Ο γύρος του κόσμου με ένα σομπρέρο

Στην κουζίνα της μαμάς

sef

Φίλες και φίλοι γειά σας.

Σήμερα θα φτιάξουμε συντρίμια φρικασέ.

Πρόκειται γιά μιά παραδοσιακή ελληνική συνταγή που οι ρίζες της χάνονται στα βάθη των χρόνων.

Ο θρύλος λέει πως πρωτοανακαλύφθηκε στην Αθήνα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, αλλά οι απόψεις διχάζονται, καθώς με μικρές παραλλαγές εμφανίστηκε στον Πειραιά και στην Θεσσαλονίκη σε διαφορετικές χρονικές περιόδους με λίγα μόνο υλικά να διαφέρουν.

Εμείς σήμερα θα σας παρουσιάσουμε την πειραιώτικη εκδοχή, όπως την εκτελεί ο σεφ Σώκρατες στην ψαροταβέρνα “Ναυάγιο” της Καστέλλας.

Σε επόμενες εκπομπές θα δοκιμάσουμε τις παραλλαγές Πάκερτ, Σουμ και Μαρκαριάν προσθέτοντας μιά έθνικ πινελιά στο πιάτο μας.

Γιά αρχή, ο σεφ προτείνει να ανοίξουμε το ντουλάπι μας και να δούμε αν ο Βαλβέρδε που διαθέτουμε έχει λήξει.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιά την συνέχεια, γιατί αν έχει λήξει δεν πρέπει απλώς να τον πετάξουμε, αλλά να μην τον αναπληρώσουμε με κάποιον καινούργιο απ το σούπερ μάρκετ, καθώς το προϊόν είναι εισαγωγής και η τιμή του έχει ανέβει κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια χωρίς να εξασφαλίζει τόσο μεγάλη διαφορά από άλλα φτηνότερα προϊόντα.

Αφού λοιπόν πετάξουμε τον ληγμένο Βαλβέρδε, αγοράζουμε από γκουρμέ ντελικατέσεν μίνι μάρκετ του πρώην ανατολικού μπλοκ της οδού Λιοσίων έναν καινούργιο και γυαλιστερό Κετσπάγια. Το προϊόν όχι μόνο είναι φτηνότερο απ το ισπανικό Βαλβέρδε, αλλά ο προμηθευτής το δίνει με τρίμηνη εγγύηση επιστροφής.

Προσέχουμε να πάρουμε τον κατάλληλο Κετσπάγια, γιατί κυκλοφορούν διάφορες συσκευασίες. Παραμερίζουμε το μπλε σακουλάκι με τον γαργαλιστικό τίτλο “χουνέρια από Ανόρθωση”, παρακάμπτουμε το γαλάζιο σακουλάκι το επονομαζόμενο “πολυνίκης στην Κύπρο” και φτάνουμε έτσι στο ασπρόμαυρο που φέρει την επωνυμία “πρόκριση στους ομίλους του Τσου Λου” και διατίθεται με ένα κατωσέντονο δώρο.

Αυτό ακριβώς είναι που χρειαζόμαστε γιά την συνταγή μας. Μπορεί οι καλεσμένοι μας φίλαθλοι να ξυνιστούν όταν το δοκιμάσουν, όμως θα το καταπιούν μιά χαρά κι εμείς θα έχουμε κερδίσει την εγγύηση και το κατωσέντονο.

Ο Κετσπάγια έχει την ιδιότητα να δένει την σάλτσα του φαγητού μας χαρίζοντάς της μιά πλούσια υφή χωρίς πολλά υλικά. Είναι χορταστικός χωρίς να παχαίνει και εύπεπτος.

Στην συνέχεια καταρτίζουμε μιά λίστα με τα επόμενα υλικά που θα μας χρειαστούν.

Αφού πετάξουμε απ το ψυγείο με συγκίνηση ένα κομμάτι μουχλιασμένο Τζόλε, επιστρέψουμε στην Αγγλία ένα μπουτάκι Λέτο που το είχαμε πάρει με εγγύηση ενός χρόνου και μοσχοπουλήσουμε στην γειτόνισσα έναν Μπελούσι που τον χρυσοπληρώσαμε χωρίς όμως ποτέ να μας ικανοποιήσει απόλυτα, αγοράζουμε άλλο ένα πακέτο Νταρμπισάϊρ, αφού το προηγούμενο σώθηκε γρήγορα και άρεσε στην οικογένεια γιατί έβγαζε αφρούς κι έκανε σαματά στο ψυγείο και είμαστε έτοιμοι γιά το καλύτερο υλικό μας.

