Τάκης Λουκανίδης: Ο άνθρωπος που έκανε τα πάντα

  [3 Σχόλια]

Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπήρχαν ένα σωρό ποδοσφαιριστές που έπαιζαν σε πολλές -και διαφορετικές- θέσεις με αρκετή μάλιστα επιτυχία. Ο πλάγιος μπακ άλλαζε θέση και πήγαινε στην επίθεση ως εξτρέμ, ο στόπερ ανέβαινε στο κέντρο και ο κεντρικός χαφ γίνονταν δεύτερος (και τρίτος πολλές φορές) σέντερ φορ. Όλα αυτά μοιάζουν να έχουν λογική μιας και μιλάμε για το ποδόσφαιρο σε πολύ πρώιμη φάση. Στην πραγματικότητα όμως, αν υπήρχε ένας ποδοσφαιριστής που μπορούσε να αγωνιστεί με απόλυτη επιτυχία (και είναι σημαντικό αυτό) και στις 11 θέσεις μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, αυτός δεν ήταν άλλος από τον Τάκη Λουκανίδη. Τον πληρέστερο Έλληνα ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, όπως έχει χαρακτηριστεί από όλους όσους τον πρόλαβαν να αγωνίζεται και από όλους τους μεταγενέστους (όπως είμαι και εγώ), που μεγαλώσαμε ακούγοντας από τους παλαιότερους για τα κατορθώματά του και τα σπάνια τεχνικά του χαρίσματα.

O άνθρωπος που διέκρινε πρώτος αυτό το σπάνιο χάρισμα του Λουκανίδη δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Πάγκαλο. Τον προπονητή του στη Δόξα Δράμας τη δεκαετία του ’50, πριν ο παίκτης δηλαδή πάρει μεταγραφή για τον Παναθηναϊκό του Άγγλου Χάρι Γκέιμ το 1961, και συνθέσει με τον σπουδαίο Μίμη Δομάζο το κορυφαίο δίδυμο που έχει δει ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Τουλάχιστον από Έλληνες παίκτες, για να είμαι ακριβοδίκαιος. Ο Λουκανίδης είχε χάσει τον πατέρα του στην τρυφερή ηλικία των 5 ετών, στην περίοδο της Κατοχής, και λόγω της τραγικής οικονομικής κατάστασης που βίωνε η μητέρα του είχε αναγκαστεί να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο της Δράμας. Μακριά -όχι μόνο από τη μητέρα του αλλά- και από τα αδέρφια του. Εκεί, οι δάσκαλοί του ήρθαν σε πρώτη επαφή με το σπάνιο ταλέντο του μιας και το ποδόσφαιρο (με αυτοσχέδιες μπάλες από κουρέλια) ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής και το μοναδικό παιχνίδι γι’ αυτόν και τα υπόλοιπα ταλαιπωρημένα παιδάκια.

«Πατερούλη» αποκαλούσε ο Λουκανίδης τον Πάγκαλο όσα χρόνια αγωνίστηκε στη Δράμα, βλέποντας στο πρόσωπό του και τον γονιό που τόσο πολύ στερήθηκε στα παιδικά του χρόνια και όχι έναν προπονητή. Ο Νίκος Πάγκαλος ως προπονητής πάντως άλλαζε θέση στον παίκτη από αγωνιστική σε αγωνιστική για να καλύπτει τις τρύπες που άφηναν οι συμπαίκτες του που έλειπαν λόγω κάποιου τραυματισμού. «Τακούλη θα παίξεις τερματοφύλακας γιατί ο Σαμλίδης έχει χτυπήσει στο κεφάλι» του λέει ο Πάγκαλος πριν από κάποιο κρίσιμο παιχνίδι. «Ναι Πατερούλη»  απαντά ο Λουκανίδης, κατεβάζοντας τα ρολά. «Τακούλη μου σήμερα θα παίξεις με το 9 στην πλάτη γιατί ο Κουίρουκίδης έχει βαρύ διάστρεμμα». Σέντερ φορ ο Λουκανίδης και νίκη για τη Δράμα με δικό του μάλιστα γκολ.

