Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ισπανικό πρωτάθλημα'

Ένα Φερ Πλέι που Παραλίγο να Στοιχίσει μια Κατηγορία

  [2 Σχόλια]

Βρισκόμαστε στις 2 Νοεμβρίου του 1969 στο Σαντιάγο Μπερναμπέου. Η παντοδύναμη τότε Ρεάλ Μαδρίτης αντιμετωπίζει την καταλανική Σαμπαδέλ. Είναι η εποχή της «Μαδρίδ γιε-γιε», λόγω της δημοφιλίας της ομάδας που έμοιαζε με εκείνη των Μπιτλς. Το ματς είναι άνευρο και έχει μείνει στο 0-0. Η Σαμπαδέλ αμύνεται μαζικά και προσπαθεί να βγει στις αντεπιθέσεις κυρίως με το αστέρι της, τον Περού Θαμπάγια.

Στο 56’ η Σαμπαδέλ είχε κερδίσει ένα φάουλ ακριβώς έξω απ την περιοχή. Ο Θαμπάγια το εκτελεί, η μπάλα χτυπάει στο τείχος, επιστρέφει στο Θαμπάγια που με όλους τους αντιπάλους ακινητοποιημένους μπαίνει στην περιοχή και τσιμπάει τη μπάλα προς το συμπαίκτη του, Παλάου. Ο αμυντικός της Ρεάλ Μαδρίτης Εσπίλδορα πάει να του κάνει τάκλιν, ενώ παράλληλα ο τερματοφύλακας, ο θηριώδης Χουνκέρας, κάνει έξοδο. Οι τρεις παίχτες συγκρούονται και μένουν αναίσθητοι στο χορτάρι του Μπερναμπέου, ενώ ο Θαμπάγια βρίσκεται με τη μπάλα στα πόδια του σε κενή εστία στα τρία μέτρα από τη γραμμή. Εκείνη τη στιγμή κοιτάει τους δύο αντιπάλους και τον συμπαίχτη του και αποφασίζει να πετάξει την μπάλα πλάγιο άουτ. Το Μπερναμπέου σηκώνεται όρθιο να τον χειροκροτήσει, ενώ αυτός έχει πάει πάνω από τους τρεις τραυματίες και ζητάει να μπει το φορείο. Ο Παλάου σηκώνεται αλλά οι Εσπίλδορα και Χουνκέρας φεύγουν με φορείο. Στη θέση τους μπαίνουν Μπετανκόρτ και Θουθουνέγκι ενώ όλη αυτή η ιστορία διαρκεί ένα πεντάλεπτο στο οποίο το γήπεδο δεν έχει σταματήσει να χειροκροτεί το Θαμπάγια. Μετά το πεντάλεπτο στάντινγκ οβέισον, κάθε φορά που ακούμπαγε την μπάλα στο υπόλοιπο ματς ο Θαμπάγια χειροκροτούνταν από το κοινό του Μπερναμπέου. Πράγμα που πριν το ματς φάνταζε αδύνατο.

Ο Περού Θαμπάγια καταγόταν από την Καντάμπρια, από ένα χωριό που λέγεται Κάστρο Ουρδιάλες. Ξεκίνησε να παίζει στην τοπική ομάδα από πολύ μικρός και στα 18 του τον εντόπισε η Ράσιγκ Σαντανδέρ, καθώς ήταν ένας εξτρέμ γρήγορος με ντρίπλα και καλό μακρινό σουτ. Εκεί αγωνίστηκε ως το 1961 οπότε και πήρε μεταγραφή για την Μπαρσελόνα. Ήταν στην εξάδα των παιχτών που ήρθαν στο Καμπ Νόου για να ανανεώσουν τη γερασμένη ομάδα του Ελένιο Ερέρα, μαζί με τους Σαδουρνί, Ελάδιο, Περέδα, Φουστέ, Ριφέ και Θαλδούα.

Στην Μπάρσα έπαιξε 6 σεζόν και είχε 209 εμφανίσεις και 56 γκολ. Η Μπαρσελόνα τότε βρισκόταν στη σκιά της Ρεάλ Μαδρίτης και κέρδισε μόλις ένα κύπελλο αυτά τα έξι χρόνια. Κλήθηκε αρκετές φορές στην εθνική, αλλά καθώς έπαιζε στην ίδια θέση με τον τεράστιο Χέντο και μετά ακολουθούσε στην επετηρίδα ο Λαπέρτα, έπαιξε μόλις δύο παιχνίδια. Κατάφερε όμως να σκοράρει δύο γκολ στο Γιούρο του 1964 κόντρα στην Ιρλανδία, σ’ένα Γιούρο που τελικά κατέκτησε η Ισπανία.

Το 1967 αποχώρησε από την Μπαρσελόνα και πήρε μεταγραφή στη Σαμπαδέλ, αφού δεν ήθελε να αφήσει την Καταλωνία. Τη σεζόν 1969-1970, ήταν πια 32, που για εκείνη την εποχή ήταν υπερβολικά μεγάλος, ειδικά για εξτρέμ. Η Σαμπαδέλ αγωνιζόταν για τη σωτηρία της. Το ματς με τη Ρεάλ Μαδρίτης στο Μπερναμπέου, όπου έκανε εκείνο το φερ πλέι, τελικά η Σαμπαδέλ το έχασε με ένα γκολ του Πίρι στο 89ο λεπτό. Μετά το ματς σε δηλώσεις του απάντησε για τη φάση «Αυτό είναι ποδόσφαιρο, δεν είναι πόλεμος». Ο δημοσιογράφος της ‘Μάρκα’ τον ρώτησε πώς νιώθει ως πρώην παίχτης της Μπαρσελόνα που έλαβε το πιο δυνατό χειροκρότημα που έχει πάρει αντίπαλος στο Μπερναμπέου. Ο Θαμπάγια, ντροπαλός καθώς ήταν, χαμογέλασε και αποχώρησε.

Εδώ με την εθνική στο ματς κόντρα στην Ιρλανδία για το Γιούρο του 1964.

Εκείνο το γκολ στο τέλος της χρονιάς παραλίγο να κοστίσει την κατηγορία στη Σαμπαδέλ, η οποία τερμάτισε μετά από ένα τραγικό δεύτερο γύρο, τρίτη από το τέλος. Έπεφταν τρεις τότε και την έσωσε η διαφορά γκολ με την ισόβαθμη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια. Η Σαμπαδέλ είχε για ένα γκολ καλύτερη διαφορά από την Ντέπορ. Ο Θαμπάγια αποχώρησε στο τέλος αυτής της σεζόν από τη Σαμπαδέλ, πηγαίνοντας στην Οβιέδο, επιστρέφοντας έτσι στη γενέτηρά του, την Καντάμπρια.

Εκείνο το καλοκαίρι όμως, η Ουνέσκο τον κάλεσε στο Παρίσι για να του παραδώσει το διεθνές βραβείο φερ πλέι για την κίνησή του στο Μπερναμπέου. Τα έξοδα του ταξιδιού τα πλήρωσε η Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ ο ίδιος ο Θαμπάγια είπε μετά ότι η παραλαβή αυτού του βραβείου ήταν η πιο άβολη στιγμή της ζωής του. Ο Θαμπάγια μπορεί να μη μνημονεύεται ως παίχτης στην ιστορία του ισπανικού ποδοσφαίρου, όμως εκείνο το φερ πλέι ήταν τόσο σπουδαίο που η Ισπανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου έχει ονομάζει το δικό της ετήσιο βραβείο Φερ Πλέι «Βραβείο Περού Θαμπάγια», προς τιμήν του. Και προς τιμήν μιας ενέργειας που παραλίγο να στοιχίσει μια κατηγορία.

Τι συνέβη με τον Εμιλιάνο Γκουρουσέτα;

  [2 Σχόλια]

O Γκουρουσέτα σε παιχνίδι της Βαλένθια με τη Μπέτις

Η πανάκριβη BMW έχασε τον έλεγχο, έχοντας στις ρόδες της υπερβολική ταχύτητα, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την Παμπλόνα. Μερικά λεπτά πριν φτάσει στον τελικό της προορισμό. Ο δρόμος ήταν εξωπραγματικά γλιστερός και η καταρρακτώδης βροχή που έπεφτε απ’ το προηγούμενο βράδυ έκανε την οδήγηση υπερβολικά δύσκολη ακόμα και για τον πιο έμπειρο οδηγό αγώνων. Πόσο μάλλον για κάποιον που ούτε επαγγελματίας οδηγός ήταν και -όπως παραδέχτηκαν φίλοι και συγγενείς- ήταν και ένας μέτριος, στα όρια του κακού πολλές φορές, οδηγός. Ασχέτως αν η αγάπη του για τις πανάκριβες BMW, και την υπερβολική ταχύτητα, ήταν αντιστρόφως ανάλογη με τις ικανότητές του πίσω απ’ το τιμόνι. Το όνομά του ήταν Εμιλιάνο Γκουρουσέτα. Το βασικό του επάγγελμα, διαιτητής αγώνων ποδοσφαίρου στις μεγάλες κατηγορίες της Ισπανίας. Άλλωστε στην Παμπλόνα ο Γκουρουσέτα πήγαινε για να διευθύνει ακόμα μία ποδοσφαιρική αναμέτρηση για το πρωτάθλημα του 1987. Στους τραπεζικούς του λογαριασμούς βρέθηκαν μεγάλα ποσά που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν απ’ τον μισθό του διαιτητή, σε μια εποχή που αυτοί δεν κέρδιζαν υπερβολικά χρήματα, αλλά ούτε και απ’ την μικρή επιχείρηση πώλησης αθλητικών ειδών που είχε στο όνομά του στη νότια Ισπανία. Ο Βάσκος διαιτητής δεν είχε καθόλου καλό όνομα σε μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού της Λα Λίγκα και οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ της εποχής είχαν μόλις ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου μην αφήνοντας τίποτα στην αφάνεια, τόσο για τον ίδιο, όσο και για κάθε εμπλεκόμενο.

Αυτό που αναδύθηκε αμέσως στην επιφάνεια των κακόβουλων φυλλάδων, αυτών που κυκλοφορούν έχοντας ως κύριο μέλημα τον κιτρινισμό, λες και διαβάζεις οπαδικό ελληνικό σάιτ της δικής μας χώρας, ήταν μια μακρινή ιστορία απ’ το κύπελλο Ισπανίας του 1970, με τα ονόματα της Ρεάλ Μαδρίτης και της Μπαρσελόνα να δεσπόζουν με μεγάλα γράμματα στη λεζάντα. Όχι απαραιτήτως και οι δύο για κακό λόγο. Ήταν άλλωστε ακόμα η εποχή του «Μαδρίτη κακή – Βαρκελώνη καλή» όπως έγραψε μοναδικά στο βιβλίο του «Φόβος και Παράνοια στη Λα Λίγκα» o Σιντ Λόου. Στον προημιτελικό του κυπέλλου εκείνης της σεζόν οι δύο σπουδαίες ομάδες, χωρίς να βρίσκονται σε καλή αγωνιστική κατάσταση, κάτι που φανερώνει φυσικά και το γεγονός πως ήταν η πρώτη φορά μετά το 1951 που καμία εκ των δύο δεν είχε τερματίσει στην πρώτη τριάδα του βαθμολογικού πίνακα, βρέθηκαν στον προημιτελικό, εκεί που θα έλυναν τις μεγάλες -και άλυτες εδώ και δεκάδες χρόνια- διαφορές τους, σε διπλούς αγώνες. Η Ρεάλ είχε επικρατήσει της Μπαρσελόνα με 2-0 στο Μπερναμπέου, και ήταν πολλοί αυτοί που θεωρούσαν πως η ρεβάνς του Καμπ Νου θα ήταν απλά μια τυπική διαδικασία για την πρόκριση. Αυτό που δεν λογάριαζε κανείς ήταν το όνομα του Γκουρουσέτα ως ο «Άρχων της αναμέτρησης» στην πρώτη του -ουσιαστικά- μεγάλη παράσταση ως διαιτητής.

Η Μπαρσελόνα ήταν απολαυστική στο πρώτο ημίχρονο και βρέθηκε να προηγείται με 1-0 χάρις στο τέρμα του Κάρλος Ρέσακ. Οι παίκτες της Ρεάλ ήταν ασύνδετοι, και κουρασμένοι, και το δεύτερο γκολ των Καταλανών έδειχνε να είναι θέμα χρόνου. Όσοι παρακολουθούσαν την αναμέτρηση, απλά περίμεναν να δουν την μπάλα να καταλήγει για δεύτερη φορά στα δίχτυα της Ρεάλ και μετά να ακολουθεί η κατάρρευσή της. Όλοι φυσικά υπολόγιζαν δίχως τον νεαρό διαιτητή της αναμέτρησης. Ο παίκτης της Ρεάλ, Μανουέλ Βελάσκες, θα κάνει μια όμορφη ντρίμπλα, εκτός της περιοχής της Μπάρσα, και εκεί που θα αρχίσει να χάνει την μπάλα, θα κάνει μια Ολυμπιακών προδιαγραφών βουτιά που θα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο Γιώργο Σκαλέρη να νιώσει λίγος και ταπεινός. Ο Γκουρουσέτα δεν θα το σκεφτεί καθόλου και θα δείξει πέναλτι σε μια φάση που δεν υπήρξε καν ανατροπή, και αυτή η ανατροπή, αν έγινε, που δεν έγινε, ήταν εκτός της περιοχής. Το 1-1 έδωσε ουσιαστικά την πρόκριση στους Μαδριλένους και ώθησε τους Καταλανούς, με μπροστάρη τον Ρέσακ, να αποχωρήσουν απ’ το γήπεδο αηδιασμένοι, με τους οπαδούς να προσπαθούν να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο για να λιντσάρουν τον διαιτητή. Μερικοί μάλιστα το κατάφεραν και κυνήγησαν για αρκετά μέτρα τον Γκουρουσέτα αλλά και τους βοηθούς του. Η ψύχραιμη αντίδραση του Άγγλου προπονητή της Μπάρσα, Βικ Μπάκινγχαμ, έστειλε τους παίκτες και πάλι στο γήπεδο, τους οπαδούς και πάλι στην κερκίδα, και ουσιαστικά βοήθησε ώστε να τελειώσει ομαλά η αναμέτρηση. Η Μπάρσα ήταν γι’ ακόμα μια φορά αδικημένη.

Η Ισπανική ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τιμώρησε με 6 αγωνιστικές τον Γκουρουσέτα, όχι όμως για την κακή του απόδοση στην αναμέτρηση αλλά επειδή «έχασε» τον έλεγχο του αγώνα και είδε τους παίκτες της Μπάρσα να αποχωρούν απ’ το γήπεδο, υποβαθμίζοντας το ίδιο το άθλημα. Λίγες μέρες μετά την αναμέτρηση, ο Γκουρουσέτα οδηγούσε καμαρωτός μια καινούργια, και πανάκριβη, BMW στους δρόμους του Μπιλμπάο. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε από χείλη ποδοσφαιρόφιλων της χώρας πως ο νεαρός διαιτητής είχε πάρει χρήματα από τη διοίκηση της Ρεάλ, ώστε να «στήσει» την αναμέτρηση του Καμπ Νου. Το εν λόγω γεγονός δεν έφτασε ποτέ σε κάποια δικαστική αίθουσα, αλλά η πορεία του Βάσκου διαιτητή, μέχρι και το τέλος του, στους δρόμους της Παμπλόνα, δικαίωνε πολλούς σε συζητήσεις ωστόσο «καφενειακού» επιπέδου. Ο Γκουρουσέτα βέβαια συνέχισε να αλλάζει τις BMW σαν τα πουκάμισα, κυκλοφορώντας πάντα ντυμένος στην πένα. Απ’ την άλλη, οι εχθροί του πολλαπλασιάζονταν κάθε αγωνιστική που τον έβλεπαν να σφυρίζει σε κάποιο γήπεδο. Ο Βάσκος ήταν πλέον το κόκκινο πανί για μεγάλη μερίδα των φιλάθλων της χώρας.

Οι επικριτές ένιωσαν δικαιωμένοι (όσοι τουλάχιστον δεν τον είχαν ξεχάσει) στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και λίγο πριν σκάσει σαν βόμβα η «Υπόθεση Μπόσμαν». Ένας Βέλγος μάνατζερ, μιλώντας στην τηλεόραση σε μια εκπομπή με θέμα την διαφθορά στο ποδόσφαιρο, παραδέχτηκε πως το 1984 ο πρόεδρος της Άντερλεχτ, Κόνσταντ Βαν ντεν Στοκ, είχε δωροδοκήσει τον Γκουρουσέτα (που ήταν πλέον διεθνής διαιτητής), για τον δεύτερο αγώνα της ομάδας του κόντρα στην Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ, για τον ημιτελικό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Η σφαγιαστική διαιτησία του Γκουρουσέτα, βοήθησε τους Βέλγους να κερδίσουν με 3-0, ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου αγώνα. Το ποσό που είχε πάρει ο Βάσκος διαιτητής κάτω απ’ το τραπέζι, σύμφωνα με τον Βέλγο μάνατζερ, είχε αγγίξει, σε σημερινά χρήματα, τις 25.000 ευρώ. Το χειρότερο βέβαια ήταν πως τον είχε οδηγήσει ακόμα και σε απειλές για τη ζωή του, από τους διαμεσολαβητές που είχαν βοηθήσει ώστε να στηθεί το όλο εγχείρημα. Αν φυσικά δεν κρατούσε κλειστό το στόμα του. Η ΟΥΕΦΑ τελικά τιμώρησε την Άντερλεχτ με διετή αποκλεισμό από τις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ο Γκουρουσέτα είχε αρχίσει να χάνει το χαμόγελό του και να νιώθει για πρώτη φορά πραγματικό φόβο.

Στο βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα, Φιλ Μπολ «Morbο: Η ιστορία του Ισπανικού Ποδοσφαίρου» που κυκλοφόρησε το 2003, υπάρχει μια ιστορία για το θέμα, που, ίσως, ξεδιαλύνει αρκετά ένα μέρος αυτού του σίριαλ. Ίσως και όχι. Ο Μπολ περιγράφει εκείνη τη φορά που βρισκόμενος σε κάποιο σαλόνι ξενοδοχείου, και ενώ παρακολουθούσε ποδόσφαιρο, είδε κοντά του τον ένα εκ των βοηθών του Γκουρουσέτα, από το παιχνίδι του 1970. Ας δούμε τι γράφει ο ίδιος: «Τον ρώτησα για το παιχνίδι και μου απάντησε πως απλά κράτησε την σημαία του κάτω. Ήταν φανερά μεθυσμένος και ίσως ταλαιπωρημένος. Του ζήτησα ευγενικά να τον κεράσω ένα ποτό και να μιλήσουμε για τον Γκουρουσέτα και για εκείνο το περίεργο παιχνίδι. Δεν δέχθηκε αμέσως και -σχεδόν- με έβρισε. Μου έχουν προσφέρει ένα σωρό χρήματα για να μιλήσω και θες να το κάνω εδώ σε εσένα; Σχεδόν γέλασε ειρωνικά. Ο Εμίλιο ήταν φίλος μου. Δεν είναι σωστό να μιλάμε για κανένα νεκρό. Δεν ήξερα για καμία BMW, ούτε γι’ ακριβά ρούχα και χρήματα».

Προσπάθησε να φύγει και πάλι. Ο Μπολ σχεδόν τον ικέτευσε να μείνει. Για λίγο ακόμα. Ο βοηθός του Γκουρουσέτα συνέχισε: «Βγάλε τα δικά σου συμπεράσματα. Εγώ δεν αγόρασα ποτέ ακριβό αυτοκίνητο και για να ξέρεις… τον έπιασαν. Τον έπιασαν. Τι εννοούσε δεν το κατάλαβα ποτέ. Ούτε με άφησε ποτέ να του ξαναμιλήσω. Ποιοι τον έπιασαν; Μήπως κάποιοι τον έβγαλαν κιόλας απ’ τη μέση; Έλεγξε κάποιος τα φρένα της BMW εκείνο το βράδυ; Κανένας δεν το είχε κάνει. Κανένας δεν νοιάστηκε ποτέ ξανά. Η υπόθεση παραμένει ακόμα ανοιχτή αλλά ουσιαστικά έχει κλείσει. Όπως και το πρόβλημα με τις κακές διαιτησίες για τις μικρές ομάδες. Με τα χρόνια και η Μπαρσελόνα πέρασε στην απέναντι όχθη και εντάχτηκε και αυτή με τους δυνατούς. Με το Σύστημα. Τι συνέβη ακριβώς με τον Γκουρουσέτα δεν θα το μάθουμε ποτέ».

Μια μπαλάντα για τον Φλορεντίνο Πέρεθ

  [11 Σχόλια]

Ήταν Μάιος του 2004 όταν ο Κάρλος Κεϊρόζ απολύονταν απ’ την ηλεκτρική καρέκλα του προπονητή της Ρεάλ Μαδρίτης. «Ήταν ένα απ’ τα μεγαλύτερα λάθη που έχω κάνει» δήλωσε ο πρόεδρος της ομάδας, Φλορεντίνο Πέρεθ. «Νομίζαμε πως η ομάδα δεν είχε ανάγκη από κάποιον που πρέπει να χτυπά το χέρι στο τραπέζι. Μεγάλο λάθος». Κάπως έτσι, ο Χοσέ Αντόνιο Καμάτσο, έφτασε στη Μαδρίτη για να αντικαταστήσει τον Κεϊρόζ. Με λίγα λόγια, για να γίνει ο άνθρωπος που θα τραβούσε το «χαλινάρι» των «Γκαλάκτικος» τη χρονιά που θα ακολουθούσε. Όχι όμως κάποιων απλών και ταπεινών παικτών, αλλά αυτών που είχαν μάθει να λειτουργούν και να συμπεριφέρονται ακριβώς όπως τα πιο κακομαθημένα παιδιά ενός, ανήμπορου να τα συνετίσει, πάμπλουτου πατέρα. Φυσικά και δεν ήταν ακόμα μία δύσκολη αποστολή. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Μια αποστολή αυτοκτονίας, με ποσοστό να βγει εις πέρας πιο χαμηλό κι απ’ του φετινού ΠΑΟ, πίσω από τα 6.75, στο μπάσκετ.

