Πάολο Σολιέρ: ένας επαναστάτης με σοβαρή αιτία

«Σου σέρβιραν την αλλαγή και στα ‘χουν υπολογισμένα, μα εγώ είμαι σαν τα δεκάρια τα παλιά τα τρελαμένα, παίζω για μένα, για σένα, για κανένα, για όλους…». Ήθελα να ξεκινήσω με κάποιο στίχο αυτό το κείμενο για τον Πάολο Σολιέρ, και ειλικρινά δεν μπόρεσα να βρω στίχο που να ταιριάζει καλύτερα από αυτόν που βρίσκεται στο υπέροχο κομμάτι με τίτλο «Ο λύκος» των Social Waste. Όπως πολύ καλά γνωρίζουμε υπήρχε μια εποχή, όχι και τόσο μακρινή από την άχρωμη και άοσμη δική μας, που πολλοί επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, και κατ’ επέκταση αθλητές, είχαν όντως επαναστατική, και ακτιβιστική δράση, και ο κόσμος δεν θεωρούσε ως κάτι σπουδαίο το να πάρουν θέση για ένα σοβαρό κοινωνικό ή πολιτικό ζήτημα. Έτσι έπρεπε (και πρέπει) και έτσι έκαναν. Τα 60s ήταν όντως μια περίοδος που έφερε πολλές και σημαντικές αλλαγές για την ανθρωπότητα και η Ιταλία, που ζούσε και έπαιζε ποδόσφαιρο ο Σολιέρ, δεν θα μπορούσε να βρίσκεται εκτός αυτής της λογικής.

Τα καλύτερα ποδοσφαιρικά χρόνια του Ιταλού μεσοεπιθετικού συνέπεσαν με την περίοδο που οι εργάτες των  εργοστασίων γνώριζαν πως αυτοί είναι η πραγματική τους δύναμη. Πως χωρίς αυτούς δεν μπορεί να υπάρξει παραγωγή και έκαναν -επιτέλους- το αυτονόητο. Η έκρηξη της αμφισβήτησης προς την καπιταλιστική κοινωνία ήταν ξαφνικά δίπλα μας, και μας χτυπούσε βίαια την πόρτα, απαιτώντας να αφεθούμε στην ορμή της. Φυσικά και οι γυναίκες αυτού εδώ του κόσμου οργανώθηκαν για να διεκδικήσουν και αυτές με την σειρά τους αυτό που αξίζει ο κάθε άνθρωπος σε αυτόν εδώ τον πλανήτη. Την ισότητα σε κάθε επίπεδο. Ο Σολιέρ, ως ακόμα μία περίπτωση ανθρώπου που νοιάζεται για αυτά που συμβαίνουν δίπλα του, συμμετείχε σε όλο αυτό τόσο ως ποδοσφαιριστής όσο και σαν εργάτης, αφού πρώτα είχε προλάβει να αφήσει το Πανεπιστήμιο και τις πολιτικές επιστήμες, έχοντας όμως το βλέμμα καρφωμένο και εκεί που θα υπάρχει πάντα χώρος για να οργανωθεί μια επαναστατική κοινότητα. Τις γηπεδικές εξέδρες που αρκετές τον μίσησαν και πολλές περισσότερες τον λάτρεψαν. Γιατί πολλοί μπορεί να μη το ξέρουν, αλλά εκείνα τα χρόνια η κερκίδα δεν ήταν μόνο για να φωνάξουμε υπέρ της ομάδας μας, που είναι το πρώτο που μας έρχεται στο μυαλό όταν περνάμε τα τουρνικέ, αλλά και για να οργανωθούμε, και για άλλα, πιο σημαντικά, θέματα απ’ το ποδόσφαιρο, ακόμα και να φωνάξουμε και κατά της δική μας ομάδα, αν φυσικά βλέπουμε κάτι λάθος ή κάτι που βρίσκεται απέναντι σε αυτά που αυτή πρέπει να πρεσβεύει. Χαμένες αξίες θα μου πείτε, στο σημερινό οπαδικό κίνημα που λειτουργεί πολλές φορές απλά ως «ουρά» και συσκευή έκκρισης σάλιου για τον πρόεδρο.

