Λούθερ Μπλίσετ: το παλτό που έγινε έμπνευση ενός κινήματος

  [1 Σχόλιο]

Στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είναι δύσκολο να πετύχεις ιστορία σαν κι αυτή του Τζαμακαϊνού φορ Λούθερ Μπλίσετ που έγινε τόσο διάσημος, χωρίς να έχει τόσο μεγάλη ποδοσφαιρική πορεία. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Αν ασχολείστε λίγο με το Ίντερνετ ή με τη λογοτεχνία ή απλά με pop culture αναφορές ή είστε ακτιβιστής, όλο και κάπου θα έχετε πετύχει το όνομα Λούθερ Μπλίσετ. Είτε ως φαρσέρ, είτε ως συγγραφέα, είτε ως κάποιο ψευδώνυμο.  Το όνομα Λούθερ Μπλίσετ ήταν (χονδρικά) οι Anonymous πολύ πριν αυτοί εμφανιστούν, αλλά σε μια χρήση φάρσας-διασποράς ψευδών ειδήσεων. Ένα παρατσούκλι που το χρησιμοποιούσαν (και χρησιμοποιούν) πολλοί άνθρωποι, ξεκινώντας από μια κολλεκτίβα καλλιτεχνών και ακτιβιστών που επέλεξαν το όνομα ενός πραγματικού προσώπου, του ποδοσφαιριστή Λούθερ Μπλίσετ.

Παίκτης της Γουότφορντ, την ακολούθησε από τη 4η ως την 1η κατηγορία και μάλιστα τη σεζόν 1982-83 βγήκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 27 γκολ, μπροστά από τον Γκάρι Λίνεκερ. Η Γουότφορντ έκανε εξαιρετική χρονιά και βγήκε 2η, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Λίβερπουλ. Εκείνο το καλοκαίρι η Μίλαν αποφασίζει να δαπανήσει ένα σεβαστό ποσό και να τον αγοράσει. Ο αστικός μύθος (άλλωστε στην ιστορία του Μπλίσετ με τις φάρσες ταιριάζει απόλυτα) λέει ότι οι Μιλανέζοι ήθελαν να πάρουν τον Τζον Μπαρνς και μπέρδεψαν τους παίκτες. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν επιβεβαιώνεται, αλλά βάζει λίγη σάλτσα στην ιστορία.

Ο Μπλίσετ πήγε με ανεβασμένη την ψυχολογία ως πρώτος σκόρερ και φτάνοντας στην Ιταλία έκανε δηλώσεις γεμάτος σιγουριά. «Ο Πλατινί σκόραρε πέρσι 18 γκολ; Εγώ θα βάλω περισσότερα, θα γίνω το είδωλο των πιτσιρικάδων» δήλωσε περιχαρής. Η Γκατζέτα τον παρουσιάζει ως την μεταγραφή του καλοκαιριού, βάζοντάς τον πάνω από τον Τονίνιο Σερέζο της Ρόμα και πάνω ακόμα και από τον… Ζίκο που πηγαίνει στο Ούντινε. Η πίστη στον Μπλίσετ αυξήθηκε κι οι άνθρωποι της Μίλαν έτριβαν τα χέρια τους, καθώς στα φιλικά ματς σκόραρε πολύ. Καθώς όμως όλοι γνωρίζουμε, τα καλοκαιρινά πρωτοσέλιδα τα βλέπει ο οπαδός το χειμώνα και γελά. Μιλάμε για τα 80s και μιλάμε για την Ιταλία. Τα πράγματα ήταν… άγρια και ειδικά η Μίλαν ήταν στα χειρότερα χρόνια της, μετά από υποβιβασμούς. Ο Μπλίσετ σκόραρε ελάχιστα και περνούσε τεράστιες περιόδους ανομβρίας που κρατούσαν μέχρι και τρεις μήνες. Δεν βοήθησαν και ορισμένες μεγάλες ευκαιρίες που έχασε, ένα πέναλτι που έστειλε στα πουλιά και ειδικά μία φάση στο ντέρμπι την Ίντερ σχεδόν σε κενή εστία, με τον Τζένγκα εξουδετερωμένο. Τελείωσε τη σεζόν με μόλις 5 γκολ σε 30 παιχνίδια και μετριότατη παρουσία, καθώς δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο ιταλικό στιλ παιχνιδιού. Η Μίλαν βγήκε τελικά όγδοη.

Τα κατορθώματα του Μπλίσετ στην Ιταλία, προς το τέλος το άχαστο με την Ίντερ

Ο Μπλίσετ ήταν ένα παλτό, αλλά όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις μερίδα του κόσμου αγαπάει τέτοιους παίκτες που γίνονται τελικά cult ινδάλματα. Ο Τζαμαϊκανός έγινε μάλιστα και πανό των οπαδών της Λιβόρνο, καθώς ένα από τα λίγα του γκολ ήταν αυτό που έριξε την Πίζα στη Β’ εθνική και οι άσπονδοι γείτονες το χάρηκαν πολύ. Ένας δεύτερος αστικός μύθος χρεώνει την αποτυχία του Μπλίσετ στο γεγονός ότι στη Μίλαν πήγε ο… αδερφός του και όχι ο ίδιος. Τώρα το τι έκανε ο κανονικός Μπλίσετ όλη εκείνη τη σεζόν δεν το απαντάει κανείς, όπως καταλαβαίνουμε. Στον ποδοσφαιριστή αποδίδεται και η ατάκα: «Στην Ιταλία όσα λεφτά και να έχεις δεν μπορείς να βρεις Rice Krispies», ένα δημητριακό που άρεσε πολύ στον φορ. Το να πηγαίνεις από την Αγγλία στην Ιταλία και να γκρινιάζεις για το φαγητό είναι ύβρις, αλλά μπορεί τα Rice Krispies να ήταν σαν να έχασε ο Σαμψών την κοτσίδα του ας πούμε. Το παρατσούκλι Luther Miss-it είχε κολλήσει για τα καλά πάντως.

Παρόμοια ήταν η πορεία του και στην εθνική. Με τον Μπλίσετ να κάνει χατ τρικ στην πρώτη του εμφάνιση (ένας από τους πρώτους μαύρους με τα χρώματα της Αγγλίας) απέναντι στο Λουξεμβούργο, αλλά να μη σκοράρει ξανά στις υπόλοιπες 13 εμφανίσεις του με την Αγγλία. Ο Μπλίσετ το επόμενο καλοκαίρι γύρισε με συνοπτικές διαδικασίες στη Γουότφορντ για τα μισά χρήματα και συνέχισε εκεί την καριέρα του. Η κληρονομιά του έμεινε όμως ανεξίτηλη στην Ιταλία. Έστω και όχι ποδοσφαιρικά. Το όνομά του άρχισε κάποια χρόνια αργότερα να χρησιμοποιείται από ακτιβιστές και φαρσέρ. Κανείς δεν ξέρει τον ακριβή λόγο. Μια ερμηνεία είναι ότι ο Μπλίσετ είχε πέσει θύμα ρατσιστικών επιθέσεων σε ορισμένα γήπεδα, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Ο ίδιος πιστεύει ότι επειδή ακριβώς ήταν ένας από τους λίγους μαύρους ποδοσφαιριστές εκείνα τα χρόνια, ενέπνευσε. Το Luther Blissett Project ξεκίνησε το 1994 από την Μπολόνια, ως μια κολεκτίβα αναρχικών και το όνομα άρχισε να χρησιμοποιείται σε διάφορες φάρσες. Φάρσες που ξεγέλασαν από εφημερίδες μέχρι κανάλια.

Το πρόσωπο του φανταστικού Λούθερ Μπλίσετ

Μάλιστα, η ομάδα αυτή έγραψε και ένα βιβλίο που το υπέγραψε ως Λούθερ Μπλίσετ. Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένας λαϊκός ήρωας μέσα στην εποχή της πληροφορίας, με τη διαδικασία της μυθοποίησης. Ένας Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής. Κάπως έτσι, ο Λούθερ Μπλίσετ άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορα μέρη, αφού από την Μπολόνια πήγε και σε άλλες πόλεις και χώρες και… αναλάμβανε την ευθύνη για διάφορες ιστορίες. Μαϊμού εξαφανίσεις καλλιτεχνών (που δεν υπήρχαν) σε τηλεοπτικές εκπομπές τύπου Νικολούλη, ρέιβ πάρτι σε τραμ με την αστυνομία να συλλαμβάνει τα άτομα και όλα να δηλώνουν όνομα Λούθερ Μπλίσετ, αιφνίδιοι θάνατοι φανταστικών προσώπων. Φέικ νιουζ πολύ πριν γίνουν μόδα, όλα με πρωταγωνιστή το ίδιο όνομα. Λούθερ Μπλίσετ. Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δεν ενοχλήθηκε ποτέ που το όνομά του πήρε πλέον άλλη σημασία, άρχισε να μοιράζεται από εδώ και από εκεί. Μετά από 5 χρόνια παρουσίας, οι υπεύθυνοι έκαναν ένα… συμβολικό σεπούκου (χαρακίρι) και σκότωσαν τον χαρακτήρα.

Μετά το 1′, η αποτυχία να πάρει σωστά τη στροφή

Όσο για τα ποδοσφαιρικά, ο Μπλίσετ έζησε κανονικά και έπαιξε αρκετά χρόνια ακόμα στην Αγγλία, έβαλε αρκετά γκολ στη Γουότφορντ και αλλού, αλλά δεν έφτασε ποτέ ξανά στις προ-Μίλαν επιδόσεις του. Θεωρείται πάντως από τους θρύλους της Γουότφορντ. Μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με τον ποδοσφαιρικό  σχολιασμό, αλλά και την αυτοκίνηση, καθώς έκανε μαζί με τον Μπαρνς και τον Λες Φέρντιναντ μια σχολή αγωνιστικής οδήγησης για νεαρούς από την Καραϊβική. Αργότερα ασχολήθηκε κι ο ίδιος με αγώνες οδήγησης και μάλιστα συμμετείχε το 2011 στο Silvestone Classic, όπου ανάμεσα σε άλλες διασημότητες τράκαρε λίγο μετά την εκκίνηση και έκανε αρκετές σβούρες. Ευτυχώς βγήκε σώος.

Σομπρεροματιά: Τα τέσσερα παιχνίδια της δεύτερης βδομάδας της φάσης των «16»

  [2 Σχόλια]

Την προηγούμενη Παρασκευή είχα ανεβάσει ένα κειμενάκι για τα πρώτα τέσσερα παιχνίδια της νοκ-άουτ φάσης των «16» του Τσάμπιονς Λιγκ και είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως θα ανέβαζα ακόμα ένα και για τα επόμενα τέσσερα. Δεν θα μπορούσα άλλωστε να το στερήσω αυτό από κανένα πιστό φίλο αυτού εδώ του μπλογκ. Μπορώ να καταλάβω την τεράστια προσμονή που υπήρχε από πολλούς, για αυτό εδώ το κείμενο και γενικά επειδή είμαι καλός άνθρωπος και δύσκολα χαλάω χατίρια, αυτή εδώ τη στιγμή διαβάζετε το εν λόγω κείμενο. Πάμε όμως στο σημαντικότερο που δεν είναι άλλο απ’ την ποδοσφαιρική δράση που έλαβε χώρα την Τρίτη και την Τετάρτη και το κείμενο γι’ αυτές τις δύο μέρες δεν ανεβαίνει Πέμπτη αλλά Παρασκευή.

Εκεί που απαγορεύεται το λάθος

Στο Στάμφορντ Μπριτζ η Τσέλσι του Αντόνιο Κόντε υποδέχτηκε την Μπάρτσα του Ερνέστο Βαλβέρδε ως αουτσάιντερ και, αν και πραγματοποίησε ένα πολύ καλό τακτικά παιχνίδι, θα ταξιδέψει στη Βαρκελώνη με την πλάτη στον τοίχο και το σκορ να ξεκινά από το 1-1. Το έργο της φαντάζει πλέον ιδιαίτερα δύσκολο. Τι κι αν είχε δύο δοκάρια με τα εξαιρετικά σουτ του Γουίλιαν; Τι κι αν προηγήθηκε με τον Βραζιλιάνο διεθνή με ένα αρκετά όμορφο -και δουλεμένο- τέρμα; Τι κι αν απειλήθηκε ελάχιστα; Η Μπάρτσα βρήκε τον τρόπο να σκοράρει με τον Μέσι (με το πρώτο του γκολ κόντρα στους «μπλε») και να αποδράσει με ένα σπουδαίο, για την ίδια, αποτέλεσμα. Για να συμβεί βέβαια αυτό έπρεπε να δούμε μια τεράστια γκάφα από τον νεαρό κεντρικό αμυντικό Αντρέας Κρίστενσεν, καθώς έκανε κάτι που δύσκολα βλέπεις από στόπερ ακόμα και σε τοπικό επίπεδο. Εκεί φυσικά βρίσκεται όμως το μεγαλείο ομάδων όπως η Μπαρτσελόνα. Αυτό το μεγάλο ή μικρό -αυτό το μοναδικό λάθος- να το μετατρέπουν εύκολα σε γκολ, σε δύσκολες έδρες και σε μέτριες μέρες γι’ αυτές.

Η κίνηση του Ινιέστα, με το που έφυγε η μπάλα απ’ τα πόδια του Κρίστενσεν, αλλά και η μυρωδιά αίματος που έφτασε αμέσως στα ρουθούνια του Αργεντίνου «μάγου», για να κινηθεί αστραπιαία προς την περιοχή των «μπλε», περικλείουν όλη την ουσία της επικεφαλίδας αυτής εδώ της παραγράφου. Το λάθος που απαγορεύεται να κάνεις και το λάθος που σίγουρα θα πληρώσεις. Πάντως αν ρωτάτε εμένα για το τι θα συμβεί στο Καμπ Νου, θεωρώ πως η Τσέλσι θα βρει σίγουρα κάποιο τέρμα. «Αυτή η σιγουριά θα με φάει» θα σκεφτείτε αρκετοί, αλλά εγώ δεν μπορώ να κρυφτώ. Από ‘κει και πέρα εξαρτάται πόσο θα αντέξει η άμυνά της στο σφυροκόπημα που αναμένεται να δεχθεί απ’ τα παλικάρια του Βαλβέρδε, μπροστά μάλιστα στο κοινό τους.  Εν κατακλείδι. Η Τσέλσι θα δεχθεί σίγουρα γκολ. Τον αριθμό δεν ξέρω.

Η κυνική Βαυαρική μηχανή του Χάινκες

Στο Μόναχο η παράσταση είχε μόνο ένα πρωταγωνιστή, ασχέτως αν πολλοί υποστήριζαν πως η Μπεσίκτας μπορούσε  να παίξει πολύ καλά έναν αρκετά κόντρα ρόλο για την ίδια. Είναι σαν να πηγαίνεις να δεις κάποιο μιούζικαλ και αντ’ αυτού να εμφανίζεται στη σκηνή μόνο ένας ηθοποιός. Αυτός, με χαμηλό φωτισμό και με τη συνοδεία πιάνου, κάπως έτσι αρχίζει έναν μίζερο -στα όρια του σκατόψυχου- μονόλογο. Η αίθουσα αρχίζει δειλά-δειλά να αδειάζει και ο ηθοποιός μένει να τα λέει μπροστά σε 3-4 άτομα με ακόμα δύο να κοιμούνται στον εξώστη. Ωραία είναι κι αυτά θα μου πείτε, αλλά στην παρούσα φάση θέλαμε κάτι ευχάριστο και αυτό το είδαμε μόνο απ’ την ομάδα του Γιούπ Χάινκες. Ας είναι.

Αν η αποβολή του Βίντα έπαιξε σημαντικό ρόλο σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο χρονικά σημείο – εκεί δηλαδή που οι δύο ομάδες είχαν αρχίσει να ξεψαρώνουν; Εννοείται πως ναι. Αν το γκολ του Μίλερ διέλυσε ουσιαστικά κάθε όνειρο της Μπεσίκτας για κάτι καλό – στο χρονικό σημείο που μπήκε; Ω! Ναι. Αν το τελικό 5-0 αδικεί την συνολική παρουσία των Τούρκων στη φετινή διοργάνωση αλλά και το πλούσιο και γεμάτο ρόστερ που διαθέτουν; Εδώ κι αν πρέπει να πούμε ναι. Βέβαια θα πρέπει να βγάλουμε και το καπέλο στους Βαυαρούς, μιας και πλέον θυμίζουν -σε αρκετά μικρότερο βαθμό εννοείται – την ομάδα προ-Γκουαρδιόλα. Μια ομάδα που είχε σαρώσει τα πάντα στο διάβα της και αρκετοί την συζητάμε ακόμα. Σκληρή, προσηλωμένη, κυνική. Μια Βαυαρική «μηχανή» με τον ικανότερο «τιμονιέρη» για την ίδια.

Ο Ντε Χέα και οι άλλοι

Για την ομάδα του Ζοσέ τα έχω γράψει αρκετές φορές και -δυστυχώς- έπεσα σε όλα μέσα. Γράφω «δυστυχώς» γιατί πλέον έχει αρχίσει να κουράζει επικίνδυνα και αυτούς που δε την υποστηρίζουν (όπως εγώ) αλλά την σέβονται απεριόριστα ως φανέλα και ιστορία (όπως πάλι εγώ). Σε μια έδρα που τα δύο τελευταία χρόνια η Λέστερ πήρε θετικό αποτέλεσμα και η Λίβερπουλ έκανε πάρτι για ένα ημίχρονο, η Γιουνάιτεντ κατάφερε να μην κάνει σοβαρή ευκαιρία και αν δεν είχε σε ακόμα μια σπουδαία μέρα τον τεράστιο Ντε Χέα ίσως να θεωρούνταν ήδη σχεδόν αποκλεισμένη. Υπάρχουν αρκετοί τραυματισμοί. Υπάρχει θέμα Μουρίνιο-Πογκμπά (;). Yπάρχει κακό κλίμα γενικότερα. Πλέον είναι ολοφάνερο πως δεν κυλάει τίποτα σωστά και πως η ομάδα είναι πιο βαρετή κι από αγώνα κέρλινγκ για τις θέσεις 6-7 σε Χειμερινή Ολυμπιάδα. Δεν είμαι σκληρός απέναντί της, δεν είμαι.

Η Σεβίλλη απ’ την άλλη σε πολλά σημεία της αναμέτρησης ήταν απολαυστική και πλέον γνωρίζει πολύ καλά πως αν σκοράρει ένα τέρμα στο Όλντ Τράφορντ, ίσως να είναι αυτή που θα βρεθεί στην οχτάδα. Πρέπει να πούμε πάντως ένα μεγάλο μπράβο στον νεαρό αμυντικό μέσο των Άγγλων, Σκοτ Μακ Τόμιναϊ που ήταν κάτι παραπάνω από πολύ καλός. Για τον Ντε Χέα πλέον ό,τι και να πει κάποιος είναι λίγο. Η επέμβαση στην κεφαλιά του Μουριέρ, με 5 μέτρα απόσταση και 0.27 του δευτερολέπτου για να αντιδράσει με το σώμα του να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη μπάλα, είναι απλά μαγική και σίγουρα ένα από τα highlights της χρονιάς. Και επειδή θα με ρωτήσετε. Ας απαντήσω. Θεωρώ την Γιουνάιτεντ ακόμα φαβορί για την πρόκριση.

Ιταλική παγωμάρα στην Ουκρανία

Στην άλλη αναμέτρηση της ημέρας, στην Ουκρανία, ήρωας ήταν ακόμα ένας τερματοφύλακας. O διεθνής Βραζιλιάνος Άλισον (της Ρόμα) μπορεί να «κατέβασε ρολά» αλλά είδε τελικά την εστία του να παραβιάζεται δύο φορές και την ομάδα του να γλιτώνει (μόνο) με 2-1. Αν και θα μπορούσε -ασχέτως αν προηγήθηκε νωρίς με τον Σενγκίζ- να έχει ηττηθεί με ακόμα μεγαλύτερο σκορ και να έχει ουσιαστικά χάσει την υπόθεση-πρόκριση (πολύ κλισέ αυτό – ήθελα να το γράψω όμως). Πλέον η πρόκριση παραμένει ανοιχτή και θα οριστικοποιηθεί στην Ρώμη.  Η Σαχτάρ άλλωστε είναι μια εξαιρετική ομάδα. Δουλεμένη και γεμάτη παίκτες που γνωρίζουν άψογα τα μυστικά της μπάλας.

