες των δύο αναμετρήσεων και να στραβώσουν τα περισσότερα για τη Ρεάλ με την ατυχία να αγγίζει υψηλά επίπεδα. Αν μιλούσαμε για σενάριο ταινίας τότε ίσως μπορούσε να συμβεί ευκολότερα. Ο σπουδαίος τερματοφύλακας που δεν είχε κερδίσει το Τσάμπιονς Λιγκ και το καταφέρνει σε μεγάλη ηλικία, ως το απόλυτο αουτσάιντερ, στο τελευταίο παιχνίδι, της τεράστιας καριέρας του, πιάνοντας μάλιστα πέναλτι στο 90′ του καλύτερου παίκτη του αντιπάλου (σόρι Κριστιάνο δεν το εννοώ). Δυστυχώς όμως μιλάμε για την Γιουβέντους και όχι για τον ιταλικό νεορεαλισμό του Βισκόντι.

Όταν σου λείπει η μπάλα στο εξωτερικό

  [1 Σχόλιο]

Η ξενιτιά είναι δύσκολη. Είτε πας για να σπουδάσεις και σου λείπουν τα φασολάκια με τη φέτα, είτε πας για να δουλέψεις και έχεις χρήματα που πλέον δεν μπορείς να τα σκορπίσεις όπως θέλεις. Και μπορεί πολλές φορές τα πράγματα εκεί στο εξωτερικό να είναι καλύτερα, να μην κοιτάζεις πίσω, αλλά πάντα υπάρχει κάτι που θα σου λείπει. Ακόμα κι αν είσαι ένας Βρετανός διάσημος με πολλά χρήματα στην όμορφη δυτική ακτή των ΗΠΑ, μπορεί να μην σου λείπουν τα φασόλια για πρωινό ή το φις-εν-τσιπς, η μπαλίτσα όμως θα σου λείπει. Δεν θα ψάχνεις εστιατόριο της Αστόρια με κίονες και το μενού να γράφει με αρχαιοελληνική γραμματοσειρά «μουζάκα», αλλά ψάχνεις τις παραδόσεις του νησιού. Κάπως έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, πολλοί Βρετανοί «μετανάστες» σύχναζαν στο Cat & Fiddle μια παμπ στη Sunset Boulevard της Δυτικής Ακτής για να πιουν τις μπύρες τους και να συζητήσουν για μπαλίτσα.

Και φυσικά, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η μια κουβέντα έφερε την άλλη και αποφάσισαν να παίξουν μπαλίτσα. Μεταξύ τους οι Πολ Κουκ και Στιβ Τζόουνς των Sex Pistols, ο Ίαν Άστμπουρι από τους Cult κι ο Βίβιαν Κάμπελ των Def Leppard. Μαζί με άλλους ανθρώπους της show-biz έφτιαξαν τη δική τους ομάδα, τη Hollywood United FC μέσα σε έναν κόσμο που δεν τους καταλάβαινε. «Δεν αντέχω να ακούω τους Αμερικάνους και το σόκερ. Εμείς παίζουμε το πραγματικό ποδόσφαιρο, χωρίς κράνη και στεροειδή» έλεγε βλέποντας ένα Τότεναμ-Άρσεναλ στην παμπ, ο Χίλτον, ένας Λονδρέζος κάμεραμάν που ήταν αρχηγός στη Hollywood μέχρι που χτύπησε το γόνατό του. Η ομάδα δεν ήταν αποκλειστικά για διάσημους ή πλούσιους. Αλλά αυτοί όσο μπορούσαν έπαιζαν και βοηθούσαν. Το νούμερο 4 π.χ. ήταν κρατημένο για τον Βίνι Τζόουνς όποτε είχε χρόνο, ενώ ο Στιβ Τζόουνς (που μαζί με τον Ρέι Γουίνστοον είναι από τους ιδρυτές) με τις γνωριμίες του μπόρεσε και βρήκε εμφανίσεις για την ομάδα από την Puma.

Όπως περιγράφει ο Σεμπάστιαν Ντόγκαρντ (παραγωγός και σκηνοθέτης), όποιος μπορούσε ερχόταν. Ο Ρόμπι Γουίλιαμς π.χ. ήταν ένα δυναμικό εξτρέμ με πολύ καλή ντρίμπλα, ενώ ο Μάικ Μάιερς άκουγε κοροϊδευτικά «oh behave» όποτε έκανε κάτι εξεζητημένο. Η ομάδα γρήγορα έγινε κάτι παραπάνω από αμιγώς βρετανική. Κι άλλοι Ευρωπαίοι, αλλά και λατινοαμερικάνοι προστέθηκαν, αλλά όπως γράφει ο Ντόγκαρντ σε ένα άρθρο του, οι Γερμανοί και οι Αργεντίνοι γενικά δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Είπαμε, είμαστε Βρετανοί στο κάτω κάτω. Η επιτυχία της ομάδας ήταν μεγάλη και γρήγορα έγινε κανονικός σύλλογος που με την πορεία του χρόνου απέκτησε τρεις ομάδες. Την «κανονική» με το όνομα Hollywood United Hitmen που αγωνίζεται πλέον στο NPSL, την… πάνω από 30 και αυτή των πάνω από 40 που παίζουν οι παλιοσειρές που ίδρυσαν τη Hollywood.

Τουλάχιστον πρέπει να τρώνε καλά

Όλο και περισσότεροι διάσημοι άρχισαν να παίζουν κατά καιρούς. Ιδιοκτήτης-πρόεδρος και τερματοφύλακας έγινε ο Άντονι Λα Πάλια που εξαφάνιζε τα αντίπαλα σουτ «Χωρίς Ίχνος» (ναι το ξέρω, πολύ κακό…). Τη φανέλα του συλλόγου έχουν φορέσει κατά καιρούς ο λοχίας Μπρόντι (που όπως ξέρουμε αγαπάει την μπάλα), ο Τζέισον Στέιθαμ που είναι αρκετά αναλώσιμος (το πιάσατε ε;), ο Μπράντον Ρουθ (να κρατηθώ να μην πω κάτι για τον Σούπερμαν), ο Ζίγκι Μάρλεϊ, ο Ντόναλ Λογκ (γνωστός ως βασιλιάς Χόρικ στους Βίκινγκς) αλλά και πολλοί ποδοσφαιριστές όπως ο Άλεξ Λάλας, ο Φρανκ Λεμπέφ, ο Γιούρι Τζορκαέφ, ο Χόρχε Κάμπος που πέρασαν για μια γκεστ εμφάνιση.

Ο Λα Πάλια (Αυστραλός με ιταλο-ολλανδική καταγωγή) από τα χρόνια που έπαιζε μπάλα στην Αυστραλία

Μέσα σε όλα τα περίεργα της ομάδας είναι κι ένα γράμμα που έλαβε ο Λα Πάλια από έναν τύπο που το 2006 έκλεψε μια από τις μπάλες Μπραζούκα της ομάδας όταν αυτή έφυγε στο δρόμο. Ο τύπος τη βρήκε να κυλάει και αντί να την επιστρέψει, την πήρε κι έφυγε. Οκτώ χρόνια αργότερα, στο πλαίσιο των 12-βημάτων για τα άτομα που κάνουν απεξάρτηση, ο… κλέφτης έστειλε μια επιστολή στον πρόεδρο Λα Πάλια ζητώντας συγγνώμη. Η μπάλα δεν επιστράφηκε βέβαια, αλλά ήταν ένα καλό βήμα για να σωθεί ένας άνθρωπος.

Στιβ Τζόουνς σε φιλανθρωπική εκδήλωση

Πέρα από την πλάκα όμως (και την όχι και τόσο πλάκα, γιατί αρκετοί όπως ο Τζόουνς παίρνουν πολύ στα σοβαρά το παιχνίδι και αρνούνται να χάσουν ή να μην παίζουν βασικοί), η Χόλιγουντ έχει όπως είναι αναμενόμενο και φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Διοργανώνει συχνά φιλικά παιχνίδια για διάφορους σκοπούς και τα ποσά που μαζεύονται δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα. Όχι και άσχημα για μια ομάδα ξενιτεμένων που τους έλειπε η μπαλίτσα.

Πώς να Πάρεις τα Λεφτά σου Πίσω

  [15 Σχόλια]

Επιστρέφω μετά από δυο μήνες ενδελεχούς έρευνας (όχι ότι δεν είχα χρόνο) κάνοντας άρθρο κάτι που είχατε κάνει παρατήρηση στα σχόλια. Μιας και το θέμα των χορηγών και γενικά αυτών των εξωαγωνιστικών σχέσεων με το ίδιο το παιχνίδι είναι αγαπημένο μου θέμα, να δούμε λίγο τις σχέσεις των συλλόγων με τις φανέλες που πουλάνε, με κεντρικό ερώτημα αν μπορεί η Παρί να πάρει πίσω τα λεφτά που ξόδεψε για τη μεταγραφή Νεϋμάρ.

Θα ξεκινήσω από κάτι που ακούστηκε πρώτη φορά όταν ο Ντέιβιντ Μπέκαμ πήρε μεταγραφή από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στη Ρεάλ Μαδρίτης του Φλορεντίνο Πέρεθ. «Ο Μπέκαμ έχει κάνει απόσβεση τα χρήματα που ξοδεύτηκαν για τη μεταγραφή του πριν καν ξεκινήσει να παίζει». Η μεταγραφή τότε των €40Μ είχε φέρει τα λεφτά της πίσω από τις φανέλες, είπαν. Πράγμα που φυσικά δεν είναι ακριβώς έτσι. Όμως ο Μπέκαμ όντως είχε φέρει τα λεφτά του πίσω.

Ειδικά τα τελευταία χρόνια που τα νούμερα στις μεταγραφές έχουν γίνει από υπερβολικά ως εικονικά (εννοώ τόσα πολλά που πλέον παύουν να είναι ρεαλιστικές αγορές παιχτών) έχει γίνει μια μεγάλη προσπάθεια, ειδικά από το βρετανικό τύπο, αποδόμησης αυτής της πεποίθησης. Όταν έγινε πέρυσι η μεταγραφή Πογκμπά στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ βγήκαν και οι πολιτικές εφημερίδες, πέρα από τα εξειδικευμένα Φορμπς, Μπλούμπεργκ και είπαν ότι «Παιδιά, η φανέλα κάνει €110 με €125 αλλά από αυτά στους συλλόγους μένουν τα €12-€15 ανά φανέλα».

Και είναι ακριβώς έτσι. Διότι οι φανέλες είναι κυρίως ο τρόπος με τον οποίο εξαργυρώνουν οι αθλητικές εταιρίες τις χορηγίες στους συλλόγους. Δίνοντας €30-50Μ/χρόνο για να ντύνουν τις ομάδες, προφανώς δεν το κάνουν από την καλή τους την καρδιά. Και η κάθε ΝΙΚΕ & Αντίντας από τις φανέλες βγάζουν τα περισσότερα λεφτά. Πέρα από το κοντά 40% της τιμής (το νούμερο το δίνει το Φορμπς) που μένει στην αθλητική εταιρία, υπάρχει το 35% που πάει στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς της και ό,τι μένει είναι η φορολογία και το ποσοστό που έχει λαμβάνει ο κάθε παίχτης του οποίου το όνομα κοτσάρεται στη φανέλα. Ένας τρόπος που έχουν βρει οι σύλλογοι να κερδίζουν κάτι παραπάνω είναι να χρεώνουν ξεχωριστά τα ονόματα και τα νούμερα των παιχτών. Έτσι παίρνουν κοντά το 50% από αυτά τα ποσά, τα οποία όμως είναι μαζί €15-€25.

Η Μπαρσελόνα είναι ο σύλλογος που έβγαλε το 2017 τα περισσότερα χρήματα από πωλήσεις φανέλας, κατά βάση λόγω Μέσι, και το καθαρό ποσό ήταν €55Μ. Για την Παρί αυτό το νούμερο ήταν €32Μ (αναμένεται να πάει €45Μ φέτος). Η μεταγραφή Πογκμπά πήγε πέρυσι το ποσό για τη Γιουνάιτεντ από τα €45Μ στα €49,5Μ. Ναι, καλά θυμάστε, δεν κόστισε €4,5Μ ο Πογκμπά. Οπότε οι φανέλες από μόνες τους φέρνουν πίσω τα μπόνους συμμετοχής ή/και γκολ του παίχτη. Όλα τα υπόλοιπα λεφτά έρχονται πίσω κάπως;

Ας επιστρέψουμε στον Ντέιβιντ Μπέκαμ. Οι πωλήσεις φανέλας αυξήθηκαν τότε στη Ρεάλ Μαδρίτης κατά το εντυπωσιακό 67%. Αλλά όπως είπαμε αυτό έφερε λίγα καθαρά έσοδα (περίπου €5,2Μ). Εκείνη τη χρονιά όμως, λόγω και της παρουσίας Μπέκαμ, η Ρεάλ ανανέωσε ή έκανε νέες χορηγίες με τη Ζίμενς, την Πέπσι και την Αντίντας. Συνολικό κέρδος €96Μ. Επίσης είδε αύξηση των εισιτηρίων κατά 26% (€58Μ) και αύξησε κατά 24% (κατά €55Μ) το τηλεοπτικό της συμβόλαιο. Μαζί με κάτι «ψιλά» (€20Μ) από τα φιλικά σε όλο τον κόσμο, ο Μπέκαμ έφερε στη Ρεάλ κοντά στα €200Μ. Διότι η Ρεάλ δεν έφερε στη Μαδρίτη μόνο τον παίχτη Μπέκαμ, αλλά και την επιχείρηση Μπέκαμ. (Όλα τα νούμερα προέρχονται από μελέτη του πανεπιστημίου του Βανκούβερ).

Αντίστοιχης λογικής μεταγραφή υπήρξε και ο Κριστιάνο Ρονάλντο, ο Μπέιλ, ο Πογκμπά και φυσικά ο Νεϋμάρ. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο παίχτης, αλλά και η επιχείρηση που φέρνει μαζί του. Ο Νεϋμάρ πριν φύγει από την Μπαρσελόνα είχε 17 προσωπικούς χορηγούς και πηγαίνοντας στο Παρίσι έχει πλέον 20. Στη Μπάρσα οι χορηγοί έφταναν το 61% των εισοδημάτων του (!), νούμερο που στο Παρίσι έπεσε λόγω γιγάντιου συμβολαίου στο 49%. Ο Μέσι έχει το 34% των εισοδημάτων του από χορηγούς και ο Κριστιάνο το 36%.

