Άρθρα μαρκαρισμένα ως: 'Κουλτούρα να φύγουμε'

Τα σταφύλια της οργής: Then who do we shoot?

  [1 Σχόλιο]

(Φωτογραφία: Παγκρήτιο, 30/10/2011, Εργοτέλης-Αστέρας Τρίπολης)

Την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης το 1930, μια οικογένεια στην Οκλαχόμα αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι της. Λίγο πριν την αποχώρηση της, και μιλώντας με έναν εκ των ανθρώπων που θέλουν να κατεδαφίσουν το σπίτι της, συνειδητοποιεί το αναπόφευκτο του πράγματος και ανακαλύπτει την εκνευριστική ασάφεια της φράσης «Φταίει το Σύστημα», σ’έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς, απλούς και δυστυχώς πάντα επίκαιρους διαλόγους στην ιστορία του κινηματογράφου:

Muley: You mean get off of my own land?
Agent:
Now don’t go to blamin’ me! It ain’t my fault.

Muley’s son (Hollis Jewell): Who’s fault is it?
Agent:
You know who owns the land. The Shawnee Land and Cattle Company.

Muley: And who’s the Shawnee Land and Cattle Company?
Agent:
It ain’t nobody. It’s a company.

Muley’s son: They got a President, ain’t they? They got somebody who knows what a shotgun’s for, ain’t they?
Agent:
Oh son, it ain’t his fault, because the bank tells him what to do.

Muley’s son: All right, where’s the bank?
Agent:
Tulsa. What’s the use of pickin’ on him? He ain’t nothin’ but the manager. And he’s half-crazy hisself tryin’ to keep up with his orders from the East.

Muley: Then who do we shoot?

«Τα σταφύλια της οργής» του Τζον Φόρντ, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ

«Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία»

  [Καθόλου σχόλια]

(Φωτογραφία: David Brooks, 1980)

Σεπτέμβριος 1980, Μαϊάμι, Η.Π.Α.: Μια ομάδα αποτελούμενη από Αμερικανούς και Τζαμαϊκανούς αντιμετωπίζει μια ομάδα από την Αϊτή. Ο Μπόμπ Μάρλει αν και ήδη άρρωστος και καταπονημένος από τον καρκίνο που εξαπλωνόταν σ’ όλο του το σώμα παίζει κανονικά μαζί τους αδυνατώντας να χαλάσει την αγαπημένη του ρουτίνα που συνδύαζε περιοδείες σ’ όλο τον κόσμο με αγώνες ποδοσφαίρου στα διάφορα γήπεδα ή πάρκα που συναντούσε, αγώνες στους οποίους αντιμετώπιζε γνωστούς ποδοσφαιριστές, διασημότητες της εποχής, απλούς εργαζόμενους των περιοδειών ή των δισκογραφικών και οποιονδήποτε βρισκόταν εκεί γύρω και μοιραζόταν το ίδιο πάθος μ’ αυτόν.

(Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες φίλων και γνωστών, ο Μάρλει όταν δεν ασχολιόταν με τη μουσική του έβλεπε ή έπαιζε ακατάπαυστα μπάλα. Στην Βραζιλία το 1970 έπαιξε στους δρόμους του Ρίο ντε Τζανέιρο, φορώντας την φανέλα της Σάντος με το 10 του Πελέ που του είχαν χαρίσει, μαζί με άλλους μουσικούς, άτομα από την δισκογραφική του και τον εν ενεργεία διεθνή τότε Πάολο Σέζαρ ενώ το 1980 στην τελευταία του περιοδεία στην Αγγλία αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε συνέντευξη τις μέρες που βρέθηκε στο Λονδίνο επιλέγοντας στην θέση τους να κλείσει ένα κοντινό γηπεδάκι για όλες τις ημέρες και να προκαλέσει σε αγώνα εναντίον της ομάδας του (στην οποία συμμετείχαν τα υπόλοιπα μέλη των Wailers) οποιονδήποτε ενδιαφερόταν να τον γνωρίσει.)