Πηγαίνουμε ξανά στο σούπερ μάρκετ και ψωνίζουμε έναν Μαρέσκα. Το προϊόν αυτό είναι ακριβό γιατί ποτέ κανείς δεν κατάλαβε γιά τί ακριβώς πρόκειται. Δεν είναι κρέας, δεν είναι ψάρι, δεν είναι φρούτο, δεν είναι χορταρικό, είναι κάτι απ όλα, όλα μαζί και τίποτα.

Ενας Μαρέσκα είναι ικανός να γεμίσει μιά κατσαρόλα 6 λίτρων ενώ δίνει ξεχωριστό άρωμα στο φαγητό θυμίζοντας ιταλικό προσούτο και ισπανική παέλια ταυτόχρονα. Αν τώρα μας παρασύρει η αγοραστική μας μανία και ξεμυαλιστούμε, ας μην πετάξουμε τα λεφτά μας σε πολυμίξερ και αποχυμωτές. Ενας Μέλμπεργκ είναι ό,τι πρέπει και ας βιαστούμε να τον πάρουμε γιατί το προϊόν παρουσιάζει έλλειψη.

Με τον Μαρέσκα και τον Μέλμπεργκ στην τσάντα επιστρέφουμε στο σπίτι, βάζουμε την ποδιά μας και στρωνόμαστε στο μαγείρεμα.

Ψιλοκόβουμε λίγο Μήτρογλου, αφού το βαζάκι με τα ντοματάκια Ντιόγο έπεσε και αυτή τη φορά έσπασε, βγάζουμε απ τον κήπο λίγες φύτρες Σοϊλέδη και Γιαννάκη Παπαδόπουλου που πάντα πρέπει να έχουμε εύκαιρες γιά την περίπτωση που έρθουν ξαφνικά επισκέπτες στο σπίτι, προσθέτουμε μπόλικο Νικοπολίδη που υπάρχει άφθονος στον Πειραιά, λίγο Αβραάμ χτυπάμε με υπομονή αρκετή μουστάρδα Γκαλέτι στο σέϊκερ και φτάνουμε στο πιό δύσκολο κομμάτι της συνταγής.

Με προσοχή ανασύρουμε απ το ψυγείο τον Ντουντού και τον τεμαχίζουμε σε 3 κομμάτια.

Αφού τα ζυγίσουμε και βεβαιωθούμε πως κανένα δεν είναι πιό μεγάλο από το άλλο, σωτάρουμε το πρώτο με αρκετό κρεμμυδάκι και το βάζουμε μπροστά στην κατσαρόλα, το δεύτερο το περιχύνουμε με κόκκινο κρασί και το βάζουμε στη μέση, ενώ το τρίτο το μαρινάρουμε με ξύδι και ρίγανη και το βάζουμε αριστερά ή δεξιά, αναλόγως με τον χώρο που έχει καταλάβει στην κατσαρόλα ο Μαρέσκα.

Ετσι με ένα υλικό δίνουμε την αίσθηση ότι έχουμε τρία και οι καλεσμένοι μας θα ενθουσιαστούν, χωρίς να καταλάβουν το μικρό αυτό μας τρικ.

Αφού πετάξουμε απ το σπίτι τα βαράκια μας, τον διάδρομο και οτιδήποτε άλλο έχει σχέση με την φυσική μας κατάσταση καθώς μας πιάνει άδικα το χώρο, αφήνουμε το φαγητό να σιγοβράσει και βρίσκουμε την ευκαιρία γιά ένα γρήγορο συγύρισμα.

Είναι πάντα χρήσιμο να συγυρίζεις το σπίτι, γιατί συνήθως βρίσκεις πράγματα που τα έχεις ξεχάσει και που σήμερα μπορούν να σου φανούν χρήσιμα. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως βρισκόμαστε σε εποχή οικονομικής κρίσης και πρέπει να μάθουμε να αξιοποιούμε τα πάντα.

Οπως αυτή την κονσέρβα Λεντέσμα που κάποτε δεν μας άρεσε, αλλά τώρα με μπόλικο σκόρδο θα μας βοηθήσει μιά χαρά να γεμίσουμε ένα μικρό κενό στην κατσαρόλα μας.

Σπρώχνουμε λοιπόν λίγο το μεσαίο κομμάτι Ντουντού προς τα εμπρός και τοποθετούμε τον Λεντέσμα, τον οποίο θα πρέπει όμως σε μιά ώρα να τον αφαιρέσουμε με σουρωτήρι, καθώς έχει την ιδιότητα να καίγεται γρήγορα και να βγάζει μιά δυσάρεστη οσμή.

Η ώρα περνάει με το ξεσκόνισμα και το τηλέφωνο γιά το απαραίτητο κουτσομπολιό με αγαπημένους φίλους, αλλά η κουζίνα θέλει την προσοχή της.

