Χαμένοι στη μετάφραση των αριθμών ή μήπως όχι

  [10 Σχόλια]

Αν υπάρχει κάτι για το οποίο πραγματικά  χαίρομαι φέτος στην Πρέμιερ Λιγκ είναι πως οι ομάδες που βρίσκονται στην πρώτη τετράδα του βαθμολογικού πίνακα είναι ομάδες που παρουσιάζουν ελκυστικό, και επιθετικό, ποδόσφαιρο. Σίγουρα το βασικό ζητούμενο, για όλους, είναι η νίκη και οι βαθμοί, αλλά όταν αυτά συνδυάζονται και με όμορφο παιχνίδι τότε όλα γίνονται πολύ καλύτερα. Ελπίζω να συμφωνούμε. Και αν από τις Σίτι και Λίβερπουλ λίγο-πολύ το περιμέναμε, δεν μπορούμε, οι περισσότεροι τουλάχιστον, να πούμε το ίδιο για τις Λέστερ και Τσέλσι. Προσωπικά περίμενα όμορφο ποδόσφαιρο από την Λέστερ (το έχουμε γράψει άλλωστε σε φετινά κείμενα για την ομάδα) ως φυσική συνέχεια της περσινής ομάδας, με τον Ρότζερς στον πάγκο. Από την Ουαλία άλλωστε, και την δική του «Σουονσαλόνα» μας έχει συνηθίσει σε αυτό, αλλά δεν περίμενα την εξαιρετική της βαθμολογική θέση σε αυτό τουλάχιστον το χρονικό σημείο. Βασικά, νομίζω, πως κανένας δεν το περίμενε. Απ’ την άλλη, όσο και αν λατρεύω τον Φράνκι Λάμπαρντ ως ποδοσφαιρική φυσιογνωμία, και το ποδόσφαιρο της δικής του Τσέλσι, δεν περίμενα επίσης τόσο γρήγορα καλά αποτελέσματα σε μια καινούργια μάλιστα ομάδα. Με ένα σωρό νέους, και άπειρους, ποδοσφαιριστές, και με αρκετά προβλήματα στο κέντρο της αμυντικής της γραμμής και κατ’ επέκταση, στην αμυντική της λειτουργία. Ασχέτως αν οι βάσεις για όμορφο θέαμα είχαν μπει από πέρσι με τον Σάρι στον πάγκο της.

Η Λίβερπουλ κέρδισε και την Σίτι για την 12η αγωνιστική, στο μέχρι τώρα παιχνίδι της σεζόν, αύξησε την μεταξύ τους διαφορά στους 9 βαθμούς, και παραμένει αήττητη, και πρώτη, στον βαθμολογικό πίνακα. Ένα ερώτημα πλανάται όμως πάνω από το Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι η καλύτερη ομάδα; Με βάση τα xStats η απάντηση είναι ίδια με εκείνη που πήρες πρόσφατα όταν ρώτησες την όμορφη κοπέλα που γνώρισες, σε κοινή παρέα, αν θέλει να βγείτε μόνοι σας. Όχι. «Μα είναι αήττητη». «Μα παίζει εξαιρετικά». «Μα κέρδισε την Σίτι με 3-1» (και ας έλειπαν τα 3/4 της άμυνας της ομάδας του Πεπ): θα πει αρκετός κόσμος και σίγουρα αυτά τα λόγια δεν θα έπρεπε να κρύβουν καμία αμφισβήτηση στο +9. Εννιά ολόκληροι βαθμοί. Κι όμως. Αυτό συμβαίνει. Ας δούμε μερικούς αριθμούς. Η ομάδα του Κλοπ έχει σκοράρει σε 12 παιχνίδια: 28 γκολ και έχει δεχτεί 10 έχοντας μαζέψει ήδη 34 βαθμούς. Στα «ειδικά στατιστικά» θα έπρεπε να έχει σκοράρει 24.37 γκολ, να έχει δεχτεί 11.74 και, το σημαντικότερο, να έχει μαζέψει 23.92 βαθμούς. Για να το καταλάβετε καλύτερα, η ομάδα που, εδώ και χρόνια, πολλοί έχουν βγάλει ακόμα και από το τηλεοπτικό τους πρόγραμμα, και κατά γενική ομολογία δεν παρουσιάζει καλό ποδόσφαιρο, μιας και δεν διανύει τις καλύτερες μέρες της, η 7η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, έχει xPoints 23.22. Πόσους βαθμούς έχει μαζέψει; Μόλις 16.

Η Σίτι, απ’ την άλλη, έχει σκοράρει 35 γκολ, έχοντας xGoals 37.58, έχει δεχτεί 13 γκολ έχοντας xGA 13.48 και έχει μαζέψει 25 βαθμούς έχοντας xPoints 28.28, σχεδόν στο +5 δηλαδή από την ανίκητη (κυριολεκτικά) Λίβερπουλ. Βάσει αριθμών, αλλά και απόδοσης για όσους δεν χάνουν παιχνίδι της (είμαι ένας από αυτούς) είναι η καλύτερη ομάδα του πρωταθλήματος. Το ίδιο συνέβη και πέρσι που κέρδισε τελικά το πρωτάθλημα. Ήταν η καλύτερη ομάδα. Ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει. Η Λίβερπουλ φυσικά και είναι μια ομάδα που χαίρεται να βλέπει ο θεατής και που κάνει, και φέτος, πορεία πρωταθλητισμού αλλά η Σίτι παραμένει και φέτος καλύτερη. Ποιοτικότερη. Με μεγαλύτερο βάθος.

Αυτό βέβαια που κάνει τους φίλους των «κόκκινων» να τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση, είναι πως βρίσκονται στο +9, και έχουν ήδη αγωνιστεί με τις δύο ομάδες του Μάντσεστερ, την Τότεναμ, την Άρσεναλ, την Τσέλσι και την Λέστερ. Λογικό λοιπόν τα xStats της ομάδας του Κλοπ να μην βρίσκονται σε επίπεδα Σίτι, όταν το 50% των αγώνων της είναι, θεωρητικά, ντέρμπι. Πόσους βαθμούς δεν πήρε από αυτούς που μπορούσε σε αυτά τα έξι (6) παιχνίδια; Μόνο δύο. Απ’ την Γιουνάιτεντ. Σε πόσα ήταν πραγματικά καλύτερη με βάση τα xStats; Μόλις στα τρία (3) από αυτά. Με Άρσεναλ. Τότεναμ και Λέστερ  Αυτό που θέλω λοιπόν να πω είναι πως δεν μπορούν να βγουν ακόμη ασφαλή συμπεράσματα μιας και δεν έχουν παίξει όλοι με όλους, και ο πρώτος γύρος δεν έχει τελειώσει, κάτι που αλλοιώνει, κατά πολύ μάλιστα, τον βαθμό δυσκολίας στο σύνολο, και φυσικά τις μετρήσεις, ειδικών αλλά και μη ειδικών στατιστικών.

Στο πρόσφατο παιχνίδι του Άνφιλντ βάσει των xStats οι δύο ομάδες ήταν, πάνω-κάτω, στα ίδια και αν κάποιος άξιζε να πάρει ίσως ένα μεγαλύτερο κομματάκι της πίτας, αυτός ο κάποιος δεν ήταν σίγουρα η Λίβερπουλ. 1.23 xPoints είχαν οι «κόκκινοι», και 1.48 οι «πολίτες». Και πέρσι, βάσει των xStats, η Λίβερπουλ δεν ήταν τόσο ισάξια των «πολιτών», όπως πολλοί θεωρούσαν και θεωρούν, ασχέτως αν τερμάτισε μόλις στο -1 από την πρωταθλήτρια ομάδα του Γκουαρδιόλα.  Στα xStats είχε -8 βαθμούς διαφορά απ’ την ομάδα του Μάντσεστερ. Τι σημαίνει αυτό με απλά ελληνικά; Μα πως η Λίβερπουλ στο περσινό πρωτάθλημα ξεπέρασε τον εαυτό της. Κέρδισε ακόμα και την στατιστική, και πάλι πρωτάθλημα δεν πήρε. Αυτό συνέβη γιατί πολύ απλά η Μάντσεστερ Σίτι ήταν, όχι καλύτερη, αλλά ένα επίπεδο πάνω ακόμα και από τη Λίβερπουλ. Μέχρι να τελειώσει ο πρώτος γύρος το τοπίο θα έχει καθαρίσει περισσότερο μιας και η Σίτι, στα χαρτιά, έχει δυσκολότερο πρόγραμμα απ’ ότι η Λίβερπουλ και αν η διαφορά δεν μειωθεί, ή αυξηθεί περισσότερο, τότε ίσως αρχίσουμε να μιλάμε για την ομάδα που θα πάρει το πρωτάθλημα από την Σίτι έχοντας χειρότερους αριθμούς από αυτή, μπαίνοντας σε νέες συζητήσεις περί «καλύτερων» και πως ερμηνεύεται τελικά αυτός ο καλύτερος.

Αν συμβεί κάτι τέτοιο μην σας φανεί και τόσο παράξενο. Το έχουμε ξαναδεί, πολύ πρόσφατα μάλιστα, τόσο στο πρωτάθλημα της Λέστερ, το 2016, όπου και θα έπρεπε να είχε τερματίσει στην 4η θέση, βάσει των xPoints, αλλά και σε αυτό του 2017, της Τσέλσι, με την Σίτι να είναι πολύ ανώτερη στα xStats. O κόσμος φυσικά θα θυμάται -και καλά θα κάνει- το μανιασμένο 4-4-2 του Ρανιέρι με τους «φτωχούς» και άσημους «καμικάζι» του, σε μια ομάδα που μετά την 10η αγωνιστική ξέραμε όλοι ακόμα και το χρονικό σημείο που θα γίνουν οι αλλαγές του προπονητή της, και ποιες θα ήταν αυτές, αλλά και εκείνο το εκνευριστικό (για τον αντίπαλο) 3-4-3 του Κόντε, στο β’ ημίχρονο με την Άρσεναλ, που τον γλίτωσε από τον διασυρμό (για αρχή), χαρίζοντας στην συνέχεια στους «μπλε» ένα επικό πρωτάθλημα.

Και αν ρωτάτε εμένα (που λατρεύω τους αριθμούς και το έχω γράψει πολλές φορές) θα σας πω πως προτιμώ να χαζεύω τις τακτικές των προπονητών, προσπαθώντας να τις καταλάβω, και τις μικρές στιγμές μαγείας που γίνονται γκολ, και ας μετρώνται κάποιες από αυτές με 0.10 xGoals. Σαν τον Μέσι βρε παιδί μου που είναι τόσο μάγος, κάνοντας πολλές φορές μπάσκετ το ποδόσφαιρο, που σκοράρει τρία (3) γκολ ενώ έχει xGoals 0.90 και η Μπάρσα βάζει τέσσερα (4) στην Θέλτα με xGoals 1.50. «Έλα Λίο σήκω λίγο ρε φίλε να εκτελέσεις ένα φάουλ και μετά άραξε πάλι». Κι αν σηκωθεί ο Μάκης στο καφενείο του Μπάμπη, από το δίπλα τραπέζι, ενώ ο καφενές απολαμβάνει ΠΑΟΚ-Λάρισα, και σου πει: ναι αλλά η Μπάρσα θα το πληρώσει αυτό στα νοκ άουτ του Τσάμπιονς Λιγκ, να του πεις με την σειρά σου πως: η Σίτι του Πεπ δεν έχει φτάσει ακόμα στους ημιτελικούς και να τον κεράσεις και μια μπύρα..

Για να το κλείσω. Όσο και αν λατρεύω τους αριθμούς, προτιμώ να ασχοληθώ περισσότερο με τα τακτικά τρικ των προπονητών. Αυτά που προσπαθούμε να κατανοήσουμε όσοι αγαπάμε το άθλημα και μπαίνουμε σε ξένες σελίδες για να τα βρούμε και να τα διαβάσουμε αναλυτικότερα, μιας και εδώ δεν υπάρχουν αυτά. Ακόμα και απ’ τον εκφωνητή του αγώνα το μόνο που ακούς είναι τα ονόματα των παικτών και καμιά ιστορία για το τζάκι και όχι κουβέντες περί τακτικής. Φαμπίνιο (παύση), Χέντερσον (παύση), άουτ (παύση). Αυτός εδώ στην κερκίδα είναι ο τριτοξάδερφος του Κόλιν Μπάρλοου που αγωνίστηκε στην Σίτι το ’60 (παύση) Αγουέρο.  Πόσο πoνηρά τράβηξε ο Κλοπ τον Ανχελίνο εκτός πεδίου δράσης του με τον Σαλάχ ως δόλωμα, ξεκουρδίζοντας την, ήδη ξεκούρδιστη, ισορροπία της Σίτι; Πως δεν βρήκε απάντηση ο Γκουαρδιόλα όταν ο Χέντερσον ουσιαστικά έγινε δεξί χαφ στο β’ ημίχρονο, βγάζοντας και την ασίστ για το γκολ του Μανέ που τελείωσε και το παιχνίδι; Τέτοια πράγματα. Ποδοσφαιρικά.

Για την ιστορία η κεφαλιά του Μανέ είχε 0.53% πιθανότητες να γίνει γκολ, βάσει των ειδικών στατιστικών. Μπορεί να πήγαινε όμως και στο δοκάρι, ή άουτ, ή να χτυπούσε σε κάποιο χέρι αμυντικού και να γινόταν πέναλτι (ή μήπως όχι;). Πόσες πιθανότητες είχε να γίνει γκολ, όπως και έγινε, η πανέμορφη φάση που ξεκίνησε με την απίστευτη αλλαγή, σχεδόν 60 μέτρων, του Αλεξάντερ-Άρνολντ για τον Ρόμπερτσον. Η ζυγισμένη σέντρα του Σκοτσέζου και η κεφαλιά  του Σαλάχ; Εδώ σας θέλω. Να σας πω την αλήθεια, δεν με νοιάζει και ιδιαίτερα να το μάθω. Προτιμώ να το χαζέψω ακόμα μία φορά στο διαδίκτυο. Γιατί μέσα σε αυτή την πολλές φορές χαώδη, ποδοσφαιρική, αταξία υπάρχει μια «ανεμοδούρα» που πρέπει να δείξει ένα βορρά, ένα νότο. Το να ψάχνεις συνεχώς την «ανεμοδούρα»  φανερώνει φτωχή φαντασία, ίσως και κακή αντίληψη. Βλέπεις τις περιστροφές αλλά όχι την τάση και την δύναμη αυτής της αταξίας, ψάχνοντας απλά που θα καρφωθεί το βέλος ενώ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αφεθείς στον άνεμο.

Οι 11 της Μνήμης

  [1 Σχόλιο]

Ο Εζεκιέλ Παρίγια, όταν γεννήθηκε ο γιος του, είχε ένα μεγάλο δίλημμα. Έπρεπε να βγάλει στο μωρό κάρτα μέλους της Μπάνφιλντ, συλλόγου που υποστήριζε από παιδί ο ίδιος και όλη του η οικογένεια; Μήπως ήταν μια κίνηση πατριαρχικής επιβολής να τον κάνει μέλος μια κοινότητας χωρίς το παιδί να έχει το δικαίωμα επιλογής; Οι φίλοι του, όλοι από την ίδια γειτονιά και μέλη της Μπάνφιλντ, του έλεγαν να τον αφήσει να διαλέξει. Ο Εζεκιέλ πέρασε κάποια στιγμή έξω από μια εκκλησία όπου γινόταν μια βάφτιση και είπε: Κε κοχόνες! Τόσα πράγματα επιβάλουμε στα παιδιά μας χωρίς να το διαλέξουν. Κατευθύνθηκε στο γήπεδο της Μπάνφιλντ και έβγαλε κάρτα μέλους στο μωρό. «Ας αλλάξει ομάδα όταν μεγαλώσει» είπε.

Στις 3 Οκτωβρίου ο Εζεκιέλ ήταν κεντρικός ομιλητής σε μια πρωτοβουλία του συλλόγου της Μπάνφιλντ. Η πρόεδρος της ομάδας, Λουσία Μπαρμπούτο, έστησε μια πλατφόρμα στο γήπεδο του συλλόγου, Στάδιο Φλορένθιο Σόλα, ώστε να αποκατασταθούν ως μέλη του συλλόγου 11 οπαδοί που είχαν διαγραφεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Βιδέλα. Η ενδεκάδα της τιμής αποτελείτο από τους: «Ελ Τέλα» Βεντούρα, Λιονέλ Σαουμπιέτε, Μάριο Πιερεπόντ, Σίλβια Στρέχερ, Χερμάν Γάβιο, Ραούλ Σέσι, Ρικάρδο Τσιριτσίμο και Ρομπέρτο Μάτες. Όλοι τους είχαν υπάρξει κρατούμενοι ή εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Έξω από το γήπεδο υπάρχει μια πλακέτα με τα ονόματα και τις φωτογραφίες της ενδεκάδας αυτής. Και ένα γράφιτι που τους απεικονίζει. Τιμή στην ιστορία της ομάδας, των οπαδών της και της γειτονιάς.

Η Μπαρμπούτο ξεκίνησε το λόγο της λέγοντας: «Ζητώ συγγνώμη από τους συγγενείς των ανθρώπων αυτών που αργήσαμε τόσο πολύ να τους αποκαταστήσουμε στην οικογένεια της Μπάνφιλντ». Στο πάνελ βρισκόταν αρκετοί συγγενείς των θυμάτων, συγκινημένοι που οι δικοί τους άνθρωποι τελικά δεν ξεχάστηκαν. Η Λίτα Μποιτάνο, πρόεδρος της επιτροπής αναζήτησης των αγνοουμένων της δικτατορίας Βιδέλα, μίλησε στην εκδήλωση: «Είναι μόλις η τέταρτη φορά που πηγαίνω σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο. Η πρώτη ήταν το 1978 στο Μουντιάλ που μοίραζα στις εισόδους φυλλάδια που έγραφαν ‘Πού είναι οι αγνοούμενοι;’».

Μια ιστορία ξεχωρίζει. H Σίλβια Στρέχερ συνελήφθη το 1977 και βρισκόταν φυλακισμένη στο «πηγάδι του Κίλμες». Εκεί μέσα στο σκοτάδι, και μετά από αρκετά βασανιστήρια, έμαθε ότι η κουνιάδα της ήταν στη φυλακή του Ντεβότο. Η διαδικασία ήταν να περνάνε τους κρατουμένους από βασανιστήρια, «λεύκανση» στην ορολογία του καθεστώτος, και μετά να τους μεταφέρουν στο Κίλμες. Ήθελε να στείλει ένα μήνυμα στην κουνιάδα της ότι ήταν εκεί και ότι ήταν ακόμα ζωντανή. Όταν έμαθε ότι ένας συγκρατούμενος της θα μεταφερόταν εκεί, έπλεξε μία μικρή φανέλα από πράσινες και λευκές κλωστές, στα χρώματα της αγαπημένης τους Μπάνφιλντ, ώστε όταν τη δει η κουνιάδα της να καταλάβει ότι είναι καλά. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που κάποιος είχε νέα της.

Όπως είπε και ένας από τους συγγενείς: «Η Μπάνφιλντ δεν είναι ούτε μεγάλος, ούτε μικρός σύλλογος. Είναι ο καλύτερος σύλλογος». Ο Εζεκιέλ Παρίγια έκλεισε την εκδήλωση λέγοντας «Ο σύλλογος είναι μέρος της ταυτότητάς μου. Εδώ που γνώρισα καταπληκτικούς ανθρώπους. Είναι οι δρόμοι, η γειτονιά, είναι αυτό που θέλω να μοιραστώ με το γιο μου».

Όταν ο Ντιέγκο παντρεύτηκε

  [Καθόλου σχόλια]

Είμαι σίγουρος ότι κάθε φορά που ένα νέο κείμενο για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα γράφεται σε αυτή τη σελίδα, κάποιοι θα σκέφτονται «αμάν ρε παιδιά, μας έχετε πρήξει». Και μπορεί να έχουν δίκιο. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό όμως, είναι ότι τα κείμενα δεν γράφονται επειδή ο Ντιέγκο ήταν απλώς ένας τεράστιος παίκτης, αλλά επειδή η ζωή του και η πολλές φορές υπεργραφική περσόνα του μας έχουν δώσει τόσες πολλές ιστορίες, που δεν γίνεται να μην μοιραστείς όλα όσα τραγελαφικά έχει ζήσει, πέρα από τα όσα μαγικά έχει κάνει. Με αφορμή λοιπόν τα σημερινά του γενέθλια, αυτή εδώ είναι η ιστορία του γάμου του. Γιατί ο γάμος του Ντιέγκο, δεν ήταν ένας απλός γάμος. Ήταν το γεγονός της χρονιάς το 1989, ο γάμος του αιώνα για την Αργεντινή, ένα θρυλικό event.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. O Ντιέγκο κι η Κλαούντια Βιγιαφάνιε ήταν ήδη ζευγάρι για δέκα χρόνια και είχαν αποκτήσει δύο κόρες, την Ντάλμα και τη Τζιανίνα (που θα παντρευόταν αργότερα τον Κουν Αγκουέρο, σαν γνήσια λατινοαμερικάνικη σαπουνόπερα). Το 1989, με τον Ντιέγκο να είναι σούπερ σταρ και παίκτης της Νάπολι, το ζευγάρι αποφάσισε να παντρευτεί. Η Κλαούντια είχε δηλώσει: «Θέλουμε ένα συνηθισμένο γαμήλιο πάρτι, όπως κάθε ζευγάρι». Βέβαια αγαπητέ αναγνώστη που πιθανώς σκέφτεσαι να παντρευτείς, το συνηθισμένο φαίνεται ότι έχει διαφορετική ερμηνεία για τον καθένα μας. Οπότε, αν η μέλλουσα γυναίκα σου πει κάτι τέτοιο, μην πανηγυρίζεις πριν μάθεις τις λεπτομέρειες.

Η σεμνή τελετή έλαβε χώρα στην εκκλησία Σαντίσιμο Σακραμέντο στο Μπουένος Άιρες στις 7 Νοεμβρίου του 1989 κι η Κλαούντια εμφανίστηκε με ένα νυφικό επιπέδου πριγκίπισσας Νταϊάνα, καθώς είχε περίπου 1.500 πολύτιμους λίθους και συνολικά 5 κιλά κρυστάλλους γαλλικής προέλευσης. Αν προσθέσουμε τη διαμαντένια τιάρα και τα μαργαριτάρια, η Κλαούντια φορούσε το ΑΕΠ μιας χώρας πάνω της. Το γαμήλιο γλέντι έγινε στο Εστάδιο Λούνα Παρκ μια αρένα πολλαπλών χρήσεων του Μπουένος Άιρες στην οποία είχε διοργανωθεί Μουντομπάσκετ παλιότερα, πολλοί σπουδαίοι αγώνες μποξ, συναυλίες καλλιτεχνών από τον Φρανκ Σινάτρα μέχρι πιο πρόσφατα τους Dream Theater, μέχρι και επίσκεψη του Πάπα. Στο κέντρο της αρένας υπήρχε μια ειδική σκηνή για τους νεόνυμφους, ενώ το πάτωμα είχε καλυφθεί παντού με γκρι μοκέτα. Στην οροφή δέσποζε ένας τεράστιος πολυέλαιος ύψους έξι μέτρων με συνολικά… 12.000 λάμπες.