Κάπως έτσι -και ενώ η φυσική του θέση ήταν κεντρικός χαφ και στόπερ- ολοένα και μεγάλωνε ο μύθος για τον νεαρό που μπορούσε να αγωνιστεί παντού. Ένας μύθος που έγινε πραγματικότητα και που τον έφερε στα τέλη των 60s μια ανάσα από την ιταλική Γιουβέντους, σε μια περίοδο που τέτοιες μεταγραφές -για Έλληνες παίκτες- έμοιαζαν μόνο ως κακόγουστο ανέκδοτο. Τελικά το «φλερτ» δεν κατέληξε σε «γάμο» μιας και ο Λουκανίδης δεν τόλμησε ποτέ το μεγάλο ταξίδι για το Τορίνο με τον βασικό λόγο αυτής του της άρνησης το γεγονός πως δεν ήξερε καθόλου Ιταλικά. «Εμείς καλά καλά δεν μιλάμε σωστά ελληνικά, ιταλικά θα μάθουμε;» είχε πει σε κολλητό του και τελικά έφυγε για την Κύπρο και τα χρώματα του ΑΠΟΕΛ.

Βρισκόμαστε στο 1960 και τον παίκτη έχει ήδη προσεγγίσει η ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός και φυσικά η ομάδα της καρδιάς του, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, ο Παναθηναϊκός. Ο αθλητικός όμως νόμος που ίσχυε τότε δεν έδινε το δικαίωμα σε κάποιο παίκτη να πάρει μεταγραφή για άλλη Ελληνική ομάδα αν πρώτα δεν είχε αγωνιστεί σε ομάδα του εξωτερικού. Κάπως έτσι η επιλογή του ΑΠΟΕΛ δεν ήταν δύσκολη, καθαρά λόγω γλώσσας. Επιτέλους, θα μπορούσε μετά από ένα χρόνο να αγωνιστεί στην ομάδα που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο Λουκανίδης ήταν φίλος του ΠΑΟ από τα χρόνια που έπαιζε στη Δράμα, όταν η Δόξα είχε για σήμα το μαύρο τριφύλλι ως ένδειξη πένθους στη βουλγαροκρατία (χρόνια αργότερα το έμβλημα άλλαξε και έγινε ένας μαυραετός) και αποφάσισε οριστικά πως πρέπει να ντυθεί στα πράσινα το 1959, μετά από ένα ιστορικό παιχνίδι της Δόξας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας κόντρα στον ΠΑΟ.

Η ομάδα του έπαιζε με 9 παίκτες και ο ίδιος έκανε τα πάντα στο γήπεδο αγωνιζόμενος στον άξονα και μάλιστα παραλίγο να κερδίσει το παιχνίδι -σχεδόν- μόνος του. Έτρεχε, έκοβε, μοίραζε, απειλούσε. Τελικά ο ΠΑΟ με ένα γκολ του Μίμη Μπενάρδου κέρδισε στις καθυστερήσεις, με τους φίλους των πρασίνων όμως να εισβάλουν στον αγωνιστικό χώρο και να σηκώνουν εκστασιασμένοι τον -αντίπαλο- Λουκανίδη στον αέρα, απαιτώντας την μεταγραφή του στην ομάδα τους και φωνάζοντας υπέρ του συνθήματα. Ο Λουκανίδης δεν μπορούσε να πιστέψει αυτή την έκρηξη λατρείας όπως και οι περισσότεροι συμπαίκτες και αντίπαλοι. Το ’61 και ενώ ο Ολυμπιακός προσφέρει περισσότερα χρήματα στον παίκτη, ο Λουκανίδης θα υπογράψει στον ΠΑΟ και το ίδιο βράδυ θα τα σπάσει με τον αδερφό του Θανάση (παίκτη του Ολυμπιακού) στο μαγαζί που τραγουδούσε ο αγαπημένος του Πάνος Γαβαλάς στην Αχαρνών. Τα μπουζούκια και η καλή ζωή ήταν κάτι που ποτέ δεν έλειψαν στο Λουκανίδη όσα χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και για πολλούς ήταν και το μοναδικό του ψεγάδι. Τα γλέντια στη Φωκίωνως Νέγρη (τότε καρδιά της νυχτερινής Αθήνας), πριν αλλά και μετά από σπουδαίες αναμετρήσεις, έχουν μείνει ανεξίτηλα χαραγμένα τόσο στον ίδιο όσο και σε συμπαίκτες και απλούς φιλάθλους.

