Μπορείτε να πάρετε την πίτα όχι όμως τη συνταγή

Στο Οσκαρικό One Night in Miami της Ρετζίνα Κινγκ υπάρχει μια εξαιρετική σκηνή όπου ο Μάλκομ Χ (τον υποδύεται μοναδικά ο Κίνγκσλεϊ Μπεν-Αντίρ) ουσιαστικά επιτίθεται στον μουσικό Σαμ Κουκ, λέγοντάς του πως αν και μαύρος δεν έχει κάνει κάτι ουσιώδες, μέσα από τη μουσική του πάντα, για το μαύρο κίνημα που, την ίδια περίοδο, βίωνε όλα τα δεινά του κόσμου. Του δίνει το παράδειγμα εκείνου του λευκού νεαρού από τη Μινεσότα, του Μπομπ Ντίλαν, που την ίδια περίοδο πάνω-κάτω έγραψε το αριστουργηματικό Blowin’ in the Wind, ένα τραγούδι που μιλά στις καρδιές όλων των αφροαμερικανών και όλων των κοινωνικά κατατρεγμένων. Μετά από μια σκληρή λεκτική αντιπαράθεση ο Κουκ του εξηγεί πόσο λάθος έχει κάνει κλείνοντας με μια τεράστια ατάκα: «Δε θέλω ακόμα ένα κομμάτι απ’ την πίτα – θέλω ολόκληρη τη συνταγή». Αυτό που δεν γνώριζε ο Μάλκομ Χ ήταν πως την ίδια περίοδο ο Κουκ είχε δώσει τραγούδια σε σπουδαίες μπάντες, λευκών, της εποχής, όπως οι Rolling Stones, φτάνοντας αυτές με τη σειρά τους τα κομμάτια στην πρώτη θέση των charts, γεμίζοντας και τις δικές του τσέπες με χρήματα που μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει μετά για να ενισχύσει τον αγώνα των μαύρων. «Έχω φτιάξει μια συνταγή λοιπόν».

Αυτή η πίτα υπάρχει εδώ και δεκάδες χρόνια και στο Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο με τους ισχυρούς να αρπάζουν από ένα μεγάλο κομμάτι κάθε χρόνο αφήνοντας για τους ανίσχυρους μερικά ψίχουλα στις άκρες του πιάτου. Γνωστά όλα αυτά και δεν μας χαλάνε κι ιδιαίτερα, έτσι δεν είναι; Όλα αυτά μέχρι πριν λίγες μέρες. Όταν 12 ηγέτες (από τις 15-20 κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης) αποφάσισαν ότι πλέον δεν τους αρκεί αυτό το τεράστιο κομμάτι της πίτας αλλά θέλουν να φτιάξουν μια δικιά τους συνταγή, απ’ την οποία θα τρώνε μόνο αυτοί, σαν σκηνή βγαλμένη απ’ το Μεγάλο Φαγοπότι του Μάρκο Φερέρι. Στα δικά μου μάτια αυτή η κίνηση, από ομάδες κιόλας όπως η Λίβερπουλ, η Μπάρσα και η Ατλέτικο, ήταν η χειρότερη μορφή απληστίας. «Μα έχουν τεράστια οικονομικά προβλήματα» ακούσαμε. «Δεν μπορούν να σωθούν διαφορετικά παρά μόνο μέσα από αυτή την κλειστή λίγκα των Αμερικανών που θα οδηγήσει σε ένα νέο ηλικιακά κοινό». «Το ποδόσφαιρο δεν πρόκειται ποτέ να είναι το ίδιο» και ένα σωρό ακόμα βαρύγδουπα λες και ανακαλύψαμε τώρα πως λειτουργεί ο σύγχρονος καπιταλισμός στο εμπορευματοποιημένο ποδόσφαιρο. Λες και το ποδόσφαιρο είναι το ίδιο με αυτό που ήταν μέχρι πριν λίγα χρόνια. Φυσικά και δεν έλειψαν και αυτοί που γέμισαν το διαδίκτυο με το μότο «Against Modern Football», παίζοντας παράλληλα Manager στο PC κάνοντας ουσιαστικά ακόμα πιο γελοίο το όλο σκηνικό, λες και πριν σκάσει το θέμα με την ESL το ποδόσφαιρο που βλέπαμε, και συνεχίζουμε να βλέπουμε, δεν είναι μοντέρνο αλλά άκρως ρομαντικό και πεντακάθαρο. Δεν ξέρω, ειλικρινά δεν ξέρω, πόση βλακεία χωράει ο ανθρώπινος νους. Αυτό όμως είναι άλλο θέμα. Πάμε λοιπόν παρακάτω.

Η αντίδραση -όπως ήταν λογικό- υπήρξε μεγάλη. Από τους οπαδούς των ομάδων που βγήκαν στους δρόμους. Και καλά έκαναν και μαγκιά τους. Από αρκετούς πρωθυπουργούς σοβαρών χωρών, με σοβαρές λίγκες, που έριξαν γέφυρες για λυθεί το πρόβλημα. Ακόμα κι από πρωθύπουργούς ασόβαρων χωρών (ονόματα δεν λέμε). Από σπουδαίες προσωπικότητες του ποδοσφαίρου όπως ο Καντονά. Από αθλητές, προπονητές και δημοσιογράφους. Ακόμα κι από ανθρώπους που δεν μας έχουν συνηθίσει να μιλάνε για ποδόσφαιρο όπως ο Τζέιμς Κόρντεν για παράδειγμα που -για μένα- έκανε και την πιο ωραία παρομοίωση. «Αυτή η λίγκα, αν γίνει, θα είναι σαν να διεκδικούν το Όσκαρ κάθε χρόνο η Μέριλ Στριπ, η Κέιτ Μπλάνσετ, η Βάιολα Ντέιβις και η Νικόλ Κίντμαν, άσχετα τι ερμηνείες έδωσαν οι υπόλοιπες ηθοποιοί, άσημες ή διάσημες». Αν ίσχυε αυτό δε θα είχαμε δει την Χάλε Μπέρι να κερδίζει το Όσκαρ για την ταινία «Ο χορός των τεράτων», πριν περίπου 20 χρόνια.  Έτσι δεν είναι; Αυτόν το χορό των τεράτων θέλησαν λοιπόν να στήσουν και οι ισχυροί του ποδοσφαίρου. Ευτυχώς δεν έγινε. Μόνο που θα πρέπει να είναι κάποιος αφελής για να θεωρεί πως μια τέτοια προσπάθεια ήταν τόσο μέτρια οργανωμένη και δεν υπήρχε από πίσω της ένα plan B. Εγώ τόσο αφελής δεν είμαι και μακάρι να διαψευστώ. Κι αυτό είναι που πρέπει να πολεμήσουν αυτοί που αγαπούν πραγματικά το ποδόσφαιρο και που χωρίς αυτούς δεν υπάρχει ποδόσφαιρο. Οι οπαδοί δηλαδή, και οι αθλητές, πιέζοντας αυτούς τους χαρτογιακάδες, που το βλέπουν καθαρά σαν μπίζνα. Φυσικά ο ποδοσφαιρικός πλανήτης περιμένει ακόμα την τοποθέτηση των Μέσι/Ρονάλντο.

Τον Μάη του ’68 οι ποδοσφαιριστές της Γαλλίας με σύνθημα «Το ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές» πάλεψαν, διεκδίκησαν και εν τέλει κέρδισαν αυτά που ζητούσαν. Όχι, δεν άλλαξαν τον κόσμο. Απλά τον έκαναν λίγο καλύτερο, αν με ρωτάτε. Η σαπίλα άλλωστε δεν πρόκειται να φύγει ποτέ από την κοινωνία ούτε φυσικά από τον αθλητισμό (και το ποδόσφαιρο) αλλά θα πρέπει, αυτοί που μπορούν τουλάχιστον από το δικό του μετερίζι ο καθένας, να την πολεμούν. Αυτό που «καταφέραμε» (;) λοιπόν δεν ήταν να νικήσουμε τη σαπίλα απλά να την περιορίσουμε, να την φρενάρουμε, και να δυναμώσουμε μέχρι την επόμενή της επίθεση, που είναι σίγουρο πως θα έρθει. Ποδόσφαιρο χωρίς τους μικρούς δεν υπάρχει. Ποδόσφαιρο χωρίς σπουδαίες νίκες και τεράστιες ήττες δεν υπάρχει. Ποδόσφαιρο χωρίς φτωχούς και πλούσιους δεν υπάρχει. Και φυσικά ποδόσφαιρο χωρίς το απρόβλεπτο δεν υπάρχει. «Θέλουμε τις κρύες ποδοσφαιρικές βραδιές στο Στόουκ» κρατούσε σε πλακάτ ένας οπαδός της Τσέλσι πριν δύο μέρες στους δρόμους του Λονδίνου, κάτι που φανερώνει πολλά για τον ρομαντισμό των οπαδών ακόμα και στο σύγχρονο αποστειρωμένο ποδόσφαιρο. Κανένας δεν θέλει να παίζει μόνο με τους «μεγάλους». Υπάρχουν ιστορίες δεκάδων χρόνων στο ποδόσφαιρο που δε γίνεται να χαθούν. Ο πραγματικός οπαδός της Τσέλσι δεν γίνεται να μη θέλει να παίξει με τη Μίλγουολ. Της Λίβερπουλ με την Έβερτον. Της Μπάρσα με την Εσπανιόλ, και πάει λέγοντας.

Αυτό που μένει να δούμε είναι η επόμενη μέρα και ποιος ακριβώς θα είναι ο τρόπος που θα λυθεί το οικονομικό ζήτημα. Που -ας μη γελιόμαστε- δε γίνεται να μη λυθεί. Το μόνο σίγουρο είναι πως αυτή τη στιγμή η μεγαλύτερη μερίδα των φίλων του ποδοσφαίρου έχει ξενερώσει με το Big-12 αλλά όλοι ξέρουμε πως με τον τρόπο που είναι δομημένο το σύγχρονο ποδόσφαιρο το χάσμα θα γεφυρωθεί, και πάλι, κυρίως όταν ο κόσμος θα μπορεί να πάει και πάλι μαζικά στις εξέδρες των γηπέδων. Εκεί που ξεχνιούνται δηλαδή και όλα τα προβλήματα και οι σκοτούρες που κουβαλά ο καθένας στο κεφάλι του. Εκεί που ξεχνάς πως είσαι μέρος μιας βιομηχανίας που βγάζει, και από σένα, εκατομμύρια. Εκεί που η ωραία ενέργεια κάποιου ποδοσφαιριστή θα γίνει γκολ, το γκολ θα γίνει νίκη και η νίκη θα οδηγήσει σε κάτι πραγματικό σπουδαίο. Εκεί που οι αγκαλιές των φιλάθλων και τα συνθήματα θα σκίσουν τον αέρα. Εκεί που αυτούς που κάθονται στα επίσημα η πλειοψηφία τους βλέπει ως αυτό που είναι πραγματικά, και τίποτα παραπάνω. Αυτοί που πληρώνουν τις επιταγές. Βγάλτε λεφτά λοιπόν εσείς οι σπουδαίοι αλλά αφήστε το ποδόσφαιρο ήσυχο και σεβαστείτε την κερκίδα. Εκεί που υπάρχει δηλαδή μια άλλη «συνταγή» που έχει κομμάτια για όλους, από όπου κι αν προέρχονται. Μερικά κομμάτια (μεγάλα κιόλας) θα είναι για πάντα δικά σας. Η συνταγή όμως ποτέ.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Σκέφτομαι και γράφω