Η μεταγραφή του Νεϋμάρ στο Παρίσι έφερε 3 νέους χορηγούς στον ίδιο αλλά και 5 νέους στην Παρί, με το συνολικό ποσό να ανέρχεται στα €96Μ (σύμφωνα με τη Γαλλική Υπηρεσία DNCG). Επίσης υπήρξε αύξηση κατά 1.500 θεατές ανά παιχνίδι στους επισκέπτες στο γήπεδο της Παρί. Λόγω του ότι η σεζόν δεν έχει τελειώσει ακόμα, δεν ξέρουμε ακόμα σε λεφτά πως μεταφράζεται αυτό. Τέλος και πιο σημαντικό, τα τηλεοπτικά δικαιώματα του Σαμπιονάτ θα πάνε από τα €748Μ στα €1,2 δις. Και αυτό οφείλεται καθαρά στον Νεϋμάρ. Η Παρί παίρνει το 19% του τηλεοπτικού συμβολαίου (Φορμπς), οπότε θα κερδίσει €90Μ τουλάχιστον από αυτήν την αύξηση. Και κάπως έτσι εξηγείται ότι φωταγώγησαν το Παρίσι στα γενέθλια του παίχτη. Το να μείνει στη Γαλλία είναι προς όφελος όλων. Επίσης, η Παρί πάει για €35-40Μ παραπάνω έσοδα από τα φιλικά του καλοκαιριού με τον Νεϋμάρ στη σύνθεση της. Αν νομίζετε ότι δεν είναι σημαντικό αυτό, να θυμίσω ότι η Μπαρσελόνα δε συζητούσε τίποτα με τον παίχτη αν δεν πήγαινε στην περιοδεία στις ΗΠΑ.

Από εκεί και πέρα όμως, το ερώτημα παραμένει αν τέτοιες μεταγραφές τελικά κάνουν απόσβεση. Ο Μπέκαμ είναι μια ξεχωριστή περίπτωση διότι ήταν ο πρώτος σε μια περίοδο που τα νούμερα δεν είχαν ξεφύγει. Ο Κριστιάνο έκανε το δεύτερο μπαμ στη Μαδρίτη και μόνο το γεγονός ότι πήγε σε μια ομάδα που αποκλειόταν στους 16 του Τσάμπιονς Λιγκ συνεχώς και κατάφερε να την κάνει 3 φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης και να την πηγαίνει σχεδόν πάντα στους 4 είναι απίστευτα πολλά χρήματα. Κι αυτά χωρίς να υπολογίσουμε το τι έφερε στη Ρεάλ Μαδρίτης η σύνδεση με την επιχείρηση Ρονάλντο.

Όμως ο Μπέιλ, ο Πογκμπά και ο Νεϋμάρ ακόμα είναι αμφίβολοι στο οικονομικό τους αποτέλεσμα. Ο Μπέιλ πήγε στη Μαδρίτη για να ανανεώσει τη σχέση των Μερένχες με τη βρετανική αγορά και να βοηθήσει στον τομέα των τηλεοπτικών. Λίγο όμως ο ανταγωνισμός της Πρέμιερ με τη Λίγκα και λίγο ο αγγλικός ποδοσφαιρικός σωβινισμός και το πείραμα απέτυχε. Άλλωστε ο Μπέιλ είναι Ουαλός και δεν είναι ούτε στο 1/10 το σύμβολο που υπήρξε ο Μπέκαμ. Ο Πογκμπά δεν παίζει, οπότε κάθε κουβέντα τελειώνει εκεί. Ο Νεϋμάρ απλώς κόστισε ένα παράλογο ποσό. Τα χρήματα της ρήτρας μαζί με το συμβόλαιό του και τα υπόλοιπα (μανατζερικά, σπίτια, αμάξια και εφορία) πάνε κοντά στο μισό δις ευρώ. Για να πάρει πίσω τα χρήματα η Παρί θα πρέπει ο Νεϋμαρ να μείνει τουλάχιστον 3 χρόνια στο Σαμπιονάτ και να ανανεώνει αυτά τα νούμερα συνεχώς. Πράγμα που κατά την άποψη του γράφοντα δε θα συμβεί, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Επίσης, τους Καταριανούς δεν τους νοιάζει καθόλου όλο αυτό. Γενικότερα πάντως, η δυναμική του φράντσαϊζ «παίκτης» υπάρχει. Αλλά για να την εκμεταλλευτεί κάποιος, θα πρέπει ο παίκτης αυτός να μείνει τουλάχιστον μια τριετία στην ομάδα και να είναι η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα της.

Ωδή στον Χοσέ τον Λουίς τον Τσιλαβέρτ

  [2 Σχόλια]

«Αν κερδίσουμε πέναλτι, ποιος θέλει να το εκτελέσει;»

Η ερώτηση του Κάρλος Μπιάνκι έπιασε τους πάντες απροετοίμαστους. Στα αποδυτήρια της Βέλεζ επικράτησε για λίγο νεκρική σιγή. Οι περισσότεροι καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο, θέλοντας να δείξουν ότι το σκέφτονται. Σε λίγη ώρα θα έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου της Εστουντιάντες, ψάχνοντας μια ισοπαλία που θα τους έστεφε πρωταθλητές για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η πίεση και το άγχος είχαν πιάσει ταβάνι.

«Εγώ θέλω» ακούστηκε μια σίγουρη φωνή, κάπου από το βάθος.

Η φωνή συνοδεύτηκε από ένα σηκωμένο χέρι. Ήταν το χέρι του τερματοφύλακα. Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ ήταν 28 χρονών εκείνη την εποχή. Η πρωτοβουλία του έδωσε θάρρος και στους υπόλοιπους και δυο ακόμα χέρια σηκώθηκαν διστακτικά στον αέρα. Ο Μπιάνκι ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε: «Ωραία. Θα το εκτελέσει τότε ο Τούρου. Αλλιώς ο Γκονζάλεζ. Αν όχι, τότε ο Τσιλαβέρτ».

Ήταν ένα κρύο και βροχερό απόγευμα Τρίτης του Ιουνίου του 1993 και το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και χιλιάδες οπαδοί των φιλοξενούμενων, που περίμεναν πολλά χρόνια γι’αυτή τη στιγμή. Κάπου στα μισά της επανάληψης, η Βέλεζ κέρδισε πέναλτι. Ο ‘Τούρου’ Φλόρες κοίταξε τον Γκονζάλεζ. Ο Γκονζάλεζ κοίταξε τον Φλόρες. Κανένας δεν έκανε κίνηση προς τη μπάλα. Ο έμπειρος Μπιάνκι κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και έκανε νόημα προς τον τερματοφύλακα του. Ο Τσιλαβέρτ διέσχισε όλο το γήπεδο, έστησε τη μπάλα ψύχραιμα και με ένα δυνατό, συρτό σουτ την έστειλε στη δεξιά γωνία της εστίας. Η Βέλεζ ήταν, επιτέλους, πρωταθλήτρια Αργεντινής. Αυτός ήταν ο πρώτος από τους εννιά τίτλους που κατέκτησε με τα χρώματα της ο μεγαλόσωμος Παραγουανός πορτιέρο.

«Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων εκεί έξω. Οι πετυχημένοι και οι μέτριοι. Οι πετυχημένοι δεν σκέφτονται την αποτυχία. Ένας μέτριος άνθρωπος όμως σκέφτεται συνέχεια: Τι θα συμβεί αν αποτύχω;» σχολίασε αρκετά χρόνια αργότερα ο Τσιλαβέρτ, περικλείοντας ουσιαστικά σε μια δήλωση όλη την κοσμοθεωρία του.

Ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ δεν ήταν «πετυχημένος» εκ γενετής. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι και ο ίδιος αναγκαζόταν να κυκλοφορεί ξυπόλητος μέχρι τα 7 του και να κάνει μπάνιο με κουβάδες στην αυλή. Πέρασε όλη την παιδική του ηλικία αρμέγοντας αγελάδες και πουλώντας το γάλα τους στα γειτονικά παντοπωλεία. Μέχρι τα 20 του ήταν ένας συνηθισμένος τερματοφύλακας, που προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην, παίζοντας σε ομάδες της Παραγουάης.

Τότε έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα της καριέρας του, παίρνοντας μεταγραφή στη Σαν Λορένσο. Στο Μποέδο γνώρισε τον γυρολόγο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, χάρη στον οποίο ανακάλυψε το πάθος του για τις εκτελέσεις φάουλ. Μετά το τέλος των προπονήσεων οι δυο τους καθόταν στο γήπεδο και κοντραριζόταν, με έπαθλο συνήθως ένα μπουκάλι κόκα-κόλα. Όπως δήλωσε ο ίδιος, πριν αποχωρήσει για να κάνει ντουζ εκτελούσε περίπου 80-120 φάουλ, σε μια προσπάθεια να τελειοποιήσει την τεχνική του.

Οι αμέτρητες ώρες εξάσκησης με τη μπάλα στα πόδια του έδιναν την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να βγαίνει και εκτός της περιοχής του. Μια συνήθεια που εκείνη την εποχή πάντως προκαλούσε τρόμο στους φιλάθλους. «Πολλοί άνθρωποι ήταν αντίθετοι με το στυλ παιχνιδιού μου στην αρχή. Όταν ξεκίνησα να βγαίνω εκτός εστίας με τη μπάλα στα πόδια, στη Σαραγόσα το 1988, τους οπαδούς τους έπιανε πανικός και μου φώναζαν να γυρίσω στην εστία. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα τρόπο να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Δεν με απασχολούσε ποτέ τι λέει ο κόσμος. Είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητες μου».

Κάποιες φορές βέβαια η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν είναι αρκετή. Σ’ένα ματς της Σαραγόσα με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ, το ‘μπουλντόγκ’, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ανέβηκε στην αντίπαλη περιοχή για να εκτελέσει ένα πέναλτι, δίνοντας ξεκάθαρες εντολές σ’έναν αμυντικό να προσέχει την εστία του. Η εκτέλεση ήταν εύστοχη αλλά όση ώρα ο σκόρερ πανηγύριζε κοντά στους πάγκους, η Σοσιεδάδ έκανε γρήγορα τη σέντρα και σκόραρε με μακρινό σουτ, μειώνοντας άμεσα σε 2-1. Ο αγριεμένος Τσιλαβέρτ κατευθύνθηκε προς τον συμπαίκτη του, που είχε επίσης φύγει από την εστία για να πανηγυρίσει, ζητώντας εξηγήσεις. Η απολογία του ήταν απλή και ανθρώπινη: «Παρασύρθηκα, γιατί δεν είχα ξαναδεί τερματοφύλακα να εκτελεί πέναλτι».

Στα 21 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του ο Τσιλαβέρτ πέτυχε 67 γκολ (εκ των οποίων τα 8 με την εθνική), τα περισσότερα με πέναλτι και τα υπόλοιπα με φάουλ. Ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει περισσότερα είναι ο Ροζέριο Σένι. Ο Παραγουανός όμως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να κάνει χατ τρικ, έστω και με εκτελέσεις πέναλτι και ο μοναδικός που προσπάθησε να σκοράρει με φάουλ (χωρίς όμως επιτυχία) σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά και διάσημα γκολ του μπήκε το 1996, σ’έναν αγώνα με τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Βέλεζ κέρδισε ένα φάουλ κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που ο συμπαίκτης του βρισκόταν ακόμα στο έδαφος, ο Τσιλαβέρτ διαπίστωσε ότι ο τερματοφύλακας της Ρίβερ, Χέρμαν Μπούργος, βρισκόταν εκτός θέσης. «Οι συμπαίκτες μου έλεγαν ‘σταμάτα, σταμάτα’ κι εγώ τους φώναζα ‘φύγετε από μπροστά μου’. Είπα στον διαιτητή να σκύψει και ευτυχώς το έκανε γρήγορα, γιατί αν τον πετύχαινα θα τον έβγαζα νοκ αόυτ. Η μπάλα φαινόταν πως πήγαινε έξω αλλά ξαφνικά έκανε μια απότομη βουτιά και έσκασε εντός εστίας. Πάντα λέω ότι ένας άγγελος την έσπρωξε μέσα. Αν το δοκίμαζα 1000 φορές, δεν θα το πετύχαινα ξανά. Δέχτηκα συγχαρητήρια ακόμα και από τους παίκτες της Ρίβερ. Στο τέλος έδωσα τη φανέλα μου στον διαιτητή, γιατί ήταν το τελευταίο του ματς και εκτός αυτού την άξιζε γιατί τα ρεφλέξ του ήταν εξαιρετικά».

Μετά τον αγώνα ο, πάντα εριστικός, Τσιλαβέρτ (που στη διάρκεια της καριέρας του μάλωσε με αντιπάλους, διαιτητές, δημοσιογράφους, προπονητές, παράγοντες, ball-boys και πολιτικούς) σχολίασε πως ο Μπούργος θα πρέπει να είναι πιο συγκεντρωμένος και να μη χαζεύει τα πουλιά εν ώρα αγώνα. Η μοίρα το έφερε έτσι που οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά τρεις μήνες μετά. Η Αργεντινή υποδεχόταν την Παραγουάη για τα προκριματικά του Μουντιάλ και με το σκορ στο 1-0, οι φιλοξενούμενοι κέρδισαν φάουλ σε καλό σημείο. Ο Τσιλαβέρτ άφησε το τέρμα του και ανέβηκε για την εκτέλεση. Οι φωτογράφοι που βρισκόταν πίσω από την εστία αποκάλυψαν αργότερα ότι όση ώρα ο Παραγουανός έστηνε τη μπάλα, ο Μπούργος έτρεμε. Η μπάλα πέρασε το τείχος αλλά έφτασε στην εστία χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, στο σημείο που βρισκόταν ο Αργεντινός τερματοφύλακας. Κι όμως, ο Μπούργος κατάφερε να χάσει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του, χαρίζοντας ουσιαστικά στην Παραγουάη έναν πολύτιμο βαθμό.