Μπιλάρδο, Κλαούντια, Ντιέγκο και δον Χούλιο

Ο γάμος όμως είναι οι προσκεκλημένοι του. Κι έτσι ο Ντιέγκο είπε να καλέσει μόλις 1.200 άτομα. Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν ο Φιντέλ Κάστρο κι οι τελευταίοι δύο πρόεδροι της Αργεντινής (Ραούλ Αλφοσίν και Κάρλος Μένεμ), αλλά τελικά δεν έδωσαν το παρόν. Αντίθετα, το παρόν έδωσε ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, γιατί καλή η αντιπαλότητα Νάπολι-Μίλαν σε μια χρονιά που πάλεψαν μέχρι τέλους για το πρωτάθλημα, αλλά ένα καλό πάρτι δεν το χάνεις. Ο Σίλβιο δεν ήταν ο μόνος που ταξίδεψε από την Ιταλία. Ο Ντιεγκίτο έδωσε περίπου 500.000 δολάρια για να ναυλώσει ένα αεροπλάνο που θα μετέφερε από την Ευρώπη φίλους, δημοσιογράφους και άλλους ποδοσφαιριστές, ενώ έκλεισε περίπου 300 δωμάτια σε ξενοδοχεία του Μπουένους Άιρες για να φιλοξενήσει πολλούς από τους καλεσμένους. Το τσάρτερ της χαράς ήταν ετερόκλητο, καθώς ανάμεσα στους σπουδαίους προσκεκλημένους από την Ευρώπη όπως ήταν οι συμπαίκτες του Ντιεγκίτο, βρίσκονταν η κομμώτρια της Κλαούντια κι οι δύο αρχηγοί των οργανωμένων οπαδών της Νάπολι. Φυσικά στο γάμο υπήρχαν και μεγάλες προσωπικότητες από την Αργεντινή, σελέμπριτιζ που δεν έχει νόημα να αναφέρουμε γιατί δεν μας λένε κάτι, αλλά και άνθρωποι του ποδοσφαίρου όπως ο Αλφρέντο ντι Στέφανο, ο Κάρλος Μπιλάρδο, ο Μαουρίσιο Μάκρι (πολύ πριν γίνει πρόεδρος της Μπόκα και της Αργεντινής) και φυσικά ο άνθρωπος που έκανε κουμάντο στο ποδόσφαιρο της χώρας για δεκαετίες, ο πρόεδρος της Π.Ο. της χώρας Χούλιο Γκροντόνα. ‘Ολοι αυτοί έκαναν και τα αντίστοιχα δώρα. Υπήρχαν τέσσερις λίστες γάμου σε πολυτελή καταστήματα της Αργεντινής και της Ιταλίας, με το πιο ακριβό αντικείμενο να είναι… ένα κρυστάλλινο κεφάλι αλόγου της γαλλικής πολυτελούς εταιρείας Lalique, τιμής μόλις 11.000 δολαρίων.

Φυσικά το «Λούνα Παρκ» δεν έμοιαζε καθόλου με στάδιο. Οι εξέδρες είχαν κρυφτεί, καθώς 29 φορτηγά για 1,5 ημέρα άδειαζαν τα 4.200 φυτά που τοποθετήθηκαν ως ντεκόρ, μαζί με έναν… καταρράκτη και έναν ουρανό με σύννεφα. Οι 120 εργάτες διέλυσαν το γήπεδο του μπάσκετ στο οποίο είχαν εμφανιστεί οι Χάρλεμ Γκλομπτρότερς πριν μόλις 36 ώρες και ετοίμασαν το σκηνικό. Το ζευγάρι έφτασε περίπου στα μεσάνυχτα υπό τους ήχους των Μπετόβεν και Χέιντελ μέσα σε μια Ρολς-Ρόις Φάντομ του 1937. Το αυτοκίνητο ήταν ιστορικό, καθώς ήταν του Αυστριακού εμπόρου όπλων Φριτζ Μαντλ και το είχε κατασχέσει αρχικά ο Γκέμπελς (ναι, αυτός ο Γκέμπελς), πριν ο Μαντλ καταφέρει να το μεταφέρει στην Αργεντινή όπου και διέφυγε. Τελικά, ήρθε στην ιδιοκτησία ενός τοπικού επιχειρηματία που το δάνεισε στον Μαραντόνα για το γάμο. Ο Ντιέγκο είχε ήδη επιτεθεί σε έναν φωτογράφο πιο πριν, ενώ αυτός δεν ήταν ο μοναδικός καβγάς της βραδιάς, καθώς ένας κουνιάδος του πλακώθηκε με κάποιους καλεσμένους, σε ένα γάμο που θα είχε πολλά να διδάξει στο Hangover. Η τούρτα ήταν περίπου 1,5 μέτρο σε ύψος (όχι πολύ πιο κοντή από τον Ντιέγκο), με οκτώ ορόφους, και κόπηκε στις 3.30 τα χαράματα, ενώ οι καλεσμένοι έφαγαν καναπεδάκια με χαβιάρι, σολομό, χαμόν σερράνο και ένα σωρό άλλα εδέσματα, ενώ αντίστοιχα έπιναν καλό κρασί και άλλα ποτά. Εκτός από το πέταγμα της ανθοδέσμης, στην Αργεντινή (πιθανώς και αλλού, δεν είμαι ειδικός) υπάρχει ακόμα ένα έθιμο. Η νύφη και οι φίλες της κρατάνε κάποιες κορδέλες που είναι ανακατεμένες και στο τέλος, αυτή που έχει την άλλη άκρη από την κορδέλα της νύφης κερδίζει. Στο γάμο του Ντιέγκο, υπήρχαν 100 τέτοιες κορδέλες κι η καθεμία είχε στην άκρη της ένα χρυσό δαχτυλίδι, ενώ η 100η είχε ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι (το οποίο ευτυχώς έμεινε στο σόι, μια που το κέρδισε τελικά η αδερφή του Ντιέγκο).

Και στα δικά μας, οι λεύτερες…

Το γλέντι κράτησε μέχρι πρωίας και όσοι δούλεψαν εκείνο το βραδύ στην αρένα, είπαν αργότερα ότι είδαν πράγματα που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ στη ζωή τους. Ο Ντιέγκο λίγο αργότερα, με ιδιωτικό τζετ, έφυγε για το Κάπρι οικογενειακώς και με τους πιο κοντινούς φίλους του για να συνεχίσει το γλέντι. Με την Αργεντινή εν μέσω οικονομικής κρίσης δεν ήταν λίγοι αυτοί που έκαναν σκληρή κριτική στο αγαπημένο παιδί της χώρας. Το ζευγάρι υπολογίζεται ότι έδωσε περίπου… 2 εκατομμύρια δολάρια για το όλο event. Όπως συχνά συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, όλα έγιναν για το… τίποτα. Παρά τη μακροχρόνια σχέση τους, ο γάμος Ντιέγκο-Κλαούντια δεν πήγε καλά. Τα προβλήματα του Ντιέγκο με τα ναρκωτικά και οι απιστίες του (είχε ήδη ένα παιδί από το 1986 το οποίο και αναγνώρισε πολύ αργότερα, ενώ συνολικά έχει αναγνωρίσει επισήμως 8 παιδιά σε διάφορες χώρες, σαν παλιός ναυτικός) δεν επέτρεψαν στο γάμο να πάει καλά.

Η Κλαούντια κατέθεσε αίτηση διαζυγίου το 1998 και όσο κι αν σας φαίνεται απίστευτο, το ζευγάρι είναι στα δικαστήρια μέχρι και φέτος (!!). Ακόμα και μετά το διαζύγιο πέρασαν πολλές διαφορετικές φάσεις, όταν ο Ντιέγκο είχε πιάσει πάτο η Κλαούντια τον βοήθησε, αλλά οι διαμάχες συνεχίζονται κυρίως με κατηγορίες για οικονομικούς λόγους. Ο Ντιέγκο ισχυρίζεται ότι η Κλαούντια του έκλεψε 9 εκατομμύρια δολάρια, μαζί με ένα σωρό αντικείμενα αξίας. Οι αλληλομηνύσεις είναι πάρα πολλές, στο θέμα δυστυχώς έχουν μπλέξει κι οι δύο κόρες και λύση προς το παρόν δεν υπάρχει. Σίγουρα όμως, πριν από 30 χρόνια, ο γάμος αυτός έγραψε ιστορία και τουλάχιστον για μια σεζόν έφερε γούρι. Η Νάπολι λίγους μήνες αργότερα κέρδισε το πρωτάθλημα με δυο βαθμούς διαφορά από τη Μίλαν του Σίλβιο (που τελικά αποζημιώθηκε με τα καναπεδάκια με χαβιάρι) κι ο Ντιέγκο έκανε μια μυθική χρονιά σκοράροντας 16 φορές στο πρωτάθλημα.

Μπύρες, ναπάλμ, νάρκες, Βιετνάμ

  [3 Σχόλια]

Ανυπόφορη υγρασία, ζέστη, κουνούπια, ο απειλητικός βόμβος ενός ελικοπτέρου που μόλις καλύπτει κάτι που μοιάζει – και είναι – ο θόρυβος από διαδοχικές επιθέσεις με όλμους κάπου κοντά, ανιχνευτές ναρκών, δακρυγόνα, και τώρα πέτρες που πέφτουν βροχή από τις κερκίδες: ίσως δεν ήταν πολύ καλή ιδέα αυτή η σειρά φιλικών ματς στο Βιετνάμ, ειδικά που βρισκόμαστε στον Νοέμβριο του 1967, της πιο φονικής χρονιάς ενός πολέμου που μαίνεται από το 1955 και θα διαρκέσει συνολικά είκοσι έτη.

Μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι οι ποδοσφαιριστές της Εθνικής Αυστραλίας που βρίσκονται εδώ και μιάμιση ώρα κλεισμένοι στα αποδυτήρια του σταδίου Κονγκ Χόα της Σαϊγκόν προκειμένου να γλιτώσουν από 30.000 εξαγριωμένους Βιετναμέζους φιλάθλους, γελούν πικρά με την ονομασία του τουρνουά στο οποίο κλήθηκαν να πάρουν μέρος, μαζί με τους όχι λιγότερο τυχερούς παίκτες άλλων επτά εθνικών ομάδων: Friendly Nations Tournament, το Τουρνουά των Φιλικών Εθνών.

Τα φιλικά, ως προς το Νότιο Βιετνάμ, έθνη (Νέα Ζηλανδία, Νότια Κορέα, Ταϋλάνδη, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Μαλαισία, Αυστραλία) είναι αφενός σύμμαχοί του, όπως και οι Αμερικάνοι, στον πόλεμο εναντίον του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, δηλαδή του Βόρειου Βιετνάμ. Αφετέρου, δεν διαθέτουν ιδιαίτερη ποδοσφαιρική παράδοση. Η Αυστραλία, ίσως η ισχυρότερη όλων, είχε αποκλειστεί, αν και γηπεδούχος, στους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης από την Ινδία, ενώ στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966 διαλύθηκε (6-1, 3-1) από τη Βόρεια Κορέα, μια ομάδα που, βέβαια, θα κάνει πράματα και θάματα στην Αγγλία –αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Ο αμυντικός Γκάρι Γουίλκινς δένει τα κορδόνια του εν μέσω οπαδών της αντίπαλης ομάδας

Τι στο καλό οδήγησε όλους αυτούς τους νεαρούς, κατά κύριο λόγο ερασιτέχνες, ποδοσφαιριστές, στη Σαϊγκόν; Πρώτα από όλα, λόγοι προπαγάνδας και δημόσιων σχέσεων: ο τοπικός πληθυσμός αντιμετωπίζει με δυσπιστία τα ξένα συμμαχικά στρατεύματα και, ως γνωστόν, ο αθλητισμός ενώνει – κι ανυψώνει το ηθικό των μαχομένων. Ο πιο σημαντικός όμως παράγοντας είναι το γεγονός ότι, όταν οι αθώοι παίκτες δέχτηκαν την πρόσκληση των κυβερνήσεων και των ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών τους να πάρουν μέρος στο τουρνουά, δεν είχαν ιδέα για το τι θα αντιμετωπίσουν.

Οι Αυστραλοί το είδαν σαν ένα ακόμη σταθμό της δίμηνης περιοδείας τους στην Ασία, μια ευκαιρία να παίξουν λίγο μπάλα, να προετοιμαστούν για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 και να γνωρίσουν νέες χώρες –μετά από το Βιετνάμ, θα πήγαιναν στη Μαλαισία. Έχουν ακούσει, βέβαια, ότι γίνεται πόλεμος, μερικοί έχουν φίλους που ήδη συμμετέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά η ιδέα που έχουν για το τι ακριβώς σημαίνει αυτό είναι πολύ αφηρημένη και υποψιαζόμαστε ότι η ενημέρωση που είχαν πριν ξεκινήσουν δεν ήταν η πληρέστερη δυνατή. Η Αυστραλία και ο συντηρητικός πρωθυπουργός της Χαρολντ Χολτ θα στείλουν συνολικά 60.000 στρατιώτες στη μάχη ενάντια στον κομμουνισμό· μόνο για το 1967, θα μετρήσουν 81 νεκρούς.

Η περιπέτεια αρχίζει ήδη πριν πατήσουν τη ναρκοθετημένη γη της Σαϊγκόν, όταν ο πιλότος του αεροπλάνου τούς ζητά συγγνώμη για την απότομη αλλαγή ύψους στην πτήση : κάποιοι Βιετκόνγκ – σύντμηση των λέξεων «Βιετναμέζοι» και «Κομμουνιστές» – παραταγμένοι στους ορυζώνες πυροβολούν το σκάφος. Αποβιβάζονται εν μέσω δεκάδων βομβαρδιστικών αεροπλάνων κι ενώ γύρω τους κινούνται πάνοπλοι στρατιώτες διαφορετικών εθνικοτήτων. Κατευθείαν στην Πρεσβεία για μια σύντομη ενημέρωση σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας που πρέπει να ακολουθούν για καλό και για κακό. Πρώτον, να αποφεύγουν τους ποδηλάτες, διότι υπάρχει ο κίνδυνος να είναι αντάρτες με εκρηκτικά – η ζουμερή λεπτομέρεια είναι ότι στη Σαϊγκόν κυκλοφορούν δεκάδες χιλιάδες ποδήλατα. Δεύτερον, να αποφεύγουν να συναναστρέφονται με τους κύριους στόχους των επιθέσεων, δηλαδή τους σύμμαχους Αμερικάνους, οι οποίοι έχουν πάνω από 200.000 στρατιώτες στη χώρα.

Μια τελευταία συμβουλή από τον Μπράιαν Κόριγκαν, τον γιατρό της ομάδας : να μην πίνουν το αμφιβόλου ποιότητας νερό και να προτιμούν την μπύρα. Με την τελευταία αυτή οδηγία που πρόσθεσε μια νότα κεφιού στο ταξίδι, ξεκινούν για το Golden Building, το Χρυσό Κτίριο που κάποτε ήταν ξενοδοχείο. Κάθε ομάδα έχει έναν όροφο. Αργότερα θα αποκαλυφθεί πως οι Βιετκόνγκ σχεδίαζαν να ανατινάξουν τον όροφο της Νότιας Κορέας, ακριβώς κάτω από αυτόν των Αυστραλών. Συνελήφθησαν ενώ κουβαλούσαν τα εκρηκτικά.

Μένουν τέσσερις-τέσσερις στα δωμάτια, έχοντας ως άτυπους συγκατοίκους τις ευμεγέθεις σαύρες που τρέχουν στους διαδρόμους. Ο Σταν Άκερλυ, που είχε ξεκινήσει την καριέρα του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ πριν ξενιτευτεί στην Αυστραλία, πάτησε κάτι γυμνά ηλεκτρικά καλώδια και κόντεψε να μείνει στον τόπο. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου το έχει σκάσει, παίρνοντας μαζί του όλα τα δελτία τροφίμων για το εστιατόριο, κι έτσι οι παίκτες τρώνε στο στρατόπεδο, ακούγοντας προειδοποιητικούς πυροβολισμούς κάθε φορά που ένας ύποπτος, δηλαδή ένας ποδηλάτης, πλησιάζει τις εγκαταστάσεις. Συχνά παίζουν για ζέσταμα και ένα φιλικό με τους συμπατριώτες τους, πριν οι τελευταίοι βάλουν στολή και ζωστούν τα όπλα για να πάνε να πολεμήσουν.

Η προετοιμασία για τα ματς είναι ένα άλλο ακανθώδες ζήτημα. Έχει αρχίσει η περίοδος των βροχών και το χωράφι που τους έχει διατεθεί για να προπονηθούν είναι σε άθλια χάλια. Όταν κάποιος έχει τη λαμπρή ιδέα να τρέξει να πιάσει την μπάλα που κατέληξε από στραβοκλωτσιά στην άλλη μεριά του φράχτη, οι περίεργοι που έχουν μαζευτεί να τους καμαρώσουν πανικοβάλλονται : «Μα τι κάνεις! Μη! Έχει νάρκες!». Στη Σαϊγκόν του 1967, η ευστοχία είναι υπέρτατη αρετή. Καταλήγουν να τρέχουν για ζέσταμα στην ταράτσα του ξενοδοχείου, από όπου μπορούν να βλέπουν από ψηλά τα άρματα μάχης να οργώνουν τους δρόμους, τα πολεμικά αεροπλάνα να απογειώνονται στο βάθος και τους δόλιους κατοίκους της Σαϊγκόν να τρέχουν αλαφιασμένοι στον ήχο των εκρήξεων. Ο αρχηγός της ομάδας και θρύλος του αυστραλιανού ποδοσφαίρου Τζόνι Γουόρεν θα γράψει αργότερα στην αυτοβιογραφία του ότι όταν είδε το φιλμ Good Morning Vietnam αναγνώρισε στην οθόνη μερικές από τις κωμικοτραγικές καταστάσεις που κι  οι ίδιοι έζησαν.

Στο πρώτο ματς κερδίζουν τους Νεοζηλανδούς 5-3. Στο δεύτερο αντιμετωπίζουν τους γηπεδούχους σε ένα ματς μεγάλης σημασίας –ο αντιπρόεδρος της βιετναμέζικης κυβέρνησης κατεβαίνει στο ημίχρονο στα αποδυτήρια για να υποσχεθεί έξι μήνες μισθούς ως πριμ νίκης. Οι Αυστραλοί κερδίζουν με ένα γκολ του Γουόρεν στο 35΄ και καταλήγουν έτσι όπως τους είδαμε στην αρχή : κλεισμένοι στα αποδυτήρια ενώ έξω βρέχει πέτρες. Η σκηνή δεν έχει τίποτε να κάνει με τον πόλεμο· είναι απλώς αυτό που αντιμετωπίζουν ποδοσφαιριστές σε όλον τον κόσμο όταν οι θεατές είναι φανατισμένοι και δυσαρεστημένοι, ακόμη κι όταν το ματς είναι φιλικό, ακόμη κι αν ο αντίπαλος είναι, θεωρητικά, σύμμαχος. Θεωρητικά, διότι η φήμη λέει ότι οι συνεχείς βομβιστικές επιθέσεις σταματούσαν στη διάρκεια των αγώνων επειδή οι ποδοσφαιρόφιλοι Βιετκόνγκ προτιμούσαν να πάνε κι αυτοί στο γήπεδο να δουν μπάλα. Οι Αυστραλοί έφυγαν μετά από δυο ώρες αναμονή, ξαπλωμένοι μπρούμυτα στο πούλμαν και με τους σάκους τους πάνω από το κεφάλι  για κάθε ενδεχόμενο.

Μετά κι από την τρίτη νίκη τους (5-1 τη Σιγκαπούρη) παίζουν ημιτελικά με τον δεύτερο του άλλου ομίλου, τη Μαλαισία. Τα επεισόδια αυτή τη φορά ξεκινούν από τον αγωνιστικό χώρο. Οι Μαλαισιανοί παίζουν σκληρά, οι Αυστραλοί ανταποδίδουν, η κατάσταση εκτραχύνεται με τσαμπουκάδες και ξύλο. Θα χρειαστεί η επέμβαση της αστυνομίας και του στρατού και η ρίψη δακρυγόνων ώστε να συνεχιστεί το ματς. Ο Αμπόνι, μικρό όνομα Αττίλας, που θα αναδειχτεί πρώτος σκόρερ του τουρνουά, θα χάσει πέναλτι αλλά τελικά οι Αυστραλοί θα κερδίσουν στην παράταση με γκολ του Ρέι Μπαάρτζ.

Ο τελικός θα παιχτεί στις 14 Νοεμβρίου. Οι Βιετναμέζοι υποστηρίζουν τώρα σύσσωμοι τους Socceroos απέναντι στη μισητή Νότια Κορέα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ανέλπιστη υποστήριξη είναι υπερβολικά μαζική: το γήπεδο είναι φίσκα και οι Αυστραλοί στρατιώτες που παρακολουθούν φανατικά όλα τα ματς της Εθνικής τους, δεν χωράνε. Τελικά και αφού ο Τζόνι Γουόρεν απειλεί ότι θα πάρει την ομάδα να φύγει, θα καθίσουν στο χορτάρι, δίπλα στις γραμμές. Στην αρχή θα στριμωχτούν λίγο ώστε να γίνει ο απαραίτητος έλεγχος του τερέν για νάρκες αλλά στην συνέχεια θα καμαρώσουν την ομάδα τους να νικά 3-2 και να κερδίζει αήττητη το πρώτο τρόπαιο στην ιστορία της,

Ο ουγγρικής καταγωγής προπονητής Τζόε Βλάσιτς και οι παίκτες με τα μετάλια

Μετά τον τελικό, οι μπαρουτοκαπνισμένοι νικητές πετάχτηκαν να γιορτάσουν τη νίκη στην αυστραλιανή στρατιωτική βάση του Βουνγκ Τάο, στη νότια άκρη της βιετναμέζικης χερσονήσου με ένα αεροπλάνο-σουρωτήρι από τις σφαίρες. Απτόητοι, ξαναγύρισαν στο Βιετνάμ για προετοιμασία το 1970 και το 1972, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Το πριμ νίκης που τους περίμενε μετά τον θρίαμβό τους ήταν η δυνατότητα να κρατήσουν ως δώρο τις πρασινοκίτρινες αθλητικές τους εμφανίσεις.

Για πολλούς αυτή η νίκη αλλά κι αυτή η απίστευτη περιπέτεια στο εμπόλεμο Βιετνάμ, η οποία, όσο να΄ναι, δημιούργησε μοναδικό κλίμα ομοψυχίας ανάμεσα στους παίκτες, ήταν το ιδρυτικό γεγονός της Εθνικής Αυστραλίας.