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Δύο σιωπηλά δοκάρια που περιμένουν να αγκαλιαστούν

Πάνε τόσες μέρες που το σκοτάδι έχει σκεπάσει τα πάντα. Δεν ακούγονται φωνές και η μπάλα δεν κυλάει στο βρεγμένο τερέν. Οι ιαχές του κόσμου, τα εμπνευσμένα συνθήματα, και εκείνη η αίσθηση ελευθερίας που μόνο ένα γήπεδο μπορεί να χαρίσει, και μόνο όσοι έχουν τραγουδήσει ένα σύνθημα αγκαλιασμένοι, σε μια μεγάλη ή μικρή κερκίδα μπορούν […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Το πρόβλημα είναι (και) στους προπονητές

Διαβάζοντας πριν μερικές μέρες το άρθρο του Γκάρι Νέβιλ στην Telegraph (duendes σε ευχαριστώ για το mail) μπήκα σε σοβαρές σκέψεις. Πολύ σοβαρές σκέψεις. Ο πρώην αμυντικός της Γιουνάιτεντ καυτηριάζει με μοναδικό τρόπο τη φετινή αποτυχία των Άγγλων στις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις και προσπαθεί να δώσει εξηγήσεις για το φετινό “ναύαγιο” αναλύοντας με γλαφυρό τρόπο τα […]

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

1 σχόλια σχετικά με το “Μπορείτε να πάρετε την πίτα όχι όμως τη συνταγή”

  1. Ο/Η Brazilakis λέει:

    Για μένα όλη αυτή η οπερέτα ήταν ένα ρεσιτάλ υποκρισίας, θράσους, ηλιθιότητας και γελοιότητας. Πριν μισό αιώνα, που άρχισα να βλέπω μπάλα, κυρίαρχη δύναμη σε συλλογικό κι εθνικό επίπεδο ήταν η Νότια Αμερική· σήμερα είναι ποδοσφαιρικά ένα χαξλεϊκό εκκολαπτήριο τύπου Δ. Στην Ευρώπη υπήρχαν εθνικές σχολές ποδοσφαίρου που εκτοπίστηκαν από το στυλιζαρισμένο παιγνίδι των υπερανθρώπων της ντόπας. Υπήρχαν ομάδες που μεσουρανούσαν διεθνώς κι εξαφανίστηκαν για χάρη αυτών που έχουν μεγάλο πελατειακό κοινό. Το απόλυτο όπλο γι’ αυτές τις αλλαγές ήταν το χρήμα, που δημιούργησε μια ευρωπαϊκή ελίτ, περιορίζοντας τον ανταγωνισμό. Τότε κανείς δεν γκρίνιαξε, και δεν εξαιρώ τους οπαδούς, που καλοδέχτηκαν τον αφανισμό των άλλων (μαζί με το ξένο χρήμα). Και τώρα που αυτή η ελίτ αποφάσισε να ανεξαρτητοποιηθεί, οι δημιουργοί της θυμήθηκαν τον αδύνατο, τον ρομαντισμό, τον ανταγωνισμό κι όλα όσα οι ίδιοι σκότωσαν. Και όλα για το «καλό» του ποδοσφαίρου! Μόνο που το καλό και το κακό καθορίζονται από τις θρησκείες. Έξω απ’ αυτές υπάρχει ο δαρβινισμός που έχει τους δικούς του νόμους, αρέσουν δεν αρέσουν. Όσο για τους όψιμα εξοργισμένους οπαδούς: Από τη στιγμή που ένα κοινωνικό φαινόμενο μετατράπηκε σε κερδοφόρα μπίζνα θα προσαρμοστούν/εξελιχθούν όπως έκαναν πάντα. Κι απλά κάποιοι θα λέμε που και που για αγνές εποχές και ρομαντισμούς που ίσως τελικά να μην υπήρξαν ποτέ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.