Ο χορευτής των γηπέδων που έγινε θρύλος

Μπορεί όταν το ποδόσφαιρο πέρασε τον Ατλαντικό να μεταδόθηκε γρήγορα σαν μια νέα θρησκεία στη Νότια Αμερική, αλλά δεν ήταν πάντα προσιτό σε όλους. Από τη μία τα “κλειστά” αγγλικά κλαμπ των εργαζομένων που μετανάστευσαν στις εκεί χώρες και συχνά απέκλειαν τους ντόπιους και το ποδόσφαιρο του δρόμου και από την άλλη ο ρατσισμός που δεν άφηνε τους μαύρους να παίζουν σε συλλόγους (αλλά και εθνικές ομάδες), έκαναν για αρκετό καιρό το αγαπημένο άθλημα απαγορευμένο. Η ιστορία του Ισαμπελίνο Γκραντίν, του Ουρουγουανού που κατάφερε να κερδίσει το ρατσισμό και να γίνει ένας θρύλος του αθλήματος άνοιξε τις πόρτες και για άλλους αθλητές στη συνέχεια. Ένας από αυτούς ήταν ο σπουδαίος Χοσέ Λεάντρο Αντράντε, που συνέπεσε χρονικά με τον Γκραντίν και η ζωή του μέσα και έξω από τους αγωνιστικούς χώρους έφτιαξε πολλές ιστορίες που μπλέκονται με την λατινοαμερικάνικη μυθοπλασία. Ο Αντράντε, με το παρατσούκλι “La Merveille Noire“, μαύρο φαινόμενο/θαύμα, κατάφερε από ένα φτωχό παιδί να γίνει ένας από τους πιο διάσημους ποδοσφαιριστές, ένας αληθινός σταρ με σπουδαία ποδοσφαιρική καριέρα, αλλά και τραγική τελικά προσωπική ζωή.

Ακόμα κι η ίδια η οικογενειακή του κατάσταση είναι ένα μυστήριο. Ο Αντράντε γεννήθηκε το 1901 στην πόλη Σάλτο στα βορειοδυτικά της Ουρουγουάης, ακριβώς στα σύνορα με την Αργεντινή, μια πόλη που εκτός του Αντράντε έβγαλε ακόμα δύο ιερά τέρατα του ποδοσφαίρου της χώρας, τον Έντινσον Καβάνι και τον Λουίς Σουάρες. Η μητέρα του ήταν από την Αργεντινή, αλλά ο πατέρας του αποτελεί ένα μυστήριο. Σύμφωνα με τα χαρτιά, ήταν ο Χοσέ Ιγνάσιο Αντράντε. Το μοναδικό πρόβλημα με αυτή την εκδοχή είναι ότι ο μπαμπάς Αντράντε είχε πατήσει τα 98 του χρόνια του 1901, όπως αναφέρεται και στο βιβλίο “In Praise of Athletic Beauty” του Χανς Ούλριχ Γκούμπρεχτ. Επειδή όμως πάντα υπάρχει μια σοβαρή εξήγηση, ο Αντράντε senior ήταν ένας εξπέρ της αφρικανικής μαγείας που χάρη σε αυτή κατάφερε να είναι καρπερός μέχρι την ηλικία των 98. Ο μπαμπάς Αντράντε ήταν σκλάβος που τον έφεραν από την Αφρική για να δουλέψει σε μια φάρμα στη Βραζιλία, απ’ όπου κατάφερε να αποδράσει τελικά και να φτάσει στην Ουρουγουάη (που πάντα ήταν μια πιο προοδευτική και φιλελεύθερη χώρα σε σχέση με τις γειτονικές της). Ο Χοσέ Αντράντε δεν γνώρισε τον πατέρα του κι η μητέρα του απέφευγε να μιλάει γι’ αυτόν.