Για παράδειγμα, στην ισοφάριση ο Φακούντο Φερέιρα έδειξε στον Μανωλά λίγη απ’ αυτή την Αργεντίνικη αλήτικη μαγεία του Μπουένος Άιρες. Στο 2-1 ο Φρεντ έστειλε μετά από εκτέλεση φάουλ την μπάλα εκεί που κανένας τερματοφύλακας δεν μπορεί να αντιδράσει και έδειξε λίγη απ’ τη βραζιλιάνικη μαγεία του Μπέλο Οριζόντε. Αυτές οι δύο στιγμές, ας μην γελιόμαστε, περικλείουν μεγάλες ποσότητες ποδοσφαιρικής μαγείας. Μιας μαγείας που όλοι γουστάρουμε να βλέπουμε και η Σαχτάρ μας χαρίζει απλόχερα. Απ’ την άλλη θέλω να δω αντίδραση απ’ την Ρόμα στην Ιταλία, μιας και θέλω να υπάρχει σίγουρα -έστω μία- ιταλική ομάδα στην τελική οχτάδα αλλά και επειδή λατρεύω την ταινία La Grande Bellezza του Πάολο Σορεντίνο όσο λατρεύω και τον τεράστιο Φραντσέσκο Τότι. Εννοείται πως δεν θα είναι εύκολο αλλά όπως λέει και ο σπουδαίος Τόνι Σερβίλο, ως Τζεπ Γκαμπαρντέλα στην Γκαλάτεα Ράνζι, «Μην μου χαλάτε κάτι που θεωρώ τόσο σίγουρο». Μια σιγουριά για το πάθος που περιμένουμε απ’ την Ρόμα και το κοινό της, την έχουμε όλοι άλλωστε. Ελπίζω μόνο η Σαχτάρ να μην εμφανιστεί ως Γκαλάτεα Ράνζι στον ρόλο της Στεφανίας.

Ήρωες που δεν ξέρουμε: Νέστορ Ορτιγόσα

  [Καθόλου σχόλια]

Ίσως ο τίτλος να αδικεί τον συγκεκριμένο παίκτη. Σίγουρα θα βρεθεί κάποιος και θα πει: «Μας δουλεύεις ρε Σομπρέρο; Δεν γνωρίζουμε τον χοντρούλη Νέστορα;», αλλά η αλήθεια είναι ότι σε αυτή την ενότητα κειμένων ασχολούμαστε μεν με παίκτες που έχουν κερδίσει την αγάπη του κόσμου, έχουν καταφέρει επιτυχίες, αλλά στο ευρύ ποδοσφαιρικό κοινό της Ευρώπης δεν είναι διάσημοι. Τέτοιος είναι και ο σημερινός πρωταγωνιστής μας. Ο Νέστορ Ορτιγόσα γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη έξω από το Μπουένος Άιρες, σε ένα μικρό και φτωχικό σπίτι από το οποίο έφευγε για να παίζει μπάλα με άλλα παιδιά. Πετούσε τα παπούτσια πάνω από τα σύρματα στους γείτονες, έβγαινε από την πόρτα, τα μάζευε μετά και πήγαινε για μπαλίτσα κρυφά. Μάλιστα δεν έπαιζε απλά μπάλα, τα παιδιά έπαιζαν με χρηματικό έπαθλο, με στοίχημα κι οι αγώνες ήταν κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση για τα φτωχά πιτσιρίκια. Έτσι ο Ορτιγόσα ξεκίνησε από μικρός να ξέρει ότι κάθε μπαλιά πρέπει να διεκδικηθεί, ότι κάθε ματς σημαίνει πολλά για την επιβίωση στη φτωχογειτονιά.

Ο πιτσιρικάς έκανε άλλωστε κάθε μέρα μεγάλες διαδρομές με το τρένο για να βρει πλανόδιους εμπόρους και να αγοράσει ό,τι μπορεί.  Τετράδια, πιπεριές, παγωτά, κουρελούδες, τσίγκινα κουτάκια από αναψυκτικά, σαπούνια. Αγόραζε κάθε χρήσιμο αντικείμενο και μετά το πουλούσε ο ίδιος. Είτε στους επιβάτες των τρένων στην επιστροφή, είτε στη γειτονιά του πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα. Ο αδερφός του ντρεπόταν να το κάνει, ο ίδιος πιστεύοντας στο «καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή» όχι. Μια παραμονή Χριστουγέννων η αστυνομία τον μάζεψε γιατί πουλούσε χωρίς άδεια. Για να τον λυπηθούν μετά (είχε ήδη κρύψει τα χρήματα και είπε ότι δεν έβγαλε τίποτα) και να συνεχίσει τη… δουλειά του. Και το βράδυ όταν έπεφτε για ύπνο μαζί με τον αδερφό του στο κρεβάτι που μοιράζονταν, ονειρευόταν ότι έβαζε το κρίσιμο πέναλτι, το μεγάλο γκολ. Περισσότερο όμως από την ίδια την επιτυχία, ο Ορτιγόσα τα ήθελε όλα αυτά για ένα όνειρο. Να αγοράσει με δικά του λεφτά ένα σπίτι για τους γονείς του, να τους πάρει από το μικρό φτωχικό οίκημα που δεν τους χωρούσε. Δύσκολα χρόνια, δύσκολες εποχές. Ακόμα και το όνομά του ήταν… δανεικό. Οι γονείς του ήθελαν να τον βγάλουν Τζόναθαν (με ισπανική προφορά), αλλά ο πόλεμος με την Αγγλία ήταν πολύ πρόσφατος και το ληξιαρχείο απαγόρευε κάθε τέτοιο αγγλικό όνομα. Ο Νέστορ βαπτίστηκε Νέστορ (μια που είναι ξενικό το γράφουμε με «ο»), αλλά οι συγγενείς του τον φωνάζουν «Γιόνα» από το Γιόναθαν.

Είναι πολύ εύκολο σε αυτά τα μέρη να παραστρατήσεις, να γίνει μέλος κάποιας συμμορίας. Ο πατέρας του Νέστορα (Παραγουανός στην καταγωγή) άρχισε να τον πηγαίνει για ποδόσφαιρο, για να γλιτώσει από συμμορίες. Ήταν για τον μπαμπά Ορτιγόσα η διέξοδος για το παιδί του, όχι για να γίνει πλούσιος, αλλά για να μην μπλέξει. Βρισκόταν πάντα εκεί, από τα παιδικά ματς μέχρι τα πιο σημαντικά αργότερα στην καριέρα του. Μόνο μια φορά δεν τον ακολούθησε, στο Μουντιάλ του 2010, γιατί δεν ήθελε να πληρώσει τόσα πολλά ο γιος του για το ταξίδι και τη διαμονή του.

Ο Ορτιγόσα δεν σου γεμίζει το μάτι αν τον δεις. Μετρίου αναστήματος, χωρίς να είναι ο πιο γρήγορος παίκτης του κόσμου. Όπως λέει κι ο ίδιος όμως «το barrio είναι το μεγαλύτερο σχολείο». Στη γειτονιά δεν έχεις πολλές ευκαιρίες, ειδικά όταν παίζεις με πιο μεγαλόσωμους. «Αν δεν έδινα την μπάλα με τη μία, τότε θα με έκοβε στα δύο κάποιος άλλος». Οι βάσεις είχαν μπει ήδη και στο κανονικό σχολείο που είναι οι Αρχεντίνος Τζούνιορς, δούλεψε πάνω σε αυτές. Καθημερινά 40 λεπτά να δοκιμάζει πάσες με την μία και άλλα 40 λεπτά για κοντρόλ-πάσα. «Τρέχεις πολύ. Παίζε πιο απλά» του είχε πει ο μεγάλος κόουτς Κλαούντιο Μπόργκι. Ο Ορτιγόσα έγινε ένα κεντρικό χαφ που καλύπτει χώρους, μπαίνει στις μονομαχίες και ελέγχει το ρυθμό του παιχνιδιού, συνήθως σε αργό τέμπο, μοιράζοντας το παιχνίδι από πίσω με την πολύ καλή τεχνική του. Παίζει ένα σχετικά αργό ποδόσφαιρο που ταιριάζει ακόμα στη Λ. Αμερική και πιθανότατα είναι ένας από τους λόγους που δεν μετακόμισε στην Ευρώπη παρ’ ότι έφτασε να αγωνίζεται στην εθνική Παραγουάης (που προτίμησε από αυτή της Αργεντινής γιατί είχε περισσότερες πιθανότητες να παίξει, αν και επί Ντιέγκο είχαν γίνει συζητήσεις). Το «παχουλό» φιζίκ του, το σχετικά αντιτουριστικό του κορμί, δεν τον έκαναν ποθητό στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού. Αν θα έπιανε κανείς δεν το ξέρει.

Ο ίδιος φυσικά δεν αποδέχεται το παρατσούκλι «χοντρός» με το οποίο είναι γνωστός. Είναι ένας μύθος υποστηρίζει, ζυγίζει μόλις 82-83 κιλά (ύψος 1.78) και όπως λέει όλοι οι διατροφολόγοι στις ομάδες του το επιβεβαιώνουν (μοιάζει λίγο με Αστερίξ-Οβελίξ η ιστορία), είναι απλά μεγαλόσωμος και καμπουριάζει. Ο άνθρωπος με τα πολλά ονόματα. Στη γειτονιά Γιόνα, η γυναίκα του Νέστορ, στο γήπεδο «gordo», «orti» και «negro», κανένα δεν τον ενοχλεί πάντως, μιλάμε για Αργεντινή. Και τέλος πάντων, το θέμα είναι πώς παίζει, χοντρός ή αδύνατος, λευκός ή μαυριδερός, ο Ορτιγόσα τα καταφέρνει μια χαρά εδώ και χρόνια. Γίνεται από τα σημαντικότερα στελέχη στις ομάδες που παίζει. Τόσο στους Αρχεντίνος, όσο και στη Σαν Λορένσο είχε μεγάλες επιτυχίες και μεγάλη προσφορά. Παρέμεινε όμως ένα παιδί από το μπάριο. Θυμάται χαρακτηριστικά να παίζει την Κυριακή απέναντι στην Μπόκα, να σβήνει τον Ρικέλμε, να βγαίνει παίκτης της αγωνιστικής στην εφημερίδα Ole και την επόμενη μέρα στο ρεπό να παίζει πρωταθληματάκι για χρήματα στη γειτονιά του. Μέχρι που ο (αγαπημένος) Ρικάρντο Καρούσο το ανακάλυψε και του είπε: «Θέλεις να ζήσεις πουλώντας τετράδια στα τρένα ή να γίνεις ποδοσφαιριστής;». Όχι βέβαια ότι το έκοψε τελείως, συνέχισε να παίζει όποτε μπορούσε με τους φίλους του στη γειτονιά. Η μπάλα είναι τρόπος ζωής.

Το 2008, χωρίς να έχει κάνει ακόμα τεράστια καριέρα και όντας ακόμα παίκτης των Αρχεντίνος Τζούνιορς με λίγα χρήματα, ο «χοντρός» κάνει το πρώτο του όνειρο πραγματικότητα. Αγοράζει σπίτι στους δικούς του. Δεν ήθελε όμως να το πάρει έτσι, προτιμούσε να είναι κάτι που θα επιλέξουν αυτοί. Έτσι, μια μέρα η τύχη του χαμογέλασε και ενώ οδηγούσε με τη μητέρα του στο αυτοκίνητο, αυτή είδε ένα σπίτι και του είπε: «να, εδώ να έρθεις να μείνεις, είναι πολύ όμορφο». Ο Ορτιγόσα πήγε την άλλη μέρα και το αγόρασε. Αλλά δεν τους είπε κάτι. Ήθελε πρώτα να το φτιάξει, να το κάνει τέλειο για τους ανθρώπους που αγαπά. Όταν ξαναπέρασαν μια άλλη μέρα, η μητέρα του είπε: «Κοίτα, το φτιάχνουν. Κάποιος πρέπει να το αγόρασε» κι αυτός με το ζόρι κρατήθηκε να μην της το πει. Όταν τα μερεμέτια ολοκληρώθηκαν όμως, υπήρχε ακόμα ένα πρόβλημα. Η μαμά του δεν ήθελε να φύγει από τη γειτονιά. Κι ας μην είχε αποχέτευση, κι ας μην είχε αέριο κι ας ήταν το σπίτι μικρό. Εκεί έμεναν φίλοι και συγγενείς, εκεί είχε μάθει. Έτσι, ο σοφός Νέστωρ (εδώ με «ω») σκαρφίστηκε ένα κόλπο για να ξεπεράσει το ζήτημα. Μια μέρα που την επισκέφτηκε πάρκαρε μπροστά στο σπίτι και συνεννοήθηκε με μερικά από τα καλόπαιδα της γειτονιάς να του κλέψουν το ένα λάστιχο. Ο… έξαλλος Ορτιγόσα πήγε θεατρινίστικα και της ανέφερε την κλοπή, λέγοντάς της ότι το μέρος είναι επικίνδυνο και ότι μπορεί κάτι να του συμβεί. Μόνο έτσι πείστηκε η μητέρα του και έφυγε από εκεί. Ο Ορτιγόσα το αποκάλυψε σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξη που έδωσε τον περασμένο μήνα.

13 Αυγούστου 2014. Ο Ορτιγόσα βρίσκεται στην τέταρτη σεζόν του στη Σαν Λορένσο. Τελικός Κόπα Λιμπερταδόρες με τη Νασιονάλ της Παραγουάης. Το παιδί που πουλούσε τα τενεκεδάκια στα τρένα και ονειρευόταν το μεγάλο γκολ, έχει ήδη 10 χρόνια επαγγελματικής καριέρας. Έχει παίξει σε Μουντιάλ με την Παραγουάη, έχει κερδίσει δυο πρωταθλήματα Αργεντινής με δυο διαφορετικές ομάδες. Δεν το λες και λίγο. Εκείνα τα βράδια όμως στο μικρό σπιτάκι στο Σάν Αντόνιο, υπήρχε πάντα στα όνειρα το μεγάλο πέναλτι. Τις Παρασκευές και τα Σάββατα ο κόσμος που γύριζε από τη δουλειά στη γειτονιά έπαιζε πρωταθληματάκια πέναλτι. Τουρνουά με ομάδες των δύο (ένας εκτελεστής και ένας τερματοφύλακας) που εκτελούσαν από τρία. Ο Ορτιγόσα όμως έπαιζε μόνος. Έκανε και τον εκτελεστή και τον τερματοφύλακα για να μην μοιράζεται τα χρήματα του επάθλου που είχε ανάγκη. Τα πρωταθληματάκια ξεκινούσαν στις 10 το βράδυ και έφταναν πολλές φορές μέχρι τις 5 το πρωί. Εκεί έβγαλε κάποια χρήματα, εκεί έφτιαξε την τεχνική του που τον οδήγησε σε ένα επαγγελματικό ρεκόρ 19 συνεχόμενων επιτυχημένων πέναλτι. Στην ίδια ευθεία με την μπάλα για να μην ξέρει ο αντίπαλος πού θα βαρέσεις και την τελευταία στιγμή, μια κίνηση με τον αστράγαλο και το χτύπημα. Όχι δυνατό, αλλά συνήθως τεχνικό.

Η Σαν Λορένσο στο 35′ κερδίζει πέναλτι. Ο χοντρούλης παίρνει την μπάλα, δεν τίθεται θέμα για τον εκτελεστή. Το πέταλο στο Μποέδο που τον αγαπάει φωνάζει «Gordoooo, Gordoooo». Εκτελεί όπως έχει μάθει, σκοράρει, το παιχνίδι λήγει 1-0 και η ομάδα του κατακτά για πρώτη φορά στην ιστορία της το Λιμπερταδόρες. Ο Ορτιγόσα κρίνει τον τίτλο και μπαίνει στο πάνθεον. Για τον ίδιο πάντως δεν είναι το πιο δύσκολο πέναλτι. Δεν είχε κανένα άγχος. Όπως παραδέχτηκε, μόνο μία φορά αγχώθηκε σε πέναλτι. Ήταν αυτό απέναντι στην Ινστιτούτο, στα μπαράζ παραμονής. Το έβαλε και εκείνο. Στα 33 του μπορεί να έπαιξε μόνο στη Ν. Αμερική (και ένα φεγγάρι στα Εμιράτα), μπορεί να μην έβγαλε πολλά χρήματα, αλλά κατάφερε να κυνηγήσει τα όνειρά του, να ξεπεράσει τα σωματικά του μειονεκτήματα και να πάρει πίσω, όσα έδωσε στο όμορφο παιχνίδι.

Σομπρεροματιά: Τα τέσσερα πρώτα παιχνίδια της φάσης των 16

  [9 Σχόλια]

Το συγκεκριμένο κείμενο έπρεπε να έχει ανέβει χθες αλλά επειδή άνθρωποι είμαστε και βγαίνουμε συχνά εκτός προγράμματος, και χρονοδιαγράμματος, ανέβηκε σήμερα. Δεν πειράζει θα πείτε, και δίκιο θα έχετε, μιας και οι πιστοί του μπλογκ θα το διαβάζατε, με την ίδια λαχτάρα, ακόμα και αν ανέβαινε σε καμιά δεκαριά μέρες και σας ευχαριστώ. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Το Τσάμπιονς Λιγκ επέστρεψε λοιπόν με τέσσερα παιχνίδια, με τα δύο εξ αυτών να μπορούν εύκολα να χαρακτηριστούν σπουδαία, και όλα αυτά θα σας τα παρουσιάσω σήμερα μέσα απ’ την «ειδική ματιά» κάποιου που δεν μένει μόνο σε στατιστικά, προγνωστικά και λοιπά τεχνικά χαρακτηριστικά. Για να δούμε λοιπόν τι είδαμε (ή τι δεν είδαμε), την Τρίτη και την Τετάρτη, στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση και στο πρώτο κομμάτι της φάσης των νοκ-άουτ αυτής.

Λονδρέζικη «παράσταση» στο Τορίνο

Η Τότεναμ βρίσκεται σε εξαιρετικά καλή περίοδο. Όλοι το γνωρίζουν αυτό. Κέρδισε εύκολα την Γιουνάιτεντ του Ζοσέ του Μουρίνιο. Πήρε μια «χρυσή» ισοπαλία στο Άνφιλντ, σε ένα παιχνίδι που εύκολα θα μπορούσε να το είχε χάσει και ακόμα πιο εύκολα να το κερδίσει, και φυσικά επικράτησε ακόμα πιο εύκολα της Άρσεναλ στο Γουέμπλεϊ. Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο. Παρουσιάζει σύγχρονο και ελκυστικό ποδόσφαιρο σε όλους τους αγνούς φίλους του αθλήματος. Η Γιουβέντους μπορεί να βρει σίγουρα ελαφρυντικό στην απουσία του Ντιμπάλα, μιας και αυτός είναι ο παίκτης που μπορεί να της δώσει πολλές «πινελιές μαγείας» και φυσικά να την ανεβάσει επίπεδο, αλλά βρε αδερφέ, όπου «αδερφέ» βάλτε τον Αλέγκρι, αυτή η εικόνα που παρουσίασε κόντρα στην Τότεναμ, δεν είναι εικόνα ομάδας εφάμιλλης της βαριάς φανέλας και της πλούσιας ιστορία της. Δεν γίνεται να βρίσκεσαι μπροστά στο σκορ, με 2-0 στο 10′, και από ‘κει και έπειτα απλά να περιμένεις με 11 παίκτες πίσω απ’ την σέντρα για να τελειώσει το παιχνίδι και να το «κλέψεις» με κλεφτοπόλεμο. Απλά δεν γίνεται αυτό. Πόσο μάλλον όταν έχεις απέναντί σου τον Χάρι Κέιν και τις υπόλοιπες «σφαίρες» του Ποκετίνο και όχι μια μικρομεσαία ομάδα της Ιταλίας.

Το 2-2 είναι σίγουρα δίκαιο και δίνει σαφές πλεονέκτημα στα «σπιρούνια», χωρίς φυσικά κανένας να πρέπει να ξεγράψει τους Ιταλούς. Διαθέτουν μεγάλη ποιότητα, έχουν τον χαρακτήρα και το ειδικό βάρος της φανέλας, και επίσης έχουν τεράστια εμπειρία από τέτοιες μπαρουτοκαπνισμένες εξόδους, έχοντας την πλάτη στον τοίχο, σε ακόμα πιο δύσκολες έδρες και με πολύ μεγαλύτερες ομάδες. Αδύναμος κρίκος για τους Ιταλούς ήταν σίγουρα ο σπουδαίος Τζιανλουίτζι Μπουφόν. Ο καπιτάνο μετά από μεγάλη απουσία κλήθηκε να κατεβάσει ρολά (στα 40 του χρόνια) και φυσικά δεν τα κατάφερε. Δυστυχώς, στα δικά μου μάτια, ο αρχηγός της Γιούβε θυμίζει πλέον, όλο και περισσότερο, εκείνο τον γερασμένο θείο που συναντάμε στα οικογενειακά τραπέζια, πετάει εκείνη την εκνευριστική ατάκα «Εγώ θα κάτσω εδώ με την νεολαία» και μετά από καμιά ώρα τον βρίσκουμε να κοιμάται -ροχαλίζοντας- με τα παπούτσια στον καναπέ.

Κλοπή Ελβετικής εκκλησίας

Ο Γκουαρδιόλα μας έχει πρήξει φέτος. Απ’ τη μία έχει κάνει την Πρέμιερ Λιγκ να δείχνει όπως η πρώτη κατηγορία Σκωτίας την πρώτη σεζόν που είχε πέσει κατηγορία η Ρέιντζερς και απ’ την άλλη μας τρολάρει συνεχώς για τις πολλές απουσίες που όντως έχει, αλλά δεν έχουν επηρεάσει σε κανένα βαθμό την απόδοση της, εκνευριστικά εξαιρετικής, ομάδας που προπονεί και διαχειρίζεται. Σαν να μην έφτανε αυτό, στο ματς κόντρα στην Βασιλεία του Ράφαελ του Βίκι και με το σκορ στο 0-3, έριξε στο χορτάρι και τους «και καλά» τραυματίες Νταβίντ Σίλβα και Λερόι Σανέ (αυτός ήταν όντως τραυματίας μετά από γερή κλωτσιά που είχε δεχθεί) δίχως φυσικά να σκεφτεί καθόλου την διαλυμένη -σε εκείνο το χρονικό σημείο- ψυχοσύνθεση του αντίπαλου προπονητή και του φτωχού του ρόστερ.