Τον Ιούλιο του 1963 ο ΠΑΟ θα δώσει τα κλειδιά της ομάδας στον Στέφαν Μπόμπεκ με τον σπουδαίο Γιουγκοσλάβο να μετατρέπει τους πράσινους από μια εξαιρετική ομάδα σε κάτι πραγματικά το ανίκητο. Ο Μπόμπεκ δουλεύει και τελειοποιεί το 4-3-3 πατώντας στις τακτικές του Τζίμι Χόγκαν και έχοντας στον άξονα τους Δομάζο και Λουκανίδη θα φτιάξει την ανίκητη -στην κυριολεξία- ομάδα της σεζόν 1963/64. Ο ΠΑΟ θα κατακτήσει αήττητος το πρωτάθλημα (όντας η μοναδική Ελληνική ομάδα που το έχει καταφέρει) και θα συνεχίσει με μόλις μία ήττα και την επόμενη σεζόν (3-2 από τον Εθνικό), κατακτώντας και πάλι την κούπα του πρωταθλητή. Η αθηναϊκή ομάδα είχε αγγίξει το τέλειο  και συνδύαζε την ηρεμία με τα επιθετικά ξεσπάσματα με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούν να αποτυπώσουν τα λόγια. Για να καταλάβετε. Γνωστός μουσικός των Αθηνών -και φίλος των πρασίνων- είχε παρομοιάσει το παιχνίδι της ομάδας με τη μελωδία του Σοπέν «Imrpomptu no4», λέγοντας πως αν αυτή η μελωδία έπρεπε να παιχτεί από ποδοσφαιριστές σε κάποιο γήπεδο, βάζοντας αντί για νότες τις κινήσεις των νούμερων που διέκρινες στις φανέλες των παικτών, ακριβώς αυτό θα άκουγες στην «παρτιτούρα» του γηπέδου. Η δήλωση αυτή όσο κι αν έχει μια δόση υπερβολής (που την έχει) δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού εκείνης της ομάδας. Εννοείται πως και με τον Μπόμπεκ στον πάγκο ο Λουκανίδης συνέχιζε να αλλάζει θέσεις δίνοντας πάντα πολύτιμες λύσεις στην ομάδα του και οδηγώντας τη σε σπουδαίες νίκες.

Η κόντρα του Μπόμπεκ με τους περισσότερους παίκτες το 1967 θα στείλει τον Λουκανίδη στον πάγκο και τελικά στη φυγή, με προορισμό τον Άρη Θεσσαλονίκης το 1969. Οι ένδοξες μέρες σιγά-σιγά άρχισαν να ανήκουν στο παρελθόν και τελικά ο σπουδαίος ποδοσφαιριστής θα βάλει τέλος στην καριέρα του το καλοκαίρι του 1970. Έχοντας κατακτήσει και ένα κύπελλο Ελλάδος με τον Άρη. Ήταν 33 ετών. Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν πως αν ο ΠΑΟ είχε και τον Λουκανίδη τη χρονιά του Γουέμπλεϊ δεν θα είχε χάσει με τίποτα εκείνο το παιχνίδι κόντρα στον Άγιαξ και πολλοί περισσότεροι πως αν ο παίκτης δεν είχε αδικήσει τον εαυτό του και το ταλέντο του, δουλεύοντας περισσότερο, θα είχε κάνει τεράστια καριέρα -όχι στο ελληνικό ποδόσφαιρο- αλλά στο Ευρωπαϊκό, και σε κορυφαία ομάδα.