Τον Σεπτέμβριο του 2004, και πριν τον αγώνα με την  Εσπανιόλ, ο Καμάτσο αποφασίζει να μην χρησιμοποιήσει τον Ντέιβιντ Μπέκαμ και τον αρχηγό της ομάδας, Ραούλ. Λογικά επειδή δεν είχε καταλάβει ακόμα πως λειτουργεί ένας προπονητής της Ρεάλ Μαδρίτης. Η Ρεάλ θα ηττηθεί με 1-0 αλλά δεν ήταν αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα. Εκπρόσωποι της adidas θα διαμαρτυρηθούν, επισήμως μάλιστα, στον Πέρεθ για την μη συμμετοχή του Άγγλου σούπερ σταρ (που είχε τεράστιο συμβόλαιο με την εταιρεία τους), παρουσιάζοντας αναλυτικά πόσα χρήματα είχαν χάσει. Φυσικά και το μεγάλο αφεντικό ανέλαβε αμέσως δράση. Χωρίς πολλές σκέψεις και χρονοτριβές. Ο Καμάτσο κατάλαβε. «Επόμενος προπονητής είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ βαθύτατα. Ο Μαριάνο Γκαρσία Ρεμόν. Του ευχόμαστε καλή τύχη. Στη Ρεάλ έχουμε μάθει να κάνουμε υπομονή. Ο Μαριάνο έχει όσο χρόνο θέλει για να φτάσουμε και πάλι σε μεγάλους θριάμβους». Με αυτή τη λιτή δήλωση, ο ισχυρός άνδρας της ομάδας, καλωσόριζε τον νέο προπονητή αλλά ουσιαστικά αναποδογύριζε την κλεψύδρα του χρόνου του. Οι δημοσιογράφοι είχαν ήδη αρχίσει, γελώντας, να βάζουν στοιχήματα πόσο θα άντεχε ο νέος προπονητής. Ένα μήνα; Δύο μήνες; 20 μέρες; Μία βδομάδα; Όλα ήταν πιθανά.

Η ιστορία θα συνεχιστεί με μπόλικες δόσεις παρασκηνίου σαν μυθιστόρημα γραμμένο απ’ τον Φρανσουα Φορεστιέ, όχι για κάποια σπουδαία ομάδα ποδοσφαίρου όπως είναι η Ρεάλ Μαδρίτης αλλά για την πολιτική κατάσταση των ΗΠΑ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Ήταν η εποχή που o Ρονάλντο (ο Βραζιλιάνος) είχε πάρει αρκετά κιλά και -όπως ήταν λογικό- είχε αρχίσει να χάνει την φόρμα του. Τα άρθρα των εφημερίδων, κυρίως αυτών που βρίσκονται απέναντι, μιλούσαν όλο και περισσότερο για τα νυχτοπερπατήματα του Βραζιλιάνου παρά για τα τέρματα και τα τσαλιμάκια του. Δίπλα σε όλα αυτά, τα γόνατά του πονούσαν, και πάλι, υπερβολικά. Ο Ρεμόν θα επιλέξει να τον αφήσει στον πάγκο για το ματς με την Σεβίλλη. Ο Ρονάλντο άλλωστε δεν μπορούσε να αγωνιστεί, εκείνη την εποχή, για πάνω από 20-30 λεπτά και η Ρεάλ θα γνωρίσει ακόμα μία ήττα. Ο Φλορεντίνο Πέρεθ,  θα τηλεφωνήσει αμέσως στον προπονητή Ρεμόν. Βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση και ακολουθεί ο παρακάτω σύντομος διάλογος που φανερώνει πολλά για το πως διαχειρίζεται αυτές τις καταστάσεις ο πανίσχυρος άνδρας των Μαδριλένων.

(Ντριν. Ντριν. Ντριν)

«Παρακαλώ»

«Ποιος νομίζεις πως είσαι και αφήνεις τον Ρονάλντο στον πάγκο.»

«Είμαι ο προπονητής».

«Ξέρεις τι συμβόλαια υπάρχουν»

«Σας είπα. Είμαι ο προπονητής. Το θέμα είναι καθαρά αγωνιστικό»

(Τουτ. Τουτ. Τουτ)

Την επόμενη μέρα θα βρεθεί και αυτός χωρίς δουλειά. Επόμενος άτυχος ο Βαντερλέι Λουξεμπούργκο, μπας και σώσει ακόμα μία χρονιά που έδειχνε να οδηγείται και αυτή προς την καταστροφή. Το πρόβλημα φυσικά και δεν ήταν οι προπονητές, άλλωστε και ο Λουξεμπούργο έφυγε τρεις μήνες αργότερα, ως αποτυχημένος. Όπως όλοι εκείνο το διάστημα. Η Ρεάλ Μαδρίτης μπορεί να διέθετε ένα σωρό πρωτοκλασάτους ποδοσφαιριστές αλλά κανένας προπονητής δεν μπορούσε να δουλέψει με την ησυχία του, προσπαθώντας να τους κάνει ομάδα. Πραγματική ομάδα. Ήταν αδύνατο. Πολλές φορές, για να χωρέσουν όλοι οι σούπερ σταρ στην βασική 11αδα, η ομάδα κατέβαινε στο γήπεδο με μόλις ένα κόφτη, στον άξονα, και πέντε επιθετικούς μπροστά του. Λες και έφτιαχνε το σύστημα νεαρός φοιτητής σε παιχνίδι στο FIFA. Στο amateur. Στο κανονικό ποδόσφαιρο αυτά δεν μπορούν να γίνουν. Ούτε γίνεται να βγάζει την βασική 11αδα ο πρόεδρος και οι χορηγοί. Ή μάλλον γίνεται αν λειτουργείς όπως η Ρεάλ Μαδρίτης εκείνης της περιόδου. Ο Πέρεθ, απ’ την άλλη, όσο έβλεπε τα έσοδα να μεγαλώνουν δεν μπορούσε να μην νιώθει ικανοποιημένος. Γνώριζε άλλωστε καλύτερα απ’ τον καθένα πως όταν δεν μπορείς να κερδίσεις τίτλους είναι καλό να κερδίζεις χρήματα. Η Ρεάλ Μαδρίτης μπορεί να μην κέρδιζε τίτλους αλλά είχε καταφέρει να ακούγεται παντού το όνομά της επειδή, πολύ απλά, είχε παίκτες όπως ο Ζιντάν, ο Φίγκο, ο Ραούλ, ο Μπέκαμ, ο Ρονάλντο και ο Μάικλ Όουεν. Ομάδα-όνειρο; Εμπορικά ναι.

«Είμαι ο πρόεδρος της Ρεάλ Μαδρίτης. Δεν θέλω όμως να με βλέπετε έτσι. Θέλω να είμαι για όλους εσάς ένας απλός επιστάτης. Ο άνθρωπός σας. Ο συνεχιστής μιας  κληρονομιάς που ανήκει σε όλους τους Μαδριλένους». Αυτή είναι η δήλωση του Πέρεθ μετά τη νίκη του στις εκλογές για την προεδρία της ομάδας το 2000. Μια δήλωση στα όρια του φθηνού λαϊκισμού. Τότε είχε υποσχεθεί να εξαλείψει το τεράστιο χρέος που είχε η ομάδα και να φέρει στην ομάδα τον ηγέτη της αιώνιας αντιπάλου, Μπαρτσελόνα, τον Λουίς Φίγκο. Αν φυσικά κέρδιζε. Ουσιαστικά δεν ρίσκαρε αλλά τζόγαρε. Τζόγαρε το οικονομικό του μέλλον. Και κέρδισε μιας και αυτά που είχε υποσχεθεί δεν μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορους τους φίλους της ομάδας. Ο Φλορεντίνο Πέρεθ είναι ο άνθρωπος που μεγάλη μερίδα, και της δικής μας χώρας, θα μπορούσε άνετα να ταυτιστεί μαζί του. Ο πρόεδρος που δεν τον νοιάζει αν θα τον σέβεσαι – αρκεί να τον φοβάσαι. Ο άνθρωπος που θα πάρει πάντα αυτό που θέλει. Με κάθε τρόπο. Ηθικό και ανήθικο. Όπως προστάζει δηλαδή ο σύγχρονος πρωταθλητισμός. Κάπως έτσι έφτασε να επανεκλεγεί το 2004 με το συντριπτικό 95%, ρυθμίζοντας το χρέος, με τις πλάτες της Μαδρίτης και του κράτους, και αγοράζοντας κάθε καλοκαίρι από ένα σούπερ σταρ. Ο κόσμος άλλωστε πάντα θα θαμπώνεται απ’ τα λαμπερά φώτα, ασχέτως αν πίσω τους κρύβουν το πιο πηχτό σκοτάδι. Αυτό δεν νοιάζεται άλλωστε να το δει.

Ας δούμε μια όχι και τόσο γνωστή παλιά ιστορία. Ο διευθυντής της εφορίας της Ισπανίας, από το 1998 μέχρι το 2001, Ρουίθ Θαραμπό, αφηγείται μια ιστορία, όταν διεξαγόταν έρευνα απ’ τη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος για ένα σωρό οικονομικά σκάνδαλα που δίπλα τους υπήρχε το όνομα της Ρεάλ Μαδρίτης. «Ο Πέρεθ είχε μπει στα γραφεία του Υπουργείου Οικονομικών και ζήτησε να δει τον Γ.Γ Ενρίκε Χιμένεθ-Ρέινα. Ο δεύτερος τον δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Ο Πέρεθ εισέβαλε στο γραφείο και άρχισε να βρίζει θεούς και δαίμονες. Μιλούσε μάλιστα με τόσο υποτιμητικό τρόπο στον Ρέινα λες και δεν είχε μπροστά του κάποιο σημαντικό πρόσωπο αλλά τον τελευταίο υπάλληλο της εταιρείας του. Κάτι που και πάλι θα ήταν λάθος. Τον θυμάμαι, φεύγοντας, να απειλεί πως αν δεν σταματήσει αμέσως η έρευνα, θα πάρει την ομάδα και θα αποχωρήσει από το πρωτάθλημα». Απ’ ότι βλέπετε αυτά τα τραγελαφικά δεν συμβαίνουν μόνο στη δική μας χώρα. Και δε το αναφέρω για ελαφρυντικό. Τα σκάνδαλα και οι υποθέσεις διαφθοράς φυσικά και δεν σταμάτησαν ποτέ να απασχολούν τον Πέρεθ και τη Ρεάλ Μαδρίτης μέχρι και τις μέρες και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, αλλά πάντα, ο ισχυρός άνδρας καταφέρνει να βγαίνει αλώβητος. Αυτή είναι άλλωστε η μοίρα όλων των ισχυρών.

Το πιο ανήθικο απ’ όλα όμως δεν είναι ούτε ο πλήρης έλεγχος του ισπανικού Τύπου και η προπαγάνδα υπέρ του ίδιου, ούτε οι διάφοροι μαφιόζοι που κατά καιρούς μπορεί να διακρίνει κανείς δίπλα του, στις θέσεις «επισήμων» του Σαντιάγκο Μπερναμπέου αλλά το γεγονός πως ουσιαστικά έχει καταφέρει, με την πολιτική του, να εξελιχθεί σε ισόβιο πρόεδρο της ομάδας. Οι παράλογες απαιτήσεις που πλέον υπάρχουν για να μπορέσει κάποιος να θέσει υποψηφιότητα απέναντί του, τού δίνουν ουσιαστικά, την δυνατότητα να μην μπορεί να απειληθεί από κανένα. Πρώτον: οι οικονομικές απαιτήσεις-εγγυήσεις, που ζητά και ρυθμίζει ο ίδιος ο Πέρεθ, και που δεν μπορούν να υλοποιηθούν από κανένα, και δεύτερον: To γεγονός πως κάποιος που θα έχει την απαιτούμενη οικονομική επιφάνεια (λέμε τώρα) θα πρέπει παράλληλα να έχει συμπληρώσει και -τουλάχιστον- 20 χρόνια ως επίσημο μέλος της ομάδας. Κάπως έτσι έχει αποκτήσει την δύναμη να λειτουργεί ως ο απόλυτος «άρχοντας» της ομάδας, να αλλάζει τους προπονητές σαν τα πουκάμισα, και να αγοράζει ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί (όχι πάντα σε καθαρά αγωνιστική αξία). Η πρώτη έλευση πάντως του Ζιντάν έδειξε πως είχε διορθώσει αρκετά απ’ τα λάθη, αφήνοντάς τον να δουλέψει για τρία σερί χρόνια και κατακτώντας τρία σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών πριν επιστρέψει και πάλι στις επιλογές των αναλώσιμων (και αποτυχημένων) Λοπετέγκι και Σολάρι.

Η φετινή σεζόν ξεκίνησε με πολλά λάθη και εξελίχθηκε σε ναυάγιο. Ο Ζιντάν επέστρεψε ως Μεσσίας και ο Φλορεντίνο Πέρεθ είναι πανέτοιμος να του δώσει να διαχειριστεί ένα ποσό που θα αγγίζει τα 500.000.000 ευρώ ώστε να φέρει στην ομάδα το καλοκαίρι, όχι αυτούς που θέλει ο ίδιος ο Ζιζού, αλλά αυτούς που γουστάρει ο ίδιος ο Πέρεθ. Τον Εμπαπέ, τον Αζάρ, τον Πογκμπά, τον Θάνος απ’ το Infinity War των Anengers. Απ’ την άλλη εγώ, ακόμα και τον Ζιντάν, δεν μπορώ να τον βλέπω να στέκεται πλέον δίπλα στον Πέρεθ. Τον αγαπημένο μου Ζιζού. Το τονίζω. Τον σπουδαιότερο μαέστρο. Τον τεράστιο αυτό αρτίστα που χόρευε (και) στο Μπερναμπέου, με το νούμερο-5 στην πλάτη, κάνοντας ακόμα και εκείνη την ιδιαίτερη φαλάκρα, να μοιάζει με άγιο -ποδοσφαιρικό- φωτοστέφανο. Προσωπικά πρόεδροι όπως ο Φλορεντίνο Πέρεθ μου προκαλούν αποστροφή μιας και πρεσβεύουν όλα αυτά που βρίσκονται ακριβώς απέναντι από αυτά που θέλω εγώ να βλέπω στο ποδόσφαιρο, στον αθλητισμό και κατ’ επέκταση στην κοινωνία. Αυτοί που εκμεταλλεύονται τις ομάδες χωρίς να τις πονούν. Αυτοί που χαίρονται για τους τίτλους τους ξέροντας πως για να αποκτηθούν έχουν διαλυθεί ιδανικά. Ο πρόεδρος που φέρνει όποιον θέλει, διώχνει όποιον θέλει, σε απολύει αν δεν πας με τα νερά του, σε απειλεί αν σε δει απέναντι. Τα χειρότερα είδωλα ενός κατεστραμμένου αθλητισμού σε ένα σπασμένο καθρέφτη.

Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Πικέ

  [2 Σχόλια]

Στο βιβλίο του «Ολυμπιακό Σαμποτάζ» ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν γράφει, αναφερόμενος στους Καταλανούς ηγέτες: «Ο αρχηγός είναι ένας αναγκαίος παραλογισμός στην πολιτική αγορά που κινητοποιεί ερωτευμένους φαντασιόπληκτους». Ο Μανόλο ως γνήσιο τέκνο της πόλης της Βαρκελώνης και φανατικός οπαδός της Μπαρσελόνα, ήξερε πάρα πολύ καλά την ψυχολογία της Καταλωνίας, της Βαρκελώνης και της Μπάρσα. Μια κοινωνία και ένας σύλλογος που έψαχνε πάντα έναν ηγέτη να συσπειρωθεί γύρω του. Από την εποχή του Θέσαρ, του Κουμπάλα, του Κρόυφ, του Μαραντόνα και τελευταία του Μέσι, η νοοτροπία του Καταλανού, στα σπορ και έξω από αυτά, είναι ότι χρειάζεται όχι μόνο ένα κίνητρο ή στόχο, αλλά και ένα πρόσωπο να το εκφράσει και να συσπειρώσει τους άλλους γύρω του.

Στα Βόρεια σύνορα της Καταλωνίας, εκεί στο τριεθνές με τη Γαλλία και τη Βασκωνία στα βουνά, υπάρχει το μοναδικό κράτος που έχει επίσημη γλώσσα τα Καταλανικά. Η Ανδόρα κρυμμένη στα Πυρηναία μπορεί να είναι ανεξάρτητο κράτος, όμως η ζωή της είναι αρκετά πιο συνδεδεμένη με την Ισπανία και κυρίως την Καταλωνία, απ’ότι με τη Γαλλία. Ο ποδοσφαιρικός της σύλλογος αγωνίζεται στις ισπανικές κατηγορίες και από το 1942 που ιδρύθηκε φοράει τα χρώματα της σημαίας της χώρας: κίτρινο, κόκκινο και μπλε. Το γήπεδο της βρίσκεται στην πρωτεύουσα Ανδόρα λα Βέλια (η παλιά είναι αυτό) και μοιάζει με υπέροχο επαρχιακό γήπεδο χωμένο στα βουνά, με μια προκάτ κερκίδα των 500 θέσεων.

Δε μιλάμε για κάποιο μεγαθήριο που χάθηκε στις σελίδες της ιστορίας. Το πιο ψηλά που έχει φτάσει ποτέ είναι στην τρίτη κατηγορία, τερθέρα διβισιόν τότε, ενώ συνήθως παίζει στις τοπικές καταλανικές κατηγορίες. Και λογικό θα μου πείτε, αφού εκεί ο κόσμος ασχολείται με το σκι, το μπάσκετ, τα αφορολόγητα ψώνια και τις τράπεζες. Όχι ακριβώς ποδοσφαιρικό σκηνικό. Ώσπου το 1994 συνέβη κάτι συγκλονιστικό. Η μικρούλα Ανδόρα στο κύπελλο Καταλωνίας πέταξε εκτός στα ημιτελικά την Μπάρσα του προπονητή Κρόιφ, του Στόιτσκοφ, του Ρομάριο (εντάξει, δεν έπαιζαν αυτοί, αλλά μη χαλάμε την ιστορία). Στον τελικό κέρδισε την Εσπανιόλ με 4-2 στα πέναλτι και κατέκτησε το μοναδικό της τίτλο. Μετά επέστρεψε στα κυβικά της και σταδιακά έπεσε στην αφάνεια και τα τελευταία δύο χρόνια σχεδόν στη διάλυση.

Είναι λίγο κωμικό να λέμε ότι σε ένα κράτος (μέχρι πρόσφατα) φορολογικό παράδεισο, ο ποδοσφαιρικός του σύλλογος μπορούσε να διαλυθεί για χρέος €200.000, όμως η κατάσταση ήταν αυτή. Ο προπονητής είχε μείνει με 10 μόλις παίχτες και κανέναν άλλον στο τεχνικό τιμ, καθώς όλοι οι υπόλοιποι είχαν μείνει απλήρωτοι τόσο καιρό που δεν πήγαιναν πια στις προπονήσεις. Εκεί λοιπόν που χανόντουσαν η σωτηρία ήρθε από την ‘Κόσμος’. Η εταιρία του Ζεράρ Πικέ έκανε προσφορά στο Υπουργείο Αθλητισμού της Ανδόρας και μετά από την ολοκλήρωση της γραφειοκρατίας πήρε το πλειοψηφικό πακέτο του συλλόγου. Η υπουργός, Όλγα Ζελαμπέρτ, δήλωσε, «Εδώ ο κόσμος είναι κατά 70-80% οπαδοί της Μπαρσελόνα και η άφιξη του Ζεράρ Πικέ του δίνει μεγάλη χαρά και αισιοδοξία».

Ο Πρεσιδέντε φουτούρο της Μπαρσελόνα επεκτείνει τις δραστηριότητες της ‘Κόσμος’ που πλέον ασχολείται με 5 διαφορετικούς τομείς: Το ποδόσφαιρο με την Ανδόρα, το τένις με την ανάληψη της διοργάνωσης του Ντέιβις Καπ, τα ηλεκτρονικά σπορ σε συνεργασία με μια θυγατρική της Κονάμι, τα μίντια μέσω της πλατφόρμας «The Players Tribune» και την εστίαση με 4 διαφορετικά εστιατόρια (και σε αυτό στη Μαδρίτη να έχει συνέταιρο τον Σέρχιο Ράμος). Ο Πικέ είναι από τους ποδοσφαιριστές που διαχειρίζονται με τον καλύτερο τρόπο τα χρήματα που βγάζουν απ’ το ποδόσφαιρο και επεκτείνεται επιχειρηματικά σε πολλούς τομείς με επιτυχία. Παράλληλα εκπαιδεύεται στα καλύτερα πανεπιστήμια για να μπορεί να διαχειρίζεται την περιουσία του και τις επιχειρήσεις του ο ίδιος. Είναι χαρακτηριστικό το πώς χτίζει τόσα χρόνια τη ζωή του τόσο στο επιχειρηματικό κομμάτι, όσο και στο πως φτιάχνει το προφίλ του μελλοντικού προέδρου της Μπαρσελόνα.

Αγοράζοντας την Ανδόρα άλλαξε άμεσα πάρα πολλά στο αγωνιστικό κομμάτι. Έκανε 10 μεταγραφές και έφερε στον πάγκο τον φίλο του και παλιό παίχτη της Μπάρσα, Γκάμπρι. Μαζί του στο προπονητικό τιμ θα είναι ο επίσης παλιός μπλαουγράνα, Ζουρκέρα. Ο Ζουρκέρα δήλωσε ότι πέρα από το γεγονός ότι ο Πικέ είναι φίλος του, τον έπεισε το ίδιο το πρότζεκτ αφού αυτοί που θα το τρέξουν δείχνουν πραγματικά να ενδιαφέρονται. Με την τοποθέτηση του Γκάμπρι στον πάγκο, που είχε εκπαιδευτεί στη Μασία ως παίχτης και μετά έπαιξε και στον Άγιαξ, όπου ξεκίνησε και προπονητικά, γίνονται ξεκάθαρες οι αγωνιστικές προθέσεις της ‘Κόσμος’. Αυτός ο σύνδεσμος Μπαρσάγιαξ, που λένε και εδώ, βασίζεται στις βάσεις και τις ιδέες που έφερε ο Κρόυφ στη Βαρκελώνη και συνεχίζει να επεκτείνεται. Και αν η Μπάρσα έχει αφήσει αρκετά πίσω της αυτή τη νοοτροπία, οι προθέσεις του πρεσιδέντε φουτούρο είναι ενδεικτικές μέσω αυτού του πρότζεκτ.