Για να μην αναφέρω και την παρουσία του Φαμπιάν του Ντελφ -ως βασικού μάλιστα- στην 11αδα της Σίτι και στο αριστερό άκρο της άμυνας αυτής. «Τραυματίας δεν ήταν αυτός Πεπ;» «Πως έγινε τόσο γρήγορα καλά;» «Γιατί τον προτίμησες απ’τον νεαρό τον Ζιρτσένκο;» Αναπάντητα ερωτήματα του κόουτς της Βασιλείας σε αυτόν τον ποδοσφαιρικό χίπστερ, τον Πεπ. Τον άνθρωπο που μετά την Λα Λίγκα και την Μπουντεσλίγκα κάνει πλάκα και στην Πρέμιερ Λιγκ. Την λίγκα της καρδιάς μας. Και να σκεφτεί κανείς πως πριν λίγες μέρες ένας εκ των φανατικότερων οπαδών της Βασιλείας και κορυφαίος τενίστας όλων των εποχών (φυσικά και αναφέρομαι στον Ρότζερ Φέντερερ) είχε κατακτήσει το 20ο Γκραν Σλαμ της τεράστιας καριέρας του στην Αυστραλία, κάνοντας μάλιστα και νέο ρεκόρ. Σεβασμός μηδέν απ’ τον Πεπ. Χειρότερος κι απ’ τον τρελάρα τον Νίκο τον Κύργιο σε εκείνο το παιχνίδι με τον τραυματία Βαβρίνκα.

«Καλά κρασιά» στο Πόρτο

Το κρασί του Πόρτο είναι ένα κρασί φυσικό και  εμπλουτισμένο, που παράγεται αποκλειστικά από σταφύλια που προέρχονται από την Οριοθετημένη Περιοχή του Δούρου, στα Βόρεια της Πορτογαλίας περίπου 100 χλμ ανατολικά της πόλης. Οι παίκτες του δικού μας Σέρτζιο Κονσεϊσάο δεν νομίζω να πίνουν πολύ κρασί σαν σωστοί αθλητές που είναι, εκτός και αν αποφάσισαν κάτι τέτοιο λίγες ώρες πριν το παιχνίδι κόντρα στην Λίβερπουλ του Κλοπ. Αυτό το 0-5 και με τον τρόπο που αυτό ήρθε (τόσο εύκολα), ίσως μπορεί να απαντηθεί λόγω μιας οινοποσίας δίχως αύριο στα αποδυτήρια του Ντραγκάο, λίγες ώρες μάλιστα, πριν το σπουδαίο παιχνίδι με τους «κόκκινους» του Λίβερπουλ.

Απ’ την άλλη, εγώ προσωπικά θα πρέπει να ζητήσω μια μεγάλη συγγνώμη απ’ τον Μο Σαλάχ, μιας και όταν τον ανακοίνωσε η Λίβερπουλ, το περασμένο καλοκαίρι, μου είχε έρθει στο μυαλό εκείνος ο στίχος του Νίκου Καββαδία απ’ το ποίημα του «7 Νάνοι» μιας και δεν πίστευα, με τίποτα, στα όργια που βλέπουμε από δαύτον απ’ την αρχή της σεζόν. Εκείνο το «Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει» τρεμόπαιζε στα χείλη μου ειρωνικά, μιας και το παρελθόν του Αιγύπτιου με χαμένα τετ α τετ, συν η πώληση του Κουτίνιο, που είχα προβλέψει απ’ το ίδιο διάστημα (και ήρθε μερικούς μήνες αργότερα), με τρόμαζαν για το ποιος θα έπαιρνε το βάρος στην επίθεση της ομάδας και φυσικά ποιος θα σκόραρε κατά ριπάς, ασχέτως αν θεωρούσα πάντα τον Σαλάχ εξαιρετικό ποδοσφαιριστή, δεν έβλεπα στο πρόσωπό του τον «φονιά» της τρέχουσας σεζόν. O Σαλάχ και φυσικά ο Κλοπ (μιας και σίγουρα έχει πέσει πολύ σκληρή δουλειά στα τελειώματα του Αιγύπτιου) αξίζουν ένα δυνατό και παρατεταμένο χειροκρότημα από όλους. Πολύ σημαντικό επίσης για τους «κόκκινους», το γεγονός πως ο Φαν Ντάικ δείχνει να έχει δώσει στην ομάδα αρκετά καλή αμυντική λειτουργία, κάτι που εννοείται το περιμέναμε και είναι κάτι που θα παίξει τεράστιο ρόλο στα προημιτελικά της διοργάνωσης αλλά και στη μάχη της τετράδας στην Αγγλία. Μια μάχη που αναμένεται να κορυφωθεί τους επόμενους δύο μήνες. Ο Σαλάχ συνεχίζει να μας «κουφαίνει» και μακάρι να συνεχίσει έτσι και ακόμα καλύτερα.

Παριζιάνικα νιαουρίσματα

Αγίου Βαλεντίνου και αρκετοί δεν βγήκαν με τα αμόρε τους για να απολαύσουν ποδόσφαιρο (και να δεχθούν παντόφλες και γκρίνια) με την Παρί Σεν Ζερμέν να μην σέβεται καθόλου αυτό το γεγονός. Η Γαλλική ομάδα μάλιστα μας πλήγωσε τόσο πολύ όσο η ατάκα «Θέλω να μείνω μόνη να σκεφτώ» μια μέρα πριν κλείσει κάποιος ένα χρόνο σχέσης. Η Ρεάλ δεν βρίσκεται στα καλύτερά της και παραμένει τόσο πληγωμένη όσο όμως και ικανή για το καλύτερο. Το γνωρίζαμε και το περιμέναμε αυτό. Όσοι περίμεναν να δουν την Παρί να κάνει πάρτυ στο Μπερναμπέου ήταν βαθιά νυχτωμένοι και αυτό το υπογράφω και με τα δύο χέρια. Προσωπικά περίμενα αυτό που είδαμε όλοι απ’τον Ραμπιό (τα γράψαμε κιόλας αυτά εδώ στο Σομπρέρο) αλλά περίμενα να ακούσω επίσης και κραυγές μάχης -και όχι νιαουρίσματα- από χρυσοπληρωμένους σούπερ σταρ της ομάδας όπως ο Νεϊμάρ και ο Εμ Μπαπέ.

Ο Βραζιλιάνος ήταν υπερβολικά φλύαρος και αρκετά λίγος (δεν είμαι καθόλου σκληρός μαζί του) και ο Γάλλος τόσο ακίνδυνος όσο ο Γκρίζοσκώληκας όταν βρέθηκε για πρώτη φορά στο κρεββάτι με την Μισάντρεϊ στο Game Of Thrones. Το κοουτσάρισμα του Έμερι ήταν επίσης βγαλμένο απ’ το μπλοκάκι του Μπάμπη του Τεννέ και φυσικά αυτό που κρατάμε (πλην του γκολ του Ραμπιό) είναι το 100% αργεντίνικο μαρκάρισμα του Λο Σέλσο στον Ίσκο (αν θυμάμαι καλά) στο 20λεπτο της αναμέτρησης. Απ’ αυτά τα ωραία μαρκαρίσματα που γουστάρει ο Elaith και κάθεται και γράφει ολόκληρα κείμενα γι’ αυτά. Το τελικό 3-1 δίνει τεράστιο προβάδισμα στους Μαδριλένους, πληγώνοντας πολύ τον Ramon Llull και την στήλη του «Καταλανικά Νέα» στο μπλογκ μας, αλλά δεν ξεγράφει τους Παριζιάνους απ’ την υπόθεση-πρόκριση αν θέλετε και την δική μου -ταπεινή πάντα- γνώμη.

Και επειδή πολλά κειμενάκια (όχι όλα) τα γράφω με τη συνοδεία μουσικής, αξίζει να αναφέρω και την κάθε συντροφιά μιας και έπαιξε τον ρόλο της. Καλή παρέα στο συγκεκριμένο ήταν οι Nightstalker.

«Μπορείς να χάσεις, αλλά όχι χωρίς να τα έχεις δώσει όλα»

  [3 Σχόλια]

Αν δείξεις σε κάποιον άσχετο με το ποδόσφαιρο μια φωτογραφία του Ντιέγκο Λουγκάνο δύσκολα θα φανταστεί το επάγγελμά του. Αρκετά ευγενική φυσιογνωμία,  σχεδόν «ιντελεκτουέλ», με το μαλλάκι του ανέμελο. Δεν έχει αυτή τη φάτσα του βαρυποινίτη όπως π.χ. ο συμπατριώτης του Αρέβαλο Ρίος ή οι αντίστοιχοι Χιλιανοί με τα τατουάζ και τα κουρέματα. Αν είσαι ο επιθετικός και δεν τον ξέρεις μπορεί και να πεις «μα τι φλώρος είναι αυτός που με μαρκάρει». Όλα αυτά μέχρι να σφυρίξει ο διαιτητής τη σέντρα. Και αυτός ο συμπαθής ξανθούλης να μεταμορφωθεί σε ένα αμυντικό τέρας. Σε έναν παίκτη που θα κάνει τα πάντα για τη νίκη. Θα κλωτσήσει, θα χτυπήσει, θα ματώσει, θα συρθεί κάτω, θα κάνει το φάουλ, το πέναλτι, θα δει την κίτρινη και την κόκκινη. Κατ’ αρχήν ας βάλουμε τα πράγματα στη σειρά τους. Αν δηλώνεις ότι ποδοσφαιρικό σου ίνδαλμα είναι ο Πάολο Μοντέρο, πρέπει αυτό και μόνο να προϊδεάζει τον αντίπαλο. Και στο κάτω κάτω, ο Λουγκάνο είναι ο άνθρωπος που έχει φορέσει τις περισσότερες φορές από κάθε άλλον το περιβραχιόνιο της σελέστε. Λέτε να γινόταν κάποιος αρχηγός της Ουρουγουάης επειδή είναι προσηνής και καλούλης; Ας είμαστε σοβαροί.

Τα compilations με τον Λουγκάνο είναι πολλά στο Ίντερνετ, αλλά δύσκολα θα βρεις κάποιο με την τεχνική του ή με στιγμές μαγείας. Άντε να βρεις τα γκολ του. Τα περισσότερα είναι γεμάτα τάκλιν σαν να μην υπάρχει αύριο, όπου μπάλα και αντίπαλος γίνονται ένα και ονομάζονται απλά «ο στόχος». Ότι πιάσουμε. Βέβαια για κάποιους κι αυτά στιγμές μαγείας είναι. Και φυσικά όταν σηκωθούμε (ή ακόμα και πριν από αυτό, όπως βλέπουμε στην παρακάτω φωτογραφία) η κλασσική κίνηση. Σαν τον Κολοκοτρώνη με το χέρι να δείχνει την μπάλα, λες και θα πείσει κανέναν. Κι αν η μπάλα δεν είναι κάπου εκεί κοντά και έχει εκσφενδονιστεί, τότε άλλη κίνηση με τα χέρια να δείχνουν κάτι στρογγυλό. Πιο ειλικρινές θα ήταν να σήμαινε «ΟΚ, δεν του έκοψα και το κεφάλι», παρά το «βρήκα μπάλα» που θέλει να μας πείσει.

Ο Ντιέγκο Λουγκάνο δεν φοβάται να τσαλακώσει την εικόνα του, να ανοίξει κόντρες. Όπως για παράδειγμα με το καλόπαιδο Πάολο Γκερέρο. Μια κόντρα με ιστορία δέκα και πλέον ετών. Από τη πρώτη φορά που η μοίρα τους έφερε αντιπάλους σε ένα Κόπα Αμέρικα, το 2007 στο Ουρουγουάη-Περού. Το μισό ματς πρέπει να πέρασε με έναν από τους δύο να βρίσκεται κάτω (συχνότερα τον Γκερέρο), με κλωτσιές, αγκωνιές, σπρωξιές και ότι άλλο μπορούσε να συμβεί. Το Περού κέρδισε με 3-0 πάντως και ο Γκερέρο σκόραρε το τελευταίο γκολ στο 88′. Ήταν η αρχή μιας έχθρας ετών.

Το βίντεο έχει τίτλο Round 1 και 2, αλλά στην πραγματικότητα το μέτρημα έχει χαθεί

Ένα χρόνο αργότερα οι δυο παίκτες βρέθηκαν αντιμέτωποι στο Μοντεβιδέο, ο Λουγκάνο πρόλαβε και εκνεύρισε τον Γκερέρο, αυτός ήταν έξαλλος και έβρισε το διαιτητή, είδε την κόκκινη μόλις στο 39′ και άφησε το Περού με 10 παίκτες να φάει έξι ολόκληρα γκολ. Το 2011 ο Λουγκάνο έριξε μια μεγαλοπρεπέστατη αγκωνιά στον δόλιο τον Γκερέρο για την οποία πήρε μόλις κίτρινη (κανονικά έπρεπε να ήταν κόκκινη και αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων) και ο Γκερέρο βγήκε στα κανάλια να διαμαρτυρηθεί δείχνοντας το χτυπημένο στόμα του, ενώ παρ’ ότι τα χρόνια πέρασαν και για τους δύο η τελευταία δυνατή τους κόντρα ήταν το 2016 σε ένα Σάο Πάολο-Φλαμένγκο, όταν και ο Λουγκάνο σε μια φάση άνευ νοήματος έριξε μια γεμάτη αγκωνιά. Χωρίς ίχνος ντροπής μετά από εκείνο το ματς αποκάλεσε κλαψιάρη τον Γκερέρο και ότι εδώ και 10 χρόνια μόνο γκρινιάζει και πρέπει κάποια στιγμή να το ξεπεράσει. Μάλιστα σε ερώτηση για το τι έλεγαν μεταξύ τους είπε: «Εγώ απλά του είπα ότι αν θέλει να το συζητήσουμε, μπορεί να έρθει από το σπίτι του Κριστιάν Κουέβα (Περουβιανός συμπαίκτης του Λουγκάνο στη Σάο Πάολο) που θα είμαι το βράδυ. Εκείνος είπε όχι γιατί φοβήθηκε ότι θα τον χτυπούσα».

Ήταν την ίδια χρονιά που οι οπαδοί της ομάδας του έκαναν ντου στο προπονητικό κέντρο του συλλόγου για να διαμαρτυρηθούν για τις εμφανίσεις των παικτών. Μιλάμε τώρα για Λατινική Αμερική και οργανωμένους, όχι για διαμαρτυρία συνταξιούχων του ΙΚΑ. Ο Λουγκάνο σαν να μη συμβαίνει τίποτα, εμφανίστηκε ημίγυμνος για να απαντήσει στις απορίες των φανατικών. Το ντου κατέληξε σε αγκαλιές των οπαδών με τον Ουρουγουανό, με τον οποίον έβγαζαν selfies. Και αν αναρωτιέστε από πού να πήρε άραγε ο Ντιέγκο, η απάντηση είναι απλή. Από τον πατέρα του Αλφρέδο Λουγκάνο που κι αυτός ήταν κεντρικός αμυντικός, «ένας σκληρός άνθρωπος» όπως λέει ο Ντιέγκο.

Προσοχή. Σκληρές ποδοσφαιρικές εικόνες.

Το Νοέμβριο του 2005 η Ουρουγουάη αποκλείστηκε από την Αυστραλία στα πέναλτι και δεν πήρε την πρόκριση για το Μουντιάλ. Ο Λουγκάνο σκασμένος (στα ξεκινήματά του στην εθνική) γύρισε μετά από ένα κουραστικό ταξίδι στην πατρίδα του νωρίς το πρωί. Στο αεροδρόμιο τον περίμενε ο πατέρας του. Κανονικά ο μπαμπάς είναι εκεί για να σε παρηγορήσει, να σε πάρει αγκαλιά, να σου πει ένα «δεν πειράζει αγόρι μου». Ο κυρ-Αλφρέδο υποδέχεται τον γιο του με κατεβασμένα μούτρα λέγοντάς του «Πριν φύγουμε για Κανελόνες [σ.Σ. η μικρή πόλη καταγωγής του] θα σε πάω μια βόλτα από το Μοντεβιδέο για να δείτε τι κάνατε στον κόσμο». Ο Ντιέγκο Λουγκάνο λοιπόν υποχρεώθηκε να γυρίζει όλο το πρωί μέσα στην πόλη για να διαπιστώσει με τα μάτια του το… κακό και τη θλίψη που αυτός κι οι συμπαίκτες του έφεραν σε ολόκληρη χώρα. Ήταν η τιμωρία του.

«Δεν υπήρχε παιδάκι που να μην πήγαινε στο σχολείο με σκυμμένο το κεφάλι, ούτε ένας υπάλληλος που να μην κοιτούσε το πάτωμα, στα λεωφορεία δεν ακουγόταν τίποτα. Μια απόλυτη ησυχία, σαν να ήταν όλη η χώρα σε κηδεία»

Όλη η παλιοπαρέα ακούει με προσοχή τον αρχηγό πριν το ματς με το Μεξικό

Εκτός από τον πατέρα του πολλά έμαθε και από το ίνδαλμά του Πάολο Μοντέρο που διαδέχτηκε άλλωστε στην αρχηγία της εθνικής. Από τα αγαπημένα παιδιά του Όσκαρ Τάμπαρες, ο Λουγκάνο δεν φοβήθηκε να κοντραριστεί ούτε με την Ομοσπονδία, ούτε και με συμπαίκτες του μετά από ήττες. Πέντε χρόνια αργότερα, στα γήπεδα της Ν. Αφρικής η Ουρουγουάη έφτανε στην 4η θέση. Οι 800 χιλιάδες από το 1,5 εκατομμύριο κατοίκων του Μοντεβιδέο βρίσκονταν στους δρόμους και έκλαιγαν από χαρά. Η κατανάλωση φαγητού αυξήθηκε, ενώ και οι γεννήσεις σε εννιά μήνες έσπασαν κάθε ρεκόρ. Η Ουρουγουάη ζει για την μπάλα.

Είναι υποχρεωτικό να είσαι χασάπης για να φοράς το «2» στην Ουρουγουάη; (σ.Σ. στη Λ. Αμερική το 2 είναι σέντερ μπακ)
– Όχι, όχι. Κάποτε ήταν έτσι. Εμείς είμαστε αγγελούδια σε σύγκριση. Για μένα είναι υποχρεωτικό να πάω στην επαφή γιατί χάνω στην ταχύτητα. Η προσωπικότητα του Ουρουγουανού αμυντικού δεν είναι τα χτυπήματα. Είναι να δίνει τα πάντα στο χορτάρι, να είναι πιστός στον κόσμο και τους συμπαίκτες του.
(Από συνέντευξη)

Ο Λουγκάνο έπαιξε σε αρκετές ομάδες και αγαπήθηκε σχεδόν σε όλες με ελάχιστες εξαιρέσεις. Αλλά στην Τουρκία (με τη Φενέρ) και στη Βραζιλία (στη Σάο Πάουλο) λατρεύτηκε. Στην Πόλη, οι οπαδοί της Φενέρ τον σήκωσαν στα χέρια στο αεροδρόμιο για να τον αποχαιρετίσουν όταν πήρε μεταγραφή για τη ΠΣΖ. Κέρδισε εθνικά πρωταθλήματα, διεθνείς διασυλλογικούς τίτλους, αλλά αυτό που πάνω από όλα τον έκανε γνωστό και αγαπημένο στον κόσμο ήταν η εθνική Ουρουγουάης. Εκεί που εκτός από την 4η θέση στο Μουντιάλ του 2010, ένα χρόνο αργότερα κέρδισε το Κόπα Αμέρικα του 2011.

Αφίξεις αεροδρομίου έχουμε δει. Κόσμο να αποθεώνει παίκτη που φεύγει σπάνια.

Σχεδόν στα 38 του πλέον, ο Ντιέγκο Λουγκάνο αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του και πολλά καλάμια και κεφάλια αντιπάλων θα ηρεμήσουν. Η Σάο Πάολο του έκανε πρόταση να πάρει ένα πόστο στον σύλλογο και ο Ουρουγουανός δέχτηκε. Στο τελευταίο του παιχνίδι αποθεώθηκε. Αρχηγός και εκεί, έχοντας πάρει το περιβραχιόνιο από τον τεράστιο Σένι. Ο ίδιος, ταπεινός έξω από το γήπεδο και αρκετά ήρεμος, δεν θέλει να γίνει αγώνας προς τιμή του, καθώς δεν θεωρεί ότι δικαιούται ίδια τιμή με τον Σένι. Η είδηση της αποχώρησής του έφερε μηνύματα αγάπης από παίκτες όπως ο Σουάρες ή ο Γκοντίν. Ο Λουγκάνο ήταν η ψυχή της Ουρουγουάης, μιας χώρα που μπορεί να βγάζει τεράστια φορ και χαφ, αλλά στο DNA της έχει πάντα το σκληρό παιχνίδι, την αυτοθυσία και αρκετές φορές τα δολοφονικά χτυπήματα. Ο αρχηγός τα είχε όλα αυτά και ήταν και μια μεγάλη προσωπικότητα. Κι ο τίτλος του κειμένου, μια φράση του προς τους συμπαίκτες του πριν το Ουρουγουάη-Αγγλία του 2014, τα λέει όλα. Το όνομά του θα περάσει στο πάνθεον της σελέστε, είτε μας αρέσει σαν παίκτης, είτε όχι.