Την περίοδο που ο Σολιέρ έπαιζε για την άσημη Τσινζάνο, μαγεύοντας στο γήπεδο ως ένας φαντεζί επιθετικός, εργαζόταν παράλληλα στο εργοστάσιο της FIAT, της οικογένειας Ανιέλι, που είχε από τότε δικό της το μεγαθήριο του Ιταλικού ποδοσφαίρου, τη Γιουβέντους. Μια ομάδα -και τα αφεντικά της- που ο Σολιέρ στα πρόσωπά τους έβλεπε το Λεβιάθαν του Χομπς. Ο Σολιέρ, όταν δεν δούλευε και δεν έπαιζε ποδόσφαιρο, βρίσκονταν στους δρόμους μαζί με εργάτες και φοιτητές που ζητούσαν απλά ένα καλύτερο παρόν, και μέλλον, παλεύοντας στήθος με στήθος με τις αστυνομικές δυνάμεις που είχαν ως κύριο σκοπό να σαμποτάρουν αυτές τις ενέργειες με τον πατροπαράδοτο τρόπο τόσων ετών. Με ξύλο στον απλό κόσμο. «Πήγαινα στα αποδυτήρια κατευθείαν απ’ τη δουλειά, φορώντας την φόρμα εργασίας, και πολλές φορές πήγαινα να διαδηλώσω στους δρόμους παρέα με τα αδέρφια μου φορώντας την ιδρωμένη στολή της προπόνησης. Αυτές είναι σίγουρα ιστορίες που ένας σύγχρονος ποδοσφαιριστής δεν μπορεί να τις καταλάβει αλλά -πιστέψτε με- ήταν τόσο ωραίες».

Τότε, μέρες του ’69, η Ιταλία έμπαινε στην περίοδο που ονομάστηκε «Καυτό Φθινόπωρο» με τους εργάτες των εργοστασίων και των κάθε λογής μικρότερων βιομηχανιών να απεργούν όχι απλά ζητώντας καλύτερες συνθήκες αλλά ζητώντας «Τα πάντα» βάζοντας λεζάντα σε αυτά που ήθελε η Νέα Αριστερά. Το ταλέντο του 22χρόνου Πάολο Σολιέρ απ’ την άλλη, τον οδηγεί μακριά απ’ το εργοστάσιο, που είχε εργαστεί για σχεδόν 8 μήνες, δίνοντάς του ένα συμβόλαιο στην Κοζατέσε, στην Δ’ κατηγορία της Ιταλίας, εκεί όπου θα γίνει θρύλος της ομάδας, ανεβάζοντάς τη μάλιστα στην Γ’ κατηγορία, τρία χρόνια αργότερα. Είναι η περίοδος που όλοι όσοι ασχολούνται με τις μικρότερες κατηγορίες της χώρας μιλούν για τον σοφιστικέ ποδοσφαιριστή με την υπέροχη ντρίμπλα και τα εξαιρετικά τελειώματα που οδηγεί εκείνο το ταπεινό, και μικρό, FIAT Μιραφιόρι και δεν σταματά ποτέ να μιλά για Πολιτική εκτός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου και να διαβάζει βιβλία. Την ίδια περίοδο τάσσεται κατά του ένοπλου αγώνα των Ερυθρών Ταξιαρχιών (όπως απεδείχθη είχε δίκιο). Είναι η καλύτερη περίοδος του ως ποδοσφαιριστής. Φτάνει ως τη Β’ Εθνική με την Περούτζια και κερδίζει μαζί της την άνοδο στην μεγάλη κατηγορία το 1975, λανσάροντας παράλληλα τον πλέον χαρακτηριστικό για τον ίδιο πανηγυρισμό με την υψωμένη γροθιά. Πολλά χρόνια αργότερα τον είδαμε κι απ’ τον Κριστιάνο Λουκαρέλι.

Σε μια εποχή που κάθε λογής επαναστάτες, πολιτικοί και ακτιβιστές βρίσκονταν δολοφονημένοι σε κάθε γωνιά του πλανήτη για τις ιδέες τους δεν ήταν και το πιο έξυπνο πράγμα να λανσάρει κάποιος αυτό τον χαιρετισμό. Ο ίδιος πάντως δεν το έβαλε κάτω και αμφισβητώντας κάθε μορφή φόβου έμεινε σταθερός στις απόψεις και την ιδεολογία του. Και ας ήταν κόντρα στο ρεύμα. Όπως έχει γράψει άλλωστε μοναδικά ο Έρρι Ντε Λούκα στο βιβλίο του, το Βάρος της Πεταλούδας, «Ένα αναποδογυρισμένο πιάτο χωράει λίγα, έχει όμως πιο πλατιά βάση και στηρίζεται πιο καλά». Αυτό ακριβώς ήταν και ο Πάολο Σολιέρ. Διαφορετικός από τους άλλους ποδοσφαιριστές αλλά σταθερός και δυνατός στις απόψεις του. Κάποιος που δεν δίστασε, ακόμα και όταν μπήκε, ως παίκτης της Περούτζια, στο Ολίμπικο, μπροστά σε ένα κοινό που ζητούσε από τους παίκτες της Λάτσιο να του σπάσουν τα πόδια, έμεινε σταθερός στις αξίες και τα ιδανικά του, νικώντας τον δικό του φόβο. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το παιχνίδι. Το μίσος τους ξεχείλιζε για μένα. Ήταν σαν λυσσασμένα σκυλιά που κάποιος τα κρατούσε με την βία μακριά μου. Άκουσα και είδα πολλά εκείνη τη μέρα από τους φανατικούς, απ’ τους φασίστες της κερκίδας. Οι περισσότεροι που θα ήταν στη θέση μου θα ήθελαν να τους πλακώσουν στο ξύλο. Εγώ απλά γύρισα προς τους φανατικούς και σήκωσα το χέρι μου σφίγγοντας τη γροθιά μου. Πιστέψτε με, ήταν καλύτερο κι από γκολ σε τελικό στο 90’». Την επόμενη μέρα η φωτογραφία του βρίσκονταν στην εφημερίδα il Manifesto, μένοντας στην αιωνιότητα ως μια σπουδαία προσωπικότητα του ποδοσφαίρου που γνώριζε επακριβώς τι είναι αυτό. Ένα σπουδαίο κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο δηλαδή εκτός του ομορφότερου σπορ που μπορεί να αλλάξει τις ζωές πολλών ανθρώπων προς το καλύτερο και το χειρότερο.