«Η γνώση της σταθερότητας είναι διορατικότητα. Η άγνοια της σταθερότητας φέρνει συμφορά. Η γνώση της σταθερότητας κρατά το μυαλό ανοικτό. Μ’ ανοικτό μυαλό θα είσαι ανοιχτόκαρδος. Ανοιχτόκαρδος, το φέρσιμό σου θα είναι αρχοντικό. Αρχοντικός, θα πλησιάζεις το θεϊκό». Η παραπάνω φράση βρίσκεται στο βιβλίο του Λάο Τσε «Ταο Τε Κινγκ»και μπορεί να χαρακτηρίσει το στυλ, το παίξιμο και τη ζωή του Λουκανίδη. Ο κορυφαίος των κορυφαίων εντός του αγωνιστικού χώρου. Με το αρχοντικό του -στα όρια του θεϊκού- παίξιμο και έχοντας νιώσει από τα παιδικά του χρόνια τη σκληρότητα και τη συμφορά. Ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, με πάθη που ακόμα και σήμερα όταν τον βλέπεις, στα 80 του χρόνια, δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις νιώθοντας την καλοσύνη του και τη θετική του αύρα.

3 Σχόλια μέχρι τώρα

  • 1 DoubleT // 6 Ιούλιος, 2017 στις 17:05

    Ο Λουκανίδης ο Τάκης τυχαίνει να είναι ο αγαπημένος παίκτης του πατέρα μου που ήταν φανατικός φίλος της ομάδας της Δόξα Δράμας. Την είχε ακολουθήσει και στον έναν τελικό με τον Ολυμπιακό στο στάδιο Καραϊσκάκη.

    Μου έχει διηγηθεί επανειλημμένως ότι ήταν μία φανταστική ομάδα. Είχε τους αδερφούς Γρηγοριάδηδες, τους αδερφούς Λουκανίδηδες, τον Πιστικό, τον Γεωργιάδη κ.ά. Ήταν ακόμα την περίοδο που απαγορεύονταν οι μεταγραφές. Μετά ο Παναθηναϊκός πήρε τον Τάκη, ο Ολυμπιακός τον έτερο Λουκανίδη και τον Παύλο τον Γρηγοριάδη με αποτέλεσμα η ομάδα να πέσει κατηγορία το 1965.

    Το μεγάλο κρίμα είναι ότι αυτή η ομάδα σίγουρα άξιζε τουλάχιστον έναν τίτλο που όμως ποτέ δεν μπόρεσε να κατακτήσει για πολλούς λόγους. Μέσα σε μια δεκαετία έπαιξε 3 τελικούς κυπέλλου, 6 ημιτελικούς κυπέλλου και ήταν παρών και στους 10 προημιτελικούς.

    Δυστυχώς στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου εμφανίστηκαν πολλές ομάδες που άξιζαν κάποιον τίτλο και η ιστορία τους ίσως να ήταν διαφορετική σήμερα αν δεν υπήρχαν οι μεγάλες ομάδες που με άσχημο τρόπο έκλεψαν αρκετούς τίτλους. Και κατά κύριο λόγο αναφέρομαι στις ομάδες του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού.

  • 2 gargaduaaas // 6 Ιούλιος, 2017 στις 18:13

    @DoubleT
    Δυστυχώς αυτό ισχύει στις περισσότερες χώρες. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Μόνο στην Αγγλία παίζουν 50-50 τον θεωρητικά μικρό με τον μεγάλο και γι’ αυτό βλέπουμε και κάποιες εκπλήξεις που κάνουν το ποδόσφαιρο ομορφότερο.

    Αυτό που έκανε η Λέστερ για παράδειγμα το 2016 δεν θα το είχαν αφήσει να συμβεί στην Ιταλία, ούτε στη Γερμανία, ούτε στην Ισπανία (προσωπική γνώμη αυτή) Για Ελλάδα δεν το συζητώ ούτε για αστείο. Ο μικρός θα είχε σφαγιαστικές διαιτησίες και θα είχε τερματίσει αρκετά μακριά από την κορυφή.