Ο Χέρμαν Μπούργος (που από το 2011 είναι βοηθός του Σιμεόνε στην Ατλέτικο) δεν ήταν το μόνο θύμα του. Το ‘μπουλντόγκ’ δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης σαν τους υπόλοιπους. Η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που από ένα σημείο και μετά η αύρα του ήταν μεγαλύτερη και από την ίδια την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν. Η ηγετική του παρουσία στο Μουντιάλ του 1998 είναι το πιο τέλειο παράδειγμα αυτής της φαινομενικής υπερβολής.

Στα 3 ματς του ομίλου, με αντιπάλους την Ισπανία, τη Βουλγαρία και τη Νιγηρία, ο Τσιλαβέρτ δέχτηκε μόλις ένα γκολ. Η σκληροτράχηλη Παραγουάη έκανε την έκπληξη και πέρασε στους 16, εκεί που την περίμενε η πανίσχυρη διοργανώτρια Γαλλία. Το μεσημέρι εκείνο της 28ης Ιουνίου δεν θα το ξεχάσει κανένας απ’όσους είδαν το παιχνίδι, έστω και στην τηλεόραση. Η άμυνα της Παραγουάης άντεξε το σφυροκόπημα των Γάλλων για 114 λεπτά, πριν τελικά υποταχθεί από ένα γκολ του Λοράν Μπλαν. Το πάθος  και η αυταπάρνηση των Λατινοαμερικάνων και η επιβλητική παρουσία του 33χρονου τερματοφύλακα απέναντι στο μεγάλο φαβορί ήταν αυτά που έμειναν στη μνήμη όλων, μαζί με τη συγκινητική εικόνα του αρχηγού Τσιλαβέρτ να σηκώνει από το χόρτο τους δακρυσμένους συμπαίκτες του, που είχαν καταρρεύσει από την υπερπροσπάθεια.

20 χρόνια μετά, η ίδια ανατριχίλα κάθε φορά που το βλέπω

Μετά το τέλος του αγώνα και οι δυο τερματοφύλακες της Γαλλίας έσπευσαν να ζητήσουν τη φανέλα του. Για να μη δυσαρεστήσει κανέναν, ο Τσιλαβέρτ έδωσε αυτή που φορούσε στον Μπαρτέζ και μια δεύτερη που είχε στα αποδυτήρια στον Λάμα. Λίγα χρόνια αργότερα, σε ένα αφιέρωμα στην πορεία της εθνικής Γαλλίας σε εκείνη τη διοργάνωση, οι παίκτες της είχαν σχολιάσει πως η Παραγουάη ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο στο δρόμο προς το τρόπαιο. Όπως μάλιστα αποκάλυψε ένας εξ αυτών, όλοι στην ομάδα έτρεμαν στην ιδέα να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Σε συζητήσεις που έγιναν στη διάρκεια του ημιχρόνου και πριν αρχίσει η παράταση, όλοι συμφωνούσαν πως αν το παιχνίδι φτάσει εκεί, η Γαλλία δεν έχει καμία τύχη απέναντι στον «άτρωτο» Τσιλαβέρτ, μια πρόταση που πιθανόν ακούγεται υπερβολική αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πόσο μεγάλο μέγεθος ήταν ο Παραγουανός στο μυαλό των αντιπάλων.

Μια τέτοια προσωπικότητα φυσικά δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί εντός των τεσσάρων γραμμών. Ο Τσιλαβέρτ δεν δίστασε ποτέ να πει τη γνώμη του, όσο αντισυμβατική κι αν ήταν αυτή, και δεν φοβήθηκε να τη στηρίξει ακόμα και με δύσκολες πράξεις. Όταν το 1999 η Παραγουάη ανέλαβε να διοργανώσει το Κόπα Αμέρικα, ο πιο γνωστός παίκτης της και αρχηγός της αρνήθηκε να λάβει μέρος, καθώς θεωρούσε ότι η πατρίδα του είχε πολύ σοβαρότερα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα εκείνη την εποχή (λίγους μήνες πριν δολοφονήθηκε, εν μέσω τρομερής πολιτικής αναταραχής, ο αντιπρόεδρος της χώρας) και τα χρήματα που προοριζόταν για τη διοργάνωση θα έπρεπε να δοθούν στην παιδεία και την υγεία.

Πίσω από τις διάφορες υπεροπτικές δηλώσεις και τις μικρές κρίσεις εγωπάθειας του, κρυβόταν πάντα ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε. Όταν η Βέλεζ έφτασε στον τελικό του Διηπειρωτικού το 1994 και αντιμετώπισε τη Μίλαν στο Τόκιο, η PUMA τον προσέγγισε, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ο Τσιλαβέρτ συμφώνησε να φορέσει τα προϊόντα της εταιρείας και αυτή του έκανε δώρο 80 ζευγάρια γάντια και μερικές δεκάδες μπλουζάκια και σορτσάκια. Όταν η Βέλεζ γύρισε στην Αργεντινή, ως πρωταθλήτρια κόσμου, ο Τσιλαβέρτ βγήκε στους δρόμους, μοιράζοντας τα καλούδια που είχε μαζέψει: έδωσε τα γάντια σε ερασιτέχνες τερματοφύλακες των μικρών κατηγοριών και χάρισε όλα τα ρούχα στα τοπικά νοσοκομεία.

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη μέρα που ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ κρέμασε τα γάντια του αλλά κάθε φορά που αναφέρεται η εθνική Παραγουάης, η πρώτη σκέψη στο μυαλό όλων είναι αυτός. Δεν ήταν μόνο ένας πολύ καλός τερματοφύλακας, με εξαιρετικά ρεφλέξ, που μπορούσε και να σκοράρει. Ήταν ένας αληθινός ηγέτης, εντός και εκτός γηπέδου, που έβγαινε μπροστά ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Κάποιος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον παραδοσιακό ρόλο του κομπάρσου που έχουν συνήθως αυτοί που φοράνε το ‘1’ στη φανέλα. Από την άλλη, δεν ήταν ποτέ ο πιο ήρεμος χαρακτήρας, ούτε ο πιο σεμνός άνθρωπος στο χώρο. Ακόμα και γι’αυτά τα ελαττώματα του όμως, είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση: «Είχα αρκετές κόντρες και μπόλικους καβγάδες στη διάρκεια της καριέρας μου αλλά πραγματικά, τι περίμενε ο κόσμος; Με αυτή τη φάτσα που έχω, πρέπει να παίξω τον κακό. Αν παριστάνω το καλό παιδί, απλά δεν θα είμαι εγώ».

Ο Ρίκι, το ταλέντο του και το Thug Life

  [1 Σχόλιο]

Δεν πέρασε πάνω από ένας χρόνος από τότε που ο μεγάλος Ρομπέρτο Μπάτζιο έδινε συνέντευξη στην Κοριέρε ντελο Σπορτ. Ανάμεσα σε άλλα σημεία, επανέλαβε την αγάπη του για το ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής. Ο Μπάτζιο αγαπάει την Μπόκα και όταν ρωτήθηκε για το αν βλέπει κάποιον διάδοχό του είπε: «τον Ρίκι Σεντουριόν, αλλά πρέπει να βελτιώσει τη συμπεριφορά του έξω από το γήπεδο». Όπως βλέπετε, δεν αναρωτήθηκε για αυτά που κάνει στο γήπεδο. Αν και ομολογώ ότι δεν βλέπω πολλά κοινά στον 25χρονο Αργεντίνο χαφ και τον Μπάτζιο (περισσότερο μου θυμίζει το Νεϊμάρ), ο Σεντουριόν ξέρει καντάρια μπάλας και βγάζει μια ποδοσφαιρική αλητεία από τα παλιά. Τεχνίτης, γρήγορος, καλός παίκτης που δύσκολα μαρκάρεις. Δυστυχώς όμως η αλητεία δεν σταματάει μέσα στο γήπεδο.

Πράγματα που έκανε ο Ρίκι πριν κλείσει τα 21 του

Μόλις στα 19 του, ως ταλαντούχος παίκτης της Ράσινγκ Κλουμπ, πρωταγωνίστησε στο πρώτο του σκάνδαλο. Η φωτογραφία του να κραδαίνει ένα όπλο και να καμαρώνει με αυτό σαν συμμορίτης κυκλοφόρησε παντού. Λίγο η ηλικία, λίγο ότι ήταν το πρώτο παράπτωμα, λίγο τα «παιδί είναι μωρέ» και στον Αντριάν Ρικάρντο Σεντουριόν δόθηκε άφεση αμαρτιών. Για αρκετό καιρό, τα παραπτώματά του ήταν ήσσονος σημασίας. Από το 2016 και μετά όμως, ο Ρίκι είναι κάθε λίγο και λιγάκι πρώτη είδηση και όχι για καλούς λόγους. Η αρχή έγινε όταν πρωταγωνίστησε σε έναν καβγά, όντας μεθυσμένος και κατηγορήθηκε για πρόκληση σωματικών βλαβών. Δυο ήταν οι τραυματίες και ο Ρίκι την κοπάνησε για να γλιτώσει τη σύλληψη. Τον ίδιο μήνα τράκαρε το αυτοκίνητό του τα χαράματα γυρίζοντας από διασκέδαση και οδηγώντας υπό την επήρεια. Τον επόμενο μήνα κυκλοφόρησαν «σέξι» φωτογραφίες του που έστελνε σε κοριτσόπουλα μέσω κινητού.


Μαλώνεις ρε;

Το 2017 μπήκε όπως έφυγε το 2016. Με την Μπόκα να βρίσκεται στη Μαρ ντελ Πλάτα για το καλοκαιρινό φιλικό με τη Ρίβερ, ο Ρίκι επέστρεψε σε κατάσταση μέθης στο ξενοδοχείο της Μπόκα αργά το βράδυ και πρωταγωνίστησε σε ένα επεισόδιο που έπιασαν οι κάμερες ασφαλείας. Εκεί σε έξαλλη κατάσταση συγκρατείται από τρεις συμπαίκτες του, άγνωστο με ποιον τα είχε βάλει. Τον Μάϊο του ίδιου έτους, η τότε κοπελιά του προσέφυγε στη δικαιοσύνη και τον κατηγόρησε για βία και απειλές, υποστηρίζοντας ότι μεταξύ άλλων της έσπασε τρία δόντια. Για να κάνει ακόμα πιο έντονο το προφίλ του κακού παιδιού, ο Ρίκι ανεβάζει λίγο καιρό αργότερα καινούρια φωτογραφία του με μια καραμπίνα. Η Μπόκα το καλοκαίρι αποφασίζει να μην τον αγοράσει (ο Σεντουριόν ήταν δανεικός με option αγοράς από τη Τζένοα), αλλάζει άποψη στην πορεία και τελικά όλα δείχνουν ότι ο Ρίκι θα συνεχίσει στο Μπομπονέρα. Ξαφνικά, η μεταγραφή χαλάει. Ο λόγος; Λίγες μέρες πιο πριν ο Σεντουριόν έχει μπλέξει ξανά σε έναν καβγά, ενώ έχει πάει με την παρέα του για… μπόουλινγκ (γνωστό επικίνδυνο παιχνίδι που προάγει τη βία). Ο Ρίκι κι οι φίλοι του (ταινία που θα μπορούσε να σκηνοθετήσει ο Σκορτσέζε) απειλούν έναν τυπάκο που ήταν οπαδός της Μπόκα και απλά ήθελε να βρεθεί κοντά στο είδωλό του. Η Μπόκα αποφασίζει να βάλει πολύ αυστηρούς όρους στο συμβόλαιο του Σεντουριόν. Να δει κάποιον ψυχολόγο για τη συμπεριφορά του, να σταματήσει να ποστάρει προκλητικά πράγματα στα social media και κυρίως, να έχει η Μπόκα το δικαίωμα να διακόψει το συμβόλαιό του για κάποιο παράπτωμα χωρίς να πληρώσει ούτε ένα πέσο για την υπόλοιπη διάρκειά του.

Το πιο σημαντικό γκολ του Ρίκι με τη φανέλα της Μπόκα, με ένα σομπρέρο

Ο Σεντουριόν αρνείται και ωσάν κάτι δικούς μας διοικητικούς παράγοντες ποστάρει στίχους στα social media: «Δεν ακούω και συνεχίζω, γιατί πολλά από αυτά που απαγορεύονται είναι αυτά που με κάνουν να ζω». Από το τραγούδι «Απαγορευμένο» των Καγιεχέρος (αγαπημένο συγκρότημα και του κόουτς Χόρχε Σαμπάολι). Επιστρέφει τελικά στη Γένοβα και το μόνο αξιόλογο που κάνει με τη φανέλα της Τζένοα συμβαίνει όταν ο κόουτς τον τιμωρεί γιατί την ώρα της προπόνησης ανεβάζει live video στα social media πίνοντας μάτε. Με αυτά τα μυαλά παίζει 52 ολόκληρα λεπτά από την αρχή της σεζόν μέχρι το Δεκέμβριο και η Τζένοα ψάχνει να τον στείλει κάπου. Η Μπόκα παρ’ ότι έχει την ευκαιρία να τον πάρει δανεικό, εμμένει στην καλοκαιρινή απόφασή της και τελικά η ομάδα στην οποία έμαθε μπάλα και έφτιαξε το όνομά του, η Ράσινγκ Κλουμπ αγοράζει με 4 περίπου εκατομμύρια το 70% του παίκτη. Μια νέα αρχή για τον παίκτη και μια μεγάλη μεταγραφή για το σύλλογο.