Στο διοικητικό κομμάτι πάντως προτίμησε να υπάρχει μια συνέχεια. Παρόλο που ο Πικέ θα είναι ο πρόεδρος, ή τέλος πάντων κάποιος της ‘Κόσμος’, καθότι δεν είναι τόσο ξεκάθαρο ακόμα αυτό, ο παλιός πρόεδρος Αλμπέρτ Φερέ παραμένει στο Δ.Σ. Προφανώς εκτιμήθηκε το γεγονός ότι στη θητεία του μείωσε το χρέος και κυρίως αύξησε τα μέλη του συλλόγου από 12 (δώδεκα ολογράφως) σε 280. Το μεγαλύτερο από τα πολλά σχέδια που έχει η ‘Κόσμος’ για το σύλλογο είναι η κατασκευή ιδιόκτητου γηπέδου. Αυτό θα είναι πραγματικά δύσκολο και δαπανηρό δεδομένου του πόσο βράχο έχει η περιοχή. Βέβαια ήδη έχει πείσει νυν (Μέσι) και παλιούς (Φάμπρεγας) συμπαίχτες του να αγοράσουν μετοχές της Ανδόρας.

Αριστερά ο Ισίδρε Γαρίκα, αρχηγός της ομάδας που κέρδισε το κύπελλο Καταλωνίας το 1994. Δεξιά ο μάγειρας του εστιατορίου που σπονσοράρει την ομάδα.

Η εξαγορά του Ποδοσφαιρικού Συλλόγου Ανδόρα από την εταιρία του Πικέ είναι μια καλά μελετημένη κίνηση του ίδιου. Μπαίνει στο χώρο της ιδιοκτησίας ενός συλλόγου με σκοπό να δώσει στην Καταλωνία άλλο ένα ποδοσφαιρικό σημείο αναφοράς πέρα από την ίδια την πόλη της Βαρκελώνης και εσχάτως τη Ζιρόνα. Και καθώς δεν είναι η πρώτη επιχείρηση που ανοίγει στα Πυρηναία, όπου έχει και σπίτι, δείχνει μ’αυτόν τον τρόπο πως θέλει να κάνει μια βάση επιχειρήσεων εκεί, ενώ η ομάδα θα είναι μια αφορμή να πηγαίνει ο κόσμος προς τα εκεί και για άλλους λόγους, πέρα από το να κάνει σκι και ν’ αγοράσει αφορολόγητα τσιγάρα και ποτά.

Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι: Η «μικρή πάπια» του Μπιλμπάο

  [4 Σχόλια]

Το Μπιλμπάο είναι μια πόλη που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Εκτός της τεράστιας ιστορίας της Αθλέτικ και αυτών που πρεσβεύει για τη Χώρα των Βάσκων, όντας η τελευταία σύγχρονη -και επαγγελματική- ομάδα που στέκεται πιστή στις αξίες της -και αντιστέκεται- γεμίζοντας περηφάνια τους οπαδούς της, ο κόσμος της περιοχής λατρεύει το άθλημα ως αυτό που είναι πραγματικά. Ένα υπέροχο και πανέμορφο σπορ που βγάζει στον καθένα που το ζει, είτε ως παίκτης και προπονητής είτε ως φίλαθλος και ορκισμένος οπαδός, πολλά συναισθήματα. Ευχάριστα και δυσάρεστα. Το ποδόσφαιρο άλλωστε είναι μια μικρογραφία της ζωής, και ως τέτοιο, περικλείει τα πάντα. Όλα αυτά τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει κάποιος μέσα σε ένα 24ώρο, μπορεί να τα βιώσει σε μόλις 90 λεπτά ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Ελπίζω να συμφωνούμε.

H αγάπη των Βάσκων για το ποδόσφαιρο, σύμφωνα πάντα με Ισπανούς δημοσιογράφους της εποχής, ξεκίνησε γύρω στο 1890, όταν Βρετανοί εργάτες στα διαλείμματα της εργασίας τους, έβγαζαν τις μπλούζες τους, χωρίζονταν σε ομάδες και έστηναν τα πρώτα «ντέρμπι» σε Βασκικό έδαφος. Φυσικά και οι ντόπιοι άρχισαν δειλά-δειλά να γίνονται θεατές αυτού του πρωτόγνωρου θεάματος, με αρκετούς, πιο τολμηρούς, να προσπαθούν -ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια- να πάρουν μέρος στο παιχνίδι. Η πρώτη μάλιστα καταγεγραμμένη ποδοσφαιρική αναμέτρηση, σε εφημερίδα της εποχής, είναι αυτή ανάμεσα σε μια ομάδα πλούσιων Βάσκων φοιτητών, που είχαν επιστρέψει απ’ το Κέιμπριζ, και σε μια ομάδα Βρετανών εργατών. Το παιχνίδι έλαβε χώρα στην περιοχή Λαμιάκο, του Μπιλμπάο, και οι «ξένοι» εργάτες επικράτησαν των φοιτητών με διαφορά 5 τερμάτων. Το ακριβές σκορ δεν το μάθαμε ποτέ, μιας και οι τοπικές φυλλάδες είχαν σταθεί «στην διαφορά των 5 γκολ» με αρκετούς ντόπιους, που είχαν την τύχη να ζήσουν αυτή την αναμέτρηση, να δηλώνουν πως αυτό έγινε επειδή οι ντόπιοι φοιτητές δεν είχαν σκοράρει κανένα τέρμα και οι εφημερίδες δεν ήθελαν να γράψουν αυτό το «ντροπιαστικό 5-0». Φυσικά και την αλήθεια δεν την μάθαμε ποτέ. Και ούτε πρόκειται.

Ήταν Μάιος του 1894 άλλωστε, και ουδείς περίμενε πως το ποδόσφαιρο θα εξελιχθεί σε αυτό που είναι στις μέρες μας, με την πλειοψηφία να μην το παίρνει και τόσο σοβαρά, πιστεύοντας μάλιστα πως θα καταλαγιάσει αυτή η εφήμερη «τρέλα». Εις μάτην, μιας και τέσσερα χρόνια αργότερα, μερικοί φοιτητές από αυτούς που είχαν πάρει μέρος σε εκείνη την αναμέτρηση, θα ιδρύσουν την Αθλέτικ Μπιλμπάο και θα χαρίσουν -άθελά τους- ένα νέο πάθος σε χιλιάδες Βάσκους της περιοχής. 16 χρόνια αργότερα, ένας κοντοπίθαρος, και αδύνατος νεαρός, θα φορέσει για πρώτη φορά την φανέλα της Αθλέτικ. Το όνομά του, Ραφαέλ Μορένο Αρανθάρντι.

Ο Αρανθάρντι γεννήθηκε το 1892 στο Μπιλμπάο και είχε το προνόμιο να είναι ο γιος του δημάρχου της πόλης και ανεψιός του σπουδαίου Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, σπουδαίου ποιητή, συγγραφέα και φιλόσοφου της εποχής. Ο Αρανθάρντι βέβαια, από πολύ μικρός, δεν έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για το διάβασμα και προτιμούσε να περνά τον ελεύθερο χρόνο του στα μέρη που σύχναζαν και έπαιζαν ποδόσφαιρο οι Βρετανοί εργάτες της περιοχής. Πολύ γρήγορα μάλιστα, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο μαζί τους, προσπαθώντας να ξεπατικώσει τις περίτεχνες ενέργειές τους. Τότε ήταν που του κόλλησαν και το παρατσούκλι που τον ακολούθησε όλα τα χρόνια που έπαιξε ποδόσφαιρο. Το ύψος του (που μετά βίας έφτανε το 1.50), σε συνδυασμό με το πολύ αδύνατο σώμα του, και την εξαιρετική του τεχνική, ήταν αυτά που έκαναν τους συμπαίκτες του να τον ονομάσουν «Πιτσίτσι» που σημαίνει «μικρή πάπια». Φέρτε στο μυαλό σας τον Ραχίμ Στέρλινγκ να τρέχει με τη φανέλα της Σίτι και ίσως είναι ακόμα πιο εύκολο να καταλάβετε το ποδοσφαιρικό στυλ του. Eγώ, κάπως έτσι τον φαντάζομαι να τρέχει, ζαλίζοντας τους αντιπάλους του.

Ο Πιτσίτσι, για την ιστορία, ήταν ο πρώτος σπουδαίος σούπερ σταρ, ολόκληρου του Ισπανικού ποδοσφαίρου, με εκατοντάδες ανθρώπους να τον ακολουθούν όπου κι αν έπαιζε ποδόσφαιρο. Με τον καιρό έγινε ακόμα πιο γνωστός, και αγαπητός, λόγω και της λευκής μπαντάνας που φορούσε στο κεφάλι, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο. Σύμφωνα με φίλους και συμπαίκτες, αυτή η κίνηση, ήταν ένα δείγμα σεβασμού ως προς αυτούς που του δίδαξαν το άθλημα που αγάπησε. Το ποδόσφαιρο. Πολλοί εργάτες της εποχής, άλλωστε, δούλευαν φορώντας μπαντάνες, στο κεφάλι, για να προστατεύουν -τι άλλο;- τα μαλλιά τους. Υπάρχει βέβαια ακόμα μία εκδοχή που λέει πως ο Πιτσίτσι την φορούσε επειδή έκανε πολλές κεφαλιές και έτσι προστάτευε -όσο αυτό ήταν δυνατό- το δικό του κεφάλι, μειώνοντας τον πόνο από τις σκληρές -και βαριές- μπάλες της εποχής. Το παράδοξο είναι πως αν και υπερβολικά κοντός είχε σκοράρει πολλά γκολ με φοβερές κεφαλιές.

Σε μια περίοδο που δεν υπήρχε πρωτάθλημα Ισπανίας (μιλάμε άλλωστε για την δεκαετία 1910-1920) ο Πιτσίτσι κατάφερε να γίνει ο κορυφαίος παίκτης, και σκόρερ της εποχής, μέσα απ’ το Κύπελλο Ισπανίας και τα διάφορα ανεπίσημα τουρνουά -και πρωταθλήματα- που έπαιρνε μέρος η Αθλέτικ Μπιλμπάο, φορτώνοντας τα δίχτυα των αντιπάλων με ένα σωρό τέρματα σπάνιας ομορφιάς και ζαλίζοντας τους αμυντικούς της εποχής με τις απίστευτες ντρίμπλες που έκανε. Την δεκαετία που έπαιξε ποδόσφαιρο κατάφερε να κερδίσει το Κύπελλο Ισπανίας 4 φορές (σε 6 συμμετοχές σε Τελικό). Ήταν μάλιστα ο πρώτος παίκτης που σκόραρε χατ-τρικ σε Τελικό Κόπα Ντελ Ρέι (το 1915) με μόλις 5 παίκτες να έχουν καταφέρει κάτι παρόμοιο από τότε. Σκόραρε -σχεδόν- τόσα γκολ όσες και οι συμμετοχές του, κατακτώντας μάλιστα και το ασημένιο μετάλλιο με την Ισπανία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920, σε μια διεθνή καριέρα που είχε κρατήσει δύο εβδομάδες, έχοντας 1 γκολ σε 5 συμμετοχές. Δύο χρόνια αργότερα, και ενώ έχει αποφασίσει στα 29 του να ακολουθήσει καριέρα διαιτητή, η ζωή του θα κοπεί απότομα όταν θα προσβληθεί από τύφο βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη την Ισπανία που είχε χάσει τον πρώτο της μεγάλο σούπερ σταρ από τον χώρο του ομαδικού αθλητισμού.

Στο Μπιλμπάο εννοείται πως υπάρχει δρόμος με το όνομά του και άγαλμα στο Σαν Μαμές, που λειτουργεί και ως τόπος «προσκυνήματος» για όλους τους «πιστούς ποδοσφαιρόφιλους» που επισκέπτονται το ιστορικό γήπεδο για να δουν ένα παιχνίδι της Αθλέτικ. Το 1953 η Ισπανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία θα δώσει το όνομά του -ως δείγμα υψίστης τιμής- στο βραβείο του πρώτου σκόρερ των δύο μεγάλων κατηγοριών αν και όλες οι παραπάνω τιμές δεν φτάνουν, με τίποτα, την επόμενη που θα διαβάσετε παρακάτω και που φυσικά δείχνει, με τον καλύτερο τρόπο, την επιρροή που είχε ο σπουδαίος παίκτης στις Τέχνες και τον Πολιτισμό μιας χώρας με σπουδαία κουλτούρα, αλλά και πόσο σημαντικός ήταν ο Πιτσίτσι για την εξέλιξη του ποδοσφαίρου της Ισπανίας. Ας δούμε όμως τι έγραψε ο  Φιλ Μπολ στο βιβλίο του «Morbo» για την φωτογραφία που υπάρχει στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου. Του έργου Τέχνης δηλαδή που απεικονίζει τον Πιτσίτσι και τον έρωτά του με φόντο πάντα το ποδόσφαιρο.

«Ο Πιτσίτσι είναι μια σπουδαία μορφή τόσο διάσημη, όσο ένας κορυφαίος ταυρομάχος. Ο θρήνος του ποιητή Φεντερικο Γκαρθία Λόρκα για τον Ιγνάθιο Σάντσεζ Μεχίας, που σκοτώθηκε τη δεκαετία του ’20 «Las Cinco de la tarde» (Στις 5 το απόγευμα), έκανε τεράστια αίσθηση και θεωρείται δικαίως ένα απ’ τα σπουδαιότερα ποιήματα της Ισπανίας. Ό,τι είναι δηλαδή για τη συνεισφορά των σπορ στην Τέχνη ο πίνακας του Βάσκου καλλιτέχνη Αουρέλιο Αρτέτα με τίτλο «Πιτσίτσι», για τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή. Σε αυτό τον πίνακα ο Μορένο τεμπελιάζει, κάπως προκλητικά, και λίγο ανήσυχα, πάνω στον άσπρο φράχτη του παλιού εδάφους Γιολασέτα, με τον λαιμό του να γέρνει προς το (φωτεινό) αντικείμενο του πόθου του, τη μέλλουσα γυναίκα του. Η μακριά και λεπτή πλάτη της είναι απαλή και κυρτή με ιδιαίτερα αισθησιακό τρόπο και τα μάτια της αποκλίνουν διακριτικά απ’ τον καλλιτέχνη, σαν οι προθέσεις του διάσημου ποδοσφαιριστή να μη συμβαδίζουν με τους κανόνες συμπεριφοράς εκείνης της μακρινής εποχής, με το ραντεβού να μην έπρεπε να γίνει στο ημίχρονο. Πριν το Μουντιάλ του ΄98 ο Βάσκος μέσος της Αθλέτικ, Τζουλέν Γκερέρο (και αντικείμενο του πόθου για μεγάλη μερίδα του γυναικείου πληθυσμού της χώρας) φωτογραφήθηκε σε παρόμοια στάση με την κοπέλα του, με φόντο το μουσείο Γκουγκενχάιμ στη Νέα Υόρκη. Η αδεξιότητα του Γκερέρο έδωσε ακόμα μεγαλύτερη αξία στο αυθεντικό».

Κάτι σαν του όνομα του βραβείου για τον πρώτο σκόρερ. Όσα σπουδαία ονόματα κι αν το κατέκτησαν, δεν γίνεται να φτάσουν τον Πιτσίτσι -όχι για καθαρά ποδοσφαιρικούς λόγους- αλλά επειδή ο Πιτσίτσι ήταν ο πρώτος σούπερ σταρ ποδοσφαιριστής σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο ήταν όντως κάτι μοναδικό, αληθινό, και αμόλυντο σαν την νοοτροπία που -ευτυχώς- κουβαλά ακόμα μαζί της η Αθλέτικ Μπιλμπάο και παίκτες όπως ο Πιτσίτσι -και η ιστορία τους- θα μας τη θυμίζουν. Τον περασμένο Σεπτέμβρη μάλιστα ανέβηκε σε κεντρικό Θέατρο στο Μπιλμπάο μιούζικαλ με τη ζωή του σπουδαίου ποδοσφαιριστή, φέρνοντας τις νέες γενιές (ποδοσφαιρόφιλων και θεατρόφιλων) σε πρώτη επαφή με τη ζωή του. Έγραψα άλλωστε και πιο πάνω για την κληρονομιά που άφησε στον πολιτισμό της χώρας.

To κείμενο γράφτηκε (για ακόμη μία φορά) υπό τους ήχους του Gustavo Santaolalla.

Αν ο Ντιέγκο Σιμεόνε σου πει ότι σε συγχώρεσε, μην τον πιστέψεις

  [8 Σχόλια]

Ήταν ένα σημαντικό παιχνίδι στο Σαν Μαμές στις 8 Δεκεμβρίου του 1996. Η τοπική Αθλέτικ και η Ατλέτικο Μαδρίτης, σε ένα κακό αγωνιστικό χώρο έδιναν μάχη σε ένα πρωτάθλημα που κατέληξαν κι οι δύο να κερδίζουν την έξοδό τους στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Μόλις στο 5ο λεπτό, η μπάλα φεύγει προς το πλάγιο. Ο Ντιέγκο Σιμεόνε την καλύπτει. Πίσω του έρχεται το μεγάλο ταλέντο της Μπιλμπάο. Το καμάρι των Βάσκων, το ομορφόπαιδο που στα 22 του ήδη είχε τέσσερις γεμάτες χρονιές με το πλούσιο μαλλί, το γλυκό πρόσωπο και την σπουδαία τεχνική. Ο Ζουλιέν Γκερέρο.

Ο Βάσκος κάνει ένα τάκλιν, περισσότερο για την τιμή των όπλων, για να δυσκολέψει τον Αργεντίνο χαφ. Ο Σιμεόνε, πανέξυπνος, έχει ήδη καταλάβει σαν να έχει μάτια στην πλάτη την κίνηση του αντιπάλου του. Κανονικά, ο οποιοσδήποτε παίκτης αφήνει απλά την μπάλα να βγει έξω. Ο Σιμεόνε όμως θέλει από το 5′ να δείξει ποιος είναι το αφεντικό στο ματς. Πατάει πάνω στο πόδι του αντιπάλου, χωρίς καμία αμφιβολία αν έχει πρόθεση και στη συνέχεια σηκώνει και το χέρι για να δείξει ότι το πλάγιο είναι δικό του. Οι ζωντανές εικόνες της τηλεόρασης φέρνουν το αιματοβαμμένο πόδι του Γκερέρο στα σπίτια όλης της Ισπανίας που σοκάρεται. Ο Γκερέρο δηλώνει ότι το χτύπημα έγινε επίτηδες και λέει ότι δεν θέλει να μιλήσει «για αυτό το άτομο». Ο Σιμεόνε βγαίνει στην αντεπίθεση με δικές του δηλώσεις:

«Αυτός που πονάει είμαι εγώ. Εκμεταλλεύτηκαν αυτή την κατάσταση για να πουν βλακείες. Μόνο εγώ γνωρίζω αν είχα πρόθεση να τραυματίσω τον Ζουλιέν Γκερέρο. Αυτός έπεσε στο έδαφος χωρίς πρόθεση να πάει στην μπάλα, προσπάθησα να τον αποφύγω και είχα την ατυχία να τον βρω στο πόδι»

Το δράμα του πόνου και της ατυχίας δεν φαίνεται να συγκινεί την ισπανική λίγκα πάντως, καθώς τιμωρεί τον Αργεντίνο με τρεις αγωνιστικές και πρόστιμο 100.000 πεσέτες. Είναι ένα από τα χτυπήματα που μένουν αξέχαστα στο ισπανικό ποδόσφαιρο. Ο πρόεδρος της Αθλέτικ αποκαλεί τον Σιμεόνε «δημόσιο κίνδυνο», αλλά ο Χεσούς Χιλ στηρίζει τον παίκτη του λέγοντας ότι όλα αυτά γίνονται επειδή χτύπησε το χρυσό αγόρι του Μπιλμπάο που κανείς δεν πρέπει να το αγγίζει και θυμάται τα δύο πέναλτι που δεν έδωσε ο διαιτητής στην Ατλέτικο στο ματς.

Τρεις μήνες αργότερα, η Μπαρσελόνα υποδέχεται την Ατλέτικο Μαδρίτης για έναν αγώνα του Κόπα ντελ Ρέι. Είναι 26 Φεβρουαρίου του 1997 και ο τσολιάς που ακούει στο όνομα Φερνάντο Κόουτο  πηδάει στον αέρα σε μία διεκδίκηση με τον Τσόλο Σιμεόνε. Ο Πορτογάλος βγαλμένος από ταινίες πολεμικών τεχνών μπορεί να μη το κατέχει το τόπι, αλλά δείχνει σπάνια προσόντα του ταλέντου του πατώντας στον αέρα τον μηρό του Αργεντίνου. Ο Σιμεόνε πέφτει κάτω και χρειάζεται να κάνει ράμματα στο ματωμένο του πόδι. Το δράμα του συγκινεί λιγότερο από αυτό του Ζουλιέν Γκερέρο, πολλοί χαμογελούν με ικανοποίηση (ειδικά στη χώρα των Βάσκων) καθώς είναι μια ποδοσφαιρική θεία δίκη. Το αίμα στο πόδι του Αργεντίνου δεν προκαλεί τέτοια έκρηξη, ο Κόουτο απλά παίρνει μια κίτρινη από τον διαιτητή Μεχούτο Γκονθάλεθ.

Ο Σιμεόνε το παίζει κουλ. Λέει ότι δεν θέλει η Ατλέτικο να ζητήσει τη δίωξη του παίκτη. «Πρέπει να δώσουμε το παράδειγμα, αν και την προηγούμενη φορά την πληρώσαμε. Αυτό πρέπει να γίνει ένα μάθημα σε όλους, ώστε να καταλάβουν ότι τα πράγματα πρέπει να μένουν μέσα στο γήπεδο. Όλα τελειώνουν με τον διαιτητή να βλέπει κάτι ή να μην το βλέπει». Σαν να βλέπεις τον Τζον Πέσι να λέει πως ό,τι γίνεται στο Βέγκας, μένει στο Βέγκας.

