Ο γύρος του κόσμου με ένα σομπρέρο

FF Vs Slow motion

Το ότι «λατρεύω» το αγγλικό ποδόσφαιρο είναι κάτι πασίγνωστο. Τουλάχιστον γι αυτούς που διαβάζουν συστηματικά τούτο δω το blog

Από την εποχή που ο Γιάννης Αργυρίου, ο Γιάννης Συνοδινός και ο Ακης (προσοχή! Ουχί Μιλτιάδης) Παναγιωτόπουλος έβαλαν το αγγλικό πρωτάθλημα στα σπίτια μας μέσα από τους ασπρόμαυρους δέκτες των πρώτων τηλεοράσεων της δεκαετίας του ’70, μέχρι σήμερα, εποχή του Χρήστου Σωτηρακόπουλου, του Τάκη Γκώνια και του Αλέξη Σπυρόπουλου, γενιές και γενιές Ελλήνων ποδοσφαιρόφιλων γαλουχήθηκαν και μεγάλωσαν με μια σταθερή ποδοσφαιρική αξία: μια σέντρα ακριβείας απ τη … σέντρα στο κεφάλι του σεντρεφόρ που θα τη στείλει στα δίχτυα, αλλά και αυτό να μην συμβεί κάποιο χαφ να παραλάβει την όπως-όπως απομάκρυνση και με μονοκόμματο σουτ να τη στείλει στο γάμα της εστίας του εμβρόντητου τερματοφύλακα, αλλά και αυτό να μη συμβεί η μπάλα να κοντράρει σε κάποια πλάτη και να στρωθεί «λουκούμι» στο καραδοκών αριστερό εξτρέμ που με βολ πλανέ θα την στείλει να αναπαυθεί στα δίχτυα, αλλά και αυτό να μη συμβεί να την διώξει με υπερπροσπάθεια και ανάποδο ψαλίδι το σεντρεμπάκ που είναι ψηλό και δυνατό κορμί με θεληματικό πηγούνι και βλοσυρό βλέμμα.

Κατάλαβες φίλε αναγνώστη; Δεν τα έχω με αυτό καθεαυτό το αγγλικό ποδόσφαιρο, αλλά με την τεμπέλικη και υπεραπλουστευμένη εκδοχή που υιοθετήσαμε σ αυτήν εδώ τη γωνιά της γης με αποτέλεσμα να φανταζόμαστε τη μπαλίτσα ως ένα σπορ τελείως διαφορετικό απ αυτό που πραγματικά είναι. Η νοοτροπία του «γέμισε και πήδα» δεν διαπότισε μόνο τους φιλάθλους αλλά δυστυχώς και τους περισσότερους ποδοσφαιριστές.

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας θα πρέπει να ομολογήσουμε πως οι φορές που κάποια ελληνική ομάδα (εθνική ή σύλλογος) κυκλοφορεί με υπομονή και ουσία τη μπάλα πέραν των τριών μεταβιβάσεων είναι ελάχιστες, ίσως να μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι αυτό το στυλ παιχνιδιού (ή κακοποίησης παιχνιδιού) δεν ταιριάζει καθόλου στα σωματικά χαρακτηριστικά της φυλής μας. Οσο κι αν οι «ειδικοί» διατείνονταν πως ήμασταν αψηλότεροι και αλτικότεροι των Κορεατών, η αλήθεια είναι πως ο Ελλην δεν διακρίνεται για την κορμοστασιά του. Εκτός συγκεκριμένων περιοχών που παράγουν κυπαρισσάκια αψηλά (βλέπε λεβέντη Κρητίκαρο με δασύτριχο στήθος ή τη φιγούρα του θηριώδους Μπαρμπαγιώργου στο θέατρο σκιών που αντιπροσωπεύει την κορμοστασιά του ορεσίβιου βλάχου), ο Ελλην είναι συνήθως κοντός. Δηλαδή όχι και τάπα, αλλά ούτε Κράουτς. Κάτι κανονικό τέλος πάντων, όπως είναι ο Ιταλός, ο Ισπανός ή ο Πορτογάλος.

Ας αφήσουμε τώρα στην άκρη τον σωματότυπο του Ελληνα για να εξηγήσουμε τον τρόπο παιχνιδιού του με βάση τα κοινωνιολογικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά του.

Σαν λαός λοιπόν είμαστε ανυπόμονοι, τσαπατσούληδες , ευφυείς και κουτοπόνηροι ταυτόχρονα (πώς το καταφέρνουμε αυτό, ένας Θεός ξέρει) και τεμπέληδες.

Εχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση ότι είμαστε γενναίοι αφού έτσι ήταν και οι πρόγονοί μας. Μας αρέσει να χρησιμοποιούμε τις γνωριμίες μας για να πετύχουμε τις δουλειές μας ενώ ταυτόχρονα κατακρίνουμε όλους τους άλλους που κάνουν ακριβώς το ίδιο.

