Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Αγγλικό πρωτάθλημα'

Η δουλειά του Φιρμίνο, τα μαγικά του Ντε Μπρούιν και η μάχη που θα ζήσουμε και φέτος

  [1 Σχόλιο]

Στις 4 Αυγούστου Μάντσεστερ Σίτι και Λίβερπουλ μονομάχησαν για τον πρώτο τίτλο της σεζόν. Μια σεζόν που έχει αρχίσει, εντυπωσιακά, είναι η αλήθεια. Το Community Shield κατέληξε στους «πολίτες» αφού ήταν πιο εύστοχοι στη διαδικασία των πέναλτι, επικρατώντας, με 5-4 των «κόκκινων». Αυτό που είχε όμως μεγαλύτερη σημασία, δεν ήταν ο τίτλος, αλλά ο τρομακτικός ρυθμός που είχαν οι δύο ομάδες, σε εκείνο το χρονικό σημείο. «Αν παίζουν με αυτή την ένταση, τέτοια εποχή, και με τόση ζέστη, ανέτοιμες ουσιαστικά, τι έχουμε να ζήσουμε, και από τις δύο, και φέτος». Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν την ώρα του παιχνιδιού, πρώτα ως λάτρης του όμορφου παιχνιδιού, και μετά ως φίλος της Λίβερπουλ. Με τρεις αγωνιστικές να αποτελούν ήδη παρελθόν, στην Πρέμιερ Λιγκ, είναι ολοφάνερο, και φέτος, πως αυτές οι δύο ομάδες θα παλέψουν για τον τίτλο και για ό,τι άλλο τους αναλογεί, βάσει της σπάνιας ποιότητάς τους αλλά και του όμορφου τρόπου παιχνιδιού τους. «Μα είναι νωρίς» θα πουν αρκετοί. Κι όμως δεν είναι καθόλου νωρίς θα συμπληρώσω, μιας και μιλάμε για δύο ομάδες, χωρίς σημαντικές αλλαγές, που συνεχίζουν ακριβώς από εκεί που σταμάτησαν στα τέλη Μαΐου, ως δύο, δηλαδή, από τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Ίσως και οι δύο καλύτερες.

Η Σίτι κατέκτησε πρόπερσι το πρωτάθλημα με 100 βαθμούς, και εγώ έγραφα πως ο Κέβιν Ντε Μπρούιν είναι ο καλύτερος μέσος στον κόσμο. Η Σίτι πέρσι κατέκτησε το πρωτάθλημα με 98 βαθμούς, μαζί με Λιγκ Καπ και Κύπελλο, ως η πρώτη ομάδα που το καταφέρνει, αφήνοντας τη Λίβερπουλ δεύτερη με 97 βαθμούς (και το Τσάμπιονς Λιγκ), χωρίς, ουσιαστικά, τον καλύτερο μέσο του κόσμου, μιας και ο Βέλγος μαέστρος ταλαιπωρήθηκε από δύο αρκετά σοβαρούς τραυματισμούς και, σε όσα παιχνίδια αγωνίστηκε, δεν μπόρεσε να φτάσει καθόλου τα δικά του υψηλά στάνταρ απόδοσης. Φέτος είναι υγιής, μας το δείχνει, και έχει ξεκινήσει το πρωτάθλημα δυναμικά, μετρώντας ήδη, σε τρία παιχνίδια, τέσσερις (4) ασίστ. Η μία καλύτερη από την άλλη. Η τελευταία μάλιστα, απέναντι στην Μπόρνμουθ, στη νίκη με 1-3, ήταν για τον ίδιο η 50η, στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ, σε μόλις 123 εμφανίσεις, διαλύοντας το προηγούμενο ρεκόρ που κατείχε ο ξεχασμένος Μεσούτ Οζίλ της Άρσεναλ. Πραγματικά μιλάμε για απίστευτα πράγματα.

«Είναι ο παίκτης που μου θυμίζει πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο τον Ζιντάν» δηλώνει αρκετός κόσμος για την αφεντιά του και εγώ δεν μπορώ να μη συμφωνήσω, όσο και αν αυτή η δήλωση, περικλείει μια δόση υπερβολής για όλους εμάς που μεγαλώσαμε με τα μαγικά του Ζιζού. Ίσως όμως και όχι. Αν ρωτήσουμε διάφορους φίλους του ποδοσφαίρου, που δεν είναι και οι πιο «ψαγμένοι» για το ποια είναι ακριβώς η θέση του Βέλγου, αλλά και ποια ήταν αυτή του Γάλλου μάγου, λογικά θα εισπράξουμε την γρήγορη απάντηση πως ήταν «δεκάρια». Έτσι κοφτά. «Είναι δεκάρια, τέλος, πάμε παρακάτω». Πως όμως έπαιζε το δεκάρι, στα χρόνια του Ζιντάν και πως παίζει αυτό το πιο μοντέρνο «δεκάρι» στο σημερινό ποδόσφαιρο και στο σύστημα ενός πραγματικού καλλιτέχνη όπως είναι ο Γκουαρδιόλα;

Ας χωρίσουμε λοιπόν την ομάδα (αυτού του συστήματος) σε πέντε (5) γραμμές. Χωρίς τον τερματοφύλακα που λέω να τον αφήσουμε στη μοναξιά του ως φόρο τιμής στον Βιμ Βέντερς. Στην πρώτη γραμμή υπάρχουν οι αμυντικοί. Δύο στόπερ και δύο πλάγιοι μπακ. Στην δεύτερη γραμμή υπάρχει ο αμυντικός μέσος ή οι δύο αμυντικοί μέσοι στην ευθεία. Στην τρίτη γραμμή οι κεντρικοί, εσωτερικοί μέσοι, όπως παίζει η Σίτι και η Λίβερπουλ δηλαδή. Στην τέταρτη γραμμή οι ακραίοι μέσοι (ή  εξτρέμ) και ίσως και το δεκάρι, που θα το βάλουμε να κινείται όμως στη ίδια ευθεία με τους πλάγιους. Στην πέμπτη, και τελευταία γραμμή, υπάρχει φυσικά ο επιθετικός. Ο Ντε Μπρούιν, πριν την έλευση του Πεπ Γκουαρδιόλα, έπαιζε στην τέταρτη γραμμή, είτε στα άκρα, και κυρίως στα δεξιά, είτε ως δεκάρι, πίσω από τον μοναδικό προωθημένο. Με τον Μουρίνιο στον πάγκο της Τσέλσι (όταν είχαν συνυπάρξει για λίγο) είχε αγωνιστεί ακόμα και στην πέμπτη γραμμή. Στο λατρεμένο 4-2-3-1, του Ζοσέ, ως ο μοναδικός επιθετικός. Σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Γιουνάιτεντ, αν θυμάμαι καλά, το καλοκαίρι του ’13, και  λίγο πριν αποφασίσει ο Ζοσέ πως δεν μπορεί να σταθεί στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ στέλνοντάς τον στη Γερμανία. Ας δούμε όμως τις δύο μαγικές ασίστ του Βέλγου απέναντι στην Τότεναμ για πάρουμε μια ιδέα ως προς τον τρόπο παιχνιδιού του στο αυτοματοποιημένο ποδόσφαιρο του Γκουαρδιόλα. Εννοείται πως δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο που έπαιζε το παλιό, κλασικό, δεκάρι.

Ο Γκουαρδιόλα, τους παίκτες με τα χαρακτηριστικά του Βέλγου τους βάζει στην τρίτη ζώνη, ως εσωτερικούς μέσους, κάτι που το είδαμε να κάνει και στην Μπάρσα στις αρχές της σεζόν 2008/2009. Όταν και ανέλαβε την ομάδα ως πρώτος προπονητής. Δεν είναι τυχαίο πως και ο Νταβίντ Σίλβα, που συνήθως είναι ο παρτενέρ του Ντε Μπρούιν, όταν είναι καλά μιας και τα χρόνια περνούν δυστυχώς για όλους, στο 4-1-2-3 και στο 4-2-3-1, πριν τον Καταλανό, τόσο στους «πολίτες» όσο και στην εθνική Ισπανίας, έπαιζε είτε ως αριστερός μέσος, είτε ως δεκάρι, στην τέταρτη όμως ζώνη, όπως δηλαδή και ο Ζιντάν. Αυτό το στυλ ποδοσφαίρου, με παίκτες αυτών των χαρακτηριστικών, με συνεχή κίνηση και δημιουργία, με πίεση στον αντίπαλο, με άψογη τεχνική, όπως έχουμε δει και σε άλλες ομάδες, με παρόμοιο στυλ, είναι σχεδόν ανίκητο. Όταν παιχτεί σωστά. Το είδαμε μοναδικά και στον περσινό Άγιαξ.

Η Σίτι, με τον Βέλγο ως κινητήριο μοχλό στον άξονά της, ήταν καλύτερη και στα τρία παιχνίδια που έχει δώσει ως τώρα για το πρωτάθλημα, αν και δεν κατάφερε να τα κερδίσει και τα τρία, μένοντας στο 2-2 με την Τότεναμ, σε ένα παιχνίδι που, βάσει αριθμών, θα έπρεπε να το έχει κερδίσει και αυτό. Οι αριθμοί της είναι τρομακτικοί αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν καθρεφτίζουν πάντα την αλήθεια και στον πίνακα της βαθμολογίας. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά σε μερικούς σημαντικούς αριθμούς. Επιθετικά ανά αγώνα η Σίτι έχει: 3.3 γκολ, 21 σουτ για γκολ, 8 στην αντίπαλη εστία, 60% κατοχή μπάλας, 88.7% επιτυχία στις πάσες, έχοντας, σχεδόν 10 επιτυχημένες ντρίμπλες. Στην άμυνα,  και με τον Οταμέντι βασικό στα δύο από τα τρία παιχνίδια, ένα παίκτη δηλαδή που πέρσι δεν ήταν βασικός και που έχει μεγάλο πρόβλημα στο χτίσιμο της επίθεσης από την άμυνα (κάτι που αρέσκεται να βλέπει ο Γκουαρδιόλα από τους κεντρικούς του αμυντικούς) έχει: 16 τάκλιν, 10 κλεψίματα και δέχεται 6 σουτ ανά παιχνίδι. ‘Εχει δεχθεί τρία (3) τέρματα και θα έπρεπε να έχει δεχθεί σύμφωνα με τα xStats 3.09. Ας δούμε και μερικούς «ειδικούς» αριθμούς από το παιχνίδι κόντρα στην Τότεναμ για να καταλάβουμε καλύτερα αυτό που έγινε (που δεν έχει καμία όμως λογική).

Φαντάζομαι πως δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε κάτι περισσότερο πάνω σε αυτούς τους αριθμούς είναι άλλωστε από τις ελάχιστες φορές που ένα τελικό σκορ μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματικά ως «μαγική εικόνα». Ελπίζω να συμφωνούμε.

Για να δούμε όμως και την Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που ήταν πολύ καλύτερη μόνο στο τελευταίο παιχνίδι απέναντι στην Άρσεναλ, αλλά που μετρά μόνο νίκες, ως η μοναδική ομάδα που έχει το απόλυτο, με τρία στα τρία, και εννιά (9) βαθμούς. Στο +2 απ’ τους «πολίτες». Η ομάδα του Κλοπ είναι ουσιαστικά η ίδια ομάδα με πέρσι, όπως και η Σίτι, αν και αυτή ενισχύθηκε όμως και με δύο σημαντικούς παίκτες όπως ο Ρόντρι και ο Κανσέλο, και φέτος έχει χωρίσει το φίλαθλο κοινό σε δύο μέτωπα μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Το πρώτο είναι αυτοί που θεωρούν πως θα είναι καλύτερη από πέρσι, μιας και αναμένεται να φτάσει στο πικ που, σχεδόν, έφτασε πέρσι, και το δεύτερο, αυτοί που θεωρούν πως, κάπου στο μέσον της σεζόν, δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει τη μηχανή του Γκουαρδιόλα, και θα κλατάρει, επειδή πέρσι έφτασε στο πικ της. Άβυσσος η ψυχή του ποδοσφαιρόφιλου. Γνωστό αυτό γι’ αυτό ας πάμε παρακάτω ξεκινώντας με το γράφημα των ειδικών στατιστικών του αγώνα με τους «κανονιέρηδες».

Το 4-1-2-3 του Κλοπ μοιάζει, σε πολλούς, με το σύστημα του Γκουαρδιόλα μόνο που, για να το πω πολύ απλά, είναι εντελώς διαφορετικό. Ο παίκτης που αλλάζει τις ισορροπίες για τον Κλοπ, εκτός του Φαν Ντάικ που ελέγχει τα πάντα από την αμυντική γραμμή, ξεκινά από την πέμπτη ζώνη και ουσιαστικά έρχεται στην τρίτη ζώνη (τέταρτη δεν υπάρχει και ουσιαστικά την δημιουργεί ο ίδιος και αυτή) με τρομακτική όμως άνεση. Ο παίκτης αυτός φυσικά και είναι ο Ρομπέρτο Φιρμίνο. Ο Βραζιλιάνος στην επιθετική τριάδα της Λίβερπουλ είναι ο κεντρικός επιθετικός, έχοντας τους Μανέ και Σαλάχ στα άκρα, και πίσω από αυτούς, μια ακόμα τριάδα μανιασμένων μέσων να κάνει όλη την βρώμικη δουλειά με τα χιλιόμετρα που καταπίνουν και την ένταση που το κάνουν. Πολύ σημαντικός αυτός ο συνδυασμός. Λείπει όμως ο παίκτης που θα δημιουργήσει για τους συμπαίκτες του, δε νομίζετε; Εδώ λοιπόν έρχεται και μπαίνει στην εξίσωση ο Φιρμίνο.

Ο Βραζιλιάνος κινείται με μοναδική ευκολία τόσο στην αντίπαλη περιοχή όσο και χαμηλά, στον άξονα, μπροστά από τους δύο κεντρικούς μέσους, και λειτουργεί, πολύ εύκολα, ως δεκάρι (ή ψευτοεννιάρι αν θέλετε) δίνοντας στους δύο πλάγιους επιθετικούς τη δυνατότητα να κινηθούν ως κεντρικοί επιθετικοί με διαγώνιες κινήσεις και να πατούν συνεχώς περιοχή, σκοράροντας. Με τα εξαιρετικά ανεβάσματα των πλάγιων αμυντικών και τη δυνατότητα που έχει ο Φιρμίνο στο να βλέπει γήπεδο, και να πασάρει καλά, οι «κόκκινοι» επιτίθενται ουσιαστικά με πέντε παίκτες, με την μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση, και το ανάποδο, να είναι για σεμινάριο. Φυσικά και ο ρόλος του Φιρμίνο μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκρως ιδιαίτερος και απαιτητικός. Αυτά που δίνει στη Λίβερπουλ δεν είναι εύκολα να βρεθούν ακόμα και από επιθετικούς που είναι μεγαλύτερη κλάση από τον ίδιο. Όπως έχω γράψει άλλωστε πολλές φορές, παραφράζοντας λίγο και τα λόγια του Κρόιφ, οι καταλληλότεροι παίκτες για κάθε προπονητή δεν είναι οι καλύτεροι στη θέση τους, αλλά αυτοί που πάνω τους θα μπορέσει να αποδώσει καλύτερα το σύστημα (και το πλάνο) που έχει στο μυαλό του.

Δεν είναι τυχαίο πως ο Οριτζί, γι’ αυτούς τους λόγους, έχει μεταφερθεί ουσιαστικά στα πλάγια ή όταν παίζει, παίζει στην κορυφή, ή ακόμα και ως περιφερειακός, αλλά μόνο σε ειδικές, συνθήκες. Επειδή δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως ο Φιρμίνο. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που ο Στάριτζ δεν έμεινε στην ομάδα, ως κάποιος που έχει μάθει να κινείται ουσιαστικά εντός και ελάχιστα εκτός της αντίπαλης περιοχής, όπως ο Φιρμίνο. Κανένας δεν μπορεί να παίξει αυτό τον ρόλο όπως ο Βραζιλιάνος. Ο Κλοπ, αν πάρει παίκτη για εκεί, αυτός θα είναι κάποιος που θα μπορεί να κάνει ακριβώς τα ίδια με τον διεθνή Βραζιλιάνο. Αλλιώς θα προτιμήσει να περιμένει τον κατάλληλο. Όπως έκανε δηλαδή και με τον σπουδαίο Φαν Ντάικ. Τον περίμενε. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Φιρμίνο ήταν πέρσι στους τρεις πρώτους επιθετικούς της Πρέμιερ Λιγκ σε επιτυχημένα τάκλιν και σε κλεψίματα.

Αυτό δηλαδή που θέλει να βλέπει ο Κλοπ στο αγαπημένο του πρέσινγκ. Όπως έχει πει άλλωστε και ο Γκουαρδιόλα, και ο Κλοπ φυσικά και συμφωνεί: «Μερικές φορές προτιμώ να χάσουμε την μπάλα στην επίθεση γιατί ξέρω πως θα την κλέψουμε πολύ γρήγορα και αυτό, πολλές φορές, μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε καλύτερες πιθανότητες να σκοράρουμε από όταν κάνουμε επίθεση σε μια πολυπρόσωπη και οργανωμένη άμυνα». Όσοι είχαν την τύχη να δουν το 3-1 με την Άρσεναλ, με την Λίβερπουλ να πιέζει τους Λονδρέζους, σαν μποξέρ που χτυπά τον αντίπαλο περιμένοντας να δει την λευκή πετσέτα στο πάτωμα για να σταματήσει, έχουν πάρει ήδη μια πρώτη γεύση για το πόσο καλά μπορεί να το κάνει αυτό -και φέτος- η ομάδα του Γερμανού. Ο Φιρμίνο είχε επίσης έξι (6) σουτ, για γκολ, με τον Σαλάχ να έχει πέντε (5) και τον Μανέ τρία (3) αλλά η δουλειά του, όταν δεν είχε την μπάλα στα πόδια για να απειλήσει, ήταν εξίσου σημαντική με τα γκολ και τις ασίστ του. Ίσως και πιο σημαντική.

Ας δούμε όμως και κάποιους σημαντικούς αριθμούς της Λίβερπουλ στις τρεις πρώτες αγωνιστικές. Επιθετικά ανά αγώνα έχει: 3 γκολ, 18.3 σουτ, 6 σουτ στην εστία, 54.6% κατοχή μπάλας και 81.7 ποσοστό επιτυχίας στις πάσες. Αμυντικά ανά αγώνα έχει: 11.7 σουτ προς την εστία της, 17.7 τάκλιν και 11 κλεψίματα. Έχει δεχθεί τρία (3) γκολ και σύμφωνα με τα xStats θα έπρεπε να έχει δεχθεί 3.98. Όπως μπορούμε να δούμε οι αριθμοί της Λίβερπουλ είναι ελαφρώς χειρότεροι από αυτούς της Σίτι αν και οι «κόκκινοι» μετρούν δύο βαθμούς περισσότερους. Οι Φιρμίνο και Ντε Μπρούιν αναμένεται να συνεχίσουν να είναι οι παίκτες-κλειδιά για τις δύο ομάδες, από το κέντρο και μπροστά, και αυτοί που κάνουν πολλή απ’ τη δουλειά για να σκοράρουν παίκτες όπως ο Αγουέρο, ο Στέρλινγκ και ο Ζεσούς, για την Σίτι, και ο Σαλάχ με τον Μανέ για τη Λίβερπουλ. Στην πορεία να είστε βέβαιοι πως πολλά θα αλλάξουν. Παίκτες θα μπουν στην εξίσωση που τώρα δείχνουν εκτός φόρμας, άλλοι θα χάσουν τη φόρμα τους, από το πουθενά, βαθμοί θα χαθούν από κακή απόδοση και ατυχία. Το μόνο σίγουρο, και φέτος, όμως είναι πως αυτές οι δύο εκπληκτικές ομάδες έχουν να μας χαρίσουν πολλές και μοναδικές ποδοσφαιρικές συγκινήσεις πάντα μέσα από τα «μπλοκάκια» των δύο εξαιρετικών τους προπονητών και των μοναδικών παικτών που φορούν τη φανέλα τους.

*Σημειώσεις

Οι δύο πίνακες των στατιστικών είναι από το understat.com

DEEP: Passes completed within an estimated 20 yards of goal  – crosses excluded

PPDA: Passes allowed per defensive action in the opposition half

Τορκί: Μια μικρή ωδή στην επιτυχία της αποτυχίας

  [3 Σχόλια]

Από πολύ μικρή ηλικία με γοήτευαν οι ιστορίες των αδύναμων. Των «φτωχών» και των αουτσάιντερ. Ίσως και γι’ αυτό να ήμουν πάντα με τους Ινδιάνους, και όχι με τους καουμπόηδες, σε εκείνη την «κόντρα» που βλέπαμε, στα Γουέστερν με τον Τζον Γουέιν, όταν ήμασταν μικροί. Μεγαλώνοντας συνέχισα να είμαι με τον αδύναμο. Ιδίως όταν βλέπω κάποιο αγώνα ομάδων (ή αθλητών) που όμως δεν υποστηρίζω. Η μοναδική εξαίρεση σε αυτό τον δικό μου κανόνα είναι η τεράστια Λίβερπουλ. Αν και όταν άρχισα εγώ να υποστηρίζω τους «κόκκινους» δεν κέρδιζαν κανένα τίτλο. Αυτό -δυστυχώς- ισχύει ακόμα. Αφορμή γι’ αυτό εδώ το κείμενο στάθηκε το μήνυμα ενός φίλου, για να μου υποδείξει, να δω στο Netflix την μίνι σειρά ντοκιμαντέρ «Losers» και συγκεκριμένα το πρώτο επεισόδιο αυτής με τίτλο «Mistcast Champion». Μια ιστορία για τον επαγγελματία πυγμάχο Μάικλ Μπεντ. Εδώ και αρκετά χρόνια λατρεύω την πυγμαχία. Να βλέπω -εξηγούμαι- όχι να παίζω. Θεωρώ πως είναι ένα εξαιρετικό σπορ τακτικής, στρατηγικής και δύναμης, σωματικής αλλά και ψυχικής. Οι πυγμάχοι, στα δικά μου μάτια, είναι σαν μια τέλεια «κουρδισμένη» τζαζ ορχήστρα. Αν η πυγμαχία ήταν μουσική θα ήταν μια σαγηνευτική τζαζ μελωδία, ενός άρτια καταρτισμένου Τρίο, σε κάποιο σκοτεινό κλαμπ της Νέας Υόρκης.

Αφού πραγματικά απόλαυσα το επεισόδιο, η πλατφόρμα που δεν σταματά ποτέ και αν δεν πατήσεις stop μπορεί να πιάσεις τον εαυτό σου να βλέπει τηλεόραση για μήνες, με οδήγησε ύπουλα στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς, με τίτλο «The Jaws of Victory». Ακούω για Αγγλία και ποδόσφαιρο, βλέπω 80s ατμόσφαιρα στην οθόνη και σκέφτομαι πως έχω δύο επιλογές. Η πρώτη: να συνεχίσω την ανάγνωση του βιβλίου «ΔΥΟ», της Μαρούτσου, που το έχω αφήσει περίπου στη μέση, και η δεύτερη: να δω και αυτό το επεισόδιο. Τι ψυχή έχουν άλλωστε 24 λεπτά. Ούτε διάρκεια σε ντέρμπι, για το κύπελλο μπάσκετ, της χώρας μας να ήταν. Επιλέγω το δεύτερο. Η ιστορία είναι για την Τορκί Γιουνάιτεντ της σεζόν 1986-1987 και θα μπορούσε πολύ άνετα να χαρακτηριστεί ως ακόμα μια μικρή Ωδή στην αποτυχία. Πόσο τις αγαπώ αυτές τις ιστορίες. Όπως αναφέρει κάπου στο μικρό ντοκιμαντέρ ο Τζον Λόβις, φανατικός εδώ και δεκαετίες με την ομάδα: «Όποιος πηγαίνει σε παιχνίδι της Τορκί και περιμένει να πανηγυρίσει τη νίκη είναι απλά ηλίθιος». Σκληρό, σκέφτομαι, αλλά κάτι παραπάνω θα ξέρει από μένα. Στις μέρες μας η Τορκί αγωνίζεται στην National League South, στην 6η κατηγορία δηλαδή του Αγγλικού ποδοσφαίρου. Εκείνη όμως τη σεζόν -κρατηθείτε- αγωνίζονταν, με μεγάλη εννοείται αποτυχία, στην 4η επαγγελματική κατηγορία. Για την ιστορία, ήταν η πρώτη σεζόν που είχε αλλάξει ο κανονισμός για τον υποβιβασμό. Εκείνη τη σεζόν, την κατηγορία θα την άφηνε, απευθείας, μόνο η τελευταία ομάδα του βαθμολογικού πίνακα. Η Τορκί δηλαδή ή κάποια άλλη.