Όταν ο Καντονά κλώτσησε τον ρατσισμό

  [7 Σχόλια]

Ο Ερίκ Καντονά δεν είναι ακόμα μία συνηθισμένη περίπτωση κάποιου, που υπήρξε κάποτε, ένας κορυφαίος ποδοσφαιριστής, και προσωπικά τον λατρεύω γι’ αυτό. Κι ας αγωνίστηκε -με τεράστια επιτυχία- στην ομάδα που  ήταν, είναι και θα είναι, ο μεγαλύτερος αντίπαλος της ομάδας που εγώ υποστηρίζω. Η αρχοντική του κορμοστασιά δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Ο σηκωμένος του γιακάς δεν μπορούσε να σε αφήσει ασυγκίνητο. Η μοναδική του τεχνική, ώρες-ώρες, σε έκανε να παραμιλάς. Το ψυχρό του βλέμμα, ικανό να τρομάξει αντιπάλους, συμπαίκτες ακόμα και θεατές στην εξέδρα. Πάνω απ’ όλα όμως, το γεγονός πως έπαιρνε, και συνεχίζει να παίρνει, θέση για καθετί σημαντικό -εντός και εκτός ποδοσφαίρου- τον κατατάσσουν πολύ ψηλά στις συνειδήσεις όλων όσων δεν ασχολούνται επιφανειακά με το ποδόσφαιρο, αλλά ψάχνουν σε αυτό και άλλα βαθύτερα νοήματα, αντιμετωπίζοντάς το ως αυτό που είναι πραγματικά: Ένα πανέμορφο παιχνίδι που συνάμα είναι και ένα σπουδαίο κοινωνικό φαινόμενο. Με ό,τι φυσικά αυτό, περικλείει ως κάτι τέτοιο.

Στις αρχές των 90s -και αφού έχουν προηγηθεί τα γεγονότα του Χέιζελ και του Χίλσμπορο- το αγγλικό ποδόσφαιρο προσπάθησε να αλλάξει με ταχείς ρυθμούς, προς το καλύτερο, και τα κατάφερε. Έτσι τουλάχιστον θέλουμε όλοι να πιστεύουμε. Οι θέσεις ορθίων άρχισαν να εξαφανίζονται, βυθίζοντας στη θλίψη αρκετούς φιλάθλους που είχαν μάθει εντελώς διαφορετικά. Τα γήπεδα έγιναν πολύ πιο καθαρά και σύγχρονα, δίνοντας πολλές ανέσεις σε αυτούς που αγοράζουν ένα -ακριβό- εισιτήριο, και φυσικά ο κύριος όγκος των χούλιγκανς σταμάτησε να πηγαίνει οργανωμένα στο γήπεδο. Αυτό φυσικά δεν αναιρούσε το γεγονός πως, εκτός γηπέδου, τα «ραντεβού» έδιναν και έπαιρναν. Κάτι που συνεχίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Αυτό -όπως είναι λογικό- δεν ενοχλούσε καθόλου την FA, αφού το τηλεοπτικό της «προϊόν» γίνονταν μέρα με τη μέρα ολοένα και πιο ελκυστικό. Ολοένα και πιο ακριβό. Ολοένα και πιο λαμπερό.

Την ίδια περίοδο έφτασε στο Νησί και ο Καντονά, με τη φήμη που τον ακολουθούσε να είναι επιεικώς απαράδεκτη, λόγω του εκρηκτικού του χαρακτήρα. Ενός χαρακτήρα που τον έβαζε αρκετά συχνά σε μπελάδες. Ο Γάλλος είχε ξυλοφορτώσει τον συμπαίκτη του, Μπρούνο Μαρτίνι, όταν είχε αγωνιστεί δανεικός στην Μαρτιγκές απ’ την Οσέρ. Είχε χτυπήσει διαιτητή, πετώντας του την μπάλα, με αρκετά υποτιμητικό και βίαιο τρόπο. Είχε τιμωρηθεί με τρίμηνο αποκλεισμό για ένα δολοφονικό μαρκάρισμα στον Μισέλ Ντε Ζακαριάν της Ναντ. Είχε χτυπήσει με παπούτσι στο κεφάλι τον συμπαίκτη του, Ζαν Κλωντ Λεμούλ, όταν έπαιζε στην Μονπελιέ και φυσικά είχε προλάβει να αποκλειστεί -για ένα πολύ μικρό διάστημα- και απ’ την εθνική, μιας και είχε έρθει σε ολική ρήξη με τον τότε προπονητή, Ανρί Μισέλ. Ο χαρακτηρισμός μάλιστα «σκατοσακούλα» που είχε ξεστομίσει στον γαλλικό Τύπο για τον Μισέλ, ακολουθούσε τον εκλέκτορα των Τρικολόρ για πάρα πολλά χρόνια.

Επίσης είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. Να τσακωθεί δηλαδή ακόμα και σε αγώνα φιλανθρωπικού χαρακτήρα σε μια κίνηση που είναι υπερβολικά δύσκολο να περιγραφτεί με λόγια. Τουλάχιστον από εμένα. Αυτά φυσικά είναι μόνο λίγα από όλα όσα είχε καταφέρει τα χρόνια που έπαιζε στα γήπεδα της Γαλλίας. Γι’ αυτούς τους λόγους, και ακόμα περισσότερους, δεν τον είχε φέρει και ο Σούνες στην Λίβερπουλ, την περίοδο που ο Μισέλ Πλατινί τον παρακαλούσε, μήπως και σώσει την καριέρα του σπουδαίου Γάλλου επιθετικού. Μια καριέρα που έδειχνε να έχει πάρει την κάτω βόλτα. Αυτό, τελικά, έγινε στη Λιντς με τον Καντονά να φτιάχνει και πάλι το όνομά του, αφού είχε προηγηθεί η απόρριψή του απ’ την Σέφιλντ Γουένσντεϊ. Ναι, συνέβη και αυτό στον σπουδαίο Ερίκ Καντονά.

Εκτός των εξωπραγματικών του εμφανίσεων στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και των τίτλων που κέρδισε, ο Καντονά θα μνημονεύεται πάντα, για εκείνο το κουνγκ-φου χτύπημα στον Μάθιου Σίμονς. Τον φίλαθλο της Κρίσταλ Πάλας, τον Δεκέμβριο του 1995, στο Νότιο Λονδίνο και συγκεκριμένα στο Σέλχαρστ Παρκ. Αφού είχε μόλις δεχθεί την κόκκινη κάρτα για ένα σκληρό μαρκάρισμα στον Ρίτσαντ Σο, αμυντικό της Πάλας, κι αφού κατευθυνόταν στα αποδυτήρια, ο Καντονά κινήθηκε μαινόμενος προς την κερκίδα, με τα υπόλοιπα να είναι πλέον γνωστά. Η FA τιμώρησε τον Καντονά με αποκλεισμό 8 μηνών από το ποδόσφαιρο και 120 ώρες κοινωνική εργασία καθώς παράλληλα πλήρωσε ποινή φυλάκισης δύο εβδομάδων, συν ακόμα ένα τεράστιο χρηματικό πρόστιμο.

Ο Γάλλος μάλιστα την ίδια περίοδο αποσύρθηκε και απ’ την εθνική Γαλλίας καθώς έβλεπε -ανήμπορος να βοηθήσει- την Γιουνάιτεντ να χάνει στο τέλος της σεζόν το πρωτάθλημα απ’ την Μπλάκμπερν. Ο βρετανικός Τύπος εννοείται πως είχε φερθεί πολύ σκληρά στον Γάλλο σταρ και πως, ηθελημένα, δεν είχε ψάξει το γεγονός όπως κανονικά θα έπρεπε. Εις βάθος. Αντ’ αυτού η στοχοποίηση του ποδοσφαιριστή, που είχε όντως πολύ κακή φήμη, στο «υγιές» πλέον αγγλικό ποδόσφαιρο έγινε ο βασικός στόχος. Η δήλωση του Καντονά έξω απ’ το δικαστήριο πως «Όταν οι γλάροι ακολουθούν την τράτα, είναι γιατί νομίζουν πως θα πεταχτούν σαρδέλες στη θάλασσα» μπορεί να είχε φανεί τότε αστεία και δίχως νόημα, αλλά ήταν τελικά το ακριβώς αντίθετο, κρύβοντας μάλιστα -ουσιαστικά- όλη την αλήθεια αυτής της ιστορίας και την υποκριτική στάση των ΜΜΕ. Μιας ιστορίας που είχαν κρύψει αρκετά καλά για να προστατεύσουν το ακριβό ποδοσφαιρικό προϊόν που άρχιζε να κατακτά ολόκληρο τον πλανήτη. Παρακάτω θα καταλάβετε τον λόγο.

Ο Σίμονς, το «θύμα» δηλαδή, είναι γέννημα-θρέμμα του Θόρντον Χιλ, ακριβώς δίπλα στην έδρα της Κρίσταλ Πάλας και αν και δηλώνει περισσότερο φίλος της Φούλαμ, πήγαινε αρκετά συχνά και στα παιχνίδια των «αετών», στο Σέλχαρστ Παρκ. Αυτή η σχέση ξεκίνησε απ’ όταν η μητέρα του δούλευε για -πολλά χρόνια- στο μπαρ του γηπέδου. Μάλιστα, στα παιδικά του χρόνια, ο Σίμονς είχε υπάρξει και ball boy της ομάδας. Μέχρι εδώ όλα καλά. Αυτό που ποτέ δεν βγήκε στην επιφάνεια εκείνα τα χρόνια ήταν το κοινωνικό προφίλ του διάσημου «θύματος» και το γεγονός πως εκείνη την περίοδο ήταν μέλος του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος και πως συμμετείχε ακόμα σε πορείες και συλλαλητήρια δίπλα σε ένα σωρό ακροδεξιά στοιχεία.

Επίσης στα 17 του, λίγα χρόνια δηλαδή πριν την κλωτσιά του Καντονά, ο Μάθιου Σίμονς είχε καταδικαστεί για απόπειρα ληστείας σε βενζινάδικο του οποίου ο βασικός υπάλληλος ήταν απ’ τη Σρι Λανκα. Επίσης κανένας δεν είχε ασχοληθεί με το γεγονός πως ενώ η θέση του, εκείνη τη μέρα, ήταν 11 σκαλοπάτια ψηλότερα, αυτός είχε βρεθεί δίπλα στις διαφημιστικές πινακίδες απλά και μόνο για να βρίσει τον Καντονά χυδαία για την καταγωγή του και να τον προτρέψει να γυρίσει στην «Γαμ…ένη τη χώρα σου, γαμ…νε Γάλλε». Το γεγονός πως ο Σίμονς πριν μερικά χρόνια καταδικάστηκε επίσης, για επίθεση στον προπονητή της ομάδας που αγωνίζεται ο ανήλικος γιος του (το εν λόγω συμβάν έγινε περίπου το 2011), δίνει στον Καντονά ακόμα ένα ελαφρυντικό  για εκείνο το γεγονός και εκείνη την βίαιη αντίδρασή του. Ένα γεγονός που ο ίδιος δεν έχει ξεχάσει ακόμα και σήμερα. Και φυσικά -ορθώς- δεν έχει συγχωρήσει τον Σίμονς γι’ αυτό.

Το πόρισμα των χαρτογιακάδων είχε βγει: «Οι εξέδρες είχαν καθαρίσει από ταραχοποιά στοιχεία και το προϊόν μπορούσε πλέον να καταναλωθεί από όλους με συμπεριφορές σαν αυτή του Καντονά να δυσφημούν την Πρέμιερ Λιγκ». Είναι τόσο τραγικό όσο ακούγεται. Το εύκολο θύμα σε όλο αυτό, κάποιος που προκαλείται για να γίνει θύτης μιας και το προβληματικό του παρελθόν, μπορούσε εύκολα να τον στοχοποιήσει. Κάποιος που εκτός του σπάνιου ποδοσφαιρικού του ταλέντου είχε κοινωνική και πολιτική συνείδηση και φυσικά κάποιος που -ασχέτως- αν ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και ίνδαλμα της Ποπ Κουλτούρας της εποχής, δεν μπορούσε να το «βουλώσει» μπροστά στην αδικία, τη βία και τον κάθε μορφής ρατσισμό. Αυτόν το ρατσισμό που υπήρχε πολύ βαθιά ριζωμένος εκείνη την περίοδο στις κερκίδες και που η FA ήθελε να κρύψει για να μην πληγώσει το προϊόν της. Εδώ έρχεται επίσης ακόμα ένα μεγάλο αναπάντητο τόσα χρόνια τώρα -αθλητικό- ερώτημα. Με ποιο δικαίωμα ο οπαδός μπορεί να βρίζει τον αθλητή και γιατί αν αυτός αντιδράσει θα πρέπει να τιμωρείται; Ποιο μέτρο τιμωρεί (και πως) την σωματική βία αλλά αφήνει ατιμώρητη την λεκτική, κυρίως, προς τους αθλητές; Γιατί κάποιοι αποφάσισαν τόσο εύκολα πως εκείνο το απόγευμα στο Σέλχαρστ Παρκ ο Καντονά ήταν ο θύτης και όχι το θύμα;

Το ποδόσφαιρο είχε όντως αλλάξει, ιδίως το αγγλικό, και είχε αρχίσει να γίνεται ακριβώς αυτό που είναι στις μέρες μας. Ένα προϊόν που μπορεί να καταναλωθεί από όλους και πρέπει να καταναλώνεται από όλους. Ένα προϊόν που όλα μέσα σε αυτό πρέπει να δείχνουν όμορφα και αγγελικά πλασμένα για να μπορεί να «πουλάει». Ο σκληρός και αληθινός Ερίκ δεν ξέρω πόσο θα μπορούσε να βρει χώρο σε αυτό το ποδόσφαιρο και γι’ αυτό λογικά έβαλε και τέλος στην καριέρα του, δύο χρόνια αργότερα στα 31 του χρόνια, αφού δε τον γέμιζε και δεν μπορούσε να πορευτεί σε αυτό ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής όπως τους ήθελε και συνεχίζει να τους θέλει το σύστημα. Χωρίς πάθη. Χωρίς πολιτική/κοινωνική συνείδηση (εκτός και αν πιέζουν οι χορηγοί), και το σημαντικότερο, χωρίς αντίδραση στην δράση. Αυτό το τελευταίο δεν θα μπορούσε να το δεχθεί κάποιος με την φιλοσοφία του σπουδαίου Γάλλου αρτίστα.

Αν υπήρξε ένα θύμα εκείνη την μέρα στο Σέλχαστ Παρκ, αυτό  δεν ήταν σίγουρα ο Σίμονς. Ίσως μεγαλύτερο θύμα κι απ’ τον Καντονά να ήταν το ίδιο το ποδόσφαιρο. Ένα ποδόσφαιρο που πέθαινε σιγά-σιγά με την παλιά του μορφή, δίνοντας την θέση του σε ένα άλλο ποδόσφαιρο, γεμάτο νέα συναισθήματα, με πολλές -και άνετες- θέσεις στην εξέδρα και νέες θέσεις πίσω από πολλά γραφεία για ανθρώπους που δεν το γνωρίζουν και δεν το αγαπούν, βλέποντας σε αυτό μόνο αριθμούς σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Απ’ την άλλη, η πορεία του Καντονά, μετά το ποδόσφαιρο, έδειξε σε όλους ποιος πραγματικά ήταν (και είναι) ο Κινγκ Eρίκ κάτι που εμένα προσωπικά με γεμίζει χαρά. Μεγάλη χαρά. Σαν αυτή που πήρα την πρώτη φορά που είδα την κουνγκ-φου κλωτσιά του αποτυπωμένη στο εξώφυλλο του σιγκλ των Ash. Εννοείται, για το κομμάτι Kung-Fu.

Χαρά και συγκίνηση όπως τότε που τον είδα να γεμίζει με την παρουσία του την Μεγάλη Οθόνη στο εξαιρετικό «Looking For Eric» του Κεν Λόατς. Απίστευτη χαρά σαν αυτή που εισπράττω όταν διαβάζω τις δηλώσεις του και βλέπω την στάση του για ένα σωρό δύσκολα κοινωνικά θέματα των περίεργων ημερών μας. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πάντα αν έριχναν κι άλλοι διάσημοι ποδοσφαιριστές -και αθλητές- τέτοιες κλωτσιές σε όλους αυτούς που πραγματικά τις αξίζουν; Τότε -και μόνο τότε- ίσως να ήταν το ποδόσφαιρο, η κοινωνία, ακόμα και το ίδιο το «Σύστημα» κάπως καλύτερα. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός είναι απ’ τα σημαντικότερα δευτερεύοντα πράγματα στην ζωή, κάτι που ο Ερίκ Καντονά το είχε καταλάβει αρκετά νωρίς και μάλιστα πολύ καλά, αρνούμενος να μένει σιωπηλός μπροστά σε όλα τα άσχημα και τα περίεργα που συναντούσε.

To κείμενο γράφτηκε έχοντας ως μουσική παρέα το soundtrack της τανίας La Haine.

Σομπρεροδιαγωνισμός Νο2: Εμείς γιορτάζουμε (ξανά), εσείς ντύνεστε (ξανά)

  [519 Σχόλια]

Μπορεί οι περισσότεροι από εσάς να ανακαλύψατε το Σομπρέρο χάρη στα social media, η ραχοκοκαλιά όμως όλης αυτής της προσπάθειας ήταν και παραμένει το μέρος στο οποίο ανεβαίνουν τα κείμενα μας, κοινώς το σάιτ στο οποίο βρίσκετε τώρα. Η μόδα των blogs μπορεί να έχει ξεφτίσει εδώ και αρκετό καιρό και αυτή η σελίδα να μοιάζει πλέον λίγο ξεπερασμένη αλλά εμείς, ως γνωστοί λάτρεις της παράδοσης, ελπίζουμε ότι θα συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει για πολλά χρόνια ακόμα.

Πριν λίγες μέρες ο μετρητής των επισκέψεων ξεπέρασε τον αριθμό 5.000.000 (ναι, ναι, 5 εκατομμύρια!) και αυτό θεωρήσαμε πως είναι μια καλή αφορμή για να το γιορτάσουμε κι επειδή γιορτή χωρίς δώρα δεν είναι γιορτή, βρήκαμε το πλέον κατάλληλο για την περίσταση: Ρετρό ποδοσφαιρικές φανέλες, προερχόμενες από μια άλλη λίγο πιο ρομαντική εποχή, τότε που τα σχέδια ήταν πιο απλά, οι διαφημίσεις πιο λίγες και η σύνδεση με τους παίκτες που τις φορούσαν πιο δυνατή. Δεν ξέρουμε αν τα παλιότερα σχέδια είναι πιο ωραία από τα σημερινά αλλά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πολλές από αυτές τις ρετρό φανέλες, με τις οποίες μεγαλώσαμε οι περισσότεροι, έχουν πάρει αναπόφευκτα μια θέση στην καρδιά μας. Είναι γνωστό άλλωστε ότι πάντα το παρελθόν το κοιτάζουμε με νοσταλγία και όλα μας φαίνονται καλύτερα. Από τους παίκτες μέχρι τις φανέλες.

Έτσι λοιπόν, για να γιορτάσουμε αυτό το μικρό κατόρθωμα της σελίδας, το εξαιρετικό e-shop SportArena μας δίνει τη δυνατότητα να χαρίσουμε δυο από τις ρετρό φανέλες που έχει στην πλούσια συλλογή του, σε δυο τυχερούς αναγνώστες μας. Υπάρχουν 3 τρόποι για να μπείτε στη διαδικασία της κλήρωσης, που θα γίνει την Πέμπτη 8 Φλεβάρη. Διαλέγετε όποιον προτιμάτε:

  1. Σχολιάζετε κάτω απ’ αυτό το κείμενο γράφοντας το ονοματεπώνυμο σας και ποια από τις ρετρό φανέλες προτιμάτε (Εννοείται πως το e-mail που θα δώσετε θα πρέπει να είναι έγκυρο, για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί σας σε περίπτωση που κερδίσετε)
  2. Σχολιάζετε στη σελίδα μας στο facebook κάτω από το σχετικό ποστ, γράφοντας ποια από τις ρετρό φανέλες προτιμάτε.
  3. Σχολιάζετε στο λογαριασμό μας στο instagram (φυσικά και έχουμε και instagram, είπαμε είμαστε παραδοσιακοί, όχι άνθρωποι των σπηλαίων, να μας ακολουθήσετε βάζουμε ωραία πράγματα) κάτω από το σχετικό ποστ, γράφοντας ποια από τις ρετρό φανέλες προτιμάτε.

Οι νικητές θα ενημερωθούν το βράδυ της Πέμπτης είτε με e-mail, είτε με Pm.