Πιο κουλ δεν γίνεται…

Τα παιδικά του χρόνια κι η ζωή του πριν από το ποδόσφαιρο είναι ένα μυστήριο γεμάτο θρύλους. Το σίγουρο είναι ότι έφυγε μικρός από το Σάλτο για το Μοντεβιδέο εκεί που έμεινε σε μια θεία του. Ο Αντράντε λάτρευε τη μουσική, έπαιζε ταμπουρίνο στο καρναβάλι και ήταν ένας εξαιρετικός χορευτής. Έκανε διάφορες δουλειές για να τα βγάλει πέρα. Πουλούσε εφημερίδες στο δρόμο, έγινε λούστρος, ενώ κάποιες φήμες λένε ότι το λυγερό του κορμί τον έκανε μέχρι και ζιγκολό. Όπως είπαμε, το τι ισχύει σε αυτή την ιστορία κανείς δεν μπορεί να το ξέρει. Αυτό που ισχύει όμως με σιγουριά, είναι ότι ο Αντράντε έπαιζε παράλληλα και ποδόσφαιρο. Ως πιτσιρικάς στη Μισιόνες και αργότερα στη Μπέλα Βίστα. Οι μοναδικές του, χορευτικές κινήσεις τον έκαναν μια ατραξιόν. Ήταν ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής που χάριζε θέμα και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Οι εμφανίσεις του τον έφεραν στην εθνική Ουρουγουάης με την οποία κέρδισε το “Κόπα Αμέρικα” (σε εισαγωγικά γιατί ακόμα δεν λεγόταν έτσι) του 1923. Παράλληλα, αυτή η κατάκτηση έφερε και την Ουρουγουάη να ταξιδεύει στην άλλη άκρη του Ατλαντικού για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1924 στο Παρίσι.

Δυστυχώς οι φωτογραφίες από εκείνα τα χρόνια δεν είναι πολλές. Εδώ με την εθνική Ουρουγουάης.

Αν δεν έχετε διαβάσει την ιστορία εκείνης της ομάδας, της Σελέστε που έμαθε στους Ευρωπαίους τι σημαίνει Ουρουγουάη, αξίζει να ρίξετε μια ματιά στην ομάδα που ταξίδεψε με καράβι και έπαιζε φιλικά για να βρει χρήματα, για να κατακτήσει τελικά το χρυσό. Ο Αντράντε έγινε ο πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής σε Ολυμπιακούς Αγώνες, ενώ για να μπερδέψει τους “κατασκόπους” της Γιουγκοσλαβίας ντύθηκε σε μια προπόνηση σαν Ινδιάνος με ακόντιο σύμφωνα με τον θρύλο. Όταν όμως η Ουρουγουάη άρχισε να παίζει, όλοι κατάλαβαν πόσο καλή ομάδα ήταν. Ο Αντράντε κέρδισε το χρυσό μετάλλιο, αλλά οι επιτυχίες του δεν έμειναν μόνο μέσα στους αγωνιστικούς χώρους. Χάρη στο ύψος του και τις μοναδικές του κινήσεις τράβηξε τα βλέμματα του γυναικείου πληθυσμού της Πόλης του Φωτός. Ο Αντράντε εξαφανιζόταν από το σπίτι που έμενε η αποστολή της Ουρουγουάης, καθώς τον είχαν “σπιτώσει” σε ένα πολυτελές διαμέρισμα. “Ζούσε σαν σουλτάνος σε χαράμι“, είχε δηλώσει ο Άνχελ Ρομάνο, συμπαίκτης του που τον είχαν στείλει να τον αναζητήσει. Ο Ρομάνο ήξερε τη διεύθυνση και όταν χτύπησε την πόρτα, μια όμορφη κοπέλα του άνοιξε. Φυσικά ούτε αυτή μιλούσε ισπανικά, ούτε ο Ρομάνο γαλλικά. “Αντράντε;” της είπε. Εκείνη την οδήγησε σε ένα άλλο δωμάτιο. Εκεί ανάμεσα σε διάφορες ημίγυμνες παρουσίες και έντονα αρώματα, ο φίλος του τον υποδέχτηκε χαμογελαστός φορώντας μια μεταξωτή ρόμπα. Ο Αντράντε στο Παρίσι θύμιζε λίγο τον Φαίδωνα Γεωργίτση στην αριστουργηματική trash βιντεοταινία του 1981 “Ο Σεξοκυνηγός“, απλώς αντί για τη φλογέρα του βοσκού χρησιμοποίησε τις μοναδικές του κινήσεις στο ταγκό για να θέλξει. Ανάμεσα στις κατακτήσεις του πιθανολογείται ότι βρισκόταν η Κολέτ, διάσημη συγγραφέας της εποχής, αλλά και η Αμερικανίδα Ζοζεφίν Μπέικερ, χορεύτρια, περφόρμερ, συνεργάτιδα των Γάλλων κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και ακτιβίστρια κατά του ρατσισμού αργότερα, με την οποία λέγεται ότι χόρεψε ένα φλογερό ταγκό που έγινε… talk of the town. Η Μπέικερ είχε κατά σύμπτωση το ίδιο παρατσούκλι (μαύρο διαμάντι) με αυτό που ο κόσμος έβγαλε για τον Αντράντε σε εκείνο το Μουντιάλ, μαζί με το “μαύρο φαινόμενο”.