Οχτώ από τους θριαμβευτές της Σαϊγκόν, μαζί κι ο αρχηγός τους, οδήγησαν τους Socceroos για πρώτη φορά σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου. Θα είναι στα 1974, στο Μουντιάλ της Δυτικής Γερμανίας, που υπήρξε ίσως το πιο πολιτικό από όλα. Έχασαν από τις δυο Γερμανίες και ήρθαν ισόπαλοι με τη Χιλή. Το 2017, πενήντα χρόνια μετά τη νίκη της Σαϊγκόν, τα μέλη της αποστολής, συγκινημένοι και θαλεροί γέροντες οι περισσότερο, θα τιμηθούν από την Ομοσπονδία για την προσφορά τους στο ποδόσφαιρο.

Όταν μεγαλώσουμε, μπορεί να γίνουμε χαζοί σαν αυτούς

  [3 Σχόλια]

Θα σας διηγηθώ μια ιστορία, αληθινή ή ψεύτικη δεν έχει σημασία

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η οικογένεια του μικρού, ας τον πούμε Κ, έφτασε σε μια νέα πόλη και μπήκε στο καινούργιο της σπίτι. Σε μια περιοχή μακριά από το κέντρο. Μια όμορφη περιοχή μέσα στην φύση. Ιδανική για να μεγαλώνεις παιδιά. Το μόνο πράγμα που δεν άρεσε στους γονείς ήταν πως το σχολείο βρισκόταν στην πιο κακόφημη γειτονιά. Μια γκρίζα γειτονιά, άσχημη και μουντή, στην οποία ζούσαν αυτοί που, θεωρητικά, ανήκαν στα «χαμηλότερα» κοινωνικά, και οικονομικά, στρώματα. Αυτό το σχολείο είχε τη φήμη του χειρότερου της πόλης. Το οξύμωρο ήταν πως το σχολείο που θεωρούνταν το «καλύτερο» της πόλης απείχε μόλις στα τέσσερα λεπτά, από εκεί, με τα πόδια. Σε αυτό φοιτούσαν παιδιά από πιο δυνατές, οικονομικά, οικογένειες. «Βρε πάρε το παιδί να το γράψεις και εσύ εδώ» έλεγε συνεχώς στον πατέρα του Κ. ένας γείτονας και φίλος. Ανένδοτος αυτός: «Δεν μου αρέσουν αυτά. Γιατί τι θα πάθει; Παιδιά εδώ – παιδιά και εκεί. Θα κάνει και νέους φίλους και θα βλέπει τον γιο σου τα απογεύματα».

Στο σχολείο, χωρίς υπερβολή, υπήρχαν πολλά ατίθασα παιδιά που έμπλεκαν συνεχώς σε φασαρίες. Αν και με τη λέξη «ατίθασα» είμαι πολύ επιεικής. Δεν είναι άλλωστε και το πιο σύνηθες, για ένα παιδί, να πάει στην τουαλέτα, στην Πέμπτη Δημοτικού, και να δει τον συμμαθητή του να καπνίζει. Εκτός και αν μιλάμε για το Χάρλεμ της δεκαετίας του ’70 (Ακούγεται κάρφωμα σε μπασκέτα με σιδερένιο διχτάκι και Φάνκι Ντίσκο μουσική). Σε αυτό το σχολείο ο Κ. δεν έκανε πραγματικούς φίλους, αν και υπήρχαν αρκετά παιδάκια που έβρισκε κοινά μαζί τους. Συνάντησε όμως μερικούς από τους πιο ταλαντούχους μικρούς ποδοσφαιριστές. Και αυτό του άρεσε πολύ ίσως και περισσότερο. Μερικοί ήταν πραγματικοί ζογκλέρ. Έκαναν πράγματα με την μπάλα, φορώντας τζιν, και όχι ποδοσφαιρικά παπούτσια, που δεν τα έβλεπες ούτε στην τηλεόραση. Εννοείται πως όλοι περνούσαν πρώτοι σε όλα τα καθιερωμένα τεστ που γινόντουσαν από προπονητές που έψαχναν για ταλέντα αλλά, εννοείται και πάλι, πως κανένας δεν πήγε ποτέ σε καμία κανονική ομάδα ποδοσφαίρου, ή αν πήγε – έφυγε μετά από 2-3 προπονήσεις,  αφού ήταν ανένταχτοι και στη πορεία τους κέρδιζαν συνεχώς άλλα «σπορ». Ο Κ. έπαιζε και αυτός καλή μπάλα, όχι σαν αυτούς, αλλά καλή, και επειδή ήταν και ο πιο δημοφιλής, και καλύτερος μαθητής, της τάξης, είχε κερδίσει την θέση του στην βασική εντεκάδα της ομάδας του σχολείου, ως επιθετικός, λογικά σε σύστημα 2-3-5 ή 2-8.

Στην πρώτη εκδρομή της χρονιάς, τα δύο σχολεία συνέπεσαν, για κακή τους τύχη, στον ίδιο χώρο. Στο Μαρακανά της πόλης, το Σάλτσινο. Η περιοχή εδώ και πολλά χρόνια φυσικά και έχει δώσει την θέση της σε πολυκατοικίες Το κακόφημο από τη μία και το λαμπερό από την άλλη. Οι εικόνες θα μπορούσαν πολύ εύκολα να φέρουν στο μυαλό ολόκληρες σελίδες από το εξαιρετικό βιβλίο «Ο πόλεμος των κουμπιών» του Λουί Περγκό. Ο Κ. όπως ήταν λογικό είχε πάει να βρει τους πολλούς φίλους που είχε στο απέναντι σχολείο. Αυτό του «εχθρού». Το πιο φυσιολογικό ήταν να λήξει η εκδρομή με ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου ανάμεσα στα δύο σχολεία. Όπως και έγινε. Ένα ματσάκι που οργανώθηκε, και στήθηκε, αμέσως από τους δύο γυμναστές που είχαν και τον ρόλο των διαιτητών – και όχι των προπονητών. Οι εντεκάδες βγήκαν απ’ τα παιδιά και εννοείται δεν θα υπήρχαν αλλαγές. Οι 22 καλύτεροι. Ήταν άλλωστε θέμα τιμής. «Δεν πρόκειται να χάσουμε από τους φλώρους», έλεγαν οι μεν. «Δεν πρόκειται να χάσουμε από τους αλήτες», οι δε. Το παιχνίδι μύριζε μπαρούτι και ήταν σχεδόν βέβαιο πως δεν θα έληγε αναίμακτα αλλά ούτε και σε αθλητικά πλαίσια. Η σέντρα έγινε κάτω από τις επευφημίες των κοριτσιών που έτρωγαν κρουασάν και φώναζαν «βίαια» συνθήματα όπως: «Bρέξει χιονίσει ο K. θα κερδίσει» και άλλα τέτοια αθώα, αφού, συγγνώμη που δεν  το ανέφερα, όλες ήταν ερωτευμένες μαζί του.

Με το σκορ στο 0-0, και το χρονόμετρο να έχει φτάσει στο δέκατο λεπτό, ένας από τους καλύτερους παίκτες των «φλώρων», κολλητός του Κ. και καλός μαθητής, με έμφαση στο γκολ αλλά και στους έρωτες, αφού δεν είχε αφήσει κορίτσι για κορίτσι ήσυχο, θα ανοίξει το σκορ με δυνατό σουτ και θα κάνει το λάθος να πανηγυρίσει έντονα στα μούτρα του στόπερ και μεγαλύτερου καβγατζή που έχει βγάλει ποτέ Δημοτικό σχολείο. Όχι στην περιοχή. Στον κόσμο. Ουδείς έμαθε τι έκανε μετά το Δημοτικό και που μπορεί να βρίσκεται. Αν δεν δουλεύει ως πορτιέρης σε κάποιο μπαρ του Μεξικού, ίσως βασανίζει ανθρώπους σε κάποια εμπόλεμη ζώνη. Η αντίδραση φυσιολογική και άκρως πολιτισμένη αν έχεις μεγαλώσει με Κόναν ο Βάρβαρος και Μπρους Λι. Δεν χρειάζονται κουβέντες και λοιπά φρου-φρου. «Γιού Τζέιν – Άιμ Τάρζαν». Δύο χέρια στο λαιμό του σκόρερ και μια κουτουλιά που τον έριξε φαρδύ πλατύ στο χωματένιο γήπεδο. Το παιχνίδι διεκόπη. Ο νεαρός τραμπούκος πήρε αποβολή για μια βδομάδα, για να συνετιστεί, και στην διάρκειά της την είχε στήσει έξω από το σχολείο, στα κάγκελα, και έβριζε τους δασκάλους καπνίζοντας. Ήταν άλλωστε 11 ετών. Μπορούσε να κάνει τα πάντα.

Η ντροπή ήταν μοιρασμένη. Απ’ τη μία το 1-0, και ας έγινε διακοπή. Η ήττα είναι ήττα. Απ’ την άλλη, η μη αντίδραση του σκόρερ στο ξύλο που έφαγε μπροστά σε δασκάλους, συμπαίκτες και κορίτσια, τα οποία για μια βδομάδα τον είχαν γραμμένο. Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, τάμπλετ και VAR, κανονίστηκε ρεβάνς. Στα κρυφά. Μόνο οι 22 και χωρίς δασκάλους, και οπαδούς. Έδρα το οικόπεδο που θεωρούνταν τότε ως η Μέκκα των χωμάτινων της περιοχής. Στου Γιάννη του Κοκκάλα. Μέχρι ξύλινα τέρματα υπήρχαν. Μέρα και ώρα διεξαγωγής: Πρωινό Σαββάτου, αμέσως μετά το τέλος των GI Joe, ώστε να έχει τελειώσει, όταν θα άρχιζε το Σούπερ Σάββατο. Η αναμέτρηση μύριζε αίμα και, ειλικρινά, τώρα που το σκέφτομαι ξανά δεν μπορώ να βρω το λόγο που κατέβηκαν οι «φλώροι». Ήταν το πρώτο σπουδαίο «αθλητικό» μάθημα για τον K. Αυτό το «χάνετε ή τρώτε ξύλο» μπορούσες να το καταλάβεις με την σέντρα. Ό,τι ζητούσαν οι μεν, δεν το έδιναν οι δε. Αν έφευγαν θα έτρωγαν ξύλο. Αν σκόραραν πάλι θα έτρωγαν ξύλο. Η λύση ήταν μία. Να χάσουν. Δεν ξέρω πόσο έληξε το παιχνίδι και δεν είχε καμία σημασία αφού δεν παίχτηκε επί ίσοις όροις. Η νίκη για τους ηττημένους ήταν να γλιτώσουν το ξύλο, κάτι που στην τρυφερή ηλικία των 11-12 ήταν πολύ σημαντικότερο. Μεγαλώνοντας μαθαίνεις και άλλες έννοιες όπως ο σεβασμός.

Ο Κ. μεγάλωσε. Έπαιξε ποδόσφαιρο, έπαιξε μπάσκετ, και λάτρεψε τον αθλητισμό. Κάτι που συνεχίζει να κάνει ακόμα και σήμερα. Δυστυχώς και ας έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια συνεχίζει να βλέπει εκείνα τα φοβισμένα πρόσωπα των παιδιών που βρέθηκαν εκείνη τη μέρα αντίπαλοι με την ομάδα του, χωρίς διαιτητές, σε μια νίκη που δεν μπόρεσε να την χαρεί. Ευτυχώς όχι σε πρόσωπα παιδικά αλλά σε διαφόρων παραγόντων, σε αρκετών παικτών και δημοσιογράφων, και φυσικά χιλιάδων οπαδών. Μια δίκαιη νίκη μπορεί να φαίνεται έτσι στο γήπεδο και να έχει κριθεί εκτός αυτού με χίλιους δυο τρόπους. Έχουμε ακούσει και δει τόσα και τόσα. Δυστυχώς όταν μεγαλώνεις και συνειδητοποιείς πως γύρω σου βλέπεις συνεχώς ανθρώπους που κάνουν σημαία τέτοιες νίκες και τέτοιες συμπεριφορές το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να λυπηθείς. Και για την κατάντια σε προσωπικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο αθλητισμού. Πως είναι δυνατόν άνθρωποι που δείχνουν σοβαροί στην κοινωνία, οικογενειάρχες με παιδιά να συμπεριφέρονται πολλές φορές ως οι χειρότεροι κάφροι μπροστά σε μια φανέλα και ένα σήμα και να μην σηκώνουν κουβέντα για τον πρόεδρο, τον ηγέτη. Πόσο μίζερη πρέπει να είναι η καθημερινότητα για να βρίσκει κάποιος χαρά και να νιώθει δυνατός μόνο μέσα από την δύναμη κάποιου άλλου. Αναπάντητα ερωτήματα στην καθημερινότητα του ελληνικού ομαδικού αθλητισμού εδώ και τόσα χρόνια.

Δεν ξέρω γιατί τα γράφω όλα αυτά και γιατί θυμάμαι αυτή την ιστορία μετά από τόσα πολλά χρόνια. Ίσως επειδή ζω σε μια χώρα όπου η κλεψιά έχει φτάσει να  θεωρείται μαγκιά και ο φόβος του αντιπάλου θεωρείται πλέον ως επίδειξη δύναμης -και όλο αυτό μόνο αηδία μπορεί να προκαλέσει σε ανθρώπους που αγαπούν τον αθλητισμό ως αυτό που πραγματικά είναι. Μια χώρα που ο εκάστοτε «πρόεδρας» θεωρείται μάγκας επειδή πετσόκοψε τον αντίπαλο λες και είναι ο Στράτος ο Καραμάνης στο «Μικρό ψάρι» του Οικονομίδη. Εκεί που δεν υπάρχει αντίδραση στην κάθε κακή δράση – από αυτούς που πρέπει. Εκεί που χαίρεσαι επειδή ο τραμπούκος που ηγείται, και εκπροσωπεί, πολλές φορές, φορώντας πλέον πουκάμισο και σακάκι, και όχι την φανέλα της ομάδας, της «θρησκείας», ξαφνικά δεν είναι τραμπούκος αλλά «κύριος» στα δικά σου μάτια, επειδή πολύ απλά η ομάδα κέρδισε, και ας ξέρεις, πως αυτή η νίκη δεν ήρθε με την αξία της. Δίκαια. Δεν σε νοιάζει και πολύ, έτσι δεν είναι. Όπως έγραψε άλλωστε, διηγούμενος μια ιστορία μέσα από τα μάτια των παιδιών, και ο Περγκό: «Όταν μεγαλώσουμε μπορεί να γίνουμε χαζοί σαν αυτούς».

VAR εσείς, αστρολόγο εμείς…

  [Καθόλου σχόλια]

Στα μεγάλα ντέρμπι δεν παίζουν ρόλο μόνο η τακτική και η ποιότητα. Οι εντολές και το καθαρό μυαλό. Παίζουν ρόλο κι άλλα πράγματα. Οι περισσότεροι θα σκεφτήκατε κάτι ανάμεσα στο «πάθος», την «τύχη» ή τη μέρα στην οποία θα βρεθούν οι παίκτες. Και ίσως σε έναν ορθολογιστικό κόσμο να είχατε δίκιο. Στον κόσμο της Λ. Αμερικής και στο Superclasico Μπόκα-Ρίβερ φαίνεται ότι μετρούν και άλλα πράγματα. Για όσους δεν έχουν ενημερωθεί, οι δύο προαιώνιοι εχθροί έφτασαν στα ημιτελικά του Κόπα Λιμπερταδόρες και εκεί η Ρίβερ κέρδισε με 2-0 το πρώτο παιχνίδι στην έδρα της. Η Μπόκα τα έβαλε με τη διαιτησία κατά κύριο λόγο και τη χρήση του VAR, όπως σωστά πρέπει να κάνει κάθε ομάδα που χάνει από τον αντίπαλό της. Κατηγόρησε τη Ρίβερ για τις εύκολες βουτιές και μάλιστα ότι οι παίκτες της προπονούνται στο πώς θα πέφτουν για να κερδίζουν φάουλ και πέναλτι. Οι μέρες όμως περνούν, η ρεβάνς έρχεται και πρέπει να ρίξουμε όλα τα όπλα μας στη μάχη.

Το τελευταίο όπλο ακούει στο όνομα Κάρλος Ολίβα. Δεν είναι ούτε γυμναστής, ούτε σέντερ φορ, ούτε ψυχολόγος, ούτε αναλυτής δεδομένων. Είναι αστρολόγος και μάλιστα με τη λατινοαμερικάνικη σημασία του όρου, που συχνά περιπλέκεται με τη λέξη «brujo». Με λίγα λόγια είναι μάγος/μέντιουμ/αστρολόγος. Μη γελάτε, έχει συνέχεια. Ο Ολίβα λοιπόν διεμήνυσε στους ανθρώπους της Μπόκα, πριν τον πρώτο ημιτελικό στο ιστορικό Εστάδιο Μονουμεντάλ, ότι η Ρίβερ είχε κάνει μαύρη μαγεία στα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων. Το αποτέλεσμα τον δικαίωσε (λέμε τώρα). Κι επειδή ο φαν Χέλσινγκ είναι αδειούχος, ο Ολίβα προσφέρθηκε να δώσει τη λύση. «Έχω τον τρόπο να λύσω τα μάγια και η Μπόκα να προκριθεί στον επόμενο γύρο», είπε στους ανθρώπους της ομάδας.

Και τι θα έκανε κάθε σοβαρός άνθρωπος; Φυσικά και θα τον πίστευε και θα προχωρούσε σε «πρόσληψή» του στην ομάδα. Την είδηση αποκάλυψε η εφημερίδα Ole, δεν διαψεύστηκε και στη συνέχεια ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε. Ο Ολίβα εργάζεται πυρετωδώς εδώ και μέρες και μάλιστα περιέγραψε την κατάσταση στην προσωπική του σελίδα στο Facebook. «Η ατμόσφαιρα θα είναι τεταμένη, με πολλά νεύρα, αλλά εμείς ελπίζουμε ότι θα υπερισχύσουμε των εξωτερικών παραγόντων που θα προσπαθήσουν να μας αποσυντονίσουν», αναφέρει μεταξύ άλλων στο μήνυμά του ο Ολίβα, που δηλώνει σίγουρος ότι ο αντίπαλος θα μείνει στο χορτάρι μετά το τελικό χτύπημα. Αλλά καλέ μου αναγνώστη, αν τα πράγματα ήταν τόσο απλά δεν θα γινόταν ο Χορταρέας ιερέας. Χρειάζεται κι η συμμετοχή του κοινού.

Ο Ολίβα σε ξένοιαστες στιγμές

Έτσι, σε δεύτερό του μήνυμα στο Facebook, o Ολίβα κάλεσε τον κόσμο της Μπόκα να βοηθήσει κι αυτός. Πώς; Το post είναι μεγαλειώδες. Αν είσαι κι εσύ φίλος της Μπόκα, έστω και στην Ελλάδα από την τηλεόραση, μην αμελήσεις. Χρειάζεται ένα μπλε κερί (χρώμα της Μπόκα). Πάνω σε αυτό θα γράψεις με ένα σπίρτο τον αριθμό 7 τρεις φορές. Από κάτω προς τα πάνω. Προσοχή (λέει ο Ολίβα) μην ζουπήξεις το κερί πολύ και το σπάσεις. Μετά παίρνεις το κερί στο χέρι και θυμάσαι μεγάλες στιγμές της Μπόκα που έζησες. Δεν χρειάζεται να είναι πρόσφατες. Μπορεί να είναι από τα χρόνια του Μαραντόνα (αν και τότε η ομάδα ήταν λίγο χάλια). ΠΡΟΣΟΧΗ! Δεν τελειώσαμε έτσι απλά. Στη συνέχεια, παίρνεις και βάζεις το κερί σε ένα πιάτο και δίπλα ένα ποτήρι με νερό. Στη συνέχεια προσεύχεσαι στον αρχάγγελο Μιχαήλ (όχι στον Γαβριήλ γιατί είναι γνωστός οπαδός της Ρίβερ) να κόψει όλα τα δεσμά που κρατούν τους παιχταράδες μας εγκλωβισμένους, να παίζουν χωρίς αυτοπεποίθηση. Ζήτησέ του να δώσει δύναμη και κουράγιο σε κάθε παίκτη, αλλά και στον κόουτς Αλφάρο. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν στις 14.15 ακριβώς. Το τελετουργικό πρέπει να γίνει ακόμα δύο φορές τις επόμενες δύο μέρες και το κερί πρέπει να μείνει στο πιάτο σε όλη τη διάρκεια. Αν έχετε μικρό παιδί προσέξτε μην το φάει, όχι γιατί θα πάθει κάτι το μούλικο, αλλά γιατί δεν θα κερδίσουμε τη Ρίβερ. Κι αν πιστεύετε ότι τα βγάζω από το μυαλό μου δείτε και το ποστ του μάγου (έστω και στα ισπανικά) στο Facebook.

Ο Ολίβα βγήκε στα κανάλια και είπε ότι αυτός βρισκόταν πίσω από τις τελευταίες επιτυχίες της Ρίβερ στις διεθνείς διοργανώσεις (όχι κανένας Γκαγιάρδο) και δηλώνει οπαδός της Ρίβερ, αλλά όπως λένε κι οι Έλληνες αναγνώστες: «σε αυτά δεν χωράν οπαδικά», καθώς το έργο του λέει δεν αναγνωρίστηκε από τη διοίκηση της Ρίβερ. Η πρόβλεψή του μιλάει για 4-0 υπέρ της Μπόκα (εκτός ίσως αν δεν βρεθούν αρκετά μπλε κεριά), μια νίκη που ούτε οι διαιτητές, ούτε το VAR θα καταφέρουν να χαλάσουν. Κάπου στα μικρά γράμματα, ο Ολίβα δήλωσε ότι οι μέθοδοί του έχουν επιτυχία 80%. Αυτά τα γραφικά συμβαίνουν συχνά στην Αργεντινή κι ο πρόεδρος της Μπόκα Αντζελίτσι παραδέχτηκε την αλήθεια, λέγοντας ότι ο ίδιος πιστεύει στη σκληρή δουλειά, αλλά αν ο κόσμος πιστεύει σε αυτά γιατί να πάει εναντίον τους; «Τα δέχομαι όλα», είπε επιβεβαιώνοντας το ρεπορτάζ που λέει ότι ο Ολίβα κόβει βόλτες στο Μπομπονέρα. Αν θα καταφέρει να φέρει και την πρόκριση θα το μάθουμε σύντομα.