Βλέποντας αυτό το τυπάκι, θα ποντάρατε ότι έχει παίξει σε Αργεντινή, Βραζιλία, Ιταλία και έχουν ξοδευτεί αρκετά εκατομμύρια για πάρτη του;

Ο Ρίκι επιστρέφει και κάνει μέσα στο γήπεδο αυτό που ξέρει. Δημιουργεί, σκοράρει, ξεσηκώνει. Δεν περνάνε καλά καλά τρεις μήνες όμως και χτυπάει ξανά. Τα ξημερώματα μιας από τις προηγούμενες μέρες περνάει δυο φανάρια με κόκκινο και συλλαμβάνεται. Αρνείται να κάνει αλκοτέστ και είναι αρκετά επιθετικός. Στη συνέχεια προσπαθεί να «λαδώσει» τον έναν αστυνομικό όπως φαίνεται σε βίντεο που κυκλοφόρησε. Το χειρότερο όμως είναι άλλο. Το «ξημερώματα» μάλλον είναι τιμητικό, καθώς η ώρα που συλλαμβάνεται είναι 8.10 το πρωί και τα φανάρια που πέρασε με κόκκινο βρίσκονται σε περιοχή με σχολείο, την ώρα που μαθητές πηγαίνουν εκεί. Δυστυχώς, ο πρόεδρος της Ράσινγκ Βίκτορ Μπλάνκο τον υπερασπίζεται, λέγοντας ότι τέτοια ώρα δεν είναι λογικό να κάνεις αλκοτέστ και ότι το γεγονός διογκώθηκε επειδή επρόκειτο για το Ρίκι. Θυμίζοντας Έλληνα παράγοντα λέει και το αμίμητο: «ποιος από μας δεν έχει περάσει με κόκκινο ένα φανάρι;»

10 από τα καλύτερα μαγικά του Ρίκι

Δυστυχώς για τον Σεντουριόν φαίνεται ότι η κανονική αλητεία θα υπερισχύσει της καλώς εννοούμενης ποδοσφαιρικής αλητείας. Ο Ρίκι δεν είναι πια παιδί. Είναι 25 χρονών. Οι δικαιολογίες τελείωσαν. Θα μπορούσε να έχει κληθεί στην εθνική, να έχει θέση σε κάποιο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Κι όμως. Απέτυχε παταγωδώς στην Ιταλία, ένας τεράστιος σύλλογος όπως η Μπόκα αποφάσισε ότι τα αρνητικά είναι περισσότερα από τα θετικά και τώρα ξεκινάει με τον ίδιο τρόπο στη Ράσινγκ. Το τεράστιο ταλέντο του συνεχίζει να μένει ανεκμετάλλευτο, όταν το αμαυρώνει με ένα σωρό ανοησίες. Και είναι κρίμα, γιατί θα μπορούσαμε σήμερα να μιλάμε για τα μαγικά του και όχι για το ποινικό του μητρώο.

Φερνάντο Ρεδόνδο: Η αποθέωση της ποδοσφαιρικής φινέτσας

  [3 Σχόλια]

Ήταν το 1979,  όταν ένας ακόμα πατέρας περνούσε με το 10χρονο παιδί του τις πόρτες των ακαδημιών των Αρχεντίνος Τζούνιορς. Μιας ομάδας που ποτέ δεν μπήκε στους μεγάλους του Μπουένος Άιρες, αλλά μπορεί να καμαρώνει ότι έβγαλε από το γήπεδο του Πατερνάλ παίκτες όπως ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, ο Κλαούντιο Μπόργκι, ο Εστεμπάν Καμπιάσο και εκείνο το 10χρονο παιδάκι που άκουγε στο όνομα Φερνάντο Ρεδόνδο. Ένα από τα πιο σπουδαία χαφ που έβγαλε ποτέ η Αργεντινή, ένας φίνος ποδοσφαιριστής που έγραψε ιστορία με την ποιότητά του, αλλά και το χαρακτήρα του. Ο Ρεδόνδο σε αντίθεση με πολλά από τα παιδιά που παίζουν μπάλα στη χώρα, δεν ήταν ένα φτωχόπαιδο που έπαιζε στους δρόμους. Η οικογένειά του ήταν μεσοαστική, είχε μια σχετική άνεση κι ο μικρός δεν στερήθηκε τα βασικά. Την μπάλα όμως την λάτρευε και ήθελε να παίζει 10αρι, στα χνάρια του ινδάλματός του, του τεράστιου Ρικάρντο Μποτσίνι.

Το πληθωρικό ταλέντο του μικρού Φερνάντο καλλιεργήθηκε και μόλις στα 16 του χρόνια έκανε ντεμπούτο στο πρωτάθλημα της Αργεντινής σε ένα ματς απέναντι στη Χιμνάσια Λα Πλάτα. Σιγά σιγά πήρε παιχνίδια και έμεινε για πέντε σεζόν εκεί, δείχνοντας τις ικανότητές του. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, όλοι έβλεπαν ένα εξαιρετικό «5αρι» (όπως ονομάζονται στην Αργεντινή τα αμυντικά χαφ), που έπεφτε στα τάκλιν, κυρίως όμως ήξερε πολλή μπάλα, ντρίμπλαρε, είχε ένα πολύ καλό αριστερό, οργάνωνε το παιχνίδι από πίσω, άλλαζε ρυθμό, έβλεπε γήπεδο και είχε μια αέρινη παρουσία στο γήπεδο, λες και ήταν κάτι το ανώτερο. Το παρατσούκλι «Πρίγκιπας» που του βγήκε αργότερα δεν είναι τυχαίο. Δεν ήταν όμως ένας καλομαθημένος γαλαζοαίματος, ήταν ο πρίγκιπας που δεν φοβόταν να βάλει τους αγκώνες, να ρίξει την κλοτσιά, να κυλιστεί στο χώμα.

Ο 16χρονος Φερνάντο

Το 1990 ήταν μια σημαδιακή χρονιά. Έχοντας κατακτήσει τίτλο με τις μικρές εθνικές, έφτασε η ώρα του για τους άνδρες. Ο Κάρλος Μπιλάρδο τον ήθελε στο Μουντιάλ. Ποιος δεν θα ήθελε στα 21 του να παίξει σε ένα Μουντιάλ; Μα, ο ιδεολόγος Φερνάντο Ρεδόνδο που αρνήθηκε, με επίσημη εκδοχή ότι… είχε εξεταστική στη Νομική όπου και σπούδαζε. Η αλήθεια όμως είναι ότι στην προαιώνια μάχη του αργεντίνικου ποδοσφαίρου μεταξύ «μπιλαρδίσμο» και «μενοτίσμο» ο Ρεδόνδο έχοντας σαφή θέση υπέρ του Μενότι, υπέρ του ωραίου ποδοσφαίρου, του θεάματος πάνω από αποτέλεσμα, δεν ήθελε να είναι μέλος μιας εθνικής του μακιαβελικού και αμυντικογενή Κάρλος Μπιλάρδο.

Το 1990 όμως ήταν σημαντικό και συλλογικά. Ένα λάθος της διοίκησης των Αρχεντίνος Τζούνιορς σε μια περίεργη υπόθεση που ποτέ δεν ξεκαθάρισε (λέγεται ότι ξέχασαν να στείλουν το φαξ με τις ανανεώσεις συμβολαίων στην ομοσπονδία), άφησε ουσιαστικά ελεύθερους τους περισσότερους παίκτες του συλλόγου. Αν και αρκετοί έμειναν τελικά στην ομάδα, ο Ρεδόνδο έφυγε. Με συστάσεις του Χόρχε Βαλντάνο η Τενερίφε τον αποκτά και ο Ρεδόνδο στα 21 του μόλις παίζει στην Πριμέρα, κάτοικος Καναρίων Νήσων για τέσσερις σεζόν.


«Πρίγκιπας και Βασιλιάς»

Μέσα σε όλα του τα παιχνίδια στα Κανάρια, υπάρχει κι ένα που έγραψε ιστορία. Το αργεντίνικο… ξεκαθάρισμα λογαριασμών, το Τενερίφε-Σεβίγια του 1993 που ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι, αλλά η κόντρα των δύο κόσμων. Από την μια πλευρά οι νησιώτες με τον Χόρχε Βαλντάνο στον πάγκο και βοηθό του τον Άνχελ Κάπα, φανατικοί λάτρεις του Μενότι και του καλού ποδοφαίρου. Από την άλλη, οι Αναδαλουσιάνοι με προπονητή τον ίδιο τον Μπιλάρδο και παίκτες όπως ο πιστός στρατιώτης Σιμεόνε και ο Ντιέγκο (που δεν είχε συγχωρέσει τον Ρεδόνδο για την άρνησή του το 1990). Στα Κανάρια το ματς διαφημιζόταν ως η μάχη του «βασιλιά» με τον «πρίγκιπα», η Σεβίγια είχε μόλις κερδίσει τη Ρεάλ με 2-0 και ήταν οκτώ ματς αήττητη. Τα εισιτήρια εξαφανίστηκαν και η Τενερίφε έκανε ρεκόρ εισπράξεων.

Ο Ντιέγκο, πιστός στο χαρακτήρα του, έκανε τις κλασσικές του δηλώσεις πριν τον αγώνα. «Ο Ρεδόνδο είναι τρομερός παίκτης, αλλά ήταν σαν μια γροθιά στο στομάχι για μένα, για τον προπονητή και για όλους η άρνησή του να έρθει στο Μουντιάλ της Ιταλίας. Θα του ζητήσω εξηγήσεις όταν τον δω». Την ίδια στιγμή ο Μπιλάρδο δήλωνε ότι δεν ξέρει ποιος είναι Κάπα, ενώ ο Βαλντάνο, γνωρίζοντας τις προλήψεις και τα γούρια του Μπιλάρδο, φρόντισε να γεμίσει τον πάγκο της Σεβίλλης με… χοντρό αλάτι (κάτι που θεωρείται γρουσουζιά  στην Αργεντινή). Το ματς ήταν σκληρό και είχε δύο αποβολές για τη Σεβίλλη, μία του Ντιεγκίτο με απευθείας κόκκινη για διαμαρτυρία. Οι νησιώτες με δυο γκολ του Αργεντίνου Πίτσι επικράτησαν με 3-0 επί μιας κακής Σεβίγια που έμεινε με τα έντονα παράπονα για τη διαιτησία.

Η Τενερίφη είχε πολύ καλή ομάδα και τελικά κατέκτησε την 5η θέση στο πρωτάθλημα, κερδίζοντας την έξοδό της στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, ενώ στα χρόνια του Ρεδόνδο δυο φορές στέρησε το πρωτάθλημα στη Ρεάλ στο τέλος (μια απίστευτη ιστορία με την οποία θα ασχοληθούμε άλλη φορά). Ο Βαλντάνο «ανταμείφθηκε» για το σπουδαίο του έργο και ανέλαβε προπονητής της Ρεάλ κι ίσως η μεγαλύτερη προσφορά του στο σύλλογο ήταν ότι έφερε μαζί του το Φερνάντο Ρεδόνδο, που έπαιξε την καλύτερή του μπάλα στα έξι χρόνια που έμεινε στη Μαδρίτη.

Ένας κι ένας

Η ιστορία Ρεδόνδο-Αργεντινή όμως δεν τέλειωσε το 1990. Ο Φερνάντο επέστρεψε στην εθνική όταν ανέλαβε ο Άλφιο Μπαζίλε παίζοντας εξαιρετικά, καθώς αναδείχτηκε καλύτερος παίχτης στο Συνομοσπονδιών του 1992, ενώ ένα χρόνο αργότερα κατέκτησε το Κόπα Αμέρικα του 1993 που παραμένει μέχρι σήμερα ο τελευταίος, στοιχειωμένος τίτλος της Αργεντινής.  Το 1994 παίζει στο Μουντιάλ των ΗΠΑ, η ομάδα επηρεάζεται από την τιμωρία του Ντιέγκο, αλλά κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι αυτό είναι το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο του Πρίγκιπα. Τότε συμβαίνει η έλευση του Ντανιέλ Πασαρέλα που αποφασίζει ότι χρειάζεται αυστηρός στρατιωτικός νόμος. Ένα σωρό παίκτες περνάνε βόλτα από τον μπαρμπέρη για να κόψουν τα μαλλιά τους, κανόνας σημαντικός για τον κόουτς. Μεταξύ τους κι οι Μπατιστούτα-Σορίν. Ο Κανίγια κι ο Ρεδόνδο δεν το κάνουν και δεν βρίσκονται στις κλήσεις. Οι εμφανίσεις του Φερνάντο στη Ρεάλ όμως, αναγκάζουν τον Πασαρέλα να ταξιδέψει στη Μαδρίτη.

Μιλάνε ώρες για μπάλα κι ο Πασαρέλα στο τέλος του βάζει τον όρο να κόψει το μαλλί. Ο Ρεδόνδο αρνείται, ο Πασαρέλα προσπαθεί να τον μεταπείσει και τελικά λέει στον κόσμο ότι ο παίκτης αρνήθηκε επειδή δεν ήθελε να παίξει στα αριστερά. Ο Φερνάντο δηλώνει: «Ο Πασαρέλα μου ανέλυσε τις ιδέες του και τις σκέψεις του για την εθνική. Συμφωνήσαμε σε αρκετά, εκτός από τα μαλλιά. Το καταλαβαίνω και το σέβομαι, αλλά τα μαλλιά μου είναι μέρος της προσωπικότητάς μου. Μπορεί να είμαι ποδοσφαιριστής, είμαι όμως πάνω από όλα ένας άνθρωπος και νιώθω όμορφα έτσι». Στην Αργεντινή ξεσπάει πόλεμος, δημοσιογράφοι χωρίζονται στα δύο, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γκροντόνα στηρίζει τον Πασαρέλα, ο Μαραντόνα παίρνει το μέρος του Φερνάντο δηλώνοντας: «Η ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου έχει γραφτεί με μακριά μαλλιά» (εννοώντας τον Κέμπες και τον Κανίγια), ενώ γίνεται ερώτηση μέχρι και στον πρόεδρο της χώρας στο Κοινοβούλιο για το θέμα. Τίποτα όμως δεν αλλάζει, η εθνική προχωράει χωρίς τον Ρεδόνδο. Ο ίδιος εμφανίζεται πριν το Μουντιάλ Γαλλίας το 1998 που βλέπει ως φίλαθλος με το μαλλί πιο κοντό, σαν να λέει «το κάνω όταν θέλω εγώ».