Αυτό που δεν καταλαβαίνει ο κόσμος βέβαια είναι ότι ο Σιμεόνε δεν το βλέπει… χριστιανικά. Τα «πράγματα που πρέπει να μένουν στο γήπεδο» δεν σημαίνουν συγχώρεση, «ασ’το να πάει στο διάολο» ή κάτι τέτοιο. Ή έστω, aς πούμε ότι αν ο Σιμεόνε είναι αρκετά θρήσκος, μάλλον προτιμά την Παλαιά Διαθήκη κι όχι την Καινή. Κι ο Αργεντίνος το απέδειξε αρκετούς μήνες αργότερα. Το καλοκαίρι του 1997 μετακομίζει στην Ιταλία και την Ίντερ. Έναν χρόνο αργότερα, ο Φερνάντο Κόουτο σε μια ακόμα σπουδαία (και κομματάκι ανεξήγητη γιατί προσωπικά δεν τον θεωρούσα ιδιαίτερα καλό παίκτη) μεταγραφή του πηγαίνει στην φοβερή Λάτσιο του Σβεν Γκόραν Έρικσον.

Τότε που δεν χορταίναμε να βλέπουμε Σέριε Α

Στις 18 Οκτωβρίου του 1998 η Ίντερ του Ζαμοράνο υποδέχεται την Λάτσιο του Σάλας σε έναν χιλιανό εμφύλιο. Είναι μια χρονιά μετριότητας για την Ίντερ που θα καταλήξει στην 8η θέση, σε αντίθεση με την απίστευτη Λάτσιο, με παιχταράδες όπως Μιχαΐλοβιτς, Σέρζιο Κονσεϊσάο, Αλμέιδα και Νέντβεντ, που θα βγει 2η, μόλις έναν βαθμό πίσω από την πρωταθλήτρια Μίλαν. Εκείνο το ματς είναι ένα σόου της Λάτσιο που ανοίγει το σκορ στο πρώτο λεπτό με τον Σάλας. Ο Σάλας αποχωρεί στο 14′ τραυματίας, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους λατσιάλι να κάνουν το 1-3 στο 40′. Ο Σιμεόνε δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Περιμένει τη στιγμή του.

Αυτή έρχεται στο 45′. Μια εναέρια μονομαχία του με τον Κόουτο, όπως αυτή του 1997. Ο Αργεντινός πάει με δύναμη και δίνει μια γερή στο πρόσωπο του Πορτογάλου. Δεν αρκεί. Γυρίζει στον πεσμένο Κόουτο και τον πατάει μεγαλοπρεπώς. Κατόπιν, κάνει ότι πάει να δει πώς είναι και να του δώσει το χέρι. Ο διαιτητής φυσικά δεν συγκινείται και τον αποβάλλει. Η Ίντερ μένει με 10 παίκτες, το σκορ φτάνει στο 2ο ημίχρονο στο 1-5 και τελικά οι γηπεδούχοι εκμεταλλεύονται το χαλάρωμα της Λάτσιο και μειώνουν σε ένα πιο τιμητικό 3-5 με τον Βέντολα. Η εκδίκηση γίνεται πραγματικότητα, ο Σιμεόνε σαν… κύριος αποχωρεί, πιστός στη φιλοσοφία ότι όλα μένουν στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

Ο Αργεντίνος μετά το χτύπημα στον Γκερέρο έφυγε για τα γήπεδα της Ιταλίας χωρίς να επισκεφτεί ξανά το Σαν Μαμές. Γύρισε όμως το 2013 ως προπονητής πλέον της Ατλέτικο. Οι Βάσκοι παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια δεν το ξέχασαν. Τον στόλιζαν σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, με τον Τσόλο να χαμογελάει και να ανοίγει διάλογο (από το 1.35 και μετά στο παραπάνω βίντεο) με αρκετούς εξ αυτών. Πιστός στο «όλα μένουν στο χορτάρι», ο Σιμεόνε δεν αντέδρασε στα «ίχο ντε πούτα» που άκουγε εν χορώ από ανθρώπους μόλις λίγα μέτρα πιο πίσω του. Πιθανότατα γιατί ξέρει ότι τα περισσότερα του αξίζουν και δεν μετανιώνει για τα όσα άθλια έκανε ως παίκτης.

Θα Μας Περάσει Χειρουργείο

  [6 Σχόλια]

Η διαιτησία είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα συζήτησης στην Ελλάδα ποδοσφαιρική πραγματικότητα. Κοράκια, γκρι, αλήτες, χειρούργοι, είναι κλασικοί χαρακτηρισμοί. Εγώ, όπως έχω ξαναγράψει, θεωρώ ότι η διαιτησία παίζει ένα ρόλο κοντά στο 15-20% σε ένα ματς και της δίνεται πολύ περισσότερη σημασία και προβολή από όση αξίζει. Η κουβέντα για τη διαιτησία επίσης γιγαντώνεται όσο στο χορτάρι τα πράγματα, ποιοτικά, είναι από δραματικά έως απαράδεκτα.

Από τους παραπάνω χαρακτηρισμούς θα μείνω λίγο στο «χειρούργοι». Το όνομά του είναι Σέσαρ Νοβάλ, κατάγεται από τη Βαλένθια όπου ζει και δουλεύει. Είναι πλαστικός χειρούργος, με ειδίκευση στις αλλαγές φύλου, και διατηρεί δική του κλινική. Παράλληλα, είναι επόπτης στη Λα Λίγα πλέον, και μετά το Μπαρσελόνα-Σεβίλλη βρέθηκε το Σάββατο και στο Εϊμπαρ-Ρεάλ Μαδρίτης.

Ο Σέσαρ Νοβάλ δεν είναι ένας απλός πλαστικός χειρούργος. Είναι πρώτο όνομα στον κλάδο του, μιλάει σε συνέδρια, έχει κάνει αρκετές έρευνες και έχει λάβει αμέτρητα βραβεία. Πριν ταξιδέψει στο Εϊμπάρ έκανε εγχείριση αλλαγής φύλου σε μόλις 18 ώρες, σε μία μόνο εισαγωγή στο χειρουργείο. Η πελάτισσα μπήκε στο χειρουργείο γυναίκα και βγήκε άντρας στην πρωτοποριακή αυτή εγχείρηση. Ήταν η πρώτη φορά που μια διαδικασία που έπαιρνε πολλαπλές επεμβάσεις, ορμονικές θεραπείες μηνών και σταδιακή προσαρμογή, γινόταν μια και έξω. Μετά από 18 ώρες χειρουργείο ο Νοβάλ πήγε σπίτι, ξεκουράστηκε και μάζεψε τα πράγματά του για να πάει στο Εϊμπάρ.

Ο Νοβάλ έχει δηλώσει ότι το πάθος του για το ποδόσφαιρο είναι όσο αυτό για την ιατρική. Καθώς η Ισπανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου απαγορεύει στους διαιτητές της να κάνουν δημόσια δηλώσεις και να δίνουν συνεντεύξεις, ο Νοβάλ μιλάει για το ποδόσφαιρο στα ιατρικά συνέδρια και τις συνεντεύξεις που του κάνουν για τη δουλειά του. Έτσι έχει δηλώσει ότι δεν έγινε ποδοσφαιριστής αλλά διαιτητής λόγω χρόνου. Δε γίνεται, λέει, και σωστά, να συνδυάσεις την Ιατρική και ειδικά τη χειρουργική με το ποδόσφαιρο ως παίχτης. Δεν υπάρχει χρόνος για προπόνηση, για να είσαι με το γκρουπ της ομάδας συγκεκριμένες ώρες και να παίζεις ένα-δύο ματς τη βδομάδα. Βλέπουμε ότι ο Νοβάλ δεν έχει μιλήσει για την ικανότητά του ως ποδοσφαιριστή, αλλά φαίνεται ότι στόχευε να παίξει σε ψηλό επίπεδο.

Με τη διαιτησία όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Από αυτά που έχει πει δεν έχει θέμα με τον έλεγχο και τη διοίκηση ενός ματς. Άλλωστε προτίμησε να γίνει βοηθός, πλάγιος, επόπτης, λάινσμαν ρε παιδάκι μου και όχι πρώτος διαιτητής. Θέλει να μπορεί να συμμετάσχει στο ποδόσφαιρο στο ψηλό επίπεδο. Όπως άλλωστε χειρουργεί σε επίπεδο να καινοτομεί. Να συμμετέχει στο παιχνίδι με τη Μπαρσελόνα και τη Ρεάλ Μαδρίτης, στη Λα Λίγα και γιατί όχι και στην Ευρώπη. Ήδη έχει «εποπτεύσει» τα Μίντιλαντ-Αστάνα και Στεάουα Βουκουρεστίου-Χάιντουκ Σπλιτ για τα προκριματικά του Γιουρόπα. Αλλά ο Νοβάλ στοχεύει ψηλά. Όπως και σε κάθε τι στη ζωή του.

Ο Νοβάλ δεν είναι ο πρώτος γιατρός διαιτητής, ούτε ο πρώτος γιατρός που διαιτητεύει (εποπτεύει) σε τοπ επίπεδο. Είναι όμως μια μοναδική περίπτωση διότι είναι πρώτο όνομα στην πλαστική χειρουργική, έχει δική του κλινική, χειρουργεί ο ίδιος κάνοντας κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο και απαιτητικό εφευρίσκοντας νέες μεθόδους. Παράλληλα γουστάρει και ασχολείται με τη μπάλα, παίζοντας μάλιστα στα μεγάλα σαλόνια, εκεί άλλωστε που έχει μάθει να κινείται γενικά.

Κοιλίτσα, μπουνιές, ξενύχτια και γκολάρες: Ο Μαραντόνα στη Σεβίλλη

  [3 Σχόλια]

Στο ερώτημα για τον κορυφαίο όλων των εποχών οι απαντήσεις είναι αρκετές. Το Πελέ ή Μαραντόνα μονοπωλούσε για χρόνια τις ποδοσφαιρικές συζητήσεις (με λίγο Κρόιφ ή και μερικούς άλλους), μέχρι που ήρθαν ο Μέσι κι ο Κριστιάνο. Επιχειρήματα υπάρχουν πολλά και κάθε άποψη είναι σεβαστή. Εκεί που δεν τίθεται θέμα κουβέντας είναι για τα όσα συνοδεύουν τις καριέρες όλων αυτών των τεράστιων ποδοσφαιριστών. Το υλικό που υπάρχει για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα είναι τεράστιο με τα όσα γραφικά, συγκινητικά, άσχημα και ωραία έχουν συνοδεύσει τη ζωή του. Σήμερα ο Μαραντόνα έχει γενέθλια και την ώρα που γράφονται τούτες οι γραμμές είναι προπονητής στο Μεξικό. Του χρόνου πιθανόν να είναι κάπου αλλού και να μας έχει δώσει κι άλλα. Προς το παρόν όμως, θα ασχοληθούμε με μία από τις λιγότερες γνωστές περιόδους της καριέρας του. Τότε που ο Ντιεγκίτο μετακόμισε στην Ανδαλουσία και φόρεσε τη φανέλα της Σεβίλλης.

Το Μάρτιο του 1991 ο Μαραντόνα περνάει έλεγχο αντιντόπινγκ μετά από ένα Νάπολι-Μπάρι. Τα αποτελέσματα σοκάρουν τον ποδοσφαιρικό και όχι μόνο κόσμο που δεν γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα για τη Νάπολι και τον Ντιέγκο. Ο Αργεντίνος σταρ έχει κάνει χρήση κοκαΐνης. Η ιταλική Ομοσπονδία τον τιμωρεί με 15 μήνες απαγόρευση. Ο εθισμός του τον έχει γονατίσει. Η καριέρα του και η ζωή του έχουν πιάσει πάτο. Ο Ντιέγκο δεν θέλει να μείνει στην Ιταλία, το περιβάλλον είναι τοξικό πλέον γι’ αυτόν. Κι η ομάδα του όμως η Νάπολι δεν τον θέλει πια μετά την τιμωρία. Οι φημολογούμενες σχέσεις του Μαραντόνα με την Καμόρα κι η κατάσταση στην οποία έχει φτάσει βάζουν σε σκέψεις το σύλλογο.

Μπορεί να μη φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μαρσέιγ, αλλά φέτος έπαιξε στην καταπληκτική διαφήμιση του συλλόγου για τη φανέλα.

Ο 31χρονος πλέον Ντιέγκο δεν έχει τη ζήτηση που φαντάζεται κανείς. Η Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί ενδιαφέρεται και ανάλογα με τι διήγηση η μεταγραφή του χάλασε την τελευταία στιγμή είτε γιατί έκανε πίσω ο πρόεδρος της Νάπολι Κοράντο Φερλιάνο, είτε γιατί ένας μάνατζερ του Ντιέγκο είπε: «Πού θα πας εκεί; Εκεί είναι το ίδιο τρελοί με τους Ναπολιτάνους». Όπως και να έχουν τα γεγονότα πάντως, ο Μαραντόνα δεν κατέληξε στη Μασσαλία. Η ιδέα της επιστροφής στην Μπόκα μεγάλωνε, αλλά τελικά ένα τηλεφώνημα τα άλλαξε όλα. Ήταν ο Κάρλος Μπιλάρδο. Ο άνθρωπος που είχε σημαδέψει σε τεράστιο βαθμό την καριέρα του Ντιέγκο, ο προπονητής της εθνικής Αργεντινής στα Μουντιάλ του 1986 και 1990 και πλέον προπονητής στη Σεβίλλη. «Ντιέγκο έλα εδώ. Η ζωή είναι καταπληκτική και δεν θα νιώθεις πίεση». Ο Μαραντόνα αρχίζει να το σκέφτεται σοβαρά, οι σύλλογοι μπαίνουν σε διαπραγματεύσεις, αλλά η Νάπολι δεν τον αφήνει, φοβούμενη τις αντιδράσεις του κόσμου. Η Σεβίλλη είναι έτοιμη να αποσυρθεί, αλλά ο Μπιλάρδο απειλεί όταν θα παραιτηθεί αν δεν αποκτηθεί ο Ντιέγκο. Οι μέρες περνούν και τελικά με την παρέμβαση της FIFA (που δεν θέλει τον Μαραντόνα δίχως ομάδα) και του προέδρου της αργεντίνικης Ομοσπονδίας δον Χούλιο Γκροντόνα, βρίσκεται λύση και η μεταγραφή του γίνεται πραγματικότητα στις 22 Σεπτεμβρίου του 1992. Ο Ντιέγκο ταξιδεύει από το Μπουένος Άιρες, αισιόδοξος για μια νέα αρχή. Πιστεύει ότι θα κατακτήσει το πρωτάθλημα στην Ισπανία.


Η οικογένεια Μαραντόνα με το εξώφυλλο της Μάρκα: «Η FIFA λέει ναι»

Οι Σεβιγιάνοι εκστασιάζονται. Τα διαρκείας από 25 χιλιάδες φτάνουν τα 40 χιλιάδες κι ο κόσμος ξεχνάει την φυγή του Ζαμοράνο για τη Ρεάλ. Ο Ντιεγκίτο φτάνει στο αεροδρόμιο Σαν Πάμπλο στις 25 Σεπτεμβρίου και σύμφωνα με την As φοράει ένα… κερασί κοστούμι, δηλώνοντας ότι η ευτυχία του ολοκληρώθηκε. Ο Μπιλάρδο χαρακτηρίζει τη μεταγραφή ως «δώρο» γι’ αυτόν. Οι πιο σκεπτικοί σχολιάζουν τους 15 μήνες αποχής από το ποδόσφαιρο, την έλλειψη προετοιμασίας και τα φανερά περιττά κιλά. Ο Μπιλάρδο δεν πτοείται. Του δίνει αμέσως το περιβραχιόνιο κι ο σύλλογος για να ικανοποιήσει τη δίψα του κόσμου, κανονίζει μόλις τρεις ημέρες αργότερα φιλικό με την Μπάγερν Μονάχου.


Με 1.500 πεσέτες ο μέσος Σεβιγιάνος μπορούσε να δει τον Ντιέγκο στο 1ο του παιχνίδι

Ο Ντιεγκίτο φανερά σε κακή φυσική κατάσταση κατεβαίνει στο γήπεδο και κάνει ένα πολύ καλό παιχνίδι. Έχει δοκάρι σε φάουλ, δίνει ασίστ, βγάζει πάσες στον πιτσιρικά Σούκερ και έχει πίσω του τον Ντιέγκο Σιμεόνε να τρέχει και γι’ αυτόν. Η Σεβίλλη κερδίζει την Μπάγερν με 3-1, το Σάντσεθ Πινχούαν γεμίζει αισιοδοξία. Ο Μπιλάρδο έχει προειδοποιήσει ήδη τους συμπαίκτες του μερικές μέρες πριν. «Κύριοι, υπογράψαμε τον Μαραντόνα. Από εδώ και πέρα αυτός είναι μπροστά, εσείς κι εγώ ερχόμαστε μετά. Πρέπει να το καταλάβετε αυτό γιατί ο Ντιέγκο είναι ιδιαίτερος». Οι συμπαίκτες του δεν φέρνουν αντίρρηση. Ο καλύτερος παίκτης του κόσμου έρχεται στην ομάδα τους. Ο Σούκερ θυμάται χαρακτηριστικά: «Τον έβλεπα μικρός στην τηλεόραση και ξαφνικά τρώγαμε μαζί πρωινό και κάναμε μαζί προπόνηση. Προσευχόμουν ότι θα μου μιλήσει μια μέρα, ότι κάτι θα μου πει. Μέχρι που ένα πρωί με φώναξε και μου είπε: ‘δεν θέλω να κοιτάς αριστερά-δεξιά, να ασχολείσαι με κάτι άλλο, θέλω να έχεις το κεφάλι κατεβασμένο, να τρέχεις προς τον τερματοφύλακα κι εγώ θα σου δίνω την μπάλα για να σκοράρεις’». Πράγματι, ο Σούκερ από τα 6 του γκολ στην πρώτη σεζόν με τη Σεβίλλη και τις σχετικά μέτριες εμφανίσεις, σκοράρει 13 φορές την επόμενη. «Δείτε τα γκολ μου, τα περισσότερα είναι έτσι όπως είπε ο Ντιέγκο», δηλώνει.

Η Σεβίλλη από μία επαρχιακή ομάδα, μετατρέπεται σε πόλο έλξης. Κάνει τουρνέ και φιλικά. Δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο ακολουθούν παντού την αποστολή. Ο Πριέτο σε συνέντευξή του στην Ελ Παΐς θυμάται ότι όταν η Σεβίλλη πήγε για φιλικό στο Μπουένος Άιρες με την Μπόκα, ο κόσμος κρεμόταν από τους προβολείς στο δρόμο απλά για να δει τον Μαραντόνα. Στην Τουρκία, η αποστολή δεν μπορούσε να βγει από το αεροδρόμιο. Ο Ντιέγκο κάνει ντεμπούτο στο Σαν Μαμές απέναντι στην Μπιλμπάο. Δεν βγάζει ολόκληρο το ματς εξαιτίας ενοχλήσεων, αλλά κάτω από τα συνεχή σφυρίγματα του κοινού (που θυμάται την κόντρα του Ντιέγκο με τον Γκοϊκοετσέα και ολόκληρη την Μπιλμπάο) βγάζει την ασίστ για το γκολ της Σεβίλλης. Το πρώτο του επίσημο παιχνίδι εντός είναι αυτό με τη Θαραγόθα εντός. Σκοράρει με πέναλτι. Σε κάποιο σημείο του αγώνα, πάει να εκτελέσει ένα κόρνερ. Εκεί υπάρχει ένα αλουμινόχαρτο πεταμένο από ένα σάντουιτς. Ο Μαραντόνα το σηκώνει με το πόδι και κάνει κόλπα.

Ο Ντιέγκο χρειάζεται χρόνο για να βελτιωθεί και τελικά κατά τα τέλη Νοεμβρίου αρχίζει να παίζει ορισμένα εξαιρετικά παιχνίδια. Δεν είναι ο Μαραντόνα του παρελθόντος, αλλά αυτές οι εκλάμψεις μαγείας (και ουσίας, μια που μοιράζει και ασίστ) τον κάνουν αγαπητό στο κοινό της Σεβίλλης. Οι συμπαίκτες του τον θυμούνται με τις καλύτερες αναμνήσεις. Τόσο ποδοσφαιρικά, όσο και στα αποδυτήρια.Το αποκορύφωμα εκείνης της σεζόν και μάλλον και η μεγαλύτερη στιγμή του Ντιέγκο είναι η νίκη με 2-0 επί της Ρεάλ Μαδρίτης. Ένα καταπληκτικό παιχνίδι τόσο από τη Σεβίλλη, όσο και από το Μαραντόνα που μοιάζει βγαλμένος από τις ημέρες του 1986 και κάνει απίστευτα πράγματα:

Οι κακές συνήθειες όμως δεν κόβονται. Ο Μαραντόνα που έχει χάσει 10 κιλά και σε συνέντευξή του λέει ότι δεν βγαίνει μετά τις 10 το βράδυ, ανακαλύπτει τις ομορφιές της νυχτερινής Σεβίλλης. Πολλές φορές καθυστερεί σε προπονήσεις και λέγεται ότι ο Μπιλάρδο μεταφέρει τις προπονήσεις το απόγευμα για να μην αργεί τα πρωινά ο Ντιέγκο. «Τον ακούγαμε όταν έφτανε. Ακούγαμε τη μηχανή της Φεράρι και λέγαμε ‘να ήρθε ο Ντιέγκο'», θυμάται ο Χουάν Μαρταγκόν. Η αστυνομία τον σταματάει αρκετές φορές για υπερβολική ταχύτητα, ενώ κι η διοίκηση βάζει ντετέκτιβ για να ακολουθεί τον Μαραντόνα στα νυχτοπερπατήματά του. Οι εφημερίδες της εποχής γράφουν διάφορα για τις περιπέτειες. Τον Ντιέγκο να τρακάρει, τον Ντιέγκο να μπλέκει σε καβγάδες και άλλα πολλά.