Το Τορκί βρίσκεται στην νοτιοδυτική Αγγλία, 320 χιλιόμετρα απ’ το Λονδίνο, και θεωρείται ως «η Αγγλική Ριβιέρα» μιας και κατά την Βικτωριανή εποχή ήταν ένα απ’ τα πιο φημισμένα καλοκαιρινά θέρετρα. Η ομάδα, αν και βολοδέρνει στις μικρές κατηγορίες, έχει διανύσει μεγάλη διαδρομή μιας και ιδρύθηκε το 1899. Ο μύθος μάλιστα αναφέρει πως η ομάδα ιδρύθηκε στην πιο φημισμένη παμπ της εποχής με ότι κι αν σημαίνει όλο αυτό. Το 1910 μετακόμισε στο μικρό Πλέινμουρ. Το γήπεδο που αγωνίζεται ακόμα και στις μέρες μας. Μιλάμε δηλαδή, για μια μικρή ομάδα, μιας αρκετά μικρής, αλλά όμορφης, πόλης. Μια ομάδα που υπάρχει για να δίνει περισσότερες λύπες απ’ ότι χαρές στους οπαδούς της. Αυτό, όπως είναι λογικό, δίνει στις χαρές ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Για πολλούς κατοίκους άλλωστε, στο Τορκί, η ομάδα ήταν εκείνο το διάστημα ο μοναδικός καλός λόγος για να βγουν απ’ το σπίτι το μεσημέρι του Σαββάτου. Με την ομάδα να έχει σωθεί τις δύο προηγούμενες σεζόν, η φετινή τελευταία θέση, τρόμαζε στην ιδέα τους φιλάθλους και την διοίκηση, καθώς ήξεραν πως θα αποχαιρετούσαν την τελευταία επαγγελματική κατηγορία. Η έλευση του Στούαρτ Μόργκαν, πρώην βοηθού προπονητή στην Μπόρνμουθ, για να αναλάβει ως πρώτος προπονητής, ήταν ένα πρώτο καλό σημάδι για τη μάχη που θα έδινε η ομάδα για την παραμονή της. Ή μήπως όχι;

Οι πρώτες εικόνες που αντίκρισε ο Μόργκαν ήταν εικόνες που θα καταλάβουν μόνο όσοι είχαν την ατυχία τύχη να «αγωνιστούν» σε τοπικά πρωταθλήματα. Σε χωριά. Σε βουνά. Σε ρέματα. Σε λάσπες και χαλίκια, και γενικά όπου μπορεί να κυλήσει μια μπάλα. Αποδυτήρια δεν υπήρχαν. Ποτιστικά για το χόρτο του γηπέδου δεν υπήρχαν. Η κεντρική εξέδρα ήταν διαλυμένη, και καμμένη από πρόσφατη πυρκαγιά και γενικά τίποτα δεν θύμιζε σύγχρονο, ποδοσφαιρικό, γήπεδο. Όταν μάλιστα ο Μόργκαν είδε, για τον πρώτο εκτός έδρας αγώνα, ένα ασθενοφόρο έξω απ’ το γήπεδο, και ρώτησε: «Αν συνέβη κάποιο ατύχημα» έμαθε την σκληρή αλήθεια. Aυτό θα ήταν το μεταφορικό μέσο της ομάδας για εκείνη τη σεζόν. Οι παίκτες στοιβάζονταν σαν σαρδέλες μέσα σε αυτό και ταξίδευαν σε ολόκληρη την Αγγλία, προκαλώντας τη χλεύη από τους αντιπάλους οπαδούς σε κάθε παιχνίδι. Υπήρξαν φορές που η ομάδα έφτασε ακριβώς με τη σέντρα του αγώνα και μέσα σε όλα αυτά τα τραγελαφικά η λέξη ήττα είχε γίνει η συνήθεια που έγινε λατρεία για την ομάδα. Κάπως έτσι έφτασε η τελευταία αγωνιστική. Η Τορκί υποδέχονταν την Κρου, στην 23η θέση (σε 24 ομάδες) με 47 βαθμούς. Η Μπέρνλι ήταν στην τελευταία θέση, με 46, και η Λίνκολν στην 22η με 48 βαθμούς.  Όπως μπορείτε να καταλάβετε, τα πάντα βρίσκονταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Μόνο που η λατρεμένη μας Τορκί θα έκανε -και αυτή την ανάβαση- Free solo.

Μπροστά σε ένα μανιασμένο κοινό η Τορκί θα πραγματοποιήσει ένα απ’ τα χειρότερα ημίχρονα της σεζόν και θα βρεθεί να χάνει με 0-2, μόλις στο 20λέπτο. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ξηλώνει τις κερκίδες. Να βρίζει παίκτες, διοίκηση (;) και προπονητή και όλα έδειχναν πως η σεζόν θα τελείωνε με μια ακόμα αποτυχία, που ίσως οδηγούσε αυτή τη φορά, ακόμα και στην οριστική διάλυση. Ο αρχηγός της ομάδας, Τζιμ Μακ Νιλ θα δώσει κάποιες ελπίδες καθώς θα μειώσει, με εκτέλεση φάουλ,  σε 1-2, στο β’ ημίχρονο. Την ίδια ώρα οι παίκτες της Τορκί, και οι οπαδοί στις κερκίδες, μαθαίνουν πως η Λίνκολν χάνει με 3-1 απ’ την Σουόνσι. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να σκοράρουν ακόμα ένα γκολ, και να μη δεχτούν άλλο, μιας και σε πιθανή ισοβαθμία η Τορκί είχε καλύτερη διαφορά τερμάτων με δύο γκολ διαφορά. Το ποδόσφαιρο που παρακολούθησαν οι οπαδοί των γηπεδούχων, από εκείνο το σημείο κι έπειτα, το θεωρούν, ακόμα και σήμερα, ως το χειρότερο που έχουν δει στη ζωή τους. Λάθος πάσες. Σέντρες από την άμυνα στην επίθεση. Σουτ, όχι εκτός εστίας αλλά, εκτός γηπέδου και γενικά πολλά νεύρα. Όπως ήταν φυσικό, την ίδια ώρα, η κερκίδα έβραζε κυριολεκτικά. Οι αστυνομικοί που επιτηρούσαν τους οπαδούς, είχαν επιστρατεύσει ακόμα και εκπαιδευμένα σκυλιά για να τιθασεύσουν τον κόσμο, με ένα απ’ αυτά, να εξελίσσεται εν τέλει, και σε «ήρωα» της αναμέτρησης.

Γύρω στο 80′, και με το σκορ στο 1-2, ο Μακ Νιλ θα πάει να πάρει την μπάλα, που βρίσκεται στα πόδια του αστυφύλακα Τζον Χάρις, που προσπαθεί να κρατήσει ήρεμο τον σκύλο του, εκτός τερέν. Την ώρα που ο παίκτης θα πλησιάσει, ο σκύλος θα γυρίσει το κεφάλι του αστραπιαία και θα τον δαγκώσει στο μηρό. Για μια στιγμή όλοι θα παγώσουν, βλέποντας τον αρχηγό τους, να βρίσκεται σωριασμένος, και αιμόφυρτος, στο χόρτο σφαδάζοντας από τους πόνους. Η Τορκί είχε κάνει την μοναδική αλλαγή που δικαιούταν (εκείνα τα χρόνια οι ομάδες είχαν το δικαίωμα μόνο μίας αλλαγής) και ο κόουτς Μόργκαν κάθεται κυριολεκτικά σε αναμμένα κάρβουνα μιας και δεν ήθελε να χάσει και τον ηγέτη του. Ο αγώνας θα διακοπεί για 5 λεπτά, για να δοθούν οι πρώτες βοήθειες, με τον παίκτη να δίνει τελικά το σύνθημα της μεγάλης αντεπίθεσης, ως άλλος Ελ Σιντ, παίζοντας στα τελευταία λεπτά με δεμένο το πόδι, και σχεδόν αιμορραγώντας. Ήταν η στιγμή που συνωμότησε το σύμπαν για να γίνει η ανατροπή και να ολοκληρώσει η Τορκί το θαύμα. Μισό λεπτό πριν τη λήξη στις καθυστερήσεις της αναμέτρησης και μετά από ένα τραγικό λάθος στην άμυνα της Κρου, η μπάλα θα φτάσει στον επιθετικό Πολ Ντόμπσον, που με δυνατό σουτ θα γράψει το 2-2, σώζοντας μια ολόκληρη κατηγορία για την ομάδα του. Ήταν η στιγμή των πανηγυρισμών. Της έντασης. Της χαράς που νιώθεις όταν έχεις σώσει μια ολόκληρη κατηγορία στο 90′. Μια χαρά που για ομάδες όπως η Τορκί ίσως είναι μεγαλύτερη κι απ’ την χαρά που δίνει η κατάκτηση ενός τίτλου. Όπως είχε δηλώσει άλλωστε ο γνωστός δημοσιογράφος της ομάδας, Ντέιβ Τόμας: «Εμείς, στο Τορκί, δεν ξέρουμε τι χαρά δίνει σε κάποιον ένας τίτλος. Δεν νομίζω όμως να είναι μεγαλύτερη από αυτή που πήραμε εκείνη τη μέρα».

Το γλέντι που ακολούθησε κράτησε για αρκετές μέρες σε παμπ, κλαμπ και καζίνο της περιοχής με τον Πολ Ντόμπσον να κάνει μια εκ των πιο επικών δηλώσεων στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. «Μετά το παιχνίδι έπινα για πολλές μέρες σερί και έχασα όλα μου τα χρήματα στο καζίνο. Σκεφτείτε πως όταν γύρισα στο σπίτι το πρώτο πράγμα που μου είπε η γυναίκα μου ήταν, σε χωρίζω, και όντως το έκανε». Δεν ξέρω αν υπάρχει ανάλογη ιστορία με αυτή της Τορκί στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Αυτό που ξέρω σίγουρα όμως, είναι πως αυτός ο ρομαντισμός, αυτή η τρέλα και αυτή η αγνή αγάπη που μπορείς να συναντήσεις στις μικρές κατηγορίες, ολόκληρου του πλανήτη, δεν μπορούν να συγκριθούν με τίποτα. Πόσο μάλλον όταν η ομάδα που υποστηρίζεις δεν κερδίζει, σχεδόν, ποτέ και όταν αποφασίζει να το κάνει, το κάνει με τόσο ιδιαίτερο τρόπο που σε γεμίζει συναισθήματα που ξέρεις πως θα κάνεις πολύ καιρό να τα συναντήσεις. Ίσως και ποτέ ξανά.

To ρεκόρ του Κρις Νίκολ και η λογική του δρομέα

  [1 Σχόλιο]

Το ημερολόγιο έδειχνε 20 Μαρτίου του 1976 όταν η Λέστερ Σίτι του Φρανκ Γουόρθινγκτον, του Κιθ Γουέλερ και του Σκοτσέζου Μπράιαν Άλντερσον, υποδέχτηκε την Άστον Βίλα, στο ιστορικό Φίλμπερτ Στριτ, μπροστά σε 25.000 ποδοσφαιρόφιλους. Η Βίλα είχε επιστρέψει στη μεγάλη κατηγορία την προηγούμενη σεζόν, ως 2η πίσω από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, και -όπως ήταν λογικό- δεν είχε βλέψεις για κάτι πολύ μεγάλο, μιας και ο πρωταρχικός της στόχος ήταν -τι άλλο- η παραμονή. Κάτι που είχε επιτευχθεί σχετικά εύκολα, καθώς είχε τερματίσει, με 39 βαθμούς, στην 16η θέση (σε 22 ομάδες). Τέσσερις ολόκληρες νίκες, και μια ισοπαλία, μακριά από την ζώνη του υποβιβασμού. Αν εκείνη την περίοδο, έλεγε κάποιος, πως η Άστον Βίλα έξι χρόνια αργότερα θα κατακτούσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, απέναντι στη σπουδαία Μπάγερν Μονάχου, θα τον περνούσαν σίγουρα για τρελό, ή για ηλίθιο. Ας αφήσουμε όμως τα ευρωπαϊκά «σαλόνια», μιας και δεν είναι αυτός ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο, κι ας επιστρέψουμε στο λασπωμένο τερέν ενός ακόμα μικρομεσαίου, Αγγλικού, παιχνιδιού της εποχής.

Ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της Άστον Βίλα, και δίπλα στον ακούραστο Τζον Ρόμπσον, ήταν ο διεθνής Βορειοϊρλανδός Κρις Νίκολ. Ένας παίκτης που φημίζονταν για τα αμυντικά του προσόντα με κύριο χαρακτηριστικό την δύναμή του στον αέρα. Οι συμπαίκτες του μιλούσαν πάντα για τις άψογες τοποθετήσεις του και φυσικά για όλα τ’ άλλα που χρειάζεται να έχει κάποιος για να μπορεί να εμπνέει και να δίνει σιγουριά. Το πάθος δηλαδή και τα ηγετικά χαρίσματα. Ο ίδιος λάτρευε πάντα να αφήνει την άμυνα και να προωθείται, όπως και να δοκιμάζει το δυνατό του πόδι, και μάλιστα, από κάθε απόσταση και δύσκολη γωνία. Κάπως έτσι είχε σκοράρει ένα πανέμορφο γκολ στον τελικό του Λιγκ Καπ της επόμενης σεζόν, απέναντι στην Έβερτον, και συγκεκριμένα στο δεύτερο παιχνίδι, μιας και εκείνα τα χρόνια το Λιγκ Καπ κρινόταν σε διπλό τελικό. Ένας τίτλος που είχε καταλήξει για τρίτη φορά στην ομάδα της γενέτειρας των Black Sabbath και των Judas Priest, αν και από τότε ακολούθησαν ακόμα δύο κατακτήσεις, με τελευταία αυτή του ’96, με 3-0, απέναντι στη Λιντς. Αξίζει, πιστεύω, να το απολαύσετε, πριν συνεχίσετε την ανάγνωση.

Στην αναμέτρηση με την Λέστερ, που είχε βρει τις δύο ομάδες ισόπαλες με 2-2, ο Νίκολ ήταν με διαφορά ο καλύτερος παίκτης του αγώνα. Έτρεξε πάρα πολύ. Φώναξε ακόμα περισσότερο. Έκοψε αρκετές μπαλιές, κυρίως στον αέρα, και έκανε το πλέον απίστευτο, αφού σκόραρε και τα τέσσερα τέρματα του αγώνα. Μάλιστα, πολύ καλά διαβάσατε. Δύο εξαιρετικά γκολ, για την ομάδα του, με σουτ εντός της περιοχής, και ακόμα δύο για την Λέστερ, το ένα μάλιστα με μια «έξυπνη» κεφαλιά που θα ζήλευε και ο πιο εύστροφος επιθετικός, σε μια εποχή που το Νησί είχε πληθώρα από δαύτους, με την παράδοση να συνεχίζεται βεβαίως-βεβαίως, ακόμα και στις μέρες μας και κυρίως στις μικρότερες κατηγορίες. Εκεί δηλαδή που σε πιάνει αυχενικό με την μπάλα να βρίσκεται συνεχώς στα σύννεφα και να πέφτει, για το κεφάλι των επιθετικών, σαν πουλί μετά από βολή Βρετανού ευγενή του 18ου αιώνα που χαίρεται τον ελεύθερό του χρόνο στον κήπο του. Ας προσπεράσουμε όμως αυτό το βάρβαρο «σπορ» και ας περάσουμε στο ευγενές σπορ του «τάκλιν εις την καρωτίδα», του βρετανικού φουτμπόλ των 70s.

To σκορ άνοιξε νωρίς, στο 15ο λεπτό, όταν ο Νίκολ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα του Τζον Μπάριτζ, σε προσπάθεια να διώξει μετά από σέντρα του Άλντερσοτ. Η ισοφάριση ήρθε λίγο πριν τη λήξη του 1ου ημιχρόνου, με σουτ εντός της περιοχής. Το 1-1 ήταν και το σκορ στο ημίχρονο. Στο 53′ ο Νίκολ, σε μια φάση που θύμιζε περισσότερο ελληνορωμαϊκή καθώς πάλευε με τον Μπόμπι Λι, βρήκε την μπάλα με το κεφάλι (ως άλλος Κώστας Βουτσάς) και την έστειλε για δεύτερη φορά στα δίχτυα της ομάδας του. Οι φωνές του προπονητή του ώστε να προσέχει τα δικά του ανεβάσματα δεν τον πτόησαν, μιας και το μόνο που ήθελε ήταν να σκοράρει για την ισοφάριση, να γλιτώσει την ομάδα του από την ήττα, και να βουλώσει τα στόματα των γηπεδούχων φιλάθλων που τον είχαν κάνει ήδη σύνθημα, για τους λάθος όμως λόγους. Και τα κατάφερε στο 87′. Μετά από κόρνερ του Τσικ Χάμιλτον, τσίμπησε την μπάλα και με δυνατό σουτ έγραψε το τελικό 2-2, κάνοντας δικό του αυτό το μοναδικό «ρεκόρ». Για κακή του τύχη αυτό ήταν το τελευταίο παιχνίδι για τον διαιτητή της αναμέτρησης κάτι που του στέρησε τη δυνατότητα να κάνει δική του την μπάλα μιας και ο «ρεφ» την ήθελε για την προσωπική του συλλογή. Όσο και αν ψάξει κάποιος, δεν νομίζω να υπάρχει ανάλογο περιστατικό σε επίσημο παιχνίδι. Αυτό που κάνει περισσότερο αστεία την ιστορία είναι το γεγονός πως ο Κρις Νίκολ είχε πετύχει αυτογκόλ και την προηγούμενη αγωνιστική, στο 1-1, απέναντι στην Τότεναμ.

Ήταν η μέρα που ο Κρις Νίκολ άγγιξε, έστω και για λίγο, την ψυχοσύνθεση του καταρρακωμένου δρομέα. Η μέρα δηλαδή που η μάχη που έδωσε ήταν περισσότερο προσωπική (με την δική του ατυχία) καταφέρνοντας να κερδίσει τον εαυτό του, όπως δηλαδή έχουν ως πρωταρχικό στόχο οι περισσότεροι δρομείς και όχι οι ποδοσφαιριστές. Όπως γράφει και ο σπουδαίος Χαρούκι Μουρακάμι στο βιβλίο του «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο» (τίτλος δανεισμένος από μια συλλογή διηγημάτων του Ρέιμοντ Κάρβερ): «Το πρόβλημα με το ταλέντο είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ο άνθρωπος που το διαθέτει δεν μπορεί να το διαχειριστεί ποσοτικά ή ποιοτικά. Το ταλέντο αποφασίζει από μόνο του πότε θ’ αναβλύσει, κι όταν στερέψει, απλά τελειώνει». Εκείνη τη μέρα το όποιο επιθετικό ταλέντο του Νίκολ αποφάσισε να εμφανιστεί και να πολεμήσει τον ίδιο, τον κακό, εαυτό του. Έστω για 90 λεπτά. Σαν δρομέας που νιώθει προδομένος απ΄ τα γόνατα και τους ταλαιπωρημένους αστραγάλους αλλά εκεί, στα τελευταία δύσκολα πάντα χιλιόμετρα, εκεί που πολλές φορές σκέφτεται «για ποιο λόγο το κάνω όλο αυτό στον εαυτό μου», νιώθει την καρδιά του να φωνάζει και να τον τραβά προς τον τερματισμό. Άλλωστε ένας αγώνας αξίζει πάντα περισσότερο όταν ξέρεις πως, πρώτα απ’ όλα, κέρδισες τον εαυτό σου. Ο Κρις Νίκολ μπορεί να υπερηφανεύεται πως εκείνη τη μέρα το κατάφερε και αυτό. Κι ας έφερε ισοπαλία η ομάδα του.

Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο

  [2 Σχόλια]

«Τι είναι το αγόρι τώρα που έχασε την μπάλα του. Τι πρέπει να κάνει; Την είδα να κυλά, γκελάροντας χαρωπά, κάτω στο δρόμο, κι έπειτα, χαρωπά ν’ αναπηδά. Να’ τη, μες στο νερό τώρα. Μάταιο να πεις υπάρχουν κι άλλες μπάλες. Μια θλίψη απόλυτη, φοβούμενη, ακινητοποιεί το αγόρι. Έτσι όπως στέκεται άκαμπτο, τρεμάμενο, κοιτώντας κάτω. Όλα τα χρόνια της νεότητάς του μες το λιμάνι, όπου έπεσε η μπάλα του. Μια δεκάρα, μι’ άλλη μπάλα, δεν έχουν σημασία τώρα. Αισθάνεται πρώτη φορά ευθύνη. Μέσα σε ένα κόσμο ιδιοκτησιών, άνθρωποι θα παίρνουν μπάλες. Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο»

Τα λόγια που μόλις διαβάσατε ανήκουν στον Αμερικάνο ποιητή Τζον Μπέρρυμαν και είναι λόγια απ’ το ποίημα του «Το ποίημα της μπάλας». Γραμμένο τη δεκαετία του ’50, μιλά -για τι άλλο- για την απώλεια μιας μπάλας από κάποιον πιτσιρίκο. Δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει παίξει ποδόσφαιρο σε κάποιο δρόμο και να μην έχει χάσει έστω μια μπάλα. Εγώ, απ’ όσο θυμάμαι, είχα χάσει πολλές. Βέβαια δεν είμαι εγώ το κυρίως θέμα, σε αυτό εδώ το κείμενο, αλλά μια χαμένη μπάλα. Όχι δική μου. Ίσως η πιο διάσημη, χαμένη, μπάλα που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Πιο διάσημη -για να αστειευτώ κιόλας- ακόμα κι από ‘κείνη που είχε στείλει ο Σέρχιο Ράμος, λογικά, στη στρατόσφαιρα, μετά το χαμένο του πέναλτι, απέναντι στη Μπάγερν Μονάχου, το 2012. H ιστορία που θα διαβάσετε αφορά την μπάλα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Ενός τελικού που είχε βρει την Αγγλία Πρωταθλήτρια κόσμου, τον πιτσιρίκο Τζεφ Χερστ, ήρωα εκείνης της αναμέτρησης και τον Γερμανό Χέλμουτ Χάλερ, βασικό υπαίτιο για την ιστορία που διαβάζετε. Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή.

Το τελευταίο σφύριγμα του Ελβετού διαιτητή, Γκότφριντ Ντινστ, είχε βρει νικητές τους Άγγλους, με 4-2, απέναντι στους Γερμανούς, μετά από μια μυθική παράταση που είχε κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πιο αμφιλεγόμενο γκολ που έχει μπει ποτέ σε τελικό. Ο Χερστ είχε σκοράρει χατ-τρικ και, σύμφωνα με την αγγλική παράδοση, έπρεπε να κάνει δική του και την μπάλα της αναμέτρησης. Οι Γερμανοί, σε μια πρωτόγνωρη κίνηση μακριά από κάθε σεβασμό προς τον αντίπαλο και το άθλημα, αποφάσισαν να αρπάξουν την μπάλα και να επιστρέψουν μαζί της στη δική τους χώρα. Ο τυχερός που έκλεψε την μπάλα ήταν ο μεσοεπιθετικός της Μπολόνια, Χέλμουτ Χάλερ, σκόρερ μάλιστα τoυ πρώτου γκολ της αναμέτρησης.

Όπως ο ίδιος έχει παραδεχτεί, η μπάλα του τελικού έφτασε στη Γερμανία το 1973, και όχι το 1966, μιας και τότε αποφάσισε να αφήσει την Ιταλία, για να αγωνιστεί στη χώρα του, μετά το πέρασμά του από Μπολόνια και Γιουβέντους, και η μπάλα δεν τον ενδιέφερε σχεδόν καθόλου ως «σημαντικό τρόπαιο» για να την έχει αφήσει νωρίτερα σε κάποιο ποδοσφαιρικό μουσείο της χώρας του. Ήταν μάλιστα τέτοια η δική του απάθεια για την ιστορική μπάλα, που την είχε χαρίσει στον γιο του. Ο μικρός, με τη σειρά του, έπαιζε ποδόσφαιρο με την μπάλα του τελικού, με τους φίλους του, στον κήπο του σπιτιού του. Όταν τη βαρέθηκε, την πέταξε, ευτυχώς για όλους, σε μια παλιά αποθήκη, δίπλα στο σπίτι τους, στο Άουσμπουργκ. Η Αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα μέχρι και το 1996. Και δεν θα το έκανε ούτε τότε αν το Ευρωπαϊκό Κύπελλο εθνικών ομάδων δεν διεξαγόταν στην Αγγλία. Τότε ήταν που ξεκίνησε και η μεγάλη μάχη γραφικότητας για να βρεθεί η μπάλα του τελικού και να επιστρέψει στο σπίτι της.

Τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια και οι πιο γνωστές εφημερίδες της χώρας άρχισαν πόλεμο στον Χάλερ μιας και υπήρχαν φωτογραφίες μετά τη λήξη του Τελικού που τον έδειχναν να κρατά την μπάλα. «Είσαι ένας ανέντιμος κλέφτης, φέρε πίσω την μπάλα μας» άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί για να σταματήσει αυτή η αδικία 30 ολόκληρων ετών, με τον ίδιο απλά να δηλώνει πως πήρε την μπάλα επειδή δεν το έκανε κάποιος άλλος και πως αν την ήθελαν, θα την έδινε, αν φυσικά έπαιρνε χρήματα γι’ αυτό, μιας και η μπάλα ήταν πλέον δική του και όχι δική τους. Οι Άγγλοι σε μια πρωτόγνωρη κίνηση, ακόμα και γι’ αυτούς, θα στείλουν στη Γερμανία ομάδα ερευνητών για να ψάξουν, και να σιγουρέψουν, πως η μπάλα του Χάλερ ήταν όντως η αυθεντική. Όταν αυτό θα αποδειχτεί, ο πρόεδρος της Virgin, Ρίτσαρντ Μπράνσον, θα δώσει 70.000 λίρες στον Χάλερ και σε συνεργασία με την Mirror η μπάλα θα προγραμματιστεί να επιστρέψει, μετά Βαΐων και Κλάδων, στην Αγγλία, στις 26 Απριλίου για να εκτεθεί στο Λονδίνο καθ’ όλη τη διάρκεια του Γιούρο.

Η Mirror κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα, έχοντας στο εξώφυλλό της, τους Χάλερ, Χερστ και Μπράνσον με την ιστορική μπάλα και με τον πικάντικο τίτλο «They think it’s all over, it is now». Μια φράση που θεωρείται θρυλική -και είναι- για τους Άγγλους, μιας και την είχε ξεστομίσει ο εκφωνητής του τελικού του 1966 Κένεθ Γουλστενχόλμ. Η Sun μάλιστα, στο εξώφυλλό της, είχε χλευάσει τους Γερμανούς, και φυσικά τον Χάλερ, για τις 70.000 λίρες και ζητούσε να δοθούν τα χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο Χάλερ, την ώρα που επικρατούσε ο κακός χαμός με την επιστροφή της μπάλας, είχε βρεθεί να παραπατάει μεθυσμένος σε γνωστό Λονδρέζικο κλαμπ και κάπως έτσι η ιστορία έλαβε τέλος. Το 2012 άφησε την τελευταία του πνοή στο Άουσμπουργκ. Οι Γερμανοί τελικά πήραν την εκδίκησή τους στον ημιτελικό της διοργάνωσης, αποκλείοντας τους Άγγλους και κατακτώντας το τρόπαιο απέναντι στους Τσέχους, μέσα στο Γουέμπλεϊ. Η μπάλα του ’66, με το τέλος της διοργάνωσης, μπήκε σε περίοπτη θέση στο Μουσείο Ποδοσφαίρου στο Πρέστον με τη μπάλα του τελικού του ’96 να ταξιδεύει, νόμιμα αυτή τη φορά, για τη Γερμανία. Ελπίζω τουλάχιστον να μη βρίσκεται σε καμιά αποθήκη στο Βούπερταλ. Οι μπάλες -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- θα χάνονται πάντοτε (για τους Άγγλους) πιτσιρίκο.