Πίσω στη Μαδρίτη ο Πρίγκιπας κερδίζει δύο πρωταθλήματα και δύο Τσάμπιονς Λιγκ, περνάει όμως στην ιστορία, ως αυτός ο παίκτης που έκανε αυτή την ντρίμπλα μέσα στο Ολντ Τράφορντ, αναγκάζοντας τον Άλεξ Φέργκιουσον να πει: «Mα τι έχει αυτός ο παίκτης στα παπούτσια του; Mαγνήτες;» Δεν είναι όμως μόνο εκείνο το στιγμιότυπο. Είναι ολόκληρο το παιχνίδι, καθώς στο περίεργο σύστημα που κατεβάζει ο ντελ Μπόσκε, ο Ρεδόνδο είναι ουσιαστικά το μοναδικό χαφ με κάποιες βοήθειες από τον ΜακΜάναμαν. Είναι η στιγμή που ο Πρίγκιπας περνάει στο ποδοσφαιρικό πάνθεον. Και ουσιαστικά το κύκνειο άσμα του. Κλείνει τη σεζόν στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στην επικράτηση επί της Βαλένθια στο Παρίσι και μαζί τον κύκλο του στη Μαδρίτη. Η επικράτηση στις εκλογές του συλλόγου του Φλορεντίνο Πέρεθ που ευαγγελιζόταν την εποχή των Γκαλάκτικος, είναι πλήγμα για τον Αργεντίνο χαφ που είχε στηρίξει δημόσια τον αντίπαλό του.

Ο Πέρεθ κέρδισε και ξόδεψε τριψήφιο αριθμό εκατομμυρίων για να φέρει παίκτες όπως ο Φίγκο και ο Μακελελέ. Ο 31χρονος Ρεδόνδο του φαινόταν περιττός και κυρίως ένας παίκτης που δεν ήταν «δικός του» στα αποδυτήρια. Ήταν όμως μια μορφή για τους συμπαίκτες του. Όπως περιγράφει η El Pais σε ένα άρθρο τής εποχής: «Φρόντιζε κάθε χιλιοστό του σώματός του. Έκανε διατάσεις μετά την προπόνηση, έφτιαχνε τα μαλλιά του, φρόντιζε το πρόσωπό του με ενυδατικές κρέμες, πρόσεχε με ακρίβεια γραμμαρίου τη δίαιτά του και επέστρεφε στο σπίτι όπου είχε αγοράσει όλα τα πανάκριβα όργανα γυμναστικής για κάθε πιθανή ομάδα μυών. Και πριν τον αγώνα φορούσε τα πιο καθαρά παπούτσια από όλους και τύλιγε τους αστραγάλους του με τεράστια προσοχή, χωρίς να τσαλακωθούν καν οι επίδεσμοι». Λάτρης της τελειότητας τόσο στο παιχνίδι, όσο και τη ζωή. Ο ντελ Μπόσκε ήταν ανένδοτος στη φυγή του Πρίγκιπα, ο πολυμήχανος Πέρεθ όμως δούλεψε υπόγεια και ήρθε σε συμφωνία με τη Μίλαν κι ο ποδοσφαιριστής εξαναγκάστηκε να πει το ναι. Για να μην ακούσει την γκρίνια του κόσμου, ο Πέρεθ ανακοίνωσε ότι ήταν επιθυμία του παίκτη να φύγει. Ο Ρεδόνδο εξοργίστηκε και στην συνέντευξη για το αντίο του είπε την αλήθεια λέγοντας: «Αρνούμαι να λερώσω το όνομά μου και την εικόνα μου, η απόφαση να φύγω ήταν της διοίκησης». Αρκετοί οπαδοί της Ρεάλ συγκεντρώθηκαν έξω από το προπονητικό κέντρο και διαμαρτυρήθηκαν. Οι «γκαλάκτικος» όμως ήρθαν για να μείνουν κι ο Ρεδόνδο δεν είχε θέση σε αυτούς.

Περάστε τα πρώτα 40″ και απολαύστε

Ενδιάμεσα, επέστρεψε στην εθνική με προπονητή πλέον τον Μαρσέλο Μπιέλσα. Παίζει σε δυο φιλικά με τη Βραζιλία και στο ένα βγαίνει MVP έχοντας εκμηδενίσει τον Ριβάλντο. Τελικά όμως δηλώνει ότι αποσύρεται από την εθνική, λέγοντας όχι στον Μπιέλσα. Είναι η τρίτη άρνηση του παίκτη, αυτή τη φορά χωρίς να φταίει κάποιος προπονητής. Οι τραυματισμοί έχουν αυξηθεί και ο Αργεντίνος λέει ότι δεν μπορεί να δώσει το 100% τόσο σε σύλλογο, όσο και σε εθνική. Ο Μπιέλσα το σέβεται, αρκετοί στην πατρίδα όμως τον επικρίνουν. Έτσι κι αλλιώς όμως, η καριέρα του αρχίζει την πτώση της στο Μιλάνο. Αρχικά δεν μπορεί να βρει σπίτι που να του αρέσει και έτσι αφήνει την οικογένεια στη βίλα του στη Μαδρίτη. Στη συνέχεια δεν του αρέσει το στιλ του παιχνιδιού. Κυρίως όμως έχει απανωτούς τραυματισμούς. Ο Ρεδόνδο πάντα ήταν επιρρεπής, αλλά στην Ιταλία ήταν πλέον και σε μεγαλύτερη ηλικία. Παίζει ελάχιστα στη Μίλαν, κερδίζει έστω και χωρίς συμμετοχή στον τελικό ένα ακόμα Τσάμπιονς Λιγκ. Το γόνατο όμως δεν αντέχει. Απανωτά προβλήματα στους χιαστούς, επεμβάσεις και νέα προβλήματα. Μέσα σε όλα, σταθερός στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και την στάση ζωής του, ζητάει από τη Μίλαν να σταματήσει να τον πληρώνει μέχρι να επανέλθει: «Γιατί η συνείδησή μου δεν μου επιτρέπει να είμαι ήρεμος και να αναρρώσω». Ζητάει να επιστρέψει και το αυτοκίνητο και το σπίτι (!), αλλά η Μίλαν δεν το δέχεται. Μετά από τέσσερις επεμβάσεις, καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει και αποχαιρετά το ποδόσφαιρο. Η φυγή του από τη Μαδρίτη ήταν καταστροφική τόσο για την καριέρα, όσο και για την ψυχολογία του.

Η Αργεντινή δεν βρήκε ποτέ ξανά έναν ισάξιο παίκτη. Όχι ότι τον είχε και πολύ. Πες τον περήφανο, πες τον περίεργο, αλλά ακολούθησε αυτά που πίστευε. Μόλις 29 φορές φόρεσε τη φανέλα της και σίγουρα το 1990 και το 1998 θα μπορούσε να είχε βοηθήσει. «Νέοι Ρεδόνδο» βγήκαν. Ίσως ο πιο κοντινός, ο συνονόματος Φερνάντο Γκάγκο. Ίδιο στιλ, παρόμοιο μαλλάκι, τεράστιο ταλέντο, αλλά όχι δεν ξεπέρασε, ούτε καν έφτασε τον Πρίγκιπα (με εξαίρεση ίσως τους τραυματισμούς). Εμείς θα μείνουμε πάντα με την απορία τι θα μπορούσε να δώσει παραπάνω στην εθνική και κυρίως με τις αναμνήσεις από τα χρόνια της Ρεάλ.

Όταν ο Ντίλαν έπαιξε ποδόσφαιρο στους δρόμους του Λίβερπουλ

  [6 Σχόλια]

Απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου δεν είχα ήρωες από το χώρο του αθλητισμού. Μπορεί να λάτρεψα τον Κριστόφ Βαζέχα και τον Νίκο το Λυμπερόπουλο, όταν αμφότεροι έπαιζαν ποδόσφαιρο με τη φανέλα του Παναθηναϊκού (τον δεύτερο μάλιστα τον χειροκροτούσα πάντα και όταν τον έβλεπα με τη φανέλα της ΑΕΚ). Τον «Θεό» Ρόμπι Φάουλερ και τον Στίβεν Τζέραρντ με τη φανέλα της Λίβερπουλ, και φυσικά τον αγαπημένο μου μπασκετμπολίστα τον Ρέτζι Μίλλερ της Ιντιάνα, αλλά κανέναν εξ αυτών δεν θα τον χαρακτήριζα ήρωα για εμένα. Όταν μιλάμε για ομάδες τίποτα δεν μπορεί να γίνει αν δεν υπάρχει συνολική προσπάθεια. Ο αρτίστας άλλωστε δεν μπορεί να φανεί αν δεν υπάρχει πίσω του ο εργάτης. Κάπως έτσι ήταν πολύ δύσκολο να ηρωοποιήσω κάποιον επειδή μου χάριζε μοναδικές – είναι η αλήθεια- αθλητικές στιγμές. Αν υπάρχει κάποιος που θα μπορούσα εύκολα να του δώσω τον χαρακτηρισμό του ήρωα -για τα δικά μου γούστα και τα δικά μου πιστεύω- αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον σπουδαιότερο -κατ’ εμέ πάντα- τραγουδοποιό που γνώρισε η ανθρωπότητα. Αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον Μπόμπ Ντίλαν.

Για να φτάσει κάποιος να θεωρεί ως δικό του ήρωα κάποιο μουσικό εννοείται πως δεν αρκούν μόνο τα τραγούδια του. Αν και ο Ντίλαν δεν έγραφε τραγούδια αλλά εξαιρετικής ποιότητας ποιήματα για σοβαρά κοινωνικά θέματα όπως ο ρατσισμός, τα ναρκωτικά, ο πόλεμος, η ισότητα κι άλλα πολλά. Φυσικά έγραφε και φανταστικά ερωτικά τραγούδια κι ας ήταν κάποιος που είχε μάθει να αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα ως τυπικός ροκ σταρ. Αρκετά περίεργο όλο αυτό, θα σκεφτείτε αρκετοί, μιας και ίσως δείχνει κάποιον που δεν μπορεί να αγαπήσει πραγματικά και δεν μπορεί να νιώσει τι σημαίνει αληθινός έρωτας αφού δεν μένει καιρό σταθερά με κάποιον. Για μένα -απ’ την άλλη- η αγάπη και ο έρωτας δεν μετριούνται απ’ τον χρόνο που πέρασες με κάποιον. Τα σπαρακτικά Just Like A Woman για την μούσα του Άντι Γουόρχολ, Έντι Σέντζγουϊκ και Sara για την πρώην γυναίκα του στα 70s, δείχνουν άλλωστε κάτι εντελώς διαφορετικό από ένα ψυχρό άνθρωπο που απλά έψαχνε στην γυναικεία συντροφιά μόνο τις σαρκικές απολαύσεις και φυσικά την καλλιτεχνική έμπνευση.

Τον Μάη του 1966 ο Ντίλαν αφού έχει προλάβει να προδώσει το folk κίνημα μπροστά στην δική του Μέκκα -το φεστιβάλ του Νιούπορτ το ’65- θα ξεκινήσει μια τεράστια -ηλεκτρική πλέον- παγκόσμια περιοδεία που θα τον φέρει και στο Λίβερπουλ. Σκιά του Ντίλαν σε όλη εκείνη την περιοδεία ήταν ο διάσημος φωτογράφος Μπάρι Φάινσταϊν που απαθανάτισε μερικές απ’ τις σπουδαιότερες στιγμές στην ιστορία της Ροκ μουσικής πριν μας αφήσει το 2011 στο Γούντστοκ. Στις 14 Μαΐου και ενώ το BBC κινηματογραφεί την καθημερινότητα του σπουδαίου Ροκ σταρ, ο Φάινσταϊν έχει τη φαεινή ιδέα να βγει με τον Ντίλαν στους δρόμους του Λίβερπουλ για να πάρουν μια ιδέα της πόλης, να βγάλουν φωτογραφίες και φυσικά να ξεφύγουν -έστω και για λίγο- απ’ τις βαρετές ερωτήσεις των Βρετανών δημοσιογράφων. Γι’ αυτό που κανείς τους δεν είχε ιδέα, ήταν πως την ίδια μέρα διεξάγονταν ο τελικός κυπέλλου Αγγλίας στο Γουέμπλεϊ και επίσης πως η μία εκ των δύο φιναλίστ ήταν η Έβερτον. Ομάδα που φυσικά εδρεύει στο Λίβερπουλ. Η σχέση του Ντίλαν με το ποδόσφαιρο και γενικά με τον αθλητισμό εννοείται πως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παθιασμένη. Για την ακρίβεια, μάλλον το εντελώς αντίθετο.

Έχοντας ακούσει σχεδόν όλα τα τραγούδια του Ντίλαν και έχοντας διαβάσει την βιογραφία του μπορώ να πω με μεγάλη σιγουριά πως δεν αναφέρει πουθενά κάποιον αθλητή ή ένα σπουδαίο αθλητικό γεγονός που να του έκανε μεγάλη εντύπωση. Θα διαβάσεις για ποιητές. Για συγγραφείς. Για ερωμένες. Για μουσική. Aλλά όχι για σπορ. Σε επίσημή του ηχογράφηση -και παίρνω το ρίσκο γι’ αυτό- δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάτι τέτοιο. Το μόνο τραγούδι που ο Ντίλαν έγραψε για κάποιον αθλητή είναι το Catfish, το 1976. Για τον θρυλικό pitcher Κάτφις Χάντερ, της ομάδας Baseball των ΝΥ Yankees. Tραγούδι που τελικά δεν συμπεριλήφθηκε στην δισκάρα Desire, της ίδιας χρονιάς, και υπάρχει ηχογραφημένο μόνο σε μια bootleg συλλογή που είχε κυκλοφορήσει το 1991 και είναι αρκετά δύσκολο να βρεθεί, σε λογική τιμή, στις μέρες μας. Το εξαιρετικό αυτό κομμάτι υπάρχει ευτυχώς στο διαδίκτυο.