Ο Μαραντόνα σκοράρει πέντε φορές στο πρωτάθλημα και άλλες τρεις στο κύπελλο (ορισμένα γκολ μαγικά) και μέχρι τουλάχιστον τη μέση της σεζόν παίζει καλά. Από εκεί και πέρα όμως τα προβλήματα μεγαλώνουν. Η κακή ζωή φέρνει πίσω και τα παραπινίσια κιλά που έχει χάσει, οι πόνοι αυξάνονται (ο Μαραντόνα υποφέρει στους αστραγάλους από τα χτυπήματα των αντιπάλων και οι συμπαίκτες του λένε ότι προπονείται χωρίς να δένει τα κορδόνια για να μην πονά), σχεδόν καθημερινά κάνει φυσιοθεραπείες και ο αυτοκαταστροφικός χαρακτήρας του αρχίζει να αναλαμβάνει. Ο Αργεντίνος καλείται από τον Άλφιο Μπασίλε στην εθνική μετά από δύο χρόνια και θέλει πάρα πολύ να φορέσει ξανά την αγαπημένη του φανέλα. Η διοίκηση που ήδη είναι εκνευρισμένη με τα καμώματά του, δίνει άδεια να παίξει μόνο σε ένα από τα τρία φιλικά με Βραζιλία και Δανία (το Κόπα Αρτέμιο Φράνκι μεταξύ νικητή Euro και Copa America που γινόταν τότε). Αλλά το να απαγορεύσεις στον Μαραντόνα να παίξει μπάλα δεν είναι εύκολο. Η διοίκηση έχει πάρει τα αυτοκίνητα του ίδιου και του Σιμεόνε. Φεύγουν κρυφά με ταξί, πηγαίνουν αεροδρόμιο, ταξιδεύουν στην Αργεντινή και μετά με πούλμαν στο μέρος που θα γινόταν το φιλικό. Ο Μαραντόνα παίζει και στα τρία ματς και κουρασμένος στο ματς κυπέλλου με τη Λογρονιές σέρνεται. Το γυαλί στις σχέσεις με τη διοίκηση έχει ραγίσει.

Το μόνο που απομένει είναι να ραγίσει και το γυαλί με τον προπονητή. Η χρονιά δεν είναι άσχημη. Η Σεβίλλη από 12η την περασμένη σεζόν, βγαίνει 7η και χάνει στην ισοβαθμία την έξοδο στην Ευρώπη. Η αλήθεια είναι όμως ότι στο δεύτερο μισό η απόδοση του Μαραντόνα πέφτει. Και λίγο πριν το τέλος του πρωταθλήματος έρχεται ένα σοβαρό επεισόδιο με τον Μπιλάρδο. Στο προτελευταίο παιχνίδι της χρονιάς η Σεβίλλη παίζει με την Μπούργος. Ο Ντιέγκο πονάει πολύ και ζητάει από τον κόουτς στο ημίχρονο να τον βγάλει. Ο σκληρός «μυταράς» δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Του ζητάει να κάνει ένεση, ο Μαραντόνα σύμφωνα με τα όσα διηγείται κάνει τρεις παυσίπονες ενέσεις για να βγει να παίξει. Τελικά, μετά από μόλις 8′ στο 2ο, ο Μπιλάρδο τον αντικαθιστά. Ο Ντιέγκο είναι έξαλλος. Πετάει το περιβραχιόνιο και βγαίνει έξω βρίζοντας. Δεν πηγαίνει στον πάγκο, αλλά φεύγει κατευθείαν στα αποδυτήρια. Οι κάμερες της ισπανικής τηλεόρασης τον πιάνουν την ώρα που βρίζει τον Μπιλάρδο και τη μητέρα του. Η Σεβίλλη ισοφαρίζεται στο 89′ και με αυτό το γκολ ουσιαστικά θα χάσει την έξοδο στην Ευρώπη.

Ο κόουτς δεν παίρνει χαμπάρι τις βρισιές του Ντιέγκο, αλλά τις βλέπει το βράδυ στην τηλεόραση. Ο Μπιλάρδο, άνθρωπος όχι τόσο γνωστός για την ηρεμία του, παίρνει βραδιάτικα το αυτοκίνητο και πηγαίνει στο σπίτι του Ντιέγκο. Δεν τον βρίσκει. Έχει πάει βόλτα στη Μαδρίτη. Ο Αργεντίνος κόουτς βράζει μέσα του, αλλά περιμένει. Όπως διηγείται στο περιοδικό Ελ Γκράφικο κανονίζει στην επόμενη προπόνηση μόνο φυσική κατάσταση το πρωί για να μην έχει επαφή με τους παίκτες. Το απόγευμα παίρνει ξανά το αυτοκίνητο και πηγαίνει στο σπίτι του παίκτη του. Με το που ανοίγει ο Μαραντόνα, ο Μπιλάρδο του ρίχνει μπουνιά, ο Μαραντόνα απαντάει και τελικά είναι η σύζυγος του Ντιέγκο που τους χωρίζει. Η Σεβίλλη έτσι κι αλλιώς έχει κινήσει τις διαδικασίες για να διώξει τον Ντιέγκο.

Χάρη και στις φωτογραφίες του ντετέκτιβ (πάνω από 100), γλιτώνει και αρκετά χρήματα, αφού υποστηρίζει ότι ο Ντιέγκο δεν τηρεί το συμβόλαιο. Ο Μπιλάρδο παίρνει το μέρος του παίκτη του, λέγοντας ότι δεν ήξερε τίποτα για τον ντετέκτιβ, ενώ και αρκετοί παίκτες νιώθουν να παραβιάζεται η ιδιωτικότητά τους (σημείωση: Αρκετοί βγαίνουν με τον Ντιέγκο). Η διοίκηση κατηγορεί τον κόουτς ότι κάλυπτε τις απουσίες του Ντιέγκο από τις προπονήσεις. «Δεν είναι σε φυσική κατάσταση ούτε για να παίξει γκολφ», λέει ο ντελ Νίδο, ενώ ο Μαραντόνα απέχει από τις προπονήσεις επειδή του χρωστάνε χρήματα. Αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι του συλλόγου είχαν προτείνει μερικές εβδομάδες πριν να γίνει παίκτης-προπονητής την επόμενη σεζόν, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε γιατί δεν ήθελε να προδώσει τον Μπιλάρδο. Τελικά κι οι δύο αποχωρούν το καλοκαίρι. Η χρονιά στη Σεβίλλη είχε προοπτικές να σώσει την καριέρα του, αλλά ο Μαραντόνα τα χάλασε στο τέλος. Στην Ανδαλουσία πάντως ο κόσμος τον θυμάται με αγάπη και νοσταλγία.

Ο Όσκαρ ντε Μάρκος και το Αντί-Λάικ

  [1 Σχόλιο]

Στο Μπιλμπάο οι άνθρωποι είναι περήφανοι για τρία πράγματα: για την κουζίνα τους, για το μουσείο τους και για την Αθλέτικ Μπιλμπάο. Η Αθλέτικ, που ακόμα και σήμερα την μπερδεύουν με την Ατλέτικο, είναι ένας σύλλογος ιδιαίτερα συμπαθής γενικότερα λόγω της (<κλισέ_αλέρτ>) γνωστής ρομαντικής πολιτικής της περί του ποιος έχει δικαίωμα να φορέσει τη φανέλα της (που δεν είναι και τόσο ρομαντική αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστ). Μέσα σε αυτά τα τυχερά από τη γεωγραφία παιδιά είναι και ο Όσκαρ ντε Μάρκος.

Το δεξί μπακ της Αθλέτικ είναι ένας αρκετά καλός παίχτης, που ξεκίνησε από την Αλαβές πριν κάνει το μεγάλο βήμα για το Μπιλμπάο. Η Βασκωνία είναι μια ζόρικη περιοχή γενικά αλλά το Μπιλμπάο είναι μια πόλη στην οποία ο οποιοσδήποτε ζει άνετα, πόσο μάλλον ένας Βάσκος. Ο Όσκαρ ντε Μάρκος από την αρχή που πήγε, πριν καν καθιερωθεί στην ενδεκάδα, έκανε δύο καλούς φίλους στο σύλλογο: τον Ινιάκι Γουΐλιαμς και τον πρέσβη του συλλόγου (υπεύθυνο διεθνών σχέσεων δηλαδή) Κάρλος Γκουρπέγι. Και οι τρεις αυτοί συμμερίζονταν κάτι κοινό, μια διαφορετική, πιο αλληλέγγυα προσέγγιση για τον κόσμο. Και αν για τον Ινιάκι αυτό ήταν σχετικά εμφανές, καθώς μεγάλωσε ως ένα παιδί μαύρων σε μια κοινωνία όπου η καταγωγή, η ράτσα και το αίμα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, ή για τον Γκουρπέγι ήταν γνωστό αφού από το 2008 έχει ιδρύσει και προεδρεύει της ΜΚΟ «Ανάπτυξη και Ποδόσφαιρο», για τον Ντε Μάρκος δεν ήταν γνωστό.

Και ούτε θα το μαθαίναμε και ποτέ αν κάποιος από τους ανθρώπους που επισκεπτόταν δεν το έβγαζε δημόσια. Στις 28 Αυγούστου κάποιος από το αντικαρκινικό νοσοκομείο παίδων του Μπιλμπάο έκανε μια ανάρτηση στα σόσιαλ μίντια ρωτώντας αν αυτός που επισκέφθηκε τον πάσχοντα από λευχαιμία οχτάχρονο γιο φίλων του ήταν όντως ο Όσκαρ ντε Μάρκος. Η επιβεβαίωση ήταν άμεση από πάρα πολλούς. Του απάντησαν ότι ο Ντε Μάρκος πάει κάθε βδομάδα στο νοσοκομείο και επισκέπτεται τα παιδιά με καρκίνο. Είναι σταθερά εκεί, μιλάει με τα παιδιά, τους γονείς και τους γιατρούς, πηγαίνει πράγματα της Αθλέτικ Μπιλμπάο σε αυτά, τους κάνει παρέα. Μαζί με την επιβεβαίωση υπήρξε και η σχετική θλίψη για το σπάσιμο της ομερτά.

(Εδώ το ποστ από όπου έγινε γνωστό το περιστατικό)

Ο Ντε Μάρκος πήγαινε χρόνια εκεί κάθε Παρασκευή. Και όχι μόνο εκεί. Έκανε παρέα και έδινε κουράγιο σε παιδιά και γονείς χωρίς να το δημοσιεύσει ποτέ. Οι γιατροί, οι νοσοκόμες, οι γονείς και τα παιδιά δεν το έλεγαν. Στους δικούς μας καιρούς που για κάθε νέο κούρεμα ποδοσφαιριστή βγαίνουν 238 ποστς, 3581 ανακοινώσεις και 5837295 μέμες. Εκεί πήγαινε ένα παιδί του συλλόγου τους, του συμβόλου της πόλης τους και ήταν μυστικό. Από σεβασμό στην κίνηση, από τη χαρά που έδινε, από την απουσία υποχρέωσης. Όλοι έχουμε δει πάρα πολλούς αθλητές να πηγαίνουν μετά από αίτημα πασχόντων παιδιών. Να γνωρίσουν το Σουάρες, τον Μέσι, τον Κριστιάνο, τον Αζάρ, κτλ. Βγάζουν τις αντίστοιχες φωτογραφίες, ανεβαίνουν με λεζάντες «η ανθρώπινη πλευρά του…» και όλα καλά. Επίσης, υπάρχει και το επετειακό της επίσκεψης των Χριστουγέννων των συλλόγων σε παιδικά χωριά, ορφανοτροφεία ή νοσοκομεία. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις σαν τον Όσκαρ ντε Μάρκος.

Ο Όσκαρ ντε Μάρκος δεν είναι μόνο ότι δεν το δημοσίευε τόσα χρόνια, αλλά και μετά το ποστ, που έγινε θέμα σε όλες τις αθλητικές και πολιτικές εφημερίδες, δε βγήκε να πει τίποτα. Είναι κάτι που κάνει από μόνος του και δεν έχει σχέση με την εικόνα του. Όταν τον ρώτησαν σχετικά σε συνέντευξη τύπου, ντρίπλαρε την ερώτηση λέγοντας ότι απαντάει μόνο σε ό,τι έχει σχέση με το ματς. Ο Ντε Μάρκος συμμετέχει ενεργά στη ΜΚΟ του Γκουρπέγι και κάνει ταξίδια στη Λατινική Αμερική, κυρίως στο Περού, προωθώντας το ποδόσφαιρο ως εκπαίδευση και διαφυγή από τα ναρκωτικά και την παρανομία. Επίσης με τον Ινιάκι Γουΐλιαμς ταξιδεύει στην Αφρική, κυρίως στη Γκάνα, για τον ίδιο λόγο. Συμμετέχει και σε πολλές άλλες δράσεις άλλων ομάδων στο ίδιο το Μπιλμπάο.

Αντίθετα όμως με τους δύο του φίλους, που η δράση τους σχετίζεται με προσωπικές εμπειρίες και δεσμούς με τις χώρες όπου δραστηριοποιούνται, ο Όσκαρ ντε Μάρκος δεν έχει καμία καταγωγή από Γκάνα, Περού, Αφρική ή Λατινική Αμερική. Δεν έχει κάποια προσωπική ιστορία με καρκίνο στην οικογένειά του ή στο στενό του κύκλο φίλων που να τον ευαισθητοποίησε ώστε να πηγαίνει να βλέπει τα παιδιά. Διότι ο Όσκαρ ντε Μάρκος γεννήθηκε άνθρωπος και γι αυτό το λόγω δεν έχει καμία ανάγκη να το διαφημίσει για το ζητιανολάικ.

Το τέλος του φόβου για τον Σαντιάγο Κανιθάρες

  [Καθόλου σχόλια]

Η σημασία ενός γεγονότος στη ζωή εξαρτάται πάντα από την οπτική με την οποία το κοιτάει κανείς. Για κάποιον άνθρωπο η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή του μπορεί να είναι η μοναδική φορά που κατάφερε να ταξιδέψει μακριά από το μέρος του. Για κάποιον άλλον, τα ταξίδια μπορεί να συμβαίνουν κάθε εβδομάδα. Κάποιος μπορεί να πέσει να πεθάνει γιατί ράγισε η οθόνη στο κινητό του, ενώ κάποιος άλλος να μην έχει να φάει. Το μέγεθος του συναισθήματος είτε είναι χαρά, είτε λύπη διαφέρει στον καθένα. Ο «Σάντι» Κανιθάρες είναι ένας βετεράνος τερματοφύλακας που πολλοί τον θυμόμαστε να αγωνίζεται σε σπουδαίες ομάδες. Κατέκτησε δυο πρωταθλήματα Ισπανίας με τη Ρεάλ (και μαζί ένα Τσάμπιονς Λιγκ) χωρίς όμως να παίζει πάντα. Πήρε την απόφαση και μετακόμισε στο Μεστάγια για περισσότερο χρόνο συμμετοχής. Εκεί κέρδισε ακόμα δύο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο με τα χρώματα της Βαλένθια.

Μέχρι εδώ ήταν οι χαρές. Γιατί σε μια καριέρα υπάρχουν κι οι λύπες. Ο Κανιθάρες έχει συνδυαστεί σε πολλούς μας με δύο άσχημες στιγμές. Μια από τις εικόνες που έμεινε ανεξίτηλη είναι ο δεύτερος συνεχόμενος χαμένος τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ το 2001. Ένα χρόνο πριν, η Βαλένθια είχε υποταχθεί στην ανωτερότητα της Ρεάλ. Το 2001 όμως στο Σαν Σίρο πάλεψε στα ίσια την Μπάγερν και πήγε το ματς στα πέναλτι. Εκεί και παρ’ ότι βρέθηκε αρχικά σε πλεονεκτική θέση με το πρώτο χαμένο πέναλτι του Πάουλο Σέρτζιο, ήταν το άστοχο χτύπημα του Μαουρίσιο Πελεγκρίνο που τελείωσε τα όνειρα των νυχτερίδων. Σε ένα σχετικά βαρετό ματς, η εικόνα του απαρηγόρητου Κανιθάρες με τον «σκληρό» Καν από πάνω του να του δίνει κουράγιο ήταν ίσως ό,τι άξιζε.

Ο Σάντι συνέχισε για χρόνια στη Βαλένθια, αλλά και στην εθνική. Κυρίως όμως ως δεύτερος τερματοφύλακας της Ισπανίας. Κι όταν η ώρα του ήρθε να γίνει ο βασικός, τότε έγινε θύμα ενός από τους πιο χαζούς τραυματισμούς παγκοσμίως. Στο ξενοδοχείο της Ισπανίας, κατά την προετοιμασία για το Μουντιάλ του 2002, το μπουκάλι του after shave έπεσε και έσπασε και ένα κομμάτι γυαλί καρφώθηκε στο πόδι του. Ο Κανιθάρες μπήκε στο χειρουργείο και φυσικά έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο θα έπαιζε. Λες και τον κυνηγούσε η κακοδαιμονία Σε δηλώσεις του τότε δεν το έριξε στην τύχη, δεν το δραματοποίησε.

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου άτυχο. Από την αρχή της καριέρας μου είχα πολλές στιγμές καλής τύχης. Αλλά όπως κι ο καθένας, είχα και δύσκολες στιγμές που έπρεπε να αντιμετωπίσω. Θα πρέπει να ξεπεράσω αυτό το πλήγμα στην ψυχολογία μου, στην περίπτωσή μου αυτό παίρνει μια 2-3 μέρες ή μία εβδομάδα. Κανείς δεν προχωράει στο ποδόσφαιρο χωρίς να ξεπεράσει εμπόδια. Ο στόχος μου είναι να δώσω το παρόν στο επόμενο Μουντιάλ».

Πράγματι, ο Σάντι τα κατάφερε και το 2006 ήταν στο Μουντιάλ. Αλλά όπως και το 1998 ήταν ξανά αναπληρωματικός. Αγωνίστηκε σε ένα μόλις ματς, στο τελευταίο των ομίλων. Έπαιξε μπάλα στα 39 του και αποχώρησε κύριος, ένας από τους πιο αγαπητούς Ισπανούς τερματοφύλακες. Κάποιος θα μπορούσε να τον πει άτυχο. Άτυχο που έχασε εκείνο τα ρημάδια τα Τσάμπιονς Λιγκ, άτυχο που έχασε ένα Μουντιάλ για τόσο χαζό λόγο. Όπως είπαμε όλα είναι θέμα οπτικής. Ο Κανιθάρες έκανε δύο γάμους και απέκτησε επτά παιδιά συνολικά. Μάλιστα στο δεύτερο γάμο του απέκτησε τρίδυμα. Η ζωή του κυλούσε ομαλά, σαν πάτερ φαμίλιας, ενώ έβρισκε και χρόνο για μια άλλη αγάπη του, το αυτοκίνητο, καθώς είχε γίνει οδηγός σε αγώνες ράλι.

Ο μπαμπάς Σάντι κι ο γιος Σάντι. Αν δεν ήξερες την ιστορία θα έλεγες ότι η φωτογραφία είναι ο ορισμός της χαράς.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ένα από τα τρίδυμα, ο μικρός Σάντι ξαφνικά αρρώστησε όταν ήταν 3,5 ετών. Όπως περιγράφει ο Κανιθάρες: «ήταν ένα φυσιολογικό παιδί μέχρι που μια μέρα απλά ξύπνησε άρρωστο». Ο Σάντι τζούνιορ διαγνώστηκε με καρκίνο, μια σπάνια μορφή που δεν δίνει πολλές πιθανότητες, και ο Κανιθάρες πλέον δεν είχε τον ρόλο να σώσει μια ομάδα από ένα γκολ. Προσπαθούσε να σώσει το ίδιο του το παιδί. Ο μικρούλης έδωσε τη γενναία μάχη του για 15 μήνες, αλλά τελικά τον περασμένο Μάρτιο έχασε τη ζωή του. Η οπτική άλλαξε. Άτυχος για εκείνο το βράδυ στο Σαν Σίρο και τα δάκρυα; Άτυχος για ένα χαμένο Μουντιάλ; Η πραγματική θλίψη ήταν εδώ.

Σε μια από τις κορυφαίες σειρές φαντασίας, το «Malazan Book of the Fallen» του Steven Erikson και συγκεκριμένα στο βιβλίο Deadhouse Gates, ένας από τους δευτερεύοντες ήρωες, ο στρατιώτης Lull (όχι ο δικός μας ο Ραμόν) λέει: «Αυτή είναι μια συνοπτική περίληψη της ανθρωπότητας θα έλεγα. Ποιος χρειάζεται τόμους και τόμους ιστορίας; Τα παιδιά πεθαίνουν. Η αδικία του κόσμου κρύβεται σε αυτές τις τρεις λέξεις».

Ο Κανιθάρες βίωσε από πρώτο χέρι αυτή την αδικία, την έζησε απομακρυσμένος από τα φώτα της δημοσιότητας και πριν λίγες ημέρες έδωσε για πρώτη φορά μια συνέντευξη για να μιλήσει γι’ αυτή. Παραδέχτηκε ότι ακόμα ζει με τον πόνο μέσα του και ότι του λείπει πολύ το παιδί του, αλλά ότι η υπόλοιπη οικογένεια και η πίστη του ήταν αυτά που του έδωσαν την απαραίτητη δύναμη. Κι ο άνθρωπος που δεν φοβόταν τους αντιπάλους, δεν φοβόταν να υπερασπιστεί μια ομάδα στα πέναλτι, έκλεισε μιλώντας για το μεγαλύτερο φόβο όλων πολλών εξ ημών: «Πάντα είχα σεβασμό και φόβο για τον θάνατο, αλλά τώρα δεν υπάρχει κάτι που να φοβάμαι στη ζωή ή κάτι που να με ανησυχεί, πέρα από το να προσπαθήσω να είμαι χαρούμενος. Δεν φοβάμαι πια τον θάνατο γιατί ξέρω ότι εκείνη την ημέρα θα συναντήσω ξανά το γιο μου».