Βίος και πολιτεία του Λουτσιάνο Γκαούτσι

  [4 Σχόλια]

Μέσα στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, οι μεγάλες στιγμές, οι σπουδαίοι παίκτες και οι τεράστιες ομάδες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με υπερ-γραφικές παρουσίες. Ειδικά στις μικρότερες ομάδες της χώρας. Μια τέτοια περίπτωση είναι κι ο Λουτσιάνο Γκαούτσι που οι ιστορίες του και ο μύθος του περιπλέκονται μέσα στα περίπου 40 χρόνια ενεργούς παρουσίας στα δρώμενα της Ιταλίας. Ο Γκαούτσι εμφανίζεται αρχικά ως οδηγός αστικού λεωφορείου στη Ρώμη, στην ATAC και στη συνέχεια ιδρύει μια εταιρεία καθαρισμού. Το όνομά της «Λα Μιλανέζε» κι ο αστικός μύθος λέει ότι επέλεξε το όνομα γιατί ήθελε να πιάσει η εταιρεία στο δύσκολο και υπεροπτικό βορρά της χώρας. «Δεν θα έκανα δουλειές στη βόρεια Ιταλία, αν ήξεραν ότι έχουμε έδρα τη Ρώμη», φέρεται να έχει πει. Σιγά σιγά μεγαλώνει την εταιρεία και καταφέρνει να κάνει συμβόλαιο με το Μαλπένσα, το αεροδρόμιο του Μιλάνου.

Η μεγάλη του αγάπη όμως είναι τα άλογα (θυμίζοντας μια δική μας περίπτωση). Ο «Μπιγκ Λουτσιάνο» γίνεται ιδιοκτήτης στη Allevamento White Star, μια εταιρεία που μεγαλώνει καθαρόαιμα άλογα για ιπποδρομίες. Αγοράζει ένα καθαρόαιμο ιρλανδέζικο άλογο που κανείς δεν πιστεύει ότι έχει ταλέντο, πέρα από τον Λουτσιάνο. Του δίνει το όνομα Τόνι Μπιν (τόσο σπουδαίο έγινε το άλογο που έχει δικό του λήμμα στη wikipedia), το όνομα είναι ενός Ιταλού ζωγράφου που ο Γκαούτσι είχε γνωρίσει στους δρόμους του Παρισιού και από τον οποίο τελικά αγόρασε και έναν πίνακα. Ο Τόνι Μπιν, μέσα στη ζωή του αυτοδημιούργητου Γκαούτσι, είναι ίσως η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη επιχειρηματική κίνηση. Τον αγοράζει με 12 εκατομμύρια λιρέτες κι ο Τόνι εξελίσσεται σε πουλέν (καλό ε), κατακτώντας ένα σωρό αγώνες. Ανάμεσα σε αυτούς και τον αγώνα της Αψίδας του Θριάμβου, που αν κατάλαβα καλά πρέπει να είναι κάτι σαν το Τσάμπιονς Λιγκ των ιπποδρομιών ή έστω το Γιουρόπα Λιγκ. Ο Γκαούτσι βγάζει ένα σωρό χρήματα από τους αγώνες, αλλά τα περισσότερα τα βγάζει όταν πουλάει τον Τόνι Μπιν σε μια οικογένεια Γιαπωνέζω για περίπου 5 δισεκατομμύρια λιρέτες (μερικά εκατομμύρια Ευρώ).

Έφτασε η στιγμή μετά από τόσα χρόνια στο Σομπρέρο να βάλουμε βίντεο… ιπποδρομίας.
(μετά τα 2′ στο βίντεο το φοβερό φίνις του Τόνι Μπιν)

Ο Γκαούτσι δεν μένει στάσιμος όμως επιχειρηματικά και ιδρύει μια ακόμα εταιρεία, τη Galex, αυτή τη φορά με ρούχα. Έχει όμως ήδη μπει στο ποδόσφαιρο, καθώς γίνεται αντιπρόεδρος της Ρόμα στα χρόνια του Ντίνο Βιόλα. Το σαράκι του παραγοντισμού και η συμβουλή του Τζούλιο Αντρεότι, τότε προέδρου της Ιταλίας, τον οδηγούν στην επόμενη κίνηση. Έτσι, το 1991 αγοράζει την Περούτζια που βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Ο Γκαούτσι βλέπει μια ευκαιρία και όπως κάνει συχνά στη ζωή του, την αρπάζει. Ο Μπιγκ Λουτσιάνο με το κλασικό του χαμόγελο χρησιμοποιεί όσα έχει μάθει στις δουλειές του. Όσα τον έχουν φτάσει εκεί. Τον παρορμητισμό, τα ρίσκα, το να αγοράζει φτηνά και να πουλάει ακριβά. Η Περούτζια μετά την εκπληκτική χρονιά του 1979 (όταν και βγήκε 2η στη Serie A και έγινε η πρώτη αήττητη ομάδα που δεν κατέκτησε πρωτάθλημα στην Ιταλία), πέρασε σε χρόνια παρακμής. Έμπλεξε δυο φορές σε σκάνδαλα και υποβιβάστηκε εξαιτίας τους δύο φορές. Το 1991 τη βρίσκει στην 3η κατηγορία κι ο Γκαούτσι προσπαθεί να την αναστήσει. Για να το καταφέρει, αλλάζει τους προπονητές σαν τα πουκάμισα (από το 1991 μέχρι το 1999 έχει αλλάξει 15 προπονητές).

Πράγματι, το 1993, η Περούτζια κατακτά την άνοδο στα πλέι-οφ. Ο απίστευτος Γκαούτσι λίγο πριν το ταξίδι για το ματς της ανόδου διώχνει τον κόουτς Νοβελίνο που δεν θέλει πολιτικούς να ταξιδεύουν μαζί με την ομάδα στο τσάρτερ. Η απόλυση δεν επηρεάζει την ομάδα. Ο κόσμος στην Περούτζια πανηγυρίζει τελικά την άνοδο. Αλλά για μια ομάδα μπλεγμένη μονίμως σε σκάνδαλα, ένα ακόμα δεν αποτελεί έκπληξη. Βλέπετε, εκείνη τη χρονιά, ο Γκαούτσι έχει πουλήσει ένα άλογο στον πεθερό του διαιτητή Σεντζάκουα, ένα άλογο όμως που προορίζεται για τον ίδιο τον διαιτητή που είναι κι αυτός λάτρης τους. Ο Γκαούτσι έχει συναντηθεί αρκετές φορές με τον Σεντζάκουα κι ο τελευταίος έχει παίξει σε 2 αγώνες την Περούτζια. Ο Λουτσιάνο αρνείται ότι οι συναντήσεις είχαν κάποια σχέση με την μπάλα, αλλά ο διαιτητής πέφτει σε αντιφάσεις. Η Περούτζια τιμωρείται, χάνει την άνοδο και στον Γκαούτσι απαγορεύεται η είσοδος στους αγωνιστικούς χώρους για τρία χρόνια.

Δεν μυρίζει λίγο Ελλαδίτσα; Πέσιμο στον διαιτητή, καβγάς με τον αντίπαλο πρόεδρο…

Τίποτα από όλα αυτά δεν σταματά τον «Λουτσιανόνε». Συνεχίζει να πηγαίνει κανονικά στο γήπεδο και κάθε φορά μαζεύει καινούριο πρόστιμο, το οποίο και πληρώνει σαν κύριος. Θεωρεί ότι υπεύθυνος είναι ο Βιτσέντζο Ματαρέζε, πρόεδρος της Μπάρι, με τον οποίο έχουν κάκιστη σχέση. Η Περούτζια τα καταφέρνει την επόμενη χρονιά και ανεβαίνει στη Β’ εθνική. Όχι φυσικά χωρίς διάφορα τραγελαφικά. Οι παίκτες διαμαρτύρονται έντονα γιατί ο Γκαούτσι τους τιμωρεί σχεδόν μετά από κάθε ήττα. Τους απομονώνει σε ξενοδοχεία μόνο με ψωμί και νερό (!!). Εννοείται ότι αλλάζει κόουτς, παρά την άνοδο, κάνοντας τον βοηθό Βιβιάνι πρώτο προπονητή. Αποκαλύπτεται όμως ότι ο Βιβιάνι δεν έχει δίπλωμα και έτσι ο Γκαούτσι μένει χωρίς κόουτς πριν το ματς με την Ουντινέζε. Κανένα πρόβλημα. Ο τιμωρημένος ιδιοκτήτης, κάθεται ο ίδιος στον πάγκο, δίνει εντολές και καθοδηγεί την Περούτζια (πληρώνοντας φυσικά και το πρόστιμο).

Παρά τις γραφικότητες και τις παραξενιές, ο Γκαούτσι κάνει και σωστά πράγματα. Κυρίως, ξέρει να ανακαλύπτει ταλέντα. Καταφέρνει τελικά και οδηγεί την ομάδα στη Serie A, το όνειρό του γίνεται πραγματικότητα. Το πετυχαίνει με τον Τζιοβάνι Γκαλεόνε στον πάγκο, έναν πολύ αξιόλογο προπονητή, ο οποίος παραλίγο να το πληρώσει με τη ζωή του την επόμενη περίοδο. Μπαίνει στο νοσοκομείο αφού έχει καταρρεύσει ψυχολογικά από την πίεση και βρίσκεται στα όρια καρδιακής ανακοπής. Ο παλιός κόουτς Νοβελίνο τον επισκέπτεται στο νοσοκομείο και βγαίνοντας δηλώνει ότι για όλα φταίει ο Γκαούτσι. Η Περούτζια με παίκτες όπως ο Μίχελ Κρέεκ (που πέρασε από την ΑΕΚ), ο Μάρκο Νέγκρι, ο Λούκα Μπούτσι και με μικρότερο ρόλο οι νεαροί και ταλαντούχοι Ματεράτσι και Γκατούζο βρίσκεται στην 8η θέση την 11η αγωνιστική, αλλά η συνέχεια δεν είναι καλή. Ο Γκαλεόνε απολύεται τελικά, ο Νέβιο Σκάλα έρχεται, αλλά δεν σώζει την ομάδα που υποβιβάζεται.

Από τα χρόνια των επιτυχιών

Η Περούτζια καταφέρνει να ανέβει ξανά και περνάει την πιο σταθερή περίοδο της ιστορίας της, καθώς βρίσκεται στη μέση της βαθμολογίας. Αυτό γίνεται χάρη και στον Σέρσε Κόσμι τον εξίσου εκκεντρικό προπονητή που καταφέρνει να μείνει σταθερός για μεγάλο χρονικό διάστημα και μέχρι τον υποβιβασμό το 2004. Ο Κόσμι οδηγεί την Περούτζια στην κατάκτηση μιας από τις τρεις θέσεις του Ιντερτότο το 2003 («κατακτώντας» το μαζί με τη Βιγιαρεάλ και τη Σάλκε, σε ένα ρεσιτάλ γραφικότητας της ΟΥΕΦΑ) και παίρνει το εισιτήριο για το κύπελλο ΟΥΕΦΑ, εκεί που αποκλείει τον Άρη για να φτάσει στον 3ο γύρο και να χάσει από την PSV του Κέζμαν. Σε όλα αυτά τα χρόνια, ο Γκαούτσι βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο. Ως… οραματιστής ανοίγει την πόρτα του συλλόγου σε παίκτες από άλλες ηπείρους. Αυτό έχει άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά αποτελέσματα. Είναι αυτός που φέρνει τον Χιντετόσι Νακάτα το 1998 στην Ιταλία και δικαιώνεται από την μετέπειτα πορεία του Γιαπωνέζου, τον μοσχοπουλάει στη Ρώμη, αφού οι φανέλες της Περούτζια ξεπουλάνε στην Ιαπωνία κι ο Γκαούτσι συναντά σε δείπνο τον πρωθυπουργό της Ιαπωνίας. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ο Μπιγκ Λουτσιάνο θα μπει στα πολιτικά.

Παράλληλα, γίνεται διάσημος παγκοσμίως όταν το 2002 μετά τον διαβόητο αποκλεισμό της Ιταλίας από τη Ν. Κορέα στο Μουντιάλ δηλώνει ότι δεν θα πληρώνει το Νοτιοκορεάτη παίκτη του Αν, που σκόραρε το γκολ και «έβλαψε το ποδόσφαιρο της χώρας». Μετά από τον χαμό, παίρνει πίσω την απόφασή του και προσπαθεί να τον κρατήσει στην ομάδα, αλλά δεν τα καταφέρνει. Παίρνει στην Περούτζια… δέκα Αιθίοπες διεθνείς που ζητούν πολιτικό άσυλο (ελπίζοντας να πιάσει κελεπούρι), αλλά τελικά κανείς δεν παίζει. Ο Γκαούτσι όμως κερδίζει το παράσημο του «Ιππότη της Ειρήνης» γι’ αυτό. Φέρνει δύο παίκτες από το Εκουαδόρ που μαθαίνει από το Ίντερνετ, ένας εξ αυτών ο Ιβάν Καβιέδες από την Έμελεκ, 1ος σκόρερ στη χώρα που τελικά γίνεται γυρολόγος. Φυσικά ανοίγει και τον δρόμο για Έλληνες, όπως ο Ζήσης Βρύζας κι ο Τραϊανός Δέλλας, αλλά κι οι Λουμπούτης και Ναλιτζής. Εκτός από Γιαπωνέζο και Κορεάτη, φέρνει και τον πρώτο Κινέζο στην Ιταλία. Τον Μα Μινγκιού. Ο Γκαούτσι έχει δει τον αγώνα Κίνας-Ιαπωνίας και εντυπωσιάζεται από έναν παίκτη. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι σκάουτερ της Περούτζια, στο επόμενο ματς της Κίνας είδαν την ομάδα με διαφορετικά νούμερα και παίκτες σε άλλες θέσεις, οπότε βλέπουν κάποιον άλλον παίκτη και τελικά φέρνουν άλλον στην Ιταλία. Αν και η ιστορία ακούγεται τραβηγμένη, το σίγουρο είναι ότι ο Μα Μινγκιού μοιάζει πολύ μεγαλύτερος από τα 27 του, δεν μιλάει σε κανέναν κι οι Ιταλοί τον φωνάζουν Λούκα. Δεν παίζει παρά μόνο σε ένα φιλικό και πηγαίνει στη Β’ ομάδα, εκεί που του κολλάνε το παρατσούκλι «ο παππούς. Κι αν ο Κινέζος βγήκε παλτό, το μεγαλύτερο παλτό στα χρόνια Γκαούτσι δεν ήταν από την Ασία (ο Γκαούτσι έφερε και Ιρανούς), αλλά από την Αφρική.

Ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Δίπλα του ο Αλεσάντρο ντελ Πιέρο.

Ο Αλ Σαάντι Καντάφι είναι γιος του Μουαμάρ Καντάφι και από μικρός λάτρευε το ποδόσφαιρο. Το όνειρό του να γίνει σπουδαίος και τρανός ποδοσφαιριστής ήταν εύκολη στη Λιβύη που δύσκολα κάποιος τον μάρκαρε στενά και έκανε κουμάντο. Αλλά τα πράγματα άλλαξαν όταν μετά έγινε παίκτης της Περούτζια. Ο Γκαούτσι ελπίζοντας σε οικονομική βοήθεια από το κράτος της Λιβύης και αφού ο Μπερλουσκόνι του λέει ότι θα έτσι θα βελτιωθούν οι σχέσεις των δύο χωρών, τον έφερε στην Ιταλία και τον υποδέχτηκε με όλες τις τιμές που άρμοζαν. Οι κάμερες του Αλ Τζαζίρα τον ακολουθούσαν στις προπονήσεις, στις οποίες φτάνει με την κατακίτρινη Λαμποργκίνι του. Έχει κλείσει έναν όροφο γι’ αυτόν και τη γυναίκα του στο ξενοδοχείο πέντε αστέρων που μένει. Ο Γκαούτσι τον παρουσιάζει ως παράδειγμα μάλιστα στους άλλους παίκτες του, να δουν τι θυσίες κάνει ένας πλούσιος άνθρωπος για να παίξει ποδόσφαιρο, ενώ αυτοί τεμπελιάζουν. Πράγματι, ο Καντάφι έχει προσλάβει για γυμναστή τον Μπεν Τζόνσον μπας και καταφέρει να σταθεί στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Δεν αποτελεί έκπληξη σε κανέναν όταν βρίσκεται ντοπαρισμένος. Ο Καντάφι δεν είναι φυσικά σε επίπεδο Περούτζια, δεν είναι σε επίπεδο ούτε για 5×5. Παίζει 15 λεπτά σε ένα ματς με τη Γιουβέντους κόβοντας βόλτες στον αγωνιστικό χώρο κι αυτό είναι. Περνάει από Ουντινέζε και Σαμπντόρια με την ίδια επιτυχία και τελικά αργότερα γίνεται αρχηγός των ειδικών δυνάμεων στη Λιβύη (ξεκάθαρα επειδή το αξίζει). Πριν λίγα χρόνια πάντως, εμφανίστηκε στο ebay η (ας πούμε) ιδρωμένη φανέλα του από εκείνο το ματς, με τιμή 10.000 δολάρια.

Την ίδια περίοδο, ο Γκαούτσι αγοράζει κι άλλες ομάδες, όπως τις Βιτερμπέζε και Σαμπενετέζε, αλλά και την Κατάνια στην οποία βάζει πρόεδρο τον 23χρονο γιο του Ρικάρντο. Έτσι, για να παίζει. Στη Βιτερμπέζε (που την έχει για θυγατρική της Περούτζια) κάνει ακόμα κάτι ξεχωριστό. Βάζει μια γυναικά για προπονητή, την παλιά διεθνή επιθετικό Καρολίνα Μοράτσε, τραβώντας για μια ακόμα φορά τα φώτα πάνω του. Η Μοράτσε αντέχει μόλις δύο αγώνες στον πάγκο, αφού παραιτείται γιατί δεν ανέχεται τις παρεμβάσεις του (τουλάχιστον ξέρουμε ότι δεν ήταν κάτι σεξιστικό, ο Λουτσιανόνε το κάνει ανεξαρτήτως φύλου).

Εδώ με την Ελιζαμπέτα Τουλιάνι, από ένα φλογερό έρωτα το 2002. Η Τουλιάνι είναι η συμβία του γνωστού πολιτικού Τζανφράνκο Φίνι πλέον.

Όπως συνήθως γίνεται, η απότομη άνοδος έχει ως αποτέλεσμα μια ακόμα πιο απότομη πτώση. Ο Γκαούτσι συνεχίζει να προσπαθεί να αποκτήσει τη δημοσιότητα που τόσο ποθεί. Θέλει να υπογράψει γυναίκα ποδοσφαιριστή για να παίξει στην ανδρική ομάδα, τα βάζει με την Ομοσπονδία, αλλά τα πραγματικά προβλήματα είναι άλλα. Η Περούτζια χρωστάει. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλους συλλόγους, αλλά ο Γκαούτσι δεν έχει να πληρώσει ούτε κάποιες δόσεις. Η Περούτζια μετά από βασανιστικά μπαράζ υποβιβάζεται το 2004 και περίπου ένα χρόνο μετά πτωχεύει. Ο Γκαούτσι φεύγει στον Άγιο Δομίνικο «για διακοπές» με ένα ένταλμα να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του. Οι διακοπές κρατάνε τρία ολόκληρα χρόνια, ενώ οι γιοι του Αλεσάντρο και Ρικάρντο (στους οποίους έχει αφήσει την Περούτζια) καταδικάζονται και μπαίνουν φυλακή. Οι κατηγορίες είναι ότι πάνω από 40 εκατομμύρια € από τα ταμεία της Περούτζια πήγαν σε άλλες επιχειρήσεις της οικογένειας, ενώ τα 20 εκατομμύρια για τη μεταγραφή του Νακάτα στη Ρόμα χάθηκαν κάπου στον δρόμο. Ο Γκαούτσι αποκτά ακόμα έναν γιο στα 71 του, το κλίμα του Σάντο Ντομίνγκο βοηθάει. Μετά από τρία χρόνια και αφού έχει πετύχει η ποινή του για τρία χρόνια να είναι με αναστολή επιστρέφει στην Ιταλία. Από τότε χάνεται. Αντιμετωπίζει και προβλήματα υγείας, οπότε οι εμφανίσεις του είναι λίγες. Ο γιος του Ρικάρντο συνεχίζει το έργο του μπαμπά, καθώς γίνεται ιδιοκτήτης της Φλοριάνα στη Μάλτα. Ο Γκαούτσι είναι ένας από τους τελευταίους αντιπροσώπους ενός ποδοσφαίρου που πεθαίνει. Είναι δύσκολο πλέον να συναντήσεις τέτοιες μορφές. Ίσως και για το καλύτερο.

Ο μιγάς με τα πράσινα μάτια

  [2 Σχόλια]

Το 1919 η Βραζιλία κέρδισε την Ουρουγουάη με 1-0 και αναδείχτηκε πρωταθλήτρια Νότιας Αμερικής στα γήπεδα του Ρίο ντε Τζανέιρο. Αυτός ήταν και ο πρώτος της τίτλος και αποκτούσε ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν συνυπολογίσουμε πως το ποδόσφαιρο της χώρας ήταν σε εμβρυακό στάδιο και σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Επίσης κουβαλούσε μαζί του και ένα σωρό ταξικά προβλήματα που έκαναν ακόμα δυσκολότερη την όλη κατάσταση. Αυτό φυσικά και δεν επηρέασε τον κόσμο που ξεχύθηκε στους δρόμους για να πανηγυρίσει το σπουδαίο γεγονός. Μπροστά μπροστά δεν δέσποζε καμία σημαία, και κανένα λάβαρο, αλλά αυτό το ρόλο τον είχε αναλάβει ένα λασπωμένο παπούτσι. Ένα λασπωμένο παπούτσι με μια δεμένη μικρή ταμπελίτσα πάνω του που έγραφε: ο glorioso pe de Friendenreich. Το δοξασμένο παπούτσι του Φρίντενραϊχ. Ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ ήταν ο μοναδικός σκόρερ της αναμέτρησης κάτι που τον είχε αναγάγει, όπως και ήταν λογικό, σε λαϊκό ήρωα για το Βραζιλιάνικο έθνος. Το εν λόγω παπούτσι μάλιστα έγινε τόσο διάσημο που μπήκε ως έκθεμα στη βιτρίνα του πιο ξακουστού, και ακριβού, κοσμηματοπωλείου στο κέντρο της πόλης. Εκεί μπορούσε να το θαυμάσει ο καθένας, χωρίς φυσικά να έχει το δικαίωμα να το αγγίξει, όπως δεν μπορούσε να «αγγίξει» και τα κοσμήματα, ως ένα από τα πιο σημαντικά κειμήλια της εποχής. Ίσως και το πιο σημαντικό.

Ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ γεννήθηκε το 1892 στο Σάο Πάολο, στη γωνία που σχημάτιζαν οι περιοχές Βιτόρια, που σημαίνει νίκη και η Τριούμφο που σημαίνει θρίαμβος. Γιος ενός Γερμανού επιχειρηματία, που είχε μεταναστεύσει εκεί χρόνια πριν, και μιας φτωχής μαύρης υπηρέτριας, και ήταν ο πρώτος μιγάς ποδοσφαιριστής της Βραζιλίας. Εκείνα τα χρόνια, με το ποδόσφαιρο να είναι ερασιτεχνικό, όπως έγραψα και νωρίτερα, δικαίωμα να παίξουν σε αυτό είχαν μόνο οι προνομιούχοι λευκοί της χώρας. Ο Φρίντενραϊχ δεν είχε γεννηθεί λευκός, ούτε και μαύρος. Ήταν μιγάς. Η καταγωγή και η θέση του πατέρα του στην κοινωνία του έδινε όμως το «ύψιστο δικαίωμα» ώστε να κλωτσά μια μπάλα και να παίζει μαζί της. Η εξαιρετική του τεχνική και η αλεγρία που ήταν εμφανέστατη στο παίξιμό του, σε συνδυασμό με την φοβερή του κορμοστασιά, δεν άργησαν να του δώσουν τα προσωνύμια Τίγρης και Μαύρο Διαμάντι. Αν και αυτό που ήταν ακόμα πιο εύηχο, και ρεαλιστικό, ήταν αυτό που έβλεπαν τα κορίτσια κυρίως της εποχής και δεν ήταν άλλο από το «Ο μιγάς με τα πράσινα μάτια».