Ορίστε! Αφήσατε ένα μεγάλο κομμάτι Κετσπάγια επάνω στο τραπέζι με την πόρτα ανοιχτή και ο γάτος σας ο Τέλης βρήκε την ευκαιρία να το αρπάξει και να το κάνει … 5 μπουκιές.

Ευτυχώς που σήμερα δεν μαγειρεύατε γιά επίσημο δείπνο, όμως την κατσάδα δεν την γλυτώσατε.

Ο γιόκας σας ο Τάκης που γύρισε μπαϊλντισμένος απ την καφετέρια, το κατάλαβε αμέσως. Ο Κετσπάγια στο φαγητό ήταν λίγος! Ευκαιρία έψαχνε τώρα κι αυτός θα μου πεις, γιατί δεν του άρεσε ποτέ ο Κετσπάγια.

Ζοχαδιασμένος λοιπόν άνοιξε την πόρτα και πέταξε στην αυλή τον υπόλοιπο Κετσπάγια, την ώρα που η τηλεόραση έπαιζε μιά γνωστή μεταγλωτισμένη βραζιλιάνικη σαπουνόπερα.

Το βλέμα σας, όπως και του Τάκη και του φίλου του του Ακη που μόλις είχε φτάσει καρφώθηκε επάνω σε μιά καλλίγραμμη δίμετρη Βραζιλιάνα.

Να! Αυτή κάνει γιά το φαγητό μας, είπαν με ένα στόμα ο Τάκης και ο Ακης κι εσύ τί να κάνεις τώρα που τους έχεις και αδυναμία;

Βγάζεις αμέσως την ποδιά σου, χαμηλώνεις τη φωτιά μην αρπάξει πριν της ώρας του ο Λεντέσμα και ξαναματατρέχεις στο σούπερ μάρκετ.

Στο ράφι με τα εξωτικά μπαχαρικά, (όχι σ αυτό ρε, πού κοιτάς; εκεί είναι ο Λεμονής!) θα βρεις το ματζούνι Ζίκο.

Καθώς περιεργάζεσαι την συσκευασία, το μάτι σου πέφτει επάνω σε μιά ένδειξη με χοντρά γράμματα: ΠΡΟΣΟΧΗ! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΓΙΑ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑ

Ξύνεις το κεφάλι σου με αμηχανία και πάνω που είσαι έτοιμος να φύγεις άπραγος μιά γλυκιά πωλήτρια σε ενημερώνει πως ο Ζίκο δεν είναι μπαχαρικό αλλά στικ που το ανάβεις και φτιάχνει ωραία ατμόσφαιρα και κατά λάθος βρέθηκε στο ράφι με τα μπαχαρικά.

Χαμογελάς σατανικά, αγοράζεις τον Ζίκο και γυρίζεις στο σπίτι.

Εκεί ανακαλύπτεις πως το φαγητό σου έχει καεί. Η μουστάρσα Γκαλέτι έχει κόψει, ο Λεντέσμα ξεράθηκε και βρωμάει, τα 3 κομμάτια Ντουντού έχουν λυώσει, ο Σοϊλέδης έχει μαραθεί, ενώ ο Νταρμπισάϊρ ήταν χαλασμένος.

Τώρα τί θα φάνε ο Τάκης με τον Ακη που είναι και μοσχαναθρεμένοι, αναρωτιέσαι.

Φάτε μάτια ψάρια λέει ο σοφός λαός μας κι εσύ χαμογελάς με ανακούφιση.

Ανοίγεις μιά σακούλα πατατάκια, βγάζεις απ το ψυγείο μιά μπύρα “Κραυγή” απ την παρτίδα “κακούργα διαιτησία” και ανάβεις το στικ Ζίκο.

Ξαφνικά το δωμάτιο πλημμυρίζει από ένα μεθυστικό άρωμα.

Ο Τάκης με τον Ακη αρχίζουν να τραγουδούν, αγκαλιάζονται και χορεύουν βαλς, ενώ εσύ προλαβαίνεις αυτή τη φορά τον Τέλη πριν αρπάξει και τον Ζίκο και τον διώχνεις με μιά κλωτσιά απ την κουζίνα.

Τα πατατάκια και η μπύρα κρατούν συντροφιά στους καλεσμένους σας, ενώ το στικ Ζίκο εξασφαλίζει την ωραία ατμόσφαιρα, έστω κι αν το στομάχι μένει άδειο.

Βέβαια, ένας καλός σεφ δεν θα πρέπει να επανανπαύεται ποτέ.

Γιατί αν κατά λάθος σερβίρει βατραχοπόδαρα απ την λίμνη των Ιωαννίνων στους άμαθους σε τέτοια εδέσματα καλεσμένους του, τότε δεν θα τον σώσει ούτε η μαστούρα του Ζίκο, ούτε η μπύρα “Κραυγή”.