Ο Ντίλαν με τον Φάινσταϊν έφτασαν με τη λιμουζίνα του πρώτου στην Dublin Street, πολύ κοντά στην Dock Road, και σταμάτησαν στη μέση του δρόμου αφού το θέαμα που είχαν μόλις αντικρίσει, μόνο απαρατήρητο δεν θα μπορούσε να περάσει. Εκεί, στον τεράστιο άδειο δρόμο μια παρέα παιδιών από αγόρια και κορίτσια έπαιζαν ποδόσφαιρο. Αυτοσχέδια τέρματα από ρούχα και πέτρες, παιδικά γέλια και φωνές, τσακωμοί και αγκαλιές. Ένα υπέροχο οπτικοακουστικό τοπίο που δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον φωτογράφο αλλά ούτε και τον Ντίλαν. Ο διάσημος μουσικός περπάτησε στη μέση του δρόμου και αφού μίλησε με αρκετά παιδιά, προσπάθησε να παίξει για λίγο μαζί τους -με τεράστια αποτυχία- ποδόσφαιρο. Στον Φάινσταϊν έκανε μεγάλη εντύπωση πως σε καμία μεριά του δρόμου, κυριολεκτικά πουθενά, δεν υπήρχε κάποιος ενήλικος και αμέσως ρώτησε να μάθει γι’ αυτό. Η απάντηση που πήρε ήταν πως την ίδια μέρα, και εκείνη την ώρα, η μία εκ των δύο ομάδων της πόλης, η Έβερτον έπαιζε στον τελικό κυπέλλου κόντρα στην Σέφιλντ Γουένσντεϊ και πως όλοι οι μεγάλοι βρίσκονταν μπροστά από μια τηλεόραση για τον αγώνα. Εκτός φυσικά από μερικές δεκάδες χιλιάδες που είχαν ταξιδέψει μέχρι το Γουέμπλεϊ. «Τόσο σημαντικό είναι το ποδόσφαιρο για όλους εσάς» ρώτησε ο Ντίλαν, με το συγκαταβατικό χαμόγελο μερικών απ’ τους μικρούς να του δίνουν την καλύτερη απάντηση.

Την ώρα που ο Ντίλαν προσπαθούσε να κοντρολάρει τη μπάλα ανεπιτυχώς, η Έβερτον έφτανε στην επικότερη ανατροπή που έχει γίνει ποτέ σε τελικό κυπέλλου Αγγλίας, επικρατώντας της Σέφιλντ Γουένσντεϊ με 3-2, κι ενώ ήταν πίσω στο σκορ με 2-0 μέχρι το 59ο λεπτό της αναμέτρησης. Την επόμενη μέρα ο Μπομπ Ντίλαν συναντήθηκε με τα μέλη των θρυλικών Beatles και -όπως αναφέρει ο μύθος- είπε στον Τζον Λένον για την χθεσινή ιστορία και τον ρώτησε για το μεγάλο παιχνίδι. «Ήταν εξαιρετικό παιχνίδι Μπόμπ» του είπε ο Λένον, με τον Ντίλαν να του απαντά πως λογικά αυτός πέρασε καλύτερα παίζοντας, έστω και για λίγο, ποδόσφαιρο με μερικά πιτσιρίκια στους άδειους δρόμους της πόλης, πειράζοντας τον. «Ζήσαμε την κορυφαία στιγμή του θεσμού και ήμασταν στο γήπεδο, δεν συγκρίνεται με τίποτα αυτό» του απάντησε ο Λένον, με τον Ντίλαν να του ρίχνει ένα αφ’ υψηλού βλέμμα λέγοντάς του -και βάζοντας τέλος στην ποδοσφαιρική συζήτηση- πως «Τα πιτσιρίκια έζησαν ακόμα μεγαλύτερη στιγμή. Εμένα να τους πασάρω τη μπάλα στους άδειους δρόμους του Λίβερπουλ».

Ρε, τον πρόεδρο ρε;

  [2 Σχόλια]

Το Μπουρουντί είναι μια μικρή χώρα της Αφρικής κάπου στα ανατολικά και λίγο νότια, δίπλα στην Τανζανία και τη Ρουάντα. Όσοι ασχολούνται παραπάνω, μπορεί να γνωρίζουν για τους εμφύλιους πολέμους και τις γενοκτονίες που έλαβαν χώρα κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, με πάρα πολλά θύματα, φριχτά εγκλήματα και πρόσφυγες. Τα πράγματα όμως δεν έχουν βελτιωθεί ακόμα. Όπως μας ενημερώνει και η γουικιπίντια, το 2017 ήταν η δεύτερη λιγότερη χαρούμενη χώρα στον κόσμο. Αυτό δεν φαίνεται να πτοεί τον πρόεδρο Πιερ Νκουρουζίζα, έναν από αυτούς τους κλασικούς προέδρους σε ταλαιπωρημένη χώρα που κέρδισε τον κόσμο κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση αποδείχτηκε σκάρτος. Ο Πιερ είναι πρόεδρος της χώρας από το 2005 και δεν φαίνεται να θέλει να αποχωρήσει.

Το 2010 εκλέχθηκε και πάλι με ένα ποσοστό κοντά στο 90% και την αντιπολίτευση να απέχει από τις εκλογές. Τα προβλήματα όμως μεγάλωσαν όταν κατέβηκε για τρίτη φορά πρόεδρος το 2015, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει βάσει νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει αν είχε δικαίωμα. Οι τέσσερις από τους επτά δικαστές έφυγαν από τη χώρα μετά από απειλές για τη ζωή τους, με αποτέλεσμα να αποφασίσουν όσοι έμειναν και να δικαιώσουν τον πρόεδρο με την αιτιολογία ότι «πρέπει να προστατεύσει το σύνταγμα της χώρας». Το Μπουρουντί μπήκε σε μια νέα περίοδο κρίσης και μια προσπάθεια πραξικοπήματος έλαβε χώρα, αλλά γρήγορα καταπνίγηκε, όπως και στην περίπτωση Ερντογάν. Ο Νκουρουζίζα εκλέχθηκε αυτή τη φορά με το… χαμηλό 69%, με την αντιπολίτευση και πάλι να κάνει μποϊκοτάζ στις εκλογές και η συμμετοχή να περιορίζεται περίπου στο 30%. Εξαιτίας των αναταραχών, χιλιάδες πολίτες της χώρας αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν, ενώ αρκετοί έχασαν τη ζωή τους.

80% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας
57% των παιδιών είναι υποσιτισμένο
Σε μια έρευνα σε 178 χώρες, το Μπουρουντί είχε το χαμηλότερο δείκτη «ικανοποίησης από τη ζωή»

Την παρούσα περίοδο ο πρόεδρος έχει ορισμένες σκοτούρες, καθώς οργανώνει δημοψήφισμα για την αλλαγή του συντάγματος ώστε να μπορέσει να έχει ακόμα δυο θητείες μετά το 2020. Η αντιπολίτευση και ο ΟΗΕ τον κατηγορούν, αλλά ο Πιερ δεν φαίνεται να χολοσκάει. Βρίσκει διέξοδο από τα προβλήματα της προεδρικής καθημερινότητας στην μπαλίτσα. Αν και αθλητικός τύπος, πριν τέσσερα χρόνια κατήργησε το τζόκινγκ στη χώρα. Το τζόκινγκ είναι μια αγαπημένη συνήθεια των κατοίκων του Μπουρουντί από τα χρόνια των εμφυλίων, καθώς μην αντέχοντας τα προβλήματα έβγαιναν είτε μόνοι, είτε σε παρέα και έτρεχαν στους δρόμους. Ένα σπάνιο φαινόμενο, μέχρι που ο Νκουρουζίζα το απαγόρευσε γιατί υπήρχε φόβος ανατροπής της κυβέρνησης. Η μπάλα πάντως δεν έχει απαγορευτεί. Ο πολυπράγμων Πιερ βλέπετε είναι καθηγητής φυσικής αγωγής και λατρεύει το ποδόσφαιρο, καθώς παίζει από πέντε χρονών, ενώ αργότερα έγινε ποδοσφαιριστής και προπονητής μιας ομάδας Α’ εθνικής.

Μια που έχει μεγαλώσει όμως και δεν μπορεί να παίζει κανονικά, έφτιαξε μαζί με φίλους του βετεράνους την Αλληλούια FC. Αν τύχει και βρεθείς στο Μπουρουντί κάποια στιγμή το απόγευμα, μπορεί να δεις έναν αστυνομικό να σου φωνάζει να φύγεις αμέσως από το δρόμο. Να το κάνεις φίλε αναγνώστη. Σε λίγο θα περάσει ένα κονβόι. Ένα φορτηγάκι με αστυνομικούς, από πίσω ένα ακόμα με στρατιώτες με στολή παραλλαγής και κάποιον να κρατάει ένα πολυβόλο, στη συνέχεια μια σειρά από τζιπ με φιμέ τζάμια και στη συνέχεια κι άλλοι αστυνομικοί, μαζί με άλλους στρατιώτες. Σε κάποιο από αυτά τα τζιπάκια είναι ο πρόεδρος φορώντας τα αθλητικά του και πιθανότατα κρατώντας μια μπάλα στα χέρια στο πίσω κάθρισμα και φωνάζοντας «πιο γρήγορα» στον οδηγό. Είναι η ώρα για το απογευματινό του ματσάκι. Οι κακές γλώσσες λένε ότι ο Πιερ έχει μεγαλύτερο άγχος για την ομάδα του, παρά για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Πολύ ωραίο στιλ, βεβαίως, βεβαίως

Στο χωριό του, λίγο έξω από την πρωτεύουσα Μπουτζουμπούρα, ο πρόεδρος έχει χτίσει ένα γήπεδο για να μπορεί να παίζει. Μη φανταστείτε ένα 5×5 με λίγο χορτάρι. Ο δημοσιογράφος Τιμ Φρανκς του BBC που το επισκέφτηκε το περιγράφει ως ένα «σύμπλεγμα βγαλμένο από μεσογειακό θέρετρο και μια αρένα μεγαλειωδών διαστάσεων». Χωράει περίπου 10.000 θεατές και φαίνεται ακόμα πιο τεράστιο, σε σύγκριση με τις καλύβες της περιοχής. Είναι όλο σκεπαστό και έχει προβολείς (φορτίζουν την ημέρα από τον ήλιο) που το βράδυ φαίνονται από χιλιόμετρα μακρυά, σε μια χώρα που πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα έχει μόλις το 2% του πληθυσμού. Στον έναν τοίχο του γηπέδου υπάρχει μια τεράστια τοιχογραφία που τον δείχνει να κλωτσάει μια μπάλα προς τον γιο του (που φοράει φανέλα της Λίβερπουλ). Δίπλα στο γήπεδο, υπάρχει ένα πολυτελές ξενοδοχείο, στο οποίο μένει η ομάδα όταν δεν κάνει τουρνέ σε διάφορα μέρη της χώρας. Ο μόνος στρωμένος δρόμος είναι αυτός που οδηγεί στο αθλητικό κέντρο και έχει το όνομα της γυναίκας του προέδρου. Τριγύρω, παιδάκια που φοράνε κουρέλα παίζουν, χωρίς να έχουν δικαίωμα να μπουν μέσα.

Πλάνα αρχείου, με τον Πιερ να κάνει μαγικά

Όπως αρμόζει σε αυτόν που φέρνει την μπάλα ή είναι πρόεδρος της χώρας, ο Πιερ παίζει στην επίθεση της Αλληλούια. Και μάλιστα είναι πρώτος σκόρερ της. Οι κακές γλώσσες βέβαια λένε ότι οι αντίπαλοι μαρκάρουν στην καλύτερη με τα μάτια. Κάπως έτσι ταξίδεψε ο Πιερ στη μικρή πόλη/χωριό (δυστυχώς δεν βρήκα πολλές πληροφορίες) Κιρέμπα στα νότια της χώρας πριν μερικές εβδομάδες. Έτοιμος για ακόμα ένα ποδοσφαιρικό σόου μαγείας και πολλών γκολ. Μόνο που οι άνθρωποι της ομάδας, είχαν πάρει και ορισμένους Κογκολέζους πρόσφυγες για ποδοσφαιριστές. Αυτοί χωρίς να γνωρίζουν ποιος είναι ο αντίπαλος, τον μάρκαραν κανονικά. Ο Πιερ έφαγε και μερικές κλωτσιές. Ο Πιερ έπεσε και κάτω. Κυρίως όμως, δεν σκόραρε. Κι όταν ο Πιερ δεν σκοράρει, κάποιος πρέπει να την πληρώσει. Ο πρόεδρος του Μπουρουντί λοιπόν, έδωσε εντολή και οι άντρες που τον συνόδευαν ανέλαβαν. Ο προπονητής και ο βοηθός προπονητή της ομάδας του Κιρέμπα συνελήφθησαν. Η κατηγορία; Ότι δεν είχαν δώσει σωστές εντολές στους παίκτες τους και συνεπώς έκαναν συνωμοσία κατά του προέδρου της χώρας. Οι άτυχοι πέρασαν την ημέρα τους στη φυλακή και δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες για το τι απέγιναν. Ελπίζουμε να είναι καλά.

Ο Μάγος με τη μεγάλη καρδιά και τα πολλά γκολ

  [2 Σχόλια]

Αργά το βράδυ της Τετάρτης ένας παγωμένος αέρας από τον Βισκαϊκό κόλπο φυσούσε κι η ως συνήθως υγρή πόλη της Χιχόν καλυπτόταν από μία ομίχλη. Το θερμόμετρο έδειχνε 2 βαθμούς Κελσίου. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις 2 μετά τα μεσάνυχτα. Κι όμως υπήρχε κόσμος έξω από το δημοτικό στάδιο της πόλης, το Ελ Μολινόν. Λίγες ώρες αργότερα θα μαθαίναμε ότι ήταν η τελευταία μέρα που το γήπεδο-έδρα της Σπόρτινγκ Χιχόν θα είχε το όνομα του «μεγάλου μύλου». Για τον ίδιο λόγο που υπήρχε κόσμος απ’ έξω. Εξαιτίας του θανάτου του Ενρίκε Κάστρο Γκονθάλεθ, που έμεινε γνωστός ως Κίνι και υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Ισπανούς επιθετικούς όλων των εποχών και ένας μεγάλος άνθρωπος. Ο κόσμος έξω από τη θύρα 9 του Μολινόν άφηνε λουλούδια για τον άνθρωπο που σκόραρε πάνω από 230 γκολ στην αγαπημένη του ομάδα. Μεταξύ τους κι ο 69χρονος Χαβιέρ που έκανε τα 30 χιλιόμετρα από τη γειτονική πόλη Αβιλές. «Δεν πήγα καθόλου σπίτι. Το είχα μάθει και μόλις τελείωσα τη βάρδιά μου, πήρα το γιο μου και ήρθα εδώ. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω, να έρθω να βάλω ένα ερυθρόλευκο κερί. Ο γιος μου δεν τον πρόλαβε, αλλά ξέρει για τον Μάγο», δήλωσε στη Marca. Ήταν ένας από τους πολλούς που βρέθηκαν εκεί.