Η δεσποινίς Μπέικερ, σαφέστατα εντυπωσιακή.

Το 1924 ίσως ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος του Αντράντε που έζησε μοναδικές στιγμές εντός και εκτός γηπέδου. Ίσως όμως παράλληλα να αποτέλεσε και την αρχή του τέλους. Η μεγάλη ζωή, η δόξα κι οι επιτυχίες έφεραν μια αλαζονεία και τον άλλαξαν. Η μαύρη κοινότητα του Μοντεβιδέο αποφάσισε να τον τιμήσει και να τον υποδεχτεί πίσω στην πατρίδα με μια γιορτή. Ο Αντράντε δεν πήγε κι αυτό ενόχλησε πολλούς. Άρχισε να γίνεται πιο απόμακρος, πιο περίεργος. Συνέχισε όμως να μαγεύει στο γήπεδο με τις μοναδικές του κινήσεις και τη φινέτσα του. Διέφερε πολύ από τους συμπαίκτες του. Δεν έπεφτε κάτω για να κάνει θέατρο και να εκμαιεύσει φάουλ, δεν ήταν καθόλου σκληρός, ήταν ένας άνθρωπος που χαιρόταν το ποδόσφαιρο και όπως λέγεται, πολύ συχνά τον έβλεπες χαμογελαστό μέσα στο γήπεδο. Πήρε μεταγραφή στη Νασιονάλ όπου και έπαιξε για έξι χρόνια, ενώ στη συνέχεια έπαιξε και στην Πενιαρόλ. Κέρδισε με την Ουρουγουάη τα Κόπα Αμέρικα του 1924 και 1926, όπως και ένα ακόμα χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του 1928 και φυσικά ήταν μέλος της ομάδας που κατέκτησε το πρώτο Μουντιάλ το 1930. Παρ’ ότι ήταν πάντα εκεί, αγωνιστικά άρχισε σιγά σιγά να πέφτει λόγω της ζωής του και των προβλημάτων του. Πρώτα εξαιτίας της σύφιλης με την οποία διαγνώστηκε το 1925 και αργότερα εξαιτίας ενός χτυπήματος στο μάτι, όταν ο Αντράντε χτύπησε στο δοκάρι και του δημιούργησε πρόβλημα. Κατά άλλους, η απώλεια της όρασης στο ένα μάτι του ήταν αποτέλεσμα της σύφιλης μια που μπορεί να αποτελέσει σύμπτωμά της. Είπαμε, όλη η ζωή του είναι ένα μυστήριο. Προς το τέλος της καριέρας του μετακόμισε στην Αργεντινή όπου και έπαιξε σε διάφορους ομάδες, όπως η Λανούς και η Αρχεντίνος Τζούνιορς.