Ελάχιστες μέρες μετά το παιχνίδι αυτό κατέρρευσε ύστερα από μια συναυλία στη Νέα Υόρκη. Πέθανε στο Μαϊάμι μερικούς μήνες αργότερα όντας μόλις 36 χρονών αλλά έχοντας προλάβει να γίνει θρύλος σ’ ένα από τα δυο πράγματα με τα οποία παθιάστηκε περισσότερο στη ζωή του.

Η Πενιαρόλ του Πάκο Εσπινόλα

  [Καθόλου σχόλια]

Ο Πάκο Εσπινόλα από την Ουρουγουάη ήταν δημοσιογράφος, καθηγητής και συγγραφέας, βραβευμένος μάλιστα με το εθνικό βραβείο λογοτεχνίας. Έζησε μια ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στα γράμματα, διδάσκοντας στο πανεπιστήμιο και γράφοντας βιβλία και κάθε λογής άρθρα, αδιαφορώντας επιδεικτικά για το μεγαλύτερο πάθος όλων των Λατινοαμερικάνων, το ποδόσφαιρο. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1960, όπως διηγείται ο ίδιος, και την ώρα που άλλαζε σταθμούς στο ραδιόφωνο ψάχνοντας κάτι για να ακούσει, εκμεταλλευόμενος την απουσία της οικογένειας του, έπεσε πάνω στην μετάδοση του μεγαλύτερου ντέρμπι της χώρας. Η Πενιαρόλ αντιμετώπιζε την Νασιονάλ. Ο 59χρονος, τότε, συγγραφέας επέλεξε από περιέργεια να ακούσει την περιγραφή του αγώνα, στον οποίο η Νασιονάλ διέσυρε με 4-0 την αιώνια αντίπαλο της.

Μετά το τέλος του παιχνιδιού ο Εσπινόλα ξεκίνησε για ένα προγραμματισμένο δείπνο με την αδερφή του, για να αισθανθεί κάπου στα μισά της διαδρομής ότι είχε χάσει κάθε όρεξη για φαΐ, κυριευμένος από μια τελείως ανεξήγητη στεναχώρια. Το δείπνο ακυρώθηκε και ο ίδιος πέρασε όλη την μέρα περπατώντας στο πάρκο προσπαθώντας να εξηγήσει τον λόγο που ένιωθε θλίψη, στοχασμός που κατέληξε στην τελική διαπίστωση του Εσπινόλα: «Συνειδητοποίησα ότι ήμουν πικραμένος γιατί είχε χάσει η Πενιαρόλ. Ήμουν οπαδός της Πενιαρόλ κι όμως δεν το γνώριζα!».

Από εκείνη τη μέρα και μέχρι τον θάνατο του, αρκετά χρόνια μετά, ο Πάκο Εσπινόλα ήταν πιστός οπαδός της καλύτερης ομάδας της Λατινικής Αμερικής, σύμφωνα με την IFFHS (της ομάδας με τα περισσότερα μουρλά πρωταθλήματα Ουρουγουάης, με τους περισσότερους φιλάθλους στη χώρα, με 5 Λιμπερταδόρες, με 3 Διηπειρωτικά και, εκτός όλων των άλλων, της ομάδας του μεγαλύτερου μάγκα της ιστορίας), γράφοντας αρκετά κείμενα γι’ αυτήν, το ποδόσφαιρο αλλά και την σχέση του οπαδού με την ομάδα.

Ο θάνατος τον βρήκε το 1973 κι έτσι δεν πρόλαβε να χαρεί το «Clasico del 8 contra 11» του 1987, το πιο επικό παιχνίδι στην ιστορία των ντέρμπι Πενιαρόλ-Νασιονάλ, στο οποίο η αγαπημένη του ομάδα παίζοντας με 8 παίκτες, λόγω αποβολών, κατάφερε όχι μόνο να αντέξει την πίεση των αντιπάλων αλλά και να σκοράρει στα τελευταία λεπτά, επικρατώντας έτσι με 2-1.