Λουλούδια, κεριά και συνθήματα έξω από το γήπεδο

Ο Κίνι ήταν ένας σπουδαίος επιθετικός που βγήκε 5 φορές πρώτος σκόρερ στην Ισπανία. Τις τρεις μάλιστα με τη Σπόρτινγκ Χιχόν. Παρ’ ότι γεννήθηκε στο γειτονικό Οβιέδο, ο «Μάγος» δεν έπαιξε ποτέ στη μεγάλη αντίπαλο Ρεάλ Οβιέδο. Από το 1968 ως το 1980 ο Κίνι μόνο μια σεζόν δεν σκόραρε διψήφιο αριθμό γκολ , ενώ στα 20 του μόλις στη 2η σεζόν του ανέβασε ουσιαστικά τη Χιχόν μόνος στην Πριμέρα. Το σύνθημα: «Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!» δονούσε τις εξέδρες του Μολινόν. Το δεύτερο βραβείο κορυφαίου σκόρερ μάλιστα, το κατέκτησε το 1976 μια σεζόν που η Χιχόν τερμάτισε τελευταία και υποβιβάστηκε. Ο ίδιος είχε βάλει 21 γκολ όμως. Ήταν τόσο επιθετική η ομάδα χάρη σ’ αυτόν, σε χρόνια που το ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται πολύ αμυντικό, που η ισπανική τηλεόραση άρχισε να μεταδίδει αγώνες Β’ εθνικής εξαιτίας εκείνης της Χιχόν.

Η Χιχόν ανέβηκε αμέσως και το 1977 σε μια απίστευτη σεζόν έφτασε στην ιστορική 2η θέση, μόλις 4 πόντους από τη πρωταθλήτρια Ρεάλ. Βγήκε τρίτη την επόμενη χρονιά με τον Κίνι να σκοράρει 25 φορές στο πρωτάθλημα στα 31 του. Η Μπαρτσελόνα που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει και μετά τον υποβιβασμό, τον πήρε τελικά το 1980. Αρκετοί οπαδοί, όπως και δημοσιογράφοι, δεν πίστευαν ότι ο Κίνι θα μπορούσε να προσφέρει στους Καταλανούς, αλλά αυτός χάρη στην ποιότητά του και το χαρακτήρα του τους κέρδισε. Και μαζί με τον κόσμο κέρδισε ακόμα δυο βραβεία πρώτου σκόρερ.

Ντιέγκο και Κίνι

Στα χρόνια του στην Μπαρτσελόνα, ο Κίνι συνυπήρξε με τον Μαραντόνα. Κι ο Ντιέγκο δεν θα μπορούσε να μη θυμηθεί την κοινή τους παρουσία. Σε ένα μήνυμά του στα social media με αφορμή τον θάνατό του, ο Μαραντόνα περιγράφει τον παλιό του συμπαίκτη: «Ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και ένας επιθετικός που δημιουργούσε ευκαιρίες για όλους. Δεν υπάρχουν πλέον τέτοια φορ, ήταν σαν τον Μαρτίν Παλέρμο. Ένα φορ που όταν σούταρε με το αριστερό, σούταρε σαν τον καλύτερο αριστεροπόδαρο. Όταν σούταρε με το δεξί, σούταρε σαν τον καλύτερο δεξιοπόδαρο.» Αυτό που δεν λέει ο Ντιέγκο, είναι ότι ο Κίνι είχε και εξαιρετική τεχνική.

Αποθέωση στο Καμπ Νου

Πάνω όμως και από τα γκολ του, το αρμονικό του ποδόσφαιρο (που κάποιοι συγκρίνουν με του Ινιέστα αν και επιθετικός) και την τεχνική του, ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός χαρακτήρας και άνθρωπος που αγαπήθηκε όχι μόνο στις ομάδες που έπαιξε, αλλά και σε μέρη που θα έπρεπε να τον μισούν. Κι όμως ήταν ένας παίκτης που με το ήθος του λατρεύτηκε και ο χαμός του συγκλόνισε όχι μόνο την πόλη της Χιχόν, αλλά ολόκληρη την ποδοσφαιρική Ισπανία. Και μεγαλύτερη απόδειξη για το χαρακτήρα του, ήταν όσα έγιναν με την απαγωγή του.

Ήταν 1η Μαρτίου του 1981 όταν ο Κίνι λίγο μετά τη νίκη επί της Χέρκουλες πήρε το αυτοκίνητό του για να υποδεχτεί στο αεροδρόμιο την οικογένειά του που γύριζε από τις Αστούριας στη Βαρκελώνη. Δυο ένοπλοι άντρες τον σταμάτησαν, τον έβαλαν σε ένα βαν και τον απήγαγαν. Το θέμα μονοπώλησε το ενδιαφέρον στα ισπανικά μέσα. Ο Κίνι είχε μεταφερθεί σε ένα μικρό υπόγειο ενός συνεργείου κάπου στη Θαραγόθα. Εκεί σε ένα χώρο περίπου 1,5×1,5 έμεινε για 25 ημέρες.

Αριστερά το εξώφυλλο της Σπορτ με τίτλο «Απήγαγαν τον Κίνι. 350εκ. πεσέτες ή τον σκοτώνουν»
Δεξιά πανό για την απαλευθέρωσή του

Για καλή ή κακή τύχη του Κίνι, οι απαγωγείς ήταν πολύ κακοί στη… δουλειά τους. Δεν ήξεραν πόσα χρήματα να ζητήσουν, δεν ήξεραν με ποιον να επικοινωνήσουν, δεν ήξεραν πού ήθελαν να μπουν τα χρήματα. Έκαναν την απαγωγή, χωρίς να ξέρουν τίποτα. Ο Κίνι τους είπε να επικοινωνήσουν με τη γυναίκα του και αυτή τους έφερε τελικά σε επαφή με την αστυνομία. Η υπόθεση ήταν πολύ δύσκολη καθώς ένα σωρό άσχετοι άνθρωποι έπαιρναν τηλέφωνα είτε για να δώσουν φανταστικές πληροφορίες, είτε για να κάνουν φάρσα, ενώ κι οι απαγωγείς δεν βοηθούσαν με τη παράλογη συμπεριφορά τους. Λέγεται μάλιστα ότι σε κάποια φάση διαμαρτυρήθηκαν γιατί είχαν ξοδέψει πολλά χρήματα ώστε να ταΐζουν τον Κίνι. Διαμεσολαβητής στην όλη υπόθεση έγινε ο συμπαίκτης του Αλεξάνκο, προσπαθώντας να βοηθήσει. Τα χρήματα τελικά κατατέθηκαν σε έναν ελβετικό λογαριασμό κι η αστυνομία περίμενε.

Τελικά ένας από τους απαγωγείς έκανε το μοιραίο λάθος, έκανε ανάληψη στη Γενεύη και σε συνεργασία με τις αρχές της Ελβετία συνελήφθη καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο για να φύγει στο Παρίσι. Ήταν ο ηλεκτρολόγος Βίκτορ Μανουέλ Ντίαθ Εστέμπαν. Ο απαγωγέας έδωσε τις πληροφορίες στην αστυνομία και σύντομα μια ειδική μονάδα πήγε στη Θαραγόθα, απελευθέρωσε τον Κίνι και έπιασε τους συνεργούς του ηλεκτρολόγου. Ο Κίνι ήταν φανερά ταλαιπωρημένος, αλλά κατά τα άλλα σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Πλήθος κόσμου τον περίμενε στο σπίτι του στην επιστροφή του στη Βαρκελώνη. Την ίδια ώρα που ο Κίνι απελευθερωνόταν, η Ισπανία έπαιζε στο Γουέμπλεϊ φιλικό με την Αγγλία και με τα νέα να κυκλοφορούν, οι συμπαίκτες του Κίνι κέρδισαν με 1-2, μοναδική νίκη στην ιστορία της Ισπανίας σε αυτό το γήπεδο.

Ο αποκαμωμένος Κίνι μετά την απελευθέρωσή του, μαζί με τη γυναίκα του

Οι 25 αυτές μέρες μπορεί τελικά να μην άφησαν σημάδια στον Κίνι, άφησαν στην Μπαρτσελόνα. Οι παίκτες της με πρωτοστάτη τον Σούστερ ζήτησαν να αναβληθούν τα παιχνίδια μόλις η είδηση έγινε γνωστή. Η Λίγκα δεν το έκανε δεκτό και έτσι η Μπαρτσελόνα, χωρίς τον Κίνι ηττήθηκε με 1-0 από την Ατλέτικο. Στο διάστημα της απουσίας του, οι Καταλανοί δεν κατάφεραν να κερδίσουν κανένα παιχνίδι τους, επηρεασμένοι τόσο αγωνιστικά από την απουσία του καλύτερου φορ, όσο και ψυχολογικά εξαιτίας της περιπέτειας του φίλου και συμπαίκτη τους. Ο Κίνι απελευθερώθηκε στις 25 Μαρτίου και ζήτησε να παίξει στο ντέρμπι του Μπερναμπέου τέσσερις μέρες αργότερα. Οι άνθρωποι της ομάδας δεν τον άφησαν και η Ρεάλ κέρδισε με 3-0. Η απουσία του έφτασε τους πέντε αγώνες στους οποίους η Μπαρτσελόνα έκανε τέσσερις ήττες και μια ισοπαλία εντός χωρίς γκολ με τη Θαραγόθα. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε, ότι η προσπάθεια της ομάδας καταδικάστηκε από εκείνη την απαγωγή. Σε ένα πολύ ισορροπημένο και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, η Μπαρτσελόνα βγήκε τελικά 5η αλλά μόλις 4 βαθμούς μακριά από την πρωταθλήτρια Ρεάλ Σοσιεδάδ. Η Μπαρτσελόνα έκανε αίτημα να ξαναπαιχτούν τα παιχνίδια, αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Κίνι συγχώρεσε τους απαγωγείς του. Δεν ζήτησε πίσω ούτε τα χρήματα από τα λύτρα, ούτε ήθελε να τους κάνει αγωγή. Δήλωσε ότι ήταν καλοί άνθρωποι που του φέρθηκαν καλά και μάλιστα του έφερναν και την Marca για να διαβάζει τα αθλητικά. Κάποιοι μιλούν για σύνδρομο της Στοκχόλμης, κάποιοι για την μεγάλη του καρδιά. Την καρδιά που δεν άντεξε πριν λίγες μέρες και ο Κίνι στα 68 του πέθανε την ώρα που περπατούσε στους δρόμους της Χιχόν κοντά στο σπίτι του. Την καρδιά που λίγες ώρες πριν την απαγωγή του και ενώ οι συμπαίκτες του πανηγύριζαν το έκτο γκολ απέναντι στη Χέρκουλες, τον έκανε να μην πανηγυρίζει και να πηγαίνει να δίνει κουράγιο στους παίκτες της ομάδας από το Αλικάντε, όπως θυμάται ο αμυντικός της Κίκε Σάλα. Αυτός ήταν ο «Μάγος».

Από τα χρόνια στη Χιχόν. Πόδια που θα ζήλευε κι ο Κριστιάνο.

Ο Κίνι πέρα από τους προσωπικούς τίτλους του πρώτου σκόρερ κέρδισε και τρόπαια. Δυο κύπελλα Ισπανίας, ένα Σούπερ Καπ και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1982. Μάλιστα το πρώτο του κύπελλο το κατέκτησε λίγους μήνες μετά την απαγωγή του, σκοράροντας δυο φορές εις βάρος της αγαπημένης του Χιχόν και στερώντας της έναν τίτλο. Τον συγχώρεσαν όμως. Ο Κίνι αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο το 1984 (αφού οι δυο τελευταίες του σεζόν στην Μπαρτσελόνα δεν ήταν καλές), αλλά τελικά άλλαξε απόφαση και γύρισε στη Χιχόν όπου έπαιξε για τρεις σεζόν μέχρι τα 38 του. Με τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας έπαιξε 35 φορές, σκοράροντας 8 γκολ (το ένα στο ντεμπούτο του σε φιλικό απέναντι στην Ελλάδα) και συμμετείχε σε 2 Μουντιάλ και 1 Euro.

«Μου ζήτησες να γίνω καλύτερος ποδοσφαιριστής από σένα. Σου ζητώ συγγνώμη γιατί δεν τα κατάφερα, ήταν μια ακατόρθωτη αποστολή.»
– Νταβίντ Βίγια, ποδοσφαιριστής της Σπόρτινγκ Χιχόν 1999-2003

15.000 περίπου άνθρωποι βρέθηκαν στο στάδιο Μολινόν, που από την Τετάρτη λέγεται πλέον Εστάδιο Μολινόν – Ενρίκε Κάστρο «Κίνι». Εκεί σε έναν αυτοσχέδιο ναό πάνω στο χορτάρι, είκοσι περίπου μέτρα από την είσοδο των αποδυτηρίων, το δεύτερο σπίτι του Κίνι, έλαβε χώρα η κηδεία του. Το φέρετρό του κουβαλούσαν συμπαίκτες του από τα χρόνια της Χιχόν. Η τελευταία είσοδος του Κίνι στο αγαπημένο σπίτι του έγινε όπως πάντα εν μέσω αποθέωσης και αυτή τη φορά μεγάλης συγκίνησης. Οι συγγενείς του παρακολουθούσαν την κηδεία καθισμένοι στον πάγκο των γηπεδούχων και πολλοί άνθρωποι μίλησαν. Μίλησαν για τον παίκτη και άνθρωπο Κίνι. Αυτόν που ξεπέρασε μια απαγωγή, συγχώρεσε τους απαγωγείς του, ξεπέρασε το θάνατο του αδερφό του το 1993 (που πνίγηκε καταφέρνοντας να σώσει άλλους δύο ανθρώπους από πνιγμό, προφανώς είναι οικογενειακό χαρακτηριστικό η καλοσύνη) και αγαπήθηκε από συμπαίκτες όπως ο Μαραντόνα και θαυμαστές του όπως ο Νταβίντ Βίγια.

«Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!»