    Ο βασικός λόγος που κόλλησα με την Πρέμιερ Λιγκ ήταν αυτός. Όταν βλέπουν πως ο μικρός μπορεί να κάνει την όποια υπέρβαση, όχι μόνο του δίνουν το 50-50 αλλά τον σπρώχνουν και με κάποια σφυρίγματα για να τον βοηθήσουν (σε λογικά πάντα πλαίσια). Γι’ αυτό είχα πανηγυρίσει και εκείνο το πρωτάθλημα σαν να το είχε κερδίσει η ομάδα μου. Όπως και όλοι όσοι αγαπούν πραγματικά το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό.

    Δυστυχώς η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν επιτρέπει στον «μικρό» και φτωχό να ανασάνει πουθενά και εννοείται στο ποδόσφαιρο -που παίζονται και πολλά χρήματα- ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό. Βασικά ίσχυε και -δυστυχώς- θα ισχύει για πολύ καιρό ακόμα. Δεν γράφω «για πάντα» γιατί θέλω να είμαι αισιόδοξος μιας και δεν αξίζει στο ελληνικό ποδόσφαιρο η τωρινή του κατάντια.

    Η μεγαλύτερη μαγεία στον αθλητισμό είναι αυτές οι νίκες του μικρού απέναντι στο μεγάλο. Χωρίς αυτές δεν έχει καμία ουσία κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη. Όσο για τη Δόξα που γράφεις δεν γνωρίζω αν είχε αδικηθεί αλλά δεν έχω λόγο να μην σε πιστέψω. Απ’ την άλλη όταν μιλάμε γι’ αυτή εν έτη 2017 είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό πόσο σπουδαία και επιδραστική ομάδα υπήρξε και ας μην κέρδισε κάποιο τίτλο.

  • 3 DoubleT // 8 Ιούλιος, 2017 στις 14:38

    @gargaduaaas

    Έχεις δίκιο στα περισσότερα από αυτά που γράφεις. Το κακό είναι ότι στην Ελλάδα πλέον τον 99% των φιλάθλων υποστηρίζει τις 5? μεγαλύτερες ομάδες της χώρας(δεν ξέρω πραγματικά πιο θα είναι το μέγεθος του Άρη Θεσ/νίκης αν και εφόσον βγει από την τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει).

    Αυτό όμως γίνεται γιατί εδώ πέρα οι μικρές ομάδες δεν έχουν απολύτως καμία τύχη. Για παράδειγμα στα 5 μεγαλύτερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα -ακόμα και στην Ισπανία που έχει 2 από τις κορυφαίες διαχρονικά ομάδες του πλανήτη- υπάρχει καλύτερη κατανομή. Πρόχειρα στο μυαλό μου μπορώ να θυμηθώ μερικές ελληνικές ομάδες που σίγουρα θα είχαν διαφορετική ιστορία αν όλα παίζονταν επί ίσης όροις(Πανιώνιος, Ηρακλής Θεσ/νίκης, Ο.Φ.Η., Δόξα Δράμας ακόμα και ο Αστέρας Τρίπολης στον τελικό κυπέλλου με τον Ολυμπιακό για παράδειγμα).

    Πολλές φορές κάνω πολλά ταξίδια στο εξωτερικό από τα οποία περνάω από ποδοσφαιρικά γήπεδα. Έτσι τον προηγούμενο μήνα έτυχε να είμαι στη Γαλλία. Εκεί συνάντησα αρκετούς φίλους της Λανς που μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση λόγω της αγάπης του για την ομάδα. Παρόλο που πέρασα από Λυών, Μονπελιέ, Παρίσι, Μασσαλία κ.ά. αυτοί μου άφησαν την ωραιότερη γεύση. Δυστυχώς κάτι τέτοιο λείπει από τη χώρα μας. Μακριά συζήτηση ανοίξαμε και δε νομίζω ότι καταλήγει πουθενά χεχε. Είπα να γράψω το παράπονό μου.

    Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία και πολλά συγχαρητήρια για την εξαιρετική δουλειά σας!

Σχολιάστε:

XHTML: Μπορείτε να κάνετε χρήση των εξής tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>