Τελευταία έξοδος: Φερνάντο Τόρρες

  [Καθόλου σχόλια]

Ανάμεσα στα περίπου διακόσια παιδάκια με ποδοσφαιρικά ρούχα και παπούτσια που βρέθηκαν στο Πάρκε ντε λα Κρούθες, όχι πολύ μακριά από το κέντρο της Μαδρίτης, ένα πρωινό του 1995, το χαλίκι πατούσε και ένα ξανθό αγοράκι με φακίδες. Μόλις τρία χρόνια πιο πριν, ο ιδιοκτήτης της Ατλέτικο Μαδρίτης Χεσούς Χιλ είχε διαλύσει τις ακαδημίες του συλλόγου με αποτέλεσμα η Ατλέτικο να χάσει όλα τα μικρά ταλέντα της, μεταξύ τους και κάποιον Ραούλ Γκονθάλεθ Μπλάνκο. Τώρα, κάποιοι άνθρωποι προσπαθούσαν να τις φτιάξουν ξανά από την αρχή. Υπεύθυνος ήταν ο Μανουέλ Μπρίνιας. Ο ξανθός πιτσιρικάς από τη Φουενλαμπράδα είχε πάει πολύ νωρίτερα από την έναρξη των δοκιμών, μαζί με τον πατέρα του και τον αδερφό του. Μερικές ώρες μετά, ο Φερνάντο Χοσέ Τόρρες Σανθ ήταν ανάμεσα στα 40 παιδάκια που επιλέχθηκαν, με τον Μπρίνιας να φωνάζει στους συναδέλφους του: «Βάλτε του βαθμό 10. Ή μάλλον όχι. Βάλτε του 10’». Πλησίασε τον πιτσιρικά και του είπε: “Μικρέ, εσύ θα γίνεις ποδοσφαιριστής της Ατλέτικο”.

Η οικογένεια του Τόρρες δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την μπάλα κι ο Φερνάντο μέχρι αρκετά μεγάλη ηλικία δεν έπαιζε ποδόσφαιρο. Ο πατέρας του, με καταγωγή από τη Γαλικία, είχε μια συμπάθεια στην Ντεπορτίβο Λα Κορούνια, αλλά εκεί παρενέβη ο παππούς, πατέρας της μητέρας του, Εουλάλιο: “Εσύ να γίνεις Ντεπόρ; Εσύ θα γίνεις Ατλέτι” είπε και το ξέκοψε. Φανατικός οπαδός της Ατλέτικο ο ίδιος, του εξήγησε την ιστορία και το έμβλημα του συλλόγου, του είπε ότι αυτή η ομάδα συμβολίζει το να παλεύεις απέναντι σε κάθε δυσκολία και να υπερασπίζεσαι τα χρώματά της. “Στο σχολείο οι περισσότεροι ήταν Ρεάλ. Μου έκανε εντύπωση ότι όταν η Ρεάλ έχανε, δεν φορούσαν την φανέλα της την επόμενη μέρα” δήλωσε ο Τόρρες σε συνέντευξή του. Κάπως έτσι ξεκίνησε μια από τις μεγαλύτερες ιστορίες αγάπης στο ισπανικό ποδόσφαιρο.

Οι ιστορίες βέβαια γράφονται και με συμπτώσεις και εξαιτίας μικρών λεπτομερειών που θα μπορούσαν να τα είχαν αλλάξει όλα. Όπως για παράδειγμα όταν ο Αρσέν Βενγκέρ ταξίδεψε στη Μαδρίτη για να δει τον μικρό τότε Τόρρες να μαγεύει στις ακαδημίες της Ατλέτικο. Ο Αλσατός πείστηκε και η Άρσεναλ έκανε πρόταση για να τον αγοράσει. Η Ατλέτικο φοβούμενη μια νέα περίπτωση Ραούλ δεν την αποδέχτηκε τελικά. Λίγο καιρό αργότερα όμως ο Τόρρες θα μπορούσε να είχε χαθεί, καθώς μπήκε… υποθήκη από τον Χεσούς Χιλ. Ήταν Μάρτιος του 2001 όταν το ταμείο της Ατλέτικο ήταν μείον. Ο Χιλ χρειαζόταν άμεσα ρευστό και η βοήθεια ήρθε από τις “νυχτερίδες” της Βαλένθια. Η Ατλέτικο πήρε 450 εκατομμύρια πεσέτες (χονδρικά κοντά στα 2 εκατομμύρια €) τα οποία έπρεπε να επιστρέψει μέχρι το καλοκαίρι. Σε αντίθετη περίπτωση τα δικαιώματα του πιτσιρικά Φερνάντο Τόρρες θα πήγαιναν στο Μεστάγια. Ευτυχώς για την Ατλέτι, ο Χιλ αποπλήρωσε το δάνειο και τελικά δεν είδαμε ποτέ τον Φερνάντο να παίζει δίπλα στον Αϊμάρ και τον Μπαράχα.

Ένα από τα καλύτερά του γκολ, μόλις στα 19 του απέναντι στην Μπέτις

Ο Τόρρες έμεινε στην Ατλέτικο, έγινε το παιδί-θαύμα και μόλις στα 17 του έκανε το ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα. Σκόραρε το πρώτο του γκολ μια βδομάδα αργότερα σε ένα παιχνίδι με την Αλμπαθέτε. Το ταλέντο του είχε δουλευτεί εξαιρετικά, αλλά ήταν ο Λουίς Αραγονές αυτός που τον πίστεψε τόσο πολύ, τον είχε από κοντά με το καρότο και το μαστίγιο και τον βελτίωσε, ο πνευματικός πατέρας του Φερνάντο. Ο Τόρρες ξεχώριζε σαν τη μύγα μες το γάλα στην Ατλέτικο. Ήταν το αποκούμπι του κόσμου, το δικό τους παιδί-θαύμα, μέσα σε χρονιές γεμάτες απογοήτευση συνήθως. Σταθερά πρώτος σκόρερ στα πέτρινα χρόνια που ζούσε ο σύλλογος. Οι φήμες για φυγή του πολλές κάθε καλοκαίρι, τελικά έγιναν πραγματικότητα μετά από αρκετές σεζόν προσφοράς του. Η Ατλέτικο για μια φορά ακόμα δεν είχε βγει Ευρώπη, η Λίβερπουλ έδωσε 36 εκατομμύρια Ευρώ και ο Φερνάντο έφυγε λέγοντας: “Μακάρι να έρθουν με αυτά τα χρήματα άλλοι παίκτες που θα καταφέρουν αυτό που δεν μπόρεσα εγώ. Να βγει η Ατλέτικο στην Ευρώπη”. Εν μέρει, ήταν τέτοιες πωλήσεις όπως αυτή, του Αγκουέρο, του Φαλκάο και άλλων που σιγά σιγά έκαναν την Ατλέτικο αυτό που είναι σήμερα.

Μικρέ εσύ δεν χρειάζεται να κάνεις ραμπόνες, ούτε ψαλιδάκια, ούτε τέτοιες μαλακίες. Εσύ μόνο κλιν-κλιν [ήχος από νομίσματα] και κουτί.”
– Λουίς Αραγονές

Ο Τόρρες τα πήγε αρκετά καλά στην Αγγλία, αγαπήθηκε στο Άνφιλντ, κέρδισε τίτλους στο Στάμφορντ Μπριτζ και κάποια στιγμή γύρισε στο σπίτι του. Η επιστροφή του ήταν αναμενόμενη. Όπως του Χοακίν στην Μπέτις, όπως του Ρούνεϊ στην Έβερτον, όπως του Τέβες στην Μπόκα. Σε άλλο ρόλο πλέον βέβαια. Όχι σαν το ταλέντο, όχι σαν σούπερ σταρ, σαν μια προσωπικότητα, σαν ο αγαπημένος του κοινού. Ο Τόρρες δεν κολλάει τόσο στο στιλ του παλιού του συμπαίκτη και ινδάλματος Σιμεόνε, δεν είναι και στην ίδια κατάσταση με το παρελθόν του. Δεν μπορούσε να μπει στα παπούτσια του Ντιέγκο Κόστα και να παλεύει (στην κυριολεξία). Η πορεία του δεν είναι εντυπωσιακή, αλλά το 2015-16 φτάνει μέχρι τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, τα δίνει όλα για να τον πάρει, χάνει όμως από τη Ρεάλ στα πέναλτι.

Η συγκινητική επιστροφή του Τόρρες στο σπίτι του. Το γήπεδο γέμισε απλά για να τον αποθεώσει.

Ακόμα κι έτσι όμως, ο κόσμος λατρεύει να τον βλέπει στο γήπεδο. Σε ένα ματς απέναντι στην Εϊμπάρ, ο Ελ Νίνιο σημείωσε το 100ο γκολ του με τη φανέλα της Ατλέτικο. Μετά την αποθέωση από το κοινό, ήξερε ποιον να ευχαριστήσει. Τον έψαξε μόλις έληξε το ματς και τον είδε να φεύγει. Ο 84χρονος πλέον Μανουέλ Μπρίνιας μπορεί να χρειάζεται μπαστούνι, δεν χάνει όμως ματς της Ατλέτικο. Εκεί ανάμεσα στους φωτογράφους. Ο Τόρρες τον βρήκε, έτρεξε να τον προλάβει, τον αγκάλιασε, έβγαλε τη φανέλα του και την έδωσε στον ηλικιωμένο κόουτς. Ήταν το ευχαριστώ του για μια μεγάλη καριέρα.

Με το χρόνο συμμετοχής του να μειώνεται όλο και περισσότερο, ο Τόρρες ανακοίνωσε το τέλος της καριέρας του στην Ατλέτικο. Ο Τσόλο Σιμεόνε δεν τον υπολογίζει ιδιαίτερα και σίγουρα δεν θα στενοχωρηθεί όταν φύγει. Είχε κάνει άλλωστε πολλές σχετικές δηλώσεις για τους θρύλους των ομάδων και το πώς πρέπει να αποχωρούν. Κι ο ίδιος ο Τόρρες έχει κρατήσει μια αρκετά σεμνή στάση. “Στην Ατλέτικο είμαστε λίγοι και πρέπει να είμαστε ενωμένοι” δήλωσε, όταν κάποιοι δημοσιογράφοι άρχισαν να μιλάνε για προβλήματα στη σχέση του με τον προπονητή. “Ήταν η πιο δύσκολη απόφαση στη ζωή μου. Ήταν σκληρή απόφαση, αλλά και σωστή. Υπάρχουν δυο παίκτες μπροστά μου και είναι στους καλύτερους 5-6 του κόσμου. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τον Σιμεόνε, προσπαθεί να έχει πάντα την Ατλέτικο καλύτερη. Για μένα, η Ατλέτικο είναι πιο σημαντική από τον εαυτό μου“.

Το αντίο στο Βιθέντε Καλντερόν με δυο γκολ του Τόρρες, δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς

Ο κύκλος του τρομερού παιδιού της Ατλέτικο κλείνει ευρωπαϊκά απόψε στο Ζερλάν της Λυών, σε έναν τελικό Europa League απέναντι στη Μαρσέιγ. Μαζί όμως κλείνει και ένας κύκλος ολόκληρης της Ατλέτικο. Ο Τόρρες είναι ουσιαστικά ο τελευταίος της “προ-Σιμεόνε” εποχής. Μιας περιόδου αγαπησιάρικης μεν, γεμάτης με αποτυχίες και πίκρες δε. Της Ατλέτικο του Ιντερτότο, της 7ης και 10ης θέσης. Είναι τραγικό ίσως, ότι ο Φερνάντο Τόρρες που έχει κατακτήσει Μουντιάλ και δύο Euro, Τσάμπιονς Λιγκ και Κύπελλο Αγγλίας, σε συλλογικό επίπεδο δεν έχει κερδίσει τίποτα με την Ατλέτικο πέρα από ένα πρωτάθλημα Β’ εθνικής. Σε μια περίοδο που όλος ο σύλλογος αλλάζει, είναι ο τελευταίος κρίκος με το παρελθόν. Το γήπεδο Βιθέντε Καλντερόν είναι πλέον ανάμνηση (καθόλου τυχαίο ότι ο Τόρρες σκόραρε στο τελευταίο ματς), η Ατλέτικο κομπάρσος μοιάζει να έχει πεθάνει και σε λίγο κι ο Τόρρες θα αποχαιρετίσει την αγαπημένη του ομάδα. Το καλύτερο δυνατό τέλος εποχής θα είναι με τον Τόρρες να πανηγυρίζει τον πρώτο του τίτλο με τη φανέλα της ομάδας που υπηρετεί από τα 11 του.

Χερμάν Μπούργκος και Ντιέγκο Σιμεόνε: Όταν ο ντε Νίρο συνάντησε τον Τζο Πέσι

  [Καθόλου σχόλια]

Την περασμένη Πέμπτη στο Έμιρεϊτς χρειάστηκαν μόλις 12 λεπτά για να αποβληθεί ο Ντιέγκο Σιμεόνε από τον πάγκο αφού, όπως παραδέχτηκε κι ο ίδιος, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα νεύρα του και επιτέθηκε φραστικά στους διαιτητές του αγώνα. Μετά την αποχώρησή του, ένας θηριώδης τύπος ανέλαβε να καθοδηγήσει την Ατλέτικο και τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν πάνω του. Αρκετοί ίσως να μην τον αναγνώρισαν (ειδικά οι Άγγλοι που συχνά αγνοούν τι συμβαίνει έξω από το νησί), καθώς στην ποδοσφαιρική του καριέρα ήταν αρκετά διαφορετικός εμφανισιακά. Σαν άνθρωπος όμως, ο Χερμάν «Ελ Μόνο» Μπούργκος είναι ο ίδιος τρομερός τύπος είτε ως μακρυμάλλης και αδύνατος τερματοφύλακας, είτε ως επιβλητικός βοηθός του Σιμεόνε.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Ο Μπούργκος είναι από αυτή τη σχολή των νοτιαμερικάνων τερματοφυλάκων που είναι σόουμεν. Που γεμίζουν βίντεο με μεγάλες αποκρούσεις, αλλά πολλές περισσότερες τρέλες. Δεν είναι τυχαίο ότι είχε ως ίνδαλμα τον τεράστιο Ούγκο «Ελ Λόκο» Γκάτι, τον προπομπό του Χιγκίτα. Ο Μπούργκος από ένα σημείο και μετά διάλεγε, όταν μπορούσε, τα πιο εξωφρενικά χρώματα στις εμφανίσεις του και μάλιστα πολλές φορές άλλαζε φανέλα στο ημίχρονο. Φορούσε συχνά το καπελάκι του (ακόμα και στα νυχτερινά ματς) και από κάτω ανέμιζε το μακρύ μαλλί, ενώ μασούσε επιδεικτικά την τσίχλα του. Στα χρόνια του στην Ισπανία, φορούσε συχνά φόρμα από κάτω κι ανέβαζε τις κάλτσες ψηλά, σήκωνε τα μανίκια στους αγκώνες. Οτιδήποτε για να προκαλέσει την προσοχή. Και φυσικά έπαιζε πολύ πολύ έξω από την εστία του.

Παρ’ όλα αυτά ήταν και εξαιρετικός τερματοφύλακας. Φοβερός στο ένας εναντίον ενός, σπουδαίος πεναλτάκιας και ένας οργανωτής από πίσω. Απέκρουε με τα πόδια, με τους αγκώνες, με το στήθος, με ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα με τη Ρίβερ (του 1994 μάλιστα χωρίς ήττα) και ένα Κόπα Λιμπερταδόρες. Λάτρευε την μπάλα και πήγαινε πάντα πρώτος στην προπόνηση. «Με έβλεπαν δυο ώρες πριν στο προπονητικό και με ρωτούσαν αν με έδιωξε η γυναίκα μου«. Η μπάλα ήταν και συνεχίζει να είναι η ζωή του. Στην ερώτηση τι άλλο θα μπορούσε να κάνει απαντάει: «Να είμαι γυναίκα ποδοσφαιριστή. Τι άλλο να κάνω; Στο τένις σε πιάνει κατούρημα στις εξέδρες και δεν μπορείς να πας, ο αγώνας διακόπτεται όταν περνάει αεροπλάνο. Στο μπάσκετ μπαίνεις μέσα στο γήπεδο και όταν βγεις, μπορεί να έχει γίνει πόλεμος και να μην το έχεις πάρει χαμπάρι».

Ο Μπούργκος, όπως ήταν φυσικό, έφτασε μέχρι και την εθνική Αργεντινής και φόρεσε 35 φορές τη φανέλα της. Κλήθηκε σε δύο Μουντιάλ. Το 1998 έμεινε στον πάγκο πίσω από τον Κάρλος Ρόα. Στα προκριματικά του Μουντιάλ του 2002 η Αργεντινή ξεκίνησε με τον Ρομπέρτο Μπονάνο, αλλά μετά τον τραυματισμό του έχασε τη θέση του από τον Μπούργκος που έκανε ορισμένες εξαιρετικές εμφανίσεις. Πριν τη διοργάνωση στα γήπεδα της Κορέας και της Ιαπωνίας, ο κόσμος ψήφιζε τον Μπούργκος για βασικό. Ο Μαρσέλο Μπιέλσα όμως είχε διαφορετική άποψη. Προτίμησε τον Πάμπλο Καβαγιέρο υποστηρίζοντας ότι παίζει περισσότερο στην ομάδα του και είναι σε καλύτερη κατάσταση. Η ίσως καλύτερη Αργεντινή όλων των εποχών από άποψης υλικού, αποκλείστηκε από τη φάση των ομίλων μετά την ήττα από την Αγγλία και την ισοπαλία στο τελευταίο ματς με τη Σουηδία.  Ο Μπιέλσα (γιατί είναι ο Μπιέλσα) μετά το τέλος του αγώνα, μάζεψε την ομάδα και έκανε τακτική ανάλυση του ματς. Η Αργεντινή είχε αποκλειστεί από το Μουντιάλ, αλλά αυτός δεν άλλαξε τη συνήθειά του. Ο Σιμεόνε διηγήθηκε μια μοναδική ιστορία:

«Ο Μπιέλσα μάς μάζεψε και άρχισε να μας λέει τις σκέψεις του για το Μουντιάλ, για τους αγώνες, για το τι πήγε στραβά. Ο Μπούργκος είχε μείνει εκτός 11αδας και ήξερε ότι δεν θα έχει την ευκαιρία να αγωνιστεί σε Μουντιάλ ξανά, στη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική διοργάνωση [σημ. ήταν τότε 33 ετών].  Κι όμως. Μόλις τελείωσε ο Μπιέλσα και δάκρυσε, ο Μπούργκος σηκώθηκε πρώτος και πήγε και τον αγκάλιασε. Βάλαμε όλα τα δάκρυα τότε. Το λέω και ανατριχιάζω ακόμα και τώρα. Ήταν το μεγαλείο του Μπιέλσα ως προπονητή και του Μπούργκος ως ανθρώπου».

Στα συλλογικά, ο Μπούργκος μετά τη Ρίβερ μετακόμισε στην Ισπανία. Στη Μαγιόρκα δεν έπαιξε πολύ, όντας αναπληρωματικός του Λέο Φράνκο, αλλά στην Ατλέτικο έπαιξε περισσότερο. Σε μια όχι και τόσο καλή περίοδο για το σύλλογο, ο Μπούργκος κατάφερε να κερδίσει ένα πρωτάθλημα Β’ εθνικής με την Ατλέτι. Άφησε όμως και στη Μαδρίτη το στίγμα του. Το 2002 σε ένα ντέρμπι στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου απέκρουσε ένα πέναλτι του Φίγκο με τη… μύτη του που φυσικά έσπασε. Ο «Μόνο», φορώντας το κλασσικό του καπελάκι, κράτησε το σκορ στο 2-1, έβγαλε όλο το υπόλοιπο ματς με σπασμένη μύτη και τελικά η Ατλέτικο ισοφάρισε σε 2-2. Γι’ αυτό και για πολλά άλλα έγινε ίνδαλμα του κόσμου.

Εκεί όμως συνέβη και ένα από τα πιο δυσάρεστα. Ένα χρόνο περίπου μετά την πίκρα του Μουντιάλ του 2002, ο Μπούργκος μαθαίνει ότι έχει καρκίνο στο νεφρό. Ο Χερμάν ζητάει να αγωνιστεί στο ματς απέναντι στη Μαγιόρκα την Κυριακή και να μπει χειρουργείο τη Δευτέρα. Οι γιατροί του το απαγορεύουν, ο Μπούργκος χειρουργείται (όπως λέει κι ο ίδιος, δεν φοβήθηκε ποτέ, ακόμα κι όταν του είπαν ότι ο χειρουργός είναι οπαδός της Ρεάλ) και τελικά κερδίζει κι αυτή τη μάχη. Παρ’ ότι του λένε να κόψει το τσιγάρο, δεν το κάνει αρχικά. Επιστρέφει στην αγωνιστική δράση, αλλά έχει χάσει τη θέση του στην εντεκάδα. Παίζει τραυματίας σε ένα ματς κυπέλλου με τη Σεβίλλη, πάει να αποκρούσει ένα σουτ του Ζούλιο Μπαπτίστα με το στήθος (!), το τρώει και αυτό είναι το τελευταίο του παιχνίδι, καθώς η διοίκηση θεωρεί ότι δεν μπορεί να βασιστεί πλέον πάνω του. Μένει όμως για πάντα στις καρδιές των οπαδών της ομάδας.

Σιμεόνε και Μπούργκος γνωρίζονταν από τις ημέρες της εθνικής, συνυπήρξαν όμως και για περίπου 2,5 χρόνια στην Ατλέτικο. Τότε δημιουργήθηκε και μια μεγάλη φιλία που την περιγράφει ο Ελ Μόνο υπέροχα: «Νιώθω ότι τον γνωρίζω σε όλη μου τη ζωή. Τρώγαμε κάθε μέρα μαζί στην Ατλέτικο. Απλά τον κοιτάω και ξέρω τι θα πει, ξέρω τι τον απασχολεί. Το ίδιο κι αυτός. Είναι μια σημαντική συμβίωση. Είμαστε όπως ο Ρόμπερτ ντε Νίρο κι ο Τζο Πέσι. Όπως ο Μπαντ Σπένσερ κι ο Τέρενς Χιλ. Ο ρόλος μου είναι να τον ισορροπώ, να του αφαιρώ κάθε αμφιβολία, να του λέω την αλήθεια». Αν δεν είναι αυτό γνήσιο bromance, τότε τι είναι;

Είναι ο Γκλεν ο Ντάνζιγκ; Όχι, είναι ο Μόνο ο Μπούργκος

Ο Τσόλο από το προπονητικό του ξεκίνημα ήθελε τον Μπούργκος δίπλα του. Το 2006 όταν ανέλαβε την Εστουδιάντες Λα Πλάτα πήρε τηλέφωνο τον Μπούργκος να πάει βοηθός του. Ο Μπούργκος όμως έκανε άλλη καριέρα τότε, δεν μπορούσε να αφήσει τη… μουσική για να επιστρέψει στην Αργεντινή. Ναι, μέσα σε όλα τα άλλα, έγινε τραγουδιστής στη δική του ροκ μπάντα με όνομα «GARB» και αν σας ενδιαφέρει μπορείτε να τον βρείτε σε βίντεο, ημίγυμνο να τραγουδάει (η αλήθεια είναι με όχι τόσο μεγάλη επιτυχία, αλλά ποιοι είμαστε εμείς να κρίνουμε). Υποσχέθηκε πάντως στο Σιμεόνε ότι αν αναλάβει ομάδα στην Ευρώπη θα τον ακολουθήσει. Έτσι, όταν το 2011 ο Τσόλο πήγε στην Κατάνια, ο «Μόνο» άφησε τα μικρόφωνα και επέστρεψε στην μπάλα.

«Ε, Ζοζέ. Έχεις μπλέξει άσχημα.»

Από εκεί και πέρα, είναι μαζί συνέχεια. Στα καλά και τα άσχημα. Στις νίκες και τις ήττες. Και φυσικά στους πολλούς, πολλούς καβγάδες τους. Ήταν το Δεκέμβριο του 2012 σε ένα από τα κλασικά ντέρμπι της Μαδρίτης όταν ο Μπούργκος ήρθε σε διαμάχη με τον Ζοζέ Μουρίνιο. Ο Μουρίνιο μερικούς μήνες πιο πριν είχε την γνωστή ιστορία με τον Τίτο Βιλανόβα (όταν έβαλε το δάχτυλό του στο μάτι του συγχωρεμένου) και ο Αργεντίνος όρθιος και απειλητικός ξεκαθάρισε αμέσως ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά: «Εγώ δεν είμαι ο Τίτο, θα σου ξεριζώσω το κεφάλι» φώναξε στον Πορτογάλο. Ο Μουρίνιο στη συνέντευξη τύπου έδωσε ένα σόου υποκριτικής, κάνοντας ότι δεν ξέρει ποιος είναι ο Μπούργκος, αλλά η ψυχούλα του το ήξερε. Το 1.90 ύψος και τα πολλά, πολλά κιλά του κάνουν τον Χερμάν μια τρομακτική φιγούρα.

Μπούργκος και Σιμεόνε σε μια επίδειξη ποδοσφαιρικής άμιλλας

Φυσικά αυτή δεν είναι η μόνη φορά που ο Μπούργκος μάλωσε με κάποιον. Το 2015 ήρθε σε σύγκρουση με τον κόουτς της Λεβερκούζεν Ρότζερ Σμιντ. Οι δυο τους ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο και οι βρισιές στα ισπανικά για συγγενικά πρόσωπα του Γερμανού ήταν πολλές. Ο Σιμεόνε δεν μπορούσε να χάσει το event και ήρθε κι αυτός σε λίγο για να συμπληρώσει με νέες βρισιές. Ο Σμιντ δήλωσε αργότερα: «είναι φοβερό το κόλπο τους, ο βοηθός λειτουργεί σαν μπράβος, κάνει συνέχεια θεατρικές κινήσεις και προσπαθεί να κερδίσει κίτρινες για την ομάδα του». Το 2014, πάλι σε ένα ντέρμπι με τη Ρεάλ, διαμαρτυρήθηκε έντονα σε ένα πέσιμο του Ντιέγκο Κόστα και όταν ο διαιτητής Ντελγκάδο Φερέιρο τον απέβαλλε, χρειάστηκαν 3-4 άτομα να τον συγκρατήσουν και να μην του επιτεθεί.

Μπάτμαν και Ρόμπιν σε νέες περιπέτειες (ανοίγει σε νέο παράθυρο)

Θα ήταν όμως εξαιρετικά άδικο να μέναμε μόνο σε αυτές τις εικόνες του Μπούργκος. Όσο κι αν τα βίντεο δικαιώνουν τον Σμιντ, ο Μπούργκος είναι πολύ παραπάνω από απλά ένας νταής δίπλα στον Σιμεόνε. Ο Χερμάν έχει εξαιρετικό ποδοσφαιρικό μάτι και είναι ο πιο σημαντικός συμβουλάτορας του Τσόλο. Ασχολείται πάρα πολύ με τις προπονήσεις, τις οργανώνει, συμμετέχει πολύ στην τακτική, ρυθμίζει πράγματα όπως ποιος θα εκτελέσει τα πέναλτι και φυσικά συμμετέχει πολύ και στο κομμάτι της ψυχολογίας. Είναι πολύ κοντά στους παίκτες. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία του Σαούλ που χτύπησε στο νεφρό στο ίδιο ματς με τη Λεβερκούζεν που αναφέραμε προηγουμένως. Έμεινε στο νοσοκομείο, έβαλε καθετήρα, αλλά υπέφερε. Οι γιατροί του συνέστησαν ξεκούραση, αλλά αυτός δεν ήθελε να χάσει πολλά ματς και κυρίως δεν άντεχε τους πόνους. Αποφάσισε να αφαιρέσει το ένα νεφρό του και το είπε στους γιατρούς. Ο Μπούργκος μόλις το έμαθε, πήγε τρέχοντας στο νοσοκομείο, του μίλησε και τον έπεισε να μην το κάνει. Ο Ισπανός ποδοσφαιριστής τον ευγνωμονεί ακόμα γι’ αυτό.

Στους αγώνες που τιμωρείται ο Σιμεόνε βρίσκεται εκεί το alter ego του, ο Μπούργκος. Για να δίνει εντολές, να εμψυχώνει, να κάνει έντονες παρατηρήσεις, να μαλώνει με τον αντίπαλο πάγκο, το διαιτητή και να αναπληρώσει το κενό του φίλου του. Και βαθιά μέσα στο μυαλό του, να σκέφτεται ότι κάποτε οι δυο τους θα αναλάβουν την εθνική Αργεντινής και ο Μπούργκος θα καταφέρει αυτά που δεν κατάφερε στα Μουντιάλ του 1998 και του 2002. Όπως έγραψαν και στο BBC, οι δυο τους είναι ό,τι πιο κοντινό στον Μπράιαν Κλαφ και τον Πίτερ Τέιλορ έβγαλε ποτέ η Αργεντινή.

Ο Μάγος με τη μεγάλη καρδιά και τα πολλά γκολ

  [2 Σχόλια]

Αργά το βράδυ της Τετάρτης ένας παγωμένος αέρας από τον Βισκαϊκό κόλπο φυσούσε κι η ως συνήθως υγρή πόλη της Χιχόν καλυπτόταν από μία ομίχλη. Το θερμόμετρο έδειχνε 2 βαθμούς Κελσίου. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις 2 μετά τα μεσάνυχτα. Κι όμως υπήρχε κόσμος έξω από το δημοτικό στάδιο της πόλης, το Ελ Μολινόν. Λίγες ώρες αργότερα θα μαθαίναμε ότι ήταν η τελευταία μέρα που το γήπεδο-έδρα της Σπόρτινγκ Χιχόν θα είχε το όνομα του «μεγάλου μύλου». Για τον ίδιο λόγο που υπήρχε κόσμος απ’ έξω. Εξαιτίας του θανάτου του Ενρίκε Κάστρο Γκονθάλεθ, που έμεινε γνωστός ως Κίνι και υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Ισπανούς επιθετικούς όλων των εποχών και ένας μεγάλος άνθρωπος. Ο κόσμος έξω από τη θύρα 9 του Μολινόν άφηνε λουλούδια για τον άνθρωπο που σκόραρε πάνω από 230 γκολ στην αγαπημένη του ομάδα. Μεταξύ τους κι ο 69χρονος Χαβιέρ που έκανε τα 30 χιλιόμετρα από τη γειτονική πόλη Αβιλές. «Δεν πήγα καθόλου σπίτι. Το είχα μάθει και μόλις τελείωσα τη βάρδιά μου, πήρα το γιο μου και ήρθα εδώ. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω, να έρθω να βάλω ένα ερυθρόλευκο κερί. Ο γιος μου δεν τον πρόλαβε, αλλά ξέρει για τον Μάγο», δήλωσε στη Marca. Ήταν ένας από τους πολλούς που βρέθηκαν εκεί.

Λουλούδια, κεριά και συνθήματα έξω από το γήπεδο

Ο Κίνι ήταν ένας σπουδαίος επιθετικός που βγήκε 5 φορές πρώτος σκόρερ στην Ισπανία. Τις τρεις μάλιστα με τη Σπόρτινγκ Χιχόν. Παρ’ ότι γεννήθηκε στο γειτονικό Οβιέδο, ο «Μάγος» δεν έπαιξε ποτέ στη μεγάλη αντίπαλο Ρεάλ Οβιέδο. Από το 1968 ως το 1980 ο Κίνι μόνο μια σεζόν δεν σκόραρε διψήφιο αριθμό γκολ , ενώ στα 20 του μόλις στη 2η σεζόν του ανέβασε ουσιαστικά τη Χιχόν μόνος στην Πριμέρα. Το σύνθημα: «Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!» δονούσε τις εξέδρες του Μολινόν. Το δεύτερο βραβείο κορυφαίου σκόρερ μάλιστα, το κατέκτησε το 1976 μια σεζόν που η Χιχόν τερμάτισε τελευταία και υποβιβάστηκε. Ο ίδιος είχε βάλει 21 γκολ όμως. Ήταν τόσο επιθετική η ομάδα χάρη σ’ αυτόν, σε χρόνια που το ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται πολύ αμυντικό, που η ισπανική τηλεόραση άρχισε να μεταδίδει αγώνες Β’ εθνικής εξαιτίας εκείνης της Χιχόν.

Η Χιχόν ανέβηκε αμέσως και το 1977 σε μια απίστευτη σεζόν έφτασε στην ιστορική 2η θέση, μόλις 4 πόντους από τη πρωταθλήτρια Ρεάλ. Βγήκε τρίτη την επόμενη χρονιά με τον Κίνι να σκοράρει 25 φορές στο πρωτάθλημα στα 31 του. Η Μπαρτσελόνα που είχε προσπαθήσει να τον αποκτήσει και μετά τον υποβιβασμό, τον πήρε τελικά το 1980. Αρκετοί οπαδοί, όπως και δημοσιογράφοι, δεν πίστευαν ότι ο Κίνι θα μπορούσε να προσφέρει στους Καταλανούς, αλλά αυτός χάρη στην ποιότητά του και το χαρακτήρα του τους κέρδισε. Και μαζί με τον κόσμο κέρδισε ακόμα δυο βραβεία πρώτου σκόρερ.

Ντιέγκο και Κίνι

Στα χρόνια του στην Μπαρτσελόνα, ο Κίνι συνυπήρξε με τον Μαραντόνα. Κι ο Ντιέγκο δεν θα μπορούσε να μη θυμηθεί την κοινή τους παρουσία. Σε ένα μήνυμά του στα social media με αφορμή τον θάνατό του, ο Μαραντόνα περιγράφει τον παλιό του συμπαίκτη: «Ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και ένας επιθετικός που δημιουργούσε ευκαιρίες για όλους. Δεν υπάρχουν πλέον τέτοια φορ, ήταν σαν τον Μαρτίν Παλέρμο. Ένα φορ που όταν σούταρε με το αριστερό, σούταρε σαν τον καλύτερο αριστεροπόδαρο. Όταν σούταρε με το δεξί, σούταρε σαν τον καλύτερο δεξιοπόδαρο.» Αυτό που δεν λέει ο Ντιέγκο, είναι ότι ο Κίνι είχε και εξαιρετική τεχνική.

Αποθέωση στο Καμπ Νου

Πάνω όμως και από τα γκολ του, το αρμονικό του ποδόσφαιρο (που κάποιοι συγκρίνουν με του Ινιέστα αν και επιθετικός) και την τεχνική του, ο Κίνι ήταν ένας εξαιρετικός χαρακτήρας και άνθρωπος που αγαπήθηκε όχι μόνο στις ομάδες που έπαιξε, αλλά και σε μέρη που θα έπρεπε να τον μισούν. Κι όμως ήταν ένας παίκτης που με το ήθος του λατρεύτηκε και ο χαμός του συγκλόνισε όχι μόνο την πόλη της Χιχόν, αλλά ολόκληρη την ποδοσφαιρική Ισπανία. Και μεγαλύτερη απόδειξη για το χαρακτήρα του, ήταν όσα έγιναν με την απαγωγή του.

Ήταν 1η Μαρτίου του 1981 όταν ο Κίνι λίγο μετά τη νίκη επί της Χέρκουλες πήρε το αυτοκίνητό του για να υποδεχτεί στο αεροδρόμιο την οικογένειά του που γύριζε από τις Αστούριας στη Βαρκελώνη. Δυο ένοπλοι άντρες τον σταμάτησαν, τον έβαλαν σε ένα βαν και τον απήγαγαν. Το θέμα μονοπώλησε το ενδιαφέρον στα ισπανικά μέσα. Ο Κίνι είχε μεταφερθεί σε ένα μικρό υπόγειο ενός συνεργείου κάπου στη Θαραγόθα. Εκεί σε ένα χώρο περίπου 1,5×1,5 έμεινε για 25 ημέρες.

Αριστερά το εξώφυλλο της Σπορτ με τίτλο «Απήγαγαν τον Κίνι. 350εκ. πεσέτες ή τον σκοτώνουν»
Δεξιά πανό για την απαλευθέρωσή του

Για καλή ή κακή τύχη του Κίνι, οι απαγωγείς ήταν πολύ κακοί στη… δουλειά τους. Δεν ήξεραν πόσα χρήματα να ζητήσουν, δεν ήξεραν με ποιον να επικοινωνήσουν, δεν ήξεραν πού ήθελαν να μπουν τα χρήματα. Έκαναν την απαγωγή, χωρίς να ξέρουν τίποτα. Ο Κίνι τους είπε να επικοινωνήσουν με τη γυναίκα του και αυτή τους έφερε τελικά σε επαφή με την αστυνομία. Η υπόθεση ήταν πολύ δύσκολη καθώς ένα σωρό άσχετοι άνθρωποι έπαιρναν τηλέφωνα είτε για να δώσουν φανταστικές πληροφορίες, είτε για να κάνουν φάρσα, ενώ κι οι απαγωγείς δεν βοηθούσαν με τη παράλογη συμπεριφορά τους. Λέγεται μάλιστα ότι σε κάποια φάση διαμαρτυρήθηκαν γιατί είχαν ξοδέψει πολλά χρήματα ώστε να ταΐζουν τον Κίνι. Διαμεσολαβητής στην όλη υπόθεση έγινε ο συμπαίκτης του Αλεξάνκο, προσπαθώντας να βοηθήσει. Τα χρήματα τελικά κατατέθηκαν σε έναν ελβετικό λογαριασμό κι η αστυνομία περίμενε.

Τελικά ένας από τους απαγωγείς έκανε το μοιραίο λάθος, έκανε ανάληψη στη Γενεύη και σε συνεργασία με τις αρχές της Ελβετία συνελήφθη καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο για να φύγει στο Παρίσι. Ήταν ο ηλεκτρολόγος Βίκτορ Μανουέλ Ντίαθ Εστέμπαν. Ο απαγωγέας έδωσε τις πληροφορίες στην αστυνομία και σύντομα μια ειδική μονάδα πήγε στη Θαραγόθα, απελευθέρωσε τον Κίνι και έπιασε τους συνεργούς του ηλεκτρολόγου. Ο Κίνι ήταν φανερά ταλαιπωρημένος, αλλά κατά τα άλλα σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Πλήθος κόσμου τον περίμενε στο σπίτι του στην επιστροφή του στη Βαρκελώνη. Την ίδια ώρα που ο Κίνι απελευθερωνόταν, η Ισπανία έπαιζε στο Γουέμπλεϊ φιλικό με την Αγγλία και με τα νέα να κυκλοφορούν, οι συμπαίκτες του Κίνι κέρδισαν με 1-2, μοναδική νίκη στην ιστορία της Ισπανίας σε αυτό το γήπεδο.

Ο αποκαμωμένος Κίνι μετά την απελευθέρωσή του, μαζί με τη γυναίκα του

Οι 25 αυτές μέρες μπορεί τελικά να μην άφησαν σημάδια στον Κίνι, άφησαν στην Μπαρτσελόνα. Οι παίκτες της με πρωτοστάτη τον Σούστερ ζήτησαν να αναβληθούν τα παιχνίδια μόλις η είδηση έγινε γνωστή. Η Λίγκα δεν το έκανε δεκτό και έτσι η Μπαρτσελόνα, χωρίς τον Κίνι ηττήθηκε με 1-0 από την Ατλέτικο. Στο διάστημα της απουσίας του, οι Καταλανοί δεν κατάφεραν να κερδίσουν κανένα παιχνίδι τους, επηρεασμένοι τόσο αγωνιστικά από την απουσία του καλύτερου φορ, όσο και ψυχολογικά εξαιτίας της περιπέτειας του φίλου και συμπαίκτη τους. Ο Κίνι απελευθερώθηκε στις 25 Μαρτίου και ζήτησε να παίξει στο ντέρμπι του Μπερναμπέου τέσσερις μέρες αργότερα. Οι άνθρωποι της ομάδας δεν τον άφησαν και η Ρεάλ κέρδισε με 3-0. Η απουσία του έφτασε τους πέντε αγώνες στους οποίους η Μπαρτσελόνα έκανε τέσσερις ήττες και μια ισοπαλία εντός χωρίς γκολ με τη Θαραγόθα. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε, ότι η προσπάθεια της ομάδας καταδικάστηκε από εκείνη την απαγωγή. Σε ένα πολύ ισορροπημένο και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, η Μπαρτσελόνα βγήκε τελικά 5η αλλά μόλις 4 βαθμούς μακριά από την πρωταθλήτρια Ρεάλ Σοσιεδάδ. Η Μπαρτσελόνα έκανε αίτημα να ξαναπαιχτούν τα παιχνίδια, αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Κίνι συγχώρεσε τους απαγωγείς του. Δεν ζήτησε πίσω ούτε τα χρήματα από τα λύτρα, ούτε ήθελε να τους κάνει αγωγή. Δήλωσε ότι ήταν καλοί άνθρωποι που του φέρθηκαν καλά και μάλιστα του έφερναν και την Marca για να διαβάζει τα αθλητικά. Κάποιοι μιλούν για σύνδρομο της Στοκχόλμης, κάποιοι για την μεγάλη του καρδιά. Την καρδιά που δεν άντεξε πριν λίγες μέρες και ο Κίνι στα 68 του πέθανε την ώρα που περπατούσε στους δρόμους της Χιχόν κοντά στο σπίτι του. Την καρδιά που λίγες ώρες πριν την απαγωγή του και ενώ οι συμπαίκτες του πανηγύριζαν το έκτο γκολ απέναντι στη Χέρκουλες, τον έκανε να μην πανηγυρίζει και να πηγαίνει να δίνει κουράγιο στους παίκτες της ομάδας από το Αλικάντε, όπως θυμάται ο αμυντικός της Κίκε Σάλα. Αυτός ήταν ο «Μάγος».

Από τα χρόνια στη Χιχόν. Πόδια που θα ζήλευε κι ο Κριστιάνο.

Ο Κίνι πέρα από τους προσωπικούς τίτλους του πρώτου σκόρερ κέρδισε και τρόπαια. Δυο κύπελλα Ισπανίας, ένα Σούπερ Καπ και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1982. Μάλιστα το πρώτο του κύπελλο το κατέκτησε λίγους μήνες μετά την απαγωγή του, σκοράροντας δυο φορές εις βάρος της αγαπημένης του Χιχόν και στερώντας της έναν τίτλο. Τον συγχώρεσαν όμως. Ο Κίνι αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο το 1984 (αφού οι δυο τελευταίες του σεζόν στην Μπαρτσελόνα δεν ήταν καλές), αλλά τελικά άλλαξε απόφαση και γύρισε στη Χιχόν όπου έπαιξε για τρεις σεζόν μέχρι τα 38 του. Με τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας έπαιξε 35 φορές, σκοράροντας 8 γκολ (το ένα στο ντεμπούτο του σε φιλικό απέναντι στην Ελλάδα) και συμμετείχε σε 2 Μουντιάλ και 1 Euro.

«Μου ζήτησες να γίνω καλύτερος ποδοσφαιριστής από σένα. Σου ζητώ συγγνώμη γιατί δεν τα κατάφερα, ήταν μια ακατόρθωτη αποστολή.»
– Νταβίντ Βίγια, ποδοσφαιριστής της Σπόρτινγκ Χιχόν 1999-2003

15.000 περίπου άνθρωποι βρέθηκαν στο στάδιο Μολινόν, που από την Τετάρτη λέγεται πλέον Εστάδιο Μολινόν – Ενρίκε Κάστρο «Κίνι». Εκεί σε έναν αυτοσχέδιο ναό πάνω στο χορτάρι, είκοσι περίπου μέτρα από την είσοδο των αποδυτηρίων, το δεύτερο σπίτι του Κίνι, έλαβε χώρα η κηδεία του. Το φέρετρό του κουβαλούσαν συμπαίκτες του από τα χρόνια της Χιχόν. Η τελευταία είσοδος του Κίνι στο αγαπημένο σπίτι του έγινε όπως πάντα εν μέσω αποθέωσης και αυτή τη φορά μεγάλης συγκίνησης. Οι συγγενείς του παρακολουθούσαν την κηδεία καθισμένοι στον πάγκο των γηπεδούχων και πολλοί άνθρωποι μίλησαν. Μίλησαν για τον παίκτη και άνθρωπο Κίνι. Αυτόν που ξεπέρασε μια απαγωγή, συγχώρεσε τους απαγωγείς του, ξεπέρασε το θάνατο του αδερφό του το 1993 (που πνίγηκε καταφέρνοντας να σώσει άλλους δύο ανθρώπους από πνιγμό, προφανώς είναι οικογενειακό χαρακτηριστικό η καλοσύνη) και αγαπήθηκε από συμπαίκτες όπως ο Μαραντόνα και θαυμαστές του όπως ο Νταβίντ Βίγια.

«Τώρα, τώρα! Τώρα Κίνι, τώρα!»

Το νέο θαύμα του Αμπελάρδο

  [Καθόλου σχόλια]

Όταν στα τέλη Νοέμβρη η διοίκηση της Αλαβές βγήκε στη γύρα ψάχνοντας για νέο προπονητή, τα δεδομένα που πρόσφερε σ’αυτόν ήταν ομολογουμένως απελπιστικά. Η ομάδα βρισκόταν στον πάτο της Πριμέρα Ντιβιζιόν, σε 13 αγώνες είχε συγκεντρώσει όλους κι όλους 6 βαθμούς και από τον πάγκο της είχαν ήδη περάσει τρεις προπονητές! Ένας φυσιολογικός άνθρωπος πιθανόν θα απέρριπτε ευγενικά τη θέση, φοβούμενος ότι μαζί με την αναμενόμενη πτώση της καταδικασμένης ομάδας θα ‘χαντακωθεί’ και η καριέρα του. Ο Αμπελάρδο Φερνάντεθ όμως, είναι από τους ανθρώπους που έχουν ‘παντρευτεί’ τις δυσκολίες.

Γεννημένος σε μια από τις πιο ζόρικες γειτονιές του Χιχόν, εγγονός ενός ανθρώπου που πολέμησε στον εμφύλιο κατά του Φράνκο και φυλακίστηκε για χρόνια, ο Αμπελάρδο (όπως έγινε ευρύτερα γνωστός) μόχθησε από την πρώτη μέρα της ποδοσφαιρικής καριέρας για να κερδίσει το οτιδήποτε. Ακόμα και όταν κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Μπαρτσελόνα ο Λούις Φαν Χάαλ τον ενημέρωσε πως δεν τον υπολογίζει, συνεπώς θα ήταν προτιμότερο να ψάξει για μια νέα ομάδα, o πεισματάρης και δυναμικός σέντερ μπακ με το αντιτουριστικό στυλ, του απάντησε ότι θα μείνει και θα παλέψει για να κερδίσει μια θέση στην ενδεκάδα. Και τα κατάφερε.

Το πείσμα και η δυναμικότητα παρέμειναν τα κύρια χαρακτηριστικά του και μετά το τέλος της πετυχημένης ποδοσφαιρικής του καριέρας (2 πρωταθλήματα, 2 κύπελλα, 1 Κυπελλούχων και 54 συμμετοχές με την εθνική Ισπανίας δεν τα λες και μικρό κατόρθωμα για έναν παίκτη που το ταλέντο του δεν ξεχείλιζε ποτέ από τα μπατζάκια), όταν από τον αγωνιστικό χώρο μεταφέρθηκε στους πάγκους. Η πρώτη του μεγάλη ευκαιρία εκεί ήρθε από το πουθενά το 2014 από την αγαπημένη του ομάδα, αυτή από την οποία ξεκίνησε και την οποία υποστηρίζει, την Σπόρτινγκ Χιχόν. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε πάντως, μόνο ειδυλλιακές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν.

Η ομάδα έπαιζε στη 2η κατηγορία, είχε τεράστιο οικονομικό πρόβλημα και γι’αυτό της είχε επιβληθεί απαγορευτικό μεταγραφών. Για μεγάλο διάστημα μέσα στη σεζόν οι παίκτες έπαιζαν απλήρωτοι, τα λειτουργικά προβλήματα ήταν καθημερινό φαινόμενο και ο κίνδυνος της οριστικής διάλυσης ήταν έντονος καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. “Κάθε εβδομάδα παίζουμε για τις γαμημένες ζωές μας” έφτασε να δηλώσει απελπισμένος ο Αμπελάρδο μετά από κάποιο παιχνίδι. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες και με ρόστερ που απαρτιζόταν από πιτσιρίκια, δανεικούς και παίκτες της β’ ομάδας, ο Αμπελάρδο έφτιαξε ένα σύνολο που για να το κερδίσεις έπρεπε να ματώσεις και κατάφερε όχι μόνο να αποφύγει τον υποβιβασμό, που θα ήταν ταυτόχρονα και ταφόπλακα στην ιστορία της Χιχόν, αλλά και κάτι επιπλέον, που στην αρχή της σεζόν φάνταζε αδιανόητο: Να κερδίσει την άνοδο!

Στα ΜΜΕ της Ισπανίας το θαύμα αυτό χαρακτηρίστηκε ως “η επανάσταση του Αμπελάρδο” και το πιο εντυπωσιακό όλων είναι ότι είχε και συνέχεια. Η Χιχόν πήρε μεν μια μικρή ανάσα χάρη στα αυξημένα έσοδα της Πριμέρα αλλά τα οικονομικά προβλήματα δεν λύθηκαν και η απαγόρευση μεταγραφών παρέμενε. Ο Αμπελάρδο είχε βρει όμως τη θαυματουργή συνταγή. Με το ίδιο σχεδόν ρόστερ που ανέβασε την ομάδα κατηγορία, ένα συνονθύλευμα νεαρών, άγνωστων δανεικών και κάποιων μετριότατων παικτών που δεν είχαν παίξει ποτέ ξανά σε τέτοιο επίπεδο, κατάφερε για άλλη μια φορά κάτι που στην αρχή φαινόταν ακατόρθωτο: Να κερδίσει, έστω και την ύστατη στιγμή, την παραμονή στην Πριμέρα.

Το μαγικό ταξίδι με την ομάδα της καρδιάς του (στην οποία είναι και σταθερός κάτοχος διαρκείας) έφτασε στο τέλος του πέρσι τον Γενάρη, όταν και οι δυο πλευρές συμφώνησαν πως ο σύλλογος χρειάζεται μια αλλαγή μετά από τα προηγούμενα 2,5 πολύ δύσκολα χρόνια. “Ηταν δυο θαυμάσιες σεζόν κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Νομίζω πως τη δεδομένη στιγμή αυτή είναι η καλύτερη απόφαση για τον σύλλογο” ανέφερε στις τελευταίες του δηλώσεις ο Αμπελάρδο, πριν σκουπίσει τα δάκρυα του και αποχωρήσει εν μέσω χειροκροτημάτων από δεκάδες οπαδούς που περίμεναν καρτερικά απ’έξω για να αποχαιρετήσουν έναν δικό τους απ’όλες τις απόψεις άνθρωπο, που κατάφερε να σώσει κυριολεκτικά την ομάδα από τη διάλυση.

Παρ’όλο που το συμβόλαιο του έληγε το 2020, ο Αμπελάρδο παραιτήθηκε εξ αρχής από το δικαίωμα να διεκδικήσει τα λεφτά του και αποτραβήχτηκε για λίγο καιρό από την προπονητική, θέλοντας να ξεκουραστεί μετά τα όσα βίωσε τα τελευταία τρία χρόνια. Μέχρι που έφτασε στα τέλη Νοέμβρη η πρόταση της φαινομενικά καταδικασμένης Αλαβές. Τα μανίκια σηκώθηκαν ξανά και ο Ισπανός ρίχτηκε ξανά στη δουλειά ξέροντας ότι όλα τα δεδομένα είναι εις βάρος του.

Όπως ακριβώς και στην περίπτωση της Χιχόν, οι λύσεις βρέθηκαν στο ίδιο ρόστερ που μέχρι πριν φαινόταν προβληματικό και ελλιπές. Ο Αμπελάρδο δούλεψε κυρίως στην ψυχολογία, άλλαξε 2-3 πράγματα στην τακτική και από εκεί και μετά όλα πήραν το δρόμο τους. “Το μόνο που έκανα ήταν να βοηθήσω αυτούς τους παίκτες να παίξουν το ποδόσφαιρο που ξέρουν. Κανένας δεν περίμενε ότι τα πράγματα θα πάνε τόσο καλά” λέει ο ίδιος με αρκετή δόση μετριοφροσύνης. “Μας έδωσε ηρεμία και σιγουριά κι αυτό αρκούσε” πρόσθεσε ο Φερνάντο Πατσέκο.

Τέσσερις ημέρες μετά την πρόσληψη του, η Αλαβές έκανε το πρώτο μικρό θαύμα. Έφυγε από την έδρα της εξαιρετικής φέτος Ζιρόνα με το διπλό, παρ’ ότι έχανε μέχρι το 71′ με 2-0! Ο μικρός καραφλός θαυματοποιός είχε αρχίσει να κουνάει το μαγικό ραβδί του και εκείνη ήταν μόνο η αρχή. Στα 11 παιχνίδια που βρίσκεται στον πάγκο των Βάσκων, η Αλαβές έχει κερδίσει 22 από τους 33 διαθέσιμους βαθμούς. Στο διάστημα αυτό έχει την τρίτη καλύτερη συγκομιδή στη Λίγκα, πίσω μόνο από Μπαρτσελόνα και Ατλέτικο ενώ μετράει 5 νίκες και 1 ισοπαλία στα 6 εντός έδρας παιχνίδια της. Αποτέλεσμα αυτής της εκπληκτικής μεταμόρφωσης: Η ομάδα που ήταν κολλημένη στον πάτο της βαθμολογίας, 6 βαθμούς μακριά από τη σωτηρία είναι αυτή τη στιγμή 10 βαθμούς πάνω από τη γραμμή του υποβιβασμού!

Μεγάλος πρωταγωνιστής εντός του αγωνιστικού χώρου αναδεικνύεται ένας από τους πολλούς απόκληρους της ομάδας, ο 23χρονος Μουνίρ Ελ Χαντάντι. Γιος ενός Μαροκινού σεφ, που έφτασε κρυφά στην Ισπανία στα 18 του μέσα σε μια ταλαιπωρημένη βάρκα, δεν κατάφερε να πάρει τα προηγούμενα χρόνια στη Μπαρτσελόνα τις ευκαιρίες που έψαχνε και για την ώρα κάνει το αγροτικό του σε άλλες ομάδες της Πριμέρα (πέρσι έπαιξε δανεικός στη Βαλένθια).

Με την έλευση του Αμπελάρδο και την αλλαγή ψυχολογίας που αυτός έφερε, ο Μουνίρ μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς στην επίθεση της Αλαβές και η παρουσία του αποδεικνύεται σωτήρια, αφού έχει συμμετοχή στο 50% των φετινών γκολ της ομάδας (6 γκολ και 5 ασίστ)! Σύμφωνα με πληροφορίες από τη Βαρκελώνη, μετά από τα τελευταία κατορθώματα του οι άνθρωποι της Μπάρτσα σκέφτονται πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο να του ανανεώσουν άμεσα το συμβόλαιο που λήγει το 2019, ώστε να αποκτήσουν ακόμα πιο ισχυρή θέση σε πιθανή πώληση του το καλοκαίρι.

Αμπελάρδο-Ζιντάν, τα χρόνια της νιότης

Σήμερα η ομάδα-έκπληξη των τελευταίων τριών μηνών στην Ισπανία ταξιδεύει στη Μαδρίτη για να αντιμετωπίσει το απόγευμα την πρωταθλήτρια Ρεάλ, την ομάδα απέναντι στην οποία έπαιξε το πρώτο παιχνίδι της καριέρας του ο Αμπελάρδο. Όλοι στην ομάδα των Βάσκων ξέρουν καλά πως το να φύγεις από το Μπερναμπέου με κάτι θετικό είναι κάτι παραπάνω από δύσκολο, ειδικά αυτή την περίοδο που η ομάδα του Ζιντάν φαίνεται να έχει αφήσει πίσω της τα σκαμπανεβάσματα του πρώτου μισού της σεζόν. Χωρίς την άμεση πίεση της ζώνης του υποβιβασμού όμως, με την ψυχολογία και την αυτοπεποίθηση στα ύψη και με τον μικρό θαυματοποιό στον πάγκο κανένας δεν μπορεί να τους ξεγράψει πλέον από πριν.

Μεταγραφή μετά από Απαίτηση

  [19 Σχόλια]

Έκλεισε λοιπόν νωρίς-νωρίς το μεγάλο ντιλ της μεταγραφικής περιόδου του Ιανουαρίου. Ο Φελίπε Κουτίνιο πήγε από τη Λίβερπουλ στη Βαρκελώνη για περίπου €160Μ. Αν σας αρέσει αυτή η κίνηση και δε θέλετε κάποιος να σας χαλάσει τη διάθεση, μπορείτε να σταματήσετε την ανάγνωση εδώ. Ο γράφων από το καλοκαίρι δεν ήταν ιδιαίτερα θερμός στη μεταγραφή Κουτίνιο στην Μπαρσελόνα, πόσο μάλλον τώρα, με τις συνθήκες και τα δεδομένα υπό τα οποία έγινε.

Κατ’ αρχάς να εξηγήσω το γιατί δεν τον ήθελα από τον Αύγουστο. Ο Κουτίνιο είναι ένας πάρα πολύ καλός παίχτης σε ιδανική ηλικία. Επιπλέον πια είναι αρκετά ψημένος. Προέρχεται από μεγάλη σχολή, έχει ντρίπλα, ένας εναντίον ενός, πάσα, στημένα, υποδοχή σε 360º (ορολογία Τσάβι), κάθετη κίνηση και συμπαθητικά τελειώματα. Υπέροχος παίχτης να τον βλέπεις. Όμως τραυματίζεται συχνά, δεν πρεσάρει σωστά, δεν έχει διάρκεια το παιχνίδι του και η καλή του θέση είναι έξω αριστερά ώστε να συγκλίνει προς τα μέσα. Στη Μπαρσελόνα τον κοίταξαν για αντικαταστάτη του Νεϋμάρ, που θα ήταν πιο σωστή η κίνηση, αλλά τελικά έμεινε ότι αυτός θα είναι ο αντικαταστάτης του Ινιέστα.

Από εδώ ξεκινάνε τα σοβαρά προβλήματα. Αρχικά το αγωνιστικό. Η Μπαρσελόνα αναζητεί αντικαταστάτη του Ινιέστα που πλέον είναι κλεισμένα 33. Ο δον Ανδρές μπορεί να δίνει 60-70 λεπτά διάλεξη σε κάθε του παιχνίδι, αλλά τόσο αντέχει και όχι Τετάρτη-Κυριακή. Η μεταγραφή έπρεπε να είναι παίχτης σταρ για να αντικαταστήσει τον καλύτερο ίσως παίχτη που έβγαλε η Ισπανία. Ή τελείως αχρείαστη, διότι η καλή θέση του Σέρζι Ρομπέρτο είναι αυτή ακριβώς. Και όσες φορές έχει παίξει εκεί και όχι δεξί μπακ έχει κάνει παπάδες τα τελευταία δύο χρόνια. Επίσης ο Κουτίνιο στη Λίβερπουλ δεν έκανε τα καλύτερά του ματς στον άξονα αλλά στα αριστερά. Η θέση του Ινιέστα είναι τρομερά απαιτητική τόσο επιθετικά όσο και στην κάλυψη. Επαναλαμβάνω, αν δεν είχε αποκτηθεί ο *πρώην ρεκόρ μεταγραφής για το σύλλογο* Ντεμπελέ, η κίνηση είχε μεγάλο αγωνιστικό νόημα, τώρα είναι πρόβλημα για το Βαλβέρδε.

Παράδειγμα του που κινείται ο Κουτίνιο από ματς με τη Σουόνσι

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ο Γενάρης. Η Μπαρσελόνα είχε κολλήσει στο πρόσωπο του Κουτίνιο, δεν υπήρχε άλλος για το κέντρο, από το καλοκαίρι. Ειδικά μετά τη μεταγραφή Νεϋμάρ που όλος ο κόσμος ήξερε το τι είχε μπει στο ταμείο της Μπάρσα, ο καθένας ζήταγε ό,τι ήθελε. Η Λίβερπουλ ζήτησε αναμενόμενα τη Σαγράδα Φαμίλια και το ντιλ δεν έκλεισε. Η Μπαρσελόνα συνέχισε να πιέζει τόσο τον παίχτη όσο και το σύλλογο να γίνει η μεταγραφή. Ο παίχτης όμως χρησιμοποιήθηκε στο Τσάμπιονς Λιγκ από τον Κλοπ. Η λογική λέει ότι η Μπαρσελόνα θα το άφηνε ως το καλοκαίρι και θα προσπαθούσε να κλείσει τον παίχτη πριν την έναρξη του Μουντιάλ. Όχι όμως, τώρα το Γενάρη, μεταγραφή ρεκόρ με 160Μ παίχτη που δεν έχει δικαίωμα να παίξει στο Τσάμπιονς Λιγκ όταν η Μάντεστερ Σίτυ θα αγοράσει με 35-40Μ τον Αλέξις Σάντσες που θα μπορεί να παίξει.

Και εδώ περνάμε στο οικονομικό. Το καλοκαίρι η Μπαρσελόνα έγινε περίγελος όταν ακύρωσε τελευταία στιγμή την κλεισμένη μεταγραφή του Σέρι της Νις για €40Μ. Για αγωνιστικούς λόγους είπαν τότε, κάνοντάς το να φαίνεται πιο γελοίο, αλλά δεν έβγαιναν τα κουκιά. Ούτε έδωσαν τα €33Μ για τον Ινίγκο Μαρτίνεθ που ζητούσε ο Βαλβέρδε. Τώρα όμως, έχοντας κάνει τη μεταγραφή του Ντεμπελέ και του Παουλίνιο και χωρίς να έχει αποχωρήσει απολύτως κανένας έδωσαν €160Μ για τον Κουτίνιο, πηγαίνοντας στο 84% των εσόδων τα έξοδα για μεταγραφές και συμβόλαια, ανατινάζοντας το ΦΦΠ. Η διαχείριση των παιχτών από τη διοίκηση είναι απαράδεκτη, με πιο κραυγαλέες περιπτώσεις αυτές του Αρντά (7ο μεγαλύτερο συμβόλαιο), που η Άρσεναλ έδινε €40Μ τον προηγούμενο Γενάρη και δεν πωλήθηκε, και του Αντρέ Γκόμες, που πάλι είχαν πρόταση €35Μ και τον κράτησαν. Τώρα πρέπει να φύγουν τουλάχιστον 4 παίχτες.

Και κλείνω με το πιο εξοργιστικό. Η προσκόλληση στο πρόσωπο του Κουτίνιο από το καλοκαίρι έσκασε ξαφνικά μετά τη φυγή Νεϋμάρ. Όπως και το όνομα του Παουλίνιο. Η μεταγραφή Παουλίνιο συμφωνήθηκε, πάγωσε, και έγινε σχεδόν στο τέλος, όταν πια έγινε σαφές ότι ο Κουτίνιο δε θα παρουσιαζόταν στο Καμπ Νόου το 2017. Εντελώς τυχαία να πω ότι με τη φυγή Νεϋμάρ η Μπαρσελόνα, το ποδοσφαιρικό διαμάντι της ΝΙΚΕ, έμενε χωρίς Βραζιλιάνο διεθνή στο ρόστερ της σε χρονιά Μουντιάλ (μην μου πει κάποιος για το Ραφίνια παρακαλώ). Η Βραζιλία (φυσικά ΝΙΚΕ, ολόκληρο σκάνδαλο είχε γίνει) είναι σπουδαία ποδοσφαιρική αγορά και η πιο δημοφιλής εθνική. Σημειώνω ότι και ο Ντεμπελέ είναι ΝΙΚΕ, τόσο ο ίδιος, όσο και η Γαλλία. Έγινε η μεταγραφή Παουλίνιο, αλλά η ΝΙΚΕ ζητούσε σταρ. Η διοίκηση Μπαρτομέου που δεν έχει πει ποτέ όχι σε χορηγό σκίστηκε να ικανοποιήσει την εταιρεία που παίρνει αρκετά πίσω από την αύξηση στην προσφορά για τη φανέλα που είχε κάνει. Ο Κουτίνιο είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να υπάρξει στη Μπαρσελόνα μετά τον Νεϋμάρ και αυτό έπρεπε, λόγω ΝΙΚΕ, να γίνει πριν το Μουντιάλ.

Οφ σάιντ γράφει στα Καταλανικά πίσω

Η διοίκηση Μπαρτομέου έχει πρωταρχικό άγχος να φτάσει τον κύκλο εργασιών του συλλόγου στο €1 δις. Όταν επανεκλέχτηκε, πολλοί οπαδοί μίλησαν για «Μαδριλενοποίηση» της Μπαρσελόνα. Ακόμα και αυτό ισχύει εν μέρει. Ναι, πλέον αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως αθλητική επιχείρηση και όχι ως ομάδα ο σύλλογος Μπαρσελόνα, όμως δε γίνονται μεταγραφές γκαλάκτικος για να πουλήσουμε φανέλες χωρίς αγωνιστική λογική. Γίνονται μεταγραφές μετά από υπόδειξη των χορηγών. Παράλληλα, επειδή αυτό το μπραντ πούλαγε τόσα χρόνια, συνεχίζεται η ρητορική για το ποδόσφαιρο βάσης και τη Μασία ενώ πράττουν ακριβώς τα αντίθετα. Φυσικά να υπάρξουν σταρ και μεγάλες μεταγραφές. Πάντα γινόταν. Απλώς ήταν 2-3 και πλαισιώνονταν από (καλούς) ντόπιους. Τώρα κοιτάμε μόνο αγορές, χωρίς κανένα αγωνιστικό πλάνο. Ακόμα και ο προπονητής επιλέχθηκε με κριτήριο να είναι ο καλύτερος διαθέσιμος, αλλά από εκείνους που δε θα πηγαίνουν και πολύ κόντρα στη διοίκηση και θα δουλεύουν με ότι τους δίνει. Πραγματικά ίσως ο Βαλβέρδε μετά τον Αντσελότι να είναι ο καλύτερος σε αυτό.

Ως οπαδός της Μπαρσελόνα από την εποχή των 0 ευρωπαϊκών με ενοχλεί όλη αυτή η στροφή. Και δε μιλάω για τα χρήματα. Αυτά απλώς είναι περισσότερα σε ένα ποδόσφαιρο που έχει γίνει λίγο σόου μπιζ. Με ενοχλεί η λειτουργία του συλλόγου ως αθλητική επιχείρηση χωρίς καμία επαφή με το αγωνιστικό κομμάτι. Ειδικά όταν ο τοπικός αθλητικός τύπος έχει γίνει «τίτλοι, τίτλοι, τίτλοι», ενώ συνεχίζει να πουλάει Μασία. Εκείνο όμως που με εξοργίζει είναι οι διοικούντες να μην έχουν καν τον πρώτο λόγο στην όλη μπίζνα. Δηλαδή η Μαδριλενοποίηση να είναι βελτίωση.