Ο Μπόμπι Χάαρμς, ο Άγιαξ κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης

  [5 Σχόλια]

Ο Γιόχαν Κρόιφ και ο βοηθός του Μπόμπι Χάαρμς*, σε μια φωτογραφία της περιόδου 1986-88′ κατά την οποία συνεργάστηκαν στον πάγκο του Άγιαξ.

* Ο Μπόμπι Χάαρμς ήταν ένας εκ των αφανών ηρώων του «μεγάλου Άγιαξ της δεκαετίας του 70** αλλά και του νεότερου πετυχημένου Άγιαξ της περιόδου 1987-1995. Πέρασε από τα περισσότερα πόστα του συλλόγου – ποδοσφαιριστής μεγαλωμένος στις ακαδημίες της ομάδας, βοηθός προπονητή, προσωρινός προπονητής, προπονητής ακαδημιών, προπονητής αποκατάστασης παικτών και σκάουτερ – ευρισκόμενος πάντα στο παρασκήνιο, φτάνοντας στα φώτα της δημοσιότητας μόνο όταν οι διάφοροι ποδοσφαιριστές-σταρ της ομάδας ή οι εκάστοτε προπονητές εκθείαζαν την δουλειά του δημόσια στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Ήταν παρών σε κάθε Ευρωπαϊκό τρόπαιο που έχει σηκώσει ως τώρα ο ‘Αίαντας’. Εδώ μπορείς να διαβάσεις στα Αγγλικά ένα πολύ ωραίο κείμενο με αρκετές άγνωστες πληροφορίες για την καριέρα του, όπως αυτή την εξομολόγηση του Κόβατς:

After the first European Cup in 1971, Michels would leave for Barcelona. Stefan Kovacs was his replacement. Haarms had a good relationship with Kovacs and the two would remain close friends. In Kovacs biography “Le Football Total”, Kovacs said he’d develop his football vision on the basis of his long talks with Haarms. When Kovacs died, he left Haarms a large portion of his estate, which brought the tough Haarms to tears.

** Στην ‘Αυγή’ της 28ης Οκτωβρίου 1984, δημοσιεύτηκε ένα κείμενο-ωδή στην μεγάλη ομάδα του Άγιαξ που επηρέασε όσο ελάχιστες την εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Ο τίτλος του είναι «Άγιαξ, για πάντα Άγιαξ». Το κείμενο υπέγραφε κάποιος Α. Καμής, ψευδώνυμο που αρκετά χρόνια μετά αποδείχτηκε ότι ανήκε στον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, που όπως και ο φιλόσοφος-συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ (που έχοντας αγωνιστεί σαν τερματοφύλακας σε παιδικές ομάδες είχε δηλώσει «έχοντας δοκιμάσει αμέτρητες εμπειρίες, μπορώ να πω με σιγουριά ότι όσα ξέρω για την ηθική και τις ανθρώπινες υποχρεώσεις, τα οφείλω στο ποδόσφαιρο», ενώ δεν είχε διστάσει να παραδεχτεί ότι θα διάλεγε χωρίς δεύτερη σκέψη το ποδόσφαιρο από το θέατρο) απ’ τον οποίο εμπνεύστηκε το ψεύτικο όνομα, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιρόφιλους του λογοτεχνικού χώρου.