Το πρωτάθλημα των τριών μαέστρων και η χαρά του επιθετικού παιχνιδιού

  [2 Σχόλια]

Έφτασε, και πάλι, η εποχή που από τα χείλη πολλών φίλων (;) του ποδοσφαίρου ακούγεται η φράση που είναι χειρότερη κι από ταινία δράσης με τον Βιν Ντίζελ. Αυτό το εκνευριστικά ρηχό: «Έλα μωρέ τώρα, ποιος Γκουαρδιόλα», από ανθρώπους που βλέπουν το ποδόσφαιρο ως μια μπάλα που πηγαινοέρχεται πάνω κάτω, ανάμεσα σε τέσσερις γραμμές, προσπαθώντας να σφηνωθεί, με κάθε τρόπο, στα δίχτυα. Για τους υπόλοιπους, μόλις τελείωσε ο φανταστικός πρώτος γύρος της Πρέμιερ Λιγκ. Η Λίβερπουλ είναι στην κορυφή, με +7 από την Σίτι, και η Τότεναμ, του Ποτσετίνο, συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα (και εμένα προσωπικά να με εκθέτει μιας και δεν περίμενα την εξαιρετική της πορεία). Ας μη γελιόμαστε. Η Τότεναμ κάνει -και αυτή- πορεία πρωταθλητισμού, βρίσκεται εντός και των τεσσάρων στόχων της (όπως και η Σίτι), παρουσιάζει όμορφο ποδόσφαιρο, δίχως να έχει ενισχυθεί καθόλου το καλοκαίρι και δίχως να αγωνίζεται στο γήπεδό της. Ακούγεται υπέροχο και είναι υπέροχο.

Η Σίτι μέχρι και τη νίκη της Λίβερπουλ επί της Έβερτον, με το γκολ του Οριτζί στις καθυστερήσεις, με την μπάλα να ζωντανεύει και να παίζει βόλεϊ στο δοκάρι, άγγιζε τους «μαγικούς» περσινούς της αριθμούς, δίχως τον εγκέφαλό της και κορυφαίο της παίκτη, τον Κέβιν Ντε Μπρούινε. Από τότε, αν και συνεχίζει να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, οι αριθμοί της έχουν πέσει αισθητά, κάτι που μεταφράζει και την πεσμένη της αποτελεσματικότητα, σε άμυνα και επίθεση, χάνοντας βαθμούς. Η κατοχή βρίσκεται στο 63.9% από το 65.3%. Τα ποσοστά επιτυχίας στις πάσες είναι στο 89.1%, από το 90.1%. Η ομάδα έχει τρεις λιγότερες τελικές, σε κάθε αναμέτρηση, και δέχεται μια παραπάνω καθαρή ευκαιρία για τέρμα. Όλα αυτά δείχνουν την πτώση της και τις τρεις ήττες που έκανε, τον τελευταίο καιρό, έτσι ώστε να δει το +2, από την Λίβερπουλ, να μετατρέπεται σε -7. Βέβαια σε όλα αυτά θα πρέπει να μπει στην εξίσωση ο απίστευτος πρώτος γύρος της ομάδας του Κλοπ, που συνεχίζει αήττητη, όπως και ο παράγων – τύχη. Αυτό το τελευταίο θα παίζει άλλωστε πάντα σημαντικό ρόλο στον ομαδικό αθλητισμό.

Για παράδειγμα: Στο Στάμφορντ Μπριτζ, η Σίτι, στο ‘α ημίχρονο ήταν καταπληκτική, και με βάση τους αριθμούς της θα έπρεπε να βρίσκεται στο 45’ μπροστά στο σκορ ακόμα και με 3-1. Το τελικό αποτέλεσμα όμως βρήκε νικητές τους «μπλε», με 2-0, σε ένα αποτέλεσμα που δεν μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα με την «ποδοσφαιρική λογική». Στις δύο κολλητές ήττες, από Κρίσταλ Πάλας και Λέστερ, είχαμε την τύχη (ο Πεπ την ατυχία) να δούμε δύο γκολ σπάνιας ομορφιάς να μπαίνουν στα δίχτυα του Έντερσον. Το τέρμα του Τάουνσεντ, και το τέρμα του Ρικάρντο Περέιρα, λογικά, θα βρίσκονται στα κορυφαία της σεζόν, μιας και είναι γκολ που -ακόμα και στην Πρέμιερ Λιγκ- δεν τα βλέπουμε πλέον πολύ συχνά, και φυσικά δεν ήρθαν από καμία οργανωμένη επίθεση. Βέβαια αυτό το απρόβλεπτο είναι και ένα μέρος της μαγείας του ποδοσφαίρου, αλλιώς θα μιλούσαμε -και θα γράφαμε- για σκάκι.

Αυτό που θέλω να πω, και για να μην μπερδευόμαστε, είναι πως η Σίτι συνεχίζει -και φέτος- να κάνει πορεία πρωταθλητισμού και να παρουσιάζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, άσχετα με την βαθμολογική της θέση, στην παρούσα φάση. Με μια μεγάλη όμως διαφορά, σε σχέση με την περσινή της, εξωπραγματική, σεζόν. Στην δύσκολη περίοδο των φετινών γιορτών κάνει την «κοιλιά» που δεν έκανε σε κανένα σημείο της περσινής σεζόν, με τον Γκουαρδιόλα να έχει να διαχειριστεί πολλούς τραυματισμούς και το φυσιολογικό (;) ντεφορμάρισμα αρκετών βασικών παικτών. Απ’ την άλλη, η μοναδική «μεγάλη γκέλα» της ομάδας -για μένα- είναι η ήττα απ’ την Πάλας, στο Έτιχαντ. Αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Μια ήττα στο Λέστερ και μια ήττα στο Στάμφορντ Μπριτζ δεν νομίζω να θεωρούνται γκέλες στο επίπεδο της Πρέμιερ Λιγκ. Δεν έχει υπογράψει κανένας, όσο σπουδαίος και να είναι, συμβόλαιο με τη νίκη και ούτε μια ήττα μειώνει την αξία του και την δουλειά του. Ας μην ψάχνουμε την εξαίρεση για να βγάλουμε άκυρο τον κανόνα. Το ματς-κλειδί για τους «πολίτες» θα είναι αυτό με την Λίβερπουλ στο Έτιχαντ. Αν εκεί η διαφορά δεν μειωθεί ή -ακόμα χειρότερα- μεγαλώσει, τότε θα έχουν αρχίσει τα πραγματικά δύσκολα για τον Καταλανό και την ομάδα του. Χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να μειώνει την άρτια δουλειά του.

Η Σίτι με τον Ντε Μπρουίνε να μπαίνει σιγά- σιγά στην ομάδα, φτάνοντας στο 100%, μετά τον τραυματισμό του, και φυσικά με τις επιστροφές των Μεντί και Φερναντίνιο θα αρχίσει να βρίσκει και πάλι τον πραγματικό της εαυτό. Βέβαια θα πρέπει να έχει μαζί της και το συστατικό που χρειάζονται όλες οι ομάδες για να πετύχουν τους στόχους τους. Αυτό που φέτος -ως ώρας τουλάχιστον- δείχνει να έχει αφήσει την γαλάζια πλευρά του Μάντσεστερ. Όπως άλλωστε έχει γράψει και ο Γάλλος συγγραφέας Σταντάλ «Η τύχη σ’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά, αλλά η ίδια είναι φαλακρή».  Ίσως έτσι εξηγείται και η φετινή γκαντεμιά του Πεπ Γκουαρδιόλα. Ν’ αφήσει πάντως μαλλιά ο Γκουαρδιόλα, δεν γίνεται. Να αρχίσει και πάλι ένα μεγάλο νικηφόρο σερί η Σίτι, γίνεται.

Η Τότεναμ είναι η μεγάλη αποκάλυψη της φετινής σεζόν. Συνεχίζει μάλιστα να κάνει πορεία πρωταθλητισμού έχοντας ρίξει, λίγο είναι η αλήθεια, τους αριθμούς της. Η κατοχή μπάλας, στη μέση του πρώτου γύρου, ήταν στο 57.4%. Πλέον βρίσκεται στο 55%. Έχει το ίδιο ποσοστό επιτυχίας στις πάσες (στο 82%). Δημιουργεί δύο λιγότερες τελικές ευκαιρίες και δέχεται τον ίδιο αριθμό σουτ προς την εστία της (12), σκοράροντας όμως 2.2 γκολ ανά παιχνίδι. Καθόλου άσχημα για μια ομάδα που είναι ακριβώς ίδια με πέρσι, με τον προπονητή της να έχει να διαχειριστεί την κούραση -και την φόρμα- πολλών βασικών παικτών που πρωταγωνίστησαν και στο Μουντιάλ, έχοντας μεγάλους αντιπάλους δύο ομάδες που θεωρούνται -και είναι- ανάμεσα στις κορυφαίες του πλανήτη φέτος. Την Σίτι και τη Λίβερπουλ.

Αν υπάρχει ένας σημαντικός παράγοντας -εκτός φυσικά του σπουδαίου Ποτσετίνο που κάνει «παπάδες»- αυτός δεν είναι άλλος από τον Νοτιοκορεάτη μεσοεπιθετικό Σον Χιούνγκ-Μιν. Ένας παίκτη που στην αρχή της σεζόν άφησε το Λονδίνο για να αγωνιστεί με την εθνική της χώρας του, γνωρίζοντας πως αν δεν κέρδιζε το χρυσό μετάλλιο, θα έπρεπε να αφήσει το ποδόσφαιρο για να παρουσιαστεί για δύο χρόνια στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στην επαγγελματική του καριέρα. Ευτυχώς για όλους μας, τα κατάφερε, και συνεχίζει να παίζει ποδόσφαιρο στο κορυφαίο επίπεδο.

Ο Σον μετράει στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ 9 εμφανίσεις, έχοντας σκοράρει 7 τέρματα σε 832 λεπτά, φτάνοντας το δικό του ranking στο φοβερό 7.30, για το αγγλικό πρωτάθλημα. Για την ιστορία, στο τελευταίο παιχνίδι κόντρα στην Μπόρνμουθ, στη νίκη των Σπερς με 5-0, ο Σον είδε το προσωπικό του ranking να αγγίζει -σχεδόν- το τέλειο, με 9.90 μονάδες. Ο Σον είναι για τη φετινή Τότεναμ, ο άνθρωπος που κάνει τη διαφορά (απ΄τον Κέιν βλέπουμε αυτά που περιμέναμε) στο επιθετικό της κομμάτι και την ανεβάζει ακόμα ένα επίπεδο, με την ενέργεια και την ποιότητά του. Ο γλυκός σοφιστικέ «δολοφόνος» που σε ξεγελάει με το όμορφο παρουσιαστικό του και στην φέρνει εκεί που δεν το περιμένεις. Αν είχατε την τύχη να απολαύσετε το αριστούργημα του Λι Τσάνγκ-Ντονγκ «Burning» (προσοχή ακολουθούν spoilers), και είστε φίλοι της Τότεναμ, (ή έστω της Πρέμιερ Λιγκ) δεν γίνεται να μην είδατε στο πρόσωπο του Μπεν (τον υποδύεται εξαιρετικά ο Στίβεν Γέουν του The Walking Dead), τα «δολοφονικά» ένστικτα που βλέπει κάθε ποδοσφαιρόφιλος στο χαμογελαστό και γεμάτο  ποδοσφαιρική «υγεία» πρόσωπο του Σον, κάθε αγωνιστική, στα γήπεδα της Αγγλίας.

Αν μπορεί να καταφέρει η Τότεναμ την υπέρβαση; Όπου υπέρβαση βάλτε δίπλα το πρωτάθλημα, θεωρώ πως όχι. Όσο και αν διαθέτει ένα φανταστικό προπονητή και ένα ρόστερ γεμάτο νιάτα, ταλέντο, φρεσκάδα και δίψα για τίτλους που δείχνει να ρολάρει επικίνδυνα. Απ’ την άλλη, τρομάζω στην ιδέα, να δούμε του χρόνου τον Ποτσετίνο να περνά το κατώφλι του Όλντ Τράφορντ, φέρνοντας μαζί του και 2-3 παίκτες απ’ τους Σπερς. Όχι γιατί δεν θέλω να δω την Γιουνάιτεντ να πρωταγωνιστεί ξανά, τουναντίον, αλλά επειδή ίσως δούμε το καλύτερο πρωτάθλημα όλων των εποχών, με τρεις ομάδες που θα παίζουν όμορφο ποδόσφαιρο, να μονομαχούν μέχρι τέλους για τον τίτλο. Υπάρχει κάποιος αληθινός φίλος του ποδοσφαίρου που δεν θα το ήθελε αυτό; Δεν το νομίζω.

Για το τέλος άφησα την Λίβερπουλ. Την πρώτη Λίβερπουλ. Μια Λίβερπουλ που πλέον είναι στο 100% ομάδα του Κλοπ, με ένα ξεκάθαρο δικό του πλάνο, με παίκτες καθαρά δικές του επιλογές και με μια φιλοσοφία που με βρίσκει απολύτως σύμφωνο και την λατρεύω. Στη μέση του ‘α γύρου έγραφα πως η Λίβερπουλ θα πρέπει να βελτιωθεί, να ανοίξει το rotation απ’ τον Κλοπ, να μπει στην εξίσωση ο Σακίρι (και οι υπόλοιποι νέοι παίκτες), να βρει ξανά τον καλό του εαυτό ο Σαλάχ και φυσικά να συνεχίσει να έχει μαζί της την «Θεά Τύχη». Μια τύχη που της έχει γυρίσει την πλάτη τόσες και τόσες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, για να κάνει την υπέρβαση. Όπου υπέρβαση, βάλτε τη λέξη «πρωτάθλημα». 11 αγωνιστικές μετά από εκείνο το κείμενο, όλα τα παραπάνω, τα βλέπουμε πλέον ξεκάθαρα. H Λίβερπουλ έχει ανεβάσει την κατοχή της στο 57.5% απ’ το 54.2%. Έχει δύο τελικές παραπάνω και σκοράρει 2.2 τέρματα ανά αγώνα, έχοντας την ίδια επιτυχία στις πάσες (στο 85%). Από τα 15 γκολ της 8ης αγωνιστικής έχει φτάσει στα 43 στην 19η, έχοντας δεχθεί μόνο 7 τέρματα, την ίδια ώρα που η Σίτι έχει δεχθεί 15 και η Τότεναμ 18. Επίσης συνεχίζει την σταθερή της παρουσία στο αμυντικό της κομμάτι, δεχόμενη 8.1 σουτ ανά αγώνα και έχοντας δύο λιγότερα τάκλιν και τρία λιγότερα κλεψίματα από τους πρώτους 8 αγώνες της σεζόν, έχοντας καλύτερη αμυντική λειτουργία.

Η Λίβερπουλ μετρά 15 περισσότερους βαθμούς, σε αυτό το χρονικό σημείο, σε σχέση με πέρσι, κάτι που φαντάζει αρκετά λογικό -αν και υπερβολικό- μιας και πέρσι, τέτοια εποχή, δεν είχε ούτε Φαν Ντάικ, ούτε Φαμπίνιο, ούτε Κεϊτά, ούτε τον (φετινό) Ρόμπερτσον, ούτε φυσικά το «πολυεργαλείο» που ακούει στο όνομα Σακίρι και που μπορεί να συμπληρώνει και να καλύπτει όλα τα κενά, όλων των παικτών, σε όλες τις θέσεις της επίθεσης. Δεξιά, αριστερά, στην κορυφή, στον άξονα. Κι αυτή είναι ακόμα μια μεγάλη τακτική νίκη του Κλοπ. Ο Γερμανός ήξερε πως με την τριάδα των βασικών (Σαλάχ, Μανέ, Φιρμίνο) ο παίκτης που θα έρχονταν από τον πάγκο θα έπρεπε να διαθέτει την απαιτούμενη ποιότητα για να καλύπτει και τους τρεις, χωρίς φυσικά να γκρινιάζει. Καλύτεροι παίκτες απ’ τον Ελβετό υπάρχουν πολλοί, καλύτεροι παίκτες στον ρόλο του μπαλαντέρ, που έχει ο Σακίρι στη Λίβερπουλ, όμως κανένας. Ο Κλοπ έχει καταφέρει κάτι το μοναδικό. Έχει καταφέρει να αμβλύνει τις όποιες «αντιθέσεις» ενός ρόστερ που δεν έχει τους τεράστιους αστέρες, ψάχνοντας -και βρίσκοντας- την απόλυτη ισορροπία ανάμεσά τους, σε όλες τις γραμμές.

Υπάρχει και κάτι που έθιξα στην αρχή, και φυσικά χρειάζεται πάντα, για να φτάσει κάποιος στην κορυφή – όσο καλός και να είναι. Την τύχη. Μια τύχη που η Λίβερπουλ την προκαλεί και φυσικά την έχει. Μια τύχη που δεν είχε στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις που άξιζε (και μπορούσε) να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Το 2009 και το 2014. Φυσικά και η τύχη του ενός έρχεται πάντα σε συνάρτηση με την ατυχία του άλλου. Όταν για παράδειγμα η Γιουνάιτεντ κέρδιζε 6 βαθμούς, απ’ το πουθενά, στις καθυστερήσεις, με τον Μακέντα (του ΠΑΟ) τη σεζόν 2008-2009, η Λίβερπουλ έμενε στο 0-0 εντός, με Στόουκ και Φούλαμ, δημιουργώντας ένα σωρό ευκαιρίες. Σε μια σεζόν που η Λίβερπουλ είχε κερδίσει την Γιουνάιτεντ και την Τσέλσι, εντός και εκτός, και είχε χάσει το πρωτάθλημα έχοντας μόνο δύο ήττες σε ολόκληρη τη σεζόν, όντας η μοναδική ομάδα που έχει καταφέρει κάτι τέτοιο. Φέτος και η τύχη δείχνει να αλλάζει. Η Λίβερπουλ θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει -8 βαθμούς απ’ τα παιχνίδια με Έβερτον, Σίτι και Τσέλσι, που δεν ήταν καλύτερη, με τους δύο απ΄αυτούς να έχουν πάει στη Σίτι. Έχουν υπάρξει άλλωστε πολλές «τυχερές» και «άτυχες» στιγμές σε αρκετές απ’ τις μεγάλες σεζόν της Πρέμιερ Λιγκ. Στο τρεμπλ της Γιουνάιτεντ το ’99, στο αήττητο της Άρσεναλ το 2004, στο πρωτάθλημα της Γιουνάιτεντ το ’09, στο πρωτάθλημα της Σίτι το ’12 και το ’14. Και πιστέψτε με, έχουμε να δούμε πολλά ακόμα στον β’ γύρο της φετινής Πρέμιερ Λιγκ, μιας και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Γι’ αυτό ας χαρούμε τη μάχη τριών κορυφαίων ομάδων και τριών κορυφαίων προπονητών. Είμαστε πολύ τυχεροί που τους ζούμε μαζί, στο ίδιο πρωτάθλημα, να παλεύουν για τον τίτλο.

Η νέα Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία

  [5 Σχόλια]

3 Ιουλίου 2018. Μόσχα. Ο Έρικ Ντάιερ θα σκοράρει στο 5ο (και τελευταίο) πέναλτι απέναντι στην Κολομβία. Θα γράψει το 3-4 και θα χαρίσει στην Αγγλία την πρόκριση για την τελική 8αδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αυτή ήταν η πρώτη νίκη για τα «λιοντάρια» σε νοκ-άουτ αναμέτρηση απ’ το 2006 και η πρώτη στην διαδικασία των πέναλτι, μετά από εκείνο το 4-2 επί των Ισπανών, στο Γιούρο της Αγγλίας, πριν 22 χρόνια. Πολλοί δεν είχαν ακούσει ξανά γι’ αυτή τη νίκη. Περισσότεροι ίσως θεωρούσαν πως δεν έγινε και ποτέ και πως ήταν απλά ένας «μύθος» των Άγγλων, βγαλμένος από σελίδες βιβλίου του Ρέι Μπράντμπερι, του Τζόρτζ Όργουελ ή του Άλντους Χάξλεϋ. Πως είναι δυνατόν να κέρδισε η Αγγλία σε διαδικασία πέναλτι; Οι Άγγλοι θα φτάσουν ως τον ημιτελικό γεμίζοντάς μας χαρά εμάς τους φίλους τους. Θα προηγηθούν με την γκολάρα του Τρίπιερ και θα αγγίξουν την παρουσία στον Τελικό, αλλά η Κροατία -και το γκολ του Μάντζουκιτς- στην παράταση, θα τους στερήσει την ολοκλήρωση (;) του «θαύματος». Ακόμα μία πίκρα. Γλυκιά πίκρα όμως αυτή τη φορά, αν καταλαβαίνεις κάποια σημαντικά πραγματάκια για το ποδόσφαιρο.

Η Αγγλία του Σάουθγκεϊτ δεν ήταν μια ομάδα που παρουσίασε εξαιρετικό ποδόσφαιρο στο τελευταίο Μουντιάλ. Όλοι το είδαμε αυτό. Σε πολλά σημεία των παιχνιδιών της μάλιστα, ίσως ήταν παραπάνω βαρετή από τα όρια της βαρεμάρας που επιτρέπουν σε κάποιον -που δεν είναι και φίλος της- να μην κλείσει την τηλεόραση, για να ξεχυθεί σε κάποια παραλία. Η Αγγλία ήταν όμως ώριμη. Ήταν επιτέλους σοβαρή. Με παίκτες, και προπονητικό τιμ, γεμάτο από ρεαλιστές. Άνθρωποι που γνώριζαν -και γνωρίζουν- τις δυνάμεις τους. Η Αγγλία διαθέτει -επιτέλους- και παίκτες με σπάνιο ταλέντο, σε όλες τις θέσεις, και είναι ολοφάνερο πως γίνεται εξαιρετική δουλειά, σε όλα τα επίπεδα. Δεν ήταν όμως έτοιμη για να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και ίσως είχε ξεπεράσει και το ταβάνι της φτάνοντας ως τον ημιτελικό. Αν έπρεπε να βάλω σε όλα αυτά μια επικεφαλίδα αυτή θα ήταν: «Η Αγγλία δεν θυμίζει Αγγλία».

18 Νοεμβρίου 2018. Λονδίνο. Η Αγγλία υποδέχεται την φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου Κροατία, στο Γουέμπλεϊ, και θέλει μόνο νίκη για να βρεθεί στα τελικά του Nations League, στα γήπεδα της Πορτογαλίας, τον ερχόμενο Ιούνιο. Έχει προηγηθεί το σπουδαίο διπλό επί των Ισπανών με 2-3. Ένα διπλό μετά από 21 ολόκληρα χρόνια από εκείνο το 2-4, στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, με τα «όργια» και τα 4 γκολ του σπουδαίου Γκάρι Λίνεκερ. Στα σημαντικά της πρόσφατης αναμέτρησης είναι ότι η Αγγλία, αν και ήταν πολύ καλύτερη των Κροατών και δέχτηκε πρώτη γκολ (στο 57′) κόντρα στην ροή του αγώνα (υπέροχο ποδοσφαιρικό κλισέ αυτό), δεν «πελάγωσε», όπως δηλαδή μας είχε συνηθίσει τόσα χρόνια, και με προσήλωση στο πλάνο της, χειρουργική ηρεμία και σωστές επιλογές, κατάφερε πρώτα να ισοφαρίσει με τον Λίνγκαρντ (στο 78′) και τελικά να πάρει το «χρυσό τρίποντο» με τον σεσημασμένο Χάρι Κέιν λίγο πριν συμπληρωθεί το 90λέπτο. Πριν την περίοδο Σάουθγκεϊτ, ας μην γελιόμαστε, ένα τέτοιο παιχνίδι θα είχε λήξει με ένα ωραιότατο 0-2 υπέρ των Κροατών και τώρα οι Άγγλοι θα έψαχναν -για ακόμη μία φορά- τι έφταιξε για αυτό το νέο «ναυάγιο». Αυτή φυσικά είναι η μεγαλύτερη «νίκη» της νέας Αγγλίας. Στα δικά μου τουλάχιστον μάτια.

Όσοι παρακολουθούν φανατικά αγγλικό ποδόσφαιρο και τα παιχνίδια της εθνικής ομάδας, δεν είναι δυνατόν να μην έχουν πάρει χαμπάρι την σπουδαία δουλειά που γίνεται στους κορυφαίους συλλόγους και φυσικά το ταλέντο που υπάρχει σε τεράστιο βαθμό στο Νησί τα δύο τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο πως το 2017 η Αγγλία κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-20, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-17 και φυσικά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα U-19. Δεν είναι επίσης διόλου τυχαίο ότι παίκτες όπως ο Φιλ Φόντεν (της Σίτι) και ο Τζέιντον Σάντσο (της Ντόρτμουντ), μέλη εκείνης της U-17, έχουν σημαντικό ρόλο στις σπουδαίες ομάδες που αγωνίζονται. Ο δεύτερος μάλιστα λογίζεται ως κανονικό μέλος πλέον και της εθνικής Ανδρών, μόλις στα 18 του χρόνια, με όλο το μέλλον να του ανήκει. Όλο το μέλλον ανήκει φυσικά και στον Φόντεν. Το λέει άλλωστε και ο Γκουαρδιόλα και μπροστά στο Πεπ εγώ προτιμώ να μείνω σιωπηλός. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον μέσο της Μπόρνμουθ, Λίουις Κουκ, μέλος της Αγγλίας U-20, που έχει ήδη κάνει το ντεμπούτο του με τους ανδρες και έχει παίξει πολλά παιχνίδια για τα «κεράσια» τα δύο τελευταία χρόνια.

Οι σπουδαίοι προπονητές που βρίσκονται στις κορυφαίες ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ έχουν αλλάξει τον Άγγλο ποδοσφαιριστή προς το καλύτερο, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος τόσο στην τεχνική όσο και στην τακτική, αλλάζοντας ουσιαστικά την έννοια που είχε ο περισσότερος κόσμος για τον «Άγγλο παίκτη» μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία.  Φυσικά και ο Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ, ως έξυπνος άνθρωπος που είναι, συνεχίζει από αυτό το σημείο κάνοντας, με σταθερά βήματα, και την Αγγλία μια πραγματικά δυνατή και μοντέρνα ομάδα. Εννοείται πως οι Άγγλοι θα πρέπει να ευχαριστούν γι’ αυτό το γεγονός προπονητές όπως ο Γκουαρδιόλα, ο Κλοπ και φυσικά ο Ποτσετίνο, που έχουν αλλάξει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το dna του  Άγγλου ποδοσφαιριστή και όλοι εμείς οι φίλοι της Αγγλίας μπορούμε να κυκλοφορούμε με το κεφάλι ψηλά γεμάτοι περηφάνια.

Τον περασμένο Γενάρη έγραφα πως η Αγγλία θα πρέπει να πατήσει (όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο) πάνω στο στυλ της Σίτι του Γκουαρδιόλα, και στο παιχνίδι με τους Κροάτες -τηρουμένων πάντα των αναλογιών- είδα να συμβαίνει αυτό για πρώτη φορά τόσο καλά. Ο Σάουθγκεϊτ, αφήνοντας την τριάδα στην άμυνα, παρέταξε την Αγγλία με 4-1-2-3 έχοντας τον Μπάρκλεϊ ως εσωτερικό μέσο με τον Ντελφ δίπλα του. Με τετράδα στην άμυνα, και τους Ράσφορντ και Στέρλινγκ στα «φτερά» της επίθεσης έχοντας τον Κέιν στην κορυφή αυτής. Η Αγγλία είχε την κατοχή μπάλας με 62%. Εξαιρετικό ποσοστό επιτυχίας στις πάσες με 86%. 16 επιτυχημένες ντρίμπλες (με μόλις 5 των Κροατών), 17 σουτ με τα 8 εντός της εστίας (με τους Κροάτες να έχουν μόλις 3) και φυσικά 10 φάσεις για γκολ από στημένες φάσεις. Κάτι που είχαμε γράψει εν μέσω Μουντιάλ για την δουλειά των Άγγλων σε αυτό τον τομέα. 

Το σημαντικότερο όλων φυσικά δεν είναι άλλο από τις λίγες επιτυχημένες πάσες των Κροατών στο αμυντικό κομμάτι των Άγγλων και φυσικά το γεγονός πως οι φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν απείλησαν σχεδόν καθόλου από στημένες φάσεις τα «λιοντάρια». Όλα τα παραπάνω φυσικά και δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο πως η Αγγλία είναι εμφανώς βελτιωμένη από το καλοκαίρι και αυτό το κάνει παίρνοντας πλέον και σπουδαία αποτελέσματα απέναντι σε κορυφαίες ομάδες όπως είναι η Ισπανία και η Κροατία. Η ουσία άλλωστε είναι οι νίκες. Όταν βέβαια συνδυάζονται και με καλό ποδόσφαιρο τότε αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Εκτός κι αν είσαι ο Ζοσέ ο Μουρίνιο.

Θυμάμαι τον σπουδαίο Αρίγκο Σάκι να λέει για τον Στίβεν Τζέραρντ: «Είναι ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, κάνει πολλές δουλειές στο γήπεδο, έχει ταλέντο και ηγετικά χαρίσματα αλλά δεν ξέρει να παίξει ποδόσφαιρο». Αυτή ήταν σίγουρα μια άκρως καυστική ατάκα για τον λατρεμένο πρώην αρχηγό των «κόκκινων» που έδειχνε όμως, με τον καλύτερο τρόπο, αυτό που δεν είχαν οι κορυφαίοι Άγγλοι παίκτες σε τόσο μεγάλο βαθμό που να τους επιτρέπει την υπέρβαση σε επίπεδο εθνικής. Την ηρεμία στο παιχνίδι τους. Την καθαρή σκέψη. Την πραγματική γνώση της τακτικής. Αυτό που έβλεπες δηλαδή σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε παίκτες από την Ιταλία, την Ισπανία και φυσικά την Γερμανία. Σε παίκτες που μπορεί να μην είχαν μεγαλύτερο ταλέντο και περισσότερες δυνάμεις από τους Άγγλους αλλά κατάφερναν πάντα να δείχνουν καλύτεροί τους. Και συνήθως να τους κερδίζουν. Έστω και στα πέναλτι.

Αυτό δείχνει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια ακόμα και σε παίκτες λάτρεις της ντρίμπλας και του απρόβλεπτου, όπως είναι ο Ράσφορντ, ο Στέρλινγκ, ο Ντέλε Άλι και φυσικά σε ποιοτικούς αμυντικούς (που θα το κάνουν και το τσαλιμάκι) όπως ο Τζον Στόουνς, ο Τζο Γκόμεζ και φυσικά ο Κάιλ Γουόκερ και ο Μπεν Τσίλγουελ. Σε αυτό φυσικά και έχουν τεράστιο μερίδιο ευθύνης οι κορυφαίοι (και σύγχρονοι) ξένοι προπονητές που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια τα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ. «Ξαναμαθαίνω ποδόσφαιρο δίπλα στον Πεπ» δήλωσε πολύ πρόσφατα ο Στέρλινγκ και αυτό είναι κάτι που είναι ολοφάνερο στο γήπεδο αν βλέπεις τακτικά τα παιχνίδια της Σίτι. Ο Σάουθγκεϊτ εννοείται πως δεν ανήκει σε αυτό το κορυφαίο επίπεδο, στην ελίτ δηλαδή που ανήκει ο Πεπ και ο Κλοπ, αλλά είναι ένας σύγχρονος προπονητής, με γνώση, που δείχνει να ακολουθεί αυτό το μονοπάτι, όσο μπορεί, φτιάχνοντας σιγά-σιγά μια νέα, ελκυστική εθνική Αγγλίας, με πολύ μέλλον και ταβάνι -μακάρι- την κορυφή.

Τα άλλα τρένα να περνούν…

  [Καθόλου σχόλια]

Ο κόσμος σιγά σιγά αυξανόταν. Η ώρα ήταν κάπου ανάμεσα στις 8 και 9 το βράδυ και στο σταθμό Μίρφιλντ του Γιόρκσαϊρ όλοι περίμεναν το επόμενο τρένο. Ανάμεσά τους και ένας πιτσιρικάς. Μόνος, βυθισμένος σε σκέψεις. Αν κάποιος έδινε λίγη παραπάνω σημασία, ίσως να παρατηρούσε ότι ο νεαρός καθόταν πολύ κοντά στην άκρη της πλατφόρμας, πολύ κοντά στις ράγες του τρένου. Το βλέμμα του απλανές, σαν μη βρισκόταν εκεί. Λίγα λεπτά αργότερα, από τα μεγάφωνα ακούστηκε μια ανακοίνωση. Το επόμενο τρένο είχε καθυστέρηση μερικών λεπτών. Ο νεαρός σαν να ξύπνησε ξαφνικά, σαν να επέστρεψε από εκεί που ταξίδευε ο νους του. Με δάκρυα στο νεανικό πρόσωπο, φεύγει από το σταθμό.

Ίσως κάποιος να τον αναγνώρισε. Ήταν ο Τζορτζ Γκριν, το ντόπιο ταλέντο του Ντιούσμπερι. Μόλις στα 15 του, μαθητής ακόμα στο σχολείο, πήγε στο Λονδίνο να δοκιμαστεί στην Τότεναμ. Τελικά όμως, τα 2 εκατομμύρια λίρες που έδωσε η Έβερτον στην Μπράντφορντ για ένα πιτσιρίκι άλλαξαν τον προορισμό του. Ο Γκριν έλαβε 45.000 πριμ και υπέγραψε συμβόλαιο στην ομάδα του Λίβερπουλ. Έφτασε στις μικρές εθνικές δίπλα στον Ντέλε Άλι και τον Ρος Μπάρκλεϊ. Για κάποιους ήταν ο νέος Γκάζα. Αλλά για κάθε μία επιτυχημένη ιστορία πιτσιρικά, υπάρχουν αρκετές αποτυχημένες. Κι ανάμεσα σ’ αυτές, ορισμένες τραγικές, όπως του Γκριν που τελικά έμοιαζε στον Γκάζα μόνο εκτός ποδοσφαίρου.

Ο Γκριν δεν ξεκίνησε αμέσως τις εξόδους και την κακή ζωή. Αλλά μόλις έγινε επαγγελματίας, άρχισε να βγάζει αρκετές χιλιάδες λίρες το χρόνο και κυρίως έγινε 18 και μπορούσε να βγαίνει, η ζωή του άλλαξε. Ήταν ο συνδυασμός της πίεσης που ένιωθε εξαιτίας της επένδυσης ενός σπουδαίου συλλόγου και της άνεσης που είχε, νομίζοντας ότι έχει ήδη κατακτήσει τον κόσμο. Έπαιρνε πολλά περισσότερα από τους συνομήλικούς του, οι απαιτήσεις της ομάδας ήταν μεγάλες. Κι αυτό δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. «Μια καλή έξοδος στοίχιζε 1.500 λίρες. Έπαιρνα μια σαμπάνια, ερχόταν μια κοπέλα και έπαιρνα ακόμα μία γι’ αυτήν». Ο Γκριν αγόρασε ένα ακριβό αυτοκίνητο και το χτύπησε οδηγώντας μεθυσμένος. Έμπλεξε με άτομα που δεν είχαν καμία διάθεση να τον βοηθήσουν. «Το μεγαλύτερο πρόβλημά μου δεν ήταν το ποτό. Ήταν τα ναρκωτικά. Την πρώτη φορά που μου προσέφεραν ναρκωτικά, είχα βγει να δω μπάλα με κάτι φίλους σε μια παμπ. Δοκίμασα κοκαΐνη και αυτό άλλαξε όλη τη ζωή μου».

Ο Γκριν μίλησε σε κάποιους ανθρώπους του συλλόγου, η Έβερτον πλήρωσε 5.000 λίρες για κάθε μία από τις πέντε βδομάδες που ο πιτσιρικάς μπήκε σε νοσοκομείο του Λονδίνου εξειδικευμένο σε διαφόρων ειδών εθισμούς. Ο Γκριν όμως δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματά του. Πήγε δανεικός στην Τρανμίρ και τελικά η Έβερτον που είχε επενδύσει τόσα σε αυτόν, ανακοίνωσε ότι τον αφήνει ελεύθερο. Δεν μπορούσαν να στηρίξουν άλλο έναν πιτσιρικά που συχνά έχανε προπονήσεις και δεν φαινόταν να έχει καμία διάθεση για προσπάθεια. Ο μικρός προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στους εθισμούς του και την κατάθλιψη.

Η καριέρα του Γκριν ήταν από εκεί και πέρα μια συνεχής ελεύθερη πτώση από ομάδα σε ομάδα. Έμεινε ελάχιστα στην Όλνταμ, χωρίς καμία διάθεση για μπάλα και κατέληξε πέντε μήνες αργότερα σε μια ομάδα 8ης κατηγορίας, να παίρνει 80 λίρες για κάθε αγώνα (σχεδόν τα μισά από όσα ξόδευε στο φαγητό στις εξόδους του). Στην Κιλμάρνοκ ο κόουτς τον έδιωξε γιατί πίστεψε ότι πήγε μια μέρα στην προπόνηση ζέχνοντας αλκοόλ. Ο Γκριν έφτασε κοντά στον θάνατο από υπερβολική δόση χαπιών. Μετά από ένα σερί 4-5 ημερών που σαν χαρακτήρας του Trainspotting ήπιε και πήρε ό,τι ναρκωτικό μπορούσε, αποφάσισε να πάρει και ό,τι χάπια μπορούσε. «Ήταν μια κραυγή απόγνωσης, να με λυπηθούν και να με συγχωρέσουν οι άνθρωποί μου». Έφτασε μέχρι τη Νορβηγία να προσπαθεί να βγάλει χρήματα. Δανειζόταν από φίλους και συγγενείς, δεν επέστρεφε ποτέ τα δανεικά. Οι δικοί του άνθρωποι σιγά σιγά απομακρύνθηκαν. «Τους κατηγορούσα γι’ αυτό. Έλεγα ότι φταίνε αυτοί για όλα. Ήμουν τόσο αλαζόνας».

Ο Γκριν επέστρεψε στην Αγγλία, βρήκε ακόμα μία ομάδα, αλλά κυρίως βρήκε τον Γκάρι Τσαρλς (παλιό παίκτη της Βίλα και της Ντέρμπι που έφτασε μέχρι και την Μπενφίκα). Ο Τσαρλς, πρώην αλκοολικός κι αυτός, βοηθάει ανθρώπους να ξεπερνούν τους εθισμούς τους και σε συνεργασία με την οργάνωσή του, τη GC Sports Care στάθηκε δίπλα στον Γκριν. Ίσως να έβλεπε και τον εαυτό του στο νεαρό ποδοσφαίριστή. Από το καλοκαίρι του 2017 ο Γκριν σταμάτησε τις ουσίες, αν και τον περασμένο Απρίλιο είχε μία υποτροπή. Η μάχη με τον εθισμό δίνεται καθημερινά δυστυχώς και ποτέ δεν είσαι σίγουρος. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα φαίνονται καλύτερα. Ο Γκριν έχει τους ανθρώπους του πιο κοντά γιατί αναγνωρίζουν ότι προσπαθεί. Γνωρίζει ότι σε στιγμές αδυναμίες μπορεί να πάρει τηλέφωνο τον αδερφό του. Έχει μια μικρή κορούλα και την αρραβωνιαστικιά του και προσπαθεί να σώσει και την ποδοσφαιρική του καριέρα. Μπορεί να έχει ζήσει όσα άλλοι δεν θα ζήσουν ποτέ (και ευτυχώς), αλλά είναι μόλις 22 ετών. Πηγαίνει κάθε βδομάδα σε συναντήσεις ομάδων για εθισμό, ενώ πλέον ανήκει στην Τσέστερ. Τα οικονομικά φυσικά είναι άσχημα. Η Μερσεντές που κάποτε είχε, έχει γίνει ένα ΚΙΑ, αλλά σημασία έχει να είναι καλά.

Το βράδυ εκείνο, ο Γκριν πήγε στον σταθμό όχι για να πάρει το τρένο για κάπου. Αλλά για να δώσει τέλος στη ζωή του. Ήταν πνιγμένος στα χρέη, η κοκαΐνη είναι ακριβό σπορ, η κοπέλα του τον είχε αφήσει εξαιτίας του εθισμού του και η ποδοσφαιρική του καριέρα είχε πιάσει πάτο. Εκείνη η ανακοίνωση από το μεγάφωνο για την καθυστέρηση του έσωσε τη ζωή, όπως λέει. Ήταν ένα σημάδι. Τα χρόνια πέρασαν όμως, ο Γκριν δεν θα φοράει τα τρία λιοντάρια δίπλα στους Ντέλε Άλι και Μπάρκλεϊ. «Πίστευα και τότε ότι είχα μεγάλο ταλέντο, ότι ήμουν εξίσου καλός με τον Ντέλε Άλι. Το ποδόσφαιρο είναι το μοναδικό πράγμα στο οποίο είμαι καλός. Νόμιζα ότι αν μιλήσω για το πρόβλημά μου, η καριέρα μου θα τελειώσει. Αλλά είπα στον εαυτό μου: μήπως να είσαι για μια φορά στη ζωή σου ειλικρινής και να παραδεχτείς το πρόβλημά σου; Αν φτάσω σε καλή φυσική κατάσταση και πάρω και λίγο χρόνο στην Τσέστερ νομίζω ότι μπορώ να γίνω ξανά ποδοσφαιριστής. Να φτάσω να παίζω στην League 1 και την Championship και να μπορώ να συντηρώ την οικογένειά μου. Έβγαλα 500.000 λίρες από το ποδόσφαιρο και το μόνο που έχω κρατήσει είναι ένα iPad.»

Ένα πρώτο σκανάρισμα του top-6 της Πρέμιερ Λιγκ

  [5 Σχόλια]

Έχουμε διανύσει σχεδόν το 1/4 στην φετινή Πρέμιερ Λιγκ και ήδη έχουμε το πρώτο δείγμα των ομάδων για τη φετινή σεζόν. Ένα αρκετά καλό πρώτο δείγμα. Με την δεύτερη διακοπή, λόγω των εθνικών ομάδων, βρήκα την κατάλληλη ευκαιρία για να «ζυγίσω» το φετινό top-6 στην μεγάλη κατηγορία της Αγγλίας και να δούμε μαζί «τι έχει καταφέρει» και φυσικά «τι μπορεί να καταφέρει» στην συνέχεια η καθεμιά. Ας τα δούμε λοιπόν μέσα από κάποιους αριθμούς που λένε σίγουρα αρκετά πραγματάκια για τις ομάδες και ίσως δείχνουν ακόμα περισσότερα για τη συνέχεια.

Μάντσεστερ Σίτι: Η ομάδα του Πεπ Γκουαρδιόλα είναι και φέτος το πρώτο φαβορί για τον τίτλο. Διαθέτει τον κορυφαίο προπονητή στην Ευρώπη. Διαθέτει ένα ρόστερ γεμάτο από κορυφαίους παίκτες. Είναι η περσινή πρωταθλήτρια, σπάζοντας ένα σωρό ρεκόρ, και φυσικά βρίσκεται πρώτη (έστω με ισοβαθμία), χωρίς να έχει πιάσει τα περσινά της στάνταρ, χωρίς τον κορυφαίο της παίκτη. Τον Κέβιν Ντε Μπρούιν. Η Σίτι έχει σκοράρει ήδη 21 γκολ σε 8 αγώνες. Έχοντας 21.8 σουτ ανά αγώνα με μόλις 7.6 από αυτά εκτός περιοχής. Ποσοστό που αναμένεται να ανέβει όταν επιστρέψει ο Βέλγος μέσος. Φυσικά και είναι πρώτη σε ποσοστά κατοχής μπάλας με 65.3%, έχοντας το εκπληκτικό 89.8% επιτυχίας στις πάσες. Από αυτά τα 21 τέρματα, η Σίτι έχει σκοράρει τα 16 σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης, με πιο φορτωμένη πλευρά, στο επιθετικό κομμάτι, την αριστερή. Δεν είναι καθόλου τυχαίο επίσης το γεγονός πως ο αριστερός μπακ της ομάδας, Μπέντζαμιν Μεντί, έχει ήδη 4 ασίστ. Η Σίτι έχει κάνει 5.639 πάσες, έχοντας πρώτο σε αυτό τον τομέα τον αμυντικό Εμερίκ Λαπόρτ, με 742, κάτι που δείχνει και το στυλ παιχνιδιού του Πεπ που θέλει όλοι οι παίκτες του να ξέρουν ποδόσφαιρο και να συμμετέχουν στη δημιουργία. Για τους κεντρικούς αμυντικούς άλλωστε είχαμε μιλήσει και πολύ πρόσφατα.

Στην άμυνα ο Γκουαρδιόλα γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα πως όταν έχεις την μπάλα δεν μπορείς να απειληθείς. Τα 6.3 σουτ που δέχεται η Σίτι ανά αγώνα μεταφράζει τέλεια αυτή την λογική, όπως και τα 11 τάκλιν ανά αγώνα (τα λιγότερα από το top-6). Αν βάλουμε στη σούμα και τα 9.8 κλεψίματα σε κάθε παιχνίδι καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί η Σίτι έχει δεχθεί μόλις 3 τέρματα, σε 8 παιχνίδια, και ξεκάθαρα λόγω ατυχίας δεν έχει φτάσει στο 8/8. Ας μη γελιόμαστε. Αυτό που επίσης τρομάζει είναι, τι πρόκειται να δούμε όταν θα επιστρέψει ο Ντε Μπρούιν και φυσικά το γεγονός πως η Σίτι σε 2μίση μήνες από τώρα θα αγοράσει σίγουρα και κάποιον σπουδαίο αμυντικό χαφ για να μπει σιγά-σιγά στα παπούτσια του Φερναντίνιο που πλησιάζει τα 35. Οι «πολίτες» είναι το μεγάλο φαβορί για το πρωτάθλημα και πρέπει να γίνουν απίστευτα πράγματα για να το χάσουν.

Τσέλσι: Για τους «μπλε» τα είχαμε γράψει και τον Αύγουστο. Ήμουν σίγουρος πως ο Σάρι θα μας παρουσιάσει ελκυστικότατο ποδόσφαιρο άμεσα, αλλά δεν περίμενα με τίποτα αυτή την εξαιρετική εικόνα με τις 6 νίκες και τις 2 ισοπαλίες. Η Τσέλσι έχοντας τον Ζορζίνιο σε εξαιρετική φόρμα αγγίζει αριθμούς Σίτι. Τι εννοώ: Ο Ζορζίνιο, μέχρι αυτή τη στιγμή, είναι ο απόλυτος μέσος στη Λίγκα, έχοντας 106.6 πάσες ανά αγώνα, 853 συνολικά, με ποσοστό επιτυχίας 91%. Την ίδια ώρα η ομάδα του βρίσκεται πρώτη σε αυτό τον τομέα με 5728 πάσες στο σύνολο. Η Τσέλσι έχει σκοράρει 18 τέρματα, με τα 13 από αυτά να έχουν έρθει σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης, με πιο φορτωμένη πλευρά και εδώ την αριστερή και χωρίς να έχει γίνει γκολ καμία αντεπίθεση. Η ομάδα του Σάρι έχει 62.7% κατοχή, 88.2% επιτυχία στις πάσες και 17.8 σουτ ανά αγώνα με μόλις 6 εκτός περιοχής.

Στην άμυνα δέχεται 9.4 σουτ το παιχνίδι. Έχει 12.4 τάκλιν και 7.1 κλεψίματα έχοντας δεχτεί μόλις 5 τέρματα. Η ομάδα δείχνει να βελτιώνεται συνεχώς με τον καιρό. Ο Μπάρκλεϊ έχει αρχίσει να βγάζει τον πραγματικό του εαυτό. Στο 0-3 με την Σαουθάμπτον σκόραρε και έδωσε και ασίστ, κάτι που είχε να κάνει Άγγλος για την Τσέλσι από τον Λάμπαρντ. Ο Αζάρ βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα και όλα δείχνουν πως έχουμε να δούμε πολλές περισσότερες ομορφιές απ’ την ομάδα. Αν το Γενάρη έρθει και κάποιος σπουδαίος αμυντικός για να δώσει μεγαλύτερη ηρεμία και σιγουριά, τότε ίσως μιλάμε ακόμα και για μια άξια διεκδικήτρια του τίτλου. Προσωπικά τους πιστεύω πολύ και το δηλώνω.

Λίβερπουλ: H ομάδα του Κλοπ βρίσκεται στην πρώτη θέση και αυτή, με 6 νίκες και 2 ισοπαλίες, αλλά θα πρέπει να ευχαριστεί και την τύχη της γι’ αυτό, και όχι μόνο την καλή της εικόνα. Κάποιος που δεν βλέπει τα παιχνίδια των «κόκκινων» ίσως νομίζει πως η Λίβερπουλ παρουσιάζει ονειρεμένο ποδόσφαιρο, αλλά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Η Λίβερπουλ έχει σκοράρει 15 τέρματα, έχοντας 14.4 σουτ ανά παιχνίδι, με μόλις 4.4 σουτ εκτός περιοχής. Το ποσοστό της κατοχής της είναι το χαμηλότερο από το top-6 κάτι που μεταφράζεται σε 54.2% με το ποσοστό επιτυχίας στις πάσες να φτάνει το 85.2%. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο μοναδικός μέσος της που βρίσκεται στην πρώτη 20αδα των κορυφαίων πασέρ είναι ο Τζέιμς Μίλνερ με 494, στην 16η θέση.  Έχει μόλις 7 γκολ σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης με δυνατότερη και πιο φορτωμένη πλευρά και εδώ την αριστερή. Μα γιατί είναι πρώτη;

Εκτός των δύο ισοπαλιών (με Τσέλσι και Σίτι) που ήταν και αποτέλεσμα τύχης, μιας και η ομάδα δεν ήταν καλύτερη, χρωστάει πολλά στα τρεξίματα των παικτών της και στην εξαιρετική της άμυνα. Η Λίβερπουλ έχει δεχτεί μόλις 3 τέρματα και αυτό είναι κάτι που δεν περίμενα να γράψω ποτέ. Δέχεται 8.1 σουτ ανά παιχνίδι. Έχει 18.1 τάκλιν και 9 κλεψίματα σε κάθε παιχνίδι. Να σημειώσουμε πως η καλύτερη εμφάνιση της ομάδας φέτος ήταν κόντρα στην Σαουθάμπτον, με τον Κλοπ να παίζει με διαφορετική διάταξη, έχοντας δύο κεντρικούς μέσους, στην ευθεία, και τον Σακίρι μπροστά τους. Η ομάδα χρειάζεται να γίνει πιο δημιουργική στον άξονα. Δεν αρκεί μόνο το τρελό και ασφυκτικό πρέσινγκ. Να ανοίξει το «ροτέισον» από τον Κλοπ, και φυσικά να αρχίσει να βρίσκει ρυθμό ο Σαλάχ. Αν αυτά δεν γίνουν αμέσως μετά την επιστροφή, τότε -ειλικρινά- δεν μπορώ να βρω τρόπους για το πως η Λίβερπουλ θα συνεχίσει να βρίσκεται στην κορυφή.

Άρσεναλ: H ομάδα του Έμερι έχει ανέβει αθόρυβα στην 4η θέση, στο -2 από τους τρεις πρωτοπόρους, και για μένα αυτό δεν είναι περίεργο μιας και διαθέτει ένα άκρως ποιοτικό ρόστερ. Με 19 τέρματα υπέρ, έχοντας 12.1 σουτ ανά παιχνίδι με 4.8 σουτ εκτός περιοχής, δεν πρέπει κανένας να μην είναι ευχαριστημένος στο Εμιρέιτς. Τα ποσοστά κατοχής αγγίζουν το 55% με το ποσοστό επιτυχίας στις πάσες να είναι στο 82.6%. Καθόλου άσχημα για μια ομάδα που δεν φημίζεται για την αμυντική της γραμμή. Οι «κανονιέρηδες» έχουν σκοράρει 15 τέρματα σε οργανωμένη επίθεση, έχοντας φορτωμένη και αυτοί περισσότερο την αριστερή τους πλευρά. Στην καλή ισορροπία του άξονά της μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει ο Τσάκα που έχει πασάρει 626 φορές από τις συνολικά 4.207 και βρίσκεται 4ος σε αυτό τον τομέα. Εξαιρετικά, στον άξονα, τα έχει πάει και ο νεαρός Ματέο Γκεντουζί όπως και ο Λούκας Τορέιρα.

Η αμυντική της γραμμή είναι γνωστό πως θα είναι το μεγάλο της πρόβλημα και φέτος. Η Άρσεναλ δέχεται 14.6 σουτ ανά αγώνα, έχοντας 15.9 τάκλιν και 9.8 κλεψίματα σε κάθε παιχνίδι. Έχοντας δεχτεί ήδη 10 τέρματα. Ο Τσεχ έχει τον μεγαλύτερο αριθμό σε πουλήματα μπάλας σε ολόκληρη την Ευρώπη από πέρσι και κανένας στόπερ δεν μπορεί να προσφέρει την απαιτούμενη σιγουριά, τουλάχιστον, προς το παρόν, στο ομαλό δηλαδή χτίσιμο της επίθεσης, από πίσω. Μου αρέσει να την βλέπω και πάλι, και θεωρώ πως φέτος θα είναι σίγουρα στην πρώτη τετράδα, επιστρέφοντας, δηλαδή, εκεί που ανήκει. Στο Τσάμπιονς Λιγκ.

Τότεναμ: Στο -2 από την κορυφή και η Τότεναμ, κάτι που εμένα προσωπικά με εκπλήσσει. Η ομάδα δεν ενισχύθηκε καθόλου το καλοκαίρι. Ο Ποκετίνο παίζει από τον Αύγουστο με βασικούς παίκτες, παίρνοντας μεγάλα ρίσκα μετά από Μουντιάλ, και δεν βλέπουμε την περσινή εικόνα ούτε κατά διάνοια. Λογικό θα σκεφτούν οι περισσότεροι και δίκιο θα έχουν. Η ομάδα έχει σκοράρει όσο και η Λίβερπουλ. 15 τέρματα δηλαδή, με μόλις 5 όμως σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης. Έχει 57.4% κατοχή με ποσοστό επιτυχίας στις πάσες το 81.9% και σουτάρει 14.4 φορές ανά αγώνα με 4 σουτ να γίνονται εκτός περιοχής. Κορυφαίος πασέρ της ομάδας είναι ο Αντερβάιλερ με 501 (15ος στον πίνακα) με την ομάδα να έχει κάνει συνολικά 4.398 πάσες. Μέτρια πράγματα.

Στην άμυνα υπάρχουν αρκετά προβλήματα. Η Τότεναμ έχει μαζέψει την μπάλα απ’ τα δίχτυα της συνολικά 7 φορές. Δέχεται 12.1 σουτ ανά αγώνα και έχει 18.4 τάκλιν και 11 κλεψίματα το παιχνίδι. Δεν μπορεί να κρατήσει ανέπαφη την εστία της (συνήθως) και αυτό είναι κάτι που ο προπονητής της πρέπει να λύσει και πολύ γρήγορα μάλιστα. Σίγουρη θα πρέπει να θεωρείται και η ενίσχυση τον Γενάρη, ειδάλλως δεν πρόκειται να βγει με ηρεμία και επιτυχίες η σεζόν. Πολλοί φίλοι της θεωρούν πως «Όσο σκοράρει ο Κέιν είμαστε καλά» αλλά πιστέψτε με, φέτος αυτό δεν φτάνει ούτε για Ευρωπαϊκό εισιτήριο.

Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ: H ομάδα του Μουρίνιο βρίσκεται στην 8η θέση, στο -3 από την Γουλβς, και στο -2 από την Μπόρνμουθ, αλλά βάσει των αριθμών της θα έπρεπε -και θα μπορούσε- να βρίσκεται λιγάκι παραπάνω. Όπως και θα βρεθεί μέχρι το τέλος του πρωταθλήματος. Με τον Πορτογάλο ή χωρίς. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο βασικός λόγος είναι πως ο Πορτογάλος απαξιώνει συνεχώς το ρόστερ του και φυσικά δεν προσπαθεί να το κάνει πιο μοντέρνο. Ευτυχώς, αυτό το είδαμε να συμβαίνει στο β’ ημίχρονο απέναντι στη Νιούκαστλ και κάπως έτσι ήρθε και μια τεράστια ανατροπή. Η Γιουνάιτεντ έχει σκοράρει 13 τέρματα και σουτάρει 14 φορές ανά αγώνα προς την αντίπαλη εστία, με 5.8 από αυτά τα σουτ να είναι εκτός περιοχής. Η κατοχή της είναι πάνω από της Λίβερπουλ, στο 56.3%, αλλά το ποσοστό της σε επιτυχημένες πάσες είναι στο 83.2%. Το ποσοστό χαλάει επειδή δεν βοηθούν σε αυτό το κομμάτι οι στόπερ και επειδή η ομάδα του Ζοσέ σηκώνει αρκετά τη μπάλα. Δεν είναι τυχαίο πως έχει 19.1 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, στο επιθετικό κομμάτι της (πρώτη από τις 5 παραπάνω ομάδες) με τον Φελαϊνί να μετρά ήδη 33 και να είναι 13ος στο σύνολο σε αυτό τον τομέα. Μάλιστα είναι ο μοναδικός παίκτης των ομάδων του top-6 στην πρώτη 20αδα. Η Γιουνάιτεντ μετρά επίσης 7 τέρματα σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης και καμία αντεπίθεση δεν την έκανε γκολ (κάτι που είχαν όλες οι προηγούμενες ομάδες του Ζοσέ). Επίσης μεταφέρει, και αυτή, περισσότερο το βάρος της επίθεσης στην αριστερή της πλευρά. Ο ηγέτης της ομάδας, Πολ Πογκμπά, έχει πασάρει 554 φορές από τις 4.329 πάσες που έχει κάνει η ομάδα και βρίσκεται 10ος στη σχετική λίστα.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι η άμυνα. Η Γιουνάιτεντ μετρά ήδη 3 ήττες και 2 ισοπαλίες, έχοντας ήδη δεχτεί 14 τέρματα. Είναι η μοναδική στην πρώτη 8αδα με αρνητικό συντελεστή (-1) Δέχεται 10.4 σουτ ανά παιχνίδι, έχει 12.8 τάκλιν και 8.3 κλεψίματα, και μπόλικη γκρίνια επίσης, ανά παιχνίδι. Μπορεί όλο αυτό να αλλάξει; Θεωρώ πως μπορεί. Αν ο Πογκμπά έρθει μπροστά απ’ τους στόπερ. Αν ο Μάτα παίξει εσωτερικός μέσος. Αν ο Αλέξις μπει -επιτέλους- στην εξίσωση και ο Μουρίνιο σταματήσει να ρεζιλεύει τους κεντρικούς του αμυντικούς, όλα γίνονται. Η κατάκτηση του πρωταθλήματος είναι κάτι εντελώς ουτοπικό αλλά η ομάδα μπορεί σίγουρα να βρει ρυθμό. Να γίνει πιο ελκυστική στο μάτι, και να ανέβει βαθμολογικά. Οι αριθμοί της μπορούν να βελτιωθούν αν φυσικά παίζουν οι καλύτεροι στις σωστές θέσεις και ο Μουρίνιο πνίξει τον εγωισμό του.

Η επιστροφή της Πρέμιερ Λιγκ, στις 20/10, ανοίγει με σούπερ παιχνίδι στο Στάμφορντ Μπριτζ, με την Τσέλσι να υποδέχεται την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και εκεί θα δούμε πολλά τόσο για τους «μπλε» όσο και για τους «κόκκινους διαβόλους».

Ματ Γιάνσεν: O ποδοσφαιριστής που έχασε μια καριέρα και κέρδισε μια ήρεμη ζωή

  [1 Σχόλιο]

Στις 2 Μαΐου του 2001 στο Ήγουντ Παρκ η γηπεδούχος Μπλάκμπερν υποδέχτηκε την Πρέστον σε ένα ιστορικό -για την ίδια- παιχνίδι. Οι γηπεδούχοι, αν έπαιρναν το τρίποντο, θα σφράγιζαν και μαθηματικά την άνοδο στην Πρέμιερ Λιγκ, αποφεύγοντας  έτσι την, πάντα δύσκολη, διαδικασία των πλέι-οφ. Το γεγονός μάλιστα πως πριν λίγους μήνες ο λατρεμένος πρόεδρος της ομάδας, Τζακ Γουόκερ, είχε αφήσει την τελευταία του πνοή, μετά από σκληρή μάχη με τον καρκίνο, είχε δώσει στην αναμέτρηση ένα πανηγυρικό χαρακτήρα, μιας και όλοι ήθελαν να αφιερώσουν στον εκλιπόντα την νίκη και φυσικά την άνοδο. Άλλωστε μία απ’ τις αγαπημένες φράσεις που χρησιμοποιούσε αρκετά συχνά ο Γουόκερ ήταν το ‘Think Big‘ και όλοι στο Μπλάκμπερν, εκείνη τη μέρα, έκαναν μεγάλα όνειρα για την πορεία της ομάδας. Δεν μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά άλλωστε, μιας και η ομάδα του Γκρέαμ Σούνες, ήταν μια ανάσα από μια -πανάξια- άνοδο, στο κορυφαίο πρωτάθλημα της Ευρώπης.

Mε το σκορ στο 0-0, και την αναμέτρηση να μπαίνει σιγά-σιγά στο κρίσιμο τελευταίο τέταρτο, όλα έδειχναν πως το τρίποντο δεν ήταν εφικτό εκείνη την μέρα, γεμίζοντας με περίσσιο άγχος οπαδούς, προπονητικό τιμ, και φυσικά τους ποδοσφαιριστές, για την συνέχεια και την σκληρή μάχη της ανόδου. Όλα αυτά μέχρι το 73′. Μετά από κόρνερ, η μπάλα δεν θα φύγει ποτέ απ’ την περιοχή της Πρέστον, με το αγγλικό λαγωνικό, που ακούει στο όνομα Ματ Γιάνσεν να σκοράρει με υπέροχη κεφαλιά και να γράφει το 1-0, προκαλώντας πανζουρλισμό στις εξέδρες. Αυτό ήταν και το αποτέλεσμα, με τους παίκτες και τους φιλάθλους να γίνονται ένα κουβάρι με το τελικό σφύριγμα. Ο στόχος είχε πλέον επιτευχθεί. Ο Τζακ Γουόκερ μπορούσε να χαμογελάσει από ψηλά και η Πρέμιερ Λιγκ ήταν πανέτοιμη να υποδεχτεί -και πάλι- τους πρωταθλητές του 1995. Το γκολ του Άγγλου επιθετικού ήταν ένα απ’ τα συνολικά 24 εκείνης της σεζόν. Μια σεζόν που τον είχε βρει πρώτο σκορ στην Τσάμπιονσιπ, μαζί με τον Λουίς Σαχά της πρωταθλήτριας Φούλαμ, και έβαζε το όνομά του ολοένα και περισσότερο στα χείλη των φιλάθλων ολόκληρης της χώρας αλλά και στο μυαλό του Σβεν Γκόραν Έρικσον, για τις επιλογές του στην εθνική ομάδα. Ο Ματ Γιάνσεν άλλωστε, στα 24 του χρόνια, έδειχνε να είναι πανέτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο της Πρέμιερ Λιγκ, κάτι που -αν ρωτάτε εμένα- βάσει ταλέντου, εννοείται πως το άξιζε.

‘Όταν οι άνθρωποι κάνουν όνειρα, ο Θεός τα βλέπει και γελά’. Αυτή είναι μια φράση που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να μιλήσουμε για μια κακοτυχία. Για μια αποτυχία. Για μια ανώτερη δύναμη που στάθηκε τροχοπέδη σε κάτι καλό. Είναι στην ανθρώπινη φύση άλλωστε να ψάχνει δικαιολογίες για καθετί καλό ή κακό και είναι επίσης στην ανθρώπινη φύση να μάθει να ζει με αυτές. ‘Είναι η ζωή που μας στήνει παγίδες’ όπως θα γνωρίζετε άλλωστε όλοι όσοι έχετε δει το καλτ αριστούργημα του Σταύρου Τσιώλη ‘Ας περιμένουν οι γυναίκες’. Αν και για τον Γιάνσεν, δεν έφταιξε καμία γυναίκα για να ακριβολογούμε, αλλά η κακή του τύχη και μια όχι δική του επιλογή που του άλλαξε όμως ολόκληρη την ζωή και την κοσμοθεωρία.

Ο Ματ Γιάνσεν γεννήθηκε στην περιοχή Καρλάιλ, στην Κάμπρια, κι από μικρός ήταν φανατικός με την Νιουκάστλ και το ποδόσφαιρο. Ασχέτως αν υπήρξε και πολύ καλός παίκτης του ράγκμπι στα σχολικά του χρόνια. Όπως έχει δηλώσει σε παλιότερη συνέντευξή του, αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής μετά από εκείνο το 5-0 της Νιουκάστλ, επί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, το 1995. ‘Είχα βρεθεί στο γήπεδο εκείνη τη μέρα με τα φιλαράκια μου φορώντας την φανέλα της αγαπημένης μου ομάδας και είδα να διαλύουμε την ομάδα του Σερ Άλεξ. Ήμουν μόλις 17 ετών και είχα ξεκινήσει να παίζω για την Καρλάιλ και τα πήγαινα πολύ καλά. Είχα μόλις βρει τι θα έκανα για την υπόλοιπη ζωή μου. Θα παίζω ποδόσφαιρο’. Το ’98 κι αφού έχει φτιάξει ήδη το όνομά του με την ομάδα της γενέτειράς του θα ενδιαφερθούν γι’ αυτόν δύο ομάδες. Απ’ τη μία η Κρίσταλ Πάλας – και απ’ την άλλη η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Φέργκιουσον ήθελε σαν τρελός τον νεαρό Άγγλο, σε μια περίοδο που είχε στην ομάδα του την καλύτερη φουρνιά βρετανών παικτών της τελευταίας 15ετίας, βλέποντας στο πρόσωπό του τον παίκτη που θα αντικαθιστούσε σιγά-σιγά τους Τέντι Σέριγχαμ, Ντουάιτ Γιορκ και Άντι Κόουλ. Ο Γιάνσεν όμως ήθελε να παίζει. Δεν ήθελε να είναι κάποιος που θα ζέσταινε τον πάγκο και στο Ολντ Τράφορντ εκείνη την περίοδο κανένας δεν μπορούσε να του υποσχεθεί κάτι τέτοιο. Κάπως έτσι έγινε παίκτης της Πάλας, με το ποσό να αγγίζει το 1 εκατομμύριο λίρες. Η σύντομη -αλλά εξαιρετική- παρουσία που στο Σέλχαρτ Παρκ θα ωθήσει την Μπλάκμπερν να βγάλει απ’ τα ταμεία της σχεδόν 5 εκατομμύρια λίρες, τον Γενάρη του ’99, πιστεύοντας στο ταλέντο του ανερχομένου επιθετικού.

Την σεζόν 2001-2002, ο Γιάνσεν ήταν ένας από αυτούς τους παίκτες που, αν έβλεπες φανατικά Πρέμιερ Λιγκ, δεν μπορούσες να μην ασχοληθείς μαζί τους. Το ωραίο του παρουσιαστικό. Η εξαιρετική του τεχνική. Τα όμορφα τέρματα που φόρτωνε τις αντίπαλες εστίες, αλλά και η εξαιρετική του ηλικία, έδειχναν πως θα μας απασχολούσε για πάρα πολύ καιρό. Όταν κέρδισε και τον πρώτο του σημαντικό τίτλο, το Λιγκ Καπ του 2002 απέναντι στην ομάδα που όλοι θέλουν για αντίπαλο σε τελικούς (την Τότεναμ δηλαδή) σκοράροντας και στον τελικό, άρχισε να χτυπά δυνατά, ακόμα και την πόρτα της εθνικής. Μιας εθνικής που σε λίγους μήνες θα ταξίδευε στο Μουντιάλ της Ιαπωνίας και της N. Κορέας με ένα ρόστερ γεμάτο από αστέρες και στόχο -τι άλλο;- ακόμα μια πρωτιά. Στις 17 Απριλίου ο Έρικσον θα πάρει μαζί του τον Γιάνσεν στο Άνφιλντ, για το φιλικό κόντρα στην Παραγουάη, αλλά λίγη ώρα πριν το παιχνίδι ο νεαρός θα μείνει εκτός αποστολής επειδή είχε προσβληθεί από γαστρεντερίτιδα και, όπως ήταν φυσικό, δεν θα μπορέσει να αγωνιστεί και να κάνει το ντεμπούτο, αντ’ αυτού θα δει τον Ντάριους Βασέλ να περνάει ως αλλαγή (τι έχουμε ζήσει κι εμείς) και να κερδίζει και μια θέση για το Μουντιάλ. Λίγο καιρό αργότερα, μετά το παιχνίδι του Άνφιλντ, ανάμεσα στην Λίβερπουλ και την Μπλάκμπερν για το πρωτάθλημα, ο εκλέκτορας της Αγγλίας θα οριστικοποιήσει πως δεν θα πάρει μαζί του στο Μουντιάλ τον Γιάνσεν (ή κάποιον άλλο επιθετικό), αλλά ακόμα έναν στόπερ, προκαλώντας σύγχυση στα βρετανικά ταμπλόιντς. Κάπως έτσι, ο Μάρτιν Κίον, της Άρσεναλ, θα πάρει την -σχεδόν- σίγουρη (για πολλούς) θέση του Γιάνσεν, με το νεαρό να ταξιδεύει απογοητευμένος, με την κοπέλα του, όχι  στα γήπεδα του Μουντιάλ, αλλά στα αξιοθέατα της Ρώμης. Για να ηρεμήσει και να ξεπεράσει αυτή την -ποδοσφαιρική- απόρριψη, στο ταξίδι, αναψυχής, που -δυστυχώς- έμελλε να του αλλάξει ολόκληρη την ζωή.

Ο Γιάνσεν και η Λούσι (η κοπέλα του εκείνο τον καιρό – που στις μέρες μας είναι γυναίκα του) θα νοικιάσουν ένα μοτοποδήλατο και με αυτό θα αρχίσουν να τριγυρνούν σε ολόκληρη την Ρώμη. Είναι χαμογελαστοί, νέοι, πλούσιοι και ερωτευμένοι άλλωστε. Όλα αυτά μέχρι εκείνο το καταραμένο σταυροδρόμι. Εκεί που σταμάτησαν για μερικές στιγμές και είδαν ένα ταξί να πέφτει πάνω τους ενώ βρίσκονταν και οι δυο πάνω στο δίκυκλο. Η Λούσι θα τραυματιστεί ευτυχώς ελαφρά, με τον Γιάνσεν όμως να μένει 6 μέρες σε κώμα μετά την σφοδρή σύγκρουση. Η αποκατάσταση του παίκτη ήρθε αργά αλλά σταθερά και η επιστροφή του έγινε στα μέσα της επόμενης σεζόν (μετά από 6 μήνες) χωρίς καθόλου κινητικά προβλήματα. Ο παίκτης όμως δεν μπορούσε να αγωνιστεί αν και οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν κανένα πρόβλημα. Αιτία ήταν τα ψυχολογικά θέματα που του είχε αφήσει το ατύχημα. Για την ακρίβεια, δεν μπορούσε με τίποτα να βρει ξανά τον κανονικό του -ποδοσφαιρικό- εαυτό. Η δύσκολη καθημερινότητα με ψυχολόγους δεν μπορούσε να  τον βοηθήσει στο να ξαναβρεί την φόρμα του και την δύναμη που χρειάζεται για να σταθεί κάποιος, ως παίκτης, στο κορυφαίο επίπεδο. Οι συμμετοχές άρχισαν μοιραία να μειώνονται και μια πορεία σε ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών (κυρίως ως δανεικός) ήταν ο μοναδικός τρόπος για να συνεχίσει ο Γιάνσεν να κάνει αυτό που αγαπούσε. Για να προσπαθήσει να το κάνει. Ουσιαστικά η καριέρα του παίκτη τελείωσε σε εκείνο το ατύχημα στην Ρώμη. Στην ίδια πόλη που ουσιαστικά τελείωσε και η καριέρα του μεγαλύτερου Άγγλου ποδοσφαιριστή των τελευταίων 30 ετών. Μόλις στα 24 του χρόνια. Από εκείνο το σημείο και έπειτα το μόνο που βλέπαμε απ’ τον ίδιο ήταν μερικές καλές παρενθέσεις σε ένα μέτριο και κακογραμμένο ‘ποδοσφαιρικό κείμενο’ λιγοστών συμμετοχών.

Τι θα είχε γίνει αν ο Σβεν Γκόραν Έρικσον είχε επιλέξει τον Γιάνσεν για την τελική 23αδα του Μουντιάλ του 2002 κανένας δεν το γνωρίζει και κανένας δεν θα το μάθει. Είναι από αυτές τις στιγμές που η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια σε βάρος των ανθρώπων και μέσα από αυτά μετρά τις πραγματικές τους δυνάμεις. Ο Γιάνσεν με τον καιρό ξεπέρασε τελικά τα προβλήματά του. Παντρεύτηκε την γυναίκα της ζωής του (που του στάθηκε στην δυσκολότερη περίοδο για τον ίδιο) και ζει μια ήρεμη ζωή στo Λανκασάιρ και το Σόρλεϊ, από το μετερίζι πλέον του προπονητή ακαδημιών και της ομάδας της πόλης στην 6η κατηγορία της Αγγλίας. Μακριά από το άγχος και τα προβλήματα που βρίσκεις στο κορυφαίο επίπεδο. Ως ένα απλό παιδί, απ’ τα αγαπημένα, για τους περισσότερους, της πόλης του. Εκεί θα τον βρεις στην αγαπημένη του παμπ να βλέπει τη Νιουκάστλ και να παίζει μπιλιάρδο, με φίλους και οπαδούς διαφόρων ομάδων, κάνοντας χαβαλέ. Θα σου μιλήσει για το κολασμένο κοντρόλ του Μαρκ Χιούζ όταν υπήρξαν συμπαίκτες στα ‘ρόδα’. Για τις γκολάρες που πέτυχε με τα χρώματα της Κρίσταλ Πάλας και της Μπλάκμπερν. Για το Λιγκ Καπ του 2002 στο Κάρντιφ και πως είναι να παίζεις σε ένα τελικό. Και φυσικά για το πως είναι να απορρίπτει κάποιος άσημος νεαρός τον κορυφαίο προπονητή στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ για να παίξει στο Σέλχαρστ Παρκ με την φανέλα της Πάλας. Ίσως σου πει επίσης, πως είναι να κερδίζεις και το μεγαλύτερο στοίχημα που μπορεί να βάλει κάποιος. Αυτό της ίδιας του της ζωής, απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, για να καταλήξει να είναι πραγματικά ευτυχισμένος μετά από ένα σωρό προβλήματα.

Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Deuce του Ιρλανδού Θεού, Rory Gallagher

Μαρσέλο Μπιέλσα: Ένας τρελός στην Τσάμπιονσιπ

  [Καθόλου σχόλια]

Τρεις περίπου μήνες πριν, ο γενικός διευθυντής της Λιντς, Βίκτορ Όρτα, και ο διευθύνων σύμβουλος της ομάδας, Άνγκους Κίνερ ταξίδεψαν στην Αργεντινή, στο πλαίσιο της αναζήτησης νέου προπονητή. Ο Μαρσέλο Μπιέλσα ήταν ένα από τα ονόματα στη λίστα υποψηφίων που είχαν καταρτίσει. Οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν στο Μπουένος Άιρες και μετά από τις τυπικές συστάσεις και χαιρετούρες οι απεσταλμένοι της Λιντς μπήκαν κατ’ευθείαν στο ψητό: “Πόσο καλά γνωρίζεις την Τσάμπιονσιπ;”

Ο Μπιέλσα άνοιξε τον φάκελο με τις σημειώσεις του και άρχισε να αναλύει το πως παρατάχθηκαν και πως τελικά αγωνίστηκαν η Μπόλτον και η Μπάρτον στο μεταξύ τους παιχνίδι την περσινή σεζόν. Πριν προλάβουν οι άνθρωποι της Λιντς να ρωτήσουν κάτι άλλο, ο 63χρονος τεχνικός συνέχισε την ανάλυση του, περιγράφοντας διεξοδικά πως αγωνίστηκαν οι συγκεκριμένες ομάδες σε όλα τα παιχνίδια της Τσάμπιονσιπ! Στη συνέχεια, έβγαλε μερικές ακόμα σημειώσεις και ασχολήθηκε με τις υπόλοιπες ομάδες του πρωταθλήματος, εξετάζοντας κάθε διαφορετική τακτική που χρησιμοποίησαν καθ’όλη τη διάρκεια της χρονιάς και παραθέτοντας αναλυτικά στατιστικά για το πόσο πετυχημένο αποδείχτηκε κάθε φορά ένα σύστημα. Όταν επιτέλους τέλειωσε τον μονόλογο του, οι άνθρωποι της Λιντς απλά κοιτάχτηκαν και, χωρίς να πούνε κουβέντα, συμφώνησαν πως δεν χρειάζεται να δούνε κανέναν άλλο υποψήφιο.

Ο Μαρσέλο Μπιέλσα δεν έχει δουλέψει ποτέ ξανά στην Αγγλία. Αλλά αυτό δεν λέει απολύτως τίποτα. Ο Αργεντινός παρακολουθεί (και αναλύει) ποδοσφαιρικούς αγώνες με ακραίους ρυθμούς. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, από τη στιγμή που οι απεσταλμένοι των Άγγλων επικοινώνησαν μαζί του για να κλείσουν το ραντεβού μέχρι την επόμενη μέρα, όταν και πραγματοποιήθηκε η κρίσιμη συνάντηση, ο Μπιέλσα παρακολούθησε 7 παιχνίδια της περσινής Λιντς. Μέχρι τη μέρα που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην Αγγλία είχε δει και μελετήσει διεξοδικά όλα τα περσινά της παιχνίδια, ακόμα και τα φιλικά του καλοκαιριού.

Κάποιοι θα τον χαρακτήριζαν “τελειομανή”, κάποιοι άλλοι απλά “τρελό”. Το δεύτερο προτιμήθηκε από την πλειοψηφία και ο Μπιέλσα κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στην πιάτσα με αυτό το παρατσούκλι. Η αλήθεια είναι ότι δεν προσπαθεί και ιδιαίτερα να το αποχωριστεί. Μιλώντας για τη θητεία του στην Αθλέτικ Μπιλμπάο ένας Ισπανός δημοσιογράφος, που καλύπτει το ρεπορτάζ της ομάδας των Βάσκων, αποκάλυψε πως αργά τη νύχτα, συνήθως μετά τα μεσάνυχτα, ο Αργεντινός έβγαινε μόνος του βόλτα στην πόλη, ακόμα και στους ζόρικους χειμωνιάτικους μήνες. Φορώντας την κλασική φόρμα της Αθλέτικ, περπατούσε για χιλιόμετρα με κατεύθυνση τα περίχωρα. Εκεί σε ένα παλιό αγρόκτημα συναντούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ισπανών, με τους οποίους είχε γνωριστεί τυχαία. Οι οικοδεσπότες ετοίμαζαν φαγητό (συνήθως φασόλια ή τσορίθο) και ο Μπιέλσα τους έκανε παρέα, ακούγοντας με τις ώρες τις ιστορίες τους δίπλα στη φωτιά.

Αυτή φυσικά δεν είναι η μόνη ‘περίεργη’ ιστορία από τη ζωή του. Η λίστα είναι ατέλειωτη. Οι άνθρωποι της Λιντς ανακάλυψαν τις παραξενιές του νέου τους προπονητή πολύ σύντομα. Πριν καν κλείσει ένα μήνα στην Αγγλία, ο Μπιέλσα ζήτησε να μάθει πόσες ώρες δουλειάς χρειάζεται στο περίπου ένας μέσος οπαδός για να μπορέσει να αγοράσει ένα εισιτήριο για να παρακολουθήσει την ομάδα του. Όταν οι Άγγλοι του είπαν πως η απάντηση είναι “περίπου 3 ώρες”, κάλεσε τους παίκτες του και τους έβαλε να μαζεύουν σκουπίδια γύρω από το προπονητικό κέντρο για 3 ώρες, θέλοντας να καταλάβουν και να εκτιμήσουν τον κόπο που κάνει ένας απλός οπαδός για να μπορεί να δει την αγαπημένη του ομάδα.

Η ιστορία κυκλοφόρησε άμεσα παντού αλλά οι οπαδοί της Λιντς δεν χρειαζόταν το συγκεκριμένο ρεπορτάζ για να ερωτευτούν τον νέο τους προπονητή. Το είχαν κάνει πριν καν πατήσει το πόδι του στην πόλη! Μέσα στις πρώτες δυο μέρες από την ανακοίνωση της συμφωνίας με τον Μπιέλσα, η ομάδα πούλησε 500 νέα διαρκείας, ένα νούμερο που πολλαπλασιάστηκε τις επόμενες μέρες. Δυο σχεδόν μήνες μετά η ευφορία των φίλων της Λιντς όχι μόνο δεν έχει κοπάσει αλλά έχει πλησιάσει επίπεδα λατρείας. Ακόμα και οι πιο απλές ενέργειες του Αργεντινού, όπως το ότι πήγε τη Δευτέρα να παρακολουθήσει έναν αγώνα της U-23, προκαλούν κύμα ενθουσιασμού στις τάξεις των φιλάθλων. O λόγος φυσικά δεν βρίσκεται μόνο στην αύρα και τη διαφορετικότητα του Μπιέλσα.

Η Λιντς έχει ξεκινήσει εντυπωσιακά τη σεζόν μετρώντας 3 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια, ένα στατιστικό που είχε να εμφανιστεί στο Έλαντ Ρόουντ από το 1974! Κι αν η νίκη επί της Μπόλτον μεσοβδόμαδα για το Λιγκ Καπ δεν θεωρείται κάτι τρομερό, τα δυο ‘τρίποντα’ στο πρωτάθλημα ήρθαν πέρα από κάθε προσδοκία. Η ομάδα του Μπιέλσα κέρδισε δυο αντιπάλους που πριν την έναρξη της σεζόν συμπεριλαμβανόταν στα φαβορί για την άνοδο και το έκανε όχι απλά εύκολα (3-1 τη Στόουκ εντός και 4-1 τη Ντέρμπι εκτός) αλλά παίζοντας κατά διαστήματα και εξαιρετικό, ειδικά για την εποχή, ποδόσφαιρο.

Με ατέλειωτο τρέξιμο και πρέσινγκ, προσπάθεια για στρωτό ποδόσφαιρο κατοχής, ικανοποιητικούς αυτοματισμούς και αρκετές ευκαιρίες, η Λιντς ξεχώρισε σε τέτοιο βαθμό στα πρώτα δυο ματς της Τσάμπιονσιπ που σκαρφάλωσε ήδη στην πρώτη θέση των φαβορί για άνοδο! Η μεταμόρφωση της ομάδας οφείλεται αποκλειστικά στη δουλειά του Αργεντινού, αφού στα δυο πρώτα παιχνίδια του πρωταθλήματος η Λιντς είχε στη βασική της 11αδα μόνο έναν παίκτη που ήρθε φέτος το καλοκαίρι, τον Μπάρι Ντάγκλας. Ο Μπιέλσα ανέλαβε ένα μετριότατο σύνολο που πέρσι τερμάτισε κάτω από τη μέση της βαθμολογίας και δεν έκανε ούτε ένα διπλό μέσα στο 2018 και το μετέτρεψε με ψυχολογική τόνωση και σκληρή δουλειά (τριπλές προπονήσεις και ατέλειωτες ώρες παραμονής στο προπονητικό κέντρο κάθε μέρα – δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπιέλσα ζήτησε να τοποθετηθεί στο γραφείο του και ένα κρεβάτι) σε μια ομάδα που στα πρώτα της ματς κυριαρχεί στον αγωνιστικό χώρο, ανεξαρτήτως αντιπάλου, και σκοράρει εύκολα.

Την ώρα που μεγάλο μέρος του κόσμου της ομάδας κάνει όνειρα για επιστροφή της στα χρόνια της δόξας και των επιτυχιών, ο Μπιέλσα παραμένει απόλυτα προσγειωμένος και ψύχραιμος. Παρακολουθώντας τα παιχνίδια καθισμένος σ’έναν τεράστιο αναποδογυρισμένο μπλε κουβά (ο οποίος έχει γίνει τόσο διάσημος που στα γραφεία της Λιντς έσκασαν οι πρώτες προσφορές από εταιρείες που θέλουν να διαφημιστούν πάνω του!), ο ‘Λόκο’ αποφεύγει τις ακραίες χειρονομίες, πανηγυρίζοντας ακόμα και τα γκολ με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία.

Σε κάθε συνάντηση του με τους δημοσιογράφους τις τελευταίες μέρες τονίζει ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για συμπεράσματα και προβλέψεις. Ξέρει άλλωστε πολύ καλά πως και στο παρελθόν οι ομάδες του έχουν κάνει δυνατά ξεκινήματα, τα οποία όμως δεν συνοδεύτηκαν από εξίσου καλά τελειώματα. Όσοι γνωρίζουν καλά τη σταδιοδρομία του και θυμούνται και τις αρκετές αποτυχίες του, καταλαβαίνουν ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για να προβλέψει κανείς την έκβαση της σεζόν, αφού εκτός από μια πολύ πιθανή αγωνιστική κοιλιά, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο ο “γερο-παράξενος” Μπιέλσα να χαλαστεί οποιαδήποτε στιγμή με κάτι που δεν μπορεί να φανταστεί κανείς.

Μέχρι να φτάσει όμως εκείνη η στιγμή, στο Λιντς απολαμβάνουν τις χαρούμενες αυτές μέρες και ονειρεύονται την εποχή που θα επιστρέψουν στην Πρέμιερ Λιγκ, από την οποία απουσιάζουν απ’το 2004. Σήμερα το απόγευμα στο Έλαντ Ρόουντ τα ‘παγώνια’ θα υποδεχθούν τη γειτονική Ρόδεραμ με στόχο να κάνουν το 3/3 και να παραμείνουν στις πρώτες θέσεις της βαθμολογίας. Το ταμείο της ομάδας θα γίνει φυσικά τον Μάιο και τότε θα φανεί αν ο Μαρσέλο Μπιέλσα θα μπορεί να χρησιμοποιήσει ξανά τη δήλωση που χαρακτηρίζει όλη την καριέρα του: “Ένας άνθρωπος με νέες ιδέες θεωρείται τρελός μέχρι οι ιδέες του να θριαμβεύσουν”

Η τέχνη -και η τεχνική- της άμυνας

  [4 Σχόλια]

Για να καταλάβει κάποιος πόσο πολύ έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια (προς το καλύτερο και το πιο μοντέρνο), αρκεί να ρίξει μια ματιά, και στον τρόπο που αμύνονται πλέον οι ομάδες -ατομικά και στο σύνολό τους- αλλά και στο πόσο σημαντικό κομμάτι παίζει πλέον η σωστή αμυντική λειτουργία στο χτίσιμο της επίθεσης. Της σωστής επίθεσης. Οι σύγχρονοι προπονητές της εποχής (ο Γκουαρδιόλα και ο Κλοπ είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα) δείχνουν να έχουν καταλάβει αυτό το κομμάτι καλύτερα από άλλους συναδέλφους τους, ψάχνοντας παίκτες που να διαθέτουν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για να ηγηθούν στην άμυνα ως κυρίαρχοι. Ως οι παίκτες δηλαδή που γνωρίζουν πως: ο καλύτερος τρόπος για να μην δεχθείς γκολ είναι να έχεις την μπάλα στην κατοχή σου και να την ανεβάζεις στην επίθεση με σωστό τρόπο. Και στις δύο ομάδες (την Μάντσεστερ Σίτι και την Λίβερπουλ) αυτοί οι παίκτες υπάρχουν.

Στους «γαλάζιους», ο Άγγλος Τζον Στόουνς και στους «κόκκινους», ο Ολλανδός Βίργκιλ Φαν Ντάικ. Αμφότεροι, κεντρικοί αμυντικοί με σπάνια τεχνική. Άψογη αντίληψη του παιχνιδιού -και του χώρου- και φυσικά ηγετικά χαρίσματα. Κεντρικοί αμυντικοί που ολοένα και λερώνουν λιγότερο το σορτσάκι τους, αλλά κάνουν άψογα την δουλειά τους. Εννοείται πως αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και φυσικά και δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο χορτάρι από όλες τις ομάδες. Για να φτιάξεις άλλωστε μια ποιοτική ομάδα χρειάζονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και όπως είναι φυσικό, τα χρήματα για να αποκτηθούν αμυντικοί με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δύσκολο να βρεθούν από ομάδες που δεν συγκαταλέγονται στο πρώτο ράφι του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Για να το καταλάβουμε καλύτερα όλο αυτό θα μιλήσουμε με αριθμούς. Οι αριθμοί άλλωστε -συνήθως- λένε την αλήθεια.

Ο Στόουνς, στα δικά μου μάτια, είναι ένας απ’ τους καλύτερους στόπερ σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ίσως και ο καλύτερος γι’ αυτό το στυλ ποδοσφαίρου που έχει επιλέξει να παρουσιάζει ο Γκουαρδιόλα στις ομάδες του (οι άλλοι που μου αρέσουν υπερβολικά είναι ο Ολλανδός της Λίβερπουλ και φυσικά ο Βαράν της Ρεάλ Μαδρίτης). Η εξέλιξη μάλιστα του Άγγλου τα δύο τελευταία χρόνια που αγωνίζεται υπό τις οδηγίες του Γκουαρδιόλα είναι απλά τρομακτική. Μιλάμε άλλωστε για αμυντικό που χρειάστηκαν 47.5 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Γκούντισον Παρκ και να γίνει παίκτης των «πολιτών» το καλοκαίρι του ’16. Ας δούμε όμως κάποιους αριθμούς για να  καταλάβουμε καλύτερα την αξία του. Την πρώτη του σεζόν στο Έτιχαντ (2016-2017) είχε φτάσει το ποσοστό του σε επιτυχημένες πάσες στο 91.7%. Τρεις ολόκληρες μονάδες πάνω από το ποσοστό του στην τελευταία του χρονιά με τη φανέλα της Έβερτον. Την περσινή σεζόν (2017-2018), που η Σίτι έσπασε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ο Στόουνς είχε στην Πρέμιερ Λιγκ το απίστευτο 95.8%,  με 69.2 πάσες ανά αγώνα. Αυτό που όμως κυριολεκτικά τρομάζει είναι πως πέρσι δεν είχε ούτε ένα λάθος που να οδηγεί σε σουτ του αντιπάλου. Το γνωστό δηλαδή «πούλημα της μπάλας» που λέμε και στα καφενεία. Αυτό δηλαδή που κανένας προπονητής δεν θέλει να βλέπει -κυρίως- στους αμυντικούς και τον γκολκίπερ του. Τις δυο σεζόν που προηγήθηκαν της περσινής ο Στόουνς είχε μέσο όρο τέσσερα λάθη σε αυτό το κομμάτι. Κάτι που δείχνει περίτρανα την δουλειά που έχει ρίξει μιας και το ταλέντο του ήταν γνωστό εδώ και πολλά χρόνια στους φίλους της Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Οταμέντι πέρσι είχε τρία «πουλήματα μπάλας» που οδήγησαν μάλιστα σε τρία τέρματα για την Σίτι. Ο εξαιρετικός κίπερ Έντερσον είχε έξι, και από δύο είχαν ο Γουόκερ, ο Φερναντίνιο και ο Φάμπιαν Ντελφ. Ο τελευταίος αγωνίστηκε σχεδόν ολόκληρη την σεζόν ως αριστερός μπακ (που δεν είναι η φυσική του θέση). Ο Γκουαρδιόλα αν είχε μαλλιά θα τα είχε βγάλει απ’ το τράβηγμα βλέποντας όλα αυτά τα λάθη των παικτών του. Το γεγονός πως ο διεθνής Άγγλος αμυντικός καταφέρνει να είναι ο ηγέτης της άμυνας της Σίτι έχοντας: 0.8 επιτυχημένα τάκλιν ανά παιχνίδι, 1 κλέψιμο, 0.3 φάουλ και 3 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, χωρίς να πέφτει στο χορτάρι όπως ο Βίνι Τζόουνς τις παλιές καλές εποχές, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού της Σίτι και τον σημαντικότατο ρόλο που έχει ο ίδιος σε όλο αυτό. Χωρίς τον Άγγλο, φαντάζει πολύ δύσκολο να λειτουργήσει όλο αυτό στην εντέλεια. Φυσικά  και όλο αυτό το είδαμε να λειτουργεί και στο Μουντιάλ για την Αγγλία. Με τριάδα στην άμυνα και διαφορετικό στυλ παιχνιδιού αλλά με τον 24χρόνο σε ένα πιο ελεύθερο και οργανωτικό ρόλο. Ως ο απόλυτος ηγέτης της ομάδας. Δυστυχώς για τον ίδιο (και για την Αγγλία) το τέλειο τουρνουά που πραγματοποίησε θα το στοιχειώνει πάντα η φάση του νικητήριου γκολ του Μάντζουκιτς στην παράταση του ημιτελικού. Ένα γκολ που στέρησε την παρουσία στον μεγάλο τελικό και που το χρεώνεται και ο ίδιος με την κακή του αντίδραση στην συγκεκριμένη φάση (μετά το άτσαλο διώξιμο του Γουόκερ). Η απόσταση άλλωστε, του ήρωα απ’ τον μοιραίο, είναι ελάχιστη στο ποδόσφαιρο. Ελάχιστη βέβαια είναι συνήθως και η αντίληψη ανθρώπων που στέκονται μόνο στο λάθος κάποιου παραβλέποντας (ηθελημένα τις περισσότερες φορές) όλα τα θετικά που έχουν προηγηθεί και την εν γένει παρουσία του. Μην ξεχνάμε πως πριν το γκολ του Μάντζουκιτς, ο Βρσάλικο είχε βγάλει πάνω στην γραμμή την κεφαλιά του Στόουνς. Μια κεφαλιά που αν είχε γίνει γκολ, το σκορ θα ήταν 2-1 υπέρ των Άγγλων, και ίσως τώρα να ήταν όλα εντελώς διαφορετικά. Με τα «αν» και τα «ίσως» βεβαίως και δεν γράφεται ιστορία όμως, γι’ αυτό πάμε παρακάτω.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στους άλλους τρεις στόπερ των ομάδων που αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στο πρωτάθλημα της Πρέμιερ Λιγκ που αρχίζει σε λίγες μέρες.

Ο Φαν Ντάικ κόστισε 75 εκατομμύρια λίρες στην Λίβερπουλ τον Δεκέμβριο του ’17 και έγινε αμέσως ο απόλυτος ηγέτης της άμυνας και της αμυντικής λειτουργίας της ομάδας του Κλοπ. Σε 14 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.1 επιτυχημένα τάκλιν, 1.3 κλεψίματα, 0.6 φάουλ. 5.6 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα (ανίκητος σε αυτό τον τομέα) και 81 πάσες ανά αγώνα, με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει το 90%. Φυσικά και οι μυημένοι στο αγγλικό ποδόσφαιρο περιμέναμε αυτή την εξαιρετική παρουσία μιας και τα δείγματα γραφής στην Σαουθάμπτον δεν άφηναν και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Φέτος αναμένεται ακόμα καλύτερος – όπως φυσικά και ολόκληρη η ομάδα.

Ο εξαιρετικός νεαρός διεθνής Κολομβιανός της Τότεναμ, Ντάβινσον Σάντσεζ κόστισε 42 εκατομμύρια λίρες για να αφήσει το Άμστερνταμ -και τον Άγιαξ- για το Λονδίνο και τα «σπιρούνια», και έγινε αμέσως ηγετική μορφή στο κέντρο της άμυνας της ομάδας του. Στο ελκυστικό -και σύγχρονο- ποδόσφαιρο του Ποκετίνο, σε 29 παιχνίδια για το πρωτάθλημα είχε: 1.2 επιτυχημένα τάκλιν, 1.2 κλεψίματα, 0.8 φάουλ, 2.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα, 60.2 πάσες ανά αγώνα και ποσοστό επιτυχίας 89.4%. Όλα αυτά γίνονται ακόμα πιο σημαντικά αν αναλογιστούμε πως η περσινή ήταν η πρώτη του σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ και πως η μετάβαση από το Ολλανδικό ποδόσφαιρο στο Αγγλικό, είναι πραγματικά δύσκολη, και η διαφορά επιπέδου χαώδης. Ο Φαν Ντάικ για παράδειγμα πριν την Σαουθάμπτον (και ενώ προέρχεται και αυτός από την Ολλανδία και την Γκρόνιγκεν) είχε δοκιμαστεί στο δύσκολο (και βίαιο) πρωτάθλημα της Σκωτίας με τη φανέλα της Σέλτικ. Η Σκωτσέζοι μάλιστα πίστευαν τόσο πολύ τον παίκτη που είχαν βάλει στην Σαουθάμπτον ποσοστό μεταπώλησης. Φυσικά και είδαν τα ταμεία τους να γεμίζουν με ζεστό χρήμα πέρσι τον Δεκέμβρη.

Τελευταίο άφησα τον Έρικ Μπαγί. Τον παίκτη που έχει επωμιστεί τον ρόλο του ηγέτη στην άμυνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θα καταλάβουμε πολύ καλύτερα -βλέποντας τους αριθμούς- γιατί η ομάδα του Μουρίνιο δεν μπορεί να ακολουθήσει τον τρόπο παιχνιδιού των τριών ομάδων που προανέφερα. Ο Ιβοριανός κόστισε 30 εκατομμύρια λίρες το καλοκαίρι του ’16 για να αφήσει την Βιγιαρεάλ για το Ολντ Τράφορντ και οι αριθμοί του είναι: 1.3 επιτυχημένα τάκλιν, 1.9 κλεψίματα, 0.8 φάουλ (όλα καλά μέχρι εδώ) αλλά 1.4 κερδισμένες μονομαχίες στον αέρα και 32.8 πάσες ανά αγώνα με το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει μετά βίας το 86%. Πολύ χειρότερος δηλαδή στο οργανωτικό κομμάτι από τους τρεις παίκτες που προανέφερα και πολύ χειρότερος με την μπάλα στα πόδια. Κάτι που δείχνει με τον καλύτερο τρόπο και τον λόγο που η Γιουνάιτεντ σηκώνει πολλές φορές την μπάλα απ’ την άμυνα στην επίθεση αλλά και γιατί ο Μουρίνιο γκρινιάζει συνεχώς τον τελευταίο καιρό για μεταγραφική ενίσχυση. Ο Χάρι Μαγκουάιρ της Λέστερ αποτελεί άλλωστε στόχο, και είναι ικανός να προσθέσει ποιότητα στο κέντρο της άμυνας της ομάδας.

Για να καταλάβουμε καλύτερα πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που παίζουν οι κεντρικοί αμυντικοί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο θα κάνω μια απλή ερώτηση. Ποιος θεωρείται -και είναι- ένας απ΄τους κορυφαίους στόπερ παγκοσμίως στο ποδόσφαιρο των ημερών μας; O Ντιέγκο Γκοδίν, πολύ σωστά. Αγωνίζεται στην Ατλέτικο Μαδρίτης του Σιμεόνε. Είναι Ουρουγουανός. Είναι επίσης σκατόφατσα και φυσικά μοιάζει βγαλμένος από άλλες εποχές. Πιο σκληρές. Πιο άγριες. Πιο «πολεμικές». Και όμως οι αριθμοί του δεν απέχουν και πολύ από τους προαναφερθέντες. Τους πιο «φλώρους» δηλαδή στα μάτια εκατομμυρίων οπαδών. 1.7 κερδισμένα τάκλιν, 2 κλεψίματα, 1.5 φάουλ και δύο κερδισμένες εναέριες μονομαχίες, με 46 πάσες και 84.8 ποσοστό επιτυχίας ανά αγώνα. Θα μπορούσε να είναι μια βελτιωμένη έκδοση του Μπαγί. Ευτυχώς για τον Σιμεόνε δεν είναι. Αυτοί είναι οι αριθμοί του από την προηγούμενη σεζόν και μόνο για την Λα Λίγκα. Φυσικά και ο τρόπος που καθοδηγεί τους συμπαίκτες του και το πάθος που βγάζει στους αγώνες δεν γίνονται να μετρηθούν με αριθμούς. Ο Μπαγί δεν μπορεί να το κάνει αυτό τόσο καλά. Και δεν συγκρίνω παίκτες απλά συγκρίνω αριθμούς.

Οι εποχές που οι αμυντικοί -των κορυφαίων ομάδων- σέρνονταν στο χόρτο για να κόψουν τους αντιπάλους τους με δολοφονικά τάκλιν και έστελναν την μπάλα στα σύννεφα, ανήκουν στο παρελθόν. Ευτυχώς. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει προς το καλύτερο, και αυτό το δηλώνουν περίτρανα πλέον και οι αριθμοί, εκτός φυσικά της εικόνας. Πρώτος στόχος και για τους αμυντικούς είναι η καλή τεχνική για να παίξουν στο κορυφαίο επίπεδο, και φυσικά η ελαχιστοποίηση των λαθών και του «πουλήματος της μπάλας» που έγραψα και πιο πάνω. Αν κάναμε ένα γκάλοπ για παράδειγμα για το ποιοι είναι οι κορυφαίοι τερματοφύλακες στην Ευρώπη, αυτή την περίοδο, πολλοί θα ήταν αυτοί που δεν θα έβαζαν στη λίστα τον Έντερσον και τον Γιορίς επειδή θα σου πουν: «δεν μου αρέσει να παίζει ο κίπερ τόσο πολύ με τα πόδια». Εμένα απ’ την άλλη μου αρέσει να παίζει ο κίπερ και με τα πόδια. Αρκεί να μπορεί να το κάνει. Εννοείται πως δεν μπορούν όλοι. Αυτοί όμως που μπορούν και παίρνουν το ρίσκο ανεβάζουν τουλάχιστον ένα επίπεδο την ομάδα τους.

Επιστρέφω στο γκάλοπ για να κλείσω και το κείμενο. Θα έβαζαν εκεί τον Πετρ Τσεχ; Ναι, θα τον έβαζαν. Τον σπουδαίο -είναι η αλήθεια- τερματοφύλακα της Άρσεναλ και πρώην της Τσέλσι. Ακόμα και στα 36 του χρόνια. «Έχει μαγνήτες στα χέρια» θα σου πουν. «Είναι έμπειρος». Αυτό που ίσως δεν θα γνωρίζουν -και δε θα σου πουν- πολλοί (που θα τον βάλουν στη λίστα) είναι πως πέρσι ήταν ο χειρότερος σε ολόκληρη την Ευρώπη (στα κορυφαία τουλάχιστον πρωταθλήματα) στον αριθμό φάσεων που κάποιος πούλησε την μπάλα στον αντίπαλο, μιας και είχε τον μεγαλύτερο -αρνητικό- αριθμό σε αυτή την κατηγορία. H Άρσεναλ τερμάτισε 6η (έχοντας δεχθεί 51 γκολ σε 38 αγώνες) στο -37 από την πρωταθλήτρια Σίτι. Κι ας παίζει ποδόσφαιρο κατοχής και αυτή. Και αυτό είναι κάτι φοβερά αρνητικό από μόνο του για τους «κανονιέρηδες». Οι αμυντικοί της, και ο κίπερ της, -για να το πω απλά- δεν ήξεραν μπάλα, και έκαναν συνεχώς εύκολα λάθη, που οδηγούσαν σε γκολ. Ή σε φάσεις για γκολ. Έβαζαν πολλές φορές δηλαδή οι ίδιοι προβλήματα στους εαυτούς τους. Η Σίτι, που δέχθηκε μόλις 27 γκολ, επειδή πολύ απλά οι αντίπαλοί της -συνήθως- προσπαθούν μάταια να της πάρουν την μπάλα, είτε την έχουν οι παίκτες της επιθετικής της γραμμής, είτε αυτοί της αμυντικής (και φυσικά ο τερματοφύλακας) είναι η καλύτερη απάντηση σε όλο αυτό. Γιατί; Επειδή πολύ απλά, ξέρουν όλοι μπάλα.

O αφανής ήρωας της Αγγλίας στο Μουντιάλ

  [14 Σχόλια]

Στην επαρχιακή πόλη που ζω, έχω αναλάβει -εδώ και 4 χρόνια- την μοναδική αθλητική ραδιοφωνική εκπομπή, στον μοναδικό ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης. Μην φανταστείτε τίποτα μεγαλεία. Εκπέμπουμε τουλάχιστον και διαδικτυακά, τα τελευταία χρόνια, και μας ακούνε και μερικοί φίλοι στο εξωτερικό και σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας. Σε μια εκπομπή είχα καλεσμένο τον προπονητή της τοπικής ομάδας μπάσκετ. Μιλάμε για μια ομάδα που από του χρόνου θα βρίσκεται στα σαλόνια της Α2 κατηγορίας, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Ο κόουτς έχει βρεθεί, για να παρακολουθήσει σεμινάρια, δύο φορές στο φημισμένο Κολέγιο του Ουισκόνσιν, στις ΗΠΑ, και γενικά είναι ένας τύπος που λατρεύει όλα τα σπορ, αν και τρέφει μια ιδιαίτερη λατρεία στο American Football. Το NFL δηλαδή. Ένα σπορ που έχω αγαπήσει και εγώ τα τελευταία χρόνια. «Τακτικά είναι το κορυφαίο άθλημα στον κόσμο» μου είχε πει σε εκείνη την συνέντευξη, όταν η κουβέντα είχε πάει σε θέματα τακτικής και συστημάτων, γύρω από τα σπορ στον σύγχρονο αθλητισμό. Γιατί όμως κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά σε περίοδο Μουντιάλ; Αν συνεχίσετε να διαβάζετε το κείμενο θα το καταλάβετε.