Το αμάρτημα της ανταλλαγής φανέλας

  [Καθόλου σχόλια]

Σε μια χώρα που έχει τόσα «κλάσικο», τόσα ντέρμπι από γειτονιά σε γειτονιά, από πόλη σε πόλη, που κάνει μια αγωνιστική στο πρωτάθλημά της ώστε να παίζονται όλα τα ντέρμπι μαζί, είναι βέβαιο ότι ισχύουν διαφορετικοί κανόνες. Λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες (και μέσα στην «επαρχία» της πρωτεύουσας) βρίσκεται η Λα Πλάτα. Η Λα Πλάτα δεν θα μπορούσε να έχει μία ομάδα μόνο. Δεν θα είχε τότε «κλάσικο» και δεν είναι δυνατόν στην Αργεντινή να έχουμε πόλη χωρίς κλάσικο. Η αλήθεια είναι ότι το μεγάλο ματς της πόλης είναι κομματάκι άνισο, η Εστουδιάντες είναι πολύ μεγαλύτερη ομάδα σε μέγεθος, με διεθνείς τίτλους, αλλά αυτό δεν επηρεάζει τόσο τους οπαδούς της πιο ταπεινής Χιμνάσια.

Τα ματς των δύο χωρίζουν την πόλη και συμβαίνουν ένα σωρό φολκλορικά, καθώς για να εξασφαλιστεί η νίκη χρησιμοποιείται κάθε τρόπος. Την ημέρα των αγώνων δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για συμβιβασμούς, για φιλίες. Κι αυτό το έμαθε καλά ο Λουσιάνο Λεγκισαμόν, ο Αργεντινός μεσοεπιθετικός που έπαιζε το 2007 στη Χιμνάσια Λα Πλάτα. Εκείνη την 4η Νοεμβρίου η Χιμνάσια έχασε πέναλτι στο 23′ με τον Αντούχαρ να κάνει φοβερές αποκρούσεις, κι η Εστουδιάντες του προπονητή Τσόλο Σιμεόνε κέρδιζε (όπως συνήθως κάνει) την αντίπαλό της με 1-0 στο 45′. Ο κόσμος της Χιμνάσια ήταν έξαλλος με την τροπή του ματς.

Το ιστορικό «κλάσικο» της Λα Πλάτα το 2007

Για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, οι φιλοξενούμενοι οπαδοί είδαν στην ανάπαυλα τον Λεγκισαμόν να αλλάζει φανέλα με έναν αντίπαλο. Και όχι όποιον όποιον. Τον Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν. Πριν πείτε «μα καλά, παιχταράς ο Χουάν», σκεφτείτε ότι μιλάμε για ένα ίνδαλμα των αντιπάλων, τον αρχηγό και έναν από τους σημαντικότερους παίκτες και φυσικά φανατικό οπαδό της Εστουδιάντες. Οι οπαδοί της Χιμνάσια το πήραν κατάκαρδα, ένιωσαν να μπήγεται βαθιά η παγωμένη λεπίδα του μαχαιριού της προδοσίας (ΟΚ, το παράκανα ίσως λίγο). Τα συνθήματα άρχισαν να δονούν την ατμόσφαιρα: «Βγάλε το 8, τον π…ας γιο» (σε ελεύθερη μετάφραση) προς τον προπονητή Φαλσιόνι και «Λεγκισαμόν φύγε», συνοδευόμενα από καθόλου κόσμιες εκφράσεις για τη μητέρα του «Λέγκι».

26 λεπτά αργότερα το θέλημα των οπαδών έγινε πραγματικότητα, για αγωνιστικούς λόγους ή εξαιτίας τους δεν ξέρει κανείς. Πάντως όσοι αντικειμενικοί είδαν το ματς, έλεγαν ότι ο Λέγκι ήταν από τους καλύτερους της Χιμνάσια, κερδίζοντας μάλιστα μια αποβολή, οπότε αγωνιστικά δεν ήταν δικαιολογημένη η αλλαγή. Ακόμα πιο αστείο είναι ότι ήθελε να κτυπήσει το πέναλτι στο 23′, αλλά ο Ερέρα επέμεινε και το έχασε. Η μοίρα της Χιμνάσια πάντως δεν άλλαξε και το ματς έληξε τελικά με 1-0. Ο Λουσιάνο δεν έκανε δηλώσεις μετά τον αγώνα, αλλά τα πράγματα είχαν πάρει την τροπή τους. Το τηλέφωνο στο σπίτι του δεν σταμάτησε να χτυπάει με τα πιο light να είναι οι βρισιές και τα πιο βαριά απειλές. Οπαδοί της ομάδας εμφανίστηκαν στην προπόνηση βρίζοντάς τον. Κάπου εδώ θα πει κανείς, είναι η ώρα της διοίκησης να προστατέψει έναν από τους καλύτερους παίκτες της, ένα περιουσιακό της στοιχείο στο κάτω κάτω.

Μην περιμένετε λογική. Η διοίκηση αποφάσισε ο παίκτης να προπονείται μόνος του, μέχρι «να εκτιμηθεί» η κατάσταση. Με λίγα λόγια τιμωρήθηκε μένοντας εκτός ομάδας. Ο γραμματέας του συλλόγου τον καταδίκασε λέγοντας «Ο Λεγκισαμόν έκανε λάθος, είμαι απογοητευμένος. Εκείνη τη στιγμή πρέπει να κοιτάς πώς να κερδίσεις το παιχνίδι. Δεν πρέπει να δημιουργηθεί προηγούμενο». Ο παίκτης έδειξε απίστευτη στωικότητα, ζητώντας συγγνώμη και λέγοντας ότι καταλαβαίνει την ψυχοσύνθεση του φιλάθλου της Αργεντινής και δεν ήθελε να δείξει ασέβεια στον κόσμο της Χιμνάσια. Το καλύτερο όμως ήταν όταν αποκαλύφθηκε η πλήρης αλήθεια. Ο Βερόν και ο Λεγκισαμόν μιλούσαν πριν την έναρξη του αγώνα και ο Χουάν ήταν αυτός που του ζήτησε τη φανέλα του. Βλέπετε, ο σταρ της Εστουδιάντες είχε ένα ανιψάκι που του ξέφυγε και έγινε Χιμνάσια και μάλιστα είχε είδωλο τον Λεγκισαμόν. Έτσι ζήτησε από τον θείο Χουάν μια φανέλα του αγαπημένου του παίκτη. Φυσικά αυτό δεν το ήξερε κανείς και όλοι πίστεψαν ότι έγινε το αντίστροφο. Ούτε αυτό όμως μέτρησε τελικά στη συνείδηση των οπαδών. Ο «προδότης» έμεινε έξω στις τελευταίες αγωνιστικές του πρωταθλήματος και παρ’ ότι ο μικρούλης οπαδός της Χιμνάσια πήρε στα χέρια του τη φανέλα της Χιμνάσια, αυτή τη φανέλα ο Λεγκισαμόν δεν τη φόρεσε ποτέ ξανά.

Good guy Leguizamón

Ο «προδότης» πήρε μεταγραφή για την Άρσεναλ Σαραντί και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2008, υποδέχτηκε την πρώην ομάδα του. Από τη στιγμή που μπήκε στο γήπεδο και μέχρι κάθε φάση που ακουμπούσε την μπάλα, οι φιλοξενούμενοι οπαδοί της Χιμνάσια τον αποδοκίμαζαν. Η μοίρα όμως τον έφερε να σκοράρει. Ο ίδιος συνεχίζοντας να δείχνει υπερβολικά μεγάλη καρδιά και ανωτερότητα παρά τα όσα άκουγε, δεν πανηγύρισε. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, ζητώντας ξανά συγγνώμη από τον κόσμο της Χιμνάσια Λα Πλάτα. Η Άρσεναλ κέρδισε με 1-0 χάρη στο γκολ του. Μερικές φορές όμως ό,τι και να κάνει κάποιος δεν μπορεί να αλλάξει τα πιστεύω του όχλου. Η νέα συγγνώμη δεν έπεισε τον κόσμο της Χιμνάσια.

Το δεύτερο σερί γκολ και το πανό στο τέλος

Οι ομάδες συναντήθηκαν και πάλι το Νοέμβριο του 2008, ένα χρόνο περίπου μετά την περίφημη ανταλλαγή φανέλας. Οι οπαδοί της Χιμνάσια είχαν μέχρι και πανό που έγραφε «Λέγκι δεν θα καταλάβεις ποτέ αυτό το πάθος, προδότη» και φυσικά συνέχισαν να αποδοκιμάζουν τον πρώην παίκτη τους. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Γκολ Λεγκισαμόν και 0-1 ήττα. Αυτή τη φορά όμως δεν υπήρχαν συγγνώμες, ο Λεγκισαμόν πανηγύρισε κανονικά. Ο Λέγκι πανηγύρισε κι άλλα γκολ απέναντι στη Χιμνάσια, πάντα με τη φανέλα της Άρσεναλ, μιας ομάδας στην οποία έγινε πρώτος σκόρερ στην ιστορία της και μάλιστα κατέκτησε ένα απίστευτο πρωτάθλημα το 2012. Ίσως τελικά η αχαριστία και η υπερβολή των οπαδών της Χιμνάσια να ήταν ευεργετική γιατί είναι άγνωστο αν θα κατακτούσε ποτέ κάποιον τίτλο αν έμενε στη Λα Πλάτα.

Το θαύμα του Καστέλ ντι Σάνγκρο: Ο Αμερικάνος που ερωτεύτηκε το ποδόσφαιρο

  [1 Σχόλιο]

Για 52 χρόνια ο Τζο ΜακΓκίνις ζούσε μια ζωή χωρίς μεγάλα πάθη στα δυτικά παράλια των ΗΠΑ. Στα 26 του είχε γίνει ο νεότερος συγγραφέας που μπήκε στη λίστα των Best Seller των New York Times, ένα κατόρθωμα που οφείλει στο βιβλίο του ‘The Selling of the President’, το οποίο ασχολιόταν με τον υποψήφιο τότε για την προεδρία, Ρίτσαρντ Νίξον. Ακολούθησε μια άκρως επιτυχημένη καριέρα με αρκετά βιβλία και μια ήσυχη ζωή που είχε ως επίκεντρο τη λογοτεχνία και την πολιτική. Μέχρι που ξεκίνησε το Μουντιάλ του 1994.

«Θυμάμαι καθαρά πως ήταν η ζωή μου. Από πολλές απόψεις, υποθέτω ότι ζούσα καλύτερα. Τα παιδιά μου με σέβονταν. Με τη σύζυγο μου μοιραζόμασταν πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Είχα φίλους. Μου άρεσε η μουσική. Διάβαζα βιβλία. Ότι ξαφνικά θα ξυπνούσε μέσα μου το πάθος για το ποδόσφαιρο έμοιαζε τόσο απίθανο όσο το να γίνω αστροναύτης» έγραψε ο ίδιος, χρόνια μετά.

Η ανάθεση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις ΗΠΑ ξύπνησε την περιέργεια του 52χρονου Αμερικανού για ένα παιχνίδι για το οποίο δεν ήξερε τίποτα και η συνέχεια ήταν ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Ο ΜακΓκίνις πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι διαβάζοντας και παρακολουθώντας αγώνες, ερωτεύτηκε παράφορα το ποδόσφαιρο και προσάρμοσε την υπόλοιπη ζωή του γύρω απ’αυτό. Έβαλε δορυφορική στο σπίτι του για να βλέπει όσα περισσότερα ματς μπορούσε, αγόραζε ποδοσφαιρικά βιβλία με το κιλό (από τα κλασικά του Γκαλεάνο μέχρι βιβλία στατιστικών που κατέγραφαν την προϊστορία των ντέρμπι Στόουκ-Πορτ Βέιλ!), ξενυχτούσε ή ξυπνούσε από τα ξημερώματα για να μη χάνει τα μεγάλα ευρωπαϊκά παιχνίδια και συζητούσε ατελείωτα γι’αυτό με όποιον μοιραζόταν το ίδιο πάθος.

Η τρέλα του για το παιχνίδι επηρέασε αναπόφευκτα και τη δουλειά του. Το 1995 όταν όλη η Αμερική παρακολουθούσε φανατικά τη δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον, ένας εκδότης του πρόσφερε 1 εκατομμύριο δολάρια για να γράψει ένα βιβλίο γι’αυτήν. Τότε, ο ΜακΓκίνις σόκαρε τους πάντες με την απόφαση του. Όχι μόνο αρνήθηκε να ασχοληθεί με τη δίκη αλλά ανακοίνωσε πως το επόμενο βιβλίο του θα είχε ως θέμα το ποδόσφαιρο. Το θέμα του; Μια μικρή ομάδα από ένα χωριό κοντά στην κεντρική Ιταλία, η οποία είχε μόλις ανέβει για πρώτη φορά στη Serie B!

Το καλοκαίρι του 1996 αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και μετακόμισε για ένα χρόνο στο απομακρυσμένο Καστέλ ντι Σάνγκρο, ένα χωριό 5.000 κατοίκων που την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει την τεράστια έκπληξη, κερδίζοντας την άνοδο στη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία της Ιταλίας, σε μια εποχή που το ιταλικό ποδόσφαιρο ζούσε τα καλύτερα και πιο ένδοξα χρόνια του. Εκεί θα αντιμετώπιζε παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας, όπως η Τορίνο και η Τζένοα, αλλά και ομάδες από μεγαλουπόλεις, όπως η Μπάρι, η Πάντοβα και η Βενέτσια.

Οι ντόπιοι υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τον διάσημο συγγραφέα, του έδωσαν το ελεύθερο να κινείται σε όλους τους χώρους του γηπέδου, τον έπαιρναν στο λεωφορείο της ομάδας στα εκτός έδρας και για να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τους παίκτες τον άφησαν να τρώει καθημερινά μαζί τους στο τοπικό εστιατόριο. Ο ΜακΓκίνις έζησε από μέσα όλη τη σεζόν, παθιάστηκε με την ομάδα και την ηρωική προσπάθεια της να κάνει ένα δεύτερο συνεχόμενο θαύμα και να παραμείνει στην κατηγορία, μεταμορφώθηκε σε κανονικό οπαδό που αδυνατεί να συγκρατήσει τα συναισθήματα του στην κερκίδα και κατέγραψε τα πάντα στο βιβλίο ‘Τα δοκάρια του Καστέλ ντι Σάνγκρο’ (Κανονικός τίτλος: ‘The Miracle Of Castel Di Sangro‘). Η ιστορία μπορεί να κουράσει λίγο έναν άσχετο με το ποδόσφαιρο αναγνώστη (λόγω της υπερβολικής τακτικής ανάλυσης κάποιων αγώνων) αλλά σίγουρα θα αρέσει σε κάποιον που ασχολείται με το ποδόσφαιρο με το ίδιο πάθος με το οποίο το αντιμετώπιζε – μετά τα 52 του πάντα – και ο Αμερικανός συγγραφέας.

Για καλή του τύχη, η ιστορική σεζόν που παρακολούθησε από κοντά είχε μπόλικες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις αλλά και αρκετά ευτράπελα, εντός και εκτός γηπέδων. Η ομάδα του Καστέλ ντι Σάνγκρο παρά το μικρό της μπάτζετ και το γεγονός ότι έβγαλε τη μισή χρονιά παίζοντας τα εντός έδρας σε ουδέτερο γήπεδο, αποδείχτηκε πολύ σκληρό καρύδι για όλους τους αντιπάλους της μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Εκτός αυτού όμως, ο άβγαλτος και αγαθός Αμερικανός ανακάλυπτε έναν νέο κόσμο, γεμάτο μεσογειακές ‘ομορφιές’, περίεργα σκηνικά και μυστήριους ανθρώπους. Όπως χαρακτηριστικά λέει μια ατάκα που παραθέτει και ο συγγραφέας στο βιβλίο: «Στη Serie B δεν βαριέσαι ποτέ. Εκτός από τα 90 λεπτά των αγώνων.»

Ένας πάμπλουτος και ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης που κανείς δεν ξέρει πως έκανε την περιουσία του, ένας κομπιναδόρος πρόεδρος που έχει κι άλλες βλέψεις πέρα απ’το ποδόσφαιρο και ένας ξεροκέφαλος προπονητής που δεν αντέχει τις βεντέτες είναι κάποια από τα πρόσωπα που συναντάει ο ΜακΓκίνις, πρόσωπα των οποίων οι τόσο γνώριμες περιγραφές (η φράση «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα» δεν βγήκε τυχαία) σίγουρα θα προκαλέσουν ένα χαμόγελο στο πρόσωπο κάθε αναγνώστη που έχει φάει με το κουτάλι το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μια από τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία της Καστέλ ντι Σάνγκρο: To διπλό μέσα στο Λουίτζι Φεράρις

Όπως διαβάζουμε σε σχετικό σημείωμα του εκδοτικού οίκου, το βιβλίο (το οποίο ο συγγραφέας χαρακτήρισε ως το πιο αγαπημένο του) ψηφίστηκε ομόφωνα ως το Βιβλίο της Χρονιάς για το 1999 από την Επιτροπή Βραβείων William Hill στο Λονδίνο -το πρώτο αμερικάνικο βιβλίο που κέρδισε αυτό το βραβείο-, ενώ αναδείχθηκε επίσης ως το Καλύτερο Βιβλίο της Σεζόν 1999 από το κορυφαίο αγγλικό ποδοσφαιρικό περιοδικό FourFourTwo.

Ο Τζο ΜακΓκίνις πέθανε το 2014 στις ΗΠΑ σε ηλικία 71 ετών. Οι περισσότεροι άνθρωποι που τον έμαθαν μέσα από το συγγραφικό του έργο πιστεύουν πως το μεγαλύτερο επίτευγμα του ήταν το βιβλίο για τον Νίξον και η πολύ πετυχημένη τριλογία των βιβλίων θρίλερ που έγραψε αργότερα. Αν ρωτούσες όμως τον ίδιο, το πιθανότερο είναι πως θα σου έλεγε πως η μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή του ήταν πως γνώρισε από κοντά τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, τον παίκτη που «πρόσθετε στο ποδόσφαιρο κομψότητα, χάρη και μια αύρα μαγείας που δεν είχα δει ποτέ μέχρι τώρα σε οποιοδήποτε άθλημα».

Γιατί έβαλες γκολ ρε;

  [1 Σχόλιο]

Ήταν 24 Ιανουαρίου του 1999 όταν η Βενέτσια υποδεχόταν την Μπάρι στα πλαίσια της Serie A. Το κρύο αρκετό, η υγρασία σου τσάκιζε τα κόκαλα και στο γήπεδο υπήρχε πολλή ομίχλη σαν να ήταν ταινία του Τζον Κάρπεντερ. Οι ομάδες ήταν περίπου στην μέση του πίνακα, κοιτάζοντας περισσότερο προς τα πίσω τους και κάποιον πιθανό υποβιβασμό. Παιχνίδι που το βλέπεις στην τηλεόραση μόνο αν οι εναλλακτικές σου είναι τρίωρο αφιέρωμα στον Εντ Σίραν ή επανάληψη χθεσινοβραδινού «Στην υγειά μας ρε παιδιά».  Ένα κλασσικό ιταλικό ματς μικρομεσαίων ομάδων που ξέρεις ότι δεν θα δεις πολλά γκολ και η ισοπαλία είναι πολύ πιθανή.  Πάρα πολύ πιθανή.

Το προηγούμενο καλοκαίρι, η Βενέτσια ανακοίνωσε ότι απέκτησε τον Τούτα. Στην αρχή ορισμένοι τρόμαξαν, μια που «Τούτα» φώναζαν πολλοί χαϊδευτικά τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα. Η παρεξήγηση λύθηκε γρήγορα όταν και διευκρινίστηκε ότι ερχόταν ο ημι-άγνωστος Βραζιλιάνος Μοασίρ Μπάστος «Τούτα» με μια σχετικά καλή παρουσία στην Ατλέτικο Παραναένσε. Ο Τούτα σκόραρε κάποια γκολ με τα χρώματα της Βενέτσια, μάλιστα με σημαντικούς αντιπάλους όπως η Λάτσιο, η Μίλαν και η Γιουβέντους στο κύπελλο. Γενικά όμως ήταν αναπληρωματικός, η λύση πίσω από τον Άλβαρο Ρεκόμπα, ο επιθετικός των τελευταίων λεπτών.

Προσέξτε την αντίδραση του 14 της Βενέτσια

Το ματς ήταν στο 1-1 με τα γκολ των Μανιέρο και ντε Ασέντις και έφτανε στο τέλος, με καμία από τις δύο ομάδες να μη θέλει να ρισκάρει (για να το πούμε ευγενικά). Το Χ βόλευε και τις δύο. Στο 90′ περίπου η Βενέτσια κερδίζει ένα φάουλ. Η σέντρα στην περιοχή γίνεται, ο Τούτα που έχει μπει αλλαγή στο 78′ στη θέση του Ρεκόμπα πηδάει ψηλά και σκοράρει το μπάζερ μπίτερ. Τότε γίνεται το απίστευτο. Ο κόσμος στις εξέδρες πανηγυρίζει μεν, αλλά στο γήπεδο 21 παίκτες είναι παγωμένοι. Ο Τούτα πανηγυρίζει μόνος του, μόνο ο μασέρ της Βενέτσια χαίρεται και κανά δυο αναπληρωματικοί. Με χρονοκαθυστέρηση κάποιοι (λίγοι) συμπαίκτες του χτυπάνε φιλικά την πλάτη ή του δίνουν το χέρι (σαν να έμαθαν ότι το εγγόνι του πέρασε Φαρμακευτική Πάτρας). Όλα αυτά για ένα γκολ στο 90′ που δίνει νίκη. «Ήταν κάτι απίστευτο. Είχα σκοράρει γκολ στο τέλος και κανείς δεν χαιρόταν. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο στη Βραζιλία«. Ένας παίκτης της Βενέτσια έπιασε το κεφάλι του, σαν να είχε συμβεί μεγάλο κακό και στη συνέχεια τα σήκωσε στον αέρα. Ο εκτελεστής του φάουλ έπιασε τον Τούτα και του είπε ότι η μπάλα δεν ήταν για το κεφάλι του, αλλά για να τη διώξουν οι αντίπαλοι. Ο Τούτα άρχισε να καταλαβαίνει ότι έκανε κάτι λάθος.