Υπάρχουν άνθρωποι μ‘ έναν και μοναδικό έρωτα στη ζωή τους. Έχουν γνωρίσει πολλές γυναίκες, τις αγάπησαν, η γυναίκα δεν έπαψε ποτέ να τους συγκινεί, αλλά κάποτε γνώρισαν το μεγάλο, το μοναδικό έρωτα – ύστερα, όλες οι άλλες τους φαίνονται… απλές οδοντόκρεμες.
«Όμορφη ‘σαι και καλή ‘σαι μα Πεντάμορφη δεν είσαι…»
Γιατί η σύγκριση γίνεται με την Πεντάμορφη, τη Μοναδική!
Φίλοι του ποδοσφαίρου, όσοι τρέχετε ακόμα κάθε Κυριακή στα γήπεδα, ή καθισμένοι στην αναπαυτική σας πολυθρόνα μπουχτίσατε να βλέπετε στη μικρή οθόνη τα διεθνή «μεγαθήρια» που πληθωρικά γνωρίσαμε τον τελευταίο καιρό – βάλτε μια στιγμή το χέρι στην καρδιά, όσοι έχετε ξεπεράσει το φράγμα του φανατισμένου και τυφλού οπαδού ή του άκριτου φιλοθεάμονα και αναρωτηθείτε: μα είναι ποδόσφαιρο αυτό που βλέπω; Καλές ομάδες, δε λέω, μαχητικοί οι Βέλγοι, σταθερή η Λίβερπουλ, τεχνίτρα η Γιουβέντους, σκληροτράχηλη η Μπάγερν – αλλά, αλλά, αλλά, ποιό το διαφορετικό; (Θυμάμαι την πικρόχολη κουβέντα ενός φίλου, έμπειρου γερόλυκου των γηπέδων: «Καλή η Άρσεναλ. Ένα διεθνές φορμαρισμένο Αιγάλεω»).
Γιατί αυτές οι αναπόφευκτες συγκρίσεις; Γιατί αυτή η αίσθηση μιας μονοτονίας, μιας επανάληψης, κάθε φορά που βλέπουμε έναν πολυδιαφημισμένο αγώνα με τις επίχρυσες βεντέτες; Γιατί αυτή η πικρή γεύση της στασιμότητας, της έλλειψης του πρωτόγνωρου, η αυθόρμητη αντίδραση: «πάμε να φύγουμε, σε αυτό το σημείο είχαμε έρθει και στο προηγούμενο έργο»;
Γιατί, φίλοι που ζήσαμε και γεράσαμε στα γήπεδα, ψάχνοντας όχι μόνο τη νίκη, όχι μόνο τους πανηγυρισμούς, όχι μόνο τη δύναμη, την τεχνική ή τον εντυπωσιασμό, αλλά πάντα το κάτι άλλο, την πνοή που μεταβάλλει ένα «ομαδικό παιχνίδι» σε έργο τέχνης, ανεπανάληπτο όπως όλα τα γνήσια έργα τέχνης – γιατί, φίλοι, το βρήκαμε κάποτε αυτό το όνειρο και τώρα μας καταδιώκει και θέλουμε να το ξαναζήσουμε και δε βολεί να το ξαναζήσουμε.
Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε. Περνά η Μεγάλη Κυρία των γηπέδων (αυτή η πραγματική Κυρία κι όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών) περνά, ο μεγάλος Άγιαξ!
Όσοι αγαπήσαμε με τη φλόγα του έφηβου ερωτευμένου αυτή την υπεργήινη Bella Dona δεν μπορούμε πια να την ξεχάσουμε.
Δεν κράτησε πολύ η αστραποβολή της. Γιατί όλα τα καταυγαστικά όνειρα δεν κρατούν πολύ. Γιατί όλες οι πρωτοπορίες, που ανατρέπουν όλα τα γερασμένα κατεστημένα και τις χρυσές μετριότητες, περνούν σαν αστραπή, αλλά όσοι δουν τη λάμψη τους δεν την ξεχνούν ποτέ. Γιατί μια επανάσταση δεν έχει κατά κανόνα αντάξιους επιγόνους.
Δεν απέκτησε -λένε- «τίτλους» και διεθνείς διακρίσεις, όσοι μετρούν τις αξίες με τα συσσωρευμένα μετάλλια και τις μπακάλικες προδιαγραφές. Δεν είχε -λένε- συνεχιστές. Μα, μήπως κληρονομιέται η ιδιοφυΐα;
Ο,τι υπήρξε πριν από τον Άγιαξ -το συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά- υπήρξε η προϊστορία του ποδοσφαίρου. Μετά τον Άγιαξ φάνηκε πως υποχρεωτικά πια άνοιγε η ιστορία.
Δεν άνοιξε. Άνοιξε το αλισβερίσι των συστημάτων της κυριαρχίας του κόουτς-σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωνάριων. Το θέαμα συνεχίζεται, συναρπαστικό -πάντα η πάλη για τη νίκη είναι συναρπαστική-, εντυπωσιακό, αλλά χωρίς το νακ. Αυτό το νακ που άστραψε πριν δέκα χρόνια σαν μετέωρο κι έσβησε πρόωρα, αφού διέγραψε την εκτυφλωτική τροχιά του. Έσβησε. Γιατί τα παιδιά του έκαναν φύλλα φτερά. Το διεθνές ποδοσφαιρικό δουλεμπόριο μοίρασε το δεμάτι σε χωριστά καλάμια. Ένα εδώ, ένα εκεί. Και τα καλάμια, μόνα τους στους αφιλόξενους κάμπους, λύγισαν κι έσπασαν. Γιατί μόνο το δεμάτι ήταν η ποίηση. Και αυτή χάθηκε για πάντα από τα γήπεδα.
«Χορταίνουμε» μπάλα τώρα κάθε Κυριακή και Τετάρτες. Συγκινούμαστε, ενθουσιαζόμαστε πάλι, παρασυρόμαστε πού και πού, θαυμάζουμε τους καινούριους γκολτζήδες. Αλλά η υπέροχη γοητεία πια δεν υπάρχει. Την πήραν μαζί τους κι έφυγε, όπως φεύγουν όλα τα μοναδικά και ανεπανάληπτα, οι εκθαμβωτικοί Ολλανδοί.
Τώρα βασιλεύει η δυναστεία των συστημάτων, τα γκολ που μετρούν εντός και εκτός, οι υπολογισμοί και τα τεφτέρια.
Θα μας ξαναθυμίσει άραγε κάποιος καμιά πάλι φορά πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πια απλώς τεχνική, δεν είναι πια απλώς δύναμη, δεν είναι άθροισμα από εξωνημένες βεντέτες;
Θα μας θυμίσει πάλι κανείς την έμπνευση, τη γοητεία του απρόοπτου, τον αυθορμητισμό που γίνεται σοφία και τη σοφία που φαντάζει σαν αυθορμητισμός, το ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο Τέχνης, όπως μας απέδειξαν και μας το δίδαξαν οι νέοι Νιζίνσκι της δεκαετίας του 70;
Βίβα για πάντα, Άγιαξ.