Ένας ιδιαίτερος δηλαδή συνδυασμός. Κάποιος γεννημένος από δύο διαφορετικούς στο χρώμα ανθρώπους που, εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν και το πιο συνηθισμένο φαινόμενο. Κάθε άλλο. Για την ιστορία ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ θεωρείται και είναι, ακόμα και στις μέρες μας, ο σπουδαιότερος σκόρερ στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ακόμα και από τον σπουδαίο Πελέ. Έχει σκοράρει 1329 γκολ σε 1229 παιχνίδια την ίδια ώρα που ο Πελέ μετράει 1279 και είναι επίσης κάποιος που άλλαξε κατά πολύ τον τρόπο που έβλεπαν οι Βραζιλιάνοι και κατ’ επέκταση και ο υπόλοιπος πλανήτης το άθλημα. Ο Πελέ πάντως συνηθίζει αστειευόμενος, ακόμα και σήμερα, να δηλώνει πως τα γκολ του Φρίντενραϊχ είναι 1229 σε 1329 παιχνίδια. Την αλήθεια, επισήμως, δεν πρόκειται να την μάθουμε ποτέ μιας και τα αρχεία χάθηκαν, μυστηριωδώς, την δεκαετία του ’60 όταν και πέθανε ο κολλητός του, και συμπαίκτης του σε πολλές ομάδες, Μάριο ντε Αντράντε. Ο μοναδικός άνθρωπος δηλαδή που είχε καταγεγραμμένα όλα τα παιχνίδια και όλα τα γκολ αναλυτικά σε πλήρη συνεργασία με τον πατέρα του διάσημου ποδοσφαιριστή.

Η ποδοσφαιρική του καριέρα ξεκίνησε το 1909 στην ομάδα «Γερμανία», μια ομάδα που είχαν δημιουργήσει Γερμανοί μετανάστες και που έπαιζε φιλικά παιχνίδια με άλλες ομάδες λευκών, κυρίως, τα πρωινά της Κυριακής. Το σπάνιο ταλέντο του φυσικά και δεν μπορούσε να τον εγκλωβίσει σε μια τόσο μικρή ομάδα και κάπως έτσι δεν άργησαν οι κρούσεις για μεταγραφές από μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες ομάδες. Μέχρι το 1929, όταν και πήγε να αγωνιστεί στην σπουδαία Σάο Πάολο, είχε προλάβει να αναδειχθεί πρώτος σκόρερ με πέντε (5) διαφορετικές ομάδες στο πρωτάθλημα της περιοχής, κάτι που φυσικά και αποτελεί αξεπέραστο ρεκόρ μέχρι και στις μέρες μας. Αλλά δεν ήταν μόνο η σπάνια αίσθηση, και το ταλέντο του, στο να τελειώνει τις φάσεις σκοράροντας με το τσουβάλι τα γκολ αλλά και η μοναδική του ικανότητα στο να ντριμπλάρει τους αντιπάλους αμυντικούς με τέτοια μάλιστα μαεστρία που θεωρείται από μεγάλη μερίδα βραζιλιάνων καλύτερος ακόμα και από τον θρυλικό Γκαρίντσα. Ο πρώτος παίκτης που καθιέρωσε τον κλασικό βραζιλιάνικο τρόπο παιχνιδιού που στις μέρες μας είναι γνωστός ως Joga Bonito, «το όμορφο παιχνίδι», ήταν αυτός. Το παιδάκι που ήθελε μισή ώρα πριν από κάθε παιχνίδι ώστε να ισιώσει το άφρο μαλλί του για να μην χλευαστεί από το κοινό, εκείνος ο μιγάς που τους χάρισε το πρώτο τους μετάλλιο.

Ήταν ο πρώτος που περιφρόνησε ηθελημένα τις συντηρητικές τακτικές των Άγγλων και το κορυφαίο σύστημα της εποχής, το πασίγνωστο 2-3-5, που είχε φτάσει και στη Βραζιλία και το χρησιμοποιούσαν και οι εκεί ομάδες. Ένα σύστημα που ήθελε στην επίθεση πέντε (5) παίκτες να κυνηγούν κυρίως βαθιές μπαλιές. Αυτός έβαλε τον εαυτό του στην επίθεση, έχοντας όμως τέσσερις παίκτες πίσω του, στην ευθεία, ή έχοντας ως στήριγμα κάποιον με παρόμοια χαρακτηριστικά, σε δυάδα, σε ένα πρώιμο 2-4-2-2. Και αυτό πολύ απλά επειδή ήθελε να βρίσκει περισσότερους χώρους για να ντριμπλάρει στο «ένας με ένας». Μάλιστα αυτό ήρθε σε πλήρη εφαρμογή, για πρώτη φορά, απέναντι σε Άγγλους, στο ντεμπούτο του με τα χρώματα της χώρας, όταν και η εθνική Βραζιλίας έδωσε το πρώτο της διεθνές παιχνίδι απέναντι στην Έξετερ, το 1914, επικρατώντας μάλιστα με 2-0. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που ο κόσμος κατάλαβε πως εκτός από ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής ήταν και ένας σπουδαίος μαχητής, μένοντας στην αναμέτρηση ακόμα και μετά από μια βίαιη κλωτσιά που είχε δεχθεί στο πρόσωπο, χάνοντας τα δυο του μπροστινά δόντια και αγωνιζόμενος με αφόρητους πόνους μέχρι και το τελικό σφύριγμα.

Ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ ήταν ο πρώτος σπουδαίος σταρ του ποδοσφαίρου μιας χώρας που έχει γεννήσει αμέτρητους από δαύτους. Ο ποδοσφαιριστής που όπου έπαιζε γίνονταν κυριολεκτικά πανζουρλισμός. Αυτός που όταν μάγευε, στα τέλη του 1920, στην Παουλιστάνο, ουσιαστικά ώθησε το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό κοινό να  απαιτήσει μια περιοδεία της ομάδας για να μπορέσει να τον δει από κοντά να κάνει τα ζογκλερικά του με την μπάλα στα πόδια. Ο διάσημος αθλητής του ποδοσφαίρου που όταν κυκλοφορούσε, φορώντας τα πανάκριβα κοστούμια του στα καλύτερα νυκτερινά κλαμπ για να πιει τα ακριβά ποτά του και να φλερτάρει δίχως κανένα όριο με κάθε θηλυκό, υπήρχαν γύρω του ακόμα και σωματοφύλακες ώστε να εμποδίζουν τα πλήθη που ήθελαν απλά να τον ακουμπήσουν, ικετεύοντας για ένα αυτόγραφο. Ο μιγάς πρωταθλητής έπεσε όμως θύμα του προέδρου της χώρας, Επιτάσιο Πεσσόα, όταν ο δεύτερος αποφάσισε το 1920 και το 1921 να μην επιτραπεί στους μαύρους Βραζιλιάνους παίκτες να πάρουν μέρος στην εθνική. Ο λόγος; «Να μη χαλάσει η εικόνα της χώρας στο εξωτερικό και να δείξει η Βραζιλία το καλό της πρόσωπο». Τελικά πείστηκε να δώσει «χάρη» στον Φρίντενραϊχ το 1922 κι η Βραζιλία κατέκτησε τον τίτλο.

Το σπουδαιότερο όμως από όλα στην τεράστια καριέρα του «μιγά με τα πράσινα μάτια» ήταν ότι έφερε στο μεγαλοπρεπές στάδιο των λευκών, που ήταν γεμάτο από κανόνες και σκουριασμένες τακτικές, την ασέβεια και τον τρόπο παιχνιδιού των παιδιών σκούρου χρώματος που έμαθαν να διασκεδάζουν κλωτσώντας, σαν να χορεύουν πολλές φορές, μια κουρελιασμένη μπάλα στα προάστια. Εκεί δηλαδή που γεννήθηκε ένα στυλ γεμάτο φαντασία. Ένα στυλ που προτιμά την ευχαρίστηση από το αποτέλεσμα. Ένα στυλ άναρχο που πάντα θα προσφέρει καλύτερο θέαμα ακόμα και από την πιο οργανωμένη επίθεση. Ένα στυλ ποδοσφαίρου που πηγάζει από ένα πλούσιο σε συναισθήματα λαό που όταν τα εξωτερικεύει αυτά μετατρέπονται σε ποίηση. Ποδοσφαιρική ποίηση. Αυτή η πλαστικότητα και η ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει τους Βραζιλιάνους και που είναι δυσνόητη πολλές φορές για τους Ευρωπαίους. Τότε που, ευτυχώς για το άθλημα, «καταργήθηκαν όλες οι ποδοσφαιρικές γωνίες» όπως έγραψε και ο Γκαλεάνο, δίνοντας τη θέση τους στην ελευθερία. Σε μια πιο αφηρημένη Τέχνη ενός νέου ποδοσφαιρικού καμβά μακριά από κάθε συμβατική έννοια. Μια ελευθερία που έγινε όμορφη στο μάτι και έρωτας στην καρδιά και στο μυαλό για τον απλό φίλο του αθλήματος και που -ευτυχώς- συνεχίζει να συγκινεί ακόμα και στις μέρες μας.

Η μπάλα στην κοιλάδα του Ρουρ

  [5 Σχόλια]

Στα δυτικά της Γερμανίας, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, υπάρχει η κοιλάδα του Ρουρ που πλέον αποτελεί τη μεγαλύτερη αστική περιοχή στη χώρα και μια από τις μεγαλύτερες της Ευρώπης. Η διαφορά αυτής της περιοχής είναι ότι δεν έχουμε μία μεγάλη πόλη που σιγά σιγά απορρόφησε κι άλλες (όπως για παράδειγμα συμβαίνει σε αστικά κέντρα όπως το Παρίσι, η Κωνσταντινούπολή ή το Μπουένος Άιρες), αλλά ένα πολυκεντρικό σύστημα. Πολλές πόλεις δηλαδή που αναπτύχθηκαν παράλληλα κατά τη βιομηχανική επανάσταση με αποτέλεσμα πλέον να μην ξεχωρίζουν και να μιλάμε για ένα ενιαίο αστικό κέντρο. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι οι πόλεις δεν κράτησαν το δικό τους χαρακτήρα. Και αν τα υπόλοιπα «κάστρα» έπεσαν, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει το ποδόσφαιρο για να κρατάει τις διαφορές, τις κόντρες και να ξεχωρίζει τον έναν από τον άλλον.

Στην περιοχή του Ρουρ υπάρχουν ένα σωρό ομάδες, πολλές από αυτές με μεγάλη ιστορία. Σάλκε, Ντόρτμουντ, Μπόχουμ, Ντούισμπουργκ, Ομπερχάουζεν και Έσεν. Αν σε αυτές προσθέσουμε τις πόλεις που δεν ανήκουν στην περιοχή του Ρουρ, αλλά στην ευρύτερη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία έχουμε ακόμα την Κολωνία, τη Λεβερκούζεν, τη Ντίσελντορφ, την Γκλάντμπαχ και αρκετές ακόμα. Για να το κάνουμε πιο κατανοητό, σκεφτείτε ότι όλες αυτές οι ομάδες είναι στο Ρουρ σε αποστάσεις περίπου 20 χιλιομέτρων και οι υπόλοιπες είναι σε απόσταση επιπέδου Αθήνα-Κόρινθος. Οι επιλογές για έναν «τουρίστα» να δει μπάλα είναι πάρα πολλές. Η δική μου επιλογή ήταν η Σάλκε και το Γκελσενκίρχεν.

Η περιοχή του Ρουρ

Το ποδόσφαιρο στη Γερμανία έχει μεγάλη ιστορία και αυτό φαίνεται στην περηφάνια με την οποία οι γερμανικές ομάδες επιδεικνύουν το πότε ιδρύθηκαν. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04 e. V, όπως είναι το πλήρες όνομα, για το 1904 όταν και ιδρύθηκε. Το 1840 η κοιλάδα του Ρουρ ήταν μια ξεχασμένη αγροτική περιοχή, το Σάλκε ένα χωριουδάκι 400 κατοίκων και το Γκελσενκίρχεν (η μεγαλύτερη πόλη) είχε περίπου 6.000 κατοίκους, όπου σχεδόν όλοι δούλευαν σαν ανθρακωρύχοι. Το 1900 το Γκελσενκίρχεν είχε φτάσει τους 138.000 κατοίκους και το Σάλκε ήταν πλέον τμήμα του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, μια παρέα γιων ανθρακωρύχων ίδρυσε το σύλλογο, αλλά χρειάστηκαν ακόμα δέκα μέχρι να λάβει συμμετοχή σε κάποια επίσημη διοργάνωση. Το ποδόσφαιρο γρήγορα έγινε η αγαπημένη ασχολία της περιοχής. Οι ανθρακωρύχοι ήταν τόσο παίκτες της ομάδας, όσο και θεατές. Η Σάλκε έφτιαξε το πρώτο της γήπεδο το 1928 και συχνά είχε πάνω από 30.000 θεατές στους αγώνες της. Το 1973 χτίστηκε το στάδιο στο οποίο πολλοί από εμάς μάθαμε τη Σάλκε, το Παρκστάντιον. Και το 2001 χτίστηκε η Αουφ Σάλκε Αρένα, ένα γήπεδο που χωράει 62.000 θεατές (ή 54.000 στα ευρωπαϊκά).

Σε αντίθεση με άλλα μέρη της Ευρώπης, στο Γκελσενκίρχεν ένα μεγάλο μέρος των φιλάθλων πηγαίνει με τα αυτοκίνητά του στο γήπεδο. Το Βέλτινς Αρένα (από την τοπική μπύρα που είναι σπόνσορας) βρίσκεται πολύ κοντά στην έξοδο της «εθνικής οδού», με εύκολη πρόσβαση και αρκετά πάρκινγκ. Έφτασα στην περιοχή πολύ πριν το παιχνίδι, περίπου 2 ώρες, αλλά ήδη κόσμος πήγαινε προς το γήπεδο. Δεν γίνεται να μπερδέψεις κάποιον οπαδό με κάποιον κάτοικο ή περαστικό. Ο λόγος; Σχεδόν όλοι φοράνε φανέλες της ομάδας. Σε τέτοιο ποσοστό που δεν το έχω ξαναδεί. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι 8 στους 10 θεατές φορούσαν εμφάνιση της Σάλκε. Φανέλες καινούριων παικτών, φανέλες με τα δικά τους ονόματα, αλλά και φανέλες παλιές, με το όνομα του Ραούλ να μην έχει ξεχαστεί.

Το γήπεδο της Σάλκε βρίσκεται σε ένα προάστιο, μέσα στα δέντρα και το πράσινο. Είναι χτισμένο πολύ κοντά στο παλιό γήπεδο, σε ένα λοφάκι. Ακολουθώντας το μπλε ποτάμι των οπαδών φτάνεις στον περιβάλλοντα χώρο για να πιεις την πρώτη μπύρα σου, να φας το πρώτο λουκάνικο. Πριν το παιχνίδι που παρακολούθησα, το Σάλκε-Χέρτα, η τοπική ομάδα δεν είχε ακόμα νίκη στην Μπουντεσλίγκα και κυρίως δεν είχε καν σκοράρει. Η σεζόν δεν αναμένεται σπουδαία. Αυτό όμως δεν πτόησε τον κόσμο να χαρεί το Σάββατό του, έχοντας πάει στο γήπεδο πριν ακόμα ανοίξουν οι πόρτες. Εξωτερικά, η Αρένα της Σάλκε δεν εντυπωσιάζει. Τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, δεν μου φάνηκε κάποιο αρχιτεκτονικό αριστούργημα. Την ίδια αίσθηση είχα όταν είδα και την Αλιάνζ Αρένα στο Μόναχο ημέρα, χωρίς τα φώτα.

Μετά την πρώτη στάση για την πρώτη μπύρα, πήραμε το δρόμο για τις θέσεις μας. Αν δεν έχεις δει ξανά ματς σε σοβαρή χώρα, σου έρχεται ένα πολιτισμικό σοκ βλέποντας οπαδούς της Χέρτα με τις φανέλες τους να περνούν ανενόχλητοι ανάμεσα στους οπαδούς της Σάλκε. Σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Το είχα δει και σε άλλα παιχνίδια στο εξωτερικό, αλλά αυτή τη φορά μου έκανε εντύπωση η παντελής έλλειψη αστυνομίας. Σαν να βρισκόσουν σε ένα εμπορικό κέντρο για βόλτα. Σίγουρα το ίδιο δεν θα συμβαίνει σε ματς με τη Ντόρτμουντ ή την Μπάγερν, αλλά και πάλι είναι εντυπωσιακό.


Το μπαράκι των οπαδών μέσα στο γήπεδο

Η έλλειψη ενθουσιασμού για το εξωτερικό του γήπεδο, αντικαταστάθηκε από το θαυμασμό μετά τον έλεγχο των εισιτηρίων και την είσοδο στο εσωτερικό. Μπορείς να γυρίσεις όλο το γήπεδο περιμετρικά χωρίς να μπεις στις εξέδρες, όπως συμβαίνει σε όλες αυτές τις «αρένες». Παντού μπορείς να αγοράσεις μπύρες και φαγητό, με ένα σύστημα που υπάρχει και σε άλλα γερμανικά γήπεδα. Παίρνεις μια κάρτα την «γεμίζεις» με χρήματα και τη χρησιμοποιείς για τις αγορές σου. Εκτός από το φαγητό και μπύρα (σύμφωνα με τη wikipedia υπάρχει η δυνατότητα διάθεσης 52.000 λίτρων μπύρας, 1.000 τετραγωνικών μέτρων πίτσας, 6.000 πρέτζελ και 2.500 κιλών λουκάνικου ανά αγώνα), υπήρχαν και μπουτίκ της ομάδας με αρκετά προϊόντα και φυσικά ένα μπαρ «οπαδών». Μετά από μία βόλτα, ήρθε η ώρα για την είσοδο στις εξέδρες. Το γήπεδο είναι πανέμορφο μέσα. Το πέταλο της Nordkurve μπορεί να μην είναι αντίστοιχο με το «Κίτρινο Τείχος» των μισητών γειτόνων της Ντόρτμουντ, αλλά όταν γεμίζει προκαλεί κι αυτό δέος. Όλοι όρθιοι (όπως είπαμε, η χωρητικότητα στα ματς της Μπουντεσλίγκα είναι μεγαλύτερη κι ο λόγος είναι οι εξέδρες των ορθίων), όλοι στα μπλε, με σημαίες, πανό και φωνή χωρίς σταματημό. Μια υπέροχη ατμόσφαιρα.

Παρά τον… αντιτουριστικό αντίπαλο και τη μέτρια κατάσταση της ομάδας (μία μόλις εβδομάδα πριν η Σάλκε είχε ηττηθεί με 0-3 από την Μπάγερν), οι εξέδρες άρχισαν να γεμίζουν. Να γεμίζουν με υγεία. Νέοι, ηλικιωμένοι, παιδιά και γυναίκες. Πολλές γυναίκες. Σύμφωνα με μια καταμέτρηση του 2014 το 20% των μελών της Σάλκε είναι γυναίκες. Κι όταν μιλάμε για μέλη, μιλάμε για 155.000 ανθρώπους. Και δίπλα σε όλους αυτούς, οι ηρωικοί οπαδοί της Χέρτα που βλέπουν κι αυτοί την ομάδα τους σε μέτρια κατάσταση, αλλά ήρθαν από το Βερολίνο, πήραν θέσεις στην εξέδρα, έβγαλαν τα τύμπανα και ξεκίνησαν το τραγούδι τους.

Μπυρίτσα και μπαλίτσα…

Κάτω από την ανοιχτή οροφή, ένας παρουσιαστής έκανε εκπομπή που την έβλεπες στην εντυπωσιακή οθόνη του γηπέδου. Καλεσμένοι, διαγωνισμοί για φιλάθλους (διαφορετικοί «σύνδεσμοι» οπαδών κοντραρίστηκαν σε πεναλτάκια), το πρόγραμμα της αγωνιστικής (το όνομα της Ντόρτμουντ δεν το λέει κανείς, η αναφορά ήταν «οι κίτρινοι»), φάσεις από τον προηγούμενο αγώνα, αφιερώματα. Και φυσικά, πριν βγει η ομάδα, ένα βίντεο με τον ύμνο και σκηνές από την ιστορία του συλλόγου. Βλέπετε, στη Σάλκε είναι περήφανοι για το εργατικό τους παρελθόν και το βίντεο είχε ένα σωρό πλάνα από τους ανθρακωρύχους του περασμένου αιώνα, ενώ και η έξοδος από τα αποδυτήρια είναι φτιαγμένη έτσι, σαν σήραγγα.

Άλλωστε, οι μεγαλύτερες στιγμές του συλλόγου ήταν σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Η κορυφαία Σάλκε όλων των εποχών κατέκτησε έξι πρωταθλήματα από το 1934 ως το 1942, σπάζοντας πολλά ρεκόρ, έχοντας παίκτες αποκλειστικά ντόπιους, πολλοί εκ των οποίων δούλευαν παράλληλα στα ορυχεία. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι η Σάλκε έπαιζε τότε ένα διαφορετικό ποδόσφαιρο, μακριά από το βρετανικό στιλ του σκληρού παιχνιδιού με τις μακρινές μπαλιές, με πολλές μικρές κοντινές πάσες και το στιλ της ήταν επηρεασμένο από την αυστριακή Wunderteam. Οι ντόπιοι περηφανεύονται για την ιστορία της εργατικής Σάλκε. Το θέμα είναι ότι εκείνη η περίοδος συνέπεσε με το ναζισμό στη Γερμανία.