Το 1976 άφησε την αγαπημένη του φανέλα της Περούτζια, μιας και δεν ταίριαζε σε αυτά που είχε στο μυαλό του ο προπονητής της ομάδας Ιλάριο Κάστανερ (δημιουργώντας μια εξαιρετική ομάδα που τελείωσε αήττητη το πρωτάθλημα του ’78-’79 τερματίζοντας όμως στη δεύτερη θέση σε ένα μοναδικό ρεκόρ), για τη Ρίμινι και ουσιαστικά απ’ τις αρχές του 1980 κατάλαβε πως δεν είχε καμία θέση στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Η κοινωνία άλλωστε άλλαζε ραγδαία αφήνοντας πίσω της κατά πολύ το επαναστατικό κίνημα παρασύροντας -όπως ήταν λογικό- και το ποδόσφαιρο σε μια νέα λογική. Πιο επαγγελματικό και πιο αποστειρωμένο. Ο Πάολο Σολιέρ συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο μέχρι το 1985 σε μικρές κατηγορίες μα το καλύτερο είναι πως συνεχίζει με την ίδια στάση, στην προσωπική του ζωή, ακόμα και σήμερα. Ως ένας ρομαντικός και αληθινός ιδεολόγος, σταθερός στις απόψεις του, που θα βρίσκεται πάντα απέναντι σε κάθε μορφή αδικίας και απέναντι σε μια απ’ τις χειρότερες μάστιγες της εποχής μας. Την καπιταλιστική απληστία και το φασισμό. Μέχρι το 2009 εργάστηκε σε αρκετές ερασιτεχνικές ομάδες προσπαθώντας να διδάξει τις πραγματικές αξίες του αθλήματος κυρίως στα νέα παιδιά, αρθρογραφώντας -ακόμα και στις μέρες μας- σε διάφορες εφημερίδες για σημαντικά θέματα που υπάρχουν στον σύγχρονο κόσμο. Ακόμα όμως και η απολιτίκ ποδοσφαιρική κοινωνία που δεν κατάφερε -ή δεν νοιάστηκε- ποτέ να τον καταλάβει, θα τον έχει πάντα  ως εικόνα με την υψωμένη του γροθιά και την κόκκινη φανέλα της Περούτζια. Και αυτή είναι μια ακόμα νίκη του που συνεχίζει να κάνει αθόρυβα μεγάλο θόρυβο, βάζοντάς τον δίπλα σε μυθικές μορφές όπως ο Σώκρατες, ο Μπράιτνερ, ο Καντονά και τόσοι άλλοι που είχαν (και έχουν) να πουν τόσα πολλά εντός αλλά και εκτός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου.

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Ιταλικό πρωτάθλημα, Προσωπογραφίες

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Η Δευτέρα του Ντιέγκο Κόστα

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 9.15. Ο 27χρονος Ντιέγκο Κόστα σχεδόν πετάχτηκε από το κρεβάτι. Το πρώτο παιχνίδι της χρονιάς είχε φτάσει. Περίμενε αυτή τη μέρα να ξημερώσει εδώ και αρκετό καιρό. Η περίοδος της προετοιμασίας είναι η χειρότερη του. Τρέξιμο, τακτική, γυμναστήριο, ομιλίες, πασούλες και «ήρεμα παιδιά με τα τάκλιν, μη χτυπήσει κανένας». Αν ήθελε […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ο άνθρωπος που αγαπούσαν και μισούσαν ταυτόχρονα

Στη δεκαετία του 1990 στην ποδοσφαιρομάνα πόλη του Ροσάριο δεν υπήρχε μόνο το τοπικό ντέρμπι της Σεντράλ με τους Νιούελ’ς. Στα πιτσιρίκια υπήρχαν τα μεγάλα ματς ανάμεσα στην Αλιάνσα και την Γκραντόλι. Σε χωμάτινα γήπεδα, παιδάκια από πέντε χρονών και πάνω έδιναν μάχες ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα γίνουν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές. Μεταξύ των αντιπάλων ήταν […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.