Εσείς τώρα φίλοι μου που νομίζετε πως θα πρέπει επιτέλους να μαγειρέψετε κάτι της προκοπής, χαλαρώστε.

Είπαμε. Η συνταγή είναι ελληνική. Ο σεφ Σώκρατες σας προτείνει απλώς να πετάξετε το στικ Ζίκο που έτσι κι αλλοιώς κάποια στιγμή θα καεί, να τρίψετε με σύρμα την κατσαρόλα σας γιά να φύγουν τα κολλημένα λίπη και να πλύνετε καλά όλα τα υλικά σας γιά να τα ξαναχρησιμοποιήσετε.

Θα χρειαστεί απλώς να πάτε άλλη μιά φορά στο σούπερ μάρκετ τα Χριστούγεννα, όπου ως γνωστόν υπάρχουν και γιορτινές προσφορές. Εκεί θα ψωνίσετε επιθετικά κολοκύθια, αριστερά χαφ καρότα, ίσως και αμυντικά χαφ μπρόκολα.

Αλλά και να μην τα ψωνίσετε, μην ξεχνάτε πως υπάρχουν και φτηνά ελληνικά στικ, που αναδύουν το ίδιο μεθυστικό άρωμα ενώ έχουν απίστευτα μεγάλη διάρκεια.

Ενα σπρέϊ Νικολακό, ένα άρωμα “Πρωταθλητής”, ένα άφτερ σέϊβ “ΦΩΣ” θα σας βοηθήσουν να ξεχάσετε την πείνα σας. Καθώς είστε και ανυπόμονοι και θέλετε να φάτε πριν καλά-καλά μαγειρέψετε.

Και τώρα, που φτάσαμε στο τέλος αυτής της μαραθώνιας παρουσίασης, μπορείτε να ανατρέξετε στην πρώτη παράγραφο και να θυμηθείτε μαζί μας πώς λέγεται η μαγική αυτή συνταγή.

Ο σεφ Σώκρατες σας προτείνει να την τηρήσετε κατά γράμμα. Μόνο έτσι τα συντρίμια σας θα ενθουσιάσουν όλους τους καλεσμένους σας.

Καλή όρεξη!

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ελληνικό ποδόσφαιρο, Ολυμπιακός

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

10 κεράκια για μια λόμπα

Σήμερα ο Ολυμπιακός δίνει το σημαντικότερο του φετινό αγώνα εναντίον της Μπενφίκα. Δεν ξέρω ποιο θα είναι το αποτέλεσμα (αν ήξερα άλλωστε τα αποτελέσματα αγώνων πριν γίνουν, θα ήμουν εκατομμυριούχος ή θα μασούσα φύλλα δάφνης και θα την άκουγα με αναθυμιάσεις δίνοντας ασόδυα και άντερ/όβερ στους πιστούς παίκτες του στοιχήματος που θα συνέρρεαν στο μαντείο), […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Οι φυλές των Ελλήνων φιλάθλων (Μέρος Β’)

Συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας στις κατηγορίες των συμπολιτών μας. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες σίγουρα, αλλά για λόγους συντομίας είπαμε να περιοριστούμε σε δέκα χαρακτηριστικές. Ο τρέντης Ηλικία: Ο τρέντης είναι θέρτι-σάμθινγκ. Εμφάνιση: Είναι πολύ σημαντική καθώς τον κάνει να ξεχωρίζει. Ο τρέντης δεν ντύνεται όπως να’ ναι στο γήπεδο. Ντύνεται σαν […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

4 σχόλια σχετικά με το “Στην κουζίνα της μαμάς”

  1. Ο/Η Draculas λέει:

    Ξέχασες δυστυχώς το καλύτερο συστατικό. Το μπαχαρικό “ελληνική αθλητική παιδεία” που θα επιτρέψει στη συνταγή να δέσει με τη βοήθεια ενός (ανεξαρτήτως χρώματος, διαλέγετε αυτο που σας αρέσει) πύρινου λαού, περήφανου κόσμου και όπως αλλιώς απαντάται κατα περιοχές.

  2. Ο/Η Constantinos λέει:

    Άρθρο σιδηρόδρομος. Ξεκινάς φέτος και τελειώνεις μετά την καταστροφή της γης (2012). Σούπερ πάντως!

  3. Ο/Η Chris λέει:

    apisteytos…xaxaxaxa. mou anoikses tn oreksh re mpagasa,na’nai kala k o asteras tripolhs gia ayto 😛

  4. Ο/Η EXARCHIOTIS λέει:

    Ο Αστέρας Τρίπολης εμπίπτει σε άλλου είδους μαγειρική 🙂

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.