Μπίλι Γουάιτχερστ: O κακός των κακών

  [2 Σχόλια]

Όπως όλα τα πράγματα σε αυτή την -ρημάδα- τη ζωή, που λέει και το γνωστό λαϊκό άσμα, έχουν δύο όψεις που αλληλοσυμπληρώνονται ανάμεσα στο καλό με το κακό και το όμορφο με το άσχημο, έτσι και το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτή την πραγματικότητα. Γιατί για κάθε φορά που μάτωνε τα δίχτυα ο Γκάρι Λίνεκερ, υπήρχε και ένα ταπεινωτικό καψώνι απ’ τον Μικ Χάρφορντ σε κάθε νέο παίκτη που έμπαινε στα αποδυτήρια της ομάδας του. Για κάθε φαντεζί ενέργεια που έκανε ο Ματ Λε Τισιέ, υπήρχε ένας καυγάς και ένα hangover για τον Ρόμπιν Φράιντεϊ, και φυσικά για κάθε νίκη που έκαναν ο Κένι Νταλγκλίς και ο Ίαν Ρας στα γήπεδα της Αγγλίας και της Ευρώπης, υπήρχε και μια ύπουλη αγκωνιά από τον -μετρ του είδους- Μπίλι Γουάιτχερστ.

Το παράδοξο είναι πως και οι τρεις βίαιοι χαρακτήρες που προανέφερα δεν αγωνίζονταν στην άμυνα ή στον χώρο της μεσαίας γραμμής, αλλά στην κορυφή της επίθεσης. Επίσης δεν υπήρξαν διόλου τυχαίοι παίκτες. Ο Χάρφορντ είχε βρεθεί, για παράδειγμα,  απ’ τη Λούτον μια ανάσα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 1992. Σε μια περίοδο που το διαλυμένο χορτάρι του Όλντ Τράφορντ δεν επέτρεπε να παιχτεί η μπάλα κάτω και ο Φέργκιουσον ήθελε να δοκιμάσει τις «καμινάδες» μπας και πάρει το πρωτάθλημα από τη Λιντς. Ο Φράιντεϊ -σύμφωνα με τους αναλυτές της εποχής- αν δεν είχε μπλέξει με τα ναρκωτικά, θα είχε φτάσει ακόμα και στην Εθνική Αγγλίας, γράφοντας ιστορία. Ο Γουάιτχερστ, απ’ την άλλη, είχε την τύχη να βρεθεί στη Νιουκάστλ σε μια περίοδο που υπήρχαν εκεί ο Πολ Γκασκόιν και φυσικά ο Πίτερ Μπίρντσλεϊ. Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι φυσικά γι’ αυτόν. Τον παίκτη που έχει χαρακτηριστεί ως ο κακός των κακών αλλά και για όλους αυτούς που γουστάρουν τους κάθε λογής κακούς. Ανθρώπους δηλαδή που, στο τελευταίο Star Wars, λάτρεψαν τον Κάιλο Ρεν και όχι την Ρέι. Ποδοσφαιρόφιλους που στο εφηβικό «έπος» Karate Kid, δεν υποστήριζαν τον Ντάνιελ «Σον» Λαρούσο, αλλά εκείνο το κωλοπαίδι απ’ τους Cobra Kai, τον Τζόνι Λόρενς. Είμαι σίγουρος πως υπάρχουν πολλοί τέτοιοι.

Ο Γουάιτχερστ γεννήθηκε το καλοκαίρι του ’59, στο δυτικό Γιόρκσαϊρ, και λάτρεψε το ποδόσφαιρο και τους τραμπουκισμούς από αρκετά μικρή ηλικία. Αγωνίστηκε μάλιστα σε αρκετές ερασιτεχνικές ομάδες πριν τον κάνει επαγγελματία η Χαλ, την σεζόν 1979-1980, για περίπου 2.000 λίρες, σκορπώντας απλόχερα τον τρόμο σε ολόκληρη την Αγγλία. Απ’ την άλλη, αν ο Άγγλος επιθετικός κέρδιζε μία λίρα για κάθε αντιαθλητικό μαρκάρισμα που έκανε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο, λογικά σήμερα, θα είχε περισσότερα χρήματα ακόμα κι απ’ τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Οι αγκώνες του Γουάιτχερστ ήταν ο φόβος και ο τρόμος κάθε αντίπαλου αμυντικού για πάρα πολλά χρόνια, σε μια περίοδο μάλιστα που οι βρετανοί αμυντικοί δεν θύμιζαν ποδοσφαιριστές, αλλά μέλη κακόφημων συμμοριών ταινίας του Σκορσέζε. Εννοείται επίσης πως τα αντιαθλητικά του τάκλιν μνημονεύονται και θα μνημονεύονται, για όσο υπάρχει ποδόσφαιρο, από συμπαίκτες, αντιπάλους, δημοσιογράφους και απλούς φιλάθλους στις εξέδρες. Για πολλούς, όταν έπαιζε ο Μπίλι Γουάιτχερστ, ήταν ένα κράμα Τζο Πέσι (στο Goodfellas), Βίνι Τζόουνς, Ρόι Μακ Ντόναχ και Γκάρι Όλντμαν (στο Λεόν).

«Ήμουν τυχερός που η καριέρα μου δεν τελείωσε πριν καν αρχίσει».

Η παραπάνω ατάκα ανήκει στον παλιό διεθνή κεντρικό αμυντικό Μάρτιν Κίουν, και θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ειπωθεί από όλους όσους βρήκαν στο ντεμπούτο τους τον Γουάιτχερστ. Ως αντίπαλο φυσικά. Ο Κίουν έπαιζε τότε στην Άστον Βίλα και προσπαθούσε να φτιάξει το όνομά του στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε ήταν ένας εκ των πολλά υποσχόμενων κεντρικών αμυντικών. Για κακή του τύχη βρέθηκε αντίπαλος με τον Γουάιτχερστ και την Χαλ σε ένα παιχνίδι κυπέλλου. «Ήταν η πρώτη και μοναδική -ευτυχώς- φορά που τον βρήκα αντίπαλο και ειλικρινά δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήμουν πολύ νέος και ο Μπίλι βρήκε τότε ακόμα μια ευκαιρία για να τραμπουκίσει ένα νέο παιδί. Στο πρόσωπό μου έβλεπε ένα εύκολο θύμα. Θυμάμαι τον συμπαίκτη μου Άλαν Έβανς να με προειδοποιεί για τον αντίπαλο και να μου λέει να προσέχω στο πως θα μπαίνω στις φάσεις. Παίζει αρκετά βρώμικα και σκληρά, μου έλεγε, μην μπεις με τάκλιν στις διεκδικούμενες μπαλιές. Για το δικό σου καλό. Εγώ φυσικά και δεν τον άκουσα. Ήμουν νέος και ένιωθα πιο δυνατός απ’ τον καθένα. Ο Γουάιτχερστ ψιθύριζε στο αυτί μου διάφορες βρισιές και μετά από μερικά λεπτά μου έριξε την πρώτη του δυνατή αγκωνιά σε κάποιο κόρνερ. Φώναξα στον διαιτητή αλλά μου είπε απλά να συνεχίσω. Είχε βρει ήδη το πρώτο του πάτημα. Θυμάμαι ακόμα να μου κλείνει το μάτι με εκείνο το ύπουλο χαμόγελο σαν να με προετοιμάζει γι’ αυτό που θα ακολουθούσε.»

«Μερικά λεπτά αργότερα έγινε μια βαθιά μπαλιά προς την περιοχή μας. Ο Γουάιτχερστ κυνήγησε την μπάλα και έκανε ένα κάκιστο -ακόμα και γι’ αυτόν- κοντρόλ, με τη μπάλα να φεύγει γύρω στο ενάμιση μέτρο απ’ το πεδίο δράσης του. Η μπάλα ήταν ακριβώς μπροστά μου αν και ο αντίπαλος είχε σημαντικό πλεονέκτημα στο να την προλάβει. Αν ήθελε φυσικά. Όπως απεδείχθη, δεν το ήθελε. Με άφησε επίτηδες να κάνω πρώτος επαφή μαζί της και έκανε αυτό που είχε στο μυαλό του απ’ την έναρξη του αγώνα. Να με τελειώσει. Και το έκανε. To τάκλιν του ήταν τόσο βίαιο που η μία επικαλαμίδα μου έσπασε και η άλλη βρέθηκε πολλά μέτρα μακριά. Ο πόνος ήταν αφόρητος. Το σκίσιμο στο πόδι ήταν τόσο βαθύ που εννοείται δεν συνέχισα στον αγώνα και ήμουν μάλιστα πολύ τυχερός που δεν είχε σπάσει κάποιο οστό και δεν έπαθα κάποια πολύ σοβαρή ζημιά. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα σχεδόν τα πάντα για το άθλημα και πως, όλα σου τα όνειρα μπορούν να γκρεμιστούν μέσα σε μια στιγμή. Ευτυχώς δεν έπαιξα ποτέ ξανά αντίπαλός του.»

Παρόμοια περιστατικά υπήρχαν στους περισσότερους  αγώνες που πήρε μέρος ο Μπίλι Γουάιτχερστ. Τόσο με τα χρώματα της Χαλ Σίτι όσο και με αυτά της Νιουκάστλ αλλά και άλλων ομάδων, όπως η Όξφορντ, η Σάντερλαντ, η Στόουκ και η Ρέντινγκ. Ο παλιός αστέρας της Λίβερπουλ Άλαν Χάνσεν, στην αυτοβιογραφία του έχει χαρακτηρίσει τον Μπίλι Γουάιτχερστ ως τον σκληρότερο ποδοσφαιριστή που αντιμετώπισε ποτέ και ως τον μοναδικό άνθρωπο που του προκαλούσε τρόμο όλα τα χρόνια που έπαιξε επαγγελματικά, στο κορυφαίο μάλιστα επίπεδο. Κάπου αναφέρει. «Όταν τον είχες αντίπαλο δεν σε ενδιέφερε το αποτέλεσμα της αναμέτρησης αλλά μόνο η σωματική σου ακεραιότητα. Ακόμα και σήμερα είναι μέρες που όταν βλέπω μια σκληρή εικόνα στην τηλεόραση, ασυναίσθητα μου έρχεται στο μυαλό ο πόνος απ’ τους αγκώνες του. Ειλικρινά αυτό είναι κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.»

Ο Μπίλι Γουάιτχερστ -δυστυχώς- αντιδρούσε έτσι, και χειρότερα, και εκτός αγωνιστικών χώρων. Στην καθημερινότητά του δηλαδή. Μια καθημερινότητα γεμάτη αλκοόλ, ξενύχτια και κάθε είδους καυγάδες εντός των μπαρ που σύχναζε, και εκτός αυτών, σε σκοτεινά σοκάκια γεμάτα από λάσπες και βρετανική υγρασία. Κάποτε σε ένα τέτοιο στενό τον συνέλαβε και η αστυνομία. Ήταν η περίοδος που έπαιρνε μέρος σε παράνομους αγώνες πυγμαχίας -με γυμνά χέρια- με τσιγγάνους της περιοχής. Αγώνες που γέμιζαν την τσέπη του με χρήματα στοιχημάτων. Ήταν τότε που -όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος- πήρε μέρος στον μεγαλύτερο καυγά της ζωής του. Την περίοδο που έπαιζε στην Όξφορντ. Λίγες μέρες μάλιστα πριν από ένα σπουδαίο ματς με την Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλάφ.

Τρεις απέναντι σε έναν δεν το λες και το πιο έξυπνο πράγμα, μιλάμε όμως για τον Γουάιτχερστ και εκεί απουσιάζει η λογική. Τελικά την είχε γλιτώσει με μια σπασμένη μύτη και 30 ράμματα στο πρόσωπο. Επίσης είχε μια μεγάλη τρύπα στο μάγουλο που έφτανε μέχρι το στόμα από χτύπημα με λοστό. Η λέξη πόνος εννοείται πως δεν υπήρχε. Δεν τον ένοιαζε και ζήτησε μάλιστα να αγωνιστεί κανονικά στην επερχόμενη αναμέτρηση, με το αίτημα να γίνεται δεκτό απ’ τον προπονητή του. Ήταν μάλιστα τέτοια η ένταση και το πάθος του σε εκείνο το ματς, που δεν ζήτησε αλλαγή ακόμα και όταν δέχθηκε γροθιά στην σπασμένη του μύτη -κατά λάθος (;)- απ’ τον αντίπαλο τερματοφύλακα, μετά από κόρνερ και ενώ είχε σηκωθεί για κεφαλιά, με το αίμα να τρέχει ποτάμι απ’ την μύτη σε όλη την διάρκεια της αναμέτρησης.

Ο ίδιος πάντως ακόμα και σήμερα θεωρεί ως υπερβολικό όλο αυτό τον μύθο βίας γύρω απ’ το όνομά του, λέγοντας πως υπήρξε ένας μεγάλος -και αδικημένος- γκολτζής που ίσως είχε και μερικές εκρήξεις βίας. Λίγο πάνω απ’ το κανονικό. Θυμίζοντας σε όλους την ατάκα του Σερ Μπόμπι Τσάρλτον για τον ίδιο μετά από ένα παιχνίδι Νιουκάστλ-Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ της περιόδου 1985-1986. Μια ατάκα που σύμφωνα με τον ίδιο περικλείει όλο το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο και την θεωρεί ως το μεγαλύτερο του παράσημο. «Ήρθα στο γήπεδο για να δω τον Γκασκόιν και όταν έφυγα απ’ αυτό σκεφτόμουν για ώρες το τέλειο παιχνίδι που έκανε ο Γουάιτχερστ. Ηταν απίστευτος». Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσο -και αν- αδίκησε ο Μπίλι Γουάιτχερστ το ταλέντο του με την βίαιη συμπεριφορά του. Κανένας δεν θα το μάθει αυτό, όπως δεν το μάθαμε και γι’ άλλες τόσες περιπτώσεις παικτών. Όταν όμως έχεις μείνει στην ιστορία -ακόμα και για τόσο λάθος λόγους- σίγουρα κάτι θα έκανες σωστά. Άλλωστε δίχως τους «κακούς» δεν θα μπορούσαμε να δούμε τόσο καθαρά και το μεγαλείο των «καλών».