Λόγος για να ζεις;

  [2 Σχόλια]

(Κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση)

Ο German Aczel, ένας από τους καλύτερους καρτουνίστες στην Λατινική Αμερική, κυκλοφόρησε πέρσι από την Γερμανία στην οποία διαμένει πλέον ένα βιβλίο για το Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο έχει συμπεριλάβει μερικά από τα καλύτερα σχέδια του. Σχολιάζοντας το δισέλιδο που έχει αφιερώσει στο γκολ-απόδειξη της ποδοσφαιρικής θεϊκής υπόστασης του Μαραντόνα το 1986 εξομολογήθηκε στο BBC ότι την ώρα που το σχεδίαζε τον πήραν τα κλάματα, ενθυμούμενος ότι όταν γινόταν αυτή η φάση αυτός ήταν 12 χρονών, μια ηλικία στην οποία «αρχίζεις να συνειδητοποιείς τι συμβαίνει γύρω σου και εντυπωσιάζεσαι». Το να κλαις 36 χρονών μαντράχαλος πάνω από το σχέδιο ενός γκολ που μπήκε πριν από δυο δεκαετίες είναι σοβαρή υπόθεση, αλλά ο German Aczel δικαιολογείται από το γεγονός ότι είναι Αργεντινός. (Και η έκρηξη ευτυχίας μετά από ένα γκολ της ‘ομάδας σου’ είναι μια στιγμή που σου επιτρέπει να δικαιολογήσεις αρκετές μορφές συναισθηματικής εκτόνωσης.)

Ο Roberto Saviano από την άλλη είναι Ιταλός. Και όχι ένας απλός Ιταλός. Είναι ο πιο επικηρυγμένος συγγραφέας της χώρας, ο άνθρωπος που δεν φοβήθηκε να γράψει το αποκαλυπτικό ‘Γόμορρα‘ (στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία), να μιλήσει πολλές φορές δημόσια για την Μαφία, να την εμπλέξει με το ποδόσφαιρο και το βασικότερο όλων, να παραμένει ζωντανός – έστω και υπό διαρκή προστασία.