To σκριν: Όσοι μεγαλώσαμε και με μπάσκετ, στα 80s και τα 90s, θυμόμαστε πολύ καλά τους ψηλούς παίκτες να βγαίνουν εκτός ρακέτας και να δίνουν σκριν, στους κοντούς (τους περιφερειακούς δηλαδή) παίκτες της ομάδας τους. Με αυτό τον τρόπο τους βοηθούσαν να βρουν χώρους, να σουτάρουν και φυσικά να σκοράρουν. Μιλάμε για μια περίοδο που το πικ εν ρολ δεν υπήρχε ακόμα τόσο έντονα στο λεξιλόγιο των απλών φιλάθλων, ακόμα και των παικτών και προπονητών. Εκτός κι αν έβλεπε κάποιος φανατικά NBA και κυρίως τους  Γιούτα Τζαζ και τους Μπόστον Σέλτικς. Ελάχιστοι το έκαναν αυτό μιας και δεν υπήρχαν τα μέσα. Πάμε λοιπόν παρακάτω. Πλέον, βλέπουμε και τους κοντούς να δίνουν σκριν (ή πικ) για τους ψηλούς. Κάτι που ήταν εντελώς εκτός λογικής, στο μπάσκετ, εκείνα τα χρόνια. Τα πολλαπλά σκριν είναι βασικό συστατικό σε όλα τα επιθετικά και αμυντικά συστήματα στο NFL και στο μπάσκετ στις μέρες μας.  Για να το θέσω πιο απλά και να φτάσουμε στην ουσία: Tο σκριν έχει γίνει «επιστήμη» και το βλέπουμε ολοένα και περισσότερο πλέον και στο ποδόσφαιρο. Το δικό μας. Το κανονικό ποδόσφαιρο.

Η εξέλιξη των σπορ φυσικά και έχει να κάνει με τα απίστευτα αθλητικά προσόντα των παικτών. Κάτι που δίνει το δικαίωμα, σε συνθήκες «ένας με έναν», σε αυτόν που κάνει επίθεση να έχει μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι σε αυτόν που αμύνεται. Αν ο επιτιθέμενος διαθέτει, εκτός της ταχύτητας, και μεγάλη κλάση τότε η κατάσταση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο για τον αμυνόμενο. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον Μέσι ή τον Νεϊμάρ σε τέτοιες συνθήκες. Μπορούν να διαλύσουν τον οποιοδήποτε αμυντικό. Όσο καλός, και όσο αθλητικός κι αν είναι. Εδώ πιάνει δουλειά ο προπονητής κάθε ομάδας.  Αυτός ψάχνει να βρει τρόπους για να φέρει τον παίκτη του στις ιδανικές συνθήκες για να σκοράρει, ξέροντας πως οι χώροι, τις περισσότερες φορές, θα είναι πολύ κλειστοί. Ένα φαινόμενο που το βλέπουμε να αυξάνεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια. Σε όλα τα σπορ, οι ιδανικότερες συνθήκες για να σκοράρει κάποιος είναι όταν βρεθεί μόνος του μπροστά στον στόχο. Πως όμως θα βρεθεί μόνος όταν υπάρχουν τόσες πολυπρόσωπες αμυντικές τακτικές από παίκτες που είναι  ταυτόχρονα και σούπερ αθλητές και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα; Οι ευκαιρίες που έχει για γκολ κάθε ομάδα μειώνονται κατά πολύ σε συνθήκες οργανωμένης επίθεσης μιας και υπάρχει παράλληλα και οργανωμένη άμυνα. Τι ψάχνουμε λοιπόν; Την αντεπίθεση και τις στατικές φάσεις. Εδώ λοιπόν μπαίνει στην κουβέντα το σκριν στις στατικές φάσεις. Όταν η ομάδα που έχει την «νεκρή» μπάλα, μπορεί να ανεβάσει ευκολότερα πολλούς παίκτες στην αντίπαλη περιοχή, και να ψάξει κάποιο τέρμα.

Οι στατικές φάσεις: Πριν την έναρξη του Μουντιάλ της Ρωσίας η εθνική Αγγλίας είχε συμπληρώσει 8 χρόνια δίχως γκολ από στατική φάση σε μεγάλο τουρνουά. Η τελευταία φορά που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν όταν ο στόπερ Μάθιου Άπσον, σκόραρε με το κεφάλι, μετά από σέντρα του Στίβεν Τζέραρντ, στην ήττα με 4-1 απέναντι στους Γερμανούς. Σε μια φάση δηλαδή που είχε ξεκινήσει από στημένη μπάλα και είχε δώσει στους Άγγλους το δικαίωμα να ανεβάσουν τους κεντρικούς τους αμυντικούς στην αντίπαλη περιοχή. Όταν μιλάμε για μια ομάδα που διέθετε -και διαθέτει- ικανότατους παίκτες στο ψηλό παιχνίδι, αλλά και σπεσιαλίστες εκτελεστές, αυτό το στατιστικό δεν είναι καθόλου τιμητικό για την ίδια. Από τότε, μέχρι και την έναρξη του Μουντιάλ, μετρήσαμε 72 σερί φορές που δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο για τους Άγγλους. Μετά από κόρνερ. Στα δύο πρώτα παιχνίδια της φάσης των ομίλων η Αγγλία σκόραρε 3 τέρματα μετά από στατικές φάσεις. Με 7 στις 10 φορές που εκτέλεσε κόρνερ, να έχουν φέρει κάποιο κέρδος. Είτε κάποιο γκολ, είτε κάποιο κερδισμένο πέναλτι, για να το κάνει γκολ ο Χάρι Κέιν. Αν ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στην κίνηση των παικτών, στις εκτελέσεις κόρνερ, και φυσικά σε όλα τα σκριν που γίνονται, θα καταλάβουμε πως όχι μόνο δεν είναι τυχαίο όλο αυτό, αλλά είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς στην προπόνηση. Το όνομα Άλαν Ράσελ φυσικά και είναι η καλύτερη απάντηση στο ποιος ευθύνεται για όλο αυτό.

Ο Άλαν Ράσελ είναι ο προπονητής που έχει επιλέξει ο Σάουθγκεϊτ για τον σχεδιασμό των στατικών φάσεων της Αγγλίας, στο επιθετικό της κομμάτι, και όπως είναι λογικό έχει βάλει κι αυτός ένα μεγάλο λιθαράκι στην επιτυχημένη πορεία της στο τουρνουά. O Σκοτσέζος θεωρείται (και είναι) το κρυφό όπλο των Άγγλων, και ο άνθρωπος που σχεδίασε εκείνο το -τέλεια εκτελεσμένο- γκολ του Στόουνς, κόντρα στον Παναμά. «Του αδύναμου Παναμά» θα πουν αυτοί που δεν συμπαθούν και ιδιαίτερα τους Νησιώτες. Nevermind που λέμε και στο χωριό μου. Πρώην παίκτης μικρών κατηγοριών, κυρίως στην Σκωτία, και πρώην μοντέλο (έχει βρεθεί μάλιστα σε βίντεοκλιπ της Κριστίνα Αγκιλέρα), έδεσε τέλεια με τον Στιβ Χόλαντ, μέλος του προπονητικού επιτελείου της Τσέλσι επίσης (μιας ομάδας που είναι στις 5 κορυφαίες στις στατικές φάσεις στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ τα τελευταία χρόνια) δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει το ενδιαφέρον του Σάουθγκεϊτ. Ενός προπονητή δηλαδή που έψαχνε απεγνωσμένα για να βρει τρόπους ώστε να βελτιώσει, άμεσα, την ομάδα του πάνω σε αυτό το κομμάτι. Εκεί δηλαδή που πραγματικά πονούσε βάσει και των αριθμών.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζει μεγάλη μερίδα του κόσμου, είναι πως ο Ράσελ, πολλά από αυτά τα plays τα έχει εμπνευστεί ή ακόμα και τα έχει ξεπατικώσει από Αμερικάνικες Κολεγιακές ομάδες μπάσκετ, αλλά και ομάδες του NFL. Ομάδες δηλαδή που έχει παρακολουθήσει τις προπονήσεις τους από κοντά και έχει πάρει μέρος σε αρκετά σεμινάρια που έχουν οι ίδιες διοργανώσει, στις ΗΠΑ. Για την ιστορία, αγωνίστηκε και ο ίδιος, με επιτυχία, στα γήπεδα των ΗΠΑ, βάζοντας καλύτερα στην δική του κουλτούρα αυτό το αρκετά «ξένο» κομμάτι, για πολλούς Ευρωπαίους προπονητές ποδοσφαίρου. Μιλάμε δηλαδή για έναν 37χρόνο Σκοτσέζο προπονητή ποδοσφαίρου, που σχεδιάζει εξαιρετικά, επιθετικά συστήματα στατικών φάσεων, με βάση τα πολλά σκριν, για μια ομάδα ποδοσφαίρου. Πολλά από αυτά βγαλμένα από «μπλοκάκια» ομάδων όπως οι Σιάτλ Σίχοκς του NFL. Μια ομάδα που έχει παρακολουθήσει και ο ίδιος ο Σάουθγκεϊτ, για να κατανοήσει καλύτερα, μέρος των τακτικών που ήθελε να φέρει και στην δική του εθνική Αγγλίας, για το Μουντιάλ που παρακολουθούμε. Για να την βοηθήσει να ανασάνει.

Όλο αυτό στα δικά μου μάτια είναι μοναδικό και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη που έχουν τα σπορ, και φυσικά το ποδόσφαιρο, και πως αλληλεπιδρά το ένα στο άλλο, φέρνοντας θετικά αποτελέσματα. Η λέξη κλειδί, όπως καταλαβαίνετε, είναι η εξέλιξη. Και οι Άγγλοι -ευτυχώς- δείχνουν να το έχουν καταλάβει πολύ καλά με τους σύγχρονους προπονητές που -επιτέλους- έχουν στο επιτελείο τους. Μακριά από ξεπερασμένους προπονητές όπως ο Φάμπιο Καπέλο, ο Ρόι Χότζσον και φυσικά ο Σαμ Αλαρντάις. Προπονητές που είχαν πιστέψει πως θα τους οδηγήσουν στην κορυφή, μέσα από αρχαία συστήματα και βαρετές τακτικές περασμένων δεκαετιών.

Παίκτες όπως ο Κίραν Τρίπιερ (που εκτελεί τα κόρνερ των Άγγλων αν και δεξιός πλάγιος αμυντικός) και ο Τζέσε Λίνγκαρντ (που έχει τον ρόλο του εσωτερικού μέσου στο 3-5-2 των Άγγλων) μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον Ράσελ και για το πόσο τους έχει βελτιώσει, τον λίγο καιρό που δουλεύουν μαζί του. Με την σκληρή αλλά και μεθοδική δουλειά του στις προπονήσεις. Φέρνοντας νέες ιδέες, σε ένα σπορ που εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, και αυτό, όπως τα πάντα στην εποχή που ζούμε.

Η Αγγλία βρίσκεται επιτέλους στα προημιτελικά και έχει να αντιμετωπίσει την Σουηδία ως το απόλυτο φαβορί. Μια Σουηδία, που την έχει κερδίσει μόνο σε δύο απ’ τις τελευταίες 15 αναμετρήσεις που την έχει συναντήσει. Σε ένα παιχνίδι που δεν θα είναι εύκολο. Ο Ράσελ έχει ήδη πιάσει δουλειά και σχεδιάζει τα κοψίματα και τα σκριν των παικτών του για ακόμα μία νίκη. Μια νίκη που -αν έρθει-  θα την φέρει πιο κοντά σε αυτό που δεν πίστευε κανείς πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Ποιο είναι αυτό; Δεν θέλω ακόμα να το γράψω. Αυτοί πάντως που αγαπούν πραγματικά το ποδόσφαιρο δεν γίνεται να μην χαρούν με αυτή την Αγγλία και την υγεία που -επιτέλους- αποπνέει. Χωρίς -εννοείται- να παρουσιάζει κάποιο εξαιρετικό ποδόσφαιρο ή να διαθέτει -εκτός 2-3 περιπτώσεων- παίκτες παγκόσμιας κλάσης.

Ο Λιονέλ, ο Ντένις και τα πέντε σερί χαμένα πέναλτι του Ντιέγκο

  [1 Σχόλιο]

Ήταν ένα ακόμα από τα κλασσικά παιχνίδια της Αργεντινής επί θητείας Σαμπαόλι. Αρκετές κακές επιλογές στην 11αδα, ομάδα χωρίς πλάνο, δύο αμυντικά χαφ απέναντι σε μια ομάδα που δεν απειλούσε και ένας Μέσι να προσπαθεί να τα κάνει όλα μόνος και να είναι ξανά μετριότατος με τη φανέλα της Αργεντινής. Μέχρι που ο Μάξι Μέσα κέρδισε το πέναλτι. Η εκτέλεση πήγε στον αρχηγό. Ο Μέσι έχει χάσει αρκετά πέναλτι τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. Κι αυτή τη φορά όμως απέτυχε. Ο Ισλανδός τερματοφύλακας μάντεψε καλά. Οι μνήμες από τον τελικό του Κόπα Αμέρικα γέμισαν και πάλι τους Αργεντίνους. Τότε που ο Λιονέλ ήταν ξανά από τους μοιραίους απέναντι στη Χιλή.

Στην εξέδρα ο Ντιέγκο καπνίζει το πούρο του ακριβώς κάτω από το απαγορευτικό σήμα. Με το που ο διάδοχός του χάνει το πέναλτι σηκώνεται όρθιος. Αρχίζει να οργανώνει και τους δίπλα του. «Ολέ, ολέ, ολέ, Λέο, Λέο», σύνθημα στήριξης. Το ματς τελειώνει. Ο θεός των Αργεντίνων κάνει και πάλι σκληρή κριτική στο Σαμπάολι (και όχι άδικα). Παρ’ όλα αυτά είναι αισιόδοξος. «Εγώ έχασα σε ντεμπούτο μου σε Μουντιάλ, όχι απλά ισοπαλία. Κι όμως φτάσαμε στον τελικό το 1990, παρά τους τραυματισμούς, χάρη στον Γκόικο.» Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για τον Μέσι, το κάνει με κατανόηση. «Η ομάδα και το παιχνίδι που έπαιξε, δεν είχαν σχέση με το χαμένο του πέναλτι. Εγώ έχασα πέντε πέναλτι συνεχόμενα και συνέχισα να είμαι ο Μαραντόνα», δηλώνει.

Δεν είναι μία από τις κλασικές φολκλορικές δηλώσεις του Ντιεγκίτο γεμάτες υπερβολή. Είναι η αλήθεια. Είναι η Κλαουζούρα του 1996, ο Μαραντόνα έχει γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και την αγαπημένη του Μπόκα, υπό τις οδηγίες του Κάρλος Μπιάνκι. Η Μπόκα κυνηγάει τη Βέλεζ και τη Χιμνάσια Λα Πλάτα στη μάχη του τίτλου. Την 6η αγωνιστική στο Ροσάριο απέναντι στους Νιούελ’ς σημαδεύει ελάχιστα δίπλα από το κάθετο δοκάρι. Η Μπόκα τελικά χάνει με 1-0. Έξι αγωνιστικές αργότερα στο Μπομπονέρα εκτελεί το επόμενό του πέναλτι. Πάλι στην ίδια πλευρά, αλλά αυτή τη φορά ο «Σούπερμαν» Λαμπάρε αποκρούει. Επιστρέφει στο Ροσάριο αυτή τη φορά απέναντι στη Σεντράλ. Το πέναλτί του είναι άθλιο, αδύναμο και στο κέντρο. Ο Καστεγιάνο αποκρούει, ο Ντιέγκο παίρνει το ριμπάουντ αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνει.

Η λογική λέει ότι κάπου εκεί κάνεις ένα διάλειμμα. Όχι αυτός. 16η αγωνιστική, το ντέρμπι απέναντι στη Ρίβερ. Ο Μαραντόνα κάνει μία μικρή προσποίηση, στέλνει τον τερματοφύλακα στην απέναντι γωνία, αλλά αυτός σημαδεύει το κάθετο δοκάρι. Ο Κανίγια παίρνει το ριμπάουντ και σκοράρει. Ο Μαραντόνα δεν πανηγυρίζει, η κακοδαιμονία συνεχίζεται, ευτυχώς η Μπόκα κερδίζει το ντέρμπι. Μία αγωνιστική αργότερα. Νέο πέναλτι, το πέμπτο συνεχόμενο που θα εκτελέσει. Ο Μαραντόνα παίρνει και πάλι την μπάλα. Ο Νάτσο Γκονζάλες της Ράσινγκ κάνει μια εξαιρετική απόκρουση. Η Μπόκα χάνει με 1-0 και μαζί τις τελευταίες της ελπίδες για πρωτάθλημα.

Η Μπόκα κερδίζει τα τρία από τα πέντε παιχνίδια στα οποία έχασε πέναλτι ο Ντιέγκο, αλλά και πάλι πέντε σερί χαμένα είναι ένα απίστευτο αρνητικό ρεκόρ για ομάδα τίτλου. Τρομερά εγωιστής; Με μεγάλη πίστη στον εαυτό του; Όπως και να το δεις είναι ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ, ειδικά για έναν τόσο τεράστιο παίκτη. Βέβαια, δεν πιστεύει κανείς ότι σε άλλη περίπτωση μετά το τρίτο πέναλτι κάποιος κόουτς θα άφηνε τον ίδιο παίκτη να συνεχίσει να εκτελεί. Την αντίθετη ακριβώς προσέγγιση από τον Ντιέγκο είχε ένας άλλος σπουδαίος.

Πείτε ό,τι θέλετε για τους Πεπ, τους Κλοπ, τους Σαουδάραβες και Ρώσους ιδιοκτήτες, αλλά για μένα αυτή ήταν η καλύτερη εποχή της Πρέμιερ Λιγκ

1999, επαναληπτικός ημιτελικός FA Cup μεταξύ Άρσεναλ και Γιουνάιτεντ στο Μπέρμιγχαμ. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ άνοιξε το σκορ με ένα υπέροχο γκολ κι ο Μπέργκαμπ ισοφάρισε. Λίγο αργότερα ο Ρόι Κιν είδε την κόκκινη κάρτα για φάουλ πάνω στον αγαπημένο Μαρκ Όφερμαρς. Στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων ο Φιλ Νέβιλ ανέτρεψε το Ρέι Πάρλορ και ο διαιτητής έδειξε το σημείο του πέναλτι. Σαν τον Ντιέγκο, ο Μπέργκαμπ είχε χάσει το τελευταίο του πέναλτι απέναντι στην Μπλάκμπερν. Πήρε την μπάλα χωρίς δισταγμό. Μερικά βήματα φόρα, η μπάλα στην αριστερή πλευρά της εστίας, ο Σμάιχελ στην ίδια πλευρά και απόκρουση. Η Γιουνάιτεντ ζωντανή. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση κι ο Ράιν Γκιγκς έκανε ένα αξέχαστο σόλο, περνώντας τέσσερις παίκτες προτού εκτελέσει τον Σίμαν, βγάλει τη φανέλα και πανηγυρίσει με το δασύτριχο στήθος του σε κοινή θέα.

Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε το κύπελλο στη συνέχεια, αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα για τον Ντένις. Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα (έναν βαθμό περισσότερο από Άρσεναλ), όσο και το Τσάμπιονς Λιγκ στον συγκλονιστικό τελικό με την Μπάγερν. Το τρεμπλ ήταν γεγονός. «Ακόμα μπορώ να ακούσω τις κραυγές τους όταν κέρδισαν. Ήταν με 10 παίκτες και πέναλτι στο 90′ εις βάρος τους και κέρδισαν. Αυτό νομίζω τους έδωσε τη ψυχολογία να συνεχίσουν εκείνη τη χρονιά», λέει ο Βενγκέρ για εκείνο το μοιραίο ματς. Την ίδια στιγμή, ο Μπέργκαμπ επηρεάστηκε πάρα πολύ από το γεγονός και φυσικά όταν ολοκληρώθηκε το τρεμπλ, ακόμα περισσότερο. «Δεν ήμουν ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι, αλλά εκείνη τη στιγμή έπρεπε να πάρω την ευθύνη. Τα άφηνα με μεγάλη χαρά στον Ίαν Ράιτ πριν από μένα και στον Ανρί μετά από μένα. Ήταν πιο ψυχροί. Στο δικό μου το μυαλό, το πέναλτι πρέπει να είναι και λίγο ωραίο, να πάει παραθυράκι. Αυτό το πέναλτι ήταν ένα τεράστιο σοκ για μένα, μία από τις χειρότερες στιγμές στην καριέρα μου».

Σε αντίθεση με τον Ντιεγκίτο, ο Ολλανδός όχι απλά δεν εκτέλεσε το επόμενο, αλλά προτίμησε να μην εκτελέσει ξανά κανένα πέναλτι στην Άρσεναλ. Το 2014 ο Βενγκέρ μετά το χαμένο πέναλτι του Οζίλ απέναντι στην Μπάγερν, θυμήθηκε την ιστορία και φοβήθηκε ότι ο Γερμανός θα γίνει ένας νέος Μπέργκαμπ και θα σταματήσει να εκτελεί τα πέναλτι. Κι ο Λιονέλ; Με ποσοστό 81% στην Ισπανία και 75% στην Αργεντινή, πρέπει να γίνει νέος Ντιέγκο και σε αυτό; (την ίδια στιγμή ο Κριστιάνο έχει μεγαλύτερο ποσοστό, αλλά κι αυτός έχει χάσει αρκετά κρίσιμα πέναλτι στην καριέρα του) Μήπως να γίνει αν όχι ένας Μπέργκαμπ, τουλάχιστον κάποιος που θα κάνει πίσω; Ας μην ξεχνάμε ότι το τελευταίο καιρό ο Λιονέλ χάνει σχεδόν τα μισά από τα πέναλτι που εκτελεί. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, ο Αγκουέρο βρίσκεται στο 81% ποσοστό καριέρας.

Πολ Μέρσον: Τι να μην κάνεις για να γίνεις επαγγελματίας ποδοσφαιριστής

  [6 Σχόλια]

Η σκηνή για την οποία θα διαβάσετε, θα μπορούσε να είναι -αρκετά εύκολα- σκηνή σε ταινία του Γκάι Ρίτσι (όταν έκανε καλές ταινίες). Μια «βρώμικη» μελωδία κιθάρας να παίζει ως ηχητικό background. Σπιντάτο μοντάζ με κλασικές βρετανικές φάτσες στο κάδρο και φυσικά μπόλικες δόσεις χιούμορ να ισορροπούν με αυτές του δράματος. Προπονητικό κέντρο της Άστον Βίλα, μια μέρα πριν την έναρξη της Πρέμιερ Λιγκ της σεζόν 2001/2002, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική και βαριά. Ο Πολ Μέρσον ακουμπησμένος σε κάποιο τοίχο συνομιλεί με τον Μπόσκο Μπάλαμπαν. Με τον δεύτερο να έχει περισσότερο τον ρόλο του ακροατή παρά του συνομιλητή. Ο Μέρσον έχει πολλά παραπανίσια κιλά και χασκογελάει καθώς διηγείται στον Κροάτη επιθετικό την ιστορία, όταν είχε τιμωρηθεί απ’τους «χωριάτες» με 50.000 λίρες πρόστιμο, επειδή είχε βρεθεί να τζογάρει στην Νέα Υόρκη, ενώ κανονικά έπρεπε να βρίσκεται σε αποθεραπεία για το πρόβλημα που ταλαιπωρούσε την πλάτη του. Ένα μειδίαμα είχε μόλις ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Κροάτη, την ίδια στιγμή που ο προπονητής της ομάδας, ο Γκράχαμ Τέιλορ, πέρασε μπροστά τους, φανερά εκνευρισμένος, κοιτάζοντας κατάματα τον Μέρσον. «Μέρσι, στο γραφείο μου αυτή τη στιγμή» θα του πει, και θα νιώσει την σκιά του ποδοσφαιριστή του να τον ακολουθεί σαν σκιά μαθητή που γνωρίζει πολύ καλά πως έχει κάνει βλακεία, καθώς ο διευθυντής του σχολείου τον καλεί στο γραφείο για πιθανή αποβολή ή -στην καλύτερη- για μια σκληρή επίπληξη.

«Μέρσι ειλικρινά πες μου τι κάνεις εδώ. Σου έχω πει πως δεν βρίσκεσαι στα πλάνα μου για την φετινή σεζόν. Πρέπει να βρεις μια νέα ομάδα να αγωνιστείς και να χαρείς ξανά το ποδόσφαιρο, αν φυσικά θες κάτι τέτοιο».

«Έχω μιλήσει με τον πρόεδρο κύριε (εννοώντας τον Νταγκ Έλις) και μου είπε πως θα βρούμε ένα τρόπο για να συνεχίσω να είμαι μέλος της ομάδας και φέτος. Δεν σας έχει μιλήσει επ’ αυτού;»

O Tέιλορ αν μισούσε ένα πράγμα σε αυτή τη ζωή (και στο ποδόσφαιρο συγκεκριμένα μιας και αυτό είναι το θέμα μας) περισσότερο κι από γκολ στο 90′ κατά της ομάδας του, αυτό δεν ήταν άλλο απ’ το να μπλέκονται στα πόδια του διοικητικά στελέχη, πόσο μάλλον ο ίδιος ο πρόεδρος, σε καθαρά ποδοσφαιρικά θέματα. «Οι πρόεδροι άλλωστε είναι για να υπογράφουν τα τσεκ των επιταγών και μόνο». Ξαφνικά, και ενώ είχε αρχίσει να μουρμουρίζει βρισιές που δεν θα έβαζε σε ταινία του ούτε ο Γιάννης ο Οικονομίδης, έφυγε απ’ το γραφείο για να επιστρέψει μετά από μερικά λεπτά και να δει τον Μέρσον να κάθεται σταυροπόδι και να τον περιμένει χαμογελαστός με την ηρεμία κάποιου που είχε όλα τα προβλήματά του λυμένα και αγνοούσε πλήρως λέξεις όπως άγχος, πίεση και προπόνηση.

«Πόσα χρήματα θες για να μας αδειάσεις την γωνιά; Δεν είσαι κάποιο παιδάκι. Σε σέβομαι και με σέβεσαι. Λέγε».

«Βρίσκομαι σε προχωρημένη ηλικία. Έχω διαγράψει μια μεγάλη καριέρα και έχω κερδίσει ένα σωρό σπουδαίους τίτλους. Με ένα ποσό γύρω στις 100.000 λίρες πιστεύω θα είμαι ευχαριστημένος»

«Εντάξει Μέρσι. Θα τις πάρεις», του απάντησε -αρκετά πιο ήρεμος- ο Τέιλορ, και του έδειξε με νόημα την πόρτα. Ο Μέρσον σηκώθηκε αργά-αργά, χαιρέτησε με ένα ύπουλο βλέμμα τον προπονητή του και βγήκε απ’ το γραφείο χαμογελαστός. Στο δρόμο για το πάρκινγκ -και πριν την μπυραρία- πέρασε και πάλι μπροστά απ’ τον Μπάλαμπαν -που για κάποιο περίεργο λόγο είχε μείνει να περιμένει εκεί ακουμπώντας ακόμα στον τοίχο- και του είπε: «Ήθελε να  με ρωτήσει πόσα θέλω για να φύγω απ’ την ομάδα. Του είπα 100 χιλιάδες και δέχθηκε χωρίς συζήτηση. Ο βλάκας, έπρεπε να ζητήσω 200 χιλιάδες». Ο Μπάλαμπαν συνέχισε να ακουμπά στον τοίχο σφυρίζοντας καθώς έβλεπε τον συμπαίκτη του να φεύγει. Δεν είχε να πει τίποτα περισσότερο μαζί του. Βασικά δεν πολυγούσταρε κιόλας. Αν ήταν σκηνή ταινίας (ή σειράς) θα άναβε και ένα τσιγάρο χαϊδεύοντας το λαδωμένο του μαλλί όπως ο Τσέρνομπογκ στο American Gods. Ίσως να είχε ζηλέψει και λίγο μιας και δεν ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, ούτε αυτός, στο Μπέρμινγχαμ.  Ευτυχώς, άφησε την Βίλα για το Ζάγκρεμπ, μερικούς μήνες αργότερα.

Ο Πολ Μέρσον δεν ήταν ένας τυχαίος ποδοσφαιριστής. Όσοι δεν γνωρίζουν γι’ αυτόν, μάλλον δεν θα το κατάλαβαν διαβάζοντας, ως τώρα, το κείμενο. Αγωνίστηκε για περίπου 10 χρόνια στην Άρσεναλ, κατακτώντας μαζί της πολλούς και σπουδαίους τίτλους, πριν αναλάβει ο Βενγκέρ και αλλάξει την ιστορία και το προφίλ των Λονδρέζων. Υπήρξε επίσης σημαντικότατο στέλεχος της εθνικής Αγγλίας την δεκαετία του ’90 και πήρε μέρος στο Γιούρο του ’92 και στο Μουντιάλ του ’98 δίπλα σε αστέρες τεράστιου βεληνεκούς (όπως ήταν και ο ίδιος). Στο Μουντιάλ μάλιστα -και για να καταλάβετε καλύτερα την αξία του- είχε βρεθεί, ως παίκτης της Μίντλεσμπρο, μετά από μια εξαιρετική σεζόν που είχε πραγματοποιήσει στην 2η κατηγορία της Αγγλίας. Σε μια σεζόν που είχε βρει τη ‘Μπόρο’ να κερδίζει την άνοδο για τα σαλόνια της Πρέμιερ Λιγκ.

Λίγο πριν την έναρξη της σεζόν 1997-1998 ο Βενγκέρ είχε προτείνει στον Άγγλο επιθετικό (που είχε αρχίσει να αγωνίζεται ως δεκάρι) να παραμείνει στην Άρσεναλ, έχοντας όμως μειωμένες αποδοχές, μιας και τα χρόνια περνούσαν και ο ίδιος δεν ήταν ο παίκτης του παρελθόντος. Στην ίδια θέση άλλωστε εκείνη την περίοδο υπήρχε και ο σπουδαίος Ολλανδός Ντένις Μπέργκαμπ, όπως και οι Ίαν Ράιτ και Νικολάς Ανελκά. Ο Μέρσον δεν το δέχθηκε και ζήτησε να πωληθεί. Ήθελε να αγωνίζεται και να αμείβεται με πολλά χρήματα. Ήταν πολύ σίγουρος για την αξία του. Η Μίντλεσμπρο τον αγόρασε τελικά για 4,5 εκατομμύρια λίρες και ο ίδιος την ανέβασε στην μεγάλη κατηγορία 9 μήνες αργότερα, κερδίζοντας ένα μεγάλο στοίχημα με τον εαυτό του αλλά και τους επικριτές του. Όταν μάλιστα είχε κλείσει η συμφωνία, τηλεφώνησε ο ίδιος στον Βενγκέρ λέγοντάς του πως στο Ρίβερσαϊντ είχε μεγαλύτερο συμβόλαιο απ’ τον Μπέργκαμπ και πως οι οπαδοί της ομάδας τον αποκαλούσαν ήδη με το προσωνύμιο ‘Ο Μάγος’. «Ελπίζω να τα πούμε σε κάποιο κύπελλο αφεντικό» του είπε, κλείνοντας το τηλέφωνο, με μια δόση βρετανικής ειρωνείας: «Να δούμε πόσο αξίζω ακόμα». Ο Βενγκέρ του ευχήθηκε καλή τύχη και κατέβασε το ακουστικό. Το μόνο που ήθελε ήταν το καλό του πρώην παίκτη του. Είχε περάσει άλλωστε πολλά.

Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε οι δύο ομάδες να βρεθούν αντιμέτωπες στον 4ο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας στην έδρα της Μίντλεσμπρο. Η Άρσεναλ πήρε τελικά την πρόκριση, με 1-2, αλλά ο Μέρσον είχε κρατήσει ένα δωράκι για την πρώην ομάδα του. Με το σκορ στο 0-2, σκόραρε ένα πανέμορφο τέρμα, μειώνοντας το σκορ, και δίνοντας και πάλι ελπίδες στην Mίντλεσμπρο, δείχνοντας φυσικά με τον καλύτερο τρόπο στον Βενγκέρ το λάθος (;) που είχε κάνει. Η Μίντλεσμπρο πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία και στο Λιγκ Καπ εκείνη τη σεζόν. Ο Μπράιαν Ρόμπσον είδε την ομάδα του να φτάνει μέχρι και τον τελικό -έχοντας αποκλείσει μάλιστα και την Λίβερπουλ, στα ημιτελικά, με τον Μέρσον να σκοράρει και στα δύο παιχνίδια- και τελικά να γνωρίζει την ήττα με 2-0, από μια καλύτερη ομάδα, όπως ήταν εκείνη την περίοδο, η Τσέλσι του Τζόλα. Tον Τζόλα ο Μέρσον τον είχε κερδίσει το ’95 στον τελικό του Κυπελλούχων, όταν η Άρσεναλ είχε επικρατήσει της Πάρμα με 1-0, με την γκολάρα του Άλαν Σμιθ.

Ο Μέρσον ήταν ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής, απ’ τους τελευταίους που μπόρεσαν να συνδυάσουν καριέρα, με ένα σωρό εξωαγωνιστικά πάθη. Πάθη που στις μέρες μας δεν μπορούν να βρουν χώρο στο υψηλότερο επίπεδο του αθλητισμού, και αν βρουν, είναι ικανά να καταστρέψουν μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, σε ελάχιστο χρόνο. Ο Πολ Μέρσον απ’ τις αρχές των 90s (λίγα χρόνια δηλαδή μετά το βραβείο του καλύτερου νέου παίκτη στην Αγγλία το ’89) όσο κι αν μάγευε στο γήπεδο, εκτός αυτού, πάλευε με τους «δαίμονες» του αλκοόλ, του άρρωστου τζόγου και της κοκαΐνης. Πάθη που του διέλυσαν δύο γάμους και τον έφτασαν πολλές φορές κυριολεκτικά (και μεταφορικά) στον πάτο της μπουκάλας. Σαν ποδοσφαιριστή, αλλά κυρίως σαν άνθρωπο. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

«Μπορεί να έπαιζα 80.000 λίρες σε ένα τραγούδι της Γιουροβίζιον, 20.000 σε μια κυνομαχία και 50.000 -χωρίς να έχω ιδέα για το άθλημα- στον τελικό του Super Bowl. Μετά από ένα σημείο έπαιζα απλά για να παίζω και για να με βλέπω να χάνω. Το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν πως εκτός του ότι έχανα σαν τζογαδόρος, έχανα και τον εαυτό μου, βλέποντας την καριέρα μου να έχει συνεχώς σκαμπανεβάσματα, και έχανα από δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπούσα και με αγαπούσαν. Την οικογένειά μου».

Η πρώτη φορά που ο σπουδαίος Άγγλος επιθετικός παραδέχτηκε δημοσίως το πρόβλημά του ήταν τον Νοέμβριο του ’94. Η FA σε συνεργασία με την Άρσεναλ έβαλε τον παίκτη σε τρίμηνο πρόγραμμα απεξάρτησης, με τον ίδιο να επιστρέφει νικητής τον Φεβρουάριο του ’95, και να κάνει εξαιρετικό τελείωμα στη σεζόν. Αξίζει να σημειωθεί πως ο πρώτος που είχε μιλήσει με πολύ σκληρά λόγια στον Μέρσον, και τον είχε επηρεάσει θετικά για να μιλήσει δημοσίως, για τα προβλήματα εθισμού που τον βασάνιζαν και φυσικά τον προέτρεψε να σώσει την καριέρα του -όσο ήταν εφικτό κάτι τέτοιο- ήταν ο Τέρι Βέναμπλς, προπονητής του εκείνο το διάστημα στην εθνική Αγγλίας. Η αλήθεια είναι πως μπορεί ο Μέρσον να έκανε μερικές εξαιρετικές σεζόν (κυρίως στην β’ κατηγορία της Αγγλίας) και να κέρδισε τεράστια συμβόλαια για την εποχή (η Άστον Βίλα τον είχε αγοράσει για 7 εκατομμύρια απ’ την ‘Μπόρο’), μετά την αποκάλυψη του προβλήματός του, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως σταθερά σε κορυφαίο επίπεδο δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά μετά την φυγή του από την Άρσεναλ. Στα 29 του χρόνια δηλαδή και ενώ απ’ τα 25 -ίσως και πολύ νωρίτερα- είχε σοβαρό πρόβλημα με το ποτό και τον τζόγο. Τελευταία του καλή σεζόν ήταν αυτή του 2002/2003 στην Πόρτσμουθ.

Ο Πολ Μέρσον για πολλούς ήταν ένας άσχημος Τζορτζ Μπεστ των 90s. Μόνο που απείχε έτη φωτός απ’ το προφίλ του γοητευτικού και αινιγματικού πρώην σούπερ σταρ της Γιουνάιτεντ. Επίσης όσο κι αν ήταν ένας τεχνίτης ποδοσφαιριστής δεν μπορούσε να αγγίξει τα επίπεδα μαγείας που είχε ο Μπεστ ως καλλιτέχνης της μπάλας. Απ΄την άλλη, όσο κι αν είδε την ζωή του να βαλτώνει, σε όλα τα επίπεδα, κατάφερε τελικά να βγει νικητής (σε πλήρη αντίθεση με τον Μπεστ), αν και πάντα θα βρίσκει μια ευκαιρία να πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω ή να τζογάρει, σε λογικά όμως πλαίσια. Κλείνοντας -κι αφού θα προτείνω σε όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την καριέρα -και τη ζωή- του Μέρσον το βιβλίο του «How Not To Be a Professional Footballer»–  θα θυμίσω μια ιστορία, δια στόματος του ιδίου, απ’ την περίοδο που ο Μέρσον βρέθηκε συμπαίκτης (και συγκάτοικος) με τον λατρεμένο του El Sombrero, Πολ Γκασκόιν, στην Μίντλεσμπρο το 1998.

«Ο Γκάζα είχε έρθει σε εμάς για τους τελευταίες μήνες της σεζόν απ’ τη Ρέιντζερς. Μας βοήθησε μάλιστα πολύ στα τελευταία παιχνίδια για να πάρουμε την άνοδο. Ο Ρόμπσον είχε τη φαεινή ιδέα να τον φιλοξενήσω εγώ στο σπίτι μου. Στο ίδιο σπίτι που ζούσα με τον αδερφό μου και τον Τζίμι Γκάρντνερ που τότε έπαιζε στην Έξετερ. Μιλάμε για τον κακό χαμό. Κάθε Παρασκευή παίζαμε ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δεν θα σας το προτείνω. Μετά την προπόνηση έδινα στον αδερφό μου και τον Τζίμι χρήματα για να αγοράσουν μερικά μπουκάλια κόκκινο κρασί. Χύναμε το κρασί σε μεγάλες γυάλινες κανάτες και καθόμασταν αντικριστά σε ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Ο Γκάζα κι ο αδερφός μου απ’ τη μία. Εγώ και ο λατρεμένος μου Σκοτσέζος, ο Τζίμι, απ’ την άλλη».

«Πίναμε πολύ εκείνη την περίοδο. Και ποιος δεν έπινε θα μου πείτε εκείνα τα χρόνια. Ήταν αλλιώς το ποδόσφαιρο. Στο τραπέζι έπεφταν τα χρήματα του στοιχήματος από όλους και αρχίζαμε να πίνουμε απ’ τις κανάτες. Κανονικά δεν έπρεπε να πίνουμε τις Παρασκευές, μιας και παίζαμε το Σάββατο, αλλά είχαμε βρει τρόπο για να κοιμόμαστε αρκετά και να ξυπνάμε ξεκούραστοι. Κάθε μία ώρα ρίχναμε μέσα στις κανάτες από ένα υπνωτικό και μοιραία έφτανε η στιγμή που μας έπαιρνε όλους ο ύπνος. Αυτός που έμενε ξύπνιος τελευταίος, άρπαζε τα χρήματα, μετέφερε τους υπόλοιπους στα κρεβάτια και έπεφτε για ύπνο πλουσιότερος κατά μερικές εκατοντάδες λίρες. Την επόμενη παίζαμε ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου».

Όσο για τον τζόγο. «Είναι ιδιαίτερα ύπουλο πράγμα» λέει κάπου στο βιβλίο του ο Μέρσον. «Ως παίκτης της Άστον Βίλα θυμάμαι μια φορά είχα πει στον Μποσνιτς, τον τερματοφύλακά μας τότε, πως αν με δει να ξαναπαίζω να έρθει και να μου σπάσει το χέρι. Ο Μπόσνιτς είχε τρομοκρατηθεί και φυσικά δεν το έκανε ποτέ. Αναγκάστηκα να το κάνω μόνος μου μια βραδιά που είχα πιει πάρα πολύ και είχα χάσει πολλές χιλιάδες λίρες σε παράνομο στοιχηματισμό. Ήταν καλό παιδί ο Μπόσνιτς. To ίδιο διάστημα μάθαμε δυστυχώς πως είχε εθιστεί κι αυτός στην κοκαΐνη. Ειλικρινά γι’ αυτό δεν ευθυνόμουν εγώ». Στις μέρες μας ο Πολ Μέρσον έχει νικήσει τους δαίμονές του και δουλεύει στο Skysports ως ποδοσφαιρικός αναλυτής. Παράλληλα διηγείται ωραίες ιστορίες από ένα ποδόσφαιρο που -ευτυχώς ή δυστυχώς – δεν υπάρχει πια και φυσικά αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για τα νέα παιδιά που θέλουν να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, για τα πράγματα που πρέπει να αποφύγουν για να πετύχουν τα όνειρά τους.

To κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του Defiance των Dead Moon.

Όταν ο Αμοκάτσι έγινε ήρωας μπαίνοντας μόνος του αλλαγή

  [Καθόλου σχόλια]

Το Κύπελλο Αγγλίας δεν είναι μόνο η αρχαιότερη ποδοσφαιρική διοργάνωση στον πλανήτη. Είναι και ένας θεσμός που μέχρι και σήμερα, στην εποχή της πλήρους εμπορευματοποίησης, συνεχίζει να προσφέρει υπέροχες ιστορίες. Τις περισσότερες φορές οι ιστορίες αυτές εντοπίζονται κάπου ανάμεσα στον 3ο και τον 5ο γύρο της διοργάνωσης. Εκεί δηλαδή που μπαίνουν στον… χορό τα μεγαθήρια της Πρέμιερ Λιγκ, τα οποία συχνά-πυκνά καλούνται να αντιμετωπίσουν παντελώς άγνωστες ομάδες χαμηλών κατηγοριών, που το μπάτζετ τους είναι το μηνιάτικο ενός σούπερ σταρ και το γήπεδο τους δεν θα έπαιρνε έγκριση ούτε για βοηθητικό κάποιου από τα μεγάλα κλαμπ της χώρας. Όχι όμως πάντα. Ο ημιτελικός του 1995, ανάμεσα στην Έβερτον και την Τότεναμ, αποδεικνύει ότι ο θεσμός μπορεί να προσφέρει μοναδικά καλτ σκηνικά ακόμα και στις μονομαχίες των ομάδων της πρώτης κατηγορίας.

Γυρνάμε 23 χρόνια πριν, σ’έναν άλλο Απρίλιο, αυτόν του 1995. Την εποχή εκείνη οι ημιτελικοί δεν διεξαγόταν στο Γουέμπλει, όπως γίνεται εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά σε ουδέτερα γήπεδα σε όλη την Αγγλία. Την ώρα λοιπόν που στο Μπέρμιγχαμ η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ αντιμετώπιζε την Κρίσταλ Πάλας, στον άλλο ημιτελικό η Τότεναμ έπαιζε με την Έβερτον στο ιστορικό Έλαντ Ρόουντ, στο Λιντς. Παρά το γεγονός ότι το ματς διεξαγόταν σε ουδέτερη έδρα, το γήπεδο ήταν κατάμεστο αφού η πιθανότητα συμμετοχής σ’έναν τελικό κυπέλλου Αγγλίας δεν άφηνε ασυγκίνητο κανέναν.

Τα παράδοξα του συγκεκριμένου αγώνα ξεκινάνε πριν καν το πρώτο σφύριγμα του. Η παρουσία της Τότεναμ στον ημιτελικό ήταν μια εξέλιξη που δεν υπήρχε περίπτωση να προβλέψει κανείς στην αρχή της χρονιάς. Ο λόγος ήταν απλός: Η Τότεναμ δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στη διοργάνωση! Σε μια από τις πιο περίεργες υποθέσεις στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ, οι ‘Πετεινοί’ τιμωρήθηκαν πριν ξεκινήσει η σεζόν για οικονομικές παρατυπίες στις οποίες είχε υποπέσει η προηγούμενη διοίκηση της ομάδας. Η αρχική ποινή ήταν κυριολεκτικά εξοντωτική: -12 βαθμοί στο πρωτάθλημα, πρόστιμο 600.000 λιρών και αποβολή από το Κύπελλο εκείνης της χρονιάς! Όπως ήταν αναμενόμενο, η Τότεναμ έκανε έφεση και κατάφερε στο τέλος να πάρει πίσω τους βαθμούς και να της επιτραπεί να αγωνιστεί στο Κύπελλο. Το πρόστιμο όμως όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά έφτασε το 1,5 εκατομμύριο λίρες.

Ματωμένη οικονομικά αλλά με ανεβασμένη ψυχολογία λόγω της επιστροφής των βαθμών, η ομάδα του Λονδίνου έκανε μια από τις καλύτερες σεζόν της εκείνη την εποχή στην Πρέμιερ Λιγκ και έφτασε ως τον ημιτελικό του Κυπέλλου, αποκλείοντας Σάντερλαντ, Σαουθάμπτον και Λίβερπουλ. Η προοπτική ενός τελικού στο τέλος μιας χρονιάς που ξεκίνησε με κλίμα ‘κηδείας’, ενθουσίαζε τους πάντες στο Γουάιτ Χαρτ Λέιν. Κανένας δεν υπολόγιζε όμως τον Ντανιέλ Αμοκάτσι.

H Έβερτον είχε αγοράσει τον 22χρονο επιθετικό εκείνο το καλοκαίρι από τη Μπριζ, έναντι 3 εκατομμυρίων λιρών. Ο Αμοκάτσι είχε γίνει στόχος αρκετών ευρωπαϊκών ομάδων (είχε ακουστεί έντονα και αυτό της Γιουβέντους) καθώς προερχόταν από ένα πολύ καλό Μουντιάλ, στο οποίο είχε σκοράρει και δυο φορές. Ένα γκολ απέναντι στη Βουλγαρία και ένα, πραγματικά πανέμορφο, γκολ στον Χρήστο Καρκαμάνη στις καθυστερήσεις του αγώνα με την εθνική μας ομάδα. “Αυτή ήταν η ομορφότερη ανάμνηση μου με την εθνική ομάδα. Ακόμα και ο διαιτητής μου έδωσε συγχαρητήρια μετά από το γκολ” δήλωσε μετά από χρόνια ο ίδιος.

Λίγο καιρό πριν το Μουντιάλ των ΗΠΑ είχε στεφθεί και πρωταθλητής Αφρικής με τη Νιγηρία, το 1996 κατέκτησε χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, σκοράροντας μάλιστα το νικητήριο γκολ του τελικού με την Αργεντινή ενώ έδωσε το παρών και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998. Η πιο αξέχαστη στιγμή του όμως ήρθε σ’εκείνο το παιχνίδι με την Τότεναμ.

Ήταν το 70ο λεπτό του ημιτελικού και το σκορ ήταν 2-1 υπέρ της Έβερτον. Τα ‘Ζαχαρωτά’ είχαν κυριαρχήσει στο πρώτο ημίχρονο και στο 55′ βρέθηκαν να προηγούνται με 2-0. Δέκα λεπτά μετά όμως, ένα εύστοχα εκτελεσμένο πέναλτι του Γιούργκεν Κλίνσμαν έβαλε ξανά την Τότεναμ στο παιχνίδι. Με τους παίκτες των Λονδρέζων να πιέζουν ασφυκτικά για την ισοφάριση ο Ντανιέλ Αμοκάτσι, που βρισκόταν στον πάγκο και μάλλον δεν είναι οπαδός της φιλοσοφίας “τα καλά έρχονται σ’αυτούς που περιμένουν”, αποφάσισε ότι πρέπει να κάνει κάτι.

“Ο Κλίνσμαν βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση και η πίεση τους ήταν αφόρητη. Ένιωθα ότι μπορούσα να βοηθήσω. Καθόμουν στον πάγκο και άκουγα τον φυσιοθεραπευτή μας που έλεγε στον προπονητή ότι ο Πολ Ρίντεουτ είχε χτυπήσει και έπρεπε να βγει. Ο προπονητής του έλεγε όμως ότι θέλει να του δώσει ακόμα 5 λεπτά για να δει πως θα πάει αλλά δεν υπήρχε καμία βελτίωση και γι’αυτό αποφάσισα να μπω μόνος μου στο παιχνίδι”.

Σε μια στιγμή απόλυτης ποδοσφαιρικής παράνοιας και την ώρα που όλοι ήταν απασχολημένοι με τον Ρίντεουτ, που δεχόταν τις πρώτες βοήθειες δίπλα στην εστία, ο Αμοκάτσι πλησίασε τον 4ο διαιτητή και τον ενημέρωσε πως θα γίνει αλλαγή, λέγοντας το νούμερο του. Εκείνος έκανε ότι ορίζει ο κανονισμός και τα υπόλοιπα είναι Ιστορία. Ο Ντανιέλ Αμοκάτσι μπήκε μόνος του στον αγωνιστικό χώρο σαν να έπαιζε σε κάποιο ματσάκι γειτονιάς με τους φίλους του, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι παιζόταν εκείνη την ώρα ένας κρίσιμος ημιτελικός του Κυπέλλου Αγγλίας, παραβλέποντας ακόμα και το ότι εκείνη τη σεζόν είχε σκοράρει όλο κι όλο ένα γκολ κι αυτό 7 μήνες πριν, στις πρώτες αγωνιστικές της Πρέμιερ Λιγκ!

Η πρωτοβουλία του αποδείχτηκε τελικά ανέλπιστα ευεργετική. Δώδεκα λεπτά μετά την είσοδο του, η Έβερτον έκανε μια οργανωμένη επίθεση από τα δεξιά, έγινε μια σέντρα στο δεύτερο δοκάρι και από εκεί ο Νιγηριανός επιθετικός την έστειλε με το κεφάλι στα δίχτυα. Λίγα λεπτά μετά και την ώρα που στον πάγκο ο προπονητής του, Τζόε Ρόιλ, προσπαθούσε ακόμα να χωνέψει τα όσα ζούσε εκείνη τη μέρα, η ομάδα του ξεχύθηκε στην αντεπίθεση από τα αριστερά, o προωθημένος Γκάρι Άμπλετ γύρισε τη μπάλα στην μικρή περιοχή και εκεί ο ανενόχλητος Αμοκάτσι την έστειλε ξανά στα δίχτυα. 4-1! Η Έβερτον ήταν πλέον στον τελικό και ο Νιγηριανός, του 1 γκολ σε 8 μήνες έως τότε, ήταν ο νέος ήρωας του Γκούντισον Παρκ. Μετά το παιχνίδι ο Ρόιλ συνόψισε την όλη φάση με μια ατάκα: “Ήταν η καλύτερη αλλαγή που δεν έκανα”.

“Έχω μερικές πολύ ωραίες αναμνήσεις από εκείνη την εποχή στην Έβερτον, παρ’όλο που ακόμα και τα γκολ μου επισκιάστηκαν από εκείνη τη φορά που μπήκα μόνος μου αλλαγή” δήλωσε πριν μερικά χρόνια ο Αμοκάτσι σε συνέντευξη του, για να συμπληρώσει: “Όταν μπήκα το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ‘ελπίζω όλο αυτό να πιάσει’ και δόξα τω Θεώ έπιασε, γιατί αλλιώς αυτό θα ήταν το τελευταίο μου ματς με την Έβερτον.”

Το ρίσκο έπιασε, η ομάδα πέρασε στον τελικό και ο Αμοκάτσι ολοκλήρωσε εκείνη τη μαγική εβδομάδα σκοράροντας δυο ακόμα γκολ απέναντι στη Νιούκαστλ. Στο Γουέμπλει η Έβερτον αντιμετώπισε την Γιουνάιτεντ με τον Νιγηριανό να ξεκινάει πάλι από τον πάγκο και να μπαίνει αλλαγή (αυτή τη φορά κανονική, με τη συγκατάθεση του προπονητή του) στο ίδιο ακριβώς χρονικό σημείο, με το σκορ στο 1-0 υπέρ της ομάδας του. Το παιχνίδι τελικά έληξε με αυτό το σκορ. Εκείνο ήταν και το τελευταίο τρόπαιο της Έβερτον μέχρι και σήμερα. Χρυσός σκόρερ της στον τελικό; O Πολ Ρίντεουτ, ο παίκτης τον οποίο αντικατέστησε στον ημιτελικό ο Αμοκάτσι.