Και όσο κι αν η σωματοδομή μας δεν εξηγεί τον τρόπο που έχουμε διαλέξει να παίζουμε ποδόσφαιρο, τούτα δω τα χαρακτηριστικά που αράδιασα ταιριάζουν γάντι στο DNA μας.

Σέντρες, γιόμες, κόρνερ, δυνατά πλάγια άουτ (ποιος θυμάται τον Σημαιοφορίδη; ), σουτ απ του διαόλου τη μάνα στο γάμο του Καραγκιόζη, τούμπες εντός και εκτός περιοχής, πολύ σημασία γιά το ποιος σφυρίζει ένα παιχνίδι (αν είναι δικός μας κάνουμε μόκο – αν νομίζουμε πως είναι με τους άλλους αρχίζουμε τη μίρλα) και γενικά ένα παιχνίδι αναρχίας και τεμπελιάς που “διψάει” για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια.

Αυτοί είναι και αυτοί θα συνεχίσουν να είναι οι περισσότεροι Ελληνες ποδοσφαιριστές γιατί ποτέ δεν είδαν το ποδόσφαιρο σαν επάγγελμα αλλά σαν χόμπυ που τους αποφέρει χρήματα.

Οποιος προπονητής τολμήσει να «σφίξει» τα λουριά και να εφαρμόσει κάποιο σύστημα ή κάποια μέθοδο εργασίας που απαιτεί προσπάθεια, εκπαραθυρώνεται ώσπου να πεις κύμινο.

Για όλα τα παραπάνω φίλε αναγνώστη υπήρχε και υπάρχει πάντα ένα άλλοθι. Το αγγλικό ποδόσφαιρο. Αυτό που μας αρέσει γιατί νομίζουμε πως και εμείς μπορούμε να το παίξουμε.

Αυτό που μάθαμε απ τα παιδικά μας χρόνια, αυτό που φαντάζει τόσο εύκολο στα μάτια μας, γιατί δεν χρειάζεται κοντρόλ, πάσα ακριβείας ή κλειστή τρίπλα.

Απλά τρέξε και κλώτσα. Γέμισε και πήδα. Διώξε και ξαναπήδα. Και όσο κι αν δεν πιστεύω πως αυτό είναι το ποδόσφαιρο που παίζουν οι Αγγλοι (γιατί φυσικά υπήρχαν ομαδάρες που έπαιξαν μεγάλο ποδόσφαιρο κατά το παρελθόν ), που έτσι κι αλλοιώς σιχαίνομαι σαν καθιερωμένο στυλ γιατί μου θυμίζει περισσότερο ράγκμπυ, δεν μπορώ παρά να δηλώσω ευτυχής για την άθλια εικόνα που μας προσφέρει η ομάδα του Καπέλο. Γιατί αυτό που παρουσιάζει, είναι περίπου αυτό που βλέπουμε από μια καλή ελληνική ομάδα (συν 70% μεγαλύτερη ταχύτητα γιατί οι Αγγλοι δεν είναι τεμπέληδες και τιμούν τις προπονήσεις τους – τουλάχιστον τρέχουν).

Σας αρέσει αυτό που βλέπετε ωρέ Ελληνες; Ε αυτό ακριβώς παίζουμε κι εμείς εδώ και χρόνια. Απλά σε slow motion και με το μυαλό στη φράπα …

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αγγλικό πρωτάθλημα, ελληνικό ποδόσφαιρο, Μουντιάλ 2010

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Κώστας Νεστορίδης, ετών 83

Την ώρα που οι κάφροι των γηπέδων κυνηγιόντουσαν στο γήπεδο της Νίκαιας, σε φιλικό παιχνίδι, υπερασπιζόμενοι ως γνωστόν το μεγαλείο των ομάδων τους όπως μόνο αυτοί ξέρουν (“ξέρεις που έχω πάει εγώ ρε;”), ένας ηλικιωμένος κυριούλης έμπαινε μέσα στον αγωνιστικό χώρο και μάζευε τα αντικείμενα. Άγνωστο πόσοι από τους σταυροφόρους των κερκίδων τον αναγνώρισαν. Πιθανότατα […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Όταν η βλακεία επαναλαμβάνεται

Μια στροφή πριν το Γουέμπλει με την ομάδα σου να παίζει – στην έδρα της – με ένα σπουδαίο αντίπαλο όπως η Άρσεναλ. Εσύ να είσαι ένα απ’ τα χρησιμότερα “γρανάζια” στη μηχανή της ομάδας και ένας παίκτης που το περασμένο καλοκαίρι δαπανήθηκαν 60 εκατομμύρια για να βρεθείς στο Όλντ Τράφορντ για να γίνεις ακόμα […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *