Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Ιστορίες για το τζάκι'

Μπύρες, ναπάλμ, νάρκες, Βιετνάμ

  [3 Σχόλια]

Ανυπόφορη υγρασία, ζέστη, κουνούπια, ο απειλητικός βόμβος ενός ελικοπτέρου που μόλις καλύπτει κάτι που μοιάζει – και είναι – ο θόρυβος από διαδοχικές επιθέσεις με όλμους κάπου κοντά, ανιχνευτές ναρκών, δακρυγόνα, και τώρα πέτρες που πέφτουν βροχή από τις κερκίδες: ίσως δεν ήταν πολύ καλή ιδέα αυτή η σειρά φιλικών ματς στο Βιετνάμ, ειδικά που βρισκόμαστε στον Νοέμβριο του 1967, της πιο φονικής χρονιάς ενός πολέμου που μαίνεται από το 1955 και θα διαρκέσει συνολικά είκοσι έτη.

Μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι οι ποδοσφαιριστές της Εθνικής Αυστραλίας που βρίσκονται εδώ και μιάμιση ώρα κλεισμένοι στα αποδυτήρια του σταδίου Κονγκ Χόα της Σαϊγκόν προκειμένου να γλιτώσουν από 30.000 εξαγριωμένους Βιετναμέζους φιλάθλους, γελούν πικρά με την ονομασία του τουρνουά στο οποίο κλήθηκαν να πάρουν μέρος, μαζί με τους όχι λιγότερο τυχερούς παίκτες άλλων επτά εθνικών ομάδων: Friendly Nations Tournament, το Τουρνουά των Φιλικών Εθνών.

Τα φιλικά, ως προς το Νότιο Βιετνάμ, έθνη (Νέα Ζηλανδία, Νότια Κορέα, Ταϋλάνδη, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Μαλαισία, Αυστραλία) είναι αφενός σύμμαχοί του, όπως και οι Αμερικάνοι, στον πόλεμο εναντίον του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, δηλαδή του Βόρειου Βιετνάμ. Αφετέρου, δεν διαθέτουν ιδιαίτερη ποδοσφαιρική παράδοση. Η Αυστραλία, ίσως η ισχυρότερη όλων, είχε αποκλειστεί, αν και γηπεδούχος, στους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης από την Ινδία, ενώ στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966 διαλύθηκε (6-1, 3-1) από τη Βόρεια Κορέα, μια ομάδα που, βέβαια, θα κάνει πράματα και θάματα στην Αγγλία –αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Ο αμυντικός Γκάρι Γουίλκινς δένει τα κορδόνια του εν μέσω οπαδών της αντίπαλης ομάδας

Τι στο καλό οδήγησε όλους αυτούς τους νεαρούς, κατά κύριο λόγο ερασιτέχνες, ποδοσφαιριστές, στη Σαϊγκόν; Πρώτα από όλα, λόγοι προπαγάνδας και δημόσιων σχέσεων: ο τοπικός πληθυσμός αντιμετωπίζει με δυσπιστία τα ξένα συμμαχικά στρατεύματα και, ως γνωστόν, ο αθλητισμός ενώνει – κι ανυψώνει το ηθικό των μαχομένων. Ο πιο σημαντικός όμως παράγοντας είναι το γεγονός ότι, όταν οι αθώοι παίκτες δέχτηκαν την πρόσκληση των κυβερνήσεων και των ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών τους να πάρουν μέρος στο τουρνουά, δεν είχαν ιδέα για το τι θα αντιμετωπίσουν.

Οι Αυστραλοί το είδαν σαν ένα ακόμη σταθμό της δίμηνης περιοδείας τους στην Ασία, μια ευκαιρία να παίξουν λίγο μπάλα, να προετοιμαστούν για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 και να γνωρίσουν νέες χώρες –μετά από το Βιετνάμ, θα πήγαιναν στη Μαλαισία. Έχουν ακούσει, βέβαια, ότι γίνεται πόλεμος, μερικοί έχουν φίλους που ήδη συμμετέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά η ιδέα που έχουν για το τι ακριβώς σημαίνει αυτό είναι πολύ αφηρημένη και υποψιαζόμαστε ότι η ενημέρωση που είχαν πριν ξεκινήσουν δεν ήταν η πληρέστερη δυνατή. Η Αυστραλία και ο συντηρητικός πρωθυπουργός της Χαρολντ Χολτ θα στείλουν συνολικά 60.000 στρατιώτες στη μάχη ενάντια στον κομμουνισμό· μόνο για το 1967, θα μετρήσουν 81 νεκρούς.

Η περιπέτεια αρχίζει ήδη πριν πατήσουν τη ναρκοθετημένη γη της Σαϊγκόν, όταν ο πιλότος του αεροπλάνου τούς ζητά συγγνώμη για την απότομη αλλαγή ύψους στην πτήση : κάποιοι Βιετκόνγκ – σύντμηση των λέξεων «Βιετναμέζοι» και «Κομμουνιστές» – παραταγμένοι στους ορυζώνες πυροβολούν το σκάφος. Αποβιβάζονται εν μέσω δεκάδων βομβαρδιστικών αεροπλάνων κι ενώ γύρω τους κινούνται πάνοπλοι στρατιώτες διαφορετικών εθνικοτήτων. Κατευθείαν στην Πρεσβεία για μια σύντομη ενημέρωση σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας που πρέπει να ακολουθούν για καλό και για κακό. Πρώτον, να αποφεύγουν τους ποδηλάτες, διότι υπάρχει ο κίνδυνος να είναι αντάρτες με εκρηκτικά – η ζουμερή λεπτομέρεια είναι ότι στη Σαϊγκόν κυκλοφορούν δεκάδες χιλιάδες ποδήλατα. Δεύτερον, να αποφεύγουν να συναναστρέφονται με τους κύριους στόχους των επιθέσεων, δηλαδή τους σύμμαχους Αμερικάνους, οι οποίοι έχουν πάνω από 200.000 στρατιώτες στη χώρα.

Μια τελευταία συμβουλή από τον Μπράιαν Κόριγκαν, τον γιατρό της ομάδας : να μην πίνουν το αμφιβόλου ποιότητας νερό και να προτιμούν την μπύρα. Με την τελευταία αυτή οδηγία που πρόσθεσε μια νότα κεφιού στο ταξίδι, ξεκινούν για το Golden Building, το Χρυσό Κτίριο που κάποτε ήταν ξενοδοχείο. Κάθε ομάδα έχει έναν όροφο. Αργότερα θα αποκαλυφθεί πως οι Βιετκόνγκ σχεδίαζαν να ανατινάξουν τον όροφο της Νότιας Κορέας, ακριβώς κάτω από αυτόν των Αυστραλών. Συνελήφθησαν ενώ κουβαλούσαν τα εκρηκτικά.

Μένουν τέσσερις-τέσσερις στα δωμάτια, έχοντας ως άτυπους συγκατοίκους τις ευμεγέθεις σαύρες που τρέχουν στους διαδρόμους. Ο Σταν Άκερλυ, που είχε ξεκινήσει την καριέρα του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ πριν ξενιτευτεί στην Αυστραλία, πάτησε κάτι γυμνά ηλεκτρικά καλώδια και κόντεψε να μείνει στον τόπο. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου το έχει σκάσει, παίρνοντας μαζί του όλα τα δελτία τροφίμων για το εστιατόριο, κι έτσι οι παίκτες τρώνε στο στρατόπεδο, ακούγοντας προειδοποιητικούς πυροβολισμούς κάθε φορά που ένας ύποπτος, δηλαδή ένας ποδηλάτης, πλησιάζει τις εγκαταστάσεις. Συχνά παίζουν για ζέσταμα και ένα φιλικό με τους συμπατριώτες τους, πριν οι τελευταίοι βάλουν στολή και ζωστούν τα όπλα για να πάνε να πολεμήσουν.

Η προετοιμασία για τα ματς είναι ένα άλλο ακανθώδες ζήτημα. Έχει αρχίσει η περίοδος των βροχών και το χωράφι που τους έχει διατεθεί για να προπονηθούν είναι σε άθλια χάλια. Όταν κάποιος έχει τη λαμπρή ιδέα να τρέξει να πιάσει την μπάλα που κατέληξε από στραβοκλωτσιά στην άλλη μεριά του φράχτη, οι περίεργοι που έχουν μαζευτεί να τους καμαρώσουν πανικοβάλλονται : «Μα τι κάνεις! Μη! Έχει νάρκες!». Στη Σαϊγκόν του 1967, η ευστοχία είναι υπέρτατη αρετή. Καταλήγουν να τρέχουν για ζέσταμα στην ταράτσα του ξενοδοχείου, από όπου μπορούν να βλέπουν από ψηλά τα άρματα μάχης να οργώνουν τους δρόμους, τα πολεμικά αεροπλάνα να απογειώνονται στο βάθος και τους δόλιους κατοίκους της Σαϊγκόν να τρέχουν αλαφιασμένοι στον ήχο των εκρήξεων. Ο αρχηγός της ομάδας και θρύλος του αυστραλιανού ποδοσφαίρου Τζόνι Γουόρεν θα γράψει αργότερα στην αυτοβιογραφία του ότι όταν είδε το φιλμ Good Morning Vietnam αναγνώρισε στην οθόνη μερικές από τις κωμικοτραγικές καταστάσεις που κι  οι ίδιοι έζησαν.

Στο πρώτο ματς κερδίζουν τους Νεοζηλανδούς 5-3. Στο δεύτερο αντιμετωπίζουν τους γηπεδούχους σε ένα ματς μεγάλης σημασίας –ο αντιπρόεδρος της βιετναμέζικης κυβέρνησης κατεβαίνει στο ημίχρονο στα αποδυτήρια για να υποσχεθεί έξι μήνες μισθούς ως πριμ νίκης. Οι Αυστραλοί κερδίζουν με ένα γκολ του Γουόρεν στο 35΄ και καταλήγουν έτσι όπως τους είδαμε στην αρχή : κλεισμένοι στα αποδυτήρια ενώ έξω βρέχει πέτρες. Η σκηνή δεν έχει τίποτε να κάνει με τον πόλεμο· είναι απλώς αυτό που αντιμετωπίζουν ποδοσφαιριστές σε όλον τον κόσμο όταν οι θεατές είναι φανατισμένοι και δυσαρεστημένοι, ακόμη κι όταν το ματς είναι φιλικό, ακόμη κι αν ο αντίπαλος είναι, θεωρητικά, σύμμαχος. Θεωρητικά, διότι η φήμη λέει ότι οι συνεχείς βομβιστικές επιθέσεις σταματούσαν στη διάρκεια των αγώνων επειδή οι ποδοσφαιρόφιλοι Βιετκόνγκ προτιμούσαν να πάνε κι αυτοί στο γήπεδο να δουν μπάλα. Οι Αυστραλοί έφυγαν μετά από δυο ώρες αναμονή, ξαπλωμένοι μπρούμυτα στο πούλμαν και με τους σάκους τους πάνω από το κεφάλι  για κάθε ενδεχόμενο.

Μετά κι από την τρίτη νίκη τους (5-1 τη Σιγκαπούρη) παίζουν ημιτελικά με τον δεύτερο του άλλου ομίλου, τη Μαλαισία. Τα επεισόδια αυτή τη φορά ξεκινούν από τον αγωνιστικό χώρο. Οι Μαλαισιανοί παίζουν σκληρά, οι Αυστραλοί ανταποδίδουν, η κατάσταση εκτραχύνεται με τσαμπουκάδες και ξύλο. Θα χρειαστεί η επέμβαση της αστυνομίας και του στρατού και η ρίψη δακρυγόνων ώστε να συνεχιστεί το ματς. Ο Αμπόνι, μικρό όνομα Αττίλας, που θα αναδειχτεί πρώτος σκόρερ του τουρνουά, θα χάσει πέναλτι αλλά τελικά οι Αυστραλοί θα κερδίσουν στην παράταση με γκολ του Ρέι Μπαάρτζ.

Ο τελικός θα παιχτεί στις 14 Νοεμβρίου. Οι Βιετναμέζοι υποστηρίζουν τώρα σύσσωμοι τους Socceroos απέναντι στη μισητή Νότια Κορέα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ανέλπιστη υποστήριξη είναι υπερβολικά μαζική: το γήπεδο είναι φίσκα και οι Αυστραλοί στρατιώτες που παρακολουθούν φανατικά όλα τα ματς της Εθνικής τους, δεν χωράνε. Τελικά και αφού ο Τζόνι Γουόρεν απειλεί ότι θα πάρει την ομάδα να φύγει, θα καθίσουν στο χορτάρι, δίπλα στις γραμμές. Στην αρχή θα στριμωχτούν λίγο ώστε να γίνει ο απαραίτητος έλεγχος του τερέν για νάρκες αλλά στην συνέχεια θα καμαρώσουν την ομάδα τους να νικά 3-2 και να κερδίζει αήττητη το πρώτο τρόπαιο στην ιστορία της,

Ο ουγγρικής καταγωγής προπονητής Τζόε Βλάσιτς και οι παίκτες με τα μετάλια

Μετά τον τελικό, οι μπαρουτοκαπνισμένοι νικητές πετάχτηκαν να γιορτάσουν τη νίκη στην αυστραλιανή στρατιωτική βάση του Βουνγκ Τάο, στη νότια άκρη της βιετναμέζικης χερσονήσου με ένα αεροπλάνο-σουρωτήρι από τις σφαίρες. Απτόητοι, ξαναγύρισαν στο Βιετνάμ για προετοιμασία το 1970 και το 1972, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Το πριμ νίκης που τους περίμενε μετά τον θρίαμβό τους ήταν η δυνατότητα να κρατήσουν ως δώρο τις πρασινοκίτρινες αθλητικές τους εμφανίσεις.

Για πολλούς αυτή η νίκη αλλά κι αυτή η απίστευτη περιπέτεια στο εμπόλεμο Βιετνάμ, η οποία, όσο να΄ναι, δημιούργησε μοναδικό κλίμα ομοψυχίας ανάμεσα στους παίκτες, ήταν το ιδρυτικό γεγονός της Εθνικής Αυστραλίας.

Οχτώ από τους θριαμβευτές της Σαϊγκόν, μαζί κι ο αρχηγός τους, οδήγησαν τους Socceroos για πρώτη φορά σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου. Θα είναι στα 1974, στο Μουντιάλ της Δυτικής Γερμανίας, που υπήρξε ίσως το πιο πολιτικό από όλα. Έχασαν από τις δυο Γερμανίες και ήρθαν ισόπαλοι με τη Χιλή. Το 2017, πενήντα χρόνια μετά τη νίκη της Σαϊγκόν, τα μέλη της αποστολής, συγκινημένοι και θαλεροί γέροντες οι περισσότερο, θα τιμηθούν από την Ομοσπονδία για την προσφορά τους στο ποδόσφαιρο.

Όταν ο Ντιέγκο παντρεύτηκε

  [Καθόλου σχόλια]

Είμαι σίγουρος ότι κάθε φορά που ένα νέο κείμενο για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα γράφεται σε αυτή τη σελίδα, κάποιοι θα σκέφτονται «αμάν ρε παιδιά, μας έχετε πρήξει». Και μπορεί να έχουν δίκιο. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό όμως, είναι ότι τα κείμενα δεν γράφονται επειδή ο Ντιέγκο ήταν απλώς ένας τεράστιος παίκτης, αλλά επειδή η ζωή του και η πολλές φορές υπεργραφική περσόνα του μας έχουν δώσει τόσες πολλές ιστορίες, που δεν γίνεται να μην μοιραστείς όλα όσα τραγελαφικά έχει ζήσει, πέρα από τα όσα μαγικά έχει κάνει. Με αφορμή λοιπόν τα σημερινά του γενέθλια, αυτή εδώ είναι η ιστορία του γάμου του. Γιατί ο γάμος του Ντιέγκο, δεν ήταν ένας απλός γάμος. Ήταν το γεγονός της χρονιάς το 1989, ο γάμος του αιώνα για την Αργεντινή, ένα θρυλικό event.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. O Ντιέγκο κι η Κλαούντια Βιγιαφάνιε ήταν ήδη ζευγάρι για δέκα χρόνια και είχαν αποκτήσει δύο κόρες, την Ντάλμα και τη Τζιανίνα (που θα παντρευόταν αργότερα τον Κουν Αγκουέρο, σαν γνήσια λατινοαμερικάνικη σαπουνόπερα). Το 1989, με τον Ντιέγκο να είναι σούπερ σταρ και παίκτης της Νάπολι, το ζευγάρι αποφάσισε να παντρευτεί. Η Κλαούντια είχε δηλώσει: «Θέλουμε ένα συνηθισμένο γαμήλιο πάρτι, όπως κάθε ζευγάρι». Βέβαια αγαπητέ αναγνώστη που πιθανώς σκέφτεσαι να παντρευτείς, το συνηθισμένο φαίνεται ότι έχει διαφορετική ερμηνεία για τον καθένα μας. Οπότε, αν η μέλλουσα γυναίκα σου πει κάτι τέτοιο, μην πανηγυρίζεις πριν μάθεις τις λεπτομέρειες.

Η σεμνή τελετή έλαβε χώρα στην εκκλησία Σαντίσιμο Σακραμέντο στο Μπουένος Άιρες στις 7 Νοεμβρίου του 1989 κι η Κλαούντια εμφανίστηκε με ένα νυφικό επιπέδου πριγκίπισσας Νταϊάνα, καθώς είχε περίπου 1.500 πολύτιμους λίθους και συνολικά 5 κιλά κρυστάλλους γαλλικής προέλευσης. Αν προσθέσουμε τη διαμαντένια τιάρα και τα μαργαριτάρια, η Κλαούντια φορούσε το ΑΕΠ μιας χώρας πάνω της. Το γαμήλιο γλέντι έγινε στο Εστάδιο Λούνα Παρκ μια αρένα πολλαπλών χρήσεων του Μπουένος Άιρες στην οποία είχε διοργανωθεί Μουντομπάσκετ παλιότερα, πολλοί σπουδαίοι αγώνες μποξ, συναυλίες καλλιτεχνών από τον Φρανκ Σινάτρα μέχρι πιο πρόσφατα τους Dream Theater, μέχρι και επίσκεψη του Πάπα. Στο κέντρο της αρένας υπήρχε μια ειδική σκηνή για τους νεόνυμφους, ενώ το πάτωμα είχε καλυφθεί παντού με γκρι μοκέτα. Στην οροφή δέσποζε ένας τεράστιος πολυέλαιος ύψους έξι μέτρων με συνολικά… 12.000 λάμπες.

Μπιλάρδο, Κλαούντια, Ντιέγκο και δον Χούλιο

Ο γάμος όμως είναι οι προσκεκλημένοι του. Κι έτσι ο Ντιέγκο είπε να καλέσει μόλις 1.200 άτομα. Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν ο Φιντέλ Κάστρο κι οι τελευταίοι δύο πρόεδροι της Αργεντινής (Ραούλ Αλφοσίν και Κάρλος Μένεμ), αλλά τελικά δεν έδωσαν το παρόν. Αντίθετα, το παρόν έδωσε ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, γιατί καλή η αντιπαλότητα Νάπολι-Μίλαν σε μια χρονιά που πάλεψαν μέχρι τέλους για το πρωτάθλημα, αλλά ένα καλό πάρτι δεν το χάνεις. Ο Σίλβιο δεν ήταν ο μόνος που ταξίδεψε από την Ιταλία. Ο Ντιεγκίτο έδωσε περίπου 500.000 δολάρια για να ναυλώσει ένα αεροπλάνο που θα μετέφερε από την Ευρώπη φίλους, δημοσιογράφους και άλλους ποδοσφαιριστές, ενώ έκλεισε περίπου 300 δωμάτια σε ξενοδοχεία του Μπουένους Άιρες για να φιλοξενήσει πολλούς από τους καλεσμένους. Το τσάρτερ της χαράς ήταν ετερόκλητο, καθώς ανάμεσα στους σπουδαίους προσκεκλημένους από την Ευρώπη όπως ήταν οι συμπαίκτες του Ντιεγκίτο, βρίσκονταν η κομμώτρια της Κλαούντια κι οι δύο αρχηγοί των οργανωμένων οπαδών της Νάπολι. Φυσικά στο γάμο υπήρχαν και μεγάλες προσωπικότητες από την Αργεντινή, σελέμπριτιζ που δεν έχει νόημα να αναφέρουμε γιατί δεν μας λένε κάτι, αλλά και άνθρωποι του ποδοσφαίρου όπως ο Αλφρέντο ντι Στέφανο, ο Κάρλος Μπιλάρδο, ο Μαουρίσιο Μάκρι (πολύ πριν γίνει πρόεδρος της Μπόκα και της Αργεντινής) και φυσικά ο άνθρωπος που έκανε κουμάντο στο ποδόσφαιρο της χώρας για δεκαετίες, ο πρόεδρος της Π.Ο. της χώρας Χούλιο Γκροντόνα. ‘Ολοι αυτοί έκαναν και τα αντίστοιχα δώρα. Υπήρχαν τέσσερις λίστες γάμου σε πολυτελή καταστήματα της Αργεντινής και της Ιταλίας, με το πιο ακριβό αντικείμενο να είναι… ένα κρυστάλλινο κεφάλι αλόγου της γαλλικής πολυτελούς εταιρείας Lalique, τιμής μόλις 11.000 δολαρίων.

Φυσικά το «Λούνα Παρκ» δεν έμοιαζε καθόλου με στάδιο. Οι εξέδρες είχαν κρυφτεί, καθώς 29 φορτηγά για 1,5 ημέρα άδειαζαν τα 4.200 φυτά που τοποθετήθηκαν ως ντεκόρ, μαζί με έναν… καταρράκτη και έναν ουρανό με σύννεφα. Οι 120 εργάτες διέλυσαν το γήπεδο του μπάσκετ στο οποίο είχαν εμφανιστεί οι Χάρλεμ Γκλομπτρότερς πριν μόλις 36 ώρες και ετοίμασαν το σκηνικό. Το ζευγάρι έφτασε περίπου στα μεσάνυχτα υπό τους ήχους των Μπετόβεν και Χέιντελ μέσα σε μια Ρολς-Ρόις Φάντομ του 1937. Το αυτοκίνητο ήταν ιστορικό, καθώς ήταν του Αυστριακού εμπόρου όπλων Φριτζ Μαντλ και το είχε κατασχέσει αρχικά ο Γκέμπελς (ναι, αυτός ο Γκέμπελς), πριν ο Μαντλ καταφέρει να το μεταφέρει στην Αργεντινή όπου και διέφυγε. Τελικά, ήρθε στην ιδιοκτησία ενός τοπικού επιχειρηματία που το δάνεισε στον Μαραντόνα για το γάμο. Ο Ντιέγκο είχε ήδη επιτεθεί σε έναν φωτογράφο πιο πριν, ενώ αυτός δεν ήταν ο μοναδικός καβγάς της βραδιάς, καθώς ένας κουνιάδος του πλακώθηκε με κάποιους καλεσμένους, σε ένα γάμο που θα είχε πολλά να διδάξει στο Hangover. Η τούρτα ήταν περίπου 1,5 μέτρο σε ύψος (όχι πολύ πιο κοντή από τον Ντιέγκο), με οκτώ ορόφους, και κόπηκε στις 3.30 τα χαράματα, ενώ οι καλεσμένοι έφαγαν καναπεδάκια με χαβιάρι, σολομό, χαμόν σερράνο και ένα σωρό άλλα εδέσματα, ενώ αντίστοιχα έπιναν καλό κρασί και άλλα ποτά. Εκτός από το πέταγμα της ανθοδέσμης, στην Αργεντινή (πιθανώς και αλλού, δεν είμαι ειδικός) υπάρχει ακόμα ένα έθιμο. Η νύφη και οι φίλες της κρατάνε κάποιες κορδέλες που είναι ανακατεμένες και στο τέλος, αυτή που έχει την άλλη άκρη από την κορδέλα της νύφης κερδίζει. Στο γάμο του Ντιέγκο, υπήρχαν 100 τέτοιες κορδέλες κι η καθεμία είχε στην άκρη της ένα χρυσό δαχτυλίδι, ενώ η 100η είχε ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι (το οποίο ευτυχώς έμεινε στο σόι, μια που το κέρδισε τελικά η αδερφή του Ντιέγκο).

Και στα δικά μας, οι λεύτερες…

Το γλέντι κράτησε μέχρι πρωίας και όσοι δούλεψαν εκείνο το βραδύ στην αρένα, είπαν αργότερα ότι είδαν πράγματα που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ στη ζωή τους. Ο Ντιέγκο λίγο αργότερα, με ιδιωτικό τζετ, έφυγε για το Κάπρι οικογενειακώς και με τους πιο κοντινούς φίλους του για να συνεχίσει το γλέντι. Με την Αργεντινή εν μέσω οικονομικής κρίσης δεν ήταν λίγοι αυτοί που έκαναν σκληρή κριτική στο αγαπημένο παιδί της χώρας. Το ζευγάρι υπολογίζεται ότι έδωσε περίπου… 2 εκατομμύρια δολάρια για το όλο event. Όπως συχνά συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, όλα έγιναν για το… τίποτα. Παρά τη μακροχρόνια σχέση τους, ο γάμος Ντιέγκο-Κλαούντια δεν πήγε καλά. Τα προβλήματα του Ντιέγκο με τα ναρκωτικά και οι απιστίες του (είχε ήδη ένα παιδί από το 1986 το οποίο και αναγνώρισε πολύ αργότερα, ενώ συνολικά έχει αναγνωρίσει επισήμως 8 παιδιά σε διάφορες χώρες, σαν παλιός ναυτικός) δεν επέτρεψαν στο γάμο να πάει καλά.

Η Κλαούντια κατέθεσε αίτηση διαζυγίου το 1998 και όσο κι αν σας φαίνεται απίστευτο, το ζευγάρι είναι στα δικαστήρια μέχρι και φέτος (!!). Ακόμα και μετά το διαζύγιο πέρασαν πολλές διαφορετικές φάσεις, όταν ο Ντιέγκο είχε πιάσει πάτο η Κλαούντια τον βοήθησε, αλλά οι διαμάχες συνεχίζονται κυρίως με κατηγορίες για οικονομικούς λόγους. Ο Ντιέγκο ισχυρίζεται ότι η Κλαούντια του έκλεψε 9 εκατομμύρια δολάρια, μαζί με ένα σωρό αντικείμενα αξίας. Οι αλληλομηνύσεις είναι πάρα πολλές, στο θέμα δυστυχώς έχουν μπλέξει κι οι δύο κόρες και λύση προς το παρόν δεν υπάρχει. Σίγουρα όμως, πριν από 30 χρόνια, ο γάμος αυτός έγραψε ιστορία και τουλάχιστον για μια σεζόν έφερε γούρι. Η Νάπολι λίγους μήνες αργότερα κέρδισε το πρωτάθλημα με δυο βαθμούς διαφορά από τη Μίλαν του Σίλβιο (που τελικά αποζημιώθηκε με τα καναπεδάκια με χαβιάρι) κι ο Ντιέγκο έκανε μια μυθική χρονιά σκοράροντας 16 φορές στο πρωτάθλημα.

VAR εσείς, αστρολόγο εμείς…

  [Καθόλου σχόλια]

Στα μεγάλα ντέρμπι δεν παίζουν ρόλο μόνο η τακτική και η ποιότητα. Οι εντολές και το καθαρό μυαλό. Παίζουν ρόλο κι άλλα πράγματα. Οι περισσότεροι θα σκεφτήκατε κάτι ανάμεσα στο «πάθος», την «τύχη» ή τη μέρα στην οποία θα βρεθούν οι παίκτες. Και ίσως σε έναν ορθολογιστικό κόσμο να είχατε δίκιο. Στον κόσμο της Λ. Αμερικής και στο Superclasico Μπόκα-Ρίβερ φαίνεται ότι μετρούν και άλλα πράγματα. Για όσους δεν έχουν ενημερωθεί, οι δύο προαιώνιοι εχθροί έφτασαν στα ημιτελικά του Κόπα Λιμπερταδόρες και εκεί η Ρίβερ κέρδισε με 2-0 το πρώτο παιχνίδι στην έδρα της. Η Μπόκα τα έβαλε με τη διαιτησία κατά κύριο λόγο και τη χρήση του VAR, όπως σωστά πρέπει να κάνει κάθε ομάδα που χάνει από τον αντίπαλό της. Κατηγόρησε τη Ρίβερ για τις εύκολες βουτιές και μάλιστα ότι οι παίκτες της προπονούνται στο πώς θα πέφτουν για να κερδίζουν φάουλ και πέναλτι. Οι μέρες όμως περνούν, η ρεβάνς έρχεται και πρέπει να ρίξουμε όλα τα όπλα μας στη μάχη.

Το τελευταίο όπλο ακούει στο όνομα Κάρλος Ολίβα. Δεν είναι ούτε γυμναστής, ούτε σέντερ φορ, ούτε ψυχολόγος, ούτε αναλυτής δεδομένων. Είναι αστρολόγος και μάλιστα με τη λατινοαμερικάνικη σημασία του όρου, που συχνά περιπλέκεται με τη λέξη «brujo». Με λίγα λόγια είναι μάγος/μέντιουμ/αστρολόγος. Μη γελάτε, έχει συνέχεια. Ο Ολίβα λοιπόν διεμήνυσε στους ανθρώπους της Μπόκα, πριν τον πρώτο ημιτελικό στο ιστορικό Εστάδιο Μονουμεντάλ, ότι η Ρίβερ είχε κάνει μαύρη μαγεία στα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων. Το αποτέλεσμα τον δικαίωσε (λέμε τώρα). Κι επειδή ο φαν Χέλσινγκ είναι αδειούχος, ο Ολίβα προσφέρθηκε να δώσει τη λύση. «Έχω τον τρόπο να λύσω τα μάγια και η Μπόκα να προκριθεί στον επόμενο γύρο», είπε στους ανθρώπους της ομάδας.

Και τι θα έκανε κάθε σοβαρός άνθρωπος; Φυσικά και θα τον πίστευε και θα προχωρούσε σε «πρόσληψή» του στην ομάδα. Την είδηση αποκάλυψε η εφημερίδα Ole, δεν διαψεύστηκε και στη συνέχεια ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε. Ο Ολίβα εργάζεται πυρετωδώς εδώ και μέρες και μάλιστα περιέγραψε την κατάσταση στην προσωπική του σελίδα στο Facebook. «Η ατμόσφαιρα θα είναι τεταμένη, με πολλά νεύρα, αλλά εμείς ελπίζουμε ότι θα υπερισχύσουμε των εξωτερικών παραγόντων που θα προσπαθήσουν να μας αποσυντονίσουν», αναφέρει μεταξύ άλλων στο μήνυμά του ο Ολίβα, που δηλώνει σίγουρος ότι ο αντίπαλος θα μείνει στο χορτάρι μετά το τελικό χτύπημα. Αλλά καλέ μου αναγνώστη, αν τα πράγματα ήταν τόσο απλά δεν θα γινόταν ο Χορταρέας ιερέας. Χρειάζεται κι η συμμετοχή του κοινού.

Ο Ολίβα σε ξένοιαστες στιγμές

Έτσι, σε δεύτερό του μήνυμα στο Facebook, o Ολίβα κάλεσε τον κόσμο της Μπόκα να βοηθήσει κι αυτός. Πώς; Το post είναι μεγαλειώδες. Αν είσαι κι εσύ φίλος της Μπόκα, έστω και στην Ελλάδα από την τηλεόραση, μην αμελήσεις. Χρειάζεται ένα μπλε κερί (χρώμα της Μπόκα). Πάνω σε αυτό θα γράψεις με ένα σπίρτο τον αριθμό 7 τρεις φορές. Από κάτω προς τα πάνω. Προσοχή (λέει ο Ολίβα) μην ζουπήξεις το κερί πολύ και το σπάσεις. Μετά παίρνεις το κερί στο χέρι και θυμάσαι μεγάλες στιγμές της Μπόκα που έζησες. Δεν χρειάζεται να είναι πρόσφατες. Μπορεί να είναι από τα χρόνια του Μαραντόνα (αν και τότε η ομάδα ήταν λίγο χάλια). ΠΡΟΣΟΧΗ! Δεν τελειώσαμε έτσι απλά. Στη συνέχεια, παίρνεις και βάζεις το κερί σε ένα πιάτο και δίπλα ένα ποτήρι με νερό. Στη συνέχεια προσεύχεσαι στον αρχάγγελο Μιχαήλ (όχι στον Γαβριήλ γιατί είναι γνωστός οπαδός της Ρίβερ) να κόψει όλα τα δεσμά που κρατούν τους παιχταράδες μας εγκλωβισμένους, να παίζουν χωρίς αυτοπεποίθηση. Ζήτησέ του να δώσει δύναμη και κουράγιο σε κάθε παίκτη, αλλά και στον κόουτς Αλφάρο. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν στις 14.15 ακριβώς. Το τελετουργικό πρέπει να γίνει ακόμα δύο φορές τις επόμενες δύο μέρες και το κερί πρέπει να μείνει στο πιάτο σε όλη τη διάρκεια. Αν έχετε μικρό παιδί προσέξτε μην το φάει, όχι γιατί θα πάθει κάτι το μούλικο, αλλά γιατί δεν θα κερδίσουμε τη Ρίβερ. Κι αν πιστεύετε ότι τα βγάζω από το μυαλό μου δείτε και το ποστ του μάγου (έστω και στα ισπανικά) στο Facebook.

Ο Ολίβα βγήκε στα κανάλια και είπε ότι αυτός βρισκόταν πίσω από τις τελευταίες επιτυχίες της Ρίβερ στις διεθνείς διοργανώσεις (όχι κανένας Γκαγιάρδο) και δηλώνει οπαδός της Ρίβερ, αλλά όπως λένε κι οι Έλληνες αναγνώστες: «σε αυτά δεν χωράν οπαδικά», καθώς το έργο του λέει δεν αναγνωρίστηκε από τη διοίκηση της Ρίβερ. Η πρόβλεψή του μιλάει για 4-0 υπέρ της Μπόκα (εκτός ίσως αν δεν βρεθούν αρκετά μπλε κεριά), μια νίκη που ούτε οι διαιτητές, ούτε το VAR θα καταφέρουν να χαλάσουν. Κάπου στα μικρά γράμματα, ο Ολίβα δήλωσε ότι οι μέθοδοί του έχουν επιτυχία 80%. Αυτά τα γραφικά συμβαίνουν συχνά στην Αργεντινή κι ο πρόεδρος της Μπόκα Αντζελίτσι παραδέχτηκε την αλήθεια, λέγοντας ότι ο ίδιος πιστεύει στη σκληρή δουλειά, αλλά αν ο κόσμος πιστεύει σε αυτά γιατί να πάει εναντίον τους; «Τα δέχομαι όλα», είπε επιβεβαιώνοντας το ρεπορτάζ που λέει ότι ο Ολίβα κόβει βόλτες στο Μπομπονέρα. Αν θα καταφέρει να φέρει και την πρόκριση θα το μάθουμε σύντομα.

Βίος και πολιτεία του Λουτσιάνο Γκαούτσι

  [4 Σχόλια]

Μέσα στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, οι μεγάλες στιγμές, οι σπουδαίοι παίκτες και οι τεράστιες ομάδες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με υπερ-γραφικές παρουσίες. Ειδικά στις μικρότερες ομάδες της χώρας. Μια τέτοια περίπτωση είναι κι ο Λουτσιάνο Γκαούτσι που οι ιστορίες του και ο μύθος του περιπλέκονται μέσα στα περίπου 40 χρόνια ενεργούς παρουσίας στα δρώμενα της Ιταλίας. Ο Γκαούτσι εμφανίζεται αρχικά ως οδηγός αστικού λεωφορείου στη Ρώμη, στην ATAC και στη συνέχεια ιδρύει μια εταιρεία καθαρισμού. Το όνομά της «Λα Μιλανέζε» κι ο αστικός μύθος λέει ότι επέλεξε το όνομα γιατί ήθελε να πιάσει η εταιρεία στο δύσκολο και υπεροπτικό βορρά της χώρας. «Δεν θα έκανα δουλειές στη βόρεια Ιταλία, αν ήξεραν ότι έχουμε έδρα τη Ρώμη», φέρεται να έχει πει. Σιγά σιγά μεγαλώνει την εταιρεία και καταφέρνει να κάνει συμβόλαιο με το Μαλπένσα, το αεροδρόμιο του Μιλάνου.

Η μεγάλη του αγάπη όμως είναι τα άλογα (θυμίζοντας μια δική μας περίπτωση). Ο «Μπιγκ Λουτσιάνο» γίνεται ιδιοκτήτης στη Allevamento White Star, μια εταιρεία που μεγαλώνει καθαρόαιμα άλογα για ιπποδρομίες. Αγοράζει ένα καθαρόαιμο ιρλανδέζικο άλογο που κανείς δεν πιστεύει ότι έχει ταλέντο, πέρα από τον Λουτσιάνο. Του δίνει το όνομα Τόνι Μπιν (τόσο σπουδαίο έγινε το άλογο που έχει δικό του λήμμα στη wikipedia), το όνομα είναι ενός Ιταλού ζωγράφου που ο Γκαούτσι είχε γνωρίσει στους δρόμους του Παρισιού και από τον οποίο τελικά αγόρασε και έναν πίνακα. Ο Τόνι Μπιν, μέσα στη ζωή του αυτοδημιούργητου Γκαούτσι, είναι ίσως η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη επιχειρηματική κίνηση. Τον αγοράζει με 12 εκατομμύρια λιρέτες κι ο Τόνι εξελίσσεται σε πουλέν (καλό ε), κατακτώντας ένα σωρό αγώνες. Ανάμεσα σε αυτούς και τον αγώνα της Αψίδας του Θριάμβου, που αν κατάλαβα καλά πρέπει να είναι κάτι σαν το Τσάμπιονς Λιγκ των ιπποδρομιών ή έστω το Γιουρόπα Λιγκ. Ο Γκαούτσι βγάζει ένα σωρό χρήματα από τους αγώνες, αλλά τα περισσότερα τα βγάζει όταν πουλάει τον Τόνι Μπιν σε μια οικογένεια Γιαπωνέζω για περίπου 5 δισεκατομμύρια λιρέτες (μερικά εκατομμύρια Ευρώ).

Έφτασε η στιγμή μετά από τόσα χρόνια στο Σομπρέρο να βάλουμε βίντεο… ιπποδρομίας.
(μετά τα 2′ στο βίντεο το φοβερό φίνις του Τόνι Μπιν)

Ο Γκαούτσι δεν μένει στάσιμος όμως επιχειρηματικά και ιδρύει μια ακόμα εταιρεία, τη Galex, αυτή τη φορά με ρούχα. Έχει όμως ήδη μπει στο ποδόσφαιρο, καθώς γίνεται αντιπρόεδρος της Ρόμα στα χρόνια του Ντίνο Βιόλα. Το σαράκι του παραγοντισμού και η συμβουλή του Τζούλιο Αντρεότι, τότε προέδρου της Ιταλίας, τον οδηγούν στην επόμενη κίνηση. Έτσι, το 1991 αγοράζει την Περούτζια που βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Ο Γκαούτσι βλέπει μια ευκαιρία και όπως κάνει συχνά στη ζωή του, την αρπάζει. Ο Μπιγκ Λουτσιάνο με το κλασικό του χαμόγελο χρησιμοποιεί όσα έχει μάθει στις δουλειές του. Όσα τον έχουν φτάσει εκεί. Τον παρορμητισμό, τα ρίσκα, το να αγοράζει φτηνά και να πουλάει ακριβά. Η Περούτζια μετά την εκπληκτική χρονιά του 1979 (όταν και βγήκε 2η στη Serie A και έγινε η πρώτη αήττητη ομάδα που δεν κατέκτησε πρωτάθλημα στην Ιταλία), πέρασε σε χρόνια παρακμής. Έμπλεξε δυο φορές σε σκάνδαλα και υποβιβάστηκε εξαιτίας τους δύο φορές. Το 1991 τη βρίσκει στην 3η κατηγορία κι ο Γκαούτσι προσπαθεί να την αναστήσει. Για να το καταφέρει, αλλάζει τους προπονητές σαν τα πουκάμισα (από το 1991 μέχρι το 1999 έχει αλλάξει 15 προπονητές).

Πράγματι, το 1993, η Περούτζια κατακτά την άνοδο στα πλέι-οφ. Ο απίστευτος Γκαούτσι λίγο πριν το ταξίδι για το ματς της ανόδου διώχνει τον κόουτς Νοβελίνο που δεν θέλει πολιτικούς να ταξιδεύουν μαζί με την ομάδα στο τσάρτερ. Η απόλυση δεν επηρεάζει την ομάδα. Ο κόσμος στην Περούτζια πανηγυρίζει τελικά την άνοδο. Αλλά για μια ομάδα μπλεγμένη μονίμως σε σκάνδαλα, ένα ακόμα δεν αποτελεί έκπληξη. Βλέπετε, εκείνη τη χρονιά, ο Γκαούτσι έχει πουλήσει ένα άλογο στον πεθερό του διαιτητή Σεντζάκουα, ένα άλογο όμως που προορίζεται για τον ίδιο τον διαιτητή που είναι κι αυτός λάτρης τους. Ο Γκαούτσι έχει συναντηθεί αρκετές φορές με τον Σεντζάκουα κι ο τελευταίος έχει παίξει σε 2 αγώνες την Περούτζια. Ο Λουτσιάνο αρνείται ότι οι συναντήσεις είχαν κάποια σχέση με την μπάλα, αλλά ο διαιτητής πέφτει σε αντιφάσεις. Η Περούτζια τιμωρείται, χάνει την άνοδο και στον Γκαούτσι απαγορεύεται η είσοδος στους αγωνιστικούς χώρους για τρία χρόνια.

Δεν μυρίζει λίγο Ελλαδίτσα; Πέσιμο στον διαιτητή, καβγάς με τον αντίπαλο πρόεδρο…

Τίποτα από όλα αυτά δεν σταματά τον «Λουτσιανόνε». Συνεχίζει να πηγαίνει κανονικά στο γήπεδο και κάθε φορά μαζεύει καινούριο πρόστιμο, το οποίο και πληρώνει σαν κύριος. Θεωρεί ότι υπεύθυνος είναι ο Βιτσέντζο Ματαρέζε, πρόεδρος της Μπάρι, με τον οποίο έχουν κάκιστη σχέση. Η Περούτζια τα καταφέρνει την επόμενη χρονιά και ανεβαίνει στη Β’ εθνική. Όχι φυσικά χωρίς διάφορα τραγελαφικά. Οι παίκτες διαμαρτύρονται έντονα γιατί ο Γκαούτσι τους τιμωρεί σχεδόν μετά από κάθε ήττα. Τους απομονώνει σε ξενοδοχεία μόνο με ψωμί και νερό (!!). Εννοείται ότι αλλάζει κόουτς, παρά την άνοδο, κάνοντας τον βοηθό Βιβιάνι πρώτο προπονητή. Αποκαλύπτεται όμως ότι ο Βιβιάνι δεν έχει δίπλωμα και έτσι ο Γκαούτσι μένει χωρίς κόουτς πριν το ματς με την Ουντινέζε. Κανένα πρόβλημα. Ο τιμωρημένος ιδιοκτήτης, κάθεται ο ίδιος στον πάγκο, δίνει εντολές και καθοδηγεί την Περούτζια (πληρώνοντας φυσικά και το πρόστιμο).

Παρά τις γραφικότητες και τις παραξενιές, ο Γκαούτσι κάνει και σωστά πράγματα. Κυρίως, ξέρει να ανακαλύπτει ταλέντα. Καταφέρνει τελικά και οδηγεί την ομάδα στη Serie A, το όνειρό του γίνεται πραγματικότητα. Το πετυχαίνει με τον Τζιοβάνι Γκαλεόνε στον πάγκο, έναν πολύ αξιόλογο προπονητή, ο οποίος παραλίγο να το πληρώσει με τη ζωή του την επόμενη περίοδο. Μπαίνει στο νοσοκομείο αφού έχει καταρρεύσει ψυχολογικά από την πίεση και βρίσκεται στα όρια καρδιακής ανακοπής. Ο παλιός κόουτς Νοβελίνο τον επισκέπτεται στο νοσοκομείο και βγαίνοντας δηλώνει ότι για όλα φταίει ο Γκαούτσι. Η Περούτζια με παίκτες όπως ο Μίχελ Κρέεκ (που πέρασε από την ΑΕΚ), ο Μάρκο Νέγκρι, ο Λούκα Μπούτσι και με μικρότερο ρόλο οι νεαροί και ταλαντούχοι Ματεράτσι και Γκατούζο βρίσκεται στην 8η θέση την 11η αγωνιστική, αλλά η συνέχεια δεν είναι καλή. Ο Γκαλεόνε απολύεται τελικά, ο Νέβιο Σκάλα έρχεται, αλλά δεν σώζει την ομάδα που υποβιβάζεται.

Από τα χρόνια των επιτυχιών

Η Περούτζια καταφέρνει να ανέβει ξανά και περνάει την πιο σταθερή περίοδο της ιστορίας της, καθώς βρίσκεται στη μέση της βαθμολογίας. Αυτό γίνεται χάρη και στον Σέρσε Κόσμι τον εξίσου εκκεντρικό προπονητή που καταφέρνει να μείνει σταθερός για μεγάλο χρονικό διάστημα και μέχρι τον υποβιβασμό το 2004. Ο Κόσμι οδηγεί την Περούτζια στην κατάκτηση μιας από τις τρεις θέσεις του Ιντερτότο το 2003 («κατακτώντας» το μαζί με τη Βιγιαρεάλ και τη Σάλκε, σε ένα ρεσιτάλ γραφικότητας της ΟΥΕΦΑ) και παίρνει το εισιτήριο για το κύπελλο ΟΥΕΦΑ, εκεί που αποκλείει τον Άρη για να φτάσει στον 3ο γύρο και να χάσει από την PSV του Κέζμαν. Σε όλα αυτά τα χρόνια, ο Γκαούτσι βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο. Ως… οραματιστής ανοίγει την πόρτα του συλλόγου σε παίκτες από άλλες ηπείρους. Αυτό έχει άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά αποτελέσματα. Είναι αυτός που φέρνει τον Χιντετόσι Νακάτα το 1998 στην Ιταλία και δικαιώνεται από την μετέπειτα πορεία του Γιαπωνέζου, τον μοσχοπουλάει στη Ρώμη, αφού οι φανέλες της Περούτζια ξεπουλάνε στην Ιαπωνία κι ο Γκαούτσι συναντά σε δείπνο τον πρωθυπουργό της Ιαπωνίας. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ο Μπιγκ Λουτσιάνο θα μπει στα πολιτικά.

Παράλληλα, γίνεται διάσημος παγκοσμίως όταν το 2002 μετά τον διαβόητο αποκλεισμό της Ιταλίας από τη Ν. Κορέα στο Μουντιάλ δηλώνει ότι δεν θα πληρώνει το Νοτιοκορεάτη παίκτη του Αν, που σκόραρε το γκολ και «έβλαψε το ποδόσφαιρο της χώρας». Μετά από τον χαμό, παίρνει πίσω την απόφασή του και προσπαθεί να τον κρατήσει στην ομάδα, αλλά δεν τα καταφέρνει. Παίρνει στην Περούτζια… δέκα Αιθίοπες διεθνείς που ζητούν πολιτικό άσυλο (ελπίζοντας να πιάσει κελεπούρι), αλλά τελικά κανείς δεν παίζει. Ο Γκαούτσι όμως κερδίζει το παράσημο του «Ιππότη της Ειρήνης» γι’ αυτό. Φέρνει δύο παίκτες από το Εκουαδόρ που μαθαίνει από το Ίντερνετ, ένας εξ αυτών ο Ιβάν Καβιέδες από την Έμελεκ, 1ος σκόρερ στη χώρα που τελικά γίνεται γυρολόγος. Φυσικά ανοίγει και τον δρόμο για Έλληνες, όπως ο Ζήσης Βρύζας κι ο Τραϊανός Δέλλας, αλλά κι οι Λουμπούτης και Ναλιτζής. Εκτός από Γιαπωνέζο και Κορεάτη, φέρνει και τον πρώτο Κινέζο στην Ιταλία. Τον Μα Μινγκιού. Ο Γκαούτσι έχει δει τον αγώνα Κίνας-Ιαπωνίας και εντυπωσιάζεται από έναν παίκτη. Ο αστικός μύθος λέει ότι οι σκάουτερ της Περούτζια, στο επόμενο ματς της Κίνας είδαν την ομάδα με διαφορετικά νούμερα και παίκτες σε άλλες θέσεις, οπότε βλέπουν κάποιον άλλον παίκτη και τελικά φέρνουν άλλον στην Ιταλία. Αν και η ιστορία ακούγεται τραβηγμένη, το σίγουρο είναι ότι ο Μα Μινγκιού μοιάζει πολύ μεγαλύτερος από τα 27 του, δεν μιλάει σε κανέναν κι οι Ιταλοί τον φωνάζουν Λούκα. Δεν παίζει παρά μόνο σε ένα φιλικό και πηγαίνει στη Β’ ομάδα, εκεί που του κολλάνε το παρατσούκλι «ο παππούς. Κι αν ο Κινέζος βγήκε παλτό, το μεγαλύτερο παλτό στα χρόνια Γκαούτσι δεν ήταν από την Ασία (ο Γκαούτσι έφερε και Ιρανούς), αλλά από την Αφρική.

Ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Δίπλα του ο Αλεσάντρο ντελ Πιέρο.

Ο Αλ Σαάντι Καντάφι είναι γιος του Μουαμάρ Καντάφι και από μικρός λάτρευε το ποδόσφαιρο. Το όνειρό του να γίνει σπουδαίος και τρανός ποδοσφαιριστής ήταν εύκολη στη Λιβύη που δύσκολα κάποιος τον μάρκαρε στενά και έκανε κουμάντο. Αλλά τα πράγματα άλλαξαν όταν μετά έγινε παίκτης της Περούτζια. Ο Γκαούτσι ελπίζοντας σε οικονομική βοήθεια από το κράτος της Λιβύης και αφού ο Μπερλουσκόνι του λέει ότι θα έτσι θα βελτιωθούν οι σχέσεις των δύο χωρών, τον έφερε στην Ιταλία και τον υποδέχτηκε με όλες τις τιμές που άρμοζαν. Οι κάμερες του Αλ Τζαζίρα τον ακολουθούσαν στις προπονήσεις, στις οποίες φτάνει με την κατακίτρινη Λαμποργκίνι του. Έχει κλείσει έναν όροφο γι’ αυτόν και τη γυναίκα του στο ξενοδοχείο πέντε αστέρων που μένει. Ο Γκαούτσι τον παρουσιάζει ως παράδειγμα μάλιστα στους άλλους παίκτες του, να δουν τι θυσίες κάνει ένας πλούσιος άνθρωπος για να παίξει ποδόσφαιρο, ενώ αυτοί τεμπελιάζουν. Πράγματι, ο Καντάφι έχει προσλάβει για γυμναστή τον Μπεν Τζόνσον μπας και καταφέρει να σταθεί στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Δεν αποτελεί έκπληξη σε κανέναν όταν βρίσκεται ντοπαρισμένος. Ο Καντάφι δεν είναι φυσικά σε επίπεδο Περούτζια, δεν είναι σε επίπεδο ούτε για 5×5. Παίζει 15 λεπτά σε ένα ματς με τη Γιουβέντους κόβοντας βόλτες στον αγωνιστικό χώρο κι αυτό είναι. Περνάει από Ουντινέζε και Σαμπντόρια με την ίδια επιτυχία και τελικά αργότερα γίνεται αρχηγός των ειδικών δυνάμεων στη Λιβύη (ξεκάθαρα επειδή το αξίζει). Πριν λίγα χρόνια πάντως, εμφανίστηκε στο ebay η (ας πούμε) ιδρωμένη φανέλα του από εκείνο το ματς, με τιμή 10.000 δολάρια.

Την ίδια περίοδο, ο Γκαούτσι αγοράζει κι άλλες ομάδες, όπως τις Βιτερμπέζε και Σαμπενετέζε, αλλά και την Κατάνια στην οποία βάζει πρόεδρο τον 23χρονο γιο του Ρικάρντο. Έτσι, για να παίζει. Στη Βιτερμπέζε (που την έχει για θυγατρική της Περούτζια) κάνει ακόμα κάτι ξεχωριστό. Βάζει μια γυναικά για προπονητή, την παλιά διεθνή επιθετικό Καρολίνα Μοράτσε, τραβώντας για μια ακόμα φορά τα φώτα πάνω του. Η Μοράτσε αντέχει μόλις δύο αγώνες στον πάγκο, αφού παραιτείται γιατί δεν ανέχεται τις παρεμβάσεις του (τουλάχιστον ξέρουμε ότι δεν ήταν κάτι σεξιστικό, ο Λουτσιανόνε το κάνει ανεξαρτήτως φύλου).

Εδώ με την Ελιζαμπέτα Τουλιάνι, από ένα φλογερό έρωτα το 2002. Η Τουλιάνι είναι η συμβία του γνωστού πολιτικού Τζανφράνκο Φίνι πλέον.

Όπως συνήθως γίνεται, η απότομη άνοδος έχει ως αποτέλεσμα μια ακόμα πιο απότομη πτώση. Ο Γκαούτσι συνεχίζει να προσπαθεί να αποκτήσει τη δημοσιότητα που τόσο ποθεί. Θέλει να υπογράψει γυναίκα ποδοσφαιριστή για να παίξει στην ανδρική ομάδα, τα βάζει με την Ομοσπονδία, αλλά τα πραγματικά προβλήματα είναι άλλα. Η Περούτζια χρωστάει. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλους συλλόγους, αλλά ο Γκαούτσι δεν έχει να πληρώσει ούτε κάποιες δόσεις. Η Περούτζια μετά από βασανιστικά μπαράζ υποβιβάζεται το 2004 και περίπου ένα χρόνο μετά πτωχεύει. Ο Γκαούτσι φεύγει στον Άγιο Δομίνικο «για διακοπές» με ένα ένταλμα να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του. Οι διακοπές κρατάνε τρία ολόκληρα χρόνια, ενώ οι γιοι του Αλεσάντρο και Ρικάρντο (στους οποίους έχει αφήσει την Περούτζια) καταδικάζονται και μπαίνουν φυλακή. Οι κατηγορίες είναι ότι πάνω από 40 εκατομμύρια € από τα ταμεία της Περούτζια πήγαν σε άλλες επιχειρήσεις της οικογένειας, ενώ τα 20 εκατομμύρια για τη μεταγραφή του Νακάτα στη Ρόμα χάθηκαν κάπου στον δρόμο. Ο Γκαούτσι αποκτά ακόμα έναν γιο στα 71 του, το κλίμα του Σάντο Ντομίνγκο βοηθάει. Μετά από τρία χρόνια και αφού έχει πετύχει η ποινή του για τρία χρόνια να είναι με αναστολή επιστρέφει στην Ιταλία. Από τότε χάνεται. Αντιμετωπίζει και προβλήματα υγείας, οπότε οι εμφανίσεις του είναι λίγες. Ο γιος του Ρικάρντο συνεχίζει το έργο του μπαμπά, καθώς γίνεται ιδιοκτήτης της Φλοριάνα στη Μάλτα. Ο Γκαούτσι είναι ένας από τους τελευταίους αντιπροσώπους ενός ποδοσφαίρου που πεθαίνει. Είναι δύσκολο πλέον να συναντήσεις τέτοιες μορφές. Ίσως και για το καλύτερο.

Όταν το Μαρακανά έγινε ροντέο

  [3 Σχόλια]

Δύο από τις σταθερές του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου είναι ότι πρέπει να παίζεται συνέχεια ποδόσφαιρο κι ότι οι «βεντέτες» μεταξύ των παικτών κρατούν καιρό. Μεταξύ του 1956 και του 1970 έλαβε χώρα η διοργάνωση με το όνομα «Κύπελλο του Ατλαντικού» στην οποία έπαιζαν κατά κύριο λόγο η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Ουρουγουάη (γιατί ποτέ τα μεταξύ τους ματς δεν είναι αρκετά), αλλά και η Παραγουάη, παρ’ ότι αν δεν κάνω λάθος δεν βρέχεται ούτε από τον Ατλαντικό, ούτε από κάποια άλλη θάλασσα. Μη φανταστείτε ότι το κύπελλο γινόταν συχνά. Το κάναμε μια φορά το 1956, μια ακόμα το 1960 και το θυμηθήκαμε μετά από άλλα 16 χρόνια το 1976. Από τότε δεν έχει ξαναγίνει, αλλά με τις γραφικότητες του Κόπα Αμέρικα, δεν θα μου κάνει εντύπωση το 2056 να το ξαναδούμε για κάποιο επετειακό «σεντενάριο».

Η ιστορία που θα διηγηθούμε σήμερα έγινε στο τελευταίο Κόπα ντελ Ατλάντικο της ιστορίας. Οι τέσσερις ομάδες έπαιξαν μίνι πρωταθληματάκι με διπλούς αγώνες και κανονική βαθμολογία, ξεκινώντας το Φεβρουάριο και τελειώνοντας τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς. Στο πρώτο ματς μεταξύ Ουρουγουάης και Βραζιλίας στο Μοντεβιδέο, οι Βραζιλιάνοι επικράτησαν με 1-2. Από δω και πέρα οι διηγήσεις έχουν διαφορά ανάλογα από ποια πλευρά τις διαβάζεις, αλλά θα προσπαθήσουμε να είμαστε όσο πιο πιστοί στα γεγονότα.  Το πρώτο παιχνίδι είχε τρεις αποβολές, μία εκ των οποίων ήταν αυτή του Ριβελίνο που πάτησε τον Μουνίς, εξοργίζοντας τους Ουρουγουανούς που κάτι τέτοια δεν τα ξεχνούν.

Στο δεύτερο ματς στο Μαρακανά εμφανίστηκαν προετοιμασμένοι. Όπως διηγήθηκε χρόνια αργότερα ο Χέμπερτ Ρεβέρτια (που μπήκε αλλαγή σε εκείνο το ματς), αρκετοί παίκτες της ομάδας έφαγαν ώρες με γυαλόχαρτο στο χέρι, για να κάνουν τις μεταλλικές τάπες στα παπούτσια τους πολύ αιχμηρές. Η Ουρουγουάη ήταν αυτή που βρέθηκε μπροστά στο σκορ με μια γκολάρα του Τόρες και πήγε στα αποδυτήρια με 0-1. Λίγα λεπτά αργότερα ο δυστυχής Μάρκος Αντόνιο βρέθηκε κάτω από ένα φάουλ Ουρουγουανού και ένας δεύτερος Ουρουγουανός, ο Νταρίο Περέιρα, προσγειώθηκε κατά λάθος (λέμε τώρα) στην πλάτη του Μάρκος Αντόνιο και με τα δύο πόδια (και φυσικά με τις μυτερές τάπες). Ο έξαλλος Ριβελίνο πήγε και τράβηξε το μαλλί του Περέιρα κι η πρώτη φασαρία της ημέρας ήταν γεγονός.

Το βίντεο του ιστορικού αγώνα. Αν βαριέστε να το δείτε ολόκληρο, ξεκινήστε από τα 7 λεπτά για να απολαύστε το επεισοδιακό τέλος.

Η Βραζιλία μετά από μία ωραία προσπάθεια του Ριβελίνο και ένα πολύ καλό σουτ ισοφάρισε σε 1-1 στο 2ο ημίχρονο. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Βραζιλιάνος διαιτητής (από τον οποίοι οι Ουρουγουανοί είχαν ήδη παράπονα) έδωσε ένα ανύπαρκτο πέναλτι υπέρ της χώρας του. Οι Ουρουγουανοί ήταν έξαλλοι. Ο Ζίκο το εκτέλεσε εύστοχα γράφοντας το 2-1 και το ματς έγινε ροντέο. Οι Ουρουγουανοί έμειναν με 10 παίκτες λίγο αργότερα, με μια μάλλον υπερβολική απευθείας κόκκινη για ένα φάουλ (σε ποιον άλλον) στον Ριβελίνο στο κέντρο του γηπέδου. Ο Βραζιλιάνος σταρ άνοιξε διαμάχη με τον Σέρχιο «Κολάτσο» Ραμίρες, ενώ λίγο αργότερα του έδωσε και μια αγκωνιά. Στο 89ο λεπτό του παιχνιδιού, ο Ζίκο πήρε την μπάλα λίγο μετά το κέντρο. Ο «λευκός Πελέ» έκανε μια μαγική προσπάθεια περνώντας τρεις αντιπάλους σε ένα σλάλομ βγαλμένο από highlights. Το highlight όμως ήταν τελικά το τέλος της προσπάθειας. Λίγο πριν ο Βραζιλιάνος πατήσει στην περιοχή και βρεθεί τετ-α-τετ, ο Ραμίρες πιστός στο ουρουγουανικό του DNA έκανε ένα δολοφονικό τάκλιν που στη wikipedia πρέπει να μπαίνει στον ορισμό του «ή ο παίκτης ή η μπάλα». Από αυτά που στο σύγχρονο ποδόσφαιρο σηκώνεσαι, βλέπεις την κόκκινη, δίνεις το χέρι στον διαιτητή και αποχωρείς. Βέβαια, το 1976, ούτε ο κακός Βραζιλιάνος εκείνης της ημέρας δεν έδωσε κόκκινη.

Όπως ήταν λογικό, στο γήπεδο επικράτησε πανικός. Ο Ριβελίνο έτρεξε αμέσως πάνω από τον Ζίκο. Μέσα στο χαμό, ο Ρεβέρτια (με τις μυτερές του τάπες) έριξε μια γρήγορη κλωτσιά στο αριστερό πόδι του Ριβελίνο. Ο Ριβελίνο πιστεύοντας ότι τον χτύπησε ο Ραμίρες του δίνει μία στο πρόσωπο (με το Ραμίρες να ματώνει στα χείλη) και τελικά ο Ραμίρες που έχει θολώσει ακούει το: «Κολάτσο, όχι τώρα. Μόλις τελειώσει το παιχνίδι» και συγκρατείται. Ο διαιτητής ηρωικά ηρεμεί την κατάσταση χωρίς χρήση κάρτας (!!) και το φάουλ εκτελείται. Η Ουρουγουάη παίρνει την μπάλα, αλλά ο διαιτητής δεν αφήνει το παιχνίδι να συνεχιστεί και σφυρίζει τη λήξη. Τη στιγμή του σφυρίγματος την μπάλα την έχει ο «Κολάτσο» Ραμίρες και ο Ριβελίνο είναι λίγο πιο δίπλα του.

«Ήμουν μόλις 24, γεμάτος αδρεναλίνη και ορμόνες. Θυμήθηκα τι είχε συμβεί και απλά έτρεξα»
– Σέρχιο Ραμίρες, σε συνέντευξή του στη Globo το 2011

Ο Ριβελίνο κινείται προς τα αποδύτηρια. Ο Ραμίρες αφήνει την μπάλα και σαν τρελός γυρίζει προς το μέρος του εχθρού. Κάποιοι συμπαίκτες του τρέχουν να τον προλάβουν, ο Ριβελίνο αντιλαμβάνεται ότι έρχεται το τέλος και κάνει την πιο γρήγορη κούρσα της ζωής του, ενώ ο Ραμίρες τον κυνηγά να τον πιάσει. Τόσο γρήγορη, που κατεβαίνει τα σκαλιά των αποδυτηρίων με τον… κώλο, καθώς έχει γλιστρήσει, σε ένα τρομερά κωμικό στιγμιότυπο. Αναπληρωματικοί και διάφοροι… περαστικοί εμποδίζουν τον Ραμίρες και αρχίζει ένα σκηνικό από ταινία δράσης με μπουνιές και κλωτσιές. Γρήγορα έρχονται κι οι άλλοι παίκτες (ο θηριώδης τερματοφύλακας της Βραζιλίας Ζαΐρο ξεχωρίζει) και πέφτει το ξύλο της αρκούδας. Ο Ρεβέρτια τρέχει να μπει στα αποδυτήρια και να σωθεί όταν βλέπει έναν δημοσιογράφο να κραδαίνει το μαγνητοφωνάκι στο χέρι και να έρχεται κατά πάνω του. Χωρίς δεύτερη σκέψη του δίνει μια γερή στο πρόσωπο και κατεβαίνει τις σκάλες, βγάζοντας και τη φανέλα του για να μην τον αναγνωρίσουν. Οι Ουρουγουανοί κλειδώνονται στα αποδυτήρια. Οι Βραζιλιάνοι χτυπούν τις πόρτες φωνάζοντας «Αστυνομία, αστυνομία, ανοίξτε». Η απάντηση είναι «δεν είμαστε τρελοί για να ανοίξουμε».

Οι Βραζιλιάνοι… διαπραγματεύονται: «Ας έρθουν έξω το 6 και το 16 (Ραμίρες και Ρεβέρτια) και θα ηρεμήσουν τα πράγματα». Οι Ουρουγουανοί τελικά αποδέχονται (στον πόλεμο πρέπει να θυσιάζεις μερικούς στρατιώτες). Οι δυο παίκτες συλλαμβάνονται, μπαίνουν στο περιπολικό και πηγαίνουν στο τμήμα όπου γίνεται χαμός. Ο δημοσιογράφος που ο Ρεβέρτια χτύπησε είναι μες τα αίματα, με πρησμένο το στόμα του, τέσσερα σπασμένα δόντια και δεν μπορεί να μιλήσει. Κιμπάρης όμως, πείθεται τελικά να μην κάνει μήνυση. Ο Ρεβέρτια εκμυστηρεύεται στο Ραμίρες ότι αυτός χτύπησε κρυφά το Ριβελίνο και ο «Κολάτσο» γελάει. Οι παίκτες τελικά αποχωρούν, κουρασμένοι, με τον Ραμίρες να έχει μελανιάσει από το ξύλο που έφαγε. Όπως λέει ο Ρεβέρτια: «γράψαμε κι εμείς τη δική μας ιστορία στο Μαρακανά».

Ο Ραμίρες, ως κόουτς πια, δίνει εντολές…

Η Βραζιλία τελικά κατακτά τον τίτλο στα επόμενα παιχνίδια. Ο Ραμίρες την επομένη του ματς φιγουράρει σε όλες τις βραζιλιάνικες εφημερίδες να κυνηγά τον Ριβελίνο. Μια που ο Ριβελίνο ήταν παίκτης της Φλουμινένσε, η Φλαμένγκο, ως «μεγάλη αντίπαλος» δεν θέλει να χάσει την ευκαιρία και τον παίρνει με μεταγραφή μερικούς μήνες αργότερα. Ο Ραμίρες είχε γεννηθεί κοντά στα σύνορα των δύο χωρών, σε ένα μέρος που πολύς κόσμος έχει βραζιλιάνικες καταβολές και μιλάει πορτογαλικά. Μάλιστα, ο Ριβελίνο ήταν από τους αγαπημένους του ποδοσφαιριστές, ο «Κολάτσο» κολλούσε τα αυτοκόλλητά του στο δωμάτιό του. Δεν μπορούσε φυσικά να φανταστεί τότε ότι θα πλακωνόταν στο ξύλο με ένα είδωλό του. Οι δύο παίκτες πάντως τα βρήκαν στην πρώτη τους συνάντηση, ο Ραμίρες ζήτησε συγγνώμη και παρά τις προτροπές από τους οπαδούς της Φλαμένγκο, δεν ξαναχτύπησε βίαια το Ριβελίνο. Έπαιξε για δυο σεζόν στη Φλαμένγκο κατακτώντας και δύο πρωταθλήματα καριόκα. Η διαμάχη αυτή καθόρισε τη ζωή του Ουρουγουανού, καθώς μετά τη Φλαμένγκο έπαιξε και σε άλλες ομάδες και μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας έγινε προπονητής στη Βραζιλία. Έγινε… viral και πάλι, καθώς έδινε πολλές φορές εντολές στους παίκτες του κρατώντας έναν… κώνο για να τον ακούνε καλύτερα. Παράλληλα έγινε και τραγουδιστής και έβγαλε μέχρι και έναν προσωπικό δίσκο. Το παιχνίδι πάντως του 1976 για το κύπελλο Ατλαντικού, πέρασε για πάντα στην ιστορία των ντέρμπι Ουρουγουάης-Βραζιλίας ως πιθανότατα το πιο βίαιο, χάρη στον Ουρουγουανό ποδοσφαιριστή.

Πώς το ποδόσφαιρο μου έσωσε τη ζωή

  [1 Σχόλιο]

Πολλές φορές μιλάμε γενικά για την αξία του αθλητισμού και του ποδοσφαίρου. Πόσα μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο. Στη Σκωτία όμως, υπάρχει κάτι πολύ πιο ειδικό, πολύ πιο συγκεκριμένο. Η Π.Ο. της χώρας εδώ και αρκετά χρόνια έχει οργανώσει το School of Football ένα πρόγραμμα που έχει στόχο την ανάπτυξη των κοινωνικών και ακαδημαϊκών δεξιοτήτων των παιδιών, στα πρώτα δύο χρόνια του σχολείου. Στοχεύει κυρίως σε παιδιά που προέρχονται από προβληματικές και υποβαθμισμένες περιοχές ή που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες και βασίζεται στο γεγονός ότι πολλές από τις δεξιότητες που μαθαίνει κάποιος από το ποδόσφαιρο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο στο σχολείο, όσο και στην καθημερινή ζωή (για περισσότερες πληροφορίες εδώ).

Το School of Football υπάρχει από το 2008 και λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένα σχολεία της χώρας κάθε φορά, όπου προπονητές ποδοσφαίρου αναλαμβάνουν να αντικαταστήσουν κάποιες ώρες ενός μαθήματος με ποδόσφαιρο, χωρίς φυσικά ο μαθητής να μείνει πίσω στα μαθήματα και πάντα σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς. Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν παίρνουν ένα γυμναστή που πετάει μια μπάλα και αφήνει τα παιδιά να παίξουν, το πρόγραμμα έχει πολύ πιο συγκεκριμένη μεθοδολογία. Για να προωθηθεί αυτή η ενέργεια (που στηρίζεται και σε χρήματα που προέρχονται από εγκληματικές ενέργειες και δεσμεύτηκαν από τις αρχές), η Π.Ο. χρειαζόταν ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο όχι κάποιου διάσημου ποδοσφαιριστή ή ενός celebrity, αλλά ενός ανθρώπου που θα μιλούσε κατευθείαν στα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Η συγκινητική ιστορία ενός ανθρώπου που το ποδόσφαιρο του έδωσε δύναμη

Αυτός είναι ο Πολ ΜακΝιλ. Ο Πολ σε μια κατάθεση ψυχής, με τη βαριά προφορά του (στο βίντεο υπάρχει επιλογή υποτίτλων ευτυχώς), μιλάει για τη ζωή του. Για το πρόβλημα με τη δυσλεξία που αντιμετώπιζε και έκανε καθηγητές να του κολλήσουν την ταμπέλα του «προβληματικού παιδιού», για το πώς ένιωθε αποκλεισμένος και θύμα εκφοβισμού στο σχολείο, πώς του δημιούργησαν την αίσθηση ότι δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα στη ζωή του, για την αυτοκτονία του πατέρα του και πώς για όλα αυτά η λύση ήταν το ποδόσφαιρο, οι άνθρωποι που γνώρισε εκεί και τον βοήθησαν κι η χαρά που του έδωσε το άθλημα. Το βίντεο είναι μια συγκινητική εξομολόγηση από έναν άνθρωπο που ξέρει πολύ καλά πώς νιώθει ένα δυσλεκτικό παιδί από μία δύσκολη περιοχή. Ο Πολ μέσα από το ποδόσφαιρο που τον μάγεψε αρχικά στο Μουντιάλ του 1982 ξεπέρασε τα προβλήματα, στάθηκε στα πόδια του και σήμερα είναι προπονητής ποδοσφαίρου στην παιδική ομάδα που παίζει κι ο γιος του. Όπως η δική του πιο μαγική στιγμή στα δύσκολα παιδικά χρόνια ήταν το κύπελλο της αγαπημένης του ομάδας, της Σεντ Μίρεν, το 1987, προσπαθεί κι ο ίδιος να φτιάξει μαγικές στιγμές για παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Θυμάται τα ζόρικα χρόνια στο Πέιζλι, την πατρίδα του, εκεί που η εγκληματικότητα, οι θάνατοι κι η φυλακή ήταν συνηθισμένα πράγματα. Και ελπίζει ότι βάζει ένα λιθαράκι ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση.

«Δεν ψάχνουμε να βρούμε τον επόμενο αρχηγό της εθνικής Σκωτίας» λέει ο ΜακΝιλ σε συνέντευξή του στη Daily Record. «Προσπαθούμε να δώσουμε ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους». Οι προπονητές είναι ειδικά επιλεγμένοι ώστε να μπορούν τα παιδιά να τους εμπιστευτούν, να νιώσουν ότι βρίσκονται σε ένα «ασφαλές μέρος» και φυσικά να μπορέσουν να τους μάθουν πράγματα, μετατρέποντας ποδοσφαιρικά παραδείγματα σε μαθήματα άλγεβρας ή ιστορίας, αλλά κάνοντας τόσο την ομαδικότητα, όσο και τις ατομικές πρωτοβουλίες μαθήματα ζωής. Το πρόγραμμα έχει μεγαλώσει πολύ μέσα στα χρόνια ζωής του και πέρσι έλαβε χώρα σε 44 σχολεία, ενώ σύλλογοι όπως οι Ρέιντζερς κι η Σέλτικ συμμετέχουν κι αυτοί. Το βίντεο του ΜακΝιλ ήταν το πρώτο από μία σειρά με τίτλο «Football saved my life» (υπάρχουν τουλάχιστον άλλα δύο διαθέσιμα με εξομολογήσεις ανθρώπων και μπορείτε να τα βρείτε στο YouTube) που η Π.Ο. της Σκωτίας γύρισε ώστε να προωθήσει το πρόγραμμα. Κι οι ιστορίες σαν του Πολ, δείχνουν ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να αποτελέσει σε ορισμένες περιπτώσεις έναν τρόπο να σώσει ζωές.

Όταν η Γκρέμιο έπαιξε τρεις αγώνες σε μια μέρα

  [5 Σχόλια]

Αρχές 1994. Στην αίθουσα συνεδριάσεων της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της πολιτείας Ρίο Γκράντε ντο Σουλ δεν πέφτει καρφίτσα. Το βασικό θέμα συζήτησης έχει αποφασιστεί σε μια προηγούμενη συνεδρίαση: Οι ομάδες της 1ης κατηγορίας του Καμπεονάτο Γκαούτσο, του πρωταθλήματος της συγκεκριμένης πολιτείας δηλαδή, πρέπει να μειωθούν. Ο μεγάλος στόχος είναι η διοργάνωση του 1995 να έχει μόλις 14 ομάδες, αντί για τις 23 που συμμετέχουν στο τουρνουά του 1994.

Οι συζητήσεις κρατάνε ώρα, οι ιδέες που πέφτουν στο τραπέζι είναι πολλές και όλοι συμφωνούν πως πρέπει να βρεθεί μια δίκαιη διαδικασία ξεσκαρταρίσματος, μιας και οι ομάδες που θα υποβιβαστούν είναι πάρα πολλές. Σε κάποια ανύποπτη στιγμή, ακούγεται μια φωνή από το βάθος της αίθουσας: «Το πιο σωστό είναι να παίξουν όλοι με όλους, μέσα και έξω». Η πρόταση συνοδεύεται από επιφωνήματα επιδοκιμασίας. Όλοι με όλους. Λογικό, σωστό και απλό. Η λύση βρέθηκε, εύκολα και γρήγορα. Μόνο που πάντα υπάρχει ένα πνεύμα αντιλογίας. «Συγγνώμη ρε παιδιά αλλά αυτό που λέτε δεν γίνεται. Μιλάμε για 44 ματς για κάθε ομάδα. Και αρκετές από αυτές συμμετέχουν και σε πόσες άλλες διοργανώσεις φέτος. Πως θα προλάβουν; Δεν βγαίνει το πρόγραμμα».

Οι περισσότεροι σιωπούν. Η λήξη της συνεδρίασης αναβάλλεται προσωρινά. Ένας τύπος, από αυτούς τους μορφωμένους, «που έχουν βγάλει το σχολείο», βγαίνει μπροστά κρατώντας ένα χαρτί γεμάτο πράξεις ανώτερων μαθηματικών και ζητάει το λόγο επιτακτικά. «Συγγνώμη κύριοι αλλά γιατί δεν βγαίνει; Κάνω εδώ τους υπολογισμούς και δεν βλέπω κανένα πρόβλημα. Πόσες μέρες έχει ένας χρόνος;» «365» απαντάει κάποιος. «Τέλεια. Και πόσα περίπου παιχνίδια θα παίξει μια ομάδα που συμμετέχει σε όλες τις διοργανώσεις;» «Κάπου στα 90-100» απαντάει κάποιος άλλος. «Άψογα. Κάνω εδώ τις αφαιρέσεις και βλέπω ότι όχι μόνο προλαβαίνουν αλλά μας μένουν και πάρα πολλές κενές μέρες. Προσωπικά δεν βλέπω κανένα πρόβλημα». Ακολουθεί αποθέωση. Κάποιοι χειροκροτούν όρθιοι, κάποιοι άλλοι φωνάζουν «μπράβο». Η λογική υπερίσχυσε και πάλι, το πρόβλημα λύθηκε, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 ξεκινάει θριαμβευτικά.

Η πρώτη σέντρα έγινε στις αρχές Μαρτίου. Τον πρώτο καιρό όλα κύλησαν ομαλά. Οι μεγάλες ομάδες της περιφέρειας, όπως η Γκρέμιο και η Ιντερνασιονάλ, προσάρμοσαν το ρόστερ τους ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει σε όλες τις διοργανώσεις (περιφερειακό πρωτάθλημα, εθνικό πρωτάθλημα, Κύπελλο Βραζιλίας, διοργανώσεις της CONMEBOL). Οι ομάδες δεν έδειχναν διάθεση να αγνοήσουν κανένα τίτλο. Εκείνα τα χρόνια τα περιφερειακά πρωταθλήματα με τα μαζεμένα τοπικά ντέρμπι αποτελούσαν συχνά μεγαλύτερο γεγονός κι από το εθνικό πρωτάθλημα της Βραζιλίας, το οποίο κρατούσε μόνο 4 μήνες.

Όταν όμως το καλοκαίρι έφυγε και τα πανηγύρια από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από τη ‘σελεσάο’ κόπασαν (εννοείται φυσικά πως το πρωτάθλημα δεν διακόπηκε κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ των ΗΠΑ) άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ανησυχίας. Οι ‘μεγάλοι’ του πρωταθλήματος άρχισαν να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του φοιτητή που χρωστάει πολλά μαθήματα από διαφορετικά εξάμηνα. Οι αγώνες των διαφορετικών διοργανώσεων άρχισαν να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον. Στην αρχή οι αναβολές ήταν εύκολες. Με τον καιρό τα περιθώρια άρχισαν να στενεύουν. Και κάπου εκεί στο φθινόπωρο σήμανε γενικός συναγερμός.

Η αίθουσα συνεδριάσεων γέμισε και πάλι. «Κάτι δεν πήγε καλά. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι αλλά το θέμα τώρα είναι ότι το πρωτάθλημα τελειώνει σε λίγους μήνες και κάποιες ομάδες έχουν να δώσουν ακόμα πάρα πολλούς αγώνες. Τι θα κάνουμε;» Η ομοσπονδία έπεσε ξανά σε περισυλλογή. Τότε ο γνωστός μορφωμένος τυπάς, με το μικρό μολύβι περασμένο στο αυτί, βγήκε και πάλι μπροστά. «Συγγνώμη κύριοι συνάδελφοι. Αλλά ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα μας; Δεν μας φτάνουν οι μέρες; Πόσες ώρες έχει κάθε μέρα;» «24» απάντησε κάποιος με σίγουρο ύφος. «Ωραία. Και πόσο διαρκεί ένα ματς;» «2 ώρες το πολύ» πρόσθεσε κάποιος άλλος. «Ακριβώς. Άρα με μερικές απλές πράξεις βλέπω ότι σε μια μέρα χωράνε πολλά παιχνίδια. Χρόνος υπάρχει άφθονος κύριοι, γιατί πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό;». Η επιστήμη είχε μιλήσει πάλι, τα νούμερα δεν γίνεται να κάνουν λάθος, το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1994 θα ολοκληρωνόταν κανονικά στην ώρα του.

Λίγες μέρες μετά από αυτή την αποθέωση του ορθολογισμού, ανακοινώθηκε το πρόγραμμα των τελευταίων αγωνιστικών. Για να καλυφθούν τα κενά κάποιες ομάδες έπρεπε να παίζουν κάθε μέρα κι έναν αγώνα, αρκετές φορές και σε διαφορετικές πόλεις. Κάποιες άλλες καλούνταν να παίξουν δυο αγώνες την ίδια μέρα. Και το αποκορύφωμα: Στις 11 Δεκεμβρίου η Γκρέμιο θα αντιμετώπιζε τρεις (3) αντιπάλους μέσα σε 6 ώρες!

Ακούγεται αδύνατο αλλά δεν είναι. H Γκρέμιο είχε μείνει ήδη πολύ πίσω στη μάχη του τίτλου, άρα τα παιχνίδια εκείνης της μέρας ήταν ουσιαστικά αδιάφορα γι’αυτήν, οπότε οι άνθρωποι της αποδέχτηκαν την πρόκληση με τη λογική «μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει». Ο, άγνωστος τότε, Λουίς Φελίπε Σκολάρι κλήθηκε να κατεβάσει τρεις διαφορετικές ομάδες σε μια μέρα. Η αρχή έγινε στις 2 το μεσημέρι. Αντίπαλος ήταν η Αϊμορέ. Μιας και το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά στη Βραζιλία και η θερμοκρασία είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς Κελσίου, στη μέση του πρώτου ημιχρόνου ο διαιτητής πήρε την περίεργη απόφαση να διακόψει το παιχνίδι για 3 λεπτά για να δροσιστούν οι παίκτες, μια ενέργεια που μπορεί να είναι συνηθισμένη πλέον αλλά τότε ήταν πρωτάκουστη. Η Γκρέμιο χρησιμοποίησε στο πρώτο αυτό ματς κυρίως πιτσιρικάδες και αναπληρωματικούς και ο αγώνας έληξε 0-0.

Την ώρα που οι δυο ενδεκάδες αποχωρούσαν, στον αγωνιστικό χώρο έμπαιναν 22 νέοι παίκτες. Στις 4 ήταν προγραμματισμένο το Γκρέμιο-Σάντα Κρουζ. Σ’αυτό το ματς ο Σκολάρι χρησιμοποίησε και αρκετούς βασικούς και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το θέαμα να είναι πιο υποφερτό. Η Γκρέμιο κέρδισε με 4-3 χάρη σ’ένα γκολ που μπήκε στις καθυστερήσεις του αγώνα.

Λίγα λεπτά μετά το τέλος κι αυτού του παιχνιδιού, ακούστηκε το πρώτο σφύριγμα του τρίτου αγώνα. Αντίπαλος της Γκρέμιο ήταν αυτή τη φορά η Μπραζίλ ντε Πελότας. Η Μπραζίλ είχε φτάσει στο γήπεδο νωρίς το μεσημέρι αλλά είχε φάει πόρτα στα αποδυτήρια, καθώς δεν υπήρχε ελεύθερος χώρος για να αλλάξουν οι παίκτες της. Για να περάσει η ώρα, οι ποδοσφαιριστές της πήγαν και έκατσαν στις κερκίδες, απ’όπου και παρακολούθησαν το προηγούμενο παιχνίδι, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα παγωτά που τους κέρασε ο προπονητής τους, Ερνέστο Γκουέδες.

Η Γκρέμιο κατάφερε να κερδίσει και αυτό το ματς, με 1-0, κλείνοντας αυτό το ποδοσφαιρικό φεστιβάλ με απολογισμό δυο νίκες και μια ισοπαλία. Για τις ανάγκες αυτής της περίεργης μέρας, ο Σκολάρι είχε καλέσει 42 παίκτες απ’όλες τις βαθμίδες του συλλόγου. Απ’αυτούς χρησιμοποίησε συνολικά 34 ποδοσφαιριστές. Τρεις εξ αυτών έπαιξαν σε ένα ματς βασικοί και σε ένα άλλο ως αλλαγή. Ανάμεσα τους και ο 18χρονος τότε Έμερσον, που στη συνέχεια της καριέρας του πέρασε από τη Ρεάλ, τη Γιουβέντους, τη Ρόμα και τη Μίλαν. Το ξεκίνημα του τρίτου παιχνιδιού καθυστέρησε λίγα λεπτά εξαιτίας του, καθώς έπρεπε να αλλάξει φανέλα, αφού από απροσεξία είχε ξεμείνει με αυτή που φορούσε στη δεύτερη αναμέτρηση. Όπως θυμάται ο ίδιος: «Χωρίς αμφιβολία ήταν μια πολύ ξεχωριστή μέρα και μια περίεργη εμπειρία. Οι ομιλίες πριν από κάθε αγώνα ήταν πάρα πολύ σύντομες γιατί ήταν τέλος της σεζόν, ο καιρός ήταν ζεστός και τα παιχνίδια δεν είχαν καμία σημασία για εμάς.» (Σε αντίθεση με τη Γκρέμιο, οι αντίπαλοι της είχαν βαθμολογικό ενδιαφέρον, αφού και οι τρεις ήταν κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού.)

Το μαρτύριο των παικτών του Σκολάρι δεν τέλειωσε όμως εκεί. Δυο μέρες μετά χρειάστηκε να ταξιδέψουν στην Πελότας για να αντιμετωπίσουν την ομώνυμη ομάδα. Το πρωτάθλημα ολοκληρώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου με τη Γκρέμιο να μετράει 11 αγώνες μόνο μέσα στον Δεκέμβρη και 95 συνολικά εκείνη τη χρονιά. Δεν ήταν όμως η μόνη. Το ίδιο βασανιστήριο πέρασαν κι άλλες ομάδες. Η Ζουβεντούδε, που τερμάτισε 2η, πέντε βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Ιντερνασιονάλ, έδωσε στο φινάλε της σεζόν 11 αγώνες σε 11 μέρες! Το ξεχωριστό κατόρθωμα της Γκρέμιο με τα τρία επίσημα παιχνίδια σε μια μέρα, της χάρισε μια θέση στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες ενώ το Καμπεονάτο Γκαούτσο εκείνης της χρονιάς έμεινε γνωστό ως «Το ατέλειωτο πρωτάθλημα».

[Encore]

(Οι αναγνώστες που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες και αυτοί που προέρχονται από δύσκολο 10ωρο στη δουλειά καλό είναι να αποχωρήσουν σ’αυτό το σημείο. Ας μείνουν μόνο οι μάχιμοι αναγνώστες, τα αρρωστάκια, οι Ι1 και Ι2 του Σομπρέρο, που διαβάζουν για «λατινοαμερικάνικο σύστημα διεξαγωγής» και αμέσως φτερουγίζει η καρδούλα τους.)

Κάποιος μπορεί σ’αυτό το σημείο να ρωτήσει: «Γιατί είπαμε έγιναν όλα αυτά;» Για να μειωθούν οι ομάδες της πρώτης κατηγορίας. «Και πως έγινε το πρωτάθλημα μετά;» Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Κλείστε τη μουσική, πιείτε μια καλή γουλιά αλκοόλ, πάρτε βαθιά ανάσα, συγκεντρωθείτε και ξεκινάμε. Κυρίες και κύριοι, αυτό είναι το Καμπεονάτο Γκαούτσο του 1995:

Η 1η κατηγορία αποτελείται από τις 14 ομάδες που επέζησαν από το μαρτύριο της προηγούμενης χρονιάς ενώ η 2η κατηγορία έχει 10 ομάδες. Το πρωτάθλημα ξεκινάει τον Φλεβάρη και όλοι παίζουν με όλους, μέσα και έξω. Μέχρι εδώ όλα απλά και ανθρώπινα. Μετά ξεκινάει το γλέντι. Οι 2 τελευταίοι της πρώτης κατηγορίας υποβιβάζονται αυτόματα στη 2η ενώ οι 6 πρώτοι προκρίνονται στην επόμενη φάση, εκεί που ουσιαστικά θα διεκδικήσουν και το πρωτάθλημα. Μια φάση που έχει το όνομα «Οκταγωνικός τελικός». Γιατί οκταγωνικός; Γιατί περιλαμβάνει 8 ομάδες. Μα πως είναι 8 ομάδες, αφού πέρασαν οι 6 πρώτοι; Μην προσπαθήσετε να προβλέψετε την απάντηση. Μάταιος κόπος. Δεν χωράει τόση φαντασία σε έναν μέσο ανθρώπινο εγκέφαλο.

Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! (Επαναλαμβάνουμε την πρόταση γιατί σίγουρα θα προσπαθήσετε να την ξαναδιαβάσετε.) Οι δυο τελευταίοι που συμπληρώνουν την οχτάδα που θα διεκδικήσει το πρωτάθλημα προέρχονται από τη 2η κατηγορία! Πως προέκυψαν αυτοί οι δυο; Εννοείται πως όχι με τον κλασικό τρόπο «ήταν απλά οι 2 πρώτοι της βαθμολογίας». Οι 6 πρώτοι της 2ης κατηγορίας πέρασαν σε μια δεύτερη φάση. Εκεί, και την ώρα που οι τελευταίοι 4 έπαιζαν μεταξύ τους για το ποιοι θα υποβιβαστούν στην 3η κατηγορία, χωρίστηκαν σε δυο ομίλους των 3 ομάδων που έπαιξαν μεταξύ τους μέσα και έξω. Οι νικητές των 2 αυτών ομίλων δεν κέρδισαν απλά την άνοδο τους στην 1η κατηγορία αλλά αυτόματα μπήκαν στην τελική φάση για να διεκδικήσουν το πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς! Ανήκουστο; Ναι. Παράλογο; Ναι. Πτοήθηκε κανείς; Όχι.

Έτσι, στο τέλος της σεζόν οι 6 πρώτοι της 1ης κατηγορίας και οι 2 που προέκυψαν από τη 2η κατηγορία χωρίστηκαν ξανά σε δυο ομίλους, όπου όλοι έπαιξαν με όλους, μέσα και έξω. Οι 2 πρώτοι των ομίλων προχώρησαν στην επόμενη φάση, την επονομαζόμενη και ‘Τελική φάση’, εκεί που με διπλά παιχνίδια διεκδίκησαν μια θέση στον, επίσης διπλό, τελικό, τον οποίο για την ιστορία κέρδισε η Γκρέμιο, πιθανόν σαν ανταμοιβή για την ταλαιπωρία που πέρασε την προηγούμενη σεζόν.

Καταλήγοντας, και με μια προσεκτική ματιά των δεδομένων, παρατηρούμε ότι η Εσπορτίβο βρισκόταν την τελευταία αγωνιστική στην 6η θέση της 2ης κατηγορίας, μια μόλις θέση πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού. Με ένα λάθος αποτέλεσμα θα πάλευε στα μπαράζ για να μην πέσει στην 3η κατηγορία. Με ένα καλό αποτέλεσμα, βρέθηκε στα πλέι οφ ανόδου και από εκεί πέρασε άμεσα στην τελική φάση της 1ης κατηγορίας, όπου και διεκδίκησε το πρωτάθλημα (!), ένα μόλις μήνα μετά τη μέρα που βρισκόταν μια ανάσα απ’το να υποβιβαστεί στην 3η κατηγορία! Γιατί όπως είπε κάποτε εκείνος ο έξυπνος κυριούλης με τα ατίθασα άσπρα μαλλιά (όχι εσύ Πιερ): «Η λογική μπορεί να σε πάει από το Α στο Β. Η φαντασία σε πηγαίνει παντού».

Ο πρόεδρος που γύρισε από το Κάλι (ζωντανός και με μεταγραφή)

  [7 Σχόλια]

Ο Φρανσουά Υβινέκ, μεσήλικας ιδιοκτήτης μιας μικρής βιομηχανίας ζαχαρωτών στη Βρετάνη της Γαλλίας, βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο στην Μπογκοτά της Κολομβίας με εισαγγελική απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και δυο σωματώδεις, οπλισμένους τύπους έξω από την πόρτα του δωματίου του. Οι μπράβοι έχουν σταλεί από την Γαλλική Πρεσβεία με εντολή του πρωθυπουργού Ζακ Σιράκ, διότι η ζωή του φιλήσυχου κυρίου Υβινέκ κινδυνεύει.

Είναι Δεκέμβριος του 1987. Τα καρτέλ της κοκαΐνης, αυτό του Μεντεγίν αλλά και το ανερχόμενο του Κάλι, είναι παντοδύναμα κι έχουν πάρει τον νόμο, κι άλλα πολλά πράγματα, μεταξύ των οποίων και διάφορες ποδοσφαιρικές ομάδες, στα χέρια τους. Και η ζωή του Γάλλου, που είναι κι αυτός πρόεδρος ομάδας, της γαλλικής Μπρεστ –Σταντ Μπρεστουά 29 σήμερα, Μπρεστ Αρμορίκ τότε – κινδυνεύει ακριβώς γι΄αυτό.

Ο Υβινέκ δε μασάει. Είναι το τρίτο του ταξίδι από το καλοκαίρι. Μεράκι του είναι ο Ρομπέρτο «Πάνθηρας» Καμπάνιας, ο θεαματικός επιθετικός που στα 18 του οδήγησε την Παραγουάη στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα και στα 19 βρέθηκε στην Κόσμος της Νέας Υόρκης. Έμαθε μπαλίτσα από τον Πελέ – που τον συμπάθησε ιδιαίτερα – έπαιξε δίπλα στον Κινάλια και τον Μπεκενμπάουερ και αναδείχτηκε καλύτερος παίκτης του αμερικάνικου πρωταθλήματος το 1983.

Μετά τη διάλυση της Κόσμος, ο Καμπάνιας βρέθηκε στην Κολομβία, στην Αμέρικα του Κάλι, την ομάδα που από το 1979 γνωρίζει μια περίοδο ακμής με δυο πρωταθλήματα το 1985 και το 1986 και τρεις συνεχόμενους – χαμένους – τελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η οικονομική της ευμάρεια οφείλεται στην αδυναμία που της έχει ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα.

Ο Μιγκέλ, παρατσούκλι El Señor, είναι ο μικρότερος από τους δυο αδελφούς Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα που δημιούργησαν το αιμοσταγές Καρτέλ του Κάλι, το οποίο θα γινόταν σύντομα και σύμφωνα με τους Αμερικάνους διώκτες του «η πιο επικίνδυνη εγκληματική οργάνωση στον κόσμο».

Πού έχει μπλέξει ο βιομήχανος μπισκότων;

Οι δυο ομάδες έχουν, υποτίθεται, συμφωνήσει από τα τέλη Αυγούστου για την μεταγραφή, η Μπρεστ έχει δώσει 305 χιλ. δολάρια προκαταβολή κι υπάρχει και συμβόλαιο με την υπογραφή του Παραγουανού ο οποίος έτσι κι αλλιώς ψάχνεται να φύγει – έχει τσακωθεί με τον προπονητή και έχει και ένα μπλέξιμο με την κόρη ενός ναρκέμπορα. Ξαφνικά, η διοίκηση της Αμέρικα αρνείται ότι υπάρχει συμφωνία και καταθέτει μήνυση για πλαστογραφία και απόπειρα απάτης εναντίον του μάνατζερ του παίκτη, ο οποίος έχει ήδη φύγει νύχτα από την Κολομβία, αλλά κι εναντίον του Υβινέκ που μόλις έχει φτάσει από τη Γαλλία για να λύσει την παρεξήγηση. Η ΦΙΦΑ τον δικαιώνει, αλλά του απαγορεύεται η έξοδος από τη χώρα – μέτρο πρωτοφανές για τέτοια υπόθεση, αλλά είπαμε, τα καρτέλ έχουν τις ακρούλες τους στη δικαιοσύνη. Κι έτσι, ο Γάλλος βρίσκεται εδώ κι έξι εβδομάδες αποκλεισμένος στην Κολομβία χωρίς διαβατήριο, μετακινούμενος μόνο με συνοδεία σωματοφυλάκων και πάντα σε τεθωρακισμένο όχημα.

Η υπόθεση συγκλονίζει την Γαλλία. Ο Σιράκ δηλώνει πως αν συνεχιστεί η ομηρεία, δεν θα επιτραπεί σε κανέναν Κολομβιανό να πάρει μέρος στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας. Ο Μιγκέλ Ροντρίγκεζ απαντά ότι, αν του τη δώσει, θα αγοράσει και τον Γύρο της Γαλλίας, κι αν χρειαστεί και το Παρίσι. Ο Υβινέκ δίνει τηλεφωνική συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό της Βρετάνης, κι ανάμεσα σε άλλα καθησυχαστικά που λέει, γλιστράει μια λέξη της βρετόνικης διαλέκτου, ribin, μυστικό πέρασμα, αναγγέλλοντας, κωδικοποιημένα ώστε να μην τον πάρουν είδηση οι διώκτες του, ότι σχεδιάζει να διαφύγει. Αλλά όχι χωρίς τον Καμπάνιας!

Τα υπόλοιπα γίνονται άνετα ταινία: ο Υβινέκ έχει ραντεβού στο Κάλι με την εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεσή του – λεπτομέρεια: η συνάντηση έχει κανονιστεί να γίνει στο πεζοδρόμιο μπροστά από το δικαστικό μέγαρο διότι οι δικαστικοί υπάλληλοι απεργούν. Στις 18 Δεκεμβρίου του 1987 πληρώνει τον λογαριασμό του ξενοδοχείου και φεύγει για το αεροδρόμιο. Έχει κλείσει εισιτήριο σε μια πολύ πρωινή εσωτερική πτήση, κανονίζοντας όμως να είναι στη λίστα αναμονής. Δεν μπαίνει στο αεροπλάνο. Με τη συνεργασία ενός άλλου επιβάτη καταφέρνει να επιβιβαστεί ως κ. Λόπεζ σε μια πτήση για Παναμά. Από εκεί, παίρνει ένα άλλο αεροπλάνο για το Καράκας της Βενεζουέλας, όπου τον περιμένουν ο Καμπάνιας, η διερμηνέας του και μέλλουσα σύζυγος του Υβινέκ, κι ένας δημοσιογράφος της Εκίπ που έχουν ταξιδέψει ξεχωριστά. Το παρεάκι φτάνει μετά από πολλές περιπέτειες στη Βρέστη και γνωρίζει υποδοχή ηρώων. H πιθανότατα δυσκολότερη μεταγραφή της ιστορίας είχε μόλις ολοκληρωθεί αλλά όλα ήταν σχεδόν μάταια. Σχεδόν.

Από την υποδοχή των ηρώων που νίκησαν το Καρτέλ του Κάλι

Η Μπρεστ έπαιξε το πρώτο μισό του πρωταθλήματος του 1987-1988 χωρίς τον πολυπόθητο Παραγουανό. Έτσι, ενώ ο πρόεδρος βρισκόταν στην Κολομβία, αποκτήθηκε ο Κάρλος Τάπια της Μπόκα. Αποτέλεσμα; όταν ο Καμπάνιας πατάει την τιμημένη γη της Βρετάνης, δεν υπάρχει ελεύθερη θέση ξένου στην ομάδα, η οποία έτσι κι αλλιώς πάει καρφωτή για υποβιβασμό.

Για τους επόμενους μήνες ο Καμπάνιας θα βλέπει τη νέα του ομάδα από την κερκίδα. Κι όμως, όχι μόνο δεν θα φύγει στο τέλος της σεζόν αλλά θα κάνει πράματα και θάματα στη δεύτερη κατηγορία : βάζει 21 γκολ, τα πανηγυρίζει ανεβαίνοντας στα κάγκελα του πετάλου, παίζει με σπασμένη μύτη και μάσκα στα μπαράζ ανόδου, κι οδηγεί τη Μπρεστ ξανά στην ελίτ. Την επόμενη χρονιά, θα δικαιώσει και πάλι τον Υβινέκ. Μια μέρα πριν το ματς με τη Μαρσέιγ, που είχε τότε φοβερή ομάδα μέσα – με Γουάντλ, Παπέν, Φραντσέσκολι, Ντεσάν…– κι έξω από τα γήπεδα, καταγγέλει απόπειρα δωροδοκίας του. Την επόμενη, κάνει αυτό:

Στο τέλος της σεζόν, ο Καμπάνιας φεύγει στη Λυόν και με τα λεφτά της μεταγραφής θα γίνουν προσπάθειες να μπαλωθούν μερικές από τις τεράστιες τρύπες στον προϋπολογισμό – ματαίως.

Βρισκόμαστε ήδη στην αρχή του τέλους του ονείρου του Φρανσουά Υβινέκ.

Μικρή επιστροφή στο παρελθόν.

Ο Υβινέκ γίνεται πρόεδρος το 1981 με όνειρο να κάνει την ομάδα του τόσο ισχυρή ώστε να ανταγωνίζεται στα ίσα την Μπορντό, τη Ρασίγκ ή τη Μαρσέιγ του Μπερνάρ Ταπί. Ο δρόμος για να το πετύχει μοιάζει μακρύς. Η Μπρεστ είναι μια μικρή ομάδα που ανεβαίνει στην πρώτη κατηγορία για πρώτη φορά στην ιστορία της στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με παίκτες δημιουργικούς στο γήπεδο αλλά κι έξω από αυτό. Δυο από αυτούς, ο Ζοέλ Ανρί κι ο Μπερνάρ Παρντό – που αργότερα θα μπλεχτεί και σε μια ιστορία διακίνησης ναρκωτικών – έχουν ένα μπαρ, ενώ κι τεχνικός διευθυντής της ομάδας διατηρεί ένα άλλο, το «Χρυσό Παπούτσι»· αυτά είναι μόνο δύο από τα πολλά στα οποία συχνάζουν κάθε βράδυ όλοι οι ποδοσφαιριστές, παραβιάζοντας συχνά το μετρίως αυστηρό ωράριο κατακλίσεως που τους επιβάλλει η διοίκηση – «παιδιά, στις 4 το πρωί το αργότερο να έχετε γυρίσει σπίτι!». Πολλές φορές, για να γιορτάσουν κάποιο ευτυχές γεγονός, όπως τη γέννηση του παιδιού του συμπαίκτη τους Πασκάλ Ντυπρά, εξαφανίζονται για μέρες ώστε να γνωρίσουν τη νυχτερινή ζωή και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας. Τις ομιλίες του προπονητή τις διακόπτουν συχνά αυτοσχέδιοι αγώνες ταχύτητας ζωντανών αστακών – βρισκόμαστε στην Αρμορική χερσόνησο και το συμπαθές αρθρόποδο αποτελεί ένα από τα τοπικά προϊόντα.

Ο καινούργιος πρόεδρος, όμως, αλλάζοντας συνεχώς προπονητές και ξοδεύοντας λεφτά που δεν έχει αλλά που καταφέρνει και ξετρυπώνει από διάφορους ευκαιριακούς χορηγούς, φέρνει σε αυτήν τη μικρή, επαρχιακή ομάδα διάφορους ξένους σούπερ-σταρ, κατά προτίμηση νοτιοαμερικάνους, όπως ο αμυντικός της Εθνικής Βραζιλίας Ζούλιο Σέζαρ – που θα περάσει στα γεράματα κι από τον Παναθηναϊκό– και ο Αργεντίνος παγκόσμιος πρωταθλητής Χοσέ Λούις «Τάτα» Μπράουν, σκόρερ του πρώτου γκολ στον τελικό του Μουντιάλ του 1986 απέναντι στη Γερμανία.

Τάτα Μπράουν, Ζούλιο Σέζαρ ως σωσίας του Ντένζελ Γουάσιγκτον στο Αμέρικαν Γκάνγκστερ, Φρανσουά Υβινέκ κι ένας κύριος με καρό σακάκι

Χάρη σ΄αυτούς, η Μπρεστ θα πετύχει τη σεζόν 1986-1987 να βρεθεί στην όγδοη θέση του πρωταθλήματος με φιλοδοξίες για έξοδο στην Ευρώπη την επόμενη χρονιά.

Όμως, το καλοκαίρι του 1987, λίγους μήνες πριν από την κολομβιανή του περιπέτεια, ο Υβινέκ θα διώξει τον προπονητή Ρεμόν Κερυζορέ. Αιτία της σύγκρουσης; Ο πρόεδρος υποστήριξε, επικαλούμενος μάλιστα πηγές των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, πως ο αριστερός συνδικαλιστής και γνωστός από τη θητεία του στη Ρεν ως «μαοΐστρια μάγισσα» – ο κόοουτς είναι μακρυμάλλης – Κερυζορέ συνωμοτούσε στα αποδυτήρια με τους παίκτες προκειμένου να ανατρέψουν την διοίκηση και να επιβάλλουν την αυτοδιαχείριση. Μαζί με τον προπονητή θα φύγει ο βασικός χορηγός – μια αλυσίδα σούπερ-μάρκετ – και οι δυο νοτιοαμερικάνοι.

Αλλά, είπαμε, ο πρόεδρος δεν μασάει. Συνεχίζει αυτήν την ξέφρενη πορεία προς το όνειρό του με κάθε μέσο. Πείθει την περιφερειακή διοίκηση να χτίσουν καινούργιο γήπεδο και προπονητικό κέντρο· το εργοτάξιο πιάνει φωτιά και τελικά τα έργα κοστίζουν το τριπλάσιο από το αναμενόμενο ενώ η περιοχή που επιλέχτηκε για προπονητικό κέντρο γίνεται στόχος επιδρομής χιλιάδων σαλιγκαριών και τα σχέδια αναγκαστικά ανατρέπονται. Για να αντικαταστήσει τον Μπράουν και τον Σέζαρ και ενώ βρίσκεται ακόμη σε διαπραγματεύσεις για τον Καμπάνιας, φέρνει από την Μπόκα Τζούνιορς τον σκληροτράχηλο Αργεντίνο Χόρχε «Πίπα» Ιγκουαΐν. Ο συμπαθέστατος Χόρχε θα βάλει ένα μοναδικό γκολ εναντίον των Καννών.

Δεν προλαβαίνει να θαμπώσει με την απόδοσή του αλλά απολαμβάνει την ζωή στη Βρετάνη. Πηγαίνει για ψάρεμα, παίζει χαρτιά και πετάνκ, μαθαίνει τη γλώσσα, αποκτά φίλους και γνωρίζει τις χαρές της πατρότητας: στη διάρκεια της μιας και μοναδικής σεζόν που έμεινε στη Βρέστη, θα γεννηθεί ο γιος του, Γκονσάλο, ο οποίος, θεωρητικά, μπορεί έτσι να αποκτήσει γαλλική αθλητική υπηκοότητα. Ο Ρεμόν Ντομενέκ θα καλέσει στα 2006 τον 18χρονο τότε Πιπίτα στην Εθνική Γαλλίας για ένα φιλικό με την Ελλάδα – ο Γκονσάλο δεν δέχτηκε, προτίμησε την Εθνική Αργεντινής κι όλοι ξέρουμε πού τον οδήγησε αυτή η επιλογή και πού οδήγησε και την Αργεντινή…

Στην πραγματικότητα, η Μπρεστ, παρόλο το κάπως οικογενειακό και ερασιτεχνικό κλίμα που κυριαρχούσε, διέθετε πλούσια δεξαμενή ταλέντων χάρη στην καλή δουλειά που γινόταν στις νεανικές ομάδες που ήταν απο τις καλύτερες στη Γαλλία, ενώ το έμπειρο μάτι των ατζέντηδων με τους οποίους συνεργαζόταν τής επέτρεπε να στρατολογεί νεαρότατους πολλούς ταλαντούχους ποδοσφαιριστές.

Από το δυναμικό της θα περάσουν, εκτός από όσους έχουμε αναφέρει, δυο μελλοντικοί Γάλλοι παγκόσμιοι πρωταθλητές – ο Στεφάν Γκιβάρς και ο Κλοντ Μακελελέ –, η μισή Παρί Σεν Ζερμέν που θα αναδειχτεί πρωταθλήτρια Γαλλίας το 1994 – Πολ Λε Γκουέν, Νταβίντ Ζινολά, Μπερνάρ Λαμά, Βενσάβ Γκεράν, Πατρίκ Κολτέρ – και, χρόνια αργότερα, κι ο Φρανσουά Ριμπερί.

Όμως, η πτώση της και θα είναι αναπόφευκτη καθώς, κοντά σε όλες τις άλλες περιπέτειες, θα μπλεχτεί σε ένα μεγάλο πολιτικο-οικονομικό σκάνδαλο. Μετά την πώληση του Καμπάνιας, ο Υβινέκ στρέφεται σε έναν μυστήριο τύπο, τον τραπεζίτη Αχμέντ «Σαρλί» Σακέρ, φίλο και συνεργάτη – εμπορευόταν όπλα – του Γιασέρ Αραφάτ και του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Σακέρ εμφανίζεται ως πάμπλουτος και γενναιόδωρος οπαδός της Μπρεστ, και χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων φιλανθρωπιών, την αγορά του ήρωα τερματοφύλακα του Μουντιάλ του 1990 Σέρχιο Γκοϊκοετσέα.

Στην πραγματικότητα, ο Σακέρ είναι μεγάλο μούτρο. Η τράπεζά του, όπως και διάφορες άλλες επιχειρήσεις του στο Ιράκ, στην Ιταλία και στη Βρετάνη, είναι μια μεγάλη απάτη μέσω της οποίας μπήκαν στην τσέπη του καταθέσεις 120 εκ. φράγκων (18 εκ. ευρώ) μικροκαταθετών. Στη συνέχεια θα αποδειχθεί ότι εμπλέκεται και σε μια σκοτεινή ιστορία χρηματοδότησης πολιτικών. Θα καταλήξει στη φυλακή, εκεί όπου μέλλει να πάει κι ο Υβινέκ.

30 Νοεμβρίου 1991. Ο Ζινολά κι ο Πασκάλ Πιερ εγκαταλείπουν το γήπεδο στο τελευταίο ματς πριν τη διάλυση

Η Μπρεστ, στο τέλος της σεζόν 1990-1991, κι ενώ έχει τερματίσει κάπου στη μέση της βαθμολογίας, θα υποβιβαστεί για οικονομικούς λόγους. Έξι μήνες αργότερα και μετά από ένα ντου των οπαδών στη διάρκεια ενός ντέρμπι με την Γκενγκάν, θα πέσει στο ερασιτεχνικό λόγω οριστικής χρεοκοπίας. Για πολλούς αυτή η σκληρή μοίρα οφείλεται και στην προσωπική βεντέτα που είχε ανοίξει ο Υβινέκ με τον πανίσχυρο Μπερνάρ Ταπί – η Μπρεστ είχε αρνηθεί την αναβολή του μεταξύ τους αγώνα πριν τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ τον Μάιο του 1991 ενώ ένα άλλο σημείο τριβής ήταν ότι δεν έδωσε με μεταγραφή τον Ζινολά. Ο θρύλος λέει ότι ο Νταβίντ έψαχνε σε κάτι χωράφια να δείρει τον πρόεδρό του για κάτι χρωστούμενα αλλά, όπως είπαμε, εκείνος είχε γνωρίσει και χειρότερες περιπέτειες. Και τον περίμεναν και άλλα.

Μετά τον υποβιβασμό, θα κατηγορηθεί για δόλια χρεοκοπία και κατάχρηση. Θα μείνει πενήντα μία μέρες προφυλακισμένος και τελικά θα δικαστεί σε έναν χρόνο με αναστολή. Το μόνο αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ήταν κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί και τίτλος τιμής για έναν πρόεδρο ποδοσφαιρικής ομάδας: ξόδευε περισσότερα λεφτά από όσα διέθετε. Στο δικαστήριο, θα έρθει να τον υπερασπιστεί, ανάμεσα σε άλλους, ο Νταβίντ Ζινολά. Ο πρόεδρος σήμερα ζει στην Ισπανία κι ασχολείται με τη ζωγραφική. «Όταν ανέλαβα την Μπρεστ, ήξερα τι με περίμενε, ότι έπρεπε να είμαι έτοιμος να πάω ακόμη και φυλακή».

Πριν λίγα χρόνια, οι Ιγκουαΐν, πατέρας και γιος, γύρισαν στη Βρετάνη. Ο Γκονσάλο ουσιαστικά τη γνώριζε για πρώτη φορά: «Η Βρέστη δεν είναι η ομορφότερη πόλη του κόσμου, δεν είναι όμως και η πιο άσχημη. Είναι μια πόλη λαϊκή κι οι κάτοικοί της είναι καλοί άνθρωποι». Και αγαπούν παθολογικά την μπάλα. Ένας από αυτούς, ο συνθέτης και τραγουδιστής Κριστόφ Μιοσέκ, θα γράψει αυτό το τραγούδι, τρυφερή και πικρή ανάμνηση μιας μαγικής περιόδου: «Κι όμως, είχαμε τον Γκοϊκοετσέα, τον Γκιβάρς, τον Ζινολά, τον Λαμά […] και παρόλα αυτά βρήκαμε τρόπο να εκτροχιαστούμε».

Η Μπρεστ ανέβηκε ξανά φέτος μετά από εννιά χρόνια στη Λιγκ 1. Από τον Αύγουστο θα είναι μια ακόμη από αυτές τις, συνήθως μονοσύλλαβες, γαλλικές ομάδες που υποχρεώνουν τους φανατικούς του στοιχήματος να μελετήσουν γεωγραφία για να μην τις μπερδεύουν. Είναι όμως διαφορετική· μια ομάδα που έζησε στιγμές δόξας και περιπέτειας στη διάρκεια της μυθικής, έτσι κι αλλιώς, δεκαετίας του 1980. Όπως θα έλεγε κι ο Καπετάνιος Χάντοκ στον Τεν Τεν: «Μα τους χίλιες χιλιάδες κεραυνούς της Βρέστης, δεν είναι δυνατόν να έχουν συμβεί όλα αυτά!». Και όμως.

Αν πάρεις την μπάλα, έχεις δίκιο

  [3 Σχόλια]

Στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων δεν είναι λίγες οι απίστευτες διαιτητικές αποφάσεις που έγραψαν ιστορία και άφησαν εποχή. Είτε με πολλά σύννεφα από πάνω τους και πολλές θεωρίες, είτε λόγω ανικανότητας των διαιτητών. Μία από αυτές έγινε σε ένα από τα πιο… πολύχρωμα Μουντιάλ όλων των εποχών και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, γεμάτα ιστορίες. Αυτό που έγινε στο Μεξικό το 1970. Οι γηπεδούχοι ξεκίνησαν τους αγώνες του ομίλου τους μπροστά σε 107 χιλιάδες θεατές στο Αζτέκα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, αλλά δεν κατάφεραν να πάρουν τη νίκη. Το 0-0 γέμισε με άγχος τους παίκτες και τους οπαδούς της ομάδας.

Στις 7 Ιουνίου όμως, ο αντίπαλος δεν ήταν τόσο καλός. Ήταν το αδύναμο Ελ Σαλβαδόρ που την πρώτη αγωνιστική είχε χάσει εύκολα με 3-0 από το Βέλγιο. Έτσι, στις 12 το μεσημέρι, ο διαιτητής Αλί Καντίλ από την Αίγυπτο σφύριξε την έναρξη του αγώνα μπροστά σε ένα κοινό που κόχλαζε. Το παιχνίδι δεν αποδείχθηκε όμως καθόλου εύκολο. Το Ελ Σαλβαδόρ τα έδινε όλα για να διεκδικήσει τις πιθανότητές του, κάνοντας μάλιστα και κάποιες φάσεις. Το Μεξικό πίεζε, είχε τις ευκαιρίες του, αλλά η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά και χωρίς να ανοίγει το σκορ.

Η διαβόητη φάση περίπου στο 4.50 του βίντεο (δυστυχώς ο ήχος είναι αποσυγχρονισμένος)

Όλα αυτά μέχρι το 45′. Εκεί που σε μια αδιάφορη φάση στο κέντρο ο διαιτητής Αλί Καντίλ έδωσε ένα φάουλ υπέρ του Ελ Σαλβαδόρ. Οι τυπικά (και ουσιαστικά) φιλοξενούμενοι έκαναν λίγο τους χαζούς για να περάσει η ώρα και να λήξει το ημίχρονο, αφήνοντας την μπάλα να πάει έξω. Κι ενώ οι παίκτες του Μεξικού επέστρεφαν στην άμυνά τους, ο Μάριο Πέρες είχε τη φαεινή ιδέα να πάρει την μπάλα τη στιγμή που οι συμπαίκτες του με κινήσεις του έλεγαν να γυρίσει πίσω. Ο Πέρες όμως δεν την πήρε για να τη δώσει πίσω. Την πήρε και την έστησε κανονικά μπροστά στον έκπληκτο διαιτητή που έδειχνε προς την αντίθετη πλευρά.

Το Μεξικό εκτέλεσε το φάουλ σαν να ήταν δικό του, βγήκε στην αντεπίθεση σαν να μην συνέβαινε τίποτα, πάτησε περιοχή και με τον Χαβιέρ Βαλβίδια σκόραρε ένα γκολ που πανηγύρισε έξαλλα. Ο Αιγύπτιος σαν θεατής και όχι σαν άρχοντας του αγώνα έδειξε σέντρα κι οι έξαλλοι παίκτες του Ελ Σαλβαδόρ έπεσαν πάνω του για να ακυρώσει το γκολ. Αυτό φυσικά δεν έγινε ποτέ. Οι παίκτες του Ελ Σαλβαδόρ ως ένδειξη διαμαρτυρίας αρνήθηκαν να κάνουν σέντρα αρχικά και στη συνέχεια έστειλαν την μπάλα στις εξέδρες. Το ημίχρονο έληξε με αυτό το 1-0.

Από εκεί και πέρα ο αγώνας δεν ήταν ανταγωνιστικός. Το Μεξικό γρήγορα έκανε το 2-0, πάλι με τον Βαλδίβια και με άλλα δύο γκολ έγραψε το τελικό 4-0, αποκλείοντας παράλληλα το Ελ Σαλβαδόρ που έχασε κάθε πιθανότητα να διεκδικήσει κάτι καλύτερο χάρη στην απόφαση του ρέφερει. Στο τελευταίο ματς του ομίλου η ΕΣΣΔ το νίκησε με 2-0 κι έτσι η ομάδα αποχώρησε από το Μουντιάλ με 0 βαθμούς και 0-9 γκολ (και πάλι καλύτερα από τη δική μας παρουσία το 1994). Αντίθετα, το Μεξικό επικράτησε με 1-0 επί του Βελγίου την τελευταία αγωνιστική και ισοβάθμησε με τους Σοβιετικούς στην 1η θέση. Οι δυο ομάδες είχαν ακριβώς την ίδια διαφορά γκολ και μια που δεν υπήρχε άλλο κριτήριο, η πρωτιά κρίθηκε στην κλήρωση. Εκεί, ίσως ως θεία δίκη, η ΕΣΣΔ ευνοήθηκε και πέρασε ως 1η. Το Μεξικό βρέθηκε απέναντι στην Ιταλία και έφαγε 4 γκολ αποχαιρετώντας τη διοργάνωση. Ο Αιγύπτιος διαιτητής δεν είχε ξανά άλλη τέτοια επιτυχία στην καριέρα του.

Τι συνέβη με τον Εμιλιάνο Γκουρουσέτα;

  [2 Σχόλια]

O Γκουρουσέτα σε παιχνίδι της Βαλένθια με τη Μπέτις

Η πανάκριβη BMW έχασε τον έλεγχο, έχοντας στις ρόδες της υπερβολική ταχύτητα, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την Παμπλόνα. Μερικά λεπτά πριν φτάσει στον τελικό της προορισμό. Ο δρόμος ήταν εξωπραγματικά γλιστερός και η καταρρακτώδης βροχή που έπεφτε απ’ το προηγούμενο βράδυ έκανε την οδήγηση υπερβολικά δύσκολη ακόμα και για τον πιο έμπειρο οδηγό αγώνων. Πόσο μάλλον για κάποιον που ούτε επαγγελματίας οδηγός ήταν και -όπως παραδέχτηκαν φίλοι και συγγενείς- ήταν και ένας μέτριος, στα όρια του κακού πολλές φορές, οδηγός. Ασχέτως αν η αγάπη του για τις πανάκριβες BMW, και την υπερβολική ταχύτητα, ήταν αντιστρόφως ανάλογη με τις ικανότητές του πίσω απ’ το τιμόνι. Το όνομά του ήταν Εμιλιάνο Γκουρουσέτα. Το βασικό του επάγγελμα, διαιτητής αγώνων ποδοσφαίρου στις μεγάλες κατηγορίες της Ισπανίας. Άλλωστε στην Παμπλόνα ο Γκουρουσέτα πήγαινε για να διευθύνει ακόμα μία ποδοσφαιρική αναμέτρηση για το πρωτάθλημα του 1987. Στους τραπεζικούς του λογαριασμούς βρέθηκαν μεγάλα ποσά που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν απ’ τον μισθό του διαιτητή, σε μια εποχή που αυτοί δεν κέρδιζαν υπερβολικά χρήματα, αλλά ούτε και απ’ την μικρή επιχείρηση πώλησης αθλητικών ειδών που είχε στο όνομά του στη νότια Ισπανία. Ο Βάσκος διαιτητής δεν είχε καθόλου καλό όνομα σε μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού της Λα Λίγκα και οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ της εποχής είχαν μόλις ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου μην αφήνοντας τίποτα στην αφάνεια, τόσο για τον ίδιο, όσο και για κάθε εμπλεκόμενο.

Αυτό που αναδύθηκε αμέσως στην επιφάνεια των κακόβουλων φυλλάδων, αυτών που κυκλοφορούν έχοντας ως κύριο μέλημα τον κιτρινισμό, λες και διαβάζεις οπαδικό ελληνικό σάιτ της δικής μας χώρας, ήταν μια μακρινή ιστορία απ’ το κύπελλο Ισπανίας του 1970, με τα ονόματα της Ρεάλ Μαδρίτης και της Μπαρσελόνα να δεσπόζουν με μεγάλα γράμματα στη λεζάντα. Όχι απαραιτήτως και οι δύο για κακό λόγο. Ήταν άλλωστε ακόμα η εποχή του «Μαδρίτη κακή – Βαρκελώνη καλή» όπως έγραψε μοναδικά στο βιβλίο του «Φόβος και Παράνοια στη Λα Λίγκα» o Σιντ Λόου. Στον προημιτελικό του κυπέλλου εκείνης της σεζόν οι δύο σπουδαίες ομάδες, χωρίς να βρίσκονται σε καλή αγωνιστική κατάσταση, κάτι που φανερώνει φυσικά και το γεγονός πως ήταν η πρώτη φορά μετά το 1951 που καμία εκ των δύο δεν είχε τερματίσει στην πρώτη τριάδα του βαθμολογικού πίνακα, βρέθηκαν στον προημιτελικό, εκεί που θα έλυναν τις μεγάλες -και άλυτες εδώ και δεκάδες χρόνια- διαφορές τους, σε διπλούς αγώνες. Η Ρεάλ είχε επικρατήσει της Μπαρσελόνα με 2-0 στο Μπερναμπέου, και ήταν πολλοί αυτοί που θεωρούσαν πως η ρεβάνς του Καμπ Νου θα ήταν απλά μια τυπική διαδικασία για την πρόκριση. Αυτό που δεν λογάριαζε κανείς ήταν το όνομα του Γκουρουσέτα ως ο «Άρχων της αναμέτρησης» στην πρώτη του -ουσιαστικά- μεγάλη παράσταση ως διαιτητής.

Η Μπαρσελόνα ήταν απολαυστική στο πρώτο ημίχρονο και βρέθηκε να προηγείται με 1-0 χάρις στο τέρμα του Κάρλος Ρέσακ. Οι παίκτες της Ρεάλ ήταν ασύνδετοι, και κουρασμένοι, και το δεύτερο γκολ των Καταλανών έδειχνε να είναι θέμα χρόνου. Όσοι παρακολουθούσαν την αναμέτρηση, απλά περίμεναν να δουν την μπάλα να καταλήγει για δεύτερη φορά στα δίχτυα της Ρεάλ και μετά να ακολουθεί η κατάρρευσή της. Όλοι φυσικά υπολόγιζαν δίχως τον νεαρό διαιτητή της αναμέτρησης. Ο παίκτης της Ρεάλ, Μανουέλ Βελάσκες, θα κάνει μια όμορφη ντρίμπλα, εκτός της περιοχής της Μπάρσα, και εκεί που θα αρχίσει να χάνει την μπάλα, θα κάνει μια Ολυμπιακών προδιαγραφών βουτιά που θα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο Γιώργο Σκαλέρη να νιώσει λίγος και ταπεινός. Ο Γκουρουσέτα δεν θα το σκεφτεί καθόλου και θα δείξει πέναλτι σε μια φάση που δεν υπήρξε καν ανατροπή, και αυτή η ανατροπή, αν έγινε, που δεν έγινε, ήταν εκτός της περιοχής. Το 1-1 έδωσε ουσιαστικά την πρόκριση στους Μαδριλένους και ώθησε τους Καταλανούς, με μπροστάρη τον Ρέσακ, να αποχωρήσουν απ’ το γήπεδο αηδιασμένοι, με τους οπαδούς να προσπαθούν να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο για να λιντσάρουν τον διαιτητή. Μερικοί μάλιστα το κατάφεραν και κυνήγησαν για αρκετά μέτρα τον Γκουρουσέτα αλλά και τους βοηθούς του. Η ψύχραιμη αντίδραση του Άγγλου προπονητή της Μπάρσα, Βικ Μπάκινγχαμ, έστειλε τους παίκτες και πάλι στο γήπεδο, τους οπαδούς και πάλι στην κερκίδα, και ουσιαστικά βοήθησε ώστε να τελειώσει ομαλά η αναμέτρηση. Η Μπάρσα ήταν γι’ ακόμα μια φορά αδικημένη.

Η Ισπανική ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τιμώρησε με 6 αγωνιστικές τον Γκουρουσέτα, όχι όμως για την κακή του απόδοση στην αναμέτρηση αλλά επειδή «έχασε» τον έλεγχο του αγώνα και είδε τους παίκτες της Μπάρσα να αποχωρούν απ’ το γήπεδο, υποβαθμίζοντας το ίδιο το άθλημα. Λίγες μέρες μετά την αναμέτρηση, ο Γκουρουσέτα οδηγούσε καμαρωτός μια καινούργια, και πανάκριβη, BMW στους δρόμους του Μπιλμπάο. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε από χείλη ποδοσφαιρόφιλων της χώρας πως ο νεαρός διαιτητής είχε πάρει χρήματα από τη διοίκηση της Ρεάλ, ώστε να «στήσει» την αναμέτρηση του Καμπ Νου. Το εν λόγω γεγονός δεν έφτασε ποτέ σε κάποια δικαστική αίθουσα, αλλά η πορεία του Βάσκου διαιτητή, μέχρι και το τέλος του, στους δρόμους της Παμπλόνα, δικαίωνε πολλούς σε συζητήσεις ωστόσο «καφενειακού» επιπέδου. Ο Γκουρουσέτα βέβαια συνέχισε να αλλάζει τις BMW σαν τα πουκάμισα, κυκλοφορώντας πάντα ντυμένος στην πένα. Απ’ την άλλη, οι εχθροί του πολλαπλασιάζονταν κάθε αγωνιστική που τον έβλεπαν να σφυρίζει σε κάποιο γήπεδο. Ο Βάσκος ήταν πλέον το κόκκινο πανί για μεγάλη μερίδα των φιλάθλων της χώρας.

Οι επικριτές ένιωσαν δικαιωμένοι (όσοι τουλάχιστον δεν τον είχαν ξεχάσει) στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και λίγο πριν σκάσει σαν βόμβα η «Υπόθεση Μπόσμαν». Ένας Βέλγος μάνατζερ, μιλώντας στην τηλεόραση σε μια εκπομπή με θέμα την διαφθορά στο ποδόσφαιρο, παραδέχτηκε πως το 1984 ο πρόεδρος της Άντερλεχτ, Κόνσταντ Βαν ντεν Στοκ, είχε δωροδοκήσει τον Γκουρουσέτα (που ήταν πλέον διεθνής διαιτητής), για τον δεύτερο αγώνα της ομάδας του κόντρα στην Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ, για τον ημιτελικό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Η σφαγιαστική διαιτησία του Γκουρουσέτα, βοήθησε τους Βέλγους να κερδίσουν με 3-0, ανατρέποντας το 2-0 του πρώτου αγώνα. Το ποσό που είχε πάρει ο Βάσκος διαιτητής κάτω απ’ το τραπέζι, σύμφωνα με τον Βέλγο μάνατζερ, είχε αγγίξει, σε σημερινά χρήματα, τις 25.000 ευρώ. Το χειρότερο βέβαια ήταν πως τον είχε οδηγήσει ακόμα και σε απειλές για τη ζωή του, από τους διαμεσολαβητές που είχαν βοηθήσει ώστε να στηθεί το όλο εγχείρημα. Αν φυσικά δεν κρατούσε κλειστό το στόμα του. Η ΟΥΕΦΑ τελικά τιμώρησε την Άντερλεχτ με διετή αποκλεισμό από τις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ο Γκουρουσέτα είχε αρχίσει να χάνει το χαμόγελό του και να νιώθει για πρώτη φορά πραγματικό φόβο.

Στο βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα, Φιλ Μπολ «Morbο: Η ιστορία του Ισπανικού Ποδοσφαίρου» που κυκλοφόρησε το 2003, υπάρχει μια ιστορία για το θέμα, που, ίσως, ξεδιαλύνει αρκετά ένα μέρος αυτού του σίριαλ. Ίσως και όχι. Ο Μπολ περιγράφει εκείνη τη φορά που βρισκόμενος σε κάποιο σαλόνι ξενοδοχείου, και ενώ παρακολουθούσε ποδόσφαιρο, είδε κοντά του τον ένα εκ των βοηθών του Γκουρουσέτα, από το παιχνίδι του 1970. Ας δούμε τι γράφει ο ίδιος: «Τον ρώτησα για το παιχνίδι και μου απάντησε πως απλά κράτησε την σημαία του κάτω. Ήταν φανερά μεθυσμένος και ίσως ταλαιπωρημένος. Του ζήτησα ευγενικά να τον κεράσω ένα ποτό και να μιλήσουμε για τον Γκουρουσέτα και για εκείνο το περίεργο παιχνίδι. Δεν δέχθηκε αμέσως και -σχεδόν- με έβρισε. Μου έχουν προσφέρει ένα σωρό χρήματα για να μιλήσω και θες να το κάνω εδώ σε εσένα; Σχεδόν γέλασε ειρωνικά. Ο Εμίλιο ήταν φίλος μου. Δεν είναι σωστό να μιλάμε για κανένα νεκρό. Δεν ήξερα για καμία BMW, ούτε γι’ ακριβά ρούχα και χρήματα».

Προσπάθησε να φύγει και πάλι. Ο Μπολ σχεδόν τον ικέτευσε να μείνει. Για λίγο ακόμα. Ο βοηθός του Γκουρουσέτα συνέχισε: «Βγάλε τα δικά σου συμπεράσματα. Εγώ δεν αγόρασα ποτέ ακριβό αυτοκίνητο και για να ξέρεις… τον έπιασαν. Τον έπιασαν. Τι εννοούσε δεν το κατάλαβα ποτέ. Ούτε με άφησε ποτέ να του ξαναμιλήσω. Ποιοι τον έπιασαν; Μήπως κάποιοι τον έβγαλαν κιόλας απ’ τη μέση; Έλεγξε κάποιος τα φρένα της BMW εκείνο το βράδυ; Κανένας δεν το είχε κάνει. Κανένας δεν νοιάστηκε ποτέ ξανά. Η υπόθεση παραμένει ακόμα ανοιχτή αλλά ουσιαστικά έχει κλείσει. Όπως και το πρόβλημα με τις κακές διαιτησίες για τις μικρές ομάδες. Με τα χρόνια και η Μπαρσελόνα πέρασε στην απέναντι όχθη και εντάχτηκε και αυτή με τους δυνατούς. Με το Σύστημα. Τι συνέβη ακριβώς με τον Γκουρουσέτα δεν θα το μάθουμε ποτέ».

Όταν οι Iron Maiden έπαιξαν μπαλίτσα στο Μπουένος Άιρες

  [Καθόλου σχόλια]

Το 1992 οι Iron Maiden κυκλοφορούν το άλμπουμ τους «Fear of the Dark», ένα από τους πιο επιτυχημένα τους. Για να το υποστηρίξουν, κάνουν μια παγκόσμια περιοδεία που ξεκινά τον Ιούνιο από το Νόριτς και τελειώνει το Νοέμβριο στο Τόκιο. Ο Ιούλιος τους βρίσκει στη Νότια Αμερική για συναυλίες σε διάφορες χώρες. Ανάμεσα σε αυτές κι η Αργεντινή και το γήπεδο της Φέρο Καρίλ Οέστε μιας ιστορικής ομάδας της χώρας που ιδρύθηκε το 1904 από εργάτες των σιδηροδρόμων. Το στάδιο της Φέρο θεωρείται το πιο παλιό γήπεδο της Αργεντινής (φτιάχτηκε το 1905) και πέντε χρόνια πριν τους Maiden, οι πρώτοι «ξένοι» που έπαιξαν εκεί ήταν οι Cure σε μια συναυλία που έμεινε γνωστή για τα φοβερά επεισόδια που είχαν ως αποτέλεσμα 135 συλλήψεις και 10 τραυματισμούς αστυνομικών. Ο Ρόμπερτ Σμιθ είπε ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ ξανά στην Αργεντινή, ενώ λέγεται ότι όλα ξεκίνησαν γιατί είχαν εκδοθεί πολλά παραπάνω εισιτήρια από το κανονικό.

Όταν οι Maiden έφτασαν στα τέλη Ιουλίου του 1992 στην Αργεντινή ήταν χειμώνας κι ο καιρός ήταν χάλια. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να ζητήσουν να εξασκήσουν ένα από τα αγαπημένα τους χόμπι. Να παίξουν ποδόσφαιρο. Ένας από τους πιο γνωστούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς του σταθμού Rock & Pop ήταν κι ο «Ρούσο» Βερέα που είχε κάνει καριέρα ως τερματοφύλακας στις μικρότερες κατηγορίες της χώρας με ομάδες όπως η Τσακαρίτα κι η Ταγιέρες, έχοντας περάσει από τις ακαδημίες της Ιντεπεντιέντε. Ο Βερέα ήταν μεγάλος ροκάς και μεταλάς (είχε και ίνδαλμα τον Ούγκο Γκάτι), οπότε μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε με την αθλητική δημοσιογραφία, αλλά και το μουσικό ραδιόφωνο. Σε αυτόν έλαχε ο κλήρος να οργανώσει το ματς, ένα παιχνίδι στο οποίο οι Iron Maiden και μέλη των Thunder (support στην τουρνέ της Ν. Αμερικής) θα αντιμετώπιζαν υπαλλήλους της EMI και παραγωγούς του σταθμού Rock & Pop.

Πλάνα από το ματσάκι

Ο αγώνας έγινε στο βοηθητικό γηπεδάκι της Φέρο και παρά τη βροχή που έπεφτε με τα τουλούμια εκείνες τις ημέρες και ένα γήπεδο γεμάτο λάσπη, τα μέλη του συγκροτήματος δεν πτοήθηκαν και το ματσάκι έγινε κανονικά. Στο ποιότητας VHS παραπάνω βιντεάκι, βλέπουμε κάποια πλάνα από τον βάλτο στον οποίο έγινε το ματς, καθώς και τη διήγηση του «Ρούσο». Οι Maiden κατέβηκαν με ολόιδιες φανέλες που είχαν μαζί τους, στα χρώματα της αγαπημένης τους Γουέστ Χαμ. Σύμφωνα με τις διηγήσεις, ο Ντίκινσον ήταν ένα μηχανάκι που έτρεχε πάνω κάτω (όπως και στις συναυλίες περίπου), αλλά δεν ήταν πολύ καλός τεχνίτης. Σε αντίθεση φυσικά με τον Στιβ Χάρις που είχε πολύ καλύτερη τεχνική, έπαιζε σαν 10αράκι και έβγαζε πολύ καλές μακρινές μπαλιές. Το παιχνίδι δεν ήταν «παιδιά προσοχή μην χτυπήσουμε κανέναν», είχε τάκλιν, βουτιές (κυριολεκτικά) και γκολ. Μια αναζήτηση στο διαδίκτυο αναφέρει το τελικό σκορ ως 6-5 υπέρ των Maiden, χωρίς η πηγή να είναι πάντως και η πιο έγκυρη.

Αυτό όμως που είχε περισσότερη σημασία κι ο μαλλιάς Ρούσο διηγείται, είναι κάτι που έγινε μετά τον αγώνα. Οι εμφανίσεις των Maiden όπως μπορεί να φανταστεί κανείς ήταν έτοιμες για διαφημιστικό απορρυπαντικού, με τόνους λάσπης. Ο Στιβ Χάρις σε ένα δείγμα ταπεινότητας που δεν ταιριάζει με την κλασσική εικόνα του ροκ σταρ που έχουμε, πήγε στα αποδυτήρια και έπλυνε μία μία τις φανέλες της ομάδας του μαζί με έναν φροντιστή. Έτοιμες πιθανότατα για το επόμενο ματσάκι των Maiden σε μια νέα χώρα.

Η πρώτη συναυλία των Maiden στην Αργεντινή

Το βρετανικό συγκρότημα έχει επισκεφτεί κι άλλες φορές από τότε το Μπουένος Άιρες και μάλιστα ακόμα ένα γεγονός έμεινε γνωστό. Όταν το 2001 στη γήπεδο της Βέλεζ ξεκίνησαν να παίζουν το «The Trooper» ένα από τα καλύτερά τους τραγούδια που έχει να κάνει με τον πόλεμο της Κριμαίας, ο Ντίκινσον άρχισε να κυματίζει τη σημαία της Μεγάλης Βρετανίας, κάτι που κάνει συχνά στις συναυλίες σε αυτό το τραγούδι. Μόνο που στην Αργεντινή των Φόκλαντς/Μαλβίνων αυτό θεωρήθηκε από μεγάλη μερίδα του κόσμου προκλητικό. Αρκετοί από τους θεατές άρχισαν να σφυρίζουν, κάποιοι να τραγουδούν «όποιος δεν χοροπηδάει είναι Άγγλος» και φυσικά τα «Αρχεντίνα, Αρχεντίνα» και το μεγάλο σουξέ «Ολέ, ολέ, ολέ, Ντιέγκο, Ντιέγκο» καθώς αν είσαι Αργεντινός η νίκη το 1986 θεωρείται κάτι σαν πολεμικός θρίαμβος. Κάτι παρεμφερές έγινε και το 2008 όταν έπαιξαν και πάλι στο γήπεδο της Φέρο, με κάποιους θεατές να… πετάνε παπούτσια στον Ντίκινσον (αντιδράσεις λέγεται ότι υπήρξαν και από Ιρλανδούς σε μια συναυλία στο Δουβλίνο το 2003). Παρ’ όλα αυτά, το συγκρότημα συνεχίζει να είναι εξαιρετικά αγαπητό στην Αργεντινή και το θέμα δεν πήρε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η αγάπη των Maiden για την μπάλα είναι γνωστή και η τρέλα τους ίσως έφτασε στο αποκορύφωμά της σε μια συναυλία στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης όταν υπήρξαν προβλήματα με το ηλεκτρικό ρεύμα. Το αποτέλεσμα ήταν η συναυλία να διακοπεί για λίγη ώρα. Οι Maiden αντί να πάνε στα… αποδυτήρια, αποφάσισαν να συνεχίσουν να διασκεδάζουν τον κόσμο. Αυτή τη φορά όχι με riffs ή τον Έντι, αλλά βγάζοντας μια μπάλα και παίζοντας πάνω στη σκηνή για αρκετή ώρα.

Στη Σικελία το ζούμε έντονα

  [Καθόλου σχόλια]

Τα οικογενειακά τραπέζια είναι λίγο βαρετά συνήθως. Εκτός βέβαια αν παίρνουν φωτιά από διαφωνίες και η καημένη η μαμά με ένα ταψί γεμιστά προσπαθεί αφενός να βρει χώρο να το αφήσει γιατί καίγεται και αφετέρου να κρατήσει τους άντρες (συνήθως) να μην σκοτωθούν μεταξύ τους. Διαφωνίες που μπορεί να είναι από πολιτικές μέχρι ποδοσφαιρικές. Για όσους δεν θυμούνται, η ιστορία των αδερφών Μιλίτο που έπαιζαν στο μεγάλο ντέρμπι μεταξύ Ράσινγκ και Ιντεπεντιέντε ήταν μια τέτοια. Στην Ιταλία όμως, υπήρξε μία ακόμα χειρότερη ιστορία, με πρωταγωνιστές τα αδέρφια Τεντέσκο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Παλέρμο της Σικελίας. Κι οι τρεις τους έγιναν ποδοσφαιριστές, αλλά στο σημερινό κείμενο θα ασχοληθούμε με τους δύο εξ αυτών. Τον Τζιοβάνι και τον κατά τέσσερα χρόνια μικρότερό του Τζιάκομο.

Οι αδερφοί Τεντέσκο δεν ήταν τρομεροί παίκτες. Ήταν κι δύο χαφ εργάτες που έκαναν συμπαθητικές καριέρες σε μικρές κατά κύριο λόγο ομάδες. Ο μεγαλύτερος Τζιοβάνι δεν έγινε δεκτός ως πιτσιρικάς στην τοπική Παλέρμο κι έτσι αναζήτησε αλλού μια καριέρα, αλλά ο Τζιάκομο έπαιξε στην αγαπημένη ομάδα της πόλης του. Κάτι που για τους άκρως τοπικιστές Σικελούς είναι μεγάλη τιμή. Η μοίρα τούς έφερε συμπαίκτες στη Σαλερνιτάνα τη σεζόν 1997-98 και μάλιστα σε μια χρονιά που η ομάδα της Καμπανίας κέρδισε την άνοδό της στην Α’ εθνική, μια σημαντική επιτυχία για τα αδέρφια.

Μία τυχαία εικόνα από τη Σικελία για να ανοίξει το μάτι μας

Χρόνια αργότερα, το 2006, ο Τζιοβάνι κατάφερε και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα, αφού αγωνίστηκε στην ομάδα της καρδιάς του, την Παλέρμο, για πρώτη φορά. Ο Τζιάκομο αντίθετα το 2007 επέστρεψε μεν στη Σικελία, αυτή τη φορά όμως στην ανατολική της πλευρά, 200 χιλιόμετρα πιο μακριά από τη γενέτειρά του, στην Κατάνια. Την ομάδα που είναι η ιστορική αντίπαλος της Παλέρμο και οι δύο μεγάλοι εχθροί της Σικελίας. Σε μια εποχή μάλιστα που το νησί κι ολόκληρη η Ιταλία είχαν σοκαριστεί από τα επεισόδια μετά από ένα ντέρμπι της Σικελίας που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός αστυνομικού. Έτσι λοιπόν, το ντέρμπι του νησιού απέκτησε δύο αδέρφια αντιπάλους. Κανείς όμως δεν είχε καταλάβει πόσο η μεταγραφή του μικρού στην Κατάνια είχε επηρεάσει την οικογενειακή γαλήνη στο σπίτι των Τεντέσκο.

Το γκολ του Μίκολι που έκρινε το ντέρμπι στο τέλος της σεζόν 2007-08

Πριν λοιπόν το παιχνίδι των δύο ομάδων τον Οκτώβριο του 2008, ο μεγάλος αδερφός έκανε κάποιες δηλώσεις σε καλό κλίμα, λέγοντας ότι οι δυο παίκτες που θα ήθελε στην Παλέρμο από τον μεγάλο αντίπαλο ήταν ο Αργεντινός Πάμπλο Λεντέσμα και φυσικά ο αδερφός του, ο Τζιάκομο. Ο δημοσιογράφος που πήρε τις δηλώσεις, σίγουρα θα σκέφτηκε ότι είχε βρει ένα ωραίο θέμα και έψαχνε κάποιον κλισεδιάρικο τίτλο του στιλ: «Για 90 λεπτά αντίπαλοι, αλλά αγαπημένα αδέρφια για μια ζωή». Μόνο που η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική κι αυτή η συνέντευξη η αφορμή για να μάθουμε ότι στα οικογενειακά τραπέζια η μαμά δεν είχε και τους τρεις γιους της μαζί. Όταν ο Τζιάκομο διάβασε τις δηλώσεις του αδερφού του εξερράγη και χαρακτήρισε τον Τζιοβάνι ως «υποκριτή».

«Εγώ κι ο αδερφός μου δεν τα πάμε καλά. Για να είμαι ειλικρινής, έχουμε πολύ καιρό να δούμε ο ένας τον άλλον και δεν μιλάμε μεταξύ μας. Είναι καλό που είπε αυτά τα πράγματα, αλλά από τον Τζιοβάνι θα περίμενα να ακούσω κάτι άλλο. Θα ήθελα να αναφέρω και άλλες λεπτομέρειες, αλλά δεν θα το κάνω. Ίσως αργότερα, να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα γιατί αφορούν όλη την οικογένεια και με πληγώνουν. Εγώ ως ο μικρότερος προσπάθησα να τα βρω μαζί του, να λύσω τις παρεξηγήσεις, αλλά οι προσπάθειές μου απέτυχαν. Πέρσι δεν συμπεριφέρθηκε σωστά. Ούτε πριν από τον αγώνα, όταν είπε ότι αν κέρδιζαν θα έβαφε το αυτοκίνητό του στα χρώματα της Παλέρμο και θα έκανε βόλτες όλη την εβδομάδα. Ούτε και στο ματς, να πανηγυρίζει έτσι, ενώ ήξερε ότι με αυτή τη νίκη τους μπορεί να υποβιβαζόταν ο αδερφός του. Mε γέμισε με πικρία. Εγώ αν κινδύνευε η Παλέρμο και έπαιζα στην Κατάνια, θα έκανα τα πάντα για να σωθεί μια ομάδα της Σικελίας. Δεν πρόδωσα την προέλευσή μου. Έπαιξα εκεί από πιτσιρίκι, αλλά δεν συνέχισα όπως κι άλλοι. Έπρεπε να βρω κάποια ομάδα να παίξω, για να ζήσω».

Ξεπερνώντας την απίθανη και 100% ιταλική παραδοχή ότι θα στηνόταν για να μην πέσει η Παλέρμο (η Κατάνια αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση μετά από αυτές τις δηλώσεις), τα λόγια του Τζιάκομο αποκάλυψαν ότι η μεταγραφή του στην Κατάνια είχε κάνει τα δύο αδέρφια να μην μιλιούνται. Ο Τζιοβάνι είχε ενοχληθεί πάρα πολύ και θεώρησε προδοσία την μεταγραφή του αδερφού του στον εχθρό, λέγοντας ότι αυτός δεν θα το έκανε ποτέ, ενώ σε κάθε ευκαιρία συμπεριφερόταν σαν οπαδός,. Έτσι λοιπόν, όταν την προηγούμενη σεζόν η Παλέρμο με γκολ του Μίκολι κέρδισε 1-0 την Κατάνια λίγες αγωνιστικές πριν το τέλος, πανηγύρισε έξαλλα και προκλητικά, «σαν να κέρδισε το Τσάμπιονς Λιγκ» το περιγράφει ο Τζιάκομο. Η Κατάνια τελικά σώθηκε για έναν βαθμό. Ο Τζιάκομο αναγκάστηκε στη συνέχεια να ανασκευάσει ως προς το «στήσιμο», λέγοντας ότι οι δηλώσεις του ήταν προϊόν πικρίας και της απογοήτευσης που του είχε προκαλέσει ο μεγάλος αδερφός που… «έδειξε μίσος προς εμένα, έναν άνθρωπο που μας ενώνουν δεσμοί αίματος». Μια ιστορία που θα μπορούσε να γυριστεί ως η ιταλική έκδοση του Bloodline στο Netflix.

Η Κατάνια κέρδισε τελικά εκείνο το ματς με 2-0, ο μικρός πήρε την εκδίκησή του και στο τέλος της σεζόν η ομάδα σώθηκε, όπως κι η Παλέρμο. Ο Τζιοβάνι συνέχισε και έκλεισε την καριέρα του στην Παλέρμο το 2010 ως μορφή του συλλόγου (αναλαμβάνοντας μάλιστα και προπονητής στη γνωστή ηλεκτρική καρέκλα της Παλέρμο), ενώ ο Τζιάκομο πήγε σε Μπολόνια και Ρετζίνα και σταμάτησε την μπάλα τέσσερα χρόνια αργότερα. Ελπίζουμε τουλάχιστον, τόσα χρόνια μετά, να τα έχουν βρει και να θυμούνται τα παλιά.

Ο «βοσκός» της Νίκαιας

  [4 Σχόλια]

Κάθε ομάδα έχει διάφορα είδη οπαδών. Από τους οργανωμένους μέχρι τους πιο «χομπίστες», από τα αρρωστάκια μέχρι τους πιο χαλαρούς. Και σίγουρα έχει και κάποιες μορφές που γεμίζουν με χρώμα το γήπεδο με τα όσα κάνουν. Για αρκετό καιρό στο ΟΑΚΑ καθόταν σχετικά κοντά μου ο «παιχταράααααδες», ένας συμπαθέστατος κύριος που μπορεί το ματς να ήταν κάποιο αδιάφορο μεσημεριανό ΑΕΚ-Ακράτητος με τον ήλιο απέναντι να σε κάνει να σιχτιρίζεις που δεν είχες πάει για καφέ κι ήσουν ανάμεσα σε άλλους εξίσου γραφικούς για να δείτε ένα ματς με τους στόχους της χρονιάς λίγο-πολύ να έχουν κριθεί, αλλά γι’ αυτόν ήταν σαν τελικός. Ο «παιχταράδες» ήταν πάντα εκεί με το ίδιο πάθος και την ίδια αγωνία να υποδεχτεί τους παίκτες της αγαπημένης του ομάδας, βγάζοντας τα πνευμόνια του με την κραυγή «παιχταράδες», ενώ παράλληλα κράδαινε μία ροκάνα (εδώ περισσότερες πληροφορίες για όσους δεν ξέρουν) που στριφογύριζε σαν φλάμπουρο και ακουγόταν σε αρκετές θύρες. Ο «παιχταράδες» είναι ένα είδος ανθρώπου, ένας τέτοιος χαρακτηριστικός οπαδός, που όλοι έχουμε ζήσει στο γήπεδο. Αυτός που θα βρίσκεται πάντα εκεί, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα ή την πορεία της ομάδας, γιατί κάθε ματς είναι το ίδιο σπουδαίο γι’ αυτόν.

Σήμερα, θα ταξιδέψουμε αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το Μαρούσι και θα συναντήσουμε μια τεράστια μορφή των γαλλικών γηπέδων. Η Νίκαια είναι ένα κλασικό γαλλικό θέρετρο, πιο διάσημη για τις ομορφιές της, παρά για το ποδόσφαιρό της. Κι όμως, η Νις δεν είναι αμελητέα ποσότητα. Έχει κερδίσει 4 πρωταθλήματα Γαλλίας (όλα στη δεκαετία του 1950) και 3 κύπελλα στα πάνω από 100 χρόνια ιστορίας της. Κι όπως όλοι οι σύλλογοι, έχει κι αυτή τους φανατικούς της οπαδούς. Ανάμεσά τους κι ο… «Βοσκός», ο «λευκός λύκος» ή κατά κόσμον Πολ Καπιετό. Ο Βοσκός είναι η ατραξιόν του γηπέδου. Για πολλά χρόνια στο Σταντ Μουνισιπάλ ντου Ρε (το ιστορικό γήπεδο του συλλόγου) και πλέον στο νέο γήπεδο Σταντ ντε Νις. Μία απίστευτη μορφή, κομματάκι (το πόσο κομματάκι θα το κρίνετε εσείς) σαλεμένος που λατρεύει της Νις και δεν χάνει ματς, όσο μακριά κι αν παίζει η ομάδα του.

Ο Καπιετό δεν ζει μέσα στην πόλη της Νίκαιας. Ζει στο Σεν Μαρτάν Βεζουμπί (συγχωρέστε τη γαλλική μου προφορά) ένα πανέμορφο χωριουδάκι πάνω στις Άλπεις στο οποίο μένουν λιγότεροι από 1.500 κάτοικοι. Ο Βοσκός ντύνεται στα κατακόκκινα, παίρνει το ποδήλατό του και κατεβαίνει σιγά σιγά μέχρι τη Νίκαια για να δει τα ματς της ομάδας του. Μιλάμε για μια διαδρομή πάνω από 60 χιλιόμετρα, ενώ συχνά χρησιμοποιεί και τα σκι του (!!) για να ταξιδέψει. Ο Καπιετό είναι διάσημος και στη διαδρομή των αναγνωρίζουν όλοι και τον χαιρετούν. Η γραφικότητα δεν σταματάει εκεί φυσικά. Για χρόνια, ο Καπιετό δεν έμπαινε μέσα στο γήπεδο, αλλά παρακολουθούσε τα ματς της Νις από ένα… δέντρο. Και όχι, δεν μιλάμε για καμιά ελίτσα. Μιλάμε για κανονικό σκαρφάλωμα που σε πιάνει ίλιγγος:

Ο Καπιετό δεν ήταν πάντα τρελούλης. Είχε κανονική δουλειά, ήταν δάσκαλος του σκι και μάλιστα ένας από τους μαθητές του ήταν κι ο Ούγκο Λιορίς, ο σημερινός τερματοφύλακας της Τότεναμ, γέννημα-θρέμμα της Νίκαιας. Λέγεται ότι κάποια προσωπική τραγωδία, ένα ατύχημα τον έκανε να αλλάξει. Παρ’ όλα αυτά, θεωρείται εμβληματικός οπαδός του συλλόγου. Η διοίκηση πλέον τον προσκαλεί να βλέπει τα ματς από τις εξέδρες (για να μην σκαρφαλώσει πουθενά και γκρεμοτσακιστεί) και το 2016 τιμήθηκε από τη Νις ανήμερα των 70ων του γενεθλίων. Ένα χρόνο αργότερα, του έκαναν δώρο τη φανέλα της Νις που γράφει «Ο Βοσκός». Ο κόσμος φυσικά τον λατρεύει. Είναι η μασκότ του συλλόγου, ακόμα κι όταν κάνει διάφορες υπερβολικές γραφικότητες, σαν αυτές που περιγράφει το France Football. Όπως για παράδειγμα όταν έγινε μια γιορτή για την κατάκτηση της 4ης θέσης από τη Νις και μπροστά σε διάφορους επίσημους καλεσμένους, όπως ο δήμαρχος της πόλης, έκανε στριπτίζ για να μείνει με τα απολύτως απαραίτητα (τα δύο σκι που φορούσε δηλαδή).

Στη Μασσαλία, έξω από το Βελοντρόμ με τα… σκι του.
Τι πιο φυσιολογικό.

Ο Βοσκός ζει σαν ερημίτης, χωρίς νερό, ρεύμα και τηλέφωνο. Διάφοροι οπαδοί της Νις τον φιλοξενούν κατά καιρούς (για να μην επιστρέφει βράδυ στο βουνό), ενώ στα εκτός έδρας παιχνίδια εκτός από σκι και ποδήλατο χρησιμοποιεί το τρένο, το οποίο και δεν έχει χρήματα να πληρώσει. Τα πρόστιμα που έχει συλλέξει είναι πολλά. Αλλά η τρέλα για τη Νις μεγάλη. Κάποια φορά τον είχαν πετύχει έξω από το Παρκ ντε Πρενς στο Παρίσι φορώντας τα σκι του πριν από αγώνα με την ΠΣΖ. Στην ερώτηση πού διάολο μένει, η απάντηση ήταν «σε ένα αναρχικό βιβλιοπωλείο». Πάντα θα βρει μια άκρη για να δει από κοντά την αγαπημένη του ομάδα.

Ο κόσμος της Νίκαιας περιμένει να υποδεχτεί τον παγκόσμιο πρωταθλητή Λιορίς.
Ο βοσκός τούς μαθαίνει τον ύμνο της πόλης.

Τον βοσκό τον έμαθα πριν λίγο καιρό, πετυχαίνοντας μια είδηση από την πιο πρόσφατη περιπέτειά του. Η αστυνομία είχε απαγορεύσει την παρουσία οπαδών της Νις στη Μασσαλία στο πρόσφατο Μαρσέιγ-Νις για λόγους ασφαλείας. Αλλά ποιος να το πει αυτό στον κύριο Καπιετό. Ντύθηκε στα κόκκινα, πήρε τη λευκή μαλλούρα του και τα μούσια του και κατευθύνθηκε προς το Βελοντρόμ, όπως πολλές φορές στο παρελθόν. Οι Γάλλοι αστυνομικοί δεν συγκινήθηκαν ιδιαίτερα, έδειξαν ότι δεν έχουν καρδιά και μπουζούριασαν τον 73χρονο πλέον βοσκό, βάζοντάς τον μάλιστα στην ψυχιατρική πτέρυγα μιας κλινικής. Ο κόσμος ξεσηκώθηκε όταν ο δημοσιογράφος του Canal+ Λοράν Παγκανελί αποκάλυψε την είδηση. Ο δημοσιογράφος έχει πολύ καλή σχέση με τον Καπιετό και πάντα τον συναντά έξω από το γήπεδο. «Όταν δεν τον είδα πουθενά ανησύχησα», έγραψε ο Λοράν που πάντα τον προσκαλεί να φάει μαζί με τους συναδέλφους του καναλιού και φροντίζει να του βρίσκει και εισιτήρια στα εκτός έδρας.

Τελικά, η περιπέτεια του βοσκού μετά κι από τα μηνύματα συμπαράστασης στα social media είχε αίσιο τέλος, αφού αφέθηκε την επόμενη μέρα και είχε πλέον χρόνο να κανονίσει την επόμενη εκδρομή του για έναν αγώνα της Νις. Πάντα μέσα στα κόκκινα, με ποδήλατο, σκι πάνω στην άσφαλτο, τρένο ή τέλος πάντων όποιον άλλον τρόπο ανακαλύψει. Ένας τύπος που ζει για την ομάδα του, ένας άκακος, ωραίος τρελός που δίνει χρώμα σε ένα ποδόσφαιρο που γίνεται όλο και περισσότερο σοβαροφανές. Κι αν αναρωτιέστε πώς γιόρτασε την απελευθέρωσή του, μα φυσικά με τον δικό του τρόπο. Με τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά τη Νις, την ποδηλασία. Πήρε το ποδηλατάκι του και πήγε στο πέρασμα Τουρίνι, μια διαδρομή στα 1600 μέτρα πάνω στις Άλπεις που φέτος ήταν και μέρος του ποδηλατικού αγώνα Νίκαια-Παρίσι. Ο βοσκός έκανε το σόου του και τις κωλοτούμπες του μπροστά στους θεατές και πήρε κι αυτός μέρος στην ανάβαση μαζί με τους ποδηλάτες, όπως φαίνεται και στα πλάνα του γαλλικού Eurosport:

Ένα όχι και τόσο βαρετό 0-0

  [Καθόλου σχόλια]

Η Βενεζουέλα εδώ και καιρό ζει δύσκολες στιγμές, με τη χώρα να βρίσκεται εν μέσω πολιτικής αναταραχής, αλλά και μίας ανθρωπιστικής κρίσης με πολλούς πολίτες να υποφέρουν. Τις τελευταίες μέρες ένα μεγάλο μέρος της χώρας έμεινε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα με τις συνθήκες σε αρκετές περιοχές να είναι τραγικές. Ανάμεσα σε όλους τους τομείς, ένας από αυτούς που αντιμετώπισε προβλήματα ήταν κι ο αθλητισμός. Πολύ μικρότερη η σημασία του φυσικά από τα βασικά προβλήματα επιβίωσης, αλλά και πολύ μεγαλύτερη για την προς τα έξω εικόνα. Τον Ιανουάριο, που η χώρα μαστιζόταν από αναταραχές και πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ήταν προγραμματισμένος ο τελικός μπέιζμπολ μεταξύ των Λεόνες και των Καρντενάλες. Αρκετοί από τους αθλητές ήθελαν την ακύρωση του αγώνα, καθώς πίστευαν ότι να γίνει ένα τέτοιο αθλητικό γεγονός την ώρα που η χώρα ζούσε διαδηλώσεις και αναταραχές με κόσμο να σκοτώνεται ήταν εντελώς άστοχο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε τελικά, καθώς ο ίδιος ο πρόεδρος Μαδούρο πίεσε καταστάσεις και όπως λέγεται, αρκετοί παίκτες απειλήθηκαν ότι θα υπήρχαν συνέπειες αν δεν κατέβαιναν να αγωνιστούν. Ο Μαδούρο δήλωσε ότι ήταν ένα σχέδιο «από τους ιμπεριαλιστές ώστε να σαμποταριστεί ο αγώνας».

Μάιος του 2017, οι ποδοσφαιριστές κρατούν ενός λεπτού σιγή παρά την απαγόρευση

Με το πρόβλημα της ηλεκτροδότησης να είναι έντονο αυτές τις ημέρες, υπήρχαν σοβαρά ζητήματα στην διεξαγωγή του ήδη υπερβολικά ταλαιπωρημένου ποδοσφαίρου της χώρας. Η Π.Ο. της Βενεζουέλας που πρόσκειται στο καθεστώς Μαδούρο δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να φανεί ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Είναι η ίδια Ομοσπονδία που το 2017 αρνήθηκε να κρατηθεί ενός λεπτού σιγή για τους νεκρούς των φοιτητικών διαδηλώσεων. Οι παίκτες των Ντεπορτίβο Λάρα και Ντεπορτίβο Ανσοάτεγκι όμως τότε, και παρά την απαγόρευση, σταμάτησαν να παίζουν με το σφύριγμα της σέντρας. Έμειναν ακίνητοι και κράτησαν μόνοι τους το ένα λεπτό. Ο σπίκερ της τηλεόρασης σε φανερά δύσκολη θέση σκέφτηκε να περιγράψει τι γίνεται, αλλά έκοψε την πρόταση στη μέση και στη συνέχεια άρχισε να λέει πληροφορίες για τον αγώνα την ώρα που στο υπόλοιπο γήπεδο επικρατούσε ησυχία.

Η εικόνα στα αποδυτήρια του Εστάδιο Χοσέ Πατσέντσο Ρομέρο

Δύο χρόνια αργότερα, η Π.Ο. της χώρας αποφάσισε ότι δεν υπήρχαν προβλήματα για να γίνουν οι αγώνες. Το Μαρακαΐμπο, στα βορειοδυτικά της χώρας ήταν μια πόλη που ταλαιπωρήθηκε αρκετά, αφού έμεινε για τρεις συνεχόμενες ημέρες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Παρά τις εκκλήσεις της τοπικής ομάδας Σούλια ο αγώνας δεν αναβλήθηκε. Η φιλοξενούμενη Καράκας έφτασε μετά από τεράστια ταλαιπωρία και αναμονή πέντε ωρών στο αεροδρόμιο. Φυσικά, στο ξενοδοχείο δεν υπήρχε κλιματισμός (οι θερμοκρασίες στο Μαρακαΐμπο αυτές τις μέρες κυμαίνονται από 25 μέχρι 35 βαθμούς Κελσίου περίπου), ενώ οι παίκτες ήταν σχεδόν νηστικοί λόγω της γενικότερης έλλειψης τροφίμων. Ο αρχηγός των γηπεδούχων Εβέλιο Ερνάντες ρώτησε στο Τουίτερ αν η Π.Ο. πίστευε ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες να γίνει ο αγώνας, αλλά οι αρμόδιοι δεν συγκινήθηκαν. Η εικόνα στα αποδυτήρια ήταν τραγική, αφού δεν υπήρχε ούτε φως, ούτε νερό για τους παίκτες και φυσικά κανένας κλιματισμός.

Η Ομοσπονδία όμως δεν άλλαξε την απόφασή της κι οι παίκτες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους, καθώς δεν μπορούν να αγωνιστούν υπό αυτές τις συνθήκες. Ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη και αυτοί έμειναν έτσι ακίνητοι, χωρίς να κυνηγούν την μπάλα. Άρχισαν να στήνουν πηγαδάκια μεταξύ τους και να μιλάνε, χωρίς καμία πρόθεση να βάλουν γκολ. Στο ημίχρονο δεν πήγαν στα αποδυτήρια, τι να κάνουν άλλωστε εκεί στο σκοτάδι και τη ζέστη, και παρέμειναν στον αγωνιστικό χώρο. Παρά τις πιέσεις που δέχτηκαν ώστε να συνεχίσουν κανονικά στο 2ο ημίχρονο, οι ποδοσφαιριστές συνέχισαν τη διαμαρτυρία τους με τον διαιτητή να αναγκάζεται να «λήξει» το ματς. Ο Εβέλιο Ερνάντες ζήτησε συγγνώμη από τον κόσμο στο Twitter, αναγνωρίζοντας την προσπάθεια που κατέβαλαν όσοι πήγαν στο γήπεδο για να φτάσουν εκεί, αλλά τους επισήμανε ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν γίνεται να παιχτεί ποδόσφαιρο. Ο κόσμος, αν κρίνουμε μάλλον από το χειροκρότημα, δεν φάνηκε να διαφωνεί με τους αθλητές που αναγκάστηκαν να παίξουν ένα τέτοιο παιχνίδι. Η Σούλια χθες (κι ενώ το Μαρακαΐμπο κλείνει 90 ώρες χωρίς ηλεκτρισμό) έβγαλε ανακοίνωση ότι δεν θα κατέβει στα επόμενα παιχνίδια μέχρι να δημιουργηθούν ξανά οι κατάλληλες συνθήκες για τους εργαζομένους της, αλλά και το φίλαθλο κοινό, ώστε να μπορεί να διεξαχθεί κανονικά ένας ποδοσφαιρικός αγώνας.

15 λεπτά διασημότητας και μια ζωή τρόμου

  [1 Σχόλιο]

Κάποτε, περίπου 100 χρόνια πριν, ένας από τους σημαντικότερους προέδρους των ΗΠΑ, ο Θίοντορ Ρούσβελτ είπε: «Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε κάποιος που να έζησε μια ζωή γεμάτη ευκολία και να άφησε όνομα άξιο να το μνημονεύουμε». Ο μικρός Μουρτάζα Αχμάντι πιθανότατα δεν ξέρει τη ρήση, αλλά μνημονεύτηκε αρκετά πριν περίπου τρία χρόνια κι αυτό του έκανε τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη. Το όνομά του μάλλον δεν σας λέει πολλά, αλλά είναι αρκετά πιθανό να έχετε δει τη φωτογραφία του που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2016.

Σε εκείνη τη φωτογραφία, ο μικρός Μουρτάζα φορούσε μια πλαστική σακούλα με μπλε ρίγες στην οποία ήταν γραμμένο το όνομα του Λιονέλ Μέσι, του αγαπημένου παίκτη του πιτσιρικά. Το χαμόγελό του κι η χαρά του συγκίνησαν χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η φωτογραφία έγινε viral και το παιδί βρέθηκε ότι ζει στην επαρχία Γκάζνι του Αφγανιστάν. Ο 5χρονος ήθελε πάρα πολύ μία φανέλα του Μέσι, αλλά η οικογένειά του ήταν εξαιρετικά φτωχή. Όταν ξέσπασε σε κλάματα, ο αδερφός του αναγκάστηκε να του φτιάξει αυτή την… ιδιοκατασκευή που από τις φωτογραφίες φάνηκε ότι ικανοποίησε πολύ τον μικρό.

Όταν ο Μουρτάζα εντοπίστηκε κάπου σε ένα χωριό του Αφγανιστάν, το μόνο που δήλωσε ήταν ότι ήθελε να γνωρίσει το είδωλό του. Με τη βοήθεια της UNICEF ο Λιονέλ Μέσι έστειλε δυο φανέλες του με αφιέρωση, μια της Μπαρσελόνα και μία της εθνικής Αργεντινής (σαν αυτή που ο Μουρτάζα φορούσε). Το όνειρο όμως δεν είχε τελειώσει. Οι διοργανωτές του Μουντιάλ του 2022 στο Κατάρ, προσπαθώντας να φτιάξουν την άθλια εικόνα της χώρας προς τα έξω, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν τη μεγάλη συνάντηση. Με την ευκαιρία ενός φιλικού της Μπάρσα με την Αλ Αχλί, ο Μουρτάζα ταξίδεψε στην Ντόχα και όχι απλά γνώρισε τον ήρωά του, αλλά συνόδεψε την ομάδα και μάλιστα πόζαρε μαζί της πριν την έναρξη του αγώνα:

Σε έναν ιδανικά πλασμένο κόσμο, η ιστορία θα τελείωνε κάπως έτσι. Στον δικό μας κόσμο και πλανήτη, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ωραία. Παρά το γεγονός ότι είχε λάβει υποσχέσεις για πολιτικό άσυλο, η οικογένεια εγκλωβίστηκε κάπου στο Πακιστάν όταν δοκίμασε να εγκαταλείψει τη χώρα κι αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Τα πράγματα όμως είχαν χειροτερέψει πίσω στην πατρίδα τους. Οι Ταλιμπάν το καλοκαίρι που μας πέρασε έστρεψαν τα βλέμματά τους στην περιοχή Γκάζνι και την ομώνυμή πόλη. Η μάχη που έγινε τον Αύγουστο άφησε πίσω πολλούς νεκρούς, αλλά τελικά οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακατέλαβαν την πόλη. Αυτό όμως δεν απέτρεψε τους Ταλιμπάν να κάνουν διάφορες επιχειρήσεις στις γύρω περιοχές, ανάμεσά τους και στα μέρη της οικογένειας Αχμάντι.

Ως γνωστόν οι Ταλιμπάν μισούν το ποδόσφαιρο, καθώς από όλους τους φανατικούς θεωρείται ως θανάσιμο αμάρτημα. Η διασημότητα που απέκτησε ο Μουρτάζα τον έκανε αμέσως στόχο τους κι η οικογένειά του ζούσε συνεχώς με το φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί, μια που εκτός των άλλων ανήκουν και σε μια εθνική ομάδα Σιιτών που κυνηγούν οι Ταλιμπάν. Η μητέρα του είπε ότι συχνά έβλεπαν αγνώστους να τριγυρίζουν κοντά στο σπίτι τους. Και μετά, υπήρχαν και τα απειλητικά τηλεφωνήματα. Αυτά όχι από τους Ταλιμπάν, αλλά από τοπικούς εγκληματίες που θεωρούσαν ότι η οικογένεια είχε πάρει χρήματα από τον Μέσι. «Δεχόμασταν απειλές συνέχεια, πίστευαν ότι ο Μέσι μας είχε δώσει λεφτά», δήλωσε η κυρία Σακίφα. Ο Μουρτάζα που εξαιτίας του φόβου των Ταλιμπάν είχε ήδη σταματήσει να παίζει μπάλα έξω από το σπίτι φορώντας τις αγαπημένες του φανέλες, σταμάτησε να πηγαίνει και στο σχολείο. Με τη δραστηριότητα των Ταλιμπάν να γίνεται εντονότερη, ο κλοιός έσφιγγε. Κάποιοι συγγενείς της οικογένειας σκοτώθηκαν σε ενέδρες ή μετά από εφόδους σε σπίτια. Τον Δεκέμβριο, ένας ρεπόρτερ του France Presse ανακάλυψε τον πιτσιρικά (πλέον 7 ετών). Είχε διαφύγει στην Καμπούλ. Ένα βράδυ ο πατέρας του Αρίφ πήρε την οικογένεια και τη φυγάδευσε στη γειτονική πόλη Μπαμιάν. Ο ίδιος επέστρεψε πίσω, ενώ ο Μουρτάζα τελικά κατέληξε με τη μητέρα του στην πρωτεύουσα.

«Έχω να τον δω από εκείνο το βράδυ» λέει ο Μουρτάζα. Επικοινωνούν στο τηλέφωνο κι έτσι κρατούν επαφή. Ο μικρός δεν βγαίνει από το νέο σπίτι (ένα άδειο δωμάτιο επί της ουσίας με μια σόμπα), η μητέρα του φοβάται πολύ. Δικαιολογημένα ή όχι κανείς δεν ξέρει, αλλά λίγο ο μύθος των χρημάτων, λίγο η… προδοσία του μικρού απέναντι στη θρησκεία καθώς αγαπά το διαβολικό ποδόσφαιρο των δυτικών και λίγο η φήμη και τελικά μια δύσκολη ζωή μετατράπηκε σε ακόμα δυσκολότερη. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο να γνωρίζεις πόσο πραγματικός είναι ο κίνδυνος για την οικογένεια, αλλά το παρελθόν στο Αφγανιστάν δεν σε κάνει αισιόδοξο. Ο πιτσιρικάς κι η μητέρα του κάνουν έκκληση ώστε να φύγουν από τη χώρα για να γλιτώσουν. Ακόμα κι αν υπερβάλουν για τον βαθμό του κινδύνου για να πιέσουν καταστάσεις, ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; «Παίζω μόνο στην αυλή του σπιτιού εδώ με μερικούς φίλους, δεν βγαίνω ποτέ έξω» λέει ο Μουρτάζα μιλώντας στην κάμερα του CNN και φορώντας την αγαπημένη του φανέλα. Αυτή της εθνικής Αργεντινής με το νούμερο 10 και το όνομα του Λίο πίσω.

Πηγές: El Pais, CNN