Αφού η Γερμανία προσπάθησε αρχικά να αγνοήσει όλα αυτά που είχαν γίνει, άρχισε πιο πρόσφατα να αναμοχλεύει κριτικά το παρελθόν. Μέσα σε αυτό το κλίμα λοιπόν, έγινε η προσπάθεια να βρεθεί αν η Σάλκε ήταν ευνοημένη από τους Ναζί. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, δεν υπάρχει κάποια σύνδεση. Υπέκυψε κι αυτή στις διώξεις των Εβραίων από τους αθλητικούς συλλόγους, ακολούθησε κατά γράμμα τις εντολές του καθεστώτος, είχε παίκτες μέλη του ναζιστικού κόμματος, αλλά αυτά συνέβησαν σε όλες τις ομάδες της χώρας. Εύνοια όμως δεν υπήρχε, απλώς τα κατορθώματα εκείνης της Σάλκε έγιναν προπαγάνδα για το μεγαλείο της γερμανικής φυλής, ένα ακόμα εργαλείο εκμετάλλευσης των Ναζί. Όπως αναφέρεται και στο αξιόλογο βιβλίο Tor!: The Story of German Football, πολλοί παίκτες της Σάλκε υποστήριζαν ότι στον τελικό του 1941 αδικήθηκαν ώστε το πρωτάθλημα να το κατακτήσει η Ραπίντ Βιέννης για πολιτικούς λόγους, λόγω της αυστριακής της προέλευσης. Πριν λίγα χρόνια, οι αγγλικοί Times παρουσίασαν μια λίστα δημοσιογραφικού επιπέδου Buzzfeed με τους «50 χειρότερους ποδοσφαιρικούς οπαδούς». Εκεί ανέφεραν ότι ο Χίτλερ ήταν οπαδός της Σάλκε. Ο Αδόλφος βέβαια δεν είχε καμία επαφή με το ποδόσφαιρο (η ιστορία λέει ότι είδε ένα παιχνίδι μόνο στην ζωή του από κοντά, αυτό της Γερμανίας με τη Νορβηγία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 κι αυτό γιατί του είχαν πει ότι η Γερμανία πάει φουλ για το χρυσό μετάλλιο. Ο Φίρερ έξαλλος αποχώρησε όταν οι Νορβηγοί έγραψαν το τελικό 2-0, καθώς λίγες μέρες πιο πριν είχε δει τον Τζέσε Όουενς να του χαλάει τη διάθεση). Η Σάλκε έκανε έρευνα, δεν βρήκε τίποτα και έβγαλε μια γλαφυρή ανακοίνωση:

Επιστροφή όμως στο 2019. Το παιχνίδι δεν ήταν κάτι το εντυπωσιακό, η Χέρτα ήταν τραγική κι η Σάλκε καλύτερη, κερδίζοντας με 3-0. Οι ηρωικοί οπαδοί της Χέρτα δεν σταμάτησαν να τραγουδούν ούτε λεπτό. Ακόμα και μετά τα γκολ, το τύμπανο συνέχιζε, τα συνθήματα το ίδιο, σε ένα μάθημα οπαδικής στήριξης. Μετά το τέλος, οι παίκτες της πήγαν κοντά τους σε μια κίνηση «συγγνώμης» και τότε μόνο ορισμένοι από τους οπαδούς άρχισαν να φωνάζουν τα παράπονά τους. Την ίδια στιγμή, οι νικητές στήθηκαν απέναντι στη Nordkurve, αποθεώθηκαν, πανηγύρισαν, λες και είχαν πάρει κάποιον τίτλο. Οι 58.875 θεατές ζούσαν τη γιορτή μέχρι το τέλος. Γνωρίζοντας ότι η ομάδα τους θα δώσει μάχη λογικά κάπου στη μέση της κατηγορίας.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by El Sombrero (@sombrerogr) on

Προσωπικά δεν συμπαθώ ιδιαίτερα κάποια γερμανική ομάδα. Αντιπαθώ μάλιστα την εθνική Γερμανίας. Αλλά έχοντας πλέον εμπειρία από διαφορετικά γήπεδα, μπορώ να πω ότι το γερμανικό ποδόσφαιρο, η γερμανική ποδοσφαιρική κουλτούρα είναι αυτή τη στιγμή συνολικά η πιο υγιής στην Ευρώπη. Σούπερ γήπεδα και ένα απόλυτα οργανωμένο πρωτάθλημα. Σε βαθμό που κρατάει τις ανέσεις και τα θετικά του «μοντέρνου ποδοσφαίρου», αλλά δεν γίνεται Premier League των ζάμπλουτων μυστήριων ξένων επενδυτών που αλλοιώνουν ιστορίες ομάδων (με εξαίρεση τη Λειψία), ούτε των σεκιουριτάδων που έρχονται να σου κάνουν παρατήρηση αν σηκωθείς όρθιος. Σεβασμός στους φιλάθλους, οπαδική κουλτούρα και παλμός, σε αντίθεση π.χ. με τα ισπανικά γήπεδα που κατά κύριο λόγο η ατμόσφαιρα είναι υγιής μεν, αλλά σε πολλά λίγο νερόβραστη, αλλά και με τα ιταλικά γήπεδα που οι ultras είναι συχνά κοινοί εγκληματίες. Κάθε σύγκριση με μια χώρα νοσηρής νοοτροπίας, άθλιων γηπέδων, οπαδών που ζουν για τη νίκη με κάθε τρόπο, παραγόντων που η θέση τους είναι στη φυλακή, φιλάθλων που δεν στηρίζουν τοπικές ομάδες και προτιμούν το καφενείο είναι χωρίς νόημα. Μπορούμε όμως πάντα να ελπίζουμε.

Σχετικά κείμενα:
Περπατώντας στη Νάπολη
Βλέποντας μπάλα στο Άμστερνταμ
‘Ενα μεσημέρι στο Λεβερκούζεν
Βλέποντας ποδόσφαιρο στην Ευρώπη
Μια μέρα στο Σαν Σεμπαστιάν

Όταν το Μαρακανά έγινε ροντέο

  [3 Σχόλια]

Δύο από τις σταθερές του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου είναι ότι πρέπει να παίζεται συνέχεια ποδόσφαιρο κι ότι οι «βεντέτες» μεταξύ των παικτών κρατούν καιρό. Μεταξύ του 1956 και του 1970 έλαβε χώρα η διοργάνωση με το όνομα «Κύπελλο του Ατλαντικού» στην οποία έπαιζαν κατά κύριο λόγο η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Ουρουγουάη (γιατί ποτέ τα μεταξύ τους ματς δεν είναι αρκετά), αλλά και η Παραγουάη, παρ’ ότι αν δεν κάνω λάθος δεν βρέχεται ούτε από τον Ατλαντικό, ούτε από κάποια άλλη θάλασσα. Μη φανταστείτε ότι το κύπελλο γινόταν συχνά. Το κάναμε μια φορά το 1956, μια ακόμα το 1960 και το θυμηθήκαμε μετά από άλλα 16 χρόνια το 1976. Από τότε δεν έχει ξαναγίνει, αλλά με τις γραφικότητες του Κόπα Αμέρικα, δεν θα μου κάνει εντύπωση το 2056 να το ξαναδούμε για κάποιο επετειακό «σεντενάριο».

Η ιστορία που θα διηγηθούμε σήμερα έγινε στο τελευταίο Κόπα ντελ Ατλάντικο της ιστορίας. Οι τέσσερις ομάδες έπαιξαν μίνι πρωταθληματάκι με διπλούς αγώνες και κανονική βαθμολογία, ξεκινώντας το Φεβρουάριο και τελειώνοντας τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς. Στο πρώτο ματς μεταξύ Ουρουγουάης και Βραζιλίας στο Μοντεβιδέο, οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν με 1-2. Από δω και πέρα οι διηγήσεις έχουν διαφορά ανάλογα από ποια πλευρά τις διαβάζεις, αλλά θα προσπαθήσουμε να είμαστε όσο πιο πιστοί στα γεγονότα.  Το πρώτο παιχνίδι είχε τρεις αποβολές, μία εκ των οποίων ήταν αυτή του Ριβελίνο που πάτησε τον Μουνίς, εξοργίζοντας τους Ουρουγουανούς που κάτι τέτοια δεν τα ξεχνούν.

Στο δεύτερο ματς στο Μαρακανά εμφανίστηκαν προετοιμασμένοι. Όπως διηγήθηκε χρόνια αργότερα ο Χέμπερτ Ρεβέρτια (που μπήκε αλλαγή σε εκείνο το ματς), αρκετοί παίκτες της ομάδας έφαγαν ώρες με γυαλόχαρτο στο χέρι, για να κάνουν τις μεταλλικές τάπες στα παπούτσια τους πολύ αιχμηρές. Η Ουρουγουάη ήταν αυτή που βρέθηκε μπροστά στο σκορ με μια γκολάρα του Τόρες και πήγε στα αποδυτήρια με 0-1. Λίγα λεπτά αργότερα ο δυστυχής Μάρκος Αντόνιο βρέθηκε κάτω από ένα φάουλ Ουρουγουανού και ένας δεύτερος Ουρουγουανός, ο Νταρίο Περέιρα, προσγειώθηκε κατά λάθος (λέμε τώρα) στην πλάτη του Μάρκος Αντόνιο και με τα δύο πόδια (και φυσικά με τις μυτερές τάπες). Ο έξαλλος Ριβελίνο πήγε και τράβηξε το μαλλί του Περέιρα κι η πρώτη φασαρία της ημέρας ήταν γεγονός.

Το βίντεο του ιστορικού αγώνα. Αν βαριέστε να το δείτε ολόκληρο, ξεκινήστε από τα 7 λεπτά για να απολαύστε το επεισοδιακό τέλος.

Η Βραζιλία μετά από μία ωραία προσπάθεια του Ριβελίνο και ένα πολύ καλό σουτ ισοφάρισε σε 1-1 στο 2ο ημίχρονο. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Βραζιλιάνος διαιτητής (από τον οποίοι οι Ουρουγουανοί είχαν ήδη παράπονα) έδωσε ένα ανύπαρκτο πέναλτι υπέρ της χώρας του. Οι Ουρουγουανοί ήταν έξαλλοι. Ο Ζίκο το εκτέλεσε εύστοχα γράφοντας το 2-1 και το ματς έγινε ροντέο. Οι Ουρουγουανοί έμειναν με 10 παίκτες λίγο αργότερα, με μια μάλλον υπερβολική απευθείας κόκκινη για ένα φάουλ (σε ποιον άλλον) στον Ριβελίνο στο κέντρο του γηπέδου. Ο Βραζιλιάνος σταρ άνοιξε διαμάχη με τον Σέρχιο «Κολάτσο» Ραμίρες, ενώ λίγο αργότερα του έδωσε και μια αγκωνιά. Στο 89ο λεπτό του παιχνιδιού, ο Ζίκο πήρε την μπάλα λίγο μετά το κέντρο. Ο «λευκός Πελέ» έκανε μια μαγική προσπάθεια περνώντας τρεις αντιπάλους σε ένα σλάλομ βγαλμένο από highlights. Το highlight όμως ήταν τελικά το τέλος της προσπάθειας. Λίγο πριν ο Βραζιλιάνος πατήσει στην περιοχή και βρεθεί τετ-α-τετ, ο Ραμίρες πιστός στο ουρουγουανικό του DNA έκανε ένα δολοφονικό τάκλιν που στη wikipedia πρέπει να μπαίνει στον ορισμό του «ή ο παίκτης ή η μπάλα». Από αυτά που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο σηκώνεσαι, βλέπεις την κόκκινη, δίνεις το χέρι στον διαιτητή και αποχωρείς. Βέβαια, το 1976, ούτε ο κακός Βραζιλιάνος εκείνης της ημέρας δεν έδωσε κόκκινη.

Όπως ήταν λογικό, στο γήπεδο επικράτησε πανικός. Ο Ριβελίνο έτρεξε αμέσως πάνω από τον Ζίκο. Μέσα στο χαμό, ο Ρεβέρτια (με τις μυτερές του τάπες) έριξε μια γρήγορη κλωτσιά στο αριστερό πόδι του Ριβελίνο. Ο Ριβελίνο πιστεύοντας ότι τον χτύπησε ο Ραμίρες του δίνει μία στο πρόσωπο (με το Ραμίρες να ματώνει στα χείλη) και τελικά ο Ραμίρες που έχει θολώσει ακούει το: «Κολάτσο, όχι τώρα. Μόλις τελειώσει το παιχνίδι» και συγκρατείται. Ο διαιτητής ηρωικά ηρεμεί την κατάσταση χωρίς χρήση κάρτας (!!) και το φάουλ εκτελείται. Η Ουρουγουάη παίρνει την μπάλα, αλλά ο διαιτητής δεν αφήνει το παιχνίδι να συνεχιστεί και σφυρίζει τη λήξη. Τη στιγμή του σφυρίγματος την μπάλα την έχει ο «Κολάτσο» Ραμίρες και ο Ριβελίνο είναι λίγο πιο δίπλα του.

«Ήμουν μόλις 24, γεμάτος αδρεναλίνη και ορμόνες. Θυμήθηκα τι είχε συμβεί και απλά έτρεξα»
– Σέρχιο Ραμίρες, σε συνέντευξή του στη Globo το 2011

Ο Ριβελίνο κινείται προς τα αποδύτηρια. Ο Ραμίρες αφήνει την μπάλα και σαν τρελός γυρίζει προς το μέρος του εχθρού. Κάποιοι συμπαίκτες του τρέχουν να τον προλάβουν, ο Ριβελίνο αντιλαμβάνεται ότι έρχεται το τέλος και κάνει την πιο γρήγορη κούρσα της ζωής του, ενώ ο Ραμίρες τον κυνηγά να τον πιάσει. Τόσο γρήγορη, που κατεβαίνει τα σκαλιά των αποδυτηρίων με τον… κώλο, καθώς έχει γλιστρήσει, σε ένα τρομερά κωμικό στιγμιότυπο. Αναπληρωματικοί και διάφοροι… περαστικοί εμποδίζουν τον Ραμίρες και αρχίζει ένα σκηνικό από ταινία δράσης με μπουνιές και κλωτσιές. Γρήγορα έρχονται κι οι άλλοι παίκτες (ο θηριώδης τερματοφύλακας της Βραζιλίας Ζαΐρο ξεχωρίζει) και πέφτει το ξύλο της αρκούδας. Ο Ρεβέρτια τρέχει να μπει στα αποδυτήρια και να σωθεί όταν βλέπει έναν δημοσιογράφο να κραδαίνει το μαγνητοφωνάκι στο χέρι και να έρχεται κατά πάνω του. Χωρίς δεύτερη σκέψη του δίνει μια γερή στο πρόσωπο και κατεβαίνει τις σκάλες, βγάζοντας και τη φανέλα του για να μην τον αναγνωρίσουν. Οι Ουρουγουανοί κλειδώνονται στα αποδυτήρια. Οι Βραζιλιάνοι χτυπούν τις πόρτες φωνάζοντας «Αστυνομία, αστυνομία, ανοίξτε». Η απάντηση είναι «δεν είμαστε τρελοί για να ανοίξουμε».

Οι Βραζιλιάνοι… διαπραγματεύονται: «Ας έρθουν έξω το 6 και το 16 (Ραμίρες και Ρεβέρτια) και θα ηρεμήσουν τα πράγματα». Οι Ουρουγουανοί τελικά αποδέχονται (στον πόλεμο πρέπει να θυσιάζεις μερικούς στρατιώτες). Οι δυο παίκτες συλλαμβάνονται, μπαίνουν στο περιπολικό και πηγαίνουν στο τμήμα όπου γίνεται χαμός. Ο δημοσιογράφος που ο Ρεβέρτια χτύπησε είναι μες τα αίματα, με πρησμένο το στόμα του, τέσσερα σπασμένα δόντια και δεν μπορεί να μιλήσει. Κιμπάρης όμως, πείθεται τελικά να μην κάνει μήνυση. Ο Ρεβέρτια εκμυστηρεύεται στο Ραμίρες ότι αυτός χτύπησε κρυφά το Ριβελίνο και ο «Κολάτσο» γελάει. Οι παίκτες τελικά αποχωρούν, κουρασμένοι, με τον Ραμίρες να έχει μελανιάσει από το ξύλο που έφαγε. Όπως λέει ο Ρεβέρτια: «γράψαμε κι εμείς τη δική μας ιστορία στο Μαρακανά».

Ο Ραμίρες, ως κόουτς πια, δίνει εντολές…

Η Βραζιλία τελικά κατακτά τον τίτλο στα επόμενα παιχνίδια. Ο Ραμίρες την επομένη του ματς φιγουράρει σε όλες τις βραζιλιάνικες εφημερίδες να κυνηγά τον Ριβελίνο. Μια που ο Ριβελίνο ήταν παίκτης της Φλουμινένσε, η Φλαμένγκο, ως «μεγάλη αντίπαλος» δεν θέλει να χάσει την ευκαιρία και τον παίρνει με μεταγραφή μερικούς μήνες αργότερα. Ο Ραμίρες είχε γεννηθεί κοντά στα σύνορα των δύο χωρών, σε ένα μέρος που πολύς κόσμος έχει βραζιλιάνικες καταβολές και μιλάει πορτογαλικά. Μάλιστα, ο Ριβελίνο ήταν από τους αγαπημένους του ποδοσφαιριστές, ο «Κολάτσο» κολλούσε τα αυτοκόλλητά του στο δωμάτιό του. Δεν μπορούσε φυσικά να φανταστεί τότε ότι θα πλακωνόταν στο ξύλο με ένα είδωλό του. Οι δύο παίκτες πάντως τα βρήκαν στην πρώτη τους συνάντηση, ο Ραμίρες ζήτησε συγγνώμη και παρά τις προτροπές από τους οπαδούς της Φλαμένγκο, δεν ξαναχτύπησε βίαια το Ριβελίνο. Έπαιξε για δυο σεζόν στη Φλαμένγκο κατακτώντας και δύο πρωταθλήματα καριόκα. Η διαμάχη αυτή καθόρισε τη ζωή του Ουρουγουανού, καθώς μετά τη Φλαμένγκο έπαιξε και σε άλλες ομάδες και μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας έγινε προπονητής στη Βραζιλία. Έγινε… viral και πάλι, καθώς έδινε πολλές φορές εντολές στους παίκτες του κρατώντας έναν… κώνο για να τον ακούνε καλύτερα. Παράλληλα έγινε και τραγουδιστής και έβγαλε μέχρι και έναν προσωπικό δίσκο. Το παιχνίδι πάντως του 1976 για το κύπελλο Ατλαντικού, πέρασε για πάντα στην ιστορία των ντέρμπι Ουρουγουάης-Βραζιλίας ως πιθανότατα το πιο βίαιο, χάρη στον Ουρουγουανό ποδοσφαιριστή.

Η δουλειά του Φιρμίνο, τα μαγικά του Ντε Μπρούιν και η μάχη που θα ζήσουμε και φέτος

  [1 Σχόλιο]

Στις 4 Αυγούστου Μάντσεστερ Σίτι και Λίβερπουλ μονομάχησαν για τον πρώτο τίτλο της σεζόν. Μια σεζόν που έχει αρχίσει, εντυπωσιακά, είναι η αλήθεια. Το Community Shield κατέληξε στους «πολίτες» αφού ήταν πιο εύστοχοι στη διαδικασία των πέναλτι, επικρατώντας, με 5-4 των «κόκκινων». Αυτό που είχε όμως μεγαλύτερη σημασία, δεν ήταν ο τίτλος, αλλά ο τρομακτικός ρυθμός που είχαν οι δύο ομάδες, σε εκείνο το χρονικό σημείο. «Αν παίζουν με αυτή την ένταση, τέτοια εποχή, και με τόση ζέστη, ανέτοιμες ουσιαστικά, τι έχουμε να ζήσουμε, και από τις δύο, και φέτος». Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν την ώρα του παιχνιδιού, πρώτα ως λάτρης του όμορφου παιχνιδιού, και μετά ως φίλος της Λίβερπουλ. Με τρεις αγωνιστικές να αποτελούν ήδη παρελθόν, στην Πρέμιερ Λιγκ, είναι ολοφάνερο, και φέτος, πως αυτές οι δύο ομάδες θα παλέψουν για τον τίτλο και για ό,τι άλλο τους αναλογεί, βάσει της σπάνιας ποιότητάς τους αλλά και του όμορφου τρόπου παιχνιδιού τους. «Μα είναι νωρίς» θα πουν αρκετοί. Κι όμως δεν είναι καθόλου νωρίς θα συμπληρώσω, μιας και μιλάμε για δύο ομάδες, χωρίς σημαντικές αλλαγές, που συνεχίζουν ακριβώς από εκεί που σταμάτησαν στα τέλη Μαΐου, ως δύο, δηλαδή, από τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Ίσως και οι δύο καλύτερες.

Η Σίτι κατέκτησε πρόπερσι το πρωτάθλημα με 100 βαθμούς, και εγώ έγραφα πως ο Κέβιν Ντε Μπρούιν είναι ο καλύτερος μέσος στον κόσμο. Η Σίτι πέρσι κατέκτησε το πρωτάθλημα με 98 βαθμούς, μαζί με Λιγκ Καπ και Κύπελλο, ως η πρώτη ομάδα που το καταφέρνει, αφήνοντας τη Λίβερπουλ δεύτερη με 97 βαθμούς (και το Τσάμπιονς Λιγκ), χωρίς, ουσιαστικά, τον καλύτερο μέσο του κόσμου, μιας και ο Βέλγος μαέστρος ταλαιπωρήθηκε από δύο αρκετά σοβαρούς τραυματισμούς και, σε όσα παιχνίδια αγωνίστηκε, δεν μπόρεσε να φτάσει καθόλου τα δικά του υψηλά στάνταρ απόδοσης. Φέτος είναι υγιής, μας το δείχνει, και έχει ξεκινήσει το πρωτάθλημα δυναμικά, μετρώντας ήδη, σε τρία παιχνίδια, τέσσερις (4) ασίστ. Η μία καλύτερη από την άλλη. Η τελευταία μάλιστα, απέναντι στην Μπόρνμουθ, στη νίκη με 1-3, ήταν για τον ίδιο η 50η, στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ, σε μόλις 123 εμφανίσεις, διαλύοντας το προηγούμενο ρεκόρ που κατείχε ο ξεχασμένος Μεσούτ Οζίλ της Άρσεναλ. Πραγματικά μιλάμε για απίστευτα πράγματα.