Στην προαναγγελία του νέου του βιβλίου (στο οποίο θα υπάρχει και μια ιστορία για τον Μέσσι), ο Saviano έκανε μια λίστα με τα δέκα πράγματα για τα οποία αξίζει να ζει κανείς. Και παρ’όλο που «το ποδόσφαιρο δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα παιχνίδι» ή «22 τύποι που κυνηγάνε πάνω-κάτω στο χόρτο μια μπάλα που τρέχει» και παρ’όλο που ως Ιταλός στο γκολ εκείνο του Μαραντόνα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας απλός τηλεθεατής, τα 10 δευτερόλεπτα εκείνα, τα 60 εκείνα μέτρα που διένυσε ανεμπόδιστος ο Ντιεγκίτο, η φάση εκείνη γενικότερα που έβγαινε από την φαντασία εκατομμυρίων παιδιών-ανθρώπων που κάποια στιγμή στην ζωή τους κλώτσησαν μια μπάλα και γινόταν ρεαλιστική πραγματικότητα μπροστά στα μάτια τους σ’ έναν μεγάλο αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου, κέρδισε μια θέση στην προσωπική του λίστα:

1) Η βουβαλίσια µοτσαρέλα από την Αβέρσα
2) Ο Μπίλυ Εβανς στο τραγούδι «Love theme from Spartacus»
3) Να πας τον άνθρωπο που αγαπάς περισσότερο στον τάφο του Ραφαήλ και να του διαβάσεις την επιγραφή στα λατινικά: «Αυτός είναι ο Ραφαήλ, από τον οποίο η Φύση φοβάται πως θα νικηθεί και, όταν εκείνος πεθάνει, πως θα πεθάνει κι αυτή µαζί του»
4) Το γκολ του Μαραντόνα στο 2-1 κατά της Αγγλίας, στο Μουντιάλ του Mεξικού, το 1986
5) Η Ιλιάδα
6) Να ακούς στα ακουστικά σου το τραγούδι του Μποµπ Μάρλεϊ «Redemption song», ενώ κάνεις µια χαλαρή βόλτα
7) Να κάνεις µια βουτιά, αλλά στα βαθιά, εκεί που η θάλασσα είναι θάλασσα
8 ) Να ονειρεύεσαι ότι θα γυρίσεις σπίτι αφού αναγκάστηκες να µείνεις µακριά για πολύ, πολύ καιρό
9) Να κάνεις έρωτα
10) Στο τέλος µιας ηµέρας κατά την οποία συγκέντρωσαν υπογραφές εναντίον σου, να ανοίγεις τον υπολογιστή και να βρίσκεις µήνυµα από τον αδελφό σου που λέει: «Είμαι υπερήφανος για σένα».

You will never walk alone Rick

  [Καθόλου σχόλια]

Οι καλλιτέχνες και οι ποδοσφαιριστές, δεν πεθαίνουν ποτέ. Τα έργα τους, είτε αυτά είναι τραγούδια, είτε ταινίες, είτε ένα γκολ ή κάποια ντρίπλα, συνεχίζουν να ζούνε στις καρδιές και στις αναμνήσεις των απλών ανθρώπων. Προχθές μας αποχαιρέτησε ένας εκ των τεσσάρων μουσικών του (κατά κάποιους) μεγαλύτερου συγκροτήματος όλων των εποχών.

Ρικ Ραιτ, σ’ ευχαριστούμε για όλες τις μελωδίες που μας πρόσφερες μαζί με τους υπόλοιπους Pink Floyd, όπως αυτή που ακολουθεί στην οποία ως κλασσικοί Άγγλοι ποδοσφαιρόφιλοι μπερδέψατε τη, σχεδόν θεϊκή, μουσική των οργάνων σας με τη μουσική του γηπέδου και στην οποία μιλήσατε για την αξία που έχει να κάνεις τα πάντα με το δικό σου τρόπο, αδιαφορώντας για οποιαδήποτε εξωτερική πίεση.