Την ίδια στιγμή, ο αρχηγός της Μπάρι πήγε στον αρχηγό της Βενέτσια να διαμαρτυρηθεί (!!). Όπως καταλαβαίνετε υπήρχε συμφωνία μεταξύ των ομάδων να φέρουν το ματς ισοπαλία. Ο Τούτα δεν ήξερε τίποτα. Το ματς λήγει 2-1 και ο καημένος Τούτα στο τούνελ δέχεται επίθεση από τους φιλοξενούμενους παίκτες. Κάποιοι τον βρίζουν, άλλοι τον χτυπάνε. Ο αρχηγός της Μπάρι ντε Ρόσα του λέει ειρωνικά «μπράβο» και του δίνει ένα όχι-και-τόσο-φιλικό μπατσάκι στο μάγουλο. Ο Τούτα θυμάται τον προπονητή του Νοβελίνο να λέει στο Μανιέρο ότι δεν πρέπει να σκοράρουν και το ματς να έρθει 1-1. Ο Νοβελίνο ισχυρίζεται ότι ο Τούτα δεν ξέρει καλά ιταλικά και απλά είπε στον παίκτη του «δεν πρέπει να φάμε γκολ, το 1-1 είναι καλό». Γίνεται έρευνα και ένας δικαστής καλεί τους εμπλεκόμενους. Όλοι φυσικά αρνούνται το στήσιμο. Ο Βραζιλιάνος πιέζεται από τη διοίκηση και τον γνωστό μας και αγαπημένο (Τ)Ζαμπαρίνι που ήταν ο ιδιοκτήτης της Βενέτσια τότε να μην πει τίποτα. Πράγματι, στην κατάθεσή του δεν απαντά συνήθως, επικαλείται προβλήματα γλώσσας, αφήνει τους δικηγόρους να κάνουν τη δουλειά τους. Τελικά η υπόθεση δεν προχωρά, λόγω έλλειψης στοιχείων.

Ο Τούτα όμως έχει ήδη υπογράψει το τέλος του. Δεν παίζει πολύ, μάλιστα ο ίδιος λέει ότι η Γιουβέντους είχε στείλει σκάουτερ και επίτηδες δεν τον έβαλαν να παίξει ως τιμωρία, και η ιταλική του εμπειρία τελειώνει άδοξα το καλοκαίρι. Πιστεύει ότι η καριέρα του χάλασε μετά από αυτό. Η τιμιότητα τον έβλαψε, του κατέστρεψε κάθε πιθανή μεταγραφή. Επιστρέφει στη Βραζιλία και παίζει κατά κύριο λόγο εκεί (με κάποια περάσματα από άλλες χώρες όπως η Ν. Κορέα), κάνοντας μια συμπαθητική καριέρα. Το γκολ που όμως έμεινε για πάντα στην καριέρα του, δεν ήταν αυτό κάποιου τίτλου, αλλά το γκολ με την Μπάρι που του άλλαξε τη ζωή.

Ο άνθρωπος που ξεγέλασε το θάνατο

  [1 Σχόλιο]

Όσο κάποιος μεγαλώνει, τόσο τείνει να θυμάται με περισσότερη νοσταλγία το παρελθόν, να κάνει μόνιμα συγκρίσεις με το παρόν (με το τελευταίο πάντα να χάνει). Μπορεί να έχω άδικο, μπορεί όμως να μην υπερβάλλω και όντως οι ταινίες που έβγαιναν παλιότερα να ήταν καλύτερες. Τουλάχιστον για τη χρονιά του 1999 θα επιμείνω. Fight Club, Matrix, American Beauty, Being John Malkovich, Virgin Suicides και πολλές ακόμα. Ανάμεσά τους και η Μανόλια του Πολ Τόμας Άντερσον. Μια ταινία με παράλληλες ιστορίες που συνδέονται κάπως μεταξύ τους, γεμάτες απίστευτες συμπτώσεις. Στην αρχή της ταινίας, ο αφηγητής κλείνει τον πρόλογό του λέγοντας: «Και είναι η γνώμη αυτού του ταπεινού αφηγητή ότι αυτό δεν είναι «Κάτι που συνέβη». Δεν μπορεί να είναι «Ένα από αυτά τα πράγματα». Ας μην είναι κάτι τέτοιο. Δεν ήταν απλά ένα θέμα τύχης, ένα από αυτά τα περίεργα πράγματα που συμβαίνουν συνέχεια».

Δεν νομίζω ότι ο Άντερσον παρακολουθούσε ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια. Ούτε ότι εκείνη την Τετάρτη 17 Ιουλίου 1996 έτυχε να δει έναν καλοντύμενο τύπο να μιλάει σπαστά αγγλικά με έντονη ιταλική προφορά στο αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης. Στα 23 του ο Κριστιάν Πανούτσι είχε ήδη γίνει γνωστός στο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Κάποιοι από μας τον είχαν μάθει με άσχημο τρόπο το 1994 όταν με δυο δικά του γκολ η Μίλαν ανέτρεψε το γκολ του Σαβέβσκι στην Τεργέστη και εν πολλοίς έκαναν τον Καπέλο να του δώσει κι άλλες ευκαιρίες και να καθιερωθεί. Ο Πανούτσι είχε έρθει στη Μίλαν ως ένας ταλαντούχος παίκτης με ηγετικό χαρακτήρα, ως ο διάδοχος του Μάουρο Τασότι.

Εκείνη την Τετάρτη, ο Πανούτσι ήταν μέσα στα νεύρα. Βλέπετε ο Τσέζαρε Μαλντίνι τον είχε καλέσει στην ολυμπιακή εθνική της Ιταλίας, τον είχε κάνει και αρχηγό για τους αγώνες της Ατλάντα, αλλά ο Πανούτσι τραυματίστηκε και έμεινε νοκ άουτ. Μάζεψε τα πράγματά του, στενοχωρημένος που θα έχανε τη μεγάλη γιορτή και πέταξε από τη Τζόρτζια στη Νέα Υόρκη. Θα επέστρεφε στην Ιταλία για να εξεταστεί και μάλλον να κάνει επέμβαση στο γόνατο. Εκεί χτύπησε ο δαίμονας της Alitalia που ως γνωστόν χάνει βαλίτσες με μεγαλύτερη συχνότητα από τις ευκαιρίες του Ιγκουαΐν σε τελικούς. Ο Πανούτσι μάταια περίμενε τις αποσκευές του και ο χρόνος άρχισε να πιέζει. Μίλησε με τους υπεύθυνους και του είπαν ότι αν ήθελε να περιμένει, θα μπορούσε να πάρει μια άλλη πτήση από το Νιούαρκ, περίπου καμιά ώρα μακριά. Το πλεονέκτημα ήταν ότι η συγκεκριμένη πτήση πήγαινε απευθείας Μιλάνο και όχι Παρίσι όπως η κανονική του. Ο Πανούτσι ζοχαδιασμένος για το ρεσιτάλ γκαντεμιάς του αποφάσισε να πάρει τη δεύτερη πτήση και έφυγε για το Νιου Τζέρσι για να πάει στο άλλο αεροδρόμιο.

Σε ένα από τα πιο μυστηριώδη συμβάντα όλων των εποχών, η πτήση 800 της TWA για Παρίσι δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της. Λίγη ώρα μετά την απογείωσή της μια έκρηξη έκοψε στα δύο το αεροπλάνο. 230 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, σε ένα δυστύχημα που προκάλεσε την μεγαλύτερη έρευνα ποτέ για αεροπορικό συμβάν και ακόμα και μετά τα επίσημα αποτελέσματα, πολλοί είναι αυτοί που διαφωνούν (για περισσότερες λεπτομέρειες και όλες τις θεωρίες συνωμοσίας ή μη, εδώ).  Το γεγονός επισκίασε εν μέρει μέχρι και τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα.

«Μοιάζει με θαύμα. Θα ήμουν πάνω σε εκείνο το αεροπλάνο. Όταν προσγειώθηκα στο Μιλάνο είδα μια αεροσυνοδό να κλαίει και τη ρώτησα τι έγινε. Όταν μου το είπε, κατάλαβα ότι ήταν το δικό μου αεροπλάνο. Ήταν σαν ένα χτύπημα στην καρδιά. Μέχρι εκείνη την ώρα σκεφτόμουν μόνο το γόνατό μου, όλα άλλαξαν και δεν μπορούσα να πιστέψω την τύχη μου»

Ο Πανούτσι που μέχρι πριν λίγη ώρα έβριζε την τύχη του, δεν μπορούσε να πιστέψει πώς γλίτωσε από μία σύμπτωση. Μόλις στα 23 του είχε πάει στη Ρεάλ Μαδρίτης και το «η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής σου» ήταν πέρα για πέρα αλήθεια. Ο Καπέλο τον είχε πάρει και εκεί. Κατέκτησε ένα πρωτάθλημα στην Ισπανία και τη Λα Σέπτιμα, παίζοντας βασικός στον τελικό του Άμστερνταμ απέναντι στη Γιουβέντους. Έμεινε και μετά τον Καπέλο, αλλά με Χάινκες και Χίντινγκ δεν τα πήγαινε καλά. Μετάνιωσε όμως που έφυγε από τη Μαδρίτη. Στην Ίντερ μάλωσε νωρίς με τον Λίπι και σε ένα ματς αρνήθηκε να μπει αλλαγή. Έπαιξε και στην Αγγλία με την Τσέλσι, αρκετά χρόνια με τη Ρόμα κατακτώντας δυο κύπελλα (ενώ με τα 29 του γκολ, είναι ο αμυντικός με τα περισσότερα στην ιστορία του συλλόγου). Εκεί που πάλι τον κάλεσε ο Φάμπιο Καπέλο, το άλτερ έγκο του. Ιδιόρρυθμος χαρακτήρας (γι’ αυτό ίσως τα βρήκε τόσο καλά με τον Φάμπιο), ήρθε σε κόντρες με πολλούς προπονητές, από τον Σάκι μέχρι τον Λίπι. Στα χρόνια της Αγγλίας παραλίγο να έρθει στα χέρια με τον Τζίμι Φλόιντ Χάσελμπαινκ σε μια ήττα με 2-0 με τη Λέστερ, ενώ στη Ρόμα αρπάχτηκε με τον Ακουιλάνι. Έχοντας περάσει αυτή τη στιγμή, έβλεπε αλλιώς τη ζωή, δεν μασούσε τα λόγια του.

Πολλοί λένε ότι θα είχε κάνει μεγαλύτερη καριέρα αν δεν ήταν ένας επαναστάτης των αποδυτηρίων, αν δεν έκανε κριτική σε συμπαίκτες και προπονητές και ήταν πιο διπλωματικός. Ο Κριστιάν Πανούτσι όμως, παρά τα πρωταθλήματα και τα Τσάμπιονς Λιγκ μπορεί να πει ότι ξεγέλασε και τον θάνατο. Κι όπως θα έλεγε ο αφηγητής στη Μανόλια, δεν ήταν απλά ένα θέμα τύχης.

Σώζοντας την ομάδα και την πόλη

  [1 Σχόλιο]

Στα παράλια της Βόρειας θάλασσας, κοντά στο Μίντλεσμπρο και το Νιούκαστλ βρίσκεται η παραλιακή πόλη του Χάρτλπουλ. Όταν λέμε παραλιακή βέβαια, μη σκέφτεστε καταγάλανα νερά και λαμπερές αμμουδιές. Όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 20 βαθμούς γίνεται πάρτι. Μια πόλη που ζει από τη βιομηχανία και το λιμάνι της. Μια πόλη που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς εξαιτίας των ναυπηγείων της, τόσο στον 1ο, όσο και στο 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, που πέρασε δύσκολες περιόδους λόγω οικονομικών κρίσεων, με την ανεργία, την εγκληματικότητα να ανεβαίνουν ψηλά αρκετές φορές.

Όπως κάθε αγγλική πόλη που σέβεται τον εαυτό της, έχει για καμάρι και διέξοδο την ποδοσφαιρική της ομάδα. Τη Χάρτλπουλ Γιουνάιτεντ. Έναν σύλλογο που κλείνει τα 110 χρόνια ζωής φέτος και δεν έχει καταφέρει να ανέβει πάνω από τη 3η εθνική ποτέ στην ιστορία της. Αν υπάρχει κάτι αξιομνημόνευτο, είναι ότι αποτέλεσε τον πρώτο σταθμό της προπονητικής καριέρας του Μπράιν Κλαφ. Ο Κλαφ αρχικά αρνήθηκε την πρόταση λέγοντας απλά «δεν μου αρέσει καθόλου το μέρος», αλλά τελικά μόλις στα 30 του χρόνια ανέλαβε και έγινε ο πιο νέος προπονητής στην Αγγλία, παρέα με τον Πίτερ Τέιλορ. Τα πράγματα ήταν τόσο τραγικά οικονομικά, που πήγαινε στις παμπ για να μαζέψει χρήματα για την ομάδα, ενώ αναγκάστηκε να βγάλει και δίπλωμα για να μπορεί να οδηγεί πούλμαν ώστε να πάει ο ίδιος την ομάδα στα εκτός έδρας. Ο Κλαφ έμεινε σχετικά λίγο στο σύλλογο, αλλά άφησε το στίγμα του και κάπως έτσι πήγε στην Ντέρμπι.

Ο Μπράιν Κλαφ και το πούλμαν της Χάρτλπουλ (όχι δεν το πάρκαρε στην εστία)

Εκτός από τον Κλαφ όμως, μια σημαντική προσωπικότητα είναι κι ο H’Angus η Μαϊμού, η μασκότ του συλλόγου. Το όνομα είναι ένα 100% βρετανικό λογοπαίγνιο, βασισμένο σε ένα θρύλο της περιοχής. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, λέγεται ότι ένα γαλλικό καράβι ναυάγησε στην ακτή του Χάρτλπουλ. Ο μοναδικός διασωθείς ήταν μια μαϊμού που είχαν οι Γάλλοι στο καράβι για να τους διασκεδάζει και την είχαν μάλιστα ντυμένη με στρατιωτική στολή. Οι ντόπιοι έκαναν… δίκη της μαϊμούς και καθώς αυτή κρατούσε πεισματικά τη σιωπή της κατά την ακροαματική διαδικασία, θεώρησαν ότι είναι Γάλλος κατάσκοπος, μια που όπως λέει η ιστορία δεν είχαν δει ποτέ ούτε Γάλλο, ούτε μαϊμού για να ξέρουν πώς είναι (αυτή η αγγλο-γαλλική αγάπη κι οι θρύλοι της). Σύμφωνα με την ιστορία, η καημένη μαϊμουδίτσα καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμό και οι Χαρτλπουλιανοί έμειναν στην ιστορία ως «Monkey Hangers», όπως οι Γιαννιώτες είναι παγουράδες κι οι Βολιώτες Αυστριακοί μάλλον.

Η μαϊμού έγινε και μασκότ του συλλόγου και δεν θα σας είχα κουράσει τόσο πολύ, αν ο άνθρωπος μέσα στο κοστούμι του H’Angus δεν κατέβαινε για δήμαρχος της πόλης. Σε μια ιστορία που θυμίζει το επεισόδιο «The Waldo Moment» από τη 2η σεζόν του Black Mirror, ο Στιούαρτ Ντράμοντ αποφάσισε για πλάκα να είναι υποψήφιος. Η όλη ιστορία ξεκίνησε αρχικά με τον Στιούαρτ να φοράει το κοστούμι και να υπόσχεται δωρεάν μπανάνες στα παιδιά κάτω από 11 ετών, αλλά κατέληξε να βγάζει το κοστούμι, να μιλάει πολιτικά και στο τέλος να εκλέγεται δήμαρχος το 2002. Τα κατάφερε και πάλι το 2005, διπλασιάζοντας μάλιστα τις ψήφους του και βγήκε τρίτη φορά δήμαρχος το 2009. Ο Ντράμοντ σταμάτησε να είναι δήμαρχος όταν το 2013, οι Εργατικοί προκάλεσαν δημοψήφισμα και άλλαξαν τον τρόπο εκλογής δημάρχου, όχι απευθείας από τον λαό, αλλά μέσω ενός συστήματος στο οποίο το κόμμα της πλειοψηφίας έχει τον έλεγχο (περισσότερα πολιτικά εδώ). Έγινε πάντως ο μοναδικός άνθρωπος που στο CV του μπορεί να γράφει μαζί μασκότ και δήμαρχος.

Μια από τις πιο σημαντικές στιγμές των Monkey Hangers ήρθε το 2005. Η Χάρτλπουλ τερμάτισε 6η στη Λιγκ 1, αλλά έφτασε στον τελικό των πλέι-οφ και στο 80′ κέρδιζε με 2-1 τη Σέφιλντ Γουένσντεϊ αγγίζοντας το όνειρο της Τσάμπιονσιπ για πρώτη φορά στην ιστορία της. για Ήρθε όμως ένα πέναλτι που έστειλε το ματς στην παράταση και τη Χάρτλπουλ με παίκτη λιγότερο να χάνει με 4-2 και να χάνει την άνοδο βασανιστικά. Μια άνοδος που μπορεί να έδινε ανάσα στο σύλλογο σε όλα τα επίπεδα. Ένα χρόνο μόλις αργότερα υποβιβάστηκε στη Λιγκ 2 εν μέσω μεγάλων διοικητικών προβλημάτων. Επέστρεψε, αλλά το 2013 έπεσε ξανά και από τότε βρίσκεται σε άθλια κατάσταση δίνοντας μάχη να μην πέσει ακόμα πιο κάτω από την 4η σε σειρά κατηγορία της Αγγλίας. Δυστυχώς όμως το πρόβλημα δεν είναι απλά αγωνιστικό, η ομάδα πέρσι υποβιβάστηκε στη National League για πρώτη φορά στην ιστορία της και πλέον απειλείται με αφανισμό.

Οι οπαδοί του συλλόγου κάθε χρόνο ντύνονται για να πάνε στο τελευταίο εκτός έδρας.
Εδώ σαν στρουμφάκια. Θα υπάρξει κάτι τέτοιο ξανά;

Η Χάρτλπουλ έχει χρέη περίπου 2 εκατομμυρίων Ευρώ, ενώ έχει άμεσες υποχρεώσεις πάνω από 200 χιλιάδες που πρέπει να πληρώσει μέχρι το τέλος του μήνα. Αλλιώς μπαίνει σε «επιτήρηση» και τιμωρείται με -10 βαθμούς γεγονός που πιθανότατα θα τη στείλει ακόμα πιο χαμηλά και θα την καταστρέψει οριστικά. Ήδη ο σύλλογος είναι μια τεράστια μαύρη οικονομική τρύπα, καθώς έχει μπάτζετ ομάδας Λιγκ 2, αλλά έσοδα ερασιτεχνικού σωματείου που τη βάζουν κάθε εβδομάδα μέσα. Οι άνθρωποι του συλλόγου ψάχνουν νέο ιδιοκτήτη, αλλά ποιος θα πάρει μια επιχείρηση με τόσα χρέη και τόσα έξοδα;

Οπαδοί της Μπόρο που στηρίζουν τους γείτονες

Η καταστροφή του συλλόγου δεν θα είναι μόνο πρόβλημα γι’ αυτόν. Ήδη οι παλιότεροι φοβούνται ότι θα χαθούν οπαδοί. Ας μην ξεχνάμε ότι τριγύρω υπάρχουν ομάδες όπως η Μίντλεσμπρο, η Νίουκαστλ και η Σάντερλαντ. Αλλά δεν είναι μόνο η οπαδική βάση. Το τέλος της Χάρτλπουλ κι ο υποβιβασμός της στα τοπικά θα είναι και πρόβλημα για την ίδια την πόλη. Ο μοναδικός τουρισμός της είναι το παλιότερο πολεμικό καράβι στον κόσμο που εκτίθεται και το Βικτόρια Παρκ, το γήπεδο της ομάδας όπου πολλές φορές μέχρι και 1000 φιλοξενούμενοι ταξιδεύουν και αφήνουν χρήματα στις τοπικές παμπ και τα εστιατόρια. Αλλά κι ο ίδιος ο σύλλογος εκτός από μόνιμο προσωπικό, δίνει δουλειά σε 100 ανθρώπους περίπου σε κάθε αγώνα. Όλα αυτά θα χαθούν. Μπροστά στο διπλό καταστροφικό φάσμα, τοπικοί πολιτικοί και φυσικά οι φίλαθλοι της ομάδας κάνουν ότι μπορούν. Περίπου 60.000€ έχουν μαζευτεί από δωρεές (αρκετά από τα χρήματα από οπαδούς της Μπόρο που δεν ξέχασαν ότι το 1986 βρέθηκαν σε ίδια κατάσταση και οι Monkey Hangers βοήθησαν) για να γλιτώσει η ομάδα, με τους φιλάθλους να γεμίζουν σε πολλά ματς το γήπεδο των περίπου 7.000 θέσεων.