«Είναι ο παίκτης που μου θυμίζει πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο τον Ζιντάν» δηλώνει αρκετός κόσμος για την αφεντιά του και εγώ δεν μπορώ να μη συμφωνήσω, όσο και αν αυτή η δήλωση, περικλείει μια δόση υπερβολής για όλους εμάς που μεγαλώσαμε με τα μαγικά του Ζιζού. Ίσως όμως και όχι. Αν ρωτήσουμε διάφορους φίλους του ποδοσφαίρου, που δεν είναι και οι πιο «ψαγμένοι» για το ποια είναι ακριβώς η θέση του Βέλγου, αλλά και ποια ήταν αυτή του Γάλλου μάγου, λογικά θα εισπράξουμε την γρήγορη απάντηση πως ήταν «δεκάρια». Έτσι κοφτά. «Είναι δεκάρια, τέλος, πάμε παρακάτω». Πως όμως έπαιζε το δεκάρι, στα χρόνια του Ζιντάν και πως παίζει αυτό το πιο μοντέρνο «δεκάρι» στο σημερινό ποδόσφαιρο και στο σύστημα ενός πραγματικού καλλιτέχνη όπως είναι ο Γκουαρδιόλα;

Ας χωρίσουμε λοιπόν την ομάδα (αυτού του συστήματος) σε πέντε (5) γραμμές. Χωρίς τον τερματοφύλακα που λέω να τον αφήσουμε στη μοναξιά του ως φόρο τιμής στον Βιμ Βέντερς. Στην πρώτη γραμμή υπάρχουν οι αμυντικοί. Δύο στόπερ και δύο πλάγιοι μπακ. Στην δεύτερη γραμμή υπάρχει ο αμυντικός μέσος ή οι δύο αμυντικοί μέσοι στην ευθεία. Στην τρίτη γραμμή οι κεντρικοί, εσωτερικοί μέσοι, όπως παίζει η Σίτι και η Λίβερπουλ δηλαδή. Στην τέταρτη γραμμή οι ακραίοι μέσοι (ή  εξτρέμ) και ίσως και το δεκάρι, που θα το βάλουμε να κινείται όμως στη ίδια ευθεία με τους πλάγιους. Στην πέμπτη, και τελευταία γραμμή, υπάρχει φυσικά ο επιθετικός. Ο Ντε Μπρούιν, πριν την έλευση του Πεπ Γκουαρδιόλα, έπαιζε στην τέταρτη γραμμή, είτε στα άκρα, και κυρίως στα δεξιά, είτε ως δεκάρι, πίσω από τον μοναδικό προωθημένο. Με τον Μουρίνιο στον πάγκο της Τσέλσι (όταν είχαν συνυπάρξει για λίγο) είχε αγωνιστεί ακόμα και στην πέμπτη γραμμή. Στο λατρεμένο 4-2-3-1, του Ζοσέ, ως ο μοναδικός επιθετικός. Σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Γιουνάιτεντ, αν θυμάμαι καλά, το καλοκαίρι του ’13, και  λίγο πριν αποφασίσει ο Ζοσέ πως δεν μπορεί να σταθεί στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ στέλνοντάς τον στη Γερμανία. Ας δούμε όμως τις δύο μαγικές ασίστ του Βέλγου απέναντι στην Τότεναμ για πάρουμε μια ιδέα ως προς τον τρόπο παιχνιδιού του στο αυτοματοποιημένο ποδόσφαιρο του Γκουαρδιόλα. Εννοείται πως δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο που έπαιζε το παλιό, κλασικό, δεκάρι.

Ο Γκουαρδιόλα, τους παίκτες με τα χαρακτηριστικά του Βέλγου τους βάζει στην τρίτη ζώνη, ως εσωτερικούς μέσους, κάτι που το είδαμε να κάνει και στην Μπάρσα στις αρχές της σεζόν 2008/2009. Όταν και ανέλαβε την ομάδα ως πρώτος προπονητής. Δεν είναι τυχαίο πως και ο Νταβίντ Σίλβα, που συνήθως είναι ο παρτενέρ του Ντε Μπρούιν, όταν είναι καλά μιας και τα χρόνια περνούν δυστυχώς για όλους, στο 4-1-2-3 και στο 4-2-3-1, πριν τον Καταλανό, τόσο στους «πολίτες» όσο και στην εθνική Ισπανίας, έπαιζε είτε ως αριστερός μέσος, είτε ως δεκάρι, στην τέταρτη όμως ζώνη, όπως δηλαδή και ο Ζιντάν. Αυτό το στυλ ποδοσφαίρου, με παίκτες αυτών των χαρακτηριστικών, με συνεχή κίνηση και δημιουργία, με πίεση στον αντίπαλο, με άψογη τεχνική, όπως έχουμε δει και σε άλλες ομάδες, με παρόμοιο στυλ, είναι σχεδόν ανίκητο. Όταν παιχτεί σωστά. Το είδαμε μοναδικά και στον περσινό Άγιαξ.

Η Σίτι, με τον Βέλγο ως κινητήριο μοχλό στον άξονά της, ήταν καλύτερη και στα τρία παιχνίδια που έχει δώσει ως τώρα για το πρωτάθλημα, αν και δεν κατάφερε να τα κερδίσει και τα τρία, μένοντας στο 2-2 με την Τότεναμ, σε ένα παιχνίδι που, βάσει αριθμών, θα έπρεπε να το έχει κερδίσει και αυτό. Οι αριθμοί της είναι τρομακτικοί αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν καθρεφτίζουν πάντα την αλήθεια και στον πίνακα της βαθμολογίας. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά σε μερικούς σημαντικούς αριθμούς. Επιθετικά ανά αγώνα η Σίτι έχει: 3.3 γκολ, 21 σουτ για γκολ, 8 στην αντίπαλη εστία, 60% κατοχή μπάλας, 88.7% επιτυχία στις πάσες, έχοντας, σχεδόν 10 επιτυχημένες ντρίμπλες. Στην άμυνα,  και με τον Οταμέντι βασικό στα δύο από τα τρία παιχνίδια, ένα παίκτη δηλαδή που πέρσι δεν ήταν βασικός και που έχει μεγάλο πρόβλημα στο χτίσιμο της επίθεσης από την άμυνα (κάτι που αρέσκεται να βλέπει ο Γκουαρδιόλα από τους κεντρικούς του αμυντικούς) έχει: 16 τάκλιν, 10 κλεψίματα και δέχεται 6 σουτ ανά παιχνίδι. ‘Εχει δεχθεί τρία (3) τέρματα και θα έπρεπε να έχει δεχθεί σύμφωνα με τα xStats 3.09. Ας δούμε και μερικούς «ειδικούς» αριθμούς από το παιχνίδι κόντρα στην Τότεναμ για να καταλάβουμε καλύτερα αυτό που έγινε (που δεν έχει καμία όμως λογική).

Φαντάζομαι πως δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε κάτι περισσότερο πάνω σε αυτούς τους αριθμούς είναι άλλωστε από τις ελάχιστες φορές που ένα τελικό σκορ μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματικά ως «μαγική εικόνα». Ελπίζω να συμφωνούμε.

Για να δούμε όμως και την Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που ήταν πολύ καλύτερη μόνο στο τελευταίο παιχνίδι απέναντι στην Άρσεναλ, αλλά που μετρά μόνο νίκες, ως η μοναδική ομάδα που έχει το απόλυτο, με τρία στα τρία, και εννιά (9) βαθμούς. Στο +2 απ’ τους «πολίτες». Η ομάδα του Κλοπ είναι ουσιαστικά η ίδια ομάδα με πέρσι, όπως και η Σίτι, αν και αυτή ενισχύθηκε όμως και με δύο σημαντικούς παίκτες όπως ο Ρόντρι και ο Κανσέλο, και φέτος έχει χωρίσει το φίλαθλο κοινό σε δύο μέτωπα μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Το πρώτο είναι αυτοί που θεωρούν πως θα είναι καλύτερη από πέρσι, μιας και αναμένεται να φτάσει στο πικ που, σχεδόν, έφτασε πέρσι, και το δεύτερο, αυτοί που θεωρούν πως, κάπου στο μέσον της σεζόν, δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει τη μηχανή του Γκουαρδιόλα, και θα κλατάρει, επειδή πέρσι έφτασε στο πικ της. Άβυσσος η ψυχή του ποδοσφαιρόφιλου. Γνωστό αυτό γι’ αυτό ας πάμε παρακάτω ξεκινώντας με το γράφημα των ειδικών στατιστικών του αγώνα με τους «κανονιέρηδες».

Το 4-1-2-3 του Κλοπ μοιάζει, σε πολλούς, με το σύστημα του Γκουαρδιόλα μόνο που, για να το πω πολύ απλά, είναι εντελώς διαφορετικό. Ο παίκτης που αλλάζει τις ισορροπίες για τον Κλοπ, εκτός του Φαν Ντάικ που ελέγχει τα πάντα από την αμυντική γραμμή, ξεκινά από την πέμπτη ζώνη και ουσιαστικά έρχεται στην τρίτη ζώνη (τέταρτη δεν υπάρχει και ουσιαστικά την δημιουργεί ο ίδιος και αυτή) με τρομακτική όμως άνεση. Ο παίκτης αυτός φυσικά και είναι ο Ρομπέρτο Φιρμίνο. Ο Βραζιλιάνος στην επιθετική τριάδα της Λίβερπουλ είναι ο κεντρικός επιθετικός, έχοντας τους Μανέ και Σαλάχ στα άκρα, και πίσω από αυτούς, μια ακόμα τριάδα μανιασμένων μέσων να κάνει όλη την βρώμικη δουλειά με τα χιλιόμετρα που καταπίνουν και την ένταση που το κάνουν. Πολύ σημαντικός αυτός ο συνδυασμός. Λείπει όμως ο παίκτης που θα δημιουργήσει για τους συμπαίκτες του, δε νομίζετε; Εδώ λοιπόν έρχεται και μπαίνει στην εξίσωση ο Φιρμίνο.

Ο Βραζιλιάνος κινείται με μοναδική ευκολία τόσο στην αντίπαλη περιοχή όσο και χαμηλά, στον άξονα, μπροστά από τους δύο κεντρικούς μέσους, και λειτουργεί, πολύ εύκολα, ως δεκάρι (ή ψευτοεννιάρι αν θέλετε) δίνοντας στους δύο πλάγιους επιθετικούς τη δυνατότητα να κινηθούν ως κεντρικοί επιθετικοί με διαγώνιες κινήσεις και να πατούν συνεχώς περιοχή, σκοράροντας. Με τα εξαιρετικά ανεβάσματα των πλάγιων αμυντικών και τη δυνατότητα που έχει ο Φιρμίνο στο να βλέπει γήπεδο, και να πασάρει καλά, οι «κόκκινοι» επιτίθενται ουσιαστικά με πέντε παίκτες, με την μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση, και το ανάποδο, να είναι για σεμινάριο. Φυσικά και ο ρόλος του Φιρμίνο μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκρως ιδιαίτερος και απαιτητικός. Αυτά που δίνει στη Λίβερπουλ δεν είναι εύκολα να βρεθούν ακόμα και από επιθετικούς που είναι μεγαλύτερη κλάση από τον ίδιο. Όπως έχω γράψει άλλωστε πολλές φορές, παραφράζοντας λίγο και τα λόγια του Κρόιφ, οι καταλληλότεροι παίκτες για κάθε προπονητή δεν είναι οι καλύτεροι στη θέση τους, αλλά αυτοί που πάνω τους θα μπορέσει να αποδώσει καλύτερα το σύστημα (και το πλάνο) που έχει στο μυαλό του.

Δεν είναι τυχαίο πως ο Οριτζί, γι’ αυτούς τους λόγους, έχει μεταφερθεί ουσιαστικά στα πλάγια ή όταν παίζει, παίζει στην κορυφή, ή ακόμα και ως περιφερειακός, αλλά μόνο σε ειδικές, συνθήκες. Επειδή δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως ο Φιρμίνο. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που ο Στάριτζ δεν έμεινε στην ομάδα, ως κάποιος που έχει μάθει να κινείται ουσιαστικά εντός και ελάχιστα εκτός της αντίπαλης περιοχής, όπως ο Φιρμίνο. Κανένας δεν μπορεί να παίξει αυτό τον ρόλο όπως ο Βραζιλιάνος. Ο Κλοπ, αν πάρει παίκτη για εκεί, αυτός θα είναι κάποιος που θα μπορεί να κάνει ακριβώς τα ίδια με τον διεθνή Βραζιλιάνο. Αλλιώς θα προτιμήσει να περιμένει τον κατάλληλο. Όπως έκανε δηλαδή και με τον σπουδαίο Φαν Ντάικ. Τον περίμενε. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φιρμίνο ήταν πέρσι στους τρεις πρώτους επιθετικούς της Πρέμιερ Λιγκ σε επιτυχημένα τάκλιν και σε κλεψίματα.

Αυτό δηλαδή που θέλει να βλέπει ο Κλοπ στο αγαπημένο του πρέσινγκ. Όπως έχει πει άλλωστε και ο Γκουαρδιόλα, και ο Κλοπ φυσικά και συμφωνεί: «Μερικές φορές προτιμώ να χάσουμε την μπάλα στην επίθεση γιατί ξέρω πως θα την κλέψουμε πολύ γρήγορα και αυτό, πολλές φορές, μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε καλύτερες πιθανότητες να σκοράρουμε από όταν κάνουμε επίθεση σε μια πολυπρόσωπη και οργανωμένη άμυνα». Όσοι είχαν την τύχη να δουν το 3-1 με την Άρσεναλ, με την Λίβερπουλ να πιέζει τους Λονδρέζους, σαν μποξέρ που χτυπά τον αντίπαλο περιμένοντας να δει την λευκή πετσέτα στο πάτωμα για να σταματήσει, έχουν πάρει ήδη μια πρώτη γεύση για το πόσο καλά μπορεί να το κάνει αυτό -και φέτος- η ομάδα του Γερμανού. Ο Φιρμίνο είχε επίσης έξι (6) σουτ, για γκολ, με τον Σαλάχ να έχει πέντε (5) και τον Μανέ τρία (3) αλλά η δουλειά του, όταν δεν είχε την μπάλα στα πόδια για να απειλήσει, ήταν εξίσου σημαντική με τα γκολ και τις ασίστ του. Ίσως και πιο σημαντική.

Ας δούμε όμως και κάποιους σημαντικούς αριθμούς της Λίβερπουλ στις τρεις πρώτες αγωνιστικές. Επιθετικά ανά αγώνα έχει: 3 γκολ, 18.3 σουτ, 6 σουτ στην εστία, 54.6% κατοχή μπάλας και 81.7 ποσοστό επιτυχίας στις πάσες. Αμυντικά ανά αγώνα έχει: 11.7 σουτ προς την εστία της, 17.7 τάκλιν και 11 κλεψίματα. Έχει δεχθεί τρία (3) γκολ και σύμφωνα με τα xStats θα έπρεπε να έχει δεχθεί 3.98. Όπως μπορούμε να δούμε οι αριθμοί της Λίβερπουλ είναι ελαφρώς χειρότεροι από αυτούς της Σίτι αν και οι «κόκκινοι» μετρούν δύο βαθμούς περισσότερους. Οι Φιρμίνο και Ντε Μπρούιν αναμένεται να συνεχίσουν να είναι οι παίκτες-κλειδιά για τις δύο ομάδες, από το κέντρο και μπροστά, και αυτοί που κάνουν πολλή απ’ τη δουλειά για να σκοράρουν παίκτες όπως ο Αγουέρο, ο Στέρλινγκ και ο Ζεσούς, για την Σίτι, και ο Σαλάχ με τον Μανέ για τη Λίβερπουλ. Στην πορεία να είστε βέβαιοι πως πολλά θα αλλάξουν. Παίκτες θα μπουν στην εξίσωση που τώρα δείχνουν εκτός φόρμας, άλλοι θα χάσουν τη φόρμα τους, από το πουθενά, βαθμοί θα χαθούν από κακή απόδοση και ατυχία. Το μόνο σίγουρο, και φέτος, όμως είναι πως αυτές οι δύο εκπληκτικές ομάδες έχουν να μας χαρίσουν πολλές και μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις πάντα μέσα από τα «μπλοκάκια» των δύο εξαιρετικών τους προπονητών και των μοναδικών παικτών που φορούν τη φανέλα τους.

*Σημειώσεις

Οι δύο πίνακες των στατιστικών είναι από το understat.com

DEEP: Passes completed within an estimated 20 yards of goal  – crosses excluded

PPDA: Passes allowed per defensive action in the opposition half

11 χρόνια Σομπρέρο

  [5 Σχόλια]

Μια μέρα σαν αυτή, στα τέλη Αυγούστου του 2008, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το Sombrero, που αρκετοί ξέρουν ως Sobrero και κάποιοι ως «εκείνη η γραφική σελίδα που βγάζει από το μυαλό της κουλά, λατινοαμερικάνικα συστήματα διεξαγωγής πρωταθλήματος». Από τότε έχουν περάσει 11 χρόνια, σχεδόν μια ντουζίνα συντάκτες, περισσότερα από 4.000 κείμενα και μερικές δεκάδες χιλιάδες ποστ στα σόσιαλ μίντια και, παραδόξως, είμαστε ακόμα εδώ «κι αυτό το καλοκαίρι».

Το «εδώ» είναι βέβαια λίγο σχετικό μιας και έχουμε αλλάξει ήδη μια φορά στο παρελθόν ‘σπίτι’ ενώ ετοιμαζόμαστε πολύ σύντομα να μετακομίσουμε ξανά σε ένα πιο σύγχρονο σάιτ που θα έχει όλα τα κομφόρ ώστε να μπορείτε, επιτέλους, να μας διαβάζετε άνετα και από τα κινητά σας, όσο περιμένετε το ραντεβού σας, τη σειρά σας στην τράπεζα ή το μετρό (* κλείσιμο ματιού στους Θεσ/νικείς *).

Με την ευκαιρία, να ευχαριστήσουμε όλους αυτούς που καθημερινά μας προτείνουν νέα θέματα, αυτούς που σχολιάζουν στα ποστ μας και φροντίζουν να κρατάνε τη σελίδα καθαρή από μπινελίκια, αυτούς με τους οποίους έχουμε συνεργαστεί με οποιοδήποτε τρόπο όλα αυτά τα χρόνια, όλους εσάς που κάθεστε και διαβάζετε ακόμα και τα κείμενα μας για έναν εύσωμο αριστερό μπακ με αχρωματοψία από το Εκουαδόρ, τους γονείς μας, τους φίλους μας, τα σκυλιά μας, τους ντελιβεράδες μας και τον τύπο που ανακάλυψε το ποδόσφαιρο, και, μιας και πήραμε φόρα κι έχουμε την προσοχή σας, να ευχηθούμε παγκόσμια ειρήνη, περισσότερο σεξ και λιγότερα κόρνερ εκτελεσμένα με κοντινή πάσα.

Με αφορμή τα 11α αυτά γενέθλια μας, ψάξαμε και διαλέξαμε μια 11αδα κειμένων από όλα αυτά τα χρόνια. Μια 11αδα που αποτελείται από κείμενα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, που θέλουμε να ελπίζουμε ότι καλύπτουν όλα τα γούστα και όλες τις πτυχές του παιχνιδιού.

1. Φίλες και φίλοι, το Uruguayo 2018

2. Οκτώ μεγάλες αλήθειες για το 5×5

3. Κι αν τελικά δεν σου αρέσει πραγματικά το ποδόσφαιρο;

4. Ο λατρεμένος προπονητής του τοπικού πρωταθλήματος

5. Ιταλία-Δυτική Γερμανία: Το παιχνίδι του αιώνα

6. Χόρχε «Μάχικο» Γκονζάλες: ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς (αν δεν τον έπαιρνε ο ύπνος)

7. Τα 10+1 χαρτάκια της Πανίνι που δεν θα ανταλλάζαμε ποτέ

8. Όταν ο Καντονά κλώτσησε τον ρατσισμό

9. Sombrero Quiz: Πόσο γνώστης των Τελικών του Τσάμπιονς Λιγκ είσαι;

10. Το Football Manager μου έκλεψε τη ζωή

11. Ένας Σπουδαίος Υπηρέτης του Αθλήματος

Ο κοντός που γεννήθηκε «φονιάς»

  [Καθόλου σχόλια]

Ένα από τα πράγματα που λατρεύω είναι το να διαβάζω βιβλία. Αυτό όμως που λατρεύω ακόμα περισσότερο, όταν διαβάζω βιβλία, είναι να βρίσκω, σε αυτά, μικρές ιστορίες, και αναφορές, στο ποδόσφαιρο. Εξηγούμαι πως μιλάω για βιβλία άσχετα με κάθε είδους άθλημα. Σε ένα από τα τελευταία βιβλία που διάβασα, και το προτείνω σε όλους όσους αγαπούν το διάβασμα, ανακάλυψα μια τέτοια, αρκετά όμως μικρή, ιστορία. Το βιβλίο είναι του Λάσλο Κρασναχορκάι και έχει τον μυστηριώδη τίτλο «Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω». Αποτελείται από 17 ιστορίες, άσχετες μεταξύ τους, και σε μία εξ αυτών, με τον τίτλο «Γεννιέται φονιάς», που αρχίζει στην σελίδα 185 της ελληνικής έκδοσης, βρίσκεται η μικρή αναφορά που, εδώ και μερικές γραμμές, σας ζαλίζω με δαύτη. Καλύτερα όμως να την μοιραστώ μαζί σας μιας και θεωρώ πως αξίζει τον κόπο. Μια ανάγνωση άλλωστε, σε κάτι πραγματικά ωραίο δεν νομίζω να είναι ποτέ κόπος.

Να πω πώς η ιστορία έχει ως κεντρικό ήρωα κάποιον που, αηδιασμένος από τον τρόπο που ζει, ουσιαστικά χωρίς φίλους, χωρίς ενδιαφέροντα, και κάνοντας μια δουλειά που (λογικά) μισεί θανάσιμα, αποφασίζει να τα παρατήσει όλα, σε μια μέρα, και να φύγει με το αεροπλάνο, για μια τυχαία πόλη, έτσι ώστε να αρχίσει μια νέα ζωή, με μοναδικά εφόδια τις λίγες οικονομίες που έχει μαζέψει τα χρόνια της βαρετής εργασίας του. Η πόλη αυτή είναι η Βαρκελώνη. Η όμορφη Βαρκελώνη όπως, και αυτός, την έχει στο μυαλό του. Μόνο που, στα δικά του μάτια, αυτή η όμορφη Βαρκελώνη, μεταμορφώνεται σε εκείνη την άσχημη πόλη, όπως την είχε παρουσιάσει ο σπουδαίος Ιναρίτου στην ταινία του Biutiful. Όσοι την έχετε δει θα με καταλάβετε καλύτερα. Όσοι δεν την έχετε δει, κάντε ένα καλό στον εαυτό της και αφιερώστε λίγο χρόνο για να την δείτε. Η Βαρκελώνη και με τα σκοτεινά και βρώμικα σοκάκια. Και με τις φτωχογειτονιές. Με τους κάθε λογής απατεώνες και με μπόλικες δόσεις μιζέριας κρυμμένης όμως καλά πίσω από χαμηλά φώτα. Σε μια άκρως αγχωτική στιγμή, λες και έχει πηδήσει μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου «Ο Ξένος» του Καμύ, και έχοντας ουσιαστικά χαθεί τόσο απ’ τον προορισμό του όσο κι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό, αυτό που ουσιαστικά καταφέρνει να ηρεμήσει και να επαναφέρει τον ήρωα, και πάλι, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο απ’ το ποδόσφαιρο. Ας διαβάσουμε όμως καλύτερα τα λόγια του συγγραφέα.