Τα παπούτσια που φορούσε ο Αντράντε από το 1923 ως το 1924. Πουλήθηκαν σε δημοπρασία για $1.500

Στους Αρχεντίνος κρέμασε και τα παπούτσια του σε μεγάλη ποδοσφαιρική ηλικία, από την οποία όμως δεν του έμειναν χρήματα. Ο κύκλος του έκλεισε στη γειτονιά Παλέρμο του Μοντεβιδέο. Εκεί που ξεκίνησε φτωχός, εκεί επέστρεψε πάλι φτωχός και χωρίς πολλούς φίλους. Κάποιοι λένε ότι η κατάντια του είχε και ρατσιστικά αίτια, ότι μετά το ποδόσφαιρο λόγω του χρώματός του δεν βρήκε ευκαιρίες, οι περισσότεροι όμως επιμένουν ότι ήταν ο ίδιος ο τρόπος ζωής του που τον οδήγησε στον κατήφορο. To 1950, σε σχετικά κακή κατάσταση, είδε από κοντά το Μαρακανάσο, μια που στην ομάδα της Ουρουγουάης αγωνιζόταν ο ανιψιός του Βίκτορ Ροντρίγκες Αντράντε. Αναφέρεται ότι ο Γερμανός δημοσιογράφος Φριτζ Χακ τον εντόπισε το 1956 να ζει σε ένα υπόγειο σε άθλιες συνθήκες. Πάμφτωχος, αλκοολικός και χωρίς να έχει μεγάλη επαφή με το περιβάλλον του. Πέθανε τον Οκτώβριο του 1957 σε ένα ίδρυμα, χωρισμένος και μόνος, πιθανώς λόγω φυματίωσης σύμφωνα με τον Εντουάρντο Γκαελάνο στο βιβλίο του El fútbol a sol y sombra. Τα μετάλλιά του ήταν ακόμα κρατημένα σε ένα κουτί παπουτσιών στο φτωχικό του σπίτι.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Ιστορίες για το τζάκι, Παγκόσμιο Κύπελλο-Ιστορία

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ο άνθρωπος που αγάπησε και μίσησε η Πολωνία

Η Σιλεσία είναι μια περιοχή που ανήκει κατά κύριο λόγο στην Πολωνία. Τμήματά της βρίσκονται μέσα στην Τσεχία αλλά και τη Γερμανία. Σπουδαιότερη πόλη της είναι το Βρότσλαβ, εκτός αν είσαι Αρειανός και θυμάσαι μελαγχολικά το Κατοβίτσε. Την πόλη στην οποία γεννήθηκε και ο σημερινός μας πρωταγωνιστής. Ο Έρνεστ Ότο Πραντέλα γεννήθηκε όταν το Κατοβίτσε […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Όταν η Καρδιά Χτυπάει για Μπάλα

Ο Ντάνιελ Ένγκελμπρεχτ δε θα γίνει ποτέ θέμα για τα γκολ του και τα ρεκόρ που έσπασε. Δε θα γίνει ποτέ θέμα ως καλτ φιγούρα όπως ο Μπέντνερ ή ο Μπαλοτέλι. Στην τρίτη κατηγορία της Γερμανίας είναι δύσκολο να γίνεις πρωτοσέλιδο. Ο Ένγκελμπρεχτ είναι επιθετικός της Στούτγκαρντ Κίκερς και σε ένα από τα πρώτα παιχνίδια […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

1 σχόλια σχετικά με το “Ο χορευτής των γηπέδων που έγινε θρύλος”

  1. Ο/Η Χριστόφορος λέει:

    Εξαιρετική βιογραφία παιδιά, πραγματικά μπράβο!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.