Ο 5χρονος Λέο Άλεν όταν είδε ότι κάποιοι «μεγάλοι» μαζεύουν χρήματα, ρώτησε τους γονείς του και του είπαν ότι χρειάζονται για να επιζήσει ο σύλλογος. Έτσι, αποφάσισε να τρέξει δυο φορές το γήπεδο για να μπορέσει να συγκεντρώσει χρήματα από σπόνσορες. Άλλοι άνθρωποι δουλεύουν εθελοντικά από διάφορα πόστα για να καλύπτουν τις ανάγκες. Οι διοικούντες του συλλόγου πιστεύουν ότι θα τα καταφέρουν μέχρι τις 25 Ιανουαρίου. Τα χρήματα αυξάνονται καθημερινά και οι παίκτες θα πληρωθούν αυτό το μήνα μάλλον, ενώ κι αρκετοί προμηθευτές θα πάρουν τα χρήματά τους. Ακόμα κι αυτό να γίνει όμως, αν δεν βρεθεί αγοραστής ο σύλλογος θα πρέπει να διαλυθεί και να αφανιστεί, μια που δε γίνεται κάθε μήνα να βρίσκονται τόσα χρήματα. Και μια πόλη που βομβαρδίστηκε 43 φορές από τους Γερμανούς, θα χάσει ένα τεράστιο κομμάτι της ιστορία της.

Νταλγκλίς και Φέργκιουσον: Μια σχέση «αγάπης»

  [5 Σχόλια]

25 Μαΐου 1967. Η Σέλτικ, του σπουδαίου Τζοκ Στάιν, έχει κερδίσει την Ίντερ, του κορυφαίου Ελένιο Ερέρα, με 2-1, κατακτώντας  έτσι το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης. Είναι το πρώτο τρόπαιο για Βρετανική ομάδα (και πρώτο τρεμπλ στην Ευρώπη) και έχει έρθει με ένα άκρως επιθετικό ποδόσφαιρο απ’τους Hoops, απέναντι σε μια ομάδα που είχε ως σήμα-κατατεθέν το δικό της κατενάτσιο. Λίγο καιρό αργότερα, η μεγάλη αντίπαλος των Καθολικών, η Ρέιντζερς, θα ολοκληρώσει την μεταγραφή του πρώτου σκόρερ της λίγκας, δυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο αισθητά, έτσι ώστε να μπορέσει -επιτέλους-  να σταθεί με αξιώσεις, απέναντι σε εκείνη την -σχεδόν- ανίκητη μηχανή της Σέλτικ. Ο ψηλός, 26χρόνος επιθετικός, που την προηγούμενη σεζόν είχε σκοράρει 31 τέρματα με τη φανέλα της Ντάμφερλμιν Αθλέτικ στα γήπεδα της Σκωτίας, δεν ήταν άλλος από τον Άλεξ Φέργκιουσον. Περίπου δύο χρόνια αργότερα, σε κάποιο «φιλικό» παιχνίδι ανάμεσα στις δύο ομάδες Νέων της Σέλτικ και της Ρέιντζερς, θα ξεκινήσει στην Γλασκώβη, μια απ’ τις μεγαλύτερες προσωπικές κόντρες που γνώρισε ποτέ το Βρετανικό και κατ’ επέκταση, το Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Η Σέλτικ και η Ρέιντζερς είχαν βρεθεί στον τελικό κυπέλλου το ’69, με την ομάδα του Στάιν να επικρατεί εύκολα με 4-0.  Ουσιαστικά, αυτό ήταν το κύκνειο άσμα του νεαρού επιθετικού Άλεξ Φέργκιουσον στους Προτεστάντες (σε μια αρκετά σύντομη καριέρα), μιας και είχε κατηγορηθεί από συμπαίκτες αλλά και τον προπονητή του για την κάκιστη απόδοσή του, τόσο στο επιθετικό όσο και στο αμυντικό της κομμάτι, και στο προσωπικό μαρκάρισμα του αρχηγού Μπίλι ΜακΝιλ στις στημένες φάσεις. Ένα μαρκάρισμα που είχε πονέσει πολύ την Ρέιντζερς εκείνη τη μέρα. Ο προπονητής Ντέιβ Γουάιτ -ως ένα είδος τιμωρίας- θα στείλει τον Φέργκι να προπονείται με την ομάδα Νέων, και κάπως έτσι, λίγο καιρό αργότερα, θα βρεθεί αντίπαλος της Σέλτικ του 18αρη τότε Κένι Νταλγκλίς, που αγωνίζεται -και μαγεύει- με τη φανέλα των «μικρών». Ο νεαρός Κένι θεωρούνταν εκείνη την περίοδο, ως το μεγαλύτερο ταλέντο που υπήρχε σε ολόκληρη τη Σκωτία και η αλήθεια δεν απείχε καθόλου -εννοείται- από αυτή τη φημολογία. «Θυμάμαι πολύ καλά τους αγκώνες του Φέργκι από εκείνη την αναμέτρηση», θα δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα ο Νταλγκλίς, με τους δημοσιογράφους να ξεσπούν σε ηχηρά γέλια, με τον ίδιο να τους δείχνει την τσέπη του παλτού του, λέγοντάς τους χαμογελαστός, «Ορίστε, εδώ τον είχα βάλει εκείνη τη μέρα». Ήταν ολοφάνερο πως εκείνη την μέρα ο μικρός δεν είχε δείξει κανένα σεβασμό στον ήδη επαγγελματία αντίπαλό του και στη δύσκολη φάση που περνούσε η καριέρα του.

Για την ιστορία, η ομάδα Νέων της Σέλτικ είχε επικρατήσει αυτής των Ρέιντζερς με 2-0, και ο Νταλγκλίς είχε αγωνιστεί ακριβώς μπροστά απ’τους δύο στόπερ (και όχι ως επιθετικός), έχοντας ως εντολή να μαρκάρει προσωπικά τον Φέργκιουσον. Μια δουλειά που είχε φέρει εις πέρας άψογα, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του. Ο Νταλγκλίς άλλωστε δεν καταλάβαινε από ξύλο, ειδικές συνθήκες και «αποστολές». «Αν του έριχνες κλωτσιά, επέστρεφε και ζητούσε κι άλλες» είχε δηλώσει συμπαίκτης του από εκείνα τα χρόνια, κάτι που φανερώνει με τον καλύτερο τρόπο τις αντοχές και την σκληράδα του νεαρού. Κάτι που τον χαρακτήριζε και όταν έπαιζε με τη φανέλα της Λίβερπουλ, ακόμα και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία. Ο Φέργκιουσον πάντως, στην δική του αυτοβιογραφία, κάπου γράφει πως εκείνη τη μέρα είχε σκοράρει ένα πανέμορφο τέρμα και είχε μειώσει το σκορ. «Το σκορ είχε τελειώσει 2-0», γράφει ο Νταλγκλίς στη δική του, ρίχνοντας κι άλλο λάδι στη φωτιά αυτής της νέας κόντρας. «Γράφουν πως αυτός ο νεαρός θα κάνει σπουδαία καριέρα ως επιθετικός. Δεν το νομίζω«, δηλώνει ο Φέργκιουσον φανερά εκνευρισμένος μετά το παιχνίδι, σε μια απ’τις πιο αποτυχημένες προβλέψεις που έχουν γίνει στην ιστορία των σπορ, με τους δημοσιογράφους απλά να χαμογελούν αφού έβλεπαν ήδη αυτό που θα ακολουθούσε. Μια μεγάλη κόντρα είχε μόλις αρχίσει. Μια κόντρα από αυτές που χαίρεσαι να παρακολουθείς μιας και μένουν -όπως είναι και το φυσιολογικό-  μόνο στο αθλητικό κομμάτι και φυσικά συζητιούνται για πολλά, πολλά χρόνια. Τι καλύτερο λοιπόν για τους αθλητικογράφους της εποχής από αυτό;

Το 1974 ο Άλεξ Φέργκιουσον θα ξεκινήσει, ουσιαστικά, την προπονητική του καριέρα στην Σεντ Μίρεν, με τον Νταλγκλίς να έχει ήδη εξελιχθεί στο νέο μεγάλο αστέρι της Σέλτικ, κατακτώντας μάλιστα πριν φύγει για την Λίβερπουλ (ως ο αντικαταστάτης του τεράστιου Κέβιν Κίγκαν) 4 πρωταθλήματα, 4 κύπελλα και ένα Λιγκ Καπ Σκωτίας. Το 1977 όταν ο Νταλγκλίς άφηνε την Σκωτία για την Αγγλία και το Άνφιλντ ώστε να γίνει ο νέος Βασιλιάς της Αγγλίας, ο Φέργκιουσον κατακτούσε το πρώτο πρωτάθλημα της καριέρας του στην β΄κατηγορία της Σκωτίας, με τη Σεντ Μίρεν, και έβαζε για τα καλά το όνομά του -ως μάνατζερ εννοείται- στον ποδοσφαιρικό χάρτη της Βρετανίας. Βλέποντας τότε την σπουδαία εξέλιξη που είχε ο Νταλγκλίς, θα υποπέσει σε μια επική «δήλωση-κωλοτούμπα», πως θα έπρεπε η Ρέιντζερς να έχει κλέψει τον νεαρό απ’ τη Σέλτικ, πολλά χρόνια πίσω, και πως τον είχε προτείνει, ο ίδιος μάλιστα, στον Γουάιτ. Στον ίδιο Γουάιτ που ο ίδιος μισούσε. Στον ίδιο Γουάιτ που τον τελείωσε εν μια νυκτί απ’ τη Ρέιντζερς. Ελάχιστοι τον πίστεψαν. Περισσότεροι τον χλεύασαν. Δεν νοιάστηκε. Ο Νταλγκλίς δεν θα συγκινηθεί -όπως ήταν και το λογικό- και θα διαλύσει μάλιστα την νέα ομάδα του Φέργκιουσον, την πρωταθλήτρια Σκωτίας Αμπερντίν, στον β’ γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών για τη σεζόν ’80-’81. Μια σεζόν που στο τέλος της, είχε βρει τους «κόκκινους» για 3η φορά πρωταθλητές Ευρώπης. Ο Νταλγκλίς είχε γίνει και επίσημα ο μεγαλύτερος εχθρός του Φέργκιουσον.

Η «φλόγα» της μεγάλης αυτής κόντρας καταλάγιασε αρκετά στις αρχές των 80s και αναζωπυρώθηκε και πάλι λίγο πριν το Μουντιάλ του 1986. Λίγο πριν γιγαντωθεί δηλαδή, όταν ο Φέργκιουσον ανέλαβε προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Σερ Άλεξ (πριν γίνει Σερ) είχε βρεθεί στον πάγκο της Σκωτίας, και ήταν αυτός που ουσιαστικά έκοψε τον κολλητό του Νταλγκλίς, Άλαν Χάνσεν, από το ρόστερ για το Μεξικό. Έκοψε δηλαδή ένα παίκτη που έπαιζε βασικός στην Λίβερπουλ και προέρχονταν από μια εξαιρετική σεζόν, έχοντας κατακτήσει μάλιστα  το νταμπλ Αγγλίας. Ο Κινγκ Κένι είχε προσπαθήσει να αλλάξει την απόφαση του προπονητή και άσπονδου φίλου του, και όταν κατάλαβε πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει, δήλωσε σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο, ανήμπορος να ακολουθήσει την υπόλοιπη αποστολή. «Δεν υπήρξε κανένας τραυματισμός. Αν έπαιρνα τον Χάνσεν  σήμερα τηλέφωνο για να έρθει να προπονηθεί μαζί μας, αυτομάτως το γόνατο του Νταλγκλίς θα γίνονταν μια χαρά» θα δηλώσει ο Φέργκι στους δημοσιογράφους, αδειάζοντας ουσιαστικά τον αστέρα των «κόκκινων».

Η κόντρα πλέον ήταν γνωστή ακόμα και στον πιο χαλαρό ποδοσφαιρόφιλο του Νησιού και ξεχείλισε όταν μεταφέρθηκε στα γήπεδα της Αγγλίας, με τον Φέργκιουσον να αναλαμβάνει τον πάγκο της Γιουνάιτεντ, μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, και συγκεκριμένα το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την μεγάλη ομάδα της πόλης του Μάντσεστερ. Εκείνη την εποχή βέβαια το πάνω χέρι δεν το είχαν οι red devils αλλά οι reds του Νταλγκλίς. Κάτι που εκνεύριζε τον Φέργκι, που είχε όμως βάλει ως στόχο ζωής να μπορέσει να τους γίνει -έστω και για λίγο- κακός βραχνάς. Δύο χρόνια αργότερα, με την Γιουνάιτεντ να έχει πάρει μια μεγάλη ισοπαλία στο Άνφιλντ (σε μια περίοδο που δεν κέρδιζε τίτλους), ο Φέργκιουσον θα τα βάλει με θεούς και δαίμονες στην συνέντευξη Τύπου, για τις αποφάσεις των διαιτητών που -σύμφωνα με τον ίδιο- του είχαν στερήσει τη νίκη απέναντι στην Λίβερπουλ, του προπονητή-παίκτη, εχθρού Νταλγκλίς. Ο Κινγκ Κένι απευθυνόμενος στους δημοσιογράφους, και με μια τεράστια δόση ειρωνείας, θα προβεί σε μια εκ των επικότερων δηλώσεων που έχουν γίνει ποτέ, μετά από τέτοιο παιχνίδι, λέγοντας: «Αν μιλήσετε με την 6χρονη κόρη μου για ποδόσφαιρο – θα καταλάβετε πολύ περισσότερα απ’ότι με τον κύριο δίπλα μου». Ο Φέργκιουσον εννοείται πως έβραζε δίπλα του σαν ξεχασμένη τσαγιέρα.

Μετά τα τραγικά γεγονότα του Χίλσμπορο (το 1989), η κόντρα και αυτό το ποδοσφαιρικό μίσος άρχισαν σιγά-σιγά να χάνονται, και δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φέργκιουσον ήταν απ’ τους πρώτους που τηλεφώνησαν στον Νταλγκλίς μετά από εκείνο το καταραμένο απόγευμα στο Σέφιλντ για να του εκφράσει τα βαθιά και ειλικρινή συλλυπητήριά του και να του πει αυτό που θέλουν όλοι να ακούσουν σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής τους. Αυτό το «Είμαι εδώ για ό,τι χρειαστείς παλιόφιλε». Ο Νταλγκλίς άφησε την Λίβερπουλ το ’91, την περίοδο δηλαδή που ο Φέργκιουσον άρχισε να φτιάχνει την δική του δυναστεία στο Μάντσετσερ και η Λιβερπουλ άρχισε σιγά-σιγά να πέφτει και να γερνά, αν και είχαν κρατήσει ακόμα μια μεγάλη παράσταση για το ποδοσφαιρικό κοινό της Αγγλίας. Ο Φέργκιουσον είδε τον παλιό του φίλο να του παίρνει ακόμα ένα πρωτάθλημα -όχι με κάποιο μεγαθήριο- αλλά με την μικρούλα Μπλάκμπερν το 1995, ως το απόλυτο αουτσάιντερ κόντρα στο μεγάλο φαβορί. Ήταν τέτοια μάλιστα η έκπληξη του Φέργκιουσον για εκείνο τον χαμένο τίτλο, που τον είχε παρομοιάσει με τον άθλο του αλόγου Devon Loch, που απ’τα αζήτητα -και κόντρα σε όλα τα προγνωστικά- είχε πάρει το πρωτάθλημα στους αγώνες του 1956. Η αγάπη άλλωστε του Σερ Άλεξ για τα άλογα είναι πασίγνωστη.

Την επομένη της κατάκτησης, ο Φέργκι τηλεφώνησε στον Κένι. Σκασμένος, αλλά με μεγάλο θαυμασμό γι’αυτό που είχε συμβεί, του ανέφερε την ιστορία του διάσημου αλόγου των 50s για να τον πειράξει αλλά και για να ηρεμήσει και ο ίδιος, ακούγοντας κάποιο απ’ τα διάσημα αστεία του Νταλγκλίς. «Αποκλείεται να μην είχε ποντάρει ο πατέρας σου μια λίρα στο Devon Loch και αποκλείεται και εσύ να μην είχες ποντάρει έστω μια λίρα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος απ’την ομάδα μου», δηλώνοντας ξεκάθαρα την έκπληξή του και πως ουσιαστικά ήταν καθαρά θέμα τύχης εκείνη η πρωτιά. «Το Devon Loch δεν το γνωρίζω, αλλά την λίμνη του Λοχ Νες την ξέρω καλά και φαντάζομαι πως κάπου εκεί σας πνίξαμε», του απάντησε χαμογελώντας ο Νταλγκλίς, πριν του ευχηθεί καλή συνέχεια και καλές διακοπές. Άλλωστε γνώριζε πως η Γιουνάιτεντ θα επέστρεφε και πάλι -πολύ σύντομα μάλιστα- στους τίτλους. Πλέον ήταν ολοφάνερο. Η κόντρα είχε εξελιχθεί σε κάτι (περίπου) σαν εκείνη την κόντρα ανάμεσα στους δύο γέρους του Muppet Show, με το ποδόσφαιρο να δίνει πάντα καλές αφορμές για θανατηφόρες ατάκες ανάμεσα στους δύο άντρες.

Λίγο καιρό πριν, όταν η Λίβερπουλ έδωσε το όνομα του Βασιλιά Νταλγκλίς στην Main Stand στο Άνφιλντ, τιμώντας με αυτό τον τρόπο τον κορυφαίο παίκτη που φόρεσε ποτέ την φανέλα της, πολλοί νεαροί φίλοι της ομάδας είδαν με πολύ κακό μάτι την παρουσία του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον στο γήπεδο, παρέα με τον Σερ Μπόμπι Τσάρλτον, και αρκετά κοντά σε Θρύλους της δικής τους ομάδας. Αρκετοί δεν κατάλαβαν (ή δεν ήθελαν να καταλάβουν) πως εκείνη τη στιγμή, σε μια σπουδαία μέρα για τον Νταλγκλίς, την οικογένειά του αλλά και τον οργανισμό μιας τόσο σπουδαίας ομάδας όπως η Λίβερπουλ, έπρεπε να βρίσκεται εκεί και ο μεγαλύτερος «εχθρός» του. Εκτός όλων των άλλων. Όταν μιλάμε άλλωστε περί αθλητισμού, έχει τεράστια σημασία και ο «εχθρός» μας. Ο αντίπαλός μας. Αυτός που μας κάνει καλύτερους. Αυτός που μας δίνει τεράστια χαρά όταν τον κερδίζουμε. Αυτός που μας πονάει όταν μας κερδίζει. Χωρίς αυτόν δεν θα χαιρόμασταν με την ίδια ένταση το άθλημα που γουστάρουμε να υποστηρίζουμε. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχαμε, όπως υπάρχουμε. Πολλές φορές θα μας κερδίσει δίχως να το αξίζει. Δεν πειράζει. Το ίδιο θα κάνουμε και εμείς μια επόμενη φορά. Αυτό το «μίσος» και αυτή η κόντρα, υπάρχουν και πρέπει να κρατούν για όση ώρα διεξάγεται η κάθε αναμέτρηση, και μετά απλά να χάνονται, δίνοντας τη θέση τους σε άλλα συναισθήματα. Σπάνια συναισθήματα σαν αυτά που βίωσαν μέσα απ’ την κόντρα τους για -σχεδόν- 40 χρόνια και αυτοί οι δύο σπουδαίοι άνθρωποι του ποδοσφαίρου.

Μεταγραφή μετά από Απαίτηση

  [19 Σχόλια]

Έκλεισε λοιπόν νωρίς-νωρίς το μεγάλο ντιλ της μεταγραφικής περιόδου του Ιανουαρίου. Ο Φελίπε Κουτίνιο πήγε από τη Λίβερπουλ στη Βαρκελώνη για περίπου €160Μ. Αν σας αρέσει αυτή η κίνηση και δε θέλετε κάποιος να σας χαλάσει τη διάθεση, μπορείτε να σταματήσετε την ανάγνωση εδώ. Ο γράφων από το καλοκαίρι δεν ήταν ιδιαίτερα θερμός στη μεταγραφή Κουτίνιο στην Μπαρσελόνα, πόσο μάλλον τώρα, με τις συνθήκες και τα δεδομένα υπό τα οποία έγινε.

Κατ’ αρχάς να εξηγήσω το γιατί δεν τον ήθελα από τον Αύγουστο. Ο Κουτίνιο είναι ένας πάρα πολύ καλός παίχτης σε ιδανική ηλικία. Επιπλέον πια είναι αρκετά ψημένος. Προέρχεται από μεγάλη σχολή, έχει ντρίπλα, ένας εναντίον ενός, πάσα, στημένα, υποδοχή σε 360º (ορολογία Τσάβι), κάθετη κίνηση και συμπαθητικά τελειώματα. Υπέροχος παίχτης να τον βλέπεις. Όμως τραυματίζεται συχνά, δεν πρεσάρει σωστά, δεν έχει διάρκεια το παιχνίδι του και η καλή του θέση είναι έξω αριστερά ώστε να συγκλίνει προς τα μέσα. Στη Μπαρσελόνα τον κοίταξαν για αντικαταστάτη του Νεϋμάρ, που θα ήταν πιο σωστή η κίνηση, αλλά τελικά έμεινε ότι αυτός θα είναι ο αντικαταστάτης του Ινιέστα.