«…έριξε μια ματιά γύρω στην πλατεία, ή μάλλον δεν ήταν ακριβώς πλατεία, παρά ένα μόνο άνοιγμα του δρόμου, διότι είχαν κατεδαφίσει ένα παλιόσπιτο ανάμεσα στα άλλα παλιόσπιτα, τόσο μόνο μεγάλωσε ο χώρος εκεί που καθόταν εκείνος, και όπου ένα τσούρμο παιδιά κλοτσούσαν μια μπάλα, τώρα μόνο τα παρατήρησε καλά, ο ένας κινούνταν αρκετά επιδέξια, έκανε σωστά ντριμπλαρίσματα, φαινόταν με την πρώτη ότι, μολονότι ήταν από τους κοντότερους, ήταν και ο περισσότερο ευφυής, διότι τα ντριμπλαρίσματά του δεν γινόταν έτσι απλά, δεξιοτεχνικά, αλλά έδειχνε να ξέρει τι κάνει, και ενώ οι άλλοι έτρεχαν πέρα δώθε και φώναζαν, προφανώς εδώ, εδώ, εδώ είμαι και τα τοιαύτα, αυτός, ο κοντός, δεν φώναζε, έδειχνε να τα παίρνει όλα στα σοβαρά, μάλιστα τώρα, που τον κοίταξε καλύτερα, το πρόσωπό του παρέμεινε εκπληκτικά, ή ακόμα περισσότερο, καταπληκτικά σοβαρό μέχρι το τέλος, λες και τα πάντα εξαρτώνταν από το αν εκείνος μπορούσε ή όχι να κατεβάσει με το στήθος του την μπάλα που ερχόταν διαγράφοντας ένα μεγάλο τόξο καταπάνω του ή το αν έδινε τη σωστή πάσα σε εκείνον που είχε τρέξει μπροστά, είναι σοβαρός διαπίστωσε, παραείναι σοβαρός, παρατηρούσε το μικρό χαμίνι με το βρώμικο πρόσωπο, μάλιστα, είναι πάντα, ακατάπαυστα, ακλόνητα σοβαρός, δηλαδή δεν παίρνει μέρος ούτε για μια στιγμή στη γενικευμένη χαρά των άλλων, που μπορεί να κλοτσάει την μπάλα, ίσως επειδή σε εκείνον δεν προκαλούσε χαρά, αλλά κάτι άλλο…»

Το βιβλίο είναι γραμμένο περίπου στα μισά της πρώτης δεκαετίας του 2000, σε μια περίοδο που ο ίδιος ο Κρασναχορκάι πέρασε αρκετές φορές και από την Βαρκελώνη, ως ταξιδιώτης. Διαβάζοντας αυτές τις λίγες γραμμές, για τον κοντό που μάγευε στους δρόμους της πόλης δεν μπορείς να μην σκεφτείς έναν άλλο κοντό που άρχισε να μαγεύει εκείνη, πάνω-κάτω, την περίοδο, στην ίδια πόλη, και που, ευτυχώς, συνεχίζει να μαγεύει ακόμα και σήμερα. Νομίζω πως η σχέση που έχει ο Κρασναχορκάι με το ποδόσφαιρο, και γενικά με τα σπορ, δεν είναι καν επιφανειακή και απέχει κατά πολύ από τη σχέση που είχαν με το ποδόσφαιρο άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς όπως ο Αλμπέρ Καμύ και ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, για παράδειγμα, αλλά ο τρόπος που αναφέρεται σε αυτό, και ο τρόπος που όλο αυτό το μεταφέρει, τόσο μοναδικά, δεν μπορεί να σε αφήσει ασυγκίνητο. Ιδίως αν λατρεύεις το άθλημα όπως εγώ. Το ποδόσφαιρο και η μαγεία που αυτό περικλείει άλλωστε ξεκίνησε σε μια αλάνα, και όσο και αν έχει αλλάξει στις μέρες μας, η λογική της αλάνας θα παραμένει για πάντα η βάση του. Ένας κοντός θα εμφανίζεται πάντα, και χωρίς πολλά πολλά, θα βγαίνει εκτός συστήματος και θα κάνει  του κεφαλιού του. Κάπως έτσι θα μας χαρίζει πάντα μια σπουδαία στιγμή. Αυτή την μαγική στιγμή της αλάνας. Μπροστά όμως σε εκατοντάδες φλας, σύγχρονων γηπέδων και υπό το βλέμμα εκατομμυρίων θεατών.

Ξαναδιαβάζοντας το διήγημα δεν μπορώ να αποφασίσω σε ποιον αναφέρεται ο τίτλος. Αν φυσικά αναφέρεται σε κάποιον και όχι σε κάτι άλλο. Αυτό το «Γεννιέται φονιάς» πολλοί θα σκεφτούν πως θέλει να μας φανερώσει, ίσως να μας φωτογραφίσει, τον ταξιδιώτη ή κάτι άλλο από την χαμένη περιπλάνησή του στην πρωτεύουσα της Καταλωνίας. Ίσως όμως, αυτός ο φονιάς να ήταν ο πιτσιρίκος που, σοβαρός στα όρια του επαγγελματία, ζάλιζε τους φίλους του με τις ντρίμπλες του, έχοντας αυτό το παγωμένο βλέμμα, και βλέποντας στην μπάλα όλα τα όνειρα, και τις φιλοδοξίες, που μπορεί να έχει ένα παιδί μπας και καταφέρει να ξεφύγει από τον δρόμο και τις φτωχογειτονιές της πόλης του για κάπου πιο όμορφα. Για κάπου πιο λαμπερά. Εκεί που ίσως καταφέρει να βρει την γαλήνη και την ηρεμία που ψάχνει και ο ήρωας του σπουδαίου Ούγγρου συγγραφέα. Τώρα που το σκέφτομαι ξανά, για μένα, αυτή είναι και η καλύτερη εκδοχή και αυτή σκέφτομαι τελικά και να κρατήσω.

Πώς το ποδόσφαιρο μου έσωσε τη ζωή

  [1 Σχόλιο]

Πολλές φορές μιλάμε γενικά για την αξία του αθλητισμού και του ποδοσφαίρου. Πόσα μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο. Στη Σκωτία όμως, υπάρχει κάτι πολύ πιο ειδικό, πολύ πιο συγκεκριμένο. Η Π.Ο. της χώρας εδώ και αρκετά χρόνια έχει οργανώσει το School of Football ένα πρόγραμμα που έχει στόχο την ανάπτυξη των κοινωνικών και ακαδημαϊκών δεξιοτήτων των παιδιών, στα πρώτα δύο χρόνια του σχολείου. Στοχεύει κυρίως σε παιδιά που προέρχονται από προβληματικές και υποβαθμισμένες περιοχές ή που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες και βασίζεται στο γεγονός ότι πολλές από τις δεξιότητες που μαθαίνει κάποιος από το ποδόσφαιρο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο στο σχολείο, όσο και στην καθημερινή ζωή (για περισσότερες πληροφορίες εδώ).

Το School of Football υπάρχει από το 2008 και λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένα σχολεία της χώρας κάθε φορά, όπου προπονητές ποδοσφαίρου αναλαμβάνουν να αντικαταστήσουν κάποιες ώρες ενός μαθήματος με ποδόσφαιρο, χωρίς φυσικά ο μαθητής να μείνει πίσω στα μαθήματα και πάντα σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς. Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν παίρνουν ένα γυμναστή που πετάει μια μπάλα και αφήνει τα παιδιά να παίξουν, το πρόγραμμα έχει πολύ πιο συγκεκριμένη μεθοδολογία. Για να προωθηθεί αυτή η ενέργεια (που στηρίζεται και σε χρήματα που προέρχονται από εγκληματικές ενέργειες και δεσμεύτηκαν από τις αρχές), η Π.Ο. χρειαζόταν ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο όχι κάποιου διάσημου ποδοσφαιριστή ή ενός celebrity, αλλά ενός ανθρώπου που θα μιλούσε κατευθείαν στα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Η συγκινητική ιστορία ενός ανθρώπου που το ποδόσφαιρο του έδωσε δύναμη

Αυτός είναι ο Πολ ΜακΝιλ. Ο Πολ σε μια κατάθεση ψυχής, με τη βαριά προφορά του (στο βίντεο υπάρχει επιλογή υποτίτλων ευτυχώς), μιλάει για τη ζωή του. Για το πρόβλημα με τη δυσλεξία που αντιμετώπιζε και έκανε καθηγητές να του κολλήσουν την ταμπέλα του «προβληματικού παιδιού», για το πώς ένιωθε αποκλεισμένος και θύμα εκφοβισμού στο σχολείο, πώς του δημιούργησαν την αίσθηση ότι δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα στη ζωή του, για την αυτοκτονία του πατέρα του και πώς για όλα αυτά η λύση ήταν το ποδόσφαιρο, οι άνθρωποι που γνώρισε εκεί και τον βοήθησαν κι η χαρά που του έδωσε το άθλημα. Το βίντεο είναι μια συγκινητική εξομολόγηση από έναν άνθρωπο που ξέρει πολύ καλά πώς νιώθει ένα δυσλεκτικό παιδί από μία δύσκολη περιοχή. Ο Πολ μέσα από το ποδόσφαιρο που τον μάγεψε αρχικά στο Μουντιάλ του 1982 ξεπέρασε τα προβλήματα, στάθηκε στα πόδια του και σήμερα είναι προπονητής ποδοσφαίρου στην παιδική ομάδα που παίζει κι ο γιος του. Όπως η δική του πιο μαγική στιγμή στα δύσκολα παιδικά χρόνια ήταν το κύπελλο της αγαπημένης του ομάδας, της Σεντ Μίρεν, το 1987, προσπαθεί κι ο ίδιος να φτιάξει μαγικές στιγμές για παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Θυμάται τα ζόρικα χρόνια στο Πέιζλι, την πατρίδα του, εκεί που η εγκληματικότητα, οι θάνατοι κι η φυλακή ήταν συνηθισμένα πράγματα. Και ελπίζει ότι βάζει ένα λιθαράκι ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση.

«Δεν ψάχνουμε να βρούμε τον επόμενο αρχηγό της εθνικής Σκωτίας» λέει ο ΜακΝιλ σε συνέντευξή του στη Daily Record. «Προσπαθούμε να δώσουμε ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους». Οι προπονητές είναι ειδικά επιλεγμένοι ώστε να μπορούν τα παιδιά να τους εμπιστευτούν, να νιώσουν ότι βρίσκονται σε ένα «ασφαλές μέρος» και φυσικά να μπορέσουν να τους μάθουν πράγματα, μετατρέποντας ποδοσφαιρικά παραδείγματα σε μαθήματα άλγεβρας ή ιστορίας, αλλά κάνοντας τόσο την ομαδικότητα, όσο και τις ατομικές πρωτοβουλίες μαθήματα ζωής. Το πρόγραμμα έχει μεγαλώσει πολύ μέσα στα χρόνια ζωής του και πέρσι έλαβε χώρα σε 44 σχολεία, ενώ σύλλογοι όπως οι Ρέιντζερς κι η Σέλτικ συμμετέχουν κι αυτοί. Το βίντεο του ΜακΝιλ ήταν το πρώτο από μία σειρά με τίτλο «Football saved my life» (υπάρχουν τουλάχιστον άλλα δύο διαθέσιμα με εξομολογήσεις ανθρώπων και μπορείτε να τα βρείτε στο YouTube) που η Π.Ο. της Σκωτίας γύρισε ώστε να προωθήσει το πρόγραμμα. Κι οι ιστορίες σαν του Πολ, δείχνουν ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να αποτελέσει σε ορισμένες περιπτώσεις έναν τρόπο να σώσει ζωές.

Όταν η Μίλαν άλλαξε την ευρωπαϊκή της ιστορία

  [2 Σχόλια]

Τον Μάιο του 1969 η σπουδαία Μίλαν του Νερέο Ρόκο και του Τζιάνι Ριβέρα διέλυε στον τελικό του Πρωταθλητριών στο Μπερναμπέου τον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ με 4-1, κατακτώντας το 2ο αντίστοιχο τρόπαιό της. Δυστυχώς όμως για τους ροσονέρι μια περίοδος κρίσης ξεκινούσε για το σύλλογο. Πολλά συνεχόμενα χρόνια με ελάχιστους τίτλους (ένα πρωτάθλημα το 1979 και το διαβόητο Κυπελλούχων του 1973 απέναντι στη Λιντς στο Καυτανζόγλειο) και μια πορεία που την έφερε στη Β’ εθνική λόγω του σκανδάλου Τοτονέρο αρχικά και λόγω κακής ομάδας και οικονομικών προβλημάτων στη συνέχεια.

Η έλευση του πομπώδους Σίβλιο Μπερλουσκόνι το 1986 έβαλε τη Μίλαν στο σωστό δρόμο και το πρωτάθλημα του 1988 απέναντι στη Νάπολι του Μαραντόνα έφερε ξανά τα χαμογέλα στο μισό περίπου Μιλάνο. Ήταν το τέλος μιας 20ετούς σχεδόν κρίσης για μια από τις σπουδαιότερες ευρωπαϊκές ομάδες. Η αισιοδοξία επέστρεψε και η Μίλαν σύντομα έγινε ξανά μία από τους μεγάλους του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Μπορεί το αποκορύφωμα να ήταν ο αξέχαστος τελικός του 1994 στο ΟΑΚΑ και το σόου απέναντι στην Μπαρσελόνα, αλλά τότε η Μίλαν ήταν ήδη «φτασμένη» κι ας την υποτίμησαν οι Καταλανοί. Για τους Μιλανέζους, η κρίσιμη στιγμή, ήταν ορισμένα χρόνια πιο πριν. Το 1989 που όπως δήλωσε κι ο Φράνκο Μπαρέζι ήρθε η νύχτα που η Μίλαν άλλαξε την ευρωπαϊκή της ιστορία.

Η Μίλαν από εκείνο το βράδυ του τίτλου του 1969 μετρούσε μία μοναδική πρόκριση στο Πρωταθλητριών απέναντι στην Αβενίρ του Λουξεμβούργου λίγους μήνες μετά. Στα άλλα δύο νοκ άουτ που έπαιξε σε μια περίοδο σχεδόν 20 ετών μέτρησε δύο αποκλεισμούς από Φέγενορντ και Πόρτο. Έτσι, η ομάδα του Αρίγκο Σάκι δεν μπήκε σε καμία περίπτωση ως φαβορί για ευρωπαϊκή κούπα. Είχε όμως ήδη δείξει δείγματα γραφής στα φιλικά όπου κέρδισε με καλές εμφανίσεις σπουδαίους αντιπάλους. Η πορεία στο Πρωταθλητριών εκείνης της χρονιάς ήταν μεν αποτελεσματική, αλλά όχι και τόσο εντυπωσιακή. Μετά την εύκολη πρόκριση επί της Λέφσκι Σόφιας, ήρθε η πολύ δύσκολη πρόκριση επί του Ερυθρού Αστέρα των Προσινέτσκι, Στόικοβιτς και Σαβίσεβιτς. Μια πρόκριση στα πέναλτι μετά από δύο αγώνες που έληξαν με 1-1 (με τον 2ο μάλιστα να διακόπτεται με 1-0 υπέρ των Γιουγκοσλάβων λόγω ομίχλης και να ξεκινάει την επόμενη από την αρχή).

Δύσκολη ήταν και η πρόκριση στον επόμενο γύρο, απέναντι στη Βέρντερ. Με ένα πέναλτι του φαν Μπάστεν που ήταν το μοναδικό γκολ σε 180′. Κάπως έτσι έγινε η κλήρωση για τα ημιτελικά. Οι Μιλανέζοι πάγωσαν όταν τους έτυχε η Ρεάλ, το μεγάλο φαβορί της διοργάνωσης, καθώς οι άλλες δύο ομάδες ήταν η Στεάουα και η Γαλατά. Βασισμένοι και στην καλή τους εμφάνιση σε ένα φιλικό στο Μπερναμπέου μπήκαν χωρίς φόβο στο πρώτο παιχνίδι και για μεγάλο μέρος του παιχνιδιού κυριάρχησαν. Αλλά η Ρεάλ, ήταν η Ρεάλ. Ο Ούγκο Σάντσες βρήκε την ευκαιρία και άνοιξε το σκορ. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν ο επόπτης σε μια στιγμή βγαλμένη από ελληνική πραγματικότητα ακύρωσε ως οφσάιντ ένα πεντακάθαρο γκολ του Γκούλιτ:

Εκείνη η Μίλαν όμως δεν λύγιζε έτσι. Μπορεί το γκολ του ενός Ολλανδού να ακυρώθηκε, ήρθε όμως ο δεύτερος Ολλανδός να πάρει το αίμα του πίσω. Ο Μάρκο φαν Μπάστεν έβαλε όλη τη δαντελένια τεχνική του, όλη την ποδοσφαιρική του ευφυΐα και έπιασε μια μεγαλειώδη κεφαλιά, στέλνοντας την μπάλα στην εστία του Μπούγιο και ισοφαρίζοντας στο 77′ σε 1-1. Τη στιγμή που η Στεάουα διέλυε με 4-0 τη Γαλατά και περίμενε τον αντίπαλό της, η Μίλαν έπαιρνε ένα θετικό αποτέλεσμα κι ο κόσμος έκανε ουρές για ένα εισιτήριο στο Σαν Σίρο. Ο Μπαρέζι στη συνέντευξή του λέει ότι εκείνο το 1-1 ήταν που έκανε τους παίκτες να πιστέψουν. Τα παιχνίδια με Ερυθρό Αστέρα και Βέρντερ είχαν κάνει τους ποδοσφαιριστές της Μίλαν να νομίζουν ότι έχασαν το άστρο τους. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο στάθηκαν στο Μπερναμπέου τους γέμισε με αυτοπεποίθηση, εκείνο το βράδυ στη Μαδρίτη άλλαξε τα πάντα. Η Μίλαν είχε σπουδαίο κόουτς, σπουδαίους παίκτες και της έλειπε αυτή η σπίθα που θα ανέβαζε την ψυχολογία της. Ήρθε με το 1-1.

Πριν τη ρεβάνς, ο προπονητής της Ρεάλ Λίο Μπενάκερ έστειλε έναν κατάσκοπο να παρακολουθήσει την προπόνηση της Μίλαν στο Μιλανέλο. Ο κατάσκοπος γύρισε τρομαγμένος με αυτά που είδε. Η Μίλαν παρατάχθηκε στο γήπεδο χωρίς μπάλα και χωρίς αντίπαλο και έκανε σαν να ήταν κανονικό ματς υπό τις φωνές του Αρίγκο Σάκι. Σαν να έβλεπες μια θεατρική παράσταση ή κάτι πολύ κουλτουριάρικο ή σαν παρεάκι που βγήκε να παίξει LARP. Ο Σάκι σαν διευθυντής ορχήστρας έδινε εντολές και όλη η ομάδα έκανε συγχρονισμένες κινήσεις μπροστά από φανταστικούς αντιπάλους και μια μπάλα που δεν υπήρχε. Συμπεράσματα για τη Ρεάλ δεν βγήκαν, μόνο απορίες δημιουργήθηκαν. Απορίες που λύθηκαν μερικές ώρες αργότερα στο χορτάρι. Την ώρα που στο ξενοδοχείο της Ρεάλ ψάχνονταν, στο Μιλανέλο λίγες ώρες πριν το ματς οι παίκτες έπαιζαν μπιλιάρδο, πινγκ-πονγκ και τάβλι. Το μεσημέρι ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι κατέβηκε και έκανε την ομιλία του προς τους παίκτες.

Ο πρόεδρος δεν είχε χρόνο για χάσιμο στο «τράφικ»

73 χιλιάδες οπαδοί μαζεύτηκαν στο γήπεδο και τραγούδησαν το You Will Never Walk Alone, μια που ο αγώνας έγινε λίγες μέρες μετά την τραγωδία του Χίλσμπορο. Η Ρεάλ ήταν μια ομάδα που έτρεχε ένα αήττητο σερί 27 αγώνων καλπάζοντας προς το τέταρτο συνεχόμενο πρωτάθλημά της. Στο βροχερό Μιλάνο στις 19 Απριλίου του 1989 ο Γκούλιτ βγήκε πρώτος πρώτος. Ήταν ο αγαπημένος παίκτης του Σάκι, ο παίκτης πάνω στον οποίο βασιζόταν. Τον προτιμούσε ακόμα και από τον φαν Μπάστεν γιατί ταίριαζε στη φιλοσοφία του. Ο ίδιος ο Σάκι διηγείται ότι ο φαν Μπάστεν μετά από τις πρώτες προπονήσεις του παραπονέθηκε ότι δουλεύουν πολύ και ότι έτσι χάνεται η διασκέδαση. Η απάντηση του Ιταλού ήταν αφοπλιστική: «Ρόλος μας δεν είναι να διασκεδάζουμε, εμείς είμαστε αυτοί που προσφέρουμε τη διασκέδαση». Ο Γκούλιτ ήταν άλλος τύπος όμως και καθόλου τυχαίο ότι βγήκε πρώτος. Ήταν μια ιεροτελεστία. Ο θηριώδης τύπος με το μαλλί έβγαινε για να τρομάξει τους αντιπάλους. Ακόμα και στον ψυχολογικό πόλεμο ήταν όλα δουλεμένα. Με τον Γκούλιτ να κοιτάει έναν έναν στα μάτια τους αντιπάλους. Ο Σάκι ρώτησε τον Ρουντ ποιοι κατέβασαν τα κεφάλια μετά το βλέμμα του. «Όλοι εκτός από έναν» απάντησε ο Ολλανδός. Ο ένας ήταν ο Ούγκο Σάντσες, αλλά δεν αρκούσε εκείνο το βράδυ για τη Ρεάλ.

Το παιχνίδι ήταν ένας τακτικός θρίαμβος του Αρίγκο Σάκι. Με παίκτες να αλλάζουν θέσεις (για πολλούς αυτό ήταν το ματς που έκανε τον Ράικαρντ να μονιμοποιηθεί στο κέντρο), να ανοίγουν και να κλείνουν, να ξέρουν ανά πάσα στιγμή που έπρεπε να βρίσκονται. Η Μίλαν που επί Σάκι δεν έπαιζε κατενάτσιο, σε εκείνο το παιχνίδι και έχοντας το 1-1 αποφάσισε να αφήσει λίγο περισσότερο χώρο και να ελαττώσει το ασφυκτικό πρέσινγκ της. Όχι φυσικά για να ταμπουρωθεί.  Ήταν η ιταλική βερσιόν του «τόταλ φούτμπολ» με παίκτες όπως οι Τασότι, Μαλντίνι, Κοστακούρτα, φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Αντσελότι, Ντοναντόνι και φυσικά ο ανυπέρβλητος σε εκείνο το ματς Φράνκο Μπαρέζι. Με σκόρερς τους Αντσελότι, Ράικαρντ, Γκούλιτ, φαν Μπάστεν και Ντοναντόνι η Μίλαν δεν κέρδισε απλά έναν μεγάλο αντίπαλο με 5-0. Τέτοια σκορ μπορούν να συμβούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έδειξε ότι το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο είχε ένα νέο αφεντικό. Για μια ομάδα που έβαλε 5 γκολ στη Ρεάλ, στη συνέχεια 4 στην Στεάουα μέσα σε μισή ώρα στον τελικό και κατέκτησε αργότερα και το Διηπειρωτικό. Οι Μαδριλένοι πήραν το τέταρτο σερί πρωτάθλημά τους, αλλά ο Μπενάκερ απολύθηκε. Ήταν τόσο βαρύ το πλήγμα για τη Ρεάλ. Η ιστορία της Μίλαν των 90s είχε γράψει το πρώτο σπουδαίο κεφάλαιό της.