Από εδώ ξεκινάνε τα σοβαρά προβλήματα. Αρχικά το αγωνιστικό. Η Μπαρσελόνα αναζητεί αντικαταστάτη του Ινιέστα που πλέον είναι κλεισμένα 33. Ο δον Ανδρές μπορεί να δίνει 60-70 λεπτά διάλεξη σε κάθε του παιχνίδι, αλλά τόσο αντέχει και όχι Τετάρτη-Κυριακή. Η μεταγραφή έπρεπε να είναι παίχτης σταρ για να αντικαταστήσει τον καλύτερο ίσως παίχτη που έβγαλε η Ισπανία. Ή τελείως αχρείαστη, διότι η καλή θέση του Σέρζι Ρομπέρτο είναι αυτή ακριβώς. Και όσες φορές έχει παίξει εκεί και όχι δεξί μπακ έχει κάνει παπάδες τα τελευταία δύο χρόνια. Επίσης ο Κουτίνιο στη Λίβερπουλ δεν έκανε τα καλύτερά του ματς στον άξονα αλλά στα αριστερά. Η θέση του Ινιέστα είναι τρομερά απαιτητική τόσο επιθετικά όσο και στην κάλυψη. Επαναλαμβάνω, αν δεν είχε αποκτηθεί ο *πρώην ρεκόρ μεταγραφής για το σύλλογο* Ντεμπελέ, η κίνηση είχε μεγάλο αγωνιστικό νόημα, τώρα είναι πρόβλημα για το Βαλβέρδε.

Παράδειγμα του που κινείται ο Κουτίνιο από ματς με τη Σουόνσι

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ο Γενάρης. Η Μπαρσελόνα είχε κολλήσει στο πρόσωπο του Κουτίνιο, δεν υπήρχε άλλος για το κέντρο, από το καλοκαίρι. Ειδικά μετά τη μεταγραφή Νεϋμάρ που όλος ο κόσμος ήξερε το τι είχε μπει στο ταμείο της Μπάρσα, ο καθένας ζήταγε ό,τι ήθελε. Η Λίβερπουλ ζήτησε αναμενόμενα τη Σαγράδα Φαμίλια και το ντιλ δεν έκλεισε. Η Μπαρσελόνα συνέχισε να πιέζει τόσο τον παίχτη όσο και το σύλλογο να γίνει η μεταγραφή. Ο παίχτης όμως χρησιμοποιήθηκε στο Τσάμπιονς Λιγκ από τον Κλοπ. Η λογική λέει ότι η Μπαρσελόνα θα το άφηνε ως το καλοκαίρι και θα προσπαθούσε να κλείσει τον παίχτη πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Όχι όμως, τώρα το Γενάρη, μεταγραφή ρεκόρ με 160Μ παίχτη που δεν έχει δικαίωμα να παίξει στο Τσάμπιονς Λιγκ όταν η Μάντεστερ Σίτυ θα αγοράσει με 35-40Μ τον Αλέξις Σάντσες που θα μπορεί να παίξει.

Και εδώ περνάμε στο οικονομικό. Το καλοκαίρι η Μπαρσελόνα έγινε περίγελος όταν ακύρωσε τελευταία στιγμή την κλεισμένη μεταγραφή του Σέρι της Νις για €40Μ. Για αγωνιστικούς λόγους είπαν τότε, κάνοντάς το να φαίνεται πιο γελοίο, αλλά δεν έβγαιναν τα κουκιά. Ούτε έδωσαν τα €33Μ για τον Ινίγκο Μαρτίνεθ που ζητούσε ο Βαλβέρδε. Τώρα όμως, έχοντας κάνει τη μεταγραφή του Ντεμπελέ και του Παουλίνιο και χωρίς να έχει αποχωρήσει απολύτως κανένας έδωσαν €160Μ για τον Κουτίνιο, πηγαίνοντας στο 84% των εσόδων τα έξοδα για μεταγραφές και συμβόλαια, ανατινάζοντας το ΦΦΠ. Η διαχείριση των παιχτών από τη διοίκηση είναι απαράδεκτη, με πιο κραυγαλέες περιπτώσεις αυτές του Αρντά (7ο μεγαλύτερο συμβόλαιο), που η Άρσεναλ έδινε €40Μ τον προηγούμενο Γενάρη και δεν πωλήθηκε, και του Αντρέ Γκόμες, που πάλι είχαν πρόταση €35Μ και τον κράτησαν. Τώρα πρέπει να φύγουν τουλάχιστον 4 παίχτες.

Και κλείνω με το πιο εξοργιστικό. Η προσκόλληση στο πρόσωπο του Κουτίνιο από το καλοκαίρι έσκασε ξαφνικά μετά τη φυγή Νεϋμάρ. Όπως και το όνομα του Παουλίνιο. Η μεταγραφή Παουλίνιο συμφωνήθηκε, πάγωσε, και έγινε σχεδόν στο τέλος, όταν πια έγινε σαφές ότι ο Κουτίνιο δε θα παρουσιαζόταν στο Καμπ Νόου το 2017. Εντελώς τυχαία να πω ότι με τη φυγή Νεϋμάρ η Μπαρσελόνα, το ποδοσφαιρικό διαμάντι της ΝΙΚΕ, έμενε χωρίς Βραζιλιάνο διεθνή στο ρόστερ της σε χρονιά Μουντιάλ (μην μου πει κάποιος για το Ραφίνια παρακαλώ). Η Βραζιλία (φυσικά ΝΙΚΕ, ολόκληρο σκάνδαλο είχε γίνει) είναι σπουδαία ποδοσφαιρική αγορά και η πιο δημοφιλής εθνική. Σημειώνω ότι και ο Ντεμπελέ είναι ΝΙΚΕ, τόσο ο ίδιος, όσο και η Γαλλία. Έγινε η μεταγραφή Παουλίνιο, αλλά η ΝΙΚΕ ζητούσε σταρ. Η διοίκηση Μπαρτομέου που δεν έχει πει ποτέ όχι σε χορηγό σκίστηκε να ικανοποιήσει την εταιρεία που παίρνει αρκετά πίσω από την αύξηση στην προσφορά για τη φανέλα που είχε κάνει. Ο Κουτίνιο είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να υπάρξει στη Μπαρσελόνα μετά τον Νεϋμάρ και αυτό έπρεπε, λόγω ΝΙΚΕ, να γίνει πριν το Μουντιάλ.

Οφ σάιντ γράφει στα Καταλανικά πίσω

Η διοίκηση Μπαρτομέου έχει πρωταρχικό άγχος να φτάσει τον κύκλο εργασιών του συλλόγου στο €1 δις. Όταν επανεκλέχτηκε, πολλοί οπαδοί μίλησαν για «Μαδριλενοποίηση» της Μπαρσελόνα. Ακόμα και αυτό ισχύει εν μέρει. Ναι, πλέον αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως αθλητική επιχείρηση και όχι ως ομάδα ο σύλλογος Μπαρσελόνα, όμως δε γίνονται μεταγραφές γκαλάκτικος για να πουλήσουμε φανέλες χωρίς αγωνιστική λογική. Γίνονται μεταγραφές μετά από υπόδειξη των χορηγών. Παράλληλα, επειδή αυτό το μπραντ πούλαγε τόσα χρόνια, συνεχίζεται η ρητορική για το ποδόσφαιρο βάσης και τη Μασία ενώ πράττουν ακριβώς τα αντίθετα. Φυσικά να υπάρξουν σταρ και μεγάλες μεταγραφές. Πάντα γινόταν. Απλώς ήταν 2-3 και πλαισιώνονταν από (καλούς) ντόπιους. Τώρα κοιτάμε μόνο αγορές, χωρίς κανένα αγωνιστικό πλάνο. Ακόμα και ο προπονητής επιλέχθηκε με κριτήριο να είναι ο καλύτερος διαθέσιμος, αλλά από εκείνους που δε θα πηγαίνουν και πολύ κόντρα στη διοίκηση και θα δουλεύουν με ότι τους δίνει. Πραγματικά ίσως ο Βαλβέρδε μετά τον Αντσελότι να είναι ο καλύτερος σε αυτό.

Ως οπαδός της Μπαρσελόνα από την εποχή των 0 ευρωπαϊκών με ενοχλεί όλη αυτή η στροφή. Και δε μιλάω για τα χρήματα. Αυτά απλώς είναι περισσότερα σε ένα ποδόσφαιρο που έχει γίνει λίγο σόου μπιζ. Με ενοχλεί η λειτουργία του συλλόγου ως αθλητική επιχείρηση χωρίς καμία επαφή με το αγωνιστικό κομμάτι. Ειδικά όταν ο τοπικός αθλητικός τύπος έχει γίνει «τίτλοι, τίτλοι, τίτλοι», ενώ συνεχίζει να πουλάει Μασία. Εκείνο όμως που με εξοργίζει είναι οι διοικούντες να μην έχουν καν τον πρώτο λόγο στην όλη μπίζνα. Δηλαδή η Μαδριλενοποίηση να είναι βελτίωση.

Μια μικρή ιστορία για την Φωλιά της Μίλγουολ

  [4 Σχόλια]

Φεβρουάριος του 2012. Ανατολικό Λονδίνο. Άπτον Παρκ. Αν θυμάμαι καλά ήταν Σάββατο πρωί, γύρω στις 11, και η Γουέστ Χαμ ήταν πανέτοιμη να υποδεχτεί την Μίλγουολ για τον β’ γύρο της Τσάμπιονσιπ. Εννοείται πως οι αστυνομικές δυνάμεις βρίσκονταν σε επιφυλακή όπως κι όλος ο απλός κόσμος που ζει γύρω, και αρκετά κοντά, στο γήπεδο. Η σημαντική αναμέτρηση είχε διεξαχθεί λίγες μέρες μετά τον θάνατο του θρύλου των «σφυριών», Έρνι Γκρέι και -όπως ήταν λογικό- μας είχε χαρίσει μια φοβερή ποδοσφαιρική στιγμή αποχαιρετισμού για κάποιον τόσο σπουδαίο. Στα αξιοπερίεργα, το γεγονός πως το πέταλο φιλοξενούμενων του γηπέδου δεν είχε ανοίξει. Μάλιστα οι οπαδοί  της Μίλγουολ που είχαν πάει στο γήπεδο, είχαν βρεθεί στο δεύτερο διάζωμα. Αρκετά μακριά δηλαδή απ’ τον αγωνιστικό χώρο. Με αυτά άλλωστε δεν είναι να παίζεις. Φαντάζομαι τον διεθνή τερματοφύλακα των «σφυριών» Ρόμπερτ Γκριν, πόση ανακούφιση θα αισθάνθηκε όταν μπήκε στο γήπεδο και ένιωσε την απουσία τους, στην πλάτη του. Δευτερόλεπτα, μετά τη σέντρα βέβαια, και για να μην χαλάμε και τις ωραίες παραδόσεις, καμιά δεκαριά απ’ τους σκληρότερους οπαδούς των φιλοξενουμένων, κατέβηκαν ήσυχα και στρογγυλοκάθισαν -δίχως να ενοχλήσουν ούτε για μια στιγμή κάποιων εκ των σεκιούριτι ασφαλείας- στην άδεια κερκίδα. Ήταν η στιγμή τους. Μιλάμε άλλωστε για τους οπαδούς της Μίλγουολ. Τους σκληρότερους οπαδούς σε ολόκληρη την Αγγλία. Απλά να πω, πως εκείνη τη μέρα με τη φανέλα των Λονδρέζων είχε αγωνιστεί και ένας γεματούλης, ξανθός επιθετικός με το όνομα Χάρι Κέιν.

Στο βιβλίο «Hoolifan: 30 χρόνια αρρώστια», που κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’τις εκδόσεις ‘Απρόβλεπτες’ και με έκανε να θυμηθώ την παραπάνω ιστορία, ο συγγραφέας κάπου στο δεύτερο κεφάλαιο γράφει: «Αλλά υπήρχε και η Μίλγουολ. Το όνομά της και μόνο αρκούσε για να κάνει την πιέτα πάνω στο Ben Sherman σου να σηκωθεί όρθια. Οι οπαδοί της ήταν οι πιο τρομαχτικοί, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, αυτό οφειλόταν στον φόβο του αγνώστου. Η Μίλγουολ αγωνιζόταν στις κατώτερες κατηγορίες κι έτσι οι ομάδες της Α’ Εθνικής σπάνια διασταυρώνονταν μαζί της. Εάν η ομάδα σου είχε την ατυχία να κληρωθεί μαζί της σε κάποια από τις διοργανώσεις των κυπέλλων, όλως αιφνιδίως, θα «απογοητευόσουν» που δεν θα μπορούσες να πας επειδή θα είχες «ήδη κλείσει» μια εκδρομή με την γκόμενά σου ή τους γονείς σου. Τα μεγαλύτερα παιδιά θυμόντουσαν εντελώς ξαφνικά ότι το Σάββατο ήταν απολύτως υποχρεωτικό να δουλέψουν υπερωρία. Η εκδρομή στο Μίλγουολ ήταν απαγορευμένη».

O βασικός συγγραφέας είναι ο Μάρτιν Νάιτ (ένας εκ των δύο Μάρτιν που υπογράφουν το βιβλίο – ο άλλος είναι ο Μάρτιν Κινγκ). Ένας ανάμεσα στους πιο σκληρούς οπαδούς της Τσέλσι στα 70s και τα 80s. Ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ένας καθημερινός άνθρωπος της εργατικής Τάξης με χόμπι να ακολουθεί την ομάδα του -σχεδόν- παντού και να τσακώνεται, πάντα με τα χέρια, με τους αντίπαλους οπαδούς. Κάποιος δηλαδή που έζησε την αντιπαλότητα αλλά και τον σεβασμό που υπήρχε ανάμεσα στους οπαδούς των δύο ομάδων και φυσικά την «κόλαση» που βίωναν οι αντίπαλοι παίκτες, και οπαδοί, όταν περνούσαν τις πόρτες του παλιού The Den. Του πιο εχθρικού δηλαδή γηπέδου στην Αγγλία. Εξ ου και ο τίτλος Hoolifan και όχι Hooligan. Οι ιστορίες που ακολουθούν τους οπαδούς της Μίλγουολ από εκείνα τα χρόνια είναι πάρα πολλές και αρκετά σκληρές και σκοπός αυτού εδώ του κειμένου δεν είναι να επικροτήσει τη βία αλλά να ρίξει μια ματιά και σε αυτή την πλευρά που -δυστυχώς- υπάρχει και θα υπάρχει. Απ’ τις πιο γνωστές ιστορίες για την τρέλα που επικρατούσε στο γήπεδο της Μίλγουολ, προς τους επισκέπτες, είναι αυτή με τον σπουδαίο Γκάρι Λίνεκερ όταν έπαιζε με τα χρώματα της Λέστερ, την περίοδο 1984-1985.

19 Φεβρουαρίου του 1985 η Λέστερ, που αγωνίζεται στην Α’ Κατηγορία, θα ταξιδέψει στο The Den για να αντιμετωπίσει την Μίλγουολ για τον 5ο γύρο του Κυπέλλου. Στους Λονδρέζους αγωνίζονται «σεσημασμένοι κακοποιοί» όπως ο Άλαν ΜακΛίρι, ο Κιθ Στίβενς, ο Στηβ Λόουντες, ο Τζον ο Φασάνου και φυσικά ο Σκοτσέζος επiθετικός Κέβιν Μπρέμνερ. Επίσης για καλή τύχη της Λέστερ ο Τέρι ο Χάρλοκ δεν έχει φορέσει ακόμα την φανέλα των «λιονταριών». H Μίλγουολ αγωνίζεται στην Γ’ Κατηγορία και όπως είναι λογικό δεν είναι το φαβορί για την  πρόκριση. Η ομάδα του Τζόρτζ Γκρέιαμ όμως έχει τη λύση. Όχι φυσικά με το ποδόσφαιρο και την ποιότητά της. Στην εξέδρα επικρατεί πανικός, με τους οπαδούς να βρίσκονται μια ανάσα απ’ τις γραμμές του γηπέδου και -σχεδόν- να απειλούν τους ποδοσφαιριστές της Λέστερ. Οι ποδοσφαιριστές της Μίλγουολ παίζουν σκληρά και αντιαθλητικά με το μήνυμα να είναι ξεκάθαρο «Ή εμείς ή κανένας». Σε μια άκρως «φιλική» κίνηση, εκείνη τη μέρα τα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων δεν είχαν νερό και τα παράθυρα ήταν κλειστά και δεν άνοιγαν. O Ρομπ Κέλι, αμυντικός της Λέστερ, χρόνια αργότερα θα δηλώσει: «Δεν ήταν δυνατόν να τους κερδίσει κανείς εκείνη τη μέρα. Ακόμα και η σπουδαία Λίβερπουλ της εποχής δεν μπορώ να σκεφτώ αν θα έβρισκε τον τρόπο για να φύγει από εκεί με την πρόκριση». Ο Λίνεκερ, που εκείνη την σεζόν είχε βγει πρώτος σκόρερ στην Α’  Κατηγορία με 24 τέρματα, αποφασίζει να μην σκοράρει, φοβούμενος για την σωματική του ακεραιότητα μιας και τα μαρκαρίσματα που δέχεται είναι στα όρια όχι της κόκκινης κάρτας αλλά της ποινής φυλάκισης, με την Μίλγουολ να παίρνει εν τέλει και την σπουδαία πρόκριση για τον επόμενο γύρο. Η «φωλιά» της Μίλγουολ είχε κάνει γι’ ακόμα μία φορά το «θαύμα» της.

Και επειδή η ιστορία συνεχώς επαναλαμβάνεται (τετριμμένο αλλά ισχύει), η Λέστερ γνώρισε ακόμα έναν αποκλεισμό απ’ τη Μίλγουολ τη σεζόν 2016-2017 και πάλι για το κύπελλο, και πάλι για τον 5ο γύρο, και πάλι στο νέο The Den (τη νέα «φωλιά» της ομάδας), και πάλι τον μήνα Φεβρουάριο. Τα «λιοντάρια» έπαιζαν και τότε στην Γ’ κατηγορία, με την Λέστερ να είναι πρωταθλήτρια Αγγλίας και να βρίσκεται στα νοκ-άουτ του Τσάμπιονς Λιγκ. Το μήνυμα ήταν και τότε ξεκάθαρο «Μπορεί να είμαστε ένα μάτσο χάλια αλλά οι πρωταθλητές Αγγλίας δεν θα περάσουν απ’ την έδρα μας». Το τελικό 1-0 βρήκε την Μίλγουολ θριαμβεύτρια και εκατοντάδες οπαδοί της μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο μετά το τελευταίο σφύριγμα για να αποθεώσουν τους ήρωές τους υπό τους ήχους του Rockin’ all over the world των Status Quo που έπαιζε απ’ τα ηχεία του γηπέδου, με όλους αυτούς που παρέμειναν στις θέσεις τους να το τραγουδούν όλοι μαζί, φέρνοντας στο μυαλό εικόνες απ’ το διάσημο φεστιβάλ του Donnington. Οι εικόνες έφιππων αστυνομικών να εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο για να διαλύσουν το μανιασμένο πλήθος δεν είχαν καμία σχέση με το σύγχρονο Αγγλικό ποδόσφαιρο των ημερών μας και είχαν σοκάρει πολλούς. Aλλά για στάσου μια στιγμή βρε αναγνώστη, εδώ μιλάμε για την Μίλγουολ.

Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 οι φανατικοί οπαδοί των φιλοξενούμενων είχαν την τάση να μαζεύονται στο πέταλο των γηπεδούχων, συνήθως με άσχημα αποτελέσματα και για τους δύο, μιας και το ξύλο έπεφτε με το τσουβάλι. Ποδοσφαιρικά πέταλα όπως αυτό της Φούλαμ αλλά και της ΚΠΡ ήταν απ’ τα πιο φιλικά, μιας και συνήθως κανένας απ’ τους γηπεδούχους δεν έμπαινε στη διαδικασία να τα βάλει με τους εισβολείς, παρά ελαχίστων εξαιρέσεων που μέσα σε μερικά λεπτά είχαν καταλάβει το λάθος τους και την είχαν κάνει για πιο ήσυχες θύρες. Αν κατάφερνες να πάρεις το πέταλο του αντιπάλου είχες κάνει μια τεράστια οπαδική νίκη και αυτόματα, εκτός του τρόμου που προκαλούσες, κέρδιζες και τον απόλυτο σεβασμό για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν. Μετά απ’ αυτό, δεν σε ένοιαζε ακόμα κι αν η ομάδα σου έχανε με ένα πολύ βαρύ σκορ. Στο Μίλγουολ, οι φίλοι της ομάδας είναι οι μοναδικοί που μπορούν ακόμα και σήμερα να υπερηφανεύονται πως δεν έχασαν ποτέ το πέταλό τους, από κανένα πυρήνα φανατικών αντιπάλων οπαδών. Ακόμα κι απ’ αυτούς της Τσέλσι στα 70s και τα 80s.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των The Last Shadow Puppets.